Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Ζ · Σύνοδος Α› Συνεδρίαση 57

1875.12.04

2.275 στίχοι · 17.509 λέξεις · 6 πίνακες · 244 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1875.12.04
Προεδρεία
Θ. Α. ΖΑΪΜΗ
Περίοδος
Ζ
Σύνοδος
Α
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΤΟΜΟΣ Β (1876)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 57

Τῆς 4 Δεκεμβρίου 1875

(Πέμπτη).

Ὥρα 2 Μ. Μ. Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου κατέχει ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Καράπαυλος.

Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐκυρώθησαν.

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς Μεσολογγίου, συνεπεία τηλεγραφήματος διὰ τοῦ ὁποίου προσεκαλεῖτο νὰ μᾶς φωτίσῃ πόσοι ἐκ τῶν ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ τοῦ δήμου Ἀμβρακίας τῆς ἐπαρχίας Βάλτου φαίνονται ψηφοφορήσαντες καὶ εἰς τὸν δῆμον Θυάμου, ἀναφέρει, ὅτι ἐκ τοῦ καταλόγου ὑπάρχουσι 4 ἢ 5 ὀνόματα. Ὁ κ. Γραμματεὺς θέλει ἀναγνώσει τὴν ἀπάντησιν.

§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). Πρόεδρον Βουλῆς. Ἐκλογικοῦ καταλόγου Θυάμου σταλέντος εἰρηνοδίκῃ Βάλτου, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 9340 8 Μαΐου ε. ε. ἐγγράφου μας, ὅπως συμμορφωθῇ ἐγκυκλίῳ ὑπουργείου Δικαιοσύνης 13 τοῦ 1873, ἠρύσθην ἐκ πρωτοκόλλου ψηφοφορίας μόνον ψηφοφορήσαντας Ἀθαν. Κουτζουκέραν (ἀριθμὸς καταλόγου 44, πρωτοκόλλου 35), Γεώργ. Σάκκαν (843· 331), Χρ. Νταλάκον (754· 448), Γεώργιον Πιτζιμέρην (97· 586), Χ. Ἀλτάνην (960· 651), Ν. Νταλακάκον, ὄχι Ντιλοκάκην (729· 951), Σ. Νταλακάκην, ὄχι Ναλάνην (747· 751). Σημειωτέον, ὅτι ἐκλογικοῦ καταλόγου στερεῖται ἡ Νομαρχία.

Ἀντεισαγγελεὺς

ΙΩ. ΣΠΑΝΙΔΗΣ.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπετε λοιπὸν, ἐξ αὐτῶν τῶν ὀνομάτων δύω ἢ μᾶλλον τρία εἶναι παρηλλαγμένα κατά τι, ὅπως ἠκούσατε. Τώρα τί θέλετε νὰ γείνῃ; Θέλετε νὰ τυπωθῇ αὐτό;

§4ΣΤΡΑΤΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ παραπεμφθῇ τὸ ἔγγραφον τοῦ εἰσαγγελέως εἰς τὸ Τμῆμα, τὸ ὁποῖον προεξήλεγξε τὴν ἐκλογήν.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, θέλετε τὸ ἔγγραφον αὐτὸ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ Τμῆμα, καὶ ἐκεῖ νὰ γείνῃ ἡ ἐξέλεγξις, παρόντων καὶ τῶν ἐνδιαφερομένων;

§6ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κατσικογιάννης κατέθεσε γραμμάτιον τοῦ κεντρικοῦ ταμείου, ἐν ᾧ σημειοῦται ὅτι κατέβαλε τὸ ποσὸν σύμφωνα μὲ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς.

§8ΠΟΛΛΟΙ. Πολὺ καλά.

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Νικολόπουλος, δι’ αἰτήσεώς του πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον, ἀναφέρει, ὅτι δὲν εἶναι ἐκεῖνος ὅστις διώρισεν ὑπεράριθμον ἐφέτην, ἀλλ’ ἄλλος· παρακαλεῖ δὲ νὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσίς του.

§10ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σημειωθῇ ἡ παρατήρησίς του εἰς τὰ πρακτικά.

§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπέβαλε τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν συμβάσεων α) μεταξὺ τῆς Ἑλλ. Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἀγγλικῆς, πρὸς ἀμοιβαίαν ἔκδοσιν τῶν δραπετῶν τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ· καὶ β) περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἱσπανίας. Ἀμφότεραι θὰ τυπωθοῦν, θὰ διανεμηθοῦν, καὶ θὰ τεθοῦν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Προβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Λομβάρδος ἔχει τὸν λόγον.

§12ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐὰν δὲν ἔχῃ ἄλλος τις τὸν λόγον καὶ πρόκηται νὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις, δὲν θέλω λάβει τὸν λόγον, ὅπως μὴ γείνω πρόσκομμα, καίτοι χθὲς προεκλήθην ἀτόπως· παραιτοῦμαι τοῦ λόγου, ἀρκούμενος εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς. Ἐὰν ὅμως ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον.

§13ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἔχω τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε (ἀναβαίνει τὸ βῆμα).

§14ΧΟΪΔΑΣ. Κ. Πρόεδρε, εἶχα ζητήσει ἐγὼ τὸν λόγον.

§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κ. Παπαμιχαλόπουλε......

§16ΧΟΪΔΑΣ. Ὄχι τώρα.

§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καλά, ἔπειτα.

§18ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐξηντλήθη τὸ ζήτημα αὐτὸ, ὥστε δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος.

§19ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.

§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ σήμερον τοὺς ἀγορεύοντας νὰ περιορισθῶσιν ἐπὶ τοῦ θέματος· τὸ θέμα εἶναι τὸ Κεφάλαιον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐξωτερικῶν, τὸ ἐπιγραφόμενον «ἀποστολαὶ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.»

§21ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θ’ ἀπαντήσω, κύριοι, εἰς τὰς ὕβρεις, τὰς ὁποίας χθὲς ἐξετόξευσεν ἐντεῦθεν ὁ μετ’ ἐμὲ τελευταῖον λαλήσας, διότι, δυστυχῶς ἢ εὐτυχῶς, δὲν ἔχω τὴν ἱκανότητα τοῦ ὑβρίζειν, οὐδὲ τοῦ συζητεῖν ἐπὶ ὕβρεων· ὀφείλω ὅμως ν’ ἀναιρέσω συκοφαντίας τινάς, ῥηθείσας ἐντεῦθεν ἐναντίον μου παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου. Πολιτεύομαι, κύριοι βουλευταὶ, ἐπὶ εἰκοσαετίαν ὁλόκληρον, καὶ δύναμαι μετὰ θάῤῥους νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μαρτυρίαν ὅλων ἐκείνων, μετὰ τῶν ὁποίων ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ συνεργασθῶ καὶ ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου τούτου καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ, εἴτε ὡς συμπολιτευόμενος εἴτε ὡς ἀντιπολιτευόμενος κατὰ τὸ μακρὸν τοῦτο διάστημα, περὶ τοῦ ἐντίμου πολιτικοῦ μου βίου. Μεταξὺ τῶν ὕβρεων, τὰς ὁποίας χθὲς ἤκουσα ἐνταῦθα, ἤκουσα καὶ τὴν συκοφαντίαν, ὅτι ἀπὸ δειλίαν ἐλειποτάκτησα ἀπὸ τὸ κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον πρὸ εἰκοσαετίας ἀνῆκον, ἀπὸ δειλίαν ποταπήν. Ἀληθῶς, κύριοι, ἐπὶ εἴκοσιν ὅλα ἔτη ὑπηρέτησα ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν σεβαστοῦ ἀνδρὸς, οἷος ὁ κ. Βούλγαρης (ἀνησυχία ἐντὸς τῆς αἰθούσης καὶ ποδοκροτήματα εἴς τι θεωρεῖον).

§22ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Ἐγὼ, διὰ νὰ μὴ σᾶς διακόψω, θὰ ἐξέλθω τῆς αἰθούσης.

§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὰ ἀκροατήρια νὰ ἡσυχάσουν, ἐκτὸς ἂν ἐπιθυμοῦν....

§24ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκροατήρια, κύριοι βουλευταὶ, εἶναι σκυλολόγι, καὶ ἐγὼ δὲν προσέχω παντάπασιν οὔτε εἰς τὰ ποδοκροτήματα, οὔτε εἰς τὰ χειροκροτήματα (ποδοκροτήματα εἰς τὸ ἀκροατήριον).

§25ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὁ ἀγορεύων, κ. πρόεδρε, ἀπεκάλεσε τὰ ἀκροατήρια σκυλολόγια· πρέπει ν’ ἀνακαλέσῃ, διότι δὲν εἶναι σκυλολόγια, ἀλλ’ εἶναι ἔντιμοι συμπολῖταί μας.

§26ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἐννοεῖ τοὺς ἐντίμους τῶν ἀκροατῶν.

§27ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ τὸν ἀγορεύοντα ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν ὕβριν, διότι ὑπάρχουν ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ εἰς τὰ ἀκροατήρια, οἵτινες ὑπηρέτησαν καὶ ὑπηρετοῦν τὸ ἔθνος· δὲν δέχομαι ποτὲ νὰ ὑβρισθοῦν.

§28ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὡμίλησα περὶ τῶν ἀκροατηρίων ἅτινα κατέχονται ἀπὸ ἀνθρώπους εὐϋπολήπτους καὶ ἐντίμους, τοὺς ὁποίους ἐκτιμῶ καὶ ὑπολήπτομαι, ἀλλ’ ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἀκροατηρίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον κατέχουν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἔχουν αὐτὴν τὴν τάσιν καὶ τοιαύτην ἀνατροφήν.

§29ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ποῦ εἴμεθα κύριοι; Ἐὰν ἔχῃ τὸ δικαίωμα τὸ ἀκροατήριον νὰ ποδοκροτῇ, τότε ποῦ εἶναι ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου ὅταν ὑβρίζηται τὸ βῆμα; Καὶ τέλος πάντων ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος δὲν ἐννοεῖ παρὰ ὀλίγους ταραξίας.

§30ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κ. πρόεδρε.

§31ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Κύριε πρόεδρε, τί κάμνει ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπή; Πότε θὰ φέρῃ τὸ κατηγορητήριον κατὰ τοῦ σεβαστοῦ ἀνδρός;

§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὰ ἀκροατήρια παρακαλοῦνται νὰ παύσωσι τὰ ποδοκροτήματα καὶ χειροκροτήματα, διότι θὰ διατάξω τὴν ἀπομάκρυνσιν τῶν ἀτάκτων ἀκροατῶν· εἰς δὲ τὸν ἀγορεύοντα κάμνω τὴν παρατήρησιν νὰ κάμῃ διάκρισιν.

§33ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τῶν ἀτακτούντων ὁμιλῶ, κ. πρόεδρε, καὶ ὄχι περὶ τῶν προσώπων τῶν ἐντίμων.

§34ΝΕΓΚΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡμεῖς κατηγοροῦμεν αὐτοὺς καὶ θέλομεν νὰ τοὺς δικάσῃ τὸ ἔθνος, καὶ ἐκεῖ ἐπάνω (δεικνύει τὸ ἀκροατήριον) κτυποῦν οἱ στρατιωτικοί.

§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει τίποτε· ἐπαναφέρουν τὴν ἡσυχίαν. Ἐγὼ ἓν δικαίωμα εἶχον, ν’ ἀνακαλέσω τὸν ἀγορεύοντα, καὶ τὸ ἔπραξα, διότι τὰ ἀκροατήρια κατὰ τὸ πλεῖστον κατέχονται ὑπὸ ἐντίμων ἀνθρώπων.

§36ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τῆς ἐξαιρέσεως ὡμίλησα, δὲν ὡμίλησα περὶ τῶν ἀκροατηρίων, ἅτινα κατέχονται ὑπὸ ἀνθρώπων τοὺς ὁποίους ὑποληπτόμεθα καὶ σεβόμεθα.

§37ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐδικαιοῦσθε νὰ ζητήσητε τὴν τιμωρίαν τῶν ἀκροατηρίων τὰ ὁποῖα ἀτακτοῦν, ὄχι ὅμως νὰ ὑβρίζητε.

§38ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπηρέτησα λοιπὸν, κύριοι, ἀληθῶς ἐπὶ εἴκοσιν ὅλα ἔτη ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ κ. Βούλγαρη, ὑπὸ τὸν ὁποῖον ὑπηρέτησαν οἱ ἐπιφανέστεροι τῶν παρ’ ἡμῖν πολιτευομένων, καὶ ὑπηρέτησα μὲ ὅλην τὴν εἰλικρίνειαν, ἥτις δύναται νὰ χαρακτηρίσῃ ἔντιμον πολιτευόμενον. Ἀλλ’ ὅτε περιστάσεις (διὰ τὰς ὁποίας ὀφείλω λόγον μόνον εἰς τὴν συνείδησίν μου, εἰς τὸν ἑαυτόν μου καὶ εἰς τὸν Θεὸν, καὶ εἰς οὐδένα ἄλλον), μ’ ἔφερον εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ἐγκαταλείψω τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, τὴν ἐγκατέλιπον, ἀλλὰ τοῦτο ἔπραξα εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἦτο πανίσχυρος, ἦτο παντοδύναμος. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1874, τῆς ὁποίας ἀπετέλουν μέρος μέχρι τῆς 2 8βρίου τοῦ ἰδίου ἔτους, καθ’ ἣν διὰ τελευταίαν φορὰν καὶ μετ’ ἐπιμονῆς ἔδωκα τὴν παραίτησίν μου, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, λέγω, ἦτο πανίσχυρος, διότι ἔσχε μεγίστην πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ, διότι ἀπελάμβανεν ἀπεριόριστον ἐμπιστοσύνην ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Καὶ ὅμως κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καίτοι κατέχων τὸ σπουδαιότερον τῶν ὑπουργείων, καίτοι κατέχων θέσιν ἐπιφανῆ ἐν τῇ Κυβερνήσει ἐκείνῃ καὶ ἐν τῷ κόμματι, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ὑπηρέτουν, δὲν ἐλειποτάκτησα ἀνάνδρως καὶ ποταπῶς, ἀλλὰ παρητήθην τῆς ἐξουσίας. Παρητήθην τῆς ἐξουσίας, διὰ τὴν κατάληψιν τῆς ὁποίας ἄλλοι ἐπρόδωσαν καὶ ἀρχὰς καὶ ἀρχηγούς. Ἄλλοις δέδοται, κύριοι συνάδελφοι, τὸ λειποτακτεῖν ἀπὸ τὰς τάξεις αὑτῶν καὶ τὸ προδίδειν τοὺς ἀρχηγοὺς αὑτῶν ἐν οὐ δέοντι. Ἀποσυρθεὶς λοιπὸν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Βούλγαρη, συνετάχθην κατὰ τὰς ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον μετὰ τὴν παραίτησίν μου, εἰς τὰς τάξεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἐψηφοφόρησα μετ’ αὐτῆς, συμφώνως μὲ τὴν συνείδησίν μου καὶ μὲ τὰς πεποιθήσεις μου, εἰς ὅλα τὰ ζητήματα τῶν ἐξελέγξεων. Ἐψηφοφόρησα δὲ πρὸ πάντων ὑπὲρ τῆς ἐκλογῆς Ἀττικῆς, τὸ ὁποῖον ἄλλοι δὲν ἐτόλμησαν νὰ κάμουν, καίτοι πρὸ τῆς ψηφοφορίας εἶχον ἐναντίαν γνώμην· ἀπέσχον νὰ ψηφοφορήσω, εἶναι ἀληθὲς, εἰς δύω ἐκλογὰς, αἵτινες ἔφερον χαρακτῆρα πολιτικὸν, εἰς τὴν ἐκλογὴν Μεσολογγίου καὶ εἰς τὴν ἐκλογὴν Ζακύνθου, ἀλλὰ τοῦτο ἔπραξα ἐξ ἁβροφροσύνης πρὸς τοὺς συναδέλφους, οἵτινες κατηγοροῦντο ἐντεῦθεν, δικαίως ἢ ἀδίκως δὲν ἐξετάζω, διὰ τὰς ἐκλογὰς ταύτας, καὶ μετὰ τῶν ὁποίων μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης συνέπραττον· ἀλλὰ ἐψηφοφόρησα ὑπὲρ ἢ κατὰ εἰς ὅλα τὰ λοιπὰ ζητήματα, συμφώνως μὲ τὴν ἀντιπολίτευσιν, καὶ διὰ τῆς διαγωγῆς μου ἀπέδειξα, ἂν ὄχι ἄλλο τι, ὅτι γνωρίζω νὰ σέβωμαι τοὐλάχιστον τὸν ἑαυτόν μου. Δὲν διστάζω νὰ εἴπω, κύριοι, ὅτι δὲν ἤθελέ τις ἐκ τῶν κατηγόρων μου ἀποφασίσει νὰ πράξῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἔπραξα, παραιτῶν ἐξουσίαν καὶ κόμμα πανίσχυρον, καὶ δὲν διστάζω περιπλέον νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἀποχώρησίς μου ἐκ τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου συνετέλεσε τὰ μάλα εἰς αὐτὴν τὴν νέαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, ὅπως τὴν ὀνομάζετε· καὶ ἐὰν ἡ νέα αὕτη κατάστασις τῶν πραγμάτων ἀποβῇ ἐπὶ καλῷ τῆς πατρίδος, δύναμαι νὰ καυχῶμαι ὅτι συνετέλεσα καὶ ἐγώ· ἀλλ’ ἐὰν ἀποβῇ ἐπὶ κακῷ, ὅπερ ἀπεύχομαι, ἐγὼ πρῶτος φέρω τὴν εὐθύνην. Εἰς τὴν ἀποχώρησίν μου δὲ πρέπει ν’ ἀποδοθῇ καὶ ἡ σύστασις τοῦ ὑπουργείου τῆς 27 Ἀπριλίου, διότι ἄλλως ἤθελεν ἐξακολουθήσει ἡ ἰδία ἐκείνη πολιτικὴ κατάστασις, καθόσον οὔτε ἡ 30 Νοεμβρίου ἤθελε λάβει χώραν ἄνευ τινὸς ἀνάγκης, ἀλλ’ οὔτε, ἂν ἐλάμβανε χώραν, ἤθελε κατασταθῆ δύσκολος ὁ σχηματισμὸς νομίμου ἀπαρτίας, διότι χάριν ἐμοῦ, καὶ ὡς ὑπουργοῦ καὶ ὡς πολιτευομένου ἐπὶ εἰκοσαετίαν, θὰ προσήρχοντο, ἂν ὄχι πλειότεροι, τοὐλάχιστον τρεῖς βουλευταὶ, οἵτινες ἀπῃτοῦντο διὰ τὴν νόμιμον συγκρότησιν τοῦ Κοινοβουλίου. Διὰ τοῦτο λοιπὸν εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ ἀποχώρησίς μου ἐκ τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου συνετέλεσεν εἰς τὴν νέαν μεταβολὴν, ἣν ἀντιποιεῖσθε σεῖς, καὶ ὀφείλω νὰ δώσω λόγον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς πατρίδος μου, ἐὰν ἡ μεταβολὴ αὕτη δὲν ἀποβῇ ἐπὶ καλῷ· καὶ ὅμως τολμοῦν νὰ μὲ ὑβρίζουν ἐπὶ λειποταξίᾳ ἄνθρωποι, οἵτινες ἔφυγον ἀπὸ τὴν αἴθουσαν τοῦ κ. Κουμουνδούρου τὴν ἡμέραν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἐσχηματίσθη τὸ ὑπουργεῖον τῆς 27 Ἀπριλίου, προσποιούμενοι ἄγνοιαν τῶν διατρεχόντων, καὶ διηυθύνθησαν εἰς τ’ ἀνάκτορα, διὰ νὰ ὁρκισθῶσιν ὡς ὑπουργοί.

§39ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὴ μὲ ἀνακατόνετε ἐμέ.

§40Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τώρα, τώρα τὰ λέγομεν.

§41ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ μὲ κατηγόρησαν περιπλέον ὅτι συνέπραξα μετὰ τοῦ κ. Γρίβα, προσληφθέντος εἰς τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κυρίου Βούλγαρη μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἐνῷ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν κατηγόρουν αὐτὸν καὶ ἐζήτουν, κατὰ τὴν ἔκφρασίν των, νὰ τὸν κρεμάσωσιν. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Εἶναι γνωστὸν πῶς ἐφέρθη ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου τούτου πρότασίς τις κατὰ τοῦ ὑπουργείου τοῦ κυρίου Δεληγεώργη, τοῦ ὁποίου μέλος ἦτο καὶ ὁ κύριος Γρίβας, πρὸ τῆς 9 Φεβρουαρίου 1874. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ πρότασις ἐκείνη ἐσυζητεῖτο ἐνταῦθα ἕνα μῆνα ὁλόκληρον, διότι ἀκριβῶς τὴν 12 Φεβρουαρίου εἰσήχθη ἡ πρότασις εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ αὐθημερὸν ἤρξατο ἡ ἐπ’ αὐτῆς συζήτησις, καὶ τὴν 13 Μαρτίου ἐτέθη τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, τῇ προτάσει τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν φορολογικῶν νόμων· ἀλλὰ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα ἐκεῖνο ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἔμεινεν ἁπλοῦς θεατὴς καὶ ἁπλοῦς ἀκροατὴς τῶν παρατεταμένων συζητήσεων. Καὶ αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγω αὐτὴν τὴν στιγμὴν, κύριοι, τὸ εἶπον καὶ τότε, τὸ εἶπον κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 27 Φεβρουαρίου. Ἰδοὺ τί εἶπον, κύριοι, κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην· εἶναι συντομωτάτη ἡ παράγραφος ἡ ἀφορῶσα τὸ μέρος τοῦτο, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀνάγνωσιν αὐτῆς. «Κύριοι βουλευταὶ, ἡ Κυβέρνησις ἐνόμιζεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ συμμετάσχῃ τῆς συζητήσεως, ἥτις πρὸ 12 ἡμερῶν ἀπασχολεῖ τὸ κοινοβούλιον, ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο, καί τοι παρευρισκομένη τακτικῶς εἰς τὰς συνεδριάσεις τοῦ κοινοβουλίου, ἀπέσχε τῆς συζητήσεως ταύτης· διότι κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην τὸ κοινοβούλιον ἐξήσκει ἓν τῶν σπουδαιοτέρων δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων αὑτοῦ, τὸ τοῦ ἐλέγχου. Ἀλλ’ ἀφοῦ, ὡς μὴ ὤφειλε, κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ἔλαβε χώραν τὸ ἐπεισόδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὸ κοινοβούλιον κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν, ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ ὅτι ἔχει καθῆκον καὶ πρὸς τὴν πατρίδα καὶ πρὸς τὴν βασιλείαν νὰ μὴ μείνῃ ἀδιάφορος, νὰ μὴ μείνῃ ξένη τῆς συζητήσεως ὡς πρὸς τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο, καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον ὁ σεβαστὸς πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὡς ἀρχηγὸς ἑνὸς πολιτικοῦ κόμματος, ὅπερ καὶ αὐτὸ προσέφερε πολλὰς ὑπηρεσίας εἰς τὴν πατρίδα καὶ εἰς τὴν βασιλείαν, εὑρέθη πρὸ μικροῦ εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀνέλθῃ ἐπὶ τὸ βῆμα κλπ.». Τὸ ἐπεισόδιον δὲ ἐκεῖνο ἦτον ἡ γνωστὴ ἀγόρευσις τοῦ ἐκ Ζακύνθου βουλευτοῦ περὶ δημοκρατίας, ἥτις μετ’ ὀλίγον ἀπεδοκιμάσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Τοῦτ’ αὐτὸ ἐπανέλαβον καὶ εἰς ἄλλην μεταγενεστέραν συνεδρίασιν, καθ’ ἣν μάλιστα ἐξεφράσθην καθαρώτερον ὡς πρὸς τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου, κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς κατὰ τοῦ ὑπουργείου Δεληγεώργη προτάσεως. Ἰδοὺ, κύριοι, τί ἐπανέλαβον κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 13 Μαρτίου, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἐπρότεινε τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ ἰδίου ἐκείνου ζητήματος, ὅπως προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ν’ ἀναγνώσω καὶ αὐτὸ τὸ μέρος τοῦ λόγου μου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπίσης σύντομον. «Γνωστὸν εἶναι ὑμῖν, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐκλήθη εἰς τὰ πράγματα τὴν ἑσπέραν τῆς 9 Φεβρουαρίου, τὴν δὲ 10 καὶ 11 τοῦ μηνὸς τούτου ἡ Βουλὴ δὲν συνεδρίασεν, ὡς ἐκ τῶν ἑορτῶν τῶν ἀποκρέω· συνῆλθε δὲ εἰς πρώτην, μετὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, συνεδρίασιν τὴν 12 Φεβρουαρίου, ἀλλ’ εὐθὺς τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐῤῥίφθη ἐν τῷ μέσῳ τοῦ κοινοβουλίου ζήτημα πολιτικὸν, ἀφορῶν οὐχὶ βεβαίως εἰς τὴν ἐξέτασιν καὶ τὸν ἔλεγχον τῶν βασιλικῶν προνομίων, διότι τὰ βασιλικὰ προνόμια, ὡς θέλω ἀποδείξει βραδύτερον, εἶναι ἀνώτερα παντὸς ἐλέγχου, πάσης ἐξετάσεως, ἀλλὰ μόνον ὡς πρὸς τὸ ἀνεύθυνον πρόσωπον τοῦ Βασιλέως, οὐδέποτε δὲ καὶ ὡς πρὸς τὴν ὑπεύθυνον Κυβέρνησιν, ἥτις ποιεῖται χρῆσιν αὐτῶν». (Εὖγε! Εὖγε!) — Αὐτὰ τὰ παραλείπω, διότι εἶναι συνειθισμένα. — «Ἀλλ’ ἀφορῶν εἰς τὰς πράξεις καὶ εἰς τὴν εὐθύνην τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἐῤῥίφθη λοιπὸν ἐν μέσῳ τοῦ κοινοβουλίου, ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τοῦ σχηματισμοῦ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ζήτημα πολιτικὸν, ζήτημα σοβαρὸν, ἀφορῶν, ὡς εἶπον, εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν πράξεων τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ τῆς εὐθύνης, ἣν ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου, χωρὶς νὰ ζητῇ νὰ κρύπτηται ὄπισθεν τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος.» (Καὶ πάλιν εὖγε κλπ. ἐκ τῶν συνήθων). «Ἡ Κυβέρνησις ἐνόμιζεν ὅτι ἔπρεπε νὰ παρασταθῇ, καὶ παρεστάθη, κατὰ τὰς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου πολυημέρους συζητήσεις τοῦ κοινοβουλίου, τὸ μὲν διότι ἡ Κυβέρνησις πάντοτε πρέπει νὰ παρίσταται εἰς τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς, τὸ δὲ διὰ νὰ δίδῃ πᾶσαν ἀναγκαίαν πληροφορίαν ἐπὶ παντὸς ἀντικειμένου, ἥτις τυχὸν ἤθελε ζητηθῇ παρ’ αὐτῆς, σχετικῶς πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν εὐθύνην τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Δὲν ἠδυνήθη λοιπὸν ν’ ἀσχοληθῇ εἰς τὰ κύρια ἔργα αὑτῆς, ὁποῖα ἦσαν ἡ ἀναθεώρησις τοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ καὶ ἡ προπαρασκευὴ σπουδαίων νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα προτίθεται νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῆς, ἀφορῶντα εἰς τὴν συγκοινωνίαν τοῦ τόπου, καὶ εἰς τὴν διαῤῥύθμισιν τῆς κακῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, καὶ ἧς τὰ αἴτια, εἰρήσθω, δὲν ἀποδίδω εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ἀλλ’ εἰς τὰς ἐκτάκτους ἀνωμάλους περιστάσεις, αἵτινες ἐπῆλθον ἡμῖν πρὸ δωδεκαετίας. Ἡ Κυβέρνησις, ἂν καὶ ἦτο πάντοτε παροῦσα, ὡς εἶπον, δὲν ἐνόμισεν ὅμως ὅτι ὤφειλε νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἀντικειμένου, ὅπερ πρὸ τόσων ἡμερῶν ἀπασχολεῖ τὸ κοινοβούλιον, ὡς καὶ κατ’ ἄλλην συνεδρίασιν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, καὶ νὰ ἐκφράσω οἱανδήποτε γνώμην περὶ αὐτοῦ, διότι δὲν ἤθελε νὰ παραστήσῃ οὔτε τὸν κατήγορον, ἀλλ’ οὔτε τὸν συνήγορον τοῦ προκατόχου ὑπουργείου. Τὰ μέλη αὐτοῦ ἦσαν παρόντα καὶ εἶναι εὐτυχῶς εἰς θέσιν νὰ ὑπερασπίζωνται ἑαυτὰ κατὰ τῶν αἰτιάσεων, κατὰ τῶν κατηγοριῶν, τὰς ὁποίας δικαίως ἢ ἀδίκως, δὲν εἶναι ἔργον ἡμῶν νὰ ἐξετάσωμεν, ἀποδίδει εἰς αὐτὰ μία μεγάλη μερὶς τῆς Βουλῆς». Αὐτὰ, κύριοι, ἔλεγον τότε καὶ ὡς ὑπουργὸς καὶ ὡς βουλευτὴς ἐπὶ τῆς προτάσεως, ἥτις εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Δεληγεώργη. Ποῦ εὑρίσκει λοιπὸν ὁ κατήγορός μου, ὅτι ἐγὼ, ἐνῷ κατηγόρουν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τὸν κ. Γρίβαν, συνέπραξα μετ’ αὐτοῦ μετ’ ὀλίγον ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ὑπουργείου; Καὶ δὲν κατηγορούμεθα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἡμεῖς αὐτοὶ ἀπὸ τὸν ἔντιμον κ. Τρικούπην, ὅτι κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην ὡς Κυβέρνησις ἐπροσπαθήσαμεν νὰ μὴ συζητηθῇ ἡ πρότασις αὕτη ἡ εἰσαχθεῖσα κατὰ τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Δεληγεώργη; Καὶ ἡ κατηγορία λοιπὸν αὕτη, ἥτις ἀπεδόθη εἰς ἐμὲ, εἶναι ἄδικος, εἶναι διαστροφὴ τῆς ἀληθείας, ὡς σᾶς ἀπέδειξα διὰ τῶν πραγμάτων. Ἀπήντησα, κύριοι, συνοπτικῶς εἰς τὸ προσωπικὸν μέρος, τὸ ὁποῖον ἡ ἀγόρευσις τοῦ χθὲς μετ’ ἐμὲ λαλήσαντος προεκάλεσεν. Ἐπειδὴ ὅμως εἶμαι ἐπὶ τοῦ βήματος, θέλω εἴπει ὀλίγα τινὰ εἰς συμπλήρωσιν τῆς χθεσινῆς ὁμιλίας μου καὶ ὡς πρὸς τὸ κύριον ζήτημα, τὸ ζήτημα τῶν πρεσβειῶν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως τῆς 27 Ἀπριλίου. Παρέστησα χθὲς πρὸς ὑμᾶς, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι λίαν ἀτόπως προέβη ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἰς τὴν κατάργησιν ἢ εἰς τὴν ἀνάκλησιν τῶν πρεσβειῶν, ἐν ᾧ, ἀφοῦ ἀνεγνώριζε καὶ ἀναγνωρίζει τὴν μεγάλην ἀνάγκην τῆς ὑπάρξεως τῶν πρεσβειῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ὤφειλε νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην καὶ διὰ τὸ εὐτελὲς χρηματικὸν ποσὸν ὀλίγων χιλιάδων δραχμῶν, ἂν ἀληθῶς διὰ τὸν λόγον τοῦτον προέβη εἰς τὸ μέτρον ἐκεῖνο. Ἀλλὰ παρέλειψα νὰ εἴπω, καὶ τὸ λέγω σήμερον, ὅτι διὰ τῆς πράξεώς της ἐκείνης, ἡ Κυβέρνησις ἐξέθηκε τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ τόπου, τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ στέμματος, καθ’ ὅλην τὴν Εὐρώπην. Ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις τοῦ κυρίου Τρικούπη ἐξετέλεσε τὸ μέτρον τῆς ἀνακλήσεως ἢ τῆς παύσεως τῶν πρέσβεων, ἀληθῶς διήγειρεν ἐναντίον τῆς πατρίδος ἡμῶν τὴν ἀγανάκτησιν καὶ τὴν χλεύην ἐπιφανῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς Εὐρώπης, καὶ τῶν Κυβερνήσεων αὐτῆς· διότι ἦτο τρόπος ἀσυνήθης, διότι ἦτο τρόπος ἥκιστα ἁρμόζων εἰς τὴν διπλωματίαν. Διὰ τριστίχου ἐγγράφου, κύριοι, εἰδοποιεῖ τοὺς πρέσβεις ξηρὰ, ξηρὰ ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι ἀπηλλάγησαν τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν ἦσαν διαπεπιστευμένοι ὑπὸ τοῦ ἡμετέρου Ἡγεμόνος παρὰ ταῖς ξέναις αὐλαῖς, καὶ ἡ τοιαύτη ἐνέργεια ἐξέπληξε τὰς Κυβερνήσεις, παρ’ αἷς οἱ ἡμέτεροι πρέσβεις διετέλουν, διότι ἦτον ἐνέργεια πρωτοφανὴς καὶ ἔκαμε τοὺς ἐπιφανεστέρους πολιτικοὺς τῆς Εὐρώπης νὰ ἐκφράσουν τὴν ἔκπληξίν των καὶ τὴν ἀπορίαν των ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ἀναξιοπρεπεῖ ἐνεργείᾳ. Ἀλλὰ δὲν περιωρίσθη ἕως ἐδῶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ κυρίου Τρικούπη· δὲν ἦτο ὁμοιόμορφος ἡ ἐνέργειά της ὡς πρὸς ὅλους τοὺς πρέσβεις. Ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ διάκρισίς τις, ἡ διάκρισις ἐκείνη, ἥτις ἔδιδε τὸν ἀληθῆ ὁρισμὸν εἰς τὴν πρᾶξιν ταύτην· καὶ ἐνῷ εἰς τοὺς λοιποὺς πρέσβεις ἐκοινοποιήθη ἡ ἀπόλυσις αὐτῶν διὰ τριστίχου ἢ τετραστίχου ἐγγράφου, εἰς τὸν παρὰ τῇ Ἀγγλικῇ Κυβερνήσει ἡμέτερον διαπεπιστευμένον, ἡ παῦσίς του ἐκοινοποιήθη τηλεγραφικῶς, ὡς νὰ ἐπρόκειτο νὰ σωθῇ ὁ τόπος ἀπὸ τὸν μέγιστον τῶν κινδύνων. Ἀλλ’ ὁ πρέσβυς ἡμῶν ἔῤῥιψε κατὰ πρόσωπον τῆς Κυβερνήσεως τὸ τηλεγράφημά της, εἰπὼν εἰς αὐτὴν, δὲν δέχομαι τοιαύτην κοινοποίησιν, ὑπάρχουν διατυπώσεις διπλωματικαὶ, μὲ τὰς ὁποίας ὀφείλετε νὰ συμμορφωθῆτε· καὶ διὰ τῆς πράξεως ταύτης ἔδωκε μαθήματα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος του, πῶς πρέπει νὰ πολιτεύηται ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἰδίως, καὶ τὴν πρᾶξίν του ταύτην συνεμερίσθη πληρέστατα ὁ πρωθυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας, καὶ ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν νὰ ταπεινωθῇ.

§42ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὅλα αὐτὰ εἶναι παραμύθια.

§43ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ μετ’ αὐτῆς συνεταπεινώθη καὶ ἡ πατρὶς ἡμῶν· ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ταπεινωθῇ καὶ νὰ στείλῃ ἀνακλητήρια εἰς τὸν κ. Βαλαωρίτην κατ’ ἐξαίρεσιν, καὶ τότε μόνον ὁ παρὰ τῇ Ἀγγλικῇ Κυβερνήσει ἡμέτερος Πρέσβυς ἐδέχθη νὰ παραδώσῃ τὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν γραμματέα τῆς πρεσβείας, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνετίθετο ἡ διεύθυνσις αὐτῆς. Ἀλλὰ τὸ ἄτοπον τοῦτο ἔλαβε χώραν καὶ ἀλλαχοῦ· ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις δὲν ἀνεγνώρισεν ὡς πρέποντα τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἀπεμακρύνθη ἐκεῖθεν ὁ παρ’ αὐτῇ ἡμέτερος Πρέσβυς κύριος Κουντουριώτης, καὶ ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποστῇ καὶ ἑτέραν ταπείνωσιν, νὰ στείλῃ τὰ ἀνακλητήρια τοῦ πρέσβεως ἐκείνου πρὸς τὸν γραμματέα τῆς πρεσβείας, διὰ νὰ παραδώσῃ αὐτὰ πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλὰ καὶ τρίτην ταπείνωσιν ὑπέστη ἡ Κυβέρνησις τῆς 27 Ἀπριλίου, καὶ δυστυχῶς ἐν ταῖς ταπεινώσεσι ταύταις ἐμπεριέχεται καὶ ἡ ταπείνωσις τῆς πατρίδος ἡμῶν, διότι, ὅταν ταπεινοῦται ἡ Κυβέρνησις ἑνὸς τόπου, ταπεινοῦται αὐτὸς ὁ τόπος. Καὶ τρίτην λοιπὸν ταπείνωσιν ὑπέστη ἡ Κυβέρνησις, διότι ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει ἡμέτερος Πρέσβυς κύριος Σῖμος δὲν ἐδέχθη ν’ ἀναχωρήσῃ ἐκεῖθεν ἄνευ ἀνακλητηρίων ἐγγράφων, καὶ ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὴν ἀξίωσίν του ταύτην ὡς εὔλογον, καὶ νὰ ἀποστείλῃ τὰ ἀνακλητήρια πρὸς τὸν κ. Σῖμον διὰ τοῦ νέου πρέσβεως, τοῦ διαδόχου αὐτοῦ κ. Κουντουριώτου. Ἰδοὺ, κύριοι, πῶς ἐπολιτεύθη ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ζητήματος, τοῦ ἀφορῶντος τὴν κατάργησιν τῶν πρεσβειῶν, καὶ δὲν ἐπροτίμησε νὰ ἀναδεχθῇ τὴν εὐθύνην τῆς δαπάνης ὀλίγων χιλιάδων δραχμῶν, νὰ διατηρήσῃ τοὺς πρέσβεις εἰς τὰς θέσεις των μέχρις ὅτου ἔλθῃ Βουλὴ, διὰ νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὁριστικῶς· ἐν ᾧ ἀφ’ ἑτέρου δὲν ἐδυσκολεύθη, ὡς εἶπον καὶ χθὲς, νὰ δαπανήσῃ πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν ἐναντίον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1873, εἰς τὸν ὁποῖον, ὡς λέγει, ἐστήριζε τὰς δαπάνας της, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1874, εἰς τὸν ὁποῖον αἱ δαπάναι αὗται περιείχοντο, καὶ ἐπροτίμησε νὰ δαπανήσῃ πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν εἰς ἀντικείμενα, περὶ τῶν ὁποίων οὔτε κἂν λόγος πρέπει νὰ γίνεται ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, χωρὶς τοῦτο νὰ ἐξανίσταται κατὰ πᾶσαν στιγμὴν, δι’ ἐκτάκτους ὑπαλλήλους καὶ τελωνοφύλακας! Καὶ ἔπειτα κατηγοροῦν τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1874, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν ἀτυχίαν ἢ τὴν εὐτυχίαν, νὰ συμπεριλαμβάνωμαι καὶ ἐγώ.....

§44ΧΟΪΔΑΣ. Τὴν ἀτυχίαν, τὴν μεγίστην μάλιστα.

§45ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς αὐθαιρεσίας καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς εὐθύνης, προέβη εἰς τὴν ἀνασύστασιν τῶν πρεσβειῶν. Ὑπουργεῖον, κύριοι, τὸ ὁποῖον ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών του μετὰ θάῤῥους καὶ παῤῥησίας, δὲν εἶναι ὑπουργεῖον αὐθαιρεσίας, ἀλλ’ εἶναι ὑπουργεῖον εὐθύνης, διότι ἐπροτίμησε νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Κοινοβουλίου, τοῦ φυσικοῦ αὐτοῦ κηδεμόνος τοῦ τόπου, ἀντὶ νὰ ὀλιγωρήσῃ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος του· ἐπροτιμήσαμεν λοιπὸν νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς αὐτὴν τὴν εὐθύνην, δαπανῶντες ὀλίγας χιλιάδας δραχμὰς, διὰ νὰ ὑπερασπίσωμεν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα.

§46ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἠξεύρετε σεῖς οἱ ὑπουργοὶ τοῦ Βούλγαρη, ὅτι διωρίσθησαν πρέσβεις;

§47Μ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἠξεύρατε σεῖς, κύριε Κατσικαπῆ;

§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.

§49ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ σύστασις τῶν πρεσβειῶν, κύριε βουλευτὰ, ὅστις μὲ διέκοψες, εἶχεν ἀποφασισθῆ ἐν ὑπουργικῷ συμβουλίῳ, διότι ἐθεωρήθη ἀπαραιτήτως ἀναγκαία, καὶ δι’ ἄλλα πολλὰ ζητήματα, ἀλλ’ ἰδίως ἕνεκα τοῦ ζητήματος τῆς Ἑλληνικῆς Ἰθαγενείας, ὅπερ τότε ἦτο ἐπὶ τῆς τραπέζης, καὶ πρὸς λύσιν τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ ἐργασθῇ συντόνως ἡ Κυβέρνησις, διότι ἐκινδύνευον σπουδαιότατα ἐθνικὰ συμφέροντα. Μεταξὺ λοιπὸν τῶν ἄλλων σπουδαίων λόγων, τοὺς ὁποίους εἴχομεν τότε διὰ τὴν ἀνασύστασιν τῶν πρεσβειῶν, ἦτο καὶ αὐτὸς ὁ εἰδικός λόγος, ὁ ὁποῖος συνέπιπτε κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἐδιστάσαμεν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἀναλάβωμεν τὴν εὐθύνην τῆς δαπάνης ὀλίγων χιλιάδων δραχμῶν. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὸ προσωπικὸν ζήτημα, καὶ εἰς συμπλήρωσιν τῆς χθεσινῆς ἀγορεύσεώς μου καθόσον ἀφορᾷ τὸ κύριον ζήτημα. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ζήτημα τοῦτο συνδέεται καὶ μὲ τὸ ζήτημα τῆς πιστώσεως τῶν πρεσβειῶν, ἐξέθεσα χθὲς τὴν ἀπορίαν μου, πῶς εἶναι τῳόντι δυνατὸν νὰ συμβιβασθῇ ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ ἀπάλειψις τῆς μισθοδοσίας, ἥτις ἀπαιτεῖται διὰ τοὺς πρέσβεις μέχρι τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν οὗτοι ἀνεκλήθησαν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἐγγραφὴ τοιαύτης δαπάνης διὰ τὴν μισθοδοσίαν τῶν γραμματέων, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνετέθη ἡ διεύθυνσις τῶν πρεσβειῶν. Ἀλλὰ δὲν ἔχω οὐδεμίαν δυσκολίαν, ἀφοῦ εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τῶν πρεσβειῶν, ἀφοῦ συνηγόρησα καὶ συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς δαπάνης αὐτῶν, δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀπαλείψει ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τὴν πίστωσιν τῶν 102,000 δραχμῶν, ἥτις ἀπαιτεῖται διὰ τὴν μισθοδοσίαν τῶν πρέσβεων, συνεπὴς πρὸς τὸν ἑαυτόν μου, ὑποστηρίζων τὴν πίστωσιν ταύτην, νὰ ψηφοφορήσω ὑπὲρ τῆς πιστώσεως, ἥτις ζητεῖται διὰ τοὺς γραμματεῖς τῶν πρεσβειῶν, διότι εἶναι μία καὶ ἡ αὐτὴ δαπάνη. Ἀφίνω δὲ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ σκεφθῇ, χάριν τῆς ἰδίας αὑτῆς ἀξιοπρεπείας, ἐὰν πρέπῃ ἐπὶ τοῦ ἑνὸς ζητήματος ν’ ἀποφασίσῃ καταφατικῶς, καὶ ἐπὶ τοῦ ἑτέρου ζητήματος ἀποφατικῶς, ἐνῷ καὶ τὰ δύο αὐτὰ ζητήματα ἀποτελοῦν ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ζήτημα.

§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν θ’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον· ἀλλ’ ἀνέφερε γεγονότα τινά, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ διαψευσθῶσι χάριν τῆς ἀληθείας καὶ χάριν τῆς ὑπολήψεως τοῦ Κράτους. Ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος εἶπεν, ὅτι ἄλλως ἐγένετο ἡ παῦσις τοῦ ἑνὸς πρέσβεως καὶ ἄλλως ἡ παῦσις τῶν ἄλλων. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές· ἡ ἀπόλυσις ὅλων τῶν πρέσβεων ἐγένετο κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον. Εἶπεν ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, ὅτι ὁ ἐν Ἀγγλίᾳ πρέσβυς δὲν συγκατετίθετο νὰ παραιτήσῃ τὴν θέσιν του, καὶ τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, καὶ ὅτι, ἐπειδὴ δὲν συγκατετίθετο νὰ παραιτήσῃ τὴν θέσιν του, ἡ Κυβέρνησις ἔστειλε τὰ ἀνακλητήριά του· καὶ τοῦτο εἶναι ἀληθές. Ὁ κ. Βαλαωρίτης, ἐπωφελούμενος τοῦ πλεονεκτήματος, τὸ ὁποῖον ἔδιδεν εἰς αὐτὸν ἡ θέσις, ἕνεκα τῶν κανόνων τῆς διπλωματικῆς ὑπηρεσίας (καθ’ οὓς τὸν ἀντικαταστάτην του ὤφειλε νὰ παρουσιάσῃ αὐτὸς, ἐὰν ὁ ἀντικαταστάτης δὲν ἐλάμβανε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἔγγραφα διαπιστεύσεως), καὶ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον εἶχε παραδεχθῇ ἡ Κυβέρνησις, τοῦ νὰ μὴ στείλῃ ἀνακλητήρια, δὲν συγκατετίθετο ν’ ἀποσυρθῇ τῆς πρεσβείας, ὅπως ἔπραξαν οἱ ἄλλοι πρέσβεις, ἐλπίζων, ὅτι ταχέως ἤθελεν ἐπέλθει ἡ πτῶσις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ οὕτω ἤθελε μείνει πάλιν πρέσβυς. Ἅμα μαθόντες τοῦτο, ἐσπεύσαμεν ν’ ἀποστείλωμεν, οὐχὶ πρὸς τὸν κ. Βαλαωρίτην, ἀλλὰ πρὸς τὸν γραμματέα τῆς πρεσβείας, τὰ ἀνακλητήρια τοῦ κ. Βαλαωρίτου, καὶ νὰ προσκαλέσωμεν τὸν γραμματέα νὰ ἐπιδώσῃ τὰ ἀνακλητήρια ταῦτα εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰδοποιῶν αὐτὸν, ὅτι ὁ κ. Βαλαωρίτης εἶχεν ἀπολυθῆ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ παρουσιάζηται ἐνώπιον αὑτοῦ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία, καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὸν κ. Βαλαωρίτην, καὶ ἑπομένως δύναται ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος νὰ ἡσυχάσῃ ὡς πρὸς τὴν ὑπόληψιν τῆς Ἑλλάδος. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ ἐν Γαλλίᾳ πρέσβεως, λέγω τὰ ἑξῆς· ὅτι καὶ ὁ ἐκεῖ πρέσβυς ἀπελύθη ὅπως ἀπελύθησαν καὶ οἱ ἄλλοι, κατόπιν ὅμως διωρίσθη εἰς ἄλλην πρεσβείαν. Ὡς ἐκ τούτου ἦτο πρέπον νὰ ἀνακοινωθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν Γαλλικὴν τὸ γεγονὸς, ὅτι ὁ παρ’ αὐτῇ πρέσβυς ἔλαβεν ἄλλον διορισμὸν, ἦτο δὲ ἀνάγκη νὰ σταλῶσιν εἰς Γαλλίαν τὰ ἀνακλητήριά του, διότι εἰς ἄλλην ἐποχὴν ἐπὶ ἓξ ἔτη ἢ καὶ περισσότερα, νομίζω, δὲν εἶχον ἀποσταλῆ τὰ ἀνακλητήρια τοῦ ἀνακληθέντος πρέσβεως, καὶ ἐπὶ ἓξ ἔτη ἐθεωρεῖτο διατελῶν ἐν Γαλλίᾳ πρέσβυς τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐπανέλθει ἐν Ἑλλάδι καὶ κατεῖχεν ἐνταῦθα σπουδαίας θέσεις. Τότε ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις εἶχεν ἀπευθύνει παρατηρήσεις περὶ τούτου, καὶ ἕνεκα τούτου ἦτο πρέπον, ἀφοῦ τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἐτέλει παρὰ τῇ Γαλλικῇ Δημοκρατίᾳ ὡς πρέσβυς, ἔλαβεν ἄλλην ἀποστολὴν, νὰ γνωστοποιηθῇ τὸ γεγονὸς τοῦτο ἐπισήμως, δι’ ἀνακλητηρίων, πρὸς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν. Δὲν εἶναι ὅμως ἀληθὲς ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, ὅτι ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις δὲν ἀνεγνώριζε τὸν γραμματέα· ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις εἶχεν ἀναγνωρίσει τὸν γραμματέα, καὶ εἰς τὸν γραμματέα αὐτὸν ἐστάλησαν τὰ ἀνακλητήρια τοῦ κ. Κουντουριώτου, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐπληροφορήθη, ὅτι ὁ κ. Κουντουριώτης ἐπέδωκε τὰ διαπιστευτήρια αὑτοῦ εἰς τὸν Σουλτάνον. Ὡς πρὸς δὲ τὸν κ. Σῖμον, εἶναι ἀληθὲς ὅτι καὶ πρὸς αὐτὸν δὲν ἐστάλησαν ἀνακλητήρια, ὅπως δὲν εἶχον σταλῆ πρὸς οὐδένα ἐκ τῶν πρὸ αὐτοῦ ἐν Κων)πόλει διατελεσάντων πρέσβεων τῆς Ἑλλάδος. Ὁ κ. Σῖμος ἐξέφρασε τὴν εὐχὴν ὅπως τῷ ἀποσταλῶσιν ἀνακλητήρια, καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὐδένα εἶχε λόγον νὰ δυσαρεστήσῃ κατὰ τοῦτο τὸν κ. Σῖμον, ἀλλὰ τοσοῦτον εἶναι βέβαιον ὅτι εἶναι ἀσύνηθες νὰ στέλλωνται ἀνακλητήρια πρὸς τοὺς ἀνακαλουμένους ἐν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεις, ὥστε δὲν εὑρέθη τύπος ἐν τῷ ὑπουργείῳ ἀνακλητηρίου τοιούτου, καὶ ἠναγκάσθη πρώτην φορὰν τότε νὰ διατυπωθῇ. Ἐπὶ τῶν προηγουμένων περιπτώσεων ἀνακλήσεως πρέσβεως ἐν Κωνσταντινουπόλει, τὸ διαπιστευτήριον τοῦ νέου πρέσβεως περιεῖχε τὴν εἰδοποίησιν περὶ τῆς ἀνακλήσεως τοῦ προκατόχου αὐτοῦ. Ὥστε καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν ἡ ὑπόληψις τῆς Ἑλλάδος οὐδόλως ἐνέχεται· ὅ,τι δὲ ἐγένετο, ἐγένετο πρὸς χάριν τοῦ κ. Σίμου, διότι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὐδένα εἶχε λόγον νὰ μὴ ἀποδεχθῇ τὴν αἴτησιν αὑτοῦ, ἀφοῦ τὰς ὑπηρεσίας αὐτοῦ τὰς μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐξετίμα, ὅπως τὰς ἐξετίμησαν πάντες.

§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λομβάρδος.

§52ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.

§53ΧΟΪΔΑΣ. Ὑπάρχουσι φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, οἵτινες ἥδιστα μετ’ αὐτῆς συνδιατρίβουσιν, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, οἵτινες ἄριστα μετ’ αὐτῆς διοικοῦσι τὴν πόλιν. Ὑπάρχουσι φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, οἵτινες πᾶν ὅ,τι ἂν λέγῃ ἢ πράττῃ ἐπαινοῦσιν, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, οἵτινες ἐπιπλήττουσι τοῖς ἡμαρτημένοις. Δὲν ἀνήκω εἰς τοὺς φίλους τῆς Κυβερνήσεως, οἵτινες ἥδιστα μετ’ αὐτῆς συνδιατρίβουσι, δὲν ἀνήκω εἰς τοὺς φίλους τῆς Κυβερνήσεως, οἵτινες πᾶν ὅ,τι ἂν λέγῃ ἢ ὅ,τι ἂν πράττῃ ἐπαινοῦσιν· ἀλλ’ ἀνήκω εἰς τοὺς φίλους τῆς Κυβερνήσεως, οἵτινες ἔχουσι τὴν ἀξίωσιν νὰ διοικῶσιν ἄριστα τὴν πόλιν μετ’ αὐτῆς· ἀνήκω εἰς τοὺς φίλους τῆς Κυβερνήσεως, οἵτινες ἐπιτιμῶσι τοῖς ἁμαρτανομένοις καὶ δὲν ἐγκρίνουσι πᾶν ὅ,τι ἂν πράττῃ ἢ λέγῃ. Ὡς τοιοῦτος δὲ φίλος, πρὶν ἢ προβῶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν πρεσβειῶν, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς πιστώσεως, θὰ παρακαλέσω τὸν ἔντιμον κύριον πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ θέσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ καταδείξω αὐτῇ, ὅτι ἀπολαύει τῆς ἐμπιστοσύνης ἁπάσης τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναβιβάζῃ ζήτημα ἁπλῆς πιστώσεως εἰς ζήτημα πρεσβειῶν, εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἐν ὀνόματι τῆς πατρίδος, κ. πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ νὰ θέσητε τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, διὰ νὰ καταδείξητε καὶ σεῖς καὶ ἐγὼ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπολαύει τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι δὲν πρέπει ζήτημα ἁπλῆς πιστώσεως νὰ τὸ ἀναβιβάζῃ εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, καὶ νὰ διαιρῇ καὶ νὰ διχάζῃ τὰς δυνάμεις τοῦ ἔθνους, καὶ νὰ καθιστᾷ τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν, τοὺς ἐχθροὺς τῆς πατρίδος, ἰσχυροὺς, καὶ νὰ μᾶς ἀναγκάζῃ μετ’ ὀλίγον ἢ νέον πόλεμον νὰ κηρύξωμεν κατ’ αὐτῶν, ἢ νὰ κλίνωμεν αὖθις τὸ γόνυ ἐνώπιον αὐτῶν, τυραννούντων τὴν πατρίδα, δεσμευόντων τὰς ἐλευθερίας. Δὲν προβαίνω, κ. πρόεδρε.

§54ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὸ τέλος.

§55ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, θὰ τεθῇ μετὰ ταῦτα.

§56ΧΟΪΔΑΣ. Δὲν προβαίνω εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου, δὲν προβαίνω εἰς τὸ ζήτημα, πρὶν ἢ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐὰν ἀπολαύῃ τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις, ἢ οὔ.

