Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period Ζ · Session Α› Sitting 47

1875.11.21

2,223 rows · 18,203 words · 155 turns

Date
1875.11.21
Presidency
Θ. Α. ΖΑΪΜΗ
Period
Ζ
Session
Α
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, VOLUME Β (1876)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 47

Τῆς 21 Νοεμβρίου 1875.

(Τρίτη).

Ὥρα 2 μ. μ.

Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, καὶ τῆς Βουλῆς εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν κατέθηκε τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς περὶ συντάξεως τῶν δημολογιστῶν. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§2ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὑποβάλλω μίαν πρότασιν, κύριοι, νόμου διὰ τοῦ ὁποίου τροποποιεῖται τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ΧΠΑʹ. νόμου περὶ τῶν ἐν Γαλλίᾳ συσταινομένων ἀνωνύμων ἑταιριῶν. Κατὰ τὸ 1861 ἐξεδόθη ὁ νόμος ΧΠΑʹ. κατ’ ἀμοιβαιότητα μὲ τὴν Γαλλικὴν κυβέρνησιν, διὰ τοῦ ὁποίου νόμου ἀπεφασίσθη ὅτι αἱ ἐν Γαλλίᾳ συσταινόμεναι ἀδείᾳ τῆς Κυβερνήσεως ἀνώνυμοι ἑταιρίαι, εἴτε ἐμπορικαὶ εἴτε βιομηχανικαί, χαίρουσιν ὅλα τὰ δικαιώματα ἐν Ἑλλάδι, ὡς καὶ τὸ νὰ παρίστανται ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων συμφώνως μὲ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ὁ νόμος ἐκεῖνος ὥρισεν οὕτω, διότι καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἑλλάδι κατὰ τὸ 1881 πρὸς σύστασιν ἀνωνύμων ἑταιριῶν ἀπῃτεῖτο ἄδεια Κυβερνήσεως· ἀλλὰ κατὰ τὸ 1867 ὁ νόμος περὶ ἑταιριῶν ἐν Γαλλίᾳ ἐτροποποιήθη, καὶ ἑπομένως δὲν ἀπαιτεῖται κυβερνητικὴ ἄδεια, ἀλλ’ ἡ ἐκτέλεσις ὡρισμένων τινῶν διατυπώσεων· ὥστε αἱ μὲν Ἑλληνικαὶ ἑταιρίαι χαίρουσιν ἐν Γαλλίᾳ ἅπαντα τὰ ἀνωτέρω δικαιώματα, ἐνῷ ἐν Ἑλλάδι αἱ Γαλλικαὶ ἑταιρίαι δὲν δύνανται νὰ χαίρωσι τὰ δικαιώματα αὐτὰ, διότι κατὰ τὸν ἡμέτερον νόμον ἀπαιτεῖται νὰ συνοδεύωνται μὲ ἄδειαν κυβερνητικήν. Ἑπομένως συμφώνως μὲ τὸν γαλλικὸν νόμον τοῦ 1867, ὑποβάλλω πρότασιν περὶ τροποποιήσεως τοῦ ΧΠΑʹ. νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν χαίρουσι τὰ κατὰ τὸν νόμον τοῦτον δικαιώματα αἱ ἀνωνύμως συσταθεῖσαι ἐν Γαλλίᾳ ἑταιρίαι.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν βʹ. συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ δημοσίων λειτουργῶν, ὅσοι κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ Συντάγματος ἤθελον ἐνεργήσει εἰσπράξεις δημοσίων ἐσόδων, ἢ πληρωμὴν δημοσίων ἐξόδων. (Ἀναγνωσθὲν δὲ τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον δι’ εἰδικῆς ἐπὶ ἑκάστου ψηφοφορίας). (Ἐπίσης ἀναγνωσθέντα ἐγένοντο δεκτὰ εἰς δευτέραν συζήτησιν τὰ νομοσχέδια, ά) περὶ τροποποιήσεως ταμείων τινῶν, βʹ) περὶ τροποποιήσεως ἐφοριῶν τινων, καὶ γʹ) περὶ προσθήκης τελωνιακῶν ὑπαλλήλων, ψηφισθέντα κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑνὸς ἑκάστου ψηφοφορίας). Μεταβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.

§4ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγώ.

§5Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ ὤφειλον νὰ προβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀντίῤῥησιν κατὰ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1874, ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ προηγηθῶ παντὸς ἄλλου, διὰ νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις, αἵτινες ὑπηγόρευσαν εἰς ἐμὲ τὴν γνώμην ταύτην· οὕτως, ἂν ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀνεύρει ὀρθόν τι ἐν τῇ γνώμῃ μου, θέλει ἀπόσχει πάσης ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου συζητήσεως, δὲν θέλει ἐπιδοθῆ εἰς ματαίαν ἐργασίαν, καὶ θέλει οἰκονομηθῆ χρόνος, ὅστις μάτην ἴσως ἔμελλε νὰ καταδαπανηθῇ. Ἡ βάσανος καὶ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἥτις ὑποτίθεται, ὅτι πρέπει νὰ γίνεται πάντοτε πρὸ τοῦ ἔτους, ἥτις ὅμως καὶ κατὰ τὴν ῥητὴν ἔννοιαν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος πρέπει νὰ γίνεται πάντοτε πρὸ τοῦ ἔτους, ἔχει σκοποὺς δύω· σκοπὸν πρῶτον φαινομενικὸν, ἵνα μεταχειρισθῶ ἔκφρασιν κοινὴν ἀπό τινος γενομένην, νὰ προσδιορίσῃ κατὰ μέγιστον ὅρον τὸ ποσὸν τῶν δαπανῶν, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην τὸ Κράτος διὰ νὰ κυβερνηθῇ καὶ διοικηθῇ· ὁ προσδιορισμὸς τοῦ μεγίστου ὅρου τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους, γινόμενος ἀπὸ τὴν Βουλὴν τῶν ἀντιπροσώπων, ἐπάγει ἀληθῶς ἀποτελέσματα, διότι πείθει ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἀντιπροσωπεύει ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων, ὅτι αἱ δαπάναι αὗται εἶναι ἀναποφεύκτως ἀναγκαῖαι καὶ θέλουσι γείνει πρὸς γενικὸν καὶ ὠφέλιμον σκοπὸν τοῦ Κράτους. Ἐπάγει καὶ ἄλλο ἀποτέλεσμα, ὅτι πείθει αὐτοὺς, ὅτι πρέπει νὰ συνεισφέρωσι τοὺς φόρους, ἑπομένως εὐκολύνει κατὰ μέγα μέρος τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ φαινομενικοῦ τούτου σκοποῦ, ἔχει ἄλλον τινὰ γενικώτερον σκοπόν· οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους μετέχουσιν ἀμέσως τῆς Κυβερνήσεως τῶν κοινῶν. Οἱ κυβερνῶντες διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκθέτουσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχουσι, περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον νομίζουν ὅτι πρέπει νὰ κυβερνηθῇ τὸ Κράτος· ἂν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν γνώμην τῶν κυβερνώντων καὶ δώσῃ εἰς αὐτοὺς τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα οὗτοι διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐζήτησαν, ὁ μὲν τόπος λαμβάνει ἄμεσον μέρος εἰς τὴν κυβέρνησιν, οἱ δ’ ὑπουργοὶ ἐξακολουθοῦσι νὰ κυβερνῶσιν· ἂν ὅμως ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων δὲν παραδεχθῇ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν οἱ κυβερνῶντες ἢ οἱ ἀναλαβόντες νὰ κυβερνήσωσιν ἔχουσι περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον νομίζουσιν ὅτι πρέπει νὰ κυβερνήσωσι τὸ Κράτος, ἢ ἂν τροποποιήσῃ ἐν μέρει τὴν γνώμην αὐτῶν, μένει πλήρης ἐλευθερία εἰς τοὺς κυβερνῶντας εἴτε νὰ ἐξακολουθήσωσι νὰ κυβερνῶσιν ὑποτασσόμενοι εἰς τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, εἴτε, ἂν δὲν πείθωνται εἰς τὴν γνώμην τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους νὰ παραιτήσωσι τὴν κυβέρνησιν εἰς χεῖρας ἄλλων. Ἡ ἐπίδρασις αὕτη, τὴν ὁποίαν οἱ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀντιπροσωπευόμενοι ἐξασκοῦσιν ἐπὶ τῆς κυβερνήσεως τῶν κοινῶν, εἶναι ἡ μεγαλειτέρα μετοχὴ, τὴν ὁποίαν πανταχοῦ τὰ πολιτικὰ συντάγματα ἔδωκαν εἰς τοὺς λαούς. Πολλαὶ ἐγένοντο ἔριδες καὶ συζητήσεις ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις περὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν πλειονοψηφιῶν καὶ μειονοψηφιῶν· εἰς τὰ κράτη ὅμως ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουσιν ἀκόμη κόμματα διακεκριμένα ἀπ’ ἀλλήλων ὑπὸ ἀρχῶν ἐγνωσμένων ἢ φρονημάτων διακεκριμένων, αἱ διενέξεις αὗται περὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν μειονοψηφιῶν καὶ τῶν πλειονοψηφιῶν ἴσως δύνανται νὰ ὑποληφθῶσιν ὅτι ἔχουσι κἄτι τι Βυζαντινὸν, ἵνα μὴ εἴπω, κἄτι τι ἰδιοτελές. Ἀλλ’ αἱ διατάξεις περὶ τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ περὶ τῆς κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ βασάνου τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας οἱ κυβερνῶντες ἐκτιθέασιν εἰς τὴν Βουλὴν τῶν ἀντιπροσώπων περὶ τοῦ τρόπου διὰ τοῦ ὁποίου νομίζουσιν ὅτι πρέπει νὰ κυβερνηθῇ τὸ Κράτος, αἱ διατάξεις καὶ αἱ συζητήσεις αὗται καλοῦσιν εἰς μετοχὴν τῶν κοινῶν ἄμεσον καὶ καταληπτὴν ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων ἀντιπροσωπεύει. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ βάσανος τοῦ προϋπολογισμοῦ περιέχει ἐν ἑαυτῇ τὴν πρακτικωτέραν καὶ τὴν εἰλικρινεστέραν μετοχὴν τοῦ λαοῦ εἰς τὴν κυβέρνησιν τοῦ λαοῦ. Συζητοῦντες ὅμως σήμερον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874 ἐν μηνὶ Νοεμβρίῳ τοῦ ἐπιόντος ἔτους, οὐδέτερον τῶν σκοπῶν τούτων ἐπιζητοῦμεν· οὐδὲ δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν ἂν ᾖναι ὀρθαὶ καὶ συμφέρουσαι αἱ περὶ τοῦ τρόπου τοῦ κυβερνᾷν γνῶμαι ἐκείνων, οἵτινες μᾶς παρουσιάζουσι τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874, διότι οὗτοι ἐκυβέρνησαν χωρὶς νὰ μᾶς ἐρωτήσωσιν· οὐδὲ δυνάμεθα νὰ προσδιορίσωμεν τὸν μέγιστον ὅρον τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἐγκρίνομεν, διότι αἱ δαπάναι ἐγένοντο· οὐδὲ τέλος οἱ κυβερνῶντες ἔχουσι τὴν εὐκολίαν νὰ ὑποταχθῶσιν ἢ μὴ εἰς τὰς περὶ τῆς κυβερνήσεως γνώμας τῆς Βουλῆς, καὶ μὴ ὑποτασσόμενοι νὰ παραιτηθῶσι, διότι ταῦτα πάντα ἀνάγονται εἰς τὸ 1874, ἡμεῖς δὲ ἀφικόμεθα νῦν εἰς τὸ τέλος τοῦ 1875. Εἶναι τῳόντι πρωτότυπος ἀνωμαλία, εἰς τὴν ὁποίαν περιήλθομεν! Καὶ ἡ ἀνωμαλία αὕτη εἶναι κληροδότημα τοῦ 1874, τοῦ ἔτους ἐκείνου τὸ ὁποῖον εὔχομαι νὰ μὴν ἀναφανῇ πλέον εἰς τὸν βίον τῆς Ἑλλάδος. Κατέλιπεν ἀνωμαλίας πολιτικὰς, ἀπὸ τὰς ὁποίας εὐτυχῶς ἐξήλθομεν, κατά τινας μὲν διὰ πολιτικῆς μεταβολῆς, κατά τινας δὲ διὰ δριμυτέρου ἢ αὐστηροτέρου χαρακτηρισμοῦ τῶν γεγονότων. Κατέλιπεν εἰς ἡμᾶς καὶ ἀνωμαλίας νομοθετικὰς, αἱ ὁποῖαι καὶ αὗται μοὶ φαίνεται ὅτι εἶχον χαρακτῆρα πρωτότυπον, οὐδὲ ἀπηντήθησαν εἰς τὴν ἱστορίαν ἄλλου τινὸς ἔθνους· καὶ εὐτυχῶς ἐξήλθομεν καὶ ἀπὸ τὰς νομοθετικὰς ταύτας ἀνωμαλίας, διὰ τοῦ νόμου, ὃν ἐψηφίσατο ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων καὶ ἐκύρωσεν ὁ Βασιλεὺς, περὶ ἀκυρώσεως τῶν ψευδῶν νόμων. Μᾶς κατέλιπεν ὅμως καὶ τὴν οἰκονομικὴν ταύτην ἀνωμαλίαν, ἡ ὁποία μᾶς ἀναγκάζει κατὰ τὸν Νοέμβριο τοῦ 1875 νὰ συζητῶμεν περὶ τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ γείνωσι κατὰ τὸ 1874. Ἤθελεν ἴσως μὲ ἐρωτήσει τις, τί λοιπὸν γνωμοδοτεῖς ἐπὶ αὐτῆς τῆς ἀνωμαλίας; Νομίζω, ὅτι ὀφείλω νὰ ὁμιλήσω εἰλικρινῶς πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ παρακαλῶ αὐτὴν νὰ μοῦ φεισθῇ, οὐδὲ νὰ δώσῃ ἄλλην ἑρμηνείαν εἰς τὰς λέξεις καὶ εἰς τὰς φράσεις τῶν ὁποίων θέλω κάμει χρῆσιν, εἰμὴ ἐκείνην τὴν ὁποίαν αἱ λέξεις καὶ αἱ φράσεις αὗται ἔχουσιν. Ἤθελον δώσει πᾶσαν ἄλλην γνώμην εἰς τὴν Βουλὴν, οὐχὶ δὲ νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ τὴν βάσανον τῶν κατὰ μέρος διατάξεων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874. Ἤθελον δώσει πᾶσαν ἄλλην γνώμην, διότι νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις καὶ ἡ βάσανος τῶν κατὰ μέρος διατάξεων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874 εἶναι ἄσκοπος καὶ ἀνωφελὴς ἀπώλεια χρόνου, κατὰ δὲ σύνοδον, ὁποία ἡ παροῦσα, καθ’ ἣν τὸ Κοινοβούλιον κατεκλύσθη ὑπὸ ποικίλων ἔργων παντοδαπῶν, πανταχόθεν ἐρχομένων, ἡ ἀπώλεια τοῦ χρόνου εἶναι ἀπώλεια πολυτίμου κεφαλαίου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἀπωλείας ταύτης τοῦ χρόνου, εὑρίσκω καὶ ἐπιζημίαν τὴν συζήτησιν καὶ ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ συζήτησις αὕτη νὰ ἐλαττώσῃ ἢ νὰ χαλαρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις τῶν κυβερνησάντων ἄνευ προϋπολογισμοῦ. Δὲν κάμνω μνείαν περὶ ἄλλης τινὸς ζημίας ἠθικῆς, ἡ ὁποία ἐνδέχεται νὰ ἐπέλθῃ· εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους ἀντιπροσωπεύομεν, ἀκούοντες ὅτι συζητοῦμεν κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1875 τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874 νὰ ὑπολάβωσιν ὅτι ἐν τῇ ἐργασίᾳ μας ταύτῃ ὑπάρχει καί τις εἰρωνεία τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνέθεντο εἰς ἡμᾶς. Εἶπον ὅτι ἡ συζήτησις καὶ ἡ βάσανος τῶν κατὰ μέρος διατάξεων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874 δύναται νὰ ἀπολήξῃ εἰς χαλάρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας οἱ κυβερνῶντες ἄνευ προϋπολογισμοῦ ἔχουσι, καὶ ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω τὴν ἔννοιαν ταύτην. Οὐδὲ πρέπει, οὐδὲ δύναται νὰ κυβερνᾶται χώρα τις, συνταγματικῶς πολιτευομένη, ἄνευ προϋπολογισμοῦ. Εἶναί τι ἔκτακτον καὶ σπάνιον φαινόμενον· ἀλλὰ καὶ ἂν συμβῇ νὰ κυβερνᾶται χώρα τις, συνταγματικῶς πολιτευομένη, ἄνευ προϋπολογισμοῦ, οἱ κυβερνῶντες δὲν εἶναι ἐλεύθεροι οὔτε νὰ δαπανῶσιν ὅπως θέλουσιν, οὔτε νὰ κυβερνῶσιν ὅπως θέλουσι· φέρουσι πάντοτε τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν οἱ καθεστῶτες νόμοι τῆς Ἐπικρατείας ἐπιβάλλουσιν εἰς αὐτούς. Ἡ ὑποχρέωσις τῆς τηρήσεως τῶν νόμων ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων δύναται νὰ εἰδικευθῇ εἰς δύο ἰδίως καθήκοντα. Ἂν μὲν πρόκειται περὶ δαπανῶν τακτικῶν, τὰς ὁποίας νόμοι προγενέστεροι ἐκανόνισαν, ὀφείλουσιν οἱ κυβερνῶντες ἄνευ προϋπολογισμοῦ νὰ μὴ ὑπερβῶσι τὸν μέγιστον ὅρον τῶν δαπανῶν, τὸν ὁποῖον οἱ νόμοι οἱ κανονίσαντες τὰς δαπάνας ταύτας προσδιώρισαν· ἂν δὲ πρόκειται περὶ δαπανῶν παροδικῶν ἐκτάκτων, καὶ διαβατικῶν, τὰς ὁποίας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κανονίσωσιν οἱ νόμοι, ὀφείλουσιν οἱ κυβερνῶντες ἄνευ προϋπολογισμοῦ νὰ περιορισθῶσιν ἐντὸς τοῦ ὅρου τοῦ μεγίστου, τὸν ὁποῖον οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν παρελθόντων ἐτῶν προσδιώρισαν. Ὥστε καὶ ἂν ἤθελε προταθῇ ὅτι τὸ ἔτος 1874 ἤθελε μείνει χωρὶς ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων νὰ ψηφίσῃ προϋπολογισμὸν καὶ νὰ ἐξετάσῃ αὐτὸν, νομίζω ὅτι μένει ἀκεραία καὶ πλήρης ἡ ὑποχρέωσις τῶν κυβερνησάντων κατὰ τὸ 1874 νὰ φανῶσιν, ὅτι ἐτήρησαν τὰς δύο ταύτας ὑποχρεώσεις, τὰ δύο ταῦτα καθήκοντα. Ἤθελεν ὅμως μοὶ κάμει τις ἴσως τὴν ἑξῆς παρατήρησιν· καὶ νομίζεις, ἤθελε μοὶ εἴπει ἴσως, ὅτι, ἀφινομένου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874 καὶ παρερχομένης τῆς Βουλῆς τὴν συζήτησιν καὶ βάσανον αὐτοῦ, μενούσης δὲ τῆς ὑποχρεώσεως τῶν κυβερνησάντων κατὰ τὸ 1874 νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς διαγωγῆς των κατὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1874, νομίζεις ὅτι ἡ πολιτεία ἔχει ἀρκούσας ἐγγυήσεις, ὅτι δὲν θέλουσι παραγνωρισθῆ τὰ δικαιώματά της, ὅτι δὲν θέλουσι παραβλαφθῆ τὰ συμφέροντά της; Ἡ ἀντίῤῥησις μοὶ φαίνεται σπουδαία· φαίνεται δ’ εἰς ἐμὲ σπουδαιοτέρα, διότι ἔχω πλήρη συνείδησιν ἐλλείψεως μεγάλης, ἡ ὁποία τελεῖται ἐν τῇ Ἑλληνικῇ πολιτείᾳ. Δὲν δύναμαι εἰδικῶς νὰ προσδιορίσω εἰς τὴν ἀνακοίνωσίν μου ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν μέχρι ποίου ἔτους ἔφθασαν αἱ ἐργασίαι αἱ βουλευτικαὶ περὶ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἀπολογισμῶν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μετὰ τοῦ ὁποίου μὲ συνδέει προσωπικὴ φιλία καὶ πρὸς τὸν ὁποῖον ἔχω πλήρη ὑπόληψιν, ἴσως θέλει εἶσθαι εἰς καλλιτέραν θέσιν νὰ σᾶς πληροφορήσῃ ἂν ἐξητάσθη ποτὲ ὑπὸ τῆς Βουλῆς τῶν ἀντιπροσώπων ἀπολογισμὸς τοῦ Κράτους, καὶ μέχρι τίνος ἔφθασαν αἱ ἐργασίαι αὗται τῆς Βουλῆς.

§6ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μέχρι τοῦ 1859.

§7ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐνδέχεται αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔχω νὰ μὴν ᾖναι ἀκριβεῖς· ἐνθυμοῦμαι ὅμως ὅτι πρὸ πέντε ἐτῶν, ὅτε εἶχον ἀναλάβει τὴν διοίκησιν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εὗρον τὴν ἐργασίαν ταύτην ἐντελῶς ὀπισθοκεχωρηκυῖαν. Ἐνθυμοῦμαι, ἐνδέχεται ὅμως ἡ ἐνθύμησίς μου αὕτη νὰ μὴν ᾖναι ἀκριβὴς, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὑπεβλήθησαν ἀληθῶς εἰς τὴν Βουλὴν οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν μέχρι τοῦ 1859 ἐτῶν, ἀλλ’ ἀμφιβάλλω ἂν ἡ Βουλὴ ἐξήλεγξε καὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ὑπεβλήθησαν εἰς αὐτήν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ, κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων ἐξήλεγξεν ἤδη τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν, ἀπὸ τοῦ 1843 ἕως τοῦ 1859, μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ καθυστέρησις τῶν ἀπολογισμῶν τῶν ἔκτοτε παρελθόντων δέκα καὶ ἕξ ἐτῶν, ἡ ὀπισθοχώρησις τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἀπολογισμῶν ἐπὶ 19 ἔτη, ἀπὸ τοῦ 1859 μέχρι τοῦ 1875, δὲν μᾶς δίδει ποσῶς ἀφορμὴν νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θέλομεν δυνηθῆ κατὰ τὰς ἡμέρας μας νὰ ἐξελέγξωμεν τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1874, διὰ νὰ καταστείλωμεν πᾶν ὅ,τι πλημμελὲς ἔχει ἡ διαχείρισις τοῦ ἔτους ἐκείνου, διὰ νὰ ἱκανοποιήσωμεν πᾶσαν ζημίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τῆς διαχειρίσεως ἐκείνης. Μνημονεύσας τῶν ἀπολογισμῶν δὲν ἠννόουν νὰ ἐπικρίνω οὐδένα τῶν ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ζητήσῃ ἐξήγησιν ἄλλην τοῦ λόγου μου, παρὰ αὐτὴν τὴν ὁποίαν φαίνεται ὅτι εἶχον νὰ δώσω. Ἂν λοιπὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι δυνάμεθα διὰ τῆς ἐξελέγξεως τοῦ ἀπολογισμοῦ νὰ ἀνεύρωμεν τὰς πλημμελείας τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1874, καὶ νὰ ζητήσωμεν τὴν ἱκανοποίησιν πάσης ζημίας, ἡ ὁποία ἐκ τῆς διαχειρίσεως ἐκείνης ἐπῆλθεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, κατ’ ἀνάγκην ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐξεύρῃ ἓν ἔκτακτον εἰδικὸν μέτρον, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ὑποχρέωσιν τὴν ὁποίαν ἔχει, ἀφ’ οὗ δὲν συζητεῖ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874, διότι δὲν ὑπάρχει πλέον σκοπὸς εἰς τὴν ἐργασίαν της περὶ τὴν συζήτησιν καὶ τὴν βάσανον αὐτοῦ. Τί πρέπει νὰ πράξωμεν; Δύω εὑρίσκω διεξόδους, τὰς ὁποίας δὲν διστάζω νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν· ἀφίνω δὲ αὐτὴν νὰ ἐκλέξῃ θατέραν τούτων. Πρὶν ἀναγγείλω τὰς διεξόδους ταύτας, αἱ ὁποῖαι προχείρως μοὶ παρουσιάζονται, ὀφείλω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν εἰς τὴν Βουλήν. Αἱ πολιτικαὶ καὶ νομοθετικαὶ ἀνωμαλίαι, τὰς ὁποίας μᾶς ἐγκατέλειπε τὸ ἔτος 1874, ἦσαν ἀληθῶς μεγάλαι, μέγισται· ἠπείλησαν τὰ συμφέροντα καὶ τὴν καθεστῶσαν τάξιν τῆς πολιτείας· ἦσαν τοιαῦται, ὥστε δικαίως δύναταί τις νὰ εὐχηθῇ ἵνα οὐδεὶς τῶν πολιτευομένων περιέλθῃ ποτὲ εἰς τοσοῦτον τόλμης, ὥστε νὰ καταλίπῃ τοιαύτην ἀνωμαλίαν μεθ’ ἑαυτὸν εἰς τὴν πολιτείαν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἧττον σοβαραὶ αἱ οἰκονομικαὶ ἀνωμαλίαι. Ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους, καὶ δὲν λέγω τοῦτο ἵνα ἐλαττώσω τὴν πεποίθησιν, ἢ τὴν ἐμπιστοσύνην ὑμῶν ἐπὶ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους δὲν μοὶ φαίνεται ποσῶς εὐάρεστος. Ἂν ἡ καλὴ ἢ ἡ κακὴ διοίκησις ἐπηρεάζῃ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν ἑνὸς Κράτους, ὑποθέτω ὅτι τὴν ἐπηρεάζει καὶ ἡ καλὴ ἢ κακὴ πολιτικὴ κατάστασις αὐτοῦ, καὶ αἱ πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι, τὰς ὁποίας πρὸ μικροῦ εἴχομεν. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν ἀριθμοὺς ὡρισμένους· ὑποθέτω ὅτι ὁ ἔντιμος φίλος μου, ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θέλει δυνηθῆ νὰ δώσῃ τοὺς ἀριθμοὺς τούτους· ἀλλ’ ἂν δὲν ἀπατῶμαι, νομίζω ὅτι ἀπὸ δεκαετίας ἤδη ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους χειροτερεύει καθ’ ἑκάστην, διὰ τῆς ἀναδοχῆς ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος ἀναγκάζεται νὰ συνομολογῇ. Καὶ ὅταν εἶπον ἀπὸ δεκαετίας, δὲν θέλω ὑποληφθῇ, ὅτι ἔχω πλάγιον σκοπὸν, οὔτε κατὰ τῶν νῦν κυβερνώντων, οὔτε κατὰ τῶν διαδόχων αὐτῶν, οὐδὲ κατ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι προηγήθησαν. Τὸ μεγαλείτερον προτέρημα τῶν προϋπολογισμῶν εἶναι ἡ ἰσοῤῥοπία τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα, διότι τὸ προτέρημα τοῦτο περιβάλλει μὲ ὑποχρεώσεις μόνους τοὺς ἀπολαμβάνοντας τὰ καλὰ τῆς διοικήσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι ἐλάττωμα τῶν προϋπολογισμῶν, ἂν ἡ ἰσοῤῥοπία τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα κατορθοῦται μόνον διὰ τῆς ἐπιβολῆς ὑποχρεώσεων πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν καρποῦνται τὰ καλὰ τῆς διοικήσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν καρποῦνται δὲ τὰ καλὰ ταῦτα αἱ γενεαὶ, αἱ μὴ οὖσαι ἀκμαῖαι καὶ ἐνεργοὶ, καθ’ ὃν χρόνον συντάσσεται ὁ προϋπολογισμός. Ὅταν τὰ ἐλλείμματα τῶν προϋπολογισμῶν συμπληρῶνται διὰ δανείων, ἐπιβάλλονται ὑποχρεώσεις εἰς τὰς μεθ’ ὑμᾶς γενεάς. Μοὶ φαίνεται μάλιστα ὅτι ἠδυνάμην ὡς γενικὸν κανόνα νὰ ἀναγνωρίσω καὶ νὰ τολμήσω νὰ προβάλλω, ὅτι ἡ συνομολόγησις δανείων δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη εἰμὴ μόνον εἰς τὰς περιστάσεις ἐκείνας, κατὰ τὰς ὁποίας τὰ δάνεια ταῦτα πρόκειται νὰ χρησιμοποιηθῶσι πρὸς ἔργα, τὰ ὁποῖα μέλλουσι νὰ ὠφελήσωσι καὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θέλουσι συνεισφέρει εἰς τὴν ἀπότισιν τῶν δανείων. Καὶ ἐνῷ τὸ Κράτος εἶχε τὴν δυστυχίαν νὰ μὴ ἴδῃ τελούμενα τοιαῦτα ἔργα ἐν τῇ χώρᾳ, εὑρέθη ὅμως εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συνομολογήσῃ ἐπανειλημμένα δάνεια, τῶν ὁποίων δὲν δύναμαι ἐπακριβῶς νὰ σᾶς ὁρίσω τὸν ἀριθμόν· ὡς ἔγγιστα μόνον δύναμαι νὰ ἀναφέρω, ὅτι τὰ ἐσωτερικὰ δάνεια ἴσως ἀναβαίνουσι περὶ τὰ ἑβδομήκοντα ἑκατομμύρια καὶ πλέον, δαπανηθέντα μόνον διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, καὶ ὅτι δὲν κατέλιπεν ἡ διαχείρισις αὐτῶν οὐδὲν θετικὸν καὶ πάγιον ἔργον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου νὰ ἐλπίσωμεν ὅτι δύνανται νὰ ὠφεληθῶσι καὶ τὰ τέκνα ἡμῶν, τὰ ὁποῖα πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ ἐξακολουθήσωμεν ὑποκύπτοντα εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τῶν δανείων ἐκείνων. Δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀναφέρω ὅτι τὸ ἰσοζύγιον τῶν προϋπολογισμῶν ἐπεζητήθη καὶ ἐπετεύχθη οὐχὶ μόνον διὰ δανείων, ἀλλὰ καὶ δι’ ἀπαλλοτριώσεως ἄλλης περιουσίας τοῦ δημοσίου, ἡ ὁποία ἐξῆλθε πλέον τῶν χειρῶν μας, καὶ ἰσότιμον πλέον δὲν ἔχομεν διὰ νὰ καλύψωμεν μέλλον ἔλλειμμα. Μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ μὴ παρέλθωμεν μετὰ ψυχρότητος τὰς οἰκονομικὰς ταύτας ἀνωμαλίας, ἀλλὰ νὰ ἐγκύψωμεν εἰς αὐτὰς, καὶ νὰ ἐπιζητήσωμεν τὴν ἄρσιν τῶν ἀνωμαλιῶν τούτων, τὰς ὁποίας ἐπολλαπλασίασε τὸ ἔτος 1874. Σᾶς εἶπον ὅτι δύω μοὶ ἐπέρχονται κατὰ νοῦν πρόχειροι γνῶμαι, τὰς ὁποίας ἠδυνάμην νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 74. Ἡ μία εἶναι, ἂν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ, τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 74 νὰ τὸν πέμψῃ πάλιν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν εὐχὴν καὶ τὴν ἀξίωσιν νὰ συντάξῃ καὶ νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα δηλοῦντα τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἢ κατ’ ἀνάγκην ἀναπόφευκτον, ἢ ἠδύνατο κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, νὰ κάμῃ· προσέτι καὶ τὰς δαπάνας, αἵτινές εἰσι διαβατικαὶ καὶ πρόσκαιροι, ἑπομένως δὲν ἠδύνατο νὰ κανονισθῶσι διὰ νόμου, ἐκανόνισαν ὅμως οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν παρελθόντων ἐτῶν κατὰ μέσον ὅρον, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ δυνηθῇ νὰ μάθῃ τὰς ὑπερβάσεις αἵτινες ἐγένοντο, εἴτε ἐπὶ τῶν μονίμων καὶ διαρκῶν δαπανῶν, εἴτε ἐπὶ τῶν διαβατικῶν καὶ παροδικῶν, καὶ νὰ λάβῃ ἓν ὁποιονδήποτε μέτρον ἐπ’ αὐτοῦ.

§8ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν ἐνόησα ὑπὸ ποῖον ὅρον....

§9Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρῶτον εἶναι δαπάναι μόνιμαι καὶ διαρκεῖς, τὰς ὁποίας ἐκανόνισαν οἱ νόμοι, καὶ τῶν ὁποίων τὸν ἀνώτατον ὅρον χρεωστοῦσιν αἱ κυβερνήσεις νὰ μὴ ὑπερβαίνουν· δεύτερον δαπάναι ἔκτακτοι, τὰς ὁποίας οἱ νόμοι δὲν ἐκανόνισαν, καὶ τῶν ὁποίων θέτουσιν οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ παρελθόντος ἔτους ἢ καὶ τοῦ προπαρελθόντος τὸν ἀνώτατον ὅρον.

§10ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Προτείνετε λοιπὸν νὰ μὴ προχωρήσωμεν.

§11ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ συγχρόνως προτείνω καὶ ἄλλην γνώμην. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι ἡ ἐργασία αὕτη δὲν εἶναι εὔκολον νὰ γείνῃ ἐν τοῖς γραφείοις τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ Κυβέρνησις περισπᾶται ἀπὸ ποικίλα ἔργα, εἴτε τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους, εἴτε τῆς προπαρασκευῆς νομοθετημάτων ὅπως δυνηθῇ νὰ συντηρήσῃ τὰς σχέσεις της μὲ τὸ Κοινοβούλιον· ἂν ἡ Βουλὴ ἔχῃ τὴν γνώμην ταύτην, τότε προβάλλω εἰς αὐτὴν τὴν ἑξῆς γνώμην, νὰ συστήσῃ ἐπιτροπὴν ἐξεταστικὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, (Commission d’ enquête), νὰ ἐξετάσῃ τὸν προϋπολογισμόν, καὶ νὰ μᾶς φέρῃ σημείωσιν τῶν τοιούτων ὑπερβάσεων, ἂν ὑπάρχωσι, καὶ ἐπὶ τούτων νὰ σκεφθῇ ἡ Βουλὴ ἂν ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ ζητήσῃ τὴν εὐθύνην, ἢ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀνάγκη τοιαύτη νὰ προβῇ εἰς τὸν καταλογισμὸν τῶν ζημιῶν κατὰ τῶν ὑπαιτίων. Ἡ τελευταία πολιτεία τῆς Βουλῆς ἐκδηλόνει τὸ φρόνημα τὸ ὁποῖον ἐσχημάτισε, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ἐκφράσω δημοσίᾳ τὴν γνώμην μου, ὅτι συμφωνῶ ἐντελῶς μὲ αὐτό. Ἡ τελευταία πολιτεία τῆς Βουλῆς μοὶ φαίνεται, ὅτι μαρτυρεῖ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἔχει, ὅτι ἡ πολιτικὴ καὶ κοινοβουλευτικὴ εὐθύνη δὲν ἐπαρκεῖ ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὴν ἰσχὺν τῶν νόμων. Φαίνεται ἀληθῶς, ὅτι ὁ ἠθικὸς ἢ ὁ πολιτικὸς λεγόμενος καταναγκασμὸς δὲν ἐπαρκεῖ νὰ καταστήσῃ εἰς τοὺς κυβερνῶντας ἰσχυρὰν τὴν συνείδησιν τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχουσι νὰ ἐφαρμόζωσι τοὺς νόμους. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω διατί παρέστη εἰς τὴν πολιτείαν ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ ἠθικοῦ τούτου καταναγκασμοῦ. Δὲν θέλω νὰ ἐρευνήσω ἂν ἡ ἀνεπάρκεια αὕτη πρέπει νὰ ἀποδοθῇ εἰς καθαρῶς ὑποκειμενικοὺς λόγους, ἤτοι ἂν προέρχηται ἐκ τῆς ἀσθενοῦς συνειδήσεως τοῦ καθήκοντος, τὴν ὁποίαν οἱ κυβερνῶντες ἔχουσιν, ἢ ἂν προέρχηται ἐκ τῆς ἀσθενοῦς καὶ εὐμεταβλήτου καὶ εὐμεταπτώτου κρίσεως τοῦ δημοσίου φρονήματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἔρχεται ἐγκαίρως νὰ ἐγκαρδιώσῃ τοὺς ἐκπληροῦντας τὸ καθῆκόν των, ἢ νὰ κατακρίνῃ τοὺς παραβαίνοντας αὐτό. Ἡ κρίσις καὶ ἡ ἔρευνα αὕτη δὲν ἀνήκει οὐδ’ εἰς ἐμέ, οὐδ’ εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ἀλλ’ ἂν τὸ φρόνημα τοῦτο τῆς Βουλῆς εἶναι τὸ ἀληθὲς φρόνημα, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ βαδίσωμεν σύμφωνα μὲ αὐτὸ καὶ ἐπὶ τῆς ἐξελέγξεως τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως. Ὁ ἠθικὸς καὶ κοινοβουλευτικὸς καταναγκασμὸς φαίνεται, ὅτι δὲν ἐπαρκεῖ πλέον, ἵνα ἀναγκάσῃ τοὺς κυβερνῶντας νὰ περιορίζωνται ἐντὸς τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔθηκε κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων χρημάτων, καὶ ἔχομεν ἀνάγκην ἰσχυροτέρου τινὸς καταναγκασμοῦ· τοῦτον ἂς ἀναζητήσωμεν εἰς τὴν ζημίαν, εἰς τὰς ἀποζημιώσεις, τὰς ὁποίας οἱ κυβερνῶντες πρέπει νὰ ὑφίστανται, ὁσάκις γίνωνται αἴτιοι ὑπερβάσεων. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω.

§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἐκάματε, δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὸν μέλλοντα προϋπολογισμόν;

§13ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμιλῶ μόνον διὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 74. Ἂν ἦτον ἕτοιμος πρὸς συζήτησιν ὁ τοῦ 1876, ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, ἀλλ’ ὁμιλῶ περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 74, ὅστις εἶναι ἀνωμαλία καὶ οἰκονομικὴ καὶ ἀντισυνταγματική.

§14ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε ἐζήτησα τὸν λόγον ἀπὸ τὸν κ. πρόεδρον, ἐζήτησα ἵνα ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἤθελε γείνει πρότασις περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως καὶ περὶ διορισμοῦ ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς. Εἶμαι ὅμως ἠναγκασμένος δι’ ὀλίγων λέξεων νὰ εἴπω τινὰ ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος, ἀφοῦ ἐφέρθη ὁπωσδήποτε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, χωρὶς ἐν τούτοις νὰ ἔχω τὸν σκοπὸν ν’ ἀναγάγω τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς ζήτημα πολιτικόν, διότι δὲν εἶμαι κἂν ὑποχρεωμένος νὰ τὸ πράξω. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος βουλευτής, περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1874, ὅπως προηγηθῇ ἐξέλεγξις αὐτοῦ ὑπὸ ἐξεταστικῆς τῆς Βουλῆς ἐπιτροπῆς, δὲν μοὶ φαίνεται οὔτε ὀρθή, οὔτε σύμφωνος πρὸς τὰ κείμενα. Ἡ Βουλή, κύριοι, ἔχει ὑπ’ ὄψιν της ἕνα προϋπολογισμὸν διὰ τὸ 1874, ὑποβληθέντα ἐγκαίρως εἰς αὐτήν. Ἔχει καθῆκον ἑπομένως νὰ ἐξετάσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον καὶ νὰ προσδιορίσῃ τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας θεωρεῖ ἀναγκαίας διὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο. Ἂν δὲ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν δαπανῶν τούτων ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐγένετο ὑπέρβασίς τις, εἶναι ἀναντιῤῥήτως ὑπεύθυνοι οἱ διαχειρισθέντες τὰ κοινὰ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἔργον τοῦ ἀπολογισμοῦ. Δὲν δύναται ὅμως, διὰ κᾀνένα λόγον νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι οὐδεὶς λόγος συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς προτάσεως ταύτης. Ἄλλος εἶναι ὁ ἔλεγχος, τὸν ὁποῖον ἔχει νὰ κάμῃ ἡ Βουλή, διὰ τῆς συστάσεως ἐπιτροπῆς ἐξεταστικῆς, ἂν ἀποφασίσῃ τοιαύτην, τὴν ὁποίαν ἐπιτροπὴν ἐπέμενεν ὁ ἐκ Γόρτυνος κ. βουλευτής, νὰ ἐκλέξῃ ἡ Βουλὴ καὶ διὰ τὴν διαχείρισιν τῆς προκατόχου ἡμῶν Κυβερνήσεως ὡς ἐνθυμεῖσθε, καὶ ἄλλο τὸ ἔργον ἡμῶν. Δὲν ἔχει κἀμμίαν σχέσιν μὲ τὸ ἔργον τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ σύστασις ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, προσδιορίζουσα τὰς δαπάνας, ἃς νομίζει ἀναγκαίας, καὶ ἀφίνουσα ἀνέπαφον καὶ ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην εἰς τοὺς διαχειρισαμένους τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου, ἂν ὑπερέβησαν τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας σήμερον μέλλετε νὰ προσδιορίσητε. Ἂν ἡ Βουλὴ δὲν παραδεχθῇ, ὡς ἐλπίζω, τὴν περὶ ἀναβολῆς πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἡμῶν, θέλω λάβει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἵνα ἀποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τῶν ἀριθμῶν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ ἔτους ἐκείνου εὐτυχῶς δὲν εἶναι τοιαύτη, οἵαν παριστᾷ αὐτὴν ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἡμῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ.

§15ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι, οὔτε ἐγώ, οὔτε ἄλλος τις νομίζω δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὴν ὀρθότητα τῶν παρατηρήσεων τοῦ ἐντίμου φίλου μου κ. Δηλιγιάννη καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν βραδύτητα, μὲ τὴν ὁποίαν ἐρχόμεθα νὰ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874. Ὁ προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ εἷς ἐκ τῶν προτέρων λογαριασμὸς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους· χάνει δὲ αὐτὸς ὁ λογαριασμὸς ὅλην τὴν ἀξίαν του καὶ σχεδὸν καθίσταται ἀκατάληπτος, ὅταν ἀντὶ νὰ συζητήσωμεν αὐτὸν ἐν ἀρχῇ τοῦ ἔτους, ὅπερ ἀποβλέπει, συζητοῦμεν πολλοὺς μῆνας μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ ἔτους ἐκείνου. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἶναι πρώτη φορά, καθ’ ἣν συμβαίνει τὸ τοιοῦτον· ἴσως εἶναι πρώτη φορὰ καθ’ ἣν ἡ συζήτησις γίνεται μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ ἔτους, ἀλλ’ ἔχομεν προηγούμενα, κατὰ τὰ ὁποῖα προϋπολογισμοὶ ἐψηφίσθησαν κατὰ τὴν λῆξιν σχεδὸν τοῦ ἔτους. Νομίζω δέ, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον, εἴτε ταχέως, εἴτε βραδέως νὰ συζητήσωμεν πάντοτε τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους, καθότι ἂν δὲν θέλετε νὰ συζητήσωμεν αὐτόν, τότε θέλει εἶσθαι πολὺ δύσκολον νὰ συνταχθῇ ὁ ἀπολογισμός· διότι ναὶ μὲν ὁ ἀπολογισμὸς ἐπαναλαμβάνει καὶ καταγράφει ὅλα τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο, κύριον ὅμως ἔχει σκοπὸν νὰ καταδεικνύῃ τὰς ὑπερβάσεις καὶ τὰς ἀνωμαλίας, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ ἔτους ἐκείνου. Ἀλλ’ ὅταν δὲν ἔχετε μίαν βάσιν, τότε τί θέλετε νὰ κάμουν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι συντάττουσι τὸν ἀπολογισμόν; Αὐτοὶ τίποτε ἄλλο δὲν δύνανται νὰ κάμουν παρὰ νὰ παρουσιάσουν μίαν καταγραφὴν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων καὶ νὰ εἴπωσιν ὅτι ταῦτα πάντα εἶναι ὑπερβάσεις· ὥστε εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον νὰ ὑπάρχῃ προϋπολογισμός. Νομίζω δὲ, ὅτι τὸν προϋπολογισμὸν αὐτὸν μόνον ἡ Βουλὴ δύναται νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ, οὐδὲ φρονῶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιφορτισθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ ἐργασίαν τινὰ, ἢ νὰ συστηθῇ πρὸς τοῦτο ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ ὡς προτείνει ὁ κ. Δηλιγιάννης, διότι ἡ μὲν Κυβέρνησις ὑπέβαλεν ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν πᾶν ὅ,τι εἶχε νὰ ὑποβάλῃ, ἡ δὲ Βουλὴ ἔχει ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν, τὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ ὁποία, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν πάντα τὰ ὑποβληθέντα ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἐξήτασε τὸν προϋπολογισμὸν καὶ καθυπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσίν της· ὥστε ἡ προεξέτασις, τὴν ὁποίαν θεωρεῖ ἀναγκαίαν ὁ κ. Δεληγιάννης, εἶναι ἤδη τετελεσμένη, καὶ ἡ Βουλὴ δύναται νὰ προχωρήσῃ. Δὲν φρονῶ δὲ ὅτι θέλει κατορθώσει μέγα πρᾶγμα ἡ Βουλὴ, ἂν, χωρὶς νὰ προβῇ εἰς τὴν καθ’ ἕκαστα συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, παραδεχθῇ ὅτι δὲν ὑπάρχει ὑπέρβασις εἰς τὰς δαπάνας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἢ στηρίζονται εἰς τοὺς κειμένους νόμους ὅταν ἀποβλέπουσι τὴν κανονικὴν ὑπηρεσίαν, ἢ δὲν ὑπερβαίνουσι τὰ κονδύλια τῶν προηγουμένων προϋπολογισμῶν· διότι ὡς πρὸς τὰς τακτικὰς δαπάνας τὰς ἀναγομένας εἰς τοὺς ὀργανικοὺς νόμους, βεβαιωθῆτε ὅτι σπανιώτατα γίνονται ὑπερβάσεις· ἐὰν δὲ ἔλαβε χώραν τοιαύτη κατὰ τὸ 1874, εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν διέφυγε τὴν προσοχὴν τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς. Καθ’ ὅσον μάλιστα ἐνθυμοῦμαι, προκειμένου λόγου περὶ τοῦ διορισμοῦ πέμπτου ἐπιθεωρητοῦ, ἐπανειλημμένως ἐγένετο ἡ ἐρώτησις εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν ἡ θέσις αὕτη στηρίζεται εἰς τὸν Νόμον, τὸ δὲ ὑπουργεῖον ἀπήντησεν, ὅτι ναὶ μὲν ὁ καταστατικὸς τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν νόμος ἔχει 4 θέσεις ἐπιθεωρητῶν, ἀλλ’ ὅταν ἐγένετο ἡ ἀφομοίωσις προσετέθη καὶ πέμπτη. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν παρέλειψε νὰ ἐξετάσῃ μὲ ὅλην τὴν λεπτομέρειαν ἂν αἱ δαπάναι ἐγένοντο σύμφωνα μὲ τοὺς Νόμους. Ὡς πρὸς τὰς ἐκτάκτους δὲ καὶ παροδικὰς δαπάνας, νομίζω ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν προηγουμένων ἐτῶν, διότι ἕκαστον ἔτος ἔχει ἰδίας ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ᾖναι μικρότεραι ἢ μεγαλεῖτεραι ἀπὸ τὰς τῶν προηγουμένων ἐτῶν· καὶ δὲν δύναται νὰ κατακριθῇ οὐδεμία Κυβέρνησις, ἐὰν, εὑρεθεῖσα εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις, ἔκαμε κατὰ τὴν διάρκειαν ἑνὸς ἔτους περισσότερα ἔκτακτα ἔξοδα ἀφ’ ὅσα ἐγένοντο κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη· ἀρκεῖ οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐπροκάλεσαν τὰ ἔξοδα ταῦτα, νὰ ἦσαν εὔλογοι, δεδικαιολογημένοι· καθὼς ἐπίσης δὲν δύναται νὰ ἐπαινεθῇ μία ἄλλη Κυβέρνησις, διότι, μὴ παρουσιασθεισῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν, δὲν ἔκαμε κἀνὲν ἔξοδον. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὡς πρὸς τὰς τακτικὰς δαπάνας, ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της, καὶ νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη καμμιᾶς περαιτέρω ἀναβολῆς· ὡς πρὸς δὲ τὰς ἐκτάκτους, δὲν δυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν εἰς κἀμμίαν βάσιν νὰ ἐξετάσωμεν καὶ ἀποφασίσωμεν ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐγένοντο. Τέλος πάντων ἐπειδὴ νομίζω, ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τὴν λογιστικὴν τάξιν καὶ τὴν οἰκονομικὴν νὰ μὴ ὑπάρχῃ προϋπολογισμὸς δι’ ἓν ἔτος, φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ Ἐὰν δὲ κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν καθέκαστα ἐγερθῶσιν ἀμφιβολίαι ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ ἤθελε θεωρήσει ἀναγκαῖον νὰ ζητηθῶσι περαιτέρω ἐξηγήσεις ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, δύναται νὰ τὸ πράξῃ, ἡ δὲ Κυβέρνησις εἶναι πρόθυμος νὰ χορηγήσῃ πᾶσαν δυνατὴν πληροφορίαν.

§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐξέφερε ἰδίαν γνώμην· δὲν πιστεύω νὰ ἐπιμένῃ νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν.

§17Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅσον ὀλίγοι καὶ ἂν ἦναι οἱ παραδεχόμενοι τὴν γνώμην μου, δὲν πειράζει, νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν.

§18ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ ἐπιμένει ὁ κ. Δηλιγιάννης, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω δύω λέξεις, ἐπειδὴ εἶμαι καὶ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὅσον ἠδύνατο ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ ἐξήτασε. Πράγματι, ὡς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἠδύνατο νὰ κανονίσῃ δαπάνας ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προηγουμένων προϋπολογισμῶν, διότι ἕκαστον ἔτος ἔχει τὰς ἰδίας αὐτοῦ ἀνάγκας. Ὡς πρὸς τὰς ὑπερβάσεις ὅμως τῶν δαπανῶν, τὰς παρὰ τοὺς νόμους γενομένας καὶ ἄνευ ἀνάγκης δεδικαιολογημένης, ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεφάνθη κατ’ αὐτῶν παμψηφεὶ καὶ ἐπεβάρυνε τοὺς ὑπολόγους· καὶ ἐπὶ παραδείγματι θὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐνῷ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε τὴν κατάργησιν τῶν πρεσβειῶν, εἴτε διότι τὰς ἐθεώρησεν ἀκαταλλήλους εἴτε ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, εὑρέθη Κυβέρνησις, ἥτις διὰ διατάγματος τὰς ἐγκατέστησεν ἐκ νέου. Τὴν δαπάνην ταύτην ἡ ἐπιτροπὴ κατελόγισεν εἰς βάρος τῶν ὑπευθύνων καθὼς καὶ πᾶσαν δαπάνην, τὴν ὁποίαν οὐδεμία ἀνάγκη τοῦ Κράτους ὑπηγόρευε. Δὲν ἔπραξεν ὅμως τὸ αὐτὸ ἐπὶ ἄλλων δαπανῶν καί τοι μὴ ἐψηφισμένων, ὡς ἐπὶ παραδείγματι διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ καταστήματος τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ διὰ τὸ δημόσιον κατάστημα ἐν Λαυρίῳ. Αἱ δαπάναι αὗται, καί τοι μὴ ἐπιψηφισθεῖσαι, ἐγένοντο πρὸς ἐξοικονόμησιν προσώπων ἢ πρὸς πολιτικὴν ἀπάδουσαν εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν ἀκολουθοῦντες τοὺς λογιστικοὺς τύπους καὶ κανονίσωμεν οὕτω καὶ τὴν ἐργασίαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Καὶ ἂν ἡ ἐπιτροπὴ μὲ ὅλην τὴν προσοχήν της δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐξακριβώσῃ τι, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἀνεύρῃ πᾶσαν ὑπέρβασιν καὶ ἐπιβαρύνῃ τοὺς ὑπολόγους, διότι καὶ ἐγὼ φρονῶ ὅτι ὁ ἠθικὸς καταναγκασμὸς δὲν ἀρκεῖ πρὸς ἱκανοποίησιν τοῦ τόπου, καθ’ ὅσον οἱ ὑπουργοὶ δὲν διαχειρίζονται ἰδιωτικὰ χρήματα, οὔτε ὀφείλουσι δαπανῶντες τὰ δημόσια χρήματα νὰ τὰ δαπανῶσι ὑπὲρ τῶν φίλων των ἢ ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς των. Τὰ δημόσια χρήματα ἀνήκοντα εἰς τὸ Κράτος, πρέπει νὰ δαπανῶνται ὑπὲρ τοῦ Κράτους· συνεπῶς πρέπει ν’ ἀποδώσωσιν οἱ ὑπουργοὶ, ὅ,τι ἄνευ ἀνάγκης καὶ καθ’ ὑπέρβασιν ἐδαπάνησαν.

§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης ἐξήνεγκε δύω γνώμας, βάσις δὲ ἀμφοτέρων εἶναι ἡ ἀναβολή· ὥστε θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης, ὅπως ἠκούσατε, προτείνει ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1874. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Προβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1874. Ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§20ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὡς ἀποτελέσας ἐπί τινας μῆνας μέλος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1874, τὴν ὁποίαν ἀφορᾷ ὁ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμός, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ λάβω τὸν λόγον, καὶ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου· ἐπειδὴ ὅμως πρόκειται περὶ ἀριθμῶν, θὰ παρακαλέσω τοὺς κκ. συναδέλφους κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ὁμιλίας μου νὰ μὴ μὲ διακόπτουν, διότι οἱ ἀριθμοὶ μὲ τὰς διακοπὰς οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσιν. Ἐὰν δέ τις τῶν συναδέλφων ἔχῃ ἀνάγκην πληροφοριῶν τινων ἢ ἐπιθυμῇ νὰ μοὶ ἀπευθύνῃ ἐρώτησιν, ἂς κρατήσῃ σημειώσεις καὶ μοὶ ἀποτείνει τὰς ἐρωτήσεις του εἰς τὸ τέλος τῆς ὁμιλίας μου, βέβαιος ὢν ὅτι θὰ φανῶ πρόθυμος νὰ τοῦ δώσω τὴν ἀπάντησιν ἢ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας θέλει ζητήσει. Ἡ ἔκθεσις, κύριοι, τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμετέρας ἐπιτροπῆς μοὶ φαίνεται γεγραμμένη μετά τινος δριμύτητος, ὡς πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ἢ μᾶλλον τὴν χρηματικὴν διαχείρισιν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1874. — Ἀλλὰ ἐγὼ, κύριοι, ἔχω τὴν πεποίθησιν καὶ φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι τὰ πολιτικὰ σώματα, ἐκπληροῦντα τὸ καθῆκόν των καὶ ἐξασκοῦντα τὸ δικαίωμά των, δὲν πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν οὔτε τὰς ἐποχὰς, οὔτε τὰς περιστάσεις, οὔτε τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα αἱ περιστάσεις ἀφορῶσιν, ἀλλὰ πρέπει μετὰ ἀμεροληψίας καὶ δικαιοσύνης, καὶ νὰ συζητῶσι καὶ ν’ ἀποφασίζωσιν ἐπὶ τῶν γεγονότων. Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ἡμῶν ἠδύνατο, κατὰ τὴν κρίσιν μου, νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της, καὶ τὴν σχετικὴν πρότασίν της διὰ τρόπου ἥκιστα δριμέος, διότι ἐν τῇ ἐκθέσει ἀπαντῶ παραγράφους λίαν προσβλητικὰς ὡς πρὸς τὴν χρηματικὴν διαχείρισιν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1874· ἀλλ’ εὐτυχῶς αἱ αἰτιάσεις καὶ αἱ μομφαὶ αὗται δὲν ὑποστηρίζονται διὰ τῶν πραγμάτων, ὅπως θέλω ἀποδείξει διὰ τῶν ἀριθμῶν. Καὶ ἐν πρώτοις, κύριοι, θὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν ἐσόδων. Ἡ ἐπιτροπὴ ἡμῶν ψέγει τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, καὶ καταλήγουσα λέγει «ὡς δ’ ἐσφαλμένοι ἀπεδείχθησαν διὰ τῶν πραγμάτων οἱ περὶ τῶν ἐσόδων ὑπολογισμοὶ τῶν προϋπολογισάντων αὐτὰ, ἐπίσης ἐσφαλμέναι ἀπεδείχθησαν καὶ αἱ περὶ τῶν ἐξόδων κρίσεις αὐτῶν, ἅτιν’ ἀντιθέτως παρουσιάζουσιν οὐσιώδεις διαφορὰς ἐπὶ πλέον.»

§21ΜΑΝΕΤΑΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.

§22ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐτυχῶς ἡ κατηγορία, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ἀποτείνει ὡς πρὸς τὸν δῆθεν ἐσφαλμένον προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, δὲν ἀφορᾷ ἐμὲ, κύριοι.

§23ΖΩΧΙΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς κάμω μίαν παρατήρησιν;

§24ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρεκάλεσα νὰ μὴ μὲ διακόπτετε.

§25ΖΩΧΙΟΣ. Εἶμαι ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἂν ἀπετέλει μέρος τῆς ἐπιτροπῆς.

§26ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπετέλουν μέρος, ἀλλὰ δὲν ἔλαβον μέρος εἰς ὅλας τὰς συνεδριάσεις τῆς ἐπιτροπῆς.

§27ΖΩΧΙΟΣ. Ὤφειλες νὰ λάβῃς.

§28ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο τί ἔπρεπε νὰ κάμω καὶ ἄλλο τί ἔκαμα. Ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι δὲν ἔλαβον μέρος εἰς ὅλας τὰς συνεδριάσεις τῆς ἐπιτροπῆς, οὔτε εἰς τὴν σύνταξιν τῆς ἐκθέσεως.

§29ΖΩΧΙΟΣ. Λέγω, ὅτι αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις ἠδύνασθε νὰ τὰς κάμητε εἰς τὴν ἐπιτροπήν.

§30ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφασίσῃ καὶ εἰς αὐτὴν τὰς ὑποβάλλω ἤδη. Εὐτυχῶς, ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, ἡ μομφὴ τὴν ὁποίαν ἐκφέρει ἡ ἐπιτροπή μας, ὡς πρὸς τὸν ἐσφαλμένον δῆθεν προσδιορισμὸν τῶν ἐσόδων, δὲν ἀφορᾷ ἐμὲ, ἀλλ’ ἀφορᾷ τὸν σεβαστὸν προκάτοχόν μου κ. Χριστίδην, ὅστις ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ 1874, πρὶν διαδεχθῇ ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Δεληγεώργη. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τούτῳ προϋπελογίσθησαν τὰ ἔσοδα ὑπὸ τοῦ κ. Χριστίδου, καὶ οὐδεμίαν μεταβολὴν ἐγὼ ἐπέφερον. Καὶ ἀληθῶς ὁ κ. Χριστίδης προσδιώρισε τὰ ἔσοδα εἰς 40 ἑκατομμύρια· ἀλλὰ, κύριοι, ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Χριστίδης εἰς τὴν Βουλὴν, συνετάχθη περὶ τὰ τέλη Δεκεμβρίου 1873, ἢ τὰς ἀρχὰς Ἰανουαρίου 1874, ἑπομένως καὶ ὁ κ. Χριστίδης, ὡς καὶ πᾶς ἄλλος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἦτο κύριος οὔτε τῶν ἀτμοσφαιρικῶν περιστάσεων, οὔτε τῆς εὐφορίας ἢ ἀφορίας, ἀλλ’ οὔτε τῆς κινήσεως τοῦ ἐμπορίου, ὥστε νὰ προσδιορίσῃ ἀκριβῶς τὰ ἔσοδα· θὰ τὰ ὑπολογίσῃ λοιπὸν κατὰ τὰς πληροφορίας τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἀναλόγως τῶν καιρικῶν περιστάσεων, καὶ ἐνδέχεται νὰ τὰ ὑπολογίσῃ ὀλιγώτερον, ἀλλ’ ἐνδέχεται νὰ τὰ προϋπολογίσῃ καὶ περισσότερον τῶν πραγματικῶν· ἀλλὰ διὰ τοῦτο οὐδεμίαν εὐθύνην δύναται νὰ φέρῃ ὁ ὑπουργός. Καὶ μολοντοῦτο, κύριοι, ὁ κ. Χριστίδης ἐπέτυχεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, προϋπολογίσας ταῦτα εἰς τεσσαράκοντα ἑκατομμύρια, ἐὰν ἐξαιρέσωμεν ἓν καὶ μόνον κονδύλιον τὸ ἀφορῶν τὸ ἔσοδον τοῦ Λαυρίου, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ κάμω λόγον ἰδιαιτέρως.

§31ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰ βεβαιωθέντα, κύριε ὑπουργὲ, πόσα εἶναι;

§32ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι πλησιάζουν τὰ τεσσαράκοντα.

§33ΠΕΤΣΑΛΗΣ. 37 ἑκατομμύρια περίπου.

§34ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι πλησιάζουν, διότι βλέπετε ὅτι ἡ ἔκθεσις εἶναι κατηγορηματική· τί θὰ εἴπῃ πλησιάζουν.

§35ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω σημείωσιν ἐδῶ αὐτὴν τὴν στιγμήν.

§36ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μία ἐπιτροπὴ, ἥτις λέγει ὅτι προϋπελογίσθησαν 40 ἑκατομμύρια, ἐνῷ τὰ εἰσπραχθέντα εἶναι 37 ἑκατομμύρια ἐκ 40,000,000, εἶναι ὡσὰν νὰ λέγῃ, τὸ ὑπουργεῖον ἔκαμε κακὸν ὑπολογισμὸν, ἔσφαλε τοιοῦτον σφάλμα, τὸ ὁποῖον ἀπέχει νὰ τὸ χαρακτηρίσῃ. Λοιπὸν ἐρωτῶμεν πόσα εἶναι τὰ βεβαιωθέντα καὶ πόσα τὰ εἰσπραχθέντα.

§37ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζετε ὅτι τὰ ἔσοδα ὑπολογίζονται κατὰ προσέγγισιν.

§38ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρέπει νὰ γνωρίζωμεν.

§39ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν θέλετε, στέλλω καὶ φέρω σημείωσιν.

§40ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βέβαια.

§41ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Χριστίδης λοιπὸν προϋπολογίσας τὰ ἔσοδα εἰς τεσσαράκοντα ἑκατομμύρια δὲν ἔσφαλεν ἐπὶ πολὺ, διότι ἄλλα μὲν ἔσοδα ὑπερέβησαν τῶν προϋπολογισθέντων, καὶ ἄλλα ἐμειώθησαν· οὕτως, ἐπὶ παραδείγματι, προϋπελόγησε τὸν φόρον τῶν ζώων εἰς δραχ. 1,565,000, καὶ τὸ βεβαιωθὲν ποσὸν ἀνέβη εἰς δραχ. 1,645,999 καὶ λεπτὰ 93, ἤτοι ἐπὶ πλέον κατὰ δραχ. 80,999, καὶ 93· προϋπελογίσθη ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων εἰς δραχ. 980,000, καὶ ἐβεβαιώθησαν δραχ. 1,148,750, τοὐτέστι περιπλέον 168,700· προϋπελόγισε τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν εἰς δραχ. 660,000, καὶ ἐβεβαιώθησαν δρ. 733,197, τοὐτέστι 73,197 περιπλέον. Εἶναι δὲ ἀληθὲς ὅτι εἰς ἄλλα τινὰ ἔσοδα παρουσιάζεται ἐλάττωσις, ὡς ἐπίσης παρουσιάζεται καὶ εἰς ἄλλα αὔξησις, ἀλλὰ διὰ τοῦτο λέγεται καὶ προϋπολογισμός. Ποῦ εὑρίσκει λοιπὸν ἡ ἐπιτροπή μας αὐτὴν τὴν μεγάλην διαφορὰν μεταξὺ τῶν προϋπολογισθέντων καὶ βεβαιωθέντων ἐσόδων, διὰ νὰ ψέξῃ τοσοῦτον δριμέως τὸν συντάξαντα τὸν προϋπολογισμὸν ὑπουργὸν, οἱοςδήποτε καὶ ἂν ἦτο οὗτος; Ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Χριστίδης, περιέχει ἔσοδα 40 ἑκατομμύρια· ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος ὑπεβλήθη εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς τοῦ 1873, τῆς Βουλῆς τοὐτέστι τοῦ κ. Δεληγεώργη, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη τῆς ὁποίας ἀπετέλει μέλος καὶ ὁ ἔντιμος νῦν ὑπουργὸς κ. Σωτηρόπουλος καὶ ὁ ἔντιμος πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς μας κ. Ζωχιὸς, καὶ ἄλλα ἀξιότιμα μέλη τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα καὶ ἤδη παρακάθηνται εἰς τὰ ἑδώλια ταῦτα, προϋπελόγισε τὰ ἔσοδα εἰς 39,420,000, τοὐτέστι τὰ ἠλάττωσε κατὰ 580,000 μόνον· ἡ δὲ Βουλὴ ἐκείνη, ἥτις ἐσυζήτησε τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, ὑπελόγισε ταῦτα εἰς 39,520,000, ἐλαττώσασα τὰ ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ προϋπολογισθέντα κατὰ δραχ. 480,000 μόνον. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἡ Βουλὴ εἰργάσθησαν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ 1874 περὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔτους ἐκείνου, καὶ δὲν ἠδύναντο νὰ προϋπολογίσωσιν ἀσφαλῶς καὶ ἀκριβῶς τὸ ποσὸν ἑκάστου ἐσόδου· ὅταν δὲ ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος ὑπεβλήθη ἐκ νέου εἰς τὴν νέαν Βουλὴν μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς τοῦ 1873, ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ προσδιώρισε τὰ ἔσοδα εἰς 38,500,000, ἡ δὲ Βουλὴ, ἥτις ἐσυζήτησε τὸν προϋπολογισμὸν ὅπως τὸν ἐζήτησε, προσδιώρισε τὰ ἔσοδα ταῦτα εἰς 38,700,000. Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης ἦτον ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Παρνασσίδος κύριος Σιμόπουλος, ἀπετέλει δὲ μέλος αὐτῆς καὶ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Τήνου κύριος Δρόσος, ὅστις ἀτυχῶς δὲν παρακάθηται ἤδη μεταξὺ ἡμῶν· ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ὡς καὶ ἡ Βουλὴ ἐπελήφθη τοῦ ἔργου κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους, καὶ ἦτον ἑπομένως εἰς κατάστασιν νὰ προϋπολογίσῃ τὰ ἔσοδα ἀκριβέστερον, διότι εἶχε τ’ ἀποτελέσματα οὐ μόνον τῶν βεβαιωθέντων, ἀλλὰ καὶ τῶν εἰσπραχθέντων μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὥστε βλέπετε αἱ διαφοραὶ μεταξὺ τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐξετάσεως αὐτοῦ ἐκ μέρους ἀμφοτέρων τῶν ἐπιτροπῶν, ὡς καὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν ἐσόδων ὑπὸ τῆς Βουλῆς, εἶναι ἀσήμαντοι, διότι καθὼς σᾶς εἶπον κατὰ μὲν τὴν πρώτην περίπτωσιν ἠλαττοῦντο μόνον κατὰ δραχ. 480,000 ἕως 580,000, κατὰ δὲ τὴν ἄλλην κατὰ δρ. 1,300,000 ἕως 1,500,000 περίπου. Ἡ ἐλάττωσις δὲ αὕτη προέρχεται ἀπὸ τὸ κονδύλιον τῶν ἐσόδων ἐκ τοῦ Λαυρίου, διότι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τῷ ὑποβληθέντι ὑπὸ τοῦ κ. Χρηστίδη, εἶχε σημειωθῆ ὡς πιθανὸν ἔσοδον ἐκ τοῦ Λαυρίου 2,000,000, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ κατὰ μὲν τὴν πρώτην περίπτωσιν ἠλάττωσε τὸ ἔσοδον τοῦτο εἰς δρ. 1,500,000, ὅπερ καὶ ἡ Βουλὴ τοῦ 1873 παρεδέχθη, κατὰ δὲ τὴν δευτέραν εἰς δρ. 700,000, ὅπερ καὶ ἡ Βουλὴ τοῦ 1874 παρεδέξατο, ὅ ἐστὶ ἠλαττώθη τὸ ἔσοδον τοῦτο κατὰ 1,300,000, καὶ ἐντεῦθεν ἡ ἐλάττωσις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων ἀπὸ 40,000,000 εἰς 38,700,000. Ἡ δὲ διαφορὰ, ἥτις φαίνεται μεταξὺ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς τῆς τελευταίας, καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπὸ τοῦ κ. Χριστείδη ὑποβληθέντος, συνίσταται εἰς 1,500,000, διότι ἡ ἐπιτροπὴ, ὡς σᾶς εἶπον, προϋπελόγισε τὰ ἔσοδα εἰς δρ. 38,500,000, ἐν ᾧ ἡ Βουλὴ τὰ ἀνεβίβασεν εἰς δρ. 38,700,000, ἀλλ’ αὐτὸ προέρχεται ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ ἐσόδου τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, διότι ὁ κ. Χριστείδης εἶχεν ὑπολογίσει αὐτὸ εἰς 1,000,000, ἐν ᾧ ἡ ἐπιτροπὴ τὸ περιώρισεν εἰς δραχ. 800,000, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν 30 Νοεμβρίου 1874 ἀφῆκε τὸ ἔσοδον τοῦτο ὡς εἶχε προϋπολογισθῆ ὑπὸ τοῦ κ. Χριστείδη, καὶ οὕτω, μετὰ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐσόδου ἐκ τοῦ Λαυρίου κατὰ δραχ. 1,300,000, ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων περιωρίσθη εἰς δραχμὰς 38,700,000. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἐσόδου τοῦ Λαυρίου οὐδὲ λεπτὸν εἰσήχθη μέχρι τοῦδε εἰς τὸ δημόσιον, ἕνεκα τῆς ἐκκρεμότητος τῶν τελευταίων μετὰ τῆς ἑταιρίας συμβάσεων. Δὲν βλέπω λοιπὸν σπουδαίαν διαφορὰν μεταξὺ τῶν ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ προϋπολογισθέντων, καὶ τῶν ὑπὸ τῶν Βουλῶν τοῦ 73 καὶ 74 προσδιορισθέντων, καὶ διὰ τοῦτο ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι μετὰ πολλῆς ἀκριβείας προϋπελογίσθησαν τὰ ἔσοδα. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἡμῶν τί εἶχεν ὑπ’ ὄψιν της ψέγουσα τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων; εἶχε τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὡς γενικὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ 1874, κατὰ τὴν ὁποίαν μέχρι τέλους τῆς χρήσεως εἰσεπράχθησαν 37,400,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ θὰ σᾶς φέρω δύω τρία παραδείγματα πρόχειρα, εἰς τὰ ὁποῖα, ἂν προσέξητε, θὰ ἰδῆτε ὅτι τὰ βεβαιωθέντα εἶναι πολὺ ἀνώτερα τῶν προϋπολογισθέντων, ὡς εἶπον ἤδη, καὶ τῶν εἰσπραχθέντων, καὶ π. χ. ὁ φόρος τῶν ζώων ἀνέρχεται εἰς 1,645,999 καὶ 39|00, ἐνῷ ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κ. ὑπουργοῦ σημειοῦται ὡς ποσὸν εἰσπραχθὲν 1,460,000, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον κατὰ δρ. 185,000. Ὁ κ. ὑπουργὸς βεβαιοῖ διὰ τῆς ἐκθέσεώς του ὅτι εἰσεπράχθησαν δραχ. 935,000 ἀπὸ φόρους ἐπιτηδευμάτων, ἐνῷ τὰ βεβαιωθέντα εἶναι 1,148,750, ἄρα ὑπολείπονται πρὸς εἴσπραξιν δραχ. 213,750. — Ὁ κ. ὑπουργὸς ἐν τῇ ἐκθέσει του σημειοῖ ὅτι εἰσεπράχθησαν ἀπὸ φόρους οἰκοδομῶν δραχ. 500,000, ἀλλὰ τὰ βεβαιωθέντα ἀνέρχονται εἰς δραχ. 733,197, ἄρα ὑπολείπονται πρὸς εἴσπραξιν 223,197. — Μόνον ἀπὸ τὰ τρία αὐτὰ ἔσοδα, ὡς παρατηρεῖτε, συγκεφαλαιοῦται ἓν ποσὸν 640,000 περίπου δραχμῶν τὸ ὁποῖον, ἅμα προστεθῇ εἰς τὸ ποσὸν τῶν εἰσπραχθέντων ἐκ δραχ. 37,400,000, ἀποτελεῖ τὸ ποσὸν 38,000,000 περίπου δραχμῶν· ὥστε τὰ βεβαιωθέντα, ἐὰν δὲν εἶναι ἀνώτερα τῶν προϋπολογισθέντων, τουλάχιστον δὲν εἶναι καὶ κατώτερα. Ἀλλὰ ἄλλο εἶναι βεβαίωσις καὶ ἄλλο εἶναι εἴσπραξις, διότι συμβαίνουν καθυστερήσεις δεδικαιολογημέναι, ἀλλὰ συμβαίνουν καὶ καθυστερήσεις ἀδικαιολόγητοι, καὶ διὰ τοῦτο οἱ σχετικοὶ νόμοι περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων προέβλεψαν τὴν περίστασιν ταύτην, καὶ διαττάτουσι νὰ καταλογίζωνται εἰς βάρος τῶν ὑπολόγων τὰ καθυστερήματα, ὅταν ἡ καθυστέρησις εἶναι ἀδικαιολόγητος. Αὗται εἶναι, κύριοι, αἱ ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἐνόμισα ἀναγκαίας νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ προϋπολογισθέντα, βεβαιωθέντα καὶ εἰσπραχθέντα ἔσοδα. Ἤδη εἰσέρχομαι εἰς σπουδαιότερον μέρος, τὸ ἀφορῶν τὰ ἔξοδα, καὶ ἐπὶ τοῦ μέρους τούτου παρακαλῶ, κύριοι συνάδελφοι, νὰ λάβητε τὴν ὑπομονὴν νὰ μὲ ἀκροασθῆτε, διὰ νὰ πεισθῆτε ὅτι τὸ ἔλλειμμα, μὲ τὸ ὁποῖον μᾶς ἐτρόμαξεν ἡ ἐπιτροπή μας, δὲν εἶναι ἀληθὲς, δὲν εἶναι πραγματικόν· τὸ πολὺ πολὺ ἠμπορεῖ νὰ προκύψῃ ἓν ἔλλειμμα ἐκ 300,000 περίπου δραχμῶν, ἀλλ’ ἂν εἰσπραχθῶσιν ὅλα τὰ βεβαιωθέντα, οὐδὲν ἔλλειμμα θὰ προκύψῃ, ἀλλὰ καὶ περίσσευμα μάλιστα θὰ ὑπάρξῃ.

§42Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν τὸ εἶπε μόνη ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι ἔμεινεν ἔλλειμμα 4,000,000 δραχμῶν, τὸ εἶπε καὶ ὁ κ. ὑπουργός.

§43ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ πρὶν προβῶ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ὅτι ἓν μέγα ποσὸν καθυστερεῖται ἀπὸ φόρους οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων, διότι μόλις τὸν παρελθόντα Ὀκτώβριον ἐβεβαιώθησαν δραχ. 213,750 ἀπὸ φόρους ἐπιτηδευμάτων, καὶ 233,197 ἀπὸ φόρους οἰκοδομῶν, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν ἑπομένως, ἀφ’ οὗ ἡ βεβαίωσις ἔγεινε μόλις πρὸ ὀλίγου, νὰ γείνῃ καὶ ἡ εἴσπραξις. Περιπλέον δὲ σᾶς πληροφορῶ ὅτι ὁ φόρος τῶν ἀμπέλων τῆς Ἀττικῆς, ὅστις ἀναβαίνει συνήθως 105,000 περίπου δραχμὰς, δὲν ἐβεβαιώθη εἰσέτι διὰ τὸ ἔτος 1874, διότι εἶχον διατάξει γενικὴν καταμέτρησιν ὡς ὑπουργὸς, καὶ μόλις ἐσχάτως ἐπεραιώθη αὕτη. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι εἶναι πολλὰ ἔσοδα βεβαιωθέντα καὶ μὴ εἰσπραχθέντα, διότι λίαν ἀργὰ ἐβεβαιώθησαν καὶ δὲν εἰσεπράχθησαν εἰσέτι· διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶμαι βέβαιος ὅτι τὰ βεβαιωθέντα καὶ βεβαιωθησόμενα θὰ ᾖναι ἀνώτερα τῶν προϋπολογισθέντων, μ’ ὅλην τὴν ἐλάττωσιν, τὴν ὁποίαν ἐπαρουσίασε τὸ ἔσοδον τοῦ Λαυρίου, διότι ἐξ αὐτοῦ οὔτε λεπτὸν εἰσῆλθεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐνῷ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἐσημειώθη ὡς ἔσοδον Λαυρίου δύω ἑκατομμύρια, ὡς σᾶς εἶπον. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων. Ἀκούσατε, κύριοι, μετὰ ποίας δριμύτητος ἐκφράζεται ἡ ἐπιτροπὴ ἡμῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς ὡς πρὸς τὴν δαπάνην δραχ. 4,536,935, ἤτοι ὅτι «ἐδαπανήθησαν ἐν γένει μὲν ἀντισυνταγματικῶς, ἤτοι ἄνευ προηγουμένης ἐγκρίσεως τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, εἰδικώτερον δὲ ἐχρησίμευσαν πρὸς περιποίησιν ἢ διαφθορὰν προσώπων, ἢ πρὸς ἐξόφλησιν ὀφειλομένων ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων, ☐ ☐ται ἐκ παρομοίων, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, λόγων πηγάζοντα, κληροδοτοῦνται εἰς τὰς μεταγενεστέρας χρήσεις· καὶ ἐπὶ τέλους ἡ ἐπιτροπή μας παρουσιάζει ὡς ἔλλειμμα δρ. 4,496,970. Ὅπως ἐσφαλμένως, λέγω καὶ ἐγὼ, ἀπεφάνθη ἡ ἐπιτροπή μας ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, οὕτω ἐπίσης ἐσφαλμένως προέβη καὶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, καὶ ἐσφαλμένον συμπέρασμα ὑπέβαλεν ἐνώπιόν σας, κύριοι. Καὶ βεβαίως ὁ ἀναγινώσκων τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ἐμπεριεχομένους ἐν αὐτῇ, ἐκ πρώτης ὄψεως θέλει πεισθῇ, ὅτι ἡ διαχείρισις τῆς χρήσεως τοῦ 1874 παρουσιάζει ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα δύνανται τῳόντι ὄχι μόνον ὑπονοίας νὰ διεγείρωσιν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀγανάκτησιν ὑμῶν νὰ κινήσωσι· διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἀναβιβάζει τὰς τακτικὰς δαπάνας τῆς χρήσεως τοῦ 1874 εἰς 41,896,970 δραχμὰς, ἀφαιροῦσα δὲ ἐκ τῆς δαπάνης τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων ἐκ 37,400,000, μᾶς παρουσιάζει τὸ σπουδαῖον ἔλλειμμα τῶν 4,496,970 δραχμῶν. Συγκρίνουσα δὲ τὰς δαπάνας τοῦ 1874 πρὸς τὰς δαπάνας τοῦ 1873, εὑρίσκει μίαν διαφορὰν ἐπὶ πλέον κατὰ 5,970,935· διότι, ὡς παρατηρεῖτε, ἐν τῇ ἐκθέσει της τὰ μὲν ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1873 σημειοῖ ὡς ἀνερχόμενα εἰς 35,926,035, τὰ δὲ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1874 εἰς 41,896,970, ἄρα διαφορὰ ἐπὶ πλέον 5,970,935. Ἀλλὰ, κύριοι—καὶ χωρὶς βεβαίως μὲ τοῦτο νὰ ἐννοῶ νὰ μεμφθῶ, ἢ νὰ κατηγορήσω κανένα —ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1873 δὲν παρουσιάζει αὐτὸ τὸ ποσὸν τῶν δαπανῶν, τὸ ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ ἡμῶν ὑπέβαλεν ὑπ’ ὄψιν μας· τοὐναντίον, τὸ ποσὸν τῶν 35,929,035 δρ. τῆς χρήσεως τοῦ 1873 μὲ τὰς πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι κατόπιν ἐζητήθησαν, ἀνέρχεται εἰς 37,436,281 δραχμῶν. Ἀπορῶ δὲ πῶς ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, λίαν ἀξιεπαίνως εἰργάσθη εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τῆς χρήσεως τοῦ 1874 κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου, τὴν ἐμπεριεχομένην ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1874, τῷ ὑποβληθέντι παρὰ τοῦ κ. Χρηστίδου, φέρουσαν τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ τοῦ ἰδίου κ. Χρηστίδου, κατὰ τὴν ὁποίαν προϋπελογίσθησαν μὲν 35,929,035 δραχμῶν, ἐζητήθησαν δὲ μετὰ ταῦτα δι’ εἰδικῶν νόμων καὶ διαταγμάτων πιστώσεις ἐκ δρ. 586,500, καὶ μεματεφέρθησαν ἐκ προγενεστέρων χρήσεων 110,406 δραχμῶν τὸ ὅλον 36,625,941. Ὁ κ. Χρηστίδης λοιπὸν, ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ 1873, μᾶς βεβαιοῖ διὰ τῆς προσωρινῆς καταστάσεως τῆς χρήσεως ἐκείνης μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1873, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῶ, ἐξόδων τοῦ 1873 ἐπιβαρύνεται μὲ τὸ ποσὸν τῶν 36,925,641 δραχμῶν, ἐνῷ ἡ ἐπιτροπὴ παραδέχεται μόνον τὸ πρῶτο, κονδύλιον τὸ προϋπολογισθὲν, δηλ. τὸ ἀνερχόμενον εἰς 35,929,035. Ἀλλ’ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 36,625,941 πρέπει νὰ προστεθῶσιν εἰσέτι 810,340 δραχμῶν, αἵτινες ἐζητήθησαν δι’ εἰδικῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας ἐγὼ ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν σύνοδον τοῦ 1874, καὶ πρῶτον τὴν 20 Φεβρουαρίου 1874 ὑπέβαλον νομοσχέδιον ἐκτάκτου πιστώσεως δραχμῶν 103,500, κατὰ τὴν ἰδίαν συνεδρίασιν ὑπέβαλον νομοσχέδιον ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως δρ. 335,000, τὸ ὅλον 438,500· κατὰ δὲ τὴν 28 Μαρτίου 1874 ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν ἕτερον νομοσχέδιον ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως 371,840 δραχμῶν διὰ τὴν ἀποπληρωμὴν τοῦ τόκου καὶ τοῦ χρεωλυσίου τῶν ἐσωτερικῶν δανείων, διότι, ὡς γνωρίζετε, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1873 ὁ τόκος καὶ τὸ χρεωλύσιον εἶχε σημειωθῇ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Δεληγεώργη ἐπὶ τῇ βάσει συμβάσεων, αἵτινες εἶχον συνομολογηθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης μετὰ τῆς Ἐθνικῆς καὶ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, καὶ αἵτινες δὲν εἶχον ψηφισθῆ, κατόπιν δὲ ἡ πληρωμὴ ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων συμφωνιῶν. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι δὲν περιελήφθη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1873 ἓν ποσὸν ἀναπόφευκτον ἐκ 371,840 δραχμῶν, διὰ τὸ ὁποῖον ἐξ ἀνάγκης ἐζητήθη ἀναπληρωτικὴ πίστωσις. Ὅτε δὲ ὑπέβαλον τὴν πίστωσιν ἐκείνην εἰς τὴν Βουλὴν, ὁ ἀξιότιμος κ. Δεληγεώργης μοὶ ἀπηύθυνε τὴν ἑξῆς παρατήρησιν, κατὰ τὰ στενογραφήματα: «Αὐτὸ νομίζω, κ. ὑπουργὲ, δὲν ἐπιτρέπεται.» Ἐγὼ δὲ τὸν ἠρώτησα διατί; μοὶ ἀπήντησεν ὁ κ. Δεληγεώργης «διότι μόνον ὅταν ἀκυρωθῶσιν αἱ συμβάσεις.» Ἀλλ’ ἐγὼ ἀνταπήντησα εἰς τὸν κ. Δεληγεώργην: «Ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν μοὶ εἶπεν, ὅτι εἶχε γείνει ἡ πληρωμὴ τοῦ ποσοῦ τούτου, καὶ ἡ πίστωσις ζητεῖται πρὸς τακτοποίησιν τῆς γενομένης πληρωμῆς.» Ὁ κ. Δεληγεώργης ἀπήντησεν: «Ἄλλος λόγος.» Εἷς δὲ βουλευτὴς ἠρώτησε: Πότε ἐπληρώθησαν; Καὶ ἐγὼ ἀπήντησα: «Αὐτὰς τὰς πληροφορίας ἔλαβον ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν· οἱ τόκοι καὶ τὸ χρεώλυτρον ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσιν εἰς ὡρισμένην προθεσμίαν· ἡ προθεσμία ἔληξε καὶ ἡ πληρωμὴ ἐγένετο· πρᾶγμα ἁπλούστατον καὶ φυσικώτατον, ἐὰν αἱ συμβάσεις κυρωθῶσι θὰ ἰσχύσωσι διὰ τὸ μέλλον ἢ ἂν ἰσχύσωσι καὶ διὰ τὸ παρελθὸν, τότε ἡ Τράπεζα, ἡ ὁποία ἔλαβε τὰ ποσὰ αὐτὰ, ὀφείλει νὰ τὰ ἐπιστρέψῃ βεβαίως, καὶ θὰ τὰ ἐπιστρέψῃ.» Καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης ἀνταπήντησεν: «Ὑπ’ αὐτὸν τὸν ὅρον μάλιστα.» Ἔκαμον αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν, κύριοι, διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἡ πληρωμὴ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐζήτησα διὰ τῆς εἰρημένης πιστώσεως, δὲν ἦτο οὔτε αὐθαίρετος, οὔτε ἀδικαιολόγητος. Ὅταν λοιπὸν προσθέσωμεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 36,925,941, τὸ ὁποῖον περιέχεται εἰς τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ κ. Χρηστίδη, καὶ τὸ ποσὸν τῶν ἀναπληρωτικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων, τὰς ὁποίας ἐγὼ ὑπέβαλον εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1873 ἐκ δραχ. 810,340, ἔχομεν τὸ ποσὸν τῶν 37,436,281. Λοιπὸν ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως 1873 ἐπιβαρύνεται οὐχὶ μὲ 35,929,035, ἀλλὰ μὲ 37,436,281 δραχμάς.

§44ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αἱ πιστώσεις, τὰς ὁποίας ἐζητήσατε, ἐζητήθησαν διαρκούσης τῆς χρήσεως;

§45ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, διαρκούσης.

§46ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τότε λοιπὸν, παρὰ νὰ κάμητε αὐτοὺς τοὺς ὑπολογισμοὺς, εἶναι πολὺ εὐκολώτερον καὶ ἐπισημότερον νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸν παρουσιασθέντα ἀπὸ τοὺς διαδόχους μας ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1873, ὁ ὁποῖος ἀναφέρει, ὅτι τὸ ὁλικὸν ποσὸν τῶν πληρωμῶν, τὰς ὁποίας ἐπροκάλεσεν ἡ χρῆσις, ἀνέρχεται εἰς 36,040,003 δραχμάς.

§47ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων καὶ οὐχὶ τῶν πραγματοποιηθέντων, διότι βεβαίως, ὅπως τὸ 1873 δὲν ἐπραγματοποιήθησαν πᾶσαι αἱ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμέναι πιστώσεις, οὕτω καὶ κατὰ τὸ 1874 ἐπίσης δὲν ἐπραγματοποιήθησαν ὅλαι αἱ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ σημειούμεναι δαπάναι. Ἔκαμα αὐτὴν τὴν σύγκρισιν, διότι ἡ ἐπιτροπὴ λέγει, ὅτι ὁ μὲν προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ 1873 περιέχει ἔξοδα προϋπολογισθέντα 35,929,035, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς τοῦ 1874 περιέχει τοιαῦτα ἐκ 41,800,000, ἤτοι ἐπὶ πλέον κατὰ δραχ. 5,970,935, ὅπερ δὲν εἶναι ἀκριβές. Ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ 1874, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος κ. Χρηστίδης, ἀληθῶς περιεῖχε τὸ ποσὸν, ὅπερ ἀναγράφεται ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἡμετέρας ἐπιτροπῆς ἐκ 38,402,455. Ὅταν ἐγὼ διεδέχθην τὸν κ. Χρηστίδην, ἢ μᾶλλον ὅταν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη διεδέχθη τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Δεληγεώργη, ἡ Κυβέρνησις τοῦ κυρίου Βούλγαρη ἐξήτασεν ἐκ νέου τὸν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Δεληγεώργη ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν καὶ ἐπὶ τούτου ἔκαμε μεταβολάς τινας, ἐκ τῶν μεταβολῶν δὲ ἐκείνων προέκυψεν ἓν πλεόνασμα ἐξ 1,939,214 δραχμῶν ἐπομένως ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων, ὅπως ἐτροποποιήθη ἀπὸ ἡμᾶς, περιέχει τὸ ποσὸν 40,341,669 δρ. Τὸ ποσὸν βεβαίως φαίνεται ὑπέρογκον καὶ δύναται ἐκ πρώτης ὄψεως νὰ ἐκπλήξῃ τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ἐὰν ἀνατρέξῃ τις εἰς τὰς ἐκθέσεις τῶν διαφόρων ὑπουργείων, τὰ ὁποῖα ἐπέφερον αὐτὴν τὴν αὔξησιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874 διὰ τῶν νέων δηλώσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ πεισθῇ, ὅτι πᾶσαι αἱ δαπάναι εἰσὶν ἀποχρώντως δεδικαιολογημέναι. Καὶ πρῶτον προσέθεσα ἐγὼ ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τούτου δρ. 1,178,966 διὰ τὸν τόκον καὶ τὰ χρεωλύσια τοῦ ἐξωτερικοῦ χρέους, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσι κατὰ τὰς ὑπαρχούσας συμφωνίας καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συμβάσεων, τὰς ὁποίας εἶχε συνομολογήσει, ὡς προεῖπον, ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Δεληγεώργη μὲ τὴν Ἐθνικὴν καὶ Πιστωτικὴν Τράπεζαν, καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν ἐκυρώθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων εἶχε προσδιορίσει τὸ προκάτοχον ἡμῶν ὑπουργεῖον τὴν πληρωμὴν τοῦ τε τόκου καὶ τοῦ χρεωλύτρου. Βλέπετε λοιπὸν ἀμέσως ἓν ποσὸν σημαντικὸν καὶ ἀναπόφευκτον ἐκ δρ. 1,178,966, προστεθὲν εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν προσετέθη ἓν ποσὸν ἐξ 180,000 δρ. διὰ τὴν ἀνασύστασιν τῶν πρεσβειῶν. Περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου θὰ λαλήσω εἰδικῶς. (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κύριος Σοῦτσος). Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν προσετέθη ἓν ποσὸν ἐκ δρ. 329, 140. Ἀλλ’ αὐτὸ, κύριοι, δὲν εἶναι αὔξησις, ἐξ ἐναντίας μάλιστα ἐκ τῶν μεταβολῶν, τὰς ὁποίας ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ κ. Βούλγαρης, ἐπέφερεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου του, προκύπτει ἐλάττωσίς τις κατὰ χιλίας δραχμὰς περίπου, συγκριτικῶς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, ὃν εἶχεν ὑποβάλει ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ κ. Δεληγεώργης. Τὸ προστεθὲν δὲ ποσὸν τῶν 329,140 δραχ. εἶναι αʹ) διὰ τὴν συνδρομὴν τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, ἐκ 280,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἤμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώσωμεν καὶ ἐπληρώσαμεν, καὶ βʹ) 50,000 διὰ τὴν μετασκευὴν τοῦ ἐν Αἰγίνῃ φρενοκομείου εἰς σωφρονιστήριον. Ἀλλὰ τοῦ ποσοῦ τούτου δὲν ἐγένετο χρῆσις. Προσέθηκε λοιπὸν ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Βούλγαρης εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ ὑπουργείου δραχμὰς 329,140 ἐπὶ πλέον, ἐνῷ ἡ ἀποζημίωσις τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας καὶ ἡ προϋπολογισθεῖσα δαπάνη τῆς μετασκευῆς τοῦ ἐν Αἰγίνῃ φρενοκομείου εἰς σωφρονιστήριον ἀνέρχεται εἰς 330 χιλιάδας, καὶ ἀντὶ νὰ αὐξηνθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν μὲ ἴσον ποσὸν, ηὐξήθη κατὰ δραχ. 329,140, ἄρα προέκυψεν ἐλάττωσις κατὰ 1,000 δρ. περίπου εἰς τὸν προσδιορισμὸν δαπανῶν τινων. Προσετέθησαν καὶ ἄλλα τινὰ ποσὰ εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν τακτικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ διὰ τὰ ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας, τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς 250,000 δραχ. περίπου, ἀλλ’ αἱ προσθῆκαι αὗται δὲν ἐπραγματοποιήθησαν κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος. Διὰ τῆς δηλώσεως λοιπὸν, τὴν ὁποίαν τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη δι’ ἐμοῦ ὡς ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1874 ἀπὸ 38,402,455 ὡς εἶχε προϋπολογίσει αὐτὰ τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη, ἀνεβιβάσθησαν εἰς 40,341,669 δραχμῶν. Μετὰ τὴν ἀποχώρησίν μου ἐκ τοῦ ὑπουργείου, ὁ διάδοχός μου κ. Νικολόπουλος ὑπέβαλεν νέαν δήλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, τὴν σχηματισθεῖσαν μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς τοῦ κ. Δεληγεώργη, ἐκ δραχμῶν 1,084,600. Ἐπομένως ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1874 παρουσιάζει ἐν συνόλῳ δαπάνας 41,426,229.

§48ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ὀλιγώτερον παρ’ ὅτι ἐδέχθη ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ.

§49ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει λοιπὸν μία διαφορὰ μεταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Δεληγεώργη, καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἀνακαινισθέντος ἀπὸ τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν τοῦ κ. Βούλγαρη, ἐπὶ πλέον 3,023,774 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ αὕτη, κύριοι, προέρχεται ἐκ τῶν ἑξῆς ἀναποφεύκτων προσθηκῶν, τὰς ὁποίας καμμία Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ παραλείψῃ. Ἀλλὰ πρὸ τούτου παρατηρῶ, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἥτις ὑπέβαλε τὴν περὶ αὐτοῦ ἔκθεσίν της περὶ τὰ τέλη Μαρτίου 1874, ἡ προεδρευομένη τὸ πρῶτον μὲν ἀπὸ τὸν ἔντιμον συνάδελφόν μας κ. Ζωχιὸν, κατόπιν δὲ ἀπὸ τὸν ἔντιμον νῦν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν κ. Σωτηρόπουλον, οὐδεμίαν ἐλάττωσιν ἀξίαν λόγου, οὐδεμίαν μεταβολὴν σπουδαίαν ἐπέφερεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη τροποποιήσασα ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος, καὶ μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς μας, δὲν ἐσυζητήθη διὰ τοὺς γνωστοὺς λόγους, ἐπῆλθε δὲ κατόπιν ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, καὶ οὕτως ἔμεινεν ἀσυζήτητος μέχρι τοῦ 9βρίου 1874, ὅτε ἡ νέα ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ, ἡ προεδρευομένη ἀπὸ τὸν βουλευτὴν Παρνασσίδος κ. Σιμόπουλον καὶ περιέχουσα ὡς μέλος αὐτῆς καὶ τὸν τότε βουλευτὴν Τήνου κ. Δρόσον, ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της εἰς τὴν Βουλὴν χωρὶς νὰ ἐπιφέρῃ καὶ αὐτὴ καμμίαν μεταβολὴν εἰς τὰς πιστώσεις, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη ἐζήτησεν, καίτοι διὰ τῆς δηλώσεως ἐμοῦ, ὡς ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τῆς ὑποβληθείσης τὸν Μάρτιον τοῦ 1874, καὶ διὰ τῆς δηλώσεως τοῦ διαδεξαμένου με κ. Νικολοπούλου, τῆς ὑποβληθείσης τὸν Νοέμβριον ἰδίου ἔτους, ἐζητήθησαν πιστώσεις ἀνώτεραι, ὡς εἶπον, κατὰ δραχ. 3,023,774 τοῦ παρὰ τοῦ ὑπουργείου Δεληγεώργη ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ, καὶ ἡ Βουλὴ ἐπεψήφισεν πάσας ταύτας τὰς δαπάνας ὡς ἀναγκαίας, ὡς ἀναποφεύκτους, κατὰ τὴν γνωστὴν συνεδρίασιν τῆς 30 Νοεμβρίου· ἐν τῇ ἐκθέσει δὲ αὐτῇ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τῆς τελευταίας, εὑρίσκω ὅτι, διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ χρεωλυσίου καὶ τῶν τόκων τοῦ ἐσωτερικοῦ δανείου, ἐπαρουσιάσθη ἀνάγκη νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν οὐχὶ 1,178,966, ὅσα ἐγὼ εἶχον προσθέσει εἰς τὴν δήλωσίν μου, ἀλλὰ 1,215,966, διότι τόσα ἀπῃτοῦντο διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν. Δευτέρα προσθήκη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἐξ 176,000 δρ. ἐγένετο διὰ τὴν πληρωμὴν τόκων προσωρινῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ἐντὸς τοῦ ἔτους 1874 συνωμολόγησεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη, διότι τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ἐμπεριείχετο ἀναντιῤῥήτως, οὔτε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Χρηστίδης, οὔτε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τὸν ὁποῖον ἐγὼ ὑπέβαλον τροποποιημένον περὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ Μαρτίου 1874· τὰ δάνεια ταῦτα συνομολογήθησαν ἀκολούθως. Ἐθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι ὅταν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη διεδέχθη τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Δεληγεώργη παρουσιάσθημεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐξεθέσαμεν ἐν συνόψει, οὐχὶ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, ἀλλὰ τὴν χρηματικὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν διετέλει τὸ δημόσιον ταμεῖον, παρετηρήσαμεν δὲ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, διὰ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀναποφεύκτους ἀνάγκας τῆς Κυβερνήσεως, νὰ συνομολογήσωμεν δάνειον ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν 2½ ἑκατομμυρίων. Ὁ τόκος λοιπὸν αὐτῶν τῶν δανείων, περὶ τῶν ὁποίων ἐγκαίρως ἔλαβε γνῶσιν ἡ Βουλὴ, ἀνέρχεται εἰς 176,000 δραχμῶν καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο προσετέθη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὡς ἀναπόφευκτον. Τρίτη προσθήκη, ἐπίσης σπουδαία, εἶναι ἡ προσθήκη 400,000 δραχμῶν διὰ τὰ ἔξοδα τῆς νέας Βουλῆς. Ὁ προϋπολογισμὸς ὁ ὑποβληθεὶς ἀπὸ τὸν κ. Χρηστίδην περιεῖχε τὸ ποσὸν τοῦτο, ἀλλὰ ἐδαπανήθη διὰ τὴν διαλυθεῖσαν Βουλήν· διὰ τὴν νέαν Βουλὴν ἀπῃτεῖτο ἑτέρα δαπάνη ἰσόποσος, καὶ ἐπειδὴ ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1874, ἐσημειώθη κατ’ ἀναπόφευκτον ἀνάγκην καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 400,000 δραχμῶν. Τέταρτον ποσὸν, προστεθὲν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, εἶναι τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 200,000 περίπου διὰ τὴν σύστασιν τῶν πρεσβειῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ἐφεξῆς. (Ἐνταῦθα ἐπαναλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ κ. Ζαΐμης). Πέμπτον ποσὸν, ἀναπόφευκτον καὶ τοῦτο, εἶναι ἡ προσθήκη 280,000 δραχ. διὰ τὴν συνδρομὴν τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας. Ὁ προϋπολογισμὸς ὁ ὑποβληθεὶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Δεληγεώργη δὲν περιεῖχε τὸ ποσὸν τοῦτο, ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς, ὁ ὑποβληθεὶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Βούλγαρη, περιεῖχε τὴν δαπάνην ταύτην, διότι ἦτο δαπάνη ὑποχρεωτικὴ διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Ἕκτον ποσὸν, προστεθὲν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, εἶναι τὸ ποσὸν, περὶ οὗ καὶ πρότερον ἐποίησα λόγον, διὰ τὴν μετασκευὴν τοῦ ἐν Αἰγίνῃ φρενοκομείου εἰς σωφρονιστήριον, ἐκ 50,000 δραχμῶν. Ἕβδομον ποσὸν, προστεθὲν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, διὰ διατροφὴν ὑποδίκων, δι’ ἀποζημιώσεις ἐνόρκων, διὰ μεταφορὰν ἀνακριτικῶν ὑπαλλήλων, δι’ ἔξοδα μεταθέσεως ὑπαλλήλων, καὶ ἔξοδα ἀναθεωρήσεως τοῦ ἀστικοῦ Κώδικος, ἐξ 140,000 δραχμῶν. Ὄγδοον ποσὸν, ἄξιον λόγου καὶ τοῦτο, εἶναι τὸ προστεθὲν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δι’ ἱματισμὸν ἐξ 80,000 δραχμῶν. Τελευταῖον δὲ προσετέθη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως διὰ μὲν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ λαυρίου ποσὸν ἐκ 40,000 δραχμῶν, διὰ δὲ τὰς ἀποδοχὰς χαρτοσήμου 50,000. Ὁ κ. Χρηστίδης εἶχεν ὑπολογίσει τὸ κονδύλιον τοῦτο εἰς δραχ. 800,000, ἡμεῖς δὲ εἰς 850,000, διότι προϋπελογίσαμεν καὶ τὴν κατανάλωσιν τοῦ χαρτοσήμου εἰς ποσὸν ἀνώτερον. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι αἱ δαπάναι, αἱ ἀναπόφευκτοι, τὰς ὁποίας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παραλείψῃ καμμία Κυβέρνησις, αἱ προστεθεῖσαι ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὑποβληθέντα ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη, ἀνέρχονται εἰς δρ. 2,631,966, ἐκτὸς ἄλλων μικρῶν ποσοτήτων, ἀναποφεύκτων ὅμως καὶ τούτων, περὶ ὧν κρίνω περιττὸν νὰ κάμω ἰδιαιτέρως λόγον. Ὅταν δὲ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 2,631,966 προσθέσωμεν καὶ δύω ἄλλα ποσὰ ἐπίσης σημαντικὰ, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιβαρύνουν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1873, ἐπιβαρύνουν ὅμως τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874 κατ’ ἀναπόφευκτον ἀνάγκην, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι ἀ.) τὸ ἀποδοθὲν ἐπιπλέον εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἐξ 874,000 δραχμῶν, περὶ τοῦ ποσοῦ δὲ τούτου ποιεῖται μνείαν καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἡμῶν, διότι τὸ 1873, τὸ ἀποδοθὲν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας συνίσταται εἰς δραχ. 1,350,000, ἐν ᾧ διὰ τὸ 1874 ἀνέρχεται εἰς δρ. 2,224,000, ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῶν πόρων τῆς ὁδοποιΐας, καὶ βʹ.) τὸ ἕτερον ποσὸν τὸ προκύπτον ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων, ἢ μᾶλλον ἐκ τῆς καταργήσεως τῆς ἐλαττώσεως αὐτῆς, ὅπερ ἐπιβαρύνει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874, ἐν ᾧ δὲν ἐπιβαρύνει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1873, διότι τότε ὑπῆρχεν ἐν ἰσχύϊ ἡ κράτησις, καὶ τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς 560,000 δραχμῶν, ἔχομεν ἐν συνόλῳ ἕν ποσὸν ἐκ 4,065,966· ὅταν δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο προσθέσητε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1873, τὸν περιέχοντα μετὰ τῶν ὑποβληθεισῶν εἰς τὴν Βουλὴν ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων 37,436,281, θὰ ἔχητε τὸ ἄθροισμα 41,502,247 δραχμάς. 41,426,229 λοιπὸν περιέχει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1874.— Δραχ. 41,502,247 ἤθελε περιέχει καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1873, ἐὰν ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ φέρῃ τὰ βάρη, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1874 ἦτο ἠναγκασμένος νὰ ὑποκύψῃ, ὡς ἐξέθεσα ἤδη λεπτομερῶς. Ποῦ λοιπὸν εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν 2 προϋπολογισμῶν τοῦ 1873 καὶ 1874; ἡ διαφορὰ τῶν 5 ἑκατομμυρίων, ἡ ὁποία δικαίως σᾶς ἐπέπληξε καὶ σᾶς ἀνησύχησε. Ποῦ λοιπὸν ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑποβληθέντος παρὰ τοῦ κ. Χριστίδου, καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑποβληθέντος ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη ἐκ 3 περίπου ἑκατομμυρίων; Βεβαίως ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ κ. Χρηστίδου περιέχει 38,402,455· ἀναντιῤῥήτως ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη, περιλαμβάνει 41,426,229, ἀλλὰ σᾶς ἐδικαιολόγησα μίαν πρὸς μίαν τὰς προστεθείσας δαπάνας καὶ ἀπέφυγον νὰ κάμω μνείαν περὶ ἄλλων μικροτέρων δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνέρχονται καὶ αὗται εἰς 250 χιλ. δραχμάς.

§50ΑΝ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Περὶ τοῦ ζητήματος τῶν πρεσβειῶν δὲν ἐκάματε λόγον.

§51ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ κάμω περὶ ὅλων. Ἰδού, κύριοι, διατί παραπονοῦμαι κατὰ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, διότι ἡ ἔκθεσις αὐτῆς εἶναι ἓν κατηγορητήριον, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ παρατηρήσω, κατηγορητήριον, κατ’ ἐμέ, ἐντελῶς ἄδικον. Ἀλλά, κύριοι, ἐδαπανήθησαν αὐτὰ τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα ἐσημειώθησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1874; ἤγουν ἐδαπανήθη τὸ ποσὸν τῶν 41, 426,229; Ἐπέρχεται τῷ ὄντι τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον μᾶς παρουσιάζει ἡ ἐπιτροπὴ ἐν τῇ ἐκθέσει της μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων ἐκ 4,496,970 δραχμῶν; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ! Μὴ τρομάζετε, κύριοι, οὐδὲν ἔλλειμμα ὑπάρχει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1874, ἀπολύτως οὐδέν· ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1874 παρουσιάζεται ἐν ἰσοῤῥοπίᾳ. Ἐπανέλαβον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ προϋπολογισμός, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἐτροποποίησα ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνέβη εἰς 40,341,669. Σᾶς προσέθεσα ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος κατὰ τὴν 30 Νοεμβρίου ἀνεβιβάσθη εἰς 41,426,229 δραχμάς, διότι ὑπεβλήθη νέα δήλωσις ἀπὸ τὸν κ. Νικολόπουλον ἐξ 1,084,600, καὶ τὴν προσθήκην αὐτὴν ἀπεδέχθη ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, ἡ προεδρευομένη, ὡς εἶπον, ἀπὸ τὸν κ. Σιμόπουλον καὶ ἡ περιέχουσα ἐν τοῖς κόλποις αὑτῆς τὸν κ. Δρόσον, ὡς ἀναγκαίαν, ὡς ἀναπόφευκτον. Ὁ προϋπολογισμὸς λοιπόν, ὡς σᾶς εἶπον, ὁ ψηφισθεὶς κατὰ τὴν 30 Νοεμβρίου, ὡς ἐψηφίσθη, δὲν εἶναι δὲ τοῦ παρόντος χρόνου νὰ ἐξετασθῇ πῶς ἐψηφίσθη, περιέχει 41,426,229, ὁ δὲ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ἔντιμος κ. Σωτηρόπουλος, μᾶς ζητεῖ δι’ αὐτῆς τῆς δηλώσεως, τὴν ὁποίαν μᾶς ὑπέβαλε, 41,896, 970· τουτέστι μᾶς ζητεῖ περιπλέον 470,741 δραχμάς. Καὶ μ’ ὅλον τοῦτο πάλιν ἡσυχάσατε, δὲν ὑπάρχει ἔλλειμμα.

§52ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ. Ὑπάρχει διαφορὰ ὡς πρὸς τὰς ζητουμένας πιστώσεις.

§53ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ βιάζεσθε, θὰ σᾶς εὐχαριστήσω καθ’ ὅλα καὶ δὲν πιστεύω ὅτι θὰ ἔχετε δίκαιον εὐτυχῶς. Ὑπάρχει λοιπὸν τῷ ὄντι διαφορὰ μεταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Σωτηρόπουλος μᾶς ζητεῖ ἐπὶ πλέον κατὰ 470,741 δραχμάς· ἄρα τὸ συμπέρασμα, κατὰ τὴν ἐπιτροπήν, εἶναι ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐδαπάνησεν ὄχι μόνον ὅσα τῆς ἐσυγχώρησεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν περιβόητον συνεδρίασιν τῆς 30 Νοεμβρίου, ἀλλὰ καὶ περιπλέον 470,000· αὐτὸ δὲν ἐννοεῖτε; Κύριοι, ἀληθὲς εἶναι ὅτι ἡ Βουλὴ τὴν 30 Νοεμβρίου ἐψήφισε 41,426,229 δραχμάς· εἶναι ἀληθὲς ἐπίσης ὅτι ὁ νῦν διευθύνων εὐτυχῶς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν κ. Σωτηρόπουλος μᾶς ζητεῖ ἐπὶ πλέον 470,741, ἐπειδὴ εἶναι ἐξοικειωμένος πολὺ μὲ τὴν τάξιν καὶ ζητεῖ αὐτὰς τὰς πιστώσεις διὰ νὰ τακτοποιηθῶσιν οἱ λογαριασμοί του καὶ κάμετε καλὰ σᾶς λέγει· θέλετε καταδηλώσατε τὰς ὑπερβάσεις εἰς βάρος τῶν ὑπουργῶν ἐκείνων, θέλετε χαρίσατέ τας. Ἀλλά, κύριοι, ὅταν λάβετε ὑπ’ ὄψιν, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸ πιστεύσητε, διότι εἶναι αὐταπόδεικτον, ὅτι μεταξὺ τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας ὁ κ. Σωτηρόπουλος μᾶς ζητεῖ, ἐμπεριλαμβάνονται καὶ 3,510,000 ἀνήκοντα εἰς κεκλεισμένας καὶ διαγεγραμμένας χρήσεις, ποσὸν τὸ ὁποῖον ἐπληρώθη ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 26 ἑκατομ. φράγκων ἢ δραχμῶν· ὅταν λάβετε τοῦτο ὑπ’ ὄψιν καὶ ἀφαιρέσετε ἑπομένως τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπιβαρύνουν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874, ἀλλ’ ἀνήκουσιν εἰς διαφόρους χρήσεις ἀπὸ τοῦ 1859 καὶ ἐντεῦθεν, θὰ ἴδετε ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1874 ἐδαπάνησε μόνον 38,386,970 δραχμάς, τοὐτέστι ὀλιγώτερον ἀπὸ ὅ,τι ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ τὴν 30 Νοεμβρίου, κατὰ 3,039,259. Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἡ ὑπέρβασις, κύριοι συνάδελφοι; Ποῦ εἶναι τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἐτρόμαξε τὴν ἐπιτροπὴν, ὡς ἐτρόμαξε καὶ ἡμᾶς ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς; τὰ 3½ ἑκατομ. ἐπληρώθησαν ἀπὸ ἐκτάκτους πόρους ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 26 ἑκατ. Εἶναι οὕτω, κύριε ὑπουργέ;

§54ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Μάλιστα, οὕτως εἶναι.

§55ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν λοιπὸν ἀφαιρέσετε, κύριοι, αὐτὸ τὸ ποσὸν, τί ἔχετε εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1874; ἔχετε 38,386, 970, οὔτε παραπάνω, οὔτε παρακάτω.

§56ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐπειδὴ συχνὰ μὲ ἐπικαλεῖσθε, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀφαιρέσητε 1,200,000 δραχμὰς, αἱ ὁποῖαι σημειοῦνται εἰς τὰ ἔσοδα ἐξ ἐπιστροφῆς χρημάτων, διότι αὐτὰ εἶναι διὰ τὴν λογιστικὴν τάξιν ἁπλῶς σημειωμένα· ἑπομένως τὰ ἔσοδα τοῦ 1874 τὰ πραγματικὰ εἶναι 36,200,000 περίπου.

