| 25 | 1) | Δι’ ἕκαστον ἵππον, ἡμίονον, μετὰ ἢ ἄνευ φορτίου, μετὰ | ||
| 26 | ἢ ἄνευ ἱππέως λεπτὰ | 50 | ||
| 27 | 2) | Δι’ ἕκαστον ὄνον ὡσαύτως, λεπτὰ | 20 | |
| 28 | 3) | Δι’ ἕκαστον βοῦν πρὸς ἐμπορίαν ἢ κρεουργίαν λεπ. | 50 | |
| 29 | 4) | Δι’ ἕκαστον πρὸς ἐμπορίαν ἢ κρεουργίαν πρόβα- | ||
| 30 | τον, αἶγα, χοῖρον, καὶ μικρὰ ζῶα λεπτὰ | 10 | ||
| 31 | 5) | Δι’ ἕκαστον δίτροχον ἢ τετράτροχον ὄχημα, συρό- | ||
| 32 | μενον ὑφ’ ἑνὸς ἵππου ἢ ἡμιόνου, λεπτὰ | 70 | ||
| 33 | 6) | Ὡσαύτως, συρόμενον ὑπὸ δύω ἵππων, δραχ. | 1 | |
| 34 | 7) | Δι’ ἕκαστον περιπλέον ἵππον, ἐζευγμένον εἰς τὰ | ||
| 35 | εἰρημένα ὀχήματα, λεπτὰ | 20 | ||
| 36 | 8) | Δι’ ἕκαστον φορτηγὸν δίτροχον ἅμαξαν, συρομέ- | ||
| 37 | νην ὑφ’ ἑνὸς ἵππου ἢ ἡμιόνου ἢ δύω βοῶν, ἐὰν μὲν ἡ | |||
| 38 | ἅμαξα ᾖ κενὴ, λεπτὰ πεντήκοντα | 50 | ||
| 39 | ἐὰν δὲ ἔχῃ φορτίον, λεπτὰ | 60 | ||
| 40 | 9) | Δι’ ἑκάστην τοιαύτην τετράτροχον ἅμαξαν, συρο- | ||
| 41 | μένην ὑπὸ δύω ἵππων ἢ ἡμιόνων ἢ τεσσάρων βοῶν, ἐὰν | |||
| 42 | μὲν ᾖ κενὴ, λεπτὰ ἑξήκοντα | 60 | ||
| 43 | Ἐὰν δὲ ἔχῃ φορτίον, δραχ. μίαν καὶ λεπ. εἴκοσι | 1,20 | ||
| 44 | 10) | Δι’ ἕκαστον περιπλέον ἵππον ἢ ἡμίονον ἢ ζεῦγος | ||
| 45 | βοῶν, κενῆς τῆς ἁμάξης, λεπτὰ δέκα | 10 | ||
| 46 | μετὰ φορτίου δὲ, λεπτὰ εἴκοσι | 20 | ||
| 47 | 11) | Δι’ ἕκαστον ὄνον, ἐζευγμένον εἰς ἅμαξαν, λεπτὰ | 35 |
1876.11.03
1.957 στίχοι · 16.427 λέξεις · 1 πίνακας · 62 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 24
τῆς 3 Νοεμβρίου 1876.
(Τετάρτη.)
Ὥρᾳ 1½ μ. μ.
Τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου κατέχει ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Τσαμαδός. Ἐκφωνηθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε πρόεδρε, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω τι πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἡ κυβέρνησις τὴν 30 Ἰουλίου ἐπέβαλε φόρον διοδίων εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν ὁδὸν τὴν ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Κερατέαν καὶ τ’ ἀνάπαλιν. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὸ βαρὺ τῆς φορολογίας, ἀλλὰ θέλω νὰ κάμω ἁπλῶς παρατήρησιν διὰ τὸ βαρὺ τοῦ εἰσπρακτέου φόρου πρὸς τὸ δημόσιον, καὶ συγχρόνως διὰ τὴν ἀφόρητον φορολογίαν, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ Διατάγματος αὐτοῦ θέλομεν ἐπιβάλει εἰς τὴν χωρικὴν τάξιν τῶν τριῶν δήμων. Ἰδοὺ ἡ ἀπόφασις ἢ τὸ Διάταγμα αὐτὸ, ἀπὸ 30 Ἰουλίου 1876. «Ἄρθρον 1. «Ἐπὶ τῶν ἱππευσίμων, φορτηγῶν καὶ ὑποζυγίων ζώων τῶν διαβαινόντων τὴν κατασκευασθεῖσαν ἐπαρχιακὴν ὁδὸν ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Κερατίαν ἢ τἀνάπαλιν, καὶ ἔχουσαν μῆκος πεντήκοντα (50) σταδίων, ἐπιβάλλονται διόδια ἐπὶ τριετίαν ὡς ἑξῆς·
| 1) | Δι’ ἕκαστον ἵππον, ἡμίονον, μετὰ ἢ ἄνευ φορτίου, μετὰ | |
| ἢ ἄνευ ἱππέως λεπτὰ | 50 | |
| 2) | Δι’ ἕκαστον ὄνον ὡσαύτως, λεπτὰ | 20 |
| 3) | Δι’ ἕκαστον βοῦν πρὸς ἐμπορίαν ἢ κρεουργίαν λεπ. | 50 |
| 4) | Δι’ ἕκαστον πρὸς ἐμπορίαν ἢ κρεουργίαν πρόβα- | |
| τον, αἶγα, χοῖρον, καὶ μικρὰ ζῶα λεπτὰ | 10 | |
| 5) | Δι’ ἕκαστον δίτροχον ἢ τετράτροχον ὄχημα, συρό- | |
| μενον ὑφ’ ἑνὸς ἵππου ἢ ἡμιόνου, λεπτὰ | 70 | |
| 6) | Ὡσαύτως, συρόμενον ὑπὸ δύω ἵππων, δραχ. | 1 |
| 7) | Δι’ ἕκαστον περιπλέον ἵππον, ἐζευγμένον εἰς τὰ | |
| εἰρημένα ὀχήματα, λεπτὰ | 20 | |
| 8) | Δι’ ἕκαστον φορτηγὸν δίτροχον ἅμαξαν, συρομέ- | |
| νην ὑφ’ ἑνὸς ἵππου ἢ ἡμιόνου ἢ δύω βοῶν, ἐὰν μὲν ἡ | ||
| ἅμαξα ᾖ κενὴ, λεπτὰ πεντήκοντα | 50 | |
| ἐὰν δὲ ἔχῃ φορτίον, λεπτὰ | 60 | |
| 9) | Δι’ ἑκάστην τοιαύτην τετράτροχον ἅμαξαν, συρο- | |
| μένην ὑπὸ δύω ἵππων ἢ ἡμιόνων ἢ τεσσάρων βοῶν, ἐὰν | ||
| μὲν ᾖ κενὴ, λεπτὰ ἑξήκοντα | 60 | |
| Ἐὰν δὲ ἔχῃ φορτίον, δραχ. μίαν καὶ λεπ. εἴκοσι | 1,20 | |
| 10) | Δι’ ἕκαστον περιπλέον ἵππον ἢ ἡμίονον ἢ ζεῦγος | |
| βοῶν, κενῆς τῆς ἁμάξης, λεπτὰ δέκα | 10 | |
| μετὰ φορτίου δὲ, λεπτὰ εἴκοσι | 20 | |
| 11) | Δι’ ἕκαστον ὄνον, ἐζευγμένον εἰς ἅμαξαν, λεπτὰ | 35 |
Τετράτροχος ἅμαξα, συρομένη ὑφ’ ἑνὸς ἵππου ἢ ἡμιόνου ἢ δύο βοῶν, ἐξομοιοῦται πρὸς δίτροχον. Ἄρθρον 2. Τὰ διόδια ἐκμισθοῦνται δι’ ἅπασαν τὴν τριετίαν ἢ εἰσπράττονται δι’ ἐπιστασίας εἰς τοὺς ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 ὁριζομένους σταθμούς, ἐὰν ἡ δοθεῖσα κατὰ τὴν δημοπρασίαν προσφορὰ δὲν θεωρηθῇ ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν συμφέρουσα τῷ δημοσίῳ. Ἄρθρον 3. Ἐν περιπτώσει ἐνοικιάσεως, ἡ εἴσπραξις τῶν διοδίων γίνεται κατὰ τὸ ἥμισυ μὲν ἐν τῷ ἔξωθεν τοῦ χωρίου Μαρκοπούλου πρὸς τὴν Κερατέαν σταθμῷ, τὸ δ’ ἕτερον ἥμισυ ἐν τῷ εἰς θέσιν Σταυρῷ ἑτέρῳ σταθμῷ, ἡ δὲ τριετία ἄρχεται ἀπὸ τῆς εἰς τὸν μισθωτὴν κοινοποιήσεως τῆς ἐγκρίσεως τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργείου, καὶ λήγει μετὰ παρέλευσιν τριῶν ἐτῶν.» Ἀλλὰ τὸ ἐδάφ. ζʹ. ῥητῶς λέγει· «Αἱ εἰς τοὺς γεωργοὺς ἀνήκουσαι καὶ χάριν συγκομιδῆς τῶν προϊόντων αὐτῶν τὴν ὁδὸν διερχόμεναι ἅμαξαι, ἵπποι, ἡμίονοι, ὄνοι καὶ ἐζευγμένοι βόες ὑπόκεινται εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ ἡμίσεος τῶν ἀνωτέρω ὁριζομένων διοδίων.» Τὰ δὲ ἀνωτέρω ὁριζόμενα διόδια ἄρχονται ἀπὸ τῶν λεπ. 60, καὶ φθάνουσιν εἰς 10. Φαντασθῆτε ἕνα χωρικὸν, ὅστις θὰ ὑπάγῃ νὰ θερίσῃ εἰς τὸν ἀγρόν του καὶ θὰ διέλθῃ τὴν ὁδὸν πεντάκις, τοῦ ἐπιβάλλετε φόρον 1 καὶ 20%. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν κυβέρνησιν νὰ σπεύσῃ, διότι σήμερον θὰ ἐνεργηθῇ ἡ δημοπρασία, νὰ φροντίσῃ νὰ ἀπαλλάξῃ τοὺς χωρικοὺς αὐτοῦ τοῦ βάρους.
§2ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατ’ αἴτησιν τοῦ κ. Δεληγεώργη, χθὲς ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν τὸν πίνακα τῶν ἐχόντων ἡλικίαν ἀπὸ 20–30 ἐτῶν. Ὁ πίναξ δὲν εἶναι πλήρης, εἶπον δὲ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ περισσοτέρα ἐργασία μένει εἰς τὰς νομαρχίας καὶ τὰ ἐπαρχεῖα. Σήμερον ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν διάφορα τηλεγραφήματα, ἐξ ὧν καταφαίνεται, ὅτι ἡ ἐργασία κατηρτίσθη καὶ ἐντὸς ὀλίγου χρόνου θὰ ᾖναι ἑτοίμη. Τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου καταλαμβάνει ὁ πρόεδρος κ. Θ. Ζαΐμης.
§3ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριοι, ἡ κατάστασις τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ εἶναι ἡ ἑξῆς· 6,390 εἶναι τὸ πεζικὸν, 1,196 οἱ εὔζωνες......τὸ ὅλον 10,142. Ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι 11,000 .... ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ Σεπτεμβρίου, καθόσον τοῦ Ὀκτωβρίου δὲν ἐξηκριβώθη εἰσέτι.
§4ΦΙΛΗΜΩΝ. Γνωρίζετε πόσοι εἶναι οἱ νεοσύλλεκτοι;
§5ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. 800 ἄνδρες ὡς ἔγγιστα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀθανάσιος Πετιμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§7Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν ἔχετε ἀνάγκην βεβαίως νὰ μάθητε ἀπὸ ἐμὲ, ὅτι ζήτημα τοσοῦτον σπουδαῖον οὐδέποτε, τοὐλάχιστον ἐπὶ τῶν ἡμερῶν ἡμῶν, ἐν τῷ ἑλληνικῷ κοινοβουλίῳ ἐσυζητήθη. Ὅσον λοιπὸν σπουδαιότερον εἶναι τὸ ζήτημα, τοσοῦτον περισσότερον ἡ συζήτησις πρέπει νὰ γείνῃ εὐρεῖα καὶ ἐμβριθὴς, διότι πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς τύχης τοῦ ἔθνους καὶ οἰκονομικῶς καὶ πραγματικῶς. Οἱ λόγοι λοιπὸν, οἵτινες ἀνακινοῦνται, εἴτε ἐντὸς, εἴτε ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου, ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ παύσῃ, ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ κλείσῃ, εἶναι λόγοι, οἱ ὁποῖοι δὲν πρέπει νὰ εὕρωσι καμμίαν ἀντήχησιν ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου. Καὶ ἐὰν ᾖναι ἐπιτετραμμένον εἰς πάντα πολίτην ἐλεύθερον νὰ συζητῇ τὰ τῆς πολιτείας εἰς τοσοῦτον σοβαρὰς περιστάσεις, δὲν εἶναι τοῦτο ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτὸ τὸ ἔθνος, παριστάμενον διὰ τῆς Βουλῆς νὰ συζητήσῃ εὐρέως καὶ ἐξετάσῃ ἐμβριθῶς τὰ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενα; Οὐδεὶς, νομίζω, θὰ εὑρεθῇ νὰ ἐκφράσῃ ἐναντίαν γνώμην, ὁ δὲ ἀληθὴς πατριωτισμὸς ἀπαιτεῖ πραγματικὴν, εὐρεῖαν καὶ ἐμβριθῆ συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου. Δὲν ἔχετε ἀνάγκην ἐπίσης νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν, διότι τοῦτο καὶ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος, ἐν ᾧ ἀνήκω, τὸ ἐδήλωσε πανδήμως, καὶ τὸ ὄργανον, καθ’ ὃν χρόνον ἡ Βουλὴ ἔλλειπε, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει τὰς ἰδέας τοῦ κόμματός μας, ὑπεστήριξεν ἐκθύμως. Εἶμαι λοιπὸν ὑπὲρ τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν. Ἀλλὰ γίνεται λόγος, καὶ λόγος σπουδαῖος, καὶ περὶ τακτικῶν παρασκευῶν. Τί λοιπὸν ἐστὶ τακτικὴ παρασκευὴ καὶ τί ἐστὶν ἔκτακτος; Τακτικὴ παρασκευὴ, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ἀλλαγὴ τοῦ στρατολογικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὸν τόπον ἡμῶν. Εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ὅλος ὁ ἐξευγενισμένος κόσμος, ὅλα τὰ μεγάλα καὶ μικρὰ ἔθνη, καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ ὑποτελῆ, παρεδέχθησαν ὡς ἀρχὴν καὶ ὡς βάσιν στρατολογικὸν σύστημα τὴν γενικὴν στρατολογίαν, καὶ ἠναγκάσθησαν νὰ ἀναγράψωσιν ἐν τοῖς νόμοις αὑτῶν, ὅτι οὔτε τοῦ πολίτου τὸ δικαίωμα δύναται νὰ ἔχῃ τις, ἐὰν δὲν ὑπηρετήσῃ ὡς στρατιώτης, ἡμεῖς θέλετε νὰ μείνωμεν μὲ τὸ σύστημα τὸ παλαιὸν, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται σήμερον νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς παρούσης ἐποχῆς; Καὶ ἐάν αὐτὴ ἡ ἀνάγκη ᾖναι δι’ ὅλα τὰ ἔθνη, πολὺ περισσότερον εἶναι διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἥτις εἶναι μὲν κράτος μικρὸν, ἀλλ’ ἔχει μέγαν προορισμὸν, μεγάλα καθήκοντα, μεγάλα συμφέροντα ἐν τῇ Ἀνατολῇ· τοῦτο εἶνε ἡ τακτικὴ λεγομένη προπαρασκευὴ, τοῦτο εἶνε κοινὸν καθῆκον, κοινὴ ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Ἑλλάς. Ἀλλ’ ἀφοῦ τοῦτο εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, πῶς κηρύττεσθε ὑπὲρ τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν; Κηρυττόμεθα ὑπὲρ τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν, διότι κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν, τὰ πράγματα τῆς Ἀνατολῆς εἶναι λίαν ἀβέβαια· αὐτὴν ταύτην τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν συζητοῦμεν, ὅλος ὁ ἄλλος κόσμος σκέπτεται περὶ τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος, περὶ τῆς ἑλληνικῆς οἰκογενείας, καὶ μόνον ἡμεῖς δὲν σκεπτόμεθα τί πρέπει νὰ πράξωμεν. Τοῦτο εἶναι τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον μᾶς ὑπεχρέωσε νὰ κηρυχθῶμεν ὑπὲρ τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν. Κηρυττόμεθα λοιπὸν ὑπὲρ τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν, διότι αἱ ἀνάγκαι τῆς Ἀνατολῆς, αἱ ἀνάγκαι τοῦ Ἑλληνισμοῦ τοῦτο ἀπαιτοῦσι. Δυστυχῶς ὅμως, ἐνῷ τοιοῦτον ζήτημα πρόκειται ὑπὸ συζήτησιν, ἐνῷ τοιοῦτον ζήτημα ἔπρεπε ν’ ἀπασχολήσῃ καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν Βουλὴν, αἱ ἀντεγκλήσεις δὲν ἔλλειψαν, καὶ δυατυχῶς αἱ ἀντεγκλήσεις ἦλθον ἐκεῖθεν, ἀφ’ ὅπου οὐδέποτε ἔπρεπε νὰ ἔλθωσι, τοὐτέστιν ἐκ μέρους τῶν κυρίων ὑπουργῶν. Δὲν ἐπεθύμουν, κύριοι, νὰ ἔλθω εἰς ἀντεγκλήσεις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸς οὐδένα, προκειμένου μάλιστα περὶ τῆς συζητήσεως ἑλληνικοῦ ζητήματος· ἀλλὰ δὲν θὰ ᾖναι, νομίζω, ὀρθὸν νὰ σιωπήσω καὶ νὰ μὴν ἀντικρούσω ὅσα οἱ ὑπουργοὶ εἶπον ἐναντίον ἡμῶν, προκαλέσαντες τοῦτο οἱ ἴδιοι. Ὁ κ. Τρικούπης ἐσυζήτησε, πρῶτος λαβὼν τὸν λόγον, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἀληθῆ καὶ ἐμβριθῆ αὐτοῦ ἔποψιν. Ὁ κ. Τρικούπης ἐξήτασε τὰ πράγματα ὑπὸ τὴν ὑψηλὴν ἐκείνην ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ὤφειλεν ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο. Πρὸς ἀπάντησιν ὅμως τοῦ κ. Τρικούπη, ἦλθεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐξεκένωσε τὴν φαρέτραν τῆς εἰρωνείας του· νομίσας δὲ ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἤξιζε περισσοτέρας προσοχῆς, σπουδαιοτέρας συζητήσεως, ἐνόμισεν ὅτι ὤφειλε νὰ τὸ καταστήσῃ ἀντικείμενον εἰρωνείας. Μετὰ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἄνευ λόγου ἐπίσης, ἐπετέθη καθ’ ἡμῶν, μᾶς κατέκρινεν ἐνώπιόν σας καὶ ἐνώπιον τοῦ Πανελληνίου, ὅτι ἡμεῖς ὡς κυβέρνησις παρελείψαμεν τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον εἴχομεν.
§8ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· ὄχι ἄνευ λόγου, διότι ὁ κ. Τρικούπης μᾶς εἶπεν, ὅτι εἴμεθα ἀνάξιοι, καὶ δὲν ἠγοράσαμεν τίποτε· προεκλήθημεν καὶ ἀπηντήσαμεν.
§9ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λέγω, κ. πρωθυπουργὲ, ἄνευ λόγου, διότι ἐὰν τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξεν ὁ κ. Τρικούπης, δὲν ἦτο ἀληθὲς, εἴχετε δικαίωμα νὰ τὸ εἴπητε· ἀλλ’ ἐὰν ἦτο ἀληθὲς, δὲν εἴχετε δικαίωμα νὰ μεταχειρισθῆτε αὐτὴν τὴν γλῶσσαν κατὰ τῆς προκατόχου κυβερνήσεως, ἥτις ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκον αὑτῆς κατὰ τὸ ὀλιγοχρόνιον διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐδιοίκησε καὶ παρέδωκε τὴν κυβέρνησιν εἰς τὰς χεῖρας ὑμῶν. Ἡ προκάτοχος κυβέρνησις γνωρίζετε, ὅτι ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα εἰς μίαν ἐποχὴν πολὺ ἀνώμαλον, καὶ τοῦτο δὲν τὸ λέγω ἐγὼ, τὸ εἴπατε σεῖς, κύριοι, διὰ τῶν ἀποφάσεών σας καὶ τῶν πράξεών σας. Ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τῶν πραγμάτων καὶ διηύθυνεν εἰς ἐκείνας τὰς σπουδαίας περιστάσεις οὕτως, ὥστε καὶ κατὰ τὴν διοίκησιν καὶ κατὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης δὲν εἶχεν ὡς ὁδηγὸν παρὰ μόνον καὶ μόνον τὸν σεβασμὸν πρὸς τοὺς νόμους. Ἀλλὰ ἂν καὶ ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ἐγνώριζεν, ὡς ἐκ τῆς κατ’ αὐτῆς συστάσεως, ὅτι δὲν ἤθελε κατισχύσει ἐν τῇ Βουλῇ, οὐδαμῶς ὅμως ἠμέλησεν, ἀλλὰ μεριμνῶσα, κατὰ τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς πᾶν ὑπουργεῖον καθῆκον, ἐφρόντισεν ὥστε τὰ πράγματα τοῦ τόπου, καθ’ ὅλους αὐτῶν τοὺς κλάδους, νὰ λάβωσι τὴν κανονικήν των πορείαν, ὑπηρετοῦσα τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος. Τὸ ὑπουργεῖον λοιπὸν ἐκεῖνο ὄχι μόνον ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του, ὡς πρὸς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου καὶ τὴν διόρθωσιν τῶν πραγμάτων τῆς πολιτείας κατὰ τὴν ἀνώμαλον ἐκείνην ἐποχὴν, ἀλλ’ ἐσκέφθη καὶ περὶ τῆς τακτικῆς παρασκευῆς τῶν στρατιωτικῶν, τοὐτέστιν ἐσκέφθη περὶ μεταβολῆς τοῦ στρατολογικοῦ συστήματος ἐν Ἑλλάδι, ἐσκέφθη καὶ κατήρτισε νομοσχέδια, καὶ τὰ μὲν ἐξ αὐτῶν ὑπέβαλεν ἐν τῇ Βουλῇ, τὰ δὲ παρέδωκε καλῇ τῇ πίστει εἰς τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν. Ἐκτὸς τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, διὰ τὰ ὁποῖα καὶ ὁ κύριος Λομβάρδος καὶ ὁ κύριος Τρικούπης ἐποίησαν λόγον, τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο συνέταξε καὶ ὑπέβαλε νομοσχέδια ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐν γένει βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, διότι ἐκτὸς τῶν νομοσχεδίων περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, ἐκλογικοῦ νόμου, ἀλλαγῆς στρατολογικοῦ συστήματος, προσόντων τῶν ὑπαλλήλων ἐν γένει, συνέταξεν ἐπίσης νομοσχέδια περὶ μεταβολῆς τοῦ τελωνιακοῦ κλάδου ἢ περὶ βελτιώσεως αὐτοῦ, συνέταξε νομοσχέδιον δασονομικὸν, συνέταξε νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ περὶ ἀναπληρώσεως αὐτοῦ. Εἶχε λοιπὸν τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο τὴν συναίσθησιν, ὅτι ὡς Κυβέρνησις τοῦ τόπου εἶχεν εὐθύνην καὶ οὐδὲν ὤφειλε νὰ παραβλέψῃ, οὐδὲν ἔπρεπε νὰ παραμελήσῃ. Ἀλλὰ δὲν διωρθώσατε τὰ πλοῖα, ἀφήσατε αὐτὰ καὶ ἐσήποντο εἰς τὸν Πειραιᾶ, εἴτε εἰς τὸν Πόρον, μᾶς λέγουν Ὄχι, κύριοι, δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο· τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἅμα ἦλθεν ἐσύστησεν ἐπιτροπὰς ἐπὶ ἐπιτροπῶν, ὅπως ἐξετάσωσι τὴν κατάστασιν τῶν πολεμικῶν πλοίων «Γεωργίου» καὶ «Ὄλγας» καὶ οἱ ἐπιστήμονες δι’ ἐκθέσεών των ἐγνωμάτευσαν καὶ μᾶς εἶπον, ὅτι ἡ «Ὄλγα» εἶναι εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε, διὰ νὰ πλεύσῃ ἀπὸ τὸν Πειραιᾶ ἢ τὸν Πόρον διὰ τὴν Εὐρώπην, ἀπῃτεῖτο νὰ συνοδεύηται ἀπὸ δύο πλοῖα ἔνθεν καὶ ἔνθεν, διότι μέγας κίνδυνος ἦτο, ὅτι ἤθελε βυθισθῆ ἐν μέσῳ τοῦ πλοῦ. Τὴν ἔκθεσιν ταύτην εὗρεν ἡ διάδοχος Κυβέρνησις καὶ ἀπησχολήθη εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλὰ καὶ πάλιν μετὰ 8 μῆνας στέλλεται ἡ «Ὄλγα» νὰ διορθωθῇ. Ὅταν λοιπὸν μετὰ ὀκτὼ μῆνας ἀποστέλλετε τὴν «Ὄλγαν», ἔπειτα ἀπὸ τὴν προπαρασκευαστικὴν ἐργασίαν ἡμῶν, τί ἠθέλετε νὰ πράξωμεν ἡμεῖς εἰς διάστημα πέντε μηνῶν ἄνευ προπαρασκευαστικῆς ἐργασίας, καὶ καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡμεῖς ἤλθομεν εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων; Μοὶ φαίνεται, κύριοι, ὅτι δὲν ἀδικεῖτε ἡμᾶς, ἀδικεῖτε ἑαυτοὺς, τοιαῦτα λέγοντες καὶ ὑποστηρίζοντες. Οἱ κύριοι ὑπουργοὶ, καὶ πρὸ πάντων ὁ ὀξυδερκὴς ὑπουργὸς τῶν ἐκκλησιαστικῶν, ἠθέλησε νὰ μετατοπίσῃ τὸ ζήτημα κατὰ τὴν συζήτησιν, καὶ ἠθέλησε νὰ τὸ φέρῃ εἰς ἓν πεδίον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ ὑπὲρ αὐτῶν, νὰ πανηγυρίσῃ τὸ ἀποτέλεσμα, ἐὰν δὲ ἀποφανθῇ κατ’ αὐτῶν, νὰ εἴπῃ, ἰδοὺ ἡμεῖς ἐγενόμεθα θύματα τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ τῆς αὐταπαρνήσεώς μας· ἔθεσε τὸ ζήτημα οὕτω πως, ὥστε νὰ φαίνηται, ὅτι ὅσοι ψηφίσουν ἐναντίον τῶν νομοσχεδίων τοῦ ὑπουργείου, δὲν δέχονται καὶ τὰς προπαρασκευάς. Ἀλλὰ τίς ψέγει τὸν Ἡρακλέα, κύριε ὑπουργὲ τῆς Παιδείας, ὅστις ἐτόλμησες νὰ θέσῃς ζήτημα ἐντὸς ἑλληνικῆς Βουλῆς, ὅτι αἱ προπαρασκευαὶ δὲν εἶναι σήμερον ἀναγκαῖαι διὰ τὴν Ἑλλάδα; καὶ νὰ θέσῃς τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι πρὸ ὀκτὼ καὶ πρὸ δέκα μηνῶν ἐπανειλημμένως διὰ τοῦ τύπου ἐπανέλαβον, διότι ἤργει ἡ Βουλὴ, ὅτι πρέπει νὰ σπεύσωμεν πρὸς τὰς παρασκευὰς τοῦ τόπου, ὅτι τὰ πράγματα τῆς Ἀνατολῆς εἶναι θολωμένα, ὅτι τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀπαιτοῦν τὴν σπουδαίαν καὶ ἔντονον προπαρασκευὴν, καὶ διὰ τοῦ ὀργάνου, τοῦ ἀντιπροσωπεύοντος τὰς ἰδέας τῆς κυβερνήσεως, εἰρωνεύοντο, ἐρωτώμενοι νὰ ἐξηγηθοῦν καθαρὰ, ἂν θέλουν εἰρήνην ἢ πόλεμον! Σήμερον δὲ, ὅτε ἦλθεν ἡ Βουλὴ, ἀντιστρέφετε τοὺς ὅρους καὶ θέλετε νὰ ἐπιῤῥίψητε εἰς ἄλλους τὴν εὐθύνην τῆς βραδύτητος. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν τὰ πράγματα, ἀλλὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ τὰ ἐξετάσωμεν ἐπισταμένως, διότι ἐκ τῶν πραγμάτων αὐτῶν θὰ ἔλθωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα περὶ τοῦ ποία πρέπει νὰ ᾖναι ἡ ἀπόφασίς μας. Ὅτε, κύριοι, πέρυσιν εὑρίσκετο ὁ κ. Τρικούπης καὶ ἡμεῖς εἰς τὸ ὑπουργεῖον, διὰ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου διετυπώσαμεν ἀρχάς τινας. Διὰ τὰς ἀρχὰς ταύτας κατηγορήθημεν τίποτε ὀλιγώτερον παρὰ ὡς κλέπται, ὅτι τὰς ἀρχὰς αὐτὰς τὰς ἐκλέψαμεν ἀπὸ τοὺς νῦν ὑπουργοὺς, ὡσὰν αἱ ἰδέαι καὶ αἱ ἀρχαὶ νὰ ᾖναι κτῆμα κανενός. Ἐσιωπήσαμεν καὶ ηὐχήθημεν νὰ ἴδωμεν τὰς ἀρχὰς, δι’ ἃς ὡς κλέπται κατηγορήθημεν, πραγματοποιουμένας, διότι εἰς τοῦτο μόνον ἀπεβλέπομεν· καὶ ἐπιστεύομεν, ὅτι, ἐνῷ εἰς τὸ πρόγραμμά σας ἦσαν γεγραμμέναι ἡ κατάργησις τοῦ ἐγγείου φόρου, ἡ ὑποστήριξις τῆς μεταβολῆς τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος διὰ τοῦ ἑνιαίου τῆς ψήφου, ἡ ἀντικατάστασις τοῦ ἐγγείου φόρου διὰ τοῦ φόρου τῶν καπνῶν, τοῦ ἀλέσματος, τῶν οἰνοπνευμάτων καὶ λοιπῶν, ὅτι ἠθέλατε ἐπιμείνει εἰς τὰς ἰδέας σας. Ἀλλὰ ποῦ εἶναι; τί ἔγειναν τὰ νομοσχέδια αὐτά, αἱ ἀρχαί σας αὗται, διὰ τὰς ὁποίας μᾶς κατηγορούσατε; Ὑμεῖς ὡς Κυβέρνησις τὰς ἐγκατελείψατε, διότι δὲν ἐφρονεῖτε αὐτὰ σπουδαίως, διότι δὲν εἴχετε πεποίθησιν· καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ σήμερον ἔρχεσθε καὶ πολεμεῖτε αὐτὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον τότε ὑπεστηρίζατε, καὶ ἐνῷ ἡμεῖς προετείναμεν τὴν κατάργησιν τοῦ ἐγγείου φόρου διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων ζώων, σεῖς, ἐνῷ τότε μᾶς ἐλέγετε, ὅτι ἐκλέψαμεν τὸ σύστημά σας, ἤδη, διότι ἐπιμένομεν, κατηγορεῖτε οἱ ἴδιοι τὸ σύστημα τοῦτο ὡς βάρβαρον! Ἀλλά, κύριοι, πρόκειται περὶ τούτου; ὄχι· πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν ποῖον εἶναι τὸ καλλίτερον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, πρὸς ἀπαλλαγὴν τῆς τάξεως τῆς γεωργικῆς καὶ πρὸς ἴσην διανομὴν τοῦ φόρου. Ἀλλ’ ὑμεῖς, ἐνῷ κατὰ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα μᾶς προτείνετε νὰ ἐπιψηφίσωμεν, προσθέτετε φόρους 15 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιβαρύνουν τὸν ἑλληνικὸν λαόν, οὐδόλως σκέπτεσθε περὶ τῆς ἴσης διανομῆς τῶν φόρων, διότι τὸ βάρος τῆς φορολογίας τὸ φέρουσι τάξεις τινὲς ὡρισμέναι, καὶ τάξεις τινὲς εἰσὶν ἀπηλλαγμέναι. Τὸ σύστημα τῆς φορολογίας διὰ τῶν ἀροτριώντων ζώων ἔχει αὐτὴν τὴν ἀρχήν, τῆς ἴσης διανομῆς τῶν φόρων. Ἀναχωροῦντες δὲ ἀπὸ τὴν ἀρχὴν αὐτήν, ὑποστηρίζομεν τοῦτο, καὶ γνωρίζομεν πολὺ καλά, ὅτι αὐτὸ τὸ σύστημα οὐδαμοῦ τῆς Εὐρώπης εἶναι παραδεδεγμένον. Ἀλλ’ ἀπαντῶν καὶ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἰς τὸν βουλευτὴν τῆς Πυλίας, τοῖς λέγω, ὅτι καὶ οὐδαμοῦ τῆς Εὐρώπης ἐλλείπουσι κτηματολόγια· εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅμως δὲν ὑπάρχουσι τοιαῦτα, καὶ ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὴν γεωργίαν φόρον τινά, καὶ πρέπει νὰ προτιμήσωμεν τὸ σύστημα τοῦτο, καὶ ὡς ἁπλούστερον κατὰ τὴν βεβαίωσιν, καὶ ὡς ἀπαλλάσσον τὴν γεωργίαν ἀπὸ τὴν πίεσιν τοῦ ὑφεστῶτος συστήματος. Ἦλθεν, εἶπεν ὁ κ. Μίλησης, ἦλθεν ὁ κ. Τρικούπης, καὶ διὰ μιᾶς ὁμιλίας, ἡ ὁποία τίποτε ἄλλο δὲν παριστάνει παρὰ ἕνα λαβύρινθον, ἐσύγχισε τὰ πράγματα, ἀλλὰ ἔλαβε κατόπιν μαθήματα παρὰ τοῦ ἐντίμου κ. Σωτηροπούλου. Καὶ ὁ κ. Τρικούπης καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ δεχθῶμεν μαθήματα ἀπὸ πάντα ἄνθρωπον, εἴτε πολύπειρον, εἴτε μή, εἴτε ἐγγράμματον εἴτε μή, οὐδέποτε ὅμως θὰ δεχθῶμεν μαθήματα ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἀπέδειξαν, ὅτι δὲν πιστεύουν οἱ ἴδιοι εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα διδάσκουν καὶ ἐπαγγέλλονται· καὶ ὅταν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐγκατέλειψε τὰ νομοσχέδια τὰ οἰκονομικά, τὰ ὁποῖα πέρυσιν ἔφερε, καὶ ἀντ’ αὐτῶν ἄλλα φέρει ἐφέτος, διὰ ποῖον λόγον νὰ πιστεύσω ὅτι ἐφέτος θὰ ἔχῃ πολὺ περισσότερον φίλτρον εἰς τὰ νέα παρ’ ὅσον εἶχε εἰς τὰ περυσινά; Λέγουν, ἐλάβετε καμμίαν πρόνοιαν περὶ τῶν προετοιμασιῶν, ὅταν ἦσθε εἰς τὴν ἐξουσίαν; Ἀπηντήσαμεν, ὅτι ἡμεῖς ἐσκέφθημεν μόνον περὶ τακτικῆς μεταβολῆς τοῦ στρατολογικοῦ συστήματος, διότι, ὅτε εἴμεθα εἰς τὰ πράγματα, οὐδεμίαν σπουδαιότητα εἶχον τὰ τῆς Ἀνατολῆς καὶ οὐδόλως ἐκαλεῖτο ὁ τόπος εἰς ἐκτάκτους θυσίας. Ἐπειδὴ ἡ ἐπανάστασις τῆς Ἑρζεγοβίνης, τὸ πρῶτον ὡς ληστρικὸν κίνημα θεωρηθεῖσα, ἐγένετο κατὰ τὸν Ἰούλιον τοῦ 75, αἱ δὲ ἡμερομηνίαι τοῦ Ἰουλίου ἀπὸ τὰς 12 Αὐγούστου, ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς συνεκαλοῦμεν τὸ κοινοβούλιον, ὅπως ἔλθῃ καὶ ἀναλάβῃ τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων, σᾶς δίδει τὸ μέτρον νὰ μετρήσητε κατὰ πόσον εἶναι σπουδαῖος ὁ ἰσχυρισμός, τὸν ὁποῖον ὁ ὑπουργὸς τῆς Παιδείας μετὰ τόσου στόμφου καὶ ἀλαζονείας ἠθέλησε νὰ ὑποστηρίξῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ὅταν πάλιν τῷ ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι ἡ ἐπανάστασις τῆς Ἑρζεγοβίνης ἔλαβε τὴν ἠθικὴν συνδρομὴν τῆς Εὐρώπης ἀπὸ τῆς χρεωκοπίας τῆς Τουρκίας, ἀπήντησεν, ὅτι ὀλίγη ὀξυδέρκεια ἀπητεῖτο, ὅπως ἐννοηθῇ καὶ τοῦτο. Συνδυάσατε τώρα ὀλίγην ὀξυδέρκειαν μὲ ἐπανάστασιν τῆς Ἑρζεγοβίνης, καὶ θέλετε ἔχει, κατὰ τὴν λογικὴν τοῦ κ. Μίληση, τὴν χρεωκοπίαν τῆς Τουρκίας· ἀπορῶ ὅμως πῶς ὁ ὑπουργὸς τῆς παιδείας δὲν ἔσπευσεν εἰς τὰ τραπεζικὰ καταστήματα τῆς Εὐρώπης, ὅταν διὰ τῆς ὀξυδερκείας του κατώρθωσε νὰ προΐδῃ τὴν χρεωκοπίαν τῆς Τουρκίας, ὅπως καταστήσῃ ἑαυτὸν μυριόπλουτον, ἢ τοὐλάχιστον πῶς ἔλλειψε ἀπὸ τὴν ὑποχρέωσιν ἐκπληρώσεως ἑλληνικοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶχε, νὰ προειδοποιήσῃ τοὐλάχιστον τοὺς Ἕλληνας τραπεζίτας, ἵνα μὴ καταστραφῶσιν ἕνεκεν τῶν τουρκικῶν χρεωγράφων. Σεῖς οἱ ἴδιοι λέγετε, ὅτι τὸ ἔκτακτον τῶν περιστάσεων τὸ εἶχεν ἡ κυβέρνησις τοῦ Τρικούπη ἐνώπιόν της, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν ὀξυδέρκειαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ ὑπουργὸς τῆς παιδείας· σεῖς λοιπὸν, ὅταν μᾶς διεδέχθητε, δὲν εἴχετε τὸ ἔκτακτον τῶν περιστάσεων ἐνώπιόν σας, σεῖς δὲν εἴχετε Βουλὴν καὶ πλειονοψηφίαν; Ποῖα εἶναι τὰ μέτρα λοιπὸν τὰ ὁποῖα ἐλάβετε, ἀφ’ οὗ καὶ τὴν Βουλὴν ὑποστηρίζουσαν εἴχετε, καὶ θείαν προῖκα τὴν ὀξυδέρκειαν τοῦ κ. Μίληση; οὐδὲν στρατιωτικὸν ἐψηφίσθη, οὔτε ὁ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμος, οὔτε ὁ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, ὃν θεωρῶ ὡς στενὰ συνδεδεμένον καὶ μετ’ αὐτῶν τῶν παρασκευῶν, διότι ἡ ὕπαρξις τῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν θέλει κρατήσει ἕκαστον ὑπουργὸν εἰς τὴν θέσιν του, ὅπως μὴ ἐκστρατεύῃ αὐθαιρέτως κατὰ τῶν νόμων τῆς πολιτείας. Ποῦ εἶναι οἱ νόμοι τῆς μεταβολῆς τῶν οἰκονομικῶν νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα παρουσιάσατε; τὰ ἀφήσατε, τὰ μετεβάλατε, καὶ ἄλλα ἐφέτος μᾶς παρουσιάσατε· δὲν ἔχω δὲ ἀμφιβολίαν, ὅτι ἂν ἐπὶ ἔτος μείνετε, ἄλλα πάλιν θὰ μᾶς παρουσιάσητε. Δὲν συνεκαλέσαμεν τὴν Βουλὴν, διότι δὲν ἐπεθυμοῦμεν νὰ κάμωμεν καμμίαν ἐπίδειξιν, δὲν συνεκαλέσαμεν τὴν Βουλὴν, διότι ἡ Βουλὴ ἤθελεν ὑποκινήσει ὑπουργικὰ ζητήματα· αὐτὰ εἶπεν ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῆς Παιδείας.
§10ΜΙΛΗΣΗΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν;
§11ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἐπιτρέπω καμμίαν.
§12ΜΙΛΗΣΗΣ. Τότε δὲν ἀναιρεῖτε τὰς ἰδέας μου, ἀναιρεῖτε ὅ,τι σεῖς νομίζετε.
§13ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀναιρῶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἴπατε.
§14ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἂν πρόκηται νὰ γείνῃ συζήτησις, ν’ ἀναιρῇ τις τὰς ἰδέας τοῦ ἄλλου, δὲν εἶπον αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε· ἁπλῶς καὶ μόνον εἶπον τοῦτο, ὅτι, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν συνερχομένην ἀμέσως κατὰ τὸν Ἰούλιον τὴν Βουλὴν, ἤθελεν ἐπιληφθῇ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἡ κυβέρνησις ἤθελεν ὑποβάλει εἰς αὐτὴν, χωρὶς νὰ ἐπιληφθῇ ζητήματος ὑπουργικοῦ, πάλιν δὲν ἤθελεν ἔχει καιρὸν νὰ φθάσῃ ἐκεῖ ὅπου ἐφθάσαμεν ἡμεῖς, καταρτίσαντες τὰ μητρῷα τῆς ἐθνοφυλακῆς.
§15ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σᾶς ἤκουσα πολὺ καλά. Ἀλλ’ ἡ πρόσκλησις τῆς Βουλῆς ἤθελεν εἶσθαι μία ἐπίδειξις, ἡ ὁποία δὲν συνέφερε τὴν Ἑλλάδα, καὶ δὲν συνέφερε τὴν Ἑλλάδα εἰς μίαν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τῶν ὑπουργῶν, ἡ Ἑλλὰς ἐχειραφετεῖτο καὶ ἠκολούθει ἰδίαν πολιτικήν. Εἶναι τοῦτο σπουδαῖον; βεβαίως ὄχι· διότι εἰς μίαν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὅλος ὁ κόσμος ὁ ἐν Εὐρώπῃ καὶ Ἀσίᾳ σκέπτεται περὶ τοῦ ζητήματος τῆς Ἀνατολῆς, ν’ ἀρνούμεθα ἡμεῖς, ὅτι δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ σκεφθῶμεν ἐκτάκτως, ὅταν ὅλος ὁ ἄλλος κόσμος ἀπέκτησε δικαίωμα νὰ σκέπτηται περὶ τῶν καθ’ ἡμᾶς, ἡμεῖς νὰ λέγωμεν, ὅτι δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ σκεπτώμεθα περὶ τῶν πραγμάτων μας; καὶ σήμερον, ἀφοῦ τοσαύτη ἐπῆλθε βραδύτης, ἐπισπεύδετε νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις ἐν τῷ κοινοβουλίῳ; ἀλλ’ ἡ Βουλὴ οὐδὲν παρενέβαλε πρόσκομμα, οὐδεμίαν παρενέβαλεν ἀναβολήν· ἡ μὴ συγκάλεσις τῆς Βουλῆς εἶναι ἔργον τῆς κυβερνήσεως, ἡ ἀναβολὴ ἔργον τῆς ἰδίας, διότι ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε πρὸ ἡμερῶν ν’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις, ἀλλ’ ἡ κυβέρνησις εἶπεν, ὅτι λόγῳ δημοσίου συμφέροντος ἀπαιτεῖ τὴν ἀναβολὴν, καὶ ἡ Βουλὴ εἶπεν, ὅταν πρόκηται νὰ βλαφθοῦν συμφέροντα τῆς πολιτείας, ἂς ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
§16ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὄχι τῶν νομοσχεδίων.
§17ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ κατὰ τί πταίει ἡ Βουλὴ, συζητοῦσα τὰ ζητήματα ἐμβριθῶς καὶ σπουδαίως; Ἔρχεσθε, λέγει, νὰ ὑποκινήσητε ζητήματα ὑπουργικὰ ἐν οὐ δέοντι, καὶ ἐν περιστάσεσι, κατὰ τὰς ὁποίας πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ τὸ τί ποιητέον. Εἶναι τοῦτο ἀληθές; βεβαίως ὄχι. Ἀλλὰ συζητεῖτε· καὶ ἐὰν δὲν συζητήσωμεν, καὶ ἂν δὲν ἀποφασίσωμεν ἐν ἐπιγνώσει περὶ τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα μᾶς ζητεῖτε καὶ τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ ἡ ἐποχὴ, τότε τί θέλετε ἔχει ἐνώπιόν σας; θέλετε ἔχει Βουλὴν ἐλευθέρου κράτους, ἢ Βουλὴν δούλην, ὑπείκουσαν μόνον εἰς τὰς ὀρέξεις πάσης ἐξουσίας; Ὑπουργικὸν ζήτημα οὔτε ὑπεκινήσαμεν, οὔτε ὑποκινοῦμεν διὰ προσωπικοὺς λόγους, καὶ ὅτε, ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου, τὸ ζήτημα τὸ ὑπουργικὸν, κατὰ τὴν συνήθειαν ἡ ὁποία ἐπεκράτησεν ἐνταῦθα, ἐτέθη ἐπὶ τῆς τραπέζης, ἡμεῖς πρῶτοι τὸ παρεμερίσαμεν, διότι δὲν ἐννοοῦμεν, ὅτι ἐπὶ προσωπικῶν ζητημάτων πρέπει νὰ τίθηται τὸ ζήτημα τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης. Ἀλλ’ εἶναι ἐνδεχόμενον ἐκ τῆς συζητήσεως νὰ προκύψῃ ὑπουργικὸν ζήτημα, τὸ ζήτημα ὅμως τὸ ὑπουργικὸν θὰ προκύψῃ ἐκ τῶν πραγμάτων αὐτῶν, καὶ ὅταν τὸ ζήτημα προκύπτῃ ἐκ τῶν πραγμάτων, οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔρχεσθε νὰ ὑποκινήσητε ζητήματα ὑπουργικά. Ὁ κ. Τρικούπης λίαν εὐρέως καὶ λίαν ἐμβριθῶς σᾶς ἀνέπτυξε, κατὰ τίνα τρόπον πρέπει νὰ ἐννοῆται ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἡ συνάντησις καὶ ἡ σύμπραξις τῶν κομμάτων· ἡ συνάντησις καὶ ἡ σύμπραξις τῶν κομμάτων κατὰ τὰ πᾶσαν περίστασιν, πολὺ δὲ περισσότερον κατὰ τὰς περιστάσεις τὰς σπουδαίας, πρέπει νὰ γίνηται ἐπὶ τῶν πραγμάτων, ἐπὶ τῶν κυριωδεστέρων τοὐλάχιστον ζητημάτων πρέπει νὰ συναντῶνται αἱ ἰδέαι, καὶ ὄχι αἱ συμφωνίαι καὶ ἑνώσεις νὰ γίνωνται χάριν προσωπικῶν λόγων, διότι προσωπικοὶ λόγοι καὶ προσωπικὰ ζητήματα οὐδέποτε ἐθεράπευσαν τὰς ἀνάγκας μιᾶς πολιτείας. Εἰς αὐτὸ τὸ πεδίον ἐπεριμέναμεν νὰ εὕρωμεν τὴν ἀντίκρουσιν ἐκ μέρους τῶν κκ. ὑπουργῶν, καὶ ὄχι νὰ μᾶς λέγῃ, ὅτι γενναίως φερόμενος, ὁ κ. Μίλησης πρῶτος ἔδωκε τὸ παράδειγμα τῆς αὐταπαρνήσεως καὶ ἐνετείλατο πρὸς τὸν πρωθυπουργὸν νὰ τείνῃ τὴν χεῖρα πρὸς ἀναζήτησιν προσώπων, ὅπως σχηματισθῇ ἰσχυρὰ κυβέρνησις· διότι ἰσχυρὰ κυβέρνησις δὲν εἶναι ἡ σχηματιζομένη ἐκ τῶν προσώπων, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἑνότητος καὶ τῆς ταὐτότητος αὐτῶν ἐπὶ τῆς κρίσεως τῶν πραγμάτων, ὅταν δὲ ἑνότης καὶ ταὐτότης πραγμάτων συνενόνῃ τοὺς ἄνδρας τοὺς πολιτικοὺς, τότε ἔχετε ἐνώπιόν σας κυβέρνησιν ὄντως δυναμένην ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς πᾶσαν ἀνάγκην τῆς πατρίδος, καὶ εἰς αὐτὰς ἔτι τὰς σπουδαιοτάτας· ὅταν ὅμως ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε καὶ πρὸς διανομὴν μόνον ὑπουργείων γίνεται ἡ ἕνωσις, τότε ἔχετε ἐνώπιόν σας κυβέρνησιν, ἡ ὁποία οὔτε ἀξία τῆς ἐποχῆς εἶναι, οὔτε ἱκανὴ ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν καιρῶν. Ἡμεῖς, μᾶς λέγουν, ἐκάμαμεν τὰς ἀναγκαίας προετοιμασίας, καὶ δὲν ἔχει δίκαιον ὁ κ. Τρικούπης, εἰπὼν ὅτι, διότι ἐχάθη ὁ πολύτιμος αὐτὸς χρόνος κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς μέχρι σήμερον, πολὺ δύσκολον εἶναι νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὴν ἀπαίτησιν τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν, διότι ἐχάθη πολύτιμος καιρὸς χωρὶς καμμίαν προετοιμασίαν· ἀλλὰ δυστυχῶς αὐτὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζουν οἱ ὑπουργοὶ, δὲν ἔχουν καμμίαν ἀξίαν, εἶναι δὲ ἀντίθετα καὶ πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα παρουσίασαν διὰ τῆς περυτινῆς των ἐκθέσεως. Πέρυσιν οἱ ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν παρουσίασαν νομοσχέδια στρατιωτικὰ, καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῶν λέγουν, ὅτι οἱ ἄνδρες καθ’ ὅλον τὸ κράτος, οἱ δυνάμενοι νὰ στρατολογηθῶσιν ἀπὸ τῆς ἡλικίας 21–30 ἐτῶν, ἀνέρχονται εἰς 47,439, στρατοῦ ἐνεργοῦ καὶ ἐφεδρείας, κατὰ δὲ τὴν στατιστικὴν τοῦ στρατηγοῦ Λαβὰλ, τοῦ ὁποίου τὴν ἰδέαν παραδέχονται ἐν τῇ ἐκθέσει των, ἀνέρχεται μόνον εἰς 42,660· ἔπεται λοιπὸν, ἢ ὅτι τότε δὲν ἐμελέτησαν τὸ ζήτημα σπουδαίως, ὅτε ὑπέβαλον τὴν ἔκθεσιν ἐκείνην, ἢ σήμερον αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας λαμβάνουν ἀπὸ τὰς ἀρχάς των, εἶναι ἀνακριβεῖς. Συζητήσατε, λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἐπὶ τοῦ πεδίου τῶν νομοσχεδίων, καὶ συμφωνῶν πρὸς τὴν γνώμην του, τὸν ἐρωτῶ, τί ἄλλη συζήτησις πρόκειται σήμερον παρὰ ἡ συζήτησις τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων; διότι τὸ ἄλλο ζήτημα, τῶν παρασκευῶν, εἶναι παραδεδεγμένον· ζήτημα λοιπὸν, τὸ ὁποῖον δεῖται σπουδαίας ἐξετάσεως, εἶναι τὰ νομοσχέδια, διότι διὰ τῶν νομοσχεδίων ἐπιβάλλεται φόρος βαρὺς, καὶ πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ, ἀλλὰ νὰ ἐπιβληθῇ μὲ τοὺς κανόνας τῆς ἰσότητος. Θέλομεν λοιπὸν νὰ ἐξετάσωμεν τὰ νομοσχέδια ά) ἂν ἀνταποκρίνωνται πραγματικῶς εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἐποχῆς· καὶ βʹ) ἂν ἐπιβαρύνουν ἐπίσης ὅλας τὰς τάξεις τῶν πολιτῶν. Ἐπιβάλλεται φόρος, κύριοι, πρόσθετος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ἐπιβάλλεται φόρος ἐπὶ τῶν ὠνίων, ἐπιβάλλεται φόρος ἐπὶ τῶν ζώων, ἐπὶ τῆς γεωργίας, ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου, ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων, ἐπὶ τῶν τελωνιζομένων πραγμάτων. Βλέπετε λοιπὸν πόσους φόρους ἔχομεν, καὶ δι’ αὐτῶν τῶν φόρων ἐρχόμεθα νὰ πληρώσωμεν τὰς ἀνάγκας, ὄχι μόνον τῆς ἐκτάκτου παρασκευῆς, ἀλλὰ καὶ τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἔχομεν διὰ ν’ ἀνορθώσωμεν τὴν πίστιν μας ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, διὰ τῆς πληρωμῆς τῶν δανείων τοῦ 24 καὶ 25. Καὶ ἐνῷ τοιοῦτοι φόροι ἐπιβάλλονται, καὶ ἐνῷ λέγουν οἱ ὑπουργοὶ ὅτι σκέπτονται σπουδαίως περὶ τῶν παρασκευῶν, ἔχετε ἐνώπιόν σας νομοσχέδιόν τι, τὸ ὁποῖον ν’ ἀποβλέπῃ τὴν ναυτικὴν δύναμιν τοῦ τόπου; καὶ ἂν ἡ Ἑλλὰς ἐγκαυχᾶται μᾶλλον διὰ τ’ ἀρχαῖα καὶ νεώτερα αὑτῆς κατορθώματα, ἀναντιῤῥήτως αὐτὰ εἶναι τὰ θαλάσσια. Τί περὶ αὐτῶν ἐσκέφθητε; οὐδέν! Αἱ περὶ μητρώων σκέψεις σας δὲν εἶναι προπαρασκευαὶ, ἀλλ’ εἶναι χαρτία ἄχρηστα! Αἱ προπαρασκευαὶ ἀπαιτοῦν πολὺ μεγαλειτέραν πρόνοιαν παρὰ κυβερνήσεως σπουδαίως σκεπτομένης περὶ παρασκευῶν· 30,000 ναύτας ἔχει ἡ Ἑλλὰς, οὐδεμία δὲ δύναμις εἰς τὴν Μεσόγειον δύναται νὰ καυχηθῇ, ὅτι ἔχει τοὺς ναύτας τοὺς Ἕλληνας, οἱ ὁποῖοι πάντοτε καὶ σήμερον ὑπερέχουν κατὰ τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν εὐτολμίαν ὅλων τῶν ναυτῶν τῆς Μεσογείου· ποῖα εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλάβετε περὶ αὐτῶν; καὶ εἰς ποίαν ἐποχήν! Εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἡ ἐπιστήμη ἀνεκάλυψε τὰ πυρπολικὰ τοῦ Κανάρη, τοῦ Θεοχάρη, τοῦ Παπανικολῆ καὶ τόσων ἐνδόξων ἀνδρῶν τῆς ἐπαναστάσεως, εἰς τοὺς ὁποίους κατὰ τὸ πλεῖστον ὀφείλομεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τόπου. Ἀλλ’ ἐστείλατε λοιπὸν ναυτικοὺς νὰ σπουδάσουν τὴν τέχνην τῶν σημερινῶν πυρπολικῶν (torpilles); ὄχι, μᾶς λέγετε, λησμονήσαντες ὅτι εἰς τὸ ναυτικόν μας ὀφείλομεν τόσα· ἂν διεσώθη ἓν σημεῖον στρατιωτικὸν, τὸ ὁποῖον διέσωσε τὸν κινδυνεύοντα ἑλληνισμὸν, ὀφείλεται πρὸ πάντων εἰς τὸν στόλον, ὁ ὁποῖος ἐμπόδισε νὰ τροφοδοτηθῇ τὸ φρούριον τῆς Ἀκροναυπλίας καὶ μετὰ ταῦτα ἐχρησίμευσεν ὡς ἀκρόπολις τῶν ἐλευθεριῶν τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος. Ἀλλὰ συνετάξαμεν, λέγει, μητρῷα, ὡσὰν ἡ ἐγγραφὴ ὀνομάτων εἰς τὰ μητρῷα ἀπὸ εἰδικοὺς παρέδρους εἶναί τι σπουδαῖον. Ὅπως παρασκευάσωμεν τὸ ἔθνος, ἐπιβάλλομεν τόσους φόρους, τοὺς ὁποίους προηγουμένως σᾶς ἀνέφερα, ἐκτὸς τοῦ φόρου τῶν δημητριακῶν, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ κύριος Τρικούπης λίαν εὐρέως ἀνέπτυξεν, ὅτι τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον παρεδέχθη ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν εἶναι σύστημα ἀνισότητος, διότι ἐνῷ ὁ ἴδιος ἀνωμολόγησεν, ὅτι ὁ φόρος ὁ ἔγγειος βαρύνει σπουδαίως τὴν γεωργικὴν τάξιν, ἔρχεται διὰ τοῦ φορολογικοῦ του νομοσχεδίου καὶ ἐπιβαρύνει αὐτὴν μὲ ἓν ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν διὰ τὴν ὁδοποιΐαν· ἐπιβάλλει ἀκόμη φόρον, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, εἰς τὰ λιμενικὰ ταμεῖα ὑπὲρ τῶν παρασκευῶν. Ἀλλ’ ὅταν ἐξ ἑνὸς μέρους ἔρχησθε καὶ λέγητε, ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς συγκοινωνίας ἀπαιτεῖ νὰ ἐπιβάλητε τὴν δεξιὰν εἰς ἐκτάκτους φόρους, ἁπλόνετε ἀμέσως διὰ τῆς ἀριστερᾶς καὶ ἀφαιρεῖτε τοὺς εἰς τὸν σκοπὸν τοῦτον πληρονομένους φόρους· ἔρχεσθε καὶ ἐπιβάλλετε φόρους εἰς τὰ ὤνια, τὰ ὁποῖα προσετέθησαν εἰς τοὺς δημοτικοὺς φόρους, ἕνεκα ἀνυπερβλήτων ἀναγκῶν τῶν Δήμων, διότι ὁ φόρος οὗτος ἐπεβλήθη ὅτε οἱ δῆμοι δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπαρκέσωσιν ἄλλως οἰκονομικῶς, ἐπειδὴ ὁ φόρος τῶν ὠνίων πρέπει νὰ ἐπιβάλληται εἰς ἀπολύτους ἀνάγκας, διότι εἶναι ὀχληρὸς καὶ βάρβαρος, καὶ πρέπει, ὅταν οἱ δῆμοι εὐπορήσωσι, νὰ ἀποσκορακισθῇ· καὶ ἐν τούτοις τὸν φόρον αὐτὸν σήμερον τὸν ἀφαιροῦσι καὶ τὸν εἰσάγουσιν εἰς τὸ ταμεῖον.
