1876.11.12
1.358 στίχοι · 11.523 λέξεις · 86 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 30
τῆς 12 Νοεμβρίου 1876.
(Παρασκευή.)
Ὥρα 2 μ. μ.
Κατέχει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Ἀντ.
Τσαμαδός. Ἐκφωνηθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, κατὰ τὴν συζήτησιν προχθὲς τῳόντι ἐγεννήθησαν μερικαὶ ἀμφιβολίαι ὡς πρὸς τὸν νόμον περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τροπολογίας τινὰς, αἱ ὁποῖαι πιστεύω, ὅτι θὰ λύσουν αὐτὰς τὰς ἀμφιβολίας, καὶ ἰδίως τὴν περὶ τοῦ χρόνου τῶν ὑποχρεώσεων πρὸς ἐξάσκησιν τῶν πολιτῶν.
§2ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ.
§3ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω τὰς καταστάσεις τῶν ἐξόδων καὶ ἐσόδων τῆς Ἑπτανήσου, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Λομβάρδος.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ πρώτη ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως στρατιωτικοῦ ταμείου. Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§5ΖΩΧΙΟΣ. Κατ’ ἀνάγκην πολεμῶ καὶ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, διότι ἐκηρύχθην ἐναντίος ὅλων τῶν νομοσχεδίων τῆς Κυβερνήσεως. Πρό τινων ἐτῶν ἡ Γαλλία εὑρέθη εἰς δυσκόλους περιστάσεις, διότι ἠναγκάζετο ν’ ἀποτίσῃ πέντε δισεκατομμύρια εἰς τοὺς Γερμανοὺς, νὰ συμπληρώσῃ τὸν στρατόν της, νὰ ἐξοπλισθῇ ἐκ νέου, νὰ κατασκευάσῃ νέα φρούρια. Δὲν ἐπενόησεν ὅμως εἰδικὰ ταμεῖα ἐπὶ τούτῳ, οὐδὲ ὥρισεν ὁ δεῖνα φόρος νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἀπότισιν τῶν χρεῶν τῶν πρὸς τὴν Γερμανίαν, ὁ δὲ δεῖνα διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν φρουρίων, ὁ τρίτος διὰ τὴν ἀγορὰν ὅπλων, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἁπλῶς δὲ εἶπεν ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὴν Συνέλευσιν, ἔχομεν ἀνάγκην τόσων ἑκατομμυρίων, διὰ νὰ ἀποδιώξωμεν τοὺς ξένους ἀπὸ τοῦ ἐδάφους μας, διὰ νὰ συμπληρώσωμεν τὸν στρατὸν καὶ διὰ νὰ ἐφοδιάσωμεν καὶ νὰ κατασκευάσωμεν νέα φρούρια. Πρόκειται δὲ νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους ὅσον τὸ δυνατὸν ἀνεκτούς. Εἶναι δὲ περίεργον ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις ὑποστηρίζει τὴν Κυβέρνησίν μας, ἡ δὲ συμπολίτευσις τὴν πολεμεῖ καὶ τὴν ὑβρίζει. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις πολεμεῖ ἑαυτὴν, λέγουσα· Μή με ἐμπιστευθῆτε, ἂς σχηματίσωμεν δὲ εἰδικὰ ταμεῖα, τὰ δὲ χρήματα ἂς παραδίδωνται εἰς τὴν Τράπεζαν, ἂς σχηματίσητε δὲ ἰδίαν ἐπιτροπὴν ἀπὸ ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους νομίζω ἀξιοπιστοτέρους ἐμοῦ, καὶ κατὰ τὴν γνωμοδότησιν αὐτῶν, ἂς διαχειριζώμεθα τὰ χρήματα. Σημειωτέον δὲ ὅτι ζητεῖ αὐτὸ τὸ δάνειον ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ καταρτίσῃ τὰς ἐθνικὰς δυνάμεις ἐν διαστήματι εἴκοσιν ἐτῶν. Ἀλλ’ ἡ πραγματοποίησις τῶν σχεδίων τῆς Κυβερνήσεως ἐξαρτᾶται ἀπὸ θελήσεως, διότι καθ’ ἃ οἱ ὑπουργοὶ εἶπον ὅλα αὐτῶν τὰ νομοσχέδια εἶναι μηδὲν, ἐὰν δὲν εὕρωμεν δάνειον, πρὸς εὕρεσιν δὲ δανείου, πρέπει νὰ ἀποτίσωμεν τὰ δάνεια τοῦ 1824 καὶ τοῦ 1825. Θέλετε δὲ νὰ δανεισθῆτε, ἐν ᾧ οἱ ἴδιοι λέγετε ὅτι τὴν Κυβέρνησιν δὲν πρέπει νὰ τὴν ἐμπιστευθῶμεν, ἀλλὰ πρέπει νὰ διορίσωμεν ὑπαλλήλους ἐπιστάτας αὐτῆς. Τούτου δὲ γενομένου, ποῖος ξένος θὰ τὴν ἐμπιστευθῇ; Ἐὰν θέλετε νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, πρέπει νὰ τὸ ἀλλάξητε, πρέπει δὲ νὰ ἐμπιστευθῆτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ χρήματα, καὶ ὄχι εἰς ἄλλον. Ἰδοὺ δὲ ὁ λόγος, δι’ ὃν δὲν δύναμαι νὰ ψηφοφορήσω ὑπὲρ ἑνὸς νομοσχεδίου καὶ ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία δὲν ἐμπιστεύεται αὐτὴ ἑαυτήν. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου· ὅταν δὲ προβῶμεν περαιτέρω, θὰ ἐξετάσω τὰς λεπτομερείας.
§6ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἤθελα νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπειδὴ εἶναι ἐδῶ καὶ πιθανὸν νὰ ἀναχωρήσῃ, ἐὰν εὐαρεστῆται, νὰ διατάξῃ νὰ γείνῃ σημείωσις τοῦ χρηματικοῦ ποσοῦ τῶν θεωρηθέντων μέχρι τοῦδε ἀπέναντι τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1876 ἀπὸ τὸ γενικὸν λογιστήριον ἐνταλμάτων καὶ πιστώσεων εἰς τοὺς δευτέρους διατάκτας.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§8Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καλὸν νομίζω, ἐν τῇ πρώτῃ ἀναγνώσει, νὰ γίνηταί τις συζήτησις, ὅπως παρασκευάζηται οὕτως ἡ δευτέρα ἀνάγνωσις· διότι πιθανὸν ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποδέχηταί τινας τῶν γνωμῶν ἡμῶν, διευκολύνεται δὲ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, ὅταν αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, υἱοθετοῦσα αὐτὰς, ὑποβάλλῃ κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν προτάσεις συμφώνους πρὸς τὰς ἐν τῇ πρώτῃ συζητήσει ἡμετέρας εἰσηγήσεις. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, δὲν φέρω ἔνστασιν, διότι θεωρῶ, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ συστήσωμεν ταμεῖον ἐθνικῆς ἀμύνης. Ὡς παρετήρησα καὶ ἄλλοτε, θὰ ἦτο μᾶλλον εὐάρεστον ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας ἡμῶν δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ὑποστῇ τοὺς περιορισμοὺς εἰδικοῦ ταμείου· ἀλλ’ ἀσχέτως πρὸς τὰ νῦν ἐν τῇ Κυβερνήσει πρόσωπα, ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ τόπος ζητεῖ τοιαύτας ἐγγυήσεις παρὰ τῶν Κυβερνήσεων, καὶ τοῦτο οὐ μόνον προκειμένου περὶ ἐκτάκτων δαπανῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ αὐτῶν τῶν δαπανῶν τῆς συνήθους ὑπηρεσίας· διὰ τοῦτο δὲ εἴδομεν πολλὰς Κυβερνήσεις ἀλληλοδιαδόχως ἀποδεχθείσας τὴν ἀρχὴν τοῦ εἰδικοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ προτεινάσας ἐπέκτασιν τοῦ ταμείου τούτου καὶ ἐπὶ περαιτέρω φορολογίαν. Ἀποδεχόμενος λοιπὸν τὴν ἀρχὴν τῆς συστάσεως τοῦ ταμείου τούτου, ἔρχομαι νὰ ὑποβάλω τινὰς παρατηρήσεις ὡς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ κανονίζονται τὰ περὶ αὐτοῦ. Τὸ ταμεῖον, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὑποβάλλεται εἰς εἰδικὴν διοίκησιν, διοίκησιν συνισταμένην ἐκ τοῦ πρωθυπουργοῦ, δύω ὑπουργῶν καὶ τεσσάρων ἄλλων προσώπων παρὰ τῶν ὑπουργῶν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν διοριζομένων καὶ ἀπολυομένων διὰ Β. Διατάγματος. Τίς ὁ σκοπὸς τῆς διοικήσεως ταύτης; Ἐὰν ἐξετάσωμεν αὐτὰ τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, βλέπομεν, ὅτι ἡ διοίκησις εἶναι ἐπιτροπὴ γνωμοδοτική· ἔχει προσέτι καὶ ἕτερον καθῆκον, τὸ νὰ ἐμποδίζῃ τὴν διάθεσιν τῶν κεφαλαίων τοῦ ταμείου εἰς τέλη ἀλλότρια τοῦ προορισμοῦ των. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸν γνωμοδοτικὸν αὐτῆς χαρακτῆρα, νομίζω ὅτι δύσκολον εἶναι ἐν νόμῳ νὰ κανονίσωμεν τελεσφόρως τὰ περὶ γνωμοδοτικῆς ἐπιτροπῆς, διότι, ἐὰν μὲν εἰς τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης δώσωμεν κῦρος ὑποχρεωτικόν, ἐὰν δηλαδή, ἄνευ τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς πράξεις, ἐὰν μάλιστα ὀφείλῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς πράξεις ἐκτελεστικὰς ἀναγομένας εἰς τὰ τοῦ ταμείου συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως μειοῦται, καὶ πιστεύω, ὅτι δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι διὰ τῶν νομοθετημάτων ἡμῶν οὐδὲ κατὰ κεραίαν νὰ ἐλαττῶμεν τὴν κυβερνητικὴν εὐθύνην. Ἐὰν λοιπὸν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ κανονίσωμεν τὰ καθήκοντα ἐπιτροπῆς τινος γνωμοδοτικῆς, ἐξ ἀνάγκης ἡ γνωμοδότησις τῆς ἐπιτροπῆς θέλει εἶσθαι ἁπλῶς συμβουλευτική, καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ ᾖναι ἐλευθέρα ν’ ἀποδέχηται αὐτὴν ἢ οὔ. Ἀλλ’ οὕτω κανονιζομένη, ἡ γνωμοδότησις δὲν εἶναι σπουδαία. Ἔχει ὅμως καὶ ἄλλον σκοπὸν ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη· τὴν ἐγγύησιν, ὅτι τῶν χρημάτων τῶν κατατεθειμένων ἐν τῷ ταμείῳ τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης δὲν θέλει γίνεσθαι χρῆσις ἀλλοία τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου διαταττομένης. Καὶ ἂν ἐξετάσωμεν τὸ νομοσχέδιον, εὑρίσκομεν ὅτι παρέχει εἰς τὴν κυβέρνησιν εὐρυτάτην ἐξουσίαν περὶ τὴν χρῆσιν τῶν κεφαλαίων τοῦ ταμείου· εὐρυτέραν ἐξουσίαν ἧς θὰ εἶχεν ἡ κυβέρνησις, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐψηφίζετο· διότι, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐψηφίζετο, οὐδεμία δαπάνη πρὸς ἀγορὰν ὑλικοῦ ἠδύνατο νὰ γείνῃ, εἰμὴ ὅπως γίνεται ἤδη δυνάμει τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τῆς κατ’ ἄρθρον εἰδικεύσεως τῆς χρήσεως τῶν χρημάτων, ἐνῷ κατὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὅλον κεφάλαιον τοῦ ταμείου ἀποτελεῖ ἓν ἄρθρον πιστώσεως. Ὡς πρὸς τοῦτο, οἱ κύριοι ὑπουργοὶ μᾶς εἶπον, ὅτι δὲν εἶχον πρόθεσιν νὰ ἐξαιρέσωσι τὰ τῆς διαθέσεως τοῦ κεφαλαίου τοῦ ταμείου ἀπὸ τῆς ἀνάγκης τῆς ψηφίσεως εἰδικῶν κατ’ ἄρθρον πιστώσεων· ἑπομένως πιστεύω, ὅτι εἶναι διατεθειμένοι συμφώνως πρὸς τὴν ἰδέαν ταύτην νὰ τροπολογήσωσι τὸ νομοσχέδιον. Ἔχει δὲ ἀνάγκην τοιαύτης τροπολογίας, διότι εἶναι συντεταγμένον κατὰ τὸν τύπον τοῦ νόμου περὶ ὁδοποιΐας, ἠξεύρομεν δέ, ὅτι τὰ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας κεφάλαια διατίθενται ἄνευ τῆς συμπράξεως τοῦ κοινοβουλίου. Ὅ,τι λοιπὸν ζητοῦμεν νὰ ὁρισθῇ καθαρῶς ἐν τῷ νόμῳ, εἶναι, ὅτι τῶν κεφαλαίων τοῦ ταμείου οὐδεμία χρῆσις δύναται νὰ γείνῃ εἰμὴ συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις εἴτε τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ κράτους, εἴτε ἐκτάκτου προϋπολογισμοῦ, εἴτε ἐκτάκτων καὶ εἰδικῶν πιστώσεων. Ἀλλ’ ἀφοῦ τοῦτο γίνῃ, ἆρα ἡ ἐπιτροπὴ, ὅπως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ συνιστᾶται, παρέχει τὴν ζητουμένην ἐγγύησιν, ὅτι τῶν χρημάτων τοῦ ταμείου δὲν θὰ γίνηται ἄλλη χρῆσις τῆς διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἢ δι’ εἰδικῶν πιστώσεων ὁρισθείσης ὑπὸ τοῦ κοινοβουλίου; καὶ ἐνταῦθα ἔγκειται ἡ χρησιμότης τοῦ εἰδικοῦ ταμείου. Δὲν εἶναι δὲ ἀληθὲς, ὅτι οὐδεμίαν παρέχουσι τὰ εἰδικὰ ταμεῖα ἐγγύησιν περὶ τὴν χρῆσιν τῶν χρημάτων, τὸ δὲ ταμεῖον τὸ ὁδικὸν ἀποδεικνύει, ὅτι δυσκόλως δύναται ἡ κυβέρνησις νὰ παραβῇ τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ νόμου. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἔν τινι περιστάσει ἐγένετο δαπάνη ἐκ τῶν χρημάτων τῶν ὁδικῶν πρὸς ἄλλον σκοπὸν, ἀλλὰ ταχέως ἡ κυβέρνησις ἐπανώρθωσε τὸ γενόμενον καὶ ἀπέδωκεν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας τὰ ἀπ’ αὐτοῦ ἀφαιρεθέντα χάριν τῶν γενικῶν ἐξόδων τοῦ κράτους. Ἡ ἐγγύησις ἄρα, ἣν παρέχει ἡ ἐπιθεώρησις τῶν ἐνταλμάτων παρ’ ἐπιτροπῆς, δὲν εἶναι ἐντελῶς ἰδανική. Ἀλλ’ αὐτὸ τοῦτο τὸ ὁδικὸν ταμεῖον, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν εἶναι ἰδανικὴ ἡ ἐγγύησις, ἀποδεικνύει ἐπίσης, ὅτι εἶναι ἀτελὴς, διότι ἠδυνήθη ἡ κυβέρνησις νὰ ἐκτρέψῃ πρὸς πληρωμὴν ἄλλων δημοσίων δαπανῶν χρήματα τοῦ ὁδικοῦ ταμείου, καίτοι κατόπιν ἄλλο ὑπουργεῖον ἀπέδωκεν αὐτὰ εἰς τὸ ταμεῖον. Ἐγένετο δὲ καὶ ἄλλη κατάχρησις, ἀφαιρεθέντων χρημάτων ἐκ τοῦ ἑνὸς ὑπὲρ τοῦ ἄλλου ἐκ τῶν τριῶν ταμείων, εἰς ἃ ὑποδιαιρεῖται τὸ κεφάλαιον τῆς ὁδοποιΐας.
§9ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ ἔγεινε.
