Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Ζ · Σύνοδος Α› Συνεδρίαση 37

1875.11.10

3.205 στίχοι · 25.827 λέξεις · 1 πίνακας · 160 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1875.11.10
Προεδρεία
Θ. Α. ΖΑΪΜΗ
Περίοδος
Ζ
Σύνοδος
Α
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΤΟΜΟΣ Β (1876)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 37

Τῆς 10 Νοεμβρίου 1875.

(Δευτέρα).

Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν. Ὥρα 2 μ. μ. Τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου κατέχει ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Ἐπ. Κρεστενίτης.

§1ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω τὸ ἐκλογικὸν νομοσχέδιον. Ὁρκίζεται ὁ βουλευτὴς κ. Κορφιωτάκης.

§2ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω, κύριοι, νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἔκτακτος πίστωσις ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὸ ἔτος 1875, ἐκ δραχμῶν 101,424,28. Ἡ πίστωσις αὕτη θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν ἀγορὰν δύω οἰκοπέδων κειμένων ἐν τῷ τετραγώνῳ, ὅπου εὑρίσκεται τὸ ἐθνικὸν τυπογραφεῖον καὶ ὅπου ἀπεφασίσθη ν’ ἀνεγερθῇ κατάστημα διὰ τὰ δικαστήρια τῆς πρωτευούσης· στηρίζεται δὲ ἡ ἀγορὰ αὕτη εἰς προηγουμένην σύμβασιν μεταξὺ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν. Ἐπειδὴ δὲ εἰς τὴν σύμβασιν ταύτην ὑπάρχει ὅρος ὅτι θὰ παύσῃ ἡ ἰσχύς της, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ ἡ ἀναγκαία πίστωσις ἐντὸς ἓξ ἑβδομάδων ἀπὸ τῆς καταρτίσεως τῆς Βουλῆς, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν, ἀφοῦ τυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ συνοδεύουσα αὐτὸ ἔκθεσις, νὰ τὸ ἐγγράψῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, χωρὶς νὰ τὸ παραπέμψῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, διότι νομίζω, ὅτι ἡ ἔκθεσις εἶναι ἀρκετὴ διὰ νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλήν.

§3ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§4ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω ἕτερον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ προσθήκη ὀλίγων ὑπαλλήλων διὰ τὰ τελωνεῖα Πειραιῶς, Πατρῶν, Καλαμῶν καὶ Κατακώλου. Ἀντὶ νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐκθέτων τὴν ἀνάγκην τῆς προσλήψεως ταύτης, ἐπισυνάπτω πίνακας, οἱ ἀριθμοὶ τῶν ὁποίων θὰ σᾶς πείσουν λίαν εὐγλώττως καὶ ἐπιτακτικῶς περὶ τῆς ἀνάγκης ταύτης. Ὑποβάλλω ἐπίσης δύω νομοσχέδια περὶ τροποποιήσεως Ἐφοριῶν τινων καὶ ταμείων τοῦ Κράτους.

§5ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ θερμῶς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ πρόνοιαν διὰ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ νὰ ἀρθῇ ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου ἓν σκάνδαλον. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι τελειόφοιτοι τῆς Νομικῆς Σχολῆς ἕτοιμοι πρὸς ἐξέτασιν εἶναι περὶ τοὺς τριακοσίους, κατ’ ἔτος δὲ ἐξετάζονται 50–60. Ἐὰν αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς περιμείνωσι τὴν σειράν των, θὰ ἔλθωσι μετὰ δύω τρία καὶ μετὰ τέσσαρα ἔτη. Στοχασθῆτε πόσον σκληρὸν, πόσον ἄδικον εἶναι αὐτὸ εἰς ἕνα φοιτητὴν, ὁ ὁποῖος μὲ πολλὰ βάσανα ἐτελείωσε τὰς σπουδάς του. Οἱ φοιτηταὶ αὐτοὶ ἄλλοτε δι’ ἀναφορᾶς των ἐδήλωσαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι εἶναι πρόθυμοι νὰ πληρώνωσι τοὺς καθηγητὰς διὰ τὰς ἐξετάσεις. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι καὶ οἱ καθηγηταὶ ἔχουν δίκαιον, ἀλλ’ εἶναι πολὺ ἀληθέστερον, ὅτι οἱ φοιτηταὶ ἔχουν περισσότερον δίκαιον. Παρακαλῶ λοιπὸν θερμῶς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ νὰ φροντίσῃ, διότι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν ἠξεύρουν τί νὰ κάμουν. Καὶ μήπως, ἐὰν τελειώσουν, θὰ εὕρουν ἐν τῇ κοινωνίᾳ ζωήν; ὄχι, τάφον, ὅπως ἔχουσι τὰ πράγματά μας, ἀλλὰ τοὐλάχιστον νὰ τελειώσουν μίαν ὥραν προτήτερα διὰ νὰ κάμουν ἓν ἄλλο ἔργον. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις λάβῃ πρόνοιαν, νὰ ᾖναι βεβαία, ὅτι καὶ τὴν εὐλογίαν αὐτῶν θὰ λάβῃ καὶ τῶν γονέων των καὶ τῶν συγγενῶν των.

§6ΜΙΛΗΣΗΣ (ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Κύριοι, εἶναι τῳόντι ἀληθὲς, ὅτι πλεῖστοι ἀπόφοιτοι τῆς Ἰατρικῆς σχολῆς καὶ τῆς Νομικῆς μένουσιν ἐπὶ μακρὸν χρόνον, μὴ δυνάμενοι νὰ ἐξετασθῶσιν. Αὐτὸ εἶναι τῳόντι καὶ καθ’ ἑαυτὸ ἄτοπον καὶ εἰς ἄλλα μεγαλείτερα ἔτι ἀτοπήματα δίδει χώραν· διότι πολλοὶ πολλάκις εἰσέρχονται εἰς τὰς θέσεις ἄλλων, ἄλλοι δὲ πωλοῦσι τὰς θέσεις των εἰς ἄλλους, σπεύδοντας ἵνα ἐξετασθῶσιν· ὥστε ὄχι μόνον τὸ συμφέρον τῆς ἐπιστήμης, ἀλλὰ καὶ τὸ τῆς δημοσίας ἠθικῆς ὑπαγορεύει νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον ὡς τάχιστα περὶ τούτου. Ὁ σύλλογος τῶν κυρίων καθηγητῶν ἀμφοτέρων τῶν σχολῶν μοὶ ὑπέβαλεν ἤδη περὶ τούτου προτάσεις, ταύτας δ’ ἔχων ὑπ’ ὄψιν, ἐλπίζω τάχιστα νὰ λάβω ἓν μέτρον διὰ νὰ θεραπεύσω τὸ κακόν.

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἐπιτροπῆς ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν του ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον περὶ ναυτιλιακῶν ἐγγράφων. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἐξελέγξεως τῆς ἐκλογῆς Βονίτσης ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της.

§8ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ συμπέρασμα.

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχει.

§10ΤΙΝΕΣ. Τὸ τέλος τί λέγει; Ἀναγινώσκεται.

§11Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ συμπέρασμά μου εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι ἐὰν ταῦτα πάντα δὲν ἐλάμβανον χώραν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς ἤθελεν εἶσθαι ἀναποφεύκτως διαφορετικόν.

§12ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ σταλεῖσα εἰς Λευκάδα, ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της;

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.

§14Σ. ΝΟΤΑΡΑΣ. Ἡ ἔκθεσις εἶναι ἑτοίμη, ἀλλὰ δὲν ἀντεγράφη ἀκόμη.

§15ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἐντίμου ἐκ Δωρίδος βουλευτοῦ, ἀνέφερεν, ὅτι, πλὴν τῶν γενομένων προκαταβολῶν κατὰ τὸ ἔτος 1874, τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐδαπάνησεν 9 ἑκατομμύρια, προσέθετο δὲ ὅτι οὐδέποτε ἄλλοτε ἀνῆλθε τὸ ποσὸν τῆς δαπάνης τοῦ ὑπουργείου τούτου, πέραν τῶν 7,200,000 δραχμῶν. Ἡ μεγίστη, κύριοι, αὕτη διαφορά, εἶναι ἀξία, φρονῶ τῆς μελέτης τῆς Βουλῆς, κατ’ ἐμὴν δὲ γνώμην ἔχει πολλὴν τὴν σχέσιν πρὸς τὰ ἐκκρεμῆ ζητήματα, τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀκριβῆ σημείωσιν τῶν τοιούτων δαπανῶν. Ἔτι δὲ πλέον ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν πληροῖ τὴν ἀπαίτησιν, περὶ ἧς ἠρώτησεν ὁ ἔντιμος ἐκ Δωρίδος βουλευτής. Τοὐλάχιστον, ὡς ἐγὼ ἠννόησα αὐτὸν, ἐζητήθη νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐὰν ἐγένοντο δαπάναι μέχρι 15,000 δραχμῶν, πρὸς ἀγορὰν ἐπίπλων καὶ ἄλλων, καὶ ἂν ταῦτα παρέμενον ἐν τῇ οἰκίᾳ. Δὲν ἐρωτῶ ἐὰν παρέμενον, καὶ πῶς παρέμενον· παρατηρῶ ὅμως, ὅτι ἀντὶ τούτου ἔφερεν ἐδῶ μίαν σημείωσιν, διὰ τῆς ὁποίας φαίνεται ὅτι ὑπάρχει ἓν πρωτόκολλον, κατὰ τὸ ὁποῖον πράγματά τινα, ἀνερχόμενα εἰς ἀξίαν δραχ. 3,000 περίπου, εἶχον προβλεφθῆ διὰ χρημάτων τοῦ δημοσίου καὶ εἶχον δοθῆ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ἔκαμε χρῆσιν αὐτῶν καὶ τὰ ἀνέλαβε τὸ δημόσιον. Διὰ τὴν ταπεινὴν αὐτὴν διαφορὰν τῆς χρήσεως, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἐρωτῶ, ἐρωτῶ ὅμως, ἐὰν δὲν ἠρώτησεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Δωρίδος, πόσα ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν ὅλην συσκευὴν, διότι ἀκούω, ὅτι ἐδαπανήθησαν πολλὰ πλειότερα. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ φέρῃ ἀκριβῆ σημείωσιν περὶ τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο δι’ ἔπιπλα καὶ ἄλλα ἀναγκαῖα διὰ τὴν συσκευὴν αὐτήν. Καὶ μετὰ τοῦτο, κύριοι, παρακαλῶ ὁλόκληρον τὸ ὑπουργεῖον, ἰδίως δὲ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὑπάρχει ἤδη καιρὸς νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὴν διάταξιν τοῦ λογιστικοῦ νόμου διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ αὕτη εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Δύναμαι, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω ἀπροκαλύπτως, ἐὰν τῳόντι τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ ἐρυθμίζετο, ὡς ὁ νόμος ἀπαιτεῖ, ἴσως δὲν εὑρίσκεσθε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐρωτήσητε ἐὰν ἐδόθησαν χρήματα, καὶ πόσα, καὶ ἂν οἱ λαβόντες ζῶσι καὶ θὰ τὰ ἀποδώσουν, ἢ ἀπέθανον, ὅπως ἔμαθον δυστυχῶς, ὅτι εἷς τούτων τῶν ἀξιωματικῶν, ὅστις ἔλαβε ποσόν τι, ηὐτοχειριάσθη. Δὲν λέγω τίποτε περὶ τῶν ἀξιωματικῶν, εἰς οὓς ἐγένοντο αἱ προκαταβολαὶ, διότι ὅπως καὶ οἱ πλεῖστοι ἐπλήρωσαν τὰ ληφθέντα διὰ τῆς κρατήσεως καὶ οἱ ὑπολειπόμενοι θέλουσι πληρώσει ἐπίσης. Νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι ἤδη καιρὸς νὰ ὑπερβῶμεν ὅλας τὰς δυσκολίας. Δὲν μὲ λανθάνει, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο παρουσίασε δυσχερείας, ἀλλὰ αἱ δυσχέρειαι αὗται, ἐὰν σεῖς τὸ ἀποφασίσητε, ὑπερπηδῶνται, ἐξαφανίζονται, καὶ τότε δὲν εὑρίσκεσθε εἰς αὐτὴν τὴν ἔκτακτον περίστασιν τοῦ νὰ ζητῆτε διασαφήσεις καὶ μεριμνᾶτε περὶ τῶν δημοσίων χρημάτων. Αὐτὴν, κύριοι, τὴν πρότασιν ὑποβάλλω εἰς τὸ σεβαστὸν ὑπουργεῖον καὶ παρακαλῶ νὰ λάβῃ αὐτὴν ὑπὸ σπουδαίαν μελέτην.

§16Μ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, πρὸ τριῶν ἡμερῶν ὁ κ. ἐκ Δωρίδος βουλευτὴς Κατσικαπῆς, ἐζήτησε παρὰ τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν πληροφορίας ἐὰν ὁ πρώην ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἠγόρασεν ἔπιπλα, βιβλία καὶ λοιπὰ εἰς βάρος τοῦ δημοσίου καὶ δι’ ἰδίαν του χρῆσιν, ἐὰν ἐκάθητο εἰς οἰκοδομὴν δημοσίαν, ἐὰν ἔδωκεν εἰς διαφόρους ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ προκαταβολὰς, ἔλαβε δὲ καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἀπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ ἐὰν ὑπερέβη τὸν προϋπολογισμὸν κατὰ 1½ περίπου ἑκατομμύριον δραχμῶν. Σήμερον ὁ βουλευτὴς τῆς Μαντινείας ζητεῖ καὶ ἄλλας πληροφορίας παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέβαλε κατάλογον τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πράγματι ἔλαβον προκαταβολάς. Τὸ τοιοῦτον, κύριοι, δὲν εἶναι πρώτην φορὰν ὅπου γίνεται.....

§17ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§18ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω νὰ πληροφορήσω τὸν κ. ὑπουργὸν τί συνέβη μὲ τὸ 1½ ἑκατομμύριον.

§19ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν εἶναι καιρὸς τώρα.

§20ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπλήρωσε τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διὰ κλεισμένας χρήσεις 1½ ἑκατομμύριον.

§21ΛΑΠΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν....

§22ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἔχετε ὑπομονήν. Μετὰ τὴν τελευταίαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς διέταξα τὸν ἁρμόδιον ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ ὑπάλληλον τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν νὰ μοὶ ἐκθέσῃ ἐν λεπτομερείᾳ τὰς δαπάνας τὰς γενομένας ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1874 μέχρι τέλους Ἀπριλίου τοῦ 1875. Ὑποβάλλω λοιπὸν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν, καὶ πίνακα λεπτομερῆ, ἐπίσης καὶ σημείωσιν τῶν δοθεισῶν προκαταβολῶν καθ’ ὅλον διάστημα. Ἡ Βουλὴ ἂς τὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἂν ἔχῃ ἀνάγκην διασαφήσεων ἢ ἄλλων πληροφοριῶν, εἶμαι ἕτοιμος νὰ τὰς δώσω.

§23ΛΑΠΑΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν.

§24ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ κύριοι Ζητὰν καὶ Ποὺλ, ἐπιτετραμμένοι τὰς Γαλλικὰς ὑποθέσεις ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεώς των, μοὶ ἀπέστειλαν τὰ παρόντα βιβλία, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὴν σπουδαίαν ἀλληλογραφίαν καὶ τὰς σκέψεις, αἵτινες ἔλαβον χώραν διὰ τὰ μικτὰ δικαστήρια· μὲ παρακαλοῦν δὲ νὰ τὰ προσφέρω εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ τὰ μελετήσῃ. Τὰ προσφέρω ὅπως μοὶ τὰ ἔστειλαν εἰς τὸν κύριον πρόεδρον.

§25ΜΠΟΥΤΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἀποσταλείσης εἰς Τῆνον ἐτυπώθη λανθασμένως, ἐλλείπει μία ὁλόκληρος περίοδος, ἢ νὰ εἴπω καλλίτερον εἷς στίχος μεταξὺ τῶν δύω πρώτων σκέψεων τῶν ἀναφερομένων εἰς τὸν δῆμον Πανόρμου, κατὰ συνέπειαν δικαίως οἱ κύριοι βουλευταὶ ὑποθέτουσιν, ὅτι καὶ τὸ πρῶτον μέρος τῶν σκέψεων τούτων ἀναφέρεται ὡς πρὸς τὸν δῆμον Πανόρμου, ἐνῷ ἀναφέρεται εἰς τὸν δῆμον Περαίας. Ἐλλείπουσιν ἀκριβῶς αἱ ἑξῆς λέξεις «ὡς πρὸς τὸν δῆμον Περαίας», καὶ κάτωθι τῶν λέξεων αὐτῶν ἔρχεται τὸ δεύτερον μέρος τοῦ σκεπτικοῦ. Ἔκαμα τὴν δήλωσιν αὐτὴν, διὰ νὰ ἦναι ἐν γνώσει ἡ Βουλή.

§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον εἶναι ἡ γʹ. ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως. Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς γʹ συζήτησιν. Δεύτερον ἀντικείμενον εἶναι ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπαρχίας Σπετσῶν. Ἀναγινώσκεται τὸ συμπέρασμα τῆς ἐκθέσεως. «Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν, λαμβάνουσαν ὑπ’ ὄψιν τὸ δαπανηθὲν ποσὸν, τὸν ἀριθμὸν τῶν ψηφοφορησάντων, τὴν διαφορὰν τῶν ψήφων μεταξὺ τοῦ τελευταίου ἐπιτυχόντος καὶ τοῦ πρώτου ἐπιλαχόντος, νὰ ἐκδώσῃ οἵαν ἀπόφασιν θεωρεῖ δικαίαν.»

§27ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, κύριοι, τῆς Βουλῆς, καταθέσας τὴν ἔκθεσιν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Σπετσῶν, ἐδήλωσα, ὅτι ἔσομαι ἀκυρωτικὸς, ἐπεφυλάχθην δὲ νὰ ἐκθέσω τοὺς λόγους τούτους σήμερον, τὸ ὁποῖον καὶ πράττω. Οἱ πάντες, κύριοι, συναισθάνονται τὴν θέσιν τῆς ἐπιτροπῆς, προκειμένου ν’ ἀνακαλύψῃ καὶ νὰ ἀνεύρῃ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον καὶ ὡς ἐκ τοῦ εἴδους καὶ ὡς ἐκ τοῦ χρόνου καθ’ ὃν ἐξετελεῖτο, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκδίδωνται συναλλαγματικαὶ καὶ νὰ ὑπογράφωνται γραμμάτια ἐμπορίου, καὶ ὡς ἐκ τῶν διαθέσεων, τὰς ὁποίας οἱ ἐκεῖ ἐνδιαφερόμενοι εἶχον ὡς πρὸς τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς, διότι διέδιδον, ὅτι ἂν ἀνεκαλύπτετο δωροδοκία οἱ πάντες ἤθελον τιμωρηθῆ, ἦτο δύσκολον βεβαίως εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἀνακαλύψῃ. Εὐτυχῶς ὅμως οἱ δισταγμοὶ αὐτοὶ τῆς ἐπιτροπῆς ἤρθησαν, ἅμα τῇ ἀποβάσει ἡμῶν εἰς Σπέτσας, καὶ πλησιάσαντές τινας ἐκ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἑτέρας τῶν μερίδων μὲ ὅλην τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἐσχηματίσαμεν περὶ δωροδοκίας, ἐπείσθημεν ὅτι ἐὰν ἐξητάζομεν ἀνθρώπους τῆς μερίδος Κουνουπιώτη, βεβαίως θὰ μᾶς ἔλεγον, ὅτι ἡ μερὶς τοῦ κ. Θεοχάρη ἐδωροδόκησεν· ἐὰν δὲ ἐξητάζομεν ἀνθρώπους τῆς μερίδος Θεοχάρη, θὰ μᾶς ἔλεγον, ὅτι ἡ μερὶς Κουνουπιώτη ἐδωροδόκησεν. Οἱ πάντες ἀναμιγνύεσθε εἰς τὰ ἐκλογικὰ καὶ γνωρίζετε βεβαίως πόσον εἶναι τὰ πάθη ἐξημμένα ἕνεκα ἀτομικῶν καὶ πολιτικῶν συμφερόντων. Ἐσκέφθημεν λοιπὸν νὰ προβῶμεν εἰς ἓν πόρισμα ἀκριβὲς καὶ δίκαιον, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ κατὰ πάντα ἀξιέπαινος καὶ τιμῶν τὴν θέσιν του ἔπαρχος κ. Σαγιακᾶς οὐκ ὀλίγον συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ φωτίσῃ τὴν ἐπιτροπὴν περὶ τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν καὶ περὶ τῆς δωροδοκίας ἐν γένει, ὑποδείξας ἡμῖν πρόσωπα τρίτα οὐδόλως ἐνδιαφερόμενα διὰ τὴν ἐκλογὴν καὶ ἀνώτερα πάσης κομματικῆς διαμάχης καὶ πάσης ὑπονοίας. Δύω ἦσαν τὰ ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὤφειλε ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐμμείνῃ· πρῶτον, ἐὰν ἔλαβε χώραν ἡ δωροδοκία ἐν Σπέτσαις καὶ ἐκ μέρους τίνων προσώπων, καὶ δεύτερον ἂν ὡς ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀγορασθέντων ψήφων ἐπηρεάζεται τὸ ἀποτέλεσμα ὡς πρὸς τὸν τελευταῖον ἐπιτυχόντα καὶ τὸν πρῶτον ἐπιλαχόντα. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς δωροδοκίας, ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν Σπετσιωτῶν ἀνήκοντες εἰς τὴν ἐργατικὴν τάξιν καὶ διεσπαρμένοι εἰς διάφορα μέρη ἵνα πορίσωσι τὰ πρὸς τὸ ζῆν, ἅμα ὡς ἀκούσουν ὅτι ἐν Σπέτσαις ἐνεργεῖται ἐκλογὴ, ἀφίνουν τὰ ἔργα των καὶ τρέχουν νὰ ἐξασκήσουν τὸ πολύτιμον αὐτῶν δικαίωμα. Οἱ πάντες δὲ, ἐκτὸς ὀλίγων ἐξαιρέσεων, δυστυχῶς τὸ ἐξασκοῦν ἀντὶ χρημάτων, τὰ ὁποῖα λαμβάνουν. Ἠθελήσαμεν, κύριοι, ἵνα μὴ ἀδικήσωμεν τὸν κ. Κουνουπιώτην, νὰ φωτισθῶμεν ἐὰν πράγματι ἡ δωροδοκία ἔλαβε χώραν· εἰς τοῦτο δὲ δὲν ὑπῆρξεν ἀντίῤῥησις ὅτι ἡ ἐκλογὴ αὕτη ἐνηργήθη ὑπὸ τὸ κράτος τῆς δωροδοκίας. Ἠθελήσαμεν νὰ φωτισθῶμεν ἐὰν καὶ ὁ κ. Θεοχάρης ἐδωροδόκησε, διότι ὑπῆρξαν δύω ἀντίθετοι συνδυασμοὶ, ὁ κ. Θεοχάρης μετὰ τοῦ κ. Βάμβα, καὶ ὁ κ. Κουνουπιώτης μετὰ τοῦ κ. Μανούσου· παρ’ ὅλων δὲ ἐμάθομεν καὶ παρὰ τῶν φίλων τοῦ κ. Κουνουπιώτη, ὅτι ὁ κ. Θεοχάρης, ὁ ἀληθῶς ἔντιμος ἄνθρωπος, οὐ μόνον δὲν ἠδύνατο ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς θέσεώς του νὰ δαπανήσῃ, ἀλλὰ καὶ αἱ ἀρχαί του εἶναι ὅλως ἐναντίαι. Ὁ κ. Θεοχάρης ἀνέκαθεν διεμαρτυρήθη κατὰ τῆς δωροδοκίας καὶ πρὸ τῶν ἐκλογῶν, ἔχων ὑπ’ ὄψιν του τὰς προηγουμένας ἐκλογὰς, καὶ ἀνεφέρθη διὰ τηλεγραφήματος πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἐζήτησεν ὅπως τὸ ὑπουργεῖον ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του καὶ περιστείλῃ τὸ ἔγκλημα. Ἕτερον γεγονὸς ἀποδεικνύον τὴν ἀθῳότητα τοῦ κ. Θεοχάρη εἶναι τὸ ἑξῆς....

§28ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ κ. Θεοχάρη.

§29ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Ταῦτα λέγω, διότι λέγουσί τινες, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔπραξεν ἄδικον νὰ ἐπικυρώσῃ τὴν ἐκλογὴν διὰ τὸν κ. Θεοχάρην καὶ νὰ ζητῇ νὰ τὴν ἀκυρώσῃ διὰ τὸν κ. Κουνουπιώτην· διὰ τοῦτο θέλω νὰ πείσω τοὺς πάντας, ὅτι καλῶς ἔπραξεν ἡ Βουλὴ νὰ ἐπικυρώσῃ τὴν ἐκλογὴν αὐτοῦ. Ἐξετάσαμεν, κύριοι, καὶ ἐμάθαμεν, ὅτι πρὸ τῶν ἐκλογῶν συνίσταντο σύλλογοι, συνήρχοντο αἱ μερίδες καὶ ἕνας ἕκαστος ἐκ τῶν φίλων καὶ ἰσχυρῶν συνεισέφερεν ἀνάλογον ποσὸν, τοῦτο συνέβη καὶ ἐφέτος πρὸ τῶν ἐκλογῶν· ὁ κ. Μανοῦσος, ὁ κ. Ὀρλάνδος, ὁ κ. Β. Κουφὸς, πενθερὸς τοῦ Κουνουπιώτη, καὶ ἕτεροι ἀνήκοντες εἰς τὴν μερίδα τοῦ κ. Κουνουπιώτη, συνῆλθον καὶ ἀπεφάσισαν νὰ δαπανήσουν χρηματικὰ ποσά. Κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς ἐλάβομεν, ἡ μὲν μερὶς τοῦ Κουνουπιώτη ἐδαπάνησε περὶ τὰς 20–25 χιλ. δραχμῶν, ὁ δὲ κ. Βάμβας περὶ τοῦ ὁποίου ἔμαθον,—καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Λομβάρδος νὰ τὸν ἐρωτήσω διατί ἐζήτησε τὴν συνδρομήν του ὡς ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς δωροδοκίας· εἶναι ἀληθὲς κ. Λομβάρδε;

§30ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μάλιστα. (Θόρυβος).

§31ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Δὲν ἐδαπάνησεν, διότι δὲν ἐννοῶ πῶς εἶναι δυνατὸν ἄνθρωπος καταδιώκων τὸ ἔγκλημα νὰ ἐγκληματῇ κατόπιν. Κατὰ τὰς πληροφορίας λοιπὸν τῶν πολλῶν, ἡ μὲν μερὶς τοῦ κυρίου Κουνουπιώτη ἔδωκεν οὐκ ὀλίγας χιλιάδας δραχμῶν, ὁ δὲ κ. Βάμβας ἐδαπάνησεν περὶ τὰς 6 χιλιάδας πρὸς ἀγορὰν ἀτομικῶν ψήφων, ἐδαπάνησε δηλ. τὰ χρήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐξοδεύομεν συνήθως ὅλοι μας εἰς τὰς ἐκλογάς. Ἔρχεται τὸ ἕτερον ζήτημα, ἐὰν αἱ ἀγορασθεῖσαι ψῆφοι ἐπηρεάζουν τὸ ἀποτέλεσμα. Παρατηρεῖται ὅτι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ πρώτου ἐπιλαχόντος καὶ τοῦ τελευταίου ἐπιτυχόντος εἶναι 100 μέχρις 106 ψήφων. Ὅσον τὸ δυνατὸν ἐξητάσαμεν καὶ ἐλάβομεν πληροφορίας παρὰ προσώπων ἀξιοπίστων, παρ’ ὅλων δὲ ἐμάθομεν καὶ πρὸς τοῦτο μᾶς ἐδόθη καὶ κατάλογος τῶν δωροδοκηθέντων προσώπων, ὁ ἀριθμὸς δὲ αὐτῶν ἀνέρχεται εἰς 180. Κατὰ τὴν ἰδέαν δὲ τῶν ἐκεῖ μενόντων, ἐδωροδοκήθησαν 400–450. Ὅπως δήποτε παρατηρεῖτε, ὅτι ἅμα ἐπῆλθε μία διαίρεσις, το ἀποτέλεσμα εἶναι ὅλως διόλου ἀλλοῖον (θόρυβος)

§32ΚΟΥΝΟΥΠΙΩΤΗΣ. Ποῖοι εἶναι οἱ φίλοι τοῦ κ. Βάμβα;

§33ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Ὁ υἱὸς τοῦ Φραγκιᾶ δύω ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἔγεινε φίλος τοῦ κ. Κουνουπιώτη καὶ ἔλαβε 2000 χιλ. δραχμὰς, ὁ δὲ κ. Φραγκιᾶς δὲν ἦτο μόνος, πλησίον τοῦ κ. Φραγκιὰ ἦσαν καὶ ἄλλοι· διότι ἀναλόγως τῆς ἀξίας, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἕκαστος καὶ τὰς ψήφους ἃς διέθετεν, ἐλάμβανεν καὶ χρήματα. Ἔχω δὲ περὶ τούτου καὶ κατάλογον.

§34ΣΟΥΤΣΟΣ. Εἶναι ἐπικυρωμένος ὁ κατάλογος;

§35ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Παρὰ τίνος νὰ ἐπικυρωθῇ; Ἐγὼ μεταδίδω πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔλαβον, δὲν κάμνω ἔκθεσιν. Σεῖς εἶσθε κύριοι νὰ τὰ ἐκτιμήσητε. Τέλος πάντων, κύριοι, ἔχω σημείωσιν τῶν δωροδοκηθέντων, ἐξ ἧς φαίνεται, ὅτι ἐπηρεάζεται τὸ ἀποτέλεσμα. Τοῦτο δὲ ἔρχεται καὶ βεβαιοῖ ὅλη ἡ πόλις τῶν Σπετσῶν σύσσωμος. Ἔρχεται νὰ παρακαλέσῃ τὴν Βουλὴν νὰ θέσῃ τέρμα, διότι πολλαὶ οἰκογένειαι κατεστράφησαν εἰς τὰς Σπέτσας, ὅπου ἄλλοτε ὑπῆρχον τόσα πλούτη· ἡ οἰκογένεια τοῦ Οἰκονόμου, τοῦ Γουδῆ καὶ ἄλλων κατεστράφη, διότι κατ’ ἔτος εὑρίσκοντο εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ δαπανῶσι χρήματα. Ἔργον δικαιοσύνης θὰ πράξῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογὴν, διότι ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων φαίνεται, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι προϊὸν δωροδοκίας, ὡς πρὸς τὸν κύριον Κουνουπιώτην. Ἐὰν ὁ κύριος Κουνουπιώτης ἔχῃ τὰς συμπαθείας τῶν συμπολιτῶν του, δὲν θὰ πάθῃ τίποτε, διότι θὰ ἔλθῃ πάλιν ὡς βουλευτής. Σημειώσατε ὅμως ὅτι τὸ καλὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπέλθῃ, εἶναι πολὺ ἀνώτερον τοῦ φαινομένου ἀδικήματος, διότι τότε δὲν θὰ διστάζουν πλέον ἀπὸ τὴν σημερινὴν ἀπόφασίν σας, ἂν αὕτη ᾖ ἀκυρωτικὴ, νὰ κατέρχωνται εἰς τὴν ἀνάγκην ἄνθρωποι, χαίροντος μὲν συμπαθείας, στερούμενοι ὅμως ὑλικῶν μέσων.

§36ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐπιθυμῶ καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἀκούσῃ μετὰ προσοχῆς εἰς τὰ ἀφορῶντα τὴν ἐκλογὴν τῶν Σπετσῶν, καθ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἐκλογῆς κατηγορουμένης ἐπὶ δωροδοκίᾳ, καὶ καθ’ ὅσον εἶμαι μέλος ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐνεπιστεύθη σπουδαιοτάτην ἐργασίαν, πρόκειται δὲ ἤδη νὰ δικαιωθῇ τὸ σύστημα τῶν ἐπιτροπῶν καὶ νὰ διαψευσθῇ, ὅ,τι ἄλλοτε ἐῤῥέθη, ὅτι διὰ τοῦ μέτρου τούτου ἡ Βουλὴ προπαρασκευάζει τὴν ἀκύρωσιν ἐκλογῶν τινων. Ἡ ἐπιτροπή σας οὔτε ἐπὶ μίαν στιγμὴν ἐλησμόνησε τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἔφερεν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν σπουδαιοτάτου καθήκοντος, ἀνατεθέντος αὐτῇ παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τοῦτο ἐφρόντισε νὰ φέρῃ ἐνώπιον ὑμῶν τὰ πράγματα καθαρὰ καὶ ἀναμφισβήτητα. Τὰ πράγματα δὲ, τὰ σχετιζόμενα μὲ τὴν ἐκλογὴν τῶν Σπετσῶν καὶ μὲ τὴν ἀποδιδομένην εἰς αὐτὴν κατηγορίαν τῆς δωροδοκίας, ἔχουσιν ἀκριβῶς, ὅπως ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀντελήφθην, ὧδέ πως. Ἐν Σπέτσαις ἀφ’ ὅτου ἤρξοντο αἱ ἐκλογαὶ ἴσως ἀπὸ 1837 καθιερώθη ἓν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ ὀνομάσω σύστημα δωροδοκίας, ἀλλ’ ἓν σύστημα ἀξιόμεμπτον ὅπως δήποτε, καὶ τοῦτο, διότι κατῆλθον ἐν ταῖς ἐκλογαῖς οὐχὶ πρόσωπα πολιτευόμενα, ἀλλὰ πρόσωπα ἐρειδόμενα εἰς τὰ πλούτη των, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιτυγχάνοντα εἴτε εἰς τὰς ἐκλογὰς τὰς βουλευτικὰς, εἴτε τὰς δημαρχικὰς, πάντοτε διὰ χρηματικῶν θυσιῶν. Ἑπομένως, κύριοι, καθ’ ὅσον ἐγὼ ἐπληροφορήθην, μέχρι τινὸς ἐν Σπέτσαις δὲν ἦσαν διακεκριμένα πολιτικὰ κόμματα ἢ φατρίαι δυστυχῶς διὰ τὸν λαὸν ἐκεῖνον, τὸν τοσοῦτον ἀγωνισθέντα τὸν ὑπὲρ τῶν ὅλων ἀγῶνα. Ἡ ἀξία τῆς ψήφου δὲν ἐννοεῖται, διότι ἀπὸ τοὺς καλλιτέρους τοῦ τόπου δὲν ἐδιδάχθη· ἀπεναντίας, οἱ πρωτεύοντες ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ παρέστησαν τὴν ψῆφον ὡς ἐμπόρευμα καὶ ἔπεισαν τοὺς ψηφοφόρους, ὅτι ἡ ψῆφος κἀμμίαν ἄλλην ἀξίαν δὲν ἔχει εἰμὴ τὴν τοῦ ἡμεροκαμάτου, καὶ διὰ τοῦτο ὁ κάτοικος τῶν Σπετσῶν, τοὐλάχιστον ὁ πολὺς κόσμος ἐκεῖ νομίζει, ὅτι πράττει ἔργον εὐσυνείδητον λαμβάνων δέκα, εἴκοσι, σαράντα δραχμὰς καὶ δίδων ἀντὶ τούτων τὴν ψῆφόν του (θόρυβος). Ἐν τῇ συναισθήσει τῆς μεγάλης εὐθύνης, τὴν ὁποίαν φέρω, θέλω ἀναφέρει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ πράγματα, ἵνα κανονίσῃ τὴν γνώμην της.

§37ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ εἴπατε ὅτι ἔχετε συναίσθησιν τῆς εὐθύνης σας, σᾶς λέγω ὅτι καὶ ἐγὼ ἐπίσης ἔχω· σᾶς ἐνθυμίζω λοιπὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπατε πρὸς τὸν Κουνουπιώτην ἔξωθεν τοῦ καφφενείου καθήμενος, ὅτι ὁποιονδήποτε καὶ ἂν ᾖναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸ καλὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπέλθῃ διὰ μιᾶς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως τῆς ἐκλογῆς, καὶ κἀνεὶς πλέον δὲν θὰ τολμήσῃ νὰ δώσῃ χρήματα.

§38ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἀπό τινος καιροῦ κατηρτίσθησαν δύω φατρίαι, ἀλλὰ φατρίαι, αἱ ὁποῖαι δὲν κατώρθωσαν νὰ διαιρέσουν καὶ ὁλόκληρον τὴν νῆσον εἰς δύω κόμματα· ἐπροχώρησαν μέχρι τινὸς, ἤτοι εἰς τὴν ἀνωτέραν τάξιν καὶ ἐκεῖ ἐσταμάτησαν, διότι ἀπέναντι τοῦ πολλοῦ κόσμου δὲν ἠδύναντο νὰ προχωρήσωσιν. Αἱ φατρίαι αὗται ἐμπροσωποῦνται ἡ μὲν ὑπὸ τοῦ κ. Θεοχάρη, ἡ δὲ ὑπὸ τοῦ κ. Κουνουπιώτη, ἀλλ’ οὔτε ὁ κ. Θεοχάρης δύναται νὰ καυχηθῇ, οὔτε ὁ κ. Κουνουπιώτης, ὅτι ἡ ἐπιῤῥοὴ, τὴν ὁποίαν ἐξασκοῦν ἐπὶ τῶν φίλων των, εἶναι τοσοῦτον ἰσχυρὰ, ὥστε νὰ ὑποχρεώσῃ αὐτοὺς νὰ ψηφοφορήσωσι καὶ τὸν συνυποψήφιόν των, καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι εἶναι ἀνάγκη νὰ μάθετε, ὅτι ἕκαστος τῶν κομματαρχῶν αὐτῶν προσλαμβάνει εἰς τὸν συνδυασμόν του καὶ ἕνα ἔχοντα χρηματικὰ κεφάλαια, ὑπὸ τὸν ῥητὸν ὅρον ὅτι οὗτος μὲν καταθέτει τὰ ἠθικά του κεφάλαια, τουτέστι τὰς ψήφους, ἐκεῖνος δὲ τὰ ὑλικά του, τουτέστι τὰ χρήματα, ἅτινα εἶναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ διὰ τὴν ἐνέργειαν μιᾶς ἐκλογῆς. Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ κατηρτίσθησαν οἱ συνδυασμοὶ ἐν Σπέτσαις καὶ κατὰ τὴν ἐφετεινὴν ἐκλογήν· καὶ ὁμολογούμενον εἶναι καὶ ἀποδεδειγμένον, ὅτι ὁ κ. Κουνουπιώτης προσῆλθεν εἰς τὸν συνδυασμὸν τοῦ κυρίου Μανούσου, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ δαπανήσῃ οὗτος ὅσα χρήματα ἐχρειάζοντο διὰ τὴν ἐκλογήν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ βεβαιοῦται ἐπίσης ὅτι εἰς τὸν συνδυασμὸν τοῦ κ. Θεοχάρη προσῆλθε καὶ ὁ Β. Βάμπας, ὅστις ὑπεσχέθη νὰ δαπανήσῃ μέχρις ἓξ χιλιάδων δραχμῶν καὶ ὅστις κατὰ τὴν πεποίθησίν μου οὐδὲν ἠθικὸν κεφάλαιον παρουσιάζει ἐν τῷ τόπῳ τοῦτο δὲ διότι ἦτο μακρὰν τοῦ τόπου ἐκείνου ἐπὶ ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη, καὶ πρώτην φορὰν ἤρχετο νὰ ζητήσῃ τὰς ψήφους τῶν συμπολιτῶν του. Ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην οὐδὲ θὰ δυνηθῶ νὰ πεισθῶ ὅτι ὁ κ. Βάμβας, ὅστις ἀπουσίαζεν ἐπὶ τόσα ἔτη ἐκ Σπετσῶν καὶ ὅστις φέρει ἡλικίαν τριάκοντα ἐτῶν ὅπερ δεικνύει ὅτι ἀνεχώρησεν ἐκεῖθεν δεκαετὴς ἢ δωδεκαετής, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἀνωτέραν ἐπιῤῥοὴν ἀπὸ τὴν τοῦ κ. Κουνουπιώτη ὅστις πολλάκις ἐξελέχθη βουλευτὴς Σπετσῶν. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν ἐνόουν ποτὲ οἱ φίλοι τοῦ κ. Θεοχάρη, οἱ πλεῖστοι τοὐλάχιστον πλὴν τινων ἐξαιρέσεων, νὰ ψηφοφορήσωσιν ὁλόκληρον τὸν συνδυασμόν, ἐὰν κατὰ τὸ ἔθιμον τὸ ἐκεῖ ἐπικρατοῦν δὲν ἐλάμβανον κἄτι τι. Ἐν Σπέτσαις δὲν συμβαίνει ὅ,τι συμβαίνει ἀλλαχοῦ, ὅπου εἶναι διακεκριμένα τὰ κόμματα, καὶ ὅπου ἡ δωροδοκία, καθὼς ἐξεφράσθη καὶ ἡ ἐν Τήνῳ ἀποσταλεῖσα ἐπιτροπή, ἀποσπᾷ τὸν φίλον τοῦ ἀντιθέτου διὰ τοῦ αἰσχροῦ αὐτοῦ μέσου· ἀναφέρω ἐνταῦθα ἓν παράδειγμα, τὸ παράδειγμα τοῦ Φραγκιᾶ. Καὶ ἐν Σπέτσαις ἀκόμη, ὁσάκις ἤρχοντο νὰ μοὶ ἀποδείξωσι τὴν ὕπαρξιν τῆς δωροδοκίας ὡς ἐπηρεασάσης τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς, πάντοτε τὸ παράδειγμα τοῦ Φραγκιᾶ μοὶ ἐπροβάλλετο. Καὶ ἠξεύρετε τί συνέβη μὲ αὐτόν; κ. Φραγκιᾶς κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν ἔλαβε δάνειον ἀπὸ τὸ ἐκεῖ ὑποκατάστημα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ εἰς τὸ δάνειον αὐτὸ ἐγγυήθη κἄποιος φίλος τοῦ κ. Κουνουπιώτη. Ἀλλά, λέγουν οἱ φίλοι τοῦ κ. Θεοχάρη, τοῦτο εἶναι δωροδοκία, διότι πρὸς ἐξαφάλισιν τοῦ δανείου ὑποθήκευσαν, νομίζω, τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἐπὶ τοῦ μετοχικοῦ ταμείου. Βλέπετε ποίαν σᾶς φέρουσιν ὡς τὴν ἐναργεστέραν ἀπόδειξιν τῆς δωροδοκίας· ἐγὼ ὅμως δὲν ἔχω ἀνάγκην οὔτε στερεῶν, οὔτε σαθρῶν ἀποδείξεων πρὸς σχηματισμὸν τῆς πεποιθήσεως ἣν ἔχω ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν ψηφοφόρων ἐπληρώθησαν διὰ ψηφοφορήσωσι.

§39ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἴμεθα σύμφωνοι.

§40ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι ὡς πρὸς τὰ πράγματα καὶ τὴν ἱστορίαν αὐτῶν, ὡς πρὸς τὸ συμπέρασμα ὅμως ὄχι. Ἴσως ἡ Βουλὴ ἀπέδειξε κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν ἐν γένει ὅτι δὲν ἐμφορεῖται οὔτε ἀπὸ αἴσθημα μεροληψίας, οὔτε ἀπὸ αἴσθημα φατριασμοῦ· καθ’ ὅλην τὴν ἐξέλεγξιν τῶν γενικῶν ἐκλογῶν μέλημα αὐτῆς ὑπῆρξε ἡ ἀνακάλυψις τῆς ἀληθείας καὶ ἡ τιμώρησις τοῦ ἐγκλήματος. Ἐπαρουσιάσθη μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὸ ἔγκλημα τῆς δωροδοκίας ὡς λόγος ἐνστάσεως κατὰ τῶν ἐκλογῶν, καὶ πρώτην φορὰν καλεῖσθε νὰ δικάσητε ἐπὶ τοιαύτης ἐνστάσεως· διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι ὡς μέλος ἐπιτροπῆς ἐξεταστικῆς ἐπὶ μιᾶς ἐκλογῆς ὤφειλον νὰ φέρω καθαρὰ τὰ πράγματα ἐνώπιόν σας. Καλεῖσθε ν’ ἀκυρώσητε ἐκλογὴν λόγῳ δωροδοκίας, ἐγκλήματος μικροῦ ἀλλὰ μὴ βεβαιωμένου ἐντελῶς. Ἡμεῖς ἐδῶ ἐρχόμεθα μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἔλαβε χώραν δωροδοκία, ἡ δικαιοσύνη δὲν ἔχει περὶ τούτου κἀμμίαν πεποίθησιν, τὸ πλημμελειοδικεῖον Ναυπλίου μέχρι τοῦδε δὲν μᾶς εἶπε τίποτε καὶ ἴσως κατόπιν μᾶς εἴπει, ὅτι οὐδεμία δωροδοκία ἔλαβε χώραν· αὐτὴ ἡ ἀντίφασις μεταξὺ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ποίαν σπουδαιότητα θέλει ἔχει; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἀνοίγομεν στάδιον εἰς τοὺς ἀποτυχόντας. Ἀναφέρομαι εἰς τὴν συνείδησιν ἡμῶν καὶ ἐρωτῶ πάντας ἂν ὑπάρχῃ ἀποτυχών, ὁ ὁποῖος δὲν ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀποτυχίαν του καὶ νὰ τὴν ἀποδώσῃ εἰς μίαν αἰτίαν. Ὅτε ἦτον ὁ καιρὸς τῶν κυβερνητικῶν ἐπεμβάσεων, οἱ πάντες ἐκάλυπτον τὴν ἀποτυχίαν των ὑπὸ τὴν δικαιολόγησιν ταύτην, ὅτι παρενέβη δῆθεν ἡ Κυβέρνησις· παρῆλθεν ἡ ἐποχὴ ἐκείνη, καὶ εὗρον διάφορα ἄλλα μέσα καὶ δὴ καὶ τὸ τῆς δωροδοκίας. Νὰ προσέξητε, κύριοι, διότι δὲν ἠξεύρω ποῖον θὰ ᾖναι τὸ μέλλον τῶν πολιτευομένων καὶ μάλιστα τῶν πολιτευομένων ἐκείνων, οἵτινες ἔχουν μικρὰν περιουσίαν εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν. Νομίζετε, ὅτι εἶναι δύσκολον εἰς πάντα, ὁ ὁποῖος ἀπέτυχεν ἐν ταῖς ἐκλογαῖς, νὰ ἰσχυρισθῇ καὶ ὑποστηρίξῃ δι’ ὅλων τῶν φίλων του, ὅτι διὰ τῆς δωροδοκίας ἐπέτυχεν ὁ ἀντίπαλός του; Ἐν Σπέτσαις ἐδόθη εἰς ἡμᾶς μία ἀναφορὰ ἐξ 150 ἢ 200 ὑπογραφῶν ἐντίμων οἰκοκυραίων, οἱ ὁποῖοι διεβεβαίουν ἡμᾶς, ὅτι ἔλαβε χώραν δωροδοκία καὶ ὅτι διὰ ταύτης ἐπέτυχεν ὁ κ. Κουνουπιώτης. Ἑτέρα ἀναφορὰ ἐπίσης ἐντίμων ἀνθρώπων μᾶς ἐδόθη, ὅτι δὲν ἔλαβε χώραν παρὰ τοῦ κυρίου Κουνουπιώτου δωροδοκία, ἀλλὰ παρὰ τοῦ κυρίου Βάμβα, καὶ ὅτι ὅσας ψήφους ἔλαβεν οὗτος τὰς ὀφείλει εἰς τὸ μέσον αὐτὸ· τί θέλετε νὰ πιστεύσητε; Τί θὰ εἴπητε καὶ ὅταν ἀναφέρω σπουδαιότερον γεγονός; Ὁ κ. Κουνουπιώτης εἶπεν εἰς ἡμᾶς, ὅτι πρὸ τῶν ἐκλογῶν προσῆλθεν ὁ κ. Βάμβας καὶ ὑπεσχέθη νὰ δαπανήσῃ μέχρις 6,000 δραχμῶν πρὸς ἀγορὰν ψήφων, ἐὰν προσλάβῃ αὐτὸν εἰς τὸν συνδυασμόν του. Ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της μετ’ αὐστηρότητος, διότι ἤθελε νὰ δικαιώσῃ τὴν ἀποστολήν της, τῇ προτάσει τοῦ κυρίου Κυριακίδου ἔφερεν εἰς ἀντιπαράστασιν πολλὰ ἐπίσημα πρόσωπα, τὸν κ. δήμαρχον, τὸν κ. Κουφόν, τὸν κ. Λεωνίδαν καὶ ἄλλους ἐπίσης ἐντίμους, καὶ πάντες μεθ’ ὅρκου ἐβεβαίωσαν τὸ γεγονὸς αὐτὸ μεθ’ ὅλας τὰς διαμαρτυρήσεις τοῦ κυρίου Βάμβα (θόρυβος). Βλέπετε λοιπόν, ὅτι εὔκολον εἶναι εἰς τοὺς κομματάρχας τῶν ἐπαρχιῶν νὰ παρουσιάζουν τοὺς φίλους των καὶ τοὺς συγγενεῖς των διὰ νὰ βεβαιώσουν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ γεγονός, τοῦτο ἢ ἐκεῖνο καὶ πρὸ πάντων μίαν δωροδοκίαν, ἡ ὁποία δύναται νὰ λέγεται ἀορίστως καὶ νὰ μὴ ἀποδεικνύεται. Διὰ τοῦτο σᾶς ἀνέφερα τὸ περιστατικὸν τῆς ἀντιπαραστάσεως. Ἐὰν συνέπιπτε, κύριοι, νὰ ἦσθε παρόντες ἐκεῖ, ἕκαστος ἤθελε πεισθῆ εἰς τοὺς λόγους τῶν ἐντίμων ἐκείνων προσώπων καὶ ἰδίως τοῦ κυρίου Κουφοῦ, ὅστις φαίνεται ἔντιμος νέος καὶ μορφωμένος, ἠθέλατε ἀκούσει τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῶν ἐναντίων, καὶ ἐπὶ τέλους δὲν ἠθέλατε πιστεύσει τίποτε. Ἐπεκαλέσθημεν τὴν συνδρομὴν τῆς δικαιοσύνης διὰ νὰ μᾶς ἐξαγάγῃ ἀπὸ τὴν ἀμφιβολίαν. Ἀφοῦ δὲν εὕρωμεν ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς ἐκλογῆς οὐδεμίαν ἔκθεσιν τοῦ κυρίου ἀνακριτοῦ, τὸν παρεκαλέσαμεν νὰ μᾶς πέμψῃ ἔκθεσιν περὶ τοῦ τί ἀντελήφθη ἐν καιρῷ τῆς ἐκλογῆς, καὶ ὁ κ. Φελήρης δὲν ἐνόμισεν ἑαυτὸν ὑπόχρεων νὰ μᾶς χορηγήσῃ τοιαύτην. Ἐζητήσαμεν τοιαύτην διὰ τοῦ ἐν Ναυπλίῳ εἰσαγγελέως καὶ ὁ κ. εἰσαγγελεὺς ἀπήντησε τὰς αὐτὰς δυσκολίας· ἐζητήσαμεν τοιαύτην διὰ τοῦ κυρίου προέδρου τῆς Βουλῆς, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔλαβε γνῶσιν ἑνὸς τηλεγραφήματός μας, ἀλλὰ μήτε διὰ τοῦ μέσου τούτου κατωρθώσαμεν νὰ ἔχωμεν ἔκθεσιν ἀνακριτικήν.

§41ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἐστάλη.

§42ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐνηργήσαμεν, κύριοι, ἑξήκοντα ἐξετάσεις, δηλαδὴ ἐξητάσαμεν ἑξήκοντα πρόσωπα ἀνήκοντα εἰς τὴν μίαν καὶ εἰς τὴν ἑτέραν μερίδα· αἱ καταθέσεις αὗται τῶν ἑξήκοντα ὑπῆρξαν ἀντιφατικαί, οἱ μὲν ἔλεγον τοῦτο, οἱ δὲ κατέστρεφον τοῦτο· ἤλθομεν καὶ εἰς ἰδιαιτέρας ἐξετάσεις, καὶ βεβαιωθῆτε ὅτι καὶ ὁ κ. συνάδελφος, ὁ ὁποῖος πρὸ ὀλίγου ἐξέθηκεν ἀντίθετον γνώμην, τὴν στηρίζει μᾶλλον εἰς τὰς ἐξωδίκους, τὰς ἰδιαιτέρας πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐλάβομεν ἐκεῖ. Ἀπόῤῥοια λοιπὸν τῶν πληροφοριῶν μου εἶναι ἡ ἑξῆς, ὅτι ὁ κ. Μανοῦσος, ὁ συνάδελφος τοῦ κ. Κουνουπιώτου; ἐπλήρωσε ψήφους χωρὶς διόλου οἱ ψηφοφόροι οὗτοι νὰ ἀνήκουσι πρότερον εἰς ἄλλην φατρίαν καὶ νὰ ἀποσπασθοῦν, ἀλλ’ ἵσταντο ἐκεῖ καὶ ἐζήτουν χρήματα διὰ νὰ ψηφοφορήσουν· ὁ κ. Βάμβας, σύντροφος τοῦ κ. Θεοχάρη, ἐπλήρωσε ψήφους. Ἀλλ’ οὔτε ἡ ἀγορὰ τῶν ψήφων, τὴν ὁποίαν ἐνήργησεν ὁ Μανοῦσος, ἐπηρεάζει τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς καθόσον ἀφορᾷ τὸν Κουνουπιώτην, οὔτε ἡ ἀγορὰ τῶν ψήφων, τὴν ὁποίαν ἐνήργησεν ὁ Βάμβας, συνετέλεσεν εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ Θεοχάρη.

§43ΡΟΥΚΗΣ. Ὑποστηρίζετε διπλῆν δωροδοκίαν, κύριε Κατσικαπῆ· ἡμεῖς εἴμεθα ἁπλῶς τῆς ἰδέας ν’ ἀκυρωθῇ....

§44ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐκθέτω τὴν γνώμην αὐτήν, διότι πρέπει νὰ ᾖναι συνεπὴς εἰς τὰς ἀποφάσεις της ἡ Βουλὴ, καὶ διότι θέλω αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς νὰ ᾖναι σεβασταί· δὲν ἀντίκειται ποσῶς ἡ γνώμη ἡ ἰδική μου πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, διότι εἶπεν ὅτι παραδέχομαι τὸ μέρος τοῦτο ὡς ἀδωροδόκητον καὶ ἐξετάζω τὸ ἄλλο. Τί σᾶς λέγει ἡ ἐπιτροπὴ ὁμοφώνως ἐν τῇ ἐκθέσει της, κύριοι; ἀκούσατε παρακαλῶ, διότι ἐδὼ εἶμαι καθ’ ὁλοκληρίαν σύμφωνος μετὰ τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς· «καθόσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς κυρίους Δ. Κουνουπιώτην καὶ Κωνστ. Βάμβαν καὶ Γ. Μανοῦσον, παρὰ πάντων ὁμολογεῖται καὶ ἰδίως μεταξὺ τῶν δύω τελευταίων» δηλαδὴ Μανούσου καὶ Βάμβα, ὅτι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ἐδαπάνησαν χρήματα πρὸς ἀγορὰν ψήφων, καὶ κατά τινας μὲν ἡ μερὶς Κουνουπιώτου καὶ Μανούσου ἐδαπάνησε περὶ τὰς 20,000 δραχμῶν, ὁ δὲ Κωνστ. Βάμβας περὶ τὰς πέντε ἢ ἓξ, ὅπερ ἔπραξεν εὑρεθεὶς εἰς ἀπόλυτον ἀνάγκην, καθότι εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Βάμβας δὲν στερεῖται συγγενῶν καὶ φίλων, ἀλλ’ ἀπέναντι τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα οἱ ἀντίθετοι αὐτοῦ μετεχειρίσθησαν, καὶ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐδαπάνησαν πρὸς διαφθορὰν τῶν συνειδήσεων, δὲν ἠδύνατο ἄλλως νὰ πράξῃ εἰμὴ νὰ δαπανήσῃ καὶ αὐτός. Ἰδίως· τὸ ἰδίως νομίζω, ὅτι τοῦτο ἐξηγεῖ, ἰδίως οὗτοι οἱ δύω ἐδαπάνησαν χρήματα. Ἀλλ’ οἱ κ.κ. συνάδελφοι προβαίνουν περαιτέρω, ἐκεῖ ὅπου ἐγὼ εἶμαι ἀνίκανος νὰ φθάσω, δηλ. λέγουν ἐδαπάνησε περισσότερα ἐκεῖνος, ὀλιγώτερα οὗτος. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν δύναμαι νὰ φθάσω εἰς αὐτὸ τὸ συμπέρασμα, ὁμολογῶ τὴν ἀνικανότητά μου. Τέλος πάντων ἔχομεν παραδεδεγμένον, μεμαρτυρημένον ὅτι ψῆφοι ἠγοράσθησαν καὶ ἔνθεν καὶ ἔνθεν· ἡ Βουλὴ βεβαίως ἔχει καθῆκον νὰ τιμωρήσῃ τὸ ἔγκλημα καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι, ὁμιλῶ, καὶ διὰ νὰ τὸ προλάβῃ εἰς τὸ μέλλον. Ἀλλὰ νομίζετε, κύριοι, ὅτι ἡ ἀκύρωσις τῆς ἐκλογῆς προλαμβάνει τὸ ἔγκλημα εἰς τὸ μέλλον; νομίζω ὄχι· ὄχι μόνον, ἀλλὰ ὑποστηρίζει τὸ ἔγκλημα, καὶ ἰδοὺ τίνι τρόπῳ· κατὰ δύω τρόπους κατ’ ἐμὲ, κύριοι, δύναται καὶ νὰ τιμωρηθῇ τὸ ἔγκλημα καὶ νὰ προληφθῇ, ἢ διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ, ἢ διὰ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν προσώπων ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἤθελον ἀποδειχθῆ ὡς δωροδοκήσαντα ἐν ταῖς ἐκλογαῖς· ἀλλὰ τὸ πρῶτον κατ’ ἐμὲ εἶναι δύσκολον, διότι δύσκολος εἶναι ἡ ἀνακάλυψις τοῦ ἐγκλήματος τῆς δωροδοκίας διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ, βλέπετε ὅτι ἐδῶ δὲν εἶναι ἐπισκοπικὰ, διὰ νὰ χρειασθοῦν μεσῖται, διὰ νὰ ἐπέλθουν τηλεγραφήματα· ἐδῶ ἀπ’ εὐθείας τοῦ δίδει κάτι τι ἀποκάτω ἀπὸ τὸ χέρι· ἔπειτα πῶς θὰ ἀνακαλυφθῇ, ὅταν πρόκειται νὰ τιμωρηθῇ καὶ ὁ δωροδοκήσας καὶ ὁ δωροδοκηθείς; Εἶναι δὲ τὸ ἄλλο ἀδύνατον, διότι δὲν ἔχομεν νόμους ν’ ἀποκλείσωμεν τοὺς ἐπὶ δωροδοκίᾳ κατηγορουμένους κυρίους ὑποψηφίους Βουλευτάς· μᾶς μένει ἡ ἀκύρωσις. Νομίζετε, ὅτι τό γε νῦν ἔχον ἐν Σπέτσαις ἡ ἀκύρωσις εἶναι μέσον τιμωρητικὸν διὰ τὸ ἔγκλημα τῆς δωροδοκίας; ἀπεναντίας, καὶ πιστεύσατε ὅτι ὑποστηρίζει τὴν δωροδοκίαν, διότι κατὰ συνείδησιν λέγω εἰς ὑμᾶς ὅτι ἂν ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ καὶ μία ἐπανάληψις ἐκλογῆς ἀναδείξῃ Βουλευτὴν εἴτε τὸν Μανοῦσον εἴτε τὸν Βάμβαν, τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ἀποτέλεσμα φανερᾶς δωροδοκίας. Ἀλλά, κύριοι, νομίζετε, ὅτι μία ἀκυρωτικὴ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἤδη δὲν εἶναι καὶ εἰς τὴν Βουλὴν δύσκολον; διότι διὰ νὰ ἀκυρώσητε τὴν ἐκλογὴν ἤδη ὀφείλετε νὰ παραδεχθῆτε ὅτι ἡ δαπάνη ἡ προελθοῦσα ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Μανούσου συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ ἀναδείξῃ βουλευτὴν καὶ τὸν κ. Βάμβαν· ἀλλ’ ὅταν ἡ ἐπιτροπὴ σᾶς βεβαιοῖ ὁμοφώνως ὅτι καὶ ὁ κ. Βάμβας ἐπλήρωσε ψηφοφόρους, δὲν νομίζετε ὅτι εὑρίσκεσθε εἰς ἀντίφασιν μὲ τὴν πρώτην ἀπόφασίν σας; Διὰ τοῦτο, κύριοι, συμπεραίνω ὅτι ἡ ἐκλογὴ πρέπει νὰ ἐπικυρωθῇ καθόσον ἀφορᾷ τὸν κ. Κουνουπιώτην.

§45ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Πιστεύω, κύριοι, ὅτι ἐκ τῆς λογικῆς, ἣν ἀνέπτυξεν ὁ προλαλήσας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸ ὀλίγου, σᾶς ἔκαμε νὰ ἐκπλαγῆτε. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς πείσω ἐγὼ πλέον περὶ τῆς ἐν Σπέτσαις γενομένης δωροδοκίας· ὁ προλαλήσας δεόντως σᾶς ἐπληροφόρησε καὶ σᾶς ἔπεισεν. Ἀλλ’ ἆρά γε τὰ σαθρά, διὰ νὰ μὴν εἴπω ἄλογα, ἐπιχειρήματα αὐτοῦ ἦσαν ἀρκετὰ νὰ σᾶς πείσωσι; δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ μακρηγορήσω, διότι συνηγόρου καλλιτέρου ἀπὸ τὸν προλαλήσαντα αἱ Σπέτσαι δὲν ἔχουν ἀνάγκην· μετὰ παῤῥησίας καὶ χριστιανικῆς ἀθωότητος σᾶς ὡμολόγησε τὸ ἔγκλημα ἐν ὅλῃ αὐτοῦ τῇ ἐκτάσει καὶ τῇ ἐπισημότητι. Ἀλλὰ τί σᾶς εἶπε; διὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν λόγον δὲν πρέπει ν’ ἀκυρώσητε τὴν ἐκλογήν, παρὰ νὰ τὴν ἐπικυρώσητε. Τῇ ἀληθείᾳ τοιαύτη λογικὴ πρώτην φορὰν ἀναπτύσσεται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Πρὸς τοῖς ἄλλοις σᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ Βάμβας εἶναι ἄγνωστος ἐν Σπέτσαις, ὅτι ἔλειπε πρὸ τοσούτου χρόνου, ὅτι ὁ Βάμβας δὲν ἔχει ἀνθρώπους ἐν Σπέτσαις. Διαβεβαιῶ λοιπὸν τὸν κ. Κατσικαπῆ, ὅτι ὁ Βάμβας ἔχει τοσούτους συγγενεῖς ἐν Σπέτσαις ἐνδιαφερομένους ὑπὲρ αὐτοῦ, ὥστε δυσκολεύομαι νὰ πιστεύσω ὅτι τοσούτους κατοίκους ἔχει τὸ χωρίον ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξέρχεται (γέλως). Ἠθέλησε νὰ σᾶς ἀποδείξει, κύριοι, ὅτι τιμωροῦντες τὸ ἔγκλημα δὲν φέρετε οὐδὲν ἀποτέλεσμα· ἀλλὰ πρὸς Θεοῦ ποῦ ὑπῆρξεν αὐτὴ ἡ λογικὴ ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ νὰ λέγῃ ὅτι, ἐπειδὴ θὰ τιμωρήσετε τὸ ἔγκλημα, δὲν ἐπιφέρετε θεραπείαν!

§46ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ μὲ διαστρέφετε· ἐγὼ δὲν εἶπα τιμωροῦντες τὸ ἔγκλημα τὸ ὑποστηρίζομεν.

§47ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἰς ἐμὲ δὲν μένει νὰ σᾶς πείσω περὶ τῆς γενομένης δωροδοκίας ἐν Σπέτσαις, διότι εὐτυχῶς ὁ πρὸ ὀλίγου καταβὰς τοῦ βήματος σᾶς ἔπεισε πληρέστατα, ἑπομένως δὲν θέλω νὰ σᾶς ἐπασχολήσω περισσότερον.

