| 858 | ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου τῶν δημητριακῶν καρπῶν | δρ. | 3,600,000 | |
| 859 | ἐκ τῶν κατὰ στρέμμα φορολογουμένων προϊόντων | » | 1,000,000 | |
| 860 | ἐκ τῶν φόρων ἐπὶ τῶν ζώων, τῶν μελισσίων καὶ | |||
| 861 | τῶν ἰδιωτικῶν βοσκῶν | » | 1,400,000 | |
| 862 | » | 6,000,000 |
1875.11.17
1.277 στίχοι · 10.604 λέξεις · 1 πίνακας · 110 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 43
Τῆς 17 Νοεμβρίου 1875
(Δευτέρα).
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλω ν’ ἀναγγείλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὴν ἐπικρατήσασαν μέχρι τοῦδε τάξιν, ὁσάκις ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἔχῃ ἀνάγκην ἐγγράφων τινῶν ἐκ τῶν πρακτικῶν, οἱ ἁρμόδιοι εἰσαγγελεῖς ἐζήτουν ταῦτα διὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης παρὰ τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς. Σήμερον παρουσιάσθη κατ’ ἐντολὴν τοῦ ἐνταῦθα εἰσαγγελέως εἷς δικαστικὸς ὑπάλληλος διὰ νὰ κατάσχῃ ἔγγραφα, κατὰ παραγγελίαν ἑνὸς ἔν τινι ἐπαρχίᾳ ἀνακριτοῦ. Ἐγὼ ἐνόμισα ὅτι ἡ παραβίασις τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων ἦτο προσβολὴ κατὰ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Σώματος, καὶ δὲν ἐπέτρεψα νὰ εἰσέλθῃ ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου νὰ κατάσχῃ τὸ ἔγγραφον τοῦτο, παρήγγειλα δὲ νὰ ζητηθῇ διὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ τοῦτο;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§3ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ ἐγκύκλιος τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης πρὸς τοὺς εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους, ὥστε νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ τὸ τοιοῦτον.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύω μόνον νομοσχέδια ἔχομεν ὥριμα. Κατετέθησαν παρὰ τῶν ὑπουργῶν 22 νομοσχέδια, παρὰ δὲ τῶν βουλευτῶν 18, ἐν ὅλῳ 40. Αἱ ἐπιτροπαί, ὡς εἶναι γνωστόν, ἀδύνατον νὰ ἐργασθῶσιν· ὁ χρόνος προβαίνει, ὀλίγαι συνεδριάσεις μένουσι, δὲν πιστεύω πλειότεραι τῶν 50 μέχρι τῆς λήξεως τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως τὰ πλεῖστα τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν θὰ μείνωσιν ἐκκρεμῆ καὶ ὀλίγιστα νομοσχέδια θὰ τεθῶσιν εἰς συζήτησιν, ἂν αἱ ἐπιτροπαὶ δὲν ἐργασθῶσιν. Αἱ προθεσμίαι παρῆλθον διπλάσιαι καὶ τριπλάσιαι. Γνωρίζεται ὅτι ὁ Κανονισμὸς λέγει ὅτι ἡ Βουλὴ τίθησι προθεσμίαν δι’ ἑκάστην ἐπιτροπήν, ἧς παρελθούσης θέτει ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα ἐπὶ τῶν ὁποίων αἱ ἐπιτροπαὶ δὲν ἠθέλησαν νὰ ἐργασθῶσιν. Ἀναγγέλλω τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν ὅπως πράξῃ ὅ,τι ἐγκρίνει. Ἐπὶ τῶν κατατεθέντων νομοσχεδίων ἐκθέσεις ἐπιτροπῶν ὑπάρχουσι μόνον ἐπὶ τῶν δύω, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ τὰ ὁποῖα γνωρίζετε, ὥστε ἄλλη ἐργασία δὲν ὑπάρχει, καὶ ἂν αἱ ἐπιτροπαὶ δὲν φέρωσιν ἐκθέσεις καὶ δὲν ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ νὰ θέσῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὰ νομοσχέδια, τὸ Βουλευτήριον κλείει.
§5ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἡμερησίας διατάξεως, θὰ κάμω περὶ αὐτῆς παρατήρησίν τινα. Χθὲς ἀνήγγειλα εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἐθεώρουν πρέπον νὰ καταχωρισθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει μεταξὺ τῶν πρώτων ἀντικειμένων, ἢ μᾶλλον ὡς πρῶτον ἀντικείμενον μετὰ τὴν διακοπὴν τῆς συζητήσεως περὶ τοῦ κατηγορητηρίου τῶν πρώην ὑπουργῶν, τὸ θέμα, ὅπερ προεκλήθη ὑπό τινων τῶν κκ. βουλευτῶν, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν εὐθύνην τοῦ ὑπουργείου τῆς 27 Ἀπριλίου. Ἐῤῥέθη ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἠθέτησε τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ὅτι μετέτρεψε τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν εἰς νομοθετικὴν καὶ ὅτι ἐκ γενναιοφροσύνης δὲν ἐγένετο λόγος περὶ τούτου. Ἐννοεῖται, κύριοι, ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἄνθρωποι νὰ δεχθῶμεν γενναιοφροσύνην παρ’ οὐδενός, ἀλλὰ καὶ ἂν εἴμεθα τοιοῦτοι, βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελεν ἀνεχθῆ νὰ παραμένωσι μεταξὺ τῶν μελῶν της πρόσωπα, τὰ ὁποῖα διὰ τοιαύτης γενναιοφροσύνης ἤθελον ν’ ἀποφύγωσι τὴν εὐθύνην. Καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια ἡμῶν ἀπαιτεῖ τὸ θέμα τοῦτο νὰ μὴ ἀναβάλλεται ἄνευ ἀπολύτου ἀνάγκης, τοσούτῳ μᾶλλον ὅσον πρόκειται καὶ περὶ ἄλλων προκλήσεων καὶ περὶ τῆς προκλήσεως, ἥτις μᾶς ἐγένετο παρὰ τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, νῦν δὲ ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτε τὸ ὑπουργεῖον τῆς 27 Ἀπριλίου ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν παραίτησίν του, εἰπόντος ὅτι θέλει προκαλέσει συζήτησιν περὶ τῆς παραιτήσεώς του. Ἐπίσης καὶ ἐγὼ, ὅτε ἀνήγγειλα εἰς τὴν Βουλὴν τὴν παραίτησιν τοῦ ὑπουργείου τῆς 27 Ἀπριλίου, εἶπον ὅτι καθῆκον εἶχον νὰ δώσω λογοδοσίαν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ παντὸς ἀφορῶντος εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, καὶ περὶ τῆς καταγωγῆς αὐτῆς καὶ περὶ τῆς διοικήσεως καὶ περὶ τῆς διαχειρίσεως καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς παραιτήσεως· πάντα ταῦτα εἶναι ἀντικείμενα λίαν ἁρμόζοντα πρὸς συζήτησιν ἐν Κοινοβουλίῳ καὶ μάλιστα κατὰ τὰς σημερινὰς περιστάσεις. Ἡ ἀνάγκη δὲ κατέστη εἰς ἄκρον ἐπείγουσα, ὅπως ἄνευ ἀναβολῆς προβῶμεν εἰς συζήτησιν, ἀφοῦ ἐγένετο τοιαύτη πρόκλησις προχθές. Εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόκειται νὰ ἐκλέξῃ τὴν ἡμέραν πρὸς συζήτησιν, ἡμεῖς δὲ εἴμεθα ἕτοιμοι εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ δώσωμεν λόγον τῶν πεπραγμένων, διότι τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον ὑπὸ ὅλας αὐτοῦ τὰς ἐπόψεις καὶ διὰ τὸ κῦρος τῶν θεσμῶν τοῦ Κράτους καὶ διὰ τὴν παγίωσιν τῆς νέας τάξεως τῶν πραγμάτων καὶ διὰ τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἔχομεν εἰς προσωπικὴν ἡμῶν ἱκανοποίησιν ν’ ἀνασκευάσωμεν δημοσίᾳ τοὺς λόγους ἐκείνων οἵτινες ὁπωσδήποτε ἔῤῥιψαν καθ’ ἡμῶν μομφήν.
§6ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὡς εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι ἐγὼ ἐπροκάλεσα κατηγορίαν καὶ εὐθύνην τοῦ ὑπουργείου τὸ ὁποῖον αὐτὸς προήδρευεν, ἐξ ἐναντίας ἀπήντησα οὐχὶ διὰ προκλήσεως ἀλλ’ ἀπήντησα εἰς προσβολὰς, τὰς ὁποίας ἔκαμε κατὰ τοῦ ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου προήδρευον ἐγὼ, καὶ ἠθέλησα νὰ παραστήσω, ὅτι δὲν ἐφερόμεθα πρὸς ἀλλήλους ἐξίσου μὲ τὴν αὐτὴν ἂν οὐχὶ ἁβρότητα μὲ τὴν αὐτὴν ὅμως συμπεριφορὰν καὶ τὸν ἴδιον τρόπον. Εἶπον ὅτι πραγματικῶς ἡ Κυβέρνησίς του ἀντεποιήθη τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ συγχρόνως ἐγὼ ὁ ἴδιος ἔσπευσα νὰ βεβαιώσω, καί τοι ἐν στιγμῇ δικαίας ἀγανακτήσεως, ὅτι δὲν ἐνεκαλεῖτο διὰ τοῦτο· ἐγὼ ὁ ἴδιος εἶπον διὰ τὸν ἑαυτόν μου τοὐλάχιστον ὅτι δὲν ἐνεκάλουν τὴν Κυβέρνησιν διὰ τοῦτο καὶ εἶπον καὶ τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον δὲν τὴν ἐνεκάλουν. Ὁ κ. Τρικούπης λοιπὸν δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ῥίπτῃ εἰς βάρος μου ὅτι προκαλῶ συζήτησιν, ὅτι ζητῶ νὰ δώσῃ λόγον. Ἐννοῶ ὅτι ὁ κ. Τρικούπης, ὁ ὁποῖος διῴκησε τὸ Κράτος κατὰ 4–5 μῆνας χωρὶς νὰ συμπράξῃ μετὰ τῆς Βουλῆς, χωρὶς ποτε μετὰ τῆς ἀντιπροσωπείας νὰ συζητήσῃ τὰς πράξεις του, πιθανὸν νὰ αἰσθάνεται τὸ καθῆκον μόνος του νὰ ἔλθῃ ὅταν κρίνῃ κατάλληλον νὰ κάμῃ συζήτησιν· αὐτὸ θὰ ᾖναι τῆς προαιρέσεώς του, καὶ ἐγὼ δὲν ἐννοῶ νὰ ἀντισταθῶ ἐναντίον τούτου, διότι οὐ μόνον δικαίωμα δὲν ἔχω, ἀλλὰ καὶ κακίαν θὰ δείξω νὰ τὸν ἀναγκάσω νὰ μὴ ἔλθῃ νὰ θριαμβεύσῃ ἐπὶ τοῦ βήματος ὡς αὐτὸς φρονεῖ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον βεβαιῶ εἶναι ὅτι ἐγὼ δὲν τὸν ἐπροκάλεσα, οὔτε τὸν προκαλῶ νὰ ἔλθῃ νὰ δώσῃ εὐθύνας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· ἂν ὁ κ. Τρικούπης, ἐπαναλαμβάνω, αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην νὰ δώσῃ μίαν ἡμέραν λόγον τῶν πράξεών του ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, διότι ἄνευ αὐτοῦ ἐκυβέρνησεν, ἐγὼ δὲν ἐννοῶ νὰ ἀντιταχθῶ, μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς δὲ οὐδεμίαν πρόκλησιν ἔκαμα.
§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ προαγορεύσας παρετήρησεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν ἐπροκάλεσε τὴν Κυβέρνησιν τῆς 27 Ἀπριλίου, προσέθηκε μάλιστα ὅτι ἔδωκε καὶ τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους δὲν τὴν προκαλεῖ· ἀλλ’ οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἔδωκε καὶ δι’ οὓς δὲν προκαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν τῆς 27 Ἀπριλίου, εἶναι ἡ πρόκλησις, διότι εἶπεν ὅτι δὲν προκαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην ἐκ γενναιοφροσύνης καὶ οὐχὶ διότι δὲν παρέβη τὸν νόμον, οὐχὶ διότι δὲν ἦτο δεκτικὴ τῆς εὐθύνης, ἀλλὰ διότι αὐτὸς δι’ οἱονδήποτε λόγον θέλει νὰ φανῇ γενναιόφρων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην.
§8ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἴπατε τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους εἶπον ὅτι δὲν ἐγκαλοῦσιν ὑμᾶς, ὅτι ἀντεποιήθητε τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν.
§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἴπατέ τι τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ ἐπαναλάβω ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, διότι μὴ ἔχων τὴν πλειονοψηφίαν ἤθελε θεωρηθῇ ἡ λέξις ὡς προκαλοῦσα ἀνάκλησιν εἰς τὴν τάξιν, ὥστε δὲν δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω τί εἴπατε.
§10ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀπὸ μέρος μου δὲν σᾶς ἐμπόδιζα.
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θέλω ὅμως νὰ ᾖμαι βέβαιος ὅτι καὶ ἡ πλειοψηφία δὲν ἤθελε μὲ ἀνακαλέσει εἰς τὴν τάξιν· (ἱλαρότης). Δὲν δύναμαι νὰ ἐπαναλάβω τὴν λέξιν, ἥτις ἀποτελεῖ τὸν λόγον δι’ ὃν ὁ προαγορεύσας ἐνόμισεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὴν Κυβέρνησιν τῆς 27 Ἀπριλίου, ἀλλὰ τὰ ῥηθέντα περὶ δῆθεν γενναιοφροσύνης καὶ ὁ λόγος ἐκεῖνος πείθουσιν ὑμᾶς ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀνεχθῶμεν νὰ μένωσιν ἀνεξέλεγκτα τὰ λεχθέντα, καὶ εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ κάμωμεν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος ἡμῶν καὶ νὰ ἀπαιτήσωμεν ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ προκαλέσῃ ἡμᾶς εἰς λογοδοσίαν παντὸς εἴδους, εἴτε πολιτικὴν εἴτε ποινικήν· καὶ ἂν ὁ προαγορεύσας παραιτεῖται ἤδη τῆς ἀπαιτήσεως, τὴν ὁποίαν πρὸ ἡμερῶν εἶχεν ἴσως ἐκ τῆς ἀγανακτήσεως τὴν ὁποίαν ἀδίκως κατ’ ἐμοῦ ᾐσθάνετο, αὐτὴ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διότι νομίζω ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα καὶ ἡμεῖς νὰ ἀπαιτήσωμεν αὐτὸ παρὰ τῆς Βουλῆς χάριν τῆς ἰδίας ἡμῶν ὑπολήψεως, καὶ πᾶς βουλευτὴς χάριν τῆς ὑπολήψεως αὐτῆς τῆς Βουλῆς.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δεληγεώργης λέγει ὅτι δὲν ἔκαμε τοιαύτην πρόκλησιν.
§13ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καί τοι ἐπιμένοντος τοῦ κ. Τρικούπη εἰς τὴν πρότασίν του, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον ὑψηλότερον τὴν πρότασίν του ταύτην νὰ συζητήσῃ μετὰ τὸν προϋπολογισμόν, ἄνευ τοῦ ὁποίου τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ βαδίσῃ. Ἔχομεν πρὸς συζήτησιν δύω προϋπολογισμοὺς παρελθόντας, οἱ ὁποῖοι ἀρκετὰ θ’ ἀπασχολήσουν τὴν Βουλήν. Ἡ συζήτησις, ἣν θέλει ἤδη νὰ προκαλέσῃ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, εἶναι ἄκαιρος, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ νὰ συζητηθῇ μετὰ τὸν προϋπολογισμόν.