§57ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι, οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ κάθηνται ἢ νὰ ὑποφέρουν νὰ κάθηνται ἐπὶ τῶν ὑπουργικῶν ἑδωλίων, οὐχὶ ὡς ὑπουργοὶ ἁπλῶς, ἀλλ’ ὡς Κυβέρνησις, δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ θέτωσι ζητήματα ἐμπιστοσύνης, διότι τὰ ζητήματα τῆς ἐμπιστοσύνης τὰ θέτουσι πολλάκις αὐτὰ τὰ πράγματα, χωρὶς οἱ ὑπουργοὶ ὡς καὶ ἡ Βουλὴ νὰ θέλουν. Κύριοι, νομίζομεν ὅτι δυνάμεθα νὰ ὑπηρετήσωμεν ἐπωφελῶς τὴν πατρίδα· μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ καθήμεθα ἐπὶ τῶν ὑπουργικῶν ἑδωλίων, ἐὰν δυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν τὰς ἰδέας καὶ τοὺς σκοποὺς ἡμῶν, νὰ ἐφαρμόσωμεν τὰς ἀρχὰς ἡμῶν — βεβαίως οὐχὶ ἐν ὅλῃ τῇ λεπτομερείᾳ, διότι δὲν θεωροῦμεν ἡμᾶς αὐτοὺς ἀλανθάστους· αἱ λεπτομέρειαι κεῖνται εἰς τὴν κρίσιν πάντων ἡμῶν.— Ὡς πρὸς τὰς ἀρχὰς, ὡς πρὸς τὰς ἰδέας, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων νομίζομεν ὅτι δυνάμεθα ἐπιτυχῶς νὰ ὑπηρετήσωμεν τὴν πατρίδα, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐπιμείνωμεν, νὰ ἤμεθα ἄκαμπτοι. Εἶναι περιττὸν, κύριοι, εἶναι ἀδιάφορον ἂν τίθενται ζητήματα ἐμπιστοσύνης ἢ ὄχι, ἀφοῦ τίθενται αὐτομάτως, καθ’ ἣν στιγμὴν εἷς ὑπουργὸς νομίζει ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του, εἰμὴ διὰ τῆς παραδοχῆς τῶν ἰδεῶν του. Λοιπὸν φυσικῶς τίθεται τὸ ζήτημα δι’ ἡμᾶς, ὅταν σᾶς λέγωμεν· νομίζομεν ἀναπόφευκτον διὰ τὴν καλὴν διοίκησιν τῆς πατρίδος μας τὴν σύστασιν τῶν πρεσβειῶν· ὅτι ἄνευ τούτων ἡμεῖς πιστεύομεν βλαπτόμενα τὰ συμφέροντά μας, μένομεν δὲ ἐδῶ οὐχὶ ὡς ὑπουργοὶ, ἀλλ’ ὡς Κυβέρνησις, ἔχουσα τὰς πεποιθήσεις καὶ ἀρχάς της. Ὅθεν νομίζομεν ὅτι κολοβοῦται ἡ ἐνέργειά μας, ὡς πρὸς τὸ οὐσιωδέστερον αὐτῆς μέρος, διὰ τῆς ἀποῤῥίψεως τῆς προτάσεως ἡμῶν· ἀλλ’ ἡ ἀπόῤῥιψις τῆς πιστώσεως ἔχει ὡς συνέπειάν της ἐκ τῶν προτέρων τὴν καταδίκην τῶν πρεσβειῶν, τὰς ὁποίας ἡμεῖς θεωροῦμεν ἀπολύτως ἀναγκαίας. Ἄτοπον θέλει εἶσθαι βεβαίως, ἐνῷ ἡ Βουλὴ συνεδριάζει, καὶ ἐνῷ ἐκ τῆς ἀποφάσεώς της κρέμαται ἡ ὕπαρξις ἢ μὴ τῶν πρεσβειῶν, ἐὰν εἴπητε σήμερον ὄχι, καὶ ἐν τούτοις ἡμεῖς μετ’ ὀλίγας ἡμέρας νέαν ἀπόπειραν νὰ ἐπιχειρήσωμεν, ὑποβάλλοντες ἐνώπιόν σας τὴν αὐτὴν αἴτησιν. Λοιπὸν, κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης δὲν τίθεται διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν ἔχωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην σας, ἀλλὰ τὸ θέτουσιν αὐτὰ τὰ πράγματα. Ἠμπορεῖτε χιλιάκις νὰ ἔχητε τὴν καλωσύνην νὰ εἴπητε πρὸς ἡμᾶς, ὅτι μᾶς ἐμπιστεύεσθε, καὶ ὅμως ἐὰν ἀποῤῥίψητε τὴν πρότασιν ἡμῶν, ἣν νομίζομεν οὐσιώδη καὶ ἀναπόφευκτον, νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ μείνωμεν, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκόν μας. Καὶ ἡμεῖς, κύριοι, δὲν ζητοῦμεν, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Χοϊδᾶς, ἀπὸ τοὺς ἐντίμους βουλευτὰς, οἵτινες ἔχουσι τὴν καλωσύνην νὰ ὑποστηρίζουν τὴν Κυβέρνησιν, τυφλὴν ὑπακοὴν καὶ τυφλὴν παρακολούθησιν· ὄχι· ἠξεύρομεν ὅτι τὰ κόμματα ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἔχουν τὴν εὐθυπαρξίαν των, ἠξεύρομεν ὅτι τὰ κόμματα ἔχουν τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἰδέας των, καὶ τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὰς ὑποστηρίζουν, νὰ ἐπιμένουν εἰς αὐτὰς, καὶ ἔχουσι δίκαιον. Συμφωνοῦμεν δὲ, καὶ συνεφωνήσαμεν, εἰς μίαν ἀποκλειστικῶς καὶ πρὸ πάντων κεντρικὴν ἰδέαν, τοῦ νὰ δώσωμεν εἰς τὴν πατρίδα μας κυβέρνησιν· ὡς πρὸς τοῦτο τὰ κόμματα εἶναι πληρέστατα σύμφωνα, ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν εἶναι ὑπόχρεα ν’ ἀκολουθῶσιν ὅλας τὰς ἰδέας τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἑτέρου ἀποκλειστικῶς. Δὲν ζητοῦμεν λοιπὸν νὰ μᾶς ὑποστηρίζητε, καθ’ ὅσον δὲν πιστεύετε ὅτι ἔχομεν δίκαιον· θέλομεν εἶσθαι σύμφωνοι μὲν νὰ δώσωμεν κυβέρνησιν εἰς τὸν τόπον, ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴν νομίζετε ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν δίκαιον, ὅτι αἱ πεποιθήσεις μας δὲν εἶναι ὀρθαὶ, τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἠναγκασμένοι εἴμεθα ν’ ἀφήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν. Ὅσον θέλετε ὑποστηρίζετέ μας, μᾶς ὑποστηρίζετε, διὰ νὰ μένωμεν ὑπουργοί· ἡμεῖς ὑπουργοὶ δὲν θέλομεν νὰ ἤμεθα, θέλομεν νὰ ἤμεθα Κυβέρνησις, καὶ Κυβέρνησις μένομεν τότε μόνον, ὅταν δυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν τὰς ἰδέας καὶ ἀρχάς μας. Ἰδοὺ λοιπὸν διατὶ εἶναι κατ’ ἐμὲ περιττὸν τὸ ζήτημα, ὅπως τὸ ἔθεσεν ὁ κ. Χοϊδᾶς, καὶ τὸν εὐχαριστῶ. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπολαύει τῆς ὑπολήψεως καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ κ. Χοϊδᾶ, ἀλλὰ καθὼς ὁ κ. Χοϊδᾶς δὲν θέλει νὰ ὑποτάξῃ τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἰδέας του εἰς τὰς ἰδικάς μας, οὕτω καὶ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν τὸ ἀντίθετον· ἀλλὰ θέλομεν νὰ ἰσχύσωσιν αἱ ἀρχαὶ καὶ αἱ ἰδέαι ἡμῶν, καθόσον εἴμεθα κεκλημένοι νὰ ἐφαρμόσωμεν αὐτάς. Ἰδοὺ διατὶ παρακαλῶ νὰ παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ τὰς πιστώσεις οὐχὶ ἀδιαιρέτως, διότι οὐδεμίαν δι’ ἡμᾶς ἔχει ἐπιῤῥοὴν ἡ ὑπὲρ ἢ κατὰ ψῆφος.

§58ΖΩΧΙΟΣ. (Ἀναβαίνει τὸ βῆμα· θόρυβος).

§59ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν.). Ὡμιλήσατε δὶς (θόρυβος).

§60ΖΩΧΙΟΣ. Ἂν εἰς τοσοῦτον σπουδαῖον ζήτημα θέλετε νὰ μᾶς ἀφαιρέσητε καὶ τὸν λόγον, τότε... (Θόρυβος). Φέρομεν ζήτημα ἐμπιστοσύνης, μᾶς λέγουν. Ἀλλὰ στηρίζεσθε ἐπὶ τοῦ μηδενὸς, καὶ τὰ ζητήματά σας ἀποῤῥέουν ἀπὸ τοῦ μηδενός. Χθὲς εἶπον πρὸς τοὺς κυρίους ὑπουργοὺς, τὸ ἐπαναλαμβάνω δὲ καὶ σήμερον, ὅτι ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι δὲν χρεωστοῦμεν τίποτε εἰς τοὺς γραμματεῖς τῶν πρεσβειῶν, διότι εἶναι πληρωμένοι. Τὸ ἀναφέρουσι δὲ φύλλα, τὰ ὁποῖα δὲν δημοσιεύουσιν εἰμὴ πράγματα προμεμελετημένα· ἐπιμένουσι δὲ ὅτι οἱ γραμματεῖς τῶν πρεσβειῶν εἶναι πληρωμένοι. Διὰ ποίους λοιπὸν ζητεῖτε τὴν πίστωσιν, εἰς τὸν Θεόν σας; Χθὲς ἡ ἐφημερὶς ἔγραφεν «Ὁ κ. Ζωχιὸς, ἀγορεύων ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τῆς μισθοδοσίας τῶν γραμματέων τῶν πρεσβειῶν, διϊσχυρίσθη ὅτι εἶναι πληρωμένοι. Ἡμεῖς τὸ ἐπιβεβαιοῦμεν, καὶ ἔχομεν προχείρους τὰς ἀποδείξεις.»

§61ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Τί σημασίαν ἔχει ἡ «Στοὰ» (θόρυβος καὶ διακοπαί).

§62ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ «Ἐθνοφύλαξ» (θόρυβος καὶ διακοπαὶ ἐκ δεξιῶν).

§63ΡΩΜΑΙΟΣ. Τί φωνάζετε; εἰς τὸν «Ἐθνοφύλακα» γράφει ὁ κ. Ζαΐμης (θόρυβος).

§64ΖΑΪΜΗΣ. Ὁ Ζαΐμης δὲν εἶναι συντάκτης ἐφημερίδος.

§65ΡΩΜΑΙΟΣ. Δὲν ἐννοῶ νὰ προσβάλω τὸν κ. Ζαΐμην· εἶπον μόνον, ὅτι ὁ «Ἐθνοφύλαξ» εἶναι ἐφημερὶς αὐτοῦ.

§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ κάμνετε χρῆσιν ὀνομάτων προσώπων (θόρυβος). Ἡσυχία, κύριοι.

§67ΖΩΧΙΟΣ. Λοιπὸν ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, γνωρίζει τι περὶ τῆς πληρωμῆς τῶν γραμματέων τῶν πρέσβεων, ναὶ ἢ ὄχι; Ἂν δὲν γνωρίζῃ, παρακαλῶ αὐτὴν νὰ ἀνακρίνῃ τὸ γεγονός. Παρίσταται δὲ μάρτυς καὶ σᾶς λέγει, ἐγὼ ἀναδέχομαι καὶ βεβαιῶ τοῦτο.

§68ΑΛ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τί ἔχει νὰ κάμῃ τοῦτο μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς;

§69ΖΩΧΙΟΣ. Ποίας ἀναβολῆς;

§70ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς προτάσεως τοῦ κ. Χοϊδᾶ.

§71ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριε Ζωχιὲ, ἀφοῦ σᾶς εἶπον, ὅτι οἱ γραμματεῖς ὑπηρετοῦν δωρεὰν, ἕπεται ὅτι δὲν εἶναι πληρωμένοι· καὶ χθὲς ἐπανελάβετε τὴν αὐτὴν ἐρώτησιν, καὶ σᾶς εἶπον ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἔχει γνῶσιν, ὅτι ἐπληρώθησαν οἱ γραμματεῖς. Σᾶς διαβεβαιῶ δὲ ὅτι δὲν ἐπληρώθησαν.

§72ΖΩΧΙΟΣ. Ἐφροντίσατε νὰ ζητήσητε πληροφορίας; (θόρυβος ἐκ δεξιῶν καὶ διακοπαί).

§73ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀφοῦ ὁ ὑπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι οἱ γραμματεῖς ὑπηρετοῦν δωρεὰν, καὶ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις νομίζει ὅτι τὸ τοιοῦτον δὲν δύναται νὰ δεχθῇ, τί θέλετε περισσότερον;

§74ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν σᾶς ἐρωτῶ περὶ τούτου, σᾶς ἐρωτῶ ἂν εἶχον πληρωθῇ ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος (θόρυβος).

§75ΑΛ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἐννοῶ αὐτὴν τὴν συζήτησιν· πῶς δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Βασιλέως; Τί πράγματα εἶναι αὐτά; (θόρυβος).

§76ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ἡ ἐρώτησις εἶναι ξένη ἐντελῶς τοῦ ζητήματος, καὶ ἀπορῶ πῶς ἔρχεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀπορῶ πῶς ἐρωτᾶτε καὶ ζητεῖτε λόγον τί κάμνει τὴν περιουσίαν του ὁ Βασιλεύς. Πρῶτον, κύριοι, δὲν εἶναι ἀληθές· ἀλλὰ τί ἔχομεν ἡμεῖς νὰ κάμωμεν μὲ τὸ ταμεῖον τοῦ Βασιλέως; (θόρυβος). Δὲν ἠξεύρομεν, κύριοι, ἡμεῖς, ἂν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἦναι πληρωμένοι.

§77ΖΩΧΙΟΣ. Τοῦτο, κ. ὑπουργὲ, ἔπρεπε νὰ τὸ γνωρίζετε.

§78ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν δυνάμεθα, κύριοι, νὰ ἔλθωμεν εἰς ἄλλας σχέσεις μετὰ τοῦ Βασιλέως, παρὰ μόνον εἰς ἐκείνας, τὰς ὁποίας μᾶς κανονίζει τὸ Σύνταγμα.

§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἡ συζήτησις εἶναι περατωμένη.

§80ΧΟΪΔΑΣ. Ὄχι, κύριοι. Ἔχω τὸν λόγον· δὲν δύνασθε νὰ διακόψητε τὴν συζήτησιν. Δὲν θὰ παύσωμεν ἐρίζοντες καὶ διχονοοῦντες, πρὶν ἢ ἡ Κυβέρνησις παύσῃ νὰ νομίζῃ ὅτι αἱ πιστώσεις εἶναι μεγαλειτέρας ἀξίας τῆς φιλίας, τῆς συμμαχίας ἡμῶν. Συνεφιλιώθημεν καὶ συνεμαχήσαμεν ἡμεῖς μετὰ τῶν τριῶν ἀρχηγῶν, καὶ ὁ λαὸς ὁλόκληρος ἀνεκήρυξεν, ἐγερθεὶς σύσσωμος, αὐτοὺς ἀρχηγοὺς, ἵνα πατάξωσι τοὺς δεσμεύοντας τὴν πατρίδα μὲ τὰ δεσμὰ τῆς δουλείας, ἵνα πατάξωσι τοὺς ἀσεβοῦντας καὶ πρὸς τοὺς νόμους, καὶ πρὸς τὴν πατρίδα, καὶ πρὸς τὴν ἐλευθερίαν· καὶ ἤδη διχονοοῦμεν, καὶ ἤδη διαιρούμεθα. Ὅ,τι δὲν κατώρθωσεν ὁ φόβος, διότι εἴμεθα ἐλεύθεροι καὶ τολμηροὶ ἄνδρες, κατώρθωσεν ἤδη δυστυχῶς ὁ δόλος τινῶν. Ἐκρύβησαν, ὡς κρύπτονται οἱ ὄφεις ὑπὸ τὰ εὔοσμα καὶ τὰ ὡραῖα ῥόδα τοῦ Μαΐου, ὑπὸ ὡραίους καὶ ἀπατηλοὺς λόγους, καὶ ἰδοὺ διαιροῦντες, καὶ ἰδοὺ διχάζοντες, καὶ ἰδοὺ ἐμπλέκοντες ἡμᾶς μετὰ μικρὸν εἰς φοβερὰν πάλην καὶ εἰς φοβερὸν ἀγῶνα. Ἐπεκαλέσθη προχθὲς ὁ ἔντιμος κύριος πρωθυπουργὸς τὴν Ἰταλίαν, καὶ ἐπειράθη νὰ καταδείξῃ ἐσφαλμένως, ὅτι διὰ τῶν πρέσβεων ἀνεγεννήθη ἡ Ἰταλία καὶ ἐγένετο μεγάλη. Ἐπλανήθη ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, καὶ ἐπλανήθη οἰκτρὰν πλάνην· οὐχὶ οἱ πρέσβεις τῆς Ἰταλίας ἀνεγέννησαν αὐτὴν, ἀλλὰ τὸ αἷμα τὸ χυθὲν ὑπὸ τῶν μαρτύρων αὐτῆς. Ἀνεγέννησε τὴν Ἰταλίαν ὁ ἐπὶ 60 ἔτη ἀόκνως ἐργασθεὶς δημοκρατικὸς Ματζίνης· ἀνεγέννησε τὴν Ἰταλίαν ἡ χεὶρ καὶ ἡ καρδία τοῦ Γαριβάλδη· ἀνεγέννησε τὴν Ἰταλίαν ἡ διάνοια καὶ ἡ καρδία τοῦ Montanelli καὶ τοῦ Guerrazzi· ἀνεγέννησε τὴν Ἰταλίαν ἡ διάνοια καὶ τὸ αἷμα, τὸ χυθὲν ἐν Sapri τῆς Νεαπόλεως, τοῦ μάρτυρος Pisacane· ἀνεγέννησε τὴν Ἰταλίαν ἡ ὑψιπέτης διάνοια καὶ ἡ πλήρης εὐγενῶν παλμῶν καρδία τοῦ Καβοὺρ, καὶ ἡ μεγίστη καρδία καὶ ἡ στιβαρὰ χεὶρ τοῦ φιλοπόλιδος καὶ στρατιώτου Βίκτωρος Ἐμμανουήλ. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι δὲν ἐδιχονόουν, δὲν ἐδιχάζοντο, δὲν διῃροῦντο. Ὅταν ἐπέστη ἡ στιγμή, καὶ τὸ αἷμα τῶν μαρτύρων τῆς Ἰταλίας ἐχύθη ὑπὲρ τῆς ἀπολυτρώσεώς της καὶ τῆς ἑνώσεώς της, ὁ δημοκρατικὸς Ματζίνης ἐπελάθετο τῶν ἰδεῶν του ἀπέναντι τοῦ Re galantuomo, καὶ ὁ Re galantuomo ἔτεινε τὴν δεξιὰν τῷ μάρτυρι τούτῳ τῆς παγκοσμίου ἐλευθερίας, ἵνα ἑνωθῇ ἡ τυραννουμένη πατρίς των. Ἀλλ’ ὁ πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, ὅλως ἀντιθέτως πρὸς τὸν Ματζίνην καὶ τοὺς λοιποὺς ἐκείνους ἄνδρας, σκέπτεται χάριν μιᾶς πιστώσεως· καὶ ποίας πιστώσεως; τῶν παρανόμως συσταθεισῶν πρεσβειῶν, τῶν παρανόμως διορισθέντων γραμματέων· καὶ κακίζει ἡμᾶς ὡς ἐπαναστάτας ἐν τῇ Κυβερνήσει, καὶ κακίζει ἡμᾶς ὡς ὁρμωμένους ἐξ αἰσθήματος ἀγανακτήσεως καὶ ἐξ αἰσθήματος ἐκδικήσεως. Πλανᾶται ὁ κακίζων ἡμᾶς πρωθυπουργὸς, καὶ ἐπικαλοῦμαι αὐτοὺς τοὺς λόγους του, ἵνα καταδείξω τὴν πλάνην του· «ὅταν παύσῃ ὁ πόλεμος τῶν κομμάτων, ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν νόμον καὶ τὴν δικαιοσύνην» Ἔπαυσεν ὁ πόλεμος, κ. πρωθυπουργὲ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν γνώμονα τὸν νόμον καὶ τὴν δικαιοσύνην, ἀλλὰ τὴν ἐκδίκησιν καὶ τὰ πάθη ἡμῶν; Ὁ πόλεμος πρῶτον δὲν ἔπαυσεν· ὑφίσταται, καὶ θὰ ὑφίσταται ἐνόσῳ ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι ἐν Ἑλλάδι, νομίζοντες ὅτι δύνανται νὰ δεσμεύσωσιν αὖθις αὐτὴν μὲ τὰ δεσμὰ ἀτίμου δουλείας (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Ὁ πόλεμος ὑφίσταται, καὶ θὰ ὑφίσταται ἐν ὅσῳ ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι πιστεύοντες, ὅτι δύνανται νὰ παραβαίνωσιν ἀτιμωρητεὶ τοὺς νόμους τῆς πατρίδος. Ἡμεῖς δὲ, οὐχὶ ἐξ αἰσθήματος ἐκδικήσεως καὶ μίσους ὁρμώμενοι, ἀλλ’ ἐξ αἰσθήματος σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους, προβαίνομεν εἰς τὰς ἐνεργείας ἡμῶν. Διαφωνοῦμεν ὡς πρὸς τὰς ἰδέας, ἀλλὰ διότι διαφωνοῦμεν, δι’ αὐτὸ σεῖς δὲν ἀπολαμβάνετε τῆς ἐμπιστοσύνης, ἣν ὀφείλετε νὰ ἀπολαύητε; Διότι διαφωνοῦμεν, δι’ αὐτὸ σεῖς δὲν ὀφείλετε νὰ σέβησθε τὰς ἰδέας μας; Διότι διαφωνοῦμεν, δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ διαιρεθῶμεν καὶ ν’ ἀναβιβάσωμεν εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης τὸ ζήτημα τῶν πιστώσεων; Ὄχι, δὲν πρέπει νὰ διαιρεθῶμεν, δὲν πρέπει νὰ διχασθῶμεν· ὀφείλομεν ἀμφότεροι νὰ σεβασθῶμεν τὰς ἰδέας ἀλλήλων, καὶ νὰ μὴ ἀναβιβάσωμεν τὸ ζήτημα τῆς πιστώσεως εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, καὶ νὰ μὴ καταλύσωμεν μίαν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος ἀνεβίβασεν ὅπως πατάξῃ τοὺς ἐπιόρκους, τὰς προδότας, τοὺς μωρούς, τοὺς ἀμαθεῖς ἄρχοντάς του. Ἐὰν εἰς τὰ ἑδώλια τῶν ὑπουργῶν ἐκάθηντο ὁ Βούλγαρης καὶ οἱ ὑπουργοί του καὶ ἤρχοντο ἐδῶ νὰ ἐπιδιώξωσι τὰς πιστώσεις, τί ἠθέλετε ἀπαντήσει σεῖς οἱ ἑπτὰ ὑπουργοί; Ἠθέλετε ἐγκρίνει τὴν πίστωσιν, ἢ ἠθέλετε ἀνέλθει ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο καὶ κατακεραυνώσει τὰς παρανομίας, καὶ ἠθέλετε εἴπει ὅτι κακῶς συνεστήθησαν αἱ πρεσβεῖαι; Ἐὰν ἐπὶ τὰ ἑδώλια, ἐφ’ ὧν κάθησθε, ἐκάθητο τὸ ὑπουργεῖον τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Τρικούπη, τὸ παρατεῖναν τὴν σύστασιν τῶν πρεσβειῶν, θὰ ἐσκέπτεσθε ὅπως σκέπτεσθε σήμερον, ἢ ἠθέλετε ἐκπέμψει κατ’ αὐτοῦ τοὺς κεραυνοὺς τοῦ Διός; Ἂς ἀπαντήσῃ ἡ εὐσυνειδησία ὑμῶν, ἡ εἰλικρίνεια ὑμῶν, ἡ τιμὴ ὑμῶν. Ἐνθυμοῦμαι τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς μας καὶ υἱοῦ τοῦ μεγαθύμου πολίτου τῆς Ἑλλάδος, τοῦ Ἀνδρέα Ζαΐμη· «θεωρῶ, εἶπεν, ἀναγκαίας τὰς πρεσβείας, διότι ἐκπροσωποῦμεν δι’ αὐτῶν ὁλόκληρον τὴν Ἀνατολὴν εἰς τὸν ξένον κόσμον»· καὶ ἵνα καταδείξῃ ὅτι θεωρεῖ ἀναγκαίαν τὴν σύστασιν καὶ τὴν ὕπαρξιν τῶν πρεσβειῶν, ἐπεκαλέσθη τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην τῆς μεγάλης ἐπαναστάσεως τῆς Ἑλλάδος, τὴν διοικουμένην παρὰ τοῦ ἀοιδίμου πολίτου τῆς Ἑλλάδος Ἀνδρέα Ζαΐμη, τὴν ἀποστείλασαν εἰς τὴν Εὐρώπην τὸν Γερμανὸν, καὶ τὸν Μεταξᾶν, καὶ τὸν Μαυρομιχάλην. Ἀλλὰ γνωρίζετε τίνες ἦσαν ἐκεῖνοι; Ὁ Γερμανὸς εἶναι ὁ μέγας ἐκεῖνος ἱεράρχης, ὁ λύσας τὰ δεσμὰ τῆς δουλείας ἡμῶν, ὁ ἀναπετάσας τὴν σημαίαν τῆς ἐλευθερίας τοῦ τυραννουμένου ἔθνους κατὰ τῆς δουλείας τοῦ κυριάρχου ἔθνους. Ὁ Γερμανὸς εἶναι ὁ ὁμιλήσας τὴν γλῶσσαν τοῦ δημοκρατικοῦ Χριστοῦ πρὸς τὰ πλήθη καὶ εὐλογήσας τὴν σημαίαν τοῦ σταυροῦ κατὰ τῆς σημαίας τῆς ἡμισελήνου. Δὲν εἶναι ἱστορικός τις ἢ φιλόσοφος ἢ αἰσχρὸς κερδοσκόπος ὁ Ἀνδρέας Μεταξᾶς· εἶναι ὁ νικητὴς τῶν Λαλαίων ἐν Λάλᾳ. Δὲν εἶναι ἀρχαιολόγος τις ἢ βλὰξ, ἔχων τὰς ἀναμνήσεις τῆς οἰκογενείας του ἴσως καὶ μόνας, ὁ Μαυρομιχάλης, ἀλλ’ εἶναι πολίτης ἔχων ἰδίαν ἀξίαν. Ποῖαι δὲ ἦσαν αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι; ἦσαν αἱ περιστάσεις τοῦ καταδυναστευομένου ἔθνους, ἃς ἠδύνατο ὁ Γερμανὸς, ἠδύνατο ὁ Μεταξᾶς, ἠδύνατο ὁ Μαυρομιχάλης, νὰ ἐπικαλεσθῶσιν ἀπέναντι τῶν μεγάλων Δυνάμεων. Ἔθνος παλαῖον κατὰ τῆς τυραννίας, ἤρχετο νὰ ἐπικαλεσθῇ ἐκτάκτως τὴν ἀῤῥωγὴν τῶν μεγάλων Δυνάμεων, καὶ νὰ τὴν ἐπικαλεσθῇ σκοπίμως καὶ ἐπιτυχῶς. Ὁ Καποδίστριας, προβαίνει ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Βουλῆς λέγων, ἀπέστειλεν εἰς τὴν Γαλλίαν τὸν Σοῦτσον· ἀλλ’ ἐπελάθετο, ὅτι ὁ πεμφθεὶς ἐκεῖ, ἵνα παραστήσῃ τὰ δίκαια τῆς Ἑλλάδος, εἶναι ὁ παραιτήσας καὶ περιφρονήσας θρόνον χάριν τῆς ἐλευθερίας τῆς πατρίδος του. Τίνες δὲ εἰσὶν οἱ σήμερον ἀποστελλόμενοι ἐν Εὐρώπῃ; Ἐδῶ μὲν ἀρχαιολόγος, ἔνθα ὑπάρχει πληθὺς ἀρχαιολόγων, ἐκεῖ δὲ φιλόσοφος, ἔνθα ἑδρεύει ἡ φιλοσοφία, ἐκεῖ δὲ κακοήθης καὶ αἰσχρὸς κερδοσκόπος.

§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε τὰ προσωπικὰ (θόρυβος).

§82ΧΟΪΔΑΣ. Δὲν ἀναφέρω τὰ πρόσωπα, ἀλλὰ καὶ τὰ πρόσωπα ἂν ἀνέφερον, ἡ ἀλήθεια εἶναι ἀνωτέρα τῶν προσώπων. Τίς ὁ σκοπὸς τῶν μονίμων πρεσβειῶν; Πάντες οἱ συγγραφεῖς τοῦ διεθνοῦς δικαίου καὶ πάντες οἱ μελετήσαντες τοιαῦτα ἀντικείμενα καὶ ἐντριβεῖς περὶ τὴν πολιτικὴν γινώσκουσιν, ὅτι πρώτιστος σκοπὸς εἶναι ἡ ἀμοιβαία ἐπισκόπησις τῶν πολιτειῶν, δεύτερος ἡ διατήρησις τῶν φιλικῶν αὐτῶν σχέσεων, καὶ τρίτος ἡ ταχυτέρα διεξαγωγὴ τῶν πολιτικῶν αὐτῶν πραγμάτων. Θέλετε λοιπὸν νὰ στείλωμεν πρέσβεις καὶ νὰ ἐπισκοπῶμεν ἡμεῖς οἱ νάνοι τοὺς γίγαντας; Θέλετε νὰ στείλωμεν πρέσβεις καὶ νὰ διατηρήσωμεν φιλίαν ἡμεῖς οἱ μικροὶ πρὸς τοὺς μεγάλους ἐκείνους τῆς γῆς; ἢ τέλος, ἵνα ἐπιτύχωμεν τὴν ταχυτέραν διεξαγωγὴν τῶν πολιτικῶν ὑποθέσεών μας; Ὁ πρῶτος σκοπὸς καταδεικνύεται μωρὸς καὶ ἀνόητος, ἡ ἐπισκόπησις· ὁ δεύτερος ἀνοητότερος· ὁ τρίτος ἐπιτυγχάνεται διὰ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος, ἀπευθυνομένου ἢ ἀμέσως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, πρὸς τὴν ὁποίαν πρόκειται ν’ ἀπευθυνθῇ, ἢ ἐμμέσως, διὰ τοῦ ἐνταῦθα πρέσβεως τῆς δυνάμεως ἐκείνης. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τῶν πρέσβεων. Ὅταν ἐπιστῇ ἡ στιγμή, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1876, τοῦ ζητήματος περὶ συστάσεως τῶν πρεσβειῶν, τότε πάντες οἱ δεινοὶ περὶ τὴν πολιτικὴν καὶ περὶ τὴν τέχνην τὴν ῥητορικὴν θ’ ἀνέλθουν ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ θὰ καταδείξωσι τὸ ἐσφαλμένον τῶν περὶ πρεσβειῶν ἰδεῶν τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ σήμερον πρόκειται περὶ ἁπλῆς πιστώσεως. Χθὲς συνεζητήθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1874 καὶ ὁμοθυμαδὸν καὶ Κυβέρνησις καὶ Βουλὴ ἀπεφάνθησαν ὑπὲρ τῆς ἀπαλείψεως τῆς πιστώσεως, τῆς ἀναγομένης εἰς τὰς πρεσβείας καὶ τοὺς γραμματεῖς τῶν πρεσβειῶν· σήμερον καὶ πάλιν πρόκειται περὶ ἀπαλείψεως τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀναγομένου εἰς τοὺς πρέσβεις καὶ εἰς τοὺς γραμματεῖς. Χθὲς ἄλλως ἐκρίναμεν, προκειμένου περὶ γραμματέων καὶ πρεσβειῶν, καὶ σήμερον ἄλλως θὰ κρίνωμεν, προκειμένου μόνον περὶ γραμματέων; Ἡ τοιαύτη παλιμβουλία τινῶν ἐξ ὑμῶν μοὶ ὑπενθυμίζει μέγαν τινὰ πατριώτην τῆς ἀρχαιότητος, κακίζοντα τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος του καὶ τοὺς πολιτευομένους τῆς πατρίδος του, ὅπως ἐγὼ σήμερον τοὺς συναδέλφους τοὺς ἔχοντας ἐναντίαν γνώμην τῆς ἐμῆς, καίτοι σέβομαι τὰς γνώμας των καὶ τὰς πεποιθήσεις των. Ἔλεγεν ὁ πατριώτης ἐκεῖνος· «ἐμπειρότατοι δὲ λόγων καὶ πραγμάτων ὄντες, οὕτως ἀλογίστως ἔχομεν, ὥστε περὶ τῶν αὐτῶν τῆς αὐτῆς ἡμέρας οὐ ταὐτὰ γιγνώσκομεν, ἀλλ’ ὧν μὲν πρὶν εἰς τὴν ἐκκλησίαν ἀναβῆναι κατηγοροῦμεν, ταῦτα συνελθόντες χειροτονοῦμεν, οὐ πολὺν δὲ χρόνον διαλιπόντες τοῖς ἐνθάδε ψηφισθεῖσιν, ἐπειδὰν ἀπίωμεν, πάλιν ἐπιτιμῶμεν· προσποιούμενοι δὲ σοφώτατοι τῶν Ἑλλήνων εἶναι, τοιούτοις χρώμεθα συμβούλοις, ὧν οὐκ ἔστιν ὅστις οὐκ ἂν καταφρονήσειεν, καὶ τοὺς αὐτοὺς τούτους κυρίους ἁπάντων τῶν κοινῶν καθίσταμεν, οἷς οὐδεὶς ἂν οὐδὲν τῶν ἰδίων ἐπιτρέψειεν· ὃ δὲ πάντων σχετλιώτατον· οὓς γὰρ ὁμολογήσαιμεν ἂν πονηροτάτους εἶναι τῶν πολιτῶν, τούτους πιστοτάτους φύλακας ἡγούμεθα τῆς πολιτείας εἶναι». Ἐμαχόμεθα χθὲς κατὰ μιᾶς ἀντεθνικῆς καὶ προδοτικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ὀργάνων αὐτῆς, ἐκακίζομεν καὶ ἐκατηγοροῦμεν πάσας τὰς πράξεις αὐτῆς καὶ ἀνετρέπομεν τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην. Καὶ ἐκεῖ μὲν κατηγοροῦμεν καὶ ἀνετρέπομεν τὰς πράξεις της, ἐδῶ δὲ ἐπαινοῦμεν καὶ κυροῦμεν αὐτάς. Χθὲς ἐκεῖ ἀπεφάνθημεν κατὰ τῆς πιστώσεως καὶ τῶν πρεσβειῶν καὶ τῶν γραμματέων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1874, σήμερον δὲ ἀποφαινόμεθα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1875 ὑπὲρ τῆς πιστώσεως τῶν γραμματέων. Διατί οὕτως ἀποφαινόμεθα καὶ σκεπτόμεθα; Ἐκ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς πηγῆς ἔρχονται ἀμφότερα οἵ τε πρέσβεις καὶ οἱ γραμματεῖς. Κακῶς συνεστήθησαν αἱ πρεσβεῖαι, καὶ δὲν ὀφείλομεν οὐδεμίαν πληρωμήν· οὕτως ἐγὼ κρίνω καὶ ἀποφαίνομαι. Ὁ ἄλλως κρίνων καὶ ἄλλως ἀποφαινόμενος, εἰς μεγίστας ἐμβάλλει καὶ ἡμᾶς δυσκολίας, καὶ ἀδίκους καὶ παραλόγους ἐκφράζει ἰδέας. Κατεκρίναμεν τὸν Βούλγαρην, διότι κακῶς συνέστησε τὰς πρεσβείας, καὶ σήμερον ἐπαινοῦμεν αὐτόν, διὰ τῆς ἐγγραφῆς τοῦ ποσοῦ τῶν 84,000 δραχμῶν, καὶ ἀναβιβάζομεν τὸ ζήτημα τῆς πιστώσεως εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν ἀπολαύῃ παρ’ ἐμοὶ ἡ Κυβέρνησις ἐμπιστοσύνης, δὲν θὰ μὲ δεσμεύσῃ, δὲν θὰ μὲ μεταβάλῃ εἰς δοῦλον σκεπτόμενον κατὰ τὰς ἰδέας αὐτῆς. Διὰ τῆς ἀναβιβάσεως τοῦ ζητήματος τῆς πιστώσεως εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, διχάζετε, διαιρεῖτε τὰς δυνάμεις τοῦ ἔθνους, ἐν στιγμῇ, καθ’ ἣν ὀφείλει τὸ ἔθνος νὰ ᾖναι ἡνωμένον καὶ συνησπισμένον. Θὰ δώσω ψῆφον κατὰ τῆς πιστώσεως, ἀλλ’ ἡ ψῆφος αὕτη δὲν ἐμφαίνει ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀπολαύει παρ’ ἐμοὶ ἐμπιστοσύνης. Ἀλλὰ καὶ ἂν τοιοῦτόν τι ἠδύνατό τις νὰ ὑπολάβῃ, καὶ ἂν τοιοῦτόν τι παραδέχηται ἡ Κυβέρνησις, προετίμων 400,000 Κυβερνήσεις νὰ πέσουν, παρὰ νὰ ἀποδεχθῶ τὴν ἰδέαν τὴν σφαλεράν, κατ’ ἐμέ, τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς πιστώσεως ἂν δὲν τὸ δεχθῶ, προσβάλλω εἰς τὸ ὁμοούσιον, εἰς τὰ ἱερά.

§83ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ λέγει κανεὶς αὐτό, διότι λέγομεν, ὅτι ἄνευ τῆς χορηγίας αὐτῶν τῶν μέσων δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κυβερνήσωμεν.

§84ΧΟΪΔΑΣ. Ὅταν χθὲς ἠνούμεθα, ὅταν ἐπαλαίομεν πάλην φοβεράν, τὴν πάλην τῆς ἐλευθερίας κατὰ τῆς τυραννίας, δὲν προεβάλομεν τοιαύτας ἰδέας, δὲν προετάσσομεν τοιοῦτον ἰσχυρισμόν. Ἂν νομίζητε ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ζήτημα τοσοῦτον σωστικόν, ὥστε ἄνευ τούτου νὰ μὴ δύνασθε νὰ κυβερνᾶτε τὴν πατρίδα, ἀπατᾶσθε ἀπάτην οἰκτροτάτην. Θέλετε νὰ καταδείξητε εἰς τὸν ἔξω κόσμον ὅτι εἶσθε ὑπουργοὶ ὅλης τῆς Ἑλλάδος, καταδείξατέ το διὰ τῆς ἀρετῆς, τῆς φιλοπατρίας καὶ τῆς ἱκανότητος ὑμῶν. Ἀλλὰ πλανᾶσθε πλάνην οἰκτρὰν, ἂν νομίζητε ὅτι διὰ τῆς συστάσεως τῶν πρεσβειῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ θὰ δυνηθῆτε νὰ διοικήσητε, νὰ διευθύνητε τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὅτι ἄνευ πρεσβειῶν θὰ ναυαγήσητε καὶ σεῖς καὶ ἡ Ἑλλάς. Ἐῤῥέτω ἡ Ἑλλὰς, ἐὰν πρόκηται εἷς ἱστορικὸς, εἷς φιλόσοφος, εἷς κερδοσκόπος, νὰ σώσουν αὐτήν· εἰπέτε ἐν συνειδήσει, κύριοι ὑπουργοὶ, ἂν τὸ ζήτημα τῆς πιστώσεως, ζήτημα ἁπλοῦν καὶ καθαρὸν, ἦναι τοιοῦτον ζήτημα, ὥστε ν’ ἀναβιβάζητε αὐτὸ εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, καὶ νὰ διχάζητε καὶ νὰ διαιρῆτε τὰς δυνάμεις τοῦ ἔθνους, καὶ τὸ ἔθνος νὰ ῥίπτητε εἰς νέους ἀγῶνας, εἰς νέας πάλας. Θεωρεῖτε σήμερον τὸ ζήτημα τοῦτο ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ζήτημα διοικήσεως καὶ κυβερνήσεως ἐν τῇ ἔσω καὶ ἔξω Ἑλλάδι; Ποῦ εἶναι ὁ ἔντιμος κ. Πρωθυπουργός; ἀντὶ ἐκείνου, ἀπαντῶ πρὸς ὑμᾶς (δεικνύει τοὺς ὑπουργούς)· ἐὰν ἐκάθηντο ἐπὶ τῶν ἑδωλίων τούτων οἱ ὑπουργοὶ τοῦ Βούλγαρη, οἱ ὑπουργοὶ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Τρικούπη, ἄλλην ἰδέαν ἠθέλετε ἔχει περὶ πρεσβειῶν, καὶ ἐπικαλοῦμαι ὑμᾶς αὐτοὺς, διὰ τῆς ἐπικλήσεως τοῦ ἐντίμου κ. Πρωθυπουργοῦ. Δὲν παρῆλθε πολὺς χρόνος, οὐδὲ κἂν ἔτος, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐκυβέρνα τὴν Ἑλλάδα εἷς τότε διὰ τῆς βίας, διὰ τῆς ἀμαθείας, διὰ τῆς προδοσίας, διὰ τῆς ἀσεβείας πρὸς τοὺς κειμένους νόμους, καὶ ἔπεμπε πρέσβεις οὐχὶ νὰ ἐπισκοπήσωσι τοὺς ξένους, οὐχὶ νὰ διατηρήσωσι τὴν φιλίαν μετ’ ἐκείνων, οὐχὶ νὰ παράσχωσι τὴν συνδρομήν των εἰς τὴν ταχυτέραν διεξαγωγὴν τῶν πολιτικῶν ὑποθέσεων, ἀλλὰ διὰ νὰ πείσωσι τοὺς ξένους, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἀναξία συνταγματικοῦ πολιτεύματος, καὶ ὅτι πρέπει νὰ κυβερνηθῇ διὰ τῆς μοναρχίας.

§85ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Ὁ Παπαμιχαλόπουλος διαμαρτύρεται.

§86ΧΟΪΔΑΣ. Ἡ διαμαρτύρησίς του εἶναι λίαν ἀσθενής· ἀντιδιαμαρτύρεται κατὰ τῆς διαμαρτυρήσεώς του ἡ ἀλήθεια, ἡ ἱστορία, ὁλόκληρον τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 29 Νοεμβρίου, τοὐτέστι κατὰ τὴν παραμονὴν τῆς 30 Νοεμβρίου, ἡμέρας τοῦ φοβεροῦ καὶ μεγάλου ἐκείνου πραξικοπήματος, ὁ πρωθυπουργὸς Βούλγαρης ἐπέμενεν εἰς τὴν σύστασιν τῶν πρεσβειῶν, καὶ ἐπέμενε πολύ· μετ’ ὀλίγον κατέσχε τὸ βῆμα εἷς μεγάλος πολιτικὸς τῆς Ἑλλάδος, δεινὸς ῥήτωρ, ὅστις εὑρίσκεται ἤδη μεταξὺ ἡμῶν· τὸν γνωρίζετε κύριε πρωθυπουργέ;

§87ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Δὲν γνωρίζω κανένα τοιοῦτον.

§88ΧΟΪΔΑΣ. Ὀνομάζεται Ἀλέξανδρος Κουμουνδοῦρος.

§89ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ........

§90ΧΟΪΔΑΣ. Πιθανὸν νὰ πλανῶμαι εἰς τὰς ἰδέας μου, ἀλλὰ πιστεύω ὅτι εἶσαι τοιοῦτος καὶ ὅτι ἔχεις καρδίαν μεγάλην καὶ παλμοὺς εὐγενεῖς ἐν αὐτῇ. Μύδρους ἐξέπεμπε καὶ κεραυνοὺς ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ ῥήτωρ ἐκεῖνος, ὁ πατριώτης ἐκεῖνος· ὅταν δὲ ἦλθεν ἀγορεύων κατὰ τῆς συστάσεως τῶν πρεσβειῶν, ὢ τότε, ὄχι καθὼς ἤδη ὁ κ. Δεληγεώργης, ἀλλὰ πολὺ σφοδρότερον ἐκείνου ἐπολέμησε τὴν σύστασιν τῶν πρεσβειῶν. Πῶς οἱ καιροὶ μετεβλήθησαν! ἔτος δὲν παρῆλθε, καὶ ὁ ῥήτωρ ἐκεῖνος μετέβαλε σκέψεις.

§91ΜΙΛΗΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παντάπασι, κύριοι· ἐπικαλούμεθα τὰ πρακτικά.

§92ΧΟΪΔΑΣ. Ἐπρόκειτο περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ὁμολογῶ ὅτι εἶναι δεινὸς καὶ περὶ τὰ οἰκονομικὰ, καὶ περὶ τὴν πολιτικὴν, καὶ περὶ τὴν δικαιοσύνην, καὶ περὶ τὴν ῥητορικὴν τέχνην (ἀναγινώσκει). «Δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσω ἤδη τὸ περὶ πρεσβειῶν ζήτημα ἐν γένει· περιορίζομαι εἰς τὴν ἐνεστῶσαν εἰδικὴν περίστασιν. Τίς, κύριοι, Σᾶς ἠνάγκασεν, ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς, καὶ ἐνῷ ἡ Βουλὴ εἶχεν ἀποκόψει τὸ ἔξοδον τοῦτο, καὶ ἐνῷ ἡ Βουλὴ ἐπὶ θύραις ἵστατο, τίς σᾶς ἠνάγκασε νὰ συστήσητε κατεσπευσμένως τὰς πρεσβείας καὶ νὰ στείλητε τοὺς πρέσβεις εἰς τὴν Εὐρώπην, καὶ νὰ ἐπιβαρύνητε τὸ δημόσιον μὲ τὸ ἔξοδον τοῦτο; Ἐπρόκειτο ἐκ τῆς κατεσπευσμένης ταύτης διπλωματικῆς ἀποστολῆς νὰ λυθῶσι ζητήματα, καὶ τίνα; Ἐρωτῶ, ποίαν ἰδέαν τὸ παρὸν ἔχει νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Εὐρώπην, ποῖον ζήτημα; Τίς ἦτον ὁ σκοπὸς, ποῖον τὸ σχέδιόν του, καὶ τίς ὠφέλεια προῆλθεν εἰς τὸ ἔθνος μέχρι τοῦδε, κύριοι; Οὐδεμίαν βλέπω· οὐδὲν ἔμαθον· τίποτε δὲν ἠκούσθη.» Σᾶς ἐρωτῶ καὶ ἐγὼ, κύριε πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, τίς ἡ ἀνάγκη τῆς συστάσεως τῶν πρεσβειῶν; Τίνες οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, οἵτινες θὰ ἐκπροσωπήσωσιν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ τὴν ἡμετέραν χώραν; ἢ μᾶλλον ἀποτείνω τὰς αὐτὰς ἐρωτήσεις, τὰς ὁποίας ἀπέτεινες καὶ σὺ εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο· τίς ἦτο ἡ ἀνάγκη νὰ ἐπιβαρύνῃς διὰ τῆς ἀποστολῆς πρεσβειῶν τὸ δημόσιον; πρόκειται περὶ κατεσπευσμένης διπλωματικῆς ἀποστολῆς, καὶ περὶ λύσεως πολιτικῶν ζητημάτων; τίνα δὲ τὰ ζητήματα ταῦτα; ἐρωτῶ καὶ ἐγώ· τίνα ἰδέαν ἔχει νὰ παρουσιάσῃ τὸ παρὸν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Εὐρώπην, διὰ νὰ ἀποστείλωμεν πρέσβεις; Ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἀποστολῆς πρέσβεων; Πρόκειται περὶ πιστώσεως ἀναγομένης εἰς τὸ παρελθὸν, πρόκειται περὶ πιστώσεως ὑπὲρ γραμματέων παρανόμως διορισθέντων, οὐχὶ περὶ ἀποστολῆς πρέσβεων. Τὸ ζήτημα τῶν πρεσβειῶν θὰ παρουσιασθῇ μετ’ ὀλίγον ὅταν θὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1876, καὶ τὸ ζήτημα τῶν πρεσβειῶν δὲν πρέπει νὰ ἀνυψωθῇ εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Οἱ ἀποδεχόμενοι τὴν ἰδέαν τῆς Κυβερνήσεως εἶναι φίλοι της, ἀλλὰ καὶ οἱ μὴ ἀποδεχόμενοι τὴν ἰδέαν ταύτην δὲν εἶναι ἐχθροί της· εἶναι ἐπίσης φίλοι της.

§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζαΐμης κατέθεσε πρότασιν εἰς τὸ προεδρεῖον, ἥτις ἔχει ὡς ἑξῆς· «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰς γενομένας συζητήσεις, ἀναγνωρίζουσα τὴν ἀνάγκην τῆς συστάσεως τῶν πρεσβειῶν, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»

§94ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ ἐγνωρίζαμεν.

§95ΧΟΪΔΑΣ. Προτείνω ἀναβλητικὴν ἔνστασιν κατὰ τῆς προτάσεως ταύτης· μετ’ ὀλίγον θὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1876· τότε ἂς ἐκφράσῃ ἡ Βουλὴ τὰς γνώμας της, τὰς πεποιθήσεις καὶ τὰς ἰδέας της. Φροντίσατε ἐν τῇ ἔσω Ἑλλάδι, μορφώσατε τὴν καρδίαν τῆς ἔσω Ἑλλάδος, ἀναπτύξατε τὴν διάνοιαν τῆς ἔσω Ἑλλάδος, μὴ ἀποστέλλετε πρέσβεις εἰς τοὺς ξένους. Ὁ νῦν πρωθυπουργὸς, ὁ τότε βουλευτὴς ἁπλοῦς, πολεμῶν τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, προβαίνει, προκειμένου περὶ πρεσβειῶν, καὶ πειρᾶται νὰ καταδείξῃ, ὅτι διὰ τῆς διοργανώσεως τῆς ἔσω Ἑλλάδος, διὰ τῆς ἠθικοποιήσεως τῆς ἔσω Ἑλλάδος, θὰ προβῶμεν ὅπως προβαίνουσιν ἄλλα ἔθνη· ἐπικαλεῖται δὲ τὴν Σερβίαν καὶ τὴν Ῥωμουνίαν. (Ἀναγινώσκει). Καὶ οἱ λόγοι οὗτοι μοῦ ὑπενθυμίζουν τὸ δημῶδες λόγιον, «ποτὲ ἡ μητρυιὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀγαπήσῃ τὰ προγόνια καθὼς ἀγαπᾷ ἡ μάνα τὰ παιδιά της.» Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀγαπήσῃ τὴν Ἑλλάδα ὅπως ἡ Ἑλλὰς ἑαυτήν. Δὲν ἦσαν ῥήτορες, δὲν ἦσαν πρέσβεις, δὲν ἦσαν πολιτικοὶ οἱ πατέρες ἡμῶν· ἦσαν εὔτολμοι ἄνδρες, ἔχοντες παλμοὺς εὐγενεῖς ἐν τῇ καρδίᾳ, καὶ διὰ τῆς τόλμης των καὶ τῆς ἀνδρείας των καὶ τῆς ἀρετῆς των κατεβίβασαν τὴν ὀφρῦν ἐκείνου, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου χαύνη ἡ Εὐρώπη ἔκλινε τὸ γόνυ. Καὶ τί ἐξεπροσώπησαν ἄχρι τοῦδε οἱ πρέσβεις ἡμῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ; Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πολλοί, καὶ ἰδίᾳ ὁ πρωθυπουργός, σᾶς ἀνέφεραν παραδείγματα, διὰ τῶν ὁποίων σᾶς κατέδειξαν, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν πρέσβεων τῆς Ἑλλάδος δὲν ἀνέλαβον τὴν ὑπεράσπισιν τῶν δικαιωμάτων της, ἀλλ’ ἐπειράθησαν ἐσχάτως νὰ δεσμεύσωσι τὴν πατρίδα τοῦ Θεμιστοκλέους καὶ τοῦ Ἀριστείδου, τοῦ Περικλέους καὶ τοῦ Φωκίωνος, παριστάνοντες, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἀναξία ἐλευθεριῶν καὶ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, οὐχὶ ἐκ πεποιθήσεων, ἀλλ’ ἐξ αἰσθημάτων φαύλων καὶ κερδοσκοπικῶν ἐλαυνόμενοι. Κύριοι ὑπουργοί, σᾶς ἀγαπῶ καὶ σᾶς ὑπολήπτομαι, καὶ πιστεύω ὅτι, κυβερνῶντες τὴν Ἑλλάδα, θὰ τὴν κυβερνήσητε καὶ θὰ τὴν διοικήσητε ὡς ἱκανοί, ὡς ἐνάρετοι καὶ ὡς φιλοπόλιδες· ἀλλὰ λυποῦμαι διότι δυστυχῶς ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ἔχων ἐναντίας ἰδέας τῶν ὑμετέρων, ἃς σέβομαι, δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ δώσω ὑμῖν τὴν ψῆφόν μου· ἡ ψῆφός μου θὰ ἐμφαίνῃ ἁπλῶς τὴν ὑποστήριξιν τῶν ἰδεῶν μου καὶ τὴν ἀπόκρουσιν τῶν ὑμετέρων, καὶ οὐχὶ δυσπιστίαν.

§96ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὰ αὐτὸ εἶναι, βέβαια.

§97ΧΟΪΔΑΣ. Ἀλλὰ σεῖς, διὰ τῆς προτάσεώς σας, διαιρεῖτε τὰς δυνάμεις τοῦ ἔθνους. Ἂν οἱ γραμματεῖς, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ πίστωσις, ἐγίνωσκον, ὅτι γίνεται τοιαύτη συζήτησις ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἥτις ἐνδέχεται νὰ λάβῃ τὰς πλέον δυσαρέστους διαστάσεις, ἤθελον προτιμήσει νὰ κόψουν τὸ νῆμα τῆς ζωῆς των παρὰ νὰ ἴδουν διχαζόμενον τὸ ἔθνος καὶ ῥιπτόμενον εἰς νέους ἀγῶνας ἀπέναντι ἐκείνων, οἵτινες τοσαῦτα κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν του καὶ τῶν νόμων του ἐγκλήματα διεπράξαντο.

§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύττεται περαιωμένη· θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Ζαΐμη.

§99ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ συζήτησις εὑρίσκεται ἐπὶ τοῦ Κεφαλ. 6 τοῦ προϋπολογισμοῦ, «ἀποστολαὶ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.»

§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς περατώσεως τῆς συζητήσεως, ὁ κύριος Ζαΐμης κατέθεσεν εἰς τὸ προεδρεῖον τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέφερα.

§101ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλ’ ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ὑποβάλλεται, δὲν συνεζητήθη ὡς ἀντικείμενον συζητήσεως.

§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζαΐμης, ὡς πόρισμα τῆς ὁμιλίας του κατέθηκε τὴν πρότασιν ταύτην· μοῦ φαίνεται, ὅτι εἶναι πολὺ συνεπής. Τώρα ἂν ὁ κ. Δεληγεώργης δὲν συμφωνῇ, ἠμπορεῖ νὰ εἰπῇ τοὺς ἰσχυρισμούς του.

§103ΧΟΪΔΑΣ. Ἐγὼ ἀγορεύων πρὸ ὀλίγου, ἐπρότεινον ἔνστασιν ἀναβλητικὴν κατὰ τῆς προτάσεως, καὶ ἐδικαιολόγησα τὴν ἔνστασιν ταύτην, εἰπὼν ὅτι ἡ πρότασις ἔπρεπε νὰ προταθῇ ἐν τῇ συζητήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τότε εἶναι περιττή.

§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἐρωτήσω λοιπὸν προηγουμένως τὴν Βουλὴν, ἂν πρέπῃ νὰ προηγηθῇ ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς τοῦ κ. Χοϊδᾶ.

§105ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶπον καὶ προχθὲς, κύριε πρόεδρε, ἐπαναλαμβάνω καὶ ἤδη, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτὴν δὲν ἐπιδιώκομεν πολιτικὸν συμφέρον, δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ἀγωνισθῶμεν ὅπως ὑπερισχύσωμεν κατὰ τῆς γνώμης τῶν ἀντιφρονούντων· εἴμεθα μόνον ἠναγκασμένοι νὰ δηλώσωμεν καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτὴν ποῖον εἶναι τὸ φρόνημά μας· διότι τὸ φρόνημα, ὅπερ ἔχομεν, δὲν τὸ ἐμορφώσαμεν ἐκ τῆς συζητήσεως αὐτῶν τῶν ἡμερῶν, εἶναι φρόνημα παλαιὸν, τὸ ὁποῖον καὶ ὡς ἀντιπολιτευόμενοι πάντοτε ὑπεστηρίξαμεν, καὶ εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐλθόντες, ὅπερ εἶναι τὸ δυσκολώτατον, τὸ ἐφηρμόσαμεν καὶ τὸ ἐπραγματοποιήσαμεν. Ἂν κάμνω ἀντίῤῥησιν κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Καλαβρύτων, δὲν τὸ πράττω διότι ἐπιδιώκω σκοπόν τινα, ἀλλὰ διότι νομίζω, ὅτι εἶναι ἄτοπον πρᾶγμα ν’ ἀποφασίζῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ προτάσεων αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι τὸ πολιτικὸν σύστημα μιᾶς Κυβερνήσεως, χωρὶς τὸ ζήτημα αὐτὸ νὰ τίθηται ὡς κύριον θέμα τῆς συζητήσεως· καὶ δὲν ἔχει, νομίζω, ὁ ῥήτωρ τὸ δικαίωμα, μὴ προκειμένου περὶ τοιούτου ζητήματος, ἀλλὰ περὶ ἄλλου, ἀφορῶντος προϋπολογισμὸν παρεληλυθότα, διότι ἐπεκαλέσθη πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ παρεληλυθότος αὐτοῦ προϋπολογισμοῦ ἓν ἐπιχείρημα, τὸ ἐπιχείρημά του νὰ τὸ μεταμορφόνουν εἰς κύριον θέμα, τὸ ὁποῖον προτείνεται ὅπως μεταμορφωθῇ εἰς ἀπόφασιν τοῦ Κοινοβουλίου, μέλλουσαν νὰ προδικάσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1876 καὶ ὁλόκληρον τὴν πολιτικὴν, ἡ ὁποία μέλλει νὰ μᾶς διοικήσῃ. Δὲν πρόκειται λοιπὸν ἐκ μέρους μας περὶ πολιτικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ζητήματος οἰκογενειακοῦ, ἀφορῶντος τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς· δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νομίζω, ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μας πρέπει νὰ μὴν ἐπιμείνῃ εἰς τοῦτο, καὶ ἡ Βουλὴ νὰ μὴ δεχθῇ ὅτι δύναται νὰ ψηφοφορήσῃ περὶ θέματος τοιούτου, ὁποῖον τὸ περιέγραψα, ἐνῷ δὲν ἦτον ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως τῶν 4 ἡμερῶν, ἀλλ’ ἐχρησίμευσεν εἰς τὸ στόμα τινῶν ἐκ τῶν ῥητόρων ὡς ἐπιχείρημα, διὰ νὰ ὑποστηριχθῇ τὸ συζητούμενον ζήτημα. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, τινὲς εἶπον, τὸ εἶπε δὲ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἔχει ἀνάγκην τῆς πιστώσεως, ἡ ὁποία συζητεῖται ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1875, διότι δὲν δύναται, ἀποῤῥιφθείσης τῆς πιστώσεως, νὰ συστήσῃ ἐκ νέου τὰς πρεσβείας· καὶ ἐγὼ δὲν ἐνόησα, κύριοι, ἀκριβῶς τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων τῶν ῥητόρων καὶ τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἠξεύρω ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1876 θέλει συζητηθῇ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ νὰ συστηθῶσιν αἱ πρεσβεῖαι, ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ χάσῃ παντάπασι καιρὸν ἵνα τὰς συστήσῃ, οὔτε πιστεύω ὅτι εἶναι καμμία κατεπείγουσα ἀνάγκη, ἐκτὸς ἂν μᾶς παρουσιάσῃ τὴν ἀνάγκην ταύτην νὰ συστήσῃ αὐτὰς πρὸ τῆς παρελεύσεως τοῦ Δεκεμβρίου. Μ’ ὅλα ταῦτα, μὴ θέλων νὰ ἐπέμβω αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ τοῦ ἐπιχειρήματος, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι καθ’ ὅλας τὰς συζητήσεις τῶν τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζαΐμη ἦτον ἐπιχείρημα μὲν εἰς τὰ στόματά τινων τῶν ῥητόρων, δὲν ὑπῆρχεν ὅμως ἀντικείμενον συζητήσεως· καὶ σᾶς ἀναμιμνήσκω ὅτι δύο ἐξ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐλάβομεν δραστηριώτερον μέρος εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν, ὁ κ. Τρικούπης καὶ ἐγὼ, ῥητῶς ἐσημειώσαμεν, ὅτι ἀπέχομεν πάσης συζητήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος, ἐὰν πρέπει ἡ Ἑλλὰς νὰ ἔχῃ διαρκεῖς πρεσβείας, καὶ ὅτι ἐπεφυλάχθημεν ἀμφότεροι νὰ συζητήσωμεν περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1876. Ἀλλ’ ἐπειδὴ αἱ συζητήσεις ἐν τῷ κοινοβουλίῳ μας εἶναι πολὺ ἐλεύθεραι, διὰ τοῦτο κανεὶς δὲν ἐνόησε νὰ ἐμποδίσῃ καὶ τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα. Μεθ’ ὅλα ταῦτα, νομίζω, ὅτι τὸ δίκαιον ἀπαιτεῖ ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζαΐμη νὰ μὴ γείνῃ ἀντικείμενον ψηφοφορίας, καὶ πιστεύω καὶ ὁ κ. Ζαΐμης θὰ συμφωνήσῃ εἰς τοῦτο.

