1875.12.03
2.546 στίχοι · 21.599 λέξεις · 115 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 56
Τῆς 3 Δεκεμβρίου 1875.
(Τετάρτη)
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Ζωχιὸς ἔχει τὸν λόγον.
§2ΖΩΧΙΟΣ. Ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς μάχης τῆς ἐν Πλαταιαῖς οἱ Μηδίζοντες Ἕλληνες ἔδωκαν τραπέζι εἰς Μήδους τινάς· μετὰ τὸ τέλος δὲ τοῦ δείπνου εἷς Ἕλλην καὶ εἷς Μῆδος συνωμίλουν περὶ τῶν συμβησομένων. Ὁ Μῆδος περίλυπος εἶπεν εἰς τὸν Ἕλληνα: ἐξ ὅλου αὐτοῦ τοῦ στρατοπέδου, τὸ ὁποῖον βλέπεις, μετ’ ὀλίγον δὲν θὰ μείνῃ ῥουθοῦνι. — Καὶ ἀφοῦ εἶσαι ἀπηλπισμένος, ἀπεκρίθη πρὸς τὸν Μῆδον ὁ Ἕλλην, διατί δὲν τὰ λέγετε τοῦ Μαρδονίου καὶ τῶν ἄλλων μεγιστάνων. —Τὰ εἴπομεν πολλάκις, ἀλλ’ εἶναι πεπρωμένον νὰ χαθῶμεν. — Δὲν ὑπάρχει δὲ λυπηρότερον πρᾶγμα, παρ’ ὅταν ὁμιλῇς εἰς τοὺς φίλους σου καὶ αὐτοὶ φράσουν τὰ ὦτα αὑτῶν. Εἰς τὴν θέσιν τοῦ Μήδου εὑρίσκομαι ἐγὼ σήμερον, διότι τὰ εἶπον ἐν δέοντι τοῦ Μαρδονίου, τὰ εἶπον καὶ εἰς τοὺς μεγιστάνας, ἀκρόασις ὅμως δὲν ἐδόθη, καὶ τὸ πεπρωμένον πιθανὸν νὰ πληρωθῇ, καὶ ἐγὼ θὰ μείνω περίλυπος. Ἐνόμισα τὸ προοίμιον τοῦτο ἀναγκαῖον διὰ νὰ σᾶς πείσω, ὅτι δὲν ἐπέρχομαι ὡς πολέμιος, ἀλλ’ εἶναι λυπηρὸν νὰ συμμαχῇ τις, καὶ νὰ χάνῃ τὰ λόγια του. Ἀνακαλῶ δὲ εἰς τὴν μνήμην τῆς Βουλῆς, ὅτι σήμερον εἶναι 3 Δεκεμβρίου, ἡμέρα ἐπίσης σκυθρωπή, ὡς τὴν περυσινήν, διότι σήμερον εἶναι ἡ ἐπέτειος ἡμέρα, καθ’ ἣν ἀνεχωρήσαμεν τοῦ Βουλευτηρίου. Ἡ σημερινὴ δὲ εἶναι σκυθρωποτέρα ἀπὸ τὴν περυσινήν, διότι ἡ περυσινὴ μᾶς ἤγαγεν εἰς τὴν ἕνωσιν, πιθανῶς δὲ ἡ σημερινὴ μᾶς ἄγει εἰς τὴν διαίρεσιν. Εἶπον πρὸ ἡμερῶν, ἢ μᾶλλον ἔγραψα, ὅτι τὸ σκεῦος ἐῤῥάγη· δὲν εἶναι δὲ διόλου παράξενον νὰ εἴπω αὔριον, ὅτι τὸ σκεῦος διεῤῥάγη. Πρὸ μηνῶν εἰς ἡμέρας δυσκόλους, τὰς ὁποίας παρεσκεύασεν οὐχὶ ἡ προκάτοχος, ἀλλ’ ἡ πρὸ αὐτῆς Κυβέρνησις, τρεῖς ἐκ τῶν ἐπισημοτέρων, τῶν ἀναστρεφομένων εἰς τὰ τῆς πολιτείας, συνεφώνησαν. Τί συνεφώνησαν; Ἐγὼ δὲν ἠρώτησα· ἀλλ’ ἠκολούθησα τυφλοῖς ὄμμασι, καὶ μάλιστα ὅτε εἷς τῶν ἀρχηγῶν ἐξωμολογήθη εἴς τινα τὰ τῆς συμφωνίας, ἐγὼ πάλιν δὲν ἠρώτησα, διὰ νὰ μείνῃ ἡ εὐθύνη εἰς τὴν ῥάχιν των. Δὲν ὑπάρχει δὲ ἀμφιβολία, ὅτι ἂν συμβῇ τι δυσάρεστον, ὅπερ ἀπεύχομαι, ἀπὸ τῆς αὔριον θὰ ζητήσῃ λόγον τὸ ἔθνος παρ’ αὐτῶν τῶν τριῶν. Ἡνώθητε καὶ σᾶς ἠκολουθήσαμεν, πρὸς τίνα ἀνάγκην διαιρεῖσθε; Μᾶς διαιροῦν αἱ πρεσβεῖαι. Οἱ μὲν πιστεύουν εἰς τὸν Πατέρα, εἰς τὸν Υἱὸν καὶ εἰς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ εἰς πρεσβείας, οἱ δὲ προσκυνοῦν μόνον τὴν Ἁγίαν Τριάδα, ἰδοὺ ἡ διαίρεσις. Ἂν τὸ ζήτημα τὸ περὶ πρεσβειῶν, ἢ μᾶλλον τὸ ζήτημα τὸ περὶ πιστώσεως, φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτό, ἤτοι τὴν διαίρεσιν, τίνος ἄραγε εἶναι ἄξιος ὁ πρωταίτιος; Τί δὲ θὰ συμβῇ; Λέγει μῦθός τις: ποιμήν τις παίζων ἐκάλει τοὺς περιοίκους εἰς ἐπικουρίαν· σπεύσατε, ἔλεγε, διότι θὰ μοῦ φάγουν οἱ λύκοι τὰ πρόβατα· ἔτρεχον οἱ περίοικοι, αὐτὸς δὲ τοὺς περιέπαιζε καὶ ἐγέλα· τὸ ἔπαθον οἱ περίοικοι, ἅπαξ, δίς, τρίς· ὅτε δὲ ἀληθῶς ποτε τοὺς ἐκάλει δὲν ὑπῆγαν, διότι ἐνόμιζον ὅτι ἀστειεύεται, καὶ οἱ λύκοι τοῦ ἔφαγον τὰ πρόβατα. — Σεῖς ἐκαλέσατε τὸ ἔθνος ἅπαξ, σᾶς ὑπήκουσε· τὸ ἐκαλέσατε δίς, σᾶς ὑπήκουσε· θὰ τὸ καλέσητε αὔριον καὶ δὲν θὰ σᾶς ὑπακούσῃ. Χθὲς ὁ ἔντιμος πρωθυπουργὸς μᾶς ἐπέπληξε. Εἶμαι, εἶπεν, ἀληθὴς στρατιώτης· ἅμα οἱ ἐχθροὶ τῆς πατρίδος τραπῶσιν εἰς φυγὴν, ἐγὼ δὲν τοὺς διώκω. Σὺ Ῥούκη καὶ σὺ Ζωχιὲ τοὺς διώκετε, εἶσθε ἀδιάλλακτοι. Καὶ νομίζετε σεῖς ὅτι ὁ κ. Βούλγαρης κεῖται κατὰ γῆς; Ἂν τὸ πιστεύετε, εἶσθε ἠπατημένοι. Ὅταν ἐνίκησαν οἱ Γερμανοὶ τοὺς Γάλλους, ἐνόμισαν ὅτι ἐθριάμβευσαν εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα· δὲν παρῆλθεν ὅμως πολὺς καιρὸς καὶ εἰς τὸ Κοινοβούλιον τῆς Γερμανίας ὁ περίφημος στρατηγὸς Μόλτκε εἶπεν, ἐπὶ πεντήκοντα ἔτη πρέπει νὰ ἤμεθα εἰς τὰ ὅπλα, διὰ τὰ ἐνδεχόμενα. Ἀπατᾶται δὲ ὁ νομίζων, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καθήμεθα πλησίον εἰς τὰ ὅπλα· καὶ διατί; Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις βεβαίως δὲν εἶναι αἰωνία, ἀλλὰ θὰ πέσῃ. Ἡ κατόπιν ἐρχομένη, ἂν σήμερον ψηφίσητε τὰς πρεσβείας, νὰ ἦσθε βέβαιοι ὅτι θὰ ἐπαναφέρῃ τοὺς παλαιοὺς πρέσβεις, ἢ τὸν παλαιὸν πρέσβυν. Ποῖος τότε θὰ πταίῃ, κ. Τρικούπη; (ἱλαρότης).
§3Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ τὸν φέρῃ.
§4ΖΩΧΙΟΣ. Ὄχι· ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ παρασκευάσουν τὴν ὁδόν. Εἶναι ἀδύνατον σπέρμα πεσὸν εἰς γόνιμον γῆν νὰ μὴ βλαστήσῃ, νὰ μὴ καρποφορήσῃ. Σπείρατε, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἔλθῃ (θόρυβος).
§5ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὴ ὁμιλεῖτε περὶ προσώπων.
§6ΖΩΧΙΟΣ. Λοιπὸν πῶς θέλετε νὰ χωρίσω τὰ πράγματα ἀπὸ τῶν προσώπων; Ἀφαιρέσατε τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὸν κόσμον, τί μένει; Τὰ πρόσωπα δὲν μὲ σκανδαλίζουν, ὑπουργὸς δὲν θέλω νὰ ᾖμαι. Δὲν τοὺς ἐρωτᾶτε (δεικνύει τοὺς ὑπουργοὺς) πῶς κάθηνται ἐπάνω εἰς τὰ κάρβουνα; Ἐὰν δὲν εἴδατε ὑπουργοὺς καθημένους ἐπὶ τῆς ἕδρας των, ἐγὼ εἶδον, καὶ εἰς περιστάσεις καλλιτέρας. Σήμερον πρόκειται περὶ πιστώσεως, ἡ ὁποία ἐδόθη. Πῶς; Ὁ κ. Βούλγαρης παραβιάζων τοὺς νόμους τῆς πατρίδος του διασπᾷ τὸ παραπέτασμα, προχωρεῖ πέραν καὶ διορίζει τὰς πρεσβείας. Κατόπιν ἐπέρχεται ὁ κύριος Τρικούπης, σύρων ὀπίσω αὑτοῦ τοὺς γραμματεῖς τῶν πρεσβειῶν. Παρανομία τοῦ κυρίου Βούλγαρη, συνέχεια παρανομίας τοῦ κυρίου Τρικούπη. Ἤδη θέλει καὶ ὁ πρωθυπουργὸς ὁ νῦν νὰ μᾶς περάσῃ ἀπὸ τὴν ἰδίαν στενωπόν. Ἀλλὰ ποῦ μὲ πᾶς, κύριε Μαρδόνιε; Βλέπετε, ὅτι ἀποτελεῖται μία σειρά, ἐμπρὸς ὁ Βούλγαρης, κατόπιν ὁ Τρικούπης, κατόπιν ὁ νῦν πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος λέγει, ἐλθὲ μετ’ ἐμοῦ. Ἀλλὰ ποῦ νὰ ἔλθω; Ἂς ἐξετάσωμεν καὶ τὴν κατάστασιν τῆς Βουλῆς καὶ ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι μία ψηφοφορία ἀνατρέπει τὴν Κυβέρνησιν· εἶναι δυνατὸν νὰ συστηθῇ Κυβέρνησις ἄλλη; ᾭδέ ἐστιν ἡ σοφία καὶ ἡ φρόνησις. Λοιπόν, κ. Ζωχιὲ, ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συστηθῇ Κυβέρνησις ἄλλη, ἀκολούθει. Ναί, ἀλλ’ οὐχὶ εἰς τὸν τάφον. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν μᾶς ὑπολείπονται πολλαὶ ἡμέραι συνεδριάσεων, ἔχομεν δὲ ἀνεπεξέργαστον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1876, τὸν ὁποῖον εἰσέτι δὲν ἐλάβομεν, καὶ κατηγοροῦσι τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπογισμοῦ, ὅτι δὲν ἐξετέλεσε τὸ χρέος της. Εἴδετε δὲ τί βάσανα ἔχομεν μὲ τοὺς δύω γορδίους δεσμούς, ἤτοι τοὺς δύω προηγουμένους προϋπολογισμούς. Καὶ ὁ μὲν Ἀλέξανδρος ἔλυσεν ἕνα γόρδιον δεσμὸν ἐν πολέμῳ, ἡμεῖς ὅμως ἐλύσαμεν δύω ἐν εἰρήνῃ. Ἀφοῦ δὲ μᾶς ὑπολείπονται ὀλίγαι ἡμέραι, ἀφοῦ ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν ἑξήκοντα νομοσχέδια, τὸ ἓν βαρύτερον τοῦ ἄλλου, ἀφοῦ ἔχομεν μετέωρον καὶ ἓν ἄλλο ζήτημα, εἰς οὗ τὴν λύσιν προεδρεύει ἤδη ὁ κύριος Κανάρης, νομίζω ὅτι πρέπει ἀλλαχοῦ νὰ στρέψωμεν τὴν προσοχήν μας. Ἂν δὲ ἀποτύχῃ τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, θὰ σᾶς εἴπουν οἱ ἐχθροὶ τοῦ πολιτεύματος, ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ περίδρομοι γίνονται διὰ νὰ σωθῇ τὸ ὑπουργεῖον τὸ προκάτοχον. Ἀλλά, κύριοι, ἡ συμμαχία, ὅπως θέλετε ὀνομάσετέ την, αὐτὸ ἐζήτει; Ἂν πρὸ ὀλίγων μηνῶν, ὅτε ὑπεγράφομεν ἐκείνην τὴν προκήρυξιν, ἐλέγομεν: Λαέ, νὰ μᾶς βοηθήσῃς, καὶ ἂν μᾶς καταξιώσῃ ὁ Θεὸς νὰ νικήσωμεν, πρῶτον ἔργον μας θὰ ᾖναι ἡ ἀνασύστασις τῶν πρεσβειῶν, θὰ μᾶς ἐλιθοβόλει ὁ λαὸς ἢ ὄχι;
§7ΖΑΪΜΗΣ. Ὄχι.
§8ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν τὸ ἔλεγες πέρυσι, κ. πρόεδρε· πέρυσιν εἴχαμεν ἄλλα τραγούδια (θόρυβος). Ὁ ἔντιμος πρωθυπουργός μας εἶπε χθές: νομίζετε, ὅτι αἱ πρεσβεῖαι θαυματουργοῦν; Κύριε πρωθυπουργέ, ἀφοῦ δὲν θαυματουργοῦν αἱ πρεσβεῖαι, καὶ ἀφοῦ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι οἱ πρέσβεις τῶν Δυνάμεων δὲν εἶναι ἀνθύπατοι, τίς ἡ σπουδή; Οἱ πρέσβεις τοὺς ὁποίους ἐστείλαμεν εἶναι κούφια καρύδια· ἀφοῦ δὲ πρόκειται νὰ διορισθῶσι πάλιν, πρὸς τί μετὰ τοσαύτης σπουδῆς προεκλήθη ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς; πρὸς τί ἡ διάλυσις τῆς Κυβερνήσεως; Ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἄλλη τις αἰτία ἀπόκρυφος, τὸ ζήτημα τὸ παρὸν δὲν ἔχει ὑπόστασιν. Δὲν ἔπραξαν τίποτε μέχρι τῆς σήμερον οἱ πρέσβεις, λέγουσιν οἱ ὑπουργοὶ, διότι δὲν ἐδόθη εἰς αὐτοὺς περίστασις. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἔπραξαν. Εἷς τοὐλάχιστον εἰργάσθη κατὰ τοῦ πολιτεύματος· ἢ τὸ ἀρνεῖσθε;
§9ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος;
§10ΖΩΧΙΟΣ. Μὴ ἐρωτᾶς. Πρέσβυς ἄλλος καταλείπει τὴν θέσίν του, καὶ ἔρχεται εἰς τὴν Ἑλλάδα ὡς ἀπεσταλμένος. Τὸν βλέπει ὁ Βούλγαρης, ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μένει ἔκθαμβος καὶ ξηρὸς, ὡς μένει ἔκθαμβος ὁ βλέπων τὸν ἄγγελον τοῦ θανάτου. Πῶς ἦλθεν ὁ Πρέσβυς; Δὲν γνωρίζω. Ἔμεινεν ὁ Πρέσβυς ὅσας ἡμέρας ἠθέλησεν, ἐχρημάτισε μαῖα τοῦ νέου ὑπουργείου, καὶ μετετέθη εἰς πρεσβείαν ἄλλην. Τρίτος Πρέσβυς, καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ τὸν γνωρίζῃ, παραδέχθη καὶ ἔστειλε ξένον ὑπόμνημα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὑπόμνημα ἀπαράδεκτον· σιμὰ δὲ εἰς ὅλας τὰς περιπλοκὰς, τὰς ὁποίας ὁ Βούλγαρης εἶχε, τοῦ ἐπῆλθε καὶ αὐτὸ τὸ ὑπόμνημα ὡς κεραυνὸς, ἀκόμη δὲ τινάζει τὰ ῥοῦχά του, ἐπιπλήττει δὲ τὸν Πρέσβυν, ἀλλὰ ποῖον τὸ ὄφελος; Οἱ πρέσβεις, τοὺς ὁποίους ἀποστέλλετε, δὲν εἶναι πρέσβεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν Γαλλίᾳ ἐπὶ Ναπολέοντος τοῦ τρίτου οἱ ἐπιζητοῦντες μεταῤῥύθμησιν πραγμάτων διϊσχυρίζοντο πρὸ πάντων, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἀνταπόκρισις ἄμεσος μεταξὺ τοῦ Αὐτοκράτορος καὶ τῶν πρέσβεων, ἀλλ’ ἔμμεσος διὰ τῶν ὑπουργῶν. Οἱ δὲ πρέσβεις μας εἶναι κἄτι τι ἀνώτεροι καὶ τῶν ὑπουργῶν μας. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μᾶς εἶπε χθές: πρέπει νὰ ὑπάρχουν πρέσβεις εἰς τὴν Εὐρώπην, δὲν θὰ θαυματουργήσουν, ἀλλὰ θὰ καιροφυλακτοῦν. Οἱ Ῥῶσσοι εἰς τὰς ἐρήμους των ἔχουν ἐμπηγμένα εἰς τὴν γῆν κατάρτια ὑψηλά· ἐπάνω δὲ εἰς τὰ κατάρτια αὐτὰ ὑπάρχει καλάθι, καὶ ἐντὸς τοῦ καλαθίου μονάζει σκοπός. Ἀπαραλλάκτως δὲ καὶ ἡμεῖς θὰ ἔχωμεν τὸν πρέσβυν μας ἐπὶ τῆς κορυφῆς ἱστοῦ καιροφυλακτοῦντα καὶ παρατηροῦντα μήπως ἔλθῃ ἐχθρός τις ἀπ’ ἐδῶ, καὶ φίλος τις ἀπ’ ἐκεῖ. Σημειωτέον, ὅτι ἡ σύστασις τῶν πρεσβειῶν ἀνήκει εἰς σύστημα πολιτικὸν, καὶ αὐτὸ δὲ τὸ σύστημα σύρει ὀπίσω αὑτοῦ, ἐκτὸς τῶν πρεσβειῶν, καὶ ἄλλο βάρος. Ποῖον; Εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν αἱ πρεσβεῖαι, εἰς δὲ τὸν Πειραιᾶ ἄχρηστον πλοῖον, ἀπὸ τὰ μεγάλα σταθμεῦον διὰ νὰ κανονοβολῇ, ἀσπαζόμενον τοὺς προσερχομένους ξένους· αὐτὰ τὰ δύω βάρη εἶναι ἀχώριστα. Ἅμα δὲ τελειώσουν αἱ πρεσβεῖαι, εἰς τὸν Πειραιᾶ θὰ σταθμεύσῃ μέγα ἀλλ’ ἄχρηστον Βασιλ. πλοῖον, χάριν ἐπιδείξεως. Ὅθεν ἡ δαπάνη δὲν θὰ ᾖναι μόνον 200,000 δραχμῶν, ἀλλὰ 400,000 καὶ ἐπέκεινα. Τί ὅμως μᾶς λέγουν οἱ ὑπουργοί μας; Τὸ λέγει δὲ καὶ ὁ κ. Τρικούπης. Οἱ Βασιλεῖς τῆς γῆς, θέλουν, ἀπαιτοῦν τὰς Ἑλληνικὰς πρεσβείας, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ τοὺς δυσαρεστήσωμεν. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ἀληθεύῃ, ἐπειδὴ οἱ Βασιλεῖς τῆς γῆς θέλουν τὰς Ἑλληνικὰς πρεσβείας, παρακαλῶ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ παρακαλέσῃ τοὺς παρ’ ἡμῖν ξένους Πρέσβεις νὰ μὲ παρακολουθήσουν εἰς ἐκδρομήν τινα, καὶ ἀφοῦ τελειώσωμεν τὴν ἐκδρομὴν, ἂς πληροφορήσουν τοὺς Ἡγεμόνας των, ὅτι τῷ ὄντι ἁρμόζουν εἰς τὴν Ἑλλάδα οἱ πρέσβεις. Παρακαλῶ δὲ καὶ τὸν κύριον πρόεδρον τῆς Βουλῆς, τὸν Ἡγεμόνα τῆς τελευταίας μεταβολῆς, νὰ μὲ παρακολουθήσῃ, διὰ νὰ ἴδω ἂν μετὰ τὸ τέλος τῆς ἐκδρομῆς θὰ ἔχῃ τὴν αὐτὴν γνώμην, ἣν ἔχει σήμερον περὶ πρεσβειῶν. (Ἀνοίγει τὴν ἐφημερίδα τῆς Βουλῆς, τοῦ ἔτους.....). Λαλεῖ ὁ κ. Βουλπιώτης διὰ τὸ χωρίο του, διηγεῖται δὲ τὸ συμβὰν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς καὶ αἱ τρίχαις τῶν ἀκροατῶν αὐτοῦ ἀνορθοῦνται. «Διὰ νὰ μεταβῶ, (ὁ κύριος Βουλπιώτης λαλεῖ), ἀπὸ τὸν δῆμον τῶν Παρακαμπυλίων εἰς τὸν δῆμον τῶν Ἀγραίων ἔπρεπε νὰ διέλθω τὸν ἀδιάβατον ποταμὸν Ἀγαλιανόν, ὅστις χωρίζει τοὺς δύω δήμους. Ἐπ’ αὐτοῦ εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην ὑπῆρχεν ἄλλοτε γέφυρα, ἀλλὰ δυστυχῶς σήμερον δὲν ὑπάρχουν εἰμὴ τὰ ἐρείπια αὐτῆς, γνωστὰ ὑπὸ τὸ ὄνομα Σίδηρα, μαρτυροῦντα εὐτυχεστέραν κατάστασιν εἰς χρόνους δυστυχεῖς. Διὰ νὰ διέλθω, κύριοι, ἔπρεπε νὰ ὑποστῶ τὴν φοβερὰν δοκιμασίαν ἐναερίου διὰ σχοινίου διαβάσεως. Νὰ μὲ ἀναρτήσωσι δηλαδὴ ἐξ ἑνὸς ἀθλίου σχοινίου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἑκατέρωθεν τοῦ ποταμοῦ δεδεμένον ἐπὶ πασσάλων εὐκινήτων καὶ μὴ ἀσφαλῶς στερεωμένον, διότι ἡ θέσις αὐτῶν μεταβάλλεται ἀναλόγως τοῦ πλάτους, ὅπερ ἑκάστοτε ὁ ποταμὸς ἔχει. Ἐξ αὐτοῦ δὲ τοῦ σχοινίου ἤρτηται ἄτεχνος καὶ εὔθραυστος τροχαλία, ἀπ’ αὐτῆς δὲ δύω σχοινία, δι’ ὧν περιδένεται ὁ δυστυχὴς ἄνθρωπος, ὁ καταδεδικασμένος νὰ ὁδοιπορῇ ἐκεῖ, καὶ ὂν οὕτως ἔχοντα σύρουσιν εἰς τὴν ἀπέναντι ὄχθην, ὅπου ὁσάκις φθάνει, βεβαίως μὲ μόνον τὸ ἥμισυ τῆς ζωῆς του φθάνει.» Αἴ, κύριε πρόεδρε, τὰς ἐπαναφέρομεν τὰς πρεσβείας; Ὁ κ. Βουλπιώτης ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐπρόσθεσεν καὶ κάτι τι, τὸ ὁποῖον δὲν βλέπω γεγραμμένον, ὅτι δηλαδὴ οἱ διαβαίνοντες ἀφίνουν τὸ ὡρολόγι τους εἰς τὴν πέραν ὄχθην, διὰ νὰ τὸ κερδήσουν οἱ κληρονόμοι των. Αἴ, κύριε πρόεδρε, διορίζομεν τὰς πρεσβείας; Ἐξακολουθεῖ ὁ Βουλπιώτης. «Διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι εἰς ὅλην τὴν Εὐρυτανίαν δὲν εὑρίσκεται οὐδὲν σημεῖον, δυνάμενον νὰ μαρτυρήσῃ, ὅτι αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ἐμερίμνησάν ποτε περὶ αὐτῆς. Πρὸς μείζονα δὲ αἰσχύνην τῶν τόσον ἀστόργως τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην περιδουσῶν Κυβερνήσεων ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι σήμερον, ὁ δι’ αὐτῆς διερχόμενος ἀπαντᾷ γεφύρας τινὰς ἑτοιμοῤῥόπους πλέον, καὶ ἐρείπια ἄλλων, δι’ ὧν καταδεικνύεται ὅτι ἐν τῇ ἐποχῇ τῆς δουλείας οἱ βάρβαροι κατακτηταὶ ἐκήδοντο περισσότερον καὶ ἐμερίμνων περὶ τῆς εὐημερίας τῶν ὑπηκόων των.» Αἴ, κύριοι, τὰς ψηφίζομεν τὰς πρεσβείας; «Εἶναι ἐντροπή, κύριοι, (ὁ κύριος Βουλπιώτης πάλιν λαλεῖ) νὰ παρατείνεται ἐπὶ πλέον ἡ τοιαύτη κατάστασις.» Ἐγὼ δὲ νομίζω ὅτι αὐτὰ καὶ μόνα, τὰ περὶ Εὐρυτανίας, ἀρκοῦσι νὰ μᾶς ἀνοίξωσι τοὺς ὀφθαλμοὺς, καὶ νὰ μᾶς διδάξωσιν ὅτι πρὶν ἢ κατασκευάσωμεν τὰς γεφύρας μας δὲν πρέπει νὰ στείλωμεν πρέσβεις. Τὸ δὲ περίεργον εἶναι, ὅτι καὶ ὁ πρωθυπουργὸς ἐλησμόνησε τὴν ἐπαρχίαν του. Τί δὲ ἔπραξε προχθές; Ἔστειλεν εἰς αὐτὴν Ταμίαν, ἔστειλεν Ἔφορον, καὶ οὐδόλως ἐνθυμήθη ὅτι ἄλλοτε ἐγένετο λόγος περὶ διευθετήσεως τῆς κοίτης τοῦ παρὰ τὴν πόλιν τῶν Καλαμῶν ποταμοῦ, ἀπειλοῦντος ἀνυπολόγιστον βλάβην τῆς τε πόλεως καὶ τῶν πέριξ κτημάτων, καὶ περὶ γεφυρώσεως τοῦ Εὐρώτα. Τουλάχιστον πρὸς τιμὴν τῶν ἀναμνήσεων τοῦ Εὐρώτα δὲν ἔπρεπε νὰ τοῦ κατασκευάσωμεν τὴν γέφυραν, προτοῦ ἀποστείλωμεν τοὺς πρέσβεις; Καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ ἔθνους, λέγουσιν οἱ ἀντιλέγοντες, πρέπει νὰ καταφρονηθῇ; Ἔθνος αὐτοκέφαλον, ἀνεξάρτητον χωρὶς πρέσβεων γίνεται; οἱ Ῥωμοῦνοι ζητοῦν ἐπιμόνως τὸ προνόμιον αὐτὸ, οἱ Σέρβοι ἔτι μᾶλλον, ἡμεῖς δὲ τὸ ἔχομεν καὶ τὸ καταφρονοῦμεν. Ἐγὼ δὲ ἰδοὺ τί εἰς αὐτοὺς ἀποκρίνομαι: Οἱ κατοικοῦντες πλησίον τῆς Ῥωσσικῆς ἐκκλησίας οὐδὲν ἄλλο εὔχονται, οὐδὲν ἄλλο ἐπιθυμοῦσιν, εἰμὴ νὰ μὴ σημαίνῃ ποτὲ ὁ κώδων αὐτοῦ τοῦ ναοῦ. Ὅταν δὲ ἐπ’ ἐσχάτων οἱ Σμυρναῖοι κατώρθωσαν ν’ ἀποκτήσωσι κώδωνα, ἐχάλασαν τὸν κόσμον. Καὶ σήμαινε, καὶ σήμαινε σήμαινε! οἱ Σέρβοι δὲν ἔχουν καμπάνα, ἡμεῖς ἔχομεν καὶ βαρυνόμεθα νὰ τὴν σημαίνομεν χωρὶς ἀνάγκης. Ἰδοὺ ἡ διαφορά. Ἠξεύρετε δὲ ὅτι δαπανῶσα ἀσώτως ἡ Τουρκία, ἐναυάγησε, ἡ δὲ Αἴγυπτος ἔπαθε τὸ αὐτό· ἀλλὰ τοῦ Σουλτάνου τοῦ ἔμειναν οἱ ἀδάμαντες, τοῦ ἔμειναν τὰ σάλια, εἰς δὲ τὸν ἡγεμόνα τῆς Αἰγύπτου ἔμειναν αἱ μετοχαὶ καὶ οἱ σιδηρόδρομοι. Ἐγὼ δὲ ἐβασάνισα τὸν ἑαυτόν μου διὰ νὰ μὴ ἐναντιωθῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰ τῶν πρεσβειῶν, καὶ ἐσκέφθην ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρω χρήματα ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ· εὐτυχῶς δὲ πρὶν ἢ ξημερώσῃ εἶδον ὄνειρον καὶ ἐξύπνησα φωνάζων, εὗρον, εὗρον, ὡς ὁ Ἀρχιμήδης ἐκεῖνος. Καὶ ἰδοὺ ἔχω εἰς χεῖράς μου τὸ εὕρημά μου. Ἠξεύρετε ὅτι προχθὲς ἐψηφίσαμεν ἓν νομοσχέδιον σπουδαῖον. Μᾶς ἐζήτησεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν 500,000 δραχ. διὰ νὰ ἀγοράσῃ τὰ ὅπλα, τὰ ὁποῖα παρήγγειλεν ὁ Γρίβας, μᾶς εἶπε δέ, μὴ φοβεῖσθε, δὲν θὰ δαπανήσητε οὔτε ὀβολόν, ἔχω ἄπειρον πολέμου ὑλικόν, νὰ τὸ πωλήσωμεν, τὸ χρῆμα νὰ τὸ καταθέσωμεν εἰς τὴν Τράπεζαν, ἐπειδὴ δὲν ἐμπιστεύομαι τὴν Κυβέρνησιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω καὶ ἐγὼ, καὶ ν’ ἀγοράσωμεν τὰ ὅπλα. Καὶ τοιαῦτα μὲν εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐγὼ δὲ σᾶς προτείνω, ἀφ’ οὗ ἐδόθη εἰδικὴ πίστωσις διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν ὅπλων, τὸ ὑλικόν, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ πωληθῇ, καὶ τὸ ὁποῖον, μᾶς ἔμεινε, νὰ τὸ χαρίσωμεν εἰς τοὺς γραμματεῖς τῶν πρεσβειῶν καὶ ἂς τὸ κάμνουν ὅ,τι θέλουν. Σημειωτέον δὲ ὅτι τοὺς χαρίζομεν 100,000 δραχμῶν πράγματα καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ προσέξετε (ἀναγινώσκει τὸ νομοσχέδιον). «φρουραρχεῖον Βονίτσης. ά) Μία σφραγὶς φρουραρχείου» χάρισμά των· «δύω μανδύαι νυκτοσκοπῶν ἄχρησται», χάρισμά των (ἱλαρότης), «Δύω καθίσματα γραφείου ξύλινα ἄχρηστα», χάρισμά των (ἱλαρότης). «Δύω βαρέλια ὕδατος ἄχρηστα» χάρισμά των (γέλως). «Ἕν πιθάριον πήλινον ἄχρηστον». Καὶ θέλετε πρέσβεις; «Τρία φανάρια κρεμαστὰ ἄχρηστα» (ἱλαρότης). «Ἕν σχοινίον,» ἐδῶ λέγει «ὑδρίας,» ἐγὼ δὲ νομίζω πῶς εἶνε σχοινίον διὰ κρέμασμα, (ἱλαρότης). «Εἷς λύχνος καθιστὸς ἄχρηστος» (ἱλαρότης). Κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν 30 Νοεμβρίου, ὅτε ἡ τότε Κυβέρνησις καὶ ἡ τότε Βουλὴ κατεπάτει τοὺς νόμους καὶ ὁ κ. Ῥούκης ἐπροπηλάκιζε καὶ Κυβέρνησιν καὶ Βουλήν, εἶπον ὅ,τι σήμερον ἐπαναλαμβάνω. Εἰσῆλθον δὲ τότε εἰς τὸ βουλευτήριον ὅτε ἀνεγινώσκοντο τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, ὁ δὲ κ. Ῥούκης εἶχεν ἀνεῳγμένον τὸ ἀπύλωτόν του στόμα, καὶ δὲν τὸ ἔκλειε. Περίλυπος δὲ προσῆλθον πρὸς τὸν κύριον Νικολόπουλον, καὶ εἶπον πρὸς αὐτόν· «Πῶς ὑποφέρετε αὐτὸν τὸν τύραννον; Ὁ δὲ μοὶ ἀπεκρίθη· «Δὲν εἶναι μέγα τὸ κακόν. Παρερχόμεθα τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Δὲν πειράζει.» Μετὰ δὲ ταῦτα προέβησαν εἰς τὸν προϋπολογισμόν· ἅμα δὲ ἤκουσα ὅτι περὶ πρεσβειῶν πρόκειται, ἀνέβην τὸ βῆμα, καὶ βλέπετε ὅτι εἶμαι ἐπ’ αὐτοῦ, ἤτοι εἶμαι ἐκεῖ ὅπου μὲ ἄφησεν ὁ Νικολόπουλος. Εἶπον δὲ τότε πρὸς τοὺς ὑπουργούς: Ἄν ἀγαπᾶτε τὸν Θεόν, μὴ περαιτέρω, διότι ἂν ταύτην τὴν στιγμὴν οἱ ξένοι πρέσβεις, οἱ ἐν Ἀθήναις, τηλεγραφήσωσιν εἰς τοὺς οἰκείους αὑτῶν ὑπουργοὺς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ περιγράψωσι τὰ πράγματά μας, ὅπως σήμερον αὐτὰ συμβαίνουσιν, καὶ ἐρωτηθῶσιν οἱ πρέσβεις μας, τί θὰ ἀποκριθοῦν; Τί τοὺς θέλετε λοιπὸν τοὺς πρέσβεις; Ἀλλ’ ἐν ᾧ τοιαῦτα ἔλεγον, ὁ Ῥούκης μοῦ ἀποκρίνεται: Καὶ σὺ, Ζωχιὲ, μὴ ὑπαρχούσης ἀπαρτίας, συμπράττεις μετὰ τῶν παρανομούντων καὶ ἐπικυροῖς τὰ γινόμενα; Τότε κατέβην ἀπὸ τοῦ βήματος, διαμαρτυρόμενος καὶ κατὰ τῶν γινομένων, καὶ κατὰ τῆς ἀποστολῆς τῶν πρέσβεων, ἐπαναλαμβάνω δὲ καὶ σήμερον τὰ αὐτά. Ἀλλ’ ἂς προχωρήσωσι, δωροῦντες πρὸς τοὺς γραμματεῖς τῶν πρεσβειῶν τὸ ὑλικὸν, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον πρόκειται νὰ πωληθῇ διὰ νὰ ἀγοράσωμεν τὰ ὅπλα, δι’ ὧν θὰ κυριεύσωμεν τὴν Κωνσταντινούπολιν. Ἂς χαρίσωμεν λοιπὸν εἰς τοὺς γραμματεῖς τῶν πρεσβειῶν ἐξ αὐτοῦ τοῦ ὑλικοῦ «27000 τσακμακόπετραις» προσέτι δὲ 389000. Τί; «τσακομακόπετραις πιστολιοῦ». Ἀλλὰ διὰ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, συμβιβάζονται ταῦτα πάντα μετὰ τῆς ἀποστολῆς τῶν πρέσβεων; Ἂς προχωρήσωμεν ὅμως ἀπὸ τῶν χιλιάδων εἰς τὰ ἑκατομμύρια. «Δύο ἑκατομμύρια». Τί; «Χαρτὶ εἰς φύλλα πρὸς κατατασκευὴν φυσεκίων.» Θὰ σᾶς φανερώσω ἀκόμη ἓν ἐκ τῶν προσφερομένων δώρων, καὶ θὰ παύσω, διότι τὸ δῶρον αὐτὸ θὰ σᾶς ἀρέσῃ, καὶ φοβοῦμαι μήπως μοῦ ζητήσετε μερίδιον «2,480,000 φύλλα.» Τί; «Τσιγαρόχαρτον.» (Γέλως). Νὰ στείλωμεν λοιπὸν τὰς πρεσβείας, κύριοι ὑπουργοί, ἢ νὰ μὴ τὰς στείλωμεν; Ὁ Σουλτάνος, τὸν ὁποῖον κλαίωμεν καὶ τὸν μυριολογοῦμεν, ἔχει τὰ σάλια, τὰ ὁποῖα ἠμποροῦν νὰ σκεπάσουν ὅλην τὴν Ἑλλάδα· ἔχει ἀδάμαντας τόσους, ὅσοι ἀρκοῦν νὰ μᾶς θαμβώσουν ὅλους. Ὁ δὲ ἡγεμὼν τῆς Αἰγύπτου, ἐκτὸς τῶν κτημάτων αὐτοῦ καὶ τῶν σιδηροδρόμων, ἔχει καὶ τὰς μετοχὰς τῆς διώρυγος, καὶ ἐν τούτοις κλαίομεν καὶ αὐτὸν διότι προσκυνεῖ τὸ κοράνιον· ποῦ δὲ θαῤῥοῦμεν ἡμεῖς; εἰς ταῖς τσακμακόπετραις! Ἐρωτῶ δὲ ποῖος ἀπὸ σᾶς θὰ τολμήσῃ νὰ ὑπάγῃ πρέσβυς, καὶ θὰ σηκώσῃ τὰ μάτια του νὰ ἰδῇ ὑπὸ ἐχθροῦ γεγραμμένον εἰς τὰς ξένας ἐφημερίδας, «ἰδοὺ οἱ θησαυροὶ τῆς Ἑλλάδος, κατ’ αὐτὰ τὰ νομοσχέδια τῶν ὑπουργῶν τῆς Ἑλλάδος;» Μὲ ποῖον πρόσωπον θὰ παρουσιασθῇ αὐτὸς ὁ πρέσβυς ἐνώπιον τῶν ξένων; Εἶχε δὲ δίκαιον ὁ κύριος Δεληγεώργης, ὅταν σᾶς εἶπεν ὅτι ὁ πρέσβυς μας ἐπὶ ἓξ μῆνας δὲν κατώρθωσε νὰ ἴδῃ τὸν ξένον ὑπουργόν. Ποῦ δὲ ὁ ταλαίπωρος μὲ ταῖς τσακομακόπετραις αὐταῖς νὰ παρουσιασθῇ; Ἡ ἀντιπολίτευσις δὲ ἡ κατὰ τοῦ Βούλγαρη δὲν συνησπίσθη διὰ τὰς πρεσβείας· ἀλλὰ διὰ τί; Ὁ Ναπολέων ὁ μέγας, ἀφ’ οὗ διεσκόρπισε τὰ δημοκρατικὰ βουλευτήρια καὶ ἀνεδείχθη συνύπατος μὲ ἄλλους δύο, κατὰ τὴν πρώτην αὐτῶν συνεδρίασιν ἔλαβεν ἓν θρανίον καὶ ἐκάθησε ἐν τῷ μέσῳ, εἶπε δὲ εἰς τοὺς συνυπάτους νὰ καθήσωσιν ὁ μὲν ἐκ δεξιῶν ὁ δὲ ἐξ εὐωνύμων. Πρὸς τὰ δεξιὰ δὲ ἐκάθησεν ἄνθρωπος σοφὸς καὶ σπουδαῖος· ἠξεύρετε ὅμως τί εἶχεν, εἰς τὸν νοῦν του; Εἶχε σκοπὸν νὰ μεταῤῥυθμίσῃ τὸν ἐκλογικὸν νόμον καὶ νὰ δεχθῇ τὸ μονοκοῦκι. Ἀλλ’ ὁ Ναπολέων εἶπε πρὸς αὐτόν: Ἄφες αὐτοὺς τοὺς μύθους καὶ κάλεσον τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸς ὃν ἐλθόντα εἶπε: Πόσα χρήματα ὑπάρχουν εἰς τὸ ταμεῖον; Διατί δὲ ὁ Ναπολέων περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ ταμείου ἠρώτησε; Διότι πρῶτον καὶ κύριον πάσης πολιτείας ζήτημα εἶναι τὸ οἰκονομικόν. Ἠξεύρετε δὲ ὅτι ὁ ναὸς τοῦ Ἰανοῦ ἐν Ῥώμῃ ἔμενεν αἰωνίως ἀνοικτὸς, διότι δὲν ἔπρεπε νὰ κλείσῃ, ἐνόσῳ ὑπῆρχε πόλεμος, ἔκλεισε δὲ μόνον ἐπὶ Νουμᾶ καὶ ἐπὶ Αὐγούστου, διότι κατ’ αὐτὰς μόνας τὰς δύο ἐποχὰς ἔπαυσεν ὁ πόλεμος. Ἂς κατορθώσῃ δὲ ὁ ὑπουργός μας τῶν Οἰκονομικῶν τὸ ἐναντίον, ἤτοι ἂς ἀνοίξῃ τὴν θύραν τοῦ ταμείου τοῦ κεντρικοῦ, καὶ ἂν τὸ κατορθώσῃ ἂς στείλωμεν ὄχι μόνον ἐπὶ τῆς γῆς, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν γῆν πρέσβεις. Ἐν ὅσῳ ὅμως δὲν δυνάμεθα νὰ κατορθώσωμεν τὴν λύσιν τοῦ ἁπλουστάτου αὐτοῦ ζητήματος, ἤτοι ἐν ὅσῳ δὲν ἀνοίγει ἡ θύρα τοῦ κεντρικοῦ ταμείου, ἂς μᾶς λείπουν οἱ πρέσβεις. Ἠξεύρετε δὲ διατί ἐπιμένω εἰς τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα; Διότι ὅσον πτωχότεροι εἴμεθα, τόσον μεγαλειτέραν τρέλλαν ἔχομεν. Πρὸς βεβαίωσιν δὲ τούτου θὰ σᾶς διηγηθῶ ἓν ἀνέκδοτον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μάθετε. Ὁ Βούλγαρης ἀπεφάσισε νὰ κηρύξῃ τὸν πόλεμον τῆς Τουρκίας. Ἀλλὰ διὰ νὰ κηρύξητε πόλεμον, πρέπει μεταξὺ τῶν ἄλλων νὰ ἔχετε ὅπλα, ἐφόδια, χρήματα. Πᾶν ἄλλο ὅμως ὁ Βούλγαρης εἶχεν ἢ χρήματα. Ἔστειλε δὲ εἰς ἐμὲ περὶ τὸ δειλινὸν ἑνὸς Σαββάτου καὶ μοῦ ἐζήτησεν 27,000 δραχ. δάνειον, διὰ νὰ κυριεύσῃ τὴν Κωνσταντινούπολιν. Δὲν ἠδυνήθην ὅμως νὰ τοῦ τὸ δώσω ἐκ τοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου, διότι ἡ Τράπεζα ἦτο κλειστή· κατέφυγον δὲ εἰς τὸν Σκουζὲν, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς δὲν εἶχε πρόχειρα χρήματα. Ὅταν λοιπὸν βλέπετε τοὺς ὑπουργοὺς καὶ θέλουν νὰ στείλουν πρέσβεις, μὴ νομίζετε ὅτι τὸ ταμεῖον εἶναι εἰς κατάστασιν καλήν. Ὅσον δὲ εἰς χειροτέραν κατάστασιν εἶναι τὸ ταμεῖον, τόσον αὐθαδέστεροι εἶναι οἱ ὑπουργοί μας· ἐγὼ δὲ παραδέχομαι ὅτι μεταξὺ ἡμῶν ὑπάρχει καί τις ἅγιος, προτείνω δὲ νὰ ἐκλέξωμεν αὐτὸν τὸν ἅγιον, πρωθυπουργόν.
