1876.10.27
1,524 rows · 12,777 words · 54 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 18
τῆς 27 Ὀκτωβρίου 1876.
(Τετάρτη.)
Ὥρᾳ 2 μ. μ.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἔφορος τοῦ βουλευτηρίου κατέθηκε τὴν παραίτησιν αὐτοῦ (ἀναγινώσκει). Ἐν Ἀθήναις, τῇ 27 Ὀκτωβρίου 1876. Πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἀπαλλάξῃ τῶν καθηκόντων τοῦ Ἐφόρου τοῦ βουλευτηρίου, νὰ δεχθῇ δὲ τὴν ἔκφρασιν τῆς εὐλαβοῦς εὐγνωμοσύνης μου ἐπὶ τῷ ἐσχάτως δοθέντι δείγματι τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Ἔφορος τοῦ βουλευτηρίου
ΤΙΜΟΛΕΩΝ ΦΙΛΗΜΩΝ.
§2ΤΙΝΕΣ. Τίνα λόγον ἔχει ὁ κ. Φιλήμων καὶ παραιτεῖται;
§3ΦΙΛΗΜΩΝ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν παραίτησίν μου, νὰ μὴ ζητήσῃ δὲ ἐξηγήσεις διὰ τὸν λόγον τῆς παραιτήσεως.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Φιλήμονος νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν τὴν παρεδέχθη.
§5ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐγὼ ἐννοῶ ὅτι εἶμαι παρῃτημένος, κ. πρόεδρε.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γεωργακόπουλος ὑπέβαλε βούλευμα τοῦ συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν Ναυπλίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἀφίνεται προσωρινῶς ἐλεύθερος καὶ διατάσσεται ἡ ἐκ τῶν φυλακῶν ἀπόλυσίς του, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἄλλος λόγος καταδιώξεως. Τὸ βούλευμα αὐτὸ ἀποφαίνεται, ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις ἐπὶ τοῦ παρόντος προφυλακίσεως, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ἀποφαίνεται ἐπὶ τῆς κατηγορίας.
§7ΡΩΜΑΙΟΣ. Μὰ ἀφοῦ δὲν εἶναι εἰς τὰς φυλακὰς, δὲν ἠμποροῦμεν....
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίς ζητεῖ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος;
§9ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ὁμιλήσῃ.
§10ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι βαίνομεν καλῶς· ὅποιος θέλει ἂς ὁμιλήσῃ (ἱλαρότης).
§11ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν τί ἄλλο ἔχομεν, κύριε πρόεδρε; (Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Τσαμαδός.)
§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Προκειμένου, κύριοι, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ὑποβληθέντων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νομοσχεδίων καὶ χαρακτηρισθέντων παρ’ αὐτῆς ὡς νομοσχεδίων ἐθνικῆς παρασκευῆς, ἔργον πρώτιστον ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῶν, νὰ ἐξετάσωμεν τὰς βάσεις τῶν νομοσχεδίων τούτων, ἵνα ἴδωμεν ἂν ἀνταποκρίνωνται εἰς τὴν ἰδέαν, ἣν ἡμεῖς ἐμορφώσαμεν περὶ τῆς ἀνάγκης τῶν περιστάσεων· ἔχομεν προσέτι καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐξετάσωμεν τίνες θέλουσιν ἐφαρμόσει τὰ ὑπὸ τῶν νομοσχεδίων τούτων τιθέμενα, διότι τὸ ζήτημα τῆς ἐκτελέσεως εἶναι πολλάκις σπουδαιότερον τοῦ ζητήματος τοῦ οὐσιαστικοῦ. Καὶ ἐν πρώτοις ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ νομοθετήσωμεν περὶ παρασκευῶν, καὶ ὡς πρὸς ταύτην δὲν ὑπάρχουσι, νομίζω, οὔτε ἐν τῷ ἔθνει οὔτε ἐν τῷ βουλευτηρίῳ δύο γνῶμαι, οἱ πάντες συμφωνοῦσιν· ἀλλ’ ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν οἱ συμφωνοῦντες περὶ τῆς λέξεως «παρασκευαὶ» συμφωνῶσι καὶ περὶ τῆς ἐννοίας. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἐν τῇ εἰσαγωγικῇ αὐτοῦ ὁμιλίᾳ, μᾶς εἶπεν ὅτι ἦτο ἀνέκαθεν ὑπὲρ τῶν παρασκευῶν, ὅτι ἦτο ὑπὲρ τῶν παρασκευῶν οὐ μόνον κατὰ τὸ 1867, ὅτε ὑπῆρχον ἔκτακτοι ἀνάγκαι, ἀλλ’ ἦτο ὑπὲρ τῶν παρασκευῶν καὶ κατὰ τὸ 1870 καὶ 1871, ὅτε ἐπίσης ἦτο πρωθυπουργὸς καὶ ὅτε δὲν ὑπῆρχον ἔκτακτοι ἀνάγκαι. Λέγων σήμερον, ὅτι εἶναι ὑπὲρ τῶν παρασκευῶν, ὅπως ἦτο καὶ πρότερον, ποίας ἐννοεῖ παρασκευάς; τὰς παρασκευὰς τὰς τακτικάς, τὰς παρασκευὰς ἐκείνας, περὶ τῶν ὁποίων ἕκαστον ἔθνος, ὅπερ θέλει νὰ κατέχῃ ἀξιοπρεπῶς τὴν θέσιν αὑτοῦ ἐν τῷ κόσμῳ, ὀφείλει πάντοτε νὰ προνοῇ, ἢ εἶχε τὴν ἰδέαν, ὅτι εὑρίσκεται ἡ Ἑλλὰς, ὁ Ἑλληνισμὸς, σήμερον ἐν περιστάσεσιν ἐκτάκτοις, ἐπιβαλλούσαις ἔκτακτα μέτρα; Τὰ ὑποβληθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως σχέδια ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἔχει ἡ Κυβέρνησις τὴν συνείδησιν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τῶν τακτικῶν παρασκευῶν, περὶ ὧν, ὡς εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἐπρονόησεν ἐν ἔτει 1871, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἐκτάκτου ἀνάγκης καὶ περὶ μέτρων, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴν γνώμην του, θέλουσιν ἐπαρκέσει εἰς τὴν ἔκτακτον ταύτην ἀνάγκην. Καθῆκον λοιπὸν ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὰ νομοσχέδια ταῦτα ὑπὸ τὴν διπλῆν ταύτην ἔποψιν, νὰ ἐξετάσωμεν δηλαδὴ ἂν πληρῶσι τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πρωθυπουργοῦ ὡς μέτρα ἐκτάκτου παρασκευῆς, νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ἡμεῖς ἀποδεχώμεθα τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ γείνωσιν ἔκτακτοι παρασκευαὶ, νὰ ἐξετάσωμεν δὲ συνάμα καὶ τρίτον ζήτημα, ἂν μετὰ τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν, καθ’ ἣν περίπτωσιν ἠθέλομεν θεωρήσει ταύτας ἀναγκαίας, δύνανται νὰ συμβαδίσωσι καὶ αἱ τακτικαὶ παρασκευαὶ, διότι τὰ νομοσχέδια, ἂν ᾖναι νομοσχέδια ἐν μέρει ἐκτάκτων παρασκευῶν, εἶναι ὅμως ἐν μέρει καὶ νομοσχέδια τακτικῶν παρασκευῶν· ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι, ὅτι μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχουσι καὶ νομοσχέδια ἑτοιμασθέντα παρὰ τῆς προκατόχου κυβερνήσεως, ὅτε δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἐκτάκτου παρασκευῆς. Εἰς τὴν μελέτην λοιπὸν ταύτην θέλω προβῆ, ἀλλὰ συνάμα μετὰ τῆς μελέτης ταύτης θέλω προβῆ καὶ εἰς ἑτέραν μελέτην, θέλω ἐξετάσει κατὰ πόσον ἡ σημερινὴ κυβέρνησις ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς πολιτικῆς, θέλω ἐξετάσει κατὰ πόσον ἡ σημερινὴ κυβέρνησις δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὰ σχέδια ταῦτα, ἂν ᾖναι τοιαῦτα ὁποῖα θεωροῦμεν ἀναγκαῖα, καὶ ἂν ἡ κυβέρνησις ἡ σημερινὴ δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀνάγκας ταύτας, θέλω ἐξετάσει πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σχηματισθῇ τοιαύτη κυβέρνησις, διότι ἐπὶ ἁπάντων τῶν ζητημάτων ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἐπικρίνειν μόνον χωρὶς νὰ παρουσιάζωσιν οἱ ἐπικρίνοντες καὶ ἰδέαν θετικὴν ἀντίθετον. Ἐν Ἑλλάδι, δυστυχῶς, ὅπως ὑπὸ τῆς διπλωματίας ἐμορφώθη τὸ κράτος τοῦτο, τὰ πάντα ἐν τῇ πολιτικῇ καὶ τῇ διοικήσει εἶναι ἐξ ἀνάγκης ἀτελῆ· δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῷ κράτει τούτῳ τὰ ἀναγκαῖα στοιχεῖα ὅπως μορφῶνται τὰ νομοθετήματα, ὅπως ἐκτελῶνται τὰ τῆς διοικήσεως μετὰ τῆς ἐντελείας ἐκείνη, μεθ’ ἧς μορφοῦνται καὶ ἐκτελοῦνται εἰς ἄλλα κράτη· δὲν ἀρκεῖ λοιπὸν ἐπικρίνοντες τὰ γενόμενα νὰ λέγωμεν, ὅτι ταῦτα παρουσιάζουσι τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ πλημμέλημα, πρέπει, ἐξ ἀντιπαραβολῆς πρὸς τὰ προτεινόμενα, νὰ ἐκθέσωμεν καὶ ἡμεῖς ἰδίαν θετικὴν γνώμην, ἵνα δύνηται ὁ ἀκούων, παραβάλλων ταῦτα πρὸς ἐκεῖνα, νὰ ἀποφαίνηται· δὲν ἀρκεῖ νὰ εἴπωμεν καὶ νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι ἡ κυβέρνησις, ὡς ἐμφαίνει ἡ μέχρι τοῦδε διαγωγὴ αὐτῆς, δὲν δύναται νὰ διεξαγάγῃ τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον μᾶς προτείνει, ἀλλὰ πρέπει ἡμεῖς νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι δύναται καὶ ἡ Βουλὴ, ἐὰν καταψηφίσῃ τῆς παρούσης κυβερνήσεως, νὰ ἀντικαταστήσῃ αὐτὴν δι’ ἄλλης ἱκανῆς ἵνα ἐκπληρώσῃ τὸ ἔργον, ὅπερ φρονοῦμεν ὅτι αὐτὴ δὲν δύναται νὰ διεξαγάγῃ. Ὡς πρὸς τοῦτο, κύριοι, φρονῶ ὅτι ἡ συζήτησις, τῆς ὁποίας ἐπιλαμβάνεται σήμερον ἡ Βουλὴ, εἶναι σπουδαιοτάτη, διότι, ὡς σήμερον ἔχουσι τὰ τῶν κομμάτων ἐν τῇ Βουλῇ, βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ ἐλπίσῃ, ὅτι θέλει ἐξ αὐτῶν προκύψει κυβέρνησις ἰσχυρὰ, κυβέρνησις, ὁποίαν καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ τόπος σήμερον ἀπαιτοῦσιν. Ἤκουσα προχθὲς τὸν πανηγυρικὸν τῶν κομμάτων τούτων καὶ ἐλυπήθην σφόδρα· ἐνόμιζα, ὅτι τὸ πρῶτον βῆμα εἰς τὴν διόρθωσιν εἶναι ἡ ἀναγνώρισις τοῦ κακοῦ· καὶ βεβαίως εἶναι λυπηρὸν νὰ ἀκούωμεν ἐκ στόματος τοῦ πρωθυπουργοῦ, ὅτι θεωρεῖ τὰ ὑπάρχοντα κόμματα ὡς καλῶς ἔχοντα ἐν τῇ συστάσει αὐτῶν. Ἐγὼ τοὐναντίον, θεωρῶν ὅτι ἄνευ κομμάτων τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἶναι ἀναρχία, πιστεύω ὅτι πρῶτον βῆμα, ἵνα δυνηθῇ τὸ πολίτευμα τοῦτο νὰ λειτουργήσῃ, εἶναι ἡ σύστασις κομμάτων ὁποῖα τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἀπαιτεῖ, καὶ τὸ λέγω παῤῥησίᾳ, διότι νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὁμιλῶμεν ἐν τῷ κοινοβουλίῳ ἄνευ ἐπιφυλάξεων, τὰ κόμματα, ὡς σήμερον ἔχουσι, δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὴν ἰδέαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἀλλ’ ἂν κακῶς ἔχωσι τὰ τῶν κομμάτων ἐν τῇ Βουλῇ, πῶς δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἡ διόρθωσις; καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ὁ πρωθυπουργὸς σᾶς ἔφερε πρότασιν, εἰπὼν ὅτι τείνει τὴν χεῖρα πρὸς τὰ ἄλλα κόμματα, ἀπεκδεχόμενος ἤδη τὴν ἀποδοχὴν τῆς προτάσεως αὐτοῦ ταύτης, καί τοι αἱ πρότερον παρ’ αὐτοῦ γενόμεναι ἀπόπειραι ἀπέτυχον. Ἀγνοῶ, τὸ κατ’ ἐμὲ, ποῖαι ἀπόπειραι ἐγένοντο· περὶ τούτου δὲν ἔσχον ἀφορμὴν νὰ πληροφορηθῶ, ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἀφοῦ τοιαύτη ἐγένετο πρότασις ἐν τῇ Βουλῇ, καθῆκον ἔχει ἡ Βουλὴ σήμερον, ὅτε θὰ προβῇ εἰς ἐργασίας τῷ ὄντι ἐθνικὰς καὶ ἐκτάκτους, νὰ ἐξετάσῃ τὴν πρότασιν, ἵνα ἴδῃ ἂν ἐπ’ αὐτῆς δύναται νὰ οἰκοδομηθῇ τι. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου λέγω καθαρὰ τὴν γνώμην μου. Δὲν θεωρῶ συμφέροντα εἰς τὸ κράτος τὸν σχηματισμὸν συμμαχικῆς κυβερνήσεως, δὲν συμφωνῶ πρὸς σχηματισμὸν τοιαύτης κυβερνήσεως ἐν γένει, ἰδίᾳ δὲ ὅταν αἱ περιστάσεις ἦναι σπουδαῖαι καὶ ἔκτακτοι. Εἰς τοιαύτας περιστάσεις ἀπαιτεῖται κυβέρνησις ἰσχυρὰ, κυβέρνησις ἔχουσα ἑνότητα· αἱ δὲ συμμαχικαὶ κυβερνήσεις εἶναι πάντοτε ἀνίσχυροι, στεροῦνται τοῦ πρώτου τῆς ἰσχύος στοιχείου, τῆς ἑνότητος. Τί εἶναι ἡ συμμαχικὴ κυβέρνησις, κατὰ τί διαφέρει ἡ συμμαχικὴ κυβέρνησις ἀπὸ τῆς κυβερνήσεως τῆς ἑνιαίας; διαφέρει κατὰ τοῦτο, ὅτι ἐν τῇ ἑνιαίᾳ κυβερνήσει οἱ πάντες ἀποβλέπουσιν εἰς ἕνα σκοπὸν, οἱ πάντες ἀποβλέπουσιν εἰς τὴν ἐπιτυχῆ διεξαγωγὴν τοῦ ἑνιαίου ἔργου τῆς κυβερνήσεως· ἐν τῇ συμμαχικῇ κυβερνήσει ὑπάρχουσι δύω σκοποί· ἕκαστος εἰσέρχεται εἰς τὴν κυβέρνησιν καὶ διαμένει ἐν αὐτῇ ὑπὸ ἐπιφύλαξιν, ἕκαστος ἔχει κατὰ νοῦν, ὅτι θέλει παύσει συμπράττων μετ’ ἐκείνου, μεθ’ οὗ ἐν τῇ κυβερνήσει συμπράττει, καὶ ἐργάζεται ὑπὲρ τῆς μελλούσης αὐτοῦ καταστάσεως· τοιαύτη δὲ ἐργασία φέρει εἰς τὴν ἀποσύνθεσιν. Σήμερον ἡ κυβέρνησις πρέπει νὰ ἔχῃ μίαν μόνον σκέψιν, οὐχὶ τὴν κομματικὴν σκέψιν τῶν ἀποτελούντων αὐτὴν, ἀλλὰ τὴν σκέψιν τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος. Ὅταν δὲ λέγω ὅτι ἀποκρούω τὴν συμμαχικὴν κυβέρνησιν, δὲν ἐννοῶ ὅτι τὰ κόμματα δὲν δύνανται καὶ νὰ συμπράττωσιν ἄνευ τῆς ἀποτελέσεως κοινῆς κυβερνήσεως, δὲν ἐννοῶ ὅτι θέλω τὰ κόμματα νὰ εὑρίσκωνται εἰς ἐχθρότητα πρὸς ἄλληλα· ἀπεναντίας ἐννοῶ τοῦτο, ὅτι ἐκεῖνοι μόνον πρέπει νὰ συμπράττωσιν ἐν τῇ κυβερνήσει, οἵτινες ἐπὶ τῶν συζητήσεων καὶ τῶν πραγμάτων ἀπέδειξαν, ὅτι ἐπὶ τῶν θεμελιωδῶν κυβερνητικῶν ζητημάτων ἔχουσιν ἑνιαίαν γνώμην, ἐκεῖνοι δὲ, οἵτινες ἔχουσιν ἐναντίαν γνώμην, πρέπει νὰ τηρήσωσι τὴν θέσιν των ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει. Πολὺ ἀπέχω τοῦ νὰ θεωρῶ ὀρθὴν τὴν γνώμην, ἥτις ὀρθὴ θεωρεῖται παρὰ πολλῶν, ὅτι ἐν περιστάσεσιν ὁποῖαι αἱ σημεριναὶ, ὅτε πρόκειται τὸ ἔθνος νὰ ἐπιβαρυνθῇ δι’ ὑποχρεώσεων μεγάλων, ὅτε πρόκειται νὰ διατρέξωμεν ἴσως καὶ κινδύνους σπουδαίους, ὅτι εἶναι πρέπον ἐν τοιαύταις περιστάσεσι νὰ εὑρίσκωνται ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς Βουλῆς ἐντὸς τῆς Κυβερνήσεως. Κατ’ ἐμὲ, ἀπεναντίας, ἐν τοιαύταις περιστάσεσι πρέπει νὰ πολλαπλασιάζωμεν τὰς ἐγγυήσεις· πρωτίστη δὲ ἐγγύησις συνταγματικῆς κυβερνήσεως εἶναι ἡ ὕπαρξις ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ πρότασις περὶ καταργήσεως τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἶναι πρότασις ἐθνοφόρος. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ὅ,τι ἐπιθυμῶ εἶναι νὰ ἴδω ἕκαστον ἐργαζόμενον εὐσυνειδήτως· νὰ ἴδω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκ τῆς εὐσυνειδήτου ἐξετάσεως τῶν ζητημάτων πεισθῶσιν, ὅτι δύνανται νὰ συμπράξωσιν, ἐκεῖνοι μόνον νὰ συμπολιτευθῶσιν· ὅσοι δὲ εὐσυνειδήτως φρονοῦσι τὰ ἐναντία, νὰ διατηρήσωσι τὴν ἔντιμον θέσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλεγκτοῦ. Τοιαύτην ἔχω γνώμην περὶ τῆς γενομένης προτάσεως· εἶναι γνώμη ἀρνητικὴ, μὴ ἀποδοχῆς· ποία ὅμως εἶναι ἡ θετική; διότι πάντοτε ὀφείλει τις ἐν Ἑλλάδι παρὰ τὴν ἀρνητικὴν γνώμην νὰ ἐκφράζῃ καὶ θετικήν· πῶς φρονῶ ἐγὼ, ὅτι δύναται νὰ σχηματισθῇ Κυβέρνησις ἰσχυρὰ ἐντὸς Βουλῆς καταμεμερισμένης, ὡς ἡ παροῦσα, εἰς πολλὰ κόμματα; Εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται νὰ ἐπικαλῆται τὸν ἴδιον πατριωτισμὸν κατὰ τῶν ἄλλων, οὐδ’ ἐν ὀνόματι τοῦ πατριωτισμοῦ νὰ παρακελεύῃ ἄλλους δῆθεν ὑστεροῦντας νὰ πράττωσιν ὅ,τι αὐτὸς φρονεῖ συμφέρον τῷ ἔθνει, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὅλοι δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν ἄλλων πλήρη πεποίθησιν· καὶ πιστεύω ὅτι δὲν ὑπάρχει εἷς ἐξ ἡμῶν ὁ θέτων ἐν ἀμφιβολίᾳ τὴν ἀλήθειαν τῆς σκέψεως, ἣν ἤδη θὰ εἴπω· ὅτι ἂν, ἐξεταζομένων ἁπάντων τῶν ζητημάτων τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν γενικὴν πολιτικὴν τοῦ κράτους ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εὑρεθῇ σημεῖον ἑνώσεως, εἴτε μεταξὺ ὅλων εἴτε μεταξὺ τινῶν, τὸ σημεῖον τοῦτο τῆς ἑνώσεως ἐπὶ τῶν πραγμάτων θέλει ἀποδειχθῆ σημεῖον ἑνώσεως τῶν προσώπων καὶ τῶν κομμάτων. Οὐδεὶς, εἶμαι πεπεισμένος, ὑπάρχει ἐν τῇ Βουλῇ, ὅστις βλέπων, ὅτι εἰς τὰ πράγματα συμφωνεῖ μετ’ ἄλλου, θέλει ἀποστῆ ἀπ’ αὐτοῦ ἐν τῇ ἐνεργείᾳ, μόνον καὶ μόνον ἵνα διατηρήσῃ τὴν θέσιν του ἐν προσωπικῷ κόμματι. Τὸ συμπέρασμά μου εἶναι, ὅτι ἐν τῇ πρώτῃ ταύτῃ τῆς ἐνεστώσης συνόδου πολιτικῇ συζητήσει ὀφείλομεν νὰ προβῶμεν εἰς ἐξέτασιν ἁπάντων τῶν ζητημάτων τῆς γενικῆς πολιτικῆς. Ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὰ νομοσχέδια ἐν ἁπάσαις ταῖς οὐσιώδεσιν αὐτῶν διατάξεσιν, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὰ τῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως, οὐχὶ κυρίως ἵνα ἐλέγξωμεν αὐτὴν, ἀλλ’ ἵνα ἀνεύρωμεν εἰς τὰ πεπραγμένα, εἰς τὰ σφάλματα αὐτῆς, τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν ν’ ἀκολουθήσωμεν. Δὲν ἐννοῶ διὰ τούτου, ὅτι ὀφείλομεν νὰ παραιτηθῶμεν τοῦ δικαιώματος καὶ τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ ἐλέγχου τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπεναντίας, ἐν ὁμαλαῖς περιστάσεσι τὸ πρῶτον ἔργον τοῦ συνερχομένου Κοινοβουλίου εἶναι ὁ ἔλεγχος τῆς παρελθούσης διαγωγῆς τῆς Κυβερνήσεως· τὸν ἔλεγχον τοῦτον δὲν πρέπει νὰ παραιτήσωμεν καὶ ἤδη ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην τὴν συνήθη καὶ τὴν κανονικήν· ἀλλὰ πιστεύω ὅτι ὅλοι ἀναγνωρίζετε, ὅτι ἐν τῇ ἐννοίᾳ ταύτῃ καθίσταται ὅλως δευτερεύων ὁ ἔλεγχος, ἀπέναντι τῆς ἄλλης αὐτοῦ ἐννοίας τῆς ἀφορώσης εἰς τὴν γενικὴν πολιτικήν. Ἡ διάκρισις αὕτη ἔχει τοῦτο τὸ σπουδαῖον, ὅτι, ἂν τὴν παραδεχθῶμεν ἅπαντες οἱ ἐπιληφθησόμενοι τῆς συζητήσεως ταύτης, θέλομεν διατηρήσει τὴν συζήτησιν εἰς τὸ ὑψηλὸν σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἵσταται. Βεβαίως, ἐξετάζοντες τὰ τῆς Κυβερνήσεως, πολλὰ θὰ εἴχομεν νὰ εἴπωμεν περὶ τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως· ἀλλὰ, τὸ κατ’ ἐμὲ, θέλω παραλείψει τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ θέλω περιορισθῆ εἰς ἐξέτασιν τῶν πράξεων τῶν σχετιζομένων πρὸς τὰ νομοσχέδια. Ἐπιχειρῶ λοιπὸν τὴν ἐξέτασιν τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, ἵνα κατόπιν προβῶ καὶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν μέτρων, ἅτινα ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλήν. Ἐξετάζων δὲ τὰ μέτρα ταῦτα, ἡ πρώτη ἐρώτησις ἣν θέτω εἰς ἐμαυτὸν εἶναι, διατί τὰ νομοσχέδια παρουσιάζονται σήμερον, διατί δὲν παρουσιάσθησαν ταῦτα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τακτικὴν Σύνοδον, διατί, ἀφοῦ δὲν παρουσιάσθησαν κατὰ τὴν τακτικὴν Σύνοδον, διατί δὲν παρουσιάσθησαν ἐν ἐκτάκτῳ Συνόδῳ; Ἡ ἀνάγκη, ἥτις σήμερον εἶναι καταφανὴς, ἆρα δὲν ὑπῆρχεν, ὅτε ἡ Βουλὴ συνεδρίαζεν ἐν τῇ πρώτῃ αὐτῆς τακτικῇ συνόδῳ; δὲν ὑπῆρχε τότε ἐν πλήρει ἀκμῇ ἡ ἐπανάστασις τῆς Ἑρζεγοβίνης καὶ Βοσνίας; δὲν εἶχε χρεωκοπήσει τὸ γεῖτον ἡμῶν κράτος κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ δὲν εἶχεν ἐπέλθει ἡ τροπὴ τῆς εὐρωπαϊκῆς πολιτικῆς, ἥτις καθίστα τὴν κατάστασιν ἐκείνην ἀνεπανόρθωτον; Τὰ πράγματα ἐν τῇ Ἀνατολῇ εἶχον λάβει τοιαύτην μεταβολὴν, ὥστε πᾶσαι αἱ ἐπικράτειαι, καὶ αἱ μᾶλλον ἄσχετοι πρὸς τὸ ζήτημα, ἐδέησε νὰ λάβωσι μέτρα πολιτικῆς νέας. Οὕτως ἐσκέφθησαν αἱ Κυβερνήσεις ὅλων τῶν Ἐπικρατειῶν· μόνον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐθεώρησε τὰ ζητήματα ταῦτα ἄσχετα πρὸς τὸ ἑλληνικὸν κράτος, καὶ οὐχὶ μόνον νομοσχέδια ἐκτάκτου παρασκευῆς δὲν παρουσιάσθησαν εἰς τὴν παρελθοῦσαν τακτικὴν σύνοδον, οὐχὶ μόνον δὲν συνεκλήθη ἡ Βουλὴ εἰς ἔκτακτον σύνοδον, ἀλλ’ οὐδὲ καὶ αὐτὴν τὴν τακτικὴν παρασκευὴν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀναγγείλει ἀπὸ τοῦ θρόνου ἐν τῷ βουλευτηρίῳ ὁ Βασιλεὺς, οὐδὲ τὰ τῆς τακτικῆς παρασκευῆς νομοσχέδια ἠξίωσεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ ἐν τῇ συνόδῳ ἐκείνῃ. Εἶχε συνταχθῆ, κατ’ ἐντολὴν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὡς μέτρον τακτικῆς τοῦ κράτους παρασκευῆς, νομοσχέδιον περὶ γενικῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας τῶν Ἑλλήνων. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἀντὶ νὰ ὑποβληθῇ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συνόδου πρὸς συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν, ὑπεβλήθη τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ὑπὸ τοῦ προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἔσπευσε νὰ δηλώσῃ, ὅτι δὲν υἱοθετεῖ αὐτὸ καὶ ὅτι τὸ ὑποβάλλει μόνον ἵνα συζητηθῇ ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Ἐγένετο πρότασις καθαρῶς ἀκαδημαϊκὴ, ὅτε αἱ περιστάσεις ἀπῄτουν μέτρα δραστήρια, πρὸς ἀνυπέρθετον ἐφαρμογήν. Ἀπηξίωσε λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις καὶ αὐτὰ τὰ τῆς κανονικῆς παρασκευῆς νὰ εἰσαγάγῃ καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ ἐν τῇ παρελθούσῃ συνόδῳ τῆς Βουλῆς, περὶ δὲ ἐκτάκτου παρασκευῆς οὐδὲν ἔλαβε μέτρον. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὸ τέλος τῆς τακτικῆς συνόδου τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις; ἆρά γε ἠσχολήθη, διότι τοῦτο μόνον ἠδυνάμην νὰ θεωρήσω δικαιολόγησιν, ἠσχολήθη εἰς ἐκτέλεσιν μέτρων, ὧν ἄνευ ἡ ὑποβολὴ νομοσχεδίων ἐκτάκτων παρασκευῶν οὐδεμίαν θὰ εἶχεν ἔννοιαν; Ὅτε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τακτικὴν σύνοδον εἶδον τὴν Κυβέρνησιν μηδὲν προτείνουσαν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς δημοσίας πίστεως ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἐνόμισα, ὅτι διεξῆγε διαπραγματεύσεις πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἠδύναντο νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῆς πίστεως ταύτης, καὶ ὅτι, ἂν δὲν εἰσήγαγε μέτρον, δὲν τὸ εἰσήγαγε, διότι δὲν εἶχον εἰσέτι φέρει ἀποτέλεσμα αἱ διαπραγματεύσεις αὗται. Ἀνέμενον ἐν τῇ ἐνεστώσῃ συνόδῳ νὰ ἴδω τὸ ἀποτέλεσμα τῶν διαπραγματεύσεων τούτων, ἢ νὰ μάθω τί περὶ αὐτῶν. Ἀλλὰ τὸ μέτρον τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ τρόπος διὰ τοῦ ὁποίου ὁ κ. πρωθυπουργὸς ὑπεστήριξεν αὐτὸ ἀπέδειξαν, ὅτι ἐν τῷ νῷ τῆς Κυβερνήσεως τοιαῦται διαπραγματεύσεις ἦσαν περιτταί· ἂν δὲ δὲν εἰσήγαγε τοιοῦτον μέτρον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, δὲν τὸ εἰσήγαγε, διότι δὲν ἐθεώρει τότε ἀναγκαῖον νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς δημοσίας πίστεως τῆς Ἑλλάδος. Θὰ ἔλθω κατόπιν ἐν λεπτομερείᾳ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ θέματος τούτου καὶ θὰ ἀναπτύξω ἣν ἔχω γνώμην, ὅτι τὸ ἤδη προτεινόμενον μέτρον, ἀντὶ νὰ συντελέσῃ εἰς ἀνόρθωσιν τῆς πίστεως, θέλει φέρει ἠθικὴν καὶ οἰκονομικὴν βλάβην εἰς τὸ κράτος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ· ἀλλ’ ἂν ἐν τῷ πνεύματι τῆς Κυβερνήσεως τοιοῦτον μέτρον ἐχρειάζετο, διὰ τί τὸ μέτρον τοῦτο δὲν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐν τῇ πρώτῃ αὐτῆς συνόδῳ; Ἄν δὲ δὲν ὑπέβαλε μέτρα στρατιωτικά, ὑπέθεσα ὅτι καταγίνεται εἰς ἐξέτασιν τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων δύνανται νὰ πραγματοποιηθῶσι τὰ νομοθετηθησόμενα, ὑπέθεσα ὅτι προέβη εἰς μελέτας περὶ τῶν ναυτικῶν παρασκευῶν τῶν ἄλλων ἐθνῶν, καὶ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἠδύνατο κράτος μικρὸν καὶ οὐχὶ εὔπορον νὰ καταρτίσῃ πολεμικὸν ναυτικόν. Ἀλλ’ εἰς τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια οὐδεμίαν βλέπω περὶ ναυτικοῦ ἰδέαν, οὐδὲν μέτρον, οὐδεμίαν μελέτην, οὐδεμίαν παρασκευήν· ἡ ἔλλειψις δὲ τοιαύτης προνοίας δεικνύει, ὅτι ἐθεώρει ἡ κυβέρνησις τὰ μέτρα ταῦτα περιττά. Ἐφρόντισε κἂν περὶ ἀποκτήσεως ὅπλων, ὥστε ὁ νόμος ὁ ἔκτακτος περὶ ἐκγυμνάσεως τῶν πολιτῶν νὰ ἔχῃ ἔννοιαν; Οὐδεμίαν ἔλαβε φροντίδα· διότι δὲν πιστεύω ὅτι χιλιάδες τινὲς ὅπλων, τὰς ὁποίας ἠγόρασε, δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς φροντίς. Ἡ ἀξίωσις, ὅτι τοιαύτη ἀγορὰ σχετίζεται μετὰ τῶν παρασκευῶν, προσβάλλει τὸ ἔθνος. Μετὰ παρέλευσιν δὲ τοσούτου χρόνου, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκτάκτου ἐξοπλισμοῦ καὶ ἐκγυμνάσεως τῶν Ἑλλήνων, ψηφιζόμενον σήμερον παρ’ ἡμῶν, οὐδεμίαν θὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν, ἀφοῦ ἄνευ ὅπλων εἶνε ἀδύνατον νὰ ἐκγυμνασθῇ τὸ ἔθνος, καὶ ὅπλα δὲν ἔχομεν. Οὐδεμία ἐγένετο ἐν τῷ μεταξὺ τῶν δύο συνόδων ἑτοιμασία σχετιζομένη πρὸς τὰ νομοσχέδια ταῦτα καὶ καθιστῶσα αὐτὰ πραγματοποιήσιμα ἤδη, ἐνῷ ἐν τῇ πρώτῃ συνόδῳ θὰ ἦσαν ἀπραγματοποίητα. Πλὴν τῶν ἐλλείψεων τούτων περὶ τὴν ἐνέργειαν τῆς κυβερνήσεως, παρουσιάζει αὕτη ἑτέραν σπουδαιοτάτην ἔλλειψιν περὶ τὴν ἐνέργειαν τὴν πολιτικήν. Ἡ κυβέρνησις ἐνόμισε, καὶ δὲν ἠδύνατο ἄλλως νὰ νομίσῃ, καὶ πιστεύω ὅτι σπουδαίως ἐν τῷ βουλευτηρίῳ τούτῳ οὐδεὶς θέλει ἀμφισβητήσει ὅτι ἠδύνατο ἄλλως νὰ γείνῃ, ἐνόμισεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ μείνῃ οὐδετέρα. Ἀλλ’ ἡ οὐδετερότης δὲν εἶναι ἰδέα ἑνιαία, ἔχει πολλὰς ἐννοίας, δι’ ὃ αἱ κυβερνήσεις, αἵτινες ἀποδέχονται αὐτὴν, δεικνύουσι διὰ τῶν πραγμάτων τίνα ἀποδίδουσιν εἰς αὐτὴν ἔννοιαν. Ἀλλὰ συνώδευσεν ἡ κυβέρνησις ὑπὸ πραγμάτων τὴν οὐδετερότητα τῆς Ἑλλάδος; μάλιστα, καὶ ὑπὸ πραγμάτων καὶ ὑπὸ λόγων. Καὶ τὰ μὲν πράγματα ὑπῆρξαν ἡ πλήρης ἀποχὴ τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως ἀπὸ πάσης παρασκευῆς, ὅπως καταστήσῃ τὴν Ἑλλάδα ἀξιόμαχον· οἱ δὲ λόγοι ὑπῆρξαν ἡ βεβαίωσις, ὅτι συστηματικῶς γίνεται ἡ ἀποχὴ αὕτη, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐννοεῖ διὰ τῆς οὐδετερότητος ὅτι θὰ ἀπόσχῃ πάσης ἐνεργείας τεινούσης εἰς παρασκευὴν τῶν δυνάμεων αὐτῆς, ὅπως ᾖ ἑτοίμη ἵνα παρακωλύσῃ πᾶσαν ζημίαν τοῦ ἑλληνισμοῦ, ἵνα ὑποστηρίξῃ πᾶσαν ἐνέργειαν πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἑλληνισμοῦ. Ἐδήλωσεν ἡ κυβέρνησις, ὅτι συνδυάζει τὴν οὐδετερότητα μετὰ τῆς ἀπραξίας ἐν τῇ προσδοκίᾳ, ὅτι ἡ Εὐρώπη πᾶσα εἰς ἀμοιβὴν τῆς ἀπραξίας της ἤθελε πραγματοποιήσει ἀνθ’ ἡμῶν τοὺς πόθους τοῦ ἑλληνισμοῦ. Κατακρίνω τὴν τοιαύτην τῆς οὐδετερότητος ἑρμηνείαν οὐχὶ μόνον ἐν ἐγκυκλίοις δοθεῖσαν, διότι εἰς τοὺς λόγους μικρὰν ἀποδίδουσι τὰ ξένα κράτη σημασίαν, ἀλλ’ ἐκ τῶν πραγμάτων ἐπικυρωθεῖσαν. Ἐν τῇ πρώτῃ συνόδῳ τῇ βουλευτικῇ οὐδὲν ὑπέβαλεν ἡ κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν περὶ στρατιωτικῶν παρασκευῶν μέτρον, οὐδὲν δὲ διέπραξε κατόπιν χάριν τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς συντάξεως τοῦ ἔθνους, καὶ ἔπεισεν οὕτω τὴν Εὐρώπην, ὅτι ἠδύνατο νὰ στηριχθῇ εἰς τὰς περὶ ἀπραξίας ἐθνικῆς βεβαιώσεις τῆς κυβερνήσεως καὶ νὰ παύσῃ μεριμνῶσα περὶ ἡμῶν καὶ περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἑλληνισμοῦ. Τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ διαγωγὴ τῆς κυβερνήσεως μέχρι τῶν παραμονῶν τῆς συγκαλέσεως τῆς ἐνεστώσης συνόδου τῆς Βουλῆς· ἀλλὰ διατί καὶ ἡ Βουλὴ συνεκλήθη τοσοῦτον ἀργὰ, ἐνῷ ἡ κυβέρνησις μετὰ τὸ τέλος τῆς πρώτης συνόδου ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ ἐννοήσῃ τὸ σφάλμα της, νὰ πεισθῇ, ὅτι ἡ πολιτικὴ, ἣν ἠκολούθησεν, ἦτο καταστρεπτικὴ πρὸς τὴν Ἑλλάδα; Διὰ τῶν σημερινῶν προτάσεών της ἀποδεικνύεται ἡ κυβέρνησις ἀναγνωρίζουσα τοῦτο· ἀλλὰ διατί τοσοῦτον ἀργὰ φροντίζει περὶ ἐπανορθώσεως; Ἆρα διότι τώρα μόνον ἐφωτίσθη, ἢ διότι ὑπῆρχε πρότερον κώλυμά τι, καὶ διατί, ἂν τὸ ἀνεγνώρισε πρότερον οὐδὲν δ’ ὑπῆρχε κώλυμα, δὲν ἐκάλει ἔκτακτον σύνοδον; Οὐδόλως ἐκώλυεν ἡ ἀπουσία τοῦ βασιλέως τὴν συγκάλεσιν ἐκτάκτου συνόδου τῆς Βουλῆς· εἴδομεν ὅτι ἡ τακτικὴ σύνοδος τῆς Βουλῆς συνεκλήθη παρὰ τοῦ βασιλέως ἀπόντος, εἶναι δὲ βέβαιον, ὅτι εὐθὺς ὡς ἡ συνταγματικὴ κυβέρνησις τοῦ βασιλέως ἐδήλου πρὸς αὐτὸν, ὅτι δι’ ἐθνικὰς ἀνάγκας ἐθεώρει ἀναγκαίαν τὴν συγκάλεσιν ἐκτάκτου συνόδου, καὶ τὴν ἔκτακτον σύνοδον ἤθελε συγκαλέσει ὁ βασιλεὺς, καὶ ἤθελε σπεύσει νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα, ἂν ἡ παρουσία του διαρκουσῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐκτάκτου συνόδου ἦτο ἀναγκαία. Ἐπομένως ἡ πρόφασις αὕτη οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν. Ἡ κυβέρνησις δὲν ἤθελε νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν, καὶ δὲν τὴν συνεκάλεσε, λυποῦμαι λέγων τοῦτο, συνεπεία τῆς γενικῶς ἐπικρατούσης ἕξεως παρὰ ταῖς κυβερνήσεσιν ἐν Ἑλλάδι, αἱ ὁποῖαι, ἅμα συνελθούσης τῆς Βουλῆς, ἀνυπομόνως προσβλέπουσιν εἰς τὴν ὥραν τῆς λήξεως τῆς συνόδου, ἣν παντὶ σθένει ἐπισπεύδουσιν, ἵνα ἀνέτως βιώσωσιν ἐν τῷ μεταξὺ τῶν δύο συνόδων. Εἶνε λυπηρὸν, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὕτη, ἡ ὁποία ἦτο πολιτικὴ ἐν πλήρει ἀκμῇ κατὰ τὸ παρελθὸν, φαίνεται ὑπάρχουσα καὶ σήμερον, καὶ ὑπάρχουσα ἐν περιστάσεσι, καθ’ ἃς αἱ ἐξ αὐτῆς ζημίαι ἔχουσι χαρακτῆρα ἐκτάκτου σπουδαιότητος. Τὸ ὑπουργεῖον διὰ τῶν προτάσεων, ἃς ὑπέβαλεν ἐν τῇ συνόδῳ ταύτῃ, ἀπέδειξεν ὅτι ἔχει τὴν συναίσθησιν, ὅτι ἡ προτέρα αὐτοῦ πολιτικὴ ἦτο ἐσφαλμένη· εἶναι δὲ ἀδύνατον, ἔχουσα σήμερον τοιαύτην ἰδέαν, νὰ μὴ τὴν εἶχε καὶ προηγουμένως, διότι πρὸ ὀλίγου δὲν ἐπῆλθε μεταβολὴ πραγμάτων δικαιολογοῦσα μεταβολὴν γνώμης. Τὰ πράγματα ἦσαν ἱκανῶς καθαρὰ καὶ κατὰ τὴν πρώτην τακτικὴν σύνοδον τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἂν δὲν ἦσαν τότε ἐναργῆ τοῖς πᾶσιν, ἀκολούθως ὅμως, μετὰ τὴν κήρυξιν τοῦ πολέμου τῆς Σερβίας, οὐδένα ἠδύνατο νὰ διαφύγῃ ἡ ἔννοια αὐτῶν. Τέλος σήμερον, ὅτε ἡ Βουλὴ συνέρχεται αὐτοδικαίως, παρουσιάζεται ἡ κυβέρνησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς μετὰ νέας πολιτικῆς. Αὐτὴ δὲ ἡ ἐντύπωσις, αὐτὰ τὰ ἄμεσα ἀποτελέσματα τῶν προτάσεων τῆς κυβερνήσεως ἀποδεικνύουσι ποίαν ἔχει σπουδαιότητα ἐν τῇ οὐδετερότητι τὸ ζήτημα τῶν παρασκευῶν. Ἐπὶ τῇ μεταβολῇ τῆς πολιτικῆς τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως τὸ ἑλληνικὸν ζήτημα ἀνῆλθεν ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Διὰ τί, ἐνῷ πρότερον οὐδεὶς ἐγίνετο λόγος περὶ Ἑλλάδος, διατί, ἐνῷ εἶχον ἀποφασισθῆ ἐν τῇ συνειδήσει τῶν ἐπικρατειῶν καὶ τῶν λαῶν τῆς Εὐρώπης τὰ περὶ λύσεως τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος διὰ τρόπου ἀποκλείοντος τὸν ἑλληνισμὸν, διὰ τί, ὅτε ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος μετεβλήθη, ὅτε ἡ μὲν οὐδετερότης ἔμεινεν ἀκεραία, ἀλλ’ ἡ ἐν τῇ οὐδετερότητι παρασκευὴ προεκηρύχθη, διὰ τί μετέβαλον τὰ ἔθνη γνώμην περὶ ἡμῶν; Μετέβαλον γνώμην, διότι αἱ ξέναι κυβερνήσεις καὶ οἱ ξένοι λαοὶ περὶ ἐκείνων φροντίζουσιν, οἵτινες δείκνυνται ἄξιοι νὰ φροντίζωσι περὶ ἑαυτῶν, καὶ εἶναι ταπεινωτικὸν διὰ τὸ ἔθνος, διὰ τῆς ἀπραξίας, διὰ τῆς ὁμολογίας, ὅτι δὲν εἶναι ἄξιον νὰ ἐργασθῇ αὐτὸ ὑπὲρ ἑαυτοῦ, νὰ ἐπιδιώκῃ καὶ νὰ ἀπεκδέχηται τὴν ἀντίληψιν τῶν ἄλλων (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Τοιαῦτα ὑπῆρξαν τὰ ἀποτελέσματα τῆς μεταβολῆς τῆς πολιτικῆς τῆς κυβερνήσεως, ἥτις, ὡς μὴ ὤφελεν, ἐπῆλθε τόσον ἀργά. Αἱ ἐπαγγελίαι ὅμως αὐτῆς, ἂν δὲν ἔχωσιν ὡς ἐπακόλουθον τὰ πράγματα, ἀντὶ καλοῦ θὰ ἐπιφέρωσι κακόν· διότι περιφρονεῖται τὸ ἔθνος τὸ μὴ πράττον ὅ,τι ὀφείλει πρὸς ἑαυτὸ, ἀλλ’ εἶναι ἄξιον τῆς ἐσχάτης περιφρονήσεως, ὅταν δὲν πράττῃ ἔργα, ἀλλ’ εἰς τοὺς λόγους δαπανᾶται καὶ διὰ τῶν λόγων ἐλπίζει, ὅτι θὰ σαγηνεύσῃ τοὺς ἰσχυρούς. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ κυβέρνησις προεκήρυξε πολεμικὰς παρασκευὰς, ἀφοῦ τὸ ἔθνος διὰ δημοσίων συναθροίσεων, δι’ ὅλων τῶν μέσων τῆς δημοσιότητος, τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ ποιήσῃ χρῆσιν, ἀπέδειξε ποίαν ἔχει θέλησιν καὶ ποίαν ἀπόφασιν, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν προβῇ εἰς μέτρα παρασκευῆς σπουδαῖα, πραγματοποιήσιμα, ὅλα τὰ ἐκ τῶν τελευταίων ἐπαγγελιῶν ἐπελθόντα ἀγαθὰ θέλουσι στραφῆ καθ’ ἡμῶν. Διὰ τοῦτο ἂς προβῶμεν εἰς τὴν μελέτην τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων, ἂς ἐξετάσωμεν ἂν πραγματοποιῶσιν ὅ,τι ἐπαγγέλλονται· ἂν δὲ θεωρήσωμεν ὅτι δὲν πραγματοποιοῦσι τοῦτο, ἂν θεωρήσωμεν, ὅτι, ἀντὶ νὰ ἦναι μέτρα παρασκευῆς, εἶναι μέτρα παραλύσεως τοῦ κράτους, πρέπει συγχρόνως ἡμεῖς ν’ ἀνεύρωμεν ποῖα εἶναι τὰ μέτρα ἐκεῖνα, διότι, ἐνόσῳ ἀπὸ τοῦ βήματος κατακρίνομεν τὰ ὑποβαλλόμενα σχέδια, δὲν προτείνομεν δὲ νέας ἰδέας, ἡ κατάκρισις εἶναι ἐντελῶς ματαία. Ἐξετάζων τὰ σχέδια τῆς Κυβερνήσεως, ἄρχομαι ἀπὸ τῶν φορολογικῶν, διότι ἡ φορολογία εἶναι τὸ σπουδαιότερον· ἄνευ μέσων οὐδὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν, τὸ δὲ ἔθνος ὁμοθυμαδὸν ἀπέδειξεν, ὅτι εἶναι ἕτοιμον πρὸς τὰς θυσίας, ἀπαιτεῖ νὰ τὸ ὑποβάλωμεν εἰς θυσίας, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ συγχρόνως νὰ ἐπιβάλλωμεν αὐτὰς διὰ τρόπου πραγματοποιησίμου, ν’ ἀποδείξωμεν δὲ συνάμα ὅτι σπουδάζομεν, ὑποβάλλοντες τοὺς πάντας καὶ ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ τοὺς περὶ ἡμᾶς εἰς τὰς ἀναγκαίας θυσίας. Δὲν ἀρκεῖ δὲ τοῦτο, ἀλλὰ πρέπει ἐν τῇ διανομῇ τῶν θυσιῶν νὰ ἐξετάσωμεν ποῖα εἶναι τὰ ἐπιδεκτικὰ ἐπιβαρύνσεως σημεῖα καὶ ποῖα ὑπὲρ τὸ δέον ἤδη ἐπιβαρύνονται. Πρέπει ἄρα νὰ ἐπισκοπήσωμεν ἐν συνόλῳ τὴν οἰκονομικὴν τοῦ τόπου κατάστασιν, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἔχω σπουδαῖον παράπονον ν’ ἀπευθύνω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν προτάσεις περὶ νέας φορολογίας βαρυτάτης, ὁποίαν ποτὲ Κυβέρνησις Ἑλληνικὴ δὲν προσεκάλεσε τὸ ἔθνος νὰ καταβάλῃ. Προτείνει νομοσχέδιον περὶ συστάσεως ταμείου ἐθνικῆς ἀμύνης καὶ ἐπιβάλλει πρὸς τοῦτο φόρους τριῶν ἑκατομμυρίων, ἂν δὲ ταῦτα δὲν ἀρκῶσι, προσθέτει χορήγημα ἐκ τοῦ ἐθνικοῦ ταμείου. Προτείνει, διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκτάκτου στρατολογίας, δάνειον 10,000,000, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου ψηφίζονται φόροι ἑνὸς περίπου ἑκατομμυρίου, ἀπαιτουμένου διὰ τόκον καὶ χρεωλύσιον. Προτείνει τὴν ἀναγνώρισιν τῶν παλαιῶν ἐξωτερικῶν καὶ ἐσωτερικῶν χρεῶν καὶ δάνειον πρὸς τοῦτο 40,000,000 πρὸς 5%, προσθήκη ἄρα δύο ἑκατομμυρίων. Χάριν τῆς ὁδοποιίας, τὴν ὁποίαν συνδέει μετὰ τῶν παρασκευῶν καὶ τὴν ὁποίαν βεβαίως θέλομεν νὰ συνδράμωμεν εἴτε συνδέεται, εἴτε οὐ μετὰ τῶν παρασκευῶν, προτείνει πρόσθετον φορολογίαν ἴσως ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Πλὴν τούτου προτείνει διὰ τὸν σιδηρόδρομον τῆς Λαμίας δάνειον 38,000,000, ἤτοι πρόσθετον φορολογίαν 2,500,000, προτείνει δὲ καὶ ὅσα ἄλλα ἔμειναν ἐκκρεμῆ κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον, ἀλλὰ ταῦτα πάντα ἀφίνω κατὰ μέρος. Τὰ εἰδικῶς μνημονευθέντα παρὰ τοῦ πρωθυπουργοῦ ἀπαιτοῦσι φορολογίαν σχεδὸν 10,000,000, ἀλλὰ περιλαμβάνουσι ταῦτα ὅλους τοὺς προσθέτους φόρους, οὓς θὰ προτείνῃ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; Πιθανὸν ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ μὴ προτείνῃ ἄλλους φόρους, ἀκολουθῶν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον μετῆλθε, τὸ σύστημα τοῦ ἀποκρύπτειν τὰ ἐλλείμματα· ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦτο ἐξ ὅλων τῶν συστημάτων εἶναι τὸ χειρότερον, κατ’ ἐμὲ, ἅτε μὴ στηριζόμενον ἐπὶ τῆς ἀληθείας. Ἐννοῶ ὁπωσδήποτε τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις, ἀναγνωρίζων ὅτι ὑπάρχει ἔλλειμμα, εἰλικρινῶς λέγει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οὔτε νὰ καταργήσω δύναμαι τὸ ἔλλειμμα οὔτε διὰ φόρων νὰ τὸ ἀναπληρώσω· ἑπομένως ζητῶ δάνειον, ἵνα καλύψω αὐτό. Εἶναι πεπλανημένη οἰκονομολογικὴ πολιτικὴ ἡ διὰ δανείων κάλυψις τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ κανονικοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ περιστάσεις, ἐν αἷς ἐννοῶ ὑπουργὸν ἐξηγοῦντα τοὺς λόγους, δι’ οὓς οὔτε εἰς οἰκονομίας δύναται νὰ προβῇ, οὔτε διὰ νέων φόρων θέλει νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ κράτος· ἀλλ’ ὀφείλει νὰ λέγῃ τὴν ἀλήθειαν, δὲν δικαιολογεῖται δὲ ὅτε, παρουσιαζομένου τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ φανεροῦ ὄντος εἰς πάντας ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἔλλειμμα, αὐτὸς δι’ ὡραίων λόγων, οὓς οὐδεὶς δύναται αὐθεντικῶς νὰ ἀντικρούσῃ, διότι οὐδεὶς εὑρίσκεται ἐν ᾗ θέσει ὁ ὑπουργὸς, ἵνα ὁμιλῇ ἐπισήμως, βεβαιοῖ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς παρουσιάζει ἰσοζύγιον. Ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τοιαύτης πολιτικῆς; Ὅτι τὸ ταμεῖον διαρκῶς εὑρίσκεται εἰς ἀνέχειαν καὶ δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς ὅλας τὰς ἀνάγκας, ἐκ τούτου δὲ προέρχονται αἱ ἐπιπολάζουσαι παρ’ ἡμῖν καταχρήσεις, αἰτία τῶν ὁποίων εἶναι οὐχὶ τὸ ἔλλειμμα καθ’ ἑαυτὸ, ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα τὸ μὴ ὁμολογούμενον, τὸ ἔλλειμμα, καθ’ οὗ δὲν ἐλήφθη ἐγκαίρως πρόνοια. Σήμερον ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ὁμολογεῖ, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειμμα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1875, ἀλλὰ τί ὠφελεῖ; τὸ κακὸν ἐγένετο· τώρα θὰ λάβωμεν πρόνοιαν ὁπωσδήποτε, ἀλλὰ ταύτην ὤφειλεν ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν νὰ προκαλέσῃ ἐγκαίρως. Τὰ ἐλλείμματα τῶν παρελθόντων ἐτῶν θέλουσιν εἶσθαι ἀνώτερα κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑποβληθέντων νόμων, ἔχομεν καὶ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θὰ αὐξήσουν τὸ ἔλλειμμα, διότι οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια περὶ τῶν ἐξ αὐτῶν προκυψουσῶν προσθέτων δαπανῶν. Ἔχομεν τὸ νομοσχέδιον περὶ γενικῆς στρατιωτικῆς ἐκγυμνάσεως τῶν πολιτῶν, οὐχὶ τὸ ἔκτακτον, ἀλλὰ τὸ κανονικὸν, τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἤθελε ψηφίσει ἡ Βουλὴ, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχον τὰ ἔκτακτα συμβάντα. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνιστᾶται στρατὸς νέος ἐπὶ βάσεων ὅλως νέων, καὶ πιστεύω, ὅτι ὁ ἀρχικὸς σκοπὸς τῆς νέας στρατιωτικῆς νομοθεσίας εἶναι ὁ καταρτισμὸς στρατοῦ ἐντελῶς κεχωρισμένου ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας τῆς ἐσωτερικῆς τοῦ κράτους. Ἀνεγνωρίσαμεν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην στρατοῦ γεγυμνασμένου καὶ μαχίμου, καὶ ὅτι τὸ αἴτιον, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν εὐδοκίμησε καθ’ ὅλα ὁ παρ’ ἡμῖν στρατὸς ἀναλόγως τῶν προτερημάτων τοῦ Ἕλληνος ἀξιωματικοῦ καὶ τοῦ Ἕλληνος στρατιώτου, εἶναι ὅτι τὸ κράτος ἠναγκάζετο νὰ μεταχειρίζηται τὸν στρατὸν εἰς ἔργα ἀλλότρια τοῦ προορισμοῦ του· βεβαίως λοιπὸν πρωτίστη πρόθεσις τῆς κυβερνήσεως, ὑποβαλούσης νομοσχέδιον στρατιωτικὸν, ἦτο νὰ χωρίσῃ ἐντελῶς τὸν στρατὸν ἀπὸ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ κράτους· ἀλλὰ διὰ νὰ πράξῃ τοῦτο, ποίαν πρόνοιαν ἔλαβεν ἡ κυβέρνησις περὶ τῶν δαπανῶν, ἃς ἡ μεταβολὴ αὕτη θέλει φέρει; καὶ πῶς θὰ ἀναπληρώσῃ τὴν ἐργασίαν, ἣν σήμερον ἐκτελεῖ ὁ στρατός; βεβαίως θέλει συστήσει ἄλλην δύναμιν ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ πῶς θέλει τὴν πληρώσει; Ἕως οὗ προσθέσῃ νέους φόρους, ἰδοὺ τὸ ἔλλειμμα αὐξανόμενον, καὶ αὐξανόμενον εἰς ποσὸν τοιοῦτον, ὥστε δύναται νὰ διπλασιασθῇ. Κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν θέλει εἶσθαι δύο καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ περὶ τούτων οὐδεμίαν ἔλαβε πρόνοιαν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν. Ὑπάρχουσι, κατὰ τὰς προτάσεις τοῦ ὑπουργείου, καὶ ἕτεραι δαπάναι πρόσθετοι, αἵτινες θὰ αὐξήσωσι τὸ ἔλλειμμα, ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἐνδιατρίψω εἰς αὐτάς. Τοιαῦτα π. χ. εἶναι τὸ νομοσχέδιον, καθ’ ὃ θέλει δοθῆ πρόσθετος χορηγία εἰς τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων, ἕτερον, καθ’ ὃ θέλουσι δοθῆ ἑκατὸν χιλιάδες δραχμῶν πρὸς ἐκγύμνασιν τῶν μαθητῶν τῶν σχολείων, καὶ ἄλλα. Τὸ σφάλμα λοιπὸν τοῦ ὑπουργείου, ὑποβαλόντος τοιαύτας προτάσεις, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ οἰκονομικὰ, εἶναι, ὅτι δὲν ὑπέβαλε γενικὴν ἔκθεσιν καὶ γενικὸν σχέδιον περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ κράτους. Τὸ ὑπουργεῖον ὤφειλε νὰ παραστήσῃ ποῖον ἐκ τῶν γενικῶν δαπανῶν προκύπτει ἔλλειμμα καὶ τίνες ὑπάρχουσι πρόσθετοι εἰδικαὶ δαπάναι, ὥστε ἐν συνόλῳ νὰ ἐξετασθῶσι τὰ τῆς προσθέτου φορολογίας διά τε τὸ ἔλλειμμα καὶ διὰ τὰς εἰδικὰς δαπάνας. Τί ὠφελεῖ νὰ προτείνητε φόρους χάριν εἰδικῶν δαπανῶν, καὶ δῆθεν νὰ δίδητε ἐγγυήσεις ὅτι οἱ φόροι οὗτοι θέλουσι δαπανηθῆ εἰς τὰς εἰδικὰς ταύτας ἀνάγκας, ὅταν περὶ ἰσοζυγίου τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ κράτους δὲν λαμβάνηται πρόνοια καὶ ὅταν ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος θὰ παρουσιάσῃ κενά; Γνωρίζομεν ἐκ τῆς ἱστορίας ὅλων τῶν ἐπικρατειῶν, αἵτινες ἔδωκαν ἐγγυήσεις οὐχὶ πρὸς ἑαυτάς, ἀλλὰ καὶ πρὸς ξένους, ὅτι αἱ εἰδικαὶ ἐγγυήσεις πᾶσαι ἐναυάγησαν ἀποδειχθεῖσαι χάρτης ἄγραφος, ὅταν ὁ γενικὸς προϋπολογισμὸς τοῦ κράτους δὲν ἐπήρκει εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ. Ὤφειλε λοιπὸν ἡ κυβέρνησις νὰ μᾶς εἴπῃ τοῦτο, ἀλλὰ πρὸ πάντων ὤφειλε νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι, σκοπεύουσα νὰ ζητήσῃ ἐπιβολὴν νέων φόρων ἐπὶ τοῦ λαοῦ, ἐφρόντισεν ἐν γένει νὰ φέρῃ πάσας τὰς δυνατὰς οἰκονομίας εἰς τὸν προϋπολογισμόν, καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ ποίας. Δὲν ἔρχομαι νὰ συζητήσω τώρα τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἤκουσα παρὰ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ καὶ ἀνέγνωσα ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ, ὅτι αἱ οἰκονομίαι δὲν δύνανται νὰ ὦσι σπουδαῖαι· ἴσως δὲν δύνανται νὰ ὦσι σπουδαῖαι ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν χρηματικὴν, ἀλλ’ εἶναι σπουδαιόταται ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν ἠθικήν. Καθ’ ἣν ἐποχὴν θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ λαὸς διὰ φόρων ἐπαχθῶν, θέλομεν νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι οὐδὲν δαπανᾶται ἐκ τῶν φόρων τούτων ὑπὲρ προσώπων πλέον τοῦ ἀπολύτως ἀναγκαίου. Αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια ὑπὸ τὴν ὁποίαν θεωρῶ τὰς οἰκονομίας ἀπαραιτήτους, καὶ τοῦτο ἔπρεπε νὰ ᾖναι ἡ πρώτη φροντὶς τοῦ ὑπουργείου ἐν τῇ αἰτήσει νέων φόρων. Ἀξιῶ ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν οὐδ’ ὀβολὸν νέων φόρων, ἂν δὲν καταργήσωμεν καὶ τὸν τελευταῖον ὀβολὸν περιττῆς δαπάνης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. (Χειροκροτήματα ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ.)