§106Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν συζήτησιν τὴν τετραήμερον, ἥτις ἔλαβε χώραν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, τὸ πρώτιστον ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως ὑπῆρξε τὸ ζήτημα τῆς συστάσεως τῶν πρεσβειῶν. Ἐπὶ τέσσαρας ὅλας ἡμέρας ἐσυζητήθη ἡ ἀνάγκη ἢ μὴ τῆς συστάσεως αὐτῶν, καὶ ὅλοι οἱ λαβόντες μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην διεπραγματεύθησαν μᾶλλον περὶ πρεσβειῶν παρὰ περὶ τῆς πιστώσεως τῆς χορηγουμένης διὰ τοὺς γραμματεῖς. Εἰς τὰ Κοινοβούλια δὲ, ὅταν συζητῶνται ἐπὶ τέσσαρας ὅλας ἡμέρας ζητήματα σπουδαῖα, ἅτινα αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις κατέστησε σπουδαῖα, εἰς ὅλα, λέγω, τὰ Κοινοβούλια, μετὰ τοιαύτην συζήτησιν, δὲν καταφεύγουσιν εἰς ὑπεκφυγὰς, ἀλλὰ συνήθως προτείνεται ἡμερησία τις διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν καταδεικνύεται τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς. Ὁμιλήσας ὑπὲρ τῆς συστάσεως τῶν πρεσβειῶν, κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠγόρευσαν κατ’ αὐτῶν, καὶ εὐγλώττως ἀνέπτυξαν τὰς ἰδέας των ταύτας, κατέληξα εἰς τὸ πόρισμα, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀποφανθῇ ἀπὸ τοῦδε ὑπὲρ τῆς συστάσεως τῶν πρεσβειῶν. Δὲν εἶναι ἀνάγκη, φρονῶ, ἐπιφυλάξεως ἄλλης κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1876, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ῥητῶς σᾶς εἶπε· ζητῶ τὴν ἀντιμισθίαν διὰ τοὺς γραμματεῖς τῶν πρεσβειῶν, διότι σκοπὸν ἔχω νὰ συστήσω τὰς πρεσβείας, τὰς ὁποίας θεωρῶ ἀναγκαιοτάτας διὰ τὸ συμφέρον τῆς Ἑλλάδος. Μετὰ τοιαύτην λοιπὸν συζήτησιν, πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ καταλήξῃ εἰς πόρισμά τι, πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐξενέγκῃ τὴν γνώμην ἑαυτῆς, διότι ἄλλως ἡ συζήτησις τεσσάρων ὅλων ἡμερῶν οὐδένα ἄλλον δύναται νὰ ἔχῃ σκοπὸν εἰμὴ τὴν ἀπώλειαν τοῦ χρόνου. Τοιαύτη δὲ φρονῶ, ὅτι εἶναι ἡ διάθεσις τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω εἰς τὴν ψηφοφορίαν τῆς προτάσεώς μου, ἡ ὁποία δὲν εἶναι, κατ’ ἐμὲ, μόνον τὸ πόρισμα τοῦ λόγου τοῦ ἰδικοῦ μου, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν ἀξιοτίμων καὶ διαπρεπῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην μου, ἢ οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν μετ’ ἐμοῦ εἰς τὴν συζήτησιν, ὡς ὁ κ. Τρικούπης, ὁ κ. Δηλιγιάννης καὶ ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ὡμίλησε κυρίως περὶ τῶν πρεσβειῶν· ὁ κ. Τρικούπης ἐν ἐκτάσει ἐπέμεινεν ἐπὶ τῆς πιστώσεως, διότι ἡ πίστωσις αὕτη ἀπέβλεπε περισσότερον τὴν διαχείρισιν αὐτοῦ. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἦναι ἀξιοπρεπές διὰ τὴν Βουλὴν, μετὰ τοσαύτην συζήτησιν τετραήμερον, νὰ μὴ φθάσῃ εἰς ἓν συμπέρασμα καὶ εἰς ἓν πόρισμα· εἰς τοῦτο δὲ ἀποβλέπει ἡ πρότασις, ἣν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὸ Προεδρεῖον.

§107ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κ. πρόεδρε, ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζαΐμη εἶναι πρότασις ἰδία. Θέμα ἔχομεν τὴν πληρωμὴν τοῦ μισθοῦ τῶν γραμματέων τῶν πρεσβειῶν· εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν παρενέβησαν καὶ ζητήματα ἄλλα, ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι ξένα τοῦ κυρίου ζητήματος, καὶ παρατηρήσατε πόσον ἀπέχει ἡ μία πρότασις τῆς ἄλλης. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζαΐμη εἶναι πρότασις κυρία, ἀφορᾷ τὴν σύστασιν τῶν πρεσβειῶν, καὶ δὲν δύναται νὰ εἰσαχθῇ, ἐὰν δὲν ἐγγραφῇ κατὰ τὴν τάξιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Λέγω λοιπὸν, ὡς ζήτημα τάξεως εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζαΐμη· δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς οὐσίας, ἀλλὰ λόγῳ τάξεως δὲν δύναται νὰ ψηφοφορηθῇ, διότι τὸ κύριον θέμα εἶναι ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ ὁποίου ἀνεφύη τὸ παρεμπῖπτον ζήτημα περὶ τοῦ ἐμμίσθου ἢ ἀμίσθου τῶν γραμματέων τῶν πρεσβειῶν, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ πρέπει νὰ ψηφίσωμεν. Ἐπὶ δὲ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ζαΐμη, οἱανδήποτε καὶ ἂν ἔχωμεν γνώμην, δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν ὑπὲρ ἢ κατὰ, διότι ἀντιβαίνει εἰς τὴν τάξιν καὶ εἶναι ἀπαράδεκτος.

§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ αὐτὸ τὸ ζήτημα ἐπεραιώθη ἡ συζήτησις.

§109ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Λοιπὸν παρατηρῶ, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι γνωστόν, καὶ περὶ αὐτοῦ θὰ ψηφίσωμεν, περὶ δὲ τοῦ ἄλλου, ἂς γείνῃ πρότασις.

§110ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Νομίζω ὅτι ὁ προλαλήσας ποιεῖ σύγχυσιν δύω διαφόρων ζητημάτων· νομίζει, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζαΐμη εἶναι πρότασις συστάσεως τῶν πρεσβειῶν, ὅτι εἶναι πρότασις νόμου, καὶ διὰ τοῦτο ἀπαιτεῖ, ὅπως ἡ πρότασις τυπωθῇ, διανεμηθῇ καὶ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ ζήτημα, ἀλλὰ ἡ συζήτησις αὕτη ἡ τετραήμερος δὲν περιεστράφη μόνον εἰς συζήτησιν οἰκονομικὴν ἀφορῶσαν τὸ κονδύλιον, ἀλλὰ καὶ εἰς συζήτησιν πολιτικὴν, καὶ δὲν δύναταί τις ν’ ἀντιτείνῃ, ὅτι ἡ πολιτικὴ συζήτησις ἔλαβε τὰς εὐρυτέρας διαστάσεις. Νομίζετε, ὅτι ἡ συζήτησις αὐτὴ ἐγένετο διὰ τὰς 82,000 δραχμάς; Ὄχι· ἀνεφύη τὸ ζήτημα τῆς συστάσεως τῶν πρεσβειῶν, τὸ ζήτημα τὸ πολιτικὸν, διότι ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐπιμένει εἰς τοῦτο, λέγουσα ὅτι ἡ διαγραφὴ αὕτη καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν ἀνασύστασιν τῶν πρεσβειῶν, ἄνευ τῆς ὁποίας ἐδήλωσεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι δὲν δύναται νὰ μένῃ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Τώρα ἠμποροῦμεν ν’ ἀρνηθῶμεν, ὅτι ἔχομεν πολιτικὴν συζήτησιν; Δὲν εἶναι δυνατόν, διότι πάντες οἱ ῥήτορες ἠγόρευσαν περὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης, καὶ ὀλίγιστοι περιωρίσθησαν εἰς τὸ ζήτημα τῶν 82,000 δραχμῶν. Τώρα τί πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν; Πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν τὴν κυρίαν πρότασιν τῶν 82,000 δραχμῶν, ἀλλὰ ᾐτιολογημένως, ὅτι ψηφίζομεν αὐτὴν, διότι θέλομεν τὴν σύστασιν τῶν Πρεσβειῶν. Πάντα ταῦτα περιλαμβάνει ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζαΐμη, τὴν ὁποίαν ἄλλως ἐξέλαβεν ὁ συνάδελφός μας ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς, διότι δὲν εἶναι εἰσαγωγὴ νόμου ἡ πρότασις βουλευτοῦ, ἀλλ’ εἶναι πόρισμα τῆς συζητήσεως φυσικώτατον, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ, ἐκτὸς ἂν θέλῃ νὰ λέγῃ, ὅτι δὲν ὑφίσταται τὸ πασίδηλον.

§111ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ὅσα καὶ ἂν εἶπεν ὁ προλαλήσας δὲν ἠμποροῦν νὰ μεταβάλωσι τὰ διὰ τοῦ Κανονισμοῦ περὶ τάξεως νομοθετημένα. Εἶπεν ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι πολιτικόν, ἔστω· ἀλλὰ τὸ θέμα τὸ ὑπὸ συζήτησιν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ μεταβάλωμεν.

§112ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θέλω ἐννοήσει εὐκόλως μίαν ψηφοφορίαν, διὰ τῆς ὁποίας ἤθελεν ἀποφασισθῆ ὅτι τῷ ὄντι ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζαΐμη πρέπει νὰ γείνῃ ἀντικείμενον ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς· δὲν ἠμπορῶ ὅμως νὰ ἐννοήσω τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐπροτάθησαν ἐν τῷ μεταξὺ. Πῶς ἠμπορεῖ, εἶπεν ὁ κ. Ζαΐμης, νὰ παρέλθῃ ἡ Βουλὴ ἄνευ προσοχῆς τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐσυζητήσαμεν λεπτομερῶς ἐπὶ τετραήμερον ὑπὲρ τῶν πρεσβειῶν; Ἀλλ’ αὐτὸ, κύριοι, δὲν ἀφορᾷ διόλου τὴν Βουλὴν, εἶναι ἐρώτησις, ἡ ὁποία δὲν ἔπρεπε νὰ προταθῇ εἰς αὐτὴν, εἶναι ἰδέα, ἡ ὁποία ἦτον ἀναξία νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ θέμα, διότι δὲν δύναται νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ περὶ πράγματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως αὐτῆς· ἡ δὲ καλὴ πίστις, κύριοι, ὑπηγόρευεν, ὅταν οἱ ἀγορεύοντες διϊσχυρίσθησαν ὅτι δὲν εἰσέρχονται εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ πρεσβειῶν ζητήματος, διότι περὶ αὐτοῦ δὲν ἐπρόκειτο, νὰ μὴ τεθῇ τοιοῦτον ζήτημα· ἀλλὰ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐπρόκειτο νὰ θέση τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, μᾶς ἀνήγγειλε συγχρόνως, ὅτι ἡ Βουλὴ καλεῖται ν’ ἀποφασίσῃ ἂν πρέπῃ νὰ ἔχωμεν εἰς τὸ ἑξῆς πρεσβείας, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον καὶ ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι, καὶ δὲν συντελεῖ πρὸς τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία πρέπει νὰ σχηματίζηται κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς ἣν προσκαλεῖται ἡ Βουλὴ. Ἐρωτῶ, εἰς τί εἴδους προτάσεις δυνάμεθα νὰ κατατάξωμεν τὴν πρότασιν αὐτήν; Ὁ κ. Ῥοντήρης εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι πρότασις νόμου· δὲν πρέπει ἑπομένως νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ καὶ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ κατόπιν συζητηθῇ. Τί εἶναι λοιπόν; Εἶναι προϋπολογισμός; Ἐὰν ᾖναι προϋπολογισμός, παρακαλῶ νὰ μοὶ δείξητε τὸ μέρος εἰς τὸ ὁποῖον ἀπαντᾶται. Ἐνοήσατε ποῦ κατήντησαν; Δὲν εἶναι πρότασις, ἀλλὰ αἰτιολογία τῆς παραδοχῆς τοῦ κονδυλίου· λοιπὸν ἡ Βουλὴ πρόκειται ν’ ἀποφασίσῃ τὴν αἰτιολογίαν τῆς πιστώσεως τὴν ὁποίαν ἐξελέγχει!!! Ἕως τώρα δὲν τὸ εἶδα αὐτό. Ἀλλὰ παρεκτὸς τούτου, ὅταν ἀποφασίζωμεν νὰ εἰσαγάγωμεν αὐτὸ τὸ σύστημα εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ζαΐμη θὰ τὴν θέσωμεν ἐντὸς, διότι δὲν εἶναι δικαιολογία, ἀλλὰ μᾶλλον εἶναι ἀργύριον, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι, κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ζαΐμη, δὲν χορηγεῖται δαπάνη 450,000 δραχμῶν. Θὰ ᾖναι ὅλως διόλου ἀναξιοπρεπὲς εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν, ἀφοῦ ἐπιψηφίσῃ τὴν πρότασιν ταύτην, τὴν ἀναγκαίαν καὶ ἀναπόφευκτον, μετὰ ταῦτα νὰ εἴπῃ, δὲν συνιστῶ τὰς πρεσβείας καὶ δὲν δίδω τὴν πίστωσιν. Λοιπὸν ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζαΐμη δὲν εἶναι δικαιολογία, τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1875, ἀλλὰ εἶναι πίστωσις, εἶναι προϋπολογισμὸς, εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1876. Καὶ σᾶς ἐνθυμίζω, κύριοι, ὅτι καὶ τὸ Σύνταγμα ἐμπόδιζε τὸν κ. Ζαΐμην νὰ φέρῃ τοιαύτην πρότασιν, διότι τὸ Σύνταγμα δὲν ἐπιτρέπει ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ φέρωνται τοιαῦται προτάσεις, διότι κατ’ αὐτὸ, οὐδεμία πρότασις περιέχουσα δαπάνην πηγάζει ἐκ τῆς Βουλῆς. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι παροῦσα, ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀνάγκην τῆς συστάσεως τῶν πρεσβειῶν τὴν γνωρίζει, καὶ αὐτὴ ἔχει πρώτη τὸ δικαίωμα περὶ αὐτῆς τῆς ἀνάγκης νὰ ὁμιλήσῃ· τὸ πολὺ πολὺ, ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ φέρῃ τὴν πρότασιν αὐτὴν, ἀλλὰ δὲν τὴν ἔφερε καὶ δὲν τὴν φέρει, εἶμαι βέβαιος, διότι γινώσκει, ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τοὺς κανόνας τῶν συζητήσεων καὶ ἀποφάσεων, καὶ ὅτι δὲν ἔχει τὸν τόπον της ψηφιζομένη σήμερον.

§113Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.

§114ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τί θὰ γείνῃ, κύριοι, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1876; Νομίζω, ὅτι καμμία συζήτησις καὶ καμμία προσπάθεια πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος τῶν πρεσβειῶν δὲν δύναται νὰ γείνῃ· τὸ ζήτημα θὰ ᾖναι λελυμένον, καὶ οὐδὲν ἄλλο θὰ πράξωμεν, παρὰ νὰ μεταγράψωμεν τὴν σημερινὴν ἀπόφασίν μας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐκείνῳ. Λοιπὸν, κύριοι, μὴ δεχθῆτε αὐτὸ τὸ προηγούμενον, μὴ θελήσετε νὰ καθιερώσητε μίαν τοιαύτην ἀταξίαν, ἀντιβαίνουσαν εἰς τὴν ὀρθότητα τῶν σκέψεων· μὲ αὐτὸ τὸ σύστημα, νὰ ἦσθε βέβαιοι, κύριοι, θὰ πέσωμεν εἰς πολλὰ ἀτοπήματα, μ’ ὅλον ὅτι ὁ κ. Ζαΐμης δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι δὲν ἔχει πρὸ ὀφθαλμῶν τι, ἀλλὰ τὸ προηγούμενον θέλει εἶσθαι λίαν βλαπτικόν. Τὰ προηγούμενα δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχουν, διότι ὁτὲ μὲν γίνεται χρῆσις αὐτῶν καλὴ, ὁτὲ δὲ κακὴ, αἱ δὲ περιστάσεις πρὸς καλὸν ἢ κακὸν δὲν λείπουν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Δὲν βλέπω μάλιστα νὰ ὑπάρχῃ συμφέρον οὔτε εἰς τὰς μερίδας τὰς πολιτικὰς, αἱ ὁποῖαι ὑποστηρίζουν τὴν σύστασιν τῶν πρεσβειῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ· ἡ γνώμη αὐτῶν ἀπολαμβάνει τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς μεγάλης πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, εἶναι γνώμη δηλονότι τῆς μεγάλης πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, καθ’ ἃ παρατηρῶ, ἑπομένως δὲν θὰ παραβλαφθῇ· ἐνῷ τὸ νὰ θέλωμεν νὰ καθιερώσωμεν αὐτὸ τὸ προηγούμενον ἀντιβαίνει πρὸς τὴν ἐλευθέραν καὶ πεφωτισμένην σκέψιν καὶ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο ἐπαναλέγω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς αὐτὸ, ἀλλὰ ν’ ἀποφασίσωμεν περὶ τῆς πιστώσεως, καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ῥητόρων κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1876, οὐχὶ δὲ νὰ προδικάσωμεν αὐτόν.

§115Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι πολὺ, διότι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Μεσολογγίου. Τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ μεταξὺ ὑπέβαλε κατὰ τῆς προτάσεώς μου, δύνανται νὰ συγκεφαλαιωθῶσι δυστυχῶς εἰς δύω τινά· πρῶτον, εἰς παραγνώρισιν ὅλων τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων, τῶν παραδεδεγμένων παρὰ τοῖς κοινοβουλευτικοῖς ἔθνεσι καὶ παρ’ ἡμῖν, καὶ εἰς παρερμηνείαν ἄρθρου τινὸς τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Δεληγεώργης εἶπεν, ὅτι ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἀπαγορεύει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ προτείνῃ προτάσεις πρὸς αὔξησιν τῶν δαπανῶν. Τοιοῦτόν τι δὲν λέγει τὸ Σύνταγμα, καὶ φαίνεται, δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του ὁ κ. Δεληγεώργης αὐτὸ ὅταν ἔκαμεν αὐτὴν τὴν παρατήρησιν· τὸ Σύνταγμα ὁμιλεῖ περὶ προτάσεως, πρὸς αὔξησιν ἐξόδων, ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ἐννοεῖ δὲ τὴν ἀποβλέπουσαν εἰς πρόσωπα, οὐχὶ εἰς θεσμὸν, οὐχὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἄπειρα παραδείγματα δύναμαι νὰ σᾶς φέρω, κατὰ τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ ἐπέβαλεν αὔξησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους· ἀβάσιμον λοιπὸν καὶ σαθρὸν τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο περὶ τοῦ Συντάγματος ἐξελέγχεται. Ἀλλὰ τοιοῦτον εἶναι καὶ τὸ ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἀντέταξεν, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη ἀντιβαίνει εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα· ἐξ ἐναντίας ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, εἶναι σύμφωνος, ὅπως σᾶς εἶπον, καὶ πρὸς τὰ ἔθιμα καὶ τῶν λοιπῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθνῶν, καὶ πρὸς τὰ ἔθιμα τοῦ ἑλληνικοῦ κοινοβουλίου. Ὅταν γίνεται ἐντὸς Βουλῆς πολιτική τις συζήτησις, δὲν λύεται ἡ συνεδρίασις, οὐδὲ ἀναχωροῦσιν ἐκ τοῦ βουλευτηρίου οἱ βουλευταί, ἐξερχόμενοι τῶν θυρῶν ἄνευ γνώμης. Ὅταν ἐμεσολάβησε τετραήμερος συζήτησις, καθ’ ἣν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου ἔλαβε μέρος κατὰ τῶν πρεσβειῶν, ὅταν ἄλλοι ἐσυζήτησαν, ἀντιταχθέντες πρὸς αὐτόν, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἐξήγησε τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἀποδέχεται τὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐγγραφεῖσαν πίστωσιν ὑπὲρ τῆς μισθοδοσίας τῶν γραμματέων, ὅταν λέγω ὅλα ταῦτα ἔλαβον χώραν, θὰ ᾖναι ἀναξιοπρεπὲς εἰς τὴν Βουλὴν νὰ καταφεύγῃ εἰς ὑπεκφυγάς. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐσχημάτισε πεφωτισμένην τινὰ γνώμην, ὀφείλει νὰ τὴν ἐξενέγκῃ, εἴτε ὑπὲρ, εἴτε κατὰ τῶν πρεσβειῶν· ἀλλὰ δὲν ἔχει τις τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐκφέρῃ τοιαύτην γνώμην, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ τὴν ἀναβάλῃ διὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1876. Ἐννοεῖτε, κύριοι, ὅτι, ἐὰν σήμερον ἡ Βουλὴ ἐκφέρῃ μίαν γνώμην ὑπὲρ ἢ κατὰ τῶν πρεσβειῶν, δὲν ἀπαγορεύεται, οἱ κατὰ τῶν πρεσβειῶν ἀντιστρατευθέντες νὰ τὴν συζητήσωσι καὶ κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1876· ἀλλὰ βεβαίως καὶ ἡμεῖς, οἵτινες θὰ ψηφίσωμεν ὑπὲρ τῶν πρεσβειῶν, δι’ ἡμᾶς τὸ ζήτημα εἶναι προδεδικασμένον, εἶναι τετελεσμένον, καὶ δὲν θέλομεν μεταβάλει τὴν ψῆφόν μας, καὶ μάλιστα εἰς διάστημα δύω ἢ τριῶν ἡμερῶν, διότι μετὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἡμέρας ἔρχεται ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου. Λοιπὸν καὶ αὐτὸ τὸ προδεδικασμένον, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὡς ἐπιχείρημα κατὰ τῆς προτάσεώς μου ὁ κ. Δεληγεώργης, τὸ προδεδικασμένον αὐτὸ δὲν δύναται νὰ βλάψῃ τὰς ἰδέας του· ἀλλὰ βεβαίως, κύριοι, ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφίσωμεν σήμερον ὑπὲρ τῆς συστάσεως τῶν πρεσβειῶν, ἡμεῖς βεβαίως εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἔχωμεν τὴν αὐτὴν γνώμην καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1876. Τοιαύτη, κύριοι, εἶναι ἡ τακτικὴ τῶν κοινοβουλίων· εἰς ὅλα τὰ κοινοβούλια, ὅταν λαμβάνῃ χώραν πολιτικὴ συζήτησις, δὲν ζητοῦν δι’ ὑπεκφυγῶν νὰ μὴ ἔλθωσιν εἰς ἓν πόρισμα. Δὲν ἠμποροῦμεν ἡμεῖς πολιτικὴν συζήτησιν τετραήμερον νὰ μηδενίσωμεν, ἄνευ πορίσματος καὶ ἄνευ ἀποτελέσματος, καὶ ὅταν, ὡς σᾶς εἶπον, ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία συνηγόρησεν ὑπὲρ τῆς ἐγγραφῆς τῆς πιστώσεως πρὸς ἀντιμισθίαν τῶν γραμματέων, συνέδεσε τὸ ζήτημα τοῦτο ῥητῶς μὲ τὴν ὕπαρξιν τῶν πρεσβειῶν. Εἴτε σήμερον, κύριοι, λύσετε τὸ ζήτημα τοῦτο, εἴτε μετὰ τρεῖς ἡμέρας, σᾶς ἐρωτῶ, ποία εἶναι ἡ διαφορά; Καὶ βεβαίως τὸ ζήτημα τῶν πρεσβειῶν καὶ ἡ κατάργησις αὐτῶν δὲν ἐπροκάλεσε καὶ τῆς πληρωμῆς ταύτης τὴν κατάργησιν; Καὶ δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε, ὅτι καθ’ ὅλον τὸ τετραήμερον ἐγένετο ἐκτενὴς συζήτησις περὶ τῆς ὑπάρξεως τῶν πρεσβειῶν; Σᾶς ἐρωτῶ, δὲν ἠκούσατε τὸν κ. Δεληγεώργην ἀγορεύοντα κατ’ αὐτῶν; Δὲν σᾶς ἐξήνεγκεν ἐπιχειρήματα ἐκ τῆς πείρας, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησεν ὡς ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν; Δὲν σᾶς εἶπεν, ὅτι εἷς πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος ἔκαμεν ἓξ μῆνας νὰ ἰδῇ τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν; Τί ἄλλο ἀπέβλεπεν ἡ συζήτησις αὕτη εἰμὴ τὴν ὕπαρξιν τῶν πρεσβειῶν; Πῶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ σήμερον, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν πρεσβειῶν δὲν ἐσυζητήθη; Διὰ τοὺς λόγους τούτους, κ. πρόεδρε, ἐμμένω εἰς τὴν πρότασίν μου, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ὄχι μόνον μὴ ἀντικειμένην εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, ἀλλὰ λίαν συνταγματικήν.

§116ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ πρότασις ἡ σημερινὴ θὰ ἔχῃ αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι ἄλλοτε θὰ συναθροίζουν ὅλα τὰ ζητήματα τῆς συνεδριάσεως τὴν πρώτην ἡμέραν, καὶ ὕστερον θὰ ἔχωμεν τὸ δεδικασμένον.

§117ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κύριος Δεληγεώργης καὶ πολλοὶ τῶν βουλευτῶν ἐπιμένουν εἰς τὰς ἀρχὰς καὶ πεποιθήσεις των· τοὺς τιμῶ. Ἐμμένομεν καὶ ἡμεῖς, ἑπομένως διαφωνοῦμεν, καὶ εἰς τὴν διαφωνίαν μας ἐγὼ δίδω τὴν ἀληθῆ σημασίαν· δὲν θέλω δηλαδὴ οὔτε νὰ τὴν ἐκτείνω, οὔτε νὰ τὴν περιορίσω, εἶναι διαφωνία ἀρχῶν, τὰς ὁποίας ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἔχει. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ὁ κ. Ζαΐμης ἔχει δίκαιον, καὶ ὅτι ἡ πρότασίς του πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ. Διατὶ συζητοῦμεν 4 ἡμέρας ἐδῶ; Συζητοῦμεν ἆρά γε περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν 80,000 δραχ. ἁπλῶς, ἐὰν θὰ ἀπαλείψωμεν τὸ κονδύλιον, ἐὰν τὸ ποσὸν αὐτὸ ἦναι πολὺ ἢ ὀλίγον, ἐὰν δυνάμεθα νὰ τὸ πληρώσωμεν ἢ οὐχί; συζητοῦμεν τὸ νόμιμον ἢ παράνομον τῆς πράξεως, ὅτι δηλαδὴ ἡ διατήρησις τῶν γραμματέων εἶναι παράνομος, ὅπως ἦτο παράνομος ἡ ἐγκαθίδρυσις καὶ πληρωμὴ τῶν πρεσβειῶν, περὶ τῶν ὁποίων χθὲς ἀπεφάνθημεν; Ὄχι· ζητήματα τοιαῦτα οὔτε ὑπῆρξαν, οὔτε παρουσιάσθησαν εἰς τὰς συζητήσεις μας. Συζητοῦμεν ἐὰν πρέπῃ νὰ ἀποζημιωθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι, ὡς ἐνεργήσαντες ὑπηρεσίαν χρήσιμον, ἀναγκαίαν καὶ ἀναπόφευκτον. Οἱ μὲν, κύριοι, εἶπον ὅτι δὲν πρέπει νὰ πληρωθῶσι, διότι ἡ ὑπηρεσία των εἶναι ἄχρηστος, ὅπως ἄχρηστος εἶναι καὶ ἡ ὑπηρεσία τῶν πρέσβεων, διότι οἱ πρέσβεις εἶναι περιττοί· ἡμεῖς εἴπομεν ὅτι πρέπει ν’ ἀποζημιωθῶσι, διότι ἐξετέλεσαν ὑπηρεσίαν χρήσιμον, διότι δι’ αὐτῶν ὑπάρχουν, δι’ αὐτῶν διετηρήθησαν αἱ πρεσβεῖαι, καὶ τὰς πρεσβείας ἡμεῖς θεωροῦμεν ἀναγκαίας καὶ χρησίμους· ὑπάρχει δὲ διαφορά, ὅτι οἱ γραμματεῖς δὲν ἐπληρώθησαν μέχρι τοῦδε καὶ ἤδη ζητεῖται ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς νὰ πληρωθῶσι. Τὸ ζήτημα λοιπὸν, κύριοι, ὁλόκληρον εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ὑπάρξεως τῶν πρεσβειῶν· ἀφαιρέσατε ἤδη τὴν ἰδέαν αὐτὴν, ἀφαιρέσατε τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν πρεσβειῶν, καὶ δὲν μένει παρὰ τὸ ζήτημα τῶν χρημάτων. Ἀλλὰ διὰ τὸ ζήτημα τῶν χρημάτων συζητοῦμεν τόσας ἡμέρας;

§118ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὶ ἔχουν νὰ κάμουν αἱ πρεσβεῖαι;

§119ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ἡ ὑπηρεσία τῶν πρεσβειῶν, τὰς ὁποίας οἱ γραμματεῖς διεύθυνον.

§120ΧΟΪΔΑΣ. Ἐν τούτοις, κύριε πρόεδρε τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ἕνεκα τοῦ δισταγμοῦ μας, ἕνεκα τῶν διαιρέσεών μας, οἱ ἐχθροί μας, οἵτινες εἰσὶν ἐχθροὶ τῆς πατρίδος καὶ τῶν νόμων της, γελῶσι τῇ στιγμῇ ταύτῃ γέλωτα τοῦ θεοῦ Μώμου. (Θόρυβος).

§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι, θὰ γείνῃ ψηφοφορία· καθήσατε.

§122ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Προτείνω τὸ ἀπαράδεκτον.

§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν, ἐὰν δέχηται νὰ προταχθῇ ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ζαΐμη.

§124ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπροτάθη τὸ ἀπαράδεκτον, καὶ περὶ αὐτοῦ θὰ ἐρωτήσητε.

§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τούτου θὰ ἐρωτήσω.

§126ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§127ΧΟΪΔΑΣ. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἀποῤῥιφθῇ ἡ πρότασις τοῦ ἀπαραδέκτου, ἐννοεῖται ὅτι θὰ ψηφοφορηθῇ πάλιν ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζαΐμη.

§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐννοεῖται αὐτό.

§129ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ὑπό τινων τῶν συναδέλφων ἐδῶ ἐγεννήθη δισταγμὸς περὶ τῆς ἐννοίας τῆς προτάσεως τοῦ κ. Δεληγεώργη. Θεωροῦμεν ἐν τῇ συζητήσει τῇ προκειμένῃ ἀπαράδεκτον τὴν ψηφοφορίαν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ζαΐμη, ὄχι κατ’ οὐσίαν.

§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζαΐμη εἶναι ἀπαράδεκτος, λέγουν ναί, οἱ παραδεχόμενοι τοὐναντίον, λέγουν ὄχι. Γίνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Πρωτόκολλον ψηφοφορίας τῶν Βουλευτῶν Ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος· Παρεδέχεται ἡ Βουλὴ ὡς ἀπαράδεκτον τὴν πρότασιν τοῦ ἐκ Καλαβρύτων βουλευτοῦ Θ. Ζαΐμη, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰς γενομένας συζητήσεις, ἀναγνωρίζουσα τὴν ἀνάγκην τῆς συστάσεως τῶν Πρεσβειῶν, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Κ. Θεοδώρου ΟΑἴας Καραβίας Ο
Ἰωάννης Μπόγδανος ΟΘρασ. Ζαΐμης Ο
Ὄθων Παπαλεονάρδος ΟΣ. Ν. Πετιμεζᾶς Ν
Μ. Καΐρης Ὀρφανός ΝΑ. Γ. Πετιμεζᾶς Ο
Νικ. Μαυροκορδάτος ΟἈργ. Διαμαντόπουλος Ο
Ἰω. Κυριακός ΟΝικόλ. Πετιμεζᾶς Ν
Γεώργ. Δ. Τσώκρης Περ. Μαυρομιχάλης Ν
Ἀνδρ. Δανόπουλος ΟΓ. Πεῤῥωτής Ο
Γ. Παπαλεξόπουλος ΟΔημ. Κάρτσωνας Ο
Δ. Γ. Ῥάλλης ΟἈλέξ. Κοντόσταυλος Ο
Τιμολέων Φιλήμων ΝἸω. Δ. Χατζῆ Νικολῆ Ο
Δ. Καλλιφρονᾶς ΝΝ. Παπανικολάου Ο
Ὄθων Μακρυγιάννης ΝἸω. Μπαλάφας
Π. Πετράκης ΟἸω. Χωρεπισκοπίδης Ο
Στ. Κολιάτσος ΟΠοθητὸς Ῥεβελάκης Ο
Κ. Στράτος ΝΠ. Γεννατᾶς
Δημ. Γρίβας Ἰάκ. Πολυλᾶς Ο
Γ. Γεροθανάσης ΟΝ. Βασιλάκης Ο
Χρ. Κατσικογιάννης ΟΣ. Α. Νοταρᾶς Ο
Θ. Δηλιγιάννης ΟἈνδρ. Νοταρᾶς Ο
Εὐθ. Δεληγιάννης ΟἸω. Δεληγιάννης Ν
Γ. Λαδόπουλος Γ. Κούστας
Α. Α. Ἀντωνόπουλος ΟἈρ. Μεντζελόπουλος
Γ. Πλαπούτας Ἀγ. Μεταξᾶς Ν
Ἀριστ. Λιδωρίκης ΟΠαναγ. Βενιεράτος
Κ. Ἀναγνωστόπουλος ΝΝ. Βαλσαμάκης Ο
Ν. Κατσικαπῆς ΟῬόκος Χοϊδᾶς Ν
Ν. Παπαμιχαλόπουλος ΟΑ. Βαρβαρῆγος Ν
Γ. Ζουμπουλάκης ΝΚ. Πανάρετος Ο
Ἀντ. Μήτσας Δ. Ῥαπτάκης Ο
Γ. Μίλησης ΟΧ. Χρηστόπουλος Ο
Δ. Βουλπιώτης ΝΔ. Βροντίσης Ο
Σπ. Καραϊσκάκης ΟΚ. Κατσικόπουλος
Δ. Γ. Δημητριάδης Ῥήγας Τσιρόπουλος
Γ. Κασβίκης ΝΜελέτ. Ῥουσσόπουλος Ο
Κ. Λομβάρδος ΟΝ. Λεώπουλος
Ν. Λούντζης ΟΑ. Μαυρομιχάλης
Ἀνδρ. Γαΐτας ΦοσκάρδηςΟΝικήτ. Βαρβιτσιώτης Ο
Ἰω. Νέγκας ΟἈναστ. Κορφιωτάκης Ο
Διον. Κολυβᾶς ΟΦίλων Φίλωνος Ο
Ἀνδρ. Αὐγερινός ΟΓ. Λάπας Ο
Ἐπαμ. Κρεστενίτης Ἀριστ. Ῥούκης Ν
Λύγ. Πετραλιᾶς Ἀλκ. Παπαλουκᾶς
Κ. Ζαρειφόπουλος ΝἸω. Παπαζαφειρόπουλος Ο
Θεμ. Δαραλέξης ΟΠαναγ. Μανέτας Ο
Λ. Κατσίνας ΝΔ. Ζέγγελης
Παναγ. Οἰκονόμου ΟἈριστ. Σακελλαρόπουλος Ο
Διομ. Διαμάντης ΝΦίλιππος Βάρβογλης Ο
Νικολ. Νομικός Ἀθαν. Κατριβάνος Ο
Ἀριστ. Βαλέττας ΝἨλ. Κοσσονάκος
Δημ. Γαβαλᾶς ΟΓ. Νικολαΐδης Ο
Βαρβαρῆγος Πήληκας ΟΓ. Μαλέας Ν
Κ. Βασιλάκης ΟΘ. Κανακάρης Ν
Γερ. Ζωχιός ΝΔ. Πατρινός Ο
Σπ. Ζερβός ΟΓ. Ῥοῦφος
Ἐπ. Δεληγεώργης ΝΑ. Ῥικάκης Ο
Χαρίλ. Τρικούπης ΟΝικ. Καράπαυλος Ο
Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος ΟἈθ. Μισυρλῆς
Π. Μποῦτος ΟΚ. Δαρειώτης Ο
Σπήλ. Ἀντωνόπουλος ΝἸω. Ἄννινος Καβαλλιεράτος
Γ. Πρεβελέγιος ΝΕὐάγ. Ἀντύπας Ο
Δ. Κυριακίδης ΝΓ. Φλωριᾶς
Ἐλευθ. Μυκόνιος ΟΓ. Α. Γεωργιάδης Ο
Μ. Δαμηράλης Ι. Δουλίδης Ν
Ἀλέξ. Δαμίας ΟΔ. Θεοχάρης
Ἀθ. Ῥοντήρης ΟἸω. Δούμας
Γ. Ν. Σισμάνης ΟΔ. Χρηστίδης
Εὐθ. Πλαστήρας Νικ. Σοῦτσος Ο
Κ. Εὐθυμιόπουλος Γ. Μπούμπουλης Ο
Π. Ἰατροῦ ΝΓρηγ. Μαυρομαρᾶς Ν
Κίμων Χριστοδούλου ΟΣ. Σωτηρόπουλος Ο
Ἀλέξ. Πετσάλης ΟΝ. Γεωργακόπουλος
Ἰω. Γερ. Μαυρομιχάλης ΟΘ. Ἀναστασόπουλος Ο
Ἀντ. Α. Μαυρομιχάλης Ἰω. Μεγαπάνος Ο
Ἀντ. Καπετανάκης ΟΚ. Στεργιαλῆς Ν
Δ. Καπετ. Μαυρομιχάλης Ἰω. Δροσινός Ν
Χ. Δ. Κανελλόπουλος ΝΝ. Πιπῖνος
Ζ. Α. Ζαρειφόπουλος ΟἈντ. Τσαμαδός Ο
Μιλτ. Κανελλόπουλος ΟΘ. Γκίκας Ν
Π. Κωσταντᾶς Δ. Γ. Βούλγαρης
Σπ. Μαρτσοῦκος ΟΘεμ. Παπακώστας Ν
Θ. Ῥωμαῖος ΝΚ. Δυοβουνιώτης
Δ. Ἰακωβάτος ΟΓ. Ζουλούμης Ο
Δ. Χαριτάτος ΝΔ. Κριεζώτης Ο
Π. Ξυδιᾶς ΟΝ. Καφετζόγλους Ο
Ἰω. Βελλιανίτης ΝΒ. Ν. Βουδούρης Ν
Π. Τζαμάλας ΝΓ. Θωμᾶς Ν
Δ. Σιμόπουλος ΟΝ. Καλάρης
Λ. Καραλίβανος ΟΜιλτ. Κ. Κανάρης Ο
Π. Νεζερίτης Ο

§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 140· 42 ὑπὲρ τοῦ ἀπαραδέκτου, 98 ὑπὲρ τοῦ παραδεκτοῦ (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Κατὰ συνέπειαν οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ζαΐμη, ὅπως ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἤμεθα εἰς τὸ κεφάλαιον ἕκτον. Ἡ ἐπιτροπὴ διῄρεσε τὸ ποσὸν τῶν 186,000 δραχμῶν· ἐξ αὐτοῦ 102,000 ἀνάγονται εἰς τοὺς μισθοὺς τῶν πρέσβεων, καὶ αἱ 84 εἰς τὴν ἀποζημίωσιν τῶν γραμματέων ἀπὸ 1 Μαΐου ε. ε. μέχρι 30 Δεκεμβρίου.

§132Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν ἀπάλειψιν τῶν 102,000 δραχμῶν παρεδέχθησαν καὶ οἱ κ.κ. ὑπουργοί.

§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ν’ ἀπαλειφθῇ ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τὸ ποσὸν τῶν 102,000 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται σχεδὸν πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι καὶ τὴν ἀπάλειψιν τῶν 84,000 δραχμῶν παραλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.

§134ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν ἐνοήσαμεν τίποτε.

§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη ν’ ἀπαλειφθοῦν 102,000 καὶ νὰ μείνῃ τὸ ποσὸν τῶν 84,000 δραχμῶν.

§136ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὰ ποῖος τ’ ἀπεφάσισε;

§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλή· ἠρώτησα.

§138ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἠκούσαμεν. Γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἑπόμενα Κεφάλαια. Ηʹ. Ἔξοδα πρώτης ἐγκαταστάσεως δραχμαὶ 7,000. Θʹ. Ἀπόδοσις ὀφειλῆς πρὸς τὴν Ὀθωμανικὴν Κυβέρνησιν ἐκ μικτῶν ὑποθέσεων δραχμαὶ 30,062.

§139ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Παρακαλοῦμεν τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναγνωσθῇ δευτέραν φορὰν τὸ νομοσχέδιον περὶ νομισματικοῦ συστήματος. Ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι ἔγεινε νόμος, δυνάμει τοῦ ὁποίου τὸ νέον αὐτὸ σύστημα ἐμβαίνει εἰς ἐνέργειαν τὴν πρώτην τοῦ μηνός· αὐτὸ ἐγέννησε τὴν ὄρεξιν εἰς τοὺς κερδοσκόπους νὰ συναθροίσουν ὅλα τὰ χάλκινα νομίσματα καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ἐμποδίσουν τὴν συναλλαγήν. Ἐπειδὴ δὲ ὑπάρχει μεγάλη δυσκολία εἰς τὰς μικρὰς συναλλαγὰς καὶ ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ θὰ αὐξάνῃ, ἡ μόνη θεραπεία εἶναι νὰ ἀποφασισθῇ ἐὰν θὰ τεθῇ ὁ νόμος ἀμέσως εἰς ἐνέργειαν. Ἡ συζήτησις βεβαίως θὰ ᾖναι μακρὰ καὶ σπουδαία· πρόκειται δὲ, εἰς περίστασιν καθ’ ἣν παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ τὸν νόμον, νὰ μεταβάλωμεν τὴν προθεσμίαν καθ’ ἣν θὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν, καὶ νὰ τεθῇ ἀμέσως.

§140ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.

§141ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὸ προεδρεῖον τὰς γνώμας τῶν ἐπιμελητηρίων, διότι πρόκειται περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἅπτεται τῶν γενικῶν συμφερόντων ἁπασῶν τῶν τάξεων τῆς κοινωνίας.

§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὁ κύριος πρωθυπουργὸς δέχεται νὰ ἀναγνωσθῇ αὔριον;

§143ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα.

§144ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι, συμφώνως πρὸς ὅσα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτε εἰσήγαγον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1876, περὶ τοῦ προσδοκωμένου ἐσόδου ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου περὶ γαιῶν καὶ φυτειῶν, παρουσιάζω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων τούτων· γνωρίζει δὲ ἡ Βουλὴ ἐκ τῆς ἀγορεύσεώς μου ἐκείνης εἰς τὶ περιστρέφεται. Ἐπειδὴ δὲ συνδέεται μὲ τὸν προϋπολογισμὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι δύω μεγάλα κονδύλια τῶν ἐσόδων στηρίζονται εἰς τὰς τροποποιήσεις αὐτὰς, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὸ θεωρήσῃ ὡς κατεπεῖγον, καὶ νὰ διατάξῃ, ἀφοῦ τυπωθῇ, νὰ εἰσαχθῇ ἀμέσως εἰς συζήτησιν χωρὶς νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.

§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ θεωρηθῇ τὸ νομοσχέδιον κατεπεῖγον;

§146ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, καὶ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κατέθηκε νομοσχέδιον περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1876· ά. Θὰ τυπωθῇ, διανεμηθῇ καὶ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Προβαίνομεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως. «Κεφ. Αʹ. Ἄρθρον Αʹ. Προσωπικὸν ὑπουργείου 45,840. Βʹ. Ἔξοδα» 23,180.»

§148ΜΙΛΗΣΗΣ (ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως). Θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ δώσω ὀλίγας τινὰς πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1875 εἶχε σημειωθῆ ποσὸν 13,500, δι’ ἔξοδα τοῦ ὑπουργείου. Ἐξ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κυρίου Βούλγαρη ἐδαπάνησε μέχρι τῆς 27 Ἀπριλίου 11,443.

§149ΡΑΛΛΗΣ. 11,663.

§150ΜΙΛΗΣΗΣ (ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως). Τὸ προκάτοχον δὲ ὑπουργεῖον τοῦ κυρίου Τρικούπη, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ταύτης μέχρι τῆς 15 Ὀκτωβρίου, ἐδαπάνησε 6,278,50· ἐπλήρωσα δὲ καὶ ἐγὼ διὰ Γκὰζ τοῦ ὑπουργείου καὶ διὰ ................ ἀπὸ τῆς 1. Ὀκτωβρίου μέχρι 15, δραχμὰς 289,50· ὥστε μένει ἓν ποσὸν ἀπὸ τῆς 15. Ὀκτωβρίου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου ἐκ δραχμῶν 4,849. Ἐκ τούτων πρόκειται νὰ πληρωθῇ τὸ ἐτήσιον ἐνοίκιον τοῦ ὑπουργείου ἐκ δραχμῶν 4,000, ὥστε διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργείου χορηγοῦνται μόνον δραχμαὶ 849, ἀπὸ 15 Ὀκτωβρίου μέχρι τέλους τοῦ ἔτους, τὸ ὁποῖον μοὶ ἀρκεῖ.

§151ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν ὑπολογισμῶν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν ἰδικῶν μου, εἶναι ἐλαχίστη. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως νομίζω, ὅτι ἔσφαλε κατὰ 200 μόνον δραχμάς. Ἐὰν δὲ δὲν ἐπρόκειτο ἡ περὶ τῆς διαφορᾶς ταύτης, δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον· ἀλλ’ ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ, συγχύσασα καὶ μὴ διακρίνασα τὴν διαχείρισιν τοῦ προκατόχου μου ἀπὸ τὴν ἰδικήν μου, μὲ ἔφερεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δώσω μερικὰς ἐξηγήσεις ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν κονδυλίου καὶ ἐπὶ ἑτέρας δαπάνης τοῦ ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει, ὅπως ἐπὶ τοῦ κονδυλίου τούτου, διὰ τὸ ὁποῖον ἀπαιτοῦνται δραχμαὶ 23,180, ψηφισθῶσι παρὰ τῆς Βουλῆς μόνον 15,500 καὶ ἐξ αὐτῶν αἱ 6,223 νὰ καταλογισθῶσιν ἀπὸ τῆς 1 Ὀκτωβρίου μέχρι τέλους τοῦ ἔτους. Ἔχω, κύριοι, συμφέρον νὰ καταδείξω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ὑπερέβην κατὰ τὴν διαχείρισίν μου τὸν προϋπολογισμόν....

§152ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Τὸ ἠξεύρει ἡ ἐπιτροπή.

§153ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν τὸ ἠξεύρῃ, ὤφειλε νὰ διακρίνῃ.

§154ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν εἶναι διὰ σᾶς, κ. Ῥάλλη.

§155ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν διακρίνει μεταξὺ τῆς διαχειρίσεως τοῦ Βαλασσοπούλου καὶ τῆς ἰδικῆς μου. Ὀφείλω νὰ δώσω ἐξηγήσεις καὶ νὰ ζητήσω, ἀφοῦ πρὸς τὸν νῦν ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὁρίζεται ὡρισμένον ποσὸν διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν 3 ἢ μᾶλλον 2½ μηνῶν, νὰ ὁρισθῇ ἐπίσης τὸ ποσὸν τὸ δαπανηθὲν παρ’ ἐμοῦ διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν 5½ μηνῶν, ἐντὸς πάντοτε τῶν πιστώσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1873, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐδαπανήσαμεν. Τοῦτο ζητῶ, καὶ τὸ δίκαιον τῆς αἰτήσεώς μου θέλω νὰ παραστήσω.

§156ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει σκοπὸν νὰ κάμῃ τὴν διασάφησιν αὐτήν.

§157ΡΑΛΛΗΣ. Προτείνω λοιπὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐκ τῶν 13,500 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἡ ἐπιτροπὴ ζητεῖ νὰ ψηφισθῶσι διὰ τὸ κονδύλιον τῶν ἐξόδων τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἀφαιρεθῶσι μόνον αἱ πράγματι ἀπαιτούμεναι διὰ τὰς δαπάνας Ὀκτωβρίου, Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου ὑπὲρ τοῦ νῦν ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὑπὲρ δὲ τῆς ἰδικῆς μου διαχειρίσεως τὸ ἀναλογοῦν ἐκ τοῦ ἄνω ποσοῦ διὰ τὸν χρόνον τῆς διαχειρίσεώς μου.

§158ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὐτὸ εἶναι μέχρι τῆς ἀρχῆς Ὀκτωβρίου.

§159ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ σᾶς δίδει 6,223 ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου, ἀλλ’ ὑμεῖς δὲν ἔχετε ἀνάγκην εἰ μὴ 4,849.

§160ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὐτὴν τὴν διασάφησιν ἔδωκα ἐγώ.

§161ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλ’ ἀφοῦ σᾶς δίδει τὸ ποσὸν τοῦτο διὰ διαχείρισιν τριῶν μόλις μηνῶν, ἤτοι ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου μέχρι τέλους τοῦ ἔτους, δικαιοῦμαι νὰ ζητήσω νὰ ὁρίσῃ ἡ Βουλὴ ἀνάλογον πίστωσιν ἀπὸ 1 Μαΐου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου, καθ’ ὃν χρόνον διεχειρίσθην ἐγὼ, ἂν καὶ ἀρκῇ δι’ αὐτὸν τὸ ποσὸν δραχμῶν 5,294 λεπ. 95, εἰς ὃ ἀνέβησαν ἅπασαι αἱ δαπάναι ἐκ τοῦ ἐν λόγῳ κονδυλίου, ἤτοι ἔλαττον τοῦ ἀναλογοῦντος. Προτείνω λοιπὸν νὰ διαιρεθῇ ἡ χρῆσις εἰς δύω· ἀπὸ ά. Ἰανουαρίου μέχρι ά. Μαΐου, καὶ ἀπὸ ά. Μαΐου μέχρι ά. Ἰανουαρίου 1876.

§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ποσόν, ὅπερ προτείνει ἡ ἐπιτροπὴ, τῶν 11,500 διαιρεῖται εἰς δύω.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἄρθρον 2.Ἔξοδα Ὑπουργείου ἀπὸ ά. Ἰανουαρίου μέχρι ά. Μαΐου δραχ. 3,983
» 3.» ἀπὸ ά. Μαΐου μέχρι ά. Ἰανουαρίου 1876. 11,517

§163ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. Κατόπιν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὰ ἑξῆς Κεφάλαια καὶ ἄρθρα ἄνευ ἀντιῤῥήσεως καὶ δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑκάστου αὐτῶν ψηφοφορίας. ΚΕΦΑΛ. Βʹ. Κλῆρος.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἄρθρον 1.Ἐπιμίσθια Συνοδικῶν 30,720
» 2.Ἔξοδα Συνόδου 6,400
» 3.Ἐπίδομα ἐπισκόπων 135,000
» 4.Μισθοὶ ἱεροκηρύκων 32,400
» 5.Ἐκκλησιαστικαὶ καὶ ἐκπαιδευτικαὶ ἐξωτερικαὶ δαπάναι 60,000
» 6.Ἐκκλησιαστικαὶ ἐσωτερικαὶ δαπάναι 4,540
Τὸ ὅλον 269,060

ΚΕΦΑΛ. Γʹ. Ἀνωτέρα Ἐκπαίδευσις.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἄρθρον 1.Προσωπικὸν Πανεπιστημίου 288,880
» 2.Ἔξοδα » 20,400
» 3.Προσωπικὸν Βιβλιοθήκης 24,000
» 4.Ἔξοδα » 9,900
» 5.Προσωπικὸν Ἀστεροσκοπείου 4,320
» 6.Ἔξοδα » 800
» 7.Προσωπικὸν Βοτανικοῦ Κήπου 4,800
» 8.Ἔξοδα » » 5,460
» 9.Προσωπικὸν ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας 13,080

§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10. Ἔξοδα ἀρχαιολογικῆς ἑται-

ρίας······································································ 66,700

§165ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, ὅπερ ἡ Ἐπιτροπὴ εὑρίσκει ὑπέρογκον, παρατηρῶ ὅτι εἶχον ἀγορασθῆ οἰκόπεδά τινα, ἐν οἷς ὑπῆρχον μωσαϊκὰ καὶ οἰκίαι τινὲς ἐν Ἐλευσῖνι. Ἤμην δεσμευμένος νὰ πληρώσω τὸ ποσόν, ἐκ συμβολαίων.

§166ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρακάτω. Κατόπιν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ τὰ ἑπόμενα ἄρθρα καὶ Κεφάλαια ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.

ΚΕΦΑΛ. Γʹ.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
ἄρθρον.10Ἔξοδα ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας 66,700
» 11Προσωπικὸν γυμνασίων 347,380
» 12Ἔξοδα » 65,800
» 13Προσωπικὸν Ἑλληνικῶν σχολείων 566,260
» 14Ἔξοδα Ἑλλην. σχολείων 66,420
» 15Ἀγορὰ βιβλίων 11,600
» 16Συνδρομὴ εἰς τὴν Φιλεκπαιδευτικὴν Ἑταιρίαν. 10,000
» 17Συνδρομὴ εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν 7,000
Τὸ ὅλον 1,512,800

ΚΕΦΑΛ. Δʹ. Δημοτικὴ ἐκπαίδευσις.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
ἄρθρον 1Προσωπικὸν δημοτικῶν σχολείων 142,000
» 2Ἔξοδα δημοτικῶν σχολείων 7,380
Τὸ ὅλον 149,380

ΚΕΦΑΛ. Εʹ. Βοηθήματα ···················································· 13,100

§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.

§168Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε πρόεδρε, παρατηρῶ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ 1875 ὑπερβαίνει ἐν ὅλῳ τὸν τοῦ 1874 κατὰ δραχμὰς 411,900.

§169ΘΩΜΑΣ. Ἔχει ἀνάγκας ὁ στρατός.

§170Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχω δὲ τὴν γνώμην διάφορον ἀπὸ τὸν διακόψαντά με, καὶ φρονῶ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1874 εἶχε συνταχθῆ ἐπὶ βάσεων πολυδαπάνων, ἄνευ αὐξήσεως τοῦ στρατοῦ καὶ ἄνευ θεραπείας τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ. Ἐζήτησα ν’ ἀνεύρω ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1875 ποῦ ὑπάρχουσιν αἱ ὑπερβάσεις, καὶ εὗρον ὅτι κατὰ 9 χιλ. δραχμῶν αὐξάνει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1875 ἕνεκα μισθοῦ ἀξιωματικῶν τοῦ μηχανικοῦ, κατὰ 65 χιλιάδας ἕνεκα μισθοῦ ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ, κατὰ 20 χιλιάδας ἕνεκα μισθοῦ ἀξιωματικῶν τοῦ πυροβολικοῦ, κατὰ 50 χιλιάδας ἕνεκα μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς. Δὲν ἐνίσταμαι εἰς ταῦτα, ἐπεθύμουν μόνον νὰ λάβω διασαφήσεις, διότι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἔθιξε παντάπασι τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τούτου.

§171ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Πράγματι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1875 διαφέρει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874, καθότι αἱ ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσίας ἠνάγκασαν τὰς προπαρελθούσας Κυβερνήσεις νὰ σχηματίσωσι δύω λόχους τοῦ μηχανικοῦ· κατὰ συνέπειαν ἐγένετο αὔξησις δύω λοχαγῶν, δύω ὑπολοχαγῶν καὶ 4 ἀνθυπολοχαγῶν. Ἐπίσης καὶ τὸ πυροβολικὸν ηὔξησε κατὰ ἕνα λόχον· κατὰ συνέπειαν καὶ ἐνταῦθα ἐγένετο αὔξησις τῶν βαθμοφόρων κατ’ ἀναλογίαν. Τὸ αὐτὸ ἐγένετο καὶ εἰς τὸ πεζικόν. Ἡ δύναμις δὲ τοῦ στρατοῦ ἀπὸ 9,000 ἐγένετο 12,000. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι σήμερον ὁ στρατὸς δὲν ἔχει συμπεπυκνωμένας τὰς τάξεις του, τοῦτο ὅμως γίνεται, διότι δὲν ἐλάβομεν ἔτι τοὺς νεοσυλλέκτους τοῦ 1875. Ὅταν ἔλθουν, θὰ συμπληρωθῶσιν οἱ λόχοι.

§172ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς ἀπευθύνω μίαν ἐρώτησιν. Ὅταν παραδέχησθε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1875, οἷος ἦτο καὶ ἐπὶ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, παραδέχεσθε καὶ τὰς δαπάνας τῆς αὐξήσεως ἕνεκα τῶν προβιβασμῶν τῶν παρανόμως γενομένων· παραδέχεσθε διὰ τούτου τοὺς προβιβασμοὺς ὡς νομίμως γενομένους;

§173ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Πρῶτον δὲν παραδέχομαι ὅτι οἱ προβιβασμοὶ ἐγένοντο παρανόμως, καθότι ὁ ἀξιωματικὸς ὁ δεχόμενος ἕνα βαθμὸν, ἂν ἔχῃ τὰ προσόντα, θεωρεῖται νομίμως προβιβασμένος. Ἂν τώρα διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ηὐξήθη ὁ ἀριθμὸς, αὐτὸ εἶναι ἄλλο πρᾶγμα. Ἐγὼ τὰς ἰδέας μου καὶ τὰς γνώμας μου ἐξέθεσα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1876. Ὅ,τι ἐγένετο, δὲν δύναμαι παρὰ νὰ τὸ θεωρήσω ὡς τετελεσμένον πρᾶγμα, διότι οὔτε τὸν στρατὸν δυνάμεθα νὰ διαλύσωμεν, οὔτε τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτοὺς νὰ πετάξωμεν εἰς τὸν δρόμον.

