Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Ζ · Σύνοδος Β› Συνεδρίαση 29

1876.11.10

1.837 στίχοι · 14.750 λέξεις · 1 πίνακας · 134 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1876.11.10
Προεδρεία
Θ. Α. ΖΑΪΜΗ
Περίοδος
Ζ
Σύνοδος
Β
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΤΟΜΟΣ Α (1877)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 29

τῆς 10 Νοεμβρίου 1876.

(Τετάρτη.)

Κατέχει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κύριος Τσαμαδός.

Ὥρα 2 μ. μ.

Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.

§1ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, συμμορφούμενος πρὸς τὴν ἐκφρασθεῖσαν ἐν τῇ Βουλῇ γνώμην, ἡτοίμασα μερικὰς τροποποιήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ χθὲς συζητηθέντος, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φθάσωσιν εἰς πέρας σήμερον, διότι πρόκειται νὰ ἐπιθεωρηθοῦν καὶ νὰ διορθωθοῦν τὰ λοιπά. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὸ ἀναβάλῃ διὰ σήμερον καὶ νὰ συζητήσῃ ἄλλα νομοσχέδια· ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, παρακαλῶ νὰ τεθῇ τὸ τρίτον ἀντὶ τοῦ δευτέρου.

§2Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων τῆς ἐπαρχίας Πυλίας μοὶ ἀπέστειλαν ἀναφοράν, τὴν ὁποίαν καταθέτω εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ἐπ’ αὐτῆς ἐνεργηθῶσι τὰ νόμιμα.

§3ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸ προεδρεῖον, ὅταν λάβῃ ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τὰς τροπολογίας, νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ τὰς τυπώσῃ καὶ νὰ τὰς διανείμῃ.

§4ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Λυποῦμαι ὅτι δὲν εἶναι παρὼν ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῆς ἐπαρχίας Πυλίας, παρατηρῶ ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ ἐθνικοϊδιοκτήτων κτημάτων ἔφερε δυσκολίας τινάς, αἱ ὁποῖαι εἶναι καλὸν νὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Εἰς πολλὰς ἐπαρχίας παρετηρήθη τὸ κακὸν αὐτὸ, ὅτι μέγα πλῆθος κατόχων ἐθνικῶν γαιῶν, οἵτινες δὲν συνεμορφώθησαν μὲ τοὺς νόμους αὐτοὺς μόνον δι’ ἔλλειψιν χρημάτων, πρόκειται νὰ ἀποξενωθοῦν ἀπὸ κατοχὰς, τὰς ὁποίας πρὸ ἐτῶν πολλῶν καὶ ἐκεῖνοι καὶ οἱ πατέρες των εἶχον· τοῦτο πιστεύω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ διορθωθῇ. Σημειώσατε δὲ, ὅπως ὀρθῶς μοὶ παρατηρεῖ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων, ὅτι ἔγειναν καὶ φόνοι ἕνεκα τούτου. Δεύτερον, μεγάλαι ἐκτάσεις γαιῶν, ὅπως γνωρίζετε, χρησιμεύουν διὰ τὴν βοσκὴν τῶν ποιμνίων· ἐντὸς αὐτῶν ὑπάρχουν μερικὰ τεμάχια χρήσιμα εἰς καλλιέργειαν. Αὐτὰ ἐδηλώθησαν, καὶ οὕτω ὁλόκληρος ὁ λειμὼν καθίσταται ἄνευ ὠφελείας. Ὑποθέσατε λειμῶνα χιλιάδων στρεμμάτων περιέχοντα ἔκτασιν γαιῶν καλλιεργησίμων 100 στρεμμάτων· ἐδηλώθησαν αἱ γαῖαι αὗται καὶ ὅλος ὁ λειμὼν καθίσταται ἄχρηστος. Προτείνω λοιπὸν, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐξαιρεθῶσιν αἱ γαῖαι, αἱ ὁποῖαι χρησιμεύουν ὡς λειμῶνες, διότι ἄλλως ἡ κτηνοτροφία θὰ καταστραφῇ. Πιστεύω, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν αὐτὰ καὶ θὰ φέρῃ τὴν δέουσαν θεραπείαν.

§5ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ νόμος τῶν δηλώσεων ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς πολλὰς καταχρήσεις. Ἡ πρακτικὴ ἔδειξεν ὅτι δὲν ἐφηρμόσθη εἰλικρινῶς, καὶ κατὰ συνέπειαν πολλοὶ ἐπροσπάθησαν νὰ ὠφεληθῶσι, καὶ παραμορφόντες τὸν νόμον, νὰ ζημιώσουν καὶ τὸ δημόσιον καὶ τοὺς ἰδιοκτήτας. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συγκεντρώσῃ τὰ δεδομένα, τὰ ὁποῖα ἔχει ὑπ’ ὄψιν, καὶ νὰ καταρτίσῃ ἓν νομοσχέδιον, ὥστε νὰ προλάβωμεν αὐτὰ τὰ ἀδικήματα.

§6ΖΩΧΙΟΣ. Πρό τινων μηνῶν οἱ ἀδελφοὶ Πεταλᾶ κατῆλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἔφερον ἀτμοκίνητα, διὰ τῶν ὁποίων ἠθέλησαν νὰ ἐπιχειρήσουν τοὺς περίπλους τῆς Πελοποννήσου. Ἡ Κυβέρνησις ἀντέστη, ἐζήτησε δ’ ἐγγύησιν παρὰ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, φοβουμένη μήπως ἡ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία τὴν καταδιώξῃ καὶ ὑποπέσῃ εἰς ζημίας. Προσέφερον ἐγγύησιν αὐτὰ τὰ ἀτμοκίνητα· καὶ κατ’ ἀρχὰς ἐφάνη ὅτι ἡ Κυβέρνησις τὸ δέχεται, μετὰ ταῦτα ὅμως ἀπεποιήθη καὶ ἐζήτησε χρηματικὴν ἐγγύησιν. Τότε προσέφερον ἐγγύησιν 200,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις οὔτε αὐτὸ ἐδέχθη. Φαίνεται δὲ ἐκ τῶν νόμων ὅτι τὸ προνόμιον τῆς ἑταιρίας ἤδη ἔληξε, διότι κατ’ ἀρχὰς εἶχε δοθῆ προνόμιον διὰ 12 ἔτη. Αὐτὰ εἶχον παρέλθει καὶ σιωπηλῶς ἡ ἑταιρία εἰργάζετο. Κατὰ τὸ 1871 ἔγεινε νέα σύμβασις, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ προνόμιον αὐτὸ παρατείνεται μέχρι τοῦ τέλους τῆς ζωῆς τῆς ἑταιρίας. Ἡ ἑταιρία ἔλαβεν ὑπόστασιν κατὰ τὴν 28 Ὀκτωβρίου 1856· λοιπὸν τότε ἤδη αὕτη ἀπέθανε, σήμερον δὲ νομίζω ἡ κυβέρνησις εἶναι πάντη ἐλευθέρα, ὑπάρχει δὲ καὶ ἐπίσημον ἔγγραφον τοῦ διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων, διὰ τοῦ ὁποίου βεβαιοῦται ὅτι ἡ ἑταιρία ὑφίσταται μέχρι τοῦ Ἰουνίου.

§7ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Τοῦ Ἰουνίου 1877.

§8ΖΩΧΙΟΣ. Τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐγκρίνει τὸ καταστατικόν, ἐξεδόθη τὴν 28 Ὀκτωβρίου 1856· μέχρι 1876 εἶναι 20 ἔτη. Τὸ ἔγγραφον αὐτὸ τοῦ διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων λέγει, ὅτι ἡ ἑταιρία ἔχει ἀποκλειστικὸν προνόμιον μέχρι τέλους τοῦ προσεχοῦς Ἰουνίου, καὶ γράφει τὸν Ἰανουάριον 1876. Ἐδῶ ἐπισυνάπτω καὶ ἀναφορὰς διαφόρων ἐμπόρων, οἱ ὁποῖοι συνηγοροῦν ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν Πεταλᾶ, διότι πρόκειται νὰ ἐλαττωθοῦν οἱ ναῦλοι κατὰ 35%. Ἐπειδὴ δὲ ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε νέαν σύμβασιν χθές, ἐγὼ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ ἀκούσητε μίαν ἡμέραν, διότι θὰ συνδέσω τὸ ζήτημα αὐτὸ μετὰ τῶν παρασκευῶν.

§9Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐλεύθερος ὁ συναγωνισμός.

§10ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Θὰ εἴπω δύω λέξεις. Ἡμεῖς συνηγοροῦμεν καὶ εἴμεθα πρὸ πάντων ὑπὲρ τῆς νέας αὐτῆς ἑταιρίας τοῦ Πεταλᾶ. Ὅταν ὁ Πεταλᾶς παρουσιάσθη εἰς ἡμᾶς, μετ’ εὐχαριστήσεως τὸν ἐδέχθημεν, καὶ ἐγὼ μάλιστα τὸν ἐνεψύχωσα. Ἔκαμε τὴν αἴτησιν ὁ ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, ὅτι ὀφείλομεν νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν αὐτῷ, διότι συνεπεία τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία ἴσχυε καὶ ἰσχύει ἀκόμη, εἴμεθα ὑπόχρεοι πρὸς ἀποζημίωσιν. Συνεκαλέσαμεν δικηγορικὸν συμβούλιον, καὶ, μετὰ διαφόρους καὶ ἐκτεταμένας συζητήσεις, συνεφώνησαν ὅλοι, ὅτι τῳόντι ἐὰν συνοδεύωμεν τὰ ἀτμόπλοια μὲ τὰ λιμενικὰ ἔγγραφα, παραβιάζομεν τὸν νόμον καὶ δίδομεν δικαίωμα πρὸς ἀποζημίωσιν.

§11ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Αἰωνίως αὐτό;

§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐνόσῳ ὑπάρχει ἡ σύμβασις. Ἐγὼ καὶ μόλα ταῦτα ἤθελον νὰ εὕρω διέξοδον, διὰ νὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν ἡ συγκοινωνία δι’ αὐτῶν τῶν ἀτμοπλοίων, καὶ τότε ἐπροτείναμεν, ἐὰν δὲν ᾖναι δυνατὸν νὰ ἀσφαλισθῶμεν ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον καὶ ἐὰν ἔχωμεν ἔπειτα δικαστήρια καὶ καταδικασθῶμεν, νὰ ἤμεθα ἀσφαλεῖς. Καὶ τῳόντι, κατ’ ἀρχὰς ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς μᾶς παρουσίασε πρὸς ἀσφάλειαν τὰ πλοῖα, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἦτο ἀσφάλεια. Μετὰ ταῦτα ἐπρότεινεν ἄλλην ἐγγύησιν, ἀλλ’ ἐγγύησιν προσωπικὴν ἐκ μέρους του, τὴν ὁποίαν δὲν ἠμπορούσαμεν νὰ δεχθῶμεν. Ἰδοὺ διατὶ δὲν ἠμπορούσαμεν νὰ πραγματοποιήσωμεν ὅ,τι ἐπρότεινεν αὐτὸς καὶ ὅ,τι ἐπεθυμοῦμεν καὶ ἡμεῖς. Διὰ τοῦτο διετάξαμεν τὰς ἀρχὰς νὰ μὴ δίδουν τὰ ἀναγκαῖα ἔγγραφα. Καὶ τὸ ζήτημα τῆς προθεσμίας ἐξητάσθη, καὶ ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας συνελέξαμεν τότε ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, εὑρέθη ὅτι ἡ προθεσμία λήγει τὸν Ἰούλιον τοῦ 1877.

§13ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. 7 Ἰουλίου 1877.

§14ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ τοῦτο περιμένομεν ἕως οὗ δεχθῇ ἡ Βουλὴ τὴν σύμβασιν. Ἑπομένως τὸ ζήτημα περὶ οὗ πρόκειται θὰ λυθῇ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν καὶ θὰ λείψῃ αὐτὸ τὸ παράπονον.

§15ΖΩΧΙΟΣ. Εὔχομαι νὰ ᾖναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ ἑταιρία ἔχει δικαίωμα μέχρι τοῦ ἐρχομένου Ἰουλίου.

§16ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Αὐτὸ ἀναφέρεται εἰς τὸ καταστατικόν. Ἄρχεται τὸ εἰκοσαετὲς προνόμιον ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἄρχεται ὁ πρῶτος πλοῦς, τὸ δὲ «Πανελλήνιον» ἔκαμε τὸν πρῶτον πλοῦν τὴν 7 Ἰουλίου 1857.

§17ΖΩΧΙΟΣ. Καλὰ, τὸ δέχομαι καὶ μᾶς συμφέρει, διότι ἔχομεν ὀκτὼ μῆνας ἀκόμη πρὸ ἡμῶν, καὶ ἐντὸς ὀκτὼ μηνῶν ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν 10 ἀτμοκίνητα. Καὶ ἂν ἡ ἑταιρία θέλῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον της, ἔχει καλῶς· ἐὰν ὅμως θέλῃ νὰ μᾶς ἀπειλήσῃ, τότε δὲν ἔχομεν ἀνάγκην αὐτῆς, καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶναι εἰς κατάστασιν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ ἑτοιμάσῃ δέκα ἀτμοκίνητα.

§18Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀληθῶς.

§19ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Θὰ τὸ συζητήσωμεν.

§20ΖΩΧΙΟΣ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ᾖναι εἰς κατάστασιν ἕως τότε νὰ ἑτοιμάσῃ μίαν ἑταιρίαν, τότε νὰ τὴν πνίξωμεν. Τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλοῦν· σοὶ δίδω 40,000,000, δὲν ἠμπορεῖς νὰ κάμῃς τὴν συγκοινωνίαν τῆς Ἑλλάδος, καὶ θέλεις τὴν Κωνσταντινούπολιν; Πρέπει λοιπὸν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ κατασκευάσωμεν δέκα ἀτμοκίνητα· καὶ ὁ κ. Μπούμπουλης ἐὰν ἦτο ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καὶ ὁ κ. Θεοχάρης, θὰ τὰ ἔκαμνε, καὶ ὁ ὑπάρχων ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν θὰ τὰ κάμῃ.

§21ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Χθὲς, κύριοι, ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ὑπέβαλε δύω συμβάσεις, μίαν περὶ ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας καὶ μίαν περὶ φάρων καὶ φανῶν. Ἡ μία εἶναι μετὰ τῆς παρούσης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, ἡ δὲ ἑτέρα μεθ’ ἑνὸς Γάλλου, ὅστις συνῆψε σύμβασιν μετὰ τῆς Τουρκίας καὶ κατεσκεύασε καὶ διατηρεῖ μέχρι τοῦδε τοὺς φανούς. Ἀμφότεραι αἱ συμβάσεις εἶναι σπουδαιόταται, διότι διὰ τῆς μὲν ὑποβάλλεται τὸ δημόσιον εἰς 500,000 δραχμῶν δαπάνην, διὰ δὲ τῆς ἄλλης ζητοῦνται διὰ νέων φόρων 500,000 ἀπὸ τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ σταλῶσιν εἰς τὰς οἰκείας ἐπιτροπὰς αἱ συμβάσεις, καὶ οἱ κύριοι ὑπουργοὶ τῶν Ναυτικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλουν τὰ ἑξῆς ἔγγραφα. (Καταθέτει κατάλογον εἰς τὸ Προεδρεῖον.) Κύριοι, ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ζητῶ, θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς φάρους καὶ φανοὺς ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι ὅλως διόλου ἐπιζήμιος καὶ περιττὴ διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἐλπίζω δὲ ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ θὰ μᾶς ὑποβάλουν ἐκθέσεις λεπτομερεῖς, διὰ νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ ποίων ἀντικειμένων ψηφίζει.

§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ προεδρεῖον κατετέθη ἀναφορὰ τοῦ ἰατροῦ Σοκόλη, ὁ ὁποῖος ζητεῖ τὴν πρὸς αὐτὸν παραχώρησιν τῶν ἰαματικῶν ὑδάτων Κυλλήνης.

§23Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, διότι ἔχομεν καὶ ἄλλην διάφορον.

§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Εἶναι ἡ πρώτη ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συνομολογήσεως δανείου διὰ τὴν ἔκτακτον στρατολογίαν. Τίς ζητεῖ τὸν λόγον;

§25ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅλα αὐτὰ τὰ νομοσχέδια, κύριε πρόεδρε, νομίζω ὅτι ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐσυζητήσαμεν χθὲς, διότι αἱ προμήθειαι καὶ κατὰ συνέπειαν τὰ δάνεια ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν, τὴν ὁποίαν θὰ ψηφίσωμεν, καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔκτασιν αὐτῆς, καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ποιότητα τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν. Ἐξ ἀμφοτέρων τούτων ἐξαρτᾶται τὸ ζήτημα: ὁποίας προμηθείας ἐφοδίων καὶ ὑλικοῦ θέλομεν ποιήσει καὶ ὁποῖα δάνεια πρὸς τοῦτο ὀφείλομεν νὰ συνομολογήσωμεν· μάλιστα συλλογίζομαι, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ δύω ἕτεραι δυσκολίαι. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι κατὰ τὰς συζητήσεις ἡμεῖς ὑπεστηρίξαμεν, ὅτι δὲν θέλομεν ποτὲ δώσει ψῆφον πρὸς ἐπιβολὴν νέων φόρων, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν οὗτοι καὶ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον πρόκειται νὰ εἰσπραχθῶσι, πρὶν ἢ γείνωσιν αἱ δέουσαι οἰκονομίαι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ κράτους. Παρατηρῶ δὲ ὅτι ἕκαστον τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι κατατεταγμένα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ εἰς τῶν ὁποίων τὴν συζήτησιν ἀρχίζομεν νὰ προβαίνωμεν ἤδη, περιέχει συγχρόνως καὶ τοὺς πόρους ἐξ ὧν θέλομεν προμηθευθῆ τὰ ἀπαιτούμενα χρήματα, διὰ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν δανείων. Αὐτοὶ δὲ οἱ πόροι εἶναι φόροι νέοι, καὶ εἶναι ἀδιάφορον ἂν εἰς τοῦτο μὲν τὸ νομοσχέδιον ᾖναι ἄλλος φόρος, εἰς ἐκεῖνο δὲ ἄλλος· πάντοτε φόρος εἶναι, ὁ ὁποῖος θέλει ληφθῆ ἐκ τῆς παραγωγῆς τοῦ Ἕλληνος φορολογουμένου. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ὑπάρχουν δύω δυσκολίαι διὰ νὰ προβῶμεν σπουδαίως εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν, ὄχι διὰ νὰ κάμωμεν ἁπλᾶς ἀναγνώσεις (διὰ νὰ γείνουν ἁπλαῖ ἀναγνώσεις δὲν ὑπάρχει ἐμπόδιον οὐδὲν), ἀλλὰ διὰ νὰ κάμωμεν σπουδαίαν συζήτησιν, ὑπάρχουν δύω ἐμπόδια. Πρῶτον ὅτι δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποφασίσωμεν ὁποῖα δάνεια πρέπει νὰ συνομολογηθῶσι, πρὶν ἀποφασίσωμεν ὁποίας δυνάμεις στρατιωτικὰς θέλομεν κατασκευάσει, τόσον κατὰ ποιὸν, ὅσον καὶ κατ’ ἔκτασιν· δευτέρα δυσκολία, ὅτι αὐτὰ τὰ ἴδια νομοσχέδια περιλαμβάνουσι νέους φόρους, καὶ ἡ ἀδιάσειστος ἡμῶν ἀπόφασις εἶναι νὰ μὴ προβῶμεν εἰς ψήφισιν φόρου οὐδεμίαν, ἂν προηγουμένως δὲν ἐξαντλήσωμεν ὅλας τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας καὶ πάντοτε μὲν, πρὸ πάντων δὲ αἱ νῦν περιστάσεις μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ κάμωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ κράτους. Ὑπαρχουσῶν δ’ αὐτῶν τῶν δυσκολιῶν, ἐρωτῶ, τίς ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ συζητήσῃ σπουδαίως τὰ προκείμενα νομοσχέδια; Δὲν κάμνω δὲ αὐτὴν τὴν παρατήρησιν διὰ νὰ ἐμποδίσω τὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς· κάμνω τὴν παρατήρησιν, μόνον διὰ νὰ δείξω, ὅτι ἡ ἐργασία αὕτη τῆς Βουλῆς, ἂν ἀποφασισθῇ νὰ γείνῃ, θὰ ᾖναι ἐργασία τυπικὴ, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ κάμῃ τυπικὴν ἐργασίαν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίῤῥησιν, ἐκτὸς ἂν ὑπάρξῃ ἄλλο τὸ φρόνημα αὐτῆς. Σημειώσατε ὅμως, ὅτι εἶναι πολὺ δύσκολον πρᾶγμα, πρὸ πάντων ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸ ζήτημα τῶν φόρων, νὰ εἴπωμεν τὸ ναὶ, ἔστω καὶ τυπικῶς, διότι, τὸ ἐπαναλέγω, ἡ ἀπόφασις ἡμῶν εἶναι ἀδιάσειστος ὡς πρὸς τοῦτο. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω.

§26ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον, τὸ περὶ στρατιωτικοῦ ταμείου ἰδίως, δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν πρὸς τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας ἐπρότεινεν ὁ κ. Δεληγεώργης· διότι αὐτὸ ἔχει σκοπὸν νὰ ἐξεύρῃ πόρους διαρκεῖς καὶ μονίμους, πρὸς πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν. Οἱ πόροι αὐτοὶ, κατὰ τὴν πεποίθησιν ἡμῶν, εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖοι καὶ ἂν πρόκηται νὰ παρασκευασθῶμεν κατεπειγόντως, καὶ ἂν πρόκηται νὰ παρασκευασθῶμεν τακτικῶς καὶ ἡσύχως, διότι, κατὰ τὴν πεποίθησιν ἡμῶν, ἡ προπαρασκευὴ τοῦ τόπου ἡ στρατιωτικὴ εἶναι ἀναπόφευκτος· πρέπει ἀναποφεύκτως νὰ γείνῃ, καὶ ἑπομένως ἀναποφεύκτως νὰ εὑρεθῶσι καὶ οἱ πόροι, οἱ ὁποῖοι νὰ δώσουν τὴν εὐκολίαν καὶ τὰ μέσα, πρὸς σύνταξιν τῆς πολιτείας στρατιωτικῶς. Ἑπομένως βλέπετε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν πρὸς τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Δεληγεώργη, διότι δὲν ἐξαρτᾶται ἡ τύχη αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἂν πρέπῃ κατεπειγόντως νὰ παρασκευασθῶμεν, ἢ τακτικῶς καὶ ὁμαλῶς. Τακτικῶς καὶ ὁμαλῶς βέβαια ὅλοι συμφωνοῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ παρασκευασθῶμεν· βεβαίως θὰ συμφωνῶμεν ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ τοὺς πόρους τῆς παρασκευῆς. Ὁ κ. Δεληγεώργης σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ σταθερὰ ἀπόφασίς του εἶναι νὰ μὴ ψηφίσῃ φόρους, ἂν δὲν κάμωμεν οἰκονομίας, τὰς ὁποίας νομίζει ἀναγκαίας. Δικαίωμά του εἶναι νὰ ψηφίσῃ ὅπως θέλει, ἀλλὰ τὴν πεποίθησίν του αὐτὴν δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὴν ἐπιβάλῃ καὶ εἰς ἡμᾶς· ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ἀνεξαρτήτως πάσης οἰκονομίας, ἀνεξαρτήτως παντὸς μέτρου, εἶναι ἀναποφεύκτως ἀναγκαία εἰς τὴν σύστασιν αὐτοῦ τοῦ ταμείου ἐπιβολὴ φόρων. Ἔχομεν πολλὰς καὶ μεγάλας ἀνάγκας· ἂν τῷ ὄντι ἠμποροῦμεν νὰ πληρώσωμεν τὰς ἀνάγκας αὐτὰς ἀπὸ τὰς οἰκονομίας τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἔχομεν στάδιον· εἰς πᾶσαν δὲ περίστασιν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς αὐτὰς τὰς ἀνάγκας ἢ δι’ ἐπιβολῆς φόρων. Παρεκτὸς τούτου νομίζω, ὅτι κατ’ οὐσίαν καὶ οὐχὶ κατὰ τύπον πρέπει νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις ἡ πρώτη καὶ ἡ δευτέρα, διότι κατ’ αὐτὴν τὴν ἀνάγνωσιν θὰ γείνουν ἴσως παρατηρήσεις καὶ ἐνστάσεις πολλαὶ, θὰ μελετηθῇ καλλίτερον τὸ ζήτημα, καὶ ἡ Βουλὴ οὐχὶ διὰ μιᾶς καὶ αἰφνηδίως νὰ ἠμπορῇ νὰ ἀποφασίσῃ ὅ,τι συμφερώτερον νομίζει, διότι, κύριοι, τὰ ζητήματα αὐτὰ ἡμεῖς τὰ θεωροῦμεν ὡς ζητήματα κοινὰ, γενικὰ, ἀφορῶντα εἰς ὅλους μας· διὰ τοῦτο ἐλπίζομεν καὶ ἐπιθυμοῦμεν καὶ θὰ παρακαλέσωμεν τὴν Βουλὴν νὰ τὸ συζητήσῃ ἐν πάσῃ ἀδελφικῇ συμπνοίᾳ καὶ ἐν πνεύματι ἀγαθότητος. Τὰ ζητήματα τὰ πολιτικὰ, κύριοι, ἔχομεν καιρὸν νὰ τὰ συζητήσωμεν, ἀλλὰ τὰ ζητήματα τὰ πολιτικὰ πρέπει νὰ ἦναι χωριστὰ ὅλως διόλου ἀπὸ τὸ ζήτημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι εἶναι ζήτημα τῆς πατρίδος. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι διόλου δὲν πρέπει νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις, διότι κατὰ τὰς συζητήσεις αὐτὰς δυνατὸν νὰ ἀνευρεθῶσι λόγοι, ἐνστάσεις καὶ διορθώσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν πρέπει εἰς τὴν στιγμὴν νὰ ἐπενεχθῶσι· διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ νομίζω, ὅτι θέλει ἀποφασίσει νὰ προβῇ ὅπως δήποτε εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου.

§27ΖΩΧΙΟΣ. Ἡ ἀντιπολίτευσις προχθὲς ἀπεδοκίμασεν ἐν ὅλῳ τὰ ὑπουργικὰ νομοσχέδια, καὶ τὰ ἀπεδοκίμασεν ἐν ὅλῳ, διότι καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀπῄτει ἐν ὅλῳ νὰ ἐπιψηφισθῶσι. Δὲν στέργει τὸ ἓν, καὶ νὰ παραιτηθῇ τοῦ ἄλλου. Ἢ ὅλα, ἢ οὐδέν. Ῥητῶς δὲ σᾶς εἶπεν ὁ πρωθυπουργός· «Ἰδοὺ τὸ σύστημα μας. Δὲν εἶναι νομοσχέδιον ἓν, δὲν εἶναι μία ἰδέα, ἀλλ’ εἶναι μία ἅλυσις ἰδεῶν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλομεν εἰς τὴν κρίσιν σας. Ἀπαιτοῦμεν δὲ μεγάλας θυσίας, ὄχι ἀπὸ ὑμᾶς, ἀλλ’ ἀπὸ τὸν λαόν.» Διὰ νὰ ἀπαιτήσῃς ὅμως ἀπὸ τὸν λαὸν μεγάλας θυσίας, πρέπει νὰ τὸν πείσῃς ὅτι ἐξήντλησες ὅλα τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἠδύνασο νὰ ἀρυσθῇς ἐκ τῆς ἐξουσίας σου, ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Πρέπει προσέτι νὰ τὸν πείσῃς, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῇ εἰς θυσίας, καὶ ὄχι εἰς θυσίας ἁπλᾶς, ἀλλ’ εἰς μεγάλας, διότι, κατὰ τὸ λέγειν τοῦ πρωθυπουργοῦ, πρόκειται νὰ κατορθώσωμεν σπουδαῖόν τι. Ἀλλ’ ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, προχθὲς ὁ πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπε· «θὰ κάμωμεν κάτι τι.» Ἀπὸ τὸ κάτι τι ὅμως ἕως εἰς τὸ σπουδαῖον χάσμα περικλείεται μέγα. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ συνεργασθῶμεν μετὰ τοῦ ὑπουργείου, μετὰ πλειονοψηφίας ἐν πάσῃ ἀδελφότητι, ἀλλὰ σκεφθέντες ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, ἀπεφάνθημεν ὅτι δὲν δυνάμεθα, διότι ἀποδοκιμάζομεν τὸ σύστημά σας. Μὴ ζητεῖτε λοιπὸν ἀπὸ ἡμᾶς νὰ δεχθῶμεν ἀρχὴν οὐδεμίαν, διότι πᾶσα ἀρχὴ σημαίνει σκοπόν. Θέλετε νὰ παρασκευασθῆτε, ἐπιβάλλοντες εἰς τὸν λαὸν μεγάλας θυσίας. Σᾶς εἶπον καὶ σᾶς τὸ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πρέπει νὰ τὸν πείσετε ἢ νὰ τὸν βιάσετε. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἔχετε τὴν δύναμιν νὰ τὸν βιάσετε, ὀφείλετε νὰ τὸν πείσετε. Διαφωνοῦμεν δὲ ἐν τοῖς κυρίοις, διότι ἡ μὲν ἀντιπολίτευσις ἰσχυρίζεται ὅτι ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ δυνάμεθα νὰ ἀντλήσωμεν ἀξιόλογόν τι ποσὸν, ἡ δὲ Κυβέρνησις λέγει ὅτι ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ πορισθῶμεν καὶ τὴν ἐλαχίστην οἰκονομίαν. Ἤδη δὲ πρόκειται περὶ παρασκευῶν· αὐτὸ δὲ εἶναι τὸ κύριόν μας θέμα, ὅλων δὲ τῶν νομοσχεδίων αἱ ἀρχαὶ ἀναφέρονται εἰς αὐτὰς, δι’ ἃς ἀπαιτοῦνται νὰ δαπανηθῶσι χρήματα πάμπολλα, ἐν ᾧ ὁ προϋπολογισμὸς παρουσιάζει ἔλλειμμα. Νομίζω δὲ, κύριε πρωθυπουργὲ καὶ κ. ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὅταν εἷς ὑπουργὸς ἀναβαίνῃ εἰς τὸ βῆμα καὶ λέγει ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς, ἤτοι τὰ τακτικὰ ἔξοδα παρουσιάζουν ἔλλειμμα, καὶ τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ εἶναι ἀνοικονόμητον, πρὶν παρασκευασθῇ δι’ ἄλλο τι, ὀφείλει νὰ κατορθώσῃ νὰ ἰσοῤῥοπήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ν’ ἀνοίξῃ τὰς πύλας τοῦ Κεντρικοῦ ταμείου.

§28ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰ εἴπαμεν ἑκατὸ φοραῖς αὐτά.

§29ΖΩΧΙΟΣ. Κύριοι, πρὶν ὑπουργὸς ἀναβῇ εἰς τὸ βῆμα καὶ εἴπῃ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἐπιδέχεται διόρθωσιν, δίδει τὴν παραίτησίν του. Παραιτηθῆτε, ἂν δὲν ἦσθε ἱκανοὶ, καὶ ἂς ἔλθουν ἄλλοι (ἱλαρότης). Ἀλλὰ σεῖς νὰ λύσετε τὸ ζήτημα δὲν δύνασθε, νὰ παραιτηθῆτε δὲν θέλετε. Τί λοιπὸν ποιητέον; Βλέπετε ὅτι μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται. Ἡμεῖς σᾶς λέγομεν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι παχὺς, σεῖς δὲ λέγετε ὅτι εἶναι ἰσχνὸς, ἰσχνότατος, καὶ ὅτι δὲν ἐπιδέχεται διόρθωσιν· χρεωστεῖ ὅμως καὶ ἡ Κυβέρνησις, χρεωστεῖ καὶ ἡ πλειονοψηφία ν’ ἀνοίξῃ τοῦ κεντρικοῦ ταμείου τὰς πύλας. Ἐὰν δὲ δὲν δύνασθε νὰ τὰς ἀνοίξετε, δὲν πρέπει νὰ μένετε ἐπὶ κεφαλῆς τῶν πραγμάτων. Πῶς θέλετε δὲ ν’ ἀποφασίσωμεν ἡμεῖς νὰ συμβιβασθῶμεν μεθ’ ὑμῶν, ἀφοῦ λέγομεν ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι παχὺς καὶ ὅτι ἐξ αὐτοῦ τοῦ πάχους δυνάμεθα ν’ ἀντλήσωμεν δυνάμεις, σεῖς δὲ λέγετε ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον; Σᾶς ἀναφέρω ἓν παράδειγμα, τὸ ἑξῆς. Ὑπάλληλος ἀνώτερος τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει δέκα βοηθούς. «Μοῦ ἀρκοῦν τέσσαρες, εἶπεν, ἂν μὲ ἀφήσουν νὰ τοὺς ἐκλέξω.» Ἐπιφέρω δὲ καὶ δεύτερον παράδειγμα. Ἐπὶ Κυβερνήτου ὑπῆρχον 94 δημόσια πλοῖα· πόσοι ὅμως ἦσαν οἱ ναυτικοὶ ὑπάλληλοι ἐν τῷ ὑπουργείῳ καὶ τῷ ναυστάθμῳ; ἕνδεκα. Πόσοι δὲ εἶναι τώρα; Ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος τῆς ἀρχῆς τοῦ Νομοσχεδίου. Ἐλάλησα δὲ κατ’ αὐτοῦ καὶ διὰ τῆς ψήφου μου τὸ ἐκήρυξα, καὶ σήμερον εἰς τὰ αὐτὰ ἐπιμένω· ἐπιμένω δὲ, διότι καθὼς πρὸ ὀλίγων στιγμῶν σᾶς εἶπον, διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπάρχοντος δύναται ἡ Κυβέρνησις, καλῶς πολιτευομένη, ἐντὸς δύω ἐτῶν νὰ ἔχῃ πολλὰ πράγματα ἕτοιμα. Εἰς μάτην ὅμως ἐπιμένομεν λαλοῦντες, σεῖς ἐκλείσατε καὶ τ’ αὐτιά σας, καὶ δὲν θέλετε ν’ ἀκούσητε.

§30ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σωστά.

§31ΖΩΧΙΟΣ. Σᾶς λέγω πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ τοῦτο, ὅτι οὐχὶ μόνος ἐγὼ, ἀλλὰ καὶ ὁ Μπούμπουλης θὰ ᾖναι εἰς κατάστασιν, ἂν τοῦ δώσετε 10 ὑπαλλήλους τῆς ἐκλογῆς του, νὰ κυβερνήσῃ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ἐπιμένω δὲ λέγων, ὅτι ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ δύνασθε πολλὰς δραχμὰς νὰ πορισθῆτε εἰς τὰ τυφλά· τί θέλετε περισσότερον; Θέλετε ὅμως νὰ ἐξοδεύετε καὶ ὁ λαὸς νὰ σᾶς δίδῃ, θέλετε νὰ σᾶς δώσῃ καὶ ἄλλα, ἐπειδὴ εἶναι μωρός. Ἐγὼ ὅμως δὲν δύναμαι νὰ τοῦ ἐπιβάλω φόρους, χωρὶς νὰ τὸν βεβαιώσω, ὅτι ἡ προσθήκη τοῦ βάρους εἶναι ἀπαραίτητος. Φαίνεται δὲ ὅτι ἡ συζήτησις εἶναι καὶ περιττὴ, διότι μᾶς εἴπατε, Τί ἐπαναλαμβάνετε τὰ αὐτά; ἐφωτίσθημεν. Ἐφωτίσθημεν ἔλεγον καὶ ἄλλοτε, ἀλλ’ εἰς ποῖον ἔληξαν τέλος οἱ ταῦτα εἰπόντες; Καὶ σεῖς μὲν ἴσως ἐφωτίσθητε, ἡμεῖς ὅμως θέλομεν νὰ φωτίσωμεν ἄλλους, καὶ θέλομεν νὰ πείσωμεν τοὺς ἐκλογεῖς μας ὅτι ἐξηντλήσαμεν ὅλας μας τὰς δυνάμεις, καὶ ὅτι δὲν ἐπιβάλλομεν εἰς αὐτοὺς φόρους, ἀλλ’ ὅτι ὑποκύπτομεν εἰς τὸ κράτος τῶν πολλῶν. Βεβαίως δὲ τὸ κράτος αὐτὸ δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἀποσείσωμεν, ἀλλὰ θὰ κάμωμεν ὅ,τι ἔκαμεν ὁ Σαμουήλ, ἤτοι καὶ ἡμεῖς θὰ ἐπιμείνωμεν διαμαρτυρόμενοι, καὶ δὲν θὰ παύσωμεν διαμαρτυρόμενοι καὶ λέγοντες ὅτι ὁ Κυβερνήτης ἐκυβέρνησε χωρὶς δανείων, ἐν ᾧ εὗρε τὴν Ἑλλάδα εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν.

§32ΑΝΤΥΠΑΣ. Εἶναι πενῆντα χρόνια ἀπὸ τότε· ἄλλοι οἱ καιροὶ ἐκεῖνοι.

§33ΖΩΧΙΟΣ. Ἄλλος ὁ ἀνὴρ ἐκεῖνος, αὐτὸ νὰ εἴπῃς, καὶ ἄλλοι ἦσαν οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι.

§34ΑΝΤΥΠΑΣ. Καὶ ἄλλαι αἱ ἀνάγκαι.

§35ΖΩΧΙΟΣ. Ἰδοὺ ἡ διαφορά. Ἐπειδὴ δὲ ὁμιλεῖτε περὶ ἀνδρῶν, σᾶς πληροφορῶ ὅτι ἐντὸς 40 ἡμερῶν ὁ μακαρίτης ὁ Σαχτούρης, ὁ ναύαρχος, κατεσκεύασε μίαν κορβέταν. Εἷς δὲ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν πρὸ τριῶν τεσσάρων ἐτῶν ἐντὸς ἓξ μηνῶν δὲν κατώρθωσε νὰ κατασκευάσῃ μίαν λέμβον. Ἐννοεῖτε τὴν διαφοράν;

§36ΑΝΤΥΠΑΣ. Μὰ ἡ τέχνη ἐκείνη εἶναι σὰν τὴν σημερινήν; ἕνα καράβι τότε τὸ ἔφτιανες εἰς ἕνα μῆνα.

§37ΖΩΧΙΟΣ. Τὸ λυπηρόν, κύριοι, εἶναι, ὅτι εἴμεθα ἀδιόρθωτοι, καὶ δὲν ἐπιδεχόμεθα διόρθωσιν. Ἐγὼ εἶπον ὅτι εἷς ἄνθρωπος ἐντὸς 40 ἡμερῶν κατεσκεύασε μίαν κορβέταν, ὁλόκληρον δὲ ὑπουργεῖον ἐντὸς 6 μηνῶν δὲν συνέπηξε οὐδὲ μίαν λέμβον, καὶ σοῦ λέγει ὅτι αὐτὸ πρέπει νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὴν διαφορὰν τῶν καιρῶν. Τί νὰ τῷ ἀποκριθῇς διὰ πράγματα τὰ ὁποῖα ἐντελῶς ἀγνοεῖ; Ἂν ἄλλο τι δὲν δυνάμεθα νὰ βεβαιώσωμεν, βεβαιοῦμεν ὅμως τοῦτο, ὅτι διὰ παντὸς τρόπου διαμαρτυρόμεθα καὶ ἐπιμένομεν ἐναντιούμενοι εἰς τὴν ἐπιβολὴν νέων φόρων, πρὶν ἢ ἐξετάσωμεν ἂν δυνάμεθα ἐκ τοῦ παχυτάτου προϋπολογισμοῦ μας ν’ ἀντλήσωμεν δυνάμεις.

§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει ἀνεπτύξαμεν τὰς ἰδέας ἡμῶν περὶ προσθέτου φορολογίας, καὶ ἐξ ὧν τότε εἴπομεν γινώσκετε, ὅτι φρονοῦμεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς ἐπιβολὴν νέων φόρων εἰμὴ μετὰ τὴν ἐπιτέλεσιν ἄλλων τινῶν ὑποχρεώσεων. Καὶ πρῶτον μὲν θεωροῦμεν, ὅτι πρὸ πάσης φορολογίας δέον νὰ ἐξετασθῇ ὁ προϋπολογισμὸς ἄρθρον πρὸς ἄρθρον, ἐδάφιον πρὸς ἐδάφιον, ἵνα ἴδωμεν ποίας οἰκονομίας δυνάμεθα νὰ φέρωμεν ἐπ’ αὐτοῦ, ὅπως αἱ οἰκονομίαι αὗται συντελέσωσιν εἰς τὸ ἔργον περὶ οὗ πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν. Ἐκτὸς δὲ τούτου εἴπομεν, ὅτι εἰς τὸ ἔργον τῆς φορολογίας φρονοῦμεν, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ διὰ τρόπου καταμεμερισμένου, διότι εἶναι ἄτοπον νὰ ἐπιβάλλωνται νέοι φόροι ἀσχέτως ὁ εἷς τοῦ ἄλλου· ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ πρῶτον νὰ ἐξετάσῃ ποῖον τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων, οὗ τινος ἔχομεν ἀνάγκην ἐτησίως καὶ ὅπερ διὰ φορολογίας πρόκειται νὰ καλυφθῇ, ἀφοῦ δ’ εὕρῃ τὸ ὅλον τοῦ ποσοῦ, τότε νὰ ἐξετάσῃ κατὰ τίνα τρόπον θέλει ἐξεύρει πόρους καὶ ποία ἔσεται ἡ διανομὴ οὐ μόνον τῶν νέων φόρων, ἀλλὰ καὶ τῶν παλαιῶν, διότι κατὰ τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν τότε ἐλάβομεν τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὑποβάλωμεν, ἀπαραίτητον εἶναι πρὸς ἐπιβολὴν νέων φόρων νὰ γείνῃ διανομὴ δικαιοτέρα τῶν ὑπαρχόντων, ὅπως δύνηται ὁ λαὸς νὰ φέρῃ τοὺς νέους φόρους εὐκολώτερον. Αὐτὴ ἦτο ἡ γνώμη, ἣν ἐξέφρασα ἐν τῇ πρώτῃ συζητήσει καὶ ἣν βεβαίως δὲν θέλω μεταβάλει μετὰ τὴν ἐναντίαν ψῆφον τῆς Βουλῆς, διότι αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς ἔχουσι κῦρος ὡς πρὸς τὰ ψηφιζόμενα μέτρα, εἶναι ὑποχρεωτικαὶ ἐντὸς τοῦ κύκλου τῆς συνταγματικῆς ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ οὐδὲν δύνανται νὰ ἔχωσι κῦρος ὡς πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως ἑκάστου βουλευτοῦ. Ὁσάκις θέλομεν ἐπιληφθῇ ψηφοφορίας ἢ συζητήσεως ἀντικειμένου σχετιζομένου πρὸς τὰ μέτρα ταῦτα, θέλω ἐξακολουθεῖ ἐπιμένων εἰς τὴν προτέραν γνώμην μου, ἄρα καὶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν νομοσχεδίων καθ’ ἓν ἕκαστον θέλω φέρει τὴν πεποίθησιν, ἣν ἀνέπτυξα καὶ ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει. Οὐδὲν, φρονῶ, μᾶς ἐμποδίζει νὰ μετάσχωμεν τῆς συζητήσεως ἀπὸ τῆς ἡμετέρας ἀπόψεως, καὶ ὅταν προηγουμένη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἀποδεικνύῃ ὅτι ἡ γνώμη ἡ ἡμετέρα δὲν εἶναι ἀσπαστὴ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν. Αὐτὴ, ἐν τῷ δικαιώματι τῆς πλειοψηφίας, θέλει κατὰ τὰς πεποιθήσεις αὐτῆς προβῆ εἰς τὴν ἀπόφασιν περὶ τῶν νομοσχεδίων, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς περὶ τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν θέλομεν ἐμμείνει εἰς τὴν πεποίθησιν, ἣν ἐξεφράσαμεν καὶ ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει, καὶ θέλομεν ψηφοφορήσει συμφώνως πρὸς τὴν πεποίθησιν ἐκείνην· δηλαδὴ δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν ὑπὲρ οἱουδήποτε φόρου, ἂν δὲν λάβωμεν γνῶσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἂν δὲν ὑποβάλωμεν αὐτὸν εἰς τὴν βάσανον, περὶ ἧς προανέφερον, ἂν δὲν ἐπισκοπήσωμεν ὅλον τὸ σύστημα τῆς φορολογίας καὶ ἂν δὲν μάθωμεν ὅλον τὸ ποσὸν τῶν προσθέτων ἀναγκῶν, καὶ ἂν δὲν προβῶμεν εἰς φορολογίαν γενικὴν, ἐπιφυλαττόμενοι κατόπιν νὰ διανείμωμεν τὴν νέαν ταύτην φορολογίαν μεταξὺ τῶν διαφόρων εἰδικῶν ταμείων, ἂν τοιαῦτα ταμεῖα θεωρηθῶσιν ἀναγκαῖα, ὅπως τοὐλάχιστον ὑφ’ ἡμῶν θεωροῦνται ἀναγκαῖα. Δὲν πιστεύω δὲ ὅτι εἶναι ἄσκοπον νὰ κατέλθωσιν εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες πρόκειται νὰ καταψηφίσωσιν ἐξ ἰδέας ἀπολύτου καὶ μὴ σχετιζομένης πρὸς αὐτὴν τὴν ἀξίαν τῶν κατὰ μέρος ζητημάτων· διότι ὑπάρχουσι προτάσεις, εἰς τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ συμφωνῶμεν, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως νὰ ἀποτελέσωσι καὶ αὐταὶ μέρος τῆς γενικῆς διανομῆς τῶν φόρων· ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ ἄλλαι, εἰς τὰς ὁποίας διαφωνοῦμεν καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι προεβαίνομεν καθ’ ὃν τρόπον ἡμεῖς ἐσυστήσαμεν, διότι εἶναι προτάσεις καθ’ ἑαυτὰς ἐσφαλμέναι καὶ ἀπαράδεκτοι, ὠφέλιμον δὲ εἶναι νὰ καταδειχθῶσι τὰ ἐλαττώματα καὶ νὰ ἐπιζητηθῇ ἡ διόρθωσις αὐτῶν. Ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ ἔχομεν διατάξεις φορολογικὰς, ἔχομεν δὲ καὶ διατάξεις ἄλλας, μὴ σχετιζομένας πρὸς τὴν περὶ φορολογίας γνώμην, ἣν ἐξεθέσαμεν ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει. Ἐν τῇ συζητήσει μάλιστα ἐκείνῃ ἀνεγνωρίσαμεν τὴν ἀνάγκην τῆς συνομολογήσεως δανείων. Οὐδὲν ἄρα μᾶς ἐμποδίζει νὰ συζητήσωμεν ἤδη κατὰ μέρος ἂν δάνεια πρέπει νὰ ἐπιβληθῶσι, καὶ μέχρι τίνος σημείου πρέπει νὰ ἐπιβληθῶσι. Δὲν νομίζω ὀρθὴν τὴν γνώμην τῶν φρονούντων, ὅτι πρέπει πρῶτον νὰ μάθωμεν ποῖαι ἔσονται αἱ παρασκευαὶ, ποῖαι αἱ ἀπαιτούμεναι πρὸς τὰς παρασκευὰς ταύτας δαπάναι, καὶ τότε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν δανείων, τῶν ὁποίων τὴν συνομολόγησιν θέλομεν ἐπιτρέψει. Δὲν θεωρῶ τοῦτο πρέπον ἐν Ἑλλάδι. Ἐν ἄλλοις κράτεσι θὰ ἦτο τοῦτο ὀρθὸν, ἐν Ἑλλάδι ὅμως οὐχί· διότι αἱ πλεῖσται τῶν ἄλλων ἐπικρατειῶν, τῆς Εὐρώπης τοὐλάχιστον, ὅταν ἀποφασίσωσι νὰ προβῶσιν εἰς παρασκευὰς, ἔχουσι τὰ μέσα νὰ καταστήσωσιν αὐτὰς ἐπαρκεῖς, ἐνῷ ἡμεῖς ἔχομεν ὅριον τῶν παρασκευῶν οὐχὶ τὸ μέτρον αὐτῶν τῶν παρασκευῶν, ἀλλὰ τὸ τῶν μέσων τῶν πολιτῶν καὶ τῆς δεκτικότητος αὐτῶν πρὸς τὰς θυσίας. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ἡ διάθεσις τῶν πολιτῶν πρὸς τὰς θυσίας εἶναι ἴση πρὸς τὸν ἀνώτατον ὅρον τῶν μέσων αὐτῶν· ἀλλ’ ὁ ὅρος οὗτος δὲν εἶναι ἴσος πρὸς τὴν ὅλην ἀνάγκην τῶν παρασκευῶν. Πρέπει ἄρα νὰ ἐξετάσωμεν πρῶτον ποῖαι εἶναι αἱ θυσίαι, τὰς ὁποίας οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους εἶναι διατεθειμένοι νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τοὺς ἐντολεῖς των, καὶ ὅταν ἐξεύρωμεν τοῦτο, δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν ὀρθότερον περὶ τῶν παρασκευῶν. Διὰ τοῦτο προθυμότατα εἰσέρχομαι εἰς τὸ στάδιον τῆς συζητήσεως καὶ οὐδένα θέτω περιορισμὸν εἰς αὐτήν. Ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ τούτου ζητήματος ἔχομεν πρότασιν περὶ δανείου 10,000,000, ἀλλὰ καὶ ἐνταῦθα δὲν ἐννοῶ διατὶ ὁ καταμερισμὸς, διατὶ νομοσχέδιον περὶ δανείου 10,000,000, ἕτερον δὲ περὶ δανείου 50,000,000. Ἀνέγνωσα τὰ νομοσχέδια, ἵνα ἴδω ἂν εἰς τὰς κατὰ μέρος διατάξεις ὑπάρχῃ τι τὸ δικαιολογοῦν τὴν διαίρεσιν, ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἀνεῦρόν τι οὐσιῶδες· εὗρον διατάξεις διαφερούσας, ἀλλὰ μᾶλλον ἐκ τύχης ἢ ἐκ σκοποῦ, οἷα π. χάριν, ὅτι τὸ δάνειον τῶν 50,000,000 θ’ ἀποφέρῃ τόκον 7%, ἐνῷ ὁ τόκος τοῦ δανείου τῶν 10,000,000 θὰ ᾖναι κατά τινα ἑκατοστὰ ἀνώτερος.