§48ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐκλογῆς, ὅτε ἐξηλέγχοντο αἱ ἐκλογαί, δὲν ἔλαβον τὸν λόγον, διότι ἐφρόνουν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀκυρώσει τὴν ἐκλογὴν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐνδείξεων, αἱ ὁποῖαι φαίνονται εἰς τὸν φάκελλον τῆς ἐκλογῆς αὐτῆς· αἱ ἐνδείξεις αὗται εἶναι τόσον σαφεῖς, ὥστε δὲν ἀφίνουν καμμίαν ἀμφιβολίαν· ἐξ ἁβροφροσύνης δὲν ἔλαβον τὸν λόγον μήπως ὑποθέσητε ὅτι τοῦτο ἔπραττον ἀπὸ ἐμπάθειαν πρὸς τὸν συνάδελφόν μας. Σᾶς εἶπον δὲ ὅτι αἱ ἐνδείξεις ἐκεῖναι ἦσαν ἱκαναὶ ὅπως πείσουν τὴν Βουλὴν ν’ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογήν, διότι ἦσαν ἐνδείξεις γεγραμμέναι ὑπὸ ἀντιπάλου, ἀλλ’ ἀνδρὸς ὅστις ὑπηρετεῖ ἐν τῇ δικαιοσύνῃ πρὸ καιροῦ, ἐνδείξεις ἀνδρός, ὁ ὁποῖος ἀπολαύει τὴν ὑπόληψιν ὁλοκλήρου τοῦ δικαστικοῦ κλάδου. Εὐτυχῶς σήμερον, ὅτε συζητεῖται ἡ ἐκλογὴ αὕτη, ἔφθασε τοῦ ἰδίου ἀνακριτοῦ ἔκθεσις ῥητή, ἡ ὁποία οὐχὶ συνεπτυγμένως καθὼς εἰς τὸ τότε τηλεγράφημα, ἀλλ’ ἐν ἐκτάσει, διότι ἐπιμόνως ἡ ἀποσταλεῖσα ἐν Σπέτσαις ἐπιτροπὴ ἵνα ἐξετάσῃ εἶχε ζητήσει παρὰ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ναυπλίῳ πρωτοδικῶν νὰ πείσῃ τὸν κ. Φιλέρην, ὅστις εἶχε σταλῆ ὡς ἀνακριτής, νὰ κάμῃ ἔκθεσιν περὶ τῆς ἐκλογῆς Σπετσῶν. Ὁ Φιλέρης, ὅπως φαίνεται ἤδη εἰς τὴν σήμερον ἀποσταλεῖσαν ἔκθεσίν του, εἶχε τὴν ἰδέαν ὅτι δὲν ὤφειλε νὰ κάμῃ τοιαύτην ἔκθεσιν περὶ τῆς ἐκλογῆς Σπετσῶν, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἐπείσθη καὶ σήμερον ἔπεμψεν εἰς τὸν πρόεδρον τὴν ἔκθεσιν ταύτην πλήρη καὶ σαφῆ. Πᾶν ὅ,τι ἐγώ, κύριοι, ἤθελον σᾶς εἴπει περὶ τῆς γενομένης δωροδοκίας ἐν Σπέτσαις εἴτε τώρα εἴτε κατὰ τὰς παρελθούσας ἐκλογάς, ἠθέλατε τὸ θεωρήσει ὅτι προέρχεται ἐξ ἐμπαθείας, ἠθέλατε θεωρήσει τοὺς λόγους μου, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἐπέτυχεν ὁ συμπολίτης μου μετὰ τοῦ ὁποίου εἶχον συνδυασμόν, ζητῶ νὰ ἀκυρωθῇ καὶ νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ἐκλογή, ὅπως ἔλθῃ ὁ συνάδελφός μου. Πιστεύσατε ὅτι δὲν ἔχω οὐδεμίαν προσωπικὴν ἀντιπάθειαν πρὸς τὸν κ. Μανοῦσον· πιστεύσατε ὅτι ἐπεθύμουν νὰ ἤρχετο βουλευτὴς ὅπως καὶ ἐγώ, ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπὶ τοσαύτας ἐκλογὰς μοῦ ἐκλείσθη ἡ θύρα τοῦ Βουλευτηρίου, ἐνῷ τετράκις ἀντιπροσώπευσα τὸν τόπον μου, μοῦ ἐκλείσθη τρὶς ἕνεκα τοῦ ἐγκλήματος τῆς δωροδοκίας, ὤφειλον νὰ ᾖμαι ὁ διώκτης τοῦ ἐγκλήματος τούτου. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μακρηγορήσω, κύριοι, ὑποστηρίζων ὅλας ἐκείνας τὰς ἐνστάσεις, τὰς μηνύσεις, τὰς διαμαρτυρήσεις, ὅσας κατὰ καιροὺς ἔκαμον κατὰ τῆς ἐκλογῆς Σπετσῶν, διότι οὐδὲ ἡ ἐποχὴ τὸ συγχωρεῖ καὶ ὁ καιρὸς σπεύδει· παρακαλῶ μόνον ν’ ἀκούσητε τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Φιλέρη καὶ ἐκ ταύτης νὰ ἐξάξητε ἀποτέλεσμα, διότι ἡ ἐπιτροπὴ συνέταξεν ἔκθεσιν, ἡ ὁποία ἀντιφάσκει πράγματι πρὸς ὅλα ὅσα ὁ κ. Κατσικαπῆς σᾶς εἶπεν. Ὁ κ. Κατσικαπῆς ἦλθε ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ἔγεινε δωροδοκία, κατόπιν μᾶς ἀπέδειξεν ὅτι εἶναι ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς τὸ ἀρνεῖται, κατόπιν μᾶς ἀπέδειξεν ὅτι δὲν ἔχει ἐπιῤῥοὴν, κατόπιν ὅλως διόλου τὰ ἐναντία ἀπὸ ὅσα φαίνονται εἰς τὴν ἔκθεσιν. Ἰδοὺ τί λέγει εἰς τὴν ἔκθεσίν του· «Πρὸς τὸν Κύριον Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ναυπλίῳ Πρωτοδικῶν. Κατὰ τὰς ἄρτι ἐνεργηθείσας βουλευτικὰς ἐκλογὰς μετέβην εἰς Σπέτσας ὡς προσωρινὸς ἀνακριτὴς συνεπείᾳ παραγγελίας Σας, Κ. Εἰσαγγελεῦ, πρὸς βεβαίωσιν τῶν αὐτόθι παραβάσεων τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου ὡς καὶ ἄλλων ἐγκλημάτων. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον παρέμεινα ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας εἰς Σπέτσας, καθ’ ἃς ἐργασθεὶς ἐφ’ ὅλων τῶν ἐγχειρισθεισῶν μοι μηνύσεων κατὰ τὰς ἐκλογὰς ὑπέβαλα περαιωμένας τὰς σχηματισθείσας δικογραφίας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν Σας, ὡς καὶ ἐκείνην τῆς δωροδοκίας. Ἀπέσχον δὲ μέχρι τοῦδε νὰ ὑποβάλω ὑμῖν, Κ. Εἰσαγγελεῦ, ἔκθεσιν ἰδίαν περὶ τῶν συμβάντων ἐν γένει, διότι ταῦτα περιείχοντο εἰς τὰς ἐνεργηθείσας ἀνακρίσεις, καὶ ἐφρόνουν, ὅτι τοῦτο ἀντέκειτο προφανῶς εἰς τὰς διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον ἐπίσης οὐσιώδη λόγον ἀπέσχον νὰ ὑποβάλω ἔκθεσιν, καθότι καὶ ἄλλοτε ὑπέβαλον μακρὰν ἔκθεσιν περὶ τῶν συμβάντων κατὰ τὴν βουλευτικὴν ἐκλογὴν Γόρτυνος, ἀλλ’ οἱ ἐνδιαφερόμενοι περὶ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς ἐκείνης βουλευταὶ ἔλαβον ἐντεῦθεν ἀφορμὴν καὶ διὰ τῶν ἐφημερίδων καὶ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ ἀγορεύσεών των παρέστησαν τὴν νόμιμον καὶ αὐτοῦ τοῦ καθήκοντός μου ἐνέργειαν ἐκείνην ὡς φατριαστικὴν καὶ παράνομον. Ὁ τότε ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργὸς ὄχι μόνον δὲν ὕψωσε τὴν φωνήν του ὑπὲρ τοῦ ἀδίκως ὑβριζομένου δικαστοῦ, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐφαίνετο συμμεριζόμενος καὶ οἱονεὶ υἱοθετῶν τὰς κατ’ ἐμοῦ ἀδίκους ἐπιθέσεις· τὴν δὲ δυσμένειάν του ταύτην ἐξεδήλωσε καὶ δι’ ἀλλεπαλλήλων κατ’ ἐμοῦ μεταθέσεων. Περιπλέον δὲ ἡ ἔκθεσις ἐκείνη ὑπῆρξεν ἀφορμή, ὅπως εἷς ἐκ τῶν ἐκ Γόρτυνος βουλευτῶν, ἐπιτυχὼν διὰ πανηγυρικῆς καλπονοθεύσεως, μὲ καταγγείλῃ ἐπὶ παραβάσει τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Ἑπομένως ἐκτὸς τῆς ἀδίκως τότε μεταθέσεως ὑπέπεσα διὰ τὸν ὑπερβολικὸν ζῆλόν μου πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός μου καὶ εἰς τὴν θέσιν τοῦ κατηγορουμένου. Εἶχον λοιπόν, Κ. Εἰσαγγελεῦ, βασίμους καὶ πρακτικούς λόγους ἅμα, ἵνα ἀπέχω τοῦ λοιποῦ τῆς συντάξεως ἐκθέσεων πρὸς ἀποφυγὴν τῶν ἐν τῇ Βουλῇ ἐπιθέσεων. Τοῦτο καὶ αὖθις μὲ ἠνάγκασεν, ἵνα μόνον περιορισθῶ μεταβὰς εἰς Σπέτσας εἰς μόνον τὰς καθαρῶς δικαστικὰς ἐνεργείας, διότι φρονῶ, ὅτι αἱ ζητούμεναι ἐκθέσεις δὲν εἶναι ἐκ τῶν καθαρῶς δικαστικῶν ἐνεργειῶν, ἐφ’ ὅσον δὲν κυρωθῇ ἡ ὑποχρέωσις αὕτη τοῦ δικαστοῦ διὰ νομοθετήματος, καὶ περιπλέον καὶ αὕτη ἡ ὑποχρέωσις πρὸς μετάβασιν ἐν τῷ τόπῳ τῆς ἐκλογῆς. Ἤδη ὅμως ἀφ’ οὗ τὸ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργεῖον θεωρεῖ ὡς ἄρνησιν προκαλοῦσαν ἀτοπήματα καὶ ἐπισύρουσαν κατ’ ἐμοῦ εὐθύνας τὴν μὴ ὑποβολὴν ἐκθέσεως ὡς πρὸς τὰ ἐν Σπέτσαις συμβάντα κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, ὑπέβαλον τὴν περὶ ταύτης ἔκθεσίν μου. Δύω κυρίως πολιτικαὶ μερίδες ἀντηγωνίζοντο ἐν Σπέτσαις, ἡ τοῦ Θεοχάρη ἔχοντος συνυποψήφιον ὀπαδὸν τὸν Βάμβαν, καὶ τοῦ Κουνουπιώτη, ἔχοντος συνυποψήφιον τὸν Μανοῦσον. Ἀμφότεροι οἱ κκ. οὗτοι ὑποψήφιοι βουλευταὶ μὲ ἐπεσκέφθησαν κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, καὶ εἰς ἅπαντας τούτους ἐσύστησα νόμιμον ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν καὶ πρὸ παντὸς κατ’ ἐπανάληψιν ἐσύστησα αὐτοῖς τὴν ἀποφυγὴν τοῦ κακοηθεστέρου τῶν ἐγκλημάτων τοῦ τῆς δωροδοκίας, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἀπειλεῖται ἡ καταστροφὴ τοῦ Πολιτεύματος. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ἐδόθη μὲν ὑπόσχεσις παρὰ τῶν εἰρημένων ὑποψηφίων, ὅτι θὰ ἀποφύγωσι τὴν χρῆσιν τῆς δωροδοκίας πρὸς διαφθορὰν τῶν ἐκλογέων, ἀλλ’ ἡ ὑπόσχεσις αὕτη δὲν ἐτηρήθη, τὸ δὲ ἔγκλημα τῆς δωροδοκίας ἐτελέσθη καὶ αὖθις ἐν τῇ νήσῳ τῶν Σπετσῶν. Κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν ἐν Σπέτσαις μοὶ ἐδόθησαν διάφοροι μηνύσεις ἐκ μέρους τῆς μερίδος τοῦ ὑποψηφίου βουλευτοῦ Κουνουπιώτου κατά τινων τῶν αὐτόθι δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ἄλλων δημοσίων ὑπηρετῶν ἐπὶ παραβάσει τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου, ἀλλὰ κατὰ τὸ πλεῖστον αἱ μηνύσεις αὗται ἦσαν ἐμπαθεῖς, ἰδίως ἡ κατὰ τοῦ Ἐπάρχου Σπετσῶν, ὅστις ὁμολογουμένως ἐτήρησε θέσιν ἀξιοπρεπῆ καὶ διαγωγὴν ἐμπρέπουσαν εἰς διοικητικὸν ὑπάλληλον. Τὰς κατὰ τῶν ὑπαλλήλων τούτων μηνύσεις ἐνήργησα καὶ ἀπέστειλα ἔκτοτε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν Σας. Ὅθεν περιορίζομαι μόνον εἰς τὸ τῆς δωροδοκίας ἔγκλημα. Ἡ δωροδοκία ἐν τῇ νήσῳ τῶν Σπετσῶν χρονολογεῖται μὲ τὴν ὕπαρξιν τῶν ἐν Ἑλλάδι ἐκλογῶν. Οἱ νησιῶται οὗτοι τοσοῦτόν εἰσιν ἐθισμένοι εἰς τὴν δωροδοκίαν, ὥστε δὲν ἐννοοῦν δικαίωμα ψήφου, ἀλλὰ ψῆφον ἀνταλλασσομένην μὲ νόμισμα· δὲν ἐννοοῦν ἐπὶ πλέον, ὅτι λαμβάνοντες χρήματα διαπράττουσιν ἔγκλημα. Τοῦτο πᾶς τις δύναται νὰ πληροφορηθῇ ἀσφαλῶς, ἐὰν ἐπί τινας ἡμέρας διαμείνῃ εἰς Σπέτσας. Οἱ ἁπλούστεροι λαλοῦν, ὡς περὶ πράγματος θεμιτοῦ, περὶ τῆς δωροδοκίας. Εἷς ἐκ τῶν πολλῶν κατηγορουμένων ἀνακρινόμενος ὡμολόγησεν, ὅτι ἔλαβε μὲν ὡρισμένον χρηματικὸν ποσόν, ἵνα ψηφοφορίσῃ, ἀλλὰ τῷ καθυστεροῦν καὶ ἄλλο ποσόν, ὅπερ τῷ ὑπεσχέθησαν. Τοσοῦτον δὲ ἡ νῆσος αὕτη εἶναι δηλητηριασμένη μὲ τὸ ἔγκλημα τοῦτο, ὥστε ἐντὸς τῆς ἀληθείας εὑρίσκεται πᾶς τις, ἐὰν παραδεχθῇ, ὅτι πλειότεροι τῶν 350 ψηφοφόρων δὲν ὑπάρχουσιν οἱ μὴ λαμβάνοντες χρήματα, οἱ δὲ λοιποί, οἱ τὰ τρία τέταρτα τῶν ψήφων ἀποτελοῦντες, δὲν ἐννοοῦν ψῆφον ἄνευ νομίσματος. Ἐν τῇ νήσῳ ταύτῃ μανθάνει πᾶς τις ὅτι οἰκογένειαι μὲ πλοῦτον σημαντικὸν κατηνάλωσαν αὐτὸν ἀφειδῶς καὶ ἐκ πείσματος κενοδοξίας εἰς τὰς ἐκλογάς. Ὅθεν ἀφ’ οὗ ἐν τῇ εἰρημένῃ νήσῳ τοιαῦται ἐπικρατοῦν ἀρχαὶ περὶ δωροδοκίας, βεβαιοῦμεν νῦν τίνες τῶν ὑποψηφίων βουλευτῶν μετεχειρίσθησαν χρήματα πρὸς ἐξώνησιν τῶν συνειδήσεων τῶν ἐκλογέων καὶ κατὰ τὰς ἄρτι ἐνεργηθείσας βουλευτικὰς ἐκλογάς. Καὶ κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν καὶ κατὰ τὴν ἐνέργειαν αὐτῶν ὁ ὑποψήφιος βουλευτὴς Θεοχάρης ἤγειρεν ἀληθῶς φωνὴν κατὰ τῆς δωροδοκίας καὶ μόνος αὐτὸς ἐφαίνετο στιγματίζων τὸ ἔγκλημα τοῦτο. Ἐξ ὅσων δὲ κατὰ τὴν μικρὰν ἐν Σπέτσαις διαμονήν μου ἠδυνήθην ν’ ἀντιληφθῶ καὶ νὰ πεισθῶ ἐσχημάτισα ἀδιστάκτως ὅτι κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐν Σπέτσαις ἐκλογῶν ὁ ὑποψήφιος βουλευτὴς Κουνουπιώτης ἐξώδευσε περὶ τὰς ὀκτὼ χιλιάδας δραχμῶν, ὁ σύντροφος αὐτοῦ Μανοῦσος περὶ τὰς δώδεκα χιλιάδας δραχμῶν, ὁ Βάμβας, σύντροφος τοῦ Θεοχάρη, περὶ τὰς ἓξ χιλιάδας δραχμῶν, πρὸς ἀγορὰν ψηφοφόρων· ὁ δὲ Θεοχάρης εἶναι ὁμολογούμενον ὅτι ἐξ ἰδίων οὐδὲν κατέβαλε πρὸς ἀγορὰν ψήφων. Ἐφημίζετο ὅμως ἐν τῇ νήσῳ ὅτι φίλοι τινὲς τοῦ Θεοχάρη κατέβαλον χρηματικά τινα ποσὰ ὑπὲρ αὐτοῦ πρὸς ἀγορὰν ψήφων, ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω. Τοιαύτην λοιπὸν ἐσχημάτισα πεποίθησιν ἐκ διαφόρων περιστάσεων καὶ γεγονότων περὶ τῆς ἐν Σπέτσαις δωροδοκίας, ἥτις ἔλαβε χώραν, ὡς ἀνωτέρω ἐξετέθη, καὶ τοιαύτην δὲν ἀμφιβάλλω θὰ σχηματίσῃ καὶ ἡ ἐν Σπέτσαις νῦν διατρίβουσα ἀνακριτικὴ τῆς Βουλῆς Ἐπιτροπή. Ἐν Ναυπλίῳ, τὴν 3 Νοεμβρίου 1875. Ὁ ἐν τῇ νήσῳ Σπετσῶν περιοδεύων ἀνακριτὴς

Κ. ΦΙΛΕΡΗΣ.»

§49ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε ἐγράφη;

§50ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Τὴν 3 Νοεμβρίου 1875. Ὅσοι λοιπὸν ἐξ ὑμῶν γνωρίζετε τὸ ἀκέραιον τοῦ χαρακτῆρος τοῦ κ. Φιλέρη, ὅσοι γνωρίζετε τὸ ἀδέκαστον αὐτοῦ τοῦ ἀνδρός, εἰμὶ βέβαιος, ὅτι θέλετε δώσει πλήρη πίστην εἰς τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ἔστειλε σήμερον εἰς τὸ προεδρεῖον.

§51ΟΘ. ΠΑΠΑΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Πόσας ψήφους ἐλάβατε σεῖς;

§52ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Περὶ ἐμοῦ δὲν πρόκειται, διότι ἐγὼ εἶμαι βουλευτής· δὲν ἔλαβον ὅμως ὅσους ἐλάβατε σεῖς, ὅταν τὰς ἐλάβατε διὰ τῆς σακκοῤῥάφας (θόρυβος).

§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τὸν λόγον;

§54ΜΗΤΣΑΣ. Δύω λέξεις θὰ εἴπω, κύριοι συνάδελφοι, ἐπειδὴ ἀνήκω εἰς τὴν αὐτὴν ἐπαρχίαν, ἂν καὶ εἶναι χωριστὴ ἡ ἐκλογικὴ περιφέρεια. Βεβαίως χρήματα ἐδόθησαν· ἀλλὰ ἐδόθησαν ὅπως πάντοτε δίδονται δι’ ἔξοδα τῆς ἐκλογῆς, καὶ κάτι τι ὀλιγώτερα ἐξωδεύθησαν ἐφέτος εἰς τὰς Σπέτσας, διότι οὔτε ὁ κ. Θεοχάρης εἶχεν ἀνάγκην ν’ ἀγοράσῃ ψήφους, οὔτε ὁ κ. Κουνουπιώτης· αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἔδωκαν ὀλίγα χρήματα ἀπέτυχον. Νομίζω λοιπόν, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ πετάξητε ἔξω συνάδελφον, ὅστις ὑπῆρξε καὶ ἄλλοτε βουλευτής, ἀφοῦ καὶ ἐγὼ ἐπεκύρωσα τὴν ἐκλογὴν τοῦ κ. Θεοχάρη.

§55ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριοι, διὰ τῆς ψήφου μου ἐπεκύρωσα τὴν ἐκλογὴν τοῦ καπετὰν Ἀντώνη.

§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ συζήτησις θεωρεῖται περαιωμένη. Τὸ προεδρεῖον θεωρεῖ ὡς ἀπωτέραν γνώμην τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς διὰ τὸν ἕνα μόνον βουλευτὴν κ. Κουνουπιώτην.

§57ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἔγκυρον πρέπει νὰ τεθῇ πρῶτον.

§58ΤΙΝΕΣ. Καλὰ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος.

§59Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται δὲν εἶναι νέον. Πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἔλαβον χώραν αἱ ἐξελέγξεις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅτε εἴχομεν ὡς βάσιν τὴν ἔκθεσιν τοῦ τμήματος. Λοιπὸν θὰ θέσητε ὡς βάσιν τὴν πρότασιν τοῦ τμήματος καὶ ἐπ’ αὐτῆς θ’ ἀποφανθῶμεν.

§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς ὡς πρὸς τὸν ἕτερον βουλευτὴν Σπετσῶν κ. Κουνουπιώτην, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (τὸ ἀποτέλεσμα ἀμφίβολον).

§61ΤΙΝΕΣ. Ἀπεῤῥίφθη.

§62ΕΤΕΡΟΙ. Τὸ ἀντίθετον.

§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς ὡς πρὸς τὸν ἕτερον βουλευτὴν κ. Κουνουπιώτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν.

§64ΤΙΝΕΣ. Τί ἐννοεῖτε, κ. πρόεδρε;

§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς.

§66ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἐνοήσαμεν, κ. πρόεδρε· τὸ ἀντίθετον.

§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη.

§68ΤΙΝΕΣ. Λοιπὸν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγερθῆτε (ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 15). Λοιπόν, κύριοι, δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς λέγουσι Ναί, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι· (γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Διαμαντοπούλου καὶ Ῥούφου). Πρωτόκολλον ψηφοφορίας τῶν Βουλευτῶν Ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος· Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Σπετσῶν ὡς πρὸς τὸν Δ. Κουνουπιώτην, ναὶ ἢ ὄχι;

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Κ. Θεοδώρου Ν Κ. Λομβάρδος Ν
Ἰωάννης Μπόγδανος Ο Ν. Λούντζης Ν
Ὄθων Παπαλεονάρδος Ο Ἀνδρ. Γαΐτας Φωσκάρδης Ν
Μ. Καΐρης Ὀρφανός Ν Ἰω. Νέγκας
Νικ. Μαυροκορδᾶτος Διον. Κολυβᾶς Ν
Ἰω. Κυριακός Ο Ἀνδρ. Αὐγερινός
Γεώργ. Δ. Τσώκρης Ἐπαμ. Κρεστενίτης Ν
Ἀνδρ. Δανόπουλος Ο Αὐγ. Πετραλιᾶς
Γ. Παπαλεξόπουλος Ο Κ. Ζαφειρόπουλος Ν
Δ. Γ. Ῥάλλης Θεμ. Δαραλέξης Ο
Τιμολέων Φιλήμων ἀρν.Λ. Κατσίνας
Δ. Καλλιφρονᾶς Ν Παναγ. Οἰκονόμου Ν
Ὄθων Μακρυγιάννης Ν Δ. Διαμάντης Ν
Π. Πετράκης Ο Ν. Νομικός
Στ. Κολιάτσος Ο Ἀριστ. Βαλέττας Ν
Κ. Στράτος Δημ. Γαβαλᾶς Ο
Δημ. Γρίβας Βαρβαρῆγος Πήληκας Ν
Γ. Γεροθανάσης Αἴας Καραβίας Ν
Χρ. Κατσικογιάννης Θρασ. Ζαΐμης
Θ. Δηλιγιάννης Ο Σωτ. Ν. Πετιμεζᾶς Ν
Εὐθ. Δεληγιάννης Ο Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς
Γ. Λαδόπουλος Ο Ἀργύρ. Διαμαντόπουλος Ο
Α. Α. Ἀντωνόπουλος Ο Νικόλ. Πετιμεζᾶς Ν
Γ. Πλαπούτας Ο Περ. Μαυρομιχάλης
Ἀρ. Λιδωρίκης Γ. Πεῤῥωτής
Κ. Ἀναγνωστόπουλος Ν Δημ. Κάρτσωνας Ν
Ν. Κατσικαπῆς Ο Ἀλέξ. Κοντόσταυλος
Ν. Παπαμιχαλόπουλος Ο Ἰω. Δ. Χατζῆ Νικολῆ Ο
Γ. Ζουμπουλάκης Ν Ν. Παπανικολάου ἀρν.
Ἀντ. Μήτσας Ο Ἰω. Μπαλάφας Ν
Γ. Μίλησης ἀρν.Ἰω. Χωρεπισκοπίδης Ο
Δ. Βουλπιώτης Ν Ποθητὸς Ῥεβελάκης Ο
Σπ. Καραϊσκάκης ἀρν.Π. Γεννατᾶς Ν
Δ. Γ. Δημητριάδης Ν Ἰάκ. Πολυλᾶς Ν
Γ. Κασβίκης Ν Ν. Βασιλάκης Ν
Σ. Α. Νοταρᾶς Ἀντ. Α. Μαρομιχάλης
Ἀνδρ. Νοταρᾶς Ἀντ. Καπετανάκης
Ἰω. Δεληγιάννης Ν Λ. Καπεταν. Μαυρομιχάλης
Γ. Κούστας Χ. Δ. Κανελλόπουλος Ν
Ἀρ. Μεντζελόπουλος Ζ. Α. Ζαφειρόπουλος Ο
Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ν Μιλτ. Κανελλόπουλος
Παναγ. Βενιεράτος Ο Π. Κωσταντᾶς
Ν. Βαλσαμάκης Σπ. Μαρτσοῦκος
Ῥόκος Χοϊδᾶς Ν Θ. Ῥωμαῖος
Α. Βαρβαρῆγος Ν Δ. Ἰακωβᾶτος
Κ. Πανάρετος Μ. Χαριτάτος Ν
Δ. Ῥαπτάκης Ν Π. Ξυδιᾶς Ο
Χ. Χρηστόπουλος Ἰω. Βελλιανίτης Ν
Δ. Βροντίσης Π. Τζαμάλας Ν
Κ. Κατσικόπουλος Α. Σιμόπουλος Ο
Ῥήγας Τσιρόπουλος Α. Καραλίβανος
Μελέτ. Ῥουτσόπουλος Ο Π. Νεζερίτης
Ν. Λεώπουλος Θ. Κανακάρης Ν
Α. Μαυρομιχάλης Ο Δ. Πατρινός
Νικήτ. Βαρβιτσιώτης Ν Γ. Ῥοῦφος Ν
Ἀναστ. Κορφιωτάκης Ν Α. Ῥικάκης
Φίλων Φίλωνος Ο Νικ. Καράπαυλος
Γ. Λάππας Ν Ἀθ. Μισυρλῆς
Γ. Μαχαιρᾶς Κ. Δαρειώτης Ν
Ἐπ. Σταματόπουλος Ἰω. Ἄννινος ΚαβαλλιεράτοςΝ
Ξενοφ. Βαλαωρίτης Εὐάγ. Ἀντύπας Ν
Ἀριστ. Ῥούκης Ν Γ. Φλωριᾶς
Ἀλκ. Παπαλουκᾶς Γ. Α. Γεωργιάδης Ο
Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος Ἰω. Δουλίδης Ν
Παναγ. Μανέτας Δ. Θεοχάρης Ν
Δ. Ζέγγελης Ν Δ. Κουνουπιώτης
Ἀριστ. ΣακελλαρόπουλοςΝ Ἰω. Δούμας
Φίλιππος Βάρβογλης Ν Δ. Χρηστίδης Ν
Ἀθαν. Κατριβάνος Νικ. Σοῦτσος Ο
Ἡλ. Κοσσονάκος Γ. Μπούμπουλης Ν
Γ. Νικολαΐδης Ν Κάρολος Νάζος
Γ. Μαλέας Ν Ἰ. Ζαλλώνης
Κ. Βασιλάκης Ν Γρηγ. Μαυρομαρᾶς
Γερ. Ζωχιός ἀρν.Σωτ. Σωτηρόπουλος ἀρν.
Σπ. Ζερβός Ν. Γεωργακόπουλος
Ἐπ. Δεληγεώργης Ν Θ. Ἀναστασόπουλος Ν
Χαρίλ. Τρικούπης Ν Ἰω. Μεγαπάνος Ο
Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος Κ. Στεργιαλῆς Ο
Π. Μποῦτος Ν Ἰω. Δροσινός
Σπήλ. Ἀντωνόπουλος Ν Ν. Πιπῖνος Ο
Γ. Προβελέγιος Ἀντ. Τσαμαδός Ο
Δ. Κυριακίδης Ν Θ. Γκίκας Ν
Ἐλευθ. Μυλώνιος Ν Δ. Γ. Βούλγαρης
Μ. Δαμηράλης Θεμ. Παπακώστας Ν
Ἀλέξ. Δαμίας Ν Κ. Δυοβουνιώτης Ν
Ἀθ. Ῥοντήρης Γ. Ζουλούμης Ν
Γ. Ν. Σισμάνης Ο Δ. Κριεζώτης
Εὐθ. Πλαστήρας Ν. Καφετζόγλους
Κ. Εὐθυμιόπουλος Β. Ν. Βουδούρης Ν
Π. Ἰατροῦ Γ. Τ. Θωμᾶς Ν
Κίμων Χρηστοδούλου Ν. Καλάρης Ν
Ἀλέξ. Πετσάλης Μιλτ. Κ. Κανάρης Ν
Ἰω. Γερ. Μαυρομιχάλης

Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 112. Ἐξ αὐτῶν 71 ἐψηφοφόρησαν ὑπὲρ τοῦ ἀκύρου, 35 κατὰ, καὶ ἓξ ἠρνήθησαν· ὥστε ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς Σπετσῶν κατὰ τὸν ἕνα βουλευτὴν αὐτῆς κ. Κουνουπιώτην.

§70ΛΑΠΑΣ. Δηλαδὴ, κ. πρόεδρε, καὶ τὴν ἐπανάληψιν ἐκ νέου τῆς ἐκλογῆς.

§71ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπειδὴ κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῆς ἐκλογῆς.....

§72ΤΙΝΕΣ. Ἀπεφασίσθη αὐτὸ, ὅτι θὰ ὑπάγῃ ἐπιτροπή.

§73ΛΑΠΑΣ. Κύριοι, ἐννοεῖται, ὅτι κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῆς ἐκλογῆς θὰ ὑπάγῃ ἐπιτροπή.

§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεύτερον ἀντικείμενον εἶναι ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπαρχίας Τήνου.

§75ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει τὸ συμπέρασμα τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς). «Διὰ τοὺς προεκτεθέντας λόγους γνωμοδοτεῖ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐπικυρωθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ τῶν δήμων Πανόρμου καὶ Περαίας, ν’ ἀκυρωθῶσι δὲ αἱ τῶν Τηνίων καὶ Σωσθενίου.» Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Καράπαυλος.

§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Τήνου; (οὐδεὶς ζητεῖ τὸν λόγον). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν γνωμοδότησιν τῆς ἐπιτροπῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι).

§77ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.

§78ΧΟΪΔΑΣ. Troppo tardi.

§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κατσικόπουλε, ἐπὶ δέκα λεπτὰ ἐφώναζον, δὲν ἤθελε κανεὶς νὰ ὁμιλήσῃ.

§80ΤΙΝΕΣ. Παρακάτω, κ. πρόεδρε.

§81ΧΟΪΔΑΣ. Ἦτο παρὼν ὁ κ. Κατσικόπουλος, ὅταν ὁ κύριος πρόεδρος ἔλεγε τίς ἔχει τὸν λόγον, καὶ ἠδύνατο νὰ κατάσχῃ τὸ βῆμα· τώρα ὅμως δὲν δύναται, διότι ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη.

§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, προσέξατε θὰ ἐρωτήσω.

§83ΤΙΝΕΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη.

§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν διεκρίθη καλῶς, θὰ ἐρωτήσω πάλιν καὶ τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα θὰ ᾖναι. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν γνωμοδότησιν, τῆς ἐπιτροπῆς, δηλαδὴ νὰ ἀκυρωθῶσι δύω δῆμοι, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς τῶν δύω δήμων καὶ τὴν ἐπανάληψιν αὐτῆς. Τώρα, κύριοι, ἔχομεν τὸ κατηγορητήριον κατὰ τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη.

§85ΤΙΝΕΣ. Καλέσατε τοὺς κυρίους βουλευτάς.

§86ΠΟΛΥΛΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἔχω τὸν λόγον, καθὸ εἰσηγητής.

§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πολυλᾶς ἔχει τὸν λόγον.

§88ΠΟΛΥΛΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἀξιωθεὶς παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς νὰ συμπεριληφθῶ εἰς τὴν πενταμελῆ ἐπιτροπὴν, ἥτις ἔλαβε τὴν ἐντολὴν νὰ γνωμοδοτήσῃ ἐπὶ προτάσεως κατηγορίας κατὰ τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Βούλγαρη, ἀνέλαβον τὴν ἐντολὴν ταύτην ὑπείκων μὲν εἰς τὴν παραγγελίαν τοῦ κ. Προέδρου, ἀλλὰ μᾶλλον ὑπείκων εἰς ὑπέρτατον καθῆκον, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι εἰς πάντας τοὺς ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ παρακαθημένους ἔδωκεν ὁ τόπος. Ὁ τόπος μιᾷ φωνῇ ἀπ’ ἀρχῆς εἶπεν, ὅτι ὀφείλουν νὰ δώσωσιν εὐθύνας καὶ ὑπὸ πολιτικὴν καὶ ὑπὸ ποινικὴν ἔποψιν οἱ προσπαθήσαντες νὰ καταπατήσωσι καὶ καταπατήσαντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ τοὺς οὐσιωδεστέρους ὅρους τοῦ Συντάγματος. Καθῆκον, κύριοι, ὑπέρτατον μὲ ὑπεχρέωσε νὰ δεχθῶ τοιαύτην ἐντολὴν, καί τοι ὁμολογῶ παῤῥησίᾳ ὅτι δὲν εἶμαι ὁ μᾶλλον ἁρμόδιος, ὅπως ἀποφανθῶ ἐπὶ σπουδαίων ζητημάτων, ἰδίως ὑπὸ τὴν ποινικὴν αὐτῶν ἔποψιν· εὐτυχῶς προώρισται νὰ συνεργασθῶ μετ’ ἀνδρῶν ἐμφορουμένων καὶ αὐτῶν ὑπὸ τῆς ἀκραιφνοῦς ἐπιθυμίας τοῦ νὰ ἐξεύρωσι τὴν ἀλήθειαν, τοῦ νὰ καθυποβάλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν γνώμην τοιαύτην, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ φθάσῃ τὸ ταχύτερον καὶ τὸ δικαιότερον εἰς τὸν σκοπόν της. Οὐδεμία, κύριοι, διαφωνία ὑπῆρξεν, οὔτε ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς πενταμελοῦς ἐπιτροπῆς καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ἐγκληματικὸν τῶν πράξεων, αἵτινες ἐμπεριέχονται ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν κατηγορητηρίῳ· μόνη διαφωνία ὑπῆρξε, πρῶτον καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν πράξεων τούτων, καὶ ἑπομένως εἰς τὸ ν’ ἀνεύρωμεν ἐν τῇ ποινικῇ ἡμῶν νομοθεσίᾳ τὰς ἐπιβαλλομένας ποινάς· δευτέρα διαφωνία ὑπῆρξεν ἡ ἑξῆς· ἐγὼ ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς ὑπέβαλον εἰς τὴν σκέψιν αὐτῆς τὴν ἑξῆς ἰδέαν· ἐνόμισα, κύριοι, ὅτι ἡ ἐπιτροπή, ἥτις καὶ αὐτὴ ἀποτελεῖ μέρος καὶ εἶναι τρόπον τινὰ μία τῶν μονάδων τῆς Βουλῆς, πρὶν ἢ προβῇ εἰς τὴν ὑποστήριξιν κατηγορίας κατὰ πρώην ὑπουργῶν, εἶναι ὑποχρεωμένη, διὰ λόγους πολλούς, νὰ ἐξετάσῃ τὴν προηγουμένην ὅλην πολιτείαν, ἰδίως τοῦ ὑπουργείου τούτου τοῦ κυρίου Βούλγαρη. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἤδη εἶχον ἀναπτύξει διὰ βραχέων ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, πάλιν διὰ βραχέων θέλω ἀναπτύξει καὶ ἐνταῦθα. Βεβαίως, κύριοι, αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος δίδουσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα τοῦ κατηγορεῖν, τοῦ εἰσάγειν εἰς δίκην τοὺς ὑπουργοὺς τοῦ Κράτους· ἀλλὰ ἐκ τούτου δὲν ἕπεται ὅτι ἡ Βουλὴ ὁσάκις ἴδῃ παραπτώματα, ἔστω καὶ μεγάλα, παρουσιαζόμενα ὡς διαπραχθέντα παρὰ ὑπουργῶν, εἶναι καὶ διὰ τοῦτο ὑποχρεωμένη νὰ τοὺς εἰσαγάγῃ εἰς δίκην. Ἡ Βουλή, (καὶ ὁμιλῶ, κύριοι, πάντοτε ὑπὸ τὴν πολιτικὴν ἔποψιν, οὐχὶ ὑπὸ τὴν ποινικὴν) ἡ Βουλή, πρὶν ἢ προβῇ εἰς τὸ σπουδαιότερον βῆμα, νὰ εἰσαγάγῃ εἰς δίκην ἄνδρας ἄλλοτε διοικήσαντες τὰ τῆς πολιτείας, ὀφείλει νὰ πεισθῇ ὅτι εἰς τὰ παραπτώματα ταῦτα περιέπεσαν ἐκ δολίας προαιρέσεως, ἔστω καὶ μόνον διὰ νὰ καταλάβωσιν ἀθεμίτως τὴν ἐξουσίαν. Ἴσως ἀπαντήσῃ τις ὅτι περὶ τούτου οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει ἐν τῇ συνειδήσει τῆς Βουλῆς καὶ ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ τόπου. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι σπουδαία συζήτησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι ἀναγκαία ὅπως καὶ ἡμεῖς δικαιολογηθῶμεν ἐνώπιον τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι τοῦτο καθίσταται τόσῳ μᾶλλον ἀναγκαῖον, καθόσον ἀναντιῤῥήτως πλεῖστοι ἐκ τῶν ἐνταῦθα παρακαθημένων ἐξ ἀνάγκης εὑρίσκονται καὶ εὑρέθησαν εἰς πολιτικὴν ἀντίθεσιν πρὸς τοὺς κατηγορουμένους ὑπουργούς. Ἐντεῦθεν ἔχομεν συμφέρον ν’ ἀποδείξωμεν ὅτι ὁρμώμεθα ἁπλῶς καὶ μόνον ἐκ τῆς ἰδέας νὰ καταστήσωμεν πρᾶγμα τὸ Πολίτευμα καὶ νὰ ἀποδείξωμεν ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς εἰς οὐδένα θὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ καταπατήσῃ ἀσυστόλως καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους. Εἰς τοῦτο, κύριοι, διεφώνησα κατά τι πρὸς τὰ ἔντιμα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα ἰσχυρίζοντο ὅτι ἦτο περιωρισμένη ἡ ἐντολή μας ἐντὸς τοῦ κύκλου, τὸν ὁποῖον τρόπον τινὰ διέγραφε τὸ κατηγορητήριον· διεφώνησα καὶ κατὰ τὴν σύνταξιν τῆς ἐκθέσεως καὶ εἰς ἄλλα. Ἐνόμισα, ὅτι ἀνατρέχοντες εἰς τὴν προηγουμένην πολιτείαν τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη, ἀνατρέχοντες εἰς τὰ διάφορα αὐτῆς στάδια, ἐὰν εἰς τὰ στάδια ἐκεῖνα, ἐὰν εἰς τὰς διαφόρους ἐκείνας φάσεις ἠθέλομεν ἀπαντήσει καὶ ἑτέρας παραβάσεις τοῦ Συντάγματος, καθῆκον εἴχομεν νὰ ὑποδείξωμεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι, ἐὰν πεισθῇ περὶ τῆς δολίας προαιρέσεως τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου, ὀφείλει ἀδιστάκτως νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν τιμωρίαν τοῦ ὑπουργείου δι’ ὅλα τὰ διαπραχθέντα, οὐχὶ μόνον δι’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα σημειοῦνται ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ. Λέγω δὲ τοῦτο, κύριοι, οὐχὶ ὅπως συνδέσω τὰ ζητήματα ταῦτα, οὐχὶ ὅπως τυχὸν ὑποθέσῃ τις ὅτι θέλω νὰ φέρω πρόσκομμα εἰς τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἁπλουστάτου τούτου κατηγορητηρίου, τὸ ὁποῖον στηρίζεται ἐπὶ ὡρισμένων πράξεων, ἕνεκα τῶν ὁποίων δύναταί τις νὰ εἰσαγάγῃ εἰς δίκην τοὺς ὑπουργοὺς ἀνεξαρτήτως τῶν προηγουμένων. Ἡ ἔκθεσις, κύριοι ἡ ἰδική μου συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σκέψεων τούτων. Τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Δεληγεώργη πεσοῦσαν ἐν τῇ Βουλῇ τὸ 1874 διεδέχθη ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη· ἡ Κυβέρνησις αὕτη ὑπεστηρίχθη ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, φρονούσης ὅτι, ὁ κ. Βούλγαρης ἤρχετο νὰ ἐφαρμόσῃ ὁλοκλήρως τὸ Σύνταγμα κατὰ τὸ πνεῦμα αὐτοῦ καὶ κατὰ τὸ γράμμα. Τοιαύτη δὲ ἦτο ἡ ἰδέα τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐκείνης, περὶ τῆς ὁποίας σήμερον, κύριοι, δὲν ἀποφαίνομαι, οὐδὲ πρόκειται ν’ ἀποφανθῇ νομίζω ἡ Βουλή· εἶναι βέβαιον ὅμως ὅτι ὑπὸ τοιούτους οἰωνοὺς, καὶ τοιαύτην λαβὼν ἐντολὴν ὁ κ. Βούλγαρης ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν ὑποστηριζόμενος ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ταύτην τὴν ἰδέαν, κύριοι, ἁπλουστάτῳ τῷ τρόπῳ, ὅπως συνειθίζει, ὁ κ. Βούλγαρης ἐξέφρασεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἰπὼν, κατ’ ἐξαίρεσιν πρώτην φορὰν, ῥητῶς, ὅτι κυρίαν βάσιν τῆς πολιτείας του θὰ ἔχῃ τὴν τήρησιν τῶν κειμένων νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος. Δεύτερος ὅρος, κύριοι, ὁ ὁποῖος ἦτο συμπεφωνημένος, ἦτον ὅτι ὁ κ. Βούλγαρης δὲν ἤθελε προκαλέσει παρὰ τοῦ Στέματος τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς ἐκείνης. Ὑπὸ τοὺς δύω τούτους ὅρους βεβαίως ἡ ἀντιπολίτευσις ἐκείνη ὑπεστήριξε τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Βούλγαρη. Ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ ὁ ὅρος οὗτος τῆς μὴ διαλύσεως τῆς Βουλῆς, καί τοι ἐδόθη πάνδημος, πανηγυρικὴ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑπόσχεσις παρὰ ἑνὸς τῶν μελῶν τοῦ ὑπουργείου τούτου, ὁ ὅρος οὗτος ἠθετήθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Βούλγαρη, ὅστις μετ’ ὀλίγας σχεδὸν ἡμέρας προεκάλεσεν τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς.

§89ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.

§90ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἀθέτησις, λέγω, αὐθάδης τοῦ ὅρου ἐκείνου ἄνευ τοῦ ὁποίου βεβαίως ἡ ἀντιπολίτευσις ἐκείνη δὲν ἔδιδε τὴν ὑποστήριξίν της εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Βούλγαρη, διότι δὲν ἤθελε δώσει τὴν ὑποστήριξιν, ἐὰν ἐγνώριζε ὅτι τρίτην φορὰν ἐν Ἑλλάδι ἤθελε παρουσιασθῇ ὁ κ. Βούλγαρης, ἵνα ἐνεργήσῃ ἐκλογάς. Δὲν ἠννόει, κύριοι, ἡ ἀντιπολίτευσις ἐκείνη νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Βούλγαρη τὴν διεξαγωγὴν ἐκλογῶν ἐλευθέρων, ἀφοῦ περὶ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη περὶ ἐκλογῶν, ἠδύνατο νὰ συμπεράνῃ ἐκ τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1868 καὶ 1872. Ὅρος, κύριοι, ἀπαραίτητος, καὶ τὸ γινώσκει ὁ τόπος ὅλος, ἦτο ἡ μὴ διάλυσις τῆς Βουλῆς, διότι ὑποθέτω ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις ἐκείνη εἰς ἓν ἀπέβλεπεν, εἰς τὸ νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ τόπῳ Κυβέρνησις, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ἄλλη νὰ ὑποστηριχθῇ ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βούλγαρης, ἐπαναλαμβάνω, καὶ τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἀθετήσαντες τὸν ὅρον ἐκεῖνον ἐξέπληξαν τὴν Ἑλλάδα διὰ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ τοῦτο, ἡ ἀθέτησις αὕτη ἡ ἀπότομος, ἡ αὐθάδης, ἐγένετο, καθότι ὑπῆρχεν ἤδη σχέδιον προμελετημένον, τὸ ὁποῖον κατέληξεν εἰς τὸ τελευταῖον στάδιον περὶ τοῦ ὁποίου πραγματεύεται τὸ κατηγορητήριον· σχέδιον, κύριοι, προμελετημένον, κατὰ τὴν ῥῆσιν τοῦ προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, νὰ μετασχηματίσουν τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, ὅπως αὕτη δύναται, καθὼς εἶπε, νὰ ὑποστηρίξῃ ἰσχυρὰν καὶ μόνιμον Κυβέρνησιν, ἰσχυρὰν, κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ πολιτικοῦ ἐκείνου, μόνιμον, κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ πολιτικοῦ ἐκείνου, τοὐτέστιν ἰσχυρὰν ἐν τῇ βίᾳ, μόνιμον ἐν τῇ ἁρπαγῇ τῆς ἐξουσίας (εὖγε, εὖγε ἐκ τῶν θέσεων τῶν κυρίων βουλευτῶν, χειροκροτήματα ῥαγδαῖα ἐξ ὅλων τῶν θεωρείων τοῦ ἀκροατηρίου,) ἰσχυρὰν καὶ μόνιμον, οὐχὶ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν νόμων καὶ ἀποῤῥέουσαν ἐκ τῆς ἐλευθέρας ἀσκήσεως τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος, ὅπως κάλλιον παντὸς ἄλλου ἔθνους ὁ Ἕλλην ἐννοεῖ, ἀλλὰ ἰσχυρὰν ἐν τῇ καταπατήσει τοῦ δικαιώματος τούτου, ἐν τῇ ἀποσβέσει τῆς συνειδήσεως τοῦ ἐκλογέως. Τὸ ζήτημα τοῦτο συνεζητήθη εὐρέως ἐν τῇ Βουλῇ τοῦ 1874, ὑπὸ τῶν μᾶλλον διακεκριμένων ῥητόρων τῆς Βουλῆς ἐκείνης καὶ ἀπεδείχθη, ὅτι οὐδὲν τῶν μέσων δι’ ὧν ἡ ἐξουσία δύναται νὰ παρεμποδίσῃ ἢ νὰ ἐκβιάσῃ τὴν θέλησιν τῶν ἐκλογέων ἐλησμονήθη. Ναί, κύριοι· ἡ βία, αἱ ἐπεμβάσεις διὰ τῶν ὑπαλλήλων, διά τινων ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ βεβαίως ἐτέθησαν εἰς κίνησιν ὅσον οὐδέποτε τὰς ἔθεσεν αὐτὸς ὁ κ. Βούλγαρης εἰς ἄλλας ἐκλογάς. Ὅσοι εἰς τὴν Βουλὴν ἐκείνην παρεκαθήσατε, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐν τῇ συζητήσει τρανώτατα ἀπεδείχθη, ὅτι ἐν Ζακύνθῳ οὐδόλως ἐγένετο ἐκλογή, ἀλλ’ ὅτι τὴν ἐνήργησεν ἡ λόγχη καὶ ὁ ἀποκλεισμός· ἐνθυμεῖσθε ὅτι καὶ περὶ ἐκλογῆς Μεσολογγίου πολλὰ ἀνεπτύχθησαν, τὰ ὁποῖα λίαν ἀμφίβολον κατέδειξαν τὴν γνησιότητα τῆς ἐκλογῆς ἐκείνης· κατόπιν εἰς τὰς ἐξελέγξεις ἐγένοντο τερατουργήματα· ἐπεκυρώνετο ἡ ἐκλογὴ Μεγαλοπόλεως εἰς τὸ πεῖσμα τῆς ἀριθμητικῆς βεβαιότητος. Ἀλλά, κύριοι, ἡ ῥύμη τοῦ λόγου μὲ ἔκαμε νὰ λησμονήσω ὅτι καὶ εἰς αὐτὸν τὸν πρῶτον καταρτισμὸν τῆς Βουλῆς ἐκείνης ἐφήρμοσεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη τὸ σύστημα διὰ τοῦ ὁποίου ἠθέλησε νὰ καταστήσῃ ἰσχυρὰν καὶ μόνιμον τὴν Κυβέρνησίν του. Ἤδη διὰ τῶν διοικητικῶν της ὀργάνων ἠρνήθη τὴν εἴσοδον ἐν τῇ Βουλῇ εἰς πλείστους ἐκ τῶν βουλευτῶν, διὰ τῶν διοικητικῶν ὀργάνων ἠρνήθη τὰ εἰσιτήρια εἰς τὴν Βουλήν, καὶ οὕτω, κύριοι, ὁμολογουμένως μετέτρεψε τὴν μειοψηφίαν εἰς πλειοψηφίαν καὶ ἔφθασεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα νὰ καταρτίσῃ πλειοψηφίαν ὑπείκουσαν εἰς τὰς θελήσεις της μέχρι τέλους. Βεβαίως, κύριοι, ἐὰν δὲν θὰ ἦμαι ἐγώ, ἄλλος θὰ ἔλθῃ νὰ σᾶς φέρῃ ῥητὸν κατηγορητήριον δι’ ὅσας ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἐξετέλεσε ἐπεμβάσεις εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1874, διότι ἐὰν τὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπασχολεῖ, τὸ ἀντικείμενον τοῦ κατηγορητηρίου, εἶναι σπουδαῖον, οὐχ ἧττον σπουδαῖον εἶναι τὸ ἕτερον ἀντικείμενον τῶν ἐπεμβάσεων· ἐὰν ἐκεῖ ἀπ’ εὐθείας δὲν φαίνεται ὅτι παρεβιάσθη ὅρος τις τοῦ Συντάγματος, οὐχ ἧττον παρεβιάσθη τὸ μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ Σύνταγμα δύναται νὰ λειτουργήσῃ. Καὶ μὴ νομίσητε, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς ἐκείνης, αἵτινες ἐξήγνισαν δῆθεν ἐκλογὰς παρανόμους, θὰ ἔχωσιν ἰσχὺν ἐνώπιον ἀδεκάστου δικαστηρίου· θὰ ᾖναι βεβαίως ἄδικον νὰ παραπέμπωνται εἰς τὰ δικαστήρια τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ὑπήκουσαν εἰς τὰς παρανόμους διαταγὰς Κυβερνήσεως, τὰ δὲ μέλη τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης νὰ μένωσιν ἀτιμώρητα. Αὐτό, κύριοι, εἶναι καὶ ἀνακόλουθον καὶ ἄδικον. Κύριοι, ὑπῆρχεν ἐν τῇ τότε ἀντιπολιτεύσει γνώμη τις, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἠσπάσθην, καὶ ἡ ὁποία ἐκ τῶν ὑστέρων ἐφάνη ἡ δοκιμωτέρα· ὑπῆρχεν ἡ γνώμη, ὅτι ἅμα ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὸν αὐθαίρετον διὰ τῆς ἀρνήσεως τῶν εἰσιτηρίων ἀποκλεισμὸν τῶν βουλευτῶν (ἕνδεκα νομίζω τὸν ἀριθμὸν) ἐκ τῆς Βουλῆς, ὑπῆρξεν ἡ γνώμη, ὅτι ἔκτοτε ἡ ἀντιπολίτευσις ὤφειλε ν’ ἀποχωρήσῃ, καὶ νὰ καταστήσῃ ἀδύνατον τὴν συγκρότησιν ἐκείνης τῆς Βουλῆς. Βεβαίως τότε ἐὰν ἡ γνώμη ἐκείνη ἠκούετο, ἤθελε καταπέσει ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη ὑπὸ τὸ βάρος τῆς γενικῆς ἀγανακτήσεως τοῦ ἔθνους, ἐκδηλουμένης διὰ τῆς μεγάλης πλειονότητος τῆς Βουλῆς ἀποχωρούσης. Ἡ γνώμη ἐκείνη, κύριοι, ὡρίμασεν ὁπόταν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 30 Νοεμβρίου, εὐτυχῶς διὰ τὴν ἀντιπολίτευσιν, ὁ κ. Βούλγαρης καὶ οἱ περὶ αὐτὸν ἀπεφάσισαν νὰ συγκροτήσωσι συνεδρίασιν ἄνευ τῆς νομίμου ἀπαρτίας, τρόπον τινὰ πλαστογραφοῦντες τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς. Τὸ πραξικόπημα ἐκεῖνο (οὕτως ἐχαρακτηρίσθη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου προέδρου τῆς Βουλῆς) τὸ πραξικόπημα ἐκεῖνο ἐπὶ τέλους ὥρισεν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν τὴν ἐμπρέπουσαν αὐτῇ θέσιν, ἥτις δὲν ἦτο πλέον ἐντὸς τοῦ περιβόλου τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐκτός, ἐν εἴδει διαμαρτυρήσεως κατὰ τῆς ἀπειλουμένης καταπατήσεως τοῦ Συντάγματος. Γινώσκετε πόσαι προσπάθειαι κατεβλήθησαν παρὰ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ὅπως σαγηνεύσωσί τινας ἐκ τῶν ἀποχωρησάντων βουλευτῶν, καὶ ἄλλων, καὶ σχηματίσωσι τοὐλάχιστον νόμιμον ἀπαρτίαν. Ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη τοὐλάχιστον τὸν τύπον τῆς νομιμότητος νὰ τηρήσῃ καὶ πρὸς τοῦτο (ἐπιτραπήτω μοι νὰ τὸ εἴπω, διότι, κύριοι, εἶναι λυπηρὸν ἐνόσῳ ὁμιλῶ περὶ ἀπόντων καὶ μὴ δυναμένων ἐνώπιόν μας νὰ ὑπερασπισθῶσι· δράττομαι δὲ τῆς εὐκαιρίας ἵνα ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἠδύνατο πρόσφορα μέτρα νὰ λάβῃ ὅπως λάβωσιν εὐρέα τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεως παρουσιαζόμενοι εἰς τὴν Βουλήν)· ἤθελε νὰ σαγηνεύσῃ βουλευτὰς ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη καὶ πρὸς τοῦτο, ὡς εἰς ἐμὲ προκύπτει, καὶ δύναται ἀνάκρισις νὰ τὸ εὕρῃ, καὶ δωροδοκία ἐνηργήθη ὅπως σύρωσιν ἐντὸς τοῦ περιβόλου βουλευτὰς ἵνα ἀποτελέσωσι τὴν νόμιμον ἀπαρτίαν. Γινώσκετε κάλλιστα, ὁ τόπος τὸ γνωρίζει, ὅτι ἐπανειλημμένα δικηγορικὰ συμβούλια ἐγένοντο, εἰς τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν πολλὰ ζητήματα, ἐτέθη ἰδίως τὸ ζήτημα ἐὰν εἰς τὸν ἀριθμὸν τῆς νομίμου ἀπαρτίας δέον νὰ συμπεριληφθῶσιν οἱ βουλευταὶ, τῶν ὁποίων αἱ ἐκλογαὶ δὲν ἐκυρώθησαν, καὶ οἱ μὴ ὁρκισθέντες· ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐλύθησαν κατὰ τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Ἔληξεν αὐτοδικαίως, συνταγματικῶς, ἡ σύνοδος ἐκείνη. Ὁ τόπος, τὸ ἐνθυμεῖσθε, ἦτον ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἐξαντλήσασα ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη πᾶν μέσον παράνομον ἤθελεν ἐπὶ τέλους προβῇ εἰς μέγα τι πραξικόπημα πρὸς κατάλυσιν τοῦ Πολιτεύματος.

§91Μ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πώποτε.