§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγένετο καὶ τὸ ἄλλο· ἀλλὰ τὰ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου ἅπαξ ἀφαιρεθέντα ἀπεδόθησαν κατόπιν, ἐνῷ ἡ μεταφορὰ ἀπὸ ὁδικοῦ ταμείου εἰς ὁδικὸν ταμεῖον ἐγίνετο συνηθέστερον, καὶ ὑπάρχουσιν ἔτι καὶ νῦν ἐλλείμματα τοῦ ἑνὸς ἐκ τῶν τριῶν ταμείων πρὸς τὰ δύω ἄλλα· διότι, ὡς ἠξεύρετε, τὸ ὁδικὸν ταμεῖον ὑποδιαιρεῖται εἰς τρία ταμεῖα, ἐγένετο δὲ ἀφαίρεσις ἀπὸ τῶν ταμείων τῶν ἐπαρχιακῶν καὶ τῶν δημοτικῶν χάριν τοῦ ἐθνικοῦ. Ταῦτα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι αἱ ἐγγυήσεις, αἱ περιεχόμεναι ἐν τῷ νόμῳ περὶ ταμείου ὁδοποιΐας, δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς, αἱ δὲ περιεχόμεναι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ οὐ μόνον δὲν εἶναι πληρέστεραι, ἀλλ’ ἴσως εἶναι καὶ ἀτελέστεραι τῶν ἐν τῷ νόμῳ περὶ συστάσεως ταμείου ὁδοποιΐας. Καὶ ὡς πρὸς τὴν σύστασιν τῆς διοικητικῆς ἐπιτροπῆς, ἐνίσταμαι πρῶτον εἰς τὴν περίληψιν ὑπουργῶν ἐν αὐτῇ, διότι ἡ εὐθύνη τῶν ὑπουργῶν εἶναι ἀλλοία τῆς εὐθύνης τῶν ἄλλων πολιτῶν. Τὸ σύνταγμα ἐξαιρετικὰς καθιεροῖ διατάξεις περὶ τῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν· οὐ μόνον δὲ διότι δὲν ἐψηφίσθη εἰσέτι νόμος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, ἀλλὰ, καὶ ἂν ἦτο ψηφισμένος νόμος τοιοῦτος, εἶναι γνωστὸν ὅτι ἄλλοι εἶναι οἱ κανόνες οἱ διέποντες τὴν εὐθύνην ἐκείνων καὶ ὅτι ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη δὲν λειτουργεῖ ἐπίσης εὐκόλως, ἐπίσης ὁμαλῶς, ὡς ἡ κοινὴ τῶν πολιτῶν εὐθύνη. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρέπει ἐν τῇ ἐπιτροπῇ νὰ μὴ συμπεριληφθῶσιν οἱ ὑπουργοὶ, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν τὴν ἐγγύησιν τῆς πλήρους ποινικῆς εὐθύνης· νομίζω προσέτι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ζητήσωμεν τὴν ἐγγύησιν ἐν ἐπιτροπῇ, ἀλλὰ πρέπει νὰ παρέχῃ τὴν ἐγγύησιν ἄτομον, διότι προκειμένου περὶ εὐθύνης, τὸ πολυμελὲς ἐλαττόνει τὴν εὐθύνην, Θέλω, ὅπως ἡ ἐγγύησις, ὅτι τὰ ἐντάλματα τῶν ὑπουργείων θὰ ᾖναι σύμφωνα πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ κοινοβουλίου τὰς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἢ ταῖς πιστώσεσιν ἀναγεγραμμένας, θέλω ἡ ἐγγύησις αὕτη νὰ δίδηται δι’ ἐπιθεωρήσεως προσώπου ἑνὸς, καὶ ὑπ’ εὐθύνην αὐτοῦ. Θέλω δὲ, τὰ τῆς εὐθύνης ταύτης νὰ ἀναγραφῶσιν ἐντὸς τοῦ νομοσχεδίου, δηλ. εἰδικῶς νὰ ὁρισθῇ ὁποία τις ἡ εὐθύνη αὕτη, ὁποῖαι αἱ συνέπειαι τῆς ἐπιθεωρήσεως ἐνταλμάτων οὐχὶ κανονικῶς ἐκδεδομένων, ἐνταλμάτων μὴ ἀνταποκρινομένων πρὸς τὰ ἄρθρα τοῦ προϋπολογισμοῦ ἢ τῶν πιστώσεων, καὶ εἰδικῶς νὰ ὁρισθῇ ὅτι, ἵνα ἔνταλμα ᾖ πληρωτέον παρὰ τῶν διαχειριζομένων τὸ ταμεῖον, πρέπει νὰ φέρῃ τὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ ὑπευθύνου ὑπαλλήλου. Τοιαύτην ἀρχὴν ἐπεθύμουν νὰ ἔβλεπον καθιερουμένην ὡς πρὸς ἅπαν τὸ λογιστικὸν τοῦ Κράτους. Τοιαύτη ἀρχὴ εἶναι καθιερωμένη εἰς ἄλλα Κράτη, καὶ ἠξεύρετε ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ τὰ ἐντάλματα τῶν ὑπουργῶν δὲν πληρόνονται, ἐὰν δὲν φέρωσι τὴν ἐπιθεώρησιν ὑπευθύνου δημοσίου λειτουργοῦ. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἄλλοτε ἐξεφράσαμεν γνώμην, ὅτι εἶναι ἐπιθυμητὴ τοιαύτη νομοθετικὴ διάταξις, καὶ ὑπεβλήθη καὶ νομοσχέδιον, ὅπερ εὑρίσκεται κατατεθειμένον ἐν τοῖς ἀρχείοις τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ σήμερον, ὅτε πρόκειται περὶ εἰδικοῦ ταμείου, νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις ἐκείνη, τὴν ὁποίαν τότε ἐπροτείναμεν γενικῶς, δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν ἵνα περιληφθῇ ἐνταῦθα εἰδικῶς ὡς πρὸς τὸ ταμεῖον τοῦτο τῆς ἀμύνης, ἐλπίζοντες, ὅτι ἡ ἀρχὴ αὕτη θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐπέκτασιν κατόπιν τῆς αὐτῆς διατάξεως καὶ ἐπὶ τὰς ἄλλας δαπάνας τοῦ Κράτους. Ποῖον θὰ ᾖναι τὸ πρόσωπον, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἀλλὰ δέον τὸ πρόσωπον τοῦτο νὰ κατέχῃ ὑψηλοτάτην θέσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ νὰ ᾖναι εἰδικῶς ὡρισμένη ἐν τῷ νόμῳ ἡ θέσις. Τοιαύτας τινὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν τοῦ ταμείου· ὡς πρὸς δὲ τὰ δικαιώματα αὐτοῦ, τουτέστι τὸ δικαίωμα τῆς συνομολογήσεως δανείων καὶ ἰδίως τοῦ δανείου τῶν 50,000,000, παρατηρῶ τὰ ἑξῆς. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, περὶ οὗ ἀπεφασίσαμεν ἐν πρώτῃ ἀναγνώσει κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμῶν συνεδρίασιν, γίνεται διάκρισις λίαν ὠφέλιμος μεταξὺ τῶν ἐγγυήσεων, τῶν χορηγουμένων ὑπὲρ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου, καὶ τῶν φόρων, οἵτινες ἐπιβάλλονται, ὅπως ἐπαρκέσῃ τὸ δημόσιον εἰς τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τοῦ δανείου τούτου· τοὐτέστιν, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ δανείου 10,000,000, ἐνῷ πόρος πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τοῦ χρεωλυσίου ὁρίζεται ἥμισυ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ὠνίων καὶ τῶν ἐμπορευμάτων εἰς τοὺς δήμους, ἐγγύησις δὲν δίδεται αὐτὸς ὁ δασμός, ἀλλὰ τὸ τελωνεῖον Ζακύνθου. Τοῦτο εἶναι λίαν εὐάρεστον, διότι, ἐὰν ἡ Βουλὴ καὶ ἐν τρίτῃ ἀναγνώσει ἐπιψηφίσῃ τὸν φόρον ἐκεῖνον ἐπὶ τῶν ὠνίων, ὅπερ ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ πράξῃ, ἔχομεν τὴν ἐλπίδα ὅτι εἶναι δυνατὸν κατόπιν νὰ καταργήσῃ αὐτόν, ἐνῷ, ἐὰν δώσῃ τὸν φόρον ὡς ἐγγύησιν τοῦ δανείου, ἐφ’ ὅσον χρόνον τὸ δάνειον ὑφίσταται, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀποτιθῇ διὰ τοῦ χρεωλυσίου, δὲν δυνάμεθα νὰ καταργήσωμεν τὸν φόρον, ὑπόχρεοι ὄντες εἰς τὴν διατήρησιν αὐτοῦ πρὸς τρίτους. Τὴν ἀρχὴν λοιπὸν ταύτην, τὴν ὁποίαν τὸ ὑπουργεῖον καθιέρωσεν ἐν τῷ ἑτέρῳ νομοσχεδίῳ, τῆς ἐκλογῆς ἐν τῇ γενικῇ φορολογίᾳ τοῦ Κράτους τοῦ καταλληλοτέρου φόρου, ὅπως δοθῇ ὡς ἐγγύησις τοῦ δανείου, τὴν ἀρχὴν ταύτην ἐλπίζω νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προτείνῃ καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, ὁρίζον ὡς ἐγγύησιν τοῦ δανείου τῶν 50,000,000 οὐχὶ τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου τούτου περιλαμβάνει, ἀλλ’ ἐκείνους τοὺς φόρους τοὺς ἐν τῇ γενικῇ τοῦ Κράτους φορολογίᾳ ὑπάρχοντας, τοὺς ὁποίους δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ὡς καταλληλοτέρους ἵνα χρησιμεύσωσιν εἰς τὸν σκοπὸν τοῦτον, τουτέστιν ὡς ἐγγύησις χρεωλυτικοῦ ἢ μάλιστα παγίου δανείου, ἀφοῦ χθὲς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς εἶπεν, ὅτι, κατὰ τὴν ἰδέαν του, πιθανὸν τὸ δάνειον τοῦτο νὰ συνομολογηθῇ ἄνευ χρεωλυσίου, τοὐτέστι νὰ διαρκέσῃ ἐπὶ πάντας τοὺς αἰῶνας. Πιστεύω δὲ ὅτι, ὅσην καὶ ἂν ἔχῃ στοργὴν ὁ κ. ὑπουργὸς εἰς τοὺς φόρους τοῦ ἄρθρου δευτέρου, δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἴδῃ αὐτοὺς καθιερουμένους ἐν Ἑλλάδι ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν. Τὸ ἄρθρον 32, κανονίζον τὰ τοῦ δανείου τῶν 50,000,000, ὁρίζει καὶ τὸν τόκον εἰς 7% ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου. Σήμερον, ὡς ἔχουσι τὰ τῆς δημοσίας πίστεως τῆς Ἑλλάδος καὶ τὰ τῶν χρηματικῶν ἀγορῶν, ὁ τοιοῦτος προσδιορισμὸς τοῦ τόκου οὐδεμίαν ἄλλην ἔχει σημασίαν, εἰμὴ ὅτι δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ δάνειον· πιστεύω ὅτι περὶ τούτου δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις. Ἀλλὰ θὰ εἶχε τῳόντι τὴν ἔννοιαν ταύτην ὁ προσδιορισμὸς, ἂν ὁ περιορισμὸς τοῦ τόκου εἰς 7% ἦτο πραγματικός· συνδυάζοντες ὅμως τὸ ἄρθρον τοῦτο μετὰ τῶν ἑπομένων, βλέπομεν, ὅτι τοιαύτη δὲν θὰ ᾖναι ἡ ἔννοια αὐτοῦ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ. Ναὶ μὲν τὸ ἄρθρον 32 λέγει, ὅτι ὁ τόκος δὲν δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ τὰ 7% ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ· ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 33 ἀφίνει ἐλεύθερον τὸν ὑπουργὸν ὡς πρὸς πάντα τ’ ἄλλα· καὶ ὡς πρὸς τὸ χρεωλύσιον, ἤτοι τὸν χρόνον τῆς ἐξοφλήσεως, καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀπόστασιν τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου ἀπὸ τοῦ ὀνοματικοῦ· ἐννοεῖτε δ’ εὐκόλως ὅτι δύναται νὰ γείνῃ συνδυασμὸς τοῦ χρεωλυσίου καὶ τῆς ἀναλογίας τοῦ πραγματικοῦ πρὸς τὸ ὀνοματικὸν κεφάλαιον τοιοῦτος, ὥστε ὁ τόκος τῶν 7% οὐ μόνον ν’ αὐξήσῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ διπλασιασθῇ καὶ νὰ δεκαπλασιασθῇ· ἐπιτρέψατέ μοι ἓν παράδειγμα, χάριν τῶν δεικνυόντων ἀμφιβολίαν. Ὑποθέτω δάνειον πραγματοποιούμενον πρὸς 50% τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου, ἐξοφλούμενον δὲ μετὰ ἓν ἔτος· ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα; ἀντὶ τῶν κατατεθεισῶν 50 δραχμῶν, λαμβάνει ὁ δανειστὴς μετὰ ἓν ἔτος πλὴν τοῦ τόκου 100 δραχμὰς εἰς ἐξόφλησιν, ἄρα πρόσθετον ὠφέλειαν 50 δραχμῶν. Ἑκατὸν ἄρα δραχμαὶ ἀποφέρουσιν ὑπὲρ αὐτοῦ κέρδος 107. Ἵνα γίνω καταληπτὸς, ἐξέλεξα παράδειγμα ἐν τοῖς ἄκροις, καὶ βεβαίως ὑπὸ τοιούτους ὅρους δὲν θὰ συνομολογήσῃ δάνειον τὸ ταμεῖον· ἀλλ’ ἀφοῦ δύναται ἐπὶ τοσοῦτον ν’ αὐξήσῃ τὴν ἐτησίαν ἀποφορὰν, εἶναι πρόδηλον ὅτι ἡ διάταξις τοῦ περιορισμοῦ τοῦ τόκου εἰς 7%, ὅπως περιελήφθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δὲν ἔχει ἔννοιαν. Ἵνα καταστῇ ὁ περιορισμὸς πραγματικὸς, πρέπει ἐν ἄρθρῳ 33 νὰ θέσητε περιορισμὸν ὡς πρὸς τὸ χρεωλύσιον, ἤτοι ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῆς ἐξοφλήσεως τοῦ δανείου, καὶ ὡς πρὸς τὴν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ ὀνομαστικοῦ καὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου. Ὡς πρὸς τοῦτο ἐλπίζω, ὅτι πρὸ τῆς δευτέρας ἀναγνώσεως τὸ ὑπουργεῖον θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ φέρῃ νέας προτάσεις. Μεταβαίνω εἰς τὰ τῆς φορολογίας, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται ὁλόκληρον τὸ οἰκοδόμημα τοῦ ταμείου τούτου· καὶ ὡς πρὸς τοὺς νέους φόρους εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω τὰς γενικὰς ἐνστάσεις μου, ὅτι δηλαδὴ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῶσι φόροι ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ ὅλου συστήματος τῆς νέας φορολογίας· πῶς εἶναι δυνατὸν, προκειμένου περὶ φορολογίας, τῆς ὁποίας τὸ καλὸν ἢ κακὸν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς καλῆς ἢ κακῆς διανομῆς, νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους ἀσχέτως πρὸς τὴν ἰδέαν τῆς διανομῆς, ἀφοῦ, μὴ ἐξετάσαντες τὸν προϋπολογισμὸν, δὲν ἠξεύρομεν πόσων φόρων ἔχομεν ἀνάγκην, ἀγνοοῦμεν δὲ, ὡς ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν προβαίνομεν εἰς τὸ ἔργον, τίνας ἄλλους φόρους θέλομεν ἐπιβάλει δι’ ἄλλας ἀνάγκας. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν πρὸς τὴ Κυβέρνησιν τὴν ἔκφρασιν εὐχῆς, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ τὰ τῆς φορολογίας ὡς μέτρον γενικὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα δυνηθῶμεν ὡς μέτρον γενικὸν νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὰ καὶ νὰ διανείμωμεν τοὺς φόρους κατὰ τοὺς κανόνας τῆς ἀναλογίας, διότι, ὡς εἶπον, φορολογία δικαία εἶναι ἡ καλῶς διανενεμημένη. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἐνόσῳ προτείνονται νέοι φόροι μὴ στηριζόμενοι ἐπὶ βάσεως ἀναλόγου, ἢ κἂν γνωστῆς, διανομῆς, δὲν δύναμαι νὰ ψηφίσω αὐτούς. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν κωλύει νὰ φέρω καὶ ἄλλας περὶ τῶν προτεινομένων φόρων παρατηρήσεις, ἀσχέτους πρὸς τὴν ἰδέαν τῆς διανομῆς, διότι, ἂν δύναται ἡ συζήτησις νὰ συντελέσῃ τοὐλάχιστον κατὰ τοῦτο εἰς βελτίωσιν τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω, ὅτι ὠφελούμεθα. Καὶ πρῶτον μὲν ἔχομεν προτεινόμενον ποσοστὸν ἐφ’ ὅλων τῶν εἰς τὰ τελωνεῖα τοῦ Κράτους εἰσπραττομένων εἰσαγωγικῶν καὶ ἐξαγωγικῶν τελῶν καὶ ἐγγείων φόρων. Καὶ περὶ μὲν τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, ἐξ ὅσων εἶπον ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει, πιστεύω ὅτι γινώσκετε, ὅτι δὲν ἐνίσταμαι κατ’ ἀρχήν· φρονῶ ὅμως, ὅτι, προκειμένης αὐξήσεως τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, πρέπει νὰ γείνῃ ἀναθεώρησις τοῦ δασμολογίου, ὅτι ἡ αὔξησις δὲν πρέπει νὰ γείνῃ ἀνεξετάστως, ὅταν τὸ ποσοστὸν δὲν ᾖναι μικρόν· καὶ ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν τώρα θὰ κάμω, δὲν ἀφορᾷ μόνον εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, ἀφορᾷ καὶ εἰς ἄλλας διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, ἔνθα βλέπομεν προσθήκας ἐπὶ τῆς ὑπαρχούσης διανομῆς. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ φορολογίας ὅλως ἐκτάκτου, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ φορολογίας, ἥτις ἤθελε διαρκέσει ἕν, ἢ δύο, ἢ τρία ἔτη τὸ πολύ, ἤθελον νοήσει τὴν κυβέρνησιν λέγουσαν πρὸς τὴν Βουλήν: δὲν εἶναι τώρα καιρὸς ἀναθεωρήσεως τῶν φόρων, ἤδη ἔχομεν ἀνάγκην προσθέτων τινῶν πόρων, οὓς παρέχουσι προχείρως πρόσθετα ποσοστὰ ἐπὶ τῆς φορολογίας, ὡς ἔχει· ἂν δὲ τυχὸν ἐπιβαρύνῃ ἡ φορολογία αὕτη πλέον τοῦ δέοντος τάξεις τινάς, ἂν ᾖναι δυνατὸν ἡ νέα φορολογία νὰ συγχωνευθῇ μετὰ τῆς προϋπαρχούσης, καθιστῶσα τὴν διανομὴν αὐτῆς ἀναλογωτέραν, δὲν ἐπιτρέπει ὁ χρόνος ἤδη νὰ ἐξετάσωμεν. Ἀλλ’ ἐδῶ πρόκειται περὶ φορολογίας διαρκοῦς καὶ ὡς ἐκ τοῦ σκοποῦ, εἰς ὃν ἀφορᾷ, καὶ ὡς ἐξ αὐτῆς τῆς συντάξεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας, ἣν, καὶ ἂν θέλῃ ἡ Κυβέρνησις, δὲν δύναται νὰ ἀνακαλέσῃ, διότι εἶναι ὑπέγγυος πρὸς τρίτους, πρὸς τοὺς πιστωτὰς τοῦ δανείου τῶν 50,000,000, ἐὰν πραγματοποιηθῇ. Ἀλλὰ καὶ ὑπέγγυοι ἂν δὲν καθίσταντο διὰ τοῦ νομοσχεδίου οἱ νέοι φόροι, ἀφορῶντες ὅμως εἰς ἀναπλήρωσιν ἀνάγκης οὐχὶ προσκαίρου, οὐχὶ ἑνὸς, ἢ δύο, ἢ τριῶν ἐτῶν, ἀλλ’ ἀνάγκης πληρωμῆς τόκων καὶ χρεωλυσίων διαρκοῦς δανείου, θὰ ἔχωσιν ὡς ἐξ αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ αὐτῶν μεγάλην διάρκειαν. Προκειμένου λοιπὸν περὶ τοιαύτης φορολογίας, νομίζω, ὅτι δὲν ἁρμόζει νὰ φέρωμεν τὰς αὐξήσεις ἀνεξετάστως, ἀλλὰ, πρὶν ἢ κανονίσωμεν τὴν νέαν φορολογίαν, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναπληρώσωμεν κενὰ, νὰ φέρωμεν προσθήκας εἰς τὰ ἐπιδεκτικὰ αὐξήσεως καὶ ἐφ’ ὅσον εἶναι ἐπιδεκτικὰ αὐτῆς, καὶ νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἰσοῤῥοπίαν ἐπὶ τῆς ὅλης φορολογίας, συγχωνεύοντες τὴν νέαν μετὰ τῆς παλαιᾶς. Τὸ ἐδάφιον ὅμως τοῦτο δὲν ἀφορᾷ μόνον εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, ἀφορᾷ καὶ εἰς τὰ ἐξαγωγικὰ καὶ εἰς τὰ ἐξ ἐγγείων φόρων ἐν τοῖς τελωνείοις εἰσπραττομένων· καὶ ἀμέσως ἐνταῦθα νομίζω, ὅτι ἔχετε μαρτυρίαν περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς γνώμης μου, ὅτι τὰ τῆς φορολογίας δὲν πρέπει νὰ ἐξετάζωνται κεχωρισμένα ἀπ’ ἀλλήλων. Ἰδοὺ, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπιβάλλεται πρόσθετος φόρος εἰς τὴν ἔγγειον παραγωγήν, ἀλλ’ οὐχὶ εἰς ὅλην τὴν ἔγγειον παραγωγήν· εἶναι δὲ ἄδικον νὰ ἐπιβάλλητε εἰς τάξεις τινὰς τῆς ἐγγείου παραγωγῆς φόρον καὶ νὰ ἀφίνητε ἄλλας ἀφορολογήτους. Ἐὰν τὸ πράττητε ἐκ προθέσεως στηριζομένης ἐπὶ τῆς ἰδέας τῆς δικαιοσύνης, δὲν ἐνίσταμαι· ἀλλὰ δὲν τὸ πράττετε ἐκ προθέσεως, τὸ πράττετε μόνον, διότι συνέπεσε τὰ τῶν τελωνείων νὰ εὑρίσκωνται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, ἐνῷ τὰ τῆς φορολογίας ἄλλων κατηγοριῶν ἐγγείου παραγωγῆς ἐσχετίσθησαν πρὸς ἄλλα νομοσχέδια, ἢ καὶ παρελείφθησαν. Ἀλλ’ εἶναι βέβαιον ὅτι τἆλλα νομοσχέδια θὰ ψηφισθῶσιν; ἂν δὲ δὲν ψηφισθῶσιν, ἡ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καθιερουμένη ἔγγειος φορολογία καθίσταται ἔτι μᾶλλον ἀδικαιολόγητος. Ἔρχομαι εἰς τὰ πράγματα. Φορολογεῖτε διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὴν ἔγγειον παραγωγὴν τὴν ἀποτίνουσαν τὸν φόρον ἐν τοῖς τελωνείοις. Δὲν περιλαμβάνει ἄρα ὁ ἔγγειος οὗτος φόρος ἐν τῇ λοιπῇ ἐπικρατείᾳ, πλὴν τῶν Ἰονίων νήσων, τὰ ἔλαια, τὰ κατὰ στρέμμα φορολογούμενα κτήματα καὶ τοὺς δημητριακοὺς καρπούς· καὶ περὶ μὲν τῶν δημητριακῶν φέρετε, ὡς μὴ ὤφελε, κατ’ ἐμὴν γνώμην, πρότασιν ἐν ἄλλῳ νομοσχεδίῳ, ὡς πρὸς τὰ ἔλαια ὅμως καὶ τὰ κατὰ στρέμμα φορολογούμενα, οὐδένα φέρετε νέον φόρον. Διὰ τί ἡ διάκρισις αὕτη; Ἔχετε λόγον τινὰ ὑπαγορεύσαντα αὐτήν; Ἐὰν ἔχητε, νομίζω ὅτι εἶναι πρέπον νὰ μᾶς ἐκθέσητε τὸ σύστημά σας, ἵνα νοήσωμεν διὰ τὶ φορολογεῖτε ταύτην τὴν κατηγορίαν καὶ δὲν φορολογεῖτε τὰς ἄλλας. Ἐκτὸς ὅμως τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν τοῦ βασιλείου, φορολογεῖτε καὶ τὰς Ἰονίους νήσους, φορολογεῖτε δὲ διὰ τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου, ὑπὸ τὸν τύπον ἐγγείου φόρου, ὅλην αὐτῶν τὴν παραγωγήν, δηλαδὴ ἐπιβάλλετε πρόσθετον ποσοστὸν ἐφ’ ὅλης τῆς φορολογίας τῆς Ἑπτανήσου. Διατί τὸ ἀδίκημα τοῦτο πρὸς τὴν Ἑπτάνησον; διατί αἱ Ἰόνιοι νῆσοι νὰ ὦσιν ἐπιβεβαρυμέναι διὰ προσθέτου ποσοστοῦ 10% ἐφ’ ἁπάσης αὐτῶν τῆς φορολογίας, ἐνῷ τἆλλα τμήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου φορολογοῦνται ἐπιπροσθέτως μόνον ἐπὶ εἰδῶν τινων, κατονομαζομένων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ; Μοὶ φαίνεται ὅτι τὸ ἀδίκημα τοῦτο εἶναι ἀρκοῦν, ἵνα πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς δικαίαν καὶ ἀνάλογον φορολογίαν. Τὸ παράδειγμα μάλιστα τοῦτο εἶναι πειστικώτερον παντὸς ἄλλου, διότι ἡ πρώην Ἰόνιος πολιτεία φορολογεῖται σήμερον πολὺ πλέον τῆς ἀναλογίας αὐτῆς σχετικῶς πρὸς τἆλλα τμήματα τοῦ βασιλείου. Ἂν ὑπῆρχε φορολογικὴ ἀφομοίωσις τῶν Ἰονίων νήσων μετὰ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, εἶναι βεβαιωμένον, καὶ εἶνε βεβαιωμένον ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς ἐποχὴν πολὺ προγενεστέραν τῆς σημερινῆς, ὅτι τὸ προϊὸν τῶν φόρων τῶν Ἰονίων νήσων ἐκ τῆς ἀφωμοιωμένης φορολογίας θὰ ἦτο πολὺ κατώτερον τῆς φορολογίας, τὴν ὁποίαν σήμερον ὑφίστανται. Ἐνῷ λοιπὸν αἱ Ἰόνιοι νῆσοι φορολογοῦνται πολὺ πλειότερον τῆς ἀναλογίας αὐτῶν, ἐρχόμεθα ἤδη νὰ τὰς φορολογήσωμεν ἐπιπροσθέτως ἐπὶ ἀναλογίας ἀνωτέρας τοῦ μέτρου τῆς αὐξήσεως τῆς τοῦ λοιποῦ κράτους φορολογίας. Δὲν ὑφίσταται δὲ ἡ Ἑπτάνησος μόνην τὴν ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ δυσαναλόγου φόρου ζημίαν· ὑφίσταται καὶ ἄλλην λίαν σπουδαίαν. Εἴς τινα εἴδη αἱ Ἰόνιοι νῆσοι συναγωνίζονται πρὸς τμήματα τοῦ λοιποῦ βασιλείου, εἰς τὴν σταφίδα, καὶ ὁ συναγωνισμὸς καθίσταται ὡς πρὸς αὐτὴν σχεδὸν ἀδύνατος. Τὸ βαρὺ τοῦ φόρου καὶ τὸ δυσανάλογον αὐτοῦ πρὸς τὸν πληρονόμενον παρὰ τῶν συναγωνιζομένων πρὸς τὰς Ἰονίους νήσους, ἐν τῇ παραγωγῇ τῆς σταφίδος, ἄλλων τμημάτων τῆς Ἑλλάδος, φυγαδεύει ἐκεῖθεν τὸ ἐμπόριον, καὶ ἠξεύρετε ὅτι, ὅταν χώρα τις ἦναι κέντρον ἐμπορίου, ἔχουσιν ὠφελήματα οἱ παραγωγεῖς πολλῆς σημασίας, αὐξάνει δὲ καὶ αὐτὴ ἡ τιμὴ τῶν προϊόντων τῆς χώρας. Εἰς ἐκτίμησιν ἄρα τοῦ ἀδικήματος, δέον νὰ προσθέσητε τὴν ζημίαν, ἣν ὑφίστανται αἱ νῆσοι ἐκ τῆς δυσαναλογίας τοῦ προσθέτου φόρου, εἰς τὴν ζημίαν, ἣν ὑφίστανται μειονεκτοῦσαι, ἕνεκα τῆς δυσαναλογίας ταύτης, ἐν τῷ συναγωνισμῷ πρὸς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα, καὶ στερούμεναι τοῦ ἀνεκτιμήτου πλεονεκτήματος τοῦ νὰ διατελῶσι καὶ αὗται κέντρα ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου. Ἐλπίζω λοιπὸν ὅτι, καὶ ἂν τὸ ὑπουργεῖον μὴ εὐαρεστηθῇ νὰ παραδεχθῇ τὰς ἰδέας μου ὡς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ὀφείλομεν νὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς νέας φορολογίας ἐν γένει, θ’ ἀναθεωρήσῃ ὅμως τὰς ἀφορώσας εἰς τοὺς ἐγγείους φόρους διατάξεις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὡς πρός τε τὴν λοιπὴν ἐπικράτειαν καὶ μάλιστα ὡς πρὸς τὰς Ἰονίους νήσους, ἔχον ὑπ’ ὄψιν, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς νήσους, καὶ τοῦτο· ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ φόρος, ὃν κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμῶν συνεδρίασιν ἐψηφίσαμεν, καὶ αὐτὸς ἐπαχθέστερον πιέζει τὴν Ἑπτάνησον ἢ τὸ ἄλλο βασίλειον· κατανοοῦμεν δὲ τοῦτο ἡμεῖς ἐν τῇ Βουλῇ, οἵτινες εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ψηφίσωμεν χάριν τῆς Ἑπτανήσου εἰδικὸν νόμον, ἐπιτρέποντα εἰς τοὺς δήμους αὐτῆς νὰ μὴ περιορίζωνται ὡς πρὸς τὴν ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων φορολογίαν εἰς τὸν ἀνώτατον ὅρον τῶν 2%, ἀλλὰ νὰ ἐπιβάλλωσι φορολογίαν ἀνωτέραν τοῦ κανονικοῦ τούτου ἀνωτάτου ὅρου. Ἤδη διὰ τῆς διατάξεως, ἣν ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν τελευταίαν αὐτῆς συνεδρίασιν, διὰ τῆς ἐπιβολῆς ½% ἐμμέσου δημοτικοῦ φόρου ὑπὲρ τοῦ δημοσίου, θὰ ἀναγκάσωμεν τοὺς δήμους τῶν Ἰονίων νήσων ν’ ἀνακαλέσωσι τὸ πρόσθετον ποσοστόν, τὸ ὁποῖον δυνάμει τῆς νομοθετικῆς ἀδείας εἶχον ἐπιβάλει αὑταὶ εἰς ἑαυτὰς χάριν ἀναποδράστων δημοτικῶν ἀναγκῶν, διότι φορολογηθέντες οἱ δῆμοι ἕως τῶν ἐσχάτων ὁρίων τῶν δυνάμεων αὑτῶν, δὲν εἶναι δεκτικοὶ περαιτέρω φορολογίας, ἡ δὲ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ἀφαίρεσις τοῦ ½% θ’ ἀποστερήσῃ αὐτοὺς τῶν πόρων, δι’ ὧν ἤδη ἐπαρκοῦσιν εἰς τὰς στοιχειωδεστέρας αὑτῶν ἀνάγκας. Μεταβαίνω εἰς τὸ βʹ ἐδάφιον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου· καὶ ἐνταῦθα ἔχομεν πρόσθετον ποσοστὸν 20% ἀντὶ 10, ὡς ἐν τῷ προηγουμένῳ ἐδαφίῳ, ἑπομένως ἡ παρατήρησις, ἣν ὑπέβαλον ὡς πρὸς ἐκεῖνο κατὰ τῆς προσθήκης ποσοστῶν ἀνεξετάστως ἐπὶ τῆς ὑπαρχούσης βάσεως, ἁρμόζει ἔτι μᾶλλον ἐνταῦθα. Ἁρμόζει προσέτι καὶ διότι ὁ φόρος τοῦ χαρτοσήμου εἶναι κακῶς ἐπιβεβλημένος. Ὑπάρχουσι μεταῤῥυθμίσεις, περὶ ὧν ἐγένετο ἤδη ἐν τῇ δημοσιότητι συζήτησις, καὶ εἶναι γενικῶς παραδεδεγμένον, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ θεραπεία τῶν κακῶς ἐχόντων ἐν τῷ νόμῳ, θεραπεία, δι’ ἧς θέλει ἐπέλθει ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων τοῦ δημοσίου. Ὅταν δὲ δυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν τὴν αὔξησιν διὰ τῆς ἀναθεωρήσεως τῆς ὑπαρχούσης διατιμήσεως, χάριν τῆς ἴσης διανομῆς τοῦ φόρου, τοῦτο βεβαίως εἶναι πολὺ προτιμότερον τῆς ἀνεξετάστου προσθήκης εἰς αὐτὴν ποσοστοῦ. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν τοιαύτη ἀναθεώρησις δυνηθῇ νὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐλάττωσιν τοῦ προτεινομένου προσθέτου ποσοστοῦ τῶν 20%, κατὰ τοσοῦτον ἀποτελεῖ ὠφέλειαν τῶν φορολογουμένων. Θ’ ἀναφέρω δὲ ἐν παραδείγματι τροποποιήσεις τινὰς τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου, αἵτινες θέλουσι φέρει ἱκανὴν αὔξησιν εἰσπράξεων. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1873, ἐπεβλήθη τέλος χαρτοσήμου ἐπὶ τὰ μερίσματα τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, ἀλλὰ συνεσχετίσθη ὁ νόμος ἐκεῖνος μετὰ τῶν προηγουμένων νόμων, κατὰ τοὺς ὁποίους ὁ φόρος ἄρχεται ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τῶν 11 δραχμῶν, δηλ. πᾶν μέρισμα κατώτερον τῶν 11 δραχμῶν ἀπαλλάσσεται πάσης φορολογίας, ἂν δὲ ᾖναι ἀνώτερον τῶν 11 δραχμῶν, ὑποβάλλεται εἰς τὴν φορολογίαν κατὰ τὴν κλίμακα τῶν προηγουμένων νόμων. Ποῖον τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νόμου τούτου; Ὅτι μερίσματα πολλῶν ἑταιριῶν ἐκ τῶν μᾶλλον πλουσίων, ἐκ τῶν μᾶλλον παραγωγικῶν τῆς χώρας, εἰσὶν ἐντελῶς ἀπηλλαγμένα τῆς φορολογίας. Ὑπάρχει δὲ λόγος πρὸς τὴν ἀπαλλαγὴν ταύτην; οὐδείς. Ἡ αἰτία, δι’ ἣν τὸ μέρισμα εἶναι κατώτερον τοῦ κατωτάτου φορολογησίμου ὅρου, εἶναι οὐχὶ τὸ εὐτελὲς τῆς καθαρᾶς προσόδου τῆς ἑταιρίας, ἀλλ’ ὁ καταμερισμὸς τῆς μετοχῆς. Δὲν ἐπεδιώχθη ὁ σκοπὸς οὗτος διὰ τοῦ καταμερισμοῦ, οὐδ’ ἀπαγορεύεται ὁ καταμερισμὸς ὑπὸ τοῦ περὶ ἑταιριῶν νόμου, καί τοι διὰ λόγους ἀσχέτους πρὸς τὴν φορολογίαν εἶναι ἐπιθυμητὸν ἡ ἀξία τῶν μετοχῶν νὰ μὴ ᾖναι κατωτέρα ὅρου τινός· ἀλλ’ ἀφοῦ οὕτως ἔχουσι τὰ τῶν μετοχῶν καὶ ἑπομένως τὰ τῶν μερισμάτων, καὶ ὑπάρχουσιν ἑταιρίαι μέγα διανέμουσαι ὁλικὸν κέρδος δι’ ἑξαμηνιαίων μερισμάτων κατωτέρων τῶν δραχμῶν 11 καὶ ἑπομένως ἀφορολογήτων, ἂν μεταῤῥυθμίσωμεν τὴν διάταξιν ταύτην, καὶ ἀντὶ νὰ περιορίζηται ὁ φόρος εἰς τὰς πληρωμὰς τὰς ἄνω τοῦ ποσοῦ τῶν 11 δραχμῶν, ἐφαρμοσθῇ εἰς πᾶσαν πληρωμὴν μερίσματος, θέλομεν περιλάβει εἰς τὴν φορολογίαν ἅπαντα τὰ μερίσματα, περὶ ὧν ἐμνήσθην, καὶ θὰ πορισθῇ ἐκ τούτου τὸ δημόσιον ἄξιον λόγου ἔσοδον. Νομίζω προσέτι, καὶ μάλιστα μετὰ τὴν ἐπέκτασιν ταύτην τοῦ φόρου, ὅτι θὰ ᾖναι δίκαιον νὰ καταργηθῇ καὶ ἡ κλίμαξ, ἥτις εἶναι πρόξενος ἀδικημάτων, διότι ἐξ ἀνάγκης ἡ διαίρεσις ἐν τῇ κλίμακι φορολογεῖ βαρύτερον ἐν ἑκάστῃ κλάσει τὸ μικρότερον ποσόν. Ἂν λοιπὸν καταργήσητε τὴν κλίμακα καὶ ὁρίσητε τέλος χαρτοσήμου ἑνὸς τετάρτου τοῖς ἑκατὸν, διότι τοιοῦτος εἶναι ὁ παραδεδεγμένος ὅρος, ἄνευ κλίμακος κατηγοριῶν, καὶ τὸ ἀδίκημα τοῦτο διορθοῦται, ἄνευ οὐδεμιᾶς δυσχερείας περὶ τὴν ἐκτέλεσιν, διότι μόνην δυσχέρειαν θὰ παρεῖχον τὰ κλάσματα τῶν 5 λεπτῶν, αὕτη δὲ θεραπεύεται διὰ διατάξεως, καθ’ ἣν, ἀντὶ τοῦ κλάσματος, θὰ πληρόνεται τὸ τέλος ἄρτιον, ἤτοι λεπτὰ 5. Εἶπον, ὅτι, κατὰ τὴν διατίμησιν, βάσις τοῦ φόρου εἶναι ἤδη ¼%· καὶ ἐνταῦθα ἔχω νὰ ὑποβάλω παρατήρησιν, σχετίζουσαν τὸ τέλος τοῦτο πρὸς τὸν ἐν ἐδαφίῳ πέμπτῳ φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Νομίζω ὅτι, ἂν θέλωμεν νὰ φορολογήσωμεν τὰ εἰσοδήματα, δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν, ὅπως ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προτείνει, ἐπιβάλλοντες εἰδικὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος ἀνεξετάστως ἐπὶ πάντων, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖ ἡ ἐπὶ τῶν ἄλλων εἰσοδημάτων αὐτῶν, πλὴν τῶν ἐξ ἀκινήτων, φορολογία. Φρονῶ, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν φορολογίαν τοῦ εἰσοδήματος ἐκείνων μόνον τῶν τάξεων, αἵτινες, κατὰ τὴν ἤδη ὑφισταμένην φορολογίαν, εἴτε εἶναι ἀπηλλαγμέναι φορολογίας ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος αὐτῶν τοῦ καθαροῦ, εἴτε φορολογοῦνται ἐπὶ τὸ εἰσόδημα τοῦτο κατώτερον τοῦ δικαίου. Ἐνταῦθα, ἐπὶ τοῦ μερίσματος τῶν ἑταιριῶν, ἔχομεν φορολογίαν κατωτέραν τοῦ δικαίου, διότι κατωτέρα τοῦ δικαίου εἶναι ἡ φορολογία τοῦ ¼% ἐπὶ τῶν καθαρῶν κερδῶν, ἤτοι ἐπὶ τοῦ μερίσματος τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, ὅπερ παριστᾷ αὐτὸ τὸ καθαρὸν κέρδος τῆς ἑταιρίας. Ἂν λοιπὸν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, δὲν δύναται νὰ τὸν παραδεχθῇ ὡς ἐπιπρόθεστον φόρον ἐπὶ τῶν ἐπαρκῶς ἤδη φορολογουμένων, ἀλλὰ μόνον ἐκείνους ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ εἰς φορολογίαν, ὧν τὸ εἰσόδημα, ἢ μέρος αὐτοῦ, διαφεύγει ἤδη τὴν φορολογίαν· δύναται ἄρα νὰ εἴπῃ ὅτι θέλουσι φορολογεῖσθαι διὰ χαρτοσήμου 1½ τὰ μερίσματα τῶν ἑταιριῶν, ἐκ τούτου δὲ θὰ ἔχῃ τὸ δημόσιον βέβαια κέρδη, διότι οὐδεὶς φόρος εἰσπράττεται μετὰ τοσαύτης βεβαιότητος ὡς θὰ εἰσπράττηται ὁ φόρος οὗτος τοῦ χαρτοσήμου ἐπὶ τῶν μερισμάτων τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν. Καὶ ἐπειδὴ ἔκαμα λόγον περὶ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος, ἵνα μὴ ἐπανέρχωμαι πάλιν εἰς αὐτὸν, παρατηρῶ, ὅτι καὶ αὐτὰ τὰ κράτη, τὰ ὁποῖα ἀπεδέχθησαν τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος ὡς φόρον ἐπιπρόσθετον, οἷον ἡ Ἀγγλία, ἀπεδέχθησαν αὐτὸν μόνον ὡς φορολογίαν πρόσκαιρον, ἣν πάντοτε ἔσπευσαν νὰ καταργήσωσι βαθμιαίως, ἂν δὲ ἠδυνήθησαν καὶ ἀποτόμως, εὐθὺς ὡς ἡ ἀνάγκη παρῆλθεν· ἀλλ’ ὡς φορολογίας διαρκοῦς δὲν εὑρίσκομεν παράδειγμα ἄλλο προσθέτου φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Ἑπομένως ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω ποῖαι αἱ παραγωγαὶ, ἐπὶ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν τὸν φόρον τοῦτον χωρὶς νὰ ὑποπέσωμεν εἰς τὸ ἁμάρτημα τοῦ νὰ ἐπανέλθωμεν δὶς ἐπὶ τὸ αὐτό. Ὡς εἶπον, πρώτη εἶναι ἡ διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ τέλους τοῦ χαρτοσήμου φορολογητέα παραγωγὴ, ἣν παριστῶσι τὰ μερίσματα τῶν ἑταιριῶν. Δευτέρα παραγωγὴ εἶναι ἡ ἐκ τῆς προσωπικῆς ἐργασίας, ὅταν ἡ ἐργασία αὕτη ἀποφέρῃ πλέον τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ὥρισεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς 100 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Ἐξ ἀνάγκης ὁ προσδιορισμὸς οὗτος θὰ ἔχῃ τι τὸ αὐθαίρετον· ἑπομένως δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὁ ὑπουργὸς ἐθεώρησε κατάλληλον, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ πλησιάζει εἰς τὴν ἀναλογίαν, τὴν ὁποίαν εἰς ἄλλα κράτη ἀπεδέχθησαν ὡς ἀποτελοῦσαν τὸ ὅριον τῆς ἀνάγκης. Δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ ἐργασίας ἐργατῶν, καὶ τοῦτο σᾶς ἀποδεικνύει αὐτὸ τὸ ποσὸν, καίτοι ὅτε βουλευτής τις, ἀπαντῶν εἰς τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει ὑπέβαλον, ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ τὸ ἄτοπον τοῦ προτεινομένου παρ’ ἐμοῦ φόρου τούτου, προσέφυγεν εἰς τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι προτείνω νὰ φορολογηθῶσιν αἱ τάξεις αἱ ἐργατικαί. Ἐξ ἐναντίας, ὁ φόρος οὗτος ἀποκλείει ἐντελῶς τὰς ἐργατικὰς τάξεις, ἀφοῦ ἀποκλείει τοὺς μὴ ἀπολαμβάνοντας πέραν τῶν 100 δρ. κατὰ μῆνα, ἀφορᾷ δὲ εἰς τάξεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ᾖναι λίαν εὔποροι. Δὲν εἶναι μόνον αἱ ἄποροι τάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀπολαμβάνουσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἡμῶν ἐκ τῆς προσωπικῆς ἐργασίας· ἀπολαμβάνουσιν ἐκ τῆς ἐργασίας αὑτῶν καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν εὐπορωτάτων, οἷον διοικηταὶ καὶ ἀνώτεροι ὑπάλληλοι τραπεζῶν, οἵτινες ἐπίσης πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς φόρον.
§11ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον περιέχει καὶ τούτους.
§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁμιλῶ περὶ τῶν μόνων φόρων τοῦ εἰσοδήματος, οὓς δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν ὡς ἐπιστημονικῶς ὀρθούς. Μένουσιν ἀφορολόγητοι καὶ οἱ ἀπολαμβάνοντες ἐκ πηγῶν ἄλλων παρὰ τὴν ἀκίνητον ἰδιοκτησίαν, τὴν ἐμπορίαν ἢ τὸ ἐπιτήδευμα, καὶ τοιούτους πολίτας ἔχομεν πολλούς, ἰδίως ἐν Ἀθήναις, οὓς δέον νὰ ὑποβάλωμεν εἰς φορολογίαν. Δὲν παραδέχομαι ὅμως τὸ σύστημα τῆς βεβαιώσεως, ὅπερ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προτείνει, τὸ τῶν δηλώσεων· νομίζω, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο θὰ ᾖναι τὸ μᾶλλον ἄνισον πάντων· εἶναι σύστημα εὐνοοῦν τὸν δολιευόμενον τὸν νόμον καὶ πιέζον τὸν συμμορφούμενον πρὸς τὸν νόμον. Δὲν νομίζω, ὅτι ἡ πρὸς τὴν φορολογίαν ἔφεσις εἶναι τοιαύτη παρ’ ἡμῖν, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν νὰ στηριχθῶμεν εἰς τὴν δήλωσιν ταύτην, προσδοκῶντες ἐξ αὐτῆς μέγα ἔσοδον. Καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Ἀγγλίᾳ, καίτοι ὁ πρὸς τοὺς νόμους σεβασμὸς εἶναι λίαν ἀνεπτυγμένος, γενικῶς ὑπολογίζεται, ὅτι διὰ τῶν δηλώσεων ἀποκρύπτεται τὸ ἥμισυ τοῦ φορολογητέου εἰσοδήματος. Ἄν λοιπὸν ἐν Ἀγγλίᾳ τοῦτο συμβαίνῃ, ὅπου ὁ φόρος δὲν εἶναι νέος, τί θέλει γίνει ἐνταῦθα, προκειμένου περὶ φόρου ὅλως καινοφανοῦς; Νομίζω, ὅτι τὸ προϊὸν τῆς τοιαύτης φορολογίας θὰ ᾖναι ἐλάχιστον. Ἐνῷ ὁ φόρος οὗτος θὰ ᾖναι καταπιεστικός, θὰ συντελέσῃ εἰς διαφθορὰν τῶν ἠθῶν, θὰ δώσῃ ἕξεις κακὰς εἰς τοὺς μὴ ἔχοντας τάσιν πρὸς τὴν δολίευσιν τῶν νόμων, οἵτινες ὅμως θὰ παρακινηθῶσι νὰ πράξωσι τοῦτο, βλέποντες πάντας τοὺς περὶ αὑτοὺς ὑπεκφεύγοντας τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῶν. Διὰ λόγους ἄρα δημοσίας ἠθικῆς, ἂν δὲν ἀρκῶσιν οἱ ἄλλοι λόγοι, πρέπει τὰς διατάξεις ταύτας ν’ ἀποκρούσωμεν καὶ ἐξ ἀνάγκης νὰ προσφύγωμεν εἰς τὰ τεκμήρια. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι τὰ τεκμήρια ταῦτα, ἐν τῷ περὶ φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων νόμῳ, ἀπεδείχθησαν μὴ παρέχοντα ἐχέγγυα ἀκριβοῦς ὑπολογισμοῦ, ἀλλὰ βεβαίως παρέχουσιν ἀποτελέσματα πολὺ ἀκριβέστερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ δώσωσιν αἱ δηλώσεις. Διὰ τοῦ αὐτοῦ τεκμηρίου τοῦ κατὰ τὸν νόμον περὶ φόρου ἐπιτηδεύματος, ἤτοι διὰ τοῦ ἐνοικίου, δυνάμεθα νὰ φορολογῶμεν καὶ τοὺς ἀπολαμβάνοντας ἄλλοθεν ἢ ἐκ τῆς ἐμπορίας, τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς γεωργίας. Εἶναι ὅμως ἀνάγκη ν’ ἀναθεωρηθῇ ὁ νόμος περὶ φορολογίας τοῦ ἐπιτηδεύματος, ἵνα ἀκριβέστερον κανονισθῶσί τινα τῶν ἐν αὐτῷ, ἰδίως δέ, ἵνα ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἐκείνου καί τινες τάξεις, αἵτινες σήμερον δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς διαφεύγουσαι αὐτὸν ὡς ἐκ τῆς σμικρότητος τῆς φορολογίας, τὴν ὁποίαν ὑφίστανται. Ὅταν ἐπιβάλωμεν τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου εἰς τὰ μερίσματα τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, θέλομεν ἀδικήσει τὰς ἑταιρίας ταύτας, ἂν δὲν φροντίσωμεν, ἵνα φορολογηθῶσι καὶ τὰ κέρδη τῶν τραπεζῶν τὰ παραγόμενα ἄλλως ἢ δι’ ἀνωνύμων ἑταιριῶν· πρέπει νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχὴν ἡμῶν ἐν τῇ ἀναθεωρήσει τοῦ νόμου περὶ φορολογίας ἐπιτηδευμάτων εἰς τοὺς τραπεζίτας, ὅπως καὶ τὸ ποσοστὸν καὶ τὰ τεκμήρια ὦσι τοιαῦτα, ὥστε καὶ αὐτοὶ νὰ φορολογῶνται σχετικῶς πρὸς τὰς ἀνωνύμους ἑταιρίας ὅσον ἔνεστιν ἀναλόγως. Ἐπὶ τοιούτων ἰδεῶν ἂν γίνῃ ἡ ἀναθεώρησις τῶν ὑπαρχόντων νόμων, ἂν γίνωσι νέοι νόμοι ὡς πρὸς τὰς κατηγορίας, τὰς ὁποίας ἀνέφερον, νομίζω, ὅτι ἐξαντλοῦμεν ὅ,τι δυνάμεθα νὰ προσπορισθῶμεν ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, διότι τὸ στάδιον τὸ περαιτέρω, ἐπὶ τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζεται ἡ διάταξις πέμπτη τοῦ ἄρθρου δευτέρου, εἶναι, κατ’ ἐμὲ, ὅλως ἀπαράδεκτον, προκειμένου περὶ φορολογίας διαρκοῦς. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸν φόρον τοῦ χαρτοσήμου, καὶ ἀφοῦ εἶπον τὶ δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν ἐκ τῆς φορολογίας τοῦ χαρτοσήμου ἐπὶ τὸ μέρισμα τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, ἀναφέρω καὶ ἕτερά τινα, εἰς ἃ δύναται, ἡ ἀναθεώρησις νὰ περιστραφῇ ἐπωφελῶς. Ὁ ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων κελεύει, ὅπως ὑποβάλλωνται εἰς τέλος αἱ εἰς τὰ πινάκια ἐγγραφόμεναι ὑποθέσεις, καὶ ἐν τούτοις οὐδεμία ἐλήφθη νομοθετικὴ πρόνοια περὶ κανονισμοῦ τοῦ τέλους, καὶ διαφεύγει ἡ ἐγγραφὴ τὴν φορολογίαν, δυναμένην ν’ ἀποφέρῃ ἔσοδον ἄξιον λόγου. Ἡ φορολογία δὲ αὕτη εἶναι καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν ὠφέλιμος, τὴν τῆς τακτοποιήσεως τῆς ὑπηρεσίας, διότι τὸ τέλος θὰ ᾖναι κώλυμα εἰς τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν ἐγγραφῶν, ἡ δὲ ἐγγραφὴ θὰ γίνηται μόνον, ὅταν ὑπάρχῃ ἀνάγκη. Ἑτέρα διάταξις, ἥτις θὰ φέρῃ ἔσοδον οὐχὶ ἀνάξιον λόγου, εἶναι ὁ περιορισμὸς τῶν γραμμῶν, τὰς ὁποίας θὰ περιέχῃ ἕκαστον φύλλον χαρτοσήμου. Σήμερον τὰ ἔγγραφα τὰ ἐπὶ χαρτοσήμου δυσκόλως ἀναγινώσκονται, διότι καταβάλλεται προσπάθεια ἵνα περιλάβωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν πλειότερα, ἐνῷ ἁπανταχοῦ ἄλλοθι τὰ χαρτόσημα φέρουσι καὶ τὰς γραμμὰς κεχαραγμένας ἐπὶ τῶν σελίδων. Ἑτέρα διάταξις, ἧς τὴν ἔλλειψιν αἰσθάνεται ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ἀποδεικνύει ἡ δραστηρία αὐτοῦ ἐνέργεια πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου ἐπὶ τῶν διαθηκῶν, εἶναι ἡ ἑξῆς. Ἐν Ἰταλίᾳ, ὡς καὶ ἐνταῦθα, διέφευγον τὴν φορολογίαν τοῦ χαρτοσήμου οἱ ἐκ διαθήκης κληρονόμοι, ὁ δὲ ὑπουργὸς Σέλλας προέτεινε μέτρον τελεσφόρον, τὴν παραχώρησιν ποσοστοῦ εἰς τὸν γραμματέα τοῦ δικαστηρίου, ὅστις, ἔχων οὕτω συμφέρον, ἐπιδιώκει τὴν πραγματοποίησιν τῆς φορολογίας. Ταῦτα ἀνέφερον ὡς ἓν παραδείγματι· τὸ δὲ ὑπουργεῖον, συγκροτοῦν ἐπιτροπὴν πρὸς ἀναθεώρησιν τῶν περὶ χαρτοσήμου νόμων, θὰ δυνηθῇ νὰ ἐξεύρῃ καὶ ἄλλας, ἴσως καὶ σπουδαιοτέρας, μεταῤῥυθμίσεις ὅσων ἀνέφερον. Τρίτη φορολογικὴ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, 10% ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων τῶν καθ’ ἅπαν τὸ κράτος ἱδρυμένων εἰδικῶν ταμείων πρὸς κατασκευὴν καὶ κάθαρσιν λιμένων. Ἐδῶ, ἀγνοῶ ἂν τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ εἰς ἐπιβολὴν προσθέτου τέλους, ἢ ἂν ἀφαιρῇ τὰ 10% ἐκ τῶν ἤδη εἰσπραττομένων. Μοὶ λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς, ὅτι τὰ ἀφαιρεῖ ἐκ τῶν ἤδη εἰσπραττομένων. Αἱ ἐνστάσεις κατὰ τοῦ φόρου εἶναι ἔτι σπουδαιότεραι, ἂν τὸ ποσοστὸν ἀφαιρῆται ἀπὸ τοῦ ἤδη εἰσπραττομένου τέλους, ἢ ἐὰν ἐπιπροστίθηται· ἡ διαφορὰ ὅμως δὲν εἶναι μεγάλη, διότι καὶ ἂν ἐπιπροστίθηται, πάλιν περιορίζει τοὺς πόρους τῶν λιμενικῶν ταμείων, ἀπόδειξις δὲ τούτου ἐδόθη προχθὲς παρὰ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ὑποβαλόντος εἰς τὸ προεδρεῖον σύμβασιν καὶ νομοσχέδιον, καθ’ ὃ ἐπιβάλλονται πρόσθετα λιμενικὰ τέλη. Πολὺ ἀπέχω τοῦ νὰ ἐγκρίνω τὴν σύμβασιν. Ἀναγνωρίζω τὴν ἀνάγκην, ἵνα ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν ἐν τῇ συμβάσει, οὐχὶ ὅμως διὰ συμβάσεως. Παραδέχομαι, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῶσι πρόσθετα λιμενικὰ τέλη χάριν τῶν φάρων, πρέπει ὅμως νὰ εἰσπράττωνται ὑπὸ τοῦ δημοσίου καὶ εἰς λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου, ἀναδεχομένου τοῦ κράτους τὰ τῆς ἱδρύσεως καὶ συντηρήσεως τῶν φάρων, μηδέποτε δὲ παρέχοντος τὸ δικαίωμα εἰπράξεως δημοσίων φόρων εἰς ξένους ἐργολάβους. Ἀλλὰ περὶ τούτου, ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν ἐκείνην. Ἀποδεικνύει ὅμως τὸ κυροῦν τὴν σύμβασιν νομοσχέδιον, ὅτι πολλὰς ἔχουσιν ἀνάγκας τὰ λιμενικὰ ταμεῖα, ἀνάγκας ἀναγομένας εἰς ἑαυτά· ἐνόσῳ δὲ ἔχουσιν ἀνάγκας ἰδίας, νομίζω, ὅτι δὲν ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ φορολογήσωμεν αὐτὰ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου. Δὲν ἔχουσι δὲ μόνον τὴν ἀνάγκην τῶν φάρων· ἔχουσι καὶ τὴν ἀνάγκην αὐτῆς τῆς συντηρήσεως καὶ ἀναπτύξεως τῶν λιμενικῶν ἔργων, διότι ὅλοι οἱ λιμένες εὑρίσκονται ἤδη, χάρις εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ λιμενικοῦ νόμου, ὅστις εἶναι εἷς τῶν εὐεργετικωτέρων νόμων τοῦ κράτους, ὅλοι οἱ λιμένες εὑρίσκονται ἤδη εἰς ἐνέργειαν εἴτε πρὸς κατασκευὴν, εἴτε πρὸς συντήρησιν, εἴτε πρὸς κάθαρσιν· παντοῦ ὅμως ἡ ἐνέργεια εἶναι ἀτελὴς, ὥστε προκειμένου περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων, προτιμότερον πολλάκις θὰ ἦτο ν’ ἀνεβάλλετο, διότι εἰς τοιαῦτα ἔργα ἡ ἀτελὴς ἐργασία εἶναι ἀνωφελής. Ἐν ὅσῳ λοιπὸν τὰ ἔργα τῶν λιμενικῶν ταμείων ἀποτυγχάνουσι δι’ ἔλλειψιν μέσων, εἶναι λίαν ἄτοπον νὰ τοῖς ἀφαιρῶμεν καὶ αὐτοὺς τοὺς πόρους, οὓς σήμερον διαθέτουσιν. Ὁ φόρος οὗτος, ὁ ἐπὶ τῶν λιμενικῶν ταμείων, εἶναι ἐπιβλαβὴς οὐ μόνον ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, διότι εἰς ἄμεσον συνάφειαν μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἔρχονται οἱ ξένοι ἰδίως διὰ τῶν λιμένων καὶ τῶν ἀκτῶν. Ὅταν δὲ αἱ ξέναι ναυτιλίαι ἀναγκάζωνται ν’ ἀπευθύνωσι παραστάσεις εἰς τὰς ἰδίας ἑαυτῶν κυβερνήσεις περὶ τῆς ἀτελείας τοῦ συστήματος τῶν φάρων τῆς Ἑλλάδος, καὶ παριστῶσι ταύτην ὡς διατελοῦσαν, ὡς πρὸς τοῦτο, εἰς βαρβαρότητα, νομίζω, ὅτι ἄλλο ἔργον ἔχει νὰ πράξῃ ἡ κυβέρνησις, ἢ ν’ ἀποστερήσῃ τὰ λιμενικὰ ταμεῖα τῶν μέσων τῆς ὑπάρξεως. Ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἡ σύμβασις, ἣν ὑπέβαλε προχθὲς ὁ κ. ὑπουργὸς, περιεῖχε καὶ χορηγίαν τοῦ δημοσίου ὑπὲρ τῶν φάρων· ὅταν δὲ τὸ δημόσιον χορηγῇ σπουδαῖα ποσὰ ὑπὲρ μιᾶς ἀνάγκης τῶν λιμένων, δὲν εἶναι ἀντιφατικὸν νὰ φορολογῇ τὰ ταμεῖα τὰ προορισμὸν ἔχοντα τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἀναγκῶν τούτων; Ὁμοίαν παρατήρησιν ὑποβάλλω καὶ ἐπὶ τοῦ 4 ἐδαφίου, ὡς πρὸς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν καὶ τὸ θέατρον. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἐδαφίου τούτου θὰ φορολογηθῶσι καί τινες ξέναι ἑταιρίαι καί τινα ἄλλα θεάματα· ἀλλ’ ἡ φορολογία αὕτη, ἂν ἔχῃ σπουδαιότητα, ἔχει ταύτην σχετικῶς πρὸς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν καὶ σχετικῶς πρὸς τὸ θέατρον Ἀθηνῶν· εἶναι δὲ φυσικώτερον, ἀντὶ νὰ φαινώμεθα φορολογοῦντες, νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ ποσὰ τῶν χορηγημάτων.
§13ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν φορολογεῖται ἡ ἑταιρία, οὐδὲ τὸ θέατρον.
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ὑποστηρίξητε τοῦτο σπουδαίως, ὅτι διὰ τῶν εἰσιτηρίων δὲν φορολογεῖται ἡ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία καὶ τὸ θέατρον. Εἰς τὰ εἰσιτήρια τοῦ θεάτρου δὲν ὑπάρχει διὰ τοῦ νόμου προσδιωρισμένος ἀνώτατος ὅρος τιμήματος· δύναται δὲ τὸ θέατρον νὰ ἐπιβάλῃ ἀνώτερον τίμημα, καὶ δὲν τὸ ἐπιβάλλει. Τί ἀποδεικνύει τοῦτο; ὅτι τὸ ποσοστὸν, τὸ ὁποῖον προσεθέσατε ὑπὲρ τοῦ δημοσίου, ἠδύνατο νὰ τὸ προσθέσῃ τὸ θέατρον ὑπὲρ ἑαυτοῦ, δὲν τὸ προσέθηκε δὲ, διότι ἐνόμισεν ὅτι θὰ ἔφερε ζημίαν ἀνωτέραν τῆς προσόδου τοῦ ποσοστοῦ. Ἤδη στερεῖται τῆς προσόδου, ὑφίσταται δὲ καὶ τὴν ζημίαν. Ἡ δὲ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία δὲν δύναται ν’ αὐξήσῃ τὸν ναῦλον ὡς ἐκ τῆς συμβάσεως, ἀλλ’ ἀποζημιοῦται διὰ τὸν περιορισμὸν, διὰ χορηγήματος· φυσικώτερον δὲ ἦτο νὰ ἐλαττωθῶσι τὰ χορηγήματα, ἢ νὰ φαίνηται τὸ δημόσιον φορολογοῦν τὴν ἑταιρίαν καὶ τὸ θέατρον, ἐνῷ φορολογεῖται ὑπ’ ἀμφοτέρων. Ἔχω ἔνστασιν καὶ ἐπὶ ἑτέρας διατάξεως, ἐπὶ τῆς μηνιαίας καταβολῆς τῆς σπουδαζούσης νεολαίας. Τὸ κράτος, κατὰ διάταξιν ῥητὴν τοῦ Συντάγματος, ὀφείλει νὰ ἐπαρκῇ εἰς τὰ τῆς ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως, κατὰ δὲ τὴν δοθεῖσαν ἑρμηνείαν, εἰς ταύτην ὑπάγεται καὶ ἡ μέση ἐκπαίδευσις. Ἐνῷ δὲ τὸ δημόσιον γενναίως δαπανᾷ χάριν τῆς σπουδαζούσης νεολαίας, ἐπιβάλλει εἰς τοὺς μαθητὰς φόρον μιᾶς δραχμῆς καὶ ἡμισείας δραχμῆς, ἤτοι πολλοστημόριον ὅσων δαπανᾷ. Ἀλλὰ καὶ ἐκείνους, ὑπὲρ ὧν δὲν δαπανᾷ, φορολογεῖ· ἔχει ἐφαρμογὴν τὸ ἄρθρον καὶ εἰς τὰ ἰδιωτικὰ ἐκπαιδευτήρια. Ἐν τίνι δικαιώματι φορολογεῖ τοὺς γονεῖς, διότι ἐκπληροῦσι τὸ πρῶτον καθῆκον αὐτῶν, ἐκπαιδεύοντες τὰ τέκνα των; Τοιούτου φόρου ἐπὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως οὐδεμία χώρα καὶ οὐδεμία ἐποχὴ παρέχει παράδειγμα. Ἐπιβάλλετε φόρον διὰ τῆς διατάξεως ταύτης εἰς ἐκείνους, εἰς οὓς ἔχετε ἐκ τοῦ Συντάγματος τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προσφέρητε δωρεὰν τὴν ἐκπαίδευσιν· ἐπιβάλλετε δὲ τὸν φόρον καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, μὴ ἐπωφελούμενοι τῆς δημοσίᾳ δαπάνῃ διδασκαλίας, ἀλλὰ δαπανῶντες ἐξ ἰδίων πρὸς παίδευσιν τῶν τέκνων, ἀπαλλάττουσι τὸ κράτος, ἰδίως ἐν Ἀθήναις, τῆς ἀνάγκης τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν γυμνασίων καὶ τῶν σχολείων καὶ τῶν τμημάτων αὐτῶν. Τὰ ἄλλα ἐδάφια τοῦ ἄρθρου 2 δὲν ἀφορῶσιν εἰς φόρους, ἀλλ’ εἰς εἰσπράξεις ἀνηκούσας καὶ σήμερον εἰς τὸ δημόσιον, καὶ ἃς μεταβιβάζει τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ τοῦ δημοσίου εἰς τὸ εἰδικὸν ταμεῖον. Ἑπομένως οὐδὲν εἰς αὐτὰ ἔχω ν’ ἀντείπω. Ὡς πρὸς δὲ τὴν ψῆφον, ἣν θὰ δώσωμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, παρατηρῶ, ὅτι ἀποδεχόμεθα τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ, ἀναγνωρίζομεν τὴν ἀνάγκην ἐγγυήσεων περὶ χρήσεως τῶν χρημάτων τοῦ ταμείου συμφώνου πρὸς τὰ παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν πιστώσεων ἑκάστοτε κανονισθησόμενα. Ἐπίσης παραδεχόμεθα καὶ τὰ περὶ συνομολογήσεως δανείου, τροποποιούμενα καθ’ ὃν παρέστησα τρόπον. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τοῦτο θὰ εἴπω συμπληρωτικῶς, ὅτι οἱ φόροι οἱ ἐπιβαλλόμενοι δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν δανείου, οἷον τὸ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναφερόμενον. Κατὰ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ ἐν τῇ εἰσαγωγικῇ αὐτοῦ ἀγορεύσει, τὸ προϊὸν τῶν φόρων τούτων ἀνέρχεται εἰς 3 ἑκατομμύρια. Ἂν δ’ ἐπενεχθῶσιν αἱ ἀφαιρέσεις καὶ αἱ μεταβολαί, ἃς ἀνέφερα, τινὲς δ’ αὐτῶν εἶναι δύσκολον νὰ μὴ γίνωσιν, ἔτι μᾶλλον θὰ ἐλαττωθῇ τὸ ποσόν. Θὰ ἀναγκασθῇ ἄρα τὸ ὑπουργεῖον ν’ ἀναζητήσῃ ἄλλους πόρους, καὶ τοῦτο νομίζω ἔσται πρόσθετος λόγος, ἵνα ἀποδεχθῇ ἣν ἐξέφρασα γνώμην, ὅτι αἱ φορολογικαὶ διατάξεις τῶν διαφόρων νομοσχεδίων πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσιν ἀπ’ αὐτῶν καὶ ν’ ἀποτελέσωσι τὸ θέμα ἰδίου νομοθετήματος, εἰς ὃ θὰ προβῶμεν καθ’ ὃν τρόπον εἶπον, ἤτοι ἐν συνδυασμῷ μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν προγενεστέρων φόρων, μεταῤῥυθμιζομένων. Οὕτως ἂν ἐργασθῶμεν, ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι τὸ ἔθνος, πειθόμενον ἐκ συζητήσεων ἐνδελεχῶν, ὅτι ἐν ἐπιγνώσει τῆς σοβαρότητος τῆς ὑποθέσεως εἰργάσθημεν, θέλει ἀποδεχθῆ εὐχαρίστως τὰς ἀποφάσεις ἡμῶν. Ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ οἰκοδομήσωμεν ὑπουργικὰ ζητήματα· δὲν ἐννοοῦμεν, ὅτι ὅσα λέγομεν καὶ ὅσα ψηφίζομεν ἔχουσι χαρακτῆρα ζητημάτων ἐμπιστοσύνης. Ἂν λαμβάνωσι τὸν χαρακτῆρα τοῦτον ἐκ τῶν ἐκφράσεων τῆς κυβερνήσεως, ἡμεῖς εἴμεθα ἐπὶ τούτῳ ἐντελῶς ἀνεύθυνοι. Θέλομεν παρασκευάς, θέλομεν νὰ ἐργασθῶμεν ἐν τῇ Βουλῇ εἰς πραγματοποίησιν αὐτῶν, ἀφορῶντες εἰς τὰ μέτρα καὶ οὐχὶ εἰς τὰ πρόσωπα· δὲν θέλομεν νὰ παρεμβάλωμεν κωλύματα εἰς τὴν κυβέρνησιν· ἐμμένομεν ὅμως εἰς τὰς ἰδέας ἡμῶν. Ἂν θέλῃ, δύναται ἡ κυβέρνησις ν’ ἀποδεχθῇ αὐτὰς, ἃς ὑποβάλλομεν καὶ ἀναπτύσσομεν ἐνταῦθα ἄνευ οὐδεμιᾶς πλαγίας σκέψεως, ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ.
§15ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὰ περισσότερα τῶν λεχθέντων ἀπήντησα κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος. Εἰς ἑτέρας δέ τινας παρατηρήσεις, ἐπιφυλάττομαι ν’ ἀπαντήσω εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν καὶ συζήτησιν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω περὶ τῆς ἀρχῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου περὶ συστάσεως στρατιωτικοῦ ταμείου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀρχήν. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη κατόπιν εἰς ά ἀνάγνωσιν τὸ Νομοσχέδιον, δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑκάστου ἄρθρου καὶ ἐπὶ τοῦ συνόλου ψηφοφορίας, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ προβῶμεν εἰς τὸ Νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν;
§18ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίς ἔχει τὸν λόγον;
§20Δ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶναι 2 νομοσχέδια· ποῖον ἐξ αὐτῶν, τὸ τακτικὸν ἢ τὸ ἔκτακτον;
§21ΤΙΝΕΣ. Τὸ ἔκτακτον.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον;
§23ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω περὶ τῆς ἀρχῆς.
§25Δ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Θὰ ᾖναι καλὸν νὰ γίνωσι παρατηρήσεις τινὲς, αἱ ὁποῖαι νὰ χρησιμεύσωσι κατὰ τὰς ἀκολούθους συζητήσεις. Ἤθελα παρακαλέσει τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ μίαν πληροφορίαν, διατί εἰς τὸν νόμον περὶ στρατολογίας ἐπροτίμησε ν’ ἀπαλείψῃ τὸ σύστημα τῆς κληρώσεως, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὸν Γαλλικὸν Νόμον, ἀφοῦ ὁ προτεινόμενος κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος εἶναι μετάφρασις τοῦ κατὰ τὸ 1872 ψηφισθέντος ἐν Γαλλίᾳ. Τοιοῦτον νομοσχέδιον εἶχεν ὑποβληθῆ παρὰ τοῦ προκατόχου ὑπουργείου, τοῦ Κ. Τρικούπη, μέ τινας τροποποιήσεις· τὸ προτεινόμενον δὲ διαφέρει ἐκείνου εἴς τινας διατάξεις, τῶν ὁποίων ἡ σπουδαιοτέρα εἶναι ἡ ἀπάλειψις τῆς κληρώσεως. Θὰ ᾖναι καλὸν, ἐπειδὴ πρόκειται ἡ πρώτη ἀνάγνωσις, νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ ὑπουργὸς ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἀποβάλῃ τὴν κλήρωσιν.
§26ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Περὶ τούτου σᾶς εἶπον καὶ προχθὲς, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος αὐτοῦ ἡ πρᾶξις θεωρεῖται γενικωτέρα, διότι θέλουν ἐκλείψει τὰ ἄτοπα καὶ αἱ ἀδικίαι, αἵτινες συμβαίνουσιν εἰς τὴν κλήρωσιν. Διὰ τοῦτο προτιμῶμεν αὐτὸ τὸ σύστημα ἀπὸ τὴν κλήρωσιν· κατὰ τὴν δευτέραν ἢ τὴν τρίτην συζήτησιν ἠμποροῦμεν νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα.
