1875.11.15
886 rows · 7,270 words · 76 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 42
Τῆς 15 Νοεμβρίου 1875.
(Σάββατον)
Κατέχει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Καράπαυλος. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν ἀναφορῶν ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν διαφόρων ὑποβληθεισῶν ἀναφορῶν. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ πρόεδρος κύριος Ζαΐμης.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἐκποιήσεως παλαιοῦ ἀχρήστου ὑλικοῦ πολέμου καὶ περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 500,000 πρὸς πληρωμὴν ὅπλων παραγγελθέντων παρὰ τοῦ κ. Γρίβα. Εἰς τὰ νομοσχέδια ὑπάρχουσιν ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Θέλουν τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, θὰ σταλῶσι δὲ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ὅμως τοῦ προϋπολογισμοῦ οὐδεμίαν ἐργασίαν ἔφερεν ἄχρι τοῦδε.
§3ΖΩΧΙΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ διεφώνησε πρὸς τὸν πρόεδρόν της· ὁ πρόεδρος αὐτῆς εἶχε σύστημα ἴδιον, ἡ δὲ Ἐπιτροπὴ εἶχεν ἕτερον σύστημα· ὁ πρόεδρος δὲν ἦλθε πλέον, ἡμεῖς δὲ προέβημεν μόνοι. Σᾶς εἶπον καὶ χθὲς ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ὡς τῆς τρελῆς τὰ μαλλιά· τὸν ἐξεκαθαρίσαμεν, εἴμεθα περὶ τὰ τέλη καὶ ὑπολείπεται νὰ γείνῃ ἡ ἔκθεσις. Καταγινόμεθα δὲ ἤδη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 75. Ἀλλὰ τί γίνεται ὁ τοῦ 76;
§4ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν.). Ὅσον οὔπω ὑποβάλλεται.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὶν μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἂν ἐπαναληφθῶσιν αἱ χθεσιναὶ σκηναὶ ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις καὶ ἡ Βουλὴ δὲν χορηγήσῃ τὴν συναίνεσιν αὐτῆς εἰς τὴν ἐκκένωσιν αὐτῶν, ἐγὼ θὰ ἐγκαταλείψω τὴν θέσιν μου, διότι ὀφείλω οὐ μόνον νὰ τηρήσω τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ τηρήσω καὶ τὴν ἰδικήν μου ἀξιοπρέπειαν. Ἑπομένως ἀπὸ τοῦδε λέγω, ὅτι ἂν εἰς τὴν πρώτην ἐρώτησιν τῆς Βουλῆς, ἂν συναινῇ εἰς τὴν ἐκκένωσιν τοῦ ἀκροατηρίου, ἀρνηθῆτε, θὰ ἐγκαταλίψω τὴν θέσιν τοῦ προέδρου. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§6ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πέποιθα, κύριοι, ὅτι ὑπάρχει εἰσέτι ἀλήθεια καὶ δικαιοσύνη ἐν Ἑλλάδι καὶ ὅτι ἐνεργεῖ ἡ λειτουργία τῶν δύο αὐτῶν ὑψηλῶν ἐννοιῶν, καὶ διὰ τοῦτο λαμβάνω τὸν λόγον. Ὑπάρχει ἓν μέρος ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον λειτουργοὶ τοῦ Ἑλλ. Κράτους καταλυμαίνονται, εἶναι δὲ τοῦτο ἡ Ἀλεξάνδρεια. Καὶ πρό τινων ἡμερῶν ἔκαμα λόγον καὶ οὐκ ἦν φωνὴ καὶ οὐκ ἦν ἀκρόασις, σήμερον δὲ λαμβάνω νέας πληροφορίας ἐξ Ἀλεξανδρείας. Ὁρῶν τὴν θλιβερὰν κατάστασιν 25,000 Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ φύγωσιν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ ταχθῶσιν ὑπὸ τὴν σημαίαν ἑτέρων Δυνάμεων, τολμῶ νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ σᾶς παρακαλέσω ἐπὶ τῶν ἑξῆς πραγμάτων. Κύριοι κατὰ τοῦ ἀτυχοῦς Τζὲ, τοῦ ὁποίου κατέστρεψαν ἅπασαν τὴν περιουσίαν καὶ κατήντησε νὰ τρέχῃ εἰς τὰς ὁδοὺς ψωμοζητῶν, δὲν ἐγένετο τίποτε. Δὲν λέγω τίποτε ὡσαύτως περὶ τοῦ Δημοπούλου, τοῦ ὁποίου κατέστρεψαν ἐπίσης τὴν περιουσίαν τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα τῆς Αἰγυπτιακῆς κυβερνήσεως. Οἱ κκ. ὑπουργοὶ εἶναι ἐν πλήρει γνώσει τῶν γεγονότων καὶ πέποιθα ὅτι θέλουσι φροντίσει περὶ διορθώσεως τῶν κακῶν· ἀλλ’ ἔρχομαι νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ ἀντικειμένου ἀφορῶντος τὸν κ. Σκοῦφον. Ἀπὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἤδη ἐτῶν ἔρχονται κατ’ ἐπανάληψιν μηνύσεις ἐπὶ μηνύσεων. Αἱ μηνύσεις αὗται διατρέχουσι τὰς Εἰσαγγελίας τῶν Πρωτοδικῶν, τῶν Ἐφετῶν, τοῦ Ἀρείου Πάγου· ἀλλ’ ἐν τούτοις καμμία τῶν κυβερνήσεων, καίτοι ἔκτοτε παρῆλθον τρεῖς καὶ τέσσαρες κυβερνήσεις, δὲν ἐφρόντισε νὰ προστατεύσῃ τὰ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Ἑλληνικὰ συμφέροντα.
§7ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Αὐτὰ εἶναι ἀνυπόστατα πράγματα.
§8ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴν ὁμιλεῖτε μὲ αὐτὴν τὴν γλῶσσαν. Ὅταν λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα ὑπερασπίσω τὰ δικαιώματα Ἑλλήνων πολιτῶν, πρέπει νὰ ᾖναί τις πολὺ τολμηρὸς διὰ νὰ ἔλθῃ νὰ μὲ διαψεύσῃ· τὰ πράγματα, κ. Κολιάτσε, θέλουν τὸ ἀποδείξει. Ἰδοὺ ἔχω μίαν ἀναφορὰν νὰ δώσω εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, δὲν θέλω νὰ τοῦ τὴν δώσω ἰδιαιτέρως ἀλλ’ ἐνώπιον ὅλων ὑμῶν, καὶ ἂν ᾖναι ἀληθῆ ὅσα ἀναφέρονται ἐνταῦθα κατὰ τοῦ προξένου, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος πρέπει ν’ ἀποθάνῃ εἰς τὰς φυλακάς. Παρακαλῶ ἑπομένως θερμῶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναφορὰ αὕτη καὶ νὰ προστατευθῶσι τὰ συμφέροντα τῶν ὑπηκόων Ἑλλήνων.
§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ ἀγορεύων ἐμέμφθη ὅλων τῶν παρελθουσῶν κυβερνήσεων, ὅτι ἐνῷ τοιαῦτα διαπράττονται οὐδεμίαν ἔλαβον πρόνοιαν περὶ διορθώσεως· τοῦτο εἶναι κατηγορία ἀνυπόστατος, διότι πάντα ταῦτα τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ ἀγορεύων ἐγίνωσκεν ἡ κυβέρνησις τῆς ὁποίας ἤμην μέλος, καὶ ἔλαβε πᾶσαν πρόνοιαν· καὶ πᾶσαν πληροφορίαν ὁ ἀγορεύσας δύναται νὰ εὕρῃ εἰς τοὺς φακέλους ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν· θέλει δὲ πληροφορηθῆ ἐκ τῶν φακέλων ἐκείνων ὅτι καθ’ ἃς ἔλαβε πληροφορίας δὲν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ὑπαλλήλου περὶ οὗ πρόκειται ἄνευ μεγάλης ἀδικίας.
§10ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§11ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Αὐτὰ ὅσα εἴπατε, κύριε Διαμαντόπουλε, εἶναι ἀνυπόστατα.
§12ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐγὼ παρακαλῶ τὸν πρόεδρον τοῦ Γʹ. τμήματος νὰ μᾶς εἴπῃ διατὶ βραδύνει νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Βάλτου, ἀφοῦ πρὸ πολλῶν ἡμερῶν κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα τῆς ἐκλογῆς ἐκείνης.
§13ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ τμῆμα, κύριοι, εἶχον καλέσει τρὶς, ἅπαξ συνῆλθε καὶ διώρησεν εἰσηγητὴν ἢ προπαρασκευαστὴν τὸν κ. Θεοδώρου· ὁ κ. Θεοδώρου μοὶ ἀνήγγειλεν ὅτι ἐπεράτωσε τὸ ἔργον του, ἕνεκα ὅμως τῶν συζητήσεων τούτων τῆς Βουλῆς δὲν ἠδυνήθη ἄχρι τοῦδε τὸ τμῆμα νὰ συνέλθῃ.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Τρικούπης θέλει ἐξακολουθήσει τὴν χθὲς διακοπεῖσαν ὁμιλίαν του.