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπαγορεύονται εἰς τὸ ἀκροατήριον αἱ ἐπιδοκιμασίαι καὶ ἀποδοκιμασίαι.
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Προβαίνων εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν μέτρων ὑπὸ τὴν φορολογικὴν αὐτῶν ἔποψιν, ἔχω ἑτέραν παρατήρησιν λίαν σπουδαίαν νὰ ὑποβάλω. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους προσκαλεῖται νὰ προσθέσῃ σήμερον ἡ Βουλὴ εἰς βάρος τοῦ λαοῦ, εἶναι, ὡς εἶπον, περὶ τὰ 10,000,000· ἀλλ’ ὑπάρχουσι προσέτι ἐκ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ περίπου 3,000,000, πρὸς δὲ καὶ ἐκ τῶν προσθέτων δαπανῶν ἐκ τοῦ νόμου περὶ τῆς γενικῆς στρατολογίας ἕτερα δύο ἢ τρία ἑκατομμύρια· ἑπομένως δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι 15–16,000,000 πρόκειται νὰ προστεθῶσιν εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διὰ τῶν νόμων τοὺς ὁποίους θὰ ψηφίσωμεν. Σημειώσατε δὲ ὅτι τὰ 16,000,000 ταῦτα ἀποτελοῦσιν ἀναλογίαν σπουδαιοτάτην ἐν τῇ ὅλῃ φορολογίᾳ τοῦ κράτους, διότι, ἂν ὁ προϋπολογισμὸς φέρῃ 38,000,000 ἔσοδα, ἡ ἀναλογία τῶν νέων φόρων πρὸς τοὺς παλαιοὺς δὲν εἶναι ὡς 16 πρὸς 38· ἡ ἀναλογία εἶναι πολὺ βαρυτέρα ὡς πρὸς τοὺς νέους φόρους, διότι τὰ 38 ἑκατομμύρια δὲν ἀπαρτίζονται μόνον ἐκ φόρων· τὸ ἔθνος ἔχει καὶ περιουσίαν, καὶ ἂν ἀφαιρέσητε ἐκ τοῦ ὅλου τῶν ἐσόδων τὰ ἐκ τῆς περιουσίας ἔσοδα, θὰ εὕρητε, ὅτι ἡ ἀναλογία τῶν προστεθησομένων φόρων εἶναι καταπληκτική. Ὅτε πρόκειται νὰ προβῶμεν εἰς τοιαύτην φορολογίαν, τὸ πρῶτον, ὅπερ ἔχομεν νὰ πράξωμεν, εἶναι νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δύναται νὰ φέρῃ τὰ βάρη ταῦτα καὶ κατὰ πόσον, τασσόμενος εἰς κατηγορίας φορολογικὰς, δὲν εἶναι ἀνίσως διὰ τῶν φόρων βεβαρυμένος. Ἐὰν δεχθῆτε πρὸς διανομὴν τῶν νέων φόρων τὸ μέτρον, ὅπερ ἡ κυβέρνησις μετεχειρίσθη, καὶ προσθέσητε ποσοστὰ εἰς τοὺς ὑφισταμένους φόρους ἀνεξετάστως, ἄνευ μεταῤῥυθμίσεως τῶν παλαιῶν φόρων διὰ τρόπου καθιστῶντος αὐτοὺς δικαιοτέρους καὶ μᾶλλον ἐγγίζοντας πρὸς τὴν ἰσότητα, καθιστᾶτε τὴν νέαν φορολογίαν ἔτι μᾶλλον δυσβάστακτον. Τὸ πρῶτον ἔργον, ὅπερ ὤφειλε νὰ πράξῃ ὁ ὑπουργὸς ἐν τοιαύτῃ περιστάσει, ἦτο νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ διανομῆς μᾶλλον ἀναλόγου τῆς ὅλης φορολογίας τοῦ κράτους. Αὐτὸς ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ἐν τῇ οἰκονομολογικῇ αὑτοῦ ἐκθέσει, ὁμολογεῖ, ὅτι ἐπιβαρύνονται αἱ γεωργικαὶ τάξεις διὰ φόρων, τοὺς ὁποίους δὲν δύνανται νὰ φέρωσι· καὶ ἐν τούτοις καλούμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὴν γεωργίαν νέους φόρους, καὶ φόρους ποικίλους, διότι ἐκτὸς τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον ἐπαναφέρει δῆθεν χάριν τῆς ὁδοποιΐας τὸ εἰδικὸν περὶ ταύτης νομοσχέδιον, ἐπιβάλλονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως ταμείου ἐθνικῆς ἀμύνης φόροι πρόσθετοι ἐπὶ τῶν ἐγγείων προϊόντων τῶν ἐν τοῖς τελωνείοις φορολογουμένων. Ἐπιβάλλει λοιπὸν ἡ κυβέρνησις ἐπὶ τῆς ἐγγείου παραγωγῆς νέους φόρους, ὅτε ἐν γένει ἀνεγνωρίσθη καὶ παρὰ κυβερνήσεως καὶ παρὰ Βουλῆς καὶ παρὰ τοῦ ἔθνους καὶ παρὰ τῶν σημερινῶν ὑπουργῶν καὶ παρ’ αὐτοῦ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πλειστάκις, ὅτι ὁ φόρος ὁ ἔγγειος, ὡς ἤδη ἔχει, εἶναι δυσβάστακτος. Ἐπερίμενα λοιπὸν ὅτι, πρὶν ἢ προτείνῃ νέους φόρους, ἤθελεν, ὡς θεμέλιον αὐτῶν, προτείνει τὸ ὑπουργεῖον τὴν ἐφικτὴν ἐξίσωσιν τῶν ὑπαρχόντων φόρων, ἤθελε προτείνει νέον σύστημα ἐγγείου φορολογίας, σύστημα ἀφορῶν οὐχὶ μόνον εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ τρόπου, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ποσοῦ τῆς φορολογίας καὶ τὴν συσχέτισιν τῶν παρὰ τῶν γεωργικῶν τάξεων πληρονομένων πρὸς τὰ πληρονόμενα παρ’ ἄλλων τάξεων ἐν μέτρῳ καθιστῶντι τὴν φορολογίαν ἐκείνων δικαιοτέραν καὶ ἐπιεικεστέραν, ἤτοι ἐγγυτέραν πρὸς τὴν ἰσότητα. Ὡς νῦν ἔχουσι τὰ τῆς φορολογίας ἐν Ἑλλάδι, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἀπολύτως, ὅτι ὁ τόπος φορολογεῖται ὑπερβαλλόντως. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ φορολογία ἡμῶν ἐν συνόλῳ δὲν εἶναι ἀνωτέρα, εἶναι ἴσως κατωτέρα τῆς ἀναλογίας τοῦ φόρου ἄλλων τινῶν βαρέως φορολογουμένων ἐπικρατειῶν, αἱ γεωργικαὶ τάξεις φορολογοῦνται οὐχὶ κατὰ ποσοστόν τι πλειότερον ἢ ἐν ἄλλαις ἐπικρατείαις, ἀλλὰ φορολογοῦνται πολλαπλάσιον Ἐνταῦθα, ὡς πρὸς τὴν γεωργίαν, νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ εἴπω ἀδιστάκτως, ὅτι σήμερον φορολογεῖται οὐχὶ ἡ παραγωγὴ, ἀλλὰ τὸ κεφάλαιον. Ἡ ἀρχὴ λοιπὸν, εἰς ἣν ἐφρόνουν ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ τὸ σχέδιόν του, ἦτο ἡ ἐλάττωσις κατὰ πρῶτον λόγον τῶν φόρων ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ἡ μεταβολὴ τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας αὐτῶν καὶ ἡ ἐπαύξησις τῶν ἐμμέσων φόρων. Ὅταν δὲ τοιουτοτρόπως ἐξωμαλίζετο τὸ ἔδαφος, ἠδύνατο τότε νὰ προσθέσῃ ἐπὶ τῶν ἐπίσης φορολογουμένων τάξεων τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἤθελε θεωρήσει ἀναγκαῖα. Ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον ἐνόμισεν, ὅτι ἀρκεῖ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ νὰ φέρῃ εἰδικὰς προτάσεις περὶ εἰδικῶν πόρων, ν’ ἀφήσῃ δὲ τὸ γενικὸν ζήτημα τῆς φορολογίας, ὅπως λυθῇ κατόπιν. Ἀλλὰ πῶς θέλομεν δυνηθῆ νὰ τὸ λύσωμεν κατόπιν; Ὅταν χάριν τῶν εἰδικῶν ταμείων σήμερον ψηφίσωμεν ὅλους τοὺς προτεινομένους φόρους, πῶς θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐξεύρωμεν ἔπειτα νέους φόρους πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ συνήθους ἐλλείμματος τῶν προϋπολογισμῶν καὶ τοῦ προκαλουμένου νέου ἐλλείμματος ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ περὶ γενικῆς στρατολογίας νόμου; Μετὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προτείνετε, εἶναι ἀδύνατον νὰ εὑρεθῶσιν ἐν τῇ οἰκονομικῇ ὑμῶν φαρέτρᾳ ἄλλοι φόροι, δυνάμενοι νὰ ἐπιβληθῶσιν ἐπὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Προβαίνω ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν τούτων τῶν φόρων, ἵνα ἴδωμεν ἐὰν ἐν τῇ ἐκλογῇ αὐτῶν, πλημμελῶς ἐχόντων ἐν τῇ βάσει των, ὑπῆρξε τοὐλάχιστον ἐν ταῖς λεπτομερείαις εὐτυχὴς ὁ κ. ὑπουργὸς, καὶ ἐὰν δυνάμεθα ἐν τοῖς φόροις τούτοις ν’ ἀνεύρωμεν τὰ στοιχεῖα, ἅτινα θὰ μᾶς χρησιμεύσωσιν, ὅταν προβῶμεν μεθοδικῶς εἰς τὸ ἔργον τοῦτο, διότι ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ θελήσῃ νὰ προβῇ εἰς φορολογίαν εἰδικὴν καὶ χάριν εἰδικῶν σκοπῶν, ἐνόσῳ δὲν κανονίσῃ πρῶτον τὴν βάσιν, ἐφ’ ἧς ἡ νέα φορολογία θὰ στηριχθῇ. Τί εἶναι οἱ προτεινόμενοι παρὰ τῆς κυβερνήσεως φόροι; Παράδοξοι μοὶ ἐφάνησαν, ὅτε πρῶτον ἀνεγίνωσκον αὐτοὺς καὶ ἐπίστευον ὅτι δὲν τοὺς ἐννοῶ. Εἶδον φόρον ἐπὶ τοῦ θεάτρου, ἐνῷ βλέπω ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὅτι τὸ δημόσιον προσφέρει χορήγημα χρηματικὸν ὑπὲρ τοῦ θεάτρου· δὲν ἦτο ἁπλούστερον νὰ καταργήσῃ τὸ χορήγημα; Ἀλλ’ ἡ κυβέρνησις ἐπέμενε τὸ παρελθὸν ἔτος, ὅτι τὸ χορήγημα ἦτο ἀναγκαῖον· λοιπὸν ἢ τὸ χορήγημα δὲν ἦτο ἀναγκαῖον, ἢ ὁ φόρος εἶναι εἰκονικός. Εἶδον ὅτι ὑποβάλλει τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν εἰς τὸν φόρον· τὸ δημόσιον δίδει εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν ἐπιχορήγησιν 650,000 δραχμῶν, ἐνῷ ὁ ἐπιβαλλόμενος φόρος ἀμφιβάλλω ἐὰν ᾖναι ὀλίγων χιλιάδων, καὶ αἱ 650,000 δὲν θεωροῦνται ἀρκεταὶ, πρόκειται δὲ ἐν τῇ παρούσῃ συνόδῳ νὰ συζητήσωμεν σχέδιον συμβάσεως αὐξάνον ταύτην τὴν ἐπιχορήγησιν κατὰ 150,000. Ἐνῷ λοιπὸν θὰ φορολογήσωμεν τὴν ἑταιρίαν τινὰς χιλιάδας, θὰ τῇ δώσωμεν ἀφ’ ἑτέρου πρόσθετον χορήγημα 150,000. Ἔχομεν νέους φόρους ἐπὶ τῶν δημοτικῶν ταμείων. Ἀντὶ νὰ φορολογῇ τὸ κράτος ἀπ’ εὐθείας, θὰ φορολογήσωμεν τοὺς δήμους. Ὁ μηχανισμὸς, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς δήμους νὰ ἐπιβάλωσι φόρους εἰς ἑαυτοὺς, φόρους δημοτικοὺς, φόρους ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων εἰς τοὺς δήμους καὶ καταναλισκομένων ἐν αὐτοῖς, ὁ μηχανισμὸς οὗτος θὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἵνα λάβῃ χρήματα ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου. Μέχρι τοῦδε ἤκουον, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ φροντίσῃ περὶ προικοδοτήσεως τῶν δήμων, ὅτι οἱ δῆμοι δὲν ἔχουσι μέσα ὑπάρξεως, οὐδὲ στάδιον πρὸς ἐπαρκῆ ὑπὲρ ἑαυτῶν φορολογίαν· ἐνόσῳ δὲ ὁ δῆμος, τὸ θεμέλιον τῆς κοινωνίας, δὲν ἔχει μέσα ὑπάρξεως, εἶναι ἀδύνατον νὰ εὐημερῇ τὸ κράτος. Ἀλλ’ ἀντὶ συνδρομῆς πρὸς τοὺς δήμους ἐκ τοῦ κράτους, προτείνει ἡ κυβέρνησις ν’ ἀποστερηθῶσιν οἱ δῆμοι ὑπὲρ τοῦ κράτους πόρων, οὓς ἠδύναντο νὰ διαθέσωσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν, ἐπιπροσθέτοντες νέους δημοτικοὺς φόρους. Ἐπίσης τὰ λιμενικὰ ἔσοδα θὰ συνεισφέρωσι 10%, καὶ δὲν ἐκφράζεται τὸ νομοσχέδιον ἂν ἦναι ταῦτα πρόσθετα ἢ θὰ λαμβάνωνται ἐπὶ τῶν εἰσπραττομένων ἐκ τῶν ἤδη ἐπιβεβλημένων φόρων· ἀλλ’ εἴτε ἐπιπρόσθετα εἶναι, εἴτε λαμβάνονται ἐκ τῶν ὑπαρχόντων φόρων, τοῦτο οὐδόλως μεταβάλλει τὸν χαρακτῆρα τῆς φορολογίας. Ὁ φόρος οὗτος ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῶν λιμένων, ἐπὶ τῶν ἐν αὐτοῖς ὁρμούντων πλοίων, καὶ ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ φορολογήσωμεν τὰ πλοῖα πλειότερον, εἶναι δίκαιον νὰ τὰ φορολογήσωμεν ὑπὲρ τῶν λιμένων, οἵτινες εὑρίσκονται τὸ πλεῖστον εἰς ἀθλίαν κατάστασιν, ἅπαντες δ’ ἔχουσιν ἀνάγκην σπουδαίων δαπανῶν. Ἐνῷ δὲ φροντίζομεν ἀφ’ ἑνὸς ὑπὲρ ὁδοποιΐας, καταστρέφομεν τὴν βάσιν αὐτῆς ἀφ’ ἑτέρου, ἀφαιροῦντες ἀπὸ τῶν δήμων τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως καὶ τῆς βελτιώσεως τῶν λιμένων, ἐξ ὧν ἐξαρτᾶται ἡ χρησιμότης τῶν ὁδῶν. Δὲν εἶνε δὲ μόνον οἱ λιμένες, ὧν ἡ συντήρησις καὶ ἡ βελτίωσις στηρίζεται εἰς τοὺς φόρους ἐπὶ τῶν καταπλεόντων πλοίων· ἐκ τοιούτων φόρων ἐξαρτᾶται ὁ καταρτισμὸς τοῦ συστήματος τῶν φάρων τοῦ κράτους. Ἐνόσῳ ἡ Ἑλλάς, ἥτις περὶ τῶν φάρων ὤφειλε νὰ μεριμνᾷ, ἕνεκα τῆς θέσεώς της, ὅσον εἴπερ τι καὶ ἄλλο κράτος, δὲν λαμβάνει τὴν στοιχειώδη περὶ αὐτῶν πρόνοιαν, ἀπορῶ πῶς εἶνε δυνατὸν νὰ περιμένωμεν συνδρομὴν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου ἐκ τοῦ φόρου ἐκείνου, ὅστις ἐκ τῆς φύσεώς του εἶναι προωρισμένος εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν λιμένων καὶ τῶν φάρων. Προτείνει προσέτι τὸ ὑπουργεῖον τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, καὶ τὸν προτείνει ὑπὸ τὴν εἰδεχθεστέραν αὐτοῦ μορφήν· φαίνεται, ὅτι ἠθέλησε νὰ καταστήσῃ βεβαίαν καὶ τὴν ἀπόῤῥιψίν του· καὶ κατὰ τοῦτο μόνον δικαιολογῶ τὸν ὑπουργὸν, ὅτι ὡς ἐχθρὸς τοῦ συστήματος ἐπρότεινεν αὐτὸν, διότι εἶναι ἀδύνατον μετὰ τὴν μελέτην, τὴν ὁποίαν, ὡς γινώσκω, ἔκαμε τῶν ζητημάτων τούτων, νὰ συνέταττεν οὕτω τὸ νομοσχέδιον, ἂν ἐπεθύμει νὰ ἴδῃ αὐτὸ ἐπιψηφιζόμενον. Βεβαίως ἅπαντες οἱ φόροι, ἵνα ὦσι δίκαιοι, πρέπει νὰ ἐπιβάλλωνται ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος. Τὰ κράτη μόνον τὴν παραγωγὴν ὀφείλουσι νὰ φορολογῶσιν, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι δυσχερέστατον νὰ ἐξευρεθῇ σύστημα ἀσφαλὲς ἀμέσου φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος, ἐθεώρησαν ἀναγκαῖον εἰς ἅπαντα τὰ κράτη οἱ νομοθέται νὰ προσφύγωσιν εἰς μέσα φορολογίας ἄλλα, δι’ ὧν ἐτεκμαίροντο, ὅτι προσεγγίζουσιν, ἐν τῇ βάσει τοῦ φόρου, εἰς τὸ εἰσόδημα. Ἐὰν ἐγίνετο ἐπισκόπησις τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας πρὸς τὸ τέλος τῆς ὑποβολῆς εἰς φορολογίαν τῶν εἰσοδημάτων, ἅτινα ἤδη διαφεύγουσιν αὐτὴν, ἐὰν ἐγίνετο ἐπισκόπησις πρὸς τὸν σκοπὸν προσέτι τῆς συμπληρώσεως τῆς φορολογίας διὰ τῆς αὐξήσεως αὐτῆς εἰς τὰ εἴδη τῆς παραγωγῆς, τὰ ὁποῖα ἤδη φορολογοῦνται ἔλασσον τοῦ πρέποντος, βεβαίως δὲν ἤθελον κατακρίνει τὴν τοιαύτην ἐργασίαν τοῦ κ. ὑπουργοῦ· ἀλλὰ δὲν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ συμπέρασμα τοιαύτης ἐργασίας ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐὰν ἐπελαμβάνετο τοιαύτης ἐργασίας, νομίζω, ὅτι ἤθελε προβῆ κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον· ἤθελεν εἴπει, ὅτι πρῶτον εἰσόδημα εἶναι τὸ τῆς ἐγγείου παραγωγῆς, καὶ τοῦτο, κατὰ τὴν ὁμολογίαν αὐτοῦ, φορολογεῖται ὑπερβαλλόντως, διὰ τοῦτο δὲ καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τῷ καθιεροῦντι τὸν ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος φόρον, ἐξαιρεῖ αὐτὸ ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ μέτρου τῆς ἐπιπροσθέτου φορολογίας· δεύτερον, ἤθελεν ἀναγνωρίσει, ὅτι ὑπάρχει παραγωγὴ ἐκ τῶν οἰκοδομῶν, ἀλλὰ καὶ αὕτη φορολογεῖται ἤδη· δι’ ἄλλου ὅμως νομοσχεδίου τὸ ὑπουργεῖον, θεωροῦν τὸν ἐνεστῶτα φόρον ἀνεπαρκῆ, προτείνει ἐπαύξησιν αὐτοῦ. Ἰδοὺ κατὰ τοῦτο ἡ συμπλήρωσις τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐξ οἰκοδομῶν εἰσοδήματος, ἐὰν θεωρηθῇ ὅτι ὁ ἐνεστὼς φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν δὲν εἶναι ἐπαρκής. Ἔχομεν τρίτην κατηγορίαν παραγωγῆς, τὴν ἐκ τοῦ ἐπιτηδεύματος. Ὡς πρὸς ταύτην ὁ νόμος ἐκτιμᾷ τὸ εἰσόδημα διὰ τεκμηρίου, φορολογεῖ δ’ ὡς ἐκ τούτου πολλάκις ἔλασσον τοῦ πραγματικοῦ εἰσοδήματος. Ὁ ὑπουργὸς ἄρα, ἀντὶ νὰ προτείνῃ ὡς πρὸς τοῦτο, ὡς ἐπρότεινε, πρόσθετον φόρον ἐπὶ ἅπαντας τούς τε φορολογουμένους ἐπαρκῶς καὶ τοὺς φορολογουμένους κατωτέρω τοῦ δικαίου μέτρου, ἂν ἐπρότεινεν ὅπως φορολογῶνται ἀναλόγως τοῦ εἰσοδήματος αὐτῶν οἱ κάτω τοῦ ἐπαρκοῦς σήμερον φορολογούμενοι ἐπιτηδευματίαι, ἤθελεν ἐργασθῇ μεθοδικῶς. Τὸν νόμον λοιπὸν τὸν περὶ φόρου ἐπιτηδεύματος ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃς εἰς ἀναθεώρησιν, καὶ, κατ’ ἐμὲ, δὲν θὰ ἦτο δύσκολον νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου, διατηρουμένης τῆς βάσεως τοῦ ὑπάρχοντος νόμου, νὰ συμπληρωθῇ οὗτος εἰς τρόπον, ὅστις νὰ ὑπαγάγῃ εἰς τὴν φορολογίαν τὰ διαφεύγοντα αὐτὴν ἤδη εἰσοδήματα. Οὐδέποτε ὅμως, νομίζω, θὰ συναινέσῃ ἡ Βουλὴ ἀνεξετάστως νὰ ἐπιβάλῃ προσθήκην φόρου εἴς τε τοὺς ἐπαρκῶς καὶ εἰς τοὺς μὴ ἐπαρκῶς φορολογουμένους. Ὑπάρχουσιν ἄλλαι κατηγορίαι παραγωγῆς, εἰς ἄλλα κράτη φορολογούμεναι, ἐν δὲ τῇ Ἑλλάδι διαφεύγουσαι τὴν φορολογίαν. Ἤθελον κάλλιστα νοήσει τὸν κύριον ὑπουργὸν ἐὰν ὑπέβαλλε πρότασιν περὶ ὑποβολῆς εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ ἐκ τῶν κατηγοριῶν τούτων τῆς παραγωγῆς εἰσοδήματος. Τοιαύτη παραγωγὴ εἶναι ἐν παραδείγματι τὰ κέρδη τῶν ἑταιριῶν. Καὶ τῶν μὲν ἀνωνύμων ἑταιριῶν εὐκόλως ἀνευρίσκονται· ἐπίσης δύνανται νὰ ἀνευρεθῶσι καὶ τὰ κέρδη τῶν ἑτεροῤῥύθμων ἑταιριῶν. Ὡς πρὸς δὲ τὰς ὁμοῤῥύθμους, εἰς νομοθεσίας ξένων ἐπικρατειῶν ἠδύνατο ν’ ἀνεύρῃ ὁ κ. ὑπουργὸς ἐνδόσιμα περὶ τρόπου φορολογίας. Ἐὰν τοιοῦτον ἐπρότεινεν ὁ κύριος ὑπουργὸς φόρον, ἤθελον ἀναγνωρίσει, ὅτι ἔρχεται νὰ πληρώσῃ κενὰ ἐν τῇ φορολογίᾳ τῆς χώρας, ἐπεκτείνων αὐτὴν ἐπὶ πάντα τὰ εἰσοδήματα· ἀλλ’ ὡς προεῖπον, τὸ προτεινόμενον μέτρον δὲν πληροῖ κενὰ, δὲν συμπληροῖ φόρους ἐλλειπεῖς, ἀλλ’ ἐπιπροσθέτει νέαν ἄμεσον φορολογίαν εἰς τὰς προϋπαρχούσας. Ἑτέρα κατηγορία παραγωγῆς, διαφεύγουσα ἤδη τὴν φορολογίαν, εἶναι ἡ ἑπομένη· ἐξακολουθῶ δὲ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ θέματος, διότι, ὡς εἶπον, θέλω μετὰ τῆς ἐπικρίσεως τῶν φορολογικῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐκθέσω καὶ τὴν ἐμὴν ἰδέαν περὶ τῆς φορολογίας τοῦ τόπου. Εἰς ἄλλα κράτη φορολογοῦνται οὐ μόνον οἱ ἐπιτηδευματίαι, φορολογοῦνται προσέτι καὶ οἱ ἐργάται, τοὐτέστιν οἱ διὰ τῆς μισθώσεως τῆς ἐργασίας αὐτῶν παράγοντες, ὅταν ἡ ἐκ τῆς ἐργασίας αὐτῶν ἀπολαβὴ ὑπερβαίνῃ τὸ μέτρον τῶν πρώτων ἀναγκῶν τοῦ βίου. Τὸ μέτρον τοῦτο ἐξετιμήθη ὑπὸ τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς ποσὸν 1,200 δραχμῶν κατ’ ἔτος· πάντες ἄρα οἱ ἐκ τῆς ἐργασίας αὐτῶν κερδαίνοντες πλειότερον, δίκαιον εἶναι νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς φόρον. Κατὰ τὴν ἤδη ὑφισταμένην νομοθεσίαν, οὗτοι δὲν ὑποβάλλονται εἰς ἄμεσον φόρον. Ἀλλ’ ἐν Γαλλίᾳ εἰς αὐτοὺς ἀφορᾷ ὁ προσωπικὸς λεγόμενος φόρος, συνιστάμενος εἰς τὴν ἀξίαν τριῶν ἡμερομισθίων, ἀνθ’ ὧν ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς προτείνει φόρον ἐπὶ τοῦ μισθοῦ. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ οἱ μήτε ἐπιτηδευματίαι ὄντες, μήτε ἐκ τῆς ἐργασίας αὐτῶν ἀπολαμβάνοντες καὶ ἔχοντες μεγάλα εἰσοδήματα ἄλλοθεν ἢ ἐξ ἀκινήτων ἐν Ἑλλάδι· οὗτοι διαφεύγουσι πᾶσαν ἄμεσον φορολογίαν· τούτων τὸ εἰσόδημα εἰς ἄλλα κράτη φορολογεῖ ὁ νόμος διὰ τοῦ τεκμηρίου τοῦ ἐνοικίου. Τοιαύτην φορολογίαν ἐὰν ἐπρότεινεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τοὺς μὴ ὑποβεβλημένους ἄλλως εἰς ἄμεσον φορολογίαν ἢ ὑποβαλλομένους εἰς φορολογίαν κατωτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἤθελον ὑποστῆ διὰ τοιούτου μέτρου, ἤθελον θεωρήσει, ὅτι προέβη εὐμεθόδως. Ἀντὶ τούτων πάντων, ἔφερε μέτρον νέας ἀμέσου φορολογίας, ἐπιβαλλομένης εἰς πάντας, καὶ ἧς τὸ μέτρον αὐξάνει κλιμακηδὸν ἀναλόγως τοῦ εἰσοδήματος τοῦ φορολογουμένου. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ φόρος οὗτος καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπως καὶ ἐν τῇ προτάσει τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν εἶναι συμπληρωματικὸς ἢ ἀναπληρωματικός, ἀλλ’ ἐπιπρόσθετος. Ἐν Ἀγγλίᾳ ὅμως καταδικάζεται καὶ θεωρεῖται ὡς φόρος προσωρινός, ἐνταῦθα ὅμως δὲν πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ ὡς προσωρινός, διότι οἱ σκοποί, δι’ οὓς ἐπιβάλλεται, αἱ ὑποχρεώσεις, εἰς ἃς ἔσεται ὑπέγγυος, θὰ διαρκέσωσι μίαν τοὐλάχιστον γενεάν. Παραδέχεται καὶ ὁ ἀγγλικὸς νόμος διαφοράν τινα περὶ τὸ ποσοστόν, ἀλλ’ εἰς διαστάσεις πολὺ μικροτέρας, αἵτινες παρέχουσιν εἰς τὴν κλίμακα ὅλως ἀλλοίαν σημασίαν, ὅταν μάλιστα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὁ πλοῦτος τοῦ Ἀγγλικοῦ ἔθνους. Ἐνταῦθα φθάνει ἡ κλῖμαξ μέχρις εἰσοδήματος 10,000 δραχ. ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι πόσοι εἶναι οἱ ἔχοντες καθαρὸν εἰσόδημα 10,000 δραχμῶν; Ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπου οἱ ἔχοντες εἰσόδημα 10,000 δρ. θεωροῦνται πτωχότατοι, δὲν ἐνόμισαν ὅτι ἡ παραλλαγὴ τοῦ ποσοστοῦ τοῦ φόρου ἠδύνατο νὰ προβῇ ἕως τοῦ σημείου ἐκείνου καὶ περιωρίσθησαν ἕως τοῦ εἰσοδήματος 7½ χιλιάδων φράγκων, διότι δὲν παραδέχονται ἐν Ἀγγλίᾳ τὴν ἀρχὴν τῆς προοδευτικῆς φορολογίας. Δὲν παραδέχονται ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ ᾖναι τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου ἄλλο ὡς πρὸς τὸν ἔχοντα πολλὰ καὶ ἄλλο ὡς πρὸς τὸν ἔχοντα ὀλίγα. Ἡ φορολογία εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὸ ποσὸν τῆς παραγωγῆς, εἴτε ὁ παράγων ἔχει πολλὰ εἴτε ἔχει ὀλίγα, ἐὰν δὲ γίνεται τις ἐξαίρεσις πρὸς τοὺς ἔχοντας εἰσόδημα κάτω τῶν 7½ χιλ. φρ. αὕτη ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τῆς ἀμέσου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος φορολογίας τοῦ ποσοῦ τοῦ προωρισμένου εἰς τὰ τῆς πρώτης ἀνάγκης τῶν φορολογουμένων, πέραν ὅμως τοῦ σημείου τούτου ἡ φορολογία εἶναι ἴση. Ἐὰν λοιπὸν ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ αἱ πρῶται ἀνάγκαι ἐθεωρήθησαν ὡς φθάνουσαι ἕως τῶν 7½ χιλ. φράγκων, ἐν Ἑλλάδι ὁ κ. ὑπουργός, προτείνων κλιμακωτὴν αὔξησιν τοῦ ποσοστοῦ τοῦ ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος φόρου ἕως 10 χιλιάδων δραχμῶν, δὲν ἐνόησε νὰ ἐξαιρέσῃ τοῦ φόρου τὰ τῆς πρώτης ἀνάγκης, ἀλλ’ ἠθέλεσε νὰ εἰσαγάγῃ παρ’ ἡμῖν τὸ παρὰ πάντων καταδικαζόμενον σύστημα τῆς προοδευτικῆς φορολογίας. Ἐπεθεώρησα τινὰς ἐκ τῶν προτεινομένων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως φόρων, ἵν’ ἀποδείξω ὅτι, ὅπως προτείνονται, εἶναι ἀδύνατον ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ αὐτούς. Παρέτρεξα δὲ τὸν ἐκ τῶν καθυστερούντων πόρον, ὅστις δὲν εἶναι φόρος, καὶ τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἐπανειλημμένως καταδικασθέντα ὡς ἀνεφάρμοστον ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλὰ θὰ μὲ ἐρωτήσητε, κατὰ τίνα τρόπον θέλομεν ἐπαρκέσει εἰς τὰς ἀνάγκας, ἐὰν οἱ φόροι οὗτοι, διὰ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ὅτι δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς αὐτάς, δὲν ᾖναι ἀποδεκτοί; Τὸ κατ’ ἐμέ, ὀφείλομεν νὰ προβῶμεν πρῶτον εἰς τὴν ἴσην διανομὴν τῶν ὑπαρχόντων φόρων, καταργοῦντες τὸ ὑπάρχον σύστημα τῆς ἐγγείου φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν καὶ ἀντικαθιστῶντες αὐτὸ διὰ συστήματος φορολογίας ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Τὸ σύστημα τοῦτο θὰ ἀφήσῃ κενόν, διότι σκοπὸς τῆς μεταβολῆς εἶναι ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου καὶ διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ τοιοῦτος φόρος λίαν βαρύς· μόνον ἐὰν ᾖναι ἐλαφρότατος δύναται νὰ ᾖναι ὁ φόρος οὗτος παραδεκτός. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας τὸ ὑπουργεῖον, ὡς γινώσκω, συνέλεξε, διότι ἡ ἐνέργεια αὕτη εἶχε συμπληρωθῆ πρὶν ἐξέλθω τοῦ ὑπουργείου, εἶχε βεβαιωθῆ, ὅτι τὰ ἀροτριῶντα κτήνη ἐν Ἑλλάδι ἀνέρχονται περίπου εἰς 200,000. Ἐννοεῖτε ἄρα, ὅτι διὰ μικροῦ ποσοῦ φορολογίας δύνασθε ν’ ἀποκτήσητε σπουδαῖον ποσὸν ὑπὲρ τοῦ ταμείου. Ἀνὰ 40 δραχ. τὸ ζεῦγος, ἔχετε 4,000,000, ὅπερ εἶναι ἴσον σχεδὸν μὲ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ καταργήσωμεν· ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι προτείνω μεγάλην τοῦ ποσοῦ τούτου ἐλάττωσιν. Πῶς ὅμως συμβαίνει τοῦτο; φόρος 40 δραχ. ἐπὶ τοῦ ζεύγους, ὅστις, κατὰ τὴν γνωμοδότησιν τῶν ἁρμοδίων, δὲν ἐθεωρήθη κατὰ μέσον ὅρον ὡς ὑπέρογκος, αὐτὸς ὁ μὴ ὑπέρογκος φόρος φέρει ποσὸν ὅσον σχεδὸν τὸ τῆς σήμερον ὑπαρχούσης φορολογίας τῆς τοσοῦτον ὑπερόγκου καὶ καταθλιπτικῆς. Τοῦτο δίδει τὸ μέτρον τῶν καταχρήσεων, τῶν καταπιέσεων, δεικνύει ποία εἶναι ἡ διαφορὰ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα πληρόνει ὁ γεωργός πρὸς τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἰσπράττει τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἀλλὰ, ἀφοῦ ἐκ τῆς μεταβολῆς ταύτης, ἥτις θὰ θέσῃ τοὺς γεωργοὺς ἐν ἴσῃ μοίρᾳ πρὸς τοὺς ἄλλους παραγωγοὺς ἐν τῷ κράτει, θὰ προκύψῃ κενὸν, κατὰ τίνα τρόπον θέλομεν πληρώσει καὶ τὸ κενὸν τοῦτο καὶ πόθεν θέλομεν πορισθῆ τὰ ἄλλα ποσὰ, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην; Κατ’ ἐμὴν γνώμην, κύριοι, οἱ φόροι, οἵτινες εἶναι ἐλαφροὶ ἐν Ἑλλάδι, οἱ φόροι, οἵτινες ἐπιδέχονται αὔξησιν, εἶναι οἱ φόροι οἱ ἔμμεσοι· ὡς πρὸς μὲν τοὺς ἀμέσους φόρους ἐξέθηκα ποίαν προσθήκην νομίζω, ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀποδεχθῶμεν πρὸς φορολογίαν τοῦ εἰσοδήματος, ἐκ τούτου ὅμως δὲν προσδοκῶμεν σπουδαῖα ἔσοδα. Τὰ σπουδαιότερα ποσὰ νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀναζητήσωμεν εἰς τὰ τέλη ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς. Τὰ τέλη ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς ἔχουσι σήμερον ὡς μέτρον τὸ 10%. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ φορολογία γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει διατιμήσεως· ἡ διατίμησις ὅμως συνετάχθη παρ’ ἐπιτροπῶν, αἵτινες προσεπάθησαν κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον, εἴς τινας περιστάσεις θέτουσαι ἀναλογίαν ἀνωτέραν, εἰς ἄλλας περιστάσεις θέτουσαι ἀναλογίαν κατωτέραν, νὰ τηρήσωσι τὸν μέσον ὅρον τῶν 10%. Ὁ μέσος οὗτος ὅρος πολὺ ἀπέχει τοῦ νὰ ᾖναι ὑπέρογκος. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν, οἱ ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς φόροι εἰς ποῖον ποσοστὸν νομίζετε ὅτι ἀναβαίνουσιν; Ἐκ τῆς σταφίδος γινώσκετε ἕνα ἐκ τῶν φόρων τούτων καὶ ἠξεύρετε ὅτι ὁ φόρος οὗτος, ἀναλόγως τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος, εἶναι 50 ἕως 100%. Ἀλλ’ ἐὰν ἐξετάσητε τὰ ἄλλα ἐν Ἀγγλίᾳ ἐπιβαλλόμενα εἰσαγωγικὰ τέλη, τὸ ἐπὶ τοῦ τεΐου, τοῦ καφφὲ, τῆς σακχάρεως, τῶν οἰνοπνευμάτων, θὰ ἴδητε ὅτι τὸ τοσοῦτον ὑπέρογκον τέλος ἐπὶ τῆς σταφίδος εἶναι ἀνώτερον ὡς πρὸς τὰ εἴδη ταῦτα. Ἀπέναντι τοιαύτης φορολογίας ἐν Ἀγγλίᾳ, ἡμεῖς ἔχομεν φορολογίαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ 10%, καὶ διὰ τοῦ 10% ποῖον ἔχομεν εἰσόδημα; 9½ περίπου ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος. Μέγα λοιπὸν ἔχομεν στάδιον αὐξήσεων ἐν τῷ φόρῳ τούτῳ, αἱ δ’ αὐξήσεις αὗται θὰ ἐξασφαλίσωσι πράγματι τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἀναγκῶν, περὶ τῶν ὁποίων ἤδη μεριμνῶμεν· διότι ἠξεύρετε ὅτι οἱ μόνοι φόροι, οἵτινες δὲν ἀφίνουσι καθυστερήματα, εἶναι οἱ τελωνιακοί. Γνωρίζω ὅτι πολλὰ ἐῤῥέθησαν κατὰ τοιούτου μέτρου. Εἶπον ὅτι οἱ ξένοι θὰ διαμαρτυρηθῶσι· καὶ πῶς θὰ διαμαρτυρηθῶσιν οἱ ξένοι οἱ ὑποβάλλοντες τὰ εἴδη τῆς Ἑλλάδος εἰς τέλος ἀσυγκρίτως ἀνώτερον οἱασδήποτε αὐξήσεως, ἣν ἠθέλομεν ἡμεῖς ἐπιβάλλει; Εἶπον ὅτι τὸ λαθρεμπόριον θ’ αὐξήσῃ· τὸ λαθρεμπόριον εἶναι ἤδη ἐν τοιαύτῃ ἀκμῇ, ὥστε δύσκολον εἶναι ν’ αὐξήσῃ, διότι πιστεύω, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θὰ μὲ διαψεύσῃ ἐν τῇ ἐκτιμήσει τοῦ λαθρεμπορίου εἰς 3,000,000 δρ. κατ’ ἔτος· τοῦτο δὲ τί ἀποδεικνύει; Ἀποδεικνύει ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν φροντίδα περὶ βελτιώσεως τῆς τελωνιακῆς ὑπηρεσίας, ὅτι πρέπει νὰ δαπανήσωμεν πολλὰ, ἵνα τὴν καταστήσωμεν ἐπαρκῆ, διότι ὁ λόγος, δι’ ὃν ἡ ἡμετέρα τελωνιακὴ ὑπηρεσία δὲν εἶναι ὁμοία πρὸς τὰς τῶν ἄλλων ἐπικρατειῶν, εἶναι ὅτι πληρόνομεν ἀναλόγως ποσὸν ὀλιγώτερον δι’ αὐτήν. Προσθήκη φόρων, ἔστω καὶ 100%, εἰς τὸν ὑπάρχοντα ὅρον τοῦ 10%, δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ δύνηται νὰ ἐπαυξήσῃ ἐπαισθητῶς τὸ λαθρεμπόριον· ἀλλὰ καὶ ἐὰν συμβῇ τὸ ἐναντίον, ὅταν ἐκ τοῦ προσθέτου φόρου ἀπολαμβάνῃ τὸ δημόσιον ἔσοδα πολὺ ἀνώτερα τῶν σημερινῶν, δύναται τότε νὰ δαπανήσῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν τελωνιακὴν ὅ,τι ἀπαιτεῖται, ἵνα καταστήσῃ τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς ἀποτελεσματικωτέραν κατὰ τοῦ λαθρεμπορίου· διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι τόσῳ κατωτέρα τῶν ἄλλων κρατῶν, ὥστε ἐὰν ἐφαρμόσῃ τὰ μέσα, ὧν ἀλλαχοῦ γίνεται χρῆσις, δὲν δύναται νὰ πλησιάσῃ πρὸς τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα ἐπέρχονται ἐν ταῖς ἐπικρατείαις ἐκείναις. Κυριωτέρα αἰτία, τῆς σημερινῆς καταστάσεως τῆς τελωνιακῆς ὑπηρεσίας εἶναι, ὅτι ἡ μισθοδοσία ἀπὸ τοῦ κατωτάτου τελωνοφύλακος μέχρι τοῦ ἀνωτάτου ὑπαλλήλου εἶναι ἀνεπαρκής. Ἐκτὸς τοῦ φόρου τούτου ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι δυνάμενοι νὰ συμπληρώσωσι τὰ ἐλλείποντα· ἐκ τῶν προτεινομένων δὲ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἀποδεκτὴ δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ αὔξησις τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου· ἀλλὰ θεωρῶ ὡς βάσιν προσθέτου φορολογίας τὴν αὔξησιν τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν. Οἱ φόροι δὲ οὗτοι, τοὺς ὁποίους κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θέλομεν ἐπιβάλλει, ποῖον ἔχουσι σκοπόν; Τὰ σχέδια τῆς Κυβερνήσεως κύριον ἔχουσι σκοπὸν τὸν καταρτισμὸν εἰδικῶν ταμείων, καὶ ἐνταῦθα ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν ἐν γένει τί ἐμφαίνει ὁ καταρτισμὸς εἰδικῶν ταμείων. Τί ἄλλο εἰμὴ ἀναγνώρισιν, ὅτι ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐμπιστεύεται τὴν Κυβέρνησιν; ἐὰν ἐνεπιστεύετο τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἤθελε ζητεῖ ἐγγυήσεις, αἵτινες μικρὰν καθ’ ἑαυτὰς ἔχουσι σημασίαν, ἀλλὰ θεωροῦνται ὡς προσκαίρως τοὐλάχιστον ἀφαιροῦσαι ἀπὸ τῶν προσωρινῶς διαχειριζομένων τὴν δημοσίαν περιουσίαν τὰ μέσα τῆς καταχρήσεως· λέγω δὲ προσκαίρως, διότι ἂν ὑπάρχῃ κενὸν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, εἰς οὐδὲν θὰ χρησιμεύσῃ ὁ ἀποχωρισμὸς τῆς περιουσίας τῶν εἰδικῶν ταμείων ἀπὸ τοῦ γενικοῦ ταμείου. Ἀρχὴν ἔλαβε τὸ μέτρον τῶν εἰδικῶν ταμείων ἀπὸ τοῦ νόμου περὶ ὁδοποιΐας. Μετὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ εἰσαγωγὴν ἠσπάσθησαν τὴν αὐτὴν ἀρχὴν καὶ αἱ διαδεχθεῖσαι τὴν εἰσαγαγοῦσαν αὐτὸ κυβερνήσεις, διὰ τῆς προτάσεως μέτρων πρὸς συμπλήρωσιν αὐτοῦ. Ἀποδεχθεὶς τὴν ἀρχὴν τῆς συστάσεως εἰδικῶν ταμείων ὡς πρὸς τὰ τῆς ὁδοποιΐας, δὲν ἀποκρούω αὐτὴν ἤδη· ἐξ ἐναντίας λυποῦμαι, διότι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητῶμεν τοιαύτας ἐγγυήσεις, ἔρχομαι δὲ νὰ ἐξετάσω ἐὰν τὰ προτεινόμενα ἀποτελῶσι πραγματικὰς ἐγγυήσεις. Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι θέλετε ἀναγνωρίσει, ὅτι ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἐγγυήσεις τὰ προτεινόμενα, ἀλλ’ εἶναι ἀφαιρέσεις προϋπαρχουσῶν ἐγγυήσεων. Τί λέγει τὸ πρῶτον τῶν νομοσχεδίων τούτων, περὶ συστάσεως ταμείου ἐθνικῆς ἀμύνης; Ὁρίζει ὅτι τὸ ταμεῖον τοῦτο θὰ διευθύνηται ὑπὸ ἐπιτροπῆς συστηθησομένης ἐκ τοῦ πρωθυπουργοῦ, τοῦ ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν, τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ναυτικῶν, καὶ ἀνὰ δύο ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, προτάσει τῶν οἰκείων ὑπουργῶν, διοριζομένων διὰ βασιλικοῦ διατάγματος καὶ παυομένων. Αὗται εἶναι αἱ ἐγγυήσεις ὡς πρὸς τὰ πρόσωπα· ὡς πρὸς δὲ τὰ πράγματα, ποῖαι εἶναι αἱ ἐγγυήσεις; Ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ παρὰ τοῦ ταμείου συνομολόγησις δανείου 50 ἑκατομμυρίων, καὶ τὸ δάνειον τοῦτο ἐπιτρέπεται εἰς τὸ ὑπουργεῖον νὰ δαπανήσῃ ὅπως βούλεται, ἀφοῦ ἀκούσῃ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, ἀρκεῖ νὰ μὴ ἐξέλθῃ τοῦ γενικοῦ ὅρου τῆς δαπάνης πρὸς πολεμικὴν παρασκευήν.
§15ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ.
§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο λέγει ὁ νόμος, ὅτι δύναται νὰ δαπανήσῃ τὸ ὑπουργεῖον κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου, ἀφοῦ ἀκούσῃ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, ἐντὸς τοῦ εὐρυτάτου κύκλου τῶν πρὸς πολεμικὴν παρασκευὴν ἀναγκῶν.
§17ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ζητηθοῦν αἱ δέουσαι πιστώσεις· ἐὰν δὲν ᾖναι σαφὲς, τὸ διευκρινίζομεν.
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐξετάζω τί λέγει τὸ νομοσχέδιον· ἔχω δὲ πρὸ ὀφθαλμῶν τί γίνεται ὡς πρὸς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ὑποβληθῇ τὸ ὑπουργεῖον εἰς περισσοτέρους περιορισμοὺς, θὰ ἐμνημονεύοντο οὗτοι· ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως ταμείου ἐθνικῆς ἀμύνης εὐκρινῶς ἐκφράζεται, καὶ ἔτι καθαρώτερον τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου 10 ἑκατομμυρίων δι’ ἐκτάκτους στρατιωτικὰς δαπάνας, ἔνθα οὐδὲ γνωμοδότησις ἐπιτροπῆς ἀπαιτεῖται, ῥητῶς δὲ τὸ ἄρθρον 2 ὁρίζει, ὅτι τὰ ἐκ τοῦ δανείου χρήματα διαθέτει ἡ κυβέρνησις εἰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς ὑπηρεσίας. Ἂν ἄλλο ἐνόουν οἱ ὑπουργοί, ὅτε συνέταττον τὰ νομοσχέδια, καὶ ἄλλα σήμερον νοοῦσι....
§19ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ ἐνοούσαμεν πάντοτε.
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὥστε βέβαιον εἶναι ὅτι τὰ νομοσχέδια δὲν προσθέτουσιν, ἀλλ’ ἀφαιροῦσιν ἐγγυήσεις. Εἶπον πῶς καταρτίζεται ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ὅτι αὕτη εἶναι αὐτὴ ἡ κυβέρνησις. Δὲν παρέχει δὲ τὸ νομοσχέδιον, ἐν τῷ καταρτισμῷ τῆς ἐπιτροπῆς, οὐδὲ κἂν τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας παρουσιάζει τὸ μεταλλευτικὸν συμβούλιον, τοῦ ὁποίου γνωρίζετε τὸν τρόπον τῆς ἐργασίας. Ὅλοι γνωρίζετε ποῖαι εἶναι αἱ ἐγγυήσεις, αἵτινες ἐλήφθησαν διὰ τὸ συμβούλιον τοῦτο, καὶ ποῖα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ συμβουλίου, καὶ ποίαν ἔννοιαν ἔχουσι τὰ μέλη τὰ μὴ ἀποτελοῦντα μέρος τῆς κυβερνήσεως· ἀλλ’ οὐδὲ κἂν τοιαῦτα μέλη ἔχομεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης. Δὲν ἔχομεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ταύτῃ πρόσωπα καλούμενα εἰς αὐτὴν ἐκ τῆς θέσεώς των, ἐκ τοῦ νόμου καὶ οὐχὶ παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἔχομεν στρατιωτικοὺς διοριζομένους παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικοὺς διοριζομένους παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ναυτικῶν διὰ βασιλικοῦ διατάγματος, ὑπὸ τῶν αὐτῶν δὲ ὑπουργῶν καὶ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον παυομένους. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην τίνα δίδονται δικαιώματα καὶ καθήκοντα; Ταῦτα ὁρισθήσονται διὰ βασ. διατάγματος. Καὶ τὸ μὲν νομοσχέδιον περὶ δανείου 10 ἑκατομμυρίων ἀφίνει τὴν διαχείρισιν εἰς τὴν κυβέρνησιν, τὸ δὲ νομοσχέδιον περὶ ταμείου ἐθνικῆς ἀμύνης δίδει δικαίωμα γνωμοδοτήσεως περὶ τὰ τῆς διαθέσεως εἰς ἐπιτροπήν, συγκειμένην ἐξ ὑπουργῶν καὶ ἐκ τῶν διὰ βασιλικοῦ διατάγματος διοριζομένων καὶ παυομένων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ· τί ἄρα πράττει ἄλλο ὁ νόμος παρὰ νὰ ἀφαιρῇ καὶ τὰς ὑπαρχούσας ἐγγυήσεις; Οὐδὲ κἂν ἡ ὑπογραφὴ τοῦ βασιλέως ἀπαιτεῖται εἰς προσδιορισμὸν τῆς δαπάνης. Βεβαίως δὲν εἴχετε πρόθεσιν νὰ καταστήσητε τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην κατωτέραν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ὁδοποιΐας· ἀφοῦ δὲ τὰ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας διατίθενται ἄνευ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ βασιλέως, ἄνευ τῆς συμπράξεως τῆς βουλῆς, τοῦτο θὰ γίνεται καὶ ὡς πρὸς τὰ τοῦ ταμείου τῆς ἀμύνης. Αἱ ἐγγυήσεις λοιπὸν οὐ μόνον δὲν εἶναι πραγματικαί, ἀλλ’ ὅπως ἀνέπτυξα ἐνώπιον ὑμῶν, τὰ νομοσχέδια ἀφαιροῦσι τὰς ὑπὸ τῶν συνήθων νόμων καὶ ὑπὸ τῶν συνήθων ἐθίμων τοῦ κράτους περιβαλλούσας πᾶσαν δαπάνην ἐγγυήσεις. Ποῖαι δὲ εἶναι αἱ ἐγγυήσεις αὗται; Εἰς ὅλας τὰς ἄλλας δαπάνας τοῦ κράτους συμπράττει ἡ βουλή, εἰς τὸν προσδιορισμὸν αὐτῶν κανονίζουσα αὐτὰς οὐ μόνον καθ’ ὑπουργεῖα, οὐ μόνον κατὰ κεφάλαια, ἀλλ’ ἄρθρον πρὸς ἄρθρον, ἕκαστον τῶν ὁποίων ἀποτελεῖ φραγμὸν, ὃν ὁ ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ, ἀφοῦ ἀπαγορεύονται αἱ μεταφοραὶ τῶν πιστώσεων. Ἀλλ’ ἡ περιουσία τοῦ ταμείου τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης ἐκ 50 ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἀποτελεῖ ἓν μόνον ἄρθρον· τουτέστι ποσὸν ἀνώτερον τοῦ ὅλου προϋπολογισμοῦ τοῦ κράτους κατὰ πολλὰ ἑκατομμύρια θὰ διαχειρίζηται παρὰ τῆς κυβερνήσεως, τῇ γνωμοδοτήσει τῆς ἐπιτροπῆς, ἄνευ τῆς συμπράξεως τοῦ κοινοβουλίου καὶ τοῦ ἐν ταῖς λεπτομερείαις προσδιορισμοῦ τῆς δαπάνης παρ’ αὐτοῦ. Καὶ τοσαῦτα περὶ τῆς ἐγγυήσεως, ἣν παρέχουσι τὰ νομοσχέδια. Ἀλλὰ μήπως καθ’ ἑαυτὰ παρουσιάζουσι ταῦτά τι σπουδαιότερον; Τὸ δάνειον τῶν 50 ἑκατομμυρίων ποῦ θὰ εὑρεθῇ; Ἐκ τῶν εἰδικῶν φόρων θ’ ἀπολαμβάνῃ τὸ ταμεῖον τῆς ἀμύνης τρία ἑκατομμύρια, καὶ ἀπέναντι τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων, λέγει ὁ ὑπουργὸς, θέλει δανεισθῇ τὸ ταμεῖον 50 ἑκατομμύρια. Ἀπορῶ πῶς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν κατενόησεν ὅ,τι ἁπλούστατος ὑπολογισμὸς τῆς ἀναλογίας τοῦ τόκου, πρὸς ὃν συνομολογοῦνται τὰ δάνεια τῆς Ἑλλάδος, πρὸς τὸ κεφάλαιον ἤρκει ἵνα καταστήσῃ ἐναργές. Ἐὰν ὑπελόγιζε, θὰ ἐπείθετο, ὅτι ἀπέναντι 3 ἑκατομμυρίων μικρὸν πλέον τοῦ ἡμίσεος τοῦ ποσοῦ τῶν 50 ἑκατομμυρίων δύναται τὸ ταμεῖον νὰ δανεισθῇ· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ὑπάρχει καὶ διάταξίς τις, καθ’ ἣν θὰ δανεισθῇ τὸ ταμεῖον ἀντὶ τόκου οὐχὶ ἀνωτέρου τῶν 7% ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου. Εἰς δάνεια ἀπαιτεῖται καὶ ἡ συναίνεσις τοῦ δανείζοντος. Κυκλοφοροῦσι καὶ σήμερον ὁμολογίαι τοῦ δημοσίου, εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι ἐν ἁπάσαις ταῖς ἐπικρατείαις, ὁσάκις τὸ δημόσιον ἐκδίδει νέα δάνεια, ἐπέρχεται ὑποτίμησις· ἐν δ’ Ἑλλάδι θέλει ἐπέλθει ὑποτίμησις καὶ διὰ τοῦτο, καὶ ἕνεκα τῶν περιστάσεων. Τὸ δάνειον ἄρα τοῦ ταμείου τῆς ἀμύνης εἶναι ἀδύνατον νὰ διατεθῇ ἐπὶ τόκῳ 7%, ἡ δὲ διάταξις περὶ τοιούτου τόκου δεικνύει ἢ ὅτι ὁ κύριος ὑπουργὸς προτίθεται κατόπιν νὰ ἐπιβάλῃ τὸ δάνειον, ὡς ἀναγκαστικὸν, ἢ ὅτι ἠθέλησε νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος, ἵνα ἀκουσθῇ ὅτι ἐψηφίσθη, πράγματι ὅμως μηδὲν περὶ δανείου νὰ ψηφίσωμεν, διότι βεβαίως ὑπὸ τοιούτους ὅρους δάνειον δὲν θὰ εὑρεθῇ. Εἶναι ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον ἀποῤῥιπτέον, διότι καταργεῖ τὰς ὑφισταμένας περὶ τὰς δαπάνας τοῦ δημοσίου ἐγγυήσεις, προτείνει νέους φόρους ἐπαυξάνοντας τὴν ἐνεστῶσαν ἀνισότητα περὶ τὴν φορολογίαν, καὶ ἐπαγγέλλεται συνομολόγησιν δανείου ἀπραγματοποιήτου ὑφ’ οὓς δι’ αὐτοῦ ὑποβάλλεται ὅρους. Μεταβαίνω, κύριοι, εἰς ἄλλον ἐκ τῶν νόμων τούτων. Ὑπάρχει μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων τὸ ἀφορῶν εἰς τὰ παλαιὰ δάνεια. Διατί σήμερον ἰδίως, ὅτε πρόκειται περὶ παρασκευῆς τοῦ ἔθνους, ὅτε ὀφείλει νὰ καταβάλῃ ἕκαστος τὸν τελευταῖον αὐτοῦ ὀβολὸν, ὅπως καταστῇ ἀξιόμαχον τὸ ἔθνος, ὅτε ὀφείλομεν ἐν τῇ βουλῇ νὰ διαθέσωμεν οὐχὶ μόνον τὰ ἴδια ἡμῶν μέσα, ἀλλὰ τὰ τῶν ἐντολέων ἡμῶν, διατί ταύτην τὴν στιγμὴν ἐξελέξατο ἡ κυβέρνησις, ἵνα ζητήσῃ τὴν ἐπιβολὴν φόρων ὑπὲρ σκοποῦ, ὅστις εἶναι τῷ ὄντι ἱερὸς, ἀλλὰ δὲν εἶναι κατεπείγων; Ὅ,τι ἔμεινεν ἐκκρεμὲς ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, ἠδύνατο νὰ μένῃ ἐν τῇ αὐτῇ καταστάσει ἕως τέλους τῆς ἀπειλούσης ἡμᾶς κρίσεως, ἥτις ἐπιβάλλει ἐν τῷ παρόντι εἰς τὸ ἔθνος ἄλλας ὑποχρεώσεις ἀναποδράστους. Ἡ πρότασις ὅπως ψηφίσωμεν σήμερον νέους φόρους, χάριν ἄλλης ἀνάγκης παρὰ τὴν ἀνάγκην τῆς συντάξεως τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων τοῦ ἔθνους, οὐδὲν ἄλλο ἔχει ἀποτέλεσμα παρὰ νὰ καταστρέψωμεν καὶ αὐτὸ τὸ ἔργον τῆς ἐθνικῆς παρασκευῆς. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ ἐθνικὴ παρασκευὴ ἀπαιτεῖ τοσαύτας θυσίας παρὰ τοῦ λαοῦ, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ καταστῇ αὕτη ἐπαρκής· ἐνῷ δὲ στερούμεθα χρημάτων εἰς ἄμυναν τοῦ ἔθνους, εἰς προάσπισιν τῆς τιμῆς καὶ τῶν τιμαλφεστέρων αὐτοῦ συμφερόντων, προτείνεται, ἵνα διαθέσωμεν χρήματα εἰς πληρωμὴν ὀφειλῶν πρὸς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ὑπηρέτησαν ἐνδόξως τὴν πατρίδα καὶ ἠγωνίσθησαν ἐκθύμως ὑπὲρ αὐτῆς, καὶ τὰ ὁποῖα, ἐὰν ἦσαν σήμερον παρόντα, ἤθελον στεντωρίᾳ τῇ φωνῇ διαμαρτυρηθῆ κατὰ τοιαύτης προτάσεως (χειροκροτήματα ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις).