§11ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ Ζαΐμης.
§12ΖΩΧΙΟΣ. Διατί ὄχι; Νὰ τοῦ δώσωμεν μάλιστα καὶ ἓξ ἄλλους ἐκ τῶν ἁγιωτέρων, ἡ δὲ Βουλὴ ἂς τοὺς ὑπακούῃ, αὐτοὶ δὲ καθ’ ἑκάστην ἂς φέρουν πρὸς ἐπιψήφισιν τρεῖς ἢ τέσσαρας νόμους, καὶ ὑμεῖς ἂς τοὺς ψηφίζωμεν· οἱ νόμοι δὲ αὐτοὶ ἂς συντελοῦν εἰς τὴν σπατάλην. Ἂν ταῦτα πάντα οὕτω τεθῶσι, ποία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν ἁγίων ὑπουργῶν, καὶ τοῦ Βούλγαρη; Ὁ Βούλγαρης παρανομεῖ, κατασπαταλᾷ τὰ δημόσια, Οἱ ἅγιοι ὑπουργοὶ διὰ τοῦ νόμου κατασπαταλῶσι καὶ αὐτοὶ τὰ δημόσια. Τὸ ἐξαγόμενον δὲν εἶναι τὸ αὐτό; Ἡ καταστροφὴ δὲν εἶναι ἡ αὐτή; Κατὰ τί διαφέρουν; Ὁ μὲν σπεύδει ταχέως, οἱ δὲ μετὰ συζητήσεις μακράς. Ὁ Βούλγαρης φθάνει εἰς τὸ τέλος τάχιστα. Νομίζω, ὅτι εἶναι προτιμητέος, ἀφοῦ ἡ καταστροφὴ ἢ οὕτως ἢ ἄλλως ἐπέρχεται. Ἤτοι ἀφοῦ πρόκειται νὰ ἀποθάνωμεν, ἂς ἀποθάνωμεν διὰ μιᾶς, ἀντὶ νὰ μᾶς βασανίζῃ ὁ ἰατρός, καὶ νὰ μᾶς ἀφαιρῇ τὴν ζωὴν ῥανίδα πρὸς ῥανίδα. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε δὲ νὰ παρατείνω τὴν συζήτησιν, διότι ἐνδέχεται νὰ μὴν ὁμιλήσω πλέον, μολονότι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω ἑξάκις, δὶς διὰ τὴν πίστωσιν, δὶς διὰ τὰς πρεσβείας, καὶ δὶς διὰ τὸ ὑπουργικὸν ζήτημα.
§13ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ δὶς διὰ τὸ θέμα, τὸ ὅλον ὀκτώ.
§14ΖΩΧΙΟΣ. Ὄχι δὰ, κ. πρόεδρε. Ἂς ἔλθωμεν δὲ εἰς τοὺς γραμματεῖς τῶν πρεσβειῶν, οἱ ὁποῖοι ἔδωκαν τὴν ἀφορμὴν τῆς σπατάλης. Μεταξὺ δὲ τῶν ἄλλων ζητημάτων πρόκειται καὶ τοῦτο, πῶς δηλαδὴ κατωρθώθη καὶ οἱ γραμματεῖς τῶν πρεσβειῶν μας, οἱ κατοικοῦτες τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης, ἔμαθον ὅτι ἀνακαλοῦνται οἱ πρέσβεις, καὶ ἐν τῷ ἅμα ὅλοι ἔγραψαν πρὸς τοὺς ὑπουργοὺς ὅτι προσφέρουσιν ἑαυτοὺς θύματα εἰς τὴν πατρίδα. Ἐπιθυμῶ δὲ νὰ μάθω παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἂν τὰ ἔγγραφα ταῦτα τῶν γραμματέων τῳόντι ὑπάρχουσιν ἢ ἂν παίζουν μὲ ἡμᾶς· διότι ἂς μὴ συγχωρηθῇ νὰ πιστεύσω ὅτι μόνοι οἱ ἀπόστολοι ἔμαθον τὴν εἴδησιν τοῦ θανάτου τῆς Θεοτόκου καὶ συνῆλθον πάραυτα ὅλοι· τὸ πιστεύω δὲ, διότι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐμεσολάβησεν. Ἀλλὰ οἱ γραμματεῖς τῶν πρεσβειῶν μας πῶς κατώρθωσαν σχεδὸν τὸ αὐτὸ καὶ μιᾷ φωνῇ ὅλοι ἔγραψαν ὅτι χάριν τῆς πατρίδος προσφέρονται νὰ ἐργασθῶσι δωρεάν; Ἐν τούτοις ἐπιμόνως μία ἐφημερὶς τῆς πρωτευούσης δημοσιεύει, ὅτι οἱ γραμματεῖς τῶν πρεσβειῶν ἐμισθοδοτήθησαν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Ἀγνοῶ δὲ ἂν τὸ πρᾶγμα ἀληθεύῃ, ἀλλ’ ἐπιμόνως ἡ ἐφημερὶς αὐτὴ δημοσιεύει πάλιν τὰ αὐτά· τοιουτοτρόπως δὲ τὸ ζήτημα ἤλλαξεν ὅλως διόλου χαρακτῆρα. Ἐπαναλέγω δὲ, ὅτι δὲν γνωρίζω ἐὰν τὰ λόγια τῆς ἐπιμόνου ἐφημερίδος εἶναι ἀληθῆ. Τί δὲ λέγει ὁ ὑπουργός;
§15ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Οὐδὲν γινώσκω περὶ αὐτοῦ.
§16ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τί μᾶς μέλει ἡμᾶς, τί λέγει ἡ Στοά;
§17ΖΩΧΙΟΣ. Ἀλλὰ, κύριε Πρωθυπουργὲ, αὐτὰ δὲν εἶναι παιγνίδια. Ἢ εἶναι ἀλήθεια, ἢ ἂν ᾖναι ψεύδη, πρέπει νὰ καταδιωχθῇ ὁ συντάκτης τῆς ἐφημερίδος, διότι ἐνῷ συζητῆται εἰς τὸ βουλευτήριον τὸ ζήτημα καὶ παρουσιάζεται ὑπό τινα μορφὴν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι βεβαίως συνταγματικὴ, διὰ τῶν ἐφημερίδων παρουσιάζεται ὑπὸ μορφὴν ἄλλην. Ἂν δὲ τοῦτο ἀληθεύῃ, ἐρωτῶ, τὸ ἐγίνωσκεν ὁ Τρικούπης, καὶ ἂν τὸ ἐγίνωσκε πῶς τὸ ἐπέτρεψε;
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ Τρικούπης σᾶς λέγει δὲν τὸ ἐγίνωσκε, διότι ὁ Τρικούπης ἀπαντᾷ καὶ εἰς ἐφημερίδας καὶ εἰς ὅ,τι δήποτε.
§19ΖΩΧΙΟΣ. Λοιπὸν σᾶς σβύνω ἀπὸ τὸ δευτέρι. Ὁ Τρικούπης προχθὲς προπολεμῶν ὑπὲρ τῶν γραμματέων τῶν πρεσβειῶν ἐξανέστη κατὰ τῆς πλουτοκρατίας, καὶ τὸ εἶπε καὶ τὸ ἐπανέλαβε, καὶ κατά τινα τρόπον ὑπέδειξεν, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐπιδιώκομεν ἄλλο τι, εἰμὴ ὅτι θέλομεν νὰ γίνωμεν δοῦλοι τῶν πλουσίων, καὶ θέλομεν νὰ ὑποτάξωμεν τὴν πολιτείαν εἰς τοὺς πλουσίους. Ἀλλὰ παντοῦ οἱ πλούσιοι ὑπερέχουν. Καὶ ἐν πρώτοις ὑπερέχουσιν ὁ νοῦς, ἡ μάθησις, ἡ ἀνδρία, ἡ ἀρετή· ἰδοὺ πλοῦτος. Ὁ κ. Τρικούπης ὅμως πλοῦτον ἐννοεῖ τὸν παρᾶ. Δυστυχῶς καὶ οἱ πρόγονοί μας εἶχον τὴν αὐτὴν μὲ ἡμᾶς ἰδέαν, ἤτοι ἦσαν ὑπὲρ τῶν πλουσίων· καὶ ποῦ; Εἰς τὰς Ἀθήνας τὰς δημοκρατουμένας. Καὶ ποῦ ἀκόμη; Εἰς τὴν Ῥώμην ἡ τάξις τῶν ἱππέων, κ. Τρικούπη, ἐπεκράτει. Ἐπεκράτει πλουτοκρατία, διότι διὰ νὰ τρέφῃς ἵππον, ἀπαιτεῖται δαπάνη, ἐκ τούτου δὲ ἐννοεῖτε, κ. Τρικούπη, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ὑπηρετοῦντες εἰς πρεσβείαν τινὰ, δὲν πρέπει νὰ ζητοῦν ἐλεημοσύνην, οὔτε ὁ γιακᾶς του νὰ ᾖναι ὅλο λίγδα, ἀλλὰ πρέπει νὰ λαμβάνουν καὶ ἀπὸ τὴν οἰκογένειάν των γενναῖον βοήθημα. Μὲ τὴν παρατήρησιν ὅμως, ὅτι πρέπει νὰ ἀποσταλῇ εἰς τὴν πρεσβείαν ὁ πλούσιος καὶ κατὰ τὴν μάθησιν, ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς μαθήσεως, πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ ἀπὸ τοῦτο (τρίβη τὸν ἀντίχειρα μὲ τὸν λειχανόν). Διὰ νὰ ᾖσαι ἀνεξάρτητος εἰς τὸν κόσμον τοῦτον πρέπει ἢ νὰ ζῇς τὸν βίον τοῦ Διογένους, ἢ καθὼς λέγει ὁ Βολταῖρος, πρέπει νὰ ἔχῃς καὶ ἄφθονα τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεως. Ὁ Βολταῖρος ἦτο σοφὸς, ἐστηρίζετο ὅμως καὶ εἰς τὸ χρῆμα. Λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ στέλλετε ἐπαίτας εἰς τὰς πρεσβείας· ἐπειδὴ δὲ δὲν εἶναι ἐπαῖται οἱ ἀποσταλέντες, σᾶς λέγουν δὲν θέλομεν χρήματα. Ἡμεῖς ὅμως θέλομεν νὰ τοὺς πληρώσωμεν, διότι προσέφερον μεγάλην εἰς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίαν, καὶ ποίαν ὑπηρεσίαν; Μαντεύσατε. Πολλοὶ θέλοντες νὰ ἀκούσουν τὸ ὁλονύκτιον, στέλλουν τὸν ὑπηρέτην των καὶ καταλαμβάνει τὸ στασίδι ὡς νὰ ἔλθῃ ὁ κύριος. Κατὰ τρόπον δὲ ἀπαράλλακτον καὶ ὁ Τρικούπης διετήρησε τοὺς γραμματεῖς, διὰ νὰ κρατοῦν τὰ στασίδια, ἕως νὰ φθάσωσιν οἱ κύριοι (ἱλαρότης). Εἶχόν ποτε πλοίαρχον, ὅστις διαρκούσης τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως ἐλεηλάτει τὰ παράλια τῆς μικρᾶς Ἀσίας, κατώρθωσε δὲ καὶ ἐγένετο κύριος ἑνὸς ἵππου Ἀραβικοῦ, τὸν ὁποῖον μετέφερεν εἰς τὰ Ψαῤῥά. Ποῦς ἵππου Ἀραβικοῦ, καὶ Ψαῤῥὰ μὴ σοῦ κακοφανεῖ κ. Κανάρη, δὲν συμβιβάζονται. Τί νὰ γείνῃ αὐτὸς ὁ ἵππος ὁ Ἀραβικὸς εἰς τὰ Ψαῤῥά; Συμβουλίου γενομένου, ἀπεφασίσθη νὰ στέλλεται εἰς τὸ χωράφι ὁ ἵππος πρὸς μεταφορὰν κοπρίας. Ἐφόρτωσαν λοιπὸν τὸν ἵππον κοπρίαν, ἀλλὰ τὸ εὐγενὲς ζῶον δὲν ὑπέφερε τὴν ὕβριν, ἀλλ’ ἐγονάτισε καὶ δὲν ἤθελε νὰ προχωρήσῃ, ὥστε ἠναγκάσθησαν νὰ τὸ ξεφορτώσουν. Ὁ Πρέσβυς ὅμως ὁ ἡμέτερος δέχεται νὰ ὑπηρετῇ καὶ ὑπὸ τὸν καλὸν, καὶ ὑπὸ τὸν κακὸν ὑπουργόν. Δέχεται δηλαδὴ καὶ τὴν κοπρίαν. Ἀλλὰ ποῖος Πρέσβυς τῆς Εὐρώπης δέχεται νὰ ὑπηρετῇ μὲ ὅλας τὰς κυβερνήσεις; Οὐδείς. Ἦλθε κατ’ αὐτὰς ὁ Ἀλφόνσος καὶ ἐκάθησεν ἐπὶ κεφαλῆς τῶν πραγμάτων τῶν Ἰσπανικῶν· ὅλοι ὅμως οἱ πρέσβεις παρῃτήθησαν εὐθύς. Ἐκ δὲ τῶν πρέσβεων τῶν ἡμετέρων ποῖος ἐπὶ Βούλγαρη εἶπε: «Δὲν καταδέχομαι νὰ ὑπηρετῶ τοιαύτην Κυβέρνησιν;» Σεῖς ἐν τούτοις διεσχίζετε χθὲς τὰ ἱμάτιά σας, λέγοντες ποῦ εἶναι τὰ δημοτικὰ συμβούλια; Πῶς δὲν διαμαρτύρονται; Θέλετε διαμαρτυρήσεις ἀπὸ τὰ πτωχὰ δημοτικὰ συμβούλια; οἱ δὲ πρέσβυς σας τί πράττουν; Μὴ ὁμιλεῖτε λοιπὸν περὶ πρέσβεων, οἵτινες ὑπηρετοῦν ὑπὸ τὸ κράτος οἱασδήποτε Κυβερνήσεως. Τοῦτο δὲ εἶναι βέβαιον, ὅτι ἂν οἱ πρέσβεις ἦσαν φιλότιμοι, δὲν ἤθελεν στέρξει νὰ ὑπηρετήσωσιν ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ Βούλγαρη. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μᾶς εἶπε χθὲς, ὅτι ὁ Κυβερνήτης δὲν ἔστειλε πρέσβεις, διότι δὲν εἶχε χρείαν πρέσβεων, διότι εἶχε σχέσεις πανταχοῦ καὶ ἀνταποκριτὰς πανταχοῦ. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ: ἔχει σχέσεις πανταχοῦ, δὲν ἔχει ἀνταποκριτὰς πανταχοῦ καὶ ὁ Βασιλεύς μας; Ἔχει καὶ σχέσεις καὶ συγγενεῖς πανταχοῦ. Τί δὲ θὰ κατορθώσητε εἰς τὴν Πετρούπολιν μὲ τὸν πρέσβυν σας, ἐν ᾧ ὁ Βασιλεύς μας εἶναι γαμβρὸς τοῦ αὐτοκράτορος; Τί δὲ θὰ κάμῃ εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὁ πρέσβυς σας, ἐν ᾧ ὁ Βασιλεύς μας ἔχει μὲ αὐτὴν στενὴν συγγένειαν, καὶ ἀφ’ οὗ ὁ πρέσβυς σας δὲν θὰ τολμήσῃ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τοῦ Ἄγγλου ὑπουργοῦ τὴν αἴθουσαν; Εἴπατέ μας καθαρὰ, ὅτι ἔχετε ἀνάγκην, νὰ τοποθετήσετε πέντε, ἓξ πρόσωπα, καὶ τότε μάλιστα, καὶ τότε σᾶς ἐννοοῦμεν. Ἀλλὰ σὺ, ἴσως μ’ ἐρωτήσητε, εἶσαι ὅλως διόλου κατὰ τῶν πρεσβειῶν; Ὄχι, ἐὰν τὰ πρόσωπα ᾖναι ἀνάλογα πρὸς τὰς πρεσβείας. Ἤτοι θέλει νὰ ὑπάγῃ ὁ πρωθυπουργὸς πρέσβυς; νὰ τοῦ δώσωμεν ὄχι 100,000, ἀλλὰ 200,000 καὶ 500,000, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ μᾶς προστατεύσῃ· ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς μάλιστα, ἂς τοῦ δώσωμεν ὀλιγώτερα, ἐπειδὴ εἶναι πλούσιος, 100,000. Ὁ Δεληγεώργης, μάλιστα. Ἀλλὰ τί λέγουν οἱ ἀντιλέγοντες; Ἰδοὺ τί σᾶς λέγουν. Νὰ δεχθῆτε τὰς πρεσβείας ἐν ἀρχῇ. Μάλιστα, δεχόμεθα τὰς πρεσβείας κατ’ ἀρχὴν, ἀλλ’ εἴπατέ μας, ποίους νὰ στείλωμεν πρέσβεις; Νὰ παραγγείλωμεν εἰς Αἴγινα νὰ μᾶς χύσουν πηλίνους; Σᾶς ἐρωτῶ δὲ πάλιν, τί τοὺς θέλετε τοὺς πρέσβεις; Εἰς τί θὰ σᾶς χρησιμεύσουν; Ἔστω δὲ ὅτι παραδεχόμεθα τὰς πρεσβείας· ἡ ἐσωτερικὴ ἡμῶν κατάστασις θὰ ἀλλάξῃ, θὰ βελτιωθῇ; Ὁ Δαρεῖος παρεχώρει εἰς τὸν Ἀλέξανδρον τὸ πλεῖστον μέρος τῆς Ἀσίας, ἤτοι τὴν πλειονοψηφίαν, ἀλλ’ ὁ Ἀλέξανδρος ἀπεκρίθη λέγων: Οὔτε δύω ἥλιοι εἰς τὸν οὐρανὸν, οὔτε δύω βασιλεῖς εἰς τὴν Ἀσίαν. Καὶ παρ’ ἡμῖν περὶ τῆς πλειονοψηφίας ὁ πόλεμος γίνεται. Ἂς ἀποσταλῇ λοιπὸν πρέσβυς ὁ ἔχων τὰς πλειοτέρας ἢ τὰς ὀλιγωτέρας ψήφους, ὁ δὲ ἀντίζηλος αὐτοῦ ἂς μένῃ ἄρχων παρ’ ἡμῖν. Ὁ Κυβερνήτης σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν εἶχε πρέσβεις, καὶ ὅτι δὲν σημαίνουν τίποτε οἱ πρέσβεις, ὅταν ἡ Κυβέρνησις δὲν ᾖναι σεβαστή. Εἰς τὴν πατρίδα τοῦ κ. Ῥεβελάκη, ἕνα μῆνα πρὸ τῆς καταστροφῆς τοῦ Κυβερνήτου, ἐστάλη ὁ Κανάρης μὲ δύω μικρότερα πλοῖα, αὐτὸς δὲ ἐπέβαινε κατά τι μεγαλειτέρου· εὗρε δὲ εἰς τὸν λιμένα τῆς νήσου ἐκείνης μίαν φρεγάταν Ἀγγλικήν. Ἐστάλη δὲ εἰς Κέαν ὁ Κανάρης, διὰ νὰ συλλάβῃ δύω ἀντικυβερνητικούς· οὕτω δὲ ἐλέγοντο τότε οἱ ἀντιπολιτευόμενοι. Οἱ ἀντικυβερνητικοὶ αὐτοὶ, ἀφοῦ εἶδον τὰ Ἑλληνικὰ πλοῖα, κατέφυγον εἰς μίαν τῶν Ἄγγλων λέμβον. Ἀλλ’ οἱ ἡμέτεροι τοὺς συνέλαβον καὶ τοὺς ἀπήγαγον· ἐταράχθησαν οἱ Ἄγγλοι καὶ ἐζήτουν ἱκανοποίησιν. Ὁ γέρων Κανάρης ὅμως δὲν ἐνδίδει· διαρκεῖ δὲ ἡ λογομαχία ἀπὸ τοῦ δειλινοῦ μέχρι τοῦ μεσανυκτίου. Μετὰ δὲ ταῦτα διέταξεν ὁ Κανάρης νὰ παραταχθῶσι τὰ πλοῖα ὡς εἰς πόλεμον. Ὁ Θεὸς δὲ νὰ σᾶς φυλάξῃ, ὅταν οἱ Ἕλληνες ἑτοιμάζωνται νὰ πολεμήσουν, ἐκβάλλουν τόσας φωνὰς καὶ κάμνουν τόσην ταραχὴν, ὥστε ὁ Ἄγγλος πλοίαρχος ἐννόησε τὴν σπουδαιότητα τοῦ πράγματος, καὶ ἠναγκάστη αὐτὸς νὰ μᾶς ζητήσῃ συγγνώμην. Ἀλλὰ διὰ τί; Διότι ἔζη ὁ Κυβερνήτης. Μετὰ ἑνὸς δὲ μηνὸς παρέλευσιν, ἤτοι μετὰ τὴν καταστροφὴν τοῦ Κυβερνήτου, ἤμεθα εἰς Ναύπλιον καὶ ἤρχοντο τὰ ξένα πλοῖα καὶ ἠγκυροβόλουν ἐπὶ τῆς ἀγκύρας μας, καὶ μᾶς ἠνάγκαζον νὰ φύγωμεν, ἤτοι μᾶς ἐξύβριζον, διότι ὁ Κυβερνήτης δὲν ὑπῆρχε πλέον. Ἐν ἄλλοις δὲ λόγοις, ἡ Κυβέρνησις ἡ ἰσχυρὰ καὶ σεβαστὴ δὲν ἔχει ἀνάγκην πρεσβειῶν. Περὶ Ἑλλάδος λαλῶ. Ἀλλ’ ἂς ἐπιχειρήσωμεν ἄλλην περιοδείαν μετὰ τὴν μέχρι Εὐρυτανίας περιοδείαν, καὶ ἂς περιτρέξωμεν τὰς Ἀθήνας ἢ τὰ πέριξ αὐτῶν. Ποῖος ἀπὸ σᾶς ἐπεσκέφθη ἀλληλοδιδακτικὸν σχολεῖον; Ἡ ἐκπαίδευσις τοῦ λαοῦ εἶναι οἰκρά. Ὁ λαὸς καὶ ἄρτου χρείαν ἔχει, καὶ ἄλλου τινὸς, ἤτοι ἔχει χρείαν διδασκαλίας. Ἐν ᾧ δὲ εἰς οἰκτροτάτην κατάστασιν εὑρίσκονται τὰ σχολεῖα τὰ δημοτικὰ, τί ζητεῖτε πρεσβείας; Ἀλλ’ ἂς ὑπάγωμεν καὶ εἰς τοὺς στρατῶνας. Εἴδατε στρατῶνα; Καὶ οἱ στρατιῶται οἱ δυστυχεῖς εὑρίσκονται εἰς ἀθλίαν κατάστασιν.
§20ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπατᾶσθε.
§21ΖΩΧΙΟΣ. Νὰ σᾶς ὑποβάλλω εἰς τοῦ Ἕλληνος στρατιώτου τὴν δίαιταν καὶ θὰ ἰδοῦμεν τί θὰ κάμῃς. Ἢ ἐὰν εἶχες τὸν υἱόν σου στρατιώτην καὶ ἔβλεπες αὐτὸν ζῶντα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, θὰ ἐφώναζες μέχρι τρίτου οὐρανοῦ.
§22ΤΙΝΕΣ. Εἶναι ὁ ἴδιος στρατιώτης.
§23ΖΩΧΙΟΣ. Καὶ τρέφονται καλὰ οἱ στρατιῶται;
§24ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Τρώγουν πολὺ καλά.
§25ΖΩΧΙΟΣ. Νὰ σὲ ἀναγκάσουν νὰ ὁδοιπορήσῃς μέχρις ἑνὸς τῶν πέριξ δήμων, καὶ βλέπομεν ἂν σοῦ βαστοῦν τὰ γόνατα.
§26ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Τὴν ἔκαμα ἐγὼ ὁ ἴδιος αὐτὴν τὴν ζωὴν καὶ ἠξεύρω.