§174ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, ἔχομεν νόμον ἐν ἰσχύϊ, ὁρίζοντα τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν καθ’ ὅπλον καὶ κατὰ βαθμόν. Ὁ νόμος αὐτὸς ἀτυχῶς ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐψηφίσθη, παρεβιάσθη· ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοὶ προβιβασθέντες ἐκτὸς τοῦ νόμου, πλέον τῶν ἀριθμῶν. Ἡ παρανομία δὲ αὐτὴ δὲν πηγάζει ἀπὸ τοὺς νόμους τοὺς ἀκυρωθέντας· διότι οὗτοι ἐκανόνισαν μόνον τοὺς ναυτικοὺς προβιβασμοὺς, περὶ δὲ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς δὲν ἐγένετο νέος νόμος. Ἡμεῖς εἴπομεν, δυνάμεθα νὰ ἀκυρώσωμεν τοὺς βαθμοὺς τῶν τελευταῖον προβιβασθέντων συνεπείᾳ τῶν ἀκύρων νόμων· ἀλλὰ τοὺς προβιβασμοὺς τοὺς κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου τοῦ 1871 πρέπει νὰ τοὺς ἀκυρώσωμεν; Ἐὰν προβῶμεν εἰς ἀκύρωσιν τούτων, πρέπει νὰ κάμωμεν τὸ ἔργον πλῆρες καὶ τέλειον, ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν ἀρχὴν, νὰ ἐξετάσωμεν ὅλους τοὺς βαθμοὺς, καὶ εἰς τοῦτο ὅμως ἔγκειται μεγάλη δυσκολία, ἐνώπιον τῆς ὁποίας εὑρέθημεν καὶ εὑρισκόμεθα. Ἰδοὺ δὲ ποίαν γνώμην ἐσχηματίσαμεν, καὶ τὴν ὁποίαν θὰ φέρωμεν ἐνώπιόν σας· ἐπειδὴ νομίζομεν δύσκολον καὶ σχεδὸν ἄτοπον ν’ ἀναθεωρήσωμεν ὅλους τοὺς προβιβασμοὺς ἀπὸ τὰ 1871, διότι τοῦτο θέλει φέρει γενικὴν ἀναστάτωσιν, ἐνομίσαμεν ὅτι εἶναι ὀρθότερον νὰ φέρωμεν νόμον, δι’ οὗ νὰ ἀναγνωρίζωνται, καὶ τοῦτο κατ’ ἀνάγκην, τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα εἰς τὸν στρατὸν, νὰ τεθῇ δὲ διάταξις, καθ’ ἣν πᾶς τοῦ λοιποῦ προβιβασμὸς ἐκτὸς τῶν ἀριθμῶν θεωρεῖται αὐτοδικαίως ἄκυρος· ἐπειδὴ δὲ προβιβασμοὶ ἐγένοντο καὶ μὴ ὑπαρχουσῶν θέσεων, οἱ ὑπεράριθμοι αὐτοὶ ἀξιωματικοὶ νὰ τεθῶσιν εἰς ἀργίαν. Εἶναι δύσκολον, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἐξετάσωμεν ἅπασαν τὴν πρὸ ἐτῶν ἐργασίαν καὶ ν’ ἀνατρέψωμεν βαθμοὺς ἀξιωματικῶν πολυαρίθμων ἀπὸ τὸ 1871, ἠδύνατο δὲ νὰ συμβῇ καὶ τὸ ἑξῆς ἄτοπον· ἐνδεχόμενον ἀπὸ τὰ 1871 εἷς ὡς λοχαγὸς νὰ ἐπροβιβάζετο παρανόμως ἐκτὸς τῶν ἀριθμῶν, ἀλλ’ οὗτος κατὰ τὸ 74 νὰ ἐπροβιβάσθη ἐντὸς τῶν ἀριθμῶν καὶ τοῦ νόμου, διότι ὑπῆρχον κεναὶ θέσεις· θ’ ἀκυρωθῶσιν οἱ βαθμοὶ αὐτοὶ ἢ ὄχι; Ἰδοὺ δυσκολία μεγίστη.

§175ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ αὐτὸ μέτρον νὰ ληφθῇ καὶ διὰ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν.

§176ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὡς πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν αὐτὴν δυσκολίαν, μάλιστα εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐκτελέσωμεν τὴν ἐντολὴν τῆς Βουλῆς, διότι οἱ βαθμοὶ οἱ δοθέντες ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐδόθησαν συνεπεία νόμου ἀκυρωθέντος· εὐθὺς δὲ ὡς ὁ νόμος ἐκεῖνος ἠκυρώθη, βαθμοὶ δὲν ὑφίστανται.

§177ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἡ ὁμιλία τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ δὲν ἔλυσε τὴν ἀπορίαν μου, οὐδὲ συνεπλήρωσε τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν ὁποῖον ἠρώτησα, ἂν θεωρῇ ὡς νομίμως γενομένους τοὺς προβιβασμούς.

§178ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι· δὲν ἐγένοντο νομίμως.

§179ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ὁ νόμος τοῦ 1871 ἦτο ἀπ’ ἀρχῆς ἐλαττωματικός, διότι δὲν ἐμπεριεῖχε τὸν ὅλον ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν· δὲν ὑπῆρχον π. χ. οἱ κτηνίατροι. Ἐξηγηθῆτε λοιπὸν καλλίτερον τί θέλετε. Ὑπάρχουν τινὲς ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι παρανόμως ἐπροβιβάσθησαν, μετὰ τὸν προβιβασμόν των ὅμως ἐκενώθησαν θέσεις, καὶ οὕτω ὄχι μόνον αὐτοί, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι κατόπιν αὐτῶν ἐπροβιβάσθησαν ἐντὸς τοῦ ἀριθμοῦ. Τί θέλετε ἤδη νὰ κάμωμεν;

§180ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Οἱ ἀξιωματικοὶ περὶ ὧν πρόκειται δὲν συμπεριελήφθησαν εἰς προϋπολογισμὸν ψηφισθέντα, ἐνῷ οἱ ἀξιωματικοὶ περὶ ὧν λέγετε δὲν ἐπροβιβάσθησαν σύμφωνα πρὸς τὰ Διατάγματα καὶ τοὺς Νόμους ἀπὸ τοῦ 1871 καὶ ἐντεῦθεν, συμπεριελήφθησαν δὲ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἐκυρώθησαν οἱ βαθμοί των καὶ ἡ μισθοδοσία των διὰ τούτου. Τὸ ζήτημα βλέπετε διαφέρει καὶ εἶναι σπουδαιότατον, διότι πρόκειται νὰ λύσωμεν τὸ ἄλλο ζήτημα, ἡ ἀκύρωσις τῶν νόμων ἦτο μία τυπικὴ πρᾶξις εἰς ἣν προέβη ἡ Βουλὴ, ἢ ἦτο πρᾶξις πραγματικὴ, καταλύουσα καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἀκυρωθέντων ἐκείνων νόμων; Ὡς εἶχον μάθει, ἡ Κυβέρνησις εἶχε συγκαλέσει συμβούλιον ἐκ τῶν διασημοτέρων νομομαθῶν ἡμῶν, τὸ δὲ συμβούλιον τοῦτο παμψηφεὶ, μόνον τοῦ κ. Ῥοντήρη μειονοψηφοῦντος, ἀπεφήνατο, ὅτι οἱ βαθμοὶ αὐτοὶ ἀκύρως ἐδόθησαν. Ἐπομένως λόγος τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς δαπάνης σήμερον οὐδεὶς δύναται νὰ προταθῇ, εἰμὴ μόνον ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον προτείνει ὁ κ. πρωθυπουργὸς, οὐχὶ ὡς κύριος λόγος, ἀλλ’ ὡς λόγος τῆς ἀνάγκης. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐξηγηθῇ ἡ Κυβέρνησις, ποίαν ἐννοεῖ νὰ δώσῃ ἐξήγησιν διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ποσοῦ τούτου. Ἐπειδὴ δὲ, ὡς προεῖπον, θεωρῶ σπουδαιότατον τὸ προκείμενον ζήτημα, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ καὶ ἀνάλογος ἔκτασις εἰς τὴν συζήτησιν, καί, εἰ δυνατόν, ἀναβολή.

§181ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ ὑποβάλωμεν νόμον.

§182ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ὁ νόμος εἶναι περὶ τοῦ μέλλοντος.

§183ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ περὶ τοῦ παρελθόντος. Ἡμεῖς δὲν δεχόμεθα, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δύναται νὰ καλύψῃ παρανομίαν· ὁ προϋπολογισμὸς δὲν καλύπτει τὸ παράνομον. Ἐὰν π. χ. ὁ προϋπολογισμὸς ἐγγράψῃ 20 νομάρχας, θὰ ἰσχύῃ μόνον ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου διαγεγραμμένων νομαρχῶν. Οἱ προβιβασμοὶ ἐγένοντο πέραν τῶν ἀριθμῶν, ἀλλὰ ἐπειδὴ τὸ ἄτοπον ἐπανελήφθη πολλάκις καὶ καλῇ τῇ πίστει, ἐπειδὴ καὶ ὁ προϋπολογισμὸς ἐπλάνησεν ὡς πρὸς τὴν παρανομίαν, διὰ τοῦτο θέλομεν νὰ παρουσιάσωμεν νόμον κανονίζοντα τὸ ζήτημα διὰ τὸ μέλλον· διὰ τὸ παρελθὸν δὲ ἀσφαλὴς διόρθωσις δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ εὐκόλως· ἄλλως τότε θέλομεν λύσει τὸ ζήτημα.

§184ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἀφοῦ ἀναγνωρίζετε παρανόμους τοὺς προβιβασμούς, πῶς πληρόνετε;

§185ΣΟΥΤΣΟΣ. Ἀξιότιμοι βουλευταί, σᾶς πληροφορῶ ὅτι ἐν τῷ στρατῷ οὐδεὶς προβιβασμὸς ἐγένετο συνεπείᾳ νόμου ἀκυρωθέντος, ὡς ἐν τῷ ναυτικῷ τοῦτο ἐγένετο· εἰς τὸν στρατὸν ἐγένοντο προβιβασμοί, συνεπείᾳ ὀργανικῶν διαταγμάτων. Κατὰ τὸ 1871 ἐγένετο νόμος περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλ’ ἀπ’ ἀρχῆς δὲν ἐφηρμόσθη ὡς ὅλως πλημμελής.

§186ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἀλλὰ τὸν ἐτσαλαπατήσατε.

§187ΣΟΥΤΣΟΣ. Ἀλλ’ ἐκεῖνος ὁ νόμος ἀπ’ ἀρχῆς εἶναι ἐσφαλμένος, διότι σειρὰν ὁλόκληρον ἀξιωματικῶν εἶχε παραλείψει, π. χ. τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πυροβολικοῦ· ἐν τούτοις ἡ ὑπηρεσία αὐτὴ ὑφίσταται καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ μὴ ὑπάρχῃ· ἐπίσης παρέλειψε καὶ τοὺς κτηνιάτρους. Λοιπὸν συνεπείᾳ ὅλων τούτων τῶν ἀτοπημάτων ἐκεῖνος ὁ νόμος περὶ ἀριθμοῦ δὲν ἠδυνήθη νὰ τηρηθῇ ἀκριβῶς· ἀλλ’ οὐδεὶς προβιβασμὸς ἐγένετο συνεπείᾳ νόμου ἀκυρωθέντος, ἑπομένως αὐτὰ τὰ ὁποῖα συζητεῖτε δὲν θὰ ἔχουν οὐδὲν ἀποτέλεσμα.

§188ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἤμην, κύριοι, εἶμαι καὶ θὰ ἦμαι ἐναντίος τῶν προβιβασμῶν τῶν παρανόμως δοθέντων, ὅσα δὲ ὁ προλαλήσας σᾶς εἶπε, πιστεύω ὅτι δὲν σᾶς ἔπεισαν· ἡ κατάχρησις εἶναι πάντοτε κατάχρησις ἀπὸ ὅπου καὶ ἂν ἔχῃ τὴν ἀρχήν της· δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ οὐδεμίαν παρανομίαν ὡς καλῶς ἔχουσαν. Ἐὰν λοιπὸν παραδεχθῆτε τὴν μίαν παρανομίαν, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μὴ παραδεχθῆτε καὶ τὴν ἄλλην. Ποῦ στηρίζεσθε λέγοντες, ὅτι ἡ παρανομία αὐτὴ εἶναι συγγνωστέα· εἰς ποῖον νόμον τοῦ Κράτους;

§189ΣΟΥΤΣΟΣ. Δὲν τὰ εἶπον ἐγὼ αὐτά.

§190ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μᾶς εἴπατε, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἐξεσχίσθη· ὁ νόμος διὰ νὰ ξεσχισθῇ, πρέπει νὰ ἔλθῃ ἄλλος νόμος νὰ τὸν καταργήσῃ, εἶναι δὲ ἀδιάφορον ἂν αἱ συνέπειαι ἑνὸς νόμου ἦναι μεγάλαι· μὲ τὸν αὐτὸν πῆχυν θὰ μετρήσητε τὴν μίαν παρανομίαν καὶ τὴν ἄλλην. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ λέγῃ, περιποιοῦμαι τὸν στρατὸν καὶ περιφρονῶ τὸ ναυτικόν· εἰς οὐδὲν Κοινοβούλιον εἶναι τοῦτο ἐπιτετραμμένον.

§191ΣΟΥΤΣΟΣ. Αὐτὰ εἶναι λόγια ἐδικά σας.

§192ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἴπατε, ὅτι ἡ παρανομία αὐτὴ καθιερώθη, διότι τὸν νόμον τοῦ 1871 τὸν παρεβίασαν ἔκτοτε. Ὅσοι εἶσθε στρατιωτικοὶ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ὠφείλετε νὰ καταγγείλητε τὴν κατάχρησιν· ἀλλὰ δὲν εἴχετε τὸ θάῤῥος, καὶ ἔρχεσθε νὰ λέγητε, ἐπειδὴ ἡ κατάχρησις ἤρχισεν ἀπὸ τὰ 1871, πρέπει νὰ τὴν ἐπικυρώσητε.

§193ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ οὔτε δίδομεν, οὔτε ἀφαιροῦμεν· δὲν ἐννοῶ λοιπὸν τὴν γνώμην τοῦ κ. Βαλέττα.

§194ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Τώρα θὰ τὴν ἐννοήσητε.

§195ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι θὰ φέρῃ νόμον περὶ τούτου· καὶ ἐπειδὴ ἐγείρεται ζήτημα, τὸ ὁποῖον σπουδαίως θὰ συζητηθῇ, ὅτι ὁ βαθμὸς εἶναι ἀναφαίρετος, διότι ὑπάρχει ῥητὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ὅτι διοικητικῶς δὲν ἀφαιρεῖται βαθμὸς, καὶ ἴσως, καὶ ὄχι ἴσως, ἀλλὰ βεβαιότατα οὐδὲ νομοθετικῶς, διότι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν ἔχει ἐξουσίαν τινὰ ἐπὶ τοῦ βαθμοῦ, μένει ἡ δικαστικὴ ἐξουσία· ὁ βαθμὸς εἶναι ἤδη δεδομένος, δὲν ἔχει ἑπομένως τὸ δικαίωμα νὰ εἰπῇ, ξιλόνω τὰ γαλόνια. Ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι κατάστασις τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, κατὰ τὰς κειμένας ἀνάγκας καὶ κατὰ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ἢ διὰ νόμου ἢ διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων. Προτείνω λοιπὸν τὸ ἀπαράδεκτον τῆς συζητήσεως ὡς πρὸς τοὺς βαθμοὺς αὐτοὺς, ἂν ᾖναι νόμιμοι· ἡ δὲ γνώμη τῶν συνελθόντων ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης ἢ τῶν Ναυτικῶν δὲν δύναται νὰ ἀξιώσῃ ὑπὲρ ἑαυτῆς τὸ ἀναμάρτητον. Ἐγὼ εἶπον· εἶναι ἀναφαίρετος καὶ ἀφαιρεῖται μόνον ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, προσέθηκα καὶ ἄλλο, ὅτι καὶ ἂν τὸ Στέμμα δώσῃ παρανόμως βαθμόν τινα οὔτε ἡ δικαστικὴ ἐξουσία δύναται νὰ τὸν ἀφαιρέσῃ, καίτοι παρανόμως δοθέντα. Τί σημαίνει ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, τηρουμένων τῶν νόμων; εἶναι ἐγγύησις τῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ δώσουν τοὺς βαθμούς. Ἀλλὰ μ’ ὅλον τοῦτο δὲν εἶναι σήμερον ἡ συζήτησις.

§196ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Δι’ ὀργανικῶν Διαταγμάτων, ὁρίζεται ἡ δύναμις καὶ οἱ βαθμολόγοι ἑκάστου τάγματος καὶ λόχου. Μέχρι σήμερον ἕκαστος λόχος εἶχεν ἕνα λοχαγὸν, ἕνα ὑπολοχαγὸν καὶ ἕνα ἀνθυπολοχαγόν. Ἐπειδὴ, κατὰ τοὺς εἰσαχθέντας εἰς τὸ πεζικὸν κανονισμοὺς τῶν ἀσκήσεων, ὁ λόχος διαιρεῖται εἰς τέσσαρας διμοιρίας καὶ διοικεῖται ἑκάστη ἀπὸ ἀξιωματικὸν, ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἐλλείποντος τετάρτου ἀξιωματικοῦ, ἐπροκάλεσεν ὀργανικὸν Διάταγμα, δι’ οὗ διορίζονται δύω ἀνθυπολοχαγοὶ εἰς ἕκαστον λόχον· πρὶν δὲ προβῇ εἰς τὸν προβιβασμὸν αὐτῶν, ἐσημείωσε τὴν δι’ αὐτοὺς ἀπαιτουμένην δαπάνην τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας των εἰς τὸν ὑποβληθέντα τῇ Βουλῇ προϋπολογισμὸν, ἥτις ἐνέκρινεν αὐτὴν (ἐννόμως ἢ ἀνόμως, τοῦτο δὲν ἐξετάζω), προέβη δ’ ὁ ὑπουργὸς εἰς τοὺς προβιβασμούς. Ὅθεν οἱ ἀξιωματικοὶ ἐπροβιβάσθησαν δικαίως, διότι καὶ ὀργανικὸν Διάταγμα ἐπροκλήθη, καὶ ἡ μισθοδοσία των ἐνεκρίθη πρὸ τοῦ προβιβασμοῦ των ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἂν τὰς πράξεις τῆς Βουλῆς ἐκείνης δὲν τὰς θεωρῆτε ἐννόμους, δύνασθε νὰ ἀναθέσητε εἰς βάρος τῶν ὑπουργῶν τῶν διαταξάντων τὴν πληρωμὴν τῆς μισθοδοσίας των· δὲν δύνασθε νὰ ἀφαιρέσητε τὸν βαθμὸν, διότι ὁ βαθμὸς τοῦ ἀξιωματικοῦ κατὰ τὸ Σύνταγμα εἶναι ἰδιοκτησία, καὶ μόνον δυνάμει καταδικαστικῆς ἀποφάσεως ἢ δι’ ἀποφάσεως πειθαρχικοῦ συμβουλίου (διὰ πειθαρχικὰ παραπτώματα, προβλεπόμενα ἀπὸ τὸν περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμον) δύναται ὁ ἀξιωματικὸς νὰ στερηθῇ τοῦ βαθμοῦ του, οὐχὶ δὲ καὶ διοικητικῶς ἢ κοινοβουλευτικῶς. Ἂν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1876 ἡ Βουλὴ ἀποῤῥίψῃ τὴν μισθοδοσίαν αὐτῶν τῶν προβιβασθέντων, τότε ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται νὰ θέσῃ αὐτοὺς εἰς ἀργίαν ἕνεκα καταργήσεως θέσεως, διότι δὲν θὰ ἔχῃ χρήματα νὰ τοὺς πληρώσῃ.

§197ΖΩΧΙΟΣ. Τὸν πρωθυπουργὸν τὸν ἐνόησα· εἶπε, νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα ἀναβάλλεται, διότι εἶναι πολὺ σπουδαιότερον παρ’ ὅ,τι τὸ νομίζετε.

§198ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Μάλιστα.

§199ΖΩΧΙΟΣ. Δηλαδὴ ἀναβάλλεται ἡ ἀπόφασις. Τὰ δόγματα καὶ τῶν δύω προλαλησάντων ἐγὼ δὲν τὰ δέχομαι· ὃ γέγραπται γέγραπται δὲν εἶναι ὀρθόν· καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1876 ὁ προβιβασμὸς ὁ παραβαίνων τοὺς ἀριθμοὺς εἶναι ἄκυρος. Δυστυχῶς εἰς τὸν στρατὸν ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη, ὅτι τὰ λεγόμενα ὀργανικὰ Διατάγματα εἶναι ἰσχυρότερα καὶ τοῦ νόμου καὶ τοῦ Συντάγματος. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἔκαμεν ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἔνστασιν κατὰ τῶν ὀργανικῶν Διαταγμάτων, καὶ εἶπε νὰ ψηφισθῇ νόμος, κανονίζων τὰ τοῦ στρατοῦ, διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὰ ὀργανικὰ Διατάγματα. Ἡ Κυβέρνησις δὲ εἶπεν, ἂς ἀναβάλωμεν τὸ ζήτημα δι’ αὔριον· αὕτη δὲ ἡ ἀναβολὴ νομίζω ὅτι εἶναι σοφή.

§200Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, οἱ βαθμοὶ τόσον εἰς τὸν στρατὸν καθὼς καὶ εἰς τὸ ναυτικὸν ἀπονέμονται διὰ νόμου· ὁ νόμος αὐτὸς ὀνομάζεται περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν· ὁ νόμος αὐτὸς, εἰς τὸ πρῶτον αὑτοῦ ἄρθρον, λέγει, ὁ βαθμὸς ἀπονέμεται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ κανονισθῇ καὶ ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον οἱ βαθμοὶ δίδονται νομίμως. Ἐπῆλθον λοιπὸν δύω νόμοι, ὁ περὶ προβιβασμοῦ, ὁ ὁποῖος εἶπε πῶς πρέπει νὰ προβιβάζωνται ἀπὸ τὸν ἕνα βαθμὸν εἰς ἄλλον οἱ στρατιωτικοὶ καὶ οἱ ναυτικοί. Εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, δυστυχῶς ὅτι δὲν ὑπῆρχε νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ ὁρίζῃ τὰς θέσεις ἐν τῷ στρατῷ τῶν ἀξιωματικῶν· ὑπῆρχεν ὅμως εἷς ἄλλος νόμος περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, ὁ ὁποῖος ἀνάγεται εἰς τὴν τάξιν τῶν γενικῶν νόμων, καὶ ὁ νόμος αὐτὸς ἦτο καὶ εἶναι, κατ’ ἐμὲ, πλούσιος. Ἐπίσης εἰς τὸ ναυτικὸν ὑπῆρχε νόμος περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, νόμος γενικὸς ἐπίσης καὶ πλούσιος· ἀλλ’ ὁ νόμος ὁ ὁποῖος ὑπάρχει εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν εἶναι ἀτελὴς, διότι δὲν περιέχει εἰς τὰς διατάξεις αὑτοῦ ἢ μαχίμους μόνον ἀξιωματικοὺς, οὐχὶ δὲ τοὺς ναυπηγοὺς, τοὺς φροντιστὰς καὶ καθεξῆς, καὶ διὰ τοῦτο θέλετε ἰδεῖ ἓν περίεργον πρᾶγμα· ὅτι ὅταν ὑπάρχῃ ἐπιστήμων τις, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ᾖναι ἀξιολογώτατος καθ’ ὅλα, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει νόμος νὰ ὁρίζῃ τι περὶ τῶν μηχανικῶν, ἠξεύρετε τί τὸν κάμνουν εἰς τὸ ναυτικόν; ναυπηγὸν, τοῦ ἀλλάζουν τὸ ἐπάγγελμα. Τὸ ἄτοπον αὐτὸ προέρχεται ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως νόμων, οἱ ὁποῖοι νὰ περιλαμβάνουν ὅλους τοὺς κλάδους, καὶ νόμου, ὁ ὁποῖος νὰ περιλαμβάνῃ τὰς θέσεις ἐν τῷ στρατῷ, ἤτοι νόμου ὀργανικοῦ. Ἀλλὰ μὴ στοχάζεσθε ὅτι ἡ ἔλλειψις αὕτη εἶναι μόνον εἰς τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικόν· προχθὲς, ἐγὼ δὲν τὸ ἐγνώριζα, ἀλλ’ ἀπεδείχθη, ὅτι καὶ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὑπάρχει· ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἂν θέλῃ, ἠμπορεῖ νὰ ὑποβάλῃ ἑκατὸν διατάγματα ἰσοβίων δικαστῶν καὶ νὰ τὰ ῥίψῃ εἰς τὴν Βουλήν· τοῦτο ἀποδεικνύει ἔτι μᾶλλον, καὶ δὲν ἠξεύρω, ἂν καὶ εἰς τὰ ἄλλα ὑπουργεῖα....

§201ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἰσέδυσεν εἰς τ’ ἄλλα ὑπουργεῖα.

§202Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζετε πῶς πρέπει νὰ ᾖναι ἄπειροι αἱ θέσεις; δὲν πρέπει νὰ κανονίζωνται;

§203ΡΑΛΛΗΣ. Διορθόνεται ἀμέσως.

§204Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λυποῦμαι, διότι παρεξηγοῦνται ὅσα λέγω.

§205ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι· λέγω ὅτι θεραπεύεται ἀμέσως.

§206Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ ἐν γένει περὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους· ἐγὼ λέγω, ὅτι τίποτε δὲν πρέπει νὰ γίνηται εἰς τὸ Κράτος εἰ μὴ διὰ νόμου. Οἱ ἄνθρωποι λοιπὸν αὐτοὶ δὲν ἔπταισαν εἰς τίποτε, διότι ἦσαν κατατεταγμένοι ἐν τῷ στρατῷ συμφώνως μὲ τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους, ἐπροβιβάσθησαν δ’ ἔχοντες τὰ προσόντα, ὡς διατάττει ὁ περὶ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν νόμος. Ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν· ποῖος ἔπταισεν; ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος παρεβίασε τοὺς νόμους.

§207ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ τῶν Ναυτικῶν.

§208Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂς ἐξετάσωμεν νὰ ἰδῶμεν, ὑπάρχουν νόμοι τοὺς ὁποίους παρεβίασαν; δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ μακρηγορήσω· ὁ ὑπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐδῶ ἔγεινε παρανομία. Τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν· ἐνταῦθα ὑπάρχει αὐτὴ ἡ διαφορά, περὶ τῶν μὴ μαχίμων κλάδων δὲν ὑπῆρχε νόμος· ὑπῆρχεν ὅμως περὶ τῶν βαθμῶν, καὶ ἐδῶ δὲν ἠξεύρω ἂν ἦναι σύμφωνοι μὲ τοὺς ἀριθμούς.

§209ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Σᾶς λέγω λοιπὸν, ὅτι διὰ τοὺς μαχίμους δὲν εἶναι, μόνον διὰ τοὺς οἰκονομικοὺς εἶναι.

§210Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τώρα ἀπὸ τὰ 1834 εἶχον ὀργανισθῆ ὅλα τὰ ὑπουργεῖα· ἀλλ’ ὁ στρατὸς ἐλάμβανεν ὀργανικὰ διατάγματα, δυνάμει τῶν ὁποίων ἐκανόνιζε τὸ προσωπικόν του καὶ τὴν ὑπηρεσίαν του. Ἐπειδὴ ὅμως πολλάκις ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἐγένοντο ἄπειρα παράπονα, ὅτι ἀπονέμονται βαθμοὶ χάριν προσωπικῶν συμφερόντων, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἰς τὰ 1871 ἔφερε νόμον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ προσδιώριζε κατὰ Σῶμα καὶ βαθμὸν τοὺς ἀξιωματικούς. Ὅλοι ἐπείσθημεν, ὅτι διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἔκλεισεν ἡ θύρα τῶν καταχρήσεων· δυστυχῶς τὴν αὐτὴν ἐποχὴν, ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου, παρεβιάσθη ὁ νόμος· ἔκτοτε παραβιάζεται καὶ κατήντησεν ἄχρηστος ὅπως τὸν λέγομεν, ἀλλὰ συλλογισθῆτε, ἂν ὁ νόμος αὐτὸς κατέστη ἄχρηστος, σήμερον τί ἐγγύησιν ἔχετε διὰ τὸν νόμον τὸν ὁποῖον θὰ φέρετε αὔριον, ποίαν ἐγγύησιν ἔχετε διὰ πάντα νόμον;

§211ΕΙΣ. Τὴν εὐθύνην τῶν ὑπουργῶν.

§212Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ὅμως θὰ γείνῃ καὶ αὐτὸς κατὰ παράβασιν ἄχρηστος, ὥστε τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν βλέπω πῶς δυνάμεθα νὰ φέρωμεν φραγμὸν κατὰ τῶν ὑπουργῶν. Μήπως τώρα οἱ ὑπουργοὶ δὲν εἶναι ὑπεύθυνοι; λαμπρότατα εἶναι ὑπεύθυνοι· ἀλλὰ ποίαν εὐθύνην ἔχουν πραγματικὴν; Ἄλλοτε ἀγορεύων κατὰ τὸ 1866, ἐζήτησα νὰ ὁρισθοῦν τὰ τῆς στρατιωτικῆς σχολῆς διὰ νόμου· εἶπον, ὅτι ἐνόσῳ ἡ εὐθύνη τῶν ὑπουργῶν εἶναι ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὰ ποδάρια τῶν ὑπουργῶν, εὐθύνη δὲν ὑπάρχει, εἶναι ὄνομα κενὸν, εἶναι ἐμπαιγμὸς, καὶ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα εἶναι κωμῳδία. Ἤδη ἔρχομαι εἰς τὸ προκείμενον. Προχθὲς ἄκοντες καὶ μὴ βουλόμενοι, ἐπληρώσατε 500,000 δραχ. δι’ ὅπλα ἄχρηστα· σήμερον θὰ πληρώσητε χρήματα διὰ βαθμοὺς, οἱ ὁποῖοι εἶναι περιττοί. Ποῖα λοιπὸν εἶναι τὰ δικαιώματα τοῦ Κοινοβουλίου; Ἐρωτῶ, πῶς ἀφήσατε αὐτὰς τὰς παρανομίας νὰ διέλθουν ἐνώπιόν σας, καὶ πότε, ὅταν ἡ Κυβέρνησις σᾶς λέγῃ «παράνομα εἶναι αὐτά». Τί κάθεσθε λοιπόν; φρονῶ ἡ Βουλὴ, ἂν θέλῃ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν της, νὰ προλάβῃ καταχρήσεις, νὰ προβῇ εἰς ἀνακρίσεις, διὰ νὰ μάθῃ ἕκαστος τῶν ὑπουργῶν ὅτι, καθήμενος εἰς τὸ ἐδώλιον τοῦ ὑπουργοῦ, χρεωστεῖ νὰ ἦναι ἄγρυπνος εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους· ἄλλως τε νὰ βλέπῃ εἰς αὐτὸ τὸ ἐδώλιον ἐγγεγραμμένην πραγματικὴν εὐθύνην. Ὁμολογῶ, ὅτι τὸ ζήτημα περὶ τῶν ἀπονεμηθέντων βαθμῶν εἶναι καθαρῶς νομικὸν, καὶ πρέπει νὰ ἀπόσχω, διότι ὡς ἐκεῖ αἱ δυνάμεις μου δὲν φθάνουν. Καθόσον ἀφορᾷ ἤδη τὰ πρόσωπα, ἐπροβιβάσθησαν· εἶπον καὶ ἐπαναλέγω, ὅτι κατακρίνω τὴν πρᾶξιν αὐτὴν, καὶ ἤθελον τὴν τιμωρήσει αὐστηρότατα, ὄχι ὅμως εἰς τὰ πρόσωπα τῶν μὴ πταιόντων, διότι αὐτοὶ δὲν πταίουν· ἤθελον ὅμως καθίσει εἰς τὴν ἕδραν τοῦ ὑποδίκου τοὺς ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι ἔκαμον αὐτὰ τὰ πράγματα, καὶ ἐγὼ προτιμῶ καλλίτερον πᾶν ἄλλο παρὰ ὁ ὑπουργὸς νὰ ἦναι ἀνεύθυνος. Λοιπὸν ἐνόσῳ δὲν ἔχει ζωὴν τὸ ἄρθρον 81 τοῦ Συντάγματος, καὶ δὲν τὸ ἀναγράψετε ἐκεῖ, μὴ περιμένετε διόρθωσιν.

§213ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ἠξεύρω ἡ ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν, τί κάμνει.

§214Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐπὶ τῶν πραγμάτων τὰ ὁποῖα ἔγειναν, καὶ ἡ Κυβέρνησις καθαρὰ σᾶς ἐξέφρασε τὴν ἰδέαν της. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ, κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην τὴν ὁποίαν θὰ κανονίσῃ, πρέπει νὰ ἐξετάσῃ ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα.

§215ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Νομίζω, ὅτι σαφέστερα πρέπει νὰ ἐκφρασθῶμεν τί ζητοῦμεν ἕκαστος. Δεδομένον εἶναι, ὅτι οἱ ἀπονεμηθέντες βαθμοὶ κακῶς ἀπενεμήθησαν καὶ ἀκύρως, καὶ οἱ μισθοὶ, οἵτινες ἐδόθησαν μέχρι τοῦδε εἰς τοὺς ὑπεραρίθμους αὐτοὺς ἀξιωματικοὺς, κακῶς ἐδόθησαν.

§216ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι διόλου δεδομένον, διότι αὐτὸ συζητοῦμεν.

§217ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἡ Κυβέρνησις οὕτω τὸ ἐθεώρησεν.

§218ΡΑΛΛΗΣ. Οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε κανείς.

§219ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Περὶ τοῦ μέλλοντος μόνον.

§220ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι σᾶς ἠρώτησαν ἐὰν θεωρῶνται ἔγκυροι, καὶ εἴπετε ὄχι.

§221ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶπον ὄχι.

§222ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Τότε δὲν εἶναι δεδομένον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἂν καὶ προηγουμένως τοὐναντίον εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργός.

§223ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν δύνασθε νὰ ἀφαιρέσητε τοὺς τοὺς βαθμούς.

§224ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἡ Κυβέρνησις προσεκάλεσε συμβούλιον νομομαθῶν καὶ ὑπέβαλε τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ὡς πρὸς τὴν μισθοδοσίαν καὶ ὡς πρὸς τὸν βαθμὸν ἐὰν ᾖναι ἀναφαίρετος. Ὅταν προσεκάλεσε συμβούλιον ἐκ νομομαθῶν, ἕπεται ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ στηριχθῇ εἰς τὴν ἰδίαν γνώμην, ἀφοῦ ἐκυμαίνετο καὶ ἔμελλε νὰ σχηματίσῃ πεποίθησιν ἐκ τῆς γνωμοδοτήσεως τῶν νομομαθῶν. Οἱ νομομαθεῖς πάντες, πλὴν τοῦ κ. Ῥοντήρη, ἀπεφάνθησαν, ὅτι καὶ οἱ βαθμοὶ παρανόμως ἐδόθησαν, καὶ ἡ μισθοδοσία αὐτῶν παρανόμως ἐπληρώθη· ἑπομένως νομίζω, ὅτι τὴν γνωμοδότησιν ταύτην, ἥτις ἐδόθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ τὴν ἔχῃ ὡς γνώμην σήμερον. Σήμερον ἡ Κυβέρνησις εἶπεν, ὅτι θὰ φέρῃ νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα περὶ τῶν ἀπονεμηθέντων βαθμῶν, ἀλλ’ ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς δαπάνης, καὶ ὅταν ἔλθῃ ὁ νόμος, τότε νὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω ὅτι, ἂν ἐγγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὸ ποσὸν, θὰ ᾖναι ἴσως μάταιον νὰ συζητήσωμεν κατόπιν ἐὰν οἱ βαθμοὶ παρανόμως ἀπενεμήθησαν.

§225ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι.

§226ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἕως τώρα ἐλέγαμεν, ὅτι ἀπὸ τὸ 1871 ἔγειναν καὶ ἄλλαι παραβάσεις τῶν νόμων τῶν ὁριζόντων καὶ τὸν βαθμὸν καὶ τὴν τάξιν, ἀλλὰ ὁσάκις ἐγένετο λόγος, ὅτι κατὰ παράβασιν τῶν νόμων αὐτῶν ἀπενεμήθησαν βαθμοὶ, πάντοτε ἀντετάχθη, ὅτι περιελήφθησαν ὑπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐγγράφεται ἡ δαπάνη τῆς μισθοδοσίας, καὶ μόνος αὐτὸς ὁ λόγος ἦτον ὁ στηρίζων τὴν βάσιν τῶν βαθμῶν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ζητῶ τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς πιστώσεως. Νομίζω ὅτι ἀπὸ τοῦδε, οὐχὶ ὅμως ἀπόψε, ἀλλὰ αὔριον, δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, καθὼς εἶπεν ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ ὁρίσωμεν, ἐὰν ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλῃ μόνον εἰς τὸ μέλλον νὰ ὁρίσῃ, ὅτι βαθμοὶ δὲν δύνανται νὰ δίδωνται, εἰμὴ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων. Ὅταν λοιπὸν διαφωνῶμεν εἰς αὐτὴν τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ φέρῃ τὸ ὑπουργεῖον, δηλ. νὰ κανονίζῃ μόνον τὸ μέλλον καὶ νὰ μὴν ὁρίζῃ τί θὰ γείνωσιν οἱ βαθμοὶ οἱ παρανόμως ἀπονεμηθέντες, πρέπει νὰ τὸ γνωρίζωμεν. Ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι ὀλίγον πρότερον εἶπον· ἐπειδὴ τὴν μεταβολὴν, ἡ ὁποία ἐγένετο, τὴν ἀνεκηρύξαμεν ὡς μεγάλην, ὡς ἐπανάστασιν ἠθικὴν, τὴν ἀνεκηρύξαμεν ὡς νέαν κατάστασιν πραγμάτων, ἥτις θέλει φέρει τὸν χρυσοῦν αἰῶνα, θέλει ἀπαλλάξει ἡμᾶς διὰ παντὸς τῶν φοβερῶν ἐπιδρομῶν τοῦ παρελθόντος, προέβημεν εἰς τὸ ν’ ἀκυρώσωμεν τοὺς ἀκύρους νόμους, καὶ δι’ αὐτῶν καὶ τὰ ἀποτελέσματά των, τοσοῦτον μᾶλλον καθόσον ῥητῶς, ὅταν ἐσυζητεῖτο εἰς τὴν Βουλὴν τὸ περὶ ἀκυρώσεως τῶν νόμων, ἐλέχθη παρ’ ὅλων, ὅτι ὁ νόμος ἀφορᾷ καὶ τ’ ἀποτελέσματα καὶ δὲν ἐνυπάρχει ἐν αὐτῷ ἄλλη ἔννοια ἐναντία, διότι ἐθεωρήθησαν οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ὡς μὴ λαβόντες ποτὲ νόμιμον ὑπόστασιν· ἑπομένως καὶ τ’ ἀποτελέσματα, ἐπὶ τῶν νόμων αὐτῶν στηριζόμενα, πρέπει νὰ μηδενίσωμεν.

§227ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὡς πρὸς τοὺς ναυτικοὺς βαθμούς.

§228ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἐθεωρήθη δὲ περιττὸν νὰ τεθῇ ἐν τῷ νόμῳ ἡ τῶν ἀποτελεσμάτων ἀνατροπή.

§229ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Σᾶς ἐνθυμίζω, ὅτι ὁ κ. Δεληγεώργης σᾶς ἀπέτρεψε νὰ θέσητε τοῦτο, διότι, εἶπε, δὲν πρέπει νὰ δεσμεύσητε τὰ δικαστήρια, καὶ ἠρκέσθημεν μόνον εἰς τὸ νὰ σημειωθῇ ἡ παρατήρησις εἰς τὰ πρακτικά.

§230ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι τὰ δικαστήρια θὰ ἐξετάσωσι τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων· ἐὰν θέλητε νὰ προσθέσητε πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουν ἐν τῷ νόμῳ, δὲν θὰ τὰ δεχθοῦν.

§231ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Τὸ προκείμενον ζήτημα, ἐὰν ᾖναι ἄξιον συζητήσεως, μόνον ἰσχυρὸν λόγον ἔχει τὸν τῆς ἀνάγκης, τὸν ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργός· πέραν τοῦ λόγου τούτου δὲν ἐννοῶ πῶς θὰ γείνῃ συζήτησις. Ἀλλὰ τὸν λόγον τοῦτον, ἐὰν πρέπῃ νὰ τὸν παραδεχθῶμεν μόνον διότι προτείνεται, ὀφείλομεν νὰ τὸν συζητήσωμεν, καὶ πρὶν τὸν συζητήσωμεν, δὲν ὀφείλομεν ν’ ἀποφασίσωμεν. Θεωρῶ λοιπὸν καλὸν νὰ μὴ ψηφισθῇ ἡ δαπάνη αὕτη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1875, διότι θὰ προστεθῇ εἷς νόμιμος τίτλος εἰς τὴν ἀπονομὴν τοῦ βαθμοῦ, τὸν ὁποῖον ἢ τὰ δικαστήρια ἢ ἡ Βουλὴ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν δύναται νὰ τὸν θεωρήσῃ ἰσχυρόν.

§232ΤΙΝΕΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.

§233ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅταν γείνῃ αὔριον ἡ συζήτησις, νὰ μᾶς φέρῃ κατάλογον λεπτομερῆ τῶν ὑπεραρίθμων.

§234ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, οἱ ναυτικοὶ ἐπροβιβάσθησαν συνεπείᾳ νόμου ἀκύρου, καὶ διὰ τοῦτο οἱ ναυτικοὶ δὲν ἐπληρώθησαν τοὺς μισθούς των· ἐπειδὴ ἠκυρώθη, ὁ ἄκυρος νόμος δὲν εἶχε συνεπείας. Ἀλλ’ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ δὲν ἐπροβιβάσθησαν δυνάμει ἀκυρωθέντος νόμου, ἐνομίσαμεν δὲ ὅτι, διὰ τὸν λόγον τὸν ὁποῖον σᾶς ἀνέπτυξα, οἱ βαθμοὶ αὐτοὶ δὲν δύνανται ν’ ἀκυρωθῶσι. Καὶ ὅμως ἡ παραδοχὴ τῆς πιστώσεως δὲν δύναται νὰ ἔχῃ οὐδεμίαν συνέπειαν ὡς πρὸς τὸ νόμιμον τῶν βαθμῶν, καὶ μένει ἐλευθέρα ἡ Βουλὴ κατόπιν ν’ ἀποφασίσῃ περὶ ταύτης. Διὰ τοῦτο ἐφέραμεν τὴν πίστωσιν· ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι δὲν πρέπει νὰ πληρώσῃ, δύναται νὰ τὸ πράξῃ· ἐὰν δὲ γείνῃ παραδεκτὴ ἡ πίστωσις, δὲν μᾶς δεσμεύει τοῦτο, οὔτε οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ παρανόμως προβιβασθέντες ἀποκτοῦν κανένα νόμιμον τίτλον.

§235ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Προτείνω τὴν ἀναβολὴν, κ. Πρόεδρε.

§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπροτάθη ἀναβολὴ, καὶ θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι ν’ ἀναβληθῇ ἡ περαιτέρω συζήτησις διὰ τὴν αὔριον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.

§237Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Φρονῶ ὅτι αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Θήρας κ. Βαλέττας, ἔχουν μεγάλην ἀξίαν, ἀφοῦ μάλιστα προηγήθη τῆς ἀποφάσεως τῆς Κυβερνήσεως μία γνώμη σπουδαίων νομομαθῶν· δυστυχῶς ὅμως δὲν ἔχομεν τὴν γνώμην αὐτὴν, καὶ τοῦτο εἶναι μία ἔλλειψις. Ἐὰν ὅμως ἡ Κυβέρνησις εὐηρεστεῖτο νὰ μᾶς δώσῃ τὴν γνωμοδότησιν αὐτὴν, τότε θὰ εἴμεθα καὶ εἰς θέσιν καλλιτέραν.

§238ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ τί ὄχι.

§239Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἄλλως τε, κύριοι, φρονῶ ὅτι, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἔσφαλε (δὲν ἀποδίδω πρόθεσιν κακὴν· ἀλλ’ ἐκ τῆς ἑρμηνείας τὴν ὁποίαν ἔδωσε) καὶ ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις· διότι ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη, ἐὰν ἤθελε σκεφθῆ νὰ μὴ κάμῃ τὴν πληρωμὴν, διότι κανὲν ἄλλο δικαίωμα δὲν εἶχε ν’ ἀφαιρέσῃ τὸν βαθμὸν, νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο κάπως εὐκολώτερον δι’ ἡμᾶς. Ἀλλὰ πάλιν σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι νομικῶς δὲν ἠμπορεῖτε νὰ φθάσητε εἰς μίαν θετικὴν ἰδέαν, ἐὰν προηγουμένως δὲν λάβητε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν γνώμην τοῦ συμβουλίου, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἡ Κυβέρνησις βασίζεται. Καθόσον ἀφορᾷ δὲ τὰς παραβάσεις τοῦ νόμου, δὲν εἶναι αὐτὴ καὶ μόνη, διότι, κύριοι, ἠξεύρετε, ὅταν οἱ ὑπουργοὶ δὲν αἰσθάνωνται τὴν εὐθύνην, τί πράττουν. Ὑπάρχει, κύριοι, εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἓν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον διατηρεῖται εἰς θέσιν κατὰ παράβασιν τριῶν νόμων, τοῦ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, καὶ τοῦ στρατιωτικοῦ ποινικοῦ νόμου.

§240ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. (ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Θέλετε νὰ σᾶς πληροφορήσω περὶ αὐτοῦ τοῦ προσώπου;

§241Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διὰ τὸν Γεωργαντᾶν λέγω· τὸ λέγω καθαρά.

§242ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Γνωρίζετε πολὺ καλὰ, κ. Πετιμεζᾶ, δύνανται ν’ ἀνακληθῶσιν εἰς ὑπηρεσίαν εἰς περιστάσεις τινὰς, καὶ τότε λαμβάνουσι τὸ περισσότερον τῆς μισθοδοσίας των· γνωρίζετε πολὺ καλὰ, ὅτι ὁ Ἰωαννίδης καθυστέρει τὰς διασαφήσεις πέντε ἔτη, καὶ ἕνεκα τούτου, ὅταν ὁ ἔντιμος κ. Γεννατᾶς ἦλθεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον....

§243Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κ. Πρόεδρε, δὲν ἀναβάλλομεν δι’ αὔριον;

