1875.11.14
2,560 rows · 21,234 words · 252 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 41
Τῆς 14 Νοεμβρίου 1875.
(Δευτέρα).
Ὥρα 2 καὶ 30|60 μ. μ.
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ γʹ. καὶ τελευταία ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου περὶ γηπέδων διὰ τὸ δικαστικὸν μέγαρον· ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς; Ὑπάρχουσι τὰ πρωτόκολλα τῆς ἐκτιμήσεως, τὰ ὁποῖα εἶχε ζητήσει εἷς τῶν βουλευτῶν· ἑπομένως ὅστις θέλει νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν, δύναται νὰ ἔλθῃ, διότι εἶναι κατατεθειμένα ἐνταῦθα. Ζητεῖ τις τὸν λόγον;
§4ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πολλοί. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀρχήν. (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον)· ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πολλοί). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ψηφοφορεῖται τὸ σύνολον· οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πολλοί). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη εἰς τρίτην καὶ τελευταίαν ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀγορᾶς γηπέδων διὰ τὰ δικαστήρια. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος· τρεῖς εἶναι ἐγγεγραμμένοι, οἱ κύριοι Ζωχιός, Κατσικαπῆς καὶ Χοϊδᾶς.
§6ΖΩΧΙΟΣ. Νέα πρότασις ἐγένετο ὑπὸ τοῦ κ. Λομβάρδου. Πολλοὶ δὲ κατηγοροῦσι τὸ οἰκοδόμημα τοῦ Βουλευτηρίου, λέγοντες ὅτι ἔχει πολλὰς ἐλλείψεις, ἐγὼ ὅμως νομίζω ὅτι ὁ κατασκευάσας αὐτὸ εἶναι ἄνθρωπος πάνσοφος, διότι ἀπέβλεψεν εἰς ἕνα σκοπὸν ὡρισμένον καὶ τελεσφόρον, τουτέστιν ἀπέβλεψεν εἰς τὸ ὅσον δυνατὸν ὀλιγώτεροι βουλευταὶ νὰ ἀκούωνται. Ἐξαιροῦνται λοιπὸν οἱ ἰσχνόφωνοι· οἱ δὲ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἰσχυροτέραν φωνὴν, πρέπει νὰ τὴν ἐκτείνωσιν ὅσον δύνανται. Διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ χαρίσετε τὸ ἓν ὠτίον σας, τὸ δὲ ἄλλο φυλάξατε διὰ τὸν κύριον Λομβάρδον, διότι μετ’ αὐτοῦ σήμερον ἔχω δοσοληψίας. Αἱ ὑπ’ ὄψιν σας προτάσεις δύνανται νὰ καταταχθοῦν εἰς τάξεις 4. Πρῶτοι εἶναι οἱ ἐπιεικεῖς, δεύτεροι οἱ νομικοὶ, οἱ τρίτοι αὐτοσχεδιάζοντες, τέταρτοι ἐπέρχονται, ἂς τοὺς ὀνομάσωμεν, οἱ συνταγματικοί. Ἂς ἀρχήσωμεν δὲ ἀπὸ τῶν ἐπιεικῶν, ἐπὶ κεφαλῆς δὲ τῶν ἐπιεικῶν εὑρίσκεται ὁ κύριος Ῥικάκης, ὁ ὁποῖος ἐπικαλεῖται ὑπὲρ τῶν κατηγορουμένων, ἢ ἂν θέλετε κατὰ τῶν κατηγορουμένων, τὸ ἄρθρον 487 τοῦ ποινικοῦ νόμου, συνδυαζόμενον μὲ τὸ 24. Ἀπό τινος δὲ ὅλοι οἱ Ἕλληνες τρέχομεν μὲ τὸν ποινικὸν νόμον εἰς τὸ χέρι, βλέπετε δὲ ὅτι περιῆλθε τὸ βιβλίον αὐτὸ καὶ εἰς τὰς χεῖράς μου. Ἂς ὑποθέσωμεν δὲ ὅτι σεῖς εἶσθε τὸ δικαστήριον, καὶ ὅτι ἐφαρμόζετε κατὰ τῶν κατηγορουμένων τὰ δύω αὐτὰ ἄρθρα. Κατὰ τὸ 487 ἄρθρον, ἐπιβάλλεται πρόστιμον 100 δραχμῶν· κατὰ τὸ 24 ἄρθρον ἀφαιροῦνται ἀπὸ τοῦ καταδικασθέντος ἡ ἀρχὴ καὶ ὅλα τὰ παρεπόμενα τῆς ἀρχῆς. Εὐτυχῶς ὅμως δὲν ἀκουόμεθα ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, διότι ἂν ὁ Βούλγαρης ἐμάνθανε ταύτην τὴν κατ’ αὐτοῦ ποινὴν, πιστεύω δὲ ὅτι δὲν θὰ τὴν ἔμαθε, πρὶν ἢ σχηματισθῇ τὸ δικαστήριον, πρὶν ἢ σχηματισθοῦν αἱ ἐπιτροπαὶ θὰ ἤρχετο ἐδῶ καὶ θὰ μᾶς ἔλεγεν: ἀρχὴν δὲν ἔχω· σᾶς δίδω τὰς ἑκατὸν δραχμὰς, ἀντὶ παλαιῶν μάλιστα σᾶς δίδω νέας· περιττὸν δὲ εἶναι νὰ σχηματίσητε τὸ δικαστήριον, καὶ τὸ ζήτημα τελειόνει. Πρὸς τί ὅλος αὐτὸς ἀγὼν, ἐὰν πρόκηται νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ 487 ἄρθρ, συνδυαζόμενον μὲ τὸ 24; Θὰ ᾖναι δὲ πολὺ νόστιμον νὰ κληρώσωμεν τοσούτους Ἀρειοπαγίτας καὶ Ἐφέτας διὰ νὰ πληρώσῃ ὁ Βούλγαρης 100 δραχμάς. Λοιπὸν οἱ ἐπιεικεῖς δὲν λέγουν τι ἄξιον λόγου, τοὐλάχιστον κατ’ ἐμέ. Ἀλλὰ λέγουν οἱ ἐπιεικεῖς, προτείνομεν ὅ,τι προτείνομεν, διὰ νὰ ἤμεθα βέβαιοι περὶ τῆς καταδίκης, διότι ἂν ἀθωωθοῦν οἱ καταδιωκόμενοι, θὰ γεννηθῇ ἡ ὑποψία ὅτι ἐφατριάζομεν, ὅτι μῖσος ἄσπονδον εἴχομεν κατὰ τῶν ὑπουργῶν ἐκείνων καταδιώκοντες αὐτοὺς καὶ εἰσάγοντες αὐτοὺς εἰς δίκην. Ἂν συμμορία τις τῆς Βουλῆς συνελάμβανε τὴν ἰδέαν τῆς καταδιώξεως τῶν ὑπουργῶν, ἴσως οἱ ἐπιεικεῖς εἶχον δίκαιον, ἀλλὰ δὲν κατηγορεῖ τοὺς ὑπουργοὺς ἐκείνους συμμορία τις τῆς Βουλῆς, ἢ αὐτὴ ἡ Βουλή· ἀλλ’ εἰς τὴν Βουλὴν ἀνετέθη ἡ κατηγορία ὑφ’ ὅλης τῆς Ἑλλάδος. Ἂν λοιπὸν οἱ δικασταὶ κατα☐ Δὲν ἐπλαστουργήθη ἡ κατὰ τῶν ὑπουργῶν ἐκείνων πρότασις ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Ἡ πρότασις ὑπῆρχεν, ἡ δὲ Βουλὴ τὴν εὗρε καὶ ὤφειλε νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ. Ἄν δὲ οἱ δικασταὶ ἀπολύσουν τοὺς κατηγορουμένους, ἡμεῖς δὲν πταίομεν, αὐτοὶ θὰ ᾖναι ἔνοχοι, διότι ἡ Ἑλλὰς θὰ τοὺς εἴπῃ, εὐλογημένοι, δὲν ἐνομίσατε τοὐλάχιστον τὴν ποινὴν τῶν 100 δραχμῶν πρέπουσαν νὰ ἐπιβάλητε, ἀφοῦ δὲν εἴχατε ποινὴν ἄλλην; Ἡ ἰδέα λοιπὸν ὅτι θὰ ἀπολυθῶσιν οἱ κατηγορούμενοι δὲν ἐπηρεάζει ἡμᾶς, ἀλλὰ τοὺς δικαστάς. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῶν ἐπιεικῶν. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν βʹ. κατηγορίαν, τὴν τῶν νομικῶν, ἡ ὁποία παρέσυρε καὶ ἐμὲ καὶ ἔγεινα νομικός. Ἠξεύρετε ὅτι οἱ νομικοὶ ἐζήτησαν νὰ συντάξωσι τὴν ἀπολογίαν τοῦ Σωκράτους, νὰ τοῦ συντάξουν δηλαδὴ μίαν τεχνικὴν ἀπολογίαν καθὼς τεχνικὸν εἶναι καὶ τὸ κατηγορητήριον, τὸ κατὰ τῶν ὑπουργῶν· αὐτὸς ὅμως, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο νομικὸς, ἀπεκρίθη λέγων, τοιαύτη ἀπολογία δὲν εἶναι δι’ ἐμὲ, δὲν μοῦ τεριάζει. Καὶ ἐγὼ, ἂν ἐνεθυμούμην αὐτὴν τὴν ἀπόκρισιν τοῦ Σωκράτους, ἴσως δὲν θὰ ὑπέγραφον τὸ κατηγορητήριον, ἀλλ’ ἤδη εἶμαι ὑπογεγραμμένος, καὶ βλέπετε ὅτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας, ἀφ’ ἧς ὑπέγραψα εἶμαι κατά τι νομικώτερος, ἢ πρὶν ὅτε δὲν ἤμην ὑπογεγραμμένος. Κατὰ τοὺς νομικοὺς λοιπὸν πρέπει νὰ καταδιωχθῶσιν οἱ ὑπουργοὶ ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, νὰ καταδιωχθῶσιν ἐπὶ ἀντιποιήσει ἀρχῆς, νὰ καταδιωχθῶσιν ἐπὶ ψευδεῖ ἀντιποιήσει κτλ. Ἐγὼ δὲ λέγω μίαν ἀντὶ τοσούτων κατηγοριῶν νὰ παραδεχθῶμεν, τοὐτέστι τὴν παραβίασιν τοῦ Συντάγματος· ἡ δὲ πλαστογραφία δὲν εἶναι ἄσχετος πρὸς τὴν παραβίασιν, ἡ ἀντιποίησις τῆς ἀρχῆς ὡσαύτως, ὅλαι δὲ αἱ πράξεις τῶν ὑπουργῶν ἐκείνων συνέῤῥεον εἰς ἕνα σκοπὸν, εἰς τὴν παραβίασιν τοῦ Συντάγματος. Ἄν λοιπὸν κατηγορηθοῦν ὡς παραβάται τοῦ Συντάγματος, ὅλαι αἱ προτάσεις τῶν νομικῶν, τὰς ὁποίας ἦλθον καὶ ἀνέπτυξαν, περιέχονται ἐντὸς τῆς μιᾶς καὶ μόνης ταύτης κατηγορίας. Σᾶς εἶπον δὲ ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνες φέρομεν ἤδη ἀνὰ χεῖρας τὸν ποινικὸν νόμον. Θέλετε λοιπὸν νὰ δοκιμάσωμεν ποῖον αὐτοῦ ἄρθρον ἐφαρμόζεται εἰς τοὺς κατηγορουμένους ὑπουργούς; Εἶχον ἕνα φίλον, τὸν μακαρίτην Ἀθανάσιον Μιαούλην. Ἦτον ἀσθενὴς εἰς Παρισίους· ἠρώτησε δὲ πολλοὺς ἰατροὺς, ἀλλ’ εἰς μάτην, ἐπὶ τέλους δὲ ἀπεφάσισε νὰ συμβουλευθῇ καὶ τὰ βιβλία, καὶ παρετήρησεν ὅτι ὅλας τὰς ἀσθενείας, ὅσας εἶχον τὰ βιβλία, τὰς εἶχεν. Ἀφοῦ δὲ καὶ ἐγὼ ἤνοιξα τὸν ποινικὸν νόμον, παρετήρησα, ὅτι ὅλαι αἱ κατηγορίαι, ὅσαι περιέχονται ἐν αὐτῷ ἐφαρμόζονται εἰς τοὺς κατηγορουμένους ὑπουργούς. Ἐννοεῖτε λοιπὸν ὅτι δὲν ἐμβαίνω εἰς τὸν νομικὸν κύκλον, διότι ἐμπλέκομαι. Ἄς ἔλθωμεν ἤδη εἰς τοὺς αὐτοσχεδιάζοντας. Ὁ κ. Θεοχάρης ἐθορυβήθη, διότι ἀνέβην πάλιν τὸ βῆμα, ἐνῷ ἔχω πλέον ἢ δὶς ὁμιλήσει· ἀλλὰ δὲν ἐσυλλογίσθη ὅτι ἡ πλημμύρα τοῦ κ. Λομβάρδου μὲ ἔφερεν. Ὁ κ. Λομβάρδος ἦτο πρὸ μικροῦ ὑπουργός· ὁ κ. Λομβάρδος βεβαίως ἔλαβε μέρος εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ Βασ. Λόγου· εἰς τὸν Βασ. Λόγον περιελήφθη ὅ,τι ἦτον ἀπαραίτητον. Ἀλλ’ ὁ κ. Λομβάρδος τῆς προχθεσινῆς ἑσπέρας δὲν εἶναι ὁ κ. Λομβάρδος τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου. Προχθὲς δὲ τὶ σᾶς εἶπεν; Ἄλλην ἐργασίαν δὲν ἔχομεν, εἰμὴ τὴν δίκην καὶ καταδίκην τῶν ὑπουργῶν· ἐτελείωσεν ἡ μία κατηγορία; ἄλλη· καὶ ἂν δὲν τὴν φέρετε σεῖς θὰ τὴν φέρω ἐγώ· ἐτελείωσε καὶ αὐτὴ ἡ περὶ τῶν ἐκλογῶν, λόγου χάριν; ἄλλη· καὶ ἂν δὲν τὴν φέρετε σεῖς θὰ τὴν φέρω ἐγώ· καὶ ἂν τελειώσῃ καὶ αὐτὴ, ἄλλη, καὶ ἂν δὲν τὴν φέρετε σεῖς θὰ τὴν φέρω ἐγώ. Ἀλλά, κύριε Λομβάρδε, ἀφοῦ ἔχεις τόσην ὄρεξιν νὰ φέρῃς ὅλα αὐτὰ τὰ κατηγορητήρια, φέρε τα διὰ νὰ τελειώσωμεν. Ὅταν ἦσο ὑπουργὸς, ἔλεγες, θὰ φέρω τὸ κατηγορητήριον, καὶ ποῖος ἀπὸ σᾶς θὰ τολμήσῃ νὰ μὲ ἀκολουθήσῃ; Ἐν τούτοις ἐγὼ ἀκόμη τὸν περιμένω. Ὁ κ. Λομβάρδος τῆς χθεσινῆς ἑσπέρας, ὁ ὁποῖος ἐπρότεινε ν’ ἀσχοληθῶμεν μόνον εἰς τὴν δίκην καὶ καταδίκην τῶν ὑπουργῶν, διὰ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου, τὶ μᾶς εἶπεν; Ὁ νόμος ὁ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν εἶναι ἀπαραίτητος, ἤτοι θέλοντες μὴ θέλοντας ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὸν νόμον αὐτόν. Ἡ ἀναθεώρησις τοῦ νόμου περὶ ἐκλογῶν εἶναι ἀπαραίτητος. Ὁ νόμος ὁ περὶ ἀποκεντρώσεως τῆς ὑπηρεσίας εἶναι ἀπαραίτητος.
§7ΣΟΥΤΣΟΣ. Ἔπεσεν ὁ Λομβάρδος.
§8ΖΩΧΙΟΣ. Εἶναι ὀρθὸς ἐκεῖ, καὶ μὲ καμαρώνει (ὁ Λομβάρδος). Περιττὸν εἶναι ν’ ἀπαριθμήσω ὅλας τὰς λοιπὰς ἀπαραιτήτους ὑποχρεώσεις μας, διότι τὰς γνωρίζετε, εἶναι δὲ ὅλη ἡ σωρεία τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα οἱ ὑπουργοὶ διὰ τοῦ στόματος τοῦ Βασιλέως ἐκήρυξαν ὡς ἀπαραίτητα. Λοιπὸν, κ. Λομβάρδε, τὶ θὰ κάμωμεν; Ἂν ἀκούσωμεν σὲ, πρέπει νὰ κοπανίζωμεν νερὸ εἰς τὸ γουδί· καθ’ ἡμέραν θὰ ἔχωμεν καὶ μίαν κατηγορίαν. Ἂν ἀκούσωμεν τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ὀφείλομεν νὰ ἀσχοληθῶμεν καὶ εἰς ἄλλα. Ἡ κακή μου μοῖρα μὲ περιέλαβεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἠξεύρετε δὲ ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1874 καὶ τῆς ζουρλῆς τὰ μαλλιὰ εἶναι ἀπαράλλακτα· ἔχω δὲ τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874 παρουσιάζεται ἔλλειμμα 4 ἑκατομ. 39 ἑκατομύρια εἶχον ὑπολογίσει ὡς ἔσοδα, τὰς δὲ δαπάνας ὀλίγον τι περισσότερον. Ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων ἐξέπεσε κατὰ 4,000,000. Ἡ σοφολογιότης μας λοιπὸν εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ εὕρῃ τὰ 4 ἑκατομ. Νομίζω δὲ ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἄξιον σκέψεως. Ἂς καταδιώξωμεν δὲ τοὺς ὑπουργοὺς, ἀλλὰ ἂς ἔχωμεν κατὰ νοῦν καὶ τὸ σπίτι μας μας, διότι μᾶς λείπει ὁ ἐπιούσιος ἄρτος. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἔχομεν ἐργασίας, ἴσως θὰ μοῦ συγχωρήσητε νὰ τὸ εἴπω, σπουδαιοτέρας· καὶ ποία εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα; ἡ σπουδαιοτέρα ἐργασία παντὸς ἔθνους εἶναι τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα νὰ ᾖναι ἴσα, καὶ τὸ ζήτημα εἶναι δύσκολον νὰ λυθῇ, διότι πρέπει ἢ νὰ ἐπιβάλλωμεν νέους φόρους, ἢ νὰ κάμωμεν δάνεια. Ἐπάνω κάτω δὲ εἴμεθα μισοπουλημένοι· ἂν δὲ ἐξακολουθήσωμεν τὸν ἴδιον δρόμον, ἐντελῶς θὰ πωληθῶμεν, διότι δὲν δανειζόμεθα ὅπως τὰ ἄλλα ἔθνη, ἀλλὰ πακτώνομεν τὰ τελωνεῖά μας. Τί δὲ σᾶς εἶπεν ὁ κύριος Λομβάρδος; Ὄρεξιν εἶχε νὰ φέρωμεν τοὺς κατηγορουμένους ἐν τῷ βουλευτηρίῳ ἢ τοὺς δικηγόρους αὐτῶν. Ἀλλὰ βεβαίως θὰ ἀνεγνώσατε κἀμμίαν φορὰν τὰ συμβάντα τοῦ Πύργου τῆς Βαβυλῶνος, ὅπου ὁ εἷς δὲν ἐκαταλάμβανε τὸν ἄλλον· τέτοιος θόρυβος ἐγίνετο. Ἂν δὲ ἀποφασίσωμεν νὰ φέρωμεν τοὺς ὑπουργοὺς καὶ τοὺς δικηγόρους αὐτῶν ἐνώπιον τοῦ βουλευτηρίου, δὲν θὰ μεταβληθῶμεν εἰς Πύργον τῆς Βαβυλῶνος; Ἀρχὴ ἴσως θὰ εὑρεθῇ, τέλος βεβαίως δὲν θὰ ὑπάρχῃ. Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι ὅλαι αἱ προτάσεις τοῦ κυρίου Λομβάρδου, τοῦ παλαιοῦ μου φίλου, χωλαίνουσιν. Ἀλλ’ αὐτὸς ἐπιλαμβάνεται καὶ ἄλλου ζητήματος. Διατί ἐρωτᾷ δὲν λαλοῦν τὰ ἀηδόνια; Διατί δὲν ὁμιλοῦν οἱ τρεῖς;
§9ΣΟΥΤΣΟΣ. 4.
§10ΖΩΧΙΟΣ. Εἶσθε σεῖς ὁ τέταρτος; Ἂν ἦσθε σεῖς ὁ τέταρτος, τὸ πρᾶγμα διαφέρει. Εἰς τὸ χωριό μου ὅμως γνωρίζουν τρεῖς, ἂν εἰς τὸ χωριό σας γνωρίζουν 4, δὲν τὸ γνωρίζω. Τὸ νὰ δώσῃ τις συμβουλὰς εἰς κρείττονας δὲν εἶναι τόσῳ φρόνιμον, εἶναι δὲ καὶ ὀλίγον αὔθαδες. Ἐγὼ ὅμως ἂν ἤμουν πρωθυπουργὸς, βεβαίως δὲν θὰ ἐλάλουν· διατί; διότι δὲν εἶναι ἐντελῶς κύριος τῆς γλώσσης του ὁ ὑπουργός. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἤμην πρόεδρος τῆς Βουλῆς, δὲν θὰ ἐλάλουν· διατί; διότι ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶναι οὐδέτερος (γέλως). Μὲ συγχωρεῖτε, μὴ παρεξηγεῖτε τοὺς λόγους μου. Σᾶς εἶπον δὲ ὅτι ἀπό τινος ἔγεινα καὶ ἐγὼ νομικός. Ὁ πρόεδρος τῶν συνέδρων, ὅταν συζητεῖται ἡ ὑπόθεσις, σιωπᾷ, μετὰ δὲ ταῦτα ἐπιχειρεῖ τὴν ἀνακεφαλαίωσιν, λέγει δὲ τί εἶπον ὑπὲρ καὶ τί κατά· ἡ τέχνη δὲ ὅλη συνίσταται εἰς τὸ νὰ μὴ ἐκφράσῃ γνώμην ἰδίαν. Εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν εὑρίσκεται καὶ ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅστις δὲν εἶναι Ζαΐμης, ἀλλὰ πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅστις δὲν πρέπει νὰ βλέπῃ, οὔτε πρὸς τὰ ἀριστερά, οὔτε πρὸς τὰ δεξιά. Μένει δὲ ὁ τρίτος, ὁ κατ’ οὐδὲν ἐνδέστερος τῶν ἄλλων. Ἄν δὲ ἐγὼ ἤμην εἰς τὴν θέσιν του, βεβαίως δὲν θὰ ἐλάλουν· διατί; Οἱ Γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι, διὰ νὰ περιπλέξουν τὸν Χριστὸν τοῦ ἔκαμον προτάσεις σκολιάς· ἐκεῖνος δὲ δὲν ἀπεκρίνετο, ἀλλ’ ἀντέτασσε προτάσεις ἄλλας. Καὶ τὸ μὲν νὰ θέλω νὰ λαλήσω εἶμαι κύριος ἐγώ· τὸ δὲ νὰ μὲ βιάσῃς νὰ λαλήσω, πρέπει νὰ ᾖσαι πολὺ ἰσχυρός. Καὶ διατί δὲν ἀπεκρίνετο ὁ Κύριος; διότι ἦσαν ἕτοιμοι νὰ πιασθοῦν ἀπὸ τὰ λόγια του, τὸ δὲ κακουργεῖν ἐν λόγοις εἶναι ἡ χειροτέρα μάχαιρα, τὴν ὁποίαν ἠμπορεῖ νὰ ἐμπήξῃ τις εἰς ἄλλον. Ἀλλά, κ. Λομβάρδε, διατί δὲν κυλαϊδῇς ἐσύ, ἢ δὲν ἔχεις ὑποχρεώσεις; Σὺ εἶπες ὅτι θὰ μᾶς φέρῃς τὸ κατηγορητήριον καὶ ἐγὼ ἤμουν ἕτοιμος νὰ συνυπογράψω, διὰ νὰ μὴ εἴπῃς ὅτι φοβοῦμαι. Ποῦ ὅμως εἶναι τὸ κατηγορητήριόν σου; Ἂς ἔλθωμεν καὶ εἰς τοὺς συνταγματικούς, ἐν οἷς συντάσσομαι καὶ ἐγώ. Ὅτι ἐγένετο παράβασις τοῦ Συντάγματος, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, οὐδὲ συζητοῦμεν περὶ τούτου. Τὸ ζήτημα δὲ ὅλον συνίσταται εἰς τὸ ἂν ὑπάρχῃ νόμος, τιμωρῶν τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ἢ ὄχι. Ἢ θὰ μοῦ δώσετε 6 χιλ. δραχ. ἢ θὰ παραδεχθῆτε τὴν γνώμην μου· διατί; Εἶμαι συνταξιοῦχος, μισθὸν ἀπὸ τὴν Βουλὴν δὲν λαμβάνω· διατί; ὄχι διότι ὑπάρχει νόμος ῥητὸς ἀντιλέγων, ἀλλὰ διότι ὁ νῦν καὶ ὁ τότε πρωθυπουργὸς ἔγραψεν εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως, ὅτι καὶ ἡ σύνταξις λογίζεται ὡς μισθὸς καὶ ἐξαιρεῖται. Ὅταν λοιπὸν πρόκειται περὶ τῆς συντάξεως τοῦ Ζωχιοῦ, καταφεύγεται εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως· διατί δὲ νὰ μὴ καταφύγητε καὶ ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως; Τί δὲ λέγουν τὰ πρακτικὰ ἐκεῖνα; Ἐγένετο πρότασις εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, ἂν οἱ ὑπουργοὶ παρανομήσωσι, νὰ τιμωρῶνται μὲ φυλάκισιν. Ποῖος ἔκαμεν αὐτὴν τὴν πρότασιν; ὁ Ἰάλεμος. Ὁ εἰσηγητὴς ὅμως ἀντέστη καὶ εἶπεν ὄχι· ἐπολέμησε δὲ τὴν πρότασιν τοῦ Ἰαλέμου καὶ εἶπεν ὅτι οἱ παραβιάζοντες τὸ Σύνταγμα ὑποσκάπτουν τὸ Πολίτευμα. Κατ’ ἐμὲ δὲ οἱ ὑποσκάπτοντες τὸ Πολίτευμα ἀνατρέπουν τὸν Θρόνον. Σεῖς δὲ δὲν πιστεύετε ὅτι ἄν τις ἀνατρέψῃ τὸ Πολίτευμα, ἀνατρέπει τὸν Θρόνον; Ὁ ἐργαζόμενος λοιπὸν κατὰ τοῦ Πολιτεύματος, ἐργάζεται κατὰ τοῦ Πολιτεύματος καὶ τοῦ Θρόνου. Νομίζω δὲ ὅτι ἐντὸς τοῦ ποινικοῦ νόμου ὑπάρχει ῥήτρα τις ὡρισμένη κατὰ τῶν ἀνατροπέων τοῦ Θρόνου. Ἀπέδωκαν δὲ πολλὰ εἰς τοὺς καταδιωκομένους ὑπουργούς, ἐλησμόνησαν ὅμως νὰ ἀποδώσουν καὶ τὸ ἑξῆς, τὸ ὁποῖον εἶναι ἓν ἐκ τῶν κυριωτέρων, τουτέστι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ τις ἐν τῇ πολιτείᾳ ὡς ὑπουργός, πρὶν ἢ ἐνώπιον τοῦ βασιλέως, παρόντος τοῦ μητροπολίτου ἢ ἄλλου ἀρχιερέως, δὲν ὁρκισθῇ. Καὶ τί ὁρκίζεται; Ὁρκίζεται ὅτι θὰ φυλάξῃ πίστιν καὶ ὑποταγὴν εἰς τὰ καθεστῶτα. Ὁ παραβαίνων λοιπὸν τὸ Σύνταγμα, παραβαίνει τοὺς ὅρκους του, ναὶ ἢ ὄχι; Νομίζετε δὲ τὸ πρᾶγμα μικρόν; Ἂν δὲ τὸ νομίζετε μικρόν, τίς ἡ ἀνάγκη νὰ γίνεται αὐτὴ ἡ διαβεβαίωσις παρόντος τοῦ βασιλέως καὶ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἐκκλησίας; Ἂν δέ, ἐξερχόμενος ἀπὸ τῆς αἰθούσης τοῦ Θρόνου, πρῶτόν του ἔργον νομίζῃ ὁ ὑπουργὸς τὴν παράβασιν τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων, δὲν εἶναι ἐπίορκος; Καὶ τί ἐστὶν ἐπίορκος; Παλαιός τις νομοθέτης παραγγέλλει νὰ φεύγωσιν ἀπὸ τῆς χώρας εἰς ἣν αἱ ὑποσχέσεις καὶ οἱ ὅρκοι δὲν ἔχουν καμμίαν σημασίαν· διατί; Διότι κατοικεῖται ὑπὸ τῶν φαυλοτάτων ἀνθρώπων. Ὅταν δὲ τὸ σύνθημα τῆς ἐπιορκίας δίδεται ἄνωθεν, ἐννοεῖτε τί θὰ συμβῇ εἰς τὰ κατώτερα στρώματα. Ὑπάρχει δὲ καὶ ἄλλο κατηγορητήριον τὸ ἑξῆς: Κατ’ ἐμὲ ἔνοχοι εἶναι οἱ πεσόντες ὑπουργοὶ, καὶ διότι ἐψιθύριζον εἰς τὰ οὖς τοῦ βασιλέως. Ὅτι δὲ ἐψιθύριζον εἰς τὸ οὖς τοῦ βασιλέως εἶναι τόσον βέβαιον, ὥστε μόλις ὁ βασιλεὺς ἔκλινε τὸ οὖς αὑτοῦ, ὅταν ὅλη ἡ Ἑλλὰς συνεταράχθη. Αὐτὸ δὲ κατ’ ἐμὲ εἶναι τὸ μέγιστον τῶν ὑπουργικῶν ἐγκλημάτων. Δυστυχῶς ὅμως οἱ φίλοι μου, ὁ κ. Βουλπιώτης, καὶ ὁ κ. Βαλέττας, δὲν εὗρον δι’ αὐτὸ τὸ ἔγκλημα ἓν ἄρθρον τοῦ ποινικοῦ νόμου. Καὶ ἐν τούτοις εἶναι τὸ κυριώτατον ἔγκλημα, διότι ἡ Ἑλλὰς δὲν συνεταράχθη, οὔτε διότι ἐνομοθέτουν ἄνευ ἀπαρτίας, οὔτε διότι ἀντεποιήθησαν τὴν ἐξουσίαν, οὔτε διότι περιύβρισαν τοὺς νόμους, ἀλλὰ διότι οἱ ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι ἐπεχείρησαν νὰ διαστρέψωσι τὴν καρδίαν τοῦ βασιλέως. Περὶ δὲ τούτου πρὸ πάντων εἶναι ἔνοχοι, καὶ αὐτὸ κατ’ ἐμὲ εἶναι τὸ κύριον ἔγκλημά των. Καὶ ἐὰν ὁ βασιλεὺς δὲν ἔδιδεν ἀκρόασιν εἰς τὴν φωνὴν τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν οἱ τότε ἡγούμενοι τῆς ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἦσαν τόσον μέτριοι ὅσον ἐφάνησαν, βεβαίως τὰ πράγματά μας θὰ ἐλάμβανον ἀλλοῖον τὸν χαρακτῆρα. Πρόκειται λοιπὸν περὶ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, οἵτινες ἔφεραν τὰ πράγματα εἰς αὐτὴν τὴν φοβερὰν κατάστασιν. Τοὺς κατηγορῶ δὲ, ἀλλὰ δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς ὑβρίσω. Μέχρι δὲ τῆς ὥρας καθ’ ἣν θὰ καταδικασθῶσιν, ἐὰν καταδικασθῶσιν, θὰ ἦναι μὲν κατηγορούμενοι, ἀλλὰ θὰ νομίζωνται πάντως ἔνοχοι, οὐδεὶς δὲ θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς ὑβρίζῃ. Συμπεραίνων δὲ τὸν λόγον μου ἰδοὺ τί λέγω. Κατὰ τὸν κ. Λομβάρδον, τί ἔτι χρείαν ἔχομεν μαρτύρων; Ἀλλὰ καὶ κατὰ τοῦ Χριστοῦ τί ἔτι χρείαν ἔχομεν μαρτύρων; Ὁπωσδήποτε ὅμως καὶ τὸν Χριστὸν ὑπέβαλον εἰς ἀνάκρισιν. Κύριε Βουλπιώτη, καλὰ τὰ λέγω;
§11ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὀρθότατα (ἱλαρότης).
§12ΖΩΧΙΟΣ. Λοιπὸν δὲν δυνάμεθα νὰ τοὺς παραπέμψωμεν εἰς δίκην χωρὶς ἀνακρίσεως. Χρεωστοῦμεν δὲ νὰ τοὺς ἀνακρίνωμεν, διότι καὶ τὸ συμβούλιον τῶν Γραμματέων καὶ Φαρισαίων ἀνέκρινε τὸν Σωτῆρα, καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν, τί λέγεις; τί ἀποκρίνεσαι; Ἂς ἐρωτήσῃ λοιπὸν καὶ ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος τοὺς κατηγορημένους ὑπουργοὺς περὶ τῶν πράξεων αὐτῶν, καὶ ἀφοῦ ἀποκριθοῦν καὶ βασανισθῶσιν αἱ ἀποκρίσεις των τότε ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίσῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἄξιοι καταδίκης, ἂς μὴ τοὺς παραπέμψῃ εἰς δίκην, ἐὰν δὲ ἦναι ἄξιοι, ἂς τοὺς παραπέμψῃ. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι πρέπει κατ’ ἐμὲ νὰ παραπεμφθοῦν εἰς δίκην, ἀφοῦ πρῶτον ἀνακριθοῦν. Ἀλλὰ ἰδοὺ οἱ ἐναντίοι τί λέγουν: Ζητεῖτε καιρὸν, ἄνθρωποι ἐπίβουλοι καὶ δόλιοι, ζητεῖτε προφάσεις, διὰ νὰ σώσετε τοὺς ἐνόχους. Ἀλλὰ, κύριοι, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης ἀνετέθη ἤδη ἡ δίκη τῶν δύω ὑπουργῶν τοῦ Βαλασσοπούλου καὶ Νικολοπούλου· ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν δὲ τῆς δικαιοσύνης νομίζω, ὅτι δὲν ἔχετε νὰ παραπονεθῆτε. Προτείνω λοιπὸν εἰς αὐτὴν τὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἀνατεθῇ καὶ ἡ ἐξέτασις τοῦ προκειμένου ζητήματος.
§13ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἀρκετὰ ἐκοπιάσαμεν.