§18ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Προσθέτως τὸν ἐπιβάλλομεν, δὲν τὸν ἀφαιροῦμεν. Δὲν πρόκειται ν’ ἀφαιρεθῇ τίποτε ἀπὸ τοὺς δήμους.
§19ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπιβαρύνετε ὅμως τὸν τόπον. Περὶ τοῦ φόρου τῶν εἰσιτηρίων καὶ τῶν θεάτρων ἀρκετὸν σᾶς ἔκαμε λόγον ὁ κ. Τρικούπης. Τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν παραδεχόμεθα. Θέλομεν ἐπίσης ν’ αὐξήσῃ ὁ φόρος ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῶν τελωνείων, διότι, κατὰ τὸ σχέδιον τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ, ἐπιβαρύνεται ἡ ἔγγειος φορολογία καὶ ὡρισμέναι τάξεις ἀνθρώπων. Καὶ νέαν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἐπέβαλεν αὔξησιν ἐπὶ τοῦ ἐγγείου φόρου, τῶν οἰκοδομῶν, τῶν ἐπιτηδευμάτων, τῶν ζώων· λέγει, ὅτι τὰ εἰσπραττόμενα ἐξ αὐτοῦ τοῦ φόρου κατὰ τὸ ⅓ εἰσέρχονται εἰς τὸ ταμεῖον τῶν παρασκευῶν, κατὰ δὲ τὰ ⅔ εἰς χρῆσιν τῆς ὁδοποιΐας. Ἀλλ’ εἰς τὴν Ἑπτάνησον δὲν ὑπάρχουσι τοιοῦτοι φόροι.
§20ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Φαίνεται, ὅτι δὲν ἐνοήσατε τὸ νομοσχέδιον, ἢ δὲν ἐξηγήθην καλῶς. Μὴ ἐμβαίνετε εἰς λεπτομερείας, ἐκτὸς ἂν θέλητε ἐκ παρεξηγήσεων νὰ πλάττητε ἐπιχειρήματα.
§21ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ ἦσθε βέβαιος ὅτι δὲν πλάττομεν τίποτε. Ἀνέγνωσα τὸ νομοσχέδιον, καὶ λυποῦμαι, διότι δὲν τὸ ἔχω ἐδῶ, ἵνα σᾶς τὸ ἀναγνώσω.
§22ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἔχω ἐγώ· νὰ σᾶς δώσω διασαφήσεις, ἵνα ἐξέλθητε ἐκ τῆς πλάνης; Σᾶς λέγω, ὅτι, πλὴν τοῦ φόρου τοῦ εἰσπραττομένου σήμερον διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, ἐπιβάλλεται διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου καὶ ἕτερος πρόσθετος, τοῦ ὁποίου μνημονεύει τὸ ἄρθρον εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται. Εἶνε ἄρθρον γενικὸν καὶ ἐννοεῖ, ὅτι ἐκ τῶν εἰσπραττομένων ἐκ τῆς ἐν γένει φορολογίας διὰ τὴν ὁδοποιΐαν φόρων θὰ διατίθεται τὸ ⅓ διὰ τὸ ταμεῖον· σήμερον δὲ ἀπὸ τὰ εἰσοδήματα τῆς Ἑπτανήσου κρατεῖται φόρος ὁδοποιΐας. Ἐκ τούτου λοιπὸν τοῦ φόρου λέγομεν ἤδη, ὅτι τὸ ⅓ θὰ διατίθεται οὕτως ἢ ἄλλως.
§23ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, μὴ θυμόνετε· εἶσθε ἀρκετὰ φλεγματικός. Ἡμεῖς οὕτως ἐξηγήσαμεν τὸ νομοσχέδιον, καὶ λυποῦμαι, διότι δὲν τὸ ἔχω ἐδῶ, ἵνα σᾶς δείξω, ὅτι δὲν ἐξηγεῖται ἄλλως, ἑλληνιστὶ τοὐλάχιστον.
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ νόμος εἶναι περὶ προσθέτων φόρων· τὰ τέταρτον ἄρθρον λέγει «τὸ τρίτον τῶν εἰσπράξεων». Τίνων εἰσπράξεων; τῶν προσθέτων;
§25ΜΙΛΗΣΗΣ. Ποῦ εὑρίσκετε τὸ προσθέτων;
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν εἴχετε εἰς τὸν νοῦν σας ἄλλο νὰ γράψητε καὶ ἄλλο ἐγράψατε, μὴ αἰτιᾶσθε τὸν κ. Πετιμεζᾶν καὶ τοὺς ἄλλους, ὅτι ἠθέλησαν νὰ σᾶς παρεξηγήσουν.
§27ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ἐπιστεύσατε ὅτι θὰ ἀποδίδωνται πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουν;
§28ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐξακολουθῶ, κύριοι, τὴν σειρὰν τῆς ὁμιλίας μου. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Μέσης νὰ μὴ ἀπευθύνῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐρώτησιν περὶ τοῦ τίνας ἔχει συμμάχους· διότι θεωρῶ τοῦτο ἀντιπολιτικόν, νὰ ἐρωτᾶται δηλαδὴ εἰς τοιαύτας περιστάσεις ἡ Κυβέρνησις, τίνας ἔχει συμμάχους. Πλὴν μὴ πιστεύετε, ὅτι δύνασθε νὰ ἔχητε σπουδαίους συμμάχους, ἐνόσῳ δὲν φέρομεν ὅλοι οἱ Ἕλληνες ὅπλα· οἱ σύμμαχοι δὲν θέλουν νὰ ἔλθουν νὰ εὕρουν ἀνθρώπους περιφερομένους εἰς τὰ θέατρα καὶ τὰ καφενεῖα, ἀλλὰ θέλουν νὰ ἔλθωσι νὰ εὕρωσι θωρακωτὰ καὶ βραχίονας ὡπλισμένους. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν ἤδη νὰ ἐξετάσωμεν ἓν ζήτημα λίαν σπουδαῖον, τὸ ζήτημα τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825. Τὰ δάνεια ταῦτα εἶναι ὑποχρέωσις μιᾶς ἱερᾶς ὀφειλῆς πρὸς τοὺς δανειστάς, διὰ τὸν ἀγῶνα, εἶναι ἱερὰ ὀφειλὴ, ἣν πρέπει νὰ ἐξοφλήσωμεν· τοῦτο εἶναι ἀναντίῤῥητον. Ἀλλ’ ὁ τρόπος, δι’ οὗ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ζητεῖ νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐξομαλίζει τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἀνορθοῖ τὴν ὑπόληψιν τῆς Ἑλλάδος ἐν Εὐρώπῃ, καὶ στερεοῖ τὴν πίστιν εἰς τὰ χρηματιστήρια; βεβαίως ὄχι. Ἂν τὸ εἰσαχθὲν νομοσχέδιον ὑποστηριχθῇ ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν, βεβαιωθῆτε, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ἀνομολογοῦσιν ἐπισήμως τὴν χρεωκοπίαν τῆς Ἑλλάδος. Καὶ τί ἄλλο ἔκαμεν ἡ Τουρκία προχθές, ὅτε δὲν ἐπλήρωσε τοὺς δανειστάς της; Εἶπεν, ὀφείλω τόσα, θὰ πληρώσω τόσα, καὶ διὰ τὰ λοιπὰ θὰ ἐκδώσω χρεωστικὰς ὁμολογίας· αὐτὸ λέγεται χρεωκοπία, διότι ὡς κανόνα τῶν πράξεών της ἔλαβε τὴν ἰδίαν αὐτῆς θέλησιν καὶ ἀπόφασιν. Τί ἄλλο κάμνει τὸ νομοσχέδιον; λέγει ῥητῶς, αὐτὸ ἔχω νὰ σοῦ δώσω· ἂν θέλῃς, λάβε το, ἂν δὲν θέλῃς, μὴ τὸ λαμβάνῃς.
§29ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κύριε, αὐτὸ δὲν τὸ εἴπομεν· εἴπομεν, ὅτι ἐὰν δὲν θέλουν, μένουν τὰ πράγματα ὡς ἔχουσι.
§30ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ἐξ Ἀγγλίας ἔχομεν εἰδήσεις διαφορετικάς.
§31ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ποῦ ἠκούσθη νὰ κανονίζηται τὸ χρέος μόνον ἐκ μέρους τοῦ χρεώστου; Ὅταν ἤμην εἰς τὸ ὑπουργεῖον μετὰ τοῦ κ. Τρικούπη, παρουσιάσθη τὸ ζήτημα· καὶ ὅμως ἤλθομεν εἰς διαπραγματεύσεις καὶ δὲν ἠθελήσαμεν μονομερῶς νὰ προβῶμεν. Δὲν γνωρίζω δὲ ἐγὼ τὶ σεῖς ἐλάβετε μυστικὰ καὶ ποίας ἔχετε ἐξ Ἀγγλίας πληροφορίας· ἐγὼ ὁμιλῶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου. Ἀλλὰ διατί συνεδέσατε τὸ ζήτημα τοῦτο τῶν δανείων μὲ τὸ ζήτημα τῶν παρασκευῶν, καὶ εἰς περιστάσεις τόσον δεινάς; διὰ ν’ ἀνορθώσητε τὴν πίστιν τοῦ τόπου; Ἀλλ’ ὁ τρόπος οὗτος, δι’ οὗ ζητεῖτε νὰ κανονίσητε τὰ δάνεια, θὰ βλάψῃ τὴν ἐθνικὴν πίστιν πρὸς ζημίαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἔθνους· σᾶς τὸ εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης. Ἔχομεν, λέγουν, ἀνάγκην ἐκτάκτων παρασκευῶν, καὶ ἔχοντες ἀνάγκην τοιούτων, χρειαζόμεθα χρήματα, διὸ ὑποβάλλει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὴν νὰ δανεισθῇ 50,000,000. Ἀλλ’ ὁ τρόπος, δι’ οὗ ζητεῖ τὸ δάνειον τοῦτο, εἶναι ἀπραγματοποίητος· μὲ 7% ἀδύνατον νὰ πραγματοποιηθῇ. Οἱ λόγοι δὲ, οἱ ὁποῖοι λέγονται γύρωθεν καὶ ἔξωθεν, δὲν εἶναι σπουδαῖοι, ὅτι ὁ πατριωτισμὸς θὰ ἔλθῃ εἰς βοήθειαν· ὅταν ἓν ἔθνος θέλῃ νὰ κανονίσῃ τὴν τύχην του, δὲν στηρίζεται εἰς εἰκασίας καὶ εἰς ἐνθουσιασμοὺς, ἀλλ’ ἡ κυβέρνησις πρέπει νὰ σκέπτηται σπουδαίως καὶ τὰ νομοσχέδιά της νὰ παρουσιάζῃ ὑπὸ τύπον βεβαίας ἐπιτυχίας. Διὰ τοῦτο ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν πιστεύει σπουδαίως εἰς τὰς παρασκευὰς τὰς ἐκτάκτους, διότι τὰ νομοσχέδιά της δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν. Συνάμα ἔχομεν νομοσχέδιον καὶ περὶ σιδηροδρόμου, ὅπερ καὶ τοῦτο ἐπιβαρύνει τὸν προϋπολογισμὸν μὲ 2,500,000. Εἶμαι ὑπὲρ τῶν σιδηροδρόμων καὶ θέλω τοὺς ὑποστηρίξει ἐν πάσῃ περιστάσει διὰ πάσης θυσίας, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, καίτοι ἐπιβαρύνοντες τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐπιφέρουν ὠφελείας πολὺ μεγαλειτέρας εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ πλούτου τοῦ τόπου· ἀλλὰ δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ συνδεθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ σιδηροδρόμου μετὰ τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν. Συνεζήτησα, κύριοι, τὸ ζήτημα, χωρὶς βεβαίως νὰ ἦμαι ἐχθρὸς τῆς κυβερνήσεως καὶ οὐδενός. Ἂν ἀπεκρίθην πικρῶς, ἠμύνθην, καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀμύνης μοὶ ἐπιτρέπει νὰ κάμω τὰς παρατηρήσεις μου. Ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων ἐπὶ τόσας ἡμέρας μαρτυρεῖ, ὅτι δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν παρασκευῶν. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἐπαρουσίασεν ἡ κυβέρνησις ὥς τι πλῆρες, καὶ, ἂν λείψῃ τὸ ἓν, καταστρέφεται ἡ οἰκονομία τοῦ ὅλου· παραδέχονται ἀκόμη ὡς ἀναγκαῖον ἐλατήριον τοῦ συστήματος αὐτῶν καὶ αὐτὸν τὸν τρόπον, δι’ οὗ παρουσιάζονται νὰ λύσουν τὸ ζήτημα τῶν δανείων τῶν 24 καὶ 25, ὅστις δὲν εἶναι οὐ μόνον σπουδαῖος, ἀλλὰ καθιεροῖ καὶ τὴν χρεωκοπίαν.
§32ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι ἐξ Ἀγγλίας ἔχω ἐναντίας εἰδήσεις τῶν λόγων σας.
§33ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ δὲν συζητῶ μὲ τὰς πληροφορίας τὰς μυστικὰς, ἃς ἔχετε. Δὲν νομίζετε ἄξιον ἡ Βουλὴ νὰ γνωρίζῃ ποῦ κεῖται τὸ ζήτημα; Φέρετε τὴν ἀπόφασιν τοῦ χρηματιστηρίου τοῦ Λονδίνου, καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου σας. Τελειόνω, κύριοι, τὸν λόγον μου μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ σπουδαίως θέλει σκεφθῆ καὶ ἀποφασίσει, ὅτι τὰ προταθέντα νομοσχέδια ὑπὲρ παντὸς ἄλλου δύνανται νὰ ἦναι ἐπαρκῆ, οὐδέποτε ὅμως ὑπὲρ τοῦ σκοποῦ τῶν παρασκευῶν καὶ τῆς ἑτοιμασίας τοῦ ἔθνους.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Μαυροκορδάτος.
§35ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μὴ φανῶ ὅτι συντελῶ εἰς τὴν παράτασιν τῆς συζητήσεως· ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἄλλος νὰ ὁμιλήσῃ, τότε ἀποσύρομαι· ἄλλως, ἂν ὑπάρχῃ, κρατῶ τὴν σειράν μου.
§36ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζει ἡ κυβέρνησις, ὅτι ἡ παράτασις τῆς συζητήσεως βλάπτει τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου;
§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ συζήτησις, καθ’ ἡμᾶς, εἶναι ὠφελιμοτάτη, καὶ θὰ ἦναι ἐντροπὴ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς ἀπόφασιν ἄνευ συζητήσεως. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ, ἂν παραδέχηται ὅσα χθὲς ὁ συνάδελφός του ὑπουργὸς τῆς Παιδείας εἶπε περὶ τῆς χρονολογίας τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐπαναστάσεως τῆς Ἑρζεγοβίνης· ὁπωσδήποτε δὲ, νὰ μᾶς εἴπῃ, ποίας ἔχει ἐπισήμους πληροφορίας περὶ τῆς χρονολογίας τῆς ἐνάρξεως αὐτῆς;
§38ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀπαντῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν, ὅτι δὲν εἶχον κανένα λόγον νὰ ἐξετάσω τί ἔγραψαν αἱ ἀρχαὶ κατὰ τὸν παρελθόντα χρόνον, καθ’ ὃν ὁ ἀξιότιμος κύριος Τρικούπης ἦτο ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν· ἑπομένως δὲν εἶμαι εἰς θέσιν ν’ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐρώτησίν του. Τοῦτο γνωρίζω, ὅτι ἡ ἐπανάστασις τῆς Ἑρζεγοβίνης εἶχεν ἀνακηρυχθῇ ἐπισήμως διὰ τῶν ἀρχηγῶν τοῦ τόπου ἐκείνου κατὰ τὴν 29 Ἰουλίου 1875. Πρὸ τούτου δὲ τοῦ χρόνου δὲν ἠξεύρω, ἂν οἱ πρόξενοι ἀνεκοίνωσαν πληροφορίας εἰς τὸ ὑπουργεῖον· ἂν ἐπιμένετε, δύναμαι νὰ ζητήσω πληροφορίας.
§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μᾶς φέρητε πληροφορίας.
§40ΦΙΛΗΜΩΝ. Πότε ἡ Σερβία ἐδήλωσεν, ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τῆς Ἑρζεγοβίνης θὰ τηρήσῃ οὐδετερότητα; διότι αὐτὸ ἔγεινε τὴν 9 Ἰουνίου, καὶ λέγετε, ὅτι τὴν 29 Ἰουλίου ἀνεκηρύχθη ἡ ἐπανάστασις.
§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ὅλα τὰ ἔγγραφα· ἔχω τὴν κυανῆν βίβλον τῆς Ἀγγλίας. Αὐτὸ δὲ, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς, μόνον εἰς τὴν φαντασίαν του εὑρίσκεται..... (θόρυβος).
§42ΦΙΛΗΜΩΝ. .... (Θόρυβος).
