1875.11.23
1,639 rows · 13,143 words · 223 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 49
Τῆς 23 Νοεμβρίου 1875.
(Δευτέρα).
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, καὶ τῆς Βουλῆς εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ, περὶ ὥραν 3 μ. μ. ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον ὀφείλω σήμερον νὰ προτάξω, εἶναι ἡ κλήρωσις τοῦ δικαστηρίου· ἀλλὰ πρὸ ταύτης ὀφείλω νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τοῦ Βαλασσοπούλου διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ νὰ κληρωθῶσι καὶ ἓξ μέλη ἀναπληρωτικά. (Ὁ γραμματεὺς ἀναγινώσκει). «Πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων. Ἡ θέσις, εἰς ἣν διατελῶ ἕνεκα τῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀποφασισθέντων, καθίστησι δικαίαν τὴν ἤδη ὑποβαλλομένην αἴτησιν περὶ τῆς ταχείας καὶ ἀσφαλοῦς ἐκδικάσεως τῆς ὑποθέσεως· τοῦτο δὲ καὶ τὸ ὑπέρτατον συμφέρον τῆς κοινωνίας διακελεύει. Τὸ Σύνταγμα διέταξε τὴν συγκρότησιν τοῦ Δικαστηρίου ἐκ δώδεκα κληρωθησομένων μελῶν, προεδρευομένων ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἡ ποινικὴ καὶ ἀστικὴ νομοθεσία τῆς Ἑλλάδος προέβλεψε περὶ τῆς ἀμέσου ἀναπληρώσεως τῶν δικαστῶν καὶ τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν ἐν περιπτώσει παντὸς κωλύματος· οὕτω δ’ οὐδαμῶς ἀφῆκε προβληματικὴν καὶ μετέωρον τὴν διεξαγωγὴν τῶν δικῶν. Ἀλλ’ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν μεγίστη ἀνάγκη τοιαύτης προνοίας ὑπάρχει, προκειμένου λόγου περὶ πολυμελοῦς δικαστηρίου, μέλλοντος νὰ δικάσῃ διαφόρους συνάμα, ἐπὶ τῇ αὐτῇ πράξει κατηγορουμένους. Διακαής ἐστὶν ὁ πόθος μου τοῦ νὰ δυνηθῇ τὸ διὰ τῆς πρώτης κληρώσεως σχηματισθησόμενον δικαστήριον νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν δίκην ἄνευ οὐδενὸς προσκόμματος· ἀλλ’ εὔκολον νὰ προἴδῃ τις ὅτι καὶ νόσος, ἢ καὶ θάνατος ὡς καὶ ἄλλα κωλύματα δύνανται νὰ καταστήσωσιν ἐλλειπὲς τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, μόνον διὰ τῆς παρουσίας δώδεκα μελῶν, προεδρευομένων ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, δύναται νομίμως νὰ προχωρήσῃ εἰς τὰ ἔργα του· τοσοῦτον δὲ μᾶλλον ἐκ τῆς ἀνάγκης ὑποδεικνύεται ἡ τοιαύτη πρόνοια, καθόσον ἡ προκειμένη δίκη δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ κατὰ διακοπὴν τινα τῆς Βουλῆς. Ὅθεν ἡ Βουλὴ, ἐκτιμοῦσα τὰ ὑποβαλλόμενα περιστατικὰ, θέλει εὐαρεστηθῇ νὰ κληρώσῃ ὅσα ἤθελεν ἐγκρίνει ἀναπληρωτικὰ, καὶ βεβαίως ὄχι ὀλιγώτερα τῶν ἕξ, ὅπως καταστῇ εὐχερὴς ἡ συμπλήρωσις καὶ συγκρότησις τοῦ Δικαστηρίου ἕνεκα ἀπροόπτου τινὸς περιπτώσεως μὴ δυναμένου νὰ συγκροτηθῇ κατὰ τὰ εἰρημένα.
Εὐπειθέστατος
Ι. ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ.»
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, πρέπει ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ἂν θὰ προβῶμεν εἰς τὴν κλήρωσιν 18 ἢ 12 μελῶν, 12 κυρίων καὶ 6 ἀναπληρωτικῶν.
§3ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§4ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ συγχωρεῖτε νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν· ἐὰν τῷ ὄντι θὰ κληρωθῶσι μέλη ἀναπληρωματικὰ μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ συμπληρώσωσι τὰ τακτικὰ ἐὰν συμβῇ ἢ ἀσθένεια ἢ θάνατος ἢ ἄλλη αἰτία ἐξ ὧν ἀναφέρει ἡ ἀναφορὰ, δὲν βλέπω τῷ ὄντι αὐτὴ ἡ ἀρχὴ νὰ ἔχῃ τίποτε τὸ ἄτοπον· διότι οὐδεὶς ἢ τῶν κατηγορουμένων ἢ τῶν κατηγόρων ἠμπορεῖ νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τούτου πρὸς τὸ συμφέρον εἴτε τῆς ὑπερασπίσεως εἴτε τῆς κατηγορίας, καθότι τὰ περιστατικὰ, τὰ ὁποῖα θὰ ὑπηγόρευον τὴν ἀναπλήρωσιν, εἶναι ἀπρόοπτα καὶ δὲν ἐξαρτῶνται ἐξ αὐτῶν· ἂν ὅμως πρόκειται τὰ ἀναπληρωματικὰ μέλη νὰ ἀναπληρώσωσι δικαστὰς, οἱ ὁποῖοι τυχὸν θὰ ἐξαιρεθοῦν, ἄλλως ἔχει τὸ πρᾶγμα τότε· τὸ νὰ ᾖναι τὰ πρόσωπα ταῦτα ἐκ τῶν προτέρων γνωστὰ δύναται νὰ ἔχῃ πολλὴν ἐπιῤῥοὴν καὶ εἰς τὴν διαγωγὴν τῆς ὑπερασπίσεως καὶ εἰς τὴν τῆς κατηγορίας, δηλ. ὅταν εἶναι γνωστοὶ οἱ μέλλοντες νὰ διαδεχθῶσι τοὺς ἐξαιρεθησομένους δικαστὰς, τότε δύνανται ἢ λόγοι νὰ ἐπινοηθῶσιν ἐξαιρέσεως ἢ λόγοι νὰ ἀρθῶσιν καὶ ἀποσιωπηθῶσι. Καὶ εἰ μὲν εἴχομεν ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου, δὲν θὰ ἐξηρτᾶτο ἀπὸ ἡμᾶς νὰ ἀποφασίσωμεν, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν περιοριστικὸν νόμον, συσταίνω εἰς τὴν Βουλὴν ὅπως ἐὰν προταθῶσιν ἐξαιρέσεις, τὰς ὁποίας ἤθελε δεχθῆ τὸ δικαστήριον, ἡ Βουλὴ τότε νὰ προβῇ εἰς ἀναπλήρωσιν διὰ κληρώσεως, διότι οὐδεὶς ἄλλος δύναται νὰ κάμῃ τὴν ἀναπλήρωσιν· ἀλλὰ πρὶν παρουσιασθῇ ἀνάγκη, νὰ προβῶμεν εἰς τοῦτο, μοὶ φαίνεται ἀνάξιον σκέψεως.
§5ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐννοῶ, πῶς εἶναι δυνατὸν, σήμερον προβαίνοντες εἰς τὴν κλήρωσιν ἀναπληρωματικῶν μελῶν νὰ εἴπωμεν ὅτι αὐτὰ τὰ ἀναπληρωματικὰ μέλη θὰ χρησιμεύσουν μόνον ἐν περιπτώσει θανάτου διὰ νὰ ἐξαιρέσωμεν μίαν περίπτωσιν. Καὶ ὁ λόγος ὁ ὁποῖος ἐδόθη ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Μεσολογγίου κ. Δεληγεώργη, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸς, καθόσον τοὺς λόγους τῆς ἐξαιρέσεως τοὺς ὁποίους εἴτε τὰ μέλη αὐτὰ τοῦ δικαστηρίου τοῦ συστηθησομένου, εἴτε ὁ κατήγορος, εἴτε ὁ κατηγορούμενος ἤθελον προβάλει, θὰ κρίνῃ καὶ θὰ ἀποφασίσῃ ἐπ’ αὐτῶν τὸ δικαστήριον· δὲν εἶναι δυνατὸν ὅταν πρόκειται περὶ δικαστηρίου, ὡς πρὸς τὴν κατάρτισιν τοῦ ὁποίου ὑπάρχουσι τοσαῦται διατυπώσεις, νὰ ὑποθέσωμεν ἐκ τῶν προτέρων ὅτι λόγοι ἐξαιρέσεως θὰ ληφθοῦν μεροληπτικῶς πρὸς τὸ συμφέρον ἢ τῆς κατηγορίας ἢ τῆς ὑπερασπίσεως.
§6ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Προτείνω μίαν τροποποίησιν.......... ἠμποροῦμεν κατὰ μέγα μέρος νὰ ἀποφύγωμεν τὰς ἀντιῤῥήσεις ἢ μᾶλλον τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας ἐπροκάλεσεν ὁ κ. Δεληγεώργης· ἂν μεταξὺ τῶν ἓξ μελῶν δὲν εἶναι ὅτι ὁ εἷς θέλει ἀναπληρώσει τὸν αὐτὸν δικαστὴν, ἀλλὰ ὁρισθησόμενος ἐκ τῶν ἓξ παρὰ τοῦ προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§7ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Χρεωστῶ νὰ δώσω μίαν διασάφησιν· δὲν εἶπον ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ κληρώσῃ ἀναπληρωματικὰ μέλη μόνον διὰ νὰ χρησιμεύσουν ἐν περιπτώσει κωλύματος, ἀλλὰ εἶπον, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ κληρωθῶσιν ἀναπληρωματικὰ μέλη διὰ τὴν περίπτωσιν τοῦ κωλύματος, τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο ἀβλαβές· αὐτὸ εἶπον· ἐπειδὴ ὅμως τὰ ἀναπληρωματικὰ αὐτὰ μέλη δὲν θὰ ἀναπληρώσουν μόνον τοὺς κωλυομένους δικαστὰς, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐξαιρεθησομένους, διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ὁ ἐκ τῶν προτέρων προσδιορισμὸς τῶν ἀναπληρωματικῶν μελῶν ἤθελεν ἔχει ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν διαγωγὴν τῆς ὑπερασπίσεως καὶ τῆς κατηγορίας. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν ἐξαιρέσεων, δὲν εἶπον ἐπίσης ὅτι δυσπιστῶ πρὸς τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ δικάσῃ τὰς ἐξαιρέσεις, διότι ὅταν λέγω διαγωγὴν ἐννοῶ ἢ πρότασιν ἐξαιρέσεως ἢ παράλειψιν λόγου ἐξαιρέσεως· ἔκαμα δὲ αὐτὴν τὴν παρατήρησιν βασιζόμενος καὶ εἰς ἀρχὴν τοῦ δικαίου, τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει ἐπὶ τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων· οἱ ὁρκωτοὶ δὲν εἶναι γνωστοὶ ἐκ τῶν προτέρων τίνες θὰ ἀναπληρώσωσι τοὺς ἐξαιρεθησομένους. Ἐσύστησα δὲ μόνον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ περὶ αὐτοῦ τοῦ πράγματος, διότι ἀποδίδω πρὸς πάντας τὸν ἀγαθὸν σκοπὸν, ὅτι ὅλοι θέλομεν, ἡ διεξαχθησομένη δίκη νὰ διεξαχθῇ μεθ’ ὅλης τῆς δυνατῆς ἐγγυήσεως.
§8ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἐπανόρθωσις, ἣν ἔκαμεν ὁ ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς κ. Δεληγεώργης, προδίδει τὸν σκοπὸν καὶ τὴν πρότασιν εἰς τὸ ν’ ἀποκρουσθῇ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ἡ κλήρωσις ἀναπληρωματικῶν μελῶν. Ἐπὶ δὲ τῆς προτάσεώς του, τεινούσης εἰς τὸν σκοπὸν τοῦτον, νομίζω ὅτι ὀφείλω νὰ κάμω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν: μετὰ δύω περίπου μῆνας ἡ Βουλὴ θέλει λείπει, καὶ δὲν γνωρίζομεν ἂν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τὸ δικαστήριον, τὸ σήμερον συγκροτηθησόμενον, θὰ ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως· ἂν δὲ καὶ τοῦτο ᾖναι νῦν ἀμφίβολον, κατὰ μείζονα λόγον δὲν δυνάμεθα ἀπὸ τοῦδε νὰ κρίνωμεν ἂν δὲν θὰ ὑπάρξουν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης κωλύματα ἢ λόγοι ἐξαιρέσεως ὡς πρός τινα τῶν μελῶν αὐτοῦ. Ἀφοῦ δὲ εἴμεθα προσκαίρως ἐνταῦθα, οἱ δὲ κατηγορούμενοί εἰσι προφυλακισμένοι, ἤθελεν εἶσθαι ἄτοπον ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς νὰ μὴ περιλάβῃ εἰς τὴν κλήρωσιν τῶν τακτικῶν καὶ ἀναπληρωματικὰ μέλη. Ἐν περιπτώσει δὲ καθ’ ἣν ἤθελεν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῇ εἰς τὴν κλήρωσιν τῶν ἀναπληρωματικῶν μελῶν, ἤθελε παρίδει τὴν ἱερότητα τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τῶν κατηγορουμένων καὶ δώσει αὐτοῖς αἰτίαν δικαίου παραπόνου. Ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον παρετήρησεν ὁ κ. Δεληγεώργης, ὡς πρὸς τὸ ὁρκωτὸν δικαστήριον δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι ὅταν προβλέπεται ὅτι ἡ δίκη ἐνώπιον τῶν ὁρκωτῶν δύναται νὰ διαρκέσῃ ἐπὶ τόσον χρόνον, ὥστε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ κώλυμα ὡς πρὸς ἕνα ἢ πλείονας αὐτῶν, τότε μετὰ τὴν κλήρωσιν τῶν τακτικῶν μελῶν προβαίνει τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων εἰς τὴν κλήρωσιν καὶ τῶν ἀναπληρωματικῶν ὁρκωτῶν· ἑπομένως μήτε τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ ἐξαγάγῃ ἐκ τῆς διαδικασίας ἐνώπιον τῶν ὁρκωτῶν, ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι ἀληθὲς, ἀφοῦ καὶ ἐκεῖ συγχρόνως μὲ τοὺς τακτικούς, κληροῦνται καὶ οἱ ἀναπληρωματικοὶ ἔνορκοι.
§9ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Βεβαίως ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Δεληγεώργη ἔχει μεγίστην τὴν ἀξίαν, διότι τῷ ὄντι ἡ ἐξαίρεσις εἴτε ἐκ μέρους τῆς κατηγορίας γενομένη, εἴτε ἐκ μέρους τῆς ὑπερασπίσεως, δύναται νὰ γείνῃ εὐκολώτερον ἢ δυσκολώτερον, ὅταν ᾖναι ἐκ προοιμίων γνωστὸν τίς εἶναι ὁ δικαστὴς, ὅστις θὰ ἀναπληρώσῃ τὸν ἐξαιρούμενον. Σημειώσατε ὅμως ὅτι τὸ ἐλάττωμα τοῦτο εἶναι κοινὸν ἐνώπιον πάσης διαδικασίας καὶ παντὸς δικαστηρίου, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἐξαίρεσις χωρὶς νὰ ᾖναι ἐκ προοιμίων γνωστὰ τὰ μέλη, ἅτινα θὰ καταλάβουν τὴν ἕδραν τοῦ δικαστοῦ ἐν περιπτώσει κωλύματος. Ἡ παρατήρησις λοιπὸν, ὅτι, ἂν ἐκ προοιμίων ᾖναι γνωστὰ τὰ ἀναπληρωματικὰ μέλη, δύναται εὐκολώτερον ἢ δυσκολώτερον νὰ προταθῇ ἐξαίρεσις, δὲν εἶναι ὀρθή. Ἡ παρατήρησις ἐκείνη περὶ τῶν ὁρκωτῶν ἡ ὑπὸ τοῦ κυρίου Ῥάλλη γενομένη, δὲν εἶναι ὀρθὴ, διότι ὡς πολὺ καλὰ ὑπεστήριξεν ὁ κ. Δεληγεώργης δὲν ἐπιτρέπονται ἐξαιρέσεις ἐπὶ τῶν ἐνόρκων τῶν κληρωθέντων, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ καταλάβωσι τὴν θέσιν τῶν 12 ἐνόρκων ἄλλοι, δι’ ἐξαίρεσιν τῶν πρώτων, θὰ καταλάβουν δὲ τὴν θέσιν ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους εἶπεν ὁ κ. Ῥάλλης, μόνον ἐν περιπτώσει κωλύματος, οὐχὶ δὲ λόγῳ ἐξαιρέσεως· καὶ ὁ λόγος εἶναι ἁπλοῦς, διότι οἱ λόγοι τῆς ἐξαιρέσεως προτείνονται πρὸ τῆς κληρώσεως, καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι τὰ 24 μέλη, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἀποτελεσθῇ τὸ δικαστήριον τῶν 12 ἐνόρκων, δὲν ὑπόκεινται εἰς ἐξαίρεσιν. Οὔτε ὁ εἷς λοιπὸν λόγος, οὔτε ὁ ἕτερος δύνανται νὰ ἐμποδίσωσιν τὴν κλήρωσιν τῶν ἀναπληρωματικῶν μελῶν. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τέλος τῶν ἐξαιρέσεων, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ κ. Δεληγεώργης, πρῶτον δύναταί τις νὰ ἀμφισβητήσῃ ἂν τὸ δικαστήριον αὐτὸ θὰ δεχθῇ ἐξαιρέσεις ἢ δὲν θὰ δεχθῇ, ἂν τὰ 12 μέλη τὰ συγκροτήσοντα τὸ δικαστήριον τοῦτο ὑπόκεινται εἰς ἐξαίρεσιν ἢ δὲν ὑπόκεινται· περὶ τούτου βεβαίως οὐδεμία διάταξις ὑπάρχει, καὶ γνωρίζετε ὅτι καὶ μεταξὺ τῶν σχολιασάντων τὸ ἡμέτερον πολίτευμα εἶναι ἀντιῤῥήσεις ὡς πρὸς τὸ ζήτημα ἂν τὰ 12 μέλη, ἅτινα πρόκειται νὰ συγκροτήσουν τὸ δικαστήριον, ᾖναι δυνατὸν νὰ ἐξαιρεθῶσιν, ἕνεκα τῶν λόγων τῶν ἀναφερομένων εἰς τὴν ποινικὴν δικονομίαν. Τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ κανονισθῇ ἀπὸ τὸ δικάσον δικαστήριον εἰς τὴν διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν θὰ κανονίσῃ, ἂν ἀναγνωρισθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο· ἑπομένως ἐκ προοιμίων δὲν δύναμαι κατὰ πρῶτον λόγον νὰ γνωρίζω ἂν θὰ ὑπάρχῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαιρέσεως· ἐννοεῖται ἂν δὲν ὑπάρχουν ἀναπληρωματικὰ μέλη, τὸ δικαστήριον δὲν δύναται νὰ προβῇ οὔτε εἰς τὸ πρῶτον βῆμα, ἂν προταθῶσιν ἀμέσως ἐξαιρέσεις, ἢ ἂν δὲν καταστῇ δυνατὴ ἡ συγκρότησίς του ἕνεκεν κωλυμάτων τῶν 12 τακτικῶν μελῶν.
§10ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἡ ῥῆσις τοῦ Συντάγματος εἶναι νὰ κληρώσωμεν δώδεκα μέλη· τώρα νὰ πλάσωμεν ἡμεῖς ὑποθέσεις καὶ νὰ σχηματίσωμεν νέους ὁρισμοὺς, δὲν εἴμεθα ἁρμόδιοι. Ἂν ἐν τῷ μεταξὺ προκύψῃ μία περίστασις ἀνυπέρβλητος, τότε εἴμεθα εἰς καιρὸν νὰ τὴν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ἀλλ’ ἐκ προοιμίων νὰ κάμωμέν τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὴν ῥῆσιν τοῦ Συντάγματος, δὲν εἶναι ὀρθόν.