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὴν προτελευταίαν συζήτησιν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὰ τοῦ κατηγορητηρίου, ὅτε ὁ κ. Πρόεδρος ἠθέλησε νὰ θέσῃ εἰς ψηφοφορίαν πρότασιν νέαν, πολλοὶ ἐκ τῶν συναδέλφων ἀντιπαρετήρησαν, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη διέκοπτε τὴν συζήτησιν, ἥτις εἶχεν ἀρχίσει ἀπὸ πολλῶν ἡμερῶν, καὶ ἀπέληγεν εἰς ἀποτέλεσμα μὴ σχετιζόμενον πρὸς τὴν συζήτησιν ἐκείνην· διότι ἡ συζήτησις ἀντικείμενον εἶχε τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν πράξεων, ἐφ’ αἷς πρόκειται νὰ κατηγορηθῶσιν οἱ πρώην ὑπουργοὶ, ἡ δὲ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα, καὶ ἥτις ἐπρόκειτο νὰ ψηφοφορηθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἦτο νὰ ὑποβληθῇ εἰς νέαν ἐπιτροπὴν τὸ ζήτημα τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς πράξεως· ὁμοία πρότασις παρουσιάσθη χθὲς, κατὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως, καὶ κατὰ τῆς προτάσεως ταύτης ἠγέρθην νὰ ὁμιλήσω, ὅταν, ἕνεκα τῆς προκεχωρημένης ὥρας ἐδέησε νὰ ἀναβληθῇ ἡ συνεδρίασις. Ἐνίσταμαι, τῷ ὄντι, εἰς τὴν πρότασιν ταύτην, διότι θεωρῶ ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ, ἣν ζητοῦσί τινες νὰ συστήσωσιν, οὐδὲν ἔχει ἔργον, ὅπερ νὰ μὴ ἐξετελέσθη ὑπὸ τῆς πρώτης ἐπιτροπῆς, καὶ ὅτι δὲν ἔχει ὁ διορισμὸς τῆς ἐπιτροπῆς ἄλλον χαρακτῆρα παρὰ τὸν τῆς ἀναβολῆς. Ἰδίως δὲ νομίζω, ὅτι ἐν τῇ διεξαγωγῇ τοῦ ζητήματος τούτου, δύω τινὰ πρέπει νὰ ἐπιζητηθῶσιν· ἡ ταχύτης εἶναι τὸ πρώτιστον, ἀλλ’ ἐπίσης σπουδαία εἶναι καὶ ἡ διατήρησις ὅλων τῶν τύπων. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὴν ταχύτητα, βεβαίως δὲν βαίνομεν ὁμαλῶς, ὅταν ἐργασίας ἀνατεθείσας εἰς ἑτέραν ἐπιτροπὴν, διεξαχθείσας παρ’ αὐτῆς εὐσυνειδήτως, ὑποβληθείσας εἰς τὴν Βουλὴν καὶ γενομένας ἀντικείμενον πενταημέρου συζητήσεως, ὑποβάλλωμεν πάλιν εἰς νέαν ἐπιτροπὴν, ἄνευ οὐδενὸς ἐκτάκτου λόγου παρουσιασθέντος ὅπως προβῶμεν εἰς νέαν ἐξέτασιν· ὡς πρὸς δὲ τοὺς τύπους, θεωρῶ τὴν πρότασιν ταύτην ἁμαρτάνουσαν, καθότι δὲν πρόκειται ἁπλῶς νὰ γνωμοδοτήσῃ ἡ ἐπιτροπὴ, ἀλλὰ κύριος λόγος τῆς συστάσεως αὐτῆς προτείνεται παρ’ αὐτῶν τῶν ὑποστηριξάντων αὐτὴν, νὰ προσκληθῶσιν εἰς ἀπολογίαν οἱ καθ’ ὧν πρόκειται νὰ ἀπαγγελθῇ κατηγορία· θέλουσιν ἄρα προσκληθῆ εἰς ἀπολογίαν ἐνώπιον ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐντολὴν ἔχει νὰ προσδιορίσῃ ποία ἔσεται ἡ κατηγορία. Μόνον ἀφοῦ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ περὶ τίνος παραβάσεως θ’ ἀνακρίνῃ, τουτέστι μόνον μετὰ τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς πράξεως, δύναται ἐλλόγως νὰ συστηθῇ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή. Ἡ ταχύτης σᾶς εἶπον, εἶναι τὸ πρώτιστον, ὅπερ πρέπει νὰ ἐπιζητήσωμεν· διότι ἐπὶ ἀντικειμένων τοιούτων ἡ βραδύτης πολλάκις φέρει τὴν ἀποτυχίαν· ἡ δὲ κοινωνία δὲν θέλει καθησυχάσει, ἐνόσῳ δὲν φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα, καὶ τοῦτο βεβαίως εἶχον πρὸ ὀφθαλμῶν τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς Βουλῆς, ἅτινα ὑπέβαλον τὸ κατηγορητήριον, ὅταν περιέλαβον εἰς αὐτὸ οὐχὶ ὅλας τὰς πράξεις τῶν πρώην ὑπουργῶν, ἀλλὰ τινὰς μόνον, καὶ διὰ τοῦτο εἴδατε καὶ τὴν ἐπιτροπὴν, τὴν κληθεῖσαν νὰ γνωμοδοτήσῃ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου ἐκείνου, ἐπιληφθεῖσαν μόνον ἱστορικῶς τῶν ἄλλων πράξεων τῶν πρώην ὑπουργῶν καὶ περιορισθεῖσαν ἐν τῷ συμπεράσματι ἁπλῶς καὶ μόνον εἰς ἐκείνας, περὶ ὧν ποιεῖται λόγον τὸ κατηγορητήριον τῶν βουλευτῶν. Εὐρὺ εἶναι τὸ στάδιον τῆς κατηγορίας τῶν πρώην ὑπουργῶν, ἐὰν θέλωμεν νὰ περιλάβωμεν ἐν αὐτῇ ὅλας τὰς πράξεις αὐτῶν, ὅσαι εἶναι ἐπιδεκτικαὶ κατηγορίας. Βεβαίως ὁ κύριος χαρακτηρισμὸς τῆς κατηγορίας κατὰ τῶν ὑπουργῶν ἐκείνων, ἀπολύτως καὶ ἀσχέτως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ θετικοῦ νόμου, δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἄλλος, ἐὰν θέλωμεν νὰ περιλάβωμεν πάντα ὅσα διέπραξαν, εἰμὴ ὅτι προσεπάθησαν νὰ παραμορφώσωσι τὸ πολίτευμα· ἀλλὰ τοιαύτας γενικὰς περὶ κατηγορίας σκέψεις ἐθεώρησαν καὶ οἱ προτείναντες καὶ ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτι δὲν ἔπρεπεν ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, φρονοῦντες ὅτι κυρίως ἔπρεπε νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν ταχύτητα· καὶ διὰ τοῦτο ὁ βουλευτὴς Κερκύρας μετ’ ἄκρας ἀκριβείας καὶ μετὰ δικαστικῆς αὐστηρότητος ἀνέφερε μὲν ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ τὸ ἱστορικὸν ὅλων τῶν πράξεων, αἵτινες ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς βάσεις κατηγορίας, ἀπέληξεν ὅμως εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος ἡ κατηγορία πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς τὰς πράξεις τὰς ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ· καὶ ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου παρέστησεν ὅτι ἐκτὸς τῶν ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ πράξεων ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι, αἵτινες δὲν πρέπει νὰ παραλειφθῶσιν· ὑπάρχουσιν αἱ ἐκλογικαὶ παραβάσεις, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ ἔχει ἰδιάζον συμφέρον νὰ τιμωρήσῃ· ὑπάρχουσιν αἱ καταχρήσεις ἐν τῇ διοικήσει καὶ τῇ διαχειρίσει· ἀλλὰ καὶ ὁ βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἀπέληξεν εἰς τὴν γνώμην ὅτι, ἐπὶ τοῦ παρόντος, πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὰς προταθείσας μόνον κατηγορίας, διότι ἄριστα ἐξέλεξαν οἱ κατηγοροῦντες τὰ θέματα, ἅτινα δὲν ἀποτελοῦσι πεδίον πρὸς ἀνάκρισιν. Ποῖα θέματα ἐξέλεξαν; Ἐξέλεξαν παραβάσεις πασιγνώστους, γεγονότα, ἐφ’ ὧν οὐδεμία ἀνάκρισις δύναται νὰ προσθέσῃ τι εἰς ὅσα γινώσκομεν. Δύναται μὲν ὡς πρός τινας τῶν πράξεων τούτων νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις ἂν εἶναι κατὰ νόμον κολάσιμοι ἢ οὔ, ὅπως εἶναι ἡ πρώτη ἀναφερομένη ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ, δύναται δέ, ὡς πρὸς ἄλλας, περὶ ὧν ἀμφισβήτησις δὲν ὑπάρχει ἀπολύτως ὡς πρὸς τὸ κολάσιμον, δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ αὐτῶν, οὐδεμία ὅμως ἀμφισβήτησις ὑπάρχει ἐπὶ τῶν γεγονότων, οὐδὲ ἡ ἀνάκρισις δύναται νὰ προσθέσῃ τι εἰς τὰ γεγονότα ἐκεῖνα. Τί δύναται νὰ μᾶς εἴπῃ ἡ ἀνάκρισις περὶ τοῦ πρώτου γεγονότος; Ὅτι συνῆλθον βουλευταὶ τὴν 30ην Νοεμβρίου καὶ τὴν 19ην Μαρτίου μέχρι τῆς 28ης τοῦ αὐτοῦ μηνὸς εἰς ἀριθμὸν ἐλάσσονα τῶν ἀπαιτουμένων, ἵνα ἀποτελέσωσι τὴν ἀπαρτίαν, καὶ προέβησαν εἰς ψήφισιν νόμων· περὶ τούτου οὐδεμία ἐπιτροπὴ δύναται νὰ προσθέσῃ τι εἰς ὅσα γινώσκομεν. Τί δύναται νὰ προσθέσῃ ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὰς ἄλλας τῶν ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ ἀναφερομένων πράξεων ὡς πρὸς τὰ γεγονότα, ἐφ’ ὧν στηρίζεται τὸ κολάσιμον τῶν πράξεων; τί δύναται νὰ προσθέσῃ εἰς ὅσα ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως περιέχει; Ἡ ἐφημερὶς αὕτη μαρτυρεῖ ὅτι ἐκυρώθησαν, ἐδημοσιεύθησαν καὶ ἐξετελέσθησαν οἱ ψευδεῖς νόμοι. Αὐταὶ εἶναι αἱ πράξεις, αὐτὰ εἶναι τὰ γεγονότα, ἐφ’ ὧν συζητοῦμεν· ἤδη δὲ ὅτε μᾶς προτείνουσι νὰ συστηθῇ ἐπιτροπὴ ἵνα ἀκριβεστέρας ἀνακρίσεις ἐνεργήσῃ ἐπὶ τῶν γεγονότων, ἔχω δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω τί πρόκειται νὰ μᾶς εἴπῃ, τὸ ὁποῖον δὲν γινώσκομεν; Ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν δὲ τῶν πράξεων ἐπίσης, ἀπαιτεῖται μᾶς εἶπον εἰδικὴ ἐπιτροπή, ἵνα ἐξετάσῃ τὸν ποινικὸν νόμον καὶ τὰς ἐν ἄλλοις νόμοις ὑπαρχούσας ποινικὰς διατάξεις καὶ συσχετίσῃ αὐτὰς πρὸς τὰ γεγονότα ταῦτα· ἀλλὰ τοῦτο ἐπράχθη ἤδη, ἀνετέθη εἰς ἐπιτροπὴν ἐκλεχθεῖσαν παρὰ τοῦ προέδρου καὶ ἥτις διεξήγαγε τὸ ἔργον αὑτῆς μετ’ εὐσυνειδησίας· τὸ ἔργον αὐτῆς ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὑπέστη βάσανον συζητήσεως τετραήμερον. Τί δύναται λοιπὸν νέα ἐπιτροπὴ παρ’ ἡμῶν ἤδη ἐκλεγομένη νὰ προσθέσῃ εἰς τὰ στοιχεῖα τὰ ἀπαιτούμενα, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ χαρακτηρίσωμεν τὰ γεγονότα ταῦτα καὶ νὰ εἴπωμεν εἰς ποίας τῶν ἐν τῷ ποινικῷ ἢ ἄλλῳ νόμῳ διατάξεων ὑπάγονται; Ἀλλ’ ἡ πρότασις περιέχει καὶ μίαν ἐξήγησιν· λέγει ὅτι πρόκειται νὰ κληθῶσιν εἰς ἀπολογίαν οἱ κατηγορούμενοι. Ἀλλ’ ἐπὶ τίνος γεγονότος; Καὶ ἐπὶ τούτου ἠκούσαμεν χθὲς ἑτέρας ἐξηγήσεις, ὅτι πρόκειται νὰ κληθῶσιν οἱ κατηγορούμενοι ἵνα ὁδηγηθῶμεν ἐκ τῆς γνώμης αὐτῶν περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῶν πράξεων. Ἂν τοῦτο λέγει τις, τότε βεβαίως ἀποδέχεται ὅτι δύναται νὰ κληθῇ εἰς ἀπολογίαν ὁ κατηγορούμενος καὶ ὅταν ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς πράξεως........
§16ΒΑΛΕΤΤΑΣ.....