§27Δ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, τὸ σύστημα τῆς κληρώσεως, μὲ ὅλα τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, οὐχ ἧττον διὰ τὸν στρατὸν εἶναι ὑποχρεωτικόν· διότι οἱαδήποτε ἡλικία καὶ ἂν προσκληθῇ εἰς τὰ ὅπλα, δὲν θὰ ᾖναι δυνατὸν τὸ Κράτος νὰ διατηρήσῃ ὁλόκληρον τὴν ἡλικίαν καὶ διὰ τὸν αὐτὸν χρόνον· θὰ συμβῇ δὲ τὸ μέγα ἀδίκημα διὰ τὸν τόπον, ὅτι ἡ ἐνιαυσία δύναμις τοῦ Κράτους ἡ κατ’ ἔτος στρατολογουμένη θὰ ᾖναι κατὰ τὸ ἥμισυ μικροτέρα τῆς ἡλικίας, ἥτις καλεῖται εἰς τὰ ὅπλα. Καὶ ἐπὶ παραδείγματι, ἐὰν παραδεχθῶμεν ὡς πιθανὸν ἀριθμὸν τὸν ἀριθμὸν τῶν 6–7 χιλιάδων ἀνδρῶν τῶν διανυόντων τὸ 20 ἢ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας, καὶ ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ στρατολογήσῃ πλέον τῶν 3 χιλιάδων, θὰ ὑπολειφθῶσι 4,000 ἄνδρες, οἵτινες, ἕνεκα τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν θέλουσιν εἰσέλθει εἰς τὸν στρατόν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀρνεῖται καὶ λέγει ὅτι θὰ προσκαλέσῃ τὰς 6,000, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀρθὸν, καὶ ἰδοὺ διατὶ, διότι θὰ ἀναγκασθῆτε ν’ ἀποστείλητε εἰς ἀδείας ἀνθρώπους μὴ γεγυμνασμένους.
§28ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ὑπηρετήσουν δύω ἔτη, δὲν εἶναι ἐντελῶς γεγυμνασμένοι;
§29Δ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐπικρατεῖ παρ’ ἡμῖν ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ ἐκγύμνασις τοῦ στρατοῦ εἶναι δυνατὴ, κατὰ τοὺς μὲν εἰς διάστημα ἑβδομάδων, κατὰ τοὺς δὲ εἰς διάστημα τὸ πολὺ ἑνὸς ἔτους· ἡ ἰδέα αὐτὴ ἔπεισε τῶν πλείστων τὰς συνειδήσεις, καὶ δυστυχῶς δὲν εἶναι ἀληθής. Τὸ ζήτημα τῆς ἐπὶ πολὺν χρόνον διαμονῆς τῶν ἀνδρῶν εἰς τὸν στρατὸν ἐσυζητήθη διὰ μακρῶν εἰς τὴν Συνέλευσιν τῆς Γαλλίας, κατόπιν δὲ σκέψεων καὶ συζητήσεων τῶν ἁρμοδίων μεθ’ ἑτέρων διακεκριμένων ἀνδρῶν, ἐπὶ τέλους παρεδέχθη ἡ Συνέλευσις τῆς Γαλλίας θητείαν πενταετῆ. Καὶ ὅταν ἡ Συνέλευσις τῆς Γαλλίας παρεδέχθη τὴν πενταετῆ θητείαν, ἐνόει ὅτι θὰ διαμένῃ εἰς τὰς τάξεις ὁ στρατιώτης τοὐλάχιστον τρία ἔτη. Ἔχομεν δὲ ἡμεῖς τὴν ἀπαίτησιν νὰ ἐκγυμνάσωμεν τοὺς ἄνδρας μὲ ὅλην τὴν ἀτέλειαν τῶν μέσων, μὲ τὴν παντελῆ ἔλλειψιν ἐκπαιδεύσεως, καὶ τοὺς καταστήσωμεν ἱκανοὺς νὰ φέρουν ὅπλα εἰς διάστημα ὀλίγων ἑβδομάδων ἢ τὸ πολὺ ἑνὸς ἔτους. Φρονεῖτε, κύριοι, ὅτι ἡ διαμονὴ ἐπὶ πολὺν καιρὸν τῶν ἀνδρῶν εἰς τὰς τάξεις των ἀφορᾷ μόνον τοὺς στρατιώτας; Δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι σήμερον αἱ νεώτεραι ἰδέαι παρεδέχθησαν ὡς ἀρχὴν καὶ ὑποχρέωσιν τὴν διατήρησιν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ περισσοτέρων ἀνδρῶν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ὄχι χάριν τῶν ἀνδρῶν αὐτῶν, ἀλλ’ ὅπως καταρτισθῶσιν ὑπαξιωματικοὶ καὶ ἐκπαιδεύωνται οἱ ἀξιωματικοί, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν κατ’ ἔτος νὰ συγκαλῶνται οἱ ἔφεδροι καὶ νὰ γίνωνται οἱ μεγάλοι τοῦ στρατοῦ ἑλιγμοὶ πρὸς ἐκπαίδευσιν ἰδίως τῶν ἀξιωματικῶν. Ἀπεδείχθη δὲ σήμερον, ὅτι ἡ περισσοτέρα ἀνάγκη εἶναι διὰ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ ἀξιωματικούς, καὶ διὰ τοῦτο ἐν εἰρήνῃ φροντίζουν νὰ μορφώσωσι τούτους, καὶ σήμερον τὰ κράτη τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα ὑπέταξαν εἰς τὴν ἀληθῆ στρατιωτικὴν σύνταξιν τοῦ τόπου, ἢ εἰς τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν ὑπόληψιν τῆς χώρας. Δὲν ἀρκεῖ λοιπὸν ἡ ὀλιγοχρόνιος διαμονὴ τοῦ στρατιώτου εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν αὐτοῦ· εἶναι ἀνάγκη ὁ στρατὸς νὰ ᾖναι πάντοτε πλήρης καὶ ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον, ὅσον δύναται νὰ καταστήσῃ αὐτὸν ἀξιόμαχον, καὶ διὰ τοῦτο σήμερον παρεδέχθησαν, ὥστε ἐν καιρῷ πολέμου νὰ μὴ ἔχουν ἀνάγκην ἢ νὰ προσθέσουν τὸ ¼ τῆς ἐν ὥρᾳ εἰρήνης δυνάμεως τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ θὰ εἴπουν οἱ φειδόμενοι πολὺ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τόπου, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ μιᾶς χώρας εἶναι ἡ ζωὴ τοῦ τόπου, καὶ κατὰ συνέπειαν ὅλα τὰ λοιπὰ ζητήματα πρέπει νὰ ὑποχωρήσουν εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, καὶ πρὸς ἀντίῤῥησιν ἔχω ἓν παράδειγμα πρόχειρον. Δύω μεγάλα κράτη, τὰ ὁποῖα εἶχον οἰκονομικὰ διάφορα, καθεῖξαν ἀντίστροφον ἐν τῷ κόσμῳ ἐπικράτησιν. Τὰ οἰκονομικὰ τῆς Γαλλίας πρὸ τοῦ πολέμου τοῦ 1870 ἦσαν πολὺ ἀνθηρότερα τῶν οἰκονομικῶν τῆς Γερμανίας, ἀλλὰ διὰ τούτων δὲν ἐσώθη, διότι ἡ Γερμανία ὑπέταξε τὰ οἰκονομικὰ αὐτῆς εἰς τὴν τιμὴν τῆς χώρας, καὶ οὐχὶ τὴν δόξαν τοῦ κράτους εἰς τοὺς φόρους τοῦ τόπου· ὥστε τὰ μεγάλα συμφέροντα ἑνὸς κράτους πρέπει ἀείποτε νὰ τίθενται ὑπεράνω χρηματιστικῶν λόγων. Ἄλλως τε τὸ σύστημα εἶναι καὶ πρακτικόν, διότι ὅταν εἷς στρατὸς νικήσῃ, θ’ ἀποκτήσῃ καὶ χρήματα, ὅταν δὲ νικηθῇ, θὰ παρασύρῃ καὶ τὴν καταστροφὴν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ κράτους, διὰ τῶν ἀποζημιώσεων τοῦ νικητοῦ. Αὐτὴν τὴν παρέκβασιν ἔκαμα διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι κατὰ τὸ προτεινόμενον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀπαλείφει τὴν κλήρωσιν, θὰ συμβῇ νὰ μὴ ἀφήσωμεν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἄνδρας πλέον τοῦ ἔτους, καὶ ἑνὸς ἔτους ἐκγύμνασις τῶν ἀνδρῶν μας ἀντιστοιχεῖ πρὸς τριῶν μηνῶν ἐκγύμνασιν παντὸς ἄλλου κράτους. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἂν καὶ δὲν πρόκηται σήμερον νὰ συζητήσωμεν διὰ μακρῶν τὰ καθέκαστα, ἐπιθυμῶ νὰ γνωρίζω τὰς ἰδέας τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι τὸ προκείμενον ζήτημα ἅπτεται ἀπ’ εὐθείας τῆς καλῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, καὶ πρέπει νὰ μάθῃ ὁ τόπος ἐὰν θὰ ἔχῃ στρατὸν καὶ ὁποῖον, διότι ἐπὶ τοῦ ὑπάρχοντος δὲν ὀφείλει νὰ ἔχῃ πολλὴν πεποίθησιν, οὔτε μεγάλας ἐλπίδας. Καὶ ἀνεξαρτήτως τῶν περιστάσεων ἀπὸ τὰς ὁποίας περιστοιχιζόμεθα, εἶναι ἀνάγκη ἅπαξ διὰ παντὸς νὰ τεθῇ καθαρὰ τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς θέλῃ νὰ ἔχῃ στρατὸν ὅπως πρέπει· νομίζω δὲ, ὅτι σήμερον δυστυχῶς τὸ κράτος δαπανᾷ ἀσκόπως καὶ ἀνωφελῶς πρὸς συντήρησιν τοῦ ὑπάρχοντος. Κατ’ ἔτος δαπανᾷ τὸ κράτος διὰ τὸν στρατὸν 10,000,000· καὶ ἐὰν οἱ προϋπολογισμοὶ, τοὺς ὁποίους ὑποβάλλει τὸ ὑπουργεῖον κατ’ ἔτος, παρουσιάζουν τὸ ποσὸν τῶν 7½ ἑκατομμυρίων, εἶναι ψεῦδος, διότι οἱ προσωρινοὶ ἀπολογισμοὶ μέχρι τοῦδε ἐβεβαίωσαν, ὅτι ἡ ἐτησία δαπάνη ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν δέκα ἑκατομμυρίων. Καὶ ἐνῷ 10,000,000 πληρόνωμεν κατ’ ἔτος, ἐκπαίδευσις ἐν τῷ στρατῷ δὲν ὑπάρχει, διότι κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν μόνον 10,000 δραχμῶν ἀναγράφονται κατ’ ἔτος. Τὴν τοιαύτην κατάστασιν ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν, διότι καὶ τὸ κράτος δαπανᾷ, καὶ στρατὸν ἀληθῆ, μετὰ πεποιθήσεως τὸ λέγω, δὲν ἔχει. Ἐὰν πρόκηται νὰ ἔχῃ ἡ Ἑλλὰς τακτικὸν μόνιμον στρατὸν, θὰ δαπανήσῃ πολλὰ, διότι μόνιμος τακτικὸς στρατὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος διαρκῶς ἐκπαιδεύεται· ὁ δὲ παρ’ ἡμῖν στρατὸς, κατακερματισμένος καὶ ἕνεκα τοπικῶν ἀναγκῶν καὶ ἕνεκα ἐλλείψεως ἐνδιαφέροντος, δὲν δύναται νὰ ἐκπαιδευθῇ οὔτε εἰς τὰ ἐλάχιστα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ ὁ ὀργανισμὸς μονίμου στρατοῦ. Διὰ τοῦτο φρονῶ, κατὰ πεποίθησιν, ὅτι, προκειμένου νὰ συζητήσωμεν τὸν νόμον περὶ ἀπογραφῆς, πρέπει πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ συζητήσωμεν ἐὰν ὁ τόπος ἔχῃ ἀνάγκην μονίμου στρατοῦ, καὶ τότε πρέπει νὰ χορηγήσωμεν τὰς ἀναγκαίας δαπάνας καὶ λάβωμεν τὰ κατάλληλα μέτρα, διὰ ν’ ἀνταποκριθῶσι καὶ πρὸς τὰς θυσίας, τὰς ὁποίας θέλει ὑποστῆ ὁ τόπος, καὶ πρὸς τὰς ἐλπίδας, ἅς τινας θέλει παρέχει ὁ μόνιμος στρατὸς, διότι ἄνευ αὐτῶν τῶν δύω ὅρων, κύριοι, θέλω σᾶς προτείνει τὴν διάλυσίν του. Ἐὰν πρόκηται νὰ ἀφήσωμεν τὸν μόνιμον ἐν Ἑλλάδι στρατὸν ὅπως μέχρι τοῦδε, εἶναι προτιμότερον καὶ διὰ τὸ ἔθνος καὶ διὰ τὰ ἄτομα νὰ τὸν διαλύσωμεν, ἐνισχύοντες οὕτω τὴν γεωργίαν καὶ βιομηχανίαν, χορηγοῦντες αὐταῖς ἐργατικὰς χεῖρας, καταδεδικασμένας μέχρι σήμερον νὰ ἐνεργῶσι τὴν ὑπηρεσίαν τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων, τῆς μεταφορᾶς χρημάτων, τῆς συνοδείας καταδίκων, ἐνῷ διὰ τὰς τοιαύτας χρείας δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν σύστημα λίαν ὀλιγοδάπανον· δυνάμεθα νὰ μεταχειρισθῶμεν τὸ σύστημα τῶν μισθωτῶν, καὶ οὕτω νὰ ἔχωμεν ἱκανὸν περίσσευμα ἑκατομμυρίων πρὸς σύστασιν γεωργικῶν τραπεζῶν, πρὸς αὔξησιν τῆς συγκοινωνίας, πρὸς ἀπαλλαγὴν τοῦ τόπου ἐκ τοῦ φόρου τοῦ αἵματος. Ἐὰν νομίζητε νὰ παρατείνητε τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν τοῦ μονίμου στρατοῦ ἐπὶ πολὺ, θ’ ἀδικήσητε τὸν τόπον, διότι θὰ ἐξακολουθῆτε νὰ τὸν ὑποβάλητε εἰς θυσίας μεγάλας, ἤτοι νὰ πληρόνῃ 10,000,000, καὶ δι’ αὐτῶν νὰ καθιστᾷ ἀργοὺς ἀνθρώπους. Πῶς θέλητε νὰ ἔχετε τὴν ἀπαίτησιν νὰ ἔχητε στρατὸν μορφωμένον, ὅταν οἱ πλεῖστοι τῶν ἀξιωματικῶν κατ’ ἀνάγκην μένωσιν ἀργοί; Ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοὶ ὑπηρετοῦντες 15–20 ἔτη, οἱ ὁποῖοι ἴσως δὲν γνωρίζουσιν οὐδὲ τὰ στοιχειώδη γυμνάσια, καὶ διατί; διότι τοὺς ἔχετε κατακερματισμένους, διότι οἱ κατὰ καιροὺς ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἐσκέφθησαν σπουδαίως ἐπὶ τοῦ πολυτίμου αὐτοῦ κλάδου τῆς πολιτείας. Διὰ τοῦτο, κύριοι, συζητοῦντες τὸν νόμον περὶ στρατολογίας, πρέπει νὰ κανονίσωμεν ἓν ζήτημα, νὰ κανονίσωμεν τὸ ζήτημα ὁποῖον στρατὸν θέλομεν. Ὁμιλῶν δὲ, ἔχω ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν τῆς εἰρήνης, ἀλλὰ μάθετε, ὅτι, διὰ νὰ μεταβῇ εἷς στρατὸς ἀπὸ τῆς μιᾶς καταστάσεως εἰς τὴν ἄλλην, ἡ βάσις τοῦ ὀργανισμοῦ του δὲν μεταβάλλεται, αὐξάνεται μόνον ἡ ἀριθμητικὴ δύναμις τῶν στρατιωτικῶν τμημάτων, διότι ὁ ἔφεδρος εἶναι μέλος τοῦ μονίμου, τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, συμπληροῖ τὰ κενὰ, ἔρχεται κατόπιν αὐτοῦ καὶ τὸν βοηθεῖ, καὶ διὰ τοῦτο, εἰς τὸν νόμον τῆς ἐκτάκτου ὀργανώσεως τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων, ἐπιμένω ὥστε ἡ λέξις ἔφεδρος νὰ ἐννοῇ στρατιώτην καλῶς γεγυμνασμένον καὶ δυνάμενον ν’ ἀναπληρώσῃ τὸν τακτικὸν στρατιώτην. Ἐνόσῳ εἶναι ἔφεδρος, πρέπει νὰ κάμνῃ ὡρισμένας ἀσκήσεις καὶ νὰ ὑπάγηται εἰς τὴν στρατιωτικὴν ποινικὴν νομοθεσίαν. Καὶ πάντοτε ὑπῆρξε τὸ παράπονον τῆς Βουλῆς, ὅτι πολλὰ δαπανᾷ τὸ ἔθνος διὰ τὸν στρατὸν, καὶ ὅτι αἱ τάξεις αὐτοῦ εἶναι ἀραιαί. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο πταίουν, κύριοι, οἱ διοικοῦντες, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐφρόντισαν νὰ προσέλθουν οἱ καθυστερούμενοι 3 χιλιάδες κληροῦχοι· ἐὰν ὁ στρατὸς ἀργῇ, δὲν τοῦ δίδονται τὰ μέσα τῆς συγκεντρώσεως διὰ νὰ ἐκπαιδευθῇ, ἐὰν δὲν ἐκπαιδεύηται, πταίουν οἱ ἀξιωματικοὶ, οἵτινες τὸν διοικοῦν καὶ οἵτινες δὲν διατάττονται νὰ ἐκπαιδεύσουν τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικούς. Καὶ ὅταν ἔχετε ἕνα κλάδον, ὁ ὁποῖος σᾶς ἀποῤῥοφᾷ τὸ τρίτον τῶν εἰσοδημάτων τοῦ Κράτους, καὶ δὲν δίδετε καμμίαν προσοχὴν, αἰτιᾶσθε τοῦ στρατοῦ, ὅτι εἶναι ἀτελὴς, ὅτι δὲν εἶναι μάχιμος, ὅτι δὲν εἶναι ἐντελῶς ἐκπαιδευμένος.