§11ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἡ ἐκ τῶν προτέρων κλήρωσις τῶν ἀναπληρωτικῶν μελῶν τοῦ δικαστηρίου κατ’ ἐμὲ εἶναι λίαν ἐπικίνδυνος· πρῶτον, διότι δὲν ἔχομεν ποῦ νὰ στηριχθῶμεν, καὶ δεύτερον ἔχομεν καὶ πολλὰ ἄλλα νὰ σκεφθῶμεν διὰ τὸ ἐπικίνδυνον τῆς ὑποθέσεως. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ θὰ διαρκέσῃ πλέον τῶν δύω μηνῶν, ἡ δὲ ὑπόθεσις αὕτη δὲν θὰ διαρκέσῃ πλέον τῶν δύω μηνῶν, ἐὰν ἐπέλθῃ ἀνάγκη τότε ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ ἀποφασίσῃ.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀναβληθῇ ἡ κλήρωσις τῶν ἓξ ἀναπληρωτικῶν μελῶν κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς.
§13ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Μάλιστα, ἂν ἡ ἀνάγκη τὸ καλέσῃ ....
§14ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τήν γνωρίζωμεν ἐκ τῶν προτέρων.
§15ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἔρχονται ἑορταὶ καὶ οἱ βουλευταὶ θ’ ἀναχωρήσωσιν ἑπομένως .....
§16ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Αἱ ἀνάγκαι τοῦ τόπου εἶναι πολλαὶ, ὥστε δὲν θὰ μᾶς ἐπιτρέψωσι νὰ λείψωμεν κατὰ τὰς ἑορτάς. Νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἐκλογὴ τῶν ἀναπληρωματικῶν, διότι ἤδη θὰ κληρωθοῦν οἱ δικασταὶ, οἵτινες θὰ προσκληθοῦν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας· οὗτοι ὡς καὶ οἱ κατηγορούμενοι θὰ δηλώσουν πρὸς τὸν πρόεδρον τοῦ δικαστηρίου τὰς ἐξαιρέσεις, τὰς ὁποίας ἔχουν σκοπὸν νὰ ὑποβάλουν. Αὐτὸ εἶναι χρονικὸν διάστημα 15–20 ἡμερῶν· ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου θὰ ἀποταθῇ πρὸς τὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς .... Ἐκ τῶν πραγμάτων δὲ θὰ ὁδηγηθῶμεν ἂν πρέπῃ ......
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἅπασα εἶναι σύμφωνος ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς κληρώσεως ἀναπληρωματικῶν μελῶν· λοιπὸν θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν ἀρχὴν ὅτι ἡ Βουλὴ ἐγκρίνει νὰ κληρωθοῦν τὰ ἓξ ἀναπληρωματικὰ μέλη.
§18ΡΑΛΛΗΣ. Ἀφοῦ τώρα θὰ ψηφισθῇ ἡ ἀρχὴ, ἡ πρότασις περὶ τοῦ χρόνου τῆς κληρώσεως θὰ ψηφισθῇ μετὰ ταῦτα, μετὰ τὴν ψήφισιν τῆς ἀρχῆς.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ λέγω.
§20ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ ἀμφισβήτησις περιστρέφεται εἰς τοῦτο νομίζω, τοὐτέστιν ἂν ἡ Βουλὴ παραδέχεται ἣν ἀρχὴν ὅτι τὰ ἀναπληρωματικὰ μέλη πρέπει νὰ ᾖναι ἐκ τῶν προτέρων γνωστά· λοιπὸν ἐπὶ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ ἐρωτηθῇ. Οἱ βουλευταὶ ὅμως ὅσοι ὑπερασπίζουν τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἐπρότεινα, αὐτοὶ φρονοῦν ὅτι σήμερον δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν κλήρωσιν ἀναπληρωματικῶν μελῶν, πρῶτον μὲν διότι ἀνάγκη δὲν ὑφίσταται, καὶ δεύτερον διότι ἴσως δὲν εἶναι ἀκίνδυνον τὸ νὰ ᾖναι γνωστὰ τὰ ἀναπληρωτικὰ μέλη τοῦ δικαστηρίου. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀληθὲς ὅτι πάντες παραδεχόμεθα τὴν ἀρχὴν τῆς ἐκλογῆς ἀναπληρωματικῶν μελῶν ἐκ τῶν προτέρων· τοὐναντίον, ἡμεῖς αὐτὴν ἀποκρούομεν καθ’ ἑαυτὸ τὴν ἀρχήν. Τί προσέτι ἐῤῥέθη; ἐῤῥέθη ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ᾖναι παροῦσα ἐπὶ ἱκανὸν χρόνον. Τὰ περὶ ἐξαιρέσεως θὰ φανερωθῶσιν ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν, καὶ τότε βεβαίως θ’ ἀποφασίσωμεν ἀμέσως περὶ κληρώσεως ἀναπληρωτῶν, ἢ τέλος πάντων ἠμπορεῖ μετὰ 15 ἡμέρας νὰ φωτισθῶμεν καὶ τότε νὰ συζητήσωμεν.
§21ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ διακρίνωμεν δύω εἰδικὰς περιπτώσεις τῆς ἀναπληρώσεως τῶν δικαστῶν, τὴν ἕνεκα κωλύματος φυσικοῦ καὶ τὴν ἀναπλήρωσιν τὴν ἕνεκα λόγου ἐξαιρέσεως· ὡς πρὸς τὸ πρῶτον, δὲν ὑπάρχει ἡ ἐλαχίστη ἀντίῤῥησις ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχουν καὶ ἀναπληρωματικὰ μέλη, διότι εἶναι πολὺ πιθανὸν ἐκ τῶν 12 μελῶν, τὰ ὁποῖα θὰ κληρωθῶσιν, εἷς ἢ δύω, φυσικῶς σωματικῶς νὰ μὴ δύνανται νὰ ἀποτελέσωσι μέρος τοῦ δικαστηρίου· καὶ δύναται νὰ συμβῇ ἓν ἄλλο χεῖρον, δύναται νὰ ἀρχίσῃ ἡ δίκη αὕτη, ἥτις θὰ διαρκέσῃ μακρόν, καὶ κατὰ τὸ διάστημα τῆς δίκης ἓν ἐκ τῶν μελῶν νὰ μὴ δύναται νὰ παρασταθῇ εἰς τὴν ὅλην διάρκειαν τῆς δίκης. Ἐννοεῖτε ἂν δὲν ἔχωμεν μέλος ἀναπληρωματικόν, θὰ ματαιωθῇ ὅλη ἡ δίκη· καὶ ἂν δὲν ᾖναι Βουλή, θὰ περιμένῃ τὸ δικαστήριον. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον εἰς τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων ὁ νόμος ἐπρόβλεψε τὴν περίπτωσιν αὐτήν, καὶ ἐκλέγονται καὶ ἕτεροι οἵτινες θὰ ἀναπληρῶσι τὸν τυχὸν ἐκ τῶν 12 κωλυθησόμενον. Λοιπὸν μοὶ φαίνεται ὅτι ἐκ προοιμίων ἡ ἀρχὴ τῆς κληρώσεως τῶν ἀναπληρωματικῶν μελῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστῇ ἀμφισβήτησιν. Ἀλλ’ ἐγένετο καί τις παρατήρησις ἐκ μέρους τοῦ κ. Δεληγεώργη, νὰ διακριθῇ ἂν πρόκηται νὰ ἀναπληρωθῶσι καὶ ἐξαιρεθησόμενα μέλη, τοῦτο ὅμως ἐννοεῖτε, ὅτι δικαίως καὶ βεβαίως ἔχει ἐπιῤῥοὴν εἰς τὰς ἐξαιρέσεις τὰς προταθησομένας, ὁ χρόνος τῆς κληρώσεως τῶν ἀναπληρωματικῶν μελῶν. Ἀλλὰ περὶ τούτου ἐλάλησα ἤδη προλαβόντως.
§22ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπάρχει καὶ λόγος, ὁ ὁποῖος συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς ἀμέσου κληρώσεως τῶν ἀναπληρωτικῶν μελῶν· ἡ δίκη δὲν θὰ διαρκέσῃ δύω καὶ τρεῖς ἡμέρας, ἀλλ’ ἴσως καὶ μῆνας. Ὅπως μὴ λοιπὸν τὸ δικαστήριον σταματήτῃ πρέπει νὰ παρίστανται τὰ ἀναπληρωτικὰ μέλη, ὥστε ἐν περιπτώσει κωλύματος νὰ ἀναπληρώσουν αὐτούς.
§23ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς, διότι τὸ δικαστήριον αὐτὸ δὲν εἶναι ὁρκωτόν, ἀλλὰ τακτικὸν δικαστήριον, καὶ τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν ἐφαρμόζομεν εἰς τοὺς ἐνόρκους τοῦ νὰ παρίστανται ἀναπληρωτικὰ μέλη δὲν τὴν παραδέχομαι ἐνταῦθα. Ἂν συμβῇ τι ἀπευκταῖον, τότε θὰ γείνῃ ὅ,τι γίνεται καὶ εἰς τὰ λοιπὰ τακτικὰ δικαστήρια, θὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις. Ἂν ἐνώπιον τῶν Ἐφετῶν γείνῃ μία δίκη περὶ ναυταπάτης καὶ ἐξακολουθήσῃ δύω ἑβδομάδας καὶ ἐπακολουθήσῃ κώλυμά τι, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχητε πάρεδρον νὰ παρεμβαίνῃ; Τοῦτο γίνεται μόνον εἰς τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια. Νομίζω ὅμως, ὅτι κατ’ ἀρχὴν δύναται νὰ ἐπιτραπῇ ἡ κλήρωσις τῶν ἀναπληρωτικῶν μελῶν, καθότι οὔτε κίνδυνος δύναται νὰ ὑπάρξῃ· οἱ 47 δικασταὶ Ἀρειοπαγῖται, Ἐφέται, οἱ κεκλημένοι ἀπὸ τὸ Σύνταγμα νὰ δικάσωσιν, εἶναι, νομίζω, οἱ φυσικοὶ δικασταὶ ὑπὸ τοῦ νόμου κεκλημένοι· ἡ κλήρωσις δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ προσδιορίσῃ τοὺς δώδεκα, τὰ ὑπόλοιπα μένουσιν εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν δώδεκα. Δὲν ἀντίκειται λοιπὸν εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου τοῦ νὰ ὑπάρχωσι 4 ἢ 5, οἱ ὁποῖοι νὰ ἀναπληρώσωσι τὰ κωλύματα ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν παρουσιασθῶσι τοιαῦτα. Εἶναι καλὸν ὅμως ἤδη, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, νὰ ἀναβάλλωμεν τὴν κλήρωσιν, ἵνα μὴ δώσωμεν χώραν εἰς κακὴν ἀρχὴν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος.
§24ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κατ’ ἀρχὴν λοιπὸν νὰ γείνῃ ἡ κλήρωσις ἀναπληρωτικῶν μελῶν.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέτω λοιπὸν εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν. Οἱ παραδεχόμενοι κατ’ ἀρχήν, ὅτι δύναται ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ προβῇ καὶ εἰς κλήρωσιν 6 ἀνταπληρωτικῶν μελῶν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἤδη ἔχομεν τὸ ζήτημα, ἂν πρέπῃ νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν κλήρωσιν σήμερον ἢ βραδύτερον.
§26ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βραδύτερον.
§27ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ ὁρισθῇ πότε τὸ βραδύτερον.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ῥάλλης προτείνει νὰ ὁρισθῇ ἡ προθεσμία.
§29Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀφοῦ τὸ δικαστήριον κληρωθῇ, θὰ γνωρίσῃ τὰς ἀνάγκας του, διότι αὐτὸ θὰ κανονίσῃ τὴν διαδικασίαν, λαμβάνον ὑπ’ ὄψιν τὰ πράγματα· ἤδη καμμία ἀνάγκη δὲν ὑπάρχει. Προτείνω λοιπὸν νὰ μὴ γείνῃ ἤδη ἡ κλήρωσις τῶν ἀναπληρωματικῶν μελῶν· διότι πρὶν τὸ δικαστήριον συνέλθῃ καὶ εὕρῃ, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη πῶς ἡμεῖς θὰ προβῶμεν; Μέχρι τῆς λήξεως τῆς Βουλῆς ὑπάρχει χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς δώσῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν κλήρωσιν.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀνάγκη θὰ φανῇ μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῆς διαδικασίας.
§31ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὅταν ὁ πρόεδρος τοῦ δικαστηρίου καλέσῃ τὰ 12 μέλη, τὰ ὁποῖα θὰ κληρωθῶσιν, ἐννοεῖται, ὅτι τότε θὰ ὁρισθῶσι καὶ τὰ τῶν ἐξαιρέσεων, καὶ τότε κατ’ ἀνάγκην θὰ ζητήσῃ τὴν κλήρωσιν καὶ ἀναπληρωματικῶν μελῶν.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ δημοσιευθῇ ἡ διαδικασία τοῦ δικαστηρίου λοιπόν.
§33ΣΟΥΤΣΟΣ. Καὶ ὁπωσδήποτε πρὸ τῆς λήξεως τῆς συνόδου.
§34ΡΑΛΛΗΣ. Ἂν ἐννοῇ ὁ κύριος Καράπαυλος τὴν διαδικασίαν τὴν γενικὴν, εἶμαι σύμφωνος νὰ γείνῃ ἡ κλήρωσις τῶν ἀναπληρωτικῶν μελῶν μετὰ τὸν ὁρισμὸν τῆς διαδικασίας ταύτης παρὰ τοῦ κληρωθησομένου δικαστηρίου, οὐχὶ δὲ καὶ μετὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν λόγων τῆς ἐξαιρέσεως, διότι τότε δὲν δύνανται νὰ λάβωσι μέρος τὰ μέλη, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ὡς ἐξαιρούμενα, καὶ τότε πρέπει νὰ ὑπάρχουν τὰ ἀναπληρωτικὰ μέλη.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνεται λοιπὸν ὥστε ἡ κλήρωσις τῶν ἀναπληρωματικῶν μελῶν νὰ γείνῃ μετὰ τὸν καταρτισμὸν τῆς διαδικασίας, τὴν ὁποίαν τὸ εἰδικὸν δικαστήριον θὰ διαγράψῃ.
§36ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ πρότασίς μου εἶναι ἄλλη· ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφανθῇ ἂν δέχεται νὰ γείνῃ κλήρωσις ἀναπληρωτικῶν μελῶν ἄνευ ἀνάγκης καὶ ἐκ τῶν προτέρων. Ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ, ὅτι ἀναγνωρίζει τὴν ἀρχὴν, πλὴν τῶν 12 μελῶν νὰ κληρώσῃ καὶ ἀναπληρωτικά· δεκτῆς δὲ γενομένης τῆς ἀρχῆς, λέγω ὅτι ἡ κλήρωσις τῶν ἀναπληρωτικῶν μελῶν δὲν πρέπει νὰ γείνῃ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐκ τῶν προτέρων, ἀλλ’ ἀφοῦ παρουσιασθῇ ἀνάγκη, καὶ ἐπὶ τούτου ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
§37ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς ἦτο ἐλεύθερος νὰ ἔχῃ ὁποιανδήποτε θέλει γνώμην, ἡ Βουλὴ ὅμως ἀπεφάσισε.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύω προτάσεις ἐπροτάθησαν· πρῶτον ἡ τοῦ κ. Δεληγεώργη, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ προβῇ εἰς κλήρωσιν, πρὶν παρουσιασθῇ ἀνάγκη.
§39ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐπὶ τούτου κάμνω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν· νομίζω, ὅτι σήμερον δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφοφορηθῇ κἀμμία πρότασις. Παρεδέχθημεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι δύναται νὰ γείνῃ κλήρωσις ἀναπληρωτικῶν μελῶν, μένει ἡ ἐκτέλεσις· δι’ αὐτὴν δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ κάμωμεν ψηφοφορίαν, ἵνα περιορίσωμεν τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ πρόκειται νὰ λήξῃ, εἴμεθα ἐλεύθεροι νὰ σκεφθῶμεν καὶ ἀποφασίσωμεν. Προτείνω ἑπομένως νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἀπόφασίς μας.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπωτέρα γνώμη εἶναι ἡ τῆς ἀναβολῆς. Ἡ Βουλὴ παραδέχθη τὴν ἀρχὴν τῆς κληρώσεως ἀναπληρωτικῶν μελῶν· ἐπροτάθησαν δύω γνῶμαι· ἐπέρχεται ἐν τῷ μέσῳ ἤδη ἡ γνώμη τοῦ κυρίου Ῥικάκη περὶ ἀναβολῆς πάσης συζητήσεως· αὐτὴ εἶναι ἀπωτέρα καὶ τὴν θέτω εἰς ψηφοφορίαν. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Προβαίνομεν ἤδη εἰς τὴν κλήρωσιν. Παρέβαλον τὰ ψηφοδέλτια πρὸς τὸν κατάλογον τὸν ἐπίσημον, τὸν ἀποσταλέντα παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης· παρακαλῶ νὰ ἔλθωσι δύω βουλευταὶ, ἵνα παραβάλωσι τὰ ψηφοδέλτια πρὸς τὸν κατάλογον.
§41ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ εἶναι δικαίωμα τοῦ Προέδρου.
§42ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ἔχομεν κἀμμίαν ἀμφιβολίαν.
§43ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Παραδεχόμεθα τὴν πρότασίν σας, κ. Πρόεδρε, διὰ τὸ μέλλον.
§44ΧΟΪΔΑΣ. Τὸ ἔθνος ὁλόκληρον διὰ τοῦ Συντάγματος ἀνέθηκεν εἰς τὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς τὴν κλήρωσιν. Τώρα διατί τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτὴν ὁ κ. πρόεδρος θέλει νὰ ...... (Θόρυβος).
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Χοϊδᾶν δι’ ὅσα εἶπε. Ἔχω ὅμως καθῆκον σήμερον, ὅτε πρώτην φορὰν ἐξασκῶ τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ ὁποῖον ἐδόθη εἰς τὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς, νὰ τὸ περιβάλλω δι’ ὅλων τῶν ἐγγυήσεων, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ ἀφήσετε νὰ πράξω ὅ,τι θεωρῶ ὡς ἀναγκαῖον. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Ῥούκην καὶ τὸν κ. Γεροθανάσην ἢ τὸν κ. Μιλτιάδην Καννελόπουλον νὰ ἔλθωσιν ἐπὶ τοῦ γραφείου καὶ κάμωσι τὴν παραβολήν. Εἷς τῶν κυρίων τούτων θὰ ἀναγινώσκῃ τὸ κληροδέλτιον, ὁ ἕτερος θὰ σημειώνῃ τὸ ὄνομα ἐν τῷ καταλόγῳ. (Ὁ κ. Ῥούκης καὶ ὁ κ. Γεροθανάσης ἀναβάντες ἐπὶ τοῦ προεδρείου προέβησαν εἰς τὴν παραβολὴν τῶν κληροδελτίων πρὸς τὸν ἐπίσημον κατάλογον τὸν ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου σταλέντα τῶν Ἀρειοπαγιτῶν καὶ Ἐφετῶν κλπ. Μετὰ τὴν περάτωσιν τῆς ἐργασίας ταύτης ὁ κ. Ἀρ. Ῥούκης ἀνέγνω τὸ ἑξῆς πρωτόκολλον τῆς γενομένης παραβολῆς): «Πρωτόκολλον. Κληθέντες ὑπὸ τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς οἱ ὑπογεγραμμένοι βουλευταί, ἵνα παραβάλωμεν τὰ κληροδέλτια, τὰ περιέχοντα τὰ ὀνόματα τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 80 τοῦ Συντάγματος κληρωτέων δικαστῶν, πρὸς τὸν ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἀποσταλέντα κατάλογον αὐτῶν, εὕρομεν ὅτι τὰ κληροδέλτια ταῦτα περιέχουσιν ἀκριβῶς τὰ ὀνόματα τῶν τεσσαράκοντα ἓξ δικαστῶν τῶν ἐγεγραμμένων ἐν τῷ ἐπισήμῳ καταλόγῳ τῷ ἀποσταλέντι ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργοῦ. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 24 Νοεμβρίου 1875. Οἱ Βουλευταὶ Ἀρ. Ῥούκης, Γ. Γεροθανάσης».