§92ΠΟΛΥΛΑΣ. Αὐτὴ ἦτον ἡ ἰδέα ἡ ἐν τῷ τόπῳ ἐπικρατοῦσα. Οὐδεὶς δύναται νὰ μοὶ ἀναιρέσῃ, ὅτι εἰς τὰς συνειδήσεις ὅλων ἡμῶν ὑπῆρξεν ὁ τοιοῦτος φόβος, φόβος λέγω, διότι ἤθελε ῥίψει τὸν τόπον εἰς τὸν ἐμφύλιον πόλεμον, καὶ οὐδεὶς ἐλεύθερος πολίτης τὸν ἐμφύλιον πόλεμον ἐπιθυμεῖ, τὸν ὁποῖον ὅμως ἤθελον δεχθῆ χάριν τῆς ἐλευθερίας. Ἐσκέφθησαν περὶ τούτου οἱ ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι, καθ’ ἃ ἐν τῷ τόπῳ διεδίδετο; Τοῦτο εἶναι ἄδηλον, οὔτε δύναμαι νὰ τοὺς ἐνοχοποιήσω μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, μέχρις ἐναντίας ἀποδείξεως· ἀλλ’ ἐὰν, κύριοι, τοιαύτη τις ἰδέα συνελήφθη, (πάλιν ἐπαναλαμβάνω τὰς ἐν τῷ τόπῳ τότε ἐπικρατούσας ἰδέας) λέγεται ὅτι ἡ ἰδέα αὐτὴ ἐναυάγησεν ἀπέναντι τῆς θέσεως τῆς φιλελευθέρας, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν ὁ ἐθνικὸς στρατὸς, ὁ ὁποῖος ἔχω τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι οὐδέποτε ἤθελε συμπράξει πρὸς καταπάτησιν τοῦ Πολιτεύματος. Ὅπως δήποτε ἡ Κυβέρνησις τοῦ κυρίου Βούλγαρη φαίνεται, ὅτι δὲν ἀπηλπίζετο, ὅτι ἠδύνατο ἐν ἐκτάκτῳ συνόδῳ νὰ προσφέρῃ εἰς τοὺς ἀποχωρήσαντας βουλευτὰς πρόφασίν τινα, ὅτι ἐπὶ τέλους δύνανται νὰ παρακαθήσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν. Ἀντὶ νὰ ὑποχωρήσωσιν εἰς τὴν γενικὴν ἀγανάκτησιν τοῦ τόπου, ὅπου δὲν εἶχον οὔτε δέκα φίλους, προεκάλεσαν Διάταγμα περὶ ἐκτάκτου συνόδου τῆς Βουλῆς ὅπως ψηφισθῶσιν, ὡς ἔλεγε τὸ Διάταγμα, νόμοι σπουδαῖοι. Τὰ αὐτὰ μέσα, καθὼς πάλιν μοὶ προκύπτει, μετεχειρίσθη ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ὅπως διαφθείρῃ βουλευτὰς ἵνα ἀποτελέσωσι νόμιμον ἀπαρτίαν, οὐχὶ νὰ τοὺς διαφθείρῃ ὅπως πράξωσι τὸ καθῆκόν των παρακαθήμενοι ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ ὅπως τὸ καθῆκον τοῦ πατριώτου ἀθετήσωσι συμπράττοντες μετὰ τῶν ὀπαδῶν τῆς παρανομίας. Ἀλλὰ καὶ πάλιν αἱ προσπάθειαί της ἐναυάγησαν, καὶ ἐντεῦθεν συνελήφθη ἡ ἰδέα νὰ ἐξευρεθῇ ὁ τρόπος ὅπως καταπατηθῇ ἐξ ἑνὸς τὸ Σύνταγμα καὶ κατ’ ἐπιφάνειαν τηρηθῶσιν οἱ τύποι. Εἶχε ταφῆ, ὡς εἶπον, ἡ θεωρία περὶ τῆς ἀπαρτίας, καὶ τὴν θεωρίαν ταύτην ἠθέλησε νὰ ἀναστήσῃ ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη καὶ προέβη εἰς τὸν σχηματισμὸν ἀπαρτίας, μὴ συμπεριλαμβανομένων τῶν βουλευτῶν τῶν μὴ ὁρκισθέντων καὶ ἐκείνων τῶν ὁποίων δὲν εἶχεν ἐπικυρωθῆ ἡ ἐκλογή. Διεπράχθη καὶ παράβασις οὐσιώδης τοῦ ἄρθρου 4ου τοῦ Κανονισμοῦ, καθ’ ὃ ῥητῶς ἀπαγορεύεται νὰ συζητηθῇ αὔθωρει ἔκθεσις ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν, καὶ αὐθωρεὶ παρεδέχθησαν τὰς ἐκθέσεις καὶ εἰσήγαγον τοὺς βουλευτὰς ἐκείνους, 11 νομίζω τὸν ἀριθμὸν, ἵνα ἀποτελέσωσι τὸν ὡρισμένον ἀριθμὸν τῶν 85 καὶ ὑποβάλωσι εἰς τὴν ἐπικύρωσιν τὰ πρακτικὰ τῆς 30ης Νοεμβρίου, τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχε ψηφισθῆ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1874, καὶ νὰ προβῶσι εἰς τὰ ἄλλα νομοθετήματα περὶ τῶν ὁποίων διαλαμβάνει τὸ κατηγορητήριον. Ἐκ τῶν γεγονότων τούτων, ἐκ τῆς ὅλης πορείας τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἐπιτρέπεται, οὐχὶ εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην, ἀλλ’ εἰς οἱανδήποτε ἄλλην Βουλὴν, νὰ σταματήσῃ οὐδὲ πρὸς στιγμὴν ὅπως εἰσαγάγῃ εἰς δίκην τοὺς ὑπουργοὺς ἐκείνους, καὶ ὄχι μόνον διὰ τὰ ὑπὸ ἐξέτασιν θέματα, ἀλλὰ καὶ δι’ ὅσα ἄλλα ἤθελον προκύψει ἐκ τῆς ἀκριβοῦς ἐρεύνης τῆς διαχειρίσεως τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη; Ἤδη ἐκπληροῦντες λυπηρὸν καθῆκον ἔχετε σχεδὸν παραπέμψει δύω ἐκ τῶν μελῶν τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου ἐπὶ δωροδοκίᾳ. Δύνασθε νὰ πιστεύσητε ὅτι ἡ διαχείρησις τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου κατὰ τὰ ἄλλα ἦτο ἀμόλυντος; ὄχι βεβαίως. Καὶ ἔχετε καθῆκον χρώμενοι τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 58 τοῦ Συντάγματος νὰ συγκροτήσητε ἐξεταστικὴν ἢ ἐξεταστικὰς ἐπιτροπὰς, ὅπως ἐν καιρῷ δέοντι σᾶς φέρουν τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐρεύνης των καὶ ὅπως, ἐὰν εὕρητε κατάχρησιν, καὶ διὰ αὐτὰς ἐπιδιώξητε τὴν τιμωρίαν τῶν μελῶν τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου. Κατ’ ἐμὲ, κύριοι, οὐδὲ πρὸς στιγμὴν διστάζω μεθ’ ὅλης τῆς ζέσεως, μεθ’ ὅλης συνάμα τῆς μετριοπαθείας, νὰ ὑποστηρίξω κατηγορίαν κατὰ τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη, καὶ τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ ἰδιαίτερον θέμα διὰ τὸ ὁποῖον ἐκλήθημεν νὰ γνωμοδοτήσωμεν. Τρεῖς γνωμοδοτήσεις ὑπεβλήθησαν παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς· εὐτυχῶς, κύριοι, καθὼς προεῖπον προοιμιαζόμενος, ἡ διαφωνία μας δὲν εἶναι οὐσιώδης· συνίσταται εἰς αἰτιολογίας τινὰς καὶ εἰς ἐφαρμογὴν διατάξεών τινων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, διαφωνίας, αἱ ὁποῖαι ἐξ ἀνάγκης ἐγείρονται, προκειμένου περὶ ἐφαρμογῆς νόμου πρώτην φορὰν δυστυχῶς ἐν Ἑλλάδι ἐφαρμοζομένου. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ ἐμὲ, ἔχω ἀνάγκην καὶ πάλιν νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω ὅτι ὡς ἐκ τοῦ εἴδους τῶν ἰδιαιτέρων μελετῶν μου δὲν εἶμαι ὁ πάντῃ ἁρμόδιος ν’ ἀποφανθῶ γνώμην ἀδίστακτον καὶ ὁριστικήν· καθυποβάλλων ὅμως τὴν γνώμην μου εἰς τὴν Βουλὴν, παρακαλῶ αὐτὴν ὡρίμως νὰ τὴν σταθμίσῃ, ἐπιφυλαττόμενος καὶ ἐγὼ νὰ φωτισθῶ ἐκ τῆς συζητήσεως. Ἐκ τῶν τριῶν γνωμοδοτήσεων ἡ ἀποτέρα εἶναι ἐκείνη τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας κ. Ζέγγελη, καθότι ὁ κ. Ζέγγελης, κατὰ τὴν κρίσιν του, ἐνόμιζεν, ὅτι ἡ ἡμετέρα ἐπιτροπὴ δὲν εἶχεν ἁρμοδιότητα νὰ ἀνακρίνῃ, διότι ἐφρόνει, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ προηγηθῇ ἀνάκρισις ὅπως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου γνωμοδοτήσωμεν· ἡμεῖς δὲ ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔχομεν ἁρμοδιότητα νὰ ἀνακρίνωμεν, ἀλλ’ ὅτι τὸ εἶδος τῆς ἀνακρίσεως ἐν τῇ προκειμένῃ ὑποθέσει ἦτο ἁπλούστατον, καθόσον κατηγοροῦνται οἱ κύριοι ὑπουργοὶ διότι προεκάλεσαν τὴν κύρωσιν νομοθετημάτων ἀνόμων, καὶ τοῦτο ἡ Βουλὴ ἤδη δι’ ἀποφάσεώς της παρεδέχθη, κατόπην ἄλλης γνωμοδοτήσεως ἐπιτροπῆς εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ συμπεριληφθῶ. Ἑπομένως τὸ ζήτημα, ὂν ἁπλούστατον, δὲν ἀπαιτεῖ ἀνακρίσεις οἵας νομίζει ἀναγκαίας ὁ κ. Ζέγγελης, ἐκτὸς ἐὰν, καθὼς ὑποφαίνεται εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ζέγγελη, θέλωμεν τὸ κατηγορητήριον τοῦτο νὰ συνδέσωμεν μὲ ἄλλας πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐπίσης δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ἐγκληματικαί. Ἀλλὰ τοῦτο, κύριοι, τὸ θεωρῶ ἐπιζήμιον· νομίζω, ὅτι δυνάμεθα εἰς τὸ κατηγορητήριον τοῦτο νὰ προβῶμεν, νὰ προβῶμεν καὶ εἰς τὴν κλήρωσιν τοῦ δικαστηρίου καὶ κατόπιν δυνάμεθα, ἂν ἄλλας πράξεις εὕρωμεν ἐγκληματικάς, νὰ προβῶμεν καὶ εἰς ἄλλας κατηγορίας. Δὲν ἐνδιατρίβω ὑπὲρ τὸ δέον ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Ζέγγελη, καθόσον, ὡς βλέπετε, οὐδεμίαν πρότασιν ὡρισμένην μᾶς φέρει, ἐκτὸς τῆς προτάσεως νὰ διαταχθοῦν ἀνακρίσεις. Ἔρχομαι, κύριοι, εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειονοψηφίας πρὸς τὴν ὁποίαν κυρίως διαφωνῶ ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἡ πλειοψηφία ἐρευνήσασα τὰς διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἐνόμισεν, ὅτι οὐδεμία διάταξις ὑπάρχει ἐφαρμοστέα εἰμὴ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 487 ὑπὸ τὸν τίτλον, «παράβασις τῶν καθηκόντων τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, μὴ ἀναφερομένων ῥητῶς ἐν τῷ παρόντι νόμῳ». Ἡ πλειονοψηφία ἐνόμισεν, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀκριβῶς ἐφαρμόζεται ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καθότι ὑπὸ τὴν ῥῆσιν Δημόσιοι ὑπάλληλοι, βεβαίως συμπεριλαμβάνονται καὶ οἱ ὑπουργοὶ τοῦ Κράτους, τότε δὲ οἱ Γραμματεῖς τῆς Ἐπικρατείας. Βεβαίως, κύριοι, ἐὰν ἄλλη τις διάταξις δὲν ἀνευρίσκετο ἐφαρμοστέα, ἡ διάταξις αὕτη δέον νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἐὰν ἄλλη, λέγω, διάταξις δὲν εἶναι ἐφαρμοστέα, τοῦθ’ ὅπερ εἶναι λίαν παράδοξον, καθότι τίς δύναται νὰ παραδεχθῇ ὅτι ὁ Ποινικὸς Νόμος δὲν ἤθελε νὰ τιμωρηθῶσιν οἱ Γραμματεῖς τῆς Ἐπικρατείας ἐπὶ παραβάσει τῶν καθηκόντων περὶ τῆς ὁποίας προνοεῖ τὸ ἄρθρον 476; Δὲν δέχομαι, κύριοι, καὶ δὲν ἐδέχθην τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας καὶ δὲν θέλω τὴν δεχθῆ, παρὰ ἀφοῦ ἐκ τῆς συζητήσεως πεισθῶ ὅτι ἄλλο ἄρθρον δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἔρχομαι, κύριοι, πρὶν ὑποστηρίξω τὴν γνώμην μου, νὰ ἀναλύσω τὸ ὑπὸ συζήτησιν κατηγορητήριον ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν πράξεων καὶ ὡς πρὸς τὰς ἐφαρμοστέας ποινάς. Ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς πράξεως καὶ ὡς πρὸς τὰς ἐφαρμοστέας ποινάς· καὶ κατὰ πρῶτον καταγγέλλονται τὰ μέλη τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Βούλγαρη διότι συνελθόντα μετ’ ἄλλων βουλευτῶν ἐν τῷ βουλευτηρίῳ συναπετέλεσαν παράνομον ἀπαρτίαν, ἥτις ἔφερε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκδόσεως νόμων παρανόμων. Μεθ’ ὅλου τοῦ σεβασμοῦ, τὸν ὁποῖον ὀφείλω εἰς τὰ ἀξιότιμα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου τούτου, τὰ ὁποῖα ὑπέγραψαν ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὑπάρχουσι καὶ διακεκριμένοι νομομαθεῖς, νομίζω ὅτι περιέπεσαν εἰς πλάνην· νομίζω ὅτι οἱ κκ. ὑπουργοὶ παρακαθήσαντες εἰς τὴν Βουλὴν καὶ συναποτελέσαντες τὴν ψευδῆ ἀπαρτίαν, ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσιν ἔνοχοι, ἂν τοιαύτη τις ἐνοχὴ προβλέπεται παρὰ τοῦ νόμου· ἀλλὰ ἂν ἦναι ἔνοχοι, εἶναι ἔνοχοι μετὰ τῶν λοιπῶν βουλευτῶν, καὶ ἐν ὅσῳ τὸ Σύνταγμα δὲν μᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορήσωμεν βουλευτάς, δὲν δυνάμεθα ἐπὶ τούτῳ νὰ κατηγορήσωμεν τοὺς κ. κ. ὑπουργούς. Ἐθεώρησαν οἱ προτείναντες τὸ κατηγορητήριον τοῦτο ὡς ἀντιποίησιν νομοθετικῆς ἀρχῆς· ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ τοιοῦτον ἔπραξαν ὡς βουλευταὶ καὶ ὡς τοιοῦτοι δὲν δύνανται νὰ κατηγορηθῶσιν. Ἐχαρακτήρισαν οἱ προτείναντες τὴν πρᾶξιν ὡς ὑπαγομένην εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου, τοῦ ἄρθρου 229 «εἰς εἱρκτὴν καταδικάζεται ὅστις ἀντιποιεῖται ἀρχήν τινα μὴ ἐπιτετραμμένην εἰς αὐτόν»· καὶ ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς πράξεως κατ’ ἐμὲ οὗτος δὲν εἶναι ὀρθός· ὅ,τι οἱ ὑπουργοὶ ἔπραξαν, τὸ ἔπραξαν ὡς ὑπουργοί, οὐδ’ ἀντεποιήθησαν τὴν ὑπουργικὴν θέσιν, διότι βεβαίως τὸ ἄρθρον τοῦτο μὲ τὴν λέξιν ἀρχὴ δὲν ἐννοεῖ ἐξουσίαν, ἀλλὰ ἀξίωμα. Τὸ ἄρθρον 247 λέγει «ἔνοχος πλαστογραφίας καθίσταται ὅστις ἐκδίδει ἔγγραφα ἐν ὀνόματι ἄλλου ὡς νὰ ἦσαν παρ’ αὐτοῦ τούτου ἐκδεδομένα». Τουτέστι νομίζουσιν, ἂν δὲν σφάλλω, οἱ κ. κ. προτείναντες ὅτι, ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ δὲν ἐξέδωκεν ἐν νομίμῳ ἀπαρτίᾳ τὰς ἀποφάσεις ἐκείνας, οἱ κ.κ. ὑπουργοὶ ἔπραξαν πλαστογραφίαν ἐκδόσαντες αὐτάς· ἀλλ’ οἱ ὑπουργοὶ δὲν ἔπλασαν αὐτὰς τὰς ἀποφάσεις· ἡ Βουλὴ συγκροτηθεῖσα ἐν παρανόμῳ ἀπαρτίᾳ ἐξέδωκεν αὐτὰς, αὐτοὶ δὲ ἀνεδέχθησαν τὴν εὐθύνην ν’ ἀποδεχθῶσιν ἐν κακῇ πίστει τὴν παράνομον ἐκείνην ἑρμηνείαν, ὅθεν τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον τὸ ἄρθρον 225 «τιμωρεῖται μὲ εἱρκτὴν ὁ δημόσιος ὑπάλληλος, ὅστις παραμορφόνει ἐν γνώσει διὰ παραλείψεως, προσθήκης ἢ μεταβολῆς κτλ.—ἢ ἐπὶ τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς βεβαιόνει καὶ ἐπιμαρτυρεῖ ἐν γνώσει μὴ ἀληθῆ πράγματα ὡς ἀληθῆ»· δὲν προκύπτει ὅτι οἱ ὑπουργοὶ, οὔτε παρεμόρφωσαν ἐν γνώσει, οὔτε παρέλειψαν, οὔτε ἐπρόσθεσάν τι εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, οὔτε δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἐβεβαίωσαν ψευδὲς γεγονός, ἀφοῦ τὸ γεγονὸς ὅτι 85 βουλευταὶ συνεκρότησαν παράνομον ἀπαρτίαν δὲν ἦτο ψευδές. Ἔρχομαι εἰς τὴν ἀπ’ εὐθείας ὑποστήριξιν τῆς προτάσεώς μου, βάσιν ἔχων ἰδίως τὸ ἄρθρον 81 τοῦ Συντάγματος, ἡ μελέτη τοῦ ὁποίου δύναται νὰ μᾶς διευκολύνῃ καὶ σήμερον καὶ εἰς τὸ ἑξῆς εἰς τὴν συζήτησιν. Τὸ ἄρθρον 80 λέγει «ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῇ τοὺς ὑπουργοὺς ἐνώπιον ἐπὶ τούτῳ δικαστηρίου, ὅπερ προεδρευόμενον ὑπὸ τοῦ προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, θέλει συγκροτηθῆ ἐκ δώδεκα ἄλλων μελῶν, ἅτινα θέλουσι κληρωθῆ ἐξ ὅλων τῶν ὑπαρχόντων πρὸ τῆς κατηγορίας ἀρειοπαγιτῶν, ἐφετῶν καὶ προέδρων αὐτῶν. Ἡ κλήρωσις θέλει γείνει ὑπὸ τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει· τὴν δὲ διαδικασίαν θέλει ὁρίσει μέχρι τῆς ἐκδόσεως εἰδικοῦ περὶ τούτου νόμου αὐτὸ τοῦτο τὸ δικαστήριον. Εἰδικὸς νόμος θέλει ὁρίσει τὰ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, τὰς ἐπιβλητέας ποινὰς, καὶ τὴν διαδικασίαν· ὁ νόμος δὲ οὗτος θέλει καθυποβληθῆ εἰς τὴν πρώτην συγκροτηθησομένην βουλευτικὴν σύνοδον.» Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε παρὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, ἠδύνατό τις νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἐπὶ εὐθύνης ὑπουργῶν ἐπιβλητέαι ποιναὶ δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῇ ἑλληνικῇ νομοθεσίᾳ μέχρις οὗ ὁρισθῶσι παρὰ τοῦ εἰδικοῦ νόμου· ἀλλὰ οἱ συντάξαντες τὸ Σύνταγμα ἐσκέφθησαν ὅτι καὶ εἰς τὸ βραχὺ διάστημα, τὸ ὁποῖον ἤθελε μεσολαβήσει μεταξὺ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς προσεχοῦς βουλευτικῆς περιόδου, ἠδύνατο νὰ παρουσιασθῇ ἡ περίπτωσις καταδιώξεως ὑπουργοῦ τοῦ Κράτους, καὶ περὶ τούτου ἐφρόντισαν εἰς τὸ ἄρθρον 81 «μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ εἰδικοῦ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νόμου, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ κατηγορῇ αὐτοὺς, καὶ τὸ κατὰ ἀνωτέρω ἄρθρον δικαστήριον νὰ τοὺς δικάζῃ ἕνεκα ἐσχάτης προδοσίας, καταχρήσεως δημοσίας περιουσίας, καὶ πάσης παραβάσεως τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων των.» Ἑπομένως τὸ ἄρθρον 81 ἀποφαίνεται ὅτι πᾶσαι αἱ ποιναὶ, αἱ ἐπιβαλλόμεναι εἰς τοὺς ὑπαλλήλους διὰ παραβάσεις κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων των, ἐφαρμόζονται, κατὰ τὴν ἔννοιαν καὶ τὸ γράμμα τοῦ ἄρθρου τούτου, καὶ εἰς τοὺς ὑπουργοὺς, μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ εἰδικοῦ νόμου, εἰς τὸν ὁποῖον λεπτομερέστερον καὶ ἴσως αὐστηρότερον ἤθελον συμπεριληφθῆ αἱ ποιναί. Ἑπομένως ὑποστηρίζω ὅτι ὁ ποινικὸς νόμος δέον νὰ ἑρμηνευθῇ, ἐχόντων ἡμῶν ὡς ὑπογραμμὸν πάντοτε τὸ ἄρθρον 81 τοῦ Συντάγματος. Ναὶ μὲν ὁ ποινικὸς νόμος ἐξεδόθη πρὶν ἢ συνταγματισθῇ ἡ Ἑλλάς, οἱ συντάξαντες ὅμως τὸ Σύνταγμα εἶχον βεβαίως ὑπ’ ὄψιν τὰς διατάξεις αὐτοῦ, αἱ ὁποῖαι τιμωροῦσι τοὺς παραβαίνοντας τὸ καθῆκόν των ἢ τοὺς ὑπερβαίνοντας αὐτὸ ὑπαλλήλους. Ἐὰν ἡ γνώμη μου αὕτη ᾖναι ὀρθὴ, πρόκειται νὰ ἐξεύρωμεν κατὰ πρῶτον τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν, τὸν ἀληθῆ χαρακτηρισμὸν τῆς πράξεως τῶν κ. ὑπουργῶν καθόσον ἀφορᾷ τὴν κύρωσιν καὶ δημοσίευσιν τῶν ἀνόμων τούτων νόμων. Κατ’ οὐσίαν, κύριοι, τί ἔπραξαν οἱ ὑπουργοὶ οὗτοι; ἐγίγνωσκον κάλλιστα ὅτι παρανόμως συνεκροτήθη ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν ἔκτακτον αὑτῆς σύνοδον· ἐγίγνωσκον κάλλιστα ὅτι τὰ νομοθετήματα ἐκεῖνα οὐδὲν κῦρος ἠδύναντο νὰ ἔχωσιν ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῆς ἀπαρτίας, διότι ἂν παραδεχθῆτε ὅτι ἦτον ἡ Κυβέρνησις ἐν καλῇ πίστει, βεβαίως τότε τὸ ζήτημα ἠδύνατο νὰ ἀλλάξῃ· ἀλλ’ ὅτι ἦσαν ἐν κακῇ πίστει ὅλα τὰ προηγούμενα τὸ ἀποδεικνύουν, τὰ προηγούμενα τῆς τακτικῆς συνόδου τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν ἐπαρουσιάσθη τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας καὶ πολλάκις ἐφηρμόσθη ἡ ἀληθὴς θεωρία, τουτέστιν ὅτι ἀπαρτία ἀπετελεῖτο ἐκ τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνὸς τοῦ νομίμου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, οὐχὶ τοῦ τυχὸν ἐλλειποῦς πραγματικοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν· περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ἄρα κακῇ τῇ πίστει τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἀπεδέχθη τὴν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν προέβαλε πρῶτος εἰς τὴν Βουλὴν ἁπλοϊκός τις ἄνθρωπος, ὁ πρόεδρος ὁ προσωρινὸς τῆς Βουλῆς ὁ κύριος Ῥεβελιώτης, αὐθαιρέτως κηρύξας ἐν τῇ Βουλῇ ἐνώπιον τῶν 85 ὅτι ἡ νόμιμος ἀπαρτία ἀποτελεῖται ἐκ τῶν 85. Ἂν πεισθῆτε, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐν κακῇ πίστει ἀπεδέχθη τὴν παρερμηνείαν ἐκείνην καὶ ὑπέβαλε τὰ ἄνομα ψηφίσματα εἰς τὴν ἐπικύρωσιν τοῦ Βασιλέως, τότε παραδέχεσθε καὶ τὸ ἄλλο ὅτι σκοπὸς τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἦτο νὰ ἀντιποιηθῇ καὶ νὰ ἀφαρπάσῃ ἐξουσίαν νομοθετικὴν καὶ νὰ προκαλέσῃ τὴν κύρωσιν τῆς ἑτέρας τῶν νομοθετικῶν ἐξουσιῶν καὶ νὰ καταπατήσῃ τὴν ὑπόστασιν τὴν νομοθετικήν, ἥτις ἀπαιτεῖται ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς. Ἐὰν λοιπὸν ἡ πρᾶξις εἶναι καθαρὰ ἀντιποίησις ἐξουσίας νομοθετικῆς, θὰ ἐρωτήσωμεν, ὑπάρχει ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ διάταξις ἐφαρμοζομένη καὶ περιέχουσα ποινὴν κατὰ τοῦ ἐγκλήματος τούτου; Ἡ διάταξις ὑπάρχει καὶ ταύτην ὑπέδειξα ἐν τῇ γνωμοδοτήσει μου· τὸ ἄρθρον 476 ὑπὸ τὸν τίτλον «ὑπέρβασις καθηκόντων δημοσίων ὑπαλλήλων»· οἱ δὲ δημόσιοι οὗτοι ὑπάλληλοι εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο ὑποδιαιροῦνται εἰς δικαστικοὺς καὶ διοικητικούς· τὸ ἄρθρον τοῦτο λέγει «δικασταί, ἀνακριτικοὶ ὑπάλληλοι, εἰσαγγελεῖς, ἢ ἀντεισαγγελεῖς, τιμωροῦνται μὲ εἱρκτὴν 1) ὁσάκις ἀντιποιοῦνται νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἐκδίδοντες διατάγματα περιεκτικὰ νομοθετικῶν ὁρισμῶν, ἢ ἀναβάλλοντες τὴν ἐκτέλεσιν νόμου τινός.» Ἐδῶ ὁρίζεται ἡ πρᾶξις, ὁρίζεται καὶ ἡ ποινή· τοῦτο ὡς πρὸς τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους. Ὡς πρὸς τοὺς διοικητικοὺς τὸ ἄρθρον 479 λέγει «νομάρχαι, διευθυνταί, ἔπαρχοι, δήμαρχοι, καὶ ἄλλοι διοικητικοὶ ὑπάλληλοι, τιμωροῦνται μὲ εἱρκτὴν εἰς τὴν περίστασιν τοῦ ἄρθρου 476.» Πρώτην ἐρώτησιν θὰ μοὶ προβάλῃ τις, (διότι, προκειμένου περὶ ἐφαρμογῆς ποινικῆς διατάξεως, ὀφείλομεν νὰ ἤμεθα ἀκριβεῖς) εἶναι δυνατὸν νὰ ὀνομασθῶσι διοικητικοὶ ὑπάλληλοι οἱ Γραμματεῖς τῆς Ἐπικρατείας, νῦν δὲ οἱ ὑπουργοί; εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην ἀπαντᾷ ἄρθρον ῥητὸν τῆς ποινικῆς δικονομίας, τὸ 324, ὅπου πρόκειται περὶ «προανακρίσεως τῶν παρὰ τῶν διοι«κητικῶν ὑπαλλήλων περὶ τὴν ὑπηρεσίαν πραττομένων πλημ«μελημάτων καὶ κακουργημάτων.» Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ ἄρθρου τούτου, ἐν τῇ βʹ. αὐτοῦ παραγράφῳ, πᾶς τις ὀφείλει νὰ πεισθῇ ὅτι τοὺς Γραμματεῖς τῆς Ἐπικρατείας χαρακτηρίζει ὁ Νόμος ὡς διοικητικοὺς ὑπαλλήλους. Ἀλλ’ ἔρχεται ἐκ πρώτης ὄψεως σπουδαία ἀντίῤῥησις, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, ἰσχυριζομένη ὅτι τὸ ἄρθρον 479 δὲν δύναται νὰ συμπεριλαμβάνῃ καὶ τοὺς Γραμματεῖς τῆς Ἐπικρατείας, καθότι ἤθελον ὀνομάσει αὐτοὺς ῥητῶς καὶ δὲν ἤθελον τοὺς βάλει εἰς τὴν τελευταίαν θέσιν κατόπιν τῶν νομαρχῶν, τῶν δημάρχων καὶ τῶν διευθυντῶν. Ἡ ἔνστασις βεβαίως φαίνεται σπουδαία· ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἡ ἔνστασις αὕτη δὲν εἶναι εἰμὴ ἑρμηνευτική· λέγει ὅτι ἂν εἶχεν ἐν τῷ νῷ ὁ νομοθέτης νὰ συμπεριλάβῃ καὶ αὐτούς, ἤθελε τοὺς δώσει τὴν πρωτεύουσαν θέσιν. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο, κύριοι, φαίνεται ἄτοπον, παραλογώτερον καὶ ἀτοπώτερον θὰ φανῇ τοῦτο τὸ ἄλλο, ὅτι ὁ νομοθέτης ἐκεῖνος ἤθελε νὰ καθιερώσῃ τὴν ἀτιμωρησίαν τῶν Γραμματέων τῆς Ἐπικρατείας, ἐπὶ ὑπερβάσει καθηκόντων. Δέχομαι μάλιστα τὸ παράλογον ὅτι δὲν ἔδωσεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἀνήκουσαν ἐν τῇ διατάξει θέσιν παρὰ νὰ δεχθῶ τὸ ἕτερον ὅτι ἤθελε νὰ τοὺς ἀπαλλάξῃ πάσης ποινικῆς καταδίκης δι’ ὑπέρβασιν τῶν καθηκόντων καὶ ἰδίως διὰ τὴν ὑπέρβασιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ ἦσαν εἰς θέσιν νὰ διαπράξωσι κάλλιον παντὸς ἄλλου διοικητικοῦ ὑπαλλήλου. Ὑποθέσατε ὅτι ὁ Γραμματεὺς ἐκεῖνος τῆς Ἐπικρατείας, ἔν τινι ἐγκυκλίῳ ἢ ὁδηγίᾳ, ἤθελε συμπεριλάβει νομοθετικοὺς ὁρισμούς, ἤθελε διατάξει εἴσπραξιν φόρου μὴ νομοθετημένου, νομίζετε, ὅτι ὁ νομοθέτης ἐκεῖνος ἤθελε νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν ἀνώτερον ὑπάλληλον ἀπὸ τῆς τιμωρίας; Αὐτὸ ἤθελεν εἶσθαι παράλογον καὶ λίαν ἄδικον, καθ’ ὅσον οἱ ὑποδεέστεροι διοικητικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ νομάρχαι, ἐκτελοῦντες τοιαύτας ὁδηγίας θὰ ἐτιμωροῦντο, ὁ δὲ παραγγείλας Γραμματεὺς τῆς Ἐπικρατείας θὰ ἀπηλλάσσετο πάσης καταδιώξεως. Ἄλλως, ἐπανέρχομαι εἰς τὴν πρώτην ἐμὴν θεωρίαν ὅτι τὸ ἄρθρον 81 τοῦ Συντάγματος εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὰς διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ νόμου καὶ φθάνω μέχρι τοῦ σημείου νὰ εἴπω ὅτι, καὶ ἂν ὁ ποινικὸς Νόμος δὲν ὠνόμαζε τοὺς διοικητικοὺς τούτους ὑπαλλήλους, ἀρκεῖ νὰ ἀνεύρητε τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς πράξεως, καὶ ὅταν τὸν ἀνεύρητε ὀφείλετε νὰ ἐφαρμόσητε τὴν ποινήν, ἡ ὁποία εἰς ἑτέρους ὑπαλλήλους ἐπιβάλλεται. Ὀφείλω, κύριοι, πρὶν κατέλθω τοῦ βήματος νὰ διακηρύξω ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ ὅτι, ἂν ἐκ τῆς προτάσεώς μου ἐκλάβῃ τις ὅτι ἤθελον νὰ φανῶ αὐστηρότερος, ὅπως συμμορφωθῶ πρὸς τὴν γενικὴν τοῦ τόπου ἐπιθυμίαν, ἐκεῖνος ἤθελε μὲ ἀδικήσει. Ἐγώ, κύριοι, πέποιθα ὅτι πάντες δὲν ὁρμώμεθα ἢ ἐκ τῆς ἐπιθυμίας νὰ ἐφαρμόσωμεν εἰλικρινῶς τοὺς νόμους, ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι καταδιώκομεν ἄλλους διότι τοὺς κατεπάτησαν. Βεβαίως ἐπιθυμία τοῦ τόπου εἶναι νὰ καταδιωχθῶσι καὶ νὰ τιμωρηθῶσιν οἱ ἐγκληματήσαντες, οἵτινες ἐκλήθησαν νὰ διευθύνωσιν ἄλλοτε τὰς τύχας τοῦ τόπου· ἀλλὰ ταυτοχρόνως ὀφείλομεν νὰ ἤμεθα μετριοπαθεῖς, νὰ φωτισθῶμεν ἀμοιβαίως ἐκ τῆς συζητήσεως καὶ νὰ ἀνεύρωμεν τοὺς ἀληθεῖς χαρακτηρισμοὺς τῶν πράξεων, καὶ νὰ ἔλθωμεν, εἰ δυνατόν, καὶ τὸ εὔχομαι, εἰς ὁμόφωνον ἀπόφασιν, ἥτις θέλει χρησιμεύσει ὡς βάσις σταθερὰ εἰς τὰς σκέψεις τοῦ ἀνεξαρτήτου ἐκτάκτου δικαστηρίου. Ὀφείλομεν, κύριοι, νὰ ἤμεθα αὐστηροί, ἀλλὰ δὲν ὀφείλομεν νὰ παρασυρθῶμεν ἀπὸ σκέψεις ἄλλας, παρὰ ἀπὸ τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν νὰ ἐνεργήσωμεν πράγματι ὡς φίλοι τῆς τάξεως καὶ τῆς εὐνομίας. Ἤθελέ τις πάλιν πολὺ μὲ ἀδικήσει, ἂν ἐνόμιζεν ὅτι διὰ τῆς εἰσαγωγῆς, τὴν ὁποίαν ἐνόμισα ἀπαραίτητον νὰ κάμω ὅπως πεισθῶ καὶ ἐγὼ καὶ ὑμεῖς περὶ δολίας προαιρέσεως τῶν ὑπουργῶν, ὅτι ἦλθα νὰ ῥίψω ἐν τῷ μέσῳ τῆς Βουλῆς σπέρματα διχονοίας καὶ πολιτικῆς συζητήσεως· ἂν τοῦτο γείνῃ, ἂς ἔχωσι τὴν εὐθύνην ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἤθελον τυχὸν προσπαθήσει νὰ διαταράξωσι τὴν ἁρμονίαν, ἡ ὁποία ὀφείλει νὰ ἐπικρατήσῃ ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος. Ἐάν, κύριοι, διαφωνῶμεν εἰς ἄλλα, καὶ θὰ διαφωνήσωμεν βεβαίως, δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι κατὰ τὸ ζήτημα τοῦτο θέλομεν λάβει ὅλα τὰ μέτρα, ὅπως εἰς τὰ καθέκαστα φθάσωμεν εἰς ὁμόφωνον συμπέρασμα· ἰδίως δὲ συνιστῶ εἰς τὴν Βουλήν, ἂν τυχὸν παραδεχθῇ τὴν ἐμὴν γνώμην, ὅπως οὐδεμία τῶν παραβάσεων μείνῃ ἀτιμώρητος, νὰ μὴ συγχύσῃ ἐν τῷ αὐτῷ κατηγορητηρίῳ πολλὰ θέματα, ἀλλὰ τὸ ἓν κεχωρισμένον ἀπὸ τὸ ἄλλο νὰ ἐρευνήσῃ, ὅπως μὴ ἐπέλθῃ βραδύτης, ἀλλὰ ταχέως ληφθῇ ἡ ἱκανοποίησις ἐκείνη, ἣν ἀπαιτεῖ ὁ τόπος. Ναί, κύριοι· καὶ ἄν τις ἐντὸς τῆς Βουλῆς νομίζει ὅτι εἶναι λυπηρὸν τὸ καθῆκον, ὅπερ ἐκπληροῖ, ὀφείλει νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν τιμωρίαν, ὅπως ἱκανοποιηθῇ ὁ τόπος· διότι ἂν διὰ τοῦ νόμου ἱκανοποιηθῇ, δὲν θέλει εἰς τὸ ἑξῆς ζητήσει ἄλλην ἱκανοποίησιν, διότι θέλει πεισθῆ ὅτι ὅσον ὑψηλὰ καὶ ἂν ἵσταταί τις, ὅσον καὶ ἂν προστατεύηται, δὲν θέλει διαφύγει τὸν πέλεκυν τῆς δικαιοσύνης. Ἡμεῖς τοῦτο ὀφείλομεν νὰ ἐπιδιώξωμεν, ἂν πράγματι θέλωμεν τὴν ἰσοπολιτείαν, ἡ ὁποία δὲν συνίσταται εἰς τὰς ξηρὰς τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ νόμου διατάξεις, ἀλλ’ εἰς τὴν εἰλικρινῆ αὐτοῦ ἔργῳ καὶ λόγῳ ἐφαρμογὴν (χειροκροτήματα ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ).

§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρατηρῶ εἰς τὰ ἀκροατήρια, ὅτι ὁ Κανονισμὸς ῥητῶς ἀπαγορεύει τὰς ἐπιδοκιμασίας καὶ ἀποδοκιμασίας, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀσχολεῖται περὶ σπουδαῖα ἀντικείμενα. Ἂν ἐπαναληφθῶσιν αἱ ταραχαὶ αὗται, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐφαρμόσωμεν τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ (θόρυβος).

§94ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Ἐλησμονήσατε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὰ πρόθυρα μιᾶς ἐπαναστάσεως (θόρυβος), καὶ δὲν θαυμάζετε τὴν ἀνοχὴν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ! (θόρυβος).

§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἀκροατήριον πρέπει νὰ μένῃ ἥσυχον. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ ἐξακολουθήσωμεν;

§96ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Αὔριον.

§97ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Μάλιστα, νὰ ἐξακολουθήσῃ.

§98ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μ’ ὅλον ὅτι, κύριοι βουλευταί, παρῆλθεν ἡ ὥρα, κατέχομαι δὲ ὑπὸ σφοδρᾶς κεφαλαλγίας ἀπὸ τῆς πρωΐας σήμερον, μ’ ὅλα ταῦτα, ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ δὲν ἐνέκρινε νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις διὰ τὴν αὔριον, θὰ ὁμιλήσω, καίτοι ἐν τοιαύτῃ καταστάσει εὑρισκόμενος. Ἡ ἔκθεσις ἑνὸς ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος ἡμῶν διώρισε πρὸς ἐξέτασιν τοῦ κατηγορητηρίου κατὰ τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Βούλγαρη, καὶ ἡ ἀνάπτυξις, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ ἔκαμεν ἐντεῦθεν ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως ταύτης, μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, διότι τρεῖς αἰτιάσεις ἐμπεριλαμβανόμεναι ἐν τῇ ἐκθέσει ἀφορῶσι καὶ ἐμὲ ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης· δηλαδὴ ἡ αἰτίασις ὅτι παρεβιάσαμεν τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου ἐδώκαμεν, ὅτι δὲν θέλομεν κάμει χρῆσιν τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος, ἡ ἑτέρα αἰτίασις ὅτι ἐπενέβημεν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, καὶ ἡ τρίτη αἰτίασις ὅτι διὰ τῶν διοικητικῶν ἡμῶν ὑπαλλήλων ἠρνήθημεν τὰ εἰσιτήρια εἰς πολλοὺς τῶν ἐκλεχθέντων Βουλευτῶν. Ἡ πρώτη αἰτίασις ὅτι παρεβιάσαμεν τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἐδώκαμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν θέλομεν κάμει χρῆσιν τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος, δὲν εἶναι, κύριοι Βουλευταί, ἀκριβής. Εἶναι ἀληθές, κύριοι, ὅτι τὴν ά. ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐνεφανίσθη ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἡ ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ κ. Βούλγαρη τὴν 9 Φεβρουαρίου 1874 σχηματισθεῖσα Κυβέρνησις, ἐδήλωσε δι’ ἐμοῦ ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος, παραμένουσα ἐν τῇ ἐξουσίᾳ· δι’ ἐμοῦ ἔκαμε τὴν δήλωσιν αὐτὴν, ὡς μέλους τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην οὐδόλως παρεβιάσαμεν, ὡς ἐλπίζω, ὅτι θέλω ἀποδείξει πρὸς ὑμᾶς. Τὴν ά. ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐνεφανίσθη ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἤτοι τὴν 12 Φεβρουαρίου 1874, τὴν αὐτὴν ἐκείνην ἡμέραν κατετέθη εἰς τὸ προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ὑπὸ δύω ἐντίμων συναδέλφων μας, παρακαθημένων καὶ νῦν ἐνταῦθα, κατηγορητήριον κατὰ τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Δεληγεώργη, τὸ ὁποῖον διεδέχθημεν ἡμεῖς. Ἰδού, κύριοι, αὐτολεξεὶ τί εἶπον ἐγὼ κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, ὅσον ἀφορᾷ τὴν χρῆσιν τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος· (ἀναγινώσκει ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς τακτικῆς Συνόδου τοῦ 1874.) «Αὐτὸ τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ βεβαιώσω εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, καὶ τὸ βεβαιῶ κατ’ ἐπανάληψιν, θὰ κυβερνήσῃ ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος, χωρὶς ποτὲ νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν χρῆσιν τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος.» Ἀλλὰ κατὰ τὴν αὐτὴν συνεδρίασιν, καθ’ ἣν, ὡς προεῖπον, ἐνεφανίσθη ἡ Κυβέρνησις ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἐζήτησε τὴν συνδρομὴν καὶ ὑποστήριξιν αὐτοῦ, διότι ἦτο Κυβέρνησις κοινοβουλευτικὴ, σχηματισθεῖσα ἐκ τῶν σπλάγχνων τῆς κατὰ τοῦ ὑπουργείου Δεληγεώργη συμμαχικῆς ἀντιπολιτεύσεως, τῆς ἀποτελουμένης ἀπὸ τὰ πολιτικὰ κόμματα τοῦ κ. Βούλγαρη, τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ τοῦ κ. Ζαΐμη, τὴν αὐτὴν ἐκείνην ἡμέραν, λέγω, κατετέθη εἰς τὸ προεδρεῖον τῆς Βουλῆς κατηγορητήριον, φέρον τὰς ὑπογραφὰς δύω ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων καὶ νῦν παρακαθημένων ἐνταῦθα, ἔχον ὡς ἑξῆς· «Προτείνω νὰ ἐκλεχθῇ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας ἐπιτροπὴ ἐξ ἐννέα Βουλευτῶν, ἥτις νὰ ἐξετάσῃ τὴν πολιτείαν τοῦ ὑπουργείου τῆς 8 Ἰουλίου 1872 καὶ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν, δηλοῦσαν ἐὰν ἐκυβέρνησε κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ ἂν διεχειρίσθη καλῶς τὰ συμφέροντα τῆς πολιτείας καὶ τοῦ δημοσίου, ἢ ἂν ἠθέτησε κατά τι ταῦτα καὶ κατὰ τί, γνωμοδοτοῦσαν δὲ τί πρέπει νὰ πράξῃ ἐπὶ τούτου ἡ Βουλή. Εἰς τὴν ἐκλεχθησομένην ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν ἡ Νομοτελεστικὴ ἐξουσία θέλει παράσχει πάντα τὰ ἀναγκαῖα μέσα πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἐντολῆς της. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 12 Φεβρουαρίου 1875.

Ὁ ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς

Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ.

Ὁ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς

Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ.»

§99ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κατηγορία ὀνομάζεται αὐτὸ, ἢ διάθεσις πρὸς κατηγορίαν; Ὡς πρὸς τὴν ἐπωνυμίαν διαφωνοῦμεν.

§100ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τέλος πάντων κατετέθη τὸ ἔγγραφον αὐτὸ εἰς τὸ προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ὅπως θέλετε χαρακτηρίσατέ το, εἴτε κατηγορίαν, εἴτε πρότασιν, ἀδιαφορῶ· ἐγὼ δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ κατηγορήσω τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη, καὶ ἑπομένως δὲν δίδω οὐδένα χαρακτηρισμὸν εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦτο· ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπισήμως βεβαιωμένον, εἶναι, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην αὐτὴν ἡμέραν κατετέθη τὸ ἔγγραφον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα, εἰς τὸ προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, καὶ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἤρξαντο ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου ζωηρόταται καὶ παρατεταμέναι πολιτικαὶ συζητήσεις περὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Δεληγεώργη, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς διεδέχθημεν· καθ’ ὅλον δὲ τὸ διάστημα τῶν παρατεταμένων καὶ πολυημέρων συζητήσεων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἡμεῖς ἱστάμεθα ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου ὡς ἁπλοῖ θεαταὶ καὶ ὡς ἁπλοῖ ἀκροαταί. Ἀλλ’ ὅταν τέλος πάντων εἴδομεν, ὅτι αἱ συζητήσεις ἦσαν ἀτελεύτητοι, ὅταν ἐπείσθημεν ὅτι δὲν πρόκειται συντόμως νὰ φθάσῃ ἡ Βουλὴ εἰς ἀποτέλεσμά τι ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης, καὶ ὅτε τέλος πάντων ἀνελογίσθημεν ὅτι ὡς Κυβέρνησις εἴχομεν καθήκοντα καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸν τόπον, ἐσκέφθημεν ὅτι ὠφείλαμεν νὰ παρακαλέσωμεν τὴν Βουλὴν νὰ διακόψῃ τὰς συζητήσεις ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ἐκείνου ζητήματος, τὰς ὁποίας νὰ ἐπαναλάβῃ ἀκολούθως, καὶ νὰ ἐπιληφθῇ τῶν τακτικῶν νομοθετικῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, πρὸ πάντων τῆς ψηφίσεως τῶν φορολογικῶν νόμων καὶ τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, καθότι διετρέχομεν τότε τὸν τρίτον μῆνα τοῦ ἔτους καὶ ἤμεθα ἐγγὺς εἰς τὸν τέταρτον μῆνα. Ἐπὶ τῆς προτάσεώς μας ταύτης, τὴν ὁποίαν ἐγὼ αὐτὸς ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξ ὀνόματος τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ ἕνα μῆνα, τοὐτέστι τὴν 13 Μαρτίου, ἐγένετο ἐπίσης ἐκτεταμένη συζήτησις, καὶ οἱ μὲν ὑπεστήριξαν τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως, οἱ δὲ ἀπέκρουσαν αὐτὴν, θέλοντες νὰ περαιωθῇ ἡ πολιτικὴ συζήτησις ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον παρεμπιπτόντως ἐφέρθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Μετὰ μακρὰν δὲ συζήτησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς Κυβερνήσεως, ἐγένετο ψηφοφορία, καθ’ ἣν 86 μὲν βουλευταὶ, συμπεριλαμβανομένων καὶ ἡμῶν τῶν ὑπουργῶν, ἀπεφάνθησαν ὑπὲρ τῆς προτάσεώς μας, 84 δὲ κατὰ τῆς προτάσεως ταύτης, καὶ εἷς ἠρνήθη ψῆφον, τοὐτέστιν ἡ Κυβέρνησις ἐκέρδησε τὸ ζήτημα περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐπιληφθῇ τῶν τακτικῶν νομοθετικῶν ἐργασιῶν αὑτῆς, διὰ μιᾶς καὶ μόνης ψήφου· ἀπὸ τῆς στιγμῆς δὲ ἐκείνης, κύριοι βουλευταὶ, ἡ Κυβέρνησις ἐπείσθη ὅτι ἡ πλειονοψηφία, ἥτις τέως ὑπεστήριζεν αὐτὴν, ἐκλονίσθη. Δὲν εἶναι δὲ τοῦ παρόντος χρόνου νὰ ἐξετάσω τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπῆλθεν ἡ διατάραξις αὕτη εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς· αὐτὸ τὸ ὁποῖον πιστοποιῶ κατ’ ἐπανάληψιν, εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπείσθη ἀδιστάκτως ὅτι ἡ πλειονοψηφία, ἡ ὑποστηρίζουσα αὐτὴν, ἐκλονίσθη, καὶ ἑπομένως δὲν ἠδύνατο νὰ στηριχθῇ πλέον ἐπ’ αὐτῆς. Ἅμα ἐσχημάτισεν ἡ Κυβέρνησις τὴν πεποίθησιν ταύτην, πεποίθησιν ὑποστηριζομένην ἀπὸ τὰ πράγματα, ὑποστηριζομένην ἀπὸ τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ψήφων τῶν βουλευτῶν, περὶ ὧν ἀνωτέρω ἐξέθεσα, ἐσκέφθη ἀμέσως, οὐχὶ νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν χρῆσιν τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος ὅπως παραμείνῃ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἀλλὰ νὰ καταθέσῃ τὴν ἑαυτῆς παραίτησιν εἰς χεῖρας τοῦ Βασιλέως καὶ νὰ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἠναγκάσθη νὰ πράξῃ τοῦτο. Καὶ ἀληθῶς, κύριοι, ἐγὼ αὐτὸς ἰδιοχείρως τὴν 16 Μαρτίου συνέταξα τὴν παραίτησιν τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου, ἀπευθυνομένην πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, ἐν ᾗ ῥητῶς ἐξέθετον ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ἡ ὑποστηρίζουσα τὸ ὑπουργεῖον, ἐκλονίσθη, καὶ ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δὲν δύναται νὰ παραμείνῃ ἐπὶ πλέον ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, καὶ παρεκαλοῦμεν τὴν τὴν Μεγαλειότητά Του νὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ καὶ νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς ἀντικαταστάσεώς μας. Τὴν παραίτησιν ταύτην, κατὰ τὰ εἰωθότα, ἐκόμισεν εἰς τὸν Βασιλέα ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· κατελθὼν δὲ τῶν ἀνακτόρων μετ’ ὀλίγην ὥραν, μᾶς ἀνήγγειλεν ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἐδέχθη τὴν παραίτησίν μας. Ἐπειδὴ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ἡμέραν Σάββατον, ἡ Βουλὴ συνεδρίαζε περιμένουσα ἴσως καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἡμεῖς ἐθεωρήσαμεν ἀναγκαῖον νὰ εἰδοποιήσωμεν περὶ τούτου τὸν τότε καὶ νῦν ἀξιότιμον πρόεδρον τῆς Βουλῆς κ. Ζαΐμην, ὡς καὶ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ὁ ὁποῖος ὡς σύμμαχος ὑπεστήριζε μετὰ τῶν φίλων του τὴν Κυβέρνησίν μας. Ὁ Βασιλεὺς, δεχθεὶς τὴν παραίτησιν ἡμῶν ἐν τῷ συνταγματικῷ Αὑτοῦ δικαιώματι καὶ ἐν τῇ ὑψηλῇ Αὑτοῦ συνέσει, ἐκάλεσε τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Μεσολογγίου, ὡς ἀρχηγὸν τῆς τότε κατὰ τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἀνέθηκεν εἰς αὐτὸν τὸν σχηματισμὸν νέας Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ὁ κ. Δεληγεώργης δὲν ἠδυνήθη νὰ προβῇ εἰς τὸν σχηματισμὸν τοιαύτης Κυβερνήσεως, καὶ ἑπομένως, τὴν ἐπιοῦσαν ἡμέραν τῆς προσκλήσεως αὐτοῦ, κατέθηκε τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ὁ Βασιλεὺς ἀνέθηκεν εἰς αὐτόν.

§101ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐδέχθην, κ. Παπαμιχαλόπουλε.

§102ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ δὲν κατωρθώθη ὁπωσδήποτε, εἴτε διότι δὲν ἐδέχθη, καθὼς εἶπεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁ κ. Δεληγεώργης, καὶ ἐγὼ τὸ πιστεύω ἀδιστάκτως, εἴτε διότι δὲν ἠδυνήθη νὰ μορφώσῃ ὑπουργεῖον, ὁ Βασιλεὺς, καλέσας τὸν πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως κ. Βούλγαρην, ἀνεκοίνωσεν εἰς αὐτὸν τὴν ἀποτυχίαν τοῦ σχηματισμοῦ νέου ὑπουργείου ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ τῷ παρήγγειλε νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν κυβέρνησιν τοῦ τόπου, ἐξέφρασε δὲ συνάμα εἰς αὐτὸν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἐξακολουθήσει νὰ παρέχῃ τὴν συνδρομήν της καὶ τὴν ὑποστήριξιν αὐτῆς. Καθ’ ὅσον γνωρίζω, ὁ κ. Βούλγαρης δὲν ἐδέχθη ἀμέσως καὶ ἀνεπιφυλάκτως τὴν νέαν ταύτην βασιλικὴν ἐντολὴν, ἀλλὰ παρετήρησεν εἰς τὸν Βασιλέα ὅτι ὤφειλε νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῶν συμμάχων αὐτοῦ, καὶ ἂν πεισθῇ ὅτι ἡ συνδρομὴ, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποσχεθῶσιν οὗτοι, θὰ ᾖναι ἱκανὴ ὅπως στηριχθῇ ἐπ’ αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις, τότε θὰ ἀναγγείλῃ εἰς τὸν Βασιλέα ὅτι δέχεται τὴν νέαν ταύτην ἐντολὴν, ἄλλως θὰ ἀναγγείλῃ εἰς αὐτὸν ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ μένων ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Καὶ τῳόντι ὁ κ. Βούλγαρης, κατελθὼν ἐκ τῶν Ἀνακτόρων, συνεννοήθη μετὰ τῶν συμμάχων του, οἱ ὁποῖοι, ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω πρὸς τιμήν των, εἶπον εἰς αὐτὸν, οὔτε ἠρνήθημεν τὴν συνδρομήν μας, οὔτε τὴν ἀρνούμεθα ἐφ’ ὅσον ἀπὸ ἡμᾶς αὐτοὺς ἐξαρτᾶται· αὐτὴ ἦτο ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ἔδωκαν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ κ. Ζαΐμης. Ἐν τούτοις ὁ κ. Βούλγαρης, ἀνελθὼν εἰς τὰ Ἀνάκτορα τὴν αὐτὴν ἡμέραν, 18 Μαρτίου, ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸν Βασιλέα, ὅτι συνεννοηθεὶς μετὰ τῶν συμμάχων αὐτοῦ, ἐπείσθη ὅτι δύναται νὰ παραμείνῃ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἀφ’ οὗ δὲν ἐστάθη δυνατὸς ὁ σχηματισμὸς νέου ὑπουργείου· τοῦτο δ’ ἔσπευσε ν’ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 19 Μαρτίου, ὅτε ὁ κ. Δεληγεώργης, νομίζω, ὅτι ἐξέθηκε τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν προέβη εἰς τὸν σχηματισμὸν τοῦ νέου ὑπουργείου, κατὰ τὴν ἐντολὴν, ἣν ἔδωκεν εἰς αὐτὸν ὁ Βασιλεύς. Παρεκάλεσε δὲ ὁ κ. Βούλγαρης τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ πρὸ πάντων εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ἤμεθα εἰς τὸ τέλος καὶ τοῦ τρίτου μηνὸς τοῦ ἔτους, καὶ ὅμως δὲν εἶχε γείνει οὔτε κἂν ἔναρξις τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ.

§103ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διασάφησιν; Πρέπει νὰ προσθέσητε, καὶ τοῦτο τὸ λέγω διότι εἶναι γραμμένον εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι, ὅταν ἔδωκα λόγον εἰς τὴν Βουλὴν διὰ ποίαν αἰτίαν δὲν ἐδέχθην τὴν ἐντολὴν τοῦ Βασιλέως, ὡμολόγησα συγχρόνως ἐν ὀνόματι τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι θέλομεν ὑποστηρίξει τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν φορολογικῶν νόμων, εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ παντὸς ἄλλου μέτρου, τὸ ὁποῖον ἤθελε θεωρηθῇ ἀναγκαῖον ὅπως δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἐντολήν της.

§104ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφ’ οὗ τὰ εἴπατε αὐτὰ, βεβαίως εἶναι γεγραμμένα εἰς τὰ πρακτικά· δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀντίῤῥησιν κατὰ τῆς διασαφήσεώς σας αὐτῆς. Ἀνελάβομεν καὶ αὖθις, κύριοι, τὴν 19 Μαρτίου, τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ ἐξακολουθήσωμεν νὰ κυβερνῶμεν τὸν τόπον, καὶ παρεκαλέσαμεν τὴν Βουλὴν, ἀφ’ οὗ εἶχεν ἤδη παραδεχθῆ ἡ πρότασις ἡμῶν, ἔστω καὶ διὰ μιᾶς ψήφου, τοῦ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, νὰ μᾶς χορηγήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τοὺς φορολογικοὺς νόμους, εἰ δυνατὸν, πρὸ τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα, διότι κατὰ τὰς ἑορτὰς οἱ Βουλευταὶ ἤθελον ἀπέλθει εἰς τὰς ἐπαρχίας των, καὶ Κύριος οἶδε πότε ἔμελλον νὰ ἐπανέλθωσι, καὶ τὸ Κράτος ἤθελε μείνει ἄνευ προϋπολογισμοῦ. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι διὰ τῶν προσπαθειῶν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Βουλῆς κατωρθώσαμεν τέλος πάντων καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ δίμηνον διάστημα νὰ λάβωμεν τὸν φορολογικὸν νόμον καὶ ἄλλους 2 ἢ 3 νόμους, ἧττον οὐσιώδεις, τὸν νόμον περὶ στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς δυνάμεως, καὶ τὸν νόμον περὶ φορολογίας τῶν ζώων, ἀλλ’ οὐδὲν ἧττον οὐδεμία διάθεσις ἐφαίνετο πρὸς ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.

§105ΡΩΜΑΙΟΣ. Ἦτο μεγάλη Παρασκευὴ, μοῦ φαίνεται.

§106ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐχ ἧττον, λέγω, δὲν κατεβάλλετο πολλὴ προσπάθεια καὶ μεγάλη ἐπιμέλεια ὡς πρὸς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι, ἕνεκα τῆς ἀναβολῆς τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, ἐγεννήθησαν δυσαρέσκειαι ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ πρὸ πάντων εἰς τὴν συμπολίτευσιν τὴν ὑποστηρίζουσαν τὸ ὑπουργεῖον, δυσαρέσκειαι ἴσως δεδικαιολογημέναι, διότι ἕκαστος ἔχει τὰς πεποιθήσεις του, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ σέβωνται οἱ ἄλλοι· ἦσάν τινες τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ἐκ τῶν ὑποστηριζόντων τὴν Κυβέρνησιν, οἱ ὁποῖοι ἐφρόνουν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος· ὅταν δὲ ἡμεῖς κατωρθώσαμεν νὰ κερδήσωμεν διὰ τῆς μιᾶς ψήφου τὴν διακοπὴν τῆς συζητήσεως ταύτης, ἐπῆλθε χαλάρωσίς τις καὶ ἀδιαφορία εἴς τινας τῶν Βουλευτῶν τῆς συμπολιτεύσεως. Μετὰ τὴν 19 Μαρτίου, καθ’ ἣν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ κυβερνῶν τὸν τόπον, καὶ παρεκάλεσεν αὐτὴν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ Κυβέρνησις παρέστη καὶ αὖθις κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς τῆς 23, τῆς 24 καὶ 26 Μαρτίου καὶ παρεκάλεσε τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιληφθῇ τέλος πάντων τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, καθόσον μάλιστα εἶχεν ὑποβληθῆ καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, προεδρευομένης ὑπὸ τοῦ κ. Ζωχιοῦ, εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἑπομένως ἡ ἐργασία τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶχε κατασταθῆ ἤδη ὥριμος. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἰσχυρίσθη, καὶ ἴσως εἶχε δίκαιον, ὅτι ἦτο μεγάλη ἑβδομὰς, ὅτι ἐπλησίαζον αἱ ἑορταὶ τοῦ Πάσχα, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ σπουδαίου τούτου ἔργου, εἰμὴ μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα. Τότε ἠναγκάσθημεν νὰ παρακαλέσωμεν τὴν Βουλὴν νὰ μᾶς χορηγήσῃ πίστωσιν διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ μηνὸς Μαρτίου, ὅπως μᾶς εἶχε χορηγήση καὶ διὰ τοὺς 2 ἄλλους μῆνας Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον, καὶ ἡ Βουλὴ μᾶς ἐχορήγησε μὲν τὴν πίστωσιν ταύτην, ἀλλὰ συγχρόνως ἀπεφάσισε νὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας αὑτῆς σιωπηρῶς, νομίζω, ἐπὶ 15 ἡμέρας, ἕνεκα τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα, ἐπαναλαμβάνουσα αὐτὰς μετὰ τὰς ἑορτάς. Τῳόντι ἀπὸ τῆς μεγάλης Τρίτης ἐγένετο ἡ διακοπὴ αὐτὴ, διαρκέσασα εἴκοσι περίπου ἡμέρας· ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ, μ’ ὅλον ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν συνεδρίαζεν, ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε νέας ἀφορμὰς νὰ ᾖναι πεπεισμένη, ὅτι δὲν δύναται πλέον νὰ ὑποστηριχθῇ ἐν τῇ Βουλῇ, διότι, καὶ δὲν διστάζω, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω τὴν ἀλήθειαν ταύτην, ἡ μερὶς τοῦ κ. Βούλγαρη, εἰς ἣν ἔπεσε τότε ὁ κλῆρος νὰ σχηματίσῃ τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν τοῦ κ. Δεληγεώργη, ἦτον ἡ ἀσθενεστέρα ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ὅτι τὰ δύω ἄλλα κόμματα, τὸ τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ τὸ τοῦ κ. Ζαΐμη, ἦσαν πολυαριθμότερα καὶ ἰσχυρότερα, ἰδίως μάλιστα τὸ κόμμα τοῦ κ. Κουμουνδούρου, εἰς τὸ ὁποῖον προσετίθεντο τότε καί τινες τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἡμῶν, οἵτινες κατόπιν ἐσχημάτισαν τὸ πέμπτον λεγόμενον κόμμα, καὶ ὡς κόμμα ἀνῆλθον πρὸ μικροῦ εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ἀφοῦ ἐπείσθημεν λοιπὸν, ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ὑποστηριχθῶμεν κοινοβουλευτικῶς, διότι αἱ δυνάμεις ἡμῶν ἦσαν μικραὶ καὶ διότι αἱ δυνάμεις τῶν συμμάχων μας ἐχαλαρώθησαν, ἐσκέφθημεν ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ παρουσιασθῶμεν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ νὰ ζήσωμεν ἐν αὐτῷ ὡς Κυβέρνησις ἀξιοπρεπῶς· σᾶς διαβεβαιῶ δὲ ὅτι ἐγὼ αὐτὸς ἐπανειλημμένως παρεκάλεσα τὸν Πρόεδρον τοῦ ὑπουργείου ν’ ἀποσυρθῶμεν τῆς κυβερνήσεως, διότι ἡ ἀξιοπρέπεια ἡμῶν, ὡς Κυβερνήσεως Συνταγματικῆς, δὲν ἐπέτρεπε νὰ διατηρῶμεν τὴν ἐξουσίαν καὶ νὰ παρευρισκώμεθα εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, χωρὶς νὰ ἔχωμεν πλειονοψηφίαν ἐν αὐτῇ, ἀφοῦ ἡ ὑποστηρίζουσα ἡμᾶς συμμαχία εἶχε σχεδὸν διαλυθῆ. Τὴν 15 Ἀπριλίου λοιπὸν, ὅτε συνῆλθεν ἡ Βουλὴ καὶ ἐπανέλαβε τὰς ἐργασίας της, ἡμεῖς εἴχομεν ἀποφασίσει ν’ ἀποσυρθῶμεν τοῦ ὑπουργείου, καὶ ἀκριβῶς τὴν ἡμέραν ἐκείνην κατεθέσαμεν, δευτέραν ἤδη φορὰν, τὴν παραίτησίν μας εἰς χεῖρας τοῦ Βασιλέως, ἐπὶ τῷ αὐτῷ λόγῳ, ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ἥτις κατ’ ἀρχὰς ὑπεστήριξε τὸ ὑπουργεῖον, ἐκλονίσθη καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὸ ἀποχρώντως. Ὁ Βασιλεὺς καὶ πάλιν ἐδέχθη ἄνευ ἐπιφυλάξεως τὴν παραίτησιν ἡμῶν, καὶ ἡμεῖς ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἤμεθα ὑπουργοὶ παρῃτημένοι, ἐγὼ δὲ, ὡς ἐνθυμοῦμαι καλῶς, οὔτε μετέβαινα εἰς τὸ ὑπουργεῖον πλέον νὰ ἐργασθῶ, ἀλλὰ εἶχα παρακαλέσει τοὺς ὑπαλλήλους νὰ φέρουν εἰς τὴν οἰκίαν μου τὰ μᾶλλον κατεπείγοντα καὶ ἀναγκαῖα ἔγγραφα νὰ τὰ ὑπογράφω, διὰ νὰ μὴ πάθουν τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, καὶ ὑποθέτω ὅτι καὶ οἱ συνάδελφοί μου τὸ αὐτὸ ἔπραττον. Καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἡ Βουλὴ συνεδριάζουσα περιέμενε τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσέλθῃ, ἀλλ’ ἡμεῖς ἤμεθα παρῃτημένοι, καὶ ἡ παραίτησίς μας εἶχε γείνει δεκτή. Ἐσπεύσαμεν νὰ εἰδοποιήσωμεν τὸν κ. πρόεδρον τῆς Βουλῆς περὶ τῆς παραιτήσεώς μας, καὶ ὁ κ. πρόεδρος, ἀναγγείλας τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, διέλυσε τὴν συνεδρίασιν αὐτῆς.

§107ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Μάτσας τὸ ἀνήγγειλε.

§108ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, ὁ κ. Μάτσας. Μετὰ τὴν παραίτησιν ἡμῶν ὁ Βασιλεὺς, ἐν τῷ Συνταγματικῷ Αὐτοῦ δικαιώματι, προσεκάλεσε τὸν κ. Κουμουνδοῦρον καὶ ἀνέθεσεν εἰς αὐτὸν τὸν σχηματισμὸν τῆς νέας Κυβερνήσεως. Εἶναι γνωστοὶ οἱ λόγοι, διότι καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ἐξετέθησαν καὶ διὰ τοῦ τύπου ἐδημοσιεύθησαν, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσσήνης δὲν ἠδυνήθη νὰ προβῇ εἰς τὸν σχηματισμὸν νέου ὑπουργείου. Μετὰ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον ὁ Βασιλεὺς προσεκάλεσε τὸν ἀξιότιμον πρόεδρον τῆς Βουλῆς κ. Ζαΐμην, εἰς τὸν ὁποῖον ἐξέθηκε τὴν ἀποτυχίαν τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ ἐπεφόρτισεν αὐτὸν νὰ σχηματίσῃ ὑπουργεῖον. Ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Ζαΐμης, ὅπως ἔμαθον τότε, ἀπεποιήθη εὐθὺς ἀμέσως, χωρὶς νὰ δεχθῇ τὴν βασιλικὴν ἐντολὴν, οὔτε κἂν ἐζήτησε καιρὸν διὰ νὰ σκεφθῇ. Μετὰ τοῦτο ὁ Βασιλεὺς, ὡς εἶναι γνωστὸν, ἀπετάθη πρὸς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Μεσολογγίου, τὸν ἀρχηγὸν τῆς τότε κατὰ τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ταύτην περίστασιν δὲν προέβη εἰς τὸν σχηματισμὸν τοῦ νέου ὑπουργείου· ἀγνοῶ τοὺς λόγους. Ἡ κρίσις αὕτη, κύριοι, διήρκεσεν ἀπὸ τῆς 15 Ἀπριλίου, ἡμέρας Δευτέρας, μέχρι τῆς 23 ἕως 24 Ἀπριλίου, ἤτοι δέκα ὅλας ἡμέρας. Καὶ ἐνταῦθα κρίνω εὔκαιρον τὴν περίστασιν, κύριοι, ἐπειδὴ ἡ ἀποτυχία τοῦ σχηματισμοῦ κοινοβουλευτικῆς κυβερνήσεως πρὸ πάντων ὀφείλεται εἰς τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν πολιτικῶν κομμάτων, νὰ οἰκτείρω καὶ κατακρίνω τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν τοιούτων πολιτικῶν κομμάτων, τὰ ὁποῖα ἀναντιῤῥήτως ἔφερον καὶ θὰ ἐξακολουθῶσι νὰ φέρωσι δυσκολίας εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς συνταγματικῆς μηχανῆς. Ἀφοῦ λοιπὸν τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Βούλγαρη παρῃτήθη καὶ ἡ παραίτησίς του ἐγένετο δεκτὴ, ἀφοῦ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὡς ἀρχηγὸς πολιτικοῦ κόμματος, διὰ τοὺς γνωστοὺς λόγους, δὲν ἠδυνήθη νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, ἀφοῦ ὁ κ. Ζαΐμης, ἐπίσης ἀρχηγὸς πολιτικοῦ κόμματος, δὲν ἐδέχθη νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, ἀφοῦ ὁ κ. Δεληγεώργης, ἀρχηγὸς τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως τῆς κατὰ τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Βούλγαρη, δὲν ἠδυνήθη νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, ἐπήρχετο ἡ ἀνάγκη νὰ σκεφθῇ τὸ Στέμμα περὶ τῆς διοικήσεως τέλος πάντων τοῦ τόπου, διότι ὁ τόπος δὲν ἠδύνατο νὰ μείνῃ ἀκυβέρνητος. Τῆς Βουλῆς ἑπομένως, εἴτε διὰ τὸν ἕνα εἴτε διὰ τὸν ἄλλον λόγον, ἀποδειχθείσης ἀνικάνου νὰ χορηγήσῃ συνταγματικὴν κυβέρνησιν εἰς τὸν τόπον, ἐπήρχετο ἡ ἀναπόδραστος ἀνάγκη τῆς χρήσεως τῶν προνομιῶν, τὰς ὁποίας τὸ Σύνταγμα ἐχορήγησεν εἰς τὸν Βασιλέα διὰ τὴν συνταγματικὴν καὶ κανονικὴν κυβέρνησιν τοῦ τόπου· ὁ Βασιλεὺς ὤφειλεν ἐξ ἀνάγκης νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ καλέσῃ τὸ ἔθνος ν’ ἀποφανθῇ κατὰ ποῖον τρόπον ἐννοεῖ νὰ κυβερνηθῇ ὁ τόπος, ἤτοι εἰς ποῖον πολιτικὸν κόμμα πρέπει νὰ ἐμπιστευθῇ ἡ Κυβέρνησις. Κάμνω δὲ τὴν τελευταίαν ταύτην ἐξήγησιν, ἵνα μὴ παρεξηγηθῶ. Ἦτο δικαίωμα τοῦ Βασιλέως νὰ δώσῃ ἢ νὰ μὴ δώσῃ τὴν διάλυσιν εἰς τὸ α ἢ β τῶν πολιτικῶν κομμάτων. Ὁ Βασιλεύς, ἐν τῇ βασιλικῇ Αὑτοῦ συνέσει, ἐνόμισε πρέπον νὰ χορηγήσῃ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς εἰς τὸν κ. Βούλγαρην. Ἀλλὰ ὀφείλω, κύριοι, νὰ διαβεβαιώσω, καὶ ἐλπίζω ὅτι δὲν θέλετε μοῦ κάμει τὸ ἄδικον νὰ μὴ μὲ πιστεύσητε, ὅτι ὁ κ. Βούλγαρης δὲν ἀπῄτησε τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, οὔτε κατὰ τὴν πρώτην, οὔτε κατὰ τὴν δευτέραν περίπτωσιν, ὅτε παρῃτήθημεν καὶ ἐγένετο παραδεκτὴ ἡ παραίτησις ἡμῶν. Ὅταν ὅμως ὁ Βασιλεὺς παρετήρησε τὴν ἀνικανότητα τῆς Βουλῆς εἰς τὸ νὰ χορηγήσῃ Κυβέρνησιν εἰς τὸν τόπον, ἕνεκα τοῦ εἰς πολλὰ κόμματα κατακερματισμοῦ αὐτῆς, καὶ ἐπήρχετο ἀνάγκη ν’ ἀποταθῇ εἰς τὸ ἔθνος, τὴν Βουλὴν διαλύων, ὁ κύριος Βούλγαρης δὲν ἐδυσκολεύθη νὰ δεχθῇ τὴν βασιλικὴν ταύτην ἐντολὴν, διότι οὐδεὶς λόγος τὸν ἀπέτρεπε πρὸς τοῦτο, καὶ τοιουτοτρόπως παραμείνας ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἔλαβε τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Μετὰ τὴν ἐξήγησιν ταύτην, ἐρωτῶ πάντα ἐξ ὑμῶν....

§109Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς ἐρωτήσω, διότι εἰς τὴν Βουλὴν δὲν ἤμην τότε;

§110ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.

§111Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀφοῦ ἐδόθη ἡ διάλυσις, ποῦ ἡ ὑπόσχεσις νὰ μὴ κάμητε χρῆσιν τῶν προνομίων;

§112ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μὲ ἀφήσατε νὰ τελειώσω· ἴσα ἴσα δι’ αὐτὸ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω, καὶ μὲ διεκόψατε εἰς τὴν ἐρώτησιν. Μετὰ τὴν ἐξήγησιν ταύτην, ἐπαναλαμβάνω, ἔπειτα ἀπὸ τὴν διακοπὴν τοῦ κυρίου Πετιμεζᾶ, ἐρωτῶ πάντα ἐξ ὑμῶν, ὡς καὶ τὸν κ. Πετιμεζᾶν, νὰ εἴπῃ ἐν συνειδήσει καὶ ἐν πεποιθήσει ποῦ εὑρίσκει τὴν παράβασιν τῆς ὑποσχέσεως, τὴν ὁποίαν ἐδώκαμεν, ὅτι δὲν θὰ διατηρήσωμεν τὴν ἐξουσίαν ποιοῦντες χρῆσιν τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος.

§113Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἰς τὴν χρῆσιν.

§114ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠθέλομεν εἶσθαι κατακριτέοι, κύριοι, καὶ ἠθέλομεν θεωρηθῆ ὡς παραβάται τῆς ὑποσχέσεως, τὴν ὁποίαν πρὸς ὑμᾶς ἐδώκαμεν, ἐὰν ἀπολέσαντες τὴν πλειοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀντὶ νὰ παραιτηθῶμεν, ἐζητοῦμεν ἀπὸ τὸν Βασιλέα τὴν διάλυσιν αὐτῆς· καὶ ἰδοὺ τότε ἡ κακὴ χρῆσις ἐκ μέρους ἡμῶν μιᾶς βασιλικῆς προνομίας, διὰ τῆς ὁποίας χρήσεως ἠθέλομεν νὰ διατηρηθῶμεν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὶς παρῃτήθημεν καὶ δὶς ἐγένετο δεκτὴ ἡ παραίτησίς μας καὶ δὶς ἀπέτυχεν ὁ σχηματισμὸς Κυβερνήσεως, ἕνεκα δὲ τούτου ἐπῆλθεν ἡ ἀνάγκη τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Δὲν ἠδυνάμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ κάμωμεν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου, ἀφοῦ ὁ Βασιλεὺς ἐν τῷ δικαιώματί του καὶ ἐν τῇ συνέσει του μᾶς τὸ ἐνεπιστεύθη;

§115Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅταν ἐδώκατε ὑπόσχεσιν, ὄχι.

§116ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συμφωνῶ παντάπασι μὲ τὴν ἰδέαν σας αὐτὴν, διότι οὔτε ὀρθὴ, οὔτε δικαία εἶναι. Δι’ ὃν λόγον ἠδύνατο νὰ δοθῇ ἡ διάλυσις εἰς τὸν κ. Δεληγεώργην ἢ εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον ἢ τὸν κ. Ζαΐμην, ὡς ἀρχηγοὺς πολιτικῶν κομμάτων, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἠδύνατο νὰ δοθῇ καὶ εἰς τὸν κ. Βούλγαρην ὡς ἀρχηγὸν ἐπίσης κόμματος, καὶ ὁ κ. Βούλγαρης ἠδύνατο νὰ δεχθῇ.

§117ΧΟΪΔΑΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶχον ὑποσχεθῆ οἱ ἄλλοι, κ. Παπαμιχαλόπουλε.

§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι.

§119ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὁ κ. Βούλγαρης ἠδύνατο νὰ δεχθῇ τὴν βασιλικὴν ταύτην ἐντολὴν, χωρὶς νὰ φανῇ παραβιάζων ὑπόσχεσιν ἢ ὅρον τινὰ, ὑπὸ τὸν ὁποῖον ἐδέχθη τὸν σχηματισμὸν τῆς κατὰ τὴν 9 Φεβρουαρίου σχηματισθείσης Κυβερνήσεως. Ἔχω λοιπὸν τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν παρέβημεν τὴν ὑπόσχεσιν, ἣν ἐδώκαμεν πρὸς ὑμᾶς, δι’ οὓς λόγους σᾶς ἐξέθηκα. Ἀλλὰ καὶ τοι ἔχων καὶ τότε καὶ τώρα τὴν πεποίθησιν ταύτην, ἐγὼ, κύριοι, τότε, οὐχὶ διότι ἐθεώρουν ἐμαυτὸν δεδεσμευμένον ἀπὸ τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκα εἰς τὸ Κοινοβούλιον ὡς ὑπουργὸς περὶ τῆς μὴ χρήσεως τῶν Βασιλικῶν προνομίων, ἀλλὰ διότι δὲν ἤθελον νὰ ἀναμιχθῶ εἰς ἓν νέον πολυκύμαντον καὶ πολυτάραχον στάδιον, ἀπεποιήθην νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, παραμένων ἐν τῷ ὑπουργείῳ. Ἀλλὰ ὡς ἄνθρωπος πολιτευόμενος, ἀνήκων εἰς κόμμα πολιτικὸν, ὤφειλον νὰ ἐνδώσω, ὤφειλον νὰ ὑποκύψω, καὶ ὑπέκυψα. Αὕτη εἶναι, κύριοι βουλευταὶ, ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν κάμνω ὡς πρὸς τὴν πρώτην αἰτίασιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πολυλᾶ, τὴν ὁποίαν καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει του καὶ διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του ἀπηύθυνε κατὰ τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου. Ἀπαντῶ ἤδη εἰς τὴν δευτέραν αἰτίασιν αὐτοῦ ὡς πρὸς τὴν ἐπέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν· ἀλλὰ θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριοι βουλευταὶ, μόνον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ἐμὲ αὐτόν. Καὶ μ’ ὅλον ὅτι, κύριοι, ἠδυνάμην νὰ ἐπικαλεσθῶ ἰσχυρῶς καὶ βασίμως τὸ ἀκαταμάχητον ἐπιχείρημα, ὅτι ἡ Βουλὴ, ὡς καὶ ἄλλοτε εἰς ἄλλην περίστασιν ἔλαβον τὴν τιμὴν ν’ ἀναπτύξω ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου τούτου τὴν θεωρίαν μου ταύτην, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξελέγχῃ τὰς πράξεις τῆς προκατόχου Βουλῆς δι’ οἷον δήποτε λόγον· ἂν καὶ ἠδυνάμην νὰ ἰσχυρισθῶ δεδικαιολογημένως, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1874 εἶναι ζήτημα δεδικασμένον ἤδη, εἶναι ζήτημα διαφεῦγον τὸν ἔλεγχον τῆς παρούσης Βουλῆς, μ’ ὅλα ταῦτα ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ὀχυρωθῶ ὄπισθεν τοῦ νομικοῦ τούτου ἐπιχειρήματος, καὶ εὐχαρίστως ὑποβάλλομαι εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦτον ἐνώπιόν σας, καθόσον ἀφορᾷ τοὐλάχιστον ἐμέ. Ἐπειδὴ ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Πολυλᾶ περὶ δύω ἐπαρχιῶν ποιεῖ λόγον συγκεκριμένον, περὶ τῶν ἐπαρχιῶν τούτων εἶμαι καὶ ἐγὼ ὑποχρεωμένος καὶ ἠναγκασμένος νὰ κάμω λόγον· ἐὰν δέ τις τῶν κυρίων συναδέλφων μου μὲ προκαλέσῃ καὶ διὰ πᾶσαν ἄλλην ἐπαρχίαν, εἶμαι ἕτοιμος νὰ ὑποβληθῶ εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν τοῦτον ἔλεγχον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐνέργειάν μου καὶ ὡς πρὸς τοῦτο. Ὁ κ. Πολυλᾶς ἐν τῇ ἐκθέσει του περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου γράφει τὰ ἑξῆς· Ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Φεβρουαρίου, οὕτω τροποποιηθεῖσα, προέβη εἰς τὴν δημιούργησιν τῆς νέας Βουλῆς, σχηματίζουσα καθ’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους ὑπουργικοὺς συνδυασμοὺς, καὶ παρασκευάζουσα τὴν ὑποστήριξιν αὐτῶν διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως ἁπάντων σχεδὸν τῶν ὀργάνων τῆς ὑπηρεσίας, καὶ διὰ τῆς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον καταλλήλου τοποθετήσεως στρατιωτικῶν δυνάμεων εἰς διαφόρους ἐπαρχίας, ἰδίως ἐν Ζακύνθῳ καὶ ἐν Μεσολογγίῳ.» Δὲν ἀρνοῦμαι, κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν ὑπεστήριξεν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τοὺς φίλους αὑτῆς συνδυασθέντας, ἀδιάφορον εἴτε ἂν θέλετε νὰ χαρακτηρίσητε αὐτοὺς τοὺς συνδυασθέντας ὡς ὑπουργικοὺς, ἢ ἂν θὰ χαρακτηρίσητε τοὺς συνδυασθέντας ὡς φίλους τῆς Κυβερνήσεως. Ὁμολογῶ μετὰ παῤῥησίας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπεστήριξεν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τοὺς φίλους αὑτῆς, δὲν δυσκολεύομαι δὲ καὶ ἐγὼ νὰ χαρακτηρίσω καὶ ὀνομάσω τοὺς συνδυασθέντας φίλους μας ὡς ἀποτελέσαντας ὑπουργικοὺς συνδυασμούς. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ τις ὅτι ὑπῆρξεν ἢ συνωμολογήθη ἐν τῷ ὑπουργικῷ συμβουλίῳ σύστασις πρὸς καταδολίευσιν τοῦ νόμου, ἢ πρὸς παραβίασιν τοῦ δικαιώματος τῆς ψήφου, ἢ πρὸς ἄλλην τινὰ ἀθέμιτον ἐνέργειαν· ὅταν δὲ παραδεχθῆτε, καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ τὸ παραδεχθῆτε, ὅτι τοιαύτη σύστασις δὲν ὑπῆρχε καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ, ἡ ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν ἕκαστος τῶν ὑπουργῶν ἀνέλαβεν, ἦτο νὰ παράσχῃ εἰς τοὺς φίλους τῆς Κυβερνήσεως πᾶσαν ἠθικὴν συνδρομὴν καὶ ὑποστήριξιν, καὶ τοιαύτην ὁμολογῶ, ὅτι παρέσχον καὶ ἐγὼ ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλά, κύριοι, αἱ ἐνέργειαί μου, ὡς ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐν Ζακύνθῳ καὶ ἐν Μεσολογγίῳ, ἀναφέρω δὲ τὰς ἐπαρχίας ταύτας, διότι περὶ τούτων ἰδίως ἀναφέρει ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Πολυλᾶ, ἦσαν αἱ ἀκόλουθοι· ἐὰν δὲ τὰς ἐνεργείας μου ταύτας θεωρήσῃ ἡ Βουλὴ ὡς ἐπέμβασιν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, καὶ μὲ θεωρήσῃ ἔνοχον μομφῆς ἢ ἄλλης βαρυτέρας τιμωρίας, εἶμαι ἕτοιμος νὰ ὑποβληθῶ ἀγογγύστως εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ὅταν ἀνέλαβον τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τὴν 9 Φεβρουαρίου 1874, εὗρον ἐν Ζακύνθῳ ταμίαν τὸν συμπολίτην μου Παναγιώτην Καλογερᾶν, μὴ ὄντα φίλον μου ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, γραμματέα δὲ τὸν Γεώργιον Τσινκόπουλον, καὶ δύο γραφεῖς, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα δὲν ἐνθυμοῦμαι· εἰς τὸ προσωπικὸν δὲ τοῦτο ὁλόκληρον τοῦ ταμείου δὲν ἐπῆλθε μεταβολή τις οὔτε πρὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, οὔτε μετὰ τὴν διάλυσιν αὐτῆς, διότι ἄφησα αὐτὸ ὅπως τὸ εὗρον· μετέθεσα μόνον, περὶ τὸ τέλος τῆς ὑπουργίας μου καὶ μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν ἐκλογῶν, τὸν κ. Καλογερᾶν εἰς Κέρκυραν, ἀντικαταστήσας αὐτὸν δι’ ἄλλου ὑπαλλήλου τῆς ὑπηρεσίας, τοῦ κ. Κουτσελοπούλου ἐν Ζακύνθῳ. Εὗρον ἐν Ζακύνθῳ τελώνην τὸν κ. Βητσαρᾶν καὶ ἐλεγκτὴν τὸν κ. Ῥαζικότσικαν· καὶ περὶ μὲν τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ τελώνου οὐδεμία πρότασίς μοι ἐγένετο ἐκ μέρους τῶν κυρίων βουλευτῶν Ζακύνθου, τῶν πρὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ὡς δὲν μοὶ ἐγένετο τοιαύτη, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἀλλὰ δὲν τὸ βεβαιῶ, οὔτε περὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ταμείου· μοὶ ἐγένετο ὅμως πρότασις ἐκ μέρους αὐτῶν (καὶ ἐννοῶ τὸν κ. Λομβάρδον καὶ τοὺς τότε συναδέλφους του) νὰ ἀντικαταστήσω τὸν ἐλεγκτὴν τοῦ τελωνείου Ῥαζικότσικαν διὰ τοῦ Χαραλ. Μαρκοπούλου, ἀλλὰ τὴν πρότασιν ταύτην δὲν τὴν ἐδέχθην, διότι ὁ κ. Ῥαζικότσικας εἶναι ὑπάλληλος τιμιώτατος καὶ ἱκανώτατος· μοὶ ἐγένετο πρότασις ἀπὸ τοὺς βουλευτὰς Ζακύνθου, καὶ ὁμιλῶ πάντοτε διὰ τοὺς πρὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ν’ ἀντικαταστήσω τὸν εἰσπράκτορα τοῦ τελωνείου, καὶ τὸν ἀντικατέστησα διὰ τοῦ Θεμιστοκλέους Κοκίνη· μοὶ ἐγένετο ἐπίσης πρότασις ἀπὸ τοὺς ἰδίους βουλευτὰς Ζακύνθου, ν’ ἀντικαταστήσω τὸν γραμματέα τοῦ τελωνείου Ζακύνθου διὰ τοῦ Διονυσίου Λυκιαρδοπούλου, καὶ τὴν πρότασιν ταύτην ἐπραγματοποίησα· μοὶ ἐγένετο ἐπίσης πρότασις ἐκ μέρους τῶν ἰδίων βουλευτῶν τῆς ἐπαρχίας Ζακύνθου, νὰ ἐπαναφέρω εἰς τὴν Ζάκυνθον ἐκ Στυλίδος καὶ ἐκ Πατρῶν τοὺς δεκάρχας Ἀλιωνιτάκον καὶ Κάκαρην, καὶ τοὺς ἐπανέφερον.

