1876.11.09
1,452 rows · 12,223 words · 66 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 28
τῆς 9 Νοεμβρίου 1876.
(Τρίτη.)
Ὥρα 2½ μ. μ.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.
§1ΡΟΥΚΗΣ. Μίαν ἐπερώτησιν ἔχω νὰ κάμω εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Πρὸ μηνὸς ἐγένοντο ἐξετάσεις εἰς τὴν πέμπτην τάξιν τῆς στρατιωτικῆς σχολῆς καὶ ἀπέμεινεν εἷς μαθητὴς, Σκυλοδῆμος· ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ ἐγνωμοδότησεν, ὅτι πρέπει νὰ τοποθετηθῇ εἰς τὸ σχετικὸν Σῶμα ὡς ἀνθυπασπιστής. Τόσος καιρὸς παρῆλθε, καὶ εἰσέτι ὁ ὑπουργὸς δὲν ἔπραξε τοῦτο· ἑπομένως εἶναι δίκαιον νὰ ἐπισπεύσῃ.
§2ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δυστυχῶς ὁ νόμος περὶ προβιβασμῶν δὲν περιλαμβάνει τοῦτο· οἱ προβιβασμοὶ γίνονται εἴτε διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ, εἴτε διὰ συναγωνισμοῦ, εἴτε ἀφοῦ δοθοῦν αἱ ἀπολυτήριοι ἐξετάσεις. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πρὸ πέντε ἐτῶν ὁ Σκυλοδῆμος ἐκπαιδεύεται, πληρόνων 1,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος μέχρι τοῦδε διαρκῶς, ἀλλ’ εἶχε τὸ ἀτύχημα κατ’ ἔτος νὰ ἔχῃ καὶ ἀπὸ ἕνα συμμαθητὴν, ἐννοεῖται δὲ ὅτι μὲ ἕνα δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ τάξις. Κατὰ συνέπειαν, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ νὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις δι’ ἐφέτος, δὲν ἔχω δυσκολίαν.
§3ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§4ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ὁ νόμος ἀπαιτεῖ νὰ ἐξέρχωνται ἀπὸ αὐτὴν τὴν τάξιν μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ εἰς τὰ Σώματα τοῦ ἱππικοῦ καὶ πεζικοῦ· ὅλοι οἱ ἄλλοι ἀνθυπολοχαγοὶ καὶ ὑπολοχαγοὶ ἐξῆλθον ἀπὸ αὐτὴν τὴν τάξιν, ἀλλὰ μετὰ ταῦτα μετεβλήθη τοῦτο δι’ ἑνὸς ὀργανικοῦ διατάγματος. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι εἶναι δίκαιον εἷς μαθητὴς, ὅστις ἐπλήρονεν ἐπὶ τόσα ἔτη διὰ νὰ ἐκπαιδευθῇ, νὰ προβιβασθῇ, δὲν ἔχω δυσκολίαν.
§5Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐπιθυμῶ, κύριε πρόεδρε, οἱ ὑπουργοὶ νὰ ἀποδίδουν περισσοτέραν ἐκτίμησιν εἰς τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἡ θέσις των ἐπιβάλλει. Δὲν ἐννοῶ κατόπιν ἐπερωτήσεων νὰ ἔρχωνται ὑπουργοὶ, καὶ κατ’ ἐξαίρεσιν ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ἐγείρῃ ζητήματα ἐν τῇ Βουλῇ, ἀναγόμενα ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἰδιαιτέραν του δικαιοδοσίαν, καὶ νὰ ζητῇ γνώμην παρ’ αὐτῆς.
§6ΡΟΥΚΗΣ. Ἔδωσε γνώμην, ἀφοῦ ἐπερωτήθη.
§7ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ εἶναι μία ἐξαιρετικὴ περίπτωσις, θὰ προκαλέσω συμπλήρωσιν τοῦ νόμου.
§8Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐφρόνουν, καὶ ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ κατὰ τὴν διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας των, ὁσάκις ἔχουν ἀνάγκην νόμου, ἔχουσι τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ ὑποβάλωσι τοιοῦτον εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν ὁ ὀργανισμὸς τῆς στρατιωτικῆς σχολῆς μετεβλήθη ἀπό τινων ἐτῶν καὶ δὲν δίδει εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὸ δικαίωμα ν’ ἀπονείμῃ δικαιοσύνην, ὀφείλει νὰ κηρύξῃ αὐτὸν ἀκατάλληλον καὶ προκαλέσῃ νέον, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὁ προκείμενος ὀργανισμὸς ἀνήκει εἰς τὰ δικαιώματα τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς. Ἔκτοτε καὶ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν καθιερώθη ὅπως ὁ στρατὸς μὴ διέπηται ἀπὸ νόμον τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν ἀπόλυτον ἐκτίμησιν τοῦ ὑπουργοῦ. Κατὰ συνέπειαν, ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ συναδέλφου καὶ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ ὑπουργοῦ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ φέρῃ γνώμην, διότι θὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν σύγχυσιν τῶν ἐξουσιῶν, καὶ ἰδίως ἐπὶ τοῦ κλάδου, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ᾖναι πολὺ μεμακρυσμένος τῶν πολιτικῶν συζητήσεων. Διὰ ταῦτα φρονῶ, ἐὰν ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νομίζῃ, ὅτι ὁ ὑπάρχων ὀργανισμὸς τῆς στρατιωτικῆς σχολῆς ᾖναι ἀκατάλληλος, ἂς προκαλέσῃ ἕτερον. Δὲν ἐπιτρέπεται δὲ, ἐν ὅσῳ ἔχει τοιαύτην ἰδέαν, νὰ μὴν ἐπιζητῇ τὴν διόρθωσιν.
§9ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ὁ ὀργανικὸς νόμος ὑπεβλήθη εἰς τὴν Α. Μ. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ βαθμὸς χωρὶς νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλή.
§10Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ὁ νόμος, διότι νόμος καὶ τίποτε ἄλλο δὲν εἶναι ὁ ὀργανισμὸς τῆς στρατιωτικῆς σχολῆς, δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ διορίζῃ ἢ νὰ ἐξάγῃ ἐκ τῆς σχολῆς καὶ μεταθέτῃ τοὺς στρατιωτικοὺς ἐκ τῆς πέμπτης τάξεως. Εἶναι καθῆκον, δικαίωμα τῆς κυβερνήσεως, διότι αἱ πρῶται τάξεις ἔχουν αὐτὸ τὸ προνόμιον, ὅταν οἱ μαθηταὶ δὲν θέλουν εἰς τὸ ἐκπαιδευτικὸν, δύνανται νὰ ἐξέλθουν· αὐτὸ εἶναι καθαρῶς διοικητικὸν ἀντικείμενον.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὑπάρχει ἀναφορὰ εἰς τὸ προεδρεῖον ἀπὸ τὸν ὑποναύαρχον κ. Νικόδημον, ζητοῦντα νὰ ὑποβάλῃ τὸ ὑπουργεῖον νομοσχέδιον περὶ θαλασσίων προπαρασκευῶν τοῦ ἔθνους. Ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως εἶναι ἡ πρώτη ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τῶν κατὰ ξηρὰν δυνάμεων τοῦ Κράτους. Ἔχει τις τὸν λόγον κατὰ τῆς ἀρχῆς;
§12ΖΩΧΙΟΣ. Περὶ παρασκευῶν ἐκτάκτων ἢ τακτικῶν; Νομίζω, ὅτι τὸ πρῶτον νομοσχέδιον δὲν πραγματεύεται περὶ ἐκτάκτων παρασκευῶν· ζητεῖτε δηλ· ἐντὸς τεσσάρων, πέντε ἢ ἓξ μηνῶν νὰ ἦσθε εἰς κατάστασιν νὰ ἔχητε ἕτοιμον μίαν δύναμιν στρατιωτικὴν, ἀξιόμαχον; Πῶς; Ἴσως δὲν τὸ ἐννοῶ. Λοιπὸν πρόκειται περὶ ἐκτάκτων παρασκευῶν, καὶ αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον ἔχει ὡς θέμα τὸ πρῶτον ἄρθρον· ὑπόσχεται δὲ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ὅτι δύναται ἐν διαστήματι ἓξ μηνῶν νὰ ἀντιτάξῃ 200 χιλιάδας ἄνδρας· ἐγὼ εὐχαριστοῦμαι εἰς τὰς 20 χιλιάδας, ἀφαιρῶ δηλαδὴ ἓν μηδενικόν. Ἐρωτῶ δὲ τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν δύναται νὰ καταρτίσῃ τοὺς 20 χιλιάδας ἄνδρας διὰ τῶν 10 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ζητεῖ, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι αἱ ἀποθῆκαι αὐτῆς εἶναι πλήρεις, ὅτι καὶ τὰ ὅπλα εἶναι ἕτοιμα, καὶ αἱ τροφαὶ πρόχειροι. Δύναται κατὰ τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, τὸ στηριζόμενον ἐπὶ ἐσφαλμένης, διὰ νὰ μὴ εἴπω ψευδοῦς, βάσεως, νὰ συντηρήσῃ τὴν εἰρημένην δύναμιν; Ἐκτὸς δὲ τούτου ἑτοιμάζεσθε κατὰ ξηρὰν, ἀλλὰ λέγοντες καὶ ψηφίζοντες περὶ παρασκευῶν, ἐννοεῖτε, ὅτι θὰ παρασκευασθῶμεν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν; Τὸ νομοσχέδιόν σας λοιπὸν δὲν εἶναι ἀληθὲς, καὶ ἢ τὸ πρῶτον εἶναι ψευδὲς, ἢ τὸ δεύτερον. Ἡ Ἀγγλία σήμερον, ἡ Γαλλία, ἡ Γερμανία, ἐὰν ζητήσῃ νὰ ἀποστείλῃ εἰκοσακισμυρίους ἄνδρας, μὲ τὰ 10 ἑκατομμύρια θὰ τὸ κατορθώσῃ; Ὄχι. Βεβαίως δὲ αὐτοὶ ἔχουν καὶ τὰ πλοῖά των καὶ τὰ στρατεύματά των ἕτοιμα. Πῶς λοιπὸν σεῖς θὰ κατορθώσητε, ὄντες ἀνέτοιμοι, ἐντὸς 6 μηνῶν νὰ γίνητε ἕτοιμοι καὶ νὰ πολεμήσητε; Ἀντίκειμαι δὲ εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὄχι μόνον διότι εἶναι ψευδὲς, ἀλλὰ καὶ διότι, ἐὰν ψηφίσῃ αὐτὸ ἡ Βουλὴ, θὰ ψηφίσῃ καὶ τὸ βʹ. καὶ τὸ γʹ. μέχρις ἐσχάτων, διότι ὁ ὑπουργὸς αὐτὸ εἶπεν. Ἐψηφίσατε δὲ τὸ ά. κατόπιν θὰ ἔλθουν οἱ φόροι, διότι οἱ ὑπουργοὶ θὰ μᾶς εἴπουν, ὅτι δὲν ἀρκοῦν οἱ ὑπάρχοντες, τί δὲ τότε θὰ γείνῃ; Θὰ προστεθοῦν χρήματα εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Θὰ σᾶς εἴπουν δὲ, κύριοι, ἐψηφίσατε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ, πρέπει νὰ προστεθοῦν ποσὰ εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Καὶ πῶς; Δάνεια. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι ὀρθή. Θέλετε δὲ νὰ καταστήσητε δύναμίν τινα ἀξιόμαχον; Καλέσατε τοὺς ἐφέδρους, σχηματίσατε τάγματα ἐθελοντῶν, ἀφοῦ μάλιστα εἶναι, καθ’ ἃ σεῖς λέγετε, τοσαύτη ἡ προθυμία. Ἀλλὰ δὲν τὸ πιστεύετε οὔτε σεῖς.
§13ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ πιστεύομεν.
§14ΖΩΧΙΟΣ. Ἐὰν τὸ ἐπιστεύατε, θὰ τὸ ἐκάμνετε. Τὰ νομοσχέδιά σας ὅμως βάσιν ἔχουν τὸ ψεῦδος, διότι, σᾶς λέγω, 20 χιλιάδες ἀνδρῶν μόλις μὲ 20 ἑκατομμύρια ἠμποροῦν νὰ ἐκστρατεύσουν, καὶ ἀφοῦ ἔχουν ὅλα τὰ ἐφόδια τὰ ἀναγκαῖα. Ἠσφαλίσθητε δὲ κατὰ ξηρὰν, ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν πῶς θὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ παράλια; Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι τὸ σχέδιόν σας εἶναι ὅλως διόλου ἐσφαλμένον, τί δὲ ζητεῖτε δὲν τὸ ἐννοῶ διόλου. Θέλετε νὰ ἐξασφαλισθῶμεν καὶ κατὰ θάλασσαν, κύριοι ὑπουργοί; Ἀκούσατε τὶ λέγει ὁ ὑποναύαρχος Νικόδημος.
§15ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δώσατε χρήματα.
§16ΖΩΧΙΟΣ. Νὰ δώσωμεν χρήματα, ἀπὸ ποῦ;
§17ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπὸ τὰ 40 ἑκατομμύρια.
§18ΖΩΧΙΟΣ. Ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι διὰ τὰς διαρκεῖς παρασκευάς· ἐδῶ πρόκειται περὶ τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν, διότι, κατὰ τὸ λέγειν σας, πρόκειται νὰ ἀντιτάξητε ἐντὸς 4, 5, 6 μηνῶν στρατὸν ἀξιόμαχον· ἐὰν δὲ πρόκηται νὰ τὸν ἀντιτάξητε ἐντὸς 6 μηνῶν, τί ζητεῖτε μόνον 20 ἑκατομμύρια δραχμῶν; Ἐπιμένω λοιπὸν νὰ ἦμαι ἐναντίος τῆς ἀρχῆς, διότι τὸ νομοσχέδιον στηρίζεται ἐπὶ μιᾶς βάσεως ψευδοῦς, εἶναι μία πλάνη.
§19ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τί φρονεῖτε νὰ γείνῃ;
§20ΖΩΧΙΟΣ. Ἀλλάζομεν τὰς θέσεις, καὶ τότε σᾶς λέγομεν (ἱλαρότης).
§21Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀποῤῥίψωμεν κατ’ ἀρχὴν τὸ προτεινόμενον νομοσχέδιον, διότι ἡ Βουλὴ παμψηφεὶ ἀπεδέχθη τὰς κατεπειγούσας ἐκτάκτους παρασκευάς. Ἐὰν ἡ οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἦναι ἡ κατάλληλος, κατὰ τὴν συζήτησιν θέλομεν ἐπενέγκει τὰς τροποποιήσεις ἐκείνας, αἵτινες δύνανται νὰ καταστήσωσι τὰς παρασκευὰς πραγματικὰς καὶ ἐφαρμοσίμους, ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, εἰς ἃς θέλει εὑρεθῆ ὁ τόπος. Ἀποδέχομαι, κύριοι, ὅτι ἡ οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἀτελὴς, ὅτι αἱ παράγραφοι τοῦ νομοσχεδίου ἀντιφάσκουσι πρὸς ἀλλήλας, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ αὐτῷ εἰσάγονται ἰδέαι προπηλακισθεῖσαι ἀπὸ τὸν τόπον πρὸ πολλοῦ χρόνου, καὶ αἱ ὁποῖαι ὑπὸ ξένας λέξεις καὶ ἄλλα ὀνόματα ἐπανέρχονται ἐκ νέου. Ἐν πρώτοις ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ποίαν ἰδέαν ἔχει περὶ ἐφέδρων, διότι, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, ὁ ἔφεδρος εἶναι στρατιώτης, διεπόμενος ἀπὸ τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους, εἴτε κατὰ Σώματα συγκροτεῖται, εἴτε καὶ ὡς νεοσύλλεκτος ἀσκεῖται. Ἐν τῷ νόμῳ αὐτῷ ὁ ἔφεδρος ἔχει δύο ὑπάρξεις, ἔχει ὕπαρξιν πολιτικὴν, ὑπαγομένην εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων, καὶ ὕπαρξιν στρατιωτικὴν, ὑπαγομένην εἰς τὴν στρατιωτικὴν δικαιοδοσίαν· ὁ ἔφεδρος ἐξασκούμενος τιμωρεῖται ὁτὲ μὲν ἀπὸ τὸν εἰρηνοδίκην ἢ τὸν πταισματοδίκην, ὁτὲ δὲ ἀπὸ τὸ στρατιωτικὸν δικαστήριον. Ἐκ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου καταφαίνεται, ὅτι ἡ σύγχυσις εἶναι πλήρης, διότι τὸ αὐτὸ ἄτομον ἔχει διττὴν φύσιν. Ἡ Κυβέρνησις, διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἐπεφυλάξατο εἰς ἑαυτὴν διὰ Β. Διατάγματος νὰ ὁρίσῃ τὸν τρόπον τῆς ἀσκήσεως, τὰς ἀποζημιώσεις τῶν προγυμναστῶν, τὰς ποινὰς, τὰς ὁποίας θὰ ἐπιβάλλουν, καὶ τὰ τοιαῦτα. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, πρὶν ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ἔπρεπε νὰ μελετήσῃ αὐτὸ ἐπισταμένως, διὰ νὰ διευκολύνῃ τὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς, διότι εἶναι πολὺ δύσκολον νὰ συζητήσωμεν ἑκάστην λέξιν καὶ ἑκάστην φράσιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἀλλὰ, κύριοι, νομίζω ὅτι, διὰ νὰ συζητήσωμεν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἀνάγκην ἔχομεν μερικῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ δώσῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν. Ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ κατάλογον τῶν ὑπαρχόντων ἀξιωματικῶν, εἰς οἱανδήποτε κατάστασιν καὶ ἂν εὑρίσκωνται· ἐννοῶ, κύριοι, τοὺς ἀποστράτους ὡς καὶ τοὺς προσωρινῶς ἀνικάνους. Πράγματι, κύριοι, οἱ ἀπόστρατοι ἀξιωματικοὶ εἶναι ἀξιωματικοὶ πολύτιμοι εἰς τοιαύτας περιστάσεις, ὅταν ἐκτάκτως ὁ τόπος πρόκηται νὰ τριπλασιάσῃ ἢ καὶ νὰ τετραπλασιάσῃ τὴν στρατιωτικήν του δύναμιν, διότι μεταξὺ τῶν ἄλλων πρόκειται διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ νὰ ἐγκαταστήσωμεν νέους ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικούς, καὶ ὡς τοιούτους τὸ νομοσχέδιον παραδέχεται τοὺς φοιτητὰς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τοὺς μαθητὰς τῶν Γυμνασίων, ὡσὰν οἱ τίτλοι αὐτοὶ νὰ ἦσαν ἐπαρκεῖς, διὰ νὰ καθέξωσι τὰς θέσεις τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν. Ἐζήτησα τὴν σημείωσιν αὐτὴν ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ νὰ ἴδω πόσους ἀξιωματικοὺς ἔχει ἡ Ἑλλάς· φρονῶ δὲ, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἀρκετοὶ διὰ διπλάσιον καὶ τριπλάσιον ἀριθμὸν τοῦ ὑπάρχοντος στρατοῦ. Ὅταν δ’ ἔλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα, θέλω συζητήσει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἑκάστην φράσιν καὶ ἑκάστην λέξιν· νομίζω ὅμως, ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ ἡ Βουλὴ καλῶς σκεφθεῖσα ἐψήφισε τὰς ἐκτάκτους καὶ κατεπειγούσας παρασκευὰς τοῦ τόπου, πρέπει νὰ δεχθῇ κατ’ ἀρχὴν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ὅταν δὲ πρόκηται νὰ συζητήσῃ τὰ καθέκαστα, τότε θέλομεν συζητήσει ἐν λεπτομερείᾳ καὶ διαφόρους διατάξεις. Πρὸ τούτου ὅμως ἔχω ἀνάγκην νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίως τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ὑποβάλῃ κατάστασιν τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, τῶν ὑπεραρίθμων ὑπαξιωματικῶν τῶν ἐκτὸς τῶν Σωμάτων ὑπαρχόντων, διὰ νὰ ἴδωμεν πόσους ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικοὺς ἔχομεν, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ καταφύγωμεν εἰς τοὺς φοιτητὰς καὶ μαθητὰς τῶν γυμνασίων.