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παρατηρεῖ ὁ βουλευτὴς Θήρας, ὅτι λέγει ἡ πρότασις ὅ,τι καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω. Ἡ πρότασις ὅμως, ἣν ἔχω ἐνταῦθα, λέγει τὸ ἐναντίον, τοὐτέστιν ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζέγγελη, ἡ ὁποία εἶναι βάσις τῆς ἀποφάσεως, εἰς ἣν πρόκειται νὰ προβῇ ἡ Βουλή.
§18ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἐπειδὴ ἐγεννήθη ἀμφισβήτησις περὶ τῆς ἐννοίας τῆς προτάσεως ταύτης, ἐγένετο νέα πρότασις, ἢ μᾶλλον ἐπεξήγησις, διότι ἡ πρότασις λέγει σύμφωνα πρὸς τὸ κατηγορητήριον· ὑποτίθεται λοιπόν, ὅτι βάσις τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἀνακριτικῆς εἶναι τὸ κατηγορητήριον· ἑπομένως ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς πράξεως εἶναι ἀπὸ τοῦδε δεδομένος.
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἤδη μανθάνω, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἐπιτροπῆς, ἥτις νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τοῦ χαρακτηρισμοῦ, ἀλλὰ πρόκειται ἡμεῖς νὰ προβῶμεν εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν καὶ τότε, κύριοι, ὁλόκληρος ἡ πρότασις δὲν βλέπω ποίαν σημασίαν ἔχει· δὲν ἔχομεν νὰ πράξωμεν ἕτερον παρὰ νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν καὶ φθάσωμεν εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς πράξεως, διότι ὁ βουλευτὴς Θήρας λέγει, ὅτι ἡ πρότασις περιέχει τὴν λύσιν διὰ τῆς ἀποδοχῆς τοῦ χαρακτηρισμοῦ, ὃν ἔδωκαν τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς Βουλῆς εἰς τὸ κατηγορητήριον τοῦτο. Ἀλλ’ ἡ διορισθεῖσα ἐπιτροπή, πλὴν ἑνὸς μέλους, καὶ τούτου μὴ ἀποδεχθέντος ὁριστικῶς τὸν ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ χαρακτηρισμὸν καὶ εἰπόντος ὅτι ἔχει ἀνάγκην περαιτέρω πληροφοριῶν, ἵνα δοθῇ κατάλληλος χαρακτηρισμός, ἡ διορισθεῖσα, λέγω, ἐπιτροπή, διὰ τῶν τεσσάρων μελῶν αὐτῆς, ἐθεώρησε τὸν χαρακτηρισμὸν ἐκεῖνον ὡς πλημμελῆ, καὶ τρία μὲν ἐξ αὐτῶν ὑπήγαγον τὴν πρᾶξιν εἰς τὸ ἄρθρον 487 τοῦ ποινικοῦ νόμου, τὸ ἕτερον δὲ εἰς τὰ ἄρθρα 476 καὶ 479. Κατὰ δὲ τὴν τετραήμερον συζήτησιν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ ἠκούσατε καὶ ἑτέρας γνώμας περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ· ἑπομένως δὲν εἶναι τὸ ζήτημα λελυμένον, ἐκ τούτου καὶ μόνον ὅτι προσαρτᾶται εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ζέγγελη ἡ ῥῆσις ὅτι θέλει στηριχθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς τὸ κατηγορητήριον τὸ γενόμενον ὑπὸ τῶν βουλευτῶν· διότι τὸ κατηγορητήριον τοῦτο ἀπέκρουσεν ἡ ἐπιτροπή, εἰς ἣν ὑπεβλήθη πρὸς ἐξέτασιν ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν πράξεων, ἀποδεξαμένη αὐτὸ μόνον ὡς πρὸς τὰ γεγονότα. Ἀλλά, κύριοι, ἐὰν πρόκειται νὰ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὸν χαρακτηρισμόν, τὸ ζήτημα τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἔχει βεβαίως τὸν χαρακτῆρα, ὃν εἶχε πρότερον· δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον ζήτημα περὶ Ἐπιτροπῆς, διότι θ’ ἀκολουθήσωμεν ὡς πρὸς τοῦτο τὴν σειρὰν τῶν τῆς συνήθους διαδικασίας τύπων. Ἀφοῦ ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ, κατ’ ἀρχήν, ἕνα οἱονδήποτε χαρακτηρισμόν, θέλει ἐκλέξει ἀνακριτικὴν ἐπιτροπήν, ἥτις νὰ προβῇ εἰς τὰς πράξεις ἐκείνας, αἵτινες, εἴτε κατ’ οὐσίαν εἴτε κατὰ τύπους, εἶναι ἀναγκαῖαι εἰς τὴν ἐξέτασιν ταύτην· πρόκειται δὲ ἐπὶ τοῦ προκειμένου περὶ πράξεων ἐχουσῶν ἁπλῶς τυπικὸν χαρακτῆρα. Ὥστε ζήτημα δὲν ὑπάρχει περὶ διορισμοῦ ἐπιτροπῆς μετὰ τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς πράξεως· ζήτημα τοιοῦτον ἐγεννήθη, προκειμένου περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς πρὸς χαρακτηρισμὸν τῶν πράξεων. Ἂν δὲ πρόκειται περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ἐμβριθῶς ὁποῖόν τινα θὰ δώσωμεν χαρακτηρισμόν, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι σπουδαιότατον. Πολλοὶ εἶπον, ὅτι εἶναι ἀδιάφορον ποῖον θὰ δώσωμεν χαρακτηρισμὸν εἰς τὰς πράξεις ταύτας, εἶπον ὅτι ἡ ἐπιβλητέα ποινὴ θὰ ἐξευρεθῇ ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου, εἶπον ὅτι εἶναι ἀδιάφορον ἂν καὶ ἡμεῖς δώσωμεν χαρακτηρισμόν, τὸν ὁποῖον τὸ δικαστήριον δὲν ἐγκρίνει. Ἐγὼ ταῦτα πάντα οὐδόλως παραδέχομαι· ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιδιώκομεν τὴν κατηγορίαν, εἰμὴ μόνον χάριν τῆς τιμωρίας· μόνον διὰ τῆς τιμωρίας θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, εἰς ὃ ἀφορᾷ ἡ ποινικὴ τῶν ὑπουργῶν εὐθύνη· ἄλλως, ἠδυνάμεθα νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν πολιτικὴν εὐθύνην. Ἀλλὰ τὴν πραγματοποίησιν τῆς ποινικῆς εὐθύνης καὶ ὁ τόπος ἀπαιτεῖ καὶ ἡμεῖς ἐπιδιώκομεν· ἐὰν δὲ κακῶς διατυπώσωμεν τὴν κατηγορίαν, οὐ μόνον δὲν ἐκπληροῦμεν τὸν σκοπὸν ἡμῶν, ἀλλὰ δίδομεν εἰς τοὺς πρώην ὑπουργοὺς περιφανῆ νίκην. Πρέπει λοιπὸν πολὺ νὰ προσέξωμεν κατὰ τίνα τρόπον θὰ χαρακτηρίσωμεν τὴν πρᾶξιν, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ἐνῷ ἡμεῖς ὡς πολιτικὸν σῶμα ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῶμεν, τὸ σῶμα, ὅπερ θὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόφασιν, οὐδένα ἔχει πολιτικὸν χαρακτῆρα. Εἴς τινα κράτη ἐδόθη καὶ εἰς τὸ δικαστικὸν σῶμα, τὸ δικάζον τὰ ζητήματα τῆς εὐθύνης, πολιτικὸς χαρακτήρ, εἰς ἄλλα ἐδόθη μικτός· ἐνταῦθα ὅμως τὸ Σύνταγμα ἠκολούθησε τὸ παράδειγμα ἑτέρων Ἐπικρατειῶν, καθ’ ὃ τὸ σῶμα ἐκεῖνο εἶναι καθαρῶς δικαστικὸν, καὶ ἡ προτίμησις σώματος καθαρῶς δικαστικοῦ ἀποδεικνύει τί τὸ Σύνταγμα ἐνόει, ὅτε ἀνέθηκεν εἰς τοιοῦτον δικαστήριον τὴν ὁριστικὴν ψῆφον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως. Ἠθέλησε τὸ Σύνταγμα τὴν κατηγορίαν ν’ ἀναθέσῃ εἰς σῶμα ἐπηρεαζόμενον ἐκ σκέψεων πολιτικῶν, ἀλλ’ ἵνα τὸ σῶμα τοῦτο μὴ ἐξέλθῃ τῶν δικαστικῶν ὁρίων, τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασιν ἀνέθηκεν εἰς σῶμα δικαστικὸν, ἵνα ἡ κατηγορία τότε μόνον ἀποβῇ ἀποτελεσματικὴ, ὅταν διατυπωθῇ κατὰ τοὺς δικαστικοὺς κανόνας. Εἶπον καὶ χθὲς, ἐπαναλαμβάνω δὲ καὶ σήμερον, καὶ δὲν τὸ λέγω, ἵνα προκαλέσω σκάνδαλον, εἶπον ὅτι εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην εἶναι ἀνάγκη νὰ προβῶμεν ἄνευ διαιρέσεων καὶ ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τῆς πλειονοψηφίας· εἶπον ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἀκαδημία λύουσα τὰ ζητήματα ἀφηρημένως καὶ θεωρητικῶς, ὅτι εἶναι σῶμα, τὸ ὁποῖον σκοπεῖ εἰς πρακτικὴν λύσιν τῶν ζητημάτων· αἱ δὲ πρακτικαὶ λύσεις ἐντὸς τῶν πολυμελῶν σωμάτων δὲν δύνανται νὰ ἐπιτευχθῶσιν ἄλλως εἰμὴ διὰ τῆς συμπράξεως τῶν διαφόρων στοιχείων, ἐξ ὧν τὰ σώματα ταῦτα ἀπαρτίζονται, καὶ διὰ τῆς καταλλήλου διωργανώσεως τῶν στοιχείων τούτων. Ἐπὶ κεφαλῆς τῆς διωργανώσεως ταύτης ἵσταται ἡ Κυβέρνησις, πρέπει δὲ ἡ ἰδέα τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ᾖναι ἀφετηρία τῶν σκέψεων ἡμῶν, καὶ ἔχω τὴν ἐλπίδα ὅτι δὲν θέλει ἐγκαταλείψει ἡ Κυβέρνησις τὴν Βουλὴν ἄνευ ὁδηγίας εἰς τὰς περιστάσεις ταύτας. Ἀλλὰ, πρὶν ἢ καθήσω, ὀφείλω νὰ προσθέσω τι, ὅπερ δὲν ἠθέλησα νὰ εἴπω ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ἵνα μὴ δώσω οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην ἀφορμὴν εἰς διακοπὴν τῆς παρούσης συζητήσεως, ἥτις πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ, καὶ οὐδὲν ἐπεισόδιον πρέπει νὰ τὴν διακόψῃ· εἶναί τι ὅμως τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εἴπω ὡς προειδοποίησιν. Χθὲς, κύριοι, ἐῤῥέθη ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ παρ’ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅτι ἐκτὸς τῆς εὐθύνης, ἣν ὀφείλουσιν οἱ ὑπουργοὶ περὶ τῶν ὁποίων συζητοῦμεν ἀπό τινων ἡμερῶν, ὀφείλουσιν εὐθύνας καὶ ἄλλοι ὑπουργοί· οἱ δὲ ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι ἀπετέλουν τὴν Κυβέρνησιν, ἧς ἤμην καὶ ἐγὼ μέλος· καὶ εἶμαι εὐτυχὴς, κύριοι, ὅτι μοὶ δίδεται ἡ ἀφορμὴ αὐτὴ, ἵνα ἐκφράσω τὴν περὶ τούτου γνώμην μου, ἵνα ἐκφράσω τὴν μεγάλην εὐχαρίστησιν, μεθ’ ἧς θέλω παρασταθῆ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα δώσω εὐθύνας. Νομίζω ὅτι, ἀφοῦ ἐῤῥίφθη τοιαύτη μομφὴ, ἐνῷ δὲν πρέπει διὰ τοῦτο νὰ διακόψωμεν οὐδόλως τὴν παροῦσαν συζήτησιν, πρέπει ὅμως ἅμ’ ὡς ᾖναι δυνατὸν, ἄνευ διακοπῆς τῆς συζητήσεως ταύτης, νὰ προκληθῇ δευτέρα συζήτησις περὶ τῆς εὐθύνης ἡμῶν, καὶ δέον ἄνευ ἀναβολῆς νὰ πράξωμεν τοῦτο, διότι προβαινούσης τῆς Βουλῆς εἰς κατηγορίαν κατὰ ὑπουργῶν, δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ μεταξὺ τῶν μελῶν αὐτῆς πρώην ὑπουργοὺς, οἵτινες νὰ δύνανται νὰ ὑποληφθῶσιν ὡς θέλοντες ἴσως νὰ διαφύγωσι τὴν κατηγορίαν δι’ ἑαυτούς· οὐδ’ ἐγὼ, ὅστις εἶμαι ἐναντίος πάσης ἐπιεικείας πρὸς τοὺς πρώην ὑπουργοὺς, ὅστις βλέπω ἐν τῇ ἐπιεικείᾳ τὴν ἀνοχὴν πρὸς τὸ ἔγκλημα, οὐδ’ ἐγὼ ἐπιτρέπω εἰς οὐδένα νὰ δείξῃ ἀνοχὴν πρὸς ἐμὲ, οὐδ’ ἀνέχομαι νὰ δώσω ψῆφον κατὰ ὑπουργῶν ἄλλων, χωρὶς νὰ ἠξεύρω ὅτι καὶ ἐγὼ θὰ κληθῶ νὰ δώσω εὐθύνας, καὶ ὅτι θὰ μοὶ δοθῇ εὐκαιρία νὰ ἀποδείξω ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, ὅτι προσκαλούμενος νὰ δώσω ψῆφον, καὶ ψηφίζων κατὰ ὑπουργῶν, οἵτινες κατηγοροῦνται ὅτι παρεβίασαν τοὺς νόμους, ἐγὼ πρῶτος ἐσεβάσθην αὐτούς.
