1876.11.02
1,437 rows · 12,017 words · 69 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 23
Τῆς 2 Νοεμβρίου 1876.
(Τρίτη.)
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, πρὶν μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἄρθρ. 23 τοῦ κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον τινὲς ἐλησμόνησαν. «Ὁ λόγος εἶναι ἐλεύθερος· συζήτησις δὲν περατοῦται πρὶν ἢ ἀγορεύσωσι πάντες οἱ ἐγγραφέντες καὶ οἱ ζητήσαντες τὸν λόγον, ἂν δὲν παραιτηθῶσιν αὐτοῦ. Μετὰ τοῦτο ὁ Πρόεδρος κηρύττει ἀποπερατωμένην τὴν συζήτησιν.» Ἅμα λοιπὸν δὲν εἶναί τις ἐγγεγραμμένος, ὁ πρόεδρος ὀφείλει νὰ κλείσῃ τὴν συζήτησιν.
§2ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα. Ἀτυχῶς πολλοὶ τῶν Νομαρχῶν δὲν μοὶ ἀπέστειλαν εἰσέτι τὰς σημειώσεις των· ἔχω μόνον ἑκατὸν περίπου Δήμων τοιαύτας, ὁ ἀριθμὸς δὲ τῶν ἐν αὐταῖς σημειωμένων ὡς ἐχόντων τὴν ἡλικίαν ἀπὸ 20–30 ἐτῶν ἀναβαίνει εἰς 30,000. Τοὺς Νομάρχας διετάξαμεν ἐπανειλημμένως, καὶ ἐλπίζω ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν νὰ ἔχωμεν ὅλους τοὺς καταλόγους.
§3ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Θέτω ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων, τὰς ὁποίας δὲν εἶχον ἐγγράψει εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1876, διότι γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι κατ’ ἀρχὰς δὲν εἶχον πεποίθησιν εἰς τὰ ὅπλα τοῦ Μυλωνᾶ, ἑπομένως δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἐγγράψωμεν τὸ ποσόν. Κατόπιν ἠγοράσαμεν 5,800 ὅπλα καὶ τὰ ἔθεσα ὑπὸ δοκιμασίαν, ὥπλισα μερικὰ τάγματα καὶ ἕνα λόχον τῆς ἐκπαιδεύσεως· ἔλαβον δὲ τὰ τάγματα ἔντονον διαταγὴν νὰ θέσωσιν ὑπὸ αὐστηρὰν δοκιμασίαν τὰ ὅπλα ταῦτα, καὶ πράγματι τοῦτο ἐγένετο, καὶ ἐφάνησαν εὐάρεστα τὰ ἀποτελέσματα. Αἱ ἐκθέσεις τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν ἐπιθεωρητῶν ἐπιβεβαιοῦσι τοῦτο· δὲν ἠρκέσθην δὲ μόνον εἰς τοῦτο, ἀλλ’ ἐσχημάτισα καὶ ἐπιτροπὴν ἐξ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, ἀπὸ τὸν Κ. Κορωναῖον, ἀπὸ τοὺς συνταγματάρχας Σαπουντσάκην, Πετιμεζᾶν, καὶ τοὺς ἀντισυνταγματάρχας Μάνον, Μακρῆν, Χαρ. Ζυμβρακάκην, καὶ ἄλλους, εἰς οὓς ἀνέθεσα τὴν ἐξέτασιν τοῦ τίνος ὅπλου ἔχει ἀνάγκην ὁ στρατός, ποῖον ὁπλισμὸν θεωροῦσι κατάλληλον. Ἡ ἐπιτροπὴ δ’ ἐκ συμφώνου μοὶ παρέστησε τὸ νέον σύστημα εἴτε τοῦ Γκρᾶ εἴτε τοῦ Μάουζερ ὡς παραδεκτόν. Ἡ ἐπιτροπὴ ὡσαύτως ἐθεώρησε καλὸν νὰ φέρῃ εἰς γνῶσιν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὅτι, ἀφοῦ ὁ στρατὸς ἔχει 5800 ὅπλα τοῦ Μυλωνᾶ, καλὸν εἶναι νὰ παραλάβωσι τὸ ὅπλον ὅλα τὰ τάγματα. Σχετικῶς πρὸς αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἐζήτησα πίστωσιν 100,000 δραχμῶν καὶ παρήγγειλα 900 τοιαῦτα ὅπλα, ὥστε νὰ ὁπλίσω τὰ τάγματα τοῦ πεζικοῦ. Τὸ πυροβολικὸν εἶναι ἄοπλον, ἡ ἔφιππος χωροφυλακὴ εἶναι ἐπίσης ἄοπλος, τὸ ἱππικὸν ὡσαύτως. Προσεκάλεσα ἑτέραν ἐπιτροπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔθεσα τὸ ζήτημα τὶ ὅπλον νὰ λάβωσι τὰ σώματα ταῦτα· μοὶ εἶπον ν’ ἀγοράσω 30 ὅπλα τοῦ Μυλωνᾶ καὶ νὰ τὰ θέσω ὑπὸ δοκιμασίαν ἂν ᾖνε κατάλληλα. Πράγματι δὲ ἡ δοκιμὴ ἐγένετο, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκ συμφώνου παρεδέχθη τὸ χρήσιμον τοῦ ὅπλου καὶ κατάλληλον πρὸς σκόπευσιν. Βεβαίως δὲ διὰ τὰ σώματα ταῦτα τὸ ὅπλον θὰ ᾖνε μικρότερον. Δὲν ἠρκέσθην εἰς τοῦτο, ἀλλ’ ἐσχημάτισα καὶ ἑτέραν ἐπιτροπὴν ἐξ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, ἵνα γνωμοδοτήσῃ, ἐὰν ἡ κυβέρνησις εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐφοδιάσῃ τὰς ἀποθήκας της μὲ ὅπλα, τὶ ὅπλον νὰ προτιμήσῃ. Ἡ ἐπιτροπὴ προσδιώρισεν, ὅτι εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις δυνάμεθα νὰ μεταχειρισθῶμεν τὸ Σασεπώ· ἐστείλαμεν δὲ τὸν κύριον Μάνον νὰ ἐξετάσῃ οὐ μόνον τὰ ὅπλα Σασεπὼ, ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ λοιπά· διετάχθησαν δὲ καὶ οἱ σπουδάζοντες ἐν Εὐρώπῃ στρατιωτικοὶ, καθὼς καὶ ὁ ἀρχιτεχνίτης Μυλωνᾶς, νὰ ἐξετάσωσι τὰ διάφορα συστήματα καὶ ἀποφανθῶσι. Καὶ οὗτοι δὲ ἀπεφάνθησαν, ὅτι εἰς τὰς κρισίμους περιστάσεις ἕτερον ὅπλον δὲν ἔχομεν παρὰ τὸ Σασεπώ. Οἱ Γάλλοι τὸ ὅπλον τοῦτο ἔθεσαν κατὰ μέρος, οὐχὶ διότι τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ δὲν ὑπῆρξαν εὐχάριστα, ἀλλὰ διότι εἶχεν ἐλλείψεις τινὰς ὁ μηχανισμός του, καὶ παρεδέχθησαν τὸ σύστημα τοῦ Γκρᾶ, τὸ ὁποῖον ἔχει ἄλλον μηχανισμὸν, φυσέκιον μετάλλινον. Τὰ ὅπλα ταῦτα τοῦ Σασεπὼ δυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν μὲ 10–12 φράγκα εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Ἐνταῦθα θέλετε εὕρει ὅλας τὰς λεπτομερείας, τὰς ἐκθέσεις καὶ τὰ τηλεγραφήματα. Σύστημα ὡρισμένον ὅπλου κανὲν κράτος εἰσέτι δὲν παρεδέχθη.
§4ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δύνασθε νὰ μᾶς εἴπητε τὴν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ συστήματος τοῦ Μάουζερ καὶ Γκρᾶ;
§5ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Μάλιστα. (Διάλογοι μεταξὺ Δεληγεώργη καὶ Καραϊσκάκη.)
§6ΓΕΝΝΑΤΑΣ. Πόσον ἠγοράσατε τὰ ὅπλα;
§7ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. 24 φράγκα, ἠγοράσαμεν δὲ ἀπὸ διαφόρους πόλεις, ὡς θέλετε ἴδει ἐκ τῶν ἐγγράφων· τὸ ὅλον εἶναι 14,600 ὅπλα.
§8ΦΙΛΗΜΩΝ. Τοῦ Μυλωνᾶ πόσα;
§9ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. 5800· παρηγγείλαμεν δ’ ἔτι 900 διὰ τὸ πεζικόν, καὶ 30 καραβίνας.
§10ΦΙΛΗΜΩΝ. Πόση εἶναι ἡ πραγματικὴ δύναμις τοῦ στρατοῦ, κατὰ τὸν προϋπολογισμόν, καὶ πόσοι ἄνδρες εἰς τὰ ὅπλα;
§11ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Δὲν ἔχω τὴν κατάστασιν τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου (θόρυβος).
§12ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ, ἂν ἀποφασίσωμεν νὰ ἑτοιμασθῶμεν, ἔχετε πλεονάζοντας ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικούς; (θόρυβος, θορυβώδης διάλογος μεταξὺ Λάπα καὶ Χοϊδᾶ.)
§13ΖΩΧΙΟΣ. Ἂν δὲν παίζωμεν, κύριοι, νομίζω ὅτι ἡ ἐρώτησις μου ἦτο λογικωτάτη· θέλετε νὰ παρασκευασθῶμεν, θέλετε δηλ. νὰ παρασκευάσωμεν τάγματα χάρτινα, ἢ τάγματα ἐξ ἀνδρῶν; Νομίζω ὅτι τὰ πρῶτα στοιχεῖα πρὸς σύστασιν ταγμάτων εἶναι οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ ὑπαξιωματικοί. Ἀξιωματικοὶ δὲ καὶ ὑπαξιωματικοὶ δὲν δημιουργοῦνται ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας. Σημειωτέον δὲ ὅτι καὶ ὁ θεὸς συντάσσεται μετὰ τῶν δυνατῶν. Ὁ ἔχων ὅπλα καλλίτερα, πυροβόλα καλλίτερα, ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικοὺς καλλιτέρους, αὐτὸς ἀναδεικνύεται νικητής. Δὲν πρόκειται δὲ περὶ στρατιωτικῆς συντάξεως μακροχρονίου, ἀλλὰ περὶ συντάξεως κατεπειγούσης· ὡρίσθη μάλιστα καὶ ὁ μὴν, ὡρίσθη ὁ Μάρτιος.
§14ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς δὲν εἴπομεν τίποτε· σεῖς τὸ λέγετε.
§15ΖΩΧΙΟΣ. Πιστεύετε ὅτι εἶναι κατεπείγουσα ἡ ἀνάγκη; Λοιπὸν πρόκειται περὶ παρασκευῶν κατεπειγουσῶν. Θέλετε νὰ λύσητε τὸ ζήτημα λογικῶς; δὲν πρέπει νὰ ἀποβλέψητε οὔτε εἰς τὴν δεξιὰν πτέρυγα, οὔτε εἰς τὴν ἀριστεράν. Πρέπει νὰ ἐξετάσητε ἂν τὸ πρᾶγμα ᾖναι κατορθωτόν. Ἂν ᾖναι ἀκατόρθωτον, οὔτε ἡ δεξιὰ πτέρυξ, οὔτε ἡ ἀριστερὰ δύναται νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα. Πρόκειται δὲ τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ λυθῇ ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου, οὐχὶ ἐκτός.
§16ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος.
§17ΖΩΧΙΟΣ. Τί εἶναι πολιτικὸν ζήτημα; Ὁ πρωθυπουργὸς οὕτως ἔθεσε τὸ ζήτημα· Τοιοῦτος εἶμαι, εἶπεν· οὕτως ἐπολιτεύθην, καὶ οὕτω σκοπεύω νὰ πολιτευθῶ.
§18ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαιότατα.
§19ΖΩΧΙΟΣ. Ἐγὼ τὸν καταδικάζω, καὶ διότι κακῶς ἐπολιτεύθη καὶ διότι κακῶς θὰ πολιτευθῇ. Πρόκειται περὶ τοῦ πόσα κακὰ θὰ μᾶς φέρῃ ἡ πολιτική του. Σεῖς, κύριε πρωθυπουργὲ, δὲν θέλετε ἀληθινὰς παρασκευὰς, καὶ ἐπὶ τούτου ἐγὼ ἐπιμένω, ἐγὼ δὲ εἶμαι ἐντὸς τῆς ἀληθείας· δὲν θέλω δὲ νὰ εἴπω σεῖς ποῦ εἶσθε. Κύριε πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, πολεμικὴ παρασκευὴ σημαίνει χρήματα, ἄνδρες, χρόνος, σύμμαχοι· χθὲς μᾶς ἔλεγεν ὁ κ. Λομβάρδος πολὺ ὀρθῶς, ὅτι ὁ Καβοὺρ εἶχεν ἕνα μέγαν σύμμαχον· καὶ ὁ Βίσμαρκ γνωρίζετε ὅτι εἶχεν ἕνα μέγαν σύμμαχον. Σεῖς δὲ τὸν χρόνον τὸν καταφρονεῖτε, συμμάχους δὲν ἔχετε, χρήματα δὲν ἔχετε, ἄνδρας δὲν ἔχετε· σᾶς ἠρώτησα δὲ ἂν ἔχετε ἀξιωματικοὺς πλεονάζοντας, ἡ δὲ σιωπή σας σημαίνει, δὲν ἔχομεν. Ἔχετε τοὐλάχιστον ὑπαξιωματικούς, τὸ ὁποῖον εἶναι κτῆμα δυσκολώτατον; Βλέπετε λοιπὸν ὅτι αἱ λεγόμεναι παρασκευαὶ δὲν στηρίζονται εἰς τὸν λόγον τὸν ὀρθόν; Ἔρχεσθε καὶ μᾶς ὁμιλεῖτε περὶ δεξαμενῆς· ἐγὼ εἶχον πρὸ χρόνου μακροῦ παρασκευάσει τὰ περὶ αὐτῆς καὶ εἰργάσθην μετὰ τοῦ νῦν ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς παρασκευὴν νομοσχεδίου αὐτὴν ἀφορῶντος. Σεῖς διϊσχυρίζεσθε ὅτι δὲν προτείνομεν τίποτε, εἰμὴ τὸ νὰ δώσωμεν ὅπλα εἰς τὸν λαόν· ἡμεῖς ὅμως σᾶς λέγομεν, ἐξαντλήσατε τὸν προϋπολογισμὸν πρὸς παρασκευὴν δυνάμεως. Σεῖς δὲ ἀντιλέγετε, ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἀνεπαρκής. Σᾶς εἴπομεν ὅτι ἡμεῖς δυνάμεθα διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, χωρὶς φόρων, χωρὶς προσθήκης ἑνὸς ὀβολοῦ, ἐντὸς 3, 4 ἐτῶν νὰ σᾶς ἑτοιμάσωμεν 12 ἀτμοκίνητα καὶ 2,000 ἄνδρας, καὶ ἡ πρότασις αὐτὴ δὲν εἶναι νέα, τὴν εἶχον εἰπεῖ πρὸ ἐτῶν εἰς τὸν κ. πρωθυπουργὸν, τὸν νῦν, ὁ ὁποῖος ἦτο καὶ τότε πρωθυπουργός. Ὀφείλομεν, κύριοι, νὰ ἐξαντλήσωμεν ὅλας τὰς δυνάμεις τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὸ δέον, καὶ τότε ἂς ἐπιχειρήσωμεν καὶ προσθήκας. Ὅτι δὲ δὲν εἶναι ἀληθεῖς αἱ προπαρασκευαί σας, μαρτυρεῖται ὑπὸ τοῦ ἑξῆς. Ὑποθέσατε, ὅτι συνετάξατε τοὺς ἄνδρας διὰ τῶν ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ζητεῖτε. Αὐτοὶ οἱ ἄνδρες, διὰ νὰ συντηρηθῶσι, θέλουν χρήματα, ναὶ ἢ ὄχι; Αὐτὰ τὰ χρήματα πρέπει νὰ σημειωθῶσιν εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ὀρθῶς δὲ εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι οὐχὶ 6 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ 16 θὰ προστεθῶσιν εἰς τοὺς φόρους. Τὰς παρασκευὰς τὰς θέλομεν ὅλοι, ἀλλὰ πρέπει νὰ εὕρωμεν τὸ μέτρον αὐτῶν, τὸ στηριζόμενον ἐπὶ τοῦ ὀρθοῦ λόγου. Πᾶν δ’ ἄλλο εἶδος παρασκευῶν εἶναι λέξις κενή. Ὅπως δὲ ὅλος ὁ κόσμος λέγει παρασκευὴ, παρασκευὴ, οὕτω καὶ ἡμεῖς λέγομεν παρασκευή. Πρέπει ὅμως νὰ προβῶμεν μετὰ λόγου, καὶ τότε μόνον ἂς ἐπιβάλωμεν φόρους, τότε δηλαδὴ ὅταν ἐξαντλήσωμεν ὅλας τὰς δυνάμεις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἰδοὺ, κύριε πρωθυπουργὲ, ὅτι καὶ ἡμεῖς κἄτι προτείνομεν. Σᾶς ἔγραψα δὲ καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1871, λέγων, ἀντλήσατε δυνάμεις ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἀλλὰ σεῖς δὲν τὸ ἐπράξατε, διότι ἐφοβεῖσθε μὴ προσβάλλετε συμφέροντα προσωπικά. Ἐνδέχεται ἡ ψηφοφορία νὰ σᾶς ἀναδείξῃ νικητάς· ὑπάρχει ὅμως λόγιον ἀρχαῖον λέγον· κλαίει ὁ νικηθείς, ὁ δὲ νικήσας ἀπόλωλε.