§27ΖΩΧΙΟΣ. Ἐπεσκέφθητε τὰς φυλακάς; Εἴδατε τοὺς δυστυχεῖς τοὺς ἐν φυλακῇ; Ἀντὶ νὰ στείλητε πρέσβεις, φροντίσατε περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ λαοῦ, βελτιώσατε τὴν κατάστασιν τοῦ στρατιώτου, καὶ ἂς λέγῃ ὁ συνάδελφός μας ὅ,τι θέλει· φροντίσατε περὶ τῶν ἐν φυλακῇ, καὶ ἀφοῦ ταῦτα πάντα κατορθώσητε, τότε στείλατε καὶ πρέσβεις. Ἔτι ὀλίγα ὑπολείπονται, καὶ τελειώνω. Ἀναγκάζομαι δὲ νὰ προσθέσω κἄτι τι, διότι θέλω νὰ διορθώσω μίαν παραδρομὴν τοῦ ἐντίμου κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ Πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπε χθὲς ὅτι ὁ Κυβερνήτης ἐστάλη εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ νὰ ἀναστήσῃ τὸ καλύβιον τοῦ χωρικοῦ. Δὲν εἶναι ὅμως τοῦτο ἀληθές· ὁ Κυβερνήτης δὲν ἐστάλη, ἀλλ’ ἐκλήθη ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐκλήθη πολλάκις, εἰργάζετο δὲ ὑπὲρ αὐτῆς καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν μένων. Ὁ Κυβερνήτης ἦτο πολὺ ἰσχυρότερος τῶν πρέσβεων ὅλων. Ἐστάλη δὲ τότε ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ἓν τρίκροτον, ὁ δὲ ναύαρχος αὐτοῦ εἶχε λάβει διαταγὴν νὰ μὴν ἔλθῃ εἰς λόγους μετὰ τοῦ Κυβερνήτου, ἀλλὰ νὰ ἀναγκάσῃ αὐτὸν νὰ ἐκκενώσῃ τὴν Κρήτην. Ἦλθε λοιπὸν ὁ Ἄγγλος ναύαρχος καὶ ἔδωκεν εἰς τὸν Κυβερνήτην γεῦμα ἐπὶ τοῦ τρικρότου. Μετὰ δὲ τὸ γεῦμα εἶπε πρὸς αὐτὸν, ἐξωχότατε νὰ ἐκκενώσῃς τὴν Κρήτην· ὁ δὲ Κυβερνήτης ἐζήτει ὑπεκφυγὰς, ἀλλ’ ὁ Ἄγγλος ἐπέμενε λέγων: ἐξοχώτατε νὰ ἐκκενώσῃς τὴν Κρήτην. Τότε ἐννόησεν ὁ Κυβερνήτης ὅτι οἱ Ἄγγλοι εἶχον ἀποφασίσει νὰ καταστείλωσι πᾶν κατὰ τῶν Τούρκων κίνημα. Ἐστάλη λοιπὸν ἡ μοῖρα τοῦ Αἰγαίου διὰ νὰ ὑπάγῃ νὰ λάβῃ τὰ δημόσια ἀρχεῖα ἐκ Γραμπούσης, ἀλλ’ εὗρε καθ’ ὁδὸν τὸν τουρκικὸν στόλον καὶ ἐπέστρεψεν· ἐστάλη δὲ κατόπιν ὁ Κανάρης μὲ ἓν μόνον πλοῖον καὶ εὗρε τὸν τουρκικὸν στόλον, διέσχισεν αὐτὸν, καὶ ἔφθασεν εἰς Γραμπούσαν, καὶ προσεπάθησε νὰ παραδώσῃ αὐτὴν εἰς τοὺς Κρήτας, ἀλλὰ δὲν τὸ κατώρθωσεν. Ἤτοι εἶχε καὶ ὁ Κυβερνήτης τὴν μεγάλην ἰδέαν, ἀλλ’ ἔστελλε πρὸς πραγματοποίησιν αὐτῆς, οὐχὶ τὸν τυχόντα, ἀλλὰ τὸν Κανάρην, ἢ τὸν Μιαούλην. Γνωρίζετε δὲ ὅτι τὸ Μεσολόγγιον χρεωστεῖ τὴν τελευταίαν αὑτοῦ σωτηρίαν εἰς τὸν Μιαούλην. Δύω ἔτι λόγια θὰ εἴπω πρὸς τὸν Μαρδόνιον καὶ θὰ τελειώσω. Μᾶς ἀπέστειλεν ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔγγραφον δι’ οὗ μᾶς λέγει ὅτι ἀπὸ τῆς αὔριον ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1876 εἶναι ἕτοιμος. Ἀπὸ δὲ τῆς αὔριον ἀπεφασίσθη νὰ συνέλθωμεν διὰ νὰ παραδώσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Βουλὴν ἐγκαίρως, ὅπως μείνῃ ἡ εὐθύνη πάσης βραδύτητος εἰς αὐτήν. Πέρυσιν ὅμως ὁ κ. Νικολόπουλος μᾶς εἶπεν ὅτι εἶχε τὸ δημόσιον ἀνάγκην δανείου 26,000,000 καὶ ὅτι ἂν ἐγένετο τὸ δάνειον αὐτὸ, ὅλοι μας οἱ ἐκκρεμεῖς λογαριασμοὶ θὰ ἐλάμβανον πέρας, καὶ ὁ προϋπολογισμὸς θὰ ἦτον εἰς ἐξίσωσιν· ἐγὼ δὲ ἀντέλεγον τότε, ἀλλ’ οἱ ἄλλοι ἐψήφισαν τὰ 26,000,000 καὶ παρεδέχθησαν τὸ δάνειον. Ἤδη ὅμως ἔχομεν χρείαν νέου δανείου 6 ἢ 7,000,000. Περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874 ἠγέρθη ζήτημα ἂν παρουσιάζῃ ἔλλειμμα ἢ οὐ· περὶ δὲ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1875 καὶ αὐτὸς ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς ἐβεβαίωσεν ὅτι παρουσιάζει ἔλλειμμα 4,000,000. Περὶ δὲ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1876 σᾶς λέγουν ὅτι θὰ παρουσιάσῃ ἔλλειμμα μικρόν. Ἐγὼ ὅμως θὰ τὸ ἀποδείξω ὅτι θὰ ἀφήσῃ ἔλλειμμα μέγα. Τουτέστι μετὰ τόσα ἑκατομμύρια δανείων, ἐπικειμένου νέου δανείου πρὸς πλήρωσιν τῶν ἐλλειμμάτων, θέλομεν δάνειον διὰ τὸν σιδηρόδρομον, δάνειον διὰ τὴν ἐκγύμνασιν τῆς νεολαίας, θέλομεν καὶ πρέσβεις.
§28ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν δίδομεν λεπτὸν διὰ τὴν ἐκγύμνασιν.
§29ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν θὰ δανεισθῇ ἡ ἐπιτροπὴ ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὲν θὰ τὰ πληρώσῃ τὸ δημόσιον;
§30ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι.
§31ΖΩΧΙΟΣ. Ἔπειτα ἀπὸ τόσα ἑκατομμύρια τί τοὺς θέλομεν τοὺς πρέσβεις; Μήπως τοὐλάχιστον φροντίζουν αἱ κυβερνήσεις περὶ τῶν δυστυχῶν αὐτῶν ἀνθρώπων τῶν λεγομένων πρέσβεων; Ἔχω φίλον ἕνα ἔμπορον, ὅστις εἶναι φίλος καὶ τοῦ πρωθυπουργοῦ. Αὐτὸς ἦτον ἐπίτροπος ἑνὸς ἐκ τῶν πρέσβεών μας καὶ αὐτὸς ἔστελλεν ἐξ ἰδίων πρὸς τὸν πρέσβυν ὀλίγον χρῆμα, διότι ὁσάκις ἐζήτει τὴν μισθοδοσίαν τοῦ πρέσβεως, εὕρισκε κεκλεισμένην τὴν θύραν τοῦ ταμείου. Ἐὰν ἐπιμένετε νὰ στείλητε πρέσβεις, φροντίσατε τοὐλάχιστον νὰ ᾖναι ἀξιοπρεπεῖς. Ἐπὶ τέλους δὲ, κύριοι ὑπουργοὶ, ἰδοὺ τὶ σᾶς λέγω: Μὴ ῥίπτετε τὸν ὑπὲρ τῶν ὅλων κύβον, διότι ἂν καὶ ἄλλος τις θὰ μετανοήσῃ, πρῶτοι θὰ μετανοήσητε σεῖς, διότι σεῖς ἐξαιρέτως φέρετε τὴν μεγίστην τῶν εὐθυνῶν.
§32ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΣ ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν δύναμαι, κύριοι, νὰ παρακολουθήσω τὸν εὐφυέστατον βουλευτὴν Μέσης εἰς τὴν μεγίστην ἐκδρομὴν, ἣν σήμερον ἔκαμε, διότι φοβοῦμαι μὴ κατασυντριβῶ εἰς τὰς ἀποτόμους ὁδοὺς τῆς Εὐρυτανίας, ἢ μὴ καταστραφῶ εἰς τὰς θεωρίας αὐτοῦ περὶ πλουτοκρατίας καὶ ἀντιπροσωπεύσεως τῶν ἐθνῶν· ἄλλως τε δὲν ἔχω καὶ ἀνάγκην ν’ ἀντιταχθῶ πρὸς τὸν κ. Ζωχιὸν, διότι ὁ κ. Ζωχιὸς σᾶς ὡμολόγησεν, ὅτι εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τῶν πρεσβειῶν.
§33ΖΩΧΙΟΣ. Ἐὰν πρόκηται σεῖς νὰ ὑπάγητε.
§34Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Μὴ ἔρχεσθε εἰς πρόσωπα. — Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμιλήσω ὑπὲρ τῶν πρεσβειῶν, διότι πρὸ εἰκοσιπενταετίας, ἤτοι ἀπὸ τῆς στιγμῆς, ἀφ’ ἧς ἤρχισα νὰ πολιτεύωμαι, ἐν πᾶσι τοῖς Κοινοβουλίοις ἀνέλαβον τὴν ὑπεράσπισιν τῆς ἐξωτερικῆς ἀντιπροσωπεύσεως τῆς Ἑλλάδος. Φρονῶ δὲ, ὅτι πρέπει τέλος πάντων νὰ λυθῇ ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι πρέπει ἔθνός τι εἰς τὰς ἐξωτερικὰς αὐτοῦ σχέσεις νὰ ἔχῃ διαγεγραμμένην πορείαν σπουδαίαν καὶ σοβαράν. Ἐννοεῖτε δὲ, ὅτι τοιαύτη δὲν εἶναι ἡ θέσις ἑνὸς ἔθνους, ὅταν τὸ μὲν ἓν ἔτος ἀνομολογῇ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀντιπροσωπεύσεως αὑτοῦ παρὰ ταῖς ἐξωτερικαῖς Δυνάμεσιν, εἰς ἓν δὲ ἄλλο ἔτος καταστρέφει τὴν ἀντιπροσωπείαν αὑτοῦ. Πρώτιστον λοιπὸν καθῆκον τῆς κυβερνήσεως καὶ τῆς πολιτείας εἶναι νὰ μὴ κατασταθῶμεν ὁ περίγελως τῶν ἐθνῶν· περίγελως δὲ τῶν ἐθνῶν καθιστάμεθα, ὅταν κατὰ τὸ 1873 καταργῶμεν τὰς πρεσβείας, κατὰ τὸ 1874 ἱδρύωμεν καὶ ἀνασυσταίνωμεν αὐτὰς, κατὰ δὲ τὸ 1875 θέλωμεν νὰ τὰς καταργήσωμεν. Πρέπει λοιπὸν, κύριοι, ἅπαξ, ὡς εἶπον, νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ εὑρίσκω καταλληλοτάτην τὴν στιγμὴν ταύτην πρὸς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ἡ συζήτησις ἔλαβε μεγάλην ἔκτασιν, καὶ ἡ Βουλὴ μετὰ τοιαύτην συζήτησιν ὀφείλει νὰ ἐξενέγκῃ τὴν πεφωτισμένην αὑτῆς γνώμην. Πρέπει τέλος πάντων ν’ ἀποφασίσητε, ἐὰν θέλητε, ἡ Ἑλλὰς ν’ ἀντιπροσωπεύηται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἢ δὲν θέλητε. Ἀλλὰ νὰ τὸ εἴπητε, καὶ ὅ,τι εἴπητε νὰ μείνῃ διαρκὲς καὶ ἀδιάσειστον. Οἱ ἀγορεύσαντες κατὰ τῆς συστάσεως τῶν πρεσβειῶν ἐστηρίχθησαν εἰς ἐπιχειρήματα ἱστορικὰ, καὶ εἰς ἐπιχειρήματα οἰκονομίας, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξωσι τὸ περιττὸν τῶν Πρεσβειῶν. Διῆλθον πεντηκονταετῆ βίον τῆς Ἑλλάδος καὶ προσεπάθησαν νὰ καταδείξωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἀποστολὴ τῶν πρέσβεων ὑπῆρξε πάντοτε ματαιοπονία καὶ ματαιοφροσύνη. Παρηκολούθησα μετὰ προσοχῆς τὰς ἀγορεύσεις αὐτῶν καὶ ἰδίως τὴν ἀγόρευσιν τοῦ εὐφραδοῦς ἐκ Καλαβρύτων βουλευτοῦ κ. Πετιμεζᾶ· τὰς παρηκολούθησα δὲ, κύριοι, διότι ἤθελον ἐξ αὐτῶν νὰ πληροφορηθῶ μήπως ἐγὼ ὑποστηρίζων ἐπὶ εἴκοσι καὶ πέντε ὅλα ἔτη τὰς Πρεσβείας ἐπλανώμην καὶ ἤμην ἕτοιμος ν’ ἀνομολογήσω τὴν πλάνην μου. Δυστυχῶς τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἔφεραν, ἀντὶ νὰ διασείσωσι τὴν πεποίθησίν μου συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ τὴν ἐμπεδώσωσι καὶ νὰ τὴν κρατύνωσιν ἔτι μᾶλλον. Θέλω διέλθει τὰ ἱστορικὰ ἐπιχειρήματά των· διότι ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ἐπιχείρημα τῆς οἰκονομίας τὸ ἀποκρούω, τὸ ἀποκρούω δὲ, διότι ὅταν ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ σύστασις τῶν Πρεσβειῶν εἶναι ἀνάγκη τῆς πολιτείας, ὅταν ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ σύστασις τῶν Πρεσβειῶν εἶναι συμφέρον τοῦ ἔθνους, ἡ οἰκονομία 200,000 δραχ. δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Ἠθέλησαν, κύριοι, νὰ σᾶς ἀποδείξωσιν ὅτι αἱ Πρεσβεῖαι ὁσάκις ἐσυστήθησαν παρὰ τῆς Ἑλλάδος, κατ’ οὐδὲν συνετέλεσαν. Ἐγὼ δὲ φρονῶ τὸ ἐναντίον· φρονῶ, ὅτι ἐν Ἑλλάδι, ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως, αἱ πρεσβεῖαι, ἤτοι ἡ ἀντιπροσώπευσις τοῦ ἔθνους εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐθεωρήθη ἀναπόφευκτος ἐθνικὴ ἀνάγκη. Ἀγωνιζομένη ἡ Ἑλλὰς τὸ δεύτερον, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἔτος τοῦ πολυκλαύστου ἀγῶνός της, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πέμψῃ πρέσβεις, ἀλλὰ δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ πέμψῃ τοιούτους. Δὲν ἦτο ἤδη οὐδὲ εἰς τὸ ἄλφα ἡ ἀναγνώρισις τῆς ἀνεξαρτησίας αὐτῆς· ἀνεγνώρισεν ὅμως τὴν ἀνάγκην αὐτὴν καὶ ἀντὶ νὰ πέμψῃ πρέσβεις, ὅπερ δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ, μετεπέμψατο ἱκέτας εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ ἀνέθηκε τὸ ἔργον τοῦτο εἰς τρεῖς τῶν περιφανεστάτων ἀνδρῶν τῆς ἐπαναστάσεως, τὸν Μητροπολίτην Γερμανὸν, τὸν Ἀνδρέαν Μεταξᾶν καὶ τὸν Μαυρομιχάλην. Οἱ ἄνδρες οὗτοι ἀνεδέχθησαν τὸ δυσχερὲς τοῦτο ἔργον, νὰ ὑποστηρίξωσιν ἐν Εὐρώπῃ τὴν ἑλληνικὴν ἐπανάστασιν καὶ ζητήσωσι τὴν συνδρομὴν αὐτῆς. Κατὰ τὸ 1826 ἡ Διοικητικὴ ἐπιτροπὴ, ἥτις προηδρεύετο τότε ὑπὸ τοῦ πατρός μου, ἵδρυσεν ἐν Μελίττῃ τὸ πρῶτον ἑλληνικὸν προξενεῖον, καὶ τότε ἡ φιλελληνικὴ Εὐρώπη ἐπεδοκίμασε τὴν σύστασιν, οὐχὶ πρεσβειῶν, ἀλλ’ ἁπλοῦ προξενείου. Πρὶν τῆς ἐγκαταστάσεως τῆς βασιλείας ἦλθεν ὁ μεγαλόνους Ἰωάννης Καποδίστριας. Σᾶς εἶπον, ὅτι ὁ Κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐθεώρησεν εἰς τὴν περίστασιν ἐκείνην ἀναγκαίαν τὴν σύστασιν τῶν Πρεσβειῶν. Δὲν εἶναι, κύριοι, ἀκριβὲς τοῦτο· δὲν εἶναι σύμφωνον πρὸς τὴν ἱστορίαν. Ὁ μεγαλοφυὴς ἐκεῖνος ἀνὴρ δὲν ἠδύνατο νὰ παραγνωρίσῃ τὴν ἀνάγκην τῆς συστάσεως τῶν Πρεσβειῶν, ἀλλὰ δὲν εἶχε τὸ πρὸς τοῦτο δικαίωμα. Καὶ ὅμως ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας, ἐκτιμῶν τὴν ἀνάγκην τῆς ἀντιπροσωπεύσεως τῆς Ἑλλάδος, εἶχεν ἐν Παρισίοις πράκτορα ἰδιαίτερον διαπεπιστευμένον παρὰ τῷ φιλέλληνι βασιλεῖ τῆς Γαλλίας Καρόλῳ Ιʹ. καὶ ὁ πράκτωρ οὗτος τοῦ Κυβερνήτου ἦτον ὁ Μιχαὴλ Σοῦτσος, ὁ ἀποβαλὼν θρόνον λαμπρότατον ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς πατρίδος. Ὁ Μιχαὴλ Σοῦτσος ἔμενεν ὡς ἰδιαίτερος πράκτωρ τοῦ Κυβερνήτου ἐν Γαλλίᾳ ἐπὶ δύω ἔτη. Δὲν ἦτο λοιπὸν ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν, ὅτι ὁ Κυβερνήτης δὲν ἀνεγνώρισε τὴν ἀνάγκην τῶν Πρεσβειῶν. Ἐλθούσης τῆς νέας βασιλείας, καὶ ἀναγνωρισθείσης τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ἑλλάδος, τὸ πρῶτον ἔργον τῆς Κυβερνήσεως ἦτον ἡ ἀποστολὴ Πρέσβεων εἰς ὅλας τὰς Δυνάμεις καὶ εἰς αὐτὴν ἀκόμη τὴν Ἱσπανίαν, διότι ἔπρεπεν, οὕτως εἰπεῖν, νὰ ἐπισημοποιηθῇ ἐνώπιον τῆς Εὐρώπης ἡ ἀνεξαρτησία τῆς πατρίδος μας. Ἔκτοτε αἱ Πρεσβεῖαι διετηρήθησαν σχεδὸν διαρκεῖς μέχρι τοῦ ἔτους 1843, ἀλλὰ καὶ τότε δὲν κατηργήθησαν. Αἱ σπουδαιόταται περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι τότε ἐπεκράτησαν, ἐπροκάλεσαν τὴν ἀνάκλησιν ἐν Ἑλλάδι δύω ἐπιφανεστάτων ἀνδρῶν τοῦ τόπου, τοῦ Ἀλεξ. Μαυροκορδάτου καὶ τοῦ Ἰωάννου Κωλέττου· μετὰ ταῦτα αἱ Πρεσβεῖαι ἀνεκλήθησαν. Ἀλλ’ ὅταν ἡ δυσμένεια τοῦ λόρδου Παλμεστρῶνος ἔφερεν εἰς τὴν Σαλαμῖνα χιλιοκάνονον στόλον, ἡ πρώτη ἀνάγκη, ἥτις ἐπαρουσιάσθη καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν, ἦτο ἡ ἀποστολὴ Πρέσβεων, διὰ νὰ μεσολαβήσωσιν ὑπὲρ ἡμῶν· καὶ τότε ἀπεστάλησαν δύω κλεινοὶ ἄνδρες, ὁ Σπυρ. Τρικούπης καὶ ὁ Κωνστ. Ζωγράφος, εἰς τὴν Γαλλίαν, καὶ εἰς τὴν Ῥωσσίαν· αἱ Πρεσβεῖαι ἔκτοτε διετηρήθησαν. Ὅστις δὲ θελήσει νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἱστορίαν αὐτοῦ τοῦ τόπου, θέλει πεισθῇ ὅτι, ἐὰν αἱ Πρεσβεῖαι δὲν ἐφάνησαν χρήσιμοι, τὸ λάθος δὲν εἶναι οὔτε τοῦ θεσμοῦ, οὔτε τῶν προσώπων. Δὲν ὠφέλησαν αἱ Πρεσβεῖαι, διότι αἱ Κυβερνήσεις, καὶ ἰδίως ὁ βασιλεὺς Ὄθων, δὲν ἤθελον νὰ ἀκούσωσι τὰς νουθεσίας καὶ τὰς συμβουλὰς τῶν Πρέσβεων. Ἐὰν κατὰ τὸ 1854 ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ βασιλεὺς Ὄθων ἤκουον τὰς συμβουλὰς τοῦ Ἀλεξ. Μαυροκορδάτου Πρέσβεως τότε ἐν Παρισίοις, ἡ κατοχὴ δὲν ἐλάμβανε χώραν. Ὀκτὼ ὅλα ἔτη ὁ Σπυρ. Τρικούπης ἐξ Ἀγγλίας δὲν ἀπέτεινεν ἄλλην νουθεσίαν καὶ ἄλλην συμβουλὴν πρὸς τὸν βασιλέα, εἰμὴ παρώτρυνεν αὐτὸν πρὸς τὴν εἰλικρινῆ ἐφαρμογὴν τοῦ Συντάγματος. Εὑρισκόμενος ἐντὸς κέντρου μεγάλου Κράτους, εἰς συνάφειαν διατελῶν μὲ τοὺς μεγαλειτέρους ἄνδρας τῆς Ἀγγλίας, καὶ τὸ πνεῦμα τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς ἐξετάζων, ἔβλεπεν ὅτι μόνη σωτηρία τοῦ θρόνου ἦτον ἡ εἰλικρινὴς ἐφαρμογὴ τοῦ Συντάγματος, καὶ αἱ ἐλεύθεραι ἐκλογαί· αἱ δὲ ἀφελεῖς, ἀλλὰ δυναταὶ ἐκθέσεις τοῦ Σπυρ. Τρικούπη θέλουσιν μείνει εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς μνημεῖον διαρκὲς τῶν ὑπὲρ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος φρονημάτων τοῦ περικλεοῦς ἀνδρός. Ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθησαν, κύριοι, οἱ Πρέσβεις· καὶ διότι δὲν ἠκούσθησαν, διὰ τοῦτο ὁ θεσμὸς καὶ τὰ πρόσωπα πταίουν; Ἐπῆλθεν ἡ μεταβολὴ τοῦ Ὀκτωβρίου. Ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις ᾐσθάνθη τὴν ἀνάγκην τῆς διατηρήσεως τῶν Πρεσβειῶν, καὶ τὰς διετήρησεν· ἀλλ’ ἦλθεν ἡ Συνέλευσις, καὶ μεταξὺ τῶν ἀποπλανήσεων αὐτῆς ἔπραξε καὶ τὸ κακὸν νὰ καταργήσῃ τὰς πρεσβείας. Αἱ πρεσβεῖαι ἀνεσυστήθησαν κατὰ τὰ 1867, ἐν ὥρᾳ κρισιμωτάτῃ· ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐκείνη ἔπραξεν ἔργον πατριωτικώτατον καὶ συνετώτατον ἱδρύσασα τὰς Πρεσβείας. Ἐν τούτοις κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην σᾶς εἶπον «οἱ πρέσβεις κατώρθωσαν τὴν προσάρτησιν τῆς Κρήτης»; Ὅστις ἀσχολεῖται εἰς τὴν ἀνάγνωσιν εἴτε ἐφημερίδων εἴτε περιοδικῶν συγγραμμάτων ἴσως ἀνέγνωσε τὴν ἀλληλογραφίαν μεταξὺ δύω καγκελαρίων δύω μεγάλων Κρατῶν· ἐξ αὐτῆς δὲ θέλει πληροφορηθῆ, ὅτι ἡ Κρήτη παρ’ ὀλίγον νὰ προσαρτηθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἂν δὲν ἐπήρχετο τὸ ζήτημα τοῦ Λουξεμβούργου. Οἱ πρέσβεις, οἱ ὁποῖοι ἐστάλησαν τότε, δὲν ἦσαν ἐκ τῶν κοινῶν ἐκείνων ἀνδρῶν, καὶ τῶν τσελεπίδων, ὡς λέγει ὁ κ. Ζωχιὸς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐγνώριζον οὔτε νὰ γράψωσιν, οὔτε νὰ ὁμιλήσωσιν· ἦσαν ἄνδρες διακεκριμένοι, καὶ τὸ καθῆκόν των ἔπραξαν· ἐὰν ὅμως δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐμποδίσωσι τὸ ζήτημα τοῦ Λουξεμβούργου νὰ ἀναφυῇ, ἤθελεν εἶσθαι γελοῖον ν’ ἀπαιτήσωμεν παρὰ τῶν πρέσβεων ἡμῶν νὰ μεταβάλωσι τὴν πολιτικὴν τῆς Εὐρώπης. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα αὐτὸ τὸ εἰρωνικὸν μειδίαμα περὶ Κρήτης, τὸ ὁποῖον ἐῤῥίφθη πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, παρ’ ὀλίγον νὰ διαψευσθῇ διὰ τῶν πραγμάτων, ἐὰν δὲν ἀνεφύετο ἐν τῷ μέσῳ τὸ ζήτημα τοῦ Λουξεμβούργου. Οὐδεὶς δὲ ἔχει δικαίωμα, ν’ ἀπαιτήσῃ παρὰ τῶν πρέσβεων τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ κατηγορήσῃ αὐτοὺς ἐπὶ ἀνικανότητι, διότι δὲν ἠδυνήθησαν διὰ τῶν ἐνεργειῶν αὑτῶν νὰ ἐμποδίσωσι τὴν γέννησιν τοῦ ζητήματος τούτου. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀληθὲς, ὅτι οἱ πρέσβεις αὐτοὶ ἦσαν τοσοῦτον κοινοὶ καὶ ἀσήμαντοι ἄνθρωποι, ὥστε οὐδὲν διέπραξαν ὑπὲρ τοῦ ζητήματος τῆς Κρήτης. Ἐξηκολούθησεν ὁ ἀγὼν τῆς Κρήτης. Ὅτε μετεβλήθη ἡ πολιτικὴ τῶν Δυνάμεων ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, οἱ πρέσβεις ἡμῶν δὲν ὤκνησαν νὰ ἀνακοινώσουν τὴν μεταβολὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1868 ἔδιδε πίστιν εἰς τὰς παραστάσεις αὐτῶν, οὔτε Χόβαρτ ἤθελεν ἔλθει εἰς τὴν Σύρον, οὔτε ἠθέλομεν εὑρεθῆ ὑποχρεωμένοι νὰ παραδεχθῶμεν πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον ἐπέβαλεν ἡμῖν ἡ Εὐρώπη· ἀλλὰ δὲν τοὺς ἠκούσαμεν. Λοιπὸν ὁ θεσμὸς τῶν πρεσβειῶν ὑπῆρξε τοσοῦτον ἐπιβλαβής; Καὶ ἐὰν, κύριοι, αἱ Κυβερνήσεις δὲν ἤκουαν οὔτε νουθεσίας, οὔτε παραστάσεις, τί πταίει ὁ θεσμὸς, τὸν ὁποῖον σήμερον θέλετε νὰ καταργήσητε; Τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ θέσις τῶν πρέσβεων τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ὀδυνηρὰν σκηνὴν τοῦ Δηλίου, οἱ πρέσβεις δὲν ἀνεφάνησαν ἀνωφελεῖς· δὲν θέλω ν’ ἀναπτύξω τὴν ἱστορίαν τοῦ Δηλιακοῦ ζητήματος, οὐδὲ τοῦ Λαυριωτικοῦ· ὀφείλω ὅμως νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι εἷς πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος ἐξεφράσθη ἐπὶ τῶν Δηλιακῶν κατὰ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Περὶ τούτου ὡμίλησα ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ περιττὸν νομίζω νὰ ἐπανέλθω εἰς ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν ἤδη εἰς τὴν ἱστορίαν. Ἀλλὰ διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω τὴν χρησιμότητα τῶν πρεσβειῶν δὲν πρέπει νὰ παραλείψω γεγονός τι λίαν σπουδαῖον. Ὅτε κατὰ τὸ 1871 παραιτηθέντος τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἐκλήθην ἐπὶ τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν, εὗρον τὸ Λαυριωτικὸν ζήτημα εἰς θέσιν δυσχερῆ, εἰς θέσιν φλογεράν. Ἐπροτείνετο τότε παρὰ τῶν δύω ἐνδιαφερομένων Δυνάμεων ἡ διαιτησία· τὴν διαιτησίαν, κύριοι, τὴν ἀπέκρουσεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, διότι τὴν ἐθεώρει ἄδικον καὶ προσβάλλουσαν τὴν κυριαρχίαν τοῦ Ἔθνους, καὶ αὐτὸ τὸ δίκαιον τῶν ἐθνῶν. Ἡ ἄρνησις ἠρέθισε τὰς Δυνάμεις, καὶ ἐν τούτοις ἐξ Ἀθηνῶν εἶχεν ἀναγγελθῆ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀπέκρουσε τὴν διαιτησίαν, ἔπραττε τοῦτο λόγῳ δημοκοπίας· ἐγὼ δὲ δὲν ἀπέκρουσα τὴν διαιτησίαν λόγῳ δημοκοπίας, διότι ἐσυνείθισα πάντοτε νὰ μὴ ζητῶ νὰ κρύπτωμαι ὄπισθεν φιλοπατρίας, καὶ νὰ ἐπισύρω τὰ μειδιάματα τοῦ δήμου· μοὶ εἶναι ἀδιάφορα τὰ μειδιάματα ταῦτα· ἐσυνείθισα ν’ ἀκολουθῶ τὰς πεποιθήσεις μου, καὶ τὰς γνώμας μου, καὶ οὐδὲν ἕτερον. Εἴχομεν λοιπὸν ἀποκρούσει τὴν διαιτησίαν, ὄχι λόγῳ δημοκοπίας, ἀλλὰ διότι ἐπείσθημεν, ὅτι ἦτον ἄδικος καὶ ἐναντία τῆς κυριαρχίας τοῦ ἔθνους. Καὶ ἐνῷ ἡμεῖς ἀπεκρούσαμεν τὴν διαιτησίαν, ἐξ Ἀθηνῶν ἐγράφετο ὅτι χρειάζεται ἐπίδειξίς τις, καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶναι ἕτοιμος νὰ ὑποχωρήσῃ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ Λαυρίου. Ἐὰν δὲ δὲν εἴχομεν πρέσβεις, πρὸς οὓς ἔσπευσα νὰ τηλεγραφήσω καὶ διαψεύσω τὰ τοιαῦτα, ἴσως ἡ ἐπίδειξις ἐγίνετο· ἀλλ’ οἱ πρέσβεις ἀνεκοίνωσαν ὅ,τι τηλεγραφικῶς διετάσσοντο νὰ πράξωσι; διετάσσοντο δὲ νὰ εἴπωσιν, ὅτι οὐδεμία ἐπίδειξις θέλει ὑποχρεώσει τὸ Ἑλληνικὸν ὑπουργεῖον ν’ ἀποδεχθῇ τὴν διαιτησίαν. Ἐὰν δὲν εἴχομεν πρέσβεις, τί ἤθελε γείνει; Ἰδοὺ ποίαν σημασίαν εἶχεν ὁ συνετώτατος λόγος τοῦ κ. Τρικούπη εἰπόντος, ὅτι οἱ πρέσβεις τῶν ξένων δυνάμεων, ἄνευ ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, γίνονται ἀνθύπατοι. Δὲν εἶναι τὸ προκείμενον ζήτημα, ζήτημα ἀξιοπρεπείας μόνον τοῦ ἔθνους. Δὲν εἶναι ζήτημα ματαιοφροσύνης τὸ νὰ ἔχῃ ἡ Ἑλλὰς ἀντιπροσωπείαν εἰς τὸ ἐξωτερικόν· τὸ ζήτημα εἶναι ζήτημα συμφέροντος, εἶναι ζήτημα ἀνάγκης τῆς πολιτείας· καὶ ὅταν τὸ ζήτημα ᾖναι τοιοῦτον, ἡ μικρὰ δαπάνη, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει, δὲν πρέπει νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν Βουλὴν κατ’ οὐδένα λόγον. Ἡ Ἑλλὰς ἔχει μέγα συμφέρον νὰ ἔχῃ ἀντιπροσώπους εἰς τὰ κέντρα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀποφασίζεται ἡ τύχη τοῦ κόσμου· εἶναι τοῦτο πραγματικὸν συμφέρον τῆς σημερινῆς Ἑλλάδος, διότι οὐδὲν ἔτος παρέρχεται χωρὶς ν’ ἀναφυῇ ζήτημα ἐνδιαφέρον τὴν πατρίδα μας, καὶ ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἔχομεν πάντοτε ἀνάγκην τῆς ἀρωγῆς τῆς Εὐρώπης. Ἀλλὰ, κύριοι, ἔχομεν ἓν ἕτερον καθῆκον. Ὁλόκληρος ὁ ἀνατολικὸς χριστιανισμὸς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ᾖναι παρὼν εἰς τὰ κέντρα ἐκεῖνα περὶ τῶν ὁποίων σᾶς ὡμίλησα. Μόνη ἡ Ἑλλὰς κατ’ εὐδοκίαν τοῦ Θεοῦ, μόνη ἡ Ἑλλὰς ἐκ τοῦ ἀνατολικοῦ χριστιανισμοῦ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ᾖναι παροῦσα εἰς τὰς μητροπόλεις τῆς Εὐρώπης. Καὶ θέλετε διὰ τοιούτων ἐπιχειρημάτων νὰ στερήσητε τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τοῦ νὰ ᾖναι ἐκεῖ παροῦσα; (εὖγε.) Συλλογισθῆτε, κύριοι, ποίαν ἀναδέχεσθε εὐθύνην, ἐὰν ἀποστερήσητε τὴν Ἑλλάδα, τὴν μόνην ἔχουσαν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἔχῃ ἀντιπροσώπους εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἕνεκα τοῦ εὐτελοῦς ποσοῦ 200,000 δραχμῶν. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ὁ ἄνθρωπος τοῦ πυρὸς καὶ τοῦ σιδήρου, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἀτενίζω μετὰ παλμῶν τῆς καρδίας πρὸς τὸ μέλλον τῆς πατρίδος μας. Τὸ μέλλον δὲ τῆς πατρίδος μας ὀφείλομεν νὰ τὸ προπαρασκευάσωμεν βεβαίως διὰ καλῆς διοικήσεως, καὶ δι’ εὐνομίας· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, ὀφείλομεν νὰ ἤμεθα παρόντες ἐν Εὐρώπῃ. Θέλετε ἀδικήσει οὐχὶ μόνον τὴν Ἑλλάδα ἀποστεροῦντες αὐτὴν τῆς ἀντιπροσωπείας ταύτης, ἀλλὰ θέλετε στερήσει αὐτὸν τὸν ἀνατολικὸν χριστιανισμὸν μεγάλου δικαιώματος καὶ μεγάλου συμφέροντος. Ἰδοὺ, οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους πάντοτε συνηγόρησα, καὶ σήμερον συνηγορῶ, ὑπὲρ τῶν πρεσβειῶν. Ἄς μὴ ζητῶσι δὲ νὰ καταβιβάζωσι τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς ζήτημα προσωπικὸν, εἰς ζήτημα ἰδιοτελείας· οὐδεὶς ἐκ τῶν ἀναδεχθέντων τὴν ὑπεράσπισιν τῶν πρεσβειῶν ἤθελησε νὰ καταβιβάσῃ τὸ ζήτημα ἐκεῖ, ὅπου θέλουν νὰ τὸ ῥίψουν· τὸ ζήτημα ἀνήκει εἰς περιωπὴν ὑψηλοτέραν, εἰς περιωπὴν μεγάλην καὶ ὅλαι αἱ προσπάθειαι, αἱ ὁποῖαι γίνονται, ἵνα τὸ καταῤῥίψωσι δὲν θέλουσι τὸ κατορθώσει. Ἰδοὺ, κύριοι, οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἐθεώρησα ἀναγκαιοτάτην τὴν ὕπαρξιν τῶν πρεσβειῶν, καὶ διὰ τοὺς ὁποίους θεωρῶ ἀπὸ τοῦδε ἀναγκαίαν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Τὸ ζήτημα τῶν γραμματέων, ἡ πίστωσις τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν, ἡ ὁποία ἐνεγράφη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, συνδέονται στενότατα πρὸς τὸ ζήτημα τῆς συστάσεως τῶν Πρεσβειῶν. Αἱ Πρεσβεῖαι ἀληθῶς κατηργήθησαν κατὰ τὴν σύνοδον τοῦ 1873 ὑπὸ τῆς τότε Βουλῆς. Ἀλλ’ ἡ ἀντιπολίτευσις ὁλόκληρος, πρῶτοι, δεύτεροι, τρίτοι, τέταρτοι, πέμπτοι, ἕκτοι, ἐκτὸς ἑνός, ἐψηφοφόρησαν ὑπὲρ τῶν πρεσβειῶν. Ὡμιλήσαμεν ὅλοι ὑπὲρ αὐτῶν, ἀλλ’ ἡττήθημεν· αἱ πρεσβεῖαι κατηργήθησαν· μετὰ ἓν ἔτος ὅμως ἡ θέσις ἡμῶν μετεβλήθη, καὶ ἐξ ἡττημένων ἐγείναμεν νικηταὶ. Ἡ ἀντιπολίτευσις λοιπὸν νικήσασα ἔφερε μεθ’ ἑαυτῆς τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἀνιδρύσεως τῶν Πρεσβειῶν. Δὲν κατηγορῶ τὸν κ. Βούλγαρην κατ’ ἀρχὴν, διότι ἀνίδρυσε τὰς πρεσβείας. Ποίαν εἶχε διάνοιαν, ποῖαι ἦσαν αἱ πλάγιαι σκέψεις του, δὲν ὀφείλω νὰ τὸ ἐξετάσω· ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ τότε πρωθυπουργὸς ἀνιδρύων τὰς πρεσβείας ἔπραττε συμφώνως πρὸς τὴν δεδηλωμένην θέλησιν τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ ἀντιπολίτευσις, ἐκτὸς τοῦ κ. Ζωχιοῦ, ἅπασα εἶχε συνηγορήσει, εἶχε συζητήσει, εἶχε ψηφίσει ὑπὲρ τῶν Πρεσβειῶν. Ὁ κ. Βούλγαρης λοιπὸν συμφώνως πρὸς τὴν θέλησιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἵδρυσε τὰς Πρεσβείας. Καὶ τοσοῦτον ἤμην ὑπὲρ τῶν Πρεσβειῶν, ὥστε πέρυσι κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 29 Νοεμβρίου, ἤτοι τὴν παραμονὴν τῆς 30 συνηγόρησα ὑπὲρ τῆς πιστώσεως, καὶ ἤθελον ψηφοφορήσει ὑπὲρ αὐτῆς. Δὲν τὸ κρύπτω, κύριοι, φοβούμενος ἐπίκρισιν, διότι ὁ λόγος μου εἶναι ἐγγεγραμμένος ἐν τοῖς στενογραφήμασιν. Ἦλθεν ὁ κ. Τρικούπης. Ὁ κ. Τρικούπης εὑρέθη εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ δαπανήσῃ ἄνευ προϋπολογισμοῦ, δεικνύων δὲ μεγίστην εὐλάβειαν πρὸς τὸ Σύνταγμα ἀπεφάσισε νὰ δαπανήσῃ ἐπὶ τῇ βάσει προϋπολογισμοῦ ἐγκεκριμένου ὑπὸ τῆς Βουλῆς, δηλ. ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1873. Ὅταν ὁ κ. Τρικούπης ἀπεφάσισε τοῦτο, δὲν ἠθέλησε, καί τοι ὢν ὑπὲρ τῶν Πρεσβειῶν, νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην νὰ διατηρήσῃ τοὺς Πρέσβεις, καὶ οὐχὶ διότι ἡ κοινὴ γνώμη εἶχεν ἐξεγερθῆ κατὰ τῶν πρεσβειῶν, καθόσον τὸ ἔθνος διὰ τῶν ἀντιπροσώπων του ἐξεφράσθη μὲν κατὰ τῶν πρεσβειῶν κατὰ τὸ 1873, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἶχε παραιτηθῆ, καὶ ἀνήρχετο ἡ ἀντιπολίτευσις, ἡ ὁποία ὑπεστήριζε τὰς πρεσβείας. Δὲν εἶχε λοιπὸν ἐξεγερθῆ τὸ ἔθνος κατὰ τῶν πρεσβειῶν, ὅτε ἤρχοντο ἐπὶ τὰ κοινὰ οἱ ὑπερασπίσαντες αὐτάς. Ἀλλ’ ὁ κ. Τρικούπης δὲν ἠθέλησε νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῆς πληρωμῆς τῶν πρεσβειῶν, διότι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1873, τὸν ὁποῖον τὸ ὑπουργεῖον τῆς 27 Ἀπριλίου ἐλάμβανεν ὡς βάσιν τῶν δαπανῶν, δὲν ὑπῆρχεν ἐγγεγραμμένη ἡ πίστωσις περὶ αὐτῶν. Τί ἐνόμισεν ὁ κ. Τρικούπης καλὸν νὰ πράξῃ; Νὰ ἀνακαλέσῃ τοὺς πρέσβεις; Ἀλλ’ ὢν ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῶν πρεσβειῶν δὲν ἠθέλησεν νὰ διαῤῥήξῃ τὴν συνέχειαν τοῦ θεσμοῦ τούτου, ἀλλὰ διατήρησε τοὺς γραμματεῖς, τοὺς διατήρησεν ὅμως ὑπὸ τὸν ὅρον, νὰ μὴ τοὺς πληρώσῃ, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ θελήσῃ νὰ δώσῃ τὴν πίστωσιν. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὴν πολιτικὴν ἰδιοτέλειαν, ἥτις ὑπηγόρευσε τὸ μέτρον τοῦτο εἰς τὸν κ. Τρικούπην. Ἐὰν πολιτικὴ ἰδιοτέλεια καλῆται ἡ προσπάθεια τῆς ὑπερισχύσεως τῆς γνώμης πολιτευομένου τινὸς, ἐπὶ πολιτικῇ ἰδιοτελείᾳ ἠδυνάμεθα νὰ κατηγορηθῶμεν ὅλοι, διότι ὅλοι ἐδῶ ἐπιδιώκωμεν διὰ τῆς συζητήσεως τὴν ἐπιτυχίαν καὶ τὴν ἐπικράτησιν τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν ἰδεῶν μας. Οὐδεμίαν λοιπὸν ἰδιοτέλειαν, ἐν πεποιθήσει τὸ λέγω, ἀνεῦρον εἰς τοῦ κ. Τρικούπη τὸ μέτρον. Ἐπαναλαμβάνω ταῦτα ὄχι διότι συνέπεσεν σήμερον ἡ γνώμη μου μετὰ τῆς γνώμης τοῦ κ. Τρικούπη, ἀλλὰ διότι πάντοτε ὡμίλησα καὶ ἔγραψα ὅτι ὑπὸ εὐλαβείας πρὸς τὰ κείμενα τὸ ὑπουργεῖον τῆς 27 Ἀπριλίου ἔλαβεν ὡς βάσιν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1873. Ὁ κ. Τρικούπης, ὢν ὑπὲρ τῶν πρεσβειῶν, δὲν ἠθέλησε νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῆς πληρωμῆς αὐτῶν· μὴ θελήσας δὲ νὰ ζητήσῃ παρ’ ἡμῶν bill d’ indemnitè, ἤτοι ἀμνηστείαν, δὲν ἐπλήρωσεν, ἀλλ’ ἐζήτησε διὰ τῆς διαμονῆς τῶν γραμματέων νὰ ἐξακολουθήσῃ ὁ θεσμὸς τῶν πρεσβειῶν, ἕως οὗ ἔλθῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἀποφασίσῃ ὁριστικῶς περὶ τούτου. Οἱ γραμματεῖς προσεφέρθησαν νὰ ὑπηρετήσωσιν ἀμισθί, καὶ βεβαίως ἔπραξαν τοῦτο, διότι εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἡ Βουλὴ νὰ ἀφήσῃ ὑπαλλήλους, ὑπηρετήσαντας τὴν Ἐπικράτειαν, ἄνευ ἀντιμισθίας· εἶναι δὲ δικαιότατον νὰ ἐπιψηφίσητε τὴν ἀποζημίωσιν τῶν γραμματέων, ὄχι μόνον ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις ἀναλαβοῦσα τὴν ἐξουσίαν ἀπεφάσισε νὰ διατηρήσῃ αὐτούς, ἀλλ’ εἶναι δίκαιον νὰ πληρωθῶσιν ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν διετήρησαν τὰς θέσεις αὐτῶν. Αὕτη, κύριοι, εἶναι ἡ γνώμη μου περί τε τῶν πρεσβειῶν καὶ περὶ τῆς πιστώσεως, περὶ τῶν δύο αὐτῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τρεῖς ὅλας ἡμέρας ἀπασχολοῦσιν ἡμᾶς. Σήμερον πρέπει, νομίζω, νὰ λύσῃ ἡ Βουλὴ τὸ ζήτημα τῶν πρεσβειῶν. Πρέπει νὰ τὸ λύσῃ, διότι συζήτησις τόσον ἐκτεταμένη, δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ διὰ τὸ ποσὸν τῶν 84,000 δραχμῶν, ὅσα ζητοῦνται διὰ τὴν μισθοδοσίαν τῶν Γραμματέων· ἡ συζήτησις ἀπέβλεπε κυρίως εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀντιπροσωπεύσεως τοῦ ἔθνους εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Τὴν γνώμην μου σᾶς ἐξέφρασα εἰλικρινῶς. Μή, κύριοι, θελήσετε νὰ στερήσετε τὴν Ἑλλάδα δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει, διότι δὲν θέλετε ἀδικήσει μόνον τὴν πατρίδα ἡμῶν, ἀλλὰ θέλετε ἀδικήσει ὅλον τὸν κατὰ τὴν Ἀνατολὴν χριστιανισμόν (εὖγε). Ἐνταῦθα παραλείπεται ἀγόρευσίς τις τοῦ κ. Σ. Πετιμεζᾶ, καθὸ ληφθεῖσα παρ’ αὐτοῦ πρὸς διόρθωσιν καὶ μὴ ἐπιστραφεῖσα.
§35ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄν ἤμην πολέμιος τοῦ καθεστῶτος ἤδη ὑπουργείου· ἐὰν ἐφρόνουν ὅτι ὤφειλον εἰς τὴν πατρίδα μου νὰ καταβάλω τὰς προσπαθείας μου καὶ διὰ τοῦ λόγου καὶ διὰ τῆς ψήφου ὅπως κατορθώσω νὰ παρασύρω τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Κοινοβουλίου ἵνα ἐκφρασθῇ κατ’ αὐτοῦ καὶ ἐπιτύχω νὰ ἀπαλλαγῇ ὁ τόπος ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ὑπουργείου τούτου· καὶ ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον προσήρχετο εἰς τὴν Βουλὴν καὶ προέβαλεν ὡς ζήτημα Κυβερνητικὸν, μετὰ τοῦ ὁποίου συνέδεε τὴν ὕπαρξίν του ἐν τῇ ἀρχῇ, τὸ ζήτημα τῶν πρέσβεων, ἤθελον εὑρεθῆ, κύριοι, εἰς δυσχερῆ θέσιν. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἤθελον γνωρίζει, ὅτι, ψηφοφορῶν κατὰ τοῦ ζητήματος τοῦ ὑπουργείου, καὶ ἀρνούμενος εἰς αὐτὸ τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ συστήσῃ τὰς πρεσβείας, ἤθελον συντελέσει νὰ πέσῃ τὸ ὑπουργεῖον· ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἤθελον γνωρίζει ὅτι οὕτω πολιτευόμενος ἤθελον ἀρνηθῆ τὰ διδάγματα τῆς ἱστορίας καὶ τὴν ἀλήθειαν τῆς ἐπιστήμης. Καὶ ἐπειδὴ εἰς ὁποίαν δήποτε τάξιν πολιτικὴν καὶ ἂν ἀνήκῃ τις, μέλος τοῦ Κοινοβουλίου τυγχάνων, οὐδέποτε δικαιοῦται νὰ ἀπομακρύνηται ἀπὸ τῆς ἀληθείας, ἤθελον ἀναγκασθῆ νὰ ἐγκαταλείψω πρὸς καιρὸν τὴν πανοπλίαν μου, καί, μεθιστάμενος ἀπὸ τῶν τάξεων τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἤθελον ἀναγκασθῆ νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ ὑπουργείου. Δὲν ἤθελεν εἶσθαι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῶ ἐνώπιον τοῦ σώματος, ἤθελον διστάσει μάλιστα νὰ τὸ πράξω, ἐνθυμούμενος ὅτι οἱ ἰσχυρισμοί μου οὗτοι ἤθελον λάβει καὶ ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τὴν δημοσιότητα τὴν ὁποίαν λαμβάνουσιν αἱ συζητήσεις· δὲν ἤθελεν εἶσθαι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι δύναται ἓν ἔθνος αὐτόνομον νὰ ὑπάρξῃ χωρὶς νὰ ἀντιπροσωπεύηται ἐν ταῖς μεγάλαις μητροπόλεσι τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς Δύσεως. Αἱ Κυβερνήσεις τῶν ἐθνῶν ἔχουσι καθῆκον νὰ προνοῶσι περὶ τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως τοῦ τόπου, ἔχουσι καθῆκον νὰ φροντίζωσι περὶ τῆς οἰκονομικῆς προόδου καὶ ἀναπτύξεως αὐτοῦ, ἀλλ’ ἔχουσιν ἐπίσης καθῆκον νὰ προνοῶσι καὶ περὶ τῶν καθολικῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους, καί, ἵνα κατορθώσωσι νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των τοῦτο ἀσφαλῶς, πρέπει νὰ συναρμολογῶσι τὰ καθολικὰ ταῦτα συμφέροντα πρὸς τὰ τῶν ἄλλων ἐθνῶν. Κανὲν ἔθνος δὲν δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἤθελε προτιμήσει νὰ ζῇ εἰς τοιαύτην ἀπομόνωσιν, ὥστε νὰ μὴν ἔχῃ ἀνάγκην νὰ μάθῃ τὰς γνώμας καὶ τὰ φρονήματα τῶν ἄλλων ἐθνῶν, περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον ταῦτα τὰ ἄλλα ἔθνη νομίζουσιν ὅτι πρέπει νὰ συντηρῶνται τὰ καθολικὰ ταῦτα συμφέροντά του. Ὅσον ἰσχυρὸν καὶ κραταιὸν καὶ ἐὰν ᾖναι ἓν ἔθνος, πρέπει νὰ πληροφορῆται πῶς σκέπτονται, καὶ πῶς φρονοῦσιν οἱ λαοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐκτὸς αὐτοῦ ὑπάρχουσι, καὶ ἐὰν ᾖναι ἀσθενέστεροι αὐτοῦ, καὶ ἐὰν δὲν ἔχωσι τὴν ἰσχὺν, τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος τοῦτο εἶναι περιβεβλημένον. Τὰ ἔθνη δὲν δύνανται νὰ καταντήσωσιν ὡς οἱ ἐρημῖται τῶν ὀρέων, οἱ ὁποῖοι δὲν φροντίζουσιν ἢ περὶ τῆς ἀτομικῆς αὑτῶν ὑπάρξεως, καὶ οἱ ὁποῖοι τὰς ἐλπίδας ὅλας συγκεντρόνουσιν εἰς τὴν θείαν πρόνοιαν. Καὶ ἂν ἔθνος τι ἐκτὸς τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ φροντίζῃ περὶ τῆς ἐσωτερικῆς τάξεως καὶ εὐημερίας αὑτοῦ, περὶ τῆς οἰκονομικῆς βελτιώσεως καὶ ἀναπτύξεως αὑτοῦ, ἔχῃ καὶ ἕτερον καθῆκον, νὰ μὴ λησμονῇ τὰ συμφέροντα τὰ ὁποῖα αἱ ἱστορικαὶ παραδόσεις του ἐνέδειξαν εἰς αὐτὸ καὶ διετήρησαν ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεάν· ἂν ἔχῃ τὸ καθῆκον νὰ μὴν ἀρνῆται τὰς συμπαθείας του πρὸς ἐκείνους, μετὰ τῶν ὁποίων ἡ ἱστορία συνέδεσεν αὐτὸ καὶ οἱ κοινοὶ ἀγῶνες τὸ διετήρησαν ἀναπόσπαστον, νομίζω, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι παράλειψις οὐσιωδεστάτου καθήκοντος, ἴσως πολὺ οὐσιωδεστέρου ἀπὸ τὴν φροντίδα τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως, νὰ ἀπομονωθῇ καὶ νὰ μείνῃ κεχωρισμένον ἀπὸ πάσης συγκοινωνίας. Οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Κυβερνήσεων, οἱ παρὰ ταῖς ξέναις αὐλαῖς διατελοῦντες, δὲν εἶναι ἐκεῖνοι παρὰ τῶν ὁποίων δύνανται αἱ Κυβερνήσεις καὶ τὰ ἔθνη νὰ προσδοκῶσιν ἀπὸ ἀσθενῶν νὰ γένωνται κραταιὰ, καὶ ἀπὸ ἀόπλων ὡπλισμένα· δὲν εἶναι ἐκεῖνοι, παρὰ τῶν ὁποίων δικαιοῦνται νὰ ἀξιῶσι νὰ λύωσιν ὅλα τὰ ζητήματα κατ’ εὐχὴν τῶν ἐθνῶν, καὶ νὰ ἐκπληρῶσι τοὺς πόθους αὐτῶν. Οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Κυβερνήσεων παρὰ ταῖς ξέναις αὐλαῖς ἄλλα ἔχουσι καθήκοντα· τὸ καθῆκον νὰ πληροφορῶσι τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῶν φρονημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν αἱ Κυβερνήσεις, παρ’ αἷς διατελοῦσιν, ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ὑπὸ συζήτησιν· αἱ δὲ Κυβερνήσεις των πληροφορούμεναι καὶ μανθάνουσαι τὰ πολιτικὰ ταῦτα φρονήματα, τὰ ἐκτὸς ἑαυτῶν ἐπικρατοῦντα, θέλουσι συναρμολογεῖ τὴν πολιτικήν των οὕτως ὥστε νὰ δύνανται νὰ ἐπωφελῶνται ἀπὸ αὐτὴν, καὶ νὰ δύνανται νὰ συναρμολογῶσι τὴν πορείαν των πρὸς τὸν τελικὸν σκοπόν, ὑπὲρ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ ὁποίου ἐκλήθησαν νὰ μεριμνῶσιν. Εἰς ὁποιασδήποτε οἰκονομικὰς περιστάσεις, εἰς ὁποιασδήποτε ἐσωτερικὰς δυσχερείας καὶ ἂν εὑρέθησαν τὰ ἔθνη, ἡ ἱστορία δὲν καταδεικνύει εἰς ἡμᾶς παράδειγμά τι ὅτι, ἕνεκα τῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν ἢ τῶν ἐσωτερικῶν τούτων περιπετειῶν, ἠναγκάσθησαν νὰ μείνωσιν ἄνευ ἀντιπροσώπων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν ἡ διπλωματικὴ ὑπηρεσία συνέστη καὶ ἐμορφώθη ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν μεγάλης γυναικὸς, ἡ ὁποία πρὸ τριακοσίων χρόνων ἐκυβέρνησε τὴν Γαλλίαν, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ connetable de Montmerency, μέχρι τῆς ἐποχῆς τῶν ἡμερῶν μας, δὲν ὑπάρχει παράδειγμα, λέγω, ἀπομονώσεως καὶ τοιούτου ἀποχωρισμοῦ τῶν ἐθνῶν. Ἡ Γαλλία, ἡ ὁποία σήμερον κατέχει τοσοῦτον μεγάλην θέσιν, καὶ ἡ ὁποία εἶναι Κράτος τόσον μέγα, ἡ Γαλλία πρὸ τριακοσίων ἐτῶν εὑρίσκετο ἐν τῷ μέσῳ μεγίστων δυσχερειῶν· ὁ Ἑῤῥῖκος Γʹ. ὁ ὁποῖος ἐκάθητο ἐπὶ τοῦ θρόνου αὐτῆς, ἐσωτερικῶς μὲν ἔβλεπε τὸν ἀδελφὸν αὑτοῦ Δοῦκα d'Alençon νὰ δραπετεύσῃ ἀπὸ τὴν αὐλὴν καὶ νὰ τίθηται ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ἐπαναστατῶν, τὸν συγγενῆ του δὲ βασιλέα τῆς Ναβάρας ἔχοντα ἀνυψωμένην τὴν σημαίαν τοῦ ἐμφυλίου πολέμου, καὶ ὑπεκκαίοντα τὰς θρησκευτικὰς διχοστασίας τοῦ ἔθνους· μόλις δ’ ἀνέπνεε μικρὸν, ἀνευρίσκων μικρὰν ἀνακούφισιν ἐν τῇ συνθήκῃ τοῦ Bergerac. Ἐξωτερικῶς δὲ διετέλει ἐν μεγίστῃ ἀμηχανίᾳ, μετὰ ἀλλεπαλλήλους ἀποτυχίας καὶ ἐν τῷ μέσῳ ποικίλων περιπλοκῶν. Ὁ αὐτοκράτωρ Μαξιμιλιανὸς Βʹ. εἶχεν ἀποθάνει, διεδέχετο δ’ αὐτὸν ἐπὶ τοῦ θρόνου τῆς αὐτοκρατορίας ὁ Ῥοδόλφος Βʹ· ἀλλ’ ὁ ἀδελφὸς τοῦ νέου αὐτοκράτορος ἐδραπέτευε καὶ μετέβαινεν εἰς τὰς Κάτω χώρας, ἔνθα ἐτίθετο ἐπὶ κεφαλῆς τῶν κατὰ τῆς Ἱσπανικῆς κυριαρχίας, ἀσκουμένης διὰ τοῦ περιφήμου Don Juan d'Antriche, ἐγειρομένων ἐπαναστατῶν· πρὸς ὑποστήριξιν δὲ τοῦ ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ἐπαναστατῶν τούτων τεθέντος Ἀρχιδουκὸς Ματθία, μέγας ἠγείρετο ἐν Γενούῃ ἐνθουσιασμός, ἕνεκα τοῦ ὁποίου καὶ χρηματικαὶ ἐγίνοντο ἐκεῖ συνεισφοραὶ, καὶ στρατολογίαι ἐνεργοῦντο. Καὶ ὁ Βασιλεὺς τῆς Γαλλίας, ὁ Ἑῤῥῖκος Γʹ. δὲν εἶχεν οὐδὲ λεπτὸν ἐν τῷ ταμείῳ· ἠναγκάζετο δὲ νὰ ἀποστέλλῃ τοὺς ἀδάμαντας τῆς οἰκογενείας του εἰς τοὺς τραπεζικοὺς οἴκους τῆς Ἑνετίας καὶ τῆς Γενούης καὶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ νὰ κρούῃ τὰς θύρας αὐτῶν τε καὶ τῶν Ἀρμενίων ἵνα εὕρῃ νὰ δανεισθῇ χρήματα. Δὲν διενοήθη ὅμως ν’ ἀφήσῃ τὴν χώραν του ἄνευ ἀντιπροσώπων, οὐδὲ ἀνεκάλεσεν ἀπὸ τῆς Βενετίας τὸν πρέσβυν του Ferrier, ἢ ἀπὸ τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὸν ἐπίσκοπον D'Acys ἢ τὸν De Lisle. Καὶ κατ’ αὐτὸ τὸ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας τελεσθὲν ἐκπληκτικὸν γεγονὸς, καὶ κατὰ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἰταλίας, τῆς ὁποίας τὴν δόξαν ἀπονέμετε εἰς τὸ μικρὸν Πεδεμόντιον, νομίζετε ὅτι ἦτο δυνατὸν μόνη ἡ στρατιωτικὴ παρασκευὴ τοῦ Πεδεμοντίου καὶ αἱ ἀρεταὶ τοῦ Βασιλέως αὐτοῦ νὰ συντελέσωσι τὸ μέγα ἔργον, τὸ ὁποῖον χαίνοντες προσβλέπομεν καὶ θαυμάζομεν; Νομίζετε ὅτι τὸ ἁπλοῦν καὶ κεχωρισμένον συμβεβηκός, ὅτι τὸ Πεδεμόντιον μετέσχε τῆς ἐκστρατείας τῆς Κριμαίας μετὰ τῶν ἄλλων Δυνάμεων, ὅτι τοῦτο καὶ μόνον ἤρκεσε νὰ διαθέσῃ τὴν Εὐρώπην ὅλην, νὰ διαθέσῃ τὴν Γαλλίαν καὶ τὰς ἑτέρας Δυνάμεις ὑπὲρ τοῦ Πεδεμοντίου, ὅπως διευκολύνωσι τὴν πραγματίωσιν τῆς ἑνώσεως τῆς Ἰταλίας; Ὅσῳ μακρόθεν καὶ ἂν ἐξετάζωμεν τὸ πρᾶγμα, ὅσῳ καὶ ἂν δὲν δυνάμεθα νὰ εἰσδύσωμεν εἰς τὰς ποικίλας πλοκὰς, τὰς ὁποίας αἱ κυβερνήσεις τῶν ἐθνῶν, καὶ αἱ ἰδιαίτεραι περιστάσεις αὐτῶν περικαλύπτουσιν, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι καὶ ἡ ἐσωτερικὴ κατάστασις τοῦ μικροῦ ἐκείνου βασιλείου δὲν ἦτο τοσοῦτον ὁμαλὴ ὅσον τὴν φανταζόμεθα, ἀλλὰ περιεβάλλετο μετὰ πολλῶν δυσχερειῶν. Καὶ ἂν δὲν κατωρθοῦτο προηγουμένως διὰ τῶν ἀτρύτων κόπων ἐκείνων, οἵτινες ἀντεπροσώπευον ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ τὸ Πεδεμόντιον, ἂν δὲν κατωρθοῦτο νὰ συμβιβασθῶσι τὰ συμφέροντα τὰ Ἰταλικὰ μετὰ τῶν μεγάλων συμφερόντων ἄλλων μεγάλων ἐπικρατειῶν, βεβαίως ἤθελε μείνει τὸ Πεδεμόντιον κεχωρισμένον, καὶ αἱ προσπάθειαι αὐτοῦ ἤθελον ματαιωθῆ, καὶ ἄνευ τῆς συνδρομῆς ἐκείνων δὲν ἤθελε κατασταθῆ δυνατὸν νὰ φθάσῃ ἐκεῖ ὅπου ἔφθασε. Σέβομαι τὰς πεποιθήσεις ἑκάστου τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, οὐδὲ δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι σκοπῶ νὰ ἐπικρίνω τὰς πεποιθήσεις τινὸς, διακηρύσσων ὅτι φρονῶ, ὅτι ἡ ἀντιπροσώπευσις τῶν ἐθνῶν καὶ μάλιστα ἡ τῆς Ἑλλάδος εἶναι τοσοῦτον ἀναπόφευκτος καὶ ἀναγκαία ὅσον εἶναι καὶ τὸ κυβερνᾶν καὶ τὸ διοικεῖν ἐσωτερικῶς τὸν τόπον. Οὐδὲ νομίζω ὅτι δύναμαι νὰ ἐπηρεασθῶ εἰς τὴν πεποίθησίν μου ταύτην ἀπὸ τὰ κατὰ μέρος συμβεβηκότα, τῶν ὁποίων ἐμνημόνευσαν ἐντεῦθεν πολλοὶ τῶν ἐντίμων συναδέλφων, οἵτινες ἠγόρευσαν. Ἂν συνέβη εἴτε εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἴτε ἀλλαχοῦ, ἀντιπρόσωποί τινες νὰ μὴ ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των, ἢ ἂν συνέβη νὰ ἐξεπλήρωσαν αὐτὸ ἀτελῶς, ἢ καὶ ἂν συνέβη, ὅπερ δὲν πιστεύω, ἀντιπρόσωποί τινες νὰ ἐπρόδωκαν τὸ καθῆκόν των, παραδείγματα τοιαῦτα δὲν δύνανται νὰ ἀναιρέσωσι τὸν γενικὸν κανόνα, δὲν δύνανται νὰ ἀναιρέσωσι τὴν ὁμολογουμένην ἀνάγκην πάσης Ἐπικρατείας τοῦ ν’ ἀντιπροσωπεύηται ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Καὶ ἂν πρέσβεις ἢ ἀπεσταλμένοι ἐδείχθησαν ἀνίκανοι νὰ ἐκπληρώσωσι τὴν μεγάλην ἀποστολήν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον, μὴ τάχα δὲν συνέβη καὶ ἐπὶ τῆς ἕδρας τῶν ὑπουργῶν νὰ καθήσωσιν ἐπίσης ἀνίκανοι ἵνα ἐκπληρώσωσι τὸ μέγα καθῆκον, ὅπερ ἀνέλαβον; Δὲν συνέβη νὰ γένωνται ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἄνδρες, μὴ δυνάμενοι νὰ ἀντιπροσωπεύσωσιν, οὐδὲ ἐν αὐτῇ τῇ χώρᾳ τῆς Ἑλλάδος, τὴν πατρίδα, γενόμενοι δὲ αἴτιοι ἀτοπημάτων καὶ ὕβρεων; Δὲν θέλω νὰ μνημονεύσω οὐδενός· ἀλλ’ ἐγὼ αὐτὸς συνήντησά ποτε ἐν προθαλάμῳ κυρίου τινὸς ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, περιμένοντα νὰ ἴδῃ τὸν κύριον τῆς οἰκίας, φέροντα δὲ ὅλα τὰ ἐμβλήματα τῆς στολῆς, τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ φέρῃ ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως. Καὶ ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος ἐνόμιζεν, ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ ἴδῃ καὶ ἐπισκεφθῇ οὕτω πως τὸν κύριον τῆς οἰκίας ἐκείνης. Ἡ ἱστορία τοῦ δημοσίου βίου τῆς πατρίδος μας ἐπὶ τῶν πρεσβειῶν εἶναι ἀληθῶς ἀνώμαλος. Οἱ πρῶτοι χρόνοι αὐτῆς συνδέονται ἀληθῶς μὲ τὴν ποίησιν τοῦ ἔθνους· ὅλοι ἡμεῖς, ὅταν ἔχωμεν ἀνάγκην νὰ ἀντλήσωμεν παραδείγματα ἐκ τῆς ἱστορίας, προσφεύγομεν συνήθως εἰς τοὺς πρώτους ἐκείνους χρόνους, οἱ ὁποῖοι ἐπλήρουν τοὺς συγχρόνους ἐλπίδων, καὶ καθ’ οὓς ἀνέπνεε μικρὸν τὸ ἀγωνιζόμενον ἔθνος μετὰ ἑπταετῆ πόλεμον. Ἤκουσα προσφυγὰς γενομένας εἰς τοὺς χρόνους ἐκείνους, τοὺς πρὸ τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου, αἱ δὲ προσφυγαὶ αὗται ἐγένοντο ἑκατέρωθεν καὶ ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠγόρευσαν κατὰ τῶν πρεσβειῶν, καὶ ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠγόρευσαν ὑπὲρ αὐτῶν. Ἂς μοὶ συγχωρήσωσιν οἱ ἑκατέρωθεν ἔντιμοι φίλοι μου μεταξὺ τῶν ὁποίων περὶ ἑνὸς ἔχω βελτίστην ὑπόληψιν, ἂς μὴ συγχωρήσωσι νὰ εἴπω ὅτι ἡ προσφυγή των δὲν ἦτο προσφυγή. Ἡ ἱστορία τῶν χρόνων ἐκείνων δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ἵνα ἀποδείξῃ τὴν ἀλήθειαν τοῦ ἰσχυρισμοῦ των, οὐδὲ ἵνα πολεμήσῃ αὐτήν. Τὸ ἔθνος τότε δὲν ὑπῆρχε. Δρὰξ ἀνθρώπων ἐνόπλων μόνον ὑπῆρχεν, οἱ ὁποῖοι μόλις κατέθηκαν τὰ ὅπλα καὶ οἱ ὁποῖοι πρὸ παντὸς εἶχον ἀνάγκην νὰ φάγωσιν εἴτε νὰ καλύψωσι τὴν γυμνότητα τοῦ σώματός των. Ἦτο πράγματι μεγαλόφρων ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε τὴν δυσχερεστάτην ἐντολὴν νὰ κυβερνήσῃ τὸν τόπον κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους· καὶ οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ διαλάθῃ αὐτὸν, ὅτι ἄνευ ὡρισμένης καὶ εἰδικῆς ἀνάγκης δὲν ἤθελε πράξει πρᾶξιν ἀνωτέραν τῆς ἐπικρίσεως, ἐὰν ἐπλήρου τὴν Εὐρώπην δι’ ἀντιπροσώπων ἐκείνου τοῦ ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἂν περιορισθῆτε εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ μετὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους σχηματισθέντος ἑλληνικοῦ Βασιλείου, θέλετε εὑρεῖ ὅτι εἰς μίαν μόνην ἐποχὴν ἐπὶ τῆς πρώτης δυναστείας ἡ Ἑλλὰς δὲν ἀντεπροσωπεύθη ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ· ἡ δ’ ἐποχὴ αὕτη εἶναι ἀπὸ τοῦ 1843 μέχρι τοῦ 1850. Καὶ πρὸ τοῦ 1843 ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἀντιπροσώπους παρὰ ταῖς μεγάλαις Δυνάμεσι, καὶ μετὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ 1850. Καὶ δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία εἴς τινα ἢ ἀπορία, διὰ τὶ κατὰ τὸ 1843 ἡ Ἑλλὰς ἔμεινεν ἄνευ ἀντιπροσώπων. Τότε ἐτελεῖτο ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν μεγίστη μεταβολή· ἡ μεταβολὴ δ’ ἐκείνη ἐθεωρεῖτο παρὰ πάντων καὶ ἐκρίνετο ὡς ἐκπλήρωσις τῶν ἀρχικῶν πόθων τοῦ ἔθνους. Οἱ συνταγματικοὶ ἡμῶν θεσμοὶ ἐδόθησαν τότε ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ἔθνους, ὑπ’ αὐτῆς τῆς Συνελεύσεως, ἥτις ὑπὸ τῆς θελήσεως τοῦ ἔθνους συνεκαλέσθη. Ἀλλ’ ἡ πρώτη ἐφαρμογὴ τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν ἐν Ἑλλάδι εἶχεν ἀνάγκην τῶν μεγαλειτέρων καὶ ἱκανωτέρων πολιτῶν· διὸ πάντες οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος κατέλιπον τὰς θέσεις των καὶ ἦλθον ἐνταῦθα, ἵνα ἀγωνισθῶσι τὸν καλὸν ἀγῶνα τῆς ἐφαρμογῆς τῶν θεσμῶν, ὅπως διευκολύνωσιν ἔργον, τοῦ ὁποίου ἡ ἀποτυχία περὶ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν ἤθελε διαψεύσει τοὺς ἐθνικοὺς πόθους, καὶ ἤθελεν ἀποδώσει δικαιοσύνην εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἀνθίσταντο εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν. Μόνον μετὰ τὸ 1862 ὑπῆρξαν ἀλλεπάλληλοι μεταβολαὶ τῶν γνωμῶν τῶν ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ζῇ εἷς ἔντιμος συμπολίτης ἡμῶν, εἰς τὸν πατριωτισμὸν τοῦ ὁποίου εἶχον πεποίθησιν, δὲν πρέπει ἴσως νὰ εἴπω ὅτι ἐτελέσθη παρ’ αὐτοῦ τὸ σφάλμα τῆς ἀνακλήσεως κατὰ τὰ 1863 τῶν πρέσβεων ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς. Οἱ διαδεχθέντες αὐτὸν ἐπέμειναν νὰ μὴ ἀποστείλωσιν εἰς τὰς μεγάλας μητροπόλεις τῆς Εὐρώπης ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη τοῦ 1867 ἐπῆλθεν ἀδυσώπητος, καὶ ἠνάγκασε τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νὰ ἀναπληρώσῃ τὴν ἔλλειψιν, ἣν οἱ προκάτοχοι αὐτῆς εἶχον κάμει. Ἀλλ’ οἱ τὰς πρεσβείας τότε συστήσαντες καὶ οἱ ἀποσταλέντες πρέσβεις κατὰ τί ὠφέλησαν τὸν ἀγῶνα, ἢ κατὰ τί εὐκόλυναν τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος, τὴν ὁποίαν αὕτη ἀπέναντι τοῦ ἀγῶνος εἶχεν ἀναλάβει; Πολλὰ ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεως ταύτης πρέπει νὰ σπουδάσῃ τις καὶ νὰ μελετήσῃ, ὅπως σχηματίσῃ ἀσφαλῆ γνώμην. Ἄλλοι ἀπέδωκαν τὴν ἀτυχῆ ἔκβασιν τοῦ ἀγῶνος ἐκείνου εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Λουξεμβούργου, ἄλλοι εἰς πολλὰς καὶ διαφόρους αἰτίας· νομίζω ὅμως ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διῆλθον διὰ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐνέκυψαν εἰς τὴν μελέτην τῶν συνεννοήσεων, εἰς τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εὑρίσκετο μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, νομίζω ὅτι ἐκεῖνοι δύνανται ν’ ἀνεύρωσι τὸν μίτον, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ τοὺς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν λύσιν τῶν ἀμφιβολιῶν των τούτων. Καὶ ἂν τροπὴ ἀπροσδόκητος τῶν πολιτικῶν πραγμάτων τῆς Εὐρώπης δὲν ἐπήρχετο λίαν ὀψὲ, δὲν ἤθελε σήμερον ὑπάρχει τὸ παράδειγμα τοῦτο πρὸς ὄφελος ἐκείνων, οἵτινες ἠγόρευσαν ἵνα σᾶς πείσωσι νὰ μὴ ἐγκρίνητε τὴν σύστασιν τῶν πρεσβειῶν. Αὕτη εἶναι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν πάντοτε ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν μου διεδήλωσα, ὁσάκις ὑπῆρξα μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ὁσάκις ἤμην ἰδιώτης· τὴν γνώμην ταύτην ἐνόμισα, ὅτι ὀφείλω νὰ δηλώσω καὶ πρὸς ὑμᾶς, καὶ ἐπιμείνω εἰς ταύτην, διότι ἐσχημάτισα αὐτὴν μετὰ ὥριμον μελέτην. Ὀφείλω δὲ νὰ ἐπιμείνω εἰς ταύτην, καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐγκαταλείψω τὴν πολιτικὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἀπέναντι τοῦ ὑπουργείου ἤθελον ἔχει· ὥστε, καὶ ἂν ἤμην πολέμιος τοῦ καθεστῶτος ὑπουργείου, ἤθελον ψηφίσει ὑπὲρ τῶν πρεσβειῶν. Ἀλλ’ ἐὰν ἤμην φίλος τοῦ καθεστῶτος ὑπουργείου, καὶ τὸ ὑπουργεῖον