§120ΤΙΝΕΣ. Πρὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς;

§121ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βέβαια πρὸ τῆς διαλύσεως. Μοὶ ἐγένετο παρὰ τῶν ἰδίων βουλευτῶν ἡ πρότασις νὰ μεταθέσω εἰς Ζάκυνθον ἐκ Κυθήρων, ἐξ Ἰθάκης καὶ ἐκ Κεφαλληνίας, τοὺς τελωνοφύλακας Ἀρνόπουλον, Χέρμην καὶ Χαρκοματὰν, καὶ τὴν πρότασίν των ταύτην ἐπραγματοποίησα. Αὗται εἶναι, κύριοι, αἱ μεταβολαί, τὰς ὁποίας ἔκαμα ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν ὑπαλληλίαν Ζακύνθου πρὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς.....

§122ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Ὄχι, κύριε Παπαμιχαλόπουλε, περὶ αὐτῶν, ἀλλὰ περὶ τελωνοφυλάκων.

§123ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐρωτήσατέ με, νὰ ἀπαντήσω, μὴ μὲ διακόπτετε· ἐγὼ δὲν ἀκούω τίποτε, κ. πρόεδρε, ὥστε δὲν δύναμαι νὰ ἀπαντήσω.

§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, μὴ διακόπτετε.

§125ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰς τὰς μεταβολὰς, κύριοι, ἔκαμα εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς ὑπαλληλίας τῆς Ζακύνθου πρὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ μετὰ τὴν διάλυσιν αὐτῆς ἐσχηματίσθη ἐν Ζακύνθῳ, ἐκτὸς τοῦ συνδυασμοῦ τοῦ κ. Λομβάρδου, καὶ ἕτερος βουλευτικὸς συνδυασμὸς, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ὑπεστήριζεν ὡς ὑπουργικὸν συνδυασμόν. Ὁ ὑπουργικὸς ἐκεῖνος συνδυασμὸς ἐζήτησεν ἀπὸ ἐμὲ νὰ ἀντικαταστήσω τὸν ταμίαν καὶ δὲν τὸν ἀντικατέστησα, νὰ ἀντικαταστήσω τὸν ἐλεγκτὴν τοῦ τελωνείου Ῥαζικότσικαν καὶ δὲν τὸν ἀντικατέστησα, καὶ νὰ διορισθῇ μάλιστα ἐντόπιος, διότι ἐντόπιος ἦτο καὶ ὁ παρὰ τῶν πρώην βουλευτῶν συστηθεὶς εἰς ἐμὲ Χαράλαμπος Μαρκόπουλος· μοὶ ἐζήτησαν καὶ ἄλλας τινὰς μεταβολὰς, ὡς ἐξάγω ἐκ τῶν σημειώσεων τὰς ὁποίας διατηρῶ εἰς χεῖράς μου, ἀλλὰ μόνον ἐδέχθην ν’ ἀντικαταστήσω τὸν γραμματέα τοῦ τελωνείου Λυκιαρδόπουλον διὰ τοῦ Ἀντωνίου Λ. Πολίτου· νὰ μεταθέσω δὲ ἐκ Ζακύνθου ἀλλαχοῦ εἴτε ἐξ ἄλλων μερῶν εἰς Ζάκυνθον μερικοὺς τελωνοφύλακας καὶ δύω ἕως τρεῖς δεκάρχας, καὶ τὴν πρότασίν των ταύτην ἐπραγματοποίησα. Αὐτὴ εἶναι, κύριοι, ἡ ἐνέργειά μου ἡ μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς ἐν Ζακύνθῳ, ὡς ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπαρχίαν Μεσολογγίου, ἣν ἰδιαιτέρως μνημονεύει ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Πολυλᾶ, ὅπως ἰδιαιτέρως μνημονεύει καὶ τὴν ἐπαρχίαν Ζακύνθου, ἐκεῖ, κύριοι, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ἔπραξα κἄτι πλειότερα ἀπὸ τὴν Ζάκυνθον, ἐντὸς τῶν ὅρων πάντοτε τοῦ πρέποντος καὶ τῆς ἁρμοδιότητός μου, τῶν καθηκόντων μου ὡς ὑπουργοῦ. Ὅταν ἀνέλαβον τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εὗρον τὴν οἰκονομικὴν ὑπαλληλίαν Μεσολογγίου κατεχομένην, ὡς εἰκὸς, ἀπὸ φίλους τοῦ πεσόντος πρωθυπουργοῦ κ. Δεληγεώργη· ἡ ἑτέρα μερὶς, ἡ ἀντιπολιτευομένη τὸν κ. Δεληγεώργην ἐν Μεσολογγίῳ, εἶχε παράπονα, καὶ ἴσως δίκαια, ὅτι τουτέστιν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Δεληγεώργη, δεκαεννέα ὅλους μῆνας, ἦσαν ἐκτὸς τῶν πραγμάτων, καὶ ὅτι ἐδικαιοῦντο καὶ αὐτοὶ τέλος πάντων ν’ ἀνακύψωσι καὶ ν’ ἀνασάνωσι. Μοὶ ἐγένοντο λοιπὸν προτάσεις, πολὺ πρὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, περὶ ἀντικαταστάσεως ὅλης σχεδὸν τῆς ὑπαλληλίας Μεσολογγίου, καὶ ἐπέφερον τὰς ἑξῆς μεταβολάς· εὗρον ἐκεῖ ὡς ταμίαν τὸν κ. Μαγκανάραν, τὸν ὁποῖον ἀπέλυσα, καὶ ἀντικατέστησα διὰ τοῦ Κριεζῆ, ταμίου ὄντος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου. Ἀλλὰ, ὡς γνωρίζετε, ἡ παράδοσις τοῦ ταμείου βραδύνει πολὺ, καὶ διὰ τοῦτο, μόλις περὶ τὰ τέλη Ἀπριλίου παρέδωκεν ὁ κ. Κριεζῆς τὸ ταμεῖον Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς πρὸς τὸν διάδοχόν του, καὶ ἀπῆλθε περὶ τὰ μέσα Μαΐου εἰς Μεσολόγγιον διὰ νὰ παραλάβῃ τὸ ταμεῖον ἐκεῖνο, ἐγχειρίζων πρὸς τὸν κ. Μαγκανάραν τὴν ἀπόλυσίν του. Ἀλλὰ τότε, κύριοι, ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς εἶχεν ἐπέλθει, καὶ εἶχεν εἰσέλθει εἰς τὸ ὑπουργεῖον ὡς ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὁ κ. Γρίβας. Ὁ κύριος Γρίβας ὡς συνάδελφός μου μὲ παρεκάλεσε νὰ μείνῃ προσωρινῶς εἰς Μεσολόγγιον ὁ κ. Μαγκανάρας· μετὰ τινας δυσκολίας, τὰς ὁποίας ἀντέταξα πρὸς αὐτὸν, εὑρέθην ἐπὶ τέλους εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραδεχθῶ τὴν παράκλησιν, καὶ διέταξα τὸν κύριον Κριεζῆν τηλεγραφικῶς νὰ μεταβῇ εἰς Ναύπακτον, νὰ παραλάβῃ καὶ διευθύνῃ τὸ ταμεῖον ἐκεῖνο προσωρινῶς, τὸν δὲ Μαγκανάραν παρήγγειλα νὰ διαμείνῃ εἰς τὴν θέσιν του, διευθύνων καὶ αὐτὸς προσωρινῶς τὸ ταμεῖον Μεσολογγίου.

§126ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἠξεύρετε, κύριε Παπαμιχαλόπουλε, διατί ἐζήτησε τὴν διατήρησίν του;

§127ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εἴπω.

§128ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ γυναικάδελφός του ἦτον ὑποψήφιος.

§129ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ παρεκάλεσαν οἱ ἀντίπαλοι τοῦ κ. Δεληγεώργη, ἀλλὰ πάντοτε πρὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, νὰ μεταθέσω τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον, τὸν ὁποῖον μετέθεσα εἰς Βάλτον, καὶ διώρισα τὸν κ. Τηλέμαχον Μπέλον, ὅστις, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, διατηρεῖται ἀκόμη ἐκεῖ ὡς τοιοῦτος, διότι ὁ κ. Μπέλος εἶναι ἀρχαῖος καὶ δόκιμος οἰκονομικὸς ὑπάλληλος. Ἀπέλυσα τὸν τελώνην Μεσολογγίου, ἐντόπιον ὄντα, καὶ τὸν ἀντικατέστησα δι’ ἀνθρώπου τῆς ὑπηρεσίας, τοῦ κ. Σκορδάκη. Ὁ συνάδελφός μας κ. Γκίκας, καὶ αὐτὴ ἡ ὑπηρεσία τὴν ὁποίαν συνεβουλεύθην, μοὶ τὸν ἐσύστησεν ὡς ἱκανὸν καὶ τίμιον, καὶ ἐγὼ δὲν εἶχον δυσκολίαν νὰ τὸν διορίσω, διὰ νὰ ἀπολύσω τὸν ἐντόπιον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν τριῶν αὐτῶν προϊσταμένων τῶν ὑπηρεσιῶν, δηλαδὴ τοῦ ταμίου, τοῦ τελώνου καὶ τοῦ ἐφόρου, τὸ ὑποδεέστερον προσωπικὸν ἀντικατέστησα δι’ ἐντοπίων ὑπαλλήλων. Ἀντικατέστησα λοιπὸν τὸν Γραμματέα τοῦ ταμείου, διὰ τοῦ Κωνσταντίνου Μπεΐκου ἐντοπίου, τὸν γραφέα τοῦ ταμείου, διὰ τοῦ Ἀρ. Τρικούπη, τὸν Γραμματέα τοῦ ἐφόρου, διὰ τοῦ Κωνσταντίνου Κατσούνη, καὶ τὸν πρωτοκολλιστὴν τῆς ἐφορίας, διὰ τοῦ Ἰωάννου Παπᾶ Χρήστου, τὸν Δασονόμον, διὰ τοῦ Παναγ. Βασιλείου, ἐντοπίου καὶ τούτου. Διώρισα, πρὸ τῶν ἐκλογῶν πάντοτε, τρεῖς δασοφύλακας, τὸν Ἀπόστ. Κατοχιανὸν, τὸν Στρατ. Πολίτην καὶ τὸν Λεωνίδαν Ἀθανασιάδην. Ἀντικατέστησα καὶ τὸν ὑποτελώνην Αἰτωλικοῦ διὰ τοῦ Γεωργίου Μπερσίμη Γουναράκη· μάλιστα ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν τούτου, ἔλαβε χώραν τὸ ἑξῆς ἐπεισόδιον· εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἁλαταποθηκαρίου διώρισα ἄλλον παρὰ τὸν συστηθέντα μοι ἐντόπιον Γουναράκην, ἤτοι τὸν Ναυπάκτιον Χαρ. Γραβάνην, ἄνθρωπον τίμιον καὶ ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας συνιστώμενον, μὴ δεχθεὶς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν οἱ ἀντίπαλοι τοῦ κ. Δεληγεώργη μοὶ ἔκαμον διὰ τὸν εἰρημένον Γουναράκην. Ἀλλὰ, ὅταν ἐκοινοποίησα τὸν διορισμὸν εἰς τὸν Γραβάνην, οἱ κύριοι οἵτινες μοὶ εἶχον συστήσει τὸν Γουναράκην ἐξανέστησαν κατὰ τοῦ διορισμοῦ τούτου, καὶ μοὶ παρεπονέθησαν ὅτι τοὺς ἀδικῶ, διορίζων ξένον πρόσωπον ἐν τῇ θέσει ταύτῃ διὰ νὰ ἀντικαταστήσῃ ἐντόπιον, τὸν ὑπὸ τοῦ κ. Δεληγεώργη διωρισμένον, Μαλακάσην τοὔνομα, μὲ παρεκάλεσαν δὲ μετ’ ἐπιμονῆς νὰ πραγματοποιήσω καὶ τὸν διορισμὸν τοῦτον κατὰ τὴν σύστασίν των, ὅπερ καὶ ἠναγκάσθην νὰ πράξω, διορίσας τὸν Γουναράκην ἀντὶ τοῦ Γραβάνη, καὶ προσέτι διώρισα ἁλατοφύλακας τοὺς Ἀνδρέαν Δοῦρον, Γ. Βαρδουνάτσον καὶ Λάμπρον Ζαγκλῆν, καὶ ἐπὶ τέλους διέθεσα ὁλόκληρον τὸ προσωπικὸν ἐπὶ τῆς καλλιεργείας τῆς ἁλικῆς Μεσολογγίου ὑπὲρ τῆς ἰδίας ἐκείνης πολιτικῆς μερίδος, τῆς ἀντιπολιτευομένης τὸν κ. Δεληγεώργην. Αἱ μεταβολαὶ αὗται, ὡς σᾶς εἶπον, κύριοι, πλὴν ὀλιγίστων, εἶχον γείνει πρὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἔμειναν δὲ καὶ μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς ὡς εἶχον διατεθῆ πρότερον. Αὕτη εἶναι ἡ ἐνέργειά μου, καθόσον ἀφορᾷ καὶ τὴν ἐπαρχίαν Μεσολογγίου, ὡς ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.

§130ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν; Τὰ τηλεγραφήματα τὰ στελλόμενα κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψιν ἐν ὑπουργικῷ συμβουλίῳ, ἢ ὑπὸ ἑνὸς ἑκάστου τῶν ὑπουργῶν;

§131ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ὑπὸ τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου. Ἐὰν θέλετε διὰ τὴν ἐκλογὴν Ζακύνθου, ἠμπορῶ νὰ σᾶς δώσω πληροφορίαν τινὰ, τί ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἐν τῷ ὑπουργικῷ συμβουλίῳ· ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, αὐτὸ δὲν θὰ σᾶς εὐχαριστήσῃ.

§132ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὀφείλετε νὰ μᾶς διαφωτίσητε.

§133ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά. Ἐὰν διὰ τὴν ἐνέργειαν ταύτην, τὴν ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν καθηκόντων μου, καὶ διὰ τῆς ὁποίας οὐδένα πλάγιον σκοπὸν ἐπεδίωκα ἢ νὰ χορηγήσω ἀναψυχήν τινα εἰς μίαν πολιτικὴν μερίδα διατελοῦσαν ὑπὸ τὴν κυβερνητικὴν πίεσιν, — δὲν ἔχω ἄλλην λέξιν καταλληλοτέραν νὰ μεταχειρισθῶ— ἐπὶ 19 μῆνας, ἡ Βουλὴ μὲ κρίνῃ ἔνοχον μομφῆς τινος, θέλω δεχθῆ ἀγογγύστως, διότι τοιαύτη μομφὴ ἐπὶ τοιούτων ἐνεργειῶν θὰ χρησιμεύσῃ οὐ μόνον δι’ ἐμὲ, ἐάν ποτε, ὅπερ ἀπεύχομαι, συμβῇ νὰ ἔλθω εἰς τὰ πράγματα, νὰ μὴ ἦμαι τόσον εὔκολος εἰς τὴν παραδοχὴν τοιούτων πολιτικῶν συστάσεων, ἀλλὰ καὶ διὰ πάντα ἄλλον ὑπουργόν. Ἀρκεῖ ὅτι δὲν ἐνήργησα ἐξ ἰδιοτελείας, ἀρκεῖ ὅτι δὲν ἐτοποθέτησα εἰς τὰς θέσεις ταύτας συγγενεῖς μου καὶ συμπατριώτας μου. Ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος κ. Λομβάρδος μὲ προκαλεῖ, καὶ ἔχει δίκαιον νὰ ἐπιμένῃ, νὰ εἴπω ὅ,τι παρέλειψα ἢ ὅ,τι δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ εἴπω περὶ τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου, οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχω νὰ τὸ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν, διότι εἶναι σχετικὸν μὲ τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος κ. Λούντζης, ἐὰν τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ἐστέλλοντο εἰς τὴν Κυβέρνησιν εἴτε ἐκ Ζακύνθου ἢ ἄλλοθεν, ἀνεγινώσκοντο καὶ συνεζητοῦντο ἐν ὑπουργικῷ συμβουλίῳ, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἐρώτησιν ἀπήντησα ἀποφατικῶς, διότι ὁμολογουμένως πολὺ σπανίως συνέβαινε νὰ συζητηθῶσι ζητήματα ἐν ὑπουργικῷ συμβουλίῳ, σχετικὰ πρὸς τὰς ἐκλογάς· ἕκαστος ὑπουργὸς ἐνήργει ἀνεξαρτήτως ἐν τῷ κλάδῳ του. Ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ἤδη τὴν Ζάκυνθον, ἰδοὺ τί παρουσιάσθη ἐν ὑπουργικῷ συμβουλίῳ. Τρεῖς ἢ τέσσαρας ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐκλογῆς, ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλαβεν ἐκεῖθεν ἐντὸς ἰδιαιτέρας ἐπιστολῆς 5 ἀνθρώπων, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα οὔτε ἐνθυμοῦμαι κἄν, διότι δὲν εἶναι ἐκ τῶν γνωστῶν, εἷς ὠνομάζετο, νομίζω, Κοκκίνης ἢ Κοκινάρης, ἓν ἔντυπον πρόγραμμα παρ’ αὐτῶν τῶν ἰδίων ὑπογεγραμμένον, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ κύριοι οὗτοι ἔλεγον, ὅτι κατέρχονται εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα ὡς ὑποψήφιοι βουλευταὶ καὶ ζητοῦν τὰς ψήφους τῶν συμπολιτῶν των, ὑποσχόμενοι νὰ ὑποστηρίξουν τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Βούλγαρη, καὶ νὰ παρακολουθῶσιν αὐτὸν ὡς ἀρχηγόν των καὶ ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει, ὅταν ἀπομακρυνθῇ τῆς ἐξουσίας. Διὰ τῆς ἐπιστολῆς των δὲ παρεκάλουν νὰ χορηγήσῃ τὴν συνδρομήν του τὸ ὑπουργεῖον εἰς αὐτοὺς, διὰ νὰ ἐκλεχθῶσι βουλευταὶ, διότι, ὡς ἔλεγον, ὁ συνδυασμὸς, τὸν ὁποῖον ὑπεστήριζεν ἡ Κυβέρνησις, εἶναι συνδυασμὸς Βασιλικὸς, καὶ ἑπομένως τὰ πρόσωπα τὰ ἀποτελοῦντα αὐτὸν δὲν θὰ παρακολουθήσουν τὸν κ. Βούλγαρην, ὅταν κατέλθῃ τῆς ἐξουσίας, ἐνῷ ἐκεῖνοι ὑπέσχοντο, ὅτι θὰ τὸν παρακολουθήσωσιν. Ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασιν ἐκείνην, ἀλλὰ δὲν εἴχομεν ἀνάγκην νὰ σκεφθῶμεν ἐπὶ πολὺ, διότι ἦτο κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐκλογῆς καὶ διότι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἔγραφον, ἦσαν πρόσωπα ἄγνωστα εἰς ἡμᾶς, ἑτέρωθεν δὲ εἴχομεν πληροφορίας, ὅτι τὰ πρόσωπα ταῦτα ἀνῆκον εἰς τὴν πολιτικὴν μερίδα τοῦ κ. Λομβάρδου καὶ ὡς φίλοι αὐτοῦ κατήρχοντο εἰς τὸν ἀγῶνα, ἐζήτουν δὲ τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ φέρουν ἀντιπερισπασμὸν εἰς τὸν ἄλλον συνδυασμὸν, τὸν Βασιλικὸν παρ’ αὐτῶν λεγόμενον. Αὐτὸ τὸ ἐπεισόδιον παρουσιάσθη ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν Ζακύνθου. Ἀπήντησα καὶ ὡς πρὸς τὴν δευτέραν αἰτίασιν τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἐπέμβασιν κατὰ τὰς ἐκλογὰς, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἐνέργειάν μου· δὲν εἶμαι δὲ ὑποχρεωμένος νὰ ἀπαντήσω καὶ διὰ τὰς ἐνεργείας τῶν συναδέλφων μου, τὰς ὁποίας ἄλλως τε καὶ ἀγνοῶ. Τρίτη αἰτίασις συνδυαζομένη μὲ τὰ ἐκλογικὰ εἶναι ἡ ἀκόλουθος «ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς 11 Φεβρουαρίου, σταθερῶς ἐπιδιώκουσα τὴν προμελετημένην διαμόρφωσιν τῆς Βουλῆς καθ’ ὅλα τὰ στάδια τοῦ καταρτισμοῦ αὐτῆς, ἠρνήθη διὰ τῶν διοικητικῶν αὐτῆς ὀργάνων τὰ εἰς τὴν Βουλὴν εἰσιτήρια εἰς βουλευτὰς ἀνακηρυχθέντας παρὰ τῶν προέδρων τῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν, καὶ ἡ οὕτω σχηματισθεῖσα πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν πρώτην αὐτῆς συνεδρίασιν, ἐγκρίνασα διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς τὴν παράνομον ταύτην διοικητικὴν ἐνέργειαν, ἀπέκλεισεν ἐκ προοιμίων καὶ ἀνεξετάστως ἀπὸ τῆς Βουλῆς ἕνδεκα μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως.» Ἡ αἰτίασις αὕτη ἀφορᾷ καὶ ἐμέ, διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην διετέλουν ἐν τῷ ὑπουργείῳ. Καὶ μ’ ὅλον ὅτι ἠδυνάμην νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι, καὶ ἂν ἔλαβε χώραν τοιοῦτόν τι, ἔλαβε τῇ διαταγῇ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ, ὁποῖος ἦτον ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, μ’ ὅλον τοῦτο δὲν τὸ ἰσχυρίζομαι, διότι εὑρίσκομαι εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ἀναιρέσω διὰ τῶν πραγμάτων τὴν κατηγορίαν ταύτην τὴν ἀποδιδομένην εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Βούργαρη. Ἀληθῶς, κύριοι, δὲν ἐχορηγήθησαν εἰσιτήρια εἰς τὸν βουλευτὴν Ἀττικῆς κ. Φιλήμονα, Θήρας κ. Βαλέτταν, εἰς τοὺς βουλευτὰς Κορινθίας καὶ εἰς τοὺς βουλευτὰς Σάμης, τουτέστι δὲν ἐχορηγήθησαν εἰδοποιητήρια ἐκ μέρους τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς εἰς 10 βουλευτάς. Καὶ περὶ μὲν τοῦ βουλευτοῦ τῆς Ἀττικῆς κ. Φιλήμονος λέγω ὅτι, ἀφοῦ κατὰ δυστυχίαν, ὡς μὴ ὤφειλεν, ἀνετράπη ἡ κάλπη ἑνὸς δήμου, τοῦ δήμου Ἀχαρνῶν, ἡ κάλπη δηλ. ἡ ἀνήκουσα εἰς τὸν κ. Φιλήμονα, πρὸ τῆς διαλογῆς τῶν σφαιριδίων, καὶ ὁ κ. Φιλήμων ἄνευ τῆς κάλπης ταύτης δὲν ἐπλειονοψήφει τοῦ πρώτου ἐπιλαχόντος, φρονῶ, ὅτι νομίμως ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ δὲν ἠδύνατο νὰ χορηγήσῃ εἰς αὐτὸν εἰσιτήριον.

§134ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἔδωκαν εἰς τὸν ἄλλον.

§135ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐπίσης δὲν ἔπρεπε νὰ δώσῃ καὶ εἰς τὸν ἐπιλαχόντα, τὸν κ. Κωστῆν, τοιοῦτον εἰσιτήριον, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας κατὰ τὴν γνώμην μου, τὴν ὁποίαν καὶ ἐν τῷ ὑπουργικῷ συμβουλίῳ τότε ὑπεστήριξα, ὤφειλε νὰ ἐνεργήσῃ νέαν ἐκλογὴν ἐν τῷ δήμῳ Ἀχαρνῶν καὶ πρὶν ἀκόμη περιμείνῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ᾖναι τὸ ἀποτέλεσμα πλῆρες καὶ νὰ δώσῃ εἰσιτήριον εἰς τὸν πλειονοψηφήσαντα μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῆς ἐκλογῆς ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ. Ἀλλ’ ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ ἔπραξεν ἄλλως, ἠρνήθη εἰσιτήριον, καὶ ὀρθῶς, εἰς τὸν κ. Φιλήμονα, καὶ ἔδωκε τοιοῦτον, ἐνῷ δὲν ἔπρεπε νὰ δώσῃ, εἰς τὸν κ. Κωστῆν· τοῦτο ὅμως ἔπραξεν ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ καὶ οὐδόλως εὐθύνεται ἡ Κυβέρνησις. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἐπαρχίαν Θήρας, ὡς πρὸς τὸν κ. Βαλέτταν, τελευταία ἴσως πάντων ἔμαθεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὁ σύλλογος, ὁ ἀποτελούμενος κατὰ τὸ ἄρθρον 58 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου ὑπὸ τῶν προέδρων τῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν, ὑπὸ τοῦ δημάρχου καὶ τοῦ εἰρηνοδίκου τῆς πρωτευούσης, ἠρνήθη νὰ τὸν ἀνακηρύξῃ ὡς βουλευτήν, ἐπὶ τῷ ἀνυποστάτῳ ἰσχυρισμῷ, ὅτι εἰς ἕνα δῆμον ἐτύγχανον ἀγράμματα τὰ μέλη τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς. Ἀφοῦ δὲ ὁ σύλλογος οὗτος δὲν ἀνεκήρυξε τὸν κ. Βαλέτταν, ὁ ἔπαρχος οὐδὲν δικαίωμα εἶχε νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸν εἰδοποιητήριον, ἐνῷ ἐν τῷ προγράμματι περὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἐκλογῆς ἐσημείωσε καὶ τὸν κ. Βαλέτταν ὡς πλειονοψηφήσαντα βουλευτήν· δὲν εἶχε δὲ οὐδεμίαν εἴδησιν ἡ Κυβέρνησις περὶ τούτου καὶ τὸ ἔμαθεν, ὡς σᾶς εἶπον, τελευταία πάντων.

§136ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Δὲν εἶναι πολὺ ἀκριβὲς ὅπως τὸ λέγετε. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ σύλλογος ἀπεφάνθη ὡς εἴπατε, ἀλλ’ ἀπεφάνθη συνεπεία τῆς ἐκβιάσεως σχεδὸν τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία προέβη οὐ μόνον δι’ ἀπειλῶν εἰς τὸν τοιοῦτον ἐξαναγκασμόν, ἀλλὰ σχεδὸν καὶ διὰ δωροδοκίας, ὅπως ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, νομίζω, θὰ ἀποδείξῃ. Ἐκτὸς δὲ τούτου ὁ ἔπαρχος, πρὶν ἀκόμη ἐνεργηθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ, ῥητῶς, καὶ ὑπάρχει καταγγελία περὶ τούτου, ἔλεγεν, ὅτι καὶ ἂν ἐπιτύχω, εἰσιτήριον δὲν θὰ μοὶ δοθῇ, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ τῆς Κυβερνήσεως ἐπιθυμία.

§137ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι διὰ τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι εἶναι ἀληθές, ἀφοῦ ὁ κ. Βαλέττας τὸ διαβεβαιοῖ, ἀλλὰ δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ σᾶς διαβεβαιώσω ὅτι πᾶν ὅ,τι ἔπραξεν ὁ ἔπαρχος τὸ ἔπραξεν ἐν ἀγνοίᾳ ὅλως τῆς Κυβερνήσεως· (θόρυβος) οὐδεμίαν εἴδησιν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν, καὶ οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ δώσῃ διαταγὴν εἰς τὸν ἔπαρχον ν’ ἀρνηθῇ τὸ εἰδοποιητήριον εἰς τὸν κ. Βαλέτταν μεταξὺ τόσων ἄλλων ἐπιτυχόντων ἀντιπολιτευομένων εἰς ὅλας σχεδὸν τὰς ἐπαρχίας. Ἐπομένως ἐὰν ὁ ἔπαρχος ἐξεβίασεν, ἢ ἠπείλησε τὸν σύλλογον, εἶναι ἀναντιῤῥήτως ἀξιοκατάκριτος. Ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν Κορινθίας, παρατηρῶ ὅτι εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην συνέβη τὴν παραμονὴν τῆς γενικῆς διαλογῆς τῶν ψήφων νὰ ὑπεξαιρεθῶσι τὰ πρακτικὰ ἑνὸς δήμου, τοῦ δήμου Πελλήνης· ἀλλ’ οἱ ὑποψήφιοι εἶχον λάβει εἰς χεῖράς των ἐπίσημον ἀντίγραφον ἀπὸ τὴν ἐφορευτικὴν ἐπιτροπήν, ἐκ τοῦ ὁποίου προέκυπτε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς. Ὁ ἔπαρχος εἰδοποίησε τὴν Κυβέρνησιν περὶ τούτου καὶ ἐζήτησεν ὁδηγίας ἀπὸ αὐτὴν ἐὰν ἠδύνατο νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ ἀντίγραφα ἐκεῖνα τῶν πρακτικῶν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν νὰ ἐνεργηθῇ ἡ ἀνακήρυξις τῶν βουλευτῶν. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐφέρθη ἐν ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, τὸ ὁποῖον, — καὶ τοῦτο σᾶς τὸ διαβεβαιῶ ὡς τίμιος ἄνθρωπος, εἶσθε δὲ κύριοι, νὰ μὲ πιστεύσετε ἢ ὄχι—ἐθεώρησε παράδοξον τὴν τοιαύτην ἐρώτησιν τοῦ ἐπάρχου, καὶ ὄχι μόνον ἀπήντησε διὰ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ εἰς αὐτὸν καταφατικῶς, ἀλλὰ καὶ ἐξέφρασε τὴν λύπην του διατί νὰ εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην ἀπορίαν· τὸν διέταξε δὲ νὰ ἀνακηρύξῃ ὡς βουλευτὰς τοὺς πλειονοψηφοῦντας, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀντιγράφων τῶν πρακτικῶν τῶν ὑπεξαιρεθέντων· ἀλλ’ ὅτε ἔφθασεν εἰς Κόρινθον τὸ τηλεγράφημα τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ἐκδοθὲν συνεπεία τῆς ἀποφάσεως τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁ σύλλογος, ὁ κατὰ τὸ ἄρθρον 58 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, εἶχε συντάξει ἔκθεσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἀνεκήρυττεν οὐδένα ἐκ τῶν ὑποψηφίων, καὶ εἶχε διαλυθῆ. Ἐπομένως ὁ ἔπαρχος εὑρέθη εἰς ἀμηχανίαν τί νὰ πράξῃ, καὶ βεβαίως δὲν ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς καμμίαν ἀνακήρυξιν, ἀφοῦ ὁ σύλλογος τῶν ἐπιτροπῶν ἀπέσχε νὰ ἀνακηρύξῃ τοὺς πλειονοψηφήσαντας. Ὡς πρὸς τὴν ἐπαρχίαν Σάμης, κύριοι, μετὰ θάῤῥους σᾶς λέγω, ὅτι κάλλιστα ἔπραξε καὶ ὁ σύλλογος τῶν ἐπιτροπῶν καὶ ὁ νομάρχης νὰ μὴ δώσῃ εἰσιτήρια εἰς κἀνένα, διότι ἐκεῖ δὲν ἦτο ἐκλογή, ἦτο ἐμπαιγμὸς πλήρης τοῦ νόμου, διότι ἐνῷ ὁ κατάλογος περιεῖχε π. χ. 1000 ψηφοφόρους, εἰς τὴν κάλπην εὑρέθησαν 3000 ὡς ψηφοφορήσαντες. Ὁ νομάρχης, καὶ τοιοῦτος ἦτον ὁ ἀξιότιμος κ. Οἰκονομόπουλος, ἔγραφεν, ὡς ἐνθυμοῦμαι, ἰδιαιτέρως εἰς ἐμὲ ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ εἰσιτήρια εἰς ἀνθρώπους τοιουτοτρόπως ἐκλεχθέντας, καὶ καλῶς ἔπραξεν. Ἐάν, κύριοι, λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκθεσιν τοῦ τμήματος ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς ταύτης, θ’ ἀπαντήσητε τὰ ἑξῆς περίεργα καὶ ἐκτρωματικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε τὴν ἄδειαν νὰ ἀναγνώσω. «Ἐπειδὴ ὡς πρὸς τὸν δῆμον Πυλλαρέων τὸ περιεχόμενον τῆς ἐνστάσεως ἀποδεικνύεται, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ τμήματος, οὐ μόνον ἀπὸ τῶν πρακτικῶν τῆς ἐκλογῆς, τῶν ἐκθέσεων τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ μοιράρχου καὶ ἐξ ἐγγράφου τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς τὴν νομαρχίαν Κεφαλληνίας, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τοῦ πρακτικοῦ τῆς γενομένης διαλογῆς τῶν σφαιριδίων, διότι ἐνῷ κατ’ αὐτὸ ἐψηφοφόρησαν 1853, συμπεριλαμβανομένων ὡς ψηφοφορησάντων αὐτόθι καὶ 500 Πυλλαρέων, οἱ τοῦ συνδυασμοῦ τοῦ ὑποψηφίου Φλωριᾶ λαμβάνουσι, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν πλεοναζόντων περίπου 120 σφαιριδίων, μηδὲν εἰς τὸ Ναί, καὶ 1853 εἰς τὸ ὄχι ψήφους, ἤτοι ὅλας εἰς τὸ Ὄχι, ἐνῷ τοὐναντίον οἱ τοῦ ἑτέρου συνδυασμοῦ μόλις καθ’ ὑπέρτατον ὅρον λαμβάνουσι 90 ψήφους εἰς τὸ Ὄχι, καὶ 1750 εἰς τὸ Ναί. «Ἐπειδὴ ἐπίσης ὡς πρὸς τὸν δῆμον Ἄσσου τὸ περιεχόμενον τῆς ἐνστάσεως βεβαιοῦται ὑπὸ τοῦ πρακτικοῦ τῆς ἐκλογῆς καὶ τοῦ βιβλίου τῶν ψηφοφορησάντων, ἐν ᾧ ἐμφαίνονται ὅτι 700 ἑτεροδημόται Πυλλαρεῖς ἐψηφοφόρησαν ἐν τῷ δήμῳ τούτῳ, ὑπὸ τῶν διαφόρων ἐκθέσεων καὶ τῶν ὑπαρχουσῶν ἐν τῷ φακέλλῳ ἐγγράφων μηνύσεων, καὶ διὰ διαφόρων διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος ἐπιδοθεισῶν ἐνστάσεων, ὡς ἐπίσης καὶ ὑπὸ τοῦ πρακτικοῦ διαλογῆς τῶν σφαιριδίων, καθ’ ὃ, ἐνῷ τὸ σύνολον τῶν ψηφοφορησάντων ἀνέρχεται εἰς 1947, οἱ τοῦ συνδυασμοῦ τοῦ ὑποψηφίου Δεστούνη λαμβάνουσιν εἰς τὸ Ὄχι πλέον τῶν τριῶν χιλιάδων σφαιριδίων. Ἐπειδὴ καὶ ὡς πρὸς τὸν δῆμον Σάμης ἡ ἔνστασις τῶν διαφερομένων φαίνεται βάσιμος, διότι τὸ γεγονὸς τοῦ ἀποκλεισμοῦ, ἐνῷ ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν βεβαιοῦται, οἱ ἐνδιαφερόμενοι περὶ τοῦ ἐναντίου οὐδόλως διατείνονται, κατὰ δὲ τὴν γενομένην διαλογὴν, ἐνῷ οἱ ὑποψήφιοι Φλωριᾶς καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ ἔλαβον ἀκριβῶς τὰς ἐν τῷ καταλόγῳ ἀναφερομένας ψήφους, οἱ ὑποψήφιοι Δεστούνης καὶ Μακρῆς, ἀφαιρουμένων τῶν πλεονασάντων ἀπὸ τοῦ Ναὶ σφαιριδίων, μένουσι χρεῶσται ἱκανῶν ψήφων». Ἐννοεῖτε, κύριοι, ὅτι ἐπὶ τοιούτου τερατώδους ἀποτελέσματος ὁ σύλλογος καὶ ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ καλῶς ἔπραξε νὰ μὴ δώσῃ εἰδοποιητήρια.

§138ΦΛΩΡΙΑΣ. Δὲν πρόκειται νὰ ἐξακριβωθῇ νῦν τίνι τρόπῳ ἐνεργήθη ἡ ἐκλογὴ ἐκεῖ· λυποῦμαι μάλιστα διότι δὲν δύναμαι νὰ ἀναπτύξω τίς ἦτο παραίτιος τῆς ἀναστατώσεως ἐκείνης τὴν ὁποίαν εἶδεν ἡ Κεφαλληνία ἐν μέσῳ αὐτῆς, καὶ τὴν ὁποίαν δὲν ἠδύνατό τις νὰ φαντασθῇ. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ τούτου, καὶ δὲν ἤθελον σᾶς διακόψει ποσῶς, κ. Παπαμιχαλόπουλε, ἐὰν δὲν ἀνεφέρετε ἓν γεγονός, τὸ ὁποῖον, ἴσως νὰ μὴ ἔχηται ἀληθείας, τὸ γεγονὸς τοῦτο εἶναι τὸ ἑξῆς· δικαιολογοῦντες ὑμᾶς καὶ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην τῆς ὁποίας ἀπετελεῖτε τότε μέρος, εἴπετε ὅτι ὁ σύλλογος τῶν προέδρων δὲν ἔδωκεν εἰσιτήρια. Τοῦτο ἰσχυρίζομαι καὶ ὑποστηρίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀληθές· ὁ σύλλογος τῶν προέδρων, λαβὼν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἀποτελέσματα, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν προῆλθον, ἀνεκήρυξεν, ὁ νομάρχης ὅμως ἐδυστρόπησε καὶ διέστρεψε....

§139ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καλῶς ποιήσας, κατ’ ἐμέ. Ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω εὐθύνην διὰ τοῦτο, ἀλλὰ λέγω, ὅτι ὁ νομάρχης, ἔχων ὑπ’ ὄψιν ἓν τοιοῦτον τερατῶδες ἀποτέλεσμα, ἔπρεπε νὰ μὴ δώσῃ εἰδοποιητήρια· πᾶν δὲ ὅ,τι ἔπραξεν ὁ νομάρχης προσθέτω, κύριοι, τὸ ἔπραξεν οἴκοθεν καὶ ἐξ οἰκείας βουλήσεως, καὶ οὐχὶ κατὰ διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλά, κύριοι, μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας ὡς πρὸς τὴν αἰτίασιν περὶ εἰσιτηρίων, εἶμαι ὑποχρεωμένος ν’ ἀπαντήσω καὶ εἰς τὴν τετάρτην αἰτίασιν, τὴν ἐμπεριεχομένην ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κ. Πολυλᾶ, ἴσως δὲ καὶ ἀναπτυχθεῖσαν κατὰ τὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος, διότι δὲν ἐπρόσεξα πολὺ εἰς τὴν ἀγόρευσίν του, ὡς ἐκ τῆς κεφαλαλγίας ἐξ ἧς ὑποφέρω. Ὁ κ. Πολυλᾶς λέγει πρὸς τοῖς ἄλλοις «ὅτι κατόπιν τῶν ἀποκαλυφθέντων περὶ τῆς χειροτονίας τῶν ἐπισκόπων, ἡ ἐν γένει διαχείρισις τῆς Κυβερνήσεως τῆς 11 Φεβρουαρίου 1874 δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀνωτέρα πάσης ὑπονοίας καὶ ὡς ἐκ τούτου προκαλεῖ, συζήτησιν παρὰ τῆς Βουλῆς». Εἰς τὴν αἰτίασιν ταύτην ἀναντιῤῥήτως συμπεριλαμβάνομαι καὶ ἐγώ, καὶ ἴσως πρωτίστως ἐγὼ ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ αἰτίασις αὕτη εἶναι ἐντελῶς ἀόριστος, δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ τὴν ἀνασκευάσω· προκαλῶ ὅμως τὸν κ. Πολυλᾶν καὶ πάντα ἄλλον ἀξιότιμον συνάδελφόν μου νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁποιανδήποτε πρᾶξιν ἐμοῦ ὡς ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῆς διαχειρίσεώς μου, νὰ ζητήσῃ ἐπ’ αὐτῆς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, καὶ προθύμως καὶ ἑτοίμως θέλω ὑποκύψει εἰς μίαν τοιαύτην περὶ ὡρισμένων γεγονότων συζήτησιν· ἐλπίζω, δὲ ὅτι εὐχερῶς θέλω δικαιολογηθῆ κατὰ πάσης τοιαύτης αἰτιάσεως ἢ μομφῆς, τὴν ὁποίαν ὡρισμένως ἤθελε μοὶ ἀπευθύνει τις ἐξ ὑμῶν. Ἐπὶ τῆς ἀορίστου δὲ ταύτης αἰτιάσεως τοῦ κ. Πολυλᾶ κρίνω ἀνάξιον νὰ ἐνδιατρίψω· λυποῦμαι μάλιστα, ὅτι ὁ κ. Πολυλᾶς, κοινοβουλευτικὸς ἀνὴρ, ἔῤῥιψεν ἐν τῷ μέσῳ τῆς Βουλῆς μίαν τοιαύτην ἀόριστον κατηγορίαν, ἐνῷ τὸ σύστημα τοῦτο τῶν ἀοριστιῶν δὲν ἐμπρέπει εἰς κοινοβουλευτικοὺς καὶ εἰλικρινεῖς ἄνδρας. Ἀπήντησα, κύριοι, εἰς ὅλας τὰς αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας ἡ ἔκθεσις τοῦ ἀξιοτίμου μέλους τῆς παρὰ τοῦ κ. Προέδρου ἡμῶν διορισθείσης ἐπιτροπῆς ἀπηύθυνε κατὰ τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη, μέρος τοῦ ὁποίου ἀπετέλουν καὶ ἐγὼ, καθόσον μὲ ἀφορῶσιν. Ἤδη δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε ἄλλο, διότι ἡ θέσις μου εἶναι δύσκολος νὰ ἔμβω εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐξέτασιν τοῦ κυρίου θέματος. Δύναμαι ὅμως, ἀφοῦ κατέχω τὸ βῆμα, νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ καὶ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Εἰμὶ, κύριοι, ἐξ ἐκείνων τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπεδοκίμασαν τὰ ἀξιοθρήνητα συμβάντα μετὰ τὴν 30 Νοεμβρίου, οὐ μόνον διὰ τῆς ἀποχωρήσεώς μου ἐκ τοῦ Βουλευτηρίου, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ὑπογραφῆς μου εἰς τὴν πρὸς τὴν Α. Μ. ἔκθεσιν τῶν ἀποχωρησάντων 58 βουλευτῶν καὶ εἰς τὴν μετὰ τὴν 19 Μαρτίου ἀπευθυνθεῖσαν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἔκθεσιν τῶν ἐν Ἀθήναις παρευρισκομένων τότε βουλευτῶν· εἰμὶ εἷς ἐξ ἐκείνων οἵτινες καιρίως ἐλυπήθησαν διὰ τὰ γεγονότα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁμολογουμένως ἐπέφερον γενικὴν ἀναστάτωσιν εἰς τὸν τόπον, καὶ τὴν ὁποίαν ἀναστάτωσιν προέλαβεν ἡ φρόνησις τοῦ Βασιλέως· ἀλλὰ, κύριοι, προκειμένου περὶ ἑνὸς τόσον σοβαροῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον πρώτην ἤδη φορὰν παρουσιάζεται παρ’ ἡμῖν ἀπὸ τῆς Συνταγματικῆς μεταπολιτεύσεως ἡμῶν, δευτέραν δὲ φορὰν καθ’ ὅλην τὴν Εὐρώπην τὴν Συνταγματισμένην, διότι δὲν ἔχομεν ἕτερον γεγονὸς τῆς καταδιώξεως ὁλοκλήρου ὑπουργείου, ἐκτὸς τῆς καταδίκης τοῦ ὑπουργείου Πολινιὰκ ἐν Γαλλία διὰ τὰ συμβάντα τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1830, προκειμένου λέγω, περὶ τόσον σοβαροῦ καὶ σπουδαίου ζητήματος, εἶναι ἀνάγκη νὰ προσέξῃ ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ὀλισθήσῃ κατὰ τὴν ἐξάσκησιν τῶν σπουδαιοτάτων αὑτῆς καθηκόντων καὶ παρεξηγηθῇ οὐ μόνον ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν Εὐρώπην, καὶ νὰ μᾶς ἀποδοθῇ ἡ μομφὴ, ὅτι εὕρομεν εὔθετον τὴν περίστασιν νὰ διεκδικήσωμεν πολιτικὰ πάθη, μὴ ἁρμόζοντα εἰς ἓν Κοινοβούλιον. Ἀναντιῤῥήτως ἡ διαγωγὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης συνετάραξε καὶ δικαίως ὁλόκληρον τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, διότι ἐσχολιάσθη πολυειδῶς καὶ ἀπεδόθη εἰς αὐτὴν σκοπὸς ἀνώτερος κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου. Ἀλλὰ φρονῶ, κύριοι, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ καὶ μελετήσῃ τὸ ζήτημα μετὰ μεγάλης προσοχῆς, καὶ πρὸ πάντων νὰ ἐξετάσῃ καὶ σκεφθῇ σοβαρῶς ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ὡς Κυβέρνησις, ἠδύνατο νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὰ ἐσωτερικὰ καθήκοντα καὶ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, ὡς πρὸς τὸν σχηματισμὸν τῆς ἀπαρτίας αὐτῆς· διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι τὸ ὑπουργεῖον οὐδὲν δικαίωμα ἔχει νὰ προσέλθῃ εἰς τὸ Βουλευτήριον καὶ ν’ ἀποτείνῃ τὴν παρατήρησιν, ὡς ὑπουργεῖον, εἴτε εἰς τὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς εἴτε εἰς αὐτὴν τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ καὶ ἑπομένως ὅτι θὰ ἀποβάλῃ ἐντεῦθεν τοὺς συνεδριάζοντας, ἢ νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι δὲν δέχεται νὰ ἔλθῃ εἰς καμμίαν μετ’ αὐτῶν ἐργασίαν. Τὰς πράξεις καὶ ἐργασίας τῆς Βουλῆς τὰς κανονίζει ἰδιαίτερος Κανονισμὸς αὐτῆς, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ συνέταξε δυνάμει ῥητοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος· κατὰ τὰς διατάξεις δὲ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὁ πρόεδρος κηρύττει τὴν ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων, ἐπινεύσει δὲ τῆς Βουλῆς κηρύσσεται τὸ τέλος αὐτῶν. Οὐδὲν δικαίωμα ἑπομένως εἶχεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ὡς Κυβέρνησις, νὰ παρεμβῇ καὶ ἐξετάσῃ ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐκηρύχθη ἐν ἀπαρτίᾳ ἡ Βουλή. Βεβαίως οἱ ὑπουργοὶ ἦσαν καὶ βουλευταί, ἑπομένως ὡς τοιοῦτοι δὲν ἔπρεπε νὰ συμμεθέξωσιν εἰς τοιαύτην ἔκνομον καὶ ἀντισυνταγματικὴν ἐνέργειαν, ἀλλὰ διὰ τοῦτο, ὡς βουλευταί, δὲν ὀφείλουσιν εὐθύνην ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης, ὀφείλουσιν ὅμως ἠθικὴν εὐθύνην ἐνώπιον τοῦ ἔθνους, καὶ τὸ ἔθνος ἀρκετὰ ἐτιμώρησεν αὐτούς (θόρυβος), διότι ὅλοι σχεδὸν οἱ τελέσαντες τὰ ὄργια ἐκεῖνα ἀπεκλείσθησαν διὰ τῶν νέων ἐκλογῶν. Οἱ ψευδεῖς νόμοι, οὓς ἐψήφισαν ἐκεῖνοι ὡς βουλευταί, ἠκυρώθησαν ὑπὸ τῆς ἀληθοῦς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους· ἡ τιμωρία αὕτη εἶναι ἀρκοῦσα ὡς τιμωρία ἠθική. Δὲν βλέπω, κύριοι, ὅτι δύναται, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ ὑποστηριχθῇ κατὰ τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου κατηγορία ἐπὶ παραβάσει ὅρου τινὸς τοῦ Συντάγματος, ἢ τοῦ ποινικοῦ νόμου ἐπὶ τῷ ἀντισυνταγματικῷ σχηματισμῷ τῆς Βουλευτικῆς ἀπαρτίας. Βεβαίως τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ζήτημα σπουδαιότατον· ὡς τοιοῦτον ἐλπίζω θὰ ἀναπτυχθῇ ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου παρὰ τῶν διαπρεπεστέρων ῥητόρων τῆς Βουλῆς, καὶ ἑπομένως ἡ Βουλὴ θὰ εὑρεθῇ εἰς θέσιν μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν ταύτην νὰ ἐκφέρῃ ἀπόφασιν δικαίαν καὶ πεφωτισμένην. Ἐπαναλαμβάνω ὅμως νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλὴν προσοχὴν, μετριοπάθειαν καὶ ἀμερόληπτον ἐξέτασιν καὶ συζήτησιν ἕνεκα τοῦ ἐπισφαλοῦς τοῦ ζητήματος (θόρυβος ἐν τῇ Βουλῇ, ποδοκροτήματα καὶ χειροκροτήματα ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ).

§140ΡΟΥΚΗΣ. Οἱ ὑπόδικοι προετοίμασαν, ὡς βλέπετε, καὶ ἀνθρώπους εἰς τὰ ἀκροατήρια. Τοὺς ἐπλήρωσαν νὰ ποδοκροτοῦν καὶ χειροκροτοῦν.

§141ΦΙΛΗΜΩΝ. Αὐτὰ εἶναι προπαρεσκευασμένα ἀπὸ τῆς ἡμέρας (θόρυβος). Ἀλλὰ δὲν θὰ μᾶς ἀναγκάσουν νὰ παραβῶμεν τὸ καθῆκόν μας.

§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι, καθήσατε θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις.

§143Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂν ὁ τελευταῖον ἀγορεύσας περιωρίζετο εἰς τὸ τελευταῖον μόνον μέρος τῆς ὁμιλίας του, δὲν ἤθελε μὲ φέρει εἰς τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην νὰ μετάσχω σήμερον τῆς συζητήσεως ταύτης. Ἀνατραφεὶς ἐν ἐλευθέρῳ πολιτεύματι, ἐσυνείθισα νὰ σέβωμαι τὰς πεποιθήσεις τῶν ἄλλων, οἱαιδήποτε καὶ ἂν ὦσι· καὶ ἂν εὑρίσκωνται εἰς ἀντίθεσιν αἱ κρίσεις καὶ αἱ γνῶμαι τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου πρὸς τὰς ἐμάς, δὲν ἤθελον κρίνει ἀναποφεύκτως ἀναγκαῖον νὰ ἔλθω ν’ ἀντιλέξω. Δυστυχῶς ὅμως ὁ ἐξ Ἐπιδαύρου τῆς Λιμηρᾶς βουλευτὴς ἐξέτεινε τὸν λόγον ἐπὶ ἱστορικὰς ἐκδρομὰς, προέβη εἰς ἀφηγήσεις συμβεβηκότων, τὰ ὁποῖα πρὸ 20 περίπου μηνῶν ἐτελέσθησαν ἐνώπιον ὅλης τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, καθήψατο προσώπων, τὰ ὁποῖα μετέσχον τῶν συμβεβηκότων ἐκείνων, καὶ μοὶ ἐπιβάλλει τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην νὰ ἐξηγήσω τὴν κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον πολιτείαν μου, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον αὕτη ἦτο ἐν ἀρχῇ σύμφωνος μετὰ τῆς πολιτείας πολλῶν ἄλλων, καὶ μετὰ τῆς πολιτείας καὶ αὐτοῦ τοῦ ὑπουργείου τῆς 9 Φεβρουαρίου. Μοὶ ἐπιβάλλει δὲ τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην νὰ μὴ φεισθῶ οὐδὲ τούτου, καὶ νὰ ἐκφέρω τὴν ἐπὶ τῶν γεγονότων ἐκείνων κρίσιν μοῦ μετὰ τῆς ἀμεροληψίας, μεθ’ ἧς ἐλπίζω ὅτι καὶ ἡ ἱστορία θέλει ἐκφέρει αὐτήν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐβασάνισα τὴν διάνοιάν μου καὶ ἐξήτασα πολλάκις ἐν ἐμαυτῷ, καθ’ ἣν ὥραν ἠγόρευεν ὁ ἐξ Ἐπιδαύρου τῆς Λιμηρᾶς βουλευτής, διὰ νὰ εὕρω τὴν ἀλληλουχίαν, τὴν ὁποίαν αἱ λεπτομέρειαι, ἃς ἐντεῦθεν ἀφηγήθη ἐπὶ τῶν συμβάντων ἐκείνων, εἶχον πρὸς τὸ εἰδικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐκλήθημεν νὰ συζητήσωμεν σήμερον. Δὲν ἠδυνάμην νὰ συνάψω ὅπως δήποτε μελέτην τόσῳ σπουδαίαν, οἵα εἶναι ἐκείνη εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ πρὸ ὀλίγου ἐπεδόθη μετὰ τοῦ διορισμοῦ τοῦ Χαντζάκου ὡς ἁλατοφύλακος καὶ τοῦ Ἀλαμπάση ὡς τελωνιακοῦ ὑπηρέτου. Ἀλλὰ ὅσον καὶ ἂν μὲ ἐνθαῤῥύνῃ ἡ εὐγενὴς αὕτη ἀνοχὴ τῆς Βουλῆς, ἵνα ἀκολουθήσω αὐτὸν εἰς τὴν ἐξέτασιν ὅλων τῶν ἀντικειμένων, ὧν ἐπελάβετο, δὲν θέλω τὸ πράξει, ἀλλὰ θέλω περιορισθῆ ἀκριβῶς, ἵνα ἀνορθώσω τὰς ἱστορικὰς ἀφηγήσεις, τὰς ὁποίας ἐνέκρινε νὰ κάμῃ ἐντεῦθεν, τὰς ὁποίας ὅμως εὑρίσκω πεπλανημένας. Ὁ προαγορεύσας σᾶς εἶπεν ὅτι ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, ἡ γενομένη κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1874, ἦτο πρᾶξις δικαιολογημένη ἀπὸ τοὺς γενικοὺς κανόνας, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ διέπωσι τὰς ἐνεργείας τῶν πολιτευομένων, καὶ οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦνται ἀπὸ τὸ σύνολον τῶν παραδόσεων τῶν Συνταγματικῶν. Δυστυχῶς δ’ ὑπεστήριξε προσέτι, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῆς 9ης Φεβρουαρίου ἠδύνατο ν’ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι διέλυσε τὴν Βουλὴν εὐλόγως, προσηνέχθη δὲ τιμίως εἰς τὰς μετὰ τοῦ Κοινοβουλίου σχέσεις του, εἰ καὶ εἶχεν ὑποσχεθῆ εἰς αὐτὸ νὰ μὴ κάμῃ χρῆσιν τῶν προνομίων. Ἔχω διάφορον γνώμην ἐπὶ ἑκατέρου τῶν ζητημάτων τούτων. Κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ 1874 ἐκλήθη ἐπὶ τὴν διοίκησιν τῶν πραγμάτων ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας προήδρευεν ὁ ἐξ Ὕδρας Βουλευτής· ἡ Κυβέρνησις δ’ ἐκείνη διεδέχετο τὴν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας προήδρευεν ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής. Τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Δεληγεώργη εἶχε κυβερνήσει 18 περίπου μῆνας τὸν τόπον, τὸ δὲ τοῦ κ. Βούλγαρη ἀνεδεικνύετο καὶ ὑποστηρίζετο ὑπὸ συμμαχίας πολιτικῶν κομμάτων, τὰ ὁποῖα, κρίνοντα πλημμελῆ τὴν πολιτείαν τοῦ κ. Δεληγεώργη, ἐπολέμησαν τὸ ὑπουργεῖον ἐκείνου καὶ συνέπραττον ἀντιπολιτευόμενα αὐτό. Δὲν εἶναι καιρὸς νὰ ἐξετάσω τώρα ἂν τὰ ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Δεληγεώργη συμπράττοντα τότε κόμματα εἶχον δίκαιον κατ’ οὐσίαν ἢ ὄχι, οὐδ’ εἶναι καιρὸς νὰ φέρω κρίσεις ἐπὶ τῆς πολιτείας τοῦ ὑπουργείου τοῦ 1873, διότι νῦν ἀσχολούμεθα περὶ ἕτερα ἀντικείμενα. Εἶναι ὅμως τῆς παρούσης ὥρας, διότι ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος προέβη εἰς τὴν ἱστορικὴν ταύτην ἀφήγησιν, νὰ ἐξετάσω τὸν λόγον, δι’ ὃν συνέστησαν τὰ κόμματα κατὰ τοῦ κ. Δεληγεώργη, καὶ νὰ ἀνακοινώσω εἰς ὑμᾶς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας τὰ κόμματα ἐκεῖνα, τὰ ἀντιπολιτευσάμενα τὸν κ. Δεληγεώργη, εἶχον ἀναλάβει πρὸς τὴν κοινωνίαν. Ἡ ἀντιπολίτευσις κατὰ τοῦ ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου προήδρευεν ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής, διετείνετο ὅτι ἡ πολιτικὴ λειτουργία τοῦ Κοινοβουλίου παρεκωλύετο κατὰ τὸ παρελθὸν ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου, καὶ ὅτι δὲν ἀφίνετο ἐλεύθερον τὸ Κοινοβούλιον νὰ ἐξασκήσῃ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα ἀνέθηκεν εἰς αὐτό. Ἐπομένως διετύπου ἐν γένει τὸ πρόγραμμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἀνέγραφεν ἐν αὐτῷ τὴν ἀκώλυτον λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ τὴν καθιέρωσιν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα ἀνέθηκεν εἰς αὐτό. Ἡ ἔννοια τοῦ προγράμματος τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐκείνης μοὶ φαίνεται ὅτι ἦτο ῥητῶς ἐκπεφρασμένη ἐν τῇ προσφωνήσει, τὴν ὁποίαν ὁ τότε ἀναβὰς τὴν ἕδραν τῆς Βουλῆς διὰ τῆς ψήφου τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Σώματος ἀπηύθυνε πρὸς τὸ Κοινοβούλιον. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τότε διηρμήνευε τὸ φρόνημα τῆς πλειονοψηφίας ῥητῶς διὰ τῆς προσφωνήσεώς του, αἱ δὲ πολιτικαὶ ἔννοιαι, τὰς ὁποίας ἡ προσφώνησις ἐκείνη περιεῖχεν, ἦσαν τὸ πρόγραμμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τοῦ ὑπουργείου Δεληγεώργη, καὶ ἀπετέλουν τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἡ ἀντιπολίτευσις ἀνελάμβανε πρὸς τὴν κοινωνίαν, ἵνα ἐκπληρώσῃ, ὅταν ἔλθῃ εἰς τὴν ἀρχήν. Ἐὰν αἱ ἀντιπολιτεύσεις δὲν ἔχωσι κύριον σκοπὸν νὰ μεταβάλλωσι μόνον τὸ καθεστώς, νὰ ἀντικαταστήσωσι μόνον τὴν ὑπάρχουσαν διοίκησιν, νομίζω, ὅτι κατ’ οὐδένα λόγον δύνανται νὰ δικαιολογηθῶσι λησμονοῦσαι τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀπέναντι τοῦ κοινοῦ ἀνέλαβον συνεπείᾳ τῶν ὑποσχέσεων, τὰς ὁποίας ἔδωκαν πρὸς αὐτὸ, ὅταν ἐζήτησαν τὴν ἐπιδοκιμασίαν του ἐπὶ τῆς πολιτείας των, καὶ διὰ τῆς ἐπιδοκιμασίας ταύτης προσεπάθουν νὰ ῥίψωσι τὴν ὑπάρχουσαν διοίκησιν αὐτῆς. Ἤμην μέλος τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐκείνης, οὐ μόνον διότι κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον συνέπραττον μετὰ ἀνδρῶν πολιτευομένων, τοὺς ὁποίους τιμῶ καὶ ὑπολήπτομαι πάντοτε, ἀλλὰ καὶ διότι ἰδιαίτερα συμβεβηκότα μοὶ ὑπηγόρευον τὴν αὐτὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἐκεῖνοι μετὰ τῶν ὁποίων συνέπραττον εἶχον. Ἐνόμιζον, ἀντιπολιτευόμενος τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη, ὅτι εἶχον ἐλαφρὰν τὴν συνείδησιν διότι ἔπραττόν τι, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐπέβαλε τὸ πρὸς πατρίδα καθῆκον, καὶ διότι ἐνόμιζον, ὅτι ἤθελον συντελέσει ἵνα ἀποκαταστήσω βελτίω τὴν μέλλουσαν κατάστασιν. Ἀφοῦ τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Δεληγεώργη ἀποχώρησε τῶν κοινῶν καὶ τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Βούλγαρη ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν, ἐκπροσωποῦν τὸ φρόνημα τῆς μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀντιπολιτεύσεως, καὶ φέρον πρὸς τὸν τόπον τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἡ ἀντιπολίτευσις ἐκείνη ὑπεσχέθη, εἶχον ἓν καθῆκον, νὰ δώσω τὴν συνδρομήν μου εἰς τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Βούλγαρη. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ πεῖρα τῶν πραγμάτων ἐν Ἑλλάδι μὲ ἐδίδαξεν, ὅτι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὑπερβαλόντως εὔπιστοι, εὑρίσκονται πάντοτε ἐν μεταμελείᾳ, ἐνθυμοῦμαι ζωηρῶς, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος ὑπεσχέθην τὴν συνδρομήν μου πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Βούλγαρη, ἀλλ’ ὑπὸ ῥητοὺς ὅρους, τοὺς ὅρους τῆς ἐκτελέσεως τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας πρὸς τὴν κοινωνίαν ὡς ἀντιπροσωπεῦον τὴν ἀντιπολίτευσιν ἀνέλαβε. Καὶ ὅμως μόλις ἀνέλαβε τὴν κυβέρνησιν τοῦ τόπου, πρωτίστη αὐτοῦ μέριμνα ὑπῆρξε νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν μὲ ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προέβαλε, διὰ νὰ προβιβάσῃ ἕνα ὑπάλληλον τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ, τὸν ὁποῖον εἶχεν, εἰς βαθμὸν ἀνώτερον. Ἐν τούτοις μεταξὺ τῶν συμφωνιῶν καὶ τῶν συνομολογηθεισῶν ἀμοιβαίων ὑποχρεώσεων, ἕνεκα τῶν ὁποίων συνέπραττον εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν κατὰ τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Δεληγεώργη, ἦτο ἡ ὑποχρέωσις νὰ κανονισθῶσιν ἀκριβέστερον αἱ σχέσεις τῶν κυβερνώντων πρὸς τοὺς κυβερνωμένους, διὰ εἰσαγωγῆς νομοσχεδίου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν· ἦτο ἡ λεπτομερεστέρα ἐξέλεγξις τῆς πολιτείας ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἀντεπολιτευόμεθα ἕως τότε· ἦτον ὁ λεπτομερέστερος κανονισμὸς τῆς ἐξασκήσεως τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος διὰ τῆς εἰσαγωγῆς νέου νόμου περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν, δεσμεύοντος τὴν ἐπίδρασιν τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τὴν θέλησιν τῶν ἐκλογέων. Ὅλα ταῦτα ἀπῄτουν ἐργασίαν, ἀπῄτουν σκέψιν καὶ μελέτην· ἀλλὰ καὶ ἡ ἐργασία καὶ ἡ σκέψις αὕτη καὶ ἡ μελέτη ἐγκατελείφθη, ὁ δὲ προβιβασμὸς τοῦ ὑπαλλήλου τοῦ ὑπουργείου ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐκρίθη μᾶλλον κατεπείγων, καὶ μᾶς ἐσυστήθη ὡς τὸ πρώτιστον ἀντικείμενον τῆς μερίμνης ἡμῶν. Τῇ ἀληθείᾳ δὲν σᾶς τὸ κρύπτω, ὅτι ἀπεθαῤῥύνθην. Ἀλλ’ οἱαιδήποτε καὶ ἂν ἦσαν αἱ γνῶμαι ἢ αἱ κρίσεις μου περὶ τῆς πολιτείας τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου, ὁ ὁποῖος προεκάθησε τῶν πραγμάτων, ἤμην πάντοτε ὑπόχρεως νὰ τὰς κρύπτω ἐν τῇ καρδίᾳ μου καὶ ἐν τῇ συνειδήσει μου. Ὑπέταξα αὐτὰς εἰς τὴν γνώμην τῶν πλειόνων, κατὰ δὲ τὴν γνώμην τῶν πλειόνων ὠφείλετο εἰς αὐτὸν σεβασμὸς διὰ τὰς μακρὰς εἰς τὸν τόπον ὑπηρεσίας του. Ὅσας δὲ καὶ ἂν μοὶ ἐγέννα δυσπιστίας ἡ παρελθοῦσα πολιτεία τοῦ ἀνδρὸς, ὤφειλον νὰ σιγήσω καὶ νὰ ἐξακολουθήσω νὰ χορηγῶ τὴν συνδρομήν μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἧς προΐστατο. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἐπερωτήσεις ἐγένοντο ἐν τῷ μέσῳ. Δύω ἔντιμοι βουλευταὶ, τοὺς ὁποίους βλέπω ἐνταῦθα, ὁ βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου κύριος Λομβάρδος καὶ ὁ ἐκ Μέσης κύριος Ζωχιὸς, ἔφερον τὰς ἐπερωτήσεις ταύτας καὶ προέβησαν εἰς συζήτησιν αὐτῶν λίαν ἀνεπτυγμένην. Δὲν σκοπεύω νὰ ἐπικρίνω οὔτε τὸν κύριον Ζωχιὸν, οὔτε τὸν κύριον Λομβάρδον. Δὲν κρύπτω ὅμως, ὅτι ἐνόμισα, ὅτι αἱ συζητήσεις ἐκεῖναι δὲν ἦσαν καθαρῶς συνταγματικαὶ, δὲν ἦτο ἄσκησις τοῦ δικαιώματος τῆς Βουλῆς πρὸς ἐξέτασιν τῆς διαγωγῆς τῶν ὑπευθύνων ὑπουργῶν, ἦτό τι τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο αὐτὸ, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπα. Εἶχον δὲ καθῆκον καὶ ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ὡς πολιτικὸς συμπράκτωρ τῶν εἰρημένων ἐντίμων δύω συναδέλφων μου, νὰ συντελέσω εἰς τὸ νὰ περιορίσω τὰς συζητήσεις ἐκείνας ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα διέγραψε, τὰ δὲ ὅρια ταῦτα περιώριζον τὴν ἐξέτασιν ἐπὶ μόνων τῶν πράξεων τῶν ὑπευθύνων ὑπουργῶν. Ὅθεν διὰ νὰ πραγματοποιήσω τὴν προαίρεσίν μου ταύτην, καὶ νὰ προσενέγκω τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ὤφειλον, διετύπωσα τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν τότε ὑπέβαλα. Δὲν ἦτο πρότασις κατηγορητηρίου, ὡς ὁ ἔντιμος ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς σᾶς εἶπε.