§14ΖΩΧΙΟΣ. Ἡ λέξις κατεπεῖγον ἔχασε τὴν σημασίαν της· καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κυρίου Τρικούπη, διότι, ὡς βλέπω, ἐπανερχόμεθα πάλιν εἰς τὰ αὐτά. Ὁ κύριος Τρικούπης διὰ στόματος τοῦ Βασιλέως σᾶς ὥρισε τί ἐστὶ κατεπεῖγον. Κατ’ αὐτόν, κατεπείγοντα εἶναι τὰ νομοσχέδιά του, ὅλη δὲ ἡ Ἑλλὰς κατεπεῖγον νομίζει τὴν εἰς δίκην εἰσαγωγὴν τῶν παλαιῶν ὑπουργῶν. Τρίτον δὲ κατεπεῖγον παρουσιάζεται ἤδη ἡ λογοδοσία τοῦ κ. Τρικούπη. Νομίζω ὅμως ὅτι ἔχει καὶ ἡ Ἑλλὰς κάτι τι κατεπεῖγον, τοῦτο δὲ εἶναι ὅτι εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ 74 καὶ 75 ἔχομεν ἐννέα ἑκατομμυρίων ἔλλειμα. Οἰκονόμησόν μου, κ. Τρικούπη, τὰ ἐννέα ἑκατομμύρια, καὶ ὅσον θέλεις χορεύομεν ἔπειτα (θόρυβος). Πίπτει ὁ κ. Δεληγεώργης, ἔρχεται ὁ κ. Βούλγαρης καὶ διαλύει τὴν Βουλήν, προϋπολογισμὸς δὲν ὑπάρχει, τὸ πᾶν δὲ ἔρχεται ἄνω κάτω. Ἔρχεται ἡ νέα Βουλή, διαλύεται. Ἔρχεται ἐπὶ τέλους ἡ παροῦσα Βουλή, τί νὰ κάμῃ; Ν’ ἀκούσῃ τὴν λογοδοσίαν τοῦ κ. Τρικούπη. Καὶ τὸ χωριό μου, κύριε Τρικούπη, ὅπου εἶναι νηστικό, τί νὰ κάμῃ; Θὰ μ’ ἐρωτήσουν οἱ ἐκλογεῖς μου, λέγοντες: Καλὲ ἄνθρωπε, τί σὲ ἐστείλαμεν, ν’ ἀκούσῃς τὴν λογοδοσίαν τοῦ κ. Τρικούπη ἢ νὰ φροντίσῃς περὶ τῶν πραγμάτων μας; Ἂν σᾶς ἠνάγκαζέ τις, ἂν σᾶς διέβαλλε, βεβαίως εἴχατε τὸ δικαίωμα τῆς ἀμύνης, καὶ δύνασθε ν’ ἀπαιτήσητε ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ σᾶς δώσῃ τὴν ἄδειαν ν’ ἀφαιρέσητε αὐτὸ τὸ βάρος ἀπὸ τὸν ἑαυτόν σας, ἀλλὰ καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἂς μὴ ἀνάψωμεν ἄλλον πόλεμον. Τί μᾶς εἶπε προχθὲς ὁ κ. Λομβάρδος; Ζητεῖτε νὰ παραπέμψητε τὸ ζήτημα εἰς τὴν ἐπιτροπήν, δὲν ἠξεύρω ὅμως ἐγὼ τί δύναται νὰ συμβῇ ἐν τῷ μεταξύ. Τοῦτο λέγω καὶ ἐγὼ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἂν ἄλλος ἔφερε τὴν πρότασιν, σεῖς ἔπρεπε νὰ ἦσθαι ἐναντίοι. Οἱ Ῥωμαῖοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον περισσότερον νοῦν ἀπὸ ἡμᾶς, δύω πολέμους ποτὲ δὲν ἐπεχείρουν. Ἡ Βουλὴ ἔχει πόλεμον μὲ τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη, θέλετε ν’ ἀνοίξῃ νέον πόλεμον; Τοῦτο μὴ τὸ ἐκλάβητε ὅτι τὸ λέγω διὰ νὰ σᾶς προσβάλω (θόρυβος). Σᾶς ἐρωτῶ δὲ, τί θὰ εἰπῇ ἡ Ἑλλάς, ἐνῷ ἔχομεν τόσα νομοσχέδια νὰ συζητήσωμεν, σεῖς νὰ ἔρχησθε νὰ ἀνοίξητε περὶ ἄλλων πραγμάτων συζήτησιν;
§15Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς ἐρωτῶ, τί θὰ εἰπῇ ἡ Ἑλλάς, ὅταν μετὰ πέντε λεπτὰ πάρετε τὸ καπέλλο σας καὶ ἀναχωρήσετε, διότι δὲν ἔχομεν ἐργασίαν;
§16ΖΩΧΙΟΣ. Προχθὲς ἐκ μιᾶς λέξεως κάμποσον περιεπλέχθημεν καὶ ἐχρονοτριβήσαμεν, ἀλλὰ θὰ ἀποκριθῶ εἰς τὸν κ. Ῥάλλον. Ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν ἐργασίαν, θέλετε ν’ ἀρχίσωμεν νὰ μαλώσωμεν;
§17Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι νὰ μαλώσωμεν, ἀλλὰ λέγομεν ὅτι εἶναι ἄνανδρον νὰ μὴ θέλετε νὰ δώσωμεν εὐθύνας (θόρυβος). Ἀφοῦ μᾶς λέγετε ὅτι ἐξεσχίσαμεν τοὺς νόμους, ὅτι κατεστήσαμεν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νομοθετικὸν Σῶμα.... (θόρυβος) καὶ νὰ χαρακτηρίζητε τὰς πράξεις μας ἐξ ἀκρισίας προερχομένας.
§18ΖΩΧΙΟΣ. Εἴτε σήμερον ἔλθῃ τὸ ζήτημα, εἴτε αὔριον, ἡ θέσις σας δὲν ἀλλάζει. Νομίζω δὲ ὅτι σπουδαιότερον ζήτημα εἶναι ν’ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλή, ἀφοῦ σήμερον δὲν ἔχει ἐργασίαν, νὰ ἔχῃ αὔριον. Τοῦτο δὲ εἶναι τὸ ἔργον αὐτῆς, διότι δὲν ἠξεύρω αὔριον ποῦ θὰ φθάσωμεν. Δὲν θέλω δὲ νὰ δώσω λαβὴν εἰς λόγια· λέγω μόνον ὅτι πρέπει σεῖς νὰ ἐπιμένετε εἰς τὰς λέξεις, τὰς ὁποίας ἐβάλετε εἰς τὸ στόμα τοῦ Βασιλέως. Περὶ τοῦ τί ἐστὶ κατεπεῖγον ἀπεφάνθητε τότε, τώρα δὲ ὀνομάζετε ἄλλο κατεπεῖγον, διότι ὁ κ. Δεληγεώργης σᾶς εἶπε μίαν λέξιν, καὶ λέγετε, ὅτι σᾶς ἐπροκάλεσεν· ἐγὼ ὅμως λέγω, ὅτι δὲν σᾶς ἐπροκάλεσε. Θέλετε νὰ δώσητε σημασίαν εἰς λέξεις; Ἡ Ἑλλὰς θὰ σᾶς κρίνῃ, ὅτι μετὰ τόσας διαλύσεις καταγίνεσθε εἰς λογομαχίας. Θέλετε μετὰ τὸν προϋπολογισμόν, μετὰ τὴν παραπομπὴν εἰς δίκην τῶν ἄλλων ὑπουργῶν νὰ ἐπιληφθῶμεν καὶ τῆς αἰτήσεως; Τότε μάλιστα. Προσέξατε δὲ ἤδη, μήπως δοθῇ ἄλλη ἐξήγησις εἰς τὸ σχέδιόν σας, μήπως ἐφαρμοσθῇ ἡ ἰδέα τοῦ κ. Λομβάρδου, ὁ ὁποῖος λέγει, τί ἠξεύρω ἐγώ, τί θὰ συμβῇ αὔριον. Σήμερον ἔχομεν τὴν παραπομπὴν εἰς δίκην τῶν ὑπουργῶν, γνωρίζετε δὲ καλῶς ποίαν ἔχει σημασίαν τὸ κατεπεῖγον ζήτημα τοῦτο. Ἀναδέχεσθε σεῖς τὴν εὐθύνην; Ἡ Ἑλλὰς θὰ σᾶς παρεξηγήσῃ, ἐγὼ ὄχι. Ἀλλὰ ἡ φιλοτιμία σας ἂς μὴ σᾶς παρασύρῃ. Μάθετε δέ, κύριοι, ὅτι διὰ λόγων οὔτε προσθέτει τις εἰς τὴν ἀξίαν του, οὔτε ἀφαιρεῖ τι ἀπὸ τὴν ἀξίαν τῶν ἄλλων. Μόνον δὲ τὰ ἔργα παραπέμπουν τὸν ἄνθρωπον καὶ πέραν τοῦ τάφου, οἱ δὲ διὰ λόγων ἀγῶνες, αἱ διὰ λόγων προσβολαὶ εἶναι μηδέν. Σᾶς προσθέτω δὲ καὶ τοῦτο, ὅτι ἡ φιλοτιμία εἶναι κτῆμα σκαιόν· αὐτὸ δὲ τὸ σκαιὸν κτῆμα παρέσυρε πολλάκις καὶ ἀνθρώπους καὶ ἔθνη εἰς τὴν καταστροφήν. Σᾶς βεβαιοῦμεν δέ, ὅτι δὲν σᾶς προσέβαλε κἀνείς, σεῖς ὅμως ἐπιμένετε, ὅτι εἶσθε προσβεβλημένοι, ἤτοι θέλετε πόλεμον. Ἀλλ’ ἡ ἀπαίτησις τοῦ πολέμου ποῦ μᾶς ἄγει; Σκεφθῆτε, διότι εἶσθε συνυπεύθυνοι. Ἡ δὲ οἰκογενειακὴ αὐτὴ λογοδοσία δύναται νὰ ἐξετασθῇ καὶ αὔριον, καὶ μεθαύριον, δὲν σᾶς πειράζει τις, δὲν σᾶς βλάπτει τις. Ἂν ἐπιμένητε εἰς τὴν πρόκλησίν σας, ἐπιμένετε ἐν οὐ δέοντι, ἡ Βουλὴ δὲ θὰ ἀποφασίσῃ.
§19ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ λέξις κατεπεῖγον ἔχει καθαρῶς ἐδῶ τὴν σημασίαν της· δι’ ἡμᾶς πλέον κατεπεῖγον δὲν ὑπάρχει παρὰ ἡ καθιέρωσις τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης τοὐλάχιστον ἐν τῇ Βουλῇ αὐτῇ. Τὴν καθιέρωσιν τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης δὲν τὴν ἐπιζητοῦμεν μόνον διὰ τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν ἑαυτόν μας. Ἐπειδὴ ἐλάβομεν τὴν εὐτυχίαν ἢ ἀτυχίαν νὰ ἤμεθα ὑπουργοί, τὴν θεωροῦμεν πρῶτον δι’ ἡμᾶς, καὶ θὰ λογισθῶμεν εὐτυχεῖς, ἂν πράγματι ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη ἀρχίσῃ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ ἡμᾶς. Ἰδοὺ διὰ τί νομίζομεν κατεπείγουσαν τὴν ὑπουργικὴν εὐθύνην. Δὲν θέλομεν νὰ φέρωμεν ζητήματα λογομαχίας, οὐδὲ ζητήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ μᾶς διαιρέσωσιν, ἀλλὰ νὰ ὑποστηρίξω τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἐπρέσβευα, ἀφ’ ὅτου ἔλαβα τὴν τιμὴν νὰ παρουσιασθῶ ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ σταδίου. Καὶ ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης, ἀλλὰ δὲν ἐπρόκειτο περὶ τῆς εὐθύνης τῆς ἰδικῆς μας. Ἀφοῦ ἅπαξ ῥίπτονται λέξεις περὶ τῆς εὐθύνης τῆς ἰδικῆς μας ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἤθελεν εἶσθαι ἄτοπον, ἂν δὲν ἠθέλαμεν ζητήσει νὰ δώσωμεν λόγον. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τῆς 27 Ἀπριλίου σᾶς εἶπεν ὅτι παρῃτήθημεν διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους σᾶς ἀνέφερα πρὶν ἢ συγκροτηθῇ ἡ Βουλή· ἵνα μὴ παρεξηγηθῶμεν, θὰ μᾶς ἐπιτραπῇ νὰ μὴ δώσωμεν λόγον τῶν πράξεών μας τώρα, ἀλλὰ μόλις συγκροτηθῇ ἡ Βουλὴ εἴτε προκαλούμενοι, εἴτε αὐτοκλήτως θέλομεν ἔλθει νὰ δώσωμεν εὐθύνας». Καὶ τοῦ λόγου τούτου τοῦ προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τῆς 27 Ἀπριλίου μετὰ παρέλευσιν μιᾶς ἢ δύω ἡμερῶν— δὲν ἐνθυμοῦμαι καλά, οὐχὶ ὅμως βεβαίως ἐν αὐτῇ τῇ συνεδριάσει—μετὰ ὥριμον σκέψιν ὁ τότε βουλευτὴς Μαντινείας καὶ νῦν ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Παπαζαφειρόπουλος ἐζήτησε νὰ κρατηθῇ ἐπίσημος σημείωσις καὶ εἶπεν, ὅτι θέλει προκαλέσει αὐτὴν τὴν συζήτησιν διὰ νὰ ἔλθωμεν νὰ ἀπαντήσωμεν. Συνεκροτήθη ἡ Βουλὴ καὶ ἐπειδὴ μετὰ τὴν συγκρότησίν της ζητήματα ἄλλα παρουσιάσθησαν, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ ἔδωκε τὴν προσήκουσαν ἀξίαν, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα τοῦτο.
§20ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀπαντήσω, ἐπειδὴ ἐπεκαλέσθητε τῆς μαρτυρίας μου.
§21ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μάλιστα.
§22ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ μνήμη φαίνεται, ὅτι σᾶς ἠπάτησε, διότι ὁ κ. Τρικούπης, ὅταν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι κατέθεσε τὴν ἐξουσίαν, προσέθηκε τοῦτο, ὅτι τοὺς λόγους τοὺς προκαλέσαντας τὴν παραίτησίν του θέλει ἐκθέσει κατόπιν, δὲν ἠδυνήθη δὲ νὰ ἀποκρύψῃ, ὅτι ἡ συμπεριφορὰ τῆς Βουλῆς ἦτον ἄδικος πρὸς τὸ ὑπουργεῖον· μετ’ ὀλίγα λεπτὰ ἐντὸς τῆς αὐτῆς συνεδριάσεως ἐξηγῶν τὴν σιγὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ προσθέτου τούτου λόγου τῆς παραιτήσεως τοῦ ὑπουργείου εἶπον, ὅτι ἡ Βουλὴ μήπω καταρτισθεῖσα σιωπήσασα ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἐπεμβαίνει εἰς τοὺς λόγους τῆς παραιτήσεως αὐτοῦ, ἀλλ’ ἀκούσας, ὅτι παρεξηγεῖται ἡ σιωπὴ αὕτη τῆς Βουλῆς καὶ θέλων νὰ βεβαιώσω, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὴς ἡ ἀφορμὴ ἐκείνη τῆς παρατηρήσεως τοῦ ὑπουργείου, εἶπον, ὅτι ἐπιφυλάττομαι κατόπιν καθόσον ἀφορᾷ τὴν συμπεριφορὰν τῆς Βουλῆς πρὸς τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἀναπτύξω τοὺς λόγους τοὺς ἀποδεικνύοντας ὅτι ἡ συμπεριφορὰ τοῦ ὑπουργείου πρὸς τὴν Βουλὴν δὲν ἦτον ἡ πρέπουσα· αὕτη εἶναι ἡ ὁμιλία μου, ἥτις ἐγένετο τὴν αὐτὴν ἡμέραν μετ’ ὀλίγα λεπτὰ ἀπὸ τῆς δηλώσεως ἐκείνης τοῦ κυρίου Τρικούπη.