§22ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναγκαιότατον καὶ ἀρχαιότατον τὸ ἔθιμον τοῦ νὰ στρατολογῶνται ἐκτάκτως οἱ πολῖται. Ἐὰν δὲν δυνηθῶμεν κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ ἔχωμεν 200 χιλιάδας, καὶ ὀλιγώτεροι ἐὰν ᾖναι, δὲν θέλουσι βλάψει τὴν πατρίδα. Ἐκτὸς τούτου τοῦ προσόντος, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ νομοσχέδιον, νὰ ἀποδίδῃ ἴσην ἀπονομὴν πρὸς ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ἔχει καὶ τὸ προσὸν νὰ ἀναγκάζηται ὁ πολίτης νὰ σκέπτηται ὅτι, ὁσάκις καλεῖται, ὀφείλει νὰ χύσῃ τὸ αἷμά του ὑπὲρ μιᾶς ἰδέας· ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν βλάπτει. Κατὰ τί δύναται νὰ βλάψῃ; Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν ἀποστράτων καὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν, ὑπάρχει ἓν ἄρθρον ῥητὸν, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι καλοῦνται οἱ φοιτηταὶ κτλ. ὁσάκις ἐκ τῶν ἀποστράτων καὶ λοιπῶν δὲν ὑπάρχει ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμός. Μ’ ὅλα ταῦτα δὲν πειράζει· ἐὰν εἷς ἔχῃ γνώμην τινὰ, νὰ τὴν φέρῃ, διὰ νὰ συζητηθῶσιν ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα καὶ ἐξευρεθῇ ὁ καταλληλότερος τρόπος, σύμφωνα πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου.
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῆς ἀνάγκης ἐκτάκτων παρασκευῶν, δὲν δύνανται, νομίζω, ν’ ἀποκρούσωσι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἀλλ’ ἐξετάζοντες τὸ νομοσχέδιον, εὑρίσκομεν, ὅτι οὐδόλως ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς ἐπαγγελίας αὐτοῦ· καὶ διὰ τοῦτο, καίτοι νομίζοντες, ὅτι ἐν τῇ πρώτῃ ταύτῃ ἀναγνώσει δὲν πρέπει νὰ φέρωμεν πρόσκομμα εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, πρέπει ὅμως ν’ ἀπευθύνωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν προτείνασαν τὸ νομοσχέδιον παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, ὅπως κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, ἂν παραδέχηται τὰς ἰδέας ταύτας, φέρῃ αὐτὴ τὰς τροποποιήσεις τὰς ὁποίας συνιστῶμεν. Ἄλλως θ’ ἀναγκασθῶμεν ἡμεῖς νὰ φέρωμεν τροπολογίας, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι καλὸν νὰ γείνῃ ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἴσως φέρει χρονοτριβάς. Ποία εἶναι ἡ θεμελιώδης διάταξις τοῦ νομοσχεδίου; Ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι ἡ ἄσκησις πάντων τῶν πολιτῶν τῶν δυναμένων νὰ φέρωσιν ὅπλα, καὶ περὶ τούτου τὸ νομοσχέδιον οὐδὲν κανονίζει· δικαίως λοιπὸν εἶπον ὅτι ἀποδέχομαι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ἀποδεχθῶ, εἰμὴ ἐν πρώτῃ ἀναγνώσει καὶ ὑπὸ ἐπιφύλαξιν συμπληρώσεως εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, προκειμένου περὶ τῶν ἀσκήσεων τῶν πολιτῶν, οὐδὲν αὐτὸ διαλαμβάνει, ἀλλὰ παραπέμπει εἰς βασιλικὰ διατάγματα. Δὲν ἔρχομαι νὰ συζητήσω τώρα τὴν ἀρχὴν τῆς παραπομπῆς τοιούτων διατάξεων εἰς βασιλικὰ διατάγματα· τοῦτο θὰ ἦναι ἔργον ἡμῶν εἰς τὴν κατὰ μέρος συζήτησιν, ὅτε θέμα τῆς συζητήσεως θὰ ἦναι τὸ ἄρθρον 4. Ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων νὰ κανονίζῃ τὰς ὑποχρεώσεις τῶν πολιτῶν τὰς βαρυτέρας ὅλων τῶν ὑποχρεώσεων, τοὐτέστι τὰς στρατιωτικάς. Ὅλοι ἀναγνωρίζομεν, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ὀφείλει νὰ ὑποβληθῇ εἰς ὑποχρεώσεις στρατιωτικὰς ἐκτάκτως· αὐτὸς ὁ λαὸς πρῶτος ζητεῖ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τοιαύτας ὑποχρεώσεις, ἀλλὰ ζητεῖ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ, διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὑτοῦ, οὐχὶ δὲ ποτὲ ν’ ἀναθέσῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν τοιαύτην ἐξουσίαν. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι ἀφίεται ἐλευθέρα ἡ κυβέρνησις περὶ τὸν καταρτισμὸν τῶν διαταγμάτων τούτων, ἀλλ’ ὅτι ὁ γενικὸς περὶ στρατολογίας νόμος, τὸ νομοσχέδιον δηλαδὴ τὸ παρὰ τῆς κυβερνήσεως προταθέν, προσδιορίζει τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας. Τοῦτο εἶναι πλάνη· τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἔχει ἀληθῶς ἕνα προσδιορισμὸν περὶ τοῦ χρόνου τῶν ἀσκήσεων τῶν ἐφέδρων, τοὐτέστιν, ὅτι κατὰ τὴν ἑπταετῆ διάρκειαν τῆς ἐφεδρείας ὑπόκεινται οἱ ἔφεδροι εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τριῶν, νομίζω, ἀσκήσεων, τριῶν γυμνασίων, διαρκούντων ἕκαστον οὐχὶ πλέον τῶν τεσσάρων ἑβδομάδων. Ἀλλ’ αἱ ἀσκήσεις αὗται, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸν γενικὸν νόμον θέλουσιν ἐφαρμοσθῆ εἰς διάρκειαν ἑπτὰ ἐτῶν, οὐδεμίαν δύνανται νὰ ἔχωσι σχέσιν πρὸς τὸ ἔκτακτον τοῦτο νομοσχέδιον, οἱ δ’ ἔφεδροι, περὶ ὧν πραγματεύεται τὸ ἕτερον νομοσχέδιον, εἶναι ἔφεδροι ὑπηρετήσαντες ἐν τῷ στρατῷ, ἐκγυμνασθέντες, καὶ οἵτινες καλοῦνται μόνον, ἵνα διατηρῶσι τὸν δεσμὸν τὸν στρατιωτικὸν πρὸς τὰ Σώματα, εἰς ἃ ἀνήκουσι, καὶ ἵνα μὴ ἀπομάθωσιν ὅσα ἔμαθον· ἐνταῦθα ὅμως δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἀλλὰ περὶ πολιτῶν οὐδεμίαν λαβόντων στρατιωτικὴν ἐξάσκησιν καὶ οἵτινες πρόκειται ἐξ ὑπαρχῆς ν’ ἀσκηθῶσι. Περὶ τούτων πρέπει νὰ ληφθῇ εἰδικὴ πρόνοια, καὶ ὡς πρὸς ταύτην παραπέμπει τὸ νομοσχέδιον τὰ πάντα εἰς βασ. διάταγμα. Ὅτι δ’ ὡς πρὸς τούτους δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν οἱανδήποτε ἡ περὶ ἀσκήσεων ἐφέδρων διάταξις τοῦ γενικοῦ περὶ στρατολογίας νομοσχεδίου, ἀποδεικνύεται ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ εἰδικοῦ νομοσχεδίου παραβαλλομένου πρὸς ἐκεῖνο, διότι τὸ εἰδικὸν νομοσχέδιον, τὸ περὶ ἐκτάκτου στρατολογίας, εἰς τὰς μερικὰς αὐτοῦ διατάξεις περὶ τῶν ἀγόντων ἡλικίαν ἀπὸ 21 ἐτῶν καὶ περαιτέρω καὶ μὴ ἀνηκόντων εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐξυπηρετησάντων ἀπὸ τοῦ στρατοῦ, ὡς πρὸς τούτους τὸ νομοσχέδιον λέγει, ὅτι θέλει κανονίζει τὰ τῶν ἀσκήσεων βασ. διάταγμα· ἀλλ’ οὗτοι, κατὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ γενικῆς στρατολογίας, δὲν εἶναι ἔφεδροι, καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, τὴν ἀφορῶσαν εἰς μόνους τοὺς ἐφέδρους, τοὺς γενομένους ἐφέδρους ἀφοῦ ἐξυπηρέτησαν ἐν τῷ μονίμῳ στρατῷ. Ὁ σκοπὸς ἄρα ὁ κύριος τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀφορῶντος πρὸ πάντων εἰς τὴν ἄσκησιν καὶ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν τῶν πολιτῶν, οἵτινες δὲν εἶναι καταγεγραμμένοι ἐν τῷ μονίμῳ στρατῷ καὶ δὲν διῆλθον διὰ τῶν τάξεων αὐτοῦ, ὁ σκοπὸς οὗτος οὐδόλως πληροῦται. Ὑπάρχει κενὸν ἐν τῷ νόμῳ, καὶ μάλιστα ἐν τῇ θεμελιώδει αὐτοῦ διατάξει. Ἂν λοιπὸν ἡ κυβέρνησις πρὸ τῆς δευτέρας ἀναγνώσεως δὲν μᾶς φέρῃ πρότασιν περὶ κανονισμοῦ νομοθετικῶς τῶν ὑποχρεώσεων τῶν τῆς ἐκτάκτου ταύτης στρατολογίας ἐφέδρων, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι νομοσχέδιον περὶ ἐκτάκτου στρατολογίας δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἔργον ἡμέτερον θὰ ᾖναι νὰ προτείνωμεν τοιοῦτον νομοσχέδιον· πιστεύω ὅμως, ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ μὴ ὑποβάλῃ περὶ τούτου, νομοσχέδιον.
§24ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Τί ζητεῖτε;
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καθ’ ἣν ἀνατίθεται εἰς Βασ. Διάταγμα ὁ κανονισμὸς τῶν ἀσκήσεων τῶν ἐκτάκτων ἐφέδρων, ν’ ἀντικαταστήσητε δι’ ἑτέρας διατάξεως περιλαμβανούσης ἐντὸς τοῦ νόμου ὅσα θὰ ἐκανονίζοντο διὰ τοῦ Βασ. Διατάγματος.
§26ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Καλά.
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Προσέτι ἐπιθυμῶ νὰ ἠξεύρω ποῖοι θὰ ᾖναι οἱ ὑποβληθησόμενοι εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ νόμου, διότι βλέπω ὅτι ὁ νόμος οὗτος στηρίζεται εἰς τὰ μητρῷα τῆς ἐθνοφυλακῆς· ἐνθυμεῖται δὲ ἡ Βουλὴ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως, ἥτις ἐγένετο πρὸς αὐτὴν ἀπὸ τοῦ βήματος, ποία ἡ ἀξία τῶν μητρῴων. Εἴδατε ὅτι τὰ μητρῷα ταῦτα εἶναι ἔγγραφα καθαρῶς εἰκονικὰ, τοῦτο δὲ ἀποδεικνύουν καὶ οἱ ἀριθμοὶ, τὸ ἀποδεικνύουσι δὲ καὶ αὗται αἱ μαρτυρίαι τῶν ἰδίων ὑπουργῶν, τὸ ὁμολογοῦν τὰ ἔγγραφα τὰ ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ τοῦ πρωθυπουργοῦ, τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἐν τοῖς ὁποίοις γίνεται, κατὰ τοὺς κανόνας τῆς καταστατικῆς καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενικῶν ἀπογραφικῶν πινάκων τοῦ Κράτους, ὁ ὑπολογισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δυναμένων νὰ φέρωσιν ὅπλα ἀπὸ τῆς ἡλικίας τοῦ 21 ἔτους ἕως τοῦ 30. Κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦτον, ὁ ἀριθμὸς δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἀνώτερος τῶν 47,000, πιθανὸν δὲ, κατ’ ἄλλας καταστατικὰς ἀναλογίας μνημονευομένας ὑπὸ τοῦ πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν ὑπουργῶν, ὁ ἀριθμὸς νὰ ᾖναι κατώτερος. Ὅταν ἡ ἐπιστήμη παρουσιάζῃ τοιαῦτα ἀποτελέσματα, πῶς δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν σπουδαῖα τὰ μητρῷα, καθ’ ἃ ὁ ἀριθμὸς εἶναι ὑπερδιπλάσιος; Ἐρωτῶ λοιπὸν τοὺς ὑπουργοὺς, ἐπὶ τῇ βάσει τινων μητρῴων θέλει ἐφαρμοσθῆ ὁ νόμος οὗτος, πῶς θέλει γείνει ἡ καταγραφὴ τῶν ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρέων, διότι πιστεύω, ὅτι δὲν ἐπιμένουσι θεωροῦντες τὰ μητρῷα ὡς σπουδαῖα ἔγγραφα.
§28ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§29Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἅπαξ ἀπεφάσισε τὴν λῆψιν ἐκτάκτων μέτρων ἀναλόγων τῶν περιστάσεων, οὐδεὶς δύναται βεβαίως νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν λόγον κατὰ τῆς περὶ ἐκτάκτων παρασκευῶν ἀρχῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἂν ἕνεκα τούτου δὲν ἦμαι ἐναντίος τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, δὲν δύναμαι ὅμως νὰ παραδεχθῶ καὶ νὰ μὴ ἀντικρούσω τὰ προτεινόμενα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀντιβαίνουν ἄρδην εἰς τὴν παραδεδεγμένην ταύτην ἀρχήν. Ὅταν, κύριοι, ἤκουον ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐνασχολεῖται σπουδαίως νὰ προετοιμάσῃ ὕλην διὰ τὴν Βουλὴν, νὰ προνοήσῃ περὶ μέτρων τὰ ὁποῖα ἤθελεν εἰσαγάγει εἰς τὴν ἔγκρισίν της, ὅταν διελαλεῖτο ὅτι εἰς τοῦτο σπουδαίως καταγίνεται ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ πολὺν χρόνον, ἐνόμιζον ὅτι ἤθελεν εἰσαγάγει εἰς τὴν ἐπιψήφισίν μας σχέδιον ἀντάξιον τῶν περιστάσεων, ὥριμον, μεμελετημένον, σκόπιμον· ἤλπιζον, κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤθελε πρὸ πάντων λάβει ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, ὀφείλουσα ἐν ἀνάγκῃ νὰ ὑποστηρίξῃ καὶ ὑπερασπίσῃ τὰ ὅριά της, εἶχεν ἀνάγκην χερσαίας καὶ ναυτικῆς δυνάμεως, ὡς ἔχουσα ὅρια κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν· τοσούτῳ μᾶλλον ἔπρεπε νὰ ἐπιστήσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τοῦτο τὴν προσοχήν της, καθόσον ἐγίνωσκεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς περιέχει νήσους διεσπαρμένας εἰς διάφορα μέρη. Ἀνέμενον ἑπομένως, ὅτι ἤθελε μᾶς εἰσαγάγει νομοσχέδιον μεμελετημένον περὶ στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς δυνάμεως· ἀντὶ δὲ τούτου τί μᾶς εἰσάγουσι; νομοσχέδιον περὶ προσωρινῶν ἐκτάκτων μέτρων κατὰ ξηράν. Εἶναι τοῦτο ἐπαρκές, κύριοι, εἰς ὑπεράσπισιν τῶν δικαιωμάτων τῆς πατρίδος ἐν ἀνάγκῃ; Τίνα εἰσὶ τὰ καθήκοντα τῶν ὑπουργείων; Τὰ μὲν ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν ὀφείλουσι νὰ φροντίζωσι περὶ τῆς ὑπερασπίσεως τῶν ὁρίων, τὸ δὲ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τῆς ἀσφαλείας καὶ τῆς εὐημερίας τῶν κατοίκων. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις παρέλειψε νὰ προνοήσῃ περὶ αὐξήσεως τῆς ναυτικῆς δυνάμεως πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν παραλίων καὶ νήσων, ἀνεπλήρωσε κἂν τὴν ἄλλην ἀνάγκην, τὴν κατὰ ξηρὰν δύναμιν; Ἄπαγε, οὔτε τοῦτο ἐγένετο, διότι τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον οὐδὲν σπουδαῖον, οὐδὲν πραγματικὸν προτείνει, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι φενάκη καθαρά. Μᾶς λέγουν, ὅτι αἱ ἀνάγκαι τῆς πατρίδος ὑπάρχουσι κατεπείγουσαι, πρέπει νὰ ὀργανίσωμεν τὸν στρατόν μας· ἀλλὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον πολὺ ἀπέχει τῆς πραγματοποιήσεως τοιούτου σκοποῦ, ὑπόσχεται μεγάλα καὶ οὐδὲν πραγματικόν. Κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, βάσις τῆς ἐκτάκτου στρατολογίας ὑπάρχουν τὰ μητρῷα, οἱ κατάλογοι τῆς ἐθνοφυλακῆς. Ἀλλὰ τὰ μητρῷα ταῦτα παρέχουσιν ἀποχρώσας ἐγγυήσεις; πολλοῦ γε καὶ δεῖ· διότι ἐπ’ αὐτῶν, ἐπὶ τῶν ἐνστάσεων κρίνουν καὶ ἀποφασίζουν οἱ δήμαρχοι καὶ τὰ δημοτικὰ συμβούλια, ταῦτα δὲ πολὺ ἐπιπολαίως κρίνουσι, μὴ θεωροῦντα σπουδαίαν τὴν ἐθνοφυλακήν· ἐκ τούτου δὲ πολλαὶ ἐνυπάρχουσιν ἐν τοῖς μητρῴοις ἐλλείψεις, μὴ ἐγγραφομένων ἀκριβῶς ἐν αὐτοῖς τῶν ἡλικιῶν τῶν διαφόρου τάξεως ἐθνοφυλάκων. Ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν μᾶς εἶπε: δὲν μὲ μέλλει, ἀρκεῖ ὅτι κατήρτισα τὰ μητρῷα, ἔχω τὴν ἡλικίαν, ἔχω τοὺς ἄνδρας. Ματαία πλάνη τοῦτο· δὲν δύνασθε ὀρθῶς σκεπτόμενοι νὰ στρατολογήσητε πᾶσαν τὴν γόνιμον ἡλικίαν, ὄχι· ὑμεῖς, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν ὄχι μόνον τὴν χορήγησιν στρατιωτῶν εἰς τὸν στρατὸν, ἀλλὰ καὶ τὴν εὐημερίαν τοῦ τόπου, ὀφείλετε νὰ νομοθετήσητε οὕτως, ὥστε νὰ μὴ ἀφήσητε καὶ τοὺς Νομοὺς ἐστερημένους τῶν χειρῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι συντείνουν εἰς τὴν παραγωγήν. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἐπὶ δεδομένου ἀριθμοῦ στρατολογηθησομένων, ἂν δὲν σᾶς ἀρκῇ ἡ ἡλικία τῶν 20 ἐτῶν, λαμβάνετε καὶ ἀπὸ τὴν ἡλικίαν τῶν 21 ἐτῶν. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἄδικον, διότι ἀπὸ τοὺς Νομοὺς, εἰς οὓς ὑπάρχουσιν ἐν τοῖς μητρῴοις ἀκριβῶς σημειωμέναι αἱ ἡλικίαι, θέλετε λάβει δύο ἡλικίας νέων, ἐνῷ ἀπὸ τοὺς Νομοὺς, εἰς οὓς αἱ ἡλικίαι ἀπεκρύβησαν ἐν τοῖς μητρῴοις, θέλετε λάβει μίαν μόνην ἡλικίαν νέων, ἥτις φαίνεται ἐν αὐτοῖς τοῖς μητρῴοις.