§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἡ ἀριστερὰ πλευρὰ ἀνεχώρησε, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 20|60 Μ. Μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 57
2Τῆς 4 Δεκεμβρίου 1875
3(Πέμπτη).
4Ὥρα 2 Μ. Μ.
5Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου κατέχει ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Κα-
6ράπαυλος.
7Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθεί-
8σης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς
9προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐκυρώθησαν.
10§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς Μεσολογγίου, συνεπεία
11τηλεγραφήματος διὰ τοῦ ὁποίου προσεκαλεῖτο νὰ μᾶς φωτίσῃ
12πόσοι ἐκ τῶν ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ τοῦ δήμου Ἀμβρα-
13κίας τῆς ἐπαρχίας Βάλτου φαίνονται ψηφοφορήσαντες καὶ εἰς
14τὸν δῆμον Θυάμου, ἀναφέρει, ὅτι ἐκ τοῦ καταλόγου ὑπάρχουσι
154 ἢ 5 ὀνόματα. Ὁ κ. Γραμματεὺς θέλει ἀναγνώσει τὴν ἀπάν-
16τησιν.
17§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
18Πρόεδρον Βουλῆς.
19Ἐκλογικοῦ καταλόγου Θυάμου σταλέντος εἰρηνοδίκῃ Βάλ-
20του, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 9340 8 Μαΐου ε. ε. ἐγγράφου μας, ὅπως
21συμμορφωθῇ ἐγκυκλίῳ ὑπουργείου Δικαιοσύνης 13 τοῦ 1873,
22ἠρύσθην ἐκ πρωτοκόλλου ψηφοφορίας μόνον ψηφοφορήσαντας
23Ἀθαν. Κουτζουκέραν (ἀριθμὸς καταλόγου 44, πρωτοκόλλου 35),
24Γεώργ. Σάκκαν (843· 331), Χρ. Νταλάκον (754· 448), Γε-
25ώργιον Πιτζιμέρην (97· 586), Χ. Ἀλτάνην (960· 651), Ν.
26Νταλακάκον, ὄχι Ντιλοκάκην (729· 951), Σ. Νταλακάκην, ὄχι
27Ναλάνην (747· 751). Σημειωτέον, ὅτι ἐκλογικοῦ καταλόγου
28στερεῖται ἡ Νομαρχία.
29Ἀντεισαγγελεὺς
30ΙΩ. ΣΠΑΝΙΔΗΣ.
31§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπετε λοιπὸν, ἐξ αὐτῶν τῶν ὀνομάτων δύω
32ἢ μᾶλλον τρία εἶναι παρηλλαγμένα κατά τι, ὅπως ἠκούσατε.
33Τώρα τί θέλετε νὰ γείνῃ; Θέλετε νὰ τυπωθῇ αὐτό;
34§4ΣΤΡΑΤΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ παραπεμφθῇ τὸ ἔγγραφον
35τοῦ εἰσαγγελέως εἰς τὸ Τμῆμα, τὸ ὁποῖον προεξήλεγξε τὴν
36ἐκλογήν.
37§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, θέλετε τὸ ἔγγραφον αὐτὸ νὰ
38παραπεμφθῇ εἰς τὸ Τμῆμα, καὶ ἐκεῖ νὰ γείνῃ ἡ ἐξέλεγξις, πα-
39ρόντων καὶ τῶν ἐνδιαφερομένων;
40§6ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
41§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κατσικογιάννης κατέθεσε γραμμάτιον
42τοῦ κεντρικοῦ ταμείου, ἐν ᾧ σημειοῦται ὅτι κατέβαλε τὸ ποσὸν
43σύμφωνα μὲ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς.
44§8ΠΟΛΛΟΙ. Πολὺ καλά.
45§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Νικολόπουλος, δι’ αἰτήσεώς του πρὸς
46τὸν κ. Πρόεδρον, ἀναφέρει, ὅτι δὲν εἶναι ἐκεῖνος ὅστις διώρι-
47σεν ὑπεράριθμον ἐφέτην, ἀλλ’ ἄλλος· παρακαλεῖ δὲ νὰ ἐπιτρέψῃ
48ἡ Βουλὴ ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσίς του.
49§10ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σημειωθῇ ἡ παρατήρησίς του εἰς τὰ
50πρακτικά.
51§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπέβαλε τὰς
52ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν συμβάσεων α) μεταξὺ τῆς Ἑλλ. Κυβερνή-
53σεως καὶ τῆς Ἀγγλικῆς, πρὸς ἀμοιβαίαν ἔκδοσιν τῶν δραπε-
54τῶν τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ· καὶ β) περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτι-
55λίας μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἱσπανίας. Ἀμφότεραι θὰ τυπωθοῦν,
56θὰ διανεμηθοῦν, καὶ θὰ τεθοῦν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
57Προβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Λομβάρδος
58ἔχει τὸν λόγον.
59§12ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐὰν δὲν ἔχῃ ἄλλος τις τὸν λόγον καὶ πρό-
60κηται νὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις, δὲν θέλω λάβει τὸν λόγον, ὅπως
61μὴ γείνω πρόσκομμα, καίτοι χθὲς προεκλήθην ἀτόπως· παραι-
62τοῦμαι τοῦ λόγου, ἀρκούμενος εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς. Ἐὰν
63ὅμως ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν
64λόγον.
65§13ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἔχω τὸν λόγον, κ. Πρόε-
66δρε (ἀναβαίνει τὸ βῆμα).
67§14ΧΟΪΔΑΣ. Κ. Πρόεδρε, εἶχα ζητήσει ἐγὼ τὸν λόγον.
68§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κ. Παπαμιχαλόπουλε......
69§16ΧΟΪΔΑΣ. Ὄχι τώρα.
70§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καλά, ἔπειτα.
71§18ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐξηντλήθη τὸ ζήτημα αὐτὸ, ὥστε δὲν
72ἠμπορεῖ νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος.
73§19ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
74§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ σήμερον τοὺς ἀγορεύοντας
75νὰ περιορισθῶσιν ἐπὶ τοῦ θέματος· τὸ θέμα εἶναι τὸ Κεφάλαιον
76τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐξωτερικῶν, τὸ ἐπι-
77γραφόμενον «ἀποστολαὶ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.»
78§21ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θ’ ἀπαντήσω, κύριοι, εἰς τὰς
79ὕβρεις, τὰς ὁποίας χθὲς ἐξετόξευσεν ἐντεῦθεν ὁ μετ’ ἐμὲ τελευ-
80ταῖον λαλήσας, διότι, δυστυχῶς ἢ εὐτυχῶς, δὲν ἔχω τὴν ἱκα-
81νότητα τοῦ ὑβρίζειν, οὐδὲ τοῦ συζητεῖν ἐπὶ ὕβρεων· ὀφείλω
82ὅμως ν’ ἀναιρέσω συκοφαντίας τινάς, ῥηθείσας ἐντεῦθεν ἐναντίον
83μου παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου.
84Πολιτεύομαι, κύριοι βουλευταὶ, ἐπὶ εἰκοσαετίαν ὁλόκληρον,
85καὶ δύναμαι μετὰ θάῤῥους νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μαρτυρίαν ὅλων
86ἐκείνων, μετὰ τῶν ὁποίων ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ συνεργασθῶ καὶ
87ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου τούτου καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ, εἴτε ὡς συμ-
88πολιτευόμενος εἴτε ὡς ἀντιπολιτευόμενος κατὰ τὸ μακρὸν τοῦτο
89διάστημα, περὶ τοῦ ἐντίμου πολιτικοῦ μου βίου.
90Μεταξὺ τῶν ὕβρεων, τὰς ὁποίας χθὲς ἤκουσα ἐνταῦθα, ἤκουσα
91καὶ τὴν συκοφαντίαν, ὅτι ἀπὸ δειλίαν ἐλειποτάκτησα ἀπὸ τὸ
92κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον πρὸ εἰκοσαετίας ἀνῆκον, ἀπὸ δειλίαν πο-
93ταπήν. Ἀληθῶς, κύριοι, ἐπὶ εἴκοσιν ὅλα ἔτη ὑπηρέτησα ὑπὸ
94τὴν ἀρχηγίαν σεβαστοῦ ἀνδρὸς, οἷος ὁ κ. Βούλγαρης (ἀνησυχία
95ἐντὸς τῆς αἰθούσης καὶ ποδοκροτήματα εἴς τι θεωρεῖον).
96§22ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Ἐγὼ, διὰ νὰ μὴ σᾶς διακόψω, θὰ ἐξέλθω τῆς
97αἰθούσης.
98§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὰ ἀκροατήρια νὰ ἡσυχάσουν, ἐκτὸς
99ἂν ἐπιθυμοῦν....
100§24ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκροατήρια, κύριοι βου-
101λευταὶ, εἶναι σκυλολόγι, καὶ ἐγὼ δὲν προσέχω παντάπασιν
102οὔτε εἰς τὰ ποδοκροτήματα, οὔτε εἰς τὰ χειροκροτήματα (πο-
103δοκροτήματα εἰς τὸ ἀκροατήριον).
104§25ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὁ ἀγορεύων, κ. πρόεδρε, ἀπεκάλεσε τὰ ἀκροα-
105τήρια σκυλολόγια· πρέπει ν’ ἀνακαλέσῃ, διότι δὲν εἶναι σκυ-
106λολόγια, ἀλλ’ εἶναι ἔντιμοι συμπολῖταί μας.
107§26ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἐννοεῖ τοὺς ἐντίμους τῶν ἀκροατῶν.
108§27ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ
109τὸν ἀγορεύοντα ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν ὕβριν, διότι ὑπάρχουν ἀνώ-
110τεροι ἀξιωματικοὶ εἰς τὰ ἀκροατήρια, οἵτινες ὑπηρέτησαν καὶ
111ὑπηρετοῦν τὸ ἔθνος· δὲν δέχομαι ποτὲ νὰ ὑβρισθοῦν.
112§28ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὡμίλησα περὶ τῶν ἀκροατη-
113ρίων ἅτινα κατέχονται ἀπὸ ἀνθρώπους εὐϋπολήπτους καὶ ἐν-
114τίμους, τοὺς ὁποίους ἐκτιμῶ καὶ ὑπολήπτομαι, ἀλλ’ ὁμιλῶ
115περὶ τοῦ ἀκροατηρίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον κατέχουν ἄνθρωποι οἱ
116ὁποῖοι ἔχουν αὐτὴν τὴν τάσιν καὶ τοιαύτην ἀνατροφήν.
117§29ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ποῦ εἴμεθα κύριοι; Ἐὰν ἔχῃ τὸ δικαίωμα τὸ
118ἀκροατήριον νὰ ποδοκροτῇ, τότε ποῦ εἶναι ἡ ἐλευθερία τοῦ λό-
119γου ὅταν ὑβρίζηται τὸ βῆμα; Καὶ τέλος πάντων ὁ κ. Παπαμι-
120χαλόπουλος δὲν ἐννοεῖ παρὰ ὀλίγους ταραξίας.
121§30ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κ. πρόεδρε.
122§31ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Κύριε πρόεδρε, τί κάμνει ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπή;
123Πότε θὰ φέρῃ τὸ κατηγορητήριον κατὰ τοῦ σεβαστοῦ ἀνδρός;
124§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὰ ἀκροατήρια παρακαλοῦνται νὰ παύ-
125σωσι τὰ ποδοκροτήματα καὶ χειροκροτήματα, διότι θὰ διατάξω
126τὴν ἀπομάκρυνσιν τῶν ἀτάκτων ἀκροατῶν· εἰς δὲ τὸν ἀγορεύ-
127οντα κάμνω τὴν παρατήρησιν νὰ κάμῃ διάκρισιν.
128§33ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τῶν ἀτακτούντων ὁμιλῶ, κ.
129πρόεδρε, καὶ ὄχι περὶ τῶν προσώπων τῶν ἐντίμων.
130§34ΝΕΓΚΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡμεῖς κατηγοροῦμεν αὐτοὺς καὶ
131θέλομεν νὰ τοὺς δικάσῃ τὸ ἔθνος, καὶ ἐκεῖ ἐπάνω (δεικνύει τὸ
132ἀκροατήριον) κτυποῦν οἱ στρατιωτικοί.
133§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει τίποτε· ἐπαναφέρουν τὴν ἡσυχίαν.
134Ἐγὼ ἓν δικαίωμα εἶχον, ν’ ἀνακαλέσω τὸν ἀγορεύοντα, καὶ τὸ
135ἔπραξα, διότι τὰ ἀκροατήρια κατὰ τὸ πλεῖστον κατέχονται
136ὑπὸ ἐντίμων ἀνθρώπων.
137§36ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τῆς ἐξαιρέσεως ὡμίλησα, δὲν
138ὡμίλησα περὶ τῶν ἀκροατηρίων, ἅτινα κατέχονται ὑπὸ ἀνθρώ-
139πων τοὺς ὁποίους ὑποληπτόμεθα καὶ σεβόμεθα.
140§37ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐδικαιοῦσθε νὰ ζητήσητε τὴν τιμωρίαν τῶν ἀ-
141κροατηρίων τὰ ὁποῖα ἀτακτοῦν, ὄχι ὅμως νὰ ὑβρίζητε.
142§38ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπηρέτησα λοιπὸν, κύριοι, ἀλη-
143θῶς ἐπὶ εἴκοσιν ὅλα ἔτη ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ κ. Βούλγαρη,
144ὑπὸ τὸν ὁποῖον ὑπηρέτησαν οἱ ἐπιφανέστεροι τῶν παρ’ ἡμῖν πο-
145λιτευομένων, καὶ ὑπηρέτησα μὲ ὅλην τὴν εἰλικρίνειαν, ἥτις δύ-
146ναται νὰ χαρακτηρίσῃ ἔντιμον πολιτευόμενον. Ἀλλ’ ὅτε περι-
147στάσεις (διὰ τὰς ὁποίας ὀφείλω λόγον μόνον εἰς τὴν συνείδησίν
148μου, εἰς τὸν ἑαυτόν μου καὶ εἰς τὸν Θεὸν, καὶ εἰς οὐδένα ἄλ-
149λον), μ’ ἔφερον εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ἐγκαταλείψω τὴν
150πολιτικὴν ἐκείνην, τὴν ἐγκατέλιπον, ἀλλὰ τοῦτο ἔπραξα εἰς ἐ-
151ποχὴν, καθ’ ἣν ἦτο πανίσχυρος, ἦτο παντοδύναμος. Ἡ Κυβέρνη-
152σις τοῦ 1874, τῆς ὁποίας ἀπετέλουν μέρος μέχρι τῆς 2 8βρίου
153τοῦ ἰδίου ἔτους, καθ’ ἣν διὰ τελευταίαν φορὰν καὶ μετ’ ἐπιμο-
154νῆς ἔδωκα τὴν παραίτησίν μου, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, λέγω, ἦτο
155πανίσχυρος, διότι ἔσχε μεγίστην πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ,
156διότι ἀπελάμβανεν ἀπεριόριστον ἐμπιστοσύνην ὑπὸ τοῦ Βασι-
157λέως. Καὶ ὅμως κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καίτοι κατέχων τὸ
158σπουδαιότερον τῶν ὑπουργείων, καίτοι κατέχων θέσιν ἐπιφανῆ
159ἐν τῇ Κυβερνήσει ἐκείνῃ καὶ ἐν τῷ κόμματι, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ὑ-
160πηρέτουν, δὲν ἐλειποτάκτησα ἀνάνδρως καὶ ποταπῶς, ἀλλὰ πα-
161ρητήθην τῆς ἐξουσίας. Παρητήθην τῆς ἐξουσίας, διὰ τὴν κατά-
162ληψιν τῆς ὁποίας ἄλλοι ἐπρόδωσαν καὶ ἀρχὰς καὶ ἀρχηγούς.
163Ἄλλοις δέδοται, κύριοι συνάδελφοι, τὸ λειποτακτεῖν ἀπὸ τὰς
164τάξεις αὑτῶν καὶ τὸ προδίδειν τοὺς ἀρχηγοὺς αὑτῶν ἐν οὐ
165δέοντι.
166Ἀποσυρθεὶς λοιπὸν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Βούλγαρη, συν-
167ετάχθην κατὰ τὰς ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον
168μετὰ τὴν παραίτησίν μου, εἰς τὰς τάξεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως,
169καὶ ἐψηφοφόρησα μετ’ αὐτῆς, συμφώνως μὲ τὴν συνείδησίν μου
170καὶ μὲ τὰς πεποιθήσεις μου, εἰς ὅλα τὰ ζητήματα τῶν ἐξε-
171λέγξεων. Ἐψηφοφόρησα δὲ πρὸ πάντων ὑπὲρ τῆς ἐκλογῆς Ἀτ-
172τικῆς, τὸ ὁποῖον ἄλλοι δὲν ἐτόλμησαν νὰ κάμουν, καίτοι πρὸ
173τῆς ψηφοφορίας εἶχον ἐναντίαν γνώμην· ἀπέσχον νὰ ψηφοφορήσω,
174εἶναι ἀληθὲς, εἰς δύω ἐκλογὰς, αἵτινες ἔφερον χαρακτῆρα πολι-
175τικὸν, εἰς τὴν ἐκλογὴν Μεσολογγίου καὶ εἰς τὴν ἐκλογὴν Ζακύν-
176θου, ἀλλὰ τοῦτο ἔπραξα ἐξ ἁβροφροσύνης πρὸς τοὺς συναδέλ-
177φους, οἵτινες κατηγοροῦντο ἐντεῦθεν, δικαίως ἢ ἀδίκως δὲν ἐξε-
178τάζω, διὰ τὰς ἐκλογὰς ταύτας, καὶ μετὰ τῶν ὁποίων μέχρι
179τῆς ἐποχῆς ἐκείνης συνέπραττον· ἀλλὰ ἐψηφοφόρησα ὑπὲρ ἢ
180κατὰ εἰς ὅλα τὰ λοιπὰ ζητήματα, συμφώνως μὲ τὴν ἀντιπολί-
181τευσιν, καὶ διὰ τῆς διαγωγῆς μου ἀπέδειξα, ἂν ὄχι ἄλλο τι,
182ὅτι γνωρίζω νὰ σέβωμαι τοὐλάχιστον τὸν ἑαυτόν μου. Δὲν δι-
183στάζω νὰ εἴπω, κύριοι, ὅτι δὲν ἤθελέ τις ἐκ τῶν κατηγόρων
184μου ἀποφασίσει νὰ πράξῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἔπραξα, πα-
185ραιτῶν ἐξουσίαν καὶ κόμμα πανίσχυρον, καὶ δὲν διστάζω περι-
186πλέον νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἀποχώρησίς μου ἐκ τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου
187συνετέλεσε τὰ μάλα εἰς αὐτὴν τὴν νέαν κατάστασιν τῶν πραγ-
188μάτων, ὅπως τὴν ὀνομάζετε· καὶ ἐὰν ἡ νέα αὕτη κατάστασις τῶν
189πραγμάτων ἀποβῇ ἐπὶ καλῷ τῆς πατρίδος, δύναμαι νὰ καυχῶμαι
190ὅτι συνετέλεσα καὶ ἐγώ· ἀλλ’ ἐὰν ἀποβῇ ἐπὶ κακῷ, ὅπερ ἀπεύ-
191χομαι, ἐγὼ πρῶτος φέρω τὴν εὐθύνην. Εἰς τὴν ἀποχώρησίν μου
192δὲ πρέπει ν’ ἀποδοθῇ καὶ ἡ σύστασις τοῦ ὑπουργείου τῆς 27
193Ἀπριλίου, διότι ἄλλως ἤθελεν ἐξακολουθήσει ἡ ἰδία ἐκείνη πο-
194λιτικὴ κατάστασις, καθόσον οὔτε ἡ 30 Νοεμβρίου ἤθελε λάβει
195χώραν ἄνευ τινὸς ἀνάγκης, ἀλλ’ οὔτε, ἂν ἐλάμβανε χώραν, ἤ-
196θελε κατασταθῆ δύσκολος ὁ σχηματισμὸς νομίμου ἀπαρτίας,
197διότι χάριν ἐμοῦ, καὶ ὡς ὑπουργοῦ καὶ ὡς πολιτευομένου ἐπὶ εἰ-
198κοσαετίαν, θὰ προσήρχοντο, ἂν ὄχι πλειότεροι, τοὐλάχιστον
199τρεῖς βουλευταὶ, οἵτινες ἀπῃτοῦντο διὰ τὴν νόμιμον συγκρότησιν
200τοῦ Κοινοβουλίου. Διὰ τοῦτο λοιπὸν εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω,
201ὅτι ἡ ἀποχώρησίς μου ἐκ τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου συνετέλεσεν
202εἰς τὴν νέαν μεταβολὴν, ἣν ἀντιποιεῖσθε σεῖς, καὶ ὀφείλω νὰ
203δώσω λόγον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς πατρίδος μου, ἐὰν ἡ
204μεταβολὴ αὕτη δὲν ἀποβῇ ἐπὶ καλῷ· καὶ ὅμως τολμοῦν νὰ μὲ
205ὑβρίζουν ἐπὶ λειποταξίᾳ ἄνθρωποι, οἵτινες ἔφυγον ἀπὸ τὴν αἴ-
206θουσαν τοῦ κ. Κουμουνδούρου τὴν ἡμέραν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἐ-
207σχηματίσθη τὸ ὑπουργεῖον τῆς 27 Ἀπριλίου, προσποιούμενοι ἄ-
208γνοιαν τῶν διατρεχόντων, καὶ διηυθύνθησαν εἰς τ’ ἀνάκτορα, διὰ
209νὰ ὁρκισθῶσιν ὡς ὑπουργοί.
210§39ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὴ μὲ ἀνακατόνετε ἐμέ.
211§40Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τώρα, τώρα τὰ λέγομεν.
212§41ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ μὲ κατηγόρησαν περιπλέον
213ὅτι συνέπραξα μετὰ τοῦ κ. Γρίβα, προσληφθέντος εἰς τὸ ὑπουρ-
214γεῖον τοῦ κυρίου Βούλγαρη μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἐνῷ
215πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν κατηγόρουν αὐτὸν καὶ ἐζήτουν, κατὰ τὴν
216ἔκφρασίν των, νὰ τὸν κρεμάσωσιν. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν εἶναι
217ἀληθές. Εἶναι γνωστὸν πῶς ἐφέρθη ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου τού-
218του πρότασίς τις κατὰ τοῦ ὑπουργείου τοῦ κυρίου Δεληγεώργη,
219τοῦ ὁποίου μέλος ἦτο καὶ ὁ κύριος Γρίβας, πρὸ τῆς 9 Φεβρου-
220αρίου 1874. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ πρότασις ἐκείνη ἐσυζη-
221τεῖτο ἐνταῦθα ἕνα μῆνα ὁλόκληρον, διότι ἀκριβῶς τὴν 12
222Φεβρουαρίου εἰσήχθη ἡ πρότασις εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ αὐ-
223θημερὸν ἤρξατο ἡ ἐπ’ αὐτῆς συζήτησις, καὶ τὴν 13 Μαρτίου
224ἐτέθη τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, τῇ προτάσει τῆς Κυ-
225βερνήσεως, ὅπως ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋ-
226πολογισμοῦ καὶ τῶν φορολογικῶν νόμων· ἀλλὰ καθ’ ὅλον τὸ
227διάστημα ἐκεῖνο ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἔμεινεν ἁπλοῦς θεατὴς
228καὶ ἁπλοῦς ἀκροατὴς τῶν παρατεταμένων συζητήσεων. Καὶ
229αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγω αὐτὴν τὴν στιγμὴν, κύριοι, τὸ εἶπον καὶ
230τότε, τὸ εἶπον κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 27 Φεβρουαρίου. Ἰδοὺ
231τί εἶπον, κύριοι, κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην· εἶναι συντομω-
232τάτη ἡ παράγραφος ἡ ἀφορῶσα τὸ μέρος τοῦτο, καὶ ἐλπίζω ὅτι
233ἡ Βουλὴ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀνάγνωσιν αὐτῆς. «Κύριοι βου-
234»λευταὶ, ἡ Κυβέρνησις ἐνόμιζεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ συμμετάσχῃ
235»τῆς συζητήσεως, ἥτις πρὸ 12 ἡμερῶν ἀπασχολεῖ τὸ κοινο-
236»βούλιον, ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως,
237»καὶ διὰ τοῦτο, καί τοι παρευρισκομένη τακτικῶς εἰς τὰς συν-
238»εδριάσεις τοῦ κοινοβουλίου, ἀπέσχε τῆς συζητήσεως ταύτης·
239»διότι κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην τὸ κοινοβούλιον ἐξήσκει
240»ἓν τῶν σπουδαιοτέρων δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων αὑτοῦ,
241»τὸ τοῦ ἐλέγχου. Ἀλλ’ ἀφοῦ, ὡς μὴ ὤφειλε, κατὰ τὴν τελευ-
242»ταίαν συνεδρίασιν ἔλαβε χώραν τὸ ἐπεισόδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
243»ἀπασχολεῖ τὸ κοινοβούλιον κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν,
244»ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ ὅτι ἔχει καθῆκον καὶ πρὸς τὴν πατρίδα
245»καὶ πρὸς τὴν βασιλείαν νὰ μὴ μείνῃ ἀδιάφορος, νὰ μὴ μείνῃ
246»ξένη τῆς συζητήσεως ὡς πρὸς τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο, καὶ διὰ τὸν
247»λόγον τοῦτον ὁ σεβαστὸς πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὡς
248»ἀρχηγὸς ἑνὸς πολιτικοῦ κόμματος, ὅπερ καὶ αὐτὸ προσέφερε
249»πολλὰς ὑπηρεσίας εἰς τὴν πατρίδα καὶ εἰς τὴν βασιλείαν, εὑ-
250»ρέθη πρὸ μικροῦ εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀνέλθῃ ἐπὶ τὸ βῆμα κλπ.».
251Τὸ ἐπεισόδιον δὲ ἐκεῖνο ἦτον ἡ γνωστὴ ἀγόρευσις τοῦ ἐκ Ζα-
252κύνθου βουλευτοῦ περὶ δημοκρατίας, ἥτις μετ’ ὀλίγον ἀπεδο-
253κιμάσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Τοῦτ’ αὐτὸ ἐπανέλαβον καὶ εἰς ἄλ-
254λην μεταγενεστέραν συνεδρίασιν, καθ’ ἣν μάλιστα ἐξεφράσθην
255καθαρώτερον ὡς πρὸς τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις
256ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου, κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς κατὰ τοῦ
257ὑπουργείου Δεληγεώργη προτάσεως. Ἰδοὺ, κύριοι, τί ἐπανέλα-
258βον κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 13 Μαρτίου, ὅταν ἡ Κυβέρνησις
259ἐπρότεινε τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ ἰδίου ἐκείνου ζη-
260τήματος, ὅπως προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Θὰ
261μοὶ ἐπιτρέψητε ν’ ἀναγνώσω καὶ αὐτὸ τὸ μέρος τοῦ λόγου μου,
262τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπίσης σύντομον.
263«Γνωστὸν εἶναι ὑμῖν, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐκλήθη εἰς τὰ
264»πράγματα τὴν ἑσπέραν τῆς 9 Φεβρουαρίου, τὴν δὲ 10 καὶ 11
265»τοῦ μηνὸς τούτου ἡ Βουλὴ δὲν συνεδρίασεν, ὡς ἐκ τῶν ἑορτῶν
266»τῶν ἀποκρέω· συνῆλθε δὲ εἰς πρώτην, μετὰ τὸν σχηματισμὸν
267»τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, συνεδρίασιν τὴν 12 Φεβρουαρίου,
268»ἀλλ’ εὐθὺς τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐῤῥίφθη ἐν τῷ μέσῳ τοῦ κοινο-
269»βουλίου ζήτημα πολιτικὸν, ἀφορῶν οὐχὶ βεβαίως εἰς τὴν ἐξέ-
270»τασιν καὶ τὸν ἔλεγχον τῶν βασιλικῶν προνομίων, διότι τὰ
271»βασιλικὰ προνόμια, ὡς θέλω ἀποδείξει βραδύτερον, εἶναι ἀνώ-
272»τερα παντὸς ἐλέγχου, πάσης ἐξετάσεως, ἀλλὰ μόνον ὡς πρὸς
273»τὸ ἀνεύθυνον πρόσωπον τοῦ Βασιλέως, οὐδέποτε δὲ καὶ ὡς
274»πρὸς τὴν ὑπεύθυνον Κυβέρνησιν, ἥτις ποιεῖται χρῆσιν αὐτῶν».
275(Εὖγε! Εὖγε!) — Αὐτὰ τὰ παραλείπω, διότι εἶναι συνειθι-
276σμένα. — «Ἀλλ’ ἀφορῶν εἰς τὰς πράξεις καὶ εἰς τὴν εὐθύνην
277»τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἐῤῥίφθη λοιπὸν ἐν μέσῳ τοῦ
278»κοινοβουλίου, ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τοῦ σχηματισμοῦ τῆς
279»παρούσης Κυβερνήσεως, ζήτημα πολιτικὸν, ζήτημα σο-
280»βαρὸν, ἀφορῶν, ὡς εἶπον, εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν πράξεων
281»τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ τῆς εὐθύνης, ἣν ὀφεί-
282»λει ἡ Κυβέρνησις κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ἐνώπιον τοῦ κοινο-
283»βουλίου, χωρὶς νὰ ζητῇ νὰ κρύπτηται ὄπισθεν τῶν προνο-
284»μίων τοῦ Στέμματος.» (Καὶ πάλιν εὖγε κλπ. ἐκ τῶν συνή-
285θων). «Ἡ Κυβέρνησις ἐνόμιζεν ὅτι ἔπρεπε νὰ παρασταθῇ, καὶ
286»παρεστάθη, κατὰ τὰς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου πολυημέ-
287»ρους συζητήσεις τοῦ κοινοβουλίου, τὸ μὲν διότι ἡ Κυβέρνη-
288»σις πάντοτε πρέπει νὰ παρίσταται εἰς τὰς συζητήσεις τῆς
289»Βουλῆς, τὸ δὲ διὰ νὰ δίδῃ πᾶσαν ἀναγκαίαν πληροφορίαν
290»ἐπὶ παντὸς ἀντικειμένου, ἥτις τυχὸν ἤθελε ζητηθῇ παρ’ αὐτῆς,
291»σχετικῶς πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον, τὸ ἀφορῶν εἰς
292»τὴν εὐθύνην τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Δὲν ἠδυνήθη λοι-
293»πὸν ν’ ἀσχοληθῇ εἰς τὰ κύρια ἔργα αὑτῆς, ὁποῖα ἦσαν ἡ
294»ἀναθεώρησις τοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντος προϋπολογι-
295»σμοῦ καὶ ἡ προπαρασκευὴ σπουδαίων νομοθετημάτων, τὰ
296»ὁποῖα προτίθεται νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῆς, ἀ-
297»φορῶντα εἰς τὴν συγκοινωνίαν τοῦ τόπου, καὶ εἰς τὴν διαῤῥύθ-
298»μισιν τῆς κακῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, εἰς
299»ἣν εὑρισκόμεθα, καὶ ἧς τὰ αἴτια, εἰρήσθω, δὲν ἀποδίδω εἰς
300»τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ἀλλ’ εἰς τὰς ἐκτάκτους ἀνωμά-
301»λους περιστάσεις, αἵτινες ἐπῆλθον ἡμῖν πρὸ δωδεκαετίας. Ἡ
302»Κυβέρνησις, ἂν καὶ ἦτο πάντοτε παροῦσα, ὡς εἶπον, δὲν ἐνό-
303»μισεν ὅμως ὅτι ὤφειλε νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ
304»ἀντικειμένου, ὅπερ πρὸ τόσων ἡμερῶν ἀπασχολεῖ τὸ κοινο-
305»βούλιον, ὡς καὶ κατ’ ἄλλην συνεδρίασιν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ
306»εἴπω, καὶ νὰ ἐκφράσω οἱανδήποτε γνώμην περὶ αὐτοῦ, διότι
307»δὲν ἤθελε νὰ παραστήσῃ οὔτε τὸν κατήγορον, ἀλλ’ οὔτε τὸν
308»συνήγορον τοῦ προκατόχου ὑπουργείου. Τὰ μέλη αὐτοῦ ἦσαν
309»παρόντα καὶ εἶναι εὐτυχῶς εἰς θέσιν νὰ ὑπερασπίζωνται ἑαυτὰ
310»κατὰ τῶν αἰτιάσεων, κατὰ τῶν κατηγοριῶν, τὰς ὁποίας δι-
311»καίως ἢ ἀδίκως, δὲν εἶναι ἔργον ἡμῶν νὰ ἐξετάσωμεν, ἀπο-
312»δίδει εἰς αὐτὰ μία μεγάλη μερὶς τῆς Βουλῆς».
313Αὐτὰ, κύριοι, ἔλεγον τότε καὶ ὡς ὑπουργὸς καὶ ὡς βουλευτὴς
314ἐπὶ τῆς προτάσεως, ἥτις εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τοῦ ὑπουρ-
315γείου τοῦ κ. Δεληγεώργη. Ποῦ εὑρίσκει λοιπὸν ὁ κατήγορός
316μου, ὅτι ἐγὼ, ἐνῷ κατηγόρουν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τὸν κ. Γρί-
317βαν, συνέπραξα μετ’ αὐτοῦ μετ’ ὀλίγον ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ὑπουρ-
318γείου; Καὶ δὲν κατηγορούμεθα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἡμεῖς
319αὐτοὶ ἀπὸ τὸν ἔντιμον κ. Τρικούπην, ὅτι κατὰ τὴν περίστασιν
320ἐκείνην ὡς Κυβέρνησις ἐπροσπαθήσαμεν νὰ μὴ συζητηθῇ ἡ
321πρότασις αὕτη ἡ εἰσαχθεῖσα κατὰ τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Δε-
322ληγεώργη; Καὶ ἡ κατηγορία λοιπὸν αὕτη, ἥτις ἀπεδόθη εἰς
323ἐμὲ, εἶναι ἄδικος, εἶναι διαστροφὴ τῆς ἀληθείας, ὡς σᾶς ἀπέ-
324δειξα διὰ τῶν πραγμάτων. Ἀπήντησα, κύριοι, συνοπτικῶς εἰς
325τὸ προσωπικὸν μέρος, τὸ ὁποῖον ἡ ἀγόρευσις τοῦ χθὲς μετ’ ἐμὲ
326λαλήσαντος προεκάλεσεν. Ἐπειδὴ ὅμως εἶμαι ἐπὶ τοῦ βήμα-
327τος, θέλω εἴπει ὀλίγα τινὰ εἰς συμπλήρωσιν τῆς χθεσινῆς ὁμι-
328λίας μου καὶ ὡς πρὸς τὸ κύριον ζήτημα, τὸ ζήτημα τῶν
329πρεσβειῶν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως
330τῆς 27 Ἀπριλίου. Παρέστησα χθὲς πρὸς ὑμᾶς, κύριοι βου-
331λευταὶ, ὅτι λίαν ἀτόπως προέβη ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἰς
332τὴν κατάργησιν ἢ εἰς τὴν ἀνάκλησιν τῶν πρεσβειῶν, ἐν
333ᾧ, ἀφοῦ ἀνεγνώριζε καὶ ἀναγνωρίζει τὴν μεγάλην ἀνάγ-
334κην τῆς ὑπάρξεως τῶν πρεσβειῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ὤ-
335φειλε νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην καὶ διὰ τὸ εὐτελὲς χρη-
336ματικὸν ποσὸν ὀλίγων χιλιάδων δραχμῶν, ἂν ἀληθῶς διὰ
337τὸν λόγον τοῦτον προέβη εἰς τὸ μέτρον ἐκεῖνο. Ἀλλὰ
338παρέλειψα νὰ εἴπω, καὶ τὸ λέγω σήμερον, ὅτι διὰ τῆς πρά-
339ξεώς της ἐκείνης, ἡ Κυβέρνησις ἐξέθηκε τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ
340τόπου, τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ στέμματος, καθ’ ὅλην τὴν Εὐρώ-
341πην. Ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις τοῦ κυρίου Τρικούπη
342ἐξετέλεσε τὸ μέτρον τῆς ἀνακλήσεως ἢ τῆς παύσεως τῶν
343πρέσβεων, ἀληθῶς διήγειρεν ἐναντίον τῆς πατρίδος ἡμῶν τὴν
344ἀγανάκτησιν καὶ τὴν χλεύην ἐπιφανῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς
345Εὐρώπης, καὶ τῶν Κυβερνήσεων αὐτῆς· διότι ἦτο τρόπος ἀσυ-
346νήθης, διότι ἦτο τρόπος ἥκιστα ἁρμόζων εἰς τὴν διπλωματίαν.
347Διὰ τριστίχου ἐγγράφου, κύριοι, εἰδοποιεῖ τοὺς πρέσβεις ξηρὰ,
348ξηρὰ ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι ἀπηλλάγησαν τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν
349ἦσαν διαπεπιστευμένοι ὑπὸ τοῦ ἡμετέρου Ἡγεμόνος παρὰ ταῖς
350ξέναις αὐλαῖς, καὶ ἡ τοιαύτη ἐνέργεια ἐξέπληξε τὰς Κυβερ-
351νήσεις, παρ’ αἷς οἱ ἡμέτεροι πρέσβεις διετέλουν, διότι ἦτον
352ἐνέργεια πρωτοφανὴς καὶ ἔκαμε τοὺς ἐπιφανεστέρους πολιτι-
353κοὺς τῆς Εὐρώπης νὰ ἐκφράσουν τὴν ἔκπληξίν των καὶ τὴν
354ἀπορίαν των ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ἀναξιοπρεπεῖ ἐνεργείᾳ. Ἀλλὰ
355δὲν περιωρίσθη ἕως ἐδῶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ κυρίου Τρικούπη·
356δὲν ἦτο ὁμοιόμορφος ἡ ἐνέργειά της ὡς πρὸς ὅλους τοὺς πρέσβεις.
357Ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ διάκρισίς τις, ἡ διάκρισις ἐκείνη, ἥτις ἔδιδε
358τὸν ἀληθῆ ὁρισμὸν εἰς τὴν πρᾶξιν ταύτην· καὶ ἐνῷ εἰς τοὺς
359λοιποὺς πρέσβεις ἐκοινοποιήθη ἡ ἀπόλυσις αὐτῶν διὰ τριστίχου
360ἢ τετραστίχου ἐγγράφου, εἰς τὸν παρὰ τῇ Ἀγγλικῇ Κυβερ-
361νήσει ἡμέτερον διαπεπιστευμένον, ἡ παῦσίς του ἐκοινοποιήθη
362τηλεγραφικῶς, ὡς νὰ ἐπρόκειτο νὰ σωθῇ ὁ τόπος ἀπὸ τὸν
363μέγιστον τῶν κινδύνων. Ἀλλ’ ὁ πρέσβυς ἡμῶν ἔῤῥιψε κατὰ
364πρόσωπον τῆς Κυβερνήσεως τὸ τηλεγράφημά της, εἰπὼν εἰς
365αὐτὴν, δὲν δέχομαι τοιαύτην κοινοποίησιν, ὑπάρχουν δια-
366τυπώσεις διπλωματικαὶ, μὲ τὰς ὁποίας ὀφείλετε νὰ συμμορφω-
367θῆτε· καὶ διὰ τῆς πράξεως ταύτης ἔδωκε μαθήματα εἰς τὴν
368Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος του, πῶς πρέπει νὰ πολιτεύηται ἐν
369τῷ ἐξωτερικῷ ἰδίως, καὶ τὴν πρᾶξίν του ταύτην συνεμερίσθη
370πληρέστατα ὁ πρωθυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας, καὶ ἠναγκάσθη ἡ
371Κυβέρνησις ἡμῶν νὰ ταπεινωθῇ.
372§42ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὅλα αὐτὰ εἶναι παραμύθια.
373§43ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ μετ’ αὐτῆς συνεταπει-
374νώθη καὶ ἡ πατρὶς ἡμῶν· ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ταπει-
375νωθῇ καὶ νὰ στείλῃ ἀνακλητήρια εἰς τὸν κ. Βαλαωρίτην κατ’
376ἐξαίρεσιν, καὶ τότε μόνον ὁ παρὰ τῇ Ἀγγλικῇ Κυβερνήσει
377ἡμέτερος Πρέσβυς ἐδέχθη νὰ παραδώσῃ τὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν
378γραμματέα τῆς πρεσβείας, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνετίθετο ἡ διεύθυν-
379σις αὐτῆς. Ἀλλὰ τὸ ἄτοπον τοῦτο ἔλαβε χώραν καὶ ἀλλαχοῦ·
380ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις δὲν ἀνεγνώρισεν ὡς πρέποντα τὸν τρό-
381πον, μὲ τὸν ὁποῖον ἀπεμακρύνθη ἐκεῖθεν ὁ παρ’ αὐτῇ ἡμέτερος
382Πρέσβυς κύριος Κουντουριώτης, καὶ ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις
383νὰ ὑποστῇ καὶ ἑτέραν ταπείνωσιν, νὰ στείλῃ τὰ ἀνακλητήρια
384τοῦ πρέσβεως ἐκείνου πρὸς τὸν γραμματέα τῆς πρεσβείας, διὰ
385νὰ παραδώσῃ αὐτὰ πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν.
386Ἀλλὰ καὶ τρίτην ταπείνωσιν ὑπέστη ἡ Κυβέρνησις τῆς 27
387Ἀπριλίου, καὶ δυστυχῶς ἐν ταῖς ταπεινώσεσι ταύταις ἐμπε-
388ριέχεται καὶ ἡ ταπείνωσις τῆς πατρίδος ἡμῶν, διότι, ὅταν
389ταπεινοῦται ἡ Κυβέρνησις ἑνὸς τόπου, ταπεινοῦται αὐτὸς ὁ
390τόπος. Καὶ τρίτην λοιπὸν ταπείνωσιν ὑπέστη ἡ Κυβέρνησις,
391διότι ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει ἡμέτερος Πρέσβυς κύριος Σῖμος
392δὲν ἐδέχθη ν’ ἀναχωρήσῃ ἐκεῖθεν ἄνευ ἀνακλητηρίων ἐγγράφων,
393καὶ ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὴν ἀξίωσίν του
394ταύτην ὡς εὔλογον, καὶ νὰ ἀποστείλῃ τὰ ἀνακλητήρια πρὸς
395τὸν κ. Σῖμον διὰ τοῦ νέου πρέσβεως, τοῦ διαδόχου αὐτοῦ κ.
396Κουντουριώτου.
397Ἰδοὺ, κύριοι, πῶς ἐπολιτεύθη ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν ἐν τῷ
398ἐξωτερικῷ ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ζητήματος, τοῦ ἀφορῶν-
399τος τὴν κατάργησιν τῶν πρεσβειῶν, καὶ δὲν ἐπροτίμησε νὰ
400ἀναδεχθῇ τὴν εὐθύνην τῆς δαπάνης ὀλίγων χιλιάδων δραχμῶν,
401νὰ διατηρήσῃ τοὺς πρέσβεις εἰς τὰς θέσεις των μέχρις ὅτου ἔλθῃ
402Βουλὴ, διὰ νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὁριστι-
403κῶς· ἐν ᾧ ἀφ’ ἑτέρου δὲν ἐδυσκολεύθη, ὡς εἶπον καὶ χθὲς, νὰ
404δαπανήσῃ πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν ἐναντίον τοῦ προϋπολο-
405γισμοῦ τοῦ 1873, εἰς τὸν ὁποῖον, ὡς λέγει, ἐστήριζε τὰς δαπά-
406νας της, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους
4071874, εἰς τὸν ὁποῖον αἱ δαπάναι αὗται περιείχοντο, καὶ ἐπροτί-
408μησε νὰ δαπανήσῃ πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν εἰς ἀντικείμενα,
409περὶ τῶν ὁποίων οὔτε κἂν λόγος πρέπει νὰ γίνεται ἐντὸς τοῦ
410Κοινοβουλίου, χωρὶς τοῦτο νὰ ἐξανίσταται κατὰ πᾶσαν στιγμὴν,
411δι’ ἐκτάκτους ὑπαλλήλους καὶ τελωνοφύλακας! Καὶ ἔπειτα
412κατηγοροῦν τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1874, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν
413ἀτυχίαν ἢ τὴν εὐτυχίαν, νὰ συμπεριλαμβάνωμαι καὶ ἐγώ.....
414§44ΧΟΪΔΑΣ. Τὴν ἀτυχίαν, τὴν μεγίστην μάλιστα.
415§45ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς
416τῆς αὐθαιρεσίας καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς εὐθύνης,
417προέβη εἰς τὴν ἀνασύστασιν τῶν πρεσβειῶν. Ὑπουργεῖον, κύριοι,
418τὸ ὁποῖον ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών του μετὰ
419θάῤῥους καὶ παῤῥησίας, δὲν εἶναι ὑπουργεῖον αὐθαιρεσίας, ἀλλ’
420εἶναι ὑπουργεῖον εὐθύνης, διότι ἐπροτίμησε νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν
421ἔλεγχον τοῦ Κοινοβουλίου, τοῦ φυσικοῦ αὐτοῦ κηδεμόνος τοῦ
422τόπου, ἀντὶ νὰ ὀλιγωρήσῃ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος του·
423ἐπροτιμήσαμεν λοιπὸν νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς αὐτὴν τὴν εὐθύνην,
424δαπανῶντες ὀλίγας χιλιάδας δραχμὰς, διὰ νὰ ὑπερασπίσωμεν
425τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα.
426§46ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἠξεύρετε σεῖς οἱ ὑπουργοὶ τοῦ Βούλγαρη,
427ὅτι διωρίσθησαν πρέσβεις;
428§47Μ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἠξεύρατε σεῖς, κύριε Κατσικαπῆ;
429§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
430§49ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ σύστασις τῶν πρεσβειῶν, κύριε
431βουλευτὰ, ὅστις μὲ διέκοψες, εἶχεν ἀποφασισθῆ ἐν ὑπουργικῷ
432συμβουλίῳ, διότι ἐθεωρήθη ἀπαραιτήτως ἀναγκαία, καὶ δι’
433ἄλλα πολλὰ ζητήματα, ἀλλ’ ἰδίως ἕνεκα τοῦ ζητήματος τῆς
434Ἑλληνικῆς Ἰθαγενείας, ὅπερ τότε ἦτο ἐπὶ τῆς τραπέζης, καὶ
435πρὸς λύσιν τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ ἐργασθῇ συντόνως ἡ Κυβέρ-
436νησις, διότι ἐκινδύνευον σπουδαιότατα ἐθνικὰ συμφέροντα.
437Μεταξὺ λοιπὸν τῶν ἄλλων σπουδαίων λόγων, τοὺς ὁποίους
438εἴχομεν τότε διὰ τὴν ἀνασύστασιν τῶν πρεσβειῶν, ἦτο καὶ
439αὐτὸς ὁ εἰδικός λόγος, ὁ ὁποῖος συνέπιπτε κατὰ τὴν περίστα-
440σιν ἐκείνην, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἐδιστάσαμεν, ἐπαναλαμβάνω,
441νὰ ἀναλάβωμεν τὴν εὐθύνην τῆς δαπάνης ὀλίγων χιλιάδων
442δραχμῶν.
443Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὸ προσωπικὸν ζήτημα, καὶ
444εἰς συμπλήρωσιν τῆς χθεσινῆς ἀγορεύσεώς μου καθόσον ἀφορᾷ
445τὸ κύριον ζήτημα. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ζήτημα τοῦτο συνδέεται καὶ
446μὲ τὸ ζήτημα τῆς πιστώσεως τῶν πρεσβειῶν, ἐξέθεσα χθὲς
447τὴν ἀπορίαν μου, πῶς εἶναι τῳόντι δυνατὸν νὰ συμβιβασθῇ
448ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ ἀπάλειψις τῆς μισθοδοσίας, ἥτις ἀπαιτεῖται
449διὰ τοὺς πρέσβεις μέχρι τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν οὗτοι ἀνε-
450κλήθησαν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἐγγραφὴ τοιαύτης δαπάνης
451διὰ τὴν μισθοδοσίαν τῶν γραμματέων, εἰς τοὺς ὁποίους
452ἀνετέθη ἡ διεύθυνσις τῶν πρεσβειῶν. Ἀλλὰ δὲν ἔχω οὐ-
453δεμίαν δυσκολίαν, ἀφοῦ εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τῶν πρε-
454σβειῶν, ἀφοῦ συνηγόρησα καὶ συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς δαπάνης
455αὐτῶν, δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν
456ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀπαλείψει ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τὴν πίστω-
457σιν τῶν 102,000 δραχμῶν, ἥτις ἀπαιτεῖται διὰ τὴν μισθοδο-
458σίαν τῶν πρέσβεων, συνεπὴς πρὸς τὸν ἑαυτόν μου, ὑποστηρί-
459ζων τὴν πίστωσιν ταύτην, νὰ ψηφοφορήσω ὑπὲρ τῆς πιστώ-
460σεως, ἥτις ζητεῖται διὰ τοὺς γραμματεῖς τῶν πρεσβειῶν, διότι
461εἶναι μία καὶ ἡ αὐτὴ δαπάνη. Ἀφίνω δὲ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ
462σκεφθῇ, χάριν τῆς ἰδίας αὑτῆς ἀξιοπρεπείας, ἐὰν πρέπῃ ἐπὶ
463τοῦ ἑνὸς ζητήματος ν’ ἀποφασίσῃ καταφατικῶς, καὶ ἐπὶ τοῦ
464ἑτέρου ζητήματος ἀποφατικῶς, ἐνῷ καὶ τὰ δύο αὐτὰ ζητή-
465ματα ἀποτελοῦν ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ζήτημα.
466§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν θ’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ.
467Παπαμιχαλόπουλον· ἀλλ’ ἀνέφερε γεγονότα τινά, τὰ ὁποῖα
468πρέπει νὰ διαψευσθῶσι χάριν τῆς ἀληθείας καὶ χάριν τῆς ὑπο-
469λήψεως τοῦ Κράτους.
470Ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος εἶπεν, ὅτι ἄλλως ἐγένετο
471ἡ παῦσις τοῦ ἑνὸς πρέσβεως καὶ ἄλλως ἡ παῦσις τῶν ἄλ-
472λων. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές· ἡ ἀπόλυσις ὅλων τῶν πρέ-
473σβεων ἐγένετο κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον. Εἶπεν ὁ κ. Παπαμι-
474χαλόπουλος, ὅτι ὁ ἐν Ἀγγλίᾳ πρέσβυς δὲν συγκατετίθετο νὰ
475παραιτήσῃ τὴν θέσιν του, καὶ τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, καὶ ὅτι,
476ἐπειδὴ δὲν συγκατετίθετο νὰ παραιτήσῃ τὴν θέσιν του, ἡ Κυ-
477βέρνησις ἔστειλε τὰ ἀνακλητήριά του· καὶ τοῦτο εἶναι ἀληθές.
478Ὁ κ. Βαλαωρίτης, ἐπωφελούμενος τοῦ πλεονεκτήματος, τὸ ὁ-
479ποῖον ἔδιδεν εἰς αὐτὸν ἡ θέσις, ἕνεκα τῶν κανόνων τῆς διπλω-
480ματικῆς ὑπηρεσίας (καθ’ οὓς τὸν ἀντικαταστάτην του ὤφειλε
481νὰ παρουσιάσῃ αὐτὸς, ἐὰν ὁ ἀντικαταστάτης δὲν ἐλάμβανε
482παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἔγγραφα διαπιστεύσεως), καὶ τοῦ συστή-
483ματος, τὸ ὁποῖον εἶχε παραδεχθῇ ἡ Κυβέρνησις, τοῦ νὰ μὴ
484στείλῃ ἀνακλητήρια, δὲν συγκατετίθετο ν’ ἀποσυρθῇ τῆς πρε-
485σβείας, ὅπως ἔπραξαν οἱ ἄλλοι πρέσβεις, ἐλπίζων, ὅτι ταχέως
486ἤθελεν ἐπέλθει ἡ πτῶσις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ οὕτω ἤθελε
487μείνει πάλιν πρέσβυς. Ἅμα μαθόντες τοῦτο, ἐσπεύσαμεν ν’ ἀπο-
488στείλωμεν, οὐχὶ πρὸς τὸν κ. Βαλαωρίτην, ἀλλὰ πρὸς τὸν γραμ-
489ματέα τῆς πρεσβείας, τὰ ἀνακλητήρια τοῦ κ. Βαλαωρίτου, καὶ
490νὰ προσκαλέσωμεν τὸν γραμματέα νὰ ἐπιδώσῃ τὰ ἀνακλητή-
491ρια ταῦτα εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰδοποιῶν αὐτὸν,
492ὅτι ὁ κ. Βαλαωρίτης εἶχεν ἀπολυθῆ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ὅτι εἰς
493τὸ ἑξῆς δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ παρουσιάζηται ἐνώπιον αὑ-
494τοῦ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία,
495καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὸν κ. Βαλαωρίτην, καὶ ἑπομένως δύναται
496ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος νὰ ἡσυχάσῃ ὡς πρὸς τὴν ὑπόληψιν
497τῆς Ἑλλάδος.
498Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ ἐν Γαλλίᾳ πρέσβεως, λέγω τὰ ἑξῆς·
499ὅτι καὶ ὁ ἐκεῖ πρέσβυς ἀπελύθη ὅπως ἀπελύθησαν καὶ οἱ ἄλ-
500λοι, κατόπιν ὅμως διωρίσθη εἰς ἄλλην πρεσβείαν. Ὡς ἐκ τού-
501του ἦτο πρέπον νὰ ἀνακοινωθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν Γαλ-
502λικὴν τὸ γεγονὸς, ὅτι ὁ παρ’ αὐτῇ πρέσβυς ἔλαβεν ἄλλον διο-
503ρισμὸν, ἦτο δὲ ἀνάγκη νὰ σταλῶσιν εἰς Γαλλίαν τὰ ἀνακλη-
504τήριά του, διότι εἰς ἄλλην ἐποχὴν ἐπὶ ἓξ ἔτη ἢ καὶ περισ-
505σότερα, νομίζω, δὲν εἶχον ἀποσταλῆ τὰ ἀνακλητήρια τοῦ ἀνα-
506κληθέντος πρέσβεως, καὶ ἐπὶ ἓξ ἔτη ἐθεωρεῖτο διατελῶν ἐν
507Γαλλίᾳ πρέσβυς τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐπανέλθει ἐν
508Ἑλλάδι καὶ κατεῖχεν ἐνταῦθα σπουδαίας θέσεις. Τότε ἡ Γαλ-
509λικὴ Κυβέρνησις εἶχεν ἀπευθύνει παρατηρήσεις περὶ τούτου, καὶ
510ἕνεκα τούτου ἦτο πρέπον, ἀφοῦ τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἐτέλει
511παρὰ τῇ Γαλλικῇ Δημοκρατίᾳ ὡς πρέσβυς, ἔλαβεν ἄλλην
512ἀποστολὴν, νὰ γνωστοποιηθῇ τὸ γεγονὸς τοῦτο ἐπισήμως, δι’
513ἀνακλητηρίων, πρὸς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν. Δὲν εἶναι ὅμως
514ἀληθὲς ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, ὅτι ἡ Γαλλικὴ
515Κυβέρνησις δὲν ἀνεγνώριζε τὸν γραμματέα· ἡ Γαλλικὴ Κυβέρ-
516νησις εἶχεν ἀναγνωρίσει τὸν γραμματέα, καὶ εἰς τὸν γραμματέα
517αὐτὸν ἐστάλησαν τὰ ἀνακλητήρια τοῦ κ. Κουντουριώτου, ἀφοῦ
518ἡ Κυβέρνησις ἐπληροφορήθη, ὅτι ὁ κ. Κουντουριώτης ἐπέδωκε
519τὰ διαπιστευτήρια αὑτοῦ εἰς τὸν Σουλτάνον.
520Ὡς πρὸς δὲ τὸν κ. Σῖμον, εἶναι ἀληθὲς ὅτι καὶ πρὸς αὐτὸν
521δὲν ἐστάλησαν ἀνακλητήρια, ὅπως δὲν εἶχον σταλῆ πρὸς οὐδένα
522ἐκ τῶν πρὸ αὐτοῦ ἐν Κων)πόλει διατελεσάντων πρέσβεων τῆς
523Ἑλλάδος. Ὁ κ. Σῖμος ἐξέφρασε τὴν εὐχὴν ὅπως τῷ ἀποστα-
524λῶσιν ἀνακλητήρια, καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὐδένα εἶχε
525λόγον νὰ δυσαρεστήσῃ κατὰ τοῦτο τὸν κ. Σῖμον, ἀλλὰ τοσοῦ-
526τον εἶναι βέβαιον ὅτι εἶναι ἀσύνηθες νὰ στέλλωνται ἀνακλητή-
527ρια πρὸς τοὺς ἀνακαλουμένους ἐν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεις,
528ὥστε δὲν εὑρέθη τύπος ἐν τῷ ὑπουργείῳ ἀνακλητηρίου τοιού-
529του, καὶ ἠναγκάσθη πρώτην φορὰν τότε νὰ διατυπωθῇ. Ἐπὶ
530τῶν προηγουμένων περιπτώσεων ἀνακλήσεως πρέσβεως ἐν Κων-
531σταντινουπόλει, τὸ διαπιστευτήριον τοῦ νέου πρέσβεως περιεῖ-
532χε τὴν εἰδοποίησιν περὶ τῆς ἀνακλήσεως τοῦ προκατόχου
533αὐτοῦ. Ὥστε καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν ἡ ὑπόληψις
534τῆς Ἑλλάδος οὐδόλως ἐνέχεται· ὅ,τι δὲ ἐγένετο, ἐγένετο
535πρὸς χάριν τοῦ κ. Σίμου, διότι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὐδένα
536εἶχε λόγον νὰ μὴ ἀποδεχθῇ τὴν αἴτησιν αὑτοῦ, ἀφοῦ τὰς ὑπη-
537ρεσίας αὐτοῦ τὰς μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐξετίμα, ὅπως τὰς
538ἐξετίμησαν πάντες.
539§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λομβάρδος.
540§52ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
541§53ΧΟΪΔΑΣ. Ὑπάρχουσι φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, οἵτινες ἥδιστα
542μετ’ αὐτῆς συνδιατρίβουσιν, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ φίλοι τῆς Κυ-
543βερνήσεως, οἵτινες ἄριστα μετ’ αὐτῆς διοικοῦσι τὴν πόλιν. Ὑ-
544πάρχουσι φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, οἵτινες πᾶν ὅ,τι ἂν λέγῃ ἢ
545πράττῃ ἐπαινοῦσιν, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως,
546οἵτινες ἐπιπλήττουσι τοῖς ἡμαρτημένοις. Δὲν ἀνήκω εἰς τοὺς φί-
547λους τῆς Κυβερνήσεως, οἵτινες ἥδιστα μετ’ αὐτῆς συνδιατρίβουσι,
548δὲν ἀνήκω εἰς τοὺς φίλους τῆς Κυβερνήσεως, οἵτινες πᾶν ὅ,τι
549ἂν λέγῃ ἢ ὅ,τι ἂν πράττῃ ἐπαινοῦσιν· ἀλλ’ ἀνήκω εἰς τοὺς
550φίλους τῆς Κυβερνήσεως, οἵτινες ἔχουσι τὴν ἀξίωσιν νὰ διοι-
551κῶσιν ἄριστα τὴν πόλιν μετ’ αὐτῆς· ἀνήκω εἰς τοὺς φίλους τῆς
552Κυβερνήσεως, οἵτινες ἐπιτιμῶσι τοῖς ἁμαρτανομένοις καὶ δὲν
553ἐγκρίνουσι πᾶν ὅ,τι ἂν πράττῃ ἢ λέγῃ. Ὡς τοιοῦτος δὲ φίλος,
554πρὶν ἢ προβῶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν πρεσβειῶν, ἐπὶ τοῦ ζη-