§20ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κύριοι, ἔχω ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς σας, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου· θὰ εἴπω ὀλίγα. Πρόκειται, κύριοι, περὶ ἑνὸς μεγάλου ζητήματος, περὶ μιᾶς μεγάλης ἀποφάσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἐνόμισα ὅτι πρέπει νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου. Διὰ νὰ δικαιολογήσω δὲ τὴν ψῆφόν μου, εἶναι ἀνάγκη νὰ κάμω μίαν ἐπιθεώρησιν εἰς τὸ παρελθὸν, ὄχι ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, προβὰς μέχρι τοῦ 1861· ἐγὼ θέλω προβῆ μέχρι τῆς 15 Ὀκτωβρίου 1875· βλέπετε λοιπὸν ὅτι θὰ ἦμαι σύντομος. Ἔχω πεποίθησιν, κύριοι, ὅτι ἡ ἀκριβὴς ἀνάκρισις τοῦ παρελθόντος εἶναι ὁ ἀσφαλέστερος ὁδηγὸς εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν προτάσεων τοῦ μέλλοντος. Θέλω λοιπὸν ἐνασχοληθῆ εἰς τὴν ἀνάκρισιν ταύτην, θέλω ἀπανθίσει τὰ σπουδαιότερα γεγονότα, ὀλίγα, πάνυ ὀλίγα, καὶ ἐκεῖ θὰ στηρίξω τὸ συμπέρασμά μου. Ὅτε ἐσχηματίσθη ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις, συνέβησαν εἰς τὸν καταρτισμὸν αὐτῆς τινὰ παρατράγωδα, τὰ ὁποῖα ἐπρόδιδον ἐγωϊσμὸν σχεδὸν ἀσύγγνωστον. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, κύριοι, ἡ μερὶς αὕτη, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω, ἀπεφάσισε, πρὸς τὸ κοινὸν συμφέρον ἀποβλέπουσα, νὰ δώσῃ τὴν ὑποστήριξίν της, ὅλην τὴν συνδρομήν της εἰλικρινῶς εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, καὶ τοῦτο ἔπραξεν. Ἐπίστευεν ὅμως πάντοτε ὅτι ἡ πορεία τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως ἤθελε συνᾴδει μὲ τὰς ἀρχὰς, μὲ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς νέας τάξεως τῶν πραγμάτων· ἐπίστευεν ὅτι εἰς τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως ἤθελον πρυτανεύσει νέαι ἰδέαι καὶ ῥητῶς ἡ αὐστηρὰ οἰκονομία εἰς τὰς δαπάνας καὶ ἡ ἀναστήλωσις τῶν ἐγγυήσεων τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν. Ἀλλὰ, τὸ λέγω μὲ λύπην μου, ὁ κύριος πρωθυπουργὸς ἐκ τῶν πρώτων βημάτων του ὑπεδήλωσεν ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ μεγάλας μεταβολὰς, καὶ ἑπομένως δὲν ἤθελε νὰ ἀπεκδυθῇ ὁλοσχερῶς τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον· ἐπροσπάθησε μάλιστα μὲ πάντα τρόπον πῶς νὰ στερήσῃ πολὺ ἐνωρὶς τὴν Κυβέρνησίν του τῆς ἀγαθοεργοῦ ἐπιῤῥοῆς τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία εἰς τὴν μεταβολὴν δὲν ἐπεδίωκε λάφυρα τῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ ἤθελε νὰ παγιωθῶσιν οἱ ἐλεύθεροι θεσμοὶ, διότι ἐντὸς τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν ἡ πατρὶς εὑρίσκει τ’ ἀληθῆ συμφέροντά της, καὶ ἐντὸς τῶν αὐτῶν θεσμῶν ὑπάρχει καὶ ἡ ἱκανοποίησις τῶν νομίμων συμφερόντων τῶν τε μερίδων καὶ τῶν προσώπων. Μετά τινας ὅμως διακυμάνσεις εἰς τὴν πορείαν του, ὁ κ. πρωθυπουργὸς, εὐθὺς ὅτε ἐπαγίωσε τὰς συμμαχίας του, ἐσκέφθη πῶς ἐκ παντὸς τρόπου νὰ ἀπαλλαχθῇ τῆς ὀχληρᾶς δι’ αὐτὸν ἐπιῤῥοῆς τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἐνησχολήθη ἀποκλειστικῶς νὰ διευκολύνῃ τὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν εἶχε προδιαγεγραμμένην νὰ τρέξῃ· καὶ αὐτὴ ἡ ὁδὸς, κύριοι, δὲν εἶναι νέα, εἶναι ὁδὸς πεπατημένη, ὁδὸς ἄλλως πεφιλημένη αὐτῷ. Καὶ αὐτὴ ποία εἶναι, κύριοι; Τὸ νὰ διοικῇ καὶ κυβερνᾷ μὲ ἄφθονα μέσα, καὶ πρὸ πάντων ἄνευ τινὸς ἐλέγχου. Καὶ ἐνταῦθα, κύριοι, κεῖται τὸ μέγα μυστήριον τοῦ ἀσυμβιβάστου τῶν παρ’ ἡμῖν πολιτικῶν μερίδων. Ἡ φύσις ἐπροίκισεν ἀληθῶς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν μερίδων μὲ μίαν τινὰ δόσιν πρωτοβουλίας οὐχὶ κοινῆς, ἀλλ’ ἡ ἀνατροφὴ μᾶς διέπλασε μὲ ἤθη διάφορα, μᾶς ἔδωκεν ἰδίως τάσεις καὶ κλίσεις ἀντιθέτους· διὰ τοῦτο ἡ συμφωνία, τὴν ὁποίαν ὅλοι ἐπικαλοῦνται, δὲν εἶναι εὔκολος, κύριοι. Εὔχομαι, ἢ μᾶλλον ἂς εὐχηθῶμεν ὅλοι καὶ ἂς ἐλπίσωμεν, ὅτι τὸ δοθὲν παράδειγμα ἀπὸ τὸν μέγαν ἄνδρα Ῥῶσσελ πρὸς τὸν ἄλλον μέγαν ἄνδρα Πάλμερστων θὰ κατισχύσῃ ἐπὶ τέλους καὶ εἰς τὰς κεφαλὰς ἡμῶν. Καὶ δὲν τὸ λέγω τοῦτο δι’ ὅλους, διότι εἶναι ἀδύνατον· τὸ λέγω διὰ τοὺς ἔχοντας τὰς αὐτὰς τάσεις καὶ κλίσεις, καὶ δὲν διαιροῦνται εἰμὴ ἕνεκα ἀσυγγνώστου οἰήσεως. Μὲ τοιαύτας, κύριοι, διαθέσεις ἤρχισεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐν μὲν τῇ Βουλῇ εἰσάγων προτάσεις πολεμουμένας ὑπὸ τῆς ὀρθῆς πολιτικῆς καὶ ὑπὸ τῆς αὐστηρᾶς οἰκονομίας, ἐκτὸς δὲ τῆς Βουλῆς βαδίζων δρόμον ὅλως αὐτόβουλον καὶ ἰδιόῤῥυθμον. Ἐντεῦθεν, κύριοι, ὀλίγα τινὰ ἔχω νὰ εἴπω ἐκ τῶν πολλῶν γεγονότων. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐν μὲν τῇ Βουλῇ ἐπροσπάθησεν ὅλαις δυνάμεσι νὰ λάβῃ ἕνα προϋπολογισμὸν παχύτατον, καὶ λέγω ὅτι ὁ πρωθυπουργὸς ἔλαβε τὸν προϋπολογισμὸν, διότι εἰς ὅλας τὰς Βουλὰς τοῦ κόσμου αἱ Βουλαὶ δὲν ἐπιφέρουν, δὲν δύνανται νὰ ἐπιφέρωσιν εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς μεγάλας ἀφαιμάξεις, μεγάλας οἰκονομίας. Εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου, κύριοι, καὶ πολὺ ὀλιγώτερον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ φέρῃ οἰκονομίας, ὅταν οἱ ὑπουργοὶ δὲν θέλωσιν. Ὅτε ἐπαρουσιάσθη ὁ Γλάδστων εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Ἄγγλων, ἐπειδὴ αὐτὸς ἤθελε νὰ ἐλαττώσῃ τὴν δαπάνην, ἐπέφερε τοιαύτας σπουδαίας οἰκονομίας, ὥστε ἠδυνήθη νὰ καταβιβάσῃ τὸ μέγα χρέος τὸ δημόσιον τῆς Ἀγγλίας περὶ τὰ 2,000,000 λίρας, ἐννοῶ τὸν τόκον, ὄχι τὸ κεφάλαιον. Ὁ ἄλλος ὑπουργὸς τῆς Γαλλίας, ὁ ἤδη ἀποβιώσας Φοὺλδ, καὶ τὸν ὁποῖον προσωπικῶς ἐγνώρισα, σφοδρῶς ἀντέστη εἰς τὸν Ναπολέοντα τὸν Γʹ, διότι δὲν ἤθελε νὰ συγχωρήσῃ δαπάνας αὐθαιρέτους, ἀσυμβιβάστους μὲ τὴν κατάστασιν τοῦ κράτους, μὴ εἰσακουόμενος δὲ, παρῃτήθη. Ναὶ, κύριοι, ὁ ὑπουργὸς δύναται νὰ ἐπιφέρῃ μεγάλας οἰκονομίας, δὲν δύναται ὅμως μία Βουλὴ νὰ συζητῇ μὲ τὸν ὑπουργὸν μετ’ ἐπιμονῆς διὰ τὸ παραμικρόν. Ἕν ὑπουργεῖον εἰς ἕνα προϋπολογισμὸν ἠμπορεῖ νὰ χώσῃ χιλιάδας δαπάνας ὑπερβολικὰς, οὐδεμίαν σχέσιν ἐχούσας μὲ τὰ πράγματα καὶ οὐδεμίαν ἀνάγκην ἀληθῆ θεραπευούσας· ἡ Βουλὴ δὲν δύναται εἰς πᾶσαν δαπάνην νὰ ἐγείρῃ ζήτημα πολιτικὸν καὶ νὰ ῥίπτῃ τὴν κυβέρνησιν· διὰ τοῦτο ἐπιμένω ὅτι ὁ παχύτατος προϋπολογισμὸς εἶναι ἔργον ἰδικόν σας, κύριοι ὑπουργοί. Εἶναι λοιπὸν ἐδῶ μία ἀρχὴ παραβάσεως τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους ὑπηγόρευσεν ἡ μεταβολὴ τοῦ Ἀπριλίου, μοὶ φαίνεται. Ἔρχεται κατόπιν ἓν ἄλλο τρυφερὸν ζήτημα, τὸ ζήτημα τῶν πρεσβειῶν. Ἡ ἀντιπολίτευσις σφοδρῶς τὰς κατεπολέμησεν, ὄχι διότι καὶ αὐτοὶ δὲν εἶχον υἱοὺς καὶ ἀδελφοὺς καὶ ἐγγόνους νὰ στείλωσι πρέσβεις, ἀλλὰ διότι ὁ θεσμὸς αὐτὸς οὐδαμῶς ἐχρησίμευσε, καὶ ἂν ἠδυνάμην νὰ ἐπικαλεσθῶ γεγονότα, ἡ Βουλὴ σύσσωμος ἤθελεν ἀποῤῥίψει μίαν τοιαύτην δαπάνην. Ἀλλ’ ὁ πρωθυπουργὸς, ἐνθυμοῦμαι ἐκεῖ ἱστάμενος, ἔλεγε, δὲν δύναμαι νὰ πεισθῶ νὰ παραιτήσω τὴν πρότασίν μου, αὐτὴ εἶναι ἡ πεποίθησίς μου· καὶ ἀφοῦ εἶδεν ὅτι ἐκτὸς τῆς συμμαχίας καὶ ἄλλοι ἐπικουρικοὶ ἐνέκριναν τοῦτο, ἐνόησεν ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἐψηφισμένον καὶ ἤθελε τότε νὰ στηριχθῇ εἰς ἓν προηγούμενον· καὶ τὸ εὗρε, κύριοι, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ λυπηρότερον. Προέβη ὥστε νὰ εἴπῃ, ὅτι αἱ πρεσβεῖαι ὑπῆρχον πάντοτε καὶ οὔτε τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη παρηνόμησεν, οὐδὲ παρεβίασε νόμον τινὰ, διορίζον πρέσβεις ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς· ἐλησμόνησεν ὅμως ὁ κ. πρωθυπουργὸς ὅτι ὁ περὶ πρεσβειῶν νόμος ὑπῆρχεν ἀληθῶς, ἀλλ’ ὑπῆρχε δυνάμει, οὐχὶ ἐνεργείᾳ· καὶ διατί; διότι ἦτο ἤδη ὄχι κατηργημένος, ἀλλ’ ἀπηγορευμένος, ῥητῇ ἀποφάσει τῆς Βουλῆς. Ἐλησμόνησεν ὅτι ὁ Ἀδὰμ ἐξεβλήθη τοῦ παραδείσου, διότι ἐγεύσατο τὸν καρπὸν ἢ τοῦ καρποῦ, ὅπως θέλετε, δένδρου ἀπηγορευμένου. Καὶ ὅμως κύριοι, ἐψηφίσθη αὐτὸς ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ μάθετε σεῖς οἱ νεώτεροι, ὅτι δὲν ἔφερεν οὔτε θὰ φέρῃ κανένα καρπόν· αὐτὸς ὁ θεσμὸς, κύριοι, ἔγεινεν εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς ἀντιβασιλείας, διὰ νὰ ἐξορισθῶσιν οἱ σημαντικώτεροι πολῖται τῆς Ἑλλάδος, καὶ μετὰ ταῦτα δὲν ἐχρησίμευσεν οὔτε χρησιμεύει εἰμὴ ὡς ἓν σιτηρέσιον. Ἰδοὺ λοιπὸν καὶ ἄλλη παράβασις τοῦ πρώτου ὅρου τῆς μεταβολῆς τοῦ Ἀπριλίου. Ἔρχεται κατόπιν καὶ μία ἄλλη παράβασις, τὴν ὁποίαν κατ’ ἀρχὴν δὲν θὰ τὴν ὁμολογήσητε, ἀλλὰ κατόπιν θὰ συνομολογήσητε ὅτι εἶναι παράβασις σπουδαία, σπουδαιοτάτη. Ἔρχεται ἓν τρυφερὸν ζήτημα ὄχι διὰ τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ διὰ τὸν κ. πρωθυπουργόν· καὶ ποῖον εἶναι αὐτό; τὸ μέγα ὄνομα ἀντιβασιλεύς. Σᾶς βεβαιῶ, κύριοι, ὅτι οὐδεὶς ἐφθόνει τὸν κ. Κουμουνδοῦρον ἀναβαίνοντα τὰς ὑψίστας βαθμίδας τοῦ ὑπερῴου τῆς πολιτείας, καὶ ὅτε μάλιστα εἶπεν ὅτι: ὁ ἡγεμὼν πράττει τοῦτο, διότι θέλει νὰ μᾶς δοκιμάσῃ ἢ νὰ μᾶς συνειθίσῃ, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλὰ τὴν λέξιν, εἰς τὴν αὐτοδιοίκησιν· ἐὰν σεῖς θέλετε ξένον, τοῦτο εἶναι διὰ λογαριασμόν σας, ἐγὼ ὅμως κηρύττω ἐμαυτὸν ἱκανώτερον παντὸς ξένου. Ἡ ἀντιπολίτευσις τότε δὲν ἐζήτησεν οὔτε ξένον οὔτε ἐγχώριον· ἔλεγε· θέλω τὸν Βασιλέα παρόντα, λειτουργοῦντα, ὅπως τὸν θέλει τὸ Σύνταγμα· ἐὰν ὅμως αὐτὴ ἡ ἀνάγκη δὲν ἠμπορεῖ νὰ θεραπευθῇ οὕτω, θέλω τότε μίαν ἀντιβασιλείαν ἢ ἕνα ἀντιβασιλέα ἀρτιμελῆ, πλήρη, φέροντα ὅλα τὰ δικαιώματα καὶ ὅλας τὰς προνομίας τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας, διὰ νὰ δύναται νὰ ἐπαρκῇ εἰς ὅλας τὰς ἀνάγκας τοῦ κράτους. Ἀλλ’ ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐνώπιον τῆς λάμψεως μιᾶς ψευδοῦς τηβένου ἐκώφευσεν εἰς ὅλα ταῦτα, καὶ προέβη καὶ ἔκαμε τὸ μέγιστον ἔγκλημα. Κύριοι, προσέξατε παρακαλῶ, συνεχώνευσεν εἰς τὸ πρόσωπόν του μίαν λωρίδα τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας μεθ’ ὁλοκλήρου τῆς ἐκτελεστικῆς, καὶ κατήργησεν οὕτω τί; τὸ πολυτιμότερον πρᾶγμα τῶν ἐλευθέρων λαῶν, κατήργησε τὸν ἔλεγχον, ὅστις εἶναι ἡ βάσις τῶν ἐλευθέρων πολιτειῶν καὶ ὅστις πρέπει νὰ ᾖναι ἀκοίμητος καὶ νὰ παρακολουθῇ παντοῦ καὶ πάντοτε παρὰ πόδας πᾶσαν πρᾶξιν τῆς διοικήσεως καὶ τῆς κυβερνήσεως. Καὶ τῳόντι, κύριοι, ὅταν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος προτείνῃ, ὁ Κουμουνδοῦρος ἐγκρίνῃ, ὁ Κουμουνδοῦρος ἐκτελῇ, ποῦ εἶναι πλέον ὁ ἔλεγχος; ἀφοῦ ἀφαιρέσητε τὸν ἔλεγχον ἀπὸ μίαν κυβέρνησιν συνταγματικήν, κοινοβουλευτικήν, μεταβάλλεται, κύριοι, ἡ κυβέρνησις αὕτη εἰς ἕνα τύραννον, εἰς μίαν ἀπόλυτον κυβέρνησιν. Ἡ ἀντιπολίτευσις ἔλεγε: μὴ ἀφίνετε τὴν βασιλείαν ν’ ἀναχωρήσῃ ἢ φέρετε μίαν ἀντιβασιλείαν πλήρη· ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀπεναντίας ὑπεστήριζεν, ὅτι καὶ οὕτω μένει ἡ βασιλεία εἰς τὴν Ἑλλάδα πλήρης καὶ ἱκανὴ νὰ θεραπεύσῃ ὅλας τὰς ἀνάγκας. Καὶ τί συνέβη, κύριοι; ἐτιμωρήθη μετ’ ὀλίγον· πῶς; ὅτε παρέστησαν εἰς αὐτὸν οἱ ἱεροφάνται τῆς Πνυκός, τοὺς εἶπεν ὅ,τι καὶ εἰς ἡμᾶς ἐδῶ· «ἐγὼ δὲν ἠπράκτουν, ἔκαμα ὅ,τι ἠδυνάμην ἐν τῷ μεταξὺ· ἀλλά, κύριοι, δὲν εἶχον μέσα, δὲν εἶχον ἐπαρκῆ ἐξουσίαν»· τὸ λέγει μόνος του ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος εἰς τοὺς ἱεροφάντας, ἑπομένως δὲν εἶναι τοῦτο τιμωρία; Καὶ ὅμως αὐτὸς ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχεν ἄλλο προτέρημα παρὰ νὰ φέρῃ εἰς τὴν ζωὴν τὴν ἀρχικαγγελαρίαν τῶν 36, ἐψηφίσθη, καὶ ἐψηφίσθη μὲ μίαν μεγάλην πλειονοψηφίαν. (Τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου καταλαμβάνει ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Εὐθυμιόπουλος.) Παρατρέχω τώρα ἄλλα ἔργα τῆς μεγαλοδωρίας. Παρουσιάζεται αἴτησις νὰ πληρώσωμεν τοὺς γραμματεῖς τῶν πρεσβειῶν, τοὺς πεπαυμένους· ἡ ἀντιπολίτευσις λέγει: δὲν εἶναι ὀρθὸν, ἐννοεῖ ὅτι αὐτοὶ δυστυχοῦν, ἀλλὰ μήπως καὶ ἐδῶ δὲν ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δυστυχοῦν; (Βουλευταί τινες ἐκ περιεργείας πλησιάζουν πρὸς τὴν ἀριστερὰν θύραν.)
§21ΧΟΪΔΑΣ. Τί ἀνησυχεῖτε, κύριοι; γυναικεία εἶναι ἡ περιέργειά σας.