§30Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἴπατε ἀπὸ τὸν ἕνα Νομόν;
§31ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέσατε, κύριοι, ὅτι ὁ στρατὸς ἔχει ἀνάγκην 5,000 ἀνδρῶν. Ἀλλ’ οἱ κατάλογοι τῶν μητρῴων, ὡς εἶναι σήμερον εἴς τινας δήμους, δὲν περιέχουσιν ἄνδρας ἔχοντας τὴν ἡλικίαν τῶν 20 ἐτῶν, ὡς μὴ σημειωθείσης ἐν τοῖς μητρῴοις τῆς εἰκοσαετοῦς ἡλικίας τῶν νέων. Οἱ δῆμοι οὗτοι θέλουσιν ἀπαλλαχθῆ τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ δώσωσι νέους εἰκοσαετεῖς, ἡ δὲ κυβέρνησις, εἰς συμπλήρωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῆς στρατολογίας τῶν 5,000 ἀνδρῶν, ὧν ἔχει ἀνάγκην, θέλει προβῇ εἰς τὴν ἡλικίαν τοῦ 21 ἔτους· ἑπομένως δῆμοί τινες θέλουσι δώσει εἰς τὸν στρατὸν τὴν ἡλικίαν τῶν 20 καὶ 21, ἄλλοι δὲ τὴν τῶν 21, διότι, ὡς ἔχουσι τὰ μητρῷα, δὲν περιέχουν νέους ἡλικίας 20 ἐτῶν. Ἄλλως ἠξεύρετε πῶς σχηματίζονται τὰ μητρῷα τῆς ἐθνοφυλακῆς· εἰς αὐτὰ οὐδεὶς οὐδεμίαν προσοχὴν ἔδωκεν, ἄρα ἡ ἐργασία τὴν ὁποίαν παρουσίασε τὸ ὑπουργεῖον, διὰ νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν στρατολογίαν, εἶναι ὅλως διόλου χιμαιρική. Ἡ ὑπουργικὴ ἔκθεσις ἰσχυρίζεται, ὅτι δηλαδὴ διὰ τοῦ Νόμου, τὸν ὁποῖον προτείνει, τὸ κράτος θέλει δώσει στρατὸν 120,000 ἐνεργὸν καὶ 80,000 ἐθνοφυλακῆς κτλ. Τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ· πρῶτον διότι δὲν πρόκειται ὁ λόγος νὰ λάβητε ἐκ τῶν πολιτῶν σήμερον στρατὸν γεγυμνασμένον καὶ νὰ τὸν στείλητε ἐν ἀνάγκῃ νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος εἰς 5, 6 μῆνας, ἀλλὰ πρόκειται νὰ τὸν ἀφαιρέσητε 7, 8 μῆνας ἀπὸ τὰς ἑστίας του, νὰ τὸν γυμνάσητε, καὶ ὕστερον νὰ τὸν στείλητε. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἐὰν ἀφαιρέσητε σήμερον τοὺς πολίτας ἀπὸ τὰ ἔργα των, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν παραγωγὴν ἐν τῷ τόπῳ, διὰ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ πολέμου; ἐὰν ἀποστερήσητε τὰς χεῖρας ἀπὸ τὴν βιομηχανίαν, τὴν γεωργίαν, τὸ ἐμπόριον, τότε τί θέλετε κάμει; τίποτε. Θέλετε ἔχει μίαν στέρησιν πραγματικὴν, μίαν πενίαν, διότι θέλομεν κλείσει τὰς πηγὰς τοῦ πλούτου· θέλετε ἀποστερήσει τὴν πατρίδα τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἔχωμεν τὰ ἀναγκαῖα πρὸς συντήρησιν αὐτῶν τῶν στρατευμάτων. Ἐκτὸς τούτου, τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, καθὼς εἶπε καὶ ὁ κ. Τρικούπης, ἀνατίθησιν εἰς Β. Διάταγμα τὸν προσδιορισμὸν τῶν ὑποχρεώσεων, τῶν ἐπιβαλλομένων εἰς τοὺς ἐφέδρους. Τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν, τοῦτο δὲν εἶναι ἀντικείμενον Β. Διαταγμάτων, ἀλλὰ Νόμου. Ὁ χρόνος τῆς ἀσκήσεως κανονίζεται διὰ τῆς συναινέσεως τῶν νομοθετικῶν σωμάτων. Τὰ νομοθετικὰ σώματα, ὅταν ἐπιβάλλουν ὑποχρεώσεις, ἔχουν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ συμφέρον τοῦ τόπου τὸ γενικόν· ἔχουν συμφέρον νὰ γνωρίζουν κατὰ πόσον θέλουσιν ἀποστερήσει τὸν τόπον ἀπὸ τὰς βιομηχανικὰς χεῖρας, διότι πιθανὸν πολλάκις ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ, ὁρμωμένη ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς αὐξήσεως τοῦ στρατοῦ, νὰ περιορίζηται μόνον καὶ μόνον εἰς τοῦτο, χωρὶς νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐκ τῆς τοιαύτης στρατολογίας ἐπικειμένην στέρησιν τῶν βιοποριστικῶν τάξεων καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου. Διὰ τοῦτο πάντοτε ὁ χρόνος τῆς ἀσκήσεως πρὸ πάντων πρέπει νὰ ᾖναι προσδιωρισμένος ἀπὸ τὰ Σώματα τὰ νομοθετικὰ καὶ νὰ μὴν ἀφίνηται ποτὲ εἰς τὴν κρίσιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ ἰδίως μάλιστα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐπειδὴ αἱ οὐσιώδεις αὗται, κατ’ ἐμὲ, ἐλλείψεις τοῦ μητρῴου, τὸ ἐσφαλμένον τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἡ ὑπουργικὴ ἔκθεσις δίδει περὶ τῆς καταρτισθησομένης δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, καὶ ἰδίως τὰ περὶ τῆς ἀσκήσεως τῆς ἐφεδρείας προτεινόμενα ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου· ἐπειδὴ ταῦτα εἰσὶν οὐσιώδεις διατάξεις, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων εἶναι κατηρτισμένον τὸ νομοσχέδιον, φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται πολὺ καλὰ νὰ ἀποῤῥίψῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν εἰσαγωγὴν ἑνὸς ἄλλου, ἢ, ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, νὰ φροντίσῃ εἰς τὰ καθέκαστα νὰ τροποποιήσῃ οὐσιωδῶς πολλὰς διατάξεις του, ὥστε καὶ πρακτικώτερος καὶ σκοπιμώτερος καὶ συμφερώτερος νὰ καταρτισθῇ νόμος.
§32ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ὁ κ. Τρικούπης, νομίζω, ἀπηύθυνε παρατηρήσεις, ἢ ἀπῄτησε νὰ διορθώσωμεν τρία πράγματα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ σημειούμενα· πρῶτον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐκγύμνασιν τοῦ λαοῦ, δεύτερον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν ὑποχρεώσεων διὰ Διαταγμάτων ἢ διὰ νόμου, καὶ τρίτον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς καταλόγους. Νομίζω ὅτι ἐπὶ τῶν τριῶν αὐτῶν ἀντικειμένων ἔφερεν ἰδίως τὸν λόγον ὁ κ. Τρικούπης, εἰπὼν ὅτι περιμένει κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν νὰ ἀκούσῃ τὴν γνώμην τῆς κυβερνήσεως, ἂν δηλαδὴ ἡ κυβέρνησις παρουσιάσῃ κατὰ τὴν πεποίθησίν του διορθώσεις ἢ τροποποιήσεις, τότε θέλει, ἐὰν ἐγκρίνῃ, ὑποστηρίξει τὸν νόμον· ἄλλως, θέλει πολεμήσει αὐτόν. Καὶ προχθὲς σᾶς εἶπον καὶ σήμερον ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἀποκρούομεν τὰς ἄλλοθεν παρατηρήσεις καὶ γνώμας, δὲν πιστεύομεν εἰς τὸ ἄπταιστον ἡμῶν, ἀπόφασιν δ’ ἔχομεν νὰ παραδεχθῶμεν πᾶν ὅ,τι καλόν· διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ θὰ ἐπαναληφθῇ ἡ συζήτησις κατὰ τὴν βʹ ἢ γʹ ἀνάγνωσιν, ἐπιφυλάττομαι νὰ εἴπω κατὰ τὶ συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Τρικούπην, τὶ νομίζω διορθωτέον, ἢ εἰς τὶ ἐπιμένω εἰς τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἔχει, καὶ ἑπομένως μένει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐγκρίνῃ καὶ νὰ παραδεχθῇ ὅ,τι νομίζει κατάλληλον.
§33ΖΩΧΙΟΣ. Νομίζω ὅτι πλανώμεθα. Ἡ ἀντιπολίτευσις χθὲς προχθὲς παρεδέχθη κατ’ ἀρχὴν τὰς παρασκευὰς, κατεδίκασε δὲ ἐν ὅλῳ τὰ νομοσχέδια τῆς κυβερνήσεως, τὰ ἀπεδοκίμασεν· ἂν ἐπιδέχεται διόρθωσιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, νὰ τὸ διορθώσωμεν, ἀλλὰ εἶναι ἀδιόρθωτον ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους. Σημειωτέον δὲ, ὅτι τοῦτο τὸ νομοσχέδιον ἔχει ἄλλον ὁλωσδιόλου σκοπὸν παρὰ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Τρικούπης περὶ ἐκγυμνάσεως εἶπεν. Ἰδοὺ τὶ θέλει ἡ κυβέρνησις δι’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου· εἶναι τὸ μόνον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἔκθεσιν (ἀναγινώσκει). «Τὸ ὑποβαλλόμενον ὑμῖν νομοσχέδιον, περὶ προσωρινοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ τῶν κατὰ ξηρὰν δυνάμεων τοῦ Κράτους, ἀποτελεῖ ἐν τῷ συνόλῳ τῶν ὑποβληθέντων εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν προπαρασκευὴν τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων ἀφορώντων μέτρων, ἀναγκαῖον καὶ ὑπὸ τῶν περιστάσεων ἐπιβαλλόμενον συμπλήρωμα τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, ἀπαρτίζον τὰς προσωρινὰς, οὕτως εἰπεῖν, διατάξεις αὐτοῦ.» Πρόκειται λοιπὸν περὶ ἐκτάκτου παρασκευῆς, καὶ δι’ αὐτὸ ἐρωτῶ τὴν κυβέρνησιν ἂν δύναται ἐντὸς 6 μηνῶν νὰ ἀντιτάξῃ κατὰ τοῦ ἐχθροῦ 10, 20 χιλιάδας στρατοῦ. Αὐτὴν τὴν ἀρχὴν ἐγὼ δὲν δέχομαι, καὶ δι’ αὐτὸ τὸ πολεμῶ ἐκ προοιμίων, διότι σκιαμαχοῦμεν· λέγει ἡ ἰδία· «Τὸ περὶ στρατολογίας ἄρξεται νὰ λειτουργῇ, διὰ τῆς παροχῆς ἀνδρῶν εἰς τὸν ἐθνικὸν στρατὸν, ἐντὸς ἓξ μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ, τὸ δὲ νῦν ὑποβαλλόμενον πληρώσει τὴν μεγάλην ταύτην τῆς πατρίδος ἀνάγκην ἀμέσως.» Λοιπὸν πρόκειται νὰ παρασκευασθῶμεν ἀμέσως· αὐτὴν τὴν ταχεῖαν παρασκευὴν δυνάμεθα νὰ τὴν πραγματοποιήσωμεν διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ; Δὲν ἐπεμβαίνω εἰς τὰς λεπτομερείας, αἱ ὁποῖαι εἶναι κατακριτέαι, ἀλλὰ κατόπιν· ἐκ προοιμίων κατακρίνω τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, διότι δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ νὰ παρασκευασθῶμεν ὅσον τάχιον. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ δὲν παρασκευαζόμεθα ἐν τάχει, καὶ ἀπόδειξις τούτου, ὅτι τὸ κατόπιν ἐρχόμενον σᾶς ζητεῖ 10,000,000. Ἡ τοῦτο εἶναι ψευδὲς, ἢ ἐκεῖνο· αὐτὰ τὰ νομοσχέδια εἶναι ἀδελφὰ, τὸ ἓν δὲν ὑπάρχει ἄνευ τοῦ ἄλλου. Ἀφοῦ δὲ λέγει περὶ ταχείας παρασκευῆς τοῦ ἔθνους, τί λέγει περὶ παρασκευῆς κατὰ θάλασσαν; λοιπὸν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν ἓν ψεῦδος. Ὁ πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν, ἂς περάσῃ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, καὶ τὴν δευτέραν ἐδῶ εἴμεθα. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ ἀναγνώσεως, ἀλλὰ περὶ συζητήσεως· ἢ τοῦτο εἶναι ψεῦδος ἢ αὐτό. Τώρα δὲ, ἐὰν μὲ ἐρωτήσητε ποῖον νομοσχέδιον ἐγέννησε τὸ ἄλλο, σᾶς ἀφίνω νὰ τὸ κρίνητε ὑμεῖς.
§34ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν, θὰ τὸ ἀκούσητε ἐν καιρῷ.
§35ΖΩΧΙΟΣ. Μὰ φωτίσατέ μας ἐπὶ τέλους πότε θὰ ᾖναι αὐτὸς ὁ καιρός; αὐτὸν τὸν στρατὸν, τὸν ὁποῖον θέλετε νὰ παρατάξητε, διὰ ποίων χρημάτων θέλετε νὰ τὸν συντηρήσητε; Λοιπὸν ἀντιτάσσομαι εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, διότι δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς ὅ,τι ὁ τόπος λέγουν ὅτι ποθεῖ· ὁ τόπος θέλει νὰ προετοιμασθῇ ὅσον τάχιστα, καὶ τοῦτο ὑπόσχεται τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς αὐτό.
§36ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἰδέαν ἔχετε σεῖς;
§37ΖΩΧΙΟΣ. Ὅταν θέλῃ τις νὰ παρασκευασθῇ, λαμβάνει ἐκ τῶν ἐνόντων. Θέλω νὰ προετοιμασθῶ· τί δύναμαι νὰ διαθέσω; τὸν ὑπάρχοντα στρατὸν πρῶτον, τοὺς ἐφέδρους δεύτερον, τοὺς στρατευσίμους τρίτον, τοὺς ἐθελοντὰς τέταρτον, καὶ τέλος στρατολογεῖτε καὶ ἡμᾶς τοὺς γέροντας. Ὅλος ὁ κόσμος ἤθελε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον παρασκευασθῆ. Τώρα, κ. Χρηστόπουλε, πρὸς τοῦτο χρειάζονται πρὸ πάντων χρήματα.
§38ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ αὐτὸ ζητοῦμεν 10 ἑκατομμύρια.
§39ΖΩΧΙΟΣ. Λέγει ὁ κ. πρωθυπουργὸς ὅτι δὲν εἶναι δι’ αὐτό, καὶ τὰ δέκα δὲν ἀρκοῦν.
§40ΤΙΝΕΣ. Δώσατε εἴκοσι.
