1876.10.13
232 στίχοι · 1.862 λέξεις · 25 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 9
Τῆς 13 Ὀκτωβρίου 1876.
(Τετάρτῃ.)
Προεδρεύει ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Τσαμαδός.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ὁρκίζονται οἱ Βουλευταὶ Πεῤῥωτὴς καὶ Χατζῖσκος.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἕβδομον Τμῆμα τῆς Βουλῆς ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Γόρτυνος· θὰ τυπωθῇ βεβαίως. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑποβάλλει ἔγγραφα τοῦ εἰσαγγελέως τῶν πλημμελειοδικῶν Κερκύρας καὶ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐφετῶν, δι’ ὧν ζητεῖται ἡ ἄδεια τῆς εἰς δίκην παραπομπῆς τοῦ ἐκ Παξῶν βουλευτοῦ κ. Βελιανίτου.
§2ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς παρούσης Περιόδου, τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ἀπετέλεσε μέρος οὐ μόνον τῶν ἀπασχολήσεων τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀπασχολήσεων τῆς ἰδιαιτέρας ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου ἠσχολήθη. Ἐπειδὴ δὲ ἐπέπρωτο, φαίνεται, ὁσάκις ἔρχομαι εἰς τὴν Βουλήν, νὰ συνοδεύωμαι μὲ ἄνθη οὐχὶ εὔοσμα, φαίνεται ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου ἐλησμονήθη ὅ,τι ἐγένετο, διότι δὲν πρόκειται περὶ νέου τινὸς γεγονότος, καὶ μὰ τὴν ἀλήθειαν δὲν ἀνέχομαι, κύριοι, νὰ παρακάθημαι εἰς τὴν Βουλὴν ἐνῷ εἶμαι ὑπὸ δίκην· ἡ φιλοτιμία μου, ἡ φιλοτιμία τῶν ἐντολέων τῆς ἐπαρχίας μου, ἥτις δὲν ἔχει παρὰ ἕνα μόνον ἀντιπρόσωπον, δὲν ἀνέχεται οὕτω πως νὰ περιφρονῆται καὶ νὰ προσβάλληται. Τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ὅταν ἐκατηγορεῖτο ἡ ἐκλογή μου καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη περὶ τοῦ κύρους αὐτῆς· ἐπέμφθησαν μετὰ σπουδῆς κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τὰ ἐξαγόμενα τῆς ποινικῆς διαδικασίας, τοὐτέστι βούλευμα τῶν πλημμελειοδικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου καὶ ἐγὼ κατηγορούμην ὡς ὑποκινήσας δωροδοκίαν κατὰ τὴν ἐκλογήν μου, δὲν ἠξεύρω εἴκοσιν ἢ δεκαπέντε δραχμῶν, καὶ βούλευμα τῶν ἐφετῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεκυροῦτο τὸ βούλευμα τῶν πλημμελειοδικῶν, ἐζητεῖτο δὲ τότε ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς περὶ τῆς εἰς δίκην παραπομπῆς. Ἡ δὲ Βουλὴ, κατὰ τὰ νενομισμένα, παρέπεμψε τὴν ὑπόθεσιν εἰς ἐπὶ τούτῳ ἐπιτροπὴν, ἥτις, διὰ τῆς ἀπὸ 11 Ὀκτωβρίου 1875 ἐκθέσεώς της, συνεπαίρανεν ὡς ἑξῆς. «Ἐπειδὴ τὸ μὲν Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν ὀρθότατα ἀπέσχε νὰ ἐκτιμήσῃ τὰς τυχὸν κατὰ τοῦ βουλευτοῦ Ι. Βελιανίτη ὑπαρχούσας ἐνδείξεις, τὸ δὲ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην ἐκτίμησιν, ἡ Ἐπιτροπὴ ἀδυνατεῖ νὰ ἐκφέρῃ οἱανδήποτε γνώμην. Εἰς τὴν Βουλὴν δὲ ἀπόκειται νὰ ἀποφανθῇ ἂν ὑπάρχῃ κατεπείγων λόγος δημοσίου συμφέροντος καὶ σπουδαία ἀφορμὴ νὰ ἀπομακρυνθῇ ἐπὶ τοῦ παρόντος τῆς ἐν ᾗ τὸν ἔταξαν οἱ ἐντολεῖς του θέσεως ὁ ἐκ Παξῶν βουλευτὴς Ι. Βελιανίτης. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 11 Δεκεμβρίου 1875.
Ὁ Πρόεδρος
Σ. ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ.