§57ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα τὸ ποσὸν αὐτὸ, κ. ὑπουργὲ, τὸ ἐξ ἐπιστροφῆς χρημάτων, ἐμπεριλαμβάνεται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ἀλλ’ ὅμως αὐτὸ ἔγεινεν ἔσοδον ἤδη, διότι ἀπεδόθη ἀπὸ τὰ 3,510,000 εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον εἶχε προκαταβληθῆ πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὰ ἄλλα ὑπουργεῖα.

§58ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἀφοῦ δὲν ἐγγράφετε ὅλα τὰ ἔξοδα, πρέπει νὰ ἐλατώσητε τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα πραγματικῶς δὲν ἐπληρώθησαν, διότι δὲν εἶχον προπληρωθῆ καὶ διότι ἐπεστράφησαν καὶ ἐσημειώθησαν ὡς ἔσοδα· εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς, τοὺς ὁποίους ἐκάματε, δὲν θέλετε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰ πληρωθέντα ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων, ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν καὶ αὐτὸ τὸ κονδύλιον, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἀπὸ κεκλεισμένας χρήσεις.

§59ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ διατείνομαι ὅτι, κατὰ τὸν ὁποῖον ὑμεῖς ὑπεβάλατε προϋπολογισμὸν, τὰ μὲν ἔσοδα εἶναι δραχ. 37,400,000, τὰ δὲ ἔξοδα δραχμὰς 41,896,970, ἐξ ὧν πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσι δραχ. 3,510,000 δι’ ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, καὶ ἑπομένως αἱ πραγματικαὶ δαπάναι τοῦ 1874 ἀνέρχονται εἰς 38,386,970· ἄρα μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων ὑπάρχει ἔλλειμμα 986,970, καὶ τοῦτο διότι δὲν εἰσεπράχθησαν ὅλα τὰ βεβαιωθέντα ἔσοδα.

§60ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγω ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 3 ἑκατομμυρίων 510 χιλιάδων εἶχε χορηγηθῆ παρὰ τῆς πρώην Βουλῆς δι’ ἑνὸς νόμου ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐθεωρήθησαν ἄκυροι· ὅταν ἦλθεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ τοῦ κ. Τρικούπη εὗρεν ἐκ τῶν πιστώσεων αὐτῶν πραγματοποιημένα πολλὰ ποσά, ἀλλ’ ἓν μέρος δὲν εἶχε πραγματοποιηθῆ· δὲν ἠθέλησε λοιπὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν πληρωμὴν τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἔμειναν καθυστεροῦντα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι ἐχορηγήθησαν· διὰ νὰ μὴ σταματήσῃ ὅμως τὴν πληρωμὴν, ἐπροκάλεσε Διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου ἔλαβε πίστωσιν καὶ ἐξηκολούθησε τὴν πληρωμήν. Ἐγὼ τὰ εὑρίσκω πληρωμένα, καὶ διὰ νὰ πληρωθοῦν θὰ εἰπῇ ὅτι ὑπῆρξαν πόροι τακτικοὶ ἢ ἔκτακτοι ἐξ ὧν ἐπληρώθησαν, ἀλλὰ διὰ νὰ πληρωθοῦν πρέπει νὰ ζητηθοῦν πιστώσεις· αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά.

§61ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπόν, κύριοι, ἐπανέρχομαι εἰς τὴν σειρὰν τοῦ λόγου μου, καὶ θὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. ὑπουργός. Καθὰ ἐξέθηκα ἤδη μεταξὺ προϋπολογισμοῦ ἐσόδων καὶ ἐξόδων ὑπάρχει ἓν ἔλλειμμα 986,970 δραχμῶν· ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. ὑπουργὸς μοὶ ἔκαμε τὴν παρατήρησιν ὅτι τὸ ποσὸν 1,200,000 δραχμῶν πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, διότι δὲν εἶναι ἔσοδα πραγματικά, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει μένουν ὡς ἔσοδα πραγματικὰ εἰσπραχθέντα ἐντὸς τῆς χρήσεως τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ μᾶς προσδιορίζει, ἤτοι 36,200,000 δραχμῶν, παρατηρῶ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ναὶ μὲν αὐτὸ εἶναι τὸ εἰσπραχθὲν ποσὸν κατὰ τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν μᾶς ὑπέβαλε, μέχρι τέλους 8βρίου 1875, ἤγουν 36,200,000, ἀλλ’ εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι τὰ βεβαιωθέντα κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1874 ἀνέρχονται εἰς 39 περίπου ἑκατομ. δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἰσοδημάτων τινῶν ἡ βεβαίωσις ἐγένετο πολὺ ἀργὰ, ὡς σᾶς εἶπον, ἔμειναν πολλὰ καθυστερήματα, τῶν ὁποίων ὅμως ἡ εἴσπραξις δὲν εἶναι δύσκολος, διότι.......

§62ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). Διὰ νὰ μὴ κοπιάζετε σᾶς λέγω ὅτι τὰ καθυστεροῦντα, τὰ ὁποῖα ἀφῆκεν ἡ χρῆσις τοῦ 1874, ἀναβαίνουν εἰς 2,926,000.

§63ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν ἐὰν προσθέσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὰ εἰσπραχθέντα ἐκ δραχ. 36,200,000, ἔχομεν τὸ ὅλον 39,126,000, δηλαδὴ ὑπερέβημεν τὰ προϋπολογισθέντα ἔσοδα· διότι ἂν προσθέσωμεν καὶ τὸ προϋπολογισθὲν ἔσοδον ἐκ τοῦ Λαυρίου ἐκ δραχ. 2,000,000, ἔχομεν 41,126,000, ἀντὶ τῶν προϋπολογισθέντων 40 ἑκατομμυρίων. Τὶ ἐδαπανήσαμεν; 38,586,970· ἄρα ἔχομεν, κύριοι, καὶ πλεόνασμα. Τοῦτο παρουσιάζουν οἱ ἀριθμοί, ἀρκεῖ νὰ εἰσπραχθῶσιν, ἂν ὄχι ὅλα τὰ βεβαιωθέντα, τοὐλάχιστον ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐβεβαιώθησαν ἐσχάτως. Ἀλλὰ, κύριοι, μετὰ τὰς γενικὰς ταύτας πληροφορίας καὶ ἐξηγήσεις εἶμαι ἤδη ἠναγκασμένος, συζητῶν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἡμῶν, νὰ εἰσέλθω καὶ εἰς τὰ καθέκαστα, διότι δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἐπαναλάβω τὸν λόγον. Ἡ ἐπιτροπή μας, ἐνῷ ἐν τῇ ἐκθέσει της ἀναφέρει ὅτι «δραχ. 4,536,935 ἐδαπανήθησαν ἐν γένει μὲν ἀντισυνταγματικῶς, ἤτοι ἄνευ προηγουμένης ἐγκρίσεως τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, εἰδικώτερον δὲ ἐχρησίμευσαν πρὸς περιποίησιν, ἢ διαφθορὰν προσώπων, ἢ πρὸς ἐξώφλησιν ὀφειλομένων ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων, ἅτινα ἐκ παρομοίων, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, λόγων πηγάζοντα»· ἐνῷ λέγει ἡ ἐπιτροπή μας, ὅτι τὸ σημαντικὸν τοῦτο ποσὸν τῶν 4,536,935 διεχειρίσθη τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1874 κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὅταν ἔλθητε εἰς τὰ καθέκαστα τί εὑρίσκετε; ὤδινεν ὄρος καὶ ἔτεκε μῦν! Καταλογίζει εἰς βάρος τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου 50,000 περίπου δραχμῶν, ἐκτὸς τῆς δαπάνης τῶν πρεσβειῶν περὶ τῆς ὁποίας θὰ γείνῃ εἰδικὸς λόγος. Ἰδοὺ, κύριοι, τὶ εὑρίσκει ἀδικαιολόγητον ἡ ἐπιτροπή μας, ὕστερον ἀπὸ αὐτὸν τὸν φοβερὸν ἀφορισμὸν, ὃν ἔκαμε περὶ τῶν 4,500,000 ὅτι ἐδαπανήθησαν κακὴν κακῶς πρὸς διαφθορὰν προσώπων καὶ συνειδήσεων, ὅτι τὸ μὲν ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐδαπάνησεν ἀδικαιολογήτως 8,772 δραχμῶν, τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν 16,319, καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν 25,390, τὸ ὅλον 50,592, ἐκτὸς τοῦ κονδυλίου τῶν πρεσβειῶν. Εἴμεθα εὐτυχεῖς, κύριοι, ἂν τῳόντι διαχειρισθέντες προϋπολογισμὸν ἐκ 40 ἑκατομ. ἐκάμαμεν ὑπέρβασιν 50 χιλ. δραχμῶν. Καὶ ἂν ἦναι ἀληθῶς ὑπέρβασις ἀδικαιολόγητος, ὀφείλομεν νὰ τὰς καταβάλωμεν εἰς τὸ ταμεῖον, διὰ νὰ μὴ τὸ ἐπαναλάβωμεν ἄλλην φορὰν, ἂν τυχὸν ἔλθωμεν εἰς τὰ πράγματα. Ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκ δραχ. 4,500,000 περίπου δραχμῶν, τὸν ὁποῖον διεχειρίσθη ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κ. Βούλγαρης, τοῦ ὁποίου τοὐλάχιστον τὴν προσωπικὴν τιμιότητα δὲν πιστεύω ν’ ἀμφισβητῇ οὐδεὶς, τί ἀφαιρεῖ ἡ ἐπιτροπή μας; Ἀπὸ τὸ Κεφάλ. Αʹ. ἄρθρ. 2 «ἔξοδα ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργείου» 2,500 δραχμῶν· ἀπὸ τὸ Κεφ. Γʹ. ἄρθρ. 3 «ἔξοδα ὑπηρεσίας διοικητικῆς ἀστυνομίας» 3,060· καὶ ἀπὸ τὸ ἴδιον Κεφάλαιον ἄρθρ. 5 «προσωπικὸν φυλακῶν» δραχ. 3,312. Μὰ, κύριοι, ἓν ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον διαχειρίζεται 4,500,000 δραχμῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι ἔκαμε ὑπέρβασιν ἀδικαιολόγητον ἐξ 8,000 δραχμῶν, Ἄρα δὲν ἐπαρουσιάσθη ἀνάγκη δικαιολογημένη, ἔστω καὶ πολιτικὴ, κύριοι; Διότι ἀφοῦ θέλομεν συνταγματικὸν πολίτευμα, πρέπει νὰ ὑποκύψωμεν καὶ εἰς τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἡ πολιτικὴ ἐπιβάλλει. Δὲν ἐπαρουσιάσθη, λέγω, ἀνάγκη νὰ γείνῃ ὑπέρβασις ὀλίγων χιλιάδων δραχμῶν εἰς 2–3 κονδύλια τοῦ προϋπολογισμοῦ; Ἄν, κύριοι, εὑρίσκετε ἀδικαιολόγητον ἓν τοιοῦτον ἀσήμαντον ποσὸν, προκειμένου, ὡς εἶπον, περὶ προϋπολογισμοῦ 4 ἥμισυ ἑκατομμυρίων, εἶσθε κύριοι νὰ πράξητε ὅ,τι θέλετε, εἶσθε κύριοι νὰ ἐλαττώσητε τὰς πιστώσεις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ἡ τοιαύτη ἐλάττωσις κατόπιν εἰς τὸν ἀπολογισμὸν ὡς μέσον καταλογισμοῦ· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι θὰ πράξητε πρᾶξιν, ἡ ὁποία δὲν συμβιβάζεται οὔτε μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κοινοβουλίου, οὔτε μὲ τὸ δίκαιον. Μετὰ ταῦτα ἡ ἐπιτροπὴ εὑρίσκει εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν Κεφ. Αʹ. ἄρθρον 8 «λιμενικὴ ὑπηρεσία» ὑπέρβασιν δραχ. 16,310. Τὸ ἐν ἀρχῇ προϋπολογισθὲν ποσὸν ἀνέρχεται εἰς 141,954. Τὸ ἤδη ζητούμενον διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον μᾶς ὑπέβαλεν ὁ νῦν ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνέρχεται εἰς 158,264, τουτέστι διαφορὰ ἐπὶ πλέον 16,310. Δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον καὶ ἡ ὑπέρβασις αὕτη δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀδικαιολόγητος· ἐὰν εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν λεπτομερεστέρας πληροφορίας ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἠδυνάμεθα νὰ κρίνωμεν ἀσφαλέστερον ἐπὶ τοῦ δεδικαιολογημένου ἢ ἀδικαιολογήτου τῆς δαπάνης ταύτης. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων συζητοῦσα ἕνα προϋπολογισμὸν 40,000,000 δραχμῶν, περὶ τοῦ ὁποίου τόσα καὶ τόσα ἐλέγχθησαν, καὶ καταλήγουσα ἑπομένως εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ ἀποκόψῃ τοιαῦτα ἀσήμαντα ποσὰ ἀπὸ τὰς πιστώσεις τὰς ζητηθείσας, πράττει οὐ μόνον ἔργον ἄδικον καὶ δυνάμενον νὰ παρεξηγηθῇ, ἀλλὰ καὶ ἐντελῶς ἀναξιοπρεπὲς δι’ αὑτήν. Ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἀφορᾷ καὶ ἐμὲ, ἡ ἐπιτροπή μας ἀπέκοψε τὰ ἑξῆς ποσὰ, ά.) ἀπὸ τὸ Κεφ. 10 ἄρθρ. 1 «ἄμεσοι φόροι καὶ βεβαίωσις δεκάτων» 13,760· διότι διὰ μὲν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐζητήθη 38,000 δραχ. πίστωσις, ἐδαπανήθησαν δὲ 51,760. Εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι ἀπὸ τὸ Κεφάλαιον τοῦτο πληρώνονται καί τινα ἔξοδα ἔκτακτα, τὰ μὲν ὑπαγορευόμενα ἀπὸ τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς, τὰ δὲ ἐπιβαλλόμενα ἀπὸ τὴν πολιτικήν. Ἐγὼ, κύριοι, μετὰ παῤῥησίας σᾶς λέγω, ὅτι ὡς ὑπουργὸς ἠναγκάσθην νὰ μεταχειρισθῶ ἔκτακτον προσωπικὸν διότι μοὶ τὸ ἐπέβαλλεν οὐ μόνον ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ καὶ ἡ πολιτικὴ ἀνάγκη. Εἶναι τόσοι ἔντιμοι συνάδελφοι, ἀντιπροσωπεύοντες ἐπαρχίας, ἔχοντες βάρη καὶ ὑποχρεώσεις ἐπαρχιακάς, πιεζόμενοι ἀπὸ τοὺς συμπολίτας των· ὅταν ἔρχωνται καὶ ζητοῦν ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν διορισμὸν ἐκτάκτου τινὸς γραφέως μὲ 40 δραχ., μὲ 30 δραχμὰς, ἵνα ἐξακολουθήσῃ τὰς σπουδάς του, καὶ συγχρόνως νὰ ἐργάζηται καὶ ὀλίγας ὥρας εἰς τὸ ὑπουργεῖον, νομίζετε, ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ τὸ ἀποφύγῃς; Οὕτω καὶ ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην ν’ ἀποφύγω τὸ τοιοῦτον· πολιτευόμενος ἐπὶ τόσα ἔτη, ἀνήκων εἰς κόμμα, ὑπὸ τοῦ ὁποίου ὑπεστηριζόμην, δὲν ἠδυνάμην παρὰ νὰ ὑποκύψω εἰς τὴν πολιτικὴν ταύτην ἀνάγκην. Διατάξατε, κύριοι, νὰ ἔλθῃ ὁ κατάλογος τοῦ ἐκτάκτου προσωπικοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ θὰ ἴδητε ἓν πρὸς ἓν τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα διωρίσθησαν καὶ ἀπὸ ποίους ἐσυστήθησαν, ἀλλὰ μεταξὺ ὑμῶν πολλοὶ θὰ εὑρεθῶσιν εἰς δυσάρεστον θέσιν, ἂν ἡ τοιαύτη σύστασίς των θεωρῆται ἀπρεπής.

§64ΖΩΧΙΟΣ. Ἐκτὸς ἐμοῦ.

§65ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ὑμῶν.

§66ΡΩΜΑΙΟΣ. Νὰ τοὺς ὀνομάσητε (θόρυβος).

§67ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Νὰ φέρετε αὐτὸν τὸν κατάλογον (θόρυβος).

§68Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ μέρος τοῦτο τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου ὡς πρώην ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιῤῥίπτει εὐθύνην ὑπερβάσεως ἐπὶ τὸ Κοινοβούλιον. Νομίζω ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, ὅτι ἔχω δικαίωμα νὰ ἀποκρούσω τὴν εὐθύνην ταύτην, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐξετασθῇ ἀκριβῶς.

§69ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀφορᾷ ὑμᾶς, κύριε Δηλιγιάννη.

§70ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Ἐγὼ ἐπιμένω ὅπως ὁ κ. ὑπουργὸς φέρῃ τὸν κατάλογον (θόρυβος καὶ διακοπαὶ, ὁ πρόεδρος κρούει τὸν κώδωνα).

§71ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν, κύριοι συνάδελφοι, πρέπῃ νὰ ἔλθῃ ὁ κατάλογος τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ἐκτάκτου τοῦ ἔτους 1874, πρέπει νὰ ἔλθῃ καὶ ὁ κατάλογος τοῦ τοιούτου προσωπικοῦ τῶν ἐτῶν 1875, 1873 καὶ 1872, διότι ἐγὼ διαβεβαιῶ ὅτι ὅλοι οἱ ὑπουργοὶ εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην, εἴτε λόγῳ ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσίας, εἴτε λόγῳ πολιτικῆς ἀνάγκης νὰ μεταχειρισθῶσιν ἔκτακτον προσωπικόν· ἂν θέλετε νὰ ἐξελέγξετε ἡμᾶς διὰ τοῦτο, πρέπει νὰ ὑποβληθῆτε καὶ σεῖς εἰς τὸν αὐτὸν ἔλεγχον.

§72ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τοῦτο δὲν σᾶς ἀπαλάττει, κύριε Παπαμιχαλόπουλε, τῆς εὐθύνης (θόρυβος).

§73ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀξίζει τὸν κόπον δι’ ἓν τόσῳ μικρὸν πρᾶγμα νὰ γίνεται τόσος λόγος, καὶ διὰ τοῦτο παραιτοῦμαι ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον αὐτό.

§74ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Τότε διὰ τί τὸ ἀναφέρετε; διὰ τί ἐξευτελίζετε τὴν Βουλὴν; (θόρυβος).

§75ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Φιλονικεῖτε ἀδίκως· διότι ἐγὼ οὔτε ὀνόματα ἀνέφερον, οὔτε ὑπηνίχθην τινά· πιθανὸν νὰ μὴ ὑπάγεσθε σεῖς εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην, ὑπάγονται ὅμως πολλοὶ ἄλλοι. Λοιπόν, κύριοι, ἡ ἐπιτροπὴ περιορίζει τὸ ἄρθρον 1 τοῦ 10 Κεφ. ἀπὸ 51,760 εἰς 38,000, τοὐτέστι ἐλαττώνει αὐτὸ κατὰ 13,760. Ἐκτὸς τοῦ ἐκτάκτου προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον τυχὸν διωρίσθη καὶ ἐπληρώθη ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου καὶ κεφαλαίου, σᾶς προσθέτω, κύριοι, ὅτι ἐπληρώθησαν εἰς μισθοὺς προσωπικοῦ διὰ τὴν εἰς λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου ἐνεργηθεῖσαν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων προσόδων τοῦ τμήματος Ἀταλάντης τῆς ἐπαρχίας Λοκρίδος, καὶ τῶν τμημάτων Αὐλωναρίου, Κονιστρίων τῆς Ἐπισκοπῆς τῆς ἐπαρχίας Καρυστίας δραχμαὶ 4,382 καὶ 55|100, διότι κατὰ τὸ ἔτος 1874 εἰς τὰ τμήματα ταῦτα δὲν προσεφέρθησαν ἀνάλογοι τιμαὶ, καὶ τὸ δημόσιον εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διατάξῃ διὰ λογαριασμόν του τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῆς προσόδου τῶν τμημάτων τούτων, καὶ τὸ μέτρον τοῦτο εὐτυχῶς ἀπέβη ἐντελῶς ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου.

§76Α. ΡΟΥΚΗΣ. Ἐπειδὴ ὡμιλήσατε περὶ Ἀταλάντης, σᾶς λέγω ὅτι τοῦτο ἐγένετο κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, ἵνα οἰκονομηθῶσι πολλὰ πρόσωπα καὶ ὑποστηριχθῇ ἡ ὑποψηφιότης.

§77ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε, καὶ τὸ διαψεύδω ἐπισήμως.

§78Α. ΡΟΥΚΗΣ. Εἶναι ἀληθέστατον, διότι συνετέλει πολὺ εἰς τὸν μετασχηματισμόν (θόρυβος).

§79ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὴν εἴσπραξιν λοιπὸν τῶν μνημονευθέντων τμημάτων ἐδαπανήθησαν πλέον τῶν τεσσάρων χιλιάδων δραχμῶν, ὡς σᾶς εἶπον, ἀλλ’ εὐτυχῶς ἡ δαπάνη αὐτὴ ἦτο λίαν δεδικαιολογημένη· διότι ἐν ᾧ διὰ τὴν ἐνοικίασιν τοῦ τμήματος Ἀταλάντης τῆς ἐπαρχίας Λοκρίδος εἶχον προσφέρει σῖτον 5120 κοιλά, εἰσεπράξαμεν 6,236 κοιλὰ σίτου, 812 κοιλὰ κριθῆς, καὶ 819 κοιλὰ ὀσπρίων ὀψίμων, καὶ τέλος εἰσεπράξαμεν ἐν ὅλῳ 7,867 κοιλὰ, ἐνῷ μᾶς εἶχον προσφέρει μόνον 5,120 κοιλὰ σίτου, δηλαδὴ εἰσεπράξαμεν περιπλέον κοιλὰ 2,747 ἔχοντα ἀξίαν κατὰ μέσον ὅρον δραχ. 13,735, ἐξ ὧν ἀφαιροῦντες τὰς δαπάνας δι’ ὅλα τ’ ἀνωτέρω τμήματα, ἐκ δρ. 4,382, μένει ἓν περίσσευμα ὑπὲρ τοῦ δημοσίου καθαρὸν ἐκ δραχ. 9,353. Ἐπίσης καὶ τὰ τμήματα τῆς ἐπαρχίας Καρυστίας ἀφῆκαν καὶ αὐτὰ ἓν περίσσευμα ὑπὲρ τοῦ δημοσίου 1,400 δραχμ. περίπου. Ἀπὸ τὸ Κεφ. 10, ἄρθρ. 2 «ἔξοδα βεβαιώσεως φόρου ζώων» ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ἐκπίπτει δρ. 3,630, διότι εἰς μὲν τὸν προϋπολογισμὸν εἶχον σημειωθῆ 20,000, ἐδαπανήθησαν δὲ 23,630. Ἡ μικρὰ αὕτη ὑπέρβασις εἶναι ἀληθὴς, ἀλλὰ δὲν ἐπιβαρύνει παντάπασι τὸ δημόσιον. Γνωρίζετε πάντες ὅτι ἡ ἀπαρίθμησις τῶν ζώων, ὁσάκις αὕτη κριθῇ ἀναγκαία, ἐνεργεῖται δι’ ἀπαριθμητῶν, τῶν ὁποίων τὰ ἔξοδα ἐπιβαρύνουσι τοὺς δυστυχεῖς κτηνοτρόφους· 23,630 δραχ. ἐδαπάνησε τὸ δημόσιον διὰ τὴν ἀπαρίθμησιν, 23,630 εἰσέπραξεν ἀπὸ τοὺς κτηνοτρόφους. Εἶναι δαπάνη λίαν δεδικαιολογημένη, καθότι παρετάθη κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο τόσον ἡ δήλωσις τῶν ζώων ὡς καὶ ἡ προθεσμία τῆς ἀπαριθμήσεως αὐτῶν, διότι τὰ ἀποτελέσματα τῆς δηλώσεως δὲν ἦσαν εὐχάριστα, καὶ διὰ τοῦτο ἐνηργήθη ἀπαρίθμησις εἰς πολλὰς ἐπαρχίας καὶ ἐτέθησαν εἰς κίνησιν οἱ ἔφοροι, οἱ δασονόμοι καὶ ἄλλοι ὑπάλληλοι, καὶ ἐπῆλθον ἀποτελέσματα λίαν εὐχάριστα, διότι ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἀπαριθμήσεως τοῦ 1874 εἰσέπραξε τὸ δημόσιον ἁπλοῦν φόρον, ἐκτὸς τῶν προστίμων καὶ χρηματικῶν ποινῶν, δραχμὰς 125,732. Λοιπόν, κύριοι, ἐδαπανήσαμεν 23,000 περίπου, διὰ τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν ζώων, καὶ εἰσεπράξαμεν 125,732· εὑρίσκετε ἀδικαιολόγητον τὴν ὑπέρβασιν τῶν 3 χιλ. δραχμῶν, καὶ πρέπει νὰ κάμῃ λόγον ἡ Βουλὴ περὶ τοιούτου εὐτελοῦς ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἄλλως οὐδ’ ἐπιβαρύνει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ δημοσίου, ἀλλὰ μόνον τοὺς δυστυχεῖς κτηνοτρόφους, οἵτινες εἶναι ὑπόχρεοι νὰ πληρώνουν τὰ ἔξοδα τῆς ἀπαριθμήσεως; Ἐκτὸς τούτων, κύριοι, ἡ ἐπιτροπή μας ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὸ Κεφάλαιον 11, ἄρθρον 1 «προσωπικὸν τελωνείων» 8 χιλ. δραχμάς, διότι εἶχον σημειωθῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ 610,000, ἐδαπανήθησαν δὲ 618,000, ὥστε ἐγένετο ὑπέρβασις 8 χιλ. Καὶ ὡς πρὸς τὴν ὑπέρβασιν ταύτην δὲν ἔχω νὰ εἴπω ἄλλο τι, ἢ ὅτι λόγοι ὑπηρεσίας ἀφ’ ἑνός, καὶ λόγοι ἱκανοποιήσεως ἀξιώσεών τινων πολιτικῶν, κατ’ ἐμὲ δεδικαιολογημένων, ἀφ’ ἑτέρου, ὑπηγόρευσαν καὶ τὴν ἀσήμαντον ταύτην ὑπέρβασιν ἐφ’ ἑνὸς Κεφαλαίου τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐξ 600,000 δραχμῶν. Εἶμαι δὲ εὐτυχὴς ὅτι, διαχειρισθεὶς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ 4 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, κατώρθωσα νὰ κάμω μόνον ὑπέρβασιν 25 χιλιάδ. δραχμῶν, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ὁλόκληρος ἡ ὑπέρβασις αὕτη ἐγένετο παρ’ ἐμοῦ, ἂν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ὑπέρβασις αὕτη νὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν ἰδικήν μου διαχείρισιν, διότι ἀπεσύρθην τοῦ ὑπουργείου κατὰ τὰ τέλη Σεπτεμβρίου καὶ ἕτερος ὑπουργὸς διεχειρίσθη τὸ τέταρτον τοῦ ἔτους, Ὀκτώβριον, Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον, ὁ δὲ ἔντιμος προκάτοχός μου κ. Χριστίδης διαχειρίσθη τὸν Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον μέχρι τῶν μέσων αὐτοῦ. Ἐφ’ ὅσον ὅμως πρόκειται περὶ ἐμαυτοῦ, ἂν τὴν ὑπέρβασιν ταύτην δὲν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ, εἶμαι ἕτοιμος νὰ προκαταβάλω τὰ χρήματα εἰς τὸ δημόσιον, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον μὲ ἐπιβαρύνῃ ἡ ὑπέρβασις, περὶ ἧς πρόκειται, ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς παράδειγμα διὰ τὸ μέλλον, διότι ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι πολλάκις καὶ ἄλλοι ὑπουργοί, ὡς ἴσως καὶ οἱ σημερινοί, εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταφύγωσιν εἰς τοιαύτας ὑπερβάσεις, ἕνεκα πολιτικῶν ἀπαιτήσεων.

§80ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχετε δίκαιον νὰ βεβαιώσητε τὸ τοιοῦτον.

§81ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ ἐβεβαίωσα, ἁπλῶς τὸ ἀναφέρω. Τώρα θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριοι, νὰ συζητήσω σπουδαιότερον τὸ ζήτημα τῶν πρεσβειῶν, διότι τῳόντι κατεχράσθην τῆς ὑπομονῆς σας, συζητῶν εὐτελῆ καὶ ἀσήμαντα ποσὰ, ὁποῖά εἰσι τὰ τῶν προμνημονευθεισῶν ὑπερβάσεων, καὶ ἂν παρεξετράπην εἰς τὴν ῥύμην τοῦ λόγου μου, παρακαλῶ νὰ τύχω τῆς ὑμετέρας συγγνώμης, διότι δὲν ἐνόησα οὔτε νὰ προσβάλλω, οὔτε νὰ ἀδικήσω, καθόσον πάντες οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι εἶναι ἀνώτεροι παντὸς ψόγου καὶ κρείττονες ἐμοῦ. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ ζήτημα τῶν πρεσβειῶν, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ζήτημα μόνον δαπάνης, διότι μετέχει καὶ πολιτικῆς τινὸς χροιᾶς. Τῳόντι, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη ἐπανέφερε τὰς πρεσβείας καὶ ἑπομένως ἐπέβαλεν εἰς τὸ ἔθνος τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσῃ 140 χιλ. δραχμὰς, τὰς ὁποίας ἡ ἐπιτροπὴ εὑρίσκει ἀδικαιολογήτους καὶ ἀποκόπτει ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Κύριοι, ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Δεληγεώργη, δὲν περιεῖχε τὴν δαπάνην τῶν πρεσβειῶν, ἀλλ’ ἡ δήλωσις, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλαμεν ἡμεῖς εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκείνου περὶ τὰς ἀρχὰς Μαρτίου, περιέλαβε καὶ τὴν δαπάνην ταύτην. Ἡ πίστωσις, τὴν ὁποίαν ἐζητήσαμεν διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ μηνὸς Μαρτίου 1874, ἀφοῦ δὲν κατωρθώθη ἡ συζήτησις καὶ ἐπιψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἰσοδυνάμει μὲ τὸ ἓν δωδεκατημόριον τοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ, καὶ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πίστωσιν ταύτην. Ἐν τῇ παραδοχῇ δὲ αὐτῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς περιείχετο τρόπον τινὰ καὶ ἡ ἀναγνώρισις τῆς συστάσεως τῶν πρεσβειῶν· ἡ Βουλὴ ψηφίζουσα τὴν πίστωσιν τοιοῦτον τι ἠννόει.

§82Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶσθε βέβαιος περὶ αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον λέγετε, ὅτι ἡ Βουλὴ, ψηφίζουσα τὴν πίστωσιν, ἣν ἐζητήσατε, ἠννόει νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν τῆς συστάσεως τῶν πρεσβειῶν;

§83ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τρόπον τινά.

§84Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι ὑπάρχει ἡ ἐναντία δήλωσις καὶ ἡ δήλωσις ἐγένετο ἐπὶ τῇ παρατηρήσει ἐμοῦ. Σελὶς 49 τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναγνώσω (ἀναγινώσκει). «Μίαν παρατήρησιν ἤθελον κάμει διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὰς ἀκοὰς τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1874, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου χορηγεῖται δίμηνος πίστωσις, εἰσάγει μεταβολάς τινας μὴ ὑπαρχούσας κατὰ τὸ 1873. Καὶ δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τῆς μεταβολῆς, ἥτις εἰσάγεται εἰς τὴν μισθοδοσίαν τῶν ὑπαλλήλων ἐπανερχομένην εἰς τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα προσδιώρισαν οἱ νόμοι, οὐδ’ ἐπὶ τῆς μεταβολῆς, τῆς γενομένης ἐπὶ τοῦ σιτηρεσίου τῶν στρατιωτῶν· ἀλλ’ ἂν ὑπάρχουν ἕτεραι μεταβολαὶ, ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἀρχίσῃ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν, πρὶν μεταβληθῶσιν οἱ νόμοι καὶ τὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα αὗται ἀντικατέστησαν. «ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἡ Κυβέρνησις θὰ περιορισθῇ ἁπλῶς εἰς τὴν μισθοδοσίαν τῶν ὑπαλλήλων.»

§85ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ κάμνετε τὴν χάριν νὰ μοὶ εἰπῆτε πότε ἐγένετο ἡ συζήτησις αὕτη;

§86ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν 14 Φεβρουαρίου 1874.

§87ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅ,τι ἀνέγνωσε, κύριοι, ὁ κ. Δηλιγιάννης εἶναι ἀκριβὲς, ἀλλὰ τότε ἐπρόκειτο περὶ τῶν δαπανῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου, δὲν εἶχε δὲ ὑποβληθῆ εἰσέτι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Βούλγαρη εἰς τὴν Βουλὴν ἡ δήλωσις πρὸς συμπλήρωσιν καὶ τροποποίησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑποβληθέντος εἰς αὐτὴν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη κατὰ τὴν 4 Φεβρουαρίου 1874. Ἡ δήλωσις αὕτη, ἐν ᾗ περιελαμβάνετο καὶ ἡ δαπάνη τῶν πρεσβειῶν, ὑπεβλήθη τὴν 8 ἢ 10 Μαρτίου, ἡ δὲ πίστωσις ἡ ζητηθεῖσα παρὰ τῆς Βουλῆς διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ ἰδίου μηνὸς Μαρτίου ἐζητήθη περὶ τὰ τέλη αὐτοῦ, χωρὶς νὰ γείνῃ παρατήρησις καὶ ἐξήγησις καμμία. Δὲν ἐννοῶ ὅτι τοῦτο προδικάζει τὴν πίστωσιν τῶν πρεσβειῶν· τὸ ἀναφέρω μόνον ὡς ἐπιχείρημα, μεταξὺ ἑτέρων ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπικαλεσθῶ. Ἡ πίστωσις λοιπὸν διὰ τὰς δαπάνας τοῦ Μαρτίου μᾶς ἐχορηγήθη ἄνευ ὅρου τινὸς, ἐν ᾧ τοὐναντίον εἶχε γείνει ἐπὶ τῆς πιστώσεως, τῆς ὑποβληθείσης εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου, στηριζομένης εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Δεληγεώργη ὑποβληθέντα, διότι αὐτὸν εἶχε τότε ὑπ’ ὄψιν της ἡ Βουλή. Ἡ παραδοχὴ λοιπὸν τῆς τοιαύτης πιστώσεως διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ Μαρτίου ἀφ’ ἑνὸς μέρους, καὶ ἡ παραδοχὴ τῆς δαπάνης διὰ τὴν ἀνασύστασιν τῶν πρεσβειῶν ὑπὸ τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς τοῦ 1873 πρὸ τῆς διαλύσεώς της, μᾶς ἔδωκε τὸ ἐνδόσιμον νὰ συμπεράνωμεν ὅτι ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ἦτο σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην μας, καὶ ἠδυνάμεθα, καθ’ ὃν τρόπον καὶ δι’ ὃν λόγον διεχειρίσθημεν ὁλόκληρον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἐκ 40 ἑκατομμυρίων, χωρὶς οὗτος νὰ ᾖναι ἐπιψηφισμένος ἀπὸ τὴν Βουλὴν—διὰ τὸ ὁποῖον δὲν εὐθυνόμεθα ἡμεῖς, διότι μετ’ ἐπιμονῆς ἐζητήσαμεν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθημεν—νὰ κάμωμεν ὑπ’ εὐθύνην μας καὶ τὴν δαπάνην ταύτην τῶν πρεσβειῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι, ἡμεῖς πρὶν ἢ διαλύσωμεν τὴν Βουλὴν ἐκείνην παρουσιάσθημεν ἐνώπιόν της καὶ ἐζητήσαμεν πίστωσιν διὰ τὴν δαπάνην τῶν μηνῶν Ἀπριλίου, Μαΐου, Ἰουνίου, Ἰουλίου καὶ Αὐγούστου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντος παρ’ ἡμῶν προϋπολογισμοῦ, ἐν ᾧ περιελαμβάνετο καὶ ἡ δαπάνη τῶν πρεσβειῶν, πίστωσιν ἰσοδυναμοῦσαν μὲ τὰ 5/12 τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ διὰ λόγους, οὓς πάντες γνωρίζετε καὶ κρίνω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω, δὲν ἐνέκρινε τὴν πρότασίν μου ἐκείνην, ἑπομένως μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς εὑρέθημεν ἄνευ προϋπολογισμοῦ. Εὐτυχῶς δὲ ἡ τοιαύτη ἐνέργεια ἡμῶν, τοῦ νὰ δαπανήσωμεν δηλαδὴ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὸ ἔτος 1874 μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, εὐτυχῶς, λέγω, ἡ τοιαύτη ἐνέργεια ἡμῶν εἶναι σύμφωνος καὶ μὲ τὴν πρότασιν τοῦ βουλευτοῦ Μέσσης κ. Ζωχιοῦ, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν καὶ τὴν ὁποίαν σήμερον συνεζητήσαμεν διὰ δευτέραν φοράν. Ἡ πρότασις αὕτη ὑπεβλήθη τὸ πρῶτον κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 13 Φεβρουαρίου 1874 ἀπὸ τὸν νῦν ἀξιότιμον πρωθυπουργὸν κ. Κουμουνδοῦρον καὶ ἀπὸ τὸν νῦν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν κ. Σωτηρόπουλον. Διὰ τῆς προτάσεως ταύτης, καθ’ ἣν ἀπαγορεύεται πᾶσα πληρωμὴ ἄνευ προϋπολογισμοῦ καὶ εἴσπραξις φόρων ἄνευ νόμου, γίνεται ἡ ἑξῆς ἐξαίρεσις· «αἱ διατάξεις τῶν προηγουμένων ἄρθρων δὲν ἐφαρμόζονται 1) ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων καὶ πληρωμῶν ὅσαι μετὰ τὴν εἰς τὴν Βουλὴν εἰσαγωγὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἤθελον ἐπιτραπῇ δι’ εἰδικοῦ νόμου, καὶ 2) ἂν μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπέλθῃ διάλυσις τῆς Βουλῆς, ἀρνηθῇ δὲ αὕτη τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ». Ἡμεῖς ὅτε προέβημεν εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς διὰ τοὺς γνωστοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους μάταιον εἶναι νὰ ἐπαναλάβω, μὴ ἔχοντες ἐπεψηφισμένον ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὸν προϋπολογισμόν, ἐζητήσαμεν πεντάμηνον πίστωσιν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ, ἣν ὅμως ἡ Βουλὴ ἠρνήθη νὰ μᾶς χορηγήσῃ, καὶ ἑπομένως δὲν ἠδυνάμεθα παρὰ νὰ κυβερνήσωμεν δαπανῶντες ὑπ’ εὐθύνην μας καὶ ἄνευ προϋπολογισμοῦ.

§88ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα.

§89ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κάθε ἄλλος ἠδύνατο νὰ μοὶ κάμῃ τὴν παρατήρησιν ταύτην ἐκτὸς ὑμῶν, ὁ ὁποῖος ἐδαπανήσατε ἐπὶ 6 μῆνας κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἄνευ προϋπολογισμοῦ, καὶ δὲν σᾶς κατακρίνω διὰ τοῦτο, διότι ἔπρεπε νὰ κυβερνήσητε τὸν τόπον, ἀφοῦ ἐγείνατε Κυβέρνησις, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ σταυρώσητε τὰς χεῖρας καὶ νὰ εἴπητε, δὲν πληρώνομεν τὸν στρατὸν, δὲν πληρώνομεν τοὺς δικαστὰς κλπ, διότι δὲν ἔχομεν προϋπολογισμὸν νομίμως ἐψηφισμένον, ἀλλὰ ἀναλαβόντες τὴν εὐθύνην προέβητε εἰς τὰς πληρωμὰς τῶν δαπανῶν διὰ Διαταγμάτων.

§90ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἄλλο τὸ ἕν, ἄλλο τὸ ἄλλο. Σεῖς δὲν ἀφήσατε τὴν Βουλὴν νὰ συζητήσῃ.

§91ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἡ Βουλὴ ἐκείνη, κ. Παπαμιχαλόπουλε, δὲν σᾶς ἠρνήθη τὸν προϋπολογισμόν.

§92ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ γεγονότα εἶναι πασίγνωστα καὶ δὲν ἀναιροῦνται εὐκόλως. Λοιπὸν, κύριοι, εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν τὴν πίστωσιν τοῦ μηνὸς Μαρτίου ἰσοδυναμοῦσαν μὲ τὸ δωδεκατημόριον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐντὸς τοῦ ὁποίου περιελαμβάνετο καὶ ἡ δαπάνη τῶν πρεσβειῶν· ἀφοῦ δὲ εἴχομεν ὑπὲρ τῆς γνώμης ἡμῶν τὴν γνώμην τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς τοῦ 1873, ἥτις ἀπεδέχθη τὴν διὰ τὰς πρεσβείας δαπάνην· ἀφοῦ παρουσιάσθημεν καὶ ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς διαλύσεως αὐτῆς πίστωσιν διὰ 5 μῆνας εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ ἴσην πρὸς τὰ 5|12 αὐτοῦ· ἀφοῦ τέλος πάντων εἴχομεν, ὡς εἶπον, σύμφωνον πρὸς τὴν γνώμην μας καὶ τὴν πρότασιν τῶν ἀξιοτίμων Κουμουνδούρου καὶ Σωτηροπούλου, καθ’ ἣν ἠδυνάμεθα νὰ δαπανήσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰσαχθέντος καὶ μὴ ἐπιψηφισθέντος προϋπολογισμοῦ, ἐν περιπτώσει διαλύσεως τῆς Βουλῆς....

§93Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τί ἐπικαλεῖσθε ἁπλῆν πρότασιν;

§94ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ἐπιχείρημα. — Ἀφοῦ, κύριοι, ἐδαπανήσαμεν δι’ ὅλους τοὺς κλάδους τῆς ὑπηρεσίας καὶ δι’ ὅλας τὰς ἀνάγκας τῆς Ἐπικρατείας ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ 40,000,000, ἀνελάβομεν τὴν εὐθύνην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ δαπανήσωμεν καὶ 200 προσέτι χιλιάδας διὰ τὰς πρεσβείας, διότι ἐθεωρήσαμεν τὴν πρᾶξιν ταύτην ὑπαγορευομένην ἀπὸ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἀπὸ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ τόπου ἡμῶν, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε καὶ πρέπει ν’ ἀντιπροσωπεύηται παρὰ ταῖς ξέναις αὐλαῖς.

§95Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἦτο κἀνὲν ἐκκρεμὲς ζήτημα εἰς τὴν Εὐρώπην ἢ ἐπρόκειτο νὰ προκληθῇ κἀνὲν πολιτικὸν ζήτημα;

§96ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὲρ τῆς γνώμης ἡμῶν, κύριοι, περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς συστάσεως καὶ τῆς διατηρήσεως τῶν πρεσβειῶν ἐν Εὐρώπῃ συνηγορεῖ καὶ ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου προέδρου ἡμῶν κ. Ζαΐμη, καὶ ἡ γνώμη προσέτι τῆς ὑπὸ τὸν κ. Τρικούπην Κυβερνήσεως. — Ὁ κ. Ζαΐμης ἀγορεύων τὴν 29 Νοεμβρίου 1874 ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874....

§97Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὸ ἠξεύρομεν αὐτό.

§98ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, θὰ τὸ μάθετε τώρα. — Εἶπε, προκειμένου λόγου περὶ πρεσβειῶν, τὰ ἑξῆς: «Ἐν γένει λοιπόν, πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, αἱ δηλώσεις αὗται τῆς Κυβερνήσεως περιεῖχον δαπάνας, ἃς μεταχειρισθῶ τὴν συνήθη λέξιν, ἀναποδράστους, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποφύγῃ. Δαπάνη τις κατεκρίθη, ἡ δαπάνη τῶν πρεσβειῶν· ἀλλὰ δυστυχῶς, κύριοι, ἐγὼ εἶμαι εἰς θέσιν τοιαύτην, ὥστε δὲν δύναμαι νὰ κατακρίνω τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν δαπάνην ταύτην, διότι καὶ ἐπὶ ὑπουργείου Δεληγεώργη, καὶ πρὸ τοῦ ὑπουργείου αὐτοῦ καὶ ἐπὶ 24 ὅλα ἔτη συνηγορῶ ὑπὲρ τῶν πρεσβειῶν· συνηγορῶ δέ, διότι θεωρῶ τὴν δαπάνην ταύτην παραγωγικὴν καὶ χρήσιμον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους. Ἐν γένει πιστεύεται, ὅτι αἱ πρεσβεῖαι εἶναι ἁπλῆ πολυτέλεια· ἐγώ, κύριοι, δὲν φρονῶ τὴν δαπάνην ταύτην ὡς τοιαύτην· θεωρῶ τὰς πρεσβείας ὡς ἀναγκαιοτάτας, διότι φρονῶ, ὅτι εἰς τὰ κέντρα τῆς Εὐρώπης, εἰς ἃ ἀποφασίζεται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἡ τύχη τοῦ κόσμου, ἡ Ἑλλὰς δὲν πρέπει νὰ λησμονῆται, λησμονεῖται δὲ βεβαίως, ὅταν ἀντιπρόσωποι δὲν ὑπάρχουν εἰς τὰς μεγάλας ἐκείνας πόλεις. Ὅταν δὲ ἄλλα ἔθνη μικρότερα ἐπιζητοῦσι τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἀποστέλλωσι πρέσβεις, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν κρείττονα θέσιν ἐν τῷ γεωγραφικῷ χάρτῃ, δὲν πρέπει νὰ στερούμεθα τῆς ἀντιπροσωπείας ταύτης. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ὁ λόγος οὗτος ὁ συνηγορῶν ὑπὲρ τῶν πρεσβειῶν. Ἡ Ἑλλὰς ἀδύνατον νὰ διατρέξῃ ἓν ἔτος χωρὶς νὰ ἔχῃ ζήτημά τι σπουδαῖον, ἁπτόμενον τῶν ἐξωτερικῶν σχέσεων. Μόλις ἐπεραιώθη τὸ ζήτημα τοῦ Λαυρίου, καὶ νέον ζήτημα σπουδαιότερον τοῦ Λαυρίου, καὶ ἴσως τὸ σπουδαιότερον ζήτημα, ὅπερ ἀνεφάνη μέχρι τοῦδε, κεῖται ἤδη ἐπὶ τῆς τραπέζης· ὁμιλῶ περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας ἐν τῇ Τουρκίᾳ. Τὸ ζήτημα αὐτό, ὅπερ ἴσως δὲν εἶναι πολὺ γνωστὸν εἰς ὅλον τὸ Κοινοβούλιον, εἶναι ζήτημα ζωτικόν, σπουδαῖον καὶ οὐσιωδέστατον, διότι ἐκ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τούτου ἐξαρτᾶται κατὰ μέγα μέρος ἀκρωτηρίασις ἢ μὴ τοῦ ἑλληνισμοῦ. Προκειμένου λοιπὸν τοιούτου ζητήματος, νομίζετε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ μὴν ἔχῃ φωνήν, ὡς σᾶς εἶπον, εἰς τὰ κέντρα αὐτά, εἰς τὰ ὁποῖα ἀποφασίζονται τὰ μεγαλεῖτερα ζητήματα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν τύχην τοῦ κόσμου; Νομίζετε, ὅτι ἁπλῶς τὸ ζήτημα τοῦτο δύναται νὰ περαιωθῇ ἄνευ τῆς ἀρωγῆς τῶν μεγάλων Δυνάμεων τῆς Εὐρώπης; Δὲν πιστεύω, κύριοι, οὐδείς, ὄχι μόνον ἐξ ἐκείνων, οἵτινες διέπραξαν πολλάκις τὰ δημόσια, ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς τῶν λοιπῶν βουλευτῶν, νὰ ἔχῃ τὴν ἀντίθετον ἰδέαν· εἶναι ἀδύνατον νὰ φθάσωμεν εἰς αἰσίαν λύσιν τοῦ περισπουδάστου αὐτοῦ διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν ζητήματος, ἄνευ τῆς συνδρομῆς καὶ τῆς ἀρωγῆς τῆς Εὐρώπης· διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν δὲ τοῦτο πρέπει νὰ ἔχωμεν ὄργανα, τὰ ὁποῖα νὰ συνηγορήσωσιν εἰς τὴν Εὐρώπην ὑπὲρ ἡμῶν. Ἐκτὸς τούτου, κύριοι, μετ’ ὀλίγον θ’ ἀναφανῇ νέον ζήτημα, καὶ ἴσως πρὸ τῶν Χρηστουγέννων θὰ μᾶς εὕρῃ τὸ βάσανον τοῦτο, ὡς συνήθως λέγει, ὁ εὐφυέστατος ἐκ Μέσης βουλευτὴς κυρίος Ζωχιός· ἐννοῶ τὴν διαπραγμάτευσιν περὶ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 φράγκων. Τὸν προσεχῆ μῆνα λήγει ἡ πενταετία, τὴν ὁποίαν παρεχώρησαν εἰς ἡμᾶς αἱ Δυνάμεις κατὰ τὸ 1869 μετὰ πολλὰς προσπαθείας καὶ μετὰ πολλοὺς κόπους. Αἱ Δυνάμεις τότε λαβοῦσαι ἀφορμὴν ἐκ τῶν συμβάσεων τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Βούλγαρη περὶ ἀναγνωρίσεως τῶν παλαιῶν δανείων τοῦ 24 καὶ 25, ἀπετάθησαν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ζητοῦσαι τότε κανονισμὸν τῆς πληρωμῆς τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 φράγκων· εἶπον ῥητῶς, ὅτι δὲν δύναται ἡ Ἑλλὰς ν’ ἀναγνωρίσῃ δάνεια καὶ νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ αὐτῶν τὰς προσόδους, αἵτινες δυνάμει συνθηκῶν εἶναι ἀφιερωμέναι πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Θὰ ἀναφανῇ λοιπὸν μετ’ ὀλίγον τὸ ζήτημα τοῦτο· ἐλπίζω βεβαίως, ὅτι αἱ εὐεργέτιδες Δυνάμεις, αἵτινες ἔτεινον πάντοτε χεῖρα ἀρωγὸν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, καὶ κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην θὰ φανῶσιν εὐγενεῖς. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι εἰς τὴν διαπραγμάτευσιν ταύτην ἀρκοῦσιν αἱ ἐνέργειαι τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος παρὰ τοῖς ἀντιπροσώποις τῶν τριῶν Δυνάμεων ἐνταῦθα; Ὄχι· οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Δυνάμεων ἐδῶ δὲν εἶναι προωρισμένοι διὰ νὰ συνηγορῶσιν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων ἡμῶν· ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ ὄργανα, δι’ ὧν νὰ ἑλκύσῃ τὴν εὐμενῆ προστασίαν τῶν Δυνάμεων καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον προχθές, ὅτι αἱ πρεσβεῖαι δὲν φέρουν ἄλλο ἀποτέλεσμα, παρὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς καταχωρίσεως ἄρθρων τινῶν εἰς ξένας ἐφημερίδας περὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Δὲν πιστεύω νὰ ᾖναι ἐνέργειαι ἐπίσημοι τὰ καταχωρισθέντα εἰς τὸν διπλωματικὸν Μνήμονα τῶν Παρισίων, διότι πιστεύω ὅτι σήμερον δὲν δύναται νὰ γείνῃ σκέψις περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος· αἱ περιστάσεις δὲν εἶναι τοιαῦται. Καὶ ἐγὼ αὐτὸς ὅστις ἄλλοτε καὶ ἔγραψα καὶ ἤμην διατεθειμένος ὑπὲρ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος, συμφώνως ὅμως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἂν παρουσιασθῇ σήμερον τὸ ζήτημα, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ψηφίσω ἐναντίον. Ἂν λοιπὸν ἐγὼ ὅστις εἶχον τὴν ἀδιάσειστον πεποίθησιν περὶ τούτου εὑρίσκομαι σήμερον εἰς τὴν θέσιν ταύτην, οἱ ἔχοντες πάντοτε ἀντίθετον ἰδέαν περὶ τῆς ἀναθεωρήσεως αὐτῆς ἐννοεῖται καλῶς εἰς ποίαν θὰ εὑρεθῶσι θέσιν. Δὲν πιστεύω λοιπὸν, ὅτι αἱ πρεσβεῖαι συνετέλεσαν μόνον εἰς τοῦτο· θεωρῶ δὲ, ὡς σᾶς εἶπον, τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν ἀναποσπάστως συνδεδεμένην πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας. Προτιμῶ νὰ γείνῃ ἀποτομὴ ἄλλων δαπανῶν, ἂν ᾖναι ἀνάγκη, καὶ νὰ διαμένῃ ἐγγεγραμένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡ δαπάνη τῶν Πρεσβειῶν. Ἀλλὰ δυνατὸν νὰ σᾶς εἴπωσιν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἔπρεπε νὰ ἀναμείνῃ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς, διότι προηγουμένη τις Βουλὴ ἔχει διαγράψει τὴν δαπάνην τῶν Πρεσβειῶν. Εἰς τοῦτο, κύριοι, δύνανται βεβαίως οἱ ἀντιλέγοντες νὰ ἔχωσι δίκαιόν τι, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι ἐν τῇ δηλώσει, ἣν ἐπαρουσίασε τὸ ὑπουργεῖον, καὶ ἐν τῇ πιστώσει τὴν ὁποίαν ἐζήτησε κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐν τῇ πιστώσι ταύτῃ περιλαμβάνεται ἡ πίστωσις περὶ πρεσβειῶν. Τὸ ὑπουργεῖον δὲ δαπανῆσαν ἐναντίον τοῦ νόμου διὰ τὰς λοιπὰς ὑπηρεσίας εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ αἰτήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς τὸ λεγόμενον bill d'indemnité, ἤτοι ἀμνηστείαν· δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο καὶ διὰ τὰς πρεσβείας διὰ τὴν δαπάνην 6 καὶ 7 μηνῶν ἐκτὸς τῶν συνταγματικῶν ὅρων· ἐνόμισεν, ὅτι δύναται νὰ συμπεριλάβῃ εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν τὰς πρεσβείας.» Αὐτὰ ἀνέφερεν ὁ ἔντιμος πρόεδρος ἡμῶν κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874, ἔχων βεβαίως ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἔκτοτε ὑπῆρχεν ἐπὶ τῆς τραπέζης τὸ σπουδαιότερον τῶν ζητημάτων, ὡς τὸ ἐχαρακτήρισεν ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος ἡμῶν, τὸ τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας. Ἀλλὰ μήπως ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Τρικούπη, προβᾶσα εἰς τὴν κατάργησιν....

§99Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν μᾶς ἐννοιάζει.

§100ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μ’ ἐννοιάζει ἐμένα ποῦ ἔχω τὴν εὐθύνην νὰ πληρώσω.—Προβᾶσα εἰς τὴν κατάργησιν τῶν πρεσβειῶν, δὲν ἀνεγνώρισεν ἀμέσως ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ διατηρηθῶσιν αἱ πρεσβεῖαι καὶ ἀνέθεσε τὴν διεύθυνσιν αὐτῶν εἰς ὑποδεέστερα πρόσωπα, τοὐτέστι τοὺς γραμματεῖς τῶν πρεσβειῶν. Ὁ κ. Τρικούπης προέβη εἰς τὴν κατάργησιν τῶν πρεσβειῶν, ὄχι διότι δὲν τὰς ἐθεώρησεν ἀναγκαίας καὶ χρησίμους, ἀλλὰ διότι δὲν ἦτο δῆθεν ἐγκεκριμένη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ ἀναγκαία δαπάνη. Ἔχω ἀνὰ χεῖρας τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀξιοτίμου νῦν ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, τοῦ συντάξαντος τὸν διὰ τὸ ἔτος 1875 προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπὸ τὴν διεύθυνσίν του ὑπουργείου, καὶ ἐξάγω ἀπὸ αὐτὴν ὅτι ὁ κ. Τρικούπης μετεμελήθη ἀμέσως διὰ τὴν πρᾶξίν του ταύτην, καὶ ἔσπευσε ν’ ἀναθέσῃ τὴν διεύθυνσιν τῶν πρεσβειῶν εἰς τοὺς γραμματεῖς αὐτῶν, ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ μὴ μισθοδοτῶνται οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον, κατὰ τὴν περὶ τούτου δήλωσιν αὐτῶν τῶν ἰδίων, τὴν ὁποίαν ἀναντιῤῥήτως προεκάλεσεν αὐτὸ τὸ ὑπουργεῖον. Ἀλλὰ μετὰ ταῦτα ὁ κ. Τρικούπης ἐσκέφθη ἄλλως· ἐσκέφθη ὅτι εἶναι ἀναξιοπρεπὲς διὰ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ ἄμισθον ὑπηρεσίαν, καὶ διὰ τοῦτο ὁ κ. Τρικούπης εἶχεν ἀποφασίσει νὰ πληρώσῃ τοὺς γραμματεῖς, χορηγῶν αὐτοῖς ἀνάλογον χρηματικὴν ἀποζημίωσιν, τὴν ὁποίαν ἔμελλε νὰ περιλάβῃ εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ὃν ἤθελεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλήν. Τοῦτο τοὐλάχιστον ἐξάγω ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Κοντοσταύλου, τὴν συνοδεύουσαν τὸν διὰ τὸ ἔτος 1875 προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἐπειδὴ εἶναι λίαν σύντομος θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ λάβητε τὴν ὑπομονὴν ν’ ἀκούσητε αὐτὴν ἀναγινωσκομένην. «Μετὰ τὴν ἀνασύστασιν αὐτῶν (τῶν πρεσβειῶν) ὑπὸ τοῦ ὑπὸ τὴν Προεδρείαν τοῦ κυρίου Βούλγαρη ὑπουργείου, ἐσημειώθη εἰς τὸν ὑπ’ αὐτοῦ συνταχθέντα καὶ ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμὸν τῆς ἐνεστώσης χρήσεως τὸ ποσὸν 300,000 δραχμῶν, ἀλλὰ τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον, ἐπειδὴ ἡ ἀνωτέρω πίστωσις δὲν εἶχε ψηφισθῆ νομίμως, οὔτε ὑπῆρχεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1873, ὃν εἶχεν ὡς βάσιν τῶν δαπανῶν τῆς ἐνεστώσης χρήσεως, πίστωσις δι’ ἀντιμισθίαν τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἐν Εὐρώπῃ πρεσβειῶν πέραν τῶν τεσσάρων μηνῶν, οὔτε διὰ νόμου ὡρισμένος μισθὸς αὐτοῦ, προεκάλεσε τὴν ἀπόλυσιν τῶν πρεσβειῶν καὶ τοῦ λοιποῦ προσωπικοῦ τῶν πρεσβειῶν. Πρὶν ἢ ὅμως κοινοποιηθῇ ἡ ἀπόλυσις τῶν γραμματέων δὲν ὑποχρεοῦται νὰ μισθοδοτήσῃ· οὐχ ἧττον τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον, ἐπειδὴ ἐθεώρησεν, ὅτι εἶναι δίκαιον διὰ τὰς ὑπηρεσίας, ἃς παρέσχον ἀφ’ ἧς ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τῶν πρεσβειῶν, νὰ δοθῇ αὐτοῖς ἀποζημίωσις ἀρκοῦσα πρὸς τὰς δαπάνας, ἃς ὑφίστανται ἀντιπροσωπεύοντες τὴν Κυβέρνησιν, ἐσημείωσεν εἰς τὸν προϋπολογισμόν, τὸν παρ’ αὐτοῦ συνταχθέντα, τὸ ποσὸν 88,400. Τοῦτ’ αὐτὸ θεωρῶ κἀγὼ δίκαιον. — Ἐκ τοῦ ἤδη σημειουμένου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ποσοῦ δραχ. 186,000 θέλουσι χρησιμεύσει δραχ. 102,000 πρὸς τακτοποίησιν τῶν ἐνταλθεισῶν πληρωμῶν καὶ τῶν ὀφειλομένων μισθῶν εἰς τοὺς πρέσβεις καὶ τὸ λοιπὸν προσωπικὸν τῶν πρεσβειῶν μέχρι τῆς ἀπαλλαγῆς των, καὶ δρ. 84,000 δι’ ἀντιμισθίαν τῶν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διευθυνόντων τὰς πρεσβείας γραμματέων». Κύριοι, ἢ εἶναι αἱ πρεσβεῖαι ἀναγκαῖαι, ἢ δὲν εἶναι· καὶ ἂν τὸ ὑπουργεῖον τῆς 27 Ἀπριλίου ἐφρόνει, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαῖαι, τότε οὔτε εἰς τοὺς γραμματεῖς αὐτῶν ἔπρεπε ν’ ἀνατεθῇ ὑπηρεσία· ἀλλ’ ἐὰν αἱ πρεσβεῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι καὶ ἀνομολογεῖται, ὅτι εἶναι ἀναγκαιόταται, τότε εἶναι ἀσυγχώρητος ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη, προβᾶσα εἰς τὴν κατάργησιν αὐτῶν διὰ μόνον τὸν λόγον τὸν ὑλικόν, τῆς οἰκονομίας δηλονότι 180,000 δραχμῶν, καὶ μάλιστα ὅταν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην ἢ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μισθοδοτήσῃ τοὺς γραμματεῖς.

§101ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἀνέλαβε τὴν εὐθύνον, καὶ ἀπορῶ πῶς λέγετε, ὅτι ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην.

§102ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει ἡ ἔκθεσις.

§103ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν λέγει αὐτὸ ἡ ἔκθεσις· ἡ ἔκθεσις λέγει τὴν ἀλήθειαν.

§104ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ὁ κ. Τρικούπης διετήρησε τοὺς γραμματεῖς μὲ τὴν πρόθεσιν νὰ τοὺς πληρώσῃ, δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον διατί νὰ μὴ διατηρήσῃ τοὺς πρέσβεις, οἱ ὁποῖοι ἀναντιῤῥήτως εἰσὶ καταλληλότεροι διὰ τὴν διπλωματικὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ κατέστησε τὸ ζήτημα, ζήτημα χρηματικόν, καὶ χάριν οἰκονομίας εὐτελοῦς ποσοῦ προέβη εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῶν πρέσβεων.

§105ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶναι εὐτελὲς αὐτὸ τὸ ποσόν; Καὶ 1000 καὶ 500 δραχ. εἶναι σπουδαῖαι, διότι δὲν ἀνήκουν εἰς τὴν ἰδιωτικὴν....

§106ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν, κύριοι, τὸ ἔθνος δαπανᾷ 40 ἑκατομμύρια διὰ τὰς ἀνάγκας αὑτοῦ....

§107ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἀλλὰ τὰ δαπανᾷ διὰ τὰς ἀνάγκας του.

§108ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅταν παρουσιάζηται ἡ ἀνάγκη νὰ ἐκπροσωπευθῇ ἐξωτερικῶς τὸ ἔθνος....

§109ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πρέπει νὰ τὸ θέλῃ τὸ ἔθνος.

§110ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ ἀνάγκη αὐτὴ ἀναγνωρίζεται καὶ ἀνομολογεῖται παρ’ ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διεύθυνον καὶ διευθύνουν τὰς τύχας τῆς πατρίδος ἡμῶν, εἶναι ἀνάξιον τοῦ λόγου καὶ τοῦ κόπου νὰ σκεπτώμεθα καὶ νὰ συζητῶμεν ἂν πρέπῃ νὰ δαπανηθῶσι 200 ἢ 300 χιλιάδες περιπλέον, ἀφοῦ δαπανῶμεν 40 ἑκατομμύρια.

§111ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δι’ αὐτὸ ἔχομεν καὶ 50 ἑκατομμύρια χρέος.

§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.

§113ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη ἀνεσύστησε τὰς πρεσβείας· ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη τὰς διετήρησε, καὶ τὰς διετήρησε διὰ τῶν γραμματέων αὐτῶν, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνέθεσε τὴν διεύθυνσιν τῶν πρεσβειῶν. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ἡ ὁποία διευθύνει πρὸ 40 ἡμερῶν τὰ κοινὰ τῆς πατρίδος, ἐπίσης τὰς διατηρεῖ, διατηροῦσα τοὺς γραμματεῖς. Ὅταν, λέγω, ἡ ἀνάγκη αὕτη ἀνομολογεῖται παρ’ ὅλων ὅσοι διεύθυναν καὶ διευθύνουν τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου, δὲν εἶναι ζήτημα, ὅτι πρέπει νὰ δαπανήσωμεν διὰ τὴν διατήρησιν τοῦ θεσμοῦ τούτου 200 ἢ καὶ 300 χιλ. δραχμῶν, ἀφοῦ δαπανῶμεν, ὅπως εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, 40 ἑκατομμύρια δραχμάς. Αὐτοί, κύριοι, ἦσαν οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἔπεισαν νὰ ἐπαναφέρωμεν τὰς πρεσβείας, ἀναλαμβάνοντες ἀναντιῤῥήτως ἐνώπιον τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους τὴν εὐθύνην τῆς πράξεώς μας αὐτῆς· αὐτὰ δὲ εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα, διὰ τῶν ὁποίων ὑπεστήριξα καὶ ὑποστηρίζω τὴν ἐγγραφὴν τῆς δαπάνης ταύτης ἐν τῷ συζητουμένῳ προϋπολογισμῷ, διότι οὐδεὶς ἀρνεῖται τὴν χρησιμότητα τῶν πρεσβειῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἀφοῦ καθ’ ἑκάστην παρουσιάζονται ζητήματα σοβαρὰ καὶ σπουδαῖα, ἁπτόμενα τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος ἡμῶν. Πιστεύω δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει σκεφθῆ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ χρηματικοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν πολιτικὴν, ἐὰν συμφέρῃ ἢ δὲν συμφέρῃ νὰ ὑπάρχωσι πρεσβεῖαι ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἀνάγκη αὕτη εἶναι ἀναντίῤῥητος καὶ ἀνωμολογημένη, πιστεύω, λέγω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἀφήσει ἐγγεγραμμένην τὴν δαπάνην ταύτην εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874· καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ θέλει ἀναγράψει καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται διὰ τὸ 1875 ἐν τῷ σχετικῷ προϋπολογισμῷ, καὶ θέλει ἀναγράψει προσέτι καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1876 τὴν ἀπαιτουμένην δαπάνην διὰ τὴν ἀνασύστασιν τῶν πρεσβειῶν, ὅπως διορισθῶσι πρόσωπα κατάλληλα, διότι οἱ γραμματεῖς, ὅσον ἀξιότιμοι καὶ ἂν ὦσι, δὲν εἶναι οἱ κατάλληλοι νὰ μᾶς ἀντιπροσωπεύσωσιν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, διότι δὲν ἠμποροῦν νὰ ἔχουν τὴν βαρύτητα, τὴν ὁποίαν ἔχουν οἱ πρέσβεις.

§114ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετά, ἀρκετά.

§115ΖΩΧΙΟΣ. Ἀναβαίνει τὸ βῆμα.

§116ΔΟΥΜΑΣ. Ὑπάρχει ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε;

§117ΤΙΝΕΣ. Νὰ προχωρήσωμεν, ἂς ὁμιλήσῃ ὁ κύριος Ζωχιός.

§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔγεινεν ἔνστασις ὅτι δὲν εἶναι ἀπαρτία· λοιπὸν ἐγὼ δὲν προχωρῶ.

§119ΔΟΥΜΑΣ. Δὲν κάμω τὴν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, διότι αὐτὴν τὴν τιγμὴν ἦλθον περὶ τοὺς 20 βουλευτάς.

§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φέρετε ἕνα κατάλογον.

§121ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἔγεινεν ἔνστασις, κύριε Πρόεδρε;

§122Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅταν δὲν ἔγεινεν ἔνστασις, κύριε Πρόεδρε, εἶναι περιττὴ ἡ ἀνάγνωσις.

§123ΡΩΜΑΙΟΣ. Εἶναι τὰ δωμάτια γεμάτα, κύριε Πρόεδρε.

§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ προσέλθωσιν οἱ κύριοι βουλευταί (προέρχονταί τινες βουλευταὶ καὶ καταλαμβάνουσι τὰς ἕδρας των).

§125ΖΩΧΙΟΣ. Πρόκειται νὰ ἀφαιρέσωμεν τὸν στέφανον ἀπὸ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Μόνον ἀπορῶ διατὶ ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος δὲν ἤρχετο εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐνῷ καὶ ἁρμόδιος ἦτο καὶ καιρὸν εἶχεν. Ποῦ ἦτον; Εἶχε χωθῇ εἰς ἓν σπήλαιον καὶ ἐμελέτα τὸν λόγον αὐτόν.

§126ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον διατί, σᾶς τὸ βεβαιῶ εἰλικρινῶς.

§127ΖΩΧΙΟΣ. Ἡσυχάσατε. — Οἱ διϊσχυρισμοί σας τείνουσι νὰ ἀνατρέψωσι τὸ κατηγορητήριον. Τὸ ἐννοεῖτε, ἢ ὄχι;

§128ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ; ὄχι· ἐὰν ἐξηγηθῆτε εὐκρινέστερα, θὰ σᾶς ἐννοήσω.

§129ΖΩΧΙΟΣ. Θ’ ἀνατρέξωμεν εἰς τὰ προηγούμενα, διότι πρόκειται περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874, καὶ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ εὑρίσκεται ἡ Κυβέρνησις τοῦ κυρίου Δεληγεώργη. Ἡμεῖς τὸν ἐπολεμήσαμεν, αὐτὸς δὲ ἠναγκάσθη νὰ παραιτηθῇ. Ἔρχεται εἰς τὰ πράγματα ὁ κύριος Βούλγαρης, ἤτοι ἡ συμμαχία. Ἐκλήθη δὲ ὁ κύριος Βούλγαρης ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἐν καιρῷ ἡμέρας, καὶ ἐπέστρεψεν ἀπὸ τῆς Αὐλῆς διαρκούσης τῆς ἡμέρας. Κρύπτεται ἐν τούτοις δι’ ὅλης τῆς νυκτός, ἡ δὲ συμμαχία μένει ἐν τῷ σκότει καὶ τῇ ἀγνοίᾳ. Τὴν ἀκόλουθον ἡμέραν ἐπισκέπτεται τοὺς συμμάχους, τοὺς δίδει μικρά τινα ψυχία· ἐπισκέπτεται καὶ τὸν φίλον μου τὸν κύριον Λομβάρδον, καὶ λέγει πρὸς αὐτόν· «Ἄφες καὶ θὰ οἰκονομηθῇ τὸ πρᾶγμα· τὶ νὰ γείνῃ; Ἐξελήφθης ὡς ἀναρχικὸς καὶ μεῖνε κατὰ μέρος.» Ἐννοεῖτε ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν παρεδέχθη τὴν προσφορὰν τῆς Κυβερνήσεως, ἐν ᾗ ὅμως ἔλαβε μέρος καὶ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος. Ἐγὼ κἄπως ἐνόησα ποῖος τοὺς ἔφερε, καὶ τὴν ἀκόλουθον ἡμέραν ἠρώτησα τὴν νέαν Κυβέρνησιν: «Τὸ Κράτος τοῦ Βασιλέως Γεωργίου θὰ φθάσῃ μέχρι καὶ Κερκύρας;» Ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐταράχθη, ὁ δὲ κύριος Παπαμιχαλόπουλος μᾶς εἶπεν ὅτι τὸ ὑπουργεῖον θὰ κυβερνήσῃ συνταγματικῶς καὶ ὅτι δὲν θὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν Βασιλικῶν προνομίων· μετεχειρίσθη δὲ ταύτην τὴν γλῶσσαν, διότι τότε ἐκατηγορεῖτο παρ’ ἡμῶν ὁ κύριος Δεληγεώργης, ὅτι ἔκαμε πολλὴν τῶν βασιλικῶν προνομίων χρῆσιν. Ἐξηκολούθησε ἡ Κυβέρνησις τὸ ἔργον της, ἀλλὰ καθ’ ὅσον προεχώρει τὰ πράγματα ἐφαίνοντο σαφέστερα. Ἐπὶ τέλους δὲ ἐπαρουσίασεν ἡ Κυβέρνησις παράρτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐγὼ δὲ ὁ ταλαίπωρος ἠρώτησα: «Ὅλη ἡ μεταβολὴ ἔγεινε δι’ αὐτὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τὴν προσθήκην;» Διότι νὰ ἀνατραπῇ μία Κυβέρνησις διὰ νὰ προστεθῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν παράρτημα, ποσῶς δὲν εἶναι ἡ πρᾶξις ὀρθὴ, οἱ δὲ ἐνεργήσαντες τὴν ἀνατροπὴν ἢ ἦσαν τρελοὶ, ἢ ἦσαν φιλόπρωτοι. Δὲν ἦτο δὲ τόσον ἄγριον θηρίον ὁ κύριος Δεληγιώργης, ἀλλ’ ἀφοῦ ἀπεφασίσαμεν νὰ τὸν ἀνατρέψωμεν, ἔπρεπε νὰ παρουσιάσωμεν κἄτι τι καλλίτερον. Ἠξεύρετε δὲ ὅτι ὁ κύριος Δεληγεώργης εἶχε τὸν κύριον Χρηστίδην ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις μὲ πάντα τρόπον ἐζήτει νὰ παρουσιάσῃ τὸν προϋπολογισμὸν ἀρτίποδα, εἰς αὐτὸ δὲ ἀνενδότως κατεγίνετο. Ἀλλὰ προϋπολογισμὸς ἑλληνικὸς ἀρτίπους, καὶ ἂν ὁ Θεὸς στείλῃ τὸν ἄγγελόν του καὶ σᾶς τὸ εἴπῃ, μὴν τὸ πιστεύσετε. Ὁπωσδήποτε ὅμως ὁ κύριος Δεληγεώργης ἐπαρουσίασε προϋπολογισμὸν, ὅστις, ἂν καὶ εἶχεν ἀσχημίας τινὰς, κἄπως ἐφαίνετο στηριζόμενος εἰς βάσιν τινά· ἀλλ’ ἡμεῖς ἰσχυριζόμεθα ὅτι δὲν ἦτο σωστὸς, ὅτι εἶχεν ἐλλείψεις. Ἡ Κυβέρνησις δὲ τοῦ κυρίου Παπαμιχαλοπούλου ἦλθε καὶ προσέθηκεν εἰς αὐτὸν ἓν ἔτι ἑκατομμύριον καὶ ἐπέκεινα.

§130ΤΙΝΕΣ. Δύω.

§131ΖΩΧΙΟΣ. Ταύτην τὴν στιγμὴν εἰς τοὺς ἀριθμοὺς δὲν δίδω προσοχήν. Τὸ βέβαιον δὲ εἶναι ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἦτον ἀρτίπους, ἡμεῖς δὲ τοῦ συνετρίψαμεν καὶ τὰ δύω ποδάρια (ἱλαρότης). Εἶναι ψεῦδος αὐτό; Σημειωτέον δὲ ὅτι ὅταν ἦλθεν ὁ ἄλλος ὁ φίλος, ὁ Νικολόπουλος, προσέθηκε καὶ ἄλλας δαπάνας· ἔρχεται ἐπὶ τέλους ἡ 30 Νοεμβρίου καὶ προστίθενται καὶ ἄλλαι. Ἐὰν δὲ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ κ. Δεληγεώργη δὲν ἦτον ἀρτίπους, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου μετὰ τὴν προσθήκην τόσων δαπανῶν ἦτον ἀρτίπους; Ἀλλὰ, κ. Παπαμιχαλόπουλε, καὶ παιδιὰ ἂν ἤμεθα, δὲν θὰ μᾶς ἔλεγες αὐτὰ τὰ παραμύθια.

§132ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ἀριθμῶν νὰ ὁμιλήσητε.

§133ΖΩΧΙΟΣ. Νὰ σᾶς διηγηθῶ ἱστορικόν τι ἀνέκδοτον. Ἐπεφορτίσθην ἐπὶ μισθῷ νὰ ἐκκαθαρίσω τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ Λαζάρου τοῦ Πινότση· ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι ἤθελεν ὁ ἄνθρωπος νὰ εὕρῃ τὴν ἀλήθειαν, ἀλλ’ αὐτὸς ἤθελεν τὸ ἀντίστροφον· ὅταν τοῦ εἶπα τὴν ἀλήθειαν, ὅταν δηλαδὴ τὸν ἐπληροφόρησα ὅτι ἀπεδεικνύετο χρεώστης, μοὶ εἶπεν ὅτι δὲν ἔκαμα καλὰ τὸν λογαριασμὸν, διότι αὐτὸς ἤθελε νὰ τοῦ χρεωστοῦν καὶ ὄχι νὰ χρεωστῇ. Ἐγὼ δὲ τοῦ ἐμπάλωσα τὰ πράγματα ὅπως τὰ ἤθελε. Ἐν γένει δὲ ὅλοι οἱ ἑλληνικοὶ λογαριασμοὶ, οἱ λεγόμενοι προϋπολογισμοὶ, ἐπὶ τῆς αὐτῆς βάσεως στηρίζονται. Διότι πῶς τὸ κατορθώνετε, κύριοι ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ κατὰ τὸ λέγειν σας κατ’ ἔτος μένει πλεόνασμα, καὶ αἰωνίως τρέχετε εἰς τὸν κ. Κεχαγιὰν καὶ λέγετε, δός μας δάνεια; (ἱλαρότης). Ἐγεμίσατε τὸν κόσμον μὲ δάνεια, καταστρέψατε τὸν τόπον. Δὲν εἶναι δὲ μόνον τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα συμποσοῦνται εἰς 70,000,000 περίπου, ἀλλὰ καὶ οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους ἐπεφόρτισαν εἰς τὴν ῥάχην τοῦ ἔθνους. Ἐὰν ἤρχετο ὁ Ὄθων καὶ μᾶς ἠρώτα λέγων; Αἴ τσελεπίδει, ποῦ εὑρίσκεσθε; ἔχετε 120 ἑκατομμύρια χρέος περισσότερα· τί δὲ κατωρθώσατε ἀποπέμψαντές με; μίαν τρύπαν εἰς τὸ νερόν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀθλία κατάστασίς μας· ἕως πότε δὲ θὰ ἐξαπατῶμεν τὸν κόσμον; Εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς, ὅπως σήμερον σᾶς τὸν παρουσιάζουν, προϋπολογισμός; Ἄλλοι εἶναι οἱ ἀριθμοὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἄλλοι εἶναι οἱ ἀριθμοὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ, ἡμεῖς δὲ ἔχομεν ἐνώπιόν μας ἀπολογισμόν. Καὶ λέγεται μὲν προϋπολογισμὸς ἀλλ’ εἶναι ἀπολογισμὸς, ἐμφαίνων τὴν πραγματικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲ τοῦ προϋπολογισμοῦ, εὑροῦσα εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν τὸν προϋπολογισμὸν, ἀπέβλεψεν εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ἐπαρουσίασεν ὁ νέος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἴδετε δὲ πῶς ἔπαιζεν ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος μὲ τοὺς ἀριθμούς. Ὁ δὲ κ. Δεληγεώργης τοῦ ἐνεθύμισεν ὅτι τὸ 1,400,000 δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ σημειώσῃ εἰς τὰ ἔσοδα, ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν....

§134ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ τὸ ἐνέγραψα.

§135ΖΩΧΙΟΣ. Σημειώσατε δὲ καὶ τοῦτο, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐξήτασε τὸ δάνειον τῶν 26,000,000, τὸ ἄφησε δὲ διὰ νὰ τὸ ἐξετάσῃ μετὰ ταῦτα· ἔχομεν δὲ καὶ 3,000,000 καὶ ἐπέκεινα διὰ τὰ ἔξοδα τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων, καὶ ἂν ἐνθυμεῖσθε ἐβιάσαμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μᾶς δώσῃ κατάλογον ποῦ τὰ ἐδαπάνησαν.

§136ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκάμαμεν φυλλάδιον δι’ αὐτά.

§137ΖΩΧΙΟΣ. Εἰς αὐτὸν τὸν κατάλογον ὅπως ὁ κ. Δεληγεώργης παρετήρησεν, περιλαμβάνονται δαπάναι πλέον τῶν 3,000,000.

§138ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ τὸ ἰσχυρίζομαι ἀκόμη, ὅτι εἶναι 3,000,000 καὶ τόσαις χιλιάδες.

§139ΖΩΧΙΟΣ. Μάλιστα.

§140ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τρία ἑκατομύρια ἐννεακόσιαι περίπου χιλ. δραχμαὶ εἶναι μόνον εἰς τὰ προσωρινὰ δάνεια.

§141ΖΩΧΙΟΣ. Τὴν πρώτην ἡμέραν, ὅτε ὁ κ. Παππαμιχαλόπουλος ἔγεινεν ὑπουργὸς ἢ τὴν δευτέραν, τὸν ἀπήντησα εἰς τοῦ ἐντίμου προέδρου μας τὸν οἶκον, τὸν ἤκουσα δὲ λέγοντα: δὲν ἔχομεν οὐδὲ ὀβολὸν, ἀναγκαζόμεθα δὲ νὰ κάμωμεν δάνειον. Πῶς τὸ κατώρθωσες δὲ, κύριε Παπαμιχαλόπουλε, καὶ μετὰ ταῦτα εὗρες πλεόνασμα ἑκατομμύρια;

§142ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βγαίνουν.

§143ΖΩΧΙΟΣ. Περὶ τῆς λεπτομερείας τῶν ἀριθμῶν θὰ σᾶς λαλήσῃ ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, ἐγὼ δὲ θὰ σᾶς κάμω μερικὰς παρατηρήσεις. Ἐντὸς τῆς ἐπιτροπῆς ἐξεδηλώθησαν διάφοραι γνῶμαι, εἶδε δὲ καὶ ἔπαθεν ὁ κ. Παππαμιχαλόπουλος νὰ μᾶς διώξῃ τὸν πρόεδρόν μας τὸν κ. Χρηστίδην. Εἴχομεν δὲ ὑπ’ ὄψιν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ κ. Δεληγεώργη, τὸ παράρτημα τοῦ κυρίου Παπαμιχαλοπούλου καὶ τὰς ἀποφάσεις τῆς 30 Νοεμβρίου, μακροθυμοῦντες δὲ ἀνοήτως, εἴπομεν: ἂς δεχθῶμεν καὶ τὰ τρία αὐτὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ κεφάλαια, ἀλλ’ ἐὰν πλέον αὐτῶν ἐδαπανήσατε, εἴπομεν νὰ τὰ πληρώσῃς, κ. Παπαμιχαλόπουλε, καὶ μᾶς εἶπες ὁ ἴδιος ὅτι τὰ πληρώνεις,

§144ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ᾖναι ἀληθῆ, μάλιστα, ἀλλὰ δὲν εἶναι.

§145ΖΩΧΙΟΣ. Τὸ κύριον προνόμιον τῆς Βουλῆς εἶναι ὅτι κρατεῖ τὸ δημόσιον βαλάντιον εἰς τὸ χέρι. Δὲν δύναται δὲ νὰ συγχωρήσῃ καὶ αὐτὰ τὰ μικρὰ ποσὰ, διότι καὶ αὐτὰ καθαρὰν ἀποτελοῦσι πονηρίαν. Ὅταν ἴδητε ὅτι εἰς τὸ δεῖνα ὑπουργεῖον προσελήφθησαν ὑπάλληλοι, πιστεύσατε ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι καθαρὰ πονηρία. Ὅταν ἴδητε ὅτι προσελήφθησαν τελῶναι, καὶ αὐτὸ εἶναι πονηρία. Ὅταν ἴδητε εἰς τὴν λιμενικὴν ὑπηρεσίαν πλεονάζοντας ὑπαλλήλους, καὶ αὐτὸ πονηρία. Πρὸς τί δὲ ἡ τόση πονηρία; Διὰ νὰ μὴ εἰσέλθῃ ὁ δεῖνα καὶ ὁ δεῖνα εἰς τὸ βουλευτήριον, ἐπὶ τούτῳ δὲ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος μετεχειρίσθη ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἠθικὰ λεγόμενα μέσα, τὰ κατ’ ἐμὲ ἀνήθικα, ἤτοι μετεχειρίσθη ὅλα τὰ μέσα τῆς ἐξουσίας, καὶ δὲν διστάζει νὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι πολιτεύεται. Καὶ ἐγὼ, ἐὰν μὲ κάμητε ὑπουργὸν, πολιτεύομαι. Ὀφείλεις ὅμως, κύριε Παπαμιχαλόπουλε, νὰ πολιτευθῇς ἀντιπολιτευόμενος, ἀντιτασσόμενος κατὰ τῆς βίας τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι δὲ ἡ ἐσχάτη μακροθυμία....

§146ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὴν δέχομαι, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ προβῆτε παρέκει εἰς τὸ πραγματικόν.

§147ΖΩΧΙΟΣ. Εἶναι δύω εἰδῶν ἐντροπαὶ εἰς τὸν κόσμον· ἡ μία εἶναι ἁγία, ἡ ἄλλη ὀλεθρία. Ἐντρεπόμενοι, περιωρίσθημεν μόνον εἰς τὸ ἐλάχιστον ποσὸν, διὰ νὰ μὴ δείξωμεν ὅτι εἴμεθα ἄγριοι, ὅτι ἐκδικούμενοι πάθη τυφλὰ ἠθελήσαμεν καὶ ἄλλο κατηγορητήριον νὰ ἑτοιμάσωμεν. Μακροθυμοῦντες δηλαδὴ ὑπὲρ τὸ δέον, περιωρίσθημεν ν’ ἀποδοκιμάσωμεν τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἶναι ὅλως διόλου ἀδικαιολόγητα. Ὀλίγα δὲ θὰ σᾶς εἴπω περὶ τῶν πρεσβειῶν. Αἱ πρεσβεῖαι ἦσαν προσφορὰ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ ἔμβουν εἰς τὴν ἐξουσίαν. Αἱ πρεσβεῖαι ἔγειναν δι’ ἕνα καὶ μόνον ἄνθρωπον. Αἱ πρεσβεῖαι ἔγειναν διὰ νὰ γείνῃ ἕνας γάμος, αἱ πρεσβεῖαι ἔγειναν διὰ νὰ πληρώσωμεν καὶ τὸν ναῦλον τῆς μεταβάσεως τοῦ συμπενθέρου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἐπικαλεῖται δὲ σήμερον ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος τὸν πρόεδρόν μας. Τὸν πρόεδρον τὸν ἔχομεν εἰς τὸ κεφάλι μας, ἀλλὰ ἑκατὸν πρόεδροι ἂν ἀποφασίσουν, ὅταν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς δὲν σᾶς δώσῃ τὴν ἄδειαν νὰ δαπανήσητε, ἐν τίνι δικαιώματι δαπανᾶτε; Ἓν ἤρκει μόνον ὁ ἔντιμος πρόεδρός μας ἢ ὁ ἔντιμος κ. Τρικούπης ἢ ἄλλως τις, τί συνερχόμεθα ἐνταῦθα; Ἠθέλησε λοιπὸν ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος νὰ σκεπασθῇ ὑπὸ τὴν σκέπην τῶν πτερύγων τῶν ἐντίμων αὐτῶν ἀνθρώπων. Ἔχει δὲ λόγου χάριν ὁ κ. Ζαΐμης μίαν ἰδέαν· ἐὰν οἱ πλείονες ἐξ ἡμῶν ἔχωμεν τὴν ἐναντίαν ἰδέαν, τότε ἡ ἰδέα τοῦ κ. προέδρου πιθανῶς εἶναι λαμπρά, ἀλλ’ ἡ ἰδική μας ἐπικρατεῖ, διότι τὸ πολίτευμα τὸ συνταγματικὸν εἶναι τὸ πολίτευμα τῶν πλειόνων· οἱ πλείονες ὅμως αὐτοὶ δὲν χωροῦν εἰς τὸ κεφάλι τοῦ κυρίου Παπαμιχαλοπούλου.

§148ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, χωροῦν.

§149ΖΩΧΙΟΣ. Ἂν ἐχώρουν, δὲν εἴχομεν αὐτὰ τὰ βάσανα σήμερον (ἱλαρότης) καὶ ἡ 30 Νοεμβρίου δὲν ἐγίνετο.

§150ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἦτο τότε ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος.

§151ΖΩΧΙΟΣ. Ἡσυχάσατε. Θὰ εὕρω τὴν συνέχειαν. Ὅταν ἐκ νέου ἀνεδέχθη τὴν ἐξουσίαν καὶ κατέβη ἀπὸ τῶν ἀνακτόρων ὁ κ. Βούλγαρης καὶ ἐζήτει κάπου νὰ πιασθῇ, διότι εἰς τοὺς συμμάχους δὲν ἤλπιζε πλέον, ἐκάλεσεν ἐμέ, ὁ ὁποῖος ἤμην πρόεδρος, τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς φαίνεται δὲ ἡ κακή μου μοῖρα τὸ ἔχει νὰ περιέρχεται εἰς ἐμὲ ἡ προεδρία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ· νομίζω δὲ ἦτο παρὼν εἰς τοῦ κυρίου Βούλγαρη καὶ ὁ κύριος Μαυροκορδάτος. Μοῦ λέγει λοιπόν: τὸν προϋπολογισμὸν θέλω νὰ κάμητε γρήγορα. Λέγω πρὸς αὐτὸν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν λάβητε ἐντὸς δύω ἢ τριῶν ἡμερῶν. Μετὰ βίας δὲ κατώρθωσε νὰ λάβῃ ἀπὸ τῆς χειρός μου τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων. Μετὰ ταῦτα ἐγκατέλιπον τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ἔσπευδον ὑπὲρ τὸ δέον. Ἐζήτει λοιπὸν ὁ κύριος Βούλγαρης νὰ ἐκπορθήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν μεγάλην ἑβδομάδα, ὥστε ἐθύμωσε καὶ ὁ συνάδελφός μας ὁ ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴς κύριος Ἀθανάσιος Πετιμεζᾶς καὶ εἶπεν: «Εἶναι ἐντροπή. Διὰ τῆς βίας ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς πάρητε τὸν προϋπολογισμόν;» Ἀλλὰ διατί δὲν ἤρχετο ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου; Εἶχον εἰς τὸ θυλάκιόν μου μίαν μικρὰν πρότασιν λέγουσαν: Ἐμπιστεύεται ἡ Βουλὴ τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν εἰς αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν; Ἡ Βουλὴ βεβαίως θὰ ἀπεκρίνετο οὔ. Τούτου δ’ ἕνεκα ἐπῆλθεν ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ἐκείνης. Αἱ πρεσβεῖαι! σᾶς λέγουν. Πρόκειται, λέγουν, περὶ ζητημάτων μεγάλων. Περὶ ποίων; Ἀφ’ ἧς ἐσυστήσατε τὰς πρεσβείας, κύριε Παπαμιχαλόπουλε, αἱ ξέναι ἐφημερίδες ἤρχισαν νὰ ὑβρίζουν τὸ Ἑλλην. γένος. Ἀφ’ ἧς ἐσυστήσατε τὰς πρεσβείας, συνελήφθη ἡ ἰδέα τῆς ἀνατροπῆς τοῦ πολιτεύματος, καὶ πολλοὶ ἔλεγον ὅτι τὸ παρὸν πολίτευμα δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἰδοὺ εἰς τὶ ἐχρησίμευσαν αἱ πρεσβεῖαι, καὶ ἂν πρέπῃ νὰ συστηθοῦν, δὲν θὰ τὰς ἐμπιστευθῇ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος εἰς τὰς χεῖράς σας, διότι τὰς κατεχράσθητε. Ὁ κ. Τρικούπης τὰς καθῄρησεν εὐθὺς ἅμα ἦλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ μετὰ ταῦτα ἀφῆκε τοὺς γραμματεῖς ἀμίσθους, βεβαίως ὅμως κάποιος τοὺς πληρόνει. Προτείνει δὲ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις τὴν ἐκ νέου σύστασιν αὐτῶν. Τίνος ἕνεκεν; Ἡμεῖς κατεδικάσαμεν τὴν δαπάνην τῶν πρεσβειῶν κατὰ τὸ ἔτος 1873, καὶ ἂν αὔριον φέρουν πάλιν τὴν πρότασιν θὰ τὰς καταδικάσωμεν ἐκ νέου. Τὸ χωριό μου δὲν ἔχει σχολεῖον, καὶ μοῦ διηγεῖται ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος τοὺς θριάμβους, τοὺς ὁποίους θὰ κάμῃ ὁ κ. Βαλαωρίτης εἰς τὸ Λονδῖνον. Ἀλλ’ ἐὰν ἐγὼ στέρξω, θὰ μὲ λιθοβολήσουν εἰς τὸ χωριό μου. Μὴ σᾶς ἐξαπατοῦν λοιπὸν αἱ προσθέσεις καὶ αἱ ἀφαιρέσεις τοῦ κυρίου Παπαμιχαλοπούλου. Ὁ ἀείμνηστος Ψαλίδας ὁ διδάσκαλος, τὸν ὁποῖον βεβαίως ἐξ ἀκοῆς θὰ γνωρίζητε πολλοὶ καὶ τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἐγνώρισα ἐκ τοῦ πλησίον, ἔλεγε: Μὲ προσθέσεις καὶ ἀφαιρέσεις τὸν Ψαλίδα τὸν μεταβάλλετε εἰς ὅ,τι θέλετε. Βλέπετε δὲ ὅτι σᾶς παρουσιάζει ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν ἀνθηράν. Ἀλλά, κύριε Παπαμιχαλόπουλε, κατώρθωσές ποτε νὰ ἀνοίξῃς τὴν θύραν τοῦ Κεντρικοῦ ταμείου; Ἀφοῦ ὁ Πακτωλὸς ῥέει, διατί ἡ θύρα τοῦ Κεντρικοῦ ταμείου εἶναι κλειστή; Διατί τὰ τόσα καθυστεροῦντα; Κατὰ τί διαφέρομεν τοῦ Ταντάλου, τοῦ ἐντὸς τῆς λίμνης τηκομένου ἐκ τῆς δείψης, τοῦ ἀποκάτω δένδρων καρποφόρων βουλιμιῶντος; Πῶς κατώρθωσες, κ. Παπαμιχαλόπουλε, αὐτὸ τὸ θαῦμα; Λοιπόν, νὰ λάβητε τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν πραγματικὴν αὐτοῦ ἔποψιν, διότι ἂν ὑπάρχῃ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ πρὸ πάντων πρέπει νὰ λύσῃ, εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἰσοῤῥοπίας τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ ἰσοῤῥοπία ὅμως δὲν θὰ στηριχθῇ εἰς ψεύδη, εἰς προσθέσεις, εἰς ἀφαιρέσεις πεπλανημένας. Ὁ κ. Δεληγεώργης μᾶς παρουσίασε τὸν προϋπολογισμόν του ἀρτίποδα, ἀλλὰ κἄπως εἶχε στήριγμά τι, εἶχε καὶ συμβάσεις. Σεῖς δὲ τί εἴπατε; Τὰς συμβάσεις δὲν τὰς θέλομεν, καὶ πληρόνομεν 1½ ἑκατομμύριον περισσότερον. Ἦλθεν ὁ Παπαμιχαλόπουλος καὶ προσέθηκε καὶ ἄλλας δαπάνας. Αὐτὸ λοιπὸν ἦτο τὸ κατόρθωμά μας, κ. Παπαμιχαλόπουλε, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπολεμούσαμεν τὸν κ. Δεληγεώργην; Καὶ μὲ ποίαν διαφοράν; Νὰ ὑποστῶ καὶ ἐκλογὰς ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ κ. Βούλγαρη, ὁ ὁποῖος ἐζητοῦσε πάντα τρόπον νὰ μὲ μετασχηματίσῃ, ἀλλὰ δὲν τὸ κατώρθωσεν. Ἀνέβην δὲ εἰς τὸ βῆμα, καθὼς εἶπον, διὰ νὰ ἀφαιρέσω ἀπὸ τῆς κεφαλῆς τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου τὸν στέφανον, τὸν ὁποῖον παρεσκεύασεν ὄχι διὰ τὸν ἑαυτόν του, ἀλλὰ δι’ ἄλλον. Ἐτόλμησε δὲ νὰ εἴπῃ: Ναί, παρέβην ἐν μέρει τὸν προϋπολογισμόν, ἀλλὰ σεῖς εἶσθε οἱ αἴτιοι. Μεγαλειτέρα προσβολὴ κατὰ τῆς Βουλῆς δὲν γίνεται.

§152ΤΙΝΕΣ. Τὸ ἀνεκάλεσε.

§153ΖΩΧΙΟΣ. Νὰ σᾶς ὑβρίσω καὶ ἐγώ, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ ἀνακαλέσω τὴν ὕβριν. Ἠρώτησαν οἱ ἕνδεκα ἀπόστολοι τὸν Κύριον, ἀφοῦ πρὸς αὐτοὺς εἶπεν, εἷς ἐξ ὑμῶν παραδώσει με, λέγοντες: Μήτοι ἐγώ εἰμι, κύριε; Ἀπαραλλάκτως καὶ ὅλη ἡ Βουλὴ ἠρώτησε τὸν ὑβριστὴν αὐτῆς, τὸν κύριον Παπαμιχαλόπουλον: Μήτοι ἐγώ εἰμι, κύριε; Καταβαίνω, διότι, νομίζω ἀρκοῦντα ὅσα εἶπον. Νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν ἀλήθειαν, ἂν θέλετε νὰ σωθῶμεν, διότι χωρὶς ἀμφιβολίαν οἰκονομικῶς εἴμεθα κατεστρεμμένοι. Ἂν δεχθῆτε σήμερον νὰ ἐπικρατήσῃ τὸ ψεῦδος, ἴσως ἐπικρατήσῃ καὶ αὔριον, ἀλλὰ θὰ ἔλθῃ μία ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν οὔτε Κοινοβούλιον θὰ ἔχωμεν, οὔτε βασιλείαν, διότι ἐστηρίχθημεν εἰς τὸ ψεῦδος.

§154ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.