§41ΖΩΧΙΟΣ. Ζητήσατέ τα καὶ προσδιορίσατε τοὺς πόρους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους θὰ τὰ λάβητε. Φίλοι μου, σᾶς εἶπον ὅτι δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ πράγματα, τὰ ὁποῖα ὁ ἴδιος πρωθυπουργὸς δὲν δέχεται. Πῶς ἠμπορεῖς χωρὶς ἄνδρας, χωρὶς δάνεια, χωρὶς χρήματα νὰ πολεμήσῃς; διὰ τοῦτο εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§42ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἐπεκράτησε σύγχυσις, καὶ διὰ τοῦτο θέλω προσπαθήσει νὰ συνεννοηθῶ μετὰ τῶν προαγορευσάντων εἴτε ὑπὲρ εἴτε κατά. Πρόκειται τῳόντι περὶ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου, αἱ δὲ τελειωτικαὶ γνῶμαι πιθανῶς θὰ ἐξενεχθῶσι κατὰ τὴν τρίτην· ἀλλ’ εἶναι ἀξιέπαινος ἡ σπουδή, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων τούτων ἐξαιρετικῶς ἤρξατο ἀπὸ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως, ὅπως κατασταθῶσι πλέον ὥριμα. Τὸ πρῶτον πρᾶγμα, εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ συνεννοηθῶμεν, εἶναι τί ἐστὶν ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν θέλω εἴπει τί ἐστὶν ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ θέλω παρακαλέσει τοὺς ἐναντίους ν’ ἀποκριθῶσιν αὐτοὶ εἰς τὴν ὁποίαν θέλω τοῖς ἀπευθύνει ἐρώτησιν. Τὴν ἀρχὴν περὶ τῆς ἀνάγκης ὅπως ὁ τόπος ταχέως παρασκευασθῇ παρεδέχθη ἡ Βουλὴ εἰς τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν. Ἤδη μεταβαίνει εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν νομοσχεδίων. Τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, ὅπερ συζητοῦμεν, ἔχει ὡς ἐπιγραφὴν «περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τῶν κατὰ ξηρὰν στρατιωτικῶν δυνάμεων». Ἐρωτῶ τοὺς ἐναντίους, ἐὰν φρονοῦν ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν δηλαδή, ὅταν θὰ ψηφίσωμεν τὴν ἀρχὴν, ὑπ’ ὄψιν πρέπει νὰ ἔχωμεν ὅτι δεχόμεθα ἢ δὲν δεχόμεθα τὸν προσωρινὸν ὀργανισμὸν τῶν κατὰ ξηρὰν στρατιωτικῶν δυνάμεων. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ προαπεφασίσαμεν καὶ εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβωμεν. Πλὴν τούτου πᾶσα κυβέρνησις καὶ εἰς πᾶσαν ἐποχὴν δύναται νὰ παρουσιάσῃ νομοσχέδιον ἀπέχον τοῦ προκειμένου ὅσον οὐρανὸς ἀπὸ γῆς, φέρον δὲ τὴν αὐτὴν ἐπιγραφὴν «περὶ προσωρινοῦ διοργανισμοῦ τῶν κατὰ ξηρὰν στρατιωτικῶν δυνάμεων», καὶ μολοντοῦτο ὁ ψηφίζων ἤδη ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ προκειμένου δὲν ἕπεται ὅτι ὀφείλει νὰ ψηφίσῃ καὶ ὑπὲρ παντὸς ἄλλου μέλλοντος, διότι δῆθεν ἀμφότερα στολίζονται ὑπὸ τῆς αὐτῆς ἐπιγραφῆς. Φρονῶ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου δὲν συνίσταται εἰς τὴν ἐπιγραφήν. Ὅστις θέλει ν’ ἀνεύρῃ τὴν ἀρχὴν νομοσχεδίου τινός, ὀφείλει ν’ ἀναζητήσῃ τὴν βάσιν αὐτοῦ, τὸν νοῦν, τὴν ἰδέαν, τὸ νέον πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἰσάγει εἰς τὴν νομοθεσίαν, τὸν νέον θεσμόν. Ὁ νέος θεσμός, αὐτὸς εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Μὴ ζητοῦμεν λοιπὸν ἐν τῇ ἐπιγραφῇ, ὡς ἔπραξαν οἱ προαγορεύσαντες, ν’ ἀνακαλύψωμεν τὴν ἀρχὴν, ἀλλ’ ἐν τῷ νέῳ θεσμῷ. Ἐὰν ὥρισα καλῶς τὸ τί ἐστὶν ἀρχὴ ἑνὸς νομοσχεδίου, τότε ἐπιτρέψατέ μοι νὰ προχωρήσω εἰς τὴν ἀνεύρεσιν τῆς ἀρχῆς αὐτῆς ἐν τῷ προκειμένῳ. Τὸ πρῶτον ἄρθρον διαλαμβάνει· «Ἡ κατὰ ξηρὰν στρατιὰ σύγκειται ά) ἐκ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ». Ὁ ἐνεργὸς στρατὸς ὑπάρχει καὶ σήμερον· σᾶς πληροφορῶ δὲ ὅτι ὁ νέος νόμος δὲν φέρει καινοτομίαν τινὰ ὡς πρὸς τὸν ἐνεργὸν στρατόν. «βʹ) Ἐκ τῆς ἐφεδρείας τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ». Ἐφεδρείαν ἔχομεν καὶ σήμερον· σᾶς εἰδοποιῶ ὅμως, ὅτι ὡς πρὸς τὴν ἐφεδρείαν εἰσάγεται νέος θεσμός. «γʹ) Ἐκ τῆς ἐθνοφρουρᾶς». Ἐθνοφρουρὰν ἔχομεν καὶ σήμερον· εἶναι ἡ ἐθνοφυλακή. «δʹ.) Ἐκ τῆς ἐφεδρείας τῆς ἐθνοφρουρᾶς». Ἐφεδρείαν τῆς ἐθνοφρουρᾶς ἔχομεν καὶ σήμερον, διότι ἔχομεν τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ περὶ ἐθνοφυλακῆς νόμου· μόνον τὰ ὀνόματα μεταβάλλονται. Πλὴν ὅμως τούτου πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἕτερον ἄρθρον, τὸ ἄρθρον 10, τὸ ὁποῖον διαλαμβάνει «ἐπικειμένης ἐχθρικῆς ἐπιδρομῆς, διατάσσεται διὰ βασιλικοῦ διατάγματος, ἐκδιδομένου ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, πάνδημος στρατεία ἁπάντων τῶν δυναμένων νὰ φέρωσιν ὅπλα, ἀγόντων δὲ ἡλικίαν κατωτέραν τοῦ 18 ἔτους καὶ ἀνωτέραν τοῦ 50 συμπεπληρωμένου». Νὰ σᾶς βεβαιώσω δὲν ἠμπορῶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐὰν τοιαύτη διάταξις δὲν ὑπάρχῃ καὶ εἰς τὸν νόμον περὶ ἐθνοφυλακῆς· ὑποθέτω ὅμως πρὸς τὸ συμφέρον τῶν κυρίων ὑπουργῶν ὅτι δὲν ὑπάρχει, καὶ τοιουτοτρόπως ἔχομεν δύο νέους θεσμοὺς εἰσαγομένους διὰ τοῦ προκειμένου νόμου, τὸν θεσμὸν περὶ νέου εἴδους ἐφεδρείας τοῦ μονίμου στρατοῦ, καὶ δεύτερον τὴν ὑποχρέωσιν τῶν Ἑλλήνων νὰ ὑπερασπίσωσι τὴν πατρίδα των ὅπως δυνηθῶσι, διὰ στρατολογίας πανδήμου, ἐν περιπτώσει ἐχθρικῆς ἐπιδρομῆς. Ὅστις λοιπὸν θέλει εὐσυνειδήτως νὰ ἀποφανθῇ μετ’ ὀλίγον ἐὰν παραδέχεται ἢ δὲν παραδέχεται τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, χρεωστεῖ νὰ ἐξετάσῃ αὐτοὺς τοὺς δύω νέους θεσμοὺς, νὰ ἐρωτήσῃ δὲ ἑαυτὸν καὶ προσέξῃ εἰς τοὺς λόγους τῶν ἄλλων, διὰ νὰ πεισθῇ ἐὰν οἱ δύο νέοι αὐτοὶ θεσμοὶ ᾖναι ἄξιοι τῆς λευκῆς ψήφου, ἢ δὲν εἶναι ἄξιοι αὐτῆς. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἁπλούστατον ζήτημά μας. Ἐὰν δὲ ἀντὶ τούτου θελήσωμεν νὰ ψηφίζωμεν ἐπιγραφὰς νομοσχεδίων, νομίζω ὅτι πράττομεν ἔργον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἄξιον τῆς σοβαρότητος τοῦ Σώματος. Συνεπείᾳ τούτου, ἐπιτρέψατέ μοι διὰ βραχέων νὰ ἐξετάσω τὸν πρῶτον τῶν δύο τούτων θεσμῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ οὐσιώδης· διότι ὁ δεύτερος, ἐννοεῖτε πολὺ καλῶς, ὅτι εἴτε ἀναγραφῇ εἴτε δὲν ἀναγραφῇ εἰς τοὺς νόμους, ἀείποτε θέλει εἶσθαι ὁ νόμος τῆς κοινῆς σωτηρίας, καὶ εἰς αὐτὸν θέλουσιν ὑποταχθῇ μετ’ ἴσης προθυμίας καὶ ἴσου ἐνθουσιασμοῦ οἱ Ἕλληνες, εἴτε τὸν ἀπαντῶσιν εἰς τοὺς γραπτοὺς νόμους των, εἴτε δὲν τὸν ἀπαντῶσιν. Ὁ θεσμὸς λοιπὸν περὶ νέας ἐφεδρείας εἶναι τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως ἡμῶν, καὶ εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτοῦ παρακαλῶ τοὺς εἰδήμονας νὰ προσέξωσι καὶ ἐνασχοληθῶσι, διὰ νὰ φωτίσωσι καὶ ἡμᾶς. Ὁ νόμος διαλαμβάνει ἐν τῷ ἄρθρῳ πρώτῳ τὰ ἑξῆς: «β) Ἐκ τῆς ἐφεδρείας τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, συγκειμένης ἔκ τε τῶν κατὰ τὰς ἐν ἰσχύϊ διατάξεις ἀφυπηρετησάντων ἐκ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ» (περὶ αὐτῶν δὲν πρόκειται, διότι ὑπάρχει νόμος περὶ ἐφεδρείας τοῦ μονίμου στρατοῦ)· «καὶ τῶν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ παρόντος νόμου εἰς ταύτην ὑποχρεουμένων». Λοιπὸν τὸ ἄρθρον 2 περιέχει τὸν νέον θεσμόν. Τὸ ἄρθρον 2 διαλαμβάνει ὡς ἑξῆς· «Ἅπαντες οἱ ἐν τοῖς ἄρτι συνταχθεῖσι μητρώοις τῆς ἐθνοφυλακῆς, κατὰ τὸν μέχρι τοῦδε ἰσχύοντα περὶ ταύτης νόμον, ἐγγεγραμμένοι, οἱ ἄγοντες ἡλικίαν ἀπὸ τοῦ 19 ἔτους ἀρχομένου μέχρι τοῦ 50 συμπεπληρωμένου, μὴ ὑπηρετήσαντες δὲ ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ, ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἐφεδρείαν καὶ ὑποβάλλονται εἰς τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις, εἰς ἃς καὶ οἱ ἀπὸ τοῦ στρατοῦ ἀφυπηρετήσαντες καὶ μὴ διανύσαντες ἔτι τὸν ὡρισμένον χρόνον τῆς ἐφεδρείας.» Ἡ κυβέρνησις λοιπόν, ὑπ’ ὄψιν ἔχουσα τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις, ἐδημιούργησε νέον σῶμα στρατιωτικὸν ὑπὸ τὸ ὄνομα ἐφεδρεία, τὸ ὁποῖον θέλει συγκροτεῖσθαι ἀπὸ τοὺς πολίτας τοὺς ἄγοντας, κατὰ τὰ μητρῷα τῆς ἐθνοφυλακῆς, ἡλικίαν ἀπὸ 19 μέχρι 50 ἐτῶν, καὶ οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ὑπηρέτησαν εἰς τὸν στρατόν, ἀλλὰ θέλουσιν ὑποχρεωθῆ νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις, εἰς τὰς ὁποίας ὑπόκεινται οἱ μὴ εἰσέτι ἀποπερατώσαντες τὴν τριετῆ ἐφεδρείαν ἔφεδροι τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ. Ἐρωτῶ ἑπομένως ἐὰν νομίζετε, ὅτι δι’ αὐτῆς τῆς διατάξεως, δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου, σχηματίζεται στρατός, ὅστις δύναται νὰ φέρῃ τὸ ὄνομα καὶ τὰς ἰδιότητας καὶ νὰ ἔχῃ τὴν χρησιμότητα τοῦ στρατοῦ τῆς ἐφεδρείας, τοῦ συγχωνευομένου καὶ συμπράττοντος μετὰ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ. Ὡς πρὸς τοῦτο, κύριοι, δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι δὲν θέλει εὑρεθῆ εἷς στρατιωτικὸς ἐν Ἑλλάδι, ὅστις νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι δύναται νὰ κατασκευασθῇ ἐφεδρεία τοῦ ἐνεργοῦ καὶ μονίμου στρατοῦ ἐκ πολιτῶν οὐδέποτε στρατευσαμένων, καὶ οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν ἄλλην ὑποχρέωσιν ἔχουν, εἰμὴ τὴν ὑποχρέωσιν ἣν ἔχει καὶ ὁ ἔφεδρος, ὁ ὁποῖος δὲν ἐτελείωσεν εἰσέτι τὴν τριετίαν του. Μέχρι τῆς σήμερον οἱ ἔφεδροι οἱ μὴ ἀποπερατώσαντες τὴν τριετίαν εἰς οὐδεμίαν ἄσκησίν ποτε ὑπεβλήθησαν, ἢ, κάλλιον εἰπεῖν, ἐπανάληψιν τῶν γυμνασίων καὶ ἀσκήσεων, διὰ δὲ τοῦ προκειμένου νόμου ἀνατίθεται εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἀείποτε εἶχε, νὰ καλέσῃ αὐτοὺς εἰς ἀσκήσεις. Ἐν πρώτοις καθεὶς ἐννοεῖ πόσον σόλοικον εἶναι νὰ λέγηται ἔν τινι νόμῳ ὅτι οἱ πολῖται, διὰ νὰ γίνωσιν ἔφεδροι, ὑποβάλλονται εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τῆς ἐφεδρείας τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ· διότι αἱ ὑποχρεώσεις αὗται, δηλονότι αἱ ἀσκήσεις τῆς ἐφεδρείας, δὲν εἶναι διόλου χρήσιμοι εἰς τοὺς πολίτας, οἵτινες κατὰ πρώτην φορὰν θὰ λάβουν τὰ ὅπλα, καθὼς ἐπίσης αἱ ἀσκήσεις τῶν πολιτῶν, ὅπως μεταμορφωθῶσιν εἰς στρατιώτας, δὲν εἶναι διόλου χρήσιμοι εἰς τοὺς ἐφέδρους τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν εἰς αὐτὸν ἢ ἐπὶ διετίαν, ἢ ἐπὶ τριετίαν, ἢ ἐπὶ ἑξαετίαν, ἢ ἐπὶ δεκαετίαν. Οἱ μὲν ἔφεδροι τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ εἶναι στρατιῶται πλήρεις, καλλίτεροι τῶν στρατιωτῶν τοῦ ἐν ταῖς τάξεσι στρατοῦ, διότι αὐτοὶ ἀπεπεράτωσαν τὴν θητείαν ἣν ἐκεῖνοι ἐξακολουθοῦν, ἤτοι τὰς σπουδὰς καὶ τὰς ἀσκήσεις. Ἡ δὲ νῦν κατασκευαζομένη ἐφεδρεία συγκροτεῖται ἐκ πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἐδιδάχθησαν καὶ ἠσκήθησαν εἰς τὸ τακτικῶς πολεμεῖν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν βλάπτει, ἀρκεῖ μόνον νὰ συντάξωμεν νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ δύναται ἀληθῶς καὶ βεβαίως νὰ καταστήσῃ αὐτοὺς τοὺς πολίτας στρατιώτας. Ἂς ἴδωμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ πῶς αὐτὴν τὴν ἰδέαν ἡ κυβέρνησις ἐνόμισεν ὅτι δύναται νὰ πραγματοποιήσῃ. Ἂς ἴδωμεν ἂν ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ ζητεῖ, καθιστᾷ τὸν νέον θεσμόν, ὅστις ἀποτελεῖ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἄξιον τῆς ἐπιψηφίσεώς σας· ἐὰν δι’ αὐτῆς τῆς μεθόδου φθάνωμεν εἰς τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον κατασκευάζομεν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, δηλαδὴ τοῦ νὰ παρασκευάσωμεν τὸ κράτος ἐκτάκτως καὶ προσωρινῶς διὰ τὰς ἀνάγκας αἵτινες ἐπίκεινται. Ἀκούσατε, κύριοι, τὸ ἄρθρον τέταρτον τὶ διαλαμβάνει, καὶ ἀναγνωρίσατε τὴν μέθοδον. «Διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, ἐκδιδομένου ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργοῦ, ὁρισθήσονται αἱ πρὸς ἄσκησιν ὑποχρεώσεις τῶν ἐφέδρων τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, τῶν ἐθνοφρουρῶν καὶ τῶν ἐφέδρων τῆς ἐθνοφρουρᾶς, ὡς καὶ ἑκάστου τῶν Σωμάτων τούτων». Ἄρθρον πέμπτον. Οἱ ἀπὸ τῶν ἀσκήσεων ἀπόντες ἄνευ ἀποχρώντως δεδικαιολογημένης αἰτίας τιμωροῦνται......