§39ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἰδοὺ ὁ λόγος· ἐπιτρέψατέ μοι δύο λέξεις. Πρῶτον τὸ νομοσχέδιον τὸ περὶ στρατιωτικοῦ ταμείου ἀφορᾷ ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν προμήθειαν ὑλικοῦ.

§40ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνώσατε τὸ ἄρθρον 30· αἱ εἰσπράξεις τοῦ στρατιωτικοῦ ταμείου ὁρίζονται ἀποκλειστικῶς εἰς ἀγορὰν πολεμικοῦ ὑλικοῦ, ναυπήγησιν καὶ ἐπισκευὴν πλοίων καὶ κατασκευὴν ὁπλοστασίων, ναυστάθμου, δεξαμενῆς καὶ διαφόρων ὀχυρωμάτων.

§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν ἡ διάκρισις, τὴν ὁποίαν ἠθελήσατε νὰ καθιερώσητε διὰ τῆς διαιρέσεως τῶν ταμείων, ᾖναι ὅτι τὰ 50,000,000 ἀφορῶσιν εἰς ἀπόκτησιν ὑλικοῦ πολέμου, ἐνῷ πρόκειται διὰ τοῦ δανείου τῶν 10,000,000 νὰ ἐπαρκέσητε εἰς ἑτέρας ἀνάγκας, ἂν αὐτὴ ᾖναι ἡ διάκρισις, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν ποῖαι εἶναι αἱ ἔκτακτοι ἀνάγκαι, αἱ μὴ ἀφορῶσαι εἰς ἀπόκτησιν ὑλικοῦ, εἰς τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ ἐπαρκέσωμεν διὰ τοῦ μικροτέρου δανείου, διότι δυστυχῶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ οὐδεμίαν βλέπω εἰδίκευσιν τῆς χρήσεως τῶν χρημάτων. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὑπάρχει διάταξις, καθ’ ἣν τὸ προϊὸν τοῦ δανείου κατατίθεται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ δὲν βλέπω τὸν σκοπὸν πρὸς ὃν κατατίθεται. Οὐδεμίαν περιέχει διάταξιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περιοριστικὴν, δύναμαι δὲ νὰ εἴπω, ὅτι αἴρει καὶ τοὺς ὑπάρχοντας ἐκ τῆς γενικῆς νομοθεσίας περιορισμοὺς, διότι, ψηφιζομένου τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἔχει, ἡ κυβέρνησις δύναται ἄνευ τῆς συμπράξεως τῆς Βουλῆς, ἄνευ ἄρθρων προϋπολογισμοῦ ἢ εἰδικῆς πιστώσεως, νὰ διαθέσῃ τὰ χρήματα ταῦτα κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῇ, ἀρκεῖ νὰ περιορισθῇ εἰς ἔργα στρατιωτικά. Ἄνευ λοιπὸν εἰδικεύσεως, ἄνευ εἰδικοῦ ὁρισμοῦ πλείονος μάλιστα τοῦ ἐπιβαλλομένου ὑπὸ τοῦ νόμου συνήθως εἰς τὰς γενικὰς δαπάνας τοῦ κράτους, πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ παραδεχθῇ τὴν ψήφισιν τοιούτου δανείου. Πρέπει ἐντὸς τοῦ νομοσχεδίου νὰ προσδιορισθῇ ὁ τρόπος τῆς χρήσεως αὐτοῦ.

§42ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν δὲν ἐννοῆται, δὲν ἔχομεν δυσκολίαν νὰ τεθῇ.

§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο στηρίζεται εἰς φορολογικὴν διάταξιν, διάταξιν περὶ ἐπιβολῆς φόρων ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ τῶν ἐμπορευμάτων τῶν εἰσαγομένων εἰς τοὺς δήμους τοῦ κράτους ἐκείνους, οἵτινες δύνανται οὕτω νὰ φορολογηθῶσι κατὰ τοὺς καθεστῶτας νόμους. Καὶ ὡς πρὸς ἡμᾶς μὲν, τοὺς ἀναπτύξαντας ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει ἄλλην γνώμην περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων, οὐδένα δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν φόρον δι’ ἄλλου τρόπου κανονιζόμενον, ἀλλὰ τὸν φόρον τοῦτον δὲν θὰ ἠδυνάμεθα ν’ ἀποδεχθῶμεν, ἔστω καὶ ἂν προεβαίνομεν εἰς τὰ τῆς φορολογίας καθ’ ὃν τρόπον ἡμεῖς ἐσυστήσαμεν. Ὁ φόρος οὗτος, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἐξετασθῇ, εἶναι ἀποῤῥιπτέος· καὶ πεποιθὼς, ὅτι τοῦτο θέλει ἀποδειχθῆ ἐκ τῆς συζητήσεως, ἀποδέχομαι τὴν γνώμην τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ἵνα προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν ἀπὸ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως. Θέλουσι καταψηφίσει αὐτοῦ ὅλοι ὅσοι ἐξέφρασαν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβληθῶσιν οἱ νέοι φόροι ἐν συνόλῳ, ἀλλ’ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι θέλουσι ψηφίσει κατ’ αὐτοῦ καὶ πολλοὶ ἐξ ἐκείνων, οἵτινες νομίζουσιν ὅτι δύνανται νὰ προβῶσιν εἰς ψήφισιν νέων φόρων καθ’ ὃν τρόπον συνιστᾷ ἡ κυβέρνησις. Ἀποδεχόμενοι οὗτοι τὴν ἀρχὴν τῆς ἐξετάσεως ἑκάστου φόρου καθ’ ἑαυτὸν καὶ ἀσχέτως πρὸς τὴν ὅλην φορολογίαν, θέλουσιν ἀποκρούσει τὸν εἰδικὸν τοῦτον φόρον, διότι εἶναι φόρος καθ’ ἑαυτὸν καταδικαστέος. Οὐδὲν κράτος ὑπάρχει οὔτε τῆς Εὐρώπης οὔτε ἄλλης ἠπείρου τοῦ κόσμου, ἐν ᾧ νὰ ἐπιβάλλωνται φόροι ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ἐπὶ τῶν δήμων· ἀπ’ ἐναντίας ὑπάρχουσι πλεῖστα κράτη, ἐν οἷς τὸ δημόσιον φορολογεῖται ὑπὲρ τῶν δήμων. Οἱ φόροι οὗτοι οἱ ἔμμεσοι, οἱ ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ὠνίων καὶ τῶν ἐμπορευμάτων εἰς τοὺς δήμους, ἀποκρούονται ἐν ταῖς πλείσταις τῶν ξένων ἐπικρατειῶν καὶ ὡς φόροι δημοτικοί· ἐν δ’ Ἑλλάδι, ὅπου ἐπιτρέπεται ἡ φορολογία αὕτη, ὁ νομοθέτης εἰσήγαγεν αὐτὴν ὡς μέτρον ἐξαιρετικὸν, δικαιολογούμενον ὑπὸ τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης τῆς συντηρήσεως τῶν δήμων, οὐδόλως δ’ ὡς φόρον διαρκῆ. Διὰ τοῦτο βλέπομεν ἐν τῷ νόμῳ τιθέμενον ἀνώτατον ὅριον εἰς τὸν χρόνον τῆς ἑκάστοτε διαρκείας αὐτῶν, βλέπομεν διακρινόμενα τὰ ὤνια ἀπὸ τῶν ἐμπορευμάτων, καὶ αὐτὰ τὰ ὤνια περαιτέρω διακρινόμενα, εἰς τὰ ἐφ’ ὧν ἐπιτρέπεται εὐκολώτερον ἡ ἐπιβολὴ τοῦ φόρου, καὶ εἰς τὰ ἀφομοιούμενα πρὸς τὰ ἐμπορεύματα, ἐφ’ ὧν ἐπιτρέπεται ἡ ἐπιβολὴ τοῦ φόρου ἐξαιρετικῶς, καὶ διὰ διατάξεων, ὧν ἡ ἐκπλήρωσις δὲν εἶναι ἐπίσης εὔκολος, διότι ὡς πρὸς μὲν τὰ πρῶτα ἀρκεῖ ἡ ἔγκρισις τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ὡς πρὸς δὲ τὰ τελευταῖα, πρὸς εἰδικοὺς μόνον ἐπιβαλλόμενα σκοποὺς, ἀπαιτεῖται βασιλικὸν διάταγμα. Τὸ εἰσαχθὲν ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως νομοσχέδιον ἐπιβάλλει ἀδιακρίτως τὸ ½ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ πάσης εἰσαγωγῆς ἐμπορευμάτων καὶ ὠνίων εἰς τοὺς δήμους, ἤτοι ἐπί τε τῶν ὠνίων ἐκείνων, ἐφ’ ὧν ἐπιτρέπεται εὐκολώτερον ἡ ἐπιβολὴ τοῦ δημοτικοῦ φόρου, καὶ ἐπὶ τῶν ἐμπορευμάτων καὶ ὠνίων, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπεται ἡ φορολογία εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις καὶ πρὸς εἰδικοὺς σκοποὺς, καὶ πρὸς ἣν ἀπαιτοῦνται διατυπώσεις δυσχερέστεραι τῶν πρώτων. Δυστυχῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠξίωσε νὰ συνοδεύσῃ τὸ νομοσχέδιον δι’ εἰσαγωγικῆς ἐκθέσεως, ἵνα γνωρίζωμεν ἀκριβῶς ποίαν ἔχει ἔννοιαν ὁ φόρος οὗτος τοῦ ½ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων ἀνεξαιρέτως, τουτέστι ποῖον ἔσεται τὸ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ἐξ αὐτοῦ ἔσοδον. Εἶναι ἀδύνατον ἡμεῖς, ἐξ ὧν ἔχομεν ἀνὰ χεῖρας στατιστικῶν πληροφοριῶν δημοσιευθεισῶν ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων τμημάτων, νὰ κρίνωμεν ποῖον θὰ ᾖναι τὸ ποσὸν τοῦτο, διότι ἔχομεν δεδημοσιευμένους προϋπολογισμοὺς τῶν δήμων, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν οὐδὲν δυνάμεθα νὰ συμπεράνωμεν περὶ τοῦ προϊόντος τοῦ νέου φόρου, ἀφοῦ τὸ ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς ἐκείνοις πιθανὸν εἰσόδημα τῶν δήμων ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων δὲν ἔχει βάσιν ὁμοιόμορφον, οὐδὲ γνωστὴν ἐκ τῶν δημοσιευθέντων πινάκων. Οἱ δῆμοι, δυνάμενοι νὰ φορολογήσωσι τὴν εἰσαγωγὴν μέχρι 2%, ἐπιβάλλουσιν ἄλλοι μεγαλείτερον καὶ ἄλλοι μικρότερον ποσοστόν· ἄλλοι δὲ δῆμοι τελοῦσι καὶ ἄλλοι δὲν τελοῦσι τὸν κατ’ ἐπέκτασιν φόρον ἐπὶ τῶν ἐμπορευμάτων. Περὶ τούτων πάντων σιωπῶσιν οἱ πίνακες· ἑπομένως δὲν γνωρίζομεν τὸ ποσὸν τῆς ἐκ τοῦ παρουσιασθέντος ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως νομοσχεδίου ἐπιβαλλομένης φορολογίας εἰς τοὺς δημότας ἐπὶ τῶν ἐν τοῖς δήμοις καταναλισκομένων, καὶ ἂν τυχὸν ᾖναι περισσότερον τῆς ἀνάγκης, δι’ ἣν προτείνεται ὁ φόρος. Δέον ἑπομένως νὰ γνωρίζωμεν καὶ τοῦτο, ἐκτὸς ἂν ἡ ἐπὶ τῇ πρώτῃ ταύτῃ ἀναγνώσει ἀπόῤῥιψις τοῦ φόρου καταστήσῃ περιττὴν τὴν πληροφορίαν. Ἂν ἴδωμεν ἐκ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως, ὅτι ὑπάρχει διάθεσις ἐν τῇ Βουλῇ πρὸς ἐπιψήφισιν τοῦ φόρου, ἐλπίζω, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ πίνακα δεικνύοντα ποῖον ἔσται τὸ προϊὸν τῆς φορολογίας ταύτης. Ἡ προτεινομένη φορολογία εἶναι ἐκ τῶν βαρυτέρων καὶ εἶναι ἀνεκτὴ μόνον ὡς προαιρετικὴ φορολογία τῶν δημοτῶν ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἰδίου αὐτῶν δήμου· ὡς ὑποχρεωτικὴ ὅμως φορολογία ὑπὲρ τοῦ δημοσίου οὐ μόνον εἶναι ἐπαχθεστάτη, ἀλλὰ καθιεροῖ τὴν ἀνισότητα ἐν αὐτῷ τῷ καταρτισμῷ τοῦ νόμου. Εἶναι βέβαιον ὅτι οἱ νόμοι, ὀφείλοντες νὰ ὦσιν ἴσοι, δὲν δύνανται ἐν τῇ ἐφαρμογῇ νὰ πληρῶσιν ἐντελῶς καὶ πάντοτε τὸν ὅρον τῆς ἰσότητος· ἀλλὰ δὲν πρέπει καὶ ἐκ προθέσεως καὶ ἄνευ ἀντισηκώματος ὑπὲρ τῶν ἀδικουμένων νὰ ὦσιν ἄνισοι. Ὁ φόρος οὗτος ὡς φόρος δημόσιος εἶναι ἐκ προθέσεως καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ χαρακτῆρος αὐτοῦ, ὡς διατυποῦται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἄνισος, μὴ ἐξαγοραζομένης τῆς ἀνισότητος ἐξ ἄλλων πλεονεκτημάτων τοῦ φόρου, διότι ἐπιβάλλεται εἴς τινας πολίτας, ἀπαλλαττομένων ἄλλων πολιτῶν, εἰς οὓς δὲν ἐπιβάλλεται. Ἐπιβάλλεται μόνον εἰς τοὺς κατοίκους τῶν δήμων, οἵτινες εἶναι ἢ πρωτεύουσαι ἐπαρχιῶν, ἢ ἕδραι τελωνιακῆς ἀρχῆς, εἴτε τελώνου, εἴτε ὑποτελώνου, εἴτε καὶ σταθμάρχου· ἑπομένως εἰς τὸ ἑξῆς ἡ παρουσία τελωνιακῆς ἀρχῆς θὰ ᾖναι πρόξενος ζημίας εἰς τοὺς κατοίκους τῆς περιφερείας αὐτῆς, καὶ ὁ σταθμάρχης θὰ ἐκπροσωπῇ πρόσθετον φορολογίαν. Ἡ φορολογία αὕτη θὰ διαιρῇ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἰς λαὸν ἀποτελοῦντα ἕδραν ἐπαρχίας ἢ κεκτημένον τελωνιακὴν ἀρχὴν, καὶ εἰς λαὸν μὴ ἀποτελοῦντα ἕδραν ἐπαρχίας ἢ μὴ κεκτημένον τελωνιακὴν ἀρχήν. Προκειμένου περὶ δημοτικοῦ φόρου, ἡ διάκρισις εἶναι ὀρθοτάτη, διότι ὁ δημοτικὸς φόρος εἶναι προαιρετικὸς, δὲν εἶναι ὑποχρέωσις ἐπιβαλλομένη εἰς τὸν δημότην· δίδει εἰς τὸν δημότην τὸ προνόμιον νὰ ἐπιβάλλῃ εἰς ἑαυτὸν καὶ ὑπὲρ ἑαυτοῦ φόρον, ὅταν δύναται ὁ φόρος οὗτος νὰ εἰσπραχθῇ εἴτε διὰ τῆς συνδρομῆς τῶν ἐν ἕδρᾳ ἐπαρχίας ἀρχῶν, εἴτε διὰ τῆς συνδρομῆς τῆς τελωνιακῆς ἀρχῆς. Ὅταν ὅμως ἐπιβάλληται ὁ φόρος ὡς φόρος ὑποχρεωτικὸς καὶ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου, ἡ διάκρισις ἡ ἐπιβαλλομένη ὑπὸ τοῦ νόμου ἀποτελεῖ ἀνισότητα ἐξ οὐδενὸς ἄλλου πλεονεκτήματος τοῦ φόρου δικαιολογουμένην, καὶ ταύτην τὸ σύνταγμα ἀπαγορεύει· ἑπομένως, ἂν ἄλλη τις αἰτία δὲν ἀποτρέπῃ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν φορολογικὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἤθελον προτείνει εἰς αὐτὴν τὸν λόγον, ὅτι εἶναι ἡ διάταξις ἀντισυνταγματική. Τοιαύτην ἰδέαν ἔχω περὶ τοῦ φόρου τούτου, καὶ ἐλπίζω, αὐτὴ ἡ κυβέρνησις θὰ εὐαρεστηθῇ ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν περὶ αὐτοῦ διάταξιν. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὴν ἀνακαλέσῃ, τί θέλει πράξει; Ἡμεῖς τῳόντι εὑρισκόμεθα εἰς μεγάλην δυσχέρειαν· δὲν δυνάμεθα νὰ προτείνωμεν ἀντικατάστασιν, εἰμὴ, ὡς εἴπομεν, ἐν τῷ γενικῷ νομοθετήματι, καὶ τοῦτο, διότι θεωροῦμεν ἀρχὴν ἀπόλυτον τῆς φορολογίας, ὅτι ἡ πρόσφορος ἐνέργεια ἔγκειται ἐν τῇ διανομῇ τῶν φόρων. Ὅλοι οἱ φόροι εἶναι ἐπιζήμιοι, ἐπιβάλλονται δὲ ὡς ἐκ τῆς ἀνάγκης· διὰ τοῦτο πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τὸ μέτρον τῆς ὅλης ἀνάγκης καὶ τὸ ὅλον σύστημα, δι’ οὗ προτείνεται ἡ ἀναπλήρωσις αὐτῆς· ἄλλως εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀποφανθῶμεν ὑπὲρ οἱουδήποτε φόρου. Ἡ δὲ Κυβέρνησις, ἂν παραδεχθῇ τὴν γνώμην ἡμῶν, δὲν δύναται νὰ προβῇ ἄλλως, ἢ ἀποσύρουσα ἐξ ὅλων τῶν νομοσχεδίων τὰς φορολογικὰς διατάξεις καὶ ὑποβάλλουσα αὐτὰς εἰς νέαν βάσανον, πρὸς καταρτισμὸν γενικοῦ συστήματος συνεχομένου μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Βεβαίως δὲ, ὅταν τοῦτο πράξῃ, θὰ ἔχῃ καὶ τὴν ἡμετέραν ἐπιδοκιμασίαν καὶ συνδρομήν.

§44ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι τῳόντι ὀρθὰ καὶ ἀκριβῆ ὅσα ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας εἶπε κατὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ τῶν ἐμπορευμάτων, τὸν ὁποῖον σᾶς προτείνομεν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ αὐτὸν καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπῃ, πάντα ταῦτα εἰς ποῖον ἐκ τῶν φόρων δὲν ἐφαρμόζονται; Ποῖος ἐκ τῶν φόρων δὲν εἶναι κακὸς καὶ διὰ ποῖον ἐξ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἔχομεν ἢ ἡμεῖς ἢ τὰ ἄλλα ἔθνη, δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τις τὰ αὐτὰ καὶ ἀκόμη περισσότερα; Ὁ φόρος, κύριοι, ὑφ’ οἱανδήποτε μορφὴν καὶ ἂν παρουσιάζηται, εἶναι ἐπαχθὴς καὶ ἀποτρόπαιος, διότι ἀφαιρεῖ μέρος τῆς περιουσίας, τὴν ὁποίαν ὁ πολίτης ἀποκτᾷ διὰ κόπων καὶ ἱδρώτων καὶ διὰ τῆς ὁποίας προτίθεται νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ἐπιθυμίας ἑαυτοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας του. Ἀλλ’ ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου εἶναι ἀναγκαία καὶ ἀπαραίτητος, διότι ἄνευ φόρων δὲν δύναται νὰ συντηρηθῇ ἡ πολιτεία, καὶ ἄνευ τῆς πολιτείας τὸ ἄτομον δὲν εὑρίσκει ἀσφάλειαν οὔτε τῆς περιουσίας του, οὔτε τῆς τιμῆς του, οὔτε τῆς ζωῆς του. Διὰ νὰ ᾖναι ὅμως ὁ φόρος ὅσον ἔνεστιν ὀλιγώτερον ἐπαχθὴς, πρέπει νὰ ἐπιβάλληται μὲ τρόπον δίκαιον· ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ μέτρον, κατὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ γίνηται ἡ ἐπιβολὴ, καὶ ποῦ κατώρθωσαν νὰ τὸ εὕρωσιν; Ἡ μὲν ἐπιστήμη ἀποφαίνεται, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι ἡ καθαρὰ πρόσοδος τοῦ πολίτου, ἡ δὲ πρακτικὴ διδάσκει, ὅτι εἰς κανὲν μέρος δὲν κατώρθωσαν νὰ εὕρωσι τὸν τρόπον, ὥστε νὰ φορολογῶσι τοὺς πολίτας ἀναλόγως τῆς καθαρᾶς προσόδου, διότι ταύτην μόνος ὁ πολίτης δύναται νὰ καταστήσῃ φανεράν· ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ κοινωνία δὲν ἔφθασεν ἀκόμη εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ἠθικῆς τελειότητος, ὥστε ἕκαστος πολίτης ἀφ’ ἑαυτοῦ καὶ ἄνευ καταναγκασμοῦ νὰ φανερόνῃ τὸ ποσὸν τοῦ εἰσοδήματος καὶ νὰ ζητῇ νὰ πληρόνῃ κατ’ αὐτὸ τὸν φόρον του. Ἐπειδὴ δὲ ὅλοι σχεδὸν ὑποκρύπτουν τὸ ποσὸν τῆς καθαρᾶς προσόδου των, ἡ δὲ πολιτεία δὲν ἔχει τὸ μέσον νὰ τὴν ἐξεύρῃ, διὰ τοῦτο εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου δὲν κατωρθώθη ἡ ἐπιβολὴ φόρων ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ· μόνον ὁ λεγόμενος φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, ἀλλὰ διὰ τὸ δύσκολον τῆς ἐξευρέσεως εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου ὁ φόρος οὗτος δὲν εἶναι φόρος κύριος, ἀλλὰ προσωρινὸς καὶ ἀναπληρωτικὸς, πρὸς θεραπείαν ὡρισμένης τινὸς ἀνάγκης. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ παρ’ ἡμῖν σχέδιον πλῆρες πρὸς μεταβολὴν τοῦ φορολογικοῦ ἡμῶν συστήματος οὐ μόνον ὡς πρὸς τοὺς ἐγγείους φόρους, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐν γένει φορολογίαν, εὐχαρίστως ἤθελον τὸ παραδεχθῆ· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν εἶμαι ἱκανὸς, τὸ ὁμολογῶ, νὰ παρασκευάσω τοιοῦτον ἔργον· ἐὰν τὸ παρουσιάσῃ ἄλλος, αὐτὸς θέλει ἀποκτήσει δόξαν καὶ ἐνταῦθα καὶ εἰς τὸν ἔξω κόσμον, διότι ἅμα τὸ ζήτημα λυθῇ παρ’ ἡμῖν θέλουσι τὸ παραλάβει καὶ εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη, ὅπου ματαίως καταγίνονται νὰ εὕρουν τὴν λύσιν, καὶ δὲν τὸ κατώρθωσαν. Ἀφίνων λοιπὸν κατὰ μέρος τὸ ζήτημα τοῦτο, σᾶς λέγω καὶ ἐγὼ ὅ,τι σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς, ὅτι δηλ. διὰ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις ἐπιβάλλουν, ἔχομεν ἀνάγκην νέων φόρων· διὰ τῶν οἰκονομιῶν εἶναι ἀδύνατον νὰ κατορθωθῇ τοῦτο. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1876 δὲν παρουσιάζει, καθὼς γνωρίζετε, μεγάλας διαφορὰς, οὔτε ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 75, οὔτε ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874· ἐπίσης καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1877, ὁ ὁποῖος θέλει συνταχθῆ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προηγουμένων, δὲν δύναται νὰ περιέχῃ σπουδαίας οἰκονομίας, ἱκανὰς νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς ὅλας τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις ἐπιβάλλουν. Μ’ ὅλα ταῦτα ἐὰν, ὅταν παρουσιασθῇ προσεχῶς ἐνώπιόν σας καὶ ἐπεξεργασθῇ ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς, ἀποδειχθῇ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γείνουν οἰκονομίαι καὶ νὰ ἔχωμεν περισσεύματα, τόσῳ τὸ καλλίτερον. Αἱ ἀνάγκαι ἡμῶν εἶνε ἀτελεύτητοι, καὶ ἐὰν δὲν θελήσωμεν νὰ διαθέσωμεν τὰ περισσεύματα εἰς θεραπείαν τινὸς ἐξ αὐτῶν, δυνάμεθα νὰ τὰ μεταχειρισθῶμεν εἰς πληρωμὴν τῶν κινητῶν χρεῶν μας, ἢ καὶ τοῦ χρεωλυτικοῦ τῶν 26,000,000, τὸ ὁποῖον ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ πληρώσωμεν ὁπόταν θέλωμεν. Διὰ ταῦτα σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀφήσητε κατὰ μέρος τὸ ζήτημα καὶ νὰ ἔλθητε εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν φόρων, οἱ ὁποῖοι προτείνονται, διότι, ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, ἄνευ τῶν φόρων τούτων εἶναι ἀδύνατον νὰ θεραπευθῶσιν αἱ ἔκτακτοι ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἐπιβάλλονται ὑπὸ τῶν περιστάσεων. Καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς λοιποὺς φόρους, τοὺς ὁποίους τὰ νομοσχέδια τὰ ὑποβληθέντα διαλαμβάνουν, ἐπιφυλάσσομαι νὰ κάμω λόγον ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἑνὸς ἑκάστου τῶν νομοσχεδίων τούτων. Περιορίζομαι σήμερον νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ ὡς πρὸς τὸν φόρον τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων, τὸν ὁποῖον ἀποβλέπει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δίδεται εἰς τὴν κυβέρνησιν ἡ ἄδεια νὰ συνομολογήσῃ δάνειον ἐκ 10,000,000 δρ., αἱ ὁποῖαι θέλουν χρησιμεύσει διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τῆς στρατιωτικῆς καὶ τῆς ναυτικῆς ὑπηρεσίας.

§45Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν λέγει οὕτω.

§46Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ μερικεύσητε τὴν φράσιν, ἥτις ἐμπεριέχεται εἰς τὸ νομοσχέδιον, «ἐκτάκτων δαπανῶν.» Τί ἐννοεῖ;

§47Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν κίνησιν πλειοτέρας δυνάμεως στρατιωτικῆς.

§48Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἰς τὸ βʹ ἄρθρον λέγετε «ἀποκλειστικῶς διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας.» Ἐὰν ᾖναι δυνατὸν νὰ μερικεύσητε αὐτὴν τὴν φράσιν, διὰ νὰ ἴδωμεν διὰ ποίας ἀνάγκας.

§49Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν κίνησιν πλειοτέρων ἀνδρῶν, πλειοτέρας δυνάμεως· ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἐξηγηθοῦν οἱ ἁρμόδιοι ὑπουργοί Τὸ δάνειον αὐτὸ θέλει συνομολογηθῆ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ δανείου τῶν 26,000,000, ὅ ἐστὶ μὲ 6% τόκον καὶ ½% χρεωλύσιον· ἑπομένως θέλει ἐπιβαρυνθῆ ὁ προϋπολογισμὸς μὲ τὴν δαπάνην 650,000 δραχμῶν. Ἐπειδὴ δὲ ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἀντέχει εἰς τὸ βάρος αὐτὸ, διὰ τοῦτο ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ ἐξευρεθῇ νέος πόρος, καὶ ὡς τοιοῦτος προτείνεται ἡ ἐπιβολὴ φόρου ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ τῶν ἐμπορευμάτων, τουτέστιν ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων ἐκείνων, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουν φόρους καὶ οἱ δῆμοι. Δὲν πρόκειται, καθὼς ἐξηγήθησάν τινες, νὰ φορολογήσωμεν τοὺς δήμους εἴτε τὰ δημοτικὰ ταμεῖα, ἀλλὰ εἰς ὅσα μέρη οἱ δῆμοι διὰ τὰς ἰδίας ἀνάγκας ἐπιβάλλουσι τοὺς φόρους τούτους, τουτέστιν εἰς ὅσους δήμους τὰ ἀντικείμενα ταῦτα θεωροῦνται ὡς ὕλη φορολογήσιμος, εἰς τούτους ἐνομίσαμεν ἀναγκαῖον ν’ αὐξήσωμεν τὴν φορολογίαν, καὶ ἡ αὔξησις αὕτη νὰ εἰσάγηται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον.

§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζετε ὅτι θὰ ἐπιβληθῇ ἡ φορολογία καὶ ἐκεῖ ὅπου δὲν ἐπιβάλλουν οἱ δῆμοι;

§51Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπου ἐπιβάλλονται πραγματικῶς.

§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τότε ἡ τελευταία διάταξις δὲν ἦτο ἀναγκαία «ἐφ’ ὧν κατ’ ἐπέκτασιν ἐπιβάλλεται ὁ φορολογικὸς δασμός.»

§53ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπου ἐπιβάλλεται φόρος ἐπὶ τῶν ὠνίων χάριν τῶν δήμων, θὰ ἐπιβάλληται καὶ χάριν τοῦ δημοσίου τοιοῦτος.

§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐννοῶ κατ’ ἀρχήν.

§55ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Λοιπὸν εἰς ὅσα μέρη ἐπιβάλλεται φόρος διὰ τὰς δημοτικὰς ἀνάγκας, θὰ ἐπιβάλληται, ὡς εἶπον, τοιοῦτος ἐφ’ ὅλων τῶν ὠνίων καὶ τῶν ἐμπορευμάτων, διὰ ν’ ἀπολαμβάνῃ τὸ δημόσιον μίαν πρόσοδον πρὸς ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου, περὶ οὗ πρόκειται.

§56ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ πληροφορία τὴν ὁποίαν ἐδώκατε δὲν εἶναι ἀκριβὴς, διότι τὸ ἄρθρον λέγει «Μὴ ἐξαιρουμένου μηδ’ ἐκείνου, ἐφ’ οὗ κατ’ ἐπέκτασιν ἐπιβάλλεται ὁ δημοτικὸς δασμός.» Λοιπὸν θὰ εἴπῃ ὅτι ἐπιβάλλετε τὸν δασμὸν καὶ εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιβάλλεται.

§57ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· ὅπου ὑπάρχει εἴς τινα, θὰ τεθῇ ἐφ’ ὅλων, καὶ τῶν κατ’ ἐπέκτασιν.

§58ΡΙΚΑΚΗΣ. Λοιπὸν ὅλα.

§59ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Βέβαια.

§60Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅπου εἶναι ἤδη ἐπιβεβλημένος.

§61ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἤδη ἐπιβεβλημένος παντοῦ ὅπου δύναται νὰ ἐπιβληθῇ.

§62Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν δύναται παντοῦ;

§63ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.

§64Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἐννοεῖτε ὅτι θὰ ἐπιβληθῇ πρόσθετος φόρος ἥμισυ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων μόνον εἰς τοὺς δήμους ἐκείνους, οἵτινες ἕνεκα λόγων ἀπολύτου ἀνάγκης κατέφυγον εἰς αὐτὸν τὸν φόρον, ἀλλὰ ὅπου ὑπάρχει τελωνεῖον ἢ τελωνοσταθμαρχεῖον.

§65ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς λέγω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένος παντοῦ.

§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἠμποροῦν νὰ τοὺς καταργήσουν, διότι ὅταν ἔχουν οἱ δῆμοι ἤδη ἐπιβεβλημένον τὸν φόρον, ὅταν ἐννοήσουν τοῦτο, ἠμποροῦν νὰ τοὺς καταργήσουν· ὥστε ἡ λέξις ἀφορᾷ εἰς τὸν νόμον, καὶ ὄχι εἰς τοὺς δήμους.

§67ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Οἱ κατ’ ἐπέκτασιν δασμοὶ εἴπατε ὅτι εἶναι παντοῦ. Τῇ προτάσει τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου καὶ διὰ Βασ. Διατάγματος τίθενται· ἐὰν λήξῃ ἡ προθεσμία, τότε παύει καὶ αὐτὸς ὁ φόρος;

§68ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, θὰ ἐξακολουθῇ ἐπιβαλλόμενος.

§69ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οἱ δῆμοι βλέποντες, ὅτι δὲν θὰ δύνανται νὰ χρησιμοποιήσουν καὶ τοὺς δύο φόρους, θὰ παύσουν τὸν ἰδικόν τους, καὶ θὰ μείνῃ τοῦ δημοσίου, ὅστις εἶναι ἀναλλοίωτος.

§70ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὅταν τὸ κράτος θὰ καταντήσῃ εἰς αὐτὴν τὴν στρεψοδικίαν, νὰ εἴπῃ: καταργῶ τὴν φορολογίαν τὴν δημοτικὴν διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ καὶ αὐτὴ ἡ φορολογία, τότε ἀλλοίμονον εἰς τὸ κράτος· ὥστε φρονῶ, ὅτι κανὲν μέρος τοῦ κράτους δὲν θὰ καταργήσῃ αὐτὴν τὴν φορολογίαν.

§71ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν ἐννοοῦμεν νὰ ἐπιβληθῇ πρόσθετος φορολογία κατὰ ½% εἰς ὅλα τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν δημοτικὸν νόμον δύνανται νὰ φορολογῶνται διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν δήμων. Ἀλλὰ ὁ ἔντιμος προαγορεύσας εἶπεν ὅτι τοῦτο εἶναι ἀντισυνταγματικόν, διότι δὲν εἶναι ἐπιβεβλημένος εἰς ὅλους τοὺς δήμους τοιοῦτος φόρος· ἑπομένως διὰ τῆς φορολογίας αὐτῆς ἄλλους θὰ φορολογήσητε καὶ ἄλλους δὲν θὰ φορολογήσητε. Ἀλλὰ ποῖοι εἶναι οἱ δῆμοι οἱ μὴ ὑποβληθέντες εἰς τὸν δασμὸν τῶν ὠνίων; Δὲν εἶναι εἰμὴ μόνον οἱ χωρικοὶ δῆμοι. Ἀλλὰ τὸ πλεῖστον τῶν εἰσαγομένων εἰς τοὺς δήμους τούτους ὠνίων, πρὶν φθάσουν εἰς αὐτοὺς, διέρχονται ἀπὸ ἄλλους μεγαλειτέρους, ἔνθα ὑφίστανται καὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους τὰ ἀγοράζουσιν οἱ χωρικοὶ λιανικῶς ἔπειτα· καὶ ἂν μείνωσιν εἴδη τινὰ ἀφορολόγητα, δὲν ζημιοῦται τὸ δημόσιον, διότι τὸ ἐξ αὐτῶν ἔσοδον δὲν ἀρκεῖ νὰ καλύψῃ τὰ ἔξοδα τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως· ἕνεκα δὲ τοῦ λόγου τούτου πολλάκις ἀφίνομεν ἀφορολόγητά τινα εἴδη, ὥστε δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ ἔνστασις, ὅτι ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα. Νομίζω δὲ ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς πολὺ εὐκόλως δύναται νὰ πληρωθῇ, διότι, ἀφοῦ οἱ κάτοικοι πληρώνουν 2% διὰ τὰ ἀντικείμενα τὰ ὁποῖα ἐξοδεύουν, δὲν βλέπω κατὰ τὶ θέλουν δυσκολευθῇ νὰ πληρώσουν ½ ἀκόμη. Ἐὰν ὅμως νομίζῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι δύναται νὰ παραλείψῃ αὐτὸν καὶ νὰ προτείνῃ ἄλλον, ὅστις νὰ δύναται νὰ καλύψῃ τὸ ζητούμενον ποσὸν, δύναται νὰ τὸ πράξῃ.

§72Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἴπατε, ὅτι ἐξηντλήσατε ὅλους τοὺς πόρους.

§73ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Κατὰ προσέγγισιν πόσον ποσὸν θὰ ἔχητε ἐκ τοῦ φόρου αὐτοῦ;

§74ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕως 800,000 μὲ τὸ ½% ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων, διότι τὰ ἤδη εἰσπραττόμενα ὑπερβαίνουν τὰ 2,000,000.

§75ΖΩΧΙΟΣ. Πόσα ἔτη θὰ διαρκέσῃ;

§76ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. 44 περίπου ἔτη ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἐξόφλησιν τοῦ δανείου.

§77ΖΩΧΙΟΣ. 44.

§78ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ὁ φόρος δύναται νὰ παύσῃ, ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς ἐπαρκῇ εἰς τὴν πληρωμή.

§79Ν. ΣΟΥΤΣΟΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἔχει εἶναι ἐσφαλμένη. Ἐπιβάλλεται πρόσθετος δασμὸς ½% ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων, δὲν βλέπω δὲ ἐντὸς τοῦ νομοσχεδίου διάταξιν ὁρίζουσαν πότε παύει ὁ πρόσθετος αὐτὸς φόρος· ὥστε βλέπετε ὅτι γίνεται πάγιος. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι, ἐὰν ἀφεθῇ ὁ νόμος ὅπως ἔχει, πρέπει νὰ ἀλλάξῃ ἡ ἐπιγραφή· ἐὰν δὲ μείνῃ ἡ ἐπιγραφὴ, πρέπει νὰ προστεθῇ ὁ ὅρος, ὅτι ἅμα πληρωθῇ τὸ δάνειον, παύει ὁ φόρος, καὶ ἐξηγοῦμαι. Ὁ κ. ὑπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι 3 ἑκατομμύρια εἶναι οἱ δασμοί, ὥστε τὸ ποσὸν θὰ πληρωθῇ εἰς ὀλιγώτερα ἔτη. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ 2%, τὸ ὁποῖον πληρόνουν αἱ Ἀθῆναι καὶ ἡ Σύρος, τότε τὸ τεταρτημόριον εἶναι 750,000· ἀλλὰ ἀπὸ ἄλλους δήμους, ὅπου ὁ δασμὸς εἶναι τὰ ⅗, ἡ νέα ἐπιβολὴ ἐξισοῦται μὲ τὸν δασμόν. Ἐὰν δὲ ὁ φόρος αὐτὸς ἐπιβληθῇ κατ’ ἐπέκτασιν, τότε θὰ ὑπερβῇ τὸ ἑκατομμύριον, καὶ θὰ φθάσωμεν εἰς 1½ ἑκατομμύριον, ὥστε δι’ αὐτοῦ ἠμποροῦμεν νὰ πληρώσωμεν τὰ χρήματα εἰς πολὺ ὀλιγώτερα ἔτη καὶ αἱ εἰσπράξεις κατόπιν θὰ μένουν εἰς τὸ δημόσιον. Διὰ τοῦτο δὲν ἐννοῶ τὰ χρήματα εἰσπραττόμενα νὰ εἰσάγωνται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλὰ εἰς τὴν Τράπεζαν, καὶ ἀφοῦ πληρωθῇ τὸ χρέος διὰ χρεωλυσίου, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μένουν νὰ χρησιμεύσουν δι’ ἰδίαν χρῆσιν ἢ ἄλλην ὁμοίαν. Κατόπιν τούτου ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ὡς εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς Μεσολογγίου, δὲν πρέπει νὰ μὴ πληρόνουν τινὲς καὶ ἄλλοι δῆμοι νὰ πληρόνουν. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ κ. πρωθυπουργὸς πιστεύω δὲν ἐννοεῖ, ὅτι ὁ φόρος πρέπει νὰ ἐπιβάλληται εἰς τοὺς δήμους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀνάγκην, ὄχι δὲ εἰς τοὺς δήμους οἵτινες δὲν ἔχουν ἀνάγκην. Ἑπομένως, ἐὰν γείνῃ παραδεκτὴ ἡ ἀρχὴ, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποδεχθῇ τροποποιήσεις σύμφωνα μὲ τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα.

§80ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι συζητοῦμεν περὶ ἀρχῆς σπουδαιοτάτης, διότι πρόκειται περὶ συνομολογήσεως δανείου καὶ περὶ ἐπιβολῆς ἐκτάκτων φόρων, χωρὶς, κατ’ ἐμὲ, νὰ συλλογισθῶμεν περὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ᾖναι τὸ κύριον ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως. Μᾶς ζητοῦν νὰ ψηφίσωμεν δάνειον 10,000,000, διὰ ποίαν ἀνάγκην; ποία εἶναι ἡ αἰτιολογία, ὅτι διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην τόσου ποσοῦ; διατί νὰ μὴ ζητήσωμεν λεπτομερῆ σημείωσιν; ποῦ θὰ δαπανηθοῦν δὲν λέγω, διότι εἰς τοιαύτας περιστάσεις πιθανὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ θέλῃ νὰ δώσῃ λόγον τῆς χρήσεως. Ἀλλὰ δὲν εἶναι λογικὸν νὰ μᾶς εἴπῃ πόσου ποσοῦ ἔχομεν ἀνάγκην διὰ τὰς προπαρασκευὰς, διὰ νὰ ἴδωμεν ὅτι τὸ ποσὸν εἶναι ἀνάλογον καὶ δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν αὐτὸ τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαῖον; νὰ ἴδωμεν ποῖοι πόροι εἶναι φυσικώτεροι, διὰ τῶν ὁποίων νὰ δυνάμεθα νὰ καλύψωμεν τὸ δάνειον αὐτό; Ἡ διαίρεσις αὐτοῦ τοῦ δανείου ἀπὸ τῶν φόρων νομίζετε, ὅτι εἶναι σύστημα οἰκονομολογικόν; Ἐδῶ πρόκειται σήμερον περὶ τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν, ὥστε τὰ 10,000,000 δὲν εἶναι ἀρκετὰ, καὶ πρέπει νὰ συμπεριλάβητε καὶ τὰ 50,000,000. Τί λέγει ἡ Κυβέρνησις;

§81ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅ,τι εἴπομεν.

§82ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἐὰν τεθοῦν αὐτὰ τὰ μέτρα εἰς ἐνέργειαν....

§83ΡΙΚΑΚΗΣ. Τότε λοιπὸν νὰ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος τὰ 50,000,000. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐπιβάλλει ἔκτακτον δασμὸν, ὡς γνωρίζετε, ἥμισυ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων καὶ εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἐπεβλήθη ὁ φόρος οὗτος ὑπὸ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς. Τὸ ἄρθρον 3 ῥητῶς λέγει (ἀναγινώσκει). Λοιπὸν δὲν εἶναι ἁπλοῦς πρόσθετος φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιβληθέντων ἤδη εἰς τοὺς δήμους, ἀλλὰ εἶναι ἐπὶ ὅλων τῶν εἰδῶν, ἅτινα φορολογοῦνται, ἢ ὄχι. Κατὰ συνέπειαν εἶναι φόρος, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλεται καὶ εἰσπράττεται κατ’ ἴδιον τρόπον, καὶ φόρος, ὁ ὁποῖος συσχετίζεται μὲ τὸν δημοτικὸν δασμόν. Τώρα ἂς ἐξετάσωμεν πῶς αὐτὸς ὁ φόρος συσχετίζεται καὶ συμβιβάζεται μὲ τὴν γενικὴν φορολογίαν. Ὁ δασμὸς οὗτος εἶναι ἔκτακτος, ὅστις ἐπιβάλλεται διὰ τὰς ἐσωτερικὰς ἀνάγκας τοῦ δήμου, εἶναι δασμὸς εἰς τὸν ὁποῖον ὑποβάλλεται ὁ δῆμος διὰ τὰς ἰδίας ἀνάγκας, καὶ πρὸς τοῦτο προηγεῖται πρᾶξις τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, καὶ διὰ τοῦτο ἄνευ πράξεως τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου δὲν δύναται ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ νὰ τὸν ἐπιβάλῃ. Ἀλλὰ διατί ὁ δῆμος ἀπαιτεῖται νὰ εἴπῃ ὅτι ὑποβάλλεται εἰς ἔκτακτον φορολογίαν; Διὰ νὰ πορισθῇ τὰ μέσα διὰ τὰς ἐσωτερικὰς ἀνάγκας του· ἑπομένως φόρος τοιοῦτος, ὅστις ἐπιβάλλεται ἀπὸ τὸν ἴδιον δῆμον διὰ νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὰς ἐσωτερικάς του ἀνάγκας, ὁ φόρος οὗτος θέλει χρησιμεύσει ὡς φόρος δημόσιος ἤδη, ἐπιβαλλόμενος διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τοῦ ἔθνους. Ὁ φόρος αὐτὸς, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἀντίκειται πρὸς τὸν σκοπὸν δι’ ὃν ἐπιβάλλεται, εἶναι φόρος ἄνισος, εἶναι φόρος, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπιβαρύνει τινὰς καὶ ἄλλους ἐπιβαρύνει· μὲ ἄλλας λέξεις, δὲν εἶναι σύστημα τὸ ὁποῖον νὰ στηρίζηται εἰς βάσιν οἰκονομολογικήν. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ, ἧς ὁ κύριος προορισμὸς εἶναι καὶ τὸ σπουδαιότερον ἔργον ἡ ἐξέτασις καὶ ὁ προσδιορισμὸς τῶν δαπανῶν καὶ τῶν ἐξόδων τοῦ κράτους, ἔχει μάλιστα καθῆκον, ὅταν παρουσιάζωνται τοιαῦτα νομοσχέδια, νὰ ἐγκύπτῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν, καὶ τότε νὰ παραδέχηται αὐτὰ, ὅταν συμβαδίζωσι μὲ τοὺς κειμένους νόμους πρῶτον, καὶ δεύτερον ὅταν δύνανται νὰ δικαιολογηθῶσιν ἕνεκα τῶν ἀναποφεύκτων ἀναγκῶν. Ὅταν σοῦ πληρόνω φόρον 40,000,000, ὅταν ἐξαντλῇς ἕνα προϋπολογισμὸν 40,000,000 καὶ δὲν γνωρίζω πῶς ἐδαπανήθησαν, διότι δὲν ἔχομεν ἀκόμη ἕνα ἀπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους διὰ νὰ ἴδωμεν πῶς ἐδαπανήθησαν, ἔρχεσαι διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ μοῦ λέγεις νὰ ψηφίσω τὸ ποσὸν αὐτὸ, προσέτι δὲ καὶ νὰ σοῦ δώσω νέους φόρους παγίους. Πῶς δὲ θὰ τὸ ἐξετάσω αὐτό; Πῶς θὰ ψηφίσωμεν χωρὶς νὰ ἐξετάσωμεν ποῦ εὑρισκόμεθα; τὸ σπουδαιότερον πρᾶγμα παρελείφθη, ἡ ἐτησία ἐξέτασις καὶ ἡ ψήφισις τοῦ ἀπολογισμοῦ. Ἐὰν δίδετε πίστωσιν εἰς τὸν ἀντιπρόσωπόν σας καὶ τοῦ λέγετε: διὰ τὰς οἰκογενειακὰς ἀνάγκας σοῦ δίδω 1000 δραχμὰς τὸν μῆνα, ἀφοῦ τελειώσῃ ὁ μὴν, θὰ τοῦ ζητήσητε λογαριασμόν· καὶ ἐδῶ δίδομεν ἑκατομμύρια, χωρὶς νὰ ἠξεύρωμεν ποῦ δαπανῶνται. Τὸ Σύνταγμα ζητεῖ προϋπολογισμὸν καὶ ἀπολογισμόν· τὸ πρῶτον ἐθεωρήσαμεν ἀντισυνταγματικὸν, ἐὰν δὲ παραλειφθῇ τὸ δεύτερον, ὄχι· διατί; Λοιπόν, ἀφοῦ ἴδωμεν εἰς τὶ ἐξοδεύονται τὰ 40,000,000, τότε νὰ προβῶμεν εἰς νέους φόρους. Εἰς τὰ 1861–1864 ὁ προϋπολογισμὸς ἦτο 25,000,000, ἔκτοτε προσετέθησαν 6,000,000, οἱ τόκοι τῶν δανείων τὰ ὁποῖα ἐκάμαμεν· 25 καὶ 6=31, 3,000,000 διὰ τὴν Ἑπτάνησον, 34,000,000. Αὐταὶ εἶναι αἱ σπουδαῖαι αὐξήσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Πόσον θέλετε διὰ τὴν αὔξησιν τῆς ὑπηρεσίας;

§84ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ὁδοποιΐαν;

§85ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἔχει ἰδιαίτερον ταμεῖον.