§20ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐχάρην ὅταν ἤκουσα ὅτι ὁ κ. Ζέγγελης ἐζήτησε τὸν λόγον, διότι ἤλπισα ὅτι θέλει μὲ φωτίσει ἐπὶ τῆς προτάσεώς του, τὴν ὁποίαν ἐγκατέλειψεν ἄνευ ὑποστηρίξεως, πεποιθὼς βεβαίως εἰς τὴν ὀρθότητά της, ἀλλὰ διὰ τοῦτο εἶχε καθῆκον νομίζω νὰ φωτίσῃ καὶ τοὺς ἄλλους τοὺς μὴ εἰδήμονας τῆς νομικῆς ἐπιστήμης, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν νὰ φωτισθῶσι.
§21ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Ὑπεστηρίχθη παρ’ ἄλλων.
§22ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Διὰ τοῦτο τὴν ἐγκατέλειψες κ. Ζέγγελη; —Ἀλλ’ ἀφοῦ μᾶς ἐγκατέλειψε καὶ ὁ κ. Ζέγγελης, φίλοι συνάδελφοι, ὅσοι δὲν εἶσθε νομικοί, ὡς ἐμέ, ἂς προσπαθήσωμεν νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκόν μας μόνοι, ἐξετάζοντες ποῖον εἶναι τὸ καθῆκόν μας ἐντὸς Βουλῆς, ἡ ὁποία προσκαλεῖται νὰ λύσῃ σοβαρὸν νομικὸν ζήτημα καὶ νὰ τὸ λύσῃ διὰ τῶν ψήφων καὶ ἡμῶν τῶν μὴ νομικῶν. Ἐξελέχθημεν, κύριοι, καὶ ἐξελέχθημεν πάντες ὑπὸ ῥητὴν ἐντολήν, καὶ οἱ ἀξιότιμοι τρεῖς διὰ τῶν διαδηλώσεών των καὶ τοῦ γνωστοῦ ὡς πρὸς τοῦτο τὸ μέρος πρωτοκόλλου, καὶ ὁ ἀξιότιμος τέταρτος διὰ τῶν ἐπισήμων προκηρύξεών του ὡς ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως καὶ οἱ φίλοι τῶν τριῶν καὶ οἱ τοῦ τετάρτου ὅλοι ἐξελέχθημεν μὲ κοινὸν πρόγραμμα· ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο ὅλοι ἐλάβομεν τὴν αὐτὴν ἐντολὴν περὶ τοῦ ὑπὸ σκέψιν ζητήματος, τὴν ἐντολὴν νὰ ζητήσωμεν εὐθύνας ἀπὸ τοὺς πεσόντας ὑπουργούς, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο εἴμεθα καὶ δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ ἤμεθα σύμφωνοι· εἴμεθα καὶ δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ ἤμεθα σύμφωνοι ὅτι ἔγκλημα ἢ ἐγκλήματα ἐτελέσθησαν, εἴμεθα καὶ δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ ἤμεθα σύμφωνοι ὅτι διὰ τὰ ἐγκλήματα ταῦτα ὀφείλομεν νὰ τὰ κατηγορήσωμεν, εἴμεθα καὶ δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ ἤμεθα σύμφωνοι ὅτι διὰ τὰ ἐγκλήματα ταῦτα ὀφείλομεν νὰ ζητήσωμεν τὴν τιμωρίαν τῶν διαπραξάντων αὐτά. Οὐδεὶς τῶν ἄχρι τοῦδε ἀγορευσάντων ἀντέτεινε καὶ δὲν ἠμποροῦσε ν’ ἀντιτείνῃ εἰς τὴν ἰδέαν ταύτην, τὴν ἀρχὴν ταύτην· καὶ ἦτο νομίζω καλόν, ἀλλ’ ὄχι καὶ ἀναγκαῖον νὰ μᾶς ὑπενθυμίσωσιν ὅτι ὡς πρὸς τοῦτο εἴμεθα σύμφωνοι ὅλοι· εἷς μόνος εὑρέθη διαφωνῶν, ὁ ἀξιότιμος κύριος Παπαμιχαλόπουλος· ἀλλὰ ἡ διαφωνία τοῦ ἑνός, τοῦ ὁποίου τὰ αἴτια καλῶς τὰ γινώσκομεν καὶ δυνάμεθα νὰ τὰ ἐκτιμήσωμεν, οὐδεμίαν ἔχει ἐπιῤῥοὴν ἐνώπιον τῆς συμφωνίας τοῦ ὅλου. Ποῦ ἄρχεται ἡ διαφωνία μας, κύριοι; —διότι μὲ ὅλην τὴν φαινομένην ὁμοφωνίαν μας διαφωνοῦμεν καὶ διαφωνοῦμεν ῥιζικῶς —ποῦ ἄρχεται ἡ διαφωνία μας; Οἱ μέν, καὶ οὗτοι εἶναι οἱ ὀλιγώτεροι, ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων τῶν παραδεχομένων τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν προεξέθεσα καὶ προεξεθέσατε, οἱ μὲν λέγουσιν: οὐδὲν ἄλλο ὀφείλομεν ἢ νὰ κατηγορήσωμεν· περὶ τῶν μετὰ ταῦτα δὲν μᾶς μέλει, δὲν εἶναι φροντὶς ἐδική μας· ἂν τὸ δικαστήριον καταδικάσῃ ἢ ὄχι, εὐθύνεται τὸ δικαστήριον, ἡμεῖς ἐξεπληρώσαμεν τὸ καθῆκόν μας, ἐξεπληρώσαμεν τὴν ἐντολήν μας. Ἔχουσιν ἐν μέρει δίκαιον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι οἱ οὕτω συλλογιζόμενοι· διότι ἡ Βουλή, διατυπώσασα καὶ ἀπαγγείλασα τὸ κατηγορητήριον, ἐξετέλεσεν ὅ,τι ἀπὸ αὐτὴν ἐξηρτᾶτο· καὶ μέγα βῆμα τῷ ὄντι γίνεται, ἂν ἡ Βουλὴ ἀρχίσῃ νὰ κάμῃ τὸ πρῶτον τοῦτο βῆμα εἰς τὴν ὁδὸν τῆς εὐθύνης· ἀλλ’ οἱ Βουλευταὶ τῆς ἐνεστώσης Βουλῆς, οἱ Βουλευταὶ τῆς Ἑλλάδος διὰ νὰ ἐκφρασθῶ καθαρώτερον, ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των, ἐξεπλήρωσαν τὴν ἐντολήν, ἣν ἀνεδέχθησαν, ἐξεπλήρωσαν τὴν ὑπόσχεσιν, ἣν ἔδωκαν εἰς τοὺς ἐντολεῖς των, ἐὰν τυχὸν τὸ κατηγορητήριον, τὸ ὁποῖον διετύπωσαν, ἂν ὁ δρόμος τὸν ὁποῖον ἐβάδισαν εἰς τὴν διεξαγωγὴν τοῦ κατηγορητηρίου εἶναι τοιαῦται ὥστε τὸ κατηγορητήριον νὰ ναυαγήσῃ ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἢ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων; ὄχι. Καὶ δὲν εἴμεθα ἀπηλλαγμένοι τοῦ μεγάλου τούτου κινδύνου, διότι δὲν εἴμεθα Βουλὴ ἔχουσα ἐνώπιόν της νόμον περὶ εὐθύνης ἀκριβῶς ὁρίζοντα, διατυποῦντα ποῦ θὰ βαδίσωμεν καὶ ποῦ θὰ διευθυνθῶμεν· δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ διευθύνωμεν τὴν τύχην τοῦ κατηγορητηρίου ἀφοῦ φύγῃ ἀπὸ τὰς χεῖράς μας, εἶναι τὰ δικαστήρια, καὶ τὰ δικαστήρια ὀφείλουν καὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ κινηθῶσιν εἰμὴ ἐντὸς ἀκριβῶς ὡρισμένων ὑπὸ τοῦ νόμου τύπων· καὶ ἤθελεν εἶσθαι μέγα τὸ βῆμα, ἂν ἡ Βουλὴ ἐκπληρώσῃ αὐτὸ τὸ πρῶτον, διὰ πρώτην φοράν, βῆμα ἐν Ἑλλάδι, κατηγοροῦσα ὑπουργούς· ἀλλ’ ὄχι μόνον δὲν θέλει ἐκπληρώσει τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε, ὄχι μόνον δὲν θέλει ἐκπληρώσει τὴν ὑπόσχεσιν, ἣν ἔδωκεν εἰς τοὺς ἐντολεῖς της ἵνα φροντίσῃ περὶ τῆς ποινῆς τῶν ὑπουργῶν, ἀλλὰ δὲν θέλει ἐπιτύχει διόλου τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει διὰ τοῦ κατηγορητηρίου τούτου, θέλει μάλιστα ἐπιτύχει σκοπὸν ὅλως διόλου διαφορετικόν. Ἡ κοινωνία, ὁ τόπος, ὁ λαὸς περιμένει τὴν καταδίκην τῶν ὑπουργῶν ἐκείνων ὡς ἱκανοποίησίν του δι’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔπραξαν· ἂν ἡ καταδίκη αὐτὴ ὁπωσδήποτε διὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον λόγον ναυαγήσῃ, ὁ λαὸς, ἂν τυχὸν εἰς τὸ μέλλον, ὃ μὴ γένοιτο, παρουσιασθῶσι τὰ ὅμοια, δὲν θέλει λάβει τὴν ὑπομονὴν τὴν ὁποίαν ἔλαβε, θέλει σκεφθῇ εἰς αὐτοδικίαν, θέλει σκεφθῇ τότε πράγματι διὰ ἐπανάστασιν· ἐνῷ ἂν προσέξωμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν καταδίκην τῶν ὑπουργῶν αὐτῶν, ὁ λαὸς ἐν τῷ μέλλοντι θέλει βαδίσει ὡς ἐβάδισε τώρα, θέλει περιμένει νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ δίκαιά του διὰ τοῦ νόμου, καὶ δὲν θέλει σκεφθῆ δι’ αὐτοδικίαν. Ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἐξασφαλίσεως τῆς τιμωρίας, (καὶ προσπαθῶ, φίλοι συνάδελφοι, ὅσοι δὲν εἶσθε ὡς ἐμὲ νομικοὶ, νὰ ἐξακολουθήσω τὴν σειρὰν τῶν λόγων ἡμῶν τῶν μὴ νομικῶν), ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς τιμωρίας, ποῖον ἄρθρον τοῦ ποινικοῦ νόμου θὰ ἐπικαλεσθῶμεν, διὰ ποῖον ἔγκλημα θὰ τοὺς κατηγορήσωμεν, καὶ ἐδῶ ἄρχεται ἡ διαφωνία μεγαλειτέρα τῆς πρώτης, διότι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι οἱ γνῶσται τοῦ νόμου, οἱ ὁποῖοι ὤφειλον νὰ μᾶς ποδηγετήσωσι, μᾶς συγχύζουν καὶ μᾶς ἀρχίζουσιν ἀπὸ ἀδίκημα τιμωρούμενον διὰ χρηματικῆς ποινῆς μέχρι τοῦ ἐγκλήματος τῆς ἐσχάτης προδοσίας τοῦ τιμωρουμένου μὲ τὴν ἀνωτάτην ποινὴν τὴν τοῦ θανάτου· δὲν εἶναι θάνατος, διότι εἶναι πολιτικὸν ἔγκλημα, ἀλλὰ τέλος πάντων εἶναι ἡ ἀνωτάτη ποινὴ μετὰ τὸν θάνατον· τί νὰ πράξω, καθὼς ἔλεγε καὶ ὁ ἀξιότιμος Κανάρης χθὲς τὸ ἑσπέρας, τί νὰ κάμω ἐγὼ ὁ μὴ νομικὸς εἰς αὐτὴν τὴν ἀντίφασιν τῶν ἀξιοτίμων νομικῶν, ὁ ὁποῖος οὐδὲν ἧττον θὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου καὶ τοῦ ὁποίου ἡ ψῆφος εἰς τὴν πλάστιγγα, ἡ ὁποία θὰ ἀποφασίσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, θὰ βαρύνῃ ἐξ ἴσου ὡς καὶ ἡ τοῦ νομικοῦ; Σκέπτομαι ὡς πολίτης, σκέπτομαι μὲ τὸν κοινὸν νοῦν ἀφοῦ οἱ νομομαθεῖς μᾶς ἐγκαταλείπουσι καὶ λέγω: εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην εἶμαι ὑπὲρ τῆς αὐστηροτάτης ποινῆς, εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην εἶμαι καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τοῦ ἐγκλήματος τῆς ἐσχάτης προδοσίας, διότι χωρὶς νὰ περιπλακῶ εἰς νομικὰ ζητήματα ἔχω πλήρη ἐν ἐμοὶ συνείδησιν καὶ πεποίθησιν ὅτι οἱ ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι δὲν εἰργάσθησαν δι’ ἄλλο τι εἰμὴ ὄχι διὰ νὰ καταλύσουν (διότι δὲν πιστεύω νὰ ἦλθεν εἰς τὸν νοῦν τοῦ Βούλγαρη νὰ καταλύσῃ τὸ Σύνταγμα, διότι δὲν ἦτο οὔτε τόσον ἀνόητος, οὔτε τὸν συνέφερε) ἀλλὰ κατὰ ἔκφρασίν του διὰ νὰ τὸ μετασχηματίσωσιν· ἔχω πλήρη τὴν πεποίθησιν, ἔχω πλήρη τὴν συνείδησιν ὅτι διὰ τοῦτο εἰργάσθη, διὰ τοῦτο ἐργάζεται· εἶμαι λοιπὸν ὑπὲρ τῆς αὐστηροτάτης ποινῆς καὶ ὑπὲρ τοῦ αὐστηροτάτου καὶ μεγάλου τούτου ἐγκλήματος· καὶ διότι, ἐπαναλέγω, δι’ ἐμὲ ὅσον αὐστηροτέρα ποινὴ ἐπιβληθῇ εἰς τοὺς ὑπουργοὺς τόσον περισσότερον θὰ προλάβωμεν εἰς τὸ μέλλον πᾶν ἐνδεχόμενον ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ κίνημα αὐτοδικίας ὅπως ὑπερασπίσῃ τὰ δίκαιά του. Τὸ ζήτημα τῆς μεγαλειτέρας ποινῆς εἶναι ζήτημα οὐχὶ ἐκδικήσεως, οὐχὶ τιμωρίας κατὰ τῶν ὑπουργῶν, ἀλλὰ ζήτημα τάξεως καὶ ἐξασφαλίσεως τῆς δημοσίας ἡσυχίας, εἶναι δὲ καὶ ζήτημα ἐπιεικείας ὑπὲρ τῶν ὑπουργῶν ἐκείνων, διότι ἂν καταδίκη ἐπέλθῃ τοιαύτη ὥστε νὰ ἱκανοποιῆται ἡ κοινωνία, τότε ταχέως καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ εἰς ἡμᾶς θὰ ἀναπτυχθῇ τὸ φυσικὸν εἰς τὸν Ἕλληνα αἴσθημα τοῦ οἴκτου, καὶ θὰ ζητήσωμεν ταχέως τὴν ἀπαλλαγήν των διὰ τῆς χάριτος. Εἶμαι λοιπὸν ὑπὲρ αὐτῆς τῆς ἰδέας, ἀλλ’ ἠμπορῶ νὰ τὴν ἐφαρμόσω; Ἐσκέφθην μόνος μου καὶ ἐζήτησα τὴν γνώμην ἰσχυρῶν νομικῶν καὶ ἐκ τούτου τί μοῦ προέκυψεν; ὅπως ὁ Βούλγαρης καὶ τὸ ὑπουργεῖον του κατηγορηθῇ ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ —καὶ πολλοὶ τῶν ἐντίμων προαγορευσάντων συναδέλφων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπεστήριξαν ἰσχυρῶς τὴν ἰδέαν ταύτην—ὀφείλομεν ν’ ἀποδείξωμεν τὰ ἔπακρα τοῦ νόμου, ὅτι συνώμοσεν, ὅτι μετεχειρίσθη βίαν ἄμεσον. Ὑποθέτω, κύριοι, τὸν Βούλγαρην ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου θὰ κατηγορηθῇ ὅτι ἐζήτησεν ὄχι νὰ καταλύσῃ, ἐπαναλέγω, ἀλλὰ νὰ μετασχηματίσῃ τὸ Σύνταγμα, νομίζετε ὅτι θὰ τὸ ἀρνηθῇ; δὲν τὸ πιστεύω, δὲν τὸ πιστεύω. Εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ εἴπῃ, «τί μὲ ἐρωτᾶτε, ἂν ἐζήτησα, ἂν εἶχα κατὰ νοῦν ὅτι τὸ παρὸν πολίτευμα πρέπει νὰ μεταλλάξῃ; δὲν γινώσκετε ὅτι τοῦτο εἶναι ἰδέα ἀπὸ πολλοῦ καιροῦ κυκλοφοροῦσα, δημοσίᾳ ὑποστηριζομένη, καὶ ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας τὰς ὁποίας ἡ ἐξουσία ἐπλήρωνεν; Εἶχον, θὰ εἴπῃ, καὶ ἔχω τὴν ἰδέαν, νὰ ἀλλάξω τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν, δὲν μοῦ φαίνεται ὅτι εἶναι καλή· εἶχον καὶ ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι πρέπει παρὰ τὴν Βουλὴν νὰ συγκροτηθῇ καὶ δεύτερον σῶμα, τὸ ὁποῖον νὰ τὸ ὀνομάσω, ἂν θέλετε, Γερουσίαν· εἶχον καὶ ἔχω τὴν δεῖνα καὶ δεῖνα ἰδέαν καὶ τὰς ἔχω ἀκόμη· εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργήσω ὑπὲρ αὐτῶν, τὸ Σύνταγμα τὸ ὑπάρχον μοῦ ἔδιδε τὸ δικαίωμα νὰ προβῶ μετὰ δεκαετίαν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς του καὶ ἡ δεκαετία συνεπληρώθη· διὰ νὰ προβῶ ἔφθανε νὰ ἔχω 145 Βουλευτὰς καὶ τοῦτο ἐπεδίωξα· δὲν συνώμοσα, ἂς μοῦ ἀποδείξουν τὴν συνωμοσίαν.» Πιστεύετε ποτὲ ὅτι θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἀποδείξωμεν ὅτι ὁ κ. Βούλγαρης συνώμοσε νὰ καταλύσῃ τὸ Σύνταγμα; Ἔχομεν τὰς πράξεις του, τὰ ἐκλογικά, τὰς ἄλλας παραβάσεις τῶν νόμων, ἀλλὰ ἐκεῖνος θὰ σᾶς ἀπαντήσῃ: «Τὸ γνωρίζετε, οὕτω ἐγὼ ἔμαθα νὰ ἐνεργῶ τὰς ἐκλογάς, οὕτω τὰς ἐνήργησα καὶ πρὸ τῆς μεταπολιτεύσεως, οὕτω καὶ μετὰ τὴν μεταπολίτευσιν, οὕτω καὶ κατὰ τὸ 1868 καὶ τὸ γινώσκετε, οὕτω καὶ κατὰ 1872 καὶ τὸ γινώσκετε, οὕτω τὰς ἐνήργησα καὶ κατὰ τὸ 1874· ἂν κατὰ τὸ 1874 προέβην κἄτι τι περισσότερον, ὑπέκυψα εἰς τὸν νόμον τῆς προόδου, δὲν ἠμποροῦσα νὰ τὸν ἀθετήσω· ἂν δέ ποτε ἐγένετο ἀπόπειρα (θὰ προσθέσῃ) ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, ἂν ποτε ἐγένετο ἀπόπειρα ὄχι νὰ κατηγορηθῶ, ὄχι νὰ τιμωρηθῶ, ἀλλὰ νὰ ἐπιπληχθῶ διὰ τὴν διαγωγήν μου ταύτην, ἡ ἀπόπειρα ἐναυάγησεν· ἦτο λοιπὸν δόγμα μου πασίγνωστον, θὰ σᾶς εἴπῃ ὁ Βούλγαρης, ὅτι τὰ ἠθικὰ μέσα ἐπεμβάσεως, ὡς ἐγὼ τὰ λέγω, εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ μεταχειρισθῶ κατὰ τὰς ἐκλογάς, καὶ οὕτω πράττων εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ἐγκλήματα κατὰ τοῦ Συντάγματος καὶ κατὰ τῆς πολιτείας δὲν ἔκαμα· ἀλλὰ νομίζετε ὅτι παρεβίασα τὸν ἐκλογικὸν νόμον; κατηγορήσατέ με διὰ τὴν παράβασιν ταύτην.» Τί ἄλλο θὰ πράξῃ τότε τὸ δικαστήριον ἢ ν’ ἀπολύσῃ, ἂν φέρωμεν κατηγορίαν ἐσχάτης προδοσίας; Ἰδοὺ οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους δὲν δύναμαι νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ τῆς προτάσεως κατηγορίας δι’ ἐσχάτην προδοσίαν, διότι ἂν τοιαύτη πρότασις διατυπωθῇ θὰ ναυαγήσῃ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου· καὶ δὲν πιστεύω νὰ ᾖναι ὀρθή, καὶ κατὰ τοῦτο τὸ ὁποῖον θὰ εἴπω τώρα, ἡ γνώμη ἐκείνων οἱ ὁποῖοι λέγουν «ἂς διατυπώσωμεν ἡμεῖς τὸ κατηγορητήριον ὅπως ἡμεῖς καλλίτερον τὸ νομίσομεν, καὶ ἂν τὸ δικαστήριον δὲν θελήσῃ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον, μεταξὺ ἡμῶν καὶ αὐτοῦ θὰ δικάσῃ ὁ τόπος, θὰ δικάσῃ ἡ ἱστορία.» Ἡ ἔκφρασις αὕτη ἡ ὁποία ἐμφαίνει, μοῦ ἔκαμε τοὐλάχιστον τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἐμφαίνει, ἰδέαν τινὰ δυσπιστίας πρὸς τὸ δικαστήριον, νομίζω ὅτι εἶναι ἄδικος· δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν, κύριοι, ὅτι εἰς τὰς ἡμέρας ἐκείνας διὰ τὰς ὁποίας ὁλονὲν κατηγοροῦμεν τοὺς αὐτουργοὺς, εἰς τὰς ἡμέρας ἐκείνας, καθ’ ἃς ὅλαι αἱ ἐξουσίαι ὑπέκυψαν ὑπὸ τὴν μάστιγα τοῦ αὐθαιρέτου, μόνη ἄγκυρα μᾶς ἔμεινεν ἡ δικαστικὴ ἐξουσία· δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν τὰς μεγίστας ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσέφερον τὰ δικαστήρια· πρέπει νὰ ἤμεθα βέβαιοι ὅτι ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων μας τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν κινδυνεύει, φθάνει μόνον νὰ τὸ παρουσιάσωμεν ὑπὸ τοὺς τύπους ἐκείνους ὑπὸ τοὺς ὁποίους τὰ δικαστήρια δύνανται νὰ ἐφαρμόσωσι τοὺς νόμους.