§22ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἐὰν ἐνομίζατε τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς δυστυχεῖς καὶ ἀξίους φιλανθρωπίας, ἠδύνασθε ν’ ἀνοίξετε τὸ βαλάντιόν σας, ἀλλὰ δὲν δύνασθε ν’ ἀνοίξετε τὰς θύρας τοῦ ταμείου καὶ νὰ κάμετε μεγαλοδωρίας· καὶ ὅμως ἡ πρότασις αὕτη ἐκυρώθη. Παρατρέχω τώρα ἕνα κατάλογον νέων κλητήρων. Ἡσυχία ἦτον ἐδῶ, εἰρήνη, οὐδετερότης, δὲν εἴχομεν ἀνάγκην κλητήρων· ἡ ἀνάγκη τῆς πολιτικῆς θὰ ἔλθῃ ἴσως κατόπιν. Ἔρχεται ἔπειτα ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ μᾶς φέρει καί τινας προτάσεις περὶ νέων οἰκονομικῶν ἀρχῶν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, αἱ ὁποῖαι κατ’ ἐμὲ δὲν ἦσαν ἀναγκαῖαι. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠθέλησε νὰ τὰ δικαιολογήσῃ λέγων, δὲν κάμνομεν νέας δαπάνας, διότι ἔκοψεν ἄλλας, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν φρονῶ οὕτως καὶ θὰ ἴδητε ἐν καιρῷ ὅτι εἶχεν ἄδικον. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἐτήρησε τοὺς δύο ὅρους, τοὺς ὁποίους ἀνεδέχθη νὰ ἐκπληρώσῃ ὡς ὄργανον μιᾶς μεγάλης μεταβολῆς, τὴν οἰκονομίαν καὶ τὴν ἀναστήλωσιν τῶν ἐθνικῶν ἐλευθεριῶν. Καὶ ἔξαφνα, ἐνῷ πρὸ ὀλίγου ἔλεγε ταῦτα ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ φίλος μου κ. Σωτηρόπουλος, ἔρχεται κατόπιν καὶ λέγει: ὁ προϋπολογισμός, τὸν ὁποῖον σεῖς ὀνομάζετε παχύτατον, δὲν μᾶς ἐπήρκεσε καὶ ἀφίνει ἔλλειμμα 2,000,000 καὶ κάτι τι περισσότερον, ἐγὼ δὲ λέγω καὶ τρία. Χρειάζονται μέσα ν’ ἀναπληρώσωμεν τὸ κενὸν, καὶ ἀπαιτοῦνται δαπάναι διὰ νὰ παρασκευάσωμεν τὰς ἐθνικὰς δυνάμεις· ἀπαιτοῦνται ἄλλα περισσότερα, διὰ νὰ πληρώσωμεν τὰ ἐθνικὰ δάνεια τοῦ 1824 καὶ 1825, καὶ ὕστερον τὰ ἐσωτερικὰ, τὰ ὁποῖα εἶναι καὶ αὐτὰ κάμποσα· καὶ θέλων νὰ προλάβῃ πᾶσαν παρατήρησιν περὶ οἰκονομιῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, λέγει: αἱ οἰκονομίαι εἶναι ἀνέφικτοι. Προσθέτει μάλιστα, ὅτι αἱ σημεριναὶ δαπάναι τοῦ κράτους συγκριτικῶς πρὸς τὸ παρελθὸν δὲν διαφέρουν πολὺ, καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἀνέδραμον, λέγει, μέχρι τοῦ 1861, καὶ ἐζήτησε ν’ ἀντλήσῃ ἐν αὐτῷ τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι τὰ ἔξοδά μας δὲν εἶναι πολὺ μεγαλείτερα συγκριτικῶς μὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἴχομεν εἰς τὰ 1861. Συγκρίνει λοιπὸν αὐτὸν τὸν προϋπολογισμὸν μὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1876, ἀλλὰ διατὶ δὲν τὸν συγκρίνει μὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1853, ἢ τουλάχιστον μὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1864; Αὐτὸς εἶναι τὸ κατασκεύασμα τῆς ἐθνικῆς συνελεύσεως καὶ διαφέρει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1861 ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα περίπου κατὰ δραχ. 1.700,000 ἐπὶ πλέον, ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα δραχ. 7.509,000 ἐπὶ ἔλαττον καὶ ὡς πρὸς τὰ ἐλλείμματα ἐπίσης ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 1,160,000. Βλέπετε ὅτι εἶναι μεγάλη διαφορά κατὰ 3,900,000· ἀλλὰ διατὶ εἰς τὴν σύγκρισιν εἰσάγει μόνον τὸ μέρος τέταρτον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἤγουν τὰς δαπάνας τῆς γενικῆς διοικήσεως, καὶ παρατρέχει τὸ πρῶτον μέρος τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπου εἶναι οἱ τόκοι, οἱ ὁποῖοι σήμερον εἶναι 6 ἢ 7,000,000, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τὸν ἀριθμὸν, προϊὸν ὁλόκληρον σχεδὸν τῆς ἀπὸ δεκαετίας διοικήσεως; αὐτὸ τὸ καθαρὸν κάτοπρον τῶν παραβόλων καὶ ἀσυνέτων πράξεών μας, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται σήμερον εἰς αὐτὴν τὴν ἐλεεινὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν; Ἐγὼ φρονῶ, κύριοι, ὅτι ἔπρεπεν αὐτὴ ἡ σύγκρισις νὰ γείνῃ μὲ μόνους τοὺς τόκους τῆς μιᾶς περιόδου πρὸς τοὺς τῆς ἄλλης· εἰς τὰ 1864 ἐπληρώναμεν 270,000 ἐνῷ σήμερον πληρόνομεν 6,000,000 περίπου. Αὐτὴν τὴν σύγκρισιν ἔπρεπε νὰ φέρῃ.
§23ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω ὅτι ὑπάρχει εἰς τὴν ἔκθεσίν μου καὶ αὐτὴ, ὥστε δὲν παρελείφθη, τὸ λέγει· ἡ διαφορὰ ἐξεταζομένη... συνίσταται ἐκ τῆς ἑξῆς αὐξήσεως ὁ βʹ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ χρέους, ἕνεκα τῶν συνομολογηθέντων ἀπὸ τοῦ 64 δανείων.
§24ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Τὸ ἀναφέρεις, ἀλλὰ δὲν τὸ συγκρίνεις.
§25ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγει ὅτι ἡ διαφορὰ εἶναι 6,600,000. Αὐτὸ δὲν εἶναι σύγκρισις;
§26ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Μᾶς λέγει ὅτι εἶναι 6,500,000, ἀλλὰ δὲν ἔχει οὕτω· εἶναι 11,000,000, διότι φέρει μόνον τὰ ἔξοδα τῆς γενικῆς διοικήσεως.
§27ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Προηγοῦνται τὰ ἄλλα· δὲν παρελείφθη ἡ σύγκρισις τῶν ἄλλων. (Κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐπιτροπὴ ἐκ μέρους τῆς νεολαίας τῶν Ἀθηνῶν, ἔξωθεν τῶν προπυλαίων ἱσταμένη, εἰσέρχεται εἰς τὸ προεδρεῖον, ἵνα ἐκδηλώσῃ τὰ αἰσθήματά της ὑπὲρ τῶν προπαρασκευῶν καὶ τῆς ὁμονοίας τῶν πολιτικῶν κομμάτων.)
§28ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἡ σύγκρισις δὲν πρέπει νὰ γείνῃ πλέον μὲ τὰ ἔξοδα τῆς γενικῆς διοικήσεως, ἀλλὰ μὲ μόνους τοὺς τόκους, διὰ νὰ σπουδάσωμεν ἐκεῖ ποῖα εἶναι τ’ ἀποτελέσματα τῆς περιόδου τῆς σώφρονος καὶ ποῖα εἶναι τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἀπὸ δεκαετίας σπαταλώδους διοικήσεως. Ἄν, κύριοι, δὲν σωφρονήσωμεν, ἂν δὲν ἀσπασθῶμεν τὸ σύστημα τῆς αὐστηρᾶς οἰκονομίας, ποτὲ δὲν θέλομεν δυνηθῆ νὰ ὀργανίσωμεν ἄμυναν ἐθνικὴν, ποτὲ δὲν πρέπει νὰ ἐλπίσωμεν ὅτι ἡ Εὐρώπη θὰ σκεφθῇ περὶ ἡμῶν, καθότι ἀπὸ τὸ ἔλεος τῆς Εὐρώπης δὲν πιστεύω κανείς τίποτε νὰ ἐλπίζῃ. Ἀλλὰ ἐξῆλθον τοῦ διαγράμματός μου, ἐδῶ σταματῶ καὶ ἐπανέρχομαι, διότι ἄφησα τὴν κυβέρνησιν εἰς τὴν ἐντὸς τῆς Βουλῆς μόνον διοίκησιν. Ἐξήλθομεν, κύριοι, τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ κυβέρνησις ἔμεινεν αὐτοκράτωρ διαθέτης τῆς τύχης μας’ ἀλλὰ δὲν εὐχαριστήθη εἰς μόνα τὰ πλούτη καὶ εἰς μόνην τὴν ἐξουσίαν τὴν ὁποίαν ἔλαβε παρὰ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ προέβη μακρύτερα. Ἔκαμε διορισμούς, κύριοι, οἱ ὁποῖοι μοὶ φαίνονται παράνομοι· ἔκαμε συμβόλαια σπουδαῖα, ὑπὸ τὸν ὅρον πάντοτε τοῦ νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ, κύριοι, αὐτή ἡ ὑποβολὴ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μάλιστα εἰς τὰς τελευταίας ὥρας, εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνος. Τέλος ἔκαμε δαπάνας ὑπερόγκους, καὶ διὰ νὰ δικαιολογήσῃ κάπως αὐτὰ, τὰς ἔῤῥιψεν εἰς βάρος τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου· τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι ἔκαμε τὴν ἀγορὰν τῆς οἰκίας τῆς διαλυθείσης ἑταιρίας τῆς οἰνοποιΐας ἐν Πάτραις, καὶ αὐτὴν τὴν ἔῤῥιψεν εἰς βάρος τοῦ ἄρθρου 18. Ἀλλ’, ὦ μακάριοι ἄνδρες, εὐνοεῖσθε ὑπὸ τῆς τύχης, τὸ βλέπομεν, δαπανήσατε ὅσα θέλετε, ἀφήσατε ὅμως ἀθίκτους τοὺς θεσμοὺς, οἵτινες μίαν ἡμέραν ἀναστηλωθέντες θὰ μᾶς σώσουν. Τίς σᾶς εἶπεν ὅτι, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου, δύνασθε νὰ κάμετε τοιαύτας δαπάνας; Ἀναγνώσατε τὴν ἔκθεσιν τοῦ νόμου τούτου, ἥτις εἶναι ὁ νοῦς τοῦ νομοθέτου, καὶ θέλετε ἰδεῖ ὅτι διόλου δὲν εἶναι ἔκτακτος ἡ δαπάνη τὴν ὁποίαν ἐκάματε· ἂν ὅμως αὐταὶ αἱ δαπάναι ἔπρεπε νὰ γείνουν, ὠφείλετε νὰ συγκαλέσητε τὴν Βουλὴν, ἂν δὲν ἠθέλατε νὰ περιμένετε νὰ συνέλθῃ αὐτοδικαίως. Εἷς σπουδαῖος δημοσιογράφος σᾶς εἶπε προχθὲς ὅτι ἡ κυβέρνησις τῆς Ἀγγλίας, χώρας πλουτούσης, προκειμένου νὰ κάμῃ τὰ ἔξοδα τῆς κηδείας τοῦ δουκὸς Βελιγκτῶνος, συνεκάλεσεν ἐκτάκτως τὸ κοινοβούλιον· αὐτὸ εἶναι ἱστορικόν, καὶ δὲν ἦτο δίκαιον ὑμεῖς νὰ προοδεύσητε εἰς μεγάλας δαπάνας πρὶν συγκαλέσητε τὴν Βουλὴν· αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐκάμετε σήμερον, ἔπρεπε νὰ τὸ κάμετε τότε. Αὐτὴ ἐν μικρογραφίᾳ εἶναι, κύριοι, ἡ εἰκὼν τοῦ βίου τῆς διοικήσεως τῆς κυβερνήσεώς μας, χαρακτηρίσατέ την ὅπως θέλετε· ἐγὼ ὅμως λέγω ὅτι οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον εἶναι ἡ γνησία ἔκφρασις τῆς μεταβολῆς τοῦ Ἀπριλίου. Καὶ ἐν τούτοις, κύριοι, ἐν ὀνόματι τῆς καλῆς αὐτοῦ διοικήσεως ἔρχεται τὸ ὑπουργεῖον καὶ μᾶς λέγει: δότε μου μιλιούνια καὶ τὴν ἐξουσίαν νὰ κάμω ἐκτάκτους δαπάνας, χωρὶς νὰ συλλογισθῇ ἂν τόσαι δαπάναι πολυειδεῖς, ἐξαπίνης καὶ ἀποτόμως ἐπιβαλλόμεναι εἰς τὸ ἔθνος, δὲν δύνανται νὰ κλονίσωσι τὴν πεποίθησιν τοῦ λαοῦ, καὶ ἂν δὲν δύνανται νὰ ἐξασθενίσωσι τὰς φορολογικὰς δυνάμεις τοῦ ἔθνους. Ἀλλ’ ὁ ὁπλισμὸς, κ. Χρηστίδη; ὁ ὁπλισμὸς λέγω εἶναι ἱερὸς, πρέπει νὰ γείνῃ, καὶ θὰ γείνῃ· ἀλλὰ διατί περιπλέκετε τὴν ἱερὰν αὐτὴν δαπάνην μὲ τόσας ἄλλας δαπάνας, αἱ ὁποῖαι τόσον σχετίζονται μὲ αὐτὴν ὅσον ὁ οὐρανὸς ἀπέχει ἀπὸ τὴν γῆν; τί ἀναμιγνύετε τὰ χρέη τοῦ 1821 καὶ 1825; πῶς ἠμπορεῖ νὰ τὰ σηκώσῃ ὅλα αὐτὰ τὰ βάρη ὁ λαός; Περιορίσθητε εἰς τὴν ἐθνικὴν ἄμυναν. Ὁ ὁπλισμὸς ναὶ πρέπει νὰ γείνῃ, καὶ θὰ γείνῃ· ἀλλὰ πρέπει νὰ συνοδεύηται ἡ ἐκτέλεσις αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ μὲ μεγάλην ἀφαίμαξιν εἰς τὸν προϋπολογισμόν· μεταβάλετε τὸν προϋπολογισμὸν ἀπὸ κοινὸν μισθολόγιον εἰς στρατιωτικὸν προϋπολογισμόν. Ἐὰν ὑμεῖς ἐγκρίνητε, κύριοι, μίαν τοιαύτην μεγάλην ἐμπιστοσύνην, τόσον μεγάλα μέσα νὰ τὰ παραχωρήσητε εἰς τοὺς παρόντας ὑπουργούς, εἶσθε κύριοι· ἐγὼ ὅμως νίπτω τὰς χεῖράς μου. Ἂς ποικίλω ἤδη τὴν ὁμιλίαν μου καὶ μὲ ἓν μικρὸν ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι κἄπως τρυφερὸν δι’ ἐμέ. Ἅμα, κύριοι, ἐξῆλθεν ὁ βασιλεὺς ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, τὸ ὑπουργεῖον οὐ μόνον δὲν ἐφρόντισε νὰ τὸν συνοδεύσῃ μέ τινα ὑπουργὸν, ἀλλ’ ἔῤῥιψε κατόπιν του καὶ μίαν ἐγκύκλιον, διὰ τῆς ὁποίας ἐκήρυξεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀσπάζεται ὡς ἐσωτερικὴν πολιτικὴν τὴν εἰρήνην, καὶ ὡς ἐξωτερικὴν πολιτικὴν ὕψωνε τὴν σημαίαν τῆς οὐδετερότητος. Αὐτὴ ἡ ἐγκύκλιος ἦτο φύσεως νὰ δώσῃ ἀναψυχὴν εἰς τὸν διπλωματικὸν κόσμον, εἰς τὸ Βυζάντιον ἐνέπνεε τὴν καταφρόνησιν πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἐνέσπειρε δὲ τὴν ἀποθάῤῥυνσιν εἰς τοὺς ἀγωνιζομένους λαούς· καὶ τίς προσέχει πλέον τὸν νοῦν εἰς τὰς παραστάσεις ἔθνους, τὸ ὁποῖον οἴκοθεν κηρύττει, ὅτι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν τίποτε νὰ ἐπιχειρήσῃ; Χάρις εἰς τὰς πολλὰς καὶ ὑψηλὰς σχέσεις τοῦ βασιλέως, εἰς τὸ ἀνδρικόν του παράστημα, καὶ εἰς τὸ θάῤῥος τὸ ὁποῖον ἐνέπνεον εἰς αὐτὸν τὰ μεγάλα δίκαια τῆς πατρίδος, τὴν ὁποίαν ἐκ νεαρᾶς του ἡλικίας υἱοθέτησε, ποσῶς δὲν ἀπεθαῤῥύνθη, μολονότι παντοῦ καὶ πάντοτε ὅπου καὶ ἂν ἐστάθη προηγεῖτο ἢ εἵπετο αὐτῷ ἡ ἀπαίσιος ἐπιῤῥοὴ τῆς ἐγκυκλίου. Καὶ ποῖος κακὸς δαίμων τῆς Ἑλλάδος ὑπηγόρευσε τὴν σύνταξιν τοῦ ἐγγάφου; Μεταφράσατέ το, παρακαλῶ, κατ’ ἔννοιαν· ἐφαρμόσατε τὸ περιεχόμενον εἰς τὰ πράγματα, εἰς τὰς παρούσας μάλιστα περιστάσεις, καὶ ἰδοὺ κατ’ ἐμὲ τί λέγει. Σκοτωθῆτε, ἐξοντοθῆτε, ἐξανδραποδισθῆτε. Καὶ περὶ τίνος πρόκειται, κύριοι; Δὲν ἔχω αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔμπροσθέν μου οὔτε πανσλαβιστὰς, οὔτε ὑπόπτους συμμάχους, οὔτε ἐξάρχους, οὔτε τὴν διαγωγὴν τοῦ ἡγεμόνος ἐκείνου κατὰ τὸ 1867. Βλέπω μόνον τὸν ἄνθρωπον, τὸν χριστιανὸν, τὸν δοῦλον, ὁ ὁποῖος πολεμεῖ νὰ συντρίψῃ τὰς ἁλύσεις τῆς δουλείας, νὰ καταργήσῃ καὶ νὰ καταστρέψῃ τὰ προνόμια τῆς κατακτήσεως· βλέπω ἔμπροσθέν μου, τὴν μεγάλην ἐκείνην γενεὰν τῶν Σλάβων, ἡ ὁποία ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ ἀγῶνος μέχρι τέλους ἦλθε καὶ ἐπολέμησε μεθ’ ἡμῶν. Ναί, κύριοι, καὶ Μαυροβούνιοι, καὶ Σέρβοι, καὶ Βούλγαροι ἦλθον, ἠγωνίσθησαν, συνεκακούχησαν, καὶ οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν ἐτάφησαν μετὰ τῶν ἡρωϊκῶς πεσόντων πατέρων μας. Ἡ Ἑλλὰς, κύριοι, δὲν δύναται νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς ἀπογόνους αὐτῶν τῶν ἀνδρῶν, δὲν δύναται ὄχι, μυριάκις ὄχι, νὰ δείξῃ εἰς αὐτοὺς τόσον σκληρὰν καρδίαν· ἂν ἀληθεύῃ ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ἰδέαν νὰ πᾶμε μίαν ἡμέραν εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, θὰ διέλθωμεν μεγάλας ἀποστάσεις· ἐκεῖ καθ’ ὁδὸν θὰ ἀπαντήσωμεν ὅλας τὰς φυλὰς τοῦ Ἰσραὴλ, καὶ ἂν θέλωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν μέγαν τοῦτον σκοπὸν δι’ ἀφαιρέσεως καὶ δι’ ἀποῤῥίψεως, κατὰ τὸ σύστημα σχολῆς τινος φιλοσοφικῆς, θὰ μείνωμεν καταμόναχοι εἰς κἀνένα βράχον· ἀλλ’ ὄχι, πρέπει νὰ περιποιηθῶμεν ὅλους τοὺς λαοὺς, χωρὶς νὰ φοβώμεθα τὸν ἀνταγωνισμόν. Ἀλλ’ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἦλθε, λέγει, καὶ εὗρε μίαν κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν εἶχεν οὔτε ὅπλα οὔτε στρατὸν, οὔτε τίποτε, καὶ θέλων, τί ἠμποροῦσε νὰ κάμῃ; Τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν συμφωνῶ, καὶ λέγω ὅτι ἐν παρομοίᾳ ὑποθέσει ἡ Ἑλλὰς, ὁσάκις ἀπεφάσισεν, ἐθαυματούργησε, καὶ ἐρωτῶ· δὲν εἶναι μεταξὺ τῆς νέας γενεᾶς οὔτε εἷς Λεωνίδας, οὔτε εἷς Κυναίγειρος; ἐδῶ εἰς τὸ πλάγι μας κάθηται ἀκόμη ἀποζῶν ὁ ἔνδοξος ναύαρχος τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος, καὶ μολονότι εἶναι ὑπερογδοηκοντούτης, νομίζετε ὅτι δὲν εἶναι ἕτοιμος νὰ ἁρπάσῃ ἄλλην μίαν φορὰν τὸν δαυλὸν καὶ νὰ πρωταγωνιστήσῃ εἰς δοθεῖσαν ἀνάγκην; Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Δὲν εἶπε κανεὶς ὅτι ἔπρεπε νὰ κηρύξῃ τὸν πόλεμον ἡ κυβέρνησις. Εἴπομεν καὶ λέγομεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ παραπικράνετε αὐτοὺς τοὺς λαοὺς, ἀγωνιζομένους τὸν ἔσχατον κίνδυνον, μὲ μίαν ἐγκύκλιον, τὴν ὁποίαν δὲν ἠμπορῶ νὰ μὴ τὴν ὀνομάσω ἀντεθνικὴν, μὲ ἓν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον εἶναι καθαρῶς ἀντιχριστιανικόν. Ἂν ὑπῆρξε πίεσις ἐξωτερικὴ κραταιὰ, ἀναπόδραστος, ἀποδείξατέ την, ἢ τοὐλάχιστον δείξατέ μας τὸ ἀντάλλαγμα, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου ἐκάματε αὐτὴν τὴν θυσίαν, μ’ ὅλον ὅτι οὔτε πίεσις ἠδύνατο νὰ ἀναγκάσῃ τὴν κυβέρνησιν νὰ ὑπογράψῃ τὸ ἔγγραφον, οὔτε ὑπάρχει ἀντάλλαγμα, τὸ ὁποῖον νὰ ἀντισταθμίζῃ τὴν μεγάλην ζημίαν τοῦ ἔθνους. Ἡ Ἑλλὰς, κύριοι, δὲν ἀνέζησεν ἐκ τῆς τέφρας τῶν αἰώνων, διὰ νὰ ζήσῃ βίον κοινόν· ἦλθε, φέρουσα μίαν μεγάλην ἀποστολὴν, καὶ ἔχει δικαίως τὴν ἀξίωσιν νὰ μὴ γίνεται τίποτε ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἐν ἀγνοίᾳ της· καὶ ἂν σήμερον δὲν δύναται, θὰ δυνηθῇ αὔριον. Διὰ τοῦτο ἡ Ἑλλὰς τίποτε δὲν ἀρνεῖται, τίποτε δὲν θεωρεῖ ἀλλότριον τῶν σκέψεών της ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ἐν τούτοις αὐτὸ τὸ ἔγγραφον ἀρνεῖται, καὶ ἐν ὅσῳ μένει εἰς τὰ ἀρχεῖά μας, μένει ἓν στίγμα· οὐδεὶς ἐκ τῶν πατέρων μας, καὶ ὁ ἔσχατος, ἤθελέ ποτε ὑπογράψει τοιοῦτον ἔγγραφον· ὑπάρχουν, κύριοι, παραδόσεις τῆς μεγάλης ἐκείνης γενεᾶς, τὰς ὁποίας πρέπει οἱ μεταγενέστεροι νὰ σέβωνται· διὰ τοῦτο, παρακαλῶ νὰ γνωμοδοτήσῃ ἡ Βουλὴ, νὰ ἀνακληθῇ καὶ ἀκυρωθῇ αὐτὸ τὸ ἔγγραφον. Καὶ μὴ νομίσητε ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι πρωτοφανὲς καὶ δὲν ἔχει προηγούμενον παρ’ ἡμῖν. Ὅτε ἡ Ἑλλὰς ἐπάλαιε τὸν μέγιστον ἀγῶνα, ἐξέδωκε μίαν ἐγκύκλιον, τὴν ἐγκύκλιον τοῦ 1824, Μαΐου 27. Ὁ ἀείμνηστος καὶ ἀληθὴς φιλέλλην Κάννιγκ μᾶς συνεβούλευσεν αὐτὸ τὸ ἔγγραφον ν’ ἀνακαλέσωμεν καὶ ἀκυρώσωμεν ὡς ἀπάνθρωπον. Ἡ Ἑλλὰς κατ’ ἀρχὰς ἀντέστη, ἀλλ’ ὁ εὐγενὴς ἐκεῖνος φιλέλλην ἐπανέλαβε τὰς συμβουλάς του, καὶ ἵνα μᾶς πείσῃ ὅτι αἱ συμβουλαί του ἦσαν εἰλικρινεῖς καὶ πρὸς ὠφέλειαν τοῦ ἔθνους, μᾶς ἀνεγνώρισε τὸ δικαίωμα τῆς νηϊοψίας, καὶ ἐπείσθημεν τότε καὶ ἀνεκαλέσαμεν καὶ ἠκυρώσαμεν τὸ ἔγγραφον. Ἐλπίζω, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ δὲν θέλει ἀρνηθῆ νὰ ζητήσῃ τὴν ἀνάκλησιν καὶ τὴν ἀκύρωσιν αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι πλέον ἁπλῶς ἀπάνθρωπον, ὅπως ἐκήρυξε τὴν ἐγκύκλιον ἐκείνην ὁ ἀείμνηστος Κάννιγκ, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἀποτρόπαιον.