§43Ν. ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ηὐχόμην, καὶ κατὰ τοῦτο συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καλαβρύτων τοῦ ἄρτι καταβάντος τοῦ βήματος, ηὐχόμην ἐπὶ ζητήματος τοσοῦτον σπουδαίου καὶ θίγοντος τὰ ὑπέρτατα ἐθνικὰ συμφέροντα νὰ ἐδίδοντο ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτεραι ἀφορμαὶ ἐρίδων καὶ ἀντεγκλήσεων ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου· ηὐχόμην νὰ εὑρεθῇ φωνὴ ἀρκούντως ἰσχυρὰ καὶ ἀρκούντως ἐπιβλητικὴ, ὥστε νὰ δεχθῶμεν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰς γνώμας αὐτῆς ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἰδοὺ ὁ κυριώτερος λόγος, δι’ ὃν ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν ἀνήκει εἰς ἡμᾶς νὰ παρατείνωμεν πλέον τοῦ δέοντος τὰς συζητήσεις ταύτας. Φρονῶ δὲ ἀδιστάκτως ὅτι πρέπει νὰ περαιώσωμεν ταχέως αὐτὰς, διότι τὰ σπουδαιότερα τῶν ἐπιχειρημάτων, ὅσα ἠδύνατο νὰ λεχθῶσιν ὑπὲρ ἑκατέρας τῶν ἀντιθέτων γνωμῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐλέχθησαν ἤδη, πᾶσα δὲ βραδύτης δύναται νὰ φέρῃ σπουδαίαν βλάβην εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Δυστυχῶς ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν λεχθῇ περὶ τοῦ ἐναντίου, βέβαιον εἶναι, ὅτι συνεδέθη μετὰ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος καὶ προσωπικὸν ζήτημα, καίτοι ἠδύνατο εὐλόγως τὸ ἔθνος ν’ ἀπαιτήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ μὴ πράξῃ τοῦτο, καὶ γενικῶς ἐξεφράσθη ἡ εὐχὴ νὰ μὴ θεωρηθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο ὡς προσωπικὸν, ὡς συνδεόμενον μετὰ τοῦ κυβερνητικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ νὰ περιορισθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων. Ἄν συνεδέθη ἤδη, εἰς τοῦτο δὲν πταίομεν ἡμεῖς· οὐδεὶς ὅμως δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι οἱ ψηφίζοντες σήμερον κατὰ τῆς ἀρχῆς τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων θὰ ἐπιφέρωσι τὴν πτῶσιν τῆς κυβερνήσεως, καὶ ὅτι ἡ πτῶσις τῆς κυβερνήσεως συνεπάγεται, ἂν οὐχὶ τὴν πτῶσιν, τοὐλάχιστον σπουδαίαν βραδύτητα ἐπὶ τῆς προπαρασκευῆς, τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος ἐπιζητεῖ. Ἀτυχῶς δὲ, κύριοι, τὸ ζήτημα ἔλαβε τοιαύτας διαστάσεις, ὥστε δὲν δύναταί τις νὰ θίξῃ αὐτὸ χωρὶς νὰ θίξῃ καὶ πλεῖστα ἄλλα συναφῆ ζητήματα, κατὰ τὸ φαινόμενον μὲν δευτερεύοντα, πράγματι ὅμως μεγίστην ἐπὶ τῆς οὐσίας ἐξασκοῦντα ἐπίδρασιν. Διὰ τοῦτο ὁμολογῶ, καὶ τοῦτο δὲν εἶναι σημερινὴ ἐμοῦ γνώμη, ὅτι ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ χωρισθῇ τὸ πολιτικὸν ζήτημα ἀπὸ τὸ πραγματικὸν καὶ νὰ κατορθωθῇ νὰ ψηφισθῇ ἡ ἀρχὴ τῶν νομοσχεδίων, χωρὶς νὰ ἀναμιχθῇ τὸ πολιτικὸν ζήτημα. Τὴν γνώμην ταύτην ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἶχον ἐκφράσει πρὶν ἔτι ἀρχίσωσιν αἱ ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις εἰς τὸν ἀξιότιμον φίλον μου κ. Ἀθαν. Πετμεζᾶν, λυποῦμαι δὲ, ὅτι δὲν ἐπετεύχθη ἡ ἐκπλήρωσις τῆς εὐχῆς μου ἐκείνης. Καθ’ ἣν στιγμὴν μέγα μέρος τῆς χερσονήσου τοῦ Αἵμου διατελεῖ ἀνάστατον, καθ’ ἣν στιγμὴν, πλὴν τῶν ἐντολέων ἡμῶν τοῦ ἐλευθέρου Βασιλείου, πλέον τῶν 6,000,000 ἑλλήνων ἔχουσιν ἐστραμμένα τὰ βλέμματά των πρὸς τὸ κοινοβούλιον τοῦτο, παρὰ τοῦ ὁποίου ἀναμένουσιν ἀποφάσεις σπουδαίας καὶ γενναίας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τοῦ συγκινοῦντος σήμερον ὁλόκληρον τὸν ἑλληνισμὸν, δὲν μοὶ φαίνεται ὀρθὸν νὰ συζητῶμεν ἡμεῖς ἐπὶ λεπτομερειῶν καὶ νὰ συνδέωμεν τὴν ἀρχὴν τῶν νομοσχεδίων μὲ τὸ ζήτημα τὸ κυβερνητικόν. Ἀλλ’ ἀφ’ οὗ οὕτως ἐγένετο, ἀφ’ οὗ εἰσήλθομεν ἀτυχῶς εἰς τὴν ὁδὸν αὐτὴν, δὲν θ’ ἀποφύγωμεν ἡμεῖς τὴν συζήτησιν. Κατὰ τὴν εὐρύτητα, ἣν ἔλαβεν ἡ συζήτησις αὕτη, συνεδέθη μετὰ τῆς ἐσωτερικῆς ἡμῶν κυβερνήσεως, μετὰ τῆς ἐξωτερικῆς ἡμῶν πολιτικῆς, μετὰ τοῦ στρατιωτικοῦ ἡμῶν διοργανισμοῦ, μετὰ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν μέσων· καὶ εἶναι ἀνάγκη ἐπὶ πάντων τούτων νὰ ῥίψῃ ἓν βλέμμα καὶ νὰ σχηματίσῃ γνώμην τινὰ πρὶν ἢ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ὅπως ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς διαφόρους γνώμας καὶ ἰδέας, αἵτινες ἐῤῥίφθησαν ἐν τῷ περιβόλῳ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως ταύτης, τῆς ἐξαντληθείσης ἤδη, κατ’ ἐμέ. Ὅταν λέγω, κύριοι, ἐσωτερικὴν κυβέρνησιν, δὲν ἐννοῶ νὰ θίξω τὸ ζήτημα τῶν θεσμῶν ἡμῶν, οὐδὲ ἀνατρέχων εἰς τὰ τῆς ἐθνικῆς συνελεύσεως ἢ εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ διέποντος ἡμᾶς συστήματος, ν’ ἀποφανθῶ, ἂν πρέπῃ νὰ διεπώμεθα ὑπὸ τοῦ δεῖνος μᾶλλον συντηρητικοῦ ἢ ὑπὸ τοῦ δεῖνος μᾶλλον φιλελευθέρου συστήματος· οὐδὲ προτίθεμαι νὰ ἐπαναλάβω γνώμην καὶ ἄλλοτε παρ’ ἐμοῦ ἐκφρασθεῖσαν περὶ τῆς ἀνάγκης δευτέρου διασκεπτικοῦ σώματος, πρὸς κατασκευὴν τελειοτέρων νομοθετημάτων καὶ τηρήσεως τῆς ἰσοῤῥοπίας τῆς πλάστιγγος ἐν τῇ περὶ ἐξουσίας πάλη. Τὰ τοιαῦτα εἶναι ζητήματα θεωριῶν καὶ οὐχὶ πρακτικῶν λύσεων. Περὶ πρακτικῶν δὲ λύσεων πρόκειται σήμερον. Τὰ τοιαῦτα, κύριοι, εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα τὰ ἔθνη καὶ τὰ κοινοβούλια συζητοῦν, ὅταν ἔχωσι πλήρη εὐκαιρίαν νοὸς, ὅταν δὲν ὑπάρχωσιν ἄλλαι κατεπείγουσαι ἀνάγκαι, προκαλοῦσαι τὴν προσοχὴν καὶ τὴν μέριμναν αὐτῶν. Ἄλλως ὅμως σκέπτονται καὶ ἐνεργοῦσιν, ὅταν ἐπίκηνται ἐθνικαὶ θύελλαι καὶ ὅταν ἐπέλθωσι στιγμαὶ μεγάλων ἐθνικῶν ἐνεργειῶν· εἰς τοιαύτην δὲ στιγμὴν φρονῶ, ὅτι εὑρισκόμεθα τώρα. Προκειμένου περὶ τῆς ἐσωτερικῆς τοῦ τόπου κυβερνήσεως, ἀναγκάζομαι, ἀκολουθῶν τινὰς ἐκ τῶν πρὸ ἐμοῦ λαλησάντων, νὰ κάμω ἐκδρομήν τινα ἐπὶ τῶν διαιρούντων ἡμᾶς κομμάτων, ἐπὶ τοῦ μηχανισμοῦ καὶ διοργανισμοῦ αὐτῶν καὶ τῶν συστημάτων αὐτῶν. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἀγνοεῖ πῶς ἐγεννήθησαν τὰ σημερινὰ κόμματα, ποῖοι ἱστορικοὶ λόγοι ἥνωσαν τοὺς διαφόρους πολιτευομένους πρὸς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν πολιτικῶν ἀποχρώσεων. Δὲν ἀγνοεῖτε δὲ, ὅτι πολλὰ ἐλέχθησαν καὶ ἐγράφησαν κατὰ τῶν πολιτικῶν μερίδων ὅπως ὑπάρχουσι σήμερον. Οἱ λέγοντες καὶ οἱ γράφοντες ταῦτα δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν οὔτε τοὺς ἱστορικοὺς τῶν κομμάτων λόγους, οὔτε τὰς ὑπηρεσίας ὅσας οἱ ἡγέται αὐτῶν πολλάκις παρέσχον εἰς τὸν τόπον. Ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ τόπου διατελοῦντες, ζητοῦσι παρ’ ἡμῶν κόμματα ἀρχῶν, ποίων δὲ ἀρχῶν δὲν μᾶς λέγουσιν, οὔτε δύνανται νὰ μᾶς εἴπωσιν. Ἴσως, κύριοι, φανῶ εἴς τινας παραδοξολογῶν, ἀλλ’ ὁμολογῶ ἐν εἰλικρινείᾳ ὅτι προτιμῶ τὰ κόμματα, ὅπως ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν, προτιμῶ ν’ ἀκούω κατονομαζόμενον κόμμα τοῦ κ. Κουμουνδούρου, κόμμα τοῦ κ. Δεληγεώργη, κόμμα τοῦ κ. Ζαΐμη, κόμμα τοῦ κ. Τρικούπη, ἢ, ὅπως ἀλλαχοῦ, νὰ βλέπω κόμμα τῆς πρώην βασιλείας, κόμμα τῆς δευτέρας βασιλείας, κόμμα τῆς αὐτοκρατορίας, κόμμα τῆς δημοκρατίας. Ἢ μήπως προτιμᾶτε τὰς διαιρέσεις, ἃς βλέπομεν ἐν τῇ ὡραίᾳ καὶ ἀτυχεῖ Ἱσπανίᾳ, ἥτις διατελεῖ διῃρημένη εἰς Ἀλφονσιστὰς, Καρολιστὰς καὶ δημοκρατικοὺς, καὶ οἱ τελευταῖοι οὗτοι ὑποδιαιροῦνται πάλιν εἰς τρεῖς ἢ τέσσαρας ἀντιπάλους ἀποχρώσεις. Καὶ οὐδὲν τῶν κομμάτων τούτων δύναται νὰ καθέξῃ τὴν ἐξουσίαν, ἣν ἀκαθέκτως ἐπιδιώκει, χωρὶς νὰ χυθῶσι ποταμοὶ αἱμάτων. Τοιαῦτα κόμματα ἀρχῶν προτιμῶ νὰ μὴ τὰ ἔχω. Εὐτυχῶς δὲ παρ’ ἡμῖν δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξωσι, διότι διαιρέσεις τοιαύτας δὲν ἔχομεν. Δὲν διαιροῦσιν ἡμᾶς εὐτυχῶς δυναστικὰ ζητήματα, καὶ ἐπὶ τῶν κυριωτέρων ζητημάτων, τῶν ἐνδιαφερόντων τὴν πολιτείαν ἡμῶν, ἅπαντες οἱ πολιτευόμενοι ὑπὸ τῆς αὐτῆς φιλοπατρίας ἐμφοροῦνται. Δὲν δυνάμεθα ἑπομένως νὰ γεννήσωμεν διαιρέσεις μὴ ὑπαρχούσας μόνον καὶ μόνον, ὅπως κοσμήσωμεν ἑαυτοὺς μὲ τὸ θελκτικὸν ὄνομα κόμματα ἀρχῶν. Κατ’ ἐμὲ λοιπὸν, κύριοι, προτιμῶ τὰ ὑπάρχοντα κόμματα μεθ’ ὅλας τὰς ἀτελείας αὐτῶν, διότι δι’ αὐτῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσῃ τις κυβέρνησιν διὰ τὸν τόπον, κυβέρνησιν ἀνταποκρινομένην εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, ἀποφεύγομεν δὲ κλονισμοὺς ἐσωτερικούς, ὀλεθρίους διὰ τὸν τόπον. Μᾶς ἀνέφερον, κύριοι, τὸν Βίσμαρκ καὶ τὸν Καβοὺρ, καὶ ὁ εὔγλωττος ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς μᾶς εἶπεν, ὅτι, ἂν ῥίψωμεν ὅλα εἰς ἓν χωνευτήριον, θέλει ἐξέλθει ἐξ αὐτοῦ ἓν κόμμα πατριωτικὸν, ἰσχυρὸν, κόμμα ἀρχῶν, ἐκ τοῦ ὁποίου θέλει προκύψει ἡ κυβέρνησις τοῦ τόπου, καὶ ὅτι, ἐὰν ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου δὲν εὑρεθῇ ὁ ἄνθρωπος ὁ μέλλων νὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς ἡμῶν, ὁ λαὸς θέλει ἀνεύρει καὶ τὸν ἐπιβάλλει. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν Βίσμαρκ καὶ τὸν Καβοὺρ, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Λομβάρδος νὰ τῷ εἴπω τὶ ἀπήντησα εἰς φίλον μου τινὰ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὅστις μοὶ ἔγραψε τὰ ἑξῆς· διατί δὲν ζητεῖτε περὶ ὑμᾶς ἕνα Βίσμαρκ, ἕνα Καβοὺρ, καὶ νὰ τὸν θέσητε ἐπὶ κεφαλῆς τῶν κοινῶν; Ἐκύτταξα περὶ ἐμὲ, τῷ ἀπήντησα, ἠρώτησα καὶ ἄλλους φίλους, δὲν εὕρομεν ἀκόμη τὸν τοιοῦτον ἄνθρωπον· παρακαλῶ καὶ ὑμᾶς νὰ τὸν ἀναζητήσητε, καὶ ἅμα τὸν εὕρητε, πέμψατε αὐτὸν διὰ τοῦ πρώτου ταχυδρομείου· θέλομεν εὐχαρίστως τὸν δεχθῆ. Ἀλλ’ ὁ κ. Λομβάρδος ἠδίκησε καὶ αὐτὸν καὶ τὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα ἀπεκάλεσε περιφρονητικῶς προσωπικά· ὁ κ. Λομβάρδος ἐλησμόνησεν, ὅτι καὶ αὐτὸς διετέλεσεν ἐπὶ πολὺν χρόνον ἔγκριτον μέλος ἑνὸς τῶν κομμάτων τούτων, καὶ ὅταν μᾶς εἶπεν, ὅτι οἱ ἡγέται τῶν σήμερον ἐν τῇ κυβερνήσει κομμάτων μετρῶσι τοὺς φίλους των ἐπὶ τῶν κομβίων τῶν κομβολογίων των, ἠδίκησεν ἑαυτὸν, διότι δὲν πιστεύομεν νὰ ἐμετρήθη ποτὲ τοιουτοτρόπως, οὐδ’ ἀποδίδει εἰς τὰς πολιτικὰς μερίδας τὴν ἀδικίαν τοῦ νὰ ὑποθέτῃ, ὅτι οἱ ἡγέται αὐτῶν δι’ ἑνὸς νεύματος τῆς χειρὸς ἢ τοῦ μανδηλίου ἠμποροῦν νὰ ἐγείρουν σειρὰς βουλευτῶν ἐπὶ τῶν ἑδωλίων αὐτῶν. Εἶπον, ὅτι ἀναγνωρίζω καὶ τὰς ἐλλείψεις τῶν κομμάτων, μία δὲ εἶναι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ εὔκολον νὰ σχηματισθῇ δι’ αὐτῶν κυβέρνησις, ἐνῷ δυστυχῶς δυνατὸν καὶ εὔκολον εἶναι νὰ καταῤῥίπτωσι τὰ κόμματα τὰς κυβερνήσεις τοῦ τόπου. Εἰς τοῦτο ὅμως ὑπάρχει ἓν φάρμακον, καὶ τὸ φάρμακον αὐτὸ εἶναι ἡ σύμπραξις τῶν κομμάτων. Ἐθεωρήθη ὡς μία τῶν μεγάλων ἡμῶν ἐλλείψεων, ὅτι δὲν ἠδυνήθημεν νὰ συμπήξωμεν ἓν ἰσχυρὸν κόμμα, δυνάμενον νὰ διευθύνῃ τὰ κοινά. Δὲν πρέπει ὅμως, ἐπειδὴ δὲν ἐγένοντο τὰ πράγματα ἀκριβῶς, ὅπως τὰ ἐπιθυμοῦμεν, νὰ τυφλώττωμεν πρὸς τὰ γενόμενα καλά. Ὅταν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἐν ᾧ ἐξηρχόμεθα ἐκ τοῦ σπουδαίου ἐκείνου σάλου, τὸν ὁποῖον γνωρίζετε, ὁ τόπος ἐζήτει παρ’ ἡμῶν κυβέρνησιν, δύο ἰσχυρὰ κόμματα ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὁ κύριος Λομβάρδος ἀποκαλεῖ προσωπικὰ, ἀπεφάσισαν νὰ συμπράξωσι πρὸς διευθέτησιν τῶν κοινῶν· δὲν ἀπέβλεψαν εἰς ἰδιοτελῆ συμφέροντα, ἀλλ’ ἔθεσαν τὴν κοινὴν ἀνάγκην ὑπεράνω τῆς ἰδίας αὑτῶν, καὶ ὁ τόπος, μεθ’ ὅσα καὶ ἂν λέγωσι περὶ τοῦ ἐναντίου, ἐπεκρότησεν εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτῶν καὶ ἐξετίμησε τὴν πρᾶξιν ταύτην. Εὔχομαι καὶ ἐγὼ νὰ ἐλαττωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν πολιτικῶν μερίδων, νὰ γείνωσιν, εἰ δυνατὸν, αὗται δύο μόνον, περιερχόμεναι ἀλληλοδιαδόχως εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν. Ἀλλ’ ὀφείλομεν, χάριν τοῦ ποθουμένου, νὰ μὴ παραγνωρίζωμεν καὶ τὸ ὑπάρχον. Ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κομμάτων καὶ ἡ βελτίωσις αὐτῶν εἶναι ζήτημα χρόνου καὶ ὑπομονῆς. Εἰς ἄλλα μεγάλα ἔθνη παρῆλθον αἰῶνες μέχρις ὅτου ἐπιτευχθῇ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, παρ’ ἡμῖν δὲ θέλετε νὰ κατορθωθῇ ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ. Ὀφείλομεν ἑπομένως ν’ ἀποδεχθῶμεν ὅτι ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἐσχηματίσθησαν αἱ πολιτικαὶ μερίδες, εἴτε ἐγεννήθησαν αὗται, ὅπως φρονοῦσί τινες, ἕνεκα τῶν συνεχῶν διαλύσεων τῶν βουλῶν, εἴτε διὰ τὸ φίλαρχον καὶ φίλερι τῶν πολιτευομένων, ἡ ὕπαρξις αὐτῶν δὲν δύναται νὰ τεθῇ ἐκποδών, καθότι, ὡς εἶπον ἀνωτέρω, τὰ κόμματα ἔχουσιν ἱστορίαν, ἔχουσι προηγούμενα, τὰ μέλη αὐτῶν συνδέονται πρὸς ἄλληλα καὶ πρὸς τοὺς ἡγέτας αὐτῶν διὰ δεσμῶν φιλίας, ὑπολήψεως, κοινοῦ πολιτικοῦ βίου, ἐνίοτε πολυετοῦς, καὶ ἀπατῶνται οἱ φρονοῦντες, ὅτι δύνανται ἐν μιᾷ στιγμῇ καὶ δι’ ἑνὸς νεύματος νὰ λύσωσι τοὺς δεσμοὺς τούτους. Οὐδόλως ὅμως ἀποκρούω τὴν εὐγενῆ ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Νέων Ψαρῶν, τοῦ νὰ γείνῃ προσπάθεια, ὅπως συμπράξωσιν ἐν τῇ κυβερνήσει ὅσον τὸ δυνατὸν πλειότερα κόμματα. Εὔχομαι τὸ τοιοῦτον, καί τοι γινώσκων καλῶς τὰς δυσχερείας τοῦ πράγματος. Ἐὰν δὲ τοῦτο δὲν κατορθωθῇ, ἤθελον ἐπιθυμήσει νὰ ἐξακολουθήσωσι συμπράττουσαι αἱ δύο πολιτικαὶ μερίδες, αἵτινες πρὸ ἑνὸς ἔτους ὑποστηρίζουσι τὴν κυβέρνησιν. Διὰ τῆς συμπράξεως αὐτῶν, θέλομεν ἔχει τὴν βεβαιότητα, ὅτι ὑπάρχει ὁμὰς ἀρκούντως ἰσχυρὰ, ὅπως παράσχῃ εἰς τὸν τόπον κυβέρνησιν, ἂν ὄχι ἄλλο, τοὐλάχιστον βιώσιμον. Μὴ θεωρεῖτε δὲ τοῦτο μικροῦ λόγου ἄξιον· καθότι κυβέρνησις, ἔστω καὶ ἐκ τῶν ἀρίστων προσώπων συγκειμένη, ἥτις δὲν δύναται νὰ κρατηθῇ ἐπὶ τῶν ποδῶν αὐτῆς, δεικνύει διὰ τούτου, ὅτι στερεῖται τινῶν ἐκ τῶν στοιχειωδῶν προσόντων κοινοβουλευτικῆς κυβερνήσεως. Ὅταν ἀποκτήσωμεν κυβέρνησιν ἰσχυρὰν ἐσωτερικῶς, δυνάμεθα δικαίως ν’ ἀξιῶμεν παρ’ αὐτῆς καλὴν τοῦ τόπου διοίκησιν. Ἀλλὰ μέγα προσὸν τοιαύτης κυβερνήσεως ἔσται καὶ ὅτι ἔσεται ἰσχυρὰ, ὅταν πρόκηται νὰ προστατεύσῃ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν καὶ τὰ ἐκτὸς τοῦ ἐλευθέρου βασιλείου συμφέροντα τοῦ τόπου. Ὅταν κυβέρνησίς τις ἔχῃ ἰσχὺν ἐν τῷ κοινοβουλίῳ, δύναται μετὰ θάῤῥους καὶ πεποιθήσεως νὰ εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν εἰς τὴν Εὐρώπην. Ἡ Εὐρώπη, κύριοι, ἐπὶ πολὺν χρόνον ἐφάνη ἄδικος πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Ὅταν μετὰ ἐννέα ἐτῶν ἡρωϊκὰ κατορθώματα καὶ χειμάῤῥους αἱμάτων ἀπέκτησε τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτῆς ἡ μικρὰ αὕτη τοῦ ἑλληνισμοῦ γωνία, ἡ Εὐρώπη ἀνέμενε νὰ ἴδῃ ἀναφαινομένους, ὡς ἐκ θαύματος, νέους Λεωνίδας καὶ νέους Θεμιστοκλεῖς· ἐνθουσιῶσα ἐκ τῆς ἀναμνήσεως τῶν λαμπρῶν σελίδων τῆς προγονικῆς ἡμῶν ἱστορίας, ἠξίωσε παρ’ ἡμῶν ὅ,τι ἐκείνη μὲν ὠνειρεύετο, ἡμεῖς δὲ ἦτο ἀδύνατον νὰ παράσχωμεν. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνατρέψωμεν τοὺς νόμους τῆς φύσεως, καὶ ἡ Ἑλλὰς, ἔρημος, γυμνὴ καὶ ἀπηυδημένη, δὲν ἠδύνατο νὰ φθάσῃ δι’ ἑνὸς ἅλματος εἰς τὴν πρόοδον, τὴν εὐημερίαν τοῦ πολιτισμοῦ, καὶ νὰ ὑποστῇ τὴν σύγκρισιν πρὸς τὰ μεγάλα τῆς Δύσεως ἔθνη. Ἰδοὺ διατί δὲν ἀνταπεκρίθημεν εἰς ὅ,τι ἐπερίμενεν ἡ Εὐρώπη, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἠδυνήθημεν ν’ ἀνταποκριθῶμεν, διὰ τοῦτο κατεδικάσθημεν ἀναπολόγητοι καὶ μᾶς ἐθεώρησαν κατωτέρους καὶ τῆς ἀληθοῦς ἡμῶν ἀξίας. Ἐὰν ὅμως μετὰ πλειοτέρας δικαιοσύνης ἐξητάζετο τὸ πρᾶγμα, ἤθελε φανῆ ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐπέδειξεν ἐν βραχεῖ διαστήματι καταπληκτικὰς προόδους, ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον ἐπροώδευσεν, ὅσον ἦτο ἀδύνατον εἰς πᾶν ἄλλο κράτος· διότι ὁ πληθυσμὸς ἡμῶν ἐντὸς τεσσαράκοντα ἐτῶν ὑπερεδιπλασιάσθη καὶ ἀναλογεῖ πρὸς τὸν τῆς Τουρκίας ὡς 4 πρὸς 1, ὁ προϋπολογισμὸς ἑδεκαπλασιάσθη, ἡ βιομηχανία ἡμῶν δεικνύει προόδους σημαντικωτάτας, ἡ ἀσφάλεια εἶναι πληρεστάτη, ἡ δὲ ἀνάπτυξις τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ναυτιλίας ἡμῶν ἀποτελοῦσι μαρτύριον πασιφανὲς τῆς ζωτικότητος τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς. Σπουδαῖοι λόγοι τοῦ ἀδικήματος αὐτοῦ τῆς Εὐρώπης ὑπῆρξε καὶ ὁ μάταιος φόβος, μήπως ἡ Ἑλλάς, ἐξερχομένη τῆς ἀληθοῦς αὐτῆς τροχιᾶς, κατασταθῇ ὄργανον ξενικῶν ἐνεργειῶν. Κατὰ τοῦ φόβου τούτου ἐπολέμησεν ἐπὶ πολλὰ ἔτη ὁ ἑλληνισμὸς, καὶ μόλις ἐπ’ ἐσχάτων δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐδυνήθη νὰ πείσῃ τὴν Εὐρώπην περὶ τοῦ ἀνυποστάτου τῆς κατηγορίας ταύτης, εἰς τὴν ὁποίαν τὴν ἐκράτει τῆς Εὐρώπης ἡ ἄγνοια καὶ μὴ ὀρθὴ τῶν πραγμάτων ἐκτίμησις. Ἀληθῶς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν σήμερον, ὅτι ἐν Εὐρώπῃ ἐξέλιπεν ἡ ἰδέα αὕτη, καὶ τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη διαγωγὴν ἡμῶν. Αἱ κυβερνήσεις καὶ οἱ λαοὶ ἐπῄνεσαν τὴν εἰρηνικὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐκ τοῦ ὅτι ἐξηκολουθήσαμεν καὶ ἐξακολουθοῦμεν νὰ ἤμεθα φιλειρηνικοὶ, δὲν ἕπεται, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ λησμονήσῃ τὴν θέσιν αὑτῆς ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἢ νὰ καταλίπῃ τὰς παραδόσεις αὑτῆς. Τοῦτο δὲ ἤθελε πράξει, ἂν ἐν τῷ μέσῳ τῆς περὶ ἡμᾶς θυέλλης δὲν ἐλάμβανε τ’ ἀναγκαῖα μέτρα, ὅπως εὑρεθῇ ἑτοίμη εἰς πᾶσαν περίστασιν, ἥτις δύναται νὰ παρουσιασθῇ. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπίκειται ἴσως πόλεμος μεταξὺ δύο μεγάλων Αὐτοκρατοριῶν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Ἀνατολὴ διατελεῖ ἀνάστατος, ἤθελεν εἶναι μέγα λάθος ἐκ μέρους ἡμῶν νὰ σταυρώσωμεν τὰς χεῖρας καὶ ν’ ἀδιαφορήσωμεν ἀπέναντι τοῦ θεάματος, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ἡ Ἀνατολὴ, ἐν τῇ ὁποίᾳ ζῶμεν, μετὰ τῆς ὁποίας οἱ παλμοί μας πάλλουσι, καὶ ἐν τῇ ὁποίᾳ ζῶσι πολλὰ ἑκατομμύρια ἀδελφῶν ἡμῶν. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ μὴ σκεφθῇ καὶ ἡ Ἑλλὰς ὅπως ἐσκέφθησαν καὶ ἄλλα κράτη ὑποτελῆ, καὶ νὰ μὴ διοργανίσῃ τὰς δυνάμεις αὑτῆς. Ἀλλὰ μᾶς ἐρωτῶσι, θέλετε λοιπὸν τὸν πόλεμον; Τίς ὡμίλησε περὶ πολέμου; Ἐννοοῦμεν ὡς κράτος ἀνεξάρτητον νὰ διοργανίσωμεν τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ἵνα μὴ τυχὸν ἔλθῃ ὁ κίνδυνος καὶ μᾶς εὕρῃ ἀνετοίμους. Θέλομεν ἐξακολουθήσει τὴν αὐτὴν πορείαν καὶ τὴν αὐτὴν πολιτικὴν, ἀλλὰ θέλομεν νὰ μὴ εὑρεθῶμεν ἐκτεθειμένοι, ἀνέτοιμοι καὶ μὴ δυνάμενοι νὰ ὑπερασπίσωμεν τὸν ἀδικούμενον ἑλληνισμόν. Ἐὰν ὁ Βασιλεὺς, χρώμενος τῷ δικαιώματι, ὅπερ χορηγεῖ αὑτῷ τὸ Σύνταγμα, ἐσκέπτετο νὰ κηρύξῃ πόλεμον, βεβαίως ἡ κυβέρνησις ἤθελε τὸ εἴπει ἡμῖν καθαρά· δὲν τὸ λέγει, δὲν δύνασθε νὰ ἐξαγάγητε συμπεράσματα. Ἀλλὰ, μᾶς λέγουν, ἔχετε συμμάχους; κύριοι, τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι τόσον λεπτὸν, ὥστε ἤθελεν εἶναι εὐχῆς ἔργον νὰ μὴ ἐγίνετο λόγος περὶ τούτου ἐνταῦθα· ἀλλὰ προφανεῖς σύμμαχοι τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες θέλουσι τὴν βελτίωσιν, τὴν προαγωγὴν, τὸ μεγαλεῖον αὐτῆς. Ἰδοὺ διατὶ εἶπον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς κατώρθωσεν ἓν μέγα πρᾶγμα, ἀποτρέψασα ἀπὸ τὴν Εὐρώπην τὴν δυσπιστίαν, διότι ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν εἶναι ὄργανον οὐδεμιᾶς ξένης πολιτικῆς, ἀλλ’ ὅτι ἀκολουθεῖ πολιτικὴν καθαρῶς Ἑλληνικήν. Ἐὰν δὲ αἱ περιστάσεις τὴν ἀναγκάσωσι νὰ ἐξέλθῃ τῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται, πέποιθα ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις, εἴτε ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, εἴτε ἄλλος τις προΐσταται τῶν κοινῶν, ὑπὲρ καθαρᾶς Ἑλληνικῆς πολιτικῆς θέλει κηρυχθῆ, καὶ ἐν τῇ πορείᾳ ταύτῃ θέλει ἀναζητήσει τὴν δύναμίν της. Ἀλλὰ, ἐρωτῶσι, διατί δὲν ἐφρόντισε ταχύτερον ἡ Κυβέρνησις καὶ δραστηριώτερον νὰ αὐξήσῃ τὰς ἐθνικὰς δυνάμεις; Ἡ διοργάνωσις τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων εἶναι ζήτημα χρόνου, ἀπαιτοῦν καὶ δαπάνας πολλὰς καὶ μελέτην οὐκ ὀλίγην. Ἐπειδὴ δε εἶναι ζήτημα χρόνου καὶ εὐτυχῶς πάντοτε καιρὸς νὰ τὸ πράξωμεν, δὲν μοὶ φαίνεται δίκαιον τὸ νὰ ψέγωμεν τοσοῦτον αὐστηρῶς τὴν κυβέρνησιν, διότι δὲν προπαρεσκευάσθη 4 ἢ 5 μῆνας ταχύτερον. Ἐὰν ἀληθῶς ᾖνε ζήτημα ἀπαιτοῦν καὶ μελέτην καὶ χρόνον, ἐὰν τοιαῦτα, ὁποῖα μᾶς ὑπέδειξαν οἱ ἀντιφρονοῦντες, ὑπάρχουν τὰ ἐμπόδια, οἱ ἓξ μῆνες, οἵτινες ἀπωλέσθησαν, εἶναι ἐλάχιστον. Ἐὰν δὲ τοὐναντίον τὸ ἔργον ᾖναι εὔκολον, πάλιν τὸ κακὸν δὲν εἶναι μέγα, διότι, ἂν ἐπιληφθῶμεν δραστηρίως τοῦ ἔργου, ἐν βραχεῖ χρόνῳ ἀναπληροῦμεν τὸν ἀπολεσθέντα. Ἀλλὰ ἡ κυβέρνησις σᾶς λέγει, δότε μοι τὰ μέσα καὶ θέλω φροντίσει ὑπὲρ τῆς ἀναπτύξεως τῶν δυνάμεων, ἔχετε δὲ ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοσχέδιον αὐτῆς. Ἐπ’ αὐτοῦ μοι φαίνεται ὅτι καθῆκον τῆς Βουλῆς εἶναι ν’ ἀποφασίσῃ ταχέως, ἐὰν δύναται νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς τὴν ἑλληνικὴν κυβέρνησιν τὸν διοργανισμὸν τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων· ἐὰν τὸ φρονῇ αὐτὸ, ἐὰν παραδεχθῇ τὴν ἀρχὴν τῶν νομοσχεδίων, θ’ ἀφήσωμεν τὰς λεπτομερείας κατὰ τὴν συζήτησιν. Ὀφείλομεν ὅμως νὰ δείξωμεν ὅτι ἅπαντες συναισθανόμεθα τὴν ἀνάγκην τῆς διοργανώσεως τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων, διότι, κύριοι, μὴ ἀπατώμεθα, ὑπάρχει τις ὑπεύθυνος διὰ τὴν ἀπαράσκευον κατάστασιν, ἐν ᾗ διατελοῦμεν εἰς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις, ἐν αἷς εὑρισκόμεθα, ὁ ὑπεύθυνος δὲ οὗτος εἴμεθα πάντες ἡμεῖς. Τὸ ἀληθὲς, κύριοι, εἶναι, καὶ πρέπει σήμερον παράποτε ἄλλοτε νὰ εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν, ὅτι ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν δὲν ἐγένετο σκέψις οὔτε ἐν ταῖς ἐθνικαῖς συνελεύσεσιν, οὔτε ἐν τῇ Βουλῇ τῶν ἀντιπροσώπων περὶ σπουδαίας ἀναπτύξεως τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων· τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι, ὁσάκις γίνεται σκέψις περὶ οἰκονομιῶν, αἱ οἰκονομίαι αὗται ἐπιπίπτουν ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.