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι· καθήσατε θὰ γείνῃ ἡ κλήρωσις. (Γίνεται ἡ κλήρωσις ὑπὸ τοῦ κυρίου Προέδρου ἐξάγοντος τὸ ψηφοδέλτιον καὶ ἐκφωνοῦντος ἑνὸς ἑκάστου τῶν κληρουμένων τὸ ὄνομα.) Ἔλαχον δὲ οἱ ἑξῆς· 1. Χρῆστος Κόκκορης. 2. Ἠλίας Χατζηλιάκος. 3. Σπ. Π. Βλάχος. 4. Θεόδ. Βῶκος. 5. Νικόλ. Ἰωαννίδης. 6. Π. Παυλόπουλος. 7. Ἀνδρ. Γκιών. 8. Κωνστ. Φωκᾶς. 9. Γ. Παπαδόπουλος. 10. Π. Μενέλαος. 11. Γ. Μαντζούφας. 12. Ἰωάν. Καλογερόπουλος. Μετὰ τὴν κλήρωσιν τῶν ὀνομάτων ὁ κ. Ῥούκης ἀνέγνω τὸ ἑξῆς πρωτόκολλον τῆς κληρώσεως: «Κληθέντες οἱ ὑπογεγραμμένοι βουλευταὶ ὑπὸ τοῦ κυρίου προέδρου τῆς Βουλῆς ὅπως ἐπιβεβαιώσωμεν ὅτι τὰ ἐξαγόμενα κληροδέλτια ἐκ τῆς κληρωτίδος, τῆς περιεχούσης τὰ ὀνόματα τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 80 τοῦ Συντάγματος κληρωτέων δικαστῶν, περιέχουσι τὰ ὀνόματα, ἅτινα ἀνέγνωσεν ὁ κ. πρόεδρος, πιστοποιοῦμεν ὅτι τὰ ἐξαχθέντα ἐκ τῆς κληρωτίδος καὶ ἐκφωνηθέντα παρὰ τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς ὀνόματα τῶν δικαστῶν εἰσι αὐτὰ ταῦτα· ἤτοι 1) Χ. Κόκκορης, 2) Ἠλ. Χατζηλιάκος, 3) Σ. Βλάχος, 4) Θ. Βῶκος, 5) Ν. Ἰωαννίδης, 6) Π. Παυλόπουλος, 7) Α. Γκιών, 8) Κ. Φωκᾶς, 9) Γ. Παπαδόπουλος, 10) Π. Μενέλαος, 11) Γ. Μαντζούφας, 12) Ι. Καλογερόπουλος. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 24 Νοεμβρίου 1875. Οἱ Βουλευταὶ Ἀριστ. Ῥοῦκης, Γ. Γεροθανάσης».
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπαρχούσης διαδικασίας, ὀφείλω νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν τί θέλω πράξει μετὰ τὴν γενομένην κλήρωσιν. Αὔριον μετὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν θέλω πέμψει πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου ά.) τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, δ’ ἧς παραπέμπει τοὺς κατηγορουμένους ὑπουργοὺς καὶ ἄλλους, βʹ.) ὅλα τὰ ἔγγραφα τῶν ἀνακρίσεων, οὐ μόνον ἐκείνας, αἵτινες περιέχονται ἐν τῷ φυλλαδίῳ, ἀλλὰ καὶ ὅλας τὰς χειρογράφους καταθέσεις, τὰς ὁποίας ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἀνακριτικὴ κατέθηκεν εἰς τὸ γραφεῖον, καὶ γʹ.) τὸν κατάλογον τοῦ δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον ἐκληρώθη, καὶ θέλω παρακαλέσει τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου ἵνα φροντίσῃ περὶ συστάσεως τοῦ δικαστηρίου· ἀκολούθως δὲ ὅταν ἡ Βουλὴ ἐκλέξῃ τοὺς εἰσαγγελεῖς, θέλω ἀνακοινώσει τῷ Προέδρῳ καὶ τὰ ὀνόματα αὐτῶν. Ἄν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησίς τις, παρακαλῶ νὰ γείνῃ.
§48Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ ἀνακοινώσετε καὶ τὴν ἀπόφασιν περὶ τῶν ἀναπληρωτικῶν μελῶν.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διαβιβάσω ἀπόσπασμα τῶν σημερινῶν πρακτικῶν ἐκ τῶν ὁποίων θέλει καταφανῆ καὶ ἡ γενομένη συζήτησις. Ἄν ἔχῃ τις ἑτέραν παρατήρησιν, παρακαλῶ νὰ τὴν εἴπῃ, διότι πρώτην ἤδη φορὰν λαμβάνει χώραν τὸ τοιοῦτον.
§50ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν εἰσαγγελέων;
§51ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον ὁρίζεται ὡς ἡμέρα ἐκλογῆς τῶν πέντε μελῶν τῆς Βουλῆς. Εἶσθε σύμφωνοι;
§53ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατέθηκε νομοσχέδιον ἑρμηνευτικὸν τοῦ περὶ παραχωρήσεως τῶν μεταλλείων νόμου. Ἡ ἔκθεσις μετὰ τοῦ νομοσχεδίου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ καὶ ἀποσταλῆ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν Ἐπιτροπήν.
§55Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸ 15 ἡμερῶν ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς δικαιοσύνης μᾶς ὑπόσχεται νὰ μᾶς φέρῃ τὴν ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσόντων, ἀλλ’ εἰσέτι δὲν ἐφάνη τοιαύτη.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φαίνεται ὑπάρχει δυστοκία.
§57ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι 24 Νοεμβρίου σήμερον.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε δίκαιον· τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι παρόντα, ἂς ἀπαντήσωσι.
§59ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ σφάλμα εἶναι εἰς τὸν πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς, ὁ ὁποῖος δὲν μᾶς προσεκάλεσε.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἂν μέχρι τῆς 30 Νοεμβρίου δὲν κατατεθῇ ἡ ἔκθεσις, τὴν 1 Δεκεμβρίου θέλει ἐγγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν...
§61ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τί γίνονται, κύριε πρόεδρε, αἱ ἀνακριτικαὶ ἐπιτροπαὶ διὰ τὰς ἐκλογάς;
§62ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τί θέλομεν τὰς ἀνακριτικὰς ἐπιτροπάς, ἀφοῦ ἔχομεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§63ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς Βουλῆς περὶ τούτου· ἑπομένως ἢ πρέπει νὰ προβῇ ἢ πρέπει νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν ἀπόφασίν της, διότι δὲν εἶναι δίκαιον αἱ ἐπαρχίαι νὰ στερῶνται τῆς ἀντιπροσωπείας.
§64ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ. Λόγου γενομένου περὶ τῶν ἀνακριτικῶν ἐπιτροπῶν, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐξαιρέσῃ τὴν ἐπαρχίαν τῆς Φθιώτιδος, διότι ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ σταλῇ ἐπιτροπή, οὐδὲ ὑπάρχει ὑποψία καλπονοθεύσεως.
§65ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ σύστασις ἐπιτροπῶν διὰ τὰς ἐκλογὰς δὲν εἶναι ἀρχὴ, ἣν παρεδέχθημεν· εἶναι ἓν ἐξαιρετικὸν μέτρον ἐφαρμοζόμενον σχετικῶς μὲ τοὺς λόγους τῆς ἀκυρώσεως. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως πᾶσαν ἀποστολὴν ἐπιτροπῆς θεωρῶ ματαίαν πολυτέλειαν, καὶ ἡ Βουλὴ ἂς ἐρωτηθῇ ἂν ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἀπόφασιν, ἣν ἔκαμε.
§66ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐγένετο μετὰ σκέψιν ὥριμον· δὲν ἐλήφθη ἐπιπολαίως, ἀλλὰ μετὰ συζήτησιν, διότι οἱ ἀποσταλησόμενοι θὰ παρατηρήσουν ἐὰν ἐγένετο δωροδοκία, καὶ ἡ παρουσία τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἀναγκαία πρὸς πρόληψιν τοῦ μιάσματος ἐκείνου. Ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ σεβασθῇ τὴν ἀπόφασίν της.
§67ΖΩΧΙΟΣ. Συνήθως στέλλονται ἐπιτροπαί, ὅταν ὑπάρχει ὑποψία κατὰ τῆς Κυβερνήσεως.
§68ΡΑΛΛΗΣ. Δόξα σοι ὁ Θεὸς, ὅπου τὸ ἀνεγνωρίσατε.
§69ΖΩΧΙΟΣ. Ἀλλὰ μὴ ὑπαρχούσης ὑποψίας, διατί νὰ σταλῇ ἐπιτροπή; Ἡ Κυβέρνησις ἡ προκάτοχος καὶ ἡ πρὸ αὐτῆς καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ προεδρευομένη ἀπὸ τὸν πρόεδρόν μας ἔστελλον ἕνα ἀνακριτὴν τὸ πολύ. Καὶ διατὶ νὰ στείλετε; ἐὰν εἶναι πίεσις νὰ στείλετε. Πρόκειται περὶ δωροδοκίας, ἡ ὁποία δὲν θὰ γείνῃ φανερά. Ποῖος θὰ τὴν ἴδῃ; τί σᾶς εἶπε προχθὲς ἡ ἐπιτροπή; Λοιπὸν σκοπὸν ἡ ἀποστολὴ τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἔχει· ἐὰν θέλετε νὰ προσβάλετε τὴν Κυβέρνησιν, στείλατε. Κύριοι, αὔριον θὰ ἔχωμεν ἄλλην δίκην· ἔρχονται αἱ ἑορταὶ καὶ τὰ πανηγύρια· ἐὰν θὰ λείψουν βουλευταί, πῶς θὰ προχωρήσωμεν; Καὶ πόσους δήμους ἔχει ἡ Λευκάς, κύριοι; ἔχει ἐννέα δήμους, ὥστε ἢ πρέπει νὰ στείλωμεν ἐννέα ἢ νὰ μὴ στείλωμεν κανένα. Νομίζω, ὅτι εἶναι ὅλως ἄσκοπον καὶ δὲν κρίνω εἰς τοιαύτην περίστασιν νὰ ζητῶμεν τὸ τοιοῦτον.
§70ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι θὰ πέσωμεν εἰς ἀντίφασιν, διότι χθὲς ἀκόμη ἀπεφασίσαμεν νὰ στείλωμεν ἐπιτηρητικὰς ἐπιτροπάς. Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ᾖναι συνεπὴς πρὸς τὰς ἀποφάσεις της καὶ νὰ μὴ τὰς μεταβάλλῃ ἀπὸ τὴν μίαν ἡμέραν εἰς τὴν ἄλλην.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κύριοι, γίνεται πρότασις ἐναντίον τῆς ἀποστολῆς ἐπιτροπῶν, καὶ θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν περὶ τούτου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν γνώμην τοῦ νὰ μὴ ἀποσταλῶσιν ἐπιτροπαὶ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τοὐτέστιν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· θὰ προτάξω δὲ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς πρώτην συζήτησιν, καὶ πρῶτον τὸ περὶ διανομῆς τῆς κοινῆς περιουσίας μεταξὺ τῶν δήμων Κερκύρας, ἀλλ’ ἐὰν δὲν θὰ γείνῃ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις.
§72ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὁ Κανονισμὸς δὲν ἐμποδίζει νὰ γείνῃ συζήτησις καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ θὰ γείνῃ συζήτησις, τότε θὰ προβῶμεν εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ἀρχίζομεν ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων.
§74ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ (Ἀναγινώσκει). Ἔσοδα. — Κεφ. Αʹ. Ἄρθρ. 1. Ἔγγειος φόρος καὶ δικαιώματα ἐπικαρπίας 10,400,000. Ἄρθρ. 2. Φόρος ἐπὶ τῶν μελισσίων 33,000. Ἄρθρ. 3. Φόρος ἐπὶ τῶν βοσκῶν 43,000. Ἄρθρ. 4. Φόρος ἐπὶ τῶν ζώων 1,460,000. Ἄρθρ. 5. Φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων 935,000. Ἄρθρ. 6. Φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν 500,000.
§75ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω ὅτι τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα σημειοῦνται ὡς ἔσοδα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874, εἶναι τὰ εἰσπραχθέντα μέχρι τέλους τῆς χρήσεως· διότι τὰ βεβαιωθέντα εἶναι πολὺ ἀνώτερα ἀπὸ τὰ εἰσπραχθέντα, καθὼς δὲ γνωρίζετε τὰ εἰσπραχθέντα μόνον περιλαμβάνονται ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ ὅστις ἀναγινώσκεται· κάμνω τὴν παρατήρησιν αὐτὴν ἁπλῶς ἵνα σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§76ΖΩΧΙΟΣ. Μετὰ τὴν ἀποστολὴν δύω ὑπουργῶν εἰς δίκην καὶ τριῶν ἐπισκόπων, νομίζω, ὅτι καὶ τὰ τῶν προϋπολογισμῶν πρέπει νὰ ἦναι ἀνάλογα. Ἐὰν οἱ προϋπολογισμοί μας ἐξακολουθοῦν τὴν προτέραν πορείαν των, πρέπει ἀπὸ τοῦδε καὶ νὰ ἐξέλθουν τῶν φυλακῶν οἱ δύω, οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθον, καὶ νὰ μὴ παραπεμφθῶσιν οἱ ἄλλοι, οἵτινες πρόκειται νὰ παραπεμφθῶσιν. Ὅλοι λέγομεν ὅτι ἤρχισε νέα ἐποχή· ἔστω· ἀλλ’ οἱ προϋπολογισμοὶ δὲν πρέπει νὰ ἦναι ἀνάλογοι; (σιωπῇ ἐπ’ ὀλίγον). Θὰ περιμείνω νὰ τελειώσουν αἱ συνομιλίαι, διότι ἄλλως εἶναι περιττὸν νὰ ὁμιλῶ. Τὸ προκείμενον ζήτημα εἶναι ἀνώτερον ὅλων τῶν ζητημάτων.
§77ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Νομίζω, κύριε πρόεδρε, ὅτι δὲν εἶναι ἀπαρτία· νὰ προσέλθουν καὶ οἱ ἄλλοι βουλευταί.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος· κατέβα, κ. Ζωχιέ.
§79ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ.
§80ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐγὼ εἶπαν νὰ προσέλθουν οἱ βουλευταί.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§82ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, διὰ νὰ μάθουν νὰ ἔρχωνται μέσα.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε, κ. Μπούμπουλη! (προσέρχεται ὡς ψηφολέκτης ὁ κ. Μπούμπουλης, καὶ ἐκφωνεῖται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν βουλευτῶν). Ἑκατὸν τέσσαρες εἶναι παρόντες, ἄρα ὑπάρχει ἀπαρτία.
§84ΖΩΧΙΟΣ. (Ἀναβαίνει τὸ βῆμα).
§85ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Κύριε πρόεδρε, οἱ βουλευταὶ σουλατσάρουν ἐκεῖ κάτω, δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, κύριοι, εἰς τὰς ἕδρα σας.
§87ΖΩΧΙΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι τὸ κυριώτατον τῶν ἔργων σας καὶ δὲν θέλετε νὰ προσέξητε; Πρέπει ὅμως νὰ προσέξητε, διότι εἴμεθα ἐν τῷ βυθῷ. Σᾶς παρουσιάζουν σεσοφισμένους προϋπολογισμούς. Ἐγὼ θὰ ἐπιχειρήσω νὰ συντάξω ἕνα προϋπολογισμὸν ἐνώπιόν σας, τὸν ὁποῖον νὰ τὸν καταλαμβάνετε, ἐὰν δὲ δὲν τὸν καταλάβετε, καλὸν εἶναι νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλή.
§88ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ τὸ ξαναειπῇς αὐτό.
§89ΖΩΧΙΟΣ. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἐρωτοῦν πόσας ἔχουσι δαπάνας, καὶ ἀναλόγως αὐτῶν ὁρίζονται τὰ ἔξοδα. Οἱ Γάλλοι μετὰ τὴν καταστροφήν των ἠναγκάσθησαν νὰ προσθέσουν νέους φόρους. Διατί; Διότι ἦσαν ἠναγκασμένοι νὰ πληρώσωσιν ἓν ποσὸν ὑπέρογκον. Εἰς τὴν Ἑλλάδα νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ τὸ ἀντίστροφον. Ἐὰν δὲν ἔχωμεν χρήματα, τί θὰ δαπανήσωμεν; Καὶ ὅτι ὅλοι οἱ προϋπολογισμοὶ εἶναι σεσοφισμένοι, ἔχομεν ἀποδείξεις προχείρους καὶ σαφεῖς. Βεβαιωθέντα, σᾶς λέγει ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, τὰ δὲ εἰσπραχθέντα δὲν θέλει νὰ τὰ ἠξεύρῃ. Ἀλλὰ τὰ βεβαιωθέντα περιλαμβάνουσι τὰ εἰσπραχθέντα καὶ ἕνα κατάλογον καθυστερούντων.
§90ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δύνανται νὰ εἰσπραχθῶσι.
§91ΖΩΧΙΟΣ. Ποῦ εἶναι αἱ μετοχαὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὰς ὁποίας ἐπωλήσατε ὅλας;
§92ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ; ὄχι.
§93ΖΩΧΙΟΣ. Βεβαίως, βεβαίως· ποῦ εἶναι ὁ ἐλαιὼν τῆς Ἀμφίσσης, κ. Παπαμιχαλόπουλε;
§94ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸς ἐπωλήθη εἰς τὰ 1875.
§95ΖΩΧΙΟΣ. Ποῦ εἶναι οἱ φόροι, ποῦ εἶναι τὰ δάνεια τῶν 9,000,000, τῶν 28,000,000, τὰ πακτώματα τῶν τελωνείων;
§96ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ὅπως τὰ λέγετε, κ. Ζωχιέ, φαίνεται ὅτι τὰ λέγετε εἰς τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον.
§97ΖΩΧΙΟΣ. Τὰς μετοχὰς τῆς Τραπέζης δὲν τὰς ἐπωλήσατε;
§98ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς ἤλθαμεν ὕστερον.
§99ΖΩΧΙΟΣ. Τὸ εἶπες ἀπὸ ἐδῶ.
§100ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§101ΖΩΧΙΟΣ. Τὰς ἐπώλησας, ἐπιμένω.
§102ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, αὗται ἐπωλήθησαν πρῶτον εἰς τὰ 1872.
§103ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε Παπαμιχαλόπουλε, ὅταν σοῦ ἐμπιστεύονται τὴν δημοσίαν περιουσίαν, πρέπει νὰ ἀποδώσῃς τὸ ταμεῖον πλουσιώτερον ἀπὸ ὅ,τι τὸ παρέλαβες.
§104ΛΑΠΑΣ. Τώρα θέλομεν νὰ εἴπωμεν δι’ ὅ,τι ἔκαμεν ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος νὰ ᾖναι αὐτὸς ὑπεύθυνος, ἀλλὰ ὄχι δι’ ὅ,τι ἔκαμαν οἱ ἄλλοι νὰ ᾖναι αὐτὸς ὑπεύθυνος.
§105ΖΩΧΙΟΣ. Νὰ φροντίσῃς νὰ μάθῃς ποῦ εὑρίσκεσαι, ποία εἶναι ἡ οἰκονομική μας κατάστασις.
§106ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπιβάλετε τάξιν εἰς τὴν συζήτησιν.