§23ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Σκιαμαχεῖς· δὲν πρόκειται περὶ δικαστηρίων.
§24ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἤκουσα ἐπὶ 4 ἡμέρας, ἂν ὄχι συνεχῶς, ἀλλὰ κατὰ διαστήματα οὐδὲν ἄλλο ἢ σκιαμαχίας. Ὅπως μὴ σκιαμαχήσω καὶ ἐγὼ ἐζήτησα νὰ μὲ βοηθήσητε οἱ νομομαθεῖς διὰ νὰ ἠμπορέσω νὰ ἔλθω εἰς τὸν πρακτικὸν τὸν δρόμον· μὲ ἐγκατελείψατε· πρέπει νὰ μὲ ἀκούσῃς τώρα μὲ ὑπομονὴν, ἔστω καὶ ἂν σκιαμαχῶ καὶ ἐγώ. Δὲν πρόκειται μόνον, κύριοι, νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ ἀκριβοῦς χαρακτηρισμοῦ τῆς πράξεως καὶ περὶ τῆς ποινῆς, τὴν ὁποίαν θὰ προτείνωμεν, πρόκειται νὰ σκεφθῶμεν ἀκόμη ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προεῖπεν ὁ κ. Τρικούπης· ὀφείλομεν νὰ βαδίσωμεν ταχέως. Ὁ κακὸς χαρακτηρισμὸς τῆς πράξεως, ἡ κακὴ ἐπίκλησις ἐκ μέρους ἡμῶν τῶν μὴ ἁρμοδίων ἄρθρων τοῦ ποινικοῦ νόμου δύναται νὰ κάμῃ τὴν ὑπόθεσιν νὰ ναυαγήσῃ εἰς τὰ δικαστήρια, ἡ δὲ ἔλλειψις ταχύτητος δύναται νὰ κάμῃ τὴν ὑπόθεσιν νὰ ναυαγήσῃ ἐντὸς τῆς Βουλῆς, πρὶν φθάσῃ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων· καὶ λέγων ταχύτητα, δὲν ἐννοῶ ἐκείνην ἡ ὁποία δὲν θὰ μᾶς ἀφήσῃ καιρὸν νὰ σκεφθῶμεν, ἀλλὰ ταχύτητα, ἡ ὁποία θὰ προλάβῃ τὴν βραδύτητα, ἥτις δύναται νὰ κάμῃ τὴν ὑπόθεσιν νὰ ναυαγήσῃ. Οἱ γινώσκοντες κάλλιον ἐμοῦ τὴν ἱστορίαν τῶν κοινοβουλίων, κάλλιον ἐμοῦ ἐξ ἴσου γινώσκουσιν ὅτι πολλάκις εἰς τὰ πολυμελῆ ταῦτα σώματα αἱ ὑποθέσεις αἱ φαινόμεναι ὡς μᾶλλον ἀσφαλεῖς, αἱ φαινόμεναι ὅτι ἤδη ἤγγισαν εἰς τὸ τέρμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπόθουν νὰ τὰς ὁδηγήσωσι, διὰ μιᾶς αἰφνιδίας ἐξάψεως ἐχάθησαν, δι’ ἑνὸς ἀπροσδοκήτου γεγονότος ἐναυάγησαν καὶ ἐναυάγησαν ὁριστικῶς. Δὲν τρέχω εἰς παραδείγματα ξένων κοινοβουλίων, δὲν θέλω νὰ ὑπομνήσω πρόσφατον χθεσινὸν ἰδικόν μας γεγονός, ἀλλὰ περιορίζομαι εἰς ἓν τῆς κοινοβουλευτικῆς μας ἱστορίας παρελθὸν, τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει μὲ τὰ παρόντα, καὶ οὐδεὶς ὡς ἐκ τούτου δύναται νὰ προσβληθῇ, ἵνα τὸ ὑπομνήσω ὡς παράδειγμα ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐπιταχύνωμεν καὶ εἰς τὴν παροῦσαν ὑπόθεσιν. Διωργανίσθη ἡ ἀντιπολίτευσις κατὰ τοῦ ὑπουργείου τοῦ προεδρευομένου κατὰ τὸ 1873 ὑπὸ τοῦ κ. Δεληγεώργη· εἴχομεν συμφωνήσει εἰς πάντα· εἴχομεν ἀποφασίσει νὰ προτείνωμεν τὴν ἑπομένην τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης· ἠριθμούμεθα καὶ εὑρισκόμεθα 15 ἢ 20, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς πόσαι ψῆφοι, πλείονες ἐκείνων τοῦ ὑπουργείου· ἤλθομεν εἰς τὸ Βουλευτήριον. Ἤλθομεν εἰς τὸ Βουλευτήριον καὶ ἐτέθη τὸ ὑπουργικὸν ζήτημα παρὰ τοῦ νῦν ὑποδίκου καὶ πρώην ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας κυρίου Βαλασσοπούλου. Ἐτέθη τὸ ζήτημα ὡς προεσυμφωνήθη μεταξὺ τῶν διαφόρων στοιχείων τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως, ἡ νίκη ἦτο εἰς τὰς χεῖράς μας, κύριοι. Φράσις τις ὅμως κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καλαβρύτων, τοῦ κ. Ζαΐμη, (φράσις δὲ ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ κυρίου Ζαΐμη τὸ ἠξεύρετε ὅλοι δὲν ἠδύνατο νὰ ᾖναι φράσις δυναμένη ν’ ἀνάψῃ τὰ σίδερα)· ἡ φράσις ὅμως αὕτη ἔφερε τοιοῦτον ἐρεθισμὸν εἰς τὸν κ. Βούλγαρην, ὥστε τὴν ἄλλην ἡμέραν, ὅσαι προσπάθειαι καὶ ἂν ἔγειναν ὅπως τηρηθῇ ἡ συμφωνία, ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς κ. Παπαμιχαλόπουλος ἀνέβη τὸ βῆμα καὶ ἐτελείωσε, συμπεραίνων ὅτι οἱ φίλοι τοῦ κ. Βούλγαρη ἀπεσύροντο τῆς ψηφοφορίας ἕνεκα τῆς φράσεως ἐκείνης, καὶ τὸ ζήτημα ἀπωλέσθη μὲ 10 ψήφους. Δὲν λέγω ὅτι ταῦτα εἶναι τοῦ παρόντος, ἀλλὰ λέγω ὅτι εἶναι ὄχι φρόνιμον νὰ χρονοτριβῶμεν, διότι δυνατὸν νὰ λάβῃ ἄλλην τροπὴν τὸ ζήτημα, καὶ ὀφείλομεν νὰ ἐπισπεύσωμεν.
§25ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης ὁμιλεῖτε τώρα;
§26ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μάλιστα.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον ἐτέθη τὴν 28 Ἰουλίου 1873. Βλέπετε ὅτι ἐνθυμοῦμαι καὶ τὴν ἡμερομηνίαν.
§28ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ ἠθέλησα νὰ σημειωθῇ ὅτι ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ ζητήματος ἐμπιστοσύνης.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ εἶπεν ὁ κ. Λομβάρδος.