§44ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ τῶν Ναυτικῶν.
§45ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ἀφ’ οὗ αἱ οἰκονομίαι ἔπιπτον ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ εὑρεθῶμεν σήμερον ἀνέτοιμοι; Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Σύρου μὲ ὑπενθυμίζει τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ἔχει δίκαιον, καὶ τῷ ἐνθυμίζω ἐγὼ, εἰς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης του, καὶ θὰ τὸ ἐνθυμῆσθε πολλοὶ ἐξ ὑμῶν, ὅτι ὑπῆρξεν ἐποχὴ, καθ’ ἣν ὁ ἀείμνηστος Μιαούλης παρήγγειλε 4 ἢ 5 ἀτμοημιολίας, τὴν Σαλαμινίαν, τὴν Πάραλον καὶ τὰς λοιπὰς, αἵτινες ἀπεδείχθησαν ἔκτοτε χρησιμώταται, καὶ ἐν τούτοις κατηγορήθη σφοδρῶς, διότι εἶχε κάμει αὐτὴν τὴν ἐλαχίστην δαπάνην διὰ τὰ μόνα πλοῖα τὰ ὁποῖα ἔχομεν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν. Τὸ ἐνθυμεῖσθε, κύριε Μπούμπουλη;
§46ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μάλιστα.
§47ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ἐπικαλοῦμαι καὶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ὅτι ἔγεινε συζήτησις ἱκανὴ τότε περὶ τούτου. Κύριοι, δὲν προτίθεμαι νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων· ἀλλ’ ἂς μοι ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, διότι τινὲς ἐκ τῶν συναδέλφων ἠθέλησαν νὰ ἐξευτελίσωσιν ἄνευ λόγου τὴν ἀξίαν τῶν μέσων ἡμῶν. Φρονῶ ἐν πεποιθήσει ὅτι τὰ μέσα ἡμῶν, ἐὰν δὲν ᾖνε καθ’ ὁλοκληρίαν ὁποῖα τὰ ἐπιθυμοῦμεν, δὲν εἶναι καὶ τόσον ἀνάξια λόγου ὅπως φρονοῦσι τινές. Ἡ Ἑλλὰς ἔχει σήμερον 10 ἢ 12 χιλιάδας καλῶς κατηρτισμένου στρατοῦ, ὡπλισμένου δι’ ὅπλων ὀπισθογεμῶν· δύναται ἄνευ δυσκολίας νὰ διπλασιάσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο. Ἔχει πεντήκοντα ἢ ἑξήκοντα χιλιάδας ὅπλα ὀπισθογεμῆ καὶ ἐμπροσθογεμῆ, τὰ ὁποῖα καὶ ταῦτα δύνανται ν’ ἀποβῶσι χρήσιμα ἐν ἀνάγκῃ· ἔχει δὲ καὶ ὑλικὸν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐν ἀνάγκῃ δύναται νὰ φανῇ πολὺ ἀνωτέρα ἢ ὅτι φρονοῦσι τινές. Τὰ ὀπισθογεμῆ ὅπλα Μυλωνᾶ, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς χεῖρας τοῦ στρατοῦ, εἶναι κάλλιστα, κατὰ τὴν μαρτυρίαν ἀνωτάτων καὶ λίαν εἰδημόνων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ. Μὲ συγχωρεῖ ὁ ἀξιότιμος τῶν Καλαβρύτων βουλευτὴς κ. Σωτ. Πετιμεζᾶς νὰ εἴπω τοῦτο, χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν λεπτομερῆ ἐξέτασιν, τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι βεβαίως ἐγὼ νὰ κάμω, ὑπὲρ τῶν ὅπλων τοῦ Μυλωνᾶ· ὅτι ἐν ὅσῳ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, ὅτι ἑλληνικὴ ἐπιτροπὴ ἐξ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν ἐθεώρησεν αὐτὰ καλὰ, ἀφοῦ γνωρίζω ὅτι τὰ ὅπλα αὐτὰ ἐξητάσθησαν καὶ ὑπέστησαν πολλὰς δοκιμασίας ἐν Βελγίῳ καὶ ἐν Ῥωσσίᾳ, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ θεωρῶ αὐτὰ κατάλληλα, καὶ φρονῶ, ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ ψέξῃ αὐτὰ, χωρὶς ν’ ἀναλάβῃ σπουδαίαν εὐθύνην. Νομίζω δὲ, κύριοι, ὅτι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς λεπτομερείας εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ἐξοπλισμοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς ἄλλον παρὰ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, οὐχὶ διότι θέλω ν’ ἀφαιρέσω ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἐξελέγξῃ πᾶν ὅ,τι ἐνδιαφέρει τὸ κράτος, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου πρέπει νὰ ἔχωμεν ἕνα κανόνα, μίαν διεύθυνσιν, καὶ πιστεύω ἔτι, ὅπως ὑπάρχῃ ἑνότης ἐνεργείας, ὀφείλομεν τὰ ζητήματα τοιαύτης φύσεως νὰ ἐμπιστευώμεθα εἰς τοὺς ἑκάστοτε διέποντας τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἀποροῦσι δῆθέν τινες διατὶ ἀπεφάνθημεν ὅτι θὰ ὑποστηρίξωμεν κατ’ ἀρχὴν τὰ νομοσχέδια ταῦτα, διὰ τῶν ὁποίων τίθεται ἔκτακτος φόρος ὑπὲρ τῶν παρασκευῶν τοῦ ἔθνους. Ἀλλὰ, κύριοι, ὅτε οἱ τακτικοὶ προϋπολογισμοὶ δὲν ἐπαρκοῦσιν εἰς τὰς συνήθεις τῆς ἐπικρατείας ἀνάγκας καὶ ἀναφαίνονται νέαι καὶ ἀπόλυτοι ἀνάγκαι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς ταύτας διὰ τῶν συνήθων μέσων, καὶ ἐπιβάλλεται ἡμῖν ὡς καθῆκον νὰ σκεφθῶμεν περὶ εὑρέσεως ἐκτάκτων πόρων. Εἰς τὴν ἀνεύρεσιν δὲ τῶν πόρων τούτων τείνουσι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται ἡμῖν σήμερον ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως. Δὲν θέλω νὰ εἴπω κύριοι, ὅτι ὅλα τὰ μέτρα τὰ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβαλλόμενα εἶναι ἄριστα· δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι τινὰ ἐξ αὐτῶν δὲν ἐπιδέχονται συζητήσεις σπουδαίας, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ οἱ ἀξιότιμοι ὑπουργοὶ, ὅταν ἔλθῃ ἡ στιγμὴ τῆς συζητήσεως, θέλουσι δεχθῆ πᾶσαν παρατήρησιν, θέλουσι παραδεχθῆ τὰς μεταβολὰς ὅσαι φανῶσιν ὀρθαὶ, καθὼς καὶ ἡμεῖς θέλομεν προθύμως ἀποδεχθῆ τὰς δοθησομένας ἐπὶ τῶν ἀμφιβολιῶν ἡμῶν παρατηρήσεις. Ἀλλὰ νὰ νομίζωσι τινὲς, ὅτι θὰ κάμωμεν παρασκευὰς σπουδαίας ἄνευ ἐκτάκτων μέσων, μοὶ φαίνεται σολοικισμός· παρατηρῶ δὲ εὐχαρίστως, ὅτι εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπεκράτησε τὸ ἑξῆς ἀξιόλογον σύστημα, ὅτι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ζητοῦνται σπουδαῖα ποσὰ διὰ δαπάνας ἐκτάκτους, ἐγένοντο καὶ μελέται πρὸς κάλυψιν αὐτῶν καὶ ἐπιζητοῦνται καὶ νέοι πόροι, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐσκέφθη βεβαίως ὡρίμως ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ κυβέρνησις. Ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι δυνάμεθα πολλὰ ἐξ αὐτῶν νὰ τὰ συζητήσωμεν, ἀλλ’ ἡ ἀρχὴ τοῦ νὰ ἐπιβληθῶσι φόροι ἔκτακτοι, ὅπως ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας, εἶναι ἓν σημεῖον ἀγαθὸν, τὸ ὁποῖον δὲν δύνανται καὶ οἱ τὰ ἐναντία φρονοῦντες νὰ μὴ ἀναγνωρίσωσι. Δὲν θὰ εἰσέλθω, κύριοι, εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν οἰκονομικῶν νομοσχεδίων, καὶ διὰ τὸν λόγον τὸν ὁποῖον σᾶς εἶπα, καὶ διότι θὰ ἔλθωσιν εἰς γενικὴν συζήτησιν ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου· ὀφείλω ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ κυβέρνησις εἶναι ἀξιοκατάκριτος, ἐὰν ὅλα τὰ μέτρα αὐτῆς δὲν φαίνονται ἐξίσου ὑποστηρικτέα, ἢ ἐὰν εἴς τινας λεπτομερείας διαφωνῶμεν. Ἀδιάφορον εἶναι ἐὰν νομίζῃ τις, ὅτι ὁ δεῖνα φόρος δὲν εἶναι κατάλληλος καὶ εἶναι κατάλληλος ὁ δεῖνα· ὅτι, φερ’ εἰπεῖν, δὲν εἶναι καλὸς ὁ φόρος ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων, ἢ εἶναι καλὸς ὁ ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος ἢ ἄλλος τις. Ἀναφέρω δὲ ἰδίως τοὺς δύο φόρους τούτους, διότι δὲν διστάζω νὰ σᾶς εἴπω ἀπὸ τοῦδε, ὅτι ἐπείσθην ὅτι καὶ ἀμφότεροι οἱ φόροι οὗτοι εἶναι λογικοὶ καὶ πρέπει νὰ γείνωσι δεκτοί. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπάρχωσι διαφωνίαι ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ λόγος οὗτος ἠμπορεῖ νὰ μᾶς φέρῃ εἰς δισταγμόν τινα ὡς πρὸς τὴν πολιτικὴν ἡμῶν πορείαν. Ἡμεῖς τοὐλάχιστον ὑποστηρίζομεν τὴν κυβέρνησιν, νομίζοντες, ὅτι ἀνταπεκρίθη μέχρι τοῦδε εἰς τὰς προσδοκίας ἡμῶν καὶ ἐφρόντισε περὶ τῶν ἀληθῶν συμφερόντων τοῦ κράτους. Ἀφοῦ λοιπὸν εὑρίσκομεν κατ’ ἀρχὴν ὀρθὰς καὶ τὰς ἰδέας τὰς ὁποίας ἡ κυβέρνησις ἀνέπτυξεν ἐν τοῖς νομοσχεδίοις, ἀφοῦ εὑρίσκομεν ὀρθὴν τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ἡ κυβέρνησις σχετικῶς πρὸς τὴν ὑποστήριξιν τῶν ἑλληνικῶν συμφερόντων, τοῦτο δὲ ἐξάγομεν καὶ ἐκ τῶν πράξεων αὐτῆς, καὶ ἐκ τῆς συζητήσεως, ἥτις ἐγένετο ἐνώπιον ἡμῶν, φρονοῦμεν ἀδιστάκτως, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ ὑποστηρίξωμεν αὐτὴν καὶ διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν.
§48ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, πανταχόθεν ἀκούεται ἡ λέξις προπαρασκευαὶ, πανταχόθεν ἀκούεται ἡ λέξις ἐθνικὴ ἀνάγκη, ἥτις ὑπαγορεύει τὰς προπαρασκευὰς ταύτας, ἀλλ’ ὄχι πανταχόθεν ἀκούεται ἂν ἐπίσης σπουδαία ἐθνικὴ ἀνάγκη ᾖναι ἡ ἐξέτασις ἐν τῷ συνόλῳ ὅλων τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι πρέπει νὰ ὑποβάλῃ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἐθνικῆς ἀνάγκης. Ἂν, κύριοι, σπουδαία ᾖναι ἡ ἐκπλήρωσις τῆς μεγάλης ἐθνικῆς ἀνάγκης διὰ τῶν προπαρασκευῶν, διὰ τοῦ ἐξοπλισμοῦ τοῦ ἔθνους, ἄλλο τόσον σπουδαία, φρονῶ, ἄλλο τόσον ἐπιβλητικὴ εἰς τὴν συνείδησιν ἑκάστου βουλευτοῦ, ἀντιπροσωπεύοντος ἰδίᾳ τὴν ἐπαρχίαν του καὶ ἐν συνόλῳ τὸ ἔθνος, εἶναι καὶ ἡ ἐξέτασις ἂν τὰ προτεινόμενα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νομοσχέδια εἴς τε τὰ καθέκαστα αὐτῶν καὶ ἐν τῷ συνόλῳ ἀνταποκρίνωνται πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς μεγάλης ἐθνικῆς ἀνάγκης. Δὲν ἐρίζουσι καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ περὶ τῆς ἀρχῆς τῆς ἐκπληρώσεως αὐτῆς τῆς ἀνάγκης· δὲν ἐρίζουσι καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ ἂν ὑφίσταται αὐτὴ ἡ ἐθνικὴ ἀνάγκη· οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ ὅτι αἱ περιστάσεις τῆς Ἀνατολῆς, αἱ ἴδιαι περιστάσεις τοῦ ἔθνους ἡμῶν ἐπιβάλλουσι τὴν ἐκπλήρωσιν αὐτῆς τῆς ἀνάγκης. Καθ’ ὅλας τὰς ἡμέρας, καθ’ ἃς συζητεῖται τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἴσως τὸ μέγιστον τῶν ζητημάτων ἀφ’ ὅτου ἐγένετο ἑλληνικὴ Βουλὴ, ἐπισταμένως, κύριοι, ἠκροάσθην ὅλων τῶν συζητήσεων, ἐσχημάτισα δὲ τὴν ἰδέαν ὅτι εἶναι ἀνάγκη προπαρασκευῶν· εἶδον ὅμως ἐν τῇ ἰδέᾳ ταύτῃ, ὅτι δὲν ἔχει τι τὸ ἁπλοῦν, ἀλλ’ ὅτι εἶναι μία ἰδέα πολλαπλῆ, σύνθετος· τουτέστιν αἱ προπαρασκευαὶ δύνανται νὰ ὦσιν, ὡς τὰς ὠνόμασέ τις, τακτικαὶ, δύνανται νὰ ὦσιν ἔκτακτοι, δύνανται νὰ ὦσι βαθμιαῖαι, δύνανται νὰ ὦσι κατεσπευσμέναι· ἡ φύσις αὕτη τῶν παρασκευῶν φέρει καὶ εἶναι ἀνάγκη ὡς λύχνος νὰ διαφωτίσῃ τὸ σκότος, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἐντὸς τῶν νομοσχεδίων, ὅπως εἴπωμεν, ἀνταποκρίνονται μὲν ταῦτα εἰς τὸ τακτικὸν καὶ βαθμιαῖον, δὲν ἀνταποκρίνονται ὅμως εἰς τὸ ἔκτακτον καὶ ἐσπευσμένον. Ποίας φύσεως εἶναι αἱ παρασκευαὶ τὰς ὁποίας ζητοῦμεν, τὰς ὁποίας αἱ μεγάλαι περιστάσεις τῆς Ἀνατολῆς ἐπιβάλλουσι; πῶς ὀφείλει νὰ ἐξοπλισθῇ τὸ Ἔθνος; ὁ ἐξοπλισμὸς δέον νὰ περιορισθῇ κατὰ ξηρὰν, δέον νὰ ἐπεκταθῇ κατὰ θάλασσαν; εἶναι ἀνάγκη 200 χιλιάδων στρατιωτῶν δι’ ἐθνοφρουρὰν καὶ διὰ στρατὸν, καὶ ἡ ἀνάγκη αὕτη εἶναι ἐπείγουσα ἢ ἄμεσος, ἢ εἶναι ἐνδεχομένη; εἶναι ὁ κίνδυνος ἐπὶ θύραις ἢ εἶναι πειρασμοί; διότι ἀμφότεραι αἱ ἰδέαι αὗται ἐῤῥίφθησαν. Κύριοι, δὲν ἔχετε ἀνάγκην ἵνα μακρηγορήσω ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου, τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμὲ, ὅστις εἶμαι ὁ ἀσθενέστερος πάντων τῶν προλαλησάντων, κατ’ ἐμὲ, πρέπει νὰ ᾖναι ὁ πυρὴν, ἐκ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ὁρμηθῶμεν εἰς τὴν καθ’ ἕκαστα συζήτησιν. «Χωρὶς νὰ γνωρίσωμεν, κύριοι, τὴν ποιότητα τῶν παρασκευῶν, καὶ ὁποῖαι ζητοῦνται ἀπὸ τὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται εἰς μίαν οἵαν δήποτε Κυβέρνησιν, χωρὶς νὰ γνωρίσωμεν ποῖαι εἶναι αἱ περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουσι τὰς δεῖνα ἢ δεῖνα προπαρασκευὰς, πῶς ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν τὰ νομοσχέδια ταῦτα;» Πολλάκις μάλιστα κατὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς Βουλῆς, ἐκτὸς τοῦ λόγου τοῦ πρωθυπουργοῦ, προέταξε μίαν ἔκθεσιν περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, διὰ τῆς ὁποίας ἐκθέσεως θέλει νὰ δικαιολογήσῃ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν συγχωρεῖ νὰ γείνῃ χρῆσις χρηματικῶν μέσων πρὸς ἐκπλήρωσιν αὐτῆς τῆς ἐθνικῆς ἀνάγκης τῶν προπαρασκευῶν· ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος παριστάνει ἀέναον ἔλλειμμα ἀπὸ τοῦ ἔτους 61, τὸ ὁποῖον πρώτη σκέψις ἑκάστης Κυβερνήσεως φρονίμου εἶναι νὰ εὕρῃ τὰ μέσα πῶς νὰ τὸ ἐξαλείψῃ, πῶς νὰ τὸ συμπληρώσῃ· καὶ ὅτι, δεύτερον μέρος, ἀνάγκη πᾶσα νὰ εὑρεθῶσιν οἱ ἔκτακτοι πόροι, οἵτινες νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλουσιν αἱ προπαρασκευαί. Καὶ καλῶς ποιοῦσα ἡ Κυβέρνησις, κατέστησεν εἰσαγγελέα, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐνόμισε πρέπον νὰ διαγράψῃ καὶ τὸ ὁποῖον παριστάνει τὴν σημαίαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ κυβερνήσῃ τὸν τόπον, νὰ κάμῃ εἰσαγγελέα τὰ χρήματα, διότι ἄνευ χρημάτων οὐδὲν τῶν δεόντων ἐστὶ ποιῆσαι· εἰς τὴν ἔκθεσιν ταύτην εὑρίσκει τις τὴν ἀπεικόνισιν τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἡ κυβέρνησις ἐνόμισε κατάλληλα πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος καὶ τῆς πολιτικῆς της. Εἰς τὴν ἔκθεσιν μᾶς δίδει τὸ δικαίωμα ἡ ἰδία Κυβέρνησις ν’ ἀναζητήσωμεν καὶ ἐξετάσωμεν ἂν τὰ προτεινόμενα μέτρα ἀνταποκρίνωνται εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν μέσων, ὅπως φέρωσιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς μεγάλης ἐθνικῆς ἀνάγκης, ἥτις ὀνομάζεται σήμερον προπαρασκευαί· ἡ μελέτη λοιπὸν τῆς ἐκθέσεως ταύτης, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπέστησα τὴν προσοχήν μου, μοὶ δίδει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ὑπάρχει ἀνταπόκρισις καὶ ἐκπλήρωσις τοῦ μεγάλου σκοποῦ, τὸν ὁποῖον αἱ περιστάσεις ἐπιβάλλουσι, τοὐλάχιστον τῆς πραγματοποιήσεως τῶν παρασκευῶν ὁποίας ἐνόησεν αὐτὴ ἡ κυβέρνησις, ἀλλ’ ὅτι μάλιστα ἀντιστρατεύονται. Τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἐκθέσεως ταύτης, κύριοι βουλευταί, ἀποδεικνύει, ὅτι ἀπὸ τὸ ἔτος 61— τοῦ 74 παριστάνει πάντοτε ὁ προϋπολογισμὸς ἓν ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἐκαλύφθη δι’ ἀλλεπαλλήλων δανείων, ὅτι ἐνῷ τὰ ἔσοδά μας κατὰ τὸ 61 ἀνήρχοντο εἰς 21,684,000, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 24,228,000, κατὰ τὰ 74 ἔχομεν τὰ μὲν ἔσοδα ὑπεραυξηθέντα εἰς 37,409,000, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 40,417,000· καὶ ὅτι ἀπὸ τοῦ 61— τοῦ 74 ὑπάρχει εἰς τὰ ἔξοδα τῶν 7 ὑπουργείων αὔξησις κατὰ 4,800,000 κατ’ ἔτος, καὶ ὅτι ἡ αὔξησις αὕτη προοδεύει ὁσημέραι ἕνεκα τῶν αὐξανομένων ἀναγκῶν, ἄλλην δὲ ἀνάγκην ἔκτακτον δὲν ἠξεύρω, εἰμὴ τὴν προσάρτησιν τῆς Ἑπτανήσου. Ὁ κύριος δὲ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ θεραπεύσῃ αὐτὸ τὸ ἔλλειμμα, δὲν ἔρχεται εἰς ἄλλο μέτρον εἰμὴ εἰς τὴν πρότασιν, ἥτις ἔχει δύο μέρη καὶ φέρει νομοσχέδια δύο φύσεων· τέσσαρα νομοσχέδια εἶναι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν ἐξόδων, ἕτερα δὲ ἓξ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν ἐσόδων. Θέλω σᾶς ἀπαριθμήσει αὐτὰ, διότι εἶναι ἀνάγκη ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της ἐπὶ τούτου, διὰ τὰ συμπεράσματα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐξάξωμεν· τὰ δὲ νομοσχέδια ἀποτελοῦν, κατὰ τὸ σύστημα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ μέσα, μὲ τὰ ὁποῖα δύναται ν’ ἀνορθωθῇ ὁ προϋπολογισμός, ὥστε ὄχι μόνον ἔλλειμμα τοῦ λοιποῦ νὰ μὴ ὑπάρχῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ μείνῃ περίσσευμα, τὸ ὁποῖον νὰ διατεθῇ ὑπὲρ τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν. Σημειωτέον δὲ ὅτι εἰς τὰ δέκα αὐτὰ νομοσχέδια δὲν ὑπάρχει προσθήκη φόρων, καὶ αʹ. τροπολογία τοῦ στρατολογικοῦ νόμου· βʹ. κατάπαυσις τῆς φυγοδικίας, διὰ τῆς παραδοχῆς τοῦ μέτρου τῆς προφυλακίσεως· γʹ. μεταβολὴ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος· δʹ.) συμπλήρωσις τοῦ συστήματος τῆς εἰσπράξεως. Αὐτὰ εἶναι καθόσον ἀφορᾷ τὰ ἔσοδα. Ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα εἶναι τὰ ἄλλα ἕξ, αʹ) ἀπαλλαγὴ χαρτοσήμου· βʹ) τροπολογία τοῦ περὶ καταδιώξεως νόμου· γʹ) χορήγησις προθεσμίας καὶ ἀπαλλαγὴ τόκων διὰ τὰ καθυστεροῦντα· δʹ) νέος δασονομικὸς νόμος, ε) τροπολογία τοῦ δασμολογίου καὶ ϛʹ) μεταβολὴ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος. Μετὰ τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν δέκα αὐτῶν μέτρων, ἡ ἔκθεσις καταλήγει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἐκ τούτων ὅλων θέλει ἀνορθωθῆ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ θέλει μείνει περίσσευμα, τὸ ὁποῖον θέλει χρησιμεύσει διὰ τὴν στρατιωτικὴν διαῤῥύθμισιν καὶ ἐν μέρει διὰ τὰς στρατιωτικὰς ἀνάγκας. Μετὰ τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἐκθέσεως ἔρχεται τὸ συμπληρωματικὸν μέρος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις τῶν παρασκευῶν· καὶ ἐπειδὴ τὸ μέρος τοῦτο ἀπαιτεῖ ἐκτάκτους δαπάνας, ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προτείνει τὰ νομοσχέδια περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἐθνικοῦ ἐξοπλισμοῦ διὰ τῆς προσθήκης τελωνιακῶν δασμῶν καὶ διαφόρων ἄλλων εἰσφορῶν, ἐξ ὧν θέλει ἀποφέρει εἰσόδημα 3,000,000 καὶ τακτοποίησιν τῶν κατὰ τὸν ἀγῶνα συνομολογηθέντων ἐξωτερικῶν καὶ ἐσωτερικῶν δανείων. Ἀφίνω εἰς ὑμᾶς νὰ κρίνητε ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς συμπλήρωσις, οὕτως εἰπεῖν, τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀναφέρει, ὅπως ὄχι μόνον ἀνορθωθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, ἀλλὰ καὶ ἐκπληρωθῶσιν αἱ ἔκτακτοι ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλουσιν αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις· Δʹ) συγχώνευσις τοῦ Ταμείου τῶν Συντάξεων καὶ αὔξησις τῶν παρακρατήσεων. Ἐπίσης εἰς τὴν κρίσιν σας ἀφίνω κατὰ πόσον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνδέεται μὲ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ἐθνικοῦ πανελληνίου πόθου περὶ προπαρασκευῶν.