§107ΖΩΧΙΟΣ. Ἡ ἀνατροπὴ τῶν καθεστώτων ἔχει βάσιν τὴν χρεωκοπίαν, ἐκεῖνος δὲ ὅστις συντελεῖ εἰς τὴν χρεωκοπίαν εἶναι ἔνοχος· ὅτι δὲ εἴμεθα χρεωκοπημένοι, εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς τὸ εἴπω ἐγώ, διότι τίποτε δὲν μᾶς ἔμεινε τὸ ὁποῖον δὲν ἐπωλήσαμεν, δὲν ἐπακτώσαμεν. Λοιπὸν τί γίνονται τὰ ἔσοδα; Ποτὲ δὲν εἰσεπράξαμεν τόσα ὅσα ἐλογαριάσαμεν. Τί ἔγεινε λοιπόν; ἔμειναν καθυστερήματα. Ἔρχομαι εἰς τὰ ἔξοδα. Δὲν δύναται ὁ ὑπουργὸς νὰ μεταχειρισθῇ τὰ χρήματα ἑνὸς κεφαλαίου δι’ ἄλλο, οὔτε νὰ μεταχειρισθῇ τὰ χρήματα ἑνὸς ἄρθρου δι’ ἄλλο. Τί κάμνει ἐν τούτοις ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος; ἐπειδὴ δὲν τοῦ ἀρκοῦν τὰ χρήματα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1873, μεταχειρίζεται τὰ χρήματα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874.
§108ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ εἶναι λόγια, τὰ ὁποῖα δὲν τὰ ἐννοῶ· ἐγὼ δὲν ἤμην εἰς τὰ 1873, ἤμην ἐντὸς τοῦ 1874.
§109ΖΩΧΙΟΣ. Τώρα θὰ σᾶς ἐξηγήσω τὴν ἰδέαν μου, κ. Παπαμιχαλόπουλε· εἴχαμεν ἔξοδα 40 ἑκατομμύρια, λοιπὸν 40 εἰσεπράξαμεν; 36. Ποῦ τὰ ηὗρες τὰ λοιπά;
§110ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ σᾶς ἐξηγήθην.
§111ΖΩΧΙΟΣ. Ὅπου τὰ ηὗραν οἱ ἄλλοι καὶ σύ.
§112ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ πράγματα νὰ ὁμιλῆτε καὶ μὲ ἀριθμοὺς, μὴ λέγετε διὰ τὸν ἐλαιῶνα καὶ τὰς μετοχὰς, ὅτι τὰς πώλησα, ὄχι.
§113ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε Παπαμιχαλόπουλε, δύω ὑπουργοὶ εἶναι εἰς τὴν φυλακὴν καὶ τρεῖς Ἐπίσκοποι.
§114ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί μοὶ τὸ λέγεις.
§115ΖΩΧΙΟΣ. Ἢ θὰ ἀλλάξωμεν δρόμον, κ. Παπαμιχαλόπουλε...
§116ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί τὸ λέγεις, ἀποτεινόμενος πρὸς ἐμέ;
§117ΖΩΧΙΟΣ. Ἐγὼ ἀπατείνομαι εἰς ὅλην τὴν Βουλήν.
§118ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε μάλιστα, ὅταν ἀποτείνεσαι εἰς ὅλην τὴν Βουλήν.
§119ΖΩΧΙΟΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ ὑπουργῶν, δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ προσώπου τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου, ὅστις εἶναι ἀξιότιμος. Εὕρομεν εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν τὸ σκάφος τῆς πολιτείας· ἡμεῖς δὲν πταίομεν. Δανειζόμεθα καθ’ ἑκάστην, θὰ δανεισθῶμεν καὶ αὔριον. Ἔπεσεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἦλθεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη· δὲν εὗρεν ὀβολὸν εἰς τὸ ταμεῖον· ἠναγκάσθη δὲ νὰ κάμῃ δάνειον. Ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα, ἐὰν δὲν ἔκαμε, θὰ κάμῃ.
§120ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πταίω ἐγώ;
§121ΖΩΧΙΟΣ. Ἀφοῦ τὸν ἐψωφήσατε τὸν ἄῤῥωστον, ποῖος θὰ τὸν πάρῃ;
§122ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Τὸν πέρνει ὁ Θεός.
§123ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν πέρνει τὰ ἔθνη ὁ Θεός. Λοιπὸν, κύριοι, σᾶς ἐρωτῶ καὶ τὸ καταλαμβάνετε, ὁ προϋπολογισμὸς ἔχει ἔσοδα 40,000,000, ἔχει καὶ ἔξοδα 40,000, 000· εἰσέπραξαν 37 ἑκατομμύρια περίπου· ποῦ εὗρον τὰ ἄλλα, ἐὰν δὲν ἐδανείσθησαν καὶ ἐὰν δὲν μετέθεσαν ποτὰ ἀπὸ μιᾶς χρήσεως εἰς ἄλλην; Ὁ Ναπολέων ὁ τελευταῖος ἐπαρουσίαζε τὸν προϋπολογισμὸν του κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, τοὐτέστι προϋπολογισμὸς τακτικὸς, προϋπολογισμὸς ἔκτακτος. Ἀλλὰ ὁ τρόπος αὐτὸς δὲν ἤρεσεν εἰς τοὺς Γάλλους, οἵτινες ἐπὶ τέλους τὸν ἠνάγκασαν νὰ μὴ παρουσιάζῃ προϋπολογισμοὺς ἐκτάκτους, καὶ νὰ μὴ μεταθέτῃ ἐξ ἑνὸς κεφαλαίου εἰς ἄλλο. Ἔκτοτε δὲ περιωρίσθη ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ. Τί δὲ σᾶς λέγουν οἱ ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν; Τὰ ἔξοδά μας εἶναι τόσα· ἀλλὰ κατόπιν εὑρίσκουν παντοίας προφάσεις καὶ δαπανῶσιν ἐπ’ ὀνόματι πιστώσεων ἐκτάκτων, συμπληρωτικῶν, ἀναπληρωτικῶν. Μετὰ δὲ ταῦτα ἐπέρχονται τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, τὰ δικαστικὰ, αἱ δικαστικαὶ ἀποφάσεις, κατ’ αὐτὸν δὲ τὸν τρόπον, σᾶς προσθέτουν 1 καὶ 2 ἑκατομμύρια καὶ σᾶς λέγουν, τὰ ἔξοδα αὐτὰ εἶναι ἀναπόφευκτα. Διατί ὅμως, κύριοι, δὲν ἐπρολαμβάνετε νὰ τὰ θέσητε εἰς τὸν προϋπολογισμόν; Ποῖος θὰ τὰ ἀναπληρώσῃ αὐτὰ τὰ ἐλλείμματα; Τὰ δάνεια ἢ οἱ φόροι; Ἐπειδὴ δὲ φόρους δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν, ἂς καταφύγωμεν εἰς τὰ δάνεια.
§124ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ τὰ δάνεια φόροι εἶναι;
§125ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, ἐνῷ ἐγὼ ὁμιλῶ ἐν γένει περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ἐπῆρεν ἐπάνω του.
§126ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε εἶμαι σύμφωνος.
§127ΖΩΧΙΟΣ. Ἐὰν ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι γιὰ κρέμασμα καὶ σὺ εἶσαι γιὰ κρέμασμα.
§128ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν γένει εἶμαι συμφωνότατος, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασίς μας.
§129ΖΩΧΙΟΣ. Λοιπὸν συνομολογεῖς τὴν κατάστασίν μας.
§130ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠμπορεῖ νὰ μᾶς φωτίσῃ ὅτι ἀπὸ τὰ ........ ἀφήσαμεν ἔλλειμμα 57 ἑκατομμύρια.
§131ΖΩΧΙΟΣ. Βλέπετε; ὁ ἴδιος τὸ ὁμολογεῖ. Εἶναι περισσότερα.
§132ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Ὅλη ἡ ἀγόρευσίς σας ἐπῆγεν εἰς τὸν ἀέρα.
§133ΖΩΧΙΟΣ. Ἡμεῖς ἐπεξειργάσθημεν τὸν προϋπολογισμὸν λαμβάνοντες βάσεις ἀληθεῖς· εἴπομεν δὲ ὅτι εἰς τὰ 1874 εἰσεπράχθησαν χρήματα τόσα, ἐδαπανήθησαν πραγματικῶς χρήματα τόσα, ἐλλείπουσι τόσα· τοῦτο δὲν θὰ εἴπῃ ὅτι τὰ ἔβαλαν εἰς τὸ βαλάντιόν των οἱ διαχειρισθέντες αὐτὰ, ἀλλ’ ὅτι δὲν ἐφρόντισαν νὰ συνάξουν ἐγκαίρως τὰ ὀφειλόμενα εἰσοδήματα.
§134ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀφοῦ δὲν τὰ ἐπλήρωναν, πῶς θὰ τὰ εἰσέπραττον;
§135ΖΩΧΙΟΣ. Νὰ σᾶς εἴπω ἐγώ. Εἰς τὴν Γαλλίαν τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν στέλλει πρὸς τὸν φορολογούμενον καὶ τοῦ λέγει: ἐν ὀνόματι τοῦ προϋπολογισμοῦ προσκαλεῖσθε νὰ πληρώσητε τόσα, καὶ τὸ χαρτὶ τῆς προσκλήσεως εἶναι λευκόν. Μετὰ 10 ἡμέρας ἄλλο χαρτὶ, ὄχι πλέον ὅμως λευκόν. Καὶ ἐπὶ τέλους ἄλλο, ὅτι ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου εἶναι ἄφευκτος. Ἠξεύρετε δὲ διατί δὲν πληρόνονται τὰ καθυστεροῦντα; Διότι οἱ βουλευταὶ πιέζουν τὴν Κυβέρνησιν καὶ οἱ ὀφείλοντες δὲν πληρόνουν. Διατί δὲ ἔχομεν 3,000,000 ἔλλειμμα; διότι εἰς τὰς ἐκλογὰς δὲν εἰσπράττονται χρήματα. Λοιπὸν θέλετε νὰ ἀκούσητε τὴν ἀλήθειαν; ἀκούσατέ την· ἄλλως, τί μᾶς διωρίσατε ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ; Θέλετε νὰ σᾶς εἴπωμεν ὅτι εἶσθε εἰς καλὴν κατάστασιν; Πρέπει νὰ γνωρίζητε, καὶ τὰ γνωρίζετε ὅλοι, ὅτι πρὸ πάσης καταστροφῆς προηγεῖται ἡ χρεωκοπία.
§136ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι· ἀλλὰ τί μᾶς ὠφελεῖ τοῦτο;
§137ΧΟΪΔΑΣ. Μὴ τὸν διακόπτετε, ἀφήσετέ τον νὰ ὁμιλήσῃ καὶ θὰ ὑποδείξῃ τὰ μέσα τῆς θεραπείας. (Τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου καταλαμβάνει ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Καράπαυλος).
§138ΡΟΥΚΗΣ. Κανένα δὲν προσβάλλει, ἐκθέτει τὰς ἰδέας του.
§139ΖΩΧΙΟΣ. Ἐννοῶ ὅτι ἡ ἀλήθεια δὲν ἀρέσει, ὅτι δὲν θέλομεν νὰ ἀκούσωμεν ὅτι ἔχομεν ἔλλειμμα, ὅτι εἴμεθα εἰς κατάστασιν κακὴν, ἀλλὰ θὰ ἤμεθα εἰς αὐτὴν τὴν κακὴν κατάστασιν, ἐν ὅσῳ κάμνομεν μετάθεσιν ἀπὸ τὸν ἕνα προϋπολογισμὸν εἰς τὸν ἄλλον. Ὁ σήμερον κατηγορούμενος πρωθυπουργὸς κ. Βούλγαρης ἐζήτησε νὰ ἁρπάσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874 χωρὶς νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Αὐτοὺς τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους σᾶς λέγω σήμερον, τοὺς εἶπον εἰς τὸν κ. Βούλγαρην, ἀλλὰ δὲν ἤθελε νὰ τοὺς ἀκούσῃ. Ποῦ ὅμως εὑρίσκεται σήμερον; Ἐὰν θέλετε νὰ στηρίζεσθε εἰς ψευδεῖς ἀριθμοὺς, γράφετε ὅ,τι θέλετε, ἀλλ’ ὅλα εἶναι ψεύδη, ἀπάται, δόλοι. Θέλετε προϋπολογισμόν; Νὰ παύσουν τὰ ψεύδη. Ἂς σημειωθῶσι δὲ εἰς τὰς δαπάνας ἓν ἢ καὶ δύω ἑκατομμύρια περιπλέον· ἂς εἴπωμεν δὲ εἰς τοὺς ὑπουργοὺς, κάμετε ὅ,τι θέλετε, ἀλλὰ νὰ περιορισθῆτε ἐντὸς τοῦ ὁρίου τῶν ἐσόδων, ἤτοι δὲν πρέπει νὰ δαπανήσητε πλειότερα τῶν εἰσοδημάτων μας. Ἐὰν δὲ ἐπιμείνωμεν εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἤδη παρ’ ἡμῖν ἐπικρατεῖ, δὲν ἐννοῶ ποῦ θὰ φθάσωμεν. Τί ζητεῖτε νὰ σᾶς κάμῃ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ; Νὰ σᾶς φέρει ἐξίσωσιν εἶναι ἀδύνατον. Θέλετε νὰ ἀνακαλύψητε τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τῆς πατρίδος; Σᾶς ἔφερεν ἡ ἐπιτροπὴ τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ἀληθεῖς, ὄχι τοὺς βεβαιωθέντας κατὰ τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον, ἀλλὰ τοὺς πραγματικοὺς, ἤτοι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἰσῆλθον εἰς τὸ ταμεῖον. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος σᾶς εἶπεν ὅτι μέχρι τῆς ὥρας ταύτης δὲν ἐβεβαιώθη ἓν ποσὸν ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων.
§140ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον περὶ τοῦ φόρου τῶν ζώων, τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τῶν οἰκοδομῶν.
§141ΖΩΧΙΟΣ. Εἴπατε ὅτι μέχρι τέλους τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου, δὲν ἐβεβαιώθη ὁ φόρος τῶν ἀμπέλων τῆς Ἀττικῆς τοῦ ἔτους 1874. Βεβαίως δὲ θὰ ὑπάρχῃ αἰτία τις τῶν καθυστερούντων. Θέλετε νὰ σᾶς τὴν εἴπω;
§142ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§143ΖΩΧΙΟΣ. Κάτι συνέβη κατὰ τὸ 1874. Λοιπὸν βλέπετε ὅτι εἰς τὸ τέλος τοῦ 1875 δὲν γνωρίζει τὸ ὑπουργεῖον ὅσα πρέπει νὰ εἰσπράξῃ τὸ δημόσιον ἀπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874. Εἶναι ἐδῶ ἐνοχὴ ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργοῦ, ναὶ ἢ ὄχι; Ὑπάρχει δὲ διαφορὰ ἐνοχῆς καὶ ἐνοχῆς· εἴτε ὅμως ἐξ ἀμελείας, εἴτε ἐκ πονηρίας πηγάζει ἡ ἐνοχὴ, μὲ ἄγει δ’ αὕτη εἰς τὴν καταστροφὴν, νομίζω ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι τὸ αὐτό. Λοιπὸν ὅλοι σας οἱ προϋπολογισμοὶ στηρίζονται εἰς τὸ ψεῦδος. Σᾶς ἔκαμον δὲ αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις, διότι αὔριον θὰ φέρωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1875, καθ’ ὃν ῥητῶς λέγει ὁ ὑπουργὸς ὅτι ἔχει ἔλειμμα 4,000,000. Ἀγνοῶ δὲ ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1876 θὰ ᾖναι ἐν ἰσοῤῥοπίᾳ. Ὁμολογῶ δὲ ὅτι εἶναι πολὺ ἐπιτήδειος ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ δὲν πιστεύω νὰ κατορθώσῃ τὴν ἐξίσωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι εἶναι ἀδύνατον, εἶναι νὰ θαυματουργήσῃ ὁ ἄνθρωπος, ὅταν αἱ δαπάναι εἶναι πολλαὶ καὶ τὰ ἔσοδα ὀλίγα. Ἐὰν ἐπιμένητε ν’ ἀνακαλύψωμεν τὴν ἀλήθειαν, θὰ ἐξακολουθήσωμεν νὰ ἐργασθῶμεν· ἐὰν δὲ θέλετε νὰ σᾶς παρουσιάσωμεν πλαστὰ ἀποτελέσματα, τότε εἶναι περιττὸν καὶ σεῖς νὰ μᾶς ἐρωτᾶτε, καὶ ἡμεῖς νὰ ἐργασθῶμεν.
§144ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
§146ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§147ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρατηρῶ, κύριε πρόεδρε, ὅτι ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔπρεπε νὰ μὴ ἀφήσῃ τὴν Βουλὴν ἄνευ πληροφοριῶν ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, διότι προκειμένου πρὸ πάντων περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874 ἡ Βουλὴ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἀκριβεστέραν γνῶσιν παρ’ ὅσον ἐπληροφορήθη ἐκ τοῦ πίνακος, τὸν ὁποῖον ἐπαρουσίασεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὁ ὑπουργός, καὶ ἀφ’ ὅ,τι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πίνακος αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐνδεέστατος, ἡ ἐπιτροπὴ ἠδυνήθη νὰ ἀναφέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τῆς ἐκθέσεώς της· παρακαλῶ δὲ τὸν κύριον ὑπουργόν, ἐὰν θέλῃ, νὰ δώσῃ τινὰς διασαφήσεις.
§148ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Μάλιστα, νὰ ὁρίσετε τὰ ἀντικείμενα. (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει πάλιν τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς κύριος Ζαΐμης).
§149ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (ἀπὸ τοῦ βήματος). Ἐν πρώτοις, κύριοι, ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν βεβαιοῖ ἐν τῇ ἐκθέσει αὑτῆς ὁπόσα εἶναι τὰ βεβαιωθέντα ἔσοδα τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1874. Αὕτη δὲ ἡ σημείωσις εἶναι ἀναγκαιοτάτη, ἀφοῦ συζητῆται ὁ προϋπολογισμὸς μετὰ τὸ πέρας τῆς χρήσεως, διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν αὐτὴν ἡ Βουλὴ ἐκτελεῖ ἔργον ἐξελέγξεως ἀπολογισμοῦ· προκειμένου δὲ περὶ Κυβερνήσεως τῆς ὁποίας ἡ πολιτικὴ κατεδικάσθη, νομίζω ὅτι καὶ ἡ διοίκησις πρέπει νὰ ἐξελεγχθῇ μετὰ προσοχῆς. Τὰ καθυστεροῦντα δὲν εἶναι βέβαια γεγονὸς ἄνευ σημασίας. Εἰς τὸ ἐξελεγκτικὸν αὐτὸ ἔργον ἡ Βουλὴ ἐκ τῶν καθυστερούντων, δηλαδὴ ἐκ τῆς μεγάλης ἢ μικρᾶς ἀναλογίας τῶν εἰσπραχθέντων πρὸς τὰ βεβαιωθέντα, δύναται ἀμέσως νὰ ἐννοήσῃ ἂν κατὰ τὰς εἰσπράξεις ἡ Κυβέρνησις κατέβαλεν ὅλην τὴν φροντίδα, τὴν ὁποίαν εἶχε καθῆκον νὰ καταβάλῃ. Μετὰ τὴν ἐρώτησιν ὅμως τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, γνωρίζομεν ἤδη ὅτι τὰ βεβαιωθέντα ἀνῆλθον εἰς 40,386,000. Ἀγνοῶ ἂν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιμένῃ εἰς τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν, ἢ ἔχῃ ἀφορμὰς νὰ τὸν μεταβάλῃ. Παρατηρῶ δὲ ὅτι εἰς τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, φαίνεται μεγάλη καθυστέρησις εἰς δύω φόρους, τὸν φόρον τῶν ἀμπέλων καὶ τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν. Ἐξετάσας δὲ, ἐπληροφορήθην ὅτι ἀμφότεροι οὗτοι οἱ φόροι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἀττικῆς οὔτε κἂν ἐβεβαιώθησαν ἀκόμη, καὶ ὅτι τὸ ποσὸν τῶν δύω αὐτῶν φόρων εἰς τὴν ἐπαρχίαν αὐτὴν ἀναβαίνει εἰς 500,000 δραχμῶν.
§150ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τῶν οἰκοδομῶν ἐβεβαιώθη πρὸ ἑνὸς μηνός.
§151ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἴσως ἐβεβαιώθη τόσον ἀργὰ, ὥστε εἴσπραξις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ· τὸ ποσὸν δὲ αὐτὸ δὲν ἐμπεριέχεται εἰς τὸν πίνακα.