§30ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔρχονται λοιπὸν, κύριοι, κατόπιν τούτου αἱ διάφοροι ἀντίθετοι προτάσεις, τὰς ὁποίας ἤγειραν τὰ διάφορα ζητήματα, τὰ ὑποκινούμενα ὑπὸ τοῦ κατηγορητηρίου· καὶ τὸ κατηγορητήριον τοῦτο καθὼς πολὺ ὀρθῶς παρετήρησε καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου κύριος Τρικούπης περιστρέφεται εἰς τὸ ἁπλούστατον τῶν ἐγκλημάτων ἐκ τῶν ὅσων ἠδύνατο νὰ κατηγορηθῇ τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη, καὶ πολὺ σοφῶς ἐσκέφθησαν οἱ προτείναντες, διότι διὰ τὸ ἔγκλημα διὰ τὸ ὁποῖον τώρα κατηγορεῖται τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη, τὸ τῆς 30 Νοεμβρίου καὶ τῆς 19 Μαρτίου καὶ ἐφεξῆς, εἶναι ὅλως περιττὸν νὰ γείνουν ἀνακρίσεις, ὅπως βεβαιωθῇ τὸ γεγονὸς τοῦ ἐγκλήματος. Ἀλλὰ, κύριοι, εἰς τὴν Βουλὴν ἦλθε πρὸ 15 ἡμερῶν τὸ ζήτημα, τὸ παρεπέμψαμεν εἰς τὴν ἐπιτροπήν· ἡ ἐπιτροπὴ ἔφερε τρεῖς ἐκθέσεις ἀντιφατικὰς καὶ συζητεῖ ἐπ’ αὐτῶν ἡ Βουλὴ ἐπὶ τέσσαρας ἡμέρας ὅπως χαρακτηρίσῃ τὴν πρᾶξιν. Εἰς τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, τί ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν, ὅπως μὴ ῥιψοκινδυνεύσῃ τὸ ζήτημα; Νὰ τὸ στείλωμεν, λέγουν, εἰς ἐπιτροπὴν, διότι εἶναι ὥριμον νὰ σταλῇ εἰς ἐπιτροπήν. Εἰς ποίαν ἐπιτροπήν; καὶ τί νὰ κάμῃ αὕτη, σᾶς παρακαλῶ; Δὲν ἐφώτισε καὶ ὑμᾶς καὶ τὸ ζήτημα ἡ ἐπιτροπὴ ἡ προηγουμένη; καὶ τί νὰ μᾶς εἴπῃ ἡ νέα ἐπιτροπή; ἐὰν ἔγεινε ἢ δὲν ἔγεινε τὸ ἔγκλημα τῆς 30 Νοεμβρίου καὶ τῆς 19 Μαρτίου τὸ πραξικόπημα; οὐχί! ἀλλὰ πῶς θὰ τὸ χαρακτηρίσωμεν· ἰδοὺ τὸ ζήτημα. Ἡ ἐπιτροπὴ, εἰς τὴν ὁποίαν ἤδη ἐστείλαμεν τὸ κατηγορητήριον, μᾶς ἔφερε τρεῖς διαφόρους γνώμας, ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν, ὥστε τὸ ζήτημα τοῦτο πρέπει νὰ τὸ λύσῃ ἡ Βουλή. Θέλετε νὰ στείλωμεν ὅπως χαρακτηρισθῇ ἀπὸ ἄλλην ἐπιτροπήν; ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἐναντίον τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ τόσοι ἀξιότιμοι καὶ περὶ τὰ τοιαῦτα ἐγκρατεῖς νομικοὶ ὑπάρχουσι μεταξὺ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ μᾶς φωτίσωσι. Θέλετε νὰ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ ἄλλων πράξεων ἐκτὸς τῶν ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ; Εἷς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων καὶ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν γνώμην τῆς ἀποστολῆς εἰς νέαν ἐπιτροπὴν, εἶναι ὁ ἀξιότιμος κ. Ζέγγελης, καὶ διὰ τοῦτο λυποῦμαι ὅτι δὲν ἀνῆλθε τὸ βῆμα διὰ νὰ μᾶς φωτίσῃ τί θὰ κάμῃ ἡ νέα ἐπιτροπή.
§31ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἐπιφυλάσσομαι.
§32ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὅταν λοιπὸν ἔλθητε καὶ εἴπητε τί θὰ κάμῃ ἡ νέα ἐπιτροπὴ καὶ μᾶς φωτίσητε, τότε καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Δὲν ἐννοῶ διατὶ δὲν δύναται καλῶς νὰ χαρακτηρισθῇ τὸ προκείμενον ἔγκλημα, χωρὶς νὰ συνδέσωμεν καὶ τὰς ἄλλας πράξεις τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη μὲ τὰς πράξεις τῆς 30 Νοεμβρίου καὶ τῆς 19 Μαρτίου. Ἐὰν οὗτος εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ἀποστολῆς εἰς νέαν ἐπιτροπὴν, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, σκεφθῆτε ὅτι, ἐὰν τοιαύτην ἐντολὴν δώσητε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, δὲν θὰ τελειώσωμεν ταχέως ὅπως νομίζομεν· θὰ μείνῃ τὸ ζήτημα ἐκκρεμὲς εἰς τὰς χεῖρας τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἐν τούτοις ἡμεῖς θὰ περιμένωμεν τὴν λύσιν. Ἐὰν ᾖναι, ὡς εἶπαν, ὥριμον τὸ ζήτημα, ὀφείλομεν νὰ τὸ λύσωμεν. Σεῖς, κύριοι νομικοὶ συνάδελφοι, ἀποφανθῆτε πῶς θὰ τὸ χαρακτηρίσητε, καὶ ποῖον ἄρθρον θὰ ἐφαρμόσωμεν· ἰδοὺ εἰς τί ἐζητήσαμεν νὰ μᾶς φωτίσητε καὶ ὄχι ἂν ᾖναι ὥριμον νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, τὸ ὁποῖον ἰσοδυναμεῖ μὲ ἀόριστον ἀναβολὴν τῆς λύσεως· ἀλλὰ νὰ μᾶς φωτίσητε πῶς νὰ τὸ τελειώσωμεν ἐδῶ, ὑπὸ ποίους τύπους θὰ τὸ στείλωμεν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, ὅπως ἐκεῖ εὕρῃ τὴν ὁριστικὴν λύσιν του. Ἰδοὺ, κύριοι, αἱ ἀπορίαι μας, ἰδοὺ διατὶ δὲν δυνάμεθα νὰ συμφωνήσωμεν μὲ τὴν ἰδέαν τῆς ἀποστολῆς εἰς ἐπιτροπὴν, τὴν ὁποίαν προτείνει ἡ ἔκθεσις. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπηρεάσωμεν διὰ τῶν ψήφων μας τὴν ἀπόφασιν, ἔχομεν ὅμως τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκφράσωμεν τὴν γνώμην μας. Ἀφοῦ, κατὰ τὴν χθεσινὴν δήλωσιν, καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν κατὰ συνέπειαν ὅτι καὶ ὁ κ. Ζαΐμης εἶναι σύμφωνοι εἰς τὴν ἰδέαν αὐτὴν τῆς ἀποστολῆς εἰς νέαν ἐπιτροπὴν, βεβαίως θὰ ὑπερισχύσωσιν· ἀλλὰ συγχωρήσατέ μοι μίαν τελευταίαν παρατήρησιν, σκεφθῆτε καλῶς τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἠμπορεῖ νὰ διατρέξῃ τὸ ζήτημα, ἐὰν ὑπάγῃ εἰς νέαν ἐπιτροπὴν, ἂν τοὐλάχιστον δὲν τῇ ὁρίσητε ὅρον ῥητὸν ἵνα ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν σᾶς φέρῃ τὸ συμπέρασμά της.
§33Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε Λομβάρδε, θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς κάμω μίαν ἐρώτησιν· θὰ ἐρωτήσω τὸν κύριον Λομβάρδον, διότι εἶπε μίαν λέξιν, ἥτις ἔχει κατ’ ἐμὲ μεγάλην σημασίαν. Εἴπατε ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου σας ....
§34ΦΙΛΗΜΩΝ. Κύριε πρόεδρε, ἂς ἀναγνωσθῇ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλαμεν σήμερον καὶ αὐτὴ θὰ λύσῃ ὅλας τὰς ἀμφιβολίας.
§35Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου σας εἴπατε ὅτι πρωτόκολλον συνετάχθη ἐκ μέρους τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως συγκειμένης ἐκ τῶν τριῶν μερίδων καὶ ἐπὶ τῇ συννενοήσει καὶ τοῦ τετάρτου.
§36ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι καὶ αἱ τρεῖς μερίδες τῆς ἀντιπολιτεύσεως συνενοήθησαν ὅπως ἐπιδιώξωσι τὴν τιμωρίαν.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἑπομένη πρότασις· «Ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων Λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὴν ὑποβληθεῖσαν εἰς αὐτὴν πρότασιν ἀπὸ 29 Ὀκτωβρίου 1875 περὶ κατηγορίας τῶν πρώην ὑπουργῶν Δ. Βούλγαρη προέδρου τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου καὶ ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, Ἰω. Δεληγιάννη ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, Β. Νικολοπούλου ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, Ἰω. Βαλασσοπούλου ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, Δ. Γρίβα ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ Δ. Τριγγέτα ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν· τὰς ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης ἐκθέσεις τῆς πρὸς ἐξέτασιν αὐτῆς διορισθείσης εἰδικῆς ἐκ βουλευτῶν ἐπιτροπῆς καὶ τὰς ἐπὶ τῶν ἐκθέσεων τούτων γενομένας συζητήσεις, Ψηφίζει: Ὅτι πρέπει νὰ ἐνεργηθῇ ἀνάκρισις κατὰ τῶν εἰρημένων πρώην ὑπουργῶν ἐπὶ ταῖς ἐγκληματικαῖς πράξεσι ταῖς ἀναφερομέναις καὶ χαρακτηριζομέναις ἐν τῇ ἀπὸ 29 Ὀκτωβρίου 1875 προτάσει. Ἡ ἀνάκρισις αὕτη θέλει διεξαχθῆ κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους ὑπὸ ἐννεαμελοῦς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς βουλευτῶν, ἐκλεχθησομένης ὑπὸ τῆς Βουλῆς διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη θέλει ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς καὶ τὸ σχέδιον τοῦ κατηγορητηρίου ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐκλογῆς αὐτῆς. Ἡ Βουλὴ ἐπιφυλάσσεται εἰς ἑαυτὴν τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ ζητήματος τῆς προφυλακίσεως τῶν κατηγορουμένων.» Ἡ πρότασις ὑπεβλήθη ἀπὸ διαφόρους βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος εἰς τὰς συζητήσεις.
§38Ν. ΣΟΥΤΣΟΣ ΚΑΙ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ἐκ δευτέρου διότι δὲν ἐνοήσαμεν.
§39ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει τὴν πρότασιν).
§40ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τίνες εἶναι ὑπογεγραμμένοι;
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βαλέττας, Φιλήμων, Βουλπιώτης, Ζωχιός.
§42ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις (ἀναβαίνει τὸ βῆμα).
§43ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Κύριε Ζέγγελη, εἶσθε ἐναντίον τῆς προτάσεως;
§44ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ὄχι.
§45ΛΑΠΑΣ. Εἶναι περιττόν.
§46ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Θὰ ἀποδείξω ὅτι ἡ ἔκθεσίς μου ἀφορᾷ αὐτὸ τὸ ὁποῖον προτείνεται ὑπὸ τῆς προτάσεως.
§47ΛΑΠΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Ζέγγελη (καταβαίνει τοῦ βήματος).