§14ΖΩΧΙΟΣ. Λοιπὸν αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου ἡ ἀτομικὴ, ἴσως δὲ αὕτη ἐπικρατήσει, ἴσως ὄχι. Δὲν ἀπαιτεῖται δὲ πολὺς χρόνος πρὸς ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν πᾶσα ἐξουσία, ὄχι διότι δὲν ἐμπιστευόμεθα τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῶμεν. Ἐπειδὴ δὲ ἀπὸ τῆς ἀπαρτίας ἠρχίσαμεν τελειώνω εἰς τὴν ἀπαρτίαν. Τὸ σύνθημα τοῦ προκειμένου ζητήματος ἐδόθη τὴν 30 Νοεμβρίου 1874, καὶ ὁ πόλεμος ἤρχισεν ἀπὸ τῆς ἀπαρτίας. Ἐπίστευαν δὲ τότε οἱ κατηγορούμενοι, ὅτι ἡ ἀπαρτία ἀποτελεῖται ἐξ 96, ἦλθον δὲ κατόπιν καὶ ἀπεφάσισαν ὅτι 96 δὲν εἶναι ἀναγκαῖοι, ἐσχημάτισαν δὲ ἄλλην ἀπαρτίαν ταπεινοτέραν. Τὸ Σύνταγμα δὲ ἔχει καὶ μίαν ἄλλην ἀπαρτίαν· διότι ἐὰν ποτὲ ἡ Βουλὴ θελήσῃ ν’ ἀναθεωρήσῃ τὸ Σύνταγμα, ἡ ἀπαρτία τῶν 96 δὲν εἶναι ἀρκοῦσα. Νομίζω δὲ ὅτι καθόσον ἀφορᾷ καὶ τὸ ζήτημα τὸ προκείμενον πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὴν τελειοτάτην ταύτην ἀπαρτίαν, διὰ νὰ παραπέμψωμεν τοὺς κατηγορουμένους εἰς δίκην, ὄχι διότι δὲν ἀρκεῖ ἡ ἀπαρτία τῶν 96, ἡ νομικῶς ἰσχύουσα, ἀλλὰ διὰ νὰ ἴδῃ ὁ κόσμος, ὅτι τὸ ἔθνος ἀναγκάζεται νὰ λάβῃ αὐτὸ τὸ κατὰ τῶν ὑπουργῶν μέτρον. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ πρόεδρος πρέπει νὰ προσκαλέσῃ τοὺς ἀπόντας βουλευτὰς νὰ σπεύσωσι, διὰ νὰ μὴ λέγουν ὕστερον, ὅτι αὐτοὶ δὲν ἐνέχονται.
§15ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Κύριοι, ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπή, περαιώσασα τὸ ἔργον τὸ ἀνατεθὲν εἰς αὐτὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς δυνάμει τοῦ ψηφίσματος τῆς 24 Ὀκτωβρίου ὡς πρὸς τὴν κατηγορίαν ἐπὶ δωροδοκίᾳ καὶ ἐκβιάσει κατὰ τῶν δύω πρώην ὑπουργῶν καὶ τῶν συναιτίων ἢ καὶ συνενόχων, ὑποβάλλει δι’ ἐκθέσεως αὐτῆς πρὸς τὴν Βουλὴν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐργασίας της. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἐργασία αὐτῆς ἦτο μακρὰ, ἡ ἔκθεσίς της εἶναι πολύφυλλος· θὰ παρακαλέσω ὅθεν τὴν Βουλὴν, νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ν’ ἀναγνώσω μόνον τὸ συμπέρασμα αὐτῆς. (Ἀναγινώσκει).
§16ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κ. Πρόεδρε, ἐκφράζομεν τὴν εὐχαρίστησιν τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἐπιτροπήν.....
§17ΛΑΠΑΣ. Παρακαλῶ νὰ εὐχαριστήσωμεν τὴν ἐπιτροπήν. (Θόρυβος).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἔκθεσις θὰ τυπωθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον καὶ πρὸς τοῦτο θὰ δώσω τὸ πρωτότυπον· εἶναι 51 φύλλα· ὁ εἰσηγητὴς ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διορθώσῃ τὸ δοκίμιον.
§19ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε δύω νομοσχέδια· πρῶτον, περὶ κυρώσεως τοῦ Β. διατάγματος περὶ διατιμήσεως ξένων νομισμάτων, καὶ δεύτερον περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ νόμου τοῦ 1867 περὶ νομισματικοῦ συστήματος. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα θέλουν τυπωθῆ, ἀποσταλεῖ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν θὰ σταλῶσι θέλω ἐρωτήσει τὴν Βουλὴν περὶ τῆς προθεσμίας τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ ἂν ἡ προθεσμία αὕτη παρέλθῃ ἄνευ ἐκθέσεως, τὰ νομοσχέδια θὰ τεθοῦν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Αἱ ἐπιτροπαὶ εἶναι ἤδη γνωστὸν, ὅτι δὲν θέλουν νὰ ἐργασθοῦν.
§21ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα οὐχὶ νὰ ἐπιδείξω αἰσθήματα πατριωτισμοῦ, διότι τὰ αἰσθήματα ταῦτα πληροῦν τὰς καρδίας ὅλων ὑμῶν, διότι τὰ αἰσθήματα ταῦτα κατέχουν ὅλην τὴν ἀγαθὴν μερίδα τῆς Ἑλλάδος καὶ διότι εἰς τὴν ἔκφρασιν τῶν αἰσθημάτων τούτων ὀφείλεται ἡ ἐνταῦθα παρουσία ἡμῶν, δὲν ἦλθον νὰ ἐξασκήσω πάθη προσωπικά.
§22ΡΟΥΚΗΣ. Νὰ ἡσυχάσουν οἱ κύριοι βουλευταὶ, διότι θέλομεν νὰ ἀκούσωμεν.
§23ΧΟΪΔΑΣ. Οἱ μὲν προσέχομεν τὸν νοῦν, οἱ δὲ οὔτε φωνὴν ἀνέχονται....
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί πταίω ἐγώ; Ἐδῶ εἶναι τίς πταίει· (ἰλαρότης).
§25ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Δὲν ἦλθον, λέγω, νὰ ἐξασκήσω προσωπικὰ πάθη, διότι εἶναι ἀναξιοπρεπὲς ἐπὶ ὑποθέσεων τοσοῦτον σπουδαίων νὰ προτάσσωμεν τὰ πάθη, ἄλλως τε ἄνθρωποι περὶ ὧν πρόκειται, οἱ κατηγορούμενοι ὑπουργοὶ, παντὸς ἄλλου αἰσθήματός εἰσιν ἄξιοι ἢ τοῦ αἰσθήματος τοῦ πάθους. Οὔτε ἦλθον, κύριοι, νὰ ἀδικήσω κἀνένα τῶν προλαλησάντων· ἅπαντες οἱ προλαλήσαντες ἐπὶ τοῦ θέματος, περὶ οὗ πρόκειται, ὡρμήθησαν ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ αἰσθήματος, ὑπὸ τῆς αὐτῆς ἐπιθυμίας, τοὐτέστι τοῦ νὰ ἐξευρεθῇ ὁ καταλληλότερος καὶ νομιμώτερος τρόπος πρὸς καταδίωξιν αὐστηρὰν καὶ πρὸς τιμωρίαν νόμιμον τῶν ἐγκληματησάντων ὑπουργῶν. Αἱ διαφοραὶ τῶν γνωμῶν εἶναι φυσικώτατον· ἕκαστος ἔχει ἴδιον τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι καὶ κρίνειν ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Ἐπίσης δὲν προτίθεμαι, νὰ κακίσω τοὺς προεξέχοντας τῶν κομμάτων, ἐπὶ τῇ σιωπῇ των· τοὐναντίον μάλιστα τὴν σιωπήν των εὑρίσκω πολὺ συνετὴν καὶ πολὺ συμφέρουσαν διὰ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς καὶ διὰ τὴν ὑπόληψιν αὐτῶν τούτων τῶν σιωπόντων, διότι πᾶσα ἀπὸ μέρους των ἀνάμιξις, πᾶσα ὤθησις ἤθελε παρεξηγηθῆ. Ἔχομεν ἓν θλιβερὸν προηγούμενον τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1863· ἐκατηγορήθησαν καὶ τότε ὑπουργοί τινες, καὶ τότε σπουδαῖός τις πολιτικὸς ὑπεστήριξε τὴν κατηγορίαν, ἀλλ’ ὁ πολιτικὸς οὗτος παρεξηγήθη. Ἄλλως τε τί πλειότερον θέλομεν νὰ μάθωμεν παρ’ ὅ,τι γνωρίζομεν; Καὶ ποίας τινὸς ὑποστηρίξεως ἔχομεν ἀνάγκην διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα; Ἐνῷ δὲν ἦλθον δι’ ὅλα ταῦτα, ἦλθον τοὐναντίον νὰ ῥίψω ὀλίγον ἔλαιον.....
§26ΧΟΪΔΑΣ. Εἰς τὴν πυράν;
§27ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Οὐχὶ εἰς τὴν πυράν. Δὲν εἶναι ἔργον ἰδικόν μου, κύριε Χοϊδᾶ, δὲν εἶναι ἔργον ἰδικόν σας, δὲν εἶναι ἔργον παντὸς ἀγαθοῦ πολίτου τὸ ἀνάπτειν ἐθνικὰς πυρκαϊάς· τὸ ἔργον τοῦτο ἀνήκει εἰς τοὺς κατηγορουμένους ὑπουργούς, καὶ τοῦτο σήμερον κατηγοροῦμεν. Ἦλθον, λέγω, νὰ ῥίψω ὀλίγον ἔλαιον εἰς τὴν λυχνίαν, ἥτις πρέπει νὰ διαφωτίσῃ καὶ καθοδηγήσῃ τὴν Βουλὴν εἰς τὸ τί ὀφείλει νὰ πράξῃ ἐπὶ τῆς μεγάλης ταύτης ἐθνικῆς ὑποθέσεως. Ἐὰν ἡ γλῶσσά μου φανῇ δριμεῖα, ζητῶ ἐκ τῶν προτέρων συγγνώμην παρ’ ὑμῶν, κύριοι, διότι τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐκθέσω, αἱ πράξεις τῶν ὑπουργῶν τῶν κατηγορουμένων, τὰς ὁποίας δικάζομεν, δὲν δύνανται νὰ ὀνομασθοῦν μὲ ἄλλας λέξεις παρὰ μὲ ἐκείνας τὰς ὁποίας θὰ ἀναγκασθῶ νὰ μεταχειρισθῶ. Ἴσως αἱ ἀλήθειαι, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ ἐκθέσω ἐντεῦθεν, ταράξωσί τινάς, ἴσως ταράξωσιν ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ συνέσει των φρονοῦν, ὅτι ἐνίοτε πρέπει νὰ ἀφίνωνται πράγματά τινα ὡς ἐννοούμενα οὐχὶ ὅμως καὶ νὰ ἐκτίθενται μήπως προκαλέσουν θόρυβον καὶ ταραχήν· ἡ ἐμὴ πεῖρα ὅμως πείθει ὅτι οὐδέποτε ἡ ἔκθεσις τῆς ἀληθείας ἔβλαψεν. Ἀκολουθῶ καὶ ἐγώ, κύριοι, ἐν τῇ νεότητί μου τὰς συζητήσεις κοινοβουλευτικῶν σωμάτων παρελθόντων καιρῶν, ὅτε ὑπῆρχον μὲν κοινοβούλια βωβά, ἀλλ’ εἰς ἓν τῶν κοινοβουλίων ἐκείνων, εἰς τὴν Γερουσίαν, ἐγείρετο ἀπὸ καιρὸν εἰς καιρὸν καὶ κἀμμία φωνὴ πατριωτική. Εἷς γέρων, ὅστις συνεδριάζει μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὅστις θεωρεῖται κατ’ ἐμὴν πεποίθησιν ὁ προπαρασκευάσας τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1862, ὁ ἐκ Σύρου βουλευτὴς κύριος Χρηστίδης, εἶπε τότε ἀληθείας τινάς, αἵτινες ἐτάραξαν, ἐσύγχυσαν πολλούς, ἀλλ’ αἵτινες μένουν πάντοτε ὡς ἀλήθειαι. Ἐνθυμοῦμαι καλῶς ὅτι εἰς ἓν ζήτημα, ἀφορῶν, νομίζω, τὴν παραβίασιν τοῦ ἀποῤῥήτου τῶν ἐπιστολῶν, εἶπεν ἐν τῇ Γερουσίᾳ ἀποτεινόμενος πρὸς τοὺς τότε ὑπουργοὺς: φροντίσατε, κύριοι ὑπουργοί, νὰ διορθώσητε τὰ πράγματα ἐκ τῶν ἄνωθεν πρὸς τὰ κάτω, διότι ἐὰν ἀρχίσῃ ἡ διόρθωσις ἐκ τῶν κάτω πρὸς τὰ ἄνω κακὴ θέλει εἶσθαι ἡ διόρθωσις αὐτή. Καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ αὐτὸς οὗτος ἔγραψεν ἐν τῷ φιλοπάτριδι Ἕλληνι, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὅτι οἱ διαφθείροντες τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδίαν τῶν ἡγεμόνων δὲν εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες εἰς τοὺς κινδύνους των εὑρίσκονται ὑποστηρικταί· ἀπέναντι παρουσιαζομένων κινδύνων, εἶναι οἱ πρῶτοι οἱ ὁποῖοι τοὺς ἐγκατελειμπάνουν. Τελειόνει μάλιστα τὸ ἄρθρον τοῦτο διὰ τῆς λέξεως, ὅτι οὐδεὶς εὑρίσκεται ἐν τοιαύταις περιστάσεσι νὰ πέσῃ Μάρτυ(ρα)ς. Τὸ μέγα γεγονὸς τῆς 10 8βρίου 1862 ἀπέδειξε τὴν σπουδαιότητα τῶν ἀληθειῶν τούτων· ἡ διόρθωσις ἦλθε κάτωθεν.
§28ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἄνοιξαν τὰ παράθυρα ἐπάνω, καὶ φυσᾷ......
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ἀνοίγουν, διότι ἔχουν τὴν εὐγένειαν νὰ καπνίζουν. Εὐταξία, νὰ κλείσουν τὰ παράθυρα καὶ ἂν καπνίζῃ τις νὰ ἀποβληθῇ ἀμέσως.
§30ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἡ διόρθωσις ἐγένετο κάτωθεν, καὶ δὲν ἠξεύρω ἐὰν καλῶς ἐγένετο, πλησίον δὲ τοῦ μακαρίτου Ὄθωνος, οὐδεὶς ἔπεσε μάρτυς. Ἐγένετο λόγος ἐδῶ ὑπό τινος προλαλήσαντος περὶ ἐπιεικείας. Ἀγνοῶ πόθεν ὁ κύριος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαί τις ἄλλος ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ πραγματευθοῦν τὸ ζήτημα τῆς ἐπιεικείας, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν συνεμερίσθησαν, τὸ ὁποῖον ἀπέκρουσαν. Ἡ ἐπιείκεια εἶναι καθῆκον ἀγαθῶν ἀνθρώπων.
§31ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Πρέπει νὰ φύγω, διότι ἔρχεται ῥεῦμα.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διέταξα νὰ κλείσουν τὰ παράθυρα.
§33ΧΟΪΔΑΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§35ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι ἀπαρτία.
§36ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, οἱ βουλευταὶ εἶναι εἰς τὰ δωμάτια, προσκαλέσατέ τους.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ δὲν ἔρχονται. Ἔχω κἀνὲν μέσον καταναγκαστικόν;
§38ΡΟΥΚΗΣ. Οἱ ἐν τοῖς δωματίοις θεωροῦνται παρόντες.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χοϊδᾶς ἔκαμεν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, καὶ θὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§40ΧΟΪΔΑΣ. Ἐννοοῦσα νὰ προσκληθοῦν οἱ ἐν τοῖς δωματίοις. Ἐὰν ὁ ῥήτωρ ἐκαλεῖτο Δεληγεώργης, Ζαΐμης, Κουμουνδοῦρος, Τρικούπης ἢ Λομβάρδος, ὅλοι θὰ ἤκουον αὐτοῦ.
§41ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Νὰ ἀναγγελθῇ εἰς τοὺς κυρίους βουλευτὰς, ὅτι προτίθεμαι ν’ ἀπαγγείλω κατηγορητήριον κατὰ τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ. Ὅστις δὲν θέλει νὰ ἀκούσῃ ἂς φύγῃ.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι βουλευταὶ νὰ ἔλθουν μέσα.
§43ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Εἶμαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐπιεικείας καὶ θὰ σταθῶ πολὺ εἰς τοῦτο, διότι διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὸ θέμα μου ἔχω ἀνάγκην ν’ ἀναπτύξω πολὺ τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς ἐπιεικείας. Ἐπιείκεια τότε μόνον χωρεῖ, ὅταν πρόκηται νὰ διεκδικήσῃ τις ἀτομικὸν συμφέρον ἢ ἀτομικὴν φιλοτιμίαν προσβληθεῖσαν· ἐπιείκεια ὅμως εἰς ἐθνικὴν ὑπόθεσιν ὡς ἡ προκειμένη, ἐπιείκεια ἀπὸ μέρους ἐντολοδόχων ὡς εἴμεθα ἡμεῖς, ὄχι μόνον δὲν χωρεῖ, ἀλλὰ εἶναι καὶ ῥητῶς ἀπηγορευμένη. Οἱ πατέρες ἡμῶν, οἵτινες ἐπεχείρησαν καὶ ἐπεραίωσαν ἓν ἔργον σπουδαῖον, ὡς ἐκεῖνο τὸ τῆς ἀνεξαρτησίας μας, ἤθελον ἀποτύχει εἰς τὰ πρῶτά των βήματα, ἐὰν ἐφαίνοντο ἐπιεικεῖς, καὶ μάλιστα κατὰ προδοτῶν. Τὰ μέλη τῆς φιλικῆς ἑταιρίας, τὰ συλλαβόντα τὴν ἰδέαν τῆς ἀνεξαρτησίας, τὰ διαδώσαντα καὶ ἐμπνεύσαντα τὴν ἰδέαν αὐτὴν ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἑλληνισμοῦ, τὸ πρῶτον, ὅπερ ἔπραξαν, ἦτο νὰ τιμωρήσουν ἀνεπιεικῶς τὸν πρῶτον ἀναφανέντα μεταξὺ αὐτῶν προδότην, καὶ κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζετε ὅτι ὁ Τσακάλας, εἷς τῶν πρώτων ἑταίρων, ἐφόνευσεν ἰδίᾳ χειρὶ τὸν ἐξ Ἑπτανήσου Γαλάτην, διότι ἁπλῶς ὑποπτεύθη τὴν εἰλικρίνειάν του πρὸς τὸ μυστήριον τῆς ἑταιρίας. Ὁ Ὀδυσσεὺς Ἀνδροῦτσου ἦτο βεβαίως εἷς ἐκ τῶν πρώτων ὁπλαρχηγῶν τῆς Ἑλλάδος, ὁ ἥρως τῆς Γραβιᾶς· ἀλλ’ ὅταν ἡ φιλαρχία τὸν ὤθησε μέχρι τῆς προδοσίας, οὐδόλως ἐδίστασαν οἱ ἄνδρες τῆς ἐπαναστάσεως νὰ ἐγκλείσουν αὐτὸν εἰς τὸν Πύργον τῆς Ἀκροπόλεως Ἀθηνῶν.
§44ΧΟΪΔΑΣ. Διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς ἰδέας αὐτῆς.
§45ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἀμφισβητεῖται ἴσως ἡ προδοσία τοῦ Ἀνδρούτσου, ἀλλ’ εἰς τὴν συνείδησιν τὴν ἰδικήν μου ὁ Ἀνδροῦτσος ἐπὶ ἐσχάτων παρεσύρθη ὑπὸ τοῦ αἰσθήματος τῆς φιλαρχίας.
§46ΡΟΥΚΗΣ. Τέλος πάντων αὐτὸ νὰ τὸ ἀφήσηται εἰς τὴν ἱστορίαν, νὰ ἔλθετε εἰς τὸ κατηγορητήριον.
§47ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Οὐδεμία λοιπὸν ἐπιείκεια χωρεῖ ὑπὲρ προδοτῶν, ὑπὲρ ἀνθρώπων, οἵτινες διεκινδύνευσαν τὰ τιμαλφέστερα συμφέροντα τῆς πατρίδος. Τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη ἤτοι ἓξ ἄτομα, γνωστὰ ἤδη ὑμῖν, ἀπὸ φιλαρχίαν κινούμενα συνέστησαν ἑταιρίαν, ἔκαμαν σύστασιν πρὸς τὸ τέλος τοῦ νὰ διατηρήσωσι τὴν ἐξουσίαν εἰς χεῖράς των καὶ ἑπομένως προέβησαν εἰς πράξεις τοιαύτας αἱ ὁποῖαι προεκάλεσαν μὲν τὴν εἰρηνικὴν τοῦ τόπου ἐπανάστασιν, ἠπείλησαν δὲ ὑλικὴν ἐπανάστασιν. Τὸ ἔθνος ἔχον ὑπ’ ὄψιν αὐτὰς ζωντανάς, ψηλαφητάς, ἐπανέστη Ἑλληνικῶς καὶ ἔῤῥιψεν αὐτὰς τὰς πράξεις καὶ τοὺς ἔῤῥιψεν ὑπὸ τὸ βάρος τῆς κοινῆς ἀγανακτήσεως, ὑπὸ τὸ βάρος μιᾶς φοβερᾶς ἐτυμηγορίας, ὠνόμασεν αὐτοὺς προδότας τῆς πατρίδος, παραβιαστὰς τοῦ Συντάγματος, καταστροφεῖς τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου. Τὸ ἔθνος λοιπὸν ἀπήγγειλε κατ’ αὐτῶν ἓν κατηγορητήριον, τὸ ἐψήφισε καὶ τὸ ἐξετέλεσε, κατηγορητήριον ἐσχάτης προδοσίας. Τί μένει εἰς ἡμᾶς νὰ πράξωμεν ἤδη; Εἰς ἡμᾶς οὐδὲν ἄλλο μένει εἰμὴ νὰ περιβάλλωμεν τὸ τελεσίδικον τοῦτο κατηγορητήριον μὲ τοὺς νομίμους τύπους. Ἐρωτῶ πάντας ἡμᾶς, κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς 27 Ἀπριλίου εὑρισκόμεθα ἢ δὲν εὑρισκόμεθα εἰς μίαν ἔκρυθμον κατάστασιν; Καὶ ἂν ὑμεῖς τὸ ἀρνηθῆτε, ὅπερ ἀδύνατον, ὁ λαὸς διὰ τῆς διαγωγῆς, διὰ τῆς ἀντιδράσεως κατὰ τῆς ἐξουσίας ἐκείνης τὸ ἐβεβαίωσεν, ἡ διαδεχθεῖσα τὴν ἐξουσίαν τοῦ Βούλγαρη κυβέρνησις ἐπισήμως τὸ ὡμολόγησεν. Εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀναγνώσω τὸ πρόγραμμα τῆς κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη διὰ νὰ πεισθῆτε; Τὸ ἔθνος λοιπὸν οἱονεὶ ἐπανεστάτησε κατὰ τῶν αὐθαιρέτων ἐκβιαστῶν τοῦ Συντάγματος, κατὰ τῶν ἐπιβουλευσαμένων πρὸ πάντων τὸν θρόνον, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπαναστάσεως ἐκείνης ὑπῆρξεν ἡ φοβερὰ πτῶσίς των. Ἐν τίνι δικαιώματι ἡμεῖς συζητοῦμεν τώρα ἐὰν ἡ πρᾶξις τῶν ὑπουργῶν φέρῃ χαρακτῆρα πταίσματος ἢ πλημμελήματος, ἐὰν θὰ ὀνομασθῇ πλαστογραφία ἢ ἀντιποίησις ἀρχῆς, ἐὰν θὰ δικασθῇ ὡς ὑπέρβασις ἢ ὡς παράβασις καθήκοντος; Ἐνταῦθα ἀποσυρομένου τοῦ κ. Ζαΐμη, καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ κ. προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρο Καράπαυλος. Εἶναι ὕβρις, κύριοι, κατὰ τοῦ ἔθνους, εἶναι ἐθνικὸς ἐξευτελισμός, ἐὰν ἡμεῖς ἐπισήμως ὁμολογήσωμεν ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος προῆλθεν εἰς μίαν σχεδὸν ἐπανάστασιν, διότι μία κυβέρνησις ἁπλῶς παρέβη τὸ καθῆκόν της· δὲν ἠξεύρω κατὰ τί ἠθέλομεν διαφέρει ἀπὸ τὸ ἔθνος τὸ Ἀβδηριτικόν, τὸ ὁποῖον προὐκάλει ἐμφύλιον πόλεμον, διότι ἐφονεύθη ἕνας βάτραχος. Αἱ ἐπαναστάσεις οὐχὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ ὁποία ἔχει τὴν συναίσθησιν τῆς ἀξίας της καὶ τῆς ἀποστολῆς της ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἀλλ’ εἰς κἀνὲν ἐθνάριον, εἰς κἀμμίαν πόλιν δὲν ἐγείρονται, λόγῳ παραβιάσεως καθήκοντος ἑνὸς ὑπουργοῦ. Ἂς ἐξετάσωμεν ὅμως μίαν πρὸς μίαν τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως Βούλγαρη· ἂς ἀναπολήσωμεν εἰς τὸν νοῦν ἡμῶν τὴν κατάστασιν τὴν πρὸ τῆς 27 Ἀπριλίου, διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν τὸ ἔθνος ἀληθῶς ἔπαιζεν ἢ ἐσπούδαζεν, ἐπλανήθη ἢ ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων ἐξηγέρθη· διότι ἐξηγέρθη, διότι δὲν πιστεύω, νὰ ᾖναί τις ὁ ἀντιλέγων, διότι ἐν τῇ συνειδήσει πάντων ἡμῶν εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐὰν παρετείνετο ἡ κατάστασις ἐκείνη ἐπὶ ὀλίγας ἔτι ἡμέρας, ὁ ἐμφύλιος πόλεμος ἦτον ἀναπόφευκτος. Ἐπειδὴ σὺν τοῖς ἄλλοις τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη ἔπραξε τὸ μεγαλεῖτερον κακὸν εἰς τὸν τόπον, νὰ γεννήσῃ δῆλον ὅτι τὴν δυσπιστίαν μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ ἡγεμόνος, καὶ τοῦτο διότι τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο διὰ τῆς προδοσίας ἦλθε, διὰ τῆς προδοσίας ἔζησεν, καὶ ὑπὸ τὸ βάρος τοῦ ἐγκλήματος τῆς προδοσίας ἔπεσεν. Ἦλθε διὰ τῆς προδοσίας, διότι χάριν τῆς ἀνόδου του ἐπρόδωκε καὶ φίλους καὶ ἀρχὰς καὶ ἰδέας. Ἔζησε διὰ τῆς προδοσίας, διότι εἰς μὲν τὸν Βασιλέα ἔλεγεν, ὅτι εἶναι ὁ τόπος ἀνάξιος τῶν ἐλευθεριῶν, τὰς ὁποίας ἔχει, ὅτι πρέπει αἱ ἐλευθερίαι αὗται νὰ περισταλῶσιν διὰ μιᾶς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἐπὶ τὸ μοναρχικώτερον, εἰς δὲ τὸ ἔθνος διέβαλλεν καὶ ἐσυκοφάντει τὸν ἡγεμόνα ὡς ἐπιδιώκοντα συγκέντρωσιν ἐξουσίας· καὶ λέγω ἐσυκοφάντουν, διότι εἶμαι εἰς θέσιν νὰ πείθωμαι καὶ νὰ πείθω, ὅτι εἰς τὴν καρδίαν τοῦ ἡγεμόνος ἐνυπάρχουν τὰ πατριωτικώτερα καὶ συνταγματικώτερα αἰσθήματα. Τὸ ὑπουργεῖον λοιπὸν τοῦ κ. Βούλγαρη κατώρθωσε τὸ μὲν ἔθνος νὰ ἐξαπατήσῃ κάμνον νὰ πιστεύῃ αὐτὸ, ὅτι κάπου τεκταίνεταί τι κατὰ τοῦ πολιτεύματός του, τὸν δὲ ἡγεμόνα νὰ ἀποπλανᾷ, κάμνον νὰ πιστεύῃ, ὅτι τὸ ἔθνος βλάπτεται ἐκ τῶν πολλῶν ἐλευθεριῶν, τὰς ὁποίας ἔχει. Τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη εἶχεν ἐν τῷ νῷ ἔνοχον σχέδιον κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου καὶ τὸ σχέδιον τοῦτο πολλάκις καὶ πολλαχοῦ τὸ ἐξεδήλωσε καὶ διὰ πολλῶν μέσων τὸ ἐξυπηρέτησεν· ἂν δὲ ἐματαιώθη, ἐματαιώθη ἕνεκα τοῦ αἰσθήματος τοῦ πατριωτισμοῦ, ὅπερ πληροῖ πάντοτε τὰς καρδίας ὅλων τῶν ἀγαθῶν Ἑλλήνων. Διὰ τίνων δὲ πράξεων ἐξεδήλωσε τὸ ἔνοχον σχέδιόν του, ἠξεύρετε· τὰς ἐπαναλαμβάνω δὲ ἵνα μὴ φανῇ, ὅτι συκοφαντοῦμεν· ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα ὅπως ἦλθε καὶ εἰς τὰ 68, ὅτε ὑφίστατο ἡ ἐπανάστασις τῆς Κρήτης καὶ ὅτε εἶχε δώσει διπλᾶς καὶ ἀντιφατικὰς ὑποσχέσεις, ἐδῶ ὑπέσχετο τὴν ὑποστήριξιν τῆς Ἐπαναστάσεως, ἐκεῖ ὑπέσχετο τὴν κατάλυσιν. Ἐλθὸν δὲ εἰς τὴν ἐξουσίαν οὕτω, τί εἴπραξεν; Πρῶτον ἔκαμε κακὴν χρῆσιν καὶ ἀδικαιολόγητον τοῦ βασιλικοῦ προνομίου τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ νὰ μὴ ἀφήσῃ τινὰ εἰς ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ σκοποῦ τῆς χρήσεως τοῦ προνομίου ἐκείνου ἐδήλωσεν, ὅτι διέλυσε τὴν Βουλὴν διὰ νὰ μετασχηματίσῃ αὐτήν. Ἐπῆλθον αἱ ἐκλογαὶ, καὶ οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ μὴ γινώσκων τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον διεξήγαγεν αὐτὰς, τρόπον μὴ ἀφίνοντα ἀμφιβολίαν εἴς τινα, ὅτι τὸ Σύνταγμα εἶχε πέσει πρὸ τῶν ποδῶν τοῦ Βούλγαρη νεκρὸν, καὶ ὅστις τῶν βουλευτῶν δὲν ἀπεκλείσθη κατὰ τὰς ἐκλογὰς, ἀπεκλείσθη διὰ τῆς μὴ χορηγήσεως εἰδοποιητηρίου· καὶ ὅστις δὲν ἀπεκλείσθη διὰ τῆς μὴ χορηγήσεως εἰδοποιητηρίου ἀπεκλείσθη κατὰ τὰς ἐξελέγξεις, διότι ὡς ἄλλος Κρόμβελ εἰσῆλθεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἶπε, σὺ νὰ φύγῃς, σὺ νὰ μείνῃς. Μετὰ τὰς ἐξελέγξεις ἐπῆλθεν ἡ τριακοστὴ Νοεμβρίου, καὶ μετὰ ταῦτα ἡ 19 Μαρτίου, καὶ δὲν κρίνω ἀναγκαῖον νὰ σᾶς ὑπομνήσω τὰς πράξεις ἐκείνας, διότι πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπαναλήφθησαν. Ἀλλὰ, κύριοι, μόνον αὐτὰ εἶναι τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη ἐξεδήλωσε τὴν πρόθεσίν του νὰ καταστρέψῃ τὰς ἐλευθερίας τοῦ τόπου;
§48ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐπανορθώσω μίαν ἀνακρίβειαν τοῦ λόγου σας. Ὅσοι ἔμειναν ἐν τῇ Βουλῇ τοῦ Βούλγαρη, δὲν ἦσαν οἷοι αὐτὸς ἤθελε, διότι γνωρίζετε ὅτι μία μεγάλη μερὶς εἶχε διαμαρτυρηθῆ.
§49ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐγεννήθη ἡ ἀντίδρασις ἀπὸ μέρους τοῦ ἔθνους κατὰ τῶν πραξικοπημάτων αὐτῶν τοῦ κ. Βούλγαρη, ἀλλ’ ἐπῆλθεν ἡ βία καὶ ἡ πίεσις τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς πρὸς καταπτόησιν τοῦ ἐξεγερθέντος φρονήματος. Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι οὐδεὶς δημοσιογράφος ἐτόλμα νὰ ἐκθέσῃ καθαρῶς τὰ λαβόντα χώραν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, χωρὶς νὰ διακινδυνεύῃ τὴν ζωὴν αὐτοῦ. Λησμονεῖτε ὅτι οὐδεὶς ἐλευθερόφρων πολίτης ἠδύνατο νὰ ἐκφράσῃ τὸ φρόνημά του χωρὶς νὰ δεχθῇ ἕνα βόλι εἰς τὸ στῆθος; Καὶ λησμονεῖτε τὴν συγκέντρωσιν τοῦ στρατοῦ ἐν Ἀθήναις διὰ τοῦ ὁποίου ἤθελε νὰ καταπτοήσῃ τὸν κόσμον, καὶ λησμονεῖτε τέλος πάντων τὰς καταδιώξεις τοῦ εὐγενεστέρου καὶ σπουδαιοτέρου στοιχείου τῆς κοινωνίας, τῶν δικηγόρων, οἵτινες ἐτόλμησαν νὰ ὑψώσουν φωνὴν ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου; Ἀλλ’ ἐπὶ πᾶσι τούτοις δὲν πρέπει νὰ λησμονηθῇ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ὑπεδείκνυον πολλάκις τὴν δυσπιστίαν τοῦ Ἔθνους πρὸς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα.
§50ΡΑΛΛΗΣ. Τί εἶναι αὐτά; ἐξηγηθῆτε.