§152ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τρομερόν.
§153ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δεύτερον παρατηρῶ περὶ τῶν καθυστερούντων, ὅτι ἡμεῖς ἠλπίζομεν ὅτι ὅσον ὁ χρόνος προβαίνει τόσον ἡ ὑπηρεσία αὐτὴ τοῦ Κράτους ἤθελε βελτιοῦσθαι, αὐτὴν δὲ τὴν προσπάθειαν ἀπέδειξαν αἱ Κυβερνήσεις διά τε τῆς ἐκτελέσεως τῶν κειμένων νόμων καὶ διὰ νέας νομοθεσίας· καὶ τῳόντι ὁ ἀξιότιμος νῦν ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κύριος Σωτηρόπουλος εἰσήγαγε νόμον ψηφισθέντα κατὰ τὸ 1871, ὁ ὁποῖος εἰς χεῖρας Κυβερνήσεως, ἥτις αἰσθάνεται τὸ καθῆκόν της καὶ ἡ ὁποία δὲν περισπᾶται πλέον τοῦ δέοντος ἀπὸ τὴν πολιτικὴν καὶ ἀπὸ τὰς ἀνάγκας αὑτῆς, ἠδύνατο νὰ τακτοποιήσῃ τὴν εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους εἰς τρόπον ὥστε ἡ οἰκονομικὴ ὑπηρεσία νὰ βελτιωθῇ σπουδαίως. Ἐὰν ῥίψητε, κύριοι, βλέμμα ὄχι εἰς προϋπολογισμοὺς, ἀλλ’ εἰς ἀπολογισμοὺς, ἐὰν παρατηρήσητε τὴν διαχείρισιν τοῦ κ. Σωτηροπούλου κατὰ τὸ 1871, θέλετε ἰδεῖ ὅτι τὰ καθυστεροῦντα, τὰ ὁποῖα ἀφῆκεν ἡ χρῆσις ἐκείνη, ἀναλογοῦν πρὸς τὰ βεβαιωθέντα ὡς 7%. Ἐὰν παρατηρήσετε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1872, τὸν ὁποῖον διεχειρίσθη ὁ κύριος Χρηστίδης, θέλετε ἴδει ὅτι ἡ ἀναλογία τῶν καθυστερούντων πρὸς τὰ βεβαιωθέντα ὑπεβιβάσθη εἰς 5%· διότι ἐκ τῶν βεβαιωθέντων καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν τοῦ 1872 ἐκ δραχμῶν 38,156,745, ἔμειναν κατὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως καθυστεροῦντα δραχμαὶ 1,921,232, ἀντὶ δραχμῶν 2,451,545, αἱ ὁποῖαι εἶχον μείνει κατὰ τὸ 1871. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη διεδέχθη τὴν ἡμετέραν, ἡ ὁποία, ὡς προεῖπον, εἶχε φέρει τὰ καθυστεροῦντα εἰς ἀναλογίαν 5%, καὶ ἐν τούτοις ἀφῆκε καθυστεροῦντα δραχμὰς 2,936,000, δηλ. ἔφθασαν εἰς τὰ 9%.
§154ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. 7–7½.
§155ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀδύνατον, εἶναι 2,936,000.
§156ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. 7¼ ἀκριβῶς.
§157ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δηλονότι ἐπανήλθομεν εἰς ἐποχὰς ἀρκετὰ ἀπομεμακρυσμένας, καὶ τοῦτο δὲν εἶναι πρᾶγμα ἁπλοῦν, διότι ἕκαστος ἐννοεῖ ὅτι ἡ καθυστέρησις τῶν προωρισμένων διὰ τὰς δαπάνας τῆς χρήσεως εἰσοδημάτων φέρει μεγάλην διατάραξιν εἰς τὴν διαχείρισιν οὐ μόνον ἐντὸς τῆς χρήσεως, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὰς χρήσεις τὰς ἐπερχομένας, καὶ προσθέτει τὴν ἀνάγκην καὶ τῶν δανείων καὶ τῶν νέων φόρων. Ἀλλὰ προσέτι, κύριοι, ἡ τοιαύτη κατάστασις δίδει τὸ ἐνδόσιμον εἰς πάντα ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ἐξετάσῃ τὰς αἰτίας, ὅτι αἱ αὐταὶ στενοχωρίαι, αἱ ὁποῖαι ἔφεραν, οὕτως εἰπεῖν, τὴν παραλυσίαν εἰς τὰς εἰσπράξεις, πρέπει σπουδαίως νὰ ἐπενήργησαν καὶ εἰς τὰς βεβαιώσεις. Μεταβαίνω εἰς τρίτην παρατήρησιν. Παρατηρῶ, ὅτι εἰς τὸν πίνακα τῶν ἐσόδων, τὸν ὑποβληθέντα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, λείπει ὁλοτελῶς τὸ εἰσόδημα τοῦ Λαυρίου. Δὲν ἐξετάζω ἤδη τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Λαυρίου, ἥτις θέλει ἐξετασθῆ λίαν προσεχῶς κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν, ἀλλ’ ὁμιλῶ περὶ αὐτοῦ τοῦ κονδυλίου σχετικῶς μὲ τὸν ἀπολογισμόν, ὁ ὁποῖος μᾶς ὑπεβλήθη. Μέχρι τοῦδε ἐξ ὅλων τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα προερχόμενα ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εἴδομεν καὶ ἀνεγνώσαμεν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνόδου, δὲν ἐπληροφορήθημεν ποίαν πρόσοδον κατὰ τὸ 1874 ἐβεβαίωσε τὸ Λαύριον· ἔχω ὅμως μίαν πρόχειρον ἀπόδειξιν, τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874, δηλονότι τῆς διαλυθείσης Βουλῆς, ἡ ὁποία ἔκθεσις ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ἐκείνην τὴν 23 Νοεμβρίου 1874, εἰς ἐποχὴν δηλαδὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις, καὶ κατὰ συνέπειαν καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐγνώριζεν ὁποῖα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς παραγωγῆς τοῦ Λαυρίου. Ἡ ἔκθεσις λοιπὸν αὕτη ἀναφέρει τὰ ἑξῆς: «Ἡ ἐλάττωσις αὕτη κυρίως προέρχεται ἐκ τοῦ ὑπὸ τὸ Κεφάλαιον Δʹ, ἀριθ. 1 ὑπὸ τὸν τίτλον Μεταλλεῖα καὶ Ὀρυκτὰ προϋπολογισθέντος ἐσόδου· διότι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὑπελογίσθη τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου ἐπὶ τοῦ μολύβδου καὶ τῶν μεταλλείων τοῦ Λαυρίου ὡς ἀναβαῖνον εἰς δραχμ. 2,000,000, ἐνῷ κατὰ τὰς ἐπὶ τῶν πραγμάτων στηριζομένας πληροφορίας ἡ τοιαύτη τοῦ δημοσίου πρόσοδος δὲν θέλει ὑπερβῆ τὰς δραχμὰς 700,000.» Δὲν ἔμενε δὲ ἀπὸ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἔγραφεν ἡ ἐπιτροπὴ, μέχρι τῆς λήξεως τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1874, παρὰ μόνον εἷς μήν. Ἔχομεν λοιπὸν βεβαιωμένον ὅτι 700,000 δραχμαὶ ἦσαν τῷ 1874 ἡ πρόσοδος τοῦ Κράτους. Αὐτὸ τὸ κονδύλιον ὅμως τῶν 700,000 δραχμῶν δὲν ἀπαντᾶται εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ αἰτία εἶναι διότι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, δηλαδὴ ἡ τοῦ κ. Βούλγαρη, ἐχάρισεν αὐτὴν τὴν πρόσοδον. Ἐννοῶ ὅτι αἱ Κυβερνήσεις ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνάπτειν συμβάσεις ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς· ἐννοῶ προσέτι ὅτι ἔχουν τὸ δικαίωμα μετὰ τοιαύτας συμβάσεις νὰ συντάττωσι τοὺς προϋπολογισμοὺς των ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν συμβάσεων· δὲν ἐννοῶ ὅμως, ὅτι ἔχουν αἱ Κυβερνήσεις ἐν κοινοβουλευτικῷ Κράτει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκτελῶσι τὰς συμβάσεις πρὶν τὰς ψηφίσῃ ἡ Βουλή. Ἠξεύρετε ὅτι ἡ πρόσοδος τοῦ Λαυρίου ἔμελλε νὰ δίδεται εἰς τὸ δημόσιον εἰς εἶδος· τὸ εἶδος αὐτὸ εἰσπράξασα παρέδωκε κατόπιν εἰς τὴν ἑταιρίαν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἐπειδὴ παρενέπεσε σύμβασις διὰ τῆς ὁποίας κατεβιβάσθη τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου εἰς 10% ἀπὸ 53%, συνέπεια εἶναι ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα τὸ Κράτος νὰ λάβῃ πλειότερα ἀπὸ 50, νομίζω, χιλιάδας δραχμάς, σύμβασις ὅμως, ἐπαναλέγω, τὴν ὁποίαν δὲν ἐκύρωσέ ποτε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Ἐπὶ ὅλων τούτων ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ κάμω ἐν συντόμῳ παρατηρήσεις, προκειμένου νὰ ψηφίσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν ἢ ἀπολογισμὸν τοῦ 1874, καὶ ἐν τέλει νὰ ἐξάξω τὸ ἑξῆς ἐξαγόμενον: ὅτι ἐὰν πραγματικῶς ἤθελε συμπεριληφθῆ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, συμφώνως μὲ τοὺς νόμους καὶ ὡς ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ, ὁ φόρος τῶν ἀμπέλων καὶ τῶν οἰκοδομῶν μόνον τῆς Ἀττικῆς ἐκ δραχ. 500,000, ἐξ ἄλλων δὲ μερῶν, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπίσης ὑπάρχει ὁ φόρος αὐτὸς ἢ ἀβεβαίωτος ἢ διὰ τὴν βραδυτάτην αὐτοῦ βεβαίωσιν ἀνείσπρακτος, περὶ τὰς 100 ἀκόμη χιλιάδας δραχμάς, τὸ ὅλον 600,000 δραχμαί· ἐὰν ἤθελε φυλαχθῆ ἀναλογία σχετικῶς μὲ τὴν χρῆσιν τοῦ προηγουμένου ἔτους 1872 ὡς πρὸς τὰ καθυστεροῦντα· ἐὰν ἤθελε συμπεριληφθῆ ἡ πρόσοδος τοῦ Λαυρίου, ἥτις ἐχαρίσθη, ὡς προεἶπον, ἐξ 700,000 δραχμῶν, ὡς αὐτὴ ἡ ἰδία ἐπιτροπὴ τῆς διαλυθείσης Βουλῆς ἐβεβαίωσε, λαβοῦσα τὴν ἐπίσημον πληροφορίαν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἤθελον φθάσει μεταξὺ 38 καὶ 38,400,000 δραχμῶν, ἐνῷ τὴν σήμερον κατὰ τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἀφαιρουμένου τοῦ κονδυλίου τῆς ἐπιστροφῆς χρημάτων, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἔσοδον ἀληθὲς, ἀλλὰ μόνον ἀριθμοὶ, φθάνει εἰς 36,400,000, ὥστε ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ 1,600,000 καὶ 2,000,000 δραχμῶν. Πρὶν δὲ καταβῶ τοῦ βήματος, παρατηρῶ ἐν παρόδῳ εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Μέσης, ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὰς οἰκονομικὰς διαχειρίσεις, αἱ ὁποῖαι διεξάγονται μετὰ πολλῶν κόπων ἐν Ἑλλάδι διὰ πολλοὺς καὶ διαφέρους λόγους, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ νὰ λαλήσω αὐτὴν τὴν στιγμήν, καλὸν εἶναι νὰ ὁμιλῇ τις μετὰ διακρίσεως. Εἶπεν, ὅτι ποτὲ προϋπολογισμὸς δὲν ἔσχε τὸ ἀποτέλεσμα, ὥστε τὰ προϋπολογισθέντα ἔσοδα νὰ ἐπραγματοποιήθησαν· ἀλλὰ φέρω εἰς αὐτὸν εὐθὺς ἀμέσως δύο προϋπολογισμοὺς, οἱ ὁποῖοι ἀποδεικνύουσι τὸ ἐναντίον. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ κ. Σωτηροπούλου κατὰ τὸ 1871 φέρει ἀριθμὸν ἐσόδων προϋπολογισθέντων 33,991,000, αἱ δὲ εἰσπράξεις αἱ πραγματοποιηθεῖσαι, κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1871, ἀναβαίνουν εἰς δραχμὰς 35,273,942. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1872 διαλαμβάνει ἔσοδα, 35,695,357, ὁ δὲ ἀπολογισμὸς διαλαμβάνει εἰσπράξεις ἐντὸς τῆς χρήσεως 36,235,513.
§158ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Προϋπολογίσθησαν ὀλίγα καὶ εἰσεπράχθησαν πολλά.
§159ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται.
§160ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. 36,150,000 εἰσέπραξε καὶ τὸ 1874, ἀλλ’ εἶχε τὴν ἀτυχίαν νὰ προϋπολογίσῃ ποσὸν ἀνώτερον.
§161ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ σύγκρισις, διότι τὸ 1874 εἶχε τὸν νέον φόρον τῆς ὁδοποιΐας, ὁ ὁποῖος ὑπελογίσθη εἰς 2,000,000 δραχμὰς πλέον καὶ τοῦ 1872 καὶ τοῦ 1871 καὶ τοῦ 1873.
§162ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. 876,000 μόνον περιπλέον εἰσπράχθησαν ἀπὸ αὐτὸν τὸν φόρον τῷ 1874 ἀπὸ τὸ 1873· ἡ διαφορὰ λοιπὸν εἶναι ἀσήμαντος.
§163ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. 876,000 εἶναι ποσὸν ἀσήμαντον; Μήπως εἶναι αὐτὸ μόνον; Ἔχετε ἄπειρα κονδύλια. Νὰ σᾶς ἐξελέγξω λοιπὸν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων σας. Ἂν καὶ εἶχον σκοπὸν νὰ καταβῶ, πρέπει νὰ ἐξακολουθήσω.
§164ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν περιλαμβάνεται τὸ ἔσοδον τοῦ 1873 τοῦ Λαυρίου.
§165ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Περιλαμβάνεται τὸ ἔσοδον, τὸ ὁποῖον μετὰ τὴν λύσιν τοῦ Λαυριωτικοῦ ζητήματος κατωρθώσαμεν νὰ εἰσάξωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1873, διότι μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς ἀμφισβητήσεως μεταξὺ Εὐρώπης καὶ ἡμῶν ὡς πρὸς τὰς σκωρίας, ὄχι τὰς ἐκβολάδας, ἐπῆλθε κατὰ τὸ 1873 αὔξησις τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους ἐκ τῶν σκωριῶν· διότι τὸ ζήτημα τὸ λαυριωτικὸν περιελάμβανε δύω ἀντικείμενα, τὸ ἀντικείμενον τῶν ἐκβολάδων καὶ τὸ ἀντικείμενον τῶν σκωριῶν, καὶ ὅπως ἐγίνετο διαμοιβὴ διακοινώσεων μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν Εὐρωπαίων, ὅσον ἀφορᾷ τὰ δικαιώματα τῆς ἑταιρίας, τὴν ὁποίαν ὑπερήσπιζεν ἡ Εὐρώπη ὡς πρὸς τὰς ἐκβολάδας, τοιουτοτρόπως διημείβοντο διακοινώσεις μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν Εὐρωπαίων διὰ τὰς σκωρίας, τὰς ὁποίας ἐπίσης ἡ ἑταιρία διεξεδίκει ὡς ἀνηκούσας εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, παρ’ ὧν αὕτη εἶχεν ἀγοράσει τάς τε γαίας καὶ τὰς σκωρίας. Αὐτὸ τὸ ζήτημα τὸ πολυθρύλητον, τὸ ὁποῖον ἐνθυμεῖσθε πάντες, ὡς ζήτημα ἔχον τὴν καταγωγὴν του ἀπὸ τῶν πράξεων τοῦ μακαρίτου συμπολίτου μου Βάλβη, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ὑπουργείας του, τὸ Λαυριωτικὸν λοιπὸν ζήτημα περιελάμβανεν αὐτοὺς τοὺς δύω μεγάλους κλάδους, καὶ καθὼς ἐτελείωσεν ὡς πρὸς τὸν ἕνα, οὕτως ἐτελείωσε καὶ ὡς πρὸς τὸν ἄλλον. Ὅταν λοιπὸν ὁριστικῶς πλέον ἀπεφασίσθη καὶ ὡς πρὸς τὰς σκωρίας, ὅτι δὲν ἔχει ἡ ἑταιρία κανὲν δικαίωμα, τότε αἱ σκωρίαι ἐθεωρήθησαν πᾶσαι ὡς ἰδιωτικαί, καὶ κατὰ συνέπειαν ἐπεβλήθη εἰς αὐτὰς φόρος ἄνευ περαιτέρω ἐξελέγξεως καὶ δίκης 30%. Ἕνεκα λοιπὸν τῆς προσθήκης αὐτῆς τοῦ 20% ἐπὶ τῶν 10% τῶν πρὶν ηὔξησε τὸ εἰσόδημα κατὰ τὸ 1873 τοῦ Λαυρίου εἰς 770, νομίζω, χιλιάδας δραχμὰς ἀντὶ 200–250, ἃς εἰσεπράττομεν.
§166ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶπον, ὅτι εἰς τὸ 1873 περιλαμβάνεται· εἰς τὸ 1874 ὅμως δὲν περιλαμβάνεται, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ θὰ περιληφθῇ, διότι τὸ δημόσιον θὰ λάβῃ βεβαίως, ἐὰν δὲν ἐγκριθῇ ἡ σύμβασις.
§167ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οἱ ἴδιοι, οἱ ὁποῖοι δὲν συμπεριέλαβον τὸ ποσὸν, εἶναι καὶ οἱ αἴτιοι, διότι τὸ ἐχάρισαν.
§168ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ ἐχάρισαν.
§169ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἐχάρισαν φυσικῷ τῷ λόγῳ. Εἴχετε τὸ εἶδος, τὸν μόλυβδον, τὸ ὁποῖον ἀναλογεῖ εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1874.
§170ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι!
§171ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν λέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάμνῃ συμβάσεις ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐγκρίσεως τῆς βουλῆς, διότι εἶναι ἀβλαβὲς τὸ πρᾶγμα· ἔχει δικαίωμα νὰ κανονίζῃ καὶ τὸν προϋπολογισμόν της ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συμβάσεως, ἀλλὰ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ χαρίζῃ, πρὶν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ. Ἀλλ’ ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μας, νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν, ἡ ὁποία ἀφορᾷ αὐτὸν προσωπικῶς. Δὲν ἐννοῶ διὰ τί ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἀνέλαβε νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν τῆς Κυβερνήσεως....
§172ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον μὲ ἀφορᾷ.
§173ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ, — τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐπηρεαζομένη ἐκ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς ἐπαρουσίασεν ἀποτέλεσμα ἀξιοθρήνητον. Ἀφοῦ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος τὴν πολιτικὴν ἐκείνην κατεδίκασε, τὴν ἐλάκτισε καὶ τὴν παρῄτησε, νομίζω πῶς συμφερώτερον θὰ ἦτο, ἐὰν ἤρχετο νὰ ὑπερασπίσῃ ἀποκλειστικῶς τὰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τὴν διαχείρισίν του ὡς ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, οὐχὶ δὲ τὴν ὅλην διαχείρισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι καὶ ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι προϊὸν πολιτικῆς.
§174ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ κάμνω.
§175ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σεῖς ἀπεδοκιμάσατε τὴν πολιτικὴν ἐκείνην· λοιπὸν πᾶν ὅ,τι ἐκ πολιτικῆς ὑπάρχει ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, αὐτὸ μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπερασπίσητε. Ὁ προϋπολογισμὸς περιέχει καὶ πολιτικήν. Οἱονδήποτε καὶ ἂν θελήσητε νὰ συμβουλευθῆτε τῶν δημοσιολόγων, σᾶς λέγει ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς μιᾶς Κυβερνήσεως εἶναι ὁ καθρέπτης τῆς πολιτικῆς αὐτῆς.