ἐν ὑποτροπῇ τὸ πρόστιμον διπλασιάζεται κλπ.» Σᾶς ἀνέγνωσα αὐτὰς τὰς διατάξεις, διὰ νὰ σᾶς ἐνθυμίσω ὅτι, κατὰ τὸ νέον νομοσχέδιον, τὸ σῶμα τῆς νέας ἐφεδρείας ἐξακολουθεῖ μέχρι τῆς ὥρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε κληθῆ νὰ συμπράξῃ μετὰ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ πρὸς πολεμικὸν σκοπὸν, ν’ ἀνήκῃ εἰς τὰς τάξεις τῶν πολιτῶν ἀπαραλλάκτως ὅπως ὁ ἐθνοφύλαξ δυνάμει τοῦ νόμου ὀφείλει ν’ ἀσκῆται, ἀλλὰ μολαταῦτα ἐξακολουθεῖ ν’ ἀνήκῃ εἰς τὴν τάξιν τοῦ πολίτου. Ἐκ δὲ τούτου βλέπετε ὅτι τὸ ὄνομα μόνον διαφέρει, τὸ πρᾶγμα ὅμως εἶναι τὸ αὐτὸ, δηλονότι καὶ τὸ νέον σῶμα τῆς ἐφεδρείας θὰ κατασκευασθῇ καὶ θὰ μορφωθῇ ἐμπειροπόλεμον ὅσον ἀπαιτεῖται καὶ ὅσον πρέπει νὰ ᾖναι ὁ ἔφεδρος τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, διὰ τῶν ἀσκήσεων τὰς ὁποίας ἀσκεῖται ἡ ἐθνοφυλακὴ, τὴν ὁποίαν γνωρίζομεν. Ἐρωτῶ ἑπομένως ά) ἐὰν ὑπάρχῃ καμμία ἀφορμὴ νὰ ποιήσωμεν αὐτὴν τὴν διάκρισιν, νὰ ποιήσωμεν αὐτὴν μεταξὺ πολίτου καὶ πολίτου· ἢ ἐὰν δὲν ἤρκει μία μόνη διάταξις, «ὅτι ἡ κυβέρνησις ὁσάκις εἶναι ἀνάγκη λαμβάνει τοὺς νεωτέρους ἢ τὴν δεῖνα καὶ δεῖνα ἡλικίαν ἐκ τῆς ἐθνοφυλακῆς καὶ τὴν συγχωνεύει εἰς τὸν ἐνεργὸν στρατὸν ὡς ἐφεδρείαν αὐτοῦ.» Ἀφ’ οὗ καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ λαμβάνονται ἐκ τῶν πολιτῶν καὶ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ἀσκήσεως καὶ σπουδῆς αὐτῶν μένουν πολῖται, ὑποβάλλονται δὲ εἰς τὰ αὐτὰ γυμνάσια καὶ τὰς αὐτὰς ἀσκήσεις καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ, ἐρωτῶ ἐὰν ὑπάρχῃ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ κατασκευάσωμεν ἓν σῶμα κατ’ οὐδὲν ἄλλο ἢ τὸ ὄνομα μόνον διαφέρον τῆς ἐθνοφυλακῆς, καὶ πρὸ πάντων ἐὰν πρέπῃ ν’ ἀπατήσωμεν καὶ ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ τὸν τόπον, πειθόμενοι καὶ πιστεύοντες, τὸν δὲ τόπον ἐμβάλλοντες εἰς τὴν πλάνην, ὅτι ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς δὲν ἔχει μόνον τὰς ἀσθενεῖς δυνάμεις τῆς ἐθνοφυλακῆς, ἀλλὰ καὶ νέον ἄλλο σῶμα πολυάριθμον (πολὺ πολυαριθμότερον ἀφ’ ὅ,τι εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο διαφωνῶ πρὸς αὐτὸν), ἓν ἄλλο σῶμα πολυάριθμον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ νέα ἐφεδρεία τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ. Ἐὰν λοιπὸν θελήσωμεν νὰ ψηφίσωμεν τὸν νόμον αὐτὸν, οὗτινος ἡ μία ἐκ τῶν δύο ἀρχῶν εἶναι «ἡ δημιουργία ἐφεδρείας τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ κατὰ τὸ σύστημα τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου», καμμίαν ἐκδούλευσιν δὲν θὰ προσφέρωμεν εἰς τὸν τόπον καὶ, ἀντὶ νὰ συντρέξωμεν πρὸς τὴν παρασκευὴν εἰς τοὺς κινδύνους, ἐξ ἐναντίας θὰ δημιουργήσωμεν πλάνην δυναμένην νὰ γεννήσῃ κινδύνους, ἢ τοὺς μέλλοντας νὰ ἐπέλθωσι νὰ τοὺς ἐξογκώσῃ. Ἡ ἐξήγησις, ἣν ἔκαμα, δὲν χρησιμεύει μόνον δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν εὐχαριστοῦνται νὰ παραδεχθῶσι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἦτο ὠφέλιμος καὶ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν νὰ τὸ παραδεχθῶσι· διότι θὰ τὸ παραδεχθῶσιν ἐν πληρεστέρᾳ γνώσει τοῦ περιεχομένου αὐτοῦ. Τί ἀπαιτεῖται δὲ, διὰ νὰ ἀποκτήσῃ ἓν ἔθνος ἐφεδρείαν; ἀπαιτεῖται νὰ ᾖναι ὁ ἔφεδρος ἐξησκημένος ὅσον δύναται περισσότερον, καὶ ἐὰν τοῦτο δὲν ᾖναι δυνατὸν, νὰ ἀπέχῃ ἡ ἀξία αὐτοῦ ὅσον οἷόν τε ὀλιγώτερον τῆς ἀκριβῶς ἀπαιτουμένης. Ἀπαιτεῖται νὰ διέλθῃ τὴν θητείαν τοῦ στρατιώτου, ἔστω καὶ ἐλάσσονα τῆς νενομισμένης, ἀλλὰ πάντως νὰ διέλθῃ τὸν βίον αὐτοῦ· διότι μόνον δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου δύναται ὁ ἔφεδρος νὰ διαφέρῃ τοῦ ἐθνοφύλακος. Ἐὰν δὲ δὲν ἐννοῆτε νὰ ὑποβάλητε τὸν ἔφεδρον εἰς αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν, καὶ νομίζετε ὅτι περιττὸν εἶναι τὸ προσὸν αὐτὸ τοῦ ἐφέδρου, τότε περιττὸν εἶναι καὶ τὸ νομοσχέδιον, καὶ κατὰ μείζονα λόγον ἀποῤῥιπτέον· τὸ μὲν διότι ἀρκεῖ ἡ ἐθνοφυλακὴ, τὸ δὲ διότι τοὐλάχιστον δὲν θὰ εἴπωμεν ὅτι ἐπλάσαμεν νέον νόμον, ἀλλ’ ὅτι ἐμείναμεν εἰς τὸν νόμον τῆς ἐθνοφυλακῆς ὡς ἐπαρκοῦντα, καὶ δὲν ἀπατῶμεν οὕτω τὸν τόπον. Ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν μαρτυρίαν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἵτινες ἀνήκουσιν εἰς τὸν στρατὸν, καὶ τοὺς παρακαλῶ ν’ ἀποφανθῶσιν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ἂν ὀρθῶς λέγω ἢ ἐσφαλμένως, ὅτι ὁ κύριος χαρακτηρισμὸς ὁ διακρίνων τὸν ἔφεδρον ἀπὸ τοῦ ἐθνοφύλακος εἶναι, ὅτι ὁ μὲν ἐθνοφύλαξ ὑπῆρξε πάντοτε πολίτης καὶ διατελεῖ πολίτης, ἀσκεῖται δὲ μόνον εἰς τὰ ὅπλα τὸ τακτικῶς πολεμεῖν ἐν δευτέρᾳ μοίρᾳ, ὁ δὲ ἔφεδρος ὑπῆρξε τριετὴς τοὐλάχιστον στρατιώτης. Παρακαλῶ νὰ ἀπαντήσωσιν οἱ εἰδότες ἂν τὸ κύριον χαρακτηριστικὸν, τὸ διακρῖνον τὸν ἔφεδρον ἀπὸ τοῦ ἐθνοφύλακος, δὲν ᾖναι ὅτι ὁ ἔφεδρος πρέπει νὰ ὑπῆρξε στρατιώτης, νὰ διετέλεσεν ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς στρατιωτικῆς πειθαρχίας, νὰ ἐδοκίμασεν ἐπί τινα χρόνον τὸν βίον τοῦ στρατιώτου, νὰ ἐξετέλεσε τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ἀνήκουσαν εἰς τὸν στρατιώτην, νὰ ἀπέκτησε τὰ στρατιωτικὰς ἕξεις, καὶ μετὰ παρέλευσιν πολλοῦ ἢ ὀλίγου χρόνου νὰ ἔλαβε τὸ δικαίωμα νὰ παραιτήσῃ τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν, ὅπως μεταβῇ εἰς τὴν τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ ἐφεδρείαν. Ἐὰν τοῦτο ᾖναι τὸ διακριτικὸν, νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον κακὴν ποιεῖται χρῆσιν τῆς λέξεως ἐφεδρείας· δὲν κατασκευάζει ἐφεδρείαν, καὶ τότε εἶναι περιττὸν νὰ πλανώμεθα. Καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, ἀλλὰ κατωτέρου λόγου ἀξίαν, ἡ παρατήρησις αὕτη εἶναι ἀξία τῆς προσοχῆς μας· διότι, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, κύριοι, ὁ πολίτης αὐτὸς, τὸν ὁποῖον διὰ χειροτονίας προχειρίζομεν εἰς ἔφεδρον, οὐ μόνον εἰς ἐμπειρίαν καὶ μόρφωσιν δὲν θέλει ποτὲ κατασκευασθῆ ἔφεδρος, ἀλλὰ συγχρόνως δὲν φαίνεται οὔτε ἐν τούτῳ τῷ νομοσχεδίῳ, οὔτε εἰς τὰ ἄλλα, ὅτι λαμβάνεται φροντὶς περὶ αὐτοῦ ὁμοία τῇ φροντίδι, ἥτις θὰ ληφθῇ περὶ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ. Ὁ ἔφεδρος πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ τὴν ἐνδυμασίαν του καὶ τὸν ὁπλισμόν του ὅπως ὁ ἐνεργὸς στρατός· εἶναι δὲ ὁ μεγαλείτερος σολοικισμὸς νὰ στοχασθῶμεν, ὅτι ἄνευ ἀμφοτέρων δύναται νὰ κατασκευασθῇ ἐφεδρεία τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, ἥτις οὐδέποτε πρὶν ἐγυμνάσθη καὶ τὸν στρατιωτικὸν βίον ἐδοκίμασεν, ἢ ὅτι ἀρκεῖ νὰ ἐφοδιασθῇ μὲ ὅπλα ἄλλα παρ’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ ἐνεργὸς στρατός· διότι ἡ ἐφεδρεία ἅμα ἐκδοθῇ τὸ Διάταγμα χρεωστεῖ νὰ συνεξέλθῃ μετὰ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ καὶ συνεκστρατεύσῃ. Ἵνα πλάσητε ἐφεδρείαν, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς κατασκευάζετε νόμον πῶς ὁ πολίτης θὰ γείνῃ ἔφεδρος, συγχρόνως πρέπει νὰ κατασκευάσητε πρὸ πάντων ὅπλα ὅμοια μὲ τὰ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, διότι, καὶ ἂν ὅλα τὰ ἄλλα προσόντα εἶχεν ἡ ἐφεδρεία, ἐστερεῖτο δὲ τῶν ὅπλων τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, πάλιν ἐφεδρείαν δὲν θὰ εἴχατε· καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι εἰς τὸν ἐνεργὸν στρατὸν θὰ ἔχωμεν τὰ ὅπλα Μυλωνᾶ ἢ ἄλλης οἱασδήποτε μεθόδου, νομίζετε ὅτι δύνασθε νὰ ὁπλίσητε τοὺς ἐφέδρους μὲ Σασσεπώ; Τὸ ἐννοῶ διὰ τὴν ἐθνοφρουρὰν καὶ διὰ τὴν ἐθνοφυλακὴν, διότι εἶναι οἱ τελευταῖοι ἄνδρες, τοὺς ὁποίους ἐν ἐκτάκτῳ ἀνάγκῃ θὰ μεταχειρισθῇ ἡ ἐξουσία, ἢ καὶ συγχρόνως, ἀλλ’ εἰς ἕτερα ἔργα. Ἀλλὰ μεταξὺ ἐφέδρων καὶ ἐνεργοῦ στρατοῦ δὲν ὑπάρχει διάκρισις ἐν ἐκστρατείᾳ, δὲν συντελοῦν ὁ μὲν εἰς ἄλλα ἔργα, ὁ δὲ εἰς ἄλλα· ἐξ ἐναντίας μάλιστα ὅλη ἡ τέχνη συνίσταται εἰς τὸ νὰ κατορθωθῇ νὰ συγκροτηθῶσι τὰ στρατιωτικὰ σώματα οὕτως, ὥστε ὁ πλέον ἠσκημένος στρατὸς νὰ χρησιμεύῃ ὡς βάσις καὶ ὡς κυρία δύναμις τοῦ ἧττον ἠσκημένου, ἀλλ’ ἠσκημένου πάντοτε. Καὶ ἑτέρα δὲ παρατήρησις ἐδύνατο νὰ μᾶς πείσῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τοιαύτας ἰδέας, αἱ ὁποῖαι ἐνδεχόμενον νὰ ᾖναι ἐσφαλμέναι, ἀλλὰ καὶ νὰ ᾖναι ὀρθαί. Ἐκ τῆς ὅλης ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου ὅμως φαίνεται, ὅτι τοιαῦτα πράγματα δὲν ἐσκέφθη ἡ Κυβέρνησις. Φαίνεται δὲ τοῦτο καὶ ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους ἡ νέα ἐφεδρεία θέλει περιέχει, κατὰ τὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως. Κάμνω δὲ τὴν παρατήρησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου ὅτι, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς αὐτὴν τὴν στιγμὴν, ἡ ἀναλογία καὶ ἐν Εὐρώπῃ καὶ ἐν Ἑλλάδι τῶν ἐχόντων ἡλικίαν ἀπὸ 20 ἐτῶν μέχρι 30 πρὸς τὸν ὅλον πληθυσμὸν τῶν ἀνδρῶν ἑκάστης ἐπικρατείας εἶναι τὸ ἓν ἕκτον· ἑπομένως ἡ Ἑλλάς, ἡ ὁποία ἔχει κατοίκους 1,500,000 περίπου, ἑπομένως τὸ ἥμισυ εἰς ἄνδρας 750,000, πρέπει τὸ ἕκτον ἐξ 125,000 νὰ ἔχῃ εἰς ἄνδρας ἀπὸ 20 ἐτῶν μέχρι 30. Καὶ τοῦτο ἀκόμη ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε τὰς ἰδέας αὐτὰς καὶ δὲν ἐσκέπτετο νὰ καταστήσῃ ἀληθῆ ἐφεδρείαν τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ· διότι 125 χιλιάδες στρατιωτῶν ὡς ἐφεδρεία μονίμου τακτικοῦ στρατοῦ ἐκ 12,000, ἡ ὁποία ἔχει τοσαύτας ἀξιώσεις, οὐ μόνον πάντῃ δυσανάλογος εἶναι, ἀλλ’ οὔτε δύναται νὰ κατασκευασθῇ. Ἐθνοφύλακας τόσους μάλιστα, ἐφεδρείαν ὅμως ὄχι. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους θεωρῶ ἀτυχῆ τὸν θεσμόν. Ἐγὼ δὲν προσέχω εἰς τὰ πολλὰ ἄρθρα τοῦ νόμου, οὐδὲ εἰς τὸ πομπῶδες 1 ἄρθρον, τὸ ὁποῖον λέγει «ἡ κατὰ ξηρὰν στρατιὰ σύγκειται ἐκ τοῦ ἐνεργοῦ· βʹ) ἐκ τῆς ἐφεδρείας τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ· γʹ) ἐκ τῆς ἐθνοφρουρᾶς· καὶ δʹ) ἐκ τῆς ἐφεδρείας τῆς ἐθνοφυλακῆς». Οὐδὲ προσέχω εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι ἐφέδρους ἔχει 125 χιλιάδας, ἐθνοφρουρὰν δὲ 50,000, ἐφέδρους δὲ τῆς ἐθνοφρουρᾶς 30,000, τὸ ὅλον 200 χιλιάδας ἀνδρῶν ἐκτὸς τοῦ τακτικοῦ καὶ μονίμου στρατοῦ. Αὐτὰ δὲν μοὶ προξενοῦσιν ἐντύπωσιν, διότι ὅλα ταῦτα εἶναι πρὸς κατασκευήν. Εἰς τί χρεωστῶ νὰ προσέξω; εἰς τὴν νέαν διάνοιαν, εἰς τὸν νέον νοῦν, εἰς τὴν νέαν αὐτὴν ἐπινόησιν, ἡ ὁποία θὰ ἦτο μάλιστα εὐτύχημα ἐὰν ἤθελεν εἶσθαι ἐπιτυχής. Τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο ν’ ἀναπληρώσωμεν ἐν ὀλιγίστῳ χρόνῳ ὅλην τὴν ἀτέλειαν τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Ἑλλάδος· καὶ ἂν οὐχὶ τοῦ πολλοῦ παρελθόντος χρόνου, ἀλλὰ μόνον τῶν 10 τελευταίων ἐτῶν ἤθελεν ἐπανορθώσει τὴν ἔλλειψιν, θὰ ἦτο κέρδος μέγιστον. Ἀλλ’ ὅμως ἐν τῷ παρόντι νομοσχεδίῳ οὐδὲν ἄλλο ἀπαντᾶται εἰμὴ ἡ ἐθνοφυλακή. Λέγει τὸ ὑπουργεῖον διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου, ὅτι θὰ διατάξῃ τὴν ἄσκησιν αὐτῆς. Καὶ μήπως δὲν ἔχομεν νόμον περὶ ἐθνοφυλακῆς; Ἔχομεν. Καὶ ἂν βελτιώσωμεν ἔτι τὸν νόμον δι’ αὐστηροτέρων διατάξεων, δὲν θὰ κατορθώσωμεν μεγάλα πράγματα· οἱ ἄνδρες θὰ ἦναι πάντοτε ἐθνοφύλακες. Ἀλλὰ μὲ ἐθνοφύλακας δὲν γίνονται πόλεμοι· καὶ κατὰ δυστυχίαν δὲν ὑπάρχει τὴν σήμερον στρατὸς ἔχων αὐτὸ τὸ σύστημα, ὥστε νὰ ἐνθαῤῥυνθῶμεν καὶ μὴ ἀποβλέψωμεν εἰς τὰ πλέον τέλεια. Ἐνθυμοῦμαι ἤδη καὶ ἑτέραν ἀπόδειξιν, ὅτι τὰς ἰδέας αὐτὰς δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις ὅτε συνέταττε τὸν νόμον. Ποίαν ἀπόδειξιν; Ὅτι ἂν ἐνόμιζεν ἡ Κυβέρνησις ἀναγκαῖον ἐπὶ πολὺν ἢ ὀλίγον χρόνον ν’ ἀσκήσῃ τὴν ἐφεδρείαν εἰς τὸν στρατιωτικὸν βίον, ἤθελεν ἀμέσως ἐνθυμηθῆ ὅτι ὁ πολίτης, ἵνα μεταμορφωθῇ εἰς ἔφεδρον, πρέπει νὰ διέλθῃ διὰ στρατιωτικῆς θητείας· ἐκεῖ ἤθελε σταματήσει ἀμέσως καὶ ἤθελεν εἰπεῖ, ἀφοῦ, διὰ νὰ κατασκευάσω ἔφεδρον, ἀπαιτεῖται νὰ τὸν ὑποχρεώσω ὅπως διέλθῃ διὰ στρατιωτικῆς θητείας, ἕπεται ὅτι πρέπει νὰ λάβω πρὸς τοῦτο τὴν συγκατάθεσιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας· διότι ῥητῶς λέγει τὸ σύνταγμα, ὅτι ἀπαιτεῖται ἡ ἄδεια τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν πολιτῶν, οἵτινες ἀνὰ πᾶν ἔτος ὑποβάλλονται εἰς θητείαν στρατιωτικήν. Ἡ θυσία τοῦ στρατευσίμου εἶναι θυσία μεγίστη. Πῶς δύνασαι τὸν πολίτην ν’ ἀφαιρέσῃς ἀπὸ τὸ ἔργον του, ἀπὸ τὴν περιουσίαν του, ἀπὸ τὰς ἀνάγκας του, καὶ νὰ φέρῃς αὐτὸν ἐπὶ τρία ἔτη εἰς τὸν στρατῶνα; ἐσκέφθης τὴν ἐπιβαλλομένην φορολογίαν, ἥτις συνίσταται εἰς ὅλας τὰς ζημίας, ἃς ἐκ τῆς ἀργίας ταύτης ὁ πολίτης ὑπέχει; Καὶ ἂν, διὰ νὰ ἐπιβάλῃς ἑνὸς λεπτοῦ φόρον εἰς τὸν πολίτην, ἀπαιτῆται νόμος, θὰ ἦτο ἀπερισκεψία ἂν ἡ συνέλευσις ἔλεγεν, ὅτι διὰ νὰ τὸν ὑποχρεώσῃς εἰς στρατιωτικὴν θητείαν εἴτε δι’ ἓν ἔτος, εἴτε διὰ δύο, δὲν χρειάζεται ἡ ἄδεια τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἔνδειξις τρανὴ (ἂν καὶ τὰ πράγματα ἦναι φανερὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ), ὅτι ἡ Κυβέρνησις μόνον τὴν φράσιν ἐξήλευσεν «ἐφεδρεία τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ», οὐχὶ δὲ τὸ πρᾶγμα. Διὰ τοῦτο εἶπε, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε διὰ Β. Διατάγματος νὰ προσδιορίζω τὴν ἄσκησιν· νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε πληρωμὴν μισθοῦ, ἐὰν πρόκηται ὁ ἔφεδρος νὰ ἀσκηθῇ πλέον τῶν 24 ὡρῶν. Βλέπετε ὅτι πρόκειται περὶ πράγματος ἀναγομένου εἰς τὸν θεσμὸν τῆς ἐθνοφυλακῆς, πάνυ προσωρινοῦ. Λοιπὸν οἱ 120,000 ἄνδρες θέλουσι ληφθῆ ἐκ τῶν πολιτῶν τῶν ἐχόντων τὰ προσόντα τοῦ ἐθνοφύλακος, καὶ μέλλουσι νὰ ἀσκηθῶσιν εἰς τὰς ἀσκήσεις τῆς ἐθνοφυλακῆς, προχειριζόμενοι εἰς ἐφέδρους τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Τώρα θέτω τὸ ζήτημα καὶ παρακαλῶ ν’ ἀποφανθῆτε, ἂν νομίζητε ὅτι αὐτὸς ὁ θεσμὸς, ὁ ἀποτελῶν τὴν ἀρχὴν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἀναπαύει τὴν συνείδησίν σας, ὅπως παρουσιασθῆτε εἰς τὸ ἔθνος καὶ εἰπῆτε, ὅτι εἰς τὰς ἐκτάκτους αὐτὰς περιστάσεις, δηλαδὴ μιᾶς ἐνδεχομένης πολεμικῆς ῥήξεως, κατεσκεύασα στρατὸν πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς Ἑλληνικῆς τιμῆς καὶ ἐπικρατείας; Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Δύναται κανεὶς ταύτην νὰ ἐπισκευάσῃ διὰ τροπολογιῶν; Δύνασθε νὰ μεταμορφώσητε αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον βασίζεται ἐπ’ αὐτῶν τῶν ἀρχῶν, εἰς νομοσχέδιον πρόσφορον πρὸς τὸν μέγαν καὶ ἐπικίνδυνον σκοπόν; Ἂν ἠμπορῆτε, εὐχαρίστως θέλω ψηφίσει μαζύ σας· ἄλλως ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ φέρῃ ἕτερον νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ προβλέπῃ περὶ αὐτῆς τῆς ἀνάγκης.