§29ΜΙΛΗΣΗΣ (ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Χάριτας ἀνομολογῶ, κύριοι, εἰς τὸν εὐφραδῆ βουλευτὴν τῆς Ζακύνθου, ὅστις, ἀνελθὼν ἐπὶ τὸ βῆμα, ἔθεσε καθαρῶς καὶ μετὰ παῤῥησίας τὸ κυβερνητικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἄλλοι ἔθετον μὲν καὶ αὐτοὶ ἐν πράγματι, ἀλλ’ ἀπέφευγον ἐν λόγοις. Οὕτω τοὐλάχιστον διασκεδάζονται αἱ ἀμφιβολίαι, διακρίνονται αἱ θέσεις, καθαρίζονται αἱ γνῶμαι καὶ οὐδεὶς ἀποφεύγει τὴν εὐθύνην τῶν ἰδίων φρονημάτων ἐνώπιον τῆς δημοσίας γνώμης· τακτοποιεῖται δὲ καὶ ἡ συζήτησις, χαρασσομένης ὁριστικῶς τῆς πορείας, ἣν ἕκαστος θέλει κατ’ αὐτὴν ἀκολουθήσει. Παρατηρήσατε τῳόντι, κύριοι, πόσον ὠφέλησεν ἡ καθαρὰ τοῦ ζητήματος θέσις. Ὁ πρὸ μικροῦ καταβὰς τοῦ βήματος ἀξιότιμος βουλευτὴς Σύρου μ’ ὅλον του τὸ γῆρας δὲν ὤκνησε, τὸν εἴδετε, νὰ διεξέλθῃ τὸ στάδιον, ὅπερ ἠνοίχθη ἐνώπιόν του, ἀλλ’ ἐξέδραμεν εὐκόλως εἰς τὸ παρελθὸν καὶ κατέκρινε πλείστας κυβερνητικὰς πράξεις, χωρὶς νὰ λησμονήσῃ τοὺς κλητῆρας τῆς Ἀστυνομίας καὶ τὴν ἐν Πάτραις οἰκίαν τῆς οἰνοποιητικῆς ἑταιρίας, τὴν ὁποίαν κακῶς ἔπραξεν ἡ κυβέρνησις νὰ ἀγοράσῃ καὶ νὰ μὴ ἀφήσῃ νὰ πωληθῇ εἰς εὐτελεστάτην τιμὴν, ἵνα λάβῃ κατόπιν ὡς μέτοχος τὸ ἀναλογοῦν εὐτελέστατον ποσὸν ἐκ τοῦ τιμήματος! Οὐ μόνον δὲ, ἀλλ’ ἐνθυμήθη ὁ καλὸς γέρων, ἵνα κατακρίνῃ καὶ ἁπάσας ἐν γένει τὰς πράξεις, περὶ ὧν ἀπεφάνθη ἤδη ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον, τὰς πρεσβείας π. χ, τὸν προϋπολογισμὸν, κτλ. ἀνέδραμε καὶ εἰς τὸν σχηματισμὸν τοῦ ὑπουργείου καὶ ἔφθασε μέχρι τῆς τελευταίας συνελεύσεως, ἀναζητῶν πανταχοῦ ὕλην κατηγορίας. Δὲν θὰ ἐπιχειρήσω, κύριοι, τὸ ἐννοεῖτε, ν’ ἀνασκευάσω τὰς ποικίλας ταύτας κατηγορίας· τὰς ἀφίνω ἁπλῶς εἰς τὴν ἐκτίμησιν ὑμῶν καὶ τοῦ κοινοῦ. Ἐπεθύμουν μόνον νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦδε εἰς τὸν γέροντα βουλευτὴν, ὃν ἴσως δὲν θὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν πορείαν μου, τί φρονεῖ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος, εἰς ὃ ἀνήκει, περὶ τῆς ἀδελφοποιήσεως τῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ λαῶν, μὲ τὴν ὁποίαν περιεκόσμησε τὸ τέλος τῆς ὁμιλίας του, καὶ πῶς τὴν ἐξυπηρέτησεν, ὅταν διεχειρίζετο τὴν ἐξουσίαν; Ἡ ἀπάντησις θὰ ἦτο πολὺ περίεργος καὶ διδακτικὴ, ἐλπίζω δὲ ὅτι θὰ δοθῇ εἰς πρώτην περίστασιν. Ἀνεγνώρισα, κύριοι, καὶ ἐξετίμησα τὴν παρησίαν, μεθ’ ἧς ὁ εὔγλωττος βουλευτὴς Ζακύνθου ἔθεσε τὸ κυβερνητικὸν ζήτημα· ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ τώρα νὰ εἴπω μεθ’ ὅλης τῆς εἰλικρινείας, διότι εἶναι ὁ καιρὸς, βλέπετε, τῶν εἰλικρινῶν ἐξομολογήσεων, ὅτι δὲν θεωρῶ διόλου κατάλληλον τὸν τοιοῦτον τρόπον τῆς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεως τῶν δημοσίων. Διατί νὰ τὸ κρύψω; Ἤλπιζον, κύριοι, καὶ μετ’ ἐμοῦ ἤλπιζον ἅπαντες οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοί μου, ὅτι σήμερον τὸ ἔργον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ἦτο πολὺ διάφορον. Αἱ περιστάσεις, ἃς διέρχεται ἡ Ἑλλὰς καὶ ὁ καθόλου ἑλληνισμὸς, εἶναι τόσον σοβαραὶ, τόσον κρίσιμοι, ὥστε ὑπεθέτομεν ὅτι δὲν ἦτο καιρὸς ν’ ἀναζητηθῶσιν εὐθύναι.
§30Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν θέλετε λοιπὸν νὰ δώσητε εὐθύνας;
§31ΜΙΛΗΣΗΣ. Μὴ βιάζεσθε, κ. Ῥάλλη· θὰ σᾶς εὐχαριστήσω. Δὲν ἀποφεύγομεν νὰ δώσωμεν εὐθύνας, ὄχι· ἐνομίζομεν μόνον ὅτι ὁ παρὼν καιρὸς ἦτο προπάντων ἁρμόδιος εἰς τὸ ν’ ἀναζητήσωμεν τί τὸ ποιητέον, ὅπως ἀνταποκριθῇ ἡ πατρὶς εἰς τὴν σοβαρότητα τῶν περιστάσεων. Ἡ κυβέρνησις δὲ ἐφρόντισε τὸ ἐφ’ ἑαυτῇ νὰ καταστήσῃ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς εὔκολον, διότι κατήρτισε καὶ ὑπέβαλε πρὸς συζήτησιν πλῆρες σύστημα νομοσχεδίων, διὰ δὲ τοῦ προέδρου αὐτῆς καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν ῥητῶς ἐδήλωσεν, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἀποτελοῦσι τὸ πολιτικὸν αὐτῆς πρόγραμμα, ὑποβαλλόμενον εἰς τὴν κρίσιν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Εἴχομεν λοιπὸν πάντα λόγον νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις, ἀφίνουσα εἰς ἄλλην περίστασιν τὸν ἔλεγχον τοῦ παρελθόντος, ἤθελεν ἐπιληφθῆ μετὰ σπουδῆς τῆς ἐξετάσεως τοῦ πολιτικοῦ τούτου προγράμματος, ὅτι ἤθελεν ἀναζητήσει ἐν τοῖς νομοσχεδίοις τὰς γενικὰς αὐτῶν ἀρχὰς καὶ ἀποφανθῆ, ἂν θεωρῇ τὴν πολιτικὴν τῆς κυβερνήσεως ἐξυπηρετοῦσαν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἢ ἂν ὑπάρχῃ ἄλλη τις πολιτικὴ ἁρμοδιωτέρα ταύτης, καὶ ὁποία. Ἂν ἐπὶ τοῦ πεδίου τούτου συνήπτετο ἡ μεταξὺ κυβερνήσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως πάλη, εἶναι φανερὸν, κύριοι, ὅτι ἡ συζήτησις ἤθελε στραφῆ μόνον περὶ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἡ δὲ λύσις δὲν ἤθελεν ἐκφράζει τὴν κατηγορίαν κατὰ τοῦ παρελθόντος, ἀλλ’ ἤθελε περιέχει τὰ στοιχεῖα τοῦ πρακτέου διὰ τὸ παρὸν καὶ διὰ τὸ μέλλον τοῦ τόπου. Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι οὕτως ἤρξατο τὸ πρῶτον ἡ συζήτησις. Ὁ κ. Τρικούπης, τὸ ἐνθυμεῖσθε, ἐπελήφθη ἀμέσως τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων, καὶ ἐπηγγείλατο ὅτι ἤθελεν ἀναζητήσει ἐν αὐτοῖς τὴν γενικὴν ἰδέαν, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ αὕτη ὡς κέντρον ἑνότητος καὶ ὡς βάσις στερεὰ, ἐφ’ ἧς ἔμελλε νὰ καταδειχθῇ καὶ τὶ πρέπει νὰ πράξῃ τὸ ἔθνος κατὰ τὰς σημερινὰς περιστάσεις, καὶ ὁποία κυβέρνησις πρέπει νὰ σχηματισθῇ πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἰδέας ταύτης. Δυστυχῶς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, ἀντὶ νὰ ἐξετάσῃ τὰς γενικὰς τῶν νομοσχεδίων ἀρχὰς, ἀντὶ νὰ ἀναζητήσῃ τοὺς γενικοὺς τούτων χαρακτῆρας καὶ ἀνεύρῃ οὕτω τὴν πολιτικὴν τῆς κυβερνήσεως καὶ τὴν πορείαν, ἣν ἐπαγγέλλεται νὰ ἀκολουθήσῃ, εἰσῆλθεν εἰς τὸν λαβύρινθον τῶν λεπτομερειῶν, καὶ ἐκεῖ ἐχάθη ἐντελῶς· οὕτω δὲ οὐδεμία ὠφέλεια προῆλθεν ἐκ τῆς μεμελετημένης καὶ ἀξίας λόγου ἀγορεύσεώς του, διότι εἶναι πρόδηλον ὅτι αἱ λεπτομέρειαι, ἐφ’ ὧν εἶναι ἐπιτετραμμένη ἡ διχογνωμία, δὲν δύνανται νὰ παράσχωσι τὴν ζητουμένην κοινὴν ἰδέαν, μήτε νὰ χαρακτηρίσωσι τὴν καθόλου πολιτικὴν τῆς κυβερνήσεως. Εἰς ἓν καὶ μόνον ἐχρησίμευσεν ἡ ἀγόρευσις ἐκείνη, εἰς τὸ νὰ λάβῃ ὁ κ. Τρικούπης παρὰ τοῦ συναδέλφου μου κ. Σωτηροπούλου ἓν μάθημα οἰκονομικὸν, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐλπίζω ὅτι ὠφελήθη οὐκ ὀλίγον (ἱλαρότης). Τὴν αὐτὴν ὁδὸν ἠκολούθησε καὶ ὁ κ. Ζωχιός. Καὶ οὗτος ἐπελήφθη τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων, ἐξαντλήσας εἰς τὰς λεπτομερείας των τὴν συνήθη αὐτῷ εὐτράπελον χάριν. Ἀλλ’ ὅτε ἐπεχείρησε νὰ συναγάγῃ τὸ γενικὸν συμπέρασμα, ἐνθυμεῖσθε ποῦ ἀπέληξεν. Ἕκαστος Ἕλλην, εἶπε, πρέπει νὰ προμηθευθῇ ἓν ὅπλον· ἰδοὺ ἡ μόνη ἀναγκαία ἐθνικὴ παρασκευὴ καὶ ἡ μόνη ἁρμοδία πολιτική! Εὐτυχέστερος δὲν ὑπῆρξεν ὁ κ. Σ. Πετιμεζᾶς. Πολλὰ εἶπε καὶ οὗτος ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, ἔκτακτον ἀνέπτυξεν εὐστροφίαν καὶ εὐκινησίαν ἐν λόγοις, καὶ μετὰ θαυμασίας εὐκολίας μετεπήδα ἀπὸ μάχης εἰς μάχην, ἀπὸ τοῦ Ἐϋλὼ εἰς τὸ Ὤστερλιτς, καὶ ἀπὸ ἀντιφάσεως εἰς ἀντίφασιν· ἀλλὰ τὸ συμπέρασμα; Ἀφοῦ μᾶς εἶπεν ὅτι πᾶσα ἐκστρατεία εἶναι εἷς συλλογισμὸς καὶ πᾶσα μάχη μία ἰδέα, διὰ τοῦ στρατιωτικοῦ τούτου θεωρήματος ἢ ἀξιώματος συνεπέρανεν ὅτι, διὰ νὰ προπαρασκευάσωμεν τὸ ἔθνος, ἀρκεῖ νὰ θέσωμεν ἕνα ἄπειρον πολίτην πλησίον εἰς ἕνα ἔμπειρον στρατιώτην, ἀπομιμούμενοι τοὺς ἀρχαίους Σπαρτιάτας, οἵτινες πλησίον τοῦ προστάτου παρέθετον ἕνα παραστάτην. Ἰδοὺ τελεία καὶ εὔκολος ἐθνικὴ παρασκευή! Ὁ δὲ γηραιὸς Χρηστίδης; Ἀφοῦ μετὰ πολλοῦ κόπου καὶ καμάτου ἐξηρεύνησε τὸ παρελθὸν, ἀφοῦ ἐσκιαγράφησεν ἀπελπιστικὴν τὴν εἰκόνα τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως, ἐνθυμήθη τὴν ἀδελφοποίησιν ἡμῶν μετὰ τῆς μεγάλης Σλαυϊκῆς φυλῆς, καὶ ποῦ κατέληξε; τί προέτεινε νὰ πράξωμεν, διὰ νὰ κατασταθῇ ἡ Ἑλλὰς ἱκανὴ ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις; Σχίσατε, εἶπε, τὴν ἐγκύκλιον, ἣν τὸ ὑπουργεῖον ἐξέδωκεν ἐπὶ τῇ ἀποδημίᾳ τοῦ βασιλέως· αὐτὴ εἶναι στίγμα διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν, εἶναι ὁ κακὸς δαίμων, ὁ δεσμεύων τὴν Ἑλλάδα καὶ πάντα τὰ κακὰ ἐπάγων κατ’ αὐτῆς. Ἅμα σχισθῇ ἡ ἐγκύκλιος, ἅμα ἀκυρωθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ καταδικασθῇ νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῶν ἑλληνικῶν ἀρχείων, ἡ Ἑλλὰς θὰ εὑρεθῇ ἀμέσως παρεσκευασμένη, καὶ θὰ συντελέσῃ τὴν ἁρμόζουσαν αὐτῇ πολιτικήν! Τοιαῦτα, κύριοι, τὰ συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξαν οἱ εἰρημένοι τέσσαρες ἀξιότιμοι ἡμῶν συνάδελφοι. Ἀλλ’ ἐπῆλθεν ὁ κ. Δεληγεώργης καὶ μετέφερεν ἀμέσως τὴν συζήτησιν ἐπὶ ἄλλου πεδίου. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου συνῃσθάνθη, φαίνεται, ὅτι ἡ συζήτησις τῶν κυβερνητικῶν νομοσχεδίων, ἡ ἐξέτασις δηλονότι τοῦ πολιτικοῦ προγράμματος τῆς κυβερνήσεως, οὐδόλως ἐξυπηρέτει τὸν σκοπὸν, ὃν ἐδίωκεν ἡ ἀντιπολίτευσις. Παρῄτησε λοιπὸν τὸ πεδίον τοῦτο ὡς ἄχρηστον καὶ ἀνέδραμεν εἰς τὸ παρελθὸν, ἀναζητῶν, συλλέγων ἐπιμελῶς τὰ στοιχεῖα τῆς κυβερνητικῆς εὐθύνης. Ἐνῷ δὲ οὕτως ἔθετο προφανῶς πρὸ τοῦ ζητήματος τῆς ἐθνικῆς παρασκευῆς τὸ κυβερνητικὸν ζήτημα, ὁ εὔγλωττος καὶ ἐπιτήδειος ῥήτωρ ἐζήτει συγχρόνως νὰ καλύψῃ τὸν διωκόμενον σκοπὸν, φοβούμενος εὐλόγως τὴν κοινὴν κατάκρισιν διὰ τὴν ἀδικαιολόγητον ταύτην προτίμησιν. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, μετὰ ποίου στόμφου, ἐζήτησε ν’ ἀποκρούσῃ διὰ τῶν λόγων ὅ,τι ἀπετέλει τὸ κύριον τὸ ἀποκλειστικὸν θέμα τῆς ὁμιλίας του. «Τίς, εἶπε, διενοήθη νὰ φέρῃ εἰς τὸ μέσον τὸ ζήτημα τῆς κυβερνήσεως; ταπεινὸς, βδελυρὸς εἶναι ὁ θέτων κυβερνητικὸν ζήτημα, ἐνῷ αἱ περιστάσεις ἐπιβάλλουν τὴν ἐπιτακτικὴν ὑποχρέωσιν νὰ σκεφθῶμεν πρὸ πάντων τὶ ὀφείλει νὰ πράξῃ ἡ Ἑλλάς.»