§51ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι μεταξὺ τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα προεκάλεσε τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Βούλγαρη εἰς τὸν τόπον, εἶναι καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἐπὶ κεφαλῆς ὅλων τῶν λοιπῶν κακῶν, τὸ νὰ γεννήσῃ μέχρι τῆς 27ης Ἀπριλίου μεγάλην δυσπιστίαν μεταξὺ Ἔθνους καὶ Βασιλέως, καὶ τοῦτο, διότι εἰς μὲν τὸν ἡγεμόνα ἔλεγεν ὅτι τὸ Ἔθνος εἶναι ἀνάξιον πολλῶν ἐλευθεριῶν, εἰς δὲ τὸ Ἔθνος ὅτι ὁ ἡγεμὼν ἐννοεῖ νὰ διοικήσῃ τὸν τόπον μὲ Σύνταγμα μοναρχικώτερον. Ὅλα αὐτὰ εἶναι τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων ὁ κ. Βούλγαρης ἤθελε νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς καταλύσεως τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου, καὶ διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τοῦτο προσεπάθει νὰ ὁπλίσῃ τοὺς πολίτας κατ’ ἀλλήλων καὶ νὰ προκαλέσῃ τὸν ἐμφύλιον πόλεμον. Βλέπω τὴν Βουλὴν κουρασμένην καὶ δὲν θέλω νὰ ἐκταθῶ πολύ· ἄλλως, ἠδυνάμην νὰ ἀποδείξω ὅτι τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη ὑπῆρξεν ἔνοχον τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρ. 125 τοῦ Ποιν. Νόμου. «Τιμωρεῖται μὲ θάνατον» — ἀλλὰ σημειώσατε ὅτι ὁ θάνατος εἰς τὰ πολιτ. ἐγκλήματα κατηργήθη — «ὅστις καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἐγείρει ἐμφύλιον πόλεμον ἢ πρὸς διέγερσιν αὐτοῦ ὁπλίζει τοὺς πολίτας κατ’ ἀλλήλων,» — δὲν ἔπραξεν οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο — «ἢ προσπαθεῖ νὰ ὁπλίσῃ τοὺς πολίτας κατ’ ἀλλήλων πρὸς τοῦτο τὸ τέλος». Κύριοι, μεθ’ ὅλα ὅσα ἐξέθεσα καὶ ὅσα παρέλειψα διότι τὰ γνωρίζετε, ἀποδεικνύεται ἐνεργῶς ὅτι τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη προσεπάθησε νὰ ὁπλίσῃ τοὺς πολίτας κατ’ ἀλλήλων, νὰ ἐγείρῃ ἐμφύλιον πόλεμον, οὗτινος τὰς διαστάσεις οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ προΐδῃ καὶ ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἢ διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δυνηθῇ καὶ φέρῃ εἰς πέρας τὰ ἔνοχα σχέδιά του. Ὁ κύριος Βούλγαρης οὕτω σκέπτεται πάντοτε καὶ οὕτω ἐργάζεται. Κατὰ τὸ 1847 διελύθη μία Βουλὴ καὶ μετὰ τὴν διάλυσιν αὐτῆς ἐσχηματίσθη Κυβέρνησις, μέλος τῆς ὁποίας ἦτο καὶ ὁ Βούλγαρης, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὡς ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἐπρόκειτο δὲ νὰ ἐνεργηθοῦν ἐκλογαί· συνῆλθε τὸ Ὑπουρ. Συμβούλιον νὰ σκεφθῇ περὶ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον θὰ διεξαγάγῃ τὰς ἐκλογάς· ἠξεύρετε δὲ ὅταν οἱ λοιποὶ ὑπουργοὶ εἶπον νὰ διεξαγάγωσι τὰς ἐκλογὰς ἀμερολήπτως τί εἶπεν ὁ κ. Βούλγαρης; Ἡμεῖς διελύσαμεν τὴν Βουλὴν καὶ μὴ ἔχοντες εἰς χεῖρας νόμον φορολογικὸν διοικοῦμεν τὸ Κράτος ἄνευ νόμου, ἐὰν ἐνεργήσωμεν ἐκλογὰς ἐλευθέρας, ἡ πλειονοψηφία θὰ μᾶς καταδικάσῃ· θὰ ἐνεργήσωμεν λοιπὸν οὕτω τὰς ἐκλογάς, ὥστε νὰ κερδήσωμεν τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἢ νὰ προκαλέσωμεν μίαν ἐπανάστασιν, τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ ἰσχύον Σύνταγμα θὰ παρακολουθήσῃ ἀμνηστεία, ἡ ὁποία θὰ συμπεριλάβῃ καὶ ἡμᾶς. Νομίζετε, ὅτι τοῦτο δὲν ἦτο τὸ σχέδιον, ἢ πρόκλησις ἐπαναστάσεως εἰς τὸν τόπον μας, ἵνα ἐκτελέσῃ τοὺς σκοπούς του; Συμπεραίνων, κύριοι, λέγω, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη ἐκατηγορήθη ἀπὸ τὸ Ἔθνος, κατεδικάσθη ὑπὸ τοῦ Ἔθνους ὡς ἔνοχον ἐγκλήματος ἐσχάτης προδοσίας, τὸ ἔγκλημα τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη προβλέπεται καὶ τιμωρεῖται ἀπὸ τὸ ἐδ. πρῶτον τοῦ ἄρθρ. 125 τοῦ Ποιν. Νόμου, κάμνω τὴν πρότασιν νὰ κατηγορηθῇ ἐπὶ ἐγκλήματι ἐσχάτης προδοσίας.
§52ΧΟΪΔΑΣ. Ὅσοι βαρεῖαν τὴν χαλκίνην χεῖρα τοῦ φόβου αἰσθάνονται ζυγὸν δουλείας ἂς ἔχωσι· θέλει ἀρετὴν πρὸ πάντων καὶ τόλμην ἡ ἐλευθερία. Ἂν ἡ παγετώδης χεὶρ τοῦ φόβου πλήξῃ τὰς καρδίας μας καὶ κατάσχῃ τὰς διανοίας μας, θέλει μετατρέψει ταύτας εἰς καρδίας καὶ διανοίας δούλου. Ἂν ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ τόλμη ἐγκαταλείψῃ ἡμᾶς, θέλει μᾶς ἀναγκάσει νὰ κλίνωμεν τὸ γόνυ, δίκην ἐπαίτου, ἐνώπιον τῶν τυράννων μας καὶ νὰ παρακαλέσωμεν αὐτοὺς νὰ καταδεχθῶσι νὰ μᾶς ἐπαναφέρωσιν εἰς τὴν δουλείαν. Ἀλλὰ τότε ἡ ἀρχαία θεὰ, ἡ κυβερνῶσα τὰς μεγάλας, τὰς δημοκρατικὰς Ἀθήνας διὰ τῆς συνέσεως θέλει καλύψει διὰ πενθίμου πέπλου τὸ πρόσωπον αὑτῆς, τὸ δὲ πνεῦμα τῆς ἐλευθερίας θέλει μᾶς ἀποχαιρετήσει διὰ παντὸς εἰς τὰς πεδιάδας τοῦ Μαραθῶνος καὶ τῶν Πλαταιῶν, εἰς τῆς ἀκτὰς τῆς Σαλαμῖνος καὶ τῆς Μυκάλης. Ἦτο ἄγνωστος ὁ θεὸς φόβος εἰς τὰς καρδίας τῶν μεγάλων ἐκείνων καὶ ἀθανάτων προγόνων μας. Ὁ λόγος εἶχε σπείρει ἀρκούντως καὶ ἔπρεπε νὰ θερίσῃ ἡ ἰσχὺς καὶ τὸ θάῤῥος. Οἱ ῥήτορες καὶ οἱ δημοσιογράφοι οὐδέποτε συνάπτουσι μάχας. Κατηραμένος ὁ πολιτισμὸ, ὁ διδάσκων ἡμᾶς νὰ φέρωμεν τὰς ἁλύσεις ὅπως οἱ εὐνοῦχοι τὰ ἐνώτια. Ὁ Κολοκοτρώνης, ὁ Βότσαρης, ὁ Ὀδυσσεὺς Ἀνδροῦτσος, ὁ Ζαΐμης, ὁ Μιαούλης, ὁ Καραΐσκος καὶ τόσοι ἄλλοι μάρτυρες τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ζωῆς τῆς ἀναγεννηθείσης Ἑλλάδος, ὅταν ἀπέσπων ἀπὸ τὰς αἱματοφύρτους χεῖρας τοῦ Μεγάλου Κυρίου, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου σύμπασα ἡ δούλη καὶ χαύνη Εὐρώπη ἐντελῶς ἔκλινε τὸ γόνυ, ἓν τεμάχιον γῆς, δὲν κατείχοντο ὑπὸ τοῦ φόβου, ἀλλὰ ἦσαν ἄνδρες τολμηροὶ καὶ ἐνάρετοι. Ἀλλὰ ἐδῶ τίνων τὴν καρδίαν πλήττει ὁ φόβος, καὶ τίνων τὴν διάνοιαν κατέχει ἡ παγετώδης αὐτοῦ χεὶρ ἐρωτῶσιν ὁ υἱὸς τῆς μεγάλης Κρήτης καὶ ὁ υἱὸς τῆς μεγάλης Σπάρτης; Ἀντώνιε Ῥικάκη καὶ Νικόλαε Παπαμιχαλόπουλε, ἀπαντήσατε σεῖς ἀντ’ ἐμοῦ. Δὲν ἦτο αἴσθημα ἐπιεικείας, ἀλλ’ αἴσθημα δειλίας τὸ αἴσθημα ὑπὸ τοῦ ὁποίου κατεχόμενοι προβάλλουσιν ὁ μὲν υἱὸς τῆς Σπάρτης κ. Παπαμιχαλόπουλος τὴν λήθην τοῦ παρελθόντος, ὁ δὲ υἱὸς τῆς Κρήτης κ. Ῥικάκης τὴν ποινὴν τῆς ἐπιεικείας. Ὁ Ἀντώνιος Ῥικάκης εἶναι μὲν βουλευτὴς Πατρῶν, ἀλλὰ τυγχάνει τέκνον τῆς μεγαλομάρτυρος Κρήτης, τῆς βαφείσης τοσάκις μὲ τὸ αἷμα τῶν μαρτύρων της, χάριν τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ζωῆς τῆς Ἑλλάδος. Ὦ, ἂν ἠδύναντο νὰ ἐξέλθωσι τῶν τάφων των ἡ μήτηρ τοῦ Παυσανίου καὶ ἡ θυγάτηρ τοῦ Μίνωος Ἀριάδνη ἤθελον κατασπαράξει τοὺς προβαλόντας τὴν λήθην καὶ τὴν ἐπιείκειαν· ἤθελον εἴπει αὐτοῖς, δὲν σᾶς ἀναγνωρίζομεν ὡς τέκνα τῆς Σπάρτης, καὶ τῆς Κρήτης.
§53ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπρότεινα ἐγὼ λήθην.
§54ΧΟΪΔΑΣ. Λήθην προεβάλατε, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν πραγμάτων. Εἴπατε «ἱκανῶς ἐτιμωρήθησαν οἱ ὑπουργοὶ» ἀλλ’ ἐπελάθεσθε ὅτι ὑπάρχει τριπλῆ ὑπουργικὴ, εὐθύνη ἡ ἠθικὴ, ἡ πολιτικὴ καὶ ἡ νομική· ἡ ἠθικὴ εὐθύνη ἐδόθη, ἡ πολιτικὴ ἐδόθη, ἀλλὰ πρόκειται νὰ δοθῇ καὶ ἡ νομική. Ἐσυγχύσατε τὴν πολιτικὴν εὐθύνην μετὰ τῆς νομικῆς. Ἰδοὺ ὅτι προεβάλατε τὴν λήθην εἰς τὴν Βουλήν. Ἀπὸ τὸν καιρὸν τοῦ Μίνωος, κύριε Ἀντ. Ῥικάκη, ἀξιότιμε συνάδελφε, ἡ Ἀριάδνη προκειμένου περὶ ἐλευθερίας, εἰς μηδὲν ἐλογίσατο τὸν πατέρα αὑτῆς, ἀλλ’ εἶπεν εἰς τὴν γενέτειραν πόλιν τῆς ἐλευθερίας, τὴν πόλιν τῆς Παλλάδος, δι’ ἐμοῦ θὰ ἀνακτήσῃς τὴν ἐλευθερίαν σου, δὲν θὰ δουλεύῃς εἰς τὸ μέλλον, καὶ διὰ τοῦ Θησέως, πρὸς ὃν ᾐσθάνθη τὸν εὐγενῆ ἐκεῖνον παλμὸν, ἔλυσε τὰ δεσμὰ τῆς δουλείας τῶν Ἀθηνῶν. Ὁ Θησεὺς ἦτον ὀνόματι μόνον ἀπόλυτος βασιλεὺς τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλ’ ἦτο δημοκρατικότατος πράγματι· ἦτον Ἕλλην Βασιλεὺς, εἶχεν Ἑλληνικὴν καρδίαν, Ἑλληνικὴν διάνοιαν, Ἑλληνικοὺς παλμοὺς, καὶ Ἑλληνικὰς ἰδέας· εἶχε κοινὰ μὲ τοὺς παρ’ αὑτοῦ διοικουμένους τὴν καταγωγὴν, τὴν ἱστορίαν, τὴν γλῶσσαν, τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα. Ἀλλὰ πέραν τῶν Ἀθηνῶν, δεκατέσσαρας ὥρας μακράν, ὑπῆρχεν ἄλλος Βασιλεὺς τύραννος, ἐκπροσωπῶν τὸν Ἑωσφόρον ἐπὶ τῆς γῆς ταύτης, καὶ τυραννῶν τὴν πατρίδα τοῦ Ἐπαμινώνδα καὶ τοῦ Πελοπίδα, τοῦ Πινδάρου καὶ τῆς Κορίνης, ὁ Κρέων, ὁ αἱμοβόρος, ὁ αἱμοχαρής, ὁ ἐπίορκος. Εἰς τοὺς ἀνεψιοὺς αὐτοῦ, τοὺς παῖδας τῆς ἀδελφῆς του Ἰοκάστης, καὶ τοὺς μετὰ τῶν ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας πεσόντας ἀρνεῖται τὴν ταφὴν καὶ τιμωρεῖ διὰ τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου τὴν Ἀντιγόνην, διότι ἐτόλμησε νὰ καλύψῃ τὰ γυμνὰ μέλη τοῦ φονευθέντος ἀδελφοῦ της Πολυνείκους. Ὁ γέρων Ἄδραστος, ὁ Βασιλεὺς τοῦ Ἄργους, μετὰ τῶν γυναικῶν τῶν Ἀργείων, τῶν πεσόντων κατὰ τὴν καταστρεπτικὴν ἐκείνην μάχην, προσέρχεται τῷ Θησεῖ ἐν Ἀθήναις καὶ πείθει αὐτὸν νὰ πέμψῃ κήρυκα εἰς Θήβας διὰ νὰ ὑποχρεώσῃ τὸν τύραννον εἰς τὴν ταφὴν τῶν πεσόντων. Ὁ κήρυξ τοῦ Θησέως εἶναι ἕτοιμος ν’ ἀπέλθῃ εἰς Θήβας, ἀλλὰ κήρυξ τοῦ Κρέοντος ἀφικνεῖται ἐν Ἀθήναις καὶ πρὸς τὸν Θησέα ἀποτεινόμενος οὕτως ἐρωτᾷ «τίς γῆς τύραννος; πρὸς τίν’ ἀγγεῖλαί με χρὴ «λόγους Κρέοντος, ὃς κρατεῖ Κάδμου χθονός, «Ἐτεοκλέους θανόντος ἀμφ’ ἑπταστόμους «πύλας ἀδελφοῦ χειρὶ Πολυνείκους ὕπο;» διότι νομίζει ὅτι καὶ ἐν τῇ δημοκρατικῇ τῶν Ἀθηνῶν πόλει τύραννος ἄρχει. Ὁ Θησεὺς κατεξανέστη κατὰ τῆς ἰδέας ταύτης, ἀτενίζει ἀπὸ κεφαλῆς μέχρι ποδῶν τὸν κήρυκα καὶ οὕτω ἀπαντᾷ πρὸς αὐτόν: «πρῶτον μὲν ἤρξω τοῦ λόγου ψευδῶς, ξένε, «ζητῶν τύραννον ἐνθάδ’· οὐ γὰρ ἄρχεται «ἑνὸς πρὸς ἀνδρός, ἀλλ’ ἐλευθέρα πόλις· «δῆμος δ’ ἀνάσσει διαδοχαῖσιν ἐν μέρει «ἐνιαυσίαισιν, οὐχὶ τῷ πλούτῳ διδοὺς «τὸ πλεῖστον, ἀλλὰ χὡ πένης ἔχων ἴσον.» Ὁ Κρέων δὲν πείθεται διὰ τοῦ λόγου νὰ θάψῃ τοὺς νεκρούς, καὶ ὁ Θησεὺς κηρύσσει κατ’ αὐτοῦ πόλεμον καὶ νικήσας ἀναγκάζει αὐτὸν καὶ τοὺς νεκροὺς νὰ θάψῃ καὶ τὸν νόμον, ὃν παρέβη, νὰ σεβασθῇ. Ἀκούεις, κύριε Ἀντώνιε Ῥικάκη, ἀγαπητὲ φίλε καὶ συνάδελφε, τί ἐφρόνει ἐκεῖνος ὅστις ἐλευθέρωσε τὰς Ἀθήνας, καὶ πῶς ἠννόει νὰ τιμωρῇ τοὺς παραβάτας τῶν Νόμων ἄρχοντας τῆς πολιτείας; Τώρα ἔρχομαι ἐπὶ τὸν φίλον μου τὸν κύριον Νικόλαον Παπαμιχαλόπουλον· ἄκουε φίλτατε φίλε καὶ φίλτατε υἱὲ τῆς Σπάρτης· εἶναι ὑπόμνησις μιᾶς Σπαρτιάτιδος καὶ τοῦ ἔργου αὐτῆς θὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὰς καρδίας μας εὐγενεστέρους καὶ τῶν σῶν καὶ τῶν ἐμῶν παλμῶν, τοὺς παλμοὺς τῆς Σπάρτης καὶ τῶν Ἀθηνῶν· δὲν ἦτον ἁπλῆ Σπαρτιάτις· συνέλαβεν ἐν τῇ γαστρί της, ἐκράτησεν ὅλους 9 μῆνας, ἔτεκεν, ἐθήλασε διὰ τοῦ γάλακτός της υἱόν, ὃν Παυσανίαν ἐκάλεσε, πρὸς δυστυχίαν αὐτοῦ τοῦ Παυσανίου καὶ τῆς μητρός του, πρὸς δυστυχίαν τῆς Ἑλλάδος, ἥτις ἐν τῇ ἱστορίᾳ της ἔχει μίαν σελίδα ἑνὸς προδότου. Ὁ ἄνθρωπος οὗτος καίτοι μὴ ἀνεπτυγμένος τὴν διάνοιαν καὶ μὴ μορφωμένος τὴν καρδίαν ἐγένετο στρατάρχης τῆς Σπάρτης· ἐγένετο στρατάρχης τῆς Σπάρτης οὐχὶ ἕνεκα τῆς ἀρετῆς του καὶ τοῦ πατριωτισμοῦ του, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς καταγωγῆς του τῆς Σπαρτιατικῆς· ὁ γόνος ἐκεῖνος τῆς Σπάρτης ἦγε καὶ τοὺς Ἀθηναίους καὶ τοὺς Σπαρτιάτας καὶ τοὺς λοιποὺς Ἕλληνας εἰς τὴν μάχην τῶν Πλαταιῶν καὶ ἐνίκησε διὰ τῶν ὑπ’ αὐτῶν Σπαρτιατῶν καὶ Ἀθηναίων καὶ τῶν ἄλλων Ἑλλήνων μυριάδας μυριάδων Περσῶν· ἔστησε τρόπαια τῶν βαρβάρων, ἐκόλασε τὴν ὑπερηφάνειαν ὅλης τῆς Ἀσίας, καὶ κατέδειξε διὰ τῆς τόλμης καὶ τῆς ἀρετῆς τῶν ὑπ’ αὐτὸν Ἑλλήνων ὅτι οὐκ ἄμαχος ἡ τῶν Περσῶν δύναμις καὶ ὅτι πᾶς πλοῦτος καὶ πᾶν πλῆθος ἀρετῇ ὑπείκει. Ἐνίκησε τοὺς Πέρσας καὶ γελῶν ἔλεγε «μωρὸς ὁ Βασιλεὺς ὁ μέγας τῆς Ἀσίας, διότι ἦλθεν ἐδῶ νὰ κατακτήσῃ τοὺς ἀνθρώπους, οἵτινες ζοῦν ἐπὶ τῶν πετρῶν διὰ τοῦ ζωμοῦ τοῦ μέλανος τῆς Σπάρτης.» Ἀλλὰ ὁ ταῦτα λέγων τὴν δόξαν τοῦ Βασιλέως τῆς Ἀσίας ἐζήλωσε καὶ Βασιλεὺς ἠθέλησε τῆς Ἑλλάδος διὰ τῆς προδοσίας νὰ γείνῃ. Τρὶς κατηγορήθη, ἀλλὰ δὶς ἕνεκεν λήθης ὁμοίας τῆς τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου καὶ ἐπιεικείας ὁμοίας τῆς τοῦ κ. Ῥικάκη ἀπηλλάγη· ἀλλὰ τὴν τρίτην φορὰν δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀποφύγῃ τὴν κατηγορίαν· τὴν τρίτην φορὰν κατεδιώχθη ὑπὸ τῶν ἀμειλίκτων ἐκείνων Ἐφόρων, τῶν διωκτῶν τῶν ἀσεβούντων πρὸς τοὺς νόμους τῆς πατρίδος, κατεδιώχθη ὑπὸ τοῦ λαοῦ τοῦ μεγάλου τῆς Σπάρτης. Ὁποία ἡ τιμωρία τοῦ προδότου; Κατεδικάσθη εἰς τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου καὶ διὰ ν’ ἀποφύγῃ ταύτην κατέφυγεν εἰς τὸν ναὸν τῆς Χαλκιοίκου Ἀθηνᾶς. Γνωρίζεις, κ. Παπαμιχαλόπουλε, ὁποία ἡ τύχη τοῦ Παυσανίου· πρώτη Σπαρτιᾶτις, ἡ μήτηρ του, ἥτις δὲν ἐπελάθετο τῆς πατρίδος της διότι ἦτο μήτηρ τοῦ Παυσανίου, ἔθετο λίθον καὶ ἔφραξε τὴν θύραν τοῦ ναοῦ διὰ νὰ μὴ ἐξέλθῃ ἐκεῖθεν ὁ προδότης, διὰ νὰ ἀποθάνῃ τὸν θάνατον τοῦ προδότου, καὶ ἔθνηξεν ὁ Παυσανίας ἐν τῷ ναῷ. Ἡ ἱστορία τῆς Σπάρτης ἔλαβεν ἀφ’ ἑνὸς μίαν σελίδα προδότου, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου μίαν σελίδα μητρὸς, ἀπηνοῦς διώκτου τῆς προδοσίας. Γνωρίζετε πότε νικᾷ ὁ Παυσανίας εἰς τὰς Πλαταιὰς, γινώσκετε πότε προδίδει τὴν πατρίδα καὶ πότε δίδει δίκην τῆς προδοσίας· τὸ γινώσκετε, ἀλλὰ τὸ ἀναπολῶ εἰς τὴν μνήμην σας· τῷ 478 πρὸ Χριστοῦ νικᾷ τοὺς Πέρσας καὶ στήνει τρόπαια τῶν βαρβάρων· τῷ 465 πρὸ Χριστοῦ προδίδει τὴν πατρίδα καὶ δίδει δίκην τῆς προδοσίας. Δεκατρία ὅλα ἀκριβῶς ἔτη παρῆλθον ἀπὸ τῆς ἡμέρας τοῦ νικητοῦ μέχρι τῆς ἡμέρας τοῦ προδότου. Ἀλλὰ πρόκειται σήμερον περὶ τῆς ἐλευθερώσεως τῶν Ἀθηνῶν; πρόκειται περὶ τῆς ἐλευθερίας τῆς πατρίδος; πρόκειται περὶ τῆς τιμωρίας τοῦ προδότου; Ναὶ περὶ τῆς ἐλευθερίας ἁπάσης τῆς Ἑλλάδος πρόκειται, περὶ τῆς τιμωρίας ἄλλου Παυσανίου πρόκειται. Δεκατρία ἔτη παρῆλθον ἀπὸ τῆς νίκης τοῦ Παυσανίου μέχρι τοῦ θανάτου αὐτοῦ. Δεκατρία ἔτη παρῆλθον ἀπὸ τοῦ 1862–1875. Δὲν καλεῖται Παυσανίας ὁ νικητής· καλεῖται Δημήτριος Βούλγαρης· δὲν καλεῖται Παυσανίας ὁ νέος προδότης· καλεῖται Δημήτριος Βούλγαρης. Ἔχει οὗτος πολλὰ τὰ κοινὰ μετὰ τοῦ Παυσανίου καὶ ἐν τοῖς ἀγαθοῖς καὶ ἐν τοῖς κακοῖς· ἀλλὰ αἱ κακίαι ὑπερτεροῦσι τῶν ἀρετῶν, ἂν ὑπάρχῃ μικρὰ δόσις αὐτῶν. Ἔχει κοινὰ μετὰ τοῦ Παυσανίου ὁ Βούλγαρης τὰ καλὰ καὶ κοινὰ τὰ κακά. Κοινὰ τὰ κακά· ἐγεννήθη ἄνθρωπος μὴ ἀνεπτυγμένης διανοίας, ἐγεννήθη ἄνθρωπος μὴ μορφωμένης καρδίας· ἔσχε δὲ τὸ ἀτύχημα, τὸ μεγαλείτερον, νὰ γεννηθῇ παρὰ πατρὸς σατράπου, τυραννικοῦ· ὁ πατήρ του ἦτο μπέης τῆς Ὕδρας, ἐτυράννει τὴν μεγάλην ἐκείνην νῆσον.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴν ὑβρίζετε ἀπὸ τοῦ βήματος.
§56ΧΟΪΔΑΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν ὑβρίζω, ὅταν ἀποκαλύπτω τὴν ἀλήθειαν, ὅταν διηγοῦμαι ἱστορίαν· δὲν ὑβρίζω· πρόκειται οὐχὶ περὶ τοῦ Ῥόκου Χοϊδᾶ, ἀλλὰ περὶ τῆς πατρίδος, περὶ τῆς ἐλευθερίας, περὶ τοῦ μέλλοντός της (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Θέλετε νὰ ἀκούσητε καὶ πάλιν τί εἶπεν ὁ γέρων ἐκεῖνος Ἰσοκράτης· ἀκούσατέ το διὰ τὴν παρατήρησιν τὴν γενομένην πρὸς ἐμὲ παρὰ τοῦ προέδρου, καὶ τὴν παρατήρησιν τὴν γενομένην πρὸς τὸν κύριον πρόεδρον παρ’ ἐμοῦ «ὁρῶ δ’ ὑμᾶς χαλεπώτερον διατεθειμένους πρὸς τοὺς ἐπιτιμῶντας ἢ πρὸς τοὺς αἰτίους τῶν κακῶν γεγενημένους· οὐ μὴν ἀλλ’ αἰσχυνθείην ἄν, εἰ φανείην μᾶλλον φροντίζειν τῆς ἐμαυτοῦ δόξης ἢ τῆς κοινῆς σωτηρίας· ἐμὸν μὲν οὖν ἔργον ἐστὶ καὶ τῶν ἄλλων τῶν κηδομένων τῆς πόλεως προαιρεῖσθαι τῶν λόγων «μὴ τοὺς ἡδίστους, ἀλλὰ τοὺς ὠφελιμωτάτους· ὑμᾶς δὲ χρὴ πρῶτον μὲν τοῦτο γιγνώσκειν, ὅτι τῶν μὲν περὶ τὸ σῶμα νοσημάτων πολλαὶ θεραπεῖαι καὶ παντοδαπαὶ τοῖς ἰατροῖς εὕρηνται, ταῖς δὲ ψυχαῖς ταῖς νοσούσαις καὶ γεμούσαις πονηρῶν ἐπιθυμιῶν οὐδέν ἐστὶν ἄλλο φάρμακον πλὴν λόγος ὁ τολμῶν τοῖς ἁμαρτανομένοις ἐπιπλήττειν, ἔπειθ’ ὅτι καταγέλαστόν ἐστι τὰς μὲν καύσεις καὶ τὰς τομὰς τῶν ἰατρῶν ὑπομένειν, ἵνα πλειόνων ἀλγηδόνων ἀπαλλαγῶμεν, τοὺς δὲ λόγους ἀποδοκιμάζειν πρὶν εἰδέναι σαφῶς, εἰ τοιαύτην ἔχουσι τὴν δύναμιν ὥς τ’ ὠφελῆσαι τοὺς ἀκούοντας.» Πρόκειται ν’ ἀποκαλύψω τὰ αἰσθήματα τῆς καρδίας μου, νὰ ἐκφράσω τὰς ἰδέας τῆς διανοίας μου, νὰ ἐπιδιώξω τὴν τιμωρίαν τοῦ ἐνόχου, ἢ τὴν ἀθώωσιν τοῦ ἀθώου. Λοιπὸν μὴ δυσανασχετῆτε καὶ ἀσχάλλετε, κύριοι βουλευταὶ, ὅστις ἐξ ὑμῶν τῷ ὄντι δυσανασχετεῖ καὶ ἀσχάλλει· ναὶ, κύριε Δανόπουλε, ὅταν θὰ μὲ ἀκούσῃς θὰ μὲ κρίνῃς, διότι βλέπω ὅτι διατίθεσαι χαλεπῶς πρὸς ἐμὲ καὶ οὐδὲν προσέχεις ἐμοὶ τὸν νοῦν.
§57ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφήσατε τὸν πατέρα του.
§58ΧΟΪΔΑΣ. Ὁ μέγας τραγικὸς τῆς Ἰταλίας Alfieri θὰ ἔλεγε περὶ τοῦ Βούλγαρη ὅ,τι καὶ περὶ ἄλλου τινὸς εἶπε «Non mentisce il suo natal; la natura lo ha creato tiranno: e il tiranno non guarda a patria, e non l’ ha,» Κύριε Δανόπουλε, δὲν ἀνῆλθον τὸ βῆμα διὰ νὰ ὑβρίσω, ἀλλὰ νὰ ἐκθέσω ἱστορίαν καὶ νὰ καταδείξω ὅτι ὁ πατὴρ τοῦ Βούλγαρη ἦτο τύραννος, ὅτι ὁ υἱός του ἐγεννήθη παρὰ πατρὸς τυράννου, ἀνετράφη μὲ τὰς ἰδέας τῆς τυραννίας καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ πατάξῃ καὶ ἀνατρέψῃ τὴν τυραννίαν, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ λατρεύσῃ τὴν πρωτότοκον θυγατέρα τοῦ πλάστου, τὴν ἐλευθερίαν.
§59ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Οἱ νεκροὶ δεδικαίωνται.