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἐπιθυμεῖ νὰ λάβῃ τὸν λόγον;
§49Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ῥάλλης;
§51ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οὐδενὸς ἄλλου ὄντος ἐγγεγραμμένου καὶ οὐδενὸς ζητοῦντος τὸν λόγον τὴν στιγμὴν ταύτην, κηρύσσω περαιωμένην τὴν συζήτησιν. Ἀφήσατε νὰ θέσω τὰ θέματα ὅπως γνωρίζω. Κύριοι, γνωρίζετε τὰς ἐκθέσεις τῆς πενταμελοῦς ἐπιτροπῆς· ἓν μέλος αὐτῆς, ὁ κ. Πολυλᾶς, ἐπρότεινε νὰ παραπεμφθῶσιν οἱ ἐγκαλούμενοι ὑπουργοὶ ἐπὶ παραβάσει τῶν ἄρθρων 476 καὶ 479 τοῦ ποιν. Νόμου· ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐξέφρασε διάφορον γνώμην, προτείνει νὰ καταδιωχθῶσιν οἱ ἐγκαλούμενοι ὑπουργοὶ ἐπὶ παραβάσει τοῦ ἄρθρου 257 τοῦ ποιν. Νόμου, ἢ νὰ διατάξῃ ἡ Βουλὴ προηγουμένως νὰ γείνῃ ἐξέτασις τῶν γεγονότων· ὁ δὲ κ. Ζέγγελης ἐγνωμοδότησεν ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις ἀνακριτικῶν πράξεων καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ παραπεμφθῇ ἡ ἐξέτασις αὐτῶν εἰς ἐπιτροπήν. Ἐκτὸς τῶν γνωμῶν τούτων ὑπεστηρίχθη ἡ γνώμη τῆς παραπομπῆς τῶν ἐγκαλουμένων ὑπουργῶν ἐπὶ ἐγκλήματι ἐσχάτης προδοσίας. Τρίτη δὲ γνώμη ὑπεστηρίχθη σήμερον, τοῦ νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ ἀμέσως εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν πράξεων, χωρὶς νὰ παραπέμψῃ τὴν ἐξέτασιν τῶν γεγονότων καὶ τὴν ἀνάκρισιν εἰς ἐπιτροπήν· τὴν γνώμην ταύτην ὑπεστήριξαν οἱ κύριοι Τρικούπης καὶ Λομβάρδος. Δύω λοιπὸν εἶναι αἱ κυριώτεραι γνῶμαι, πρῶτον ἡ γνώμη περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς ἀνακριτικῆς, καὶ δεύτερον περὶ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἀμέσως, ἄνευ συστάσεως ἐπιτροπῆς. Αὗται εἶναι αἱ κυριώτεραι γνῶμαι, ἡ σύστασις ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἡ ἑτέρα τοῦ νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ ἀμέσως εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν πράξεων ἄνευ παραπομπῆς τοῦ κατηγορητηρίου εἰς ἀνακριτικὴν ἐπιτροπήν. Δύω εἰσὶν αἱ γνῶμαι καὶ ἐπὶ τῶν γνωμῶν τούτων θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν, θὰ προτάξω δὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Λομβάρδου καὶ Τρικούπη, ὑποστηρίζουσαν τὸν ἄμεσον ὑπὸ τῆς Βουλῆς χαρακτηρισμόν.
§53ΜΠΟΓΔΑΝΟΣ. Νὰ γείνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία, διότι εἶναι σπουδαῖον.
§54ΛΑΠΑΣ. Εἶσθε 15 ἐσεῖς;
§55Μ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κάθησε κάτω. — Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε (θόρυβος).
§56ΛΑΠΑΣ. Ἐσὺ θὰ μοῦ εἴπῃς κάθησε κάτω, Στηλίτη;
§57Μ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σοῦ ὁμοιάζω (θόρυβος).
§58Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Οἱονδήποτε φρόνημα καὶ ἂν ἔχῃ, οὐδεὶς τῶν βουλευτῶν δύναται νὰ τοῦ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην του, κ. Πρόεδρε.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ κάμνω, κ. Πετιμεζᾶ.
§60Μ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι ὁ κ. Λάπας ἐπιβάλλεται.
§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παρακαλῶ νὰ διασαφήσητε τὴν πρότασιν αὐτήν, διότι φοβοῦμαι μήπως ἐκληφθῇ ἡ ἔννοια αὐτῆς ἀλλοία, παρ’ ὅτι πραγματικῶς εἶναι. Λέγετε ὅτι ἡ Βουλὴ δίδει τὸν χαρακτηρισμὸν ἀμέσως, καὶ φαίνεται ὅτι ὁ χαρακτηρισμὸς εἶναι ὁριστικὸς καὶ ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν θὰ συστηθῇ ἕνεκα τούτου. Ἡ Βουλὴ πρὶν προβῇ περαιτέρω, πρὶν καλέσῃ τοὺς κατηγορουμένους εἰς ἀπολογίαν, θὰ κανονίσῃ τὸν χαρακτηρισμόν· ὅταν ἀποφανθῇ περὶ τούτου, τότε θὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως.
§62Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ διαφωνίαι περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῶν πράξεων, διὰ τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ ἐπιχειρεῖ νὰ σκεφθῇ ἂν θὰ ἀπαγγείλῃ κατηγορίαν ἢ ὄχι, αἱ διαφωνίαι αὗται, νομίζω, διὰ τῆς σημερινῆς συζητήσεως ἤρθησαν ἐν τῇ διανοίᾳ τῆς μεγάλης πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, διότι ἡ μεγάλη πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ὑποστηρίζει νὰ δώσῃ προσωρινὸν χαρακτηρισμὸν τῶν πράξεων αὐτῶν, τὸν χαρακτηρισμόν, τὸν ὁποῖον τὸ κατηγορητήριον ἔδωκε.
§63ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§64ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὁ κ. Μπόγδανος ἔκαμε μίαν πρότασιν, ὀφείλομεν νὰ τὴν σεβασθῶμεν, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ πρέπει νὰ σηκωθοῦν νὰ ἴδωμεν ἂν ᾖναι 15, (ἐγείρονταί τινές).
§65ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σημειωθῇ αὐτὸ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι δὲν ἤμεθα 15, ἀλλὰ μόνον δύω τρεῖς (θόρυβος).
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κύριοι, ἡσυχία. Θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Τρικούπη.
§67ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως ὁ κ. Πρόεδρος ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον μάλιστα νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ πάσης προτάσεως, ἥτις παρεδόθη εἰς χεῖράς του· ἀλλὰ λέγω, μετὰ τοῦτο, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης ἔκαμεν ἐξήγησίν τινα μεταγενεστέραν ἐπὶ τῆς προτάσεώς του, καὶ ἐπὶ τούτου θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω δύω λέξεις. Ἡ νέα τῶν 4 συναδέλφων πρότασις, ἡ σημερινὴ, περιέχει ὁριστικὸν χαρακτηρισμόν, διότι λέγει νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς ἀνάκρισιν τὰ ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ γεγονότα κατὰ τὸν χαρακτηρισμὸν τὸν διδόμενον ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ. Εἶναι φανερὸν λοιπὸν ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν παρουσίασαν σήμερον, ἔχει χαρακτηρισμὸν ἀξιοποίνων πράξεων προβλεπομένων ὑπὸ ῥητῶν ἄρθρων τοῦ ποινικοῦ νόμου, τῶν ἀναφερομένων ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ. Προσθέτω ὅτι αὐτὸς ὁ χαρακτηρισμὸς σήμερον εἶναι ὁριστικὸς, ἀπαραλλάκτως ὅπως εἶναι ὁριστικὸς ὁ χαρακτηρισμὸς ὁ γινόμενος παρὰ τοῦ εἰσαγγελέως, ὅταν παραπέμπῃ τὴν ὑπόθεσιν ἢ τὴν μήνυσιν εἰς τὸν ἀνακριτήν· ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀνάκρισιν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ εἰσαγγελεὺς, ἐὰν παρουσιασθοῦν γεγονότα, τὰ ὁποῖα πείθουν αὐτὸν, ὅτι πρέπει νὰ μεταβληθῇ ὁ χαρακτηρισμὸς, νὰ τὸν μεταβάλλῃ· ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν, ἐὰν παρουσιασθοῦν εἰς τὰς ἀνακρίσεις γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦν μεταβολὴν τοῦ χαρακτηρισμοῦ, καὶ παρὰ τὴν γνώμην τοῦ εἰσαγγελέως, νὰ τὸν μεταβάλλῃ· ἡ ὑπόθεσις παραπέμπεται εἰς τὸν εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, καὶ αὐτὸς ἔχει τὸ αὐτὸ δικαίωμα· τὸ αὐτὸ δικαίωμα ἔχει κατόπιν καὶ τὸ συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν. Λοιπὸν σήμερον δίδομεν ὁριστικὸν χαρακτηρισμὸν, τὸν ὁποῖον μετὰ τὰς ἀνακρίσεις πιθανὸν νὰ μεταβάλλωμεν, ἀλλὰ πιθανὸν καὶ νὰ μὴ μεταβάλλωμεν, ἐὰν ἀφορμὴ δὲν παρουσιασθῇ. Σήμερον εἶναι ὁριστικὸς ὁ χαρακτηρισμός. Ὁ κ. Τρικούπης τί λέγει; Ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν, ἢ νὰ παραπέμψῃ τὴν ὑπόθεσιν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ δικαστήριον.
§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐζητήσαμεν ἦτο νὰ ὁρισθῇ ὁ χαρακτηρισμὸς, σήμερον δὲ προσετέθη ὁριστικὸς χαρακτηρισμὸς, ἑπομένως ἡ ἰδική μας πρότασις εἶναι ἄσκοπος, διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐζητήσαμεν ἐγένετο παραδεκτόν.
§69ΦΙΛΗΜΩΝ. Εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλαμεν, ὑπῆρχε χαρακτηρισμὸς, ὥστε σήμερον δὲν δέχεται ἡ Βουλὴ τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Τρικούπη.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τῶν τεσσάρων βουλευτῶν, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε, καὶ κρίνω περιττὸν νὰ τὴν ἐπαναλάβω. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Μετὰ τὴν παραδοχὴν τῆς προτάσεως ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐννεαμελοῦς ἐπιτροπῆς· λοιπὸν ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπιτροπῆς θέλει τεθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§71ΠΟΛΛΟΙ. Σήμερον, σήμερον, νὰ γείνῃ ἡ ἐκλογή.
§72Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ γείνῃ διακοπὴ ὀλίγων λεπτῶν ὥστε νὰ συνεννοηθῶμεν, καὶ σήμερον νὰ κάμωμεν τὴν ἐκλογήν.
§73ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν. Ὥρα 4 30|60 μ. μ. Ὥρα 6 20|60. Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου κατέχει ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Ν. Σοῦτσος.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. Ἐνεργεῖται ἡ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας ἐκλογὴ τῆς ἐπιτροπῆς.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπαγγέλλω τὸ ἀποτέλεσμα. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 140. Ἐκ τούτων οἱ μὲν κύριοι Μανέτας, Κανάρης, Ῥουσσόπουλος, Χρηστόπουλος καὶ Φλωριᾶς ἔλαβον ψήφους 75, ὁ κ. Πήλλικας 68, οἱ δὲ κύριοι Μαυρομαρᾶς, Κατσίνας καὶ Ἀναγνωστόπουλος ἔλαβον ψήφους 45, οἱ δὲ κύριοι Λούντζης, Δούμας καὶ Πλαπούτας 20 καὶ ὁ κ. Βαρβαρῆγος ἔλαβε ψήφους 6. Ἑπομένως ἐξελέχθησαν οἱ πλειονοψηφήσαντες Χρηστόπουλος, Φλωριᾶς, Πήλλικας, Μανέτας, Ῥουσσόπουλος, Κανάρης, Μαυρομαρᾶς, Κατσίνας καὶ Ἀναγνωστόπουλος. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 καὶ 25.