§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 47
2Τῆς 21 Νοεμβρίου 1875.
3(Τρίτη).
4Ὥρα 2 μ. μ.
5Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, καὶ τῆς Βου-
6λῆς εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς
7προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν κατέθηκε τὴν
9ἔκθεσιν αὐτῆς περὶ συντάξεως τῶν δημολογιστῶν.
10Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
11§2ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὑποβάλλω μίαν πρότασιν, κύριοι, νόμου διὰ
12τοῦ ὁποίου τροποποιεῖται τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ΧΠΑʹ. νόμου περὶ
13τῶν ἐν Γαλλίᾳ συσταινομένων ἀνωνύμων ἑταιριῶν.
14Κατὰ τὸ 1861 ἐξεδόθη ὁ νόμος ΧΠΑʹ. κατ’ ἀμοιβαιότητα
15μὲ τὴν Γαλλικὴν κυβέρνησιν, διὰ τοῦ ὁποίου νόμου ἀπεφασίσθη
16ὅτι αἱ ἐν Γαλλίᾳ συσταινόμεναι ἀδείᾳ τῆς Κυβερνήσεως ἀνώ-
17νυμοι ἑταιρίαι, εἴτε ἐμπορικαὶ εἴτε βιομηχανικαί, χαίρουσιν ὅλα
18τὰ δικαιώματα ἐν Ἑλλάδι, ὡς καὶ τὸ νὰ παρίστανται ἐνώπιον
19τῶν δικαστηρίων συμφώνως μὲ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους.
20Ὁ νόμος ἐκεῖνος ὥρισεν οὕτω, διότι καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν
21Ἑλλάδι κατὰ τὸ 1881 πρὸς σύστασιν ἀνωνύμων ἑταιριῶν ἀ-
22πῃτεῖτο ἄδεια Κυβερνήσεως· ἀλλὰ κατὰ τὸ 1867 ὁ νόμος περὶ
23ἑταιριῶν ἐν Γαλλίᾳ ἐτροποποιήθη, καὶ ἑπομένως δὲν ἀπαιτεῖται
24κυβερνητικὴ ἄδεια, ἀλλ’ ἡ ἐκτέλεσις ὡρισμένων τινῶν διατυ-
25πώσεων· ὥστε αἱ μὲν Ἑλληνικαὶ ἑταιρίαι χαίρουσιν ἐν Γαλλίᾳ
26ἅπαντα τὰ ἀνωτέρω δικαιώματα, ἐνῷ ἐν Ἑλλάδι αἱ Γαλλικαὶ
27ἑταιρίαι δὲν δύνανται νὰ χαίρωσι τὰ δικαιώματα αὐτὰ,
28διότι κατὰ τὸν ἡμέτερον νόμον ἀπαιτεῖται νὰ συνοδεύωνται μὲ
29ἄδειαν κυβερνητικήν. Ἑπομένως συμφώνως μὲ τὸν γαλλικὸν
30νόμον τοῦ 1867, ὑποβάλλω πρότασιν περὶ τροποποιήσεως τοῦ
31ΧΠΑʹ. νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν χαίρουσι τὰ κατὰ τὸν νόμον
32τοῦτον δικαιώματα αἱ ἀνωνύμως συσταθεῖσαι ἐν Γαλλίᾳ ἑταιρίαι.
33§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν βʹ. συζήτησιν τοῦ νο-
34μοσχεδίου περὶ δημοσίων λειτουργῶν, ὅσοι κατὰ παράβασιν τοῦ
35ἄρθρου 60 τοῦ Συντάγματος ἤθελον ἐνεργήσει εἰσπράξεις δημο-
36σίων ἐσόδων, ἢ πληρωμὴν δημοσίων ἐξόδων.
37(Ἀναγνωσθὲν δὲ τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν,
38ἄρθρον καὶ σύνολον δι’ εἰδικῆς ἐπὶ ἑκάστου ψηφοφορίας).
39(Ἐπίσης ἀναγνωσθέντα ἐγένοντο δεκτὰ εἰς δευτέραν συζή-
40τησιν τὰ νομοσχέδια, ά) περὶ τροποποιήσεως ταμείων τινῶν, βʹ)
41περὶ τροποποιήσεως ἐφοριῶν τινων, καὶ γʹ) περὶ προσθήκης τε-
42λωνιακῶν ὑπαλλήλων, ψηφισθέντα κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνο-
43λον δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑνὸς ἑκάστου ψηφοφορίας).
44Μεταβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
451874. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
46§4ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγώ.
47§5Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ ὤφειλον νὰ προβάλω εἰς τὴν
48Βουλὴν ἀντίῤῥησιν κατὰ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ
49τοῦ ἔτους 1874, ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ προηγηθῶ παν-
50τὸς ἄλλου, διὰ νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις,
51αἵτινες ὑπηγόρευσαν εἰς ἐμὲ τὴν γνώμην ταύτην· οὕτως, ἂν ἡ
52Βουλὴ ἤθελεν ἀνεύρει ὀρθόν τι ἐν τῇ γνώμῃ μου, θέλει ἀπόσχει
53πάσης ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου συζητήσεως, δὲν θέλει
54ἐπιδοθῆ εἰς ματαίαν ἐργασίαν, καὶ θέλει οἰκονομηθῆ χρόνος,
55ὅστις μάτην ἴσως ἔμελλε νὰ καταδαπανηθῇ.
56Ἡ βάσανος καὶ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἥτις ὑπο-
57τίθεται, ὅτι πρέπει νὰ γίνεται πάντοτε πρὸ τοῦ ἔτους, ἥτις
58ὅμως καὶ κατὰ τὴν ῥητὴν ἔννοιαν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγ-
59ματος πρέπει νὰ γίνεται πάντοτε πρὸ τοῦ ἔτους, ἔχει σκοποὺς
60δύω· σκοπὸν πρῶτον φαινομενικὸν, ἵνα μεταχειρισθῶ ἔκφρασιν
61κοινὴν ἀπό τινος γενομένην, νὰ προσδιορίσῃ κατὰ μέγιστον ὅρον
62τὸ ποσὸν τῶν δαπανῶν, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην τὸ Κράτος
63διὰ νὰ κυβερνηθῇ καὶ διοικηθῇ· ὁ προσδιορισμὸς τοῦ μεγίστου
64ὅρου τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους, γινόμενος ἀπὸ τὴν Βουλὴν
65τῶν ἀντιπροσώπων, ἐπάγει ἀληθῶς ἀποτελέσματα, διότι πείθει
66ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἀντιπροσωπεύει ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώ-
67πων, ὅτι αἱ δαπάναι αὗται εἶναι ἀναποφεύκτως ἀναγκαῖαι καὶ
68θέλουσι γείνει πρὸς γενικὸν καὶ ὠφέλιμον σκοπὸν τοῦ Κράτους.
69Ἐπάγει καὶ ἄλλο ἀποτέλεσμα, ὅτι πείθει αὐτοὺς, ὅτι πρέπει
70νὰ συνεισφέρωσι τοὺς φόρους, ἑπομένως εὐκολύνει κατὰ μέγα
71μέρος τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων.
72Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ φαινομενικοῦ τούτου σκοποῦ, ἔχει ἄλλον τινὰ
73γενικώτερον σκοπόν· οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους μετέχουσιν ἀμέ-
74σως τῆς Κυβερνήσεως τῶν κοινῶν. Οἱ κυβερνῶντες διὰ τοῦ προϋ-
75πολογισμοῦ ἐκθέτουσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν
76ἔχουσι, περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον νομίζουν ὅτι πρέπει νὰ
77κυβερνηθῇ τὸ Κράτος· ἂν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν γνώμην τῶν
78κυβερνώντων καὶ δώσῃ εἰς αὐτοὺς τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα οὗτοι
79διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐζήτησαν, ὁ μὲν τόπος λαμβάνει ἄμε-
80σον μέρος εἰς τὴν κυβέρνησιν, οἱ δ’ ὑπουργοὶ ἐξακολουθοῦσι νὰ
81κυβερνῶσιν· ἂν ὅμως ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων δὲν παρα-
82δεχθῇ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν οἱ κυβερνῶντες ἢ οἱ ἀναλαβόν-
83τες νὰ κυβερνήσωσιν ἔχουσι περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον
84νομίζουσιν ὅτι πρέπει νὰ κυβερνήσωσι τὸ Κράτος, ἢ ἂν τροπο-
85ποιήσῃ ἐν μέρει τὴν γνώμην αὐτῶν, μένει πλήρης ἐλευθερία εἰς
86τοὺς κυβερνῶντας εἴτε νὰ ἐξακολουθήσωσι νὰ κυβερνῶσιν ὑπο-
87τασσόμενοι εἰς τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, εἴτε, ἂν δὲν πείθων-
88ται εἰς τὴν γνώμην τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους νὰ παραι-
89τήσωσι τὴν κυβέρνησιν εἰς χεῖρας ἄλλων.
90Ἡ ἐπίδρασις αὕτη, τὴν ὁποίαν οἱ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀντιπρο-
91σωπευόμενοι ἐξασκοῦσιν ἐπὶ τῆς κυβερνήσεως τῶν κοινῶν, εἶ-
92ναι ἡ μεγαλειτέρα μετοχὴ, τὴν ὁποίαν πανταχοῦ τὰ πολιτικὰ
93συντάγματα ἔδωκαν εἰς τοὺς λαούς. Πολλαὶ ἐγένοντο ἔριδες
94καὶ συζητήσεις ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις περὶ τῶν δικαιωμάτων
95τῶν πλειονοψηφιῶν καὶ μειονοψηφιῶν· εἰς τὰ κράτη ὅμως ἐκεῖ-
96να, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουσιν ἀκόμη κόμματα διακεκριμένα
97ἀπ’ ἀλλήλων ὑπὸ ἀρχῶν ἐγνωσμένων ἢ φρονημάτων διακεκρι-
98μένων, αἱ διενέξεις αὗται περὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν μειονο-
99ψηφιῶν καὶ τῶν πλειονοψηφιῶν ἴσως δύνανται νὰ ὑποληφθῶσιν
100ὅτι ἔχουσι κἄτι τι Βυζαντινὸν, ἵνα μὴ εἴπω, κἄτι τι ἰδιοτελές.
101Ἀλλ’ αἱ διατάξεις περὶ τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ
102περὶ τῆς κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ βασάνου τῶν γνωμῶν, τὰς
103ὁποίας οἱ κυβερνῶντες ἐκτιθέασιν εἰς τὴν Βουλὴν τῶν ἀντιπρο-
104σώπων περὶ τοῦ τρόπου διὰ τοῦ ὁποίου νομίζουσιν ὅτι πρέπει νὰ
105κυβερνηθῇ τὸ Κράτος, αἱ διατάξεις καὶ αἱ συζητήσεις αὗται κα-
106λοῦσιν εἰς μετοχὴν τῶν κοινῶν ἄμεσον καὶ καταληπτὴν ἐκεί-
107νους τοὺς ὁποίους ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων ἀντιπροσωπεύει.
108Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ βάσανος τοῦ προϋπολογισμοῦ περιέχει
109ἐν ἑαυτῇ τὴν πρακτικωτέραν καὶ τὴν εἰλικρινεστέραν μετοχὴν
110τοῦ λαοῦ εἰς τὴν κυβέρνησιν τοῦ λαοῦ.
111Συζητοῦντες ὅμως σήμερον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874
112ἐν μηνὶ Νοεμβρίῳ τοῦ ἐπιόντος ἔτους, οὐδέτερον τῶν σκοπῶν
113τούτων ἐπιζητοῦμεν· οὐδὲ δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν ἂν ᾖναι ὀρθαὶ
114καὶ συμφέρουσαι αἱ περὶ τοῦ τρόπου τοῦ κυβερνᾷν γνῶμαι ἐκεί-
115νων, οἵτινες μᾶς παρουσιάζουσι τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874,
116διότι οὗτοι ἐκυβέρνησαν χωρὶς νὰ μᾶς ἐρωτήσωσιν· οὐδὲ δυνά-
117μεθα νὰ προσδιορίσωμεν τὸν μέγιστον ὅρον τῶν δαπανῶν, τὰς
118ὁποίας ἐγκρίνομεν, διότι αἱ δαπάναι ἐγένοντο· οὐδὲ τέλος οἱ
119κυβερνῶντες ἔχουσι τὴν εὐκολίαν νὰ ὑποταχθῶσιν ἢ μὴ εἰς
120τὰς περὶ τῆς κυβερνήσεως γνώμας τῆς Βουλῆς, καὶ μὴ ὑπο-
121τασσόμενοι νὰ παραιτηθῶσι, διότι ταῦτα πάντα ἀνάγονται εἰς
122τὸ 1874, ἡμεῖς δὲ ἀφικόμεθα νῦν εἰς τὸ τέλος τοῦ 1875.
123Εἶναι τῳόντι πρωτότυπος ἀνωμαλία, εἰς τὴν ὁποίαν περιήλ-
124θομεν! Καὶ ἡ ἀνωμαλία αὕτη εἶναι κληροδότημα τοῦ 1874,
125τοῦ ἔτους ἐκείνου τὸ ὁποῖον εὔχομαι νὰ μὴν ἀναφανῇ πλέον
126εἰς τὸν βίον τῆς Ἑλλάδος. Κατέλιπεν ἀνωμαλίας πολιτικὰς, ἀπὸ
127τὰς ὁποίας εὐτυχῶς ἐξήλθομεν, κατά τινας μὲν διὰ πολιτικῆς
128μεταβολῆς, κατά τινας δὲ διὰ δριμυτέρου ἢ αὐστηροτέρου χα-
129ρακτηρισμοῦ τῶν γεγονότων. Κατέλιπεν εἰς ἡμᾶς καὶ ἀνωμα-
130λίας νομοθετικὰς, αἱ ὁποῖαι καὶ αὗται μοὶ φαίνεται ὅτι εἶχον
131χαρακτῆρα πρωτότυπον, οὐδὲ ἀπηντήθησαν εἰς τὴν ἱστορίαν
132ἄλλου τινὸς ἔθνους· καὶ εὐτυχῶς ἐξήλθομεν καὶ ἀπὸ τὰς νομο-
133θετικὰς ταύτας ἀνωμαλίας, διὰ τοῦ νόμου, ὃν ἐψηφίσατο ἡ Βου-
134λὴ τῶν ἀντιπροσώπων καὶ ἐκύρωσεν ὁ Βασιλεὺς, περὶ ἀκυρώ-
135σεως τῶν ψευδῶν νόμων.
136Μᾶς κατέλιπεν ὅμως καὶ τὴν οἰκονομικὴν ταύτην ἀνωμα-
137λίαν, ἡ ὁποία μᾶς ἀναγκάζει κατὰ τὸν Νοέμβριο τοῦ 1875
138νὰ συζητῶμεν περὶ τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ γείνωσι
139κατὰ τὸ 1874.
140Ἤθελεν ἴσως μὲ ἐρωτήσει τις, τί λοιπὸν γνωμοδοτεῖς ἐπὶ
141αὐτῆς τῆς ἀνωμαλίας; Νομίζω, ὅτι ὀφείλω νὰ ὁμιλήσω εἰλι-
142κρινῶς πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ παρακαλῶ αὐτὴν νὰ μοῦ φεισθῇ,
143οὐδὲ νὰ δώσῃ ἄλλην ἑρμηνείαν εἰς τὰς λέξεις καὶ εἰς τὰς φρά-
144σεις τῶν ὁποίων θέλω κάμει χρῆσιν, εἰμὴ ἐκείνην τὴν ὁποίαν αἱ
145λέξεις καὶ αἱ φράσεις αὗται ἔχουσιν.
146Ἤθελον δώσει πᾶσαν ἄλλην γνώμην εἰς τὴν Βουλὴν, οὐχὶ δὲ
147νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ τὴν βάσανον τῶν κατὰ μέρος
148διατάξεων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874. Ἤθελον δώσει πᾶ-
149σαν ἄλλην γνώμην, διότι νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις καὶ ἡ βά-
150σανος τῶν κατὰ μέρος διατάξεων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
1511874 εἶναι ἄσκοπος καὶ ἀνωφελὴς ἀπώλεια χρόνου, κατὰ δὲ
152σύνοδον, ὁποία ἡ παροῦσα, καθ’ ἣν τὸ Κοινοβούλιον κατεκλύ-
153σθη ὑπὸ ποικίλων ἔργων παντοδαπῶν, πανταχόθεν ἐρχομένων,
154ἡ ἀπώλεια τοῦ χρόνου εἶναι ἀπώλεια πολυτίμου κεφαλαίου.
155Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἀπωλείας ταύτης τοῦ χρόνου, εὑρίσκω καὶ
156ἐπιζημίαν τὴν συζήτησιν καὶ ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
1571874, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ συζήτησις αὕτη νὰ ἐλαττώσῃ
158ἢ νὰ χαλαρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις τῶν κυβερνησάντων ἄνευ προϋ-
159πολογισμοῦ. Δὲν κάμνω μνείαν περὶ ἄλλης τινὸς ζημίας ἠθικῆς,
160ἡ ὁποία ἐνδέχεται νὰ ἐπέλθῃ· εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον ἐκεῖνοι
161τοὺς ὁποίους ἀντιπροσωπεύομεν, ἀκούοντες ὅτι συζητοῦμεν κατὰ
162τὸν Νοέμβριον τοῦ 1875 τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874 νὰ
163ὑπολάβωσιν ὅτι ἐν τῇ ἐργασίᾳ μας ταύτῃ ὑπάρχει καί τις εἰρω-
164νεία τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνέθεντο εἰς ἡμᾶς.
165Εἶπον ὅτι ἡ συζήτησις καὶ ἡ βάσανος τῶν κατὰ μέρος δια-
166τάξεων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874 δύναται νὰ ἀπολήξῃ
167εἰς χαλάρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας οἱ κυβερνῶντες
168ἄνευ προϋπολογισμοῦ ἔχουσι, καὶ ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω τὴν ἔν-
169νοιαν ταύτην. Οὐδὲ πρέπει, οὐδὲ δύναται νὰ κυβερνᾶται χώρα
170τις, συνταγματικῶς πολιτευομένη, ἄνευ προϋπολογισμοῦ. Εἶ-
171ναί τι ἔκτακτον καὶ σπάνιον φαινόμενον· ἀλλὰ καὶ ἂν συμβῇ
172νὰ κυβερνᾶται χώρα τις, συνταγματικῶς πολιτευομένη, ἄνευ
173προϋπολογισμοῦ, οἱ κυβερνῶντες δὲν εἶναι ἐλεύθεροι οὔτε νὰ δα-
174πανῶσιν ὅπως θέλουσιν, οὔτε νὰ κυβερνῶσιν ὅπως θέλουσι· φέ-
175ρουσι πάντοτε τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν οἱ καθεστῶτες νόμοι
176τῆς Ἐπικρατείας ἐπιβάλλουσιν εἰς αὐτούς. Ἡ ὑποχρέωσις τῆς
177τηρήσεως τῶν νόμων ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων ἐσό-
178δων δύναται νὰ εἰδικευθῇ εἰς δύο ἰδίως καθήκοντα. Ἂν μὲν
179πρόκειται περὶ δαπανῶν τακτικῶν, τὰς ὁποίας νόμοι προγενέ-
180στεροι ἐκανόνισαν, ὀφείλουσιν οἱ κυβερνῶντες ἄνευ προϋπολο-
181γισμοῦ νὰ μὴ ὑπερβῶσι τὸν μέγιστον ὅρον τῶν δαπανῶν, τὸν
182ὁποῖον οἱ νόμοι οἱ κανονίσαντες τὰς δαπάνας ταύτας προσ-
183διώρισαν· ἂν δὲ πρόκειται περὶ δαπανῶν παροδικῶν ἐκ-
184τάκτων, καὶ διαβατικῶν, τὰς ὁποίας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κα-
185νονίσωσιν οἱ νόμοι, ὀφείλουσιν οἱ κυβερνῶντες ἄνευ προϋπολο-
186γισμοῦ νὰ περιορισθῶσιν ἐντὸς τοῦ ὅρου τοῦ μεγίστου, τὸν
187ὁποῖον οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν παρελθόντων ἐτῶν προσδιώρι-
188σαν. Ὥστε καὶ ἂν ἤθελε προταθῇ ὅτι τὸ ἔτος 1874 ἤθελε
189μείνει χωρὶς ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων νὰ ψηφίσῃ προϋπο-
190λογισμὸν καὶ νὰ ἐξετάσῃ αὐτὸν, νομίζω ὅτι μένει ἀκεραία καὶ
191πλήρης ἡ ὑποχρέωσις τῶν κυβερνησάντων κατὰ τὸ 1874 νὰ
192φανῶσιν, ὅτι ἐτήρησαν τὰς δύο ταύτας ὑποχρεώσεις, τὰ δύο
193ταῦτα καθήκοντα. Ἤθελεν ὅμως μοὶ κάμει τις ἴσως τὴν ἑξῆς
194παρατήρησιν· καὶ νομίζεις, ἤθελε μοὶ εἴπει ἴσως, ὅτι, ἀφινομένου
195τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874 καὶ παρερχομένης τῆς Βουλῆς
196τὴν συζήτησιν καὶ βάσανον αὐτοῦ, μενούσης δὲ τῆς ὑποχρεώ-
197σεως τῶν κυβερνησάντων κατὰ τὸ 1874 νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς
198τὴν ἐκτίμησιν τῆς διαγωγῆς των κατὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἀπο-
199λογισμοῦ τοῦ 1874, νομίζεις ὅτι ἡ πολιτεία ἔχει ἀρκούσας
200ἐγγυήσεις, ὅτι δὲν θέλουσι παραγνωρισθῆ τὰ δικαιώματά της,
201ὅτι δὲν θέλουσι παραβλαφθῆ τὰ συμφέροντά της; Ἡ ἀντίῤῥησις
202μοὶ φαίνεται σπουδαία· φαίνεται δ’ εἰς ἐμὲ σπουδαιοτέρα, διότι
203ἔχω πλήρη συνείδησιν ἐλλείψεως μεγάλης, ἡ ὁποία τελεῖται ἐν
204τῇ Ἑλληνικῇ πολιτείᾳ. Δὲν δύναμαι εἰδικῶς νὰ προσδιορίσω
205εἰς τὴν ἀνακοίνωσίν μου ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν μέχρι ποίου
206ἔτους ἔφθασαν αἱ ἐργασίαι αἱ βουλευτικαὶ περὶ τὴν ἐξέλεγξιν
207τῶν ἀπολογισμῶν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους. Ὁ κ. ὑπουργὸς
208τῶν Οἰκονομικῶν, μετὰ τοῦ ὁποίου μὲ συνδέει προσωπικὴ φι-
209λία καὶ πρὸς τὸν ὁποῖον ἔχω πλήρη ὑπόληψιν, ἴσως θέλει εἶσθαι
210εἰς καλλιτέραν θέσιν νὰ σᾶς πληροφορήσῃ ἂν ἐξητάσθη ποτὲ
211ὑπὸ τῆς Βουλῆς τῶν ἀντιπροσώπων ἀπολογισμὸς τοῦ Κράτους,
212καὶ μέχρι τίνος ἔφθασαν αἱ ἐργασίαι αὗται τῆς Βουλῆς.
213§6ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μέχρι τοῦ 1859.
214§7ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐνδέχεται αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας
215ἔχω νὰ μὴν ᾖναι ἀκριβεῖς· ἐνθυμοῦμαι ὅμως ὅτι πρὸ πέντε
216ἐτῶν, ὅτε εἶχον ἀναλάβει τὴν διοίκησιν τοῦ ὑπουργείου τῶν
217Οἰκονομικῶν, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εὗρον τὴν ἐργασίαν ταύτην ἐντε-
218λῶς ὀπισθοκεχωρηκυῖαν. Ἐνθυμοῦμαι, ἐνδέχεται ὅμως ἡ ἐνθύ-
219μησίς μου αὕτη νὰ μὴν ᾖναι ἀκριβὴς, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὑπεβλή-
220θησαν ἀληθῶς εἰς τὴν Βουλὴν οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν μέχρι τοῦ
2211859 ἐτῶν, ἀλλ’ ἀμφιβάλλω ἂν ἡ Βουλὴ ἐξήλεγξε καὶ ἐκεί-
222νους οἱ ὁποῖοι ὑπεβλήθησαν εἰς αὐτήν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ,
223κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων ἐξήλεγξεν ἤδη τοὺς
224ἀπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν, ἀπὸ τοῦ 1843 ἕως τοῦ 1859, μοὶ
225φαίνεται ὅτι ἡ καθυστέρησις τῶν ἀπολογισμῶν τῶν ἔκτοτε
226παρελθόντων δέκα καὶ ἕξ ἐτῶν, ἡ ὀπισθοχώρησις τῆς ἐξελέγ-
227ξεως τῶν ἀπολογισμῶν ἐπὶ 19 ἔτη, ἀπὸ τοῦ 1859 μέχρι τοῦ
2281875, δὲν μᾶς δίδει ποσῶς ἀφορμὴν νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θέλομεν
229δυνηθῆ κατὰ τὰς ἡμέρας μας νὰ ἐξελέγξωμεν τὸν ἀπολογισμὸν
230τοῦ 1874, διὰ νὰ καταστείλωμεν πᾶν ὅ,τι πλημμελὲς ἔχει ἡ
231διαχείρισις τοῦ ἔτους ἐκείνου, διὰ νὰ ἱκανοποιήσωμεν πᾶσαν
232ζημίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τῆς διαχει-
233ρίσεως ἐκείνης. Μνημονεύσας τῶν ἀπολογισμῶν δὲν ἠννόουν νὰ
234ἐπικρίνω οὐδένα τῶν ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ παρακαλῶ
235τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ζητήσῃ ἐξήγησιν ἄλλην τοῦ λόγου μου,
236παρὰ αὐτὴν τὴν ὁποίαν φαίνεται ὅτι εἶχον νὰ δώσω.
237Ἂν λοιπὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι δυνάμεθα
238διὰ τῆς ἐξελέγξεως τοῦ ἀπολογισμοῦ νὰ ἀνεύρωμεν τὰς
239πλημμελείας τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1874, καὶ νὰ ζητήσωμεν
240τὴν ἱκανοποίησιν πάσης ζημίας, ἡ ὁποία ἐκ τῆς διαχειρίσεως
241ἐκείνης ἐπῆλθεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, κατ’ ἀνάγκην ἡ
242Βουλὴ πρέπει νὰ ἐξεύρῃ ἓν ἔκτακτον εἰδικὸν μέτρον, διὰ
243νὰ δυνηθῇ νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ὑποχρέωσιν τὴν ὁποίαν ἔχει,
244ἀφ’ οὗ δὲν συζητεῖ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874, διότι
245δὲν ὑπάρχει πλέον σκοπὸς εἰς τὴν ἐργασίαν της περὶ τὴν συ-
246ζήτησιν καὶ τὴν βάσανον αὐτοῦ.
247Τί πρέπει νὰ πράξωμεν; Δύω εὑρίσκω διεξόδους, τὰς ὁποίας
248δὲν διστάζω νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν· ἀφίνω δὲ αὐτὴν νὰ
249ἐκλέξῃ θατέραν τούτων.
250Πρὶν ἀναγγείλω τὰς διεξόδους ταύτας, αἱ ὁποῖαι προχείρως
251μοὶ παρουσιάζονται, ὀφείλω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν εἰς
252τὴν Βουλήν. Αἱ πολιτικαὶ καὶ νομοθετικαὶ ἀνωμαλίαι, τὰς ὁ-
253ποίας μᾶς ἐγκατέλειπε τὸ ἔτος 1874, ἦσαν ἀληθῶς μεγάλαι,
254μέγισται· ἠπείλησαν τὰ συμφέροντα καὶ τὴν καθεστῶσαν τά-
255ξιν τῆς πολιτείας· ἦσαν τοιαῦται, ὥστε δικαίως δύναταί τις νὰ
256εὐχηθῇ ἵνα οὐδεὶς τῶν πολιτευομένων περιέλθῃ ποτὲ εἰς τοσοῦτον
257τόλμης, ὥστε νὰ καταλίπῃ τοιαύτην ἀνωμαλίαν μεθ’ ἑαυτὸν
258εἰς τὴν πολιτείαν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἧττον σοβαραὶ αἱ οἰκονο-
259μικαὶ ἀνωμαλίαι. Ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους, καὶ
260δὲν λέγω τοῦτο ἵνα ἐλαττώσω τὴν πεποίθησιν, ἢ τὴν ἐμπιστο-
261σύνην ὑμῶν ἐπὶ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, ἡ οἰ-
262κονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους δὲν μοὶ φαίνεται ποσῶς εὐά-
263ρεστος. Ἂν ἡ καλὴ ἢ ἡ κακὴ διοίκησις ἐπηρεάζῃ τὴν οἰκονο-
264μικὴν κατάστασιν ἑνὸς Κράτους, ὑποθέτω ὅτι τὴν ἐπηρεάζει καὶ
265ἡ καλὴ ἢ κακὴ πολιτικὴ κατάστασις αὐτοῦ, καὶ αἱ πολιτικαὶ
266ἀνωμαλίαι, τὰς ὁποίας πρὸ μικροῦ εἴχομεν. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν
267νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν ἀριθμοὺς ὡρισμένους· ὑποθέτω ὅτι ὁ
268ἔντιμος φίλος μου, ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θέλει δυνηθῆ
269νὰ δώσῃ τοὺς ἀριθμοὺς τούτους· ἀλλ’ ἂν δὲν ἀπατῶμαι, νομί-
270ζω ὅτι ἀπὸ δεκαετίας ἤδη ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κρά-
271τους χειροτερεύει καθ’ ἑκάστην, διὰ τῆς ἀναδοχῆς ὑποχρεώσεων,
272τὰς ὁποίας τὸ Κράτος ἀναγκάζεται νὰ συνομολογῇ. Καὶ ὅταν
273εἶπον ἀπὸ δεκαετίας, δὲν θέλω ὑποληφθῇ, ὅτι ἔχω πλάγιον
274σκοπὸν, οὔτε κατὰ τῶν νῦν κυβερνώντων, οὔτε κατὰ τῶν δια-
275δόχων αὐτῶν, οὐδὲ κατ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι προηγήθησαν. Τὸ
276μεγαλείτερον προτέρημα τῶν προϋπολογισμῶν εἶναι ἡ ἰσοῤ-
277ῥοπία τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα, διότι τὸ προτέρημα τοῦτο
278περιβάλλει μὲ ὑποχρεώσεις μόνους τοὺς ἀπολαμβάνοντας τὰ
279καλὰ τῆς διοικήσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι ἐλάττωμα
280τῶν προϋπολογισμῶν, ἂν ἡ ἰσοῤῥοπία τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξο-
281δα κατορθοῦται μόνον διὰ τῆς ἐπιβολῆς ὑποχρεώσεων πρὸς ἐ-
282κείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν καρποῦνται τὰ καλὰ τῆς διοικήσεως καὶ
283τῆς Κυβερνήσεως, δὲν καρποῦνται δὲ τὰ καλὰ ταῦτα αἱ γενεαὶ,
284αἱ μὴ οὖσαι ἀκμαῖαι καὶ ἐνεργοὶ, καθ’ ὃν χρόνον συντάσσεται
285ὁ προϋπολογισμός. Ὅταν τὰ ἐλλείμματα τῶν προϋπολογισμῶν
286συμπληρῶνται διὰ δανείων, ἐπιβάλλονται ὑποχρεώσεις εἰς τὰς
287μεθ’ ὑμᾶς γενεάς. Μοὶ φαίνεται μάλιστα ὅτι ἠδυνάμην ὡς γε-
288νικὸν κανόνα νὰ ἀναγνωρίσω καὶ νὰ τολμήσω νὰ προβάλλω,
289ὅτι ἡ συνομολόγησις δανείων δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη εἰμὴ μό-
290νον εἰς τὰς περιστάσεις ἐκείνας, κατὰ τὰς ὁποίας τὰ δάνεια ταῦ-
291τα πρόκειται νὰ χρησιμοποιηθῶσι πρὸς ἔργα, τὰ ὁποῖα μέλλου-
292σι νὰ ὠφελήσωσι καὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θέλουσι συνεισφέρει εἰς
293τὴν ἀπότισιν τῶν δανείων. Καὶ ἐνῷ τὸ Κράτος εἶχε τὴν δυστυ-
294χίαν νὰ μὴ ἴδῃ τελούμενα τοιαῦτα ἔργα ἐν τῇ χώρᾳ, εὑρέθη
295ὅμως εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συνομολογήσῃ ἐπανειλημμένα δάνεια,
296τῶν ὁποίων δὲν δύναμαι ἐπακριβῶς νὰ σᾶς ὁρίσω τὸν ἀριθμόν·
297ὡς ἔγγιστα μόνον δύναμαι νὰ ἀναφέρω, ὅτι τὰ ἐσωτερικὰ δά-
298νεια ἴσως ἀναβαίνουσι περὶ τὰ ἑβδομήκοντα ἑκατομμύρια καὶ
299πλέον, δαπανηθέντα μόνον διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ
300προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, καὶ ὅτι δὲν κατέλι-
301πεν ἡ διαχείρισις αὐτῶν οὐδὲν θετικὸν καὶ πάγιον ἔργον, ἀπὸ τοῦ
302ὁποίου νὰ ἐλπίσωμεν ὅτι δύνανται νὰ ὠφεληθῶσι καὶ τὰ τέκνα
303ἡμῶν, τὰ ὁποῖα πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ ἐξακολουθήσωμεν ὑποκύ-
304πτοντα εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τῶν δανείων ἐκείνων. Δὲν θέλω νὰ σᾶς
305ἀναφέρω ὅτι τὸ ἰσοζύγιον τῶν προϋπολογισμῶν ἐπεζητήθη
306καὶ ἐπετεύχθη οὐχὶ μόνον διὰ δανείων, ἀλλὰ καὶ δι’ ἀπαλλο-
307τριώσεως ἄλλης περιουσίας τοῦ δημοσίου, ἡ ὁποία ἐξῆλθε
308πλέον τῶν χειρῶν μας, καὶ ἰσότιμον πλέον δὲν ἔχομεν διὰ νὰ
309καλύψωμεν μέλλον ἔλλειμμα. Μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἀπολύτως
310ἀναγκαῖον νὰ μὴ παρέλθωμεν μετὰ ψυχρότητος τὰς οἰκονομι-
311κὰς ταύτας ἀνωμαλίας, ἀλλὰ νὰ ἐγκύψωμεν εἰς αὐτὰς, καὶ νὰ
312ἐπιζητήσωμεν τὴν ἄρσιν τῶν ἀνωμαλιῶν τούτων, τὰς ὁποίας
313ἐπολλαπλασίασε τὸ ἔτος 1874.
314Σᾶς εἶπον ὅτι δύω μοὶ ἐπέρχονται κατὰ νοῦν πρόχειροι
315γνῶμαι, τὰς ὁποίας ἠδυνάμην νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν διὰ
316τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 74. Ἡ μία εἶναι, ἂν ἡ Βουλὴ ἐγ-
317κρίνῃ, τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 74 νὰ τὸν πέμψῃ πάλιν εἰς τὸ
318ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν
319τὴν εὐχὴν καὶ τὴν ἀξίωσιν νὰ συντάξῃ καὶ νὰ φέρῃ εἰς τὴν
320Βουλὴν πίνακα δηλοῦντα τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνη-
321σις ἢ κατ’ ἀνάγκην ἀναπόφευκτον, ἢ ἠδύνατο κατὰ τοὺς κει-
322μένους νόμους, νὰ κάμῃ· προσέτι καὶ τὰς δαπάνας, αἵτινές εἰσι
323διαβατικαὶ καὶ πρόσκαιροι, ἑπομένως δὲν ἠδύνατο νὰ κανονι-
324σθῶσι διὰ νόμου, ἐκανόνισαν ὅμως οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν πα-
325ρελθόντων ἐτῶν κατὰ μέσον ὅρον, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ δυνηθῇ
326νὰ μάθῃ τὰς ὑπερβάσεις αἵτινες ἐγένοντο, εἴτε ἐπὶ τῶν μονί-
327μων καὶ διαρκῶν δαπανῶν, εἴτε ἐπὶ τῶν διαβατικῶν καὶ πα-
328ροδικῶν, καὶ νὰ λάβῃ ἓν ὁποιονδήποτε μέτρον ἐπ’ αὐτοῦ.
329§8ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν ἐνόησα ὑπὸ
330ποῖον ὅρον....
331§9Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρῶτον εἶναι δαπάναι μόνιμαι καὶ δι-
332αρκεῖς, τὰς ὁποίας ἐκανόνισαν οἱ νόμοι, καὶ τῶν ὁποίων τὸν
333ἀνώτατον ὅρον χρεωστοῦσιν αἱ κυβερνήσεις νὰ μὴ ὑπερβαίνουν·
334δεύτερον δαπάναι ἔκτακτοι, τὰς ὁποίας οἱ νόμοι δὲν ἐκανόνι-
335σαν, καὶ τῶν ὁποίων θέτουσιν οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ παρελ-
336θόντος ἔτους ἢ καὶ τοῦ προπαρελθόντος τὸν ἀνώτατον ὅρον.
337§10ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Προτείνετε λοιπὸν νὰ μὴ προχωρήσωμεν.
338§11ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ συγχρόνως προτείνω καὶ ἄλλην γνώ-
339μην. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι ἡ ἐργασία αὕτη δὲν εἶναι εὔ-
340κολον νὰ γείνῃ ἐν τοῖς γραφείοις τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ Κυ-
341βέρνησις περισπᾶται ἀπὸ ποικίλα ἔργα, εἴτε τῆς διοικήσεως
342τοῦ Κράτους, εἴτε τῆς προπαρασκευῆς νομοθετημάτων ὅπως
343δυνηθῇ νὰ συντηρήσῃ τὰς σχέσεις της μὲ τὸ Κοινοβούλιον· ἂν ἡ
344Βουλὴ ἔχῃ τὴν γνώμην ταύτην, τότε προβάλλω εἰς αὐτὴν
345τὴν ἑξῆς γνώμην, νὰ συστήσῃ ἐπιτροπὴν ἐξεταστικὴν τοῦ προ-
346ϋπολογισμοῦ, (Commission d’ enquête), νὰ ἐξετάσῃ τὸν προ-
347ϋπολογισμόν, καὶ νὰ μᾶς φέρῃ σημείωσιν τῶν τοιούτων ὑπερ-
348βάσεων, ἂν ὑπάρχωσι, καὶ ἐπὶ τούτων νὰ σκεφθῇ ἡ Βουλὴ ἂν
349ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ ζητήσῃ τὴν εὐθύνην, ἢ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ
350ἀνάγκη τοιαύτη νὰ προβῇ εἰς τὸν καταλογισμὸν τῶν ζημιῶν
351κατὰ τῶν ὑπαιτίων. Ἡ τελευταία πολιτεία τῆς Βουλῆς ἐκδη-
352λόνει τὸ φρόνημα τὸ ὁποῖον ἐσχημάτισε, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον δὲν
353δύναμαι παρὰ νὰ ἐκφράσω δημοσίᾳ τὴν γνώμην μου, ὅτι συμ-
354φωνῶ ἐντελῶς μὲ αὐτό. Ἡ τελευταία πολιτεία τῆς Βουλῆς
355μοὶ φαίνεται, ὅτι μαρτυρεῖ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἔχει, ὅτι ἡ
356πολιτικὴ καὶ κοινοβουλευτικὴ εὐθύνη δὲν ἐπαρκεῖ ἵνα ἐξασφα-
357λίσῃ τὴν ἰσχὺν τῶν νόμων. Φαίνεται ἀληθῶς, ὅτι ὁ ἠθικὸς ἢ
358ὁ πολιτικὸς λεγόμενος καταναγκασμὸς δὲν ἐπαρκεῖ νὰ κα-
359ταστήσῃ εἰς τοὺς κυβερνῶντας ἰσχυρὰν τὴν συνείδησιν τοῦ
360καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχουσι νὰ ἐφαρμόζωσι τοὺς νόμους.
361Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω διατί παρέστη εἰς τὴν πολιτείαν
362ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ ἠθικοῦ τούτου καταναγκασμοῦ. Δὲν θέλω
363νὰ ἐρευνήσω ἂν ἡ ἀνεπάρκεια αὕτη πρέπει νὰ ἀποδοθῇ εἰς
364καθαρῶς ὑποκειμενικοὺς λόγους, ἤτοι ἂν προέρχηται ἐκ τῆς
365ἀσθενοῦς συνειδήσεως τοῦ καθήκοντος, τὴν ὁποίαν οἱ κυβερνῶν-
366τες ἔχουσιν, ἢ ἂν προέρχηται ἐκ τῆς ἀσθενοῦς καὶ εὐμετα-
367βλήτου καὶ εὐμεταπτώτου κρίσεως τοῦ δημοσίου φρονήματος,
368τὸ ὁποῖον δὲν ἔρχεται ἐγκαίρως νὰ ἐγκαρδιώσῃ τοὺς ἐκπλη-
369ροῦντας τὸ καθῆκόν των, ἢ νὰ κατακρίνῃ τοὺς παραβαίνοντας
370αὐτό. Ἡ κρίσις καὶ ἡ ἔρευνα αὕτη δὲν ἀνήκει οὐδ’ εἰς ἐμέ,
371οὐδ’ εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ἀλλ’ ἂν τὸ φρόνημα τοῦτο τῆς Βου-
372λῆς εἶναι τὸ ἀληθὲς φρόνημα, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ βαδίσωμεν
373σύμφωνα μὲ αὐτὸ καὶ ἐπὶ τῆς ἐξελέγξεως τῆς οἰκονομικῆς
374διαχειρίσεως. Ὁ ἠθικὸς καὶ κοινοβουλευτικὸς καταναγκασμὸς
375φαίνεται, ὅτι δὲν ἐπαρκεῖ πλέον, ἵνα ἀναγκάσῃ τοὺς κυβερνῶν-
376τας νὰ περιορίζωνται ἐντὸς τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους ἡ νομοθε-
377τικὴ ἐξουσία ἔθηκε κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων χρη-
378μάτων, καὶ ἔχομεν ἀνάγκην ἰσχυροτέρου τινὸς καταναγκα-
379σμοῦ· τοῦτον ἂς ἀναζητήσωμεν εἰς τὴν ζημίαν, εἰς τὰς ἀπο-
380ζημιώσεις, τὰς ὁποίας οἱ κυβερνῶντες πρέπει νὰ ὑφίστανται,
381ὁσάκις γίνωνται αἴτιοι ὑπερβάσεων. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη τὴν
382ὁποίαν ὑποβάλλω.
383§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ἡ πρότασις, τὴν
384ὁποίαν ἐκάματε, δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὸν μέλλοντα προϋπολο-
385γισμόν;
386§13ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμιλῶ μόνον διὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ
38774. Ἂν ἦτον ἕτοιμος πρὸς συζήτησιν ὁ τοῦ 1876, ἤθελον
388παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν συζήτησιν
389αὐτοῦ, ἀλλ’ ὁμιλῶ περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 74, ὅστις
390εἶναι ἀνωμαλία καὶ οἰκονομικὴ καὶ ἀντισυνταγματική.
391§14ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε ἐζήτησα τὸν λόγον ἀπὸ τὸν
392κ. πρόεδρον, ἐζήτησα ἵνα ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ προϋπο-
393λογισμοῦ, διότι δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἤθελε γείνει πρότασις
394περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως καὶ περὶ διορισμοῦ ἐξελεγκτικῆς
395ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς. Εἶμαι ὅμως ἠναγκασμένος δι’ ὀλίγων λέ-
396ξεων νὰ εἴπω τινὰ ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος, ἀφοῦ ἐ-
397φέρθη ὁπωσδήποτε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, χωρὶς ἐν τούτοις νὰ
398ἔχω τὸν σκοπὸν ν’ ἀναγάγω τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς ζήτημα πο-
399λιτικόν, διότι δὲν εἶμαι κἂν ὑποχρεωμένος νὰ τὸ πράξω.
400Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος
401βουλευτής, περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ
402τοῦ ἔτους 1874, ὅπως προηγηθῇ ἐξέλεγξις αὐτοῦ ὑπὸ ἐξετα-
403στικῆς τῆς Βουλῆς ἐπιτροπῆς, δὲν μοὶ φαίνεται οὔτε ὀρθή, οὔτε
404σύμφωνος πρὸς τὰ κείμενα. Ἡ Βουλή, κύριοι, ἔχει ὑπ’ ὄψιν
405της ἕνα προϋπολογισμὸν διὰ τὸ 1874, ὑποβληθέντα ἐγκαίρως
406εἰς αὐτήν. Ἔχει καθῆκον ἑπομένως νὰ ἐξετάσῃ τὸν προϋπολο-
407γισμὸν τοῦτον καὶ νὰ προσδιορίσῃ τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας θε-
408ωρεῖ ἀναγκαίας διὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο. Ἂν δὲ μετὰ τὴν ἐπιψήφι-
409σιν τῶν δαπανῶν τούτων ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐγένετο ὑπέρβασίς τις,
410εἶναι ἀναντιῤῥήτως ὑπεύθυνοι οἱ διαχειρισθέντες τὰ κοινὰ κατὰ
411τὸ ἔτος ἐκεῖνο, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἔργον τοῦ ἀπολογισμοῦ. Δὲν
412δύναται ὅμως, διὰ κᾀνένα λόγον νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ
413προϋπολογισμοῦ, διότι οὐδεὶς λόγος συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς προτά-
414σεως ταύτης. Ἄλλος εἶναι ὁ ἔλεγχος, τὸν ὁποῖον ἔχει νὰ κά-
415μῃ ἡ Βουλή, διὰ τῆς συστάσεως ἐπιτροπῆς ἐξεταστικῆς, ἂν
416ἀποφασίσῃ τοιαύτην, τὴν ὁποίαν ἐπιτροπὴν ἐπέμενεν ὁ ἐκ Γόρ-
417τυνος κ. βουλευτής, νὰ ἐκλέξῃ ἡ Βουλὴ καὶ διὰ τὴν διαχείρι-
418σιν τῆς προκατόχου ἡμῶν Κυβερνήσεως ὡς ἐνθυμεῖσθε, καὶ ἄλ-
419λο τὸ ἔργον ἡμῶν. Δὲν ἔχει κἀμμίαν σχέσιν μὲ τὸ ἔργον τῆς συ-
420ζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ σύστασις ἐξεταστικῆς ἐπιτρο-
421πῆς, καὶ ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ
422προϋπολογισμοῦ, προσδιορίζουσα τὰς δαπάνας, ἃς νομίζει ἀνα-
423γκαίας, καὶ ἀφίνουσα ἀνέπαφον καὶ ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην εἰς
424τοὺς διαχειρισαμένους τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου, ἂν ὑπερέβησαν
425τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας σήμερον μέλλετε νὰ προσδιορίσητε.
426Ἂν ἡ Βουλὴ δὲν παραδεχθῇ, ὡς ἐλπίζω, τὴν περὶ ἀναβο-
427λῆς πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἡμῶν, θέλω λάβει τὸν
428λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἵνα ἀποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν
429διὰ τῶν ἀριθμῶν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ ἔτους ἐ-
430κείνου εὐτυχῶς δὲν εἶναι τοιαύτη, οἵαν παριστᾷ αὐτὴν ἡ ἔκθε-
431σις τῆς ἐπιτροπῆς ἡμῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
432§15ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι, οὔ-
433τε ἐγώ, οὔτε ἄλλος τις νομίζω δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὴν ὀρθότητα
434τῶν παρατηρήσεων τοῦ ἐντίμου φίλου μου κ. Δηλιγιάννη καθ’
435ὅσον ἀφορᾷ τὴν βραδύτητα, μὲ τὴν ὁποίαν ἐρχόμεθα νὰ συζη-
436τήσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874. Ὁ προϋπολογισμὸς
437δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ εἷς ἐκ τῶν προτέρων λογαριασμὸς
438τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους· χάνει δὲ αὐτὸς ὁ λογαρι-
439ασμὸς ὅλην τὴν ἀξίαν του καὶ σχεδὸν καθίσταται ἀκατάλη-
440πτος, ὅταν ἀντὶ νὰ συζητήσωμεν αὐτὸν ἐν ἀρχῇ τοῦ ἔτους,
441ὅπερ ἀποβλέπει, συζητοῦμεν πολλοὺς μῆνας μετὰ τὴν λῆξιν
442τοῦ ἔτους ἐκείνου. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἶναι πρώτη φορά,
443καθ’ ἣν συμβαίνει τὸ τοιοῦτον· ἴσως εἶναι πρώτη φορὰ καθ’ ἣν
444ἡ συζήτησις γίνεται μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ ἔτους, ἀλλ’ ἔχομεν
445προηγούμενα, κατὰ τὰ ὁποῖα προϋπολογισμοὶ ἐψηφίσθησαν
446κατὰ τὴν λῆξιν σχεδὸν τοῦ ἔτους. Νομίζω δέ, ὅτι εἶναι ἀπα-
447ραίτητον, εἴτε ταχέως, εἴτε βραδέως νὰ συζητήσωμεν πάν-
448τοτε τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κρά-
449τους, καθότι ἂν δὲν θέλετε νὰ συζητήσωμεν αὐτόν, τότε θέλει
450εἶσθαι πολὺ δύσκολον νὰ συνταχθῇ ὁ ἀπολογισμός· διότι
451ναὶ μὲν ὁ ἀπολογισμὸς ἐπαναλαμβάνει καὶ καταγράφει ὅ-
452λα τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο, κύριον ὅμως ἔχει σκοπὸν
453νὰ καταδεικνύῃ τὰς ὑπερβάσεις καὶ τὰς ἀνωμαλίας, αἱ ὁποῖαι
454ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ ἔτους ἐκείνου. Ἀλλ’
455ὅταν δὲν ἔχετε μίαν βάσιν, τότε τί θέλετε νὰ κάμουν ἐκεῖνοι οἱ
456ὁποῖοι συντάττουσι τὸν ἀπολογισμόν; Αὐτοὶ τίποτε ἄλλο δὲν
457δύνανται νὰ κάμουν παρὰ νὰ παρουσιάσουν μίαν καταγραφὴν
458τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων καὶ νὰ εἴπωσιν ὅτι ταῦτα πάντα εἶ-
459ναι ὑπερβάσεις· ὥστε εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον νὰ ὑπάρχῃ
460προϋπολογισμός. Νομίζω δὲ, ὅτι τὸν προϋπολογισμὸν αὐτὸν μό-
461νον ἡ Βουλὴ δύναται νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ, οὐδὲ φρονῶ
462ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιφορτισθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ ἐργα-
463σίαν τινὰ, ἢ νὰ συστηθῇ πρὸς τοῦτο ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ ὡς
464προτείνει ὁ κ. Δηλιγιάννης, διότι ἡ μὲν Κυβέρνησις ὑπέβαλεν
465ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν πᾶν ὅ,τι εἶχε νὰ ὑποβάλῃ, ἡ δὲ Βουλὴ
466ἔχει ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν, τὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ ὁποία,
467λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν πάντα τὰ ὑποβληθέντα ἐκ μέρους τῆς Κυ-
468βερνήσεως, ἐξήτασε τὸν προϋπολογισμὸν καὶ καθυπέβαλεν εἰς
469τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσίν της· ὥστε ἡ προεξέτασις, τὴν ὁποίαν
470θεωρεῖ ἀναγκαίαν ὁ κ. Δεληγιάννης, εἶναι ἤδη τετελεσμένη,
471καὶ ἡ Βουλὴ δύναται νὰ προχωρήσῃ. Δὲν φρονῶ δὲ ὅτι θέλει
472κατορθώσει μέγα πρᾶγμα ἡ Βουλὴ, ἂν, χωρὶς νὰ προβῇ εἰς
473τὴν καθ’ ἕκαστα συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, παραδεχθῇ
474ὅτι δὲν ὑπάρχει ὑπέρβασις εἰς τὰς δαπάνας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι
475ἢ στηρίζονται εἰς τοὺς κειμένους νόμους ὅταν ἀποβλέπουσι τὴν
476κανονικὴν ὑπηρεσίαν, ἢ δὲν ὑπερβαίνουσι τὰ κονδύλια τῶν
477προηγουμένων προϋπολογισμῶν· διότι ὡς πρὸς τὰς τακτικὰς
478δαπάνας τὰς ἀναγομένας εἰς τοὺς ὀργανικοὺς νόμους, βεβαιω-
479θῆτε ὅτι σπανιώτατα γίνονται ὑπερβάσεις· ἐὰν δὲ ἔλαβε χώ-
480ραν τοιαύτη κατὰ τὸ 1874, εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν διέφυγε
481τὴν προσοχὴν τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς. Καθ’
482ὅσον μάλιστα ἐνθυμοῦμαι, προκειμένου λόγου περὶ τοῦ διορισμοῦ
483πέμπτου ἐπιθεωρητοῦ, ἐπανειλημμένως ἐγένετο ἡ ἐρώτησις εἰς
484τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν ἡ θέσις αὕτη στηρίζεται
485εἰς τὸν Νόμον, τὸ δὲ ὑπουργεῖον ἀπήντησεν, ὅτι ναὶ μὲν ὁ κα-
486ταστατικὸς τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν νόμος ἔχει 4 θέσεις
487ἐπιθεωρητῶν, ἀλλ’ ὅταν ἐγένετο ἡ ἀφομοίωσις προσετέθη καὶ
488πέμπτη. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ
489δὲν παρέλειψε νὰ ἐξετάσῃ μὲ ὅλην τὴν λεπτομέρειαν ἂν αἱ
490δαπάναι ἐγένοντο σύμφωνα μὲ τοὺς Νόμους. Ὡς πρὸς τὰς ἐκ-
491τάκτους δὲ καὶ παροδικὰς δαπάνας, νομίζω ὅτι δὲν δυνάμεθα
492νὰ στηριχθῶμεν εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν προηγουμένων
493ἐτῶν, διότι ἕκαστον ἔτος ἔχει ἰδίας ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι δύ-
494νανται νὰ ᾖναι μικρότεραι ἢ μεγαλεῖτεραι ἀπὸ τὰς τῶν προη-
495γουμένων ἐτῶν· καὶ δὲν δύναται νὰ κατακριθῇ οὐδεμία Κυ-
496βέρνησις, ἐὰν, εὑρεθεῖσα εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις, ἔκαμε
497κατὰ τὴν διάρκειαν ἑνὸς ἔτους περισσότερα ἔκτακτα ἔξοδα
498ἀφ’ ὅσα ἐγένοντο κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη· ἀρκεῖ οἱ λόγοι,
499οἱ ὁποῖοι ἐπροκάλεσαν τὰ ἔξοδα ταῦτα, νὰ ἦσαν εὔλογοι, δε-
500δικαιολογημένοι· καθὼς ἐπίσης δὲν δύναται νὰ ἐπαινεθῇ μία
501ἄλλη Κυβέρνησις, διότι, μὴ παρουσιασθεισῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν,
502δὲν ἔκαμε κἀνὲν ἔξοδον.
503Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὡς πρὸς τὰς τακτικὰς δαπάνας, ἡ ἐπι-
504τροπὴ τῆς Βουλῆς ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της, καὶ νομίζω
505ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη καμμιᾶς περαιτέρω ἀναβολῆς· ὡς
506πρὸς δὲ τὰς ἐκτάκτους, δὲν δυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν εἰς κἀμ-
507μίαν βάσιν νὰ ἐξετάσωμεν καὶ ἀποφασίσωμεν ἂν καλῶς ἢ κα-
508κῶς ἐγένοντο. Τέλος πάντων ἐπειδὴ νομίζω, ὅτι ἀντιβαίνει εἰς
509τὴν λογιστικὴν τάξιν καὶ τὴν οἰκονομικὴν νὰ μὴ ὑπάρχῃ
510προϋπολογισμὸς δι’ ἓν ἔτος, φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ προ-
511βῇ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ
512Ἐὰν δὲ κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν καθέκαστα ἐγερθῶσιν ἀμφι-
513βολίαι ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ ἤθελε θεωρήσει ἀναγκαῖον
514νὰ ζητηθῶσι περαιτέρω ἐξηγήσεις ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, δύνα-
515ται νὰ τὸ πράξῃ, ἡ δὲ Κυβέρνησις εἶναι πρόθυμος νὰ χορηγήσῃ
516πᾶσαν δυνατὴν πληροφορίαν.
517§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐξέφερε ἰδίαν γνώμην· δὲν
518πιστεύω νὰ ἐπιμένῃ νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν.
519§17Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅσον ὀλίγοι καὶ ἂν ἦναι οἱ παραδε-
520χόμενοι τὴν γνώμην μου, δὲν πειράζει, νὰ ἐρωτήσητε τὴν
521Βουλήν.
522§18ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ ἐπιμένει ὁ κ. Δηλιγιάν-
523νης, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω δύω λέ-
524ξεις, ἐπειδὴ εἶμαι καὶ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολο-
525γισμοῦ.
526Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὅσον ἠδύνατο ἡ
527ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ ἐξήτασε. Πράγματι, ὡς εἶπεν
528ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἠδύνατο νὰ
529κανονίσῃ δαπάνας ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προηγουμένων προϋπολογι-
530σμῶν, διότι ἕκαστον ἔτος ἔχει τὰς ἰδίας αὐτοῦ ἀνάγκας. Ὡς
531πρὸς τὰς ὑπερβάσεις ὅμως τῶν δαπανῶν, τὰς παρὰ τοὺς νόμους
532γενομένας καὶ ἄνευ ἀνάγκης δεδικαιολογημένης, ἡ ἐπιτροπὴ
533ἀπεφάνθη κατ’ αὐτῶν παμψηφεὶ καὶ ἐπεβάρυνε τοὺς ὑπολό-
534γους· καὶ ἐπὶ παραδείγματι θὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐνῷ ἡ Βουλὴ
535ἀπεφάσισε τὴν κατάργησιν τῶν πρεσβειῶν, εἴτε διότι τὰς ἐ-
536θεώρησεν ἀκαταλλήλους εἴτε ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς καταστά-
537σεως τοῦ τόπου, εὑρέθη Κυβέρνησις, ἥτις διὰ διατάγματος τὰς
538ἐγκατέστησεν ἐκ νέου. Τὴν δαπάνην ταύτην ἡ ἐπιτροπὴ κατε-
539λόγισεν εἰς βάρος τῶν ὑπευθύνων καθὼς καὶ πᾶσαν δαπάνην, τὴν
540ὁποίαν οὐδεμία ἀνάγκη τοῦ Κράτους ὑπηγόρευε. Δὲν ἔπραξεν
541ὅμως τὸ αὐτὸ ἐπὶ ἄλλων δαπανῶν καί τοι μὴ ἐψηφισμένων, ὡς
542ἐπὶ παραδείγματι διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ καταστήματος τοῦ
543ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ διὰ τὸ δημόσιον κατάστημα ἐν
544Λαυρίῳ. Αἱ δαπάναι αὗται, καί τοι μὴ ἐπιψηφισθεῖσαι, ἐγένοντο
545πρὸς ἐξοικονόμησιν προσώπων ἢ πρὸς πολιτικὴν ἀπάδουσαν εἰς
546τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ
547προχωρήσωμεν ἀκολουθοῦντες τοὺς λογιστικοὺς τύπους καὶ κα-
548νονίσωμεν οὕτω καὶ τὴν ἐργασίαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.
549Καὶ ἂν ἡ ἐπιτροπὴ μὲ ὅλην τὴν προσοχήν της δὲν ἠδυνήθη νὰ
550ἐξακριβώσῃ τι, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἀνεύρῃ πᾶσαν ὑπέρβασιν
551καὶ ἐπιβαρύνῃ τοὺς ὑπολόγους, διότι καὶ ἐγὼ φρονῶ ὅτι ὁ ἠ-
552θικὸς καταναγκασμὸς δὲν ἀρκεῖ πρὸς ἱκανοποίησιν τοῦ τόπου,
553καθ’ ὅσον οἱ ὑπουργοὶ δὲν διαχειρίζονται ἰδιωτικὰ χρήματα,
554οὔτε ὀφείλουσι δαπανῶντες τὰ δημόσια χρήματα νὰ τὰ δαπα-
555νῶσι ὑπὲρ τῶν φίλων των ἢ ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς των. Τὰ δη-