§43ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ὁ κ. βουλευτὴς Μεσολογγίου ἔπαιξε μὲ τὴν λέξιν ἐφεδρεία καὶ ἐλησμόνησε τὰ πράγματα, καὶ ἐπὶ τῆς λέξεως στηριζόμενος, οὐχὶ ἐπὶ τῶν πραγμάτων, ἠθέλησε νὰ σᾶς ἀποδείξῃ ὅτι ἡμεῖς, σκοποῦντες νὰ διοργανώσωμεν στρατὸν ἀνταποκρινόμενον εἰς τὰς στρατιωτικὰς ἀνάγκας, ἀπετύχαμεν· ἡ λέξις δὲ τὸν ἔφερε πρὸς τὸν συλλογισμὸν αὐτὸν, καὶ ὁ συλλογισμὸς πρὸς τὰς συνεπείας, εἰς τὰς ὁποίας ἦλθε. Κύριοι, δὲν εἴχομεν οὔτε ἔχομεν τὴν ἰδέαν νὰ διοργανώσωμεν τὸν τόπον στρατιωτικῶς, καὶ κατὰ τὴν ἀκριβῆ τῆς λέξεως σημασίαν, οὔτε νὰ συστήσωμεν στρατιωτικὴν ἐφεδρείαν, εἰς τὴν ὁποίαν προαπαιτεῖται γύμνασις καὶ ὑπηρεσία καὶ θητεία. Βεβαίως ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, ἀναχωρῶν ἀπὸ τὰ διδόμενα ταῦτα καὶ συγχύζων αὐτὰ πρὸς τὴν λέξιν ἐφεδρείαν, εἶπεν, ὅτι διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ ἐφεδρείαν στρατοῦ ὅπως ὁ νόμος ἀπαιτεῖ δὲν δύνασθε νὰ σχηματίσητε. Καὶ βεβαίως δὲν δυνάμεθα· ἀλλὰ τί πρόκειται σήμερον καὶ τί σκοπὸν ἔχομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ οὗ πρόκειται; Στρατὸν δὲν ἔχομεν, δὲν ἔχομεν ἀρκετὸν τοὐλάχιστον· ἐφέδρους δὲν ἔχομεν ἱκανοὺς ν’ ἀναπληρώσωσι τὴν ἔλλειψιν τοῦ στρατοῦ· ἐθνοφύλακας δὲν ἔχομεν δυναμένους νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς ἀνάγκας κατεπειγούσας καὶ σπουδαίας. Καὶ ἐν τούτοις ἠδύναντο νὰ παρουσιασθῶσιν ἔκτακτοι ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι νὰ ἀναγκάσωσι τὸν τόπον νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτόν· πρὸς τὴν ἀνάγκην αὐτὴν, εἴπομεν, πῶς νὰ ἀνταποκριθῶμεν; Ἰδοὺ, κύριοι, ἡ ἰδέα, ἡ ὁποία μᾶς ἔφερεν εἰς τὸ νομοσχέδιον· ὁ στρατός μας δὲν ἦτον ἀρκετὸς, ἡ ἐθνοφυλακὴ ἦτο κακῶς ὠργανισμένη. Τί νὰ κάμωμεν; Ἂς μεταβάλωμεν τὸν ὀργανισμὸν, καὶ ἂς ὑποβάλωμεν τὸν ἑλληνικὸν λαὸν εἰς στρατιωτικὰς ἐκγυμνάσεις, ἀτελεῖς μὲν, ἀλλ’ ὅσον ὁ καιρὸς ἐπιτρέπει· ἂς διοργανώσωμεν αὐτὸν στρατιωτικῶς, ἂς διορίσωμεν ἀξιωματικοὺς διευθυντὰς, καὶ ἂς μὴ ἀφίνωμεν τὴν διεύθυνσιν εἰς τὴν ἐκλογὴν, ἡ ὁποία εἶναι ἐλλειπής. Διὰ τῆς κατατάξεως αὐτοῦ εἰς τὴν ἐφεδρείαν, ἂς τὸν ὑποβάλωμεν εἰς ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις, καὶ ἐπὶ τέλους ἂς ἐπιβάλωμεν ὑποχρεωτικῶς τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας, ὅπως ἐν ἀνάγκῃ τὸν καλοῦμεν νὰ παρουσιάζηται, ὅταν ἡ πατρὶς τὸ ἀπαιτήσῃ· πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐλπίζω ἀπὸ τοὺς ἐθελοντάς. Ἡμεῖς ἔχομεν ἀμφιβολίαν ἂν ἐν καιρῷ ἀνάγκης δυνάμεθα νὰ συμπληρώσωμεν τὰ κενὰ δι’ ἐθελοντῶν, ὑποκειμένων ἄνευ λόγου εἰς τὴν πειθαρχίαν, τὴν γύμνασιν καὶ τὴν ἐξάσκησιν· οὕτως εἴπομεν, δὲν διοργανίζομεν ὅπως ἔπρεπε νὰ διοργανώσωμεν τὸ Κράτος, δὲν συγκροτοῦμεν στρατὸν, ἀλλ’ ἔχομεν κάτι τι, τὸ ὁποῖον ἠμποροῦμεν δυνάμει τοῦ νόμου νὰ μετασχηματίσωμεν εἰς ἀτελῆ μὲν, ἀλλὰ στρατὸν πάντοτε, τὸν ὁποῖον νὰ ὑποχρεώσωμεν νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του. Ἰδοὺ, κύριοι, ἡ κυρία καὶ μόνη ἰδέα, ἡ ὁποία προήδρευσεν εἰς τὸ νομοσχέδιον· πρόκειται νὰ ἀναπληρώσωμεν τὰς ἐλλείψεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν, τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναπληρώσωμεν ἐντὸς ὀλίγου χρονικοῦ διαστήματος, καὶ ἐνδεχόμενον νὰ παρουσιασθῇ ἀνάγκη. Κύριοι, ἀφοῦ ἔχετε αὐτὴν τὴν ἰδέαν, δύνασθε νὰ ἐξετάσητε ἐὰν πραγματοποιῆται καὶ ἐφαρμόζηται, ἐὰν δὲ ἔχῃ ἀνάγκην τινὸς τροποποιήσεως, δύναται νὰ ἐπέλθῃ. Ἡ ἰδέα αὕτη, κύριοι, δὲν εἶναι ἰδική μας· ταύτην ἐπρότειναν ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ καταταχθῶσιν ἴσως εἰς τὴν πρώτην τάξιν τῶν ἑλλήνων ἀξιωματικῶν. Ὅταν εἰς ἀνθρώπους καταλλήλους ν’ ἀποφανθῶσιν ἐτέθη τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅταν εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ἐδόθησαν αἱ ἀναγκαῖαι ἐξηγήσεις καὶ οἱ λόγοι, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εὗρον τὴν ἰδέαν καὶ ὀρθὴν καὶ κατάλληλον, ἐπρόκειτο δὲ νὰ ἐκτελεσθῇ προσωρινῶς καὶ κατεπειγόντως, οὐχὶ δὲ νὰ διοργανώσωμεν στρατιωτικῶς τὸν τόπον καὶ νὰ κάμωμεν στρατιωτικὴν ἐφεδρείαν. Ὁ νόμος ἔχει σκοπὸν μόνον προσωρινόν. Νομίζω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ἡ θεωρία, ἐφ’ ἧς ἐστηρίχθη ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, ἦτο ματαία· ἤθελεν ἔχει δίκαιον, ἂν ἡμεῖς παρουσιαζώμεθα διὰ τοῦ νομοσχεδίου συγκροτοῦντες μίαν στρατιωτικὴν ἐφεδρείαν καθ’ ὅλην τὴν σημασίαν τῆς λέξεως, ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται. Ἰδοὺ διατὶ δὲν ἐνόησα καὶ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινε περὶ τοῦ ὁμοίου ὁπλισμοῦ, ὡσὰν ἡμεῖς ἀποκρούωμεν τὸ σύστημα τοῦ ὁμοίου ὁπλισμοῦ καὶ ὡσὰν νὰ μὴ ζητῶμεν τὰ μέσα ὅπως ἐφαρμόσωμεν ὁμοιόμορφον ὁπλισμόν. Τὸ ζήτημα, ὡς βλέπετε, εἶναι σπουδαῖον, καὶ κατὰ τοῦτο, ὅσον εἶναι δυνατὸν, προσπαθοῦμεν νὰ πληρώσωμεν μίαν ἀνάγκην· καθ’ ἡμᾶς δὲ, δύναται ἄλλως πως νὰ πληρωθῇ μέχρις οὗ κανονισθῶσι τὰ περὶ στρατοῦ. Ἐπιφυλάσσομαι, ἂν ἀκούσω περισσοτέρους λόγους πρὸς τοὺς ὁποίους διαφωνῶ, ν’ ἀναπτυχθῶ περισσότερον καὶ νὰ δώσω τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι προήδρευσαν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ποῖον σκοπὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει.
§44Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. (Ὅρα παράρτημα Βʹ.)
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐξετάζω ποία ἡ ἐπιγραφὴ τοῦ νομοσχεδίου, ἐξετάζω ποία ἡ ἐπαγγελία αὐτοῦ· ἂν δὲ πληροῖ ἢ οὐχὶ τὴν ἐπαγγελίαν, τοῦτο θὰ ἴδωμεν ὅταν προβῶμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν λεπτομερειῶν. Ἡ ἐπαγγελία τοῦ νομοσχεδίου, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ἡ ἑξῆς· ὅτι ἐν ταῖς ἐκτάκτοις ταύταις περιστάσεσιν ἅπασαι αἱ πολεμικαὶ δυνάμεις τοῦ τόπου πρέπει νὰ συνταχθῶσιν, ὅτι πᾶς ὁ δυνάμενος νὰ ὑπηρετήσῃ διὰ τῶν ὅπλων τὴν πατρίδα πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς ὑποχρεώσεις, ὅπως ὑπηρετήσῃ αὐτὴν σκοπίμως. Αὕτη εἶναι ἡ ἐπαγγελία τοῦ νομοσχεδίου, ἐπαγγελία, τὴν ὁποίαν, ὡς παρετήρησα πρότερον, ὁ νόμος δὲν πληροῖ, διότι παραπέμπει εἰς Β. Διατάγματα ὅσα καὶ ὡς ἐκ τῆς ἐπαγγελίας αὐτοῦ καὶ ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας θὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς πολίτας, ὤφειλον νὰ κανονισθῶσι νομοθετικῶς. Ἕως οὗ ἡ κυβέρνησις, ἥτις εὐηρεστήθη νὰ ὑποσχεθῇ ὅτι θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν τὰς συζητήσεις ταύτας καὶ πρὸ τῆς δευτέρας ἢ τῆς τρίτης ἀναγνώσεως θέλει παρουσιάσει ἐπ’ αὐτῶν τὰς ἰδέας αὐτῆς, ἀποδεχομένη ἐν μέρει, ὡς εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, τὰς γνώμας ἡμῶν, ἕως οὗ, λέγω, ἡ κυβέρνησις δὲν παρουσιάσῃ τὰς νέας αὑτῆς προτάσεις, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἀρχὴ, οἵαν ὥρισα αὐτὴν, εἶναι ἀποῤῥιπτέα. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ζητοῦμεν, ὅπως πᾶς ἕλλην δυνάμενος νὰ φέρῃ ὅπλα ὑπηρετῇ ὡς στρατιώτης, ζητοῦμεν δηλαδὴ, ὅπως ὁ ὑπάρχων νόμος, ὅστις ἐπαγγέλλεται ὅτι πληροῖ τὰς ἀνάγκας ταύτας, ὁ νόμος τῆς ἐθνοφυλακῆς, καταργηθῇ, καὶ οὐ μόνον καταργηθῇ κατὰ τύπους, ἀλλὰ καταργηθῇ καὶ κατ’ οὐσίαν· θέλομεν ἐν τῷ μέλλοντι ἡ ὑπηρεσία ἡ στρατιωτικὴ νὰ μὴ ᾖναι ἐνάσκησις δικαιώματος πολιτικοῦ, ἀλλὰ νὰ ᾖναι ἐκτέλεσις ὑποχρεώσεως τοῦ πολίτου πρὸς τὸ ἔθνος. Ἡ ἐθνοφυλακὴ ἡ σήμερον ἐν ἰσχύϊ ἐμορφώθη ὑπὸ τὸ κράτος ἰδεῶν ἐσωτερικῆς πολιτικῆς, ἰδεῶν στηριζομένων ἐπὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀτόμου ἐν τῇ πολιτείᾳ, ἐνῷ ἡμεῖς σήμερον ἐμφορούμεθα ὑπὸ ἄλλης ἰδέας, ὑπὸ τῆς ἰδέας τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ ἀτόμου πρὸς τὴν πολιτείαν, ἥτις ἔχει ἀνάγκην τῆς ὑπηρεσίας ὅλων τῶν τέκνων της· θὰ ἐξετάσωμεν ἄρα ἐν τῷ σχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ἡ κυβέρνησις θὰ μᾶς παρουσιάσῃ, διότι μέχρι τοῦδε οὐδὲν μᾶς παρουσίασεν, ἀφοῦ αἱ θεμελιώδεις διατάξεις ἐλλείπουσιν ἀπὸ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, ἂν ᾖναι οὕτω πως κατηρτισμέναι αἱ διατάξεις αὐτοῦ, ὥστε ἡ ὑπηρεσία νὰ ᾖναι ἀληθῶς στρατιωτική. Διὰ τῶν σχεδίων, τὰ ὁποῖα τὸ ὑπουργεῖον θὰ μᾶς ὑποβάλῃ, θὰ κανονίζωνται αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ πολίτου καὶ πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ πρὸς τὴν ἐκγύμνασιν· εἰς ἀμφότερα δὲ ταῦτα ἐννοοῦμεν, ὅτι θὰ ἀφομοιῶται ὁ πολίτης κατὰ πάντα πρὸς τὸν στρατιώτην. Περὶ τούτων τὸ νομοσχέδιον οὐδὲν κανονίζει, ἀλλ’ ἡ διέπουσα αὐτὸ ἰδέα ὑπῆρξεν, ὡς φαίνεται, ἡ ἐναντία τῆς ἐκτεθείσης, τοὐτέστιν ἀποδέχεται ὅτι ὁ πολίτης θὰ ὑπηρετῇ μᾶλλον ὡς πολίτης παρὰ ὡς στρατιώτης, καὶ διὰ τοῦτο τὰς πειθαρχικὰς τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου διατάξεις ἐπιβάλλει τὸ νομοσχέδιον μόνον κατὰ τὰς ὥρας τῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ στρατῷ. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἐνεφορήθη ἡ κυβέρνησις τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν θεωρῶ μόνην ἀποδεκτὴν, τῆς ἰδέας τοὐτέστιν, ὅτι ὁ φέρων ὅπλα πολίτης πρέπει νὰ ἀφομοιῶται κατὰ πάντα πρὸς τὸν στρατιώτην καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸς ὁ συνδυασμὸς τῆς ἐνασκήσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ πολίτου μετὰ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ στρατιώτου. Ὁ φέρων τὸ ὅπλον πρέπει νὰ ᾖναι στρατιώτης καὶ νὰ ὑποβάλληται εἰς ἁπάσας τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ στρατιώτου. Ὅταν τὸ ὑπουργεῖον ὑποβάλῃ τὸ περὶ τούτου νομοσχέδιον, τότε θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀποφανθῶμεν ἂν τῳόντι ᾖναι δυνατὸν νὰ καταρτισθῇ στρατὸς καθ’ ὃν τρόπον διὰ τῆς εἰσαγωγικῆς αὐτῆς ἐκθέσεως ἐπαγγέλλεται ἡ κυβέρνησις. Κατὰ τὴν εἰσαγωγικὴν ἔκθεσιν, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκτάκτως ἐκγυμνασθησομένων καὶ ὑποβληθησομένων εἰς ὑποχρεώσεις ἀνέρχεται εἰς 200,000 ἀνδρῶν. Ἂν τοῦτο ἦτο ἀληθὲς, θὰ ἐθεώρουν τὸ νομοσχέδιον ὡς ὅλως ἀπραγματοποίητον. Ὁ ἀριθμὸς ὅμως οὗτος δὲν εὑρίσκεται ἐντὸς τοῦ νομοσχεδίου· εἶναι πληροφορία ἁπλῶς ἐπεξηγηματικὴ, καὶ ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὰς διατάξεις αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα ἴδωμεν ἂν πρόκηται περὶ σπουδαίων ὑποχρεώσεων, ἢ ἂν πρόκηται μόνον περὶ ὑποχρεώσεων, αἵτινες ἐπιβάλλονται πρὸς τὸ θεαθῆναι. Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ οὐδὲ τὴν ἰδέαν τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου, ὅτι οἱ ὑπόχρεοι θὰ φθάσωσιν εἰς τὸ ⅙ τοῦ ὅλου πληθυσμοῦ. Βεβαίως ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀγόντων τὴν ἡλικίαν, περὶ ἧς πραγματεύεται τὸ νομοσχέδιον εἶναι τὸ ⅙ τοῦ ὅλου πληθυσμοῦ, κατὰ τὰς συνήθεις καταστατικὰς ἀναλογίας· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ σχεδίῳ, τὸ ὁποῖον θὰ καταρτίσῃ, ὀφείλει νὰ μὴ ἐπιβάλῃ ὑποχρεώσεις εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνίκανοι νὰ ἐκπληρώσωσιν αὐτάς. Ἐν τοῖς νόμοις ἁπάντων τῶν ἐθνῶν γίνονται ἐξαιρέσεις τῶν ἀνικάνων. Ὡς παρετήρησα καὶ πρότερον, ἐν αὐτῇ τῇ εἰσαγωγικῇ ἐκθέσει τοῦ περὶ γενικῆς στρατολογίας νομοσχεδίου ὁ ὑπολογισμὸς γίνεται ὡς ἑξῆς· 12,000 ὑπολογίζονται κατ’ ἔτος καὶ κατ’ ἀνώτατον ὅρον οἱ ἔχοντες ἐν Ἑλλάδι τὴν ἡλικίαν τὴν στρατεύσιμον, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ ἀριθμοῦ τούτου ἀφαιρεῖται τὸ ἥμισυ, ἕνεκα ἐξαιρέσεων καὶ ἀπαλλαγῶν. Ὅταν τοιουτοτρόπως ὑπολογίσωμεν, οἱ ὁλικοὶ ἀριθμοὶ τῶν ὑποχρέων εἰς ἔκτακτον στρατολογίαν καθίστανται πολὺ μικρότεροι· ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων ὑπολογισμῶν θὰ συνταχθῶσιν αἱ τροποποιήσεις τοῦ νομοσχεδίου παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς βʹ ἢ γʹ ἀνάγνωσιν αὐτοῦ. Δὲν ἠξεύρω ποῖον εἶναι τὸ ὄνομα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς ἐκτάκτως στρατευσομένους, ἂν πρέπῃ νὰ τοὺς ὀνομάσωμεν ἐφέδρους ἢ ἄλλως· ἠξεύρω ὅμως, ὅτι θὰ ᾖναι σπατάλη ἐθνικῆς δυνάμεως νὰ ἀφήσωμεν ἀργοὺς τοσούτους βραχίονας, νὰ εἴπωμεν ὅτι, ἐπειδὴ δὲν δύνανται νὰ ὑπηρετήσωσιν ὅπως θὰ ὑπηρετήσωσιν οἱ ὑποβαλλόμενοι εἰς ὑποχρεώσεις ἐφεδρείας κατὰ τὸν νέον στρατιωτικὸν νόμον, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἀπαλλαχθῶσι πάσης πρὸς τὸ κράτος ὑποχρεώσεως. Νομίζω ὅμως ὅτι, ὑποβάλλοντες αὐτοὺς εἰς ὑποχρεώσεις ἐκτάκτου ὑπηρεσίας, ὀφείλομεν νὰ ὀργανίσωμεν αὐτοὺς ὡς στρατιώτας, ἀφοῦ προηγουμένως τοὺς γυμνάσωμεν κατὰ τρόπον ἁρμόζοντα εἰς στρατιώτας. Ἡ γύμνασις αὐτῶν κατὰ τοῦτο μόνον δέον νὰ διαφέρῃ τῆς τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, ὅτι ὁ χρόνος τῆς θητείας ἔσται βραχύτερος, καθ’ ὅλα ὅμως τ’ ἄλλα ὁ ὑπὸ τὰ ὅπλα πολίτης ὀφείλει ν’ ἀφομοιοῦται πρὸς τὸν ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ κατατεταγμένον. Ἐπιθυμῶ ὡς πρὸς τὸν χρόνον οὐχὶ βεβαίως ὑποχρέωσιν τριετοῦς θητείας ἢ διετοῦς, ἀλλ’ ὑποχρέωσιν θητείας ἑνὸς ἢ δύω ἢ καὶ τριῶν μηνῶν· κατὰ τὸ διάστημα ὅμως τοῦτο ὁ φέρων τὸ ὅπλον πολίτης νὰ ἐκγυμνασθῇ κατὰ πάντα ὡς στρατιώτης τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ. Αὐταὶ εἶναι αἱ ἰδέαι ἡμῶν περὶ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ κατ’ αὐτοῦ δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποφανθῶμεν, ἐὰν κληθῶμεν εἰς ψηφοφορίαν, διότι ἀποδεχόμεθα τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπιφυλασσόμεθα δὲ, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλῃ τὰ ζητηθέντα, ν’ ἀποφανθῶμεν ὁριστικῶς περί τε τῶν καθέκαστα καὶ περὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου.