προσήρχετο εἰς τὴν Βουλὴν καὶ προέβαλε ἄλλο ζήτημα πολιτικόν· ἐὰν ἔλεγεν εἰς τὴν Βουλὴν «ἐγὼ συνδέω τὴν ὕπαρξίν μου μετὰ τοῦ ζητήματος τῶν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι περιελήφθησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1875», ἤθελον εὑρεθῆ ἐπίσης εἰς δυσχερεστάτην θέσιν. Ἤθελον τῷ εἰπεῖ, ὅτι ἔχω πλήρη πεποίθησιν εἰς τὸν πατριωτισμόν σου, ὅτι ἔχω ἀκλόνητον πεποίθησιν, ὅτι σὺ καὶ μόνον σὺ δύνασαι νὰ κυβερνᾷς καλλίτερον παντὸς ἄλλου τὸν τόπον, ἀλλὰ μὴ θέλῃς νὰ συνδέσῃς τὴν ὕπαρξίν σου μετὰ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ γνώμη ὅλων εἶναι ἐκπεφρασμένη, καὶ ἐκπεφρασμένη καὶ ἡ ἐμὴ, ὄχι μόνον ὡς γνώμη ἰδιώτου, ἀλλὰ καὶ ὡς μέλους τοῦ σώματος τούτου. Ἤθελον παρακαλέσει τὸ ὑπουργεῖον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ χωρίσῃ τὰ ζητήματα, νὰ μὴ συνδέσῃ δύω πράγματα διακεκριμένα ἀπ’ ἀλλήλων. Καὶ ἂν νομίζῃ, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν πιστώσεων τοῦ 1875 δύναται νὰ θεωρηθῇ προδικάζον τὸ ζήτημα τῆς συστάσεως τῶν πρεσβειῶν, ἤθελον τὸ παρακαλέσει νὰ ζητήσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἀπὸ τοῦδε, ἂν θέλῃ νὰ συστήσῃ τὰς πρεσβείας· ἤθελον ὅμως ἐπιμείνει νὰ παρακαλῶ αὐτὸ νὰ χωρίσῃ τὰ δύω ἀπ’ ἀλλήλων διακεκριμένα ζητήματα. Τὸ ζήτημα τῶν πιστώσεων τοῦ 1875 δὲν εἶναι ζήτημα οἰκονομικὸν, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα πολιτικόν. Κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ 1874, ὅτε αἱ πρεσβεῖαι συνιστῶντο ἐκ νέου ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, δὲν ἤμην ἐν τῷ ἐνεργῷ βίῳ, ἤμην ἰδιώτης κεκλεισμένος ἐν τῷ γραφείῳ μου. Ἐκεῖνοι ὅμως οἵτινες ἦσαν ἐνεργοὶ ἔσπευσαν νὰ ἐκφέρωσι τὴν γνώμην των, νὰ ἐπικρίνωσι τὴν πρᾶξιν ἐκείνην, καὶ νὰ τὴν χαρακτηρίσωσιν ὡς τολμηρὰν ἀντικατάστασιν τῆς θελήσεως τοῦ Κοινοβουλίου διὰ τῆς ἰδίας τῶν κυβερνώντων θελήσεως. Καὶ ὅταν τὰ πράγματα προεχώρησαν, ὅταν συμβεβηκότα ἐν τῇ πολιτικῇ μεταγενέστερα συνετάρασσον τὸ δημόσιον φρόνημα, καὶ ἕκαστος τῶν ἐνεργῶν τότε πολιτευομένων ἐνόμιζεν, ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ σπεύσῃ διὰ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἁρμονικὴν ἐξομάλυνσιν τῶν δυσχερειῶν ἐκείνων, τότε ἐπῆλθεν ἀνάγκη μεγαλειτέρα, ἡ ἀνάγκη, ἵνα τρία μεγάλα πολιτικὰ κόμματα ἐγκαταλείψωσι καὶ παρίδωσι τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα διέκρινον ἕκαστον αὐτῶν ἀπ’ ἀλλήλων, καὶ συμπράξωσι πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς εἰρηνικῆς ἐξομαλύνσεως τῶν δυσχερειῶν. Ἕκαστος τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων ἐκείνων καὶ ὅλοι ὁμοῦ εἶχον τὴν αὐτὴν γνώμην, καὶ διεδήλωσαν τὸ αὐτὸ φρόνημα ἐπὶ τῆς συστάσεως ἐκείνης τῶν πρεσβειῶν. Ἂν μοὶ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνακαλέσω εἰς τὴν μνήμην σας μίαν μόνην περίοδον τοῦ λόγου, τὸν ὁποῖον ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσολογγίου βουλευτής, ὁ ὁποῖος πρὸ δύω μηνῶν κατέλιπε τὴν Κυβέρνησιν, ἀπήγγειλεν ὑμῖν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸς ὑμᾶς, ἠθέλετε ἴσως ἐνθυμηθῆ ποῖαι ἦσαν αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας ἡ ἀντιπολίτευσις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἶχεν ἐπὶ τῆς συστάσεως ἐκείνης τῶν πρεσβειῶν, ποῖαι δὲ εἶναι αἱ κρίσεις τὰς ὁποίας ἐξεδήλου ἐπὶ τῶν συμβεβηκότων τοῦ χρόνου ἐκείνου ὁ πρὸ δύω μηνῶν πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, (ἀναγινώσκει τὴν περίοδον τοῦ λόγου τοῦ κ. Τρικούπη, ἔχουσαν οὕτω). «Τὸ δὲ παράδειγμα, ὅπερ εἶχε δώσει ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις, τῆς ἀποστολῆς πρέσβεων, ἐν ᾧ ἡ Βουλὴ τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ ἡγεμόνος εἶχεν ἀποφασίσει τὴν κατάργησιν τῶν πρεσβειῶν, τῆς ἀνασυστάσεως τῶν πρεσβειῶν παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ ἔθνους, καὶ τῆς πληρωμῆς αὐτῶν, ἐλλειπούσης πιστώσεως, ἔπρεπε τὸ παράδειγμα τοῦτο νὰ καταστραφῇ, καὶ πρὸς τοῦτο ἔπρεπε νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι, ἐὰν Κυβέρνησις προβαίνῃ εἰς τοιαύτας ἀποφάσεις, ἐὰν εὑρίσκωνται πρόσωπα δεχόμενα θέσιν, οὕτω παρανόμως παρεχομένην εἰς αὐτοὺς, καταπίπτει ἀμέσως ἐπ’ αὐτῶν ὁ πέλεκυς, εὐθὺς ὡς ἐπέλθῃ μεταβολὴ καταστάσεως πραγμάτων. Ἑπομένως οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἐδιστάσαμεν νὰ ἀνακαλέσωμεν τοὺς πρέσβεις, προέβημεν δ’ εἰς τὴν ἀπόλυσιν αὐτῶν ἄνευ οὐδενὸς ἐνδοιασμοῦ, οὐδεμιᾶς ἐπιφυλάξεως, καὶ ἀποσχόντες παντὸς μέτρου, δι’ οὗ ἠδύνατο νὰ κολασθῇ, ὅτι ἡ πρᾶξις ἡμῶν αὕτη ἤθελεν ἔχει τὸ ἀπότομον. Ἀπ’ ἐναντίας, ἠθελήσαμεν νὰ ἐπέλθῃ κατ’ ἐκείνων, οἵτινες παρέβησαν τὸν νόμον, τιμωρία ἠθικὴ καὶ ὑλικὴ, διότι φρονοῦμεν κτλ.» Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι, ὅταν ἰδιώτης κατὰ τὸ 1874 ἐθεώμην μακρόθεν τὰ γιγνόμενα καὶ ἔκρινα ἐπ’ αὐτῶν, σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν εἶχον οὐδὲ κατὰ κεραίαν διάφορον γνώμην τῆς γνώμης, ἣν σᾶς ἐξεδήλωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ πρὸ μικοῦ σᾶς ἀνέγνωσα, ὁ κ. Τρικούπης. Ἡ γνώμη αὕτη δὲν ἦτο μόνον τοῦ κυρίου Τρικούπου· ἦτο γνώμη τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὅλης, διότι, ἂν πρέπῃ νὰ δίδωμεν πίστιν εἰς τὰς πολιτικὰς γνώμας, τὰς ὁποίας διερμηνεύουσιν αἱ ἐφημερίδες αἱ ὁποῖαι θεωροῦνται, ὅτι ἀντιπροσωπεύουσι τὰ κόμματα ταῦτα ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, εἰς ὅλα τὰ φύλλα ταῦτα ἀνεγίνωσκον τὰς αὐτὰς κρίσεις καὶ ἔβλεπον τὰς αὐτὰς γνώμας. Ὁ κ. Τρικούπης λοιπὸν τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον ἔλαβε, τὸ ἔλαβε διὰ νὰ ἐκτελέσῃ τὸν πόθον καὶ τὴν γνώμην τῆς ἀντιπολιτεύσεως· ὁ πόθος δὲ οὗτος τῆς ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἔτεινε νὰ ἀνορθώσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ τόπου, ἀλλ’ ἔτεινε νὰ διδάξῃ τοὺς κυβερνῶντας, ὅτι πρέπει νὰ σέβωνται τὸ πολίτευμα. Καὶ πράγματι, κύριοι, ἐν τῇ πράξει ἐκείνῃ τῆς συστάσεως τῶν πρεσβειῶν, ὅσον καὶ ἂν εἶμαι ὑπὲρ τῶν πρεσβειῶν, καὶ ὅσον καὶ ἂν ἠθέλησεν ὁ φίλος μου ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴς νὰ δικαιολογήσῃ ἢ νὰ παραστήσῃ αὐτὴν ἠπιώτερον, ἐν τῇ πράξει ἐκείνῃ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης εὗρον πλήρη περιφρόνησιν τοῦ Κοινοβουλίου. Εἶχεν ἀληθῶς ἀφαιρέσει τὴν πίστωσιν τῶν πρεσβειῶν ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1873, καὶ ἐν τῇ Βουλῇ τοῦ 1873 ὑπῆρξαν βουλευταὶ προτείναντες νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1873 ἡ πίστωσις τῶν πρεσβειῶν· μεταξὺ δὲ τῶν προτεινάντων καὶ συνηγορησάντων ὑπὲρ τῆς πιστώσεως ἤμην καὶ ἐγώ. Ἡ πλειονοψηφία τοῦ Κοινοβουλίου ὅμως δὲν μᾶς ἤκουσε, καὶ ἀπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1873 ἡ πίστωσις εἶχε διαγραφῆ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1874 ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εὑρέθη ἐν μειοψηφίᾳ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, καὶ ὅτι ἡ δυσμενὴς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην πλειοψηφία τοῦ Κοινοβουλίου ἠδύνατο νὰ ἐνθαῤῥύνῃ τινὰ διὰ νὰ ἐλπίσῃ, ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι προϋπολογισμῷ τοῦ 1874 ἤθελεν ἡ Βουλὴ συναινέσει νὰ περιληφθῇ ἡ πίστωσις τῶν πρεσβειῶν. Ἀλλ’ ὅλα ταῦτα ἦσαν εἰκασίαι, αἱ ὁποῖαι δὲν περιεῖχον εἰμὴ ἐνδεικτικὴν προαίρεσιν, αἱ ὁποῖαι δὲν ἠδύναντο νὰ χαλαρώσωσι παντάπασι τὰς ὑποχρεώσεις τῶν κυβερνώντων ἀπὸ τοῦ νὰ ἀκούσωσι καὶ νὰ ἐρωτήσωσι τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν· ἦσαν μάλιστα κἄτι τι περισσότερον, διότι, ὅταν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐζήτησε τὴν πρώτην πίστωσιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶχε προβάλει ὡς προσθήκην τὴν πίστωσιν τῶν πρεσβειῶν, τότε ἐζήτησα ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δηλώσῃ, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874 προταθείσας προσθήκας πρὶν ἢ ἐγκρίνῃ αὐτὰς ἡ Βουλή, ὁ δὲ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὡμολόγησε καὶ ἔδωκε τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην πρὸς τὴν Βουλήν.
§36ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε μίαν διόρθωσιν; Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι, ὅτε ἐζητήθη ἡ πίστωσις εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου 1874, ἴση μὲ τὸ δωδεκατημόριον δι’ ἕκαστον μῆνα τοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ ὑπὸ τοῦ προκατόχου ὑπουργείου, ὑμεῖς ἐκάματε αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, καὶ ἐγὼ σᾶς ἀπήντησα ὅπως κατὰ ταύτην τὴν στιγμὴν ἐκθέτετε· ἀλλὰ μετὰ ταῦτα ὑπεβλήθη ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη συμπληρωματικὸς προϋπολογισμὸς εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ λέγων μετὰ ταῦτα ἐννοῶ μετὰ τὴν πίστωσιν, ἥτις ἐζητήθη διὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον. Ἐν τῷ συμπληρωματικῷ ἐκείνῳ προϋπολογισμῷ περιελήφθη καὶ ἡ δαπάνη διὰ τὰς πρεσβείας· ὅταν δὲ ἐζητήθη ἑτέρα πίστωσις διὰ τὰς δαπάνας τοῦ μηνὸς Μαρτίου, περὶ τὰ τέλη τοῦ μηνὸς ἐκείνου, διότι ἡ Βουλὴ δὲν εἶχεν ἐνασχοληθῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοιαύτη δήλωσις οὔτε ἐκ μέρους ὑμῶν, οὔτε ἐκ μέρους ἄλλου τινὸς ἐγένετο. Ἐξ ἐναντίας, διὰ τῆς πιστώσεως τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησεν εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874, ὑπενοεῖτο καὶ ἡ δαπάνη τῶν πρεσβειῶν, διότι ἐζητήθη πίστωσις διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ μηνὸς ἴση μὲ τὸ δωδεκατημόριον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Παρατηρεῖτε λοιπὸν ὅτι ἡ δήλωσις ἐγένετο πρὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκ μέρους ἡμῶν, ἐν τῷ ὁποίῳ περιελαμβάνετο καὶ ἡ δαπάνη τῶν πρέσβεων.
§37ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἠκούσατε πάντες τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔδωκεν ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος. Διϊσχυρίζεται ὅτι ἡ διαβεβαίωσις τὴν ὁποίαν ἔδωκε κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤθελε προβῆ εἰς τὰς προσθήκας τὰς ὁποίας ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1874 περιεῖχεν, ὅτι ἡ διαβεβαίωσις ἐκείνη δὲν ἴσχυε διὰ δύω λόγους· ά) διότι ἡ προσθήκη τῶν πρεσβειῶν προετάθη μετὰ τοῦτο, καὶ β) διότι δὲν ἐζητήθη ἡ διαβεβαίωσις αὕτη πάλιν καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἐζητήθη καὶ ἐχορηγήθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ δευτέρα πίστωσις, οὔτε ἀπὸ ἐμὲ, οὔτε ἀπὸ ἄλλον τινά· νομίζω, ὅτι πιστῶς διηρμήνευσα τὴν ἀπάντησίν του. Ἐγὼ λοιπὸν ἐφρόνουν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1874 ὄχι μόνον ἔπρεπε νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν σύστασιν τῶν πρεσβειῶν, πρὶν ἢ ἀκούσῃ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, καὶ πρὶν ἢ λάβῃ παρ’ αὐτῆς τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν, ἀλλὰ καὶ ὤφειλε ῥητῶς νὰ ἀπόσχῃ, διότι ἡ σύστασις τῶν πρεσβειῶν περιείχετο εἰς τὰς προσθήκας διὰ τὰς ὁποίας εἶχε δώσει ὑπόσχεσιν νὰ μὴ τὰς ἐφαρμόσῃ πρὶν δώσῃ πίστωσιν ἡ Βουλή. Καὶ τοῦτο ἦτο τὸ φρόνημα καὶ τῶν τριῶν πολιτικῶν κομμάτων, τὰ ὁποῖα ἀπετέλουν τὴν ἀντιπολίτευσιν, καὶ τοῦτο ἦτο καὶ τὸ φρόνημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Τρικούπης εἶχεν ὡς πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τῆς σχηματισθείσης τὴν 27 Ἀπριλίου. Δὲν πιστεύω ποτέ τις τῶν πολιτευομένων νὰ νομίζῃ ὅτι εἶναι δυνατόν, ἂν δὲν ἐπίστευον σπουδαίως, καὶ ἂν δὲν ἐσχημάτιζον μεμελετημένως γνώμην ἀλάνθαστον ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ τούτου ζητήματος, ὅτι ἦτον συγκεχωρημένον νὰ ἰδιοποιῶνται ὡς ἰδίαν γνώμην τὰς γνώμας τὰς ἐκτὸς ἑαυτῶν, τὰς γνώμας τοῦ δημοσίου φρονήματος· διότι τὸ δημόσιον ἔχει τοιαύτην ἀξίωσιν, δὲν πιστεύω οὐδεὶς τῶν πολιτευομένων νὰ νομίζῃ, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἰδιοποιῆται τὴν γνώμην τοῦ δημοσίου φρονήματος, καί τοι πεπλανημένην. Ἐξ ἐναντίας φρονῶ καθῆκον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πολιτεύονται ἐν τοῖς πρώτοις τῆς ἐπικρατείας, ἂν τὸ δημόσιον φρόνημα πλανᾶται, νὰ ἔρχωνται ἐγκαίρως νὰ χειραγωγῶσιν αὐτὸ, καὶ νὰ τὸ ἀπομακρύνωσιν ἀπὸ τὴν πεπλανημένην ὁδὸν εἰς τὴν ὁποίαν πεπλανημέναι σκέψεις τὸ ἔτρεψαν. Ὅταν ὅμως δὲν πράττωσιν τοῦτο, ὅταν αὐτοὶ ἰδιοποιῶνται τὴν γνώμην ταύτην τῶν πολλῶν, ἔχω δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ πιστεύσω ἀδιστάκτως, ὅτι αὕτη ἡ γνώμη εἶναι ἰδική των, ὅτι ἐμελέτησαν καὶ ἐβασάνισαν αὐτὴν, καὶ ὅτι ἐσχημάτισαν ἀκλόνητον πεποίθησιν περὶ τῆς ἀληθείας αὐτῆς. Ὁ κύριος Τρικούπης, ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζω τί κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐφρόνει, ὅταν ὅμως ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα, ἔδειξεν ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον οἱ ἄλλοι πολιτευόμενοι ἐφρόνουν, αὐτὸ ἐφρόνει καὶ αὐτὸς, καὶ ὅτι συνεβάδιζε μετὰ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἡ λοιπὴ ἀντιπολίτευσις ἐπὶ τοῦ συμβεβηκότος ἐκείνου εἶχε διαδηλώσει, καὶ διὰ τοῦτο προέβη εἰς τὴν ἀνάκλησιν τῶν πρέσβεων. Συγχωρήσατέ μοι ὅμως, κύριοι, ἐν μικρᾷ παρεκβάσει νὰ σᾶς ἐξηγήσω ποῖον ἔχω φρόνημα περὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς 27 Ἀπριλίου. Ἐνδέχεται νὰ μὴ ἐνδιαφέρηταί τις ἐξ ὑμῶν περὶ τούτου· ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς πράξεως τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν πρεσβειῶν, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ μὴ σᾶς ἀποκρύψω τὸ καθόλου φρόνημά μου ἐπ’ αὐτῆς. Εἶναι ἐνδεχόμενον τὸ φρόνημά μου τοῦτο νὰ μὴ τὸ ἔχῃ ἡ μεγάλη πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ θέλει μοὶ συγχωρήσει νὰ ἔχω ἴδιον φρόνημα· τοῦτο δ’ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς βασάνου, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τῶν πράξεων ἔκαμα. Νομίζω, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῆς 27 Ἀπριλίου ἐξεπλήρωσεν ἐντίμως καὶ εἰλικρινῶς τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀναλάβει. Δὲν συνεμερίσθην τὸ φρόνημα ἐκείνων, οἵτινες καὶ ὅταν τὸ ὑπουργεῖον ἐσχηματίσθη ἐπέκριναν τὴν γέννεσιν αὐτοῦ, καὶ ὅταν τὸ ὑπουργεῖον προέβη εἰς πράξεις ἀπεδοκίμασαν τὰς πράξεις αὐτοῦ. Ἐξ ἐναντίας, νομίζω ὅτι, ἂν τὸ ὑπουργεῖον εἶχε μίαν καὶ μόνην ἀποστολὴν, τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, νομίζω ὅτι τὴν ἀποστολὴν ταύτην ἐξετέλεσεν εὐσυνειδήτως· καὶ ἂν ἐνιαχοῦ συμβεβηκότα σποραδικὰ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις δύνανται νὰ μοὶ προταθῶσι πρὸς ἀναίρεσιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου, παρακαλῶ τοὺς προτείνοντας τὰ συμβεβηκότα ταῦτα νὰ πεισθῶσιν ὅτι ταῦτα ἀποτελοῦσιν ἐξαίρεσιν, ἡ ὁποία ἐνδεχόμενον νὰ ᾖναι ἐν ἀγνοίᾳ τῶν κυβερνητῶν τοῦ Ἀπριλίου. Ἀλλὰ, καίτοι ἔχων φρόνημα τοιοῦτον, θέλει μοὶ συγχωρήσει ὁ κ. Τρικούπης νὰ κρίνω, ὅτι ἡ ἐνέργειά του ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν πρεσβειῶν δὲν ἦτον οὐδὲ πλήρης, οὐδὲ τελεία. Ἐὰν ὑπῆρχεν ἀνάγκη πολιτειακὴ, νὰ διδαχθῶμεν ὅλοι ὅτι πρέπει νὰ σεβώμεθα τὸ πολίτευμα, νὰ διδαχθῶσιν οἱ κυβερνῶντες ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραβαίνωσι τοὺς θεσμοὺς τοῦ Κράτους, νὰ διδαχθῶμεν ἡμεῖς αὐτοὶ οἱ πολιτευόμενοι, ὅτι, καὶ ὅταν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἀποδεχώμεθά τι, πρέπει προηγουμένως νὰ ἔχωμεν τὴν πεποίθησιν ὅτι ἔχομεν νόμιμον δικαίωμα νὰ τὸ ἀποδεχθῶμεν, τότε εὑρίσκω ὀρθὴν τὴν γνώμην τοῦ κ. Τρικούπη, ὅτι ἔπρεπε νὰ μὴν ἀρκεσθῇ εἰς τὴν ποινικὴν εὐθύνην τῶν ὑπουργῶν, οἵτινες ἐδαπάνησαν ἄνευ τῆς γνώμης τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλ’ ὅτι ἀπῃτεῖτο προσέτι καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες λαμβάνουσι, νὰ φροντίζωσι προηγουμένως νὰ πείθωνται ἂν λαμβάνωσιν αὐτὸ νομίμως. Κρίνω ὅτι ἡ θεωρία αὕτη εἶναι ὀρθοτάτη, καὶ τὴν ἀσπάζομαι· ἀλλ’ ἡ θεωρία τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης νομίζω, ὅτι δὲν ἐφηρμόσθη καθ’ ὅλα ἐντελῶς, οὐδὲ καθ’ ὅλα πλήρης· ἐπίσης νομίζω, ὅτι τὸ μέσον σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠκολούθησεν ὡς πρὸς τὴν διατήρησιν ἢ μὴ τῶν πρεσβειῶν, ὅτι τὸ μέσον σύστημα δὲν ἀνταποκρίνεται ἐντελῶς εἰς τὴν ἀκεραιότητα τῆς θεωρίας, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Τρικούπης ἐδήλωσεν ἐνταῦθα. Τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν πρέσβεις μετεδόθη ἀπὸ τοῦ 1853 εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν· ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασκηθῇ, ὅταν δὲν παρεχωρήθησαν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία δύναται νὰ δώσῃ· ἑπομένως ἐὰν ὑπῆρχεν ἐλάττωμα εἰς τὸν διορισμὸν τῶν πρέσβεων, τὸ ἐλάτωμα τοῦτο ὑπῆρχεν οὐ μόνον γενικὸν ἐπὶ τοῦ διορισμοῦ ὅλων τῶν πρέσβεων, ἀλλὰ ὡσαύτως καὶ ἐπὶ τοῦ διορισμοῦ τῶν γραμματέων. Ἤθελεν εἶσθαι ἠκρωτηριασμένη ἡ ἐφαρμογὴ τῆς θεωρίας τῆς Κυβερνήσεως τῆς 27 Ἀπριλίου, ἐὰν περιωρίζετο ἐπὶ τῶν ἀρχηγῶν τῶν πρεσβειῶν, καὶ οὐχὶ ἐπὶ τούτων ὅλων, καὶ ἔπειτα ἐσταμάτα καὶ ἐνώπιον τῶν γραμματέων τῶν πρεσβειῶν. Ἡ ἐρώτησις, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης τοῦ κ. Τρικούπη, ὁ κ. Δηληγεώργης, ἀπηύθυνε πρὸς τὸν κ. Τρικούπην κατερχόμενον τοῦ βήματος, καὶ ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὸν κ. Δηληγεώργην, μοὶ φαίνεται ὅτι διαφωτίζουσι κἄπως τὸ σκοτεινὸν μέρος τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Ὁ κ. Τρικούπης σᾶς εἶχεν εἰπεῖ, ὅτι εὑρέθη ἐν τῷ μέσῳ δύω δυσκολιῶν· νὰ συντηρήσῃ τὰς πρεσβείας; ἀλλὰ τότε ἤθελεν ὑποβάλει τὸ δημόσιον εἰς δαπάνην ἄνευ πιστώσεως, καὶ ἤθελε πράξει παράβασιν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς κατέκρινε· νὰ καταργήσῃ τὰς πρεσβείας; ἀλλὰ τότε ἐπήρχοντο δύω κακά· τὸ πρῶτον κακὸν ἦτο, ὅτι ἐπαρουσιάζετο εὐμετάβολος ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλλάδος, τοτὲ μὲν συνιστώσης τοτὲ δὲ καταργούσης τὰς πρεσβείας, καὶ τοῦτο ἤθελε νὰ τὸ ἀποφύγῃ· ἐκτὸς δὲ τούτου, προσέτι διότι ἡ κατάργησις τῶν πρεσβειῶν ἤθελε θεωρηθῇ ὅτι ἐπηρεάζει τὸ κύριον ζήτημα τῆς ὑπάρξεως τῶν πρεσβειῶν. Ἀλλ’ οὐδεὶς τῶν λόγων τούτων μοὶ φαίνεται ἰσχυρός· ὁ πρῶτος λόγος, διότι, καὶ νῦν ὅτε δὲν κατήργησε τὰς πρεσβείας, ἀλλὰ διετήρησε τοὺς γραμματεῖς τῶν πρεσβειῶν, οὐδ’ ἐφήρμοσε τὴν ἑαυτοῦ θεωρίαν ἐφ’ ὅλων τῶν πρέσβεων, ἠναγκάσθη νὰ κάμῃ προφορικὰς ἀνακοινώσεις εἰς τοὺς ἐν Ἀθήναις πρέσβεις τῶν Δυνάμεων παρ’ αἷς ὑπῆρχον διαπεπιστευμένοι οἱ ἀνακληθέντες πρέσβεις· ἐὰν δ’ ἦσαν ἀκριβεῖς, ὡς ἐλπίζω, αἱ ἐξηγήσεις τὰς ὁποίας ἔδωκε πρὸς αὐτοὺς, αἱ κυβερνήσεις αἱ ξέναι, παρ’ αἷς ὑπῆρχον οἱ πρέσβεις τῆς Ἑλλάδος οἱ ὁποῖοι ἀνεκλήθησαν μετὰ τὴν 27 Ἀπριλίου, ἐγνώριζον ἀκριβῶς τὴν αἰτίαν δι’ ἣν ἀνεκαλοῦντο. Οὐδὲ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποφύγωμεν νὰ μάθωσι τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο, διότι ἡ αἰτία τῆς ἀνακλήσεως τῶν πρέσβεων ἦτο τοσοῦτον κατάδηλος καὶ ἀποκεκαλυμμένη, ὥστε δὲν ἐδυνάμεθα νὰ ἀποφύγωμεν νὰ τὴν μεταδώσωμεν εἰς τὰς κυβερνήσεις ἐκείνας, παρ’ αἷς ὑπῆρχον οἱ πρέσβεις. Ἀλλὰ καὶ ἔπρεπε νὰ κάμωμεν τοῦτο, διότι, ἐὰν δὲν τὸ ἐκάμνομεν, ἠθέλομεν ἴσως βλάψει τὸν τόπον μας, διότι ἠθέλαμεν ὑποληφθῆ, ὅτι, ἀνακαλοῦντες τοὺς πρέσβεις ἰδιογνωμόνως, δὲν συνεμεριζόμεθα ἢ ἐπεκρίναμεν μάλιστα τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἐκεῖνοι ἠκολούθησαν παρὰ ταῖς κυβερνήσεσι, παρ’ αἷς ἦσαν διαπεπιστευμένοι. Ἐὰν ὁ ἀνακαλούμενος πρέσβυς διετέλει εἰς φιλικωτάτας σχέσεις μετὰ τῆς κυβερνήσεως, παρ’ ᾗ ἦτο διαπεπιστευμένος, ἡ ἀνάκλησίς του δὲν ἤθελεν ὑποτεθῆ ὅτι εἶναι ἀποδοκιμασία τῆς διαγωγῆς αὐτοῦ, δι’ ἧς συνέδεσε τὰς φιλικὰς σχέσεις, ἐν αἷς διέκειτο μετὰ τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης; Πολὺ δ’ ἐνδεχόμενον ἦτον νὰ ψυχρανθῶσιν οὕτως ἐκ τοιαύτης παρεξηγήσεως αἱ Δυνάμεις, παρ’ αἷς ὑπῆρχον οἱ ἀνακληθέντες πρέσβεις. Διὰ τοῦτο οὐ μόνον δὲν ἐδυνάμεθα νὰ ἀποφύγωμεν, ἀλλ’ εἴχομεν καὶ συμφέρον νὰ καταδηλώσωμεν τὴν αἰτίαν τῆς ἀνακλήσεώς των, διὰ νὰ μὴ θεωρηθῇ ἡ ἀνάκλησις τῶν πρέσβεων ὡς πρᾶξις ἀπότομος, ἥτις ὑπηγορεύετο ἀπὸ ὅλως διαφορετικὰς αἰτίας. Ἐὰν λοιπὸν αἱ ἀνακοινώσεις, αἵτινες ἐγένοντο εἰς τοὺς ἐν Ἀθήναις πρέσβεις τῶν Δυνάμεων, παρ’ αἷς ἦσαν διαπεπιστευμένοι οἱ ἀνακληθέντες πρέσβεις τῆς Ἑλλάδος, ἀπεκάλυπτον τὰς αἰτίας τῆς ἀνακλήσεως τῶν πρέσβεων, ὑποθέτω ὅτι δὲν ἤθελέ τις ἐπικρίνει τὴν Ἑλληνικὴν κυβέρνησιν ὡς εὐμετάβολον καὶ εὐμετάπτωτον, ἐφαρμόζουσαν τὸ μέτρον τῆς ἀνακλήσεως, ἀφοῦ ὡμολογήθη ὅτι ἀνάγκη τῆς πολιτείας ἐπέβαλεν αὐτὸ, ἀναγκάσασα καὶ τοὺς κυβερνῶντας καὶ τοὺς πολιτευομένους νὰ ἐξακολουθήσωσι πολιτικὴν μὴ ἀποκλειομένην ὑπὸ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου. Ἀλλὰ καὶ ὁ δεύτερος λόγος δὲν μοὶ φαίνεται ἰσχυρὸς, διότι, ἀφοῦ ἡ κατάργησις τῶν πρεσβειῶν ὑπηγορεύετο ὑπὸ τοιούτου λόγου, δὲν ἤθελεν ὑποληφθῆ ὑπ’ οὐδενὸς ἐπηρεάζουσα τὸ ζήτημα τῆς καταργήσεως ἢ τῆς διατηρήσεως αὐτῶν, οὔτε τὸ ζήτημα τῆς χρησιμότητος ἢ τῆς μὴ χρησιμότητος αὐτῶν. Διὰ τοῦτο εὑρίσκω, ὅτι οἱ λόγοι, οἵτινες ἔπεισαν τὸν πρωθυπουργὸν τοῦ ὑπουργείου τῆς 27 Ἀπριλίου, καθ’ ὃν χρόνον ἐσκέπτετο ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἵνα μὴ ἐφαρμόσῃ τὸ μέτρον καθ’ ὅλην τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ προσέτι νὰ μὴ ἐφαρμόσῃ αὐτὸ καὶ ἐπὶ τῶν γραμματέων, δὲν μοὶ φαίνονται ὅτι ἠδύναντο νὰ δικαιολογήσωσί τινα ὅπως ἀκρωτηριάσῃ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἡ κοινὴ συνείδησις καὶ ὅλον τὸ ἔθνος ἐθεώρει ἀναπόφευκτον καὶ ἀναγκαῖον. Ἐὰν δὲ κατ’ ἀρχὴν ἔχῃ οὕτως ἡ ὑπόθεσις, ἕπεται ὅτι ἡ πολιτεία δὲν εἶχεν ἀπόλυτον ἀνάγκην τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν γραμματέων τῶν πρεσβειῶν, ἡ δὲ ἀποφασισθεῖσα διατήρησις αὐτῶν παρέβλαπτεν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐλήφθη τὸ μέτρον. Διὰ τοῦτο κρίνω ὅτι αἱ ὑπηρεσίαι, αἱ ὁποῖαι παρ’ αὐτῶν προσηνέχθησαν, δὲν εἶναι ὑπηρεσίαι, εἰς τὰς ὁποίας πρέπει νὰ προσβλέψωμεν μετὰ φροντίδος ἰδιαιτέρας. Ἀλλὰ τέλος πάντων, ἂν ἤθελεν ὑποτεθῆ, ὅτι ἡ ἄρνησις τῆς πιστώσεως εἶναι ἀδίκημα ἐπιγιγνόμενον εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς, οἵτινες ἐν καλῇ πίστει ἀνέλαβον νὰ ἐκπληρώσωσι καθῆκον καὶ ἐξεπλήρωσαν αὐτὸ, ἤθελον καὶ ἐγὼ φανῆ ἐπιεικέστερος. Ἀλλ’ ἐξετέθη ἐντεῦθεν, ὅτι αὐτοὶ ἦσαν ἐν γνώσει ὅτι δὲν ἤθελον πληρωθῆ, καὶ προέτειναν νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των ἀμισθί· ὥστε ἡ ὑπηρεσία των δὲν παράγει οὔτε εἰς αὐτοὺς δικαίωμα, οὔτε εἰς τὴν Ἐπικράτειαν νόμιμον ὑποχρέωσιν. Ἡ πίστωσις, κύριοι, περὶ τῆς ὁποίας συζητοῦμεν, διαιρεῖται εἰς δύω ἐδάφια· τὸ πρῶτον ἐκ δραχ. 102,000, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, πρὸς ἀντιμισθίαν τῶν πρέσβεων, κατὰ τοὺς τέσσαρας πρώτους μῆνας, ἤτοι μέχρι τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ἐκλήθη εἰς τὰ πράγματα τὸ ὑπουργεῖον τῆς 27 Ἀπριλίου, καὶ ἀνεκάλεσεν αὐτούς. Ἐλπίζω ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δὲν θέλει ἐπιμείνει νὰ παραδεχθῶμεν τὴν πίστωσιν τῶν 102,000. Ἐὰν ὅμως νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν πίστωσιν τῶν 102,000 δραχ., διότι δὲν ἐξηγήθη μέχρι τοῦδε καθαρῶς....