§21ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὄχι· ἐγὼ διαμαρτύρομαι δι’ αὐτὸ, καὶ θὰ ἀποδείξω διατὶ διαμαρτύρομαι.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Χάριν λοιπὸν τῶν μεγάλων ἐκείνων ἀνδρῶν πέπεισμαι, ὅτι ἡ βουλὴ δὲν θέλει λάβει τὴν πρότασιν ταύτην ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ θέλει ἀποῤῥίψει αὐτὴν ὁμοθύμως ἐξ εὐλαβείας πρὸς τὴν μνήμην τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, καὶ εἰς ἀπόδειξιν ἧς ἔχομεν πεποιθήσεως εἰς τὰ αἰσθήματα, ὑφ’ ὧν ἐνεφορεῖτο ἡ μεγάλη αὐτῶν καρδία. Ἐκτὸς ὅμως τῶν φόρων τούτων, ἐν τῷ αὐτῷ νομοσχεδίῳ προτείνονται καὶ φόροι χάριν πληρωμῆς ἄλλων χρεῶν, ὧν ἡ ἀπότισις συνδυάζεται μετὰ τοῦ ἔργου τῆς ἐθνικῆς παρασκευῆς· καὶ κατὰ τῆς προτάσεως ἐκείνης βεβαίως δὲν θὰ ἐξέφραζον ἐγὼ γνώμην, ὅστις πολλάκις δημοσίᾳ ἀπεφάνθην ὑπὲρ τῆς ἀνάγκης μέτρου τινὸς ἀφορῶντος εἰς τὰ ἐξωτερικὰ χρέη τοῦ ἔθνους, χάριν τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας καὶ τῆς πίστεως τοῦ κράτους· ἀλλ’ ὅπως προτείνεται τὸ μέτρον, ἀντὶ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῆς ὑπολήψεως τῆς Ἑλλάδος ἐξωτερικῶς καὶ εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς πίστεως αὐτῆς, οὐδὲν ἄλλο ἀποτελεῖ παρὰ στίγμα ἐπὶ τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους ἀπέναντι τῶν πιστωτῶν αὐτοῦ. Ἡ Ἑλλὰς βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἀποτίσῃ τὸ ὅλον τῆς ὀφειλῆς· τὰ μέσα της δὲν τῇ ἐπιτρέπουσι τοῦτο· δέον ὅμως νὰ πράξῃ ὅ,τι δύναται. Ἀπεδείχθη ἐκ προηγουμένης διαπραγματεύσεως, ὅτι οἱ πιστωταὶ παραδέχονται συμβιβασμόν. Ὅτε ὁ νῦν πρωθυπουργὸς ἦτο καὶ ἄλλοτε πρωθυπουργὸς, εἰργάσθημεν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου καὶ ἐφθάσαμεν εἰς ἀποτέλεσμα, συνεπείᾳ διαπραγματεύσεως, καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς ὑπεβάλλετο εἰς ὑποχρεώσεις οὐχὶ πολὺ σπουδαιοτέρας τῶν διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἀναγνωριζομένων, ἀλλ’ ὑπεβάλλετο εἰς ὑποχρεώσεις ἀναγνωρίζουσα τὰ δάνεια διὰ τρόπου ἐξυπηρετοῦντος τὰ ὑλικὰ καὶ τὰ ἠθικὰ συμφέροντα τοῦ κράτους, διότι ἀναγνωρίζουσα τὰ δάνεια προσέφερε πληρωμήν, ἣν οἱ πιστωταὶ εἶχον ἀποδεχθῆ ὡς ἐπαρκῆ. Ὅτε ὅμως, ἀντὶ νὰ πράξωμεν τοῦτο, προσφέρομεν πρὸς τοὺς ξένους πιστωτὰς ὅ,τι ἡμεῖς ἄνευ τῆς συναινέσεως ἐκείνων προσδιορίζομεν, δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ προσφέρωμεν ὀλιγώτερα τῶν ὀφειλομένων. Τί πράττομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου; τοῖς λέγομεν· «σᾶς δίδομεν τόσα, καταργοῦντες τὸ ἐπίλοιπον τῆς ὀφειλῆς· ἂν δὲν δεχθῆτε τὰ προσφερόμενα, δὲν θὰ λάβητε τίποτε»· ἀλλ’ οὕτως ἀνορθοῦμεν τὴν ὑπόληψιν ἡμῶν, τὴν πίστιν ἡμῶν; ἐκτὸς δὲ τούτου, ἐπιτυγχάνεται καὶ ὁ ἐπιδιωκόμενος ὑλικὸς σκοπός; Ὁ ὑλικὸς σκοπός, τὸν ὁποῖον πάντοτε ἐπεδιώξαμεν διὰ τῶν περὶ ἀναγνωρίσεως τῶν δανείων τούτων διαπραγματεύσεων, ὑπῆρξεν ὁ ἑξῆς. Ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται ἐκ τῶν ἰδίων αὐτῆς μέσων νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ποικίλας ἀνάγκας τῆς προόδου αὐτῆς, ἰδίως ἐν ἐκτάκτοις περιστάσεσιν δὲν δύναται ἐντὸς τοῦ κράτους νὰ εὕρῃ τὰ μέσα, ὅπως ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας· ἀλλὰ καὶ ἂν δυνηθῇ νὰ πορισθῇ τὰ μέσα ἐκ δανείων ἐσωτερικῶν, συνεπάγονται ταῦτα ζημίαν μεγίστην τοῦ κράτους, διότι ἀφαιροῦνται τὰ χρήματα ἀπὸ τῶν ἐχόντων χρείαν αὐτῶν ἢ ἀπὸ τῶν χορηγούντων αὐτὰ εἰς τοὺς ἔχοντας χρείαν χάριν τῆς παραγωγῆς. Ἵνα δύνωνται τὰ δάνεια τῆς Ἑλλάδος νὰ ὦσιν ἐπωφελῆ, δὲν ἀρκεῖ νὰ γίνηται χρῆσις αὐτῶν εἰς παραγωγικὰ ἔργα· ἐκτὸς τούτου πρέπει τὰ δάνεια ταῦτα νὰ ᾖναι ἐξωτερικά· ἀλλ’ ἐν ὅσῳ δὲν ἔλθωμεν εἰς συμβιβασμὸν μετὰ τῶν ὁμολογιούχων τῶν παλαιῶν δανείων, δὲν δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν τοιαῦτα δάνεια, διότι τὸ χρηματιστήριον τοῦ Λονδίνου, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ πυρὴν ὅλων τῶν χρηματιστηρίων τῆς Εὐρώπης, πρέπει νὰ συναινέσῃ εἰς τὸ δάνειον, ἵνα δυνηθῇ νὰ πραγματοποιηθῇ. Οἱ κεφαλαιοῦχοι, καὶ ἐν ἄλλαις ἐπικρατείαις εὑρισκόμενοι, εἰς τὸ χρηματιστήριον τοῦ Λονδίνου ἀποβλέπουσι συνομολογοῦντες δάνεια, οὐδεὶς δὲ ἀποδέχεται ἤδη τὴν συνομολόγησιν ἑλληνικοῦ δανείου, διότι τὸ χρηματιστήριον τοῦτο, κατὰ διάταξίν τινα τοῦ κανονισμοῦ αὐτοῦ, δὲν ἐπιτρέπει νὰ τίθηνται ἐν αὐτῷ εἰς κυκλοφορίαν νέα χρεώγραφα κυβερνήσεων μὴ ἀποτιουσῶν τὰς ὀφειλὰς αὐτῶν, εἰμὴ μετὰ τὸν συμβιβασμὸν τῶν κυβερνήσεων τούτων πρὸς τοὺς δανειστάς. Κατὰ τὸ 1867 εἰργάσθημεν περὶ συμβιβασμοῦ καὶ ἀπελήξαμεν εἰς αἴσια ἀποτελέσματα, ἀπορῶ δὲ πῶς ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι οὐδέποτε ἔλαβε χώραν ἐπιτυχῶς τοιαύτη διαπραγμάτευσις, ἐνῷ ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας αὐτοῦ ἐγένετο καὶ ὁ συμβιβασμὸς ἐπεκυρώθη ὑπὸ γενικῆς συνελεύσεως τῶν ὁμολογιούχων τῆς Ἀγγλίας. Ἆρα ἐξετέθημεν εἰς παρεξηγήσεις; Ἡ μόνη παρεξήγησις ὑπῆρξεν ἡ ἑξῆς· τὸ διάδοχον ἡμῶν ὑπουργεῖον, θέλον νὰ διασύρῃ τὰ μέτρα ἡμῶν, εἶπεν ὅτι δὲν συνέφερεν ὁ συμβιβασμὸς, διότι οἱ ὅροι ἦσαν τοσοῦτον εὐτελεῖς, ὥστε κατεστρέφετο ἐκ τοιούτου συμβιβασμοῦ ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος.
§23ΜΙΛΗΣΗΣ. Οἱ Ὁλλανδοὶ δὲν τὸν ἐδέχθησαν.
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ τῶν Ὁλλανδῶν γνώμη δὲν ἔβλαπτε τὸ κῦρος καὶ τὴν σημασίαν τοῦ ἐν Ἀγγλίᾳ συμβιβασμοῦ. Ὅταν κλείσωμεν συμβιβασμὸν μετὰ τῶν ἐν Ἀγγλίᾳ κατόχων, ὁ συμβιβασμὸς οὗτος εἶναι ἐπαρκὴς ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς. Τὸ δάνειον εἶναι ἀγγλικὸν, δὲν εἶναι ὁλλανδικόν· ἐν Ἀγγλίᾳ πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν τὸν συμβιβασμὸν, διότι, ὅταν ἐπὶ δανείου ἀγγλικοῦ τὸ ἀγγλικὸν χρηματιστήριον κηρύξῃ ἑαυτὸ ἱκανοποιημένον, ἐξεπληρώθη ἡ ἠθικὴ ἡμῶν ὑποχρέωσις· ὡς πρὸς δὲ τὸ ὑλικὸν συμφέρον, ὁ ἐν Ἀγγλίᾳ συμβιβασμὸς εἶναι ἐπαρκὴς, διότι ἡ ὑποστήριξις τῆς ἀγορᾶς τοῦ Λονδίνου ἐπηρεάζει ὅλας τὰς ἄλλας ἀγορὰς, ἐνῷ ἡ ἀπαγόρευσις τοῦ χρηματιστηρίου τοῦ Ἀμστελοδάμου ὀλίγον θὰ ἐπηρεάσῃ τὴν διαπραγμάτευσιν νέου ἑλληνικοῦ δανείου, ὅταν τὸ χρηματιστήριον τοῦ Λονδίνου ᾖναι ἀνοικτόν. Ἑπομένως ὅ,τι ὤφειλε νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις, κατ’ ἐμὲ, ἦτο ἡ ἐπανάληψις τῶν διαπραγματεύσεων τῶν ἐπιτυχουσῶν κατὰ τὸ 1867, ἀλλὰ κατόπιν ἐγκαταλειφθεισῶν παρὰ τῶν κυβερνήσεων, αἵτινες δὲν προεκάλεσαν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ συμβιβασμοῦ παρὰ τῆς βουλῆς. Ἐὰν εἶχε συνομολογήσει ἡ κυβέρνησις τοιαύτην τινὰ σύμβασιν, ἤθελον βεβαίως ὑποστηρίξει ὅλαις δυνάμεσι τὴν ἐπικύρωσιν αὐτῆς, ἀλλ’ ἀντὶ τούτου, προτείνει ἡ κυβέρνησις ἀναγνώρισιν καὶ κανονισμὸν τοῦ δανείου ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς ἐπιβλαβῆ. Ἐὰν ἡ κυβέρνησις, ἀντὶ νὰ ζητῇ τὴν ἐπιψήφισιν τοιούτου νόμου, ἤθελε φέρει ἀπὸ τῆς παρελθούσης συνόδου συμβιβασμὸν πρὸς ἐπικύρωσιν, σήμερον τὰ νομοσχέδια περὶ δανείων 10 ἑκατομμυρίων καὶ 50 ἑκατομμυρίων δὲν θὰ ἦσαν εἰκονικὰ καὶ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ δανεισθῶμεν καὶ ὑπὸ ὅρους συμφερωτέρους ἴσως καὶ αὐτῶν τῶν ἐν τοῖς νομοσχεδίοις ὁριζομένων. Ἂν ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους εἴχομεν ῥυθμίσει τὰ τῆς πίστεως ἡμῶν, τὰ καθ’ ἡμᾶς οἰκονομικὰ εἶναι τοιαῦτα, ὥστε θὰ ἠδυνάμεθα νὰ δανειζώμεθα ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐπὶ τόκῳ ἐλάσσονι τῶν 7%. Δέον νὰ ἐπιθεωρήσωμεν καὶ ἄλλα τινὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων, καί τοι ὑποβάλλονται οὐχὶ ὡς ἀποτελοῦντα αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ νομοσχέδια παρασκευῆς, ἀλλ’ ὡς σχετιζόμενα μετὰ τῆς παρασκευῆς· ὁ δὲ κ. πρωθυπουργὸς ἐθεώρησε καὶ ταῦτα ὡς συμπεριλαμβανόμενα εἰς τὴν τοῦ συνόλου συζήτησιν, ὅπως ἐν τῷ συνόλῳ μετὰ τῶν λοιπῶν παραδεχθῶμεν ἢ ἀποῤῥίψωμεν αὐτά. Καὶ ἐν πρώτοις ἀποκρούω αὐτὴν ταύτην τὴν ἰδέαν· δὲν νομίζω, ὅτι ἐν οἱᾳδήποτε περιπτώσει πρέπει τὸ νομοσχέδιον περὶ ὁδοποιίας νὰ σχετισθῇ μετὰ τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς καὶ νὰ συζητηθῇ ὡς τοιοῦτον, διότι καίτοι θὰ ᾖναι λίαν χρήσιμον εἰς τὴν παρασκευὴν, εἶναι ὅμως νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἠθέλομεν λάβει ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐπιψηφίσει, καὶ ἂν δὲν προεβαίνομεν εἰς τὰ τῆς ἐκτάκτου παρασκευῆς· ἀλλὰ μήπως καὶ τοῦτο σᾶς προτείνεται διὰ τρόπου, ὅστις νὰ καθιστᾷ αὐτὸ ἀποδεκτόν. Προτείνει τὸ ὑπουργεῖον, ὅπως χάριν τῆς ὁδοποιίας ψηφίσητε ἐκ νέου τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους πέρυσιν ἠλαττώσατε ἐπὶ τῆς ἐγγείου φορολογίας καὶ ἐπὶ τῶν ζώων, προσθέσητε δὲ ποσοστὸν ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν. Ὁ κυριώτερος τῶν φόρων τούτων εἶναι ὁ ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν· ἀλλὰ πῶς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις εἰς τὰς ἐκθέσεις, δι’ ὧν συνοδεύονται τὰ νομοσχέδια, λέγει ὅτι ἀναγνωρίζει, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῇ νόμος περὶ ἀναθεωρήσεως τῆς φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν, πῶς προτείνει συνάμα νόμον, ὅστις προϋποθέτει τὴν διατήρησιν τοῦ ὑπάρχοντος συστήματος τῆς φορολογίας; τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ἢ ὡς πρὸς τὸ ἓν ἢ ὡς πρὸς τὸ ἄλλο δὲν πρόκειται νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν ἐπαγγελίαν του. Ἐπειδὴ δὲ ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἀποδεχθῇ ἡ βουλὴ τὴν γνώμην περὶ καταργήσεως τῆς ἐνεστώσης ἐγγείου φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ τὴν ὁδικὴν φορολογίαν ὅπως ἤδη προτείνεται· ἀφοῦ δὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι κυρίως νομοσχέδιον φορολογίας, ἡ ἀπόῤῥιψις τοῦ φόρου συνεπάγεται τὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐξετάσατε καὶ κατ’ οὐσίαν τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα ἴδητε ὅτι προσκρούει εἰς τὰς στοιχειωδεστέρας ἀρχὰς τῆς δικαιοσύνης. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὰ ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις εἰσπραττόμενα ἀποδίδονται εἰς τὰ οἰκεῖα ταμεῖα μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ τρίτου, ἀλλ’ ἐκ τοῦ νόμου τούτου οὐδὲν εἰσπράττεται ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις, ἀφοῦ οὔτε οἱ δημητριακοὶ καρποί, οὔτε τὰ ζῶα, οὔτε αἱ οἰκοδομαὶ φορολογοῦνται ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις· εἶναι ἄρα ἐμπαιγμὸς ἡ περὶ ἀποδόσεως τῶν δύο τρίτων διάταξις. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ πρόσθετος αὕτη φορολογία ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι ἀποδίδεται εἰς τὴν ὁδοποιΐαν, ἡ ἀντίστοιχος φορολογία ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις, ἡ ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς, ἀντὶ ν’ ἀποδίδηται εἰς τὴν ὁδοποιΐαν, διατίθεται ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης, οὐδεμία δὲ λαμβάνεται πρόνοια περὶ τῆς ὁδοποιΐας εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι μᾶλλον προχωρημένη καὶ ἔχει μεγαλειτέραν ἀνάγκην συντηρήσεως καὶ συμπληρώσεως. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἐπεθεώρησα ἱκανῶς πρὸς τοιαύτην γενικὴν συζήτησιν τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια· ἐξέφρασα ἐπ’ αὐτῶν τὰς σκέψεις μου, παραστήσας οὐ μόνον τὰ κατὰ τὴν γνώμην μου πλημμελῆ ἐν τοῖς νομοσχεδίοις τούτοις, ἀλλ’ ἀντιτάξας εἰς ὅ,τι ἐν αὐτοῖς ἐθεώρουν πλημμελὲς τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἐθεώρουν ὡς δυναμένην νὰ ἀντικαταστήσῃ τὰς διατάξεις ταύτας καὶ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν· ἐξήτασα καὶ τὸ ζήτημα τὸ κυβερνητικὸν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς διαγωγῆς τῆς κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὸ θέμα τῶν παρασκευῶν, καὶ ἀνέπτυξα τὴν γνώμην μου, καθ’ ἣν ἡ κυβέρνησις δὲν εἰργάσθη σπουδαίως ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου· ὅτε ὤφειλε νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ἔργου, παρημέλησε νὰ λάβῃ οἱονδήποτε μέτρον, σήμερον δέ, ὅτε τὰ πράγματα ἐπροχώρησαν πολύ, ὅτε ἐξ ἀνάγκης θέλομεν προβῆ εἰς τὰς παρασκευάς, καί τοι παρακαίρως, φέρει μέτρα ἐντελῶς ἀνεφάρμοστα. Τὴν συζήτησιν ταύτην θεωρῶ κυρίως ὠφέλιμον κατὰ τοῦτο, ὅτι ἐν αὐτῇ ὀφείλομεν νὰ ἐκθέσωμεν τὰς γνώμας ἡμῶν ἐπὶ ὅλων τῶν σχετιζομένων πρὸς τὸ μέγα τοῦτο ζήτημα, τὸ ζήτημα, ὅπερ ἀποτελεῖ τὸ κύριον ἔργον ἡμῶν ἐν τῇ ἐνεστώσῃ τῆς βουλῆς συνόδῳ· ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἂν πάντες ἀναπτύξωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τὰς ἰδέας ἡμῶν, θέλουσιν εὑρεθῆ ἐντὸς τῶν ἰδεῶν τούτων τὰ στοιχεῖα τῆς συνεννοήσεως. Ὅταν ἐπιτευχθῇ ἡ ἑνότης τῶν ἰδεῶν, παρέπεται ἀναγκαίως ἡ ἑνότης τῶν προσώπων. Καί τοι τινὲς ἐπαινοῦσι τὴν διαίρεσιν τῆς βουλῆς ὡς ἔχει εἰς προσωπικὰ κόμματα, ἔχω ὅμως τὴν πλήρη πεποίθησιν ὅτι, ἂν ἀποδειχθῇ ὅτι ἐπὶ ζητημάτων ὁποῖα σήμερον συζητοῦμεν ὑπάρχει μεταξὺ προσώπων τεταγμένων εἰς διάφορα κόμματα ἑνότης ἰδέας, ἡ ἑνότης αὕτη τῆς ἰδέας θέλει ἐπικρατήσει τῆς διαιρέσεως τῶν προσώπων. Βεβαίως, ὅταν ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας τοῦ ἔθνους εἶναι ἑνιαία, ὅτι ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας τῆς βουλῆς εἶναι ἑνιαία, τὴν γνώμην ταύτην θέλουσιν εὑρεθῆ καὶ τὰ ἀποδεχόμενα αὐτὴν πρόσωπα πρόθυμα νὰ ὑπηρετήσωσι διὰ τῆς συμπράξεως· οὐδεμία προηγουμένη διαίρεσις, οὐδεμία σκέψις πεπλανημένη, κατ’ ἐμέ, περὶ τοῦ τρόπου τῆς διακρίσεως τῶν κομμάτων, δὲν θέλει ἐμποδίσει τινὰ τοῦ νὰ συμπράξῃ μετὰ τῶν συμφωνούντων ὡς πρὸς τὴν ἰδέαν τὴν γενικὴν, μετὰ τῶν ἀποδεχομένων τὴν αὐτὴν γνώμην ὡς πρὸς τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἡ κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἀκολουθήσῃ, ὡς πρὸς τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ, ὡς πρὸς τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἐκτελέσῃ τήν τε πολιτικὴν καὶ τὰ νομοθετήματα. Ὅταν ἐκ τῆς συζητήσεως προκύψωσιν ἐναργῶς τὰ σημεῖα τῆς ἑνώσεως, ὅταν ἴδωμεν, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων διαφωνοῦσί τινες, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θὰ σχηματισθῶσι δύω ἰδέαι, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ μία ἀσπαστὴ παρὰ τῇ μεγάλῃ πλειονοψηφίᾳ τῆς βουλῆς, ἀποδεχομένῃ ἐν ταῖς κυριωτέραις αὐτῆς βάσεσι τὴν πολιτικὴν τῆς ἐθνικῆς παρασκευῆς, ὅπως τὸ ἔθνος ᾖ εἰς θέσιν νὰ παραστήσῃ τὸ ἀνῆκον αὐτῷ πρόσωπον κατὰ τὰς παρούσας περιστάσεις· θὰ ὑπάρξῃ δὲ καὶ ἑτέρα τῶν διαφωνούντων πρὸς τὴν πρώτην οὐχὶ ἐν ἀρχῇ, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν αὐτῆς καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐκτελέσεως. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ὅσοι ἀποδειχθῶσι φρονοῦντες τὰ αὐτὰ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἐθνικῆς ἐνεργείας, θέλουσι συμπράξει, θέλουσι δὲ διατελέσει ἐν ἀντιπολιτεύσει οἱ ἄλλοι, προσφέροντες ὡς ἀντιπολιτευόμενοι ὑπηρεσίαν ἴσην πρὸς τοὺς διατελοῦντας ἐν τῇ συμπολιτεύσει. Ἡ σύμπραξις, κύριοι, εἶναι ἀναγκαία· ἀλλὰ λέγοντες σύμπραξιν, δὲν πρέπει νὰ ἐννοῆτε αὐτὴν ἐξ ἀνάγκης ἐν τῇ κυβερνήσει. Ἡ σύμπραξις δύναται νὰ ᾖναι ἐπίσης ὠφέλιμος διδομένη καὶ ἐκτὸς τῆς κυβερνήσεως, ὅπως καὶ ἐντὸς αὐτῆς, ἀλλ’ εἴτε ἐν μετοχῇ τῆς ἐξουσίας, εἴτε ἀμέτοχος αὐτῆς· δέον νὰ δίδηται ἐν συμπολιτεύσει ἡ ὑποστήριξις, ἂν ὑπάρχῃ συμφωνία ἐπὶ τῶν οὐσιωδῶν ζητημάτων τῆς πολιτικῆς. Ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια ὑπὸ ὅλας αὐτῶν τὰς ἐπόψεις· ὀφείλομεν νὰ ἐκθέσωμεν ὁποίας βάσεις νομοσχεδίων προτείνομεν, ἂν δὲν παραδεχώμεθα τὰς τῶν ὑποβληθέντων. Ἂν δὲ ἐκ τούτου προκύψῃ ἰδέα τις κοινὴ τῶν πλειόνων, τὴν ἰδέαν ταύτην πέπεισμαι ὅτι θέλουσιν ὑποστηρίξει οἱ ἀσπαζόμενοι αὐτὴν, οἱ νῦν ἀπαρτίζοντες τὰ ἐν τῇ βουλῇ κόμματα, συμπράττοντες ὑπὲρ αὐτῆς, οὐχὶ διὰ συμμαχίας, ἀλλὰ διὰ συγχωνεύσεως ὑπὸ τὴν σημαίαν τῆς ἰδέας, ὅπως τὴν ὑπηρετήσωσι καὶ τὴν πραγματοποιήσωσι (ῥαγδαῖα χειροκροτήματα).