§60ΧΟΪΔΑΣ. Οὐ δεδικαίωνται, κύριε Ῥεβελάκη, ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας οἱ νεκροί· ἐὰν ἐδικαιοῦντο δὲν θὰ ἐτόλμων νὰ ὁμιλήσω περὶ Παυσανίου, οὐδὲ περὶ Θεμιστοκλέους· διατί θέλετε νὰ στερήσετε τῆς εὐκαιρίας τοὺς συμπολίτας ὑμῶν νὰ σᾶς ἐπαινέσωσι, νὰ σᾶς ἐνθυμηθῶσιν, ὅταν μετ’ ὀλίγον θίξητε καταλιμπάνοντες ὄπισθεν ὑμῶν τὰ ἔργα τῆς ἐπιστήμης καὶ τὰ ἔργα τῶν εὐγενῶν παλμῶν τῆς καρδίας σας; Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἂν ἐπιζήσω θὰ ἐκφωνήσω διὰ τῆς ἀσθενοῦς φωνῆς μου τὸν ἐπιτάφιόν σας (γέλως). Ἔχει κοινὰ μετὰ τοῦ Παυσανίου τὰ καλά· ὁ Δημήτριος Βούλγαρης ἀνῆλθεν εἰς τὰ ὕπατα ἀξιώματα τῆς πολιτείας, διότι ἐγεννήθη ἐκ τῆς μεγάλης ἐκείνης νήσου, διότι ἔφερε τὸ ὄνομα τοῦ Μπέη τῆς Ὕδρας, διότι ἐγένετο γαμβρὸς τοῦ μεγάλου πατριώτου Κουντουριώτου, τοῦ προσενεγκόντος εἰς τὸν βωμὸν τῆς πατρίδος τὴν περιουσίαν του, τὴν προσωπικήν του ἐλευθερίαν καὶ τὸ αἷμά του. Μέχρι τοῦ Μαΐου τοῦ 1862 ἐκυβέρνησε τὴν Ἑλλάδα, ὅπως ἐκυβέρνησαν αὐτὴν ἄνθρωποι τῆς αὐτῆς διανοίας καὶ τῆς αὐτῆς καρδίας· κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1862, οὐχὶ ἐξ αἰσθήματος πατριωτισμοῦ, οὐχὶ ἐξ αἰσθήματος ἀγάπης πρὸς τὴν ἐλευθερίαν, ἀλλ’ ἐξ αἰσθήματος προσβεβλημένης φιλοτιμίας, ἀλλ’ ἐξ αἰσθήματος ἀρχολιπαρίας, διότι ὁ υἱὸς τοῦ μεγάλου ναυάρχου τῆς Ἑλλάδος Μιαούλη ἦτο πρωθυπουργὸς, ἀπεφάσισε νὰ γείνῃ συνωμότης καὶ ἀνεστράφη μεταξὺ τῶν ἁγνῶν καὶ ἀδόλων συνωμοτῶν καὶ παρέπεισεν αὐτοὺς καὶ ἐγένετο ἀρχηγός των!!! ἀλλὰ ὁ ἀρχηγὸς κατὰ τὴν νύκτα τῆς 10 Ὀκτωβρίου 1862, ὅταν ὁ εὐγενὴς στρατὸς καὶ ὁ εὐγενὴς λαὸς τῶν Ἀθηνῶν ἦρεν τὴν σημαίαν τῆς ἐλευθερίας καὶ ἐπάταξε τοὺς πονηροὺς συμβούλους τοῦ ἀγαθοῦ, ἀλλὰ κούφου ἐκείνου βασιλέως, καὶ τὸν ἀγαθὸν ἐκεῖνον βασιλέα, ποῦ ἦτον ὁ ἀρχηγὸς τῆς μεταπολιτεύσεως; ἂς ἀπαντήσῃ ὁ Γεώργιος Γρυπάρης· ἦτον εἰς τὴν οἰκίαν του! Εἷς δὲ νέος τότε ῥήτωρ, νέος πολιτικὸς, ἀνεπτυγμένος τὴν διάνοιαν, μορφωμένος τὴν καρδίαν, λατρεύων ὡς θεὰν τὴν ἐλευθερίαν, ὑπηγόρευε τὸ ψήφισμα κατὰ τοῦ ἡγεμόνος ἐκείνου τοῦ κούφου, ἀλλ’ ἀγαθοῦ. Τὸ ἔργον ἐτελέσθη καὶ ἐκεῖνος ἐκαθέσθη ἐπὶ τῶν στέρνων τῆς Ἑλλάδος. Ἰδοὺ τὰ κοινὰ τοῦ Παυσανίου καὶ τοῦ Βούλγαρη, ἡ γέννησις, ἡ μὴ ἀνεπτυγμένη διάνοια, ἡ μὴ μορφωμένη καρδία, ἡ ἀνάβασις εἰς τὰ ὕπατα ἀξιώματα τῆς πολιτείας. Μόλις ἀνῆλθεν εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, κατέδειξεν ἀμέσως τὰς τάσεις του. Μὴ ἀνεπτυγμένος διανοητικῶς εἶχε τὸ αἴσθημα τῆς ἀπληστίας, τὴν ἰδέαν τῆς ἀρχολιπαρίας. Πρωτίστως ἀνεβίβασε τὸν γαμβρόν του εἰς ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν· δευτερευόντως τὸν μισθὸν τοῦ Προέδρου ἀνεβίβασεν εἰς 2 χιλ. δραχμάς· τίς; Ὁ Δημήτριος Βούλγαρης, ὁ πλούσιος, ὁ υἱὸς τοῦ Μπέη, ὁ λαμβάνων 850 δραχ. κατὰ μῆνα σύνταξιν. Μάρτυρας ἀψευδεῖς ἐπικαλοῦμαι τοὺς ὑπουργοὺς αὐτούς, τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὸν Ἐπαμεινώνδα Δεληγεώργη καὶ πολλοὺς ἄλλους, τοὺς ὁποίους τὴν στιγμὴν ταύτην βλέπουν οἱ ὀφθαλμοὶ τῆς διανοίας μου, ἀλλὰ δὲν βλέπουν οἱ ὀφθαλμοὶ τοῦ σώματός μου. Καὶ οὕτως ἔπρεπε νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ συλλογισθῇ· ἦτον ἀρχολίπαρος, καὶ τοιαύτας ἰδέας ἔπρεπε νὰ συλλάβῃ ἡ διάνοιά του· ἦτον ἄπληστος καὶ τοιούτους παλμοὺς ἔπρεπε νὰ αἰσθανθῇ ἡ καρδία του. Γνωρίζει τὴν Ἰταλικὴν γλῶσσαν καὶ ἐκεῖνος καὶ πολλοὶ ἐξ ὑμῶν καὶ ἐνθυμεῖσθε καὶ ἐκεῖνος καὶ σεῖς τὴν ἰδέαν τοῦ Δάντε διὰ τῆς ὁποίας ἀπεικονίζει τὴν ἀπληστίαν: «Chè questa bestia per la qual tu gride, Non lascia altrui pasfar per la sua via, Ma tanto le impedisce, che l’ uccide’ Ed ha natura sè malvagia e ria, Che mai non empie la bramosa voglia, E dopo il pasto ha più fame she pria. Molti son gli animali, a cui s’ ammoglia, E più sarranno ancora, infin che il Ueltro, Verra che la farà morir di doglia.» Ἐρωτᾷ ὁ Δάντε τὸν Βεργίλιον τί ζῶον εἶναι αὐτό; Ἀκούσατε δὲ τί λέγει περὶ τῆς ἀπληστίας, περὶ τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου ὅστις οὐδέποτε κορέννυται διανοητικῶς ἢ σωματικῶς. «Αὐτὸ τὸ ζῶον διὰ τὸ ὁποῖον σὺ κραυγάζεις δὲν ἀφίνει οὐδένα νὰ διέλθῃ τῆς ὁδοῦ του, ἔχει δὲ τόσον ἔνοχον καὶ τόσον κακὴν τὴν φύσιν ὥστε φονεύει τὸν θέλοντα νὰ διέλθῃ· πεινᾷ αἰωνίως καὶ αἰωνίως τρώγει καὶ μετὰ τὸ φαγητὸν ἔχει περισσοτέραν πεῖναν ἐκείνης τὴν ὁποίαν εἶχε πρίν· πολλὰ εἶναι τὰ ζῶα μὲ τὰ ὁποῖα ὑπανδρεύεται, καὶ πολλὰ θὰ ἦναι ἀκόμη τὰ ζῶα μὲ τὰ ὁποῖα θὰ ὑπανδρευθῇ, ἕως ὅτου ἔλθῃ ἡ κυνηγετικὴ κύων, δηλ. ἡ ἀρετὴ, νὰ φονεύσῃ αὐτὴν τὴν κακὴν λύκαιναν.» Ἡ κακὴ λύκαινα εἶναι ὁ Βούλγαρης καὶ οἱ ὀπαδοί του, ἡ δὲ κυνηγετικὴ κύων εἶναι ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος, οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Ἄν δὲ ἡ λύκαινα ἐκείνη δὲν φονευθῇ, θὰ φονευθῇ ἡ Βουλὴ καὶ δι’ αὐτῆς ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἐκυβέρνησε τὴν Ἑλλάδα μέχρι τῆς 9ης Φεβρουαρίου 1863. Ὁποία ἀντίθεσις μεταξὺ τῆς 9ης Φεβρουαρίου 1863 καὶ τῆς 9ης Φεβρουαρίου 1874! Τὴν 9ην Φεβρουαρίου 1863 ἐγείρεται ὁ στρατὸς, ἐγείρεται ὁ λαὸς καὶ κατεβιβάζει ἐκ τοῦ ὑψίστου ἀξιώματος, τὸ ὁποῖον παρ’ ἀξίαν ἀνέλαβε, τὸν Βούλγαρην, καὶ ὁ λαὸς καὶ ὁ στρατὸς τῆς Ἑλλάδος, ὁ στρατὸς ὁ ἔχων τοὺς εὐγενεστέρους ἐν τῇ καρδίᾳ παλμοὺς, ὁ ἔχων τὰς ὑψηλοτέρας ἐν τῇ διανοίᾳ του ἰδέας, διότι εἶναι σὰρξ ἐκ τῆς σαρκὸς τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ τὴν 9ην Φεβρουαρίου 1874 τὸν ἔκπτωτον τῆς 9ης Φεβρουαρίου 1863 ἀναβιβάζει ἡ βασιλεία εἰς τὸ ἀνώτατον τῆς πολιτείας ἀξίωμα. Τρὶς κατηγορήθη ὁ Παυσανίας ἐπὶ προδοσίᾳ, τρὶς ὁ Βούλγαρης ἐπὶ προδοσίᾳ, τὴν πρώτην καὶ τὴν δευτέραν ὁ Παυσανίας ἀπηλλάγη· τὴν πρώτην καὶ τὴν δευτέραν ἕνεκα τῆς λήθης τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου καὶ τῆς ἐπιεικείας τοῦ κ. Ῥικάκη ὁ Βούλγαρης ἐλησμονήθη καὶ τὰ ἔργα του ἐστάλησαν εἰς τὴν λήθην, ἐπέμφθησαν εἰς τὴν ἐπιείκειαν. Τρίτην φορὰν κατηγορεῖται ἤδη, καὶ κατηγορεῖται ὄχι ὡς πλαστογράφος, ὄχι ὡς ἀντιποιηθεὶς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ ὡς προδότης. Εἶναι ἐργάτης ἀντιποιήσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, εἶναι ἐργάτης πλαστογραφίας, εἶναι ἐργάτης καταχρήσεων ἄλλων, εἶναι πρὸ παντὸς ἄλλου ἐργάτης προδοσίας. Ἡ ἀντιποίησις, ἡ πλαστογραφία, ἡ κατάχρησις εἶναι θυγατέρες πρωτότοκοι τῆς μητρὸς προδοσίας. Θέλετε νὰ τιμωρήσετε τὰς θυγατέρας, καὶ λησμονεῖτε τὴν γεννέτειραν μητέρα, τὴν προδοσίαν; Ὅταν ὁ Βούλγαρης ἐκαλεῖτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου, ἡ Ἑλλὰς ἦτον ἀναρχική, ἡ Ἑλλὰς ἦτο δημοκρατική, ἡ Ἑλλὰς ἦτον ἀνατροπεὺς τοῦ καθεστῶτος· ὅταν ὁ Βούλγαρης ἔπιπτεν ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἤρχετο εἰς τὰς τάξεις τοῦ λαοῦ, ὁ Βασιλεὺς ἦτο τύραννος, ὁ Βασιλεὺς ἦτον ἐπίορκος, ὁ Βασιλεὺς ἦτο προδότης. Παρίστα τὴν Βουλὴν ἀναρχικὴν καὶ ἀνατροπέα τῶν καθεστώτων, διὰ νὰ μείνῃ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, διὰ νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀναγκαῖος πρωθυπουργός, ἀποκρούων τὴν προδοσίαν τῶν ἄλλων, τῶν ἀναρχικῶν, τῶν δημοκρατικῶν, τῶν ἀνατροπέων. Ὅταν ἤρχετο εἰς τὰς τάξεις τοῦ λαοῦ, ὁ Βασιλεὺς ἦτο προδότης, ἦτο τύραννος διὰ νὰ ἀνατρέψῃ τὸν Βασιλέα καὶ καθεσθῇ ἐπὶ τὴν κυριαρχίαν τοῦ λαοῦ. Ὁ ἀρνούμενος τὴν ἱστορίαν ταύτην τοῦ Βούλγαρη ἀνελθέτω εἰς τὸ βῆμα καὶ καταδειξάτω διὰ τῆς ἱστορίας ἂν ὁ Βούλγαρης οὕτως δὲν ἐπολιτεύθη, ἂν οὕτως δὲν ἐκυβέρνησεν, ἂν ὁ Βούλγαρης δὲν εἶχε τοιαύτας ἰδέας ἐν τῇ διανοίᾳ του καὶ τοιούτους παλμοὺς ἐν τῇ καρδίᾳ του—ἐὰν ἔχῃ καρδίαν. Ὅταν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν ἀνῆκεν, ὅταν εἰς τὰς τάξεις τοῦ λαοῦ ἀνῆκεν, ἐνθυμεῖσθε, κ. Σωτηρόπουλε, καὶ σεῖς κύριε Πρόεδρε, ἐνώπιόν σας τί εἶπε τρίβων τὰς χεῖράς του «εἶναι ἀνυπόφορον αὐτὸ τὸ παιδί, πρέπει νὰ τὸ διώξωμεν.» Ἀρνηθῆτε τὴν ἀλήθειαν ταύτην τὴν ὁποίαν πολλάκις ἠκούσατε, ἂν δύνασθε.
§61ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἐπροκλήθην, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἐνώπιόν μου ὁ κ. Βούλγαρης δὲν εἶπε τοιοῦτόν τι.
§62ΖΑΪΜΗΣ. Πρόκειται περὶ τῆς κατηγορίας τοῦ ὑπουργοῦ Βούλγαρη καὶ ὄχι τοῦ Βούλγαρη.....
§63ΧΟΪΔΑΣ. Ὁμιλῶ οὕτω διὰ νὰ καταδείξω διὰ τῆς ἀλληλουχίας τῶν γεγονότων ὅτι ὁ Βούλγαρης δὲν ἐσκέπτετο νὰ πλαστογραφήσῃ τὰ πρακτικὰ χάριν τῆς πλαστογραφίας, ἀλλὰ ἐσκέπτετο τὴν κατάλυσιν τοῦ πολιτεύματος τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν καὶ σήμερον ἡ λήθη τοῦ κυρίου Παπαμιχαλοπούλου καὶ ἡ ἐπιείκεια τοῦ κυρίου Ῥικάκη σώσῃ, κύριοι, τὸν Βούλγαρην, οὐαὶ τῇ Ἑλλάδι, οὐαὶ τῇ ἐλευθερίᾳ. Τὴν 9ην Φεβρουαρίου, κύριοι βουλευταί, τοῦ 1874 ὁ Δημήτριος Βούλγαρης, ἔχων 11 ψήφους μόνας ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τῆς Ἑλλάδος, ἀνήρχετο εἰς τὰ ὕψιστα ἀξιώματα τῆς πολιτείας· μετὰ μικρὸν ἡ νομίμως συγκροτηθεῖσα Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους διελύετο καὶ εἰς νέαν μετεσχηματίζετο· τὸ Σύνταγμα περιυβρίζετο· ἀντιπρόσωποι ἀνεδεικνύοντο οὐχὶ οἱ ἐκλεκτοὶ τοῦ λαοῦ διὰ τῆς ἐλευθέρας αὐτοῦ ψήφου, ἀλλ’ οἱ ἄθλιοι ὀπαδοὶ τοῦ συμφέροντος, διὰ τῆς βίας καὶ τοῦ ἐγκλήματος. Ἡ Βουλὴ τοῦ Βούλγαρη ἐν τῇ ἄλλοτε μὲν ἐνδόξῳ καὶ μεγάλῃ, νῦν δὲ ἀδόξῳ καὶ μικρᾷ τῆς Παλλάδος πόλει, συνεκαλεῖτο. Ἡ νομιμωτάτη τῶν ἐκλογῶν, ἡ τῆς Ἀττικῆς, σκανδαλωδῶς ἠκυροῦτο. Τίς δὲν ἐνθυμεῖται ὁποῖα καὶ ὁπόσα ὄργια ἐτελέσθησαν κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας; τίσι μέσοις καὶ τίνι ὀνόματι οὐκ ἐχρήσαντο οἱ ὑπουργοὶ πρὸς ἀκύρωσιν τῆς νομιμωτάτης τῶν ἐκλογῶν, τῆς ἐκλογῆς Ἀττικῆς; Αἱ παρανομώταται τῶν ἐκλογῶν τοῦ Μεσολογγίου, τῆς Ζακύνθου, τῆς Μεγαλοπόλεως καὶ τοσούτων ἄλλων ἐπαρχιῶν ἐκυροῦντο ἄνευ αἰδοῦς. Ποία ἐκλογὴ ἐκυροῦτο; ἡ ἐκλογὴ τοῦ προμαχῶνος τῆς Ἑλληνικῆς παλιγγενεσίας, τοῦ Μεσολογγίου. Καὶ τίς ἀπεκλείετο τοῦ ἐθνικοῦ περιβόλου; ἓν τέκνον ἁγνόν, ἄδολον, ἀνεπτυγμένον τοῦ προμαχῶνος ἐκείνου, ὁ Ἐπαμινώνδας Δεληγεώργης. Ἐπείνασε τὸ Μεσολόγγιον, ἐδίψασε, τὰ πάνδεινα ὑπέστη, μύρια μαρτύρια καὶ μυρίας στερήσεις, ἀπέθανεν, ἀλλὰ δὲν ἡττήθη, δὲν ἔκυψε τὴν ὑπερήφανον καὶ πατριωτικὴν κεφαλήν του ἀπέναντι ἁπάσης τῆς Ἀσίας. «Τὸ Μεσολόγγι, λέγει ὁ ποιητής, ἀποκλεισμένον, γυμνὸν, ταλαίπωρον, πεινασμένον δὲν παρεδόθη εἰς τὸν ἐχθρόν· μὲ σπάθην ἤνοιξαν ἄλλον δρόμον, ἀλλὰ εἰς ἔκρηξιν ὑπονόμων συναποθνήσκουν μὲ τὸν ἐχθρόν.» Τὸ Μεσολόγγιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐκυριεύθη, ἀλλὰ ἀπέθανεν, τὸ Μεσολόγγιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔκλινε τὴν ὑπερήφανον πατριωτικὴν κεφαλήν του ἀπέναντι τῶν τυράννων, τὸ Μεσολόγγιον ἐπέπρωτο νὰ κλίνῃ τὴν κεφαλὴν ἀπέναντι τοῦ ψευδοῦς φιλελευθέρου υἱοῦ τοῦ Μπέη Δημητρίου Βούλγαρη! Καὶ τίς ὁ ἀποκλεισθείς; εἶναι ὁ ῥήτωρ, ὅστις νεώτατος ἔτι ὕψωσε τὴν πατριωτικὴν φωνήν του εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ Ὄθωνος, ὅστις ἠγωνίσθη ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ ἔθνους, ὅστις ἐφυλακίσθη, ὅστις ἐπείνασε μετὰ τῆς οἰκογενείας του διὰ νὰ καταστήσῃ μεγάλην καὶ ἐλευθέραν τὴν Πατρίδα. Ἡ Ζάκυνθος, ἡ πατρὶς τοῦ Σολωμοῦ καὶ τοῦ Κάλβου, ἡ πατρὶς τοῦ Φοσκόλου τοῦ λέγοντος «il coraggio fusempre dominatore dell’ universo, perché tutto é debolezza e paura». «Τὸ θάῤῥος ὑπῆρξεν ὁ δεσπόζων τοῦ σύμπαντος, διότι τὸ πᾶν εἶναι ἀδυναμία καὶ φόβος». Ἡ Ζάκυνθος, ἡ πατρὶς ποιήσεως καὶ παντὸς εὐγενοῦς αἰσθήματος, ἔκυψε τὴν κεφαλήν, ἐνεδύθη τὸν χιτῶνα τῆς δουλείας ἀπέναντι τοῦ υἱοῦ τοῦ Μπέη· ἔχυσε δάκρυα ἀπέναντι τοῦ Δημητρίου Βούλγαρη. Καὶ τίς ἀπεκλείσθη ἐκεῖθεν; ἀπεκλείσθη ὁ ῥιζοσπάστης τῆς Ἰονίου Βουλῆς, ὁ ἀνὴρ, ὁ ὑψώσας τὴν φωνήν του μετὰ τῶν ἄλλων ῥιζοσπαστῶν κατὰ τῆς ἀδίκου κατοχῆς τῶν Ἰονίων Νήσων, ὁ ἀνὴρ ὁ μετὰ τῶν λοιπῶν κατισχύσας τῆς ἰσχύος καὶ τοῦ πλούτου τῆς μεγάλης Ἀγγλίας, διὰ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς τόλμης, ἐλευθέρως καὶ ἀνδρικῶς πολιτευόμενος. Ἡ Μεγαλόπολις, ἡ πατρὶς τοῦ μεγάλου στρατηγοῦ Φοιλοποίμενος, τοῦ ἀνατρέψαντος ἄρδην καὶ τυράννους καὶ τυρανίαν, ἔκλινε τὸ γόνυ ἀπέναντι τοῦ ἀναξίου ἀπογόνου τοῦ ἐν Μανιάκῃ μαρτυρικῶς πεσόντος. Ἔλθετε σεῖς μετ’ ὀλίγον οἱ υἱοὶ τοῦ προμαχῶνος τῆς Ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως, ὁ Δεληγεώργης καὶ ὁ Τρικούπης, οἱ ἔχοντες εὐγενεῖς τοὺς παλμοὺς καὶ εὐγενεῖς τὰς ἰδέας νὰ ἀναπτύξητε τὸ κατηγορητήριον, νὰ κατακεραυνοβολήσητε τὸ ἔγκλημα καὶ νὰ καταδείξητε, ὅτι εἶναι σφαλερὰ ἡ ἰδέα τῆς λήθης τοῦ Κ. Παπαμιχαλοπούλου, καὶ ἡ ἰδέα τῆς ἐπιεικείας τοῦ Κ. Ῥικάκη. Εἶναι ἀσθενὴς ἡ γνώμη μου, ἀσθενεστέρα ἡ διάνοιά μου, εἶναι μεγάλη ὅμως ἡ καρδία μου. Ἐὰν εἶχον τὴν διάνοιαν ἴσην τῇ καρδίᾳ, δι’ ἑνὸς στεναγμοῦ θερμοῦ ἤθελον σβύσει τὴν πνοὴν τοῦ Βούλγαρη καὶ τῶν ὀπαδῶν του· (χειροκροτήματα ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις καὶ ἱλαρότης ἐν τῇ αἰθούσῃ). Ἡ πατρίς μας ἀκατασχέτως ἐφέρετο ἐν τῷ βαράθρῳ· τὰ πραξικοπήματα τῆς 30 Νοεμβρίου 1874 ἐτελοῦντο, καὶ ἐτελοῦντο παταγωδῶς, παρατόλμως κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ περιφρονουμένου, κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, λογισθέντος δούλου λαοῦ, ἀναξίου ἐλευθέρων θεσμῶν, ἀναξίου ἐλευθερίας. Ἄνδρες ἐπιφανέστατοι τῆς Ἑλλάδος διαμαρτύροντο καὶ κατεδίκαζον τὰ διαπραττόμενα, ἀλλὰ ἡ φωνή των δὲν ἠκούετο, ἐπνίγετο παρὰ τῶν ἐπιόρκων ὑπουργῶν καὶ τῶν ἀσεβῶν στηλιτῶν. Ἦτο ἰσχυρὰ ἡ φωνὴ τοῦ Θρασυβούλου Ζαΐμη, διότι ἦτο φωνὴ τῆς καρδίας, ἦτο φωνὴ τοῦ Θρασυβούλου τοῦ υἱοῦ τοῦ Ἀνδρέου τοῦ μὴ ψεύδοντος τὴν γέννησίν του, τοῦ ὁμοιάζοντος τῷ πατρὶ καὶ κατὰ τοὺς παλμοὺς τῆς καρδίας καὶ κατὰ τὰς ἰδέας τῆς διανοίας· ἀλλ’ ἡ φωνὴ ἐκείνη δὲν ἠκούετο, ἐπνίγετο καὶ ἠνάγκαζε τὸν μετριοπαθέστατον ἐκεῖνον ἄνδρα ν’ ἀποχωρήσῃ τοῦ περιβόλου ἐκείνου, ἐν ᾧ παρατόλμως, κακοήθως, κακούργως τὸ πολίτευμα κατελύετο. Λυποῦμαι δὲ διότι δὲν εἶναι ὁ κ. πρόεδρος τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἀκούσῃ τὸν Θρασύβουλον Ζαΐμην διαμαρτυρόμενον μ’ ὅλους τοὺς παλμοὺς τῆς καρδίας του κατὰ τοῦ πραξικοπήματος τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης.
§64ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι περιττὸν νὰ τὸ ἀναγνώσῃς, τὸ γνωρίζομεν.
§65ΧΟΪΔΑΣ. (Ἐρευνῶν ἐντὸς τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς προηγουμένης Συνόδου). Θὰ τὸ εὕρω διὰ νὰ ἴδῃ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, ὅτι ἡ ἰδέα τῆς λήθης εἶναι σφαλερά, καὶ ὁ κ. Ῥικάκης, ὅτι ἡ ἰδέα τῆς ἐπιεικείας εἶναι σφαλερωτέρα.
§66ΛΑΠΑΣ. Παρακαλῶ νὰ τὰ ἀναγνώσετε.
§67ΧΟΪΔΑΣ. Θὰ τὰ ἀναγνώσω, δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ τὰ παραλείψω. Ὁ Θρασύβουλος Ζαΐμης, ὁ υἱὸς τοῦ μεγάλου πολίτου, διαμαρτυρόμενος κατὰ τοῦ πραξικοπήματος τῆς 30 Νοεμβρίου καὶ κατανοῶν, ὅτι ἠπείλουν νὰ καταλύσουν τὸ πολίτευμα καὶ ὅτι ἤθελον νὰ μᾶς δεσμεύσωσι μὲ νέα δεσμὰ ἀτίμου δουλείας, ὁ Θρασύβουλος Ζαΐμης, εἷς ἀπὸ τοὺς υἱοὺς ἐκείνων, οἵτινες ἀνέτρεψαν τὸν μέγαν κολοσσόν, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἔκλινε γόνυ σύμπασα ἡ Εὐρώπη, λέγει: «Ἡ ἀπόῤῥιψις, ἐπαναλέγω, τῆς προτάσεως τοῦ κ. Μεσσηνέζη θέλει καταδείξει ὅτι ἡ πλειοψηφία ἐπιμένει νὰ θεωρῇ ὡς νόμιμον τὸ πολιτικὸν πραξικόπημα, τὸ ὁποῖον συνετέλεσαν κατὰ τὴν 30 Νοεμβρίου 85 βουλευταὶ συνηγμένοι ἐνταῦθα». Ἐκεῖ, οὐχὶ ἐδῶ (τείνει τὴν χεῖρά του πρὸς τὸ παλαιὸν βουλευτήριον). «Μετὰ τὴν ἐνδεχομένην ταύτην ἀπόφασιν δηλοῦμεν ὅτι θέλομεν ἀποχωρήσει (ποδοκροτήματα)» —διότι ἐποδοκρότουν ἄθλιοί τινες ὀπαδοί.
§68ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ στηλῖται.
§69ΧΟΪΔΑΣ. Χαίρω, ὅτι αὐτοὶ οἱ στηλῖται ἐποδοκρότουν, ἀλλὰ ἴσως ὑπῆρχον εἰς τὰ θεωρεῖα ὀπαδοὶ αὐτῶν, καὶ ὑπάρχουν καὶ σήμερον τοιοῦτοι ὑβρίζοντες τὴν ἐλευθέραν Βουλὴν—«θέλομεν ἀποχωρήσει τοῦ βουλευτηρίου καὶ θέλομεν ἀπόσχει τῶν συνεδριάσεων μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἴδωμεν ἐπανερχομένην τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, ὅπερ παρεβιάσθη». Δὲν ἴσχυσεν ἡ φωνὴ τοῦ πατριώτου Ζαΐμη, ἡ φωνὴ τοῦ Ζωχιοῦ τοῦ ἄλλου πατριώτου τοῦ πολιτευομένου ἐλευθέρως καὶ πατριωτικῶς, καὶ τόσων ἄλλων· τὰ ὄργια ἐτελοῦντο, τὸ πολίτευμα κατελύετο. Ἄρχοντες μωροὶ καὶ θρασεῖς ἐν Ἀθήναις τοὺς πανηγυρικῶς ἐνώπιον ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους δοθέντας ὅρκους ἀνιέρως παρεβίαζον καὶ τὰς πανδήμους αὑτῶν ὑποσχέσεις περὶ μετατροπῆς τοῦ ἔθνους ἐκ μικροῦ εἰς μέγα, ἐκ κακοδαίμονος εἰς εὔδαιμον, ἀτίμως ἠθέτουν. Οἱ ὅρκοι παρεβιάζοντο, αἱ ὑποσχέσεις ἠθετοῦντο, καὶ τὸ ἔθνος τὸ δύσμοιρον ἐκ μικροῦ μετετρέπετο εἰς ἐλάχιστον, ἐκ κακοδαίμονος εἰς κακοδαιμονέστατον. Ἀλλὰ ποῖον τὸ ἔθνος τὸ μετατρεπόμενον ἐκ μικροῦ εἰς ἐλάχιστον, ἐκ κακοδαίμονος εἰς κακοδαιμονέστατον; Εἶναι τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικὸν, ὁ πατὴρ τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἀρετῆς, τοῦ ἁγνοῦ καὶ ἀδόλου πατριωτισμοῦ. Τὸ ἔθνος δὲν ἠδύνατο ἐπὶ πλέον ὑβριζόμενον τὴν δεινοτέραν τῶν ὕβρεων καὶ χλευαζόμενον τὴν ἀτιμοτέραν τῶν χλευῶν, οὔτε τὴν ὕβριν, οὔτε τὴν χλεύην νὰ ἀνεχθῇ, καὶ σύσσωμον ἐγερθὲν ἐπάταξε τοὺς πατραλίας ἐλευθέρως καὶ γενναίως. Ἐνθυμεῖσθε Σεῖς οἱ διαμαρτυρηθέντες τὴν διαμαρτύρησίν Σας; Ἐνθυμεῖσθε Σεῖς οἱ τρεῖς ἀρχηγοὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως τῆς τότε τὴν ἐπίκλησίν Σας πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν; Ναὶ, τὰς ἐνθυμεῖσθε, διότι καὶ καρδίαν Ἑλληνικὴν ἔχετε καὶ διάνοιαν Ἑλληνικὴν ἔχετε. Ἀνέλθετε ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ὑποστηρίξατε τὰς διαμαρτυρήσεις Σας. (Χειροκροτήματα ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις).
§70ΤΙΝΕΣ. Εὖγε, εὖγε.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ πάλιν κάμω τὴν παρατήρησιν εἰς τοὺς ἀκροατὰς, ὅτι, ἂν ἐξακολουθήσωσιν οὕτω, θὰ ἀναγκασθῇ ἡ Βουλὴ νὰ προέλθῃ εἰς ἄλλο μέτρον.
§72ΔΟΥΜΑΣ. Κατάβα διὰ νὰ ἀναβοῦν.....
§73ΧΟΪΔΑΣ. Θὰ ἔλθουν μετ’ ὀλίγον. Θέλω καὶ ἐγὼ, καί τοι ὀλίγας ἔχων γνώσεις, νὰ καταδείξω τί αἰσθάνεται ἡ καρδία μου.
§74ΔΟΥΜΑΣ. Μὲ παρεξηγήσατε.
§75ΧΟΪΔΑΣ. Δὲν παρεξηγῶ τὸν ἐλεύθερον καὶ ἐνάρετον ἄνδρα, διὰ τῆς φιλίας τοῦ ὁποίου τιμῶμαι, ἀλλὰ λέγω αὐτῷ ὅτι δυστυχῶς δὲν δύναμαι νὰ ἀκούσω τῆς παρακλήσεώς του τῆς ἀδελφικῆς, διότι θέλω νὰ ἐκφράσω τὰ αἰσθήματά μου διὰ πᾶν ὅ,τι ὀφείλω νὰ ἐκθέσω, διὰ πᾶν ὅ,τι ὀφείλω νὰ πράξω καὶ δι’ ὅ,τι θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ πράξῃ.
§76ΔΟΥΜΑΣ. Χαίρω, διότι ὡς φίλος τῶν συζητήσεων σᾶς βλέπω εἰς τὸ ἀληθές σας σημεῖον, καὶ ἐφέρατε τὴν συζήτησιν εἰς τὸ ἀληθὲς σημεῖον.
§77ΧΟΪΔΑΣ. Ὁ λαὸς ὁ Ἑλληνικὸς οὐκ ἐπελάθετο, ὅτι ἐκ τοῦ χυθέντος αἵματος τόσων ἑκατοντάδων χιλιάδων μαρτύρων του ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἐλευθερία του πρέπει νὰ ἀναβλαστήσῃ, οὐχὶ ὁ θάνατος καὶ ἡ δουλεία του, καὶ τοὺς ἐπέταξε, καὶ τοὺς ἀνέτρεψε. Νέα Κυβέρνησις ἐκ πατριωτῶν ἀνδρῶν συγκειμένη ἐκλήθη εἰς τὰ πράγματα τῆς πολιτείας, καὶ τὴν Βουλὴν τῶν ἀσεβῶν, τῶν ἐπιόρκων στηλιτῶν διέλυσεν· ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος εἰς ἐλευθέρας ἐκλήθη ἐκλογὰς, καὶ ἰδοὺ αὐτὸς ἔπεμψεν ἡμᾶς ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ ἐλευθέρους ἄνδρας νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν συμφερόντων του, νὰ καταστήσωμεν σεβαστοὺς τοὺς νόμους τῆς πατρίδος καὶ πάντας ἴσους ἐνώπιον τῶν νόμων, νὰ συντελέσωμεν εἰς τὸ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ ὁμαλὴ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος τῆς πατρίδος, καὶ νὰ δείξωμεν εἰς τὸν κόσμον ὁλόκληρον καὶ ἰδίως εἰς τοὺς ἐργάτας τοῦ τολμήματος καὶ τῆς προδοσίας κατὰ τῆς πατρίδος, ὅτι οἷον δήποτε ὄνομα καὶ ἂν φέρωσιν, ὅσον ὑψηλὰ καὶ ἂν ἵστανται δὲν δύνανται νὰ ἀνατρέψωσι τὸ πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος, τὴν ἐλευθερίαν τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ μεταβάλουν τὴν ἐλευθερίαν εἰς μαύρην δουλείαν· νὰ δείξωμεν, ὅτι προτιμῶμεν τὴν ἐνάρετον πενίαν μας τοῦ ἀτίμου πλούτου, καὶ τὸν θάνατον τοῦ ἐλευθέρου πολίτου τῆς ζωῆς τοῦ δούλου, τοῦ μαστιγωμένου, τοῦ μὴ τολμῶντος νὰ κλαύσῃ, ἀλλ’ ἀσπαζομένου τὴν μαστιγοῦσαν αὐτὸν τυραννικὴν χεῖρα ὡς τὸ ἄκακον ἀρνίον τὸ λεῖχον τὴν μάχαιραν τοῦ δημίου του· νὰ δείξωμεν, ὅτι ὁ κυρίαρχος λαὸς εἶναι ὁ ἄρχων τῆς Ἑλλάδος, ὅτι κανεὶς κακοήθης δὲν πρέπει νὰ εἰσέλθῃ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ· νὰ δείξωμεν, ὅτι δὲν εἴμεθα ἀνάξιοι τῶν ἐν Μαραθῶνι καὶ Πλαταιαῖς, τῶν ἐν Σαλαμῖνι καὶ Μυκάλῃ, ἐν Βονίτσῃ καὶ Μεσολογγίῳ, ἐν Ψαῤῥᾷ καὶ Χίῳ, ἐν Λάλᾳ καὶ Πέτα, ἐν Φαλλήρῳ καὶ ἀλλαχοῦ τῆς ἱερᾶς Ἑλληνικῆς γῆς ἀγωνισαμένων. Ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἀναιδῶς ψηφισθέντων καὶ παραδόξως κυρωθέντων νόμων ἀνεστάλη, καὶ χθὲς ἡ Βουλὴ ἐλευθέρων ἀντιπροσώπων τοὺς νόμους τούτους ἀνέτρεψε καὶ κατεδίκασε σὺν τοῖς ἐργάταις αὐτῶν. Ἀγωνιζόμεθα μέγιστον ἀγῶνα, φίλοι συνάδελφοι καὶ συμπολῖται, σήμερον, τὸν ἀγῶνα τὸν Ἐθνικὸν, διότι ἀγωνιζόμεθα τὸν ἀγῶνα τοῦ κυριάρχου λαοῦ κατὰ τῶν τυράννων του, τὸν ἀγῶνα τῆς ἐλευθερίας κατὰ τῆς δουλείας, τὸν ἀγῶνα τῆς ἰσότητος κατὰ τῆς ἀνισότητος, τὸν ἀγῶνα τῆς ἀδελφότητος κατὰ τῆς τυραννίας, τῆς ἐπιβούλως διχαζούσης τὴν ἀδελφὴν ἀνθρωπότητα. Καὶ ἀγωνιζόμενοι τὸν ἀγῶνα τοῦτον δεικνυόμεθα μιμηταὶ τῶν προγόνων μας. Καὶ ἐκεῖνοι ἠγωνίσθησαν ἐν Τρωάδι, διότι δὲν ἠνείχοντο τὴν ὕβριν τὴν κατὰ τῆς Ἑλλάδος, καὶ μετὰ δεκαετῆ ἀγῶνα καὶ μυρίας στερήσεις ἐτιμώρησαν τὴν ὕβριν. Καὶ ἐκεῖνοι ἠγωνίσθησαν ἐν Μαραθῶνι, ἐν Πλαταιαῖς, ἐν Σαλαμῖνι, ἐν Μυκάλῃ, καὶ τρόπαια τῶν βαρβάρων ἔστησαν καὶ τὴν ὑπερηφανίαν τῆς Ἀσίας ἐκόλασαν, διότι δὲν κατεῖχε τὴν καρδίαν καὶ τὴν διάνοιαν αὐτῶν ὁ φόβος, ἀλλὰ ἡ τόλμη καὶ ἡ ἀρετὴ ἐλευθέρων ἀνδρῶν. Ἠγωνίσθησαν εἰς τὰ Ψαῤῥὰ, εἰς τὸ Δραγασάνιον, εἰς τὸ Καματερὸν, εἰς τὸ Πέτα, εἰς τὸ Μεσολόγγιον, εἰς τὸ Ναύπλιον τὸν μέγιστον τῶν ὑπὸ τὸν ἥλιον ἀγώνων καὶ περιφανεστάτην ἦραν νίκην, τὴν ὅλην ἀνθρωπότητα καταπλήξασαν. Ἠγωνίσθησαν ἐκεῖ ἐν Ἑπτανήσῳ, ἀγῶνα πολύδακρυν πεντήκοντα ὅλων ἐτῶν κατὰ τοῦ πλούτου, τῆς πληθύος καὶ τῆς παντοκρατορίας τῆς μεγάλης Ἀγγλίας καὶ νικηταὶ ἐξῆλθον διὰ τῆς τόλμης καὶ τῆς ἀρετῆς των. Εἶδον τοὺς μάρτυρας τῆς ἐλευθερίας περιαγομένους ἀπὸ σκοπέλου εἰς σκόπελον, ἀπὸ δεσμωτηρίου εἰς δεσμωτήριον, πεινῶντας, διψῶντας, γυμνητεύοντας καὶ οὐδόλως ἀπέκαμον. Ἠσθάνθησαν ἐπὶ τοῦ τραχήλου των τὴν ἀγχόνην τοῦ δημίου καὶ νέας ἐκ τῆς ἀγχόνης ἀνέλαβον δυνάμεις. Ἤκουσαν τοὺς ἀγρίους καγχασμοὺς τῶν τυράννων των, καὶ εἰς τοὺς καγχασμοὺς τούτους ἀπήντησαν διὰ τῆς ἀνδρίας τοῦ ἐλευθέρου πολίτου, τοῦ εἰς μηδὲν λογιζομένου τὸν θάνατον ἀπέναντι τῆς πρωτοτόκου θυγατρὸς τοῦ Πλάστου Ἐλευθερίας.