§144ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὴν ἐχαρακτήρησα οὕτως.

§145Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος ἐλησμόνησε τόσον τοὺς ὅρους τῆς πολιτικῆς γλώσσης καὶ τοὺς χαρακτηρισμοὺς τῶν πράξεων, ἵνα ὀνομάσῃ κατηγορητήριον τὴν πρότασίν μου, διὰ τῆς ὁποίας προέβαλον τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων. Διὰ τῆς προτάσεώς μου περὶ τῆς Commission d'enquête ἐνόμιζον, ὅτι ἐπανέφερον τὴν συζήτησιν ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος, ὡσαύτως ὅτι ἐπανῆγον τὴν πορείαν τοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ τῆς συνταγματικῆς ὁδοῦ, ὥστε, ἂν εἶχε πραχθῆ κατὰ τὸ παρελθόν τι τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο σύμφωνον πρὸς τὸ πολίτευμα καὶ τοὺς νόμους, ἢ ἂν εἶχε πραχθῆ κατὰ τὸ παρελθόν τι, τὸ ὁποῖον δὲ ὑπηγορεύετο ἀπὸ τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους, ἐγὼ διὰ τῆς προτάσεώς μου ἐκείνης ἀνεκήρυσσον ὑπευθύνους τοὺς ὑπουργοὺς, ἄφινον δὲ πάντας τοὺς λοιποὺς εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα ὥρισεν εἰς ἕκαστον. Καὶ σᾶς ὁμολογῶ ὅτι ἐχάρην χαρὰν μεγάλην, ὅταν εἶδον ὅτι ἐν τῇ προτάσει, τὴν ὁποίαν διετύπωσα κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν διὰ μολυβδοκονδύλου, ὁ ἔντιμος ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς προσεχώρησε προθύμως καὶ ἔθηκε τὴν ὑπογραφήν του· ἐχάρην διότι ἐν τῇ προσχωρήσει του ταύτῃ ἀνεῦρον τὴν ὁμολογίαν τοῦ κυρίου Λομβάρδου, ὅτι ἐνεφορεῖτο ὑπὸ τῶν αὐτῶν ἰδεῶν, ὑπὸ τῶν ὁποίων ἐνεφορούμην καὶ ἐγώ. Ἡ πρότασις προεβλήθη καὶ ἡ συζήτησις αὐτῆς ἐπῆλθεν. Ἴσως δὲν μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ φέρω κρίσιν τινὰ τώρα ἐπὶ τῆς τακτικῆς, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε τὸ Κοινοβούλιον ἐκεῖνο κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος προτάσεως· λέγω ἴσως δὲν μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον, διότι δὲν πρόκειται νὰ προκαλέσω τὴν γνώμην σας ἐπὶ τῆς κρίσεως ταύτης. Εἶναι κρίσις ἁπλῶς ἱστορικὴ, καὶ μ’ ὅλον ὅτι αἱ ἱστορικαὶ κρίσεις δὲν ἔχουσι χώραν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἀλλ’ ἐν ταῖς ἱστορικαῖς συγγραφαῖς, εἶμαι ὅμως ἠναγκασμένος νὰ μὴν παραλείψω νὰ σᾶς ἀνακοινώσω τὴν κρίσιν μου ταύτην, διότι νομίζω, ὅτι καὶ ἐκ τοῦ συμβεβηκότος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐπικρίνω, ἐπῆλθον περιπλοκαὶ δυσαρέστως ἐπηρεάσασαι τὴν πολιτικήν. Πρόκειται νὰ ἐπικρίνω τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς Commission d'enquête. Ἐγὼ, ὁ ἀναπτύξας τὴν πρότασιν ἐκείνην, προσδιώριζον ῥητῶς τὰ ἀντικείμενα, ἐπὶ τῶν ὁποίων προεκάλουν τὴν ἐξέτασιν τῆς Βουλῆς· ταῦτα δὲ ἦσαν προσδιωρισμένα οὕτως, ὥστε ἦσαν τῷ ὄντι ἀντικείμενον ἐρεύνης τοιαύτης, ὁποίαν ἡ πρότασις περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς ἀπῄτει. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις μετεβλήθη εἰς συζήτησιν πολιτικὴν, καὶ τὴν μίαν ἡμέραν ἀντήχουν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ παράπονα κατὰ τοῦ διορισμοῦ ὁδηγῶν, τὴν ἄλλην ἡμέραν κατὰ τῆς διαγωγῆς μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων. Ἐὰν δέ τις ἐτύγχανεν ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις κατὰ τὰς συνεδριάσεις ἐκείνας, ἤθελεν ὑπολάβει ὅτι συνετάττετο ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, καὶ ὅτι οἱ κύριοι βουλευταὶ ἡμιλλῶντο πῶς διὰ τῆς ἀπαντήσεως ταύτης νὰ κάμωσι γνωστὰ τὰ πολιτικά των φρονήματα εἰς τὸν Ἡγεμόνα, ἵνα ὁδηγηθῇ ἂν πρέπῃ νὰ συντηρήσῃ ἢ μὴ τὰ ὑπάρχοντα εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρόσωπα. Καὶ ὅμως ἡ πολιτικὴ, ἡ ὁποία ἐξητάζετο, ἦτο πορεία πολιτικῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπῆρχον πλέον εἰς τὴν ἀρχήν· ὁ δὲ Ἡγεμὼν δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ μάθῃ τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς ὁποῖον ἦτο, ἀφοῦ οἱ ἄνθρωποι, περὶ ὧν τὸ φρόνημα, δὲν ἦσαν πλέον ἐν τῇ ἀρχῇ. Ἡ παρεκτραπεῖσα τῷ ὄντι ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου συζήτησις περιέλαβε τοσαῦτα ἀντικείμενα, ὥστε ἂν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀνεπάλει τις τὰ τότε γενόμενα ἤθελεν εἰκάσει μετὰ λόγου, ὅτι οἱ μετασχόντες τῆς συζητήσεως ἐκείνης ὡδηγοῦντο περισσότερον ἀπὸ τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας εἶχον τότε νωπὰς περὶ τῶν ἀδικημάτων, τὰ ὁποῖα τυχὸν συνέβησαν εἰς αὐτοὺς, ὡδηγοῦντο περισσότερον ἀπὸ τὰ αἰσθήματα τῆς καρδίας των, ἢ ἀπὸ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας εἶχον μετέχοντες τῆς συζητήσεως, καὶ ἀπὸ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ὑπηγόρευεν αὐτοῖς ἡ συνείδησις. Διάταξις ῥητὴ τοῦ Συντάγματος δίδωσι τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ συνιστᾷ ἐξεταστικὰς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὰς· διὰ δὲ τῆς ἐκτελέσεως τῆς διατάξεως ταύτης δὲν ἐπέρχεται διατάραξις εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς συνταγματικῆς μηχανῆς. Ἑκάστη ἀρχὴ μένει εἰς τὴν θέσιν της, οὐδεμία δὲ προσγίνεται ἀφορμὴ νὰ διαταραχθῇ ὁ συνταγματικὸς κόσμος, νὰ διαταραχθῇ εἴτε ἡ λειτουργία τοῦ Κοινοβουλίου, εἴτε ἡ γαλήνη τῆς κοινωνίας, εἴτε τὸ ἀνεύθυνον ἢ τὸ ὕψιστον τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας. Καὶ ὅμως τῆς προτάσεως ἐκείνης ἡ συζήτησις προήγαγε κρίσεις ἀσυμβιβάστους πρὸς ταῦτα πάντα, καὶ συνεπείας ἀπροσδοκήτους καθ’ ὅλα. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, καὶ τὴν ὁποίαν ὑπέγραψε κατόπιν καὶ ὁ κύριος Λομβάρδος, ὅτι ἦτον αὐθαίρετος ἢ ἰδιότροπος γνώμη ἐμοῦ; ὅτι ἐγὼ ὑπέβαλον τὴν πρότασιν, διότι ἐπεθύμουν ἵνα οὕτω πολεμήσω πολιτικοὺς ἀντιπάλους καὶ ἐλαττώσω τὴν πρὸς αὐτοὺς ὑπόληψιν ἐν τῇ Κοινωνίᾳ; Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ μὲ ἀδικήσῃ εἰς τοσοῦτον βαθμόν. Ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης παρακάθηνται πολλοὶ ἔντιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσιν, ὅτι ἡ πρότασις ἡ ἐμὴ ὡς καὶ αἱ λεπτομέρειαι αὐτῆς ἐξητάσθησαν, ἐκανονίσθησαν, καὶ ἐπεκυρώθησαν ὑπὸ πολλῶν ἐντίμων βουλευτῶν. Δὲν θέλω ὑποτεθῇ παραβιάζων τὰ ἀπόῤῥητα, τὰ ὁποῖα ἡ πολιτικὴ ἐμπιστοσύνη μοὶ κατέστησε γνωστὰ, ἐὰν ἀναφέρω ὅτι εἴκοσι καὶ πλέον περιφανεῖς ἄνδρες, κατέχοντες ἐπισημοτάτας ἐν τῇ πολιτείᾳ θέσεις, συνεμερίσθησαν καὶ ἐπεκύρωσαν τὰ τότε γενόμενα. Δὲν θέλω ὑποτεθῆ δὲ, ὅτι παραβιάζω ἀπόῤῥητα ἐμπιστευθέντα μοι, ἐὰν κάμω γνωστὸν, ὅτι δύω ἐκ τῶν ἐπισημοτέρων ἀνδρῶν ἐκείνων ἀνέλαβον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κάμωσι γνωστὰ τὰ τότε ἀποφασισθέντα εἰς τὸν τότε πρωθυπουργὸν κύριον Βούλγαρην, ὅτι ἀνεκοίνωσαν αὐτῷ ταῦτα, καὶ ὅτι ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀπήντησεν εἰς αὐτοὺς λέγων: «ἀκόμη προσθέσατε, αὐτὰ εἶναι ὀλίγα ποῦ ἐβάλατε, βάλετε πολλὰ, πολλὰ, αὐτὰ εἶναι ὀλίγα.» Ὥστε αὐτὴ ἡ πρότασις περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ἐκάκισεν ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος, καὶ τὴν ὁποίαν ἐθεώρησεν ὡς αἰτίαν ὅλων τῶν κακῶν, εἶχε τὴν ψῆφον οὐ μόνον ὅλων τῶν συμπραττόντων τότε κομμάτων, ἀλλὰ καὶ τοῦ κ. Βούλγαρη καὶ τῶν συναδέλφων αὐτοῦ. Βεβαίως ἐν τῷ βουλευτηρίῳ ἑδρεύουσι πλεῖστοι ἄνδρες ἐξ ἐκείνων οἵτινες ἐσυζητοῦμεν ἐν τῷ βουλευτηρίῳ ἐκείνῳ. Ἀλλὰ μόλις ἡ συζήτησις προέβη, ἡ γνώμη τοῦ προέδρου τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μετεβλήθη. Ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εὗρε τότε, ὅτι ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως ἐκείνης ἀνέτρεπε τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, ὑπέσκαπτε τὰς βάσεις τοῦ πολιτεύματος, ἠπείλει τὴν δημόσιον ἀσφάλειαν τοῦ τόπου, καὶ ὅτι τὸ Κοινοβούλιον ἔπρεπε νὰ σταματήσῃ. Καὶ ἰδοὺ ἡ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν ἡ ἀντιπολίτευσις κατὰ τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Δεληγεώργη ὑπεστήριζεν, ἰδοὺ ἡ Κυβέρνησις ἐπῆλθε νὰ σταματήσῃ τὸ Κοινοβούλιον κατὰ τὴν ἄσκησιν τῶν δικαιωμάτων του. Εἰμὶ πεπεισμένος ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἡ μεγίστη τῶν ἀντιφάσεων, εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελε περιπέσει τις, ἀντιπολιτευόμενος τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Δεληγεώργη χθὲς καὶ ὑποστηρίζων σήμερον τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Βούλγαρη, οὕτω πολιτευομένου.

§146ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς παρεκώλυσα.

§147ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀποτείνω εἰδικῶς πρὸς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Μεσολογγίου τὸν λόγον. Ἡ συνείδησις τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἔχω πρὸς τὴν πολιτείαν ὅταν πολιτεύωμαι, εἶναι τοσοῦτον μεγάλη καὶ ἀκμαία, ὥστε ὀφείλω νὰ ὑποτάσσω τὰς πράξεις μου εἰς αὐτὴν καὶ μόνην αὐτήν· ἑπομένως καὶ ἀντιπολιτευόμενος ἐκείνου, ὑπεῖκον εἰς τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς συνειδήσεώς μου, ἔστω καὶ πεπλανημέναι καὶ ἂν θεωρηθῶσιν, ἀντιπολιτευόμενος δὲ κατόπιν τοῦ κ. Βούλγαρη, ἐξεπλήρωσα πάλιν τὸ καθῆκον. Ἴσως ἠθέλατε νὰ εἰπῆτε ὅτι μετεμελήθην, ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι καὶ τὸ πρὶν ἐξεπλήρωσα καὶ ἔπειτα πάλιν ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου. Ἀλλὰ πῶς νὰ σταματήσῃ ἡ πορεία τοῦ Κοινοβουλίου; Τὸ Κοινοβούλιον εἶχεν ἀρχίσει τὴν συζήτησιν, ἐσυζήτει δέκα ἡμέρας, πῶς νὰ τὴν σταματήσῃ; Τότε ἐνθυμήθη ἡ Κυβέρνησις τὸν προϋπολογισμόν. Δὲν ἠμποροῦσε νὰ ὑποφέρῃ αὐτὴν τὴν μεγάλην συνταγματικὴν ἀνωμαλίαν, νὰ ἀρχίσῃ ὁ Ἰανουάριος, νὰ προβῶμεν εἰς τὰ τέλη τοῦ Φεβρουαρίου, καὶ νὰ μὴ ἔχῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους, καὶ νὰ ζῇ μὲ τὰς πιστώσεις τὰς ὑπὸ τῆς Βουλῆς χορηγουμένας!! Ἡ Κυβέρνησις, περίφροντις διὰ τὴν διατήρησιν τοῦ Συντάγματος μέχρις εὐλαβείας, ἐμερίμνα καὶ ἐτύρβαζε καὶ ἐπέμενε νὰ προηγηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς πάσης ἄλλης ἐργασίας. Διώρων ἐν τῷ ψευδεῖ ἐκείνῳ ἐπιχειρήματι τὴν πλάνην· ἤλπιζον καὶ εἶχον τὴν εὔλογον ἀξίωσιν καὶ ἐγὼ ἴσως καὶ οἱ ἄλλοι μετὰ τῶν ὁποίων κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους συνεβάδιζον, καὶ μετὰ τῶν ὁποίων συνεπολιτευόμην ἐν τῷ βουλευτηρίῳ, νὰ διίδῃ ὡσαύτως τὴν πλάνην ἐκείνην ὁ προϊστάμενος αὐτῶν· εἶχον τὴν ἀξίωσιν ταύτην, διότι ἀπέδιδον εἰς αὐτὸν μεγάλην τιμὴν, τὴν ὁποίαν καὶ νῦν ἀποδίδω εἰς αὐτὸν διὰ τὴν πεῖραν καὶ τὸν πατριωτισμόν του, ὅστις πιθανῶς ὑπηγόρευε καὶ τὰς πράξεις του ἐκείνας· δυστυχῶς ὅμως σκέψεις εἰδικαί, προερχόμεναι ἴσως ἐκ τῆς ἀνάγκης, ὑπηγόρευσαν εἰς αὐτὸν τὴν ἀπόφασιν νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑποστηρίζων τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Βούλγαρη. Ἔκτοτε δ’ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀνεγράφη φράσις, ἡ ὁποία ἐπαναλαμβάνεται ἑκάστοτε καὶ ἐγείρει τὸ μειδίαμα τῶν ἀκουόντων: «θέλομεν ὑποστηρίζει τὴν Κυβέρνησιν ἕως ὅτου ἐφαρμόζει τὰς ἀρχὰς τῆς τέως ἀντιπολιτεύσεως.» Τὸ μειδίαμα τὸ ἐμὸν ἐπροκάλεσε βεβαιότατα, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων, τῶν ἐνθυμουμένων τὴν τότε κατάστασιν τῆς Βουλῆς, ἐπροκάλεσε τὸ μειδίαμα. Δὲν νομίζω, κύριοι, ἡ τέχνη τοῦ πολιτεύεσθαι, ἡ πολιτικὴ, νὰ ᾖναι τέχνη τοῦ δόλου καὶ τῆς ἀπάτης· δὲν νομίζω, ὅτι οἱ κανόνες, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ διέπωσι τὰς πράξεις τοῦ κυβερνήτου, νὰ ᾖναι τοσοῦτον ἀπομεμακρυσμένοι ἀπὸ τοὺς κανόνας τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς τιμῆς. Ἐὰν ἡ ἐπιστήμη τοῦ πολιτεύεσθαι δὲν εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, ἤθελεν εἶσθαι προσιτὴ οὐ μόνον εἰς τοὺς πολιτευομένους, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ἐν τοῖς δεσμωτηρίοις, διότι τὰ δεσμωτήρια χωρίζονται βεβαίως τῆς πολιτικῆς διὰ τῶν κανόνων τῆς ἠθικῆς. Ἐννέα μόνον ὑπελείφθησαν ψηφοφορήσαντες κατὰ τοῦ ὑπουργικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ὁ ἔντιμος ἐξ Ἐπιδαύρου τῆς Λιμηρᾶς βουλευτὴς, ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπέβαλε τότε εἰς τὴν Βουλὴν ζητήσας νὰ προταχθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως ἐκείνης. Ἐννέα βουλευταί· ἀλλὰ ὄχι· δὲν ἤμεθα μόνον ἐννέα, ἠθέλαμεν ἐμμείνει ψηφοφοροῦντες περισσότεροι τὴν ἡμέραν ἐκείνην κατὰ τοῦ ὑπουργικοῦ ζητήματος. Ἐπειδὴ ὅμως ἐγνώριζον τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἡ ψῆφος ἑκάστου ἐπάγει εἰς αὐτὸν, ἐγὼ πρῶτος ἀπέτρεψα τοὺς ἄλλους τούτους νὰ ψηφοφορήσωσι κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ ὑπουργείου, διότι ἔκρινον, ὅτι πρὸς τὴν ζημίαν, ἥτις ἤθελε προκύψει ἐκ τοῦ παραγκωνισμοῦ τῆς προτάσεως ἐκείνης, ἤθελε προκύψει καὶ ἄλλη ζημία, νὰ εὐκολυνθῇ τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἐπιτύχῃ ὅ,τι ἀποδεδειγμένως ἐζήτει νὰ ἐπιτύχῃ, ἐὰν εὑρίσκετο τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐν μειοψηφίᾳ. Ἴσως τὴν στιγμὴν ταύτην παρακάθηταί πού τις τῶν βουλευτῶν, ὅστις ἦλθε καὶ μὲ ἠρώτησε πῶς νὰ ψηφίσῃ, καὶ ἴσως ἐνθυμεῖται, ὅτι εἶπον αὐτῷ νὰ ψηφοφορήσῃ ὑπὲρ τοῦ ὑπουργείου. Ἄλλως, ὤφειλον νὰ πράξω τοῦτο καὶ δι’ ἄλλον λόγον ἀκόμη· ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης, κηρυσσόμενος πολέμιος τῆς Κυβερνήσεως, ὤφειλον νὰ μὴ συμπράξω εἰς τὴν πτῶσιν αὐτῆς, εἰμὴ ἐφ’ ὅσον ἠδυνάμην νὰ συντελέσω εἰς τὸν καταρτισμὸν διαδόχου Κυβερνήσεως. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τοὺς πολιτευομένους νὰ πολεμῶσι τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ μὴ ἔχωσι τὴν ὑποχρέωσιν συγχρόνως νὰ οἰκοδομήσωσι νέαν. Ἐγὼ δὲ ἐνῷ ἀπέναντί μου εἶχον ὑπουργοὺς, τοὺς ὁποίους ὤφειλον νὰ πολεμήσω, προσέβλεπον πρὸς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ὡς ἀντιπολιτευόμενος ἐπολέμησα, καὶ πρὸς ἐξέτασιν τῶν πράξεων τῶν ὁποίων ἐπρόβαλον τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς. Ἔκυπτον λοιπὸν ὑπὸ τὸ βάρος τῶν ὑποχρεώσεων καὶ τῶν δυσκολιῶν μὲ τὰς ὁποίας μὲ περιέβαλον αἱ σχέσεις μου αὗται. Διὰ τοῦτο προέτρεψα τοὺς φίλους μου τούτους νὰ ἀφήσωσι τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῇ πλειονοψηφίᾳ, οὔτε νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην νὰ ἀποχωρήσῃ τῶν πραγμάτων.

§148ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ μιᾶς ψήφου. Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ πρόεδρος Θ. Ζαΐμης.

§149Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐνόμισεν, ὅτι, καίτοι ἔχουσα πλειονοψηφίαν μιᾶς ἢ δύω ψήφων, εἶχε τὸ καθῆκον νὰ παραιτηθῇ. Τῇ ἀληθείᾳ θαυμάζω βλέπων ἀντιγραφὰς ξηρὰς τῶν ἀλλαχοῦ γιγνομένων, ἀθετήσεις δὲ τῶν ἐννοιῶν τῶν συνταγματικῶν παραδόσεων καὶ ἐθίμων. Περίδοξος ἀνὴρ τῆς Ἀγγλίας, ὁ Γλάδστων, βλέπων τὸ ἀποτέλεσμα τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν καθ’ ἑαυτοῦ, σπεύδει καὶ παραιτεῖται πρὶν ἡ Βουλὴ ἐκφρασθῇ, διότι ἐπείσθη, ὅτι ἡ πλειοψηφία τῶν ἐκλεχθέντων δὲν ἦτο ὑπὲρ αὐτοῦ. Τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1874, βλέπον ἐκ τῆς ψηφοφορίας τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ὅτι δύω μόνον ψήφων εἶχε πλειονοψηφίαν, δὲν ἐδέχετο τὴν προσβολὴν, δὲν ἐδέχετο τὴν περὶ τῆς πλειοψηφίας του ἀμφιβολίαν· ἀλλὰ ὁ Γλάδστων οὐδέποτε ἤθελε δεχθῆ νὰ σχηματίσῃ κυβέρνησιν, καθ’ ὃν χρόνον δώδεκα μόνον ψήφους ἠρίθμει ἐν τῇ Βουλῇ. Καὶ δὲν ἐξετάζετε, κύριοι, πόσας ψήφους εἶχεν ὁ κύριος Βούλγαρης ὅταν ἦλθεν εἰς τὴν κυβέρνησιν; Δὲν εἶχε παρὰ 12 μόνον ψήφους. Πῶς δὲ κόμμα, τὸ ὁποῖον ἠρίθμει 12 μόνον ψήφους, ἐτόλμησε νὰ ἀναλάβῃ τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων; Ἐὰν δ’ ὑποτεθῇ ὅτι ἐστηρίζετο ἐπὶ τῆς συνδρομῆς τῶν ἄλλων δύω κομμάτων, μὲ τὰ ὁποῖα συνέπραττε, πῶς δὲν ὑπώπτευεν ὅτι, ἀφ’ οὗ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἠδυνήθη νὰ κληθῇ εἰς τὴν κυβέρνησιν διενοήθη νὰ ἀπατήσῃ αὐτὰ, καὶ νὰ ἀθετήσῃ τὰς κοινὰς ὑποχρεώσεις, δὲν ἦτον δυνατὸν νὰ ἔχῃ βεβαίαν τὴν συνδρομὴν ταύτην; (Χειροκροτήματα ῥαγδαῖα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).

§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσετε, κύριοι, διότι, ἂν δώσητε καὶ ἄλλην ἀφορμὴν, θὰ ἀναγκασθῶ νὰ λάβω τὴν ἄδειαν νὰ διατάξω τὴν ἐκκένωσιν.

§151Ν. ΣΟΥΤΣΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς προβλέπει, κύριε πρόεδρε, καὶ δύνασθε νὰ διατάξητε τὴν ἐκκένωσιν.

§152Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μολονότι ἡ φωνὴ τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς εἶναι σεβαστὴ καὶ πρέπει νὰ ἀκουσθῇ ἀπὸ ἐκείνους, οἵτινες ἀκροῶνται τῶν συζητήσεων ἡμῶν, μ’ ὅλα ταῦτα ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀπευθύνω καὶ ἐγὼ τὴν παραίνεσιν εἰς τοὺς ἀκροωμένους, ὅτι αἱ συζητήσεις τῆς Βουλῆς εἶναι πολὺ σπουδαῖαι καὶ καθ’ ὑπερβολὴν σοβαραὶ, δὲν ἁρμόζει δὲ νὰ συνταράττωσιν ἑκάστοτε αὐτὰς δι’ ἐπιδοκιμασιῶν καὶ ἀποδοκιμασιῶν. Οἱ ὑπουργοὶ τῆς 9ης Φεβρουαρίου 1874, τῶν ὁποίων ἦτο τόσον εὔθικτος ἡ φιλοτιμία καὶ τόσον μεγάλη ἡ προσοχὴ πρὸς τὰς σχέσεις καὶ ὑποχρεώσεις των πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, οἱ ὑπουργοὶ, οἵτινες ἕνεκα τούτου ἠναγκάσθησαν νὰ μὴν ἐξακολουθήσωσι νὰ ὑπηρετήσωσι, διότι εἶχον πλειονοψηφίαν δύω μόνον ψήφων, οἱ ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι ἐδέχθησαν νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν κυβέρνησιν καὶ νὰ λάβωσιν αὐτὴν, ἔχοντες 12 μόνον ψήφους, καὶ ἐπιστηριζόμενοι εἰς τὴν συνδρομὴν τῶν κ. κ. Κουμουνδούρου καὶ Ζαΐμη, τοὺς ὁποίους ἐκ τῆς πρώτης στιγμῆς διενοοῦντο νὰ ἐξαπατήσωσιν, ὡς καὶ ἐξηπάτησαν.

§153ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ πιστεύω.

§154Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι παρόντες οἱ δύω μεγάτιμοι πολῖται, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα, καὶ δύνανται νὰ μὲ διαψεύσωσι. Παρητήθη λοιπὸν τὸ ὑπουργεῖον. Μετὰ τὴν παραίτησιν δὲ αὐτοῦ βεβαίως ὁ Βασιλεὺς εὑρέθη εἰς δυσκολίαν. Δὲν εἶναι κοινοβουλευτικὸν, κύριοι, ν’ ἀναφέρηται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως, μετὰ μεγάλης δὲ προσοχῆς τηρῶ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην. Ὁμιλῶν ὅμως περὶ τῶν πράξεων τῆς Βασιλικῆς ἀρχῆς, καὶ περὶ τῆς ἀσκήσεως τῶν προνομίων, ἐννοῶ πάντοτε ἐκείνους, οἵτινές εἰσιν οἱ σύμβουλοι τοῦ ἡγεμόνος, ἐννοῶ τοὺς ὑπευθύνους ὑπουργούς. Λοιπὸν ἐὰν φράσις τις τοῦ λόγου μου περιέχῃ ἐπίκρισιν ἀσκήσεως δικαιώματος, ἀποδιδομένου εἰς τὴν Βασιλικὴν ἀρχὴν, ἀπευθύνεται πρὸς ἐκείνους, οἵτινες φέρουσιν ἐπὶ τούτῳ τὴν νόμιμον καὶ συνταγματικὴν εὐθύνην. Παρὰ τοῦ Ἡγεμόνος ἐκλήθησαν ἀλληλοδιαδόχως ὁ κ. Δεληγεώργης, ὅστις δὲν ἐσχημάτισε κυβέρνησιν, καὶ κατόπιν ὁ κ. Βούλγαρης, ὁ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὑπάρχων ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Ὁ κ. Βούλγαρης, ὡς ἠκούσατε, εἶπεν ὅτι ἤθελεν ἐξακολουθήσει ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ἐρωτήσῃ τοὺς συμμάχους αὐτοῦ· ἐπειδὴ δὲ οὗτοι τῷ εἶπον, ὅτι ὑποστηρίζουσιν αὐτὸν, ἐν ὅσῳ ἐφαρμόζει τὰς ἀρχὰς τῆς τέως ἀντιπολιτεύσεως, ὁ κ. Βούλγαρης ἔμεινεν ἐν τῇ ἀρχῇ. Δὲν παρελείπετο ὅμως ἡ προεξέλεγξις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἤμην μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ μετὰ τοσαύτης συνεχείας αὕτη εἰργάζετο, ὥστε οὔτε καιρὸν ἐλάμβανον τὰ μέλη της νὰ προγευθῶσι· μετὰ τοσαύτης δὲ σπουδῆς, ὥστε καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς συνετάχθη κακὴν κακῶς, καὶ εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν, καί τοι μὴ φέρουσα τὸν νόμιμον ἀριθμὸν τῆς πλειονοψηφίας τῶν μελῶν της. Ἀλλ’ ἐπῆλθον αἱ ἑορταὶ τοῦ Πάσχα, καὶ οἱ ὑπουργοὶ ἐζήτουν τὴν μεγάλην Παρασκευὴν καὶ τὸ μέγα Σάββατον νὰ συνεδριάσωμεν, διὰ νὰ ἀρξώμεθα τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἐπειδὴ δὲ τοῦτο δὲν ἦτο δυνατόν, ἐνεκρίθη 15 ἡμερῶν διακοπή. Ἀλλὰ τὴν δεκάτην ἕκτην ἡμέραν, ἐνῷ ἠτοιμαζόμεθα νὰ συνέλθωμεν νὰ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐνόμισεν, ὅτι εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν, νὰ παραιτηθῇ. Διατί; διότι ἐκλονίζετο, ὡς εἶπεν, ἡ ἐν τῇ Βουλῇ πλειονοψηφία. Καὶ ποῦ τὸ ἐγνώριζεν; Ὑπῆρξε συζήτησίς τις; Ὑπῆρξε ψηφοφορία τις ἐνδείξασα εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μεταβολήν τινα; Ἡ Βουλὴ οὐδεμίαν εἶχε κάμει νέαν ψηφοφορίαν, αὐτὸς δὲ δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ οὐδένα λόγον πρὸς παραίτησιν. Ἀλλ’ εἶχεν ὁ κ. Βούλγαρης σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἀρχῆθεν ἐπεδίωκεν· ἐπεθύμει τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, καὶ ἰδοὺ ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐκείνου παραιτηθεὶς ἔλαβε τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Τὴν ἔλαβε, διότι εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχει τὴν πλειοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλὰ δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἔχει τὴν πλειοψηφίαν, ἀφ’ οὗ ἡ πλειοψηφία του ἀπετελεῖτο πάντοτε ἐκ τῶν τριῶν κομμάτων, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου, αὐτὸς δὲ οὐδέποτε ἠρίθμει πλείονας τῶν δώδεκα ψήφων. Δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἐν τῇ Βουλῇ πλειοψηφία ἐκλονίσθη, διότι οὐδεμία ψηφοφορία ἐγένετο ἀποδεικνύουσα τοῦτο. Ἂν ψηφοφορία τις ἤθελεν ἀποδείξει ὅτι ὁ κ. Βούλγαρης εἶχεν ἀπολέσει τὴν πλειοψηφίαν, ἡ ψηφοφορία ἐκείνη ἤθελεν ἐνδείξει συγχρόνως εἰς ποίους ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς εἶχε μεταστῆ, καὶ ὁδηγήσει τὸν ἡγεμόνα νὰ ἀποταθῇ πρὸς αὐτοὺς χωρὶς νὰ γένηται χρῆσις τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς· ἐκεῖνοι δ’ οἵτινες ἤθελον ἀποτελέσει τὴν πλειοψηφίαν, ἤθελον ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σχηματίσωσι Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ μεταξὺ τοῦ κ. Δεληγεώργη, ἀντιπολιτευομένου ἀριθμοῦντος 70 ψήφους περίπου, καὶ ἡμῶν τῶν καταψηφισάντων τοῦ κ. Βούλγαρη, δὲν ὑπῆρχε συνεννόησις πολιτικὴ, οὐδὲ συνάντησις ἐπὶ τῶν αὐτῶν πολιτικῶν ἰδεῶν, ὥστε νὰ συμπράξωμεν. Ἐπομένως εἶχον καθῆκον νὰ προσέξωμεν νὰ μὴ συντελέσωμεν εἰς τὴν πτῶσιν τοῦ ὑπουργείου, ὅπως μὴ ἀναδεχθῶμεν τὴν εὐθύνην τοῦ σχηματισμοῦ νέας Κυβερνήσεως. Καὶ πραγματικῶς ὁ κ. Δεληγεώργης ἐδήλωσεν, ὅτι θέλει παράσχει τὴν συνδρομήν του διὰ νὰ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, καὶ νὰ μὴ ἐπέλθωσι προσκόμματα εἰς τὴν κυβερνητικὴν πορείαν· ἐγὼ δὲ δὲν ἐδήλωσα τοῦτο, διότι δὲν ἔκρινα σπουδαῖον νὰ δηλώσω, ἀφ’ οὗ δὲν ἠρίθμουν παρὰ 5–6 ψήφους μετ’ ἐμοῦ. Ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἔσπευδε νὰ παραιτηθῇ, δὲν ἤθελε πολεμηθῆ· ἤθελε διέλθει τὴν σύνοδον καὶ δὲν ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ τὴν διάλυσιν. Ἀλλὰ ἔσπευσε νὰ ζητήσῃ τὴν παραίτησιν ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἐκλονίσθη ἡ πλειοψηφία, νὰ ἐκβιάσῃ τὴν Βασιλικὴν ἀρχὴν νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Ἡ διάλυσις λοιπὸν τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη, δὲν ἦτο πρᾶξις δεδικαιολογημένη ὅπως παρέστησεν αὐτὴν ὁ κ. ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς βουλευτής· εἶναι πρᾶξις, ἥτις εἶναι ἀξία ἐπικρίσεως. Καὶ ἂν ᾖναι ἀξία ἐπικρίσεως ἡ ἄσκησις τοῦ δικαιώματος τοῦ διαλύειν τὴν Βουλὴν καθ’ ὅλας τὰς περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας δὲν θεωρεῖται ἐπιτετραμμένη ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, εἶναι ἀξία ἐπικρίσεως πολὺ περισσότερον κατὰ τὴν περίπτωσιν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἀναλαμβάνοντες αὐτὴν τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τούτου εἶχον ἀναλάβει καὶ πρὸς τὴν κοινωνίαν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴν ἀναλάβωσιν αὐτὴν, διότι ὑπεσχέθησαν, ὅτι δὲν θέλουν κάμει χρῆσιν κἀμμίαν τῶν ἡγεμονικῶν προνομίων, εἶχον ἀναλάβει καὶ πρὸς τοὺς πολιτευομένους τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, διότι οὕτως συνεφώνησαν μετ’ αὐτῶν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὸ πολυώδυνον ἐκεῖνο στάδιον τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βίου μου περιῆλθον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἔλθω εἰς συνεννοήσεις πολιτικὰς μετὰ πολιτευομένων, μετὰ τῶν ὁποίων δὲν εἶχον συνειθίσει κατὰ τὸ παρελθὸν νὰ εὑρίσκωμαι εἰς συνεννοήσεις τοιαύτας· εὑρέθην δ’ εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην, διὰ μόνον τοῦτον τὸν λόγον. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι μία ἐκ τῶν βάσεων τῶν συνεννοήσεών μου ἐκείνων ἦτον ἡ ἀξίωσις, ὅτι καὶ ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις, ἡ σχηματισθησομένη, δὲν ἤθελεν ἔχει τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Κοινοβουλίου, δὲν ἠθέλομεν οὐδὲ ἀποκόψει τὸν ἑξάμηνον βίον τῆς Βουλῆς, τὸν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προσδιορισθέντα, οὐδὲ προσφύγει εἰς μέτρον τι, ἵνα σταματήσωμεν τὴν πορείαν αὐτῆς, ἀλλ’ ἠθέλομεν ὑποταχθῆ εἰς τὴν ἔκφρασιν τῆς θελήσεώς της καὶ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῆς ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως. Εἶχον ἀληθῶς προΐδει, κύριοι, τὰ τότε γενόμενα. Ὅταν τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Βούλγαρη ἐγκαθίστατο ἐπὶ τῶν πραγμάτων, τότε ἦσαν νωπαὶ αἱ συμβάσεις καὶ αἱ συμφωνίαι, καὶ ὑπέσχετο εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἤθελε κάμει χρῆσιν τῶν ἡγεμονικῶν δικαιωμάτων, διὰ τοῦ τότε ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ὅταν ἐπῆλθεν ὁ καιρὸς νὰ γένηται χρῆσις τῶν ἡγεμονικῶν προνομίων, ὅτι ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ἦτο δυνατὸν νὰ τῷ δοθῇ, δὲν ἦσαν πλέον νωπαὶ αἱ ὑποσχέσεις καὶ αἱ συμφωνίαι, παρεσκευάσθησαν συμβεβηκότα ἄλλα, τὰ ὁποῖα προωρίζοντο νὰ δικαιολογήσωσι καὶ νὰ καταστήσωσι δυνατὴν τὴν ἀπόκτησιν τοῦ δικαιώματος ἐκείνου. Καὶ ποῖα μὲν εἶναι τὰ προπαρασκευασθέντα συμβεβηκότα δὲν ἁρμόζει εἰς ἐμὲ νὰ κάμω λόγον, ἴσως δὲ περὶ τούτου κάμει μνείαν ἄλλος τις. Χρεωστῶ ὅμως νὰ μὴ παραλίπω τὴν κρίσιν, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου τῆς Λιμηρᾶς πρὸ μικροῦ. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος νομίζει, ὅτι ἡ λειτουργία τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος προσκόπτει εἰς τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν κομμάτων. Καὶ δὲν γνωρίζω ποίας ἰδέας ἔχει περὶ τοῦ δεσμοῦ, τοῦ συνδέοντος τοὺς διαφόρους πολιτευομένους εἰς κόμματα· δὲν γνωρίζω τί φρονεῖ περὶ τῶν λόγων τῆς ἐσωτερικῆς συνοχῆς τῶν κομμάτων. Ἀλλὰ δὲν μοὶ εἶναι πολλὰ ἐνθαῤῥυντικὸν νὰ ὁδηγηθῶ ἀπὸ τοὺς λόγους αὐτοῦ, διὰ νὰ κρίνω περὶ τῶν ἰδεῶν του περὶ τῆς συνοχῆς ταύτης. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὰ τέλη τοῦ παρελθόντος μηνὸς, ἀπαντῶν εἰς ἐρώτησιν τοῦ κ. Λομβάρδου, διακόψαντος αὐτὸν ἀγορεύοντα, ἔδωκε τὴν πληροφορίαν, ὅτι αἱ περὶ τῆς συνοχῆς τῆς ἐσωτερικῆς τῶν κομμάτων ἰδέαι του εἶναι πολλὰ διάφοροι τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἔχω. Ἐγὼ δὲν νομίζω, ὅτι τὰ μέλη τῶν κομμάτων ὀφείλουσι νὰ ἀρνῶνται τὴν ἐλευθερίαν τοῦ κρίνειν ἐπὶ τῶν πολιτικῶν συμβεβηκότων, οὐδὲ στεροῦνται τῆς ἐλευθερίας τοῦ συζητεῖν τὰς γνώμας, οὐδ’ ἀπαλλάσσονται ἀπὸ τὸ καθῆκον τοῦ ὑποστηρίζειν μόνον τὰς ὀρθάς. Παρατηρῶ, ὅτι ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἐπιθυμεῖ νὰ διευκρινίσω τοὺς λόγους μου τούτους. Ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς εὐχαριστήσω. Ἐλέγετε, διαψεύδοντες τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐν Ἀθήναις εἰσαγγελέως τῶν πλημμελειοδικῶν ἢ ἐφετῶν, ἢ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς δικαιοσύνης, ἐλέγετε, ὅτι δὲν κατεθέσατε πώποτε, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ ἐκθέσει ἐκείνῃ ἀναφέρεται, ὅτι ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅταν τὸν ἠρωτήσατε περὶ τῶν ἐπισκοπικῶν, σᾶς ἐπέβαλε σιγήν. Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου ἐκ Ζακύνθου κ. Λομβάρδος, τοῦ ὁποίου ἡ ὀξυδέρκεια εἶναι μεγίστη, σᾶς ἀπηύθυνε πονηρὰν ἐρώτησιν: μετὰ τὸ συμβεβηκὸς ἐκεῖνο δὲν ἠρωτήσατέ ποτε, σᾶς εἶπε, τί γίνεται περὶ τῶν ἐπισκοπικῶν, τὸν κ. πρόεδρον καὶ τοὺς ἁρμοδίους ὑπουργούς; Ὑμεῖς εἴπετε, ὄχι, διότι δὲν ἀνεκατεύεσθε εἰς τὰ ἔργα τῶν ἄλλων ὑπουργῶν».

§155ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, ὅτι ἕκαστος ὑπουργὸς ἐνήργει ἐπὶ τοῦ κλάδου του ἀνεξαρτήτως.

§156Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τοῦτο διαφωνῶ πρὸς ὑμᾶς· ὅτι ὅταν εἶμαι μέλος Κυβερνήσεως ἢ κόμματος βλέπω δ’ ἐξανισταμένην τὴν κοινωνίαν συνεπείᾳ ἀκουσμάτων ἢ θρυλλημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀφορμὴν πράξεις τῶν συναδέλφων μου ἐναντίον τῶν νόμων, νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἐπερωτῶ καὶ τοὺς συναδέλφους μου ὑπουργοὺς καὶ τοὺς συναδέλφους μου, τὰ μέλη τῶν κομμάτων, διὰ νὰ ἀνακαλύπτω τὴν ἀλήθειαν, καὶ νὰ συντελῶ εἰς τὸ νὰ τελῆται πάντοτε τὸ προσῆκον.

§157ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν τίποτε δὲν ἦτο περὶ τῶν ἐπισκοπῶν, διὰ νὰ μοῦ κινήσῃ τὴν περιέργειαν.

§158Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν λοιπὸν αἱ ἰδέαι μου περὶ τῆς ἐσωτερικῆς συνοχῆς τῶν κομμάτων ᾖναι ἀληθεῖς, εἰς τὰ μέλη τῶν κομμάτων ἀναγνωρίζω πλήρη ἐλευθερίαν περὶ τὸ συζητεῖν καὶ ἐξετάζειν, πλήρη αὐτοβουλίαν περὶ τὸ γνωμοδοτεῖν, καὶ πλήρη ἐξουσίαν καὶ καθῆκον μάλιστα εἰς τὸ προκαλεῖν τὴν συζήτησιν καὶ βάσανον τῶν κομμάτων, ὥστε νὰ προτιμᾶται πάντοτε ἡ ὀρθοτέρα σκέψις. Ἐὰν δὲ ᾖναι ἀληθὴς ἡ τοιαύτη ἰδέα μου περὶ τῆς ἐσωτερικῆς συνοχῆς τῶν κομμάτων, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑμεῖς νομίζετε ὅτι εἶναι πολλαπλασιασμὸς τῶν κομμάτων, δὲν εἶναι ἀκριβές. Εἶναι διάφοροι ἀποχρώσεις, διάφοροι γνῶμαι ἐν τοῖς κόμμασι, τῶν ὁποίων τὴν θυσίαν δὲν ἤθελε βεβαίως ἔχει κανεὶς τὴν ἀξίωσιν νὰ ζητήσῃ, διότι ἤθελε ζητήσει τὴν τυραννίαν ἐν τοῖς κόμμασι, τὸν θάνατον τῆς αὐτοβουλίας τῶν μελῶν τῶν κομμάτων. Τὰ κόμματα, κατὰ τὴν ἰδέαν μου, δὲν εἶναι ἐμπορικαὶ ἑταιρίαι, αἱ ὁποῖαι συνομολογοῦσι μεταξὺ των τὴν συμφωνίαν τῆς ἀμοιβαίας συνδρομῆς, διὰ νὰ καρπωθῶσιν εὐρύτερον τὰ ἀγαθὰ τῆς ἀρχῆς· εἶναι συμπτώσεις ἐπὶ τὸ αὐτὸ πολιτικῶν γνωμῶν, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἕνα μόνον σκοπὸν, τὸ ἐθνικὸν συμφέρον, καὶ μίαν ὑποχρέωσιν, τὴν τήρησιν τοῦ Πολιτεύματος. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν κομμάτων ἀποτελεῖ πράγματι ἢ θέλει ἀποτελέσει πρόσκομμα, πρὸς ὃ ἀληθῶς προσκόπτει ἡ λειτουργία τοῦ Πολιτεύματος, πολλῷ μεγαλείτερον πρόσκομμα, πρὸς ὃ ἀληθῶς προσκόπτει ἡ λειτουργία τοῦ Πολιτεύματος, ἀποτελεῖ ἄλλο δεινόν. Μοὶ εἶναι δύσκολον νὰ σᾶς ἐνθυμίσω τὸ κακὸν τοῦτο, μοὶ εἶναι δύσκολον, διότι πρόκειται νὰ ὁμιλήσω περὶ συγχρόνων συμβεβηκότων· δὲν ἀνέλαβον δὲ τὸ ἔργον τοῦ ἱστορικοῦ. Ἐπειδὴ ὅμως τὰ συμβεβηκότα ταῦτα εἶναι τοσοῦτον σύγχρονα, ὥστε καὶ ἂν θέλω νὰ τὰ περικαλύψω, δὲν θὰ δυνηθῶ, διότι πάντες ὑμεῖς εἶσθε αὐτόπται τῶν συμβεβηκότων τούτων, ἀναγκάζομαι νὰ καταδείξω τὸ δεινὸν τοῦτο. Τὸ δεινὸν τοῦτο συνίσταται εἰς τὴν ἀθέτησιν τῆς καλῆς πίστεως τῶν πολιτευομένων. Εἶναι τῳόντι δεινὸν νὰ ἀμφιβάλλῃ τις περὶ τῶν πρωτίστων στοιχείων καὶ τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων χαρακτηριστικῶν τῶν κοινωνικῶν σχέσεων, περὶ τῆς τιμιότητος τῶν σχέσεων ἐν τῇ πολιτικῇ. Εἶναι μέγιστον τῶν δεινῶν· διότι, ὡς σᾶς εἶπον, τὸ πολιτεύεσθαι δὲν εἶναι ἐπιστήμη τοῦ ἀπατᾶν καὶ τοῦ δολιεύεσθαι, τοῦ πλανᾶν καὶ μηχανοῤῥαφεῖν, εἶναι ἐπιστήμη εὐγενὴς μὲν ὡς ὑποβοηθουμένη ὑπὸ τοῦ πορίσματος τῶν ἀληθειῶν πολλῶν ἄλλων ἐπιστημῶν, εὐεργετικὴ δέ, διότι συγκεντρόνει τὰς ἐθνικὰς ἐνεργείας καὶ τὰς χειραγωγεῖ ἐπὶ τῆς γραμμῆς τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἠθικῆς. Αἱ πολιτικαὶ κοινωνίαι ἤθελον φθάσει εἰς ἐντελῆ διάλυσιν, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ γέρας ἤθελε περιπίπτει εἰς τὰς χεῖρας ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἔχει μεγαλειτέραν ἱκανότητα περὶ τὸ ἐξαπατᾶν τοὺς ἄλλους. Ἰδίως εἶχον σκοπὸν νὰ ἀναιρέσω τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου, ὅτι ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ 1874 ἦτο πρᾶξις δεδικαιολογημένη, νὰ ἀναιρέσω τὸν δεύτερον ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου ἰσχυρισθέντος, ὅτι αἱ σχέσεις τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης πρὸς τὴν Βουλὴν, ὑποσχεθείσης μὲν τὸ πρῶτον, ὅτι δὲν θὰ κάμει χρῆσιν τῶν βασιλικῶν προνομίων, μὴ τηρησάσης δὲ τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην, ὅτι αἱ σχέσεις ἐκεῖναι πρὸς τὴν Βουλὴν ἦσαν σχέσεις τίμιαι. Φρονῶ, ὅτι ἀπέδειξα καὶ ἐπὶ τῶν δύω τούτων τὸ ἀντίθετον τῆς γνώμης τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου.

§159ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.