§176ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ μεγάλα κράτη.
§177ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς τὰ μικρὰ, εἰς τὴν Ἑλλάδα μάλιστα περισσότερον παρὰ εἰς κανὲν ἄλλο. Ἀφοῦ λοιπὸν αὐτὴν τὴν πολιτικὴν ἀπεδοκιμάσατε, δὲν βλέπω διατί, καθόσον ἡ πολιτικὴ ἐπηρέασε τὸν προϋπολογισμὸν, ἔρχεσθε νὰ ὑπερασπίσητε τὸν προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον. Ἐξ ἐναντίας, πολὺ περισσότερον ἤθελε συστήσει τὴν ὑμετέραν συμπεριφορὰν, ἐὰν ἐφαίνεσθε καὶ ὡς πρὸς τοῦτο συνεπὴς, καὶ ὅπως κατεδικάσατε πράγματι νὰ καταδικάσητε αὐτὴν καὶ λόγοις. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἠθέλησεν ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων νὰ κάμῃ συγκρίσεις, ὡς ἠκούσατε πρὸ μικροῦ· ἠθέλησε νὰ φέρῃ καὶ αὐτὸς εἰς μέσον τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ 1874, μεταξὺ τῶν προϋπολογισμῶν ἤ μᾶλλον εἰπεῖν τῶν ἀπολογισμῶν, οἱ ὁποῖοι προξενοῦσι τιμὴν εἰς τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν· ἅς μοὶ συγχωρήσῃ ὅμως νὰ τῷ εἴπω τὰ ἑξῆς, λέγων δὲ αὐτὰ δημοσίᾳ, ἐννοεῖται ὅτι προκαλῶ πᾶσαν ἀντίῤῥησιν. Ἀφοῦ σᾶς ἀπέδειξα, καὶ βλέπω ὅτι καὶ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος παραδέχεται τὸ πρᾶγμα, ὅτι αἱ ἀποδείξεις, ἅς ἔφερον, καθιστῶσι τὸν προϋπολογισμὸν, ὅπως ἐξετέλεσεν αὐτὸν ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1874 καὶ 1875, ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα, κατὰ 2 περίπου ἑκατομμύρια ἢ κατὰ 1,600,000 ὑποδεέστερον, θέλω σᾶς ἀποδείξει ἤδη, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων ἐξωγκώθη σφόδρα, ἐνῷ δὲν ἦτο προωρισμένος νὰ ὑποστῇ τὴν ἐξόγκωσιν αὐτήν. Ἐν πρώτοις ὁ προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος τῶν ἐξόδων βάσιν εἶχεν ὡς πρὸς τὸ ἐσωτερικὸν χρέος τὴν διάῤῥηξιν τῶν συμβάσεων μετὰ τῶν Τραπεζῶν, καὶ ὡς ἐνθυμεῖσθε πάντες, ὅσοι ἀπετελέσατε μέρος τοῦ Κοινοβουλίου τῷ 1874, ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπαρουσιάσθη ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὁμιλήσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν, κατεδίκασε τὰς συμβάσεις, καί τοι συμβαλλόμενος,...
§178ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ ἀρχήτερα.
§179ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. .. καὶ εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν «αὔριον θέλω τὰς εἰσάξει διὰ νὰ τὰς ἀποῤῥίψωμεν».
§180ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ ἦτο ἡ πεποίθησίς μου.
§181ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως ἕκαστος ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ σκέπτεται κατὰ τὰς ἰδίας αὑτοῦ ἰδέας καὶ ἀρχάς· ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἀριθμῶν νὰ λέγῃ «αὐτὴ ἦτο ἡ πεποίθησίς μου», δὲν εἶναι ἀποχρῶσα δικαιολόγησις, ὅταν τὸ Κοινοβούλιον ἐξελέγχῃ τοὺς ἀριθμοὺς τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων. Ὁ κύριος λοιπὸν Παπαμιχαλόπουλος τὸ ἐσωτερικὸν χρέος ἠθέλησε νὰ τὸ κανονίσῃ ἄνευ τῶν συμβάσεων, αἱ ὁποῖαι συμβάσεις εἶχον τὴν ἐπιῤῥοὴν νὰ ἐλαττώσωσι τὸ ἐσωτερικὸν χρέος τοῦ Κράτους κατὰ δρ. 1,200,000. Καὶ ἂν εἶχε τοὐλάχιστον τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Κοινοβουλίου τὸ ὑπουργεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἦτο ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποφερτὸν ἀλλὰ δὲν εἶχε κἂν τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἂν δὲν διέλυε τὴν Βουλὴν τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, αἱ συμβάσεις ἤθελον ἐπικυρωθῇ. Ἔχω ἀποδείξεις περὶ τούτου. Ἄν εἰς τὰ 1873 δὲν ἐπέρασαν αἱ συμβάσεις, αἰτία — παραλείπω πᾶσαν ἄλλην, διότι δὲν πρόκειται αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ συζητήσωμεν παρελθόντα πράγματα — αἰτία ἦτο ὁ συναγωνισμός, τὸν ὁποῖον μετὰ πολλῆς φιλοτιμίας ἐξῆραν καὶ συνεδαύλισαν ἀμφότερα τὰ μέρη, ἥ τε συμπολίτευσις καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους. Ἐγένοντο αἱ δύο ψηφοφορίαι ἐπὶ τῶν συμβάσεων, καὶ κατὰ τὰς δύο αὐτὰς ψηφοφορίας ὑπερίσχυσεν ἡ ψῆφος ἡ ἐπικυρωτικὴ τῶν συμβάσεων· ἤθελε δὲ γείνει καὶ ἡ τρίτη μὲ τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, διότι ἡ ἀντιπολίτευσις καὶ κατὰ τὰς δύο ψηφοφορίας ὅλας τὰς δυνάμεις της τὰς εἶχε συγκεντρωμένας. Ἡ διεύθυνσις ὅμως τῶν δύο Τραπεζῶν ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ κατόπιν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ συνεννοηθῶσιν ἡ Ἰονικὴ καὶ ἡ Πιστωτικὴ μήπως δυνηθοῦν νὰ συστήσουν ἓν μέγα Τραπεζικὸν κατάστημα ὑπὸ τοὺς ὅρους τοὺς ὁποίους εἰς τὴν Βουλὴν ἐπρότειναν καὶ ἡ μὲν καὶ ἡ δέ· ὅταν τοιαύτη πρότασις ἐγένετο εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ ἀντιπολίτευσις καὶ συμπολίτευσις τὴν ἐδέχθησαν, καὶ εἶπον ὁμοθύμως, ἂς ἐπιτρέψωμεν εἰς τὰς δύο Τραπέζας νὰ φθάσωσιν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν δὲν ἐπέρασαν αἱ συμβάσεις. Ἐκείνη ἡ ἀπόπειρα συνεννοήσεως ἀπέτυχεν ἐν τῷ μεταξὺ· ὅτε δὲ ἦλθεν ἡ νέα Σύνοδος τοῦ 1874, ἦτο γνωστὸν πλέον, ὅτι ἡ ἀπόπειρα ἐκείνη εἶχε ναυαγήσει. Τότε ὁποῖον ἦτο τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς; τὸ πνεῦμα αὐτὸ τὸ βλέπετε, κύριοι, ἐπὶ τῆς διαλυθείσης Βουλῆς τοῦ 1874 ἐξηγούμενον ἀπὸ τοὺς σφοδροτέρους ὑπερασπιστὰς τῆς ἀποῤῥίψεως τῶν συμβάσεων κατὰ τὸ 1873, δηλ. καὶ ἀπὸ τὸν κ. Σωτηρόπουλον, νῦν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἀπὸ τὸν κ. Ζωχιόν, ὁ ὁποῖος δὲν ἄφινε τὸ βῆμα καμμίαν ἡμέραν ἐπὶ τῆς συζητήσεως τῶν συμβάσεων ἐκείνων· σᾶς παρακαλῶ μάλιστα νὰ λάβητε τὴν καλωσύνην, ἐπανερχόμενοι οἴκοι νὰ ἀναγνώσητε τὰ πρακτικὰ τοῦ 1874, νὰ ἀναγνώσητε τοὺς λόγους καὶ τοῦ μὲν καὶ τοῦ δὲ, πρὸ πάντων δὲ τοῦ κυρίου Σωτηροπούλου, ὁ ὁποῖος ὡς εἰδικώτερος φυσικῷ τῷ λόγῳ ὡμίλει λόγους πολλὴν ἔχοντας ἐπὶ ἀριθμῶν βαρύτητα. Αὐτὸς λοιπὸν εἰς τὰ 74 ὁ κύριος Σωτηρόπουλος ἐξαίρει τὴν ἀξίαν τῶν συμβάσεων ἐκείνων καὶ δικαιολογεῖ μάλιστα καὶ ἑαυτὸν καὶ τοὺς ὁμόφρονάς του διατί δὲν τὰς ἐψήφισαν· λέγει, δὲν τὰς ἐψήφισαν, διότι ἐφιλοτιμοῦντο ν’ αὐξήσωσι τοὺς ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ὅρους. Ἄλλως τε, κύριοι, διὰ ποῖον λόγον ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποῤῥιφθῶσιν αἱ συμβάσεις ἐκεῖναι; Ἀντίῤῥησις ἐναντίον τῶν συμβάσεων ἐκείνων βάσιμος, ἰσχυρὰ, ὥστε νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν νὰ παραιτήσῃ μίαν τοσοῦτον μεγάλην ὠφέλειαν τοῦ δημοσίου καὶ νὰ δημιουργήσῃ πολὺ μείζονα ζημίαν τῆς κοινωνίας δὲν ἐῤῥέθη, οὔτε ὑπῆρχεν, ἀλλὰ τὸ μόνον τὸ ὁποῖον διῄρει τοὺς ἀγορεύοντας ἦσαν συζητήσεις ἀκαδημαϊκαί· οἱ μὲν ἔλεγον, ὅτι εἶναι ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῶν Τραπεζῶν, οἱ δὲ ὑπὲρ τοῦ μονοπωλίου τῶν Τραπεζῶν! Ἀλλὰ περιπλέον, καὶ ἂν ὑποθέσῃ τις, ὅτι αἱ δύο πλευραὶ τοῦ Κοινοβουλίου ἐκείνου ἠδύναντο νὰ σταθῶσι τοσοῦτον ἰουδαϊκῶς προσηλωμέναι εἰς τὰς ἀφῃρημένας ἐκείνας ἀρχὰς, τῶν ὁποίων οὐδεμία μέχρι τοῦδε ἀπέκτησεν οὔτε τῆς πείρας, οὔτε τῆς ἐπιστήμης τὸ κῦρος, ἀλλὰ διαφιλονεικοῦνται, καὶ ἴσως διὰ παντὸς θὰ φιλονεικοῦνται, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, λέγω, ὅτι οὕτως ἤθελον προσκολληθῇ αἱ δύο πλευραὶ εἰς τὰς ἀρχὰς αὐτὰς, πάλιν ὅμως αἱ συμβάσεις ἤθελον γείνει δεκταὶ, διότι δὲν ἀνῆκον, οὔτε εἰς τὸ μὲν σύστημα, οὔτε εἰς τὸ δὲ, οὔτε τὸ μονοπώλιον καθιέρουν, οὔτε τὴν ἀπεριόριστον ἐλευθερίαν τῶν Τραπεζῶν· διότι τρεῖς Τράπεζαι ἐπρόκειτο νὰ συναγωνίζωνται, καὶ ὅταν πρόκειται νὰ συναγωνίζωνται τρεῖς Τράπεζαι, αὐτὸ δὲν δύναται νὰ ὀνομασθῇ οὔτε μονοπώλιον, οὔτε ἐλευθερία Τραπεζῶν. Ἀλλὰ περιπλέον, ἄνευ τῶν συμβάσεων ἐκείνων, καὶ ἀποῤῥιπτομένων αὐτῶν, τί ἤθελεν ἐπέλθει; Ἤθελεν ἐπέλθει τόση μεγάλη ζημία εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ τὸ Κράτος, διὰ τὴν ἀπώλειαν σπουδαιοτάτων ὠφελειῶν ἀμφοτέρων, ὥστε δὲν πιστεύω, ὅτι ἠδύνατο νὰ εὑρεθῇ οὔτε μερὶς πολιτικὴ ἐν τῇ Βουλῇ, οὔτε βουλευτὴς ν’ ἀναδεχθῇ τὴν εὐθύνην ἐκείνην· διότι ἀποῤῥιπτομένων τῶν συμβάσεων, οὐ μόνον αἱ ὠφέλειαι ἐκεῖναι κατελύοντο, ἀλλὰ καὶ πᾶσα ὑποχρέωσις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ ἑπομένως οὔτε τὸ δάνειον τῶν 26 ἑκατομμυρίων ἠδύνατο νὰ γείνῃ, τὸ ὁποῖον ὀφείλεται μόνον καὶ μόνον εἰς τὸ ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὰς βαρείας ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας αἱ τρεῖς συμβάσεις ὁμοῦ ἐπέβαλλον εἰς αὐτὴν, ἀπεφάσισε νὰ συγκατανεύσῃ, ὅπως αὐτὴ μὲν ἀναδεχθῇ τὴν κατάργησιν τῶν δανείων της, τὰ ὁποῖα ἐπὶ βαρυτάτοις ὅροις εἶχε συνομολογήσει εἰς παρελθούσας ἐποχὰς, καὶ ἀντικαταστήσῃ αὐτὰ δι’ ἀναλόγου ποσοῦ τοῦ δανείου τῶν 26,000,000, τὸ ὁποῖον ὑπέσχετο νὰ λάβῃ, ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ν’ ἀποκτήσῃ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὸ ἀποκλειστικὸν προνόμιον τοῦ κυκλοφορεῖν τραπεζικὰ γραμμάτια καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ἐξαιρουμένης τῆς Ἑπτανήσου, ν’ ἀποσκορακίσῃ δὲ τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν, ἥτις, ὅπου ἡ Ἐθνικὴ δὲν εἶχεν ὑποκατάστημα, ἠδύνατο νὰ ἐκδίδῃ τραπεζικὰ γραμμάτια· ὥστε, ἂν αἱ συμβάσεις ἐκεῖναι ἔπιπτον, οὔτε τοῦτο ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ· καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπαναλαμβάνω, οὔτε μερίς τις τοῦ Κοινοβουλίου, οὔτε βουλευτὴς ἤθελε δώσει μέλαιναν ψῆφον ἐναντίον αὐτῶν. Ἐκτὸς τούτου, τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον παρελάβατε ἀπὸ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ὃν ὁ κ. Χρηστίδης ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν εὐθὺς ἀρχομένης τῆς συνόδου, τὸν μετεμορφώσατε εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε τὸν κατεστήσατε ἀγνώριστον· διότι ἀμέσως ἐγένετο μία προσθήκη δύω ἑκατομμυρίων δραχμῶν εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους· καὶ ὅτε ἦλθεν ἡ ἡμέρα τῶν ψευδῶν συζητήσεων, τῆς 30 Νοεμβρίου, τὸν ἀνεβιβάσατε κατὰ 3 ἑκατομμύρια, ὄχι ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, ἀλλ’ ὁ διάδοχός του, ὁμιλῶ περὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Αὐτὰ ἠμποροῦν νὰ εὑρίσκωνται Βουλαὶ, αἱ ὁποῖαι νὰ τὰ δέχωνται καὶ νὰ τὰ ἐγκρίνουν· ἀλλ’ ὅταν τὸ Κοινοβούλιον κατέχεται ὑπὸ τῆς φιλοτιμίας ν’ ἀποδείξῃ τὴν χρησιμότητά του, εἰς ἐποχὴν μάλιστα κατὰ τὴν ὁποίαν ἀμφισβητεῖται ἡ χρησιμότης τοῦ Κοινοβουλίου, τότε αὐτὰ δὲν δύνανται νὰ διέλθουν ἀπαρατηρήτως. Εἶναι μὲν ἀτύχημα τῆς διαχειρίσεως ἐκείνης, ὅτι ὑπέχει καὶ αὐτὴν τὴν ἐξέλεγξιν, ἀλλὰ πόσα ἀτυχήματα δὲν διῆλθεν ὁ τόπος, τῇ βοηθείᾳ ὅμως τοῦ Ὑψίστου, ἄνευ ζημίας, προελθόντα ἐξ αὐτῆς! Δὲν ἐπιμένω εἰς λεπτομερείας, τὰς ὁποίας οὐδὲ δύναμαι νὰ ἀνεύρω, διότι δὲν ἔχω τὰ μέσα· ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, εἶναι στοιχειώδης καὶ οὐδόλως ἀναλυτικός· διὰ νὰ ἠμπορέσω δὲ ν’ ἀνακαλύψω καὶ παραστήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς μεταβολὰς, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τὴν ὑπηρεσίαν πρὸς αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, ἔλαβον τὸν κόπον νὰ ἀθροίσω τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1874 καὶ 1875 ἐδαπάνησεν εἰς ἔξοδα γενικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους — καλεῖται δὲ γενικὴ ὑπηρεσία, ἡ καθαρὰ διοίκησις ἑκάστου ὑπουργείου, ἄνευ ἑπομένως χρεῶν ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν οὔτε χορηγίας βασιλικῆς ἢ ἐξόδων Βουλῆς ἢ τῶν καλουμένων διαφόρων πληρωμῶν κτλ. κτλ. ἀλλὰ μόνον διὰ τὴν καθαρὰν διοίκησιν, δηλ. τί τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὴν λειτουργίαν τῆς δικαιοσύνης, τί τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὴν διοίκησιν ἐδαπάνησε καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς — καὶ παρατηρῶ, ὅτι τῷ 1872 ἐξωδεύθησαν δραχ. 21,805,000 — τῷ 1873 δρ. 21,235,000 — τῷ 1874 δραχ. 22,828, 955· ὥστε παραβαλλόμενα πρὸς τὸ 1873 παρουσιάζουν τὰ τοῦ 1874 πλεόνασμα ἐξόδων διὰ τὴν γενικὴν ὑπηρεσίαν 1,600,000, ἢ κατὰ μέσον ὅρον τῶν δύω ἐτῶν (ἐκ δραχμῶν 21,500,000) ἔχομεν ὑπέρβασιν δραχμῶν 1,300,000. Ἐπαναλέγω, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνεύρω τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἔγειναν εἰς τὴν πολυτελῆ διοίκησιν, ἀλλὰ προσέδραμον εἰς τὸν κατάλογον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ 1874, ἤθροισα τὰ ποσὰ τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας ἤτοι τῆς διοικήσεως τῶν 7 ὑπουργείων, καὶ ἐσύγκρινα αὐτὰ πρὸς τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα κατὰ τοὺς ἀπολογισμοὺς τοῦ 73 καὶ 72 ἐδαπάνησε τὸ Κράτος ἐπίσης διὰ τὴν καθαρὰν διοίκησιν, καὶ εὑρίσκω αὐτὰς τὰς διαφορὰς, ὅτι πρὸς μὲν τὸν μέσον ὅρον ἐδαπάνησε δρ. 1,300,000, πρὸς δὲ τοῦ 1873 δρ. 1,600,000.
§182ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν συμπεριλαμβάνετε δὲ τὰς κεκλεισμένας χρήσεις.
§183ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὲ τὰς κεκλεισμένας χρήσεις εἶναι 26,000,000. Ἐπαναλαμβάνω δὲ νὰ παρατηρήσω, ὅτι εἰς αὐτὰ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας ὄχι μόνον δὲν περιλαμβάνονται ἔξοδα παρελθουσῶν χρήσεων, ἀλλὰ καὶ οὐδὲν ἔκτακτον ἔξοδον οἱονδήποτε, ἀλλὰ καθαρὰ διοίκησις τῶν 7 κλάδων τῆς διοικήσεως.
§184ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ κατάργησις τῆς ἐλαττώσεως τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν; Νομίζω πῶς εἰς τὰ 1874 κατηργήθησαν αἱ κρατήσεις, εἶναι δὲ 560,000.