§78ΜΑΝΕΤΑΣ. Θέμα τῆς συζητήσεως εἶναι τὸ κατηγορητήριον· καὶ περὶ μὲν τῶν γεγονότων δὲν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις· ἡ ἀμφισβήτησις περιστρέφεται περὶ τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν πράξεων.
§79ΧΟΪΔΑΣ. Κύριε Μανέτα, τῆς παρατηρήσεως καὶ οὐχὶ τῆς φιλικῆς συμβουλῆς οὔτε ἔπρεπε νὰ ἀκροασθῶ. Ἐὰν ἦσο σὺ ὁ πατὴρ τῆς φιλοσοφίας ὁ Πλάτων, ὁ Ἀριστοτέλης, ἐὰν ἦσο σὺ ὁ μέγιστος τῶν ῥητόρων ὁ Δημοσθένης, ἐὰν ἦσο σὺ ὁ ὕψιστος τῶν ἀνθρώπων τῶν ἀνελθόντων εἰς τὰ δυσανάβατα ὕψη, ὁ δαιμόνιος Σωκράτης, ἤθελον σοὶ εἴπει: ἀναγνωρίζω τὴν σὴν φιλοσοφίαν, τὴν σὴν ῥητορικὴν δύναμιν, τὴν σὴν ἐπιστήμην, ἀλλὰ ὁ παλμὸς τῆς καρδίας μου εἶναι φλογερώτερος τοῦ παλμοῦ τῆς σῆς καρδίας, καὶ ἤθελον πνίξει τὴν φιλοσοφικὴν, τὴν ῥητορικὴν καὶ τὴν ἐπιστημονικήν σου ἀξίαν. (Χειροκροτήματα ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις). Εἶδες σὺ ἐν τῇ φυλακῇ τοὺς μάρτυρας τῆς ἐλευθερίας μας; Συνεθρήνησες μετ’ αὐτῶν;
§80ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὅλα τὰ εἴδαμεν.
§81ΧΟΪΔΑΣ. Κύριε Φιλήμων, νομίζετε ὅτι ὅ,τι θέλετε πρέπει νὰ κάμω ἐγώ;
§82ΜΑΝΕΤΑΣ. Τὸ καθῆκόν σας νὰ ἦναι ἀνώτερον τοῦ παλμοῦ τῆς καρδίας σας, καὶ τοῦτο εἶναι νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τοῦ θέματος.
§83ΧΟΪΔΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἐγενόμην ὀπαδὸς τοῦ σατράπου Βούλγαρη, διότι ἀείποτε ἐβδελυττόμην αὐτόν· αὐτὸ ἦτο τὸ καθῆκόν μου· σὺ ὅμως ἐγένεσο (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Ἔχομεν ἀδελφοὺς δούλους, ἂς φροντίσωμεν περὶ τῆς λύσεως τῶν δεσμῶν τῆς τε διανοητικῆς καὶ τῆς σωματικῆς των δουλείας. Ἔχομεν ἄρχοντας ἐπιόρκους, μωροὺς, ἀμαθεῖς· ἂς καταλύσωμεν αὐτοὺς καὶ ἂς ἀναῤῥήσωμεν ἄρχοντας εὐόρκους, εὖ φρονοῦντας, σοφούς. Διά τίνος τρόπου θὰ πράξωμεν ταῦτα; Διὰ τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους, καὶ διὰ τῆς ἐξισώσεως πάντων ἀπέναντι τῶν νόμων, διὰ τιμωρίας τῶν ἐπιορκησάντων, τῶν ἀσεβησάντων πρὸς τοὺς νόμους τῆς πατρίδος. Ἰδοὺ τί ζητῶ, κύριοι βουλευταί· θέλω νὰ τιμωρηθῶσιν οἱ σφαγεῖς τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ ἔθνους, θέλω νὰ τιμωρηθῶσιν οἱ καταλύσαντες τὸ πολίτευμα, θέλω νὰ τιμωρηθῶσιν ἐκεῖνοι οἵτινες ἠθέλησαν μὲ τὰ δεσμὰ ἀτίμου δουλείας νὰ δεσμεύσωσι τὸν Ἕλληνα. Κατηγορῶ τοῦ Δ. Βούλγαρη καὶ τῶν ὑπουργῶν του ἐπὶ προδοσίᾳ ἐσχάτῃ, τιμωρουμένῃ παρὰ τοῦ ἄρθρου 123 § 2 καὶ ἐπὶ παραβάσει τοῦ ἄρθρου 189 τοῦ ποιν. νόμου, τοῦ τιμωροῦντος μὲ τὴν ποινὴν τῆς φυλακίσεως ἐκεῖνον ὅστις, εἴτε ἄρχων εἴτε ἀρχόμενος καλεῖται, τολμᾷ νὰ ἐμποδίσῃ τὸν πολίτην εἰς τὴν ἐνάσκησιν τοῦ ὑψίστου τῶν δικαιωμάτων, τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγειν καὶ ἐκλέγεσθαι. Κατηγορῶ τοῦ Δ. Βούλγαρη καὶ τῶν ὑπουργῶν του ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, ἐφ’ ᾗ κατηγορήθησαν ὑπὸ τῶν λοιπῶν συναδέλφων, καὶ ἐπὶ τῇ ἀντιποιήσει νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἀλλὰ διατί ὁ Βούλγαρης, ὁ ἀρχηγὸς τῆς μεταπολιτεύσεως τοῦ 1862 ὁ ἀνατρέψας ἕνα θρόνον, ἐγένετο τὸ 1875 προδότης; Δὲν ἀνέτρεψε τὸν θρόνον ἐκεῖνον ὁ Βούλγαρης, δὲν ἐπάταξε τὸν ἀσεβοῦντα πρὸς τοὺς νόμους βασιλέα ἐκεῖνον ὁ Βούλγαρης. Ἀνέτρεψε τὸν θρόνον ἐκεῖνον ὁ κυρίαρχος Ἑλληνικὸς λαὸς, ἐπὶ τοῦ στήθους τοῦ ὁποίου ἀδίκως ἐκαθέσθη· ἐπέταξε τὸν Βασιλέα ἐκεῖνον ὁ κυρίαρχος λαὸς, ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ ὁποίου παρ’ ἀξίαν ἐτέθη ὁ Δ. Βούλγαρης. Ἀλλὰ διατί οὕτω πῶς νὰ σκέπτωνται οἱ ἑκάστοτε κυβερνῶντες τὴν πατρίδα, καὶ ἔχοντες καὶ τὴν διάνοιαν τοῦ Βούλγαρη καὶ τὴν καρδίαν τοῦ Βούλγαρη; Ἰδοὺ διατί· δὲν εἶναι σημερινὴ ἱστορία, εἶναι παλαιοτάτη. Ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι μὴ ἔχοντες τὴν διάνοιαν ἀνεπτυγμένην καὶ τὴν καρδίαν μορφωμένην, οἵτινες μὴ δυνάμενοι νὰ ζήσωσιν ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ, μὴ δυνάμενοι νὰ ἔχωσιν ὀπαδοὺς ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι, κλίνουσι τὸ γόνυ ἐνώπιον τῶν τυράννων, κολακεύουσιν αὐτοὺς, διὰ τῆς κολακείας, καθιστάμενοι ἄρχοντες, τυραννοῦσι τὸν ἀτυχῆ λαόν. Οἱ οὕτως ἀνερχόμενοι εἰς τὴν ἐξουσίαν «οὐ γὰρ τοὺς νόμους φυλάττουσι, οἷς παρὰ τῶν προγόνων παρέλαβον, οὐδ’ ἐν τοῖς ἤθεσι μένουσιν οἷς πρότερον εἶχον, ἀλλ’ ὑπολαμβάνοντες ἐξεῖναι ποιεῖν αὐτοῖς, ὅ,τι ἂν βουληθῶσιν, εἰς πολλὴν ταραχὴν καθίστανται· οὐ γὰρ ᾔδεσαν τὴν ἐξουσίαν, ἧς πάντες εὔχονται τυχεῖν, ὡς δύσχρηστός ἐστιν, οὐδ’ ὡς παραφρονεῖν ποιεῖ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτὴν, οὐδ’ ὅτι τὴν φύσιν ὁμοίαν ἔχει ταῖς ἑταίραις, ταῖς ἐρᾶν μὲν αὐτῶν ποιούσαις, τοὺς δὲ χρωμένους ἀπολλυούσαις,» κατὰ τὸν γέροντα Ἰσοκράτην. Ὅταν μάλιστα οἱ ἀνερχόμενοι εἰς τὴν ἐξουσίαν ἔχωσι τὸ δυστύχημα νὰ ὦσι γέροντες, ὑφίστανται τὴν φοβερωτέραν τῶν ἀποτυχιῶν, διότι κατὰ τὸν κωμικὸν Εὔβουλον «ἄτοπόν γε τὸν μὲν οἶνον εὐδοκιμεῖν ἀεὶ παρὰ ταῖς ἑταίραις τὸν παλαιὸν, ἄνδρα δὲ μὴ τὸν παλαιὸν, ἀλλὰ τὸν νεώτερον». Ἐγήρασεν ἡ διάνοια τοῦ Δ. Βούλγαρη καὶ ἡ ἑταίρα ἐξουσία ἀποκρούει αὐτὸν ὡς παλαιὸν καὶ προτιμᾷ τὸν παλαιὸν οἶνον καὶ τὸν νεώτερον ἄνδρα. Πρωθυπουργὲ τῆς Ἑλλάδος, ἐν ὀνόματι τῆς πατρίδος καὶ τῆς ἐλευθερίας ὑπὲρ τῆς ὁποίας καὶ ἠγωνίσθης καὶ εἰργάσθης, πρόεδρε τῆς Βουλῆς, Θρ. Ζαΐμη, ἐν ὀνόματι τῆς πατρίδος, ὑπὲρ τῆς ὁποίας καὶ τῆς ἐλευθερίας της καὶ ὁ πατήρ σου καὶ σὺ ἠγωνίσθητε, Ἐπαμινώνδα Δεληγεώργη, ἐν ὀνόματι τῆς πατρίδος καὶ τῆς ἐλευθερίας, ὑπὲρ τῶν ὁποίων καὶ ὁ πατήρ σου καὶ σὺ ἠγωνίσθητε καθὼς καὶ οἱ λοιποί, Χαρίλαε Τρικούπη, υἱὲ τοῦ ἀγωνιστοῦ Τρικούπη, τέκνον ἁγνὸν τοῦ Μεσολογγίου, τεῖνον τὴν χεῖρα εἰς τὸν ἐφάμιλλόν σου καὶ συμπατριώτην σου Δεληγεώργην, ἔλθετε ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο καὶ ὑποστηρίξατε τὴν ἐλευθερίαν (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου)· ῥιζοσπάστα τῆς Ἑπτανήσου Κωνσταντῖνε Λομβάρδε, μνήσθητι τῶν ἡμερῶν ἐκείνων τῆς Ἰονίου Βουλῆς, ὅτε κατελάμβανες τὸ βῆμα μετὰ τῶν ἄλλων καὶ ἐκεραυνοβόλεις τοὺς τυράννους τῆς πατρίδος μας, τοὺς πωλητὰς τῆς Πάργας. Σεῖς οἱ ἄλλοι ῥήτορες ἔλθετε ἀπὸ τὸ βῆμα καὶ ὑποστηρίξατε τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας χθὲς ὑπεστηρίζετε, καὶ καταδείξατε ὅτι δὲν δύνανται οἱ παραβάται τοῦ νόμου νὰ μένωσιν ἀτιμώρητοι.
§84ΛΑΠΑΣ. Ἐλησμόνησες μερικούς.
§85ΧΟΪΔΑΣ. Υἱὲ τοῦ πατριώτου Δηλιγιάννη καὶ ἀνεψιὲ τοῦ στρατηγοῦ Κανέλλου Δεληγιάννη, σὺ ὁ διωχθεὶς ἀπηνῶς, σὺ ὁ κακοβούλως ἀποκρουσθεὶς διὰ τῆς καλπονοθεύσεως καὶ τοῦ ἐγκλήματος, δὲν θ’ ἀνέλθῃς τὸ βῆμα; δὲν θ’ ἀκούσω τῆς μελιῤῥήτου φωνῆς σου, διὰ τῆς ὁποίας ναὶ μὲν γλυκέως, ἀλλ’ ἀνδρικῶς θὰ κατακεραυνοβολήσῃς τοὺς διαπράξαντας τοσαῦτα ἐγκλήματα, τοὺς παραβάτας τῶν κειμένων νόμων τῆς πατρίδος; Ὤ ἤθελον σήμερον νὰ ᾖμαι Δημοσθένης, νὰ ἔχω τὴν ῥητορικὴν ἐκείνου δύναμιν· ἤθελον σήμερον νὰ ᾖμαι Φωκίων, νὰ ἔχω τὴν ἀρετὴν ἐκείνου· ἤθελον σήμερον νὰ ᾖμαι Ἀριστείδης νὰ ἔχω τὴν δικαιοσύνην ἐκείνου· ἤθελον σήμερον νὰ ᾖμαι Περικλῆς, νὰ ἔχω τὴν πολιτικὴν διάνοιαν ἐκείνου, ἵνα πείσω ὑμᾶς καὶ τὸ ἔθνος, ὅτι ἐγὼ ὁ μικρὸς Ῥόκος ἔχω δίκαιον ἐπιδιώκων τὴν αὐστηρὰν τιμωρίαν τῶν σφαγιασάντων τὰς ἐλευθερίας μας καὶ τῶν ἀσεβησάντων πρὸς τοὺς κειμένους νόμους. Ἐπίστευον οἱ ἐργάται τοῦ ἀνοσήματος ἐκείνου, ὅτι ὁ κόσμος βαδίζει, ὡς ἐσφαλμένως ὁ Νεαπολίτης φιλόσοφος Vico ὑπεστήριζε, κυκλικῶς ἀπὸ τῆς ἀμαθείας εἰς τὴν πρόοδον καὶ ἀπὸ τῆς προόδου εἰς τὴν ἀμάθειαν, καὶ ἑπομένως ἐφρόνουν, ὅτι ἡ Ἑλλάς, ἡ μήτηρ τῆς ἐλευθερίας, ἡ πνιγεῖσα εἰς τὸ αἷμα τῶν μαρτύρων της, καὶ διὰ τοῦ αἵματός της ἀνακτήσασα τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν ζωήν της, θέλει στραφῇ πρὸς τὰ ὀπίσω, θέλει καταργήσει τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα καὶ θέλει ἀνακηρύξει τὴν μοναρχίαν. Εἶδον καὶ ἐγώ, καί τοι δημοκρατικός, τὸν βασιλέα καὶ ὡμίλησα πρὸς αὐτὸν μὲ τὸ θάῤῥος πολίτου ἐλευθέρου. Εἶπον αὐτῷ, Βασιλεῦ, εἶμαι δημοκρατικὸς καὶ φρονῶ ἀκραδάντως ὅτι διὰ τῆς δημοκρατίας καὶ ἐν τῇ δημοκρατίᾳ θ’ ἀναπτυχθῇ ἡ διάνοια, θὰ μορφωθῇ ἡ ψυχὴ τοῦ πολίτου. Ἡ Ἑλλάς, ἡ Βουλὴ καὶ ἡ ἐλευθερία θ’ ἀναπτυχθῇ. (Εὖγε εὖγε, χειροκροτήματα ῥαγδαῖα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Ἀλλά, προσέθηκα, Βασιλεῦ, σέβομαι τὸ καθεστὼς πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος καὶ ἦλθον νὰ σοὶ ὁμιλήσω· Σὲ περικυκλοῦσι κόλακες καὶ πειρῶνται νὰ σὲ πείσουν, ὅτι τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ἀπέτυχε καὶ θ’ ἀποτύχῃ ἐν Ἑλλάδι, καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀναῤῥήσῃς τὴν μοναρχίαν. Μὴ πιστεύῃς, Βασιλεῦ, τοὺς προσφέροντάς σοι ῥόδα τοῦ Μαΐου ὑπὸ τὰ ὁποῖα κρύπτεται ἡ ἔχιδνα. Ἄκουσον τῆς φωνῆς ἑνὸς δημοκρατικοῦ μέν, ἀλλὰ πατριώτου, δημοκρατικοῦ μέν, ἀλλὰ σεβομένου τὸ καθεστὼς πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν οἱ ἐχθροὶ τῆς πατρίδος μας καὶ τῶν ἐλευθεριῶν της, οἱ ὑπουργοί σας, παραβιάζοντες τοὺς ὅρκους των καὶ ἀθετοῦντες τὰς ὑποσχέσεις των θελήσωσι νὰ καταλύσουν τὸ πολίτευμα διὰ ν’ ἀναῤῥήσουν τὴν μοναρχίαν, μάθε ἐκ τοῦ στόματος καὶ τῶν χειλέων τῶν ἀψευδῶν ἑνὸς ἐλευθέρου πολίτου, ὅτι ἐγὼ ὁ ἐλάχιστος τῶν πολιτῶν μετὰ τῶν ἄλλων ὁμοφρόνων μου καὶ τοῦ λαοῦ θ’ ἀντιτάξωμεν τὴν ἀθέτησιν τῶν ὑποσχέσεών μας καὶ τὴν παραβίασιν τῶν ὅρκων μας καὶ θ’ ἀναῤῥήσωμεν ἀντὶ μοναρχίας δημοκρατίαν (χειροκροτήματα ῥαγδαῖα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Κατερχόμενος τοῦ βήματος κατηγορῶ καὶ αὖθις τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη ἐπὶ προδοσίᾳ ἐσχάτῃ, τιμωρουμένῃ παρὰ τοῦ ἄρθρου 123 § 2 τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, ἐπὶ ἀντιποιήσει τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ ἐπὶ παραβάσει τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὥρα παρῆλθε, κύριοι, καὶ ἂν συμφωνῆτε, θεωρῶ καλὸν ν’ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
§87ΠΟΛΛΟΙ. Οὐχὶ, νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κύριος Κανάρης.
§89ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΚΑΝΑΡΗΣ. Μοὶ φαίνεται, κύριοι, ὅτι ἔχομεν σπουδαιότατα ζητήματα· τοῦτο ὡμολογήθη παρὰ πάντων. Τοιαῦτα δὲ ζητήματα δὲν ἠμποροῦν παρέργως νὰ συζητηθῶσι, καὶ δὲν ἠμπορεῖ ἡ Βουλὴ, ἐὰν δὲν φωτισθῇ καλῶς, νὰ φέρῃ γνώμην ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπηρεάσουν τὸ μέλλον τοῦ τόπου, δὲν ἐννοῶ ἀορίστως ἐπὶ αἰῶνας, ἀλλ’ ἐπὶ πολὺν καιρόν. Αὐτὴ ἡ συζήτησις θὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῆς τύχης τοῦ ἔθνους, καὶ περὶ τούτου, νομίζω, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία. Ἐὰν ἦτο, κύριοι, ἀπολύτως νομικὸν τὸ ζήτημα, δὲν θὰ ἤμην ἁρμόδιος ν’ ἀναβῶ τὸ βῆμα. Ἀλλὰ δυστυχῶς, ἢ εὐτυχῶς, καὶ ἐγὼ πρεσβεύω ὅτι πάντες ἔχομεν τὴν αὐτὴν εὐθύνην, διότι μόνη ἡ ψῆφος τοῦ νομικοῦ δὲν θὰ λύσῃ αὐτὸ τὸ σπουδαιότατον ζήτημα. Ἐὰν ὁ νομοθέτης, ὁ ὁποῖος ἀνέθεσεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον τὴν τύχην τοῦ παρόντος καὶ τὸ μέλλον τοῦ τόπου, ἐνόμιζεν ὅτι τὰ τοιαῦτα ζητήματα μόνοι οἱ νομικοὶ δύνανται νὰ λύωσι, τότε ἔπρεπεν ἡμεῖς οἱ ἄλλοι νὰ φύγωμεν. Ὁμολογῶ ὅτι ἔχω ἀνάγκην ἀκόμη νὰ φωτισθῶ, καὶ ἐπειδὴ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἀπολύτως νομικὸν, ἀλλὰ μετέχει πολιτικοῦ συμφέροντος μεγάλου, διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι τὰ σπουδαιότατα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἐντὸς τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τοὺς ὁποίους ἐπίσης τιμὴ εἶναι ν’ ἀποτελοῦν μέρος τοῦ Σώματος, δὲν ἠμποροῦν ν’ ἀποφύγουν τὴν συζήτησιν, διότι τότε θὰ πέσουν εἰς μίαν παρεξήγησιν, ἢ ὅτι οἱ ἴδιοι δὲν εἶναι πεπεισμένοι εἰς ἓν ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον ὁλόκληρον τὸ ἔθνος πρέπει νὰ ᾖναι πεπεισμένον, ἢ ὅτι φόβος τις ἐπικρατεῖ εἰς αὐτούς. Δὲν ἠξεύρω τί θὰ κάμουν οἱ κύριοι, διότι ἐπίσης εἶχε δίκαιον ὁ κ. Ζωχιὸς ὅταν εἶπεν ὅτι εἶν’ αὐθάδεια ἕνας νὰ παρακινήσῃ ἕνα ἄλλον εἰς τὸ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν θέλει νὰ κάμῃ. Διὰ τοῦτο ἔρχομαι ἐγὼ νὰ εἴπω τὰς σκέψεις μου, σχετικῶς ὄχι πρὸς τὸ νομικόν, ἀλλὰ πρὸς τὸ πολιτικὸν ζήτημα. Νομίζω, ὅτι ὁ ὑπέρτατος ὅλων τῶν νόμων ἑνὸς κράτους εἶναι τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας, καὶ εἰς αὐτὸν στηρίζονται ὅλοι οἱ ἄλλοι νόμοι. Λοιπὸν, κύριοι, ὅλοι ὁμολογοῦσιν ὅτι ἔγκλημα κατὰ τῆς πατρίδος ἐγένετο παρὰ τοῦ ὑπουργείου τοῦ τοῦ κ. Βούλγαρη. Ἐὰν τοῦτο ᾖναι ἀληθὲς καὶ ᾖναι ἐπίσης καὶ εἰς τὴν διάνοιαν τῆς Βουλῆς, δὲν ἐννοῶ νὰ γίνεται συζήτησις νομικὴ εἰς ποῖον ἄρθρον θὰ ὑπαχθῇ τὸ ἔγκλημα. Πῶς ἠμποροῦμεν τὸ ὑπέρτατον συμφέρον τῆς πολιτείας νὰ τὸ καταβιβάσωμεν καὶ νὰ τὸ περιτυλίξωμεν εἰς τύπους, οἵτινες διέπουσι καὶ πρέπει νὰ διέπωσι τὰς πράξεις τῶν ποινικῶν δικαστηρίων ἐπὶ τῶν κοινῶν ἐγκλημάτων! Ἀλλὰ, λέγουσιν, ἄνευ νόμων ῥητῶν καταδίκη δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ, καὶ ὅπου δὲν χωρεῖ καταδίκη, ἐπέρχεται ἀθώωσις· ἐγὼ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα δὲν τὸ θεωρῶ σπουδαῖον. Ἐὰν δ’ αὐτὸ τὸ ὑπουργεῖον κατεδικάσθη ἀπὸ τὴν συνείδησιν τῆς Βουλῆς καθὼς εἶναι κατεδικασμένον ἀπὸ τὴν συνείδησιν τοῦ ἔθνους, τοῦτο μᾶς ἀρκεῖ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐγγυήσεως ὡς πρὸς τὸ μέλλον τοῦ τόπου. Ἐγὼ νομίζω πῶς λύομεν ἓν σπουδαιότατον πρόβλημα ὄχι διὰ τὸν τόπον μας μόνον, ἀλλὰ δι’ αὐτὴν τὴν Εὐρώπην. Ἐγὼ εἶχον τὴν ἰδέαν ὅτι παντοῦ καὶ πάντοτε ὅπου ὑπάρχουν ἐλεύθερα κράτη, τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα δικάζονται ἀπολύτως ἀπὸ πολιτικὰ σώματα. Εὐτυχῶς ὅμως ἐπληροφορήθην ὅτι δὲν εἶναι παντοῦ οὕτω· εἰς τὸ Βέλγιον, μοὶ εἶπον, μόνον τὸ ἀνώτερον δικαστήριον δικάζει αὐτὰ, εἰς ἄλλα ἓν μικτὸν ἀπὸ πολιτικοὺς καὶ δικαστικοὺς, καὶ εἰς ἄλλα μόνον ἓν ἀπὸ πολιτικούς. Τοῦτο μὲ ἐσύγχυσε, διότι δὲν ἦλθε παράδειγμα τοιοῦτον εἰς τὴν Εὐρώπην. Τὸ Βέλγιον εἶναι νεώτατον κράτος, ἔχει τὸ σύνταγμά του ἀπὸ τὸ 1830, νομίζω. Δὲν ἔχομεν δὲ μέχρι τοῦδε παράδειγμα δίκης ἐκεῖ, ἵνα κρίνωμεν ἐὰν τὸ Βελγικὸν δικαστήριον, ὡς συνεκρότησεν αὐτὸ ἡ ἐθνικὴ θέλησις, ἀπεδείχθη ἄξιον τοῦ ὑψηλοῦ αὐτοῦ προορισμοῦ. Δὲν ἔχω, κύριοι, κᾀμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι τὸ δικαστήριον, εἰς ὃ τὸ Σύνταγμά μας ἐνεπιστεύθη ἐθνικὰ συμφέροντα ἐκ τῶν μεγίστων, θὰ ἐκτελέσῃ πιστῶς τὰ ὑψηλά του καθήκοντα. Θὰ ᾖναι τῳόντι παραδοξότατον, ἐὰν τὸ δικαστήριον ἀναγνωρίσῃ μὲν ὅτι τῳόντι παραβίασις τοῦ Συντάγματος ἐγένετο, δέσῃ δὲ τὰς χεῖράς του καὶ εἴπῃ τί νὰ κάμω; νόμον δὲν ἔχω. Τότε θὰ εἴπῃ ὅτι τὸ δικαστήριον δὲν εἶναι προωρισμένον διὰ τὰ σπουδαιότατα συμφέροντα τῆς πολιτείας. Ἀλλ’ ὅ,τι καὶ ἂν εἴπῃ τὸ δικαστήριον, ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκόν μας. Δύναμαι, κύριοι, νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ ἐκ τῆς ἱστορίας παραδείγματα πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης μου, ἀκολουθῶν κατὰ τοῦτο, ὅσον μοὶ εἶναι δυνατόν, τὸ παράδειγμα τοῦ κ. Ζωχιοῦ. Τάχα δὲν εἴδομεν εἰς τὴν ἱστορίαν παραδείγματα ὅτι εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις ἐλήφθησαν ἔκτακτα μέτρα; Ἐὰν ἐπὶ ὀξείας τινὸς νόσου ἐρωτήσουν τὸν κ. Ῥεβελάκην ὡς ἰατρόν, θὰ εἴπῃ ὅτι ἐδῶ τὰ τακτικὰ φάρμακα δὲν ἰσχύουσιν, ἐδῶ ἐξερχόμεθα ἀπὸ τὴν σειρὰν τῆς τακτικῆς θεραπείας. Εἰς τὴν ἀρχαίαν Σπάρτην, κύριοι, ὁ νόμος ἦτο σεβαστὸς ὅσον εἰς οὐδεμίαν ἄλλην χώραν. Καὶ ὅμως ἐκεῖ, ὅταν ἐνόμιζον, ὅτι τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας ἐπέταττέ τι, ὁ νόμος ἔπρεπε νὰ σιγήσῃ. Δὲν θέλω νὰ φέρω ἓν ἄλλο παράδειγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἔτι σπουδαιότερον καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορῶ ν’ ἀναφέρω, διότι ἡ λέξις θὰ φανῇ χοντρή...............
§90ΤΙΝΕΣ. Δυνατώτερα.
§91ΚΑΝΑΡΗΣ. Μὰ δὲν ἠμπορῶ δυνατώτερα, διότι δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀκούσουν ὅλοι· τὸ ἔθνος αὐτὸ ἔκαμε προσβολὴν καὶ εἰς τὴν δημοσίαν ἠθικὴν χάριν τοῦ μεγάλου συμφέροντος τῆς πολιτείας, ὅταν ἔστειλε 40...... εἰς τὴν Σπάρτην· αὐτὸ εἶναι φοβερὸν παράδειγμα. Τώρα ἀναγνωρίζετε σεῖς ὅτι πρόκειται περὶ γεγονότος, τὸ ὁποῖον ἐπέδρασε σπουδαιότατα εἰς τὸν τόπον, καὶ ἔρχεσθε μὲ σταυρωμένα χέρια, καὶ λέγετε τί νὰ κάμω; Ἔχω πεποίθησιν ὅτι τὰ δικαστήρια θὰ κάμουν πληρέστατα τὸ καθῆκόν των. Ἐὰν ἐννοήσουν ὅτι τῳόντι δὲν ἠμποροῦν νὰ προβοῦν, ἂς μὴ προβοῦν· ἡ ἱστορία προβαίνει, ἀλλὰ γίνεται ἀπόδειξις εἰς τὸ ἔθνος ὅτι τὰ μεγαλείτερα συμφέροντά του πρέπει εἰς ἄλλους ν’ ἀνατίθενται καὶ ὄχι εἰς τὰ δικαστήρια. (Εὖγε).
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ ν’ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον;
§93ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένος ὁ κ. Δηλιγιάννης, ἄλλος ὄχι. Δὲν εἶναι ὅμως δυνατὸν ἀπόψε νὰ τελειώσωμεν.
§95ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ προχωρήσωμεν.
§96ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὀφείλω νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν, ἐὰν μὴ ἐπιτρέπῃ ὁ κ. πρόεδρος καὶ ἡ Βουλή.
§97ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§98ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ ἡ μνεία τοῦ ὀνόματος ἐμοῦ ἡ γενομένη ὑπὸ τοῦ ἐντίμου ἐκ Κραναίας Βουλευτοῦ, δύναται νὰ ἐκληφθῇ ὡς αἰτίασις ἐπὶ τῇ ἀποχῇ μου ἀπὸ τῆς συζητήσεως ταύτης, ὀφείλω νὰ δώσω τὴν ἑπομένην ἐξήγησιν. Ἤλπιζον ὅτι δὲν ἦτον ἀδύνατον νὰ γίνωνται καταληπτοὶ οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἀπέσχον τῆς συζητήσεως ταύτης· ἐφρόνων δὲ, ὅτι ἡ διὰ τοὺς μὴ ἀκαταλήπτους τούτους λόγους κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην ἀποχή μου δὲν παράβλαπτε τὰ συμφέροντα τῆς πολιτείας, οὔτε παρεκώλυε τὴν ἀληθῆ ἐφαρμογὴν τῶν νόμων. Ὅταν αἱ πράξεις, περὶ τῶν νομικῶν χαρακτηρισμῶν τῶν ὁποίων πρόκειται σήμερον, ἐτελοῦντο ἐν τῇ πολιτείᾳ, ἡ κοινωνία ὅλη διὰ ποικίλων μέσων ἐδήλωσε τὴν ἑαυτῆς ἀγανάκτησιν· τότε δὲ ἄνδρες ἐπιφανεῖς πολιτευόμενοι εἰσηγήσαντο εἰς τὴν κοινωνίαν τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιζητήσεως τῆς ποινικῆς εὐθύνης παρὰ τῶν αὐτουργῶν τῶν πράξεων ἐκείνων· εἰσηγησάμενοι δὲ τὴν γνώμην ταύτην, ἀνέγραψαν αὐτὴν ἐν τῷ πολιτικῷ προγράμματί των ὡς πρωτίστην τῶν πράξεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἤθελον προκαλέσει τὸ Κοινοβούλιον. Ἡ κοινωνία ἐχαιρέτησε τὴν γνώμην ταύτην, καὶ παρέσχεν εἰς τοὺς ἐντίμους τούτους πολιτευομένους ὅλην τὴν ἑαυτῆς συνδρομὴν, καὶ πρὸ τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν καὶ κατ’ αὐτάς. Οἱ ἐκλογεῖς τῆς Ἑλλάδος ἐνίσχυσαν τοὺς πολιτευομένους τούτους διὰ τῆς συνταγματικῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἐκαλοῦντο νὰ ἐνασκήσουν. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴς ὁμιλῶν ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν εἰκόνισε ζωηρότατα τὴν ἔκφρασιν ταύτην, τὴν θέλησιν τῶν ἐκλογέων, παραστήσας, ὅτι ἡ ἕνωσις τῶν πολιτευομένων ἐκείνων ἦτο πραγματικὴ συγκέντρωσις τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων. Νομίζω, ὅτι δὲν παραβλάπτονται τὰ συμφέροντα τῆς πολιτείας ἐκ τῆς ἀποχῆς μου, διότι ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ εἶχον ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τούτων· νομίζω προσέτι, ὅτι δὲν παρηκωλύει οὐδὲ τὴν ἀληθῆ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, διότι ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ κατὰ τὸ ἀπὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου παρελθὸν ἕως σήμερον ὀκτάμηνον διάστημα ἐμελέτησαν τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐβασάνισαν αὐτὰς ὡς ἔδει καὶ εἰς ἀνάλυσιν τῶν στοιχείων, ἐξ ὧν συνέκειντο, προέβησαν, καὶ τοὺς ἀληθεῖς χαρακτηρισμοὺς τῆς ποινικῆς ἰδιότητος αὐτῶν ἔκαμον πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἐπαγγελίας των. Διὰ τοῦτο ἐν σιωπῇ ἠκροώμην τῶν συζητήσεων καὶ ἐπερίμενον νὰ ἀκούσω ἀπὸ αὐτοὺς, ἐπιφανεστέραν θέσιν ἔχοντας καὶ διὰ τῆς μελέτης ταύτης σοφωτέρους ἐμοῦ γενομένους, τὴν γνώμην ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου.