555τήματος τῆς πιστώσεως, θὰ παρακαλέσω τὸν ἔντιμον κύριον
556πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ θέσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς
557Κυβερνήσεως, διὰ νὰ καταδείξω αὐτῇ, ὅτι ἀπολαύει τῆς ἐμπι-
558στοσύνης ἁπάσης τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναβιβάζῃ
559ζήτημα ἁπλῆς πιστώσεως εἰς ζήτημα πρεσβειῶν, εἰς ζήτημα
560ἐμπιστοσύνης.
561Ἐν ὀνόματι τῆς πατρίδος, κ. πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ νὰ θέ-
562σητε τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, διὰ νὰ καταδείξητε καὶ σεῖς
563καὶ ἐγὼ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπολαύει τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς
564Βουλῆς, καὶ ὅτι δὲν πρέπει ζήτημα ἁπλῆς πιστώσεως νὰ τὸ
565ἀναβιβάζῃ εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, καὶ νὰ διαιρῇ καὶ νὰ δι-
566χάζῃ τὰς δυνάμεις τοῦ ἔθνους, καὶ νὰ καθιστᾷ τοὺς ἐχθροὺς
567ἡμῶν, τοὺς ἐχθροὺς τῆς πατρίδος, ἰσχυροὺς, καὶ νὰ μᾶς ἀναγκάζῃ
568μετ’ ὀλίγον ἢ νέον πόλεμον νὰ κηρύξωμεν κατ’ αὐτῶν, ἢ νὰ
569κλίνωμεν αὖθις τὸ γόνυ ἐνώπιον αὐτῶν, τυραννούντων τὴν πα-
570τρίδα, δεσμευόντων τὰς ἐλευθερίας. Δὲν προβαίνω, κ. πρόεδρε.
571§54ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὸ τέλος.
572§55ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, θὰ τεθῇ μετὰ ταῦτα.
573§56ΧΟΪΔΑΣ. Δὲν προβαίνω εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου, δὲν προβαίνω
574εἰς τὸ ζήτημα, πρὶν ἢ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐὰν ἀπολαύῃ τῆς
575ἐμπιστοσύνης αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις, ἢ οὔ.
576§57ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι, οἱ ἐπιθυμοῦν-
577τες νὰ κάθηνται ἢ νὰ ὑποφέρουν νὰ κάθηνται ἐπὶ τῶν ὑπουρ-
578γικῶν ἑδωλίων, οὐχὶ ὡς ὑπουργοὶ ἁπλῶς, ἀλλ’ ὡς Κυβέρνησις,
579δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ θέτωσι ζητήματα ἐμπιστοσύνης, διότι
580τὰ ζητήματα τῆς ἐμπιστοσύνης τὰ θέτουσι πολλάκις αὐτὰ τὰ
581πράγματα, χωρὶς οἱ ὑπουργοὶ ὡς καὶ ἡ Βουλὴ νὰ θέλουν.
582Κύριοι, νομίζομεν ὅτι δυνάμεθα νὰ ὑπηρετήσωμεν ἐπωφελῶς
583τὴν πατρίδα· μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ καθήμεθα ἐπὶ τῶν ὑπουργι-
584κῶν ἑδωλίων, ἐὰν δυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν τὰς ἰδέας
585καὶ τοὺς σκοποὺς ἡμῶν, νὰ ἐφαρμόσωμεν τὰς ἀρχὰς ἡμῶν —
586βεβαίως οὐχὶ ἐν ὅλῃ τῇ λεπτομερείᾳ, διότι δὲν θεωροῦμεν ἡ-
587μᾶς αὐτοὺς ἀλανθάστους· αἱ λεπτομέρειαι κεῖνται εἰς τὴν
588κρίσιν πάντων ἡμῶν.— Ὡς πρὸς τὰς ἀρχὰς, ὡς πρὸς τὰς
589ἰδέας, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων νομίζομεν ὅτι δυνάμεθα ἐπιτυχῶς
590νὰ ὑπηρετήσωμεν τὴν πατρίδα, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐπι-
591μείνωμεν, νὰ ἤμεθα ἄκαμπτοι. Εἶναι περιττὸν, κύριοι, εἶναι
592ἀδιάφορον ἂν τίθενται ζητήματα ἐμπιστοσύνης ἢ ὄχι, ἀφοῦ τί-
593θενται αὐτομάτως, καθ’ ἣν στιγμὴν εἷς ὑπουργὸς νομίζει ὅτι
594δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του, εἰμὴ διὰ τῆς πα-
595ραδοχῆς τῶν ἰδεῶν του.
596Λοιπὸν φυσικῶς τίθεται τὸ ζήτημα δι’ ἡμᾶς, ὅταν σᾶς λέ-
597γωμεν· νομίζομεν ἀναπόφευκτον διὰ τὴν καλὴν διοίκησιν τῆς
598πατρίδος μας τὴν σύστασιν τῶν πρεσβειῶν· ὅτι ἄνευ τούτων
599ἡμεῖς πιστεύομεν βλαπτόμενα τὰ συμφέροντά μας, μένομεν δὲ
600ἐδῶ οὐχὶ ὡς ὑπουργοὶ, ἀλλ’ ὡς Κυβέρνησις, ἔχουσα τὰς πεποι-
601θήσεις καὶ ἀρχάς της. Ὅθεν νομίζομεν ὅτι κολοβοῦται ἡ ἐνέρ-
602γειά μας, ὡς πρὸς τὸ οὐσιωδέστερον αὐτῆς μέρος, διὰ τῆς ἀ-
603ποῤῥίψεως τῆς προτάσεως ἡμῶν· ἀλλ’ ἡ ἀπόῤῥιψις τῆς πιστώ-
604σεως ἔχει ὡς συνέπειάν της ἐκ τῶν προτέρων τὴν καταδίκην
605τῶν πρεσβειῶν, τὰς ὁποίας ἡμεῖς θεωροῦμεν ἀπολύτως ἀναγ-
606καίας. Ἄτοπον θέλει εἶσθαι βεβαίως, ἐνῷ ἡ Βουλὴ συνεδριάζει,
607καὶ ἐνῷ ἐκ τῆς ἀποφάσεώς της κρέμαται ἡ ὕπαρξις ἢ μὴ τῶν
608πρεσβειῶν, ἐὰν εἴπητε σήμερον ὄχι, καὶ ἐν τούτοις ἡμεῖς μετ’
609ὀλίγας ἡμέρας νέαν ἀπόπειραν νὰ ἐπιχειρήσωμεν, ὑποβάλλοντες
610ἐνώπιόν σας τὴν αὐτὴν αἴτησιν.
611Λοιπὸν, κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης δὲν τίθεται διὰ
612νὰ ἴδωμεν ἂν ἔχωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην σας, ἀλλὰ τὸ θέτουσιν
613αὐτὰ τὰ πράγματα. Ἠμπορεῖτε χιλιάκις νὰ ἔχητε τὴν κα-
614λωσύνην νὰ εἴπητε πρὸς ἡμᾶς, ὅτι μᾶς ἐμπιστεύεσθε, καὶ ὅμως
615ἐὰν ἀποῤῥίψητε τὴν πρότασιν ἡμῶν, ἣν νομίζομεν οὐσιώδη καὶ
616ἀναπόφευκτον, νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ μείνωμεν, διότι δὲν δυνά-
617μεθα νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκόν μας. Καὶ ἡμεῖς, κύριοι, δὲν
618ζητοῦμεν, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Χοϊδᾶς, ἀπὸ τοὺς ἐντίμους βουλευ-
619τὰς, οἵτινες ἔχουσι τὴν καλωσύνην νὰ ὑποστηρίζουν τὴν Κυ-
620βέρνησιν, τυφλὴν ὑπακοὴν καὶ τυφλὴν παρακολούθησιν· ὄχι·
621ἠξεύρομεν ὅτι τὰ κόμματα ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἔχουν τὴν εὐθυ-
622παρξίαν των, ἠξεύρομεν ὅτι τὰ κόμματα ἔχουν τὰς ἀρχὰς καὶ
623τὰς ἰδέας των, καὶ τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὰς ὑ-
624ποστηρίζουν, νὰ ἐπιμένουν εἰς αὐτὰς, καὶ ἔχουσι δίκαιον. Συμ-
625φωνοῦμεν δὲ, καὶ συνεφωνήσαμεν, εἰς μίαν ἀποκλειστικῶς καὶ
626πρὸ πάντων κεντρικὴν ἰδέαν, τοῦ νὰ δώσωμεν εἰς τὴν πατρίδα
627μας κυβέρνησιν· ὡς πρὸς τοῦτο τὰ κόμματα εἶναι πληρέστατα
628σύμφωνα, ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν εἶναι ὑπόχρεα ν’ ἀκολουθῶσιν
629ὅλας τὰς ἰδέας τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἑτέρου ἀποκλειστικῶς. Δὲν ζη-
630τοῦμεν λοιπὸν νὰ μᾶς ὑποστηρίζητε, καθ’ ὅσον δὲν πιστεύετε
631ὅτι ἔχομεν δίκαιον· θέλομεν εἶσθαι σύμφωνοι μὲν νὰ δώσωμεν
632κυβέρνησιν εἰς τὸν τόπον, ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴν νομίζετε ὅτι
633ἡμεῖς δὲν ἔχομεν δίκαιον, ὅτι αἱ πεποιθήσεις μας δὲν εἶναι ὀρ-
634θαὶ, τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἠναγκασμένοι εἴμεθα ν’ ἀφήσωμεν τὴν
635Κυβέρνησιν. Ὅσον θέλετε ὑποστηρίζετέ μας, μᾶς ὑποστηρίζετε,
636διὰ νὰ μένωμεν ὑπουργοί· ἡμεῖς ὑπουργοὶ δὲν θέλομεν νὰ ἤμεθα,
637θέλομεν νὰ ἤμεθα Κυβέρνησις, καὶ Κυβέρνησις μένομεν τότε μό-
638νον, ὅταν δυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν τὰς ἰδέας καὶ ἀρ-
639χάς μας.
640Ἰδοὺ λοιπὸν διατὶ εἶναι κατ’ ἐμὲ περιττὸν τὸ ζήτημα, ὅπως
641τὸ ἔθεσεν ὁ κ. Χοϊδᾶς, καὶ τὸν εὐχαριστῶ. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι
642ἡ Κυβέρνησις ἀπολαύει τῆς ὑπολήψεως καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ
643κ. Χοϊδᾶ, ἀλλὰ καθὼς ὁ κ. Χοϊδᾶς δὲν θέλει νὰ ὑποτάξῃ τὰς
644ἀρχὰς καὶ τὰς ἰδέας του εἰς τὰς ἰδικάς μας, οὕτω καὶ ἡμεῖς
645δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν τὸ ἀντίθετον· ἀλλὰ θέλομεν νὰ
646ἰσχύσωσιν αἱ ἀρχαὶ καὶ αἱ ἰδέαι ἡμῶν, καθόσον εἴμεθα κεκλη-
647μένοι νὰ ἐφαρμόσωμεν αὐτάς. Ἰδοὺ διατὶ παρακαλῶ νὰ παρα-
648δεχθῇ ἡ Βουλὴ τὰς πιστώσεις οὐχὶ ἀδιαιρέτως, διότι οὐδεμίαν
649δι’ ἡμᾶς ἔχει ἐπιῤῥοὴν ἡ ὑπὲρ ἢ κατὰ ψῆφος.
650§58ΖΩΧΙΟΣ. (Ἀναβαίνει τὸ βῆμα· θόρυβος).
651§59ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν.). Ὡμιλήσατε δὶς (θό-
652ρυβος).
653§60ΖΩΧΙΟΣ. Ἂν εἰς τοσοῦτον σπουδαῖον ζήτημα θέλετε νὰ
654μᾶς ἀφαιρέσητε καὶ τὸν λόγον, τότε... (Θόρυβος).
655Φέρομεν ζήτημα ἐμπιστοσύνης, μᾶς λέγουν. Ἀλλὰ στηρί-
656ζεσθε ἐπὶ τοῦ μηδενὸς, καὶ τὰ ζητήματά σας ἀποῤῥέουν ἀπὸ
657τοῦ μηδενός. Χθὲς εἶπον πρὸς τοὺς κυρίους ὑπουργοὺς, τὸ ἐπα-
658ναλαμβάνω δὲ καὶ σήμερον, ὅτι ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς ἐφημερί-
659δας, ὅτι δὲν χρεωστοῦμεν τίποτε εἰς τοὺς γραμματεῖς τῶν
660πρεσβειῶν, διότι εἶναι πληρωμένοι. Τὸ ἀναφέρουσι δὲ φύλλα,
661τὰ ὁποῖα δὲν δημοσιεύουσιν εἰμὴ πράγματα προμεμελετημένα·
662ἐπιμένουσι δὲ ὅτι οἱ γραμματεῖς τῶν πρεσβειῶν εἶναι πληρωμέ-
663νοι. Διὰ ποίους λοιπὸν ζητεῖτε τὴν πίστωσιν, εἰς τὸν Θεόν σας;
664Χθὲς ἡ ἐφημερὶς ἔγραφεν «Ὁ κ. Ζωχιὸς, ἀγορεύων ἐν τῇ
665Βουλῇ περὶ τῆς μισθοδοσίας τῶν γραμματέων τῶν πρεσβειῶν,
666διϊσχυρίσθη ὅτι εἶναι πληρωμένοι. Ἡμεῖς τὸ ἐπιβεβαιοῦμεν, καὶ
667ἔχομεν προχείρους τὰς ἀποδείξεις.»
668§61ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Τί σημασίαν ἔχει ἡ «Στοὰ» (θόρυβος
669καὶ διακοπαί).
670§62ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ «Ἐθνοφύλαξ» (θόρυβος καὶ διακοπαὶ ἐκ δε-
671ξιῶν).
672§63ΡΩΜΑΙΟΣ. Τί φωνάζετε; εἰς τὸν «Ἐθνοφύλακα» γράφει
673ὁ κ. Ζαΐμης (θόρυβος).
674§64ΖΑΪΜΗΣ. Ὁ Ζαΐμης δὲν εἶναι συντάκτης ἐφημερίδος.
675§65ΡΩΜΑΙΟΣ. Δὲν ἐννοῶ νὰ προσβάλω τὸν κ. Ζαΐμην· εἶπον
676μόνον, ὅτι ὁ «Ἐθνοφύλαξ» εἶναι ἐφημερὶς αὐτοῦ.
677§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ κάμνετε χρῆσιν ὀνομάτων προσώπων (θό-
678ρυβος). Ἡσυχία, κύριοι.
679§67ΖΩΧΙΟΣ. Λοιπὸν ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, γνωρίζει τι περὶ
680τῆς πληρωμῆς τῶν γραμματέων τῶν πρέσβεων, ναὶ ἢ ὄχι; Ἂν
681δὲν γνωρίζῃ, παρακαλῶ αὐτὴν νὰ ἀνακρίνῃ τὸ γεγονός. Παρί-
682σταται δὲ μάρτυς καὶ σᾶς λέγει, ἐγὼ ἀναδέχομαι καὶ βεβαιῶ
683τοῦτο.
684§68ΑΛ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τί ἔχει νὰ κάμῃ τοῦτο μὲ τὸ ζήτημα
685τῆς ἀναβολῆς;
686§69ΖΩΧΙΟΣ. Ποίας ἀναβολῆς;
687§70ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς προτάσεως τοῦ κ. Χοϊδᾶ.
688§71ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριε Ζω-
689χιὲ, ἀφοῦ σᾶς εἶπον, ὅτι οἱ γραμματεῖς ὑπηρετοῦν δωρεὰν, ἕπε-
690ται ὅτι δὲν εἶναι πληρωμένοι· καὶ χθὲς ἐπανελάβετε τὴν αὐτὴν
691ἐρώτησιν, καὶ σᾶς εἶπον ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἔχει γνῶσιν,
692ὅτι ἐπληρώθησαν οἱ γραμματεῖς. Σᾶς διαβεβαιῶ δὲ ὅτι δὲν
693ἐπληρώθησαν.
694§72ΖΩΧΙΟΣ. Ἐφροντίσατε νὰ ζητήσητε πληροφορίας; (θόρυβος
695ἐκ δεξιῶν καὶ διακοπαί).
696§73ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀφοῦ ὁ ὑ-
697πουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι οἱ γραμματεῖς ὑπηρετοῦν δωρεὰν, καὶ
698ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις νομίζει ὅτι τὸ τοιοῦτον δὲν δύναται νὰ
699δεχθῇ, τί θέλετε περισσότερον;
700§74ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν σᾶς ἐρωτῶ περὶ τούτου, σᾶς ἐρωτῶ ἂν εἶχον
701πληρωθῇ ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος (θόρυβος).
702§75ΑΛ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἐννοῶ αὐτὴν τὴν συζήτησιν· πῶς
703δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Βασιλέως; Τί πράγ-
704ματα εἶναι αὐτά; (θόρυβος).
705§76ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ἡ ἐρώτησις εἶναι ξέ-
706νη ἐντελῶς τοῦ ζητήματος, καὶ ἀπορῶ πῶς ἔρχεται ἐνώπιον
707τῆς Βουλῆς. Ἀπορῶ πῶς ἐρωτᾶτε καὶ ζητεῖτε λόγον τί κάμνει
708τὴν περιουσίαν του ὁ Βασιλεύς. Πρῶτον, κύριοι, δὲν εἶναι ἀλη-
709θές· ἀλλὰ τί ἔχομεν ἡμεῖς νὰ κάμωμεν μὲ τὸ ταμεῖον τοῦ Βα-
710σιλέως; (θόρυβος). Δὲν ἠξεύρομεν, κύριοι, ἡμεῖς, ἂν αὐτοὶ οἱ ἄν-
711θρωποι ἦναι πληρωμένοι.
712§77ΖΩΧΙΟΣ. Τοῦτο, κ. ὑπουργὲ, ἔπρεπε νὰ τὸ γνωρίζετε.
713§78ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν δυνάμεθα, κύριοι, νὰ ἔλθωμεν εἰς
714ἄλλας σχέσεις μετὰ τοῦ Βασιλέως, παρὰ μόνον εἰς ἐκείνας, τὰς
715ὁποίας μᾶς κανονίζει τὸ Σύνταγμα.
716§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἡ συζήτησις εἶναι περατωμένη.
717§80ΧΟΪΔΑΣ. Ὄχι, κύριοι. Ἔχω τὸν λόγον· δὲν δύνασθε νὰ
718διακόψητε τὴν συζήτησιν.
719Δὲν θὰ παύσωμεν ἐρίζοντες καὶ διχονοοῦντες, πρὶν ἢ ἡ Κυ-
720βέρνησις παύσῃ νὰ νομίζῃ ὅτι αἱ πιστώσεις εἶναι μεγαλειτέρας
721ἀξίας τῆς φιλίας, τῆς συμμαχίας ἡμῶν. Συνεφιλιώθημεν καὶ
722συνεμαχήσαμεν ἡμεῖς μετὰ τῶν τριῶν ἀρχηγῶν, καὶ ὁ λαὸς ὁ-
723λόκληρος ἀνεκήρυξεν, ἐγερθεὶς σύσσωμος, αὐτοὺς ἀρχηγοὺς, ἵνα
724πατάξωσι τοὺς δεσμεύοντας τὴν πατρίδα μὲ τὰ δεσμὰ τῆς
725δουλείας, ἵνα πατάξωσι τοὺς ἀσεβοῦντας καὶ πρὸς τοὺς νόμους,
726καὶ πρὸς τὴν πατρίδα, καὶ πρὸς τὴν ἐλευθερίαν· καὶ ἤδη δι-
727χονοοῦμεν, καὶ ἤδη διαιρούμεθα. Ὅ,τι δὲν κατώρθωσεν ὁ φόβος,
728διότι εἴμεθα ἐλεύθεροι καὶ τολμηροὶ ἄνδρες, κατώρθωσεν ἤδη
729δυστυχῶς ὁ δόλος τινῶν. Ἐκρύβησαν, ὡς κρύπτονται οἱ ὄφεις
730ὑπὸ τὰ εὔοσμα καὶ τὰ ὡραῖα ῥόδα τοῦ Μαΐου, ὑπὸ ὡραίους καὶ
731ἀπατηλοὺς λόγους, καὶ ἰδοὺ διαιροῦντες, καὶ ἰδοὺ διχάζοντες,
732καὶ ἰδοὺ ἐμπλέκοντες ἡμᾶς μετὰ μικρὸν εἰς φοβερὰν πάλην
733καὶ εἰς φοβερὸν ἀγῶνα.
734Ἐπεκαλέσθη προχθὲς ὁ ἔντιμος κύριος πρωθυπουργὸς τὴν
735Ἰταλίαν, καὶ ἐπειράθη νὰ καταδείξῃ ἐσφαλμένως, ὅτι διὰ τῶν
736πρέσβεων ἀνεγεννήθη ἡ Ἰταλία καὶ ἐγένετο μεγάλη. Ἐπλα-
737νήθη ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, καὶ ἐπλανήθη οἰκτρὰν πλάνην· οὐχὶ
738οἱ πρέσβεις τῆς Ἰταλίας ἀνεγέννησαν αὐτὴν, ἀλλὰ τὸ αἷμα
739τὸ χυθὲν ὑπὸ τῶν μαρτύρων αὐτῆς. Ἀνεγέννησε τὴν Ἰταλίαν
740ὁ ἐπὶ 60 ἔτη ἀόκνως ἐργασθεὶς δημοκρατικὸς Ματζίνης· ἀνε-
741γέννησε τὴν Ἰταλίαν ἡ χεὶρ καὶ ἡ καρδία τοῦ Γαριβάλδη·
742ἀνεγέννησε τὴν Ἰταλίαν ἡ διάνοια καὶ ἡ καρδία τοῦ
743Montanelli καὶ τοῦ Guerrazzi· ἀνεγέννησε τὴν Ἰταλίαν ἡ
744διάνοια καὶ τὸ αἷμα, τὸ χυθὲν ἐν Sapri τῆς Νεαπόλεως, τοῦ
745μάρτυρος Pisacane· ἀνεγέννησε τὴν Ἰταλίαν ἡ ὑψιπέτης διά-
746νοια καὶ ἡ πλήρης εὐγενῶν παλμῶν καρδία τοῦ Καβοὺρ, καὶ ἡ
747μεγίστη καρδία καὶ ἡ στιβαρὰ χεὶρ τοῦ φιλοπόλιδος καὶ στρα-
748τιώτου Βίκτωρος Ἐμμανουήλ. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι δὲν ἐδιχονόουν, δὲν
749ἐδιχάζοντο, δὲν διῃροῦντο. Ὅταν ἐπέστη ἡ στιγμή, καὶ τὸ αἷ-
750μα τῶν μαρτύρων τῆς Ἰταλίας ἐχύθη ὑπὲρ τῆς ἀπολυτρώσεώς
751της καὶ τῆς ἑνώσεώς της, ὁ δημοκρατικὸς Ματζίνης ἐπε-
752λάθετο τῶν ἰδεῶν του ἀπέναντι τοῦ Re galantuomo, καὶ ὁ
753Re galantuomo ἔτεινε τὴν δεξιὰν τῷ μάρτυρι τούτῳ τῆς παγ-
754κοσμίου ἐλευθερίας, ἵνα ἑνωθῇ ἡ τυραννουμένη πατρίς των.
755Ἀλλ’ ὁ πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, ὅλως ἀντιθέτως πρὸς τὸν
756Ματζίνην καὶ τοὺς λοιποὺς ἐκείνους ἄνδρας, σκέπτεται χάριν
757μιᾶς πιστώσεως· καὶ ποίας πιστώσεως; τῶν παρανόμως συστα-
758θεισῶν πρεσβειῶν, τῶν παρανόμως διορισθέντων γραμματέων·
759καὶ κακίζει ἡμᾶς ὡς ἐπαναστάτας ἐν τῇ Κυβερνήσει, καὶ κα-
760κίζει ἡμᾶς ὡς ὁρμωμένους ἐξ αἰσθήματος ἀγανακτήσεως καὶ ἐξ
761αἰσθήματος ἐκδικήσεως. Πλανᾶται ὁ κακίζων ἡμᾶς πρωθυπουρ-
762γὸς, καὶ ἐπικαλοῦμαι αὐτοὺς τοὺς λόγους του, ἵνα καταδείξω
763τὴν πλάνην του· «ὅταν παύσῃ ὁ πόλεμος τῶν κομμάτων, ὀφεί-
764λομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν νόμον καὶ τὴν δικαιοσύνην»
765Ἔπαυσεν ὁ πόλεμος, κ. πρωθυπουργὲ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἡ-
766μεῖς δὲν ἔχομεν γνώμονα τὸν νόμον καὶ τὴν δικαιοσύνην, ἀλλὰ
767τὴν ἐκδίκησιν καὶ τὰ πάθη ἡμῶν; Ὁ πόλεμος πρῶτον δὲν ἔ-
768παυσεν· ὑφίσταται, καὶ θὰ ὑφίσταται ἐνόσῳ ὑπάρχουσιν ἄνθρω-
769ποι ἐν Ἑλλάδι, νομίζοντες ὅτι δύνανται νὰ δεσμεύσωσιν αὖθις
770αὐτὴν μὲ τὰ δεσμὰ ἀτίμου δουλείας (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ
771ἀκροατηρίου). Ὁ πόλεμος ὑφίσταται, καὶ θὰ ὑφίσταται ἐν ὅσῳ
772ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι πιστεύοντες, ὅτι δύνανται νὰ παραβαίνωσιν
773ἀτιμωρητεὶ τοὺς νόμους τῆς πατρίδος. Ἡμεῖς δὲ, οὐχὶ ἐξ αἰ-
774σθήματος ἐκδικήσεως καὶ μίσους ὁρμώμενοι, ἀλλ’ ἐξ αἰσθήματος
775σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους, προβαίνομεν εἰς τὰς ἐνεργείας ἡμῶν.
776Διαφωνοῦμεν ὡς πρὸς τὰς ἰδέας, ἀλλὰ διότι διαφωνοῦμεν, δι’
777αὐτὸ σεῖς δὲν ἀπολαμβάνετε τῆς ἐμπιστοσύνης, ἣν ὀφείλετε νὰ
778ἀπολαύητε; Διότι διαφωνοῦμεν, δι’ αὐτὸ σεῖς δὲν ὀφείλετε νὰ
779σέβησθε τὰς ἰδέας μας; Διότι διαφωνοῦμεν, δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ
780διαιρεθῶμεν καὶ ν’ ἀναβιβάσωμεν εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης τὸ
781ζήτημα τῶν πιστώσεων; Ὄχι, δὲν πρέπει νὰ διαιρεθῶμεν, δὲν
782πρέπει νὰ διχασθῶμεν· ὀφείλομεν ἀμφότεροι νὰ σεβασθῶμεν τὰς
783ἰδέας ἀλλήλων, καὶ νὰ μὴ ἀναβιβάσωμεν τὸ ζήτημα τῆς πι-
784στώσεως εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, καὶ νὰ μὴ καταλύσωμεν μίαν
785Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος ἀνεβίβασεν ὅπως πατάξῃ τοὺς
786ἐπιόρκους, τὰς προδότας, τοὺς μωρούς, τοὺς ἀμαθεῖς ἄρχοντάς
787του. Ἐὰν εἰς τὰ ἑδώλια τῶν ὑπουργῶν ἐκάθηντο ὁ Βούλγαρης
788καὶ οἱ ὑπουργοί του καὶ ἤρχοντο ἐδῶ νὰ ἐπιδιώξωσι τὰς πιστώ-
789σεις, τί ἠθέλετε ἀπαντήσει σεῖς οἱ ἑπτὰ ὑπουργοί; Ἠθέλετε
790ἐγκρίνει τὴν πίστωσιν, ἢ ἠθέλετε ἀνέλθει ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον
791ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο καὶ κατακεραυνώσει τὰς παρανομίας, καὶ ἠ-
792θέλετε εἴπει ὅτι κακῶς συνεστήθησαν αἱ πρεσβεῖαι; Ἐὰν ἐπὶ
793τὰ ἑδώλια, ἐφ’ ὧν κάθησθε, ἐκάθητο τὸ ὑπουργεῖον τοῦ ἀξιο-
794τίμου κυρίου Τρικούπη, τὸ παρατεῖναν τὴν σύστασιν τῶν πρε-
795σβειῶν, θὰ ἐσκέπτεσθε ὅπως σκέπτεσθε σήμερον, ἢ ἠθέλετε
796ἐκπέμψει κατ’ αὐτοῦ τοὺς κεραυνοὺς τοῦ Διός; Ἂς ἀπαντήσῃ
797ἡ εὐσυνειδησία ὑμῶν, ἡ εἰλικρίνεια ὑμῶν, ἡ τιμὴ ὑμῶν.
798Ἐνθυμοῦμαι τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Βου-
799λῆς μας καὶ υἱοῦ τοῦ μεγαθύμου πολίτου τῆς Ἑλλάδος, τοῦ
800Ἀνδρέα Ζαΐμη· «θεωρῶ, εἶπεν, ἀναγκαίας τὰς πρεσβείας, διότι
801ἐκπροσωποῦμεν δι’ αὐτῶν ὁλόκληρον τὴν Ἀνατολὴν εἰς τὸν
802ξένον κόσμον»· καὶ ἵνα καταδείξῃ ὅτι θεωρεῖ ἀναγκαίαν τὴν σύ-
803στασιν καὶ τὴν ὕπαρξιν τῶν πρεσβειῶν, ἐπεκαλέσθη τὴν Κυβέρ-
804νησιν ἐκείνην τῆς μεγάλης ἐπαναστάσεως τῆς Ἑλλάδος, τὴν
805διοικουμένην παρὰ τοῦ ἀοιδίμου πολίτου τῆς Ἑλλάδος Ἀνδρέα
806Ζαΐμη, τὴν ἀποστείλασαν εἰς τὴν Εὐρώπην τὸν Γερμανὸν, καὶ
807τὸν Μεταξᾶν, καὶ τὸν Μαυρομιχάλην. Ἀλλὰ γνωρίζετε τίνες
808ἦσαν ἐκεῖνοι; Ὁ Γερμανὸς εἶναι ὁ μέγας ἐκεῖνος ἱεράρχης,
809ὁ λύσας τὰ δεσμὰ τῆς δουλείας ἡμῶν, ὁ ἀναπετάσας
810τὴν σημαίαν τῆς ἐλευθερίας τοῦ τυραννουμένου ἔθνους κατὰ
811τῆς δουλείας τοῦ κυριάρχου ἔθνους. Ὁ Γερμανὸς εἶναι ὁ ὁμιλή-
812σας τὴν γλῶσσαν τοῦ δημοκρατικοῦ Χριστοῦ πρὸς τὰ πλήθη
813καὶ εὐλογήσας τὴν σημαίαν τοῦ σταυροῦ κατὰ τῆς σημαίας τῆς
814ἡμισελήνου. Δὲν εἶναι ἱστορικός τις ἢ φιλόσοφος ἢ αἰσχρὸς
815κερδοσκόπος ὁ Ἀνδρέας Μεταξᾶς· εἶναι ὁ νικητὴς τῶν Λαλαίων
816ἐν Λάλᾳ. Δὲν εἶναι ἀρχαιολόγος τις ἢ βλὰξ, ἔχων τὰς ἀναμνή-
817σεις τῆς οἰκογενείας του ἴσως καὶ μόνας, ὁ Μαυρομιχάλης, ἀλλ’
818εἶναι πολίτης ἔχων ἰδίαν ἀξίαν.
819Ποῖαι δὲ ἦσαν αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι; ἦσαν αἱ περιστάσεις
820τοῦ καταδυναστευομένου ἔθνους, ἃς ἠδύνατο ὁ Γερμανὸς, ἠδύ-
821νατο ὁ Μεταξᾶς, ἠδύνατο ὁ Μαυρομιχάλης, νὰ ἐπικαλεσθῶσιν
822ἀπέναντι τῶν μεγάλων Δυνάμεων. Ἔθνος παλαῖον κατὰ τῆς
823τυραννίας, ἤρχετο νὰ ἐπικαλεσθῇ ἐκτάκτως τὴν ἀῤῥωγὴν τῶν
824μεγάλων Δυνάμεων, καὶ νὰ τὴν ἐπικαλεσθῇ σκοπίμως καὶ ἐπι-
825τυχῶς.
826Ὁ Καποδίστριας, προβαίνει ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Βουλῆς
827λέγων, ἀπέστειλεν εἰς τὴν Γαλλίαν τὸν Σοῦτσον· ἀλλ’ ἐπελά-
828θετο, ὅτι ὁ πεμφθεὶς ἐκεῖ, ἵνα παραστήσῃ τὰ δίκαια τῆς Ἑλλάδος,
829εἶναι ὁ παραιτήσας καὶ περιφρονήσας θρόνον χάριν τῆς ἐλευθερίας
830τῆς πατρίδος του. Τίνες δὲ εἰσὶν οἱ σήμερον ἀποστελλόμενοι ἐν
831Εὐρώπῃ; Ἐδῶ μὲν ἀρχαιολόγος, ἔνθα ὑπάρχει πληθὺς ἀρχαιο-
832λόγων, ἐκεῖ δὲ φιλόσοφος, ἔνθα ἑδρεύει ἡ φιλοσοφία, ἐκεῖ δὲ κα-
833κοήθης καὶ αἰσχρὸς κερδοσκόπος.
834§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε τὰ προσωπικὰ (θόρυβος).
835§82ΧΟΪΔΑΣ. Δὲν ἀναφέρω τὰ πρόσωπα, ἀλλὰ καὶ τὰ πρόσωπα
836ἂν ἀνέφερον, ἡ ἀλήθεια εἶναι ἀνωτέρα τῶν προσώπων.
837Τίς ὁ σκοπὸς τῶν μονίμων πρεσβειῶν; Πάντες οἱ συγγρα-
838φεῖς τοῦ διεθνοῦς δικαίου καὶ πάντες οἱ μελετήσαντες τοιαῦτα
839ἀντικείμενα καὶ ἐντριβεῖς περὶ τὴν πολιτικὴν γινώσκουσιν, ὅτι
840πρώτιστος σκοπὸς εἶναι ἡ ἀμοιβαία ἐπισκόπησις τῶν πολι-
841τειῶν, δεύτερος ἡ διατήρησις τῶν φιλικῶν αὐτῶν σχέσεων, καὶ
842τρίτος ἡ ταχυτέρα διεξαγωγὴ τῶν πολιτικῶν αὐτῶν πραγμά-
843των. Θέλετε λοιπὸν νὰ στείλωμεν πρέσβεις καὶ νὰ ἐπισκοπῶ-
844μεν ἡμεῖς οἱ νάνοι τοὺς γίγαντας; Θέλετε νὰ στείλωμεν πρέ-
845σβεις καὶ νὰ διατηρήσωμεν φιλίαν ἡμεῖς οἱ μικροὶ πρὸς τοὺς με-
846γάλους ἐκείνους τῆς γῆς; ἢ τέλος, ἵνα ἐπιτύχωμεν τὴν ταχυτέ-
847ραν διεξαγωγὴν τῶν πολιτικῶν ὑποθέσεών μας; Ὁ πρῶτος
848σκοπὸς καταδεικνύεται μωρὸς καὶ ἀνόητος, ἡ ἐπισκόπησις· ὁ δεύ-
849τερος ἀνοητότερος· ὁ τρίτος ἐπιτυγχάνεται διὰ τοῦ ὑπουργείου
850τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος, ἀπευθυνομένου ἢ ἀμέσως πρὸς
851τὴν Κυβέρνησιν, πρὸς τὴν ὁποίαν πρόκειται ν’ ἀπευθυνθῇ, ἢ ἐμ-
852μέσως, διὰ τοῦ ἐνταῦθα πρέσβεως τῆς δυνάμεως ἐκείνης.
853Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τῶν πρέσβεων. Ὅταν ἐπιστῇ
854ἡ στιγμή, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1876,
855τοῦ ζητήματος περὶ συστάσεως τῶν πρεσβειῶν, τότε πάντες οἱ
856δεινοὶ περὶ τὴν πολιτικὴν καὶ περὶ τὴν τέχνην τὴν ῥητορικὴν θ’
857ἀνέλθουν ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ θὰ καταδείξωσι τὸ ἐσφαλμένον τῶν περὶ
858πρεσβειῶν ἰδεῶν τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ σήμερον πρόκειται
859περὶ ἁπλῆς πιστώσεως. Χθὲς συνεζητήθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ
8601874 καὶ ὁμοθυμαδὸν καὶ Κυβέρνησις καὶ Βουλὴ ἀπεφάνθησαν
861ὑπὲρ τῆς ἀπαλείψεως τῆς πιστώσεως, τῆς ἀναγομένης εἰς τὰς
862πρεσβείας καὶ τοὺς γραμματεῖς τῶν πρεσβειῶν· σήμερον καὶ πά-
863λιν πρόκειται περὶ ἀπαλείψεως τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀναγομένου εἰς
864τοὺς πρέσβεις καὶ εἰς τοὺς γραμματεῖς. Χθὲς ἄλλως ἐκρίναμεν,
865προκειμένου περὶ γραμματέων καὶ πρεσβειῶν, καὶ σήμερον ἄλ-
866λως θὰ κρίνωμεν, προκειμένου μόνον περὶ γραμματέων; Ἡ τοι-
867αύτη παλιμβουλία τινῶν ἐξ ὑμῶν μοὶ ὑπενθυμίζει μέγαν τινὰ
868πατριώτην τῆς ἀρχαιότητος, κακίζοντα τὴν Κυβέρνησιν τῆς πα-
869τρίδος του καὶ τοὺς πολιτευομένους τῆς πατρίδος του, ὅπως
870ἐγὼ σήμερον τοὺς συναδέλφους τοὺς ἔχοντας ἐναντίαν γνώμην τῆς
871ἐμῆς, καίτοι σέβομαι τὰς γνώμας των καὶ τὰς πεποιθήσεις των.
872Ἔλεγεν ὁ πατριώτης ἐκεῖνος· «ἐμπειρότατοι δὲ λόγων καὶ
873»πραγμάτων ὄντες, οὕτως ἀλογίστως ἔχομεν, ὥστε περὶ τῶν
874»αὐτῶν τῆς αὐτῆς ἡμέρας οὐ ταὐτὰ γιγνώσκομεν, ἀλλ’ ὧν
875»μὲν πρὶν εἰς τὴν ἐκκλησίαν ἀναβῆναι κατηγοροῦμεν, ταῦτα
876»συνελθόντες χειροτονοῦμεν, οὐ πολὺν δὲ χρόνον διαλιπόντες
877»τοῖς ἐνθάδε ψηφισθεῖσιν, ἐπειδὰν ἀπίωμεν, πάλιν ἐπιτιμῶ-
878»μεν· προσποιούμενοι δὲ σοφώτατοι τῶν Ἑλλήνων εἶναι, τοι-
879»ούτοις χρώμεθα συμβούλοις, ὧν οὐκ ἔστιν ὅστις οὐκ ἂν κα-
880»ταφρονήσειεν, καὶ τοὺς αὐτοὺς τούτους κυρίους ἁπάντων τῶν
881»κοινῶν καθίσταμεν, οἷς οὐδεὶς ἂν οὐδὲν τῶν ἰδίων ἐπιτρέψειεν·
882»ὃ δὲ πάντων σχετλιώτατον· οὓς γὰρ ὁμολογήσαιμεν ἂν πο-
883»νηροτάτους εἶναι τῶν πολιτῶν, τούτους πιστοτάτους φύλα-
884»κας ἡγούμεθα τῆς πολιτείας εἶναι».
885Ἐμαχόμεθα χθὲς κατὰ μιᾶς ἀντεθνικῆς καὶ προδοτικῆς Κυ-
886βερνήσεως καὶ τῶν ὀργάνων αὐτῆς, ἐκακίζομεν καὶ ἐκατηγο-
887ροῦμεν πάσας τὰς πράξεις αὐτῆς καὶ ἀνετρέπομεν τὴν Κυβέρ-
888νησιν ἐκείνην. Καὶ ἐκεῖ μὲν κατηγοροῦμεν καὶ ἀνετρέπομεν
889τὰς πράξεις της, ἐδῶ δὲ ἐπαινοῦμεν καὶ κυροῦμεν αὐτάς. Χθὲς
890ἐκεῖ ἀπεφάνθημεν κατὰ τῆς πιστώσεως καὶ τῶν πρεσβειῶν
891καὶ τῶν γραμματέων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1874, σήμε-
892ρον δὲ ἀποφαινόμεθα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1875 ὑπὲρ
893τῆς πιστώσεως τῶν γραμματέων. Διατί οὕτως ἀποφαινόμεθα
894καὶ σκεπτόμεθα; Ἐκ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς πηγῆς ἔρχονται ἀμ-
895φότερα οἵ τε πρέσβεις καὶ οἱ γραμματεῖς. Κακῶς συνεστήθη-
896σαν αἱ πρεσβεῖαι, καὶ δὲν ὀφείλομεν οὐδεμίαν πληρωμήν· οὕτως
897ἐγὼ κρίνω καὶ ἀποφαίνομαι. Ὁ ἄλλως κρίνων καὶ ἄλλως ἀπο-
898φαινόμενος, εἰς μεγίστας ἐμβάλλει καὶ ἡμᾶς δυσκολίας, καὶ ἀδί-
899κους καὶ παραλόγους ἐκφράζει ἰδέας. Κατεκρίναμεν τὸν Βούλ-
900γαρην, διότι κακῶς συνέστησε τὰς πρεσβείας, καὶ σήμερον ἐπαι-
901νοῦμεν αὐτόν, διὰ τῆς ἐγγραφῆς τοῦ ποσοῦ τῶν 84,000 δραχ-
902μῶν, καὶ ἀναβιβάζομεν τὸ ζήτημα τῆς πιστώσεως εἰς ζήτημα
903ἐμπιστοσύνης.
904Ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν ἀπολαύῃ παρ’ ἐμοὶ ἡ Κυβέρνησις ἐμπι-
905στοσύνης, δὲν θὰ μὲ δεσμεύσῃ, δὲν θὰ μὲ μεταβάλῃ εἰς δοῦ-
906λον σκεπτόμενον κατὰ τὰς ἰδέας αὐτῆς. Διὰ τῆς ἀναβιβάσεως
907τοῦ ζητήματος τῆς πιστώσεως εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, δι-
908χάζετε, διαιρεῖτε τὰς δυνάμεις τοῦ ἔθνους, ἐν στιγμῇ, καθ’ ἣν
909ὀφείλει τὸ ἔθνος νὰ ᾖναι ἡνωμένον καὶ συνησπισμένον. Θὰ
910δώσω ψῆφον κατὰ τῆς πιστώσεως, ἀλλ’ ἡ ψῆφος αὕτη δὲν ἐμ-
911φαίνει ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀπολαύει παρ’ ἐμοὶ ἐμπιστοσύνης.
912Ἀλλὰ καὶ ἂν τοιοῦτόν τι ἠδύνατό τις νὰ ὑπολάβῃ, καὶ ἂν
913τοιοῦτόν τι παραδέχηται ἡ Κυβέρνησις, προετίμων 400,000
914Κυβερνήσεις νὰ πέσουν, παρὰ νὰ ἀποδεχθῶ τὴν ἰδέαν τὴν σφα-
915λεράν, κατ’ ἐμέ, τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς πιστώ-
916σεως ἂν δὲν τὸ δεχθῶ, προσβάλλω εἰς τὸ ὁμοούσιον, εἰς τὰ
917ἱερά.
918§83ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ λέγει κανεὶς αὐτό, διότι λέγο-
919μεν, ὅτι ἄνευ τῆς χορηγίας αὐτῶν τῶν μέσων δὲν ἠμποροῦμεν
920νὰ κυβερνήσωμεν.
921§84ΧΟΪΔΑΣ. Ὅταν χθὲς ἠνούμεθα, ὅταν ἐπαλαίομεν πάλην
922φοβεράν, τὴν πάλην τῆς ἐλευθερίας κατὰ τῆς τυραννίας,
923δὲν προεβάλομεν τοιαύτας ἰδέας, δὲν προετάσσομεν τοιοῦτον
924ἰσχυρισμόν. Ἂν νομίζητε ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ζήτημα
925τοσοῦτον σωστικόν, ὥστε ἄνευ τούτου νὰ μὴ δύνασθε νὰ κυ-
926βερνᾶτε τὴν πατρίδα, ἀπατᾶσθε ἀπάτην οἰκτροτάτην.
927Θέλετε νὰ καταδείξητε εἰς τὸν ἔξω κόσμον ὅτι εἶσθε ὑπουρ-
928γοὶ ὅλης τῆς Ἑλλάδος, καταδείξατέ το διὰ τῆς ἀρετῆς, τῆς
929φιλοπατρίας καὶ τῆς ἱκανότητος ὑμῶν. Ἀλλὰ πλανᾶσθε πλά-
930νην οἰκτρὰν, ἂν νομίζητε ὅτι διὰ τῆς συστάσεως τῶν πρεσβειῶν
931ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ θὰ δυνηθῆτε νὰ διοικήσητε, νὰ διευθύνητε τὴν
932Ἑλλάδα, καὶ ὅτι ἄνευ πρεσβειῶν θὰ ναυαγήσητε καὶ σεῖς καὶ ἡ
933Ἑλλάς. Ἐῤῥέτω ἡ Ἑλλὰς, ἐὰν πρόκηται εἷς ἱστορικὸς, εἷς φιλό-
934σοφος, εἷς κερδοσκόπος, νὰ σώσουν αὐτήν· εἰπέτε ἐν συνειδήσει,
935κύριοι ὑπουργοὶ, ἂν τὸ ζήτημα τῆς πιστώσεως, ζήτημα ἁ-
936πλοῦν καὶ καθαρὸν, ἦναι τοιοῦτον ζήτημα, ὥστε ν’ ἀναβιβά-
937ζητε αὐτὸ εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, καὶ νὰ διχάζητε καὶ νὰ
938διαιρῆτε τὰς δυνάμεις τοῦ ἔθνους, καὶ τὸ ἔθνος νὰ ῥίπτητε
939εἰς νέους ἀγῶνας, εἰς νέας πάλας.
940Θεωρεῖτε σήμερον τὸ ζήτημα τοῦτο ζήτημα ἐμπιστοσύνης,
941ζήτημα διοικήσεως καὶ κυβερνήσεως ἐν τῇ ἔσω καὶ ἔξω Ἑλ-
942λάδι; Ποῦ εἶναι ὁ ἔντιμος κ. Πρωθυπουργός; ἀντὶ ἐκείνου, ἀ-
943παντῶ πρὸς ὑμᾶς (δεικνύει τοὺς ὑπουργούς)· ἐὰν ἐκάθηντο ἐπὶ
944τῶν ἑδωλίων τούτων οἱ ὑπουργοὶ τοῦ Βούλγαρη, οἱ ὑπουργοὶ
945τοῦ ἀξιοτίμου κ. Τρικούπη, ἄλλην ἰδέαν ἠθέλετε ἔχει περὶ
946πρεσβειῶν, καὶ ἐπικαλοῦμαι ὑμᾶς αὐτοὺς, διὰ τῆς ἐπικλήσεως
947τοῦ ἐντίμου κ. Πρωθυπουργοῦ. Δὲν παρῆλθε πολὺς χρόνος, οὐδὲ
948κἂν ἔτος, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐκυβέρνα τὴν Ἑλλάδα εἷς
949τότε διὰ τῆς βίας, διὰ τῆς ἀμαθείας, διὰ τῆς προδοσίας, διὰ
950τῆς ἀσεβείας πρὸς τοὺς κειμένους νόμους, καὶ ἔπεμπε πρέσβεις
951οὐχὶ νὰ ἐπισκοπήσωσι τοὺς ξένους, οὐχὶ νὰ διατηρήσωσι τὴν
952φιλίαν μετ’ ἐκείνων, οὐχὶ νὰ παράσχωσι τὴν συνδρομήν των εἰς
953τὴν ταχυτέραν διεξαγωγὴν τῶν πολιτικῶν ὑποθέσεων, ἀλλὰ
954διὰ νὰ πείσωσι τοὺς ξένους, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἀναξία συν-
955ταγματικοῦ πολιτεύματος, καὶ ὅτι πρέπει νὰ κυβερνηθῇ διὰ
956τῆς μοναρχίας.
957§85ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Ὁ Παπαμιχαλόπουλος διαμαρτύρεται.
958§86ΧΟΪΔΑΣ. Ἡ διαμαρτύρησίς του εἶναι λίαν ἀσθενής· ἀντιδια-
959μαρτύρεται κατὰ τῆς διαμαρτυρήσεώς του ἡ ἀλήθεια, ἡ ἱστο-
960ρία, ὁλόκληρον τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος.
961Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 29 Νοεμβρίου, τοὐτέστι κατὰ
962τὴν παραμονὴν τῆς 30 Νοεμβρίου, ἡμέρας τοῦ φοβεροῦ καὶ με-
963γάλου ἐκείνου πραξικοπήματος, ὁ πρωθυπουργὸς Βούλγαρης ἐπέ-
964μενεν εἰς τὴν σύστασιν τῶν πρεσβειῶν, καὶ ἐπέμενε πολύ· μετ’
965ὀλίγον κατέσχε τὸ βῆμα εἷς μεγάλος πολιτικὸς τῆς Ἑλλά-
966δος, δεινὸς ῥήτωρ, ὅστις εὑρίσκεται ἤδη μεταξὺ ἡμῶν· τὸν γνω-
967ρίζετε κύριε πρωθυπουργέ;
968§87ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Δὲν γνωρίζω κανένα
969τοιοῦτον.
970§88ΧΟΪΔΑΣ. Ὀνομάζεται Ἀλέξανδρος Κουμουνδοῦρος.
971§89ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ........
972§90ΧΟΪΔΑΣ. Πιθανὸν νὰ πλανῶμαι εἰς τὰς ἰδέας μου, ἀλλὰ
973πιστεύω ὅτι εἶσαι τοιοῦτος καὶ ὅτι ἔχεις καρδίαν μεγάλην καὶ
974παλμοὺς εὐγενεῖς ἐν αὐτῇ. Μύδρους ἐξέπεμπε καὶ κεραυνοὺς
975ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ ῥήτωρ ἐκεῖνος, ὁ πατριώτης ἐκεῖνος· ὅταν
976δὲ ἦλθεν ἀγορεύων κατὰ τῆς συστάσεως τῶν πρεσβειῶν, ὢ
977τότε, ὄχι καθὼς ἤδη ὁ κ. Δεληγεώργης, ἀλλὰ πολὺ σφοδρό-
978τερον ἐκείνου ἐπολέμησε τὴν σύστασιν τῶν πρεσβειῶν. Πῶς οἱ
979καιροὶ μετεβλήθησαν! ἔτος δὲν παρῆλθε, καὶ ὁ ῥήτωρ ἐκεῖνος
980μετέβαλε σκέψεις.
981§91ΜΙΛΗΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παντάπασι, κύριοι·
982ἐπικαλούμεθα τὰ πρακτικά.
983§92ΧΟΪΔΑΣ. Ἐπρόκειτο περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ὁ κ.
984Κουμουνδοῦρος ὁμολογῶ ὅτι εἶναι δεινὸς καὶ περὶ τὰ οἰκονομι-
985κὰ, καὶ περὶ τὴν πολιτικὴν, καὶ περὶ τὴν δικαιοσύνην, καὶ
986περὶ τὴν ῥητορικὴν τέχνην (ἀναγινώσκει).
987«Δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσω ἤδη τὸ περὶ πρεσβειῶν ζήτημα
988ἐν γένει· περιορίζομαι εἰς τὴν ἐνεστῶσαν εἰδικὴν περίστασιν.
989Τίς, κύριοι, Σᾶς ἠνάγκασεν, ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς, καὶ ἐνῷ ἡ
990Βουλὴ εἶχεν ἀποκόψει τὸ ἔξοδον τοῦτο, καὶ ἐνῷ ἡ Βουλὴ ἐπὶ
991θύραις ἵστατο, τίς σᾶς ἠνάγκασε νὰ συστήσητε κατεσπευσμέ-
992νως τὰς πρεσβείας καὶ νὰ στείλητε τοὺς πρέσβεις εἰς τὴν Εὐ-
993ρώπην, καὶ νὰ ἐπιβαρύνητε τὸ δημόσιον μὲ τὸ ἔξοδον τοῦτο;
994Ἐπρόκειτο ἐκ τῆς κατεσπευσμένης ταύτης διπλωματικῆς ἀπο-
995στολῆς νὰ λυθῶσι ζητήματα, καὶ τίνα; Ἐρωτῶ, ποίαν ἰδέαν
996τὸ παρὸν ἔχει νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Εὐρώπην, ποῖον ζήτημα;
997Τίς ἦτον ὁ σκοπὸς, ποῖον τὸ σχέδιόν του, καὶ τίς ὠφέλεια
998προῆλθεν εἰς τὸ ἔθνος μέχρι τοῦδε, κύριοι; Οὐδεμίαν βλέπω·
999οὐδὲν ἔμαθον· τίποτε δὲν ἠκούσθη.»
1000Σᾶς ἐρωτῶ καὶ ἐγὼ, κύριε πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, τίς ἡ
1001ἀνάγκη τῆς συστάσεως τῶν πρεσβειῶν; Τίνες οἱ πολιτικοὶ ἄν-
1002δρες, οἵτινες θὰ ἐκπροσωπήσωσιν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ τὴν ἡμετέ-
1003ραν χώραν; ἢ μᾶλλον ἀποτείνω τὰς αὐτὰς ἐρωτήσεις, τὰς ὁ-
1004ποίας ἀπέτεινες καὶ σὺ εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο· τίς ἦτο ἡ
1005ἀνάγκη νὰ ἐπιβαρύνῃς διὰ τῆς ἀποστολῆς πρεσβειῶν τὸ δημό-
1006σιον; πρόκειται περὶ κατεσπευσμένης διπλωματικῆς ἀποστολῆς,
1007καὶ περὶ λύσεως πολιτικῶν ζητημάτων; τίνα δὲ τὰ ζητήματα
1008ταῦτα; ἐρωτῶ καὶ ἐγώ· τίνα ἰδέαν ἔχει νὰ παρουσιάσῃ τὸ παρὸν
1009τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Εὐρώπην, διὰ νὰ ἀποστείλωμεν πρέσβεις; Ἀλλὰ
1010πρόκειται περὶ ἀποστολῆς πρέσβεων; Πρόκειται περὶ πιστώσεως
1011ἀναγομένης εἰς τὸ παρελθὸν, πρόκειται περὶ πιστώσεως ὑπὲρ γραμ-
1012ματέων παρανόμως διορισθέντων, οὐχὶ περὶ ἀποστολῆς πρέσβεων.
1013Τὸ ζήτημα τῶν πρεσβειῶν θὰ παρουσιασθῇ μετ’ ὀλίγον ὅταν θὰ
1014συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1876, καὶ τὸ ζήτημα τῶν
1015πρεσβειῶν δὲν πρέπει νὰ ἀνυψωθῇ εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Οἱ
1016ἀποδεχόμενοι τὴν ἰδέαν τῆς Κυβερνήσεως εἶναι φίλοι της, ἀλλὰ
1017καὶ οἱ μὴ ἀποδεχόμενοι τὴν ἰδέαν ταύτην δὲν εἶναι ἐχθροί
1018της· εἶναι ἐπίσης φίλοι της.
1019§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζαΐμης κατέθεσε πρότασιν εἰς τὸ προ-
1020εδρεῖον, ἥτις ἔχει ὡς ἑξῆς· «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰς γενομένας συ-
1021ζητήσεις, ἀναγνωρίζουσα τὴν ἀνάγκην τῆς συστάσεως τῶν πρε-
1022σβειῶν, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»
1023§94ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ ἐγνωρίζαμεν.
1024§95ΧΟΪΔΑΣ. Προτείνω ἀναβλητικὴν ἔνστασιν κατὰ τῆς προτά-
1025σεως ταύτης· μετ’ ὀλίγον θὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα ἐπὶ τοῦ προϋπο-
1026λογισμοῦ τοῦ 1876· τότε ἂς ἐκφράσῃ ἡ Βουλὴ τὰς γνώμας
1027της, τὰς πεποιθήσεις καὶ τὰς ἰδέας της.
1028Φροντίσατε ἐν τῇ ἔσω Ἑλλάδι, μορφώσατε τὴν καρδίαν τῆς
1029ἔσω Ἑλλάδος, ἀναπτύξατε τὴν διάνοιαν τῆς ἔσω Ἑλλάδος, μὴ
1030ἀποστέλλετε πρέσβεις εἰς τοὺς ξένους. Ὁ νῦν πρωθυπουργὸς, ὁ
1031τότε βουλευτὴς ἁπλοῦς, πολεμῶν τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, προ-
1032βαίνει, προκειμένου περὶ πρεσβειῶν, καὶ πειρᾶται νὰ καταδείξῃ,
1033ὅτι διὰ τῆς διοργανώσεως τῆς ἔσω Ἑλλάδος, διὰ τῆς ἠθικο-
1034ποιήσεως τῆς ἔσω Ἑλλάδος, θὰ προβῶμεν ὅπως προβαίνουσιν
1035ἄλλα ἔθνη· ἐπικαλεῖται δὲ τὴν Σερβίαν καὶ τὴν Ῥωμουνίαν.
1036(Ἀναγινώσκει). Καὶ οἱ λόγοι οὗτοι μοῦ ὑπενθυμίζουν τὸ δημῶδες
1037λόγιον, «ποτὲ ἡ μητρυιὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀγαπήσῃ τὰ προγόνια
1038καθὼς ἀγαπᾷ ἡ μάνα τὰ παιδιά της.» Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀγα-
1039πήσῃ τὴν Ἑλλάδα ὅπως ἡ Ἑλλὰς ἑαυτήν. Δὲν ἦσαν ῥήτορες,
1040δὲν ἦσαν πρέσβεις, δὲν ἦσαν πολιτικοὶ οἱ πατέρες ἡμῶν· ἦσαν
1041εὔτολμοι ἄνδρες, ἔχοντες παλμοὺς εὐγενεῖς ἐν τῇ καρδίᾳ, καὶ
1042διὰ τῆς τόλμης των καὶ τῆς ἀνδρείας των καὶ τῆς ἀρετῆς των
1043κατεβίβασαν τὴν ὀφρῦν ἐκείνου, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου χαύνη ἡ
1044Εὐρώπη ἔκλινε τὸ γόνυ.
1045Καὶ τί ἐξεπροσώπησαν ἄχρι τοῦδε οἱ πρέσβεις ἡμῶν ἐν τῇ
1046ἀλλοδαπῇ; Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πολλοί, καὶ ἰδίᾳ ὁ
1047πρωθυπουργός, σᾶς ἀνέφεραν παραδείγματα, διὰ τῶν ὁποίων σᾶς
1048κατέδειξαν, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν πρέσβεων τῆς Ἑλλάδος δὲν
1049ἀνέλαβον τὴν ὑπεράσπισιν τῶν δικαιωμάτων της, ἀλλ’ ἐπειρά-
1050θησαν ἐσχάτως νὰ δεσμεύσωσι τὴν πατρίδα τοῦ Θεμιστοκλέους
1051καὶ τοῦ Ἀριστείδου, τοῦ Περικλέους καὶ τοῦ Φωκίωνος, παρι-
1052στάνοντες, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἀναξία ἐλευθεριῶν καὶ συνταγ-
1053ματικοῦ πολιτεύματος, οὐχὶ ἐκ πεποιθήσεων, ἀλλ’ ἐξ αἰσθημά-
1054των φαύλων καὶ κερδοσκοπικῶν ἐλαυνόμενοι.
1055Κύριοι ὑπουργοί, σᾶς ἀγαπῶ καὶ σᾶς ὑπολήπτομαι, καὶ πι-
1056στεύω ὅτι, κυβερνῶντες τὴν Ἑλλάδα, θὰ τὴν κυβερνήσητε
1057καὶ θὰ τὴν διοικήσητε ὡς ἱκανοί, ὡς ἐνάρετοι καὶ ὡς φιλοπό-
1058λιδες· ἀλλὰ λυποῦμαι διότι δυστυχῶς ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ
1059ἔχων ἐναντίας ἰδέας τῶν ὑμετέρων, ἃς σέβομαι, δὲν θὰ δυνηθῶ
1060νὰ δώσω ὑμῖν τὴν ψῆφόν μου· ἡ ψῆφός μου θὰ ἐμφαίνῃ ἁπλῶς
1061τὴν ὑποστήριξιν τῶν ἰδεῶν μου καὶ τὴν ἀπόκρουσιν τῶν ὑμετέ-
1062ρων, καὶ οὐχὶ δυσπιστίαν.
1063§96ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὰ αὐτὸ εἶναι, βέβαια.
1064§97ΧΟΪΔΑΣ. Ἀλλὰ σεῖς, διὰ τῆς προτάσεώς σας, διαιρεῖτε τὰς
1065δυνάμεις τοῦ ἔθνους. Ἂν οἱ γραμματεῖς, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ζη-
1066τεῖται ἡ πίστωσις, ἐγίνωσκον, ὅτι γίνεται τοιαύτη συζήτησις ἐν
1067τῷ Κοινοβουλίῳ, ἥτις ἐνδέχεται νὰ λάβῃ τὰς πλέον δυσαρέ-
1068στους διαστάσεις, ἤθελον προτιμήσει νὰ κόψουν τὸ νῆμα τῆς
1069ζωῆς των παρὰ νὰ ἴδουν διχαζόμενον τὸ ἔθνος καὶ ῥιπτόμενον
1070εἰς νέους ἀγῶνας ἀπέναντι ἐκείνων, οἵτινες τοσαῦτα κατὰ τῶν
1071ἐλευθεριῶν του καὶ τῶν νόμων του ἐγκλήματα διεπράξαντο.
1072§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύττεται περαιωμένη· θὰ θέσω
1073εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Ζαΐμη.
1074§99ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ συζήτησις εὑρίσκεται ἐπὶ τοῦ Κεφαλ.
10756 τοῦ προϋπολογισμοῦ, «ἀποστολαὶ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.»
1076§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς περατώσεως τῆς συζητήσεως, ὁ κύριος
1077Ζαΐμης κατέθεσεν εἰς τὸ προεδρεῖον τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν
1078σᾶς ἀνέφερα.
1079§101ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλ’ ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ὑποβάλλεται,
1080δὲν συνεζητήθη ὡς ἀντικείμενον συζητήσεως.
1081§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζαΐμης, ὡς πόρισμα τῆς ὁμιλίας του κα-
1082τέθηκε τὴν πρότασιν ταύτην· μοῦ φαίνεται, ὅτι εἶναι πολὺ
1083συνεπής. Τώρα ἂν ὁ κ. Δεληγεώργης δὲν συμφωνῇ, ἠμπορεῖ νὰ
1084εἰπῇ τοὺς ἰσχυρισμούς του.
1085§103ΧΟΪΔΑΣ. Ἐγὼ ἀγορεύων πρὸ ὀλίγου, ἐπρότεινον ἔνστασιν
1086ἀναβλητικὴν κατὰ τῆς προτάσεως, καὶ ἐδικαιολόγησα τὴν ἔν-
1087στασιν ταύτην, εἰπὼν ὅτι ἡ πρότασις ἔπρεπε νὰ προταθῇ ἐν τῇ
1088συζητήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τότε εἶναι περιττή.
1089§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἐρωτήσω λοιπὸν προηγουμένως τὴν Βουλὴν,
1090ἂν πρέπῃ νὰ προηγηθῇ ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς τοῦ κ. Χοϊδᾶ.
1091§105ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶπον καὶ προχθὲς, κύριε πρόεδρε, ἐπανα-
1092λαμβάνω καὶ ἤδη, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτὴν δὲν ἐπιδιώ-
1093κομεν πολιτικὸν συμφέρον, δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ἀγωνισθῶμεν ὅπως
1094ὑπερισχύσωμεν κατὰ τῆς γνώμης τῶν ἀντιφρονούντων· εἴμεθα
1095μόνον ἠναγκασμένοι νὰ δηλώσωμεν καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν
1096αὐτὴν ποῖον εἶναι τὸ φρόνημά μας· διότι τὸ φρόνημα, ὅπερ ἔχο-
1097μεν, δὲν τὸ ἐμορφώσαμεν ἐκ τῆς συζητήσεως αὐτῶν τῶν ἡμερῶν,
1098εἶναι φρόνημα παλαιὸν, τὸ ὁποῖον καὶ ὡς ἀντιπολιτευόμενοι
1099πάντοτε ὑπεστηρίξαμεν, καὶ εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐλθόντες, ὅπερ
1100εἶναι τὸ δυσκολώτατον, τὸ ἐφηρμόσαμεν καὶ τὸ ἐπραγματο-
1101ποιήσαμεν. Ἂν κάμνω ἀντίῤῥησιν κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευ-
1102τοῦ Καλαβρύτων, δὲν τὸ πράττω διότι ἐπιδιώκω σκοπόν τινα,
1103ἀλλὰ διότι νομίζω, ὅτι εἶναι ἄτοπον πρᾶγμα ν’ ἀποφασίζῃ ἡ
1104Βουλὴ ἐπὶ προτάσεων αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι τὸ πολιτικὸν σύστημα
1105μιᾶς Κυβερνήσεως, χωρὶς τὸ ζήτημα αὐτὸ νὰ τίθηται ὡς κύριον
1106θέμα τῆς συζητήσεως· καὶ δὲν ἔχει, νομίζω, ὁ ῥήτωρ τὸ δι-
1107καίωμα, μὴ προκειμένου περὶ τοιούτου ζητήματος, ἀλλὰ περὶ
1108ἄλλου, ἀφορῶντος προϋπολογισμὸν παρεληλυθότα, διότι ἐπεκαλέ-
1109σθη πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ παρεληλυθότος αὐτοῦ προϋπολογισμοῦ
1110ἓν ἐπιχείρημα, τὸ ἐπιχείρημά του νὰ τὸ μεταμορφόνουν εἰς κύριον
1111θέμα, τὸ ὁποῖον προτείνεται ὅπως μεταμορφωθῇ εἰς ἀπόφασιν τοῦ
1112Κοινοβουλίου, μέλλουσαν νὰ προδικάσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ
11131876 καὶ ὁλόκληρον τὴν πολιτικὴν, ἡ ὁποία μέλλει νὰ μᾶς
1114διοικήσῃ. Δὲν πρόκειται λοιπὸν ἐκ μέρους μας περὶ πολιτικοῦ
1115ζητήματος, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ζητήματος οἰκογενειακοῦ, ἀφο-
1116ρῶντος τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς· δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νομίζω,
1117ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μας πρέπει νὰ μὴν ἐπιμείνῃ εἰς
1118τοῦτο, καὶ ἡ Βουλὴ νὰ μὴ δεχθῇ ὅτι δύναται νὰ ψηφοφορήσῃ
1119περὶ θέματος τοιούτου, ὁποῖον τὸ περιέγραψα, ἐνῷ δὲν ἦτον
1120ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως τῶν 4 ἡμερῶν, ἀλλ’ ἐχρησίμευσεν
1121εἰς τὸ στόμα τινῶν ἐκ τῶν ῥητόρων ὡς ἐπιχείρημα, διὰ νὰ ὑπο-
1122στηριχθῇ τὸ συζητούμενον ζήτημα. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, τινὲς εἶπον,
1123τὸ εἶπε δὲ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἔχει ἀνάγκην τῆς πιστώσεως,
1124ἡ ὁποία συζητεῖται ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1875,
1125διότι δὲν δύναται, ἀποῤῥιφθείσης τῆς πιστώσεως, νὰ συστήσῃ
1126ἐκ νέου τὰς πρεσβείας· καὶ ἐγὼ δὲν ἐνόησα, κύριοι, ἀκριβῶς
1127τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων τῶν ῥητόρων καὶ τῆς Κυβερνήσεως, διότι
1128ἠξεύρω ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1876 θέλει συζητηθῇ ἐντὸς
1129ὀλίγων ἡμερῶν, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ νὰ συστηθῶσιν αἱ
1130πρεσβεῖαι, ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ χάσῃ παντάπασι καιρὸν ἵνα
1131τὰς συστήσῃ, οὔτε πιστεύω ὅτι εἶναι καμμία κατεπείγουσα
1132ἀνάγκη, ἐκτὸς ἂν μᾶς παρουσιάσῃ τὴν ἀνάγκην ταύτην νὰ συ-
1133στήσῃ αὐτὰς πρὸ τῆς παρελεύσεως τοῦ Δεκεμβρίου. Μ’ ὅλα