§46ΡΙΚΑΚΗΣ. Δι’ ὀλίγων λέξεων, κύριοι, θὰ σᾶς εἴπω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι ἤμην διατεθειμένος νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς, ἤδη δὲ ἀναγκάζομαι νὰ μεταβάλω γνώμην. Ἐθεώρουν ὀρθὸν νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἐφρόνουν ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον σκοπὸν ἔχει νὰ κανονίσῃ τὸν ὀργανισμὸν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους, διότι ἀναγνωρίζω, καὶ οὐδεὶς θέλει ἀμφισβητήσει, ὅτι ἡ αἰτία, ἡ ὁποία προεκάλεσε τὴν δεκαήμερον συζήτησιν, δὲν εἶναι πῶς νὰ εὕρωμεν τὰ μέσα νὰ ἀσφαλίσωμεν τὴν χώραν, διότι δὲν διατρέχει κανένα κίνδυνον, ἀλλ’ ὁ σκοπός μας ἦτο πῶς θέλομεν εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διεκδικήσωμεν διὰ τῶν ὅπλων δικαιώματα καὶ συμφέροντα, καὶ ὅστις θέλει νὰ διεκδικήσῃ τοιαῦτα, δὲν πρέπει νὰ σκέπτηται κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ νομοσχεδίου τούτου· ἐπειδὴ δηλαδὴ δὲν ἔχομεν στρατὸν, ἐπειδὴ δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐφεδρείαν, ἂς γυμνάσωμεν τὸν λαὸν, ἵνα προφυλάξῃ τὴν χώραν. Νὰ τὴν προφυλάξῃ ἀπὸ ποῖον; τὰ συμφέροντα τῆς χώρας εἶναι ἐξησφαλισμένα διὰ συνθηκῶν, ἡ χώρα δὲν δύναται νὰ προσβληθῇ· ἑπομένως, ἂν προετοιμαζώμεθα, ἔχομεν σκοπὸν ἀνώτερον, πρὸς τὸν ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀνταποκρίνεται. Πρέπει νὰ ἤμεθα σαφεῖς καὶ εἰλικρινεῖς καὶ εἰς τὰς σκέψεις μας καὶ εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θέλομεν· ἄλλως, κύριοι, ἀποπλανῶμεν καὶ ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ τὸ ἔθνος ὁλόκληρον. Ζητοῦμεν θυσίας, ζητοῦμεν δάνεια ἑκατομμυρίων, ζητοῦμεν προσωπικὰς ὑπηρεσίας, πρὸς ποῖον σκοπόν; Ἵνα ἐκγυμνάσωμεν τὸν λαὸν εἰς τὰ ὅπλα; ἀλλ’ ἔχομεν τὸν νόμον τῆς ἐθνοφυλακῆς, ὅστις ὁρίζει τακτικὴν ἐκγύμνασιν τῶν πολιτῶν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ τοιοῦτον δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ, ἂν αὐξήσωμεν μόνον τὴν ὑπάρχουσαν δύναμιν τοῦ στρατοῦ καὶ ὀργανώσωμεν αὐτόν. Ὅταν διπλασιάσωμεν τοὺς ἄνδρας ἑκάστου λόχου, θὰ ἔχωμεν 20,000 ἄνδρας καλῶς ὠργανισμένους, ἐντὸς δὲ ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος θὰ ἔχωμεν ἐφεδρείαν γυμνασμένην στρατιωτικῶς, καὶ ἡ ὁποία δύναται ἐν πάσῃ περιπτώσει ν’ ἀποτελέσῃ τακτικὸν στρατόν· οὕτω δὲ, ἀναλόγως τῶν μέσων μας, δυνάμεθα νὰ προετοιμάσωμεν ἐντὸς μιᾶς πενταετίας 50,000 ἄνδρας τακτικοῦ στρατοῦ ἐντελῶς ὠργανισμένου καὶ ἑτοίμου, ὅταν παρουσιασθῇ ἀνάγκη, νὰ συντρέξῃ τὸν στρατόν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου πρέπει νὰ μεταβληθῇ κατὰ τοῦτο εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, δηλαδὴ ἐννοῶ νὰ κανονισθῇ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ ὑπάρχοντος στρατοῦ, νὰ προσδιορισθῇ καὶ ἡ δύναμις τῆς ἐφεδρείας ἐκ τῶν ἐξυπηρετησάντων στρατιωτικῶν, οἱ δὲ λοιποὶ πολῖται νὰ ἐκγυμνασθῶσιν εἰς τὰ ὅπλα, ἵνα χρησιμεύσωσιν ἐν καιρῷ ἀνάγκης.
§47Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν ἔλαβον μέρος εἰς τὴν ἐπὶ δέκα ὅλας ἡμέρας μακρὰν ἐκείνην συζήτησιν τοῦ πολιτικοῦ προγράμματος τοῦ ὑπουργείου, διότι ἐφρόνουν ὅτι, ἐνῷ τὸ ζήτημα ἦτο καθαρῶς στρατιωτικόν, οἱ ἀγορεύσαντες ἔντιμοι συνάδελφοι τὸ ἐχαρακτήρισαν ὡς πολιτικὸν καὶ οἰκονομικόν. Προσκαλούμεθα νὰ συζητήσωμεν σήμερον τὸ νομοσχέδιον περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τῶν κατὰ ξηρὰν στρατ. δυνάμεων, ἐζήτησα δὲ νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ἀντικειμένου καθαρῶς στρατιωτικοῦ ὄντος. Ἐν πρώτοις παραπονοῦμαι κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἐμελέτησεν ἀρκούντως τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, διότι ἐνῷ ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι ὁ νόμος περὶ ἐθνοφυλακῆς ὁλοσχερῶς ἀπέτυχε παρ’ ἡμῖν, καὶ ἐνῷ παρ’ ἅπασι τοῖς ἄλλοις ἔθνεσι κατηργήθη, δὲν ἐδίστασεν ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, προωρισμένον νὰ συντάξῃ στρατιωτικῶς τὴν χώραν, ἔστω καὶ προσωρινῶς, ἰδέας καταδικασθείσας ἀνεκκλήτως ὑφ’ ὅλων τῶν εὐρωπαϊκῶν κρατῶν. Καὶ πρὸς τὰς τοιαύτας ἰδέας ἤδη ἐνήργησε, διότι, καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ἀπουσίας τῆς Βουλῆς, ἡ Κυβέρνησις ἐνησχολήθη σπουδαίως νὰ ἐξοπλίσῃ νέους ἕλληνας χάριν ἐπιδείξεως, ἀπασχολήσασα αὐτοὺς τῶν ἔργων των καὶ ἀνωφελῶς αὐτοὺς ὑποχρεώσασα εἰς δῆθεν στρατιωτικοὺς περιπάτους· δαπανῶσα οὕτω πολύτιμον χρόνον, ἐπὶ ἀνεπανορθώτῳ ζημίᾳ τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τοῦ τόπου, καὶ διαψεύδουσα διὰ τῶν πραγμάτων τὰς ὑπ’ αὐτῆς σήμερον ἐπαγγελλομένας περὶ τοῦ μεγαλείου τοῦ ἔθνους ἰδέας. Ἀλλὰ τὸ παράπονόν μου εἶναι μέγα κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, ὅτε παρέλαβε τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, ὁποία ἦτο ἡ κατάστασίς του, ποῖαι αἱ δίκαιαι ἀπαιτήσεις του, καὶ ὁποῖαι αἱ ἀνάγκαι του. Τί περὶ αὐτοῦ ἔπραξε μέχρι τοῦδε; ἀπολύτως οὐδὲν, ἡ δὲ προμήθεια ὀλίγων ὅπλων ἀνήκει δικαίως εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τῆς ὅλης Κυβερνήσεως, καθόσον διὰ τῶν ἐν λόγῳ ὅπλων δὲν πρόκειται νὰ ὁπλισθῇ ὁ σήμερον μόνιμος ἐνεργὸς στρατός. Ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐδημιούργησεν ἕνα λόχον ἐκπαιδεύσεως ὑπὸ ὅρους ἐντελῶς ἀντιπειθαρχικοὺς, διότι δι’ αὐτῶν πρόκειται οἱ ὑπαξιωματικοὶ νὰ διδάξωσι τοὺς ἀξιωματικούς, ἐνῷ ὤφειλε, μεριμνῶν κατὰ καθῆκον περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ στρατοῦ, νὰ προσκαλέσῃ καὶ ἐκπαιδεύσῃ τοὺς ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς, διὰ νὰ δυνηθῶσι κατόπιν αὐτοὶ νὰ διδάξωσι τοὺς κατωτέρους των, παρέχων οὕτω τὸ ὑποχρεωτικὸν παράδειγμα τοῦ σεβασμοῦ τῶν κατωτέρων ἀξιωματικῶν πρὸς τοὺς ἀνωτέρους των. Ἀναγκάζομαι δὲ σήμερον νὰ ἐπικρίνω τὴν κυβέρνησιν καὶ δι’ ἕτερον λόγον, διότι ἐνῷ ὤφειλε καὶ ἠδύνατο νὰ συζητήσῃ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς τὸν περὶ στρατολογίας νόμον, τὸν ὁποῖον εἶχε συντάξει τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον καὶ ὑπέβαλον αὐτὸν κατόπιν οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι κύριοι Τρικούπης καὶ Ἀθ. Πετιμεζᾶς, ἐνῷ, λέγω, ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν σήμερον τήν πλήρη λειτουργίαν τοῦ νόμου αὐτοῦ, ἀπωλέσαμεν ἀνεπανορθώτως, ἕνεκα τῆς κυβερνητικῆς ἀκηδίας, τοσοῦτον πολύτιμον χρόνον· ὡς ἐκ τούτου δὲ εὑρίσκεται σήμερον εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ κυβέρνησις νὰ φέρῃ τὸν προσωρινὸν νόμον περὶ ὀργανισμοῦ τῶν κατὰ ξηρὰν δυνάμεων, ἐπὶ τοῦ ὁποίου προσκαλούμεθα νὰ συζητήσωμεν. Περὶ δὲ τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως νόμου περὶ στρατολογίας, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἰσῆξε, κατὰ τὸ λέγειν του, βελτιώσεις, ἐνῷ κατ’ ἐμὲ δι’ αὐτῶν εἰσῆξε τὸ σύστημα τῶν ἐξαιρέσεων καὶ τῆς προστασίας τῶν ἀτόμων καὶ οὕτω ἠλάττωσε τὴν ἀξίαν τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον.
§48ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ὑπέβαλε νομοσχέδιον τοιοῦτον.