556μόσια χρήματα ἀνήκοντα εἰς τὸ Κράτος, πρέπει νὰ δαπανῶνται
557ὑπὲρ τοῦ Κράτους· συνεπῶς πρέπει ν’ ἀποδώσωσιν οἱ ὑπουργοὶ,
558ὅ,τι ἄνευ ἀνάγκης καὶ καθ’ ὑπέρβασιν ἐδαπάνησαν.
559§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης ἐξήνεγκε δύω γνώμας,
560βάσις δὲ ἀμφοτέρων εἶναι ἡ ἀναβολή· ὥστε θὰ ἐρωτήσω τὴν
561Βουλὴν ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης, ὅπως ἠκού-
562σατε, προτείνει ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ
563τοῦ ἔτους 1874. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερ-
564θῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
565Προβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
566ἔτους 1874. Ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
567§20ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὡς ἀποτελέσας
568ἐπί τινας μῆνας μέλος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1874, τὴν ὁποίαν
569ἀφορᾷ ὁ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμός, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ
570λάβω τὸν λόγον, καὶ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου·
571ἐπειδὴ ὅμως πρόκειται περὶ ἀριθμῶν, θὰ παρακαλέσω τοὺς κκ.
572συναδέλφους κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ὁμιλίας μου νὰ μὴ μὲ δια-
573κόπτουν, διότι οἱ ἀριθμοὶ μὲ τὰς διακοπὰς οὐδεμίαν σχέσιν ἔ-
574χουσιν. Ἐὰν δέ τις τῶν συναδέλφων ἔχῃ ἀνάγκην πληροφο-
575ριῶν τινων ἢ ἐπιθυμῇ νὰ μοὶ ἀπευθύνῃ ἐρώτησιν, ἂς κρατήσῃ ση-
576μειώσεις καὶ μοὶ ἀποτείνει τὰς ἐρωτήσεις του εἰς τὸ τέλος τῆς
577ὁμιλίας μου, βέβαιος ὢν ὅτι θὰ φανῶ πρόθυμος νὰ τοῦ δώσω τὴν
578ἀπάντησιν ἢ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας θέλει ζητήσει.
579Ἡ ἔκθεσις, κύριοι, τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμετέρας ἐπι-
580τροπῆς μοὶ φαίνεται γεγραμμένη μετά τινος δριμύτητος, ὡς πρὸς
581τὴν οἰκονομικὴν ἢ μᾶλλον τὴν χρηματικὴν διαχείρισιν τῆς Κυ-
582βερνήσεως τοῦ 1874. — Ἀλλὰ ἐγὼ, κύριοι, ἔχω τὴν πεποίθησιν
583καὶ φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι τὰ πολιτικὰ σώματα, ἐκπληροῦντα
584τὸ καθῆκόν των καὶ ἐξασκοῦντα τὸ δικαίωμά των, δὲν πρέπει νὰ
585ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν οὔτε τὰς ἐποχὰς, οὔτε τὰς περιστάσεις, οὔτε τὰ
586πρόσωπα, τὰ ὁποῖα αἱ περιστάσεις ἀφορῶσιν, ἀλλὰ πρέπει μετὰ
587ἀμεροληψίας καὶ δικαιοσύνης, καὶ νὰ συζητῶσι καὶ ν’ ἀποφασί-
588ζωσιν ἐπὶ τῶν γεγονότων.
589Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ἡμῶν ἠδύνατο, κατὰ
590τὴν κρίσιν μου, νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της, καὶ τὴν σχετικὴν
591πρότασίν της διὰ τρόπου ἥκιστα δριμέος, διότι ἐν τῇ ἐκθέσει
592ἀπαντῶ παραγράφους λίαν προσβλητικὰς ὡς πρὸς τὴν χρηματι-
593κὴν διαχείρισιν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1874· ἀλλ’ εὐτυχῶς αἱ
594αἰτιάσεις καὶ αἱ μομφαὶ αὗται δὲν ὑποστηρίζονται διὰ τῶν
595πραγμάτων, ὅπως θέλω ἀποδείξει διὰ τῶν ἀριθμῶν.
596Καὶ ἐν πρώτοις, κύριοι, θὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν ἐσόδων. Ἡ
597ἐπιτροπὴ ἡμῶν ψέγει τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, καὶ κα-
598ταλήγουσα λέγει «ὡς δ’ ἐσφαλμένοι ἀπεδείχθησαν διὰ τῶν
599»πραγμάτων οἱ περὶ τῶν ἐσόδων ὑπολογισμοὶ τῶν προϋπολογι-
600»σάντων αὐτὰ, ἐπίσης ἐσφαλμέναι ἀπεδείχθησαν καὶ αἱ περὶ
601»τῶν ἐξόδων κρίσεις αὐτῶν, ἅτιν’ ἀντιθέτως παρουσιάζουσιν οὐ-
602»σιώδεις διαφορὰς ἐπὶ πλέον.»
603§21ΜΑΝΕΤΑΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
604§22ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐτυχῶς ἡ κατηγορία, τὴν ὁποίαν
605ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ἀποτείνει ὡς πρὸς τὸν δῆθεν
606ἐσφαλμένον προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, δὲν ἀφορᾷ ἐμὲ, κύριοι.
607§23ΖΩΧΙΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς κάμω μίαν παρατήρησιν;
608§24ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρεκάλεσα νὰ μὴ μὲ δια-
609κόπτετε.
610§25ΖΩΧΙΟΣ. Εἶμαι ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ παρακαλῶ
611νὰ ἐρωτηθῇ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἂν ἀπετέλει μέρος τῆς
612ἐπιτροπῆς.
613§26ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπετέλουν μέρος, ἀλλὰ δὲν ἔλα-
614βον μέρος εἰς ὅλας τὰς συνεδριάσεις τῆς ἐπιτροπῆς.
615§27ΖΩΧΙΟΣ. Ὤφειλες νὰ λάβῃς.
616§28ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο τί ἔπρεπε νὰ κάμω καὶ
617ἄλλο τί ἔκαμα. Ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι δὲν
618ἔλαβον μέρος εἰς ὅλας τὰς συνεδριάσεις τῆς ἐπιτροπῆς, οὔτε εἰς
619τὴν σύνταξιν τῆς ἐκθέσεως.
620§29ΖΩΧΙΟΣ. Λέγω, ὅτι αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις ἠδύνασθε νὰ
621τὰς κάμητε εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
622§30ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφασίσῃ καὶ εἰς
623αὐτὴν τὰς ὑποβάλλω ἤδη.
624Εὐτυχῶς, ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, ἡ μομφὴ τὴν ὁποίαν ἐκ-
625φέρει ἡ ἐπιτροπή μας, ὡς πρὸς τὸν ἐσφαλμένον δῆθεν προσδιορι-
626σμὸν τῶν ἐσόδων, δὲν ἀφορᾷ ἐμὲ, ἀλλ’ ἀφορᾷ τὸν σεβαστὸν
627προκάτοχόν μου κ. Χριστίδην, ὅστις ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν
628τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ 1874, πρὶν
629διαδεχθῇ ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ.
630Δεληγεώργη. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τούτῳ προϋπελογίσθησαν
631τὰ ἔσοδα ὑπὸ τοῦ κ. Χριστίδου, καὶ οὐδεμίαν μεταβολὴν ἐγὼ
632ἐπέφερον. Καὶ ἀληθῶς ὁ κ. Χριστίδης προσδιώρισε τὰ ἔσοδα εἰς
63340 ἑκατομμύρια· ἀλλὰ, κύριοι, ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον
634ὑπέβαλεν ὁ κ. Χριστίδης εἰς τὴν Βουλὴν, συνετάχθη περὶ τὰ
635τέλη Δεκεμβρίου 1873, ἢ τὰς ἀρχὰς Ἰανουαρίου 1874, ἑπο-
636μένως καὶ ὁ κ. Χριστίδης, ὡς καὶ πᾶς ἄλλος ὑπουργὸς τῶν
637Οἰκονομικῶν, δὲν ἦτο κύριος οὔτε τῶν ἀτμοσφαιρικῶν περιστά-
638σεων, οὔτε τῆς εὐφορίας ἢ ἀφορίας, ἀλλ’ οὔτε τῆς κινήσεως τοῦ
639ἐμπορίου, ὥστε νὰ προσδιορίσῃ ἀκριβῶς τὰ ἔσοδα· θὰ τὰ ὑπο-
640λογίσῃ λοιπὸν κατὰ τὰς πληροφορίας τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἀνα-
641λόγως τῶν καιρικῶν περιστάσεων, καὶ ἐνδέχεται νὰ τὰ ὑπολο-
642γίσῃ ὀλιγώτερον, ἀλλ’ ἐνδέχεται νὰ τὰ προϋπολογίσῃ καὶ πε-
643ρισσότερον τῶν πραγματικῶν· ἀλλὰ διὰ τοῦτο οὐδεμίαν εὐθύνην
644δύναται νὰ φέρῃ ὁ ὑπουργός. Καὶ μολοντοῦτο, κύριοι, ὁ κ. Χρι-
645στίδης ἐπέτυχεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, προϋ-
646πολογίσας ταῦτα εἰς τεσσαράκοντα ἑκατομμύρια, ἐὰν ἐξαιρέ-
647σωμεν ἓν καὶ μόνον κονδύλιον τὸ ἀφορῶν τὸ ἔσοδον τοῦ Λαυ-
648ρίου, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ κάμω λόγον ἰδιαιτέρως.
649§31ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰ βεβαιωθέντα, κύριε ὑπουργὲ, πόσα εἶναι;
650§32ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι πλησιάζουν τὰ τεσσαράκοντα.
651§33ΠΕΤΣΑΛΗΣ. 37 ἑκατομμύρια περίπου.
652§34ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι πλησιάζουν, διότι βλέπετε ὅτι ἡ
653ἔκθεσις εἶναι κατηγορηματική· τί θὰ εἴπῃ πλησιάζουν.
654§35ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω σημείωσιν ἐδῶ αὐτὴν τὴν
655στιγμήν.
656§36ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μία ἐπιτροπὴ, ἥτις λέγει ὅτι προϋπελο-
657γίσθησαν 40 ἑκατομμύρια, ἐνῷ τὰ εἰσπραχθέντα εἶναι 37 ἑκα-
658τομμύρια ἐκ 40,000,000, εἶναι ὡσὰν νὰ λέγῃ, τὸ ὑπουργεῖον
659ἔκαμε κακὸν ὑπολογισμὸν, ἔσφαλε τοιοῦτον σφάλμα, τὸ ὁποῖον
660ἀπέχει νὰ τὸ χαρακτηρίσῃ. Λοιπὸν ἐρωτῶμεν πόσα εἶναι τὰ
661βεβαιωθέντα καὶ πόσα τὰ εἰσπραχθέντα.
662§37ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζετε ὅτι τὰ ἔσοδα ὑπολογίζονται
663κατὰ προσέγγισιν.
664§38ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρέπει νὰ γνωρίζωμεν.
665§39ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν θέλετε, στέλλω καὶ φέρω σημείωσιν.
666§40ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βέβαια.
667§41ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Χριστίδης λοιπὸν προϋπο-
668λογίσας τὰ ἔσοδα εἰς τεσσαράκοντα ἑκατομμύρια δὲν ἔσφαλεν
669ἐπὶ πολὺ, διότι ἄλλα μὲν ἔσοδα ὑπερέβησαν τῶν προϋπολο-
670γισθέντων, καὶ ἄλλα ἐμειώθησαν· οὕτως, ἐπὶ παραδείγματι,
671προϋπελόγησε τὸν φόρον τῶν ζώων εἰς δραχ. 1,565,000, καὶ
672τὸ βεβαιωθὲν ποσὸν ἀνέβη εἰς δραχ. 1,645,999 καὶ λεπτὰ 93,
673ἤτοι ἐπὶ πλέον κατὰ δραχ. 80,999, καὶ 93· προϋπελογίσθη ὁ
674φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων εἰς δραχ. 980,000, καὶ ἐβεβαιώθησαν
675δραχ. 1,148,750, τοὐτέστι περιπλέον 168,700· προϋπελόγισε
676τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν εἰς δραχ. 660,000, καὶ ἐβεβαιώθησαν
677δρ. 733,197, τοὐτέστι 73,197 περιπλέον. Εἶναι δὲ ἀληθὲς ὅτι
678εἰς ἄλλα τινὰ ἔσοδα παρουσιάζεται ἐλάττωσις, ὡς ἐπίσης παρου-
679σιάζεται καὶ εἰς ἄλλα αὔξησις, ἀλλὰ διὰ τοῦτο λέγεται καὶ
680προϋπολογισμός. Ποῦ εὑρίσκει λοιπὸν ἡ ἐπιτροπή μας αὐτὴν τὴν
681μεγάλην διαφορὰν μεταξὺ τῶν προϋπολογισθέντων καὶ βεβαιω-
682θέντων ἐσόδων, διὰ νὰ ψέξῃ τοσοῦτον δριμέως τὸν συντάξαντα τὸν
683προϋπολογισμὸν ὑπουργὸν, οἱοςδήποτε καὶ ἂν ἦτο οὗτος; Ὁ προϋ-
684πολογισμὸς, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Χριστίδης, περιέχει ἔσοδα
68540 ἑκατομμύρια· ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος ὑπεβλήθη εἰς τὴν ἐπὶ
686τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς τοῦ 1873, τῆς
687Βουλῆς τοὐτέστι τοῦ κ. Δεληγεώργη, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη τῆς
688ὁποίας ἀπετέλει μέλος καὶ ὁ ἔντιμος νῦν ὑπουργὸς κ. Σωτηρό-
689πουλος καὶ ὁ ἔντιμος πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς μας κ. Ζωχιὸς,
690καὶ ἄλλα ἀξιότιμα μέλη τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα καὶ ἤδη πα-
691ρακάθηνται εἰς τὰ ἑδώλια ταῦτα, προϋπελόγισε τὰ ἔσοδα εἰς
69239,420,000, τοὐτέστι τὰ ἠλάττωσε κατὰ 580,000 μόνον·
693ἡ δὲ Βουλὴ ἐκείνη, ἥτις ἐσυζήτησε τὸν προϋπολογισμὸν τῶν
694ἐσόδων, ὑπελόγισε ταῦτα εἰς 39,520,000, ἐλαττώσασα τὰ ὑπὸ
695τοῦ ὑπουργοῦ προϋπολογισθέντα κατὰ δραχ. 480,000 μόνον.
696Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἡ Βουλὴ εἰρ-
697γάσθησαν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ 1874 περὶ
698τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔτους ἐκείνου, καὶ δὲν ἠδύναντο νὰ προϋπολογί-
699σωσιν ἀσφαλῶς καὶ ἀκριβῶς τὸ ποσὸν ἑκάστου ἐσόδου· ὅταν
700δὲ ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος ὑπεβλήθη ἐκ νέου εἰς τὴν νέαν Βου-
701λὴν μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς τοῦ 1873, ἡ ἐπὶ τοῦ προϋ-
702πολογισμοῦ ἐπιτροπὴ προσδιώρισε τὰ ἔσοδα εἰς 38,500,000,
703ἡ δὲ Βουλὴ, ἥτις ἐσυζήτησε τὸν προϋπολογισμὸν ὅπως τὸν ἐζή-
704τησε, προσδιώρισε τὰ ἔσοδα ταῦτα εἰς 38,700,000. Πρόεδρος τῆς
705ἐπιτροπῆς ἐκείνης ἦτον ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Παρνασσίδος κύ-
706ριος Σιμόπουλος, ἀπετέλει δὲ μέλος αὐτῆς καὶ ὁ ἔντιμος βου-
707λευτὴς ἐκ Τήνου κύριος Δρόσος, ὅστις ἀτυχῶς δὲν παρακάθηται
708ἤδη μεταξὺ ἡμῶν· ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ὡς καὶ ἡ Βουλὴ ἐπελήφθη
709τοῦ ἔργου κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους, καὶ ἦτον ἑπομένως εἰς κα-
710τάστασιν νὰ προϋπολογίσῃ τὰ ἔσοδα ἀκριβέστερον, διότι εἶχε
711τ’ ἀποτελέσματα οὐ μόνον τῶν βεβαιωθέντων, ἀλλὰ καὶ τῶν
712εἰσπραχθέντων μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὥστε βλέπετε αἱ δια-
713φοραὶ μεταξὺ τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμοῦ
714καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐξετάσεως αὐτοῦ ἐκ μέρους ἀμφο-
715τέρων τῶν ἐπιτροπῶν, ὡς καὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν ἐσόδων
716ὑπὸ τῆς Βουλῆς, εἶναι ἀσήμαντοι, διότι καθὼς σᾶς εἶπον κατὰ
717μὲν τὴν πρώτην περίπτωσιν ἠλαττοῦντο μόνον κατὰ δραχ.
718480,000 ἕως 580,000, κατὰ δὲ τὴν ἄλλην κατὰ δρ. 1,300,
719000 ἕως 1,500,000 περίπου. Ἡ ἐλάττωσις δὲ αὕτη προέρχε-
720ται ἀπὸ τὸ κονδύλιον τῶν ἐσόδων ἐκ τοῦ Λαυρίου, διότι ἐν τῷ
721προϋπολογισμῷ, τῷ ὑποβληθέντι ὑπὸ τοῦ κ. Χρηστίδη, εἶχε ση-
722μειωθῆ ὡς πιθανὸν ἔσοδον ἐκ τοῦ Λαυρίου 2,000,000, ἡ δὲ
723ἐπιτροπὴ κατὰ μὲν τὴν πρώτην περίπτωσιν ἠλάττωσε τὸ ἔσοδον
724τοῦτο εἰς δρ. 1,500,000, ὅπερ καὶ ἡ Βουλὴ τοῦ 1873 παρε-
725δέχθη, κατὰ δὲ τὴν δευτέραν εἰς δρ. 700,000, ὅπερ καὶ ἡ
726Βουλὴ τοῦ 1874 παρεδέξατο, ὅ ἐστὶ ἠλαττώθη τὸ ἔσοδον τοῦτο
727κατὰ 1,300,000, καὶ ἐντεῦθεν ἡ ἐλάττωσις τοῦ προϋπολογι-
728σμοῦ τῶν ἐσόδων ἀπὸ 40,000,000 εἰς 38,700,000. Ἡ δὲ
729διαφορὰ, ἥτις φαίνεται μεταξὺ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπὶ τοῦ προϋ-
730πολογισμοῦ ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς τῆς τελευταίας, καὶ τοῦ
731προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπὸ τοῦ κ. Χριστείδη ὑποβληθέντος, συνί-
732σταται εἰς 1,500,000, διότι ἡ ἐπιτροπὴ, ὡς σᾶς εἶπον, προϋ-
733πελόγισε τὰ ἔσοδα εἰς δρ. 38,500,000, ἐν ᾧ ἡ Βουλὴ τὰ ἀνε-
734βίβασεν εἰς δρ. 38,700,000, ἀλλ’ αὐτὸ προέρχεται ἐκ τῆς
735διαφορᾶς τοῦ ἐσόδου τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, διότι ὁ κ. Χρι-
736στείδης εἶχεν ὑπολογίσει αὐτὸ εἰς 1,000,000, ἐν ᾧ ἡ ἐπιτροπὴ
737τὸ περιώρισεν εἰς δραχ. 800,000, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν 30
738Νοεμβρίου 1874 ἀφῆκε τὸ ἔσοδον τοῦτο ὡς εἶχε προϋπολογισθῆ
739ὑπὸ τοῦ κ. Χριστείδη, καὶ οὕτω, μετὰ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐσό-
740δου ἐκ τοῦ Λαυρίου κατὰ δραχ. 1,300,000, ὁ προϋπολογισμὸς
741τῶν ἐσόδων περιωρίσθη εἰς δραχμὰς 38,700,000.
742Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἐσόδου τοῦ Λαυρίου οὐδὲ λεπτὸν εἰσήχθη μέχρι
743τοῦδε εἰς τὸ δημόσιον, ἕνεκα τῆς ἐκκρεμότητος τῶν τελευταίων
744μετὰ τῆς ἑταιρίας συμβάσεων. Δὲν βλέπω λοιπὸν σπουδαίαν
745διαφορὰν μεταξὺ τῶν ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ προϋπολογισθέντων, καὶ
746τῶν ὑπὸ τῶν Βουλῶν τοῦ 73 καὶ 74 προσδιορισθέντων, καὶ διὰ
747τοῦτο ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι μετὰ πολλῆς ἀκριβείας προϋ-
748πελογίσθησαν τὰ ἔσοδα.
749Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἡμῶν τί εἶχεν ὑπ’ ὄψιν της ψέγουσα τὸν προϋ-
750πολογισμὸν τῶν ἐσόδων; εἶχε τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος
751ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὡς γενικὸν
752προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ 1874, κατὰ τὴν
753ὁποίαν μέχρι τέλους τῆς χρήσεως εἰσεπράχθησαν 37,400,000
754δραχμῶν. Ἀλλὰ θὰ σᾶς φέρω δύω τρία παραδείγματα πρόχειρα, εἰς
755τὰ ὁποῖα, ἂν προσέξητε, θὰ ἰδῆτε ὅτι τὰ βεβαιωθέντα εἶναι πολὺ
756ἀνώτερα τῶν προϋπολογισθέντων, ὡς εἶπον ἤδη, καὶ τῶν εἰσπρα-
757χθέντων, καὶ π. χ. ὁ φόρος τῶν ζώων ἀνέρχεται εἰς 1,645,999
758καὶ 39|00, ἐνῷ ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κ. ὑπουργοῦ σημειοῦται ὡς ποσὸν
759εἰσπραχθὲν 1,460,000, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον κατὰ δρ. 185,000.
760Ὁ κ. ὑπουργὸς βεβαιοῖ διὰ τῆς ἐκθέσεώς του ὅτι εἰσεπράχθησαν
761δραχ. 935,000 ἀπὸ φόρους ἐπιτηδευμάτων, ἐνῷ τὰ βεβαιω-
762θέντα εἶναι 1,148,750, ἄρα ὑπολείπονται πρὸς εἴσπραξιν δραχ.
763213,750. — Ὁ κ. ὑπουργὸς ἐν τῇ ἐκθέσει του σημειοῖ ὅτι εἰσ-
764επράχθησαν ἀπὸ φόρους οἰκοδομῶν δραχ. 500,000, ἀλλὰ τὰ
765βεβαιωθέντα ἀνέρχονται εἰς δραχ. 733,197, ἄρα ὑπολείπονται
766πρὸς εἴσπραξιν 223,197. — Μόνον ἀπὸ τὰ τρία αὐτὰ ἔσοδα,
767ὡς παρατηρεῖτε, συγκεφαλαιοῦται ἓν ποσὸν 640,000 περίπου
768δραχμῶν τὸ ὁποῖον, ἅμα προστεθῇ εἰς τὸ ποσὸν τῶν εἰσπραχθέντων
769ἐκ δραχ. 37,400,000, ἀποτελεῖ τὸ ποσὸν 38,000,000 περί-
770που δραχμῶν· ὥστε τὰ βεβαιωθέντα, ἐὰν δὲν εἶναι ἀνώτερα τῶν
771προϋπολογισθέντων, τουλάχιστον δὲν εἶναι καὶ κατώτερα. Ἀλλὰ
772ἄλλο εἶναι βεβαίωσις καὶ ἄλλο εἶναι εἴσπραξις, διότι συμβαί-
773νουν καθυστερήσεις δεδικαιολογημέναι, ἀλλὰ συμβαίνουν καὶ
774καθυστερήσεις ἀδικαιολόγητοι, καὶ διὰ τοῦτο οἱ σχετικοὶ νό-
775μοι περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων προέβλεψαν τὴν
776περίστασιν ταύτην, καὶ διαττάτουσι νὰ καταλογίζωνται εἰς βά-
777ρος τῶν ὑπολόγων τὰ καθυστερήματα, ὅταν ἡ καθυστέρησις
778εἶναι ἀδικαιολόγητος.
779Αὗται εἶναι, κύριοι, αἱ ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἐνόμισα ἀναγ-
780καίας νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ προϋ-
781πολογισθέντα, βεβαιωθέντα καὶ εἰσπραχθέντα ἔσοδα. Ἤδη εἰσ-
782έρχομαι εἰς σπουδαιότερον μέρος, τὸ ἀφορῶν τὰ ἔξοδα, καὶ ἐπὶ
783τοῦ μέρους τούτου παρακαλῶ, κύριοι συνάδελφοι, νὰ λάβητε
784τὴν ὑπομονὴν νὰ μὲ ἀκροασθῆτε, διὰ νὰ πεισθῆτε ὅτι τὸ ἔλ-
785λειμμα, μὲ τὸ ὁποῖον μᾶς ἐτρόμαξεν ἡ ἐπιτροπή μας, δὲν εἶναι
786ἀληθὲς, δὲν εἶναι πραγματικόν· τὸ πολὺ πολὺ ἠμπορεῖ νὰ προ-
787κύψῃ ἓν ἔλλειμμα ἐκ 300,000 περίπου δραχμῶν, ἀλλ’ ἂν εἰσπρα-
788χθῶσιν ὅλα τὰ βεβαιωθέντα, οὐδὲν ἔλλειμμα θὰ προκύψῃ, ἀλλὰ
789καὶ περίσσευμα μάλιστα θὰ ὑπάρξῃ.
790§42Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν τὸ εἶπε μόνη ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι ἔμεινεν
791ἔλλειμμα 4,000,000 δραχμῶν, τὸ εἶπε καὶ ὁ κ. ὑπουργός.
792§43ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ πρὶν προβῶ εἰς τὴν συζή-
793τησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω
794ὅτι ἓν μέγα ποσὸν καθυστερεῖται ἀπὸ φόρους οἰκοδομῶν καὶ
795ἐπιτηδευμάτων, διότι μόλις τὸν παρελθόντα Ὀκτώβριον ἐβε-
796βαιώθησαν δραχ. 213,750 ἀπὸ φόρους ἐπιτηδευμάτων, καὶ
797233,197 ἀπὸ φόρους οἰκοδομῶν, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν ἑπομέ-
798νως, ἀφ’ οὗ ἡ βεβαίωσις ἔγεινε μόλις πρὸ ὀλίγου, νὰ γείνῃ καὶ
799ἡ εἴσπραξις. Περιπλέον δὲ σᾶς πληροφορῶ ὅτι ὁ φόρος τῶν ἀμ-
800πέλων τῆς Ἀττικῆς, ὅστις ἀναβαίνει συνήθως 105,000 περίπου
801δραχμὰς, δὲν ἐβεβαιώθη εἰσέτι διὰ τὸ ἔτος 1874, διότι εἶχον
802διατάξει γενικὴν καταμέτρησιν ὡς ὑπουργὸς, καὶ μόλις ἐσχά-
803τως ἐπεραιώθη αὕτη.
804Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι εἶναι πολλὰ ἔσοδα βεβαιωθέντα καὶ μὴ
805εἰσπραχθέντα, διότι λίαν ἀργὰ ἐβεβαιώθησαν καὶ δὲν εἰσεπρά-
806χθησαν εἰσέτι· διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶμαι βέβαιος ὅτι
807τὰ βεβαιωθέντα καὶ βεβαιωθησόμενα θὰ ᾖναι ἀνώτερα τῶν προ-
808ϋπολογισθέντων, μ’ ὅλην τὴν ἐλάττωσιν, τὴν ὁποίαν ἐπαρουσίασε
809τὸ ἔσοδον τοῦ Λαυρίου, διότι ἐξ αὐτοῦ οὔτε λεπτὸν εἰσῆλθεν
810εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐνῷ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἐσημειώθη
811ὡς ἔσοδον Λαυρίου δύω ἑκατομμύρια, ὡς σᾶς εἶπον.
812Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων. Ἀ-
813κούσατε, κύριοι, μετὰ ποίας δριμύτητος ἐκφράζεται ἡ ἐπιτροπὴ
814ἡμῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, ἐν τῇ ἐκθέ-
815σει αὐτῆς ὡς πρὸς τὴν δαπάνην δραχ. 4,536,935, ἤτοι ὅτι
816«ἐδαπανήθησαν ἐν γένει μὲν ἀντισυνταγματικῶς, ἤτοι ἄνευ
817προηγουμένης ἐγκρίσεως τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, εἰδικώ-
818τερον δὲ ἐχρησίμευσαν πρὸς περιποίησιν ἢ διαφθορὰν προσώ-
819πων, ἢ πρὸς ἐξόφλησιν ὀφειλομένων ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων,
820☐
821☐ται ἐκ παρομοίων, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, λόγων πηγάζοντα,
822κληροδοτοῦνται εἰς τὰς μεταγενεστέρας χρήσεις· καὶ ἐπὶ τέ-
823λους ἡ ἐπιτροπή μας παρουσιάζει ὡς ἔλλειμμα δρ. 4,496,970.
824Ὅπως ἐσφαλμένως, λέγω καὶ ἐγὼ, ἀπεφάνθη ἡ ἐπιτροπή
825μας ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, οὕτω ἐπίσης ἐσφαλ-
826μένως προέβη καὶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν
827ἐξόδων, καὶ ἐσφαλμένον συμπέρασμα ὑπέβαλεν ἐνώπιόν σας,
828κύριοι. Καὶ βεβαίως ὁ ἀναγινώσκων τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτρο-
829πῆς καὶ τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ἐμπεριεχομένους ἐν αὐτῇ, ἐκ πρώ-
830της ὄψεως θέλει πεισθῇ, ὅτι ἡ διαχείρισις τῆς χρήσεως τοῦ
8311874 παρουσιάζει ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα δύνανται τῳόντι
832ὄχι μόνον ὑπονοίας νὰ διεγείρωσιν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀγανάκτη-
833σιν ὑμῶν νὰ κινήσωσι· διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἀναβιβάζει τὰς τακτι-
834κὰς δαπάνας τῆς χρήσεως τοῦ 1874 εἰς 41,896,970 δραχ-
835μὰς, ἀφαιροῦσα δὲ ἐκ τῆς δαπάνης τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων ἐκ 37,
836400,000, μᾶς παρουσιάζει τὸ σπουδαῖον ἔλλειμμα τῶν 4,496,
837970 δραχμῶν. Συγκρίνουσα δὲ τὰς δαπάνας τοῦ 1874 πρὸς
838τὰς δαπάνας τοῦ 1873, εὑρίσκει μίαν διαφορὰν ἐπὶ πλέον
839κατὰ 5,970,935· διότι, ὡς παρατηρεῖτε, ἐν τῇ ἐκθέσει της
840τὰ μὲν ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1873 σημειοῖ ὡς ἀνερχόμενα
841εἰς 35,926,035, τὰ δὲ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1874 εἰς
84241,896,970, ἄρα διαφορὰ ἐπὶ πλέον 5,970,935.
843Ἀλλὰ, κύριοι—καὶ χωρὶς βεβαίως μὲ τοῦτο νὰ ἐννοῶ νὰ
844μεμφθῶ, ἢ νὰ κατηγορήσω κανένα —ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ
8451873 δὲν παρουσιάζει αὐτὸ τὸ ποσὸν τῶν δαπανῶν, τὸ ὁποῖον
846ἡ ἐπιτροπὴ ἡμῶν ὑπέβαλεν ὑπ’ ὄψιν μας· τοὐναντίον, τὸ ποσὸν
847τῶν 35,929,035 δρ. τῆς χρήσεως τοῦ 1873 μὲ τὰς πιστώ-
848σεις, αἱ ὁποῖαι κατόπιν ἐζητήθησαν, ἀνέρχεται εἰς 37,436,281
849δραχμῶν. Ἀπορῶ δὲ πῶς ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία, ὀφείλω νὰ ὁμολο-
850γήσω, λίαν ἀξιεπαίνως εἰργάσθη εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ προϋ-
851πολογισμοῦ, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν προσωρινὴν κατάστασιν
852τῆς χρήσεως τοῦ 1874 κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου, τὴν ἐμπε-
853ριεχομένην ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1874, τῷ ὑποβληθέντι
854παρὰ τοῦ κ. Χρηστίδου, φέρουσαν τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ τοῦ
855ἰδίου κ. Χρηστίδου, κατὰ τὴν ὁποίαν προϋπελογίσθησαν μὲν
85635,929,035 δραχμῶν, ἐζητήθησαν δὲ μετὰ ταῦτα δι’ εἰδικῶν
857νόμων καὶ διαταγμάτων πιστώσεις ἐκ δρ. 586,500, καὶ με-
858ματεφέρθησαν ἐκ προγενεστέρων χρήσεων 110,406 δραχμῶν
859τὸ ὅλον 36,625,941. Ὁ κ. Χρηστίδης λοιπὸν, ὁ ὑπουργὸς
860τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ 1873, μᾶς βεβαιοῖ διὰ τῆς προσωρινῆς
861καταστάσεως τῆς χρήσεως ἐκείνης μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1873,
862τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῶ,
863ἐξόδων τοῦ 1873 ἐπιβαρύνεται μὲ τὸ ποσὸν τῶν 36,925,
864641 δραχμῶν, ἐνῷ ἡ ἐπιτροπὴ παραδέχεται μόνον τὸ πρῶτο,
865κονδύλιον τὸ προϋπολογισθὲν, δηλ. τὸ ἀνερχόμενον εἰς 35,
866929,035.
867Ἀλλ’ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 36,625,941 πρέπει νὰ προσ-
868τεθῶσιν εἰσέτι 810,340 δραχμῶν, αἵτινες ἐζητήθησαν δι’ εἰδικῶν
869πιστώσεων, τὰς ὁποίας ἐγὼ ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέ-
870βαλον εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν σύνοδον τοῦ 1874, καὶ πρῶ-
871τον τὴν 20 Φεβρουαρίου 1874 ὑπέβαλον νομοσχέδιον ἐκτάκτου
872πιστώσεως δραχμῶν 103,500, κατὰ τὴν ἰδίαν συνεδρίασιν ὑπέ-
873βαλον νομοσχέδιον ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως δρ. 335,000,
874τὸ ὅλον 438,500· κατὰ δὲ τὴν 28 Μαρτίου 1874 ὑπέβαλον
875εἰς τὴν Βουλὴν ἕτερον νομοσχέδιον ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως
876371,840 δραχμῶν διὰ τὴν ἀποπληρωμὴν τοῦ τόκου καὶ τοῦ
877χρεωλυσίου τῶν ἐσωτερικῶν δανείων, διότι, ὡς γνωρίζετε, ἐν τῷ
878προϋπολογισμῷ τοῦ 1873 ὁ τόκος καὶ τὸ χρεωλύσιον εἶχε ση-
879μειωθῇ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Δεληγεώργη ἐπὶ τῇ βάσει
880συμβάσεων, αἵτινες εἶχον συνομολογηθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως
881ἐκείνης μετὰ τῆς Ἐθνικῆς καὶ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, καὶ
882αἵτινες δὲν εἶχον ψηφισθῆ, κατόπιν δὲ ἡ πληρωμὴ ἐγένετο ἐπὶ
883τῇ βάσει τῶν κειμένων συμφωνιῶν. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι δὲν
884περιελήφθη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1873 ἓν ποσὸν ἀναπό-
885φευκτον ἐκ 371,840 δραχμῶν, διὰ τὸ ὁποῖον ἐξ ἀνάγκης ἐζη-
886τήθη ἀναπληρωτικὴ πίστωσις. Ὅτε δὲ ὑπέβαλον τὴν πίστωσιν
887ἐκείνην εἰς τὴν Βουλὴν, ὁ ἀξιότιμος κ. Δεληγεώργης μοὶ ἀπηύ-
888θυνε τὴν ἑξῆς παρατήρησιν, κατὰ τὰ στενογραφήματα: «Αὐτὸ
889νομίζω, κ. ὑπουργὲ, δὲν ἐπιτρέπεται.» Ἐγὼ δὲ τὸν ἠρώτησα διατί;
890μοὶ ἀπήντησεν ὁ κ. Δεληγεώργης «διότι μόνον ὅταν ἀκυρωθῶσιν
891αἱ συμβάσεις.» Ἀλλ’ ἐγὼ ἀνταπήντησα εἰς τὸν κ. Δεληγεώργην:
892«Ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν μοὶ εἶπεν,
893ὅτι εἶχε γείνει ἡ πληρωμὴ τοῦ ποσοῦ τούτου, καὶ ἡ πίστωσις
894ζητεῖται πρὸς τακτοποίησιν τῆς γενομένης πληρωμῆς.»
895Ὁ κ. Δεληγεώργης ἀπήντησεν: «Ἄλλος λόγος.» Εἷς δὲ βου-
896λευτὴς ἠρώτησε: Πότε ἐπληρώθησαν; Καὶ ἐγὼ ἀπήντησα:
897«Αὐτὰς τὰς πληροφορίας ἔλαβον ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουρ-
898»γείου τῶν Οἰκονομικῶν· οἱ τόκοι καὶ τὸ χρεώλυτρον ἔπρεπε
899»νὰ πληρωθῶσιν εἰς ὡρισμένην προθεσμίαν· ἡ προθεσμία ἔληξε
900»καὶ ἡ πληρωμὴ ἐγένετο· πρᾶγμα ἁπλούστατον καὶ φυσικώ-
901»τατον, ἐὰν αἱ συμβάσεις κυρωθῶσι θὰ ἰσχύσωσι διὰ τὸ μέλλον
902»ἢ ἂν ἰσχύσωσι καὶ διὰ τὸ παρελθὸν, τότε ἡ Τράπεζα, ἡ ὁ-
903»ποία ἔλαβε τὰ ποσὰ αὐτὰ, ὀφείλει νὰ τὰ ἐπιστρέψῃ βεβαίως,
904»καὶ θὰ τὰ ἐπιστρέψῃ.» Καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης ἀνταπήντησεν:
905«Ὑπ’ αὐτὸν τὸν ὅρον μάλιστα.»
906Ἔκαμον αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν, κύριοι, διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι
907ἡ πληρωμὴ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐζήτησα διὰ τῆς εἰρημένης πι-
908στώσεως, δὲν ἦτο οὔτε αὐθαίρετος, οὔτε ἀδικαιολόγητος. Ὅταν
909λοιπὸν προσθέσωμεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 36,925,941, τὸ ὁποῖον
910περιέχεται εἰς τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ κ. Χρηστίδη, καὶ
911τὸ ποσὸν τῶν ἀναπληρωτικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων, τὰς
912ὁποίας ἐγὼ ὑπέβαλον εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1873
913ἐκ δραχ. 810,340, ἔχομεν τὸ ποσὸν τῶν 37,436,281. Λοιπὸν
914ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως 1873 ἐπιβαρύνεται
915οὐχὶ μὲ 35,929,035, ἀλλὰ μὲ 37,436,281 δραχμάς.
916§44ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αἱ πιστώσεις, τὰς ὁποίας ἐζητήσατε, ἐζη-
917τήθησαν διαρκούσης τῆς χρήσεως;
918§45ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, διαρκούσης.
919§46ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τότε λοιπὸν, παρὰ νὰ κάμητε αὐ-
920τοὺς τοὺς ὑπολογισμοὺς, εἶναι πολὺ εὐκολώτερον καὶ ἐ-
921πισημότερον νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸν παρουσιασθέντα ἀπὸ τοὺς
922διαδόχους μας ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1873, ὁ ὁποῖος
923ἀναφέρει, ὅτι τὸ ὁλικὸν ποσὸν τῶν πληρωμῶν, τὰς ὁποίας ἐπρο-
924κάλεσεν ἡ χρῆσις, ἀνέρχεται εἰς 36,040,003 δραχμάς.
925§47ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τῶν προϋπολο-
926γισθέντων ἐξόδων καὶ οὐχὶ τῶν πραγματοποιηθέντων, διότι
927βεβαίως, ὅπως τὸ 1873 δὲν ἐπραγματοποιήθησαν πᾶσαι αἱ ἐν
928τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμέναι πιστώσεις, οὕτω καὶ κατὰ τὸ
9291874 ἐπίσης δὲν ἐπραγματοποιήθησαν ὅλαι αἱ ἐν τῷ προϋπο-
930λογισμῷ σημειούμεναι δαπάναι.
931Ἔκαμα αὐτὴν τὴν σύγκρισιν, διότι ἡ ἐπιτροπὴ λέγει, ὅτι
932ὁ μὲν προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ 1873 περιέχει ἔξοδα
933προϋπολογισθέντα 35,929,035, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς τοῦ
9341874 περιέχει τοιαῦτα ἐκ 41,800,000, ἤτοι ἐπὶ πλέον κατὰ
935δραχ. 5,970,935, ὅπερ δὲν εἶναι ἀκριβές.
936Ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ 1874, τὸν ὁποῖον ὑπέ-
937βαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος κ. Χρηστίδης, ἀληθῶς περι-
938εῖχε τὸ ποσὸν, ὅπερ ἀναγράφεται ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἡμετέρας
939ἐπιτροπῆς ἐκ 38,402,455. Ὅταν ἐγὼ διεδέχθην τὸν κ. Χρη-
940στίδην, ἢ μᾶλλον ὅταν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη διεδέχθη
941τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Δεληγεώργη, ἡ Κυβέρνησις τοῦ κυρίου
942Βούλγαρη ἐξήτασεν ἐκ νέου τὸν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ.
943Δεληγεώργη ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν καὶ ἐπὶ τούτου ἔ-
944καμε μεταβολάς τινας, ἐκ τῶν μεταβολῶν δὲ ἐκείνων προέκυ-
945ψεν ἓν πλεόνασμα ἐξ 1,939,214 δραχμῶν ἐπομένως ὁ προϋπολο-
946γισμὸς τῶν ἐξόδων, ὅπως ἐτροποποιήθη ἀπὸ ἡμᾶς, περιέχει τὸ
947ποσὸν 40,341,669 δρ. Τὸ ποσὸν βεβαίως φαίνεται ὑπέρογκον
948καὶ δύναται ἐκ πρώτης ὄψεως νὰ ἐκπλήξῃ τὴν Βουλὴν, ἀλλ’
949ἐὰν ἀνατρέξῃ τις εἰς τὰς ἐκθέσεις τῶν διαφόρων ὑπουργείων,
950τὰ ὁποῖα ἐπέφερον αὐτὴν τὴν αὔξησιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν
951τοῦ 1874 διὰ τῶν νέων δηλώσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον εἰς
952τὴν Βουλὴν, θὰ πεισθῇ, ὅτι πᾶσαι αἱ δαπάναι εἰσὶν ἀποχρώντως
953δεδικαιολογημέναι.
954Καὶ πρῶτον προσέθεσα ἐγὼ ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
955εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τούτου δρ. 1,178,966
956διὰ τὸν τόκον καὶ τὰ χρεωλύσια τοῦ ἐξωτερικοῦ χρέους, τὰ ὁ-
957ποῖα ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσι κατὰ τὰς ὑπαρχούσας συμφωνίας
958καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συμβάσεων, τὰς ὁποίας εἶχε συνομο-
959λογήσει, ὡς προεῖπον, ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Δεληγεώργη μὲ τὴν
960Ἐθνικὴν καὶ Πιστωτικὴν Τράπεζαν, καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν ἐκυρώ-
961θησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων εἶχε προσ-
962διορίσει τὸ προκάτοχον ἡμῶν ὑπουργεῖον τὴν πληρωμὴν τοῦ τε
963τόκου καὶ τοῦ χρεωλύτρου. Βλέπετε λοιπὸν ἀμέσως ἓν ποσὸν
964σημαντικὸν καὶ ἀναπόφευκτον ἐκ δρ. 1,178,966, προστεθὲν εἰς
965τὸν προϋπολογισμόν.
966Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν
967προσετέθη ἓν ποσὸν ἐξ 180,000 δρ. διὰ τὴν ἀνασύστασιν τῶν
968πρεσβειῶν. Περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου θὰ λαλήσω εἰδικῶς.
969(Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόε-
970δρος κύριος Σοῦτσος).
971Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν
972προσετέθη ἓν ποσὸν ἐκ δρ. 329, 140. Ἀλλ’ αὐτὸ, κύριοι, δὲν
973εἶναι αὔξησις, ἐξ ἐναντίας μάλιστα ἐκ τῶν μεταβολῶν, τὰς ὁ-
974ποίας ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐ-
975σωτερικῶν, ὁ κ. Βούλγαρης, ἐπέφερεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν
976τοῦ ὑπουργείου του, προκύπτει ἐλάττωσίς τις κατὰ χιλίας
977δραχμὰς περίπου, συγκριτικῶς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, ὃν εἶ-
978χεν ὑποβάλει ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ κ. Δεληγεώργης.
979Τὸ προστεθὲν δὲ ποσὸν τῶν 329,140 δραχ. εἶναι αʹ) διὰ τὴν
980συνδρομὴν τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, ἐκ 280,000 δραχμῶν, τὰς
981ὁποίας ἤμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώσωμεν καὶ ἐπληρώσαμεν,
982καὶ βʹ) 50,000 διὰ τὴν μετασκευὴν τοῦ ἐν Αἰγίνῃ φρενοκομείου
983εἰς σωφρονιστήριον. Ἀλλὰ τοῦ ποσοῦ τούτου δὲν ἐγένετο χρῆ-
984σις. Προσέθηκε λοιπὸν ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπουρ-
985γὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Βούλγαρης εἰς τὸν προϋπολογισμὸν
986τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ ὑπουργείου δραχμὰς 329,140 ἐπὶ πλέον, ἐνῷ ἡ
987ἀποζημίωσις τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας καὶ ἡ προϋπολογισθεῖσα
988δαπάνη τῆς μετασκευῆς τοῦ ἐν Αἰγίνῃ φρενοκομείου εἰς σωφρο-
989νιστήριον ἀνέρχεται εἰς 330 χιλιάδας, καὶ ἀντὶ νὰ αὐξηνθῇ ὁ
990προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν μὲ ἴσον ποσὸν,
991ηὐξήθη κατὰ δραχ. 329,140, ἄρα προέκυψεν ἐλάττωσις κατὰ
9921,000 δρ. περίπου εἰς τὸν προσδιορισμὸν δαπανῶν τινων. Προσ-
993ετέθησαν καὶ ἄλλα τινὰ ποσὰ εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ
994ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτι-
995κῶν, τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν τακτικὴν ὑπη-
996ρεσίαν, καὶ διὰ τὰ ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας, τὰ ὁποῖα
997ἀνέρχονται εἰς 250,000 δραχ. περίπου, ἀλλ’ αἱ προσθῆκαι αὗ-
998ται δὲν ἐπραγματοποιήθησαν κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος.
999Διὰ τῆς δηλώσεως λοιπὸν, τὴν ὁποίαν τὸ ὑπουργεῖον Βούλ-
1000γαρη δι’ ἐμοῦ ὡς ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλεν εἰς τὴν
1001Βουλὴν, τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1874 ἀπὸ 38,402,455 ὡς
1002εἶχε προϋπολογίσει αὐτὰ τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη, ἀνεβιβάσθη-
1003σαν εἰς 40,341,669 δραχμῶν. Μετὰ τὴν ἀποχώρησίν μου ἐκ
1004τοῦ ὑπουργείου, ὁ διάδοχός μου κ. Νικολόπουλος ὑπέβαλεν νέαν
1005δήλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, τὴν σχηματισθεῖσαν μετὰ τὴν διάλυ-
1006σιν τῆς Βουλῆς τοῦ κ. Δεληγεώργη, ἐκ δραχμῶν 1,084,600.
1007Ἐπομένως ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1874 παρουσιάζει ἐν συνόλῳ
1008δαπάνας 41,426,229.
1009§48ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ὀλιγώτερον παρ’ ὅτι ἐδέχθη ἡ ἐπι-
1010τροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
1011§49ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει λοιπὸν μία διαφορὰ με-
1012ταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις
1013τοῦ κ. Δεληγεώργη, καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἀνακαινισθέν-
1014τος ἀπὸ τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν τοῦ κ. Βούλγαρη, ἐπὶ πλέον
10153,023,774 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ αὕτη, κύριοι,
1016προέρχεται ἐκ τῶν ἑξῆς ἀναποφεύκτων προσθηκῶν, τὰς ὁποίας
1017καμμία Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ παραλείψῃ. Ἀλλὰ πρὸ τού-
1018του παρατηρῶ, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολο-
1019γισμοῦ, ἥτις ὑπέβαλε τὴν περὶ αὐτοῦ ἔκθεσίν της περὶ τὰ τέ-
1020λη Μαρτίου 1874, ἡ προεδρευομένη τὸ πρῶτον μὲν ἀπὸ τὸν
1021ἔντιμον συνάδελφόν μας κ. Ζωχιὸν, κατόπιν δὲ ἀπὸ τὸν ἔντι-
1022μον νῦν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν κ. Σωτηρόπουλον, οὐδεμίαν
1023ἐλάττωσιν ἀξίαν λόγου, οὐδεμίαν μεταβολὴν σπουδαίαν ἐπέ-
1024φερεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, τὸν ὁποῖον ἡ Κυ-
1025βέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη τροποποιήσασα ὑπέβαλεν εἰς τὴν
1026Βουλὴν, ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος, καὶ μετὰ τὴν ὑποβο-
1027λὴν τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς μας, δὲν ἐσυζητήθη διὰ τοὺς
1028γνωστοὺς λόγους, ἐπῆλθε δὲ κατόπιν ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς,
1029καὶ οὕτως ἔμεινεν ἀσυζήτητος μέχρι τοῦ 9βρίου 1874, ὅτε ἡ
1030νέα ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ, ἡ προεδρευομένη ἀπὸ τὸν
1031βουλευτὴν Παρνασσίδος κ. Σιμόπουλον καὶ περιέχουσα ὡς μέλος
1032αὐτῆς καὶ τὸν τότε βουλευτὴν Τήνου κ. Δρόσον, ὑπέβαλε τὴν
1033ἔκθεσίν της εἰς τὴν Βουλὴν χωρὶς νὰ ἐπιφέρῃ καὶ αὐτὴ καμμίαν
1034μεταβολὴν εἰς τὰς πιστώσεις, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ.
1035Βούλγαρη ἐζήτησεν, καίτοι διὰ τῆς δηλώσεως ἐμοῦ, ὡς ὑπουρ-
1036γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τῆς ὑποβληθείσης τὸν Μάρτιον τοῦ 1874,
1037καὶ διὰ τῆς δηλώσεως τοῦ διαδεξαμένου με κ. Νικολοπούλου,
1038τῆς ὑποβληθείσης τὸν Νοέμβριον ἰδίου ἔτους, ἐζητήθησαν πι-
1039στώσεις ἀνώτεραι, ὡς εἶπον, κατὰ δραχ. 3,023,774 τοῦ παρὰ
1040τοῦ ὑπουργείου Δεληγεώργη ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ, καὶ
1041ἡ Βουλὴ ἐπεψήφισεν πάσας ταύτας τὰς δαπάνας ὡς ἀναγκαί-
1042ας, ὡς ἀναποφεύκτους, κατὰ τὴν γνωστὴν συνεδρίασιν τῆς 30
1043Νοεμβρίου· ἐν τῇ ἐκθέσει δὲ αὐτῇ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋ-
1044πολογισμοῦ, τῆς τελευταίας, εὑρίσκω ὅτι, διὰ τὴν πληρωμὴν
1045τοῦ χρεωλυσίου καὶ τῶν τόκων τοῦ ἐσωτερικοῦ δανείου, ἐπα-
1046ρουσιάσθη ἀνάγκη νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν οὐχὶ
10471,178,966, ὅσα ἐγὼ εἶχον προσθέσει εἰς τὴν δήλωσίν μου, ἀλ-
1048λὰ 1,215,966, διότι τόσα ἀπῃτοῦντο διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν.
1049Δευτέρα προσθήκη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἐξ 176,000 δρ.
1050ἐγένετο διὰ τὴν πληρωμὴν τόκων προσωρινῶν δανείων, τὰ ὁ-
1051ποῖα ἐντὸς τοῦ ἔτους 1874 συνωμολόγησεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ
1052κ. Βούλγαρη, διότι τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ἐμπεριείχετο ἀναντιῤ-
1053ῥήτως, οὔτε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ
1054κ. Χρηστίδης, οὔτε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τὸν ὁποῖον ἐγὼ
1055ὑπέβαλον τροποποιημένον περὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ Μαρτίου 1874·
1056τὰ δάνεια ταῦτα συνομολογήθησαν ἀκολούθως. Ἐθυμεῖσθε, κύ-
1057ριοι, ὅτι ὅταν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη διεδέχθη τὴν Κυ-
1058βέρνησιν τοῦ Δεληγεώργη παρουσιάσθημεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ
1059ἐξεθέσαμεν ἐν συνόψει, οὐχὶ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, ἀλλὰ
1060τὴν χρηματικὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν διετέλει τὸ δημό-
1061σιον ταμεῖον, παρετηρήσαμεν δὲ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἴμεθα ὑ-
1062ποχρεωμένοι, διὰ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀναποφεύκτους ἀνάγ-
1063κας τῆς Κυβερνήσεως, νὰ συνομολογήσωμεν δάνειον ἀπὸ τὴν Ἐ-
1064θνικὴν Τράπεζαν 2½ ἑκατομμυρίων. Ὁ τόκος λοιπὸν αὐτῶν
1065τῶν δανείων, περὶ τῶν ὁποίων ἐγκαίρως ἔλαβε γνῶσιν ἡ Βουλὴ,
1066ἀνέρχεται εἰς 176,000 δραχμῶν καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο προσετέθη
1067εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὡς ἀναπόφευκτον.
1068Τρίτη προσθήκη, ἐπίσης σπουδαία, εἶναι ἡ προσθήκη 400,
1069000 δραχμῶν διὰ τὰ ἔξοδα τῆς νέας Βουλῆς. Ὁ προϋπολογι-
1070σμὸς ὁ ὑποβληθεὶς ἀπὸ τὸν κ. Χρηστίδην περιεῖχε τὸ ποσὸν
1071τοῦτο, ἀλλὰ ἐδαπανήθη διὰ τὴν διαλυθεῖσαν Βουλήν· διὰ τὴν
1072νέαν Βουλὴν ἀπῃτεῖτο ἑτέρα δαπάνη ἰσόποσος, καὶ ἐπειδὴ ἔπρεπε
1073νὰ πληρωθῇ ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1874, ἐσημειώθη κατ’ ἀνα-
1074πόφευκτον ἀνάγκην καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 400,000 δραχμῶν.
1075Τέταρτον ποσὸν, προστεθὲν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, εἶναι τὸ
1076ποσὸν τῶν δραχ. 200,000 περίπου διὰ τὴν σύστασιν τῶν
1077πρεσβειῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ἐφεξῆς. (Ἐνταῦθα ἐπαναλαμβάνει
1078τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ κ. Ζαΐμης).
1079Πέμπτον ποσὸν, ἀναπόφευκτον καὶ τοῦτο, εἶναι ἡ προσθήκη
1080280,000 δραχ. διὰ τὴν συνδρομὴν τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας.
1081Ὁ προϋπολογισμὸς ὁ ὑποβληθεὶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Δε-
1082ληγεώργη δὲν περιεῖχε τὸ ποσὸν τοῦτο, ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς, ὁ
1083ὑποβληθεὶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Βούλγαρη, περιεῖχε τὴν
1084δαπάνην ταύτην, διότι ἦτο δαπάνη ὑποχρεωτικὴ διὰ τὴν
1085Κυβέρνησιν.
1086Ἕκτον ποσὸν, προστεθὲν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, εἶναι τὸ πο-
1087σὸν, περὶ οὗ καὶ πρότερον ἐποίησα λόγον, διὰ τὴν μετασκευὴν τοῦ
1088ἐν Αἰγίνῃ φρενοκομείου εἰς σωφρονιστήριον, ἐκ 50,000 δραχμῶν.
1089Ἕβδομον ποσὸν, προστεθὲν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑ-
1090πουργείου τῆς Δικαιοσύνης, διὰ διατροφὴν ὑποδίκων, δι’ ἀπο-
1091ζημιώσεις ἐνόρκων, διὰ μεταφορὰν ἀνακριτικῶν ὑπαλλήλων, δι’
1092ἔξοδα μεταθέσεως ὑπαλλήλων, καὶ ἔξοδα ἀναθεωρήσεως τοῦ
1093ἀστικοῦ Κώδικος, ἐξ 140,000 δραχμῶν.
1094Ὄγδοον ποσὸν, ἄξιον λόγου καὶ τοῦτο, εἶναι τὸ προστεθὲν
1095εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δι’
1096ἱματισμὸν ἐξ 80,000 δραχμῶν. Τελευταῖον δὲ προσετέθη ἐν τῷ
1097προϋπολογισμῷ τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὰ ἔξοδα
1098τῆς διοικήσεως διὰ μὲν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ λαυρίου ποσὸν ἐκ
109940,000 δραχμῶν, διὰ δὲ τὰς ἀποδοχὰς χαρτοσήμου 50,000. Ὁ
1100κ. Χρηστίδης εἶχεν ὑπολογίσει τὸ κονδύλιον τοῦτο εἰς δραχ.
1101800,000, ἡμεῖς δὲ εἰς 850,000, διότι προϋπελογίσαμεν καὶ
1102τὴν κατανάλωσιν τοῦ χαρτοσήμου εἰς ποσὸν ἀνώτερον.
1103Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι αἱ δαπάναι, αἱ ἀναπόφευκτοι, τὰς ὁ-
1104ποίας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παραλείψῃ καμμία Κυβέρνησις, αἱ
1105προστεθεῖσαι ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη εἰς τὸν προϋπολογι-
1106σμὸν, τὸν ὑποβληθέντα ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη, ἀνέρ-
1107χονται εἰς δρ. 2,631,966, ἐκτὸς ἄλλων μικρῶν ποσοτήτων, ἀ-