§86ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἐμβαίνει, καὶ εἶναι 2,000,000.

§87ΡΙΚΑΚΗΣ. Λοιπὸν 34+2=36· ἕως τὰ 42;

§88ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ εἶναι 42;

§89ΡΙΚΑΚΗΣ. 40 ὁ προϋπολογισμὸς καὶ 2 ἔλλειμμα. Τί γίνονται τὰ ἄλλα ἑκατομμύρια; ηὔξησεν ὁ στρατός; ηὔξησε τὸ ναυτικόν; ηὔξησαν τὰ δημόσια ἔργα; ἔγεινε τίποτε; Καὶ δὲν δυνάμεθα λοιπὸν νὰ φέρωμεν μίαν οἰκονομίαν, χάριν τῶν παρουσιαζομένων ἐκτάκτων ἀναγκῶν; Πρὶν λοιπὸν ἐπιβαρύνωμεν τὸν τόπον μὲ φόρους ἐπαχθεῖς, νομίζω προτιμότερον νὰ ἴδωμεν τὶ δυνάμεθα νὰ οἰκονομήσωμεν. Ἐὰν τὰ δύω νομοσχέδια ἠδύναντο νὰ συγχωνευθῶσι καὶ νὰ ζητήσητε π. χ. 50,000,000 διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας, τότε νὰ σκεφθῶμεν περὶ αὐτῶν, καὶ ἴσως θὰ εὕρωμεν ἕνα τρόπον, διότι προχθὲς ἐγὼ σᾶς ὑπέδειξα ἕνα τρόπον, ἀλλὰ δὲν ἐπιμένω, διότι ἄλλος ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἄλλην ἰδέαν καλλιτέραν. Ὅταν ὅμως κατακερματισμένως φέρετε ποσά, πῶς θὰ τὰ εὕρετε; Ἔπειτα πιστεύετε, ὅτι θὰ εὕρετε δάνειον, ὅταν διὰ τὸ ἓν δάνειον λέγετε τόκον ἑπτὰ καὶ διὰ τὸ ἄλλο ἕξ; ἠκούσθη ποτὲ αὐτό;

§90ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μελετήσατε τοὺς σχετικοὺς τόμους πρῶτον. Τὸ τῶν 6% ἔχει ἀνώτερον τόκον ἀπὸ τὸ τῶν 7%.

§91ΡΙΚΑΚΗΣ. Διότι εἶναι ὀλιγώτερον τὸ πραγματικὸν κεφάλαιον. Ἡ κατηγορία πρέπει νὰ ᾖναι μία, ὁ κατακερματισμὸς δὲν μοὶ φαίνεται ὀρθὸς συγχρόνως γενόμενος· δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συγκεντρωθοῦν τὰ δάνεια εἰς ἓν, καὶ τότε νὰ ζητήσωμεν τοὺς πόρους, ἐκ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ τὸ εὕρωμεν.

§92Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Συμφωνῶ μὲ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι πράγματι εἶναι ἀδύνατον νὰ διαιρέσῃ τις τοὺς φόρους εἰς ἴσα μέρη· ὀφείλομεν βεβαίως νομοθετοῦντες νὰ ἐπιβάλλωμεν ἴσα βάρη πρὸς ὅλους τοὺς πολίτας. Ἀλλ’ ἐὰν περιστάσεις τινὲς κάμουν ὥστε ἡ ἀναλογία νὰ ᾖναι ἄνισος, τοῦτο διαφεύγει τὰς δυνάμεις μας· ἐνόσῳ ὅμως ψηφίζομεν φόρους, οἱ ὁποῖοι ἐξ ἀρχῆς δὲν ἐπιβάλλονται πρὸς ὅλους τοὺς πολίτας, ψηφίζομεν φόρους ἐναντίον τῆς διατάξεως τοῦ 3 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, εἶναι ἀναντιῤῥήτως τοιοῦτος, τουτέστιν ἐπιβάλλει φόρους εἰς ὡρισμένους δήμους, καὶ ἑπομένως εἰς ὡρισμένους φορολογουμένους, καὶ ἀπαλλάσσει ἄλλους. Τὸ δὲ ἐπιχείρημα τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι οἱ φόροι οὗτοι φορολογοῦνται εἰς τὰ τελωνεῖα καὶ εἰς τοὺς σταθμούς, ἐὰν δὲ κατόπιν εἰσέλθουν εἰς τὸ ἐσωτερικὸν, δὲν φορολογοῦνται πλέον, τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς ἐν γένει κατὰ τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ οἱ φόροι δὲν περιορίζονται μόνον εἰς τὰ εἴδη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔρχονται διὰ τῆς θαλάσσης, ἀλλ’ ἐπιβάλλονται καὶ εἰς πλεῖστα ἄλλα, καὶ εἶναι τόσον ἐπαχθεῖς, ὥστε μόνος ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζει τὴν Ἑλλάδα, δύναται νὰ τοὺς παραδεχθῇ. Ὑποθέσατε, ὅτι εἴδη καὶ ἐμπορεύματα ὑποβαλλόμενα καὶ εἰς τοὺς φόρους αὐτοὺς, φορολογοῦνται ἀπὸ τὸν δῆμον Πατρῶν· ἐὰν εἰσέλθουν τώρα εἰς τὸν δῆμον Καλαβρύτων, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ φορολογηθοῦν ἐπὶ πλέον, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ συμβαίνει τοῦτο καὶ ἐὰν τὰ εἴδη ταῦτα ἐξακολουθήσουν τὸν δρόμον των καὶ φθάσουν εἰς τὴν Τρίπολιν, ὅπου εἶναι ἐπιβεβλημένος ὁ τοιοῦτος φόρος; Ὄχι· τὰ εἴδη αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἐφορολογήθησαν εἰς Πάτρας, θὰ φορολογηθοῦν καὶ εἰς Τρίπολιν.

§93ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.

§94ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ δὲ κύριος βουλευτὴς Σύρου Μπούμπουλης δὲν ἔπρεπε νὰ θυμώσῃ τόσον πολύ. Ὁ Ἕλλην ὀφείλει νὰ ὑποβληθῇ εἰς φόρους ὅταν ἡ πατρὶς εὑρίσκεται εἰς ἐκτάκτους ἀνάγκας· ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ὁ χαρακτήρ του τοιοῦτος, ὥστε νὰ ἐπιθυμῇ τὸ βάρος αὐτὸ νὰ ἐπιβληθῇ ἐξ ἴσου, καὶ ἐὰν τοῦτο δὲν συμβαίνῃ, ἐξανίσταται, διότι θὰ εἴπῃ, ὅτι οἱ νομοθέται, τοὺς ὁποίους ἔστειλα, ἐναντίον τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρ. 3 τοῦ Συντάγματος ἐψήφισαν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θὰ ἐπιμείνῃ ὑποστηρίζων αὐτὸν τὸν φόρον, ὁ ὁποῖος, ὡς εἶπε καὶ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς κ. Τρικούπης, εἶναι ἐπαχθής γεννᾷ, κ. πρόεδρε, τὰ μεγαλείτερα σκάνδαλα. Ἐκτὸς τούτου, κύριοι, εἶναι ἄνισος, καὶ ὡς τοιοῦτος οὐδέποτε πρέπει νὰ ψηφισθῇ· ἂς ἀφήσωμεν ἀκόμη τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ κ. Τρικούπης καὶ ἡ ὁποία εἶναι ὀρθοτάτη, ὅτι οἱ δῆμοι δὲν ὀφείλουν νὰ ἔρχωνται εἰς ὑποστήριξιν τοῦ δημοσίου ταμείου. Ὁ φόρος λοιπὸν πρέπει νὰ ἀποσκορακισθῇ, νὰ εὑρεθῇ δὲ φόρος ἄλλος, ὁ ὁποῖος ν’ ἀναπληρώσῃ τὰς ἀνάγκας αὐτὰς, διότι καὶ ἀναγνωρίζομεν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκας, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ συμφωνήσωμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ τοιοῦτος φόρος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν γείτονα καὶ ὄχι ἐμέ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, κηρύττομαι κατὰ τῆς φορολογίας αὐτῆς.

§95ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐκ τῆς πείρας γνωρίζω, κ. πρόεδρε, ὅτι δικαιότερος καὶ ὁμαλώτερος φόρος δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, καὶ οὐδεὶς δύναται διὰ τοῦ φόρου τῶν ὠνίων νὰ μένῃ ἀφορολόγητος. Ἐὰν ἀναλογισθῆτε τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ὁμαλῶς εἰσάγεται ἡ φορολογία αὐτὴ εἰς ὅλας τὰς κοινωνικὰς τάξεις, θέλετε πεισθῆ, ὅτι οὐδεὶς μένει ἀφορολόγητος, καὶ δὲν προέρχεται οὐδεμία ἀνισότης, ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ κ. Λ. Πετιμεζᾶς. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς εἶναι ἐπαχθὴς, δύναμαι μετὰ πεποιθήσεως νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ὁ μόνος φόρος ὁ δυνάμενος ἀνεπαισθήτως νὰ εἰσέρχεται εἰς ὅλας τὰς τάξεις, χωρὶς ἡ κοινωνία νὰ τὸ αἰσθανθῇ, καὶ ἐξηγοῦμαι. Ἐὰν ἦναι δυνατὸν χωρικός τις, εἰσερχόμενος εἰς τὴν πόλιν καὶ ἀγοράζων μίαν ὀκὰν ζάχαριν ἢ καφφὲ, τοῦ ὁποίου ἡ ἀξία εἶναι 2 δραχμαὶ, ἐὰν πληρώσῃ 2 δραχμὰς καὶ 1 λεπτὸν, ἐρωτῶ, ἐὰν ἦναι δυνατὸν ὁ χωρικὸς οὗτος νὰ δυσανασχετήσῃ διὰ τὸ ἓν λεπτόν. Τοιαύτη ἀναλογία ὑπάρχει καὶ εἰς ὅλα τὰ εἴδη τοῦ συστήματος τοῦ δημοτικοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ὠνίων. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀληθὲς, δὲν πρέπει τὰ πάντα ν’ ἀντιπολιτευώμεθα ὅπως εὕρωμεν τρόπον, ἵνα τὰ πάντα ἀνασκευάσωμεν. Οὐδεὶς τῶν συμπολιτῶν μας θὰ δείξῃ τὴν ἐλαχίστην δυσαρέσκειαν εἰς τὸν φόρον τοῦτον, διότι, ὡς προεῖπον, ὁμαλῶς καὶ ἀνεπαισθήτως θὰ εἰσαχθῇ μέχρι τοῦ τελευταίου πολίτου, χωρὶς κἂν νὰ φαντασθῇ, ὅτι τοῦ ἐπιφέρει τὴν ἐλαχίστην ζημίαν. Ἂς ἀποφύγωμεν λοιπὸν τὰς τοιαύτας μικρολογικὰς παρατηρήσεις καὶ ἂς ἐπισπεύσωμεν εἰς τὴν ἀληθῆ ὁδὸν τῶν πραγμάτων, χωρὶς νὰ φέρωμεν ἐμπόδια ἐκεῖ ὅπου δὲν πρέπει.

§96Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐρωτῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐὰν ὤνια ἢ ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα φθάνουν εἰς τὸν λιμένα τῶν Πατρῶν καὶ πρόκειται νὰ φορολογηθῶσιν, ἐὰν οἱ ἔμποροι, οἵτινες τὰ παραλαμβάνουσι, δηλώσωσιν ὅτι αὐτὰ θὰ καταναλωθῶσιν εἰς ἄλλους δήμους παρὰ τὰς Πάτρας ὅπου δὲν ἐπεβλήθη φόρος ἐπὶ τῶν ὠνίων, τότε αὐτὰ τὰ ἐμπορεύματα θὰ πληρώσουν, ναὶ ἢ ὄχι;

§97ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Προβλέπει ὁ περὶ δήμων νόμος.

§98ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τί προβλέπει ὁ νόμος; δὲν ἠξεύρω, καὶ διὰ τοῦτο ζητῶ τὴν διασάφησιν.

§99ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι ἐὰν πρόκηται νὰ μεταφερθοῦν εἰς ἄλλον δῆμον, δὲν θὰ πληρώσουν.

§100ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὸ ἤθελα· μὲ συγχωρεῖτε, δὲν τὸ ἤξευρα.

§101Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ὑπουργεῖον ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ δανείου 10 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τῆς στρατιωτικῆς καὶ τῆς ναυτικῆς ὑπηρεσίας. Τὸ νομοσχέδιον προσδιορίζει καὶ τοὺς πόρους, διὰ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις θέλει δυνηθῆ νὰ προσπορίζηται τὰ ἀναγκαῖα χρήματα πρὸς πληρωμὴν τοῦ τόκου καὶ τοῦ χρεωλυσίου τοῦ δανείου τῶν 10,000,000. Γεννᾶται ἐν πρώτοις ἡ ἀπορία· εἶναι ἀναγκαῖον τὸ δάνειον τῶν 10,000,000; Ἐπὶ τῆς ἀπορίας ταύτης πολλοὶ τῶν ἐντίμων συναδέλφων ἐξήνεγκον τὴν γνώμην των. Λυποῦμαι διότι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μετ’ αὐτῶν. Καὶ ἐν πρώτοις δὲν διστάζω νὰ ὁμολογήσω τὸ φρόνημα, τὸ ὁποῖον ἔχω περὶ τοῦ δημοσίου προϋπολογισμοῦ, ἂν καὶ τὸ φρόνημά μου δυστυχῶς δὲν ᾖνε ἐντελῶς σύμφωνον μὲ τὸ φρόνημα τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις εἶπεν ὅτι δὲν δύναται νὰ προσπορισθῇ μέσα ἐκ τῆς τακτοποιήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ διαῤῥύθμισις τοῦ προϋπολογισμοῦ δύναται νὰ ἐπιφέρῃ ὄχι μόνον τὸ ἰσοζύγιον τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα, τὸ ὁποῖον πρὸ 15 ἐτῶν δὲν ἔχομεν καὶ ἀναπληροῦμεν κατ’ ἔτος διὰ δανείων, ἀλλὰ καὶ νὰ ἔχωμεν καὶ μικρὸν περίσσευμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς πολλὰς καὶ μεγάλας ἀνάγκας. Μ’ ὅλον ὅτι ὅμως δὲν εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος μὲ τὸ φρόνημα τοῦτο τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶμαι σύμφωνος καὶ μὲ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λέγουσιν, ὅτι πρὶν ἢ ψηφίσωμεν τὸ δάνειον, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὸν προϋπολογισμόν. Ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ προχθὲς ὁμοφώνως, ὅτι τὸ Ἔθνος πρέπει νὰ προβῇ εἰς ἐκτάκτους καὶ ἀμέσους προπαρασκευάς. Εἷς δὲ τῶν εὐγλώττων ῥητόρων τῆς Βουλῆς, ὁ ἀξιότιμος κ. Σ. Πετιμεζᾶς, σᾶς παρέστησεν ἐν ἐκτάσει, ὅτι οὐδὲ τακτικαὶ παρασκευαὶ ὑπάρχουσι δυστυχῶς ἐν Ἑλλάδι. Ὅθεν, ἐκτὸς τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν, ἀπαιτεῖται νὰ προβῆτε καὶ εἰς τακτικὰς παρασκευὰς, διότι κατὰ δυστυχίαν καθ’ ὅλα καθυστεροῦμεν. Αἱ ἀνάγκαι λοιπὸν τοῦ Κράτους εἶναι τῷ ὄντι μεγάλαι καὶ ποικίλαι, καὶ προσφυῶς ὠνόμασεν αὐτὰς προχθὲς ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς ἀτελευτήτους· καὶ δύναται νομίζω ἡ Βουλὴ νὰ ἀσχοληθῇ ἐν καιρῷ νὰ τακτοποιήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν, συντρέχουσα τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τοῦτο, ἵνα καταστήσῃ ἐν αὐτῷ τὸ ἰσοζύγιον καὶ παρασκευάσῃ περίσσευμά τι. Δύναται ὅμως ἀδεῶς νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ ζητουμένου δανείου τῶν 10 ἑκατομμυρίων καὶ πρὶν ἢ πραγματοποιήσῃ τὴν τακτοποίησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς τακτοποιήσεως αὐτοῦ, δὲν θέλουσι δυνηθῆ νὰ ἐπαρκέσωσιν αὐτὰ καὶ μόνα εἰς τὰς πολλὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλουσιν αἱ ἄμεσοι καὶ ἔκτακτοι προπαρασκευαὶ, καὶ ἡ συμπλήρωσις τῶν τακτικῶν· διὰ τοῦτο κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Εἶπε δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου ποῖος εἶναι ὁ εἰδικὸς σκοπὸς τοῦ δανείου τούτου, εἶπεν, ἑρμηνεύων ἄρθρον τι τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι σκοπεῖται νὰ ἀποκτηθῇ διὰ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου πᾶν ὅ,τι δὲν εἶναι ὑλικὸν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ θαλάσσης, διότι ὑπὲρ τῆς προμηθείας τοῦ ὑλικοῦ τούτου εἰδικῶς προβλέπει τὸ νομοσχέδιον τὸ περὶ συστάσεως εἰδικοῦ στρατιωτικοῦ ταμείου, τοῦ ὁποίου οἱ πόροι ὁρίζονται πρὸς θεραπείαν ἀποκλειστικῶς αὐτῆς τῆς ἀνάγκης. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου ἐπὶ τῆς πρώτης ἀπορίας. Γεννᾶται δευτέρα ἀπορία. Πρέπει νὰ ἐγκριθῶσι τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἐξεῦρεν ἡ Κυβέρνησις καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου προβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ διὰ τῶν ὁποίων νομίζει ὅτι θέλει δυνηθῆ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τῶν ἀναγκαιούντων χρημάτων πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐτησίων τόκων καὶ χρεωλυσίων τοῦ δανείου τῶν 10 ἑκατομμυρίων; Καὶ ἐπὶ τῆς ἀπορίας ταύτης ἠκούσατε τὰς γνώμας πλείστων συναδέλφων· ἐγὼ δὲ ἀναγκάζομαι νὰ ἐκφέρω γνώμην, ὅτι δὲν θεωρῶ τὰ μέσα τὰ προτεινόμενα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὡς δυνάμενα νὰ τύχωσι τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς. Εἶπον τινὲς ὅτι ἡ ἐπιβολὴ φόρου ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ τῶν ἐμπορευμάτων δὲν πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὴ, διότι ὁ φόρος οὗτος εἶναι ἀντισυνταγματικὸς, ἐπειδὴ δὲν στηρίζεται εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἐπιβαλλομένην ἴσην διανομὴν τῶν φόρων. Τῷ ὄντι τὸ Κοινοβούλιον παρατηρῶ, ὅτι πάντοτε προσέχει εἰς τὴν διατήρησιν ὅλων τῶν στοιχείων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα συντείνουσιν εἰς τὴν πλήρη καὶ οὐσιαστικὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, καὶ νομίζω ὅτι ὁ λόγος οὗτος ἤθελεν ἀρκεῖ νὰ μᾶς ἀποτρέψῃ ἀπὸ τοῦ νὰ ἐγκρίνωμεν τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ζητεῖ τὸ ὑπουργεῖον. Ἀλλὰ ἐν τῷ φορολογικῷ συστήματι, τῷ νῦν κρατοῦντι, τὸ ὁποῖον δὲν μετεβλήθη, ἐν αὐτῷ ὑπάρχει ἀνωμολογημένη ἡ ἄνισος διανομὴ τῶν φόρων· διὰ τοῦτο δὲν συντάσσομαι ὑπὲρ τῆς γνώμης ταύτης. Καὶ δὲν ἐπείσθην μὲν ὑπὸ τῶν λόγων τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι μοὶ ἐφάνη ὅτι ὁ λόγος οὗτος δὲν στηρίζεται ἀκριβῶς ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ περὶ δημοτ. φόρων νόμου. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπαντῶν εἰς ἐκείνους οἵτινες διϊσχυρίσθησαν, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῆς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀπαιτουμένης ἴσης διανομῆς τῶν φόρων, εἶπεν ὅτι τὰ προϊόντα, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται εἰς τὸν δῆμον ἐν ᾧ καταναλίσκονται, δὲν φορολογοῦνται μόνον ἐν τῷ δήμῳ τούτῳ, ἀλλὰ φορολογοῦνται καὶ ἐν τοῖς δήμοις διὰ τῶν ὁποίων τὰ προϊόντα ταῦτα εἰσήχθησαν· διότι κατὰ τὸν νόμον περὶ δήμων, τοῦ ἔτους 1847, ἐπιτρέπεται ἡ ἐπιβολὴ ἐκτάκτων δασμῶν ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων τῶν πρὸς ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν τοῦ δήμου εἰσαγομένων, οἱ δὲ δῆμοι ἐκεῖνοι, ἐν τοῖς ὁποίοις παράγονται ἢ ἐν οἷς τὸ πρῶτον εἰσήχθησαν, δύνανται νὰ ἀπαλλαγῶσι τῆς φορολογίας καὶ ν’ ἀποφύγωσι τὴν πληρωμὴν τοῦ ἐκτάκτου δασμοῦ, ἐὰν ἐγκαίρως θελήσωσι νὰ συμμορφωθῶσι μὲ τὰς διατάξεις τοῦ φορολογικοῦ νόμου· δηλ. νὰ δηλώσωσιν ὅτι εἰσήγαγον διαμετακομιστικῶς τὰ προϊόντα ταῦτα, διὰ νὰ ἐξαχθῶσι πρὸς κατανάλωσιν. Μ’ ὅλον ὅτι....

§102ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἰσχυρίσθην ἀκριβῶς τοῦτο.

§103Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂν ἐπλανήθην, ἔχει ἄλλως τὸ πρᾶγμα. Δὲν εὑρίσκω ἰσχυρὸν λόγον τὴν προταθεῖσαν ἀντίῤῥησιν, ὅτι ἡ ἐπιβολὴ τοῦ ζητουμένου φόρου δὲν στηρίζεται εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀπαιτουμένην ἴσην διανομὴν τῶν φόρων· δὲν εὑρίσκω, λέγω, αὐτὴν ἀρκοῦσαν, καὶ ὅμως σᾶς εἶπον ὅτι θέλω γνωμοδοτήσει εἰς τὸ κοινοβούλιον κατὰ τοῦ ζητουμένου φόρου. Ἰδοὺ δὲ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον θέλω φέρει τὴν γνώμην ταύτην. Ἡ φορολογία αὕτη μοὶ φαίνεται ἐντελῶς καινοφανής· ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς σᾶς εἶπεν ὅτι εἰς οὐδεμίαν χώραν, οὐδὲ παραλίαν οὐδὲ ἠπειρωτικὴν, τοιοῦτος φόρος ὑφίσταται· αὐτὸ τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπεν εἶναι ἀληθέστατον, διότι πανταχοῦ ὑπάρχει ἀρχὴ ἀπαράβατος, ὅτι κανὲν πρᾶγμα δὲν φορολογεῖται ἢ ἅπαξ. Δύνασθε νὰ ἐπιβάλητε ἀμέσους φόρους, δύνασθε νὰ ἐπιβάλητε ἐμμέσους φόρους· δὲν ἠμπορεῖτε ὅμως ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος νὰ ἐπιβάλητε καὶ ἄμεσον καὶ ἔμμεσον φόρον, ὡς δὲν ἠμπορεῖτε ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος νὰ ἐπιβάλητε δύω ἀμέσους φόρους, δὲν ἠμπορεῖτε ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος νὰ ἐπιβάλητε δύω ἐμμέσους φόρους. Καὶ εἶναι ὀρθότατον, εἶναι φαεινότερον τῆς ἀληθείας· ἂν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος ἐπιβάλητε ἕνα ἄμεσον φόρον καὶ ἕνα ἔμμεσον, διατί δὲν αὐξάνετε τὴν μονάδα τοῦ ἑνὸς φόρου; Τὸ πρᾶγμα τὸ ὁποῖον φορολογεῖτε δι’ ἑνὸς ἐμμέσου φόρου, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὸ φορολογήσητε καὶ μὲ δεύτερον ἔμμεσον φόρον. Ἂν ὁ πρῶτος ἔμμεσος φόρος ᾖναι μικρὸς, αὐξήσατε τὴν μονάδα τοῦ πρώτου ἐμμέσου φόρου· διὰ δὲ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον προτείνετε, ὑποβάλλετε εἰς διπλῆν φορολογίαν τὸ αὐτὸ πρᾶγμα· ἔχετε δύω κατηγορίας, τὴν τῶν ὠνίων καὶ τὴν τῶν ἐμπορευμάτων. Τῶν ὠνίων τὰ πλεῖστα παράγονται ἐν τῷ τόπῳ καὶ ἐφορολογήθησαν ἤδη δι’ ἀμέσου φόρου ἐν τῷ τόπῳ τῆς παραγωγῆς, καὶ ὅμως πρόκειται νὰ φορολογηθῶσιν ἐκ νέου διὰ φόρου ἐμμέσου. Τὰ ἐμπορεύματα εἶναι τὰ ἤδη φορολογηθέντα διὰ τοῦ τελωνιακοῦ δασμοῦ, ἐφορολογήθησαν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου, τὸ δὲ δημόσιον δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ δευτέραν φορολογίαν. Ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβληθῇ φόρος, ἤθελεν εἶσθαι ὀρθότερον νὰ προσφύγῃ ἀπ’ εὐθείας ὁ ὑπουργὸς εἴτε εἰς τοὺς ἀμέσους εἴτε εἰς τοὺς ἐμμέσους φόρους τῆς ἐπικρατείας, διότι διὰ τοῦ μέτρου τὸ ὁποῖον προτείνει δὲν κάμνει ἄλλο τι ἢ νὰ προσφύγῃ ἐμμέσως εἰς αὐτὰς ταύτας τὰς πηγάς. Δύναταί τις ν’ ἀντιλέξῃ εἰς ταῦτα. Καὶ δὲν ὑποβάλλονται εἰς διπλῆν φορολογίαν τὰ ὤνια καὶ τὰ ἐμπορεύματα, διὰ τῆς φορολογίας τὴν ὁποίαν κάμνουν καὶ οἱ δῆμοι; Ἡ φορολογία τῶν δήμων ἔχει εἰδικόν τινα σκοπὸν, τοῦ ὁποίου ἡ πλήρωσις θεραπεύει ἀμέσως τὰς ἀνάγκας τῆς συνοικίας ἢ τῶν ἀτόμων ἢ τῶν κοινοτήτων τῶν μικρῶν ἐκείνων κοινωνιῶν. Ἡμεῖς δὲ πρόκειται νὰ φορολογήσωμεν πρὸς ὄφελος καὶ λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου, ἐνῷ οἱ δημοτικοὶ φόροι ἐπιβάλλονται πρὸς ὄφελος καὶ λογαριασμὸν τοῦ δήμου· ἡ διαφορὰ εἶναι ἡ ἑξῆς, ὅτι αἱ δημοτικαὶ ὁμάδες, αἱ μικραὶ αὐταὶ περιφέρειαι, ἀναγνωρίζουσιν ὅτι ἔχουσιν ὡρισμένας ἀνάγκας, καὶ ἐπειδὴ ἔχουσιν ἄμεσον συμφέρον, διὰ νὰ θεραπεύσωσι τὰς ἀνάγκας ταύτας, ὑποβάλλονται προθύμως εἰς τὴν φορολογίαν τῶν ὠνίων, ἐνῷ ὁ δημόσιος φόρος ἐπιβάλλεται εἰς τὰ μέλη τῆς κοινωνίας πρὸς θεραπείαν τῶν γενικῶν συμφερόντων τῆς πολιτείας. Ἡ ἐξουσία τῆς πολιτείας ὅπως ἐγκρίνῃ ἢ μὴ ἐγκρίνῃ τοὺς δημοτικοὺς δασμοὺς ἐδόθη ὡς ἐξουσία ἀνασταλτικὴ τῆς προθυμίας τῶν δήμων ἀπὸ τοῦ νὰ φορολογῶνται ὑπὲρ τὸ δέον. Ὅθεν οἱ δημοτικοὶ δασμοὶ δὲν ἐπιβάλλονται, ἀλλὰ ζητοῦνται. Προσέτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουσι τοὺς δημοτικοὺς φόρους προσδιορίζουσιν εἰδικῶς τὴν χρῆσιν, διὰ τὴν ὁποίαν θέλουσι χρειασθῆ, λ.χ. πρὸς ἀνοικοδόμησιν τῆς ἐκκλησίας κτλ. Δὲν δύναται ὁ δῆμος νὰ μεταχειρισθῇ ἀλλοῦ αὐτὴν τὴν πρόσοδον. Συμβαίνει, κ. πρόεδρε, ὅ,τι συμβαίνει μὲ ὅλας τὰς εἰδικὰς φορολογίας, φορολογοῦνται ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ὠφεληθῆ ἰδίως ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἡ φορολογία σκοπεῖ νὰ κατασκευάσῃ. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀνεύρῃ δάνειον 10 ἑκατομμυρίων, διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν παρασκευῶν· παρακαλῶ ὅμως τὴν κυβέρνησιν κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν νὰ μᾶς προτείνῃ νέους πόρους, διὰ τῶν ὁποίων θέλει προσπορισθῆ τὰ ἀναγκαῖα χρήματα πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ νέου τούτου δανείου τῶν δέκα ἑκατομμυρίων.

§104ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, πολλὰ καὶ λίαν εὐγλώττως ἐκπεφρασμένα ἤκουσα περὶ προϋπολογισμοῦ καὶ οἰκονομιῶν, ὅσαι δύνανται νὰ ἐπενεχθῶσιν ἐπ’ αὐτοῦ. Βεβαίως οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ὅλων δὲν ἐπιθυμεῖ καὶ δὲν εὔχεται νὰ ἐπέλθουν οἰκονομίαι, ἀλλ’ ὅλοι ἐκφράζομεν αὐτὴν τὴν ἰδέαν καὶ τὴν ἐπιθυμίαν, πλὴν, ὅταν διοικῶμεν, δὲν ἐφαρμόζομεν αὐτήν. Τί ἀποδεικνύει τοῦτο; Ἀποδεικνύει ὅτι μὲ τοὺς ὑπάρχοντας κανονισμοὺς εἶναι ἀδύνατον σπουδαῖαι οἰκονομίαι νὰ ἐπιτευχθῶσι, καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι μίαν φορὰν κατὰ τὸ 1866 ἐπῆλθον, ὡς ἔλεγον, σπουδαῖαι οἰκονομίαι, ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι ἐπίσης ὅτι ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ ἔτους ἐκείνου ἄφησε 3,000,000 ἔλλειμμα, διότι διὰ τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας ἔκαμε, κατέστρεψε τὴν ὑπηρεσίαν. Ὅταν αἱ οἰκονομίαι ἀντίκηνται πρὸς τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς ὑπηρεσίας, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι νὰ ἐλαττωθῶσιν αἱ εἰσπράξεις. Ἂν κάμητε οἰκονομίας 100 χιλιάδων, ζημιοῦτε τὴν εἴσπραξιν 500,000. Τὸ μέτρον αὐτὸ εἶναι οἰκονομία; Εὔχομαι κατὰ τὴν παροῦσαν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι τῷ ὄντι πλανώμεθα ἕως τώρα, καὶ ὅτι σπουδαῖαι οἰκονομίαι δύνανται νὰ ἐπενεχθοῦν, αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ καταστρέψουν τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὰς εἰσπράξεις. Νομίζω ὅτι ἓν λάθος ὑπάρχει εἰς τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ βουλευτοῦ Γόρτυνος, ἰσχυρισθέντος ὅτι εἰς οὐδὲν μέρος τοῦ κόσμου ἐπεβλήθησαν διπλοῖ φόροι ἐπὶ τοῦ αὑτοῦ πράγματος. Εἰς τὴν Εὐρώπην, ἃς τὴν ἀναφέρω καὶ ἐγὼ, ἐπιβάλλονται τοιοῦτοι φόροι, φορολογοῦνται π. χ. αἱ πρῶται ὗλαι, φορολογοῦνται κατόπιν καὶ μεταποιούμεναι, τὰ πνεύματα λόγου χάριν, εἰς ἄλλα εἴδη. Ἀλλὰ πρόκειται, κύριοι, περὶ ὀνομάτων ἢ περὶ πραγμάτων; πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ φόρος· τὸν δέχεσθε, ναὶ ἢ ὄχι; ὑπὸ ὅποιον ὄνομα καὶ ἂν ἐπιβληθῇ, ὑπὸ ὅποιον τίτλον ἀπαιτηθῇ, εἶναι φόρος, ἐπιβάλλεται εἰς τὴν κατανάλωσιν καὶ λαμβάνεται ἀπὸ τὸν λαόν. Δύνασθε νὰ ἀνταποκριθῆτε καὶ ἱκανοποιήσητε τὰς ἀνάγκας τῆς πολιτείας ἄνευ φόρου; τότε σᾶς ἐννοῶ· ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα, ἄλλα μέσα δὲν ἔχομεν, ἐφθάσαμεν δὲ εἰς αὐτὸν τὸν φόρον, διότι ἀνασκαλεύσαντες καὶ ἐξετάσαντες τὰ οἰκονομικά μας δὲν ηὕραμεν ἄλλους πόρους, καὶ ἑπομένως ἢ ἔπρεπε νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἢ ἔπρεπε νὰ σταματήσωμεν. Ὁ νόμος περὶ οὗ πρόκειται προβλέπει τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν ὁ τόπος ἀναγκασθῇ νὰ ἐξέλθῃ τῆς τακτικῆς πορείας αὑτοῦ καὶ νὰ θέση εἰς κίνησιν πλείονας δυνάμεις τῶν τακτικῶν· εἰς τοιαύτην περίπτωσιν δὲν ἠμποροῦμεν ν’ ἀποφύγωμεν, ἔπρεπε νὰ προβλέψωμεν μέσα, καὶ μέσα εἶναι αὐτά. Εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα ἀνάγκη ἡ παροῦσα ἀνάγκη, καὶ ὅταν πρόκηται περὶ τοιαύτης ἀνάγκης, ἀντιτάσσετε τὰς δημοτικὰς ἀνάγκας. Καὶ δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὅλοι οἱ δημοτικοὶ εἰδικοὶ φόροι ἐπιβάλλονται δ’ εἰδικὸν σκοπὸν, ἐπιβάλλονται καὶ δι’ ἀνάγκας ἐν γένει τῶν δήμων, αἱ ὁποῖαι εἶναι προσωπικαὶ πολλάκις. Ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ ἐξηγηθῇ μία ἀντίφασις, διότι ἐγὼ δὲν τὴν ἐννοῶ· οἱ πλεῖστοι τῶν κ. κ. βουλευτῶν ἀναγνωρίζουσι τὴν ἀνάγκην τῶν παρασκευῶν, τῶν φόρων καὶ τοῦ δανείου κτλ. ἀλλ’ ἐνῷ τὴν ἀναγνωρίζουσιν, ἀπαλείφουν τοὺς φόρους. Ἀλλὰ τότε τίνι τρόπῳ θέλουσι πραγματοποιηθῇ ταῦτα;

§105ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπροτείναμεν ἄλλο ἐν συνόλῳ.

§106ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἂν ἐπιμένετε νὰ ἀναγνωρίζετε τὴν ἀνάγκην συνομολογήσεως δανείου παρασκευῶν, νὰ χορηγήσετε καὶ τοὺς πόρους καὶ τὰ μέσα· ἂν δὲν δὲν ἐγκρίνετε τὸν ὁποῖον προτείνομεν φόρον, προτείνατε ἄλλον σεῖς, ἀλλὰ ῥητῶς, ὡρισμένως· ἠμποροῦμεν νὰ τὸν δεχθῶμεν, ἂν συμφωνῇ μὲ τὰς πεποιθήσεις μας. Ἤθελον τῷ ὄντι συμφωνήσει καὶ δεχθῆ, ὅτι ὀρθῶς σκέπτονται οἱ ἀντιτάσσοντες αὐτὸν τὸν ἰσχυρισμὸν, ἐὰν ἔλεγον, ἀναγνωρίζομεν αὐτὴν τὴν ἀνάγκην καὶ προτείνομεν ῥητὸν μέτρον, μέσον ὡρισμένον. Ὑποθέσατε, κύριοι, ὅτι σήμερον ἀποῤῥίπτετε τὸ νομοσχέδιον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς φόρους, καὶ κρατεῖτε τὸ νομοσχέδιον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς δαπάνας τῶν παρασκευῶν. Ὁποῖος τραγέλαφος!

§107ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πόσον ποσὸν νομίζετε, ὅτι ἀπαιτεῖται πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ δανείου τῶν 10,000,000;

§108ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. 600,000.

§109ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ περιέλθῃ εἰς ἀμηχανίαν ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν ἐξεύρεσιν αὐτοῦ;

§110ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχετε δίκαιον, ἀλλὰ βλέπετε ὅτι πρόκειται περὶ ποσοῦ πολλῶν ἑκατομμυρίων· ἑπομένως δὲν εἶναι μόνον 600,000 τὰ ζητούμενα, ἀλλὰ καὶ ἄλλαι πολλαὶ, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπιβαρύνωσι τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου. Ἀναγνωρίζετε, κύριοι, τὴν ἀνάγκην, πρέπει νὰ παραχωρήσετε τὰ μέσα· ἀναγνωρίζετε τὴν ἀνάγκην τοῦ δανείου, πρέπει νὰ δώσετε φόρους, ἵνα πληρόνωνται οἱ τόκοι καὶ τὰ χρεωλύσια. Ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἐπιβάλετε φόρους εἴτε κατὰ τὸ δεῖνα ὄνομα, εἴτε κατὰ τὸ δεῖνα, πάντοτε ἐπιβάλλετε φόρους καὶ ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τὸ ταμεῖον τοῦ λαοῦ ἓν μέρος τῆς περιουσίας αὐτοῦ. Ἰδοὺ διατὶ νομίζω, ὅτι μέχρις οὗ δὲν παρουσιασθῇ πρότασις ἀντικαθιστῶσα τὸ σύστημα ἡμῶν, πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν εἰς αὐτὸ, μέχρις οὗ οἱ παραδεχόμενοι ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ τὸ δάνειον καὶ νὰ ἐπιβληθῶσι φόροι, πρέπει νὰ παραδεχθῶσι τὴν πρότασίν μας, ἢ νὰ προτείνωσιν ὡρισμένως καὶ καθαρῶς ἄλλο σύστημα.

§111ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον πρωθυπουργὸν, διότι καὶ πάντοτε, ἀλλ’ ἐξόχως κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον ἔχει μεγάλην τάσιν εἰς τὰς προσωπικότητας. Θὰ ἦτο ἀδιάφορον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς ἐμὲ αὐτὸν τὸ ἰδίωμα τοῦτο τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ἐὰν ἡ κατάκρισις, τὴν ὁποίαν ἔκαμε, τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1866, ὅτι ἀφῆκεν ἔλλειμμα 2,800,000 δραχμῶν, δὲν εἶχε σχέσιν μὲ τὸ προκείμενον ζήτημα, ὅπερ εἶναι ἂν ἡ Βουλὴ πρέπῃ νὰ θαῤῥῇ εἰς τὰς οἰκονομίας τοῦ προϋπολογισμοῦ ἢ ὄχι· ζήτημα, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται ἂν πρέπῃ νὰ ἐπιβάλωμεν διὰ νέων φόρων εἰς βάρος τοῦ λαοῦ ὁλόκληρον τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησεν ἡ σημερινὴ πολιτική. Τῷ ὄντι κατὰ τὸ 1866 ἡ κυβέρνησις ἐπεχείρησε συστηματικῶς τὰς οἰκονομίας· ὑπέβαλε δὲ ἔκθεσιν εἰς τὸν Βασιλέα ἐμφαίνουσαν, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἑξαμηνίας, κατὰ τὸ ὁποῖον διετέλεσεν εἰς τὰ πράγματα, ἐποιήσατο οἰκονομίας 1,580,000 δραχμῶν. Ἐλθόντος δὲ τοῦ κ. Κουμουνδούρου ὡς πρωθυπουργοῦ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1866, ὁ κ. Κεχαγιᾶς ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν (ἂς μοῦ συγχωρηθῇ νὰ τὸ εἴπω, διότι τὸ εἶπον πολλάκις εἰς τὴν Βουλὴν ἀπέναντί του), ὁ κ. Κεχαγιᾶς προσεπάθησε νὰ ἐπιφορτίσῃ τὴν διαχείρισιν τοῦ 1866 διὰ ποσῶν μὴ ἀνηκόντων εἰς αὐτὴν, ὅπως φανῇ ὅτι τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν, σύστημα ἀντίθετον πρὸς τὸ ἑαυτοῦ, δὲν ηὐδοκίμησεν. Μολονότι ὅμως συνεζήτησα τὸ πρᾶγμα μετὰ τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, δὲν ἤθελον τολμήσει νὰ τὸ φέρω ἤδη ἐνώπιόν σας, ἐὰν δὲν εἶχον ἐπίσημον μαρτυρίαν περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου, τὴν περὶ τούτου δήλωσιν τοῦ ἀξιοτίμου νῦν ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ συναδέλφου τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ. Ἀκούσατε, ἵνα ἴδητε ἂν ἡ διαχείρισις τοῦ 1866 ἀφῆκε τὸ ἔλλειμμα, δι’ ὃ πρὸ μικροῦ κατεκρίθη· ὀλίγαι λέξεις εἶναι. Ἀφοῦ διηγεῖται ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὅτι θεωρεῖ καθῆκόν του νὰ παρεμβῇ εἰς τὴν ἔριν μεταξὺ δύο φίλων του, μεταξὺ τοῦ κ. Κεχαγιᾶ καὶ ἐμοῦ, περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1866, ἐπιλέγει «Εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίζετε καὶ ὑμεῖς καὶ ὅλος ὁ κόσμος κατὰ πόσον τὸ σύστημα ἐκεῖνο (τῶν οἰκονομιῶν δηλαδὴ) ἐπέτυχεν ἢ ὄχι, καὶ ὁποῖον ὑπῆρξε τὸ πραγματικὸν ἔλλειμμα τοῦ 1866. Κατὰ τὸν πρόχειρον ἀπολογισμὸν τοῦ....» Τὸ ἔλλειμμα λοιπὸν τοῦ 1866 δὲν εἶναι δραχ. 2,800,000, ὡς εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ μόνον δραχ. 900,000, ὡς ὁμολογεῖ ἐπισήμως ὁ κ. Σωτηρόπουλος. Καὶ ταῦτα, ἐνῷ τὸ ἔλλειμμα τοῦ προηγουμένου ἔτους 1865 εἶναι δραχμῶν.... (Ἴδε στενογραφημένων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς τόμον Γʹ. τοῦ 1868, σελίδα 289.) Τὸ ζήτημα ἔχει ἀξίαν, κύριοι, τὴν ἀξίαν ἂν αἱ οἰκονομίαι ᾖναι ἐφικταί· διότι πρόκειται νῦν περὶ ἐλλείμματος 15,000,000 καὶ διότι δὲν εἴμεθα τόσον ἀσυνείδητοι ἄνθρωποι, ὥστε ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους ν’ ἀποφασίσωμεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιβολὴν νέων φόρων πρὸς κάλυψιν ὁλοκλήρου τοῦ ἐλλείμματος τούτου ἐπὶ τῇ ἁπλῇ διαβεβαιώσει τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ, ὅτι διὰ τῶν οἰκονομιῶν τίποτε δὲν δύναται νὰ κατορθωθῇ. Ἔχομεν προσέτι ὑπ’ ὄψιν τὸν πίνακα τῶν ἐλλειμμάτων, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος νῦν ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν μᾶς ὑπέβαλε, τῶν ἐλλειμμάτων τῶν παρελθουσῶν χρήσεων. Τῷ 1871 ὁποῖον ἦτο τὸ ἔλλειμμα; 3,782,893· τοῦ δ’ ἐπιόντος ἔτους 1872 μόνον 602,830. Ἡ διαφορὰ εἶνε 3,180,063, ὡς ἀποτέλεσμα διαχειρίσεως. Τῷ δὲ 1873 τὸ ἔλλειμμα ἦτο 1,313,000. Ὡς πρὸς τὸ τελευταῖον τοῦτο παρατηρῶ ὅτι ἡ κυβέρνησις τοῦ 1873, ὡς ἠξεύρετε πάντες, συνῆψε σύμβασιν μετὰ τῆς ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τῆς Πιστωτικῆς, δυνάμει τῆς ὁποίας ἠλαττοῦτο τὸ δημόσιον χρέος τοῦ κράτους κατὰ 1,200,000. Αὐτὴ ἡ σύμβασις ἐπέρασεν εἰς δύο ἀναγνώσεις ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν ἐπέρασε δὲ εἰς τὴν τρίτην, διότι ἐζήτησαν αἱ Τράπεζαι συμβιβασμὸν πρὸς ἀλλήλας, καὶ διὰ τοῦτο ἐψηφίσθη ἡ σύμβασις τὸ ἑπόμενον ἔτος, καὶ δυνάμει αὐτῆς ἠλαττώθη τὸ δημόσιον χρέος. Ἐὰν ἐψηφίζετο τῷ 1873, καθ’ ὃ συνομολογήθη, καὶ συμφώνως τῷ προϋπολογισμῷ τῆς κυβερνήσεως τοῦ 1873, ἠθέλομεν ἔχει ἐπὶ ἔλαττον 1,200,000, καὶ θὰ εἴχομεν ἔλλειμμα τοῦ 1873 ἐκ δραχ. 100,000 μόνον. Ἀλλά, κύριοι, πλὴν τούτου ἔχομεν καὶ ἄλλας ἀποδείξεις εὐθυτέρας, ὅτι δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν οἰκονομίαι. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ 1866 καὶ ἐξετάζω τὰ πράγματα. Ἐξετάζω τὸ κεφάλαιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μόνον ἀπὸ τὰς οἰκονομίας ἐπηρεάζεται, τὸ τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας τοῦ κράτους, δηλαδὴ τῆς καθαρᾶς διοικήσεως, τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται διὰ νὰ διοικηθῶσι τὰ ὑπουργεῖα, καὶ εἰς τὰς ὁποίας δὲν περιλαμβάνονται οὔτε ἔκτακτοι δαπάναι, οὔτε δάνεια. Τὸ 1865 παρουσιάζει ἔξοδα γενικῆς ὑπηρεσίας 20,714,000· τὸ δὲ 1866 παρουσιάζει 19,031,000, ἤτοι ἐδιοικήθη τὸ κράτος μὲ ὀλιγωτέρας δαπάνας ἐξ 1,700,000. Ἂν δὲ ἀφαιρέσητε καὶ τὰς 500,000, τὰς ὁποίας ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὡς σᾶς ἀνέγνωσα πρὶν, ἀπεφήνατο ὅτι ἀδίκως κατελόγισεν ἡ ὑπηρεσία εἰς βάρος τοῦ 1866, τότε ἡ ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰ εἶναι μεγαλειτέρα, δηλ. δρ. 2,200,000. Μεταβαίνω εἰς τὸ 1872. Ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1871 εἰς τὸ ἔξοδον τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας ἔχει 22,711,000, ὁ δὲ ἀπολογισμὸς τοῦ 1872 τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας εἶναι 21,805,000, ἤτοι 900,000 δρ. ἐπὶ ἔλαττον· τῷ δὲ 1873 ἠλαττώθησαν ἔτι μᾶλλον εἰς δραχ. 21,235,000, ἤτοι κατὰ 1,500,000 ὀλιγώτερον τῶν δαπανῶν τοῦ 1871. Ἀλλά, κύριοι, ὑποθέτω ὅτι κανὲν ἔτος δὲν κατώρθωσε νὰ φέρῃ σπουδαίας ἐπὶ ἔλαττον μεταβολὰς εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ὅτι δὲν ἐπαρουσίασε τοιαύτας ἐν τῷ ἀπολογισμῷ. Ἐδῶ σήμερον πρόκειται περὶ ἐκτάκτου συμφορᾶς, καὶ μᾶς ἐπιβάλλεται ἡ ἀνάγκη νὰ εὕρωμεν τὰ μέσα, ὅπως καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα τῶν 15,000,000· διατί λοιπὸν μὲ τόσην ἐλευθερίαν οἱ ὑπουργοὶ ἀποῤῥίπτουν ἓν μέσον, τὸ ὁποῖον εἰς τὸν κοινωνικὸν βίον εἶναι τὸ συνηθέστερον, εἶναι τὸ μόνον καταφύγιον, εἰς τὸ ὁποῖον προσφεύγουσιν οἱ ἄνθρωποι ὅταν εὑρίσκωνται εἰς ἐκτάκτους συμφοράς; Διατί καταδικάζει ἡ Κυβέρνησις μὲ τόσην εὐκολίαν ὡς ἀνυποστάτους ὅλας τὰς κατακρίσεις, αἵτινες ἕως τώρα ἐγένοντο διὰ τὴν πολυτελῆ ἡμῶν διοίκησιν; διατί καταδικάζει μὲ ἕνα λόγον ὅλας τὰς παρατηρήσεις τῆς κοινωνίας διὰ τὰς πολλὰς καὶ πάντη περιττὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως, τὰς ὁποίας ἄνευ οὐδεμιᾶς βλάβης τῆς ὑπηρεσίας ἠδύνατο νὰ οἰκονομήσῃ; διατί καταδικάζει ἑαυτὴν ὅτι ἐπὶ 12 μῆνας εὑρισκομένη εἰς τὰ πράγματα καὶ βλέπουσα τόσον τεθολωμένον τὸν ὁρίζοντα, προβλέπουσα δὲ ἀναμφιβόλως ὅτι ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ἠδύνατο νὰ εὑρεθῇ ἐνώπιον αὐτῆς τῆς ἐκτάκτου συμφορᾶς, δὲν εἰργάσθη νὰ καταρτίσῃ ὀργανικοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι νὰ μεταβάλωσι τὸν προϋπολογισμὸν οὐχὶ δι’ οἰκονομιῶν, ἀλλὰ διὰ συστήματος διοικήσεως; Τέλος διὰ ποῖον λόγον σπεύδει νὰ ἀφαιρέσῃ καὶ παρ’ αὐτῆς τῆς Βουλῆς τὴν παρηγορίαν τοῦ νὰ ἐργασθῇ ἐπιμόνως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον; Ἐγὼ νομίζω ὅτι, πρὶν συζητηθῇ ὁ προκείμενος νόμος, καθῆκον ἀναμφισβήτητον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ὁποῖον θὰ ἦνε τὸ βάρος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸν τόπον ἕνεκα τῆς ἐκτάκτου ἀνάγκης, καὶ νὰ τὸ πράξῃ, μετὰ τὰς γενομένας ἤδη συζητήσεις, κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία περιεστράφη καὶ εἰς τοῦτο· διότι μόνον οὕτως ἡ Βουλὴ, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν ὁποῖον εἶναι τὸ σύνολον τῶν ἀναγκῶν, ἠμπορεῖ νὰ ἐκτιμήσῃ ὁποῖον εἶνε τὸ καθῆκόν της. Βεβαίως ὁ παρουσιαζόμενος σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νόμος τί κάμνει; ἐπιβάλλει ½% μόλις εἰς τὰ ὤνια· δὲν ἐχάλασεν ὁ κόσμος, δὲν ἀξίζει νὰ γίνεται τόση συζήτησις! Ἴσως φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις, ἐνδεχόμενον δὲ καί τις ἐκ τῶν ἀκουόντων, ὅτι ἐχαλάσατε τὸν κόσμον, ὅτι μίαν συνεδρίασιν ὁλόκληρον κατηναλώσατε καὶ τόσος ἐγένετο λεπτομερὴς λόγος διὰ τί; διὰ προσθήκην ½% ἐπὶ τῶν ὠνίων, ἐνῷ πρόκειται ὁ ἑλληνισμὸς ἢ νὰ προβῇ εἰς τὰ ἐμπρὸς ἢ νὰ λησμονηθῇ διὰ παντός! Ἀλλὰ κανεὶς ἐκ τῶν λαλησάντων σήμερον δὲν πιστεύω νὰ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν μόνον τὰ ὤνια, λαλῶν περὶ ὠνίων, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ τὰ ἔχῃ. Ἂν δέ τις εἴτε ἐκ τῶν ἐντὸς τῆς Βουλῆς εἴτε ἐκ τῶν ἐκτὸς ἤθελε πλανηθῆ, αἰτία εἶναι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις δὲν ἦλθε νὰ πληροφορήσῃ τὸ κοινοβούλιον καὶ τὸν τόπον, ὁπόσον εἶναι τὸ σύνολον τῶν χρηματικῶν θυσιῶν, τὰς ὁποίας παρ’ αὐτοῦ ἀπαιτεῖ. Ὅταν δὲ συζητήσωμεν αὐτὸ τὸ σύνολον τῶν θυσιῶν, διότι ὑπάρχει ἤδη μεταξύ μας διαφωνία, καὶ ἀνεύρωμεν τὴν ἀλήθειαν, τότε ἔπρεπε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀνεύρεσιν τοῦ τρόπου δι’ οὗ θὰ πορισθῶμεν τὰ μέσα. Ἔπρεπε, κύριοι, νὰ γείνῃ γενικὴ οἰκονομικὴ συζήτησις ἤδη, ὁπότε πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν τοὺς φόρους, πρὸς φωτισμὸν τῆς Βουλῆς. Ἔπρεπε νὰ ἐξετάσωμεν ἀκριβῶς τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ νέου προγράμματος, καὶ ἂν θέλετε, τὸ καθῆκόν μας ἦτο νὰ προηγηθῇ ἡ ὑποβολὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ μόνον μετὰ τοῦτο, ἀφοῦ ἔλθωμεν μὲ τρόπον θετικώτερον εἰς γνῶσιν τῶν πραγμάτων, νὰ προβῶμεν· ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἐπρόφθασεν ἡ Κυβέρνησις νὰ παρουσιάσῃ τὸν προϋπολογισμὸν, ἔπρεπε νὰ γείνῃ εἰδικὴ συζήτησις οἰκονομική. Διότι αὐτὰ τὰ κατακερματισμένα πράγματα, αὐτοὶ οἱ πόροι οἱ μικροὶ μικροὶ ἀπὸ ἐδῶ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ, οἱ συνοδεύοντες ἕκαστον τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα δὲν περιέχουν ἀορίστους ἀνάγκας, ἀλλ’ ὡρισμένα ποσὰ δανείων, δὲν χρησιμεύουν πρὸς ἀκριβῆ παράστασιν τῆς νέας φάσεως τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων. Πρῶτον δὲν γνωρίζομεν ἀκριβῶς πόσον θὰ ᾖναι τὸ ἔλλειμμα. Ἰδοὺ, κύριοι, ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς εἶπεν εἰς τὴν ἔκθεσίν του, ὅτι ἐπιβάλλει φόρους 7,500,000 καὶ ἀρκεῖται μὲ αὐτούς· ἐγὼ δὲ, λαλήσας προχθὲς, εὗρον ὅτι τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον χρεωστοῦμεν νὰ καλύψωμεν, εἶναι 15,000,000. Εἶναι ἀμέσως προφανὲς, ὅτι ὑπάρχει ἀπόστασις μεγάλη μεταξὺ αὐτοῦ καὶ ἐμοῦ, 7,500,000, καὶ πιστεύω ὅτι τὸ κοινοβούλιον θὰ ἔχῃ ἐσχηματισμένην ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς ἔσφαλε· τοὐλάχιστον ἐγὼ δικαιοῦμαι νὰ τὸ πιστεύω, διότι δὲν εἶδον αὐτὸν νὰ ἔλθῃ νὰ ἀπαντήσῃ. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἂν ἠθέλομεν μετὰ μείζονος εὐλαβείας νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἔργων μας, φρονῶ, ὅτι ἔπρεπε προηγουμένως ν’ ἀποφασίσωμεν ὁριστικῶς περὶ τῶν παρασκευῶν, τὰς ὁποίας θὰ ποιήσωμεν, καὶ ἔπειτα νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀπόφασιν περί τε τῶν χρηματικῶν ποσῶν καὶ περὶ τῶν μέσων· διότι ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι ἂν ὁ νόμος περὶ ἐκτάκτων στρατολογικῶν παρασκευῶν μείνῃ ὅπως ἔχει, δηλ. ἂν πρόκηται τὸ ἔθνος νὰ βασισθῇ καὶ ἐπιχειρήσῃ πολεμικὰ ἔργα κατὰ τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου χειροτονοῦνται οἱ πολῖται ἔφεδροι τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ χωρὶς νὰ διέλθωσιν ἀπὸ θητείαν, δὲν δίδει, οὔτε καὶ ἂν ὁ προϋπολογισμὸς τὸ ἐπιτρέπῃ, ἓν λεπτόν· διότι δὲν ἔχω πεποίθησιν εἰς τὸ πρᾶγμα καὶ δὲν δύναμαι νὰ δώσω ψῆφον, ὅπως στηριχθῇ ἡ πατρὶς ἐπὶ τοιούτων νόμων καὶ τοιούτων στρατιωτῶν. Δὲν ἔχω τὴν τόλμην νὰ ἐπιτρέψω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅσον ἐξήρτηται ἐκ τῆς ψήφου μου, νὰ ἔλθῃ αὔριον εἰς ῥῆξιν πολεμικὴν δυνάμει τοιούτων μέσων καὶ τῇ βοηθείᾳ τοιούτων δυνάμεων. Βλέπετε ὁποία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ τῆς ψήφου, ἣν πρόκειται νὰ δώσωμεν σήμερον, καὶ τῶν νομοσχεδίων, ἅτινα ἔχομεν ἐκκρεμῆ. Ἂς λάβωμεν τὴν ἐναντίαν ὑπόθεσιν· ὑποθέσατε, ὅτι εἴτε ἐγὼ, εἴτε ἄλλος ἔχει γνώμην περὶ τῶν στρατολογικῶν παρασκευῶν, ἃς διετύπωσεν ἐν τοῖς νομοσχεδίοις αὑτῆς ἡ Κυβέρνησις, ἀρίστην, καὶ φρονεῖ ὅτι τῳόντι αὐταὶ αἱ προπαρασκευαὶ θέλουν ἐπὶ τοσοῦτον ἐνδυναμώσει τὸν τόπον, ὥστε ἡ Κυβέρνησις μετὰ πολλῆς πιθανότητος νὰ δύναται νὰ ἄρῃ τοὺς κινδύνους· αὐτὸς ὁ βουλευτὴς μετὰ μεγάλου θάῤῥους θὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν θυσιῶν, εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν δανείων καὶ τῶν φόρων; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν ἐπρότεινα στρεψοδικίας, ὡς ὁ κ. Μπούμπουλης ὑπηνίχθη, οὔτε πρὸς ὑπεκφυγὴν, οὔτε πρὸς ἀντιπολίτευσιν, οὔτε ἐξ ἀπερισκεψίας, προτείνας ὅσα ἐπρότεινα ἀρχομένης τῆς συνεδριάσεως σήμερον. Τὰ ἐπρότεινα διότι πονῶ, ὅπως πονεῖτε, διότι ποθῶ νὰ ἦμαι ἔντιμος βουλευτὴς, ὅπως εἶσθε, καὶ εἰλικρινὴς εἰς τὸν τόπον μου, καὶ δὲν ἀποβλέπω εἰς κανένα ἄλλον σκοπὸν, οὔτε ἔρχομαι δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐδῶ.