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἅμα ὡς ἀνέβη ὁ κ. Τρικούπης νὰ ὁμιλήσῃ ἔλαβον ἔγγραφον παραίτησιν τοῦ κ. προέδρου, τὴν ἑξῆς· Πρὸς τὴν Βουλὴν. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποδεχθῇ τὴν ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς παραίτησίν μου. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 27 Ὀκτωβρίου 1876. Ὁ βουλευτὴς Καλαβρύτων καὶ μέχρι τοῦδε
Πρόεδρος τῆς Βουλῆς
Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ.
§26ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§28ΦΙΛΗΜΩΝ. Παρακαλῶ καὶ πάλιν θερμῶς τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν παραίτησίν μου· τὸ θεωρῶ αὐτὸ ὡς ἰδιαιτέραν χάριν, τὴν ὁποίαν θὰ μοῦ κάμητε, καὶ πρὸς ἄρσιν σκανδάλου.
§29ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, ἐπὶ τῆς παραιτήσεως τοῦ κ. προέδρου τῆς Βουλῆς δὲν ἠμπορεῖ αὕτη νὰ ἀποφανθῇ, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τὸν λόγον· ἔλαβεν ἓν ἔγγραφον ἀδικαιολόγητον. Νομίζω ὅτι τὸ ἔγγραφον αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ τὸ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν.
§30ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἀποδέχεται ἡ Βουλὴ.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν παραίτησιν;
§32ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§33Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐδῶ ἐφέρθησαν σήμερον δύο παραιτήσεις· ἐκ τῶν δύω αὐτῶν παραιτήσεων εἰκάζεται, ὅτι κἄτι τι συνέβη μεταξὺ τῶν κ.κ. Ζαΐμη καὶ Φιλήμονος. Ἐπιθυμῶ νὰ γνωρίζω τὶ συνέβη.
§34ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι....
§36ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κ. πρόεδρε, ποτὲ ἐντὸς τῆς Βουλῆς δὲν ἐδόθη τὸ παράδειγμα νὰ παρίσταται σιωπηλῶς ἡ παραίτησις, καὶ ἐπὶ αὐτῆς τῆς παραιτήσεως νὰ ἐκφράζηται ἡ Βουλή. Ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι τῆς παραιτήσεως; πῶς φεύγουν, πῶς μᾶς ἀφίνουν, πῶς προκαλεῖτε ψηφοφορίας;
§37ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι (θόρυβος), θὰ ὁμιλήσω γενικῶς ὡς πρὸς τὸ ζήτημα... (θόρυβος.)
§38ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, κατὰ τοῦτο συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Λομβάρδον, καθόσον νομίζω καὶ ἐγὼ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῇ τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Ζαΐμη, διότι ἐνώπιόν της δὲν ἔχει οὐδένα λόγον νὰ παραδεχθῇ τὴν παραίτησιν.
§39ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι λοιπὸν συζήτησις· ἐρωτῆστε τὴν Βουλήν.
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ὑπάρχει πρότασις νὰ ἀναβληθῇ ἡ ψηφοφορία αὕτη ἕως οὗ προσκληθῇ ὁ κ. πρόεδρος νὰ ἐξηγήσῃ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους προτείνει τὴν παραίτησιν.
§41ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ὑποβάλῃ εἰς ἀνάκρισιν τὸν πρόεδρον διὰ ποῖον λόγον ὑποβάλλει τὴν παραίτησιν αὑτοῦ· ἔχει ὑπ’ ὄψιν τῆς ἓν ἔγγραφον τοῦ προέδρου, διὰ τοῦ ὁποίου δίδει τὴν παραίτησίν του. Ἐπὶ αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου ὀφείλει ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἐὰν ἀποδέχηται τὴν παραίτησιν αὐτοῦ ἢ ὄχι· δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ὑποβάλῃ εἰς ἀνάκρισιν τὸν πρόεδρον.
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδεὶς ἐπρότεινε νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἀνάκρισιν ὁ πρόεδρος, οὐδεὶς πλὴν τοῦ προαγορεύσαντος ἠθέλησε νὰ προσβάλῃ τὸν πρόεδρον· ἡμεῖς ἐλάβομεν τὸν λόγον μὲ σκοπὸν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὸν πρόεδρον. Ὁ λόγος, δι’ ὃν θέλομεν νὰ ἀκούσωμεν τὰς ἐξηγήσεις, εἶναι, διότι ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι αἱ ἐξηγήσεις αὗται θὰ μᾶς θέσωσιν εἰς τὴν εὐάρεστον θέσιν νὰ τὸν παρακαλέσωμεν νὰ μείνῃ εἰς τὴν θέσιν του, καὶ πιστεύω ὅτι οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαντᾷ ἐν ὀνόματι τοῦ προέδρου καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§43ΜΙΛΗΣΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἡ ἔκθεσις τῶν λόγων, διὰ τοὺς ὁποίους παραιτεῖταί τις ἀξίωμά τινος, ἀνήκει εἰς αὐτὸν τὸν παραιτούμενον· εἶναι δικαίωμά του. Ἂν ὁ πρόεδρος ἐνόμιζεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ θέσῃ εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους προβαίνει εἰς τὴν παραίτησιν, ἤθελε τὸ πράξει, καὶ τότε ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἐκτιμήσει αὐτούς· ἀλλ’ ὁ πρόεδρος ἐθεώρησεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους τούτους. Σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι σύμφωνον μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς, εἶναι σύμφωνον μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ προέδρου, καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ προέδρου εἶναι ἀξιοπρέπεια τῆς Βουλῆς, νὰ ἐκβιασθῇ οὗτος ν’ ἀναφέρῃ ὅ,τι δὲν θέλει νὰ ἀναφέρῃ; εἶναι μία τακτική, τὴν ὁποίαν πρώτην φορὰν ἀπαντῶ. Διὰ τοῦτο, κύριοι, θὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν παραίτησιν ὅπως σᾶς ὑπεβλήθη, δι’ ἧς ὁ πρόεδρος σᾶς παρακαλεῖ νὰ τὸν ἀπαλλάξητε ἀπὸ τὴν προεδρείαν, καὶ ἀπόκειται εἰς τὴν συνείδησίν σας, ἂν νομίζητε πρέπον, ἢ νὰ ἀποδεχθῆτε ἢ νὰ μὴ ἀποδεχθῆτε αὐτήν· αὐτὸ εἶναι δικαίωμά σας, ὅπως δικαίωμα τοῦ προέδρου εἶναι νὰ ἀναφέρῃ ἢ νὰ μὴ ἀναφέρῃ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους παραιτεῖται. Μὴ ζητεῖτε λοιπὸν ὅ,τι δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ζητήσητε.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἡ Βουλὴ ν’ ἀναβάλῃ τὴν ψηφοφορίαν;
§45ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι· τώρα (θόρυβος).
§46ΠΛΑΠΟΥΤΑΣ. Δὲν γνωρίζομεν τοὺς λόγους τῆς παραιτήσεως τῶν κ. κ. Ζαΐμη καὶ Φιλήμονος, διότι οὔτε ὁ εἷς οὔτε ὁ ἄλλος ἠθέλησαν νὰ τοὺς ἀναγγείλωσιν εἰς τὴν Βουλήν· ἐξωδίκως ὅμως κ. πρόεδρε, ἐγὼ ἔμαθα.... (θόρυβος.)
§47ΦΙΛΗΜΩΝ. Νὰ σᾶς ἀπαλλάξω τοῦ κόπου ἐγὼ, νὰ σᾶς εἴπω τί τρέχει. Πέρυσι, κύριοι βουλευταὶ, ἐγένετο τροπολογία τις εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, διὰ τῆς ὁποίας ἐσυσταίνετο ἡ ἀρχὴ τοῦ ἐφόρου τοῦ Βουλευτηρίου. Δυνάμει τῶν ἄλλων ἄρθρων τοῦ κανονισμοῦ ἀπεδόθησαν καθήκοντά τινα καὶ δικαιώματα εἰς τὸν ἔφορον· ἐσχάτως ἐπὶ ζητήματος ἐπουσιώδους, δύναμαι νὰ εἴπω ἐπουσιωδεστάτου, ἐπῆλθε διαφωνία τις μεταξὺ ἐμοῦ ὡς ἐφόρου καὶ τοῦ κ. προέδρου, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑρμηνείαν τῶν δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων τοῦ ἐφόρου. Τὸ τοιοῦτον ἐπροκάλεσε τὴν παραίτησίν μου, ἡ δὲ Βουλὴ, μεθ’ ὅλην τὴν ἐπιμονήν μου, δὲν τὴν ἐδέχθη· τὸ ζήτημα νομίζω ἐτελείωσεν. Ὁ κ. πρόεδρος τῆς Βουλῆς πιθανὸν νὰ ἐθεώρησε τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ὡς προσβολὴν καὶ πιθανῶς νὰ παρῃτήθη ἕνεκα τούτου. Τὸ τοιοῦτον νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει ὑπόστασιν, διότι ἡ Βουλὴ, μὴ ἀποδεχθεῖσα τὴν παραίτησίν μου, δὲν ἠθέλησε νὰ προσάψῃ μομφὴν τῷ κ. προέδρῳ, καὶ παρακαλῶ καὶ αὖθις αὐτὴν, ἂν ὁ κ. πρόεδρος ἐπιμένῃ, νὰ δεχθῇ τὴν παραίτησίν μου· ἂν ὅμως δὲν ἐπιμένῃ, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφανθῇ καὶ ἐπὶ τῆς παραιτήσεως τοῦ κ. προέδρου ὅ,τι ἀπεφάνθη καὶ ἐπὶ τῆς ἰδικῆς μου.
§48ΠΛΑΠΟΥΤΑΣ. Ἐγὼ, κ. πρόεδρε, ἀργὰ ἔμαθον τὰ συμβάντα, καὶ λυποῦμαι, διότι ἡ Βουλὴ παμψηφεὶ δὲν παρεδέχθη τὴν παραίτησιν τοῦ ἐφόρου. Ὁ κ. Φιλήμων, καὶ αὐτὸ δὲν σᾶς τὸ λέγω διὰ νὰ πουλήσω κολακείαν τινὰ, διότι οὔτε τὴν εὐλυγισίαν τοῦ σώματος ἔχω, οὔτε τοῦ χαρακτῆρος· δὲν τὸ λέγω διὰ νὰ κολακεύσω, ἀλλὰ πρὸ πολλοῦ μᾶς ῥίπτει πάντοτε σκάνδαλα εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κύριος Φιλήμων. Ἐνθυμεῖσθε πέρυσι μίαν ἀγόρευσίν του (θόρυβος)... πέρυσι μᾶς ἔλεγε, δὲν θέλομεν νὰ μιμηθῶμεν τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ἐπῆγεν εἰς τὸ Μόναχον καὶ εἶπεν ὅτι, ἂν δὲν μοῦ δώσητε τὸν βασιλέα, δὲν θὰ φύγω (θόρυβος παρατεταμένος).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐκτὸς τοῦ προκειμένου.
§50ΠΛΑΠΟΥΤΑΣ. Διὰ νὰ πεισθῆτε, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ὅλων δὲν ἠθέλησε νὰ πωλήσῃ κολακείαν καὶ ἀφοσίωσιν, ἀποτείνομαι εἰς τὸν κ. Φιλήμονα, τὸν ὁποῖον ἐρωτῶ νὰ μᾶς εἴπῃ, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ὑπηρεσίας του εἰς τὴν αὐλὴν τί ἐφρόνει τότε καὶ τί ἤδη; (θόρυβος μέγας.)
§51ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὁμιλεῖ περὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἦλθον.
§52ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑπάρχει σταθερὰ νομολογία τῆς Βουλῆς, ὁσάκις παρουσιάζεται ἐνώπιόν της πρὸς παραδοχὴν παραίτησις ἀναιτιολόγητος εἴτε ἀρχῆς τῆς Βουλῆς εἴτε βουλευτοῦ, νὰ μὴ ἀποδέχηται αὐτήν· ἐνθυμοῦμαι μάλιστα τὴν στιγμὴν ταύτην τοιοῦτόν τι γεγονὸς, δηλονότι κατὰ τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, ὡς βουλευτοῦ Παρνασσίδος, ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ὅτι, ἐπειδὴ οὐδεὶς λόγος ἀνεφέρετο εἰς τὴν παραίτησιν, δὲν ἀποδέχεται αὐτήν. Προσθέτω δεύτερον λόγον, διὰ νὰ δικαιολογήσω τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς· ὁ κ. ἔφορος, παρουσιασθεὶς πρὸ μικροῦ εἰς τὸ βῆμα, ἐξέθεσε τὴν αἰτίαν τῆς παραιτήσεώς του, ἕνεκα τῆς ὁποίας πιθανὸν καὶ ὁ κ. πρόεδρος τῆς Βουλῆς παρῃτήθη. Ἂς μοι συγχωρήσουν ἀμφότεροι νὰ παρατηρήσω ὅτι, ἀφοῦ ἡ μεταξὺ αὐτῶν ἔρις περιεστράφη εἰς τὴν ἑρμηνείαν ἑνὸς νόμου, εἰς τὴν ἑρμηνείαν δηλονότι καὶ τὴν ἔκτασιν τῶν δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων τῶν τῆς Βουλῆς ἀρχῶν, δὲν ὤφειλον νὰ παραιτηθῶσιν οὔτε ὁ μὲν οὔτε ὁ δὲ, ἀλλ’ ἠδύναντο νὰ ζητήσωσι παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν γνώμην της περὶ τούτου, οὐδέποτε δὲ νὰ παραιτηθῶσιν. Ὅθεν, διότι διεφώνησαν περὶ τὴν ἑρμηνείαν ἑνὸς νόμου καὶ διότι ἡ Βουλὴ σταθερῶς δὲν ἀποδέχεται παραιτήσεις ἀναιτιολογήτους, δὲν νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀποδεχθῇ τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Ζαΐμη, ὅπως δὲν ἀπεδέχθη καὶ τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Φιλήμονος, διότι τοῦτο πράττουσα ἡ Βουλὴ, παραδεχομένη δηλαδὴ τὰς παραιτήσεις τῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας ἐκλέγει, ἕνεκα τοιούτων αἰτίων, δὲν φέρεται σοβαρῶς.
§53ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Συμπληρῶν τοὺς λόγους τοῦ κ. Δεληγεώργη, προσθέτω, ὅτι, μετὰ τὴν ἐξήγησιν τοῦ κ. Φιλήμονος, ἡ Βουλὴ θ’ ἀποῤῥίψῃ καὶ πρέπει ν’ ἀποῤῥίψῃ τὴν αἴτησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, διότι, ὅπως φαίνεται, ὁ κ. Πρόεδρος κακῶς ἐξετίμησε τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς, νομίσας ὅτι ἤγγιζε τὴν ὑπόληψιν αὐτοῦ, ἐνῷ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς δὲν εἶχε τοιοῦτον σκοπόν· ἑπομένως δὲν ὑπάρχει λόγος αἰτιολογῶν τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Προέδρου, διότι ἡ Βουλὴ, ἀποφασίζουσα ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τοῦ κ. Φιλήμονος, δὲν εἶχεν οὐδόλως σκοπὸν νὰ ἐγγίξῃ αὐτόν.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω λοιπὸν τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Ζαΐμη, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν ἐγείρεται μόνος ὁ κ. Α. Ῥούκης.) Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρα 5 παρὰ 20 λεπτά.)