1108ναποφεύκτων ὅμως καὶ τούτων, περὶ ὧν κρίνω περιττὸν νὰ κά-
1109μω ἰδιαιτέρως λόγον. Ὅταν δὲ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν
11102,631,966 προσθέσωμεν καὶ δύω ἄλλα ποσὰ ἐπίσης σημαν-
1111τικὰ, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιβαρύνουν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1873,
1112ἐπιβαρύνουν ὅμως τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874 κατ’ ἀναπό-
1113φευκτον ἀνάγκην, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι ἀ.) τὸ ἀποδοθὲν ἐ-
1114πιπλέον εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἐξ 874,000 δραχμῶν, περὶ
1115τοῦ ποσοῦ δὲ τούτου ποιεῖται μνείαν καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς
1116ἡμῶν, διότι τὸ 1873, τὸ ἀποδοθὲν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδο-
1117ποιΐας συνίσταται εἰς δραχ. 1,350,000, ἐν ᾧ διὰ τὸ 1874 ἀ-
1118νέρχεται εἰς δρ. 2,224,000, ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῶν πόρων
1119τῆς ὁδοποιΐας, καὶ βʹ.) τὸ ἕτερον ποσὸν τὸ προκύπτον ἐκ τῆς
1120αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων, ἢ μᾶλλον ἐκ τῆς
1121καταργήσεως τῆς ἐλαττώσεως αὐτῆς, ὅπερ ἐπιβαρύνει τὸν προϋ-
1122πολογισμὸν τοῦ 1874, ἐν ᾧ δὲν ἐπιβαρύνει τὸν προϋπολογισμὸν
1123τοῦ 1873, διότι τότε ὑπῆρχεν ἐν ἰσχύϊ ἡ κράτησις, καὶ τὸ ὁποῖ-
1124ον ἀνέρχεται εἰς 560,000 δραχμῶν, ἔχομεν ἐν συνόλῳ ἕν πο-
1125σὸν ἐκ 4,065,966· ὅταν δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο προσθέσητε εἰς τὸν
1126προϋπολογισμὸν τοῦ 1873, τὸν περιέχοντα μετὰ τῶν ὑποβλη-
1127θεισῶν εἰς τὴν Βουλὴν ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώ-
1128σεων 37,436,281, θὰ ἔχητε τὸ ἄθροισμα 41,502,247 δραχμάς.
112941,426,229 λοιπὸν περιέχει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1874.—
1130Δραχ. 41,502,247 ἤθελε περιέχει καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ
11311873, ἐὰν ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ φέρῃ τὰ βάρη, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ
1132προϋπολογισμὸς τοῦ 1874 ἦτο ἠναγκασμένος νὰ ὑποκύψῃ, ὡς
1133ἐξέθεσα ἤδη λεπτομερῶς.
1134Ποῦ λοιπὸν εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν 2 προϋπολογισμῶν τοῦ
11351873 καὶ 1874; ἡ διαφορὰ τῶν 5 ἑκατομμυρίων, ἡ ὁποία δικαίως
1136σᾶς ἐπέπληξε καὶ σᾶς ἀνησύχησε. Ποῦ λοιπὸν ἡ διαφορὰ μεταξὺ
1137τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑποβληθέντος παρὰ τοῦ κ. Χριστίδου, καὶ
1138τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑποβληθέντος ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον
1139Βούλγαρη ἐκ 3 περίπου ἑκατομμυρίων; Βεβαίως ὁ προϋπολο-
1140γισμὸς τοῦ κ. Χρηστίδου περιέχει 38,402,455· ἀναντιῤῥήτως
1141ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου
1142Βούλγαρη, περιλαμβάνει 41,426,229, ἀλλὰ σᾶς ἐδικαιολό-
1143γησα μίαν πρὸς μίαν τὰς προστεθείσας δαπάνας καὶ ἀπέφυγον
1144νὰ κάμω μνείαν περὶ ἄλλων μικροτέρων δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι
1145ἀνέρχονται καὶ αὗται εἰς 250 χιλ. δραχμάς.
1146§50ΑΝ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Περὶ τοῦ ζητήματος τῶν πρεσ-
1147βειῶν δὲν ἐκάματε λόγον.
1148§51ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ κάμω περὶ ὅλων.
1149Ἰδού, κύριοι, διατί παραπονοῦμαι κατὰ τῆς ἐκθέσεως τῆς
1150ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, διότι ἡ ἔκθεσις αὐτῆς εἶναι
1151ἓν κατηγορητήριον, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ παρατηρήσω, κατη-
1152γορητήριον, κατ’ ἐμέ, ἐντελῶς ἄδικον. Ἀλλά, κύριοι, ἐδαπα-
1153νήθησαν αὐτὰ τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα ἐσημειώθησαν ἐν τῷ προϋ-
1154πολογισμῷ τοῦ 1874; ἤγουν ἐδαπανήθη τὸ ποσὸν τῶν 41,
1155426,229; Ἐπέρχεται τῷ ὄντι τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον μᾶς
1156παρουσιάζει ἡ ἐπιτροπὴ ἐν τῇ ἐκθέσει της μεταξὺ ἐσόδων καὶ
1157ἐξόδων ἐκ 4,496,970 δραχμῶν; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ! Μὴ
1158τρομάζετε, κύριοι, οὐδὲν ἔλλειμμα ὑπάρχει ἐν τῷ προϋπολογι-
1159σμῷ τοῦ 1874, ἀπολύτως οὐδέν· ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1874
1160παρουσιάζεται ἐν ἰσοῤῥοπίᾳ.
1161Ἐπανέλαβον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ προϋπολογισμός, τὸν
1162ὁποῖον ἐγὼ ἐτροποποίησα ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνέβη
1163εἰς 40,341,669. Σᾶς προσέθεσα ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος
1164κατὰ τὴν 30 Νοεμβρίου ἀνεβιβάσθη εἰς 41,426,229 δραχμάς,
1165διότι ὑπεβλήθη νέα δήλωσις ἀπὸ τὸν κ. Νικολόπουλον ἐξ 1,
1166084,600, καὶ τὴν προσθήκην αὐτὴν ἀπεδέχθη ἡ ἐπὶ τοῦ προ-
1167ϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, ἡ προεδρευομένη, ὡς εἶ-
1168πον, ἀπὸ τὸν κ. Σιμόπουλον καὶ ἡ περιέχουσα ἐν τοῖς κόλ-
1169ποις αὑτῆς τὸν κ. Δρόσον, ὡς ἀναγκαίαν, ὡς ἀναπόφευκτον.
1170Ὁ προϋπολογισμὸς λοιπόν, ὡς σᾶς εἶπον, ὁ ψηφισθεὶς κατὰ τὴν
117130 Νοεμβρίου, ὡς ἐψηφίσθη, δὲν εἶναι δὲ τοῦ παρόντος χρόνου
1172νὰ ἐξετασθῇ πῶς ἐψηφίσθη, περιέχει 41,426,229, ὁ δὲ ὑπουρ-
1173γὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ἔντιμος κ. Σωτηρόπουλος, μᾶς ζητεῖ
1174δι’ αὐτῆς τῆς δηλώσεως, τὴν ὁποίαν μᾶς ὑπέβαλε, 41,896,
1175970· τουτέστι μᾶς ζητεῖ περιπλέον 470,741 δραχμάς. Καὶ
1176μ’ ὅλον τοῦτο πάλιν ἡσυχάσατε, δὲν ὑπάρχει ἔλλειμμα.
1177§52ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ. Ὑπάρχει διαφορὰ ὡς πρὸς τὰς ζητου-
1178μένας πιστώσεις.
1179§53ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ βιάζεσθε, θὰ σᾶς εὐχαριστήσω
1180καθ’ ὅλα καὶ δὲν πιστεύω ὅτι θὰ ἔχετε δίκαιον εὐτυχῶς.
1181Ὑπάρχει λοιπὸν τῷ ὄντι διαφορὰ μεταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ,
1182τὸν ὁποῖον ὁ κ. Σωτηρόπουλος μᾶς ζητεῖ ἐπὶ πλέον κατὰ
1183470,741 δραχμάς· ἄρα τὸ συμπέρασμα, κατὰ τὴν ἐπιτροπήν,
1184εἶναι ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐδαπάνησεν ὄχι μόνον ὅσα τῆς
1185ἐσυγχώρησεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν περιβόητον συνεδρίασιν τῆς 30
1186Νοεμβρίου, ἀλλὰ καὶ περιπλέον 470,000· αὐτὸ δὲν ἐννοεῖτε;
1187Κύριοι, ἀληθὲς εἶναι ὅτι ἡ Βουλὴ τὴν 30 Νοεμβρίου
1188ἐψήφισε 41,426,229 δραχμάς· εἶναι ἀληθὲς ἐπίσης ὅτι ὁ
1189νῦν διευθύνων εὐτυχῶς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν κ. Σω-
1190τηρόπουλος μᾶς ζητεῖ ἐπὶ πλέον 470,741, ἐπειδὴ εἶναι ἐξοι-
1191κειωμένος πολὺ μὲ τὴν τάξιν καὶ ζητεῖ αὐτὰς τὰς πιστώσεις
1192διὰ νὰ τακτοποιηθῶσιν οἱ λογαριασμοί του καὶ κάμετε καλὰ
1193σᾶς λέγει· θέλετε καταδηλώσατε τὰς ὑπερβάσεις εἰς βάρος τῶν
1194ὑπουργῶν ἐκείνων, θέλετε χαρίσατέ τας. Ἀλλά, κύριοι, ὅταν
1195λάβετε ὑπ’ ὄψιν, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸ πιστεύσητε, διότι
1196εἶναι αὐταπόδεικτον, ὅτι μεταξὺ τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας
1197ὁ κ. Σωτηρόπουλος μᾶς ζητεῖ, ἐμπεριλαμβάνονται καὶ 3,510,
1198000 ἀνήκοντα εἰς κεκλεισμένας καὶ διαγεγραμμένας χρήσεις,
1199ποσὸν τὸ ὁποῖον ἐπληρώθη ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 26 ἑκατομ.
1200φράγκων ἢ δραχμῶν· ὅταν λάβετε τοῦτο ὑπ’ ὄψιν καὶ ἀφαι-
1201ρέσετε ἑπομένως τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν, αἱ
1202ὁποῖαι δὲν ἐπιβαρύνουν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874, ἀλλ’
1203ἀνήκουσιν εἰς διαφόρους χρήσεις ἀπὸ τοῦ 1859 καὶ ἐντεῦθεν,
1204θὰ ἴδετε ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1874 ἐδαπάνησε μόνον 38,386,
1205970 δραχμάς, τοὐτέστι ὀλιγώτερον ἀπὸ ὅ,τι ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ
1206τὴν 30 Νοεμβρίου, κατὰ 3,039,259. Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἡ ὑπέρ-
1207βασις, κύριοι συνάδελφοι; Ποῦ εἶναι τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἐτρό-
1208μαξε τὴν ἐπιτροπὴν, ὡς ἐτρόμαξε καὶ ἡμᾶς ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπι-
1209τροπῆς; τὰ 3½ ἑκατομ. ἐπληρώθησαν ἀπὸ ἐκτάκτους πό-
1210ρους ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 26 ἑκατ. Εἶναι οὕτω, κύριε ὑπουργέ;
1211§54ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Μάλιστα, οὕ-
1212τως εἶναι.
1213§55ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν λοιπὸν ἀφαιρέσετε, κύριοι,
1214αὐτὸ τὸ ποσὸν, τί ἔχετε εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1874;
1215ἔχετε 38,386, 970, οὔτε παραπάνω, οὔτε παρακάτω.
1216§56ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐπειδὴ συχνὰ
1217μὲ ἐπικαλεῖσθε, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀφαιρέσητε 1,200,000
1218δραχμὰς, αἱ ὁποῖαι σημειοῦνται εἰς τὰ ἔσοδα ἐξ ἐπιστροφῆς
1219χρημάτων, διότι αὐτὰ εἶναι διὰ τὴν λογιστικὴν τάξιν ἁπλῶς
1220σημειωμένα· ἑπομένως τὰ ἔσοδα τοῦ 1874 τὰ πραγματικὰ
1221εἶναι 36,200,000 περίπου.
1222§57ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα τὸ ποσὸν αὐτὸ, κ.
1223ὑπουργὲ, τὸ ἐξ ἐπιστροφῆς χρημάτων, ἐμπεριλαμβάνεται εἰς
1224τὸν προϋπολογισμὸν, ἀλλ’ ὅμως αὐτὸ ἔγεινεν ἔσοδον ἤδη, διότι
1225ἀπεδόθη ἀπὸ τὰ 3,510,000 εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀπὸ τὸ
1226ὁποῖον εἶχε προκαταβληθῆ πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτι-
1227κῶν καὶ τὰ ἄλλα ὑπουργεῖα.
1228§58ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἀφοῦ δὲν
1229ἐγγράφετε ὅλα τὰ ἔξοδα, πρέπει νὰ ἐλατώσητε τὰ ἔσοδα, τὰ
1230ὁποῖα πραγματικῶς δὲν ἐπληρώθησαν, διότι δὲν εἶχον προπλη-
1231ρωθῆ καὶ διότι ἐπεστράφησαν καὶ ἐσημειώθησαν ὡς ἔσοδα· εἰς
1232τοὺς ὑπολογισμοὺς, τοὺς ὁποίους ἐκάματε, δὲν θέλετε νὰ λάβη-
1233τε ὑπ’ ὄψιν τὰ πληρωθέντα ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων, ἑπομέ-
1234νως δὲν πρέπει νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν καὶ αὐτὸ τὸ κονδύλιον, τὸ
1235ὁποῖον προέρχεται ἀπὸ κεκλεισμένας χρήσεις.
1236§59ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ διατείνομαι ὅτι, κατὰ τὸν
1237ὁποῖον ὑμεῖς ὑπεβάλατε προϋπολογισμὸν, τὰ μὲν ἔσοδα εἶναι
1238δραχ. 37,400,000, τὰ δὲ ἔξοδα δραχμὰς 41,896,970, ἐξ
1239ὧν πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσι δραχ. 3,510,000 δι’ ἔξοδα κεκλει-
1240σμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, καὶ ἑπομένως αἱ πραγ-
1241ματικαὶ δαπάναι τοῦ 1874 ἀνέρχονται εἰς 38,386,970· ἄρα
1242μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων ὑπάρχει ἔλλειμμα 986,970, καὶ
1243τοῦτο διότι δὲν εἰσεπράχθησαν ὅλα τὰ βεβαιωθέντα ἔσοδα.
1244§60ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγω ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 3 ἑκατομμυρίων
1245510 χιλιάδων εἶχε χορηγηθῆ παρὰ τῆς πρώην Βουλῆς δι’ ἑνὸς
1246νόμου ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐθεωρήθησαν ἄκυροι· ὅταν ἦλθεν ἡ
1247Κυβέρνησις τοῦ τοῦ κ. Τρικούπη εὗρεν ἐκ τῶν πιστώσεων αὐτῶν
1248πραγματοποιημένα πολλὰ ποσά, ἀλλ’ ἓν μέρος δὲν εἶχε πραγ-
1249ματοποιηθῆ· δὲν ἠθέλησε λοιπὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν πληρω-
1250μὴν τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἔμειναν καθυστεροῦντα ἐπὶ τῇ βά-
1251σει τῶν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι ἐχορηγήθησαν· διὰ νὰ μὴ στα-
1252ματήσῃ ὅμως τὴν πληρωμὴν, ἐπροκάλεσε Διάταγμα διὰ τοῦ ὁ-
1253ποίου ἔλαβε πίστωσιν καὶ ἐξηκολούθησε τὴν πληρωμήν.
1254Ἐγὼ τὰ εὑρίσκω πληρωμένα, καὶ διὰ νὰ πληρωθοῦν θὰ εἰπῇ
1255ὅτι ὑπῆρξαν πόροι τακτικοὶ ἢ ἔκτακτοι ἐξ ὧν ἐπληρώθησαν,
1256ἀλλὰ διὰ νὰ πληρωθοῦν πρέπει νὰ ζητηθοῦν πιστώσεις· αὐτὴ
1257εἶναι ἡ διαφορά.
1258§61ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπόν, κύριοι, ἐπανέρχομαι εἰς
1259τὴν σειρὰν τοῦ λόγου μου, καὶ θὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν παρατή-
1260ρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. ὑπουργός.
1261Καθὰ ἐξέθηκα ἤδη μεταξὺ προϋπολογισμοῦ ἐσόδων καὶ
1262ἐξόδων ὑπάρχει ἓν ἔλλειμμα 986,970 δραχμῶν· ἐπειδὴ
1263ὅμως ὁ κ. ὑπουργὸς μοὶ ἔκαμε τὴν παρατήρησιν ὅτι τὸ
1264ποσὸν 1,200,000 δραχμῶν πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸν
1265προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, διότι δὲν εἶναι ἔσοδα πραγ-
1266ματικά, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει μένουν ὡς ἔσοδα πραγμα-
1267τικὰ εἰσπραχθέντα ἐντὸς τῆς χρήσεως τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἡ ἐ-
1268πιτροπὴ μᾶς προσδιορίζει, ἤτοι 36,200,000 δραχμῶν, παρατηρῶ
1269εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ναὶ μὲν αὐτὸ εἶναι τὸ
1270εἰσπραχθὲν ποσὸν κατὰ τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν μᾶς ὑπέβαλε,
1271μέχρι τέλους 8βρίου 1875, ἤγουν 36,200,000, ἀλλ’ εἶπον καὶ ἐ-
1272παναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι τὰ βεβαιωθέντα κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ
12731874 ἀνέρχονται εἰς 39 περίπου ἑκατομ. δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐ-
1274πειδὴ εἰσοδημάτων τινῶν ἡ βεβαίωσις ἐγένετο πολὺ ἀργὰ, ὡς
1275σᾶς εἶπον, ἔμειναν πολλὰ καθυστερήματα, τῶν ὁποίων ὅμως
1276ἡ εἴσπραξις δὲν εἶναι δύσκολος, διότι.......
1277§62ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). Διὰ νὰ μὴ κο-
1278πιάζετε σᾶς λέγω ὅτι τὰ καθυστεροῦντα, τὰ ὁποῖα ἀφῆκεν ἡ
1279χρῆσις τοῦ 1874, ἀναβαίνουν εἰς 2,926,000.
1280§63ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν ἐὰν προσθέσωμεν τὸ ποσὸν
1281τοῦτο εἰς τὰ εἰσπραχθέντα ἐκ δραχ. 36,200,000, ἔχομεν τὸ
1282ὅλον 39,126,000, δηλαδὴ ὑπερέβημεν τὰ προϋπολογισθέντα
1283ἔσοδα· διότι ἂν προσθέσωμεν καὶ τὸ προϋπολογισθὲν ἔσοδον ἐκ
1284τοῦ Λαυρίου ἐκ δραχ. 2,000,000, ἔχομεν 41,126,000, ἀντὶ
1285τῶν προϋπολογισθέντων 40 ἑκατομμυρίων. Τὶ ἐδαπανήσαμεν;
128638,586,970· ἄρα ἔχομεν, κύριοι, καὶ πλεόνασμα. Τοῦτο παρου-
1287σιάζουν οἱ ἀριθμοί, ἀρκεῖ νὰ εἰσπραχθῶσιν, ἂν ὄχι ὅλα τὰ βεβαι-
1288ωθέντα, τοὐλάχιστον ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐβεβαιώθησαν ἐσχάτως.
1289Ἀλλὰ, κύριοι, μετὰ τὰς γενικὰς ταύτας πληροφορίας καὶ ἐξη-
1290γήσεις εἶμαι ἤδη ἠναγκασμένος, συζητῶν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπι-
1291τροπῆς ἡμῶν, νὰ εἰσέλθω καὶ εἰς τὰ καθέκαστα, διότι δὲν ἔχω
1292σκοπὸν νὰ ἐπαναλάβω τὸν λόγον. Ἡ ἐπιτροπή μας, ἐνῷ ἐν τῇ
1293ἐκθέσει της ἀναφέρει ὅτι «δραχ. 4,536,935 ἐδαπανήθησαν ἐν
1294γένει μὲν ἀντισυνταγματικῶς, ἤτοι ἄνευ προηγουμένης ἐγκρί-
1295σεως τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, εἰδικώτερον δὲ ἐχρησίμευ-
1296σαν πρὸς περιποίησιν, ἢ διαφθορὰν προσώπων, ἢ πρὸς ἐξώφλη-
1297σιν ὀφειλομένων ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων, ἅτινα ἐκ παρομοίων,
1298»ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, λόγων πηγάζοντα»· ἐνῷ λέγει ἡ ἐπιτρο-
1299πή μας, ὅτι τὸ σημαντικὸν τοῦτο ποσὸν τῶν 4,536,935 διε-
1300χειρίσθη τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1874 κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὅταν
1301ἔλθητε εἰς τὰ καθέκαστα τί εὑρίσκετε; ὤδινεν ὄρος καὶ ἔτεκε
1302μῦν! Καταλογίζει εἰς βάρος τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου 50,000
1303περίπου δραχμῶν, ἐκτὸς τῆς δαπάνης τῶν πρεσβειῶν περὶ τῆς ὁ-
1304ποίας θὰ γείνῃ εἰδικὸς λόγος. Ἰδοὺ, κύριοι, τὶ εὑρίσκει ἀδικαιολό-
1305γητον ἡ ἐπιτροπή μας, ὕστερον ἀπὸ αὐτὸν τὸν φοβερὸν ἀφορισμὸν,
1306ὃν ἔκαμε περὶ τῶν 4,500,000 ὅτι ἐδαπανήθησαν κακὴν κακῶς
1307πρὸς διαφθορὰν προσώπων καὶ συνειδήσεων, ὅτι τὸ μὲν ὑπουργεῖον
1308τῶν Ἐσωτερικῶν ἐδαπάνησεν ἀδικαιολογήτως 8,772 δραχμῶν, τὸ
1309ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν 16,319, καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰ-
1310κονομικῶν 25,390, τὸ ὅλον 50,592, ἐκτὸς τοῦ κονδυλίου τῶν
1311πρεσβειῶν. Εἴμεθα εὐτυχεῖς, κύριοι, ἂν τῳόντι διαχειρισθέντες
1312προϋπολογισμὸν ἐκ 40 ἑκατομ. ἐκάμαμεν ὑπέρβασιν 50 χιλ.
1313δραχμῶν. Καὶ ἂν ἦναι ἀληθῶς ὑπέρβασις ἀδικαιολόγητος, ὀ-
1314φείλομεν νὰ τὰς καταβάλωμεν εἰς τὸ ταμεῖον, διὰ νὰ μὴ τὸ
1315ἐπαναλάβωμεν ἄλλην φορὰν, ἂν τυχὸν ἔλθωμεν εἰς τὰ πράγ-
1316ματα. Ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτε-
1317ρικῶν ἐκ δραχ. 4,500,000 περίπου δραχμῶν, τὸν ὁποῖον διεχει-
1318ρίσθη ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κ. Βούλγαρης, τοῦ ὁποίου
1319τοὐλάχιστον τὴν προσωπικὴν τιμιότητα δὲν πιστεύω ν’ ἀμφι-
1320σβητῇ οὐδεὶς, τί ἀφαιρεῖ ἡ ἐπιτροπή μας; Ἀπὸ τὸ Κεφάλ. Αʹ.
1321ἄρθρ. 2 «ἔξοδα ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργείου» 2,500 δραχμῶν· ἀπὸ
1322τὸ Κεφ. Γʹ. ἄρθρ. 3 «ἔξοδα ὑπηρεσίας διοικητικῆς ἀστυνομίας»
13233,060· καὶ ἀπὸ τὸ ἴδιον Κεφάλαιον ἄρθρ. 5 «προσωπικὸν φυ-
1324λακῶν» δραχ. 3,312. Μὰ, κύριοι, ἓν ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον
1325διαχειρίζεται 4,500,000 δραχμῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ
1326τις ὅτι ἔκαμε ὑπέρβασιν ἀδικαιολόγητον ἐξ 8,000 δραχμῶν,
1327Ἄρα δὲν ἐπαρουσιάσθη ἀνάγκη δικαιολογημένη, ἔστω καὶ πολι-
1328τικὴ, κύριοι; Διότι ἀφοῦ θέλομεν συνταγματικὸν πολίτευμα,
1329πρέπει νὰ ὑποκύψωμεν καὶ εἰς τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἡ πο-
1330λιτικὴ ἐπιβάλλει. Δὲν ἐπαρουσιάσθη, λέγω, ἀνάγκη νὰ γείνῃ
1331ὑπέρβασις ὀλίγων χιλιάδων δραχμῶν εἰς 2–3 κονδύλια τοῦ
1332προϋπολογισμοῦ;
1333Ἄν, κύριοι, εὑρίσκετε ἀδικαιολόγητον ἓν τοιοῦτον ἀσήμαν-
1334τον ποσὸν, προκειμένου, ὡς εἶπον, περὶ προϋπολογισμοῦ 4 ἥ-
1335μισυ ἑκατομμυρίων, εἶσθε κύριοι νὰ πράξητε ὅ,τι θέλετε, εἶσθε
1336κύριοι νὰ ἐλαττώσητε τὰς πιστώσεις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, διὰ
1337νὰ χρησιμεύσῃ ἡ τοιαύτη ἐλάττωσις κατόπιν εἰς τὸν ἀπολο-
1338γισμὸν ὡς μέσον καταλογισμοῦ· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι θὰ πράξητε
1339πρᾶξιν, ἡ ὁποία δὲν συμβιβάζεται οὔτε μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν
1340τοῦ Κοινοβουλίου, οὔτε μὲ τὸ δίκαιον.
1341Μετὰ ταῦτα ἡ ἐπιτροπὴ εὑρίσκει εἰς τὸν προϋπολογισμὸν
1342τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν Κεφ. Αʹ. ἄρθρον 8 «λιμενικὴ ὑ-
1343πηρεσία» ὑπέρβασιν δραχ. 16,310. Τὸ ἐν ἀρχῇ προϋπολογι-
1344σθὲν ποσὸν ἀνέρχεται εἰς 141,954. Τὸ ἤδη ζητούμενον διὰ
1345τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον μᾶς ὑπέβαλεν ὁ νῦν ὑπουργὸς
1346τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνέρχεται εἰς 158,264, τουτέστι διαφορὰ
1347ἐπὶ πλέον 16,310. Δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον καὶ ἡ ὑπέρβασις
1348αὕτη δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀδικαιολόγητος· ἐὰν εἴχομεν ὑπ’ ὄ-
1349ψιν λεπτομερεστέρας πληροφορίας ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουρ-
1350γείου τῶν Ναυτικῶν, ἠδυνάμεθα νὰ κρίνωμεν ἀσφαλέστερον
1351ἐπὶ τοῦ δεδικαιολογημένου ἢ ἀδικαιολογήτου τῆς δαπάνης
1352ταύτης. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Βουλὴ
1353τῶν ἀντιπροσώπων συζητοῦσα ἕνα προϋπολογισμὸν 40,000,
1354000 δραχμῶν, περὶ τοῦ ὁποίου τόσα καὶ τόσα ἐλέγχθησαν, καὶ
1355καταλήγουσα ἑπομένως εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ ἀποκόψῃ τοιαῦ-
1356τα ἀσήμαντα ποσὰ ἀπὸ τὰς πιστώσεις τὰς ζητηθείσας, πράτ-
1357τει οὐ μόνον ἔργον ἄδικον καὶ δυνάμενον νὰ παρεξηγηθῇ, ἀλλὰ
1358καὶ ἐντελῶς ἀναξιοπρεπὲς δι’ αὑτήν.
1359Ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν,
1360ὁ ὁποῖος ἀφορᾷ καὶ ἐμὲ, ἡ ἐπιτροπή μας ἀπέκοψε τὰ ἑξῆς
1361ποσὰ, ά.) ἀπὸ τὸ Κεφ. 10 ἄρθρ. 1 «ἄμεσοι φόροι καὶ βεβαίω-
1362σις δεκάτων» 13,760· διότι διὰ μὲν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐ-
1363ζητήθη 38,000 δραχ. πίστωσις, ἐδαπανήθησαν δὲ 51,760.
1364Εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι ἀπὸ τὸ Κεφάλαιον τοῦτο πληρώνον-
1365ται καί τινα ἔξοδα ἔκτακτα, τὰ μὲν ὑπαγορευόμενα ἀπὸ τὴν
1366ἀνάγκην τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς, τὰ δὲ ἐπιβαλλόμενα ἀπὸ τὴν
1367πολιτικήν. Ἐγὼ, κύριοι, μετὰ παῤῥησίας σᾶς λέγω, ὅτι ὡς
1368ὑπουργὸς ἠναγκάσθην νὰ μεταχειρισθῶ ἔκτακτον προσωπικὸν
1369διότι μοὶ τὸ ἐπέβαλλεν οὐ μόνον ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας,
1370ἀλλὰ καὶ ἡ πολιτικὴ ἀνάγκη. Εἶναι τόσοι ἔντιμοι συνάδελφοι,
1371ἀντιπροσωπεύοντες ἐπαρχίας, ἔχοντες βάρη καὶ ὑποχρεώσεις
1372ἐπαρχιακάς, πιεζόμενοι ἀπὸ τοὺς συμπολίτας των· ὅταν ἔρ-
1373χωνται καὶ ζητοῦν ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν διορισμὸν ἐκτάκτου τι-
1374νὸς γραφέως μὲ 40 δραχ., μὲ 30 δραχμὰς, ἵνα ἐξακολουθήσῃ τὰς
1375σπουδάς του, καὶ συγχρόνως νὰ ἐργάζηται καὶ ὀλίγας ὥρας
1376εἰς τὸ ὑπουργεῖον, νομίζετε, ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ τὸ ἀποφύγῃς;
1377Οὕτω καὶ ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην ν’ ἀποφύγω τὸ τοιοῦτον· πολι-
1378τευόμενος ἐπὶ τόσα ἔτη, ἀνήκων εἰς κόμμα, ὑπὸ τοῦ ὁποίου
1379ὑπεστηριζόμην, δὲν ἠδυνάμην παρὰ νὰ ὑποκύψω εἰς τὴν πολι-
1380τικὴν ταύτην ἀνάγκην. Διατάξατε, κύριοι, νὰ ἔλθῃ ὁ κατάλο-
1381γος τοῦ ἐκτάκτου προσωπικοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομι-
1382κῶν, καὶ θὰ ἴδητε ἓν πρὸς ἓν τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα διωρί-
1383σθησαν καὶ ἀπὸ ποίους ἐσυστήθησαν, ἀλλὰ μεταξὺ ὑμῶν πολ-
1384λοὶ θὰ εὑρεθῶσιν εἰς δυσάρεστον θέσιν, ἂν ἡ τοιαύτη σύστασίς
1385των θεωρῆται ἀπρεπής.
1386§64ΖΩΧΙΟΣ. Ἐκτὸς ἐμοῦ.
1387§65ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ὑμῶν.
1388§66ΡΩΜΑΙΟΣ. Νὰ τοὺς ὀνομάσητε (θόρυβος).
1389§67ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Νὰ φέρετε αὐτὸν τὸν κατάλογον (θόρυβος).
1390§68Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ μέρος τοῦτο τῆς ὁμιλίας τοῦ κ.
1391Παπαμιχαλοπούλου ὡς πρώην ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιῤ-
1392ῥίπτει εὐθύνην ὑπερβάσεως ἐπὶ τὸ Κοινοβούλιον. Νομίζω ὡς
1393μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, ὅτι ἔχω δικαίωμα νὰ ἀποκρούσω τὴν
1394εὐθύνην ταύτην, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐξετασθῇ ἀκριβῶς.
1395§69ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀφορᾷ ὑμᾶς, κύριε Δηλι-
1396γιάννη.
1397§70ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Ἐγὼ ἐπιμένω ὅπως ὁ κ. ὑπουργὸς φέρῃ τὸν
1398κατάλογον (θόρυβος καὶ διακοπαὶ, ὁ πρόεδρος κρούει τὸν κώ-
1399δωνα).
1400§71ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν, κύριοι συνάδελφοι, πρέπῃ
1401νὰ ἔλθῃ ὁ κατάλογος τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ἐκτάκτου τοῦ ἔτους
14021874, πρέπει νὰ ἔλθῃ καὶ ὁ κατάλογος τοῦ τοιούτου προσω-
1403πικοῦ τῶν ἐτῶν 1875, 1873 καὶ 1872, διότι ἐγὼ διαβεβαιῶ
1404ὅτι ὅλοι οἱ ὑπουργοὶ εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην, εἴτε λόγῳ
1405ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσίας, εἴτε λόγῳ πολιτικῆς ἀνάγκης νὰ μετα-
1406χειρισθῶσιν ἔκτακτον προσωπικόν· ἂν θέλετε νὰ ἐξελέγξετε ἡμᾶς
1407διὰ τοῦτο, πρέπει νὰ ὑποβληθῆτε καὶ σεῖς εἰς τὸν αὐτὸν ἔ-
1408λεγχον.
1409§72ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τοῦτο δὲν σᾶς ἀπαλάττει, κύριε Παπαμι-
1410χαλόπουλε, τῆς εὐθύνης (θόρυβος).
1411§73ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀξίζει τὸν κόπον δι’ ἓν τόσῳ
1412μικρὸν πρᾶγμα νὰ γίνεται τόσος λόγος, καὶ διὰ τοῦτο παραι-
1413τοῦμαι ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον αὐτό.
1414§74ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Τότε διὰ τί τὸ ἀναφέρετε; διὰ τί ἐξευτελί-
1415ζετε τὴν Βουλὴν; (θόρυβος).
1416§75ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Φιλονικεῖτε ἀδίκως· διότι ἐγὼ
1417οὔτε ὀνόματα ἀνέφερον, οὔτε ὑπηνίχθην τινά· πιθανὸν νὰ μὴ
1418ὑπάγεσθε σεῖς εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην, ὑπάγονται ὅμως πολ-
1419λοὶ ἄλλοι.
1420Λοιπόν, κύριοι, ἡ ἐπιτροπὴ περιορίζει τὸ ἄρθρον 1 τοῦ 10
1421Κεφ. ἀπὸ 51,760 εἰς 38,000, τοὐτέστι ἐλαττώνει αὐτὸ κατὰ
142213,760. Ἐκτὸς τοῦ ἐκτάκτου προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον τυχὸν
1423διωρίσθη καὶ ἐπληρώθη ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου καὶ κεφαλαίου,
1424σᾶς προσθέτω, κύριοι, ὅτι ἐπληρώθησαν εἰς μισθοὺς προσωπικοῦ
1425διὰ τὴν εἰς λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου ἐνεργηθεῖσαν εἴσπρα-
1426ξιν τῶν δημοσίων προσόδων τοῦ τμήματος Ἀταλάντης
1427τῆς ἐπαρχίας Λοκρίδος, καὶ τῶν τμημάτων Αὐλωναρίου, Κο-
1428νιστρίων τῆς Ἐπισκοπῆς τῆς ἐπαρχίας Καρυστίας δραχμαὶ
14294,382 καὶ 55|100, διότι κατὰ τὸ ἔτος 1874 εἰς τὰ τμήματα
1430ταῦτα δὲν προσεφέρθησαν ἀνάλογοι τιμαὶ, καὶ τὸ δημόσιον
1431εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διατάξῃ διὰ λογαριασμόν του
1432τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῆς προσόδου τῶν τμημάτων
1433τούτων, καὶ τὸ μέτρον τοῦτο εὐτυχῶς ἀπέβη ἐντελῶς ὑπὲρ τῶν
1434συμφερόντων τοῦ δημοσίου.
1435§76Α. ΡΟΥΚΗΣ. Ἐπειδὴ ὡμιλήσατε περὶ Ἀταλάντης, σᾶς λέγω
1436ὅτι τοῦτο ἐγένετο κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, ἵνα οἰ-
1437κονομηθῶσι πολλὰ πρόσωπα καὶ ὑποστηριχθῇ ἡ ὑποψηφιότης.
1438§77ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ τὸ ὁποῖον
1439λέγετε, καὶ τὸ διαψεύδω ἐπισήμως.
1440§78Α. ΡΟΥΚΗΣ. Εἶναι ἀληθέστατον, διότι συνετέλει πολὺ εἰς
1441τὸν μετασχηματισμόν (θόρυβος).
1442§79ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὴν εἴσπραξιν λοιπὸν τῶν
1443μνημονευθέντων τμημάτων ἐδαπανήθησαν πλέον τῶν τεσσάρων
1444χιλιάδων δραχμῶν, ὡς σᾶς εἶπον, ἀλλ’ εὐτυχῶς ἡ δαπάνη αὐ-
1445τὴ ἦτο λίαν δεδικαιολογημένη· διότι ἐν ᾧ διὰ τὴν ἐνοικίασιν
1446τοῦ τμήματος Ἀταλάντης τῆς ἐπαρχίας Λοκρίδος εἶχον προσ-
1447φέρει σῖτον 5120 κοιλά, εἰσεπράξαμεν 6,236 κοιλὰ σίτου, 812
1448κοιλὰ κριθῆς, καὶ 819 κοιλὰ ὀσπρίων ὀψίμων, καὶ τέλος εἰσε-
1449πράξαμεν ἐν ὅλῳ 7,867 κοιλὰ, ἐνῷ μᾶς εἶχον προσφέρει μόνον
14505,120 κοιλὰ σίτου, δηλαδὴ εἰσεπράξαμεν περιπλέον κοιλὰ
14512,747 ἔχοντα ἀξίαν κατὰ μέσον ὅρον δραχ. 13,735, ἐξ ὧν ἀ-
1452φαιροῦντες τὰς δαπάνας δι’ ὅλα τ’ ἀνωτέρω τμήματα, ἐκ δρ.
14534,382, μένει ἓν περίσσευμα ὑπὲρ τοῦ δημοσίου καθαρὸν ἐκ δραχ.
14549,353. Ἐπίσης καὶ τὰ τμήματα τῆς ἐπαρχίας Καρυστίας ἀφῆ-
1455καν καὶ αὐτὰ ἓν περίσσευμα ὑπὲρ τοῦ δημοσίου 1,400 δραχμ.
1456περίπου.
1457Ἀπὸ τὸ Κεφ. 10, ἄρθρ. 2 «ἔξοδα βεβαιώσεως φόρου ζώων»
1458ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ἐκπίπτει δρ. 3,630, διό-
1459τι εἰς μὲν τὸν προϋπολογισμὸν εἶχον σημειωθῆ 20,000, ἐδα-
1460πανήθησαν δὲ 23,630. Ἡ μικρὰ αὕτη ὑπέρβασις εἶναι ἀληθὴς,
1461ἀλλὰ δὲν ἐπιβαρύνει παντάπασι τὸ δημόσιον. Γνωρίζετε πάν-
1462τες ὅτι ἡ ἀπαρίθμησις τῶν ζώων, ὁσάκις αὕτη κριθῇ ἀναγκαία,
1463ἐνεργεῖται δι’ ἀπαριθμητῶν, τῶν ὁποίων τὰ ἔξοδα ἐπιβαρύνουσι
1464τοὺς δυστυχεῖς κτηνοτρόφους· 23,630 δραχ. ἐδαπάνησε τὸ
1465δημόσιον διὰ τὴν ἀπαρίθμησιν, 23,630 εἰσέπραξεν ἀπὸ τοὺς
1466κτηνοτρόφους. Εἶναι δαπάνη λίαν δεδικαιολογημένη, καθότι
1467παρετάθη κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο τόσον ἡ δήλωσις τῶν ζώων ὡς
1468καὶ ἡ προθεσμία τῆς ἀπαριθμήσεως αὐτῶν, διότι τὰ ἀποτε-
1469λέσματα τῆς δηλώσεως δὲν ἦσαν εὐχάριστα, καὶ διὰ τοῦτο ἐ-
1470νηργήθη ἀπαρίθμησις εἰς πολλὰς ἐπαρχίας καὶ ἐτέθησαν εἰς κί-
1471νησιν οἱ ἔφοροι, οἱ δασονόμοι καὶ ἄλλοι ὑπάλληλοι, καὶ ἐπῆλ-
1472θον ἀποτελέσματα λίαν εὐχάριστα, διότι ἐκ τῶν ἀποτελεσμά-
1473των τῆς ἀπαριθμήσεως τοῦ 1874 εἰσέπραξε τὸ δημόσιον ἁπλοῦν
1474φόρον, ἐκτὸς τῶν προστίμων καὶ χρηματικῶν ποινῶν, δραχμὰς
1475125,732. Λοιπόν, κύριοι, ἐδαπανήσαμεν 23,000 περίπου, διὰ
1476τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν ζώων, καὶ εἰσεπράξαμεν 125,732· εὑρί-
1477σκετε ἀδικαιολόγητον τὴν ὑπέρβασιν τῶν 3 χιλ. δραχμῶν,
1478καὶ πρέπει νὰ κάμῃ λόγον ἡ Βουλὴ περὶ τοιούτου εὐτελοῦς
1479ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἄλλως οὐδ’ ἐπιβαρύνει τὸν προϋπολογισμὸν
1480τοῦ δημοσίου, ἀλλὰ μόνον τοὺς δυστυχεῖς κτηνοτρόφους, οἵτι-
1481νες εἶναι ὑπόχρεοι νὰ πληρώνουν τὰ ἔξοδα τῆς ἀπαριθμήσεως;
1482Ἐκτὸς τούτων, κύριοι, ἡ ἐπιτροπή μας ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὸ
1483Κεφάλαιον 11, ἄρθρον 1 «προσωπικὸν τελωνείων» 8 χιλ.
1484δραχμάς, διότι εἶχον σημειωθῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ
1485610,000, ἐδαπανήθησαν δὲ 618,000, ὥστε ἐγένετο ὑπέρβασις
14868 χιλ. Καὶ ὡς πρὸς τὴν ὑπέρβασιν ταύτην δὲν ἔχω νὰ εἴπω
1487ἄλλο τι, ἢ ὅτι λόγοι ὑπηρεσίας ἀφ’ ἑνός, καὶ λόγοι ἱκανο-
1488ποιήσεως ἀξιώσεών τινων πολιτικῶν, κατ’ ἐμὲ δεδικαιολογη-
1489μένων, ἀφ’ ἑτέρου, ὑπηγόρευσαν καὶ τὴν ἀσήμαντον ταύτην
1490ὑπέρβασιν ἐφ’ ἑνὸς Κεφαλαίου τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐξ 600,000
1491δραχμῶν.
1492Εἶμαι δὲ εὐτυχὴς ὅτι, διαχειρισθεὶς τὸν προϋπολογισμὸν
1493τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ 4 ἑκατομμυρίων δραχμῶν,
1494κατώρθωσα νὰ κάμω μόνον ὑπέρβασιν 25 χιλιάδ. δραχμῶν, καὶ
1495ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ὁλόκληρος ἡ ὑπέρβασις αὕτη ἐγένετο
1496παρ’ ἐμοῦ, ἂν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ὑπέρβασις αὕτη νὰ
1497ἐπιβαρύνῃ τὴν ἰδικήν μου διαχείρισιν, διότι ἀπεσύρθην τοῦ
1498ὑπουργείου κατὰ τὰ τέλη Σεπτεμβρίου καὶ ἕτερος ὑπουργὸς
1499διεχειρίσθη τὸ τέταρτον τοῦ ἔτους, Ὀκτώβριον, Νοέμβριον
1500καὶ Δεκέμβριον, ὁ δὲ ἔντιμος προκάτοχός μου κ. Χριστίδης
1501διαχειρίσθη τὸν Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον μέχρι τῶν μέσων
1502αὐτοῦ. Ἐφ’ ὅσον ὅμως πρόκειται περὶ ἐμαυτοῦ, ἂν τὴν ὑπέρ-
1503βασιν ταύτην δὲν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ, εἶμαι ἕτοιμος νὰ προκατα-
1504βάλω τὰ χρήματα εἰς τὸ δημόσιον, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον μὲ ἐπιβα-
1505ρύνῃ ἡ ὑπέρβασις, περὶ ἧς πρόκειται, ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς παρά-
1506δειγμα διὰ τὸ μέλλον, διότι ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι πολλάκις καὶ
1507ἄλλοι ὑπουργοί, ὡς ἴσως καὶ οἱ σημερινοί, εὑρέθησαν εἰς τὴν
1508ἀνάγκην νὰ καταφύγωσιν εἰς τοιαύτας ὑπερβάσεις, ἕνεκα πολι-
1509τικῶν ἀπαιτήσεων.
1510§80ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχετε δί-
1511καιον νὰ βεβαιώσητε τὸ τοιοῦτον.
1512§81ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ ἐβεβαίωσα, ἁπλῶς τὸ
1513ἀναφέρω.
1514Τώρα θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριοι, νὰ συζητήσω σπουδαιότερον
1515τὸ ζήτημα τῶν πρεσβειῶν, διότι τῳόντι κατεχράσθην τῆς ὑπο-
1516μονῆς σας, συζητῶν εὐτελῆ καὶ ἀσήμαντα ποσὰ, ὁποῖά εἰσι
1517τὰ τῶν προμνημονευθεισῶν ὑπερβάσεων, καὶ ἂν παρεξετράπην
1518εἰς τὴν ῥύμην τοῦ λόγου μου, παρακαλῶ νὰ τύχω τῆς ὑμετέ-
1519ρας συγγνώμης, διότι δὲν ἐνόησα οὔτε νὰ προσβάλλω, οὔτε νὰ
1520ἀδικήσω, καθόσον πάντες οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι εἶναι ἀνώτεροι
1521παντὸς ψόγου καὶ κρείττονες ἐμοῦ.
1522Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ ζήτημα τῶν πρεσβειῶν, τὸ ὁποῖον δὲν
1523εἶναι ζήτημα μόνον δαπάνης, διότι μετέχει καὶ πολιτικῆς τινὸς
1524χροιᾶς. Τῳόντι, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη ἐπανέ-
1525φερε τὰς πρεσβείας καὶ ἑπομένως ἐπέβαλεν εἰς τὸ ἔθνος τὴν
1526ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσῃ 140 χιλ. δραχμὰς, τὰς ὁποίας ἡ ἐπι-
1527τροπὴ εὑρίσκει ἀδικαιολογήτους καὶ ἀποκόπτει ἀπὸ τὸν προϋ-
1528πολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Κύριοι, ὁ προϋ-
1529πολογισμὸς, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Δελη-
1530γεώργη, δὲν περιεῖχε τὴν δαπάνην τῶν πρεσβειῶν, ἀλλ’ ἡ δή-
1531λωσις, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλαμεν ἡμεῖς εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς συμ-
1532πλήρωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκείνου περὶ τὰς ἀρχὰς Μαρτίου,
1533περιέλαβε καὶ τὴν δαπάνην ταύτην. Ἡ πίστωσις, τὴν ὁποίαν
1534ἐζητήσαμεν διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ μηνὸς Μαρτίου 1874, ἀφοῦ
1535δὲν κατωρθώθη ἡ συζήτησις καὶ ἐπιψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ,
1536ἰσοδυνάμει μὲ τὸ ἓν δωδεκατημόριον τοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ὑπο-
1537βληθέντος προϋπολογισμοῦ, καὶ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πίστω-
1538σιν ταύτην. Ἐν τῇ παραδοχῇ δὲ αὐτῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς πε-
1539ριείχετο τρόπον τινὰ καὶ ἡ ἀναγνώρισις τῆς συστάσεως τῶν
1540πρεσβειῶν· ἡ Βουλὴ ψηφίζουσα τὴν πίστωσιν τοιοῦτον τι ἠννόει.
1541§82Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶσθε βέβαιος περὶ αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον
1542λέγετε, ὅτι ἡ Βουλὴ, ψηφίζουσα τὴν πίστωσιν, ἣν ἐζητήσατε,
1543ἠννόει νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν τῆς συστάσεως τῶν πρεσβειῶν;
1544§83ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τρόπον τινά.
1545§84Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι ὑπάρχει ἡ ἐναντία δήλωσις καὶ ἡ
1546δήλωσις ἐγένετο ἐπὶ τῇ παρατηρήσει ἐμοῦ. Σελὶς 49 τῶν ἐστε-
1547νογραφημένων πρακτικῶν. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναγνώσω
1548(ἀναγινώσκει).
1549«Μίαν παρατήρησιν ἤθελον κάμει διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὰς ἀκοὰς
1550» τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ
1551» 1874, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου χορηγεῖται δίμηνος πίστωσις,
1552» εἰσάγει μεταβολάς τινας μὴ ὑπαρχούσας κατὰ τὸ 1873.
1553» Καὶ δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τῆς μεταβολῆς, ἥτις
1554» εἰσάγεται εἰς τὴν μισθοδοσίαν τῶν ὑπαλλήλων ἐπανερχομέ-
1555» νην εἰς τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα προσδιώρισαν οἱ νόμοι, οὐδ’ ἐπὶ τῆς
1556» μεταβολῆς, τῆς γενομένης ἐπὶ τοῦ σιτηρεσίου τῶν στρατιωτῶν·
1557» ἀλλ’ ἂν ὑπάρχουν ἕτεραι μεταβολαὶ, ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἀρχίσῃ
1558» ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν, πρὶν μεταβληθῶσιν οἱ νόμοι καὶ τὰ δια-
1559» τάγματα, τὰ ὁποῖα αὗται ἀντικατέστησαν.
1560«ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἡ Κυ-
1561» βέρνησις θὰ περιορισθῇ ἁπλῶς εἰς τὴν μισθοδοσίαν τῶν ὑπαλ-
1562» λήλων.»
1563§85ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ κάμνετε τὴν χάριν νὰ μοὶ
1564εἰπῆτε πότε ἐγένετο ἡ συζήτησις αὕτη;
1565§86ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν 14 Φεβρουαρίου 1874.
1566§87ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅ,τι ἀνέγνωσε, κύριοι, ὁ κ. Δη-
1567λιγιάννης εἶναι ἀκριβὲς, ἀλλὰ τότε ἐπρόκειτο περὶ τῶν δαπανῶν
1568Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου, δὲν εἶχε δὲ ὑποβληθῆ εἰσέτι παρὰ
1569τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Βούλγαρη εἰς τὴν Βουλὴν ἡ δήλωσις πρὸς
1570συμπλήρωσιν καὶ τροποποίησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑποβλη-
1571θέντος εἰς αὐτὴν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη κατὰ τὴν 4
1572Φεβρουαρίου 1874. Ἡ δήλωσις αὕτη, ἐν ᾗ περιελαμβάνετο καὶ
1573ἡ δαπάνη τῶν πρεσβειῶν, ὑπεβλήθη τὴν 8 ἢ 10 Μαρτίου, ἡ
1574δὲ πίστωσις ἡ ζητηθεῖσα παρὰ τῆς Βουλῆς διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ
1575ἰδίου μηνὸς Μαρτίου ἐζητήθη περὶ τὰ τέλη αὐτοῦ, χωρὶς νὰ
1576γείνῃ παρατήρησις καὶ ἐξήγησις καμμία. Δὲν ἐννοῶ ὅτι τοῦτο
1577προδικάζει τὴν πίστωσιν τῶν πρεσβειῶν· τὸ ἀναφέρω μόνον ὡς
1578ἐπιχείρημα, μεταξὺ ἑτέρων ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπι-
1579καλεσθῶ. Ἡ πίστωσις λοιπὸν διὰ τὰς δαπάνας τοῦ Μαρτίου
1580μᾶς ἐχορηγήθη ἄνευ ὅρου τινὸς, ἐν ᾧ τοὐναντίον εἶχε γείνει ἐπὶ
1581τῆς πιστώσεως, τῆς ὑποβληθείσης εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὰ ἔξοδα
1582τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου, στηριζομένης εἰς τὸν
1583προϋπολογισμὸν, τὸν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Δεληγεώργη
1584ὑποβληθέντα, διότι αὐτὸν εἶχε τότε ὑπ’ ὄψιν της ἡ Βουλή. Ἡ
1585παραδοχὴ λοιπὸν τῆς τοιαύτης πιστώσεως διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ
1586Μαρτίου ἀφ’ ἑνὸς μέρους, καὶ ἡ παραδοχὴ τῆς δαπάνης διὰ
1587τὴν ἀνασύστασιν τῶν πρεσβειῶν ὑπὸ τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογι-
1588σμοῦ ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς τοῦ 1873 πρὸ τῆς διαλύσεώς της,
1589μᾶς ἔδωκε τὸ ἐνδόσιμον νὰ συμπεράνωμεν ὅτι ἡ ἐθνικὴ ἀντι-
1590προσωπεία ἦτο σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην μας, καὶ ἠδυνάμεθα,
1591καθ’ ὃν τρόπον καὶ δι’ ὃν λόγον διεχειρίσθημεν ὁλόκληρον τὸν
1592προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἐκ 40 ἑκατομμυρίων, χωρὶς οὗτος
1593νὰ ᾖναι ἐπιψηφισμένος ἀπὸ τὴν Βουλὴν—διὰ τὸ ὁποῖον δὲν εὐθυ-
1594νόμεθα ἡμεῖς, διότι μετ’ ἐπιμονῆς ἐζητήσαμεν τὴν ἐπιψήφισιν
1595τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθημεν—νὰ κάμωμεν ὑπ’
1596εὐθύνην μας καὶ τὴν δαπάνην ταύτην τῶν πρεσβειῶν. Ἀλλ’
1597ἐκτὸς τούτου, κύριοι, ἡμεῖς πρὶν ἢ διαλύσωμεν τὴν Βουλὴν
1598ἐκείνην παρουσιάσθημεν ἐνώπιόν της καὶ ἐζητήσαμεν πίστωσιν
1599διὰ τὴν δαπάνην τῶν μηνῶν Ἀπριλίου, Μαΐου, Ἰουνίου, Ἰουλίου
1600καὶ Αὐγούστου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντος
1601παρ’ ἡμῶν προϋπολογισμοῦ, ἐν ᾧ περιελαμβάνετο καὶ ἡ δαπάνη
1602τῶν πρεσβειῶν, πίστωσιν ἰσοδυναμοῦσαν μὲ τὰ 5/12 τοῦ προϋ-
1603πολογισμοῦ τούτου. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ διὰ λόγους, οὓς πάντες γνω-
1604ρίζετε καὶ κρίνω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω, δὲν ἐνέκρινε τὴν πρό-
1605τασίν μου ἐκείνην, ἑπομένως μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς
1606εὑρέθημεν ἄνευ προϋπολογισμοῦ.
1607Εὐτυχῶς δὲ ἡ τοιαύτη ἐνέργεια ἡμῶν, τοῦ νὰ δαπα-
1608νήσωμεν δηλαδὴ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
1609ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὸ ἔτος 1874 μετὰ
1610τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, εὐτυχῶς, λέγω, ἡ τοιαύτη ἐνέρ-
1611γεια ἡμῶν εἶναι σύμφωνος καὶ μὲ τὴν πρότασιν τοῦ βουλευτοῦ
1612Μέσσης κ. Ζωχιοῦ, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν καὶ τὴν
1613ὁποίαν σήμερον συνεζητήσαμεν διὰ δευτέραν φοράν. Ἡ πρότασις
1614αὕτη ὑπεβλήθη τὸ πρῶτον κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 13 Φε-
1615βρουαρίου 1874 ἀπὸ τὸν νῦν ἀξιότιμον πρωθυπουργὸν κ. Κου-
1616μουνδοῦρον καὶ ἀπὸ τὸν νῦν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν κ. Σω-
1617τηρόπουλον. Διὰ τῆς προτάσεως ταύτης, καθ’ ἣν ἀπαγορεύεται
1618πᾶσα πληρωμὴ ἄνευ προϋπολογισμοῦ καὶ εἴσπραξις φόρων ἄνευ
1619νόμου, γίνεται ἡ ἑξῆς ἐξαίρεσις· «αἱ διατάξεις τῶν προηγουμέ-
1620νων ἄρθρων δὲν ἐφαρμόζονται 1) ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων καὶ πλη-
1621ρωμῶν ὅσαι μετὰ τὴν εἰς τὴν Βουλὴν εἰσαγωγὴν τοῦ προϋπο-
1622λογισμοῦ ἤθελον ἐπιτραπῇ δι’ εἰδικοῦ νόμου, καὶ 2) ἂν μετὰ
1623τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπέλθῃ διάλυσις τῆς Βου-
1624λῆς, ἀρνηθῇ δὲ αὕτη τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ». Ἡμεῖς ὅτε προ-
1625έβημεν εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς διὰ τοὺς γνωστοὺς λόγους,
1626τοὺς ὁποίους μάταιον εἶναι νὰ ἐπαναλάβω, μὴ ἔχοντες ἐπεψηφι-
1627σμένον ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὸν προϋπολογισμόν, ἐζητήσαμεν πεντά-
1628μηνον πίστωσιν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ, ἣν ὅμως ἡ Βουλὴ ἠρνήθη
1629νὰ μᾶς χορηγήσῃ, καὶ ἑπομένως δὲν ἠδυνάμεθα παρὰ νὰ κυβερ-
1630νήσωμεν δαπανῶντες ὑπ’ εὐθύνην μας καὶ ἄνευ προϋπολογισμοῦ.
1631§88ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα.
1632§89ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κάθε ἄλλος ἠδύνατο νὰ μοὶ κάμῃ
1633τὴν παρατήρησιν ταύτην ἐκτὸς ὑμῶν, ὁ ὁποῖος ἐδαπανήσατε ἐπὶ
16346 μῆνας κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἄνευ προϋπολογισμοῦ, καὶ δὲν
1635σᾶς κατακρίνω διὰ τοῦτο, διότι ἔπρεπε νὰ κυβερνήσητε τὸν
1636τόπον, ἀφοῦ ἐγείνατε Κυβέρνησις, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ σταυρώσητε
1637τὰς χεῖρας καὶ νὰ εἴπητε, δὲν πληρώνομεν τὸν στρατὸν, δὲν
1638πληρώνομεν τοὺς δικαστὰς κλπ, διότι δὲν ἔχομεν προϋπολο-
1639γισμὸν νομίμως ἐψηφισμένον, ἀλλὰ ἀναλαβόντες τὴν εὐθύνην
1640προέβητε εἰς τὰς πληρωμὰς τῶν δαπανῶν διὰ Διαταγμάτων.
1641§90ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἄλλο τὸ ἕν, ἄλλο τὸ ἄλλο. Σεῖς δὲν ἀφή-
1642σατε τὴν Βουλὴν νὰ συζητήσῃ.
1643§91ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἡ Βουλὴ ἐκείνη, κ. Παπαμιχαλόπουλε, δὲν
1644σᾶς ἠρνήθη τὸν προϋπολογισμόν.
1645§92ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ γεγονότα εἶναι πασίγνωστα καὶ
1646δὲν ἀναιροῦνται εὐκόλως. Λοιπὸν, κύριοι, εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν τὴν
1647πίστωσιν τοῦ μηνὸς Μαρτίου ἰσοδυναμοῦσαν μὲ τὸ δωδεκατη-
1648μόριον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐντὸς τοῦ ὁποίου περιελαμβάνετο
1649καὶ ἡ δαπάνη τῶν πρεσβειῶν· ἀφοῦ δὲ εἴχομεν ὑπὲρ τῆς γνώ-
1650μης ἡμῶν τὴν γνώμην τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς
1651τῆς Βουλῆς τοῦ 1873, ἥτις ἀπεδέχθη τὴν διὰ τὰς πρεσβείας
1652δαπάνην· ἀφοῦ παρουσιάσθημεν καὶ ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὴν Βου-
1653λὴν πρὸ τῆς διαλύσεως αὐτῆς πίστωσιν διὰ 5 μῆνας εἰς βάρος