Τὰ μέλη Ν. Θ. Καφετζόγλους, Γ. Παπαλεξόπουλος, Π. Νεζερίτης, Γ. Π. Κασβίκης, Γρ. Μ. Μαυρομαρᾶς.» Εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεφάνθη· ἔληξεν ἡ Σύνοδος ἐκείνη, ἔληξεν ἑπομένως καὶ ἡ προθεσμία διὰ τὴν ὁποίαν προεκαλέσθη ἡ ἄδεια, διότι, κατὰ τὸ Σύνταγμα, ὁ Βουλευτὴς μένει ἀκαταδίωκτος μόνον τέσσαρας ἑβδομάδας πρὸ καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Βουλῆς, ἔκτοτε δὲ μέχρι τοῦδε παρῆλθον πλέον τῶν ὀκτὼ μηνῶν, καθ’ οὓς ἐγὼ ἔμεινα ἀκαταδίωκτος. Ἐν τούτοις μόλις ἤρχισεν ἡ Βουλὴ ἔρχεται μετ’ ἐμοῦ εἰς τὸ ἀτμόπλοιον ἓν ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου. Ἐκτιμήσατε τὴν διαγωγὴν ταύτην. Δὲν ἐννοῶ, κύριοι, ἄπαγε, νὰ προλάβω τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, οὐδὲ ἐπρόβαλα τὸ παράδοξον τοῦτο διὰ νὰ μείνω ἀκαταδίωκτος.
§3ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ εἰσαγγελεὺς εἶχε καιρὸν νὰ ἐνεργήσῃ τὴν καταδίωξιν, εἶχε καιρὸν δέκα μῆνας, καὶ ἐν τούτοις ἄφησε νὰ ἔλθῃ ὁ Βουλευτὴς ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Ἡ διαγωγὴ τῆς εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς εἶναι ἀξία ἐπιτιμήσεως.
§4Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον ἂν δὲν ἐπρόκειτο νὰ ῥιφθῇ μομφὴ κατ’ ἀνωτέρου δικαστικοῦ λειτουργοῦ, τιμῶντος πρὸ τριακονταετίας τὸν δικαστικὸν κλάδον.
§5ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν πλημμελειοδικῶν, ὄχι τῶν ἐφετῶν.
§6Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρόκειται περὶ τῆς καλῆς ἢ κακῆς διαγωγῆς τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, καὶ γνωρίζετε, κύριοι, ποῖος εἶναι οὗτος. Οὐδεμία κατηγορία, οὐδεμία συκοφαντία δύναται νὰ ἐξασθενίσῃ τὴν ἀκεραιότητα καὶ τὴν τιμὴν τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐν Κερκύρᾳ ἐφετῶν. Ἀπορῶ πῶς, ὅταν εἰσάγηται τοιοῦτον ἔγγραφον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ Βουλὴ δὲν ἐπείσθη, ἀλλ’ ἐπιθυμεῖ νὰ δώσῃ ἄσυλον εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι καταδιώκονται. Πρῶτος ὁ κ. Βελιανίτης, κατὰ τοῦ ὁποίου δὲν ἔχω τίποτε νὰ εἴπω, ὤφειλε νὰ μὴ καταφύγῃ εἰς τοιαῦτα μέσα, ὅπως ἀποφύγῃ τὸν ἔλεγχον.
§7ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἐζήτησα ἐπιείκειαν· δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ζητήσω ἐπιείκειαν.
§8Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω λοιπὸν ὅτι πᾶσα συζήτησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι περιττή· ζητεῖται ἡ ἄδεια συνεπεία ἑνὸς βουλεύματος ὁριστικοῦ, ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τίποτε νὰ ἐξετάσῃ, παρὰ νὰ χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν. Αὐτὸ ἀπαιτεῖ ἡ τιμὴ τῆς Βουλῆς καὶ ἡ τιμὴ τοῦ βουλευτοῦ, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἡ αἴτησις, καὶ οὐχὶ νὰ φέρωνται ἐπιτιμήσεις κατὰ δικαστικῶν ὑπαλλήλων, τῶν ὁποίων, ἐπὶ τριάκοντα ἔτη ὑπηρετούντων, οὔτε κατ’ ἐπίνοιαν ἐφαντάσθη τις ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν παραδειγματικὴν ἀκεραιότητα.