§49ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ ἔκθεσίς μου εἶναι περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου· δὲν εἶναι περὶ προπαρασκευῶν.
§50ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Καὶ σημειώσατε, ὅτι εἰς τὰ 10 αὐτὰ μέτρα δὲν συγκατατάσσεται καὶ ἓν ἑνδέκατον «οἰκονομίαι», καὶ τελειόνετε διὰ τῶν λόγων· «καὶ ὅτι οὐ μόνον θέλετε ἀσφαλίσει..................» Ποῖαι εἶναι αὐταὶ αἱ ἀνάγκαι; εἶναι ἄλλη μεγαλειτέρα, ἀπέναντι τῆς ὁποίας πᾶσα ἄλλη ὀφείλει νὰ καταπαύσῃ, εἰμὴ ἡ ἐθνικὴ, ἡ πανελλήνιος, εἰμὴ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν παραδέχεται καὶ ἡ ά καὶ ἡ βʹ μερὶς, ἡ ἐκπλήρωσις τῶν προπαρασκευῶν αὐτοῦ τοῦ πόθου, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου μέχρι τοῦ ἄλλου τῆς ἑλληνικότητος ἠκούσθη; Δύνανται νὰ ὦσιν εἰς τὰς ὁμαλὰς περιστάσεις καὶ πλεῖσται ἄλλαι ἀνάγκαι, ἀλλ’ ἀπέναντι αὐτῆς τῆς πανελληνίου πᾶσα ἄλλη πρέπει νὰ καταπαύσῃ. Διότι, κύριοι, πῶς θὰ δικαιολογηθῶμεν εἰς τοὺς ἐντολεῖς μας, ἀφοῦ τοῖς ἐπιβάλωμεν τόσους ἐπαχθεῖς φόρους, τόσα βαρέα δάνεια; νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη ἐθνικὴ, ἐπείγουσα, διὰ νὰ προνοήσωμεν περὶ τῶν ἐκτάκτων προπαρασκευῶν· ἐπίσης ἦτο ἀνάγκη ἐπείγουσα διὰ νὰ προνοήσωμεν περὶ τῆς πληρωμῆς τῶν δανειστῶν τοῦ 1824 καὶ τῶν ἄλλων, οἵτινες ἔχουσιν ἀπαιτήσεις ἱερὰς, ἄλλως τε καὶ ἀκαταμαχήτους κατὰ τοῦ ἔθνους, ἢ ὅτι ἔπρεπε νὰ προνοήσωμεν συγχρόνως καὶ περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν συνταξιούχων; Καὶ ἂν, κύριε ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐνομίζατε ὅτι καὶ ἄλλαι ἀνάγκαι πρέπει συγχρόνως νὰ ἐκπληρωθῶσι, διατί ἐλησμονήσατε τὸν σιδηρόδρομον τῆς Λαμίας, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ ἓν ἐκ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν εἰς τὴν Βουλήν; Εἰς τὴν ἔκθεσίν σας οὐδὲ μνείαν ποιεῖτε περὶ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου· τὸ υἱοθετεῖτε αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον; Ἐγὼ, ὅταν εἰσήχθησαν τὰ νομοσχέδια, ἔλαβον τὴν ἰδέαν, ὅτι αὐτὸς ὁ σιδηρόδρομος, ὅτι καὶ αὐτὸς εἰς τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως ἐθεωρήθη ὡς ἓν μέρος ἀναπόσπαστον πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς μεγάλης ἰδέας τῶν προπαρασκευῶν, ὡς ἐθεωρήθησαν καὶ αἱ συντάξεις καὶ τὰ δάνεια τοῦ 1824· δὲν εἶναι λοιπὸν ἄπορον ἂν ἐγὼ, ἐξετάζων αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν, ἔρχομαι εἰς ἐκεῖνο τὸ συμπέρασμα, ὅτι αὐτὴ ἡ ἔκθεσις δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς προεκηρύξατε περὶ τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ ἐθνικοῦ πόθου τῶν παρασκευῶν. Καὶ πράγματι, κύριοι, ἂν διὰ τῆς ὁμολογίας τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν διὰ τῆς ἐκθέσεως αὐτοῦ, ἔχετε τὸ ἀκόλουθον ἐξαγόμενον, ὅτι διὰ τῶν πρώτων 10 μέτρων τὰ ὁποῖα οὐδὲν ἐπαχθὲς ἔχουσιν, οὐδὲ προσθέτουσι φόρους, ἂν δι’ αὐτῶν, λέγω, τῶν μέτρων ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατέρχεται εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἡμῶν ἀνορθοῦται, γίνεται τὸ ἰσοζύγιον, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ μένει καὶ κατάλοιπον, τὸ ὁποῖον θὰ οἰκονομήσῃ ἐν μέρει τὰς ἀνάγκας τὰς ἐκτάκτους· ἐὰν προσθέσητε εἰς τὰ 10 ταῦτα μέτρα καὶ τὸ κορυφαῖον πάντων, τὸ ἑνδέκατον, «τὴν οἰκονομίαν», εἰς τὴν ὑπάρχουσαν Κυβέρνησιν, τί ἔχετε κύριοι; Ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς προσθήκης αὐτῶν τῶν 3,000,000 τὰ ὁποῖα σᾶς ὑπόσχονται αὐτὰ τὰ μέτρα, δὲν θὰ ἐπαρκέσητε ἴσως εἰς τὰς ἐκτάκτους ἐθνικὰς ἀνάγκας; τότε ἐξηγηθῆτε ποίου εἴδους προπαρασκευὰς ζητεῖτε, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, κύριοι, φαίνεται ὅτι πρόκειται περὶ βαθμιαίων προπαρασκευῶν, τουτέστι περὶ μιᾶς διοργανώσεως νέας τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων, μιᾶς ἀναπτύξεως βαθμιαίως γενομένης διὰ τῶν ἐκτάκτων μέτρων, ἅτινα ὑπαγορεύονται καὶ ἅτινα ὀφείλουσι νὰ ἀποφέρωσι μίαν αὔξησιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν 3,000,000 κατ’ ἔτος, χρησίμων πρὸς τοῦτο. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ τῶν κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν ἐξοπλίσεων; ὁρίσατε τὴν φύσιν τῶν παρασκευῶν, ἵνα ἴδωμεν καὶ ἡμεῖς, ἂν ἡ θυσία τῶν 150 ἑκατομμυρίων, μὲ τὰ ὁποῖα ζητεῖτε νὰ ἐπιβαρύνητε τὸ ἔθνος διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας, ἀξίζει τὸν κόπον. Ἂν μόνον καὶ μόνον πρόκηται νὰ αὐξηθῇ τὸ σχετικὸν κονδύλιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ἀποβλέπον εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, ὅπως τὸ ἔθνος εὑρεθῇ παρεσκευασμένον εἰς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις τῆς Ἀνατολῆς, τότε, κύριοι, τὸ ἔργον αὐτὸ δύναται νὰ περιορισθῇ εἰς αὐτὸ καὶ μόνον τὸ κεφάλαιον τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων καὶ νὰ προστεθῇ εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὑμεῖς ὑπαγορεύεται πρὸς ἀποτέλεσιν τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ προστεθῇ καὶ τὸ τῆς οἰκονομίας. Ἀλλά, κύριοι, εἰς τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν περιέχεται καὶ κἄτι τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον, ὡς Ἑπτανήσιος, δὲν δύναμαι νὰ ἀποσιωπήσω. Ἀναμιγνύονται ὁλόκληροι παράγραφοι ἀφορῶσαι ἀποκλειστικῶς τὴν Ἑπτάνησον, ἄδηλον δὲ εἶναι εἰς ἐμὲ διατὶ ἐῤῥίφθησαν αἱ παράγραφοι αὗται εἰς τὴν ἔκθεσιν αὐτήν. Ἡ πρώην Ἑπτάνησος παρίσταται, ὅτι δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τὰ ἔσοδά της, καὶ ὅτι ἀπὸ τῆς ἑνώσεως μέχρι σήμερον ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ δαπανήσῃ ὑπὲρ αὐτῆς. Ἰδοὺ τὶ λέγει· (ἀναγινώσκει ἐκ τοῦ νομοσχεδίου.) Ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω καὶ νὰ μάθω παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ διατὶ τὸ μέρος τοῦτο ἰδιαιτέρως ἀπησχόλησε τὰς σκέψεις του.
§51ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι στατιστικαὶ πληροφορίαι.
§52ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θέλετε νὰ σᾶς ἀπαντήσω εὐθύς. Εἰς τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἐκθέσεώς μου ἔκαμα σύγκρισιν μεταξὺ τῶν ἐξόδων τοῦ 1861 καὶ τοῦ 1876, καὶ ἐκθέτω τοὺς λόγους τῆς αὐξήσεως τῶν ἐξόδων κατὰ τὸ 1876· μεταξὺ δὲ τῶν διαφόρων αἰτίων, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει ἡ ἔκθεσις, εἶναι, ὅτι προσετέθη καὶ ἡ Ἑπτάνησος· λέγω λοιπόν, ὅτι μόνον ἡ τοπικὴ ὑπηρεσία τῆς Ἑπτανήσου ἀπαιτεῖ 1,843,000 δραχμάς. Ἐπρόσθεσα δὲ ὅτι εἰς αὐτὸ τὸ ποσὸν δὲν περιλαμβάνεται ἡ ἀναλογία τῆς Ἑπτανήσου διὰ τὰ ἔξοδα τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας, τὰ ἔξοδα τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν κτλ. Ὅπως ἀλλαχοῦ εἶπον, ὅτι ηὔξησαν τὰ ἔξοδα τῆς δικαιοσύνης, ὅτι ηὔξησαν τὰ ποσοστά, ὅτι ἐβιάσθημεν νὰ δώσωμεν εἰς τὴν ὁδοποιΐαν, ὅτι πληρώνομεν περισσότερον διὰ τοὺς τηλεγράφους, οὕτω δὲν ἠδυνάμην νὰ παραλείψω ὅτι εἴχομεν καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κάμωμεν τὰ ἔξοδα τῆς Ἑπτανήσου. Καὶ ταῦτα μὲν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον μέρος. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον μέρος τῆς ἐκθέσεώς μου, παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Βελιανίτην ὅτι ἔγραψα περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ κράτους· ἀλλ’ ἡ κατάστασις αὕτη δὲν περιλαμβάνει μόνον τακτικὰ ἔξοδα καὶ ἔσοδα ἀναγόμενα εἰς τοὺς ἀπολογισμοὺς ἀλλ’ ἔχει καὶ διαφόρους μερίδας ἐνεργητικοῦ καὶ παθητικοῦ. Ἐκ τῶν μερίδων τούτων ὤφειλον νὰ δικαιολογήσω δύο, διότι πᾶς βουλευτής, ἀναγινώσκων τὴν ἔκθεσιν ταύτην, ἤθελε ζητήσει λόγον ἀπὸ πάντα ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διατὶ ἀφῆκε νὰ ἐξακολουθῶσιν αὐταὶ αἱ δύο μερίδες· ἐκ τούτων δὲ ἡ μὲν μία εἶναι ἡ λεγομένη προκαταβολαὶ καὶ δάνεια, ἡ δὲ ἑτέρα διέκρινε διαχειρίσεις ἐν Ἑπτανήσῳ· ἡ πρώτη προέρχεται διότι συνεστήθησαν διάφορα δημοτικὰ σχολεῖα, εἰς τοὺς ἀπολογισμοὺς δὲ ἐμφαίνεται κατ’ ἐπαρχίας ἡ ὀφειλὴ αὕτη, ὥστε δὲν ἔχει νὰ παραπονεθῇ ἡ Ἑπτάνησος, διότι ὅ,τι ἐγένετο εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας, ἐγένετο καὶ διὰ τὴν Ἑπτάνησον· εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν τῶν προκαταβολῶν ὑπάγεται καὶ ἡ ἑτέρα μερίς, αἱ ἐγχώριοι διαχειρίσεις ἐν Ἑπτανήσῳ. Δὲν ὑπῆρχε νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ ὑποχρεόνῃ τὴν Ἑπτάνησον νὰ προκαταβάλῃ χρήματα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἐπαρχιακῶν ταμείων· ἐν τούτοις, λόγου γενομένου, ἐγένοντο τοιαῦται προκαταβολαί, καὶ ὤφειλον νὰ τὰς καταδείξω εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ληφθῇ μέτρον ὁριστικόν, ἵνα ἐξαλειφθῇ καὶ ἡ μία μερὶς καὶ ἡ ἑτέρα, διότι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸ ταμεῖον τοῦ κράτους. Ταῦτα εἶχον νὰ παρατηρήσω, δὲν εἶχον δὲ σκοπὸν νὰ προσβάλω τὴν Ἑπτάνησον.
§53ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ δὲν ἐνόησα ὅτι ἠθέλατε νὰ προσβάλητε τὴν Ἑπτάνησον, ἀλλ’ ὅτι ἐκάματε ἰδιαίτερον λόγον. Μοὶ ἐδώσατε τὸν λόγον, ἀλλὰ δὲν μὲ ἱκανοποιήσατε, καθόσον ὑμεῖς δὲν ἐνησχολήθητε καὶ εἰς τὰ καθ’ ἕκαστα.
§54Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ λέγω μόνον ποῦ καὶ ποῦ, εἰς ποίας νήσους ἐδόθησαν τὰ χρήματα.
§55ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀφοῦ δὲν μοὶ ἐδώσατε τὰ καθέκαστα καὶ δὲν ἐσημειώσατε καὶ τοὺς ἀναλυτικοὺς πίνακας, δὲν δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω καθαρῶς, ἐὰν τὸ μέρος τοῦτο ᾖναι λανθασμένον ἤ τι ἄλλο. Κατετάξατε κακῶς τὰς προκαταβολάς, τὰς ὁποίας λέγετε, ὅτι ἐκάματε ὑπὲρ τῶν ἐγχωρίων διαχειρίσεων· δὲν εἶναι δὲ θέμα τῆς σημερινῆς συζητήσεως, ἐγὼ ἐπροκάλεσα μόνον τὴν διασάφησιν. Λέγω δὲ, ἀκαταλλήλως ἐθέσατε εἰς τὰ νομοσχέδια περὶ προπαρασκευῶν τὴν ἔκθεσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐχαρακτήρισα ὡς ἔκθεσιν οἰκονομικὴν, εἰσαγομένην, ἵνα δικαιολογήσῃ ὅλα τὰ νομοσχέδιά σας· διότι πόθεν ἠδυνάμεθα ν’ ἀρυσθῶμεν πληροφορίας, ὅπως δώσωμεν τὴν ψῆφόν μας περὶ τῶν νέων φόρων, οἵτινες πρόκειται νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν ἑλληνικὸν λαόν; Τίς, κύριοι, εἶναι ἐναντίος τῶν προπαρασκευῶν; Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, καὶ δὲν θέλω νὰ προσβάλω κανένα, ὅτι ἐγὼ ἐπικρίνω ὅλας τὰς κυβερνήσεις, διότι πᾶσαι ὤκνησαν εἰς τὸ ἔργον τοῦτο, νὰ ἔχωσι τὸ ἔθνος προπαρεσκευασμένον ὡς ἐμπρέπει εἰς ἔθνος ὁποῖον εἶναι τὸ Ἑλληνικόν, διότι θεωρῶ, κύριοι, τὴν Ἑλλάδα σταθμὸν μόνον τῆς Ἑλληνικότητος· τὸ μέγα ἔργον εἰσέτι δὲν ἐτελέσθη. Εὑρέθη ἡ Ἑλλὰς οὐδετέρα· διετυπώθη ἡ ἰδέα τῆς οὐδετερότητος καὶ ὁποία ἀνάγκη προεκάλεσεν αὐτὴν τὴν οὐδετερότητα; μήπως ἐπρόκειτο περὶ πολέμου μεταξὺ ἔθνους καὶ ἔθνους; Ὄχι· ἐπρόκειτο μόνον περὶ μιᾶς ἐπαναστάσεως ἐσωτερικῆς τοῦ πλησιοχώρου κράτους, περὶ μιᾶς διενέξεως μεταξὺ ὑπηκόων τοῦ Ὀθωμανικοῦ κράτους καὶ τῆς Πύλης, καὶ κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην ἕκαστος ὀφείλει ν’ ἀδιαφορῇ διὰ τὴν τύχην εἴτε τοῦ ἑνός, εἴτε τοῦ ἑτέρου τῶν διαμαχομένων μερῶν. Καὶ ἕνεκα τῆς φύσεως τῆς ἐπαναστάσεως καὶ ἕνεκα τῶν ἄλλων σχέσεων, δὲν παρίστατο τοιαύτη ἀνάγκη. Ἀλλά, κύριοι, αὐτὴ ἡ οὐδετερότης δὲν ἀνέγραψεν ἰδίαν καὶ ὀλεθρίαν πολιτικήν; νομίζετε, ὅτι ἡ διαγωγὴ τῆς Ἑλλάδος ἄνευ αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου ἠδύνατο νὰ παρεξηγηθῇ; καὶ ἤθελε θεωρηθῇ, ὅτι συμμετέχει ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἑτέρου λαοῦ, ἐὰν δὲν ἐγίνετο ἡ περὶ οὐδετερότητος δήλωσις; Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν (καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπαναλάβω τὸ τοιοῦτον πρὸς δικαιολόγησιν τῆς ψήφου μου), ὅτι ὡς πρὸς τὰς προπαρασκευὰς οὐ μόνον δὲν ὑπάρχει ὁ ἀντιλέγων, καὶ δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, ἀλλὰ ὡς πρὸς τὰ μέσα τῆς ἐκτελέσεως τὰ παρουσιασθέντα· καὶ ἐν τῷ συνόλῳ καὶ εἰς τὰ καθέκαστα οὐδόλως ταῦτα παρέχουσι τὸ ἐνδόσιμον, ὅτι ἐκπληροῦσι τὴν ἀνάγκην ταύτην.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίς ζητεῖ τὸν λόγον;
§57Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅταν οἱ δύο ἀξιότιμοι συμπολῖται, οἱ ἐκλεκτοὶ τῆς ἐπαρχίας Μεσολογγίου, προεκάλεσαν τὴν Βουλὴν ἵνα προβῇ εἰς πολιτικὰς συζητήσεις, ἠγέρθησαν ἐν ἐμοὶ ἀπορίαι, ποῖον τινὰ σκοπὸν προὐτίθετο ἡ πολιτικὴ αὕτη συζήτησις. Προὐτίθετο τὴν ἔρευναν, τὴν βάσανον, τὴν ἀναζήτησιν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν τὸ κράτος πρέπει ν’ ἀσπασθῇ καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ μετέλθῃ ἐν τοῖς χρόνοις τούτοις; Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι ἐν τῇ Ἀνατολῇ ὑπάρχουσι συμφέροντα τοῦ ἔθνους προαιώνια, ὅτι ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἐπεφάνησαν δυσχέρειαι ἐν ἀρχῇ, αἵτινες ἔλαβον ἐπὶ τέλους τὸν τύπον τῆς ἀπειλῆς κλονισμῶν. Τὸ ἔθνος ὤφειλε διηνεκῆ προστασίαν τῶν συμφερόντων ἐκείνων, ὤφειλεν ὡσαύτως νὰ ὑποβοηθῇ αὐτά, τὸ δὲ κράτος, τὸ ὁποῖον ἐσχηματίσθη ἐκ μερίδος τοῦ ἔθνους, ὀφείλει εἰς αὐτὰ νὰ ἐπιδαψιλεύῃ τὴν ἐπιμέλειάν του. Γνωρίζετε ὡσαύτως, ὅτι ἡ ἁρμοδιότης τοῦ κοινοβουλίου δὲν σταματᾷ πρὸ τῆς ἐρεύνης τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τοῦ κράτους, καὶ ὅτι μόνον ἐπὶ τῶν ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους ἀναγνωρισθεισῶν καὶ τεθεισῶν βάσεων αὐτῆς, ἡ Νομοτελεστικὴ ἐξουσία ῥυθμίζει τὴν πολιτικὴν αὑτῆς ἐνέργειαν. Ἢ ἐσκόπει ἡ πολιτικὴ συζήτησις τὴν ἐξέτασιν τῆς καταστάσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ κράτος. Ἂν τὸ κράτος ὀφείλῃ ἐπιμέλειαν τῶν συμφερόντων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα μένουσιν ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἔκθετα, ἡ κατάστασις αὐτοῦ ἐπιδρᾷ μεγάλως ἐπὶ τοῦ εἴδους τούτου τῆς ἐπιμελείας· οἱ διάφοροι κλάδοι τῆς δημοσίας διοικήσεως ἐν αὐτῷ εἰσὶν ὑπηρέται τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τοῦ κράτους, καὶ τὰ παραγόμενα ἐξ αὐτῶν εἰσὶ τὰ ἐφόδια, διὰ τῶν ὁποίων ἡ Νομοτελεστικὴ ἐξουσία μετέρχεται τὴν ἐξωτερικὴν αὑτῆς πολιτικήν. Ἢ ἐσκόπει ἡ πολιτικὴ συζήτησις τὸν ἔλεγχον τῆς πολιτικῆς τοῦ καθεστῶτος ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν συνεπλήρωσε τὸν ἐνιαύσιον βίον του. Ἂν τὸ κοινοβούλιον ἤθελεν ἐπιδοκιμάσει τὴν πολιτείαν αὐτοῦ, τὸ ὑπουργεῖον ἤθελε μείνει κυβερνῶν τὸν τόπον· ἂν τὸ κοινοβούλιον ἀπεφαίνετο ἀμφιβολίαν περὶ τῆς πολιτείας τῆς κυβερνήσεως, αὕτη ἤθελεν ὑποχωρήσει εἰς ἄλλην κυβέρνησιν ἥτις ἤθελε διαδεχθῇ αὐτήν. Δὲν ἠδυνήθην νὰ παραμείνω καθ’ ὅλας τὰς συνεδριάσεις τοῦ κοινοβουλίου, κατὰ τὰς ὁποίας ἀνεπτύχθη ἡ ἀρξαμένη πολιτικὴ συζήτησις, διότι ὤφειλον νὰ ἐνδώσω εἰς ἀνάγκην, ἥτις μοὶ ὑπεχρέωσε νὰ ἀποδημήσω· ἀλλ’ οὐχ ἧττον δὲν ὤκνησα νὰ πορισθῶ ἀτελῆ μὲν ἀλλὰ πιστὴν περίληψιν τῶν γνωμῶν καὶ τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα οἱ μετασχόντες τῆς συζητήσεως προέβαλον πρὸς ὑμᾶς. Ἂν ἐπρόκειτο ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε λεχθέντων νὰ ἐξαγάγω τὸν σκοπὸν τῆς πολιτικῆς ταύτης συζητήσεως, ἠδυνάμην ἀδιστάκτως νὰ τὸν περιορίσω μόνον εἰς τὴν ἐπίκρισιν τῆς πολιτείας τοῦ ὑπουργείου, διότι νομίζω ὅτι αἱ γενόμεναι συζητήσεις ἀτελῶς, ἂν οὐχὶ πλημμελῶς, ἔθιξαν τοὺς ἄλλους δύο σκοποὺς τοὺς ὁποίους ὑπέλαβον ὅτι ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ἐσκόπει ἡ πολιτικὴ αὕτη συζήτησις. Ἀναγκάζομαι λοιπὸν νὰ περιορίσω τὸν λόγον μου μόνον ὡς πρὸς τὴν ἔποψιν ταύτην, καὶ ἔχω καθῆκον, πρὶν ἢ δώσω τὴν ψῆφόν μου, νὰ σᾶς ἀνακοινώσω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἡ μικρὰ πεῖρα τῶν δημοσίων πραγμάτων μὲ ὡδήγησεν ἐπ’ αὐτοῦ νὰ σχηματίσω. Δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ δυστυχίαν νὰ κηρυχθῶ συνήγορος τῆς πολιτείας τῆς κυβερνήσεως· ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ νὰ σᾶς ἐνισχύσω εἰς συμπεράσματα κατ’ αὐτῆς ἐσπευσμένα, διότι διστάζω πρὸ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα τὰ συμπεράσματα ταῦτα θέλουσι προαγάγει. Ἡ ἐξέτασις τῆς πολιτείας τῶν κυβερνήσεων, εἴτε καθόλου εἴτε κατὰ μέρος, καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐξετάσεως αὐτῆς, ἐφ’ ὅσον περιστρέφονται πρὸς τὴν πρόχειρον ἀντικατάστασιν τῶν κυβερνώντων, μοὶ φαίνεται ἐνέργεια ἐλαττωματική. Νομίζω δὲ αὐτὴν οὕτως, ὡς κρίνω ἐλαττωματικὴν τὴν συμπτωματικὴν θεραπευτικήν. Ὅταν ὁ παρὰ τὴν κλίνην ἀσθενοῦς παρακαθήμενος ἰατρὸς ἐξετάζῃ τὰ συμπτώματα τὰ ὁποῖα ἐνώχλησαν τὸν ἀσθενῆ, καὶ περιορίζῃ τὴν θεραπείαν περὶ τὰ συμπτώματα ταῦτα, χωρὶς νὰ φιλοσοφήσῃ ἐπὶ τῶν συμπτωμάτων τούτων καὶ ἀνεύρῃ τὴν ἕδραν τῆς νόσου καὶ τὸ εἶδος αὐτῆς καὶ ἐνεργήσῃ τὴν θεραπείαν τῆς νόσου, ὁ ἰατρὸς θεραπεύει μὲν τὰ συμπτώματα, ἀφίνει ὅμως νὰ καταβιβρώσκηται ὑπὸ τῆς νόσου τὸ νοσοῦν σῶμα. Οὕτω καὶ οἱ πολιτευόμενοι, διότι καὶ οὗτοι εἶναι ἰατροὶ τῆς πολιτείας, θεραπεύοντες μόνον τὰ συμπτώματα, δὲν ὑπηρετοῦσι τὸν τόπον, οὔτε τὰ κοινὰ συμφέροντα, συντελοῦσι δὲ εἰς τὴν ἀληθῆ χειροτέρευσιν αὐτῶν. Εἶπον ὅτι τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισα, μοὶ ὑπηγόρευσεν ἡ μικρὰ πεῖρα τῶν δημοσίων πραγμάτων, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε ἀπέκτησα. Καὶ πραγματικῶς, κύριοι, ἐνθυμοῦμαι τὴν ἀντιπολίτευσιν τοῦ 1865, ἥτις παρίστα ὅτι ἡ τότε ὑπάρχουσα κυβέρνησις εἶχε πλημμελῆ διοίκησιν καὶ ἐλαττωματικὴν περὶ τὸ κυβερνᾶν πορείαν. Δὲν ἤμην μέλος τότε τοῦ κοινοβουλίου, τυγχάνων μέλος ἄλλου σώματος, ἀλλὰ οἱ ἰσχυρισμοὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως μὲ ἔπειθον καὶ ἔκρινον εὐκταίαν τὴν ἀντικατάστασιν τῆς κυβερνήσεως. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἦτο τότε ὁ προϊστάμενος τοῦ ὑπουργείου, αἱ παραστάσεις δὲ, τὰς ὁποίας ἡ ἀντιπολίτευσις ἔκαμνεν εἰς τὸ κοινὸν, ἐπήνεγκον τὴν πτῶσιν τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης καὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς εὐχῆς μου. Μετὰ τὴν πτῶσιν αὐτῆς, περιήλθομεν τότε εἰς δοκιμασίας, μεθ’ ἃς ἐσχηματίσθη τέλος νέα κυβέρνησις, ἀλλὰ ἀνεφάνη καὶ ἀντιπολίτευσις, ἥτις ἐκραύγασε κατὰ τῆς ἀνεπιτηδειότητος ἢ τῆς ἀσθενείας τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης, παρέστησεν ὅτι ἦσαν ἀνεπιτυχεῖς αἱ ἐνέργειαι αὐτῆς, ἐφάνη δὲ καὶ εἰς ἐμὲ, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἦτο ἀνεπιτηδεία νὰ κυβερνᾷ, καὶ ηὐχόμην ὡς ἰδιώτης νὰ ἀντικατασταθῇ καὶ αὕτη. Καὶ ἡ εὐχή μου αὕτη ἐξεπληρώθη, καὶ ἦλθεν ἄλλη κυβέρνησις, ἥτις, μὴ δυναμένη νὰ στηρίξῃ ἑαυτὴν ἐπὶ τῆς γνώμης τῆς πλειονοψηφίας τοῦ κοινοβουλίου, ὑπεχώρησε πρὸ τῆς συνόδου του εἰς ἄλλην, καὶ ἐσχηματίσθη ἡ κυβέρνησις τοῦ 1867. Ἐνθυμοῦμαι τὴν ἀντιπολίτευσιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅτι προέβαλε λόγους καὶ παράπονα κατὰ τῆς διοικήσεως τοῦ 1867, καὶ οἱ λόγοι καὶ τὰ παράπονα αὐτὰ ἠδύναντο νὰ φαίνωνται ὅτι εἶχον ὑπόστασιν· μετ’ ὀλίγον καὶ ἡ εὐχὴ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐκείνης ἐξεπληρώθη, καὶ ἡ κυβέρνησις αὕτη ἀνετράπη, καὶ ἦλθεν ἄλλη κυβέρνησις, ἥτις καὶ αὕτη ἔπεσε πρὸ δυσχερειῶν ἐξωτερικῶν, ἂν καὶ εἶχε καταπέσει πρὸ τούτου ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει διὰ τὸ βίαιον καὶ αὐθαίρετον τοῦ χαρακτῆρος τῶν μελῶν αὐτῆς. Δὲν σκοπῶ νὰ ἐξακολουθήσω τὴν ἀφήγησιν τοῦ σχηματισμοῦ καὶ τῆς πτώσεως τῶν κυβερνήσεων ἀπὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου μέχρι τῶν ἡμερῶν τούτων, ἵνα μὴ ἐμποιήσω εἰς ὑμᾶς τὸν κάματον, ἀλλὰ ὀφείλω νὰ προβάλω πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν ὑμῶν τὸ φαινόμενον τοῦτο, νὰ προτρέψω ὑμᾶς νὰ ἀριθμήσητε πόσαι μέχρι τοῦδε ἐσχηματίσθησαν καὶ ἀνετράπησαν κυβερνήσεις, νὰ διαιρέσητε, διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν σχηματισθεισῶν κυβερνήσεων τὸν χρόνον τὸν μέχρι τοῦδε, ἤτοι τὴν δωδεκαετίαν, διότι τότε θέλετε εὑρεῖ, ὅτι ὁ μέσος ὅρος τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ἐκυβέρνησεν ἑκάστη κυβέρνησις, περιορίζεται εἰς 7 μῆνας καὶ 6 ἡμέρας. Ἡ θνησιμότης αὕτη τῶν κυβερνήσεων τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν δὲν ᾖναι ἡ κυρία αἰτία, εἶναι μία τῶν αἰτιῶν, αἵτινες ἐπέφερον τὴν μεγάλην θνησιμότητα τῶν κοινοβουλίων. Εἰς 7 ἀριθμοῦνται αἱ τοῦ κοινοβουλίου περίοδοι, τὰς ὁποίας ἐντὸς τῶν 12 ἐτῶν διετρέξαμεν. Ὁ δὲ ἀλλοδαπὸς ὅστις ἐνδιαφέρεται διὰ τὸ ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος ἤθελε τῷ ὄντι ἐκπλαγῆ, ἀπορῶν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ κράτος, τὸ ὁποῖον ἐντὸς 12 ἐτῶν ἢ ἐντὸς 144 μηνῶν εἴκοσιν ἀνέτρεψε κυβερνήσεις, καὶ τοῦ ὁποίου οἱ πολῖται κατήντησαν νὰ περιφέρωνται περὶ οὐδενὸς ἄλλου μεριμνῶντες ἢ περὶ τοῦ πῶς νὰ ἔχωσιν ἐν τοῖς θυλακίοις αὑτῶν σφαιρίδια καὶ πῶς νὰ τοποθετῶσι καὶ ἐξασφαλίζωσι τὰ κάλπας. Ἀνέπτυξα εἰς ὑμᾶς, κύριοι, διὰ βραχέων ἓν δίδαγμα, τὸ ὁποῖον ἡ πεῖρα μοὶ ἔδωκεν· ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἐκτυλίξω καὶ ἓν ἄλλο φαινόμενον, διότι ἐπὶ τῶν δύο τούτων θέλω στηρίξει τὰς σκέψεις μου καὶ τὰ συμπεράσματά μου. Ποία εἶναι ἡ ἐνεστῶσα κατάστασις τοῦ κράτους; ποία δὲ ἡ κατάστασις τῶν κλάδων τῆς δημοσίου διοικήσεως αὐτοῦ; Τὴν βελτίωσιν καὶ τὴν καλλιέργειαν τῆς διανοίας τῶν πολιτῶν, ἥτις ἐπὶ τοσοῦτον συντελεῖ εἰς τὴν διανοητικὴν διάπλασιν τῶν πολιτῶν καὶ εἰς τὴν ψυχικὴν καὶ ἠθικὴν αὐτῶν μόρφωσιν, συντελεῖ ἐν τῷ κράτει τὸ ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἐν Ἑλλάδι μέχρι σήμερον ἔτι τὸ ἐκπαιδευτικὸν σύστημα ὑπάρχει οἷον ἡ πρώτη δυναστεία κατὰ τὰ 1834 καὶ 35 κατέστησε. Δὲν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ σᾶς εἴπω ποίαν γνώμην ἔχω περὶ τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ τούτου συστήματος, ἐὰν ἦτο κατάλληλον καὶ ἐπαρκοῦν ἢ μὴ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης· εἶμαι ὅμως εἰς θέσιν νὰ εἴπω δημοσίᾳ, ὅτι τὸ ἐκπαιδευτικὸν τοῦτο σύστημα εἶναι ἐντελῶς ἀκατάλληλον διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς πολιτείας τῶν χρόνων τούτων. Καὶ ὅμως κατὰ τὴν δωδεκαετίαν ταύτην οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια περὶ διαῤῥυθμίσεως τοῦ κλάδου τούτου, πλὴν μεταβολῶν τινων, αἵτινες βαρεῖαι καὶ πολυτελεῖς περιεκόσμησαν κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη τὸ ἐπιστέγασμα αὐτοῦ· αἱ δὲ ζημίαι καὶ αἱ βλάβαι καὶ τῆς κοινωνίας καὶ τῆς πολιτείας εἶναι ἀνυπολόγιστοι. Ἐὰν μοὶ ἦναι ἐπιτετραμμένον νὰ σᾶς εἰκονίσω τὸ σύστημα τοῦτο, ἤθελα σᾶς παρακαλέσει νὰ φαντασθῆτε παῖδα, τοῦ ὁποίου ἡ μεγάλη καὶ κολοσσαία κεφαλὴ ἤθελε πληροῖ τὸν πέριξ αὐτοῦ χῶρον, τὰ σπλάγχνα ἤθελον λειτουργεῖ ἀῤῥύθμως καὶ ἀσκόπως, οἱ δὲ πόδες εἰσὶ μικρότατοι καὶ κυρτωμένοι καὶ μόλις δυνάμενοι νὰ στηρίξωσι τὸ βάρος τοῦ σώματος αὐτοῦ. Καὶ ὁ κλάδος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος προπαρασκευάζει τὸν ἠθικὸν καταναγκασμὸν τῶν πολιτῶν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των, ὅστις συντελεῖ εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν ψυχῶν, εἰς τὴν μόρφωσιν καὶ τὴν διάπλασιν τῶν καρδιῶν τῶν πολιτῶν, καὶ ὁ κλάδος οὗτος εὑρίσκεται εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν. Αἱ μὲν βάσεις καὶ τὰ θεμέλια αὐτοῦ εὑρίσκονται εἰς ἣν κατάστασιν εὑρίσκοντο ὅτε ἡ Ἑλλὰς ἦτο ὑπὸ τὴν δουλείαν, τὸ δὲ στέγασμα τῆς οἰκοδομῆς, τὸ ὁποῖον κατεσκευάσαμεν μόλις κατὰ τὸ 1852, καὶ αὐτὸ κατεστράφη ὑπὸ τοῦ παμφάγου χρόνου. Καὶ ὁ κλάδος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀσκεῖ τὸν δικαστικὸν καταναγκασμὸν τῶν πολιτῶν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών των, καὶ ὁ κλάδος αὐτὸς εὑρίσκεται εἰς ἣν ἦτο θέσιν ἐπὶ τῆς πρώτης δυναστείας. Σεῖς ὅλοι εἶσθε ἐξ ἐπαρχιῶν καὶ γνωρίζετε εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται πρὸ χρόνων ἡ τοπικὴ δικαιοσύνη, ἡ λεγομένη δικαιοσύνη τοῦ λαοῦ· γνωρίζετε ἐὰν δύνασθε νὰ ἔχητε ἢ νὰ προσδοκᾶτε ὅτι θέλετε ἔχει τὴν δικαιοσύνην τοῦ λαοῦ· γνωρίζετε δὲ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται καὶ ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη τοῦ τόπου. Ὁ πολλαπλασιασμὸς καὶ ἡ αὔξησις τῶν ἐγκλημάτων ἐνίσχυσε τὴν αὐθαιρεσίαν τῶν ὀργάνων τῆς δικαστικῆς ἀστυνομίας, ἵνα ἐκλέγωσι τίνας ἐκ τῆς σωρείας τῶν ἐκκρεμῶν ποινικῶν δικῶν νὰ διεξάγωσι προτιμῶντες, τίνας δὲ νὰ ἐγκαταλείπωσι χρονιζούσας· ἡ δ’ αὐθαιρεσία αὕτη, ἥτις πολλάκις κατεδικάσθη νὰ γένηται ὑπηρέτης τῆς πολιτικῆς, ἐπέφερε τὴν ἀτιμωρησίαν. Καὶ ἡ ἐσωτερικὴ τοῦ τόπου διοίκησις ποῖα παρουσιάζει ἀποτελέσματα; Πολλάκις ἤκουσα ἐνταῦθα ἀπαγγελθείσας κατηγορίας κατὰ τοῦ κλάδου αὐτοῦ τῆς διοικήσεως· ἀληθῶς δὲ κατὰ τὴν δωδεκαετίαν οὐδεμία ἐπ’ αὐτοῦ συνετέλεσθη βελτίωσις. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς προκατακλυσμιαίας καταστάσεως τῶν ὁδῶν καὶ τῶν γεφυρῶν, περὶ τῆς προστασίας ἧς ἀπολαύουσιν οἱ πολῖται πρὸς τὸν κανονισμὸν τῆς ἀτομικῆς αὑτῶν δραστηριότητος· δύναμαι ὅμως νὰ σᾶς ὁμιλήσω περὶ τῆς διοικήσεως, ἥτις πρὸ χρόνων δὲν παρουσιάζει ἄλλο τι ἢ τοὺς πολίτας διῃρημένους εἰς δύο στρατόπεδα, τοὺς ἀδικοῦντας καὶ τοὺς ἀδικουμένους, τοὺς καταπιέζοντας καὶ τοὺς καταπιεζομένους, ἐξ ὑπαμοιβῆς διαδεχομένους ἀλλήλους. Δύναμαι ὅμως νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐν τῇ πατρίδι, ἐν τῷ μόνῳ κράτει τῆς Ἀνατολῆς, τῷ ὑπισχνουμένῳ ἐξευγενισμὸν αὐτῆς, ἐν τῷ κράτει τούτῳ ὑπάρχουσιν ἔτι φυλακαὶ ἀποτρόπαιοι, εἰς τὰς ὁποίας μεταφέρομεν ἐκ τῶν πολιτῶν τοὺς ἠθικῶς νοσοῦντας, λόγῳ μὲν ἵνα τοὺς θεραπεύσωμεν, πράγματι δὲ ἵνα βασανίσωμεν τὰ σώματα αὐτῶν. Καὶ τί νὰ εἴπω, κύριοι, περὶ τῶν σχέσεων τῆς δωδεκαετίας πρὸς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς; Ἀνέτρεψε καὶ αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ἡ ὁποία ἐνυπῆρχε, τοῦ νὰ χρησιμεύσῃ ὁ τακτικὸς στρατὸς ὡς πυρὴν τακτικοῦ στρατοῦ, καὶ μετέβαλεν αὐτὸν εἰς χωροφυλακὴν, καὶ ἠνάγκασεν αὐτὸν νὰ ἐκτελῇ ἄλλα ἔργα. Εἶναι περιττὸν, κύριοι, νὰ σᾶς ἀπασχολήσω περὶ τοῦ ναυτικοῦ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μεταβῶ εἰς τὸν κλάδον ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ εἰλικρινέστερος καὶ πιστότερος ὑπηρέτης ὅλων τῶν ἄλλων κλάδων τῆς δημοσίας διοικήσεως, εἰς τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τοῦ Κράτους. Ἐὰν διαιρέσητε τὸν βίον τῆς Ἑλλάδος ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ἐπαναστάσεως αὐτῆς μέχρι τοῦδε εἰς τρεῖς διακεκριμένας περιόδους, εἰς τὴν περίοδον τοῦ ἀγῶνος, περιλαμβάνουσαν καὶ τὰ ἔτη κατὰ τὰ ὁποῖα κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος ἦτο ὁ ἀείμνηστος Καποδίστριας, εἰς τὴν περίοδον τῆς πρώτης δυναστείας, λήξασαν κατὰ τὰ 1862, καὶ εἰς τὴν περίοδον τὴν ἀρχομένην ἀπὸ τὰ 1862 μέχρι τοῦδε, καὶ ἂν θελήσητε νὰ ζητήσητε τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα ἑκάστης τῶν περιόδων τούτων, θέλετε, κύριοι, ἰδεῖ ὅτι οὐδεμία περίοδος ἀφῆκε τοσαῦτα ἐλλείμματα, ὅσα παρουσιάζει ἡ τελευταία. Εἰς 45 ἢ 50 ἑκατομμύρια ἀνέρχεται τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον κατέλιπεν ἡ πρώτη περίοδος. Κατὰ τὴν πρώτην περίοδον τὸ κράτος ἔζη ὑπὸ τοῦ τόπου καὶ διὰ τοῦ τόπου· τὰ δὲ ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα ἀφῆκεν, ἀποτελοῦνται ὑπὸ τοῦ δανείου τοῦ 1824 καὶ 25, τὸ ὁποῖον αἱ μετὰ ταῦτα περίοδοι δὲν ἀνεγνώρισαν· τότε τὸ κράτος περιουσίαν εἶχε τὴν περιουσίαν τῶν ἀτόμων, καὶ τὰ ἄτομα προσέφερον ὅ,τι ἂν εἶχον καὶ τὴν ζωὴν αὑτῶν εἰς τὸν κοινὸν ἀγῶνα. Εἰς 116,256,866 δραχμὰς καὶ 98 λεπτὰ ἀνῆλθε τὸ ἔλλειμμα τῆς δευτέρας περιόδου. Ἐκ τῶν 116 ἑκατομμυρίων τούτων, μέγα μέρος ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων καὶ τὰς δόσεις καὶ τὰ χρεώλυτρα αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα ἐτησίως δὲν ἐπληρώνοντο καὶ τὰ ὁποῖα ἀνεβίβασαν τὸ χρέος τοῦτο εἰς 107 ἑκατομμύρια κατὰ τὰ 1862, ὥστε τὸ ἔλλειμμα τῆς δευτέρας περιόδου ἀνέρχεται εἰς 9 περίπου ἑκατομμύρια. Ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ ἔτους 1862, δημοσιευθεὶς ἤδη, παρουσιάζει τὰ ἀποτελέσματα αὐτὰ, ὥστε τὰ ἐλλείμματα αὐτὰ εἶναι ἐπισήμως βεβαιωμένα, περιελήφθησαν δ’ ἐν αὐτοῖς καὶ ὅλα τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα, σημειούμενα ἐν τοῖς διαφόροις λογαριασμοῖς τοῦ ἀπολογισμοῦ ἐκείνου ὡς πιστώσεις τοῦ κράτους, μοὶ ἐφάνησαν ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀποτεθῶσιν εἰς αὐτό. Ἡ περίοδος αὕτη ἦτο ἡ δημιουργική, οὕτως εἰπεῖν, περίοδος. Αἱ πόλεις ἦσαν ἀκατοίκητοι, καὶ ἔπρεπε νὰ οἰκοδομηθῶσιν οἰκίαι καὶ νὰ κατοικηθῶσι, τὸ ἔδαφος ἦτο φαλακρὸν, καὶ ἔπρεπε νὰ φυτευθῇ διὰ δένδρων καὶ φυτειῶν, οἱ κλάδοι πάντες τῆς δημοσίας διοικήσεως ἔπρεπε νὰ ὀργανωθῶσι καὶ ῥυθμισθῶσιν. Εἰς πόσα ἑκατομμύρια ἀνέρχεται τὸ ἔλλειμμα τῆς τρίτης περιόδου! Ἡ ἔκθεσις περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἡμῶν, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μᾶς εἰσήγαγεν, ἀναβιβάζει τὰ ἐλλείμματα εἰς 67 ἑκατομ. καὶ 600 περίπου χιλιάδας· καὶ ἡ περίοδος αὕτη εἶνε 12 ἐτῶν, ἐνῷ ἡ μὲν πρώτη ἦτο ὡσαύτως δωδεκαετὴς, ἡ δὲ δευτέρα τριακονταετὴς, καὶ ἡ περίοδος αὕτη δὲν εἶχε τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας εἶχεν ἡ πρώτη, οὐδ’ αὐτὴ ἡ δευτέρα ἥτις εἶδεν ἀλλεπαλλήλους ἐσωτερικὰς στάσεις καὶ ἐμφυλίους σπαραγμούς. Ἀλλὰ οὕτω κρίνων τὴν κατάστασιν τοῦ κράτους, ἔχω τάχα σκοπὸν νὰ ἐπιῤῥίψω τὰς αἰτίας τῆς καταστάσεως ταύτης ἐπὶ τῶν θεσμῶν; Πρῶτον ἡ Βουλὴ ὑπάρχει καὶ λειτουργεῖ δυνάμει τοῦ πολιτεύματος, καὶ ὑπὸ τὴν σκέπην αὐτοῦ· ἑπομένως δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὰ μέλη τοῦ κοινοβουλίου νὰ ἀγορεύωσι κατὰ τοῦ πολιτεύματος, εἰμὴ κατ’ ἐκείνας μόνον τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς τὸ πολίτευμα ἐπέτρεψε τοῦτο. Λοιπὸν δὲν μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ἔχω τοιαύτην προαίρεσιν. Ἀλλὰ καὶ ὁ περιορισμὸς οὗτος ἂν δὲν ἦτο, ἐμελέτησα τὸ πολίτευμα, ὡς πάντες, καὶ γενικῶς καὶ κατὰ μέρος τὰς διατάξεις αὐτοῦ, καὶ οὐδαμοῦ εὗρον ἀφορμὰς, αἱ ὁποῖαι νὰ παριστῶσιν ὑπαίτιον τὸ πολίτευμα. Ἑπομένως πόῤῥω ἀπέχω τοῦ νὰ ἐπιῤῥίψω τὴν αἰτίαν τῆς καταστάσεως ταύτης εἰς τοὺς θεσμούς. Ἐκεῖνοι, ὅσοι ἐξετάζουσι τὰ πράγματα ἐκ τῶν σπουδαστηρίων αὐτῶν καὶ οἱ ὁποῖοι περιορίζονται εἰς τὴν ἀφηρημένην μελέτην τῶν πολιτευμάτων, περιπίπτουσι πολλάκις εἰς λάθη· ἀποφαίνονται πεποιθότως ὑπὲρ τοῦ εἴδους τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ δὲν προβλέπουσι ποίας κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν δύνανται νὰ ὑποστῶσιν ἀλλοιώσεις. Νομίζω δὲ, κύριοι, ὅτι, ἐξετάζων τὴν κατάστασιν τῆς πατρίδος μου, δύναμαι ἀνεπιφυλάκτως νὰ ἐπιῤῥίψω τὴν εὐθύνην τῆς κακῆς καταστάσεως ἐπὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον κυβερνώμεθα, διότι ὁ τρόπος οὗτος ἀποτελεῖ τὴν μὴ κατ’ οὐσίαν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ τὴν εἰκονικὴν λειτουργίαν αὐτοῦ. Εἰς ποίαν ἄλλην αἰτίαν πρέπει ν’ ἀποδοθῇ καὶ ἡ μεγάλη θνησιμότης τῶν κυβερνήσεων, καὶ ἡ ἕνεκα ταύτης κατὰ μέγαν λόγον μεγάλη θνησιμότης τῶν κοινοβουλίων, καὶ ἡ μεγάλη ὀλιγωρία τῆς κυβερνήσεως καθ’ ὅλην τὴν δωδεκαετηρίδα, καὶ ἡ ἐγκατάλειψις τῆς ἐπιμελείας, τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ ἐπιδαψιλεύσῃ εἰς ἕκαστον τῶν κλάδων τῆς δημοσίας διοικήσεως καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν; Αὐτὸ εἶναι τὸ μέγα ἀτόπημα, διότι, κύριοι, νομίζω ὅτι ὁ μέγας, ὁ ἀκατάσχετος συναγωνισμὸς, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι, αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος εἰς τὸν ὁποῖον ἐπιπροσθεῖ ἡ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος. Ἐνῷ λοιπὸν ὁ συναγωνισμὸς εἶναι φυσικὸς καὶ ἐμπεριέχεται ἐν τῷ χαρακτῆρι τοῦ Ἔθνους, τοῦ ὁποίου ἀποτελοῦμεν μέρος, ὁ συναγωνισμὸς αὐτὸς καθιερώθη καὶ διὰ τοῦ πολιτεύματος. Τὸν συναγωνισμὸν τὸν περιθάλπει τὸ πολίτευμα, ἀποτελεῖ μάλιστα τὸ πολυτιμότερον κόσμημα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ οἰκοδομήματος. Καὶ τῳόντι ὁ συναγωνισμὸς δύναται νὰ προαγάγῃ μεγάλως τὰ ἔθνη καὶ ἐπιφέρῃ μεγάλα καλὰ εἰς τὰς κοινωνίας καὶ τὰ ἔθνη, ἐὰν ᾖναι συναγωνισμὸς ἰδεῶν· εἶναι τότε ἀληθῶς τὸ κυριώτερον στοιχεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τὸ Ἔθνος δύναται νὰ στηρίξῃ τὴν ἀνάπτυξίν του. Ἐὰν ὅμως ὁ συναγωνισμὸς δὲν ᾖναι τοιοῦτος, τότε καταπίπτει εἰς σφαῖραν κατωτέραν καὶ ταπεινὴν, εἰς τὴν σφαῖραν τῶν συμφερόντων τῶν ἀτομικῶν. Ὁ συναγωνισμὸς τότε ἀποβαίνει τοσοῦτον ἐπιζήμιος, ὅσον εἶναι ὁ πόλεμος μεταξὺ ἰδεῶν καὶ συμφερόντων ἐν χρόνοις ἀναρχίας, ὅτε οἱ νόμοι δὲν ἰσχύουσιν, οὐδεμία δύναμις ὑπάρχει ἐκπροσωποῦσα τὴν πολιτείαν καὶ ὑπισχνουμένη προστασίαν εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ ἀτόμου, ὁ συνδυασμὸς τῶν συμφερόντων τῶν ἀτόμων εἶναι ἀνάγκη λυσιτελὴς καὶ ἀναπόφευκτος· τὰ ἄτομα ἐν τῷ συνδέσμῳ τοῦ συμφέροντος σχηματίζουσι δύναμιν, ἡ δὲ δύναμις αὕτη εἶναι ἡ προστάτις τῶν συμφερόντων κατὰ τῶν ἐκθέσμων ἀπειλῶν, τὰς ὁποίας κατ’ αὐτῶν ἐκπέμπουσιν. Ἀλλ’ ὅταν τὰ ἔθνη δὲν ἦναι ἐν ἀναρχίᾳ, ὅταν οἱ νόμοι κατισχύωσι καὶ ἡ πολιτεία παρέχῃ τὰς δυνάμεις τὰς ἀναγκαίας πρὸς ὑποστήριξιν τῶν συμφερόντων, ἡ ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν συμφερόντων σχηματιζομένη δύναμις ὅσον ἐν τῇ ἀναρχίᾳ πολεμεῖ πρὸς τὴν ἄδικον ἐπίθεσιν, ἐν τῇ πολιτείᾳ τῇ ἐγκαθεσταμένῃ ἐνδέχεται νὰ ἐκτραπῇ εἰς τὸ νὰ πολεμήσῃ πρὸς τὸν νόμον καὶ τὴν δικαιοσύνην· καὶ ἡ δύναμις αὕτη, ἐν τῇ πάλη ταύτῃ πρὸς τὸν νόμον καὶ τὴν δικαιοσύνην, ἐνδέχεται νὰ καταβάλῃ καὶ τὸν νόμον καὶ τὴν δικαιοσύνην καὶ νὰ ἐπικρατήσῃ, καὶ τότε ἡ πολιτεία σύμπασα, ἡ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος καθίσταται ὑπηρέτις ὄχι τῶν κοινῶν, ἀλλὰ τῶν ἀτομικῶν συμφερόντων. Εἰς τὸν συναγωνισμὸν τοῦτον, τὸν διηνεκῆ καὶ ἀκατάσχετον, τῶν ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τοιούτων συμφερόντων προκυπτουσῶν δυνάμεων, νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀποδοθῇ ἡ μεγάλη θνησιμότης τῶν κυβερνήσεων, ὡς κατὰ μέγα μέρος καὶ ἡ μεγάλη θνησιμότης τῶν κοινοβουλίων· ἀλλ’ εἰς αὐτὸν πρέπει ὡσαύτως ν’ ἀποδοθῇ καὶ ἡ ἔλλειψις, εἰς τὴν ὁποίαν περιέπεσαν ὅλαι αἱ κυβερνήσεις, ἀμελήσασαι καὶ ὀλιγωρήσασαι νὰ ἐπιδαψιλεύσωσι τὴν μέριμναν αὐτῶν ἐπὶ τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς δημοσίας διοικήσεως καὶ περὶ τὴν βελτίωσιν τῶν κοινῶν. Ἂν, κύριοι, τὸ ἐν Ἀνατολῇ καθεστὼς ἐξηκολούθει βιοῦν ἤρεμον ὡς ἐβίωσε τοσούτους αἰῶνας, καὶ ὡς ἐβίωσε μάλιστα κατὰ τὰ τελευταῖα ἀπὸ τοῦ 1854 ἔτη, καὶ εἰς οὐδεμίαν φροντίδα ἐνέβαλον ἡμᾶς οὔτε τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, τὰ ἐν τῇ Ἀνατολῇ, οὔτε τὰ συμφέροντα τοῦ κράτους, ἤλπιζον, κύριοι, ὅτι τὸ κοινοβούλιον ἤθελεν ἀναγνωρίσει ὅτι ἐπέστη πλέον ἡ ὥρα, καθ’ ἣν πρέπει νὰ μεταβάλῃ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐκυβερνήθη μέχρι τοῦδε ἡ Ἑλλάς. Ἡ ἀνάγκη ὅμως αὕτη καθίσταται ἀναπόφευκτος, καταφανεστέρα, προὐργιαιτάτη, διὰ τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις, αἵτινες ἔξωθεν ἡμῶν προήχθησαν, διότι αὐταὶ ἀπαιτοῦσι παρ’ ἡμῶν καὶ θυσίας μεγαλειτέρας, διότι αὐταὶ ἐπιβάλλουσιν εἰς ἡμᾶς τὴν ἐκτέλεσιν ὅλων τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ὡς κράτος ἔχομεν. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα, κύριοι, ὅτι δὲν ἀπασχολῶ ἀδίκως τὸ κοινοβούλιον, ἐκθέσας εἰς αὐτὸ τὰ διδάγματα, τὰ ὁποῖα ἡ μικρὰ πεῖρα μοῦ ἔδωκε, καὶ τὰ συμπεράσματα τὰ ὁποῖα ἐπὶ τῶν διδαγμάτων τούτων ἐστήριξα. Ἴσως τὸ κοινοβούλιον ἤθελεν ἔχει ἀνάγκην νὰ εἰδικεύσω περισσότερον τὰ συμπεράσματά μου, νὰ καταδείξω πρακτικώτερον τὰ πορίσματα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς μελέτης ταύτης συνήγαγον· καὶ ἂν ἡ ὑπόνοιά μου αὕτη ἦναι ἀληθής, δὲν θέλω παραλείψει νὰ ἐκπληρώσω καὶ τὸ καθῆκόν μου τοῦτο.