§49Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μὴ θέλετε νὰ παίζητε μὲ τὰς λέξεις· τὸ συνέταξεν ὡς κυβέρνησις, ὅταν δὲ παρῃτήθη τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, τὸ ὑπέβαλον ὡς βουλευταὶ οἱ κύριοι Τρικούπης καὶ Ἀθ. Πετιμεζᾶς. Μεθ’ ὅλα ταῦτα θέλω ψηφίσει ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου τῆς κυβερνήσεως, διότι δι’ αὐτοῦ πρόκειται νὰ γυμνασθῇ ὁ λαὸς, καὶ διότι πρόκειται τὰ βάρη αὐτὰ νὰ φέρωσιν ἅπασαι αἱ τάξεις ἀπὸ τῆς ἡλικίας τοῦ 19 μέχρι τοῦ 40οῦ ἔτους. Καί τοι διαφωνῶν πρὸς τὰς πλείστας τῶν διατάξεων αὐτοῦ, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ψηφίσω τὴν ἀρχὴν ὑπὸ τοὺς ὅρους καὶ τὰς διατυπώσεις, τὰς ὁποίας ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου κύριος Τρικούπης ὥρισε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὁ ἔφεδρος δὲν θέλει ὑπάγεσθαι εἰς πολιτικὰ δικαστήρια, ὅτι δὲν θὰ ᾖναι ἐθνοφύλαξ, ἀλλ’ ὅτι θέλει κατὰ πάντα ἐξομοιωθῆ πρὸς τὸν στρατιώτην τοῦ μονίμου ἐνεργοῦ στρατοῦ. Ἂν δὲ ἡ κυβέρνησις δηλώσῃ ὅτι δὲν ἀποδέχεται τοὺς ὅρους αὐτοὺς, θέλω καταψηφίσει, διότι ἐννοῶ τὸν ἔφεδρον νὰ ὑπάγηται εἰς τὴν ποινικὴν στρατιωτικὴν νομοθεσίαν. Διαφωνῶ δὲ πρός τινας τῶν ἐντίμων συναδέλφων, οἵτινες ἐπεκαλέσθησαν τὴν γνώμην στρατιωτικῶν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, ἂν ἔφεδρος δύναται νὰ ὀνομασθῇ ὁ πολίτης ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος χειροτονεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὡς τοιοῦτος. Κύριοι, ἀπὸ τῶν τελευταίων ἐτῶν ὅλα τὰ κράτη παρεδέχθησαν μεγάλους στρατούς· ἀλλ’ ἔχοντα ὑπ’ ὄψιν τὰς μεγάλας δαπάνας, ἐζήτησαν νὰ ἐξεύρωσι μέσα, δι’ ὧν ἐν εἰρήνῃ νὰ διατηρῶσι τὸν ἀναγκαῖον μόνον στρατὸν, διὰ νὰ δαπανῶσιν ὀλίγα. Τὸ σύστημα τοῦτο εὗρον ἐν τῇ ὑπάρξει ἐφεδρείας. Οἱ κληροῦχοι ἐν Γαλλίᾳ δὲν καλοῦνται πάντες εἰς τὰ ὅπλα ὑπὸ τὴν αὐτὴν θητείαν, διότι αἱ δαπάναι τοῦ κράτους δὲν ἐπιτρέπουσι τοῦτο· εἶναι δὲ ἡ θητεία πέντε ἐτῶν. Ἓν μέρος λοιπὸν τῆς ὁριζομένης ἡλικίας ὑπηρετεῖ ὁλόκληρον τὴν θητείαν, τὸ δὲ ὑπόλοιπον ἓξ μέχρι 12 μηνῶν. Ἵνα, κύριοι, ὑπάρξῃ ἐφεδρεία ἀληθὴς, πρέπει νὰ διήνυσεν ὁ ἔφεδρος διάστημά τι χρόνου εἰς τὸν στρατόν· πρέπει δὲ νὰ ἐννοηθῇ καλῶς, ὅτι στρατὸς δὲν εἶναι ἄθροισμα ἀνθρώπων φερόντων ὅπλα καὶ στολὰς, ἀλλὰ κοινωνικὴ τάξις ἰδία, ἔχουσα ἴδια ἔθιμα, ἴδιον τρόπον διαίτης, ἴδιον τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι, ἰδίαν ἀγωγήν. Ὁ ἔφεδρος, διὰ νὰ ᾖναι τοιοῦτος, πρέπει πρότερον νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς τὸν στρατὸν ἓν τοὐλάχιστον ἔτος. Ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται ἄνευ ἀνάγκης νὰ διατηρῇ μέγαν στρατὸν, διότι δὲν ἔχει νὰ δαπανᾷ πολλὰ, διότι ἔχει πληθυσμὸν μικρὸν καὶ ἀραιὸν, ἀλλ’ ἔχει ὑπέρτατον καθῆκον νὰ δύναται ἐν καιρῷ ἀνάγκης νὰ παρατάξῃ στρατὸν οὐχὶ κατ’ ἀναλογίαν τοῦ πληθυσμοῦ, ἀλλὰ κατ’ ἀναλογίαν, ἣν ἐπιβάλλουν τὰ καθήκοντα καὶ αἱ ὑποχρεώσεις της πρὸς τὸν ἑλληνισμόν. Τὸ σύστημα τῶν ἐφέδρων εἶναι εὐτύχημα ἰδίως διὰ τὰ μικρὰ κράτη, διότι, ἂν δὲν θέλουν ἢ δὲν δύνανται νὰ δαπανῶσιν ἐν εἰρήνῃ πολλὰ, δύνανται νὰ παρουσιάζωσιν ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης πολλαπλάσιον τοῦ ἐν εἰρήνῃ στρατοῦ. Διαφωνῶ δὲ καὶ πρός τινας τῶν προαγορευσάντων, ἐὰν ἔχωμεν καὶ τὰ χρειώδη πρὸς πολὺν στρατόν. Ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν ἤδη, ὅτι ἀναγνωρίζει τὴν ἀνάγκην ἐκτάκτων παρασκευῶν, καὶ ἀναγνωρίσασα τοῦτο, ἔσχεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι θέλει ὑποβληθῆ εἰς θυσίας· δὲν εἶναι δὲ καὶ τὰ πράγματα ἀδύνατα, οἱ δὲ παρουσιάζοντες τὸ ἀδύνατον ἀντιφάσκουσι πρὸς ἑαυτούς. Ἐννοεῖται δὲ, κύριοι, ὅτι κατεπείγουσαι στρατιωτικαὶ παρασκευαὶ προϋποθέτουσιν ὄχι κοινὰς δαπάνας· διότι πρέπει νὰ ἀποτίωμεν τὴν ποινὴν, ὅτι ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν οὐδέποτε ἐμεριμνήσαμεν περὶ τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τοῦ τόπου, αἱ δὲ περιστοιχοῦσαι ἡμᾶς περιστάσεις δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν ἐλαχίστην βραδύτητα, διότι ἴσως ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν, ἐντὸς ὀλίγων ἑβδομάδων, ἀνάγκη νὰ πληρώσωμεν τὰς ἀποθήκας μας καὶ νὰ ὑποχρεωθῶμεν νὰ παρατάξωμεν πολλαπλάσιον στρατὸν τοῦ ὑπάρχοντος μικροῦ καὶ ἀτελοῦς· κατὰ δὲ τοὺς οἰκονομολόγους, ἡ ὑπερτίμησις εἶναι ἀνάλογος τῆς ζητήσεως, καὶ διὰ τοῦτο καὶ πολλὰ ἴσως δαπανήσωμεν, καὶ τὸ οὕτως ἀποκτηθησόμενον ὑλικὸν πολέμου ἴσως δὲν θὰ ᾖναι τὸ μᾶλλον κατάλληλον. Τῆς τοιαύτης δὲ στρατιωτικῆς γυμνότητος ἡμεῖς εἴμεθα οἱ αἴτιοι. Ἀπέναντι ὅμως τῶν διαδραματιζομένων μεγάλων γεγονότων ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἀπέναντι τοῦ ἑλληνισμοῦ κινδυνεύοντος, ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ μὴν ὑποχωρήσῃ εἰς τὸ μέγεθος τῆς δαπάνης, ἀλλ’ ὑποβαλλομένη καὶ ἐπιβάλλουσα πᾶσαν θυσίαν, νὰ διεκδικήσῃ ἀνδρικῶς τὰ δικαιώματα τοῦ ἑλληνισμοῦ. Ἂν δὲ αἱ ἀποθῆκαι ᾖναι κεναὶ καὶ τὸ ὁπλοστάσιον ἔρημον, δύναμαι νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὄχι «τίς πταίει;» ἀλλ’ ὅτι πταίομεν ὅλοι. Τὸ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχέδιον, κύριοι, καί τοι διαβατικὸν, διότι ἡ διάρκεια αὐτοῦ, μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν περὶ στρατολογίας νόμων, εἶναι τριῶν μηνῶν, εἰς τὰς πλείστας τῶν διατάξεων αὐτοῦ εἶναι ἐλαττωματικὸν, καὶ διὰ τὸ σύστημα τῶν προγυμναστῶν καὶ διὰ τὰ ἐπιμίσθια αὐτῶν. Τὰς τοιαύτας ἰδέας ἀνέκαθεν κατεδίκασα. Ἔπρεπε δὲ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ σκεφθῇ ἂν τῷ ᾖναι ἐπιτετραμμένον νὰ χορηγήσῃ ἀξιωματικοὺς πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν, οὓς ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀποξενόνει ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ τὴν τόσον σπουδαίαν καὶ χρήσιμον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐκθέτει ἀπέναντι πολιτῶν οὐδεμίαν στρατιωτικὴν ὑποχρέωσιν ὑπὸ τοῦ νόμου ἐχόντων ὡς πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει, ὅτι κατὰ τὴν ἐξάσκησιν τῶν πολιτῶν ἐφαρμόζονται οἱ κανονισμοὶ καὶ αἱ διατάξεις τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ πεζικοῦ· τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι πρακτικὸν, οὐδὲ σπουδαῖον· διότι ἡ ἐκγύμνασις τῶν χειροτονουμένων ἐφέδρων θὰ ᾖναι ὁμοία μὲ τὴν τῶν μαθητῶν τοῦ γυμνασίου καὶ τοῦ Πανεπιστημίου. Διὰ τοῦτο εἰς τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου ἐζήτησα ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑποβάλῃ κατάλογον τῶν ἀποστράτων, συνάμα δὲ καὶ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, διότι, ὡς γνωρίζετε, ἀπὸ πολλοῦ χρόνου καταγίνεται ἐπιτροπὴ πρὸς σύνταξιν τοιούτου, ἐνῷ δὲ παρῆλθεν ἔτος ὁλόκληρον, δυστυχῶς δὲν ὑπεβλήθη. Ἐνῷ δὲ ἡ Βουλὴ καλεῖται νὰ συζητήσῃ περὶ στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας, δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψιν της τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ὅτι εἶναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ, διότι ἄνευ αὐτοῦ θὰ ᾖναι δύσκολος ἡ ἐφαρμογὴ παντὸς ἑτέρου μέτρου, σκοποῦντος τὴν ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης αὔξησιν τοῦ ὑπάρχοντος ὀλίγου στρατοῦ. Ἐπεθύμουν ἀνέκαθεν, κύριοι, ὅπως ὁ νόμος ὁρίζῃ τὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ μονίμου στρατοῦ, καὶ οὐχὶ Βασιλ. διατάγματα· διότι ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα ἀπέδειξεν ὅτι τὸ τοιοῦτον ἦτο πλημμελές, ἐξαιρέσει μόνον ἀτόμων ὠφελουμένων ἐκ τῆς τοιαύτης καταστάσεως. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑποβάλῃ τὸ ταχύτερον, πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, νόμον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ μονίμου στρατοῦ, συνάμα δὲ τὴν κυβέρνησιν ν’ ἀποδεχθῇ σύστημα ἐφέδρων προσεγγίζον τὸ τῶν ἄλλων κρατῶν.
§50ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐνόμιζον ὅτι ἤθελεν ἀπαντήσει ἡ κυβέρνησις καὶ θ’ ἀπεφαίνετο ἂν αὐτὰ τὰ σχόλια, ἅτινα ἐγένοντο, παραδέχεται. Ὡς πρὸς τὴν παραδοχὴν δὲ αὐτῶν ἢ μὴ, ἀναγκάζομαι πρὸ τῆς ψηφοφορίας νὰ κάμω τὴν ἑξῆς δήλωσιν. Ὁ κ. Τρικούπης ἐδήλωσε λίαν εὐκρινῶς, ὅτι δὲν εὑρίσκει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὰς ἐπαγγελίας τῆς κυβερνήσεως, ὅτι ἐπὶ τέλους, ἂν ἤθελε προσκληθῆ νὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς, δὲν ἤθελε ψηφίσει ὑπὲρ αὐτῆς· θέλει ὅμως τὸ πράξει, ἀλλὰ δι’ ἕτερον λόγον, διότι πρόκειται περὶ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις δὲ, ἃς ἔκαμεν ἐπὶ τῶν ἀτελειῶν τοῦ νομοσχεδίου, κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν ἐννοεῖ ὅτι τὸ κράτος δύναται νὰ συνταχθῇ στρατιωτικῶς, ἔστω καὶ προσωρινῶς, ἔστω καὶ κατεπειγόντως, χωρὶς ὁ στρατὸς, περὶ οὗ πραγματεύεται τὸ νομοσχέδιον, ὁ στρατὸς τῆς ἐφεδρείας, νὰ διέλθῃ διὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, ἂν οὐχὶ δι’ ἕνα χρόνον, ἀλλὰ τοὐλάχιστον δύο ἢ τρεῖς μῆνας, ἕνεκα τοῦ κατεπείγοντος τῶν περιστάσεων. Οὕτω δὲ παρατηρῶ, ὅτι ἡ ἀπόστασις τῆς γνώμης τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου καὶ τῆς γνώμης τῆς ἐμῆς δὲν εἶναι μεγάλη, ἐδήλωσα δὲ τὴν γνώμην μου κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι τότε κατέκρινα τὴν κυβέρνησιν ὡς μὴ φροντίσασαν κατὰ τὸ παρελθὸν δωδεκάμηνον ν’ αὐξήσῃ τὰς δυνάμεις τοῦ κράτους, καίτοι τὸ δωδεκάμηνον διήλθομεν ἐν σάλῳ τῆς Ἀνατολῆς. Εἶπον· ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προτείνετε τὴν σήμερον, εἶναι ἀνωφελῆ, εἶναι ἄχρηστα, εἶναι ἄσκοπα, καὶ οὐδόλως θέλουσιν αὐξήσει τὰς ἐθνικὰς δυνάμεις· εἶπον δὲ ῥητῶς ὅτι ἡ κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ζητήσῃ νόμον στρατολογικὸν ἀπηλλαγμένον τῶν ἐλαττωμάτων τοῦ ὑπάρχοντος, ἤτοι τοῦ ἐλαττώματος τῆς βραδύτητος καὶ τοῦ ἐλαττώματος τῆς ἀδικίας· δι’ αὐτοῦ δὲ τοῦ νόμου νὰ συμπληρώσῃ μὲν τὰς τάξεις τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, ἀφοῦ τὴν σήμερον μετὰ 12 μῆνας ἐλλείπουσι 3654 κληροῦχοι, αὐξήσῃ δὲ τὴν δύναμιν τῶν λόχων μέχρι τῆς καταστάσεως αὐτῶν ἐν πολέμῳ, καὶ τρίτον νὰ μορφώσῃ ἐφεδρείαν ἐξ 20,000 ἀνδρῶν ὑπὸ θητείαν ἑνὸς ἔτους, ἢ ἓξ τοὐλάχιστον μηνῶν. Ἐπρόσθεσα δὲ ὅτι, ἂν τοῦτο ἔπραττεν, ἤθελεν ἔχει 14,000 μονίμου στρατοῦ, 6,000 ἀληθῶν ἐφέδρων, κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, καὶ 20,000 ἐν ἐφεδρείᾳ, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ὑπηρετήσει ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ ἐπὶ ἓν ἔτος ἢ ἐπὶ ἓξ μῆνας. Καὶ ἐπρόσθεσα ὅτι δὲν θὰ ἀπῃτεῖτο κἂν δαπάνη ἔξω τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ἡ κυβέρνησις ἀντὶ τῶν αὐξήσεων, τὰς ὁποίας ἔφερεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὑπὲρ τὰ 2½ ἑκατομμύρια, ἠδύνατο κατὰ ἓν μόνον ἑκατομμύριον ν’ αὐξήσῃ τὸν προϋπολογισμόν, 1½ δὲ νὰ οἰκονομήσῃ, καὶ οὕτω θὰ εἶχε τὴν δύναμιν νὰ δανεισθῇ πρὸς 10% δρ. 15,000,000, καὶ ταῦτα θὰ ἐχρησίμευον διὰ τὸν ὁπλισμὸν, ἱματισμὸν, ἀσκήσεις καὶ τὰ τοιαῦτα τῶν στρατιωτῶν περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου δὲν εἶναι μακρὰν, διότι παραδέχεται, ὅτι δὲν δύναται νὰ κατασταθῇ ἐφεδρεία δι’ ἁπλῶν ἀσκήσεων ἐθνοφυλακῆς· καὶ ὅτι ἀπαιτεῖται ὑπηρεσία στρατιωτικὴ διαρκὴς ἐντὸς δύο ἢ τριῶν μηνῶν. Ἀλλὰ τὸ σχέδιον τῆς κυβερνήσεως οὐδὲν τοιοῦτον περιέχει, οὐδεμίαν ἰδέαν, οὐδεμίαν ἀρχὴν τοιαύτην, ἄλλας δὲ βάσεις, τὰς βάσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν σήμερον νὰ σᾶς ἐκθέσω. Ἕνεκα τούτου ὀφείλομεν, κύριε πρόεδρε, νὰ ἀποφανθῶμεν κατὰ τῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι εἰς τὸ πνεῦμα τῶν φίλων μου νὰ μὴ παραδεχθῶμεν τὴν γνώμην τὴν συμβιβαστικὴν τοῦ κ. Τρικούπη, νὰ στηριχθῶμεν μᾶλλον εἰς τὰς ἐπαγγελίας τῆς κυβερνήσεως καὶ νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι τὰς ἐπαγγελίας ταύτας, τὰς ὁποίας δὲν πραγματοποιεῖ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ....
§51ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ὑπεσχέθην ἐγὼ τίποτε. Ἐὰν θέλετε νὰ μεταβάλετε τὴν γνώμην σας ....
§52ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βλέπετε πῶς εἴμεθα σταθεροί. Εἶσθε καὶ Σεῖς;
§53ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶσθε.
§54ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἴπατε.
§55ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐξακολουθήσατε.
§56ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ. Δὲν ὑπάρχει, λέγω, εἰς κανένα τῶν φίλων μου ἡ ἰδέα ν’ ἀποκρούσωμεν τὴν συμβιβαστικὴν γνώμην τοῦ κ. Τρικούπη, ὅστις προτείνει νὰ στηριχθῶμεν μᾶλλον εἰς τὰς ἐπαγγελίας τῆς κυβερνήσεως καὶ νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι τὰς ἐπαγγελίας αὐτὰς, τὰς ὁποίας δὲν ἐπραγματοποίησε κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Τρικούπη καὶ πολὺ μᾶλλον κατὰ τὴν ἰδικήν μας διὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλε, θέλει τὰς πραγματοποιήσει ἐντὸς ὀλίγου. Ἐὰν διαστρέφω τὴν γνώμην τοῦ κ. Τρικούπη, παρακαλῶ νὰ μὲ διορθώσῃ. Τόρα δὲν ἐννοῶ αὐτὴν τὴν διακοπὴν τὴν προκληθεῖσαν ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅστις μᾶς λέγει: μετεβάλετε τὴν γνώμην σας. Πῶς; δείξατε τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν μετέβαλον. Ἐν ἀρχῇ τῆς γενικῆς συζητήσεως μέχρι σήμερον ὑπῆρξε τοιαύτη μεταβολὴ εἴτε εἰς τὰ ἄλλα τὰ ἀφορῶντα τὴν γενικὴν πολιτικὴν, εἴτε εἰς τὰς παρασκευὰς, καὶ ἰδίως εἰς τὸ ζήτημα τὸ στρατιωτικὸν, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπασχολεῖ; Ἀπ’ ἀρχῆς εἶπον, ὅτι ἐχρεωστούσατε νὰ λάβητε εἰς τὰς στρατιωτικὰς παρασκευὰς ὅσα σᾶς ἐξέθεσα μέτρα. Τόρα δὲ λέγω, ὅτι τὸ νομοσχέδιόν σας δὲν πληροῖ αὐτὰς τὰς ἀνάγκας, ἀλλὰ οὔτε κἂν ὑπάρχει ἐν αὐτῷ, ἔστω καὶ διάφορον τῆς ἰδικῆς μας γνώμης, σύστημά τι πληροῦν τὸν σκοπόν σας, τὰς ἐπαγγελίας σας. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι παραδεχόμεθα νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, πεποιθότες ὅτι ἡ κυβέρνησις θέλει κατόπιν ἐκπληρώσει τὰς ἐπαγγελίας της.
§57ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ὑπεσχέθημεν τίποτε.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ....
§59Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλήσας κατέληξα εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐννοῇ νὰ μεταβάλῃ τὸν ὀργανισμὸν, τὸν ὁποῖον ἔδωκε διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν λέξιν ἐφεδρεία, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ δεχθῶ τὴν ἀρχήν· ἄλλως τε, ἐὰν ὑπάγωνται εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας λέγει τὸ νομοσχέδιον, τότε κατ’ ἀνάγκην εἶμαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου.
§60ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι ἡ πρώτη ἀνάγνωσις.
§61Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Βεβαίως ἐπὶ τῆς τρίτης ἀναγνώσεως πολλὰ θὰ μεταβληθοῦν.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§63ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐνταῦθα ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐγένοντο δεκτὰ εἰς πρώτην συζήτησιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τῶν κατὰ ξηρὰν δυνάμεων τοῦ Κράτους.
§65ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑποβάλλω δύω συμβάσεις, μίαν μετὰ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, καὶ ἄλλην περὶ φάρων καὶ φανῶν.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 6.)