§23ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἠμπορεῖ νὰ μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἀλλὰ βεβαίως, ἀφοῦ παρεισέφρησαν ἄλλα ζητήματα, ἔλαβε τὸν λόγον ὁ κ. Παπαζαφειρόπουλος· ἄλλο δὲν συνέβη τίποτε παρὰ ὅτι ἐπῆρε σημείωσιν εἰς ἓν μέρος τοῦ λόγου του μόνον. Ἐπροχωρήσαμεν, κύριοι, εἰς τὰς ἐργασίας, καὶ οὐχὶ εἰς τὴν δημοσιογραφίαν, οὐχὶ εἰς τὰ φύλλα, τὰ ὁποῖα κυκλοφοροῦν εἰς τοὺς δρόμους, οὐχὶ εἰς κύκλους οἰκογενειακούς, οὔτε κύκλους τῶν ἀντιπροσώπων ἀνεφέρθη καὶ ἔλαβε χώραν προσβολή τις, ἀλλ’ ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου παρ’ ἐξέχοντος μέλους παρὰ τοῦ κ. Δεληγεώργη, παρ’ ἑνὸς τῶν κομματαρχῶν τῶν τριῶν μεγάλων κομμάτων ἐῤῥέθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς 27 Ἀπριλίου παρεβίασε τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς 27 Ἀπριλίου μετέτρεψε τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον εἰς Κοινοβούλιον, ὅτι — ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη — ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ὑπέπεσεν εἰς πολλὰ ἐλαττώματα καὶ ὅτι ἐὰν δὲν ἦλθε κατηγορία κατ’ αὐτῆς τοῦτο ἐγένετο, διότι ὅσα ἔγειναν δὲν ἔγειναν ἀπὸ κακὴν πίστιν, ἀλλ’ ἔγειναν, εἶπεν, ἀπὸ ἀκρισίαν. Ἡ σημερινὴ δήλωσις τοῦ κ. Δεληγεώργη κατέστρεψε καθόσον ἀφορᾷ ἡμᾶς τὴν φράσιν, τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἔῤῥιψεν· ἀλλὰ καθόσον ἀφορᾷ ὑμᾶς; καθόσον ἀφορᾷ ὑμᾶς ἐλέχθησαν αἱ λέξεις, αἱ φράσεις, αἱ ἰδέαι ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ παραδεχθῶμεν καθόσον ἀφορᾷ ὑμᾶς εἰς στιγμὴν μάλιστα καθ’ ἣν πρόκειται νὰ καταδικάσετε ἄλλους ὑπουργούς, καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ ἐνεργήσετε ἄλλας ἀνακρίσεις· εἰς τὴν στιγμὴν ταύτην ἐνῷ κατηγορεῖτε ὑπουργεῖον, ὅτι ἔπεσεν εἰς τοιαύτας παρεκτροπὰς, αἵτινες δὲν ἔχουν κατωτέραν ἀξίαν τῶν ἀποδιδομένων εἰς τοὺς ἄλλους, σεῖς θὰ τὸ ἐγκαταλείψετε; Σεῖς δὲν θὰ φανῆτε ἂν ὄχι μεροληπτικοὶ τοὐλάχιστον ἄδικοι, ἐνῷ ζητεῖτε λόγον ἀπὸ ἐκείνους, δὲν ζητεῖτε καὶ ἀπὸ ἡμᾶς; Ἰδοὺ τί λέγομεν ἡμεῖς. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν θέλῃ νὰ ὑπέμβῃ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, θὰ εἰπῇ, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ Βουλὴ θεωρεῖ τὴν φράσιν τοῦ κ. Δεληγεώργη, ἐν ὥρᾳ ἐξάψεως λεχθεῖσαν καὶ ἄνευ βάσεως. Ἐὰν τοιαύτη ᾖναι ἡ ἐξήγησις, δὲν ἔχω τίποτε νὰ προσθέσω, ἀλλὰ νὰ μὴ λέγετε, θὰ ἐξετάσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τοῦτο δὲν εἶναι κατεπεῖγον. Ἰδοὺ ἡ πλάνη, εἰς τὴν ὁποίαν προσπαθοῦν νὰ σᾶς φέρουν ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν θεωροῦσι τοῦτο ὡς κατεπεῖγον, διότι διὰ τοῦτο ἠγωνίσθημεν ὅλοι, κύριοι, διὰ τοῦτο ἐπῆλθεν ἡ μεταβολὴ, διὰ τοῦτο ἐκινδυνεύσαμεν τὴν ἡσυχίαν τοῦ τόπου ὅπως καταστῇ πρᾶγμα ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη. Λοιπὸν καθόσον ἀφορᾷ τὸν κ. Δεληγεώργην, ἡ δήλωσις καταστρέφει τὸν λόγον, ἀλλὰ καθόσον ἀφορᾷ σᾶς ἐὰν δὲν εὑρίσκετε κἀμμίαν ὑπόστασιν εἰς τοὺς λόγους, οἵτινες ἐῤῥέθησαν, ἀλλὰ θεωρῆτε τοὺς λόγους τούτους ἀπὸ ἔξαψιν προφερθέντας καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν εὑρίσκετε αἰτίαν, δὲν ἔχω τίποτε νὰ προσθέσω· ἐὰν ὅμως ὑπάρχῃ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὀφείλετε νὰ προβῆτε, ὀφείλομεν δὲ νὰ ζητήσωμεν καὶ ἡμεῖς καὶ σεῖς καὶ πάντες νὰ καταστήσωμεν πρᾶγμα τὴν ὑπουργικὴν εὐθύνην.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ εἶναι πολλοὶ ἐγγεγραμμένοι, ἡ πρότασις αὕτη θὰ ἀποῤῥοφήσῃ ὅλην τὴν ἡμέραν. Ἐννοῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ καταναλώσῃ τὸν χρόνον εἰς πρότασιν τοιαύτην, διότι αὔριον ἔρχεται ἄλλος καὶ κάμει τὸ αὐτὸ, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τίποτε δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ. Ἐγὼ χρεωστῶ νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ νομίζω ὅτι, χωρὶς νὰ πολεμήσω τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως αὐτῆς, πρέπει νὰ ἀναβληθῇ δι’ ἄλλην ἡμέραν.
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁρίσατέ το δι’ αὔριον, διότι δὲν ἐννοοῦμεν ἐπ’ ἀόριστον.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίαν ἡμέραν;
§27ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1876.
§28ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Κατηγορίαν δὲν ὑπέβαλέ τις.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δεληγεώργης εἶπεν ὅτι δὲν παραιτεῖται τοιαύτης προτάσεως, διότι δὲν ἔκαμε τοιαύτην, ἀλλὰ οἱ κύριοι θέλουν νὰ δώσουν εὐθύνας. Ἐπειδὴ ἡ πρότασις αὕτη θὰ λάβῃ μεγάλην ἔκτασιν διότι εἶναι πολλοὶ ἐγγεγραμμένοι, νὰ προσδιορισθῇ ἄλλη ἡμέρα.
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δι’ αὔριον.
§31ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐγὼ προτείνω, κ. πρόεδρε, μετὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1876.
§32ΧΟΪΔΑΣ. Μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ κατηγορητηρίου κατὰ τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, δύω προτάσεις ὑπάρχουν, οἱ μὲν προτείνουν ἵνα ἡ πρότασις τοῦ κ. Τρικούπη ὅπως δώσῃ εὐθύνας συζητηθῇ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1876. Ἡ δὲ πρότασις τοῦ κ. Χοϊδᾶ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως κατὰ τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη.
§34ΤΙΝΕΣ. Παραιτεῖται ὁ κ. Χοϊδᾶς.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν παραιτεῖται, διότι δὲν τὸ λέγει μόνος του.
§36ΧΟΪΔΑΣ. Δὲν παραιτοῦμαι, διότι θεωρῶ ὀρθοτάτην τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιχειρήσωμεν δύω πολέμους συγχρόνως.
§37ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν. Προτείνων μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1876 νὰ ἔλθῃ ἡ πρότασις αὐτὴ, ἐννοῶ ὅτι ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ χρονικοῦ διαστήματος τὸ ζήτημα αὐτὸ θὰ ᾖναι τελειωμένον.
§38ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ προτάσεως, θέτω καὶ ἐγὼ τὴν ἑξῆς: νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἂν πρέπῃ νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ διὰ νὰ σᾶς εὐχαριστήσω θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασίν σας. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι νὰ συζητηθῇ αὔριον ἡ πρότασις τοῦ κ. Τρικούπη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν ἐδέχθη τὴν πρότασιν. Τώρα εἶναι ἡ πρότασις τοῦ κ. Μπούμπουλη, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ πρότασις τοῦ κ. Τρικούπη πρέπει νὰ τεθῇ εἰς συζήτησιν μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1876. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐγγεγραμμένα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ πρὸ τούτων, ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκκρεμῆ καὶ αἱ ἐπιτροπαὶ δὲν ὑπέβαλον ἐκθέσεις, νὰ δοθῇ μία προθεσμία τριῶν ἢ πέντε ἡμερῶν καὶ ἐὰν δὲν ὑποβάλουν τὰς ἐκθέσεις των νὰ προχωρήσωμεν;
§40ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, περὶ τῶν ἐργασιῶν τῶν ἐπιτροπῶν θὰ μοὶ δώσητε τὴν ἄδειαν νὰ εἴπω τι σχετικὸν πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης ἰδίως καὶ νὰ ἐρωτήσω τί ἔκαμε καθόσον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, διότι ἡμεῖς ὑπεσχέθημεν ὅτι, ἐὰν δὲν ᾖναι ἐψηφισμένον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μέχρι τέλους Νοεμβρίου, νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ προσωπικοῦ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Νομίζω, ὅτι παρὰ πολὺ κατεπείγει ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ.
§41ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἀπαντῶ εἰς τὸν ἔντιμον προαγορεύσαντα, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων εἰσήχθη ἐσχάτως εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ καθ’ ἃς ἡμέρας εἰργάζετο ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ κατηγορητηρίου. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα δὲν παρέλειψεν ὅπως ἐργασθῇ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, τὴν εἰσήγησιν τοῦ ὁποίου ἀνέθεσεν εἰς τὸν κ. Κασβίκην, ὅστις καὶ εἰργάσθη ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου.
§42ΚΑΣΒΙΚΗΣ. Δι’ ἐγγράφου τοῦ κ. προέδρου τῆς 13 Νοεμβρίου ἐλήφθη τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου διωρίσθην εἰσηγητής. Εἰργάσθην καὶ τὸ ἔχω ἕτοιμον, θὰ ζητήσω δὲ τὴν ἄδειαν τῆς ἐπιτροπῆς ὅπως τὸ καταθέσω.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴθε καὶ αἱ ἐπιτροπαὶ αἱ ἄλλαι νὰ ἠκολούθουν τὴν δραστηριότητα τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης.
§44ΜΑΝΕΤΑΣ. Κύριε πρόεδρε....
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσετε, κύριοι, νὰ ἀκούσητε καὶ ἄλλους εἰσηγητάς.
§46ΜΑΝΕΤΑΣ. Ὡς μέλος καὶ ἐγὼ τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς πληροφορῶ τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη συνῆλθε καὶ ἀποπεράτωσε τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874, ἐπελήφθη δὲ καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1875· πιστεύω ὅτι αὔριον θὰ ἔχῃ ἑτοίμην καὶ θὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Ἐξωτερικῶν ἓν μόνον νομοσχέδιον ἔχει, καὶ ἠδύνατο νὰ ἐργασθῇ καὶ νὰ τὸ φέρῃ εἰς πέρας. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἔχει πολλὰ νομοσχέδια. Τὴν ἐπὶ τοῦ βουλευτικοῦ νόμου ἐπιτροπὴν τὴν παρεκάλεσε νὰ συνέλθῃ αὔριον τὴν 9 π. μ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν κατέθηκεν οὐδεμίαν ἐργασίαν, καθὼς καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Ἐξωτερικῶν.
§48Φ. ΦΙΛΩΝΟΣ. Αὔριον πιστεύω ὅτι θὰ παρουσιάσωμεν τρεῖς ἐκθέσεις ἐπὶ νομοσχεδίων.
§49ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἤθελα σᾶς παρακαλέσει, κ. πρόεδρε, ἡ ἡμερησία διάταξις νὰ τυποῦται ἀντὶ νὰ γράφηται εἰς τὸ γραφεῖον καὶ διανέμηται διὰ νὰ γνωρίζωμεν ἐπὶ τίνων ἀντικειμένων θὰ συζητήσωμεν.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἡμερησίαν διάταξιν δὲν τὴν ὁρίζω ἐγὼ, διότι δὲν ἔχω τοιοῦτον δικαίωμα· αὕτη ὁρίζεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὥστε ἡ Βουλὴ γινώσκει πάντοτε ποῖα θὰ ᾖναι τὰ νομοσχέδια πρὸς συζήτησιν.
§51ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κ. πρόεδρε, ἔχετε βεβαίως μεγαλειτέραν πεῖραν ἀπὸ ἐμὲ, ἀλλὰ εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως, ὅτε ὁρίζεται ἡ ἡμερησία διάταξις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μένωμεν πάντες ἐδῶ, ὥστε θὰ σᾶς παρακαλέσω, ἵνα τυποῦται, ἀντὶ νὰ γράφηται, καὶ νὰ διανέμηται.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ τυπώνηται καὶ διανέμηται ἡ ἡμερησία διάταξις. Ὁ κ. Κωνσταντᾶς ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ διανομῆς τῆς ἐπικοίνου περιουσίας Κερκύρας. Θέλει τυπωθῆ καὶ παραπεμφθῆ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἥτις ἔχει καὶ τὴν πρότασιν τὴν ὑποβληθεῖσαν παρ’ ἄλλων βουλευτῶν, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἐδόθη προθεσμία 8 ἡμερῶν νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσιν. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Ἐξωτερικῶν ἓν μόνον νομοσχέδιον ἔχει, καὶ ὡς λέγουν δὲν προσεκλήθη.
§53ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν προσεκλήθημεν.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔπρεπε νὰ σᾶς προσκαλέσῃ ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, μολοντοῦτο ἐγὼ διὰ περισσοτέραν πολυτέλειαν προσκαλῶ τὰ μέλη νὰ συνέλθωσιν αὔριον.
§55ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ὡς πρόεδρος τῆς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπιτροπῆς πληροφορῶ ὑμᾶς, κ. πρόεδρε, ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπιτροπῆς ἀποτελοῦσι μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἥτις ἐργάζεται καθ’ ἑκάστην ἀπὸ τῆς ἐννάτης μέχρι τῆς δωδεκάτης, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προφθάσωσι καὶ εἰς τὰς δύω ἐργασίας. Ἐπιτρέψατέ μοι δὲ ἤδη νὰ κάμω σύστασίν τινα εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ ζητήματος συνδεομένου μετὰ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεώς τινων ἐκ τῶν μικρῶν δήμων τοῦ Κράτους, Ὡς γνωστὸν, ὁ νόμος περὶ δημοτικῆς φορολογίας τῆς 22 Δεκεμβρίου 1847 ἐπέτρεψεν εἴς τινας δήμους νὰ ἐπιβάλλωσι δασμοὺς ἐπὶ τῶν ὠνίων. Ἐπετράπη δὲ τοῦτο εἰς τοὺς δήμους, οἵτινες διατελοῦσι πρωτεύουσαι ἐπαρχίας ἢ ἐν οἷς ὑπάρχει τελωνιακὸς σταθμὸς, μέχρι τοῦ βαθμοῦ σταθμάρχου. Ἀλλὰ συμβαίνει, ὥστε δῆμοί τινες, οἵτινες δὲν εἶναι πρωτεύουσαι ἐπαρχιῶν καὶ δὲν ἔχουν τελωνιακὸν σταθμὸν, νὰ μὴ δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ἀνάγκας των ἄνευ ἐπιβολῆς τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν ὠνίων. Εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην, καθόσον γιγνώσκω, ὑπάγεται μεταξὺ ἄλλων καὶ ὁ δῆμος Γαυρίου τῆς Ἄνδρου, ὅστις ἐπὶ τούτου ἐπεκαλέσθη τὴν πρόνοιαν τῆς Κυβερνήσεως. Ὅτι δὲ εἰς τὴν δυσχέρειαν ταύτην εὑρίσκονται καὶ ἄλλοι δῆμοι τοῦ Κράτους, γινώσκει κάλλιον ἐμοῦ ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργὸς, καθότι ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργείου καταγίνεται εἰς τὸν καταρτισμὸν νομοσχεδίου, ὅπως εἰς ὅλους τοὺς δήμους τῆς κατηγορίας ταύτης ἐπιτραπῇ νὰ ἐπιβάλλωσιν αὐτὸν τὸν δασμόν. Τὸ τοιοῦτο θεωρῶ ἀπολύτως ἀναγκαῖον, ὅπως ἡ ἐσωτερικὴ κατάστασις τῶν δήμων βελτιωθῇ, καὶ συνιστῶ τοῦτο εἰς τὴν πρόνοιαν καὶ ἰδιάζουσαν μέριμναν τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ νὰ τεθῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ά) τὸ νομοσχέδιον περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1875· δέχεται ἡ Βουλή;
§57ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ) Περὶ συνεκκαμινεύσεως τῶν σκωριῶν καὶ ἐκβολάδων τοῦ Λαυρίου.