§9ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὀφείλω νὰ δώσω ἐξήγησιν· ἐγὼ δὲν ἐμέμφθην κανένα· ὑμεῖς σέβεσθε τὸν εἰσαγγελέα τῶν ἐφετῶν, τὸν σέβομαι καὶ ἐγὼ, ἂν καὶ δὲν μὲ συνδέῃ σχέσις, ἡ ὁποία συνδέει ὑμᾶς μὲ αὐτόν. Ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν δὲν ἐπεμβαίνει ἐνταῦθα διόλου, αὐτὸς διεβίβασεν ἁπλῶς τὴν αἴτησιν. Τίς ψέγει τὸν Ἡρακλέα; ἐγὼ ὑπερασπίζομαι ἐμαυτόν· εἶπον ὅτι δὲν πρόκειται περὶ νέου γεγονότος. Ἂν ἡ Κυβέρνησις ᾖναι ἀπαύγασμα τῆς Βουλῆς, εἶναι ἐν γνώσει ὅτι περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου ἐζητήθη ἡ ἄδεια, εἶναι ἐν γνώσει ὅτι ἀπεφάνθη ἡ ἐπιτροπή, εἶναι ἐν γνώσει ἐπίσης ὅτι ὑπῆρξε χρονικὸν διάστημα περὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ καὶ ὅτι δὲν κατεδιώχθην κατ’ αὐτό· καὶ ἐν τούτοις πάλιν εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ γείνῃ λόγος κατ’ ἐμοῦ. Πρόκειται περὶ ἑτέρου ἀδικήματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἐγὼ περιέπεσα; ὄχι. Ὀκτὼ μῆνες ὑπῆρχον, καθ’ οὓς ἠδύνατο ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ νὰ μὲ καταδιώξῃ ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς. Δὲν ζητῶ δὲ ἤδη ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ μεμφθῇ τὴν διαγωγὴν τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν, οὔτε ἐζήτησα ἐπιείκειαν, διότι εἶμαι ἀνώτερος, τὸ γνωρίζετε.
§10Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τοῦτο μόνον ἔχω νὰ παρατηρήσω· ὅταν ἐζητήθη ἡ ἄδεια ἀπὸ τὴν Βουλὴν πρότερον, ἡ Βουλὴ ἔπεμψεν εἰς ἐπιτροπὴν νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, αὕτη δ’ ἔφερε τὴν ἔκθεσίν της ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐξέφερεν ἡ Βουλὴ καμμίαν ἀπόφασιν;
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν συνεζητήθη.
§12ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ ὑπόθεσις λοιπὸν μένει εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἦτο καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ σταλῇ εἰς ἐπιτροπήν. Ἐρχομένης λοιπὸν τῆς ἐκθέσεως, ἡ Βουλὴ θὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν.
§13ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ ζήτημα, ἀλλὰ διὰ τί παρέλειψεν ἡ εἰσαγγελία νὰ καταδιώξῃ τοσοῦτον καιρὸν, καὶ εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τοῦτο.
§14ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ διὰ τοῦτο νομίζετε, ὅτι πρέπει ν’ ἀρνηθῶμεν;
§15ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔχετε δικαίωμα νὰ ζητῆτε ὅ,τι ζητεῖτε, ἀλλὰ μὴ ἀρνεῖσθε τὸν φατριασμὸν, ὁ ὁποῖος μεσολαβεῖ, τὸ νὰ διασύρεται εἷς βουλευτὴς διὰ 20 δραχμάς.