§30ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Περὶ κληρώσεως πρόκειται.
§31Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναπτύξητε τὸ σύστημα τὸ ἰδικόν σας.
§32ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ παρακαλῶ τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εἴπῃ διατί ἀπὸ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε καὶ τὸ ὁποῖον ἐν πολλοῖς εἶναι ἀντιγραφὴ τοῦ Γαλλικοῦ νόμου τοῦ 1872, διατί ἀφῄρεσεν αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν; Εἶπεν, ὅτι ἐννοεῖ νὰ λείψουν αἱ καταχρήσεις.
§33Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τί κλήρωσιν ἐννοεῖτε σεῖς, διότι ἐδῶ δὲν κάμνει λόγον περὶ κληρώσεως.
§34ΡΑΛΛΗΣ. Πῶς ἐννοεῖ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὸ ἄρθρον 52;
§35ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Νὰ μὴ ἐξαιρῆται κανείς.
§36ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶπεν, ὅτι ἐννοεῖ νὰ προσκαλέσῃ τὴν κλάσιν τῶν ἀγόντων τὸ 20 ἔτος ὁλόκληρον· ἐγὼ εἶπον, ὅτι τοιοῦτον σύστημα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ, διότι περιοριζομένη ἀπὸ τὸν περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ ἐνιαύσιον νόμον ἡ Κυβέρνησις, θ’ ἀναγκάζηται ν’ ἀποστέλλῃ στρατιώτας εἰς ἄδειαν, διὰ νὰ μὴν ὑπερβαίνῃ τὰς δαπάνας τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὑπολογίζοντες ὅτι ἑκάστη ἡλικία ἔχει 6 χιλιάδας ἀνδρῶν, τὸ δεύτερον ἔτος θὰ ἔχωμεν 12, καὶ τὸ τρίτον 18 χιλ. ἀνδρῶν, ἐνῷ ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ ὡς μέχρι τοῦδε δὲν ὑπερέβαινε τὰς 12 χιλιάδας· ὁ δὲ περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ νόμος σᾶς ἐπέτρεπε μέχρι τοῦδε νὰ κληρώσητε 2½ χιλιάδας.
§37ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι 2½, ἀλλὰ 6.
§38ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Οἱ στρατιῶται τοῦ πρώτου ἔτους δὲν θὰ ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ μεταβαίνουν εἰς τὰς ἑστίας των, διότι οἱ πλεῖστοι αὐτῶν δὲν θὰ ἦναι ἐντελῶς ἀπογεγυμνασμένοι.
§39ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. 1½ ἔτος.
§40ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Θέλετε νὰ κατορθώσητε ἡ μὲν τριετὴς θητεία νὰ ἦναι ὀνομαστικὴ, πράγματι δὲ νὰ ἦναι ἐνιαυσία.
§41ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀναλόγως. Ἐξηγήσατε πρῶτον μὲ τὸ σύστημα τῆς κληρώσεως τὶ ἐννοεῖτε.
§42Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Μαυρομιχάλη, ὑμεῖς λέγετε, ἐπειδὴ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους δὲν ἀρκοῦν νὰ ἔχωμεν μεγάλον στρατὸν, καὶ ἐπειδὴ ἑκάστη ἡλικία θὰ φέρῃ ἕνα ἀριθμὸν, θὰ ἀναγκαζώμεθα ν’ ἀπολύωμεν τοὺς παλαιοὺς στρατιώτας, καὶ οὕτω δὲν θὰ γυμνάσωμεν αὐτοὺς στρατιωτικῶς ὅπως πρέπει. Τώρα ἐννοεῖτε ν’ ἀποκρούσητε αὐτὸ τὸ σύστημα τῆς γενικῆς στρατολογίας.
§43ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὄχι· τὸ σύστημά μου εἶναι τὸ αὐτὸ τοῦ Γαλλικοῦ νόμου τοῦ 1872, μετάφρασις τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνετάχθη ἀπὸ ἐπιτροπὴν στρατιωτικῶν ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Τρικούπη.
§44ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Κατὰ τί διαφέρει;
§45ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κατὰ τὸ σύστημα τῆς κληρώσεως.
§46ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Τίποτε ἄλλο, ἐν ᾧ ἡμεῖς παραδεχόμεθα τὴν γενικὴν στρατολογίαν· δύω ἔτη κατὰ συνέχειαν θὰ γυμνάζωνται οἱ ἄνδρες εἰς τὸν στρατόν.
§47ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἰπέτε τότε, ὅτι ἡ θητεία θὰ ᾖναι διετής.
§48ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ὄχι, διότι ἡ Βουλὴ σήμερον ἠμπορεῖ νὰ ἀποφασίσῃ 12 χιλιάδας στρατόν.
§49ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Μαυρομιχάλη, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐξηγήσητε πῶς θὰ ἐφαρμόσητε τὸ σύστημά σας. Ὑποθέτω ὅτι ἡ ἡλικία φέρει 7 χιλιάδας κληρούχων.
§50ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Σήμερον ἔχετε 10 χιλιάδας ἄνδρας ὑπὸ τὰ ὅπλα, μεθαύριον, κατὰ τὸ σύστημά σας, θὰ φέρετε 7 χιλιάδας ἀνδρῶν εἰς τὸν στρατόν· ἔχετε ὑποχρέωσιν ν’ ἀπολύσητε ἄλλας 7 χιλιάδας ἀνδρῶν, ἔχετε δὲ τὸ ἐλάττωμα ἐκ τῶν 7 χιλιάδων ἀνδρῶν αἱ 5 νὰ ᾖναι ἀγύμναστοι.
§51ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ τί νὰ τοὺς ἀπολύσω ἀγυμνάστους;
§52ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Διότι, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἑνὸς ἔτους ἢ τῶν δύω εἰς τὸ πυροβολικὸν καὶ τὸ ἱππικὸν δὲν εἶναι ἐπαρκής.
§53ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Τοὺς πυροβολιστὰς καὶ τοὺς ἱππεῖς δὲν τοὺς ἀπολύει.
§54Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ποῖον εἶναι τὸ σύστημα τῆς κληρώσεως, τὸ ὁποῖον παραδέχεσθε, διὰ νὰ ἔχωμεν στρατὸν καλῶς γυμνασμένον καὶ δυνάμενον εἰς πᾶσαν περίστασιν νὰ παρουσιάζηται;
§55ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἀφοῦ παραδεχόμεθα τὴν πάνδημον στρατολογίαν, θὰ φέρωμεν κατ’ ἔτος μίαν ἡλικίαν, ἀλλὰ τὸ Κράτος δὲν θὰ δυνηθῇ ὅλους τοὺς ἄγοντας τὸ 21 ἔτος κατὰ τὰ 1877 νὰ τοὺς διατηρήσῃ ἐπὶ τρία ἔτη, διότι ἴσως τὰ οἰκονομικὰ δὲν ἐπιτρέπουσι νὰ ἔχωμεν 21 χιλ. ἄνδρας. Μετὰ ὑπηρεσίαν ἑνὸς ἔτους, θὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰς ἑστίας των κατὰ πᾶν ἔτος εἰς ἐποχὴν ὡρισμένην, θὰ λαμβάνωσι μέρος εἰς τὰ μεγάλα γυμνάσια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν ἀξιωματικῶν.
§56ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πόσον καιρὸν θὰ μείνουν;
§57ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Θὰ μένωσι δύω μῆνας, ἢ ἀναλόγως τοῦ βαθμοῦ τῆς ἐκπαιδεύσεώς των, καθόσον ἡ ἐν τῷ στρατῷ μόρφωσις εἶναι ἀναλόγως τῆς νοημοσύνης καὶ τῆς κοινωνικῆς τάξεως τοῦ ἀτόμου. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀπερχομένων μετὰ τὸ 1 ἔτος θὰ προσδιορίζηται ἀπὸ τὸν ἐνιαύσιον νόμον, πραγματικῶς δὲ ἀπὸ τοὺς σωματάρχας, διότι θ’ ἀπέρχωνται κατὰ πρῶτον λόγον οἱ γνωρίζοντες γράμματα, ἀλλὰ γράμματα συνοδευόμενα μὲ τὰ ἀναγκαῖα στοιχεῖα τῆς στρατιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως, οἱ ὁποῖοι ἀπέδειξαν ἀρίστην διαγωγήν, ζῆλον εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ δὲν ὑπέπεσαν εἰς καμμίαν ποινήν. Δι’ αὐτοὺς θὰ ὑπάρχουν προνόμια ν’ ἀπέρχωνται τὸ ταχύτερον· διὰ δὲ τοὺς ἄνδρας, οἵτινες εἴτε κακῶς φέρουν τὴν ὑποχρέωσιν αὐτῶν, εἴτε, καίτοι γνωρίζοντες γράμματα, δὲν ἀπέδειξαν ζῆλον, καλὴν συμπεριφοράν, μεγάλην ὑπακοὴν εἰς τοὺς προϊσταμένους αὐτῶν, ἡ προνομία θὰ λείψῃ.
§58ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οἱ ἔφεδροι θὰ μένουν πάντοτε ἔφεδροι;
§59ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Αὐτοὶ εἶναι ἐνεργὸς τακτικὸς στρατὸς, προσκαλούμενος εἰς τὰ τάγματα τοῦ στρατοῦ, γυμναζόμενος ὄχι ἀπὸ προγυμναστὰς λαμβάνοντας ἐπιμίσθιον, ἀλλὰ ἀπὸ ἀξιωματικοὺς διατελοῦντας εἰς τὰ τάγματα. Αὐτὸ ἐννοῶ διὰ τοῦ νόμου τῆς στρατολογίας, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὴν κρίσιν μου, δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ τόπου στρατιωτικῶς, διότι ἀφαιρεῖ τὴν κλήρωσιν, ἡ ὁποία εἶναι ἀναγκαία καὶ ὑποχρεωτική. Ἐζήτησα νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, διὰ νὰ ὑποδείξω εἰς τὸ ὑπουργεῖον....
§60ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶσθε ὁ ἁρμοδιώτερος.
§61ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ ἦμαι ὁ ἁρμοδιώτερος, ἀφοῦ ὑπάρχει μεταξὺ σας ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖος ἔχει ὅλα τὰ στοιχεῖα ....
§62ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μεταξὺ τῶν βουλευτῶν ἐννοῶ.
§63ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Αὐτὰς τὰς ἰδέας εἶχον νὰ ὑποβάλω εἰς τοὺς κ. κ. ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι, ἐὰν τὰς θεωροῦν ὀρθὰς, δύνανται νὰ τροπολογήσουν τὸ νομοσχέδιόν των, ὅπως ἦτο τὸ παλαιὸν, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὑπῆρχεν ἡ κλήρωσις.
§64ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ὅταν ὁ προλαλήσας ἀνέβη τὸ βῆμα, ὑπέθεσα διὰ μίαν στιγμὴν, ὅτι ἐλάλει ἐντὸς τῆς Γαλλικῆς συνελεύσεως, ἀπέναντι τοῦ Γαλλικοῦ ἔθνους, διότι τὰ πράγματα ἡμῶν πρὸς ἐκεῖνα ἐζήτει νὰ παραβάλῃ. Πολλάκις οἱ ἀγορεύοντες λησμονοῦμεν τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος, λησμονοῦμεν νὰ ὑπολογίσωμεν τὰ πράγματα σχετικῶς πρὸς τὴν κατάστασιν τὴν ἡμετέραν, καὶ θέλομεν νὰ τὰ παραβάλωμεν πρὸς ἐκεῖνα τῶν μεγάλων κρατῶν. Ἐλησμόνησεν ὁ προλαλήσας, ὅτι ἡ Γαλλία, ἡ Γερμανία, ἡ Ἀγγλία, ἡ Ῥωσσία, καὶ ἐν γένει τὰ μεγάλα κράτη, τοὺς στρατιωτικούς των ὀργανισμοὺς τοὺς συγκροτοῦσιν ἀπολύτως καὶ οὐχὶ σχετικῶς, διότι ἀπολύτως ἔχουν νὰ σκεφθῶσι πρὸς πάντα ὁποιονδήποτε ἐχθρὸν, ἐρχόμενον δεξιὰ ἢ ἀριστερά· ἡμεῖς ὅμως ὀφείλομεν τὰ ἡμέτερα σχετικῶς νὰ ὑπολογίσωμεν μὲ τὴν δύναμιν ἐκείνην, μὲ τὴν ὁποίαν θὰ δυνηθῶμεν ἴσως νὰ ἔλθωμεν εἰς ἔριδα, καὶ σχετικῶς πρὸς τὰ ἔκτακτα γεγονότα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ λάβωσι σχετικῶς χώραν εἰς τὴν Ἀνατολήν. Ἐὰν λοιπὸν ἐλάμβανε τὸν κόπον νὰ ὑπολογίσῃ οὕτω τὰ ἡμέτερα, τότε ἤθελε λάβει ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ οἰκονομικὰ μέσα τῆς ἐπικρατείας καὶ τὸν πληθυσμὸν αὐτῆς· ἑπομένως εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ἀπολύτου ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, νομίζω, ὅτι ἔχει ἰδέας ἀνακριβεῖς. Ἔρχομαι εἰς τὸ σύστημα τῆς κληρώσεως ἢ τῆς γενικῆς στρατολογίας. Πόσον δὲ ἡ κλήρωσις δὲν εἶναι πλέον ἐφαρμόσιμος, ἀφίνω εἰς τὴν συνείδησιν παντὸς ἐξ ὑμῶν καὶ παντὸς Ἕλληνος, διότι τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἔφερεν, εἶναι εἰς πάντας γνωστά· ἑπομένως νομίζω πᾶσαν διαπραγμάτευσιν τοῦ ἀντικειμένου τούτου περιττήν. Ἡ θητεία εἶπεν ὁ προαγορεύσας, ὅτι ὀφείλει νὰ ᾖναι μεγάλη· ἐγὼ δὲ ἰσχυρίζομαι, ὅτι εἰς τὰ μικρὰ κράτη ἡ θητεία ὀφείλει νὰ ᾖναι ὅσον ἔνεστι βραχυτέρα, διότι τὰ μικρὰ κράτη πρέπει νὰ συμβιβάζωσι τὴν οἰκονομίαν μὲ τὴν ἀνάγκην τῆς ταχείας ἐγκυμνάσεως ἑκάστου πολίτου περὶ τὰ στρατιωτικά. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι κατὰ τὸ σύστημα τῆς κυβερνήσεως ἡ διετὴς ἐξάσκησις τοῦ στρατιώτου εἶναι ἀρκοῦσα, ἡ δὲ κλήρωσις ἔχει ὅλας τὰς ἀσχημίας τοῦ παρελθόντος· διὰ τοῦτο πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὸ σύντομον τῆς θητείας ἥτις πλησιάζει πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν. Δὲν πρέπει ὡς ἐκ τῆς θέσεως ἡμῶν ἡμεῖς οἱ ἀναβαίνοντες ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν συμφέροντα ἀλλοῖα, νὰ παραβλέπωμεν τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ κράτους. Τὰ πάντα πρέπει νὰ συμβιβάζωνται πρὸς τὸ γενικὸν συμφέρον τοῦ τόπου, καὶ ὄχι πρὸς τὸ συμφέρον τῶν ἀτόμων.
§65Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς στρατιωτικοὺς νὰ μᾶς φωτίσουν καθαρῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς στρατολογίας· ἡ ἀρχὴ εἶναι ἡ γενικὴ στρατολογία. Ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἔφερεν ἔνστασιν πολλὰ ὀρθὴν, ὅτι οἱ στρατιῶται πρέπει νὰ γυμνασθοῦν ἀρκούντως, ἕνεκα ὅμως τῶν μικρῶν μας οἰκονομικῶν μέσων, ἐπρότεινεν ἓν σύστημα, ὅτι ἐκ τῶν 7,000, ὑποθέσατε, κληρούχων, θὰ προσκληθῶσιν αἱ 3,000, αἱ δὲ 4,000 θὰ ὑπάγωνται εἰς τὴν ἐφεδρείαν. Ἔχομεν λοιπὸν, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Μαυρομιχάλη, διὰ τὸ ἔτος 1876 στρατὸν 3,000, ὁ ὁποῖος ἐκγυμνάζεται. Κατὰ τὴν γνώμην του, τὸ ἓν ἔτος δὲν εἶναι ἀρκετὸν καὶ ἀπαιτεῖται χρόνος περισσότερος, τὸν ὁποῖον δὲν ὥρισε. Ὑποθέτω ὅμως, ὅτι, ἀφοῦ μᾶς εἶπεν ὅτι εἰς Γαλλίαν, ὅπου ἡ θητεία εἶναι πενταετὴς, γυμνάζονται διαρκῶς τρία ἔτη, εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑποθέτω θὰ ᾖναι δύω ἔτη.
§66ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τοὐλάχιστον.