1134ταῦτα, μὴ θέλων νὰ ἐπέμβω αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τὴν συζή-
1135τησιν αὐτοῦ τοῦ ἐπιχειρήματος, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι
1136καθ’ ὅλας τὰς συζητήσεις τῶν τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν ἡ πρό-
1137τασις τοῦ κ. Ζαΐμη ἦτον ἐπιχείρημα μὲν εἰς τὰ στόματά
1138τινων τῶν ῥητόρων, δὲν ὑπῆρχεν ὅμως ἀντικείμενον συζητήσεως·
1139καὶ σᾶς ἀναμιμνήσκω ὅτι δύο ἐξ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐλάβομεν δρα-
1140στηριώτερον μέρος εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν, ὁ κ. Τρικούπης καὶ
1141ἐγὼ, ῥητῶς ἐσημειώσαμεν, ὅτι ἀπέχομεν πάσης συζητήσεως ἐπὶ
1142τοῦ θέματος, ἐὰν πρέπει ἡ Ἑλλὰς νὰ ἔχῃ διαρκεῖς πρεσβείας,
1143καὶ ὅτι ἐπεφυλάχθημεν ἀμφότεροι νὰ συζητήσωμεν περὶ αὐτοῦ
1144τοῦ ζητήματος εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1876. Ἀλλ’ ἐπειδὴ
1145αἱ συζητήσεις ἐν τῷ κοινοβουλίῳ μας εἶναι πολὺ ἐλεύθεραι, διὰ
1146τοῦτο κανεὶς δὲν ἐνόησε νὰ ἐμποδίσῃ καὶ τὰ ἐπιχειρήματα
1147ταῦτα. Μεθ’ ὅλα ταῦτα, νομίζω, ὅτι τὸ δίκαιον ἀπαιτεῖ ἡ
1148πρότασις τοῦ κ. Ζαΐμη νὰ μὴ γείνῃ ἀντικείμενον ψηφοφορίας,
1149καὶ πιστεύω καὶ ὁ κ. Ζαΐμης θὰ συμφωνήσῃ εἰς τοῦτο.
1150§106Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν συζήτησιν τὴν τε-
1151τραήμερον, ἥτις ἔλαβε χώραν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, τὸ
1152πρώτιστον ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως ὑπῆρξε τὸ ζήτημα τῆς
1153συστάσεως τῶν πρεσβειῶν. Ἐπὶ τέσσαρας ὅλας ἡμέρας ἐσυζη-
1154τήθη ἡ ἀνάγκη ἢ μὴ τῆς συστάσεως αὐτῶν, καὶ ὅλοι οἱ λα-
1155βόντες μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην διεπραγματεύθησαν
1156μᾶλλον περὶ πρεσβειῶν παρὰ περὶ τῆς πιστώσεως τῆς χορηγου-
1157μένης διὰ τοὺς γραμματεῖς. Εἰς τὰ Κοινοβούλια δὲ, ὅταν συ-
1158ζητῶνται ἐπὶ τέσσαρας ὅλας ἡμέρας ζητήματα σπουδαῖα, ἅτι-
1159να αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις κατέστησε σπουδαῖα, εἰς ὅλα, λέγω, τὰ
1160Κοινοβούλια, μετὰ τοιαύτην συζήτησιν, δὲν καταφεύγουσιν εἰς
1161ὑπεκφυγὰς, ἀλλὰ συνήθως προτείνεται ἡμερησία τις διάταξις,
1162κατὰ τὴν ὁποίαν καταδεικνύεται τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς.
1163Ὁμιλήσας ὑπὲρ τῆς συστάσεως τῶν πρεσβειῶν, κατ’ ἐκείνων,
1164οἱ ὁποῖοι ἠγόρευσαν κατ’ αὐτῶν, καὶ εὐγλώττως ἀνέπτυξαν
1165τὰς ἰδέας των ταύτας, κατέληξα εἰς τὸ πόρισμα, ὅτι ἡ Βουλὴ
1166πρέπει ν’ ἀποφανθῇ ἀπὸ τοῦδε ὑπὲρ τῆς συστάσεως τῶν πρε-
1167σβειῶν. Δὲν εἶναι ἀνάγκη, φρονῶ, ἐπιφυλάξεως ἄλλης κατὰ τὴν
1168συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1876, ὅταν ἡ Κυβέρνησις
1169ῥητῶς σᾶς εἶπε· ζητῶ τὴν ἀντιμισθίαν διὰ τοὺς γραμματεῖς τῶν
1170πρεσβειῶν, διότι σκοπὸν ἔχω νὰ συστήσω τὰς πρεσβείας, τὰς
1171ὁποίας θεωρῶ ἀναγκαιοτάτας διὰ τὸ συμφέρον τῆς Ἑλλάδος.
1172Μετὰ τοιαύτην λοιπὸν συζήτησιν, πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ καταλή-
1173ξῃ εἰς πόρισμά τι, πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐξενέγκῃ τὴν γνώμην
1174ἑαυτῆς, διότι ἄλλως ἡ συζήτησις τεσσάρων ὅλων ἡμερῶν οὐδέ-
1175να ἄλλον δύναται νὰ ἔχῃ σκοπὸν εἰμὴ τὴν ἀπώλειαν τοῦ χρό-
1176νου. Τοιαύτη δὲ φρονῶ, ὅτι εἶναι ἡ διάθεσις τῆς Βουλῆς.
1177Διὰ τοῦτο ἐπιμένω εἰς τὴν ψηφοφορίαν τῆς προτάσεώς μου,
1178ἡ ὁποία δὲν εἶναι, κατ’ ἐμὲ, μόνον τὸ πόρισμα τοῦ λόγου τοῦ
1179ἰδικοῦ μου, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν ἀξιοτίμων καὶ διαπρεπῶν με-
1180λῶν τοῦ Κοινοβουλίου, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν συμφώνως πρὸς τὴν
1181γνώμην μου, ἢ οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν μετ’ ἐμοῦ εἰς τὴν συζή-
1182τησιν, ὡς ὁ κ. Τρικούπης, ὁ κ. Δηλιγιάννης καὶ ὁ κ. πρωθυ-
1183πουργὸς, ὁ ὁποῖος ὡμίλησε κυρίως περὶ τῶν πρεσβειῶν· ὁ κ.
1184Τρικούπης ἐν ἐκτάσει ἐπέμεινεν ἐπὶ τῆς πιστώσεως, διότι ἡ
1185πίστωσις αὕτη ἀπέβλεπε περισσότερον τὴν διαχείρισιν αὐτοῦ.
1186Διὰ τοὺς λόγους τούτους, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἦναι ἀξιοπρεπές
1187διὰ τὴν Βουλὴν, μετὰ τοσαύτην συζήτησιν τετραήμερον, νὰ μὴ
1188φθάσῃ εἰς ἓν συμπέρασμα καὶ εἰς ἓν πόρισμα· εἰς τοῦτο δὲ ἀπο-
1189βλέπει ἡ πρότασις, ἣν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὸ
1190Προεδρεῖον.
1191§107ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κ. πρόεδρε, ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζαΐμη εἶναι
1192πρότασις ἰδία. Θέμα ἔχομεν τὴν πληρωμὴν τοῦ μισθοῦ τῶν
1193γραμματέων τῶν πρεσβειῶν· εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν παρε-
1194νέβησαν καὶ ζητήματα ἄλλα, ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι ξένα τοῦ κυρίου
1195ζητήματος, καὶ παρατηρήσατε πόσον ἀπέχει ἡ μία πρότασις τῆς
1196ἄλλης. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζαΐμη εἶναι πρότασις κυρία, ἀφορᾷ
1197τὴν σύστασιν τῶν πρεσβειῶν, καὶ δὲν δύναται νὰ εἰσαχθῇ,
1198ἐὰν δὲν ἐγγραφῇ κατὰ τὴν τάξιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
1199Λέγω λοιπὸν, ὡς ζήτημα τάξεως εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ πρότασις
1200τοῦ κ. Ζαΐμη· δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς οὐσίας, ἀλλὰ λόγῳ τάξεως
1201δὲν δύναται νὰ ψηφοφορηθῇ, διότι τὸ κύριον θέμα εἶναι ἡ συζήτη-
1202σις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ ὁποίου ἀνεφύη
1203τὸ παρεμπῖπτον ζήτημα περὶ τοῦ ἐμμίσθου ἢ ἀμίσθου τῶν
1204γραμματέων τῶν πρεσβειῶν, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ πρέπει νὰ ψηφίσω-
1205μεν. Ἐπὶ δὲ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ζαΐμη, οἱανδήποτε καὶ ἂν
1206ἔχωμεν γνώμην, δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν ὑπὲρ ἢ κατὰ,
1207διότι ἀντιβαίνει εἰς τὴν τάξιν καὶ εἶναι ἀπαράδεκτος.
1208§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ αὐτὸ τὸ ζήτημα ἐπεραιώθη ἡ συζήτησις.
1209§109ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Λοιπὸν παρατηρῶ, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι
1210γνωστόν, καὶ περὶ αὐτοῦ θὰ ψηφίσωμεν, περὶ δὲ τοῦ ἄλλου,
1211ἂς γείνῃ πρότασις.
1212§110ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Νομίζω ὅτι ὁ προλαλήσας ποιεῖ σύγχυσιν δύω
1213διαφόρων ζητημάτων· νομίζει, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζαΐμη
1214εἶναι πρότασις συστάσεως τῶν πρεσβειῶν, ὅτι εἶναι πρότασις
1215νόμου, καὶ διὰ τοῦτο ἀπαιτεῖ, ὅπως ἡ πρότασις τυπωθῇ, διανε-
1216μηθῇ καὶ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ἀλλὰ δὲν εἶναι
1217αὐτὸ τὸ ζήτημα, ἀλλὰ ἡ συζήτησις αὕτη ἡ τετραήμερος δὲν
1218περιεστράφη μόνον εἰς συζήτησιν οἰκονομικὴν ἀφορῶσαν τὸ
1219κονδύλιον, ἀλλὰ καὶ εἰς συζήτησιν πολιτικὴν, καὶ δὲν δύναταί
1220τις ν’ ἀντιτείνῃ, ὅτι ἡ πολιτικὴ συζήτησις ἔλαβε τὰς εὐρυτέ-
1221ρας διαστάσεις. Νομίζετε, ὅτι ἡ συζήτησις αὐτὴ ἐγένετο διὰ
1222τὰς 82,000 δραχμάς; Ὄχι· ἀνεφύη τὸ ζήτημα τῆς
1223συστάσεως τῶν πρεσβειῶν, τὸ ζήτημα τὸ πολιτικὸν, διότι ἔρ-
1224χεται ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐπιμένει εἰς τοῦτο, λέγουσα ὅτι ἡ
1225διαγραφὴ αὕτη καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν ἀνασύστασιν τῶν πρε-
1226σβειῶν, ἄνευ τῆς ὁποίας ἐδήλωσεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι δὲν δύνα-
1227ται νὰ μένῃ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Τώρα ἠμποροῦμεν ν’ ἀρνηθῶμεν,
1228ὅτι ἔχομεν πολιτικὴν συζήτησιν; Δὲν εἶναι δυνατόν, διότι πάν-
1229τες οἱ ῥήτορες ἠγόρευσαν περὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος τῆς
1230ἐμπιστοσύνης, καὶ ὀλίγιστοι περιωρίσθησαν εἰς τὸ ζήτημα τῶν
123182,000 δραχμῶν. Τώρα τί πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν; Πρό-
1232κειται νὰ ψηφίσωμεν τὴν κυρίαν πρότασιν τῶν 82,000 δραχ-
1233μῶν, ἀλλὰ ᾐτιολογημένως, ὅτι ψηφίζομεν αὐτὴν, διότι θέλομεν
1234τὴν σύστασιν τῶν Πρεσβειῶν. Πάντα ταῦτα περιλαμβάνει ἡ
1235πρότασις τοῦ κ. Ζαΐμη, τὴν ὁποίαν ἄλλως ἐξέλαβεν ὁ συνά-
1236δελφός μας ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς, διότι δὲν εἶναι εἰσαγωγὴ
1237νόμου ἡ πρότασις βουλευτοῦ, ἀλλ’ εἶναι πόρισμα τῆς συζητή-
1238σεως φυσικώτατον, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ, ἐκ-
1239τὸς ἂν θέλῃ νὰ λέγῃ, ὅτι δὲν ὑφίσταται τὸ πασίδηλον.
1240§111ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ὅσα καὶ ἂν εἶπεν ὁ προ-
1241λαλήσας δὲν ἠμποροῦν νὰ μεταβάλωσι τὰ διὰ τοῦ Κανονι-
1242σμοῦ περὶ τάξεως νομοθετημένα. Εἶπεν ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι
1243πολιτικόν, ἔστω· ἀλλὰ τὸ θέμα τὸ ὑπὸ συζήτησιν δὲν ἠμ-
1244ποροῦμεν νὰ τὸ μεταβάλωμεν.
1245§112ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θέλω ἐννοήσει εὐκόλως μίαν ψηφοφορίαν,
1246διὰ τῆς ὁποίας ἤθελεν ἀποφασισθῆ ὅτι τῷ ὄντι ἡ πρότασις
1247τοῦ κ. Ζαΐμη πρέπει νὰ γείνῃ ἀντικείμενον ἀποφάσεως τῆς Βου-
1248λῆς· δὲν ἠμπορῶ ὅμως νὰ ἐννοήσω τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα
1249ἐπροτάθησαν ἐν τῷ μεταξὺ. Πῶς ἠμπορεῖ, εἶπεν ὁ κ. Ζαΐμης, νὰ
1250παρέλθῃ ἡ Βουλὴ ἄνευ προσοχῆς τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐσυ-
1251ζητήσαμεν λεπτομερῶς ἐπὶ τετραήμερον ὑπὲρ τῶν πρεσβειῶν;
1252Ἀλλ’ αὐτὸ, κύριοι, δὲν ἀφορᾷ διόλου τὴν Βουλὴν, εἶναι ἐρώτησις,
1253ἡ ὁποία δὲν ἔπρεπε νὰ προταθῇ εἰς αὐτὴν, εἶναι ἰδέα, ἡ ὁποία
1254ἦτον ἀναξία νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ θέμα, διότι δὲν δύναται νὰ
1255ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ περὶ πράγματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο ἀντικεί-
1256μενον τῆς συζητήσεως αὐτῆς· ἡ δὲ καλὴ πίστις, κύριοι, ὑπη-
1257γόρευεν, ὅταν οἱ ἀγορεύοντες διϊσχυρίσθησαν ὅτι δὲν εἰσέρχονται
1258εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ πρεσβειῶν ζητήματος, διότι περὶ
1259αὐτοῦ δὲν ἐπρόκειτο, νὰ μὴ τεθῇ τοιοῦτον ζήτημα· ἀλλὰ
1260τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐπρόκειτο
1261νὰ θέση τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ἐν τῷ προϋπο-
1262λογισμῷ καὶ τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, μᾶς ἀνήγγειλε συγχρό-
1263νως, ὅτι ἡ Βουλὴ καλεῖται ν’ ἀποφασίσῃ ἂν πρέπῃ νὰ ἔχω-
1264μεν εἰς τὸ ἑξῆς πρεσβείας, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον καὶ ἐναντίον τοῦ
1265Κανονισμοῦ εἶναι, καὶ δὲν συντελεῖ πρὸς τὴν γνώμην τῆς Βου-
1266λῆς, ἡ ὁποία πρέπει νὰ σχηματίζηται κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς
1267ἣν προσκαλεῖται ἡ Βουλὴ. Ἐρωτῶ, εἰς τί εἴδους προτάσεις δυνά-
1268μεθα νὰ κατατάξωμεν τὴν πρότασιν αὐτήν; Ὁ κ. Ῥοντήρης εἶπεν,
1269ὅτι δὲν εἶναι πρότασις νόμου· δὲν πρέπει ἑπομένως νὰ τυπωθῇ καὶ
1270διανεμηθῇ καὶ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ κατόπιν
1271συζητηθῇ. Τί εἶναι λοιπόν; Εἶναι προϋπολογισμός; Ἐὰν ᾖναι
1272προϋπολογισμός, παρακαλῶ νὰ μοὶ δείξητε τὸ μέρος εἰς τὸ
1273ὁποῖον ἀπαντᾶται. Ἐνοήσατε ποῦ κατήντησαν; Δὲν εἶναι πρό-
1274τασις, ἀλλὰ αἰτιολογία τῆς παραδοχῆς τοῦ κονδυλίου· λοιπὸν
1275ἡ Βουλὴ πρόκειται ν’ ἀποφασίσῃ τὴν αἰτιολογίαν τῆς πιστώ-
1276σεως τὴν ὁποίαν ἐξελέγχει!!! Ἕως τώρα δὲν τὸ εἶδα αὐτό.
1277Ἀλλὰ παρεκτὸς τούτου, ὅταν ἀποφασίζωμεν νὰ εἰσαγάγωμεν
1278αὐτὸ τὸ σύστημα εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, τὴν πρότα-
1279σιν τοῦ κ. Ζαΐμη θὰ τὴν θέσωμεν ἐντὸς, διότι δὲν εἶναι δι-
1280καιολογία, ἀλλὰ μᾶλλον εἶναι ἀργύριον, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ
1281ἰσχυρισθῇ ὅτι, κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ζαΐμη, δὲν χορηγεῖ-
1282ται δαπάνη 450,000 δραχμῶν. Θὰ ᾖναι ὅλως διόλου ἀνα-
1283ξιοπρεπὲς εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν, ἀφοῦ ἐπιψηφίσῃ τὴν πρότασιν
1284ταύτην, τὴν ἀναγκαίαν καὶ ἀναπόφευκτον, μετὰ ταῦτα νὰ εἴπῃ,
1285δὲν συνιστῶ τὰς πρεσβείας καὶ δὲν δίδω τὴν πίστωσιν. Λοιπὸν
1286ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζαΐμη δὲν εἶναι δικαιολογία, τὴν ὁποίαν θὰ
1287δώσῃ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1875, ἀλλὰ εἶναι πίστω-
1288σις, εἶναι προϋπολογισμὸς, εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1876.
1289Καὶ σᾶς ἐνθυμίζω, κύριοι, ὅτι καὶ τὸ Σύνταγμα ἐμπόδιζε τὸν
1290κ. Ζαΐμην νὰ φέρῃ τοιαύτην πρότασιν, διότι τὸ Σύνταγμα δὲν
1291ἐπιτρέπει ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ φέρωνται τοιαῦται προ-
1292τάσεις, διότι κατ’ αὐτὸ, οὐδεμία πρότασις περιέχουσα δαπά-
1293νην πηγάζει ἐκ τῆς Βουλῆς. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι παροῦσα, ἡ
1294Κυβέρνησις τὴν ἀνάγκην τῆς συστάσεως τῶν πρεσβειῶν τὴν
1295γνωρίζει, καὶ αὐτὴ ἔχει πρώτη τὸ δικαίωμα περὶ αὐτῆς τῆς
1296ἀνάγκης νὰ ὁμιλήσῃ· τὸ πολὺ πολὺ, ἡ Κυβέρνησις δύναται
1297νὰ φέρῃ τὴν πρότασιν αὐτὴν, ἀλλὰ δὲν τὴν ἔφερε καὶ δὲν τὴν
1298φέρει, εἶμαι βέβαιος, διότι γινώσκει, ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τοὺς κα-
1299νόνας τῶν συζητήσεων καὶ ἀποφάσεων, καὶ ὅτι δὲν ἔχει τὸν
1300τόπον της ψηφιζομένη σήμερον.
1301§113Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
1302§114ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τί θὰ γείνῃ, κύριοι, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζή-
1303τησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1876; Νομίζω, ὅτι καμμία
1304συζήτησις καὶ καμμία προσπάθεια πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος
1305τῶν πρεσβειῶν δὲν δύναται νὰ γείνῃ· τὸ ζήτημα θὰ ᾖναι λε-
1306λυμένον, καὶ οὐδὲν ἄλλο θὰ πράξωμεν, παρὰ νὰ μεταγράψωμεν
1307τὴν σημερινὴν ἀπόφασίν μας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐκείνῳ.
1308Λοιπὸν, κύριοι, μὴ δεχθῆτε αὐτὸ τὸ προηγούμενον, μὴ θε-
1309λήσετε νὰ καθιερώσητε μίαν τοιαύτην ἀταξίαν, ἀντιβαίνου-
1310σαν εἰς τὴν ὀρθότητα τῶν σκέψεων· μὲ αὐτὸ τὸ σύστημα,
1311νὰ ἦσθε βέβαιοι, κύριοι, θὰ πέσωμεν εἰς πολλὰ ἀτοπήματα,
1312μ’ ὅλον ὅτι ὁ κ. Ζαΐμης δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι δὲν ἔχει
1313πρὸ ὀφθαλμῶν τι, ἀλλὰ τὸ προηγούμενον θέλει εἶσθαι
1314λίαν βλαπτικόν. Τὰ προηγούμενα δὲν πρέπει νὰ ὑπάρ-
1315χουν, διότι ὁτὲ μὲν γίνεται χρῆσις αὐτῶν καλὴ, ὁτὲ δὲ κακὴ,
1316αἱ δὲ περιστάσεις πρὸς καλὸν ἢ κακὸν δὲν λείπουν ἀπὸ τὴν
1317Ἑλλάδα. Δὲν βλέπω μάλιστα νὰ ὑπάρχῃ συμφέρον οὔτε εἰς
1318τὰς μερίδας τὰς πολιτικὰς, αἱ ὁποῖαι ὑποστηρίζουν τὴν σύστα-
1319σιν τῶν πρεσβειῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ· ἡ γνώμη αὐτῶν ἀπο-
1320λαμβάνει τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς μεγάλης πλειονοψηφίας τῆς
1321Βουλῆς, εἶναι γνώμη δηλονότι τῆς μεγάλης πλειονοψηφίας
1322τῆς Βουλῆς, καθ’ ἃ παρατηρῶ, ἑπομένως δὲν θὰ παραβλαφθῇ·
1323ἐνῷ τὸ νὰ θέλωμεν νὰ καθιερώσωμεν αὐτὸ τὸ προηγούμενον
1324ἀντιβαίνει πρὸς τὴν ἐλευθέραν καὶ πεφωτισμένην σκέψιν καὶ
1325ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο ἐπαναλέγω, ὅτι δὲν πρέπει
1326νὰ προβῶμεν εἰς αὐτὸ, ἀλλὰ ν’ ἀποφασίσωμεν περὶ τῆς πιστώ-
1327σεως, καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ῥητόρων
1328κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1876, οὐχὶ δὲ
1329νὰ προδικάσωμεν αὐτόν.
1330§115Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι πολὺ, διότι δὲν
1331δύναμαι νὰ συμφωνήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Μεσο-
1332λογγίου. Τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ μεταξὺ ὑπέβαλε
1333κατὰ τῆς προτάσεώς μου, δύνανται νὰ συγκεφαλαιωθῶσι
1334δυστυχῶς εἰς δύω τινά· πρῶτον, εἰς παραγνώρισιν ὅλων τῶν
1335κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων, τῶν παραδεδεγμένων παρὰ τοῖς
1336κοινοβουλευτικοῖς ἔθνεσι καὶ παρ’ ἡμῖν, καὶ εἰς παρερμηνείαν
1337ἄρθρου τινὸς τοῦ Συντάγματος.
1338Ὁ κ. Δεληγεώργης εἶπεν, ὅτι ἄρθρον τοῦ Συντάγματος
1339ἀπαγορεύει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ προτείνῃ προτάσεις πρὸς
1340αὔξησιν τῶν δαπανῶν. Τοιοῦτόν τι δὲν λέγει τὸ Σύνταγμα, καὶ
1341φαίνεται, δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του ὁ κ. Δεληγεώργης αὐτὸ ὅταν
1342ἔκαμεν αὐτὴν τὴν παρατήρησιν· τὸ Σύνταγμα ὁμιλεῖ περὶ προ-
1343τάσεως, πρὸς αὔξησιν ἐξόδων, ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ἐννοεῖ δὲ
1344τὴν ἀποβλέπουσαν εἰς πρόσωπα, οὐχὶ εἰς θεσμὸν, οὐχὶ εἰς τὴν
1345ὑπηρεσίαν, καὶ ἄπειρα παραδείγματα δύναμαι νὰ σᾶς φέρω,
1346κατὰ τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ ἐπέβαλεν αὔξησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ
1347τοῦ Κράτους· ἀβάσιμον λοιπὸν καὶ σαθρὸν τὸ ἐπιχείρημα
1348τοῦτο περὶ τοῦ Συντάγματος ἐξελέγχεται. Ἀλλὰ τοιοῦτον
1349εἶναι καὶ τὸ ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἀντέταξεν, ὅτι ἡ πρότασις
1350αὕτη ἀντιβαίνει εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα· ἐξ ἐναντίας ἡ
1351πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, εἶναι σύμφωνος, ὅπως σᾶς
1352εἶπον, καὶ πρὸς τὰ ἔθιμα καὶ τῶν λοιπῶν κοινοβουλευτικῶν
1353ἐθνῶν, καὶ πρὸς τὰ ἔθιμα τοῦ ἑλληνικοῦ κοινοβουλίου. Ὅταν
1354γίνεται ἐντὸς Βουλῆς πολιτική τις συζήτησις, δὲν λύεται ἡ συ-
1355νεδρίασις, οὐδὲ ἀναχωροῦσιν ἐκ τοῦ βουλευτηρίου οἱ βουλευταί,
1356ἐξερχόμενοι τῶν θυρῶν ἄνευ γνώμης. Ὅταν ἐμεσολάβησε τε-
1357τραήμερος συζήτησις, καθ’ ἣν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογ-
1358γίου ἔλαβε μέρος κατὰ τῶν πρεσβειῶν, ὅταν ἄλλοι ἐσυζή-
1359τησαν, ἀντιταχθέντες πρὸς αὐτόν, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἐξή-
1360γησε τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἀποδέχεται τὴν ἐν τῷ
1361προϋπολογισμῷ ἐγγραφεῖσαν πίστωσιν ὑπὲρ τῆς μισθοδοσίας
1362τῶν γραμματέων, ὅταν λέγω ὅλα ταῦτα ἔλαβον χώραν, θὰ
1363ᾖναι ἀναξιοπρεπὲς εἰς τὴν Βουλὴν νὰ καταφεύγῃ εἰς ὑπεκφυγάς.
1364Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐσχημάτισε πεφωτισμένην τινὰ γνώμην, ὀφείλει νὰ
1365τὴν ἐξενέγκῃ, εἴτε ὑπὲρ, εἴτε κατὰ τῶν πρεσβειῶν· ἀλλὰ δὲν
1366ἔχει τις τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν δύναται
1367νὰ ἐκφέρῃ τοιαύτην γνώμην, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ τὴν ἀναβά-
1368λῃ διὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1876.
1369Ἐννοεῖτε, κύριοι, ὅτι, ἐὰν σήμερον ἡ Βουλὴ ἐκφέρῃ μίαν γνώμην
1370ὑπὲρ ἢ κατὰ τῶν πρεσβειῶν, δὲν ἀπαγορεύεται, οἱ κατὰ τῶν
1371πρεσβειῶν ἀντιστρατευθέντες νὰ τὴν συζητήσωσι καὶ κατὰ τὸν
1372προϋπολογισμὸν τοῦ 1876· ἀλλὰ βεβαίως καὶ ἡμεῖς, οἵτινες θὰ
1373ψηφίσωμεν ὑπὲρ τῶν πρεσβειῶν, δι’ ἡμᾶς τὸ ζήτημα εἶναι
1374προδεδικασμένον, εἶναι τετελεσμένον, καὶ δὲν θέλομεν μετα-
1375βάλει τὴν ψῆφόν μας, καὶ μάλιστα εἰς διάστημα δύω ἢ
1376τριῶν ἡμερῶν, διότι μετὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἡμέρας ἔρχεται
1377ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου. Λοιπὸν καὶ αὐτὸ τὸ
1378προδεδικασμένον, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὡς ἐπιχείρημα κατὰ τῆς
1379προτάσεώς μου ὁ κ. Δεληγεώργης, τὸ προδεδικασμένον αὐτὸ
1380δὲν δύναται νὰ βλάψῃ τὰς ἰδέας του· ἀλλὰ βεβαίως, κύριοι,
1381ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφίσωμεν σήμερον ὑπὲρ τῆς συστάσεως
1382τῶν πρεσβειῶν, ἡμεῖς βεβαίως εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἔχωμεν
1383τὴν αὐτὴν γνώμην καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1876.
1384Τοιαύτη, κύριοι, εἶναι ἡ τακτικὴ τῶν κοινοβουλίων· εἰς ὅλα
1385τὰ κοινοβούλια, ὅταν λαμβάνῃ χώραν πολιτικὴ συζήτησις,
1386δὲν ζητοῦν δι’ ὑπεκφυγῶν νὰ μὴ ἔλθωσιν εἰς ἓν πόρισμα. Δὲν
1387ἠμποροῦμεν ἡμεῖς πολιτικὴν συζήτησιν τετραήμερον νὰ μηδε-
1388νίσωμεν, ἄνευ πορίσματος καὶ ἄνευ ἀποτελέσματος, καὶ ὅταν,
1389ὡς σᾶς εἶπον, ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία συνηγόρησεν ὑπὲρ τῆς ἐγ-
1390γραφῆς τῆς πιστώσεως πρὸς ἀντιμισθίαν τῶν γραμματέων,
1391συνέδεσε τὸ ζήτημα τοῦτο ῥητῶς μὲ τὴν ὕπαρξιν τῶν πρε-
1392σβειῶν. Εἴτε σήμερον, κύριοι, λύσετε τὸ ζήτημα τοῦτο, εἴτε μετὰ
1393τρεῖς ἡμέρας, σᾶς ἐρωτῶ, ποία εἶναι ἡ διαφορά; Καὶ βεβαίως
1394τὸ ζήτημα τῶν πρεσβειῶν καὶ ἡ κατάργησις αὐτῶν δὲν ἐ-
1395προκάλεσε καὶ τῆς πληρωμῆς ταύτης τὴν κατάργησιν; Καὶ
1396δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε, ὅτι καθ’ ὅλον τὸ τετραήμερον ἐγένετο
1397ἐκτενὴς συζήτησις περὶ τῆς ὑπάρξεως τῶν πρεσβειῶν; Σᾶς ἐρω-
1398τῶ, δὲν ἠκούσατε τὸν κ. Δεληγεώργην ἀγορεύοντα κατ’ αὐτῶν;
1399Δὲν σᾶς ἐξήνεγκεν ἐπιχειρήματα ἐκ τῆς πείρας, τὴν ὁποίαν ἀπέ-
1400κτησεν ὡς ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν; Δὲν σᾶς εἶπεν, ὅτι εἷς
1401πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος ἔκαμεν ἓξ μῆνας νὰ ἰδῇ τὸν ὑπουργὸν
1402τῶν ἐξωτερικῶν; Τί ἄλλο ἀπέβλεπεν ἡ συζήτησις αὕτη εἰμὴ
1403τὴν ὕπαρξιν τῶν πρεσβειῶν; Πῶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ σή-
1404μερον, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν πρεσβειῶν δὲν ἐσυζητήθη;
1405Διὰ τοὺς λόγους τούτους, κ. πρόεδρε, ἐμμένω εἰς τὴν πρότα-
1406σίν μου, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ὄχι μόνον μὴ ἀντικειμένην εἰς τὸ
1407Σύνταγμα καὶ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, ἀλλὰ λίαν συνταγμα-
1408τικήν.
1409§116ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ πρότασις ἡ σημερινὴ θὰ ἔχῃ αὐτὸ τὸ
1410ἀποτέλεσμα, ὅτι ἄλλοτε θὰ συναθροίζουν ὅλα τὰ ζητήματα
1411τῆς συνεδριάσεως τὴν πρώτην ἡμέραν, καὶ ὕστερον θὰ ἔχωμεν
1412τὸ δεδικασμένον.
1413§117ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κύριος Δεληγεώργης καὶ πολλοὶ
1414τῶν βουλευτῶν ἐπιμένουν εἰς τὰς ἀρχὰς καὶ πεποιθήσεις των·
1415τοὺς τιμῶ. Ἐμμένομεν καὶ ἡμεῖς, ἑπομένως διαφωνοῦμεν, καὶ
1416εἰς τὴν διαφωνίαν μας ἐγὼ δίδω τὴν ἀληθῆ σημασίαν· δὲν
1417θέλω δηλαδὴ οὔτε νὰ τὴν ἐκτείνω, οὔτε νὰ τὴν περιορίσω,
1418εἶναι διαφωνία ἀρχῶν, τὰς ὁποίας ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἔχει. Νο-
1419μίζω, κύριοι, ὅτι ὁ κ. Ζαΐμης ἔχει δίκαιον, καὶ ὅτι ἡ πρότα-
1420σίς του πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ. Διατὶ συζητοῦμεν 4 ἡμέρας
1421ἐδῶ; Συζητοῦμεν ἆρά γε περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν 80,000 δραχ. ἁ-
1422πλῶς, ἐὰν θὰ ἀπαλείψωμεν τὸ κονδύλιον, ἐὰν τὸ ποσὸν αὐτὸ
1423ἦναι πολὺ ἢ ὀλίγον, ἐὰν δυνάμεθα νὰ τὸ πληρώσωμεν ἢ οὐχί;
1424συζητοῦμεν τὸ νόμιμον ἢ παράνομον τῆς πράξεως, ὅτι δηλαδὴ
1425ἡ διατήρησις τῶν γραμματέων εἶναι παράνομος, ὅπως ἦτο πα-
1426ράνομος ἡ ἐγκαθίδρυσις καὶ πληρωμὴ τῶν πρεσβειῶν, περὶ
1427τῶν ὁποίων χθὲς ἀπεφάνθημεν; Ὄχι· ζητήματα τοιαῦτα οὔτε
1428ὑπῆρξαν, οὔτε παρουσιάσθησαν εἰς τὰς συζητήσεις μας. Συ-
1429ζητοῦμεν ἐὰν πρέπῃ νὰ ἀποζημιωθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι,
1430ὡς ἐνεργήσαντες ὑπηρεσίαν χρήσιμον, ἀναγκαίαν καὶ ἀναπόφευ-
1431κτον. Οἱ μὲν, κύριοι, εἶπον ὅτι δὲν πρέπει νὰ πληρωθῶσι, διότι
1432ἡ ὑπηρεσία των εἶναι ἄχρηστος, ὅπως ἄχρηστος εἶναι καὶ ἡ ὑπη-
1433ρεσία τῶν πρέσβεων, διότι οἱ πρέσβεις εἶναι περιττοί· ἡμεῖς εἴ-
1434πομεν ὅτι πρέπει ν’ ἀποζημιωθῶσι, διότι ἐξετέλεσαν ὑπηρεσίαν
1435χρήσιμον, διότι δι’ αὐτῶν ὑπάρχουν, δι’ αὐτῶν διετηρήθησαν αἱ
1436πρεσβεῖαι, καὶ τὰς πρεσβείας ἡμεῖς θεωροῦμεν ἀναγκαίας καὶ
1437χρησίμους· ὑπάρχει δὲ διαφορά, ὅτι οἱ γραμματεῖς δὲν ἐπλη-
1438ρώθησαν μέχρι τοῦδε καὶ ἤδη ζητεῖται ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς νὰ
1439πληρωθῶσι. Τὸ ζήτημα λοιπὸν, κύριοι, ὁλόκληρον εἶναι τὸ ζή-
1440τημα τῆς ὑπάρξεως τῶν πρεσβειῶν· ἀφαιρέσατε ἤδη τὴν ἰδέαν
1441αὐτὴν, ἀφαιρέσατε τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν πρεσβειῶν, καὶ δὲν
1442μένει παρὰ τὸ ζήτημα τῶν χρημάτων. Ἀλλὰ διὰ τὸ ζήτη-
1443μα τῶν χρημάτων συζητοῦμεν τόσας ἡμέρας;
1444§118ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὶ ἔχουν νὰ κάμουν αἱ πρεσβεῖαι;
1445§119ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ἡ ὑπηρεσία τῶν πρεσβειῶν, τὰς
1446ὁποίας οἱ γραμματεῖς διεύθυνον.
1447§120ΧΟΪΔΑΣ. Ἐν τούτοις, κύριε πρόεδρε τοῦ ὑπουργικοῦ συμ-
1448βουλίου, ἕνεκα τοῦ δισταγμοῦ μας, ἕνεκα τῶν διαιρέσεών μας,
1449οἱ ἐχθροί μας, οἵτινες εἰσὶν ἐχθροὶ τῆς πατρίδος καὶ τῶν νό-
1450μων της, γελῶσι τῇ στιγμῇ ταύτῃ γέλωτα τοῦ θεοῦ Μώμου.
1451(Θόρυβος).
1452§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι, θὰ γείνῃ ψηφοφορία· καθήσατε.
1453§122ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Προτείνω τὸ ἀπαράδεκτον.
1454§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν, ἐὰν δέχηται
1455νὰ προταχθῇ ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ζαΐμη.
1456§124ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπροτάθη τὸ ἀπαράδεκτον, καὶ περὶ αὐ-
1457τοῦ θὰ ἐρωτήσητε.
1458§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τούτου θὰ ἐρωτήσω.
1459§126ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
1460§127ΧΟΪΔΑΣ. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἀποῤῥιφθῇ ἡ πρότασις τοῦ
1461ἀπαραδέκτου, ἐννοεῖται ὅτι θὰ ψηφοφορηθῇ πάλιν ἡ πρότασις
1462τοῦ κ. Ζαΐμη.
1463§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐννοεῖται αὐτό.
1464§129ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ὑπό τινων τῶν συναδέλφων ἐδῶ ἐγεννήθη δι-
1465σταγμὸς περὶ τῆς ἐννοίας τῆς προτάσεως τοῦ κ. Δεληγεώργη.
1466Θεωροῦμεν ἐν τῇ συζητήσει τῇ προκειμένῃ ἀπαράδεκτον τὴν
1467ψηφοφορίαν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ζαΐμη, ὄχι κατ’ οὐσίαν.
1468§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ.
1469Ζαΐμη εἶναι ἀπαράδεκτος, λέγουν ναί, οἱ παραδεχόμενοι τοὐ-
1470ναντίον, λέγουν ὄχι.
1471Γίνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
1472Πρωτόκολλον ψηφοφορίας τῶν Βουλευτῶν
1473Ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος·
1474Παρεδέχεται ἡ Βουλὴ ὡς ἀπαράδεκτον τὴν πρότασιν τοῦ ἐκ
1475Καλαβρύτων βουλευτοῦ Θ. Ζαΐμη, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς:
1476«Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰς γενομένας συζητήσεις, ἀναγνωρίζουσα
1477τὴν ἀνάγκην τῆς συστάσεως τῶν Πρεσβειῶν, μεταβαίνει εἰς τὴν
1478ἡμερησίαν διάταξιν.»
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1479Κ. Θεοδώρου ΟΑἴας Καραβίας Ο
1480Ἰωάννης Μπόγδανος ΟΘρασ. Ζαΐμης Ο
1481Ὄθων Παπαλεονάρδος ΟΣ. Ν. Πετιμεζᾶς Ν
1482Μ. Καΐρης Ὀρφανός ΝΑ. Γ. Πετιμεζᾶς Ο
1483Νικ. Μαυροκορδάτος ΟἈργ. Διαμαντόπουλος Ο
1484Ἰω. Κυριακός ΟΝικόλ. Πετιμεζᾶς Ν
1485Γεώργ. Δ. Τσώκρης Περ. Μαυρομιχάλης Ν
1486Ἀνδρ. Δανόπουλος ΟΓ. Πεῤῥωτής Ο
1487Γ. Παπαλεξόπουλος ΟΔημ. Κάρτσωνας Ο
1488Δ. Γ. Ῥάλλης ΟἈλέξ. Κοντόσταυλος Ο
1489Τιμολέων Φιλήμων ΝἸω. Δ. Χατζῆ Νικολῆ Ο
1490Δ. Καλλιφρονᾶς ΝΝ. Παπανικολάου Ο
1491Ὄθων Μακρυγιάννης ΝἸω. Μπαλάφας
1492Π. Πετράκης ΟἸω. Χωρεπισκοπίδης Ο
1493Στ. Κολιάτσος ΟΠοθητὸς Ῥεβελάκης Ο
1494Κ. Στράτος ΝΠ. Γεννατᾶς
1495Δημ. Γρίβας Ἰάκ. Πολυλᾶς Ο
1496Γ. Γεροθανάσης ΟΝ. Βασιλάκης Ο
1497Χρ. Κατσικογιάννης ΟΣ. Α. Νοταρᾶς Ο
1498Θ. Δηλιγιάννης ΟἈνδρ. Νοταρᾶς Ο
1499Εὐθ. Δεληγιάννης ΟἸω. Δεληγιάννης Ν
1500Γ. Λαδόπουλος Γ. Κούστας
1501Α. Α. Ἀντωνόπουλος ΟἈρ. Μεντζελόπουλος
1502Γ. Πλαπούτας Ἀγ. Μεταξᾶς Ν
1503Ἀριστ. Λιδωρίκης ΟΠαναγ. Βενιεράτος
1504Κ. Ἀναγνωστόπουλος ΝΝ. Βαλσαμάκης Ο
1505Ν. Κατσικαπῆς ΟῬόκος Χοϊδᾶς Ν
1506Ν. Παπαμιχαλόπουλος ΟΑ. Βαρβαρῆγος Ν
1507Γ. Ζουμπουλάκης ΝΚ. Πανάρετος Ο
1508Ἀντ. Μήτσας Δ. Ῥαπτάκης Ο
1509Γ. Μίλησης ΟΧ. Χρηστόπουλος Ο
1510Δ. Βουλπιώτης ΝΔ. Βροντίσης Ο
1511Σπ. Καραϊσκάκης ΟΚ. Κατσικόπουλος
1512Δ. Γ. Δημητριάδης Ῥήγας Τσιρόπουλος
1513Γ. Κασβίκης ΝΜελέτ. Ῥουσσόπουλος Ο
1514Κ. Λομβάρδος ΟΝ. Λεώπουλος
1515Ν. Λούντζης ΟΑ. Μαυρομιχάλης
1516Ἀνδρ. Γαΐτας ΦοσκάρδηςΟΝικήτ. Βαρβιτσιώτης Ο
1517Ἰω. Νέγκας ΟἈναστ. Κορφιωτάκης Ο
1518Διον. Κολυβᾶς ΟΦίλων Φίλωνος Ο
1519Ἀνδρ. Αὐγερινός ΟΓ. Λάπας Ο
1520Ἐπαμ. Κρεστενίτης Ἀριστ. Ῥούκης Ν
1521Λύγ. Πετραλιᾶς Ἀλκ. Παπαλουκᾶς
1522Κ. Ζαρειφόπουλος ΝἸω. Παπαζαφειρόπουλος Ο
1523Θεμ. Δαραλέξης ΟΠαναγ. Μανέτας Ο
1524Λ. Κατσίνας ΝΔ. Ζέγγελης
1525Παναγ. Οἰκονόμου ΟἈριστ. Σακελλαρόπουλος Ο
1526Διομ. Διαμάντης ΝΦίλιππος Βάρβογλης Ο
1527Νικολ. Νομικός Ἀθαν. Κατριβάνος Ο
1528Ἀριστ. Βαλέττας ΝἨλ. Κοσσονάκος
1529Δημ. Γαβαλᾶς ΟΓ. Νικολαΐδης Ο
1530Βαρβαρῆγος Πήληκας ΟΓ. Μαλέας Ν
1531Κ. Βασιλάκης ΟΘ. Κανακάρης Ν
1532Γερ. Ζωχιός ΝΔ. Πατρινός Ο
1533Σπ. Ζερβός ΟΓ. Ῥοῦφος
1534Ἐπ. Δεληγεώργης ΝΑ. Ῥικάκης Ο
1535Χαρίλ. Τρικούπης ΟΝικ. Καράπαυλος Ο
1536Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος ΟἈθ. Μισυρλῆς
1537Π. Μποῦτος ΟΚ. Δαρειώτης Ο
1538Σπήλ. Ἀντωνόπουλος ΝἸω. Ἄννινος Καβαλλιεράτος
1539Γ. Πρεβελέγιος ΝΕὐάγ. Ἀντύπας Ο
1540Δ. Κυριακίδης ΝΓ. Φλωριᾶς
1541Ἐλευθ. Μυκόνιος ΟΓ. Α. Γεωργιάδης Ο
1542Μ. Δαμηράλης Ι. Δουλίδης Ν
1543Ἀλέξ. Δαμίας ΟΔ. Θεοχάρης
1544Ἀθ. Ῥοντήρης ΟἸω. Δούμας
1545Γ. Ν. Σισμάνης ΟΔ. Χρηστίδης
1546Εὐθ. Πλαστήρας Νικ. Σοῦτσος Ο
1547Κ. Εὐθυμιόπουλος Γ. Μπούμπουλης Ο
1548Π. Ἰατροῦ ΝΓρηγ. Μαυρομαρᾶς Ν
1549Κίμων Χριστοδούλου ΟΣ. Σωτηρόπουλος Ο
1550Ἀλέξ. Πετσάλης ΟΝ. Γεωργακόπουλος
1551Ἰω. Γερ. Μαυρομιχάλης ΟΘ. Ἀναστασόπουλος Ο
1552Ἀντ. Α. Μαυρομιχάλης Ἰω. Μεγαπάνος Ο
1553Ἀντ. Καπετανάκης ΟΚ. Στεργιαλῆς Ν
1554Δ. Καπετ. Μαυρομιχάλης Ἰω. Δροσινός Ν
1555Χ. Δ. Κανελλόπουλος ΝΝ. Πιπῖνος
1556Ζ. Α. Ζαρειφόπουλος ΟἈντ. Τσαμαδός Ο
1557Μιλτ. Κανελλόπουλος ΟΘ. Γκίκας Ν
1558Π. Κωσταντᾶς Δ. Γ. Βούλγαρης
1559Σπ. Μαρτσοῦκος ΟΘεμ. Παπακώστας Ν
1560Θ. Ῥωμαῖος ΝΚ. Δυοβουνιώτης
1561Δ. Ἰακωβάτος ΟΓ. Ζουλούμης Ο
1562Δ. Χαριτάτος ΝΔ. Κριεζώτης Ο
1563Π. Ξυδιᾶς ΟΝ. Καφετζόγλους Ο
1564Ἰω. Βελλιανίτης ΝΒ. Ν. Βουδούρης Ν
1565Π. Τζαμάλας ΝΓ. Θωμᾶς Ν
1566Δ. Σιμόπουλος ΟΝ. Καλάρης
1567Λ. Καραλίβανος ΟΜιλτ. Κ. Κανάρης Ο
1568Π. Νεζερίτης Ο
1569§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 140· 42 ὑπὲρ τοῦ
1570ἀπαραδέκτου, 98 ὑπὲρ τοῦ παραδεκτοῦ (χειροκροτήματα ἐκ
1571τοῦ ἀκροατηρίου). Κατὰ συνέπειαν οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρό-
1572τασιν τοῦ κ. Ζαΐμη, ὅπως ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερ-
1573θῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
1574Ἤμεθα εἰς τὸ κεφάλαιον ἕκτον. Ἡ ἐπιτροπὴ διῄρεσε τὸ
1575ποσὸν τῶν 186,000 δραχμῶν· ἐξ αὐτοῦ 102,000 ἀνάγον-
1576ται εἰς τοὺς μισθοὺς τῶν πρέσβεων, καὶ αἱ 84 εἰς τὴν ἀπο-
1577ζημίωσιν τῶν γραμματέων ἀπὸ 1 Μαΐου ε. ε. μέχρι 30 Δε-
1578κεμβρίου.
1579§132Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν ἀπάλειψιν τῶν 102,000 δραχμῶν
1580παρεδέχθησαν καὶ οἱ κ.κ. ὑπουργοί.
1581§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ν’ ἀπαλειφθῇ ἀπὸ τὸν προϋ-
1582πολογισμὸν τὸ ποσὸν τῶν 102,000 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερ-
1583θῶσιν (ἐγείρονται σχεδὸν πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ πα-
1584ραδεχόμενοι καὶ τὴν ἀπάλειψιν τῶν 84,000 δραχμῶν παρα-
1585λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρε-
1586δέχθη.
1587§134ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν ἐνοήσαμεν τίποτε.
1588§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη ν’ ἀπαλειφθοῦν 102,000
1589καὶ νὰ μείνῃ τὸ ποσὸν τῶν 84,000 δραχμῶν.
1590§136ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὰ ποῖος τ’ ἀπεφάσισε;
1591§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλή· ἠρώτησα.
1592§138ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἠκούσαμεν.
1593Γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἑπόμενα Κεφάλαια.
1594Ηʹ. Ἔξοδα πρώτης ἐγκαταστάσεως δραχμαὶ 7,000.
1595Θʹ. Ἀπόδοσις ὀφειλῆς πρὸς τὴν Ὀθωμανικὴν Κυβέρνησιν
1596ἐκ μικτῶν ὑποθέσεων δραχμαὶ 30,062.
1597§139ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Παρακαλοῦμεν τὴν
1598Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναγνωσθῇ δευτέραν φορὰν τὸ νομοσχέδιον
1599περὶ νομισματικοῦ συστήματος. Ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι ἔγεινε νό-
1600μος, δυνάμει τοῦ ὁποίου τὸ νέον αὐτὸ σύστημα ἐμβαίνει εἰς ἐ-
1601νέργειαν τὴν πρώτην τοῦ μηνός· αὐτὸ ἐγέννησε τὴν ὄρεξιν εἰς τοὺς
1602κερδοσκόπους νὰ συναθροίσουν ὅλα τὰ χάλκινα νομίσματα καὶ
1603τοιουτοτρόπως νὰ ἐμποδίσουν τὴν συναλλαγήν. Ἐπειδὴ δὲ ὑ-
1604πάρχει μεγάλη δυσκολία εἰς τὰς μικρὰς συναλλαγὰς καὶ ἡμέρᾳ
1605τῇ ἡμέρᾳ θὰ αὐξάνῃ, ἡ μόνη θεραπεία εἶναι νὰ ἀποφασισθῇ ἐὰν
1606θὰ τεθῇ ὁ νόμος ἀμέσως εἰς ἐνέργειαν. Ἡ συζήτησις βεβαίως
1607θὰ ᾖναι μακρὰ καὶ σπουδαία· πρόκειται δὲ, εἰς περίστασιν καθ’
1608ἣν παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ τὸν νόμον, νὰ μεταβάλωμεν τὴν προ-
1609θεσμίαν καθ’ ἣν θὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν, καὶ νὰ τεθῇ ἀμέσως.
1610§140ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
1611§141ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς
1612τὸ προεδρεῖον τὰς γνώμας τῶν ἐπιμελητηρίων, διότι πρόκειται
1613περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἅπτεται τῶν γενικῶν συμφερόντων
1614ἁπασῶν τῶν τάξεων τῆς κοινωνίας.
1615§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὁ κύριος πρωθυπουργὸς δέχεται νὰ ἀνα-
1616γνωσθῇ αὔριον;
1617§143ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα.
1618§144ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι,
1619συμφώνως πρὸς ὅσα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν,
1620ὅτε εἰσήγαγον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1876, περὶ τοῦ προσδο-
1621κωμένου ἐσόδου ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου περὶ γαιῶν καὶ
1622φυτειῶν, παρουσιάζω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ συμπλη-
1623ρώσεως καὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων τούτων· γνωρίζει δὲ ἡ
1624Βουλὴ ἐκ τῆς ἀγορεύσεώς μου ἐκείνης εἰς τὶ περιστρέφεται. Ἐ-
1625πειδὴ δὲ συνδέεται μὲ τὸν προϋπολογισμὸν τὸ νομοσχέδιον
1626τοῦτο, διότι δύω μεγάλα κονδύλια τῶν ἐσόδων στηρίζονται εἰς
1627τὰς τροποποιήσεις αὐτὰς, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὸ θεωρήσῃ
1628ὡς κατεπεῖγον, καὶ νὰ διατάξῃ, ἀφοῦ τυπωθῇ, νὰ εἰσαχθῇ ἀμέσως
1629εἰς συζήτησιν χωρὶς νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
1630§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ θεωρηθῇ τὸ νομοσχέδιον
1631κατεπεῖγον;
1632§146ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
1633§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, καὶ τεθῇ
1634εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κατέ-
1635θηκε νομοσχέδιον περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρα-
1636τοῦ διὰ τὸ ἔτος 1876· ά. Θὰ τυπωθῇ, διανεμηθῇ καὶ σταλῇ εἰς
1637τὴν ἐπιτροπήν.
1638Προβαίνομεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῆς Ἐκ-
1639παιδεύσεως.
1640«Κεφ. Αʹ. Ἄρθρον Αʹ. Προσωπικὸν ὑπουργείου 45,840.
1641» Βʹ. Ἔξοδα» 23,180.»
1642§148ΜΙΛΗΣΗΣ (ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως). Θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ
1643δώσω ὀλίγας τινὰς πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν. Ἐν τῷ προϋ-
1644πολογισμῷ τοῦ 1875 εἶχε σημειωθῆ ποσὸν 13,500, δι’ ἔξοδα
1645τοῦ ὑπουργείου. Ἐξ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κυρίου
1646Βούλγαρη ἐδαπάνησε μέχρι τῆς 27 Ἀπριλίου 11,443.
1647§149ΡΑΛΛΗΣ. 11,663.
1648§150ΜΙΛΗΣΗΣ (ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως). Τὸ προκάτοχον δὲ
1649ὑπουργεῖον τοῦ κυρίου Τρικούπη, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ταύτης μέχρι
1650τῆς 15 Ὀκτωβρίου, ἐδαπάνησε 6,278,50· ἐπλήρωσα δὲ καὶ
1651ἐγὼ διὰ Γκὰζ τοῦ ὑπουργείου καὶ διὰ ................
1652ἀπὸ τῆς 1. Ὀκτωβρίου μέχρι 15, δραχμὰς 289,50· ὥστε μένει
1653ἓν ποσὸν ἀπὸ τῆς 15. Ὀκτωβρίου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου ἐκ
1654δραχμῶν 4,849. Ἐκ τούτων πρόκειται νὰ πληρωθῇ τὸ ἐτήσιον
1655ἐνοίκιον τοῦ ὑπουργείου ἐκ δραχμῶν 4,000, ὥστε διὰ τὰ ἔξοδα
1656τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργείου χορηγοῦνται μόνον δραχμαὶ 849,
1657ἀπὸ 15 Ὀκτωβρίου μέχρι τέλους τοῦ ἔτους, τὸ ὁποῖον μοὶ ἀρκεῖ.
1658§151ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν ὑπολογισμῶν τοῦ κ. ὑ-
1659πουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν ἰδικῶν μου, εἶναι ἐλαχί-
1660στη. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως νομίζω, ὅτι ἔσφαλε
1661κατὰ 200 μόνον δραχμάς. Ἐὰν δὲ δὲν ἐπρόκειτο ἡ περὶ τῆς
1662διαφορᾶς ταύτης, δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον· ἀλλ’ ἡ ἐπὶ τοῦ
1663προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ, συγχύσασα καὶ μὴ διακρίνασα τὴν
1664διαχείρισιν τοῦ προκατόχου μου ἀπὸ τὴν ἰδικήν μου, μὲ ἔφερεν
1665εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δώσω μερικὰς ἐξηγήσεις ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συ-
1666ζήτησιν κονδυλίου καὶ ἐπὶ ἑτέρας δαπάνης τοῦ ὑπουργείου τῆς
1667Ἐκπαιδεύσεως. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει, ὅπως ἐπὶ τοῦ κονδυλίου
1668τούτου, διὰ τὸ ὁποῖον ἀπαιτοῦνται δραχμαὶ 23,180, ψηφισθῶσι
1669παρὰ τῆς Βουλῆς μόνον 15,500 καὶ ἐξ αὐτῶν αἱ 6,223 νὰ
1670καταλογισθῶσιν ἀπὸ τῆς 1 Ὀκτωβρίου μέχρι τέλους τοῦ ἔτους.
1671Ἔχω, κύριοι, συμφέρον νὰ καταδείξω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὄχι
1672μόνον δὲν ὑπερέβην κατὰ τὴν διαχείρισίν μου τὸν προϋπολο-
1673γισμόν....
1674§152ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Τὸ ἠξεύρει ἡ ἐπιτροπή.
1675§153ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν τὸ ἠξεύρῃ, ὤφειλε νὰ διακρίνῃ.
1676§154ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν εἶναι διὰ σᾶς, κ. Ῥάλλη.
1677§155ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν διακρίνει μεταξὺ τῆς διαχειρί-
1678σεως τοῦ Βαλασσοπούλου καὶ τῆς ἰδικῆς μου. Ὀφείλω νὰ δώσω
1679ἐξηγήσεις καὶ νὰ ζητήσω, ἀφοῦ πρὸς τὸν νῦν ὑπουργὸν τῆς Ἐκ-
1680παιδεύσεως ὁρίζεται ὡρισμένον ποσὸν διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν
16813 ἢ μᾶλλον 2½ μηνῶν, νὰ ὁρισθῇ ἐπίσης τὸ ποσὸν τὸ δα-
1682πανηθὲν παρ’ ἐμοῦ διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν 5½ μηνῶν, ἐντὸς
1683πάντοτε τῶν πιστώσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1873, ἐπὶ
1684τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐδαπανήσαμεν. Τοῦτο ζητῶ, καὶ τὸ δί-
1685καιον τῆς αἰτήσεώς μου θέλω νὰ παραστήσω.
1686§156ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει σκοπὸν νὰ κάμῃ τὴν δια-
1687σάφησιν αὐτήν.
1688§157ΡΑΛΛΗΣ. Προτείνω λοιπὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐκ τῶν
168913,500 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἡ ἐπιτροπὴ ζητεῖ νὰ ψηφισθῶσι
1690διὰ τὸ κονδύλιον τῶν ἐξόδων τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησια-
1691στικῶν, ἀφαιρεθῶσι μόνον αἱ πράγματι ἀπαιτούμεναι διὰ τὰς
1692δαπάνας Ὀκτωβρίου, Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου ὑπὲρ τοῦ νῦν
1693ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὑπὲρ δὲ τῆς ἰδικῆς μου διαχειρί-
1694σεως τὸ ἀναλογοῦν ἐκ τοῦ ἄνω ποσοῦ διὰ τὸν χρόνον τῆς δια-
1695χειρίσεώς μου.
1696§158ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὐτὸ εἶναι μέχρι τῆς ἀρχῆς Ὀκτωβρίου.
1697§159ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ σᾶς δίδει 6,223 ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου
1698μέχρι τέλους Δεκεμβρίου, ἀλλ’ ὑμεῖς δὲν ἔχετε ἀνάγκην εἰ μὴ
16994,849.
1700§160ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὐτὴν τὴν διασάφησιν ἔδωκα ἐγώ.
1701§161ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλ’ ἀφοῦ σᾶς δίδει τὸ ποσὸν τοῦτο διὰ δια-
1702χείρισιν τριῶν μόλις μηνῶν, ἤτοι ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου μέχρι τέ-
1703λους τοῦ ἔτους, δικαιοῦμαι νὰ ζητήσω νὰ ὁρίσῃ ἡ Βουλὴ ἀνά-
1704λογον πίστωσιν ἀπὸ 1 Μαΐου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου, καθ’
1705ὃν χρόνον διεχειρίσθην ἐγὼ, ἂν καὶ ἀρκῇ δι’ αὐτὸν τὸ ποσὸν
1706δραχμῶν 5,294 λεπ. 95, εἰς ὃ ἀνέβησαν ἅπασαι αἱ δαπάναι
1707ἐκ τοῦ ἐν λόγῳ κονδυλίου, ἤτοι ἔλαττον τοῦ ἀναλογοῦντος.
1708Προτείνω λοιπὸν νὰ διαιρεθῇ ἡ χρῆσις εἰς δύω· ἀπὸ ά. Ἰα-
1709νουαρίου μέχρι ά. Μαΐου, καὶ ἀπὸ ά. Μαΐου μέχρι ά. Ἰανουα-
1710ρίου 1876.
1711§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ποσόν, ὅπερ προτείνει ἡ ἐπιτροπὴ,
1712τῶν 11,500 διαιρεῖται εἰς δύω.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1713Ἄρθρον 2.Ἔξοδα Ὑπουργείου ἀπὸ ά. Ἰανουαρίου μέχρι ά. Μαΐου δραχ. 3,983
1714» 3.» ἀπὸ ά. Μαΐου μέχρι ά. Ἰανουαρίου 1876. 11,517
1715§163ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
1716Κατόπιν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὰ ἑξῆς Κεφάλαια καὶ ἄρθρα