1654τοῦ προϋπολογισμοῦ ἴσην πρὸς τὰ 5|12 αὐτοῦ· ἀφοῦ τέλος
1655πάντων εἴχομεν, ὡς εἶπον, σύμφωνον πρὸς τὴν γνώμην μας καὶ
1656τὴν πρότασιν τῶν ἀξιοτίμων Κουμουνδούρου καὶ Σωτηροπούλου,
1657καθ’ ἣν ἠδυνάμεθα νὰ δαπανήσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰσα-
1658χθέντος καὶ μὴ ἐπιψηφισθέντος προϋπολογισμοῦ, ἐν περιπτώσει
1659διαλύσεως τῆς Βουλῆς....
1660§93Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τί ἐπικαλεῖσθε ἁπλῆν πρότασιν;
1661§94ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ἐπιχείρημα. — Ἀφοῦ, κύριοι,
1662ἐδαπανήσαμεν δι’ ὅλους τοὺς κλάδους τῆς ὑπηρεσίας καὶ δι’ ὅλας
1663τὰς ἀνάγκας τῆς Ἐπικρατείας ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογι-
1664σμοῦ 40,000,000, ἀνελάβομεν τὴν εὐθύνην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς
1665νὰ δαπανήσωμεν καὶ 200 προσέτι χιλιάδας διὰ τὰς πρεσβείας,
1666διότι ἐθεωρήσαμεν τὴν πρᾶξιν ταύτην ὑπαγορευομένην ἀπὸ τὰ
1667ἐθνικὰ συμφέροντα, ἀπὸ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ τόπου ἡμῶν, ὁ
1668ὁποῖος ἔπρεπε καὶ πρέπει ν’ ἀντιπροσωπεύηται παρὰ ταῖς ξέναις
1669αὐλαῖς.
1670§95Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἦτο κἀνὲν ἐκκρεμὲς ζήτημα εἰς τὴν
1671Εὐρώπην ἢ ἐπρόκειτο νὰ προκληθῇ κἀνὲν πολιτικὸν ζήτημα;
1672§96ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὲρ τῆς γνώμης ἡμῶν, κύριοι,
1673περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς συστάσεως καὶ τῆς διατηρήσεως τῶν
1674πρεσβειῶν ἐν Εὐρώπῃ συνηγορεῖ καὶ ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου
1675προέδρου ἡμῶν κ. Ζαΐμη, καὶ ἡ γνώμη προσέτι τῆς ὑπὸ τὸν κ.
1676Τρικούπην Κυβερνήσεως. — Ὁ κ. Ζαΐμης ἀγορεύων τὴν 29
1677Νοεμβρίου 1874 ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ
1678τοῦ 1874....
1679§97Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὸ ἠξεύρομεν αὐτό.
1680§98ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, θὰ τὸ μάθετε τώρα. — Εἶπε,
1681προκειμένου λόγου περὶ πρεσβειῶν, τὰ ἑξῆς:
1682«Ἐν γένει λοιπόν, πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, αἱ δηλώσεις
1683»αὗται τῆς Κυβερνήσεως περιεῖχον δαπάνας, ἃς μεταχειρισθῶ
1684»τὴν συνήθη λέξιν, ἀναποδράστους, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις
1685»δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποφύγῃ. Δαπάνη τις κατεκρίθη, ἡ δαπάνη
1686»τῶν πρεσβειῶν· ἀλλὰ δυστυχῶς, κύριοι, ἐγὼ εἶμαι εἰς θέσιν
1687»τοιαύτην, ὥστε δὲν δύναμαι νὰ κατακρίνω τὴν Κυβέρνησιν διὰ
1688»τὴν δαπάνην ταύτην, διότι καὶ ἐπὶ ὑπουργείου Δεληγεώργη,
1689»καὶ πρὸ τοῦ ὑπουργείου αὐτοῦ καὶ ἐπὶ 24 ὅλα ἔτη συνηγορῶ
1690»ὑπὲρ τῶν πρεσβειῶν· συνηγορῶ δέ, διότι θεωρῶ τὴν δαπάνην
1691»ταύτην παραγωγικὴν καὶ χρήσιμον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ
1692»ἔθνους. Ἐν γένει πιστεύεται, ὅτι αἱ πρεσβεῖαι εἶναι ἁπλῆ πο-
1693»λυτέλεια· ἐγώ, κύριοι, δὲν φρονῶ τὴν δαπάνην ταύτην ὡς
1694»τοιαύτην· θεωρῶ τὰς πρεσβείας ὡς ἀναγκαιοτάτας, διότι φρο-
1695»νῶ, ὅτι εἰς τὰ κέντρα τῆς Εὐρώπης, εἰς ἃ ἀποφασίζεται ὡς
1696»ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἡ τύχη τοῦ κόσμου, ἡ Ἑλλὰς δὲν πρέπει
1697»νὰ λησμονῆται, λησμονεῖται δὲ βεβαίως, ὅταν ἀντιπρόσωποι
1698»δὲν ὑπάρχουν εἰς τὰς μεγάλας ἐκείνας πόλεις. Ὅταν δὲ ἄλλα
1699»ἔθνη μικρότερα ἐπιζητοῦσι τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἀποστέλλωσι
1700»πρέσβεις, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν κρείττονα θέσιν ἐν τῷ γεω-
1701»γραφικῷ χάρτῃ, δὲν πρέπει νὰ στερούμεθα τῆς ἀντιπροσωπείας
1702»ταύτης. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ὁ λόγος οὗτος ὁ συνηγορῶν
1703»ὑπὲρ τῶν πρεσβειῶν. Ἡ Ἑλλὰς ἀδύνατον νὰ διατρέξῃ ἓν ἔτος
1704»χωρὶς νὰ ἔχῃ ζήτημά τι σπουδαῖον, ἁπτόμενον τῶν ἐξωτερι-
1705»κῶν σχέσεων.
1706»Μόλις ἐπεραιώθη τὸ ζήτημα τοῦ Λαυρίου, καὶ νέον ζήτημα
1707»σπουδαιότερον τοῦ Λαυρίου, καὶ ἴσως τὸ σπουδαιότερον ζήτη-
1708»μα, ὅπερ ἀνεφάνη μέχρι τοῦδε, κεῖται ἤδη ἐπὶ τῆς τραπέ-
1709»ζης· ὁμιλῶ περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας ἐν
1710»τῇ Τουρκίᾳ. Τὸ ζήτημα αὐτό, ὅπερ ἴσως δὲν εἶναι πολὺ γνω-
1711»στὸν εἰς ὅλον τὸ Κοινοβούλιον, εἶναι ζήτημα ζωτικόν, σπου-
1712»δαῖον καὶ οὐσιωδέστατον, διότι ἐκ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος
1713»τούτου ἐξαρτᾶται κατὰ μέγα μέρος ἀκρωτηρίασις ἢ μὴ τοῦ
1714»ἑλληνισμοῦ. Προκειμένου λοιπὸν τοιούτου ζητήματος, νομί-
1715»ζετε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ μὴν ἔχῃ φωνήν, ὡς σᾶς εἶ-
1716»πον, εἰς τὰ κέντρα αὐτά, εἰς τὰ ὁποῖα ἀποφασίζονται τὰ
1717»μεγαλεῖτερα ζητήματα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν τύχην τοῦ
1718»κόσμου; Νομίζετε, ὅτι ἁπλῶς τὸ ζήτημα τοῦτο δύναται νὰ
1719»περαιωθῇ ἄνευ τῆς ἀρωγῆς τῶν μεγάλων Δυνάμεων τῆς Εὐ-
1720»ρώπης; Δὲν πιστεύω, κύριοι, οὐδείς, ὄχι μόνον ἐξ ἐκείνων, οἵ-
1721»τινες διέπραξαν πολλάκις τὰ δημόσια, ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς τῶν
1722»λοιπῶν βουλευτῶν, νὰ ἔχῃ τὴν ἀντίθετον ἰδέαν· εἶναι ἀδύνα-
1723»τον νὰ φθάσωμεν εἰς αἰσίαν λύσιν τοῦ περισπουδάστου αὐτοῦ
1724»διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν ζητήματος, ἄνευ τῆς συνδρομῆς καὶ τῆς
1725»ἀρωγῆς τῆς Εὐρώπης· διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν δὲ τοῦτο πρέπει νὰ
1726»ἔχωμεν ὄργανα, τὰ ὁποῖα νὰ συνηγορήσωσιν εἰς τὴν Εὐρώπην
1727»ὑπὲρ ἡμῶν.
1728»Ἐκτὸς τούτου, κύριοι, μετ’ ὀλίγον θ’ ἀναφανῇ νέον ζήτημα,
1729»καὶ ἴσως πρὸ τῶν Χρηστουγέννων θὰ μᾶς εὕρῃ τὸ βάσανον
1730»τοῦτο, ὡς συνήθως λέγει, ὁ εὐφυέστατος ἐκ Μέσης βουλευτὴς
1731»κυρίος Ζωχιός· ἐννοῶ τὴν διαπραγμάτευσιν περὶ τοῦ δανείου
1732»τῶν 60,000,000 φράγκων. Τὸν προσεχῆ μῆνα λήγει ἡ πεν-
1733»ταετία, τὴν ὁποίαν παρεχώρησαν εἰς ἡμᾶς αἱ Δυνάμεις κατὰ
1734»τὸ 1869 μετὰ πολλὰς προσπαθείας καὶ μετὰ πολλοὺς κόπους.
1735»Αἱ Δυνάμεις τότε λαβοῦσαι ἀφορμὴν ἐκ τῶν συμβάσεων
1736»τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ τοῦ ὑπουργείου τοῦ
1737κ. Βούλγαρη περὶ ἀναγνωρίσεως τῶν παλαιῶν δανείων τοῦ 24
1738»καὶ 25, ἀπετάθησαν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ζητοῦσαι
1739»τότε κανονισμὸν τῆς πληρωμῆς τοῦ δανείου τῶν 60,000,000
1740»φράγκων· εἶπον ῥητῶς, ὅτι δὲν δύναται ἡ Ἑλλὰς ν’ ἀναγνω-
1741»ρίσῃ δάνεια καὶ νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ αὐτῶν τὰς προσόδους, αἵτι-
1742»νες δυνάμει συνθηκῶν εἶναι ἀφιερωμέναι πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς
1743»ὑπηρεσίας τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Θὰ ἀναφανῇ
1744»λοιπὸν μετ’ ὀλίγον τὸ ζήτημα τοῦτο· ἐλπίζω βεβαίως, ὅτι
1745»αἱ εὐεργέτιδες Δυνάμεις, αἵτινες ἔτεινον πάντοτε χεῖρα ἀρωγὸν
1746»ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, καὶ κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην θὰ φα-
1747»νῶσιν εὐγενεῖς. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι εἰς τὴν διαπραγμάτευσιν
1748»ταύτην ἀρκοῦσιν αἱ ἐνέργειαι τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν
1749»τῆς Ἑλλάδος παρὰ τοῖς ἀντιπροσώποις τῶν τριῶν Δυνάμεων
1750»ἐνταῦθα; Ὄχι· οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Δυνάμεων ἐδῶ δὲν εἶναι
1751»προωρισμένοι διὰ νὰ συνηγορῶσιν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων ἡμῶν·
1752»ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ ὄργανα, δι’ ὧν νὰ ἑλκύσῃ τὴν
1753»εὐμενῆ προστασίαν τῶν Δυνάμεων καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα
1754»τοῦτο. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον προχθές, ὅτι αἱ πρεσβεῖαι δὲν φέρουν
1755»ἄλλο ἀποτέλεσμα, παρὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς καταχωρίσεως
1756»ἄρθρων τινῶν εἰς ξένας ἐφημερίδας περὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ
1757»Συντάγματος. Δὲν πιστεύω νὰ ᾖναι ἐνέργειαι ἐπίσημοι τὰ
1758»καταχωρισθέντα εἰς τὸν διπλωματικὸν Μνήμονα τῶν Παρι-
1759»σίων, διότι πιστεύω ὅτι σήμερον δὲν δύναται νὰ γείνῃ σκέψις
1760»περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος· αἱ περιστάσεις δὲν εἶναι
1761»τοιαῦται. Καὶ ἐγὼ αὐτὸς ὅστις ἄλλοτε καὶ ἔγραψα καὶ ἤμην
1762»διατεθειμένος ὑπὲρ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος, συμ-
1763»φώνως ὅμως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἂν παρου-
1764»σιασθῇ σήμερον τὸ ζήτημα, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ψηφίσω ἐ-
1765»ναντίον. Ἂν λοιπὸν ἐγὼ ὅστις εἶχον τὴν ἀδιάσειστον πεποίθη-
1766»σιν περὶ τούτου εὑρίσκομαι σήμερον εἰς τὴν θέσιν ταύτην, οἱ ἔ-
1767»χοντες πάντοτε ἀντίθετον ἰδέαν περὶ τῆς ἀναθεωρήσεως αὐτῆς
1768»ἐννοεῖται καλῶς εἰς ποίαν θὰ εὑρεθῶσι θέσιν. Δὲν πιστεύω λοι-
1769»πὸν, ὅτι αἱ πρεσβεῖαι συνετέλεσαν μόνον εἰς τοῦτο· θεωρῶ δὲ,
1770»ὡς σᾶς εἶπον, τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν ἀναποσπάστως συνδεδεμένην
1771»πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας. Προτι-
1772»μῶ νὰ γείνῃ ἀποτομὴ ἄλλων δαπανῶν, ἂν ᾖναι ἀνάγ-
1773»κη, καὶ νὰ διαμένῃ ἐγγεγραμένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡ δα-
1774»πάνη τῶν Πρεσβειῶν. Ἀλλὰ δυνατὸν νὰ σᾶς εἴπωσιν, ὅτι
1775»τὸ ὑπουργεῖον ἔπρεπε νὰ ἀναμείνῃ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βου-
1776»λῆς, διότι προηγουμένη τις Βουλὴ ἔχει διαγράψει τὴν δαπά-
1777»νην τῶν Πρεσβειῶν. Εἰς τοῦτο, κύριοι, δύνανται βεβαίως οἱ
1778»ἀντιλέγοντες νὰ ἔχωσι δίκαιόν τι, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμο-
1779»νήσωμεν, ὅτι ἐν τῇ δηλώσει, ἣν ἐπαρουσίασε τὸ ὑπουργεῖον,
1780»καὶ ἐν τῇ πιστώσει τὴν ὁποίαν ἐζήτησε κατὰ τὴν ἡμέραν
1781»τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐν τῇ πιστώσι ταύτῃ περι-
1782»λαμβάνεται ἡ πίστωσις περὶ πρεσβειῶν. Τὸ ὑπουργεῖον δὲ δα-
1783»πανῆσαν ἐναντίον τοῦ νόμου διὰ τὰς λοιπὰς ὑπηρεσίας εἶναι
1784»ὑποχρεωμένον νὰ αἰτήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς τὸ λεγόμενον
1785»bill d'indemnité, ἤτοι ἀμνηστείαν· δύναται νὰ πράξῃ τοῦ-
1786»το καὶ διὰ τὰς πρεσβείας διὰ τὴν δαπάνην 6 καὶ 7 μηνῶν
1787»ἐκτὸς τῶν συνταγματικῶν ὅρων· ἐνόμισεν, ὅτι δύναται νὰ
1788»συμπεριλάβῃ εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν τὰς πρεσβείας.»
1789Αὐτὰ ἀνέφερεν ὁ ἔντιμος πρόεδρος ἡμῶν κατὰ τὴν συζή-
1790τησιν ἐκείνην ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874, ἔχων βεβαίως
1791ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἔκτοτε ὑπῆρχεν ἐπὶ τῆς τραπέζης τὸ σπουδαιό-
1792τερον τῶν ζητημάτων, ὡς τὸ ἐχαρακτήρισεν ὁ ἀξιότιμος πρόε-
1793δρος ἡμῶν, τὸ τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας.
1794Ἀλλὰ μήπως ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Τρικούπη, προ-
1795βᾶσα εἰς τὴν κατάργησιν....
1796§99Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν μᾶς ἐννοιάζει.
1797§100ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μ’ ἐννοιάζει ἐμένα ποῦ ἔχω τὴν
1798εὐθύνην νὰ πληρώσω.—Προβᾶσα εἰς τὴν κατάργησιν τῶν πρεσ-
1799βειῶν, δὲν ἀνεγνώρισεν ἀμέσως ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ διατηρηθῶσιν
1800αἱ πρεσβεῖαι καὶ ἀνέθεσε τὴν διεύθυνσιν αὐτῶν εἰς ὑποδεέστερα
1801πρόσωπα, τοὐτέστι τοὺς γραμματεῖς τῶν πρεσβειῶν. Ὁ κ. Τρι-
1802κούπης προέβη εἰς τὴν κατάργησιν τῶν πρεσβειῶν, ὄχι διότι
1803δὲν τὰς ἐθεώρησεν ἀναγκαίας καὶ χρησίμους, ἀλλὰ διότι δὲν
1804ἦτο δῆθεν ἐγκεκριμένη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ ἀναγκαία δαπάνη.
1805Ἔχω ἀνὰ χεῖρας τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀξιοτίμου νῦν ὑπουργοῦ ἐπὶ
1806τῶν Ἐξωτερικῶν, τοῦ συντάξαντος τὸν διὰ τὸ ἔτος 1875 προϋ-
1807πολογισμὸν τοῦ ὑπὸ τὴν διεύθυνσίν του ὑπουργείου, καὶ ἐξάγω
1808ἀπὸ αὐτὴν ὅτι ὁ κ. Τρικούπης μετεμελήθη ἀμέσως διὰ τὴν
1809πρᾶξίν του ταύτην, καὶ ἔσπευσε ν’ ἀναθέσῃ τὴν διεύθυνσιν τῶν
1810πρεσβειῶν εἰς τοὺς γραμματεῖς αὐτῶν, ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ μὴ
1811μισθοδοτῶνται οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τὸ
1812δημόσιον ταμεῖον, κατὰ τὴν περὶ τούτου δήλωσιν αὐτῶν τῶν
1813ἰδίων, τὴν ὁποίαν ἀναντιῤῥήτως προεκάλεσεν αὐτὸ τὸ ὑπουργεῖ-
1814ον. Ἀλλὰ μετὰ ταῦτα ὁ κ. Τρικούπης ἐσκέφθη ἄλλως· ἐσκέφθη
1815ὅτι εἶναι ἀναξιοπρεπὲς διὰ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ ἄμισθον
1816ὑπηρεσίαν, καὶ διὰ τοῦτο ὁ κ. Τρικούπης εἶχεν ἀποφασίσει νὰ
1817πληρώσῃ τοὺς γραμματεῖς, χορηγῶν αὐτοῖς ἀνάλογον χρημα-
1818τικὴν ἀποζημίωσιν, τὴν ὁποίαν ἔμελλε νὰ περιλάβῃ εἰς τὸν
1819προϋπολογισμόν, ὃν ἤθελεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλήν. Τοῦτο
1820τοὐλάχιστον ἐξάγω ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Κοντο-
1821σταύλου, τὴν συνοδεύουσαν τὸν διὰ τὸ ἔτος 1875 προϋπολογι-
1822σμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἐπειδὴ εἶναι λίαν
1823σύντομος θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ λάβητε τὴν ὑπομονὴν ν’
1824ἀκούσητε αὐτὴν ἀναγινωσκομένην. «Μετὰ τὴν ἀνασύστα-
1825σιν αὐτῶν (τῶν πρεσβειῶν) ὑπὸ τοῦ ὑπὸ τὴν Προεδρείαν τοῦ
1826»κυρίου Βούλγαρη ὑπουργείου, ἐσημειώθη εἰς τὸν ὑπ’ αὐ-
1827»τοῦ συνταχθέντα καὶ ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν προϋ-
1828πολογισμὸν τῆς ἐνεστώσης χρήσεως τὸ ποσὸν 300,000
1829δραχμῶν, ἀλλὰ τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον, ἐπειδὴ ἡ ἀνωτέρω
1830πίστωσις δὲν εἶχε ψηφισθῆ νομίμως, οὔτε ὑπῆρχεν ἐν τῷ προϋπο-
1831λογισμῷ τοῦ 1873, ὃν εἶχεν ὡς βάσιν τῶν δαπανῶν τῆς ἐνε-
1832στώσης χρήσεως, πίστωσις δι’ ἀντιμισθίαν τοῦ προσωπικοῦ τῶν
1833ἐν Εὐρώπῃ πρεσβειῶν πέραν τῶν τεσσάρων μηνῶν, οὔτε διὰ νό-
1834μου ὡρισμένος μισθὸς αὐτοῦ, προεκάλεσε τὴν ἀπόλυσιν τῶν πρε-
1835σβειῶν καὶ τοῦ λοιποῦ προσωπικοῦ τῶν πρεσβειῶν. Πρὶν ἢ ὅμως
1836κοινοποιηθῇ ἡ ἀπόλυσις τῶν γραμματέων δὲν ὑποχρεοῦται νὰ
1837μισθοδοτήσῃ· οὐχ ἧττον τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον, ἐπειδὴ ἐθε-
1838ώρησεν, ὅτι εἶναι δίκαιον διὰ τὰς ὑπηρεσίας, ἃς παρέσχον ἀφ’
1839ἧς ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τῶν πρεσβειῶν, νὰ δοθῇ αὐτοῖς ἀ-
1840ποζημίωσις ἀρκοῦσα πρὸς τὰς δαπάνας, ἃς ὑφίστανται ἀντιπρο-
1841σωπεύοντες τὴν Κυβέρνησιν, ἐσημείωσεν εἰς τὸν προϋπολογισμόν,
1842τὸν παρ’ αὐτοῦ συνταχθέντα, τὸ ποσὸν 88,400. Τοῦτ’ αὐτὸ
1843θεωρῶ κἀγὼ δίκαιον. — Ἐκ τοῦ ἤδη σημειουμένου ἐν τῷ προϋ-
1844πολογισμῷ ποσοῦ δραχ. 186,000 θέλουσι χρησιμεύσει δραχ.
1845102,000 πρὸς τακτοποίησιν τῶν ἐνταλθεισῶν πληρωμῶν καὶ
1846τῶν ὀφειλομένων μισθῶν εἰς τοὺς πρέσβεις καὶ τὸ λοιπὸν προσω-
1847πικὸν τῶν πρεσβειῶν μέχρι τῆς ἀπαλλαγῆς των, καὶ δρ. 84,
1848000 δι’ ἀντιμισθίαν τῶν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διευθυνόντων
1849τὰς πρεσβείας γραμματέων».
1850Κύριοι, ἢ εἶναι αἱ πρεσβεῖαι ἀναγκαῖαι, ἢ δὲν εἶναι· καὶ ἂν
1851τὸ ὑπουργεῖον τῆς 27 Ἀπριλίου ἐφρόνει, ὅτι δὲν εἶναι ἀνα-
1852γκαῖαι, τότε οὔτε εἰς τοὺς γραμματεῖς αὐτῶν ἔπρεπε ν’ ἀνα-
1853τεθῇ ὑπηρεσία· ἀλλ’ ἐὰν αἱ πρεσβεῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι καὶ ἀνο-
1854μολογεῖται, ὅτι εἶναι ἀναγκαιόταται, τότε εἶναι ἀσυγχώρητος
1855ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη, προβᾶσα εἰς τὴν κατάργησιν
1856αὐτῶν διὰ μόνον τὸν λόγον τὸν ὑλικόν, τῆς οἰκονομίας δηλο-
1857νότι 180,000 δραχμῶν, καὶ μάλιστα ὅταν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ.
1858Τρικούπη ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην ἢ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μισθοδο-
1859τήσῃ τοὺς γραμματεῖς.
1860§101ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἀνέλαβε τὴν εὐθύνον, καὶ ἀπορῶ πῶς λέ-
1861γετε, ὅτι ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην.
1862§102ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει ἡ ἔκθεσις.
1863§103ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν λέγει αὐτὸ ἡ ἔκθεσις· ἡ ἔκθεσις λέγει
1864τὴν ἀλήθειαν.
1865§104ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ὁ κ. Τρικούπης διετήρησε
1866τοὺς γραμματεῖς μὲ τὴν πρόθεσιν νὰ τοὺς πληρώσῃ, δὲν ἐννοῶ
1867τὸν λόγον διατί νὰ μὴ διατηρήσῃ τοὺς πρέσβεις, οἱ ὁποῖοι ἀναν-
1868τιῤῥήτως εἰσὶ καταλληλότεροι διὰ τὴν διπλωματικὴν ὑπηρεσίαν,
1869ἀλλὰ κατέστησε τὸ ζήτημα, ζήτημα χρηματικόν, καὶ χάριν οἰ-
1870κονομίας εὐτελοῦς ποσοῦ προέβη εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῶν πρέσβεων.
1871§105ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶναι εὐτελὲς αὐτὸ τὸ ποσόν; Καὶ
18721000 καὶ 500 δραχ. εἶναι σπουδαῖαι, διότι δὲν ἀνήκουν εἰς
1873τὴν ἰδιωτικὴν....
1874§106ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν, κύριοι, τὸ ἔθνος δαπανᾷ
187540 ἑκατομμύρια διὰ τὰς ἀνάγκας αὑτοῦ....
1876§107ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἀλλὰ τὰ δαπανᾷ διὰ τὰς ἀνάγκας
1877του.
1878§108ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅταν παρουσιάζηται ἡ ἀνά-
1879γκη νὰ ἐκπροσωπευθῇ ἐξωτερικῶς τὸ ἔθνος....
1880§109ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πρέπει νὰ τὸ θέλῃ τὸ ἔθνος.
1881§110ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ ἀνάγκη αὐτὴ ἀναγνωρί-
1882ζεται καὶ ἀνομολογεῖται παρ’ ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διεύθυνον
1883καὶ διευθύνουν τὰς τύχας τῆς πατρίδος ἡμῶν, εἶναι ἀνάξιον τοῦ
1884λόγου καὶ τοῦ κόπου νὰ σκεπτώμεθα καὶ νὰ συζητῶμεν ἂν πρέ-
1885πῃ νὰ δαπανηθῶσι 200 ἢ 300 χιλιάδες περιπλέον, ἀφοῦ δα-
1886πανῶμεν 40 ἑκατομμύρια.
1887§111ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δι’ αὐτὸ ἔχομεν καὶ 50 ἑκατομμύρια
1888χρέος.
1889§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
1890§113ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη
1891ἀνεσύστησε τὰς πρεσβείας· ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη τὰς
1892διετήρησε, καὶ τὰς διετήρησε διὰ τῶν γραμματέων αὐτῶν, εἰς
1893τοὺς ὁποίους ἀνέθεσε τὴν διεύθυνσιν τῶν πρεσβειῶν. Ἡ Κυβέρ-
1894νησις τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ἡ ὁποία διευθύνει πρὸ 40 ἡμερῶν
1895τὰ κοινὰ τῆς πατρίδος, ἐπίσης τὰς διατηρεῖ, διατηροῦσα τοὺς
1896γραμματεῖς. Ὅταν, λέγω, ἡ ἀνάγκη αὕτη ἀνομολογεῖται παρ’
1897ὅλων ὅσοι διεύθυναν καὶ διευθύνουν τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου,
1898δὲν εἶναι ζήτημα, ὅτι πρέπει νὰ δαπανήσωμεν διὰ τὴν διατή-
1899ρησιν τοῦ θεσμοῦ τούτου 200 ἢ καὶ 300 χιλ. δραχμῶν, ἀφοῦ
1900δαπανῶμεν, ὅπως εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, 40 ἑκα-
1901τομμύρια δραχμάς.
1902Αὐτοί, κύριοι, ἦσαν οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἔπεισαν νὰ ἐ-
1903παναφέρωμεν τὰς πρεσβείας, ἀναλαμβάνοντες ἀναντιῤῥήτως ἐ-
1904νώπιον τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους τὴν εὐθύνην τῆς πρά-
1905ξεώς μας αὐτῆς· αὐτὰ δὲ εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα, διὰ τῶν ὁποίων
1906ὑπεστήριξα καὶ ὑποστηρίζω τὴν ἐγγραφὴν τῆς δαπάνης ταύ-
1907της ἐν τῷ συζητουμένῳ προϋπολογισμῷ, διότι οὐδεὶς ἀρνεῖται
1908τὴν χρησιμότητα τῶν πρεσβειῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἀφοῦ καθ’
1909ἑκάστην παρουσιάζονται ζητήματα σοβαρὰ καὶ σπουδαῖα, ἁ-
1910πτόμενα τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος ἡμῶν. Πιστεύω δὲ,
1911ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει σκεφθῆ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ χρηματικοῦ
1912ζητήματος, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν πολιτικὴν, ἐὰν συμφέρῃ
1913ἢ δὲν συμφέρῃ νὰ ὑπάρχωσι πρεσβεῖαι ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ἐπει-
1914δὴ δὲ ἡ ἀνάγκη αὕτη εἶναι ἀναντίῤῥητος καὶ ἀνωμολογημένη,
1915πιστεύω, λέγω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἀφήσει ἐγγεγραμμένην τὴν
1916δαπάνην ταύτην εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874· καὶ οὐ
1917μόνον τοῦτο, ἀλλὰ θέλει ἀναγράψει καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον
1918ἀπαιτεῖται διὰ τὸ 1875 ἐν τῷ σχετικῷ προϋπολογισμῷ, καὶ
1919θέλει ἀναγράψει προσέτι καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1876
1920τὴν ἀπαιτουμένην δαπάνην διὰ τὴν ἀνασύστασιν τῶν πρεσ-
1921βειῶν, ὅπως διορισθῶσι πρόσωπα κατάλληλα, διότι οἱ γραμμα-
1922τεῖς, ὅσον ἀξιότιμοι καὶ ἂν ὦσι, δὲν εἶναι οἱ κατάλληλοι νὰ
1923μᾶς ἀντιπροσωπεύσωσιν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, διότι δὲν ἠμποροῦν
1924νὰ ἔχουν τὴν βαρύτητα, τὴν ὁποίαν ἔχουν οἱ πρέσβεις.
1925§114ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετά, ἀρκετά.
1926§115ΖΩΧΙΟΣ. Ἀναβαίνει τὸ βῆμα.
1927§116ΔΟΥΜΑΣ. Ὑπάρχει ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε;
1928§117ΤΙΝΕΣ. Νὰ προχωρήσωμεν, ἂς ὁμιλήσῃ ὁ κύριος Ζωχιός.
1929§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔγεινεν ἔνστασις ὅτι δὲν εἶναι ἀπαρτία· λοιπὸν
1930ἐγὼ δὲν προχωρῶ.
1931§119ΔΟΥΜΑΣ. Δὲν κάμω τὴν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, διότι
1932αὐτὴν τὴν τιγμὴν ἦλθον περὶ τοὺς 20 βουλευτάς.
1933§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φέρετε ἕνα κατάλογον.
1934§121ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἔγεινεν ἔνστασις, κύριε Πρόεδρε;
1935§122Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅταν δὲν ἔγεινεν ἔνστασις, κύριε Πρόεδρε,
1936εἶναι περιττὴ ἡ ἀνάγνωσις.
1937§123ΡΩΜΑΙΟΣ. Εἶναι τὰ δωμάτια γεμάτα, κύριε Πρόεδρε.
1938§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ προσέλθωσιν οἱ κύριοι βουλευταί (προέρ-
1939χονταί τινες βουλευταὶ καὶ καταλαμβάνουσι τὰς ἕδρας των).
1940§125ΖΩΧΙΟΣ. Πρόκειται νὰ ἀφαιρέσωμεν τὸν στέφανον ἀπὸ τῆς
1941κεφαλῆς αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Μόνον ἀπορῶ διατὶ ὁ κύριος
1942Παπαμιχαλόπουλος δὲν ἤρχετο εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπο-
1943λογισμοῦ, ἐνῷ καὶ ἁρμόδιος ἦτο καὶ καιρὸν εἶχεν. Ποῦ ἦτον;
1944Εἶχε χωθῇ εἰς ἓν σπήλαιον καὶ ἐμελέτα τὸν λόγον αὐτόν.
1945§126ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον διατί, σᾶς τὸ βεβαιῶ
1946εἰλικρινῶς.
1947§127ΖΩΧΙΟΣ. Ἡσυχάσατε. — Οἱ διϊσχυρισμοί σας τείνουσι νὰ
1948ἀνατρέψωσι τὸ κατηγορητήριον. Τὸ ἐννοεῖτε, ἢ ὄχι;
1949§128ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ; ὄχι· ἐὰν ἐξηγηθῆτε εὐκρι-
1950νέστερα, θὰ σᾶς ἐννοήσω.
1951§129ΖΩΧΙΟΣ. Θ’ ἀνατρέξωμεν εἰς τὰ προηγούμενα, διότι πρόκει-
1952ται περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874, καὶ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ
1953προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ εὑρίσκεται ἡ Κυβέρνησις τοῦ κυρίου Δε-
1954ληγεώργη. Ἡμεῖς τὸν ἐπολεμήσαμεν, αὐτὸς δὲ ἠναγκάσθη
1955νὰ παραιτηθῇ. Ἔρχεται εἰς τὰ πράγματα ὁ κύριος Βούλ-
1956γαρης, ἤτοι ἡ συμμαχία. Ἐκλήθη δὲ ὁ κύριος Βούλγαρης
1957ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἐν καιρῷ ἡμέρας, καὶ ἐπέστρεψεν ἀπὸ τῆς
1958Αὐλῆς διαρκούσης τῆς ἡμέρας. Κρύπτεται ἐν τούτοις δι’ ὅλης
1959τῆς νυκτός, ἡ δὲ συμμαχία μένει ἐν τῷ σκότει καὶ τῇ ἀγνοίᾳ.
1960Τὴν ἀκόλουθον ἡμέραν ἐπισκέπτεται τοὺς συμμάχους, τοὺς
1961δίδει μικρά τινα ψυχία· ἐπισκέπτεται καὶ τὸν φίλον μου τὸν
1962κύριον Λομβάρδον, καὶ λέγει πρὸς αὐτόν· «Ἄφες καὶ θὰ οἰκο-
1963νομηθῇ τὸ πρᾶγμα· τὶ νὰ γείνῃ; Ἐξελήφθης ὡς ἀναρχικὸς καὶ
1964μεῖνε κατὰ μέρος.» Ἐννοεῖτε ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν παρε-
1965δέχθη τὴν προσφορὰν τῆς Κυβερνήσεως, ἐν ᾗ ὅμως ἔλαβε μέρος
1966καὶ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος. Ἐγὼ κἄπως ἐνόησα ποῖος τοὺς
1967ἔφερε, καὶ τὴν ἀκόλουθον ἡμέραν ἠρώτησα τὴν νέαν Κυβέρνησιν:
1968«Τὸ Κράτος τοῦ Βασιλέως Γεωργίου θὰ φθάσῃ μέχρι καὶ Κερκύ-
1969ρας;» Ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐταράχθη, ὁ δὲ κύριος
1970Παπαμιχαλόπουλος μᾶς εἶπεν ὅτι τὸ ὑπουργεῖον θὰ κυβερνήσῃ
1971συνταγματικῶς καὶ ὅτι δὲν θὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν Βασιλικῶν προ-
1972νομίων· μετεχειρίσθη δὲ ταύτην τὴν γλῶσσαν, διότι τότε ἐκα-
1973τηγορεῖτο παρ’ ἡμῶν ὁ κύριος Δεληγεώργης, ὅτι ἔκαμε πολ-
1974λὴν τῶν βασιλικῶν προνομίων χρῆσιν. Ἐξηκολούθησε ἡ Κυβέρ-
1975νησις τὸ ἔργον της, ἀλλὰ καθ’ ὅσον προεχώρει τὰ πράγματα
1976ἐφαίνοντο σαφέστερα. Ἐπὶ τέλους δὲ ἐπαρουσίασεν ἡ Κυβέρ-
1977νησις παράρτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐγὼ δὲ ὁ ταλαίπωρος
1978ἠρώτησα: «Ὅλη ἡ μεταβολὴ ἔγεινε δι’ αὐτὴν τοῦ προϋπολο-
1979γισμοῦ τὴν προσθήκην;» Διότι νὰ ἀνατραπῇ μία Κυβέρνησις
1980διὰ νὰ προστεθῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν παράρτημα, ποσῶς
1981δὲν εἶναι ἡ πρᾶξις ὀρθὴ, οἱ δὲ ἐνεργήσαντες τὴν ἀνατροπὴν ἢ
1982ἦσαν τρελοὶ, ἢ ἦσαν φιλόπρωτοι. Δὲν ἦτο δὲ τόσον ἄγριον
1983θηρίον ὁ κύριος Δεληγιώργης, ἀλλ’ ἀφοῦ ἀπεφασίσαμεν νὰ τὸν
1984ἀνατρέψωμεν, ἔπρεπε νὰ παρουσιάσωμεν κἄτι τι καλλίτερον.
1985Ἠξεύρετε δὲ ὅτι ὁ κύριος Δεληγεώργης εἶχε τὸν κύριον
1986Χρηστίδην ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις μὲ πάντα τρόπον
1987ἐζήτει νὰ παρουσιάσῃ τὸν προϋπολογισμὸν ἀρτίποδα, εἰς αὐτὸ
1988δὲ ἀνενδότως κατεγίνετο. Ἀλλὰ προϋπολογισμὸς ἑλληνικὸς
1989ἀρτίπους, καὶ ἂν ὁ Θεὸς στείλῃ τὸν ἄγγελόν του καὶ σᾶς τὸ
1990εἴπῃ, μὴν τὸ πιστεύσετε. Ὁπωσδήποτε ὅμως ὁ κύριος Δελη-
1991γεώργης ἐπαρουσίασε προϋπολογισμὸν, ὅστις, ἂν καὶ εἶχεν
1992ἀσχημίας τινὰς, κἄπως ἐφαίνετο στηριζόμενος εἰς βάσιν τινά·
1993ἀλλ’ ἡμεῖς ἰσχυριζόμεθα ὅτι δὲν ἦτο σωστὸς, ὅτι εἶχεν ἐλ-
1994λείψεις. Ἡ Κυβέρνησις δὲ τοῦ κυρίου Παπαμιχαλοπούλου ἦλθε
1995καὶ προσέθηκεν εἰς αὐτὸν ἓν ἔτι ἑκατομμύριον καὶ ἐπέκεινα.
1996§130ΤΙΝΕΣ. Δύω.
1997§131ΖΩΧΙΟΣ. Ταύτην τὴν στιγμὴν εἰς τοὺς ἀριθμοὺς δὲν δίδω
1998προσοχήν. Τὸ βέβαιον δὲ εἶναι ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἦτον
1999ἀρτίπους, ἡμεῖς δὲ τοῦ συνετρίψαμεν καὶ τὰ δύω ποδάρια (ἱλα-
2000ρότης). Εἶναι ψεῦδος αὐτό; Σημειωτέον δὲ ὅτι ὅταν ἦλθεν ὁ
2001ἄλλος ὁ φίλος, ὁ Νικολόπουλος, προσέθηκε καὶ ἄλλας δαπά-
2002νας· ἔρχεται ἐπὶ τέλους ἡ 30 Νοεμβρίου καὶ προστίθενται καὶ
2003ἄλλαι. Ἐὰν δὲ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ κ. Δεληγεώργη δὲν
2004ἦτον ἀρτίπους, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου
2005μετὰ τὴν προσθήκην τόσων δαπανῶν ἦτον ἀρτίπους; Ἀλλὰ,
2006κ. Παπαμιχαλόπουλε, καὶ παιδιὰ ἂν ἤμεθα, δὲν θὰ μᾶς ἔλε-
2007γες αὐτὰ τὰ παραμύθια.
2008§132ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ἀριθμῶν νὰ ὁμιλήσητε.
2009§133ΖΩΧΙΟΣ. Νὰ σᾶς διηγηθῶ ἱστορικόν τι ἀνέκδοτον. Ἐπεφορ-
2010τίσθην ἐπὶ μισθῷ νὰ ἐκκαθαρίσω τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ Λαζά-
2011ρου τοῦ Πινότση· ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι ἤθελεν ὁ ἄνθρωπος νὰ εὕρῃ
2012τὴν ἀλήθειαν, ἀλλ’ αὐτὸς ἤθελεν τὸ ἀντίστροφον· ὅταν τοῦ
2013εἶπα τὴν ἀλήθειαν, ὅταν δηλαδὴ τὸν ἐπληροφόρησα ὅτι ἀπε-
2014δεικνύετο χρεώστης, μοὶ εἶπεν ὅτι δὲν ἔκαμα καλὰ τὸν λο-
2015γαριασμὸν, διότι αὐτὸς ἤθελε νὰ τοῦ χρεωστοῦν καὶ ὄχι νὰ
2016χρεωστῇ. Ἐγὼ δὲ τοῦ ἐμπάλωσα τὰ πράγματα ὅπως τὰ ἤ-
2017θελε. Ἐν γένει δὲ ὅλοι οἱ ἑλληνικοὶ λογαριασμοὶ, οἱ λεγόμε-
2018νοι προϋπολογισμοὶ, ἐπὶ τῆς αὐτῆς βάσεως στηρίζονται. Διότι
2019πῶς τὸ κατορθώνετε, κύριοι ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ
2020κατὰ τὸ λέγειν σας κατ’ ἔτος μένει πλεόνασμα, καὶ αἰωνίως
2021τρέχετε εἰς τὸν κ. Κεχαγιὰν καὶ λέγετε, δός μας δάνεια;
2022(ἱλαρότης). Ἐγεμίσατε τὸν κόσμον μὲ δάνεια, καταστρέψατε
2023τὸν τόπον. Δὲν εἶναι δὲ μόνον τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα συμπο-
2024σοῦνται εἰς 70,000,000 περίπου, ἀλλὰ καὶ οἱ φόροι, τοὺς ὁ-
2025ποίους ἐπεφόρτισαν εἰς τὴν ῥάχην τοῦ ἔθνους.
2026Ἐὰν ἤρχετο ὁ Ὄθων καὶ μᾶς ἠρώτα λέγων; Αἴ τσελεπίδει,
2027ποῦ εὑρίσκεσθε; ἔχετε 120 ἑκατομμύρια χρέος περισσότερα·
2028τί δὲ κατωρθώσατε ἀποπέμψαντές με; μίαν τρύπαν εἰς τὸ
2029νερόν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀθλία κατάστασίς μας· ἕως πότε δὲ θὰ
2030ἐξαπατῶμεν τὸν κόσμον; Εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς, ὅπως σή-
2031μερον σᾶς τὸν παρουσιάζουν, προϋπολογισμός; Ἄλλοι εἶναι οἱ
2032ἀριθμοὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἄλλοι εἶναι οἱ ἀριθμοὶ τοῦ
2033ἀπολογισμοῦ, ἡμεῖς δὲ ἔχομεν ἐνώπιόν μας ἀπολογισμόν. Καὶ
2034λέγεται μὲν προϋπολογισμὸς ἀλλ’ εἶναι ἀπολογισμὸς, ἐμφαί-
2035νων τὴν πραγματικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου.
2036Ἡ ἐπιτροπὴ δὲ τοῦ προϋπολογισμοῦ, εὑροῦσα εἰς αὐτὴν τὴν
2037κατάστασιν τὸν προϋπολογισμὸν, ἀπέβλεψεν εἰς τοὺς ἀριθμοὺς,
2038τοὺς ὁποίους ἐπαρουσίασεν ὁ νέος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν,
2039εἴδετε δὲ πῶς ἔπαιζεν ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος μὲ τοὺς
2040ἀριθμούς. Ὁ δὲ κ. Δεληγεώργης τοῦ ἐνεθύμισεν ὅτι τὸ 1,400,
2041000 δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ σημειώσῃ εἰς τὰ ἔσοδα, ἀλλ’ ὁ κ. ὑ-
2042πουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν....
2043§134ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ τὸ ἐνέγραψα.
2044§135ΖΩΧΙΟΣ. Σημειώσατε δὲ καὶ τοῦτο, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν
2045ἐξήτασε τὸ δάνειον τῶν 26,000,000, τὸ ἄφησε δὲ διὰ νὰ
2046τὸ ἐξετάσῃ μετὰ ταῦτα· ἔχομεν δὲ καὶ 3,000,000 καὶ ἐπέ-
2047κεινα διὰ τὰ ἔξοδα τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων, καὶ ἂν ἐνθυ-
2048μεῖσθε ἐβιάσαμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μᾶς δώσῃ κατάλογον ποῦ
2049τὰ ἐδαπάνησαν.
2050§136ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκάμαμεν φυλλάδιον δι’ αὐτά.
2051§137ΖΩΧΙΟΣ. Εἰς αὐτὸν τὸν κατάλογον ὅπως ὁ κ. Δεληγεώρ-
2052γης παρετήρησεν, περιλαμβάνονται δαπάναι πλέον τῶν 3,000,
2053000.
2054§138ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ τὸ ἰσχυρίζομαι ἀκόμη, ὅτι εἶναι
20553,000,000 καὶ τόσαις χιλιάδες.
2056§139ΖΩΧΙΟΣ. Μάλιστα.
2057§140ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τρία ἑκατομύρια ἐννεακόσιαι περίπου χιλ.
2058δραχμαὶ εἶναι μόνον εἰς τὰ προσωρινὰ δάνεια.
2059§141ΖΩΧΙΟΣ. Τὴν πρώτην ἡμέραν, ὅτε ὁ κ. Παππαμιχαλόπου-
2060λος ἔγεινεν ὑπουργὸς ἢ τὴν δευτέραν, τὸν ἀπήντησα εἰς τοῦ
2061ἐντίμου προέδρου μας τὸν οἶκον, τὸν ἤκουσα δὲ λέγοντα: δὲν
2062ἔχομεν οὐδὲ ὀβολὸν, ἀναγκαζόμεθα δὲ νὰ κάμωμεν δάνειον.
2063Πῶς τὸ κατώρθωσες δὲ, κύριε Παπαμιχαλόπουλε, καὶ μετὰ
2064ταῦτα εὗρες πλεόνασμα ἑκατομμύρια;
2065§142ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βγαίνουν.
2066§143ΖΩΧΙΟΣ. Περὶ τῆς λεπτομερείας τῶν ἀριθμῶν θὰ σᾶς λα-
2067λήσῃ ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, ἐγὼ δὲ θὰ σᾶς κάμω μερι-
2068κὰς παρατηρήσεις.
2069Ἐντὸς τῆς ἐπιτροπῆς ἐξεδηλώθησαν διάφοραι γνῶμαι, εἶδε
2070δὲ καὶ ἔπαθεν ὁ κ. Παππαμιχαλόπουλος νὰ μᾶς διώξῃ τὸν
2071πρόεδρόν μας τὸν κ. Χρηστίδην. Εἴχομεν δὲ ὑπ’ ὄψιν τὸν προ-
2072ϋπολογισμὸν τοῦ κ. Δεληγεώργη, τὸ παράρτημα τοῦ κυρίου
2073Παπαμιχαλοπούλου καὶ τὰς ἀποφάσεις τῆς 30 Νοεμβρίου,
2074μακροθυμοῦντες δὲ ἀνοήτως, εἴπομεν: ἂς δεχθῶμεν καὶ τὰ
2075τρία αὐτὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ κεφάλαια, ἀλλ’ ἐὰν πλέον
2076αὐτῶν ἐδαπανήσατε, εἴπομεν νὰ τὰ πληρώσῃς, κ. Παπαμιχα-
2077λόπουλε, καὶ μᾶς εἶπες ὁ ἴδιος ὅτι τὰ πληρώνεις,
2078§144ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ᾖναι ἀληθῆ, μάλιστα,
2079ἀλλὰ δὲν εἶναι.
2080§145ΖΩΧΙΟΣ. Τὸ κύριον προνόμιον τῆς Βουλῆς εἶναι ὅτι κρατεῖ
2081τὸ δημόσιον βαλάντιον εἰς τὸ χέρι. Δὲν δύναται δὲ νὰ συγ-
2082χωρήσῃ καὶ αὐτὰ τὰ μικρὰ ποσὰ, διότι καὶ αὐτὰ καθαρὰν
2083ἀποτελοῦσι πονηρίαν. Ὅταν ἴδητε ὅτι εἰς τὸ δεῖνα ὑπουργεῖον
2084προσελήφθησαν ὑπάλληλοι, πιστεύσατε ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι
2085καθαρὰ πονηρία. Ὅταν ἴδητε ὅτι προσελήφθησαν τελῶναι, καὶ
2086αὐτὸ εἶναι πονηρία. Ὅταν ἴδητε εἰς τὴν λιμενικὴν ὑπηρε-
2087σίαν πλεονάζοντας ὑπαλλήλους, καὶ αὐτὸ πονηρία. Πρὸς τί δὲ
2088ἡ τόση πονηρία; Διὰ νὰ μὴ εἰσέλθῃ ὁ δεῖνα καὶ ὁ δεῖνα εἰς τὸ
2089βουλευτήριον, ἐπὶ τούτῳ δὲ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος μετε-
2090χειρίσθη ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἠθικὰ λεγόμενα μέσα, τὰ κατ’ ἐμὲ
2091ἀνήθικα, ἤτοι μετεχειρίσθη ὅλα τὰ μέσα τῆς ἐξουσίας, καὶ
2092δὲν διστάζει νὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι πολιτεύεται. Καὶ ἐγὼ, ἐὰν μὲ
2093κάμητε ὑπουργὸν, πολιτεύομαι. Ὀφείλεις ὅμως, κύριε Παπα-
2094μιχαλόπουλε, νὰ πολιτευθῇς ἀντιπολιτευόμενος, ἀντιτασσόμενος
2095κατὰ τῆς βίας τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι δὲ ἡ ἐσχάτη μακρο-
2096θυμία....
2097§146ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὴν δέχομαι, καὶ σᾶς πα-
2098ρακαλῶ νὰ προβῆτε παρέκει εἰς τὸ πραγματικόν.
2099§147ΖΩΧΙΟΣ. Εἶναι δύω εἰδῶν ἐντροπαὶ εἰς τὸν κόσμον· ἡ μία
2100εἶναι ἁγία, ἡ ἄλλη ὀλεθρία. Ἐντρεπόμενοι, περιωρίσθημεν μόνον
2101εἰς τὸ ἐλάχιστον ποσὸν, διὰ νὰ μὴ δείξωμεν ὅτι εἴμεθα ἄγριοι,
2102ὅτι ἐκδικούμενοι πάθη τυφλὰ ἠθελήσαμεν καὶ ἄλλο κατηγορη-
2103τήριον νὰ ἑτοιμάσωμεν. Μακροθυμοῦντες δηλαδὴ ὑπὲρ τὸ δέον,
2104περιωρίσθημεν ν’ ἀποδοκιμάσωμεν τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἶναι
2105ὅλως διόλου ἀδικαιολόγητα.
2106Ὀλίγα δὲ θὰ σᾶς εἴπω περὶ τῶν πρεσβειῶν.
2107Αἱ πρεσβεῖαι ἦσαν προσφορὰ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ
2108ἔμβουν εἰς τὴν ἐξουσίαν. Αἱ πρεσβεῖαι ἔγειναν δι’ ἕνα καὶ μόνον
2109ἄνθρωπον.
2110Αἱ πρεσβεῖαι ἔγειναν διὰ νὰ γείνῃ ἕνας γάμος, αἱ πρε-
2111σβεῖαι ἔγειναν διὰ νὰ πληρώσωμεν καὶ τὸν ναῦλον τῆς με-
2112ταβάσεως τοῦ συμπενθέρου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἐπικα-
2113λεῖται δὲ σήμερον ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος τὸν πρόεδρόν μας.
2114Τὸν πρόεδρον τὸν ἔχομεν εἰς τὸ κεφάλι μας, ἀλλὰ ἑκατὸν πρόε-
2115δροι ἂν ἀποφασίσουν, ὅταν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς δὲν σᾶς
2116δώσῃ τὴν ἄδειαν νὰ δαπανήσητε, ἐν τίνι δικαιώματι δαπα-
2117νᾶτε; Ἓν ἤρκει μόνον ὁ ἔντιμος πρόεδρός μας ἢ ὁ ἔντιμος κ.
2118Τρικούπης ἢ ἄλλως τις, τί συνερχόμεθα ἐνταῦθα; Ἠθέλησε λοι-
2119πὸν ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος νὰ σκεπασθῇ ὑπὸ τὴν σκέπην
2120τῶν πτερύγων τῶν ἐντίμων αὐτῶν ἀνθρώπων. Ἔχει δὲ λόγου
2121χάριν ὁ κ. Ζαΐμης μίαν ἰδέαν· ἐὰν οἱ πλείονες ἐξ ἡμῶν ἔχωμεν
2122τὴν ἐναντίαν ἰδέαν, τότε ἡ ἰδέα τοῦ κ. προέδρου πιθανῶς εἶναι
2123λαμπρά, ἀλλ’ ἡ ἰδική μας ἐπικρατεῖ, διότι τὸ πολίτευμα τὸ
2124συνταγματικὸν εἶναι τὸ πολίτευμα τῶν πλειόνων· οἱ πλείονες
2125ὅμως αὐτοὶ δὲν χωροῦν εἰς τὸ κεφάλι τοῦ κυρίου Παπαμιχαλο-
2126πούλου.
2127§148ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, χωροῦν.
2128§149ΖΩΧΙΟΣ. Ἂν ἐχώρουν, δὲν εἴχομεν αὐτὰ τὰ βάσανα σήμε-
2129ρον (ἱλαρότης) καὶ ἡ 30 Νοεμβρίου δὲν ἐγίνετο.
2130§150ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἦτο τότε ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος.
2131§151ΖΩΧΙΟΣ. Ἡσυχάσατε. Θὰ εὕρω τὴν συνέχειαν. Ὅταν ἐκ νέου
2132ἀνεδέχθη τὴν ἐξουσίαν καὶ κατέβη ἀπὸ τῶν ἀνακτόρων ὁ κ.
2133Βούλγαρης καὶ ἐζήτει κάπου νὰ πιασθῇ, διότι εἰς τοὺς συμμά-
2134χους δὲν ἤλπιζε πλέον, ἐκάλεσεν ἐμέ, ὁ ὁποῖος ἤμην πρόεδρος,
2135τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς φαίνεται δὲ ἡ κακή
2136μου μοῖρα τὸ ἔχει νὰ περιέρχεται εἰς ἐμὲ ἡ προεδρία τῆς ἐπι-
2137τροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ· νομίζω δὲ ἦτο παρὼν εἰς τοῦ
2138κυρίου Βούλγαρη καὶ ὁ κύριος Μαυροκορδάτος. Μοῦ λέγει
2139λοιπόν: τὸν προϋπολογισμὸν θέλω νὰ κάμητε γρήγορα. Λέγω
2140πρὸς αὐτὸν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν λάβητε ἐντὸς δύω ἢ
2141τριῶν ἡμερῶν. Μετὰ βίας δὲ κατώρθωσε νὰ λάβῃ ἀπὸ τῆς χει-
2142ρός μου τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων. Μετὰ ταῦτα ἐγκα-
2143τέλιπον τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ἔσπευδον
2144ὑπὲρ τὸ δέον. Ἐζήτει λοιπὸν ὁ κύριος Βούλγαρης νὰ ἐκπορθή-
2145σῃ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν μεγάλην ἑβδομά-
2146δα, ὥστε ἐθύμωσε καὶ ὁ συνάδελφός μας ὁ ἐκ Καλαβρύτων
2147βουλευτὴς κύριος Ἀθανάσιος Πετιμεζᾶς καὶ εἶπεν: «Εἶναι ἐν-
2148»τροπή. Διὰ τῆς βίας ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς πάρητε τὸν προϋπο-
2149λογισμόν;»
2150Ἀλλὰ διατί δὲν ἤρχετο ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐντὸς τοῦ βου-
2151λευτηρίου; Εἶχον εἰς τὸ θυλάκιόν μου μίαν μικρὰν πρότασιν
2152λέγουσαν: Ἐμπιστεύεται ἡ Βουλὴ τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν
2153εἰς αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν; Ἡ Βουλὴ βεβαίως θὰ ἀπεκρίνετο
2154οὔ. Τούτου δ’ ἕνεκα ἐπῆλθεν ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ἐκείνης.
2155Αἱ πρεσβεῖαι! σᾶς λέγουν. Πρόκειται, λέγουν, περὶ ζητη-
2156μάτων μεγάλων. Περὶ ποίων; Ἀφ’ ἧς ἐσυστήσατε τὰς
2157πρεσβείας, κύριε Παπαμιχαλόπουλε, αἱ ξέναι ἐφημερίδες ἤρχι-
2158σαν νὰ ὑβρίζουν τὸ Ἑλλην. γένος. Ἀφ’ ἧς ἐσυστήσατε τὰς
2159πρεσβείας, συνελήφθη ἡ ἰδέα τῆς ἀνατροπῆς τοῦ πολιτεύματος,
2160καὶ πολλοὶ ἔλεγον ὅτι τὸ παρὸν πολίτευμα δὲν ἐφαρμόζεται
2161εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἰδοὺ εἰς τὶ ἐχρησίμευσαν αἱ πρεσβεῖαι, καὶ
2162ἂν πρέπῃ νὰ συστηθοῦν, δὲν θὰ τὰς ἐμπιστευθῇ τὸ Ἑλληνικὸν
2163ἔθνος εἰς τὰς χεῖράς σας, διότι τὰς κατεχράσθητε. Ὁ κ. Τρι-
2164κούπης τὰς καθῄρησεν εὐθὺς ἅμα ἦλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ
2165μετὰ ταῦτα ἀφῆκε τοὺς γραμματεῖς ἀμίσθους, βεβαίως ὅμως
2166κάποιος τοὺς πληρόνει. Προτείνει δὲ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις τὴν
2167ἐκ νέου σύστασιν αὐτῶν. Τίνος ἕνεκεν; Ἡμεῖς κατεδικάσαμεν
2168τὴν δαπάνην τῶν πρεσβειῶν κατὰ τὸ ἔτος 1873, καὶ ἂν αὔ-
2169ριον φέρουν πάλιν τὴν πρότασιν θὰ τὰς καταδικάσωμεν ἐκ νέου.
2170Τὸ χωριό μου δὲν ἔχει σχολεῖον, καὶ μοῦ διηγεῖται ὁ κ. Πα-
2171παμιχαλόπουλος τοὺς θριάμβους, τοὺς ὁποίους θὰ κάμῃ ὁ κ.
2172Βαλαωρίτης εἰς τὸ Λονδῖνον. Ἀλλ’ ἐὰν ἐγὼ στέρξω, θὰ μὲ λι-
2173θοβολήσουν εἰς τὸ χωριό μου.
2174Μὴ σᾶς ἐξαπατοῦν λοιπὸν αἱ προσθέσεις καὶ αἱ ἀφαιρέσεις
2175τοῦ κυρίου Παπαμιχαλοπούλου. Ὁ ἀείμνηστος Ψαλίδας ὁ δι-
2176δάσκαλος, τὸν ὁποῖον βεβαίως ἐξ ἀκοῆς θὰ γνωρίζητε πολλοὶ
2177καὶ τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἐγνώρισα ἐκ τοῦ πλησίον, ἔλεγε: Μὲ προσ-
2178θέσεις καὶ ἀφαιρέσεις τὸν Ψαλίδα τὸν μεταβάλλετε εἰς ὅ,τι
2179θέλετε. Βλέπετε δὲ ὅτι σᾶς παρουσιάζει ὁ κύριος Παπαμιχα-
2180λόπουλος τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν ἀνθηράν. Ἀλλά, κύριε
2181Παπαμιχαλόπουλε, κατώρθωσές ποτε νὰ ἀνοίξῃς τὴν θύραν
2182τοῦ Κεντρικοῦ ταμείου; Ἀφοῦ ὁ Πακτωλὸς ῥέει, διατί ἡ θύρα
2183τοῦ Κεντρικοῦ ταμείου εἶναι κλειστή; Διατί τὰ τόσα καθυ-
2184στεροῦντα; Κατὰ τί διαφέρομεν τοῦ Ταντάλου, τοῦ ἐντὸς τῆς
2185λίμνης τηκομένου ἐκ τῆς δείψης, τοῦ ἀποκάτω δένδρων καρ-
2186ποφόρων βουλιμιῶντος; Πῶς κατώρθωσες, κ. Παπαμιχαλό-
2187πουλε, αὐτὸ τὸ θαῦμα;
2188Λοιπόν, νὰ λάβητε τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν πραγματικὴν αὐτοῦ
2189ἔποψιν, διότι ἂν ὑπάρχῃ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ πρὸ πάν-
2190των πρέπει νὰ λύσῃ, εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἰσοῤῥοπίας τοῦ προϋ-
2191πολογισμοῦ. Ἡ ἰσοῤῥοπία ὅμως δὲν θὰ στηριχθῇ εἰς ψεύδη, εἰς
2192προσθέσεις, εἰς ἀφαιρέσεις πεπλανημένας. Ὁ κ. Δεληγεώργης μᾶς
2193παρουσίασε τὸν προϋπολογισμόν του ἀρτίποδα, ἀλλὰ κἄπως
2194εἶχε στήριγμά τι, εἶχε καὶ συμβάσεις. Σεῖς δὲ τί εἴπατε; Τὰς
2195συμβάσεις δὲν τὰς θέλομεν, καὶ πληρόνομεν 1½ ἑκατομμύ-
2196ριον περισσότερον. Ἦλθεν ὁ Παπαμιχαλόπουλος καὶ προσέθηκε
2197καὶ ἄλλας δαπάνας. Αὐτὸ λοιπὸν ἦτο τὸ κατόρθωμά μας, κ.
2198Παπαμιχαλόπουλε, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπολεμούσαμεν τὸν κ. Δελη-
2199γεώργην; Καὶ μὲ ποίαν διαφοράν; Νὰ ὑποστῶ καὶ ἐκλογὰς ὑπὸ
2200τὸ κράτος τοῦ κ. Βούλγαρη, ὁ ὁποῖος ἐζητοῦσε πάντα τρόπον
2201νὰ μὲ μετασχηματίσῃ, ἀλλὰ δὲν τὸ κατώρθωσεν.
2202Ἀνέβην δὲ εἰς τὸ βῆμα, καθὼς εἶπον, διὰ νὰ ἀφαιρέσω ἀπὸ
2203τῆς κεφαλῆς τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου τὸν στέφανον, τὸν ὁ-
2204ποῖον παρεσκεύασεν ὄχι διὰ τὸν ἑαυτόν του, ἀλλὰ δι’ ἄλλον.
2205Ἐτόλμησε δὲ νὰ εἴπῃ: Ναί, παρέβην ἐν μέρει τὸν προϋπολογι-
2206σμόν, ἀλλὰ σεῖς εἶσθε οἱ αἴτιοι. Μεγαλειτέρα προσβολὴ κατὰ
2207τῆς Βουλῆς δὲν γίνεται.
2208§152ΤΙΝΕΣ. Τὸ ἀνεκάλεσε.
2209§153ΖΩΧΙΟΣ. Νὰ σᾶς ὑβρίσω καὶ ἐγώ, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ ἀνα-
2210καλέσω τὴν ὕβριν. Ἠρώτησαν οἱ ἕνδεκα ἀπόστολοι τὸν Κύριον,
2211ἀφοῦ πρὸς αὐτοὺς εἶπεν, εἷς ἐξ ὑμῶν παραδώσει με, λέγοντες:
2212Μήτοι ἐγώ εἰμι, κύριε; Ἀπαραλλάκτως καὶ ὅλη ἡ Βουλὴ ἠ-
2213ρώτησε τὸν ὑβριστὴν αὐτῆς, τὸν κύριον Παπαμιχαλόπουλον: Μή-
2214τοι ἐγώ εἰμι, κύριε;
2215Καταβαίνω, διότι, νομίζω ἀρκοῦντα ὅσα εἶπον. Νὰ περιορισθῶ-
2216μεν εἰς τὴν ἀλήθειαν, ἂν θέλετε νὰ σωθῶμεν, διότι χωρὶς ἀμφι-
2217βολίαν οἰκονομικῶς εἴμεθα κατεστρεμμένοι. Ἂν δεχθῆτε σήμε-
2218ρον νὰ ἐπικρατήσῃ τὸ ψεῦδος, ἴσως ἐπικρατήσῃ καὶ αὔριον, ἀλλὰ
2219θὰ ἔλθῃ μία ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν οὔτε Κοινοβούλιον θὰ ἔ-
2220χωμεν, οὔτε βασιλείαν, διότι ἐστηρίχθημεν εἰς τὸ ψεῦδος.
2221§154ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
2222§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
2223Ὥρα 7 μ. μ.