§99ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριοι, ἐγὼ διαμαρτύρομαι καθ’ ὅλων ὅσοι φρονοῦν, ὅτι ὑπάρχει τις ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ὁ ὁποῖος διὰ συμφέρον δὲν τολμᾷ νὰ λαλήσῃ. Δὲν πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ ἐκτελέσῃ κἀμμίαν πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ τόλμην, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ ἰσχὺν καὶ ῥώμην, ὅπως ἐὰν ἐπρόκειτο ν’ ἀναδεχθῇ μεγάλην τινὰ εὐθύνην. Ἡ ὁδὸς, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ καὶ ὅλα τὰ μέλη αὐτῆς χρεωστοῦν νὰ ἀκολουθήσωσιν, εἶναι κεχαραγμένη πρὸ πολλοῦ καὶ ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν πάντων· δὲν πρόκειται νὰ ἐπινοήσωμεν, δὲν πρόκειται νὰ σοφισθῶμεν, δὲν πρόκειται νὰ κατασκευάσωμεν πολιτικὸν σύστημα διὰ τῆς καταδιώξεως τῶν ὑπουργῶν περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται· πρόκειται ἁπλῶς καὶ καθαρῶς ἡ Βουλὴ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἐθνικὴν θέλησιν, προκηρυχθεῖσαν παρ’ ὅλων, ἣν ἐπρέσβευσε τὸ ἔθνος ὁλόκληρον, ἣν ἐν τῇ δικαίᾳ αὑτοῦ ἐξεγέρσει καὶ ἀγανακτήσει ἐπέβαλε πρὸς ὅλους· διὰ τοῦτο διαμαρτύρομαι καὶ κατ’ ἐκείνων ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι ἀποδίδουν εἴς τινας ἐξ ἡμῶν τὴν πρωτοβουλίαν εἰς ταῦτα. Ἀρνοῦμαι ὅτι ἔλαβέ τις τὴν πρωτοβουλίαν εἴτε περὶ τῶν ἄλλων ὅσα ἐτελέσθησαν, εἴτε περὶ τοῦ σχεδίου καὶ τοῦ σκοποῦ καὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς καταδίκης τῶν ὑπουργῶν, περὶ ὧν πρόκειται. Τὸ ἔθνος, ἰδὸν προσβαλλόμενα τὰ δικαιώματά του, ἰδὸν μετὰ τοσαύτης αὐθαδείας καὶ πρὸ πάντων μετὰ τοσαύτης ἐπιμονῆς ἐπιμένοντας τοὺς κυβερνῶντας ν’ ἀθετήσωσι τὸ πολίτευμα, νὰ καταπατήσωσι τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ἐλευθερίας τῆς πατρίδος, καὶ νὰ ἐγείρωσι μὲ τὴν μεγαλειτέραν ἀπάθειαν, ὡς ἂν ἦσαν οὐχὶ Ἕλληνες ἀλλ’ ἐχθροὶ τῆς Ἑλλάδος, τοὺς γνωστοὺς κινδύνους τῆς πατρίδος, ἠγανάκτησεν, ἐξηγέρθη καὶ μὲ ἓν βλέμμα κατέῤῥιψεν αὐτοὺς ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν. Κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην πάντες συμμετέσχομεν εἰς τὸ κίνημα, τὰ αἰσθήματα τοῦ ἔθνους ὅλοι τὰ συνῃσθάνθημεν καὶ ὅταν ἐνηργήθησαν αἱ ἐκλογαὶ, πάντες οἱ βουλευταὶ ἐλάβομεν παρὰ τοῦ ἔθνους ἐντολὴν ἀπαρασάλευτον νὰ ἐκτελέσωμεν τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν ἐξέγερσίν του ὁ λαὸς ἀπεφάσισεν. Ἕνεκα τούτου θαυμάζω πρὸς τί παραξενεύονταί τινες, μὴ βλέποντες συναδέλφους αὑτῶν πρὸς τοὺς ὁποίους ἔχουσι ὑπόληψίν τινα, νὰ προσέρχωνται νὰ λάβωσι τὸν λόγον, διότι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη οὐδὲ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ ἐξεγερθῇ ἡ φιλοτιμία τῆς Βουλῆς καὶ νὰ συνδαυλισθῇ τὸ αἴσθημα τῆς φιλοπατρίας ἐν αὐτῇ· ἀμφότερα εἶμαι βέβαιος ὅτι ὑπάρχουσι, καὶ οὐ μόνον ὑπάρχουσι διότι ἕκαστος ἐξ ὑμῶν, οἱ ὁποῖοι συγκροτοῦσι τὴν Βουλὴν, ἔχει τὰ αἰσθήματα ταῦτα, ἀλλὰ καὶ διότι ὀφείλει νὰ τὰ ἔχῃ, διότι αὕτη εἶναι ἡ ἐντολή του. Εὐτυχῶς δὲ ἀφ’ ἧς συνήλθομεν ἐδῶ, δὲν εἶδον νὰ παρουσιασθῇ διαφωνία. Ἡ ἔλλειψις μάλιστα διαφωνίας ἐπιφέρει πάντοτε τὴν ἔλλειψιν συζητήσεως, καὶ θαυμάζω πῶς κατωρθώσαμεν μέχρι τοῦδε νὰ βραδύνωμεν τὰς συζητήσεις χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀντιφωνία. Τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἠγέρθησαν ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν πράξεων, εἶναι δευτέρου λόγου ἄξια· ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς αὐτὰ ἐδόθησαν τοιαῦται διασαφήσεις, ἐγένοντο τοσαῦται συζητήσεις, ὥστε δὲν βλέπω ἂν ὑπάρχῃ πρόσκομμα νὰ μὴ προχωρήσωμεν καὶ ἂν δὲν ἔπρεπε νὰ προχωρήσωμεν ἀπὸ ἡμερῶν πολλῶν. Δὲν ἀπαιτεῖται ὡς πρὸς τὰ νομικὰ ζητήματα νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη συμφωνία, ὥστε οὔτε δέκα νὰ μὴ ἔχωσι γνώμην διάφορον. Ὁμιλῶν περὶ ὁμοφωνίας ἐννοῶ ὅτι πάντες εἴμεθα σύμφωνοι ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν, πάντες θέλομεν τὴν τιμωρίαν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, τὰ ὁποῖα προσεβλήθησαν, πάντες ἀναγνωρίζομεν τὸ παράτολμον καὶ κινδυνῶδες τῶν πράξεων, ὥστε νὰ ποιήσωμεν κατὰ πρώτην ἤδη φορὰν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, καὶ πάντες θεωροῦμεν τὰς πράξεις ὡς παρανόμους καὶ κολασίμους. Ἕως ἐδῶ δὲν ὑπάρχει διαφωνία. Τὰ ἀφορῶντα τὸν νομικὸν χαρακτηρισμὸν δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι θέλουν καὶ αὐτὰ λυθῇ κατὰ μεγίστην πλειονοψηφίαν. Ἂν ᾖναί τινες οἱ ὁποῖοι ἔχουν γνώμην ὡς πρὸς τὸ νομικὸν ζήτημα διάφορον τῶν ἄλλων, οὗτοι θὰ ᾖναι ὀλίγοι, διότι καὶ ὀλίγοι ὑπεστήριξαν τὰς ἰδέας αὐτὰς, καθ’ ὅλας τὰς συζητήσεις τὰς ὁποίας διήλθομεν. Ἐὰν ὑπῆρχεν ἀνάγκη, νομίζω, οὔτε ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ἀπέχῃ τῶν συζητήσεων, οὔτε ὁ πρόεδρος, καθὸ πρόεδρος, ἀλλὰ πιστεύω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη. Νὰ ᾖναι δὲ βέβαιοι οἱ ἐγείροντες δισταγμοὺς, ὅτι ἔχομεν τὸ αὐτὸ αἴσθημα τὸ ὁποῖον ἔχουσι· νὰ ᾖναι βέβαιοι, ὅτι ἂν, ὃ μὴ γένοιτο, κατὰ τὴν ἐξακολούθησιν αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, ἥτις θὰ διατρέξῃ πολλὰ στάδια, παρουσιασθῇ ποτε ἡ ἐλαχίστη ἀνάγκη νὰ μετάσχωσι πάντες τῶν συζητήσεων, θὰ τὸ πράξωσι, θὰ τὸ πράξῃ δὲ καὶ ἡ Κυβέρνησις, διότι δὲν ὑπάρχει ἐμπόδιον διόλου, προκειμένου νὰ ἐκτελέσωμεν τοὺς σκοποὺς καὶ τὰς ἀποφάσεις καὶ τὰς ἀξιώσεις τὰς ἐθνικάς. Ἀποκρούω προσέτι πάντα ταῦτα δι’ ἄλλον λόγον· πρὸ πάντων δὲ ὀφείλω νὰ δώσω λόγον δι’ ἐμὲ αὐτόν. Πῶς, κύριοι, καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα δὲν ἐργαζόμεθα ἡμεῖς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ φερθῇ εἰς πέρας ἡ ὑπόθεσις περὶ ἧς πρόκειται; Ὅτε ἡ Κυβέρνησις ἔφερε τὸν νόμον περὶ ἀκυρώσεως, καὶ ἐγὼ καὶ οἱ ὁμόφρονές μου ἀντεπροσωπεύθημεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ ἐκ τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης προῆλθεν ἡ πρότασις ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἡ Βουλὴ νὰ ζητήσῃ λόγον παρὰ τῶν πραξάντων. Ὅτε κατόπιν ἀντὶ τῆς Βουλῆς (καὶ ἡ Βουλὴ ἔπρεπε νὰ ᾖναι ἀπ’ ἀρχῆς ὁ κατήγορος) ἐδέησέ τινες νὰ ὑπογράψωσιν ἓν κατηγορητήριον, ἀντεπροσωπεύθην ὡσαύτως καὶ ἐγὼ καὶ οἱ ὁμόφρονές μου ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ, τὸ ὁποῖον περιέλαβε τὰ γεγονότα καὶ συγχρόνως ἐχαρακτήριζε τὰς πράξεις κατὰ τὸν ποινικὸν νόμον ὡς ἀξιοποίνους. Ὅτε διωρίσθη ἑτέρα ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία περὶ τῆς κατηγορίας αὐτῆς ὤφειλε νὰ ποιήσῃ εἰσήγησιν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐγὼ καὶ οἱ ὁμόφρονές μου ἀντεπροσωπεύθημεν καὶ ἐξηνέγκομεν γνώμην, τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν εἰσήγαγεν ὁ κ. Ζέγγελης. Ὅτε ἤρξαντο αἱ συζητήσεις, οἱ ὁμόφρονές μου ὡσαύτως, οἱ φίλοι μου, οἱ συνάδελφοί μου, μετὰ τῶν ὁποίων ἀνήκω εἰς τὸ αὐτὸ κόμμα, ἔλαβον τὸν λόγον, ὑπεστήριξαν τὸ κατηγορητήριον, ὑπεστήριξαν τὴν γνώμην τοῦ κ. Ζέγγελη, ἐξέφρασαν ὅλας τὰς ἰδέας μας καὶ δὲν ἀφῆκαν κενόν. Ἐξακολουθῶ ἑπομένως νὰ ἦμαι συμπράκτωρ εἰς ὅλην τὴν ἱστορίαν, τὴν ὁποίαν ἡ ὑπόθεσις διέτρεξεν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ· φρονῶ, καὶ φρονοῦσι πάντες ὅσοι μετ’ ἐμοῦ συμπράττουσιν, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Ζέγγελη περιλαμβάνει, ν’ ἀποφανθῇ δηλονότι ἡ Βουλὴ, ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις ἀνακρίσεως, ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει καὶ δὲν δύναται νὰ πράξῃ ἄλλως χωρὶς ν’ ἀνατρέψῃ τὰ θεμέλια τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ἡ ὁποία διέπει τὸ Κράτος, ὀφείλει νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις, καὶ εἶναι ἀδιάφορον ἂν ἡ ἀνάκρισις θὰ ἦναι πέντε ἢ ἓξ ἢ ὀκτὼ ἡμερῶν· ὀφείλει νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις, διότι καὶ ὅταν ὁ ἴδιος εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ ἴδιος μοίραρχος ἤθελον συλλάβει τὸν αὐτουργὸν μιᾶς ἐγκληματικῆς πράξεως ἐπ’ αὐτοφώρῳ, δὲν δύνανται νὰ τὸν παραπέμψωσιν εἰς τὰ δικαστήρια καί τοι ἐπ’ αὐτοφώρῳ συλληφθέντα, καί τοι αὐτὰ τὰ ἴδια ὄργανα τῆς δικαιοσύνης τὸν συνέλαβον· ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ παραπέμψῃ εἰς τὴν ἀνάκρισιν τὴν πρᾶξιν καὶ τοὺς πράξαντας καὶ νὰ συστήσῃ ἐπιτροπὴν, εἰς ἣν ν’ ἀναθέσῃ τὸ καθῆκον αὐτό· εἰς τὴν ἐπιτροπὴν θέλει παραπέμψει, κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μας, τὸ κατηγορητήριον, τοῦ ὁποίου τὴν ὀρθότητα οὐδεὶς δύναται νὰ διασείσῃ ὡς πρός τε τὰ γεγονότα καὶ ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν πράξεων· μὴ λησμονῶμεν δὲ ὅτι κατὰ τοὺς ποινικοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι μᾶς διέπουν, ὁ τελευταῖος χαρακτηρισμὸς ἕπεται πάντοτε τῆς ἀνακρίσεως καὶ δὲν προηγεῖται αὐτῆς. Βεβαίως κατὰ τὸ σύστημα τὸ ποινικὸν, τὸ ὁποῖον ἀκολουθοῦμεν, δὲν ἐπιτρέπεται ἡ παραπομπὴ εἰς ἀνάκρισιν μιᾶς πράξεως, τὴν ὁποίαν ὁ παραπέμπων δὲν θεωρεῖ ἀξιόποινον· δὲν ἕπεται ὅμως ὅτι ὁ ὁριστικὸς χαρακτηρισμὸς, τὸν ὁποῖον θέλει ὑποστηρίξει τὸ κατηγορητήριον ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, εἶναι δυνατὸν νὰ μορφωθῇ πρὶν διεξαχθῇ ἡ ἀνάκρισις. Ὁ νόμος λέγει ῥητῶς, μετὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἀνακρίσεως, τὴν στάθμισιν τῶν ἐξ αὐτῆς προκυψάντων γεγονότων, τῆς ἀλληλουχίας αὐτῶν καὶ τῆς ἀπολογίας τῶν κατηγορουμένων, τότε μόνον δύναται ὁ καταδιώκων νὰ μορφώσῃ ἐντελῆ ἰδέαν περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τὸν ὁποῖον ἡ πρᾶξις φέρει, διότι ὁ νόμος οἱονεὶ ἀπαγορεύει, πρὸ πάντων τούτων, τὸ οὐσιωδέστερον, ἤτοι τὸ ν’ ἀποφανθῇ ὁ κατήγορος ἂν ἐκ δολίας προαιρέσεως, ἢ ἐξ ἀμελείας ἡ πρᾶξις ἐξετελέσθη. Ἐκτὸς δὲ τούτου, κύριοι, μὴ περιορίζετε τὸν νοῦν σας εἰς τὴν εἰδικὴν περίστασιν περὶ ἧς πρόκειται· ὅταν ἀπονέμητε δικαιοσύνην, πρέπει νὰ ὁρμᾶσθε ὑπὸ γενικῶν ἀρχῶν, δὲν πρέπει δὲ νὰ τὰς ἀθετῆτε καὶ ἂν ἀκόμη ἔχετε τὴν πεποίθησιν ὅτι εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν εἶναι περιττή. Κατ’ ἀρχὴν λοιπὸν δὲν ὑπάρχει ὁριστικὸς τῆς κατηγορίας χαρακτηρισμὸς πρὶν ἀπολογηθῇ μετὰ τὰς ἀνακρίσεις ὁ κατηγορούμενος· ὁ νόμος θεωρεῖ ὅτι αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μορφώνει τὴν κατηγορίαν, ὁ τελευταῖον ἀλλὰ καὶ ἀποτελεσματικῶς δυνάμενος, μεθ’ ὅσας ἂν συλλέξητε πληροφορίας καὶ ὅσας θέλετε ἐνδείξεις, νὰ παρουσιάσῃ πράγματα, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε ἐσυλλογίσθητε, καὶ νὰ σᾶς παρασύρῃ ἀπὸ τῆς εὐθύνης εἰς τὸ ἀνεύθυνον, ἀπὸ τῆς ἐνοχῆς εἰς τὴν ἀθωότητα. Ἐπαναλαμβάνω, δὲν πρόκειται περὶ τῆς εἰδικῆς περιστάσεως τῆς σημερινῆς ὑποθέσεως· ποτὲ ἡ δικαιοσύνη δὲν πρέπει νὰ ἱδρύῃ ἀρχὰς καὶ νὰ καταλύῃ τὰς ἀρχὰς αὐτὰς καθ’ ὅσον παρουσιάζονται τοιαῦται ἢ τοιαῦται εἰδικαὶ περιστάσεις. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ὥριμον πλέον πρὸς λύσιν καὶ ὅτι τινὲς τῶν τελευταίων ἡμερῶν ἐδαπανήθησαν ἐπὶ ματαίῳ· ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκπληροῖ ἄριστα τὸ καθῆκόν της, ἐὰν παραπέμψῃ τὰ γεγονότα καὶ τοὺς πράξαντας, δηλαδὴ τοὺς ἐγκαλουμένους εἰς τὴν ἀνάκρισιν, ὅπως ἡ ἀνάκρισις αὐτὴ ἐξετάσῃ σύμφωνα μὲ τὸν νόμον τὴν ὕπαρξιν τῶν γεγονότων ὑπὸ τὸν χαρακτῆρα τὸν ὁποῖον τὸ κατηγορητήριον φέρει, μετὰ δὲ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἀνακρίσεων ἡ ἐπιτροπὴ θέλει παρουσιασθῆ ἐνώπιόν μας καὶ ἡμεῖς θ’ ἀποφασίσωμεν ἂν θὰ παραπέμψωμεν ἢ μὴ καὶ ἂν θὰ λάβωμεν ἀνάγκην νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν τὸν δοθέντα χαρακτῆρα εἰς τὰς πράξεις αὐτάς. (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§100ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι ἀπὸ τεσσάρων ἡμερῶν δὲν συζητοῦμεν περὶ τοῦ ἂν πρέπει, ἢ δὲν πρέπει, νὰ κατηγορηθῶσιν οἱ πρώην ὑπουργοί. Περὶ τούτου ἀπεφάνθη τὸ ἔθνος, καὶ ἡμεῖς ἀπεστάλημεν παρὰ τοῦ ἔθνους, ἵνα ἀναγράψωμεν τὴν ἀπόφασίν του ταύτην. Δὲν πρόκειται νὰ εἴπωμεν ὅτι οἱ πρώην ὑπουργοὶ παρέβησαν τὸ καθῆκόν των, παρέβησαν τὸν νόμον, ὅτι εἶναι ἄξιοι τιμωρίας· τοῦτο οἱ πάντες γινώσκομεν καὶ εἶναι πρᾶξις ἁπλῶς τυπική. Ὅ,τι πρόκειται νὰ πράξωμεν εἶναι, νὰ ἐξερευνήσωμεν τὸν τρόπον, δι’ οὗ δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὸ ἔργον τοῦτο, ὅπως ἀπαιτεῖ ἡ δικαιοσύνη, ὅπως ἀπαιτεῖ ὁ ὑψηλὸς σκοπὸς καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια ἡμῶν καὶ τοῦ τόπου· διότι τὸ ἔργον τοῦτο ἔχει διπλοῦν χαρακτῆρα· ἔχει χαρακτῆρα πολιτικὸν καὶ ἔχει χαρακτῆρα δικαστικόν. Δὲν ἀνετέθη εἰς ἡμᾶς ὁλόκληρος ἡ διεξαγωγὴ τοῦ ἔργου, ἀλλὰ μόνον ἡ διατύπωσις τῆς κατηγορίας· ἡ διεξαγωγὴ τῆς δίκης ἀνετέθη εἰς σῶμα καθαρῶς δικαστικόν· καὶ ἂν τὴν διατύπωσιν τῆς κατηγορίας δὲν ἐκτελέσωμεν καθ’ ὅλα συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, κινδυνεύομεν νὰ φέρωμεν τὴν ὑπόθεσιν εἰς ναυάγιον. Τοῦτο δὲν εἶναι δευτερευούσης ἀξίας ζήτημα, εἶναι ζήτημα σπουδαιότατον, καὶ τοῦτο δικαιολογεῖ τὴν παράτασιν τῶν συζητήσεων μέχρι τῆς σήμερον καὶ τὴν παράτασιν αὐτῶν καὶ πέραν τῆς σήμερον. Ἀλλά, κύριοι, αἱ Βουλαὶ δὲν ἐργάζονται ὡς ἀκαδημίαι, δὲν συζητοῦμεν ἐδῶ μόνον ἐπιστημονικῶς, αἱ συζητήσεις ἡμῶν ἔχουσι σκοπὸν καὶ τέρμα τὴν ἀπόφασιν, εἰς ἣν θὰ προέλθωμεν. Εἰς τὰς ἀποφάσεις τῶν Βουλῶν ὁδηγὸς εἶναι ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰ συνταγματικὰ κράτη εἶναι ὁ ὁδηγὸς τῆς Βουλῆς, διότι εἶναι ἡ ἔκφρασις τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, καὶ ὁσάκις ἡ Κυβέρνησις ἵσταται μακρὰν τῶν ἐν τῇ Βουλῇ πολιτικῶν συζητήσεων, παραγνωρίζει τὸ καθῆκόν της, καὶ ἐπέρχεται τὸ ἀποτέλεσμα, εἰς τὸ ὁποῖον παριστάμεθα ἀπὸ τεσσάρων ἡμερῶν. Ὅλοι ἀναγνωρίζομεν, ὅτι ἡ συζήτησις παρεξετράπη τῆς τροχιᾶς αὐτῆς, καὶ αὐτὴ ἡ συζήτησις, τὴν ὁποίαν ἤδη διεξάγομεν, ἀποδεικνύει τὴν παρεκτροπήν· ἀλλὰ διατί συμβαίνει τοῦτο; συμβαίνει, διότι ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνετέθη τὸ ἔργον νὰ ὁδηγῶσι τὴν Βουλήν, δὲν ἠξεύρω διατί σιωπῶσιν. Ἀληθῶς, κύριοι, ἡ Βουλὴ αὕτη ἐξελέχθη εἰς περιστάσεις ἐκτάκτους, καὶ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὅτι ἡ συνένωσις ἀρχηγῶν κομμάτων ἀντεπροσώπευσε τὰς ἰδέας τῆς πλειονοψηφίας τοῦ τόπου κατὰ τὰς ἐκλογὰς, καὶ τὰς ἀντιπροσωπεύει ἑπομένως καὶ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Μετὰ τῆς Κυβερνήσεως λοιπὸν εἶχον καθῆκον καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶναι συνυπεύθυνοι μετ’ αὐτῆς ἐπὶ τοῖς ἔργοις, καὶ ἐπὶ τῇ ὁδηγίᾳ τῆς πλειονοψηφίας νὰ ἐκφράσωσι γνώμην· ἀλλὰ τὸ καθῆκον αὐτῶν εἶναι καθῆκον ἠθικόν, τοῦ ὁποίου τὴν ἐκπλήρωσιν δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ τοῖς ἐπιβάλωμεν· ἔχομεν ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης εἰς τὸ ὑπουργεῖον, διότι ἐξ αὐτοῦ τούτου, ὅτι εἶναι ὑπουργεῖον, ἔχει τοιαύτην ὑποχρέωσιν καὶ πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν, ἥτις ἔφερεν αὐτὸ εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ πρὸς ὅλην τὴν βουλήν, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύει. Ἡ Κυβέρνησις δὲν παρίσταται ἐν τῇ Βουλῇ ὡς σῶμα ὀθνεῖον, ἔργον ἔχον νὰ ἐπιτηρῇ τὴν Βουλήν, ὡς κατάσκοπος, ἵνα ἐπιπέσῃ κατ’ αὐτῆς ἂν παρεκτραπῇ ἡ Κυβέρνησις ἀνήκει εἰς τὸ σῶμα τῆς Βουλῆς, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ παρεκτρέπηται, ἂν αἱ συζητήσεις τῆς Βουλῆς δὲν παρουσιάζωσι τὴν εἰκόνα, ἣν πρέπει ἐπὶ τοιούτων θεμάτων νὰ παριστῶσιν, ὑπεύθυνοι εἶναι οἱ κυβερνῶντες. Τὸ ζήτημα, ὅπερ πρὸ ἡμερῶν συζητοῦμεν, εἶναι τῷ ὄντι ἐκ τῶν σπανίως παρουσιαζομένων εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν ἐθνῶν. Δὲν πρόκειται περὶ ἁπλῆς ἐφαρμογῆς τῆς εὐθύνης, πρόκειται περὶ ἀποφάσεως, ἥτις δίδει τὸν χαρακτηρισμὸν εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν μεταβολὴν τῆς 27 Ἀπριλίου· καὶ ἡ μεταβολὴ ἐκείνη ἦτο ἡ σπουδαιοτέρα τῶν παρ’ ἡμῖν μεταβολῶν· εἴχομεν καὶ ἄλλας μεταβολάς, ἀλλὰ τὰς εἴχομεν δι’ ἐπαναστάσεως, ἐνῷ ταύτην εἴχομεν ἄνευ ἐπαναστάσεως, διὰ τῆς ἐνεργείας τῆς κοινῆς γνώμης· ὅταν δὲ βλέπωμεν τὴν κοινὴν γνώμην ἐνεργοῦσαν, ὅταν βλέπωμεν τὴν κοινὴν γνώμην ἐπιβαλλομένην, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν ἐπανάστασιν, τότε δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ὁ τόπος εἰσῆλθεν εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ἐλευθερίας (χειροκροτήματα εἰς τὸ ἀκροατήριον). Ἂν αἱ ἐπαναστάσεις συμπληροῦσι τὸ ἔργον αὑτῶν ἐν μιᾷ νυκτί, ἡ κοινὴ γνώμη συμπληροῖ τὸ ἔργον αὑτῆς βραδέως, ἀλλ’ ἀσφαλῶς, καὶ ἤδη ἤλθομεν νὰ διαπράξωμεν τὸ ἔργον τῆς κοινῆς γνώμης, ἐκλήθη δὲ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ὅπως μᾶς καθοδηγήσῃ εἰς τὴν πορείαν μας. Ἀνατρέξατε εἰς τὸ παρελθὸν, τί θέλετε ἰδεῖ; Θέλετε ἰδεῖ ὅτι ὁσάκις ζητεῖται εὐθύνη κατὰ προκατόχου Κυβερνήσεως ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, πρῶτοι συνήγοροι τοῦ προκατόχου ὑπῆρξαν πάντοτε οἱ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ διάδοχοι, καὶ τοῦτο διότι οἱ προκάτοχοι ἠμύνοντο κατὰ τῆς εὐθύνης. Σήμερον δὲν ἔχομεν ἀληθῶς τὸ γεγονὸς τοῦτο ἐνώπιόν μας· δὲν ὑποστηρίζουσι τὴν σήμερον οἱ ὑπουργοὶ τοὺς προκατόχους αὑτῶν, ἀλλὰ διὰ τῆς σιωπῆς ἀφίνουσι νὰ διεξάγηται τοιαύτη ὑπόθεσις ἀφ’ ἑαυτῆς, καὶ ἂν παραταθῇ ἡ ἀποχὴ τῆς Κυβερνήσεως θέλομεν φθάσει εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα ὡσανεὶ εὑρισκόμεθα πρὸ τῆς 27 Ἀπριλίου (χειροκροτήματα εἰς τὸ ἀκροατήριον). Ὅ,τι διακρίνει τὰ ἐλεύθερα πολιτεύματα, ὅ,τι ἀποδεικνύει ὅτι τὸ ἔθνος εἶναι κύριον ἑαυτοῦ, εἶναι ἡ χρῆσις τῆς εὐθύνης. Ἂν τὸ ἔθνος δυνηθῇ νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν εὐθύνην τῶν ὑπουργῶν στηριζόμενον ἐπὶ τοῦ νόμου, τότε, τῷ ὄντι, θὰ πεισθῶμεν ὅτι ἡ εἰκοστὴ ἑβδόμη Ἀπριλίου ὑπῆρξε νέα ἐποχὴ διὰ τὸν τόπον· ἀλλὰ δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τέρμα, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπιτελέσῃ τὴν ἐντολὴν αὑτῆς καὶ ἂν παρατείνῃ τὴν ἀπὸ τοσούτων ἡμερῶν τηρουμένην ἐνώπιον ἡμῶν σκανδαλώδη αὑτῆς σιωπήν. (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου, θόρυβος ἐν τῇ Βουλῇ).
§101ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ἀπαντῶ εἰς τὴν σκανδαλώδη πρόκλησιν, σκανδαλώδη ἐκ προθέσεως. Βλέπετε κίνδυνόν τινα; Ποῖος, ἐρωτῶ, ὑπάρχει ὁ κίνδυνος ἢ ποία δυσκολία ἐνεφιλοχώρησεν εἰς τὴν τακτικὴν καὶ ὁμαλὴν ἐνέργειαν τῆς Βουλῆς, ὥστε ἡ Κυβέρνησις νὰ χορηγήσῃ τὴν συνδρομήν της; Ἡ πρὸ τῆς 27 Ἀπριλίου κατάστασις ἐπολεμήθη καὶ κατεστράφη· ἀλλὰ καυχῶμαι ὅτι ἔλαβον καὶ ἐγὼ ἐνεργὸν μέρος· ἐκεῖνοι δὲ, οἵτινες μᾶς μέμφονται, ἐκάθευδον καὶ ἀνεπαύοντο, (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου) καὶ τούτων τὰ δικαιώματα καὶ αἱ ὑπηρεσίαι στηρίζονται εἰς τὴν συγγραφὴν ἑνὸς ἄρθρου, ζητοῦσι ὅμως σήμερον στεφάνους ... (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Ἡμεῖς καὶ ἐκινδυνεύσαμεν καὶ ὑπεφέραμεν καὶ ἐθυσιάσαμεν καὶ προσεφέραμεν καὶ εἰργάσθημεν, ἵνα ἐπέλθῃ ἡ κατάστασις αὕτη· δὲν ἐπιτρέπω λοιπὸν τὴν σκανδαλώδη αὐτὴν πρόκλησιν. Ἐνόμιζον, κύριοι, ὅτι μετὰ τὴν ἐξήγησιν τοῦ ἐντίμου κ. Δεληγεώργη πᾶσα ἀμφιβολία ἤθελε παύσει· ὁ κ. Δεληγεώργης καλῶς ἐξήγησε, διατί ἡ περαιτέρω συζήτησις ἦτο ματαιοπονία, καὶ ἀνάγκη μάλιστα ὑπῆρχε νὰ δοθῇ τέλος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἐκτελεῖτε σήμερον κυρίως τὸ σπουδαιότερον τῶν καθηκόντων ὑμῶν ὡς Βουλή· πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν οἱ νόμοι, νὰ ἱκανοποιηθῇ ἡ ἀδικηθεῖσα κοινωνία καὶ ν’ ἀνορθωθῇ τὸ Σύνταγμα. Τὸ ἔργον τοῦτο εἶναι ἔργον καθαρὸν τῆς Βουλῆς· καὶ ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ σιωπήσω, διότι ἤθελον ἐλαττώσει τὴν ἀξίαν τῆς πράξεως, ἤθελον βλάψει μάλιστα, ἐὰν μετέβαλον τὸ ζήτημα ἀπὸ καθαρῶς βουλευτικοῦ εἰς κυβερνητικόν. (Εὖγε, εὖγε ἐν τῇ Βουλῇ). Ἔπρεπε μόνη καὶ καθαρῶς ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ἔργον της, ἄνευ οὐδεμιᾶς κυβερνητικῆς ἐπεμβάσεως, ἥτις ἐδύνατο τότε νὰ δώσῃ χώραν εἰς συκοφαντίας καὶ παρεξηγήσεις. Διὰ τοῦτο, κύριοι, καὶ μὴ ὑπαρχούσης ἀνάγκης καὶ κινδύνου μηδενός, ἐμείναμεν ἀπαθεῖς εἰς τὰς θέσεις μας καὶ ἀδιάφοροι, περιμένοντες ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ὄντες ἕτοιμοι νὰ ἐκτελέσωμεν τὴν ἀπόφασίν της. (Χειροκροτήματα). Ἡ ἱστορία ἐμοῦ καὶ ἡ πολιτεία εἶναι μακρά· ταύτην ἐπικαλούμενος νὰ ἐξετάσητε, δὲν ἐπιτρέπω εἰς οὐδένα νὰ τὴν παραμορφώσῃ. Καὶ ἐκινδύνευσα καὶ ἐθυσίασα, ὅτε οἱ ἄλλοι οὐδένα κίνδυνον διέτρεξαν, εἰς οὐδεμίαν θυσίαν ὑπεβλήθησαν. Ἀκολουθῶ τὸν δρόμον, τὸν ὁποῖον ἡ ἐπίσημος θέσις μου μοὶ ἐπιβάλλει σήμερον, ἀλλὰ ἐμμένω σταθερὸς καὶ ἀκλόνητος εἰς τὰς πεποιθήσεις μου, εἰς τὰς ἀρχάς μου. (Χειροκροτήματα ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ). Ἐὰν ζητῆτε ἐπὶ τέλους καὶ τὴν γνώμην μου, ἐπειδὴ πρέπει νὰ τὴν εἴπω, συμφωνῶ καὶ ἐγὼ μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι πρέπει νὰ ἐνεργηθῇ ἀνάκρισις ἐπὶ τῶν γεγονότων, ζητηθῇ ἀπολογία, καὶ οὕτω νὰ προχωρήσωμεν.