§38ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Τὸ ἐξήγησα καθαρῶς· διότι ὡμίλησα περὶ τῶν 84,000.
§39Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ αἱ δρ. 84,000 ζητοῦνται δι’ ἀντιμισθίαν τῶν γραμματέων ἀπὸ ἄ. Ἰανουαρίου 1875 μέχρι τέλους τοῦ ἔτους· ἐπειδὴ δὲ διὰ τὸ ἀπὸ ἄ. Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Ἀπριλίου τετράμηνον διάστημα, ὅτε ἀνεκλήθησαν οἱ πρέσβεις, δὲν ἔχουσι δικαίωμα, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ διαγράψῃ πᾶσαν διὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον πίστωσιν, ἕπεται ὅτι ἡ πίστωσις τῶν 84,000 δραχμῶν πρέπει νὰ περιορισθῇ κατὰ τὸ ἓν τρίτον.
§40ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ κ. Τρικούπη πρόκειται τώρα, καὶ δι’ ἀντιμισθίαν τῶν ἀπὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου ζητεῖται ἡ πίστωσις τῶν 84,000 δραχμῶν.
§41Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Χαίρω διότι τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἐπιμένει εἰς τὴν πίστωσιν τῶν δραχ. 102,000. Ὅθεν πρόκειται μόνον περὶ τῶν 84,000 δραχ. Διαγράφοντες τὴν πίστωσιν ταύτην, δὲν ἀδικοῦμεν αὐτοὺς, διότι, καθ’ ἃ εἶπον, οὔτε οἱ γραμματεῖς ἔχουσι νόμιμον δικαίωμα διὰ τὰς ὑπηρεσίας τὰς ὁποίας προσέφερον, οὔτε ἡμεῖς νόμιμον ὑποχρέωσιν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἔχω καὶ ἄλλους λόγους, οἱ ὁποῖοι μὲ πείθωσιν, ὅτι ἔπρεπε νὰ μὴ μείνωσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ οἱ γραμματεῖς ὡς δὲν ἔμειναν καὶ οἱ πρέσβεις. Ἐὰν ὅμως τὸ ζήτημα τοῦτο πρόκειται νὰ ἀναγκάσῃ τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἀποσυρθῇ τῆς ἐξουσίας, εὑρίσκομαι εἰς ἀληθῆ δυσκολίαν, καὶ θέλω ἀναγκασθῆ νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς πιστώσεως, μ’ ὅλον ὅτι δὲν εἶμαι διὰ τοὺς εἰρημένους λόγους ὑπὲρ αὐτῆς. Καὶ διατί θέλω ἀναγκασθῆ νὰ ψηφίσω νὰ δοθῶσιν αἱ 84,000 δραχμαί; Ἰδοὺ διατί, δὲν τὸ ἀποκρύπτω. Νομίζω, ὅτι καὶ τὴν διοίκησιν καὶ τὴν κυβέρνησιν ἔμελλε νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἓν συμβεβηκὸς, τὸ τῆς ἑνώσεως τῶν τριῶν κομμάτων, διότι οὕτως ἤθελε κατασταθῆ εὔκολον νὰ σχηματισθῇ καὶ νὰ συντηρηθῇ Κυβέρνησις ἀπολαμβάνουσα τῆς πλήρους ἐμπιστοσύνης τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ ἡγεμόνος· διότι, ἐὰν ἐπέλθῃ ἡ ἐλάττωσις τῆς μιᾶς τῶν δύο τούτων ἐμπιστοσυνῶν, ἐὰν ἐπέλθῃ νὰ ἐλαττωθῇ κατά τι ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Κοινοβουλίου ἢ τοῦ ἡγεμόνος, συμβαίνουσι πολιτικαὶ δυσκολίαι, αἱ ὁποῖαι ἀναγκάζουσι τὰς Κυβερνήσεις νὰ μὴ ᾖναι ἀνεπηρέαστοι ἐκτελεσταὶ τῶν καθηκόντων των. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἐπιθυμῶ ἡ Κυβέρνησις ἡ συνταγματικὴ τῆς πατρίδος νὰ ἔχῃ τοσαύτην ἐλευθερίαν περὶ τὴν ἑαυτῆς ἐνέργειαν, ὥστε νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ αἰσθανθῇ ἐνόχλησίν τινα, ἥτις ἠδύνατο νὰ τὴν παρακωλύσῃ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκότων της, καὶ νὰ ἐπηρεάσῃ τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἐνεργείας αὐτῆς· διότι, ὅταν περιέρχηται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συγκρατῇ μετά τινος ἀγωνίας τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Κοινοβουλίου, περιβάλλεται μὲ ἀνάγκας, αἵτινες ὑποχρεοῦσιν αὐτὴν νὰ λησμονήσῃ τὴν διοίκησιν. Ἀληθῶς ἐν τῇ ἑνώσει τῶν τριῶν μεγάλων πολιτικῶν κομμάτων προσεδόκων νὰ εὕρω οὐ μόνον τὴν ἐγγύησιν, ὅτι τὸ καθεστὼς τῆς πολιτείας ἡμῶν ἤθελε βελτιωθῆ, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐγγύησιν, ὅτι τὸ μέλλον ἤθελεν εἶσθαι ἀσφαλές. Ἐὰν λοιπὸν ἤθελον ἐπιμείνει ἀρνούμενος τὴν πίστωσιν τῶν 84,000 δραχμῶν ἐν ᾧ τὸ ὑπουργεῖον συνδέει μετ’ αὐτῆς τὴν ὕπαρξίν του, ἡ ἐπιμονή μου εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ ἐξασθενήσῃ τὰς δυνάμεις τοῦ ὑπουργείου καὶ νὰ παραβλάψῃ ἑπομένως τὴν διοίκησιν· ἢ ἐὰν δὲν εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην πρὸς τὸ παρὸν, εἶναι ἐνδεχόμενον ἐν τῷ μέλλοντι νὰ συμβῇ νὰ εὑρεθῇ ἐν μειονοψηφίᾳ τὸ ὑπουργεῖον, καὶ ἀπέναντι τοῦ μειονοψηφοῦντος ὑπουργείου νὰ μὴ ᾖναι παρεσκευασμένον τὸ Κοινοβούλιον ἵνα ὑποδείξῃ εἰς τὸν τόπον Κυβέρνησιν ἄλλην. Ὅθεν κρίνων ποία ἐκ τῶν δύω ζημιῶν εἶναι μεγαλειτέρα, εὑρίσκω, ὅτι ἡ ζημία εἰς τὴν ὁποίαν θέλει ὑποβληθῇ ἡ Ἐπικράτεια, δαπανῶσα 84,000 δραχμὰς ἄνευ νομίμου ἀνάγκης, εἶναι ὑποδεεστέρα τῆς ζημίας, ἥτις ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ, ἐὰν, ἐν ταῖς τοιαύταις πολιτικαῖς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ περιστάσεσιν εὑρισκομένης τῆς Κυβερνήσεως, δώσω ψῆφον κατὰ τῆς πιστώσεως, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμείνῃ νὰ ἑνώσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ νὰ τὸ συνδέσῃ μὲ τὴν ὕπαρξίν της. Ἐδήλωσα, νομίζω, εὐκρινῶς τί φρονῶ περὶ τῆς πιστώσεως τῶν 84,000 δραχμῶν· παρέστησα ὅτι ἡ αἴτησις τῆς πιστώσεως ταύτης μαρτυρεῖ τὸν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς θεωρίας τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀκροτηριασμὸν αὐτῆς, τελεσθέντα ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου τοῦ Ἀπριλίου, εἰς τὸ ὁποῖον αὐτὴ αὕτη ἡ θεωρία ὑπηγόρευσε τὸ μέτρον τῆς ἀνακλήσεως τῶν πρεσβειῶν. Παρέστησα ὅτι αἱ ὑπηρεσίαι τῶν γραμματέων οὐδὲν παρέχουσιν εἰς αὐτοὺς νόμιμον δικαίωμα οὔτε εἰς τὸ ἔθνος νόμιμον ὑποχρέωσιν· καὶ τέλως ἐπρότεινα, ὅτι, ἂν τὸ ὑπουργεῖον συνδέῃ τὴν ὕπαρξίν του μὲ τὸ ζήτημα τῆς πιστώσεως ταύτης, ἀναγκάζομαι μ’ ὅλα ταῦτα νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς πιστώσεως, διότι ἔχω καθῆκον νὰ διαγνώσω, ὅτι ἡ ἐκ τῆς πληρωμῆς τοῦ ποσοῦ τούτου ζημία εἶναι μικροτέρα τῆς ἐκ τοῦ κλονισμοῦ τοῦ ὑπουργείου, ἐφ’ ὅσον τὸ Κοινοβούλιον δὲν τυγχάνει παρεσκευασμένον διὰ νὰ ἐνδείξῃ τὴν διαδοχὴν αὐτοῦ.
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Συμφωνῶ ἐντελῶς μετὰ τοῦ προλαλήσαντος ὅτι τὸ ζήτημα περὶ οὗ σήμερον πρόκειται δὲν εἶναι τὸ ζήτημα τῆς διατηρήσεως τῶν πρεσβειῶν, ἀλλὰ ζήτημα πιστώσεως διὰ τοὺς γραμματεῖς τῶν πρεσβειῶν· διὰ τοῦτο περὶ μόνης τῆς πιστώσεως τῶν γραμματέων τῶν πρεσβειῶν ἐν τῇ προχθεσινῇ συνεδριάσει ἐλάλησα. Εἰς τὴν πίστωσιν, ὡς κατεχωρίσθη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου, περιλαμβάνεται καὶ ὁ μισθὸς τῶν πρέσβεων μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ἀνακλήσεως αὐτῶν· ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀπόφασιν εἰς ἣν προέβη ἡ Βουλὴ ὡς πρὸς τὸν μισθὸν τῶν πρέσβεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874, πολὺ προθυμότερον θέλει προβῆ εἰς ὁμοίαν ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1875, διότι ἐὰν ὑπάρχῃ διαφορά τις, ὑπάρχει διαφορὰ συνηγοροῦσα ἔτι μᾶλλον ὑπὲρ τῆς ἀπαλείψεως τῆς πιστώσεως ἐν ἔτει 1875. Ἡ δὲ ὑπάρχουσα διαφορὰ εἶναι ἡ ἑξῆς, ὅτι τῆς μὲν πιστώσεως τοῦ 1874 ἐγένετο χρῆσις ὁλόκληρος, ἡ δὲ πίστωσις διὰ τὸ 1875 δὲν διετέθη ὅλη, διότι πολλὰ τῶν ἐνταλμάτων δὲν ἐξεδόθησαν, καὶ ἑπομένως, ἀπαλειφομένης τῆς πιστώσεως, δὲν θέλουσιν ἐκδοθῆ, καὶ θὰ ζημιωθῶσιν ἐκ τούτου τινὲς τῶν ἀνακληθέντων πρέσβεων· θεωρῶ δὲ τοῦτο λίαν ἐπιθυμητόν. Περιοριζομένης δὲ τῆς πιστώσεως εἰς τὴν ἀποζημίωσιν τῶν γραμματέων τῶν πρεσβειῶν, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν γνώμην τοῦ προλαλήσαντος βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος καὶ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου, ἣν χθὲς ἐξέφρασεν, ὅτι ἡ πίστωσις αὕτη δέον νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἀσχέτως πρὸς τὸ ζήτημα τῆς διατηρήσεως τῶν πρεσβειῶν, διότι καί τοι ὑπάρχουσι λόγοι κοινοὶ συνηγοροῦντες ὑπὲρ ἀμφοτέρων τῶν προτάσεων, ὑπάρχουσι καὶ λόγοι διάφοροι ὑπὲρ ἑκατέρας, δύναμαι δὲ νὰ εἴπω ὅτι ὁ χαρακτὴρ τῶν δύω προτάσεων εἶναι διάφορος ὡς πρὸς τοὺς θεμελιώδεις λόγους. Τὸ ζήτημα τῆς διατηρήσεως τῶν πρεσβειῶν εἶναι ζήτημα κυβερνητικὸν, δηλαδὴ ἀφορᾷ εἰς μέτρον, τὸ ὁποῖον θέλει ἀποφασισθῆ κατὰ τὰς περὶ κυβερνήσεως τοῦ τόπου ὡς πρὸς τὰς ἐξωτερικὰς αὐτοῦ σχέσεις ἰδέας τῆς Βουλῆς. Τὸ μέτρον ὅμως τῆς διὰ τοὺς γραμματεῖς πιστώσεως εἶναι πολιτικὸν, ἀφορᾷ εἰς ζητήματα σχετικὰ πρὸς τὴν πολιτικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου. Ἔχει δὲ τὸ ζήτημα τοῦτο χαρακτῆρα ἴδιον ὡς πρὸς ἡμᾶς, οἵτινες προεκαλέσαμεν αὐτό, διότι ὡς πρὸς ἡμᾶς εἶναι καὶ ζήτημα εὐθύνης, ἀφοῦ συζητοῦντες ὑπὸ τύπον προϋπολογισμοῦ ἀπολογισμὸν, συζητοῦμεν εὐθύνας. Ἰδίως δὲ μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ συμπολίτου μου χθὲς, τὸ ζήτημα τοῦτο ἐγένετο καθαρῶς ζήτημα εὐθύνης, διότι ὁ κ. Δεληγεώργης εἶπεν, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην αὐτοῦ ἡ πίστωσις αὕτη προέρχεται ἐκ πράξεως, ἣν θεωρεῖ χειροτέραν τῆς πράξεως τοῦ κ. Βούλγαρη, τῆς ἀνασυστάσεως τῶν πρεσβειῶν. Τὴν ἡμετέραν πρᾶξιν ἐχαρακτήρισεν ὡς παράτασιν τῶν πρεσβειῶν, τὴν δὲ παράστασιν τῶν πρεσβειῶν κατέκρινε σφοδρότερον τῆς ἀνασυστάσεως αὐτῶν. Εἶναι ἀληθῶς εὐχάριστον δι’ ἡμᾶς, ὅτι τὴν λογοδοσίαν, ἣν ἡ Βουλὴ ἠρνήθη νὰ δεχθῇ, ὅτε αἱ περιστάσεις προεκάλουν ἡμᾶς νὰ δώσωμεν αὐτὴν, τὴν λογοδοσίαν ταύτην εὑρίσκεται ἠναγκασμένη ἡ Βουλὴ ὑπ’ αὐτῶν τῶν πραγμάτων νὰ ἐπιτρέψῃ ἑκοῦσα ἀέκουσα. Δὲν ἐδέχθη τὴν γενικὴν ἡμῶν λογοδοσίαν ἡ Βουλή, ἀλλ’ ἀπεφάσισεν, ὅτι θὰ παραπεμφθῇ αὕτη εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ δὲν θὰ συνεδριάζῃ. Ἀλλὰ παρουσιάζεται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1875 καὶ ἐν αὐτῷ ἡ εἰκὼν τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως τῆς 27 Ἀπριλίου, καὶ ἐν τῇ συζητήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ δοθῇ καταμερισμένη ἡ λογοδοσία. Ἀδύνατον νὰ μὴ κεντηθῶσί τινες ἐκ τοῦ πειρασμοῦ νὰ μᾶς ἐξελέγξωσιν ἐπὶ τῶν πιστώσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ νὰ μᾶς δώσωσιν οὕτω ἀφορμὰς εἰς ἐξηγήσεις περὶ τῆς πολιτικῆς ἡμῶν. Τοσοῦτον δὲ εἶναι τοῦτο ἀληθὲς, ὥστε θὰ ἠδύνατό τις ἴσως νὰ ὑποθέσῃ ὅτι προβλέποντες τὰ περὶ τῆς λογοδοσίας ἡμῶν συμβάντα κατεχωρίσαμεν ὅπως μᾶς χρησιμεύσῃ εἰς τοῦτο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1875 τὴν πίστωσιν ταύτην, ἣν, ὡς εἶπε, παρέλαβε παρ’ ἡμῶν ὁ νῦν ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὠφελούμεθα ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης, ὅτι δυνάμεθα νὰ δώσωμεν ἐξηγήσεις ἐπὶ κατηγορίας, ὅτι ἡμεῖς ἐφάνημεν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν πρεσβειῶν κατώτεροι τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη. Θὰ δυνηθῶμεν τοιουτοτρόπως νὰ δώσωμεν λογοδοσίαν ἐπὶ ὅλων τῶν ζητημάτων τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς 27 Ἀπριλίου· θὰ ἐπιτύχωμεν νὰ δώσωμεν λογοδοσίαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ὅπερ ἔθιξεν ὁ βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, περὶ τοῦ σχηματισμοῦ τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης ἐκφρασθεὶς ὅμως ὑπὲρ ἡμῶν καὶ μὴ δοὺς ἀφορμὴν εἰς ἀπάντησιν, καὶ ἐπὶ τῆς κατηγορίας κατὰ τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης, τῆς διατυπωθείσης χθὲς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου, καὶ περὶ τῆς ἐν γένει πολιτείας αὐτῆς. Οὐδόλως ὅμως ἐθεώρησα παράδοξον, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου εὗρεν ὀλιγώτερον κατακριτέαν τὴν πρᾶξιν τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη τῆς πράξεως τοῦ ὑπουργείου τῆς 27 Ἀπριλίου· ἀπεναντίας, ἤθελον τὸν θεωρήσει ἀνακόλουθον, ἐὰν εὕρισκε τὴν πρᾶξιν ἡμῶν ἀνωτέραν τῆς πράξεως τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου. Ἂς ἐξετάσωμεν, κύριοι, τὰς δύω ταύτας πράξεις, ἂς παραβάλωμεν αὐτὰς καὶ ἂς ἴδωμεν ποία ἡ διαφορὰ, ποία εἶναι ἡ πρᾶξις ἡ σύμφωνος πρὸς τὰς ἀρχὰς, αἵτινες διέπουσι τὸ παρὸν, καὶ ποία εἶναι ἡ πρᾶξις ἡ σύμφωνος πρὸς τὰς ἀρχὰς, αἵτινες διεῖπον τὸ παρελθόν. Ἵνα ἐκτιμήσωμεν ἀκριβῶς τὰς πράξεις ταύτας, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τοῦτο, τί ὀφείλει νὰ πράττῃ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἄνευ προϋπολογισμοῦ εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κυβερνήσῃ. Εἶναι δὲ τὸ ζήτημα λίαν σπουδαῖον, καὶ δεῖται τῆς μεγαλειτέρας προσοχῆς τῆς Βουλῆς, διότι, καίτοι τοιαύτη κατάστασις δὲν εἶναι κοινοβουλευτικὴ, αἱ ἀτέλειαι ὅμως, ὧν δὲν εἶναι ἀπηλλαγμένον τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα, ὅπως καὶ πᾶν ἄλλο σύστημα, δύνανται νὰ φέρωσιν ἐνίοτε τοιαύτην ἀνώμαλον κατάστασιν, δύνανται νὰ φέρωσι τὸ Κράτος εἰς θέσιν νὰ κυβερνᾶται προσωρινῶς ἄνευ ἐψηφισμένου προϋπολογισμοῦ. Ποία δὲ ἡ ἀρχὴ, ἥτις πρέπει νὰ διέπῃ τὰς Κυβερνήσεις, ἄνευ προϋπολογισμοῦ διοικούσας; Ποία ὑπῆρξεν ἡ ἀρχὴ, ἥτις διεῖπε τὴν πολιτικὴν τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Βούλγαρη; Ποία ὑπῆρξεν ἡ ἀρχὴ, ἥτις διεῖπε τὴν πολιτικὴν ἡμῶν; Καὶ τὰς ἀρχὰς τῆς πολιτικῆς τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Βούλγαρη δὲν νομίζω δύσκολον νὰ ὁρίσωμεν. Τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Βούλγαρη, φαίνεται ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, ὅπως καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ αὑτοῦ πολιτικῇ, ἔχον τὴν ἀρχὴν, ἣν ἀνέφερε χθὲς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ὁ συμπολίτης μου, τὴν ἀρχὴν τοὐτέστιν, ὅτι ὁ ὑπουργὸς ὁ μὴ ὢν δεσμευμένος ὑπὸ ἐψηφισμένου προϋπολογισμοῦ, πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν τόλμην νὰ ἀναλαμβάνῃ τὴν εὐθύνην πάσης πράξεως, ἣν νομίζει συμφέρουσαν εἰς τὸν τόπον. Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Δεληγεώργης, ὅτι ἐὰν εὑρίσκετο εἰς τὴν θέσιν εἰς ἣν διετέλει τὸ ὑπουργεῖον τῆς 27 Ἀπριλίου, οὐδὲ μίαν στιγμὴν ἤθελε διστάσει, ἐὰν εἶχε τας αὐτὰς ἰδέας, ὅ,τι ἡμεῖς ἐπράξαμεν ἐντὸς τῶν ὁρίων, νὰ τὸ πράξῃ ἄνευ περιορισμῶν· ἤθελε διατηρήσει τὰς πρεσβείας, ὡς καὶ πρότερον, χωρὶς νὰ ἀποβλέψῃ εἰς διακρίσεις.
§43ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν τὸ εἶπον αὐτό.
§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω ὅτι τὸ εἴπατε, διότι ἐκαθήμην πλησίον καὶ σᾶς ἤκουον.
§45ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν τὸ ἔλεγε, θὰ εἶχε δίκαιον.
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ ἤμην εὐτυχὴς, ἐὰν δὲν ἀποδέχεσθε τὴν ἰδέαν ταύτην.
§47ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς ἐξηγήσω τί εἶπον;
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα.
§49ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ παρατήρησίς μου ἡ προχθεσινὴ ἦτον ἡ ἑξῆς· ἐγὼ εἶπον ὅτι ἀπεδοκίμασα τὴν πρᾶξιν σας· δὲν εἶπον ὅμως ὅτι ἐπεδοκίμασα τὴν πρᾶξιν τοῦ κ. Βούλγαρη, εἶπον ὅτι ὁ κ. Βούλγαρης ἀποφασίσας νὰ συστήσῃ τὰς πρεσβείας, καὶ ἐπλήρωσε, σεῖς δὲ ἀποφασίσαντες νὰ τὰς διατηρήσητε δὲν ἐλάβατε τὸ ἴδιον μέτρον, καὶ δὲν ἐξεδώκατε πίστωσιν.
§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἐθεωρήσατε προτιμοτέραν τὴν πρᾶξιν τοῦ κ. Βούργαρη.
§51ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ σᾶς εἶπον, ὅτι ἐὰν ἤμην εἰς τὴν θέσιν σας καὶ ἐφρόνουν τὰ αὐτά.
§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βούλγαρης λοιπὸν προέβη ἐφαρμόζων τὴν ἀρχὴν τῆς αὐθαιρεσίας· ἐθεώρει ὅτι αἱ πρεσβεῖαι ἦσαν χρήσιμοι καὶ ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην τῆς ἀνασυστάσεως αὐτῶν, καίτοι ὑπῆρχεν ἀπόφασις Βουλῆς, ἥτις ἀπηγόρευεν τὴν ἀνασύστασιν. Αὐτὴ ἦτον ἡ ἀρχὴ, ἣν ἐφήρμοσεν ὁ κ. Βούλγαρης. Ποία ὑπῆρξεν ἡ ἀρχὴ, ἣν ἐφηρμόσαμεν ἡμεῖς; Ἀλλὰ πρὸ τούτου καὶ ἵνα παραβάλητε τὰς πράξεις τοῦ κυρίου Βούλγαρη πρὸς τὰς πράξεις ἡμῶν καὶ εὕρητε ποία εἶναι ἡ καλλιτέρα, πρέπει νὰ ἐξητάσητε ποῖος εἶναι ὁ κανὼν, ὃν ὀφείλουσι νὰ τηρῶσιν αἱ κυβερνήσεις, αἵτινες καλοῦνται ἄνευ προϋπολογισμοῦ νὰ διοικήσωσι τὸν τόπον. Ὀφείλουσι κατ’ ἐμὲ νὰ λαμβάνωσιν ὡς βάσιν τῶν δαπανῶν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ προσεχεστέρου ἐκ τῶν παρελθόντων ἐτῶν, ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος ἀφορῶν εἰς εἰδικὸν ἔτος δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ καθ’ ὅλα εἰς ἄλλο ἔτος· ὡς πρὸς ἐκείνας λοιπὸν τὰς δαπάνας, αἵτινες εἶναι κοινῆς φύσεως εἰς ἀμφότερα τὰ ἔτη, πρέπει νὰ ἐφαρμόζηται ὁ προϋπολογισμὸς, ὅπως παραλαμβάνεται ἀπὸ τοῦ παρελθόντος, εἰς ἐκείνας δὲ τὰς δαπάνας, αἵτινες εἶναι εἰδικῆς φύσεως, πρέπει νὰ ζητήσωμεν ἀλλαχοῦ τὸν κανόνα. Ποῦ δὲ θὰ εὕρωμεν αὐτόν; Πάλιν εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, διότι ἡ Βουλὴ εἶναι τὸ σημεῖον, περὶ ὃ πρέπει νὰ στρέφηται ἡ διοίκησις. Ἐν τῷ συνόλῳ τῶν πράξεων τῆς Βουλῆς, ἐν τῷ πνεύματι αὐτῶν πρέπει νὰ ἀνευρίσκωνται αἱ διαθέσεις αὐτῆς, καὶ ὁ κανὼν οὗτος πρέπει νὰ ἐφαρμόζηται, καὶ ὁ ἐφαρμόζων ἄλλον πράττει τὸ αὐτὸ ὡς ἐὰν παρέβαινε ῥητὸν νόμον, διότι ὁ κανὼν οὗτος ἀναπληροῖ τὸν νόμον, καὶ ὅστις ἐφήρμοσε τὸν κανόνα τοῦτον δύναται μετὰ θάῤῥους νὰ εἴπῃ ὅτι συμφώνως πρὸς τὸν νόμον εἰργάσθη. Ποῖος λοιπὸν ἦτο, συμφώνως πρὸς τὰ ἐκτεθέντα, ὁ νόμος, ὃν ἔπρεπε ν’ ἀκολουθήσῃ ὡς πρὸς τὰς πρεσβείας τὸ ὑπουργεῖον τῆς 27 Ἀπριλίου, εὑρισκόμενον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διοικήσῃ ἄνευ προϋπολογισμοῦ; Τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη εἶχε προγενέστερον ἐν τῷ παρελθόντι τὸν αὐτὸν προϋπολογισμόν, ὃν εἶχε καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῆς 27 Ἀπριλίου. Ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκείνου εἶχεν ἀπαλειφθῆ ἡ διὰ τὰς πρεσβείας πίστωσις. Τί δὲ ἐμφαίνει ἡ ἀπάλειψις αὕτη; Ἐμφαίνει τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ὅτι πρεσβεῖαι ἔμμισθοι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν. Ἐπῆλθεν ἔκτοτε μεταβολὴ περιστάσεων; Οὐδεμία· τὰ ἐξωτερικὰ ζητήματα ἦσαν τὰ αὐτὰ καὶ εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον ὅπως καὶ ἐν ᾗ ἐποχῇ ἀπήλειψεν ἡ Βουλὴ τὴν διὰ τὰς πρεσβείας πίστωσιν. Ἐν τούτοις ὁ κύριος Βούλγαρης συνιστᾷ πρεσβείας ἐμμίσθους, καὶ τὰς συνιστᾷ ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν ὑπομονὴ ὀλίγων ἑβδομάδων ἤρκει, ἵνα τὰς συστήσῃ ἀποφάσει τῆς νέας Βουλῆς, ἐὰν αὕτη εἶχεν ἀληθῶς τὴν γνώμην, ἣν ἠκούσαμεν σήμερον ἐκτεθειμένην ἐνώπιον ἡμῶν παρὰ τῶν εἰδότων. Καὶ ἐγίνωσκεν ὁ κ. Βούλγαρης ὅτι τοιαύτην θὰ εἶχε γνώμην ἡ Βουλή, ἀλλὰ πιστεύω ὅτι δὲν τὸν ἀδικῶ λέγων, ὅτι ἐπροτίμα νὰ συστήσῃ τὰς ἐμμίσθους πρεσβείας ὅπως τὰς ἐσύστησε, διότι ἐπροτίμα τὴν ἐφαρμογὴν τῆς αὐθαιρεσίας, ἥτις εἶναι ἡ ἀρχή του.