§112ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μὲ ἀδικεῖτε, ἐγὼ δὲν εἶχον νὰ κάμω μὲ σᾶς.

§113ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριοι νομίζω, ὅτι ἐν τούτῳ κεῖται ἡ ἀδελφότης, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, καὶ ἡ ὁμόνοια, καὶ ἡ εἰλικρίνεια, καὶ ἡ ἀπὸ παντὸς συμφέροντος ἀποχὴ κατὰ τὴν παροῦσαν συζήτησιν· οὐχὶ ἡ περιπλοκὴ τῶν ὑπὸ συζήτησιν ζητημάτων καὶ ἡ ἀνακολουθία περὶ τὴν τάξιν αὐτῶν καὶ ἡ σύγχυσις περὶ τὰς ἰδέας καὶ τὴν σειρὰν, ἣν πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν εἰς τὰ ἔργα μας, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ ὑπάρξῃ ἡ πρέπουσα κρίσις καὶ ἀπόφασις. Ὅταν ὅμως μᾶς φέρετε νὰ ψηφίσωμεν φόρους, πρὶν μᾶς πληροφορήσετε πόσον εἶναι τὸ σύνολον τῶν ἀναγκῶν μας, δηλ. τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ δημιουργήσωμεν· ὅταν μᾶς ζητῆτε μεγάλα δάνεια καὶ φόρους ἀναλόγους, προτάττοντες τὸ «δὲν δύνασθε νὰ κάμητε οἰκονομίας ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ,» ἡ ἰδική μας ψῆφος θὰ ᾖναι πάντοτε μέλαινα. Ἐξηγήσατέ το ὅπως θέλετε, ἂς τὸ ἐξηγήσῃ ὁ κ. πρωθυπουργὸς ὅπως θέλει, δύνασθε νὰ λέγετε: αὐτὴ ἡ μερὶς δὲν θέλει τίποτε, δὲν θέλει οὔτε δάνεια, οὔτε φόρους. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ἀναμφισβήτητος, ὅτι ὅλη ἡ εὐθύνη εἶναι ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους δίδομεν πρὸ τῆς ψηφοφορίας, εἶναι τόσον καθαροὶ, ὥστε οὔτε ἡ αὐθεντία τοῦ πρωθυπουργοῦ, οὔτε ἡ εὐγλωττία αὐτοῦ ἠμποροῦν νὰ διασείσωσι τὴν ἀξίαν αὐτῶν.

§114ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τρία εἶναι τὰ συμπεράσματα, ἅτινα ἐξήγαγον ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἐντίμου προαγορεύσαντος. Πρῶτον ὅτι ἡ δύναμις τῶν οἰκονομιῶν εἶναι πολὺ μεγάλη, καὶ ὅτι διὰ τῶν οἰκονομιῶν δυνάμεθα ἴσως νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς ὅλας τὰς ἀνάγκας ἡμῶν. Διὰ νὰ σᾶς πείσῃ δὲ περὶ τούτου, σᾶς ἀνέφερε πρῶτον τὸ παράδειγμα τοῦ 1866 καὶ ἀνέγνωσε μαρτυρίαν τινὰ ἰδικήν μου, διὰ τῆς ὁποίας προσεπάθησα κατὰ τὰ 1867 νὰ ἐλαττώσω τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ὁ ἔντιμος φίλος μου κύριος Κεχαγιᾶς ἠθέλησε νὰ ἐπιφορτίσῃ εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1866. Εἶναι ἀληθῆ, κύριοι, ὅσα εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐλέχθησαν καὶ τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου ἠκούσατε, ἀλλὰ ταῦτα οὐδόλως ἀποδεικνύουν τὰ θαυμάσια ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα αἱ γενόμεναι κατὰ τὸ 1866 οἰκονομίαι ἔφερον. Αἱ οἰκονομίαι ἐκεῖναι, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, δὲν ἔφερον πραγματικὴν ἐλάττωσιν τῶν δαπανῶν εἰμὴ 150 ἢ 200,000 δραχμῶν, καὶ διὰ τὴν οἰκονομίαν ταύτην πολλάκις μετεμελήθη ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ ὑπηρεσία, διότι συνέβησαν καθυστερήσεις μεγάλως ζημιώσασαι τὸ δημόσιον, ἡ δὲ σύγκρισις, τὴν ὁποίαν ἔκαμε μεταξὺ τοῦ 1871 καὶ 1872, δὲν στηρίζεται εἰς τὰ πράγματα. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὴν σημείωσιν, τὴν ὁποίαν παρουσίασα, τὸ 1871 παρουσιάζει ἔλλειμμα 3,780,000 δραχμῶν, ἐνῷ τὸ 1872 ἔχει μόνον 602,000. Ἀλλὰ πλανᾶται ὁ φρονῶν, ὅτι ἡ διαφορὰ αὕτη τοῦ ἐλλείμματος προέρχεται ἐξ οἰκονομιῶν γενομένων τῷ 1872. Ἡ τοῦ 1871 χρῆσις, κύριοι, εἶναι ἡ μόνη ἀπὸ τοῦ 1862, ἥτις ἔκλεισεν ἄνευ ἐλλείμματος· ἐὰν δὲ ὁ ἀπολογισμὸς αὐτῆς παρουσιάζεται μὲ ἔλλειμμα, τοῦτο προέρχεται, διότι ἀνέλαβε καὶ ἐπλήρωσε δαπάνας ἀναγομένας εἰς προηγουμένας χρήσεις. Αὐτὸ δὲ ἐῤῥέθη πολλάκις.

§115ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πάρετε τὸ 1870.

§116ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὸ 1870 περιλαμβάνει δαπάνας ἐκτάκτους, ἀναγομένας εἰς ἑτέρας χρήσεις. Τοῦτο δὲ ἀποδεικνύουσιν αἱ λεπτομέρειαι τῶν ἀπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρουσιάσω εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ χωρὶς ν’ ἀνατρέχωμεν εἰς τὰ ἀπώτερα ἐκεῖνα ἔτη, ἂς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ἔτος 1874, καὶ δὲν σᾶς παραπέμπω εἰς τὸν ἀπολογισμὸν αὐτὸν, ὁ ὁποῖος παρουσιάζει ἔλλειμμα ἐκ 12,000,000, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν εἶναι ὁλόκληρον πραγματικὸν, διότι κατὰ τὸ ἔτος αὐτὸ ἐγένετο ἐξόφλησις χρεωλυτικῶν δανείων· ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874, ὃν συνέταξε τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Δεληγεώργη. Ἐὰν συγκρίνητε τοῦτον πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1876, θέλετε ἴδει ὅτι δὲν ὑπάρχει εἰμὴ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου διαφορὰ εἰς τὰ ἔξοδα τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας τῶν ὑπουργείων, ἡ αὔξησις δὲ αὕτη, σᾶς ἐξήγησα καὶ ἄλλοτε, ὅτι προέρχεται, διότι ἐσυστήθησαν αἱ πρεσβεῖαι, διότι ηὔξησαν τὰ ἀπρόβλεπτα ἔξοδα τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι ἐπληρώθη ἡ συνδρομὴ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας εἰς δραχ. 280,000 τὴν ὁποίαν τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο δὲν συμπεριέλαβεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, διότι ηὔξησαν τὰ ἔξοδα τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης καὶ τῶν τηλεγράφων. Διὰ τοῦτο, κύριοι, νομίζω, ὅτι εἶναι σφάλμα νὰ νομίζῃ τις, ὅτι δι’ οἰκονομιῶν ἠμποροῦμεν νὰ κατορθώσωμεν μεγάλας ἐλαττώσεις, ὥστε νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι μᾶς περιστοιχοῦσιν. Ἑπομένως, ἐὰν φρονῆτε ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις καὶ ὅτι ἐνδέχεται ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ αὐξήσωμεν τὰς στρατιωτικὰς ἡμῶν δυνάμεις κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν, ὀφείλετε νὰ δώσητε τὴν ἄδειαν εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ συνομολογήσῃ δάνεια, διότι ἂν περιορισθῆτε εἰς τὰς οἰκονομίας τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν θὰ κάμετε τίποτε.

§117ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Παρεβάλετε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874 μὲ τοῦ 1876. Σᾶς ὑπενθυμίζω, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1876 δὲν περιεῖχε δαπάνας τοῦ 1874 ἀναβαινούσας εἰς 2,880,000. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1874 προέβλεπε περὶ ἀναγκῶν 2,880,000, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπῆρχον τῷ 1876, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ὁ πρϋπολογισμὸς οὗτος εἶναι ἀνώτερος ἐκείνου κατὰ 400,000, δηλαδὴ ὑπάρχει διαφορὰ πλέον τῶν 3,000,000. Ἐδικαιολογήσατε τὸ ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον, ἀλλὰ κατὰ ἄλλο ἓν καὶ ἥμισυ ὁ εἷς προϋπολογισμὸς ὑπερβαίνει τὸν ἕτερον.

§118ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Δεληγεώργη, πολλάκις σᾶς ἤκουσα ὑποστηρίξαντα τὴν ἀρίστην ἀρχὴν, ὅτι τὸ μέρος τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπερ ἐπιδέχεται οἰκονομίας, εἶναι τὸ περιλαμβάνον τὰ ἔξοδα τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας τῶν ὑπουργείων· ἐπὶ τῶν ἄλλων μερῶν οὐδεμία οἰκονομία δύναται νὰ γείνῃ, διότι ἐὰν ἔχωμεν π. χ. δάνεια, ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν τὸν τόκον, ἐὰν ὑπάρχουν πολλοὶ συνταξιοῦχοι, θὰ πληρωθῶσιν· ἐὰν δ’ ἀποθάνωσι τινὲς, δὲν θὰ πληρωθοῦν. Τὰ ἔξοδα τῆς ὁδοποιΐας καὶ πάντα ἐν γένει τὰ ἔξοδα ὅσα δὲν συμπεριλαμβάνονται εἰς τὴν γενικὴν ὑπηρεσίαν, ὁ ἴδιος ἐθέσατε τὴν ἀρίστην τῶν ἀρχῶν, ὅτι δὲν ἐπιδέχονται οἰκονομίας, καὶ ὅτι τὸ μόνον μέρος, τὸ ὁποῖον μετὰ προσοχῆς πρέπει νὰ ἐξετάζηται, εἶναι τὸ μέρος τὸ περιλαμβάνον τὰ ἔξοδα τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας τῶν ὑπουργείων. Τοῦτο δὲ τὸ μέρος τοῦ 1874, παραβαλλόμενον πρὸς τὸ τοῦ 1876, δὲν ἔχει διαφορὰν ἢ ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ πεντακοσίων περίπου χιλιάδων, αἵτινες ἐξέθηκα πόθεν προέρχονται, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ τὸ ἐπαναλάβω. Τὸ δεύτερον συμπέρασμα τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Δεληγεώργη (εἰς τὴν ὁποίαν ἐπέστησε σπουδαίως τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς), δι’ οὗ κατέκρινε τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς μὴ ἐλθόντα ἐγκαίρως νὰ δώσῃ τὰς αναγκαίας πληροφορίας, εἶναι ὅτι τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὸν λαὸν διὰ τῶν νέων φόρων, ἀναβαίνουν εἰς 15 ἑκατομμύρια, ἐζήτησε δὲ νὰ δοθοῦν ἐκτενεῖς πληροφορίαι περὶ τούτων καὶ συγχρόνως νὰ γείνῃ γενικὴ συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν. Καὶ κατὰ τοῦτο ὁ κ. Δεληγεώργης δὲν ἔχει δίκαιον, διότι τὰ νέα βάρη εἶναι πολὺ ὀλιγώτερα ἀπὸ τὰ 15 ἑκατομμύρια. Ἐν πρώτοις, κύριοι, πρέπει νὰ χωρίσητε τὴν ὑπόθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· ὁ προϋπολογισμὸς ἀκόμη δὲν παρουσιάσθη εἰς τὴν Βουλὴν, ὅταν δὲ παρουσιασθῇ, θέλετε ἴδει, ὅτι δύναται νὰ ἰσοζυγισθῇ ἄνευ προσθήκης φόρων. Ἑπομένως περὶ ἐλλείμματος δὲν πρέπει νὰ γίνεται λόγος σήμερον, καὶ ἡ συζήτησις πρέπει νὰ περιστραφῇ εἰς τὰς προσθέτους ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ περιληφθῶσιν ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Διὰ τὰς ἀνάγκας ταύτας ζητοῦμεν πρῶτον τὸ δάνειον τῶν 10 ἑκατομμυρίων· ὁ τόκος δὲ καὶ τὸ χρεωλύσιον αὐτοῦ ἀναβαίνουν εἰς 650 χιλιάδας δραχμὰς, ὡς σᾶς εἶπον καὶ πρὸ ὀλίγου. Δεύτερον τὸ δάνειον τῶν 50 ἑκατομμυρίων διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατιωτικοῦ ταμείου, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ φρονῆτε ὅτι θέλει πραγματοποιηθῆ διαμιᾶς, ἀλλ’ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι καὶ τὸ δάνειον θέλει πραγματοποιηθῆ ὁλόκληρον θὰ πληρώνωνται καὶ δι’ αὐτὸ 3–3½ ἑκατομμύρια διὰ τόκους, διότι δύναται καὶ νὰ μὴ συμφωνηθῇ χρεωλύσιον.

§119Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δηλαδὴ νὰ μὴ ἀποσβεσθῇ ποτέ!

§120ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ δὲν θὰ εἴπῃ τίποτε, διότι ὅταν ἔχῃ χρήματα τὸ δημόσιον ἀγοράζει τὰ χρεώγραφα. Τρίτον βάρος εἶναι τὸ νέον δάνειον, διὰ τὴν τακτοποίησιν τῶν παλαιῶν δανείων, ἀλλ’ ἐκ τῶν δύω πόρων τοῦ δανείου τούτου ὁ μὲν πρῶτος, ἤτοι ἡ ἐκκαθάρισις τῶν καθυστερούντων μέχρι τοῦ 1862, δὲν εἶναι πρόσθετον βάρος, διότι πρόκειται νὰ πληρώσουν οἱ ὀφείλοντες· βάρος δὲ νέον εἶναι μόνον ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ, ἐξ οὗ ὑπολογίζονται 700 χιλιάδες δραχμαὶ, μετὰ τοῦτο δὲ ἔρχονται οἱ εἰδικοὶ φόροι, ὑπολογιζόμενοι εἰς 700 χιλιάδας δραχμάς· Ὅλα ἑπομένως τὰ νέα βάρη συμποσοῦνται εἰς πέντε περίπου ἑκατομμύρια καὶ οὐχὶ εἰς 15, ὅπως τὰ παριστάνει ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου.

§121Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν μᾶς εἴπατε προχθὲς 7½;

§122ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔβαλα καὶ τὸ ½ ἑκατομμύριον τὸ εἰσπραχθησόμενον ἐκ τῆς τακτοποιήσεως τῶν καθυστερούντων, ὅπερ ὅμως δὲν εἶναι φόρος· ὥστε βλέπετε, ὅτι καὶ τὸ δεύτερον συμπέρασμα τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος δὲν στηρίζεται εἰς τὰ πράγματα, διότι, ἐνῷ ὑπολογίζει ὅτι πρόκειται περὶ 15 ἑκατομμυρίων, ὅσον καὶ ἂν στενοχωρήσητε τὰ πράγματα, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχητε ἀνώτερον τῶν 5 ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, ὡς τρίτον συμπέρασμα τῆς ἀγορεύσεώς του, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου σᾶς εἶπεν, ὅτι οἱαδήποτε εἶναι τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα θὰ ψηφίσωμεν, δὲν δύναμαι νὰ ψηφίσω οὐδενὸς λεπτοῦ δαπάνην, ἐὰν προηγουμένως δὲν πεισθῶ ὅτι αἱ παρασκευαὶ, αἱ ὁποῖαι θέλουν γείνει, θὰ ἦναι παρασκευαὶ σπουδαῖαι, διότι, καθ’ ὃν τρόπον ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκτελέσῃ τὰς παρασκευὰς ταύτας, δὲν ἔχουν οὐδεμίαν σπουδαιότητα, καὶ αὐτὸς ὡς εὐσυνείδητος ἄνθρωπος, ἐπρόσθεσε, δὲν θέλει θέσει βάρη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ παρασκευὰς, αἱ ὁποῖαι θέλουν θέσει εἰς μέγαν κίνδυνον τὸ ἔθνος. Νομίζω ὅτι ἡ ἀπαίτησις τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἦτο πρόωρος, διότι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ζητοῦνται καὶ διὰ τὰ ὁποῖα θὰ ψηφίσητε σεῖς τοὺς φόρους, αὐτὰ δὲν θέλουν δαπανηθῆ εἰμὴ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, τουτέστιν ἐπὶ τῇ βάσει πιστώσεων, τὰς ὁποίας ὑμεῖς οἱ ἴδιοι θέλετε ψηφίσει καὶ ἐγκρίνει. Ἐπομένως, ἐὰν σήμερον ψηφίσητε τὴν ἐπιβολὴν τῶν φόρων καὶ δώσητε τὴν ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ πραγματοποιήσῃ δάνειον 50 ἢ 60 ἑκατομμυρίων, μὴ νομίσητε ὅτι τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα θὰ δαπανηθῶσι χωρὶς νὰ δώσητε τὴν ἄδειαν, διότι διὰ πᾶσαν δαπάνην θέλει ζητηθῆ παρ’ ὑμῶν ἡ ἀναγκαία πίστωσις.

§123ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, τί μέλλει γενέσθαι;

§124ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Προβλέπει ὁ Λογιστικὸς Νόμος. Καὶ σήμερον, ἐὰν παρουσιασθῇ ἔκτακτος ἀνάγκη, ἠμπορεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ δαπανήσῃ χρήματα διὰ πιστώσεως, ἥτις θέλει ὑποβληθῆ ἀκολούθως εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς.

§125ΧΟΪΔΑΣ. Εἶναι τὸ ἴδιον τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα μὲ τὴν θέλησιν τῶν ἀντιπροσώπων;

§126ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Νόμος τὸ λέγει. Ἡ Κυβέρνησις θέλει φροντίσει νὰ φέρῃ τὰς ἀναγκαίας πιστώσεις ἐνώπιόν σας, ἐὰν ὑπάρχουν τὰ μέσα.

§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε εἰς τὰς θέσεις σας· θὰ ψηφοφορηθῇ κατὰ πρῶτον ἡ ἀρχὴ δι’ ἀναστάσεως.

§128ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀρχὴν, δὲν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν· θὰ καταψηφίσωμεν ὅμως τῶν ἄρθρων 3 καὶ 4.

§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου περὶ δανείου 10 ἑκατομμυρίων, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Κατόπιν ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐγένοντο δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2.) Ἄρθρον 3ον (ἀναγινώσκεται).

§130ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§131Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μεθ’ ὅσα εἶπον, ἐὰν πρόκηται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ ἐπὶ τῶν ἄρθρων 3, 4, 5 καὶ 6, θέλω ψηφίσει κατὰ, διότι νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἐξεύρῃ ἄλλους πόρους καὶ νὰ τοὺς φέρῃ κατὰ τὴν δευτέραν ἢ τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ Νομοσχεδίου.

§132ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε πρόεδρε (ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 15).

§133ΣΟΥΤΣΟΣ. Μίαν διασάφησιν· ἐὰν ἐπιβληθῇ εἰς ὅλους τοὺς δήμους, θὰ ψηφίσω ὑπὲρ, ἐὰν εἴς τινας, κατά.

§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ τρίτον ἄρθρον τοῦ Νομοσχεδίου λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν Βουλευτῶν Ῥούφου καὶ Μπούτου.) Πρωτόκολλον ψηφοφορίας τῶν Βουλευτῶν Ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος· «Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὸ 3 ἄρθρον;»

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Κ. Θεοδώρου ΝἈνδρ. Δανόπουλος Ν
Ἰωάννης Μπόγδανος ΝΓ. Παπαλεξόπουλος Ν
Ὄθων Παπαλεονάρδος ΝΔ. Γ. Ῥάλλης Ο
Μ. Καΐρης Ὀρφανός ΟΤιμολέων Φιλήμων Ν
Νικ. Μαυροκορδάτος ΝΔ. Καλλιφρονᾶς Ο
Ἰω. Κυριακός ΝὌθων Μακρυγιάννης Ο
Γεώργ. Δ. Τσώκρης Π. Πετράκης Ν
Στ. Κολιάτσος Ἰω. Δεληγιάννης Ο
Κ. Στράτος ΟΓ. Κούστας
Ἰω. Καραγιαννόπουλος ΝἈρ. Μεντζελόπουλος
Δημ. Γρίβας Ἀγ. Μεταξᾶς Ο
Γ. Γεροθανάσης ΝΠαναγ. Βενιεράτος Ο
Χρ. Κατσικογιάννης ΝΝ. Βαλσαμάκης
Θ. Δηλιγιάννης ΟῬόκος Χοϊδᾶς Ο
Εὐθ. Δεληγιάννης ΟΑ. Βαρβαρῆγος Ο
Γ. Λαδόπουλος ΟΚ. Πανάρετος Ν
Α. Α. Ἀντωνόπουλος ΟΔ. Ῥαπτάκης
Γ. Πλαπούτας ΟΧ. Χρηστόπουλος Ν
Δ. Πετροπουλάκης ΟΔ. Βροντίσης Ν
Κ. Κοσσονάκος Κ. Κατσικόπουλος Ο
Ἀριστ. Λιδωρίκης ΝῬήγας Τσιρόπουλος Ν
Κ. Ἀναγνωστόπουλος ΟΜελέτ. Ῥουσόπουλος Ν
Ν. Κατσικαπῆς ΝΝ. Λεώπουλος Ο
Ν. Παπαμιχαλόπουλος ΝΛ. Μαυρομιχάλης
Γ. Ζουμπουλάκης ΟΝικήτ. Βαρβιτσιώτης Ν
Ἀντ. Μήτσας ΝἈναστ. Κορφιωτάκης
Γ. Μίλησης ΝΦίλων Φίλωνος Ν
Δ. Βουλπιώτης ΟΓ. Λάπας Ν
Σπ. Καραϊσκάκης ΝΓ. Μαχαιρᾶς Ν
Δ. Γ. Δημητριάδης ΟΞ. Βαλαωρίτης Ν
Γ. Κασβίκης ΟΓ. Σέρβος Ο
Κ. Λομβάρδος ΟἈριστ. Ῥούκης Ο
Ν. Λούντζης ΟἈλκ. Παπαλουκᾶς Ν
Ἀνδρ. Γαΐτας Φωσκάρδης ΟἸω. Παπαζαφειρόπουλος Ν
Ἰω. Νέγκας ΟΠαναγ. Μανέτας
Διον. Κολυβᾶς ΟΔ. Ζέγγελης Ο
Ἀνδρ. Αὐγερινός ΝἈριστ. ΣακελλαρόπουλοςΝ
Ἐπαμ. Κρεστενίτης ΟΦίλιππος Βάρβογλης
Αὐγ. Πετραλιᾶς ΟἈθαν. Κατριβάνος Ν
Κ. Ζαρειφόπουλος ΟἨλ. Κοσσονάκος Ο
Θεμ. Δαραλέξης ΝΓ. Νικολαΐδης
Λ. Κατσίνας Γ. Μαλέας Ο
Παναγ. Οἰκονόμου Κ. Βασιλάκης
Διομ. Διαμάντης ΟΓερ. Ζωχιός Ο
Νικολ. Νομικός ΟΣπ. Ζερβός Ν
Ἀριστ. Βαλέτας ΟἘπ. Δεληγεώργης Ο
Δημ. Γαβαλᾶς ΟΧαρίλ. Τρικούπης Ο
Βαρβαρῆγος Πήληκας ΝἈλέξ. Κουμουνδοῦρος Ν
Αἴας Καραβίας ΟΠ. Μποῦτος Ν
Θρασ. Ζαΐμης Σπήλ. Ἀντωνόπουλος Ο
Σ. Ν. Πετιμεζᾶς ΟΓ. Προβελέγιος Ο
Α. Γ. Πετιμεζᾶς ΟΔ. Κυριακίδης Ο
Ἀργ. Διαμαντόπουλος ΝἘλευθ. Μυκόνιος Ν
Νικόλ. Πετιμεζᾶς ΟΜ. Δαμηράλης Ν
Περ. Μαυρομιχάλης ΟἈλέξ. Δαμίας Ν
Γ. Πεῤῥωτής ΝἈθ. Ῥοντήρης
Δημ. Κάρτσωνας ΝΓ. Ν. Σισμάνης Ν
Ἀλέξ. Κοντόσταυλος ΝΕὐθ. Πλαστήρας Ο
Ἰω. Δ. Χατζῆ Νικολῆ ΝΚ. Εὐθυμιόπουλος Ν
Ν. Παπανικολάου ΝΠ. Ἰατροῦ Ο
Ἰω. Μπαλάφας ΝΚίμων Χριστοδούλου
Ἰω. Χωρεπισκοπίδης ΝἈλέξ. Πετσάλης Ν
Ποθητὸς Ῥεβελάκης ΟἸω. Γερ. Μαυρομιχάλης Ν
Π. Γεννατᾶς ΟἈντ. Α. Μαυρομιχάλης Ο
Ἰάκ. Πολυλᾶς Ἀντ. Καπετανάκης Ν
Ν. Βασιλάκης ΟΛ. Καπετ. ΜαυρομιχάληςΟ
Σ. Δ. Νοταρᾶς ΝΧ. Δ. Κανελλόπουλος Ο
Ἀνδρ. Νοταρᾶς ΝΖ. Α. Ζαρειφόπουλος Ν
Μιλτ. Κανελλόπουλος ΝΔ. Χρηστίδης Ο
Π. Κωσταντᾶς ΝΝικ. Σοῦτσος Ο
Σπ. Μαρτσοῦκος Γ. Μπούμπουλης Ν
Θ. Ῥωμαῖος ΝΓρηγ. Μαυρομαρᾶς Ο
Δ. Ἰακωβάτος ΝἸ. Ζαλλώνης Ν
Ν. Μεταξᾶς ΟΚάρ. Νάζος Ν
Π. Εὐδιᾶς ΝΣωτ. Σωτηρόπουλος Ν
Ἰω. Βελλιανίτης ΟΝ. Γεωργακόπουλος
Π. Τζαμάλας ΟΘ. Ἀναστασόπουλος Ν
Α. Σιμόπουλος ΟἸω. Μεγαπάνος Ν
Δ. Καραλίβανος ΝΚ. Στεργιαλόπουλος Ο
Π. Νεζερίτης ΝἸω. Δροσινός
Θ. Κανακάρης ΟΝ. Πιπῖνος Ν
Δ. Πατρινός ΟἈντ. Τσαμαδός Ν
Γ. Ῥοῦφος ΟΘ. Γκίκας Ο
Α. Ῥικάκης ΟΔ. Γ. Βούλγαρης
Νικ. Καράπαυλος ΝΘεμ. Παπακώστας Ο
Ἀθ. Μισυρλῆς ΝΚ. Χατζῖσκος Ν
Κ. Δαρειώτης ΝΚ. Δυοβουνιώτης Ο
Ἰω. Ἄννινος ΚαβαλλιεράτοςΝΓ. Ζουλούμης Ν
Εὐάγ. Ἀντύπας ΝΔ. Κριεζώτης Ν
Γ. Φλωριᾶς ΝΝ. Καφετζόγλους
Γ. Α. Γεωργιάδης ΝΒ. Ν. Βουδούρης Ο
Ἰ. Δουλίδης ΟΓ. Τ. Θωμᾶς Ο
Δ. Θεοχάρης ΝΝ. Καλάρης Ν
Δ. Κουνουπιώτης ΝΜιλτ. Κ. Κανάρης ἀρν.
Ἰω. Δούμας Ο

Ἐν ὅλῳ ἐψηφοφόρησαν 162· ὑπὲρ τῆς προτάσεως ἐψήφισαν 85, κατ’ αὐτῆς 76, ἑνὸς ἀρνηθέντος. Ἄρα γίνεται παραδεκτὸν τὸ ἄρθρον 3ον ὅπως ἔχει. (Κατόπιν ἀνεγνώσθησαν καὶ τὰ ἄρθρα 4, 5 καὶ 6, καὶ ἐγένοντο παραδεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, καθὼς καὶ τὸ σύνολον τοῦ Νομοσχεδίου.) Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις. (Ὥρα 6 καὶ 10|60 μ. μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 29
2τῆς 10 Νοεμβρίου 1876.
3(Τετάρτη.)
4Κατέχει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κύριος
5Τσαμαδός.
6Ὥρα 2 μ. μ.
7Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθεί-
8σης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς
9προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤ-
10ῥήσεως.
11§1ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, συμμορφούμενος
12πρὸς τὴν ἐκφρασθεῖσαν ἐν τῇ Βουλῇ γνώμην, ἡτοίμασα μερικὰς
13τροποποιήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ χθὲς συζητηθέντος, ἀλλὰ
14δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φθάσωσιν εἰς πέρας σήμερον, διότι πρόκειται
15νὰ ἐπιθεωρηθοῦν καὶ νὰ διορθωθοῦν τὰ λοιπά. Διὰ τοῦτο παρα-
16καλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὸ ἀναβάλῃ διὰ σήμερον καὶ νὰ συζητήσῃ
17ἄλλα νομοσχέδια· ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, παρακαλῶ νὰ τεθῇ
18τὸ τρίτον ἀντὶ τοῦ δευτέρου.
19§2Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων τῆς ἐπαρχίας
20Πυλίας μοὶ ἀπέστειλαν ἀναφοράν, τὴν ὁποίαν καταθέτω εἰς τὴν
21Βουλήν, ὅπως ἐπ’ αὐτῆς ἐνεργηθῶσι τὰ νόμιμα.
22§3ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸ προεδρεῖον, ὅταν
23λάβῃ ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τὰς τροπολογίας, νὰ λάβῃ τὴν καλω-
24σύνην νὰ τὰς τυπώσῃ καὶ νὰ τὰς διανείμῃ.
25§4ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Λυποῦμαι ὅτι δὲν εἶναι παρὼν ὁ ἁρμόδιος
26ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῆς ἐπαρχίας
27Πυλίας, παρατηρῶ ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ ἐθνικοϊδιο-
28κτήτων κτημάτων ἔφερε δυσκολίας τινάς, αἱ ὁποῖαι εἶναι καλὸν
29νὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Εἰς πολλὰς ἐπαρ-
30χίας παρετηρήθη τὸ κακὸν αὐτὸ, ὅτι μέγα πλῆθος κατόχων
31ἐθνικῶν γαιῶν, οἵτινες δὲν συνεμορφώθησαν μὲ τοὺς νόμους αὐ-
32τοὺς μόνον δι’ ἔλλειψιν χρημάτων, πρόκειται νὰ ἀποξενωθοῦν
33ἀπὸ κατοχὰς, τὰς ὁποίας πρὸ ἐτῶν πολλῶν καὶ ἐκεῖνοι καὶ οἱ
34πατέρες των εἶχον· τοῦτο πιστεύω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ διορ-
35θωθῇ. Σημειώσατε δὲ, ὅπως ὀρθῶς μοὶ παρατηρεῖ ὁ ἀξιότιμος
36βουλευτὴς Καλαβρύτων, ὅτι ἔγειναν καὶ φόνοι ἕνεκα τούτου.
37Δεύτερον, μεγάλαι ἐκτάσεις γαιῶν, ὅπως γνωρίζετε, χρησιμεύουν
38διὰ τὴν βοσκὴν τῶν ποιμνίων· ἐντὸς αὐτῶν ὑπάρχουν μερικὰ
39τεμάχια χρήσιμα εἰς καλλιέργειαν. Αὐτὰ ἐδηλώθησαν, καὶ οὕ-
40τω ὁλόκληρος ὁ λειμὼν καθίσταται ἄνευ ὠφελείας. Ὑποθέσατε
41λειμῶνα χιλιάδων στρεμμάτων περιέχοντα ἔκτασιν γαιῶν καλ-
42λιεργησίμων 100 στρεμμάτων· ἐδηλώθησαν αἱ γαῖαι αὗται
43καὶ ὅλος ὁ λειμὼν καθίσταται ἄχρηστος. Προτείνω λοιπὸν, ὅτι
44εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐξαιρεθῶσιν αἱ γαῖαι, αἱ ὁποῖαι χρησιμεύουν ὡς
45λειμῶνες, διότι ἄλλως ἡ κτηνοτροφία θὰ καταστραφῇ. Πιστεύω,
46ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν αὐτὰ
47καὶ θὰ φέρῃ τὴν δέουσαν θεραπείαν.
48§5ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ νόμος τῶν δηλώσεων ἔδωκεν
49ἀφορμὴν εἰς πολλὰς καταχρήσεις. Ἡ πρακτικὴ ἔδειξεν ὅτι δὲν
50ἐφηρμόσθη εἰλικρινῶς, καὶ κατὰ συνέπειαν πολλοὶ ἐπροσπάθησαν
51νὰ ὠφεληθῶσι, καὶ παραμορφόντες τὸν νόμον, νὰ ζημιώσουν
52καὶ τὸ δημόσιον καὶ τοὺς ἰδιοκτήτας. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ.
53ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συγκεντρώσῃ τὰ δεδομένα, τὰ
54ὁποῖα ἔχει ὑπ’ ὄψιν, καὶ νὰ καταρτίσῃ ἓν νομοσχέδιον, ὥστε
55νὰ προλάβωμεν αὐτὰ τὰ ἀδικήματα.
56§6ΖΩΧΙΟΣ. Πρό τινων μηνῶν οἱ ἀδελφοὶ Πεταλᾶ κατῆλθον
57εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἔφερον ἀτμοκίνητα, διὰ τῶν ὁποίων ἠθέ-
58λησαν νὰ ἐπιχειρήσουν τοὺς περίπλους τῆς Πελοποννήσου. Ἡ
59Κυβέρνησις ἀντέστη, ἐζήτησε δ’ ἐγγύησιν παρὰ τῶν ἀνθρώπων
60αὐτῶν, φοβουμένη μήπως ἡ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία τὴν καταδιώξῃ
61καὶ ὑποπέσῃ εἰς ζημίας. Προσέφερον ἐγγύησιν αὐτὰ τὰ ἀτμο-
62κίνητα· καὶ κατ’ ἀρχὰς ἐφάνη ὅτι ἡ Κυβέρνησις τὸ δέχεται,
63μετὰ ταῦτα ὅμως ἀπεποιήθη καὶ ἐζήτησε χρηματικὴν ἐγγύη-
64σιν. Τότε προσέφερον ἐγγύησιν 200,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἡ Κυ-
65βέρνησις οὔτε αὐτὸ ἐδέχθη. Φαίνεται δὲ ἐκ τῶν νόμων ὅτι τὸ
66προνόμιον τῆς ἑταιρίας ἤδη ἔληξε, διότι κατ’ ἀρχὰς εἶχε δοθῆ
67προνόμιον διὰ 12 ἔτη. Αὐτὰ εἶχον παρέλθει καὶ σιωπηλῶς ἡ
68ἑταιρία εἰργάζετο. Κατὰ τὸ 1871 ἔγεινε νέα σύμβασις, κατὰ
69τὴν ὁποίαν τὸ προνόμιον αὐτὸ παρατείνεται μέχρι τοῦ τέλους τῆς
70ζωῆς τῆς ἑταιρίας. Ἡ ἑταιρία ἔλαβεν ὑπόστασιν κατὰ τὴν 28
71Ὀκτωβρίου 1856· λοιπὸν τότε ἤδη αὕτη ἀπέθανε, σήμερον δὲ
72νομίζω ἡ κυβέρνησις εἶναι πάντη ἐλευθέρα, ὑπάρχει δὲ καὶ ἐπί-
73σημον ἔγγραφον τοῦ διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων, διὰ τοῦ
74ὁποίου βεβαιοῦται ὅτι ἡ ἑταιρία ὑφίσταται μέχρι τοῦ Ἰουνίου.
75§7ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Τοῦ Ἰουνίου 1877.
76§8ΖΩΧΙΟΣ. Τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐγκρίνει τὸ καταστατι-
77κόν, ἐξεδόθη τὴν 28 Ὀκτωβρίου 1856· μέχρι 1876 εἶναι 20
78ἔτη. Τὸ ἔγγραφον αὐτὸ τοῦ διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων λέ-
79γει, ὅτι ἡ ἑταιρία ἔχει ἀποκλειστικὸν προνόμιον μέχρι τέλους
80τοῦ προσεχοῦς Ἰουνίου, καὶ γράφει τὸν Ἰανουάριον 1876. Ἐδῶ
81ἐπισυνάπτω καὶ ἀναφορὰς διαφόρων ἐμπόρων, οἱ ὁποῖοι συνηγο-
82ροῦν ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν Πεταλᾶ, διότι πρόκειται νὰ ἐλαττω-
83θοῦν οἱ ναῦλοι κατὰ 35%. Ἐπειδὴ δὲ ἡ Κυβέρνησις ὑπέ-
84βαλε νέαν σύμβασιν χθές, ἐγὼ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ ἀκού-
85σητε μίαν ἡμέραν, διότι θὰ συνδέσω τὸ ζήτημα αὐτὸ μετὰ
86τῶν παρασκευῶν.
87§9Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐλεύθερος ὁ συναγωνισμός.
88§10ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Θὰ εἴπω δύω λέξεις.
89Ἡμεῖς συνηγοροῦμεν καὶ εἴμεθα πρὸ πάντων ὑπὲρ τῆς νέας
90αὐτῆς ἑταιρίας τοῦ Πεταλᾶ. Ὅταν ὁ Πεταλᾶς παρουσιάσθη
91εἰς ἡμᾶς, μετ’ εὐχαριστήσεως τὸν ἐδέχθημεν, καὶ ἐγὼ μάλιστα
92τὸν ἐνεψύχωσα. Ἔκαμε τὴν αἴτησιν ὁ ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἐγεννήθη
93τὸ ζήτημα, ὅτι ὀφείλομεν νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν αὐτῷ, διότι συ-
94νεπεία τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία ἴσχυε καὶ ἰσχύει ἀκόμη, εἴμεθα
95ὑπόχρεοι πρὸς ἀποζημίωσιν. Συνεκαλέσαμεν δικηγορικὸν συμ-
96βούλιον, καὶ, μετὰ διαφόρους καὶ ἐκτεταμένας συζητήσεις, συνε-
97φώνησαν ὅλοι, ὅτι τῳόντι ἐὰν συνοδεύωμεν τὰ ἀτμόπλοια μὲ
98τὰ λιμενικὰ ἔγγραφα, παραβιάζομεν τὸν νόμον καὶ δίδομεν δι-
99καίωμα πρὸς ἀποζημίωσιν.
100§11ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Αἰωνίως αὐτό;
101§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐνόσῳ ὑπάρχει ἡ σύμβασις. Ἐγὼ καὶ
102μόλα ταῦτα ἤθελον νὰ εὕρω διέξοδον, διὰ νὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν
103ἡ συγκοινωνία δι’ αὐτῶν τῶν ἀτμοπλοίων, καὶ τότε ἐπροτεί-
104ναμεν, ἐὰν δὲν ᾖναι δυνατὸν νὰ ἀσφαλισθῶμεν ἀπὸ αὐτὸν τὸν
105ἄνθρωπον καὶ ἐὰν ἔχωμεν ἔπειτα δικαστήρια καὶ καταδικασθῶ-
106μεν, νὰ ἤμεθα ἀσφαλεῖς. Καὶ τῳόντι, κατ’ ἀρχὰς ὁ ἄνθρωπος
107αὐτὸς μᾶς παρουσίασε πρὸς ἀσφάλειαν τὰ πλοῖα, ἀλλὰ τοῦτο
108δὲν ἦτο ἀσφάλεια. Μετὰ ταῦτα ἐπρότεινεν ἄλλην ἐγγύησιν, ἀλλ’
109ἐγγύησιν προσωπικὴν ἐκ μέρους του, τὴν ὁποίαν δὲν ἠμπορού-
110σαμεν νὰ δεχθῶμεν. Ἰδοὺ διατὶ δὲν ἠμπορούσαμεν νὰ πραγμα-
111τοποιήσωμεν ὅ,τι ἐπρότεινεν αὐτὸς καὶ ὅ,τι ἐπεθυμοῦμεν καὶ
112ἡμεῖς. Διὰ τοῦτο διετάξαμεν τὰς ἀρχὰς νὰ μὴ δίδουν τὰ ἀναγ-
113καῖα ἔγγραφα. Καὶ τὸ ζήτημα τῆς προθεσμίας ἐξητάσθη, καὶ
114ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας συνελέξαμεν τότε ἀπὸ τὴν ὑ-
115πηρεσίαν, εὑρέθη ὅτι ἡ προθεσμία λήγει τὸν Ἰούλιον τοῦ 1877.
116§13ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. 7 Ἰουλίου 1877.
117§14ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ τοῦτο περιμένομεν ἕως οὗ δεχθῇ
118ἡ Βουλὴ τὴν σύμβασιν. Ἑπομένως τὸ ζήτημα περὶ οὗ πρόκειται
119θὰ λυθῇ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν καὶ θὰ λείψῃ αὐτὸ τὸ παράπονον.
120§15ΖΩΧΙΟΣ. Εὔχομαι νὰ ᾖναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ ἑταιρία ἔχει δι-
121καίωμα μέχρι τοῦ ἐρχομένου Ἰουλίου.
122§16ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Αὐτὸ ἀναφέρεται εἰς τὸ καταστατικόν.
123Ἄρχεται τὸ εἰκοσαετὲς προνόμιον ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἄρχεται ὁ
124πρῶτος πλοῦς, τὸ δὲ «Πανελλήνιον» ἔκαμε τὸν πρῶτον πλοῦν
125τὴν 7 Ἰουλίου 1857.
126§17ΖΩΧΙΟΣ. Καλὰ, τὸ δέχομαι καὶ μᾶς συμφέρει, διότι ἔχομεν
127ὀκτὼ μῆνας ἀκόμη πρὸ ἡμῶν, καὶ ἐντὸς ὀκτὼ μηνῶν ἠμποροῦμεν
128νὰ ἔχωμεν 10 ἀτμοκίνητα. Καὶ ἂν ἡ ἑταιρία θέλῃ νὰ ἐξακο-
129λουθήσῃ τὸ ἔργον της, ἔχει καλῶς· ἐὰν ὅμως θέλῃ νὰ μᾶς ἀπει-
130λήσῃ, τότε δὲν ἔχομεν ἀνάγκην αὐτῆς, καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν
131Ναυτικῶν εἶναι εἰς κατάστασιν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ
132ἑτοιμάσῃ δέκα ἀτμοκίνητα.
133§18Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀληθῶς.
134§19ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Θὰ τὸ συζητήσωμεν.
135§20ΖΩΧΙΟΣ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ᾖναι εἰς κατάστασιν ἕως
136τότε νὰ ἑτοιμάσῃ μίαν ἑταιρίαν, τότε νὰ τὴν πνίξωμεν. Τὸ ζή-
137τημα εἶναι ἁπλοῦν· σοὶ δίδω 40,000,000, δὲν ἠμπορεῖς νὰ
138κάμῃς τὴν συγκοινωνίαν τῆς Ἑλλάδος, καὶ θέλεις τὴν Κων-
139σταντινούπολιν; Πρέπει λοιπὸν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ κα-
140τασκευάσωμεν δέκα ἀτμοκίνητα· καὶ ὁ κ. Μπούμπουλης ἐὰν
141ἦτο ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καὶ ὁ κ. Θεοχάρης, θὰ τὰ ἔκαμνε,
142καὶ ὁ ὑπάρχων ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν θὰ τὰ κάμῃ.
143§21ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Χθὲς, κύριοι, ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ
144συμβουλίου ὑπέβαλε δύω συμβάσεις, μίαν περὶ ἀτμοπλοϊκῆς ἑ-
145ταιρίας καὶ μίαν περὶ φάρων καὶ φανῶν. Ἡ μία εἶναι μετὰ τῆς
146παρούσης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, ἡ δὲ ἑτέρα μεθ’ ἑνὸς Γάλλου,
147ὅστις συνῆψε σύμβασιν μετὰ τῆς Τουρκίας καὶ κατεσκεύασε καὶ
148διατηρεῖ μέχρι τοῦδε τοὺς φανούς. Ἀμφότεραι αἱ συμβάσεις
149εἶναι σπουδαιόταται, διότι διὰ τῆς μὲν ὑποβάλλεται τὸ δημό-
150σιον εἰς 500,000 δραχμῶν δαπάνην, διὰ δὲ τῆς ἄλλης ζη-
151τοῦνται διὰ νέων φόρων 500,000 ἀπὸ τὴν ἐμπορικὴν ναυτι-
152λίαν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ σταλῶσιν εἰς τὰς οἰκείας
153ἐπιτροπὰς αἱ συμβάσεις, καὶ οἱ κύριοι ὑπουργοὶ τῶν Ναυτικῶν
154καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλουν τὰ ἑξῆς ἔγγραφα.
155(Καταθέτει κατάλογον εἰς τὸ Προεδρεῖον.)
156Κύριοι, ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ζητῶ, θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι
157καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς φάρους καὶ φανοὺς ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι
158ὅλως διόλου ἐπιζήμιος καὶ περιττὴ διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἐλπίζω
159δὲ ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ θὰ μᾶς ὑποβάλουν ἐκθέσεις λεπτομερεῖς,
160διὰ νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ ποίων ἀντικειμένων ψηφίζει.
161§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ προεδρεῖον κατετέθη ἀναφορὰ τοῦ ἰα-
162τροῦ Σοκόλη, ὁ ὁποῖος ζητεῖ τὴν πρὸς αὐτὸν παραχώρησιν
163τῶν ἰαματικῶν ὑδάτων Κυλλήνης.
164§23Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, διότι ἔχομεν
165καὶ ἄλλην διάφορον.
166§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Εἶ-
167ναι ἡ πρώτη ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συνομολογήσεως
168δανείου διὰ τὴν ἔκτακτον στρατολογίαν. Τίς ζητεῖ τὸν λόγον;
169§25ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅλα αὐτὰ τὰ νομοσχέδια, κύριε πρόεδρε,
170νομίζω ὅτι ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον
171ἐσυζητήσαμεν χθὲς, διότι αἱ προμήθειαι καὶ κατὰ συνέπειαν
172τὰ δάνεια ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν, τὴν
173ὁποίαν θὰ ψηφίσωμεν, καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔκτασιν αὐτῆς, καὶ
174ὅσον ἀφορᾷ τὴν ποιότητα τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν. Ἐξ
175ἀμφοτέρων τούτων ἐξαρτᾶται τὸ ζήτημα: ὁποίας προμηθείας
176ἐφοδίων καὶ ὑλικοῦ θέλομεν ποιήσει καὶ ὁποῖα δάνεια πρὸς
177τοῦτο ὀφείλομεν νὰ συνομολογήσωμεν· μάλιστα συλλογίζομαι,
178ὅτι ὑπάρχουσι καὶ δύω ἕτεραι δυσκολίαι. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι κατὰ
179τὰς συζητήσεις ἡμεῖς ὑπεστηρίξαμεν, ὅτι δὲν θέλομεν ποτὲ
180δώσει ψῆφον πρὸς ἐπιβολὴν νέων φόρων, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν
181οὗτοι καὶ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον πρόκειται νὰ εἰσπρα-
182χθῶσι, πρὶν ἢ γείνωσιν αἱ δέουσαι οἰκονομίαι εἰς τὸν προϋ-
183πολογισμὸν τοῦ κράτους. Παρατηρῶ δὲ ὅτι ἕκαστον τῶν νομο-
184σχεδίων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι κατατεταγμένα εἰς τὴν ἡμερη-
185σίαν διάταξιν καὶ εἰς τῶν ὁποίων τὴν συζήτησιν ἀρχίζομεν
186νὰ προβαίνωμεν ἤδη, περιέχει συγχρόνως καὶ τοὺς πόρους ἐξ ὧν
187θέλομεν προμηθευθῆ τὰ ἀπαιτούμενα χρήματα, διὰ τοὺς τόκους
188καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν δανείων. Αὐτοὶ δὲ οἱ πόροι εἶναι
189φόροι νέοι, καὶ εἶναι ἀδιάφορον ἂν εἰς τοῦτο μὲν τὸ νομο-
190σχέδιον ᾖναι ἄλλος φόρος, εἰς ἐκεῖνο δὲ ἄλλος· πάντοτε φό-
191ρος εἶναι, ὁ ὁποῖος θέλει ληφθῆ ἐκ τῆς παραγωγῆς τοῦ Ἕλληνος
192φορολογουμένου. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ὑπάρχουν δύω δυσκολίαι
193διὰ νὰ προβῶμεν σπουδαίως εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν, ὄχι διὰ
194νὰ κάμωμεν ἁπλᾶς ἀναγνώσεις (διὰ νὰ γείνουν ἁπλαῖ ἀνα-
195γνώσεις δὲν ὑπάρχει ἐμπόδιον οὐδὲν), ἀλλὰ διὰ νὰ κάμωμεν
196σπουδαίαν συζήτησιν, ὑπάρχουν δύω ἐμπόδια. Πρῶτον ὅτι δὲν
197δυνάμεθα ν’ ἀποφασίσωμεν ὁποῖα δάνεια πρέπει νὰ συνομολο-
198γηθῶσι, πρὶν ἀποφασίσωμεν ὁποίας δυνάμεις στρατιωτικὰς
199θέλομεν κατασκευάσει, τόσον κατὰ ποιὸν, ὅσον καὶ κατ’ ἔκ-
200τασιν· δευτέρα δυσκολία, ὅτι αὐτὰ τὰ ἴδια νομοσχέδια περι-
201λαμβάνουσι νέους φόρους, καὶ ἡ ἀδιάσειστος ἡμῶν ἀπόφασις εἶναι
202νὰ μὴ προβῶμεν εἰς ψήφισιν φόρου οὐδεμίαν, ἂν προηγουμένως
203δὲν ἐξαντλήσωμεν ὅλας τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας καὶ πάντοτε
204μὲν, πρὸ πάντων δὲ αἱ νῦν περιστάσεις μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ
205κάμωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ κράτους. Ὑπαρχου-
206σῶν δ’ αὐτῶν τῶν δυσκολιῶν, ἐρωτῶ, τίς ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ
207συζητήσῃ σπουδαίως τὰ προκείμενα νομοσχέδια; Δὲν κάμνω δὲ
208αὐτὴν τὴν παρατήρησιν διὰ νὰ ἐμποδίσω τὴν ἐργασίαν τῆς
209Βουλῆς· κάμνω τὴν παρατήρησιν, μόνον διὰ νὰ δείξω, ὅτι ἡ
210ἐργασία αὕτη τῆς Βουλῆς, ἂν ἀποφασισθῇ νὰ γείνῃ, θὰ ᾖναι
211ἐργασία τυπικὴ, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ κάμῃ τυπικὴν ἐρ-
212γασίαν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίῤῥησιν,
213ἐκτὸς ἂν ὑπάρξῃ ἄλλο τὸ φρόνημα αὐτῆς.
214Σημειώσατε ὅμως, ὅτι εἶναι πολὺ δύσκολον πρᾶγμα, πρὸ πάντων
215ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸ ζήτημα τῶν φόρων, νὰ εἴπωμεν τὸ ναὶ,
216ἔστω καὶ τυπικῶς, διότι, τὸ ἐπαναλέγω, ἡ ἀπόφασις ἡμῶν εἶναι ἀ-
217διάσειστος ὡς πρὸς τοῦτο. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω.
218§26ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, τὸ νομοσχέ-
219διον, τὸ περὶ στρατιωτικοῦ ταμείου ἰδίως, δὲν ἔχει οὐδεμίαν
220σχέσιν πρὸς τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας ἐπρότεινεν ὁ κ. Δελη-
221γεώργης· διότι αὐτὸ ἔχει σκοπὸν νὰ ἐξεύρῃ πόρους διαρκεῖς
222καὶ μονίμους, πρὸς πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν τῆς στρατιωτικῆς
223ὑπηρεσίας κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν. Οἱ πόροι αὐτοὶ,
224κατὰ τὴν πεποίθησιν ἡμῶν, εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖοι καὶ ἂν
225πρόκηται νὰ παρασκευασθῶμεν κατεπειγόντως, καὶ ἂν πρόκη-
226ται νὰ παρασκευασθῶμεν τακτικῶς καὶ ἡσύχως, διότι, κατὰ
227τὴν πεποίθησιν ἡμῶν, ἡ προπαρασκευὴ τοῦ τόπου ἡ στρατιω-
228τικὴ εἶναι ἀναπόφευκτος· πρέπει ἀναποφεύκτως νὰ γείνῃ,
229καὶ ἑπομένως ἀναποφεύκτως νὰ εὑρεθῶσι καὶ οἱ πόροι, οἱ
230ὁποῖοι νὰ δώσουν τὴν εὐκολίαν καὶ τὰ μέσα, πρὸς σύν-
231ταξιν τῆς πολιτείας στρατιωτικῶς. Ἑπομένως βλέπετε, ὅτι
232τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν πρὸς τὰς πα-
233ρατηρήσεις τοῦ κ. Δεληγεώργη, διότι δὲν ἐξαρτᾶται ἡ τύχη
234αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἂν πρέπῃ
235κατεπειγόντως νὰ παρασκευασθῶμεν, ἢ τακτικῶς καὶ ὁμαλῶς.
236Τακτικῶς καὶ ὁμαλῶς βέβαια ὅλοι συμφωνοῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ
237παρασκευασθῶμεν· βεβαίως θὰ συμφωνῶμεν ὅτι πρέπει νὰ ἔχω-
238μεν καὶ τοὺς πόρους τῆς παρασκευῆς.
239Ὁ κ. Δεληγεώργης σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ σταθερὰ ἀπόφασίς του
240εἶναι νὰ μὴ ψηφίσῃ φόρους, ἂν δὲν κάμωμεν οἰκονομίας, τὰς
241ὁποίας νομίζει ἀναγκαίας. Δικαίωμά του εἶναι νὰ ψηφίσῃ ὅπως
242θέλει, ἀλλὰ τὴν πεποίθησίν του αὐτὴν δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὴν
243ἐπιβάλῃ καὶ εἰς ἡμᾶς· ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ἀνεξαρτήτως πά-
244σης οἰκονομίας, ἀνεξαρτήτως παντὸς μέτρου, εἶναι ἀναποφεύ-
245κτως ἀναγκαία εἰς τὴν σύστασιν αὐτοῦ τοῦ ταμείου ἐπιβολὴ
246φόρων. Ἔχομεν πολλὰς καὶ μεγάλας ἀνάγκας· ἂν τῷ ὄντι ἠμ-
247ποροῦμεν νὰ πληρώσωμεν τὰς ἀνάγκας αὐτὰς ἀπὸ τὰς οἰκονο-
248μίας τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἔχομεν στάδιον· εἰς πᾶσαν δὲ περί-
249στασιν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς αὐτὰς τὰς ἀνάγκας
250ἢ δι’ ἐπιβολῆς φόρων. Παρεκτὸς τούτου νομίζω, ὅτι κατ’
251οὐσίαν καὶ οὐχὶ κατὰ τύπον πρέπει νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις ἡ
252πρώτη καὶ ἡ δευτέρα, διότι κατ’ αὐτὴν τὴν ἀνάγνωσιν θὰ γείνουν
253ἴσως παρατηρήσεις καὶ ἐνστάσεις πολλαὶ, θὰ μελετηθῇ καλ-
254λίτερον τὸ ζήτημα, καὶ ἡ Βουλὴ οὐχὶ διὰ μιᾶς καὶ αἰφνηδίως
255νὰ ἠμπορῇ νὰ ἀποφασίσῃ ὅ,τι συμφερώτερον νομίζει, διότι, κύ-
256ριοι, τὰ ζητήματα αὐτὰ ἡμεῖς τὰ θεωροῦμεν ὡς ζητήματα
257κοινὰ, γενικὰ, ἀφορῶντα εἰς ὅλους μας· διὰ τοῦτο ἐλπίζομεν
258καὶ ἐπιθυμοῦμεν καὶ θὰ παρακαλέσωμεν τὴν Βουλὴν νὰ τὸ
259συζητήσῃ ἐν πάσῃ ἀδελφικῇ συμπνοίᾳ καὶ ἐν πνεύματι ἀγα-
260θότητος. Τὰ ζητήματα τὰ πολιτικὰ, κύριοι, ἔχομεν καιρὸν νὰ
261τὰ συζητήσωμεν, ἀλλὰ τὰ ζητήματα τὰ πολιτικὰ πρέπει νὰ
262ἦναι χωριστὰ ὅλως διόλου ἀπὸ τὸ ζήτημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον
263νομίζω ὅτι εἶναι ζήτημα τῆς πατρίδος. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι
264διόλου δὲν πρέπει νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις, διότι κατὰ τὰς
265συζητήσεις αὐτὰς δυνατὸν νὰ ἀνευρεθῶσι λόγοι, ἐνστάσεις καὶ
266διορθώσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν πρέπει εἰς τὴν στιγμὴν νὰ ἐπενε-
267χθῶσι· διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ νομίζω, ὅτι θέλει ἀποφασίσει νὰ
268προβῇ ὅπως δήποτε εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου.
269§27ΖΩΧΙΟΣ. Ἡ ἀντιπολίτευσις προχθὲς ἀπεδοκίμασεν ἐν ὅλῳ
270τὰ ὑπουργικὰ νομοσχέδια, καὶ τὰ ἀπεδοκίμασεν ἐν ὅλῳ, διότι
271καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀπῄτει ἐν ὅλῳ νὰ ἐπιψηφισθῶσι. Δὲν στέργει
272τὸ ἓν, καὶ νὰ παραιτηθῇ τοῦ ἄλλου. Ἢ ὅλα, ἢ οὐδέν. Ῥητῶς
273δὲ σᾶς εἶπεν ὁ πρωθυπουργός· «Ἰδοὺ τὸ σύστημα μας. Δὲν εἶ-
274ναι νομοσχέδιον ἓν, δὲν εἶναι μία ἰδέα, ἀλλ’ εἶναι μία ἅλυσις
275ἰδεῶν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλομεν εἰς τὴν κρίσιν σας. Ἀπαιτοῦ-
276μεν δὲ μεγάλας θυσίας, ὄχι ἀπὸ ὑμᾶς, ἀλλ’ ἀπὸ τὸν λαόν.»
277Διὰ νὰ ἀπαιτήσῃς ὅμως ἀπὸ τὸν λαὸν μεγάλας θυσίας, πρέπει
278νὰ τὸν πείσῃς ὅτι ἐξήντλησες ὅλα τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἠ-
279δύνασο νὰ ἀρυσθῇς ἐκ τῆς ἐξουσίας σου, ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
280Πρέπει προσέτι νὰ τὸν πείσῃς, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ
281ὑποβληθῇ εἰς θυσίας, καὶ ὄχι εἰς θυσίας ἁπλᾶς, ἀλλ’ εἰς μεγά-
282λας, διότι, κατὰ τὸ λέγειν τοῦ πρωθυπουργοῦ, πρόκειται νὰ
283κατορθώσωμεν σπουδαῖόν τι. Ἀλλ’ ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη,
284προχθὲς ὁ πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπε· «θὰ κάμωμεν κάτι τι.»
285Ἀπὸ τὸ κάτι τι ὅμως ἕως εἰς τὸ σπουδαῖον χάσμα περικλείεται
286μέγα. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ συνεργασθῶμεν μετὰ τοῦ ὑπουρ-
287γείου, μετὰ πλειονοψηφίας ἐν πάσῃ ἀδελφότητι, ἀλλὰ σκε-
288φθέντες ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, ἀπεφάνθημεν ὅτι δὲν δυνάμεθα,
289διότι ἀποδοκιμάζομεν τὸ σύστημά σας. Μὴ ζητεῖτε λοιπὸν
290ἀπὸ ἡμᾶς νὰ δεχθῶμεν ἀρχὴν οὐδεμίαν, διότι πᾶσα ἀρχὴ σημαί-
291νει σκοπόν. Θέλετε νὰ παρασκευασθῆτε, ἐπιβάλλοντες εἰς τὸν
292λαὸν μεγάλας θυσίας. Σᾶς εἶπον καὶ σᾶς τὸ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι
293πρέπει νὰ τὸν πείσετε ἢ νὰ τὸν βιάσετε. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἔχετε
294τὴν δύναμιν νὰ τὸν βιάσετε, ὀφείλετε νὰ τὸν πείσετε. Διαφω-
295νοῦμεν δὲ ἐν τοῖς κυρίοις, διότι ἡ μὲν ἀντιπολίτευσις ἰσχυρίζεται
296ὅτι ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ δυνάμεθα νὰ ἀντλήσωμεν ἀξιόλογόν
297τι ποσὸν, ἡ δὲ Κυβέρνησις λέγει ὅτι ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ
298εἶναι ἀδύνατον νὰ πορισθῶμεν καὶ τὴν ἐλαχίστην οἰκονομίαν.
299Ἤδη δὲ πρόκειται περὶ παρασκευῶν· αὐτὸ δὲ εἶναι τὸ κύριόν
300μας θέμα, ὅλων δὲ τῶν νομοσχεδίων αἱ ἀρχαὶ ἀναφέρονται εἰς
301αὐτὰς, δι’ ἃς ἀπαιτοῦνται νὰ δαπανηθῶσι χρήματα πάμπολλα,
302ἐν ᾧ ὁ προϋπολογισμὸς παρουσιάζει ἔλλειμμα. Νομίζω δὲ, κύριε
303πρωθυπουργὲ καὶ κ. ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὅταν εἷς
304ὑπουργὸς ἀναβαίνῃ εἰς τὸ βῆμα καὶ λέγει ὅτι ὁ προϋπολογι-
305σμὸς, ἤτοι τὰ τακτικὰ ἔξοδα παρουσιάζουν ἔλλειμμα, καὶ τὸ
306ἔλλειμμα αὐτὸ εἶναι ἀνοικονόμητον, πρὶν παρασκευασθῇ δι’ ἄλ-
307λο τι, ὀφείλει νὰ κατορθώσῃ νὰ ἰσοῤῥοπήσῃ τὸν προϋπολογι-
308σμὸν καὶ ν’ ἀνοίξῃ τὰς πύλας τοῦ Κεντρικοῦ ταμείου.
309§28ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰ εἴπαμεν ἑκατὸ φοραῖς αὐτά.
310§29ΖΩΧΙΟΣ. Κύριοι, πρὶν ὑπουργὸς ἀναβῇ εἰς τὸ βῆμα καὶ
311εἴπῃ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἐπιδέχεται διόρθωσιν, δίδει τὴν
312παραίτησίν του. Παραιτηθῆτε, ἂν δὲν ἦσθε ἱκανοὶ, καὶ ἂς
313ἔλθουν ἄλλοι (ἱλαρότης). Ἀλλὰ σεῖς νὰ λύσετε τὸ ζήτημα
314δὲν δύνασθε, νὰ παραιτηθῆτε δὲν θέλετε. Τί λοιπὸν ποιητέον;
315Βλέπετε ὅτι μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρι-
316κται. Ἡμεῖς σᾶς λέγομεν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι παχὺς,
317σεῖς δὲ λέγετε ὅτι εἶναι ἰσχνὸς, ἰσχνότατος, καὶ ὅτι δὲν ἐπιδέ-
318χεται διόρθωσιν· χρεωστεῖ ὅμως καὶ ἡ Κυβέρνησις, χρεωστεῖ
319καὶ ἡ πλειονοψηφία ν’ ἀνοίξῃ τοῦ κεντρικοῦ ταμείου τὰς πύ-
320λας. Ἐὰν δὲ δὲν δύνασθε νὰ τὰς ἀνοίξετε, δὲν πρέπει νὰ μέ-
321νετε ἐπὶ κεφαλῆς τῶν πραγμάτων. Πῶς θέλετε δὲ ν’ ἀποφα-
322σίσωμεν ἡμεῖς νὰ συμβιβασθῶμεν μεθ’ ὑμῶν, ἀφοῦ λέγομεν ὅτι
323ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι παχὺς καὶ ὅτι ἐξ αὐτοῦ τοῦ πάχους
324δυνάμεθα ν’ ἀντλήσωμεν δυνάμεις, σεῖς δὲ λέγετε ὅτι τοῦτο
325εἶναι ἀδύνατον; Σᾶς ἀναφέρω ἓν παράδειγμα, τὸ ἑξῆς. Ὑπάλ-
326ληλος ἀνώτερος τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει δέκα
327βοηθούς. «Μοῦ ἀρκοῦν τέσσαρες, εἶπεν, ἂν μὲ ἀφήσουν νὰ τοὺς
328ἐκλέξω.»
329Ἐπιφέρω δὲ καὶ δεύτερον παράδειγμα. Ἐπὶ Κυβερνήτου ὑπῆρ-
330χον 94 δημόσια πλοῖα· πόσοι ὅμως ἦσαν οἱ ναυτικοὶ ὑπάλληλοι
331ἐν τῷ ὑπουργείῳ καὶ τῷ ναυστάθμῳ; ἕνδεκα. Πόσοι δὲ εἶναι
332τώρα; Ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος τῆς ἀρχῆς τοῦ
333Νομοσχεδίου. Ἐλάλησα δὲ κατ’ αὐτοῦ καὶ διὰ τῆς ψήφου μου
334τὸ ἐκήρυξα, καὶ σήμερον εἰς τὰ αὐτὰ ἐπιμένω· ἐπιμένω δὲ,
335διότι καθὼς πρὸ ὀλίγων στιγμῶν σᾶς εἶπον, διὰ τοῦ προϋ-
336πολογισμοῦ τοῦ ὑπάρχοντος δύναται ἡ Κυβέρνησις, καλῶς πο-
337λιτευομένη, ἐντὸς δύω ἐτῶν νὰ ἔχῃ πολλὰ πράγματα ἕτοιμα.
338Εἰς μάτην ὅμως ἐπιμένομεν λαλοῦντες, σεῖς ἐκλείσατε καὶ τ’
339αὐτιά σας, καὶ δὲν θέλετε ν’ ἀκούσητε.
340§30ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σωστά.
341§31ΖΩΧΙΟΣ. Σᾶς λέγω πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ τοῦτο, ὅτι οὐχὶ
342μόνος ἐγὼ, ἀλλὰ καὶ ὁ Μπούμπουλης θὰ ᾖναι εἰς κατάστασιν,
343ἂν τοῦ δώσετε 10 ὑπαλλήλους τῆς ἐκλογῆς του, νὰ κυβερνήσῃ
344τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ἐπιμένω δὲ λέγων, ὅτι ἐκ τοῦ
345προϋπολογισμοῦ δύνασθε πολλὰς δραχμὰς νὰ πορισθῆτε εἰς τὰ
346τυφλά· τί θέλετε περισσότερον; Θέλετε ὅμως νὰ ἐξοδεύετε
347καὶ ὁ λαὸς νὰ σᾶς δίδῃ, θέλετε νὰ σᾶς δώσῃ καὶ ἄλλα, ἐ-
348πειδὴ εἶναι μωρός. Ἐγὼ ὅμως δὲν δύναμαι νὰ τοῦ ἐπιβάλω
349φόρους, χωρὶς νὰ τὸν βεβαιώσω, ὅτι ἡ προσθήκη τοῦ βάρους εἶναι
350ἀπαραίτητος. Φαίνεται δὲ ὅτι ἡ συζήτησις εἶναι καὶ περιττὴ,
351διότι μᾶς εἴπατε, Τί ἐπαναλαμβάνετε τὰ αὐτά; ἐφωτίσθημεν.
352Ἐφωτίσθημεν ἔλεγον καὶ ἄλλοτε, ἀλλ’ εἰς ποῖον ἔληξαν τέλος
353οἱ ταῦτα εἰπόντες; Καὶ σεῖς μὲν ἴσως ἐφωτίσθητε, ἡμεῖς ὅμως
354θέλομεν νὰ φωτίσωμεν ἄλλους, καὶ θέλομεν νὰ πείσωμεν τοὺς
355ἐκλογεῖς μας ὅτι ἐξηντλήσαμεν ὅλας μας τὰς δυνάμεις, καὶ ὅτι
356δὲν ἐπιβάλλομεν εἰς αὐτοὺς φόρους, ἀλλ’ ὅτι ὑποκύπτομεν εἰς
357τὸ κράτος τῶν πολλῶν. Βεβαίως δὲ τὸ κράτος αὐτὸ δὲν δυ-
358νάμεθα νὰ τὸ ἀποσείσωμεν, ἀλλὰ θὰ κάμωμεν ὅ,τι ἔκαμεν ὁ
359Σαμουήλ, ἤτοι καὶ ἡμεῖς θὰ ἐπιμείνωμεν διαμαρτυρόμενοι, καὶ
360δὲν θὰ παύσωμεν διαμαρτυρόμενοι καὶ λέγοντες ὅτι ὁ Κυβερ-
361νήτης ἐκυβέρνησε χωρὶς δανείων, ἐν ᾧ εὗρε τὴν Ἑλλάδα εἰς
362ἐλεεινὴν κατάστασιν.
363§32ΑΝΤΥΠΑΣ. Εἶναι πενῆντα χρόνια ἀπὸ τότε· ἄλλοι οἱ
364καιροὶ ἐκεῖνοι.
365§33ΖΩΧΙΟΣ. Ἄλλος ὁ ἀνὴρ ἐκεῖνος, αὐτὸ νὰ εἴπῃς, καὶ ἄλλοι
366ἦσαν οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι.
367§34ΑΝΤΥΠΑΣ. Καὶ ἄλλαι αἱ ἀνάγκαι.
368§35ΖΩΧΙΟΣ. Ἰδοὺ ἡ διαφορά. Ἐπειδὴ δὲ ὁμιλεῖτε περὶ ἀνδρῶν,
369σᾶς πληροφορῶ ὅτι ἐντὸς 40 ἡμερῶν ὁ μακαρίτης ὁ Σαχτούρης,
370ὁ ναύαρχος, κατεσκεύασε μίαν κορβέταν. Εἷς δὲ ὑπουργὸς τῶν
371Ναυτικῶν πρὸ τριῶν τεσσάρων ἐτῶν ἐντὸς ἓξ μηνῶν δὲν κα-
372τώρθωσε νὰ κατασκευάσῃ μίαν λέμβον. Ἐννοεῖτε τὴν διαφοράν;
373§36ΑΝΤΥΠΑΣ. Μὰ ἡ τέχνη ἐκείνη εἶναι σὰν τὴν σημερινήν;
374ἕνα καράβι τότε τὸ ἔφτιανες εἰς ἕνα μῆνα.
375§37ΖΩΧΙΟΣ. Τὸ λυπηρόν, κύριοι, εἶναι, ὅτι εἴμεθα ἀδιόρθωτοι,
376καὶ δὲν ἐπιδεχόμεθα διόρθωσιν. Ἐγὼ εἶπον ὅτι εἷς ἄνθρωπος
377ἐντὸς 40 ἡμερῶν κατεσκεύασε μίαν κορβέταν, ὁλόκληρον δὲ
378ὑπουργεῖον ἐντὸς 6 μηνῶν δὲν συνέπηξε οὐδὲ μίαν λέμβον, καὶ
379σοῦ λέγει ὅτι αὐτὸ πρέπει νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὴν διαφορὰν τῶν
380καιρῶν. Τί νὰ τῷ ἀποκριθῇς διὰ πράγματα τὰ ὁποῖα ἐντελῶς
381ἀγνοεῖ;
382Ἂν ἄλλο τι δὲν δυνάμεθα νὰ βεβαιώσωμεν, βεβαιοῦμεν ὅ-
383μως τοῦτο, ὅτι διὰ παντὸς τρόπου διαμαρτυρόμεθα καὶ ἐπιμέ-
384νομεν ἐναντιούμενοι εἰς τὴν ἐπιβολὴν νέων φόρων, πρὶν ἢ ἐξε-
385τάσωμεν ἂν δυνάμεθα ἐκ τοῦ παχυτάτου προϋπολογισμοῦ μας
386ν’ ἀντλήσωμεν δυνάμεις.
387§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει ἀνεπτύξαμεν τὰς
388ἰδέας ἡμῶν περὶ προσθέτου φορολογίας, καὶ ἐξ ὧν τότε εἴπομεν
389γινώσκετε, ὅτι φρονοῦμεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβῶμεν
390εἰς ἐπιβολὴν νέων φόρων εἰμὴ μετὰ τὴν ἐπιτέλεσιν ἄλλων τινῶν
391ὑποχρεώσεων. Καὶ πρῶτον μὲν θεωροῦμεν, ὅτι πρὸ πάσης φορο-
392λογίας δέον νὰ ἐξετασθῇ ὁ προϋπολογισμὸς ἄρθρον πρὸς ἄρθρον,
393ἐδάφιον πρὸς ἐδάφιον, ἵνα ἴδωμεν ποίας οἰκονομίας δυνάμεθα νὰ
394φέρωμεν ἐπ’ αὐτοῦ, ὅπως αἱ οἰκονομίαι αὗται συντελέσωσιν εἰς
395τὸ ἔργον περὶ οὗ πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν. Ἐκτὸς δὲ τού-
396του εἴπομεν, ὅτι εἰς τὸ ἔργον τῆς φορολογίας φρονοῦμεν, ὅτι δὲν
397εἶναι πρέπον νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ διὰ τρόπου καταμεμερισμένου,
398διότι εἶναι ἄτοπον νὰ ἐπιβάλλωνται νέοι φόροι ἀσχέτως ὁ εἷς
399τοῦ ἄλλου· ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ πρῶτον νὰ ἐξετάσῃ ποῖον τὸ
400ποσὸν τῶν χρημάτων, οὗ τινος ἔχομεν ἀνάγκην ἐτησίως καὶ
401ὅπερ διὰ φορολογίας πρόκειται νὰ καλυφθῇ, ἀφοῦ δ’ εὕρῃ τὸ
402ὅλον τοῦ ποσοῦ, τότε νὰ ἐξετάσῃ κατὰ τίνα τρόπον θέλει ἐξ-
403εύρει πόρους καὶ ποία ἔσεται ἡ διανομὴ οὐ μόνον τῶν νέων
404φόρων, ἀλλὰ καὶ τῶν παλαιῶν, διότι κατὰ τὴν παρατήρησιν,
405τὴν ὁποίαν τότε ἐλάβομεν τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὑποβάλωμεν, ἀπα-
406ραίτητον εἶναι πρὸς ἐπιβολὴν νέων φόρων νὰ γείνῃ διανομὴ δι-
407καιοτέρα τῶν ὑπαρχόντων, ὅπως δύνηται ὁ λαὸς νὰ φέρῃ τοὺς
408νέους φόρους εὐκολώτερον. Αὐτὴ ἦτο ἡ γνώμη, ἣν ἐξέφρασα ἐν
409τῇ πρώτῃ συζητήσει καὶ ἣν βεβαίως δὲν θέλω μεταβάλει μετὰ
410τὴν ἐναντίαν ψῆφον τῆς Βουλῆς, διότι αἱ ἀποφάσεις τῆς Βου-
411λῆς ἔχουσι κῦρος ὡς πρὸς τὰ ψηφιζόμενα μέτρα, εἶναι ὑποχρεω-
412τικαὶ ἐντὸς τοῦ κύκλου τῆς συνταγματικῆς ἁρμοδιότητος τῆς
413Βουλῆς, ἀλλὰ οὐδὲν δύνανται νὰ ἔχωσι κῦρος ὡς πρὸς τὴν
414ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως ἑκάστου βουλευτοῦ. Ὁσάκις θέλο-
415μεν ἐπιληφθῇ ψηφοφορίας ἢ συζητήσεως ἀντικειμένου σχετιζο-
416μένου πρὸς τὰ μέτρα ταῦτα, θέλω ἐξακολουθεῖ ἐπιμένων εἰς
417τὴν προτέραν γνώμην μου, ἄρα καὶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν νομο-
418σχεδίων καθ’ ἓν ἕκαστον θέλω φέρει τὴν πεποίθησιν, ἣν ἀνέπτυ-
419ξα καὶ ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει. Οὐδὲν, φρονῶ, μᾶς ἐμποδίζει
420νὰ μετάσχωμεν τῆς συζητήσεως ἀπὸ τῆς ἡμετέρας ἀπόψεως, καὶ
421ὅταν προηγουμένη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἀποδεικνύῃ ὅτι ἡ γνώ-
422μη ἡ ἡμετέρα δὲν εἶναι ἀσπαστὴ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν. Αὐτὴ,
423ἐν τῷ δικαιώματι τῆς πλειοψηφίας, θέλει κατὰ τὰς πεποιθήσεις
424αὐτῆς προβῆ εἰς τὴν ἀπόφασιν περὶ τῶν νομοσχεδίων, ἀλλὰ καὶ ἡ-
425μεῖς περὶ τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν θέλομεν ἐμμείνει εἰς τὴν πεποίθησιν,
426ἣν ἐξεφράσαμεν καὶ ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει, καὶ θέλομεν ψηφοφο-
427ρήσει συμφώνως πρὸς τὴν πεποίθησιν ἐκείνην· δηλαδὴ δὲν δυνά-
428μεθα νὰ ψηφίσωμεν ὑπὲρ οἱουδήποτε φόρου, ἂν δὲν λάβωμεν γνῶσιν
429τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἂν δὲν ὑποβάλωμεν αὐτὸν εἰς τὴν βάσα-
430νον, περὶ ἧς προανέφερον, ἂν δὲν ἐπισκοπήσωμεν ὅλον τὸ σύ-
431στημα τῆς φορολογίας καὶ ἂν δὲν μάθωμεν ὅλον τὸ ποσὸν τῶν
432προσθέτων ἀναγκῶν, καὶ ἂν δὲν προβῶμεν εἰς φορολογίαν γε-
433νικὴν, ἐπιφυλαττόμενοι κατόπιν νὰ διανείμωμεν τὴν νέαν ταύ-
434την φορολογίαν μεταξὺ τῶν διαφόρων εἰδικῶν ταμείων, ἂν
435τοιαῦτα ταμεῖα θεωρηθῶσιν ἀναγκαῖα, ὅπως τοὐλάχιστον ὑφ’
436ἡμῶν θεωροῦνται ἀναγκαῖα. Δὲν πιστεύω δὲ ὅτι εἶναι ἄσκοπον
437νὰ κατέλθωσιν εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες
438πρόκειται νὰ καταψηφίσωσιν ἐξ ἰδέας ἀπολύτου καὶ μὴ σχετι-
439ζομένης πρὸς αὐτὴν τὴν ἀξίαν τῶν κατὰ μέρος ζητημάτων·
440διότι ὑπάρχουσι προτάσεις, εἰς τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ συμ-
441φωνῶμεν, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως νὰ ἀποτελέσωσι καὶ αὐταὶ μέρος
442τῆς γενικῆς διανομῆς τῶν φόρων· ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ ἄλλαι,
443εἰς τὰς ὁποίας διαφωνοῦμεν καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι προεβαίνομεν
444καθ’ ὃν τρόπον ἡμεῖς ἐσυστήσαμεν, διότι εἶναι προτάσεις καθ’
445ἑαυτὰς ἐσφαλμέναι καὶ ἀπαράδεκτοι, ὠφέλιμον δὲ εἶναι νὰ
446καταδειχθῶσι τὰ ἐλαττώματα καὶ νὰ ἐπιζητηθῇ ἡ διόρθωσις
447αὐτῶν.
448Ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ ἔχομεν διατάξεις φορολογι-
449κὰς, ἔχομεν δὲ καὶ διατάξεις ἄλλας, μὴ σχετιζομένας πρὸς τὴν
450περὶ φορολογίας γνώμην, ἣν ἐξεθέσαμεν ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει.
451Ἐν τῇ συζητήσει μάλιστα ἐκείνῃ ἀνεγνωρίσαμεν τὴν ἀνάγκην
452τῆς συνομολογήσεως δανείων. Οὐδὲν ἄρα μᾶς ἐμποδίζει νὰ συ-
453ζητήσωμεν ἤδη κατὰ μέρος ἂν δάνεια πρέπει νὰ ἐπιβληθῶσι,
454καὶ μέχρι τίνος σημείου πρέπει νὰ ἐπιβληθῶσι.