§67Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αἱ 4,000, αἱ ὁποῖαι ἐπέστρεψαν εἰς τὰς ἑστίας των, τί θὰ γείνουν; διότι ὅ,τι συμβαίνει τῷ 1876, θὰ συμβῇ καὶ τῷ 1877 καὶ τῷ 1878 καὶ οὕτω καθεξῆς, καὶ κατ’ ἔτος θὰ αὐξάνῃ ὁ ἀριθμός· καὶ ἐνῷ ἀπαιτοῦμεν πολὺν στρατὸν, τὸ πλεῖστον τῶν στρατιωτῶν δὲν θὰ γυμνάζεται καθόλου, διότι δὲν ἐννοῶ ὅτι ὁ ἔφεδρος δύναται νὰ γυμνασθῇ, ἐὰν δὲν προσέλθῃ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ πρότερον. Πῶς θὰ λυθῇ αὐτὸ τὸ πρόβλημα, ἐὰν δὲν ἀπαιτήσωμεν ὅλη ἡ σειρὰ νὰ γυμνάζεται; Αὐτὸ παρακαλῶ νὰ λύσουν οἱ στρατιωτικοί, διότι πρόκειται περὶ τοῦ σπουδαιοτέρου ζητήματος. Ὁ κ. Μαυρομιχάλης μάλιστα εἶπεν, ὅτι, ἀπέναντι τῶν γενικῶν στρατιωτικῶν συμφερόντων καὶ τῆς ὑπολήψεως ἑνὸς τόπου, οἱ οἰκονομικοὶ λόγοι πρέπει νὰ ὑποχωρήσουν· ἀλλὰ τὸ σύστημά του δὲν εἶναι σύμφωνον πρὸς τὰς ἰδέας του ταύτας.
§68Ν. ΣΟΥΤΣΟΣ. Θὰ περιορισθῶ εἰς τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα. Τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου ἅπαντες παραδεχόμεθα. Εἰς τὰς λεπτομερείας ὅμως ὑπάρχουσι πλημμελήματά τινα, δυνάμενα νὰ διορθωθῶσι διαρκούσης τῆς συζητήσεως· π. χ. τὸ νομοσχέδιον φέρει, ὅτι πᾶς Ἕλλην ὀφείλει νὰ ὑπηρετήσῃ, ἀλλ’ ἐὰν ὁ Ἕλλην τὸ γένος ᾖναι ὑπήκοος Τοῦρκος, ἐρωτῶ ὑμᾶς, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ὀφείλει νὰ ὑπηρετήσῃ; (Θόρυβος.)
§69Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὰ δὲν εἶναι τίποτε.
§70Ν. ΣΟΥΤΣΟΣ. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν κλήρωσιν, ἡ κλήρωσις εἶναι ἀναγκαία, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ὅτι θὰ γίνεται ὅπως γίνεται τὴν σήμερον. Ἡ διάταξις λέγει· «ἐκ τῶν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου κατατασσομένων ἐν τῷ στρατῷ νεοσυλλέκτων, διατηροῦνται πάντοτε ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ μόνον ἄνδρες ἰσάριθμοι πρὸς τοὺς καθ’ ἕκαστον ἔτος ὑπὸ τοῦ περὶ στρατιωτικῆς δυνάμεως ἐνιαυσίου νόμου ὁριζομένους». Ἐκ τούτου προδήλως παρέπεται, ὅτι, κατατασσομένης ἐν τῷ στρατῷ ὁλοκλήρου τῆς ἀπογραφῆς τοῦ ἔτους, δὲν δύνανται νὰ μένωσι πάντες ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, καθόσον τότε κατὰ πολὺ θέλει γείνει ὑπέρβασις τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένης δυνάμεως· προδήλως ὅθεν, μετὰ τὴν μονοετῆ γενικὴν δι’ ἅπαντας ἐκγύμνασιν, μέρος θὰ ἐπανέρχεται οἴκαδε, ἵνα ἀποτελέσῃ τὴν ἐφεδρείαν. Ἡ κλήρωσις θέλει χρησιμεύσει ἵνα ὑποδείξῃ τοὺς μέλλοντας νὰ ὑπηρετήσωσι τριετῆ θητείαν καὶ τοὺς μέλλοντας νὰ ἐκγυμνασθῶσιν ἓν ἔτος μόνον. Οἱ πρῶτοι λαχόντες θέλουσιν ὑποβληθῇ εἰς τὴν πρώτην ὑποχρέωσιν, οἱ τελευταῖοι εἰς τὴν μονοετῆ ἐκγύμνασιν. Καὶ ἰδοὺ διὰ ποῖον λόγον εἶναι ἡ κλήρωσις ἀναγκαία.
§71Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους ἀπολύουν ἀπὸ τὸν στρατόν· θὰ παραδεχθῶμεν λοιπὸν τὸ σύστημα τῆς κληρώσεως, ἀλλὰ θέλω νὰ μάθω πῶς θὰ τὸν ἔχωμεν τὸν στρατιώτην, καὶ ὕστερα....
§72ΣΟΥΤΣΟΣ. Διαβάσατε τὸν ὀργανισμὸν καὶ θέλετε ἐννοήσει εὐκόλως τὸ πρᾶγμα. Ἐὰν κατὰ τὴν πρώτην ἀπογραφὴν ὁ ἀριθμὸς τῶν μελλόντων νὰ καταταχθῶσιν εἶναι 6,000, θέλουσιν ἀμέσως ἀπολυθῆ οἱ διανύσαντες τὴν τριετῆ θητείαν· κατὰ τὸ δεύτερον ἔτος, κατόπιν τῆς νέας κατατάξεως τῶν 6,000, θέλουσι κατὰ πρῶτον ἀπολυθῆ καὶ πάλιν οἱ διανύσαντες τὴν τριετῆ θητείαν, κατόπιν δὲ καὶ ἐκ τῆς μονοετοῦς ὑπηρεσίας ὅσοι ἀπαιτοῦνται κατὰ τὸν ἐνιαύσιον περὶ στρατιωτικῆς δυνάμεως νόμον. Ὅστις λοιπὸν εἶναι κατεταγμένος σήμερον θὰ διανύσῃ τὴν ὑποχρέωσιν αὐτοῦ, ἐκ δὲ τῶν μελλόντων νὰ καταταχθῶσι κατὰ τὸν νέον στρατολογικὸν νόμον, μέρος θέλει ὑπηρετεῖ ἐπὶ τριετίαν καὶ μέρος ἐπὶ ἓν ἔτος, ἡ δὲ κλήρωσις θέλει ὁρίζει καὶ τοὺς πρώτους καὶ τοὺς δευτέρους, ἐννοεῖται δὲ ὅτι εἰς μονοετῆ ὑπηρεσίαν ὑποβληθήσονται οἱ λαχόντες τῶν τελευταίων ἀριθμῶν. Ἐκτὸς τούτου, κύριοι, ὑπάρχει εἰς τὸ νομοσχέδιον διάταξις ὑπὸ τὸ ἄρθρον 49 περὶ ἀναθεωρητικοῦ συμβουλίου, περὶ τοῦ ὁποίου τοιαύτη διάταξις δὲν ὑπάρχει· ὥστε ἢ πρέπει νὰ λείψῃ, ἢ πρέπει νὰ προσδιορισθῇ. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι πρέπει νὰ σχηματισθῇ τριμελὴς ἐπιτροπὴ, ἥτις νὰ κάμῃ τὰς παρατηρήσεις της καὶ νὰ τὰς φέρῃ, διότι τοιοῦτον νομοσχέδιον εἶναι ἀδύνατον νὰ συζητηθῇ ἄρθρον πρὸς ἄρθρον. Πρόκειται περὶ τοῦ φόρου τοῦ αἵματος, ὅστις δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἐπιβληθῇ οὕτως ἀπροσέκτως. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀναπόφευκτος ἀνάγκη νὰ συστηθῇ ἡ τριμελὴς ἐπιτροπὴ, ἥτις νὰ ἐργασθῇ καὶ ἐντὸς ὀλίγου νὰ φέρῃ τὰς παρατηρήσεις της εἰς τὴν Βουλήν.
§73ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Τὸ παρὸν νομοσχέδιον, κύριοι, δὲν εἶναι ἢ ἐκεῖνο τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πέρυσιν ὑπεβλήθη, διαφέρει δὲ μόνον ὡς πρὸς τὴν κλήρωσιν, καὶ ἐπράξαμεν τοῦτο, διότι ἐνομίσαμεν, ὅτι πρέπει ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἀνεξαιρέτως νὰ ὑπηρετήσωσι. Τοὺς πόρους τοῦ ἔθνους δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ τοὺς ὑποδείξω ἐγὼ, τοὺς γνωρίζετε. Ἐνομίσαμεν καλὸν, ὅτι οὐδεὶς Ἕλλην πρέπει νὰ ἐκφύγῃ τὸν στρατὸν, ὅτι πρέπει νὰ ὑπηρετήσῃ τοὐλάχιστον 1½ ἔτος. Μέχρι τοῦδε ὁ στρατὸς συνίσταται ἀπὸ 12,000. Οἱ νεοσύλλεκτοι, οἱ ὁποῖοι θὰ προσέρχωνται, ἤτοι ἡ ἡλικία, ἡ ὁποία εἶναι προωρισμένη νὰ λάβῃ αὐτὸ τὸ βάρος, εἶναι 6–7,000· μάλιστα ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τοὺς μαθητὰς καὶ τὰς ἐξαιρέσεις, θὰ ἴδητε ὅτι μόλις 5½ 000 θὰ ἦναι, καὶ ἴσως τὰ πρῶτα ἔτη δὲν θὰ τὰς φθάσουν. Τώρα τί θὰ κάμῃ αὐτὴ ἡ πρώτη ἡλικία; θὰ καταλάβῃ τὴν τάξιν ἐκείνων τῶν στρατιωτῶν, οἵτινες θὰ φύγουν. Δὲν ἠθελήσαμεν νὰ δεχθῶμεν τὴν κλήρωσιν, διότι τότε θὰ μείνῃ μέρος πολιτῶν ἀγύμναστον.
§74ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Τὸ μέγα ζήτημα εἶναι τοῦτο, νὰ μὴ ἐξαιρεθῇ κανεὶς, ἀλλὰ ὅλοι οἱ Ἕλληνες νὰ ὑπάγωνται εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ὑπηρεσίας, ἐπειδὴ δὲ θὰ ἔχωμεν 12,000, θὰ λάβωμεν μόνον ἀνάγκην ἀπὸ 5,000· θὰ μείνουν εἰς τὸν στρατὸν 5,000, αἱ δὲ 5,000 θὰ γυμνασθῶσι. Ὁ κύριος Σοῦτσος· εἶπε πᾶς Ἕλλην, ἀλλὰ διὰ νὰ ἦναι Ἕλλην, πρέπει καὶ νὰ ὑπηρετήσῃ· κατὰ λάθος ἐσημειώθη τὸ ἀναθεωρητικὸν συμβούλιον, ἀλλ’ αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ διορθωθῇ. Ἐθέσαμεν τὴν λέξιν ἔφεδροι, διότι πῶς εἶναι δυνατὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζει τὸν στρατιωτικὸν νόμον, νὰ τὸν ὑποβάλωμεν εἰς αὐτόν; Ἐπειδὴ δὲ ἔχομεν ἤδη τὴν ἔκτακτον περίστασιν, διὰ τοῦτο ἐθεωρήσαμεν, ὅτι εἶναι πολὺ ἄδικον νὰ τοὺς ὑποβάλωμεν εἰς αὐτὸν τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζουν, διότι εἰς τὴν Ἑλλάδα, διὰ νὰ καταδικασθῇ τις, πρέπει ν’ ἀποδειχθῇ ὅτι ὁ ἐπιλοχίας τῷ ἀνέγνωσε τὸν στρατιωτικὸν νόμον. Λοιπὸν ἠθελήσαμεν προσωρινῶς νὰ οἰκονομήσωμεν τὴν ἔκτακτον περίστασιν, διὰ τῆς ἐκτάκτου ταύτης πράξεως.
§75Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι ἔκτακτος ἡ στρατολογία. Ὁ νόμος αὐτὸς θὰ ἦναι ὅστις θὰ διέπῃ τὸν στρατὸν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι εἰς τὰ καθέκαστα· λοιπὸν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§76ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Καὶ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν δυσκολίαν.
§77ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ νόμος δὲν πραγματεύεται περὶ στρατολογίας, ἀλλὰ καὶ περὶ ναυτολογίας· τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶναι κατακριτέον πλειότερον, εἶναι τὸ δεύτερον. Αὐτὸ τὸ σύστημα τῆς ναυτολογίας δὲν εἶναι τὸ κατάλληλον, καὶ τὸ ἐννοεῖτε καὶ σεῖς, ὅσοι εἶσθε ναυτικοί· τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς ναυτολογίας εἶναι τὸ χειρότερον, ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν εἶναι παρών.
§78Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, εἰπόντος ὅτι παρεδέχθη διὰ τὸν ἔκτακτον ὀργανισμὸν τῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους τὸν ὅρον, ὅτι ὁ ἔφεδρος νὰ μὴ ὑπάγηται εἰς τὴν Στρατιωτικὴν ποινικὴν νομοθεσίαν, διότι, πρὶν τῷ ἀναγνωσθῇ ὁ ποινικὸς νόμος καὶ πρὶν ἢ γνωρίσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του, νὰ τῷ ἐπιβάλωμεν ποινὰς, εἶναι πολὺ ἄδικον. Διαφωνεῖ οὐσιωδῶς καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑποσχεθεὶς νὰ τροποποιήσῃ τὴν διάταξιν αὐτὴν, διότι ἡ προχθεσινὴ μακρὰ συζήτησις ἀπέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τὸ μέλλον νὰ φέρῃ τις ὅπλον, ἐὰν δὲν ὑπόκηται εἰς τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρωτίστη ἰδέα, διὰ τῆς ὁποίας θὰ συνταχθῇ ὁ τόπος στρατιωτικῶς· οὐδεὶς εἰς τὸ μέλλον θὰ δύναται νὰ φέρῃ ὅπλον, χωρὶς νὰ ὑπάγηται εἰς τὸν στρατιωτικὸν νόμον, εἴτε ἔκτακτος εἶναι ἡ περίστασις, εἴτε τακτική. Ἡ τοιαύτη διάταξις εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τοὺς φέροντας ὅπλα· δὲν εἶναι δὲ ἐπιτετραμμένον σήμερον νὰ φέρῃ ὁ πολίτης ὅπλον, νὰ ἔχῃ τοιοῦτον προνόμιον καὶ τοιαύτην δύναμιν, χωρὶς νὰ φέρῃ καὶ τὴν ἀνάλογον ὑποχρέωσιν. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀνεπτύξατε εἰς τὰς ἐκτάκτους παρασκευὰς, καὶ τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἀπήλειψε τὴν κλήρωσιν, ἔχει ἰδέας χαλαράς· ὁ νόμος περὶ παρασκευῶν δίδει τὸ δικαίωμα νὰ φέρωσιν ὅπλα, καὶ ἐν τούτοις τοὺς ὑπάγει εἰς τὰ εἰρηνοδικεῖα, ἀρχὴ ἀπάδουσα πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἐὰν θέλωμεν νὰ συντάξωμεν τὸν τόπον στρατιωτικῶς, πρέπει νὰ ὑποβληθῶσι τὰ ἄτομα εἰς τὴν ὑποχρέωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑποβάλλονται ὅλοι οἱ πολῖται τῶν ἄλλων Κρατῶν· δὲν πρέπει νὰ παρουσιάζωμεν ἀριθμὸν καὶ νὰ λέγωμεν ὅτι ἔχομεν ἐφεδρείαν 100,000 ἢ 200,000, νὰ καλύπτωμεν διὰ ψεύδους τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἐκ τούτου νὰ παρασυρθῶμεν εἰς καταστροφήν· πρέπει νὰ εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν καὶ ν’ ἀναγράψωμεν στρατὸν πραγματικόν. Τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου, ἐν ᾧ ἀναγνωρίζει τὴν θητείαν τριετῆ, ἥτις εἶναι ἀνεπαρκὴς διὰ τοὺς ἄλλους στρατοὺς, διότι ὁ Γάλλος στρατιώτης ὑποχρεοῦται εἰς πενταετῆ θητείαν μολονότι ἔχει ὅλα τὰ μέσα, παραδέχεται ὅτι ὁ Ἕλλην ἀσκεῖται περισσότερον καὶ εἶναι λίαν εὐκολώτερος πρὸς τὴν στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν· ἀλλὰ διὰ τοῦ προτεινομένου ὅρου τῆς μὴ κληρώσεως, ἡ θητεία δὲν εἶναι τριετὴς, ἀλλὰ διετής. Διὰ τοῦτο καὶ πρὸς ἐκεῖνο τὸ νομοσχέδιον καὶ πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν διαφωνῶ· δὲν ἐζήτησα νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν μου τὰς ἐξαιρέσεις, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν ἦναι πολὺ πλειότεραι ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον εἰς τὸ παλαιὸν, διότι ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὰ καθέκαστα νὰ λάβω τὸν λόγον.
§79ΦΙΛΗΜΩΝ. Παρακαλῶ τὴν κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις συνέταξε τὸν νόμον περὶ στρατολογίας, διότι αὕτη θὰ μᾶς φωτίσῃ, καθόσον ἡ ἐπιτροπὴ, καθὼς ἔμαθα, δικαιολογεῖ ὅλας τὰς πράξεις της.
§80ΤΙΝΕΣ. Ὑπεβλήθη εἰς τὸ περυσινὸν νομοσχέδιον.
§81ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρῶτον τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, δὲν τὸ ἔθεσεν ἡ ἐπιτροπή· τὴν τροποποίησιν τὴν ἐκάμαμεν ἡμεῖς, ἑπομένως ἡμεῖς ὑποχρεούμεθα νὰ δικαιολογήσωμεν τὴν τροποποίησιν αὐτὴν καὶ νὰ εἴπωμεν τοὺς λόγους, οἵτινες μᾶς ἔπεισαν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἀπόψε, καλῶς· ἄλλως ἐπιφυλασσόμεθα.
§82Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, μὲ συγχωρεῖτε, μὲ ὅλον τὸ σέβας ὅπερ τρέφομεν πρὸς τὸν πρόεδρον, ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἰσέτι δὲν παρεδέχθη, καὶ ὅλαι αἱ συζητήσεις περιστρέφονται εἰς τὰ καθέκαστα.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύττεται ἡ συζήτησις περαιωμένη. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῆς παραδοχῆς τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου;
§84ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. Κατόπιν ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐγένοντο παραδεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς ά ἀνάγνωσιν.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον ἔχομεν τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 5 καὶ ¼ μ. μ.)