§53ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἀρχὴν τῆς εὐθύνης.
§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ πιστεύω ὅτι ἐκ τῶν διορισθέντων πρέσβεων, ὑπάρχουσί τινες, περὶ ὧν οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ τοῦτο, ἀλλ’ ἴσως ὑπάρχει τις, ὅστις ἔλαβε τὸν διορισμόν του, μᾶλλον εὐαρέστως οὕτω γενόμενον, διότι ἐνέφαινε περιφρόνησιν πρὸς τὴν θέλησιν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους. Τὸ ὑπουργεῖον τῆς 27 Ἀπριλίου, οὗτινος τὰς πράξεις ὁ κ. Δεληγεώργης εὗρε κατωτέρας τῶν πράξεων τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Βούλγαρη, ἐξήτασε ποία ἦτο ἡ ἔννοια τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς τοῦ 1873· καὶ τί εὗρεν; εὗρεν ὅτι ἡ Βουλὴ τοῦ 1873, τῇ εἰσηγήσει τῆς Κυβερνήσεως, κατήργησε τὰς ἐμμίσθους τῶν πρεσβειῶν, διετήρησε δὲ τὰς ἀμίσθους πρεσβείας, καὶ τὰς διετήρησε ῥητῶς, οὐχὶ μόνον σιωπηλῶς διὰ τῆς μὴ καταργήσεως τοῦ περὶ αὐτῶν νόμου. Οὐ μόνον ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διετήρησε, καὶ κατόπιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, τὸν ἐν Βιέννῃ ἄμισθον πρέσβυν, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ Βουλὴ προεκάλεσε τὴν πρᾶξιν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπέβαλεν αὐτὴν ἠθικῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐφ’ ὅσον συνεπήγοντο δαπάνας αἱ ἄμισθοι πρεσβεῖαι τὰς ἐψήφισε· καὶ ἐνῷ κατηργήθησαν οἱ μισθοὶ ὅλων τῶν πρεσβειῶν, διετηρήθη, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1873, ὁ μισθὸς μόνον τοῦ Γραμματέως τῆς ἀμίσθου ἐν Βιέννῃ πρεσβείας. Τί ἐσήμαινε τοῦτο; Ἐδήλου ὅτι ἡ Βουλὴ ἐνόει μόνον, νὰ προβῇ εἰς πρᾶξιν οἰκονομίας. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελε νὰ καταργήσῃ τὰς πρεσβείας, ἡ Βουλὴ ἐγνώριζε κάλλιστα πῶς ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς τοῦτο· καὶ ἀφ’ οὗ τὴν εἰσήγησιν τῶν πράξεων τούτων εἶχεν αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, αὐτὸς ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, βεβαίως δὲν ἠδύνατο νὰ πλανηθῇ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Βεβαίως ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐγίνωσκε καλῶς, ὅτι αἱ πρεσβεῖαι δὲν νομοθετοῦνται ὑπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι ὑπάρχει εἰδικὸς νόμος περὶ πρεσβειῶν, ἀλλὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον οὐδόλως ἐπρότεινεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ καταργήσῃ, ἐπρότεινεν ἁπλῶς καὶ μόνον νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς μέτρον οἰκονομίας, νὰ προβῇ εἰς κατάργησιν πιστώσεως· καὶ ἐπειδὴ συνέβαινε μία πρεσβεία νὰ ἦναι ἄμισθος, ὡς πρὸς ταύτην ἐζήτησε καὶ ἔλαβε τὴν ἀνήκουσαν πίστωσιν, διότι τὰς ἀμίσθους πρεσβείας ἐθεώρει διατηρητέας. Αὐτὴ ἦτο ἡ θέλησις τῆς Βουλῆς, ἣν ὤφειλε νὰ ἔχῃ ὡς κανόνα ἡ Κυβέρνησις τῆς 27 Ἀπριλίου. Τὰς ἀμίσθους λοιπὸν πρεσβείας ἠδυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ὡς ἐγκεκριμένας ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὑπὸ τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς, ἣν ἔπρεπε ν’ ἀκολουθήσωμεν. Ἀλλ’ εἰς τὸν διορισμὸν προσώπων, ὅπως διευθύνωσι τὰς ἀμίσθους ταύτας πρεσβείας, ἔπρεπεν ἐπίσης νὰ φανῶμεν λίαν προσεκτικοί, διότι, ὡς εἶπον ὅτε ὡμίλησα περὶ τοῦ θέματος τούτου, ἦτο ἀναγκαῖον νὰ πεισθῇ τὸ κοινὸν ὅτι ὁ νόμος ἐγίνετο σεβαστὸς, ὅτι αἱ πράξεις τοῦ παρελθόντος, αἵτινες ἀπεδείκνυον περιφρόνησιν πρὸς τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς, δὲν ἠδύναντο νὰ ἐξακολουθῶσιν ὑφιστάμεναι· ἔπρεπε λοιπὸν οἱ πρέσβεις νὰ παυθῶσι· καὶ ἐὰν οἱ πρέσβεις ἐκεῖνοι ἐζήτουν νὰ μείνωσιν ἄμισθοι, δὲν ἔπρεπε νὰ διατηρηθῶσι, διότι εἰς τὰ ὄμματα τοῦ κοινοῦ οἱ πρέσβεις ἐκεῖνοι ἐξεπροσώπουν τὴν ἰδέαν τῆς παραβάσεως, ὡς πρὸς τοῦτο, τῆς θελήσεως τοῦ ἔθνους. Ἐδέχθημεν λοιπὸν τὴν πρότασιν τῶν γραμματέων, ἐδέχθημεν δὲ τὴν πρότασιν ταύτην ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπιφυλάξεως, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἰδιαιτέρας μετ’ αὐτῶν συνεννοήσεως ἡμῶν· καὶ ἐπειδὴ πρότερον ἐγένετο λόγος περὶ ὑποσχέσεων δῆθεν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τοὺς γραμματεῖς τούτους, εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω, ὅτι τὸ κατ’ ἐμὲ ἐκτὸς τῆς ἐπισήμου ἀλληλογραφίας, ἥτις ἔλαβε χώραν μεταξὺ αὐτῶν καὶ τοῦ ὑπουργείου ὡς πρὸς τὴν παραδοχὴν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς προτάσεως αὐτῶν τοῦ νὰ ὑπηρετήσωσιν ἀμισθὶ, οὐδεμία ἄλλη συννενόησις, εἴτε δι’ ἰδιαιτέρων ἐπιστολῶν, εἴτε δι’ ἀνταποκριτῶν αὐτῶν ἐνταῦθα, ἐγένετο μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ αὐτῶν· ἑπομένως αὐτοὶ τοῦτο μόνον ἐγίνωσκον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε ἐξ ἐπισήμων εἴτε ἐξ ἰδιαιτέρων πληροφοριῶν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν εἰς αὐτοὺς περὶ μισθοῦ ἢ ἀποζημιώσεως ὑπέσχετο. Ἀλλὰ, κύριοι, ἀνέπτυξα προχθὲς τοὺς λόγους, δι’ οὓς νομίζω ὅτι, καί τοι δὲν ὀφείλομεν εἰς αὐτοὺς ἀποζημίωσιν, πρέπει ὅμως νὰ δώσωμεν αὐτήν· καὶ ὅπως, ἀποφανθῶμεν περὶ τούτου, πρέπει ν’ ἀναλύσωμεν τὸ ζήτημα, ὅπως ἀνέλυσεν αὐτὸ πρὸ ὀλίγου, λίαν ὀρθῶς, ὁ βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος. Ὁ βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐὰν ἐπείθετο ὅτι οἱ γραμματεῖς οὗτοι προσέφερον ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Κράτος, δὲν ἤθελε διστάσει οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν ζητουμένην πίστωσιν· αὐτὸς ὅμως πείθεται ὅτι, οὐ μόνον δὲν προσέφερον ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ ἐγένοντο ὄργανα ἐκτελέσεως πράξεως, ἣν ὁ βουλευτὸς ἐκ Γόρτυνος δὲν ἐγκρίνει. Καὶ τοὺς μὲν λόγους, δι’ οὓς θεωρῶ ὅτι κακῶς ἐξετίμησε τὴν πρᾶξιν ταύτην ὁ βουλευτὴς Γόρτυνος, σᾶς εἶπον πρὸ ὀλίγου· τοὺς δὲ λόγους, δι’ οὓς θεωρῶ ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐκτιμήσῃ τὰς ὑπηρεσίας αὐτῶν ὡς ὑπηρεσίας ἀποδειχθείσας ἐπωφελεῖς πρὸς τὸν τόπον, καὶ τούτους ἀνέπτυξα προχθές. Δὲν πρέπει, κύριοι, νὰ λησμονήσητε, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῆς 27 Ἀπριλίου, ἐκτὸς τοῦ ἐσωτερικοῦ καθήκοντος, ὅπερ ὤφειλε νὰ ἐπιτελέσῃ, τοῦ καθήκοντος ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ὁ νόμος ἠνωρθώθη καὶ ἡ αὐθαιρεσία κατελύθη καὶ ὅπερ ὡς πρὸς τὰς πρεσβείας ἐπετέλεσε διὰ τῆς καταργήσεως τῶν ἐμμίσθων, καὶ ἕτερον εἶχε καθῆκον σπουδαῖον διὰ τὴν Ἑλλάδα, νὰ προνοήσῃ περὶ τῶν ἐξωτερικῶν τοῦ Κράτος σχέσεων, ὅπως μὴ ἐπηρεασθῶσιν αὗται ἐκ τοῦ περὶ πρεσβειῶν μέτρου· εἶχε προσέτι καθῆκον νὰ προνοήσῃ, ὅπως ἐπιφυλαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἀκεραία ἡ ἐλευθερία τῆς ψήφου της ἐπὶ ζητήματος, ὅπερ ἐφρόνει τὸ ὑπουργεῖον τῆς 27 Ἀπριλίου, ὅτι ἦτο μεγίστης ἐθνικῆς σημασίας. Τὴν διατήρησιν τῶν πρεσβειῶν, ὡς θεσμοῦ διαρκοῦς, θεωροῦμεν ἀναγκαίαν, δι’ οὓς λόγους καὶ παρ’ ἐμοῦ ἐν ὀλίγοις μνησθέντας καὶ παρ’ ἄλλων διὰ μακρῶν ἠκούσατε ἀναπτυχθέντας. Ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ, οἵτινες εἶναι ἐναντίοι εἰς τὰς πρεσβείας ὡς θεσμὸν διαρκῆ, καὶ αὐτοὶ δὲν ἀποκρούουσι τὴν ἰδέαν, ὅτι παρουσιάζονται ἐνίοτε περιστάσεις, καθ’ ἃς αἱ πρεσβεῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι. Καὶ πῶς ἠδυνάμεθα ἡμεῖς, κύριοι, νὰ γινώσκωμεν, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἐὰν αἱ περιστάσεις αὗται δὲν ἦσαν ἐγγύς; Ἤδη δὲ δύναταί τις εὐλόγως νὰ εἴπῃ ὅτι αἱ περιστάσεις αὗται δὲν ἐφίστανται; Ἐν γένει ὁμιλῶν περὶ τοῦ ζητήματος τῶν πρεσβειῶν καὶ περὶ τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν, αἵτινες δύνανται νὰ παρουσιασθῶσιν, ὅπως προκαλέσωσι τὴν ἀποστολὴν ἀντιπροσώπων εἰς τὸ ἐξωτερικόν, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι προκειμένου περὶ Κράτους, ὅπερ ἐνέχεται τοσοῦτον στενῶς εἰς ὅλας τὰς περιπετείας τοῦ ἀνατολικοῦ ζητήματος, ὅσον τὸ Ἑλληνικόν, τὰ ἀπρόοπτα ζητήματα εἶναι ὁ κανών, καὶ αἱ ἔκτακτοι ἀνάγκαι παρουσιάζονται τοσοῦτον συχνὰ, ὥστε ἀσύγγνωστος θὰ ᾖναι ὁ μὴ λαμβάνων περὶ αὐτῶν πρόνοιαν. Τοῦτο εἶναι ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως ἐν γένει τῶν πρεσβειῶν, εἶναι ὅμως καὶ ἐπιχείρημα πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ὑπηρεσίας, ἣν προσέφεραν οἱ γραμματεῖς οὗτοι, καὶ ἀπέναντι ἐκείνων οἵτινες δὲν ἀποδέχονται τὰς διαρκεῖς πρεσβείας· διότι νομίζω, ὅτι εἰς ἣν θέσιν εἶναι νῦν τὰ πράγματα τῆς ἀνατολῆς, καὶ πολλοὶ ἐξ ἐκείνων, οἵτινες εἶναι ἐναντίοι εἰς τὰς πρεσβείας, ὡς διαρκεῖς, θὰ συνομολογήσωσιν ὅτι οἱ γραμματεῖς προσέφεραν ὑπηρεσίαν, καταστήσαντες ἐν ταῖς παρούσαις περιστάσεσιν εὐχερῆ τὴν ἀντιπροσώπευσιν τοῦ Κράτους παρὰ ταῖς κυβερνήσεσι τῶν μεγάλων Δυνάμεων. Οὗτοι εἶναι, κύριοι, οἱ λόγοι, δι’ οὓς θεωρῶ, ὅτι ἦτο λίαν ἄδικος ἡ μομφὴ, ἣν ἐπέῤῥιψε κατὰ τοῦ ὑπουργείου τῆς 27 Ἀπριλίου ὁ κ. Δεληγεώργης χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Δὲν ἀποκρούω ἐν γένει, ὃν ἔδωκε χαρακτηρισμὸν εἰς τὴν πρᾶξιν ἀποκαλέσας αὐτὴν παράτασιν τῶν πρεσβειῶν. Ναὶ διετηρήσαμεν τὰς πρεσβείας, ἀλλὰ κατηργήσαμεν τὸ ἔμμισθον τῶν πρεσβειῶν· διατηρήσαντες δὲ τὰς ἀμίσθους πρεσβείας ἐτελέσαμεν πρᾶξιν σύμφωνον καθ’ ὅλα πρὸς τὸν νόμον, ὃν ὀφείλουσι νὰ σέβωνται καὶ ν’ ἀκολουθῶσιν αἱ κυβερνήσεις, αἵτινες ἄνευ ἐψηφισμένου προϋπολογισμοῦ κυβερνῶσι τὸ Κράτος· ἦτο δὲ προσβολὴ, ἣν πέπεισμαι ὅτι ὅλοι ἀποκρούετε, ἡ παραβολὴ τῆς διαγωγῆς ἡμῶν πρὸς τὴν διαγωγὴν ὑπουργείου, ὅπερ ἠκολούθησεν ὡς μόνον κανόνα τὴν αὐθαιρεσίαν. Ἡμεῖς κανόνα τῶν πράξεων ἡμῶν εἴχομεν τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς, διότι ἐθεωρήσαμεν ὅτι μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ λαοῦ πρέπει νὰ παρίσταται πάντοτε ἡ Βουλὴ, καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι, δὲν ἠπόρησα, ὅταν ἤκουσα χθὲς παρὰ τῶν τὰ ἐναντία φρονούντων, ὅτι προτιμοτέρα εἶναι ἡ πρᾶξις Κυβερνήσεως, ἥτις ἐνόμιζεν, ὅτι δύναται κάλλιον αὐτὴ παρὰ τὰς βουλὰς νὰ κρίνῃ ὁποία ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλος τις δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένος.
§56ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§58ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὑρίσκων, κύριοι, λίαν ἄδικον τὴν κατάκρισιν τοῦ ὑπουργείου τοῦ 1874 διὰ τὴν ἀνασύστασιν τῶν πρεσβειῶν ἰδίως ἐκ μέρους τοῦ πρωθυπουργοῦ τῆς 27 Ἀπριλίου, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ λάβω τὸν λόγον, διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1874, ὅ,τι ἔπραξε ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ἔπραξε μετὰ γεναιοφροσύνης καὶ μετὰ συναισθήσεως τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἀνελάμβανεν ἀπέναντι τοῦ ἔθνους καὶ ἀπέναντι τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ. Τὸ ὑπουργεῖον τῆς 27 Ἀπριλίου παρουσιάζεται ὡς ὁ πρωτουργὸς μιᾶς πολιτικῆς μεταβολῆς, ἥτις ἐπῆλθεν εἰς τὸ ἔθνος· ἀλλὰ, κύριοι, εἶμαι ἠναγκασμένος ν’ ἀποδείξω, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἐχρησίμευσεν ὡς ὄργανον οὐχὶ τοιαύτης πολιτικῆς μεταβολῆς ἐν τῷ τόπῳ, οἵαν ἐννοεῖ καὶ ἀντιποιεῖται, ἀλλ’ ὡς ὄργανον σχηματισμοῦ τῆς προσωπικωτέρας τῶν Κυβερνήσεων, ἐξ ὅσων ποτὲ ἐσχηματίσθησαν παρ’ ἡμῖν. Εἶπον καὶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἶμαι εἷς ἐξ ἐκείνων τῶν βουλευτῶν, οἵτινες ἀπεδοκίμασαν τὰ μετὰ τὴν 30 Νοεμβρίου 1874 ἀξιοθρήνητα συμβάντα· ἑπομένως ὡς πρὸς τὴν πολιτικὴν τοῦ ὑπουργείου τοῦ 1874, τὴν μετὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὄχι μόνον δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ αὐτῆς, ἀλλ’ οὔτε μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ πράξω τοῦτο· ἐθεώρουν δὲ καὶ ἐγὼ, ὅτι ἦτο ἀναγκαία μία τις μεταβολὴ μετὰ τὰ συμβάντα ἐκεῖνα, καὶ ἰδίως μετὰ τὰ συμβάντα τοῦ Μαρτίου 1875, ἀλλ’ ἡ μεταβολὴ ἐκείνη εἰς πάντα ἄλλον ἐπεφυλάσσετο παρὰ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς 27 Ἀπριλίου, τὸ ὁποῖον τίποτε μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν ἀντεπροσώπευεν ἐν τῷ τόπῳ.
§59ΡΑΛΛΗΣ. Αἱ καλπονοθεύσεις, εἰς τὰς ὁποίας συνεπράξατε, αὐταὶ ἔφερον αὐτὴν τὴν κατάστασιν (θόρυβος).
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴν διακόπτετε.
§61ΔΟΥΜΑΣ. Καὶ αἱ σιμωνίαι (θόρυβος).
§62Μ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τοῦ βήματος, κ. Δοῦμα.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴν διακόπτετε.
§64ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν διακόπτομεν, ἀλλ’ ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκτιμήσωμεν τὸ παρελθὸν ἑκάστου (θόρυβος).
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ τὸ δικαίωμα τὸ ἔχετε ἀπὸ τοῦ βήματος.
§66ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπῆρξεν ἀληθῶς ἰσχυρὰ ἀντιπολίτευσις κατὰ τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, ἀλλὰ τὴν ἀντιπολίτευσιν ἐκείνην ἀπετέλει πᾶς ἄλλος ἢ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀπετέλεσαν τὸ ὑπουργεῖον τῆς 27 Ἀπριλίου.
§67ΡΑΛΛΗΣ. Ἀφοῦ μᾶς ἐπετάξατε ἔξω.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ῥάλλη!
§69ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§70ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Παπαμιχαλόπουλε.
§71ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ δὲν μ’ ἀφίνετε. Ὅταν γίνεται, κύριοι, πολιτικὴ συζήτησις, καὶ ὅταν προσφέρεσθε μάλιστα νὰ δώσητε εὐθύνας τῶν πράξεών σας, ὀφείλετε νὰ ἀκούσητε, ἐγὼ σᾶς κατηγορῶ αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ὑπῆρξεν ἀληθῶς ἀντιπολίτευσις καὶ ἀντιπολίτευσις ἰσχυρὰ καὶ ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἐκτὸς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Βούλγαρη, ἀλλ’ εἶπα καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὴν ἀντιπολίτευσιν ἐκείνην πᾶς ἄλλος ἀπετέλει, ἢ οἱ σχηματίσαντες τὸ ὑπουργεῖον τῆς 27 Ἀπριλίου. Ἡ ἀντιπολίτευσις ἐκείνη ἀπετελεῖτο ἀπὸ τὰ τρία γνωστὰ πολιτικὰ κόμματα.
§72ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἀπὸ ὅλην τὴν Ἑλλάδα.
§73ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν κ. Ζαΐμην, τὸν κ. Κουμουνδοῦρον καὶ τὸν κ. Δεληγεώργην, καὶ εὐτυχῶς κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην τὰ τρία ταῦτα κόμματα ἦσαν ἡνωμένα καὶ ἕτοιμα νὰ προσφέρωσιν εἰς τὸν τόπον Κυβέρνησιν ἰσχυρὰν, μόνιμον καὶ δυναμένην νὰ πράξῃ πολλὰ ὑπὲρ τοῦ τόπου. Ἀλλ’ ἐνῷ τέλος πάντων ἐπετεύχθη ἡ μεταβολὴ ἐκείνη διὰ τῆς ἀπομακρύνσεως τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη, καὶ ἐνῷ ἠλπίζετο ὅτι νέα Κυβέρνησις ἰσχυρὰ καὶ μόνιμος, ὡς εἶπον, ἐπρόκειτο νὰ διαδεχθῇ ἐκείνην, κακὸς δαίμων ἐφθόνησε τὸν τόπον, καὶ ἀντὶ τοιαύτης Κυβερνήσεως παρεισήχθη Κυβέρνησις ὅλως προσωπικὴ, τῆς ὁποίας οὐδέποτε ἄλλη ὑπῆρξε προσωπικωτέρα· διότι, κύριοι, μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τί ἀντιπροσώπευον οἱ σχηματίσαντες τὸ ὑπουργεῖον τῆς 27 Ἀπριλίου; Ποῖος σύνδεσμος κἂν ὑπῆρχε μεταξὺ αὐτῶν; Ἐν τῇ Βουλῇ ἐκείνῃ ὄχι μόνον μειονοψηφίαν δὲν ἀπετέλουν, ἀλλ’ οὔτε μειονοψηφίαν τῆς μειονοψηφίας (ἱλαρότης).
§74ΔΟΥΜΑΣ. Μὰ σεῖς εἶσθε δώδεκα καὶ ἐκάματε Κυβέρνησιν.
§75ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴχομεν ἄλλους ἑκατὸν ὄπισθέν μας. Ἐν τῇ κοινωνίᾳ δὲ δὲν ἐθεωροῦντο ὡς ἀποτελοῦντες κόμμα πολιτικὸν, ἐξ ἐναντίας οἱ μὲν ἐθεωροῦντο ὡς ἀνήκοντες εἰς τὸ κόμμα τοῦ κ. Κουμουνδούρου, οἱ δὲ ἰσχυρίζοντο ὅτι ἔπαυσαν πλέον πολιτευόμενοι· καὶ διὰ τοῦτο ὅτε μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη, προσεκλήθη εἰς τ’ ἀνάκτορα διὰ νὰ σχηματίσῃ ὑπουργεῖον ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως τῆς 27 Ἀπριλίου καὶ ἐδέχθη τὴν ἐντολὴν ταύτην, ἔτρεχεν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ ζητῶν ὑπουργούς· διότι τὸ κόμμα του, τὸ ὁποῖον τότε πρώτην φορὰν παρουσιάζεται, δὲν εἶχεν ὑποψηφίους διὰ τὰς τοιαύτας θέσεις· ἐζήτησε λοιπὸν τὸν ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ τὸν ἐστρατολόγησεν ἀπὸ τὸ κόμμα τοῦ κ. Κουμουνδούρου· ἐζήτησε τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἀπὸ τὸν ἥσυχον καὶ ἀμέριμνον βίον εἰς ὃν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διετέλει, καὶ ἀμφιβάλλω ἂν ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τῆς κυβερνήσεως τῆς 27 Ἀπριλίου ἐγνωρίζετο μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης κἂν προσωπικῶς μετὰ τοῦ προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἔλαβε μέρος ὡς ὑπουργὸς (ἱλαρότης). Ποίαν ἄλλην ἀπόδειξιν τρανωτέραν θέλετε, κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς 27 Ἀπριλίου δὲν ἦτο Κυβέρνησις Κοινοβουλευτική, ἀλλ’ ἦτο Κυβέρνησις καθαρῶς προσωπική; Ποῖαι σχέσεις πολιτικαὶ συνέδεον τὸν κ. Ῥάλλην μετὰ τοῦ κ. Τρικούπη; Ποῖαι σχέσεις πολιτικαὶ συνέδεον μετὰ τοῦ κ. Τρικούπη τὸν ἀξιότιμον κ. Γεννατᾶν, ὁ ὁποῖος ἄλλοτε οὔτε κἂν ἐπολιτεύετο;
§76ΡΑΛΛΗΣ. Τῆς τιμιότητος καὶ ὄχι τῆς κακοηθείας (θόρυβος).
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριε Ῥάλλη.
§78ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμία. Συμφέροντα προσωπικὰ τοὺς ἥνωσαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ, καὶ ἐσχημάτισαν τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην.
§79ΔΟΥΜΑΣ. Δὲν τοὺς ἥνωσεν ἡ σιμωνία.
§80ΡΑΛΛΗΣ. Οἱ συνάδελφοί σας κατηγοροῦνται ἐπὶ κλοπῇ.
§81ΠΟΛΛΟΙ. Μὴ διακόπτετε, ἐξακολουθήσατε, κύριε Παπαμιχαλόπουλε.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Δοῦμα, κύριε Ῥάλλη, μὴ διακόπτετε.
§83ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐν τοσούτῳ ἡ τοιουτοτρόπως σχηματισθεῖσα Κυβέρνησις ἐπαγγέλλεται ὅτι ἐπέφερεν εἰς τὸν τόπον πολιτικὴν μεταβολὴν, ὁμοίαν τῆς ὁποίας δὲν δύναται νὰ παρουσιάσῃ ἡ Ἑλλάς. Ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης δὲν ἦτον ἄλλη εἰμὴ ἡ ἀναστάτωσις ἐν γένει τῆς ὑπαλληλίας ὅλων τῶν κλάδων ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου μέχρι τοῦ ἄλλου, ἄνευ συμφέροντος δημοσίου, ἄνευ ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ πρὸς περιποίησιν φίλων καὶ συγγενῶν.
§84ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Ἐφέραμεν ὀλιγωτέρας ψήφους ἀφ’ ὅσας εἴχομεν πρὶν (θόρυβος).
§85ΡΟΥΚΗΣ. Μὰ, κύριε πρόεδρε, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἐπιβάλητε τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν τάξιν;
§86ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ δίδετε τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς διακόπτουν.
§87ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ οὔτε δικαίωμα δίδω οὔτε ἀπαντῶ, ἀλλὰ περιμένω νὰ παρέλθουν αἱ διακοπαὶ διὰ νὰ ἐξακολουθήσω. —Καυχῶνται καὶ παρουσιάζουσιν ὡς πολιτικὴν μεταβολὴν οἱ σχηματίσαντες τὸ ὑπουργεῖον τῆς 27 Ἀπριλίου τὰς ἐλευθέρας ἐκλογάς· ἀλλὰ, κύριοι, καὶ ἂν εἶχον καὶ ἄλλην διάθεσιν, τί ἠδύναντο νὰ πράξουν ἄνθρωποι, οἵτινες δὲν εἶχον φίλους, δὲν εἶχον πολιτικοὺς ὀπαδοὺς εἰς τὰς ἐπαρχίας νὰ ὑποστηρίξουν; Καὶ νομίζετε, κύριοι, ὅτι εἶναι κατόρθωμα τὸ νὰ ἐνεργήσῃ τις ἐλευθέρας ἐκλογάς; Ὅσον ἀσθενέστερος εἶναι πολιτικός τις ἐν τῷ τόπῳ, ὅσον στερεῖται πολιτικῶν φίλων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, κατὰ τοσοῦτον εἶναι εὐκολωτέρα εἰς αὐτὸν ἡ διεξαγωγὴ ἐλευθέρων ἐκλογῶν, διότι δὲν ἔχει τι νὰ ὑποστηρίξῃ· ἐὰν δέ που εἶχε φίλον τινὰ τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο νὰ ὑποστηρίξῃ, τὸ ἔπραξε καὶ τὸ ἔπραξε μάλιστα, ὑπερβὰν τὰ ὅρια τῆς νομίμου καὶ ἠθικῆς ἐνεργείας.
§88ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ποῦ;
§89ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς τὴν Λευκάδα καὶ εἰς τὴν Κέρκυραν καὶ εἰς τὸ Γύθειον καὶ ὅπου ἀλλοῦ εἴχατε κανένα φίλον μονάκριβον.
§90ΠΟΛΥΛΑΣ. Νὰ φέρετε λεπτομερείας, ἐὰν εἶσθε τίμιος.
§91ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ τοιουτοτρόπως ἀποτελέσαντες τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἔρχονται σήμερον νὰ ἐπιῤῥίψωσι μομφὴν καὶ κατηγορίαν κατὰ τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη, ὡς ἐγκολπωθέντος εἰς τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἀνασυστάσεως τῶν πρεσβειῶν τὴν ἀρχὴν τῆς αὐθαιρεσίας, καὶ οὐχὶ τὴν ἀρχὴν τῆς εὐθύνης. (Θόρυβος ἐν τῇ Βουλῇ, ποδοκροτήματα ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ). Ναί, κύριοι, τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1874 προέβη εἰς τὴν ἀνασύστασιν τῶν πρεσβειῶν, ἀναλαβὸν ὅλην τὴν εὐθύνην ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, ἥτις μετ’ ὀλίγον συνεκαλεῖτο ἐνταῦθα, καὶ ἐνώπιον τῆς ὁποίας ὤφειλε νὰ δώσῃ εὐθύνην τῶν πράξεών τον. Εἶπον, κύριοι, καὶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν ὅτι καθ’ ὃν τρόπον καὶ δι’ ὃν λόγον ἀνελάβομεν τὴν εὐθύνην νὰ κυβερνήσωμεν τὸν τόπον ἄνευ προϋπολογισμοῦ ἐψηφισμένου ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ δαπανήσωμεν ὑπὲρ τὰ 30 ἑκατομμύρια, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ διὰ τὸν ἴδιον λόγον ἀνελάβομεν καὶ τὴν εὐθύνην νὰ συστήσωμεν τὰς πρεσβείας διὰ τὰς ὁποίας δὲν ἀπαιτοῦνται εἰμὴ 150,000 δραχμῶν. Καὶ βεβαίως, κύριοι, ἂν ὑπῆρχε τόσῳ σπουδαῖος λόγος, ὡς ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τῆς 27 Ἀπριλίου, συνηγορῶν ὑπὲρ τῆς ἀνασυστάσεως τῶν πρεσβειῶν, λόγος ἐθνικοῦ συμφέροντος, τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1874 νομίζει τιμήν του, ὅτι ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ἐθνικὴν ταύτην ἀνάγκην καὶ ἀπαίτησιν, χωρὶς νὰ θέλῃ νὰ κρυβῇ ὄπισθεν πλαγίων καὶ ἀναξιοπρεπῶν ἐνεργειῶν περὶ ἀμίσθου, ἢ ἐμμίσθου. Τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1874 εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι ἡ ἀντιπροσωπεία εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐπεβάλλετο ὑπὸ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, καὶ μάλιστα καθ’ ἣν ἐποχὴν ἦτο ἐκκρεμὲς καὶ συνεζητεῖτο μετὰ τῆς Τουρκίας τὸ ζήτημα τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας, ἵνα μὴ παραβλάψῃ δὲ οὐσιωδῶς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, δὲν ἐδίστασεν οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνασύστασιν τῶν πρεσβειῶν, ἀναλαμβάνον τὴν εὐθύνην διὰ τὴν μισθοδοσίαν αὐτῶν. Καὶ οὕτω φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ πολιτεύωνται αἱ Κυβερνήσεις, (θόρυβος) ὅταν ἔχωσι πεποίθησιν εἰς τὰς πράξεις των, ὅτι ἐκπληροῦσιν ἐθνικοὺς πόθους, καὶ ὅτι ἱκανοποιοῦσιν ἐθνικὰ συμφέροντα. Καὶ δὲν ἔπρεπε, κύριοι, νὰ διστάσῃ ἀπέναντι 150,000 δραχ. νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνασύστασιν τῶν πρεσβειῶν, ἐνῷ παρεκτὸς τόσων ἄλλων σπουδαίων λόγων συνηγορούντων πρὸς τοῦτο, τὸ ζήτημα τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας ἦτο ζήτημα ἐθνικὸν, ζήτημα σπουδαιότατον διὰ τὴν Ἑλλάδα: οὔτε ἐθεώρησεν ἑαυτὸ δεσμευόμενον ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς τοῦ 1873, οὐχὶ περὶ καταργήσεως τῶν πρεσβειῶν—διότι τοιαύτην ἀπόφασιν ἡ Βουλὴ ἐκείνη δὲν ἔκαμε, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ κάμῃ, διότι ἂν εἶχε κατὰ νοῦν νὰ καταργήσῃ τὰς πρεσβείας, ἔπρεπε νὰ κάμῃ πρὸς τοῦτο νόμον—ἀλλὰ περὶ ἀπαλείψεως τῆς διὰ τὰς πρεσβείας πιστώσεως διὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο. Δὲν ἦτο λοιπὸν περιφρόνησις πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ἡ πρᾶξις αὕτη τοῦ ὑπουργείου τοῦ 1874, ἀλλ’ ἐκπλήρωσις καθήκοντος ἐπιβαλλομένου ἀπὸ τὰ ὕψιστα συμφέροντα τῆς πολιτείας.
§92ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη περὶ τούτου.