§32ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶπον ἐγὼ τοιοῦτόν τι;
§33ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸ ἤκουσεν ὅλος ὁ κόσμος, εἶναι δὲ γεγραμμένον καὶ εἰς τὰ στενογραφημένα πρακτικά· ἂν ἐπιμένετε εἰς τὴν ἀναίρεσιν, τὰ ἀναγινώσκομεν. Οὐ μόνον δὲ τοῦτο εἴπατε, ἀλλ’ ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν ἀξιότιμον πρόεδρον τοῦ ὑπουργείου, ἠρωτήσατε, ποῦ ποτε ἀπήντησε τὸ κόμμα, τοῦ ὁποίου εἶσθε ἀρχηγὸς, διῶκον τὴν ἐξουσίαν. Ἐλησμονήσατε ὅτι ὁ πρωθυπουργὸς καὶ τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως οὔτε τὴν ἕξιν εἶχον, οὔτε τὸν καιρὸν νὰ παρακολουθῶσι τοιαύτας ἐνεργείας, καὶ ὅτι σπουδαιότερα ἔργα ἀπησχόλουν αὐτούς.
§34ΡΑΛΛΗΣ. Κατεγίνεσθε εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ Πύρλα.
§35ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὅταν ὑποβάλητε ἐπερώτησιν, ἐξετάζομεν καὶ τὸν διορισμὸν τοῦτον ὡς καὶ ἄλλους προηγουμένους. Οὕτω, κύριοι, τὸ κυβερνητικὸν ζήτημα ἐτέθη κεκαλυμμένον μὲν ὑπὸ τοῦ κ. Δεληγεώργη, ἀπροκαλύπτως δὲ καὶ μετὰ παῤῥησίας ὑπὸ τοῦ κ. Λομβάρδου. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀπαντήσωμεν, διὰ νὰ μὴ εἴπωσιν ὅτι ἀποφεύγομεν νὰ δώσωμεν λόγον, ὅτι φοβούμεθα τὴν εὐθύνην. Προπάντων παρατηρῶ, ὅτι ἡ δικαιοσύνη καὶ οὐχὶ ἡ κομματικὴ ἰδιοτέλεια πρέπει νὰ καθορίσῃ τὴν εὐθύνην διὰ τὴν μὴ παρασκευὴν τοῦ Ἔθνους· οὐδεὶς δὲ νόμος, θεῖος ἢ ἀνθρώπινος, ἐπιτρέπει νὰ περιορισθῇ ὁ περὶ ταύτης ἔλεγχος εἰς μόνον τὸ χρονικὸν διάστημα, καθ’ ὃ κυβερνᾷ τὸν τόπον τὸ σημερινὸν ὑπουργεῖον· διότι τῶν ἐθνῶν ἡ προσήκουσα παρασκευὴ δὲν δύναται νὰ συντελεσθῇ ἐντὸς ὀλιγίστου χρόνου, καὶ οὕτως εἰπεῖν, ἐξ ὑπογείου. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἀναδράμωμεν ὀλίγον μακρύτερον, νὰ εὐρύνωμεν τὸν κύκλον τοῦ ἐλέγχου καὶ νὰ συμπεριλάβωμεν ἐν αὐτῷ καὶ χρονικὸν διάστημα, ὄχι ἀπωτάτω κείμενον, ἀλλὰ συνεχιζόμενον ἢ σχεδὸν συνεχιζόμενον μὲ τὴν διάρκειαν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως.
§36ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θέσατέ το οὕτω τὸ ζήτημα· ἡμεῖς τὸ δεχόμεθα.
§37ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἐξαρτᾶται ἀφ’ ὑμῶν νὰ τὸ δεχθῆτε ἢ ὄχι· οὕτω τὸ θέτει ἡ κοινὴ συνείδησις. Εἶναι γνωστόν, κύριοι, ὅτι ἡ ἐπανάστασις τῆς Βοσνίας καὶ Ἑρζεγοβίνης συνέβη ἐπὶ τῆς προκατόχου κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη· ἀπὸ τοῦ Μαΐου ἤδη τοῦ 1875 ἡ ἐπανάστασις αὕτη ἐπεφαίνετο, καὶ ἐντὸς τοῦ Ἰουνίου, νομίζω, ἐξεῤῥάγη, φέρουσα ὅλους τοὺς χαρακτῆρας σοβαρωτάτου καὶ σπουδαιοτάτου κινήματος, ἤκμασε δὲ διαρκούσης τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης. Τί ἔπραξαν τότε ἐν τῇ ἐξουσίᾳ οἱ σήμερον αὐστηροὶ καὶ ἀδυσώπητοι κριταὶ τῆς Κυβερνήσεως; Ποῖα σημεῖα ἔδωκαν ὅτι εἶχον αὐτοὶ τὴν ὀξυδέρκειαν, ὅτι ἔλαβον αὐτοὶ τὴν πρόνοιαν, διὰ τὴν ἔλλειψιν τῆς ὁποίας κατηγοροῦσιν ἡμᾶς; Ὁ κ. Λομβάρδος ἐνόμισεν ὅτι καλύπτει τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἐπικαλούμενος τὸ περὶ στρατολογίας νομοσχέδιον, τὸ παρ’ αὐτῆς ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλήν· ἐλησμόνησεν ὅμως ὅτι δὲν ἐπρόκειτο ἁπλῶς περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ὑπάρχοντος στρατολογικοῦ νόμου, ἀλλ’ ἐπρόκειτο περὶ ἐκτάκτου καὶ κατεπειγούσης ἐθνικῆς παρασκευῆς. Ὁ στρατολογικὸς νόμος μετὰ παρέλευσιν πολλῶν ἐτῶν ἔμελλε νὰ φέρῃ τοὺς καρπούς του, ὁ δὲ κ. Λομβάρδος ῥητῶς σᾶς εἶπεν, ὅτι μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τῆς Βοσνίας καὶ Ἑρζεγοβίνης τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα ἐτέθη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς παρούσης γενεᾶς, καὶ ἀπῄτει παρασκευὴν ἔκτακτον, ταχεῖαν, ἄμεσον. Τί ἔπραξαν πρὸς θεραπείαν τῆς τοιαύτης ἀνάγκης;....
§38ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶπα μετὰ τὴν ἐπανάστασιν, ἀλλὰ μετὰ τὴν χρεωκοπίαν τῆς Τουρκίας.
§39ΜΙΛΗΣΗΣ. Δηλαδὴ μετὰ γεγονὸς προηγούμενον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι.
§40ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἄν παραδέχεσθε, ὅτι εἶναι προηγούμενον, σημειώσατέ το.
§41ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἔστω ὅτι ἡ χρεωκοπία τῆς Τουρκίας ἐξεφάνη καὶ ἐπραγματοποιήθη μετὰ τὴν ἐπανάστασιν. Ἐὰν παραδεχθῶμεν ὅτι ἡ χρεωκοπία ἐνέγραψε τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς παρούσης γενεᾶς, ὡς λέγετε, πολιτικοὶ ὀξυδερκεῖς, ὁποῖοι φαίνεσθε σήμερον, ἔπρεπε νὰ ἐννοήσητε ὅτι ἡ οὐχὶ εὐχάριστος οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς Τουρκίας ἤθελε καταλήξει μετὰ τὴν ἐπανάστασιν εἰς τὴν χρεωκοπίαν ταύτην. Ὅταν κατηγορῆτε τὴν παροῦσαν κυβέρνησιν δι’ ἔλλειψιν ὀξυδερκείας καὶ προνοίας, ἕκαστος δικαιοῦται νὰ σᾶς ἐρωτήσῃ, ποίαν ὀξυδέρκειαν καὶ πρόνοιαν ἐδείξατε σεῖς, ἔχοντες ἐνώπιόν σας ἀκμαίαν μίαν ἐπανάστασιν, καθισταμένην ὁσημέραι σοβαροτέραν; Οὐδὲν μέτρον, οὐδὲν σημεῖον εὑρίσκω, ἀποδεικνύον ἢ ὑποδηλοῦν τοιαύτην ὀξυδέρκειαν καὶ πρόνοιαν, οὔτε εἰς τὰς σχέσεις τὰς ἐξωτερικάς, οὔτε εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου, οὔτε εἰς τὰ νομοθετικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα παρεσκευάσατε. Οὔτε πλοῖον ἓν ἐπεσκευάσατε, οὔτε ὅπλον ἓν ἠγοράσατε, οὔτε μηχανὴν μίαν ἐστήσατε, οὔτε φυσέκιον ἓν ἐπρομηθεύθητε, διὰ νὰ δείξετε, ἔστω καὶ διὰ τοῦ ἐλαχίστου σημείου, ὅτι εἴχετε τὴν συνείδησιν τῆς σοβαρότητος τῶν περιστάσεων, ὅτι ἐπιστεύετε ὅσα σήμερον μετ’ ἐμφάσεως λέγετε, ὅτι τὸ ἀνατολικὸν ζήτημα ἐνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς παρούσης γενεᾶς καὶ ἀπαιτεῖ ἔκτακτον παρασκευήν. Καὶ ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι μέχρι τῶν μέσων τοῦ παρελθόντος Ὀκτωβρίου, ὅτε κατείχετε τὴν ἐξουσίαν, ἡ ἐπανάστασις δὲν παρουσίαζε τὸν σοβαρὸν καὶ ἐπίφοβον χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον ἔλαβε κατόπιν διαρκούσης τῆς συνόδου τῆς Βουλῆς· καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι τότε δὲν ἦτο ἀκόμη καιρὸς νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς παρούσης γενεᾶς τὸ ἀνατολικὸν ζήτημα, ἐρωτῶ, ποῦ ἦσαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον οἱ νῦν ἀδυσώπητοι κριταί; πῶς δὲν ὕψονον τοὐλάχιστον τότε τὴν πατριωτικήν των φωνὴν, ἀπαιτοῦντες τὴν ἔκτακτον τοῦ ἔθνους παρασκευήν; Καὶ δὲν εἶναι τάχα ἐπίσης μὲ τὴν ἀπρακτοῦσαν κυβέρνησιν ὑπεύθυνος ἡ ἀντιπολίτευσις, ἥτις ἐπὶ τῶν ὑψίστων τοῦ ἔθνους συμφερόντων τηρεῖ νεκρικὴν σιγήν; Τοιαύτην δὲ σιγὴν ἐτηρήσατε σεῖς καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς συνόδου· οὐδὲ λέξιν εἴπατε ποτὲ περὶ ἐκτάκτου παρασκευῆς τοῦ ἔθνους, ἐνῷ κατεδαπανᾶσθε εἰς συζητήσεις περὶ ἄλλων ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα τότε σᾶς ἀπησχόλουν. Τί δὲ νὰ εἴπω περὶ τῆς ἑτέρας πτέρυγος τῆς ἀντιπολιτεύσεως; τοσαύτη τοῦ παρελθόντος λήθη εἶναι ἆρά γε ἐπιτετραμμένη, ὅταν τις ὁμιλῇ δημοσίᾳ; Κατηγοροῦσιν ἐπὶ ἀπραξίᾳ καὶ ἀκηδίᾳ τὴν κυβέρνησιν τίνες; Ἐκεῖνοι, οἵτινες οὐδέποτε οὐδὲν ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς παρασκευῆς ἐνήργησαν, ἀλλ’ ἀείποτε ἐκ συστήματος κατεπολέμησαν τὴν ἰδέαν ταύτην· ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀπὸ τοῦ ἑλληνικοῦ τούτου βήματος ἐκήρυξαν τὸν ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἑλληνισμὸν νεκρὸν, καὶ ἀσπλάγχνως ἐξετύλιξαν τὰ σάβανα αὐτοῦ, ἐπιλέγοντες ὅτι τὸ ἀνατολικὸν ζήτημα δὲν εἶναι διὰ τοὺς ὀδόντας ἡμῶν· ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, συνεπεῖς πρὸς ἑαυτοὺς, μετῆλθον τὴν εἰρήνην καὶ φιλίαν ἀντὶ πάσης θυσίας, τῆς θυσίας καὶ ἀναμνήσεων καὶ μέλλοντος καὶ συμφερόντων καὶ ἀξιοπρεπείας ἐθνικῆς, καὶ παρέδωκαν εἰς τοὺς διαδόχους τὴν Ἑλλάδα ἔρημον καὶ ὅπλων καὶ στρατοῦ καὶ πλοίων καὶ συμμάχων καὶ ὑπολήψεως! Ἄνθρωποι, τοιαύτην μετελθόντες πολιτικὴν, πολιτικὴν οὐχὶ πλέον ἀπραξίας, οὐχὶ ἀκηδίας, ἀλλὰ τελείου θανάτου, ἄνθρωποι τοιοῦτοι νὰ κατηγορῶσι σήμερον τὴν κυβέρνησιν μετὰ τόσης πικρίας, διότι ἐντὸς ὀλιγίστου χρόνου, ἐντὸς τριῶν ἢ τεσσάρων μηνῶν, δὲν κατώρθωσεν αὕτη νὰ ἐπανορθώσῃ ὅλας τῆς πολιτικῆς των τὰς καταστροφὰς, ὁμολογήσατε, κύριοι, ὅτι τοῦτο ὑπερβαίνει πᾶν ὅριον ἀδικίας καὶ τόλμης. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτων, εἶναι ἆρά γε ἀνάγκη, κύριοι, νὰ σᾶς ὑπομνήσω ὅτι ὁ κύριος Δεληγεώργης καὶ οἱ φίλοι του καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς παρελθούσης συνόδου ἦσαν ἢ ἐπηγγέλλοντο ὅτι ἦσαν σύμμαχοι τῆς κυβερνήσεως; Συμμαχοῦντες δὲ ἐν τῇ βουλῇ, πῶς δύνανται ν’ ἀποβάλωσιν ἀφ’ ἑαυτῶν τὴν εὐθύνην τῶν πεπραγμένων καὶ νὰ τὴν ἐπιῤῥίψωσιν ὁλόκληρον ἐπὶ τοὺς κυβερνῶντας; Καὶ μὴ λησμονήσητε ὅτι τὸ ζήτημα τῆς παρασκευῆς δὲν ἦτο ἐκ τῶν δευτερευόντων, διὰ νὰ θυσιασθῇ ὑπὲρ οἱουδήποτε ἄλλου πολιτικοῦ συμφέροντος· δὲν δύνανται λοιπὸν νὰ προφασισθῶσιν οἱ νῦν διαμαρτυρόμενοι καὶ κατηγοροῦντες ὅτι ἐσιώπων τότε, ἵνα μὴ παράσχωσι πράγματα εἰς τὴν κυβέρνησιν, διότι ἐπὶ ζητημάτων πολὺ ὀλιγωτέρας ἀξίας ὁ κ. Δεληγεώργης καὶ οἱ φίλοι του δὲν ἐσιώπησαν, ἀλλ’ ἀφειδῶς, ἐνίοτε δὲ καὶ ἐμπαθῶς, ἐπέκριναν καὶ κατέκριναν τὴν κυβέρνησιν. Μὴ λησμονήσητε προσέτι ὅτι, καὶ ἀφοῦ ἔκλεισεν ἡ σύνοδος, καὶ ἀφοῦ ἡ Σερβία καὶ τὸ Μαυροβούνιον κατέβησαν πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἐπαναστάσεως, ἡ συμμαχία τοῦ κ. Δεληγεώργη ἐξηκολούθει, καὶ οὐδὲ λέξις, οὐδὲ φωνὴ ἠκούετο ἐξ αὐτῶν κατὰ τῆς πολιτικῆς πορείας καὶ τῶν πράξεων τῆς κυβερνήσεως. Ὅτε δὲ βραδύτερον ἀνεκηρύχθη ἡ ἀπὸ τῆς συμμαχίας ἀποχώρησις, οὐδὲν πολιτικὸν γεγονὸς μικρᾶς ἢ μεγάλης σημασίας εἶχεν ἀνατείλει εἰς τὸν πολιτικὸν ὁρίζοντα· τὸ εἰς Μεσολλόγγιον ταξείδιον μόνον εἶχε περαιωθῆ καὶ αἱ ἰδιαίτεραι ὑποθέσεις εἶχον κανονισθῆ· οὐδὲν πλέον. Ἐὰν λοιπὸν ὑπάρχῃ, κύριοι, εὐθύνη ἐν τῷ παρελθόντι διὰ τὴν μὴ παρασκευὴν τοῦ ἔθνους, οὐδετέρα τῶν πτερύγων τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἶναι ἀλλοτρία τῆς εὐθύνης ταύτης· τολμηρὰ δὲ εἶναι ἡ ἀξίωσίς των νὰ παρουσιάζωνται κριταὶ καὶ δικασταὶ, ἐνῷ εἶναι ὑπεύθυνοι καὶ ὑπόλογοι. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσω τὴν ἀρνητικὴν καὶ ἂς ἔλθω εἰς τὴν θετικὴν τοῦ ζητήματος τῆς εὐθύνης ἐξέτασιν. Ἀνεξαρτήτως τῆς συμμετοχῆς τούτου ἢ ἐκείνου, ἔπραξεν ἆρά γε ἢ παρέλειψέ τι ἡ κυβέρνησις, τὸ ὁποῖον νὰ δικαιολογῇ τὴν κατηγορίαν, ἣν ἐπάγουσι κατ’ αὐτῆς, ἔστω καὶ συνυπεύθυνοι, κατήγοροι; Ἐπὶ τούτου κυρίως ἐπικαλοῦμαι τὴν δικαίαν, τὴν εὐμενῆ κρίσιν τῆς βουλῆς καὶ τοῦ ἔθνους. Δὲν πιστεύω, κύριοι, νὰ ὑπάρχῃ τις ἐν τῇ βουλῇ μὴ συνομολογῶν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὤφειλε νὰ μείνῃ οὐδετέρα καὶ ὅτε ἐπάλαιον μόναι αἱ ἐπαναστατήσασαι κατὰ τῆς Πύλης ἐπαρχίαι, ἡ Βοσνία καὶ ἡ Ἐρζεγοβίνη, καὶ ὅτε μετὰ ταῦτα κατέβησαν πρὸς ὑποστήριξιν αὐτῶν αἱ ὑποτελεῖς ἡγεμονίαι, ἡ Σερβία καὶ τὸ Μαυροβούνιον. Εἶναι τῳόντι φανερὸν καὶ πάσης ἀμφισβητήσεως ἀνεπίδεκτον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, κράτος ἀνεξάρτητον καὶ αὐτοκυρίαρχον, συνδεόμενον διὰ συνθηκῶν μὲ τὰ λοιπὰ τῆς Εὐρώπης κράτη, εἶχε τὴν ἔννομον ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἀναμιχθῇ εἰς ἐσωτερικὸν ζήτημα τῆς Τουρκίας, ἀντιτιθεμένη αὐτὴ πρὸς ὅλην τὴν Εὐρώπην, ἥτις ἠξίου καὶ ἐπέμενε νὰ περιορίσῃ τὸ κίνημα καὶ ἀσφαλίσῃ τὴν εὐρωπαϊκὴν εἰρήνην. Ἐκτὸς δὲ τούτου καὶ τὸ συμφέρον τῆς Ἑλλάδος ὡς ἔθνους ὑπηγόρευε τὴν οὐδετερότητα, διότι οἱ ἐπαναστάται κατέβησαν εἰς τὴν πάλην, χωρὶς νὰ ἐρωτήσουν τὴν Ἑλλάδα. Ζήτημα λοιπὸν ἑλληνικὸν δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸ μέσον, μόνον δὲ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν συμφερόντων αὐτῆς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ χύνεται τὸ ἑλληνικὸν αἷμα καὶ νὰ δαπανῶνται τὰ ἑλληνικὰ χρήματα, οὐχὶ δὲ ὑπὲρ ἀλλοτρίου συμφέροντος οἱουδήποτε. Εἶναι λοιπὸν κεκτημένον ἐκ τῆς συζητήσεως, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, καί τοι ζωηρῶς συμπαθοῦσα πρὸς λαοὺς ἀδελφοὺς, ἀγωνιζομένους ὑπὲρ τῶν ἰδίων δικαιωμάτων, καί τοι ἀναγνωρίζουσα καὶ ἐκτιμῶσα τοὺς ἐν τῷ παρελθόντι δεσμοὺς τοῦ αἵματος καὶ τῶν κοινῶν παθημάτων, τοὺς ὁποίους αἱ ἐπελθοῦσαι δυστυχεῖς διαιρέσεις ἐχαλάρωσαν, ἀλλὰ δὲν ἔλυσαν ἐντελῶς, ἦτο ὅμως ὑποχρεωμένη καὶ ὡς ἐκ τῆς θέσεως καὶ ὡς ἐκ τοῦ συμφέροντος αὑτῆς νὰ μείνῃ οὐδετέρα εἰς τὴν πάλην. Λέγοντες δὲ οὐδετερότητα, ἐννοοῦμεν τὴν ἀποχὴν οὐχὶ μόνον ἀπὸ τοῦ πολέμου, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ παντὸς ἄλλου πλαγίου καὶ ἀτάκτου κινήματος, τὸ ὁποῖον καὶ τὴν ὑπόληψιν τῆς Ἑλλάδος ἤθελεν ἐκθέσει καὶ εἰς πόλεμον ἐπὶ τέλους ἤθελε μᾶς ἐξαναγκάσει. Ἐπὶ τούτου συμφωνοῦσιν οἱ πάντες, διότι δυσχερέστατον ἦτο νὰ διαφωνήσωσι. Ποῦ δὲ ἀναζητοῦσι τὰ στοιχεῖα τῆς διαφωνίας; Εἰς τὸν τρόπον καθ’ ὃν μετῆλθεν ἡ κυβέρνησις τὴν οὐδετερότητα. «Ὠφείλετε, λέγουν, μένοντες οὐδέτεροι, νὰ μὴ ἀφεθῆτε ἐντελῶς εἰς τὴν δικαιοσύνην καὶ τὸ ἔλεος τῆς Εὐρώπης, διότι τὴν δικαιοσύνην ἡ διπλωματία οὐδόλως λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν, κανονίζουσα τὰς ἀπαιτήσεις τῶν ἐθνῶν, ἀλλὰ νὰ φροντίσητε νὰ δημιουργήσητε μίαν ἀνάγκην, ἡ ὁποία ἤθελε μόνη τὴν ὑποχρεώσει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ δίκαια τῆς Ἑλλάδος». Ἐξαίρετα. Ἀλλὰ διὰ τίνος τρόπου ἤθελε δημιουργηθῆ ἡ τοιαύτη ἀνάγκη; «Ἐὰν, λέγουν, δὲν ἐκηρύττετε φανερὰ τὴν οὐδετερότητα, ἐὰν παρεσκευάζεσθε καὶ ἐὰν δὲν ἐφαίνεσθε ἰδιοτελεῖς ἐν τῇ οὐδετερότητι». Ἰδοὺ οἱ τρεῖς ὅροι τῆς κατηγορίας. Ἂς μοὶ συγχωρηθῇ πρὸ πάντων νὰ εἴπω, ὅτι δὲν κατώρθωσα νὰ ἐννοήσω τὴν μὴ ἰδιοτέλειαν τῆς οὐδετερότητος. Δὲν τολμῶ νὰ ὑποθέσω ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου ἐννοεῖ διὰ τοῦ ὅρου τούτου παραίτησιν ἀπὸ τῶν ἀξιώσεων τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ μέλλοντι, διότι τοῦτο μὰ τὴν ἀλήθειαν θὰ ἦτο αὐτοκτονία τῆς Ἑλλάδος......