§59ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ. Ὄχι αὐτό.
§60ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λάθος ἐγένετο.
§61ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μεταξὺ τῶν ἄλλων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα προτείνετε νὰ τεθῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, νὰ τεθῇ καὶ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ὑπέβαλεν ὁ κύριος Ζωχιὸς περὶ εὐθύνης τῶν ὑπαλλήλων τῶν εἰσπραττόντων φόρους ἄνευ προϋπολογισμοῦ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι τὸ μᾶλλον κατεπεῖγον καὶ ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα τὸ ὑπουργεῖον θὰ παραδεχθῇ ὡς ἰδικά του.
§62ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα.
§63ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Λοιπὸν νὰ τεθῇ καὶ τοῦτο εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§64ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ εἰσήγαγεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐὰν ἐγκρίνῃ νὰ θέσωμεν προθεσμίαν μέχρι τῆς Πέμπτης εἰς τὰς ἐπιτροπὰς ὅπως καταθέσωσι τὰς ἐκθέσεις ἐπὶ τῶν διαφόρων νομοσχεδίων, ἅτινα παρεπέμφθησαν εἰς αὐτάς.
§66ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§67Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἐκ τῆς μεγάλης πείρας, ἣν ἔχει, ἐννοεῖ καὶ τὴν κατάστασιν τῶν δήμων τοῦ Κράτους, νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἕνα δημοτικὸν νόμον, διότι ὁ ὑπάρχων δημοτικὸς νόμος, καὶ ὅπως εἶναι συντεταγμένος κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1836 καὶ ὅπως ἐφαρμόζεται, δὲν εἶναι νόμος, καὶ τὰ δημοτικὰ συμφέροντα καταστρέφονται. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νὰ ὑποβάλῃ νόμον περὶ στρατολογίας, ἵνα ἀπαλλαγῇ ὁ λαὸς ἀπὸ τὸ ἀφόρητον αὐτὸ βάρος.
§68ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας εἶναι ἕτοιμον.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ διορισμοῦ καὶ δευτέρου ἀντεισαγγελέως εἴς τινα πρωτοδικεῖα, καὶ βʹ) τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν περὶ ναυτιλιακῶν διπλωμάτων. Ἀλλὰ πρὸ τούτου ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει καταθέσει νομοσχέδιά τινα.
§70ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν 4 νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων μεταβάλλεται τὸ ἰσχῦον φορολογικὸν σύστημα, καθόσον ἀφορᾷ τὸν ἔγγειον φόρον ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν καὶ τῶν κατὰ στρέμμα φορολογουμένων προϊόντων καθὼς καὶ τοὺς φόρους ἐπὶ τῶν ζώων, τῶν μελισσίων καὶ τῶν ἰδιωτικῶν βοσκῶν, καὶ προτείνονται νέοι φόροι πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος, ὅπερ ἡ κατάργησις αὕτη θέλει ἀφήσει. Ἀντὶ δὲ νὰ συνοδεύσω τὰ νομοσχέδια ταῦτα δι’ εἰσαγωγικῆς ἐκθέσεως, ἐθεώρησα καταλληλότερον νὰ τὰ ἀναπτύξω διὰ βραχέων προφορικῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐλπίζω δέ, ὅτι δὲν θέλει δυσαρεστηθῇ ἡ Βουλή, ἀφοῦ συνέπεσε μάλιστα νὰ μὴ ἔχωμεν σήμερον πολλὴν ἐργασίαν, ἐὰν ἀπασχολήσω τὰς πολυτίμους αὐτῆς στιγμάς, ἀγορεύων ἐπ’ ὀλίγον περὶ ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι μὲν τοσοῦτον ὑψηλῆς περιωπῆς ὅσον τὰ πολιτικὰ ζητήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐνησχολήθη κατ’ αὐτὰς ἡ Βουλή, ἀφορῶσιν ὅμως σπουδαιότατα τοῦ τόπου συμφέροντα καὶ συνδέονται μὲ τὴν τύχην τῶν πολυπληθεστέρων τάξεων τῆς ἡμετέρας κοινωνίας. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον διέπει παρ’ ἡμῖν τὴν ἔγγειον φορολογίαν εἶναι, κύριοι, πρὸ πολλοῦ καταδεδικασμένον εἰς τὴν συνείδησιν ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους. Πολλοὶ τῶν παρ’ ἡμῖν λογίων καὶ ἄλλων πεπειραμένων ἀνδρῶν ἔγραψαν πολλάκις διατριβὰς καὶ μονογραφίας καὶ παρέστησαν τὰ μεγάλα ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα τὸ σύστημα ἔχει, καὶ τὴν ὀλεθρίαν ἐπιῤῥοὴν, ἣν ἐξασκεῖ ἐπὶ τῆς παραγωγῆς τοῦ τόπου· δὲν ὑπῆρξε δὲ Ἐθνικὴ Συνέλευσις ἢ Βουλὴ, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ μὴ ἠγέρθησαν ζωηραὶ φωναὶ κατὰ τοῦ συστήματος τούτου καὶ εἰς τὴν ὁποίαν νὰ μὴ εὑρέθησαν διαπρεπεῖς ἀντιπρόσωποι ζητήσαντες τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ. Οἱ δὲ ξένοι, ὁσάκις θέλουν νὰ κατακρίνουν ἡμᾶς, ἀναφέρουσι τὴν διατήρησιν τοῦ φορολογικοῦ μας συστήματος ὡς ἀπόδειξιν τοῦ ὅτι δὲν προέβημεν ἀρκούντως εἰς τὸν πολιτισμὸν, οὐδὲ ἠδυνήθημεν νὰ γνωρίσωμεν ἀποχρώντως τὸ συμφέρον μας. Ὅθεν προκειμένου νὰ ἐνασχοληθῶμεν σήμερον εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, φρονῶ ὅτι ἔχομεν μᾶλλον ἀνάγκην νὰ δικαιολογηθῶμεν διὰ τὴν βραδύτητα τῆς μεταβολῆς παρὰ νὰ ἐκθέσωμεν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἐνεργηθῇ αὕτη. Μολαταῦτα ὅπως μὴ κατακριθῶ ὡς εἰσάγων εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν ἀδικαιολόγητον, ἐπιτρέψατέ μοι ν’ ἀπαγγείλω ἐν ὀλίγοις τὸ κατηγορητήριον τοῦ ἰσχύοντος φορολογικοῦ συστήματος. Περὶ τοῦ συστήματος τούτου δύναται νὰ εἴπῃ τις, χωρὶς δισταγμὸν, ὅ,τι ἔλεγεν εἰσαγγελεύς τις, κατηγορῶν ἐπίσημόν τινα κακοῦργον. Δὲν ὑπάρχει, ἔλεγεν ὁ εἰσαγγελεὺς ἐκεῖνος, διάταξις τοῦ ποιν. νόμου, τὴν ὁποίαν ὁ ἄθλιος αὐτὸς ἄνθρωπος δὲν παρεβίασεν. Ὁμιλῶν καὶ ἐγὼ περὶ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον διέπει τὴν ἔγγειον φορολογίαν ἐν Ἑλλάδι, δὲν διστάζω νὰ εἴπω ὅτι ἐκ τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους ἡ ἐπιστήμη, ὁ ὀρθὸς λόγος, καὶ ἡ πεφωτισμένη πεῖρα θεωροῦν ὡς προσόντα ἀπαραίτητα παντὸς καλοῦ φορολογικοῦ συστήματος, δὲν ὑπάρχει κἀνεὶς, τὸν ὁποῖον τὸ ἄθλιον τοῦτο σύστημα νὰ μὴ ἀθετῇ καὶ παραβιάζῃ. Πρῶτος ὅρος τοῦ καλοῦ φορολογικοῦ συστήματος εἶναι τὸ νὰ ἐπιβάλλεται ὁ φόρος ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου· ἀλλὰ τὸ παρ’ ἡμῖν σύστημα φορολογεῖ τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον, ἐπειδὴ δὲ δὲν ὑπάρχει πάντοτε ἡ αὐτὴ ἀναλογία μεταξὺ καθαρᾶς καὶ ἀκαθαρίστου προσόδου, ἡ φορολογία ἀποβαίνει ἄνισος καὶ ἄδικος. Ἐάν τις καλλιεργῇ γαίας καλῆς ποιότητος, δύναται μὲ ὀλίγην δαπάνην νὰ ἀπολαύσῃ εἰσόδημα, τὸ ὁποῖον ἄλλος καλλιεργῶν γαίας κατωτέρας ποιότητος δὲν δύναται νὰ ἔχῃ. Ἐὰν ὁ ἀγρός του ἢ τὰ κτήματά του εὑρίσκωνται πλησίον τῆς παραλίας ἢ μεγάλης τινὸς πόλεως, ὅπου δύναται νὰ ἐξοδεύσῃ τὰ προϊόντα του εἰς καλὰς τιμὰς ἐκ τῆς πωλήσεως αὐτῶν θέλει ἔχει πολὺ μεγαλείτερον εἰσόδημα ἀπὸ ἄλλον, ὅστις παράγει μὲν τὰ αὐτὰ προϊόντα, δὲν ἔχει ὅμως τὴν εὐκολίαν νὰ τὰ πωλήσῃ εἰς τὰς αὐτὰς τιμάς. Ἐκ τούτου συμβαίνει πολὺ συχνὰ, ὥστε φορολογούμενός τις νὰ παράγῃ προϊόντα ἀξίας 1000 δραχ. μὲ δαπάνην 200 μόνον δραχμῶν, ἐνῷ ἄλλος διὰ νὰ παραγάγῃ ἴσης ἀξίας προϊόντα εἶναι ἠναγκασμένος νὰ ἐξοδεύσῃ 800 ἴσως δραχμὰς, καὶ οὕτω εἰς τὸν πρῶτον μένει καθαρὸν εἰσόδημα 800 δραχμῶν, ἐνῷ ὁ τελευταῖος ἔχει εἰσόδημα μόνον 200 δρ. Ἐν τούτοις κατὰ τὸ φορολογικόν μας σύστημα, χωρὶς διόλου νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔξοδα, λαμβάνονται καὶ ἀπὸ τὸν ἕνα καὶ ἀπὸ τὸν ἄλλον 100 δραχμαί. Ἀλλὰ διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἀπὸ μὲν τὸν πρῶτον ἀφαιρεῖται μόνον τὸ ὄγδοον τοῦ εἰσοδήματός του, ἀπὸ δὲ τὸν δεύτερον τὸ ἥμισυ ἢ τέσσαρα ὄγδοα· ἑπομένως ὁ τελευταῖος φορολογεῖται τετραπλασίως περισσότερον ἀπὸ τὸν πρῶτον. Δεύτερος ὅρος, τὸν ὁποῖον ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ πεῖρα ἀπαιτοῦν διὰ τὸ καλὸν φορολογικὸν σύστημα, εἶναι ἡ μονιμότης τοῦ φόρου, ἤτοι τὸ νὰ μένῃ ἀμετάβλητος ὁ φόρος διὰ πολλὰ ἔτη, ὥστε πᾶσα ἡ ἐκ τῶν βελτιώσεων προερχομένη ὠφέλεια νὰ περιέρχηται ὁλόκληρος εἰς τὸν καλλιεργητήν. Ἀλλὰ κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, ἀναλόγως τοῦ προϊόντος, τὸ ὁποῖον κατ’ ἔτος παράγεται, ἐπιβάλλεται καὶ ὁ φόρος· ἐκ τούτου δὲ συμβαίνει, ὥστε τὰ κεφάλαια νὰ ἀπομακρύνωνται σταθερῶς ἀπὸ τὴν καλλιέργειαν τῆς γῆς, διότι ὁσάκις τὸ ἐκ τῆς καταθέσεως αὐτῶν παραγόμενον εἰσόδημα δὲν εἶναι πολὺ μεγάλον, ὄχι μόνον δὲν μένει τίποτε εἰς τὸν καλλιεργητὴν ἀλλὰ χάνει καὶ μέρος τοῦ κεφαλαίου. Ὑποθέσατε, ὅτι καλλιεργεῖτε κτῆμα, τὸ ὁποῖον παράγει ὡρισμένον ποσὸν καρπῶν, καὶ ὅτι ἔχετε τὴν πεποίθησιν ὅτι δύνασθε δι’ ἐντελεστέρας καλλιεργείας, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ τὴν κατάθεσιν περισσοτέρων κεφαλαίων, νὰ αὐξήσητε τὸ εἰσόδημά σας εἰς τρόπον, ὥστε νὰ λάβητε ὀπίσω τὰ κεφάλαιά σας καὶ τόκον 15%. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει μὲ τὸ σύστημα τῆς φορολογίας, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, δὲν θὰ σᾶς μείνουν εἰμὴ μόνον 3½%, διότι διὰ νὰ λάβητε τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα κατεθέσατε, ἤτοι τὰς 100 δραχ. μὲ τόκον 15%, πρέπει ἀντὶ τῶν 100 δραχμῶν, τὰς ὁποίας κατεθέσατε, νὰ λάβητε 115, ἀλλ’ ἐκ τῶν 115 τὸ σύστημα τῆς ἀποδεκατώσεως ἀφαιρεῖ 11½· ἑπομένως δὲν θὰ σᾶς μείνουν εἰμὴ 3½ μόνον. Ἐνῷ λοιπὸν ἡ ἐπιχείρησίς σας ἦτο πολὺ καλῶς ὑπολογισμένη, καὶ τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον προσεθέσατε εἰς τὴν καλλιέργειαν, ἔδωκε 15% ὠφέλειαν, εἰς σᾶς δὲν ἔμειναν εἰμὴ 3½, τόκος πολὺ μικρὸς, ὁ ὁποῖος δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὸν τόκον, τὸν ὁποῖον ἠδύνασθε νὰ ἀπολαύσητε, ἐὰν τὰ κεφάλαιά σας διετίθεντο ἄλλως πως. Ὅσον δὲ μεγαλείτερος εἶναι ὁ φόρος, τοσοῦτον ἀσύμφορος καθίσταται ἡ βελτίωσις τῆς καλλιεργείας. Ἐὰν ἀντὶ 10% ὁ φόρος ᾖναι 20%, ὅπως συμβαίνει εἰς τὴν Ἑπτάνησον τότε καὶ ἐὰν τὸ κεφάλαιον, ὅπερ κατετέθη, δώσῃ 30% καὶ ἀντὶ 100 δραχμῶν λάβητε 130, ἐπειδὴ ὁ φόρος πρὸς 20% θὰ σᾶς ἀφαιρέσῃ τὰ 26, θὰ σᾶς μείνουν μόνον 4. Κατὰ τὸ σύστημα λοιπὸν, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὴν Ἑπτάνησον, δὲν εἶναι δυνατὸν κανὲν κεφάλαιον νὰ κατατεθῇ πρὸς βελτίωσιν καὶ ἐπαύξησιν τῆς καλλιεργείας, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε ὅτι ἐπικρατεῖ ἐκεῖ ἔτι μᾶλλον τὸ σύστημα νὰ καλλιεργῶνται τὰ κτήματα καὶ αἱ γαῖαι ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν κεφάλαια, ἀλλὰ καταθέτουν τὴν προσωπική των ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἴσως δὲν δύνανται νὰ διαθέσουν ἄλλως πως. Τρίτος ὅρος τοῦ καλοῦ συστήματος εἶναι, κύριοι, τὸ νὰ εἰσάγωνται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὅσα ἐξάγονται ἀπὸ τὰ βαλάντια τῶν φορολογουμένων· ἐν τούτοις γνωρίζετε πολὺ καλὰ, ὅτι παρ’ ἡμῖν ὄχι μόνον τὸ δημόσιον δαπανᾷ πολλὰ διὰ τὴν βεβαίωσιν τῶν φόρων, ἀλλὰ καὶ οἱ περισσότεροι τῶν φόρων παραχωροῦνται εἰς ἐνοικιαστὰς, οἱ ὁποῖοι βεβαίως κερδίζουν ἀπὸ τοὺς φορολογουμένους, ὥστε ἐὰν τὸ δημόσιον ἀπολαμβάνῃ 5 ἢ 6 ἑκατομμύρια, ὁ φορολογούμενος λαὸς πληρώνει πολὺ περισσότερα. Τὸ μεγαλείτερον ὅμως ἐλάττωμα τοῦ φορολογικοῦ μας συστήματος εἶναι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐνεργεῖται ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου, καὶ ὅστις δὲν εἶναι εἰμὴ διηνεκὴς καταπίεσις καὶ ἀδιάλειπτος κατάθλιψις τῶν φορολογουμένων. Ἐκτὸς τῶν φόρων, ὅσοι βεβαιόνονται καὶ εἰσπράττονται εἰς τὰ τελωνεῖα, ἐκ τῶν λοιπῶν ἄλλοι φόροι βεβαιόνονται δι’ ἐνοικιάσεως καὶ ἄλλοι διὰ δηλώσεων. Ἐὰν δὲ ἀναγνώσῃ τις μετὰ προσοχῆς τὸν φορολογικὸν νόμον, θὰ ἀπορήσῃ διὰ τὴν ἀτελεύτητον διαδικασίαν τῆς φορολογίας καὶ θὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχει εἰς τὸν κόσμον φορολογικὸν σύστημα καταθλιπτικώτερον καὶ μᾶλλον καταπιεστικόν· ἠμπορεῖ μάλιστα λίαν εὐλόγως νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην τὸ σημερινὸν ἡμῶν σύστημα εἶναι πολὺ χειρότερον ἀπὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπεκράτει ἐπὶ Τουρκοκρατίας, διότι τότε τοὐλάχιστον ὁ Σπαχῆς ἐλάμβανεν ἀπὸ τὸν φορολογούμενον τὸν φόρον, καὶ πᾶς λογαριασμὸς μεταξὺ φορολογοῦντος καὶ φορολογουμένου ἐκλείετο ὁριστικῶς· σήμερον ὅμως δὲν γίνεται οὕτω, σήμερον δὲν ὑπάρχει τρόπος, ὥστε ὁ φορολογούμενος νὰ δώσῃ τὸν φόρον του καὶ νὰ μείνῃ ἥσυχος. Ὑποθέσατε φορολογούμενον ἔχοντα ζῶα καὶ θέλοντα νὰ καλλιεργῇ ἀπὸ ὅλα τὰ εἴδη τῶν προϊόντων· οὗτος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ κάμῃ 15 δηλώσεις, διὰ πᾶσαν δὲ δήλωσιν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ ἁρμοδία ἀρχὴ νὰ στείλῃ πρόσωπα διὰ νὰ τὸν ἐξελέγξουν, ἐὰν δὲ οἱ ἐλεγκταὶ οὗτοι ἀνακαλύψουν, ὅτι ἡ δήλωσίς του δὲν εἶναι ἀκριβής, σύρεται ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου καὶ καταδικάζεται εἰς πρόστιμον ἢ χρηματικὴν ποινήν. Δι’ ὅσα δὲ εἴδη φορολογοῦνται δι’ ἐνοικιάσεως ἔχει ἐπὶ κεφαλῆς αὐτοῦ τοὺς ἐνοικιαστάς· οἱ ἐνοικιασταὶ εἶναι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι συνήθως δὲν ἔχουν ἄλλον κανόνα εἰς τὰς ἐνεργείας των παρὰ τὸ συμφέρον των, καὶ ἐπειδὴ κατ’ ἀνάγκην περιβάλλονται μὲ μεγάλην ἐξουσίαν διὰ νὰ βεβαιώσουν καὶ εἰσπράξουν, ὑποβάλλουν τοὺς φορολογουμένους εἰς πολλὰς ἐνοχλήσεις καὶ καταπιέσεις, ἐνίοτε δὲ καὶ ἐκδίδουν εἰκονικὰ διπλότυπα, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιβάλλουσι φόρους, τοὺς ὁποίους ὁ φορολογούμενος δὲν ὀφείλει νὰ πληρώσῃ ἢ τοὺς ὁποίους ἐπλήρωσεν, οὕτω δὲ ὁ φορολογούμενος ἐνῷ νομίζει ὅτι ἀπέδωκε τὸν φόρον του καταζητεῖται αἰφνιδίως διὰ νὰ πληρώσῃ καὶ ἄλλους φόρους, τοὺς ὁποίους δὲν ὀφείλει. Παραλείπω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὸ φορολογικόν μας σύστημα δίδει χώραν εἰς πολλὰς ἀνηθικότητας καὶ ἐγκληματικὰς πράξεις, διότι πολλοὶ τῶν φορολογουμένων προσπαθοῦν νὰ ὑποκρύψωσι τὰ προϊόντα των διὰ νὰ ἀποφύγωσι τὸν φόρον, οἱ δὲ ἐνοικιασταὶ καὶ τὰ λοιπὰ ἐπὶ τῆς βεβαιώσεως ὄργανα προσπαθοῦσι νὰ ὠφεληθῶσιν ὅσον ἔνεστι περισσότερον· ἐντεῦθεν δὲ λαμβάνουσι χώραν δωροδοκίαι, πλαστογραφίαι καὶ πολλὰ ἄλλα ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι περιττὸν ν’ ἀπαριθμήσω, διότι ὅλοι εἶσθε ἀπὸ ἐπαρχίας καὶ καλὰ τὰ γνωρίζετε. Τοιοῦτον, κύριοι, εἶναι τὸ φορολογικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον διέπει παρ’ ἡμῖν τὴν ἔγγειον φορολογίαν, ἄνισον, ἄδικον, ἀπομακρῦνον σταθερῶς τὰ κεφάλαια ἀπὸ τὴν καλλιέργειαν τῆς γῆς, πολυδάπανον, ἀνήθικον, καὶ εἰς μέγιστον βαθμὸν καταπιεστικὸν καὶ καταθλιπτικὸν διὰ τοὺς φορολογουμένους. Ὑπὸ σύστημα τοιοῦτον ἐννοεῖτε κάλλιστα, ὅτι δὲν δύναται νὰ προοδεύσῃ ἡ γεωργία, καὶ νὰ αὐξήσῃ δεόντως ἡ παραγωγὴ τοῦ τόπου. Καὶ δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι τὴν πρόοδον ταύτην παρακωλύουσι καὶ ἄλλα αἴτια, οἷον ἡ ἔλλειψις τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας καὶ ἡ σπάνις τῶν κεφαλαίων, ἀλλ’ ἰσχυρίζομαι, ὅτι καὶ ἂν ὅλα ταῦτα ἐκλείψουν, ἐν ὅσῳ διατηροῦμεν τοιοῦτον σύστημα φορολογίας, δὲν δύναται ἡ παραγωγὴ τοῦ τόπου νὰ προαχθῇ, διότι ὅσα κεφάλαια καὶ ἂν φέρετε, ὅσον εὐθηνὸν καὶ ἂν καταστήσετε τὸν τόκον, δὲν πιστεύω νὰ εὑρεθοῦν πολλοί, οἱ ὁποῖοι νὰ δανεισθοῦν κεφάλαια καὶ νὰ τὰ καταθέσουν πρὸς βελτίωσιν τῆς καλλιεργείας, ἀφοῦ ἔχουν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὅταν τὰ κεφάλαια ταῦτα, διὰ νὰ ἀφήσωσι τόκον 8%, πρέπει νὰ δώσουν πρόσοδον παρ’ ἡμῖν τοὐλάχιστον 20%, εἰς δὲ τὴν Ἑπτάννησον τοὐλάχιστον 35%. Ἐπειδὴ εἶναι πολὺ δύσκολον, ἵνα μὴ εἴπω ἀδύνατον, τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον κατατίθεται πρὸς ἐπαύξησιν τῆς καλλιεργείας, νὰ ἀποφέρῃ ὠφέλειαν 20 καὶ 35%, ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὅσα κεφάλαια καὶ ἂν φέρετε, ἐνόσῳ διατηρεῖται τὸ αὐτὸ φορολογικὸν σύστημα, εἶναι ἀδύνατον τὰ κεφάλαιά σας νὰ στραφῶσι πρὸς τὴν ἐπαύξησιν τῆς παραγωγῆς. Τοιοῦτον σύστημα φορολογίας ἑπόμενον ἦτον, ὡς σᾶς εἶπον ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ὁμιλίας μου, νὰ κατακριθῇ καὶ νὰ πολεμηθῇ πολλάκις· καὶ ὁ πρῶτος, ὅστις ἐτόλμησε νὰ προτείνῃ ἐπισήμως τὴν κατάλυσιν αὐτοῦ, εἶναι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος καὶ εἰσήγαγε κατὰ τὰ 1859 νομοσχέδιον εἰς τὴν τότε Βουλὴν, διὰ τοῦ ὁποίου κατηργεῖτο τὸ ἰσχῦον σύστημα καὶ εἰσήγετο τὸ διανεμητικὸν, σύστημα φορολογίας ὅμοιον μὲ τὸ ἐπικρατοῦν ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν ἄλλαις ἐπικρατείαις τῆς Εὐρώπης. Κατὰ τὸ σύστημα ἐκεῖνο ἔπρεπε νὰ καταγραφοῦν διὰ δηλώσεων καὶ δι’ ἐπιτροπῶν ὅλα τὰ κτήματα, νὰ προσδιορισθῇ κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἡ ἔκτασις αὐτῶν, νὰ ἐξευρεθῇ ἡ καθαρὰ πρόσοδος, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς νὰ ἐπιβληθῇ ὁ φόρος. Τὸ σύστημα τοῦτο, κύριοι, εἶναι κατὰ πάντα λογικὸν καὶ σύμφωνον μὲ τοὺς κανόνας τῆς ἐπιστήμης καὶ μὲ τὸν ὀρθὸν λόγον. Ἀλλὰ, δυστυχῶς, ἡ Βουλὴ δὲν ἠθέλησε νὰ τὸ ψηφίσῃ, διότι πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτοῦ ἐκαλοῦντο νὰ ἐργασθῶσιν αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ καὶ διάφοροι ἐπιτροπαί, ἐδίδετο δὲ εἰς αὐτὰς πᾶσα ἐξουσία πρὸς εὕρεσιν τῆς ἐκτάσεως τῶν κτημάτων καὶ πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς καθαρᾶς προσόδου· τοῦτο δὲ ἐθεωρήθη ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους λίαν ἐπικίνδυνον, καθόσον εἶχον ὑπ’ ὄψιν, ὅτι κατὰ τὴν διανομὴν τοῦ φόρου τοῦ αἵματος, ὅστις εἶναι ὁ μόνος κατὰ τὸ διανεμητικὸν σύστημα ἐπιβαλλόμενος φόρος, γίνονται τὰ μεγαλείτερα ἀδικήματα καὶ ἐπικρατεῖ ἡ μεγαλειτέρα ἀνισότης. Ἐσυλλογίσθησαν λοιπὸν ὅτι, ἐὰν παρέδιδον εἰς τὰς ἐπιτροπὰς καὶ εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς προσόδου, ἡ ὁποία ἔμελλε νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις εἰς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου, ἤθελον συμβῆ μεγάλα καὶ σκανδαλώδη ἀδικήματα, ἐκ τῶν ὁποίων καὶ πολλοὶ τῶν φορολογουμένων ἤθελον πάθει, καὶ τὸ σύστημα αὐτὸ ἤθελε ναυαγήσει· διὰ τὸν λόγον τοῦτον, οὔτε τότε ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον, οὔτε κατόπιν ἐν τῇ Ἐθνικῇ Συνελεύσει, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπεβλήθη. Ἐγένετο καὶ τελευταία ἀπόπειρα πρὸς εἰσαγωγὴν αὐτοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1871, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι πάλιν ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Καθυπεβλήθη καὶ τότε εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, βάσιν ἔχον τὸ διανεμητικὸν σύστημα, ἀλλὰ καὶ τότε ἔλαβε τὴν αὐτὴν μὲ τὰ προηγούμενα τύχην. Μετὰ τὰς ἐπανειλημμένας ταύτας ἀποτυχίας, τὸ τότε ὑπουργεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον συμπεριελαμβανόμεθα τρεῖς ἐκ τῶν σημερινῶν ὑπουργῶν καὶ ὁ ἀξιότιμος προκάτοχός μου κ. Ἀθ. Πετιμεζᾶς, ἀπεφασίσαμεν νὰ ἐγκαταλείψωμεν προσωρινῶς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ διανεμητικοῦ συστήματος, καὶ νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν κατάργησιν τοῦ ὀλεθρίου συστήματος τῆς ἀποδεκατώσεως, εἰσάγοντες ἄλλους φόρους μᾶλλον ἁρμόζοντας εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, καὶ μὴ παρέχοντας ὑπονοίας μεγάλων καταχρήσεων. Τὰς περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου σκέψεις τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου ἔλαβον τὴν εὐκαιρίαν ν’ ἀναπτύξω ἐν ὀλίγοις κατὰ τὸ ἔτος 1873, ὅτε συνεζητεῖτο ἐν τῇ Βουλῇ ὁ προϋπολογισμός. Μετὰ παρέλευσιν τοσούτων ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εὑρισκόμεθα σήμερον εἰς πολὺ καλλιτέραν θέσιν, καὶ ἐρχόμεθα μετὰ πλειοτέρου θάῤῥους νὰ εἰσαγάγωμεν ἐνώπιόν σας τὰς προτάσεις μας, καθόσον ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἔχομεν πρὸ ὀφθαλμῶν ὅτι οἱ προκάτοχοι ἡμῶν ὑπουργοὶ, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦτο καὶ ὁ ἄλλοτε συνάδελφός μας κ. Πετιμεζᾶς, ἄνδρες διαπρέποντες καὶ διὰ τὰς γνώσεις των καὶ διὰ τὴν πεῖράν των, παρεδέχθησαν τὸ σύστημά μας, καὶ διὰ τοῦ βασιλικοῦ λόγου ὑπεσχέθησαν τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης καὶ τῆς εἰσαγωγὴν τοῦ οὐσιωδεστέρου τῶν φόρων, οὓς ἀπηρίθμησα κατὰ τὸ 1873 ἐν τῇ Βουλῇ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ οἱ νέοι συνάδελφοι, μετὰ τῶν ὁποίων ἀποτελοῦμεν τὸ σημερινὸν ὑπουργεῖον, ὄχι μόνον ἀπεδέχθησαν καὶ ἐνέκριναν τὰς σκέψεις ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ τῶν γνώσεών των καὶ τῆς πείρας των συνετέλεσαν, ὥστε τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα σᾶς ὑποβάλλομεν, νὰ καταρτισθῶσι καὶ νὰ διαῤῥυθμισθῶσιν ἐπὶ τὸ τελειότερον. Μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ προκατόχου ὑπουργείου ὑπάρχουσιν αἱ ἑξῆς διαφοραί· τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο περιορίζει τὴν μεταβολὴν τοῦ συστήματος εἰς μόνην τὴν κατάργησιν τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ἐνῷ ἡμεῖς, εὑρίσκοντες τοῦτο ὀλίγον, ἀπεφασίσαμεν νὰ προβῶμεν περισσότερον, καὶ προτείνομεν τὴν κατάργησιν πάντων τῶν ἐγγείων φόρων, ὅσοι βεβαιοῦνται διὰ δηλώσεων, διότι ἐφ’ ὅλων τούτων γίνονται μεγάλαι καταχρήσεις, καὶ συμβαίνουν μεγάλα ἀδικήματα· προτείνομεν λοιπὸν νὰ ἐπεκταθῇ ἡ μεταβολὴ καὶ εἰς τὰ κατὰ στρέμμα φορολογούμενα προϊόντα, οἷον τὰς ἀμπέλους, τὰ περιβόλια, τὰ μποστάνια καὶ τὰ τοιαῦτα, ἔτι δὲ εἰς τοὺς φόρους τῶν ζώων, τῶν μελισσίων, καὶ τῶν ἰδιωτικῶν βοσκῶν. Ἄλλη διαφορὰ μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν προκατόχων εἶναι, ὅτι κατ’ αὐτοὺς ἀρκεῖ ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζευγαρίων καὶ ἡ αὔξησις τῶν τελωνιακῶν τελῶν, ὅπως ἀναπληρωθῇ τὸ ἔλλειμα, τὸ ὁποῖον θέλει ἀφήσει ἡ κατάργησις τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Ἡμεῖς ὅμως δὲν ἐγκρίνομεν νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὰ δύω ταῦτα· πρῶτον μὲν, διότι φρονοῦμεν, ὅτι δὲν εἶναι ἱκανὰ πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, καὶ δεύτερον διότι τὴν μεταβολὴν ἐπεκτείνομεν καὶ εἰς ἄλλους φόρους. Ὁ φόρος τῶν ζευγαρίων, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ, πρέπει νὰ ᾖναι πολὺ μέτριος, καὶ δὲν δύναται νὰ δώσῃ εἰσόδημα ἀρκετὰ μεγάλον, ὥστε νὰ καλυφθῇ τὸ ἔλλειμα, τὸ ὁποῖον θέλει ἀφήσει ἡ προτεινομένη κατάργησις. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὰ τελωνιακὰ τέλη, ἔχομεν τὴν ἰδέαν ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ λάβωσι μεγάλην αὔξησιν, διότι τὰ τέλη ταῦτα δὲν δύναται πᾶσα Ἐπικράτεια νὰ τὰ κανονίζῃ κατὰ τὸ δοκοῦν, καθόσον πᾶσα παρὰ τὸ σύνηθες αὔξησις τοῦ δασμοῦ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων εἰς τὴν Ἐπικράτειαν ἐμπορευμάτων ἐνδέχεται νὰ ἐγείρῃ δυσαρεσκείας, καὶ νὰ φέρῃ τὸ δυσάρεστον ἀποτέλεσμα τῆς αὐξήσεως τῶν εἰς ἄλλας χώρας ἐπιβαλλομένων τελῶν κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἡμετέρων προϊόντων. Ἐκτὸς δὲ τούτου, δὲν δύνασθε νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι αὐξάνοντες τοὺς τελωνιακοὺς φόρους αὐξάνετε συγχρόνως καὶ τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους. Καθὼς καὶ ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ εἴπω, ἐπὶ τῆς αὐξήσεως τῶν τελωνιακῶν εἰσοδημάτων λαμβάνει χώραν τὸ λόγιον, ὅτι 2 καὶ 2 δὲν κάμουν 4. Συνήθως κάμουν 3 καὶ ὑπάρχουν περιστάσεις, καθ’ ἃς 2+2 ἀπετέλεσαν μόνον 1½· δηλαδὴ ἡ αὔξησις τῶν τελωνιακῶν φόρων, ὄχι μόνον δὲν φέρει πάντοτε ἀνάλογον αὔξησιν τῶν εἰσοδημάτων, ἀλλ’ ἐνίοτε καὶ τὰ ἐλαττόνει· διότι ὅταν ἐπιβάλλεται βαρὺς τελωνιακὸς δασμὸς, ἀφ’ ἑνὸς μὲν περιορίζεται ἡ κατανάλωσις, καθ’ ὅσον τὰ ἐμπορεύματα καθίστανται ἀκριβώτερα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ αὐξάνουν τὰ λαθρεμπόρια· ἑπομένως ὑπάρχουν παραδείγματα βεβαιοῦντα, ὅτι, ἐνῷ ἐδιπλασιάσθησαν τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἔμελλε νὰ διπλασιασθῇ καὶ ἡ πρόσοδος, ἀπεναντίας αὕτη ἠλαττώθη. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς, κύριοι, ἡμεῖς δὲν ἠδυνάμεθα νὰ περιορισθῶμεν εἰς μόνον τὸν φόρον τῶν ζευγαρίων, οὐδὲ νὰ ἐλπίσωμεν μεγάλα πράγματα ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν τελωνιακῶν τελῶν. Ἐκ τῶν φόρων, τῶν ὁποίων σᾶς προτείνομεν τὴν κατάργησιν, εἰσπράττονται ἓξ περίπου ἑκατομμύρια, ἤτοι
| ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου τῶν δημητριακῶν καρπῶν | δρ. | 3,600,000 |
| ἐκ τῶν κατὰ στρέμμα φορολογουμένων προϊόντων | » | 1,000,000 |
| ἐκ τῶν φόρων ἐπὶ τῶν ζώων, τῶν μελισσίων καὶ | ||
| τῶν ἰδιωτικῶν βοσκῶν | » | 1,400,000 |
| » | 6,000,000 |
Περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας δὲν κάμνω κανένα λόγον, διότι τὸ δικαίωμα τοῦτο θέλει ἐκλείψει ὁλοσχερῶς μὲ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς νόμου, ἐνόσῳ δὲ ὑφίσταται θέλει διατίθεσθαι δι’ ἐνοικιάσεως. Κατὰ δὲ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον σᾶς παρουσιάζομεν ἐκτεθειμένον εἰς τέσσαρα νομοσχέδια, ἀντὶ τῶν καταργουμένων φόρων, προτείνομεν τὴν εἰσαγωγὴν πέντε νέων φόρων· ἤτοι 1) ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, 2) ἐπὶ τῶν ζευγαρίων· οἱ δύω δὲ οὗτοι εἶναι ἄμεσοι φόροι· 3) ἐπὶ τῶν ἀλεσμάτων, 4) ἐπὶ τῶν ποτῶν, καὶ 5) ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ.
§71ΤΙΝΕΣ. Πολὺ καλά.
§72ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ τρεῖς τελευταῖοι φόροι εἶναι ἔμμεσοι. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναπτύξω διὰ βραχέων τὰς βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων οἱ πέντε οὗτοι νέοι φόροι στηρίζονται. Καὶ πρῶτον περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐδάφους. Τὸ ἔδαφος, κύριοι, εἰς ὅλον τὸν κόσμον, εἰς ὅλην τὴν Εὐρώπην φορολογεῖται, δὲν ὑπάρχει δὲ ἔδαφος ὅσον ἄγονον καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅπερ νὰ μὴ ὑποβάλλεται εἰς φόρον τινά· ἐν Γαλλίᾳ καὶ αὐτὰ τὰ ἕλη καὶ αὐτὰ τὰ ἀνεπίδεκτα καλλιεργείας ἐδάφη πληρόνουσι φόρον, εἰ καὶ οὐδεμίαν πρόσοδον παράγουσι, τὰ δὲ λοιπὰ φορολογοῦνται ἀναλόγως τῆς καθαρᾶς αὐτῶν προσόδου. Μὴ ἔχοντες ἐνταῦτα τὰ μέσα πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς καθαρᾶς προσόδου, ἀπεφασίσαμεν νὰ διαιρέσωμεν τὰ ἐδάφη εἰς γενικὰς κατηγορίας, νὰ ἐπιβάλλωμεν δὲ φόρους πολὺ μικροὺς, ἰδίως ἐπὶ τῶν ἀγροτικῶν ἐκτάσεων, εἰς τρόπον ὥστε καὶ οἱ ἔχοντες τὴν γῆν αὐτῶν προσδιωρισμένην εἰς βοσκὴν ζώων νὰ δύνανται ἀγογγύστως νὰ τὸν ὑποφέρωσιν. Ἡ φαινομένη ἐκ τῆς τοιαύτης φορολογίας ἀνισότης ἐκλείπει διὰ τῆς ἐπιβολῆς ἄλλων φόρων· ἐὰν τὸ ἔδαφος σπείρεται δημητριακοὺς καρποὺς, θέλει πληρώσει καὶ τὸν φόρον τῶν ζευγαρίων· ἐὰν ᾖναι ἄμπελος, ὁ ἐξ αὐτῆς παραγόμενος οἶνος θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ποτῶν· ἐὰν δὲ σταφιδάμπελος ἢ ἐλαιών, τὰ προϊόντα αὐτῶν θέλουν φορολογηθῆ εἰς τὰ ἐλαιοτριβεῖα ἢ τὰ τελωνεῖα, διότι ὡς πρὸς τὰ εἴδη ταῦτα ἡ φορολογία δὲν μεταβάλλεται. Κατὰ τὸ νομοσχέδιόν μας, ἐπιβάλλεται φόρος εἰς ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ ἐδάφη, διαιροῦνται δὲ ταῦτα εἰς τέσσαρας κατηγορίας. Ἡ πρώτη περιλαμβάνει τὰ κείμενα ἐντὸς τῶν πόλεων· πόλεις δὲ ἐννοοῦμεν τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν καὶ τῶν ἐπαρχιῶν. Ἡ δευτέρα, τὰς ἐν τοῖς χωρίοις οἰκοδομὰς μετὰ τῆς περιοχῆς αὐτῶν. Ἡ τρίτη, τὰ ἀγροτικὰ ἐδάφη, ὅσα καλλιεργοῦνται ἢ εἶναι ἐπιδεκτικὰ καλλιεργείας, καὶ ἡ τετάρτη τὰ ἀγροτικὰ ἐδάφη τὰ ἀνεπίδεκτα πάσης καλλιεργείας. Ὁ φόρος δι’ ἑκάστην κατηγορίαν θὰ κανονίζεται διὰ τοῦ ἐτησίου φορολογικοῦ νόμου, ἀλλὰ κατὰ τὸ νομοσχέδιόν μας δὲν δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ τοὺς ἑξῆς ἀνωτάτους ὅρους· ἤτοι διὰ μὲν τὰ ἐδάφη τῆς ά. κατηγορίας 2 τοῖς χιλίοις ἐπὶ τῆς ἀξίας αὐτῶν, ἐὰν δὲν φέρωσιν οἰκοδομὰς, καὶ 1 τοῖς χιλίοις, ἐὰν φέρωσιν οἰκοδομὰς ὑποκειμένας εἰς τὸν ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν φόρον. Ἐθεωρήσαμεν δὲ δίκαιον νὰ ὁρισθῇ ὁ φόρος οὗτος εἰς 2‰· διότι ἡ ἀξία παντὸς ἐδάφους θεωρεῖται ἴση πρὸς τὸ εἰκοσαπλάσιον τῆς καθαρᾶς αὐτοῦ προσόδου· ἑπομένως ἔδαφος ἔχον ἀξίαν 1000 δραχμῶν ὑποτίθεται ὅτι ἔχει πρόσοδον 50 δραχμὰς κατὰ στρέμμα, ἐπὶ δὲ τῆς προσόδου ταύτης ὁ ἐπιβαλλόμενος φόρος ἀναλογεῖ πρὸς 4%. Εἰς τὰ ἐδάφη τῆς βʹ. κατηγορίας, ἐφ’ ὧν κεῖνται αἱ οἰκίαι τῶν χωρικῶν, ἐπιβάλλομεν ὁμοιόμορφον φόρον, τοῦ ὁποίου ὁ ἀνώτατος ὅρος ὁρίζεται εἰς δύω δραχμὰς διὰ πᾶσαν κατοικίαν μετὰ τῆς περιοχῆς αὐτῆς μέχρι δύω στρεμμάτων. Ὡς πρὸς τὰ ἐδάφη τῆς τρίτης κατηγορίας τὰ περιλαμβάνοντα τὰς καλλιεργημένας καὶ καλλιεργησίμους ἐκτάσεις, ὁ ἀνώτατος ὅρος τοῦ φόρου ὁρίζεται εἰς 10 λεπτὰ τὸ στρέμμα. Διὰ τὴν τελευταίαν κατηγορίαν, τὴν περιλαμβάνουσαν τὰς ἀνεπιδέκτους καλλιεργείας γαίας, ὁ ἀνώτατος ὅρος τοῦ φόρου προσδιορίζεται εἰς 3 λεπτὰ τὸ στρέμμα. Οὕτως ὅλα τὰ ἐδάφη τὰ ἀνήκοντα εἰς ἰδιώτας θὰ ὑπόκεινται εἰς φορολογίαν. Ἡ ἔκτασις θέλει ἐξακριβωθῆ διὰ δηλώσεων τῶν φορολογουμένων, αἱ ὁποῖαι θέλουν ἐξελεγχθῆ ἀπὸ μέλη τινὰ τῶν δημοτικῶν συμβουλίων, ἐπιφυλαττομένου εἰς τὸ δημόσιον τοῦ δικαιώματος τῆς ἀναθεωρήσεως. Ἄν, κύριοι, ἐξηγήθην καλῶς, ἐνοήσατε, ὅτι διὰ τοῦ πρώτου τούτου φόρου πρόκειται νὰ ἐπιβαρυνθῶσι τάξεις τινὲς μὲ φόρους ἀνωτέρους τῶν σήμερον πληρωνομένων, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐνδιατρίψω ὀλίγον εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, ὅπως σημειώσω ποῖαι εἶναι αἱ τάξεις αὗται καὶ ὁποῖα τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἀναλάβει· ὁ φόρος τοῦ ἑνὸς καὶ τῶν δύω τοῖς χιλίοις ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν οἰκοπέδων τῶν πόλεων εἶναι φόρος πρόσθετος, διότι τὰ οἰκόπεδα οὐδένα φόρον πληρόνουσι σήμερον· ἐπίσης πρόσθετος εἶναι καὶ ὁ φόρος τῶν 10 λεπτῶν κατὰ στρέμμα ἐπὶ τοῦ ἐδάφους διὰ τοὺς ἐλαιῶνας καὶ τὰς σταφιδαμπέλους, διότι, καθὰ εἶπον καὶ πρὸ ὀλίγου, τὰ ἐκ τῶν κτημάτων τούτων προϊόντα θὰ ἐξακολουθήσουν φορολογούμενα ὅπως καὶ σήμερον· ἐπειδὴ δὲ τὰ κτήματα ταῦτα ἀνήκουσι κατὰ μέγα μέρος εἰς τοὺς κατοίκους τῶν πόλεων, οὗτοι κυρίως θὰ ἐπιβαρυνθῶσι κατά τι μὲ τὸ νέον σύστημα. Ἐγὼ αὐτὸς π. χ. ὁ ὁποῖος ἔχω ὀλίγα κτήματα, διὰ τὰ ὁποῖα πληρόνω ἐτήσιον φόρον 2,000 περίπου δραχμῶν, θέλω ἐπιβαρυνθῆ καὶ μὲ 100 δραχμὰς προσθέτους φόρους διὰ τὰ γήπεδα, τὰς σταφιδαμπέλους καὶ τὰ ἐλαιόδενδρα, τὰ ὁποῖα ἔχω. Ἀλλὰ τοῦτο ἀποβαίνει ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ, διότι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ μεταβληθῇ τὸ φορολογικὸν σύστημα καὶ νὰ εἰσπράττωνται παρὰ τῶν γεωργῶν καὶ τῶν ποιμένων ὅσα καὶ σήμερον. Ἐὰν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἦσαν εἰς καλλιτέραν κατάστασιν, ἠδυνάμεθα νὰ ἐλαττώσωμεν τὰς εἰσπράξεις μας, ἀλλ’ ἀπέναντι τῶν ἐλλειμμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, καθῆκον ἡμῶν ἐθεωρήσαμεν νὰ μὴ χειροτερεύσωμεν ἔτι μᾶλλον τὴν κατάστασίν μας. Ἡ ἐκ μέρους ἡμῶν τῶν ἐν ταῖς πόλεσι κατοικούντων συνδρομὴ πρὸς ἀνακούφισιν τῆς γεωργικῆς τάξεως μᾶς ἐπιβάλλεται πρῶτον ἀπὸ αἴσθημα δικαιοσύνης, διότι ἡ τάξις τῶν ποιμένων καὶ τῶν γεωργῶν ἐπιβαρύνεται σήμερον ὑπὲρ τὸ μέτρον, καὶ δεύτερον ἀπὸ λόγον συμφέροντος, διότι δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἅμα οἱ ποιμένες καὶ οἱ γεωργοὶ ἐλευθερωθῶσιν ἀπὸ τὰ σημερινὰ βάρη, θέλει αὐξήσει ἡ παραγωγὴ τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζώων, καὶ οὕτω θέλομεν τρώγει καὶ ἡμεῖς τὰ εἴδη ταῦτα εὐθηνότερα. Μὴ λησμονεῖτε, κύριοι, ὅτι σήμερον ἡ παραγωγὴ τῶν δημητριακῶν καρπῶν καὶ ἡ τῶν ζώων περιωρίσθη πολὺ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ὅτι, ἐνῷ λέγομεν, ὅτι εἴμεθα γεωργοὶ — διότι δὲν δυνάμεθα νὰ καυχηθῶμεν οὔτε διὰ τὴν βιομηχανίαν μας, οὔτε διὰ τὸ ἐμπόριόν μας—πληρόνωμεν διὰ ἀγορὰν ἄρτου καὶ κρέατος περισσότερα τῶν 25 ἑκατομμυρίων εἰς ξένας χώρας, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ κάμνωμεν ἐξαγωγὴν σιτηρῶν καὶ ζώων. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ζευγαρίων εἶναι, ὡς εἶπον, συμπλήρωμα τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐδάφους· ὁ ἔχων γῆν καὶ μὴ καλλιεργῶν αὐτὴν θέλει πληρώνει μόνον τὸν φόρον τοῦ ἐδάφους· ἐὰν θέλῃ νὰ τὴν καλλιεργήσῃ ἵνα παραγάγῃ δημητριακοὺς καρπούς, τότε ὀφείλει νὰ πληρώσῃ φόρον διὰ τοὺς ἀροτῆρας βόας του, ὁριζόμενον κατ’ ἀνώτατον ὅρον εἰς 12 δραχμὰς δι’ ἕκαστον κτῆνος. Κατ’ αὐτὸ τὸ σύστημα, ὁ χωρικὸς ἀπαλλάττεται ἀπὸ ὅλους τοὺς φόρους, οὓς σήμερον πληρόνει, ἤτοι τὸν φόρον ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, τὸν φόρον τῶν ζώων, μελισσίων, ἀμπέλων, μποστανίων, καὶ ὅλων τῶν κατὰ στρέμμα φορολογουμένων προϊόντων καὶ θέλει πληρώνει κατ’ ἀνώτατον ὅρον 2 δραχμὰς διὰ τὴν κατοικίαν του, 10 λεπτὰ τὸ στρέμμα δι’ ὅσην ἔκτασιν ἔχει καὶ περιπλέον 24 δραχμὰς διὰ τὸ ζευγάρι του, ἀπαλλασσόμενος οὕτω παντὸς ἑτέρου φόρου. Ἡ ἐξακρίβωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν θέλει ἐνεργηθῆ ἀπὸ ἐπιτροπὴν ἀποτελουμένην ἐκ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, τοῦ οἰκουμενικοῦ ἐφόρου, τοῦ δημάρχου, τοῦ προέδρου τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου καὶ ἑνὸς δημαρχικοῦ παρέδρου διὰ τὰς πρωτευούσας τῶν δήμων, ἑνὸς δὲ εἰδικοῦ παρέδρου διὰ τὰ χωρία.