455Δὲν νομίζω ὀρθὴν τὴν γνώμην τῶν φρονούντων, ὅτι πρέπει
456πρῶτον νὰ μάθωμεν ποῖαι ἔσονται αἱ παρασκευαὶ, ποῖαι αἱ ἀπαι-
457τούμεναι πρὸς τὰς παρασκευὰς ταύτας δαπάναι, καὶ τότε νὰ
458προβῶμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν δανείων, τῶν ὁποίων τὴν συνο-
459μολόγησιν θέλομεν ἐπιτρέψει. Δὲν θεωρῶ τοῦτο πρέπον ἐν Ἑλ-
460λάδι. Ἐν ἄλλοις κράτεσι θὰ ἦτο τοῦτο ὀρθὸν, ἐν Ἑλλάδι ὅ-
461μως οὐχί· διότι αἱ πλεῖσται τῶν ἄλλων ἐπικρατειῶν, τῆς Εὐ-
462ρώπης τοὐλάχιστον, ὅταν ἀποφασίσωσι νὰ προβῶσιν εἰς παρα-
463σκευὰς, ἔχουσι τὰ μέσα νὰ καταστήσωσιν αὐτὰς ἐπαρκεῖς, ἐνῷ
464ἡμεῖς ἔχομεν ὅριον τῶν παρασκευῶν οὐχὶ τὸ μέτρον αὐτῶν τῶν
465παρασκευῶν, ἀλλὰ τὸ τῶν μέσων τῶν πολιτῶν καὶ τῆς δεκτι-
466κότητος αὐτῶν πρὸς τὰς θυσίας. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἐν τῇ
467περιστάσει ταύτῃ ἡ διάθεσις τῶν πολιτῶν πρὸς τὰς θυσίας εἶ-
468ναι ἴση πρὸς τὸν ἀνώτατον ὅρον τῶν μέσων αὐτῶν· ἀλλ’ ὁ ὅρος
469οὗτος δὲν εἶναι ἴσος πρὸς τὴν ὅλην ἀνάγκην τῶν παρασκευῶν.
470Πρέπει ἄρα νὰ ἐξετάσωμεν πρῶτον ποῖαι εἶναι αἱ θυσίαι, τὰς
471ὁποίας οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους εἶναι διατεθειμένοι νὰ ἐπιβά-
472λωσιν εἰς τοὺς ἐντολεῖς των, καὶ ὅταν ἐξεύρωμεν τοῦτο, δυνά-
473μεθα νὰ σκεφθῶμεν ὀρθότερον περὶ τῶν παρασκευῶν. Διὰ τοῦτο
474προθυμότατα εἰσέρχομαι εἰς τὸ στάδιον τῆς συζητήσεως καὶ
475οὐδένα θέτω περιορισμὸν εἰς αὐτήν.
476Ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ τούτου ζητήματος ἔχομεν πρότασιν περὶ
477δανείου 10,000,000, ἀλλὰ καὶ ἐνταῦθα δὲν ἐννοῶ διατὶ ὁ κα-
478ταμερισμὸς, διατὶ νομοσχέδιον περὶ δανείου 10,000,000, ἕτε-
479ρον δὲ περὶ δανείου 50,000,000. Ἀνέγνωσα τὰ νομοσχέδια,
480ἵνα ἴδω ἂν εἰς τὰς κατὰ μέρος διατάξεις ὑπάρχῃ τι τὸ δι-
481καιολογοῦν τὴν διαίρεσιν, ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἀνεῦρόν τι οὐ-
482σιῶδες· εὗρον διατάξεις διαφερούσας, ἀλλὰ μᾶλλον ἐκ τύχης
483ἢ ἐκ σκοποῦ, οἷα π. χάριν, ὅτι τὸ δάνειον τῶν 50,000,000
484θ’ ἀποφέρῃ τόκον 7%, ἐνῷ ὁ τόκος τοῦ δανείου τῶν 10,000,000
485θὰ ᾖναι κατά τινα ἑκατοστὰ ἀνώτερος.
486§39ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἰδοὺ ὁ λόγος· ἐπιτρέψατέ μοι δύο λέ-
487ξεις. Πρῶτον τὸ νομοσχέδιον τὸ περὶ στρατιωτικοῦ ταμείου ἀ-
488φορᾷ ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν προμήθειαν ὑλικοῦ.
489§40ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνώσατε τὸ ἄρθρον 30· αἱ εἰσπρά-
490ξεις τοῦ στρατιωτικοῦ ταμείου ὁρίζονται ἀποκλειστικῶς εἰς ἀγο-
491ρὰν πολεμικοῦ ὑλικοῦ, ναυπήγησιν καὶ ἐπισκευὴν πλοίων καὶ
492κατασκευὴν ὁπλοστασίων, ναυστάθμου, δεξαμενῆς καὶ διαφό-
493ρων ὀχυρωμάτων.
494§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν ἡ διάκρισις, τὴν ὁποίαν ἠθελήσατε νὰ
495καθιερώσητε διὰ τῆς διαιρέσεως τῶν ταμείων, ᾖναι ὅτι τὰ
49650,000,000 ἀφορῶσιν εἰς ἀπόκτησιν ὑλικοῦ πολέμου, ἐνῷ
497πρόκειται διὰ τοῦ δανείου τῶν 10,000,000 νὰ ἐπαρκέσητε
498εἰς ἑτέρας ἀνάγκας, ἂν αὐτὴ ᾖναι ἡ διάκρισις, ὀφείλομεν νὰ
499ἐξετάσωμεν ποῖαι εἶναι αἱ ἔκτακτοι ἀνάγκαι, αἱ μὴ ἀφορῶσαι
500εἰς ἀπόκτησιν ὑλικοῦ, εἰς τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ ἐπαρκέσωμεν
501διὰ τοῦ μικροτέρου δανείου, διότι δυστυχῶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ
502οὐδεμίαν βλέπω εἰδίκευσιν τῆς χρήσεως τῶν χρημάτων. Εἶναι
503ἀληθὲς ὅτι ὑπάρχει διάταξις, καθ’ ἣν τὸ προϊὸν τοῦ δανείου
504κατατίθεται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ δὲν βλέπω τὸν
505σκοπὸν πρὸς ὃν κατατίθεται. Οὐδεμίαν περιέχει διάταξιν τὸ
506νομοσχέδιον τοῦτο περιοριστικὴν, δύναμαι δὲ νὰ εἴπω, ὅτι αἴρει
507καὶ τοὺς ὑπάρχοντας ἐκ τῆς γενικῆς νομοθεσίας περιορισμοὺς,
508διότι, ψηφιζομένου τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἔχει, ἡ κυβέρνησις δύ-
509ναται ἄνευ τῆς συμπράξεως τῆς Βουλῆς, ἄνευ ἄρθρων προϋπο-
510λογισμοῦ ἢ εἰδικῆς πιστώσεως, νὰ διαθέσῃ τὰ χρήματα ταῦτα
511κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῇ, ἀρκεῖ νὰ περιορισθῇ εἰς ἔργα στρατιωτι-
512κά. Ἄνευ λοιπὸν εἰδικεύσεως, ἄνευ εἰδικοῦ ὁρισμοῦ πλείονος
513μάλιστα τοῦ ἐπιβαλλομένου ὑπὸ τοῦ νόμου συνήθως εἰς τὰς
514γενικὰς δαπάνας τοῦ κράτους, πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύ-
515ναται νὰ παραδεχθῇ τὴν ψήφισιν τοιούτου δανείου. Πρέπει ἐντὸς
516τοῦ νομοσχεδίου νὰ προσδιορισθῇ ὁ τρόπος τῆς χρήσεως αὐτοῦ.
517§42ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν δὲν ἐννοῆται, δὲν ἔχομεν δυσκο-
518λίαν νὰ τεθῇ.
519§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο στηρίζεται εἰς
520φορολογικὴν διάταξιν, διάταξιν περὶ ἐπιβολῆς φόρων ἐπὶ τῶν
521ὠνίων καὶ τῶν ἐμπορευμάτων τῶν εἰσαγομένων εἰς τοὺς δήμους
522τοῦ κράτους ἐκείνους, οἵτινες δύνανται οὕτω νὰ φορολογηθῶσι
523κατὰ τοὺς καθεστῶτας νόμους. Καὶ ὡς πρὸς ἡμᾶς μὲν, τοὺς
524ἀναπτύξαντας ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει ἄλλην γνώμην περὶ τοῦ
525τρόπου τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων, οὐδένα δυνάμεθα νὰ ψηφίσω-
526μεν φόρον δι’ ἄλλου τρόπου κανονιζόμενον, ἀλλὰ τὸν φόρον
527τοῦτον δὲν θὰ ἠδυνάμεθα ν’ ἀποδεχθῶμεν, ἔστω καὶ ἂν προεβαί-
528νομεν εἰς τὰ τῆς φορολογίας καθ’ ὃν τρόπον ἡμεῖς ἐσυστήσαμεν.
529Ὁ φόρος οὗτος, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἐξετασθῇ, εἶναι ἀποῤῥιπτέος·
530καὶ πεποιθὼς, ὅτι τοῦτο θέλει ἀποδειχθῆ ἐκ τῆς συζητήσεως,
531ἀποδέχομαι τὴν γνώμην τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ἵνα προβῶμεν
532εἰς τὴν συζήτησιν ἀπὸ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως. Θέλουσι κα-
533ταψηφίσει αὐτοῦ ὅλοι ὅσοι ἐξέφρασαν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ ἐ-
534πιβληθῶσιν οἱ νέοι φόροι ἐν συνόλῳ, ἀλλ’ ἔχω τὴν πεποίθησιν
535ὅτι θέλουσι ψηφίσει κατ’ αὐτοῦ καὶ πολλοὶ ἐξ ἐκείνων, οἵτινες
536νομίζουσιν ὅτι δύνανται νὰ προβῶσιν εἰς ψήφισιν νέων φόρων καθ’
537ὃν τρόπον συνιστᾷ ἡ κυβέρνησις. Ἀποδεχόμενοι οὗτοι τὴν ἀρ-
538χὴν τῆς ἐξετάσεως ἑκάστου φόρου καθ’ ἑαυτὸν καὶ ἀσχέτως
539πρὸς τὴν ὅλην φορολογίαν, θέλουσιν ἀποκρούσει τὸν εἰδικὸν τοῦ-
540τον φόρον, διότι εἶναι φόρος καθ’ ἑαυτὸν καταδικαστέος. Οὐδὲν
541κράτος ὑπάρχει οὔτε τῆς Εὐρώπης οὔτε ἄλλης ἠπείρου τοῦ κό-
542σμου, ἐν ᾧ νὰ ἐπιβάλλωνται φόροι ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ἐπὶ τῶν
543δήμων· ἀπ’ ἐναντίας ὑπάρχουσι πλεῖστα κράτη, ἐν οἷς τὸ δη-
544μόσιον φορολογεῖται ὑπὲρ τῶν δήμων. Οἱ φόροι οὗτοι οἱ ἔμμε-
545σοι, οἱ ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ὠνίων καὶ τῶν ἐμπορευμάτων
546εἰς τοὺς δήμους, ἀποκρούονται ἐν ταῖς πλείσταις τῶν ξένων ἐπι-
547κρατειῶν καὶ ὡς φόροι δημοτικοί· ἐν δ’ Ἑλλάδι, ὅπου ἐπιτρέ-
548πεται ἡ φορολογία αὕτη, ὁ νομοθέτης εἰσήγαγεν αὐτὴν ὡς μέ-
549τρον ἐξαιρετικὸν, δικαιολογούμενον ὑπὸ τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης
550τῆς συντηρήσεως τῶν δήμων, οὐδόλως δ’ ὡς φόρον διαρκῆ.
551Διὰ τοῦτο βλέπομεν ἐν τῷ νόμῳ τιθέμενον ἀνώτατον ὅριον εἰς
552τὸν χρόνον τῆς ἑκάστοτε διαρκείας αὐτῶν, βλέπομεν διακρινό-
553μενα τὰ ὤνια ἀπὸ τῶν ἐμπορευμάτων, καὶ αὐτὰ τὰ ὤνια
554περαιτέρω διακρινόμενα, εἰς τὰ ἐφ’ ὧν ἐπιτρέπεται εὐκολώτερον
555ἡ ἐπιβολὴ τοῦ φόρου, καὶ εἰς τὰ ἀφομοιούμενα πρὸς τὰ ἐμπορεύ-
556ματα, ἐφ’ ὧν ἐπιτρέπεται ἡ ἐπιβολὴ τοῦ φόρου ἐξαιρετικῶς,
557καὶ διὰ διατάξεων, ὧν ἡ ἐκπλήρωσις δὲν εἶναι ἐπίσης εὔκολος,
558διότι ὡς πρὸς μὲν τὰ πρῶτα ἀρκεῖ ἡ ἔγκρισις τῆς διοικητικῆς
559ἀρχῆς, ὡς πρὸς δὲ τὰ τελευταῖα, πρὸς εἰδικοὺς μόνον ἐπιβαλ-
560λόμενα σκοποὺς, ἀπαιτεῖται βασιλικὸν διάταγμα. Τὸ εἰσαχθὲν
561ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως νομοσχέδιον ἐπιβάλλει ἀδιακρίτως τὸ
562½ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ πάσης εἰσαγωγῆς ἐμπορευμάτων καὶ
563ὠνίων εἰς τοὺς δήμους, ἤτοι ἐπί τε τῶν ὠνίων ἐκείνων, ἐφ’
564ὧν ἐπιτρέπεται εὐκολώτερον ἡ ἐπιβολὴ τοῦ δημοτικοῦ φόρου,
565καὶ ἐπὶ τῶν ἐμπορευμάτων καὶ ὠνίων, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπε-
566ται ἡ φορολογία εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις καὶ πρὸς εἰδικοὺς
567σκοποὺς, καὶ πρὸς ἣν ἀπαιτοῦνται διατυπώσεις δυσχερέστεραι
568τῶν πρώτων. Δυστυχῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠξίωσε νὰ συνοδεύσῃ
569τὸ νομοσχέδιον δι’ εἰσαγωγικῆς ἐκθέσεως, ἵνα γνωρίζωμεν ἀκρι-
570βῶς ποίαν ἔχει ἔννοιαν ὁ φόρος οὗτος τοῦ ½ τοῖς ἑκατὸν
571ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων ἀνεξαιρέτως, τουτέστι ποῖον
572ἔσεται τὸ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ἐξ αὐτοῦ ἔσοδον. Εἶναι ἀδύνατον
573ἡμεῖς, ἐξ ὧν ἔχομεν ἀνὰ χεῖρας στατιστικῶν πληροφοριῶν
574δημοσιευθεισῶν ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων τμημάτων, νὰ κρίνωμεν
575ποῖον θὰ ᾖναι τὸ ποσὸν τοῦτο, διότι ἔχομεν δεδημοσιευμένους
576προϋπολογισμοὺς τῶν δήμων, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν οὐδὲν δυνάμεθα
577νὰ συμπεράνωμεν περὶ τοῦ προϊόντος τοῦ νέου φόρου, ἀφοῦ τὸ
578ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς ἐκείνοις πιθανὸν εἰσόδημα τῶν δήμων
579ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων δὲν ἔχει βάσιν
580ὁμοιόμορφον, οὐδὲ γνωστὴν ἐκ τῶν δημοσιευθέντων πινάκων. Οἱ
581δῆμοι, δυνάμενοι νὰ φορολογήσωσι τὴν εἰσαγωγὴν μέχρι 2%,
582ἐπιβάλλουσιν ἄλλοι μεγαλείτερον καὶ ἄλλοι μικρότερον ποσο-
583στόν· ἄλλοι δὲ δῆμοι τελοῦσι καὶ ἄλλοι δὲν τελοῦσι τὸν
584κατ’ ἐπέκτασιν φόρον ἐπὶ τῶν ἐμπορευμάτων. Περὶ τούτων
585πάντων σιωπῶσιν οἱ πίνακες· ἑπομένως δὲν γνωρίζομεν τὸ
586ποσὸν τῆς ἐκ τοῦ παρουσιασθέντος ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως νομο-
587σχεδίου ἐπιβαλλομένης φορολογίας εἰς τοὺς δημότας ἐπὶ τῶν
588ἐν τοῖς δήμοις καταναλισκομένων, καὶ ἂν τυχὸν ᾖναι περισσό-
589τερον τῆς ἀνάγκης, δι’ ἣν προτείνεται ὁ φόρος. Δέον ἑπομένως
590νὰ γνωρίζωμεν καὶ τοῦτο, ἐκτὸς ἂν ἡ ἐπὶ τῇ πρώτῃ ταύτῃ
591ἀναγνώσει ἀπόῤῥιψις τοῦ φόρου καταστήσῃ περιττὴν τὴν πλη-
592ροφορίαν. Ἂν ἴδωμεν ἐκ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως, ὅτι ὑπάρχει
593διάθεσις ἐν τῇ Βουλῇ πρὸς ἐπιψήφισιν τοῦ φόρου, ἐλπίζω,
594ὅτι τὸ ὑπουργεῖον θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ πίνακα δεικνύοντα
595ποῖον ἔσται τὸ προϊὸν τῆς φορολογίας ταύτης.
596Ἡ προτεινομένη φορολογία εἶναι ἐκ τῶν βαρυτέρων καὶ
597εἶναι ἀνεκτὴ μόνον ὡς προαιρετικὴ φορολογία τῶν δημοτῶν
598ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἰδίου αὐτῶν δήμου· ὡς ὑποχρεωτικὴ
599ὅμως φορολογία ὑπὲρ τοῦ δημοσίου οὐ μόνον εἶναι ἐπαχθεστάτη,
600ἀλλὰ καθιεροῖ τὴν ἀνισότητα ἐν αὐτῷ τῷ καταρτισμῷ τοῦ
601νόμου. Εἶναι βέβαιον ὅτι οἱ νόμοι, ὀφείλοντες νὰ ὦσιν ἴσοι, δὲν
602δύνανται ἐν τῇ ἐφαρμογῇ νὰ πληρῶσιν ἐντελῶς καὶ πάντοτε
603τὸν ὅρον τῆς ἰσότητος· ἀλλὰ δὲν πρέπει καὶ ἐκ προθέσεως καὶ
604ἄνευ ἀντισηκώματος ὑπὲρ τῶν ἀδικουμένων νὰ ὦσιν ἄνισοι. Ὁ
605φόρος οὗτος ὡς φόρος δημόσιος εἶναι ἐκ προθέσεως καὶ ἐξ αὐτοῦ
606τοῦ χαρακτῆρος αὐτοῦ, ὡς διατυποῦται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ,
607ἄνισος, μὴ ἐξαγοραζομένης τῆς ἀνισότητος ἐξ ἄλλων πλεονεκτη-
608μάτων τοῦ φόρου, διότι ἐπιβάλλεται εἴς τινας πολίτας, ἀπαλ-
609λαττομένων ἄλλων πολιτῶν, εἰς οὓς δὲν ἐπιβάλλεται. Ἐπιβάλ-
610λεται μόνον εἰς τοὺς κατοίκους τῶν δήμων, οἵτινες εἶναι ἢ
611πρωτεύουσαι ἐπαρχιῶν, ἢ ἕδραι τελωνιακῆς ἀρχῆς, εἴτε τε-
612λώνου, εἴτε ὑποτελώνου, εἴτε καὶ σταθμάρχου· ἑπομένως εἰς
613τὸ ἑξῆς ἡ παρουσία τελωνιακῆς ἀρχῆς θὰ ᾖναι πρόξενος ζη-
614μίας εἰς τοὺς κατοίκους τῆς περιφερείας αὐτῆς, καὶ ὁ σταθμάρ-
615χης θὰ ἐκπροσωπῇ πρόσθετον φορολογίαν. Ἡ φορολογία αὕτη
616θὰ διαιρῇ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἰς λαὸν ἀποτελοῦντα ἕδραν
617ἐπαρχίας ἢ κεκτημένον τελωνιακὴν ἀρχὴν, καὶ εἰς λαὸν μὴ
618ἀποτελοῦντα ἕδραν ἐπαρχίας ἢ μὴ κεκτημένον τελωνιακὴν ἀρ-
619χήν. Προκειμένου περὶ δημοτικοῦ φόρου, ἡ διάκρισις εἶναι ὀρθο-
620τάτη, διότι ὁ δημοτικὸς φόρος εἶναι προαιρετικὸς, δὲν
621εἶναι ὑποχρέωσις ἐπιβαλλομένη εἰς τὸν δημότην· δίδει εἰς
622τὸν δημότην τὸ προνόμιον νὰ ἐπιβάλλῃ εἰς ἑαυτὸν καὶ ὑπὲρ
623ἑαυτοῦ φόρον, ὅταν δύναται ὁ φόρος οὗτος νὰ εἰσπραχθῇ
624εἴτε διὰ τῆς συνδρομῆς τῶν ἐν ἕδρᾳ ἐπαρχίας ἀρχῶν, εἴτε διὰ
625τῆς συνδρομῆς τῆς τελωνιακῆς ἀρχῆς. Ὅταν ὅμως ἐπιβάλ-
626ληται ὁ φόρος ὡς φόρος ὑποχρεωτικὸς καὶ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου, ἡ
627διάκρισις ἡ ἐπιβαλλομένη ὑπὸ τοῦ νόμου ἀποτελεῖ ἀνισότητα
628ἐξ οὐδενὸς ἄλλου πλεονεκτήματος τοῦ φόρου δικαιολογουμένην,
629καὶ ταύτην τὸ σύνταγμα ἀπαγορεύει· ἑπομένως, ἂν ἄλλη τις
630αἰτία δὲν ἀποτρέπῃ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν φορολογικὴν
631διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἤθελον προτείνει εἰς αὐτὴν
632τὸν λόγον, ὅτι εἶναι ἡ διάταξις ἀντισυνταγματική.
633Τοιαύτην ἰδέαν ἔχω περὶ τοῦ φόρου τούτου, καὶ ἐλπίζω,
634αὐτὴ ἡ κυβέρνησις θὰ εὐαρεστηθῇ ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν περὶ αὐτοῦ
635διάταξιν. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὴν ἀνακαλέσῃ, τί θέλει πράξει; Ἡμεῖς
636τῳόντι εὑρισκόμεθα εἰς μεγάλην δυσχέρειαν· δὲν δυνάμεθα νὰ
637προτείνωμεν ἀντικατάστασιν, εἰμὴ, ὡς εἴπομεν, ἐν τῷ γενικῷ
638νομοθετήματι, καὶ τοῦτο, διότι θεωροῦμεν ἀρχὴν ἀπόλυτον τῆς
639φορολογίας, ὅτι ἡ πρόσφορος ἐνέργεια ἔγκειται ἐν τῇ διανομῇ
640τῶν φόρων. Ὅλοι οἱ φόροι εἶναι ἐπιζήμιοι, ἐπιβάλλονται δὲ
641ὡς ἐκ τῆς ἀνάγκης· διὰ τοῦτο πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τὸ μέτρον
642τῆς ὅλης ἀνάγκης καὶ τὸ ὅλον σύστημα, δι’ οὗ προτείνεται ἡ
643ἀναπλήρωσις αὐτῆς· ἄλλως εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀποφανθῶμεν ὑπὲρ
644οἱουδήποτε φόρου. Ἡ δὲ Κυβέρνησις, ἂν παραδεχθῇ τὴν γνώ-
645μην ἡμῶν, δὲν δύναται νὰ προβῇ ἄλλως, ἢ ἀποσύρουσα
646ἐξ ὅλων τῶν νομοσχεδίων τὰς φορολογικὰς διατάξεις καὶ ὑπο-
647βάλλουσα αὐτὰς εἰς νέαν βάσανον, πρὸς καταρτισμὸν γενικοῦ
648συστήματος συνεχομένου μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Βεβαίως
649δὲ, ὅταν τοῦτο πράξῃ, θὰ ἔχῃ καὶ τὴν ἡμετέραν ἐπιδοκιμασίαν
650καὶ συνδρομήν.
651§44ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι τῳόντι
652ὀρθὰ καὶ ἀκριβῆ ὅσα ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας εἶπε κατὰ τοῦ
653φόρου ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ τῶν ἐμπορευμάτων, τὸν ὁποῖον σᾶς προ-
654τείνομεν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ αὐτὸν καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπῃ, πάντα
655ταῦτα εἰς ποῖον ἐκ τῶν φόρων δὲν ἐφαρμόζονται; Ποῖος ἐκ τῶν
656φόρων δὲν εἶναι κακὸς καὶ διὰ ποῖον ἐξ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους
657ἔχομεν ἢ ἡμεῖς ἢ τὰ ἄλλα ἔθνη, δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τις τὰ αὐτὰ
658καὶ ἀκόμη περισσότερα; Ὁ φόρος, κύριοι, ὑφ’ οἱανδήποτε μορ-
659φὴν καὶ ἂν παρουσιάζηται, εἶναι ἐπαχθὴς καὶ ἀποτρόπαιος, διότι
660ἀφαιρεῖ μέρος τῆς περιουσίας, τὴν ὁποίαν ὁ πολίτης ἀποκτᾷ
661διὰ κόπων καὶ ἱδρώτων καὶ διὰ τῆς ὁποίας προτίθεται νὰ θε-
662ραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ἐπιθυμίας ἑαυτοῦ καὶ τῆς οἰκογε-
663νείας του. Ἀλλ’ ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου εἶναι ἀναγκαία καὶ ἀ-
664παραίτητος, διότι ἄνευ φόρων δὲν δύναται νὰ συντηρηθῇ ἡ πο-
665λιτεία, καὶ ἄνευ τῆς πολιτείας τὸ ἄτομον δὲν εὑρίσκει ἀσφά-
666λειαν οὔτε τῆς περιουσίας του, οὔτε τῆς τιμῆς του, οὔτε τῆς
667ζωῆς του. Διὰ νὰ ᾖναι ὅμως ὁ φόρος ὅσον ἔνεστιν ὀλιγώτερον
668ἐπαχθὴς, πρέπει νὰ ἐπιβάλληται μὲ τρόπον δίκαιον· ἀλλὰ
669ποῖον εἶναι τὸ μέτρον, κατὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ γίνηται ἡ ἐπι-
670βολὴ, καὶ ποῦ κατώρθωσαν νὰ τὸ εὕρωσιν; Ἡ μὲν ἐπιστήμη ἀ-
671ποφαίνεται, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι ἡ καθαρὰ πρόσοδος τοῦ
672πολίτου, ἡ δὲ πρακτικὴ διδάσκει, ὅτι εἰς κανὲν μέρος δὲν κα-
673τώρθωσαν νὰ εὕρωσι τὸν τρόπον, ὥστε νὰ φορολογῶσι τοὺς πο-
674λίτας ἀναλόγως τῆς καθαρᾶς προσόδου, διότι ταύτην μόνος ὁ
675πολίτης δύναται νὰ καταστήσῃ φανεράν· ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ κοι-
676νωνία δὲν ἔφθασεν ἀκόμη εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ἠθικῆς τελειότη-
677τος, ὥστε ἕκαστος πολίτης ἀφ’ ἑαυτοῦ καὶ ἄνευ καταναγκασμοῦ
678νὰ φανερόνῃ τὸ ποσὸν τοῦ εἰσοδήματος καὶ νὰ ζητῇ νὰ πλη-
679ρόνῃ κατ’ αὐτὸ τὸν φόρον του. Ἐπειδὴ δὲ ὅλοι σχεδὸν ὑποκρύ-
680πτουν τὸ ποσὸν τῆς καθαρᾶς προσόδου των, ἡ δὲ πολιτεία δὲν
681ἔχει τὸ μέσον νὰ τὴν ἐξεύρῃ, διὰ τοῦτο εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου
682δὲν κατωρθώθη ἡ ἐπιβολὴ φόρων ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ· μόνον ὁ
683λεγόμενος φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῆς κα-
684θαρᾶς προσόδου, ἀλλὰ διὰ τὸ δύσκολον τῆς ἐξευρέσεως εἰς κανὲν
685μέρος τοῦ κόσμου ὁ φόρος οὗτος δὲν εἶναι φόρος κύριος, ἀλλὰ προσω-
686ρινὸς καὶ ἀναπληρωτικὸς, πρὸς θεραπείαν ὡρισμένης τινὸς ἀνάγκης.
687Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ παρ’ ἡμῖν σχέδιον πλῆρες πρὸς
688μεταβολὴν τοῦ φορολογικοῦ ἡμῶν συστήματος οὐ μόνον ὡς πρὸς τοὺς
689ἐγγείους φόρους, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐν γένει φορολογίαν, εὐχαρί-
690στως ἤθελον τὸ παραδεχθῆ· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν εἶμαι ἱκανὸς, τὸ ὁμολογῶ,
691νὰ παρασκευάσω τοιοῦτον ἔργον· ἐὰν τὸ παρουσιάσῃ ἄλλος, αὐτὸς
692θέλει ἀποκτήσει δόξαν καὶ ἐνταῦθα καὶ εἰς τὸν ἔξω κόσμον, διότι
693ἅμα τὸ ζήτημα λυθῇ παρ’ ἡμῖν θέλουσι τὸ παραλάβει καὶ εἰς τὰ
694ἄλλα ἔθνη, ὅπου ματαίως καταγίνονται νὰ εὕρουν τὴν λύσιν,
695καὶ δὲν τὸ κατώρθωσαν. Ἀφίνων λοιπὸν κατὰ μέρος τὸ ζήτημα
696τοῦτο, σᾶς λέγω καὶ ἐγὼ ὅ,τι σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος πρωθυ-
697πουργὸς, ὅτι δηλ. διὰ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς δαπάνας, τὰς
698ὁποίας αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις ἐπιβάλλουν, ἔχομεν ἀνάγκην
699νέων φόρων· διὰ τῶν οἰκονομιῶν εἶναι ἀδύνατον νὰ κατορθωθῇ
700τοῦτο. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1876 δὲν παρουσιάζει, καθὼς γνω-
701ρίζετε, μεγάλας διαφορὰς, οὔτε ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 75,
702οὔτε ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874· ἐπίσης καὶ ὁ προϋπολο-
703γισμὸς τοῦ 1877, ὁ ὁποῖος θέλει συνταχθῆ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προη-
704γουμένων, δὲν δύναται νὰ περιέχῃ σπουδαίας οἰκονομίας, ἱκανὰς
705νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς ὅλας τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας αἱ ἔκτακτοι
706περιστάσεις ἐπιβάλλουν. Μ’ ὅλα ταῦτα ἐὰν, ὅταν παρουσιασθῇ
707προσεχῶς ἐνώπιόν σας καὶ ἐπεξεργασθῇ ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας ἐπι-
708τροπῆς, ἀποδειχθῇ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γείνουν οἰκονομίαι καὶ
709νὰ ἔχωμεν περισσεύματα, τόσῳ τὸ καλλίτερον. Αἱ ἀνάγκαι ἡ-
710μῶν εἶνε ἀτελεύτητοι, καὶ ἐὰν δὲν θελήσωμεν νὰ διαθέσωμεν τὰ
711περισσεύματα εἰς θεραπείαν τινὸς ἐξ αὐτῶν, δυνάμεθα νὰ τὰ
712μεταχειρισθῶμεν εἰς πληρωμὴν τῶν κινητῶν χρεῶν μας, ἢ καὶ
713τοῦ χρεωλυτικοῦ τῶν 26,000,000, τὸ ὁποῖον ἔχομεν τὸ δι-
714καίωμα νὰ πληρώσωμεν ὁπόταν θέλωμεν.
715Διὰ ταῦτα σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀφήσητε κατὰ μέρος τὸ ζήτημα
716καὶ νὰ ἔλθητε εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν φόρων, οἱ ὁποῖοι προτείνονται,
717διότι, ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, ἄνευ τῶν φόρων τούτων
718εἶναι ἀδύνατον νὰ θεραπευθῶσιν αἱ ἔκτακτοι ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι
719μᾶς ἐπιβάλλονται ὑπὸ τῶν περιστάσεων.
720Καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς λοιποὺς φόρους, τοὺς ὁποίους τὰ
721νομοσχέδια τὰ ὑποβληθέντα διαλαμβάνουν, ἐπιφυλάσσομαι νὰ
722κάμω λόγον ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἑνὸς ἑκάστου τῶν νομοσχε-
723δίων τούτων. Περιορίζομαι σήμερον νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ ὡς πρὸς
724τὸν φόρον τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων, τὸν ὁποῖον ἀποβλέ-
725πει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο,
726δίδεται εἰς τὴν κυβέρνησιν ἡ ἄδεια νὰ συνομολογήσῃ δάνειον
727ἐκ 10,000,000 δρ., αἱ ὁποῖαι θέλουν χρησιμεύσει διὰ τὰς ἐκ-
728τάκτους ἀνάγκας τῆς στρατιωτικῆς καὶ τῆς ναυτικῆς ὑπη-
729ρεσίας.
730§45Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν λέγει οὕτω.
731§46Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ μερικεύσητε τὴν
732φράσιν, ἥτις ἐμπεριέχεται εἰς τὸ νομοσχέδιον, «ἐκτάκτων δαπα-
733νῶν.» Τί ἐννοεῖ;
734§47Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν κίνησιν πλειοτέρας δυνάμεως στρα-
735τιωτικῆς.
736§48Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἰς τὸ βʹ ἄρθρον λέγετε «ἀπο-
737κλειστικῶς διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας.» Ἐὰν ᾖναι δυνατὸν νὰ
738μερικεύσητε αὐτὴν τὴν φράσιν, διὰ νὰ ἴδωμεν διὰ ποίας ἀνάγκας.
739§49Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν κίνησιν πλειοτέρων ἀνδρῶν, πλειο-
740τέρας δυνάμεως· ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἐξηγηθοῦν οἱ ἁρμόδιοι ὑπουργοί
741Τὸ δάνειον αὐτὸ θέλει συνομολογηθῆ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ
742δανείου τῶν 26,000,000, ὅ ἐστὶ μὲ 6% τόκον καὶ ½%
743χρεωλύσιον· ἑπομένως θέλει ἐπιβαρυνθῆ ὁ προϋπολογισμὸς μὲ
744τὴν δαπάνην 650,000 δραχμῶν. Ἐπειδὴ δὲ ὁ προϋπολογισμὸς
745δὲν ἀντέχει εἰς τὸ βάρος αὐτὸ, διὰ τοῦτο ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον
746νὰ ἐξευρεθῇ νέος πόρος, καὶ ὡς τοιοῦτος προτείνεται ἡ ἐπιβολὴ
747φόρου ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ τῶν ἐμπορευμάτων, τουτέστιν ἐπὶ τῶν
748ἀντικειμένων ἐκείνων, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουν φόρους καὶ οἱ
749δῆμοι. Δὲν πρόκειται, καθὼς ἐξηγήθησάν τινες, νὰ φορολογή-
750σωμεν τοὺς δήμους εἴτε τὰ δημοτικὰ ταμεῖα, ἀλλὰ εἰς ὅσα μέ-
751ρη οἱ δῆμοι διὰ τὰς ἰδίας ἀνάγκας ἐπιβάλλουσι τοὺς φόρους
752τούτους, τουτέστιν εἰς ὅσους δήμους τὰ ἀντικείμενα ταῦτα
753θεωροῦνται ὡς ὕλη φορολογήσιμος, εἰς τούτους ἐνομίσαμεν ἀναγ-
754καῖον ν’ αὐξήσωμεν τὴν φορολογίαν, καὶ ἡ αὔξησις αὕτη νὰ
755εἰσάγηται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον.
756§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζετε ὅτι θὰ ἐπιβληθῇ ἡ φορολογία καὶ
757ἐκεῖ ὅπου δὲν ἐπιβάλλουν οἱ δῆμοι;
758§51Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπου ἐπιβάλλονται πραγματικῶς.
759§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τότε ἡ τελευταία διάταξις δὲν ἦτο ἀναγ-
760καία «ἐφ’ ὧν κατ’ ἐπέκτασιν ἐπιβάλλεται ὁ φορολογικὸς δα-
761σμός.»
762§53ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπου ἐπιβάλλεται φόρος ἐπὶ τῶν ὠνίων
763χάριν τῶν δήμων, θὰ ἐπιβάλληται καὶ χάριν τοῦ δημοσίου
764τοιοῦτος.
765§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐννοῶ κατ’ ἀρχήν.
766§55ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Λοιπὸν εἰς ὅσα μέρη ἐπιβάλ-
767λεται φόρος διὰ τὰς δημοτικὰς ἀνάγκας, θὰ ἐπιβάλληται,
768ὡς εἶπον, τοιοῦτος ἐφ’ ὅλων τῶν ὠνίων καὶ τῶν ἐμπορευμάτων,
769διὰ ν’ ἀπολαμβάνῃ τὸ δημόσιον μίαν πρόσοδον πρὸς ὑπηρεσίαν
770τοῦ δανείου, περὶ οὗ πρόκειται.
771§56ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ πληροφορία τὴν ὁποίαν ἐδώκατε
772δὲν εἶναι ἀκριβὴς, διότι τὸ ἄρθρον λέγει «Μὴ ἐξαιρουμένου
773μηδ’ ἐκείνου, ἐφ’ οὗ κατ’ ἐπέκτασιν ἐπιβάλλεται ὁ δημοτικὸς
774δασμός.» Λοιπὸν θὰ εἴπῃ ὅτι ἐπιβάλλετε τὸν δασμὸν καὶ εἰς
775ἐκεῖνα τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιβάλλεται.
776§57ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· ὅπου ὑπάρχει εἴς τινα, θὰ τεθῇ
777ἐφ’ ὅλων, καὶ τῶν κατ’ ἐπέκτασιν.
778§58ΡΙΚΑΚΗΣ. Λοιπὸν ὅλα.
779§59ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Βέβαια.
780§60Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅπου εἶναι ἤδη ἐπιβεβλημένος.
781§61ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἤδη ἐπιβεβλημένος παντοῦ ὅπου
782δύναται νὰ ἐπιβληθῇ.
783§62Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν δύναται παντοῦ;
784§63ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
785§64Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἐννοεῖτε ὅτι θὰ ἐπιβληθῇ πρόσθετος
786φόρος ἥμισυ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων μό-
787νον εἰς τοὺς δήμους ἐκείνους, οἵτινες ἕνεκα λόγων ἀπολύτου ἀ-
788νάγκης κατέφυγον εἰς αὐτὸν τὸν φόρον, ἀλλὰ ὅπου ὑπάρχει
789τελωνεῖον ἢ τελωνοσταθμαρχεῖον.
790§65ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς λέγω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένος παντοῦ.
791§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἠμποροῦν νὰ τοὺς καταργήσουν, διότι ὅταν
792ἔχουν οἱ δῆμοι ἤδη ἐπιβεβλημένον τὸν φόρον, ὅταν ἐννοήσουν
793τοῦτο, ἠμποροῦν νὰ τοὺς καταργήσουν· ὥστε ἡ λέξις ἀφορᾷ εἰς
794τὸν νόμον, καὶ ὄχι εἰς τοὺς δήμους.
795§67ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Οἱ κατ’ ἐπέκτασιν δασμοὶ εἴπατε ὅτι εἶναι
796παντοῦ. Τῇ προτάσει τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου καὶ διὰ Βασ.
797Διατάγματος τίθενται· ἐὰν λήξῃ ἡ προθεσμία, τότε παύει καὶ
798αὐτὸς ὁ φόρος;
799§68ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, θὰ ἐξακολουθῇ ἐπιβαλλόμενος.
800§69ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οἱ δῆμοι βλέποντες, ὅτι δὲν θὰ δύνανται
801νὰ χρησιμοποιήσουν καὶ τοὺς δύο φόρους, θὰ παύσουν τὸν ἰδι-
802κόν τους, καὶ θὰ μείνῃ τοῦ δημοσίου, ὅστις εἶναι ἀναλλοίωτος.
803§70ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὅταν τὸ κράτος θὰ καταντήσῃ εἰς αὐ-
804τὴν τὴν στρεψοδικίαν, νὰ εἴπῃ: καταργῶ τὴν φορολογίαν τὴν
805δημοτικὴν διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ καὶ αὐτὴ ἡ φορολογία, τότε ἀλ-
806λοίμονον εἰς τὸ κράτος· ὥστε φρονῶ, ὅτι κανὲν μέρος τοῦ κρά-
807τους δὲν θὰ καταργήσῃ αὐτὴν τὴν φορολογίαν.
808§71ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν ἐννοοῦμεν νὰ ἐπιβληθῇ πρόσθετος
809φορολογία κατὰ ½% εἰς ὅλα τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα
810κατὰ τὸν δημοτικὸν νόμον δύνανται νὰ φορολογῶνται διὰ τὰς
811ἀνάγκας τῶν δήμων. Ἀλλὰ ὁ ἔντιμος προαγορεύσας εἶπεν ὅτι
812τοῦτο εἶναι ἀντισυνταγματικόν, διότι δὲν εἶναι ἐπιβεβλημένος
813εἰς ὅλους τοὺς δήμους τοιοῦτος φόρος· ἑπομένως διὰ τῆς φορο-
814λογίας αὐτῆς ἄλλους θὰ φορολογήσητε καὶ ἄλλους δὲν θὰ φο-
815ρολογήσητε. Ἀλλὰ ποῖοι εἶναι οἱ δῆμοι οἱ μὴ ὑποβλη-
816θέντες εἰς τὸν δασμὸν τῶν ὠνίων; Δὲν εἶναι εἰμὴ μόνον οἱ
817χωρικοὶ δῆμοι. Ἀλλὰ τὸ πλεῖστον τῶν εἰσαγομένων εἰς
818τοὺς δήμους τούτους ὠνίων, πρὶν φθάσουν εἰς αὐτοὺς, διέρ-
819χονται ἀπὸ ἄλλους μεγαλειτέρους, ἔνθα ὑφίστανται καὶ
820ἀπὸ τοὺς ὁποίους τὰ ἀγοράζουσιν οἱ χωρικοὶ λιανικῶς
821ἔπειτα· καὶ ἂν μείνωσιν εἴδη τινὰ ἀφορολόγητα, δὲν ζημιοῦται
822τὸ δημόσιον, διότι τὸ ἐξ αὐτῶν ἔσοδον δὲν ἀρκεῖ νὰ καλύψῃ
823τὰ ἔξοδα τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως· ἕνεκα δὲ τοῦ λόγου
824τούτου πολλάκις ἀφίνομεν ἀφορολόγητά τινα εἴδη, ὥστε δὲν
825εἶναι ὀρθὴ ἡ ἔνστασις, ὅτι ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα. Νομί-
826ζω δὲ ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς πολὺ εὐκόλως δύναται νὰ πληρωθῇ,
827διότι, ἀφοῦ οἱ κάτοικοι πληρώνουν 2% διὰ τὰ ἀντικείμενα
828τὰ ὁποῖα ἐξοδεύουν, δὲν βλέπω κατὰ τὶ θέλουν δυσκολευθῇ νὰ
829πληρώσουν ½ ἀκόμη. Ἐὰν ὅμως νομίζῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι δύνα-
830ται νὰ παραλείψῃ αὐτὸν καὶ νὰ προτείνῃ ἄλλον, ὅστις νὰ δύ-
831ναται νὰ καλύψῃ τὸ ζητούμενον ποσὸν, δύναται νὰ τὸ πράξῃ.
832§72Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἴπατε, ὅτι ἐξηντλήσατε ὅλους τοὺς πόρους.
833§73ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Κατὰ προσέγγισιν πόσον ποσὸν θὰ ἔχητε
834ἐκ τοῦ φόρου αὐτοῦ;
835§74ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕως 800,000 μὲ τὸ ½% ἐπὶ τῶν
836ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων, διότι τὰ ἤδη εἰσπραττόμενα ὑπερ-
837βαίνουν τὰ 2,000,000.
838§75ΖΩΧΙΟΣ. Πόσα ἔτη θὰ διαρκέσῃ;
839§76ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. 44 περίπου ἔτη ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν
840ἐξόφλησιν τοῦ δανείου.
841§77ΖΩΧΙΟΣ. 44.
842§78ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ὁ φόρος δύναται νὰ παύσῃ, ἐὰν ὁ
843προϋπολογισμὸς ἐπαρκῇ εἰς τὴν πληρωμή.
844§79Ν. ΣΟΥΤΣΟΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου
845ὡς ἔχει εἶναι ἐσφαλμένη. Ἐπιβάλλεται πρόσθετος δασμὸς ½%
846ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων, δὲν βλέπω δὲ ἐντὸς
847τοῦ νομοσχεδίου διάταξιν ὁρίζουσαν πότε παύει ὁ πρόσθε-
848τος αὐτὸς φόρος· ὥστε βλέπετε ὅτι γίνεται πάγιος. Λοιπὸν
849νομίζω, ὅτι, ἐὰν ἀφεθῇ ὁ νόμος ὅπως ἔχει, πρέπει νὰ ἀλ-
850λάξῃ ἡ ἐπιγραφή· ἐὰν δὲ μείνῃ ἡ ἐπιγραφὴ, πρέπει νὰ προστεθῇ ὁ
851ὅρος, ὅτι ἅμα πληρωθῇ τὸ δάνειον, παύει ὁ φόρος, καὶ ἐξηγοῦμαι.
852Ὁ κ. ὑπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι 3 ἑκατομμύρια εἶναι οἱ δασμοί,
853ὥστε τὸ ποσὸν θὰ πληρωθῇ εἰς ὀλιγώτερα ἔτη. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν
854τὸ 2%, τὸ ὁποῖον πληρόνουν αἱ Ἀθῆναι καὶ ἡ Σύρος, τότε τὸ
855τεταρτημόριον εἶναι 750,000· ἀλλὰ ἀπὸ ἄλλους δήμους, ὅπου
856ὁ δασμὸς εἶναι τὰ ⅗, ἡ νέα ἐπιβολὴ ἐξισοῦται μὲ τὸν δα-
857σμόν. Ἐὰν δὲ ὁ φόρος αὐτὸς ἐπιβληθῇ κατ’ ἐπέκτασιν, τότε
858θὰ ὑπερβῇ τὸ ἑκατομμύριον, καὶ θὰ φθάσωμεν εἰς 1½ ἑκα-
859τομμύριον, ὥστε δι’ αὐτοῦ ἠμποροῦμεν νὰ πληρώσωμεν τὰ
860χρήματα εἰς πολὺ ὀλιγώτερα ἔτη καὶ αἱ εἰσπράξεις κατόπιν
861θὰ μένουν εἰς τὸ δημόσιον. Διὰ τοῦτο δὲν ἐννοῶ τὰ χρήματα
862εἰσπραττόμενα νὰ εἰσάγωνται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλὰ εἰς
863τὴν Τράπεζαν, καὶ ἀφοῦ πληρωθῇ τὸ χρέος διὰ χρεωλυσίου, ἐ-
864κεῖνα τὰ ὁποῖα μένουν νὰ χρησιμεύσουν δι’ ἰδίαν χρῆσιν ἢ ἄλλην
865ὁμοίαν. Κατόπιν τούτου ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις.
866Ὡς εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς Μεσολογγίου, δὲν πρέπει νὰ μὴ πλη-
867ρόνουν τινὲς καὶ ἄλλοι δῆμοι νὰ πληρόνουν. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι,
868ὁ κ. πρωθυπουργὸς πιστεύω δὲν ἐννοεῖ, ὅτι ὁ φόρος πρέπει νὰ
869ἐπιβάλληται εἰς τοὺς δήμους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀνάγκην, ὄχι δὲ
870εἰς τοὺς δήμους οἵτινες δὲν ἔχουν ἀνάγκην. Ἑπομένως, ἐὰν γεί-
871νῃ παραδεκτὴ ἡ ἀρχὴ, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποδεχθῇ τρο-
872ποποιήσεις σύμφωνα μὲ τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα.
873§80ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι συζητοῦμεν περὶ ἀρχῆς σπου-
874δαιοτάτης, διότι πρόκειται περὶ συνομολογήσεως δανείου καὶ
875περὶ ἐπιβολῆς ἐκτάκτων φόρων, χωρὶς, κατ’ ἐμὲ, νὰ συλλογι-
876σθῶμεν περὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ᾖναι τὸ κύριον
877ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως. Μᾶς ζητοῦν νὰ ψηφίσωμεν δά-
878νειον 10,000,000, διὰ ποίαν ἀνάγκην; ποία εἶναι ἡ αἰτιο-
879λογία, ὅτι διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην τό-
880σου ποσοῦ; διατί νὰ μὴ ζητήσωμεν λεπτομερῆ σημείωσιν; ποῦ
881θὰ δαπανηθοῦν δὲν λέγω, διότι εἰς τοιαύτας περιστάσεις πι-
882θανὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ θέλῃ νὰ δώσῃ λόγον τῆς χρήσεως.
883Ἀλλὰ δὲν εἶναι λογικὸν νὰ μᾶς εἴπῃ πόσου ποσοῦ ἔχομεν ἀνάγ-
884κην διὰ τὰς προπαρασκευὰς, διὰ νὰ ἴδωμεν ὅτι τὸ ποσὸν εἶναι
885ἀνάλογον καὶ δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν αὐτὸ τὸ δάνειον, τὸ ὁ-
886ποῖον εἶναι ἀναγκαῖον; νὰ ἴδωμεν ποῖοι πόροι εἶναι φυσικώτε-
887ροι, διὰ τῶν ὁποίων νὰ δυνάμεθα νὰ καλύψωμεν τὸ δάνειον
888αὐτό; Ἡ διαίρεσις αὐτοῦ τοῦ δανείου ἀπὸ τῶν φόρων νομίζετε,
889ὅτι εἶναι σύστημα οἰκονομολογικόν; Ἐδῶ πρόκειται σήμερον
890περὶ τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν, ὥστε τὰ 10,000,000 δὲν εἶναι
891ἀρκετὰ, καὶ πρέπει νὰ συμπεριλάβητε καὶ τὰ 50,000,000. Τί
892λέγει ἡ Κυβέρνησις;
893§81ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅ,τι εἴπομεν.
894§82ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἐὰν τεθοῦν αὐτὰ τὰ μέτρα εἰς ἐνέργειαν....
895§83ΡΙΚΑΚΗΣ. Τότε λοιπὸν νὰ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος τὰ 50,
896000,000.
897Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐπιβάλλει ἔκτακτον δασμὸν, ὡς γνωρί-
898ζετε, ἥμισυ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων καὶ
899εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἐπεβλήθη ὁ φόρος οὗτος ὑπὸ
900τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς. Τὸ ἄρθρον 3 ῥητῶς λέγει (ἀναγινώσκει).
901Λοιπὸν δὲν εἶναι ἁπλοῦς πρόσθετος φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιβληθέν-