§42ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶπα, οὔτε ἐνόησα τοιοῦτόν τι.
§43ΜΙΛΗΣΗΣ. Τί εἴπατε λοιπόν, ἂν ὄχι τοῦτο; Ἐξηγήθητε καθαρῶς.
§44ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶπα νὰ μὴ ἀκολουθήσῃ ἡ Ἑλλὰς τὰς ἀρχὰς τῆς κατακτήσεως· αὐτὸ ἐνόουν. Ἀπορῶ δὲ διὰ τί τινὰς μὲν τῶν λόγων μου ἐνθυμεῖσθε ἐξαίρετα, τινὰς δὲ ὄχι.
§45ΜΙΛΗΣΗΣ. Καὶ πότε ἀπεφάσισεν ἡ κυβέρνησις νὰ ἐκστρατεύσῃ ἐπὶ κατακτήσει, διὰ νὰ λάβητε ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσητε περὶ μὴ ἰδιοτελείας; ἢ ποίαν σχέσιν ἔχει ἡ ἐκστρατεία καὶ ἡ κατάκτησις πρὸς τὴν οὐδετερότητα; — Παρατηρεῖτε, κύριοι, ὁποίαν ἀξίαν ἔχει ἡ ἰδιοτέλεια. Ἂς ἔλθωμεν τώρα εἰς τοὺς ἄλλους ὅρους τῆς οὐδετερότητος. Τί ἐστὶν ἐπιφυλακτικὴ οὐδετερότης; ἐὰν ὁ κ. Δεληγεώργης ἐννοῇ δι’ αὐτῆς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ οὐδετέρου Κράτους νὰ παρασκευάζηται ἐσωτερικῶς καὶ νὰ κανονίζῃ τὴν μέλλουσαν πορείαν του ἀκωλύτως καὶ κατὰ τὰ ἴδιά του συμφέροντα, οὐδεμία ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἐπιφυλάξεως, διότι πᾶσα ἐν γένει οὐδετερότης συνεπάγεται καθ’ ἑαυτὴν καὶ ἀναγκαίως τοιαύτην ἐλευθερίαν, καὶ οὐδεμία ἀπολύτως τὴν ἀποκλείει. Καὶ βεβαίως, κύριοι, ἡ οὐδετερότης δὲν εἶναι ἀπαγόρευσις· τὸ οὐδέτερον κράτος ὀφείλει νὰ μὴ ἐνεργήσῃ τι, βλάπτον ἢ ὠφελοῦν τὸ ἕτερον τῶν ἐμπολέμων μερῶν, ἀλλ’ οὔτε τὰς χεῖράς του σταυρόνει ἀπρακτοῦν, οὔτε τὴν πορείαν του δεσμεύει διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον ἐν τῷ μέλλοντι. Ἂς μοὶ συγχωρηθῇ δὲ νὰ παρατηρήσω, ὅτι εἶναι προφανῶς παράλογον νὰ παραδεχθῇ καὶ ὑποστηρίξῃ τις, ὅτι ἐὰν ἡ τιμὴ καὶ τὸ συμφέρον τῆς Ἑλλάδος ἀπῄτει νὰ ἐξέλθῃ τῆς οὐδετερότητος, ἤθελεν ἐμποδισθῆ νὰ τὸ πράξῃ, διατί; διότι εἶχε προκηρύξει τὴν οὐδετερότητα! Τοιαῦτα ἐπιχειρήματα δὲν ἔχουσιν οὔτε τὸν χαρακτῆρα τῆς σπουδαιότητος. Ἐὰν δὲ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου ἐννοῇ διὰ τῆς ἐπιφυλάξεως, ὅτι ἡ κυβέρνησις ὤφειλε, μένουσα οὐδετέρα, νὰ τηρῇ γλῶσσαν ἄλλοτε καὶ πρὸς ἄλλους ἄλλην, καὶ νὰ βαδίζῃ πορείαν ἀμφίῤῥοπον ἐν παντὶ καὶ ἀμφίβολον, ἐρωτῶ, τί ἤθελεν ὠφελήσει τὸ ἔθνος τοιαύτη ἐπιφύλαξις; Μοὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ παραδεχθῶ ὅτι σπουδαίως ὁ κ. Δεληγεώργης πιστεύει, ὅτι διὰ τοιαύτης ἀγχιστρόφου διαγωγῆς ἠθέλομεν κατορθώσει, τί; νὰ δημιουργήσωμεν μίαν ἀνάγκην διὰ τὴν διπλωματίαν τῆς Εὐρώπης! Περιττὸν νὰ εἴπω πρὸς εἰδότας, ὅτι τοιαύτη ἀλλοπρόσαλλος πολιτικὴ τὰ μὲν μεγάλα καὶ ἰσχυρὰ κράτη βλάπτει μεγάλως, γεννῶσα περὶ αὐτὰ τὴν δυσπιστίαν καὶ τὴν ἀπομόνωσιν, εἰς δὲ τὰ μικρὰ καὶ ἀσθενῆ παρασκευάζει μόνον τὸν οἶκτον τῶν ἰσχυρῶν καὶ τὴν περιφρόνησιν. Πεῖραν τούτου ἔλαβεν ἤδη ὁ κ. Δεληγεώργης ἐν ἄλλῃ περιστάσει. Δὲν τῷ ἤρκεσεν ἆρά γε τὸ πάθημα ἐκεῖνο, ἢ μήπως ἐπεθύμησε νὰ γευθῶσι τὴν πικρίαν αὐτοῦ καὶ ἄλλοι, ἐπὶ βλάβῃ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ τόπου; Μὴ πλανώμεθα, κύριοι. Διὰ τοιαύτης ἐπιφυλάξεως οὐδεμίαν ἀνάγκην ἠθέλομεν δημιουργήσει εἰς τὴν διπλωματίαν τῆς Εὐρώπης· διότι οἱ κενοὶ λόγοι δὲν εἶναι ἱκανοὶ νὰ καλύψωσι τὴν ἀληθῆ τῶν πραγμάτων κατάστασιν, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ συνδέσωμεν τὰ ἔργα πρὸς τοὺς λόγους, ἡ ἀπειλὴ δὲν θὰ εἶχε σοβαρὸν χαρακτῆρα, θὰ ἐξέθετε μόνον δωρεὰν τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἔθνους. Ἡ διακήρυξις λοιπὸν τῆς οὐδετερότητος, ἡ καθαρὰ γλῶσσα καὶ ἡ ἀσφαλὴς πορεία οὐ μόνον δὲν ἔβλαψαν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἀλλὰ διεφύλαξαν τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἔθνους, καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἀνάξιον λόγου ἀπόκτημα. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου τὴν καθαρὰν πολιτικὴν ὑπηγόρευεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἕτερος λόγος. Ὠφείλαμεν, κύριοι, νὰ πολιτευθῶμεν τοιουτοτρόπως, ὥστε νὰ μὴ γεννηθῶσιν ἐκ τῆς διαγωγῆς ἡμῶν σφαλεραὶ ἐλπίδες παρὰ τοῖς ἀγωνιζομένοις ἀδελφοῖς. Δὲν εἴχομεν καμμίαν ὑποχρέωσιν νὰ σπεύσωμεν πρὸς βοήθειαν αὐτῶν· εἴχομεν ὅμως τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ τοὺς βλάψωμεν τοὐλάχιστον, διὰ πολιτείας ἀμφιῤῥόπου καὶ ἀμφιβόλου. Προπάντων δὲ ἐνομίσαμεν ὅτι ἡ παροῦσα περίστασις ἦτο ἡ ἁρμοδιωτέρα, διὰ νὰ ἀνακηρύξῃ ἡ Ἑλλὰς ἐπισήμως καὶ πανηγυρικῶς τὴν καθαράν, τὴν ἀκραιφνῆ πολιτικήν της, πολιτικὴν ἀπηλλαγμένην παντὸς ἀλλοτρίου στοιχείου, χειραφετημένην ἀπὸ πάσης κηδεμονίας καὶ μόνον τὸν ἑλληνισμὸν καὶ τὰ συμφέροντα αὐτοῦ ὑπηρετοῦσαν. Καὶ ὅμως παρουσιάζονται κατήγοροι τοιαύτης πολιτικῆς καθαρῶς ἑλληνικῆς, καὶ καταρῶνται τὴν ἐγκύκλιον, ἥτις τὴν ἀνεκήρυξεν, ὁ δὲ γέρων Χρηστίδης ἀπετόλμησε ν’ ἀποκαλέσῃ αὐτὴν στίγμα μολύνον τὰ ἑλληνικὰ ἀρχεῖα. Ἀλλ’ ὄχι· ἡ κομματικὴ ἰδιοτέλεια δὲν θὰ κατορθώσῃ ποτὲ μήτε τὰ πράγματα νὰ διαστρέψῃ τοσοῦτον, μήτε τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν νὰ μεταβάλῃ· ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεγράφη ἡ ἀνεξαρτησία καὶ χειραφεσία τῆς ἑλληνικῆς πολιτικῆς, ἔγγραφον τοιοῦτον θὰ ᾖναι καὶ θὰ μένῃ πάντοτε κόσμημα τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχείων καὶ πολύτιμος τίτλος πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀγάπην ἐκείνων, οἵτινες τὸ συνέταξαν. Ἐκηρύξατε, λέγουσι, τὴν οὐδετερότητα καὶ ἐσταυρώσατε τὰς χεῖρας σηπόμενοι ἐν τῇ ἀκηδίᾳ· οὐδὲν ἐπράξατε, διὰ νὰ παρασκευάσητε τὸ ἔθνος εἰς ἐνδεχομένην ἀνάγκην. Δὲν θὰ ἐπαναλάβω, κύριοι, ὅσα ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ ἀντέταξαν εἰς τὴν αἰτίασιν ταύτην· ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ μόνον νὰ εἴπω ἐν κεφαλαίῳ, ὅτι οὐδέποτε ἐξετοξεύθη μομφὴ πλέον ἄδικος καὶ πλέον ἀνυπόστατος. Ὄχι, κύριοι, ἡ κυβέρνησις δὲν ἔμεινεν ἀδρανής· δὲν ἐτέλεσε μὲν θαύματα, διότι δύναμιν θαυματουργὸν δὲν εἶχεν, ἀλλ’ ἔπραξεν ὅμως, ὅτι ἀνθρωπίνως ἦτο δυνατὸν νὰ πραχθῇ. Ὑπεστήριξε διὰ τῆς διπλωματικῆς ὁδοῦ μετὰ διακαοῦς ζήλου καὶ δραστηριότητος τὰ δίκαια τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ ἠγωνίσθη νὰ διασκεδάσῃ τὰς πλάνας καὶ προλήψεις τοῦ παρελθόντος καὶ νὰ θερμάνῃ καὶ ἐξεγείρῃ τὸν κοιμώμενον φιλελληνισμόν. Ὅταν ἔλθῃ ἡ στιγμή, καθ’ ἣν θὰ ᾖναι ἐπιτετραμμένη ἡ ἀνάγνωσις τῆς διπλωματικῆς ἀλληλογραφίας, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Δεληγεώργης ἀπηξίωσε νὰ προσβλέψῃ, διότι ἤθελε νὰ κατακρίνῃ ἐκ παντὸς τρόπου καὶ οὐχὶ νὰ φωτισθῇ, ὅταν ἔλθῃ ἡ στιγμὴ αὕτη, ἡ Κυβέρνησις θὰ εὕρῃ τότε τὴν ἱκανοποίησίν της εἰς τὴν δικαίαν κρίσιν τοῦ ἔθνους. Καὶ δὲν ἠρκέσθη ἡ κυβέρνησις εἰς τὴν διπλωματικὴν ταύτην ἐνέργειαν, ἀλλὰ καὶ συνεπλήρωσε τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἠγόρασεν ὅπλα, ἐπεσκεύασε πλοῖα, ἔστησε μηχανάς, ἐπρομηθεύθη πολεμικὸν ὑλικόν, κατήρτισε τὰ μητρῷα τῆς ἐθνοφυλακῆς, καὶ ἡμέραν καὶ νύκτα ἐργασθεῖσα, συνετέλεσε σύστημα πλῆρες ἐθνικῆς ἀμύνης, διατυπούμενον ἐν τοῖς νομοσχεδίοις, τὰ ὁποῖα ἔχετε ὑπ’ ὄψιν. Εἶναι αὐτὴ ἀδράνεια; εἶναι ἀκηδία, διὰ τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν εὐθύνας; Ἂς ἀπαντήσῃ τὸ ἔθνος. Ἀλλὰ διὰ τί δὲν συνεκαλέσατε τὴν Βουλὴν ἐγκαίρως ἅμα ὡς ἀνεμίχθησαν εἰς τὴν ἐπανάστασιν ἡ Σερβία καὶ τὸ Μαυροβούνιον; Ἰδοὺ τὸ ἔσχατον ἐπιχείρημα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ὠχυρώθησαν. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ ἐπικαλεσθῶ κωλύματα ἐξ ἀντικειμένου, τούτων τὴν ἐκτίμησιν ἀφίνω εἰς τὴν εὐσυνείδητον κρίσιν καὶ ὑμῶν καὶ τοῦ τόπου, ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἦτο ἆρά γε τότε ἡ παρουσία τῆς Βουλῆς ἀπαραίτητος; Ἀναγνωρίζω, ὅτι τὰ φῶτα τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ἐξ αὐτῆς συνδρομὴ εἶναι πάντοτε χρήσιμα εἰς πᾶσαν κυβέρνησιν, εἰλικρινῶς ἐργαζομένην ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἐν κρισίμοις δὲ μάλιστα καιροῖς ἡ Βουλὴ εἶναι τὸ ἀσφαλέστατον ἔρεισμα τῆς ἐξουσίας. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ πολέμου τῆς Σερβίας καὶ τοῦ Μαυροβουνίου ἐγεννήθη ἆρά γε ἀνάγκη ἐπιτακτική, ἐπείγουσα, πρὸς ἔκτακτον καὶ ἄμεσον τῆς Βουλῆς συγκάλεσιν, καὶ ἡ παράλειψις τοῦ μέτρου τούτου ἔβλαψε τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους; Ἰδοὺ κυρίως τὸ ζητούμενον. Ἐὰν, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις ἐφρόνει ὅτι ἡ τῶν δύο ὑποτελῶν ἡγεμονειῶν ἀνάμιξις εἰς τὴν ἐπανάστασιν μετέβαλε τὸν χαρακτῆρα τοῦ κινήματος, ἢ ἠλλοίωσε τὴν πρὸς αὐτὸ σχέσιν τῆς Ἑλλάδος, ἢ ἔφερεν ὁπωσδήποτε εἰς τὸ μέσον ἑλληνικόν τι συμφέρον, σπεύδουσα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ἐξέλθῃ τῆς οὐδετερότητος, ἤθελε τότε, ἀλλὰ μόνον τότε, συγκαλέσει ἀμέσως καὶ ἐκτάκτως τὴν Βουλὴν καὶ ζητήσει ἀπ’ αὐτῆς τὰ μέσα, ἵνα θέσῃ εἰς κίνησιν τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις τοῦ ἔθνους. Ἀλλ’ ἡ κυβέρνησις εἶχε, καὶ ἔχει ἀκόμη, τὴν ἐναντίαν περὶ τούτου πεποίθησιν· ἐφρόνει καὶ φρονεῖ ὅτι ἡ ἀνάμιξις τῆς Σερβίας καὶ τοῦ Μαυροβουνίου μετέδωκεν ἀληθῶς εἰς τὴν ἐπανάστασιν χαρακτῆρα σοβαρώτερον, οὐδόλως ὅμως ἠλλοίωσε τὴν φύσιν αὐτῆς ὡς ἐσωτερικοῦ κινήματος, οὐδ’ ἐτροποποίησε τὴν πρὸς αὐτὸ σχέσιν τῆς Ἑλλάδος, οὐδὲ συμφέρον τι ἑλληνικὸν ἐγέννησεν ἄξιον τῆς ἐνεργοῦ ἡμῶν προστασίας. Ὅθεν ἐπέτεινε μὲν τὸ καθῆκον τοῦ νὰ ᾖναι ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον ἄγρυπνος ἡ Ἑλλὰς καὶ νὰ ἐπισπεύδῃ τὰς παρασκευὰς αὐτῆς, καθόσον ηὔξανον οἱ πλησίον της κίνδυνοι, ἀλλ’ οὐδένα παρήγαγε λόγον πρὸς ἐγκατάλειψιν τῆς οὐδετερότητος. Τούτου δοθέντος, ἐρωτῶ, ποία ἡ ἐπιτακτικὴ, ἡ ἐπείγουσα ἀνάγκη τῆς ἀμέσου καὶ ἐκτάκτου συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς; Ἄν οἱ κατήγοροι φρονοῦν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὤφειλε νὰ ἐξέλθῃ τῆς οὐδετερότητος, ἂς τὸ εἴπουν φανερά· μόνον ὑπ’ αὐτὸν τὸν ὅρον ἡ μὴ ἔκτακτος συγκάλεσις τῆς Βουλῆς κατὰ τὸν Ἰούνιον δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς παράλειψις, βλάψασα τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους· ἐν πάσῃ ἄλλῃ περιπτώσει ἀδύνατον νὰ ἀποδείξουν πῶς ἐβλάφθησαν ἐντεῦθεν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ μάλιστα νὰ παρατηρήσω, ὅτι τοὐναντίον ἡ ἔκτακτος καὶ κατεσπευσμένη συγκάλεσις τῆς Βουλῆς, ἐν ὥρᾳ ἀσυνήθει καὶ ἀπόντος τοῦ βασιλέως, ἐδύνατο νὰ ἐκθέσῃ τὴν κυβέρνησιν καὶ νὰ βλάψῃ τὸν τόπον, διότι τὸ ἐπιδεικτικὸν τοῦτο μέτρον ἤθελε χαρακτηρισθῇ εὐλόγως ὡς ἐμφαῖνον αἰφνιδίαν τροπὴν εἰς τὰς σκέψεις καὶ τὴν πολιτικὴν τῆς κυβερνήσεως, ἤθελε δὲ ἐκτεθῆ προδήλως εἰς τὸν ἐξευτελισμὸν καὶ τὴν περιφρόνησιν τοῦ κόσμου, ἂν μὴ ἐπηκολούθουν ἔργα ἀνάλογα. Οὕτως ὁ τόπος ἤθελεν εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκθέσῃ ἢ τὰ συμφέροντα ἢ τὴν τιμήν του· κυβέρνησις δὲ, ἥτις φέρει τὸν τόπον εἰς τοιαύτην ἀκροσφαλῆ θέσιν, εἶναι ἀναξία τοῦ ὀνόματος. Δὲν ἀπωλέσθη δὲ, κύριοι, εἰς μάτην ὁ χρόνος, ὡς ἰσχυρίζονται οἱ κατήγοροι· διότι ἡ κυβέρνησις, ἔχουσα τὸν περὶ ἐθνοφυλακῆς νόμον, εἰργάσθη ἀπὸ τοῦ Μαΐου ἤδη εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν μητρώων, τοὐτέστι προέλαβε τὴν μᾶλλον κατεπείγουσαν ἀνάγκην, τὸν προσδιορισμὸν τῶν μαχίμων ἀνδρῶν· οὕτω δὲ συνετέλεσε καὶ παρέχει ἕτοιμον ὅ,τι ἡ Βουλὴ, συγκαλουμένη ἀμέσως καὶ ἐκτάκτως, δὲν ἤθελε βεβαίως κατορθώσει. Ἀληθῶς, κύριοι, καὶ ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ, συγκαλουμένη τὸν Ἰούνιον, θὰ ἐπελαμβάνετο ἀμέσως τῆς συζητήσεως τοῦ περὶ ἐκτάκτου παρασκευῆς νομοσχεδίου, καὶ δὲν θὰ ἔπραττεν ὅ,τι πράττει σήμερον, παραλείπουσα ὅλα τὰ νομοσχέδια καὶ δαπανωμένη εἰς κυβερνητικὰ ζητήματα, μόλις μετὰ ἑπτὰ μῆνας τὸ ταχύτερον ἤθελομεν ἔχει τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν σήμερον διὰ τῆς καταρτίσεως τῶν μητρώων τῆς ἐθνοφυλακῆς. Διὰ τοῦ ἁπλοῦ τούτου κυβερνητικοῦ μέτρου, ταύτην τὴν στιγμὴν δυνάμεθα νὰ θέσωμεν εἰς κίνησιν 120 χιλιάδας ἀνδρῶν, ἀρκεῖ νὰ παρουσιασθῇ ἀνάγκη καὶ ν’ ἀποφασίσῃ ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία νὰ χορηγήσῃ τὴν ἀπαιτουμένην πίστωσιν. Τί λοιπὸν παρελείφθη, ἢ κατὰ τί ἔβλαψε τὰ πράγματα τῆς πατρίδος ἡ μὴ ἔκτακτος συγκάλεσις τῆς Βουλῆς τὸν Ἰούνιον; Ἀρκετὰ θεωρῶ, κύριοι, ταῦτα, πρὸς ἀναίρεσιν τῶν ἐνστάσεων κατὰ τῆς ἐν γένει πολιτικῆς τῆς κυβερνήσεως. Συγχωρήσατέ μοι τώρα νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις καὶ περὶ εἰδικῶν τινων ἐπιχειρημάτων, μὲ τὰ ὁποῖα διεποίκιλε τὴν ὁμιλίαν του ὁ κ. Δεληγεώργης. «Σεῖς αὐτοὶ, εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, κατεφρονήσατε τὴν προτέραν πολιτικήν σας, παραιτήσαντες αὐτήν». Πόθεν δὲ ἐξήγαγε τὴν τοιαύτην παραίτησιν; Ἐκ τοῦ ὅτι τώρα ζητοῦμεν παρασκευὰς, ἃς ἐν τῇ πρώτῃ συνόδῳ δὲν ἐζητήσαμεν. Καὶ λοιπὸν, κατὰ τὸν κ. Δεληγεώργην, ἡ παρασκευὴ ἐμφαίνει ἐγκατάλειψιν τῆς οὐδετερότητος. Αἴ, κύριοι, αὐτὰ δὲν εἶναι σπουδαῖα· ἡ παρασκευὴ καὶ ἡ οὐδετερότης δὲν εἶναι δύο πράγματα ἀσυμβίβαστα. Ὅλα τὰ κράτη τοῦ κόσμου, μένοντα οὐδέτερα, παρασκευάζονται. Φανερὸν δὲ ὅτι ἡ παρασκευή των εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὰς περιστάσεις καὶ τοὺς κινδύνους, καὶ ὅτι, ὅσῳ μᾶλλον δυσχερεῖς παρουσιάζονται αἱ περιστάσεις καὶ ἐπικείμενοι οἱ κίνδυνοι, τοσούτῳ μᾶλλον ἐπιτείνουσι τὴν παρασκευὴν αὐτῶν τὰ οὐδέτερα κράτη, χωρὶς νὰ φαντασθῇ τίς ποτε ὅτι παραιτοῦσι διὰ τοῦτο καὶ καταφρονοῦσι μάλιστα τὴν πολιτικήν των. Ἀλλὰ ποῦ εἶναι ἡ πολιτικὴ τοῦ 1867, ἡ πολιτικὴ τοῦ πυρὸς καὶ τοῦ σιδήρου; τὴν ἐγκατελείψατε, τὴν ἐλησμονήσατε, μετερχόμενοι σήμερον πολιτικὴν ἐκ διαμέτρου ἀντίθετον, πολιτικὴν ἀδρανείας καὶ ἀκηδίας. Καὶ δὲν βλέπει λοιπὸν ὁ κ. Δεληγεώργης καμμίαν διαφορὰν μεταξὺ τῆς τελευταίας ἐπαναστάσεως τῆς Κρήτης καὶ τῆς σημερινῆς ἐπαναστάσεως τῆς Βοσνίας καὶ τῆς Ἐρζεγοβίνης; Δὲν ἐξετάζω, κύριοι, δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τίς ἐξώθησε τῷ 1866 τὸν ἡρωϊκὸν λαὸν τῆς Κρήτης εἰς ἐξέγερσιν καὶ διὰ τῶν ὅπλων διεκδίκησιν τῶν δικαιωμάτων του· τὸ περὶ τῆς φοβερᾶς ταύτης εὐθύνης ζήτημα συνεζητήθη ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ἡ ἐθνικὴ συνείδησις ἐξέδωκεν ἤδη ἐπ’ αὐτοῦ τὴν ἐτυμηγορίαν της.
§46ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ τί δὲν τολμᾶτε νὰ τὸ εἴπητε;
§47ΜΙΛΗΣΗΣ. Διότι τὸ θεωρῶ περιττόν. Ἀλλ’ ὁθενδήποτε καὶ ἂν προῆλθεν ἡ κρητικὴ ἐπανάστασις, εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ κυβέρνησις τοῦ 1867 εὗρεν αὐτὴν ὑπάρχουσαν καὶ ἀγωνιῶσαν ἐν τῷ μαρτυρίῳ σκληρῶν δεινοπαθημάτων καὶ καταστροφῶν. Τὸ κοινότατον δὲ καθῆκόν της καὶ ἡ τιμὴ τοῦ ἔθνους ὑπηγόρευον νὰ πράξῃ ὅ,τι δήποτε, νὰ καλέσῃ καὶ παρασκευάσῃ πανταχόθεν συνδρομὴν πρὸς σωτηρίαν τοῦ ἑλληνικοῦ ζητήματος, ὅπερ διεδραματίζετο αἱματηρὸν ἐπὶ τῆς μεγαλομάρτυρος νήσου. Ποῖον ζήτημα ἑλληνικὸν, ἐρωτῶ, εἶναι σήμερον συνδεδεμένον μὲ τὴν ἐπανάστασιν τῆς Βοσνίας καὶ Ἐρζεγοβίνης, ἢ μὲ τὸν πόλεμον τῆς Σερβίας καὶ τοῦ Μαυροβουνίου; Ἡ πολιτικὴ ἄρα τοῦ 1875 δὲν εἶναι εἰς ἀντίθεσιν, ἀλλ’ εἰς ἁρμονίαν μὲ τὴν πολιτικὴν τοῦ 1867· ἐνέργεια δραστήριος, ὅπου πρόκειται ἑλληνικὸν ζήτημα, πρὸς ὑπεράσπισιν, οὐδετερότης, ὅπου ζήτημα ἑλληνικὸν δὲν ὑπάρχει. Ποῦ εὑρίσκετε τὴν παλινῳδίαν; Ἀλλὰ, διὰ νὰ εἶμαι δίκαιος, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης εἶναι συνεπὴς πρὸς ἑαυτὸν καὶ τὴν πολιτικήν του. Ἐπολέμησε τὴν κυβέρνησιν τοῦ 1867 διὰ τὴν ἐνεργὸν πολιτικήν της, πολεμεῖ τὴν σημερινὴν διὰ τὴν ἀδράνειάν της· τότε ἐσαβάνωνεν ἐπισήμως τὸ ἀνατολικὸν ζήτημα, σήμερον ἐμφανίζεται διακαὴς αὐτοῦ ὑπέρμαχος. Ὑποθέτετε ὅτι ὑπάρχει ἐν τούτῳ παλινῳδία; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Εἶναι τακτικὴ συνεπής. Τότε, κατὰ τὸ 1867, ἐπὶ μόνου τοῦ πεδίου τῆς ἀπραξίας καὶ ἀκηδίας ἠδύνατο νὰ δοθῇ ἡ μάχη κατὰ τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης τῆς ἐνεργοῦ καὶ φιλοπολέμου καὶ νὰ ἁλωθῇ ἡ ἐξουσία· σήμερον τὸ ἔδαφος τοῦτο εἶναι ἄχρηστον καὶ ἐπιβλαβές· ἡ μάχη λοιπὸν πρέπει νὰ δοθῇ ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς ἐνεργοῦ πολιτικῆς, διὰ νὰ ἁλωθῇ ἡ ἐξουσία. Ἑκατέρωθεν, ὡς βλέπετε, συνεπὴς ἡ τακτικὴ ὁ σκοπὸς μόνον διαφέρει, καὶ τὸν σκοπὸν ἑκατέρου καὶ διαγινώσκει καὶ ἐκτιμᾷ προσηκόντως τὸ ἔθνος.
§48ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ σκοπὸς δὲν διαφέρει.
§49ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁ σκοπός σας δὲν διαφέρει βεβαίως πρὸς ἑαυτὸν καὶ τῷ 1867 καὶ τόρα ὁ αὐτὸς εἶναι, διαφέρει ὅμως πρὸς τὸν ἰδικόν μας σκοπόν. Αὐτὸ λέγω, κ. Δεληγεώργη. Ἐξήντλησα, κύριοι, τὰς ἀντιῤῥήσεις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου κατὰ τῆς πολιτικῆς τῆς κυβερνήσεως. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἔλθω τόρα εἰς ἄλλην κατηγορίαν ἀντιῤῥήσεων, ἃς διετύπωσεν ὁ κ. Λομβάρδος. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ζακύνθου, διελθὼν ἀκροποδητὶ τὰ νομοσχέδια, περὶ τῶν ὁποίων εὐηρεστήθη νὰ εἴπῃ μόνον ἐν γένει καὶ ἀφοριστικῶς, ὅτι δὲν θεραπεύουν τὴν ἐπείγουσαν ἀνάγκην τῆς ἐκτάκτου παρασκευῆς τοῦ ἔθνους, προσήραξεν εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως. «Αὐτὸς ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἀνεγνώρισε τὴν ἀνεπάρκειαν ταύτην, εἶπεν, ὅτε, προσελθὼν εἰς τὴν Βουλὴν, ἔτεινε τὴν χεῖρα πρὸς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων καὶ ἐζήτησε τὴν συνδρομήν των. Ἰδοὺ ἐπίσημος ὁμολογία· διατί ζητοῦμεν ἄλλας ἀποδείξεις; Ἐνῷ δὲ τοιοῦτον ἐξήγαγε συμπέρασμα ἐκ τοῦ διαβήματος τοῦ κ. προέδρου, ἐπεχείρησε συγχρόνως ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀλήθειαν καὶ εἰλικρίνειαν τοῦ διαβήματος, καὶ πρὸς τοῦτο ἐθεώρησεν ἄξιον ἑαυτοῦ, ἄξιον τῆς Βουλῆς, πρὸς τὴν ὁποίαν ὡμίλει, καὶ τοῦ κοινοῦ, τὸ ὁποῖον τὸν ἤκουε, νὰ φέρῃ εἰς τὸ μέσον γεγονὸς ἀνακριβὲς ὅσον καὶ ἄτοπον καὶ ἀπρεπές, ἀναγόμενον εἰς τὰς προηγουμένας ἰδιαιτέρας σχέσεις μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ κ. προέδρου. Δὲν θὰ ἐπιχειρήσω, κύριοι, ν’ ἀνασύρω ἐκ τῆς κοινοβουλευτικῆς παλαίστρας καὶ ν’ ἀναβιβάσω εἰς λογικὴν ἀπάντησιν τοιοῦτον γεγονός· τὸ ἀφίνω ἐκεῖ, εἰς τὸν κονιορτόν, ἀρκούμενος μόνον εἰς τὴν ἐνδόμυχον τύψιν τῆς συνειδήσεως τοῦ κ. Λομβάρδου καὶ εἰς τὴν ὁμόφωνον, δὲν ἀμφιβάλλω, κατάκρισιν τοῦ κοινοῦ. Οὐδεμίαν ἀνάγκην εἶχεν ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου νὰ καταφύγῃ εἰς διάβημα ἀνειλικρινές, ἀσυμβίβαστον καὶ πρὸς τὸν χαρακτῆρα καὶ τὸ ἀξίωμα αὐτοῦ καὶ πρὸς τὴν σοβαρότητα τῶν περιστάσεων. Καλέσας τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν διαφόρων κομμάτων εἰς σύμπραξιν, διηρμήνευσε πιστῶς τὴν ἐπιθυμίαν ἡμῶν, οἵτινες ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑπηρετῶμεν ὑπὸ τὴν προεδρείαν του. Ἡμεῖς, κύριοι, ἐσκέφθημεν, ὅτι αἱ περιστάσεις τοῦ ἔθνους εἶναι λίαν σοβαραὶ καὶ κρίσιμοι, καὶ ὅτι, ἂν κατωρθοῦτο ἡ ἕνωσις ἁπάντων τῶν κομμάτων, θὰ ἦτο μέγα εὐτύχημα διὰ τὸν τόπον· τὸν παρεκαλέσαμεν δὲ νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐπιθυμίας ἡμῶν ταύτης, προσφερόμενοι νὰ ὑπηρετήσωμεν ὡς ἁπλοῖ στρατιῶται, ἂν τοῦτο ἐκρίνετο ἀναγκαῖον πρὸς ἐπιτυχίαν τῆς ἑνώσεως. Ἂν δὲ καὶ ὁ τόπος ποθῇ καὶ ἀξιοῖ τὴν ἕνωσιν ταύτην, ἔχετε τάχα ἀνάγκην νὰ σᾶς τὸ εἴπω ἐγώ; πανταχόθεν ἀκούεται τοιαύτη εὐχὴ, τοιοῦτος πόθος, τοιαύτη ἀξίωσις. Ὅτε λοιπὸν ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου ἔτεινε πρὸς ὑμᾶς τὴν χεῖρα δημοσίᾳ, δὲν ἔπαιζεν, ὡς εὐηρεστήθη νὰ ὑποθέσῃ ὁ κ. Λομβάρδος, ἀλλὰ διηρμήνευε πιστῶς τὴν ἐπιθυμίαν τῶν συναδέλφων του καὶ τὴν ἀπαίτησιν τοῦ τόπου. Καὶ εἶσθε μὲν κύριοι νὰ μὴ δεχθῆτε τὴν προσφερομένην δεξιάν, προβάλλοντες οἱουσδήποτε οὐσιαστικοὺς λόγους ὑπὲρ τῆς ἀποποιήσεως· μεταξὺ ἡμῶν, προτεινόντων τὴν σύμπραξιν, καὶ ὑμῶν, μὴ ἀποδεχομένων αὐτήν, θὰ κρίνῃ τὸ ἔθνος, θὰ κρίνῃ ἡ ἱστορία καὶ αὐτὴ ἡ συνείδησίς σας, ὅταν παρέλθῃ ἡ παραζάλη τῆς κομματικῆς ἰδιοτελείας. Ἀλλὰ δὲν σᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ θέτητε ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν εἰλικρίνειαν τῆς προαιρέσεως ἡμῶν. Δὲν σᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ συναγάγητε ἐκ τῆς προτάσεως συμπέρασμα ἀνεπαρκείας τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας τὰ μέλη ὑποχωροῦν μόνον ὅπως ἐπέλθῃ ὑπὸ τὴν ἕνωσιν τῶν κομμάτων ἡ συγκέντρωσις ὅλων τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων. Δὲν σᾶς εἶναι ἐπὶ τέλους ἐπιτετραμμένον νὰ χαρακτηρίσητε τὴν ἐπὶ κοινοπραξίᾳ πρότασιν ἡμῶν ὡς παράλογον καὶ τερατώδη, διότι δὲν σᾶς προτείνομεν ἀποῤῥόφησιν καὶ συγχώνευσιν τῶν κομμάτων εἰς ἓν μόνον κόμμα· αὕτη δὲν εἶναι ἰδέα ἰδική μας. Ἐν τῇ συνενώσει καὶ τῇ κοινοπραξίᾳ τὰ κόμματα θὰ διατηρήσωσι τὴν ἰδίαν ἕκαστον ἀτομικότητα, θὰ συμβάλωσιν ὅμως ἅπαντα τὴν ἰδίαν δύναμιν, ὅπως ἐπιτελεσθῇ ὁ κοινὸς σκοπός, ὃν ὑποδεικνύουν αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις, καὶ ὅστις θὰ χρησιμεύσῃ εἰς αὐτὰ ὡς πεδίον οὐδέτερον, ἐφ’ οὗ θὰ συναντηθῶσι προσωρινῶς καὶ θὰ συμπράξωσιν. Εἶναι τοῦτο παράλογον; εἶναι τερατῶδες; Ἀλλ’ ἀφίνω τὰ ἄλλα συνταγματικὰ κράτη, ἔνθα πολλάκις συνηντήθησαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ κόμματα καὶ δι’ αἵματος ἔτι χωριζόμενα ἀπ’ ἀλλήλων καὶ συνέπραξαν, ὁσάκις ἔκτακτος ἀνάγκη τῆς πατρίδος των, ἐσωτερικὴ ἢ ἐξωτερικὴ, ἐπέβαλλε τὴν κοινοπραξίαν ταύτην· ἀφίνω τὰ ξένα παραδείγματα· διατί λησμονεῖτε ὅτι ἡ ἱστορία τοῦ ἡμετέρου ἔθνους, ἥ τε ἀρχαία καὶ ἡ νεωτέρα, κοσμεῖται μὲ πλεῖστα παραδείγματα τοιαύτης πατριωτικῆς ὁμονοίας καὶ αὐταπαρνήσεως, καὶ ὅτι ἡ ὁμόνοια καὶ ἡ σύμπραξις ὑπῆρξε τὸ δραστικώτατον μέσον, δι’ οὗ ἐξέλαμψε καὶ ἐμεγαλούργησεν ὁ ἑλληνισμὸς καὶ ἐν τῇ ἀρχαιότητι καὶ εἰς τοὺς νεωτέρους χρόνους; Καὶ πῶς ἐπετρέπετο τάχα δι’ ἐσωτερικὸν ζήτημα, ὁσονδήποτε σπουδαῖον, ἡ ἕνωσις καὶ κοινοπραξία τῶν κομμάτων, καὶ κηρύττεται παράλογος καὶ τερατώδης, ὅτε πρόκειται περὶ τῆς τύχης καὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ ἑλληνισμοῦ; Ἐστὲ εἰλικρινεῖς· ὁμολογήσατε ὅτι ἄλλοι λόγοι σᾶς κωλύουν νὰ δεχθῆτε τὴν προσφερομένην χεῖρα, καὶ ὄχι λόγοι, οὓς ὑπαγορεύει δῆθεν τὸ ἐθνικὸν συμφέρον. Διὰ νὰ ἐπιῤῥώσῃ δὲ, κύριοι, τὸν τῆς ἀνεπαρκείας τῆς κυβερνήσεως λόγον, ὁ κύριος Λομβάρδος ἐπεκαλέσθη καὶ τὸ διμερὲς αὐτῆς. «Ἡ κυβέρνησις, εἶπε, προϊὸν οὖσα τῆς συμμαχίας δύο κομμάτων, ἔχει ἐν ἑαυτῇ τὸ σπέρμα τῆς διαιρέσεως καὶ τῆς ἀσθενείας, δὶς δὲ ἢ τρὶς ἐκινδύνευσεν ἤδη ἐν τῷ παρελθόντι ν’ ἀποσυντεθῇ ἐκ προσωπικῶν ἀξιώσεων, τὰς ὁποίας προεκάλεσαν πείσματα παιδαριώδη». Ἂν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ζακύνθου ἦτο εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ τὰ πράγματα τῆς