§185ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα 560,000. Ἔχετε δίκαιον εἰς αὐτό.
§186ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε τότε μένουν 1,000,000 διαφορά.
§187ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔχετε πολὺ δίκαιον, εἶναι πολὺ ὀρθὴ ἡ παρατήρησις, σᾶς εὐχαριστῶ. Τελειόνω δὲ μὲ μίαν μόνον παρατήρησιν ἀκόμη, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ἡ χρῆσις τοῦ 1874· καὶ κατὰ πρῶτον παρατηρῶ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τὴν ἑξῆς παρατήρησιν· ἐπιθυμῶ νὰ δώσῃ τὴν διασάφησιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν χρῆσιν τοῦ δανείου τῶν 26 ἑκατομμυρίων, διότι ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 26 ἑκατομμυρίων παρατηρῶ ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἢ ἀπολογισμὸν τοῦ 1874 καταχωρεῖ μόνον δρ. 8,580 000 ὡς χρέος ἐσωτερικόν, ἔτι δὲ ἀποζημιώσεις δρ. 750,000, καὶ εἰς ἰδιαιτέραν στήλην δρ. 3,510,000, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἀπὸ κεκλεισμένας καὶ διαγεγραμμένας χρήσεις. Ὡς πρὸς αὐτὰ τὰ κονδύλια ἠξεύρω ὅτι ἐξεδόθη νόμος περὶ πιστώσεων καὶ ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ τὰ παραλείψῃ, διότι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀπεφάσισε ῥητῶς ὅτι τὸ δάνειον θὰ χρησιμεύσῃ εἰς πληρωμὴν τῶν τε καθυστερουμένων ἀποζημιώσεων καὶ χρεωλυτικῶν δανείων καὶ κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, καὶ τῆς πληρωμῆς τὰ μέσα ἔδωκε διὰ τῆς συνομολογήσεως νέου δανείου, ἑπομένως ἡ χρῆσις, ἥτις ἐχρεώθη διὰ τοῦ ποσοῦ τοῦ δανείου, πρέπει νὰ πιστωθῇ ὡσαύτως μὲ τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα ἐξ αὐτοῦ ἐπλήρωσεν· πολὺ ὀρθῶς λοιπὸν ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, ἐπιβαρύνασα αὐτὴν μὲ πιστώσεις ἀναγομένας εἰς παρελθούσας χρήσεις, δι’ ἃς τὸ Κράτος ἐχορήγησε τὰ μέσα τῆς πληρωμῆς ἀνεξαρτήτως τῶν τακτικῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως, ἤτοι ἀπὸ ἐκτάκτους πόρους. Καὶ ταῦτα μὲν ἔχουσι καλῶς· ἀλλ’ ἐρωτῶ, διά τί ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπροκάλεσε πιστώσεις, ἐνῷ πρὸ μηνῶν εἴμεθα ἐνταῦθα, πρὸς τακτοποίησιν καὶ τῶν ἄλλων πληρωμῶν, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι κονδύλια καταγόμενα μὲν ἀπὸ χρήσεις παρελθούσας, τῶν ὁποίων ὅμως διέταξεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία διὰ τοῦ αὐτοῦ νόμου τὴν πληρωμὴν, καὶ πρὸς πληρωμὴν τῶν ὁποίων ἔδωκεν ὡσαύτως τὰ μέσα ἐκ τοῦ αὐτοῦ ἐκτάκτου πόρου τοῦ δανείου τῶν 26 ἑκατομμυρίων καὶ δὲν ὑπελείπετο ἄλλο τίποτε εἰμὴ νὰ ἐκδοθῇ ἡ δέουσα πίστωσις; διότι ἄλλως δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν καμμίαν σύγκρισιν καὶ ἐξέλεγξιν, ἂν καὶ ἡ χρῆσις ἔληξεν ἤδη. Αὐτὰ δὲ τὰ ἀνέφερα ὄχι μόνον διὰ νὰ προκαλέσω τινὰ ἐξήγησιν ἀπὸ τὸν ὑπουργόν, ἀλλὰ διὰ νὰ παραστήσω ὁπόσον βαρὺ ἔργον ἀνέλαβεν ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, ὅταν ἠθέλησε νὰ ὁρίσῃ τὸ ἔλλειμμα εἰς δρ. 380,000. Ὡς πρὸς δὲ τὸ ἔλλειμμα, ἐκ τοῦ προχείρου μόνον παρατηρῶ ὅτι εἰς τὴν στήλην τῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1874 ἀπαντῶ δρ. 41,896,970 καὶ ἀφαιρῶ τὸ ποσὸν 3,510,000, τὸ ὁποῖον εἶναι πληρωμαὶ βαρύνουσαι παρελθούσας χρήσεις· ὥστε θέλομεν ἔχει ὡς ἔξοδα 38,386,970· ἂν δὲ ἀπὸ τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα σημειοῦνται εἰς 37,400,000, ἀφαιρέσωμεν δρ. 1,250,000, αἵτινες εἶναι ἐξ ἐπιστροφῆς χρημάτων, θέλομεν ἔχει 36,150,000, ὥστε τὸ ἔλλειμμα εἶναι 2,236,000· ἀλλ’ ἐπαναλέγω ὅτι αὐτὸ βεβαίως δὲν εἶναι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1874, διότι λείπει ἡ τακτικὴ λογοδοσία καὶ διαχείρισις τοῦ ἐκτάκτου πόρου τοῦ δανείου, περὶ ἧς οὔτε ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς μᾶς πληροφορεῖ, οὔτε ἡ ἔκθεσις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις εἰσάγων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874 περιωρίσθη νὰ μᾶς εἴπῃ μόνον ὅτι τὰ λοιπὰ 9 ἑκατομμύρια τοῦ δανείου τῶν 26 ἑκατομμυρίων διετέθησαν εἰς διαφόρους ἄλλας δαπάνας. Πλὴν ὅμως τῆς ἐπόψεως τοῦ ἐλλείμματος, ἡ καθαυτὸ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης—καὶ δὲν ἐννοῶ τὸν κύριον Παπαμιχαλόπουλον, διότι ὁμιλῶ περὶ πολιτικῆς ἡ ὁποία ἐπηρέασεν εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους— ἡ εὐθύνη συνίσταται οὐ μόνον εἰς τὴν διαχείρισιν ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν κατασκευὴν καὶ ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον τὸ ἔθνος δὲν ἐψήφισεν, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφίσῃ γνήσιον Κοινοβούλιον, ὅπερ θέλοντες ν’ ἀποφύγωσιν ἐπεμβῆκαν διὰ τῆς βίας εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ προέβησαν εἰς ψευδεῖς συνεδριάσεις.
§188ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὑπῆρξεν ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν ὅτε συνετάσσετο ὁ προϋπολογισμὸς ἐλαμβάνοντο ὡς βάσις διὰ τὸν ὑπολογισμὸν τῶν ἐσόδων τὰ βεβαιωθησόμενα ἔσοδα, καὶ διὰ τοῦτο τότε παρουσιάζετο πάντοτε τὸ εὐάρεστον φαινόμενον νὰ φέρῃ ὁ προϋπολογισμὸς μέγα περίσσευμα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ παρετηρήθη, ὅτι πολλὰ τῶν βεβαιουμένων ἐσόδων δὲν εἰσπράττονται, ἐλήφθη ἀκολούθως τὸ μέτρον νὰ ἀνοίγωνται δύω στῆλαι, ἐξ ὧν ἡ μία περιεῖχε τὰ βεβαιωθησόμενα, ἡ δὲ ἄλλη τὰ εἰσπραχθησόμενα, ἐπὶ τῶν ὁποίων καὶ εἰκάζοντο οἱ ὑπολογισμοὶ περὶ τῶν ἐξόδων. Ἀκολούθως ἐξηλείφθη ἡ μία στήλη, καὶ ἔμεινε μόνον μία, ἡ ὁποία, καὶ ἐγὼ φρονῶ, περιλαμβάνει οὐχὶ τὰ βεβαιωθησόμενα, ἀλλὰ τὰ εἰσπραχθησόμενα. Τουλάχιστον ἐγὼ, ὅταν συνέταττον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1871, δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν πόσα ἔμελλον νὰ βεβαιωθῶσιν ἐκ τῆς χρήσεως ἐκείνης, ἀλλὰ πόσα ἔμελλον νὰ εἰσπραχθῶσι καὶ διὰ τοῦτο ἐφάνην πάρα πολὺ φειδωλὸς εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἐσόδων, καθόσον δὲν ἤμην βέβαιος, ὅταν συνέταττον τὸν προϋπολογισμόν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἤθελε παραδεχθῇ μέτρα τινά, ἅτινα εἰσήγαγον εἰς τὸν φορολογικὸν νόμον καὶ τὰ ὁποῖα συνετέλεσαν τὰ μέγιστα εἰς τὸ νὰ περισταλῶσιν αἱ καθυστερήσεις, οὔτε ὅτι ἤθελον γείνει δεκταὶ ὅλαι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων. Ἀφοῦ ὅμως ἀμφότεραι αἱ προτάσεις ἐγένοντο δεκταί, συνέβη τὸ εὐχάριστον ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐμνημόνευσεν ὁ προαγορεύσας, τοῦ νὰ παρουσιάσῃ ἡ χρῆσις τοῦ 71 εἰσπραχθέντα ἔσοδα πολὺ ἀνώτερα τῶν προϋπολογισθέντων. Αὐτὴν τὴν ἀρχὴν ἀκολουθῶν, δὲν ἠδυνάμην ἀφοῦ μοι συνέβη τὸ ἀτύχημα νὰ συντάξω καὶ ὑποβάλω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 74 κατὰ τὴν λῆξιν τοῦ 1875, καθ’ ὃν χρόνον δηλ. ἔληγεν ἡ χρῆσις, καὶ δὲν ἦτο πλέον ἐλπὶς νὰ εἰσπραχθῇ κᾀνὲν ἔσοδον, δὲν ἠδυνάμην, λέγω, κατὰ τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀκολουθῶ, καὶ τὴν ὁποίαν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν ὅσοι θέλουν νὰ παρουσιάζουν προϋπολογισμὸν ἀκριβῆ, ἠρώτησα τὴν ὑπηρεσίαν ὁποῖα τὰ πραγματοποιηθέντα ἔσοδα τοῦ 74, καὶ ἐπειδὴ ἔλλειπον αἱ καταστάσεις τοῦ Ὀκτωβρίου ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὰς τοῦ Σεπτεμβρίου, εἰς τὰς ὁποίας προσέθηκα τὰ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα εἰσπραχθησόμενα ἐντὸς τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου καὶ οὕτω συνέταξα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874. Ἂν δὲ συνέβη κατὰ τὸ διάστημα τῆς χρήσεως τοῦ 74 νὰ μὴ βεβαιωθῶσιν οἱ φόροι τῶν ἀμπέλων ἐπαρχιῶν τινων, τοῦτο ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην νὰ τὸ λάβω ὑπ’ ὄψιν, ἀφοῦ ἔλαβα ὡς ἀρχὴν καὶ κανόνα νὰ σημειώσω τὰ εἰσπραχθέντα ἔσοδα· ἐπίσης δὲν ἠδυνάμην νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὸν μὴ ἐγκαίρως βεβαιωθέντα φόρον τῶν οἰκοδομῶν Ἀττικῆς, οὐδὲ νὰ κάμω λόγον περὶ τῆς προσόδου τοῦ Λαυρίου, διότι ἐκ τῆς προσόδου τούτου οὐδεμία εἴσπραξις ἐγένετο κατὰ τὸ 74, καὶ δὲν ἐγένετο, διότι, ὡς γνωρίζετε, ἡ πρώην Κυβέρνησις ἔκαμε σύμβασιν μὲ τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου δι’ ἧς ὁ φόρος ἀπὸ 53%, ὡς εἶχεν ὁρισθῆ τῷ 1873, καὶ ἀπὸ 35%, ὡς εἶχεν ὁρισθῆ τῷ 1874, ὑπεβιβάσθη εἰς 10%. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὁ νόμος δι’ οὗ ἡ σύμβασις ἐκείνη ἐνεκρίθη, καταταχθεὶς μεταξὺ τῶν ψευδῶν νόμων ἠκυρώθη, ἀλλ’ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις δὲν δύναται πρὶν ἀκούσῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, νὰ θεωρήσῃ ἄκυρον τὴν σύμβασιν, διότι, ὡς εἶπεν ὁ κ. Δεληγεώργης ὁμιλῶν περὶ τῶν συμβάσεων μετὰ τῶν Τραπεζῶν, ἡ Κυβέρνησις εἶναι μέρος συμβαλλόμενον καὶ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀκυρώσῃ τὰς συμβάσεις, ἃς ἡ προκάτοχος συνωμολόγησε μὲ οἱονδήποτε ἰδιώτην. Ἀφοῦ ἔλαβε χώραν σύμβασις καὶ ἡ σύμβασις δὲν ἐνεκρίθη ἀπὸ τὴν Βουλὴν, καθόσον ἠκυρώθη ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος τὴν ἠκύρωνεν, ἡ Κυβέρνησις χρεωστεῖ νὰ τὴν ὑποβάλῃ ἐκ νέου, ὡς καὶ τὴν ὑπέβαλεν ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν, τότε δὲ θέλει θεωρηθῆ ἄκυρος καὶ χάρτης ἄγραφος, ὅταν δηλαδὴ ἡ Βουλὴ τὴν ἀποῤῥίψῃ. Ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα λοιπὸν, βλέπετε ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ πράξω ἄλλο παρ’ ὅ,τι ἔπραξα. Δυστυχῶς τὰ ἔσοδα ταῦτα ἀναβαίνουν εἰς 37,400,000, καὶ ἂν ἀφαιρεθῇ ποσὸν 1,200,000 προερχόμενον ἐξ ἐπιστροφῆς τῶν χρημάτων, ἅτινα δὲν πρέπει νὰ καταλογισθῶσι μεταξὺ πραγματικῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1874, τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων περιορίζεται εἰς 36,200,000. Τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι βεβαίως πολὺ μικρὸν παραβαλλόμενον μὲ τὸ ποσὸν, ὅπερ σημειοῦται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τὸν ὑποβληθέντα ἐν ἀρχῇ τοῦ 1874· διότι τότε τὰ ἔσοδα ὑπελογίσθησαν εἰς 40 στρογγυλὰ ἑκατομμύρια, ἀλλ’ αἱ προσδοκίαι τῶν συνταξάντων τὸν προϋπολογισμὸν δὲν ἐπραγματώθησαν. Ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστὸς φίλος μου κ. Χρηστίδης, ὅτε συνέταττε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 74, εἶχε, φρονῶ, ὑπ’ ὄψιν οὐχὶ τὰ βεβαιωθησόμενα, ἀλλὰ τὰ εἰσπραχθησόμενα, ἔλαβε δὲ ὡς βάσιν τὰ ἔσοδα τοῦ 1873 ἀνερχόμενα εἰς 35,757,000. Ἀκολούθως προσέθηκε τὴν αὔξησιν, ἡ ὁποία προήρχετο ἐκ τοῦ νόμου τοῦ χαρτοσήμου, ἐκ τοῦ νόμου περὶ ὁδοποιΐας, ἐκ τοῦ Λαυρίου, προϋπολογιζομένων ἐν ὅλῳ 4,350,000, καὶ οὕτω ἀνεβίβασε τὰ ἔσοδα εἰς 40,000,000· ἀλλὰ τῷ 1873 ἀντὶ 35 καὶ 757 χιλιάδων εἰσεπράχθησαν μόνον 34 καὶ 687 χιλιάδες.
§189ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ..........
§190ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Συνέβη δηλαδὴ νὰ μὴ εἰσπραχθῶσι τόσα ὅσα προϋπελογίσθησαν. Ἔχων δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ ὁ κ. Χρηστίδης ἐστηρίζετο οὐχὶ εἰς τὴν βεβαίωσιν, ἀλλὰ εἰς τὴν εἴσπραξιν, τοῦτο δὲ ἐξάγω ἔκ τινων κονδυλίων, τὰ ὁποῖα συνήθως ἀφίνουν μεγάλα καθυστερήματα, καὶ εἰς τὰ ὁποῖα ὁ κ. Χρηστίδης ἐδείχθη λίαν φειδωλός· π. χ. εἰς τὰ ποινικὰ ἔξοδα, ἐξ ὧν πάντες, ὡς γνωρίζετε, βεβαιοῦνται 600 περίπου χιλιάδες, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἰσπράττονται πλέον τῶν 250 χιλιάδων, τόσα ἐσημείωσε καὶ ὁ κ. Χρηστίδης· ὁμοίως ἀπὸ φόρους οἰκοδομῶν βεβαιοῦνται ἕως 700,000, ἐπειδὴ ὅμως δὲν εἰσπράττονται ὅλα, ὁ κ. Χρηστίδης καὶ μετὰ τὴν προσθήκην 10% κατὰ τὸν νόμον τῆς ὁδοποιΐας δὲν τὰ ὑπελόγισε πλειότερα τῶν 700 χιλιάδων. Πρῶτος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἐπραγματοποιήθησαν τὰ ἔσοδα τὰ προϋπολογισθέντα κατὰ τὰ 74, εἶναι ὅτι ἡ βάσις, ἣν ἔλαβεν ὁ κ. Χρηστίδης ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα τοῦ 73, δὲν ἦτο πραγματική, διότι κατὰ τὰ 73 εἰσεπράχθησαν ἔσοδα κατὰ ἓν ἑκατομμύριον καὶ ἑκατὸν χιλιάδας ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων, ἔπειτα ἐπῆλθεν ἡ ἀφαίρεσις τῆς προσόδου τοῦ Λαυρίου. Δὲν ἐπραγματοποιήθησαν δὲ καὶ ὅσα προϋπελογίσθησαν ἀπὸ τὸν πρόσθετον φόρον τῶν οἰκοδομῶν, διότι καθὼς διαλαμβάνει ἡ ἔκθεσίς του προϋπελογίσθη ἐκ τοῦ προσθέτου τούτου φόρου αὔξησις ὑπὲρ τὰ 2 ἑκατομμύρια· ἀλλὰ συγκρίνων τὰ ἀποδοθέντα κατὰ τὰ 1874 ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν πρὸς τὰ κατὰ τὸ 1873 ἀποδοθέντα εὑρίσκω διαφορὰν 884 χιλιάδας· ἀφοῦ δὲ καὶ τὰ ὑπολογισθέντα ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου τῆς ὁδοποιΐας ἀπεδείχθησαν οὐχὶ σύμφωνα μὲ τὰ πράγματα, συνέβη ὥστε τὰ ἔσοδα τοῦ 1874 ἐκ 40 ἑκατομμυρίων νὰ καταντήσουν εἰς 36. Ἀπέχω, κύριοι, νὰ ἐκφράσω οἱανδήποτε γνώμην περὶ τοῦ ἐὰν ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις ἐγένοντο μετὰ πάσης τῆς προσηκούσης ἀκριβείας καὶ δραστηριότητος ὅπως ἔπρεπε, περιορίζομαι μόνον νὰ παρατηρήσω, ὅτι οὐδόλως ἐφανταζόμην μετὰ τὸ νόμον τοῦ 71, εἰς τὸν ὁποῖον καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε ἠσχολήθη καὶ ἡ Βουλὴ ἐδαπάνησε πολλὰς συνεδριάσεις, φιλοτιμηθεῖσα νὰ καταστήσῃ τοῦτον ὅσον ἦτο δυνατὸν τελειότερον, ὅτι ἠθέλομεν ἔχει πάλιν 3 ἑκατ. καθυστερήματα. Ἠκούσατε τί σᾶς εἶπεν ὁ κ. Δεληγεώργης, κατὰ τὸ ἔτος 1871, ἂν καὶ ὁ νόμος ἐφηρμόσθη μετὰ τὰ μέσα τοῦ ἔτους, τὰ καθυστερήματα περιωρίσθησαν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1871 εἰς 7%, κατὰ δὲ τὸ 1872 κατέβησαν εἰς 5%. Ἰσχυρίζομαι δὲ—καὶ τοῦτο λέγων δὲν ἐπιθυμῶ νὰ δυσαρεστήσω τι νὰ—ὅτι ἂν κατὰ τὸ 1872 ἐφηρμόζετο ὁ νόμος ἐκεῖνος αὐστηρότερον δὲν ἠθέλομεν ἔχει, οὔτε 3% καθυστερήματα· λέγω δὲ τοῦτο, διότι δὲν ἐφηρμόσθη ἡ κυριωτέρα διάταξις τοῦ νόμου ἐκείνου, ἡ ἐπιβάλλουσα εὐθύνας πραγματικὰς εἰς τοὺς εἰσπράκτορας, δι’ ὧν εἰσπράττονται οἱ περισσότεροι τῶν ἀμέσων φόρων. Ὁ νόμος τοῦ 1871 διαλαμβάνει, ὅτι ὁ ταμίας, παραδίδων κατάλογόν τινα φορολογουμένων εἰς τὸν εἰσπράκτορα, ὀφείλει νὰ προσδιορίσῃ καὶ τὴν προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας εἶναι ὑπόχρεως ὁ εἰσπράκτωρ νὰ ἀποπερατώσῃ τὴν εἴσπραξιν· ἐὰν δὲ δὲν πράξῃ τοῦτο ὁ εἰσπράκτωρ ἢ δὲν δυνηθῇ νὰ δικαιολογήσῃ τὰ ὀφειλόμενα, ἀποδεικνύων, ὅτι οἱ ὀφείλοντες αὐτὰ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ τὰ πληρώσουν καὶ ἀποδεικνύων τοῦτο ὅπως ὁ νόμος ἐκεῖνος διαλαμβάνει, καθίσταται ὑπόλογος καὶ ὑποχρεοῦται νὰ τὰ πληρώσῃ, παύεται δὲ ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ καταδιώκεται κατὰ τὸν περὶ καθυστερούντων Νόμον.