§73ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ μὴ ἔχων ζευγάρια τί θὰ πληρώσῃ;
§74ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸς δὲν θὰ πληρώσῃ εἰμὴ τὸν φόρον τοῦ ἐδάφους.
§75ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Καὶ ἂν εἰσαχθῶσι μηχαναὶ ἀντὶ τῶν ζευγαρίων;
§76ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλουν φορολογεῖσθαι καὶ αἱ μηχαναὶ κατ’ ἀναλογίαν τῆς δυνάμεως αὐτῶν. Ἐκτὸς τῶν δύω ἀμέσων φόρων, τοὺς ὁποίους σᾶς ἐξήγησα καὶ περὶ ὧν πραγματεύεται τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, εἰσάγονται καὶ τρεῖς ἔμμεσοι φόροι διὰ τῶν τριῶν ἄλλων νομοσχεδίων. Ἐπ’ αὐτῶν πρέπει νὰ ἐπιστήσωμεν ὅλην ἡμῶν τὴν προσοχὴν, καθ’ ὅσον οἱ δύω τελευταῖοι εἶναι ἐπιβεβλημένοι εἰς ὅλην τὴν Εὐρώπην, εἰσαγόμενοι δὲ καὶ παρ’ ἡμῖν, θέλουν ἀποτελέσει μὲ τὴν πρόοδον τοῦ χρόνου τὴν μεγαλειτέραν πηγὴν τῶν δημοσίων εἰσοδημάτων. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὸν πρῶτον, οὗτος εἶναι φόρος, τὸν ὁποῖον θεωροῦμεν προσωρινὸν καὶ ἀναγκαζόμεθα νὰ τὸν εἰσαγάγωμεν ἐκ μόνου τοῦ φόβου μὴ οἱ ἄλλοι φόροι δὲν ἀρκέσωσιν, ὅπω καλυφθῇ τὸ ἔλλειμα, τὸ ὁποῖον ἡ κατάργησις τῆς δεκάτης θὰ ἀφήσῃ· εἶναι δὲ οὗτος ὁ ἐπὶ τοῦ ἀλέσματος, ὁριζόμενος εἰς ἓν λεπτὸν κατ’ ὀκάν. Ὁ φόρος οὗτος ἄλλοτε ὑπῆρχεν εἰς ὅλην τὴν Εὐρώπην ὡς φόρος πρόσθετος, ἀλλὰ καθόσον ἐτακτοποιοῦντο τὰ οἰκονομικὰ ἑκάστης Ἐπικρατείας καὶ ἀνεπτύσσοντο τὰ ἄλλα ἔσοδα, ὁ φόρος αὐτὸς κατηργήθη καὶ ἐξέλιπεν, δὲν διατηρεῖται δὲ σήμερον εἰμὴ μόνον εἰς τὴν Ἰταλίαν, ἔνθα διὰ τὰς οἰκονομικὰς ἀνάγκας, εἰς τὰς ὁποίας τὸ Κράτος ἐκεῖνο εὑρέθη, ἐπιβάλλεται ὡς πρόσθετος φόρος· ἐκεῖ ἐκτὸς τοῦ ἐγγείου φόρου, ὅστις στηρίζεται εἰς τὴν καθαρὰν πρόσοδον, καὶ εἶναι ἀρκετὰ βαρὺς, ἐπεβλήθη καὶ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀλεσμάτων πρὸς 5 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, καὶ εἰσπράττονται ἐξ αὐτοῦ 80 περίπου ἑκατομμύρια φράγκα. Ἡμεῖς καί τοι ἀναγνωρίζοντες τὸ ἐπαχθὲς τοῦ φόρου τούτου, δὲν διστάζομεν νὰ σᾶς τὸν προτείνωμεν, διότι φρονοῦμεν, ὅτι διὰ νὰ ἀπαλλαχθῇ ὁ τόπος ἀπὸ τὴν μάστιγα τῆς ἀποδεκατώσεως συμφέρει νὰ ὑποβληθῇ προσωρινῶς καὶ εἰς τὸν φόρον τοῦτον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ὅμως τάχιστα θέλει ἀπαλλαχθῆ. Τὰ περὶ τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως αὐτοῦ θέλετε ἴδει εἰς τὰ καθέκαστα τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου. Οἱ δύω ἄλλοι φόροι, οἵτινες πρέπει νὰ εἰσαχθῶσι μονίμως καὶ παρ’ ἡμῖν, εἶναι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ποτῶν καὶ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Οἱ ἐπὶ τῶν ποτῶν φόροι ὑπάρχουσιν εἰς ὅλην τὴν Εὐρώπην καὶ δίδουσι σπουδαιότατα εἰσοδήματα. Δὲν ὑπάρχει δὲ λόγος ὅπως μὴ ἐπιβάλλωνται καὶ ἐν Ἑλλάδι, ἀφοῦ μάλιστα πρόκειται νὰ καταργηθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, ὁ ὁποῖος εἶναι πολὺ καταθλιπτικὸς καὶ ἀφίνει μεγάλα καθυστερήματα. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὁ φόρος ἐπιβάλλεται ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου οἴνου, ζύθου καὶ τῶν πνευματωδῶν ἐν γένει ποτῶν, ὁρίζεται δὲ εἰς μίαν δραχμὴν τὴν βαρέλλαν διὰ τὸν οἶνον καὶ ζῦθον, καὶ εἰς 20 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν διὰ τὰ πνεύματα· ἡ βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις θὰ ἐνεργῆται ἐντὸς τῶν καταστημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα πωλοῦνται τὰ εἴδη ταῦτα λιανικῶς, ὁ δὲ παραγωγὸς οὐδὲν θέλει πληρώνει δι’ ὅσον οἶνον δαπανᾷ ἢ ἐξάγει. Τελευταῖος φόρος εἶναι ὁ ἐπὶ τοῦ καπνοῦ· ὁ καπνὸς θεωρεῖται εἰς ὅλον τὸ κόσμον, ὡς λέγουν οἱ Γάλλοι, la matière la plus imposeble, ἤτοι τὸ ἀντικείμενον, ὅπερ μᾶλλον παντὸς ἄλλου πρέπει νὰ φορολογῆται, διότι οὐ μόνον δὲν εἶναι ἀντικείμενον τῆς πρώτης ἀνάγκης ἢ ὁπωσδήποτε ὠφελίμου χρήσεως, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας βλάπτει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὸ μεταχειρίζονται. Διὰ τοῦτο ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις ἐπιβάλλουσι μεγάλους ἐπὶ τοῦ καπνοῦ φόρους, τὸ μὲν μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι διὰ τῶν φόρων δύναται νὰ περιορισθῇ ἡ κατανάλωσις, τὸ δὲ διὰ νὰ φορολογῶσι τοὺς ἐπιμένοντας εἰς τὴν χρῆσιν αὐτοῦ. Δυστυχῶς ἡ κατανάλωσις δὲν περιωρίσθη, ἀλλ’ ὁσημέραι αὐξάνει, καὶ οὕτως ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ κατέστη ὁ πρῶτος πόρος τοῦ δημοσίου. Εἰς τὴν Γαλλίαν κατὰ τὸ 1830 τὸ ἔσοδον τοῦ καπνοῦ ὑπελογίζετο εἰς ἑξήκοντα ἑκατομμύρια φράγκα, ἤδη δὲ ὑπερβαίνει τὰ τριακόσια ἑκατομμύρια. Ἐὰν δὲ ἐξαιρέσητε τὴν Ἀγγλίαν, ὅπου εἶναι ἐντελῶς ἀπηγορευμένη ἡ καλλιέργεια τοῦ καπνοῦ, καθ’ ὁ φόρος ἐπιβάλλεται κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν πρὸς τρία σελίνια τὴν λίτραν, εἰς ὅλα τὰ ἄλλα Εὐρωπαϊκὰ κράτη εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ τὸ μονοπώλιον. Αἱ Κυβερνήσεις ἀγοράζουν τὸν παραγόμενον εἰς τὸ ἐσωτερικὸν καπνόν, ἐὰν δὲ οὗτος δὲν ἀρκῇ, προμηθεύονται καὶ ἄλλον ἔξωθεν καὶ τὸν πωλοῦν ἀκολούθως εἰς μεγάλην τιμήν. Ἠδυνάμεθα καὶ ἡμεῖς, ἐὰν ἠθέλομεν νὰ μιμηθῶμεν κατὰ πάντα τὰ γινόμενα ἐν τῇ Εὐρώπῃ, νὰ εἰσαγάγωμεν καὶ ἐνταῦθα τὸ μονοπώλιον, ἀλλ’ ἐσκέφθημεν πρῶτον, ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ μονοπωλίου ἀπαιτεῖ μεγάλα ἔξοδα καὶ προκαταβολάς, τὰς ὁποίας δὲν εἶναι σήμερον εἰς θέσιν τὸ ταμεῖον νὰ κάμῃ, δεύτερον ὅτι κατὰ τὴν διαχείρισιν εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ συμβῶσι μεγάλαι καταχρήσεις, καὶ τρίτον, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα παράγεται καπνὸς διαφόρων ποιοτήτων καὶ διαφόρων ἑπομένως τιμῶν. Οἱ καπνοὶ π. χ. τοῦ Ἄργους ἔχουν ἀξίαν πεντήκοντα καὶ ἑξήκοντα λεπτῶν τὴν ὀκᾶν, ἐνῷ εἰς τὴν Φθιώτιδα καὶ τὴν Τριχωνίαν φθάνει ἡ ἀξία τοῦ καπνοῦ καὶ μέχρι τεσσάρων δραχμῶν. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, φαντασθῆτε πόσον ἄδικον θὰ ἦτον, ἐὰν προσδιορίσωμεν μίαν τιμὴν γενικὴν διὰ τὸν καπνὸν ὅλον τοῦ Κράτους. Οἱουσδήποτε μέσους ὅρους καὶ ἂν δεχθῶμεν, θὰ ζημιωθῶσιν οἱ μὲν καὶ θὰ ὠφεληθῶσι σκανδαλωδῶς ἄλλοι· ἐκτὸς δὲ τούτου, θέλει παύσει ἡ παραγωγὴ τοῦ καλῆς ποιότητος καπνοῦ, ὅστις ἐξάγεται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ ἐκ τοῦ ὁποίου ὠφελεῖται ὁ τόπος. Ἐσκέφθημεν λοιπὸν νὰ καινοτομήσωμεν καὶ κατὰ τοῦτο εἰσάγοντες σύστημα φορολογίας ὅλως ἴδιον καὶ πρωτοφανές. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ δημόσιον θέλει ἔχει εἰς πᾶσαν πρωτεύουσαν ἐπαρχίας, εἰς πάντα τόπον ὅπου ὑπάρχει τελωνιακὴ ἀρχή, ἐν ἀνάγκῃ δὲ καὶ εἰς ἄλλα μέρη, ἀποθήκας. Ὁ παράγων καπνόν, ἀφοῦ ἀποπερατώσῃ τὴν συγκομιδὴν καὶ συσκευάσῃ τὸν καπνὸν εἰς δέματα ἢ τέγκια, ὀφείλει νὰ τὸν μεταφέρῃ καὶ νὰ τὸν ἐναποθέσῃ εἰς τὴν ἀποθήκην, διατηρῶν πλήρη τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ προϊόντος του ἀπαράλλακτα, ὅπως καὶ ὁ εἰσάγων τὰ ἐμπορεύματά του εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς διαμετακομίσεως ἔμπορος, ὁ δὲ ἀποθηκάριος θέλει ἐκδίδει τὰ ἀπαιτούμενα ἀποδεικτικά, ὅπως γίνονται εἰς τὰ τελωνεῖα. Μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ καπνοῦ εἰς τὰς ἀποθήκας, ἐὰν ὁ ἰδιοκτήτης θέλῃ νὰ τὸν στείλῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, εἶναι ἐλεύθερος νὰ τὸ πράξῃ, χωρὶς νὰ πληρώσῃ φόρον τινά. Ἐὰν θέλῃ νὰ τὸν μεταφέρῃ ἀπὸ ἕνα τόπον τῆς Ἐπικρατείας εἰς ἄλλον, ἀπὸ τὴν Λοκρίδα π. χ. εἰς τὴν Σύρον, ὅπου νομίζει, ὅτι δύναται νὰ τὸν πωλήσῃ καλλίτερον, δύναται, δίδων ἐγγύησιν, ἵνα τὸν παραλάβῃ, νὰ τὸν μεταφέρῃ ὅπου θέλει, καὶ ἀφοῦ φθάσῃ ἐκεῖ, νὰ τὸν εἰσαγάγῃ εἰς τὴν ἀποθήκην τοῦ δημοσίου, νὰ λάβῃ τὴν ἀπαιτουμένην ἀπόδειξιν, νὰ τὴν παρουσιάσῃ εἰς τὸν πρῶτον ἀποθηκάριον διὰ νὰ λυθῇ ἡ ἐγγύησίς του καὶ οὕτω ἐξοφληθῇ ἡ μερίς του. Ἀλλ’ ὅταν φθάσῃ ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἰδιοκτήτης θέλει νὰ παραδώσῃ τὸν καπνὸν εἰς τὴν κατανάλωσιν, τότε θέλει πληρώσει τὸν φόρον, ὅστις κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὁρίζεται εἰς μίαν δραχμὴν τὴν ὀκάν· ἀφοῦ δὲ τὸν παραλάβῃ, ὀφείλει νὰ τὸν κόψῃ ἀμέσως, καὶ τὸ δημόσιον ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπιτηρῇ τὸν καπνὸν αὐτὸν μέχρις οὗ κοπῇ.