§16Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα, κύριοι, τοῦτο δὲν πρέπει νὰ λυθῇ συγκεκριμένως, εἴτε στενῶς ἐντὸς τοῦ κύκλου ἐν ᾧ ἐγεννήθη, καὶ δὲν πρέπει νὰ λυθῇ σχετικῶς μὲ τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Βελιανίτου. Πρέπει τὸ ζήτημα νὰ λυθῇ ὑπὸ τὴν γενικὴν ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν παρουσιάζεται, ἢ δύναται νὰ παρουσιασθῇ ἐν τῇ Βουλῇ. Πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἔχῃ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἀπέναντι τοῦ Σώματος τοῦ νομοθετικοῦ, καὶ νὰ κανονίσωμεν τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ δυνάμει τοῦ Συντάγματος, καὶ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον δύναται, καὶ τὰς περιστάσεις ὑφ’ ἃς δύναται νὰ ἐξασκήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἄν, κύριοι, λύσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο μὲ τὴν ἀδιαφορίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία συνήθως δίδεται εἰς ζητήματα οὐχὶ ἄξια προσοχῆς μεγάλης, νομίζω ὅτι θὰ καθιερώσωμεν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ θλιβερωτάτας συνεπείας. Ἡ εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ, καθὼς ἠξεύρετε, ἀντιπροσωπεύει τὴν διοικητικὴν ἐξουσίαν, ἔχει δὲ δυνάμει τοῦ Συντάγματος ἓν μέγα δικαίωμα κατὰ τῶν μελῶν τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος· τὸ Σύνταγμα τῇ ἔδωσε τὴν ἐξουσίαν νὰ ἔρχηται νὰ ζητῇ τὴν ἄδειαν, ἐπὶ τῇ ἁπλῇ δὲ ταύτῃ αἰτήσει, χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλὴ τὰ καθέκαστα τῆς ἀνακρίσεως, καὶ κατὰ συνέπειαν, ἂν ἡ κατηγορία ᾖναι βάσιμος, καλεῖται νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν εἰς δίκην εἰσαγωγὴν ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῆς. Ἡ ἐξουσία αὕτη εἶναι μεγάλη, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ γίνεται αὐτῆς καλὴ χρῆσις. Ἅμα δὲ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία δείξῃ ὅτι δὲν ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν της, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δώσῃ τὴν ὀφειλομένην προσοχὴν, ὅπως σταματήσῃ ὁ φατριασμός· καὶ ὅταν παρουσιάζηται τοιοῦτον ζήτημα, πρέπει νὰ ἐξετάζηται τὸ ζήτημα ὑπὸ καθαρὰν ἔποψιν· πρόκειται νὰ ὑπηρετηθῇ ἡ δικαιοσύνη, ἢ πρόκειται νὰ ὑπηρετηθῶσιν ἕτερα συμφέροντα. Ὁ νόμος, τὸ Σύνταγμα, χορηγεῖ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ χορηγῇ τὴν ἄδειαν, ἵνα μὴ προσκόπτῃ ἡ δικαιοσύνη, διότι τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας ἐθεώρησεν ἀνώτερον παντὸς ἑτέρου συμφέροντος· διότι τὸ μέλος τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον παρεβίασε τὸν νόμον, ὀφείλει νὰ δώσῃ λόγον διὰ τὸ ἔγκλημα, ὅπερ ἐξετέλεσεν. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν, τοῦτο ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Ἐγὼ, κύριοι, εἰλικρινῶς ἐκφράζω τὴν γνώμην μου χωρὶς νὰ μὲ ἐπηρεάζῃ ἕτερος σκοπός. Πρόκειται περὶ δωροδοκίας, ἂν ἐνθυμῆσθε, περὶ δωροδοκίας 20 σφαντσίκων· διὰ τοιούτου εὐτελοῦς ποσοῦ εἷς βουλευτὴς κατηγορεῖται, ὅτι κατώρθωσε νὰ κερδίσῃ τὴν ἐκλογήν του. Ἡ Βουλὴ ἐξήλεγξε τὴν ἐκλογὴν καὶ ἐθεώρησεν ὅτι ἡ ἔνστασις δὲν εἶχεν οὐδεμίαν ἐπιῤῥοὴν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς. Ἀλλ’ ὁ εἰσαγγελεὺς ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του; Ἀπὸ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 75 μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1876 δὲν εὗρε καιρὸν νὰ καταδιώξῃ καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο ἐν ἐνεργείᾳ, εἰς τὴν στιγμὴν δὲ, καθ’ ἣν ἀνοίγονται αἱ θύραι τοῦ βουλευτηρίου, ἔρχεται καὶ λέγει, δώσατέ μου τὸν βουλευτήν. Καὶ ἡ Βουλὴ πιστεύει ὅτι ἡ ἐνέργεια αὕτη δὲν εἶναι μεροληπτική; Ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν πλημμελειοδικῶν, ὅστις δήποτε καὶ ἂν ᾖναι, παρεβίασε τὸ καθῆκόν του, δὲν ἐνήργησεν ὡς ἀπαιτεῖ ἡ δικαιοσύνη, καὶ ἐγὼ δικαιοῦμαι ν’ ἀρνηθῶ τὴν ἄδειαν. Προτείνω λοιπὸν ν’ ἀποῤῥιφθῇ ἡ αἴτησις, διαρκούσης τῆς Συνόδου.