§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αὔριον περὶ τὴν μίαν ὥραν ἀκριβῶς, διὰ νὰ μὴ παρατείνωνται αἱ συνεδριάσεις μέχρι τῆς ἐννάτης. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 9 10|60.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 37
2Τῆς 10 Νοεμβρίου 1875.
3(Δευτέρα).
4Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ εὑρεθεί-
5σης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ
6τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.
7Ὥρα 2 μ. μ.
8Τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου κατέχει ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Ἐπ.
9Κρεστενίτης.
10§1ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω τὸ ἐκλο-
11γικὸν νομοσχέδιον.
12Ὁρκίζεται ὁ βουλευτὴς κ. Κορφιωτάκης.
13§2ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλ-
14λω, κύριοι, νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἔκτακτος πί-
15στωσις ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῆς
16Δικαιοσύνης διὰ τὸ ἔτος 1875, ἐκ δραχμῶν 101,424,28. Ἡ
17πίστωσις αὕτη θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν ἀγορὰν δύω οἰκοπέδων
18κειμένων ἐν τῷ τετραγώνῳ, ὅπου εὑρίσκεται τὸ ἐθνικὸν τυπο-
19γραφεῖον καὶ ὅπου ἀπεφασίσθη ν’ ἀνεγερθῇ κατάστημα διὰ τὰ
20δικαστήρια τῆς πρωτευούσης· στηρίζεται δὲ ἡ ἀγορὰ αὕτη εἰς
21προηγουμένην σύμβασιν μεταξὺ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως
22καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν. Ἐπειδὴ δὲ εἰς τὴν σύμβασιν ταύτην ὑ-
23πάρχει ὅρος ὅτι θὰ παύσῃ ἡ ἰσχύς της, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ ἡ
24ἀναγκαία πίστωσις ἐντὸς ἓξ ἑβδομάδων ἀπὸ τῆς καταρτίσεως
25τῆς Βουλῆς, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν,
26ἀφοῦ τυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ συνοδεύουσα αὐτὸ ἔκθεσις,
27νὰ τὸ ἐγγράψῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, χωρὶς νὰ τὸ παρα-
28πέμψῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, διότι νομίζω, ὅτι ἡ ἔκθεσις εἶναι ἀρ-
29κετὴ διὰ νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλήν.
30§3ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
31§4ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω ἕτερον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ
32ὁποίου ζητεῖται ἡ προσθήκη ὀλίγων ὑπαλλήλων διὰ τὰ τελω-
33νεῖα Πειραιῶς, Πατρῶν, Καλαμῶν καὶ Κατακώλου. Ἀντὶ νὰ
34σᾶς ἀπασχολήσω ἐκθέτων τὴν ἀνάγκην τῆς προσλήψεως ταύ-
35της, ἐπισυνάπτω πίνακας, οἱ ἀριθμοὶ τῶν ὁποίων θὰ σᾶς πείσουν
36λίαν εὐγλώττως καὶ ἐπιτακτικῶς περὶ τῆς ἀνάγκης ταύτης.
37Ὑποβάλλω ἐπίσης δύω νομοσχέδια περὶ τροποποιήσεως Ἐφο-
38ριῶν τινων καὶ ταμείων τοῦ Κράτους.
39§5ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ θερμῶς τὴν Κυβέρνησιν νὰ
40λάβῃ πρόνοιαν διὰ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ νὰ ἀρθῇ ἐκ τοῦ Πα-
41νεπιστημίου ἓν σκάνδαλον. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι τελειόφοιτοι
42τῆς Νομικῆς Σχολῆς ἕτοιμοι πρὸς ἐξέτασιν εἶναι περὶ τοὺς
43τριακοσίους, κατ’ ἔτος δὲ ἐξετάζονται 50–60. Ἐὰν αὐτοὶ οἱ
44δυστυχεῖς περιμείνωσι τὴν σειράν των, θὰ ἔλθωσι μετὰ δύω
45τρία καὶ μετὰ τέσσαρα ἔτη. Στοχασθῆτε πόσον σκληρὸν, πόσον
46ἄδικον εἶναι αὐτὸ εἰς ἕνα φοιτητὴν, ὁ ὁποῖος μὲ πολλὰ βάσανα
47ἐτελείωσε τὰς σπουδάς του. Οἱ φοιτηταὶ αὐτοὶ ἄλλοτε δι’ ἀνα-
48φορᾶς των ἐδήλωσαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι εἶναι πρόθυμοι
49νὰ πληρώνωσι τοὺς καθηγητὰς διὰ τὰς ἐξετάσεις. Εἶναι ἀληθὲς
50ὅτι καὶ οἱ καθηγηταὶ ἔχουν δίκαιον, ἀλλ’ εἶναι πολὺ ἀληθέ-
51στερον, ὅτι οἱ φοιτηταὶ ἔχουν περισσότερον δίκαιον. Παρακα-
52λῶ λοιπὸν θερμῶς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ νὰ
53φροντίσῃ, διότι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν ἠξεύρουν τί νὰ κάμουν.
54Καὶ μήπως, ἐὰν τελειώσουν, θὰ εὕρουν ἐν τῇ κοινωνίᾳ ζωήν;
55ὄχι, τάφον, ὅπως ἔχουσι τὰ πράγματά μας, ἀλλὰ τοὐλάχιστον
56νὰ τελειώσουν μίαν ὥραν προτήτερα διὰ νὰ κάμουν ἓν ἄλλο
57ἔργον. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις λάβῃ πρόνοιαν, νὰ ᾖναι βεβαία, ὅτι
58καὶ τὴν εὐλογίαν αὐτῶν θὰ λάβῃ καὶ τῶν γονέων των καὶ τῶν
59συγγενῶν των.
60§6ΜΙΛΗΣΗΣ (ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Κύριοι, εἶναι τῳόντι
61ἀληθὲς, ὅτι πλεῖστοι ἀπόφοιτοι τῆς Ἰατρικῆς σχολῆς καὶ τῆς
62Νομικῆς μένουσιν ἐπὶ μακρὸν χρόνον, μὴ δυνάμενοι νὰ ἐξετα-
63σθῶσιν. Αὐτὸ εἶναι τῳόντι καὶ καθ’ ἑαυτὸ ἄτοπον καὶ εἰς ἄλ-
64λα μεγαλείτερα ἔτι ἀτοπήματα δίδει χώραν· διότι πολλοὶ
65πολλάκις εἰσέρχονται εἰς τὰς θέσεις ἄλλων, ἄλλοι δὲ πωλοῦσι
66τὰς θέσεις των εἰς ἄλλους, σπεύδοντας ἵνα ἐξετασθῶσιν· ὥστε
67ὄχι μόνον τὸ συμφέρον τῆς ἐπιστήμης, ἀλλὰ καὶ τὸ τῆς δημο-
68σίας ἠθικῆς ὑπαγορεύει νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον ὡς τάχιστα περὶ
69τούτου. Ὁ σύλλογος τῶν κυρίων καθηγητῶν ἀμφοτέρων τῶν
70σχολῶν μοὶ ὑπέβαλεν ἤδη περὶ τούτου προτάσεις, ταύτας δ’
71ἔχων ὑπ’ ὄψιν, ἐλπίζω τάχιστα νὰ λάβω ἓν μέτρον διὰ νὰ
72θεραπεύσω τὸ κακόν.
73§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἐπιτρο-
74πῆς ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν του ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον περὶ
75ναυτιλιακῶν ἐγγράφων.
76Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἐξελέγξεως τῆς ἐκλογῆς Βονίτσης ὑπέ-
77βαλε τὴν ἔκθεσίν της.
78§8ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ συμπέρασμα.
79§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχει.
80§10ΤΙΝΕΣ. Τὸ τέλος τί λέγει;
81Ἀναγινώσκεται.
82§11Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ συμπέρασμά μου εἶναι τὸ ἑξῆς,
83ὅτι ἐὰν ταῦτα πάντα δὲν ἐλάμβανον χώραν τὸ ἀποτέλεσμα
84τῆς ἐκλογῆς ἤθελεν εἶσθαι ἀναποφεύκτως διαφορετικόν.
85§12ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ σταλεῖσα εἰς Λευκάδα, ὑπέ-
86βαλε τὴν ἔκθεσίν της;
87§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
88§14Σ. ΝΟΤΑΡΑΣ. Ἡ ἔκθεσις εἶναι ἑτοίμη, ἀλλὰ δὲν ἀντεγράφη
89ἀκόμη.
90§15ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀπαν-
91τῶν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἐντίμου ἐκ Δωρίδος βουλευτοῦ,
92ἀνέφερεν, ὅτι, πλὴν τῶν γενομένων προκαταβολῶν κατὰ τὸ ἔτος
931874, τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐδαπάνησεν 9 ἑκα-
94τομμύρια, προσέθετο δὲ ὅτι οὐδέποτε ἄλλοτε ἀνῆλθε τὸ ποσὸν
95τῆς δαπάνης τοῦ ὑπουργείου τούτου, πέραν τῶν 7,200,000
96δραχμῶν. Ἡ μεγίστη, κύριοι, αὕτη διαφορά, εἶναι ἀξία, φρονῶ
97τῆς μελέτης τῆς Βουλῆς, κατ’ ἐμὴν δὲ γνώμην ἔχει πολλὴν
98τὴν σχέσιν πρὸς τὰ ἐκκρεμῆ ζητήματα, τοὐλάχιστον ὡς πρὸς
99τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κύριον
100ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀκριβῆ
101σημείωσιν τῶν τοιούτων δαπανῶν. Ἔτι δὲ πλέον ἡ πληροφο-
102ρία, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν,
103δὲν πληροῖ τὴν ἀπαίτησιν, περὶ ἧς ἠρώτησεν ὁ ἔντιμος ἐκ Δω-
104ρίδος βουλευτής. Τοὐλάχιστον, ὡς ἐγὼ ἠννόησα αὐτὸν, ἐζητήθη
105νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐὰν ἐγένοντο δαπάναι μέχρι
10615,000 δραχμῶν, πρὸς ἀγορὰν ἐπίπλων καὶ ἄλλων, καὶ ἂν
107ταῦτα παρέμενον ἐν τῇ οἰκίᾳ. Δὲν ἐρωτῶ ἐὰν παρέμενον, καὶ
108πῶς παρέμενον· παρατηρῶ ὅμως, ὅτι ἀντὶ τούτου ἔφερεν ἐδῶ
109μίαν σημείωσιν, διὰ τῆς ὁποίας φαίνεται ὅτι ὑπάρχει ἓν πρω-
110τόκολλον, κατὰ τὸ ὁποῖον πράγματά τινα, ἀνερχόμενα εἰς ἀ-
111ξίαν δραχ. 3,000 περίπου, εἶχον προβλεφθῆ διὰ χρημάτων τοῦ
112δημοσίου καὶ εἶχον δοθῆ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν,
113ὅστις ἔκαμε χρῆσιν αὐτῶν καὶ τὰ ἀνέλαβε τὸ δημόσιον. Διὰ
114τὴν ταπεινὴν αὐτὴν διαφορὰν τῆς χρήσεως, ἐγὼ τοὐλάχιστον
115δὲν ἐρωτῶ, ἐρωτῶ ὅμως, ἐὰν δὲν ἠρώτησεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ
116Δωρίδος, πόσα ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν ὅλην συσκευὴν, διότι ἀ-
117κούω, ὅτι ἐδαπανήθησαν πολλὰ πλειότερα. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν
118ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ φέρῃ ἀκριβῆ σημείωσιν
119περὶ τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο δι’ ἔπιπλα καὶ ἄλλα
120ἀναγκαῖα διὰ τὴν συσκευὴν αὐτήν. Καὶ μετὰ τοῦτο, κύριοι, πα-
121ρακαλῶ ὁλόκληρον τὸ ὑπουργεῖον, ἰδίως δὲ τὸν κ. ὑπουργὸν
122τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὑπάρχει ἤδη καιρὸς νὰ λάβῃ ὑπὸ σπου-
123δαίαν ἔποψιν τὴν διάταξιν τοῦ λογιστικοῦ νόμου διὰ νὰ ἐφαρ-
124μοσθῇ καὶ αὕτη εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Δύναμαι,
125κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω ἀπροκαλύπτως, ἐὰν τῳόντι τὸ ἀντικείμενον
126αὐτὸ ἐρυθμίζετο, ὡς ὁ νόμος ἀπαιτεῖ, ἴσως δὲν εὑρίσκεσθε εἰς
127τὴν ἀνάγκην νὰ ἐρωτήσητε ἐὰν ἐδόθησαν χρήματα, καὶ πόσα,
128καὶ ἂν οἱ λαβόντες ζῶσι καὶ θὰ τὰ ἀποδώσουν, ἢ ἀπέθανον,
129ὅπως ἔμαθον δυστυχῶς, ὅτι εἷς τούτων τῶν ἀξιωματικῶν,
130ὅστις ἔλαβε ποσόν τι, ηὐτοχειριάσθη. Δὲν λέγω τίποτε περὶ
131τῶν ἀξιωματικῶν, εἰς οὓς ἐγένοντο αἱ προκαταβολαὶ, διότι
132ὅπως καὶ οἱ πλεῖστοι ἐπλήρωσαν τὰ ληφθέντα διὰ τῆς κρατή-
133σεως καὶ οἱ ὑπολειπόμενοι θέλουσι πληρώσει ἐπίσης. Νομίζω
134ὅμως, ὅτι εἶναι ἤδη καιρὸς νὰ ὑπερβῶμεν ὅλας τὰς δυσκολίας.
135Δὲν μὲ λανθάνει, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο παρουσίασε δυσχερείας,
136ἀλλὰ αἱ δυσχέρειαι αὗται, ἐὰν σεῖς τὸ ἀποφασίσητε, ὑπερπη-
137δῶνται, ἐξαφανίζονται, καὶ τότε δὲν εὑρίσκεσθε εἰς αὐτὴν τὴν
138ἔκτακτον περίστασιν τοῦ νὰ ζητῆτε διασαφήσεις καὶ μεριμνᾶ-
139τε περὶ τῶν δημοσίων χρημάτων. Αὐτὴν, κύριοι, τὴν πρότα-
140σιν ὑποβάλλω εἰς τὸ σεβαστὸν ὑπουργεῖον καὶ παρακαλῶ νὰ
141λάβῃ αὐτὴν ὑπὸ σπουδαίαν μελέτην.
142§16Μ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, πρὸ τριῶν ἡμερῶν ὁ κ.
143ἐκ Δωρίδος βουλευτὴς Κατσικαπῆς, ἐζήτησε παρὰ τοῦ κυ-
144ρίου ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν πληροφορίας ἐὰν ὁ πρώην
145ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἠγόρασεν ἔπιπλα, βιβλία καὶ λοιπὰ
146εἰς βάρος τοῦ δημοσίου καὶ δι’ ἰδίαν του χρῆσιν, ἐὰν ἐκάθητο
147εἰς οἰκοδομὴν δημοσίαν, ἐὰν ἔδωκεν εἰς διαφόρους ἀξιωματι-
148κοὺς τοῦ στρατοῦ προκαταβολὰς, ἔλαβε δὲ καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος
149ἀπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ ἐὰν ὑπερέβη τὸν προϋπολο-
150γισμὸν κατὰ 1½ περίπου ἑκατομμύριον δραχμῶν. Σήμερον
151ὁ βουλευτὴς τῆς Μαντινείας ζητεῖ καὶ ἄλλας πληροφορίας παρὰ
152τοῦ κ. ὑπουργοῦ.
153Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέβαλε κατάλογον τῶν
154ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πράγματι ἔλαβον προκαταβο-
155λάς. Τὸ τοιοῦτον, κύριοι, δὲν εἶναι πρώτην φορὰν ὅπου γί-
156νεται.....
157§17ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον δὲν
158ὑπάρχει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
159§18ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω νὰ πληροφορήσω τὸν κ. ὑπουρ-
160γὸν τί συνέβη μὲ τὸ 1½ ἑκατομμύριον.
161§19ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν εἶναι καιρὸς τώρα.
162§20ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπλήρωσε τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρα-
163τιωτικῶν διὰ κλεισμένας χρήσεις 1½ ἑκατομμύριον.
164§21ΛΑΠΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω
165τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν....
166§22ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἔχετε ὑπομονήν.
167Μετὰ τὴν τελευταίαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς διέταξα τὸν ἁρ-
168μόδιον ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ ὑπάλληλον τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυ-
169τικῶν νὰ μοὶ ἐκθέσῃ ἐν λεπτομερείᾳ τὰς δαπάνας τὰς γενομέ-
170νας ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1874 μέχρι τέλους Ἀπρι-
171λίου τοῦ 1875. Ὑποβάλλω λοιπὸν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν
172ἔκθεσιν, καὶ πίνακα λεπτομερῆ, ἐπίσης καὶ σημείωσιν τῶν δο-
173θεισῶν προκαταβολῶν καθ’ ὅλον διάστημα. Ἡ Βουλὴ ἂς τὰ
174λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἂν ἔχῃ ἀνάγκην διασαφήσεων ἢ ἄλλων
175πληροφοριῶν, εἶμαι ἕτοιμος νὰ τὰς δώσω.
176§23ΛΑΠΑΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν.
177§24ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ κύριοι Ζητὰν καὶ Ποὺλ, ἐπιτε-
178τραμμένοι τὰς Γαλλικὰς ὑποθέσεις ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ἐκ μέρους
179τῆς Κυβερνήσεώς των, μοὶ ἀπέστειλαν τὰ παρόντα βιβλία, τὰ
180ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὴν σπουδαίαν ἀλληλογραφίαν καὶ τὰς
181σκέψεις, αἵτινες ἔλαβον χώραν διὰ τὰ μικτὰ δικαστήρια· μὲ
182παρακαλοῦν δὲ νὰ τὰ προσφέρω εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ τὰ με-
183λετήσῃ. Τὰ προσφέρω ὅπως μοὶ τὰ ἔστειλαν εἰς τὸν κύριον
184πρόεδρον.
185§25ΜΠΟΥΤΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἀ-
186ποσταλείσης εἰς Τῆνον ἐτυπώθη λανθασμένως, ἐλλείπει μία ὁ-
187λόκληρος περίοδος, ἢ νὰ εἴπω καλλίτερον εἷς στίχος μεταξὺ τῶν
188δύω πρώτων σκέψεων τῶν ἀναφερομένων εἰς τὸν δῆμον Πανόρμου,
189κατὰ συνέπειαν δικαίως οἱ κύριοι βουλευταὶ ὑποθέτουσιν, ὅτι
190καὶ τὸ πρῶτον μέρος τῶν σκέψεων τούτων ἀναφέρεται ὡς πρὸς
191τὸν δῆμον Πανόρμου, ἐνῷ ἀναφέρεται εἰς τὸν δῆμον Περαίας.
192Ἐλλείπουσιν ἀκριβῶς αἱ ἑξῆς λέξεις «ὡς πρὸς τὸν δῆμον
193Περαίας», καὶ κάτωθι τῶν λέξεων αὐτῶν ἔρχεται τὸ δεύτερον
194μέρος τοῦ σκεπτικοῦ. Ἔκαμα τὴν δήλωσιν αὐτὴν, διὰ νὰ ἦ-
195ναι ἐν γνώσει ἡ Βουλή.
196§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον εἶναι ἡ γʹ. ἀνάγνωσις τοῦ νο-
197μοσχεδίου περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως.
198Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ
199ἀντιῤῥήσεως εἰς γʹ συζήτησιν.
200Δεύτερον ἀντικείμενον εἶναι ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπαρχίας Σπετσῶν.
201Ἀναγινώσκεται τὸ συμπέρασμα τῆς ἐκθέσεως.
202«Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν, λαμβά-
203νουσαν ὑπ’ ὄψιν τὸ δαπανηθὲν ποσὸν, τὸν ἀριθμὸν τῶν ψηφοφο-
204ρησάντων, τὴν διαφορὰν τῶν ψήφων μεταξὺ τοῦ τελευταίου
205ἐπιτυχόντος καὶ τοῦ πρώτου ἐπιλαχόντος, νὰ ἐκδώσῃ οἵαν ἀ-
206πόφασιν θεωρεῖ δικαίαν.»
207§27ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, κύριοι,
208τῆς Βουλῆς, καταθέσας τὴν ἔκθεσιν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Σπετσῶν,
209ἐδήλωσα, ὅτι ἔσομαι ἀκυρωτικὸς, ἐπεφυλάχθην δὲ νὰ ἐκθέσω τοὺς
210λόγους τούτους σήμερον, τὸ ὁποῖον καὶ πράττω. Οἱ πάντες, κύριοι,
211συναισθάνονται τὴν θέσιν τῆς ἐπιτροπῆς, προκειμένου ν’ ἀνακα-
212λύψῃ καὶ νὰ ἀνεύρῃ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον καὶ ὡς ἐκ τοῦ εἴ-
213δους καὶ ὡς ἐκ τοῦ χρόνου καθ’ ὃν ἐξετελεῖτο, διότι δὲν ἦτο
214δυνατὸν νὰ ἐκδίδωνται συναλλαγματικαὶ καὶ νὰ ὑπογράφων-
215ται γραμμάτια ἐμπορίου, καὶ ὡς ἐκ τῶν διαθέσεων, τὰς ὁποίας
216οἱ ἐκεῖ ἐνδιαφερόμενοι εἶχον ὡς πρὸς τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκ-
217λογῆς, διότι διέδιδον, ὅτι ἂν ἀνεκαλύπτετο δωροδοκία οἱ
218πάντες ἤθελον τιμωρηθῆ, ἦτο δύσκολον βεβαίως εἰς τὴν ἐ-
219πιτροπὴν νὰ ἀνακαλύψῃ. Εὐτυχῶς ὅμως οἱ δισταγμοὶ αὐ-
220τοὶ τῆς ἐπιτροπῆς ἤρθησαν, ἅμα τῇ ἀποβάσει ἡμῶν εἰς Σπέ-
221τσας, καὶ πλησιάσαντές τινας ἐκ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἑτέρας
222τῶν μερίδων μὲ ὅλην τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἐσχηματί-
223σαμεν περὶ δωροδοκίας, ἐπείσθημεν ὅτι ἐὰν ἐξητάζομεν ἀνθρώ-
224πους τῆς μερίδος Κουνουπιώτη, βεβαίως θὰ μᾶς ἔλεγον, ὅτι ἡ
225μερὶς τοῦ κ. Θεοχάρη ἐδωροδόκησεν· ἐὰν δὲ ἐξητάζομεν ἀνθρώ-
226πους τῆς μερίδος Θεοχάρη, θὰ μᾶς ἔλεγον, ὅτι ἡ μερὶς Κουνου-
227πιώτη ἐδωροδόκησεν. Οἱ πάντες ἀναμιγνύεσθε εἰς τὰ ἐκλογικὰ
228καὶ γνωρίζετε βεβαίως πόσον εἶναι τὰ πάθη ἐξημμένα ἕνεκα ἀ-
229τομικῶν καὶ πολιτικῶν συμφερόντων. Ἐσκέφθημεν λοιπὸν νὰ
230προβῶμεν εἰς ἓν πόρισμα ἀκριβὲς καὶ δίκαιον, καὶ ὀφείλω νὰ
231ὁμολογήσω, ὅτι ὁ κατὰ πάντα ἀξιέπαινος καὶ τιμῶν τὴν θέσιν
232του ἔπαρχος κ. Σαγιακᾶς οὐκ ὀλίγον συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ
233φωτίσῃ τὴν ἐπιτροπὴν περὶ τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον
234χώραν καὶ περὶ τῆς δωροδοκίας ἐν γένει, ὑποδείξας ἡμῖν πρόσω-
235πα τρίτα οὐδόλως ἐνδιαφερόμενα διὰ τὴν ἐκλογὴν καὶ ἀνώτερα
236πάσης κομματικῆς διαμάχης καὶ πάσης ὑπονοίας. Δύω ἦσαν
237τὰ ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὤφειλε ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐμμείνῃ·
238πρῶτον, ἐὰν ἔλαβε χώραν ἡ δωροδοκία ἐν Σπέτσαις καὶ ἐκ
239μέρους τίνων προσώπων, καὶ δεύτερον ἂν ὡς ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν
240ἀγορασθέντων ψήφων ἐπηρεάζεται τὸ ἀποτέλεσμα ὡς πρὸς τὸν
241τελευταῖον ἐπιτυχόντα καὶ τὸν πρῶτον ἐπιλαχόντα. Ὡς πρὸς
242τὸ ζήτημα τῆς δωροδοκίας, ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι οἱ πλεῖστοι
243τῶν Σπετσιωτῶν ἀνήκοντες εἰς τὴν ἐργατικὴν τάξιν καὶ δι-
244εσπαρμένοι εἰς διάφορα μέρη ἵνα πορίσωσι τὰ πρὸς τὸ ζῆν, ἅμα
245ὡς ἀκούσουν ὅτι ἐν Σπέτσαις ἐνεργεῖται ἐκλογὴ, ἀφίνουν τὰ ἔργα
246των καὶ τρέχουν νὰ ἐξασκήσουν τὸ πολύτιμον αὐτῶν δικαίωμα.
247Οἱ πάντες δὲ, ἐκτὸς ὀλίγων ἐξαιρέσεων, δυστυχῶς τὸ ἐξασκοῦν
248ἀντὶ χρημάτων, τὰ ὁποῖα λαμβάνουν.
249Ἠθελήσαμεν, κύριοι, ἵνα μὴ ἀδικήσωμεν τὸν κ. Κουνουπιώ-
250την, νὰ φωτισθῶμεν ἐὰν πράγματι ἡ δωροδοκία ἔλαβε χώραν·
251εἰς τοῦτο δὲ δὲν ὑπῆρξεν ἀντίῤῥησις ὅτι ἡ ἐκλογὴ αὕτη ἐνηρ-
252γήθη ὑπὸ τὸ κράτος τῆς δωροδοκίας. Ἠθελήσαμεν νὰ φωτι-
253σθῶμεν ἐὰν καὶ ὁ κ. Θεοχάρης ἐδωροδόκησε, διότι ὑπῆρξαν
254δύω ἀντίθετοι συνδυασμοὶ, ὁ κ. Θεοχάρης μετὰ τοῦ κ. Βάμβα,
255καὶ ὁ κ. Κουνουπιώτης μετὰ τοῦ κ. Μανούσου· παρ’ ὅλων δὲ
256ἐμάθομεν καὶ παρὰ τῶν φίλων τοῦ κ. Κουνουπιώτη, ὅτι ὁ κ.
257Θεοχάρης, ὁ ἀληθῶς ἔντιμος ἄνθρωπος, οὐ μόνον δὲν ἠδύνατο
258ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς θέσεώς του νὰ δαπανήσῃ, ἀλλὰ καὶ αἱ
259ἀρχαί του εἶναι ὅλως ἐναντίαι. Ὁ κ. Θεοχάρης ἀνέκαθεν διε-
260μαρτυρήθη κατὰ τῆς δωροδοκίας καὶ πρὸ τῶν ἐκλογῶν, ἔχων
261ὑπ’ ὄψιν του τὰς προηγουμένας ἐκλογὰς, καὶ ἀνεφέρθη διὰ τηλε-
262γραφήματος πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἐζήτησεν
263ὅπως τὸ ὑπουργεῖον ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του καὶ περιστεί-
264λῃ τὸ ἔγκλημα. Ἕτερον γεγονὸς ἀποδεικνύον τὴν ἀθῳότητα
265τοῦ κ. Θεοχάρη εἶναι τὸ ἑξῆς....
266§28ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ κ. Θεοχάρη.
267§29ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Ταῦτα λέγω, διότι λέγουσί τινες, ὅτι ἡ
268Βουλὴ ἔπραξεν ἄδικον νὰ ἐπικυρώσῃ τὴν ἐκλογὴν διὰ τὸν κ.
269Θεοχάρην καὶ νὰ ζητῇ νὰ τὴν ἀκυρώσῃ διὰ τὸν κ. Κουνουπιώ-
270την· διὰ τοῦτο θέλω νὰ πείσω τοὺς πάντας, ὅτι καλῶς ἔπρα-
271ξεν ἡ Βουλὴ νὰ ἐπικυρώσῃ τὴν ἐκλογὴν αὐτοῦ.
272Ἐξετάσαμεν, κύριοι, καὶ ἐμάθαμεν, ὅτι πρὸ τῶν ἐκλογῶν συν-
273ίσταντο σύλλογοι, συνήρχοντο αἱ μερίδες καὶ ἕνας ἕκαστος ἐκ
274τῶν φίλων καὶ ἰσχυρῶν συνεισέφερεν ἀνάλογον ποσὸν, τοῦτο συν-
275έβη καὶ ἐφέτος πρὸ τῶν ἐκλογῶν· ὁ κ. Μανοῦσος, ὁ κ. Ὀρλάν-
276δος, ὁ κ. Β. Κουφὸς, πενθερὸς τοῦ Κουνουπιώτη, καὶ ἕτεροι ἀνή-
277κοντες εἰς τὴν μερίδα τοῦ κ. Κουνουπιώτη, συνῆλθον καὶ ἀπε-
278φάσισαν νὰ δαπανήσουν χρηματικὰ ποσά. Κατὰ τὰς πληροφο-
279ρίας, ἃς ἐλάβομεν, ἡ μὲν μερὶς τοῦ Κουνουπιώτη ἐδαπάνησε
280περὶ τὰς 20–25 χιλ. δραχμῶν, ὁ δὲ κ. Βάμβας περὶ τοῦ
281ὁποίου ἔμαθον,—καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Λομβάρδος νὰ τὸν
282ἐρωτήσω διατί ἐζήτησε τὴν συνδρομήν του ὡς ὑπουργοῦ τῆς
283Δικαιοσύνης, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς δωροδοκίας· εἶναι ἀληθὲς
284κ. Λομβάρδε;
285§30ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μάλιστα. (Θόρυβος).
286§31ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Δὲν ἐδαπάνησεν, διότι δὲν ἐννοῶ πῶς εἶναι
287δυνατὸν ἄνθρωπος καταδιώκων τὸ ἔγκλημα νὰ ἐγκληματῇ
288κατόπιν. Κατὰ τὰς πληροφορίας λοιπὸν τῶν πολλῶν, ἡ μὲν
289μερὶς τοῦ κυρίου Κουνουπιώτη ἔδωκεν οὐκ ὀλίγας χιλιάδας
290δραχμῶν, ὁ δὲ κ. Βάμβας ἐδαπάνησεν περὶ τὰς 6 χιλιάδας
291πρὸς ἀγορὰν ἀτομικῶν ψήφων, ἐδαπάνησε δηλ. τὰ χρήματα
292ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐξοδεύομεν συνήθως ὅλοι μας εἰς τὰς ἐκλογάς.
293Ἔρχεται τὸ ἕτερον ζήτημα, ἐὰν αἱ ἀγορασθεῖσαι ψῆφοι ἐπη-
294ρεάζουν τὸ ἀποτέλεσμα. Παρατηρεῖται ὅτι ἡ διαφορὰ μεταξὺ
295τοῦ πρώτου ἐπιλαχόντος καὶ τοῦ τελευταίου ἐπιτυχόντος εἶναι
296100 μέχρις 106 ψήφων. Ὅσον τὸ δυνατὸν ἐξητάσαμεν καὶ
297ἐλάβομεν πληροφορίας παρὰ προσώπων ἀξιοπίστων, παρ’ ὅλων
298δὲ ἐμάθομεν καὶ πρὸς τοῦτο μᾶς ἐδόθη καὶ κατάλογος τῶν δω-
299ροδοκηθέντων προσώπων, ὁ ἀριθμὸς δὲ αὐτῶν ἀνέρχεται εἰς
300180. Κατὰ τὴν ἰδέαν δὲ τῶν ἐκεῖ μενόντων, ἐδωροδοκήθησαν
301400–450. Ὅπως δήποτε παρατηρεῖτε, ὅτι ἅμα ἐπῆλθε μία
302διαίρεσις, το ἀποτέλεσμα εἶναι ὅλως διόλου ἀλλοῖον (θόρυβος)
303§32ΚΟΥΝΟΥΠΙΩΤΗΣ. Ποῖοι εἶναι οἱ φίλοι τοῦ κ. Βάμβα;
304§33ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Ὁ υἱὸς τοῦ Φραγκιᾶ δύω ἡμέρας πρὸ τῶν
305ἐκλογῶν ἔγεινε φίλος τοῦ κ. Κουνουπιώτη καὶ ἔλαβε 2000 χιλ.
306δραχμὰς, ὁ δὲ κ. Φραγκιᾶς δὲν ἦτο μόνος, πλησίον τοῦ κ. Φραγ-
307κιὰ ἦσαν καὶ ἄλλοι· διότι ἀναλόγως τῆς ἀξίας, τὴν ὁποίαν εἶ-
308χεν ἕκαστος καὶ τὰς ψήφους ἃς διέθετεν, ἐλάμβανεν καὶ χρή-
309ματα. Ἔχω δὲ περὶ τούτου καὶ κατάλογον.
310§34ΣΟΥΤΣΟΣ. Εἶναι ἐπικυρωμένος ὁ κατάλογος;
311§35ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Παρὰ τίνος νὰ ἐπικυρωθῇ; Ἐγὼ μεταδίδω
312πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔλαβον, δὲν κάμνω ἔκθεσιν. Σεῖς εἶσθε
313κύριοι νὰ τὰ ἐκτιμήσητε.
314Τέλος πάντων, κύριοι, ἔχω σημείωσιν τῶν δωροδοκηθέντων,
315ἐξ ἧς φαίνεται, ὅτι ἐπηρεάζεται τὸ ἀποτέλεσμα. Τοῦτο δὲ
316ἔρχεται καὶ βεβαιοῖ ὅλη ἡ πόλις τῶν Σπετσῶν σύσσωμος. Ἔρ-
317χεται νὰ παρακαλέσῃ τὴν Βουλὴν νὰ θέσῃ τέρμα, διότι πολ-
318λαὶ οἰκογένειαι κατεστράφησαν εἰς τὰς Σπέτσας, ὅπου ἄλλοτε
319ὑπῆρχον τόσα πλούτη· ἡ οἰκογένεια τοῦ Οἰκονόμου, τοῦ Γουδῆ
320καὶ ἄλλων κατεστράφη, διότι κατ’ ἔτος εὑρίσκοντο εἰς τὴν
321δυσάρεστον θέσιν νὰ δαπανῶσι χρήματα.
322Ἔργον δικαιοσύνης θὰ πράξῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκ-
323λογὴν, διότι ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων φαίνεται, ὅτι τὸ ἀποτέ-
324λεσμα εἶναι προϊὸν δωροδοκίας, ὡς πρὸς τὸν κύριον Κουνουπιώ-
325την. Ἐὰν ὁ κύριος Κουνουπιώτης ἔχῃ τὰς συμπαθείας τῶν
326συμπολιτῶν του, δὲν θὰ πάθῃ τίποτε, διότι θὰ ἔλθῃ πάλιν ὡς
327βουλευτής. Σημειώσατε ὅμως ὅτι τὸ καλὸν, τὸ ὁποῖον θὰ
328ἐπέλθῃ, εἶναι πολὺ ἀνώτερον τοῦ φαινομένου ἀδικήματος, διότι
329τότε δὲν θὰ διστάζουν πλέον ἀπὸ τὴν σημερινὴν ἀπόφασίν σας,
330ἂν αὕτη ᾖ ἀκυρωτικὴ, νὰ κατέρχωνται εἰς τὴν ἀνάγκην ἄν-
331θρωποι, χαίροντος μὲν συμπαθείας, στερούμενοι ὅμως ὑλικῶν
332μέσων.
333§36ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐπιθυμῶ καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ
334μὲ ἀκούσῃ μετὰ προσοχῆς εἰς τὰ ἀφορῶντα τὴν ἐκλογὴν
335τῶν Σπετσῶν, καθ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἐκλογῆς κατηγορου-
336μένης ἐπὶ δωροδοκίᾳ, καὶ καθ’ ὅσον εἶμαι μέλος ἐπιτροπῆς, εἰς
337τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐνεπιστεύθη σπουδαιοτάτην ἐργασίαν,
338πρόκειται δὲ ἤδη νὰ δικαιωθῇ τὸ σύστημα τῶν ἐπιτροπῶν καὶ
339νὰ διαψευσθῇ, ὅ,τι ἄλλοτε ἐῤῥέθη, ὅτι διὰ τοῦ μέτρου τούτου
340ἡ Βουλὴ προπαρασκευάζει τὴν ἀκύρωσιν ἐκλογῶν τινων. Ἡ
341ἐπιτροπή σας οὔτε ἐπὶ μίαν στιγμὴν ἐλησμόνησε τὴν εὐθύνην,
342τὴν ὁποίαν ἔφερεν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν σπουδαιοτάτου καθήκον-
343τος, ἀνατεθέντος αὐτῇ παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τοῦτο ἐφρόν-
344τισε νὰ φέρῃ ἐνώπιον ὑμῶν τὰ πράγματα καθαρὰ καὶ ἀναμφι-
345σβήτητα. Τὰ πράγματα δὲ, τὰ σχετιζόμενα μὲ τὴν ἐκλογὴν
346τῶν Σπετσῶν καὶ μὲ τὴν ἀποδιδομένην εἰς αὐτὴν κατηγο-
347ρίαν τῆς δωροδοκίας, ἔχουσιν ἀκριβῶς, ὅπως ἐγὼ τοὐλάχιστον
348ἀντελήφθην, ὧδέ πως.
349Ἐν Σπέτσαις ἀφ’ ὅτου ἤρξοντο αἱ ἐκλογαὶ ἴσως ἀπὸ 1837
350καθιερώθη ἓν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύνα-
351μαι νὰ ὀνομάσω σύστημα δωροδοκίας, ἀλλ’ ἓν σύστημα ἀξιό-
352μεμπτον ὅπως δήποτε, καὶ τοῦτο, διότι κατῆλθον ἐν ταῖς
353ἐκλογαῖς οὐχὶ πρόσωπα πολιτευόμενα, ἀλλὰ πρόσωπα ἐρειδό-
354μενα εἰς τὰ πλούτη των, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιτυγχάνοντα εἴτε
355εἰς τὰς ἐκλογὰς τὰς βουλευτικὰς, εἴτε τὰς δημαρχικὰς, πάν-
356τοτε διὰ χρηματικῶν θυσιῶν. Ἑπομένως, κύριοι, καθ’ ὅσον
357ἐγὼ ἐπληροφορήθην, μέχρι τινὸς ἐν Σπέτσαις δὲν ἦσαν διακε-
358κριμένα πολιτικὰ κόμματα ἢ φατρίαι δυστυχῶς διὰ τὸν λαὸν
359ἐκεῖνον, τὸν τοσοῦτον ἀγωνισθέντα τὸν ὑπὲρ τῶν ὅλων ἀγῶνα.
360Ἡ ἀξία τῆς ψήφου δὲν ἐννοεῖται, διότι ἀπὸ τοὺς καλλιτέρους
361τοῦ τόπου δὲν ἐδιδάχθη· ἀπεναντίας, οἱ πρωτεύοντες ἐν τῷ τόπῳ
362ἐκείνῳ παρέστησαν τὴν ψῆφον ὡς ἐμπόρευμα καὶ ἔπεισαν τοὺς
363ψηφοφόρους, ὅτι ἡ ψῆφος κἀμμίαν ἄλλην ἀξίαν δὲν ἔχει εἰμὴ
364τὴν τοῦ ἡμεροκαμάτου, καὶ διὰ τοῦτο ὁ κάτοικος τῶν Σπετσῶν,
365τοὐλάχιστον ὁ πολὺς κόσμος ἐκεῖ νομίζει, ὅτι πράττει ἔργον
366εὐσυνείδητον λαμβάνων δέκα, εἴκοσι, σαράντα δραχμὰς καὶ δί-
367δων ἀντὶ τούτων τὴν ψῆφόν του (θόρυβος). Ἐν τῇ συναισθήσει
368τῆς μεγάλης εὐθύνης, τὴν ὁποίαν φέρω, θέλω ἀναφέρει ἐνώ-
369πιον τῆς Βουλῆς τὰ πράγματα, ἵνα κανονίσῃ τὴν γνώμην της.
370§37ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ εἴπατε ὅτι ἔχετε συναίσθησιν τῆς
371εὐθύνης σας, σᾶς λέγω ὅτι καὶ ἐγὼ ἐπίσης ἔχω· σᾶς ἐνθυμίζω
372λοιπὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπατε πρὸς τὸν Κουνουπιώτην ἔξωθεν
373τοῦ καφφενείου καθήμενος, ὅτι ὁποιονδήποτε καὶ ἂν ᾖναι τὸ
374ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸ καλὸν,
375τὸ ὁποῖον θὰ ἐπέλθῃ διὰ μιᾶς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως τῆς
376ἐκλογῆς, καὶ κἀνεὶς πλέον δὲν θὰ τολμήσῃ νὰ δώσῃ χρήματα.
377§38ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἀπό τινος καιροῦ κατηρτίσθησαν δύω
378φατρίαι, ἀλλὰ φατρίαι, αἱ ὁποῖαι δὲν κατώρθωσαν νὰ διαιρέ-
379σουν καὶ ὁλόκληρον τὴν νῆσον εἰς δύω κόμματα· ἐπροχώρησαν
380μέχρι τινὸς, ἤτοι εἰς τὴν ἀνωτέραν τάξιν καὶ ἐκεῖ ἐσταμάτησαν,
381διότι ἀπέναντι τοῦ πολλοῦ κόσμου δὲν ἠδύναντο νὰ προχω-
382ρήσωσιν. Αἱ φατρίαι αὗται ἐμπροσωποῦνται ἡ μὲν ὑπὸ τοῦ κ.
383Θεοχάρη, ἡ δὲ ὑπὸ τοῦ κ. Κουνουπιώτη, ἀλλ’ οὔτε ὁ κ. Θεοχά-
384ρης δύναται νὰ καυχηθῇ, οὔτε ὁ κ. Κουνουπιώτης, ὅτι ἡ ἐπιῤῥοὴ,
385τὴν ὁποίαν ἐξασκοῦν ἐπὶ τῶν φίλων των, εἶναι τοσοῦτον ἰσχυρὰ,
386ὥστε νὰ ὑποχρεώσῃ αὐτοὺς νὰ ψηφοφορήσωσι καὶ τὸν συνυπο-
387ψήφιόν των, καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι εἶναι ἀνάγκη νὰ μάθετε,
388ὅτι ἕκαστος τῶν κομματαρχῶν αὐτῶν προσλαμβάνει εἰς τὸν
389συνδυασμόν του καὶ ἕνα ἔχοντα χρηματικὰ κεφάλαια, ὑπὸ τὸν
390ῥητὸν ὅρον ὅτι οὗτος μὲν καταθέτει τὰ ἠθικά του κεφάλαια,
391τουτέστι τὰς ψήφους, ἐκεῖνος δὲ τὰ ὑλικά του, τουτέστι τὰ
392χρήματα, ἅτινα εἶναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ διὰ τὴν ἐνέργειαν
393μιᾶς ἐκλογῆς. Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ κατηρτίσθησαν οἱ συνδυα-
394σμοὶ ἐν Σπέτσαις καὶ κατὰ τὴν ἐφετεινὴν ἐκλογήν· καὶ ὁμο-
395λογούμενον εἶναι καὶ ἀποδεδειγμένον, ὅτι ὁ κ. Κουνουπιώτης
396προσῆλθεν εἰς τὸν συνδυασμὸν τοῦ κυρίου Μανούσου, πρὸς τὸν
397σκοπὸν τοῦ νὰ δαπανήσῃ οὗτος ὅσα χρήματα ἐχρειάζοντο διὰ
398τὴν ἐκλογήν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ βεβαιοῦται ἐπίσης ὅτι εἰς τὸν συν-
399δυασμὸν τοῦ κ. Θεοχάρη προσῆλθε καὶ ὁ Β. Βάμπας, ὅστις
400ὑπεσχέθη νὰ δαπανήσῃ μέχρις ἓξ χιλιάδων δραχμῶν καὶ ὅστις
401κατὰ τὴν πεποίθησίν μου οὐδὲν ἠθικὸν κεφάλαιον παρουσιάζει
402ἐν τῷ τόπῳ τοῦτο δὲ διότι ἦτο μακρὰν τοῦ τόπου ἐκείνου ἐπὶ
403ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη, καὶ πρώτην φορὰν ἤρχετο νὰ ζητήσῃ τὰς ψή-
404φους τῶν συμπολιτῶν του. Ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην οὐδὲ θὰ δυνη-
405θῶ νὰ πεισθῶ ὅτι ὁ κ. Βάμβας, ὅστις ἀπουσίαζεν ἐπὶ τόσα ἔτη
406ἐκ Σπετσῶν καὶ ὅστις φέρει ἡλικίαν τριάκοντα ἐτῶν ὅπερ δει-
407κνύει ὅτι ἀνεχώρησεν ἐκεῖθεν δεκαετὴς ἢ δωδεκαετής, ὅτι ἠδύ-
408νατο νὰ ἔχῃ ἀνωτέραν ἐπιῤῥοὴν ἀπὸ τὴν τοῦ κ. Κουνουπιώτη
409ὅστις πολλάκις ἐξελέχθη βουλευτὴς Σπετσῶν. Ἀλλ’ ἐπανα-
410λαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν ἐνόουν ποτὲ οἱ φίλοι τοῦ κ.
411Θεοχάρη, οἱ πλεῖστοι τοὐλάχιστον πλὴν τινων ἐξαιρέσεων, νὰ
412ψηφοφορήσωσιν ὁλόκληρον τὸν συνδυασμόν, ἐὰν κατὰ τὸ ἔθιμον
413τὸ ἐκεῖ ἐπικρατοῦν δὲν ἐλάμβανον κἄτι τι.
414Ἐν Σπέτσαις δὲν συμβαίνει ὅ,τι συμβαίνει ἀλλαχοῦ,
415ὅπου εἶναι διακεκριμένα τὰ κόμματα, καὶ ὅπου ἡ δω-
416ροδοκία, καθὼς ἐξεφράσθη καὶ ἡ ἐν Τήνῳ ἀποσταλεῖσα
417ἐπιτροπή, ἀποσπᾷ τὸν φίλον τοῦ ἀντιθέτου διὰ τοῦ αἰ-
418σχροῦ αὐτοῦ μέσου· ἀναφέρω ἐνταῦθα ἓν παράδειγμα, τὸ
419παράδειγμα τοῦ Φραγκιᾶ. Καὶ ἐν Σπέτσαις ἀκόμη, ὁσάκις
420ἤρχοντο νὰ μοὶ ἀποδείξωσι τὴν ὕπαρξιν τῆς δωροδοκίας ὡς
421ἐπηρεασάσης τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς, πάντοτε τὸ παρά-
422δειγμα τοῦ Φραγκιᾶ μοὶ ἐπροβάλλετο. Καὶ ἠξεύρετε τί συνέβη
423μὲ αὐτόν; κ. Φραγκιᾶς κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν
424ἔλαβε δάνειον ἀπὸ τὸ ἐκεῖ ὑποκατάστημα τῆς Ἐθνικῆς Τρα-
425πέζης, καὶ εἰς τὸ δάνειον αὐτὸ ἐγγυήθη κἄποιος φίλος τοῦ κ.
426Κουνουπιώτη. Ἀλλά, λέγουν οἱ φίλοι τοῦ κ. Θεοχάρη, τοῦτο
427εἶναι δωροδοκία, διότι πρὸς ἐξαφάλισιν τοῦ δανείου ὑποθή-
428κευσαν, νομίζω, τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἐπὶ τοῦ μετο-
429χικοῦ ταμείου. Βλέπετε ποίαν σᾶς φέρουσιν ὡς τὴν ἐναργεστέ-
430ραν ἀπόδειξιν τῆς δωροδοκίας· ἐγὼ ὅμως δὲν ἔχω ἀνάγκην
431οὔτε στερεῶν, οὔτε σαθρῶν ἀποδείξεων πρὸς σχηματισμὸν τῆς
432πεποιθήσεως ἣν ἔχω ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν ψηφοφόρων ἐπληρώ-
433θησαν διὰ ψηφοφορήσωσι.
434§39ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
435§40ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι ὡς πρὸς τὰ πράγματα
436καὶ τὴν ἱστορίαν αὐτῶν, ὡς πρὸς τὸ συμπέρασμα ὅμως ὄχι.
437Ἴσως ἡ Βουλὴ ἀπέδειξε κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν ἐν
438γένει ὅτι δὲν ἐμφορεῖται οὔτε ἀπὸ αἴσθημα μεροληψίας, οὔτε
439ἀπὸ αἴσθημα φατριασμοῦ· καθ’ ὅλην τὴν ἐξέλεγξιν τῶν γενι-
440κῶν ἐκλογῶν μέλημα αὐτῆς ὑπῆρξε ἡ ἀνακάλυψις τῆς ἀλη-
441θείας καὶ ἡ τιμώρησις τοῦ ἐγκλήματος. Ἐπαρουσιάσθη μεταξὺ
442τῶν ἄλλων καὶ τὸ ἔγκλημα τῆς δωροδοκίας ὡς λόγος ἐνστά-
443σεως κατὰ τῶν ἐκλογῶν, καὶ πρώτην φορὰν καλεῖσθε νὰ δι-
444κάσητε ἐπὶ τοιαύτης ἐνστάσεως· διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι ὡς
445μέλος ἐπιτροπῆς ἐξεταστικῆς ἐπὶ μιᾶς ἐκλογῆς ὤφειλον νὰ
446φέρω καθαρὰ τὰ πράγματα ἐνώπιόν σας. Καλεῖσθε ν’ ἀκυρώ-
447σητε ἐκλογὴν λόγῳ δωροδοκίας, ἐγκλήματος μικροῦ ἀλλὰ μὴ
448βεβαιωμένου ἐντελῶς. Ἡμεῖς ἐδῶ ἐρχόμεθα μὲ τὴν πεποί-
449θησιν ὅτι ἔλαβε χώραν δωροδοκία, ἡ δικαιοσύνη δὲν ἔχει
450περὶ τούτου κἀμμίαν πεποίθησιν, τὸ πλημμελειοδικεῖον
451Ναυπλίου μέχρι τοῦδε δὲν μᾶς εἶπε τίποτε καὶ ἴσως κατόπιν
452μᾶς εἴπει, ὅτι οὐδεμία δωροδοκία ἔλαβε χώραν· αὐτὴ ἡ ἀντί-
453φασις μεταξὺ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς
454ποίαν σπουδαιότητα θέλει ἔχει; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἀνοίγομεν
455στάδιον εἰς τοὺς ἀποτυχόντας. Ἀναφέρομαι εἰς τὴν συνείδησιν
456ἡμῶν καὶ ἐρωτῶ πάντας ἂν ὑπάρχῃ ἀποτυχών, ὁ ὁποῖος δὲν ἠθέ-
457λησε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀποτυχίαν του καὶ νὰ τὴν ἀποδώσῃ
458εἰς μίαν αἰτίαν. Ὅτε ἦτον ὁ καιρὸς τῶν κυβερνητικῶν ἐπεμ-
459βάσεων, οἱ πάντες ἐκάλυπτον τὴν ἀποτυχίαν των ὑπὸ τὴν δι-
460καιολόγησιν ταύτην, ὅτι παρενέβη δῆθεν ἡ Κυβέρνησις· παρῆλ-
461θεν ἡ ἐποχὴ ἐκείνη, καὶ εὗρον διάφορα ἄλλα μέσα καὶ δὴ καὶ
462τὸ τῆς δωροδοκίας. Νὰ προσέξητε, κύριοι, διότι δὲν ἠξεύρω
463ποῖον θὰ ᾖναι τὸ μέλλον τῶν πολιτευομένων καὶ μάλιστα τῶν
464πολιτευομένων ἐκείνων, οἵτινες ἔχουν μικρὰν περιουσίαν εἰς
465ἑκάστην ἐπαρχίαν. Νομίζετε, ὅτι εἶναι δύσκολον εἰς πάντα,
466ὁ ὁποῖος ἀπέτυχεν ἐν ταῖς ἐκλογαῖς, νὰ ἰσχυρισθῇ καὶ ὑποστη-
467ρίξῃ δι’ ὅλων τῶν φίλων του, ὅτι διὰ τῆς δωροδοκίας ἐπέτυχεν
468ὁ ἀντίπαλός του; Ἐν Σπέτσαις ἐδόθη εἰς ἡμᾶς μία ἀναφορὰ
469ἐξ 150 ἢ 200 ὑπογραφῶν ἐντίμων οἰκοκυραίων, οἱ ὁποῖοι διεβε-
470βαίουν ἡμᾶς, ὅτι ἔλαβε χώραν δωροδοκία καὶ ὅτι διὰ ταύτης
471ἐπέτυχεν ὁ κ. Κουνουπιώτης. Ἑτέρα ἀναφορὰ ἐπίσης ἐντίμων
472ἀνθρώπων μᾶς ἐδόθη, ὅτι δὲν ἔλαβε χώραν παρὰ τοῦ κυρίου
473Κουνουπιώτου δωροδοκία, ἀλλὰ παρὰ τοῦ κυρίου Βάμβα, καὶ
474ὅτι ὅσας ψήφους ἔλαβεν οὗτος τὰς ὀφείλει εἰς τὸ μέσον αὐτὸ·
475τί θέλετε νὰ πιστεύσητε; Τί θὰ εἴπητε καὶ ὅταν ἀναφέρω
476σπουδαιότερον γεγονός; Ὁ κ. Κουνουπιώτης εἶπεν εἰς ἡμᾶς,
477ὅτι πρὸ τῶν ἐκλογῶν προσῆλθεν ὁ κ. Βάμβας καὶ ὑπεσχέθη
478νὰ δαπανήσῃ μέχρις 6,000 δραχμῶν πρὸς ἀγορὰν ψήφων, ἐὰν
479προσλάβῃ αὐτὸν εἰς τὸν συνδυασμόν του. Ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία
480ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της μετ’ αὐστηρότητος, διότι ἤθελε
481νὰ δικαιώσῃ τὴν ἀποστολήν της, τῇ προτάσει τοῦ κυρίου Κυ-
482ριακίδου ἔφερεν εἰς ἀντιπαράστασιν πολλὰ ἐπίσημα πρόσωπα,
483τὸν κ. δήμαρχον, τὸν κ. Κουφόν, τὸν κ. Λεωνίδαν καὶ ἄλλους
484ἐπίσης ἐντίμους, καὶ πάντες μεθ’ ὅρκου ἐβεβαίωσαν τὸ γεγονὸς
485αὐτὸ μεθ’ ὅλας τὰς διαμαρτυρήσεις τοῦ κυρίου Βάμβα (θόρυ-
486βος). Βλέπετε λοιπόν, ὅτι εὔκολον εἶναι εἰς τοὺς κομματάρχας
487τῶν ἐπαρχιῶν νὰ παρουσιάζουν τοὺς φίλους των καὶ τοὺς
488συγγενεῖς των διὰ νὰ βεβαιώσουν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ γεγονός,
489τοῦτο ἢ ἐκεῖνο καὶ πρὸ πάντων μίαν δωροδοκίαν, ἡ ὁποία
490δύναται νὰ λέγεται ἀορίστως καὶ νὰ μὴ ἀποδεικνύεται. Διὰ
491τοῦτο σᾶς ἀνέφερα τὸ περιστατικὸν τῆς ἀντιπαραστάσεως. Ἐὰν
492συνέπιπτε, κύριοι, νὰ ἦσθε παρόντες ἐκεῖ, ἕκαστος ἤθελε πεισθῆ
493εἰς τοὺς λόγους τῶν ἐντίμων ἐκείνων προσώπων καὶ ἰδίως τοῦ
494κυρίου Κουφοῦ, ὅστις φαίνεται ἔντιμος νέος καὶ μορφωμένος,
495ἠθέλατε ἀκούσει τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῶν ἐναντίων, καὶ ἐπὶ τέλους
496δὲν ἠθέλατε πιστεύσει τίποτε. Ἐπεκαλέσθημεν τὴν συνδρομὴν
497τῆς δικαιοσύνης διὰ νὰ μᾶς ἐξαγάγῃ ἀπὸ τὴν ἀμφιβολίαν.
498Ἀφοῦ δὲν εὕρωμεν ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς ἐκλογῆς οὐδεμίαν
499ἔκθεσιν τοῦ κυρίου ἀνακριτοῦ, τὸν παρεκαλέσαμεν νὰ μᾶς πέμ-
500ψῃ ἔκθεσιν περὶ τοῦ τί ἀντελήφθη ἐν καιρῷ τῆς ἐκλογῆς, καὶ
501ὁ κ. Φελήρης δὲν ἐνόμισεν ἑαυτὸν ὑπόχρεων νὰ μᾶς χορηγήσῃ τοι-
502αύτην. Ἐζητήσαμεν τοιαύτην διὰ τοῦ ἐν Ναυπλίῳ εἰσαγγελέως
503καὶ ὁ κ. εἰσαγγελεὺς ἀπήντησε τὰς αὐτὰς δυσκολίας· ἐζητήσαμεν
504τοιαύτην διὰ τοῦ κυρίου προέδρου τῆς Βουλῆς, καὶ νομίζω, ὅτι
505ἡ Βουλὴ ἔλαβε γνῶσιν ἑνὸς τηλεγραφήματός μας, ἀλλὰ μήτε
506διὰ τοῦ μέσου τούτου κατωρθώσαμεν νὰ ἔχωμεν ἔκθεσιν ἀνα-
507κριτικήν.
508§41ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἐστάλη.
509§42ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐνηργήσαμεν, κύριοι, ἑξήκοντα ἐξετάσεις,
510δηλαδὴ ἐξητάσαμεν ἑξήκοντα πρόσωπα ἀνήκοντα εἰς τὴν μίαν
511καὶ εἰς τὴν ἑτέραν μερίδα· αἱ καταθέσεις αὗται τῶν ἑξήκοντα
512ὑπῆρξαν ἀντιφατικαί, οἱ μὲν ἔλεγον τοῦτο, οἱ δὲ κατέστρεφον
513τοῦτο· ἤλθομεν καὶ εἰς ἰδιαιτέρας ἐξετάσεις, καὶ βεβαιω-
514θῆτε ὅτι καὶ ὁ κ. συνάδελφος, ὁ ὁποῖος πρὸ ὀλίγου ἐξέθηκεν
515ἀντίθετον γνώμην, τὴν στηρίζει μᾶλλον εἰς τὰς ἐξωδίκους, τὰς
516ἰδιαιτέρας πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐλάβομεν ἐκεῖ. Ἀπόῤῥοια
517λοιπὸν τῶν πληροφοριῶν μου εἶναι ἡ ἑξῆς, ὅτι ὁ κ. Μανοῦσος,
518ὁ συνάδελφος τοῦ κ. Κουνουπιώτου; ἐπλήρωσε ψήφους χωρὶς διό-
519λου οἱ ψηφοφόροι οὗτοι νὰ ἀνήκουσι πρότερον εἰς ἄλλην φατρίαν
520καὶ νὰ ἀποσπασθοῦν, ἀλλ’ ἵσταντο ἐκεῖ καὶ ἐζήτουν χρήματα
521διὰ νὰ ψηφοφορήσουν· ὁ κ. Βάμβας, σύντροφος τοῦ κ. Θεοχάρη,
522ἐπλήρωσε ψήφους. Ἀλλ’ οὔτε ἡ ἀγορὰ τῶν ψήφων, τὴν ὁποίαν
523ἐνήργησεν ὁ Μανοῦσος, ἐπηρεάζει τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς
524καθόσον ἀφορᾷ τὸν Κουνουπιώτην, οὔτε ἡ ἀγορὰ τῶν ψήφων,
525τὴν ὁποίαν ἐνήργησεν ὁ Βάμβας, συνετέλεσεν εἰς τὴν ἐπιτυχίαν
526τοῦ Θεοχάρη.
527§43ΡΟΥΚΗΣ. Ὑποστηρίζετε διπλῆν δωροδοκίαν, κύριε Κατσι-
528καπῆ· ἡμεῖς εἴμεθα ἁπλῶς τῆς ἰδέας ν’ ἀκυρωθῇ....
529§44ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐκθέτω τὴν γνώμην αὐτήν, διότι πρέπει
530νὰ ᾖναι συνεπὴς εἰς τὰς ἀποφάσεις της ἡ Βουλὴ, καὶ διότι θέλω
531αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς νὰ ᾖναι σεβασταί· δὲν ἀντίκειται
532ποσῶς ἡ γνώμη ἡ ἰδική μου πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς,
533διότι εἶπεν ὅτι παραδέχομαι τὸ μέρος τοῦτο ὡς ἀδωροδόκητον
534καὶ ἐξετάζω τὸ ἄλλο. Τί σᾶς λέγει ἡ ἐπιτροπὴ ὁμοφώνως ἐν
535τῇ ἐκθέσει της, κύριοι; ἀκούσατε παρακαλῶ, διότι ἐδὼ
536εἶμαι καθ’ ὁλοκληρίαν σύμφωνος μετὰ τῶν λοιπῶν μελῶν
537τῆς ἐπιτροπῆς· «καθόσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς κυρίους Δ. Κου-
538νουπιώτην καὶ Κωνστ. Βάμβαν καὶ Γ. Μανοῦσον, παρὰ πάντων
539ὁμολογεῖται καὶ ἰδίως μεταξὺ τῶν δύω τελευταίων» δηλαδὴ
540Μανούσου καὶ Βάμβα, ὅτι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ἐδαπάνησαν
541χρήματα πρὸς ἀγορὰν ψήφων, καὶ κατά τινας μὲν ἡ μερὶς Κου-
542νουπιώτου καὶ Μανούσου ἐδαπάνησε περὶ τὰς 20,000 δραχμῶν,
543ὁ δὲ Κωνστ. Βάμβας περὶ τὰς πέντε ἢ ἓξ, ὅπερ ἔπραξεν εὑ-
544ρεθεὶς εἰς ἀπόλυτον ἀνάγκην, καθότι εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ.
545Βάμβας δὲν στερεῖται συγγενῶν καὶ φίλων, ἀλλ’ ἀπέναντι
546τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα οἱ ἀντίθετοι αὐτοῦ μετεχειρίσθησαν, καὶ
547τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐδαπάνησαν πρὸς διαφθορὰν τῶν συ-
548νειδήσεων, δὲν ἠδύνατο ἄλλως νὰ πράξῃ εἰμὴ νὰ δαπανήσῃ
549καὶ αὐτός.
550Ἰδίως· τὸ ἰδίως νομίζω, ὅτι τοῦτο ἐξηγεῖ, ἰδίως οὗτοι οἱ δύω
551ἐδαπάνησαν χρήματα. Ἀλλ’ οἱ κ.κ. συνάδελφοι προβαίνουν περαι-
552τέρω, ἐκεῖ ὅπου ἐγὼ εἶμαι ἀνίκανος νὰ φθάσω, δηλ. λέγουν ἐδα-
553πάνησε περισσότερα ἐκεῖνος, ὀλιγώτερα οὗτος. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι
554δὲν δύναμαι νὰ φθάσω εἰς αὐτὸ τὸ συμπέρασμα, ὁμολογῶ τὴν
555ἀνικανότητά μου. Τέλος πάντων ἔχομεν παραδεδεγμένον, με-
556μαρτυρημένον ὅτι ψῆφοι ἠγοράσθησαν καὶ ἔνθεν καὶ ἔνθεν· ἡ
557Βουλὴ βεβαίως ἔχει καθῆκον νὰ τιμωρήσῃ τὸ ἔγκλημα καὶ διὰ
558τοῦτο, κύριοι, ὁμιλῶ, καὶ διὰ νὰ τὸ προλάβῃ εἰς τὸ μέλλον.
559Ἀλλὰ νομίζετε, κύριοι, ὅτι ἡ ἀκύρωσις τῆς ἐκλογῆς προλαμβάνει
560τὸ ἔγκλημα εἰς τὸ μέλλον; νομίζω ὄχι· ὄχι μόνον, ἀλλὰ ὑπο-
561στηρίζει τὸ ἔγκλημα, καὶ ἰδοὺ τίνι τρόπῳ· κατὰ δύω τρόπους
562κατ’ ἐμὲ, κύριοι, δύναται καὶ νὰ τιμωρηθῇ τὸ ἔγκλημα καὶ νὰ
563προληφθῇ, ἢ διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ, ἢ διὰ τοῦ ἀποκλεισμοῦ
564τῶν προσώπων ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἤθελον ἀποδειχθῆ ὡς δωροδο-
565κήσαντα ἐν ταῖς ἐκλογαῖς· ἀλλὰ τὸ πρῶτον κατ’ ἐμὲ εἶναι δύ-
566σκολον, διότι δύσκολος εἶναι ἡ ἀνακάλυψις τοῦ ἐγκλήματος
567τῆς δωροδοκίας διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ, βλέπετε ὅτι ἐδῶ δὲν
568εἶναι ἐπισκοπικὰ, διὰ νὰ χρειασθοῦν μεσῖται, διὰ νὰ ἐπέλθουν
569τηλεγραφήματα· ἐδῶ ἀπ’ εὐθείας τοῦ δίδει κάτι τι ἀποκάτω
570ἀπὸ τὸ χέρι· ἔπειτα πῶς θὰ ἀνακαλυφθῇ, ὅταν πρόκειται νὰ
571τιμωρηθῇ καὶ ὁ δωροδοκήσας καὶ ὁ δωροδοκηθείς; Εἶναι δὲ τὸ
572ἄλλο ἀδύνατον, διότι δὲν ἔχομεν νόμους ν’ ἀποκλείσωμεν
573τοὺς ἐπὶ δωροδοκίᾳ κατηγορουμένους κυρίους ὑποψηφίους
574Βουλευτάς· μᾶς μένει ἡ ἀκύρωσις. Νομίζετε, ὅτι τό γε νῦν
575ἔχον ἐν Σπέτσαις ἡ ἀκύρωσις εἶναι μέσον τιμωρητικὸν
576διὰ τὸ ἔγκλημα τῆς δωροδοκίας; ἀπεναντίας, καὶ πιστεύσατε
577ὅτι ὑποστηρίζει τὴν δωροδοκίαν, διότι κατὰ συνείδησιν λέγω εἰς
578ὑμᾶς ὅτι ἂν ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ καὶ μία ἐπανάληψις ἐκλογῆς
579ἀναδείξῃ Βουλευτὴν εἴτε τὸν Μανοῦσον εἴτε τὸν Βάμβαν, τοῦτο
580ἤθελεν εἶσθαι ἀποτέλεσμα φανερᾶς δωροδοκίας. Ἀλλά, κύριοι,
581νομίζετε, ὅτι μία ἀκυρωτικὴ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἤδη δὲν
582εἶναι καὶ εἰς τὴν Βουλὴν δύσκολον; διότι διὰ νὰ ἀκυρώσητε
583τὴν ἐκλογὴν ἤδη ὀφείλετε νὰ παραδεχθῆτε ὅτι ἡ δαπάνη ἡ
584προελθοῦσα ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Μανούσου συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ
585ἀναδείξῃ βουλευτὴν καὶ τὸν κ. Βάμβαν· ἀλλ’ ὅταν ἡ ἐπιτροπὴ
586σᾶς βεβαιοῖ ὁμοφώνως ὅτι καὶ ὁ κ. Βάμβας ἐπλήρωσε ψηφοφό-
587ρους, δὲν νομίζετε ὅτι εὑρίσκεσθε εἰς ἀντίφασιν μὲ τὴν πρώτην
588ἀπόφασίν σας; Διὰ τοῦτο, κύριοι, συμπεραίνω ὅτι ἡ ἐκλογὴ
589πρέπει νὰ ἐπικυρωθῇ καθόσον ἀφορᾷ τὸν κ. Κουνουπιώτην.
590§45ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Πιστεύω, κύριοι, ὅτι ἐκ τῆς λογικῆς, ἣν
591ἀνέπτυξεν ὁ προλαλήσας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸ ὀλίγου,
592σᾶς ἔκαμε νὰ ἐκπλαγῆτε. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς πείσω ἐγὼ
593πλέον περὶ τῆς ἐν Σπέτσαις γενομένης δωροδοκίας· ὁ προλαλή-
594σας δεόντως σᾶς ἐπληροφόρησε καὶ σᾶς ἔπεισεν. Ἀλλ’ ἆρά γε τὰ
595σαθρά, διὰ νὰ μὴν εἴπω ἄλογα, ἐπιχειρήματα αὐτοῦ ἦσαν ἀρκε-
596τὰ νὰ σᾶς πείσωσι; δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ μακρηγορήσω, διότι
597συνηγόρου καλλιτέρου ἀπὸ τὸν προλαλήσαντα αἱ Σπέτσαι δὲν
598ἔχουν ἀνάγκην· μετὰ παῤῥησίας καὶ χριστιανικῆς ἀθωότητος
599σᾶς ὡμολόγησε τὸ ἔγκλημα ἐν ὅλῃ αὐτοῦ τῇ ἐκτάσει καὶ τῇ
600ἐπισημότητι. Ἀλλὰ τί σᾶς εἶπε; διὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν λόγον
601δὲν πρέπει ν’ ἀκυρώσητε τὴν ἐκλογήν, παρὰ νὰ τὴν ἐπικυρώ-
602σητε. Τῇ ἀληθείᾳ τοιαύτη λογικὴ πρώτην φορὰν ἀναπτύσσεται
603ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Πρὸς τοῖς ἄλλοις σᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ
604Βάμβας εἶναι ἄγνωστος ἐν Σπέτσαις, ὅτι ἔλειπε πρὸ τοσούτου
605χρόνου, ὅτι ὁ Βάμβας δὲν ἔχει ἀνθρώπους ἐν Σπέτσαις. Διαβε-
606βαιῶ λοιπὸν τὸν κ. Κατσικαπῆ, ὅτι ὁ Βάμβας ἔχει τοσούτους
607συγγενεῖς ἐν Σπέτσαις ἐνδιαφερομένους ὑπὲρ αὐτοῦ, ὥστε δυ-
608σκολεύομαι νὰ πιστεύσω ὅτι τοσούτους κατοίκους ἔχει τὸ
609χωρίον ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξέρχεται (γέλως). Ἠθέλησε νὰ σᾶς ἀπο-
610δείξει, κύριοι, ὅτι τιμωροῦντες τὸ ἔγκλημα δὲν φέρετε οὐδὲν
611ἀποτέλεσμα· ἀλλὰ πρὸς Θεοῦ ποῦ ὑπῆρξεν αὐτὴ ἡ λογικὴ ἐν
612τῷ κόσμῳ τούτῳ νὰ λέγῃ ὅτι, ἐπειδὴ θὰ τιμωρήσετε τὸ ἔγ-
613κλημα, δὲν ἐπιφέρετε θεραπείαν!
614§46ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ μὲ διαστρέφετε·
615ἐγὼ δὲν εἶπα τιμωροῦντες τὸ ἔγκλημα τὸ ὑποστηρίζομεν.
616§47ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἰς ἐμὲ δὲν μένει νὰ σᾶς πείσω περὶ τῆς
617γενομένης δωροδοκίας ἐν Σπέτσαις, διότι εὐτυχῶς ὁ πρὸ ὀλί-
618γου καταβὰς τοῦ βήματος σᾶς ἔπεισε πληρέστατα, ἑπομένως
619δὲν θέλω νὰ σᾶς ἐπασχολήσω περισσότερον.
620§48ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς
621ἐκλογῆς, ὅτε ἐξηλέγχοντο αἱ ἐκλογαί, δὲν ἔλαβον τὸν λόγον,
622διότι ἐφρόνουν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀκυρώσει τὴν ἐκλογὴν ἐπὶ τῇ
623βάσει τῶν ἐνδείξεων, αἱ ὁποῖαι φαίνονται εἰς τὸν φάκελλον τῆς
624ἐκλογῆς αὐτῆς· αἱ ἐνδείξεις αὗται εἶναι τόσον σαφεῖς, ὥστε δὲν
625ἀφίνουν καμμίαν ἀμφιβολίαν· ἐξ ἁβροφροσύνης δὲν ἔλαβον τὸν
626λόγον μήπως ὑποθέσητε ὅτι τοῦτο ἔπραττον ἀπὸ ἐμπάθειαν
627πρὸς τὸν συνάδελφόν μας. Σᾶς εἶπον δὲ ὅτι αἱ ἐνδείξεις ἐκεῖναι
628ἦσαν ἱκαναὶ ὅπως πείσουν τὴν Βουλὴν ν’ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογήν,
629διότι ἦσαν ἐνδείξεις γεγραμμέναι ὑπὸ ἀντιπάλου, ἀλλ’ ἀνδρὸς
630ὅστις ὑπηρετεῖ ἐν τῇ δικαιοσύνῃ πρὸ καιροῦ, ἐνδείξεις ἀνδρός, ὁ
631ὁποῖος ἀπολαύει τὴν ὑπόληψιν ὁλοκλήρου τοῦ δικαστικοῦ κλά-
632δου. Εὐτυχῶς σήμερον, ὅτε συζητεῖται ἡ ἐκλογὴ αὕτη, ἔφθασε
633τοῦ ἰδίου ἀνακριτοῦ ἔκθεσις ῥητή, ἡ ὁποία οὐχὶ συνεπτυγμένως
634καθὼς εἰς τὸ τότε τηλεγράφημα, ἀλλ’ ἐν ἐκτάσει, διότι ἐπιμό-
635νως ἡ ἀποσταλεῖσα ἐν Σπέτσαις ἐπιτροπὴ ἵνα ἐξετάσῃ εἶχε ζη-
636τήσει παρὰ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ναυπλίῳ πρωτοδικῶν νὰ
637πείσῃ τὸν κ. Φιλέρην, ὅστις εἶχε σταλῆ ὡς ἀνακριτής, νὰ κάμῃ
638ἔκθεσιν περὶ τῆς ἐκλογῆς Σπετσῶν. Ὁ Φιλέρης, ὅπως φαίνεται
639ἤδη εἰς τὴν σήμερον ἀποσταλεῖσαν ἔκθεσίν του, εἶχε τὴν ἰδέαν
640ὅτι δὲν ὤφειλε νὰ κάμῃ τοιαύτην ἔκθεσιν περὶ τῆς ἐκλογῆς
641Σπετσῶν, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἐπείσθη καὶ σήμερον ἔπεμψεν εἰς τὸν
642πρόεδρον τὴν ἔκθεσιν ταύτην πλήρη καὶ σαφῆ. Πᾶν ὅ,τι ἐγώ, κύ-
643ριοι, ἤθελον σᾶς εἴπει περὶ τῆς γενομένης δωροδοκίας ἐν Σπέ-
644τσαις εἴτε τώρα εἴτε κατὰ τὰς παρελθούσας ἐκλογάς, ἠθέλατε
645τὸ θεωρήσει ὅτι προέρχεται ἐξ ἐμπαθείας, ἠθέλατε θεωρήσει
646τοὺς λόγους μου, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἐπέτυχεν ὁ συμπολίτης μου
647μετὰ τοῦ ὁποίου εἶχον συνδυασμόν, ζητῶ νὰ ἀκυρωθῇ καὶ νὰ
648ἐπαναληφθῇ ἡ ἐκλογή, ὅπως ἔλθῃ ὁ συνάδελφός μου. Πιστεύ-
649σατε ὅτι δὲν ἔχω οὐδεμίαν προσωπικὴν ἀντιπάθειαν πρὸς τὸν
650κ. Μανοῦσον· πιστεύσατε ὅτι ἐπεθύμουν νὰ ἤρχετο βουλευτὴς
651ὅπως καὶ ἐγώ, ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπὶ τοσαύτας ἐκλογὰς μοῦ ἐκλείσθη
652ἡ θύρα τοῦ Βουλευτηρίου, ἐνῷ τετράκις ἀντιπροσώπευσα τὸν
653τόπον μου, μοῦ ἐκλείσθη τρὶς ἕνεκα τοῦ ἐγκλήματος τῆς δω-
654ροδοκίας, ὤφειλον νὰ ᾖμαι ὁ διώκτης τοῦ ἐγκλήματος τούτου.
655Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μακρηγορήσω, κύριοι, ὑποστηρίζων ὅλας ἐκείνας
656τὰς ἐνστάσεις, τὰς μηνύσεις, τὰς διαμαρτυρήσεις, ὅσας κατὰ
657καιροὺς ἔκαμον κατὰ τῆς ἐκλογῆς Σπετσῶν, διότι οὐδὲ ἡ ἐπο-
658χὴ τὸ συγχωρεῖ καὶ ὁ καιρὸς σπεύδει· παρακαλῶ μόνον ν’ ἀ-
659κούσητε τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Φιλέρη καὶ ἐκ ταύτης νὰ ἐξάξητε
660ἀποτέλεσμα, διότι ἡ ἐπιτροπὴ συνέταξεν ἔκθεσιν, ἡ ὁποία ἀντι-
661φάσκει πράγματι πρὸς ὅλα ὅσα ὁ κ. Κατσικαπῆς σᾶς εἶπεν. Ὁ κ.
662Κατσικαπῆς ἦλθε ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ἔγεινε δωροδοκία, κατόπιν
663μᾶς ἀπέδειξεν ὅτι εἶναι ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς τὸ ἀρ-
664νεῖται, κατόπιν μᾶς ἀπέδειξεν ὅτι δὲν ἔχει ἐπιῤῥοὴν, κατόπιν
665ὅλως διόλου τὰ ἐναντία ἀπὸ ὅσα φαίνονται εἰς τὴν ἔκθεσιν.
666Ἰδοὺ τί λέγει εἰς τὴν ἔκθεσίν του·
667«Πρὸς τὸν Κύριον Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ναυπλίῳ
668Πρωτοδικῶν.
669Κατὰ τὰς ἄρτι ἐνεργηθείσας βουλευτικὰς ἐκλογὰς μετέβην
670εἰς Σπέτσας ὡς προσωρινὸς ἀνακριτὴς συνεπείᾳ παραγγελίας
671Σας, Κ. Εἰσαγγελεῦ, πρὸς βεβαίωσιν τῶν αὐτόθι παραβάσεων
672τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου ὡς καὶ ἄλλων ἐγκλημάτων. Πρὸς τὸν
673σκοπὸν τοῦτον παρέμεινα ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας εἰς Σπέτσας,
674καθ’ ἃς ἐργασθεὶς ἐφ’ ὅλων τῶν ἐγχειρισθεισῶν μοι μηνύσεων
675κατὰ τὰς ἐκλογὰς ὑπέβαλα περαιωμένας τὰς σχηματισθείσας
676δικογραφίας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν Σας, ὡς καὶ ἐκείνην τῆς δωρο-