§77ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Περὶ Ἑπτανήσου τί ἐκάμαμεν;
§78ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ ἐρωτᾷ ὁ κύριος βουλευτὴς Παξῶν, τί ἐκάμαμεν περὶ Ἑπτανήσου. Ἀποκρίνομαι εἰς τὸν κ. Βελιανίτην, ὅτι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα παρουσιάζω, εἶναι γενικὰ δι’ ὅλην τὴν Ἐπικράτειαν, καὶ οἱ μὲν ἔμμεσοι φόροι θέλουν ἐπιβληθῆ εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας, μὴ ἐξαιρουμένων οὐδὲ τῶν νήσων· καθόσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς ἀμέσους φόρους, ἐὰν οἱ Ἑπτανήσιοι προτιμοῦν νὰ μείνουν ἀκόμη ὀλίγον καιρὸν εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχουν, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον οὐδόλως δύναμαι νὰ τοὺς συγχαίρω, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ τοὺς δυσαρεστήσῃ, καθόσον αἱ εἰσπράξεις τοῦ δημοσίου μὲ τὸ ἰσχῦον ἐν Ἑπτανήσῳ σύστημα εἶναι ἀνώτεραι.
§79ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Λοιπὸν μεταβάλλεται καὶ τὸ φορολογικὸν σύστημα τῆς Ἑπτανήσου;
§80ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως· ἐκτὸς ἐὰν οἱ Ἑπτανήσιοι δὲν θελήσουν, ὅτε δύναται νὰ ἀναβληθῇ πρὸς καιρὸν ἡ μεταβολή. Αὐτὰ, κύριοι, εἶχον νὰ σᾶς εἴπω καθόσον ἀφορᾷ τὸ ἐπικρατοῦν παρ’ ἡμῖν φορολογικὸν σύστημα καὶ περὶ τῶν βάσεων τοῦ νέου συστήματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ εἰσαγάγωμεν. Ἐνδέχεταί τινες ἐκ τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους σᾶς προτείνομεν, νὰ θεωρηθῶσιν ἄδικοι, ὡς στηριζόμενοι εἰς γενικὰς κατηγορίας καὶ μὴ παρακολουθοῦντες τὴν καθαρὰν πρόσοδον· ἀλλ’ ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀλληλουχίαν αὐτῶν καὶ τῶν ἄλλων, ὅσοι θὰ ἐξακολουθήσουν εἰσπραττόμενοι κατὰ τὸ ἰσχῦον σύστημα, θέλετε πεισθῆ, ὅτι οὐδεὶς ἀδικεῖται. Ἡμεῖς ἔχομεν πλήρη πεποίθησιν, ὅτι οἱ νέοι φόροι εἶναι ἀπηλλαγμένοι ἀπὸ τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα περιέχει τὸ σημερινὸν σύστημα, καὶ ὅτι ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις αὐτῶν θέλει ἐνεργεῖσθαι ἄνευ καταπιέσεων καὶ ἐγκληματικῶν πράξεων. Ἐνῷ δὲ ἡ γεωργικὴ τάξις θέλει σπουδαίως ἀνακουφισθῆ, ἀφ’ ἑτέρου οὐδεμία ἐλάττωσις εἰς τὰ δημόσια ἔσοδα θέλει ἐπέλθει, διότι κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς, τοὺς ὁποίους ἐκάμαμεν, ἡ πρόσοδος, ἡ ὁποία θέλει προκύψει ἐκ τῶν πέντε αὐτῶν φόρων, ἐὰν ἐφαρμοσθῶσιν οἱ ἀνώτατοι ὅροι, δὲν δύναται νὰ ἦναι κατωτέρα τῶν ἓξ ἑκατομμυρίων, εἰς τὰ ὁποῖα συμποσοῦνται οἱ καταργούμενοι φόροι. Μ’ ὅλα ταῦτα, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ὁ ἀπαιτούμενος καιρὸς, ὅπως ἐνεργηθῶσιν αἱ ἀπαιτούμεναι προπαρασκευαστικαὶ ἐργασίαι διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ νέον σύστημα κατὰ τὸ προσεγγίζον ἔτος, διὰ τοῦτο σᾶς προτείνομεν νὰ ψηφισθοῦν μὲν τὰ νομοσχέδιά μας, ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν νὰ ἀναβληθῇ· καὶ οἱ μὲν ἄμεσοι φόροι, ἤτοι ὁ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους καὶ τῶν ζευγαρίων, νὰ ἐπιβληθῶσιν ἀπὸ τοῦ 1877, οἱ δὲ ἔμμεσοι νὰ εἰσαχθῶσιν ἀπὸ τῆς πρώτης προσεχοῦς Σεπτεμβρίου. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον διαρκοῦντος τοῦ ἔτους 1876, θέλουν ἐκτελεσθῆ αἱ ἀπαιτούμεναι προκαταρκτικαὶ ἐργασίαι πρὸς ἐξακρίβωσιν τοῦ ἐδάφους καὶ τῶν ζευγαρίων, καὶ θέλομεν γνωρίσει μέχρι τίνος δύναται νὰ φθάσῃ ἡ ἐξ αὐτῶν πρόσοδος. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς ἐμμέσους φόρους, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐφαρμοσθῶσιν οὗτοι ἀπὸ τῆς πρώτης Σεπτεμβρίου 1876, ὥστε ἐντὸς τοῦ τετραμήνου τούτου διαστήματος καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ λαὸς νὰ σχηματίσωσι καθαρὰν ἰδέαν, ὄχι μόνον περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ προκύψωσιν, ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἦναι ἀπηλλαγμένοι ἀπὸ ἐλαττώματα. Ἐλπίζω δ’ ὅτι ἡ προκαταρκτικὴ αὕτη ἐργασία θέλει ἀποδείξει, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιβληθῶσιν οἱ ἀνώτατοι ὅροι τῶν προτεινομένων φόρων, πιθανὸν δὲ καὶ νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀποφύγωμεν ὁλοσχερῶς καὶ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀλεσμάτων. Ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους ὑποβάλλονται τὰ νομοσχέδια. Τὸ ἔργον, ὅπως ἐννοεῖτε, εἶναι πολὺ σπουδαῖον καὶ ἀνώτερον τῶν δυνάμεων τῶν ὀλίγων ἀτόμων, ἐξ ὧν συγκροτεῖται ἡ Κυβέρνησις· ἀλλ’ ἐλπίζομεν, ὅτι πάντες ὑμεῖς θέλετε ἀσχοληθῆ μετ’ ἰδιαζούσης προσοχῆς εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, καὶ ὅτι διὰ τῶν φώτων καὶ τῆς πείρας σας θέλετε ἀναπληρώσει πᾶσαν ἔλλειψιν, καὶ θέλετε καταστήσει τὸ ἔργον τέλειον, ὥστε καὶ ἡ γεωργικὴ τάξις νὰ ἀπαλλαχθῇ ἀπὸ τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα ὑποφέρει, καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ μὴ στερηθῇ τῶν ἀναγκαίων ἐσόδων.
§81ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Σωτηρόπουλε, δὲν μᾶς λέγετε τίποτε ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως; βεβαίως θὰ ἐκάματε κἄποιον ὑπολογισμόν. Σᾶς ἐρωτῶ λοιπὸν ἐὰν θὰ αὐξήσουν τὰ ἔξοδα ταῦτα, διότι δὲν ἔχετε ἔκθεσιν, ὥστε νὰ τὸ ἴδωμεν.
§82ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν νομοσχεδίων θέλετε ἰδεῖ, κ. Δεληγεώργη, ὅτι ἡ μὲν δαπάνη τῆς βεβαιώσεως τῶν ἀμέσων φόρων οὔτε μεγάλη δύναται νὰ ᾖναι, οὔτε χρειάζεται νὰ ἐπαναλαμβάνεται κατ’ ἔτος, καθόσον ἡ ἅπαξ γενομένη βεβαίωσις θέλει χρησιμεύσει διὰ πολλὰ ἔτη. Καθόσον δὲ ἀφορᾷ τοὺς ἐμμέσους φόρους, θέλετε ἰδεῖ ἐπίσης, ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον ἡ δαπάνη ἔσεται λίαν περιωρισμένη.
§83ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ ἐπισυνάψητε μίαν ἔκθεσιν περὶ τούτου.
§84ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά.
§85ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ συστηθῇ μία εἰδικὴ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ὁποίαν νὰ παραπεμφθῶσιν τὰ νομοσχέδια αὐτά.
§86ΧΟΪΔΑΣ. Ἐπειδὴ δὲν ὑπεβλήθη αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, παρακαλῶ κατὰ τὴν τύπωσιν τῶν νομοσχεδίων νὰ τυπωθῇ καὶ ὁλόκληρος ἡ ἀγόρευσις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ νὰ διανεμηθῇ συγχρόνως.
§87ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς θέλει ἐπισπεύσει τὴν ἐπιθεώρησιν διὰ νὰ γείνῃ ἡ τύπωσις καὶ ἡ διανομή. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§89ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Κ. πρόεδρε, ἐπιμένομεν νὰ συστηθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπή.
§90ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει τὸ περὶ διορισμοῦ καὶ δευτέρου ἀντεισαγγελέως παρά τισι πρωτοδικείοις νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο δεκτὸν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Κατόπιν ἀνεγνώσθη ἐπίσης εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ ναυτιλιακῶν δικαιωμάτων.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον;
§92ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μίαν παρατήρησιν θὰ κάμω· ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, γνωρίζετε ὅτι ὑπεβλήθη ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ναυτικῶν, τροποποιοῦσα τὸ νομοσχέδιον, ὑπέβαλον δὲ καὶ ἐγὼ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παραδέχεται βάσεις ὅλως ἐναντίας ἐκείνων τὰς ὁποίας παραδέχεται τὸ ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου ὑποβληθέν. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἡ ὥρα, νὰ γείνῃ συζήτησις, ὥστε παραδεχόμεθα νὰ ψηφισθῇ σήμερον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν καὶ ὅσοι ἔχουν τροπολογίας νὰ τὰς κάμωσιν εἰς τὴν δευτέραν, ἢ καὶ τὴν τρίτην συζήτησιν.
§93ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Βεβαίως εἰς τὴν δευτέραν ἢ εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν θέλομεν λάβει τὸν λόγον, διὰ νὰ ἴδωμεν τὰς διαφοράς. Τῳόντι τὸ νομοσχέδιον ἦλθεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἐτροποποιήθη ὅπως ὑπ’ αὐτῆς ὑπεβλήθη, καὶ ἑπομένως εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§95ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§97ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον ἀφορῶν τὴν στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν τῆς σπουδαζούσης νεολαίας, καὶ συγχρόνως τὸν σχηματισμὸν στρατιωκοῦ ταμείου πρὸς ἀγορὰν ὅπλων καὶ τῆς λοιπῆς συσκευῆς. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπισπεύσῃ καὶ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, διότι καιρὸς εἶναι νὰ γείνῃ ἡ ἐκγύμνασις καὶ ἡ ὅπλισις. Ὑποβάλλω πρὸς τούτοις, συνεπεία αἰτήσεως καὶ παραπόνων ἐκ μέρους τῆς ἀστυνομίας, νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κλητήρων κατὰ 50, καὶ τῶν ὑπαστυνόμων κατὰ δύω. Ἡ πόλις γνωρίζετε ὅτι ἐξετάθη, καὶ ὅτι διὰ ν’ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἀσφαλείας αὐτῆς εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην, ν’ αὐξήσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν τακτικῶν κλητήρων, διὰ νὰ μὴ καταφεύγωμεν εἰς τοὺς ἐκτάκτους.
§98ΧΟΪΔΑΣ. Νὰ ᾖναι πάντοτε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ὄχι εἰς τὸ σπῆτι τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου.
§99ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βέβαια.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, αὔριον θὰ ἔχωμεν εἰς δευτέραν συζήτησιν τὰ δύω νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀνεγνώσθησαν σήμερον καὶ ἐγένοντο δεκτὰ εἰς πρώτην συζήτησιν.
§101ΟΛΟΙ. Μάλιστα.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν θέλῃ, νὰ κάμωμεν αὔριον τὴν ἐκλογὴν τοῦ ἐφόρου, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ ὁ ἔφορος, ὅπως παραλάβῃ τὸ ὑλικόν.
§103ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Καὶ τὰς ἐκλογὰς τῶν ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ παρευρεθοῦν εἰς τὰς ἐκλογὰς τὰς ὁποίας ἠκυρώσαμεν.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ῥοντήρης ἐπρότεινεν ἵνα διορισθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ, διὰ τὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα ἐπαρουσίασεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τοῦ νέου φορολογικοῦ συστήματος.
§105ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς γεωργίας δύνανται νὰ συνεργασθῶσι.
§106ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι βεβαρυμένη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε δὲν δύναται νὰ ἐργασθῇ. Προτείνω λοιπὸν νὰ ὁρισθῇ παρὰ τοῦ προέδρου εἰδικὴ ἐπιτροπή.
§107ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς γεωργίας νὰ συνεργασθοῦν διὰ νὰ τελειώσουν.
§108Φ. ΦΙΛΩΝΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ πρέπει νὰ διορισθῇ εἰδικὴ, καὶ πρέπει νὰ σύγκειται ἐκ μελῶν οἱ ὁποῖοι ἔχουν σχέσεις καὶ μὲ τὴν γεωργίαν καὶ μὲ τὴν κτηνοτροφίαν καὶ τοὺς λοιποὺς κλάδους, διότι ὅταν ἐσχηματίσαμεν τὴν ἐπιτροπὴν δὲν εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν μας, ὅτι νομοσχέδιον τόσον σπουδαῖον ἤθελε παρουσιασθῇ. Ὑποστηρίζω λοιπὸν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Καραπαύλου.
§109ΡΩΜΑΙΟΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν εἶναι ἀπαρτία καὶ πρέπει νὰ τελειώσωμεν.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπαρτία εἶναι, διότι οἱ κκ. βουλευταὶ εἶναι εἰς τὰ δωμάτια· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐξηντλήθη ἡ ἡμερησία διάταξις, λύω τὴν συνεδρίασιν. Ὥρᾳ 5½.