§102ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Τρικούπην νὰ δώσῃ μίαν ἐξήγησιν, τί ἐννοεῖ ὅτι αἱ παρελθοῦσαι κυβερνήσεις ἦσαν ἐναντίαι κατὰ τῆς λογοδοσίας καὶ τῆς εὐθύνης τῶν προκατόχων καὶ ἂν ἐνόησε ν’ ἀποδώσῃ τὴν τακτικὴν αὐτὴν εἰς τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη, τὸ ὁποῖον διεδέχθη ἐμέ.
§103ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα.
§104ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τί ἐννοεῖτε;
§105ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐννοῶ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Βούλγαρη.
§106ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁποία ἦτο προκάτοχος αὐτῆς;
§107ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἰδική σας.
§108ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ποίας εὐθύνης;
§109ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τῆς ὑποβληθείσης κατηγορίας.
§110ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ποίας κατηγορίας;
§111ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τῆς ὑποβληθείσης ὑπὸ τοῦ Λομβάρδου καὶ Δηλιγιάννη.
§112ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παραδέχεσαι ὅτι ὑπῆρχε κατηγορία;
§113ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἦτο προπαρασκευὴ πρὸς κατηγορίαν.
§114ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἦτο κατηγορία, οὔτε προπαρασκευὴ, ἦτο ἐπιθυμία καὶ πόθος πρὸς κατηγορίαν. Δὲν ἐπετρέπετο τοῦτο εἰς σὲ, ἐνῷ βλέπεις, ὅτι μετὰ μεγάλης γενναιοφροσύνης φερόμεθα πρὸς σὲ, ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν καταδιώκεσαι, ὄχι διότι δὲν ἠθέτησας τοὺς νόμους, ἀλλὰ διότι δὲν τοὺς ἠθέτησας κακῇ τῇ πίστει, ἀλλ’ ἐξ ἐλαφρότητος (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων), ὁ ὁποῖος ἔφερες τὸ σκάνδαλον νὰ μεταβάλῃς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον εἰς νομοθετικὸν σῶμα, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἐνομοθέτεις νόμους παντὸς εἴδους καὶ τοὺς ἐπέβαλες εἰς τὸν λαὸν χωρὶς δι’ ὅλου νὰ ἐνθυμηθῇς, ὅτι ὑπάρχουν ἐξουσίαι, τὰς ὁποίας δὲν εἶχες τὸ δικαίωμα νὰ θίξῃς, ἦτο λοιπὸν πάντη ἀναξιοπρεπὲς εἰς σὲ, κύριε Τρικούπη, ὑπ’ οὐδενὸς προκαλούμενος καὶ ἐν περιστάσει κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπετρέπετο νὰ συζητηθῇ ὑπ’ ἐμοῦ τὸ ζήτημα καὶ νὰ ἀπολογηθῶ, νὰ ἔλθῃς μὲ τόσον φαρμακερὰν γλῶσσαν, κρύφα καὶ δολίως νὰ ῥίψῃς αὐτὴν τὴν ἰδέαν κατὰ τὴν ἐπίσημον ταύτην στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν δικάζονται ὑπουργοὶ προδόντες τὴν πατρίδα.
§115ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Θέλει νὰ ὁμιλήσῃ, ἀλλ’ ἐμποδίζεται πολλοὶ δεξιόθεν κάτω, κάτω, ποδοκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). (Ὁ κ. Τρικούπης ἵσταται ὄρθιος ἵνα ὁμιλήσῃ). (Πάταγος μέγας).
§116ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου...
§117ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τί ἐλευθερία τοῦ λόγου! ὕβρεις δὲν εἶναι ἐλευθερία τοῦ λόγου.
§118ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀπορῶ πῶς τολμᾶτε νὰ μοῦ ἀφαιρέσητε τὸν λόγον. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀκούσητε. (Ἀναβαίνει τὸ βῆμα ὁ Πρωθυπουργός).
§119ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐλευθερία τοῦ βήματος πρέπει νὰ ᾖναι ἀπόλυτος ἐν ὅσῳ δὲν ὑπερβαίνει ὅριά τινα, καὶ μέχρι τοῦδε δὲν ἔχομεν τὴν ὑπέρβασιν αὐτὴν, δὲν ἔχομεν νὰ παραπονεθῶμεν ὅτι ὁ κ. Τρικούπης ὑπερέβη τὰ ὅρια, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε νὰ τῷ ἐπιτρέψωμεν νὰ ὁμιλήσῃ. Διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ καὶ ἐγὼ θερμῶς νὰ ἀφήσωμεν ἐλεύθερον τὸν κ. Τρικούπην, καὶ ὁ κ. Τρικούπης νὰ εἴπῃ ὅ,τι θέλει. Ὁρίστε, κύριε Τρικούπη.
§120ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρώτην φορὰν, κύριοι, ἀκούω κατ’ ἐμοῦ ἀναφερομένην τὴν κατηγορίαν, ὅτι δολίως καὶ κρύφα προσβάλλω τινά· συνείθισα τὰς γνώμας μου νὰ τὰς λέγω φανερά· καὶ ἂν εἶπόν τι τὸ ὁποῖον ἐπροκάλεσεν ἀγανάκτησίν τινος, τὸ εἶπον ἐνώπιον ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, ἐνώπιον ὁλοκλήρου τοῦ ἀκροατηρίου ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει (θόρυβος μέγας εἰς τὰ ἀκροατήρια).
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ κενώσωσι τὰ ἀκροατήρια, ἂν ἄλλην μίαν φορὰν ἐξακολουθήσωσι νὰ θορυβήσωσι.
§122ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καλά! Καλά!
§123ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδέποτε ἐνόμισα, ὅτι ἡ ἐλευθέρα συζήτησις ἀποτελεῖ σκάνδαλον· ἐγὼ, κύριοι, πάντοτε εὐγνωμονῶ πρὸς ἐκεῖνον ὅστις ἔλθῃ καὶ μοῦ εἴπῃ οἱανδήποτε ἔχει γνώμην ἐπὶ τῶν πράξεών μου· ἀλλὰ θέλω νὰ τὴν εἴπῃ παῤῥησίᾳ ἐνώπιον Βουλῆς ἐλευθέρας, ἡ ὁποία εἶναι ἡ παροῦσα, διότι θέλω ἔχει τὴν εὐκαιρίαν ν’ ἀποκρούσω πᾶσαν ἐνδεχομένην παρεξήγησιν· ἐπὶ 6 μῆνας εἶμαι τὸ ἀντικείμενον τῆς παρεξηγήσεως ἐκ μέρους τῆς δημοσιογραφίας καὶ ἐκ μέρους ἄλλων ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου· εὐγνώμων λοιπὸν εἶμαι πρὸς πάντα ὅστις μοῦ δίδει τὴν εὐκαιρίαν, τοιαύτην σκληρὰν κατηγορίαν ν’ ἀποκρούσω· ἀπορῶ δὲ πῶς καὶ ὁ συμπολίτης μου δὲν εὐγνωμονεῖ, ὅτι ἐνώπιον αὐτοῦ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον ὁμιλῶ, καὶ ἐκφράζει ἐπὶ τούτῳ παράπονον. Ἐγὼ, κύριοι, ἔλαβον ἀφορμὴν εἰς ὅσα εἶπον ἐξ ὅσων ἐῤῥέθησαν περὶ τῆς διαγωγῆς τοῦ κ. Βούλγαρη κατὰ τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο καὶ κατηγορία παρὰ δύω ἀξιοτίμων συναδέλφων· καὶ τῷ ὄντι, κύριοι, ἀνεγνώρισα εἰς τὴν διαγωγὴν τοῦ Βούλγαρη, ὁποία τότε ὑπῆρξε, τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι οὐδέποτε Κυβέρνησις ἀπολυτόφρων θέλει δεχθῇ τὴν πραγματοποίησιν τῆς εὐθύνης παρὰ τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι ἐγὼ ὑπέμνησα εἰς αὐτὸν τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς Κυβέρνησις, οὐδεμίαν μνείαν ποιησάμενος αὐτοῦ προσωπικῶς, ἔρχεται καὶ μὲ προσβάλλει προσωπικῶς καὶ βαναύσως.
§124ΜΙΑ ΦΩΝΗ. Βάναυσος εἶσαι σύ.
§125ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τὸ ἀνακαλέσῃ, κ. πρόεδρε. (Ποδοκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων, ἐντὸς τῆς αἰθούσης θόρυβος καταπληκτικός). Νὰ τὸ ἀνακαλέσῃ, νὰ τὸ ἀνακαλέσῃ!
§126ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἄν ἡ μομφή.... (δὲν ἀκούεται ἐκ τοῦ θορύβου).
§127ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τὸ ἀνακαλέσῃ!
§128Σ. ΝΟΤΑΡΑΣ. Ἂν δὲν τὸ ἀνακαλέσῃ, θὰ τὸν ὑβρίσω.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Τρικούπη, ἐν τῇ παραφορᾷ σας ἐξέφυγεν ἡ λέξις βαναύσως, παρακαλῶ νὰ τὴν ἀνακαλέσητε· κατὰ τὸ ἄρθρον 27 τοῦ Κανονισμοῦ, ἂν δὲν τὴν ἀνακαλέσητε, σᾶς ἀνακαλῶ ἐγὼ εἰς τὴν τάξιν, καὶ τοῦτο σημειοῦται εἰς τὰ πρακτικά.
§130ΡΩΜΑΙΟΣ. Νὰ τὸν ἀποδοκιμάσῃ ἡ Βουλὴ (θόρυβος μέγας).
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν βλέπετε, κ. Τρικούπη, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπιμένει νὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν.
§132ΚΑΦΕΝΤΖΟΓΛΟΥΣ. Αὐτὴν τὴν πρότασιν φέρω εἰς τὴν Βουλήν, νὰ τὸν ἀποδοκιμάσῃ ἡ Βουλὴ (θόρυβος παρατεταμένος).
§133ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Θέλων ν’ ἀγορεύσῃ ἐμποδίζεται).
§134ΜΠΟΥΤΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀγορεύσῃ.
§135ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Ἐν μέσῳ φωνῶν καὶ θορύβου). Δὲν ἠμπορεῖτε οὐδεμίαν ἀπόφασιν νὰ κάμητε, ἂν δὲν μὲ ἀκούσητε ἐπὶ τοῦ ζητήματος.
§136ΚΑΦΕΝΤΖΟΓΛΟΥΣ. Γίνεται πρότασις ῥητὴ νὰ τὸν ἀποδοκιμάσῃ ἡ Βουλή.
§137ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διὰ τί δὲν μὲ ἀφίνετε νὰ ὁμιλήσω;
§138ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ἀποδοκιμασθῇ.
§139ΚΑΝΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι δίκαιον, δὲν εἶναι πρέπον. Ὁ κ. Τρικούπης ἀπολογούμενος ὡμίλησεν· ἂν δὲ αἱ συζητήσεις ἔγειναν σκανδαλωδῶς, ἀφορμὴ δὲν εἶναι ὁ κ. Τρικούπης. Ἡ Βουλὴ αὐτὴ πρέπει νὰ ᾖναι πλέον ἐπιφυλακτικὴ διὰ τὴν ὑπόληψίν μας. Ἐγὼ δὲν εἶμαι πολιτικὸς φίλος τοῦ κ. Τρικούπη, ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι τῷ ὄντι ἀπολογούμενος ἐλάλησε, διότι ἦτον ὑποχρεωμένος νὰ ἀποκρούσῃ λόγους τῷ ὄντι πικρούς. Μὴν ἐπιμένετε (θόρυβος).
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Τρικούπη, παρακαλῶ νὰ ἀνακαλέσητε τὴν λέξιν «βαναύσως».
§141ΤΙΝΕΣ. Εἶναι πρότασις ῥητὴ νὰ ἀποδοκιμασθῇ.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἂν ἀποδοκιμάζῃ τὴν λέξιν «βαναύσως».
§143ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα!
§144ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος· ἐγένετο πρότασις νὰ ἀποδοκιμάσητε.
§145ΚΑΝΑΡΗΣ. Φέρω λοιπὸν καὶ ἐγὼ πρότασιν ὅτι, ὄχι.
§146ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ αὐτῆς τῆς προτάσεως ἔχω τὸν λόγον (θόρυβος).
§147Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀφαιρεῖτε τὸν λόγον· δὲν ἔχετε οὐδὲν δικαίωμα.
§148ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Ἵσταται ὄρθιος ἵνα ὁμιλήσῃ, ἀλλ’ ὁ θόρυβος τὸν καταπνίγει).
§149ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὴν ὁμόνοιαν καὶ τὴν παμψηφίαν ἐπεκαλέσθην πρὸ 2 ἢ 3 ἡμερῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος καὶ ηὐχήθημεν ἐν πλήρει ὁμονοίᾳ νὰ τελειώσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο· τὴν ὁμόνοιαν ταύτην ἀπαιτεῖτε καὶ σεῖς ὅλοι, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ᾖναι οὐδεὶς ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, ὁ ὁποῖος ἴσως στιγμιαίως ἐρεθισθεὶς ἀπὸ ἕνα λόγον, ἀπὸ μίαν ἔκφρασιν, θελήσῃ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, δι’ αὐτὴν τὴν ἔκφρασιν, νὰ μεταφέρῃ τὸ πεδίον τῆς συζητήσεως.
§150ΜΙΛΗΣΗΣ. Νὰ μᾶς ὑβρίζητε δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα.
§151ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἐννοῶ νὰ συμβουλεύσω οὐδένα· θέλω νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, καὶ σεῖς ὀφείλετε νὰ τὴν ἀκούσητε· ἂν ᾖναι κάποιος ὅστις λέγει ὅτι δὲν θέλει νὰ ἀκούσῃ αὐτὴν, πιστεύω ὅτι εἶναι μόνος ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου τούτου. Πρόκειται νὰ κατηγορήσητε, κύριοι, καὶ νὰ παραπέμψητε τοὺς ἄλλους διότι παρεβίασαν τοὺς νόμους, καὶ σεῖς θέλετε νὰ παραβιάσητε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου εἰς τοὺς συναδέλφους σας;
§152ΠΟΛΛΟΙ. Σεῖς, σεῖς!
§153ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγένετο πρότασις ἀποδοκιμασίας· ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἀποδοκιμασίας ὁμιλῶ καὶ ὀφείλετε νὰ ἀκούσητε, καὶ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ καταδικάσητε χωρὶς νὰ ἀκούσητε· ἀδιάφορον, καταδικάσατε, ἀλλὰ παραβιάζετε τοὺς τύπους τῆς ὑπερασπίσεως· σᾶς ζητεῖ ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον θέλετε τώρα νὰ καταδικάσητε νὰ τὸν ἀκούσητε, διατί δὲν τὸν ἀκούετε;
§154ΜΙΛΗΣΗΣ. Διότι δὲν συζητεῖ, ἀλλὰ ὑβρίζει.
§155ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, διὰ τὴν σκηνὴν, ἡ ὁποία παρεστάθη, ἀλλὰ παρεστάθη. Λάβετε οἱονδήποτε μέτρον θέλετε, ἀλλὰ προσέχετε μὴ φανῆτε ὅτι δὲν θέλετε νὰ ἀκούσητε ἐκεῖνον κατὰ τοῦ ὁποίου πρόκειτε νὰ γείνῃ πρότασις ἀποδοκιμασίας· ὅτι καὶ ἂν εἰπῆτε δὲν θὰ πιστεύσῃ κἀνεὶς ὅτι ὁ Χαρίλαος Τρικούπης ὕβρισεν.
§156ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τί γίνεται ἡ πρότασίς μου περὶ ἀνακλήσεως τῆς λέξεως «βαναύσως;»
§157ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ πρότασις ὀφείλετε νὰ μὲ ἀκούσητε· δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἵτινες παραιτοῦνται εὐκόλως τῶν δικαιωμάτων αὑτῶν, οὔτε ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀφαιροῦσιν ἀπὸ τῶν ἄλλων τὰ δικαιώματά των. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ πολλὰ μέλη τῆς Βουλῆς ἤκουσαν μετ’ ἀνοχῆς κατ’ ἐμοῦ ἐκφράσεις, αἵτινες οὐδέποτε ἀντήχησαν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου.
§158ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν σὲ ὕβρισε κἀνείς.
§159ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐλέχθη ὅτι δολίως καὶ κρύφα προσέβαλόν τινα· θεωρεῖτε ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ὕβρις; Νομίζετε ὅτι αἱ λέξεις αὗται δὲν εἶναι ὕβρεις πολὺ βαρύτεραι τῆς λέξεως, τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθην ἐγὼ ἄνευ σκοποῦ ὑβριστικοῦ; Ὅταν ἠκούσατε τὸν πρωθυπουργὸν λέγοντα ἀπὸ τοῦ βήματος ὅτι κινδυνευούσης τῆς πατρίδος ἐγὼ ἐκάθευδον....... βεβαίως ταῦτα πάντα εἶναι λέξεις ἁπλαῖ δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι νομίζουν, ὅτι ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ τις ὑπὲρ αὑτοῦ τὴν πλειονοψηφίαν..... (θόρυβος) αἱ λέξεις «ἐκάθευδον κινδυνευούσης τῆς πατρίδος» βεβαίως ἐπιτρέπονται ὅταν ἔχῃ τις τὴν πλειονοψηφίαν· διατί δὲν ἀνεκαλέσατε καὶ τὸν κ. Δεληγεώργην καὶ τὸν πρωθυπουργόν; Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπόφασις εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ προβῆτε, καὶ θέλω εὐχαρίστως ἰδεῖ καὶ ἐμαυτὸν συμπεριλαμβανόμενον, ἀλλὰ συμπεριλαμβανόμενον ὡς ἀμυνόμενον εἰς τὸν ἀγῶνα. Λέγω λοιπὸν ὅτι θὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν περὶ ἀνακλήσεως εἰς τὴν τάξιν, πρῶτον τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν ἐγὼ κάμω, νὰ ἀνακληθῶσιν εἰς τὴν τάξιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τόσον σκληρὰ μὲ προσέβαλον.
§160ΤΙΝΕΣ. Δὲν ὕβρισαν.
§161ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως ἐσεῖς δὲν τὸ εὑρίσκετε....(θόρυβος). Ἐγὼ, κύριοι, ἔδωκα ἀφορμήν; Εἰς τί ἔδωκα ἀφορμὴν διὰ τῶν παρατηρήσεών μου; Εἰς οὐδὲν, ἀλλὰ προσεβλήθην προσωπικῶς. Ἐγὼ προεκάλεσα τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποφανθῇ καὶ ἐπὶ τῇ προκλήσει ταύτῃ ὁ κύριος πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ ἐκτοξεύσῃ κατ’ ἐμοῦ προσωπικὰς ὕβρεις.
§162ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι (θόρυβος).
§163ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ, κύριοι, θὰ θεωρήσω πάντοτε ἐμαυτὸν ὑβριζόμενον, ὅταν μοὶ λέγουν ὅτι καθεύδω, ὅταν ἡ πατρὶς κινδυνεύῃ.
§164ΡΩΜΑΙΟΣ. Εἶχε δίκαιον, διότι ἐζήτει τὸ χαρτοφυλάκιον.
§165ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐζήτησα ἐγὼ χαρτοφυλάκιον, ὅστις εἶχον ἀποσυρθῆ καὶ ἀπὸ τὸν ἀγῶνα τὸν ἐκλογικόν...; (θόρυβος)· καὶ ἔρχεται ὁ πρωθυπουργὸς καὶ μοὶ λέγει ταῦτα, ἐνῷ ἐγὼ ὑπῆρξα τὸ πρῶτον θῦμα τῶν καταπιέσεων· (πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν Σωτηρόπουλον). Διατί γελᾶτε, κύριε Ὑπουργέ!
§166ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ; δὲν γελῶ.
§167ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Γελᾶτε, διότι σεῖς κατωρθώσατε πάντοτε συνδυαζόμενος καὶ μετὰ τοῦ Ζέζα νὰ ἔρχεσθε βουλευτής (θόρυβος).
§168ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς συνεδυάσθημεν μετὰ τοῦ Ζέζα ἕνεκα ἐπαρχιακῶν λόγων· ὁ Ζέζας δὲν ἦτον συγγενὴς τοῦ Γρίβα, ὅπως ὁ Στάϊκος, τὸν ὁποῖον σεῖς ὑπεστηρίξατε εἰς Μεσολόγγιον, ἵνα ἀποκλεισθῇ ὁ Δεληγεώργης, κατὰ τοῦ ὁποίου δὲ εἴχατε θάῤῥος νὰ ἀντεπεξέλθετε εἰς τὴν ἐπαρχίαν. Ἀλλὰ ταῦτα συμβαίνουσιν ἐνταῦθα, διότι ὁ κύριος Πρόεδρος δὲν ἠξεύρει νὰ διευθύνῃ τὴν συζήτησιν.
§169ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λέγω γεγονότα· ἐὰν δὲν ᾖναι γεγονότα, ἠμπορεῖτε νὰ μὲ διαψεύσητε· (θόρυβος καὶ λογομαχίαι μεταξὺ Α. Πετιμεζᾶ καὶ Ἀναστασοπούλου).
§170Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἔχεις δικαίωμα νὰ διακόπτῃς.
§171ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω δικαίωμα, ὅπως καὶ ἐσύ.
§172ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δύνασθε νὰ προκαλέσητε πᾶσαν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ παρελθόντος μου· εἶμαι βεβαιότατος ὅτι ἐγὼ δὲν θέλω ποτὲ ἀποδώσει εἰς οὐδένα τοιαύτην ἰδέαν, ὁποίαν πρὸ ὀλίγου μοὶ ἀπέδωκεν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου. Ἐγώ, κύριοι, ὅπως σᾶς εἶπον, ἐπιθυμῶ νὰ μοὶ δίδεται ἀφορμὴ νὰ δίδω ἐξηγήσεις περὶ πάντων, ἰδίως δὲ εἰς τὰ ἀφορῶντα τὰ τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας μου.
§173ΤΙΝΕΣ. Εἶναι ξένα αὐτά (θόρυβος).
§174ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Περὶ ἀνακλήσεως πρέπει νὰ ὁμιλήσετε, περὶ οὐδενὸς ἄλλου.
§175ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρέπει νὰ ἐξηγήσω διὰ ποίας λέξεις εἶπον τὴν φράσιν ταύτην, καὶ τότε ὅταν καὶ οἱ προκαλέσαντες αὐτὴν ἀνακαλέσωσιν, ἀνακαλῶ καὶ ἐγώ.
§176ΡΩΜΑΙΟΣ. Θὰ σᾶς ἀποδοκιμάσωμεν!
§177ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἠμπορεῖ νὰ μὲ ἀποδοκιμάσῃ διότι ἔχετε τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ θὰ ἀποδεχθῶ τοῦτο, διότι ὑποστηρίζω τὰ δικαιώματα τῆς πλειονοψηφίας καὶ εἰς τὴν μειονοψηφίαν εὑρισκόμενος, καὶ ὅταν ἐν τῇ πλειονοψηφίᾳ εὑρέθην οὐδέποτε μετεχειρίσθην αὐτήν, οὐδέποτε μετεχειρίσθην τὴν ἐξουσίαν πρὸς καταπίεσιν οὐδενός.
§178ΤΙΝΕΣ. Πότε τὴν εἴχατε;
§179ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον λοιπὸν καὶ λέγω, ὅταν οἱ προλαλήσαντες ἀνακαλέσωσιν, ὅσα εἶπον, θὰ ἀνακαλέσω καὶ ἐγώ.
§180ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐκεῖνοι κατηγόρησαν, δὲν ὕβρισαν.
§181ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ νὰ λέγῃ τις δολίως καὶ κρύφα, δὲν εἶναι ὕβρις;
§182ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Εἶναι κατηγορία.
§183Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀφαίρεσις τοῦ λόγου.
§184ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπειδὴ παρὰ τοῦ κυρίου Ἀναστασοπούλου διετυπώθη ἡ πρότασις ἀνακλήσεως κατ’ ἐμοῦ, λέγω ὅτι δὲν ἀνακαλῶ, ἐὰν δὲν ἀνακαλέσωσι καὶ οἱ ἄλλοι. Ἐὰν δὲ πρόκειται περὶ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τοῦ θέματος θὰ λάβω τὸν λόγον.
§185ΜΙΛΗΣΗΣ. Λυπηρόν, κύριοι, ἀξιοθρήνητον, ἀπελπιστικὸν θέαμα παρίσταται ἐνώπιόν μας ἀπό τινων στιγμῶν. Ἐνῷ ἡ Βουλὴ προέβαινεν ἀξιοπρεπῶς καὶ ἐν ἁρμονίᾳ εἰς τὸ ἔργον της, ἔργον ἐξαιρετικῶς σοβαρὸν καὶ σπουδαῖον, τὸν ἔλεγχον τῆς δικαστικῆς τῶν ὑπουργῶν εὐθύνης, ἐνῷ ὅλος ὁ κόσμος ἐπίστευεν ὅτι ἐγγίζομεν ἤδη εἰς τὸ τέρμα, καὶ μάλιστα μετὰ τὴν ἀναλυτικὴν καὶ λογικωτάτην ἀγόρευσιν τοῦ ἐντίμου ἐκ Μεσολογγίου βουλευτοῦ κυρίου Δεληγεώργη, αἴφνης προβαίνει εἰς τὸ μέσον ὁ ἕτερος ἐκ Μεσολογγίου βουλευτής, ὁ κύριος Τρικούπης, καὶ φέρει δυστυχῶς τὴν σύγχυσιν καὶ τὴν ταραχήν, τὴν ὁποίαν βλέπομεν. Ἄς μοι συγχωρηθῇ νὰ παρατηρήσω ὅτι οὐχὶ εἰλικρινῶς οὐδ’ ἐξ ἀγαθῆς πίστεως ἐξωλίσθησεν ὁ κύριος Τρικούπης εἰς τοιοῦτον ἀτόπημα. Ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἀδύνατον νὰ μὴ ἀναγνωρίζῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις καθῆκον εἶχε καὶ πρὸς ἑαυτὴν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν συζήτησιν περὶ κατηγορίας τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη· ἀδύνατον νὰ μὴ κατανοῇ ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου καὶ μόνου ἠδύνατο νὰ διασωθῇ καὶ τῆς ἐξουσίας, ὡς τοιαύτης, ἡ ἠθικὴ ἀξιοπρέπεια, καὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἡ ἐντελὴς ἀπὸ παντὸς κομματικοῦ λόγου ἁγνότης. Ἐκτὸς τούτου, ὁ κύριος Τρικούπης ἀνέγνωσε καὶ γνωρίζει πολὺ καλῶς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἱστορίαν τῶν ἄλλων τῆς Εὐρώπης ἐθνῶν, καὶ ἐνθυμεῖται βεβαίως ὅτι οὐδεμία Κυβέρνησις ἀνεμίχθη εἰς κατηγορίαν ὑπουργῶν· ἰδίως ἐνθυμεῖται τὸ νεώτατον παράδειγμα τῆς δίκης τοῦ Πολινιὰκ, εἰς τὴν ὁποίαν, ὡς γνωστὸν, οὐδὲν ἔλαβε μέρος ἡ τότε Κυβέρνησις. Ὁ κύριος Τρικούπης ἐγίνωσκε βεβαίως ταῦτα πάντα, ἀλλ’ ἐπεζήτει ἀφορμὴν εἰς ἔριδας, ἀφορμὴν εἰς σκάνδαλα. Διὰ τοῦτο δὲν ἠρκέσθη ἁπλῶς νὰ ἐρωτήσῃ διὰ τί ἡ Κυβέρνησις ἀπέχει τῆς συζητήσεως, ἀλλ’ ἐπιχείρησε κυρίως νὰ μεμφθῇ τὴν διαγωγὴν αὐτῆς. Τόση δὲ ὑπῆρξεν ἡ πρὸς τὴν μομφὴν ὁρμὴ, ὥστε τὸν παρέφερεν εἰς τὸ νὰ μεταχειρισθῇ λέξεις ἀνοικείους, φερούσας τὸν χαρακτῆρα τῆς προκλήσεως καὶ τῆς ὕβρεως. Τὰς λέξεις ταύτας τὰς ἐνθυμεῖσθε· δὲν θέλω νὰ τὰς ἐπαναλάβω.
§186Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.
§187ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐρωτῶ, κύριοι, οὕτως ἀτόπως προκαλουμένη καὶ μεμφομένη ἡ Κυβέρνησις, εἶχεν ἢ ὄχι δίκαιον νὰ ὑπομνήσῃ εἰς τὸν κ. Τρικούπην, ὅτι οἱ συγκροτοῦντες αὐτὴν εἰργάσθησαν καὶ ἐμόχθησαν, διὰ νὰ φέρωσι τὸ σημερινὸν καθεστώς, καθ’ ὃν χρόνον ἐκεῖνος, μὴ ἔχων μέρος εἰς τὴν ἐνεργὸν πολιτικὴν, ἐκάθευδε μετὰ τῶν φίλων του, περιμένων τὸ ἀποτέλεσμα; Ἡ ὑπόμνησις ἦτον ἰσχυρὰ, ἀλλὰ καὶ δικαία συνάμα· πρὸ πάντων δὲ οὐδὲν ὑπῆρχεν ἐν αὐτῇ τὸ ὑβριστικόν. Καὶ ὅμως ὁ κ. Τρικούπης ἀντεπεξῆλθεν ἰταμώτερος, καὶ λησμονήσας τὴν κοινοτέραν τοῦ κοινοτέρου πολιτικοῦ ἀνδρὸς ἀρετὴν, ἔῤῥιψε κατὰ πρόσωπον ἡμῶν τὴν λέξιν, «βαναύσως,» λέξιν, ἥτις εὐλόγως ἐξήγειρεν ἐν τῷ μέσῳ τοῦ Κοινοβουλίου θύελλαν ἀγανακτήσεως κατὰ τοῦ ὑβριστοῦ. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ ἐξετάσω τοὺς λόγους, οἵτινες ἐξώθησαν τὸν κ. Τρικούπην εἰς τὸ ἄτοπον τοῦτο διάβημα· λέγω μόνον ὅτι εἶναι ἀνεξήγητος ἡ πεισμονὴ αὐτοῦ, οὐ μόνον μὴ δεχομένου ν’ ἀνακαλέσῃ τὰς ὑβριστικὰς λέξεις, ἀλλὰ καὶ θέλοντος νὰ δικαιολογήσῃ ταύτας. Ἀλλὰ ποίας ἐξεγήσεως ἢ δικαιολογίας εἶναι ἐπιδεκτικὴ ἡ λέξις «βαναύσως,» χωρὶς νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν ἄλλων ὑβριστικῶν λέξεων, ἃς μετεχειρίσθη ἐν τῇ πρώτῃ του ἀγορεύσει; Ἡ λέξις αὕτη φέρει ἐφ’ ἑαυτῆς κατάδηλον, ἐναργῆ, ψηλαφητὸν τὸν χαρακτῆρα τῆς ὕβρεως. Ἡ συνείδησις ἡμῶν, ἡ συνείδησις ὅλου τοῦ κόσμου, ἡ συνείδησις αὐτοῦ τοῦ κ. Τρικούπη, ταύτην καὶ οὐχὶ ἄλλην ἔννοιαν δίδει εἰς τὴν λέξιν, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀνάγκην οὔτε σκέψεως, οὔτε ἐξετάσεως, οὔτε συζητήσεως. Θαυμάζω δὲ τῇ ἀληθείᾳ πῶς ὁ κ. πρόεδρος δὲν ἀνεκάλεσεν εἰς τὴν τάξιν τὸν κ. Τρικούπην εὐθὺς ὡς ἤκουσεν ἐξελθοῦσαν ἐκ τοῦ στόματός του τὴν βαρεῖαν καὶ κατὰ πάντα λόγον ἄτοπον καὶ ἀπρεπῆ ταύτην λέξιν. Ἐὰν ὁ κ. πρόεδρος ἔπραττε τοῦτο, ἐὰν, ἐφαρμόζων ἐγκαίρως τὸν Κανονισμὸν, ἀνεκάλει ἀμέσως εἰς τὴν τάξιν τὸν κ. Τρικούπην, μὴ ἔχοντα δυστυχῶς τὴν δύναμιν νὰ συνέχῃ ἑαυτὸν ἐν τῇ τάξει, τὸ ἄτοπον θὰ περιεστέλλετο εἰς αὐτὴν τὴν ἀρχήν του, καὶ ἡ ἐπικρατοῦσα σύγχυσις θὰ προελαμβάνετο. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κύριος πρόεδρος παρέλειψε νὰ πράξῃ τοῦτο, ἀφοῦ ἤρξατο ἤδη συζήτησις ἐπὶ τοῦ λυπηροῦ τούτου ἐπεισοδείου, ἡ Βουλὴ δὲν δύναται πλέον νὰ σταματήσῃ· ὀφείλει νὰ προβῇ εἰς ἀπόφασιν, διατάττουσα αὐτὴν τὴν εἰς τὴν τάξιν ἀνάκλησιν τοῦ ἀτόπως καὶ ἀπρεπῶς προσενεχθέντος ἐνώπιόν της βουλευτοῦ. Ὑποθέττω ὅτι ὁ κ. Τρικούπης θέλει κύψει εἰς τὴν ὁμόφωνον ταύτην ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, καὶ θέλει ἀνακαλέσει τὰς ὑβριστικὰς λέξεις, αἵτινες προεκάλεσαν τὸ σκάνδαλον. Ἐὰν ὅμως καὶ τότε ἐπιμείνῃ, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ προβῇ εἰς βαρύτερον κατασταλτικὸν μέσον, ἀποφασίζουσα τὴν ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἐγγραφὴν τῆς εἰς τὴν τάξιν ἀνακλήσεως αὐτοῦ συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ.