902των ἤδη εἰς τοὺς δήμους, ἀλλὰ εἶναι ἐπὶ ὅλων τῶν εἰδῶν, ἅτι-
903να φορολογοῦνται, ἢ ὄχι. Κατὰ συνέπειαν εἶναι φόρος, ὁ ὁποῖος
904ἐπιβάλλεται καὶ εἰσπράττεται κατ’ ἴδιον τρόπον, καὶ φόρος, ὁ
905ὁποῖος συσχετίζεται μὲ τὸν δημοτικὸν δασμόν. Τώρα ἂς ἐξετά-
906σωμεν πῶς αὐτὸς ὁ φόρος συσχετίζεται καὶ συμβιβάζεται μὲ
907τὴν γενικὴν φορολογίαν. Ὁ δασμὸς οὗτος εἶναι ἔκτακτος, ὅστις
908ἐπιβάλλεται διὰ τὰς ἐσωτερικὰς ἀνάγκας τοῦ δήμου, εἶναι δα-
909σμὸς εἰς τὸν ὁποῖον ὑποβάλλεται ὁ δῆμος διὰ τὰς ἰδίας ἀνάγ-
910κας, καὶ πρὸς τοῦτο προηγεῖται πρᾶξις τοῦ δημοτικοῦ συμβου-
911λίου, καὶ διὰ τοῦτο ἄνευ πράξεως τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου
912δὲν δύναται ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ νὰ τὸν ἐπιβάλῃ. Ἀλλὰ διατί
913ὁ δῆμος ἀπαιτεῖται νὰ εἴπῃ ὅτι ὑποβάλλεται εἰς ἔκτακτον φορο-
914λογίαν; Διὰ νὰ πορισθῇ τὰ μέσα διὰ τὰς ἐσωτερικὰς ἀνάγκας
915του· ἑπομένως φόρος τοιοῦτος, ὅστις ἐπιβάλλεται ἀπὸ τὸν ἴδιον
916δῆμον διὰ νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὰς ἐσωτερικάς του ἀνάγκας, ὁ
917φόρος οὗτος θέλει χρησιμεύσει ὡς φόρος δημόσιος ἤδη, ἐπιβαλλό-
918μενος διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τοῦ ἔθνους. Ὁ φόρος αὐτὸς,
919ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἀντίκειται πρὸς τὸν σκοπὸν δι’ ὃν ἐπιβάλλεται,
920εἶναι φόρος ἄνισος, εἶναι φόρος, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπιβαρύνει τινὰς καὶ
921ἄλλους ἐπιβαρύνει· μὲ ἄλλας λέξεις, δὲν εἶναι σύστημα τὸ ὁ-
922ποῖον νὰ στηρίζηται εἰς βάσιν οἰκονομολογικήν. Νομίζω, κύριοι,
923ὅτι ἡ Βουλὴ, ἧς ὁ κύριος προορισμὸς εἶναι καὶ τὸ σπουδαιότε-
924ρον ἔργον ἡ ἐξέτασις καὶ ὁ προσδιορισμὸς τῶν δαπανῶν καὶ τῶν
925ἐξόδων τοῦ κράτους, ἔχει μάλιστα καθῆκον, ὅταν παρουσιάζων-
926ται τοιαῦτα νομοσχέδια, νὰ ἐγκύπτῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν, καὶ
927τότε νὰ παραδέχηται αὐτὰ, ὅταν συμβαδίζωσι μὲ τοὺς κειμένους
928νόμους πρῶτον, καὶ δεύτερον ὅταν δύνανται νὰ δικαιολογηθῶ-
929σιν ἕνεκα τῶν ἀναποφεύκτων ἀναγκῶν. Ὅταν σοῦ πληρόνω φό-
930ρον 40,000,000, ὅταν ἐξαντλῇς ἕνα προϋπολογισμὸν 40,
931000,000 καὶ δὲν γνωρίζω πῶς ἐδαπανήθησαν, διότι δὲν ἔχομεν
932ἀκόμη ἕνα ἀπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους διὰ νὰ ἴδωμεν
933πῶς ἐδαπανήθησαν, ἔρχεσαι διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ μοῦ
934λέγεις νὰ ψηφίσω τὸ ποσὸν αὐτὸ, προσέτι δὲ καὶ νὰ σοῦ δώσω
935νέους φόρους παγίους. Πῶς δὲ θὰ τὸ ἐξετάσω αὐτό; Πῶς θὰ
936ψηφίσωμεν χωρὶς νὰ ἐξετάσωμεν ποῦ εὑρισκόμεθα; τὸ σπου-
937δαιότερον πρᾶγμα παρελείφθη, ἡ ἐτησία ἐξέτασις καὶ ἡ ψήφισις
938τοῦ ἀπολογισμοῦ. Ἐὰν δίδετε πίστωσιν εἰς τὸν ἀντιπρόσωπόν
939σας καὶ τοῦ λέγετε: διὰ τὰς οἰκογενειακὰς ἀνάγκας σοῦ δίδω
9401000 δραχμὰς τὸν μῆνα, ἀφοῦ τελειώσῃ ὁ μὴν, θὰ τοῦ ζητή-
941σητε λογαριασμόν· καὶ ἐδῶ δίδομεν ἑκατομμύρια, χωρὶς νὰ ἠ-
942ξεύρωμεν ποῦ δαπανῶνται. Τὸ Σύνταγμα ζητεῖ προϋπολογισμὸν
943καὶ ἀπολογισμόν· τὸ πρῶτον ἐθεωρήσαμεν ἀντισυνταγματικὸν,
944ἐὰν δὲ παραλειφθῇ τὸ δεύτερον, ὄχι· διατί; Λοιπόν, ἀφοῦ ἴδωμεν
945εἰς τὶ ἐξοδεύονται τὰ 40,000,000, τότε νὰ προβῶμεν εἰς νέους
946φόρους. Εἰς τὰ 1861–1864 ὁ προϋπολογισμὸς ἦτο 25,000,
947000, ἔκτοτε προσετέθησαν 6,000,000, οἱ τόκοι τῶν δανείων
948τὰ ὁποῖα ἐκάμαμεν· 25 καὶ 6=31, 3,000,000 διὰ τὴν Ἑ-
949πτάνησον, 34,000,000. Αὐταὶ εἶναι αἱ σπουδαῖαι αὐξήσεις τοῦ
950προϋπολογισμοῦ. Πόσον θέλετε διὰ τὴν αὔξησιν τῆς ὑπηρεσίας;
951§84ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ὁδοποιΐαν;
952§85ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἔχει ἰδιαίτερον ταμεῖον.
953§86ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἐμβαίνει, καὶ
954εἶναι 2,000,000.
955§87ΡΙΚΑΚΗΣ. Λοιπὸν 34+2=36· ἕως τὰ 42;
956§88ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ εἶναι 42;
957§89ΡΙΚΑΚΗΣ. 40 ὁ προϋπολογισμὸς καὶ 2 ἔλλειμμα. Τί γί-
958νονται τὰ ἄλλα ἑκατομμύρια; ηὔξησεν ὁ στρατός; ηὔξησε τὸ
959ναυτικόν; ηὔξησαν τὰ δημόσια ἔργα; ἔγεινε τίποτε; Καὶ δὲν
960δυνάμεθα λοιπὸν νὰ φέρωμεν μίαν οἰκονομίαν, χάριν τῶν παρου-
961σιαζομένων ἐκτάκτων ἀναγκῶν; Πρὶν λοιπὸν ἐπιβαρύνωμεν τὸν
962τόπον μὲ φόρους ἐπαχθεῖς, νομίζω προτιμότερον νὰ ἴδωμεν τὶ δυ-
963νάμεθα νὰ οἰκονομήσωμεν.
964Ἐὰν τὰ δύω νομοσχέδια ἠδύναντο νὰ συγχωνευθῶσι καὶ νὰ
965ζητήσητε π. χ. 50,000,000 διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας, τότε
966νὰ σκεφθῶμεν περὶ αὐτῶν, καὶ ἴσως θὰ εὕρωμεν ἕνα τρόπον,
967διότι προχθὲς ἐγὼ σᾶς ὑπέδειξα ἕνα τρόπον, ἀλλὰ δὲν ἐπιμέ-
968νω, διότι ἄλλος ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἄλλην ἰδέαν καλλιτέραν. Ὅταν
969ὅμως κατακερματισμένως φέρετε ποσά, πῶς θὰ τὰ εὕρετε; Ἔ-
970πειτα πιστεύετε, ὅτι θὰ εὕρετε δάνειον, ὅταν διὰ τὸ ἓν δάνειον
971λέγετε τόκον ἑπτὰ καὶ διὰ τὸ ἄλλο ἕξ; ἠκούσθη ποτὲ αὐτό;
972§90ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μελετήσατε τοὺς σχετικοὺς τόμους πρῶ-
973τον. Τὸ τῶν 6% ἔχει ἀνώτερον τόκον ἀπὸ τὸ τῶν 7%.
974§91ΡΙΚΑΚΗΣ. Διότι εἶναι ὀλιγώτερον τὸ πραγματικὸν κεφά-
975λαιον. Ἡ κατηγορία πρέπει νὰ ᾖναι μία, ὁ κατακερματισμὸς
976δὲν μοὶ φαίνεται ὀρθὸς συγχρόνως γενόμενος· δι’ αὐτὸ νομίζω,
977ὅτι πρέπει νὰ συγκεντρωθοῦν τὰ δάνεια εἰς ἓν, καὶ τότε νὰ ζη-
978τήσωμεν τοὺς πόρους, ἐκ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ τὸ εὕρωμεν.
979§92Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Συμφωνῶ μὲ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονο-
980μικῶν, ὅτι πράγματι εἶναι ἀδύνατον νὰ διαιρέσῃ τις τοὺς φό-
981ρους εἰς ἴσα μέρη· ὀφείλομεν βεβαίως νομοθετοῦντες νὰ ἐπιβάλ-
982λωμεν ἴσα βάρη πρὸς ὅλους τοὺς πολίτας. Ἀλλ’ ἐὰν περιστά-
983σεις τινὲς κάμουν ὥστε ἡ ἀναλογία νὰ ᾖναι ἄνισος, τοῦτο δια-
984φεύγει τὰς δυνάμεις μας· ἐνόσῳ ὅμως ψηφίζομεν φόρους, οἱ ὁποῖοι
985ἐξ ἀρχῆς δὲν ἐπιβάλλονται πρὸς ὅλους τοὺς πολίτας, ψηφίζομεν
986φόρους ἐναντίον τῆς διατάξεως τοῦ 3 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος.
987Ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον,
988εἶναι ἀναντιῤῥήτως τοιοῦτος, τουτέστιν ἐπιβάλλει φόρους εἰς ὡρι-
989σμένους δήμους, καὶ ἑπομένως εἰς ὡρισμένους φορολογουμένους,
990καὶ ἀπαλλάσσει ἄλλους. Τὸ δὲ ἐπιχείρημα τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν
991Οἰκονομικῶν, ὅτι οἱ φόροι οὗτοι φορολογοῦνται εἰς τὰ τελωνεῖα
992καὶ εἰς τοὺς σταθμούς, ἐὰν δὲ κατόπιν εἰσέλθουν εἰς τὸ ἐσωτερικὸν,
993δὲν φορολογοῦνται πλέον, τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς ἐν γένει κατὰ τὰς
994παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομι-
995κῶν. Ἀλλ’ οἱ φόροι δὲν περιορίζονται μόνον εἰς τὰ εἴδη ἐκεῖνα,
996τὰ ὁποῖα ἔρχονται διὰ τῆς θαλάσσης, ἀλλ’ ἐπιβάλλονται καὶ εἰς
997πλεῖστα ἄλλα, καὶ εἶναι τόσον ἐπαχθεῖς, ὥστε μόνος ὁ ἄνθρω-
998πος, ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζει τὴν Ἑλλάδα, δύναται νὰ τοὺς πα-
999ραδεχθῇ. Ὑποθέσατε, ὅτι εἴδη καὶ ἐμπορεύματα ὑποβαλλόμενα
1000καὶ εἰς τοὺς φόρους αὐτοὺς, φορολογοῦνται ἀπὸ τὸν δῆμον Πατρῶν·
1001ἐὰν εἰσέλθουν τώρα εἰς τὸν δῆμον Καλαβρύτων, δὲν εἶναι ἀνάγκη
1002νὰ φορολογηθοῦν ἐπὶ πλέον, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. ὑπουργοῦ
1003τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ συμβαίνει τοῦτο καὶ ἐὰν τὰ εἴδη ταῦ-
1004τα ἐξακολουθήσουν τὸν δρόμον των καὶ φθάσουν εἰς τὴν Τρίπο-
1005λιν, ὅπου εἶναι ἐπιβεβλημένος ὁ τοιοῦτος φόρος; Ὄχι· τὰ εἴδη
1006αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἐφορολογήθησαν εἰς Πάτρας, θὰ φορολογηθοῦν
1007καὶ εἰς Τρίπολιν.
1008§93ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
1009§94ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ δὲ κύριος βουλευτὴς Σύρου Μπούμπουλης
1010δὲν ἔπρεπε νὰ θυμώσῃ τόσον πολύ. Ὁ Ἕλλην ὀφείλει νὰ ὑπο-
1011βληθῇ εἰς φόρους ὅταν ἡ πατρὶς εὑρίσκεται εἰς ἐκτάκτους ἀνάγ-
1012κας· ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ὁ χαρακτήρ του τοιοῦτος, ὥστε νὰ ἐπιθυμῇ
1013τὸ βάρος αὐτὸ νὰ ἐπιβληθῇ ἐξ ἴσου, καὶ ἐὰν τοῦτο δὲν συμβαίνῃ,
1014ἐξανίσταται, διότι θὰ εἴπῃ, ὅτι οἱ νομοθέται, τοὺς ὁποίους ἔστειλα,
1015ἐναντίον τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρ. 3 τοῦ Συντάγματος ἐψήφισαν.
1016Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
1017δὲν θὰ ἐπιμείνῃ ὑποστηρίζων αὐτὸν τὸν φόρον, ὁ ὁποῖος, ὡς
1018εἶπε καὶ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς κ. Τρικούπης, εἶναι ἐπαχθής
1019γεννᾷ, κ. πρόεδρε, τὰ μεγαλείτερα σκάνδαλα. Ἐκτὸς τούτου,
1020κύριοι, εἶναι ἄνισος, καὶ ὡς τοιοῦτος οὐδέποτε πρέπει νὰ ψη-
1021φισθῇ· ἂς ἀφήσωμεν ἀκόμη τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήρι-
1022ξεν ὁ κ. Τρικούπης καὶ ἡ ὁποία εἶναι ὀρθοτάτη, ὅτι οἱ δῆμοι
1023δὲν ὀφείλουν νὰ ἔρχωνται εἰς ὑποστήριξιν τοῦ δημοσίου τα-
1024μείου. Ὁ φόρος λοιπὸν πρέπει νὰ ἀποσκορακισθῇ, νὰ εὑρεθῇ δὲ
1025φόρος ἄλλος, ὁ ὁποῖος ν’ ἀναπληρώσῃ τὰς ἀνάγκας αὐτὰς, διότι
1026καὶ ἀναγνωρίζομεν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκας, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα
1027νὰ συμφωνήσωμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ τοιοῦτος φόρος, ὁ
1028ὁποῖος θὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν γείτονα καὶ ὄχι ἐμέ. Δι’ αὐτὸν τὸν
1029λόγον, κηρύττομαι κατὰ τῆς φορολογίας αὐτῆς.
1030§95ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐκ τῆς πείρας γνωρίζω, κ. πρόεδρε, ὅτι
1031δικαιότερος καὶ ὁμαλώτερος φόρος δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, καὶ
1032οὐδεὶς δύναται διὰ τοῦ φόρου τῶν ὠνίων νὰ μένῃ ἀφορολόγη-
1033τος. Ἐὰν ἀναλογισθῆτε τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ὁμαλῶς
1034εἰσάγεται ἡ φορολογία αὐτὴ εἰς ὅλας τὰς κοινωνικὰς τάξεις,
1035θέλετε πεισθῆ, ὅτι οὐδεὶς μένει ἀφορολόγητος, καὶ δὲν προέρ-
1036χεται οὐδεμία ἀνισότης, ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ κ. Λ. Πετιμεζᾶς.
1037Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς εἶναι ἐπαχθὴς, δύναμαι
1038μετὰ πεποιθήσεως νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ὁ μόνος φόρος ὁ δυνάμενος
1039ἀνεπαισθήτως νὰ εἰσέρχεται εἰς ὅλας τὰς τάξεις, χωρὶς ἡ κοι-
1040νωνία νὰ τὸ αἰσθανθῇ, καὶ ἐξηγοῦμαι. Ἐὰν ἦναι δυνατὸν χωρι-
1041κός τις, εἰσερχόμενος εἰς τὴν πόλιν καὶ ἀγοράζων μίαν ὀκὰν
1042ζάχαριν ἢ καφφὲ, τοῦ ὁποίου ἡ ἀξία εἶναι 2 δραχμαὶ, ἐὰν
1043πληρώσῃ 2 δραχμὰς καὶ 1 λεπτὸν, ἐρωτῶ, ἐὰν ἦναι δυνατὸν ὁ
1044χωρικὸς οὗτος νὰ δυσανασχετήσῃ διὰ τὸ ἓν λεπτόν. Τοιαύτη
1045ἀναλογία ὑπάρχει καὶ εἰς ὅλα τὰ εἴδη τοῦ συστήματος τοῦ
1046δημοτικοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ὠνίων. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀληθὲς, δὲν
1047πρέπει τὰ πάντα ν’ ἀντιπολιτευώμεθα ὅπως εὕρωμεν τρόπον,
1048ἵνα τὰ πάντα ἀνασκευάσωμεν. Οὐδεὶς τῶν συμπολιτῶν μας
1049θὰ δείξῃ τὴν ἐλαχίστην δυσαρέσκειαν εἰς τὸν φόρον τοῦτον,
1050διότι, ὡς προεῖπον, ὁμαλῶς καὶ ἀνεπαισθήτως θὰ εἰσαχθῇ μέχρι
1051τοῦ τελευταίου πολίτου, χωρὶς κἂν νὰ φαντασθῇ, ὅτι τοῦ ἐπι-
1052φέρει τὴν ἐλαχίστην ζημίαν. Ἂς ἀποφύγωμεν λοιπὸν τὰς
1053τοιαύτας μικρολογικὰς παρατηρήσεις καὶ ἂς ἐπισπεύσωμεν εἰς
1054τὴν ἀληθῆ ὁδὸν τῶν πραγμάτων, χωρὶς νὰ φέρωμεν ἐμπόδια
1055ἐκεῖ ὅπου δὲν πρέπει.
1056§96Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐρωτῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομι-
1057κῶν ἐὰν ὤνια ἢ ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα φθάνουν εἰς τὸν λι-
1058μένα τῶν Πατρῶν καὶ πρόκειται νὰ φορολογηθῶσιν, ἐὰν οἱ ἔμ-
1059ποροι, οἵτινες τὰ παραλαμβάνουσι, δηλώσωσιν ὅτι αὐτὰ θὰ
1060καταναλωθῶσιν εἰς ἄλλους δήμους παρὰ τὰς Πάτρας ὅπου δὲν
1061ἐπεβλήθη φόρος ἐπὶ τῶν ὠνίων, τότε αὐτὰ τὰ ἐμπορεύματα θὰ
1062πληρώσουν, ναὶ ἢ ὄχι;
1063§97ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Προβλέπει ὁ περὶ δήμων νόμος.
1064§98ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τί προβλέπει ὁ νόμος; δὲν ἠξεύρω, καὶ διὰ
1065τοῦτο ζητῶ τὴν διασάφησιν.
1066§99ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι ἐὰν πρόκηται νὰ μεταφερθοῦν εἰς
1067ἄλλον δῆμον, δὲν θὰ πληρώσουν.
1068§100ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὸ ἤθελα· μὲ συγχωρεῖτε, δὲν τὸ ἤξευρα.
1069§101Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ὑπουργεῖον ὑπέβαλε νομοσχέδιον
1070περὶ δανείου 10 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς
1071τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τῆς στρατιωτικῆς καὶ τῆς ναυτικῆς
1072ὑπηρεσίας. Τὸ νομοσχέδιον προσδιορίζει καὶ τοὺς πόρους, διὰ
1073τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις θέλει δυνηθῆ νὰ προσπορίζηται τὰ
1074ἀναγκαῖα χρήματα πρὸς πληρωμὴν τοῦ τόκου καὶ τοῦ χρεω-
1075λυσίου τοῦ δανείου τῶν 10,000,000. Γεννᾶται ἐν πρώτοις ἡ
1076ἀπορία· εἶναι ἀναγκαῖον τὸ δάνειον τῶν 10,000,000; Ἐπὶ
1077τῆς ἀπορίας ταύτης πολλοὶ τῶν ἐντίμων συναδέλφων ἐξήνεγκον
1078τὴν γνώμην των.
1079Λυποῦμαι διότι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μετ’ αὐτῶν. Καὶ
1080ἐν πρώτοις δὲν διστάζω νὰ ὁμολογήσω τὸ φρόνημα, τὸ ὁποῖον
1081ἔχω περὶ τοῦ δημοσίου προϋπολογισμοῦ, ἂν καὶ τὸ φρόνημά
1082μου δυστυχῶς δὲν ᾖνε ἐντελῶς σύμφωνον μὲ τὸ φρόνημα τῆς
1083Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις εἶπεν ὅτι δὲν δύναται νὰ προσπο-
1084ρισθῇ μέσα ἐκ τῆς τακτοποιήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
1085Κράτους. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ διαῤῥύθμισις τοῦ προϋπολογισμοῦ
1086δύναται νὰ ἐπιφέρῃ ὄχι μόνον τὸ ἰσοζύγιον τῶν ἐσόδων πρὸς
1087τὰ ἔξοδα, τὸ ὁποῖον πρὸ 15 ἐτῶν δὲν ἔχομεν καὶ ἀναπληροῦ-
1088μεν κατ’ ἔτος διὰ δανείων, ἀλλὰ καὶ νὰ ἔχωμεν καὶ μικρὸν
1089περίσσευμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς πολλὰς
1090καὶ μεγάλας ἀνάγκας. Μ’ ὅλον ὅτι ὅμως δὲν εἶμαι ἐντελῶς
1091σύμφωνος μὲ τὸ φρόνημα τοῦτο τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶμαι
1092σύμφωνος καὶ μὲ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λέγουσιν, ὅτι
1093πρὶν ἢ ψηφίσωμεν τὸ δάνειον, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὸν προϋ-
1094πολογισμόν. Ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ προχθὲς ὁμοφώνως, ὅτι τὸ
1095Ἔθνος πρέπει νὰ προβῇ εἰς ἐκτάκτους καὶ ἀμέσους προπαρα-
1096σκευάς. Εἷς δὲ τῶν εὐγλώττων ῥητόρων τῆς Βουλῆς, ὁ ἀξιότι-
1097μος κ. Σ. Πετιμεζᾶς, σᾶς παρέστησεν ἐν ἐκτάσει, ὅτι οὐδὲ τα-
1098κτικαὶ παρασκευαὶ ὑπάρχουσι δυστυχῶς ἐν Ἑλλάδι.
1099Ὅθεν, ἐκτὸς τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν, ἀπαιτεῖται νὰ προ-
1100βῆτε καὶ εἰς τακτικὰς παρασκευὰς, διότι κατὰ δυστυχίαν καθ’
1101ὅλα καθυστεροῦμεν. Αἱ ἀνάγκαι λοιπὸν τοῦ Κράτους εἶναι τῷ
1102ὄντι μεγάλαι καὶ ποικίλαι, καὶ προσφυῶς ὠνόμασεν αὐτὰς προ-
1103χθὲς ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς ἀτελευτήτους· καὶ δύναται
1104νομίζω ἡ Βουλὴ νὰ ἀσχοληθῇ ἐν καιρῷ νὰ τακτοποιήσῃ τὸν
1105προϋπολογισμὸν, συντρέχουσα τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τοῦτο, ἵνα
1106καταστήσῃ ἐν αὐτῷ τὸ ἰσοζύγιον καὶ παρασκευάσῃ περίσσευμά
1107τι. Δύναται ὅμως ἀδεῶς νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ ζητου-
1108μένου δανείου τῶν 10 ἑκατομμυρίων καὶ πρὶν ἢ πραγματοποι-
1109ήσῃ τὴν τακτοποίησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι οἱαδήποτε
1110καὶ ἂν ᾖναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς τακτοποιήσεως αὐτοῦ, δὲν
1111θέλουσι δυνηθῆ νὰ ἐπαρκέσωσιν αὐτὰ καὶ μόνα εἰς τὰς πολλὰς
1112ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλουσιν αἱ ἄμεσοι καὶ ἔκτακτοι
1113προπαρασκευαὶ, καὶ ἡ συμπλήρωσις τῶν τακτικῶν· διὰ τοῦτο
1114κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Εἶπε δὲ ὁ κ.
1115Πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου ποῖος εἶναι ὁ εἰδικὸς σκοπὸς τοῦ δα-
1116νείου τούτου, εἶπεν, ἑρμηνεύων ἄρθρον τι τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι
1117σκοπεῖται νὰ ἀποκτηθῇ διὰ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου πᾶν
1118ὅ,τι δὲν εἶναι ὑλικὸν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ θαλάσσης,
1119διότι ὑπὲρ τῆς προμηθείας τοῦ ὑλικοῦ τούτου εἰδικῶς προβλέπει
1120τὸ νομοσχέδιον τὸ περὶ συστάσεως εἰδικοῦ στρατιωτικοῦ τα-
1121μείου, τοῦ ὁποίου οἱ πόροι ὁρίζονται πρὸς θεραπείαν ἀποκλει-
1122στικῶς αὐτῆς τῆς ἀνάγκης. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου ἐπὶ τῆς
1123πρώτης ἀπορίας.
1124Γεννᾶται δευτέρα ἀπορία. Πρέπει νὰ ἐγκριθῶσι τὰ μέσα, τὰ
1125ὁποῖα ἐξεῦρεν ἡ Κυβέρνησις καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου προβάλλει
1126εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ διὰ τῶν ὁποίων νομίζει ὅτι θέλει δυνηθῆ
1127νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τῶν ἀναγκαιούντων χρημάτων
1128πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐτησίων τόκων καὶ χρεωλυσίων τοῦ δανείου
1129τῶν 10 ἑκατομμυρίων; Καὶ ἐπὶ τῆς ἀπορίας ταύτης ἠκούσατε
1130τὰς γνώμας πλείστων συναδέλφων· ἐγὼ δὲ ἀναγκάζομαι νὰ
1131ἐκφέρω γνώμην, ὅτι δὲν θεωρῶ τὰ μέσα τὰ προτεινόμενα ὑπὸ
1132τῆς Κυβερνήσεως ὡς δυνάμενα νὰ τύχωσι τῆς ψήφου τῆς Βου-
1133λῆς. Εἶπον τινὲς ὅτι ἡ ἐπιβολὴ φόρου ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ τῶν
1134ἐμπορευμάτων δὲν πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὴ, διότι ὁ φόρος οὗτος
1135εἶναι ἀντισυνταγματικὸς, ἐπειδὴ δὲν στηρίζεται εἰς τὴν ὑπὸ
1136τοῦ Συντάγματος ἐπιβαλλομένην ἴσην διανομὴν τῶν φόρων.
1137Τῷ ὄντι τὸ Κοινοβούλιον παρατηρῶ, ὅτι πάντοτε προσέχει εἰς
1138τὴν διατήρησιν ὅλων τῶν στοιχείων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα συντεί-
1139νουσιν εἰς τὴν πλήρη καὶ οὐσιαστικὴν λειτουργίαν τοῦ πολι-
1140τεύματος, καὶ νομίζω ὅτι ὁ λόγος οὗτος ἤθελεν ἀρκεῖ νὰ
1141μᾶς ἀποτρέψῃ ἀπὸ τοῦ νὰ ἐγκρίνωμεν τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα
1142ζητεῖ τὸ ὑπουργεῖον. Ἀλλὰ ἐν τῷ φορολογικῷ συστήματι,
1143τῷ νῦν κρατοῦντι, τὸ ὁποῖον δὲν μετεβλήθη, ἐν αὐτῷ ὑπάρ-
1144χει ἀνωμολογημένη ἡ ἄνισος διανομὴ τῶν φόρων· διὰ τοῦ-
1145το δὲν συντάσσομαι ὑπὲρ τῆς γνώμης ταύτης. Καὶ δὲν ἐ-
1146πείσθην μὲν ὑπὸ τῶν λόγων τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκο-
1147νομικῶν, διότι μοὶ ἐφάνη ὅτι ὁ λόγος οὗτος δὲν στηρίζεται
1148ἀκριβῶς ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ περὶ δημοτ. φόρων νόμου. Ὁ
1149ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπαντῶν εἰς ἐκείνους οἵτινες διϊ-
1150σχυρίσθησαν, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων ὠνίων καὶ ἐμπο-
1151ρευμάτων δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῆς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀπαι-
1152τουμένης ἴσης διανομῆς τῶν φόρων, εἶπεν ὅτι τὰ προϊόντα, τὰ
1153ὁποῖα εἰσάγονται εἰς τὸν δῆμον ἐν ᾧ καταναλίσκονται, δὲν
1154φορολογοῦνται μόνον ἐν τῷ δήμῳ τούτῳ, ἀλλὰ φορολογοῦνται
1155καὶ ἐν τοῖς δήμοις διὰ τῶν ὁποίων τὰ προϊόντα ταῦτα εἰσή-
1156χθησαν· διότι κατὰ τὸν νόμον περὶ δήμων, τοῦ ἔτους 1847, ἐ-
1157πιτρέπεται ἡ ἐπιβολὴ ἐκτάκτων δασμῶν ἐπὶ τῶν εἰσαγο-
1158μένων ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων τῶν πρὸς ἐσωτερικὴν κατα-
1159νάλωσιν τοῦ δήμου εἰσαγομένων, οἱ δὲ δῆμοι ἐκεῖνοι, ἐν τοῖς
1160ὁποίοις παράγονται ἢ ἐν οἷς τὸ πρῶτον εἰσήχθησαν, δύνανται
1161νὰ ἀπαλλαγῶσι τῆς φορολογίας καὶ ν’ ἀποφύγωσι τὴν πληρω-
1162μὴν τοῦ ἐκτάκτου δασμοῦ, ἐὰν ἐγκαίρως θελήσωσι νὰ συμμορ-
1163φωθῶσι μὲ τὰς διατάξεις τοῦ φορολογικοῦ νόμου· δηλ. νὰ δη-
1164λώσωσιν ὅτι εἰσήγαγον διαμετακομιστικῶς τὰ προϊόντα ταῦτα,
1165διὰ νὰ ἐξαχθῶσι πρὸς κατανάλωσιν. Μ’ ὅλον ὅτι....
1166§102ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἰσχυ-
1167ρίσθην ἀκριβῶς τοῦτο.
1168§103Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂν ἐπλανήθην, ἔχει ἄλλως τὸ πρᾶγ-
1169μα. Δὲν εὑρίσκω ἰσχυρὸν λόγον τὴν προταθεῖσαν ἀντίῤῥησιν, ὅτι
1170ἡ ἐπιβολὴ τοῦ ζητουμένου φόρου δὲν στηρίζεται εἰς τὴν ὑπὸ
1171τοῦ Συντάγματος ἀπαιτουμένην ἴσην διανομὴν τῶν φόρων· δὲν
1172εὑρίσκω, λέγω, αὐτὴν ἀρκοῦσαν, καὶ ὅμως σᾶς εἶπον ὅτι θέλω
1173γνωμοδοτήσει εἰς τὸ κοινοβούλιον κατὰ τοῦ ζητουμένου φόρου.
1174Ἰδοὺ δὲ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον θέλω φέρει τὴν γνώμην ταύ-
1175την. Ἡ φορολογία αὕτη μοὶ φαίνεται ἐντελῶς καινοφανής· ὁ ἔν-
1176τιμος ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς σᾶς εἶπεν ὅτι εἰς οὐδεμίαν
1177χώραν, οὐδὲ παραλίαν οὐδὲ ἠπειρωτικὴν, τοιοῦτος φόρος ὑφί-
1178σταται· αὐτὸ τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπεν εἶναι ἀληθέστατον, διότι
1179πανταχοῦ ὑπάρχει ἀρχὴ ἀπαράβατος, ὅτι κανὲν πρᾶγμα δὲν
1180φορολογεῖται ἢ ἅπαξ. Δύνασθε νὰ ἐπιβάλητε ἀμέσους φό-
1181ρους, δύνασθε νὰ ἐπιβάλητε ἐμμέσους φόρους· δὲν ἠμπορεῖτε
1182ὅμως ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος νὰ ἐπιβάλητε καὶ ἄμεσον καὶ
1183ἔμμεσον φόρον, ὡς δὲν ἠμπορεῖτε ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος νὰ
1184ἐπιβάλητε δύω ἀμέσους φόρους, δὲν ἠμπορεῖτε ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ
1185πράγματος νὰ ἐπιβάλητε δύω ἐμμέσους φόρους. Καὶ εἶναι ὀρ-
1186θότατον, εἶναι φαεινότερον τῆς ἀληθείας· ἂν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ
1187πράγματος ἐπιβάλητε ἕνα ἄμεσον φόρον καὶ ἕνα ἔμμεσον, διατί
1188δὲν αὐξάνετε τὴν μονάδα τοῦ ἑνὸς φόρου; Τὸ πρᾶγμα τὸ ὁ-
1189ποῖον φορολογεῖτε δι’ ἑνὸς ἐμμέσου φόρου, δὲν ἔχετε τὸ δικαίω-
1190μα νὰ τὸ φορολογήσητε καὶ μὲ δεύτερον ἔμμεσον φόρον. Ἂν ὁ
1191πρῶτος ἔμμεσος φόρος ᾖναι μικρὸς, αὐξήσατε τὴν μονάδα τοῦ
1192πρώτου ἐμμέσου φόρου· διὰ δὲ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον προ-
1193τείνετε, ὑποβάλλετε εἰς διπλῆν φορολογίαν τὸ αὐτὸ πρᾶγμα·
1194ἔχετε δύω κατηγορίας, τὴν τῶν ὠνίων καὶ τὴν τῶν ἐμπορευ-
1195μάτων. Τῶν ὠνίων τὰ πλεῖστα παράγονται ἐν τῷ τόπῳ καὶ
1196ἐφορολογήθησαν ἤδη δι’ ἀμέσου φόρου ἐν τῷ τόπῳ τῆς παραγω-
1197γῆς, καὶ ὅμως πρόκειται νὰ φορολογηθῶσιν ἐκ νέου διὰ φόρου
1198ἐμμέσου. Τὰ ἐμπορεύματα εἶναι τὰ ἤδη φορολογηθέντα διὰ
1199τοῦ τελωνιακοῦ δασμοῦ, ἐφορολογήθησαν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου,
1200τὸ δὲ δημόσιον δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ δευτέραν φο-
1201ρολογίαν. Ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβληθῇ φόρος, ἤθελεν εἶσθαι ὀρθό-
1202τερον νὰ προσφύγῃ ἀπ’ εὐθείας ὁ ὑπουργὸς εἴτε εἰς τοὺς ἀμέσους
1203εἴτε εἰς τοὺς ἐμμέσους φόρους τῆς ἐπικρατείας, διότι διὰ τοῦ
1204μέτρου τὸ ὁποῖον προτείνει δὲν κάμνει ἄλλο τι ἢ νὰ προσφύγῃ
1205ἐμμέσως εἰς αὐτὰς ταύτας τὰς πηγάς. Δύναταί τις ν’ ἀντιλέξῃ
1206εἰς ταῦτα. Καὶ δὲν ὑποβάλλονται εἰς διπλῆν φορολογίαν τὰ
1207ὤνια καὶ τὰ ἐμπορεύματα, διὰ τῆς φορολογίας τὴν ὁποίαν κά-
1208μνουν καὶ οἱ δῆμοι; Ἡ φορολογία τῶν δήμων ἔχει εἰδικόν τι-
1209να σκοπὸν, τοῦ ὁποίου ἡ πλήρωσις θεραπεύει ἀμέσως τὰς ἀνάγ-
1210κας τῆς συνοικίας ἢ τῶν ἀτόμων ἢ τῶν κοινοτήτων τῶν μι-
1211κρῶν ἐκείνων κοινωνιῶν. Ἡμεῖς δὲ πρόκειται νὰ φορολογήσωμεν
1212πρὸς ὄφελος καὶ λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου, ἐνῷ οἱ δημοτικοὶ
1213φόροι ἐπιβάλλονται πρὸς ὄφελος καὶ λογαριασμὸν τοῦ δήμου·
1214ἡ διαφορὰ εἶναι ἡ ἑξῆς, ὅτι αἱ δημοτικαὶ ὁμάδες, αἱ μικραὶ
1215αὐταὶ περιφέρειαι, ἀναγνωρίζουσιν ὅτι ἔχουσιν ὡρισμένας ἀνάγ-
1216κας, καὶ ἐπειδὴ ἔχουσιν ἄμεσον συμφέρον, διὰ νὰ θεραπεύσωσι
1217τὰς ἀνάγκας ταύτας, ὑποβάλλονται προθύμως εἰς τὴν φορολο-
1218γίαν τῶν ὠνίων, ἐνῷ ὁ δημόσιος φόρος ἐπιβάλλεται εἰς τὰ μέλη
1219τῆς κοινωνίας πρὸς θεραπείαν τῶν γενικῶν συμφερόντων τῆς
1220πολιτείας. Ἡ ἐξουσία τῆς πολιτείας ὅπως ἐγκρίνῃ ἢ μὴ ἐγ-
1221κρίνῃ τοὺς δημοτικοὺς δασμοὺς ἐδόθη ὡς ἐξουσία ἀνασταλτικὴ
1222τῆς προθυμίας τῶν δήμων ἀπὸ τοῦ νὰ φορολογῶνται ὑπὲρ τὸ
1223δέον. Ὅθεν οἱ δημοτικοὶ δασμοὶ δὲν ἐπιβάλλονται, ἀλλὰ ζη-
1224τοῦνται. Προσέτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουσι τοὺς δημοτι-
1225κοὺς φόρους προσδιορίζουσιν εἰδικῶς τὴν χρῆσιν, διὰ τὴν ὁποίαν
1226θέλουσι χρειασθῆ, λ.χ. πρὸς ἀνοικοδόμησιν τῆς ἐκκλησίας κτλ. Δὲν
1227δύναται ὁ δῆμος νὰ μεταχειρισθῇ ἀλλοῦ αὐτὴν τὴν πρόσοδον.
1228Συμβαίνει, κ. πρόεδρε, ὅ,τι συμβαίνει μὲ ὅλας τὰς εἰδικὰς φορο-
1229λογίας, φορολογοῦνται ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ὠφεληθῆ ἰδίως
1230ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἡ φορολογία σκοπεῖ νὰ
1231κατασκευάσῃ.
1232Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς
1233ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ
1234ἀνεύρῃ δάνειον 10 ἑκατομμυρίων, διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγ-
1235κας τῶν παρασκευῶν· παρακαλῶ ὅμως τὴν κυβέρνησιν κατὰ
1236τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν νὰ μᾶς προτείνῃ νέους πόρους, διὰ τῶν
1237ὁποίων θέλει προσπορισθῆ τὰ ἀναγκαῖα χρήματα πρὸς ἐξυπηρέ-
1238τησιν τοῦ νέου τούτου δανείου τῶν δέκα ἑκατομμυρίων.
1239§104ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, πολλὰ καὶ
1240λίαν εὐγλώττως ἐκπεφρασμένα ἤκουσα περὶ προϋπολο-
1241γισμοῦ καὶ οἰκονομιῶν, ὅσαι δύνανται νὰ ἐπενεχθῶσιν ἐπ’
1242αὐτοῦ. Βεβαίως οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ὅλων δὲν ἐπιθυμεῖ καὶ
1243δὲν εὔχεται νὰ ἐπέλθουν οἰκονομίαι, ἀλλ’ ὅλοι ἐκφράζομεν
1244αὐτὴν τὴν ἰδέαν καὶ τὴν ἐπιθυμίαν, πλὴν, ὅταν διοικῶ-
1245μεν, δὲν ἐφαρμόζομεν αὐτήν. Τί ἀποδεικνύει τοῦτο; Ἀπο-
1246δεικνύει ὅτι μὲ τοὺς ὑπάρχοντας κανονισμοὺς εἶναι ἀδύ-
1247νατον σπουδαῖαι οἰκονομίαι νὰ ἐπιτευχθῶσι, καὶ ἐνθυμοῦμαι
1248ὅτι μίαν φορὰν κατὰ τὸ 1866 ἐπῆλθον, ὡς ἔλεγον, σπουδαῖαι
1249οἰκονομίαι, ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι ἐπίσης ὅτι ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ
1250ἔτους ἐκείνου ἄφησε 3,000,000 ἔλλειμμα, διότι διὰ τῶν οἰ-
1251κονομιῶν, τὰς ὁποίας ἔκαμε, κατέστρεψε τὴν ὑπηρεσίαν. Ὅταν
1252αἱ οἰκονομίαι ἀντίκηνται πρὸς τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ἀπαιτήσεις
1253τῆς ὑπηρεσίας, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι νὰ ἐλαττωθῶσιν αἱ εἰσπρά-
1254ξεις. Ἂν κάμητε οἰκονομίας 100 χιλιάδων, ζημιοῦτε τὴν εἴσπρα-
1255ξιν 500,000. Τὸ μέτρον αὐτὸ εἶναι οἰκονομία; Εὔχομαι κατὰ
1256τὴν παροῦσαν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι
1257τῷ ὄντι πλανώμεθα ἕως τώρα, καὶ ὅτι σπουδαῖαι οἰκονομίαι
1258δύνανται νὰ ἐπενεχθοῦν, αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ καταστρέψουν τὴν
1259ὑπηρεσίαν καὶ τὰς εἰσπράξεις. Νομίζω ὅτι ἓν λάθος ὑπάρχει
1260εἰς τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ βουλευτοῦ Γόρτυνος, ἰσχυρισθέντος ὅτι
1261εἰς οὐδὲν μέρος τοῦ κόσμου ἐπεβλήθησαν διπλοῖ φόροι ἐπὶ τοῦ
1262αὑτοῦ πράγματος. Εἰς τὴν Εὐρώπην, ἃς τὴν ἀναφέρω καὶ ἐγὼ,
1263ἐπιβάλλονται τοιοῦτοι φόροι, φορολογοῦνται π. χ. αἱ πρῶται
1264ὗλαι, φορολογοῦνται κατόπιν καὶ μεταποιούμεναι, τὰ πνεύ-
1265ματα λόγου χάριν, εἰς ἄλλα εἴδη. Ἀλλὰ πρόκειται, κύριοι, περὶ
1266ὀνομάτων ἢ περὶ πραγμάτων; πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ φόρος·
1267τὸν δέχεσθε, ναὶ ἢ ὄχι; ὑπὸ ὅποιον ὄνομα καὶ ἂν ἐπιβληθῇ,
1268ὑπὸ ὅποιον τίτλον ἀπαιτηθῇ, εἶναι φόρος, ἐπιβάλλε-
1269ται εἰς τὴν κατανάλωσιν καὶ λαμβάνεται ἀπὸ τὸν λαόν.
1270Δύνασθε νὰ ἀνταποκριθῆτε καὶ ἱκανοποιήσητε τὰς ἀνάγκας τῆς
1271πολιτείας ἄνευ φόρου; τότε σᾶς ἐννοῶ· ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα,
1272ἄλλα μέσα δὲν ἔχομεν, ἐφθάσαμεν δὲ εἰς αὐτὸν τὸν φόρον,
1273διότι ἀνασκαλεύσαντες καὶ ἐξετάσαντες τὰ οἰκονομικά μας δὲν
1274ηὕραμεν ἄλλους πόρους, καὶ ἑπομένως ἢ ἔπρεπε νὰ ἐξακολου-
1275θήσωμεν ἢ ἔπρεπε νὰ σταματήσωμεν. Ὁ νόμος περὶ οὗ πρό-
1276κειται προβλέπει τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν ὁ τόπος ἀναγκασθῇ
1277νὰ ἐξέλθῃ τῆς τακτικῆς πορείας αὑτοῦ καὶ νὰ θέση εἰς κίνησιν
1278πλείονας δυνάμεις τῶν τακτικῶν· εἰς τοιαύτην περίπτωσιν δὲν
1279ἠμποροῦμεν ν’ ἀποφύγωμεν, ἔπρεπε νὰ προβλέψωμεν μέσα, καὶ
1280μέσα εἶναι αὐτά. Εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα ἀνάγκη ἡ παροῦσα
1281ἀνάγκη, καὶ ὅταν πρόκηται περὶ τοιαύτης ἀνάγκης, ἀντι-
1282τάσσετε τὰς δημοτικὰς ἀνάγκας. Καὶ δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι
1283ὅλοι οἱ δημοτικοὶ εἰδικοὶ φόροι ἐπιβάλλονται δ’ εἰδικὸν σκο-
1284πὸν, ἐπιβάλλονται καὶ δι’ ἀνάγκας ἐν γένει τῶν δήμων, αἱ
1285ὁποῖαι εἶναι προσωπικαὶ πολλάκις. Ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ ἐξηγηθῇ
1286μία ἀντίφασις, διότι ἐγὼ δὲν τὴν ἐννοῶ· οἱ πλεῖστοι τῶν κ. κ.
1287βουλευτῶν ἀναγνωρίζουσι τὴν ἀνάγκην τῶν παρασκευῶν, τῶν
1288φόρων καὶ τοῦ δανείου κτλ. ἀλλ’ ἐνῷ τὴν ἀναγνωρίζουσιν, ἀπα-
1289λείφουν τοὺς φόρους. Ἀλλὰ τότε τίνι τρόπῳ θέλουσι πραγμα-
1290τοποιηθῇ ταῦτα;
1291§105ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπροτείναμεν ἄλλο ἐν συνόλῳ.
1292§106ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἂν
1293ἐπιμένετε νὰ ἀναγνωρίζετε τὴν ἀνάγκην συνομολογήσεως δα-
1294νείου παρασκευῶν, νὰ χορηγήσετε καὶ τοὺς πόρους καὶ τὰ μέσα·
1295ἂν δὲν δὲν ἐγκρίνετε τὸν ὁποῖον προτείνομεν φόρον, προτείνατε
1296ἄλλον σεῖς, ἀλλὰ ῥητῶς, ὡρισμένως· ἠμποροῦμεν νὰ τὸν δεχθῶ-
1297μεν, ἂν συμφωνῇ μὲ τὰς πεποιθήσεις μας. Ἤθελον τῷ ὄντι συμ-
1298φωνήσει καὶ δεχθῆ, ὅτι ὀρθῶς σκέπτονται οἱ ἀντιτάσσοντες αὐ-
1299τὸν τὸν ἰσχυρισμὸν, ἐὰν ἔλεγον, ἀναγνωρίζομεν αὐτὴν τὴν ἀνάγ-
1300κην καὶ προτείνομεν ῥητὸν μέτρον, μέσον ὡρισμένον. Ὑποθέσατε,
1301κύριοι, ὅτι σήμερον ἀποῤῥίπτετε τὸ νομοσχέδιον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ
1302εἰς τοὺς φόρους, καὶ κρατεῖτε τὸ νομοσχέδιον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ
1303εἰς τὰς δαπάνας τῶν παρασκευῶν. Ὁποῖος τραγέλαφος!
1304§107ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πόσον ποσὸν νομίζετε, ὅτι ἀπαιτεῖται
1305πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ δανείου τῶν 10,000,000;
1306§108ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. 600,000.
1307§109ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ περιέλθῃ εἰς ἀμη-
1308χανίαν ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν ἐξεύρεσιν αὐτοῦ;
1309§110ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχετε δίκαιον, ἀλλὰ βλέπετε ὅτι
1310πρόκειται περὶ ποσοῦ πολλῶν ἑκατομμυρίων· ἑπομένως δὲν
1311εἶναι μόνον 600,000 τὰ ζητούμενα, ἀλλὰ καὶ ἄλλαι πολλαὶ, αἱ
1312ὁποῖαι θὰ ἐπιβαρύνωσι τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου.
1313Ἀναγνωρίζετε, κύριοι, τὴν ἀνάγκην, πρέπει νὰ παραχωρήσετε
1314τὰ μέσα· ἀναγνωρίζετε τὴν ἀνάγκην τοῦ δανείου, πρέπει νὰ
1315δώσετε φόρους, ἵνα πληρόνωνται οἱ τόκοι καὶ τὰ χρεωλύσια.
1316Ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἐπιβάλετε φόρους εἴτε κατὰ τὸ δεῖνα
1317ὄνομα, εἴτε κατὰ τὸ δεῖνα, πάντοτε ἐπιβάλλετε φόρους καὶ
1318ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τὸ ταμεῖον τοῦ λαοῦ ἓν μέρος τῆς περιουσίας
1319αὐτοῦ.
1320Ἰδοὺ διατὶ νομίζω, ὅτι μέχρις οὗ δὲν παρουσιασθῇ πρότασις
1321ἀντικαθιστῶσα τὸ σύστημα ἡμῶν, πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν εἰς
1322αὐτὸ, μέχρις οὗ οἱ παραδεχόμενοι ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ
1323τὸ δάνειον καὶ νὰ ἐπιβληθῶσι φόροι, πρέπει νὰ παραδεχθῶσι
1324τὴν πρότασίν μας, ἢ νὰ προτείνωσιν ὡρισμένως καὶ καθαρῶς ἄλλο
1325σύστημα.
1326§111ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν
1327ἀξιότιμον πρωθυπουργὸν, διότι καὶ πάντοτε, ἀλλ’ ἐξόχως κατὰ
1328τὴν παροῦσαν σύνοδον ἔχει μεγάλην τάσιν εἰς τὰς προσωπι-
1329κότητας. Θὰ ἦτο ἀδιάφορον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς ἐμὲ αὐτὸν
1330τὸ ἰδίωμα τοῦτο τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ἐὰν ἡ κατάκρισις, τὴν
1331ὁποίαν ἔκαμε, τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1866, ὅτι ἀφῆκεν ἔλλειμμα
13322,800,000 δραχμῶν, δὲν εἶχε σχέσιν μὲ τὸ προκείμενον ζή-
1333τημα, ὅπερ εἶναι ἂν ἡ Βουλὴ πρέπῃ νὰ θαῤῥῇ εἰς τὰς οἰκονο-
1334μίας τοῦ προϋπολογισμοῦ ἢ ὄχι· ζήτημα, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξαρ-
1335τᾶται ἂν πρέπῃ νὰ ἐπιβάλωμεν διὰ νέων φόρων εἰς βάρος τοῦ
1336λαοῦ ὁλόκληρον τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησεν ἡ ση-
1337μερινὴ πολιτική.
1338Τῷ ὄντι κατὰ τὸ 1866 ἡ κυβέρνησις ἐπεχείρησε συστημα-
1339τικῶς τὰς οἰκονομίας· ὑπέβαλε δὲ ἔκθεσιν εἰς τὸν Βασιλέα ἐμ-
1340φαίνουσαν, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἑξαμηνίας, κατὰ τὸ ὁποῖον
1341διετέλεσεν εἰς τὰ πράγματα, ἐποιήσατο οἰκονομίας 1,580,000
1342δραχμῶν. Ἐλθόντος δὲ τοῦ κ. Κουμουνδούρου ὡς πρωθυπουργοῦ
1343τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1866, ὁ κ. Κεχαγιᾶς ὡς ὑπουργὸς τῶν
1344Οἰκονομικῶν (ἂς μοῦ συγχωρηθῇ νὰ τὸ εἴπω, διότι τὸ εἶπον
1345πολλάκις εἰς τὴν Βουλὴν ἀπέναντί του), ὁ κ. Κεχαγιᾶς προσε-