§58ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρὸ παντὸς ἐπιθυμοῦμεν νὰ ὑπάρξῃ καταληπτότης.
§59ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βλέπετε ὅτι προέλαβον τὴν ἐπιθυμίαν σας. Ἂν τὸν συναγωνισμόν, κύριοι, δὲν ἀποτελῇ καθόλου ἡ ἀντίθεσις τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν φρονημάτων, ἀλλ’ ἡ ἀντίθεσις τῶν συμφερόντων, εἶναι εὔκολος ἡ θεραπεία· καὶ μολονότι τὴν ὑπόνοιαν ἥτις μοὶ ἐγεννήθη, ὅτι δὲν εἶχε γείνει καταληπτὴ εἰς ὑμᾶς ἡ εὔκολος αὕτη θεραπεία, τὴν παρέστησεν εὔλογον καὶ ἡ ἐπιθυμία τὴν ὁποίαν ἐξήγησεν ὁ κ. Δεληγεώργης, μ’ ὅλα ταῦτα ἐξακολουθῶ νομίζων, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ προεικασθῶσι τὰ πρακτικὰ πορίσματα τῶν ἐκτεθεισῶν μελετῶν. Συγχωνεύσατε τὰ συμφέροντα τὰ ἐν ἀντιθέσει διατελοῦντα, καὶ θέλετε ἔχει τὴν ἐπιμέλειαν τῶν κοινῶν συμφερόντων, καὶ θέλετε ἔχει τὴν Ἑλλάδα κυβερνωμένην ὅπως πρέπει νὰ κυβερνηθῇ. Ἤθελον ἐρωτήσει εὐτόλμως τοὺς ἐντίμους συμπολίτας ἡμῶν, οἵτινες ἡγοῦνται τῶν ἀποχρώσεων, εἰς τὰς ὁποίας διαιρεῖται τὸ κοινοβούλιον, ἤθελον τοὺς ἐρωτήσει κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, τὴν κρίσιμον ὥραν τοῦ ἑλληνισμοῦ καὶ τῆς Ἑλλάδος, ποία ἰδέα καὶ ποία γνώμη διαιρεῖ τὰ φρονήματα αὐτῶν; ἤθελον τοὺς ἐρωτήσει ἂν ᾖναί τις, ὄχι ἐξ αὐτῶν, ἀδύνατον, διότι οὗτοι εἰσὶν οἱ δοκιμασθέντες πλειότερον παντὸς ἄλλου ἐπὶ τῷ πατριωτισμῷ των καὶ ἐπὶ τῇ περὶ τὸ κυβερνᾷν ἐμπειρίᾳ, ἀλλ’ ἂν ᾖναί τις ἐν τῷ κοινοβουλίῳ· τί λέγω; τὸ κοινοβούλιον περιέχει τοὺς ἐκλεκτοὺς τοῦ ἔθνους· ἀλλ’ ἂν ᾖναί τις ἐν Ἑλλάδι, ὁ ὁποῖος παραγνωρίζει τὴν ἀνάγκην τῆς βελτιώσεως τῶν κλάδων τῆς δημοσίας διοικήσεως, τῶν τόσῳ κακῶς ἐχόντων, ὁ ὁποῖος νομίζει, ὅτι τὸ κράτος πρέπει νὰ ἐγκαταλείψῃ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ὡς κράτος ἔχει πρὸς ἑαυτὸ καὶ πρὸς τὸ ἔθνος; Ἀλλὰ κατὰ τίνα τρόπον θέλουσιν ἐκτελεσθῆ αἱ σκέψεις αὗται; τὸ κοινῇ συμφέρον ἀνευρίσκεται εὐκόλως ὑπὸ τῆς ἀγαθῆς προαιρέσεως, δὲν στερεῖται δὲ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν τῶν τόσῳ δεδοκιμασμένων ὑπὲρ πάντας ἄλλους ἀγαθῆς προαιρέσεως. Ὁ κ. Τρικούπης, τοῦ ὁποίου τὸν λόγον ἀνέγνων διατρίβων ἔτι ἐν Ναυπλίῳ, εἶπεν ἀλήθειαν· ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι ἡ διαφωνία κατὰ τὰς λεπτομερείας εἶναι ἐπουσιώδης, ἡ συμφωνία περὶ τῆς ἀρχῆς ἀποτελεῖ τὴν ἑνότητα· ἐλυπήθην μόνον, διότι νομίζω ὅτι τὴν ἀλήθειαν ταύτην δὲν ἐφήρμοσεν ἀκριβῶς ὁ κ. Τρικούπης, τοῦ ὁποίου αἱ περὶ τῶν κομμάτων πολιτικαὶ ἰδέαι εἶναι γνωσταί. Ὁ κ. Τρικούπης εὗρεν, ὅτι ὑπάρχει ἐγγύησις ἐν τῇ διηνεκεῖ διατηρήσει τῶν κομμάτων, πολιτευομένων καὶ δρώντων κεχωρισμένως ἐν τῇ ἀντιθέσει τῶν συμφερόντων αὐτοῦ. Ἐννοῶ τὰς ἐγγυήσεις τὰς ὁποίας παρέχουσιν αἱ ἀντιθέσεις τῶν ἰδεῶν· αἱ ἐγγυήσεις ὅμως, τὰς ὁποίας προάγουσιν αἱ ἀντιθέσεις τῶν συμφερόντων, εἶναι ἀνάξιαι προσοχῆς· ἐὰν εἴχομεν ἀνάγκην τῶν ἐγγυήσεων τὰς ὁποίας προάγει ἡ ἀντίθεσις τῶν συμφερόντων, ἤθελομεν ἔχει τὴν ἐγγύησιν ταύτην ἐν παντὶ πολίτῃ, ἐπισκοποῦντι καὶ ἐπιτηροῦντι τὴν διοίκησιν καὶ τὴν κυβέρνησιν· ὅταν δὲ τὰ κόμματα ἔχωσι τὸ αὐτὸ φρόνημα καὶ τὰς αὐτὰς ἰδέας, συμπράττοντα, δὲν θυσιάζουσί τι, ἀλλὰ μόνον θέλουν ἐγκαταλείψει πρὸς μικρὸν τὴν ἀντίθεσιν τῶν συμφερόντων των. Καὶ νομίζω ὅτι ἡ Ἑλλὰς, κύριοι, ἀξίζει τῆς μικρᾶς ταύτης θυσίας τῶν κομμάτων, νὰ ἐγκαταλείψωσι πρὸς μικρὸν τὴν ἀντίθεσιν ταύτην τῶν συμφερόντων των (ἐπιδοκιμασίαι ἐν τῇ αἰθούσῃ). Δὲν μοῦ εἶναι, κύριοι, ἐπιτετραμμένον νὰ ἀμφιβάλω περὶ τοῦ πατριωτισμοῦ τῶν ἡγουμένων τῶν κομμάτων· ἐνθυμοῦμαι ἄλλας περιστάσεις τῆς πατρίδος ὀλιγώτερον κρισίμους καὶ ὀλιγώτερον μεγάλας. Ἦτο μεγάλη καὶ κρίσιμος ἡ ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἡ πρώτη δυναστεία ἔπεσεν, ἀλλὰ, κύριοι, μὴ νομίσητε ὅτι διετρέχομεν ἐποχὴν ὀλιγώτερον κρίσιμον καὶ μεγάλην, καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶδον ἐγκαταλειφθεῖσαν ὑπὸ τῶν διαφόρων ἀποχρώσεων τὴν ἀντίθεσιν τῶν συμφερόντων, εἶδον ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐθεωροῦντο ἀποτελοῦντες τὸ αὐτὸ κόμμα, συμπράττοντας ἐπὶ τὸ αὐτό. Τί κοινὸν εἶχεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὁ κ. Δεληγεώργης, μετὰ τοῦ Νικολοπούλου; Τί κοινὸν εἶχεν ὁ ἀξιότιμος κύριος Ζαΐμης μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς Καλλιφρονᾶ; ἢ ἄλλος πρὸς ἄλλον συνάδελφόν του; εἶχον ὅμως ἓν κοινὸν, τὴν ἀνάγκην τῆς πατρίδος, τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ σωθῇ ὁ τόπος, ὁ ὁποῖος εἶχε περιέλθει εἰς κρίσιμον περίστασιν. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, μεταγενέστερα συμβεβηκότα καὶ παραδείγματα. Δὲν συνεπληρώθησαν 18 μῆνες ἀκόμη, ἀφ’ ἧς καὶ ἐν τῇ πολιτείᾳ εἶχον ἐπιφανῆ συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα ἐδικαιολόγουν τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι οἱ κυβερνῶντες ἐμελέτων τι περὶ τῶν θεσμῶν καὶ εἶδον τρία μεγάλα πολιτικὰ κόμματα ἐγκαταλιπόντα τὰς ἀντιθέσεις τῶν συμφερόντων των καὶ δόντα πρὸς ἄλληλα τὰς χεῖρας καὶ φωνήσαντα πρὸς ἄλληλα «Δεῦτε νὰ σώσωμεν τοὺς θεσμούς». Ἐγώ, ὁ ὁποῖος τὰ πολιτεύματα δὲν τὰ θεωρῶ ὡς σκοπὸν τῶν πολιτειῶν, ἀλλὰ τὰ θεωρῶ ὡς μέσα πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ κράτους, ἀναγκάζομαι νὰ σᾶς δηλώσω ὅτι ὀλιγώτερον ἀνησύχησα περὶ τῆς πατρίδος κατὰ τὸ 1874, ὅτε συνήρχοντο νὰ σώσωσι τοὺς θεσμοὺς τὰ τρία μεγάλα κόμματα, ἀπὸ ὅ,τι ἀνησυχῶ σήμερον καὶ περὶ τοῦ κράτους καὶ περὶ τοῦ ἔθνους. Ἑπομένως δικαιολογοῦμαι νὰ ζητήσω ὡς πολίτης καὶ νὰ συμβουλεύσω ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου τὴν θυσίαν ταύτην, τὴν τόσῳ συνήθη εἰς τοὺς ἡγήτορας τῶν πολιτικῶν ἀποχρώσεων ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Καὶ εἰς τί, κύριοι, χρησιμεύει τὸ πρακτικὸν πόρισμα, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν δηλωθεῖσάν μοι ὑπὸ τοῦ κ. Δεληγεώργη ἐπιθυμίαν σᾶς ἐδήλωσα, τῶν σκέψεων, τὰς ὁποίας σᾶς ἐξήγησα; Χρησιμεύει κατὰ τοῦτο, καθότι αἴρει ἐπί τινα χρόνον τὸν μέγαν καὶ ἀκατάσχετον συναγωνισμόν, ὁ ὁποῖος συντελεῖται ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν, καὶ ἕνεκα τοῦ ἐθνικοῦ χαρακτῆρος, καὶ ἕνεκα τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον υἱοθετεῖ τὸν συναγωνισμόν. Ἡ προσωρινὴ δὲ καὶ ἐπί τινα χρόνον ἄρσις τοῦ συναγωνισμοῦ τούτου καθιστᾷ δυνατὸν ν’ ἀποκτήσῃ ὁ τόπος Κυβέρνησιν μονιμωτέραν· ἡ δὲ Κυβέρνησις αὕτη ἡ μονιμωτέρα δὲν θέλει ὑστερεῖσθαι τοῦ ἀναγκαίου χρόνου διὰ νὰ ἐπιμεληθῇ καὶ τῆς βελτιώσεως τῶν κοινῶν πραγμάτων καὶ τῆς βελτιώσεως τῶν διαφόρων κλάδων τῆς δημοσίας διοικήσεως, καὶ νὰ ἐπιμεληθῇ καὶ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, τῶν ὁποίων τὴν ἐπιμέλειαν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Ἔθνους εἶναι ἐμπεπιστευμένη. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι, καὶ δι’ ἄλλους λόγους κρίνω τὴν γνώμην ταύτην· ἐν τοῖς κρισίμοις καιροῖς, ἐν ταῖς δυσχερέσι περιστάσεσιν, ἐν ταῖς τρικυμίαις καλοῦνται ἐπὶ τὸ πηδάλιον τοῦ σκάφους οἱ ἄριστοι τῶν πηδαλιούχων, οἱ ἄριστοι τῶν ὁδηγῶν τῶν σκαφῶν. Καὶ ποίαν ἄλλην ἀπόδειξιν θέλετε ἔχει περὶ τοῦ ἀρίστου τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, εἰμὴ τὴν μεγάλην δοκιμασίαν τὴν ὁποίαν οὗτοι οἱ ἡγέται τῶν διαφόρων ἀποχρώσεων διῆλθον, κατορθώσαντες νὰ ἀναδειχθῶσι προϊστάμενοι ἀποχρώσεων πολυαρίθμων ἔν τε τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ; Κύριοι, δὲν κηρύσσομαι πολέμιος, οὐδὲ τυγχάνω τοιοῦτος, τῶν συμφερόντων· ἀναγνωρίζω ὅτι ἡ διασκευὴ τῶν κοινωνιῶν στηρίζεται ἐπ’ αὐτῶν. Νομίζω ὅμως ὅτι δεδοκιμασμένου πατριώτου, χρηστοῦ πολίτου καθῆκον εἶναι νὰ ἀσχολῆται πάντοτε νὰ συμβιβάζῃ τὰ ἴδια αὑτοῦ συμφέροντα πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς πολιτείας, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει· καθὼς γνωρίζω ὡσαύτως, ὅτι, ἂν ὅλαι αἱ ἀπόπειραι καὶ προσπάθειαι πρὸς συμβιβασμὸν τῶν ἰδίων αὑτοῦ συμφερόντων πρὸς τὰ κοινὰ συμφέροντα ἀποτύχωσιν, ὅτι τῷ ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον νὰ ὑποτάξῃ τὰ ἴδια αὑτοῦ συμφέροντα εἰς τὰ συμφέροντα τὰ κοινά. Ἤκουσα, κύριοι, τὸν πανηγυρικὸν τῶν κομμάτων· τὸν ἤκουσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀπὸ τῶν χειλέων ἀνδρὸς ἐπιφανοῦς, ὁ ὁποῖος καὶ τώρα ἀκόμη ἔχει ἐν χερσὶ τοὺς οἴακας τῆς πολιτείας. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν ἔχω ἐντελῶς σύμφωνον γνώμην μὲ τὸν ἔντιμον τοῦτον πολιτευόμενον· εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν ἔχω ἐντελῶς σύμφωνον καὶ ὡς πρὸς τὰς περὶ κομμάτων γνώμας του· καὶ ἐπειδὴ διαφωνῶ περὶ τούτου, ἐξαιτοῦμαι τὴν συνδρομὴν ὅλων ὑμῶν, ἵνα συντελέσητε πάντες εἰς τὸ νὰ ὑποβοηθήσωμεν τὰ κόμματα νὰ γένωνται βελτίονα ἀπὸ ὅ,τι εἶναι ἤδη. Τὰ κόμματα θεωρῶ ἀληθῶς ἀναγκαῖα, καὶ διὰ τοῦτο πολιτευόμενος, μ’ ὅλον ὅτι εἶχον ὑπ’ ὄψιν τακτικὴν, ἥτις κατὰ τὸ παρελθὸν ἐξυπηρέτησε τοὺς σκοποὺς τῶν πολιτευομένων, διὰ τοὺς ὁποίους οὗτοι εἶχον προσφύγει εἰς αὐτὴν, μ’ ὅλον ὅτι, λέγω, κατὰ τὸ παρελθὸν ἀδυσώπητός τινων πόλεμος κατὰ τινων ἐκ τῶν κομμάτων καὶ κατὰ τῶν ἄλλων πολιτευομένων ἐξυπηρέτησε πολλάκις τοὺς σκοποὺς πολιτικῶν ἀνδρῶν, ἐγὼ οὐδέποτε μετῆλθον τὴν πολιτικὴν ταύτην. Προετίμησα τὴν ἀφασίαν καὶ τὴν σιωπὴν μᾶλλον παρὰ νὰ συντελέσω εἰς τὴν κατάπτωσιν ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ κοινοῦ, εἴτε πολιτευομένου ἀνδρὸς, εἴτε κόμματος. Ἀλλὰ μὲ ὅλην τὴν εὐλάβειαν, τὴν ὁποίαν ἔχω πρὸς πάντας τοὺς πολιτευομένους καὶ τὰ κόμματα, δὲν σᾶς τὸ κρύπτω, ἔχω διακαῆ πόθον νὰ ἴδω τὰ κόμματα τῆς πατρίδος μου καλλίτερα ἀπὸ ὅ,τι εἶναι, καὶ δὲν δύναμαι νὰ τὰ ἴδω παρὰ ἐὰν οἱ ἡγέται αὐτῶν θυσιάσωσι πρὸς στιγμὴν τὰ ἴδιά των συμφέροντα. Νομίζω, κύριοι, ὅτι σᾶς ἐκούρασα· ἡ ὕλη εἶναι πλουσία, τὰ συμφέροντα περὶ τῶν ὁποίων συζητοῦμεν εἶναι μέγιστα. Ἀπὸ 400 καὶ πλέον ἐτῶν ὁ ἑλληνισμὸς δὲν εὑρέθη εἰς τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται σήμερον, διότι πρὸ 400 ἐτῶν ὑπάρχει ἀκλόνητον τὸ ἐν τῇ Ἀνατολῇ καθεστώς· καὶ δὲν ἠξεύρω ἂν κλονίζηται τώρα, ἀλλὰ φαινόμενα ὑπάρχουσι πολλὰ, τὰ ὁποῖα ἐνδέχεται νὰ πείσωσί τινα, ὅτι καὶ οἱ κλονισμοὶ τοῦ καθεστῶτος τούτου δὲν εἶναι ἀπίθανοι. Ἴσως ὁ ἑλληνισμὸς εὑρέθη εἰς παραπλησίαν θέσιν κατὰ τοὺς χρόνους, καθ’ οὓς οἱ Σουλτάνοι, ἐστρατοπεδευμένοι εἰς Ἀνδριανούπολιν καὶ εἰς Προῦσαν, ἠπείλουν τὸ Βυζάντιον. Καὶ ἂν ἐξετάσῃ τις τὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκετο τότε ἡ φυλὴ ἡμῶν, καὶ παραβάλῃ αὐτὰς πρὸς τὰς περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελεῖ νῦν, ἴσως εὕρῃ ὅτι καὶ ἡ ἐποχὴ ἐκείνη δὲν δύναται νὰ παραβληθῇ πρὸς τὴν ἐνεστῶσαν. Διὰ τοῦτο θαῤῥούντως παρακαλῶ τὸ κοινοβούλιον νὰ βασανίσῃ τὴν γνώμην μου, καὶ ἂν τὴν εὕρῃ κἄπως εὔλογον, παρακαλῶ αὐτὸ νὰ λησμονήσῃ τὰς διαιρέσεις, εἰς τὰς ὁποίας τὰ μέλη αὐτοῦ τυγχάνουσι κατατεταγμένα, καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτήν. Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ ὅτι ὁ πατριωτισμὸς τῶν ἡγητόρων τῶν κομμάτων θέλει ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἀξίωσίν μου ταύτην. Διὰ νὰ καταστῶ δὲ ἔτι μᾶλλον πρακτικὸς κατὰ τὴν δηλωθεῖσάν μοι ἐπιθυμίαν, προβάλλω καὶ θέμα ἡμερησίας διατάξεως, τὸ ἀκόλουθον. «Ἡ Βουλὴ, εὐχομένη νὰ ἴδῃ συμπράττοντας ἐν τῇ κυβερνήσει πάντας τοὺς ἡγήτορας τῶν διαφόρων ἀποχρώσεων, πρὸς ἀναπλήρωσιν τῆς διὰ τὸ κρίσιμον τῶν καιρῶν ἀνεπαρκείας τῆς ὑπαρχούσης κυβερνήσεως, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»
§60ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ κηρυχθῇ κατεπείγουσα, κ. πρόεδρε.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίς ζητεῖ τὸν λόγον;
§62ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, αὔριον. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 6 μ. μ.)