§188ΖΩΧΙΟΣ. Φύσει δὲν εἶμαι ἥμερος ἄνθρωπος, αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶμαι ἀρνίον. Σᾶς ἐρωτῶ, ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν καὶ ἀφίνω κριτὴν τὸν κ. Τρικούπην, ὁ ὁποῖος δὲν ἠδίκησε τὴν Πρωθυπουργὸν, δὲν ἠδίκησε τὸν συνάδελφόν του ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴν, ἠδίκησε τὸν ἑαυτόν του, σᾶς ἐρωτῶ, κ. ἔντιμε Τρικούπη, ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου ἤκουσα λέξεις πολὺ σκληροτέρας, ὄχι ὅμως ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ κ. Τρικούπη;
§189ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Σᾶς ἐρωτῶ καὶ ἐγὼ, ἐὰν προσεβλήθην ἄλλοτε, ὅπως τώρα.
§190ΖΩΧΙΟΣ. Τώρα σᾶς ἀποκρίνομαι.— Κύριε Τρικούπη, γνωρίζετε καλλίτερον ἀπὸ ἐμὲ, ὅτι τὴν ὕβριν ἐκτὸς τῆς λέξεως τὴν δίδει καὶ ὁ τόνος. Αὔριον, ὅταν θὰ ἦσθε πολὺ ἡσυχώτερος, ὅταν θὰ μείνητε μόνος σας ἐντὸς τοῦ δωματίου σας, ὅταν σᾶς φέρουν τὰ πρακτικὰ νὰ τὰ διορθώσητε, ὅταν ἀπαντήσητε αὐτὴν τὴν λέξιν, τὴν ὁποίαν οὔτε τὰ προηγούμενά σας, οὔτε ἡ ἀνατροφή σας, οὔτε τὸ σχολεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐμάθετε τὰ γράμματα, οὔτε ὁ ξένος κόσμος, οὔτε τὰ βιβλία τὰ ὁποῖα ἀνεγνώσατε, οὔτε τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον εἴχατε, θὰ σκεφθῆτε, ὅτι δὲν σᾶς ἐπετρέπετο νὰ μεταχειρισθῆτε αὐτὴν τὴν λέξιν, διότι τὸ «βαναύσως» εἰς τὸ στόμα τοῦ κ. Τρικούπη ἔχει σημασίαν πολὺ μεγαλειτέραν, παρὰ τὸ στόμα ἑνὸς ἄλλου, ἐὰν ᾖναι τῷ ὄντι ἕνας ἄνθρωπος βάναυσος, τὸν ὁποῖον ἤθελέ τις καταφρονήσει· ἀλλὰ εἰς τὸ στόμα σας ἡ λέξις αὕτη ἔχει δύναμιν, τραχύτητα. Ὁ ἔντιμος συμπολίτης σας σᾶς ἠρώτησεν τί ἐνοούσατε σεῖς δὲ ἀντὶ νὰ εἴπητε ὅ,τι εἴπατε, φρονίμως νομίζω, μὲ συγχωρεῖτε διὰ τὴν λέξιν, ἠδύνασθε νὰ εἴπητε, δὲν εἶναι σήμερον καιρός.
§191ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν συνειθίζω νὰ ἀπαντῶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§192ΖΩΧΙΟΣ. Σᾶς ἐρωτῶ, κ. Τρικούπη,.....
§193ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ κάμετε καλλίτερα νὰ ἀπευθυνθῆτε εἰς τὸν συμπολίτην μου.
§194ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ συμπολίτης σας, ἐὰν ἔχῃ τραχεῖαν φωνὴν, αὐτὸ δὲν εἶναι ὕβρις· καὶ δὲν ἀπεστράφητε εἰς τὸν συμπολίτην σας, ἀλλὰ εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, τὸν ὁποῖον ἄλλοτε εἴχατε καὶ ἡγεμόνα. Τί σᾶς εἶπε; Σὺ κ. Τρικούπη, δὲν ἤσουν προγεγραμμένος, ὅπως ἐγώ· ἀμφιβάλλεις περὶ τῶν διαθέσεών μου; Σεῖς δὲ δὲν ἐστρέψατε πρὸς τὸν συμπολίτην σας, ἀλλὰ τὸν Πρωθυπουργόν. Σᾶς ἐρωτῶ, κ. Τρικούπη, τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον τὸν ὑβρίζοντα τὸν προϊστάμενον τῆς πατρίδος πῶς ἠθέλατε τὸν κρίνει; Σᾶς ἐρωτῶ, τί θὰ εἴπητε, ὅταν μόνος σας μείνητε καὶ εἴδητε, ὅτι ὕβρισε τὸν προϊστάμενον τῆς πατρίδος, ὄχι ἄλλος, ἀλλ’ ὁ κ. Τρικούπης, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἡ πολιτεία ἀπαιτεῖ πολὺ περισσότερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους; Κύριε Τρικούπη, ἂς ἴδωμεν ἓν βιβλίον, τὸ ὁποῖον τὸ ἔχετε καὶ σεῖς καὶ ὅλοι, τὸ Εὐαγγέλιον· αὐτὸ τί λέγει; ὅτι περισσότερα ἀπαιτοῦνται ἀπὸ ἐκεῖνον, ὅστις εἰξεύρει περισσότερα. Λοιπὸν ἐσᾶς σᾶς χρειάζεται περισσότερον ξύλον παρὰ εἰς ἄλλον. Μὲ βλέπετε, κ. Τρικούπη, ὅτι εἶμαι φιλοσοφικός. Σᾶς ἐρωτῶ δὲ, ἀφοῦ ἐῤῥίψατε αὐτὴν τὴν πυρὰν εἰς τὴν πυριτοθήκην, ποῖος πταίει; (ἱλαρότης). Σᾶς ἐρωτῶ ἓν ἄλλο, ὅταν εἰς τὸ συμβούλιον τῶν Ἑλλήνων τὸ ἐν Τρῳάδι, (καὶ βλέπετε καὶ ἐδῶ ἔχομεν Τρῳάδα) ἐτσακώθησαν ἀπὸ τὰ μαλλιὰ ὁ Πρόεδρος ὁ Ἀγαμέμνων μὲ τὸν Τρικούπη τὸν Ἀχιλλέα, τί εἶπεν ὁ γέρων, ὁ ὁποῖος ἦτον ἐκεῖ; ἐὰν τὸ ἤξευρεν ὁ Πρίαμος, ὅτι τοῦτο συμβαίνει εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν, τί χοροὺς καὶ τραγούδια θὰ ἔκαμεν. Ἐν ᾧ ἐπρόκειτο περὶ τῆς δίκης τῶν ὑπουργῶν, τῶν ἐχθρῶν τῆς πατρίδος, τί θὰ εἰπῇ ὁ Βούλγαρης, ὁ ὁποῖος ἔμαθε τώρα τὰ γινόμενα; «καλὰ τοὺς ἔχω». Λοιπὸν, κ. Τρικούπη, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐρωτήσητε τὸν κ. Τρικούπην, ὄχι ἐμὲ, τί συμφέρει καὶ τίς πρῶτος πρέπει νὰ ὑποχωρήσῃ.
§195ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ πρῶτος προσβαλών.
§196ΖΩΧΙΟΣ. Καλλὰ, ἀλλὰ σᾶς λέγω τὰς τελευταίας λέξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι γεγραμμέναι· ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει τὰς λέξεις, τὰς ὁποίας προφέρει. Σᾶς εἶπον δὲ, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶμαι πολὺ ἥμερος, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ στόμα μου δὲν ἐξῆλθον ποτὲ τοιαῦται λέξεις.
§197ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐξῆλθον ἀπὸ τοὺς ἄλλους αἱ ἄλλαι λέξεις, τὰς ὁποίας ἠκούσατε.
§198Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὀφείλω, κύριοι, νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα ἐσχάτως ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὡμίλησε θέλων νὰ δικαιολογήσῃ ἢ νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν, εἰπὼν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔλαβε μέρος εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν διὰ τὸν λόγον, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ κατηγορηθῇ, ὅτι θέλει διὰ τῆς ἐπεμβάσεώς της νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν Βουλήν. Τοῦτο πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τὸ πιστεύει κατὰ πεποίθησιν. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὅμως ἐγὼ νὰ μὴν ἔχω τὰς ἰδίας πεποιθήσεις, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ τὰς ὁποίας ἐξέφερε καὶ διὰ τοῦ πρωθυπουργοῦ. Καὶ δὲν εἶναι ὁ λόγος οὗτος, τὸν ὁποῖον λέγω, ἁπλοῦς λόγος· διότι καὶ ὅταν ἐλάβομεν τὴν κυβέρνησιν τοῦ τόπου καὶ ὅταν ἐκηρύχθη ἡ ἔναρξις τῆς Βουλῆς ἐθέσαμεν καὶ ἐν τῷ προγράματι καὶ ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ τὴν πεποίθησίν μας. Ἦτο λοιπὸν πεποίθησις τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τὸ κοινοβουλευτικὸν, τὸ ὁποῖον διευθύνει καὶ ἀντιπροσωπεύει τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ὀφείλει νὰ ποδηγετῇ αὐτὴν εἰς τὰς πράξεις της. Δὲν εὕρισκε λοιπὸν κανένα λόγον νὰ ἐξαιρῇ καὶ τὴν περίστασιν ταύτην ἀπὸ τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου ὅπως τὸ ἐννοῦν σήμερον εἰς τὰ φιλελεύθερα κράτη. Μᾶς ἀνέφερον τὴν δίκην τοῦ Πολινιὰκ, ἀλλὰ ἐκεῖ δὲν ἐξέφερον μίαν κατηγορίαν καθ’ ὁλοκλήρου τοῦ ὑπουργείου, εἷς ἕκαστος τῶν ὑπουργῶν ὑπερασπίζετο ἀτομικῶς, διότι οὕτως ἠννόουν τότε τὸ συνταγματικὸν δίκαιον ἐν Εὐρώπῃ, καὶ δὲν ὑπῆρχεν ἡ πλήρης ἀλληλεγγύη, ἡ ὁποία ὑπάρχει σήμερον μεταξὺ τῶν ὑπουργῶν.
§199ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ὁλόκληρον κατηγορεῖτο καὶ ὁλόκληρον ἐνείχετο.
§200Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λυποῦμαι ὅτι δὲν ἤξευρον νὰ φέρω ἐνταῦθα τὴν ἀπόφασιν. Λοιπὸν πεποίθησις ἦτο τοῦ κ. Τρικούπη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰς ὅλα τὰ ζητήματα ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι ἀντιπροσωπεύει τὴν Βουλὴν καὶ ὁδηγεῖ τὰς πράξεις αὐτῆς διὰ τῆς πλειονοψηφίας. Ἐὰν ἄλλαι ἰδέαι ἐπικρατοῦν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, δὲν ἔχω ἐγὼ νὰ εἴπω διὰ τοῦτο τίποτε, οὕτως θέλει ἡ συμμαχία· οὐχ ἧττον ἐγὼ ὡς ἀντιπρόσωπος ἔχω δικαίωμα νὰ ἐκφέρω καθαρῶς γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔφερα, ἐπίσης καὶ ὁ κ. Τρικούπης, διότι τὴν ἐξεφέραμεν ῥητῶς καὶ ἐπισήμως διὰ τοῦ προγράμματός μας καὶ διὰ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου. Δὲν ὑπῆρχε λοιπὸν κανεὶς πλάγιος σκοπὸς διὰ νὰ ἐπιῤῥιφθῇ μομφὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι τὸ ὑπουργεῖον κατέχει τὴν πλειονοψηφίαν καὶ διότι ἡμεῖς πολὺ ἀπέχομεν νὰ πολεμήσωμεν διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τὰ ὀχυρώματα ἐκ τῶν ὁποίων σήμερον βάλλει τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζεται ἀπὸ 160 ψήφους· πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προσβληθῇ ἀπὸ ὀλίγας ψήφους, αἵτινες ἀποτελοῦν τὴν μερίδα ὑμῶν; Δὲν ὑπῆρχε λοιπὸν ποσῶς ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἀνέφερον ὁ κ. πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. ὑπουργός. Ἀλλὰ λέγετε, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης ὀφείλει ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν λέξιν τὴν βαρεῖαν, τὴν ὄντως, λέγω καὶ ἐγὼ, βαρεῖαν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριοι, νὰ κάμω καὶ ἐγὼ τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅτι ὅταν ἀφίνετε εἰς τὴν πλειοψηφίαν νὰ ἐκφέρῃ λέξεις βαρείας κατὰ τῆς μειονοψηφίας, ἡ μειονοψηφία δὲν ἔχει τίποτε ἄλλο νὰ κάμῃ παρὰ νὰ ἀμύνεται. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ περιορίσητε τὸ κακὸν εἰς τὴν γέννησίν του. Χιλιάκις ἐπεθύμουν, κύριοι, νὰ μὲ ἀποκαλῆτε βάναυσον παρὰ νὰ μὲ εἴπετε ὅτι τῆς πατρίδος κινδυνευούσης ὑπνώττω. Καὶ κάμνω τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν κ. Μίλησην τὸν ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅτι τῆς πατρίδος κινδυνευούσης δὲν ὑπνώττομεν, καὶ κάμνω τὴν παρατήρησιν εἰς ὅλους τοὺς κυρίους ὅτι οὐδέποτε ὑπνώττομεν, κινδυνευούσης τῆς πατρίδος· ἐπολεμήσαμεν καὶ ἐπαλαίσαμεν πάντοτε μετὰ παῤῥησίας καὶ μετὰ θάῤῥους, ὅπερ δὲν διέκρινεν ἄλλους.
§201ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν εἶσθε προγεγραμμένος.
§202ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἤμην, καὶ δὲν ἤμην εἰς τὴν Βουλήν. Λοιπὸν νομίζετε, κύριοι, ὅτι ὅταν ἀπευθύνεται λόγος ὑπὸ τοῦ προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι, τῆς πατρίδος κινδυνευούσης, σεῖς ὑπνώττετε, νομίζετε ὅτι εἶναι μικρὰ ἡ ὕβρις;
§203ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν εἶναι ὕβρις, εἶναι κρίσις.
§204ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὕβρις εἶναι.
§205ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ὕβρις αὐτό.
§206ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Ἀναστασόπουλε καὶ κ. ὑπουργὲ, ὁ ὑπνώττων καθ’ ἣν κινδυνεύει ἡ πατρὶς εἶναι προδότης· διὰ τοῦτο μὴ διακόπτετε.
§207ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔπρεπε νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ νὰ συζητήσῃ εἰς αὐτὸ τὸ θέμα καὶ ὄχι νὰ ὑβρίσῃ.
§208ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅταν ὁ ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς ἀποταθεὶς πρὸς τὸν κ. Τρικούπην εἶπεν εἰς αὐτὸν, ὅτι δολίως καὶ κρύφα καὶ ὑπούλως προσφέρεται, δὲν ὑβρίζει; εἶναι λέξεις κοινοβουλευτικαὶ αὐταί; Ἐγὼ λέγω μάλιστα ὅτι ἡ πλειονοψηφία εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις πρέπει νὰ ᾖναι γεναιοτέρα καὶ εἰς αὐτὰς τὰς παρεκτροπὰς τῆς μειοψηφίας (θόρυβος)· ὄχι νὰ νομίζετε σεῖς, διότι εἶσθε πολλοὶ, ὅτι ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς ὑβρίζετε καὶ νὰ μᾶς μέμφεσθε.
§209ΤΙΝΕΣ. Σεῖς ὑβρίζετε.
§210ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ τί κάμνετε, κ. ὑπουργὲ τῆς Παιδείας, εἰς αὐτὴν τὴν στιγμήν; Διὰ νὰ ὁμιλήσῃ τις ἐξ ἡμῶν τώρα ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ αἰσθάνεται μίαν ἀγωνίαν φοβερὰν, δεξιᾷ, ἀριστερᾷ, πανταχόθεν διακοπτόμενος καὶ ἐρωτώμενος, ἣν καὶ ἐγὼ αἰσθάνομαι, καὶ διὰ τοῦτο κατέρχομαι προτείνων ὅτι τότε ὁ κ. Τρικούπης θ’ ἀνακαλέσῃ τὴν λέξιν, ὅταν ἀνακαλέσουν πρῶτοι ὁ πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης. Νομίζω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς ἀπόφασιν μόνον κατὰ τοῦ κ. Τρικούπη· ὀφείλουν οἱ πρῶτοι δώσαντες τὴν ἀφορμὴν ν’ ἀνακαλέσουν τὰς φράσεις των· τότε βεβαίως ὁ κ. Τρικούπης θ’ ἀνακαλέσῃ. Εἶσθε κύριοι, ἔχετε τὴν πλειονοψηφίαν, ἀποφασίσατε ὅ,τι θέλετε.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἄλλος ἐγγεγραμμένος καὶ ἀποκρίνομαι εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὁ ὁποῖος ὑπέμνησεν εἰς ἐμὲ τὸ καθῆκόν μου. Κατὰ τὸ ἄρθρον 27 τοῦ Κανονισμοῦ, τῇ αἰτήσει ἑνὸς τῶν βουλευτῶν, ὁ πρόεδρος ἀνακαλεῖ εἰς τὴν τάξιν τὸν ἀγορεύοντα· αὐτὸ τὸ ἔκαμεν ὁ πρόεδρος τῇ αἰτήσει τοῦ κ. Ἀναστασοπούλου. Προσεκάλεσα τὸν κ. Τρικούπην ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν λέξιν, ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Τρικούπης ἐπιμένει, ἐφαρμόζεται τὸ ἄρθρ. 31.
§212Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας σᾶς ἔκαμε τὴν παρατήρησιν ὅτι ὀφείλετε νὰ ἀνακαλέσητε τὸν κ. Τρικούπην καὶ ἰσχυρίσθητε ὅτι τὸ ἐκάματε, καὶ ἐγὼ ἔκαμα τὴν παρατήρησιν ὅτι ὤφειλε τὸ προεδρεῖον νὰ τὸ κάμῃ ἀπὸ τῆς πρώτης ἀφορμῆς (θόρυβος).
§213ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν, κ. πρόεδρε, ἐξετελέσατε δῆθεν τὸ καθῆκόν σας καὶ ἀνεκαλέσατε τὸν κ. Τρικούπην εἰς τὴν τάξιν, δὲν ἠξεύρω πρὸς τί ἡ συζήτησις. Τώρα ἀφίνετε τὴν πρότασιν περὶ ἀποδοκιμασίας.....
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρότασις τοιαύτη δὲν γίνεται.
§215ΡΑΛΛΗΣ. Ἔγεινεν ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Κορινθίας· δὲν δύνασθε δὲ τώρα καταστρέφων τὴν συζήτησιν ὅλην, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπὶ ὡρισμένων προτάσεων, νὰ ἐπανορθώσητε, ἐὰν ἐπράξατε σφάλμα μὴ ἀνακαλέσας εἰς τὴν τάξιν τὸν κ. Τρικούπην. Πρότασις ἑτέρα διετυπώθη παρὰ τοῦ κυρίου Τρικούπη καὶ τοῦ κ. Πετμεζᾶ, καὶ τὴν ὑπεστήριξα καὶ ἐγὼ καὶ λέγω, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης εἶναι πρόθυμος νὰ ἀνακαλέσῃ ὅ,τι ἤθελε θεωρηθῆ προσβλητικὸν εἴτε κατὰ τοῦ προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἴτε κατὰ τοῦ ἐκ Μεσολογγίου βουλευτοῦ, ἀλλ’ ἀφοῦ πρῶτον ἀρθῇ ὁ λόγος, δι’ ὃν ἠναγκάσθη νὰ ἐκφέρῃ τὴν προσβολὴν ταύτην· ἐὰν δὲ δὲν θελήσουν νὰ ἄρουν πρῶτον τὸ σκάνδαλον, τότε εἰς ἀντίκρουσιν τῆς προτάσεως τῆς ἀποδοκιμασίας ἔχομεν ἑτέραν πρότασιν ἀποδοκιμασίας κατὰ τοῦ βουλευτοῦ Μεσολογγίου καὶ τοῦ προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§216ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σεῖς μᾶς ἐκηρύξατε καθημένους ἐδῶ ὡς κατασκόπους τῆς Βουλῆς, ὅτι σιωπῶμεν σκανδαλωδῶς καὶ ὅτι οὕτω ἔπραττον αἱ κυβερνήσεις αἱ πρὸ τῆς 27 Ἀπριλίου. Ἠρχίσατε τὰς ὕβρεις, πρὸς τί αἱ ἀρνήσεις σας ἤδη; Ἐπιθυμῶ νὰ μείνῃ ἡ λέξις «βαναύσως» σημειωμένη εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς. Ὁ Μακαρίτης Τρικούπης ἐν τῷ τάφῳ θέλει ταραχθῆ μανθάνων ὅτι ὁ υἱός του κατέστη τοιοῦτος ὑβριστής, θέλει καλυφθῆ ἀπὸ αἰσχύνην.
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 27 τοῦ Κανονισμοῦ, τῇ αἰτήσει ἑνὸς βουλευτοῦ, ὁ Πρόεδρος ἀνακαλεῖ εἰς τὴν τάξιν τὸν ἀγορεύοντα, ἐὰν προσβάλῃ τινά· ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἐγὼ τῇ αἰτήσει τοῦ κυρίου Ἀναστασοπούλου παρεκάλεσα εὐγενῶς τὸν κύριον Τρικούπην ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν φράσιν, ὁ κύριος Τρικούπης δὲν τὴν ἀνεκάλεσε, κατὰ συνέπειαν ὁ κύριος Νοταρᾶς ἔκαμε τὴν ἑξῆς πρότασιν καὶ κατ’ ἀνάγκην θὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρον 31, τὸ ὁποῖον λέγει· «Ἐὰν ἐπιμένῃ καὶ μετὰ τὴν ἀνάκλησιν τοῦ Προέδρου ὁ ἀνακαλούμενος........»
§218ΡΑΛΛΗΣ. Μὰ εἰς τί ἐπιμένει......; (θόρυβος).
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 31 τοῦ Κανονισμοῦ λέγει: «Πᾶς βουλευτὴς ταράσσων τὴν τάξιν καλεῖται ὀνομαστὶ παρὰ τοῦ Προέδρου, ἐὰν δὲ ἐπιμένῃ ἐγγράφεται ἡ ἀνάκλησις εἰς τὰ πρακτικά. Ἀπειθοῦντος δὲ τοῦ αὐτοῦ καὶ περαιτέρω, ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει ἅμα τὴν εἰς τὰ πρακτικὰ καταχώρησιν τῆς τε περικοπῆς καὶ τῆς ἀποδοκιμασίας.» Λοιπὸν ἐρωτῶ τὴν Βουλήν...
§220ΡΑΛΛΗΣ. .... Διετυπώθη πρότασις περὶ ἀποδοκιμασίας... .... (θόρυβος).
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ πάσης ἄλλης προτάσεως θὰ θέσω τὴν πρότασιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ ἀνάκλησις εἰς τὴν τάξιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα πρὸς τὸν κ. Τρικούπην διὰ τὴν λέξιν «βαναύσως».
§222ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν τὴν πρότασιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη νὰ τεθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι ἀνεκλήθη ὁ κ. Τρικούπης εἰς τὴν τάξιν διὰ τὴν λέξιν «βαναύσως», τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε κατὰ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ. Τώρα γίνεται πρότασις ν’ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν ὁ βουλευτὴς Μεσολογγίου κ. Δεληγεώργης διὰ τὰς λέξεις, τὰς ὁποίας ἠκούσατε.
§224Σ. ΝΟΤΑΡΑΣ. Δὲν παραδεχόμεθα ὅτι ὁ κ. Δεληγεώργης εἶπε λέξεις προσβλητικὰς (θόρυβος).
§225ΡΑΛΛΗΣ. Ἡμεῖς ἐπροτείναμεν ν’ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν ὁ κ. Δεληγεώργης διὰ τὰς λέξεις δολίως, κρύφα καὶ ὑπούλως, τὰς ὁποίας εἶπε κατὰ τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διότι εἶπε ὅτι «ἐκοιμᾶτο ἐνῷ οἱ ἄλλοι ἐπροκινδύνευαν» (θόρυβος).
§226ΠΟΛΛΟΙ. Αὐτὸ δὲν εἶναι προσβολαί.
§227ΕΤΕΡΟΙ. Εἶχε δίκαιον νὰ τὰ εἴπῃ.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἐὰν θέλῃ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι ἀνακαλεῖται εἰς τὴν τάξιν ὁ βουλευτὴς Μεσολογγίου κ. Δεληγεώργης; (θόρυβος).
§229ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§230Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν τὴν ἀνάκλησιν! (θόρυβος).
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ ἐὰν αἱ φράσεις ἐκεῖναι κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ῥάλλη εἶναι τόσον προσβλητικαὶ, ὥστε ν’ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν (θόρυβος). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ῥάλλη νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη.
§232Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι αἱ λέξεις δολίως, ὑπούλως, κρύφα δὲν εἶναι προσβλητικαί.
§233Σ. ΝΟΤΑΡΑΣ. Ἐγὼ ἐπιμένω εἰς τὴν πρότασίν μου (θόρυβος).
§234ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Νοταρᾶ τί γίνεται;
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ ἐτελείωσε.
§236ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Θέσατε τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δεληγεώργη εἰς ψηφοφορίαν.
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ θὰ κάμω.
§238ΡΑΛΛΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§239ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχω τὸν λόγον.
§240ΤΙΝΕΣ. Ἀπὸ τὸ βῆμα.
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀναβάλωμεν, διότι εἶναι πολλοὶ νὰ λαλήσουν.
§242ΧΟΪΔΑΣ. Πρέπει νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε.
§243ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, Μάλιστα.
§244ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριοι, ποῖον εἶναι τὸ θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ συζητήσωμεν ἤδη; διότι μετὰ τοσούτων ἡμερῶν συζητήσεις ἀναγκαζόμεθα νὰ ἐξετάσωμεν ποῦ εὑρισκόμεθα καὶ εἰς τί πρόκειται νὰ προβῶμεν. Καθ’ ἃ ἠκούσαμεν πρὸ ὀλίγου, ἡ πρότασις, ὅπως φαίνεται διατετυπωμένη ὑπὸ τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ, εἶναι νὰ παραπεμφθῇ τὸ ζήτημα εἰς ἐπιτροπὴν, καλουμένην ἀνακριτικήν. Ποῖον ζήτημα; Τὸ ζήτημα τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς πράξεως. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι, ὅτε κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ἐγένετο λόγος περὶ τούτου, ἐξανέστησαν αὐτοὶ οἱ προτείναντες, ὁ βουλευτὴς Εὐρυτανίας κ. Βουλπιώτης καὶ ὁ Βουλευτὴς Θήρας, κ. Βαλέττας, εἰπόντες, ὅτι οὗτοι οὐδόλως ἠννόουν, ὅτι ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ, ἥτις ἐπρόκειτο νὰ διορισθῇ, θὰ ἦτο ἐπιτροπὴ ἔχουσα ἐντολὴν νὰ ὁρίσῃ τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς πράξεως· ἀπ’ ἐναντίας, καθ’ ἣν ἔδωκε, νομίζω, ἐξήγησιν ὁ κ. Βουλπιώτης, ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη θὰ εἶχεν ὡς ἐντολὴν, μαθοῦσα παρὰ τῆς Βουλῆς ἀκριβῶς ποῖος ἦτο ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς πράξεως, ἐπὶ τῆς πράξεως ταύτης χαρακτηριζομένης εἴτε ὡς κακούργημα, εἴτε ὡς πλημμέλημα, εἴτε ὡς πταῖσμα, νὰ καλέσῃ εἰς ἀπολογίαν τοὺς ἐνοχοποιουμένους, καὶ ἰδίως ὁ κ. Βουλπιώτης ἔδωκεν, ὡς δικαιολογίαν τῆς προτάσεως, τὰ δικαιώματα τῆς ὑπερασπίσεως· εἶπεν, ὅτι οὐδέποτε δυνάμεθα νὰ τὰ ἀρνηθῶμεν εἰς τοὺς κατηγορουμένους, καὶ ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν σύστασιν ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἐὰν δὲν διατυπώσωμεν ἀκριβῶς τὴν πρᾶξιν, ὁποίαν τὴν χαρακτηρίζομεν.
§245ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Κύριε Τρικούπη, ὑπεστήριξα ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ πρέπει νὰ ἔχῃ ἐντολὴν ὡρισμένην νὰ ἀπαγγείλῃ κατηγορίαν ἐπὶ πράξεων ὡρισμένων καὶ ἐπ’ αὐτῶν νὰ ἐνεργήσῃ. Αὐτὸ ἐπιμένω καὶ ὑποστηρίζω· ἐκ τούτου ὅμως οὐδόλως ἕπεται, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ τοιαύτην ἀπαγγέλλουσα κατηγορίαν, ἐπὶ τοιαύτης κατηγορίας ἐνεργοῦσα, ἐὰν εὕρῃ τὰ στοιχεῖα ἄλλης πράξεως ἀξιοποίνου, ὅτι δὲν δύναται νὰ προβῇ. Ἡ παραγγελία, τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, εἶναι ἡ παραγγελία τὴν ὁποίαν δίδει ὁ εἰσαγγελεὺς εἰς τὸν ἀνακριτὴν, ἡ ἀνάκρισις ὑποβάλλεται εἰς τὸ συμβούλιον, δηλαδὴ εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ μεταβάλλῃ τὴν κατηγορίαν.
§246ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μετὰ τοῦ κ. Βουλπιώτη εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος, μετὰ τοῦ κ. Ζέγγελη, τοῦ ὁποίου τὴν πρότασιν ἀπεδέξαντο οἱ σήμερον ὁμιλήσαντες, οὐδόλως εἶμαι σύμφωνος· διότι ὁ κ. Ζέγγελης λέγει ἐν τῇ προτάσει του, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη θὰ ἔχῃ ὡς καθῆκον νὰ ἐρευνήσῃ ποῖος ὁ κατάλληλος χαρακτηρισμὸς τῆς πράξεως. Εἰς ἐπιτροπὴν ὅμως τοιαύτην ἔχουσαν ἐντολὴν, πῶς δύναται νὰ δώσῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἑτέραν ἐντολὴν νὰ προσκαλέσῃ εἰς ἀπολογίαν τοὺς κατηγορουμένους; Οὐδέποτε δύνασθε νὰ προκαλέσητέ τινα εἰς ἀπολογίαν, ἐὰν δὲν διατυπώσητε ὡρισμένως τὴν πρᾶξιν ἐφ’ ᾗ καταγγέλεται, τουτέστιν δὲν ἐὰν εἴπητε πῶς χαρακτηρίζεται ἡ πρᾶξις, ποίαν ποινὴν ἐπιφέρει· διότι ὅταν δὲν ὑπάρχει ποινὴ ὡρισμένη, δὲν δυνάμεθα κατὰ τὸν ποινικὸν νόμον νὰ εἴπωμεν ὅτι ὑπάρχει πρᾶξις ἀθέμιτος. Ὁ ποινικὸς νόμος χαρακτηρίζει τὸ ἔγκλημα ἐκ τῆς ποινῆς· κακούργημα εἶναι τὸ οὕτω τιμωρούμενον, πλημμέλημα τὸ οὕτω τιμωρούμενον καὶ πταῖσμα τὸ οὕτω τιμωρούμενον. Ἐὰν λοιπὸν δὲν εἴπητε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ποῖα ἄρθρα τοῦ νόμου ἐννοεῖτε νὰ ἐφαρμόσητε, ἐὰν δηλαδὴ δὲν ἀποφασίσωμεν ἡμεῖς πρῶτοι ποῖος εἶναι ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς πράξεως, ἡ ἐπιτροπὴ δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς τὸ καθῆκον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐθεώρησεν ὁ βουλευτὴς Εὐρυτανίας ὡς τοιαύτης σπουδαιότητος, ὥστε δι’ αὐτὸ καὶ μόνον θέλει τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς. Ἄν λοιπὸν δὲν χαρακτηρίσωμεν τὴν πρᾶξιν, νομίζω, ὅτι δὲν δυνάμεθα σήμερον τοιαύτην ἐπιτροπὴν νὰ συστήσωμεν. Ἡ ἐπιτροπὴ, εἰς ἣν παρεπέμφθη ἡ ἐξέτασις τοῦ θέματος τούτου, καὶ ἥτις μᾶς ὑπέβαλε τρεῖς ἐκθέσεις, ποίαν ἄλλην ἐντολὴν εἶχε, παρὰ τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κ. Ζέγγελης νὰ δώσωμεν εἰς τὴν νέαν ταύτην ἐπιτροπήν; Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη εἶχε τὴν ἐντολὴν νὰ ἐξετάσῃ τὰ τοῦ κατηγορητηρίου, ὅπως εἶχε διατυπωθῇ αὐτὸ παρὰ τῶν προτεινάντων. Ἐξήτασεν ἡ ἐπιτροπὴ ταῦτα, ἐμελέτησε τὸν νόμον, ἐσχέτισεν αὐτὸν πρὸς τὰς πράξεις τὰς ἀναφερομένας ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ καὶ διεφώνησεν. Εἴχομεν ἑπομένως τρεῖς προτάσεις, ἢ μᾶλλον δύω, διότι ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζέγγελη εἶναι ἀναβλητικὴ καὶ ἑπομένως δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν ἀποτελεῖ αὐτοτελῆ πρότασιν. Ἔχομεν λοιπὸν δύω ἐκθέσεις τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν διὰ μὲν τῶν τριῶν τῶν μελῶν αὐτῆς νὰ παραδεχθῇ τοιοῦτο κατηγορητήριον, διὰ δὲ τοῦ ἑνὸς μέλους νὰ παραδεχθῇ ἕτερον κατηγορητήριον. Ἐπὶ τῶν ἐκθέσεων τούτων προέβη ἡ Βουλὴ εἰς συζητήσεις, καὶ ἐκ τῶν συζητήσεων τούτων προέκυψαν νέαι περὶ χαρακτηρισμοῦ προτάσεις. Ἠκούσαμεν πολλὰ ἄλλα ἄρθρα προτεινόμενα ὡς τὰ κατάλληλα πρὸς ἐφαρμογήν.
§247ΤΙΝΕΣ. Κ. Πρόεδρε, εἰπέτε νὰ ἡσυχάσουν οἱ κύριοι βουλευταὶ διὰ νὰ ἀκούσωμεν.
§248ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν ὑπάρχει διάθεσις πρὸς ἐξακολούθησιν σπουδαίας συζητήσεως, διότι εἶναι ἀργά. Προτείνω τὴν ἀναβολήν.
§249ΧΟΪΔΑΣ. Πρέπει νὰ μείνωμεν ἕως αὔριον, διὰ νὰ τελειώσωμεν.
§250ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὑποβάλλω πρότασιν ἀναβολῆς. Ἡμεῖς ἐδῶ εἴμεθα ξένοι, τρώγωμεν εἰς τὰ ξενοδοχεῖα· θέλομεν νὰ εὕρωμεν νὰ φάγωμεν.
§251ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται δι’ αὔριον ἡ συζήτησις. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8½ μ. μ.