§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Ῥικάκη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§19ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος εἶναι ὁ εἰσαγγελεύς;
§20ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Δὲν ἀναγινώσκεται καλῶς ἡ ὑπογραφή του. Εἶναι, νομίζω, ὁ Λουκάκος.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔξω τοῦ βουλευτηρίου μὲ εἰδοποίησαν ταύτην τὴν στιγμὴν εὑρίσκεται ἐπιτροπὴ τῆς ἐκκλησίας τοῦ λαοῦ Πειραιῶς καὶ ζητεῖ τὸν Πρόεδρον. Τί θέλει ἡ Βουλὴ νὰ κάμω; ἂς ὑπάγῃ εἷς τῶν λοιπῶν ἀντιπροέδρων νὰ ἴδῃ τί θέλουν.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Αὐτὸ ἀνήκει εἰς τὸν πρόεδρον· ἂς κάμῃ ὅ,τι θέλει ὁ πρόεδρος.
§23ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν, κύριοι βουλευταὶ, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ὑμετέραν κρίσιν πρότασιν νόμου «περὶ ἐνόρκων,» τὴν ὁποίαν ἀπὸ μηνῶν κατήρτισα καὶ τὴν ὁποίαν, ἀργούσης τῆς Βουλῆς, καθυπέβαλον ἔντυπον εἰς τοῦ δημοσίου τὸν ἔλεγχον διὰ φυλλαδίου. Καὶ εὑρίσκω μὲν εἰς τὴν συνείδησίν μου λόγους ἱκανοὺς νὰ δικαιολογήσωσι τὴν τόλμην μου ταύτην πλὴν τοὺς λόγους τούτους ἐπιφυλάσσομαι ν’ ἀναπτύξω κατὰ τὴν δημοσίαν συζήτησιν τῆς προτάσεώς μου, ἐὰν ἤθελεν αὕτη ἀξιωθῆ παρ’ ὑμῶν τοιαύτης τιμῆς. Ἤδη παρατηρῶ μόνον, ὅτι, ἐὰν ἡ ἀξιοπρεπὴς διαχείρισις τῶν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἐγγυᾶται εἰς τὸν τόπον εὐημερίαν ἀσφαλῆ, ἂν ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῆς εὐνομίας ἀναπτύσσωνται ἀπροσκόπτως καὶ κρατύνωνται ἅπασαι αἱ ζωτικαὶ δυνάμεις τῆς κοινωνίας, ἡ ἐνασχόλησις τῆς Βουλῆς πρὸς διαῤῥύθμισιν θεσμοῦ δικαστικοῦ, οἷος ὁ περὶ ἐνόρκων, οὐδέποτε θὰ θεωρηθῇ ἄκαιρος, καὶ ἂν ἐπρόκειτο οὐχὶ περὶ προπαρασκευῶν, ἀλλ’ ἐὰν ἔτι ἐπρόκειτο νὰ κανονίσωμεν τὰς σχέσεις ἡμῶν μεθ’ ὅλων τῶν ἐπικρατειῶν τοῦ λοιποῦ κόσμου. Συνυποβάλλω δὲ μετὰ τῆς προτάσεως ταύτης εἰς τὴν κρίσιν ὑμῶν καὶ ἑτέραν πρότασιν, περὶ τροποποιήσεως τοῦ τελευταίου νόμου περὶ λειπομαρτύρων, ἥτις ἔχει βεβαίως στενωτάτην σχέσιν καὶ συνάφειαν μὲ τὴν περὶ ἐνόρκων. Ὑποβάλλω ὑμῖν προσέτι καὶ πρότασιν περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ ἀγροφυλακῆς νόμου. Ἐλπίζω δὲ ὅτι, συναισθανόμενοι τὰς ἐλλείψεις τοῦ ἰσχύοντος περὶ ἀγροφυλακῆς νόμου καὶ ἀναλογιζόμενοι τὴν σπουδαιότητα τοῦ ἀντικειμένου εἰς ὃ ἀφορᾷ ὁ νόμος οὗτος, θέλετε κρίνει ἐπιεικῶς περὶ τῆς καθυποβολῆς προτάσεως, σκοπούσης τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου τούτου. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπινεύσῃ εἰς τὴν ἐκτύπωσιν καὶ τῶν τριῶν τούτων προτάσεών μου, συμφώνως πρὸς τὸν ἡμέτερον κανονισμόν, ὅπως διανεμηθῶσι καὶ καταλάβωσι θέσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει κατὰ τὴν σειρὰν τῆς εἰσαγωγῆς αὐτῶν.
§24ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕτερον ἀντικείμενον δὲν ἔχομεν. Αὔριον ἔχομεν τὴν συζήτησιν τῆς ἐκλογῆς Γόρτυνος. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10½.