1717ἄνευ ἀντιῤῥήσεως καὶ δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑκάστου αὐτῶν ψηφοφο-
1718ρίας.
1719ΚΕΦΑΛ. Βʹ. Κλῆρος.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1720Ἄρθρον 1.Ἐπιμίσθια Συνοδικῶν 30,720
1721» 2.Ἔξοδα Συνόδου 6,400
1722» 3.Ἐπίδομα ἐπισκόπων 135,000
1723» 4.Μισθοὶ ἱεροκηρύκων 32,400
1724» 5.Ἐκκλησιαστικαὶ καὶ ἐκπαιδευτικαὶ ἐξωτερικαὶ δαπάναι 60,000
1725» 6.Ἐκκλησιαστικαὶ ἐσωτερικαὶ δαπάναι 4,540
1726 Τὸ ὅλον 269,060
1727ΚΕΦΑΛ. Γʹ. Ἀνωτέρα Ἐκπαίδευσις.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1728Ἄρθρον 1.Προσωπικὸν Πανεπιστημίου 288,880
1729» 2.Ἔξοδα » 20,400
1730» 3.Προσωπικὸν Βιβλιοθήκης 24,000
1731» 4.Ἔξοδα » 9,900
1732» 5.Προσωπικὸν Ἀστεροσκοπείου 4,320
1733» 6.Ἔξοδα » 800
1734» 7.Προσωπικὸν Βοτανικοῦ Κήπου 4,800
1735» 8.Ἔξοδα » » 5,460
1736» 9.Προσωπικὸν ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας 13,080
1737§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10. Ἔξοδα ἀρχαιολογικῆς ἑται-
1738ρίας······································································ 66,700
1739§165ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, ὅπερ ἡ Ἐπιτροπὴ εὑρίσκει
1740ὑπέρογκον, παρατηρῶ ὅτι εἶχον ἀγορασθῆ οἰκόπεδά τινα, ἐν οἷς
1741ὑπῆρχον μωσαϊκὰ καὶ οἰκίαι τινὲς ἐν Ἐλευσῖνι. Ἤμην δεσμευ-
1742μένος νὰ πληρώσω τὸ ποσόν, ἐκ συμβολαίων.
1743§166ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρακάτω.
1744Κατόπιν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ τὰ ἑπόμενα ἄρθρα καὶ
1745Κεφάλαια ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
1746ΚΕΦΑΛ. Γʹ.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1747ἄρθρον.10Ἔξοδα ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας 66,700
1748» 11Προσωπικὸν γυμνασίων 347,380
1749» 12Ἔξοδα » 65,800
1750» 13Προσωπικὸν Ἑλληνικῶν σχολείων 566,260
1751» 14Ἔξοδα Ἑλλην. σχολείων 66,420
1752» 15Ἀγορὰ βιβλίων 11,600
1753» 16Συνδρομὴ εἰς τὴν Φιλεκπαιδευτικὴν Ἑταιρίαν. 10,000
1754» 17Συνδρομὴ εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν 7,000
1755 Τὸ ὅλον 1,512,800
1756ΚΕΦΑΛ. Δʹ. Δημοτικὴ ἐκπαίδευσις.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1757ἄρθρον 1Προσωπικὸν δημοτικῶν σχολείων 142,000
1758» 2Ἔξοδα δημοτικῶν σχολείων 7,380
1759 Τὸ ὅλον 149,380
1760ΚΕΦΑΛ. Εʹ. Βοηθήματα ···················································· 13,100
1761§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ
1762ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.
1763§168Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε πρόεδρε, παρατηρῶ, ὅτι ὁ προϋπο-
1764λογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ 1875 ὑπερ-
1765βαίνει ἐν ὅλῳ τὸν τοῦ 1874 κατὰ δραχμὰς 411,900.
1766§169ΘΩΜΑΣ. Ἔχει ἀνάγκας ὁ στρατός.
1767§170Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχω δὲ τὴν γνώμην διάφορον ἀπὸ τὸν
1768διακόψαντά με, καὶ φρονῶ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1874
1769εἶχε συνταχθῆ ἐπὶ βάσεων πολυδαπάνων, ἄνευ αὐξήσεως τοῦ
1770στρατοῦ καὶ ἄνευ θεραπείας τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ. Ἐζήτησα
1771ν’ ἀνεύρω ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1875 ποῦ ὑπάρχουσιν αἱ
1772ὑπερβάσεις, καὶ εὗρον ὅτι κατὰ 9 χιλ. δραχμῶν αὐξάνει ὁ
1773προϋπολογισμὸς τοῦ 1875 ἕνεκα μισθοῦ ἀξιωματικῶν τοῦ
1774μηχανικοῦ, κατὰ 65 χιλιάδας ἕνεκα μισθοῦ ἀξιωματικῶν τοῦ
1775πεζικοῦ, κατὰ 20 χιλιάδας ἕνεκα μισθοῦ ἀξιωματικῶν τοῦ πυ-
1776ροβολικοῦ, κατὰ 50 χιλιάδας ἕνεκα μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν
1777τῆς χωροφυλακῆς. Δὲν ἐνίσταμαι εἰς ταῦτα, ἐπεθύμουν μόνον νὰ
1778λάβω διασαφήσεις, διότι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν
1779ἔθιξε παντάπασι τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τούτου.
1780§171ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Πράγματι
1781ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1875 διαφέρει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
17821874, καθότι αἱ ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσίας ἠνάγκασαν τὰς προ-
1783παρελθούσας Κυβερνήσεις νὰ σχηματίσωσι δύω λόχους τοῦ μη-
1784χανικοῦ· κατὰ συνέπειαν ἐγένετο αὔξησις δύω λοχαγῶν, δύω
1785ὑπολοχαγῶν καὶ 4 ἀνθυπολοχαγῶν. Ἐπίσης καὶ τὸ πυροβολι-
1786κὸν ηὔξησε κατὰ ἕνα λόχον· κατὰ συνέπειαν καὶ ἐνταῦθα ἐγέ-
1787νετο αὔξησις τῶν βαθμοφόρων κατ’ ἀναλογίαν. Τὸ αὐτὸ ἐγένετο
1788καὶ εἰς τὸ πεζικόν. Ἡ δύναμις δὲ τοῦ στρατοῦ ἀπὸ 9,000
1789ἐγένετο 12,000. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι σήμερον ὁ στρατὸς δὲν ἔχει
1790συμπεπυκνωμένας τὰς τάξεις του, τοῦτο ὅμως γίνεται, διότι
1791δὲν ἐλάβομεν ἔτι τοὺς νεοσυλλέκτους τοῦ 1875. Ὅταν ἔλθουν,
1792θὰ συμπληρωθῶσιν οἱ λόχοι.
1793§172ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς ἀπευθύνω μίαν ἐρώτη-
1794σιν. Ὅταν παραδέχησθε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1875, οἷος
1795ἦτο καὶ ἐπὶ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, παραδέχεσθε καὶ
1796τὰς δαπάνας τῆς αὐξήσεως ἕνεκα τῶν προβιβασμῶν τῶν παρα-
1797νόμως γενομένων· παραδέχεσθε διὰ τούτου τοὺς προβιβασμοὺς
1798ὡς νομίμως γενομένους;
1799§173ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Πρῶτον δὲν παραδέχομαι ὅτι οἱ προβιβα-
1800σμοὶ ἐγένοντο παρανόμως, καθότι ὁ ἀξιωματικὸς ὁ δεχόμενος
1801ἕνα βαθμὸν, ἂν ἔχῃ τὰ προσόντα, θεωρεῖται νομίμως προβιβα-
1802σμένος. Ἂν τώρα διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ηὐξήθη ὁ ἀριθμὸς,
1803αὐτὸ εἶναι ἄλλο πρᾶγμα. Ἐγὼ τὰς ἰδέας μου καὶ τὰς γνώμας
1804μου ἐξέθεσα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1876. Ὅ,τι ἐγένετο,
1805δὲν δύναμαι παρὰ νὰ τὸ θεωρήσω ὡς τετελεσμένον πρᾶγμα,
1806διότι οὔτε τὸν στρατὸν δυνάμεθα νὰ διαλύσωμεν, οὔτε τοὺς
1807ἀξιωματικοὺς αὐτοὺς νὰ πετάξωμεν εἰς τὸν δρόμον.
1808§174ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, ἔχομεν νόμον
1809ἐν ἰσχύϊ, ὁρίζοντα τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν καθ’ ὅπλον
1810καὶ κατὰ βαθμόν. Ὁ νόμος αὐτὸς ἀτυχῶς ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐψη-
1811φίσθη, παρεβιάσθη· ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης μέχρι τῆς στιγμῆς
1812ταύτης ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοὶ προβιβασθέντες ἐκτὸς τοῦ νό-
1813μου, πλέον τῶν ἀριθμῶν. Ἡ παρανομία δὲ αὐτὴ δὲν πηγάζει
1814ἀπὸ τοὺς νόμους τοὺς ἀκυρωθέντας· διότι οὗτοι ἐκανόνισαν μό-
1815νον τοὺς ναυτικοὺς προβιβασμοὺς, περὶ δὲ τοῦ στρατοῦ τῆς ξη-
1816ρᾶς δὲν ἐγένετο νέος νόμος. Ἡμεῖς εἴπομεν, δυνάμεθα νὰ ἀ-
1817κυρώσωμεν τοὺς βαθμοὺς τῶν τελευταῖον προβιβασθέντων συνε-
1818πείᾳ τῶν ἀκύρων νόμων· ἀλλὰ τοὺς προβιβασμοὺς τοὺς κατὰ
1819παράβασιν τοῦ νόμου τοῦ 1871 πρέπει νὰ τοὺς ἀκυρώσωμεν;
1820Ἐὰν προβῶμεν εἰς ἀκύρωσιν τούτων, πρέπει νὰ κάμωμεν
1821τὸ ἔργον πλῆρες καὶ τέλειον, ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν ἀρχὴν,
1822νὰ ἐξετάσωμεν ὅλους τοὺς βαθμοὺς, καὶ εἰς τοῦτο ὅμως ἔγκειται
1823μεγάλη δυσκολία, ἐνώπιον τῆς ὁποίας εὑρέθημεν καὶ εὑρισκόμε-
1824θα. Ἰδοὺ δὲ ποίαν γνώμην ἐσχηματίσαμεν, καὶ τὴν ὁποίαν θὰ
1825φέρωμεν ἐνώπιόν σας· ἐπειδὴ νομίζομεν δύσκολον καὶ σχεδὸν
1826ἄτοπον ν’ ἀναθεωρήσωμεν ὅλους τοὺς προβιβασμοὺς ἀπὸ τὰ
18271871, διότι τοῦτο θέλει φέρει γενικὴν ἀναστάτωσιν, ἐνομίσαμεν
1828ὅτι εἶναι ὀρθότερον νὰ φέρωμεν νόμον, δι’ οὗ νὰ ἀναγνωρίζωνται,
1829καὶ τοῦτο κατ’ ἀνάγκην, τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα εἰς τὸν στρα-
1830τὸν, νὰ τεθῇ δὲ διάταξις, καθ’ ἣν πᾶς τοῦ λοιποῦ προ-
1831βιβασμὸς ἐκτὸς τῶν ἀριθμῶν θεωρεῖται αὐτοδικαίως ἄκυρος·
1832ἐπειδὴ δὲ προβιβασμοὶ ἐγένοντο καὶ μὴ ὑπαρχουσῶν θέσεων,
1833οἱ ὑπεράριθμοι αὐτοὶ ἀξιωματικοὶ νὰ τεθῶσιν εἰς ἀργίαν. Εἶναι
1834δύσκολον, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἐξετάσωμεν ἅπασαν τὴν πρὸ ἐτῶν
1835ἐργασίαν καὶ ν’ ἀνατρέψωμεν βαθμοὺς ἀξιωματικῶν πολυαρίθ-
1836μων ἀπὸ τὸ 1871, ἠδύνατο δὲ νὰ συμβῇ καὶ τὸ ἑξῆς ἄτο-
1837πον· ἐνδεχόμενον ἀπὸ τὰ 1871 εἷς ὡς λοχαγὸς νὰ ἐπροβιβά-
1838ζετο παρανόμως ἐκτὸς τῶν ἀριθμῶν, ἀλλ’ οὗτος κατὰ τὸ 74 νὰ
1839ἐπροβιβάσθη ἐντὸς τῶν ἀριθμῶν καὶ τοῦ νόμου, διότι ὑπῆρχον
1840κεναὶ θέσεις· θ’ ἀκυρωθῶσιν οἱ βαθμοὶ αὐτοὶ ἢ ὄχι; Ἰδοὺ δυσ-
1841κολία μεγίστη.
1842§175ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ αὐτὸ μέτρον νὰ ληφθῇ καὶ διὰ τὸ
1843ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν.
1844§176ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὡς πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν
1845δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν αὐτὴν δυσκολίαν, μάλιστα εἴμεθα ὑπο-
1846χρεωμένοι νὰ ἐκτελέσωμεν τὴν ἐντολὴν τῆς Βουλῆς, διότι οἱ
1847βαθμοὶ οἱ δοθέντες ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐδόθησαν
1848συνεπεία νόμου ἀκυρωθέντος· εὐθὺς δὲ ὡς ὁ νόμος ἐκεῖνος ἠκυ-
1849ρώθη, βαθμοὶ δὲν ὑφίστανται.
1850§177ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἡ ὁμιλία τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ δὲν ἔλυ-
1851σε τὴν ἀπορίαν μου, οὐδὲ συνεπλήρωσε τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ.
1852Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν ὁποῖον ἠρώτησα, ἂν θεωρῇ
1853ὡς νομίμως γενομένους τοὺς προβιβασμούς.
1854§178ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι· δὲν ἐγένοντο νομίμως.
1855§179ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ὁ νόμος τοῦ 1871 ἦτο ἀπ’ ἀρχῆς ἐλατ-
1856τωματικός, διότι δὲν ἐμπεριεῖχε τὸν ὅλον ἀριθμὸν τῶν ἀξιω-
1857ματικῶν· δὲν ὑπῆρχον π. χ. οἱ κτηνίατροι. Ἐξηγηθῆτε λοιπὸν
1858καλλίτερον τί θέλετε. Ὑπάρχουν τινὲς ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι
1859παρανόμως ἐπροβιβάσθησαν, μετὰ τὸν προβιβασμόν των ὅμως
1860ἐκενώθησαν θέσεις, καὶ οὕτω ὄχι μόνον αὐτοί, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι
1861κατόπιν αὐτῶν ἐπροβιβάσθησαν ἐντὸς τοῦ ἀριθμοῦ. Τί θέλετε
1862ἤδη νὰ κάμωμεν;
1863§180ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Οἱ ἀξιωματικοὶ περὶ ὧν πρόκειται δὲν συμπε-
1864ριελήφθησαν εἰς προϋπολογισμὸν ψηφισθέντα, ἐνῷ οἱ ἀξιωματικοὶ
1865περὶ ὧν λέγετε δὲν ἐπροβιβάσθησαν σύμφωνα πρὸς τὰ Διατάγματα
1866καὶ τοὺς Νόμους ἀπὸ τοῦ 1871 καὶ ἐντεῦθεν, συμπεριελήφθησαν
1867δὲ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἐκυρώθησαν οἱ βαθμοί των καὶ ἡ μι-
1868σθοδοσία των διὰ τούτου. Τὸ ζήτημα βλέπετε διαφέρει καὶ εἶναι
1869σπουδαιότατον, διότι πρόκειται νὰ λύσωμεν τὸ ἄλλο ζήτημα, ἡ
1870ἀκύρωσις τῶν νόμων ἦτο μία τυπικὴ πρᾶξις εἰς ἣν προέβη ἡ Βουλὴ,
1871ἢ ἦτο πρᾶξις πραγματικὴ, καταλύουσα καὶ τὰ ἀποτελέσματα
1872τῶν ἀκυρωθέντων ἐκείνων νόμων; Ὡς εἶχον μάθει, ἡ Κυβέρνησις
1873εἶχε συγκαλέσει συμβούλιον ἐκ τῶν διασημοτέρων νομομαθῶν
1874ἡμῶν, τὸ δὲ συμβούλιον τοῦτο παμψηφεὶ, μόνον τοῦ κ. Ῥον-
1875τήρη μειονοψηφοῦντος, ἀπεφήνατο, ὅτι οἱ βαθμοὶ αὐτοὶ ἀκύρως
1876ἐδόθησαν. Ἐπομένως λόγος τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς δαπάνης σή-
1877μερον οὐδεὶς δύναται νὰ προταθῇ, εἰμὴ μόνον ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον
1878προτείνει ὁ κ. πρωθυπουργὸς, οὐχὶ ὡς κύριος λόγος, ἀλλ’ ὡς
1879λόγος τῆς ἀνάγκης. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐξηγηθῇ ἡ Κυβέρνησις,
1880ποίαν ἐννοεῖ νὰ δώσῃ ἐξήγησιν διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ πο-
1881σοῦ τούτου. Ἐπειδὴ δὲ, ὡς προεῖπον, θεωρῶ σπουδαιότατον τὸ
1882προκείμενον ζήτημα, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ καὶ ἀνάλογος
1883ἔκτασις εἰς τὴν συζήτησιν, καί, εἰ δυνατόν, ἀναβολή.
1884§181ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ ὑποβάλωμεν νόμον.
1885§182ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ὁ νόμος εἶναι περὶ τοῦ μέλλοντος.
1886§183ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ περὶ τοῦ παρελθόντος.
1887Ἡμεῖς δὲν δεχόμεθα, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δύναται νὰ κα-
1888λύψῃ παρανομίαν· ὁ προϋπολογισμὸς δὲν καλύπτει τὸ παρά-
1889νομον. Ἐὰν π. χ. ὁ προϋπολογισμὸς ἐγγράψῃ 20 νομάρχας, θὰ
1890ἰσχύῃ μόνον ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου διαγε-
1891γραμμένων νομαρχῶν. Οἱ προβιβασμοὶ ἐγένοντο πέραν τῶν
1892ἀριθμῶν, ἀλλὰ ἐπειδὴ τὸ ἄτοπον ἐπανελήφθη πολλάκις καὶ
1893καλῇ τῇ πίστει, ἐπειδὴ καὶ ὁ προϋπολογισμὸς ἐπλάνησεν ὡς
1894πρὸς τὴν παρανομίαν, διὰ τοῦτο θέλομεν νὰ παρουσιάσωμεν νόμον
1895κανονίζοντα τὸ ζήτημα διὰ τὸ μέλλον· διὰ τὸ παρελθὸν δὲ
1896ἀσφαλὴς διόρθωσις δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ εὐκόλως· ἄλλως τότε
1897θέλομεν λύσει τὸ ζήτημα.
1898§184ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἀφοῦ ἀναγνωρίζετε παρανόμους τοὺς προβι-
1899βασμούς, πῶς πληρόνετε;
1900§185ΣΟΥΤΣΟΣ. Ἀξιότιμοι βουλευταί, σᾶς πληροφορῶ ὅτι ἐν τῷ
1901στρατῷ οὐδεὶς προβιβασμὸς ἐγένετο συνεπείᾳ νόμου ἀκυρωθέν-
1902τος, ὡς ἐν τῷ ναυτικῷ τοῦτο ἐγένετο· εἰς τὸν στρατὸν ἐγέ-
1903νοντο προβιβασμοί, συνεπείᾳ ὀργανικῶν διαταγμάτων. Κατὰ
1904τὸ 1871 ἐγένετο νόμος περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλ’
1905ἀπ’ ἀρχῆς δὲν ἐφηρμόσθη ὡς ὅλως πλημμελής.
1906§186ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἀλλὰ τὸν ἐτσαλαπατήσατε.
1907§187ΣΟΥΤΣΟΣ. Ἀλλ’ ἐκεῖνος ὁ νόμος ἀπ’ ἀρχῆς εἶναι ἐσφαλμέ-
1908νος, διότι σειρὰν ὁλόκληρον ἀξιωματικῶν εἶχε παραλείψει,
1909π. χ. τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πυροβολικοῦ· ἐν τού-
1910τοις ἡ ὑπηρεσία αὐτὴ ὑφίσταται καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ μὴ ὑπάρ-
1911χῃ· ἐπίσης παρέλειψε καὶ τοὺς κτηνιάτρους. Λοιπὸν συνεπείᾳ
1912ὅλων τούτων τῶν ἀτοπημάτων ἐκεῖνος ὁ νόμος περὶ ἀριθμοῦ
1913δὲν ἠδυνήθη νὰ τηρηθῇ ἀκριβῶς· ἀλλ’ οὐδεὶς προβιβασμὸς ἐγέ-
1914νετο συνεπείᾳ νόμου ἀκυρωθέντος, ἑπομένως αὐτὰ τὰ ὁποῖα συ-
1915ζητεῖτε δὲν θὰ ἔχουν οὐδὲν ἀποτέλεσμα.
1916§188ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἤμην, κύριοι, εἶμαι καὶ θὰ ἦμαι ἐναν-
1917τίος τῶν προβιβασμῶν τῶν παρανόμως δοθέντων, ὅσα δὲ ὁ
1918προλαλήσας σᾶς εἶπε, πιστεύω ὅτι δὲν σᾶς ἔπεισαν· ἡ κατά-
1919χρησις εἶναι πάντοτε κατάχρησις ἀπὸ ὅπου καὶ ἂν ἔχῃ
1920τὴν ἀρχήν της· δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ οὐδεμίαν
1921παρανομίαν ὡς καλῶς ἔχουσαν. Ἐὰν λοιπὸν παραδεχθῆτε τὴν
1922μίαν παρανομίαν, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μὴ παραδεχθῆτε καὶ τὴν
1923ἄλλην. Ποῦ στηρίζεσθε λέγοντες, ὅτι ἡ παρανομία αὐτὴ εἶναι
1924συγγνωστέα· εἰς ποῖον νόμον τοῦ Κράτους;
1925§189ΣΟΥΤΣΟΣ. Δὲν τὰ εἶπον ἐγὼ αὐτά.
1926§190ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μᾶς εἴπατε, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἐξεσχί-
1927σθη· ὁ νόμος διὰ νὰ ξεσχισθῇ, πρέπει νὰ ἔλθῃ ἄλλος νόμος
1928νὰ τὸν καταργήσῃ, εἶναι δὲ ἀδιάφορον ἂν αἱ συνέπειαι ἑνὸς νόμου
1929ἦναι μεγάλαι· μὲ τὸν αὐτὸν πῆχυν θὰ μετρήσητε τὴν μίαν πα-
1930ρανομίαν καὶ τὴν ἄλλην. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Βου-
1931λὴν νὰ λέγῃ, περιποιοῦμαι τὸν στρατὸν καὶ περιφρονῶ τὸ ναυτι-
1932κόν· εἰς οὐδὲν Κοινοβούλιον εἶναι τοῦτο ἐπιτετραμμένον.
1933§191ΣΟΥΤΣΟΣ. Αὐτὰ εἶναι λόγια ἐδικά σας.
1934§192ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἴπατε, ὅτι ἡ παρανομία αὐτὴ καθιερώθη,
1935διότι τὸν νόμον τοῦ 1871 τὸν παρεβίασαν ἔκτοτε. Ὅσοι εἶσθε
1936στρατιωτικοὶ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ὠφείλετε νὰ καταγγείλητε
1937τὴν κατάχρησιν· ἀλλὰ δὲν εἴχετε τὸ θάῤῥος, καὶ ἔρχεσθε νὰ
1938λέγητε, ἐπειδὴ ἡ κατάχρησις ἤρχισεν ἀπὸ τὰ 1871, πρέπει
1939νὰ τὴν ἐπικυρώσητε.
1940§193ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ οὔτε δίδομεν, οὔτε ἀ-
1941φαιροῦμεν· δὲν ἐννοῶ λοιπὸν τὴν γνώμην τοῦ κ. Βαλέττα.
1942§194ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Τώρα θὰ τὴν ἐννοήσητε.
1943§195ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι θὰ φέρῃ νόμον
1944περὶ τούτου· καὶ ἐπειδὴ ἐγείρεται ζήτημα, τὸ ὁποῖον σπου-
1945δαίως θὰ συζητηθῇ, ὅτι ὁ βαθμὸς εἶναι ἀναφαίρετος, διότι ὑ-
1946πάρχει ῥητὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ὅτι διοικητικῶς δὲν ἀ-
1947φαιρεῖται βαθμὸς, καὶ ἴσως, καὶ ὄχι ἴσως, ἀλλὰ βεβαιότατα
1948οὐδὲ νομοθετικῶς, διότι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν ἔχει ἐξου-
1949σίαν τινὰ ἐπὶ τοῦ βαθμοῦ, μένει ἡ δικαστικὴ ἐξουσία· ὁ βαθ-
1950μὸς εἶναι ἤδη δεδομένος, δὲν ἔχει ἑπομένως τὸ δικαίωμα νὰ
1951εἰπῇ, ξιλόνω τὰ γαλόνια. Ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι κατά-
1952στασις τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, κατὰ τὰς κειμένας ἀνάγκας
1953καὶ κατὰ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ἢ διὰ νόμου ἢ διὰ
1954Βασιλικῶν Διαταγμάτων. Προτείνω λοιπὸν τὸ ἀπαράδεκτον τῆς
1955συζητήσεως ὡς πρὸς τοὺς βαθμοὺς αὐτοὺς, ἂν ᾖναι νόμιμοι·
1956ἡ δὲ γνώμη τῶν συνελθόντων ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῆς Δικαι-
1957οσύνης ἢ τῶν Ναυτικῶν δὲν δύναται νὰ ἀξιώσῃ ὑπὲρ ἑαυ-
1958τῆς τὸ ἀναμάρτητον. Ἐγὼ εἶπον· εἶναι ἀναφαίρετος καὶ ἀ-
1959φαιρεῖται μόνον ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, προσέθηκα καὶ
1960ἄλλο, ὅτι καὶ ἂν τὸ Στέμμα δώσῃ παρανόμως βαθμόν τινα
1961οὔτε ἡ δικαστικὴ ἐξουσία δύναται νὰ τὸν ἀφαιρέσῃ, καίτοι πα-
1962ρανόμως δοθέντα. Τί σημαίνει ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, τη-
1963ρουμένων τῶν νόμων; εἶναι ἐγγύησις τῆς εὐθύνης τῶν ὑπουρ-
1964γῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ δώσουν τοὺς βαθμούς. Ἀλλὰ μ’ ὅλον τοῦτο δὲν
1965εἶναι σήμερον ἡ συζήτησις.
1966§196ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Δι’ ὀργανικῶν Διαταγμάτων, ὁρίζεται ἡ δύνα-
1967μις καὶ οἱ βαθμολόγοι ἑκάστου τάγματος καὶ λόχου. Μέχρι σή-
1968μερον ἕκαστος λόχος εἶχεν ἕνα λοχαγὸν, ἕνα ὑπολοχαγὸν καὶ ἕνα
1969ἀνθυπολοχαγόν. Ἐπειδὴ, κατὰ τοὺς εἰσαχθέντας εἰς τὸ πεζικὸν
1970κανονισμοὺς τῶν ἀσκήσεων, ὁ λόχος διαιρεῖται εἰς τέσσαρας δι-
1971μοιρίας καὶ διοικεῖται ἑκάστη ἀπὸ ἀξιωματικὸν, ὁ ὑπουργὸς
1972τῶν Στρατιωτικῶν, πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἐλλείποντος τετάρ-
1973του ἀξιωματικοῦ, ἐπροκάλεσεν ὀργανικὸν Διάταγμα, δι’ οὗ διο-
1974ρίζονται δύω ἀνθυπολοχαγοὶ εἰς ἕκαστον λόχον· πρὶν δὲ προβῇ
1975εἰς τὸν προβιβασμὸν αὐτῶν, ἐσημείωσε τὴν δι’ αὐτοὺς ἀπαι-
1976τουμένην δαπάνην τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας των εἰς τὸν
1977ὑποβληθέντα τῇ Βουλῇ προϋπολογισμὸν, ἥτις ἐνέκρινεν αὐτὴν
1978(ἐννόμως ἢ ἀνόμως, τοῦτο δὲν ἐξετάζω), προέβη δ’ ὁ ὑπουργὸς εἰς
1979τοὺς προβιβασμούς. Ὅθεν οἱ ἀξιωματικοὶ ἐπροβιβάσθησαν δι-
1980καίως, διότι καὶ ὀργανικὸν Διάταγμα ἐπροκλήθη, καὶ ἡ μισθο-
1981δοσία των ἐνεκρίθη πρὸ τοῦ προβιβασμοῦ των ἀπὸ τὴν Βουλήν.
1982Ἂν τὰς πράξεις τῆς Βουλῆς ἐκείνης δὲν τὰς θεωρῆτε ἐννόμους,
1983δύνασθε νὰ ἀναθέσητε εἰς βάρος τῶν ὑπουργῶν τῶν διαταξάν-
1984των τὴν πληρωμὴν τῆς μισθοδοσίας των· δὲν δύνασθε νὰ ἀφαι-
1985ρέσητε τὸν βαθμὸν, διότι ὁ βαθμὸς τοῦ ἀξιωματικοῦ κατὰ τὸ
1986Σύνταγμα εἶναι ἰδιοκτησία, καὶ μόνον δυνάμει καταδικαστικῆς
1987ἀποφάσεως ἢ δι’ ἀποφάσεως πειθαρχικοῦ συμβουλίου (διὰ πει-
1988θαρχικὰ παραπτώματα, προβλεπόμενα ἀπὸ τὸν περὶ κατα-
1989στάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμον) δύναται ὁ ἀξιωματικὸς νὰ στε-
1990ρηθῇ τοῦ βαθμοῦ του, οὐχὶ δὲ καὶ διοικητικῶς ἢ κοινοβουλευτι-
1991κῶς. Ἂν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1876
1992ἡ Βουλὴ ἀποῤῥίψῃ τὴν μισθοδοσίαν αὐτῶν τῶν προβιβασθέντων,
1993τότε ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται νὰ θέσῃ αὐτοὺς εἰς
1994ἀργίαν ἕνεκα καταργήσεως θέσεως, διότι δὲν θὰ ἔχῃ χρήματα
1995νὰ τοὺς πληρώσῃ.
1996§197ΖΩΧΙΟΣ. Τὸν πρωθυπουργὸν τὸν ἐνόησα· εἶπε, νομίζω, ὅτι
1997τὸ ζήτημα ἀναβάλλεται, διότι εἶναι πολὺ σπουδαιότερον παρ’
1998ὅ,τι τὸ νομίζετε.
1999§198ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Μάλιστα.
2000§199ΖΩΧΙΟΣ. Δηλαδὴ ἀναβάλλεται ἡ ἀπόφασις. Τὰ δόγματα
2001καὶ τῶν δύω προλαλησάντων ἐγὼ δὲν τὰ δέχομαι· ὃ γέγραπται
2002γέγραπται δὲν εἶναι ὀρθόν· καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ
20031876 ὁ προβιβασμὸς ὁ παραβαίνων τοὺς ἀριθμοὺς εἶναι ἄκυρος.
2004Δυστυχῶς εἰς τὸν στρατὸν ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη, ὅτι τὰ
2005λεγόμενα ὀργανικὰ Διατάγματα εἶναι ἰσχυρότερα καὶ τοῦ νόμου
2006καὶ τοῦ Συντάγματος.
2007Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἔκαμεν ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἔνστασιν κατὰ τῶν
2008ὀργανικῶν Διαταγμάτων, καὶ εἶπε νὰ ψηφισθῇ νόμος, κανονίζων
2009τὰ τοῦ στρατοῦ, διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὰ ὀργανικὰ Διατάγματα.
2010Ἡ Κυβέρνησις δὲ εἶπεν, ἂς ἀναβάλωμεν τὸ ζήτημα δι’ αὔριον·
2011αὕτη δὲ ἡ ἀναβολὴ νομίζω ὅτι εἶναι σοφή.
2012§200Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, οἱ βαθμοὶ τόσον εἰς
2013τὸν στρατὸν καθὼς καὶ εἰς τὸ ναυτικὸν ἀπονέμονται διὰ νόμου·
2014ὁ νόμος αὐτὸς ὀνομάζεται περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν·
2015ὁ νόμος αὐτὸς, εἰς τὸ πρῶτον αὑτοῦ ἄρθρον, λέγει, ὁ βαθμὸς ἀπο-
2016νέμεται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως.
2017Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ κανονισθῇ καὶ ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον
2018οἱ βαθμοὶ δίδονται νομίμως. Ἐπῆλθον λοιπὸν δύω νόμοι, ὁ περὶ
2019προβιβασμοῦ, ὁ ὁποῖος εἶπε πῶς πρέπει νὰ προβιβάζωνται ἀπὸ
2020τὸν ἕνα βαθμὸν εἰς ἄλλον οἱ στρατιωτικοὶ καὶ οἱ ναυτικοί. Εἶναι
2021ἀληθὲς, κύριοι, δυστυχῶς ὅτι δὲν ὑπῆρχε νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ ὁρί-
2022ζῃ τὰς θέσεις ἐν τῷ στρατῷ τῶν ἀξιωματικῶν· ὑπῆρχεν ὅμως εἷς
2023ἄλλος νόμος περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, ὁ ὁποῖος ἀνάγεται
2024εἰς τὴν τάξιν τῶν γενικῶν νόμων, καὶ ὁ νόμος αὐτὸς ἦτο καὶ
2025εἶναι, κατ’ ἐμὲ, πλούσιος. Ἐπίσης εἰς τὸ ναυτικὸν ὑπῆρχε νόμος
2026περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, νόμος γενικὸς ἐπίσης καὶ πλού-
2027σιος· ἀλλ’ ὁ νόμος ὁ ὁποῖος ὑπάρχει εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτι-
2028κῶν εἶναι ἀτελὴς, διότι δὲν περιέχει εἰς τὰς διατάξεις αὑτοῦ ἢ
2029μαχίμους μόνον ἀξιωματικοὺς, οὐχὶ δὲ τοὺς ναυπηγοὺς, τοὺς
2030φροντιστὰς καὶ καθεξῆς, καὶ διὰ τοῦτο θέλετε ἰδεῖ ἓν περίεργον
2031πρᾶγμα· ὅτι ὅταν ὑπάρχῃ ἐπιστήμων τις, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ
2032ᾖναι ἀξιολογώτατος καθ’ ὅλα, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει νόμος νὰ
2033ὁρίζῃ τι περὶ τῶν μηχανικῶν, ἠξεύρετε τί τὸν κάμνουν εἰς τὸ
2034ναυτικόν; ναυπηγὸν, τοῦ ἀλλάζουν τὸ ἐπάγγελμα. Τὸ ἄτο-
2035πον αὐτὸ προέρχεται ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως νόμων, οἱ ὁποῖοι νὰ
2036περιλαμβάνουν ὅλους τοὺς κλάδους, καὶ νόμου, ὁ ὁποῖος νὰ περι-
2037λαμβάνῃ τὰς θέσεις ἐν τῷ στρατῷ, ἤτοι νόμου ὀργανικοῦ.
2038Ἀλλὰ μὴ στοχάζεσθε ὅτι ἡ ἔλλειψις αὕτη εἶναι μόνον εἰς τὸν
2039στρατὸν καὶ τὸ ναυτικόν· προχθὲς, ἐγὼ δὲν τὸ ἐγνώριζα, ἀλλ’
2040ἀπεδείχθη, ὅτι καὶ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης
2041ὑπάρχει· ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἂν θέλῃ, ἠμπορεῖ νὰ ὑπο-
2042βάλῃ ἑκατὸν διατάγματα ἰσοβίων δικαστῶν καὶ νὰ τὰ ῥίψῃ εἰς
2043τὴν Βουλήν· τοῦτο ἀποδεικνύει ἔτι μᾶλλον, καὶ δὲν ἠξεύρω, ἂν
2044καὶ εἰς τὰ ἄλλα ὑπουργεῖα....
2045§201ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἰσέδυσεν εἰς τ’ ἄλλα ὑπουργεῖα.
2046§202Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζετε πῶς πρέπει νὰ ᾖναι ἄπειροι αἱ
2047θέσεις; δὲν πρέπει νὰ κανονίζωνται;
2048§203ΡΑΛΛΗΣ. Διορθόνεται ἀμέσως.
2049§204Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λυποῦμαι, διότι παρεξηγοῦνται ὅσα λέγω.
2050§205ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι· λέγω ὅτι θεραπεύεται ἀμέσως.
2051§206Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ ἐν γένει περὶ τῆς ὑπηρεσίας
2052τοῦ Κράτους· ἐγὼ λέγω, ὅτι τίποτε δὲν πρέπει νὰ γίνηται εἰς
2053τὸ Κράτος εἰ μὴ διὰ νόμου.
2054Οἱ ἄνθρωποι λοιπὸν αὐτοὶ δὲν ἔπταισαν εἰς τίποτε, διότι
2055ἦσαν κατατεταγμένοι ἐν τῷ στρατῷ συμφώνως μὲ τοὺς στρα-
2056τιωτικοὺς νόμους, ἐπροβιβάσθησαν δ’ ἔχοντες τὰ προσόντα, ὡς
2057διατάττει ὁ περὶ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν νόμος. Ὀφεί-
2058λομεν νὰ εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν· ποῖος ἔπταισεν; ὁ ὑπουργὸς
2059τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος παρεβίασε τοὺς νόμους.
2060§207ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ τῶν Ναυτικῶν.
2061§208Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂς ἐξετάσωμεν νὰ ἰδῶμεν, ὑπάρχουν
2062νόμοι τοὺς ὁποίους παρεβίασαν; δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ μακρη-
2063γορήσω· ὁ ὑπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐδῶ ἔγεινε παρανομία. Τὸ
2064αὐτὸ συνέβη καὶ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν· ἐνταῦθα
2065ὑπάρχει αὐτὴ ἡ διαφορά, περὶ τῶν μὴ μαχίμων κλάδων δὲν
2066ὑπῆρχε νόμος· ὑπῆρχεν ὅμως περὶ τῶν βαθμῶν, καὶ ἐδῶ δὲν
2067ἠξεύρω ἂν ἦναι σύμφωνοι μὲ τοὺς ἀριθμούς.
2068§209ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Σᾶς λέγω λοιπὸν, ὅτι
2069διὰ τοὺς μαχίμους δὲν εἶναι, μόνον διὰ τοὺς οἰκονομικοὺς εἶναι.
2070§210Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τώρα ἀπὸ τὰ 1834 εἶχον ὀργανισθῆ ὅλα
2071τὰ ὑπουργεῖα· ἀλλ’ ὁ στρατὸς ἐλάμβανεν ὀργανικὰ διατάγματα,
2072δυνάμει τῶν ὁποίων ἐκανόνιζε τὸ προσωπικόν του καὶ τὴν ὑπη-
2073ρεσίαν του. Ἐπειδὴ ὅμως πολλάκις ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἐγένον-
2074το ἄπειρα παράπονα, ὅτι ἀπονέμονται βαθμοὶ χάριν προσωπι-
2075κῶν συμφερόντων, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἰς τὰ 1871 ἔφερε νόμον
2076εἰς τὴν Βουλὴν καὶ προσδιώριζε κατὰ Σῶμα καὶ βαθμὸν τοὺς
2077ἀξιωματικούς. Ὅλοι ἐπείσθημεν, ὅτι διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου
2078ἔκλεισεν ἡ θύρα τῶν καταχρήσεων· δυστυχῶς τὴν αὐτὴν ἐπο-
2079χὴν, ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου, παρεβιάσθη
2080ὁ νόμος· ἔκτοτε παραβιάζεται καὶ κατήντησεν ἄχρηστος ὅπως
2081τὸν λέγομεν, ἀλλὰ συλλογισθῆτε, ἂν ὁ νόμος αὐτὸς κατέστη
2082ἄχρηστος, σήμερον τί ἐγγύησιν ἔχετε διὰ τὸν νόμον τὸν ὁποῖον
2083θὰ φέρετε αὔριον, ποίαν ἐγγύησιν ἔχετε διὰ πάντα νόμον;
2084§211ΕΙΣ. Τὴν εὐθύνην τῶν ὑπουργῶν.
2085§212Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ὅμως θὰ γείνῃ καὶ αὐτὸς κατὰ πα-
2086ράβασιν ἄχρηστος, ὥστε τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν βλέπω πῶς δυνάμεθα
2087νὰ φέρωμεν φραγμὸν κατὰ τῶν ὑπουργῶν. Μήπως τώρα οἱ
2088ὑπουργοὶ δὲν εἶναι ὑπεύθυνοι; λαμπρότατα εἶναι ὑπεύθυνοι·
2089ἀλλὰ ποίαν εὐθύνην ἔχουν πραγματικὴν; Ἄλλοτε ἀγορεύων
2090κατὰ τὸ 1866, ἐζήτησα νὰ ὁρισθοῦν τὰ τῆς στρατιωτικῆς
2091σχολῆς διὰ νόμου· εἶπον, ὅτι ἐνόσῳ ἡ εὐθύνη τῶν ὑπουργῶν
2092εἶναι ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὰ ποδάρια τῶν ὑπουργῶν, εὐθύνη δὲν
2093ὑπάρχει, εἶναι ὄνομα κενὸν, εἶναι ἐμπαιγμὸς, καὶ τὸ συνταγ-
2094ματικὸν πολίτευμα εἶναι κωμῳδία.
2095Ἤδη ἔρχομαι εἰς τὸ προκείμενον. Προχθὲς ἄκοντες καὶ μὴ
2096βουλόμενοι, ἐπληρώσατε 500,000 δραχ. δι’ ὅπλα ἄχρηστα·
2097σήμερον θὰ πληρώσητε χρήματα διὰ βαθμοὺς, οἱ ὁποῖοι εἶναι
2098περιττοί. Ποῖα λοιπὸν εἶναι τὰ δικαιώματα τοῦ Κοινοβουλίου;
2099Ἐρωτῶ, πῶς ἀφήσατε αὐτὰς τὰς παρανομίας νὰ διέλθουν ἐνώ-
2100πιόν σας, καὶ πότε, ὅταν ἡ Κυβέρνησις σᾶς λέγῃ «παράνομα
2101εἶναι αὐτά». Τί κάθεσθε λοιπόν; φρονῶ ἡ Βουλὴ, ἂν θέλῃ νὰ
2102ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν της, νὰ προλάβῃ καταχρήσεις, νὰ προβῇ
2103εἰς ἀνακρίσεις, διὰ νὰ μάθῃ ἕκαστος τῶν ὑπουργῶν ὅτι, καθήμε-
2104νος εἰς τὸ ἐδώλιον τοῦ ὑπουργοῦ, χρεωστεῖ νὰ ἦναι ἄγρυπνος εἰς
2105τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους· ἄλλως τε
2106νὰ βλέπῃ εἰς αὐτὸ τὸ ἐδώλιον ἐγγεγραμμένην πραγματικὴν εὐ-
2107θύνην. Ὁμολογῶ, ὅτι τὸ ζήτημα περὶ τῶν ἀπονεμηθέντων βαθ-
2108μῶν εἶναι καθαρῶς νομικὸν, καὶ πρέπει νὰ ἀπόσχω, διότι ὡς ἐκεῖ
2109αἱ δυνάμεις μου δὲν φθάνουν. Καθόσον ἀφορᾷ ἤδη τὰ πρόσωπα,
2110ἐπροβιβάσθησαν· εἶπον καὶ ἐπαναλέγω, ὅτι κατακρίνω τὴν πρᾶ-
2111ξιν αὐτὴν, καὶ ἤθελον τὴν τιμωρήσει αὐστηρότατα, ὄχι ὅμως εἰς
2112τὰ πρόσωπα τῶν μὴ πταιόντων, διότι αὐτοὶ δὲν πταίουν· ἤθε-
2113λον ὅμως καθίσει εἰς τὴν ἕδραν τοῦ ὑποδίκου τοὺς ὑπουργοὺς, οἱ
2114ὁποῖοι ἔκαμον αὐτὰ τὰ πράγματα, καὶ ἐγὼ προτιμῶ καλλίτε-
2115ρον πᾶν ἄλλο παρὰ ὁ ὑπουργὸς νὰ ἦναι ἀνεύθυνος. Λοιπὸν ἐνόσῳ
2116δὲν ἔχει ζωὴν τὸ ἄρθρον 81 τοῦ Συντάγματος, καὶ δὲν τὸ ἀ-
2117ναγράψετε ἐκεῖ, μὴ περιμένετε διόρθωσιν.
2118§213ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ἠξεύρω ἡ ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν ἐκά-
2119μαμεν, τί κάμνει.
2120§214Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐπὶ
2121τῶν πραγμάτων τὰ ὁποῖα ἔγειναν, καὶ ἡ Κυβέρνησις καθαρὰ σᾶς
2122ἐξέφρασε τὴν ἰδέαν της. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ, κατὰ τὴν συζή-
2123τησιν ἐκείνην τὴν ὁποίαν θὰ κανονίσῃ, πρέπει νὰ ἐξετάσῃ ὅλα
2124αὐτὰ τὰ ζητήματα.
2125§215ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Νομίζω, ὅτι σαφέστερα πρέπει νὰ ἐκφρασθῶμεν
2126τί ζητοῦμεν ἕκαστος. Δεδομένον εἶναι, ὅτι οἱ ἀπονεμηθέντες
2127βαθμοὶ κακῶς ἀπενεμήθησαν καὶ ἀκύρως, καὶ οἱ μισθοὶ, οἵτινες
2128ἐδόθησαν μέχρι τοῦδε εἰς τοὺς ὑπεραρίθμους αὐτοὺς ἀξιωματι-
2129κοὺς, κακῶς ἐδόθησαν.
2130§216ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι διόλου δεδομένον, διότι αὐτὸ συζη-
2131τοῦμεν.
2132§217ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἡ Κυβέρνησις οὕτω τὸ ἐθεώρησεν.
2133§218ΡΑΛΛΗΣ. Οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε κανείς.
2134§219ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Περὶ τοῦ μέλλοντος μόνον.
2135§220ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι σᾶς ἠρώτησαν ἐὰν θεωρῶνται
2136ἔγκυροι, καὶ εἴπετε ὄχι.
2137§221ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶπον ὄχι.
2138§222ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Τότε δὲν εἶναι δεδομένον παρὰ τῆς Κυβερνή-
2139σεως, ἂν καὶ προηγουμένως τοὐναντίον εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργός.
2140§223ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν δύνασθε νὰ ἀφαιρέσητε τοὺς
2141τοὺς βαθμούς.
2142§224ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἡ Κυβέρνησις προσεκάλεσε συμβούλιον νομο-
2143μαθῶν καὶ ὑπέβαλε τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ὡς πρὸς τὴν μισθο-
2144δοσίαν καὶ ὡς πρὸς τὸν βαθμὸν ἐὰν ᾖναι ἀναφαίρετος. Ὅταν προσ-
2145εκάλεσε συμβούλιον ἐκ νομομαθῶν, ἕπεται ὅτι δὲν ἠδύνατο
2146νὰ στηριχθῇ εἰς τὴν ἰδίαν γνώμην, ἀφοῦ ἐκυμαίνετο καὶ ἔμελλε
2147νὰ σχηματίσῃ πεποίθησιν ἐκ τῆς γνωμοδοτήσεως τῶν νομομα-
2148θῶν. Οἱ νομομαθεῖς πάντες, πλὴν τοῦ κ. Ῥοντήρη, ἀπεφάνθη-
2149σαν, ὅτι καὶ οἱ βαθμοὶ παρανόμως ἐδόθησαν, καὶ ἡ μισθοδοσία
2150αὐτῶν παρανόμως ἐπληρώθη· ἑπομένως νομίζω, ὅτι τὴν γνω-
2151μοδότησιν ταύτην, ἥτις ἐδόθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ Κυβέρνη-
2152σις ὤφειλε νὰ τὴν ἔχῃ ὡς γνώμην σήμερον. Σήμερον ἡ Κυβέρ-
2153νησις εἶπεν, ὅτι θὰ φέρῃ νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ κανονίσῃ τὸ ζή-
2154τημα περὶ τῶν ἀπονεμηθέντων βαθμῶν, ἀλλ’ ὅτι ἡ Βουλὴ
2155πρέπει νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς δαπάνης, καὶ ὅταν
2156ἔλθῃ ὁ νόμος, τότε νὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ ζητήματος τού-
2157του. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω ὅτι, ἂν ἐγγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ
2158τὸ ποσὸν, θὰ ᾖναι ἴσως μάταιον νὰ συζητήσωμεν κατόπιν ἐὰν
2159οἱ βαθμοὶ παρανόμως ἀπενεμήθησαν.
2160§225ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι.
2161§226ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἕως τώρα ἐλέγαμεν, ὅτι ἀπὸ τὸ 1871 ἔ-
2162γειναν καὶ ἄλλαι παραβάσεις τῶν νόμων τῶν ὁριζόντων καὶ τὸν
2163βαθμὸν καὶ τὴν τάξιν, ἀλλὰ ὁσάκις ἐγένετο λόγος, ὅτι κατὰ πα-
2164ράβασιν τῶν νόμων αὐτῶν ἀπενεμήθησαν βαθμοὶ, πάντοτε ἀν-
2165τετάχθη, ὅτι περιελήφθησαν ὑπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐν τῷ
2166ὁποίῳ ἐγγράφεται ἡ δαπάνη τῆς μισθοδοσίας, καὶ μόνος αὐτὸς
2167ὁ λόγος ἦτον ὁ στηρίζων τὴν βάσιν τῶν βαθμῶν. Δι’ αὐτὸν
2168τὸν λόγον, ζητῶ τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς πιστώ-
2169σεως. Νομίζω ὅτι ἀπὸ τοῦδε, οὐχὶ ὅμως ἀπόψε, ἀλλὰ αὔριον,
2170δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, καθὼς εἶπεν ὁ κ.
2171πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ ὁρίσωμεν, ἐὰν ὁ κ. πρό-
2172εδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλῃ μόνον εἰς τὸ μέλλον νὰ ὁρίσῃ,
2173ὅτι βαθμοὶ δὲν δύνανται νὰ δίδωνται, εἰμὴ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν
2174κειμένων νόμων. Ὅταν λοιπὸν διαφωνῶμεν εἰς αὐτὴν τὴν
2175βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ φέρῃ τὸ ὑπουρ-
2176γεῖον, δηλ. νὰ κανονίζῃ μόνον τὸ μέλλον καὶ νὰ μὴν ὁρίζῃ τί
2177θὰ γείνωσιν οἱ βαθμοὶ οἱ παρανόμως ἀπονεμηθέντες, πρέπει νὰ
2178τὸ γνωρίζωμεν. Ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι ὀλίγον πρότερον εἶπον·
2179ἐπειδὴ τὴν μεταβολὴν, ἡ ὁποία ἐγένετο, τὴν ἀνεκηρύξαμεν ὡς
2180μεγάλην, ὡς ἐπανάστασιν ἠθικὴν, τὴν ἀνεκηρύξαμεν ὡς νέαν
2181κατάστασιν πραγμάτων, ἥτις θέλει φέρει τὸν χρυσοῦν αἰῶνα,
2182θέλει ἀπαλλάξει ἡμᾶς διὰ παντὸς τῶν φοβερῶν ἐπιδρομῶν
2183τοῦ παρελθόντος, προέβημεν εἰς τὸ ν’ ἀκυρώσωμεν τοὺς
2184ἀκύρους νόμους, καὶ δι’ αὐτῶν καὶ τὰ ἀποτελέσματά των, το-
2185σοῦτον μᾶλλον καθόσον ῥητῶς, ὅταν ἐσυζητεῖτο εἰς τὴν Βουλὴν
2186τὸ περὶ ἀκυρώσεως τῶν νόμων, ἐλέχθη παρ’ ὅλων, ὅτι ὁ νόμος
2187ἀφορᾷ καὶ τ’ ἀποτελέσματα καὶ δὲν ἐνυπάρχει ἐν αὐτῷ
2188ἄλλη ἔννοια ἐναντία, διότι ἐθεωρήθησαν οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ὡς
2189μὴ λαβόντες ποτὲ νόμιμον ὑπόστασιν· ἑπομένως καὶ τ’ ἀποτε-
2190λέσματα, ἐπὶ τῶν νόμων αὐτῶν στηριζόμενα, πρέπει νὰ μηδε-
2191νίσωμεν.
2192§227ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὡς πρὸς τοὺς ναυτικοὺς βαθμούς.
2193§228ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἐθεωρήθη δὲ περιττὸν νὰ τεθῇ ἐν τῷ νόμῳ
2194ἡ τῶν ἀποτελεσμάτων ἀνατροπή.
2195§229ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Σᾶς ἐνθυμίζω, ὅτι ὁ κ. Δεληγεώργης σᾶς
2196ἀπέτρεψε νὰ θέσητε τοῦτο, διότι, εἶπε, δὲν πρέπει νὰ δεσμεύ-
2197σητε τὰ δικαστήρια, καὶ ἠρκέσθημεν μόνον εἰς τὸ νὰ σημειω-
2198θῇ ἡ παρατήρησις εἰς τὰ πρακτικά.
2199§230ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι τὰ δικαστήρια θὰ ἐξε-
2200τάσωσι τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐφαρμογῆς τῶν
2201νόμων· ἐὰν θέλητε νὰ προσθέσητε πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ὑ-
2202πάρχουν ἐν τῷ νόμῳ, δὲν θὰ τὰ δεχθοῦν.
2203§231ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Τὸ προκείμενον ζήτημα, ἐὰν ᾖναι ἄξιον συζη-
2204τήσεως, μόνον ἰσχυρὸν λόγον ἔχει τὸν τῆς ἀνάγκης, τὸν ὁποῖον
2205εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργός· πέραν τοῦ λόγου τούτου δὲν ἐννοῶ
2206πῶς θὰ γείνῃ συζήτησις. Ἀλλὰ τὸν λόγον τοῦτον, ἐὰν πρέπῃ νὰ
2207τὸν παραδεχθῶμεν μόνον διότι προτείνεται, ὀφείλομεν νὰ τὸν
2208συζητήσωμεν, καὶ πρὶν τὸν συζητήσωμεν, δὲν ὀφείλομεν ν’ ἀπο-
2209φασίσωμεν. Θεωρῶ λοιπὸν καλὸν νὰ μὴ ψηφισθῇ ἡ δαπάνη αὕ-
2210τη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1875, διότι θὰ προστεθῇ εἷς
2211νόμιμος τίτλος εἰς τὴν ἀπονομὴν τοῦ βαθμοῦ, τὸν ὁποῖον ἢ τὰ
2212δικαστήρια ἢ ἡ Βουλὴ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν δύναται νὰ τὸν
2213θεωρήσῃ ἰσχυρόν.
2214§232ΤΙΝΕΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
2215§233ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιω-
2216τικῶν, ὅταν γείνῃ αὔριον ἡ συζήτησις, νὰ μᾶς φέρῃ κατάλογον
2217λεπτομερῆ τῶν ὑπεραρίθμων.
2218§234ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, οἱ ναυτικοὶ ἐπροβιβάσθησαν συ-
2219νεπείᾳ νόμου ἀκύρου, καὶ διὰ τοῦτο οἱ ναυτικοὶ δὲν ἐπληρώ-
2220θησαν τοὺς μισθούς των· ἐπειδὴ ἠκυρώθη, ὁ ἄκυρος νόμος
2221δὲν εἶχε συνεπείας. Ἀλλ’ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ δὲν
2222ἐπροβιβάσθησαν δυνάμει ἀκυρωθέντος νόμου, ἐνομίσαμεν δὲ
2223ὅτι, διὰ τὸν λόγον τὸν ὁποῖον σᾶς ἀνέπτυξα, οἱ βαθμοὶ αὐτοὶ
2224δὲν δύνανται ν’ ἀκυρωθῶσι. Καὶ ὅμως ἡ παραδοχὴ τῆς
2225πιστώσεως δὲν δύναται νὰ ἔχῃ οὐδεμίαν συνέπειαν ὡς
2226πρὸς τὸ νόμιμον τῶν βαθμῶν, καὶ μένει ἐλευθέρα ἡ Βουλὴ
2227κατόπιν ν’ ἀποφασίσῃ περὶ ταύτης. Διὰ τοῦτο ἐφέραμεν τὴν
2228πίστωσιν· ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι δὲν πρέπει νὰ πληρώσῃ,
2229δύναται νὰ τὸ πράξῃ· ἐὰν δὲ γείνῃ παραδεκτὴ ἡ πίστωσις, δὲν
2230μᾶς δεσμεύει τοῦτο, οὔτε οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ παρανόμως προ-
2231βιβασθέντες ἀποκτοῦν κανένα νόμιμον τίτλον.
2232§235ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Προτείνω τὴν ἀναβολὴν, κ. Πρόεδρε.
2233§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπροτάθη ἀναβολὴ, καὶ θὰ ἐρωτήσω τὴν Βου-
2234λήν. Οἱ παραδεχόμενοι ν’ ἀναβληθῇ ἡ περαιτέρω συζήτησις διὰ
2235τὴν αὔριον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ
2236Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
2237§237Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Φρονῶ ὅτι αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας
2238ἔκαμεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Θήρας κ. Βαλέττας, ἔχουν μεγά-
2239λην ἀξίαν, ἀφοῦ μάλιστα προηγήθη τῆς ἀποφάσεως τῆς Κυ-
2240βερνήσεως μία γνώμη σπουδαίων νομομαθῶν· δυστυχῶς ὅμως
2241δὲν ἔχομεν τὴν γνώμην αὐτὴν, καὶ τοῦτο εἶναι μία ἔλλειψις.
2242Ἐὰν ὅμως ἡ Κυβέρνησις εὐηρεστεῖτο νὰ μᾶς δώσῃ τὴν γνωμο-
2243δότησιν αὐτὴν, τότε θὰ εἴμεθα καὶ εἰς θέσιν καλλιτέραν.
2244§238ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ τί ὄχι.
2245§239Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἄλλως τε, κύριοι, φρονῶ ὅτι, ὡς πρὸς τὸ
2246ζήτημα τοῦτο, ἔσφαλε (δὲν ἀποδίδω πρόθεσιν κακὴν· ἀλλ’
2247ἐκ τῆς ἑρμηνείας τὴν ὁποίαν ἔδωσε) καὶ ἡ παρελθοῦσα
2248Κυβέρνησις· διότι ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη, ἐὰν ἤθελε
2249σκεφθῆ νὰ μὴ κάμῃ τὴν πληρωμὴν, διότι κανὲν ἄλλο δι-
2250καίωμα δὲν εἶχε ν’ ἀφαιρέσῃ τὸν βαθμὸν, νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα
2251θὰ ἦτο κάπως εὐκολώτερον δι’ ἡμᾶς. Ἀλλὰ πάλιν σᾶς ἐπανα-
2252λαμβάνω, ὅτι νομικῶς δὲν ἠμπορεῖτε νὰ φθάσητε εἰς μίαν θε-
2253τικὴν ἰδέαν, ἐὰν προηγουμένως δὲν λάβητε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν
2254γνώμην τοῦ συμβουλίου, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἡ Κυβέρνησις βασί-
2255ζεται. Καθόσον ἀφορᾷ δὲ τὰς παραβάσεις τοῦ νόμου, δὲν εἶναι
2256αὐτὴ καὶ μόνη, διότι, κύριοι, ἠξεύρετε, ὅταν οἱ ὑπουργοὶ δὲν αἰ-
2257σθάνωνται τὴν εὐθύνην, τί πράττουν. Ὑπάρχει, κύριοι, εἰς τὸ
2258ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἓν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον δια-
2259τηρεῖται εἰς θέσιν κατὰ παράβασιν τριῶν νόμων, τοῦ περὶ κα-
2260ταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ,
2261καὶ τοῦ στρατιωτικοῦ ποινικοῦ νόμου.
2262§240ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. (ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Θέλετε
2263νὰ σᾶς πληροφορήσω περὶ αὐτοῦ τοῦ προσώπου;
2264§241Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διὰ τὸν Γεωργαντᾶν λέγω· τὸ λέγω κα-
2265θαρά.
2266§242ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Γνωρίζετε πολὺ καλὰ, κ. Πετιμεζᾶ, δύ-
2267νανται ν’ ἀνακληθῶσιν εἰς ὑπηρεσίαν εἰς περιστάσεις τινὰς,
2268καὶ τότε λαμβάνουσι τὸ περισσότερον τῆς μισθοδοσίας των·
2269γνωρίζετε πολὺ καλὰ, ὅτι ὁ Ἰωαννίδης καθυστέρει τὰς δια-
2270σαφήσεις πέντε ἔτη, καὶ ἕνεκα τούτου, ὅταν ὁ ἔντιμος κ.
2271Γεννατᾶς ἦλθεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον....
2272§243Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κ. Πρόεδρε, δὲν ἀναβάλλομεν δι’ αὔριον;
2273§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἡ ἀριστερὰ πλευρὰ ἀνεχώρησε, δὲν ὑ-
2274πάρχει ἀπαρτία.
2275Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 20|60 Μ. Μ.