πολιτείας, ὅπως τὰ κρίνουσιν οἱ ἀμερόληπτοι ἄνθρωποι, δὲν ἤθελε βεβαίως ὁμιλήσει μὲ τοιαύτην γλῶσσαν. Ὅλος ὁ κόσμος γνωρίζει, ὅλος ὁ κόσμος βλέπει, ὅτι ἡ συμμαχία τῶν δύο κομμάτων προσήνεγκε καὶ ἐξακολουθεῖ προσφέρουσα εἰς τὴν πατρίδα πολύτιμον ὑπηρεσίαν· διότι μόνον δι’ αὐτῆς ἠδύνατο νὰ κατορθωθῇ καὶ κατωρθώθη κυβέρνησις συνταγματικὴ, ἰσχυρὰ καὶ μόνιμος, ἥτις ἂν μὴ κατέπραξεν ἄλλο τι, ἐπανέφερεν ὅμως τὴν ἠρεμίαν εἰς τὰ πνεύματα καὶ τὸ σέβας καὶ τὴν ἰσχὺν εἰς τοὺς νόμους καὶ θεσμοὺς τῆς πατρίδος, καὶ διετήρησε τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν ἐν καιροῖς χαλεποῖς ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ ἔθνους οὐχὶ μικρᾷ· καὶ νῦν ἔτι ἡ συμμαχία, καθ’ ἧς ὁμιλοῦσι μετὰ τόσης εὐχερείας, αὐτὴ καὶ μόνη ἀποτελεῖ τὸν φραγμὸν, ὅστις ἐμποδίζει τὸν χείμαῤῥον τῆς καταστροφῆς νὰ κατακλύσῃ τὴν πολιτείαν. Βεβαίως, κύριοι, ἀπαιτεῖται οὐχὶ κοινὴ φιλοπατρία καὶ αὐταπάρνησις, διὰ νὰ ἀποφασίσῃ τις νὰ θυσιάσῃ τὴν ἰδίαν φιλοτιμίαν καὶ τὰ ἴδια κομματικὰ συμφέροντα, συμπράττων μετ’ ἄλλου κόμματος, πρὸς θεραπείαν μεγάλης τινὸς δημοσίας ἀνάγκης. Λυποῦμαι δὲ, διότι ὁ κ. Λομβάρδος δὲν ἠδυνήθη μήτε νὰ ἐκτιμήσῃ μήτε νὰ κατανοήσῃ τὴν ἀξίαν τῆς πολιτικῆς ταύτης ἀρετῆς· ἀλλ’ ἕκαστος, βλέπετε, κρίνει καὶ τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα κατ’ οἰκεῖον αὑτῷ καὶ ἁρμόζοντα τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι. Ἡ κοινοπραξία, κύριοι, τῶν δύο κομμάτων, διεξαγομένη ἑκατέρωθεν μετ’ ἴσης εἰλικρινείας, οὔτε ἦτο ποτὲ οὔτε εἶναι σήμερον αἰτία διαιρέσεως καὶ ἀσθενείας τῆς κυβερνήσεως, ἀπορῶ δὲ ποῦ ἀπήντησεν ὁ κ. Λομβάρδος τὴν κυβερνητικὴν ἀδυναμίαν, τῆς ὁποίας ὤφειλε, μοὶ φαίνεται, νὰ παρουσιάσῃ καὶ ὑλικὰ δείγματα· ἔτι δὲ μᾶλλον ἀπορῶ ποῦ εὗρεν ἐν τῇ πορείᾳ τῆς συμμαχίας τὰς προσωπικὰς ἀξιώσεις, τὰς ὁποίας εἶχε τὴν χρηστότητα ν’ ἀποδώσῃ καὶ εἰς παιδικὰ πείσματα. Αὐτὰ ἀποδεικνύουν ἴσως γόνιμον φαντασίαν, ἀλλ’ οὐδὲν συμβάλλουσιν εἰς εὕρεσιν τῆς ἀληθείας. Ἀλλ’ ἔστω· ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, διὰ τὸ διμερὲς καὶ τὸ μὴ ὁμοιόμορφον αὐτῆς, εἶναι τῷ ὄντι ἀσθενὴς καὶ πρὸς τὰς περιστάσεις ἀνεπαρκής. Εἶναι δυνατὸν καὶ ἔχετε σεῖς οἱ κατηγοροῦντες τὰ μέσα νὰ σχηματίσητε Κυβέρνησιν ὁμογενῆ καὶ ἑνιαίαν; Καὶ τὰ πράγματα μαρτυροῦν καὶ σεῖς αὐτοὶ ὁμολογεῖτε ἀνεπιφυλάκτως, ὅτι ἀδυνατεῖτε νὰ σχηματίσητε τοιαύτην Κυβέρνησιν. Δύνασθε τοὐλάχιστον νὰ σχηματίσητε συμμαχικήν; Ἀλλὰ πῶς εἶναι τοῦτο δυνατόν, ἀφοῦ σεῖς πανδήμως καταδικάζετε τὰς συμμαχικὰς Κυβερνήσεις; Ἔπειτα εἰς οὐδεμίαν ἀρχήν, εἰς οὐδεμίαν ἰδέαν, γενικὴν ἢ μερικήν, συμφωνεῖτε πρὸς ἀλλήλους ἢ συναντᾶσθε· τοὐναντίον ἵστασθε ἀείποτε καὶ ἐκ συστήματος ἀντιμέτωποι πρὸς ἀλλήλους καὶ διατελεῖτε εἰς τοιαύτην ἀντίθεσιν, ὥστε, ἂν ἐκ τύχης συναντηθῆτε, θὰ ἐπέλθῃ ἐν τῇ πολιτείᾳ τὸ φαινόμενον τῆς ἐκρήξεως (ἱλαρότης).
§50ΡΟΥΚΗΣ. Τί τὰς θέλετε τότε τὰς ἐκρηκτικὰς μηχανάς, κύριε Μίληση;
§51ΜΙΛΗΣΗΣ. Καὶ ἀληθῶς, κύριοι, ἔκρηξιν σᾶς παρασκευάζει, ἂν ἐπιτύχῃ, ἡ τῶν δύο πτερύγων τῆς ἀντιπολιτεύσεως συνάντησις καὶ κοινοπραξία. Ἐνθυμεῖσθε τί σᾶς εἶπεν ὁ κ. Ζωχιός, ὁμιλῶν ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς μιᾶς πτέρυγος.
§52ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν εἶμαι ἀντιπρόσωπος οὐδεμιᾶς πτέρυγος· ἀντιπροσωπεύω τὸν ἑαυτόν μου.
§53ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐγὼ ἤξευρον μέχρι τοῦδε καὶ ἠξεύρω ὅτι εἶσθε τεταγμένος εἰς τὴν μίαν τῶν πτερύγων τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τῆς ὁποίας τὴν πορείαν ἀκολουθεῖτε καὶ μετὰ τῆς ὁποίας συμψηφίζετε. Ἀφοῦ δὲ οὐδεὶς ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης ἀπεδοκίμασε τὴν γνώμην σας, μοὶ φαίνεται, ὅτι δικαιοῦμαι νὰ συμπεράνω εὐλόγως, ὅτι ἐξ ὀνόματος αὐτῆς τὴν ἐπροτείνατε. Ὁ κ. Ζωχιὸς λοιπόν, ἀναγνωρίσας καὶ αὐτὸς ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σχηματισθῇ συμμαχικὴ Κυβέρνησις ἐκ τῶν στοιχείων τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ποῦ κατέληξε καὶ τί ἐπρότεινε; Νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ γείνῃ ἔκκλησις εἰς τὸν λαόν.
§54ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν εἶπα αὐτό.
§55ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Τὸ εἶπες, τὸ ἤκουσεν ὅλος κόσμος.
§56ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν τὸ εἶπα.
§57ΜΙΛΗΣΗΣ. Τοῦτο μαρτυροῦσι τὰ πρακτικά· ἂν τὸ ἀνακαλῆτε, δὲν πειράζει, ἀρκεῖ νὰ τὸ δηλώσητε. Ἀλλ’ ὁ κ. Λομβάρδος, τὸν ἠκούσατε, κραυγάζει καὶ διαμαρτύρεται κατὰ τῆς διαλύσεως. «Διάλυσις, λέγει, εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις; Ἀλλ’ αὐτὸ θὰ ἦτο μέγιστον πολιτικὸν σφάλμα καὶ ἀληθὴς αὐτοκτονία». Ἀλλὰ τί ποιητέον; Τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν δὲν τὴν θέλουν, ὡς ἀδύνατον καὶ ἀνεπαρκῆ, ἑνιαίαν νὰ σχηματίσουν δὲν δύνανται, συμμαχικὴν ἀκόμη ὀλιγώτερον, τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς τὴν ἀποκρούουν· ποίαν λοιπὸν προτείνουσι λύσιν οἱ τῆς ἄλλης πτέρυγος; Ἀκούσατέ την, κύριοι. Ἡ λύσις ἐμπεριέχεται εἰς ἓν δίλημμα φοβερόν (διακοπή, θόρυβος). Δέχομαι εὐχαρίστως πᾶσαν ἐρώτησιν καὶ δίδω πᾶσαν ζητουμένην ἐξήγησιν, παρακαλῶ μόνον νὰ μὴ διακόπτωμαι ἄνευ λόγου. Συζητοῦμεν, κύριοι, τὰ ὕψιστα τοῦ Κράτους συμφέροντα, καὶ ἡ συζήτησις πρέπει μέχρι τέλους νὰ ᾖναι σοβαρὰ καὶ ἀξιοπρεπής.
§58ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα, ἐξακολουθήσατε.
§59ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐὰν θέλετε λύσιν δυνατήν, πρόχειρον καὶ συμφέρουσαν, ὀφείλετε, κατὰ τὸν κ. Λομβάρδον, νὰ παραιτήσητε ἕκαστος τὸ κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει καὶ ὑπὸ τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε πολιτεύεται, νὰ διαλυθῶσιν οὕτω τὰ κόμματα, καὶ ἐκ τῶν ἐρειπίων αὐτῶν νὰ σχηματισθῇ ἓν κόμμα ἰσχυρὸν, τὸ ὁποῖον θὰ δώσῃ εἰς τὸν τόπον καὶ θὰ ὑποστηρίξῃ κυβέρνησιν ἑνιαίαν καὶ ἰσχυράν. Ἀναθεματίζονται, ὡς βλέπετε, ἀφορίζονται τῆς ἑλληνικῆς πολιτείας τὰ ὑπάρχοντα κόμματα καὶ καταδικάζονται εἰς θάνατον, διότι καὶ ἐν τῷ παρελθόντι οὐδεμίαν προσήνεγκον ὑπηρεσίαν εἰς τὴν πατρίδα, καὶ σήμερον παρακωλύουσι τὸν σχηματισμὸν τοῦ νέου ἰδεώδους κόμματος. Εἶναι τάχα ἀνάγκη, κύριοι, νὰ ὑποβάλω εἰς λογικὸν ἔλεγχον παρομοίαν πρότασιν, ἥτις οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ ὕβρις εἰς τὴν σύγχρονον πολιτικὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου; Ἐλησμόνησεν ὁ κ. Λομβάρδος, ὅτι τὰ 9/10 τῶν νόμων καὶ θεσμῶν, δι’ ὧν κυβερνᾶται σήμερον ἡ Ἑλλάς, εἶναι ἔργον αὐτῶν τῶν κομμάτων, τὰ ὁποῖα κηρύττει ἀποδιοπομπαῖα, καὶ κοσμοῦνται μὲ τὰς ὑπογραφὰς τῶν ἀρχηγῶν αὐτῶν, τοὺς ὁποίους ἔχει τὴν χρηστότητα νὰ χαρακτηρίζῃ ὡς ἀνθρώπους μὲ παιδαριώδη πείσματα. Καὶ ὅμως τοὺς λόγους τοῦ εὐφραδοῦς ῥήτορος ἠκροάζοντο μετὰ φανερᾶς εὐχαριστήσεως οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστεράν). Λυπηρὸν, κύριοι, νὰ τρέφωνται μὲ τοιαύτας ἰδέας ἄνθρωποι σπουδαῖοι. Τὰ κόμματα ἀνακαινίζονται, βελτιοῦνται ὁσημέραι, παρακολουθοῦντα τὴν πολιτικὴν τοῦ τόπου ἀνάπτυξιν, ἀλλὰ δὲν ἀποσυντίθενται, δὲν διαλύονται ἐκ τοῦ παραχρῆμα, διὰ νὰ σχηματίσουν ἁπλῶς ἐκ τῶν συντριμμάτων αὐτῶν ἓν ἄλλο κόμμα. Ἀλλὰ δὲν θέλετε, λέγει ὁ κ. Λομβάρδος, τὴν λύσιν ταύτην; εἶσθε τότε ὑποχρεωμένοι νὰ δεχθῆτε ἀφεύκτως τὴν ἄλλην. Ποίαν; ἀκούσατε. Ἐὰν δὲν ἀποφασίσητε ἀμέσως νὰ παραιτήσητε ἕκαστος τὸ ἴδιον κόμμα καὶ ν’ ἀκολουθήσητε τὸ ἰδανικὸν ἐκεῖνο κόμμα, τὸ ὁποῖον ἔχει εἰς τὴν φαντασίαν του ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ζακύνθου, αἴ! τότε θὰ ἀναμιχθῇ ὁ λαὸς, καὶ αὐτὸς θὰ εὕρῃ τὸν ἄνθρωπόν του, τὸν δικτάτορά του. Λοιπὸν ἢ ἄμεσος διάλυσις τῶν κομμάτων, ἢ ἀναρχία καὶ δικτατορία· μέσος ὅρος δὲν ὑπάρχει. Ἐξαίρετα! Ἀλλὰ δὲν λαμβάνει τὴν καλωσύνην ὁ κ. Λομβάρδος νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ τίνι τρόπῳ θὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἄμεσος αὕτη φανέρωσις τοῦ λαοῦ ἐν τῇ πολιτείᾳ; διὰ τίνος δηλ. τρόπου θὰ εὕρῃ ὁ λαὸς τὸν ἄνθρωπόν του ἢ τὸν δικτάτορά του; Διὰ καθολικῆς ψηφοφορίας ὑπὸ τὸν τύπον δημοψηφίσματος, ἢ δι’ ἀνευφημιῶν ἐν ταῖς ὁδοῖς καὶ ταῖς ῥύμαις τῆς πόλεως; Ἐπιθυμητὸν προσέτι θὰ ἦτο, ἂν μᾶς ἐξήγει πότερον τῶν δύο ἀρχηγῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως θὰ ὑποδείξωσιν εἰς τὴν ἐκλογὴν ἢ τὰς ἀνευφημίας τοῦ λαοῦ, διὰ νὰ μάθωμεν ἀπὸ τοῦδε πότερος τῶν δύο ἀξιοτίμων συμπολιτῶν θὰ λάβῃ τὴν ἐπίζηλον τιμὴν ν’ ἀνακηρυχθῇ ὁ λυτρωτὴς τῆς Ἑλλάδος Μεσσίας, ἢ, ὡς εἶπεν ὁ γέρων Χρηστίδης, ὁ Μωϋσῆς ὁ μέλλων νὰ ὁδηγήσῃ τὸν περιούσιον λαὸν διὰ τῆς ἐρήμου εἰς τὴν γῆν Χαναάν! Πιστεύσατε, κύριοι, ὅτι βαθεῖαν αἰσθάνομαι διὰ τὰ λεγόμενα καὶ ἀνυπόκριτον θλίψιν. Ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη νὰ κατασταθῇ ψηλαφητῶς φανερὸν πῶς σκέπτονται καὶ τὶ προτείνουν οἱ τὴν κυβέρνησιν κατηγοροῦντες κατὰ τὰς σοβαρωτέρας καὶ κρισιμωτέρας περιστάσεις, ἃς διῆλθε ποτὲ ἡ Ἑλλὰς καὶ ὁ ἑλληνισμός· ἦτο ἀνάγκη νὰ μάθῃ ὁ τόπος, ὅτι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ἐπιζητοῦν τὸ χάος, τὴν ἀναρχίαν, τὴν καταστροφὴν, καὶ ὅτι δὲν τὸ κρύπτουν, ἀλλὰ τὸ λέγουν φανερὰ, δημοσίᾳ ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ εἰς ἐπήκοον ὅλου τοῦ κόσμου. Ζητῶ συγγνώμην, κύριοι, ἂν σᾶς ἐκούρασα.
§60ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι, ὁμιλήσατε.
§61ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐκουράσθην καὶ ἐγώ. Ἐπιτρέψατέ μοι λοιπὸν νὰ τελειώσω, ὑποτυπῶν κατ’ ἐπανάληψιν καὶ ἐν εἴδει συμπεράσματος τοῦ λόγου μου τοὺς γενικοὺς χαρακτῆρας τῆς πολιτικῆς, ἣν ἠκολουθήσαμεν καὶ ἀκολουθοῦμεν. Ἡ πολιτικὴ ἡμῶν, κύριοι, εἶναι πρὸ πάντων ἀκραιφνῶς ἑλληνικὴ, μὴ ὑπηρετοῦσα ἀλλότριον συμφέρον ἢ ἀλλοτρίαν ἰδέαν, ἀλλὰ μόνον τὸ συμφέρον τὸ ἑλληνικὸν καὶ τὴν ἰδέαν τὴν ἑλληνικήν. Εἶναι δὲ εἰρηνικὴ καὶ οὐδετέρα, ἀλλὰ μετὰ φρονήσεως καὶ προνοίας διώκουσα δραστηρίως τὴν παρασκευὴν τοῦ ἔθνους διὰ πᾶσαν ἐνδεχομένην ἀνάγκην. Ἰδοὺ ἡ πολιτικὴ ἡμῶν ἐν κεφαλαίῳ. Τὴν πολιτικὴν ταύτην ἠσπάσθη ὁλόκληρον τὸ ἔθνος καὶ διὰ πλείστων σημείων ἐξεδήλωσε τὸ περὶ τούτου φρόνημά του. Δὲν ἀμφιβάλλομεν δὲ ὅτι καὶ ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία θέλει κυρώσει τὸ καθολικὸν τοῦτο τοῦ ἔθνους φρόνημα. Διὰ τοῦτο μετὰ θάῤῥους καὶ ἐμπιστοσύνης ἀπεκδεχόμεθα τὴν ψῆφον αὐτῆς.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν, διαδέχεται τὸν ἀγορεύσαντα ὁ ἀντιλέγων.
§63Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν σᾶς φαίνεται, κύριε πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ διαλυθῇ ἡ συνεδρίασις ὕστερον ἀπὸ τόσων ὡρῶν ἐργασίαν; Ἡ Βουλὴ ἐξηντλήθη.
§64ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μόλις εἰργάσθημεν 2 ὥρας.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Ἀθανάσιος Πετιμεζᾶς.
§66ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ ὁμιλήσω δύο ὥρας.
§67ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Αὔριον.
§68ΕΤΕΡΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι· ἀπόψε.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἔχει μακρὰν ὁμιλίαν νὰ κάμῃ, θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ διακόψωμεν, διότι εἶναι 5 ἡ ὥρα. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 5.