§191ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὰ γράφονται εἰς τὸ χαρτὶ, δὲν δύνανται ὅμως νὰ ἐκτελεσθῶσιν, οὔτε σεῖς τὰ ἐξετελέσατε.
§192ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπρόφθασα, διότι ὁ νόμος ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν περὶ τὸν Ἰούλιον.
§193ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἓξ μῆνας τὸν ἐβάλατε εἰς ἐνέργειαν.
§194ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔπρεπε ἀφ’ ἧς ὁ νόμος ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν νὰ δοθῇ καὶ μία προθεσμία εἰς τοὺς εἰσπράκτορας 4–6 μηνῶν.
§195ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὰ ἐφηρμόσετε ἓν παράδειγμα διὰ νὰ ἔχητε τὸ δικαίωμα νὰ κατακρίνητε, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθητε...
§196ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν κατακρίνω κᾀνένα, λέγω ἁπλῶς, ὅτι μία διάταξις τοῦ νόμου ἐκείνου, ἀπὸ τὴν ὁποίαν πολὺ ἤλπιζον, δὲν ἐφηρμόσθη. Μοὶ λέγητε, κ. Δεληγεώργη, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ νόμου ἐκείνου εἶναι ἀνεφάρμοστος· σεῖς ὅμως εἶσθε ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ ἔπρεπε νὰ κάμητε τὴν παρατήρησιν καὶ νὰ ζητήσητε νὰ ἐξοβελισθῇ, διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ γράφωνται εἰς τοὺς νόμους διατάξεις, αἵτινες δὲν ἐφαρμόζονται.
§197ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς τὸν Νόμον ἐκεῖνον εἰργάσθην πρὶν σᾶς δοθῇ ἀπὸ τὸ γενικὸν Λογιστήριον κατὰ τὸ 1870, καὶ ὑμεῖς τότε ἐκάματε διαφόρους μεταῤῥυθμίσεις· μεταῤῥυθμίσαντες τὸ σχέδιον ἐκεῖνο ἀνεδέχθητε εὐθύνην, καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις πολὺ καλὰ ἔκαμε νὰ μὴν θελήσῃ εἰς τοὺς νεωτερισμούς σας νὰ φέρῃ δυσκολίαν, διότι δὲν ἐπρόκειτο νὰ βλάψητε.
§198ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε μάλιστα.—Ὕστερον ἀπὸ ταῦτα νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ τελειώσω, ἀφοῦ δώσω μίαν διασάφησιν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ἀπὸ ἐμὲ ὁ κ. Δεληγεώργης. Εἶπεν ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον παρουσιάσαμεν, βλέπει μόνον νὰ σημειώνονται 8,580,000 διὰ τὸ χρέος τὸ ἐσωτερικὸν, καὶ 750,000 διὰ τὰς ἀποζημιώσεις, τὸ ὅλον 9,330,000. Πλὴν τούτου βλέπει, νὰ σημειοῦνται καὶ 3,510,000 διὰ ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, διὰ τὰ ὁποῖα ζητεῖται ἤδη πίστωσις, ἐρωτᾷ δὲ διατί δὲν σπεύδομεν νὰ ζητήσωμεν πίστωσιν καὶ διὰ τὰ ἄλλα χρέη, τὰ ὁποῖα ἐξωφλήθησαν μὲ τὸ δάνειον τῶν 26,000,000. Ἀπαντῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν, ὅτι αἱ πιστώσεις διὰ τὰ 8,580,000 τοῦ ἐσωτερικοῦ χρέους καὶ τὰς 750,000 τῶν ἀποζημιώσεων σημειοῦνται εἰς ἰδίαν στήλην, διὰ μόνον τὸν λόγον ὅτι εἶναι ἐγκεκριμέναι δι’ εἰδικοῦ Νόμου· αἱ διὰ τὰς κλεισμένας χρήσεις δαπάναι περιλαμβάνονται μεταξὺ τῶν ζητουμένων πιστώσεων, καθ’ ὅσον ὁ Νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐχορηγήθησαν, ἠκυρώθη. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὰ λοιπὰ χρέη τοῦ δημοσίου, τὰ ὁποῖα ἐπληρώθησαν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 26,000,000 καὶ περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐπρόφθασα μὲν νὰ ὑποβάλω λεπτομερῆ ἀνάλυσιν ὅτε εἰσήγαγον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874, ἔπραξα ὅμως τοῦτο, ὅτε εἰσήγαγον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1875, παρατηρῶ ὅτι διὰ τὴν πληρωμὴν ταύτην, δὲν ἦτο οὔτε εἶναι ἀνάγκη νὰ ζητηθῇ πίστωσις, διότι τὰ χρέη ταῦτα ὑπάγονται εἰς τὰ προσωρινὰ δάνεια, ταῦτα δὲ δὲν ἐγγράφονται μεταξὺ τῶν ἐσόδων, ὅπως ἐγγράφονται τὰ προερχόμενα ἐκ χρεωλυτικῶν δανείων, ἀλλὰ κρατεῖται τρεχούμενος λογαριασμὸς, εἰς τὸν ὁποῖον ἐγγράφεται πᾶσα ἀπόδοσις. Τὰ πληρωθέντα ἐσημειοῦντο εἰς τὴν χρηματικὴν ληψοδοσίαν τοῦ δημοσίου, καὶ ἔγειναν ἤδη αἱ ἀνήκουσαι σημειώσεις. Τὰ ἔντοκα γραμμάτια π. χ. τιθέμενα εἰς κυκλοφορίαν ἐγγράφονται εἰς τὸ παθητικὸν τοῦ Κράτους· ὅταν δὲ ἀποσύρωνται, ἐξαλείφονται ἐκεῖθεν. Τὸ αὐτὸ γίνεται καὶ διὰ τὰ προσωρινὰ δάνεια.
§199ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν μὲ ἐνοήσατε.
§200ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξηγηθῆτε καλλίτερα.
§201ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπειδὴ μοὶ τὸ συγχωρεῖτε θὰ εἴπω δύω λέξεις. Εἰς ποῖον προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους ἀπηντήθη ποτὲ σημείωσις τῶν χρεωλυτικῶν δανείων; Εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ Κεφάλαιον «ἐσωτερικὰ χρέη» καταγράφονται τὰ χρεωλυτικὰ δάνεια καθὼς καὶ τὰ προσωρινὰ, διότι κανονίζεται ἡ ὑπηρεσία αὐτῶν ἐντὸς τῆς χρήσεως. Δὲν βλέπω λοιπὸν, ὅτι τὰ χρεωλυτικὰ δάνεια ἐν τῷ προϋπολογισμῷ κατέχουν ἐξαιρετικήν τινα θέσιν καὶ οὐχὶ τὴν θέσιν, ἣν κατέχουν καὶ τὰ προσωρινά· ὅπως δὲ διὰ τὰ χρεωλυτικὰ δάνεια τίθεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἐν τῷ Κεφ. «ἐσωτερικὰ χρέη» ἓν ποσὸν ἵνα χρησιμεύσῃ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν, οὕτω τίθεται καὶ διὰ τὰ προσωρινὰ δάνεια ἐν τῷ Κεφαλαίῳ τῶν ἐσωτερικῶν χρεῶν ἓν ποσὸν, τὸ ὁποῖον νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν· καὶ ἐντούτοις ὡς πρὸς τὰ πρῶτα ἐξεδώκατε νόμον, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι χορηγεῖται πίστωσις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐγγραφῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ 1874 δρ. 8,583,000, ὥστε δὲν ἐννοῶ διὰ τί δὲν δύναται νὰ ἐκδοθῇ νόμος περὶ πιστώσεως ὁ ὁποῖος νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ καθῆκον νὰ ἐγγράψῃ εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1874 ποσὸν πιστώσεως 8,100,000 δραχ. διὰ τὴν διαταχθεῖσαν πληρωμὴν προσωρινῶν δανείων. Τὸ πρῶτον ἔπραξεν, ὑποθέτω, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἡ πληρωμὴ ἐγένετο κατὰ διαταγὴν αὐτῆς ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1871, καὶ ἐχορηγήθη ἐντὸς τῆς αὐτῆς χρήσεως ἔκτακτος πόρος διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτήν· ἑπομένως ἔπρεπε νὰ ἐπιβαρυνθῇ ἡ χρῆσις τοῦ 74 καὶ διὰ τοῦ πόρου καὶ διὰ τῆς πληρωμῆς. Τὸ αὐτὸ πρέπει νὰ εἴπωμεν καὶ διὰ τὸ ἕτερον κονδύλιον τῶν 8,100,000 πρὸς ἐξόφλησιν τῶν δανείων τῶν προσωρινῶν, διότι καὶ αὐτὰ πληρώνονται ἐντὸς τοῦ 1874, καὶ αὐτὰ πληρώνονται δυνάμει νόμου, καὶ δι’ αὐτὰ ἐχορήγησεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔκτακτον πόρον, ἐξ οὗ ῥητῶς διέταξε νὰ γείνῃ τῶν ὀφειλομένων προσωρινῶν δανείων ἡ ἐξόφλησις. Ὥστε δὲν ἐννοῶ διὰ ποῖον λόγον δὲν θέλετε νὰ συμπεριλάβετε διὰ πιστώσεως καὶ τὰ δάνεια τὰ προσωρινά. Τοῦτο δὲ τὸ ὁποῖον λέγω εἶναι σύμφωνον καὶ πρὸς τὸ λογιστικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ πράξει ἀκολουθοῦμεν.
§202ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον σημειοῦμεν εἰς τὸν ἐτήσιον προϋπολογισμὸν διὰ προσωρινὰ δάνεια, περιλαμβάνει μόνον τοὺς τόκους τῶν δανείων, τὸ δὲ ποσὸν τὸ σημειούμενον διὰ τὰ χρεωλυτικὰ δάνεια περιλαμβάνει οὐ μόνον τοὺς τόκους, ἀλλὰ καὶ τὸ χρεωλύσιον. Ἑπομένως δὲν εἶναι ἀκριβές, ὅ,τι γίνεται διὰ τὰ προσωρινὰ δάνεια τὸ αὐτὸ νὰ γίνεται καὶ διὰ τὰ χρεωλυτικά· ὑπάρχει μεγάλη διαφορά. Εἰς τὰ προσωρινὰ σημειοῦται μόνον ὁ τόκος, εἰς τὰ χρεωλυτικὰ σημειοῦται ὁ τόκος καὶ τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον ἀποσβέννυται· ἑπομένως, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, ἀντὶ νὰ δίδῃ ἐτησίως 1% ἢ ἥμισυ πρὸς ἀπόσβεσιν τοῦ κεφαλαίου τοῦ χρεωλυτικοῦ δανείου, εὑρεθῇ εἰς θέσιν νὰ πληρώσῃ διὰ μιᾶς ὁλόκληρον τὸ κεφάλαιον, δὲν δύναται παρὰ νὰ τὸ ἐγγράψῃ ὁλόκληρον. Αὐτό, κύριε Δεληγεώργη, εἶναι ἡ τάξις ἡ λογιστική, ἥτις πάντοτε φυλάττεται, οὐδὲ δύναται νὰ γείνῃ ἄλλως· διότι τὰ χρεωλυτικὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα εἰσπράττει τὸ δημόσιον, ἐπειδὴ πρόκειται ν’ ἀποδοθῶσι βαθμηδόν, τὰ παραλαμβάνει ἡ χρῆσις ἐκείνη ἐντὸς τῆς ὁποίας ἐπραγματοποιήθησαν καὶ τὰ ἐγγράφει μεταξὺ τῶν ἐσόδων ὡς ἔκτακτα ἔσοδα. Κατὰ τὸ 1871 θελήσας νὰ ἐξαργυρώσω 700 ὁμολογίας τοῦ ἐθνικοῦ δανείου τῶν 6 ἑκατομμυρίων, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκοντο εἰς τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων, ἐζήτησα πίστωσιν διὰ τὴν δαπάνην, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἐξαργύρωσιν, καὶ δὲν ἠδυνάμην νὰ πράξω ἄλλως. Τὰ προσωρινὰ λοιπὸν δάνεια, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, δὲν ἐγγράφονται ποτὲ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἰς τὸ παθητικόν, ὅπως εἰς αὐτὸ ἐγγράφονται καὶ τὰ χρηματικὰ γραμμάτια, τὰ κεφάλαια τῆς ὁδοποιΐας καὶ ἄλλα ποσά. Ἐὰν π. χ. δανεισθῇ τὸ Κράτος ἀπὸ ἕνα τραπεζίτην ἓν ἑκατομμύριον, τὸ ἐγγράφει εἰς τὸ παθητικὸν καὶ ὄχι εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ὅτε δὲ θὰ τὸ ἀποδώσῃ, τὸ ἀποδίδει ἄνευ πιστώσεως· αὐτὴν τὴν τάξιν ἠκολουθήσαμεν πάντοτε. Καὶ ἂν εἶχα ἐνταῦθα, θὰ σᾶς ἐπεδείκνυον τὴν γενικὴν κατάστασιν τῶν προσωρινῶν δανείων, ἐξ ἧς ἠθέλατε ἰδεῖ ὅτι ὅσα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀπέδωκε μέχρι τοῦδε εἰς προσωρινὰ δάνεια, οὐδέποτε περιελήφθησαν εἰς τοὺς προϋπολογισμούς.
§203ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ὡμίλησα περὶ παντὸς προσωρινοῦ δανείου. Ὅσον ὀλίγον καὶ ἂν γνωρίζῃ τις τὰ λογιστικά, δὲν δύνασθε νὰ τῷ ἀρνηθῆτε ὅτι γνωρίζει ὅτι τὰ προσωρινὰ δάνεια δὲν ἐγγράφονται εἰς τὸν προϋπολογισμόν· περὶ ἄλλου ὅμως ὡμίλησα ἐγὼ καὶ περὶ ἄλλου ὑμεῖς. Ὁμιλῶ μόνον περὶ τοῦ προκειμένου προσωρινοῦ δανείου, διὰ τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη νόμος διατάττων ῥητῶς νὰ πληρωθῇ ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 74, καὶ διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ὁποίου ἐχορήγησε τὸ ἀπαιτούμενον χρηματικὸν ποσόν· αὐτὰ διὰ τί τὰ παρασιωπᾶτε;
§204ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς πληροφορῶ ὅτι ἐπληρώθη.
§205ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅταν ἐξελέγχῃ τις ἕνα προϋπολογισμὸν, πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του καὶ τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς;
§206ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε πρέπει νὰ συζητήσητε καὶ τὴν ληψοδοσίαν τοῦ Κράτους. Ἐγὼ ὑποστηρίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἐξέτασις διὰ κἀνὲν τῶν προσωρινῶν δανείων.
§207ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖον ἔλλειμμα φέρει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 71, 72 καὶ 73;
§208ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας. Τὸ 71 νομίζω, ὅτι ἔχει περίσσευμα.
§209ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ 72;
§210ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ 72 μικρὸν ἔλλειμμα.
§211ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ 1873;
§212ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. 1,500,000.
§213ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε τὴν σημείωσιν;
§214ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὴν ἔχω πρόχειρον· μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ ὑποβάλω τὸν προϋπολογισμὸν καὶ θὰ σᾶς φωτίσω.
§215ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω εἰς τὸν κύριον Παπαμιχαλόπουλον ποῖα εἶναι τὰ ἐλλείμματα τῶν ἐτῶν 1871, 1872 καὶ 1873. Κάμνω λοιπὸν τὴν παρατήρησιν ὅτι κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν ἡ χρῆσις τοῦ 1871 ἄφησεν ἔλλειμμα 596,297. Ἀφαιρεθέντων δὲ ἀπὸ τὰ ἔσοδα ἐκ δραχμῶν 41,596,201 τῶν ἐκτάκτων πόρων ἐκ δραχμῶν 1,476,642 καὶ τῶν δανείων ἐκ δραχμῶν 6,322,259, ἀπὸ δὲ τὰ ἔξοδα τῶν ἀσχέτων πρὸς τὰς τακτικὰς δαπάνας πληρωμῶν ἐκ δραχμῶν 7,091,283, τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1871 εἶναι 1,303,915. Τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1872, καὶ ὁμιλῶ περὶ ἀπολογισμοῦ δὲν ὁμιλῶ περὶ προϋπολογισμοῦ· «Ἀπολογισμὸς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἔτος 1871».
§216ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίαν χρονολογίαν φέρει;
§217ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἔχει χρονολογίαν, τὸ 1874 θὰ ᾖναι.
§218ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συμπεριλαμβάνονται αἱ πιστώσεις;
§219ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πῶς εἶναι δυνατόν; Τότε δι’ ὅλας τὰς χρήσεις ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε αὐτό· ἀλλὰ δι’ ἑκάστην χρῆσιν δίδεται ἓν τέρμα· ἐὰν δὲ ὑπάρχῃ ὑποψία ὅτι προσετέθησαν πιστώσεις, τοῦτο συμβαίνει διότι πρέπει νὰ τεθῇ ἓν τέρμα. Λοιπὸν εἰς τὰ 1872 ἔχομεν περίσσευμα 70,357, εἰς δὲ τὸ 1873, καὶ τὸ λέγω ἐνώπιον τοῦ ὑπουργοῦ, ὁ δὲ ὑπουργὸς εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ τοῦτο, ἔχομεν ἔλλειμμα 1,200,000· ἀλλὰ σᾶς προσθέτω τοῦτο ὅτι ὁ τοῦ 1874 προϋπολογισμὸς ἐστηρίζετο ἐπὶ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἐσωτερικοῦ χρέους διὰ τῆς παραδοχῆς τῆς συστάσεως τῶν Τραπεζῶν, αἵτινες ἔδιδον ἓν ἄλλο τόσον ἀκριβῶς ποσόν· ὥστε ἐὰν ἐγένετο δεκτὴ ἡ σύστασις τῶν Τραπεζῶν, ἀκριβῶς τόσον ποσὸν ἠθέλαμεν λάβει, 1,200,000 δραχμάς.
§220ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ νόμος τῶν ἐσόδων ἠμπορεῖ νὰ τελειώσῃ.
§222ΠΟΛΛΟΙ. Κύριε πρόεδρε, παρῆλθεν ἡ ὥρα.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 7 παρὰ 20/60 Μ. Μ.