§93ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον τῆς 27 Ἀπριλίου διατείνεται ὅτι ἀπὸ ἄκραν εὐλάβειαν πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας δὲν ἐδίστασεν οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν, ἢ εἰς τὴν ἀνάκλησιν, διότι ἀκριβῶς δὲν ἐχαρακτήρισε τὴν πρᾶξίν του ταύτην τῶν πρεσβειῶν, καθόσον, ὡς διατείνεται, εἰς τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἐνήργησεν, εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1873· ἐγὼ ὅμως θέλω ἀποδείξει, ὅτι καὶ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίζεται τὸ ὑπουργεῖον τῆς 27 Ἀπριλίου, δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι ἔκαμε καὶ ἑτέρας δαπάνας, μὴ περιεχομένας εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1873, περιεχομένας δὲ εἰς τὸν προϋπολογισμόν τοῦ 1874, καὶ περιπλέον ἔκαμεν ἀκόμη καὶ ὑπερβάσεις. Δὲν ἠδύνατο, λέγει, τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο νὰ διατηρήσῃ τὰς πρεσβείας ἐναντίον τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, καὶ ν’ ἀναλάβῃ μίαν τόσον μεγάλην εὐθύνην ἀπέναντι τοῦ ἔθνους, καὶ ἐντοσούτῳ τὴν εὐθύνην ταύτην τὴν καταβιβάζει εἰς ζήτημα χρηματικόν, εἰς ζήτημα ὀλίγων χιλιάδων δραχμῶν. Ἀλλ’ αἱ Κυβερνήσεις, ὅταν ἀναγκάζωνται νὰ δαπανήσουν ἄνευ προϋπολογισμοῦ τόσα ἑκατομμύρια διὰ τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν, πρέπει ν’ ἀναλαμβάνωσι τὴν εὐθύνην τῆς δαπάνης, καὶ ὅταν πρόκειται νὰ προστατεύσουν ἐξωτερικῶς συμφέροντα ἐθνικά, δὲν πρέπει νὰ κρύπτωνται ὄπισθεν πλαγίων ἐνεργειῶν. Ἡμεῖς ἐθεωρήσαμεν ἀναγκαίας τὰς πρεσβείας καὶ ἀνελάβομεν τὴν εὐθύνην τῆς δαπάνης διὰ τὴν ἀνασύστασιν αὐτῶν· σεῖς τὰς κατηργήσατε, ἀλλὰ συγχρόνως ἐνεργήσατε νὰ σᾶς ἔλθωσιν αἰτήσεις παρὰ τῶν γραμματέων τῶν πρεσβειῶν, ὅτι οὗτοι προσφέρονται δῆθεν νὰ ὑπηρετήσουν ἀμισθί· καὶ ὅμως, διατηροῦντες αὐτοὺς, εἴχατε εἰς τὸν νοῦν σας νὰ τοὺς μισθοδοτήσητε, διότι τοῦτο ἀποδεικνύεται σήμερον, ἰσχυριζομένων ὑμῶν ὅτι εἶναι ἀναξιοπρεπὲς εἰς τὸ ἔθνος νὰ δέχηται ὑπηρεσίαν ἄμισθον. Ἐδέχθητε λοιπὸν τοιαύτας προτάσεις τῶν γραμματέων, ὅπως διευκολύνητε τὴν παράτασιν τῶν πρεσβειῶν ἐν τοῖς προσώποις τῶν γραμματέων, οὐχὶ διότι προσέφερον ὑπηρεσίαν ἄμισθον, διότι ταύτην τὴν ὑπηρεσίαν δὲν ἠθέλατε δεχθῆ, ὡς σήμερον ὑποστηρίζετε, καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ ὑποβάλητε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ τὸ ἔτος 1875, περιελαμβάνετο καὶ ἀποζημίωσις ὑπὲρ τῶν γραμματέων τῶν πρεσβειῶν, διότι τοῦτο τὸ βεβαιοῖ καὶ τὸ διαδεχθὲν ὑμᾶς ὑπουργεῖον ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἑπομένως δὲν εἶσθε οὔτε συνεπεῖς κἂν πρὸς τὸν ἑαυτόν σας. Λοιπὸν, κύριοι, ἂν δὲν ἦτον ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον προέβητε εἰς τὴν ἀνάκλησιν τῶν πρέσβεων, λόγος προσωπικὸς κατὰ τῶν πρέσβεων ἐκείνων, ἢ λόγος, κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Βούλγαρη, ἤθελον ἐννοήσει τὸν ἰσχυρισμόν σας, ὅτι ἀπὸ ἄκραν δηλαδὴ εὐλάβειαν πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας προέβητε εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, ἐὰν ἄνευ ἐπιφυλάξεώς τινος, ἄνευ πλαγίας σκέψεως, διὰ μιᾶς μονοκονδυλιᾶς ἀνεκαλεῖτε τοὺς πρέσβεις, τοὺς γραμματεῖς καὶ ἅπαν τὸ προσωπικὸν αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν ἐπράξατε οὕτως· ἐλάβατε ὑπ’ ὄψιν σας τὸν προσωπικὸν λόγον κατὰ τὴν ἐνέργειάν σας, καὶ διὰ τοῦτο, ἐνῷ ἀπελύσατε τοὺς πρέσβεις, διετηρήσατε τοὺς γραμματεῖς αὐτῶν μὲ τὴν πρόθεσιν νὰ τοὺς μισθοδοτήσετε. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβὲς οὔτε κἂν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἴπατε, ὅτι διὰ τῆς πράξεως ταύτης ἠθέλατε νὰ τιμωρήσητε τοὺς πρέσβεις ὡς δεχθέντας ἀνηθίκως ὑπηρεσίαν ἐναντίον τῶν κειμένων νόμων, διότι ἕνα τῶν πρέσβεων τούτων, ἄνδρα ἄλλως τε λίαν ἀξιότιμον, πρὸς τὴν οἰκογένειαν τοῦ ὁποίου ὀφείλει ἀπείρους εὐγνωμοσύνας καὶ ὑποχρεώσεις τὸ πανελλήνιον, τὸν ἀξιότιμον κύριον Κουντουριώτην, διωρίσατε Πρέσβυν ἐν Κωνσταντινουπόλει. Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ τιμωρία; ἢ ἡ τιμωρία αὕτη ἔπρεπε νὰ γείνῃ διά τινας ἐξ αὐτῶν; Ἀλλ’ εἶναι κἂν ἀκριβὴς καὶ ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῆς 27 Ἀπριλίου, ὅτι εἰς τὰς δαπάνας του εἶχεν ὡς ὑπογραμμὸν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1873; οὐχὶ, κύριοι· διότι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Δεληγεώργη κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνόδου τοῦ 1874, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν—διότι ἀγνοῶ τί συνέβη εἰς τὰ ἄλλα ὑπουργεῖα—περιελήφθησαν δαπάναι, αἱ ὁποῖαι δὲν περιείχοντο εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1873, δαπάναι τὰς ὁποίας εἶχε καταργήσει, λόγῳ οἰκονομίας, οὐχὶ ἡ Βουλὴ, ἀλλ’ ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις. Περιελήφθη δαπάνη δύω οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν, τοὺς ὁποίους δὲν διώρισεν ὁ κ. Χρηστίδης, διώρισα ὅμως ἐγώ· περιελήφθη δαπάνη διαφόρων ἄλλων ὑπαλλήλων τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὰς θέσεις τῶν ὁποίων ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις εἶχε καταργήσει ἐπίσης λόγῳ οἰκονομίας, ἀλλ’ ἐγὼ ἐθεώρησα ὅτι τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας μοὶ ἐπέβαλλε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπαναφέρω τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους, καὶ ἐσημείωσα τὴν πρὸς τοῦτο ἀπαιτουμένην δαπάνην ἐν τῷ ὑποβληθέντι παρ’ ἐμοῦ προϋπολογισμῷ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ συγχρόνως προέβην εἰς τὸν διορισμὸν τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων· τοὺς ὑπαλλήλους αὐτοὺς σεῖς ηὕρατε καὶ τοὺς διετηρήσατε καὶ τοὺς ἐμισθοδοτήσατε. Διατὶ καὶ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην δὲν ἐδείξατε τὸν ἄκρον σεβασμόν σας πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας; ἡ αὔξησις τοῦ ποσοῦ τούτου, τὸ ὁποῖον ἐγὼ προσέθηκα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ἀναβαίνει εἰς 38,000, ἐκτὸς τῆς μισθοδοσίας τῶν προστεθέντων δύω οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν, ἀναβαινούσης καὶ ταύτης εἰς 9,000 περίπου δραχμῶν. Σεῖς δὲ παρεδέχθητε τὰς προσθήκας ταύτας, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο ἐπράξατε, ἀλλὰ προέβητε εἰς ὑπερβάσεις, διορίσαντες ἀπειράριθμον προσωπικὸν ἐκτάκτων καὶ προσθέτων ὑπαλλήλων, καὶ ἰσχυρίζεσθε, ὅτι τοῦτο ἐπράξατε, ἵνα αὐξήσητε τὰ δημόσια ἔσοδα! Εὐτυχὴς θὰ ἦτο ἡ Ἑλλάς, κύριοι Βουλευταὶ, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ αὐξήσῃ τὰ ἔσοδά της διὰ τοῦ διορισμοῦ ἐκτάκτων τοιούτων προσώπων ἐπαιτούντων 30, 40, ἢ 50 δραχμῶν θέσεις. Εὐτυχὴς θὰ ἦτο, ἂν ἠδύνατο νὰ πληρώσῃ τὸ ταμεῖόν της χρημάτων, ἱκανοποιοῦσα συγχρόνως καὶ τὰς ἀπαιτήσεις ἑνὸς τοιούτου σμήνους πειναλέων καὶ ἀνυποδήτων προσώπων, περικυκλούντων οὐ μόνον τοὺς ὑπουργοὺς, ἀλλὰ καὶ τοὺς βουλευτάς. Καὶ ἐγὼ διώρισα τοιοῦτον ἔκτακτον προσωπικὸν, ἀλλ’ εἶπον τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον προέβην εἰς τὴν πρᾶξιν ταύτην, τὸν ἀληθῆ λόγον· εἶπον ὅτι αἱ περιστάσεις μοὶ ἐπέβαλλον τοῦτο, καὶ οὐχὶ ὅπως αὐξήσω τὰ δημόσια ἔσοδα, διότι ἂν ἰσχυριζόμην τοιοῦτόν τι θὰ ἤμην γελοῖος. Καὶ ἂν ᾖναι ἀληθὲς ὅτι «ἡ ἀλήθεια σώζει», ἡ ἀλήθεια αὕτη πρέπει νὰ λέγηται καθαρῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἄνευ περιστροφῶν, ἄνευ ῥητορικῶν σχημάτων, ἄνευ ἐπιφυλάξεων (θόρυβος καὶ διακοπαί.) Οὐ μόνον λοιπὸν ὑπερέβητε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1873, ἀλλ’ ὑπερέβητε καὶ τὸν τοῦ 1874· διότι π. χ. ἐπὶ τοῦ Κεφ. 10 περὶ βεβαιώσεως τῶν δεκάτων κατὰ τὸ 1874 ἐγένετο ὑπέρβασις 10 ἢ 12,000 δραχμῶν· σεῖς διὰ τὸ 1875 ἐκάματε 20, 000· διότι ἐνῷ ἐπὶ τοῦ Κεφ. 11 περὶ βεβαιώσεως τῶν ἐμμέσων φόρων ἐγένετο ὑπέρβασις εἰς τὰ 1874 8,000 δραχμῶν, σεῖς ἐκάματε ὑπέρβασιν 60,000 περίπου δραχμῶν, διότι εἴχατε διορίσει ἀπειράριθμον προσωπικὸν ἐκτάκτων τελωνοφυλάκων διὰ νὰ προλάβητε τὰ λαθρεμπόρια! Σᾶς συγχαίρω, ἂν νομίζητε ὅτι τὰ λαθρεμπόρια προλαμβάνονται διὰ τοιούτων προσώπων (θόρυβος καὶ διακοπαί.)
§94ΡΑΛΛΗΣ. Διατὶ ἐφυγοδίκησες δύω ἡμέρας καὶ δὲν τὰ ἔλεγες πρωτήτερα; (θόρυβος).
§95ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἤμην ἀσθενὴς, ὡς εἶπον καὶ προχθές.
§96Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐξήλθομεν ἀπὸ τὸ ζήτημα.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν παρατήρησιν ταύτην ἐπανειλημμένως ἔκαμα εἰς τὸν ἀγορεύοντα.
§98ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πρόκειται περὶ τῆς πιστώσεως.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀγορεύων λέγει ὅτι εἶναι τοῦ ζητήματος.
§100ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐρωτήσατε τὴν Βουλὴν.
§101ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοῶ, κύριοι, τοὺς ἔχοντας καθαρὰς ἰδέας καὶ πεποιθήσεις, καὶ ὑποστηρίζοντας αὐτὰς ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου· δὲν ἐννοῶ ὅμως ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἰδέας διφορουμένας· ἐννοῶ ἐκείνους, οἵτινες εἶναι καθαρῶς κατὰ τῶν πρεσβειῶν, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ ἐκείνους οἵτινες, ἐνῷ εἶναι κατὰ τῶν πρεσβειῶν, εἶναι συγχρόνως καὶ ὑπὲρ τῶν πρεσβειῶν· αὐτὸ μοὶ εἶναι ἀκατανόητον. Ἀφοῦ εἴχατε τὴν ἰδέαν νὰ διατηρήσητε τὰς πρεσβείας ὡς ἀναγκαίας, ἔπρεπε νὰ ἀναλάβητε καὶ τὴν εὐθύνην τῆς μισθοδοτήσεως αὐτῶν, καὶ ἑπομένως καὶ τῆς διατηρήσεως τῶν πρέσβεων, διότι ἄλλως πράξαντες, ἐπροδώκατε τὸ καθῆκόν σας. Δὲν λαμβάνω δὲ παντάπασιν ὑπ’ ὄψιν μου τὸν ἰσχυρισμόν σας, ὅτι διετηρήσατε τοὺς γραμματεῖς ἀμισθὶ, τὸ ὁποῖον μήτε αὐτὸ εἶναι ἀληθὲς, διότι ὁ λόγος αὐτὸς εἶναι ἀνάξιος νὰ προβάλληται ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου. Τὰ ἔθνη τὰς ἀνάγκας των καὶ τὰς ὑποθέσεις των δὲν τὰς μετρῶσιν ἀντὶ ὀλίγων χιλιάδων δραχμῶν, ἀλλὰ τὰς μετρῶσι καὶ τὰς κανονίζωσι κατὰ τὸ ἐθνικὸν συμφέρον καὶ κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς πολιτείας, καὶ ἂν δὲν ἔχουν χρήματα δανείζονται καὶ πληρώνουν. Δι’ ὃν λόγον ἀνελάβετε τὴν εὐθύνην νὰ δαπανήσητε τόσας χιλιάδας δραχμὰς, κατὰ παράβασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1873, ὡς εἶπον, καὶ διὰ τὸ ἔκτακτον προσωπικὸν ἀνωφελῶς, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, τί λέγω διὰ τὸν αὐτὸν λόγον; διὰ πολὺ μεγαλείτερον εἴχατε τὸ καθῆκον νὰ ἀναλάβητε τὴν εὐθύνην τῆς διατηρήσεως καὶ μισθοδοτήσεως τῶν πρεσβειῶν· διότι ἐπράξατε καὶ ἄλλο ἀτόπημα λίαν σπουδαῖον. Κατὰ τὸ 1873, δυνάμει ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἀνεκλήθησαν οἱ πρέσβεις ἀπὸ τὴν Εὐρώπην· μετὰ ἓν ἔτος, τὸ 1874, ἀπεστάλησαν ἐκ νέου· σεῖς κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζετε, διότι εἶσθε διπλωμάται, ὅτι εἰς τὰς τοιαύτας ἐνεργείας συμμετέχει καὶ ἡ Βασιλικὴ μεσολάβησις καὶ ὑπογραφή. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐλάβατε τὸ μέτρον ν’ ἀνακαλέσητε ἢ νὰ παύσητε, ἢ νὰ καταργήσητε—διότι μήτε σεῖς εἶσθε εἰς κατάστασιν νὰ δώσητε τὸν ἀληθῆ ὁρισμὸν τῆς πράξεώς σας ταύτης—τὰς πρεσβείας, εἴχατε κατὰ νοῦν μετ’ ὀλίγους μῆνας, ἐρχομένης τῆς Βουλῆς, ν’ ἀνασυστήσητε αὐτὰς, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ θέσητε εἰς δυσάρεστον θέσιν τὸν ἡγεμόνα νὰ παλινῳδήσῃ τρίτην καὶ τετάρτην ἤδη φορὰν, ἐνῷ ἦτο προτιμότερον ν’ ἀναλάβητε τὴν εὐθύνην τῆς διατηρήσεως τῶν πρεσβειῶν, ἀφοῦ εἶναι ἀναγκαῖαι, μέχρις οὗ ἔλθῃ ἡ Βουλὴ, καὶ ἂν αὕτη ἀπεφάσιζε τὴν κατάργησιν τῶν πρεσβειῶν ἢ τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς πιστώσεως διὰ τὴν διατήρησιν αὐτῶν, τότε ἐγίνετο ἅπαξ ἡ ἀνάκλησις αὐτῶν, καὶ δὲν ἠναγκάζετο ὁ Βασιλεὺς εἰς τοιαύτας ἀλλεπαλλήλους παλινῳδίας. Ἀλλὰ σεῖς ἐπροτιμήσατε τὸ ἴδιον συμφέρον ἀπὸ τὸ συμφέρον τοῦ Στέμματος.
§102ΡΑΛΛΗΣ. Ν’ ἀναβληθῇ ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον.
§103ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὴν ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς.
§104ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ δὲ μοῦ ἔγεινεν ἡ παρατήρησις παρά τινος τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων, ὅτι ἐναντίον τῆς διαβεβαιώσεως, τὴν ὁποίαν εἴχομεν δώσει εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν ἠθέλομεν κάμει χρῆσιν τῶν προσθέτων δαπανῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1874, ἐκάμαμεν τοιαύτας, ὀφείλω νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν καὶ ἐπὶ τῆν παρατηρήσεως ταύτης. Ἀληθῶς ὅταν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πίστωσιν διὰ τὴν δαπάνην τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου 1874, ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔκαμε τὴν παρατήρησιν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ ἡ Βουλὴ νὰ γείνῃ χρῆσις τῶν προσθέτων δαπανῶν, πρὶν ἢ αὗται κυρωθῶσι διὰ νόμου ἢ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, καὶ ἐννοοῦσεν βεβαίως ὁ κ. Δηλιγιάννης τὰς στρατιωτικὰς δαπάνας, αἵτινες εἶχον συμπεριληφθῆ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874 ὑπὸ τοῦ κ. Γρίβα ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ κ. Δεληγεώργη, καὶ ἐγὼ ἀπήντησα ἀληθῶς ὅτι δὲν θὰ γείνῃ χρῆσις τῶν τοιούτων δαπανῶν. Ἀλλὰ εἰς τὴν πίστωσιν ἐκείνην περὶ τῆς ὁποίας ἐπρόκειτο, δὲν εἶχον περιληφθῆ αἱ πρεσβεῖαι· αἱ πρεσβεῖαι περιελήφθησαν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον μεταγενεστέρως ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ διὰ τὸ κῦρος τῶν ὁποίων δὲν ἀπαιτεῖται νόμος τις, οὔτε ἄλλο Βασιλικὸν διάταγμα, ἐκτὸς τοῦ διατάγματος τοῦ διορισμοῦ τῶν πρέσβεων. Ἀλλ’ ὅτε ἐζητήθη ἡ πίστωσις τῶν δαπανῶν τοῦ Μαρτίου, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶχε συζητήσει τὸν προϋπολογισμόν, πίστωσις συζητηθεῖσα εἰς βάρος τοῦ παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ, ἐν τῷ ὁποίῳ περιείχετο καὶ ἡ διὰ τὰς πρεσβείας ἀπαιτουμένη δαπάνη, τοιαύτη τις ἐναντία παρατήρησις δὲν ἐγένετο παρ’ οὐδενὸς, καὶ ἑπομένως τοιαύτη ἐξήγησις δὲν ἐδόθη· ἀλλὰ καὶ ἂν ἐγίνετο, δὲν εἶχεν οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὸ ζήτημα τῆς δαπάνης τῶν πρεσβειῶν, διότι δι’ αὐτάς, κύριοι, δὲν ἀπῃτεῖτο οὔτε νόμος, οὔτε Βασιλικὸν διάταγμα, ἀπῃτεῖτο μόνον διάταγμα διὰ τὸν διορισμὸν τῶν πρέσβεων, καὶ τοῦτο ἐγένετο, ὥστε καὶ ἡ παρατήρησις αὐτὴ εἶναι ἀνυπόστατος. Ἰδού, κύριοι, διατί εἶπον, ὅτι ἡ κατάκρισις, ἡ ὁποία ἐγένετο σήμερον κατὰ τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη εἰς τὸ ζήτημα τῶν πρεσβειῶν, εἶναι ἐντελῶς ἄδικος· διότι τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην διὰ τῆς πράξεώς του ταύτης, ὅπως ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην νὰ διαχειρισθῇ ἄνευ προϋπολογισμοῦ εἴκοσιν ἢ τριάκοντα ἑκατομμύρια δραχμῶν διὰ τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους μέχρις οὗ ἔλθῃ ἡ Βουλή· καὶ ἰδοὺ διατί εἶπον, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῆς 27 Ἀπριλίου δὲν ὤφειλε νὰ ἐπιπέσῃ βαρέως κατὰ τοῦ ὑπουργείου τοῦ 1874 διὰ τὴν πρᾶξίν του ταύτην τοὐλάχιστον, πρᾶξιν ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἐγένετο ὁ καλλίτερος συνήγορος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ πρωθυπουργὸς τῆς 27 Ἀπριλίου, πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξε καὶ ὑποστηρίζει ὡς πρᾶξιν ἀναγκαίαν, ὡς πρᾶξιν ἐπιβαλλομένην εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ αὐτὰ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Καὶ ὅταν, κύριοι, εἴχομεν ὑπὲρ ἡμῶν τὸ δίκαιον, ὅταν εἴχομεν ὑπὲρ ἡμῶν τὴν οὐσίαν, ἠθέλομεν δειλιάσει διὰ τοὺς τύπους; Ἠθέλομεν δειλιάσει ἀπέναντι μιᾶς δαπάνης ἀσημάντου, παραβλέποντες τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα; ὄχι, κύριοι. Ἡμεῖς εἴχομεν ἄλλον κανόνα εἰς τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἐνεργείας μας, καὶ διὰ τοῦτο μετὰ θάῤῥους προέβημεν εἰς τὴν πρᾶξιν ταύτην, ἀλλ’ εἰς τὴν Βουλὴν ἔδοξεν ἄλλως· ἀπήλειψε τὴν δαπάνην τῶν πρεσβειῶν ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874, καὶ πρόκειται νὰ ἀφαιρέσῃ αὐτὴν, διὰ νὰ ᾖναι συνεπὴς, καὶ ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1875, αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἄλλο. Ἀλλὰ διὰ τὸ πολιτικὸν ζήτημα, ὡς πρὸς τὴν ἀνασύστασιν δηλονότι τῶν πρεσβειῶν, ἡμεῖς ἐσκέφθημεν νὰ ἐνεργήσωμεν ὅπως ἐνηργήσαμεν. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορῶ νὰ συμβιβάσω μὲ τὴν λογικὴν εἶναι πῶς ἡ Βουλὴ θέλει νὰ περιπέσῃ εἰς τοιαύτην ἀνακολουθίαν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀφαιροῦσα τὴν πίστωσιν τὴν προωρισμένην διὰ τοὺς πρέσβεις, ἀφ’ ἑτέρου δὲ παραδεχομένη τὴν πίστωσιν τὴν προωρισμένην διὰ τοὺς γραμματεῖς τῶν πρεσβειῶν. Αὐτὸ τῇ ἀληθείᾳ εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ συμβιβάσω οὔτε μὲ τὸν ὀρθὸν λόγον, οὔτε μὲ τὸ δίκαιον, οὔτε μὲ τὸ πρέπον καὶ μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτὴν τὴν Βουλῆς. Περὶ τῆς διατηρήσεως τῶν πρεσβειῶν δὲν ἔχω νὰ ἐπιφέρω τὴν ἐλαχίστην ἀντίῤῥησιν· ἐξ ἐναντίας συνηγορῶ ὑπὲρ αὐτῶν, διότι ἀληθῶς ἂν ὑπάρχῃ ἀνάγκη ἐθνικὴ, τὴν ὁποίαν ὠφείλει νὰ ἱκανοποιήσῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς ἀνασυστάσεως τῶν πρεσβειῶν, διὰ νὰ ἀντιπροσωπεύηται τὸ ἔθνος ἡμῶν παρὰ ταῖς ἐξωτερικαῖς αὐλαῖς, καὶ χαίρω ὅτι ἡ ἀνάγκη αὕτη παρὰ πάντων ἀναγνωρίζεται, διότι μεγαλειτέραν ἱκανοποίησιν δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1874 ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐπαναλαμβάνω ὅμως νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου καὶ τὴν ἔκπληξίν μου, διὰ τὴν μέλλουσαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς ζητουμένης πιστώσεως τῶν 84000 δρ. διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν γραμματέων, ἐνῷ διὰ τῆς αὐτῆς ἀποφάσεως πρόκειται νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ πίστωσις τῶν 102,000, ἡ προωρισμένη διὰ τὴν μισθοδοσίαν τῶν πρέσβεων.
§105ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, αὔριον.
§106ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ Παπαμιχαλόπουλος, ὁ Παπαμιχαλόπουλος, τὸ ἐπαναλαμβάνω, τὸ μέλος τοῦ ὑπουργείου τοῦ Βούλγαρη, ὁμιλεῖ περὶ προσωπικῶν κυβερνήσεων· φαντασθῆτε, κύριοι, ὁποῖον εἶναι τὸ θάῤῥος αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων! καὶ τὸ θάῤῥος αὐτὸ, κύριοι, τὸ ἀπέκτησαν, διότι πάντοτε οἱ προδίδοντες τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος, πάντοτε οἱ παραβάται τῶν νόμων εὑρίσκουσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα προστάτας ὅπως ὑπὸ τὴν σκέπην αὐτῶν προσφύγωσιν. Ὁ Παπαμιχαλόπουλος ὁ κατηγορῶν τὸν Γρίβα, ὁ θέλων νὰ καθήσῃ ἐπὶ τῆς ἕδρας τοῦ κατηγορουμένου τὸν Γρίβα, γενόμενος δὲ μετὰ δέκα ἡμέρας συνυπουργός του, σᾶς ὁμιλεῖ μετὰ θάῤῥους, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ χαρακτηρίσῃ τις, κατὰ προσωπικῶν κυβερνήσεων.
§107ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, δὲν τὸν κατηγόρησα· νὰ λέγετε τὰ πράγματα ὅπως εἶναι.
§108ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ τίς σὲ ἔφερεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν παρὰ μία ἀντιπολίτευσις, ἡ ὁποία εἰργάζετο μὲ ἓν κοινὸν πολιτικὸν πρόγραμμα, ἀντιπολίτευσις τὴν ὁποίαν κατεπρόδωσες διαψευσθεὶς ἐπισήμως δεκάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς! Ἄ! ἐζητήσαμεν νὰ εὕρωμεν τὰ ἴχνη κἂν Κοινοβουλίου μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ ὑπουργείου εἰς τὸ ὁποῖον εἶχε μέρος ὁ Παπαμιχαλόπουλος, ἀλλὰ ποῦ Κοινοβούλιον! τί λέγω! ἦτον εἷς νόμος εἰς τὴν θέσιν του; Ὅταν ἐσεῖς ἀπήλθατε, ὑπὸ τὰς ἀρὰς τοῦ ἔθνους, τῆς ἐξουσίας, Κοινοβούλιον δὲν ὑπῆρχε· νόμοι στρεβλωμένοι, σύγχυσις, χάος ὑπῆρχεν εἰς τὸν τόπον ἡμῶν, χάος τὸ ὁποῖον ἐγέννησεν ἡ προδοτικὴ διαγωγὴ παρελθόντος ὑπουργείου, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχε μέρος ὁ Παπαμιχαλόπουλος. Ὁ θεσμὸς τῶν πρεσβειῶν, κύριοι, ὡς ἀπέδειξαν ῥήτορες εὐγλωττότατοι, πολιτικοὶ ἔμπειροι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἶναι ἀναγκαῖος εἰς πᾶσαν μὲν Ἐπικράτειαν, πολὺ δὲ περισσότερον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ ὁποία ἔχει τοιαύτην θέσιν ἐν τῇ Ἀνατολῇ· δὲν ἔχω ἀνάγκην λοιπὸν ἐγὼ νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου· ἂν κατέστη ὁ θεσμὸς μισητὸς, ποῖος τὸν κατέστησεν; αὐτοὶ τὸν κατέστησαν, διότι ἐσύστησαν πρεσβείας ἐπὶ τῷ ὅρῳ τοῦ νὰ ἀποστείλουν πρέσβεις ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τοὺς ἦγον καὶ τοὺς ἔφερον καταπροδίδοντες ἐλευθερίας καὶ συμφέροντα τοῦ τόπου. Παρεβιάσατε τοὺς νόμους τῆς πατρίδος ἀποστείλαντες πρέσβεις ὄχι χάριν πεποιθήσεων, διότι τοιαύτας δὲν ἔχετε, ἀλλὰ χάριν προσωπικῶν συμφερόντων, καὶ τούτου ἕνεκεν σᾶς ἐδόθη ὡς γέρας ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς. Ἐστείλατε τοὺς πρέσβεις εἰς τὴν Εὐρώπην ὅπως ὑβρίσητε τὰς ἐλευθερίας τοῦ ἔθνους, καὶ τὸ ἔθνος! εἰς τὴν καρδίαν τοῦ ὁποίου ἠθέλατε νὰ ἐμπήξετε δίκοπον μάχαιραν. Κατηγορήσατε, λέγει, ὑμεῖς τὸ ὑπουργεῖον τοῦ Βούλγαρη. Καὶ πότε τὸ κατηγορήσαμεν ἡμεῖς τὸ ὑπουργεῖον τοῦ Βούλγαρη! τὴν κατηγορίαν τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη τὴν προτείνει τὸ ἔθνος· καὶ ἂν κατηγοροῦνται τὰ μέλη τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου τὰ κατηγορεῖ τὸ ἔθνος ὁλόκληρον, καὶ ὄχι ἡμεῖς. Ποία ἀπόχρωσις, ποῖος ἄνθρωπος, ποῖον κόμμα εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν κατηγορεῖ τὸ ὑπουργεῖον τοῦ Βούλγαρη καὶ θέλετε σεῖς νὰ ἀποτελέσωμεν ἡμεῖς ἐξαίρεσιν; Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἀποτελοῦμεν ἐξαίρεσιν, πάντοτε ἀνήκομεν εἰς τὴν γνώμην ἐκείνην ἡ ὁποία ὑποστηρίζει τὰς ἐλευθερίας τοῦ τόπου. Εἴχατε εἰς τὸν νοῦν σας ὅταν διετηρήσατε τοὺς γραμματεῖς τῶν πρεσβειῶν νὰ τοὺς πληρώσητε, ναί· τοῦτο εἴχομεν εἰς τὸν νοῦν μας καὶ τοῦτο προτείνομεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τοὺς πληρώσῃ, καὶ ὄχι ἡμεῖς, διότι τὸ πουγγὶ τῆς Ἑλλάδος τὸ κρατεῖ μόνον ἡ Βουλὴ εἰς τὰς χεῖρας καὶ ὄχι αὐθαίρετοι καὶ ἐπίορκοι ὑπουργοὶ (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Καὶ τί ἤλθομεν, κύριοι, ἐδῶ καὶ σᾶς λέγομεν, τοῦτο ἐπράξαμεν, μεθ’ ὅλης τῆς εἰλικρινείας, καὶ σᾶς παρακαλοῦμεν δώσετε τὴν ἀποζημίωσιν, καὶ ἂν δὲν τὴν δώσετε οὐδεμίαν ἔχομεν εὐθύνην, διότι ἡμεῖς οὐδὲν ἐξωδεύσαμεν, διότι κανὲν δικαίωμα δὲν εἴχομεν νὰ διαθέσωμεν τὰ χρήματα τῆς Ἑλλάδος ἐκτὸς τῆς ἀποφάσεως τῆς ἰδικῆς σας. Ἔρχεται ὁ Παπαμιχαλόπουλος καὶ ἐπαναφέρει εἰς συζήτησιν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ οὗτος συνεζητήθη, ἐγὼ δὲ μετὰ παῤῥησίας δὲν σᾶς ἀπέκρυψα τὰς ὑπερβάσεις, τὰς ὁποίας ἔπραξα. Εὐχαριστῶ τὴν Βουλὴν διότι ὁμοψήφως εἶπεν ὅτι καλῶς τὰς ἔπραξα· καὶ διὰ τί; διότι, φυγόντες ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν, ἐρείπια καὶ κατακλυσμὸν ἀφήσατε ὄπισθεν. Καὶ ἔχετε τὸ θάῤῥος νὰ ζητήσετε λόγον ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των εὐσυνειδήτως! Ἐπὶ τοσοῦτον αἱ συζητήσεις παρετάθησαν κατὰ τῶν πρώην ὑπουργῶν καὶ ἡμεῖς δὲν εἴμεθα οἱ πρῶτον λαβόντες ἐνεργητικὸν μέρος κατὰ τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου διὰ νὰ λέγῃ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ὅτι προσωπικὸς λόγος ἔκαμεν ἡμᾶς νὰ καταφερώμεθα κατ’ αὐτῶν, καὶ τούτου ἕνεκεν ἀνεκαλέσαμεν ἢ ἐπαύσαμεν τοὺς πρέσβεις. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος φαίνεται προσπαθεῖ διὰ τῆς ὑπερασπίσεως αὐτῆς νὰ εὑρῇ λόγον διὰ νὰ ἀναπαύσῃ τὴν συνείδησίν του διὰ τὴν διαγωγήν του καὶ ἀπέναντι τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη. Τὰ ἐγκλήματα δὲν ἀρχίζουν ἀπὸ τῆς 30 Νοεμβρίου, ὡς λέγει ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ὅπου ἀπὸ τότε καὶ ἔκτοτε ἀποχωρεῖ· τὰ ἐγκλήματα καὶ τὸ σχέδιον ἀρχίζουν ἀφ’ ἧς ἡμέρας προσελάβετε τὸν Γρίβαν εἰς τὸ ὑπουργεῖόν σας, δὲν δύνασθε νὰ τὸ ἀρνηθῆτε· καὶ σήμερον ἂν ἀπαρνεῖσαι τοὺς ἄλλους διὰ τὰς μετὰ τὴν 30 9εμβρίου πράξεις των, τὸ πράττεις ἀπὸ δειλίαν, τὸ πράττεις ἀπὸ δειλίαν, ἡ ὁποία δὲν ἠμπορεῖ νὰ χαρακτηρισθῇ. Δὲν ἦλθον, κύριοι, νὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ κυρίου ἀντικειμένου, ἀλλὰ μόνον καὶ μόνον ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰς προσωπικότητας, τὰς ὁποίας μᾶς ἀπηύθυνεν ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, καὶ νομίζω ὅτι ἀρκετὰ τῷ ἀπήντησα.
§109ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Περαιωμένη ἡ συζήτησις, κ. πρόεδρε.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον;
§111ΧΟΪΔΑΣ. Ἔχω ἐγὼ τὸν λόγον.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λομβάρδος εἶναι ἐγγεγραμμένος.
§113ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ...............
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον, κ. Λομβάρδε· ἀναβάλλεται λοιπὸν δι’ αὔριον.
§115ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Αὔριον θὰ ἦμαι ὁ πρῶτος. Λύεται ἡ συνεδρίασις περὶ ὥραν 7½ μ. μ.