1346πάθησε νὰ ἐπιφορτίσῃ τὴν διαχείρισιν τοῦ 1866 διὰ ποσῶν
1347μὴ ἀνηκόντων εἰς αὐτὴν, ὅπως φανῇ ὅτι τὸ σύστημα τῶν οἰ-
1348κονομιῶν, σύστημα ἀντίθετον πρὸς τὸ ἑαυτοῦ, δὲν ηὐδοκίμησεν.
1349Μολονότι ὅμως συνεζήτησα τὸ πρᾶγμα μετὰ τοῦ κ. Κεχα-
1350γιᾶ, δὲν ἤθελον τολμήσει νὰ τὸ φέρω ἤδη ἐνώπιόν σας, ἐὰν δὲν
1351εἶχον ἐπίσημον μαρτυρίαν περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου,
1352τὴν περὶ τούτου δήλωσιν τοῦ ἀξιοτίμου νῦν ὑπουργοῦ τῶν Οἰ-
1353κονομικῶν καὶ συναδέλφου τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ. Ἀκούσατε,
1354ἵνα ἴδητε ἂν ἡ διαχείρισις τοῦ 1866 ἀφῆκε τὸ ἔλλειμμα, δι’ ὃ
1355πρὸ μικροῦ κατεκρίθη· ὀλίγαι λέξεις εἶναι. Ἀφοῦ διηγεῖται ὁ
1356κ. Σωτηρόπουλος, ὅτι θεωρεῖ καθῆκόν του νὰ παρεμβῇ εἰς τὴν
1357ἔριν μεταξὺ δύο φίλων του, μεταξὺ τοῦ κ. Κεχαγιᾶ καὶ ἐμοῦ,
1358περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1866, ἐπιλέ-
1359γει «Εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίζετε καὶ ὑμεῖς καὶ ὅλος ὁ κόσμος
1360κατὰ πόσον τὸ σύστημα ἐκεῖνο (τῶν οἰκονομιῶν δηλαδὴ) ἐπέ-
1361τυχεν ἢ ὄχι, καὶ ὁποῖον ὑπῆρξε τὸ πραγματικὸν ἔλλειμμα
1362τοῦ 1866. Κατὰ τὸν πρόχειρον ἀπολογισμὸν τοῦ....»
1363Τὸ ἔλλειμμα λοιπὸν τοῦ 1866 δὲν εἶναι δραχ. 2,800,000,
1364ὡς εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ μόνον δραχ. 900,000, ὡς
1365ὁμολογεῖ ἐπισήμως ὁ κ. Σωτηρόπουλος. Καὶ ταῦτα, ἐνῷ τὸ
1366ἔλλειμμα τοῦ προηγουμένου ἔτους 1865 εἶναι δραχμῶν....
1367(Ἴδε στενογραφημένων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς τόμον Γʹ.
1368τοῦ 1868, σελίδα 289.)
1369Τὸ ζήτημα ἔχει ἀξίαν, κύριοι, τὴν ἀξίαν ἂν αἱ οἰκονομίαι
1370ᾖναι ἐφικταί· διότι πρόκειται νῦν περὶ ἐλλείμματος 15,000,000
1371καὶ διότι δὲν εἴμεθα τόσον ἀσυνείδητοι ἄνθρωποι, ὥστε
1372ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους ν’ ἀποφασίσωμεν νὰ προβῶ-
1373μεν εἰς τὴν ἐπιβολὴν νέων φόρων πρὸς κάλυψιν ὁλοκλήρου
1374τοῦ ἐλλείμματος τούτου ἐπὶ τῇ ἁπλῇ διαβεβαιώσει τοῦ
1375κυρίου πρωθυπουργοῦ, ὅτι διὰ τῶν οἰκονομιῶν τίποτε δὲν
1376δύναται νὰ κατορθωθῇ.
1377Ἔχομεν προσέτι ὑπ’ ὄψιν τὸν πίνακα τῶν ἐλλειμμάτων, τὰ
1378ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος νῦν ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ ὀλίγων ἡ-
1379μερῶν μᾶς ὑπέβαλε, τῶν ἐλλειμμάτων τῶν παρελθουσῶν χρήσεων.
1380Τῷ 1871 ὁποῖον ἦτο τὸ ἔλλειμμα; 3,782,893· τοῦ δ’ ἐπιόντος
1381ἔτους 1872 μόνον 602,830. Ἡ διαφορὰ εἶνε 3,180,063, ὡς
1382ἀποτέλεσμα διαχειρίσεως. Τῷ δὲ 1873 τὸ ἔλλειμμα ἦτο
13831,313,000. Ὡς πρὸς τὸ τελευταῖον τοῦτο παρατηρῶ ὅτι ἡ κυ-
1384βέρνησις τοῦ 1873, ὡς ἠξεύρετε πάντες, συνῆψε σύμβασιν μετὰ
1385τῆς ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τῆς Πιστωτικῆς, δυνάμει τῆς ὁποίας
1386ἠλαττοῦτο τὸ δημόσιον χρέος τοῦ κράτους κατὰ 1,200,000.
1387Αὐτὴ ἡ σύμβασις ἐπέρασεν εἰς δύο ἀναγνώσεις ἐν τῇ Βουλῇ,
1388δὲν ἐπέρασε δὲ εἰς τὴν τρίτην, διότι ἐζήτησαν αἱ Τράπεζαι
1389συμβιβασμὸν πρὸς ἀλλήλας, καὶ διὰ τοῦτο ἐψηφίσθη ἡ σύμβασις
1390τὸ ἑπόμενον ἔτος, καὶ δυνάμει αὐτῆς ἠλαττώθη τὸ δημόσιον
1391χρέος. Ἐὰν ἐψηφίζετο τῷ 1873, καθ’ ὃ συνομολογήθη, καὶ συμ-
1392φώνως τῷ προϋπολογισμῷ τῆς κυβερνήσεως τοῦ 1873, ἠθέλομεν
1393ἔχει ἐπὶ ἔλαττον 1,200,000, καὶ θὰ εἴχομεν ἔλλειμμα τοῦ
13941873 ἐκ δραχ. 100,000 μόνον.
1395Ἀλλά, κύριοι, πλὴν τούτου ἔχομεν καὶ ἄλλας ἀποδείξεις
1396εὐθυτέρας, ὅτι δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν οἰκονομίαι. Ἐπανέρχομαι
1397εἰς τὸ 1866 καὶ ἐξετάζω τὰ πράγματα. Ἐξετάζω τὸ κεφάλαιον
1398ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μόνον ἀπὸ τὰς οἰκονομίας ἐπηρεάζεται, τὸ τῆς
1399γενικῆς ὑπηρεσίας τοῦ κράτους, δηλαδὴ τῆς καθαρᾶς διοική-
1400σεως, τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται διὰ νὰ διοικηθῶσι
1401τὰ ὑπουργεῖα, καὶ εἰς τὰς ὁποίας δὲν περιλαμβάνονται οὔτε
1402ἔκτακτοι δαπάναι, οὔτε δάνεια. Τὸ 1865 παρουσιάζει ἔξοδα
1403γενικῆς ὑπηρεσίας 20,714,000· τὸ δὲ 1866 παρουσιάζει
140419,031,000, ἤτοι ἐδιοικήθη τὸ κράτος μὲ ὀλιγωτέρας δαπά-
1405νας ἐξ 1,700,000. Ἂν δὲ ἀφαιρέσητε καὶ τὰς 500,000, τὰς
1406ὁποίας ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὡς σᾶς ἀνέγνωσα πρὶν, ἀπεφήνατο
1407ὅτι ἀδίκως κατελόγισεν ἡ ὑπηρεσία εἰς βάρος τοῦ 1866, τότε
1408ἡ ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰ εἶναι μεγαλειτέρα, δηλ. δρ. 2,200,000.
1409Μεταβαίνω εἰς τὸ 1872. Ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1871 εἰς τὸ
1410ἔξοδον τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας ἔχει 22,711,000, ὁ δὲ ἀπολο-
1411γισμὸς τοῦ 1872 τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας εἶναι 21,805,000,
1412ἤτοι 900,000 δρ. ἐπὶ ἔλαττον· τῷ δὲ 1873 ἠλαττώθησαν
1413ἔτι μᾶλλον εἰς δραχ. 21,235,000, ἤτοι κατὰ 1,500,000
1414ὀλιγώτερον τῶν δαπανῶν τοῦ 1871.
1415Ἀλλά, κύριοι, ὑποθέτω ὅτι κανὲν ἔτος δὲν κατώρθωσε νὰ
1416φέρῃ σπουδαίας ἐπὶ ἔλαττον μεταβολὰς εἰς τὸν προϋπολογισμὸν,
1417καὶ ὅτι δὲν ἐπαρουσίασε τοιαύτας ἐν τῷ ἀπολογισμῷ. Ἐδῶ
1418σήμερον πρόκειται περὶ ἐκτάκτου συμφορᾶς, καὶ μᾶς ἐπιβάλ-
1419λεται ἡ ἀνάγκη νὰ εὕρωμεν τὰ μέσα, ὅπως καλύψωμεν τὸ ἔλ-
1420λειμμα τῶν 15,000,000· διατί λοιπὸν μὲ τόσην ἐλευθερίαν οἱ
1421ὑπουργοὶ ἀποῤῥίπτουν ἓν μέσον, τὸ ὁποῖον εἰς τὸν κοινωνικὸν
1422βίον εἶναι τὸ συνηθέστερον, εἶναι τὸ μόνον καταφύγιον, εἰς τὸ
1423ὁποῖον προσφεύγουσιν οἱ ἄνθρωποι ὅταν εὑρίσκωνται εἰς ἐκτάκτους
1424συμφοράς; Διατί καταδικάζει ἡ Κυβέρνησις μὲ τόσην εὐκολίαν ὡς
1425ἀνυποστάτους ὅλας τὰς κατακρίσεις, αἵτινες ἕως τώρα ἐγένοντο
1426διὰ τὴν πολυτελῆ ἡμῶν διοίκησιν; διατί καταδικάζει μὲ ἕνα λό-
1427γον ὅλας τὰς παρατηρήσεις τῆς κοινωνίας διὰ τὰς πολλὰς καὶ
1428πάντη περιττὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως, τὰς ὁποίας ἄνευ οὐδε-
1429μιᾶς βλάβης τῆς ὑπηρεσίας ἠδύνατο νὰ οἰκονομήσῃ; διατί καταδι-
1430κάζει ἑαυτὴν ὅτι ἐπὶ 12 μῆνας εὑρισκομένη εἰς τὰ πράγματα
1431καὶ βλέπουσα τόσον τεθολωμένον τὸν ὁρίζοντα, προβλέπουσα δὲ
1432ἀναμφιβόλως ὅτι ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ἠδύνατο νὰ εὑρεθῇ ἐνώ-
1433πιον αὐτῆς τῆς ἐκτάκτου συμφορᾶς, δὲν εἰργάσθη νὰ καταρ-
1434τίσῃ ὀργανικοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι νὰ μεταβάλωσι τὸν προϋ-
1435πολογισμὸν οὐχὶ δι’ οἰκονομιῶν, ἀλλὰ διὰ συστήματος διοική-
1436σεως; Τέλος διὰ ποῖον λόγον σπεύδει νὰ ἀφαιρέσῃ καὶ παρ’ αὐ-
1437τῆς τῆς Βουλῆς τὴν παρηγορίαν τοῦ νὰ ἐργασθῇ ἐπιμόνως ἐπὶ
1438τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον;
1439Ἐγὼ νομίζω ὅτι, πρὶν συζητηθῇ ὁ προκείμενος νόμος, καθῆκον
1440ἀναμφισβήτητον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο νὰ πληρο-
1441φορήσῃ τὴν Βουλὴν ὁποῖον θὰ ἦνε τὸ βάρος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπι-
1442βληθῇ εἰς τὸν τόπον ἕνεκα τῆς ἐκτάκτου ἀνάγκης, καὶ νὰ τὸ
1443πράξῃ, μετὰ τὰς γενομένας ἤδη συζητήσεις, κατὰ τὴν γενικὴν
1444συζήτησιν, ἡ ὁποία περιεστράφη καὶ εἰς τοῦτο· διότι μόνον οὕ-
1445τως ἡ Βουλὴ, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν ὁποῖον εἶναι τὸ σύνολον τῶν ἀναγ-
1446κῶν, ἠμπορεῖ νὰ ἐκτιμήσῃ ὁποῖον εἶνε τὸ καθῆκόν της. Βε-
1447βαίως ὁ παρουσιαζόμενος σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νόμος
1448τί κάμνει; ἐπιβάλλει ½% μόλις εἰς τὰ ὤνια· δὲν
1449ἐχάλασεν ὁ κόσμος, δὲν ἀξίζει νὰ γίνεται τόση συζήτησις!
1450Ἴσως φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις, ἐνδεχόμενον δὲ καί τις ἐκ τῶν ἀ-
1451κουόντων, ὅτι ἐχαλάσατε τὸν κόσμον, ὅτι μίαν συνεδρίασιν ὁλό-
1452κληρον κατηναλώσατε καὶ τόσος ἐγένετο λεπτομερὴς λόγος διὰ
1453τί; διὰ προσθήκην ½% ἐπὶ τῶν ὠνίων, ἐνῷ πρόκειται ὁ
1454ἑλληνισμὸς ἢ νὰ προβῇ εἰς τὰ ἐμπρὸς ἢ νὰ λησμονηθῇ διὰ παν-
1455τός! Ἀλλὰ κανεὶς ἐκ τῶν λαλησάντων σήμερον δὲν πιστεύω νὰ
1456εἶχεν ὑπ’ ὄψιν μόνον τὰ ὤνια, λαλῶν περὶ ὠνίων, καὶ δὲν ἔπρεπε
1457νὰ τὰ ἔχῃ. Ἂν δέ τις εἴτε ἐκ τῶν ἐντὸς τῆς Βουλῆς εἴτε ἐκ
1458τῶν ἐκτὸς ἤθελε πλανηθῆ, αἰτία εἶναι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις δὲν
1459ἦλθε νὰ πληροφορήσῃ τὸ κοινοβούλιον καὶ τὸν τόπον, ὁπόσον
1460εἶναι τὸ σύνολον τῶν χρηματικῶν θυσιῶν, τὰς ὁποίας παρ’ αὐτοῦ
1461ἀπαιτεῖ. Ὅταν δὲ συζητήσωμεν αὐτὸ τὸ σύνολον τῶν θυσιῶν,
1462διότι ὑπάρχει ἤδη μεταξύ μας διαφωνία, καὶ ἀνεύρωμεν τὴν ἀ-
1463λήθειαν, τότε ἔπρεπε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀνεύρεσιν τοῦ τρόπου
1464δι’ οὗ θὰ πορισθῶμεν τὰ μέσα.
1465Ἔπρεπε, κύριοι, νὰ γείνῃ γενικὴ οἰκονομικὴ συζήτησις ἤδη,
1466ὁπότε πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν τοὺς φόρους, πρὸς φωτισμὸν τῆς
1467Βουλῆς. Ἔπρεπε νὰ ἐξετάσωμεν ἀκριβῶς τὸ οἰκονομικὸν σύ-
1468στημα τοῦ νέου προγράμματος, καὶ ἂν θέλετε, τὸ καθῆκόν μας
1469ἦτο νὰ προηγηθῇ ἡ ὑποβολὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ μόνον
1470μετὰ τοῦτο, ἀφοῦ ἔλθωμεν μὲ τρόπον θετικώτερον εἰς γνῶσιν
1471τῶν πραγμάτων, νὰ προβῶμεν· ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἐπρόφθασεν ἡ
1472Κυβέρνησις νὰ παρουσιάσῃ τὸν προϋπολογισμὸν, ἔπρεπε νὰ γεί-
1473νῃ εἰδικὴ συζήτησις οἰκονομική. Διότι αὐτὰ τὰ κατακερματι-
1474σμένα πράγματα, αὐτοὶ οἱ πόροι οἱ μικροὶ μικροὶ ἀπὸ ἐδῶ καὶ
1475ἀπὸ ἐκεῖ, οἱ συνοδεύοντες ἕκαστον τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα
1476δὲν περιέχουν ἀορίστους ἀνάγκας, ἀλλ’ ὡρισμένα ποσὰ δανείων,
1477δὲν χρησιμεύουν πρὸς ἀκριβῆ παράστασιν τῆς νέας φάσεως τῶν
1478οἰκονομικῶν πραγμάτων. Πρῶτον δὲν γνωρίζομεν ἀκριβῶς πόσον
1479θὰ ᾖναι τὸ ἔλλειμμα. Ἰδοὺ, κύριοι, ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν
1480Οἰκονομικῶν μᾶς εἶπεν εἰς τὴν ἔκθεσίν του, ὅτι ἐπιβάλλει φόρους
14817,500,000 καὶ ἀρκεῖται μὲ αὐτούς· ἐγὼ δὲ, λαλήσας προχθὲς,
1482εὗρον ὅτι τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον χρεωστοῦμεν νὰ καλύψωμεν,
1483εἶναι 15,000,000. Εἶναι ἀμέσως προφανὲς, ὅτι ὑπάρχει ἀπόστασις
1484μεγάλη μεταξὺ αὐτοῦ καὶ ἐμοῦ, 7,500,000, καὶ πιστεύω ὅτι τὸ
1485κοινοβούλιον θὰ ἔχῃ ἐσχηματισμένην ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι
1486ὁ κ. ὑπουργὸς ἔσφαλε· τοὐλάχιστον ἐγὼ δικαιοῦμαι νὰ τὸ πιστεύω,
1487διότι δὲν εἶδον αὐτὸν νὰ ἔλθῃ νὰ ἀπαντήσῃ. Καὶ οὐ μόνον τοῦ-
1488το, ἀλλ’ ἂν ἠθέλομεν μετὰ μείζονος εὐλαβείας νὰ προβῶμεν
1489εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἔργων μας, φρονῶ, ὅτι ἔπρεπε προη-
1490γουμένως ν’ ἀποφασίσωμεν ὁριστικῶς περὶ τῶν παρασκευῶν, τὰς
1491ὁποίας θὰ ποιήσωμεν, καὶ ἔπειτα νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀπόφα-
1492σιν περί τε τῶν χρηματικῶν ποσῶν καὶ περὶ τῶν μέσων· διότι
1493ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι ἂν ὁ νόμος περὶ ἐκτάκτων στρατολογικῶν
1494παρασκευῶν μείνῃ ὅπως ἔχει, δηλ. ἂν πρόκηται τὸ ἔθνος νὰ
1495βασισθῇ καὶ ἐπιχειρήσῃ πολεμικὰ ἔργα κατὰ τὸ νομοσχέδιον,
1496διὰ τοῦ ὁποίου χειροτονοῦνται οἱ πολῖται ἔφεδροι τοῦ ἐνεργοῦ
1497στρατοῦ χωρὶς νὰ διέλθωσιν ἀπὸ θητείαν, δὲν δίδει, οὔτε καὶ
1498ἂν ὁ προϋπολογισμὸς τὸ ἐπιτρέπῃ, ἓν λεπτόν· διότι δὲν ἔχω πε-
1499ποίθησιν εἰς τὸ πρᾶγμα καὶ δὲν δύναμαι νὰ δώσω ψῆφον, ὅπως
1500στηριχθῇ ἡ πατρὶς ἐπὶ τοιούτων νόμων καὶ τοιούτων στρατιω-
1501τῶν. Δὲν ἔχω τὴν τόλμην νὰ ἐπιτρέψω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅσον
1502ἐξήρτηται ἐκ τῆς ψήφου μου, νὰ ἔλθῃ αὔριον εἰς ῥῆξιν πολεμι-
1503κὴν δυνάμει τοιούτων μέσων καὶ τῇ βοηθείᾳ τοιούτων δυνάμεων.
1504Βλέπετε ὁποία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ τῆς ψήφου, ἣν πρό-
1505κειται νὰ δώσωμεν σήμερον, καὶ τῶν νομοσχεδίων, ἅτινα ἔχομεν
1506ἐκκρεμῆ. Ἂς λάβωμεν τὴν ἐναντίαν ὑπόθεσιν· ὑποθέσατε, ὅτι
1507εἴτε ἐγὼ, εἴτε ἄλλος ἔχει γνώμην περὶ τῶν στρατολογικῶν πα-
1508ρασκευῶν, ἃς διετύπωσεν ἐν τοῖς νομοσχεδίοις αὑτῆς ἡ Κυβέρ-
1509νησις, ἀρίστην, καὶ φρονεῖ ὅτι τῳόντι αὐταὶ αἱ προπαρασκευαὶ θέ-
1510λουν ἐπὶ τοσοῦτον ἐνδυναμώσει τὸν τόπον, ὥστε ἡ Κυβέρνησις
1511μετὰ πολλῆς πιθανότητος νὰ δύναται νὰ ἄρῃ τοὺς κινδύνους·
1512αὐτὸς ὁ βουλευτὴς μετὰ μεγάλου θάῤῥους θὰ προβῇ εἰς τὴν
1513ἐπιψήφισιν τῶν θυσιῶν, εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν δανείων καὶ τῶν
1514φόρων;
1515Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν ἐπρότεινα στρεψοδικίας, ὡς ὁ κ.
1516Μπούμπουλης ὑπηνίχθη, οὔτε πρὸς ὑπεκφυγὴν, οὔτε πρὸς ἀντι-
1517πολίτευσιν, οὔτε ἐξ ἀπερισκεψίας, προτείνας ὅσα ἐπρότεινα ἀρχο-
1518μένης τῆς συνεδριάσεως σήμερον. Τὰ ἐπρότεινα διότι πονῶ, ὅ-
1519πως πονεῖτε, διότι ποθῶ νὰ ἦμαι ἔντιμος βουλευτὴς, ὅπως εἶ-
1520σθε, καὶ εἰλικρινὴς εἰς τὸν τόπον μου, καὶ δὲν ἀποβλέπω εἰς κα-
1521νένα ἄλλον σκοπὸν, οὔτε ἔρχομαι δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐδῶ.
1522§112ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μὲ ἀδικεῖτε, ἐγὼ δὲν εἶχον νὰ κάμω μὲ
1523σᾶς.
1524§113ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριοι νομίζω, ὅτι ἐν
1525τούτῳ κεῖται ἡ ἀδελφότης, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. πρωθυπουρ-
1526γὸς, καὶ ἡ ὁμόνοια, καὶ ἡ εἰλικρίνεια, καὶ ἡ ἀπὸ παντὸς συμ-
1527φέροντος ἀποχὴ κατὰ τὴν παροῦσαν συζήτησιν· οὐχὶ ἡ περι-
1528πλοκὴ τῶν ὑπὸ συζήτησιν ζητημάτων καὶ ἡ ἀνακολουθία περὶ
1529τὴν τάξιν αὐτῶν καὶ ἡ σύγχυσις περὶ τὰς ἰδέας καὶ τὴν σειρὰν,
1530ἣν πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν εἰς τὰ ἔργα μας, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ
1531ὑπάρξῃ ἡ πρέπουσα κρίσις καὶ ἀπόφασις. Ὅταν ὅμως μᾶς φέρετε
1532νὰ ψηφίσωμεν φόρους, πρὶν μᾶς πληροφορήσετε πόσον εἶναι τὸ
1533σύνολον τῶν ἀναγκῶν μας, δηλ. τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολο-
1534γισμοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ δημιουργήσωμεν· ὅταν μᾶς ζητῆτε μεγά-
1535λα δάνεια καὶ φόρους ἀναλόγους, προτάττοντες τὸ «δὲν δύνα-
1536σθε νὰ κάμητε οἰκονομίας ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ,» ἡ ἰδική
1537μας ψῆφος θὰ ᾖναι πάντοτε μέλαινα. Ἐξηγήσατέ το ὅπως θέ-
1538λετε, ἂς τὸ ἐξηγήσῃ ὁ κ. πρωθυπουργὸς ὅπως θέλει, δύνασθε
1539νὰ λέγετε: αὐτὴ ἡ μερὶς δὲν θέλει τίποτε, δὲν θέλει οὔτε δά-
1540νεια, οὔτε φόρους. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ἀναμφισβήτητος, ὅτι ὅλη ἡ
1541εὐθύνη εἶναι ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι οἱ λόγοι, τοὺς ὁ-
1542ποίους δίδομεν πρὸ τῆς ψηφοφορίας, εἶναι τόσον καθαροὶ, ὥστε
1543οὔτε ἡ αὐθεντία τοῦ πρωθυπουργοῦ, οὔτε ἡ εὐγλωττία αὐτοῦ
1544ἠμποροῦν νὰ διασείσωσι τὴν ἀξίαν αὐτῶν.
1545§114ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τρία εἶναι
1546τὰ συμπεράσματα, ἅτινα ἐξήγαγον ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἐντίμου
1547προαγορεύσαντος. Πρῶτον ὅτι ἡ δύναμις τῶν οἰκονομιῶν εἶναι
1548πολὺ μεγάλη, καὶ ὅτι διὰ τῶν οἰκονομιῶν δυνάμεθα ἴσως νὰ
1549ἐπαρκέσωμεν εἰς ὅλας τὰς ἀνάγκας ἡμῶν. Διὰ νὰ σᾶς πείσῃ
1550δὲ περὶ τούτου, σᾶς ἀνέφερε πρῶτον τὸ παράδειγμα τοῦ 1866
1551καὶ ἀνέγνωσε μαρτυρίαν τινὰ ἰδικήν μου, διὰ τῆς ὁποίας
1552προσεπάθησα κατὰ τὰ 1867 νὰ ἐλαττώσω τὸ ἔλλειμμα, τὸ
1553ὁποῖον ὁ ἔντιμος φίλος μου κύριος Κεχαγιᾶς ἠθέλησε νὰ ἐπι-
1554φορτίσῃ εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1866. Εἶναι ἀληθῆ, κύριοι, ὅσα εἰς
1555τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐλέχθησαν καὶ τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου ἠκού-
1556σατε, ἀλλὰ ταῦτα οὐδόλως ἀποδεικνύουν τὰ θαυμάσια ἀποτε-
1557λέσματα, τὰ ὁποῖα αἱ γενόμεναι κατὰ τὸ 1866 οἰκονομίαι
1558ἔφερον. Αἱ οἰκονομίαι ἐκεῖναι, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, δὲν ἔφερον
1559πραγματικὴν ἐλάττωσιν τῶν δαπανῶν εἰμὴ 150 ἢ 200,000
1560δραχμῶν, καὶ διὰ τὴν οἰκονομίαν ταύτην πολλάκις μετεμελήθη
1561ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ ὑπηρεσία, διότι συνέβησαν καθυστερήσεις
1562μεγάλως ζημιώσασαι τὸ δημόσιον, ἡ δὲ σύγκρισις, τὴν ὁποίαν
1563ἔκαμε μεταξὺ τοῦ 1871 καὶ 1872, δὲν στηρίζεται εἰς τὰ
1564πράγματα. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὴν σημείωσιν, τὴν ὁποίαν
1565παρουσίασα, τὸ 1871 παρουσιάζει ἔλλειμμα 3,780,000 δραχ-
1566μῶν, ἐνῷ τὸ 1872 ἔχει μόνον 602,000. Ἀλλὰ πλανᾶται
1567ὁ φρονῶν, ὅτι ἡ διαφορὰ αὕτη τοῦ ἐλλείμματος προέρχεται ἐξ
1568οἰκονομιῶν γενομένων τῷ 1872. Ἡ τοῦ 1871 χρῆσις, κύριοι,
1569εἶναι ἡ μόνη ἀπὸ τοῦ 1862, ἥτις ἔκλεισεν ἄνευ ἐλλείμμα-
1570τος· ἐὰν δὲ ὁ ἀπολογισμὸς αὐτῆς παρουσιάζεται μὲ ἔλλειμμα,
1571τοῦτο προέρχεται, διότι ἀνέλαβε καὶ ἐπλήρωσε δαπάνας ἀνα-
1572γομένας εἰς προηγουμένας χρήσεις. Αὐτὸ δὲ ἐῤῥέθη πολλάκις.
1573§115ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πάρετε τὸ 1870.
1574§116ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὸ 1870 περιλαμβάνει δαπάνας ἐκ-
1575τάκτους, ἀναγομένας εἰς ἑτέρας χρήσεις. Τοῦτο δὲ ἀποδει-
1576κνύουσιν αἱ λεπτομέρειαι τῶν ἀπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους ἔ-
1577λαβον τὴν τιμὴν νὰ παρουσιάσω εἰς τὴν Βουλήν.
1578Ἀλλὰ χωρὶς ν’ ἀνατρέχωμεν εἰς τὰ ἀπώτερα ἐκεῖνα ἔτη,
1579ἂς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ἔτος 1874, καὶ δὲν σᾶς παραπέμπω
1580εἰς τὸν ἀπολογισμὸν αὐτὸν, ὁ ὁποῖος παρουσιάζει ἔλλειμμα ἐκ
158112,000,000, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν εἶναι ὁλόκληρον πραγματι-
1582κὸν, διότι κατὰ τὸ ἔτος αὐτὸ ἐγένετο ἐξόφλησις χρεωλυτικῶν
1583δανείων· ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸν προϋ-
1584πολογισμὸν τοῦ 1874, ὃν συνέταξε τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Δελη-
1585γεώργη. Ἐὰν συγκρίνητε τοῦτον πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ
15861876, θέλετε ἴδει ὅτι δὲν ὑπάρχει εἰμὴ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκα-
1587τομμυρίου διαφορὰ εἰς τὰ ἔξοδα τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας τῶν
1588ὑπουργείων, ἡ αὔξησις δὲ αὕτη, σᾶς ἐξήγησα καὶ ἄλλοτε, ὅτι
1589προέρχεται, διότι ἐσυστήθησαν αἱ πρεσβεῖαι, διότι ηὔξησαν
1590τὰ ἀπρόβλεπτα ἔξοδα τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι
1591ἐπληρώθη ἡ συνδρομὴ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας εἰς δραχ.
1592280,000 τὴν ὁποίαν τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο δὲν συμπεριέλαβεν
1593εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, διότι ηὔξησαν τὰ ἔξοδα τῆς ποινικῆς δι-
1594καιοσύνης καὶ τῶν τηλεγράφων.
1595Διὰ τοῦτο, κύριοι, νομίζω, ὅτι εἶναι σφάλμα νὰ νομίζῃ
1596τις, ὅτι δι’ οἰκονομιῶν ἠμποροῦμεν νὰ κατορθώσωμεν με-
1597γάλας ἐλαττώσεις, ὥστε νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἐκτά-
1598κτους ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι μᾶς περιστοιχοῦσιν. Ἑπομένως,
1599ἐὰν φρονῆτε ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις
1600καὶ ὅτι ἐνδέχεται ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν
1601ἀνάγκην νὰ αὐξήσωμεν τὰς στρατιωτικὰς ἡμῶν δυνάμεις κατὰ
1602ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν, ὀφείλετε νὰ δώσητε τὴν ἄδειαν εἰς
1603τὴν κυβέρνησιν νὰ συνομολογήσῃ δάνεια, διότι ἂν περιορισθῆτε
1604εἰς τὰς οἰκονομίας τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν θὰ κάμετε τίποτε.
1605§117ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Παρεβάλετε τὸν προϋπο-
1606λογισμὸν τοῦ 1874 μὲ τοῦ 1876. Σᾶς ὑπενθυμίζω, ὅτι ὁ προϋ-
1607πολογισμὸς τοῦ 1876 δὲν περιεῖχε δαπάνας τοῦ 1874 ἀνα-
1608βαινούσας εἰς 2,880,000. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1874 προέ-
1609βλεπε περὶ ἀναγκῶν 2,880,000, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπῆρχον τῷ
16101876, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ὁ πρϋπολογισμὸς οὗτος εἶναι ἀνώτερος
1611ἐκείνου κατὰ 400,000, δηλαδὴ ὑπάρχει διαφορὰ πλέον τῶν
16123,000,000. Ἐδικαιολογήσατε τὸ ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον,
1613ἀλλὰ κατὰ ἄλλο ἓν καὶ ἥμισυ ὁ εἷς προϋπολογισμὸς ὑπερ-
1614βαίνει τὸν ἕτερον.
1615§118ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Δεληγεώργη, πολλάκις σᾶς ἤκου-
1616σα ὑποστηρίξαντα τὴν ἀρίστην ἀρχὴν, ὅτι τὸ μέρος τοῦ προϋ-
1617πολογισμοῦ, ὅπερ ἐπιδέχεται οἰκονομίας, εἶναι τὸ περιλαμβάνον
1618τὰ ἔξοδα τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας τῶν ὑπουργείων· ἐπὶ τῶν ἄλλων
1619μερῶν οὐδεμία οἰκονομία δύναται νὰ γείνῃ, διότι ἐὰν ἔχωμεν π. χ.
1620δάνεια, ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν τὸν τόκον, ἐὰν ὑπάρχουν πολ-
1621λοὶ συνταξιοῦχοι, θὰ πληρωθῶσιν· ἐὰν δ’ ἀποθάνωσι τινὲς, δὲν
1622θὰ πληρωθοῦν. Τὰ ἔξοδα τῆς ὁδοποιΐας καὶ πάντα ἐν γένει τὰ ἔ-
1623ξοδα ὅσα δὲν συμπεριλαμβάνονται εἰς τὴν γενικὴν ὑπηρεσίαν, ὁ
1624ἴδιος ἐθέσατε τὴν ἀρίστην τῶν ἀρχῶν, ὅτι δὲν ἐπιδέχονται οἰ-
1625κονομίας, καὶ ὅτι τὸ μόνον μέρος, τὸ ὁποῖον μετὰ προσοχῆς πρέ-
1626πει νὰ ἐξετάζηται, εἶναι τὸ μέρος τὸ περιλαμβάνον τὰ ἔξοδα
1627τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας τῶν ὑπουργείων. Τοῦτο δὲ τὸ μέρος τοῦ
16281874, παραβαλλόμενον πρὸς τὸ τοῦ 1876, δὲν ἔχει διαφορὰν ἢ
1629ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ πεντακοσίων περίπου χιλιάδων, αἵτινες
1630ἐξέθηκα πόθεν προέρχονται, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ τὸ ἐπαναλάβω.
1631Τὸ δεύτερον συμπέρασμα τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Δεληγεώργη (εἰς
1632τὴν ὁποίαν ἐπέστησε σπουδαίως τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς), δι’
1633οὗ κατέκρινε τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς μὴ ἐλθόν-
1634τα ἐγκαίρως νὰ δώσῃ τὰς αναγκαίας πληροφορίας, εἶναι ὅτι τὰ
1635βάρη, τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὸν λαὸν διὰ τῶν
1636νέων φόρων, ἀναβαίνουν εἰς 15 ἑκατομμύρια, ἐζήτησε δὲ νὰ δο-
1637θοῦν ἐκτενεῖς πληροφορίαι περὶ τούτων καὶ συγχρόνως νὰ γείνῃ
1638γενικὴ συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν. Καὶ κατὰ τοῦτο ὁ κ. Δεληγεώρ-
1639γης δὲν ἔχει δίκαιον, διότι τὰ νέα βάρη εἶναι πολὺ ὀλιγώτερα
1640ἀπὸ τὰ 15 ἑκατομμύρια. Ἐν πρώτοις, κύριοι, πρέπει νὰ χωρί-
1641σητε τὴν ὑπόθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· ὁ προϋπολογισμὸς ἀκό-
1642μη δὲν παρουσιάσθη εἰς τὴν Βουλὴν, ὅταν δὲ παρουσιασθῇ, θέλε-
1643τε ἴδει, ὅτι δύναται νὰ ἰσοζυγισθῇ ἄνευ προσθήκης φόρων. Ἑπο-
1644μένως περὶ ἐλλείμματος δὲν πρέπει νὰ γίνεται λόγος σήμερον,
1645καὶ ἡ συζήτησις πρέπει νὰ περιστραφῇ εἰς τὰς προσθέτους ἀνάγ-
1646κας, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ περιληφθῶσιν ἐπὶ τοῦ παρόντος
1647εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Διὰ τὰς ἀνάγκας ταύτας ζητοῦ-
1648μεν πρῶτον τὸ δάνειον τῶν 10 ἑκατομμυρίων· ὁ τόκος δὲ
1649καὶ τὸ χρεωλύσιον αὐτοῦ ἀναβαίνουν εἰς 650 χιλιάδας δραχ-
1650μὰς, ὡς σᾶς εἶπον καὶ πρὸ ὀλίγου. Δεύτερον τὸ δάνειον τῶν 50
1651ἑκατομμυρίων διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατιωτικοῦ ταμείου, τὸ
1652ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ φρονῆτε ὅτι θέλει πραγματοποιηθῆ δια-
1653μιᾶς, ἀλλ’ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι
1654καὶ τὸ δάνειον θέλει πραγματοποιηθῆ ὁλόκληρον θὰ πληρώνων-
1655ται καὶ δι’ αὐτὸ 3–3½ ἑκατομμύρια διὰ τόκους, διότι δύ-
1656ναται καὶ νὰ μὴ συμφωνηθῇ χρεωλύσιον.
1657§119Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δηλαδὴ νὰ μὴ ἀποσβεσθῇ ποτέ!
1658§120ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ δὲν θὰ εἴπῃ τίποτε, διότι ὅταν ἔ-
1659χῃ χρήματα τὸ δημόσιον ἀγοράζει τὰ χρεώγραφα. Τρίτον βά-
1660ρος εἶναι τὸ νέον δάνειον, διὰ τὴν τακτοποίησιν τῶν παλαιῶν
1661δανείων, ἀλλ’ ἐκ τῶν δύω πόρων τοῦ δανείου τούτου ὁ μὲν
1662πρῶτος, ἤτοι ἡ ἐκκαθάρισις τῶν καθυστερούντων μέχρι τοῦ 1862,
1663δὲν εἶναι πρόσθετον βάρος, διότι πρόκειται νὰ πληρώσουν οἱ
1664ὀφείλοντες· βάρος δὲ νέον εἶναι μόνον ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ, ἐξ
1665οὗ ὑπολογίζονται 700 χιλιάδες δραχμαὶ, μετὰ τοῦτο δὲ ἔρχον-
1666ται οἱ εἰδικοὶ φόροι, ὑπολογιζόμενοι εἰς 700 χιλιάδας δραχμάς·
1667Ὅλα ἑπομένως τὰ νέα βάρη συμποσοῦνται εἰς πέντε περίπου
1668ἑκατομμύρια καὶ οὐχὶ εἰς 15, ὅπως τὰ παριστάνει ὁ ἀξιότιμος
1669βουλευτὴς Μεσολογγίου.
1670§121Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν μᾶς εἴπατε προχθὲς 7½;
1671§122ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔβαλα καὶ τὸ ½ ἑκατομμύριον τὸ
1672εἰσπραχθησόμενον ἐκ τῆς τακτοποιήσεως τῶν καθυστερούντων,
1673ὅπερ ὅμως δὲν εἶναι φόρος· ὥστε βλέπετε, ὅτι καὶ τὸ δεύτερον
1674συμπέρασμα τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος δὲν στηρίζεται εἰς τὰ
1675πράγματα, διότι, ἐνῷ ὑπολογίζει ὅτι πρόκειται περὶ 15 ἑκα-
1676τομμυρίων, ὅσον καὶ ἂν στενοχωρήσητε τὰ πράγματα, δὲν ἠμ-
1677πορεῖ νὰ ἔχητε ἀνώτερον τῶν 5 ἑκατομμυρίων.
1678Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, ὡς τρίτον συμπέρασμα τῆς ἀγορεύσεώς
1679του, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου σᾶς εἶπεν, ὅτι οἱαδή-
1680ποτε εἶναι τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα θὰ ψηφίσωμεν, δὲν δύναμαι νὰ
1681ψηφίσω οὐδενὸς λεπτοῦ δαπάνην, ἐὰν προηγουμένως δὲν πεισθῶ
1682ὅτι αἱ παρασκευαὶ, αἱ ὁποῖαι θέλουν γείνει, θὰ ἦναι παρασκευαὶ
1683σπουδαῖαι, διότι, καθ’ ὃν τρόπον ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκτε-
1684λέσῃ τὰς παρασκευὰς ταύτας, δὲν ἔχουν οὐδεμίαν σπουδαιό-
1685τητα, καὶ αὐτὸς ὡς εὐσυνείδητος ἄνθρωπος, ἐπρόσθεσε, δὲν θέ-
1686λει θέσει βάρη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ παρασκευὰς, αἱ ὁ-
1687ποῖαι θέλουν θέσει εἰς μέγαν κίνδυνον τὸ ἔθνος. Νομίζω ὅτι ἡ
1688ἀπαίτησις τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἦτο πρόωρος, διότι τὰ χρή-
1689ματα, τὰ ὁποῖα ζητοῦνται καὶ διὰ τὰ ὁποῖα θὰ ψηφίσητε
1690σεῖς τοὺς φόρους, αὐτὰ δὲν θέλουν δαπανηθῆ εἰμὴ κατὰ τὰς
1691διατάξεις τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, τουτέστιν ἐπὶ τῇ βάσει πι-
1692στώσεων, τὰς ὁποίας ὑμεῖς οἱ ἴδιοι θέλετε ψηφίσει καὶ ἐγκρίνει.
1693Ἐπομένως, ἐὰν σήμερον ψηφίσητε τὴν ἐπιβολὴν τῶν φόρων καὶ
1694δώσητε τὴν ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ πραγματοποιήσῃ
1695δάνειον 50 ἢ 60 ἑκατομμυρίων, μὴ νομίσητε ὅτι τὰ ἑκατομ-
1696μύρια ταῦτα θὰ δαπανηθῶσι χωρὶς νὰ δώσητε τὴν ἄδειαν, διότι
1697διὰ πᾶσαν δαπάνην θέλει ζητηθῆ παρ’ ὑμῶν ἡ ἀναγκαία πί-
1698στωσις.
1699§123ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, τί μέλλει γενέσθαι;
1700§124ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Προβλέπει ὁ Λογιστικὸς Νόμος. Καὶ σή-
1701μερον, ἐὰν παρουσιασθῇ ἔκτακτος ἀνάγκη, ἠμπορεῖ ἡ Κυβέρνησις
1702νὰ δαπανήσῃ χρήματα διὰ πιστώσεως, ἥτις θέλει ὑποβληθῆ
1703ἀκολούθως εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς.
1704§125ΧΟΪΔΑΣ. Εἶναι τὸ ἴδιον τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα μὲ τὴν
1705θέλησιν τῶν ἀντιπροσώπων;
1706§126ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Νόμος τὸ λέγει. Ἡ Κυβέρνησις θέλει
1707φροντίσει νὰ φέρῃ τὰς ἀναγκαίας πιστώσεις ἐνώπιόν σας, ἐὰν
1708ὑπάρχουν τὰ μέσα.
1709§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε εἰς τὰς θέσεις σας· θὰ ψηφοφορηθῇ
1710κατὰ πρῶτον ἡ ἀρχὴ δι’ ἀναστάσεως.
1711§128ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀρχὴν, δὲν ἔχομεν ἀντίῤ-
1712ῥησιν· θὰ καταψηφίσωμεν ὅμως τῶν ἄρθρων 3 καὶ 4.
1713§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου
1714περὶ δανείου 10 ἑκατομμυρίων, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν
1715(ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
1716(Κατόπιν ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐγένοντο δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤ-
1717ῥήσεως τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2.)
1718Ἄρθρον 3ον (ἀναγινώσκεται).
1719§130ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
1720§131Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μεθ’ ὅσα εἶπον, ἐὰν πρόκηται ἡ Βουλὴ
1721νὰ ψηφίσῃ ἐπὶ τῶν ἄρθρων 3, 4, 5 καὶ 6, θέλω ψηφίσει κατὰ,
1722διότι νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἐξεύρῃ ἄλλους πό-
1723ρους καὶ νὰ τοὺς φέρῃ κατὰ τὴν δευτέραν ἢ τρίτην ἀνάγνωσιν
1724τοῦ Νομοσχεδίου.
1725§132ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε πρόεδρε (ἐγείρονται
1726ὑπὲρ τοὺς 15).
1727§133ΣΟΥΤΣΟΣ. Μίαν διασάφησιν· ἐὰν ἐπιβληθῇ εἰς ὅλους τοὺς
1728δήμους, θὰ ψηφίσω ὑπὲρ, ἐὰν εἴς τινας, κατά.
1729§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ τρίτον ἄρθρον τοῦ Νομο-
1730σχεδίου λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
1731(Γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία, ὑπὸ τὴν ἐπι-
1732τήρησιν τῶν Βουλευτῶν Ῥούφου καὶ Μπούτου.)
1733Πρωτόκολλον ψηφοφορίας τῶν Βουλευτῶν
1734Ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος·
1735«Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὸ 3 ἄρθρον;»
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1736Κ. Θεοδώρου ΝἈνδρ. Δανόπουλος Ν
1737Ἰωάννης Μπόγδανος ΝΓ. Παπαλεξόπουλος Ν
1738Ὄθων Παπαλεονάρδος ΝΔ. Γ. Ῥάλλης Ο
1739Μ. Καΐρης Ὀρφανός ΟΤιμολέων Φιλήμων Ν
1740Νικ. Μαυροκορδάτος ΝΔ. Καλλιφρονᾶς Ο
1741Ἰω. Κυριακός ΝὌθων Μακρυγιάννης Ο
1742Γεώργ. Δ. Τσώκρης Π. Πετράκης Ν
1743Στ. Κολιάτσος Ἰω. Δεληγιάννης Ο
1744Κ. Στράτος ΟΓ. Κούστας
1745Ἰω. Καραγιαννόπουλος ΝἈρ. Μεντζελόπουλος
1746Δημ. Γρίβας Ἀγ. Μεταξᾶς Ο
1747Γ. Γεροθανάσης ΝΠαναγ. Βενιεράτος Ο
1748Χρ. Κατσικογιάννης ΝΝ. Βαλσαμάκης
1749Θ. Δηλιγιάννης ΟῬόκος Χοϊδᾶς Ο
1750Εὐθ. Δεληγιάννης ΟΑ. Βαρβαρῆγος Ο
1751Γ. Λαδόπουλος ΟΚ. Πανάρετος Ν
1752Α. Α. Ἀντωνόπουλος ΟΔ. Ῥαπτάκης
1753Γ. Πλαπούτας ΟΧ. Χρηστόπουλος Ν
1754Δ. Πετροπουλάκης ΟΔ. Βροντίσης Ν
1755Κ. Κοσσονάκος Κ. Κατσικόπουλος Ο
1756Ἀριστ. Λιδωρίκης ΝῬήγας Τσιρόπουλος Ν
1757Κ. Ἀναγνωστόπουλος ΟΜελέτ. Ῥουσόπουλος Ν
1758Ν. Κατσικαπῆς ΝΝ. Λεώπουλος Ο
1759Ν. Παπαμιχαλόπουλος ΝΛ. Μαυρομιχάλης
1760Γ. Ζουμπουλάκης ΟΝικήτ. Βαρβιτσιώτης Ν
1761Ἀντ. Μήτσας ΝἈναστ. Κορφιωτάκης
1762Γ. Μίλησης ΝΦίλων Φίλωνος Ν
1763Δ. Βουλπιώτης ΟΓ. Λάπας Ν
1764Σπ. Καραϊσκάκης ΝΓ. Μαχαιρᾶς Ν
1765Δ. Γ. Δημητριάδης ΟΞ. Βαλαωρίτης Ν
1766Γ. Κασβίκης ΟΓ. Σέρβος Ο
1767Κ. Λομβάρδος ΟἈριστ. Ῥούκης Ο
1768Ν. Λούντζης ΟἈλκ. Παπαλουκᾶς Ν
1769Ἀνδρ. Γαΐτας Φωσκάρδης ΟἸω. Παπαζαφειρόπουλος Ν
1770Ἰω. Νέγκας ΟΠαναγ. Μανέτας
1771Διον. Κολυβᾶς ΟΔ. Ζέγγελης Ο
1772Ἀνδρ. Αὐγερινός ΝἈριστ. ΣακελλαρόπουλοςΝ
1773Ἐπαμ. Κρεστενίτης ΟΦίλιππος Βάρβογλης
1774Αὐγ. Πετραλιᾶς ΟἈθαν. Κατριβάνος Ν
1775Κ. Ζαρειφόπουλος ΟἨλ. Κοσσονάκος Ο
1776Θεμ. Δαραλέξης ΝΓ. Νικολαΐδης
1777Λ. Κατσίνας Γ. Μαλέας Ο
1778Παναγ. Οἰκονόμου Κ. Βασιλάκης
1779Διομ. Διαμάντης ΟΓερ. Ζωχιός Ο
1780Νικολ. Νομικός ΟΣπ. Ζερβός Ν
1781Ἀριστ. Βαλέτας ΟἘπ. Δεληγεώργης Ο
1782Δημ. Γαβαλᾶς ΟΧαρίλ. Τρικούπης Ο
1783Βαρβαρῆγος Πήληκας ΝἈλέξ. Κουμουνδοῦρος Ν
1784Αἴας Καραβίας ΟΠ. Μποῦτος Ν
1785Θρασ. Ζαΐμης Σπήλ. Ἀντωνόπουλος Ο
1786Σ. Ν. Πετιμεζᾶς ΟΓ. Προβελέγιος Ο
1787Α. Γ. Πετιμεζᾶς ΟΔ. Κυριακίδης Ο
1788Ἀργ. Διαμαντόπουλος ΝἘλευθ. Μυκόνιος Ν
1789Νικόλ. Πετιμεζᾶς ΟΜ. Δαμηράλης Ν
1790Περ. Μαυρομιχάλης ΟἈλέξ. Δαμίας Ν
1791Γ. Πεῤῥωτής ΝἈθ. Ῥοντήρης
1792Δημ. Κάρτσωνας ΝΓ. Ν. Σισμάνης Ν
1793Ἀλέξ. Κοντόσταυλος ΝΕὐθ. Πλαστήρας Ο
1794Ἰω. Δ. Χατζῆ Νικολῆ ΝΚ. Εὐθυμιόπουλος Ν
1795Ν. Παπανικολάου ΝΠ. Ἰατροῦ Ο
1796Ἰω. Μπαλάφας ΝΚίμων Χριστοδούλου
1797Ἰω. Χωρεπισκοπίδης ΝἈλέξ. Πετσάλης Ν
1798Ποθητὸς Ῥεβελάκης ΟἸω. Γερ. Μαυρομιχάλης Ν
1799Π. Γεννατᾶς ΟἈντ. Α. Μαυρομιχάλης Ο
1800Ἰάκ. Πολυλᾶς Ἀντ. Καπετανάκης Ν
1801Ν. Βασιλάκης ΟΛ. Καπετ. ΜαυρομιχάληςΟ
1802Σ. Δ. Νοταρᾶς ΝΧ. Δ. Κανελλόπουλος Ο
1803Ἀνδρ. Νοταρᾶς ΝΖ. Α. Ζαρειφόπουλος Ν
1804Μιλτ. Κανελλόπουλος ΝΔ. Χρηστίδης Ο
1805Π. Κωσταντᾶς ΝΝικ. Σοῦτσος Ο
1806Σπ. Μαρτσοῦκος Γ. Μπούμπουλης Ν
1807Θ. Ῥωμαῖος ΝΓρηγ. Μαυρομαρᾶς Ο
1808Δ. Ἰακωβάτος ΝἸ. Ζαλλώνης Ν
1809Ν. Μεταξᾶς ΟΚάρ. Νάζος Ν
1810Π. Εὐδιᾶς ΝΣωτ. Σωτηρόπουλος Ν
1811Ἰω. Βελλιανίτης ΟΝ. Γεωργακόπουλος
1812Π. Τζαμάλας ΟΘ. Ἀναστασόπουλος Ν
1813Α. Σιμόπουλος ΟἸω. Μεγαπάνος Ν
1814Δ. Καραλίβανος ΝΚ. Στεργιαλόπουλος Ο
1815Π. Νεζερίτης ΝἸω. Δροσινός
1816Θ. Κανακάρης ΟΝ. Πιπῖνος Ν
1817Δ. Πατρινός ΟἈντ. Τσαμαδός Ν
1818Γ. Ῥοῦφος ΟΘ. Γκίκας Ο
1819Α. Ῥικάκης ΟΔ. Γ. Βούλγαρης
1820Νικ. Καράπαυλος ΝΘεμ. Παπακώστας Ο
1821Ἀθ. Μισυρλῆς ΝΚ. Χατζῖσκος Ν
1822Κ. Δαρειώτης ΝΚ. Δυοβουνιώτης Ο
1823Ἰω. Ἄννινος ΚαβαλλιεράτοςΝΓ. Ζουλούμης Ν
1824Εὐάγ. Ἀντύπας ΝΔ. Κριεζώτης Ν
1825Γ. Φλωριᾶς ΝΝ. Καφετζόγλους
1826Γ. Α. Γεωργιάδης ΝΒ. Ν. Βουδούρης Ο
1827Ἰ. Δουλίδης ΟΓ. Τ. Θωμᾶς Ο
1828Δ. Θεοχάρης ΝΝ. Καλάρης Ν
1829Δ. Κουνουπιώτης ΝΜιλτ. Κ. Κανάρης ἀρν.
1830Ἰω. Δούμας Ο
1831Ἐν ὅλῳ ἐψηφοφόρησαν 162· ὑπὲρ τῆς προτάσεως ἐψήφισαν
183285, κατ’ αὐτῆς 76, ἑνὸς ἀρνηθέντος. Ἄρα γίνεται παραδεκτὸν
1833τὸ ἄρθρον 3ον ὅπως ἔχει.
1834(Κατόπιν ἀνεγνώσθησαν καὶ τὰ ἄρθρα 4, 5 καὶ 6, καὶ ἐ-
1835γένοντο παραδεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, καθὼς καὶ τὸ σύνολον
1836τοῦ Νομοσχεδίου.)
1837Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις. (Ὥρα 6 καὶ 10|60 μ. μ.)