677δοκίας. Ἀπέσχον δὲ μέχρι τοῦδε νὰ ὑποβάλω ὑμῖν, Κ. Εἰσαγ-
678γελεῦ, ἔκθεσιν ἰδίαν περὶ τῶν συμβάντων ἐν γένει, διότι ταῦτα
679περιείχοντο εἰς τὰς ἐνεργηθείσας ἀνακρίσεις, καὶ ἐφρόνουν, ὅτι
680τοῦτο ἀντέκειτο προφανῶς εἰς τὰς διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δι-
681κονομίας. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον ἐπίσης οὐσιώδη λόγον ἀπέσχον
682νὰ ὑποβάλω ἔκθεσιν, καθότι καὶ ἄλλοτε ὑπέβαλον μακρὰν
683ἔκθεσιν περὶ τῶν συμβάντων κατὰ τὴν βουλευτικὴν ἐκλογὴν
684Γόρτυνος, ἀλλ’ οἱ ἐνδιαφερόμενοι περὶ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς
685ἐκλογῆς ἐκείνης βουλευταὶ ἔλαβον ἐντεῦθεν ἀφορμὴν καὶ διὰ τῶν
686ἐφημερίδων καὶ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ ἀγορεύσεών των παρέστησαν
687τὴν νόμιμον καὶ αὐτοῦ τοῦ καθήκοντός μου ἐνέργειαν ἐκείνην
688ὡς φατριαστικὴν καὶ παράνομον. Ὁ τότε ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης
689ὑπουργὸς ὄχι μόνον δὲν ὕψωσε τὴν φωνήν του ὑπὲρ τοῦ ἀδί-
690κως ὑβριζομένου δικαστοῦ, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐφαίνετο συμμερι-
691ζόμενος καὶ οἱονεὶ υἱοθετῶν τὰς κατ’ ἐμοῦ ἀδίκους ἐπιθέσεις·
692τὴν δὲ δυσμένειάν του ταύτην ἐξεδήλωσε καὶ δι’ ἀλλεπαλ-
693λήλων κατ’ ἐμοῦ μεταθέσεων. Περιπλέον δὲ ἡ ἔκθεσις ἐκείνη
694ὑπῆρξεν ἀφορμή, ὅπως εἷς ἐκ τῶν ἐκ Γόρτυνος βουλευτῶν, ἐπι-
695τυχὼν διὰ πανηγυρικῆς καλπονοθεύσεως, μὲ καταγγείλῃ ἐπὶ
696παραβάσει τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Ἑπομένως ἐκτὸς τῆς ἀδίκως
697τότε μεταθέσεως ὑπέπεσα διὰ τὸν ὑπερβολικὸν ζῆλόν μου πρὸς
698ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός μου καὶ εἰς τὴν θέσιν τοῦ κατη-
699γορουμένου. Εἶχον λοιπόν, Κ. Εἰσαγγελεῦ, βασίμους καὶ πρα-
700κτικούς λόγους ἅμα, ἵνα ἀπέχω τοῦ λοιποῦ τῆς συντάξεως
701ἐκθέσεων πρὸς ἀποφυγὴν τῶν ἐν τῇ Βουλῇ ἐπιθέσεων. Τοῦτο
702καὶ αὖθις μὲ ἠνάγκασεν, ἵνα μόνον περιορισθῶ μεταβὰς εἰς Σπέ-
703τσας εἰς μόνον τὰς καθαρῶς δικαστικὰς ἐνεργείας, διότι φρο-
704νῶ, ὅτι αἱ ζητούμεναι ἐκθέσεις δὲν εἶναι ἐκ τῶν καθαρῶς δι-
705καστικῶν ἐνεργειῶν, ἐφ’ ὅσον δὲν κυρωθῇ ἡ ὑποχρέωσις αὕτη
706τοῦ δικαστοῦ διὰ νομοθετήματος, καὶ περιπλέον καὶ αὕτη ἡ
707ὑποχρέωσις πρὸς μετάβασιν ἐν τῷ τόπῳ τῆς ἐκλογῆς. Ἤδη
708ὅμως ἀφ’ οὗ τὸ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργεῖον θεωρεῖ ὡς ἄρ-
709νησιν προκαλοῦσαν ἀτοπήματα καὶ ἐπισύρουσαν κατ’ ἐμοῦ
710εὐθύνας τὴν μὴ ὑποβολὴν ἐκθέσεως ὡς πρὸς τὰ ἐν Σπέτσαις
711συμβάντα κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, ὑπέβαλον τὴν
712περὶ ταύτης ἔκθεσίν μου.
713Δύω κυρίως πολιτικαὶ μερίδες ἀντηγωνίζοντο ἐν Σπέτσαις,
714ἡ τοῦ Θεοχάρη ἔχοντος συνυποψήφιον ὀπαδὸν τὸν Βάμβαν, καὶ
715τοῦ Κουνουπιώτη, ἔχοντος συνυποψήφιον τὸν Μανοῦσον. Ἀμ-
716φότεροι οἱ κκ. οὗτοι ὑποψήφιοι βουλευταὶ μὲ ἐπεσκέφθησαν
717κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, καὶ εἰς ἅπαντας τούτους
718ἐσύστησα νόμιμον ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν καὶ πρὸ παντὸς
719κατ’ ἐπανάληψιν ἐσύστησα αὐτοῖς τὴν ἀποφυγὴν τοῦ κακοη-
720θεστέρου τῶν ἐγκλημάτων τοῦ τῆς δωροδοκίας, ἕνεκα τῆς ὁ-
721ποίας ἀπειλεῖται ἡ καταστροφὴ τοῦ Πολιτεύματος. Καὶ εἶναι
722μὲν ἀληθές, ὅτι ἐδόθη μὲν ὑπόσχεσις παρὰ τῶν εἰρημένων ὑπο-
723ψηφίων, ὅτι θὰ ἀποφύγωσι τὴν χρῆσιν τῆς δωροδοκίας πρὸς
724διαφθορὰν τῶν ἐκλογέων, ἀλλ’ ἡ ὑπόσχεσις αὕτη δὲν ἐτηρήθη,
725τὸ δὲ ἔγκλημα τῆς δωροδοκίας ἐτελέσθη καὶ αὖθις ἐν τῇ νήσῳ
726τῶν Σπετσῶν.
727Κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν ἐν Σπέτσαις μοὶ ἐδόθη-
728σαν διάφοροι μηνύσεις ἐκ μέρους τῆς μερίδος τοῦ ὑποψηφίου
729βουλευτοῦ Κουνουπιώτου κατά τινων τῶν αὐτόθι δημοσίων
730ὑπαλλήλων καὶ ἄλλων δημοσίων ὑπηρετῶν ἐπὶ παραβάσει τοῦ
731ἐκλογικοῦ Νόμου, ἀλλὰ κατὰ τὸ πλεῖστον αἱ μηνύσεις αὗται
732ἦσαν ἐμπαθεῖς, ἰδίως ἡ κατὰ τοῦ Ἐπάρχου Σπετσῶν, ὅστις ὁ-
733μολογουμένως ἐτήρησε θέσιν ἀξιοπρεπῆ καὶ διαγωγὴν ἐμπρέ-
734πουσαν εἰς διοικητικὸν ὑπάλληλον. Τὰς κατὰ τῶν ὑπαλλήλων
735τούτων μηνύσεις ἐνήργησα καὶ ἀπέστειλα ἔκτοτε εἰς τὴν ὑπη-
736ρεσίαν Σας. Ὅθεν περιορίζομαι μόνον εἰς τὸ τῆς δωροδοκίας
737ἔγκλημα.
738Ἡ δωροδοκία ἐν τῇ νήσῳ τῶν Σπετσῶν χρονολογεῖται μὲ
739τὴν ὕπαρξιν τῶν ἐν Ἑλλάδι ἐκλογῶν. Οἱ νησιῶται οὗτοι το-
740σοῦτόν εἰσιν ἐθισμένοι εἰς τὴν δωροδοκίαν, ὥστε δὲν ἐννοοῦν
741δικαίωμα ψήφου, ἀλλὰ ψῆφον ἀνταλλασσομένην μὲ νόμισμα·
742δὲν ἐννοοῦν ἐπὶ πλέον, ὅτι λαμβάνοντες χρήματα διαπράτ-
743τουσιν ἔγκλημα. Τοῦτο πᾶς τις δύναται νὰ πληροφορηθῇ ἀσφα-
744λῶς, ἐὰν ἐπί τινας ἡμέρας διαμείνῃ εἰς Σπέτσας. Οἱ ἁπλού-
745στεροι λαλοῦν, ὡς περὶ πράγματος θεμιτοῦ, περὶ τῆς δωροδο-
746κίας. Εἷς ἐκ τῶν πολλῶν κατηγορουμένων ἀνακρινόμενος ὡμο-
747λόγησεν, ὅτι ἔλαβε μὲν ὡρισμένον χρηματικὸν ποσόν, ἵνα ψη-
748φοφορίσῃ, ἀλλὰ τῷ καθυστεροῦν καὶ ἄλλο ποσόν, ὅπερ τῷ
749ὑπεσχέθησαν. Τοσοῦτον δὲ ἡ νῆσος αὕτη εἶναι δηλητηριασμένη
750μὲ τὸ ἔγκλημα τοῦτο, ὥστε ἐντὸς τῆς ἀληθείας εὑρίσκεται
751πᾶς τις, ἐὰν παραδεχθῇ, ὅτι πλειότεροι τῶν 350 ψηφοφό-
752ρων δὲν ὑπάρχουσιν οἱ μὴ λαμβάνοντες χρήματα, οἱ δὲ λοιποί,
753οἱ τὰ τρία τέταρτα τῶν ψήφων ἀποτελοῦντες, δὲν ἐννοοῦν ψῆ-
754φον ἄνευ νομίσματος. Ἐν τῇ νήσῳ ταύτῃ μανθάνει πᾶς τις ὅτι
755οἰκογένειαι μὲ πλοῦτον σημαντικὸν κατηνάλωσαν αὐτὸν ἀφει-
756δῶς καὶ ἐκ πείσματος κενοδοξίας εἰς τὰς ἐκλογάς. Ὅθεν ἀφ’ οὗ
757ἐν τῇ εἰρημένῃ νήσῳ τοιαῦται ἐπικρατοῦν ἀρχαὶ περὶ δωροδο-
758κίας, βεβαιοῦμεν νῦν τίνες τῶν ὑποψηφίων βουλευτῶν μετεχει-
759ρίσθησαν χρήματα πρὸς ἐξώνησιν τῶν συνειδήσεων τῶν ἐκλο-
760γέων καὶ κατὰ τὰς ἄρτι ἐνεργηθείσας βουλευτικὰς ἐκλογάς.
761Καὶ κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν καὶ κατὰ τὴν ἐνέρ-
762γειαν αὐτῶν ὁ ὑποψήφιος βουλευτὴς Θεοχάρης ἤγειρεν ἀληθῶς
763φωνὴν κατὰ τῆς δωροδοκίας καὶ μόνος αὐτὸς ἐφαίνετο στιγμα-
764τίζων τὸ ἔγκλημα τοῦτο.
765Ἐξ ὅσων δὲ κατὰ τὴν μικρὰν ἐν Σπέτσαις διαμονήν μου
766ἠδυνήθην ν’ ἀντιληφθῶ καὶ νὰ πεισθῶ ἐσχημάτισα ἀδιστάκτως
767ὅτι κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐν Σπέτσαις ἐκλογῶν ὁ ὑποψήφιος
768βουλευτὴς Κουνουπιώτης ἐξώδευσε περὶ τὰς ὀκτὼ χιλιάδας
769δραχμῶν, ὁ σύντροφος αὐτοῦ Μανοῦσος περὶ τὰς δώδεκα χι-
770λιάδας δραχμῶν, ὁ Βάμβας, σύντροφος τοῦ Θεοχάρη, περὶ τὰς
771ἓξ χιλιάδας δραχμῶν, πρὸς ἀγορὰν ψηφοφόρων· ὁ δὲ Θεοχά-
772ρης εἶναι ὁμολογούμενον ὅτι ἐξ ἰδίων οὐδὲν κατέβαλε πρὸς
773ἀγορὰν ψήφων. Ἐφημίζετο ὅμως ἐν τῇ νήσῳ ὅτι φίλοι τινὲς
774τοῦ Θεοχάρη κατέβαλον χρηματικά τινα ποσὰ ὑπὲρ αὐτοῦ
775πρὸς ἀγορὰν ψήφων, ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ
776βεβαιώσω. Τοιαύτην λοιπὸν ἐσχημάτισα πεποίθησιν ἐκ διαφό-
777ρων περιστάσεων καὶ γεγονότων περὶ τῆς ἐν Σπέτσαις δωρο-
778δοκίας, ἥτις ἔλαβε χώραν, ὡς ἀνωτέρω ἐξετέθη, καὶ τοιαύτην
779δὲν ἀμφιβάλλω θὰ σχηματίσῃ καὶ ἡ ἐν Σπέτσαις νῦν διατρί-
780βουσα ἀνακριτικὴ τῆς Βουλῆς Ἐπιτροπή.
781Ἐν Ναυπλίῳ, τὴν 3 Νοεμβρίου 1875.
782Ὁ ἐν τῇ νήσῳ Σπετσῶν περιοδεύων ἀνακριτὴς
783Κ. ΦΙΛΕΡΗΣ.»
784§49ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε ἐγράφη;
785§50ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Τὴν 3 Νοεμβρίου 1875.
786Ὅσοι λοιπὸν ἐξ ὑμῶν γνωρίζετε τὸ ἀκέραιον τοῦ χαρακτῆ-
787ρος τοῦ κ. Φιλέρη, ὅσοι γνωρίζετε τὸ ἀδέκαστον αὐτοῦ τοῦ
788ἀνδρός, εἰμὶ βέβαιος, ὅτι θέλετε δώσει πλήρη πίστην εἰς τὴν
789ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ἔστειλε σήμερον εἰς τὸ προεδρεῖον.
790§51ΟΘ. ΠΑΠΑΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Πόσας ψήφους ἐλάβατε σεῖς;
791§52ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Περὶ ἐμοῦ δὲν πρόκειται, διότι ἐγὼ εἶμαι
792βουλευτής· δὲν ἔλαβον ὅμως ὅσους ἐλάβατε σεῖς, ὅταν τὰς
793ἐλάβατε διὰ τῆς σακκοῤῥάφας (θόρυβος).
794§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τὸν λόγον;
795§54ΜΗΤΣΑΣ. Δύω λέξεις θὰ εἴπω, κύριοι συνάδελφοι, ἐπειδὴ
796ἀνήκω εἰς τὴν αὐτὴν ἐπαρχίαν, ἂν καὶ εἶναι χωριστὴ ἡ ἐκλο-
797γικὴ περιφέρεια. Βεβαίως χρήματα ἐδόθησαν· ἀλλὰ ἐδόθησαν
798ὅπως πάντοτε δίδονται δι’ ἔξοδα τῆς ἐκλογῆς, καὶ κάτι τι
799ὀλιγώτερα ἐξωδεύθησαν ἐφέτος εἰς τὰς Σπέτσας, διότι οὔτε ὁ
800κ. Θεοχάρης εἶχεν ἀνάγκην ν’ ἀγοράσῃ ψήφους, οὔτε ὁ κ. Κου-
801νουπιώτης· αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἔδωκαν ὀλίγα χρήματα ἀπέτυχον.
802Νομίζω λοιπόν, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ πετάξητε ἔξω συνά-
803δελφον, ὅστις ὑπῆρξε καὶ ἄλλοτε βουλευτής, ἀφοῦ καὶ ἐγὼ
804ἐπεκύρωσα τὴν ἐκλογὴν τοῦ κ. Θεοχάρη.
805§55ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριοι, διὰ τῆς ψήφου μου ἐπεκύ-
806ρωσα τὴν ἐκλογὴν τοῦ καπετὰν Ἀντώνη.
807§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ συζήτησις θεωρεῖται περαιωμένη. Τὸ
808προεδρεῖον θεωρεῖ ὡς ἀπωτέραν γνώμην τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς
809διὰ τὸν ἕνα μόνον βουλευτὴν κ. Κουνουπιώτην.
810§57ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἔγκυρον πρέπει νὰ τεθῇ πρῶτον.
811§58ΤΙΝΕΣ. Καλὰ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος.
812§59Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται δὲν
813εἶναι νέον. Πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην,
814καθ’ ἣν ἔλαβον χώραν αἱ ἐξελέγξεις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅτε
815εἴχομεν ὡς βάσιν τὴν ἔκθεσιν τοῦ τμήματος. Λοιπὸν θὰ θέσητε
816ὡς βάσιν τὴν πρότασιν τοῦ τμήματος καὶ ἐπ’ αὐτῆς θ’ ἀπο-
817φανθῶμεν.
818§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς ὡς
819πρὸς τὸν ἕτερον βουλευτὴν Σπετσῶν κ. Κουνουπιώτην, παρα-
820καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (τὸ ἀποτέλεσμα ἀμφίβολον).
821§61ΤΙΝΕΣ. Ἀπεῤῥίφθη.
822§62ΕΤΕΡΟΙ. Τὸ ἀντίθετον.
823§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς
824ὡς πρὸς τὸν ἕτερον βουλευτὴν κ. Κουνουπιώτην παρακαλοῦνται
825νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν
826πρότασιν.
827§64ΤΙΝΕΣ. Τί ἐννοεῖτε, κ. πρόεδρε;
828§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς.
829§66ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἐνοήσαμεν, κ. πρόεδρε· τὸ ἀντίθετον.
830§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη.
831§68ΤΙΝΕΣ. Λοιπὸν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
832§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγερθῆτε (ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 15). Λοιπόν,
833κύριοι, δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄκυρον
834τῆς ἐκλογῆς λέγουσι Ναί, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν
835Ὄχι· (γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ τὴν
836ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Διαμαντοπούλου καὶ Ῥούφου).
837Πρωτόκολλον ψηφοφορίας τῶν Βουλευτῶν
838Ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος·
839Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας
840Σπετσῶν ὡς πρὸς τὸν Δ. Κουνουπιώτην, ναὶ ἢ ὄχι;
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
841Κ. Θεοδώρου Ν Κ. Λομβάρδος Ν
842Ἰωάννης Μπόγδανος Ο Ν. Λούντζης Ν
843Ὄθων Παπαλεονάρδος Ο Ἀνδρ. Γαΐτας Φωσκάρδης Ν
844Μ. Καΐρης Ὀρφανός Ν Ἰω. Νέγκας
845Νικ. Μαυροκορδᾶτος Διον. Κολυβᾶς Ν
846Ἰω. Κυριακός Ο Ἀνδρ. Αὐγερινός
847Γεώργ. Δ. Τσώκρης Ἐπαμ. Κρεστενίτης Ν
848Ἀνδρ. Δανόπουλος Ο Αὐγ. Πετραλιᾶς
849Γ. Παπαλεξόπουλος Ο Κ. Ζαφειρόπουλος Ν
850Δ. Γ. Ῥάλλης Θεμ. Δαραλέξης Ο
851Τιμολέων Φιλήμων ἀρν.Λ. Κατσίνας
852Δ. Καλλιφρονᾶς Ν Παναγ. Οἰκονόμου Ν
853Ὄθων Μακρυγιάννης Ν Δ. Διαμάντης Ν
854Π. Πετράκης Ο Ν. Νομικός
855Στ. Κολιάτσος Ο Ἀριστ. Βαλέττας Ν
856Κ. Στράτος Δημ. Γαβαλᾶς Ο
857Δημ. Γρίβας Βαρβαρῆγος Πήληκας Ν
858Γ. Γεροθανάσης Αἴας Καραβίας Ν
859Χρ. Κατσικογιάννης Θρασ. Ζαΐμης
860Θ. Δηλιγιάννης Ο Σωτ. Ν. Πετιμεζᾶς Ν
861Εὐθ. Δεληγιάννης Ο Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς
862Γ. Λαδόπουλος Ο Ἀργύρ. Διαμαντόπουλος Ο
863Α. Α. Ἀντωνόπουλος Ο Νικόλ. Πετιμεζᾶς Ν
864Γ. Πλαπούτας Ο Περ. Μαυρομιχάλης
865Ἀρ. Λιδωρίκης Γ. Πεῤῥωτής
866Κ. Ἀναγνωστόπουλος Ν Δημ. Κάρτσωνας Ν
867Ν. Κατσικαπῆς Ο Ἀλέξ. Κοντόσταυλος
868Ν. Παπαμιχαλόπουλος Ο Ἰω. Δ. Χατζῆ Νικολῆ Ο
869Γ. Ζουμπουλάκης Ν Ν. Παπανικολάου ἀρν.
870Ἀντ. Μήτσας Ο Ἰω. Μπαλάφας Ν
871Γ. Μίλησης ἀρν.Ἰω. Χωρεπισκοπίδης Ο
872Δ. Βουλπιώτης Ν Ποθητὸς Ῥεβελάκης Ο
873Σπ. Καραϊσκάκης ἀρν.Π. Γεννατᾶς Ν
874Δ. Γ. Δημητριάδης Ν Ἰάκ. Πολυλᾶς Ν
875Γ. Κασβίκης Ν Ν. Βασιλάκης Ν
876Σ. Α. Νοταρᾶς Ἀντ. Α. Μαρομιχάλης
877Ἀνδρ. Νοταρᾶς Ἀντ. Καπετανάκης
878Ἰω. Δεληγιάννης Ν Λ. Καπεταν. Μαυρομιχάλης
879Γ. Κούστας Χ. Δ. Κανελλόπουλος Ν
880Ἀρ. Μεντζελόπουλος Ζ. Α. Ζαφειρόπουλος Ο
881Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ν Μιλτ. Κανελλόπουλος
882Παναγ. Βενιεράτος Ο Π. Κωσταντᾶς
883Ν. Βαλσαμάκης Σπ. Μαρτσοῦκος
884Ῥόκος Χοϊδᾶς Ν Θ. Ῥωμαῖος
885Α. Βαρβαρῆγος Ν Δ. Ἰακωβᾶτος
886Κ. Πανάρετος Μ. Χαριτάτος Ν
887Δ. Ῥαπτάκης Ν Π. Ξυδιᾶς Ο
888Χ. Χρηστόπουλος Ἰω. Βελλιανίτης Ν
889Δ. Βροντίσης Π. Τζαμάλας Ν
890Κ. Κατσικόπουλος Α. Σιμόπουλος Ο
891Ῥήγας Τσιρόπουλος Α. Καραλίβανος
892Μελέτ. Ῥουτσόπουλος Ο Π. Νεζερίτης
893Ν. Λεώπουλος Θ. Κανακάρης Ν
894Α. Μαυρομιχάλης Ο Δ. Πατρινός
895Νικήτ. Βαρβιτσιώτης Ν Γ. Ῥοῦφος Ν
896Ἀναστ. Κορφιωτάκης Ν Α. Ῥικάκης
897Φίλων Φίλωνος Ο Νικ. Καράπαυλος
898Γ. Λάππας Ν Ἀθ. Μισυρλῆς
899Γ. Μαχαιρᾶς Κ. Δαρειώτης Ν
900Ἐπ. Σταματόπουλος Ἰω. Ἄννινος ΚαβαλλιεράτοςΝ
901Ξενοφ. Βαλαωρίτης Εὐάγ. Ἀντύπας Ν
902Ἀριστ. Ῥούκης Ν Γ. Φλωριᾶς
903Ἀλκ. Παπαλουκᾶς Γ. Α. Γεωργιάδης Ο
904Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος Ἰω. Δουλίδης Ν
905Παναγ. Μανέτας Δ. Θεοχάρης Ν
906Δ. Ζέγγελης Ν Δ. Κουνουπιώτης
907Ἀριστ. ΣακελλαρόπουλοςΝ Ἰω. Δούμας
908Φίλιππος Βάρβογλης Ν Δ. Χρηστίδης Ν
909Ἀθαν. Κατριβάνος Νικ. Σοῦτσος Ο
910Ἡλ. Κοσσονάκος Γ. Μπούμπουλης Ν
911Γ. Νικολαΐδης Ν Κάρολος Νάζος
912Γ. Μαλέας Ν Ἰ. Ζαλλώνης
913Κ. Βασιλάκης Ν Γρηγ. Μαυρομαρᾶς
914Γερ. Ζωχιός ἀρν.Σωτ. Σωτηρόπουλος ἀρν.
915Σπ. Ζερβός Ν. Γεωργακόπουλος
916Ἐπ. Δεληγεώργης Ν Θ. Ἀναστασόπουλος Ν
917Χαρίλ. Τρικούπης Ν Ἰω. Μεγαπάνος Ο
918Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος Κ. Στεργιαλῆς Ο
919Π. Μποῦτος Ν Ἰω. Δροσινός
920Σπήλ. Ἀντωνόπουλος Ν Ν. Πιπῖνος Ο
921Γ. Προβελέγιος Ἀντ. Τσαμαδός Ο
922Δ. Κυριακίδης Ν Θ. Γκίκας Ν
923Ἐλευθ. Μυλώνιος Ν Δ. Γ. Βούλγαρης
924Μ. Δαμηράλης Θεμ. Παπακώστας Ν
925Ἀλέξ. Δαμίας Ν Κ. Δυοβουνιώτης Ν
926Ἀθ. Ῥοντήρης Γ. Ζουλούμης Ν
927Γ. Ν. Σισμάνης Ο Δ. Κριεζώτης
928Εὐθ. Πλαστήρας Ν. Καφετζόγλους
929Κ. Εὐθυμιόπουλος Β. Ν. Βουδούρης Ν
930Π. Ἰατροῦ Γ. Τ. Θωμᾶς Ν
931Κίμων Χρηστοδούλου Ν. Καλάρης Ν
932Ἀλέξ. Πετσάλης Μιλτ. Κ. Κανάρης Ν
933Ἰω. Γερ. Μαυρομιχάλης
934Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 112. Ἐξ αὐτῶν 71 ἐψηφοφόρησαν
935ὑπὲρ τοῦ ἀκύρου, 35 κατὰ, καὶ ἓξ ἠρνήθησαν· ὥστε ἡ Βουλὴ
936παρεδέχθη τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς Σπετσῶν κατὰ τὸν ἕνα βου-
937λευτὴν αὐτῆς κ. Κουνουπιώτην.
938§70ΛΑΠΑΣ. Δηλαδὴ, κ. πρόεδρε, καὶ τὴν ἐπανάληψιν ἐκ νέου
939τῆς ἐκλογῆς.
940§71ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπειδὴ κατὰ τὴν ἐπανάλη-
941ψιν τῆς ἐκλογῆς.....
942§72ΤΙΝΕΣ. Ἀπεφασίσθη αὐτὸ, ὅτι θὰ ὑπάγῃ ἐπιτροπή.
943§73ΛΑΠΑΣ. Κύριοι, ἐννοεῖται, ὅτι κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῆς
944ἐκλογῆς θὰ ὑπάγῃ ἐπιτροπή.
945§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεύτερον ἀντικείμενον εἶναι ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐ-
946παρχίας Τήνου.
947§75ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει τὸ συμπέρασμα τῆς ἐκθέ-
948σεως τῆς ἐπιτροπῆς).
949«Διὰ τοὺς προεκτεθέντας λόγους γνωμοδοτεῖ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ
950ἐπικυρωθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ τῶν δήμων Πανόρμου καὶ Περαίας,
951ν’ ἀκυρωθῶσι δὲ αἱ τῶν Τηνίων καὶ Σωσθενίου.»
952Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντι-
953πρόεδρος κ. Καράπαυλος.
954§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Τήνου;
955(οὐδεὶς ζητεῖ τὸν λόγον). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν γνωμοδότησιν
956τῆς ἐπιτροπῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖ-
957στοι).
958§77ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
959§78ΧΟΪΔΑΣ. Troppo tardi.
960§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κατσικόπουλε, ἐπὶ δέκα λεπτὰ ἐφώνα-
961ζον, δὲν ἤθελε κανεὶς νὰ ὁμιλήσῃ.
962§80ΤΙΝΕΣ. Παρακάτω, κ. πρόεδρε.
963§81ΧΟΪΔΑΣ. Ἦτο παρὼν ὁ κ. Κατσικόπουλος, ὅταν ὁ κύριος
964πρόεδρος ἔλεγε τίς ἔχει τὸν λόγον, καὶ ἠδύνατο νὰ κατάσχῃ τὸ
965βῆμα· τώρα ὅμως δὲν δύναται, διότι ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη.
966§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, προσέξατε θὰ ἐρωτήσω.
967§83ΤΙΝΕΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη.
968§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν διεκρίθη καλῶς, θὰ ἐρωτήσω
969πάλιν καὶ τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα θὰ ᾖναι. Λοιπὸν οἱ παραδεχό-
970μενοι τὴν γνωμοδότησιν, τῆς ἐπιτροπῆς, δηλαδὴ νὰ ἀκυρωθῶσι
971δύω δῆμοι, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι).
972Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς τῶν δύω δήμων
973καὶ τὴν ἐπανάληψιν αὐτῆς.
974Τώρα, κύριοι, ἔχομεν τὸ κατηγορητήριον κατὰ τοῦ ὑπουρ-
975γείου Βούλγαρη.
976§85ΤΙΝΕΣ. Καλέσατε τοὺς κυρίους βουλευτάς.
977§86ΠΟΛΥΛΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἔχω τὸν λόγον, καθὸ εἰσηγητής.
978§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πολυλᾶς ἔχει τὸν λόγον.
979§88ΠΟΛΥΛΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἀξιωθεὶς παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου
980κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς νὰ συμπεριληφθῶ εἰς τὴν πενταμελῆ
981ἐπιτροπὴν, ἥτις ἔλαβε τὴν ἐντολὴν νὰ γνωμοδοτήσῃ ἐπὶ προ-
982τάσεως κατηγορίας κατὰ τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Βούλγαρη, ἀ-
983νέλαβον τὴν ἐντολὴν ταύτην ὑπείκων μὲν εἰς τὴν παραγγελίαν
984τοῦ κ. Προέδρου, ἀλλὰ μᾶλλον ὑπείκων εἰς ὑπέρτατον καθῆκον,
985τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι εἰς πάντας τοὺς ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ πα-
986ρακαθημένους ἔδωκεν ὁ τόπος.
987Ὁ τόπος μιᾷ φωνῇ ἀπ’ ἀρχῆς εἶπεν, ὅτι ὀφείλουν νὰ δώσω-
988σιν εὐθύνας καὶ ὑπὸ πολιτικὴν καὶ ὑπὸ ποινικὴν ἔποψιν οἱ
989προσπαθήσαντες νὰ καταπατήσωσι καὶ καταπατήσαντες τοὺς
990νόμους τοῦ Κράτους καὶ τοὺς οὐσιωδεστέρους ὅρους τοῦ Συν-
991τάγματος.
992Καθῆκον, κύριοι, ὑπέρτατον μὲ ὑπεχρέωσε νὰ δεχθῶ τοιαύτην
993ἐντολὴν, καί τοι ὁμολογῶ παῤῥησίᾳ ὅτι δὲν εἶμαι ὁ μᾶλλον
994ἁρμόδιος, ὅπως ἀποφανθῶ ἐπὶ σπουδαίων ζητημάτων, ἰδίως
995ὑπὸ τὴν ποινικὴν αὐτῶν ἔποψιν· εὐτυχῶς προώρισται νὰ συν-
996εργασθῶ μετ’ ἀνδρῶν ἐμφορουμένων καὶ αὐτῶν ὑπὸ τῆς ἀκραι-
997φνοῦς ἐπιθυμίας τοῦ νὰ ἐξεύρωσι τὴν ἀλήθειαν, τοῦ νὰ καθυπο-
998βάλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν γνώμην τοιαύτην, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ
999φθάσῃ τὸ ταχύτερον καὶ τὸ δικαιότερον εἰς τὸν σκοπόν της.
1000Οὐδεμία, κύριοι, διαφωνία ὑπῆρξεν, οὔτε ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ
1001μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς πενταμελοῦς ἐπιτροπῆς καθόσον ἀφο-
1002ρᾷ εἰς τὸ ἐγκληματικὸν τῶν πράξεων, αἵτινες ἐμπεριέχονται
1003ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν κατηγορητηρίῳ· μόνη διαφωνία ὑπῆρξε,
1004πρῶτον καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν πράξεων
1005τούτων, καὶ ἑπομένως εἰς τὸ ν’ ἀνεύρωμεν ἐν τῇ ποινικῇ ἡμῶν
1006νομοθεσίᾳ τὰς ἐπιβαλλομένας ποινάς· δευτέρα διαφωνία ὑπῆρ-
1007ξεν ἡ ἑξῆς· ἐγὼ ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς ὑπέβαλον εἰς τὴν
1008σκέψιν αὐτῆς τὴν ἑξῆς ἰδέαν· ἐνόμισα, κύριοι, ὅτι ἡ ἐπιτροπή,
1009ἥτις καὶ αὐτὴ ἀποτελεῖ μέρος καὶ εἶναι τρόπον τινὰ μία τῶν
1010μονάδων τῆς Βουλῆς, πρὶν ἢ προβῇ εἰς τὴν ὑποστήριξιν κατη-
1011γορίας κατὰ πρώην ὑπουργῶν, εἶναι ὑποχρεωμένη, διὰ λόγους
1012πολλούς, νὰ ἐξετάσῃ τὴν προηγουμένην ὅλην πολιτείαν, ἰδίως
1013τοῦ ὑπουργείου τούτου τοῦ κυρίου Βούλγαρη. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα
1014ἤδη εἶχον ἀναπτύξει διὰ βραχέων ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, πάλιν διὰ
1015βραχέων θέλω ἀναπτύξει καὶ ἐνταῦθα.
1016Βεβαίως, κύριοι, αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος δίδουσιν εἰς
1017τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα τοῦ κατηγορεῖν, τοῦ εἰσάγειν εἰς δί-
1018κην τοὺς ὑπουργοὺς τοῦ Κράτους· ἀλλὰ ἐκ τούτου δὲν ἕπεται
1019ὅτι ἡ Βουλὴ ὁσάκις ἴδῃ παραπτώματα, ἔστω καὶ μεγάλα, πα-
1020ρουσιαζόμενα ὡς διαπραχθέντα παρὰ ὑπουργῶν, εἶναι καὶ διὰ
1021τοῦτο ὑποχρεωμένη νὰ τοὺς εἰσαγάγῃ εἰς δίκην. Ἡ Βουλή,
1022(καὶ ὁμιλῶ, κύριοι, πάντοτε ὑπὸ τὴν πολιτικὴν ἔποψιν, οὐχὶ
1023ὑπὸ τὴν ποινικὴν) ἡ Βουλή, πρὶν ἢ προβῇ εἰς τὸ σπουδαιότε-
1024ρον βῆμα, νὰ εἰσαγάγῃ εἰς δίκην ἄνδρας ἄλλοτε διοικήσαντες
1025τὰ τῆς πολιτείας, ὀφείλει νὰ πεισθῇ ὅτι εἰς τὰ παραπτώμα-
1026τα ταῦτα περιέπεσαν ἐκ δολίας προαιρέσεως, ἔστω καὶ μόνον
1027διὰ νὰ καταλάβωσιν ἀθεμίτως τὴν ἐξουσίαν. Ἴσως ἀπαντήσῃ
1028τις ὅτι περὶ τούτου οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει ἐν τῇ συνειδή-
1029σει τῆς Βουλῆς καὶ ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ τόπου. Ἀλλὰ νομί-
1030ζω, ὅτι σπουδαία συζήτησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι ἀναγ-
1031καία ὅπως καὶ ἡμεῖς δικαιολογηθῶμεν ἐνώπιον τοῦ κόσμου καὶ
1032τοῦ ἐξωτερικοῦ.
1033Νομίζω, κύριοι, ὅτι τοῦτο καθίσταται τόσῳ μᾶλλον ἀναγ-
1034καῖον, καθόσον ἀναντιῤῥήτως πλεῖστοι ἐκ τῶν ἐνταῦθα παρα-
1035καθημένων ἐξ ἀνάγκης εὑρίσκονται καὶ εὑρέθησαν εἰς πο-
1036λιτικὴν ἀντίθεσιν πρὸς τοὺς κατηγορουμένους ὑπουργούς. Ἐν-
1037τεῦθεν ἔχομεν συμφέρον ν’ ἀποδείξωμεν ὅτι ὁρμώμεθα ἁπλῶς
1038καὶ μόνον ἐκ τῆς ἰδέας νὰ καταστήσωμεν πρᾶγμα τὸ Πολί-
1039τευμα καὶ νὰ ἀποδείξωμεν ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς εἰς οὐδένα θὰ ἐπι-
1040τρέψωμεν νὰ καταπατήσῃ ἀσυστόλως καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ
1041τοὺς νόμους. Εἰς τοῦτο, κύριοι, διεφώνησα κατά τι πρὸς τὰ
1042ἔντιμα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα ἰσχυρίζοντο ὅτι ἦτο πε-
1043ριωρισμένη ἡ ἐντολή μας ἐντὸς τοῦ κύκλου, τὸν ὁποῖον τρόπον
1044τινὰ διέγραφε τὸ κατηγορητήριον· διεφώνησα καὶ κατὰ
1045τὴν σύνταξιν τῆς ἐκθέσεως καὶ εἰς ἄλλα. Ἐνόμισα, ὅτι ἀνα-
1046τρέχοντες εἰς τὴν προηγουμένην πολιτείαν τοῦ ὑπουργείου
1047Βούλγαρη, ἀνατρέχοντες εἰς τὰ διάφορα αὐτῆς στάδια, ἐὰν
1048εἰς τὰ στάδια ἐκεῖνα, ἐὰν εἰς τὰς διαφόρους ἐκείνας φάσεις
1049ἠθέλομεν ἀπαντήσει καὶ ἑτέρας παραβάσεις τοῦ Συντάγματος,
1050καθῆκον εἴχομεν νὰ ὑποδείξωμεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι, ἐὰν πει-
1051σθῇ περὶ τῆς δολίας προαιρέσεως τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου, ὀφείλει
1052ἀδιστάκτως νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν τιμωρίαν τοῦ ὑπουργείου δι’ ὅλα
1053τὰ διαπραχθέντα, οὐχὶ μόνον δι’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα σημειοῦνται
1054ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ. Λέγω δὲ τοῦτο, κύριοι, οὐχὶ ὅπως συν-
1055δέσω τὰ ζητήματα ταῦτα, οὐχὶ ὅπως τυχὸν ὑποθέσῃ τις ὅτι
1056θέλω νὰ φέρω πρόσκομμα εἰς τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἁπλουστά-
1057του τούτου κατηγορητηρίου, τὸ ὁποῖον στηρίζεται ἐπὶ ὡρισμένων
1058πράξεων, ἕνεκα τῶν ὁποίων δύναταί τις νὰ εἰσαγάγῃ εἰς δίκην
1059τοὺς ὑπουργοὺς ἀνεξαρτήτως τῶν προηγουμένων. Ἡ ἔκθεσις,
1060κύριοι ἡ ἰδική μου συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σκέψεων τούτων.
1061Τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Δεληγεώργη πεσοῦσαν ἐν τῇ Βουλῇ
1062τὸ 1874 διεδέχθη ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη· ἡ Κυβέρ-
1063νησις αὕτη ὑπεστηρίχθη ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, φρονούσης
1064ὅτι, ὁ κ. Βούλγαρης ἤρχετο νὰ ἐφαρμόσῃ ὁλοκλήρως τὸ
1065Σύνταγμα κατὰ τὸ πνεῦμα αὐτοῦ καὶ κατὰ τὸ γράμμα. Τοι-
1066αύτη δὲ ἦτο ἡ ἰδέα τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐκείνης, περὶ τῆς ὁ-
1067ποίας σήμερον, κύριοι, δὲν ἀποφαίνομαι, οὐδὲ πρόκειται ν’ ἀπο-
1068φανθῇ νομίζω ἡ Βουλή· εἶναι βέβαιον ὅμως ὅτι ὑπὸ τοιούτους
1069οἰωνοὺς, καὶ τοιαύτην λαβὼν ἐντολὴν ὁ κ. Βούλγαρης ἀνέλαβε
1070τὴν ἐξουσίαν ὑποστηριζόμενος ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ταύτην τὴν ἰ-
1071δέαν, κύριοι, ἁπλουστάτῳ τῷ τρόπῳ, ὅπως συνειθίζει, ὁ κ.
1072Βούλγαρης ἐξέφρασεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἰπὼν, κατ’ ἐξαίρεσιν
1073πρώτην φορὰν, ῥητῶς, ὅτι κυρίαν βάσιν τῆς πολιτείας του θὰ
1074ἔχῃ τὴν τήρησιν τῶν κειμένων νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος.
1075Δεύτερος ὅρος, κύριοι, ὁ ὁποῖος ἦτο συμπεφωνημένος, ἦτον ὅτι
1076ὁ κ. Βούλγαρης δὲν ἤθελε προκαλέσει παρὰ τοῦ Στέματος τὴν
1077διάλυσιν τῆς Βουλῆς ἐκείνης. Ὑπὸ τοὺς δύω τούτους ὅρους βε-
1078βαίως ἡ ἀντιπολίτευσις ἐκείνη ὑπεστήριξε τὴν Κυβέρνησιν τοῦ
1079κ. Βούλγαρη. Ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ ὁ ὅρος οὗτος τῆς μὴ δια-
1080λύσεως τῆς Βουλῆς, καί τοι ἐδόθη πάνδημος, πανηγυρικὴ ἐνώ-
1081πιον τῆς Βουλῆς ὑπόσχεσις παρὰ ἑνὸς τῶν μελῶν τοῦ ὑπουρ-
1082γείου τούτου, ὁ ὅρος οὗτος ἠθετήθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ
1083κ. Βούλγαρη, ὅστις μετ’ ὀλίγας σχεδὸν ἡμέρας προεκάλεσεν τὴν
1084διάλυσιν τῆς Βουλῆς.
1085§89ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.
1086§90ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἀθέτησις, λέγω, αὐθάδης τοῦ ὅρου ἐκείνου ἄνευ
1087τοῦ ὁποίου βεβαίως ἡ ἀντιπολίτευσις ἐκείνη δὲν ἔδιδε τὴν ὑπο-
1088στήριξίν της εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Βούλγαρη, διότι δὲν
1089ἤθελε δώσει τὴν ὑποστήριξιν, ἐὰν ἐγνώριζε ὅτι τρίτην φορὰν ἐν
1090Ἑλλάδι ἤθελε παρουσιασθῇ ὁ κ. Βούλγαρης, ἵνα ἐνεργήσῃ ἐκ-
1091λογάς. Δὲν ἠννόει, κύριοι, ἡ ἀντιπολίτευσις ἐκείνη νὰ ἐμπιστευθῇ
1092εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Βούλγαρη τὴν διεξαγωγὴν ἐκλογῶν
1093ἐλευθέρων, ἀφοῦ περὶ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις
1094ἐκείνη περὶ ἐκλογῶν, ἠδύνατο νὰ συμπεράνῃ ἐκ τῶν ἐκλογῶν
1095τοῦ 1868 καὶ 1872. Ὅρος, κύριοι, ἀπαραίτητος, καὶ τὸ γινώ-
1096σκει ὁ τόπος ὅλος, ἦτο ἡ μὴ διάλυσις τῆς Βουλῆς, διότι ὑποθέ-
1097τω ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις ἐκείνη εἰς ἓν ἀπέβλεπεν, εἰς τὸ νὰ
1098ὑπάρχῃ ἐν τῷ τόπῳ Κυβέρνησις, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ἄλλη
1099νὰ ὑποστηριχθῇ ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βούλγαρης, ἐπαναλαμ-
1100βάνω, καὶ τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἀθετήσαντες τὸν
1101ὅρον ἐκεῖνον ἐξέπληξαν τὴν Ἑλλάδα διὰ τῆς διαλύσεως
1102τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ τοῦτο, ἡ ἀθέτησις αὕτη ἡ ἀπότομος,
1103ἡ αὐθάδης, ἐγένετο, καθότι ὑπῆρχεν ἤδη σχέδιον προμελε-
1104τημένον, τὸ ὁποῖον κατέληξεν εἰς τὸ τελευταῖον στάδιον
1105περὶ τοῦ ὁποίου πραγματεύεται τὸ κατηγορητήριον· σχέδιον,
1106κύριοι, προμελετημένον, κατὰ τὴν ῥῆσιν τοῦ προέδρου τῆς Κυ-
1107βερνήσεως ἐκείνης, νὰ μετασχηματίσουν τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσω-
1108πείαν, ὅπως αὕτη δύναται, καθὼς εἶπε, νὰ ὑποστηρίξῃ ἰσχυ-
1109ρὰν καὶ μόνιμον Κυβέρνησιν, ἰσχυρὰν, κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ
1110πολιτικοῦ ἐκείνου, μόνιμον, κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ πολιτικοῦ
1111ἐκείνου, τοὐτέστιν ἰσχυρὰν ἐν τῇ βίᾳ, μόνιμον ἐν τῇ ἁρπαγῇ τῆς
1112ἐξουσίας (εὖγε, εὖγε ἐκ τῶν θέσεων τῶν κυρίων βουλευτῶν,
1113χειροκροτήματα ῥαγδαῖα ἐξ ὅλων τῶν θεωρείων τοῦ ἀκροατη-
1114ρίου,) ἰσχυρὰν καὶ μόνιμον, οὐχὶ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν νόμων
1115καὶ ἀποῤῥέουσαν ἐκ τῆς ἐλευθέρας ἀσκήσεως τοῦ ἐκλογικοῦ δι-
1116καιώματος, ὅπως κάλλιον παντὸς ἄλλου ἔθνους ὁ Ἕλλην ἐννοεῖ,
1117ἀλλὰ ἰσχυρὰν ἐν τῇ καταπατήσει τοῦ δικαιώματος τούτου, ἐν
1118τῇ ἀποσβέσει τῆς συνειδήσεως τοῦ ἐκλογέως.
1119Τὸ ζήτημα τοῦτο συνεζητήθη εὐρέως ἐν τῇ Βουλῇ τοῦ 1874,
1120ὑπὸ τῶν μᾶλλον διακεκριμένων ῥητόρων τῆς Βουλῆς ἐκείνης
1121καὶ ἀπεδείχθη, ὅτι οὐδὲν τῶν μέσων δι’ ὧν ἡ ἐξουσία δύναται
1122νὰ παρεμποδίσῃ ἢ νὰ ἐκβιάσῃ τὴν θέλησιν τῶν ἐκλογέων ἐλη-
1123σμονήθη.
1124Ναί, κύριοι· ἡ βία, αἱ ἐπεμβάσεις διὰ τῶν ὑπαλλήλων, διά
1125τινων ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ βεβαίως
1126ἐτέθησαν εἰς κίνησιν ὅσον οὐδέποτε τὰς ἔθεσεν αὐτὸς ὁ κ. Βούλ-
1127γαρης εἰς ἄλλας ἐκλογάς. Ὅσοι εἰς τὴν Βουλὴν ἐκείνην παρε-
1128καθήσατε, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐν τῇ συζητήσει τρανώτατα ἀπεδεί-
1129χθη, ὅτι ἐν Ζακύνθῳ οὐδόλως ἐγένετο ἐκλογή, ἀλλ’ ὅτι τὴν
1130ἐνήργησεν ἡ λόγχη καὶ ὁ ἀποκλεισμός· ἐνθυμεῖσθε ὅτι καὶ περὶ
1131ἐκλογῆς Μεσολογγίου πολλὰ ἀνεπτύχθησαν, τὰ ὁποῖα λίαν ἀμ-
1132φίβολον κατέδειξαν τὴν γνησιότητα τῆς ἐκλογῆς ἐκείνης· κα-
1133τόπιν εἰς τὰς ἐξελέγξεις ἐγένοντο τερατουργήματα· ἐπεκυρώ-
1134νετο ἡ ἐκλογὴ Μεγαλοπόλεως εἰς τὸ πεῖσμα τῆς ἀριθμητικῆς
1135βεβαιότητος. Ἀλλά, κύριοι, ἡ ῥύμη τοῦ λόγου μὲ ἔκαμε νὰ
1136λησμονήσω ὅτι καὶ εἰς αὐτὸν τὸν πρῶτον καταρτισμὸν τῆς Βου-
1137λῆς ἐκείνης ἐφήρμοσεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη τὸ σύ-
1138στημα διὰ τοῦ ὁποίου ἠθέλησε νὰ καταστήσῃ ἰσχυρὰν καὶ μό-
1139νιμον τὴν Κυβέρνησίν του. Ἤδη διὰ τῶν διοικητικῶν της ὀρ-
1140γάνων ἠρνήθη τὴν εἴσοδον ἐν τῇ Βουλῇ εἰς πλείστους ἐκ τῶν
1141βουλευτῶν, διὰ τῶν διοικητικῶν ὀργάνων ἠρνήθη τὰ εἰσιτήρια
1142εἰς τὴν Βουλήν, καὶ οὕτω, κύριοι, ὁμολογουμένως μετέτρεψε
1143τὴν μειοψηφίαν εἰς πλειοψηφίαν καὶ ἔφθασεν εἰς τὸ ἀποτέλε-
1144σμα νὰ καταρτίσῃ πλειοψηφίαν ὑπείκουσαν εἰς τὰς θελήσεις της
1145μέχρι τέλους. Βεβαίως, κύριοι, ἐὰν δὲν θὰ ἦμαι ἐγώ, ἄλλος θὰ
1146ἔλθῃ νὰ σᾶς φέρῃ ῥητὸν κατηγορητήριον δι’ ὅσας ἡ Κυβέρνησις
1147αὕτη ἐξετέλεσε ἐπεμβάσεις εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1874, διότι
1148ἐὰν τὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπασχολεῖ, τὸ ἀντικείμενον
1149τοῦ κατηγορητηρίου, εἶναι σπουδαῖον, οὐχ ἧττον σπουδαῖον εἶ-
1150ναι τὸ ἕτερον ἀντικείμενον τῶν ἐπεμβάσεων· ἐὰν ἐκεῖ ἀπ’ εὐ-
1151θείας δὲν φαίνεται ὅτι παρεβιάσθη ὅρος τις τοῦ Συντάγματος,
1152οὐχ ἧττον παρεβιάσθη τὸ μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ Σύνταγμα
1153δύναται νὰ λειτουργήσῃ. Καὶ μὴ νομίσητε, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῆς
1154Βουλῆς ἐκείνης, αἵτινες ἐξήγνισαν δῆθεν ἐκλογὰς παρανόμους,
1155θὰ ἔχωσιν ἰσχὺν ἐνώπιον ἀδεκάστου δικαστηρίου· θὰ ᾖναι βεβαίως
1156ἄδικον νὰ παραπέμπωνται εἰς τὰ δικαστήρια τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα
1157ὑπήκουσαν εἰς τὰς παρανόμους διαταγὰς Κυβερνήσεως, τὰ δὲ
1158μέλη τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης νὰ μένωσιν ἀτιμώρητα. Αὐτό,
1159κύριοι, εἶναι καὶ ἀνακόλουθον καὶ ἄδικον.
1160Κύριοι, ὑπῆρχεν ἐν τῇ τότε ἀντιπολιτεύσει γνώμη τις, τὴν
1161ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἠσπάσθην, καὶ ἡ ὁποία ἐκ τῶν ὑστέρων ἐφά-
1162νη ἡ δοκιμωτέρα· ὑπῆρχεν ἡ γνώμη, ὅτι ἅμα ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε
1163τὸν αὐθαίρετον διὰ τῆς ἀρνήσεως τῶν εἰσιτηρίων ἀποκλεισμὸν
1164τῶν βουλευτῶν (ἕνδεκα νομίζω τὸν ἀριθμὸν) ἐκ τῆς Βουλῆς,
1165ὑπῆρξεν ἡ γνώμη, ὅτι ἔκτοτε ἡ ἀντιπολίτευσις ὤφειλε ν’ ἀπο-
1166χωρήσῃ, καὶ νὰ καταστήσῃ ἀδύνατον τὴν συγκρότησιν ἐκείνης
1167τῆς Βουλῆς. Βεβαίως τότε ἐὰν ἡ γνώμη ἐκείνη ἠκούετο, ἤθελε
1168καταπέσει ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη ὑπὸ τὸ βάρος τῆς
1169γενικῆς ἀγανακτήσεως τοῦ ἔθνους, ἐκδηλουμένης διὰ τῆς μεγά-
1170λης πλειονότητος τῆς Βουλῆς ἀποχωρούσης. Ἡ γνώμη ἐκείνη, κύ-
1171ριοι, ὡρίμασεν ὁπόταν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 30 Νοεμβρίου,
1172εὐτυχῶς διὰ τὴν ἀντιπολίτευσιν, ὁ κ. Βούλγαρης καὶ οἱ περὶ
1173αὐτὸν ἀπεφάσισαν νὰ συγκροτήσωσι συνεδρίασιν ἄνευ τῆς νομί-
1174μου ἀπαρτίας, τρόπον τινὰ πλαστογραφοῦντες τὰ πρακτικὰ
1175τῆς Βουλῆς.
1176Τὸ πραξικόπημα ἐκεῖνο (οὕτως ἐχαρακτηρίσθη παρὰ τοῦ ἀξι-
1177οτίμου προέδρου τῆς Βουλῆς) τὸ πραξικόπημα ἐκεῖνο ἐπὶ τέλους
1178ὥρισεν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν τὴν ἐμπρέπουσαν αὐτῇ θέσιν, ἥ-
1179τις δὲν ἦτο πλέον ἐντὸς τοῦ περιβόλου τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐκτός,
1180ἐν εἴδει διαμαρτυρήσεως κατὰ τῆς ἀπειλουμένης καταπατήσεως
1181τοῦ Συντάγματος. Γινώσκετε πόσαι προσπάθειαι κατεβλήθησαν
1182παρὰ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ὅπως σαγηνεύσωσί
1183τινας ἐκ τῶν ἀποχωρησάντων βουλευτῶν, καὶ ἄλλων, καὶ σχη-
1184ματίσωσι τοὐλάχιστον νόμιμον ἀπαρτίαν. Ἤθελεν ἡ Κυβέρνη-
1185σις τοῦ κ. Βούλγαρη τοὐλάχιστον τὸν τύπον τῆς νομιμότητος
1186νὰ τηρήσῃ καὶ πρὸς τοῦτο (ἐπιτραπήτω μοι νὰ τὸ εἴπω, διότι,
1187κύριοι, εἶναι λυπηρὸν ἐνόσῳ ὁμιλῶ περὶ ἀπόντων καὶ μὴ δυνα-
1188μένων ἐνώπιόν μας νὰ ὑπερασπισθῶσι· δράττομαι δὲ τῆς εὐκαι-
1189ρίας ἵνα ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἠδύνατο πρόσ-
1190φορα μέτρα νὰ λάβῃ ὅπως λάβωσιν εὐρέα τὰ μέσα τῆς ὑπερα-
1191σπίσεως παρουσιαζόμενοι εἰς τὴν Βουλήν)· ἤθελε νὰ σαγηνεύσῃ
1192βουλευτὰς ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη καὶ πρὸς τοῦτο, ὡς εἰς ἐμὲ προ-
1193κύπτει, καὶ δύναται ἀνάκρισις νὰ τὸ εὕρῃ, καὶ δωροδοκία ἐνηρ-
1194γήθη ὅπως σύρωσιν ἐντὸς τοῦ περιβόλου βουλευτὰς ἵνα ἀποτε-
1195λέσωσι τὴν νόμιμον ἀπαρτίαν.
1196Γινώσκετε κάλλιστα, ὁ τόπος τὸ γνωρίζει, ὅτι ἐπανειλημ-
1197μένα δικηγορικὰ συμβούλια ἐγένοντο, εἰς τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν
1198πολλὰ ζητήματα, ἐτέθη ἰδίως τὸ ζήτημα ἐὰν εἰς τὸν ἀριθμὸν
1199τῆς νομίμου ἀπαρτίας δέον νὰ συμπεριληφθῶσιν οἱ βουλευταὶ,
1200τῶν ὁποίων αἱ ἐκλογαὶ δὲν ἐκυρώθησαν, καὶ οἱ μὴ ὁρκισθέντες·
1201ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐλύθησαν κατὰ τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως
1202ἐκείνης. Ἔληξεν αὐτοδικαίως, συνταγματικῶς, ἡ σύνοδος ἐκείνη.
1203Ὁ τόπος, τὸ ἐνθυμεῖσθε, ἦτον ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἐξαντλή-
1204σασα ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη πᾶν μέσον παράνομον ἤθε-
1205λεν ἐπὶ τέλους προβῇ εἰς μέγα τι πραξικόπημα πρὸς κατάλυ-
1206σιν τοῦ Πολιτεύματος.
1207§91Μ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πώποτε.
1208§92ΠΟΛΥΛΑΣ. Αὐτὴ ἦτον ἡ ἰδέα ἡ ἐν τῷ τόπῳ ἐπικρατοῦσα.
1209Οὐδεὶς δύναται νὰ μοὶ ἀναιρέσῃ, ὅτι εἰς τὰς συνειδήσεις ὅλων
1210ἡμῶν ὑπῆρξεν ὁ τοιοῦτος φόβος, φόβος λέγω, διότι ἤθελε ῥίψει
1211τὸν τόπον εἰς τὸν ἐμφύλιον πόλεμον, καὶ οὐδεὶς ἐλεύθερος πολί-
1212της τὸν ἐμφύλιον πόλεμον ἐπιθυμεῖ, τὸν ὁποῖον ὅμως ἤθελον
1213δεχθῆ χάριν τῆς ἐλευθερίας. Ἐσκέφθησαν περὶ τούτου οἱ ὑπουρ-
1214γοὶ ἐκεῖνοι, καθ’ ἃ ἐν τῷ τόπῳ διεδίδετο; Τοῦτο εἶναι ἄδη-
1215λον, οὔτε δύναμαι νὰ τοὺς ἐνοχοποιήσω μέχρι τοῦ σημείου ἐ-
1216κείνου, μέχρις ἐναντίας ἀποδείξεως· ἀλλ’ ἐὰν, κύριοι, τοιαύτη τις
1217ἰδέα συνελήφθη, (πάλιν ἐπαναλαμβάνω τὰς ἐν τῷ τόπῳ τότε
1218ἐπικρατούσας ἰδέας) λέγεται ὅτι ἡ ἰδέα αὐτὴ ἐναυάγησεν ἀπέ-
1219ναντι τῆς θέσεως τῆς φιλελευθέρας, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν ὁ ἐθνι-
1220κὸς στρατὸς, ὁ ὁποῖος ἔχω τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι οὐ-
1221δέποτε ἤθελε συμπράξει πρὸς καταπάτησιν τοῦ Πολιτεύματος.
1222Ὅπως δήποτε ἡ Κυβέρνησις τοῦ κυρίου Βούλγαρη φαίνεται, ὅτι
1223δὲν ἀπηλπίζετο, ὅτι ἠδύνατο ἐν ἐκτάκτῳ συνόδῳ νὰ προσφέρῃ
1224εἰς τοὺς ἀποχωρήσαντας βουλευτὰς πρόφασίν τινα, ὅτι ἐπὶ τέ-
1225λους δύνανται νὰ παρακαθήσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν. Ἀντὶ νὰ ὑπο-
1226χωρήσωσιν εἰς τὴν γενικὴν ἀγανάκτησιν τοῦ τόπου, ὅπου δὲν
1227εἶχον οὔτε δέκα φίλους, προεκάλεσαν Διάταγμα περὶ ἐκτάκτου
1228συνόδου τῆς Βουλῆς ὅπως ψηφισθῶσιν, ὡς ἔλεγε τὸ Διάταγμα,
1229νόμοι σπουδαῖοι. Τὰ αὐτὰ μέσα, καθὼς πάλιν μοὶ προκύ-
1230πτει, μετεχειρίσθη ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ὅπως διαφθείρῃ βου-
1231λευτὰς ἵνα ἀποτελέσωσι νόμιμον ἀπαρτίαν, οὐχὶ νὰ τοὺς
1232διαφθείρῃ ὅπως πράξωσι τὸ καθῆκόν των παρακαθήμενοι ἐν τῇ
1233Βουλῇ, ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ ὅπως τὸ καθῆκον τοῦ πατριώτου ἀθετή-
1234σωσι συμπράττοντες μετὰ τῶν ὀπαδῶν τῆς παρανομίας.
1235Ἀλλὰ καὶ πάλιν αἱ προσπάθειαί της ἐναυάγησαν, καὶ ἐντεῦ-
1236θεν συνελήφθη ἡ ἰδέα νὰ ἐξευρεθῇ ὁ τρόπος ὅπως καταπατηθῇ
1237ἐξ ἑνὸς τὸ Σύνταγμα καὶ κατ’ ἐπιφάνειαν τηρηθῶσιν οἱ τύποι.
1238Εἶχε ταφῆ, ὡς εἶπον, ἡ θεωρία περὶ τῆς ἀπαρτίας, καὶ τὴν
1239θεωρίαν ταύτην ἠθέλησε νὰ ἀναστήσῃ ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ.
1240Βούλγαρη καὶ προέβη εἰς τὸν σχηματισμὸν ἀπαρτίας, μὴ συμ-
1241περιλαμβανομένων τῶν βουλευτῶν τῶν μὴ ὁρκισθέντων καὶ ἐ-
1242κείνων τῶν ὁποίων δὲν εἶχεν ἐπικυρωθῆ ἡ ἐκλογή. Διεπράχθη
1243καὶ παράβασις οὐσιώδης τοῦ ἄρθρου 4ου τοῦ Κανονισμοῦ, καθ’ ὃ
1244ῥητῶς ἀπαγορεύεται νὰ συζητηθῇ αὔθωρει ἔκθεσις ἐπὶ τῶν ἐκ-
1245λογῶν, καὶ αὐθωρεὶ παρεδέχθησαν τὰς ἐκθέσεις καὶ εἰσήγαγον
1246τοὺς βουλευτὰς ἐκείνους, 11 νομίζω τὸν ἀριθμὸν, ἵνα ἀποτε-
1247λέσωσι τὸν ὡρισμένον ἀριθμὸν τῶν 85 καὶ ὑποβάλωσι εἰς τὴν
1248ἐπικύρωσιν τὰ πρακτικὰ τῆς 30ης Νοεμβρίου, τῆς συνεδριάσε-
1249ως ἐκείνης κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχε ψηφισθῆ ὁ προϋπολογισμὸς
1250τοῦ 1874, καὶ νὰ προβῶσι εἰς τὰ ἄλλα νομοθετήματα περὶ
1251τῶν ὁποίων διαλαμβάνει τὸ κατηγορητήριον.
1252Ἐκ τῶν γεγονότων τούτων, ἐκ τῆς ὅλης πορείας τῆς Κυ-
1253βερνήσεως ἐκείνης ἐπιτρέπεται, οὐχὶ εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην,
1254ἀλλ’ εἰς οἱανδήποτε ἄλλην Βουλὴν, νὰ σταματήσῃ οὐδὲ πρὸς
1255στιγμὴν ὅπως εἰσαγάγῃ εἰς δίκην τοὺς ὑπουργοὺς ἐκείνους,
1256καὶ ὄχι μόνον διὰ τὰ ὑπὸ ἐξέτασιν θέματα, ἀλλὰ καὶ δι’ ὅσα
1257ἄλλα ἤθελον προκύψει ἐκ τῆς ἀκριβοῦς ἐρεύνης τῆς διαχειρί-
1258σεως τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη; Ἤδη ἐκπληροῦντες λυπηρὸν
1259καθῆκον ἔχετε σχεδὸν παραπέμψει δύω ἐκ τῶν μελῶν τοῦ ὑ-
1260πουργείου ἐκείνου ἐπὶ δωροδοκίᾳ. Δύνασθε νὰ πιστεύσητε ὅτι ἡ
1261διαχείρησις τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου κατὰ τὰ ἄλλα ἦτο ἀμό-
1262λυντος; ὄχι βεβαίως. Καὶ ἔχετε καθῆκον χρώμενοι τῆς δια-
1263τάξεως τοῦ ἄρθρου 58 τοῦ Συντάγματος νὰ συγκροτήσητε ἐξε-
1264ταστικὴν ἢ ἐξεταστικὰς ἐπιτροπὰς, ὅπως ἐν καιρῷ δέοντι σᾶς
1265φέρουν τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐρεύνης των καὶ ὅπως, ἐὰν εὕ-
1266ρητε κατάχρησιν, καὶ διὰ αὐτὰς ἐπιδιώξητε τὴν τιμωρίαν
1267τῶν μελῶν τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου. Κατ’ ἐμὲ, κύριοι, οὐδὲ πρὸς
1268στιγμὴν διστάζω μεθ’ ὅλης τῆς ζέσεως, μεθ’ ὅλης συνάμα
1269τῆς μετριοπαθείας, νὰ ὑποστηρίξω κατηγορίαν κατὰ τοῦ ὑ-
1270πουργείου Βούλγαρη, καὶ τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ ἰδιαίτερον θέμα
1271διὰ τὸ ὁποῖον ἐκλήθημεν νὰ γνωμοδοτήσωμεν.
1272Τρεῖς γνωμοδοτήσεις ὑπεβλήθησαν παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς·
1273εὐτυχῶς, κύριοι, καθὼς προεῖπον προοιμιαζόμενος, ἡ διαφωνία
1274μας δὲν εἶναι οὐσιώδης· συνίσταται εἰς αἰτιολογίας τινὰς καὶ
1275εἰς ἐφαρμογὴν διατάξεών τινων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, διαφωνίας,
1276αἱ ὁποῖαι ἐξ ἀνάγκης ἐγείρονται, προκειμένου περὶ ἐφαρμογῆς
1277νόμου πρώτην φορὰν δυστυχῶς ἐν Ἑλλάδι ἐφαρμοζομένου.
1278Καθόσον δ’ ἀφορᾷ ἐμὲ, ἔχω ἀνάγκην καὶ πάλιν νὰ σᾶς ὑπεν-
1279θυμίσω ὅτι ὡς ἐκ τοῦ εἴδους τῶν ἰδιαιτέρων μελετῶν μου
1280δὲν εἶμαι ὁ πάντῃ ἁρμόδιος ν’ ἀποφανθῶ γνώμην ἀδίστακτον
1281καὶ ὁριστικήν· καθυποβάλλων ὅμως τὴν γνώμην μου εἰς τὴν
1282Βουλὴν, παρακαλῶ αὐτὴν ὡρίμως νὰ τὴν σταθμίσῃ, ἐπιφυλατ-
1283τόμενος καὶ ἐγὼ νὰ φωτισθῶ ἐκ τῆς συζητήσεως.
1284Ἐκ τῶν τριῶν γνωμοδοτήσεων ἡ ἀποτέρα εἶναι ἐκείνη τοῦ
1285ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας κ. Ζέγγελη, καθότι ὁ κ.
1286Ζέγγελης, κατὰ τὴν κρίσιν του, ἐνόμιζεν, ὅτι ἡ ἡμετέρα ἐπι-
1287τροπὴ δὲν εἶχεν ἁρμοδιότητα νὰ ἀνακρίνῃ, διότι ἐφρόνει, ὅτι
1288ἦτο ἀνάγκη νὰ προηγηθῇ ἀνάκρισις ὅπως ἐπὶ τοῦ θέματος τού-
1289του γνωμοδοτήσωμεν· ἡμεῖς δὲ ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔχομεν ἁρμο-
1290διότητα νὰ ἀνακρίνωμεν, ἀλλ’ ὅτι τὸ εἶδος τῆς ἀνακρίσεως ἐν
1291τῇ προκειμένῃ ὑποθέσει ἦτο ἁπλούστατον, καθόσον κατηγο-
1292ροῦνται οἱ κύριοι ὑπουργοὶ διότι προεκάλεσαν τὴν κύρωσιν
1293νομοθετημάτων ἀνόμων, καὶ τοῦτο ἡ Βουλὴ ἤδη δι’ ἀποφάσε-
1294ώς της παρεδέχθη, κατόπην ἄλλης γνωμοδοτήσεως ἐπιτροπῆς
1295εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ συμπεριληφθῶ. Ἑπο-
1296μένως τὸ ζήτημα, ὂν ἁπλούστατον, δὲν ἀπαιτεῖ ἀνακρίσεις οἵας
1297νομίζει ἀναγκαίας ὁ κ. Ζέγγελης, ἐκτὸς ἐὰν, καθὼς ὑποφαίνε-
1298ται εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ζέγγελη, θέλωμεν τὸ κατηγορη-
1299τήριον τοῦτο νὰ συνδέσωμεν μὲ ἄλλας πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐπί-
1300σης δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ἐγκληματικαί. Ἀλλὰ τοῦτο,
1301κύριοι, τὸ θεωρῶ ἐπιζήμιον· νομίζω, ὅτι δυνάμεθα εἰς τὸ κα-
1302τηγορητήριον τοῦτο νὰ προβῶμεν, νὰ προβῶμεν καὶ εἰς τὴν
1303κλήρωσιν τοῦ δικαστηρίου καὶ κατόπιν δυνάμεθα, ἂν ἄλλας
1304πράξεις εὕρωμεν ἐγκληματικάς, νὰ προβῶμεν καὶ εἰς ἄλλας
1305κατηγορίας.
1306Δὲν ἐνδιατρίβω ὑπὲρ τὸ δέον ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Ζέγ-
1307γελη, καθόσον, ὡς βλέπετε, οὐδεμίαν πρότασιν ὡρισμένην μᾶς
1308φέρει, ἐκτὸς τῆς προτάσεως νὰ διαταχθοῦν ἀνακρίσεις.
1309Ἔρχομαι, κύριοι, εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειονοψηφίας πρὸς τὴν
1310ὁποίαν κυρίως διαφωνῶ ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατά-
1311ξεων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἡ πλειοψηφία ἐρευνήσασα τὰς δια-
1312τάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἐνόμισεν, ὅτι οὐδεμία διάταξις
1313ὑπάρχει ἐφαρμοστέα εἰμὴ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 487 ὑπὸ
1314τὸν τίτλον, «παράβασις τῶν καθηκόντων τῆς ὑπηρεσίας τῶν
1315»δημοσίων ὑπαλλήλων, μὴ ἀναφερομένων ῥητῶς ἐν τῷ παρόντι
1316»νόμῳ». Ἡ πλειονοψηφία ἐνόμισεν, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀκρι-
1317βῶς ἐφαρμόζεται ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καθότι ὑπὸ τὴν ῥῆσιν
1318Δημόσιοι ὑπάλληλοι, βεβαίως συμπεριλαμβάνονται καὶ οἱ
1319ὑπουργοὶ τοῦ Κράτους, τότε δὲ οἱ Γραμματεῖς τῆς Ἐπικρα-
1320τείας. Βεβαίως, κύριοι, ἐὰν ἄλλη τις διάταξις δὲν ἀνευρίσκετο
1321ἐφαρμοστέα, ἡ διάταξις αὕτη δέον νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἐὰν ἄλλη,
1322λέγω, διάταξις δὲν εἶναι ἐφαρμοστέα, τοῦθ’ ὅπερ εἶναι λίαν πα-
1323ράδοξον, καθότι τίς δύναται νὰ παραδεχθῇ ὅτι ὁ Ποινικὸς
1324Νόμος δὲν ἤθελε νὰ τιμωρηθῶσιν οἱ Γραμματεῖς τῆς Ἐπικρα-
1325τείας ἐπὶ παραβάσει τῶν καθηκόντων περὶ τῆς ὁποίας προνοεῖ
1326τὸ ἄρθρον 476; Δὲν δέχομαι, κύριοι, καὶ δὲν ἐδέχθην τὴν
1327γνώμην τῆς πλειοψηφίας καὶ δὲν θέλω τὴν δεχθῆ, παρὰ ἀφοῦ
1328ἐκ τῆς συζητήσεως πεισθῶ ὅτι ἄλλο ἄρθρον δὲν δύναται νὰ
1329ἐφαρμοσθῇ.
1330Ἔρχομαι, κύριοι, πρὶν ὑποστηρίξω τὴν γνώμην μου, νὰ ἀ-
1331ναλύσω τὸ ὑπὸ συζήτησιν κατηγορητήριον ὡς πρὸς τὸν χαρα-
1332κτηρισμὸν τῶν πράξεων καὶ ὡς πρὸς τὰς ἐφαρμοστέας ποινάς.
1333Ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς πράξεως καὶ ὡς πρὸς τὰς
1334ἐφαρμοστέας ποινάς· καὶ κατὰ πρῶτον καταγγέλλονται τὰ
1335μέλη τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Βούλγαρη διότι συνελθόντα μετ’
1336ἄλλων βουλευτῶν ἐν τῷ βουλευτηρίῳ συναπετέλεσαν παρά-
1337νομον ἀπαρτίαν, ἥτις ἔφερε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκδόσεως νό-
1338μων παρανόμων. Μεθ’ ὅλου τοῦ σεβασμοῦ, τὸν ὁποῖον ὀφείλω εἰς
1339τὰ ἀξιότιμα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου τούτου, τὰ ὁποῖα ὑπέγρα-
1340ψαν ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὑπάρχουσι
1341καὶ διακεκριμένοι νομομαθεῖς, νομίζω ὅτι περιέπεσαν εἰς πλά-
1342νην· νομίζω ὅτι οἱ κκ. ὑπουργοὶ παρακαθήσαντες εἰς τὴν Βουλὴν
1343καὶ συναποτελέσαντες τὴν ψευδῆ ἀπαρτίαν, ἠδύναντο νὰ θεω-
1344ρηθῶσιν ἔνοχοι, ἂν τοιαύτη τις ἐνοχὴ προβλέπεται παρὰ τοῦ
1345νόμου· ἀλλὰ ἂν ἦναι ἔνοχοι, εἶναι ἔνοχοι μετὰ τῶν λοιπῶν
1346βουλευτῶν, καὶ ἐν ὅσῳ τὸ Σύνταγμα δὲν μᾶς δίδει τὸ δικαίω-
1347μα νὰ κατηγορήσωμεν βουλευτάς, δὲν δυνάμεθα ἐπὶ τούτῳ νὰ
1348κατηγορήσωμεν τοὺς κ. κ. ὑπουργούς. Ἐθεώρησαν οἱ προ-
1349τείναντες τὸ κατηγορητήριον τοῦτο ὡς ἀντιποίησιν νομοθετι-
1350κῆς ἀρχῆς· ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ τοιοῦτον ἔπραξαν ὡς
1351βουλευταὶ καὶ ὡς τοιοῦτοι δὲν δύνανται νὰ κατηγορηθῶσιν.
1352Ἐχαρακτήρισαν οἱ προτείναντες τὴν πρᾶξιν ὡς ὑπαγομένην εἰς
1353τὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου, τοῦ ἄρθρου 229 «εἰς εἱρ-
1354κτὴν καταδικάζεται ὅστις ἀντιποιεῖται ἀρχήν τινα μὴ ἐπιτε-
1355τραμμένην εἰς αὐτόν»· καὶ ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς πράξεως κατ’
1356ἐμὲ οὗτος δὲν εἶναι ὀρθός· ὅ,τι οἱ ὑπουργοὶ ἔπραξαν, τὸ ἔπρα-
1357ξαν ὡς ὑπουργοί, οὐδ’ ἀντεποιήθησαν τὴν ὑπουργικὴν θέσιν,
1358διότι βεβαίως τὸ ἄρθρον τοῦτο μὲ τὴν λέξιν ἀρχὴ δὲν ἐννοεῖ
1359ἐξουσίαν, ἀλλὰ ἀξίωμα.
1360Τὸ ἄρθρον 247 λέγει «ἔνοχος πλαστογραφίας καθίσταται
1361ὅστις ἐκδίδει ἔγγραφα ἐν ὀνόματι ἄλλου ὡς νὰ ἦσαν παρ’ αὐ-
1362τοῦ τούτου ἐκδεδομένα».
1363Τουτέστι νομίζουσιν, ἂν δὲν σφάλλω, οἱ κ. κ. προτείναντες
1364ὅτι, ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ δὲν ἐξέδωκεν ἐν νομίμῳ ἀπαρτίᾳ τὰς ἀπο-
1365φάσεις ἐκείνας, οἱ κ.κ. ὑπουργοὶ ἔπραξαν πλαστογραφίαν ἐκδό-
1366σαντες αὐτάς· ἀλλ’ οἱ ὑπουργοὶ δὲν ἔπλασαν αὐτὰς τὰς ἀπο-
1367φάσεις· ἡ Βουλὴ συγκροτηθεῖσα ἐν παρανόμῳ ἀπαρτίᾳ ἐξέδω-
1368κεν αὐτὰς, αὐτοὶ δὲ ἀνεδέχθησαν τὴν εὐθύνην ν’ ἀποδεχθῶσιν
1369ἐν κακῇ πίστει τὴν παράνομον ἐκείνην ἑρμηνείαν, ὅθεν τὸ ἄρ-
1370θρον τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον τὸ
1371ἄρθρον 225 «τιμωρεῖται μὲ εἱρκτὴν ὁ δημόσιος ὑπάλληλος, ὅστις
1372παραμορφόνει ἐν γνώσει διὰ παραλείψεως, προσθήκης ἢ μεταβο-
1373λῆς κτλ.—ἢ ἐπὶ τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς βεβαιόνει καὶ ἐπι-
1374μαρτυρεῖ ἐν γνώσει μὴ ἀληθῆ πράγματα ὡς ἀληθῆ»· δὲν προ-
1375κύπτει ὅτι οἱ ὑπουργοὶ, οὔτε παρεμόρφωσαν ἐν γνώσει, οὔτε
1376παρέλειψαν, οὔτε ἐπρόσθεσάν τι εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς,
1377οὔτε δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἐβεβαίωσαν ψευδὲς γεγονός,
1378ἀφοῦ τὸ γεγονὸς ὅτι 85 βουλευταὶ συνεκρότησαν παράνομον
1379ἀπαρτίαν δὲν ἦτο ψευδές.
1380Ἔρχομαι εἰς τὴν ἀπ’ εὐθείας ὑποστήριξιν τῆς προτάσεώς μου,
1381βάσιν ἔχων ἰδίως τὸ ἄρθρον 81 τοῦ Συντάγματος, ἡ μελέτη
1382τοῦ ὁποίου δύναται νὰ μᾶς διευκολύνῃ καὶ σήμερον καὶ εἰς τὸ
1383ἑξῆς εἰς τὴν συζήτησιν. Τὸ ἄρθρον 80 λέγει «ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ
1384δικαίωμα νὰ κατηγορῇ τοὺς ὑπουργοὺς ἐνώπιον ἐπὶ τούτῳ δι-
1385καστηρίου, ὅπερ προεδρευόμενον ὑπὸ τοῦ προέδρου τοῦ Ἀρείου
1386Πάγου, θέλει συγκροτηθῆ ἐκ δώδεκα ἄλλων μελῶν, ἅτινα θέ-
1387λουσι κληρωθῆ ἐξ ὅλων τῶν ὑπαρχόντων πρὸ τῆς κατηγορίας
1388ἀρειοπαγιτῶν, ἐφετῶν καὶ προέδρων αὐτῶν. Ἡ κλήρωσις θέλει
1389γείνει ὑπὸ τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει· τὴν
1390δὲ διαδικασίαν θέλει ὁρίσει μέχρι τῆς ἐκδόσεως εἰδικοῦ περὶ
1391τούτου νόμου αὐτὸ τοῦτο τὸ δικαστήριον.
1392Εἰδικὸς νόμος θέλει ὁρίσει τὰ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, τὰς
1393ἐπιβλητέας ποινὰς, καὶ τὴν διαδικασίαν· ὁ νόμος δὲ οὗτος
1394θέλει καθυποβληθῆ εἰς τὴν πρώτην συγκροτηθησομένην βουλευ-
1395τικὴν σύνοδον.»
1396Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε παρὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, ἠδύνατό τις νὰ ὑπο-
1397στηρίξῃ, ὅτι ἐπὶ εὐθύνης ὑπουργῶν ἐπιβλητέαι ποιναὶ δὲν ὑ-
1398πάρχουσιν ἐν τῇ ἑλληνικῇ νομοθεσίᾳ μέχρις οὗ ὁρισθῶσι παρὰ
1399τοῦ εἰδικοῦ νόμου· ἀλλὰ οἱ συντάξαντες τὸ Σύνταγμα ἐσκέ-
1400φθησαν ὅτι καὶ εἰς τὸ βραχὺ διάστημα, τὸ ὁποῖον ἤθελε μεσο-
1401λαβήσει μεταξὺ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς
1402προσεχοῦς βουλευτικῆς περιόδου, ἠδύνατο νὰ παρουσιασθῇ ἡ
1403περίπτωσις καταδιώξεως ὑπουργοῦ τοῦ Κράτους, καὶ περὶ τού-
1404του ἐφρόντισαν εἰς τὸ ἄρθρον 81 «μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ εἰ-
1405δικοῦ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νόμου, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ κα-
1406τηγορῇ αὐτοὺς, καὶ τὸ κατὰ ἀνωτέρω ἄρθρον δικαστήριον νὰ
1407τοὺς δικάζῃ ἕνεκα ἐσχάτης προδοσίας, καταχρήσεως δημοσίας
1408περιουσίας, καὶ πάσης παραβάσεως τῶν ὅρων τοῦ Συντάγμα-
1409τος καὶ τῶν νόμων κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων των.»
1410Ἑπομένως τὸ ἄρθρον 81 ἀποφαίνεται ὅτι πᾶσαι αἱ ποιναὶ,
1411αἱ ἐπιβαλλόμεναι εἰς τοὺς ὑπαλλήλους διὰ παραβάσεις κατὰ
1412τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων των, ἐφαρμόζονται, κατὰ τὴν
1413ἔννοιαν καὶ τὸ γράμμα τοῦ ἄρθρου τούτου, καὶ εἰς τοὺς ὑπουρ-
1414γοὺς, μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ εἰδικοῦ νόμου, εἰς τὸν ὁποῖον λε-
1415πτομερέστερον καὶ ἴσως αὐστηρότερον ἤθελον συμπεριληφθῆ αἱ
1416ποιναί. Ἑπομένως ὑποστηρίζω ὅτι ὁ ποινικὸς νόμος δέον νὰ
1417ἑρμηνευθῇ, ἐχόντων ἡμῶν ὡς ὑπογραμμὸν πάντοτε τὸ ἄρθρον
141881 τοῦ Συντάγματος. Ναὶ μὲν ὁ ποινικὸς νόμος ἐξεδόθη πρὶν
1419ἢ συνταγματισθῇ ἡ Ἑλλάς, οἱ συντάξαντες ὅμως τὸ Σύνταγμα
1420εἶχον βεβαίως ὑπ’ ὄψιν τὰς διατάξεις αὐτοῦ, αἱ ὁποῖαι τιμω-
1421ροῦσι τοὺς παραβαίνοντας τὸ καθῆκόν των ἢ τοὺς ὑπερβαίνοντας
1422αὐτὸ ὑπαλλήλους.
1423Ἐὰν ἡ γνώμη μου αὕτη ᾖναι ὀρθὴ, πρόκειται νὰ ἐξεύρωμεν
1424κατὰ πρῶτον τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν, τὸν ἀληθῆ χαρακτηρισμὸν
1425τῆς πράξεως τῶν κ. ὑπουργῶν καθόσον ἀφορᾷ τὴν κύρωσιν καὶ
1426δημοσίευσιν τῶν ἀνόμων τούτων νόμων. Κατ’ οὐσίαν, κύριοι,
1427τί ἔπραξαν οἱ ὑπουργοὶ οὗτοι; ἐγίγνωσκον κάλλιστα ὅτι παρα-
1428νόμως συνεκροτήθη ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν ἔκτακτον αὑτῆς σύνοδον·
1429ἐγίγνωσκον κάλλιστα ὅτι τὰ νομοθετήματα ἐκεῖνα οὐδὲν κῦρος
1430ἠδύναντο νὰ ἔχωσιν ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῆς ἀπαρτίας, διότι
1431ἂν παραδεχθῆτε ὅτι ἦτον ἡ Κυβέρνησις ἐν καλῇ πίστει, βε-
1432βαίως τότε τὸ ζήτημα ἠδύνατο νὰ ἀλλάξῃ· ἀλλ’ ὅτι ἦσαν
1433ἐν κακῇ πίστει ὅλα τὰ προηγούμενα τὸ ἀποδεικνύουν, τὰ
1434προηγούμενα τῆς τακτικῆς συνόδου τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν ἐπα-
1435ρουσιάσθη τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας καὶ πολλάκις ἐφηρμόσθη ἡ
1436ἀληθὴς θεωρία, τουτέστιν ὅτι ἀπαρτία ἀπετελεῖτο ἐκ τοῦ ἡμί-
1437σεος πλέον ἑνὸς τοῦ νομίμου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, οὐχὶ τοῦ
1438τυχὸν ἐλλειποῦς πραγματικοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν· περὶ τούτου δὲν
1439ὑπάρχει ἀμφιβολία.
1440Ἄρα κακῇ τῇ πίστει τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἀπεδέχθη τὴν
1441θεωρίαν, τὴν ὁποίαν προέβαλε πρῶτος εἰς τὴν Βουλὴν ἁπλοϊ-
1442κός τις ἄνθρωπος, ὁ πρόεδρος ὁ προσωρινὸς τῆς Βουλῆς ὁ κύριος
1443Ῥεβελιώτης, αὐθαιρέτως κηρύξας ἐν τῇ Βουλῇ ἐνώπιον τῶν 85
1444ὅτι ἡ νόμιμος ἀπαρτία ἀποτελεῖται ἐκ τῶν 85. Ἂν πεισθῆτε,
1445ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐν κακῇ πίστει ἀπεδέχθη
1446τὴν παρερμηνείαν ἐκείνην καὶ ὑπέβαλε τὰ ἄνομα ψηφίσματα
1447εἰς τὴν ἐπικύρωσιν τοῦ Βασιλέως, τότε παραδέχεσθε καὶ τὸ
1448ἄλλο ὅτι σκοπὸς τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἦτο νὰ ἀντιποιηθῇ
1449καὶ νὰ ἀφαρπάσῃ ἐξουσίαν νομοθετικὴν καὶ νὰ προκαλέσῃ τὴν
1450κύρωσιν τῆς ἑτέρας τῶν νομοθετικῶν ἐξουσιῶν καὶ νὰ καταπα-
1451τήσῃ τὴν ὑπόστασιν τὴν νομοθετικήν, ἥτις ἀπαιτεῖται ἐκ μέ-
1452ρους τῆς Βουλῆς. Ἐὰν λοιπὸν ἡ πρᾶξις εἶναι καθαρὰ ἀντιποίησις
1453ἐξουσίας νομοθετικῆς, θὰ ἐρωτήσωμεν, ὑπάρχει ἐν τῷ ποινικῷ
1454νόμῳ διάταξις ἐφαρμοζομένη καὶ περιέχουσα ποινὴν κατὰ τοῦ
1455ἐγκλήματος τούτου; Ἡ διάταξις ὑπάρχει καὶ ταύτην ὑπέ-
1456δειξα ἐν τῇ γνωμοδοτήσει μου· τὸ ἄρθρον 476 ὑπὸ τὸν τίτλον
1457«ὑπέρβασις καθηκόντων δημοσίων ὑπαλλήλων»· οἱ δὲ δημό-
1458σιοι οὗτοι ὑπάλληλοι εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο ὑποδιαιροῦνται
1459εἰς δικαστικοὺς καὶ διοικητικούς· τὸ ἄρθρον τοῦτο λέγει «δι-
1460κασταί, ἀνακριτικοὶ ὑπάλληλοι, εἰσαγγελεῖς, ἢ ἀντεισαγγελεῖς,
1461τιμωροῦνται μὲ εἱρκτὴν 1) ὁσάκις ἀντιποιοῦνται νομοθετικὴν
1462ἐξουσίαν ἐκδίδοντες διατάγματα περιεκτικὰ νομοθετικῶν ὁρι-
1463σμῶν, ἢ ἀναβάλλοντες τὴν ἐκτέλεσιν νόμου τινός.»
1464Ἐδῶ ὁρίζεται ἡ πρᾶξις, ὁρίζεται καὶ ἡ ποινή· τοῦτο ὡς
1465πρὸς τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους. Ὡς πρὸς τοὺς διοικητικοὺς
1466τὸ ἄρθρον 479 λέγει «νομάρχαι, διευθυνταί, ἔπαρχοι, δήμαρ-
1467χοι, καὶ ἄλλοι διοικητικοὶ ὑπάλληλοι, τιμωροῦνται μὲ εἱρκτὴν
1468εἰς τὴν περίστασιν τοῦ ἄρθρου 476.»
1469Πρώτην ἐρώτησιν θὰ μοὶ προβάλῃ τις, (διότι, προκειμένου
1470περὶ ἐφαρμογῆς ποινικῆς διατάξεως, ὀφείλομεν νὰ ἤμεθα ἀκρι-
1471βεῖς) εἶναι δυνατὸν νὰ ὀνομασθῶσι διοικητικοὶ ὑπάλληλοι οἱ
1472Γραμματεῖς τῆς Ἐπικρατείας, νῦν δὲ οἱ ὑπουργοί; εἰς τὴν ἐρώ-
1473τησιν ταύτην ἀπαντᾷ ἄρθρον ῥητὸν τῆς ποινικῆς δικονομίας, τὸ
1474324, ὅπου πρόκειται περὶ «προανακρίσεως τῶν παρὰ τῶν διοι-
1475«κητικῶν ὑπαλλήλων περὶ τὴν ὑπηρεσίαν πραττομένων πλημ-
1476«μελημάτων καὶ κακουργημάτων.» Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ
1477ἄρθρου τούτου, ἐν τῇ βʹ. αὐτοῦ παραγράφῳ, πᾶς τις ὀφείλει νὰ
1478πεισθῇ ὅτι τοὺς Γραμματεῖς τῆς Ἐπικρατείας χαρακτηρίζει ὁ
1479Νόμος ὡς διοικητικοὺς ὑπαλλήλους.
1480Ἀλλ’ ἔρχεται ἐκ πρώτης ὄψεως σπουδαία ἀντίῤῥησις, τὴν
1481ὁποίαν διετύπωσεν ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, ἰσχυριζο-
1482μένη ὅτι τὸ ἄρθρον 479 δὲν δύναται νὰ συμπεριλαμβάνῃ καὶ
1483τοὺς Γραμματεῖς τῆς Ἐπικρατείας, καθότι ἤθελον ὀνομάσει
1484αὐτοὺς ῥητῶς καὶ δὲν ἤθελον τοὺς βάλει εἰς τὴν τελευταίαν
1485θέσιν κατόπιν τῶν νομαρχῶν, τῶν δημάρχων καὶ τῶν διευ-
1486θυντῶν. Ἡ ἔνστασις βεβαίως φαίνεται σπουδαία· ἀλλ’ ἐπὶ
1487τέλους ἡ ἔνστασις αὕτη δὲν εἶναι εἰμὴ ἑρμηνευτική· λέγει ὅτι
1488ἂν εἶχεν ἐν τῷ νῷ ὁ νομοθέτης νὰ συμπεριλάβῃ καὶ αὐτούς,
1489ἤθελε τοὺς δώσει τὴν πρωτεύουσαν θέσιν. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο,
1490κύριοι, φαίνεται ἄτοπον, παραλογώτερον καὶ ἀτοπώτερον θὰ
1491φανῇ τοῦτο τὸ ἄλλο, ὅτι ὁ νομοθέτης ἐκεῖνος ἤθελε νὰ κα-
1492θιερώσῃ τὴν ἀτιμωρησίαν τῶν Γραμματέων τῆς Ἐπικρατείας,
1493ἐπὶ ὑπερβάσει καθηκόντων. Δέχομαι μάλιστα τὸ παράλογον
1494ὅτι δὲν ἔδωσεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἀνήκουσαν ἐν τῇ διατάξει θέ-
1495σιν παρὰ νὰ δεχθῶ τὸ ἕτερον ὅτι ἤθελε νὰ τοὺς ἀπαλλάξῃ
1496πάσης ποινικῆς καταδίκης δι’ ὑπέρβασιν τῶν καθηκόντων καὶ
1497ἰδίως διὰ τὴν ὑπέρβασιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ ἦσαν εἰς
1498θέσιν νὰ διαπράξωσι κάλλιον παντὸς ἄλλου διοικητικοῦ ὑπαλ-
1499λήλου. Ὑποθέσατε ὅτι ὁ Γραμματεὺς ἐκεῖνος τῆς Ἐπικρατείας,
1500ἔν τινι ἐγκυκλίῳ ἢ ὁδηγίᾳ, ἤθελε συμπεριλάβει νομοθετικοὺς
1501ὁρισμούς, ἤθελε διατάξει εἴσπραξιν φόρου μὴ νομοθετημένου,
1502νομίζετε, ὅτι ὁ νομοθέτης ἐκεῖνος ἤθελε νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν ἀνώ-
1503τερον ὑπάλληλον ἀπὸ τῆς τιμωρίας; Αὐτὸ ἤθελεν εἶσθαι πα-
1504ράλογον καὶ λίαν ἄδικον, καθ’ ὅσον οἱ ὑποδεέστεροι διοικητι-
1505κοὶ ὑπάλληλοι, οἱ νομάρχαι, ἐκτελοῦντες τοιαύτας ὁδηγίας θὰ
1506ἐτιμωροῦντο, ὁ δὲ παραγγείλας Γραμματεὺς τῆς Ἐπικρατείας
1507θὰ ἀπηλλάσσετο πάσης καταδιώξεως. Ἄλλως, ἐπανέρχομαι εἰς
1508τὴν πρώτην ἐμὴν θεωρίαν ὅτι τὸ ἄρθρον 81 τοῦ Συντάγματος
1509εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὰς διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ νόμου καὶ φθάνω
1510μέχρι τοῦ σημείου νὰ εἴπω ὅτι, καὶ ἂν ὁ ποινικὸς Νόμος δὲν
1511ὠνόμαζε τοὺς διοικητικοὺς τούτους ὑπαλλήλους, ἀρκεῖ νὰ ἀνεύ-
1512ρητε τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς πράξεως, καὶ ὅταν τὸν ἀνεύρητε
1513ὀφείλετε νὰ ἐφαρμόσητε τὴν ποινήν, ἡ ὁποία εἰς ἑτέρους ὑπαλ-
1514λήλους ἐπιβάλλεται.
1515Ὀφείλω, κύριοι, πρὶν κατέλθω τοῦ βήματος νὰ διακηρύξω
1516ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ ὅτι, ἂν ἐκ τῆς προτάσεώς μου ἐκλάβῃ
1517τις ὅτι ἤθελον νὰ φανῶ αὐστηρότερος, ὅπως συμμορφωθῶ πρὸς
1518τὴν γενικὴν τοῦ τόπου ἐπιθυμίαν, ἐκεῖνος ἤθελε μὲ ἀδικήσει.
1519Ἐγώ, κύριοι, πέποιθα ὅτι πάντες δὲν ὁρμώμεθα ἢ ἐκ τῆς ἐπι-
1520θυμίας νὰ ἐφαρμόσωμεν εἰλικρινῶς τοὺς νόμους, ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι
1521καταδιώκομεν ἄλλους διότι τοὺς κατεπάτησαν. Βεβαίως ἐπι-
1522θυμία τοῦ τόπου εἶναι νὰ καταδιωχθῶσι καὶ νὰ τιμωρηθῶσιν
1523οἱ ἐγκληματήσαντες, οἵτινες ἐκλήθησαν νὰ διευθύνωσιν ἄλλοτε
1524τὰς τύχας τοῦ τόπου· ἀλλὰ ταυτοχρόνως ὀφείλομεν νὰ ἤμεθα
1525μετριοπαθεῖς, νὰ φωτισθῶμεν ἀμοιβαίως ἐκ τῆς συζητήσεως καὶ
1526νὰ ἀνεύρωμεν τοὺς ἀληθεῖς χαρακτηρισμοὺς τῶν πράξεων, καὶ νὰ
1527ἔλθωμεν, εἰ δυνατόν, καὶ τὸ εὔχομαι, εἰς ὁμόφωνον ἀπόφασιν,
1528ἥτις θέλει χρησιμεύσει ὡς βάσις σταθερὰ εἰς τὰς σκέψεις τοῦ
1529ἀνεξαρτήτου ἐκτάκτου δικαστηρίου. Ὀφείλομεν, κύριοι, νὰ ἤ-
1530μεθα αὐστηροί, ἀλλὰ δὲν ὀφείλομεν νὰ παρασυρθῶμεν ἀπὸ
1531σκέψεις ἄλλας, παρὰ ἀπὸ τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν νὰ
1532ἐνεργήσωμεν πράγματι ὡς φίλοι τῆς τάξεως καὶ τῆς εὐνομίας.
1533Ἤθελέ τις πάλιν πολὺ μὲ ἀδικήσει, ἂν ἐνόμιζεν ὅτι διὰ τῆς
1534εἰσαγωγῆς, τὴν ὁποίαν ἐνόμισα ἀπαραίτητον νὰ κάμω ὅπως
1535πεισθῶ καὶ ἐγὼ καὶ ὑμεῖς περὶ δολίας προαιρέσεως τῶν ὑπουρ-
1536γῶν, ὅτι ἦλθα νὰ ῥίψω ἐν τῷ μέσῳ τῆς Βουλῆς σπέρματα δι-
1537χονοίας καὶ πολιτικῆς συζητήσεως· ἂν τοῦτο γείνῃ, ἂς ἔχωσι
1538τὴν εὐθύνην ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἤθελον τυχὸν προσπαθήσει νὰ
1539διαταράξωσι τὴν ἁρμονίαν, ἡ ὁποία ὀφείλει νὰ ἐπικρατήσῃ ἐπὶ
1540τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος. Ἐάν, κύριοι, διαφωνῶμεν εἰς ἄλλα,
1541καὶ θὰ διαφωνήσωμεν βεβαίως, δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι κατὰ τὸ
1542ζήτημα τοῦτο θέλομεν λάβει ὅλα τὰ μέτρα, ὅπως εἰς τὰ
1543καθέκαστα φθάσωμεν εἰς ὁμόφωνον συμπέρασμα· ἰδίως δὲ
1544συνιστῶ εἰς τὴν Βουλήν, ἂν τυχὸν παραδεχθῇ τὴν ἐμὴν γνώ-
1545μην, ὅπως οὐδεμία τῶν παραβάσεων μείνῃ ἀτιμώρητος, νὰ μὴ
1546συγχύσῃ ἐν τῷ αὐτῷ κατηγορητηρίῳ πολλὰ θέματα, ἀλλὰ τὸ
1547ἓν κεχωρισμένον ἀπὸ τὸ ἄλλο νὰ ἐρευνήσῃ, ὅπως μὴ ἐπέλθῃ
1548βραδύτης, ἀλλὰ ταχέως ληφθῇ ἡ ἱκανοποίησις ἐκείνη, ἣν
1549ἀπαιτεῖ ὁ τόπος. Ναί, κύριοι· καὶ ἄν τις ἐντὸς τῆς Βουλῆς
1550νομίζει ὅτι εἶναι λυπηρὸν τὸ καθῆκον, ὅπερ ἐκπληροῖ, ὀφείλει
1551νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν τιμωρίαν, ὅπως ἱκανοποιηθῇ ὁ τόπος· διότι ἂν
1552διὰ τοῦ νόμου ἱκανοποιηθῇ, δὲν θέλει εἰς τὸ ἑξῆς ζητήσει ἄλ-
1553λην ἱκανοποίησιν, διότι θέλει πεισθῆ ὅτι ὅσον ὑψηλὰ καὶ ἂν
1554ἵσταταί τις, ὅσον καὶ ἂν προστατεύηται, δὲν θέλει διαφύγει
1555τὸν πέλεκυν τῆς δικαιοσύνης. Ἡμεῖς τοῦτο ὀφείλομεν νὰ ἐπι-
1556διώξωμεν, ἂν πράγματι θέλωμεν τὴν ἰσοπολιτείαν, ἡ ὁποία
1557δὲν συνίσταται εἰς τὰς ξηρὰς τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ νό-
1558μου διατάξεις, ἀλλ’ εἰς τὴν εἰλικρινῆ αὐτοῦ ἔργῳ καὶ λόγῳ
1559ἐφαρμογὴν (χειροκροτήματα ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ).
1560§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρατηρῶ εἰς τὰ ἀκροατήρια, ὅτι ὁ Κανονι-
1561σμὸς ῥητῶς ἀπαγορεύει τὰς ἐπιδοκιμασίας καὶ ἀποδοκιμασίας,
1562ὅτι ἡ Βουλὴ ἀσχολεῖται περὶ σπουδαῖα ἀντικείμενα. Ἂν ἐπα-
1563ναληφθῶσιν αἱ ταραχαὶ αὗται, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ
1564ἐφαρμόσωμεν τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ (θόρυβος).
1565§94ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Ἐλησμονήσατε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εὑρισκόμε-
1566θα εἰς τὰ πρόθυρα μιᾶς ἐπαναστάσεως (θόρυβος), καὶ δὲν θαυ-
1567μάζετε τὴν ἀνοχὴν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ! (θόρυβος).
1568§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἀκροατήριον πρέπει νὰ μένῃ ἥσυχον. Θέ-
1569λει ἡ Βουλὴ νὰ ἐξακολουθήσωμεν;
1570§96ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Αὔριον.
1571§97ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Μάλιστα, νὰ ἐξακολουθήσῃ.
1572§98ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μ’ ὅλον ὅτι, κύριοι βουλευταί,
1573παρῆλθεν ἡ ὥρα, κατέχομαι δὲ ὑπὸ σφοδρᾶς κεφαλαλγίας ἀπὸ
1574τῆς πρωΐας σήμερον, μ’ ὅλα ταῦτα, ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ δὲν ἐνέκρινε
1575νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις διὰ τὴν αὔριον, θὰ ὁμιλήσω, καίτοι
1576ἐν τοιαύτῃ καταστάσει εὑρισκόμενος.
1577Ἡ ἔκθεσις ἑνὸς ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ὁ
1578ἀξιότιμος Πρόεδρος ἡμῶν διώρισε πρὸς ἐξέτασιν τοῦ κατηγορη-
1579τηρίου κατὰ τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Βούλγαρη, καὶ ἡ ἀνάπτυ-
1580ξις, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ ἔκαμεν ἐντεῦθεν ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως
1581ταύτης, μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, διότι τρεῖς αἰτιάσεις ἐμ-
1582περιλαμβανόμεναι ἐν τῇ ἐκθέσει ἀφορῶσι καὶ ἐμὲ ὡς μέλος τῆς
1583Κυβερνήσεως ἐκείνης· δηλαδὴ ἡ αἰτίασις ὅτι παρεβιάσαμεν τὴν
1584ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου ἐδώκαμεν, ὅτι
1585δὲν θέλομεν κάμει χρῆσιν τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος, ἡ ἑ-
1586τέρα αἰτίασις ὅτι ἐπενέβημεν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν,
1587καὶ ἡ τρίτη αἰτίασις ὅτι διὰ τῶν διοικητικῶν ἡμῶν ὑπαλλή-
1588λων ἠρνήθημεν τὰ εἰσιτήρια εἰς πολλοὺς τῶν ἐκλεχθέντων Βου-
1589λευτῶν.
1590Ἡ πρώτη αἰτίασις ὅτι παρεβιάσαμεν τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁ-
1591ποίαν ἐδώκαμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν θέλομεν κάμει
1592χρῆσιν τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος, δὲν εἶναι, κύριοι Βουλευ-
1593ταί, ἀκριβής. Εἶναι ἀληθές, κύριοι, ὅτι τὴν ά. ἡμέραν, καθ’ ἣν
1594ἐνεφανίσθη ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἡ ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ κ. Βούλ-
1595γαρη τὴν 9 Φεβρουαρίου 1874 σχηματισθεῖσα Κυβέρνησις, ἐδή-
1596λωσε δι’ ἐμοῦ ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν προνομίων
1597τοῦ Στέμματος, παραμένουσα ἐν τῇ ἐξουσίᾳ· δι’ ἐμοῦ ἔκαμε
1598τὴν δήλωσιν αὐτὴν, ὡς μέλους τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὴν ὑπό-
1599σχεσιν ταύτην οὐδόλως παρεβιάσαμεν, ὡς ἐλπίζω, ὅτι θέλω
1600ἀποδείξει πρὸς ὑμᾶς. Τὴν ά. ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐνεφανίσθη ἡ Κυ-
1601βέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἤτοι τὴν 12
1602Φεβρουαρίου 1874, τὴν αὐτὴν ἐκείνην ἡμέραν κατετέθη εἰς τὸ
1603προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ὑπὸ δύω ἐντίμων συναδέλφων μας, πα-
1604ρακαθημένων καὶ νῦν ἐνταῦθα, κατηγορητήριον κατὰ τοῦ ὑπουρ-
1605γείου τοῦ κ. Δεληγεώργη, τὸ ὁποῖον διεδέχθημεν ἡμεῖς. Ἰδού,
1606κύριοι, αὐτολεξεὶ τί εἶπον ἐγὼ κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην,
1607ὅσον ἀφορᾷ τὴν χρῆσιν τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος· (ἀναγινώ-
1608σκει ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς τακτικῆς Συνόδου
1609τοῦ 1874.) «Αὐτὸ τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ βεβαιώσω εἶναι, ὅτι ἡ
1610Κυβέρνησις, καὶ τὸ βεβαιῶ κατ’ ἐπανάληψιν, θὰ κυβερνήσῃ ἐντὸς
1611τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος, χωρὶς ποτὲ νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν
1612χρῆσιν τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος.»
1613Ἀλλὰ κατὰ τὴν αὐτὴν συνεδρίασιν, καθ’ ἣν, ὡς προεῖπον,
1614ἐνεφανίσθη ἡ Κυβέρνησις ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἐζήτη-
1615σε τὴν συνδρομὴν καὶ ὑποστήριξιν αὐτοῦ, διότι ἦτο Κυβέρνη-
1616σις κοινοβουλευτικὴ, σχηματισθεῖσα ἐκ τῶν σπλάγχνων τῆς κα-
1617τὰ τοῦ ὑπουργείου Δεληγεώργη συμμαχικῆς ἀντιπολιτεύσεως,
1618τῆς ἀποτελουμένης ἀπὸ τὰ πολιτικὰ κόμματα τοῦ κ. Βούλγα-
1619ρη, τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ τοῦ κ. Ζαΐμη, τὴν αὐτὴν ἐκεί-
1620νην ἡμέραν, λέγω, κατετέθη εἰς τὸ προεδρεῖον τῆς Βουλῆς κα-
1621τηγορητήριον, φέρον τὰς ὑπογραφὰς δύω ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συνα-
1622δέλφων καὶ νῦν παρακαθημένων ἐνταῦθα, ἔχον ὡς ἑξῆς·
1623«Προτείνω νὰ ἐκλεχθῇ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας ἐπιτροπὴ
1624»ἐξ ἐννέα Βουλευτῶν, ἥτις νὰ ἐξετάσῃ τὴν πολιτείαν τοῦ ὑ-
1625»πουργείου τῆς 8 Ἰουλίου 1872 καὶ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βου-
1626»λὴν ἔκθεσιν, δηλοῦσαν ἐὰν ἐκυβέρνησε κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ
1627»κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ ἂν διεχειρίσθη καλῶς τὰ
1628»συμφέροντα τῆς πολιτείας καὶ τοῦ δημοσίου, ἢ ἂν ἠθέτησε
1629»κατά τι ταῦτα καὶ κατὰ τί, γνωμοδοτοῦσαν δὲ τί πρέπει νὰ
1630»πράξῃ ἐπὶ τούτου ἡ Βουλή.
1631»Εἰς τὴν ἐκλεχθησομένην ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν ἡ Νομοτε-
1632»λεστικὴ ἐξουσία θέλει παράσχει πάντα τὰ ἀναγκαῖα μέσα πρὸς
1633»ἐκτέλεσιν τῆς ἐντολῆς της.
1634Ἐν Ἀθήναις, τὴν 12 Φεβρουαρίου 1875.
1635Ὁ ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς
1636Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ.
1637Ὁ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς
1638Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ.»
1639§99ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κατηγορία ὀνομάζεται αὐτὸ, ἢ διάθεσις
1640πρὸς κατηγορίαν; Ὡς πρὸς τὴν ἐπωνυμίαν διαφωνοῦμεν.
1641§100ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τέλος πάντων κατετέθη τὸ ἔγ-
1642γραφον αὐτὸ εἰς τὸ προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ὅπως θέλετε χαρα-
1643κτηρίσατέ το, εἴτε κατηγορίαν, εἴτε πρότασιν, ἀδιαφορῶ· ἐγὼ δὲν
1644ἔχω σκοπὸν νὰ κατηγορήσω τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη, καὶ ἑπο-
1645μένως δὲν δίδω οὐδένα χαρακτηρισμὸν εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦτο· ἐκεῖ-
1646νο ὅμως, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπισήμως βεβαιωμένον, εἶναι, ὅτι κατὰ τὴν
1647πρώτην αὐτὴν ἡμέραν κατετέθη τὸ ἔγγραφον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀνέ-
1648γνωσα, εἰς τὸ προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, καὶ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης
1649ἤρξαντο ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου ζωηρόταται καὶ παρατεταμέναι
1650πολιτικαὶ συζητήσεις περὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ ὑπουργείου τοῦ
1651κ. Δεληγεώργη, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς διεδέχθημεν· καθ’ ὅλον δὲ τὸ
1652διάστημα τῶν παρατεταμένων καὶ πολυημέρων συζητήσεων ἐπὶ
1653τοῦ ζητήματος τούτου, ἡμεῖς ἱστάμεθα ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου
1654ὡς ἁπλοῖ θεαταὶ καὶ ὡς ἁπλοῖ ἀκροαταί. Ἀλλ’ ὅταν τέλος πάν-
1655των εἴδομεν, ὅτι αἱ συζητήσεις ἦσαν ἀτελεύτητοι, ὅταν ἐπεί-
1656σθημεν ὅτι δὲν πρόκειται συντόμως νὰ φθάσῃ ἡ Βουλὴ εἰς ἀποτέ-
1657λεσμά τι ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης, καὶ ὅτε τέλος πάντων ἀνε-
1658λογίσθημεν ὅτι ὡς Κυβέρνησις εἴχομεν καθήκοντα καὶ πρὸς τὴν
1659Βουλὴν καὶ πρὸς τὸν τόπον, ἐσκέφθημεν ὅτι ὠφείλαμεν νὰ πα-
1660ρακαλέσωμεν τὴν Βουλὴν νὰ διακόψῃ τὰς συζητήσεις ἐπὶ τοῦ
1661πολιτικοῦ ἐκείνου ζητήματος, τὰς ὁποίας νὰ ἐπαναλάβῃ ἀκο-
1662λούθως, καὶ νὰ ἐπιληφθῇ τῶν τακτικῶν νομοθετικῶν ἐργασιῶν
1663αὐτῆς, πρὸ πάντων τῆς ψηφίσεως τῶν φορολογικῶν νόμων καὶ
1664τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, καθότι διετρέχομεν τότε
1665τὸν τρίτον μῆνα τοῦ ἔτους καὶ ἤμεθα ἐγγὺς εἰς τὸν τέταρτον
1666μῆνα. Ἐπὶ τῆς προτάσεώς μας ταύτης, τὴν ὁποίαν ἐγὼ αὐτὸς
1667ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξ ὀνό-
1668ματος τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ ἕνα μῆνα, τοὐτέστι τὴν 13 Μαρ-
1669τίου, ἐγένετο ἐπίσης ἐκτεταμένη συζήτησις, καὶ οἱ μὲν ὑπεστή-
1670ριξαν τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως, οἱ δὲ ἀπέκρουσαν αὐτὴν,
1671θέλοντες νὰ περαιωθῇ ἡ πολιτικὴ συζήτησις ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ
1672ζητήματος, τὸ ὁποῖον παρεμπιπτόντως ἐφέρθη ἐνώπιον τῆς
1673Βουλῆς. Μετὰ μακρὰν δὲ συζήτησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς
1674Κυβερνήσεως, ἐγένετο ψηφοφορία, καθ’ ἣν 86 μὲν βουλευταὶ,
1675συμπεριλαμβανομένων καὶ ἡμῶν τῶν ὑπουργῶν, ἀπεφάνθησαν
1676ὑπὲρ τῆς προτάσεώς μας, 84 δὲ κατὰ τῆς προτάσεως ταύτης,
1677καὶ εἷς ἠρνήθη ψῆφον, τοὐτέστιν ἡ Κυβέρνησις ἐκέρδησε τὸ ζή-
1678τημα περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητή-
1679ματος, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐπιληφθῇ τῶν τακτικῶν νομοθετικῶν ἐρ-
1680γασιῶν αὑτῆς, διὰ μιᾶς καὶ μόνης ψήφου· ἀπὸ τῆς στιγμῆς δὲ
1681ἐκείνης, κύριοι βουλευταὶ, ἡ Κυβέρνησις ἐπείσθη ὅτι ἡ πλειονο-
1682ψηφία, ἥτις τέως ὑπεστήριζεν αὐτὴν, ἐκλονίσθη. Δὲν εἶναι δὲ τοῦ
1683παρόντος χρόνου νὰ ἐξετάσω τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐ-
1684πῆλθεν ἡ διατάραξις αὕτη εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς·
1685αὐτὸ τὸ ὁποῖον πιστοποιῶ κατ’ ἐπανάληψιν, εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρ-
1686νησις ἐπείσθη ἀδιστάκτως ὅτι ἡ πλειονοψηφία, ἡ ὑποστηρίζουσα
1687αὐτὴν, ἐκλονίσθη, καὶ ἑπομένως δὲν ἠδύνατο νὰ στηριχθῇ πλέον
1688ἐπ’ αὐτῆς.
1689Ἅμα ἐσχημάτισεν ἡ Κυβέρνησις τὴν πεποίθησιν ταύτην,
1690πεποίθησιν ὑποστηριζομένην ἀπὸ τὰ πράγματα, ὑποστηριζομένην
1691ἀπὸ τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ψήφων τῶν βουλευτῶν, περὶ ὧν ἀνω-
1692τέρω ἐξέθεσα, ἐσκέφθη ἀμέσως, οὐχὶ νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν
1693χρῆσιν τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος ὅπως παραμείνῃ ἐν τῇ
1694ἐξουσίᾳ, ἀλλὰ νὰ καταθέσῃ τὴν ἑαυτῆς παραίτησιν εἰς χεῖρας τοῦ
1695Βασιλέως καὶ νὰ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἠναγ-
1696κάσθη νὰ πράξῃ τοῦτο. Καὶ ἀληθῶς, κύριοι, ἐγὼ αὐτὸς ἰδιοχεί-
1697ρως τὴν 16 Μαρτίου συνέταξα τὴν παραίτησιν τοῦ ὑπουργείου
1698ἐκείνου, ἀπευθυνομένην πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, ἐν ᾗ ῥητῶς
1699ἐξέθετον ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ἡ ὑποστηρίζουσα τὸ
1700ὑπουργεῖον, ἐκλονίσθη, καὶ ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δὲν δύναται νὰ
1701παραμείνῃ ἐπὶ πλέον ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, καὶ παρεκαλοῦμεν τὴν
1702τὴν Μεγαλειότητά Του νὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ καὶ νὰ λάβῃ πρό-
1703νοιαν περὶ τῆς ἀντικαταστάσεώς μας.
1704Τὴν παραίτησιν ταύτην, κατὰ τὰ εἰωθότα, ἐκόμισεν εἰς
1705τὸν Βασιλέα ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· κατελθὼν δὲ
1706τῶν ἀνακτόρων μετ’ ὀλίγην ὥραν, μᾶς ἀνήγγειλεν ὅτι ὁ
1707Βασιλεὺς ἐδέχθη τὴν παραίτησίν μας. Ἐπειδὴ κατὰ τὴν
1708ἡμέραν ἐκείνην, ἡμέραν Σάββατον, ἡ Βουλὴ συνεδρίαζε περιμέ-
1709νουσα ἴσως καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἡμεῖς ἐθεωρήσαμεν ἀναγκαῖον
1710νὰ εἰδοποιήσωμεν περὶ τούτου τὸν τότε καὶ νῦν ἀξιότιμον
1711πρόεδρον τῆς Βουλῆς κ. Ζαΐμην, ὡς καὶ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον,
1712ὁ ὁποῖος ὡς σύμμαχος ὑπεστήριζε μετὰ τῶν φίλων του τὴν
1713Κυβέρνησίν μας. Ὁ Βασιλεὺς, δεχθεὶς τὴν παραίτησιν ἡμῶν ἐν
1714τῷ συνταγματικῷ Αὑτοῦ δικαιώματι καὶ ἐν τῇ ὑψηλῇ Αὑτοῦ
1715συνέσει, ἐκάλεσε τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Μεσολογγίου, ὡς ἀρ-
1716χηγὸν τῆς τότε κατὰ τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη ἀντιπολιτεύ-
1717σεως, καὶ ἀνέθηκεν εἰς αὐτὸν τὸν σχηματισμὸν νέας Κυβερνή-
1718σεως· ἀλλ’ ὁ κ. Δεληγεώργης δὲν ἠδυνήθη νὰ προβῇ εἰς τὸν
1719σχηματισμὸν τοιαύτης Κυβερνήσεως, καὶ ἑπομένως, τὴν ἐπιοῦσαν
1720ἡμέραν τῆς προσκλήσεως αὐτοῦ, κατέθηκε τὴν ἐντολὴν, τὴν
1721ὁποίαν ὁ Βασιλεὺς ἀνέθηκεν εἰς αὐτόν.
1722§101ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐδέχθην, κ. Παπαμιχαλόπουλε.
1723§102ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ δὲν κατωρθώθη ὁπωσδή-
1724ποτε, εἴτε διότι δὲν ἐδέχθη, καθὼς εἶπεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν
1725ὁ κ. Δεληγεώργης, καὶ ἐγὼ τὸ πιστεύω ἀδιστάκτως, εἴτε διότι
1726δὲν ἠδυνήθη νὰ μορφώσῃ ὑπουργεῖον, ὁ Βασιλεὺς, καλέσας τὸν
1727πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως κ. Βούλγαρην, ἀνεκοίνωσεν εἰς αὐτὸν
1728τὴν ἀποτυχίαν τοῦ σχηματισμοῦ νέου ὑπουργείου ἐκ μέρους
1729τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ τῷ παρήγγειλε νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν
1730κυβέρνησιν τοῦ τόπου, ἐξέφρασε δὲ συνάμα εἰς αὐτὸν τὴν πε-
1731ποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἐξακολουθήσει νὰ παρέχῃ τὴν
1732συνδρομήν της καὶ τὴν ὑποστήριξιν αὐτῆς. Καθ’ ὅσον γνωρίζω, ὁ
1733κ. Βούλγαρης δὲν ἐδέχθη ἀμέσως καὶ ἀνεπιφυλάκτως τὴν νέαν
1734ταύτην βασιλικὴν ἐντολὴν, ἀλλὰ παρετήρησεν εἰς τὸν Βασιλέα
1735ὅτι ὤφειλε νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῶν συμμάχων αὐτοῦ, καὶ ἂν
1736πεισθῇ ὅτι ἡ συνδρομὴ, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποσχεθῶσιν οὗτοι, θὰ
1737ᾖναι ἱκανὴ ὅπως στηριχθῇ ἐπ’ αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις, τότε θὰ
1738ἀναγγείλῃ εἰς τὸν Βασιλέα ὅτι δέχεται τὴν νέαν ταύτην ἐντο-
1739λὴν, ἄλλως θὰ ἀναγγείλῃ εἰς αὐτὸν ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐξα-
1740κολουθήσῃ μένων ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Καὶ τῳόντι ὁ κ. Βούλγαρης,
1741κατελθὼν ἐκ τῶν Ἀνακτόρων, συνεννοήθη μετὰ τῶν συμμάχων
1742του, οἱ ὁποῖοι, ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω πρὸς τιμήν των, εἶπον
1743εἰς αὐτὸν, οὔτε ἠρνήθημεν τὴν συνδρομήν μας, οὔτε τὴν ἀρνού-
1744μεθα ἐφ’ ὅσον ἀπὸ ἡμᾶς αὐτοὺς ἐξαρτᾶται· αὐτὴ ἦτο ἡ ἀπάν-
1745τησις, τὴν ὁποίαν ἔδωκαν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ κ. Ζαΐμης.
1746Ἐν τούτοις ὁ κ. Βούλγαρης, ἀνελθὼν εἰς τὰ Ἀνάκτορα τὴν
1747αὐτὴν ἡμέραν, 18 Μαρτίου, ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸν Βασιλέα, ὅτι
1748συνεννοηθεὶς μετὰ τῶν συμμάχων αὐτοῦ, ἐπείσθη ὅτι δύ-
1749ναται νὰ παραμείνῃ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἀφ’ οὗ δὲν ἐστάθη δυνατὸς
1750ὁ σχηματισμὸς νέου ὑπουργείου· τοῦτο δ’ ἔσπευσε ν’ ἀναγγεί-
1751λῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 19 Μαρτίου, ὅ-
1752τε ὁ κ. Δεληγεώργης, νομίζω, ὅτι ἐξέθηκε τοὺς λόγους, ἕνεκα
1753τῶν ὁποίων δὲν προέβη εἰς τὸν σχηματισμὸν τοῦ νέου ὑπουρ-
1754γείου, κατὰ τὴν ἐντολὴν, ἣν ἔδωκεν εἰς αὐτὸν ὁ Βασιλεύς. Πα-
1755ρεκάλεσε δὲ ὁ κ. Βούλγαρης τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ πρὸ πάντων
1756εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ἤμεθα εἰς τὸ τέ-
1757λος καὶ τοῦ τρίτου μηνὸς τοῦ ἔτους, καὶ ὅμως δὲν εἶχε
1758γείνει οὔτε κἂν ἔναρξις τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ.
1759§103ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διασάφησιν; Πρέπει νὰ
1760προσθέσητε, καὶ τοῦτο τὸ λέγω διότι εἶναι γραμμένον εἰς τὰ
1761πρακτικὰ, ὅτι, ὅταν ἔδωκα λόγον εἰς τὴν Βουλὴν διὰ ποίαν αἰ-
1762τίαν δὲν ἐδέχθην τὴν ἐντολὴν τοῦ Βασιλέως, ὡμολόγησα συγ-
1763χρόνως ἐν ὀνόματι τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι θέλομεν ὑποστηρίξει
1764τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν φορολογικῶν νόμων, εἰς
1765τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ παντὸς ἄλλου μέτρου,
1766τὸ ὁποῖον ἤθελε θεωρηθῇ ἀναγκαῖον ὅπως δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις
1767νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἐντολήν της.
1768§104ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφ’ οὗ τὰ εἴπατε αὐτὰ, βεβαίως
1769εἶναι γεγραμμένα εἰς τὰ πρακτικά· δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀντίῤῥη-
1770σιν κατὰ τῆς διασαφήσεώς σας αὐτῆς.
1771Ἀνελάβομεν καὶ αὖθις, κύριοι, τὴν 19 Μαρτίου, τὴν ὑπο-
1772χρέωσιν τοῦ νὰ ἐξακολουθήσωμεν νὰ κυβερνῶμεν τὸν τόπον, καὶ
1773παρεκαλέσαμεν τὴν Βουλὴν, ἀφ’ οὗ εἶχεν ἤδη παραδεχθῆ ἡ πρό-
1774τασις ἡμῶν, ἔστω καὶ διὰ μιᾶς ψήφου, τοῦ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συ-
1775ζήτησις τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, νὰ μᾶς χορηγήσῃ τὸν προϋ-
1776πολογισμὸν καὶ τοὺς φορολογικοὺς νόμους, εἰ δυνατὸν, πρὸ τῶν
1777ἑορτῶν τοῦ Πάσχα, διότι κατὰ τὰς ἑορτὰς οἱ Βουλευταὶ ἤθε-
1778λον ἀπέλθει εἰς τὰς ἐπαρχίας των, καὶ Κύριος οἶδε πότε ἔμελ-
1779λον νὰ ἐπανέλθωσι, καὶ τὸ Κράτος ἤθελε μείνει ἄνευ προϋπο-
1780λογισμοῦ. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι διὰ τῶν προσπαθειῶν τοῦ
1781ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Βουλῆς κατωρθώσαμεν τέλος πάντων
1782καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ δίμηνον διάστημα νὰ λάβωμεν τὸν φορολο-
1783γικὸν νόμον καὶ ἄλλους 2 ἢ 3 νόμους, ἧττον οὐσιώδεις, τὸν
1784νόμον περὶ στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς δυνάμεως, καὶ τὸν νό-
1785μον περὶ φορολογίας τῶν ζώων, ἀλλ’ οὐδὲν ἧττον οὐδεμία διά-
1786θεσις ἐφαίνετο πρὸς ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
1787§105ΡΩΜΑΙΟΣ. Ἦτο μεγάλη Παρασκευὴ, μοῦ φαίνεται.
1788§106ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐχ ἧττον, λέγω, δὲν κατεβάλλε-
1789το πολλὴ προσπάθεια καὶ μεγάλη ἐπιμέλεια ὡς πρὸς τὴν συ-
1790ζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι, ἕνεκα τῆς ἀναβολῆς τοῦ
1791πολιτικοῦ ζητήματος, ἐγεννήθησαν δυσαρέσκειαι ἐντὸς τοῦ Κοι-
1792νοβουλίου, καὶ πρὸ πάντων εἰς τὴν συμπολίτευσιν τὴν ὑποστη-
1793ρίζουσαν τὸ ὑπουργεῖον, δυσαρέσκειαι ἴσως δεδικαιολογημέναι,
1794διότι ἕκαστος ἔχει τὰς πεποιθήσεις του, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ
1795σέβωνται οἱ ἄλλοι· ἦσάν τινες τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ἐκ τῶν
1796ὑποστηριζόντων τὴν Κυβέρνησιν, οἱ ὁποῖοι ἐφρόνουν, ὅτι ἔπρεπε
1797νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος· ὅταν δὲ ἡ-
1798μεῖς κατωρθώσαμεν νὰ κερδήσωμεν διὰ τῆς μιᾶς ψήφου τὴν δια-
1799κοπὴν τῆς συζητήσεως ταύτης, ἐπῆλθε χαλάρωσίς τις καὶ ἀδια-
1800φορία εἴς τινας τῶν Βουλευτῶν τῆς συμπολιτεύσεως. Μετὰ
1801τὴν 19 Μαρτίου, καθ’ ἣν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνήγ-
1802γειλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ κυβερνῶν τὸν τό-
1803πον, καὶ παρεκάλεσεν αὐτὴν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ
1804προϋπολογισμοῦ, ἡ Κυβέρνησις παρέστη καὶ αὖθις κατὰ τὰς
1805συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς τῆς 23, τῆς 24 καὶ 26 Μαρτίου καὶ
1806παρεκάλεσε τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιληφθῇ τέλος πάντων τῆς συζη-
1807τήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, καθόσον μάλιστα εἶχεν ὑποβληθῆ
1808καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, προε-
1809δρευομένης ὑπὸ τοῦ κ. Ζωχιοῦ, εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἑπομένως
1810ἡ ἐργασία τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶχε καταστα-
1811θῆ ἤδη ὥριμος. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἰσχυρίσθη, καὶ ἴσως εἶχε δίκαιον,
1812ὅτι ἦτο μεγάλη ἑβδομὰς, ὅτι ἐπλησίαζον αἱ ἑορταὶ τοῦ Πάσχα,
1813ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ σπουδαίου τούτου ἔργου,
1814εἰμὴ μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα. Τότε ἠναγ-
1815κάσθημεν νὰ παρακαλέσωμεν τὴν Βουλὴν νὰ μᾶς χορηγήσῃ πί-
1816στωσιν διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ μηνὸς Μαρτίου, ὅπως μᾶς εἶχε χορηγή-
1817ση καὶ διὰ τοὺς 2 ἄλλους μῆνας Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον, καὶ
1818ἡ Βουλὴ μᾶς ἐχορήγησε μὲν τὴν πίστωσιν ταύτην, ἀλλὰ συγ-
1819χρόνως ἀπεφάσισε νὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας αὑτῆς σιωπηρῶς, νο-
1820μίζω, ἐπὶ 15 ἡμέρας, ἕνεκα τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα, ἐπαναλαμ-
1821βάνουσα αὐτὰς μετὰ τὰς ἑορτάς. Τῳόντι ἀπὸ τῆς μεγάλης Τρίτης
1822ἐγένετο ἡ διακοπὴ αὐτὴ, διαρκέσασα εἴκοσι περίπου ἡμέρας· ἀλλ’
1823ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ, μ’ ὅλον ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν συνεδρίαζεν, ἡ Κυβέρ-
1824νησις ἔλαβε νέας ἀφορμὰς νὰ ᾖναι πεπεισμένη, ὅτι δὲν δύνα-
1825ται πλέον νὰ ὑποστηριχθῇ ἐν τῇ Βουλῇ, διότι, καὶ δὲν διστάζω,
1826κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω τὴν ἀλήθειαν ταύτην, ἡ μερὶς τοῦ κ. Βούλ-
1827γαρη, εἰς ἣν ἔπεσε τότε ὁ κλῆρος νὰ σχηματίσῃ τὴν διάδοχον
1828Κυβέρνησιν τοῦ κ. Δεληγεώργη, ἦτον ἡ ἀσθενεστέρα ἐν τῇ
1829Βουλῇ, καὶ ὅτι τὰ δύω ἄλλα κόμματα, τὸ τοῦ κ. Κουμουνδού-
1830ρου καὶ τὸ τοῦ κ. Ζαΐμη, ἦσαν πολυαριθμότερα καὶ ἰσχυρότερα,
1831ἰδίως μάλιστα τὸ κόμμα τοῦ κ. Κουμουνδούρου, εἰς τὸ ὁποῖον
1832προσετίθεντο τότε καί τινες τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἡμῶν,
1833οἵτινες κατόπιν ἐσχημάτισαν τὸ πέμπτον λεγόμενον κόμμα,
1834καὶ ὡς κόμμα ἀνῆλθον πρὸ μικροῦ εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ἀφοῦ ἐπεί-
1835σθημεν λοιπὸν, ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ὑποστηριχθῶμεν κοινοβου-
1836λευτικῶς, διότι αἱ δυνάμεις ἡμῶν ἦσαν μικραὶ καὶ διότι αἱ
1837δυνάμεις τῶν συμμάχων μας ἐχαλαρώθησαν, ἐσκέφθημεν ὅτι
1838δὲν ἠδυνάμεθα νὰ παρουσιασθῶμεν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ νὰ
1839ζήσωμεν ἐν αὐτῷ ὡς Κυβέρνησις ἀξιοπρεπῶς· σᾶς διαβεβαιῶ δὲ
1840ὅτι ἐγὼ αὐτὸς ἐπανειλημμένως παρεκάλεσα τὸν Πρόεδρον τοῦ ὑ-
1841πουργείου ν’ ἀποσυρθῶμεν τῆς κυβερνήσεως, διότι ἡ ἀξιοπρέπεια
1842ἡμῶν, ὡς Κυβερνήσεως Συνταγματικῆς, δὲν ἐπέτρεπε νὰ διατη-
1843ρῶμεν τὴν ἐξουσίαν καὶ νὰ παρευρισκώμεθα εἰς τὰς συνεδριά-
1844σεις τῆς Βουλῆς, χωρὶς νὰ ἔχωμεν πλειονοψηφίαν ἐν αὐτῇ, ἀφοῦ
1845ἡ ὑποστηρίζουσα ἡμᾶς συμμαχία εἶχε σχεδὸν διαλυθῆ.
1846Τὴν 15 Ἀπριλίου λοιπὸν, ὅτε συνῆλθεν ἡ Βουλὴ καὶ ἐπανέ-
1847λαβε τὰς ἐργασίας της, ἡμεῖς εἴχομεν ἀποφασίσει ν’ ἀποσυρθῶ-
1848μεν τοῦ ὑπουργείου, καὶ ἀκριβῶς τὴν ἡμέραν ἐκείνην κατεθέσα-
1849μεν, δευτέραν ἤδη φορὰν, τὴν παραίτησίν μας εἰς χεῖρας τοῦ
1850Βασιλέως, ἐπὶ τῷ αὐτῷ λόγῳ, ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς,
1851ἥτις κατ’ ἀρχὰς ὑπεστήριξε τὸ ὑπουργεῖον, ἐκλονίσθη καὶ δὲν
1852ἠδύνατο νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὸ ἀποχρώντως. Ὁ Βασιλεὺς καὶ πά-
1853λιν ἐδέχθη ἄνευ ἐπιφυλάξεως τὴν παραίτησιν ἡμῶν, καὶ ἡμεῖς
1854ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἤμεθα ὑπουργοὶ παρῃτημένοι, ἐγὼ δὲ,
1855ὡς ἐνθυμοῦμαι καλῶς, οὔτε μετέβαινα εἰς τὸ ὑπουργεῖον πλέον
1856νὰ ἐργασθῶ, ἀλλὰ εἶχα παρακαλέσει τοὺς ὑπαλλήλους νὰ φέ-
1857ρουν εἰς τὴν οἰκίαν μου τὰ μᾶλλον κατεπείγοντα καὶ ἀναγκαῖα
1858ἔγγραφα νὰ τὰ ὑπογράφω, διὰ νὰ μὴ πάθουν τὰ συμφέροντα τοῦ
1859δημοσίου, καὶ ὑποθέτω ὅτι καὶ οἱ συνάδελφοί μου τὸ αὐτὸ ἔ-
1860πραττον. Καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἡ Βουλὴ συνεδριάζουσα
1861περιέμενε τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσέλθῃ, ἀλλ’ ἡμεῖς ἤμεθα πα-
1862ρῃτημένοι, καὶ ἡ παραίτησίς μας εἶχε γείνει δεκτή. Ἐσπεύσαμεν
1863νὰ εἰδοποιήσωμεν τὸν κ. πρόεδρον τῆς Βουλῆς περὶ τῆς παραι-
1864τήσεώς μας, καὶ ὁ κ. πρόεδρος, ἀναγγείλας τοῦτο εἰς τὴν Βου-
1865λὴν, διέλυσε τὴν συνεδρίασιν αὐτῆς.
1866§107ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Μάτσας τὸ ἀνήγγειλε.
1867§108ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, ὁ κ. Μάτσας. Μετὰ
1868τὴν παραίτησιν ἡμῶν ὁ Βασιλεὺς, ἐν τῷ Συνταγματικῷ Αὐτοῦ
1869δικαιώματι, προσεκάλεσε τὸν κ. Κουμουνδοῦρον καὶ ἀνέθεσεν
1870εἰς αὐτὸν τὸν σχηματισμὸν τῆς νέας Κυβερνήσεως. Εἶναι γνωστοὶ
1871οἱ λόγοι, διότι καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ἐξετέθησαν καὶ διὰ τοῦ τύπου
1872ἐδημοσιεύθησαν, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσ-
1873σήνης δὲν ἠδυνήθη νὰ προβῇ εἰς τὸν σχηματισμὸν νέου ὑπουρ-
1874γείου. Μετὰ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον ὁ Βασιλεὺς προσεκάλεσε
1875τὸν ἀξιότιμον πρόεδρον τῆς Βουλῆς κ. Ζαΐμην, εἰς τὸν ὁποῖον
1876ἐξέθηκε τὴν ἀποτυχίαν τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ ἐπεφόρτισεν
1877αὐτὸν νὰ σχηματίσῃ ὑπουργεῖον. Ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Ζαΐμης, ὅ-
1878πως ἔμαθον τότε, ἀπεποιήθη εὐθὺς ἀμέσως, χωρὶς νὰ δεχθῇ
1879τὴν βασιλικὴν ἐντολὴν, οὔτε κἂν ἐζήτησε καιρὸν διὰ νὰ σκεφθῇ.
1880Μετὰ τοῦτο ὁ Βασιλεὺς, ὡς εἶναι γνωστὸν, ἀπετάθη
1881πρὸς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Μεσολογγίου, τὸν ἀρχηγὸν
1882τῆς τότε κατὰ τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη ἀντιπολιτεύσεως, ἀλ-
1883λὰ καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ταύτην περί-
1884στασιν δὲν προέβη εἰς τὸν σχηματισμὸν τοῦ νέου ὑπουργείου·
1885ἀγνοῶ τοὺς λόγους. Ἡ κρίσις αὕτη, κύριοι, διήρκεσεν ἀπὸ τῆς
188615 Ἀπριλίου, ἡμέρας Δευτέρας, μέχρι τῆς 23 ἕως 24 Ἀπρι-
1887λίου, ἤτοι δέκα ὅλας ἡμέρας.
1888Καὶ ἐνταῦθα κρίνω εὔκαιρον τὴν περίστασιν, κύριοι, ἐπειδὴ
1889ἡ ἀποτυχία τοῦ σχηματισμοῦ κοινοβουλευτικῆς κυβερνήσεως
1890πρὸ πάντων ὀφείλεται εἰς τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν πολιτι-
1891κῶν κομμάτων, νὰ οἰκτείρω καὶ κατακρίνω τὸν πολλαπλασια-
1892σμὸν τῶν τοιούτων πολιτικῶν κομμάτων, τὰ ὁποῖα ἀναντιῤῥή-
1893τως ἔφερον καὶ θὰ ἐξακολουθῶσι νὰ φέρωσι δυσκολίας εἰς τὴν
1894λειτουργίαν τῆς συνταγματικῆς μηχανῆς.
1895Ἀφοῦ λοιπὸν τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Βούλγαρη παρῃτήθη καὶ
1896ἡ παραίτησίς του ἐγένετο δεκτὴ, ἀφοῦ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὡς
1897ἀρχηγὸς πολιτικοῦ κόμματος, διὰ τοὺς γνωστοὺς λόγους, δὲν
1898ἠδυνήθη νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, ἀφοῦ ὁ κ. Ζαΐμης, ἐπίσης
1899ἀρχηγὸς πολιτικοῦ κόμματος, δὲν ἐδέχθη νὰ σχηματίσῃ Κυβέρ-
1900νησιν, ἀφοῦ ὁ κ. Δεληγεώργης, ἀρχηγὸς τῆς τότε ἀντιπολιτεύ-
1901σεως τῆς κατὰ τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Βούλγαρη, δὲν ἠδυνήθη
1902νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, ἐπήρχετο ἡ ἀνάγκη νὰ σκεφθῇ τὸ
1903Στέμμα περὶ τῆς διοικήσεως τέλος πάντων τοῦ τόπου, διότι ὁ
1904τόπος δὲν ἠδύνατο νὰ μείνῃ ἀκυβέρνητος. Τῆς Βουλῆς ἑπο-
1905μένως, εἴτε διὰ τὸν ἕνα εἴτε διὰ τὸν ἄλλον λόγον, ἀποδει-
1906χθείσης ἀνικάνου νὰ χορηγήσῃ συνταγματικὴν κυβέρνησιν εἰς
1907τὸν τόπον, ἐπήρχετο ἡ ἀναπόδραστος ἀνάγκη τῆς χρήσεως
1908τῶν προνομιῶν, τὰς ὁποίας τὸ Σύνταγμα ἐχορήγησεν εἰς τὸν
1909Βασιλέα διὰ τὴν συνταγματικὴν καὶ κανονικὴν κυβέρνησιν τοῦ
1910τόπου· ὁ Βασιλεὺς ὤφειλεν ἐξ ἀνάγκης νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν
1911καὶ νὰ καλέσῃ τὸ ἔθνος ν’ ἀποφανθῇ κατὰ ποῖον τρόπον ἐννοεῖ
1912νὰ κυβερνηθῇ ὁ τόπος, ἤτοι εἰς ποῖον πολιτικὸν κόμμα πρέπει
1913νὰ ἐμπιστευθῇ ἡ Κυβέρνησις. Κάμνω δὲ τὴν τελευταίαν ταύ-
1914την ἐξήγησιν, ἵνα μὴ παρεξηγηθῶ. Ἦτο δικαίωμα τοῦ Βασι-
1915λέως νὰ δώσῃ ἢ νὰ μὴ δώσῃ τὴν διάλυσιν εἰς τὸ α ἢ β
1916τῶν πολιτικῶν κομμάτων. Ὁ Βασιλεύς, ἐν τῇ βασιλικῇ Αὑτοῦ
1917συνέσει, ἐνόμισε πρέπον νὰ χορηγήσῃ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς
1918εἰς τὸν κ. Βούλγαρην. Ἀλλὰ ὀφείλω, κύριοι, νὰ διαβεβαιώσω,
1919καὶ ἐλπίζω ὅτι δὲν θέλετε μοῦ κάμει τὸ ἄδικον νὰ μὴ μὲ πι-
1920στεύσητε, ὅτι ὁ κ. Βούλγαρης δὲν ἀπῄτησε τὴν διάλυσιν τῆς
1921Βουλῆς, οὔτε κατὰ τὴν πρώτην, οὔτε κατὰ τὴν δευτέραν περί-
1922πτωσιν, ὅτε παρῃτήθημεν καὶ ἐγένετο παραδεκτὴ ἡ παραίτησις
1923ἡμῶν. Ὅταν ὅμως ὁ Βασιλεὺς παρετήρησε τὴν ἀνικανότητα τῆς
1924Βουλῆς εἰς τὸ νὰ χορηγήσῃ Κυβέρνησιν εἰς τὸν τόπον, ἕνεκα τοῦ
1925εἰς πολλὰ κόμματα κατακερματισμοῦ αὐτῆς, καὶ ἐπήρχετο ἀ-
1926νάγκη ν’ ἀποταθῇ εἰς τὸ ἔθνος, τὴν Βουλὴν διαλύων, ὁ κύριος
1927Βούλγαρης δὲν ἐδυσκολεύθη νὰ δεχθῇ τὴν βασιλικὴν ταύτην
1928ἐντολὴν, διότι οὐδεὶς λόγος τὸν ἀπέτρεπε πρὸς τοῦτο, καὶ τοι-
1929ουτοτρόπως παραμείνας ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἔλαβε τὴν διάλυσιν τῆς
1930Βουλῆς.
1931Μετὰ τὴν ἐξήγησιν ταύτην, ἐρωτῶ πάντα ἐξ ὑμῶν....
1932§109Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς ἐρωτήσω, διότι εἰς
1933τὴν Βουλὴν δὲν ἤμην τότε;
1934§110ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
1935§111Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀφοῦ ἐδόθη ἡ διάλυσις, ποῦ ἡ ὑπόσχεσις
1936νὰ μὴ κάμητε χρῆσιν τῶν προνομίων;
1937§112ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μὲ ἀφήσατε νὰ τελειώσω·
1938ἴσα ἴσα δι’ αὐτὸ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω, καὶ μὲ διεκόψατε εἰς
1939τὴν ἐρώτησιν. Μετὰ τὴν ἐξήγησιν ταύτην, ἐπαναλαμβάνω,
1940ἔπειτα ἀπὸ τὴν διακοπὴν τοῦ κυρίου Πετιμεζᾶ, ἐρωτῶ πάντα
1941ἐξ ὑμῶν, ὡς καὶ τὸν κ. Πετιμεζᾶν, νὰ εἴπῃ ἐν συνειδήσει καὶ
1942ἐν πεποιθήσει ποῦ εὑρίσκει τὴν παράβασιν τῆς ὑποσχέσεως,
1943τὴν ὁποίαν ἐδώκαμεν, ὅτι δὲν θὰ διατηρήσωμεν τὴν ἐξουσίαν
1944ποιοῦντες χρῆσιν τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος.
1945§113Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἰς τὴν χρῆσιν.
1946§114ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠθέλομεν εἶσθαι κατακριτέοι,
1947κύριοι, καὶ ἠθέλομεν θεωρηθῆ ὡς παραβάται τῆς ὑποσχέσεως,
1948τὴν ὁποίαν πρὸς ὑμᾶς ἐδώκαμεν, ἐὰν ἀπολέσαντες τὴν πλειο-
1949ψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀντὶ νὰ παραιτηθῶμεν, ἐζητοῦμεν ἀπὸ
1950τὸν Βασιλέα τὴν διάλυσιν αὐτῆς· καὶ ἰδοὺ τότε ἡ κακὴ χρῆσις
1951ἐκ μέρους ἡμῶν μιᾶς βασιλικῆς προνομίας, διὰ τῆς ὁποίας χρή-
1952σεως ἠθέλομεν νὰ διατηρηθῶμεν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὶς
1953παρῃτήθημεν καὶ δὶς ἐγένετο δεκτὴ ἡ παραίτησίς μας καὶ δὶς
1954ἀπέτυχεν ὁ σχηματισμὸς Κυβερνήσεως, ἕνεκα δὲ τούτου ἐπῆλ-
1955θεν ἡ ἀνάγκη τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Δὲν ἠδυνάμεθα καὶ
1956ἡμεῖς νὰ κάμωμεν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου, ἀφοῦ ὁ
1957Βασιλεὺς ἐν τῷ δικαιώματί του καὶ ἐν τῇ συνέσει του μᾶς τὸ
1958ἐνεπιστεύθη;
1959§115Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅταν ἐδώκατε ὑπόσχεσιν, ὄχι.
1960§116ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συμφωνῶ παντάπασι μὲ
1961τὴν ἰδέαν σας αὐτὴν, διότι οὔτε ὀρθὴ, οὔτε δικαία εἶναι. Δι’ ὃν
1962λόγον ἠδύνατο νὰ δοθῇ ἡ διάλυσις εἰς τὸν κ. Δεληγεώργην ἢ
1963εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον ἢ τὸν κ. Ζαΐμην, ὡς ἀρχηγοὺς πολιτι-
1964κῶν κομμάτων, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἠδύνατο νὰ δοθῇ καὶ εἰς
1965τὸν κ. Βούλγαρην ὡς ἀρχηγὸν ἐπίσης κόμματος, καὶ ὁ κ. Βούλ-
1966γαρης ἠδύνατο νὰ δεχθῇ.
1967§117ΧΟΪΔΑΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶχον ὑποσχεθῆ οἱ ἄλλοι, κ. Πα-
1968παμιχαλόπουλε.
1969§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι.
1970§119ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὁ κ. Βούλγαρης ἠδύνατο νὰ
1971δεχθῇ τὴν βασιλικὴν ταύτην ἐντολὴν, χωρὶς νὰ φανῇ παρα-
1972βιάζων ὑπόσχεσιν ἢ ὅρον τινὰ, ὑπὸ τὸν ὁποῖον ἐδέχθη τὸν σχη-
1973ματισμὸν τῆς κατὰ τὴν 9 Φεβρουαρίου σχηματισθείσης Κυ-
1974βερνήσεως. Ἔχω λοιπὸν τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν παρέβημεν τὴν
1975ὑπόσχεσιν, ἣν ἐδώκαμεν πρὸς ὑμᾶς, δι’ οὓς λόγους σᾶς ἐξέθηκα.
1976Ἀλλὰ καὶ τοι ἔχων καὶ τότε καὶ τώρα τὴν πεποίθησιν ταύτην,
1977ἐγὼ, κύριοι, τότε, οὐχὶ διότι ἐθεώρουν ἐμαυτὸν δεδεσμευμένον ἀπὸ
1978τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκα εἰς τὸ Κοινοβούλιον ὡς ὑπουρ-
1979γὸς περὶ τῆς μὴ χρήσεως τῶν Βασιλικῶν προνομίων, ἀλλὰ
1980διότι δὲν ἤθελον νὰ ἀναμιχθῶ εἰς ἓν νέον πολυκύμαντον καὶ πο-
1981λυτάραχον στάδιον, ἀπεποιήθην νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν διάλυσιν
1982τῆς Βουλῆς, παραμένων ἐν τῷ ὑπουργείῳ. Ἀλλὰ ὡς ἄνθρωπος
1983πολιτευόμενος, ἀνήκων εἰς κόμμα πολιτικὸν, ὤφειλον νὰ ἐνδώσω,
1984ὤφειλον νὰ ὑποκύψω, καὶ ὑπέκυψα.
1985Αὕτη εἶναι, κύριοι βουλευταὶ, ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν κάμνω
1986ὡς πρὸς τὴν πρώτην αἰτίασιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πολυλᾶ, τὴν
1987ὁποίαν καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει του καὶ διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του
1988ἀπηύθυνε κατὰ τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου.
1989Ἀπαντῶ ἤδη εἰς τὴν δευτέραν αἰτίασιν αὐτοῦ ὡς πρὸς τὴν
1990ἐπέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν·
1991ἀλλὰ θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριοι βουλευταὶ, μόνον
1992καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ἐμὲ αὐτόν. Καὶ μ’ ὅλον ὅτι, κύριοι, ἠδυνάμην νὰ
1993ἐπικαλεσθῶ ἰσχυρῶς καὶ βασίμως τὸ ἀκαταμάχητον ἐπιχείρη-
1994μα, ὅτι ἡ Βουλὴ, ὡς καὶ ἄλλοτε εἰς ἄλλην περίστασιν ἔλαβον
1995τὴν τιμὴν ν’ ἀναπτύξω ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου τούτου τὴν
1996θεωρίαν μου ταύτην, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξελέγχῃ τὰς
1997πράξεις τῆς προκατόχου Βουλῆς δι’ οἷον δήποτε λόγον· ἂν καὶ
1998ἠδυνάμην νὰ ἰσχυρισθῶ δεδικαιολογημένως, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν
1999ἐκλογῶν τοῦ 1874 εἶναι ζήτημα δεδικασμένον ἤδη, εἶναι ζή-
2000τημα διαφεῦγον τὸν ἔλεγχον τῆς παρούσης Βουλῆς, μ’ ὅλα ταῦτα
2001ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ὀχυρωθῶ ὄπισθεν τοῦ νομικοῦ τούτου ἐπιχει-
2002ρήματος, καὶ εὐχαρίστως ὑποβάλλομαι εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦτον
2003ἐνώπιόν σας, καθόσον ἀφορᾷ τοὐλάχιστον ἐμέ.
2004Ἐπειδὴ ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Πολυλᾶ περὶ δύω ἐπαρχιῶν ποιεῖ
2005λόγον συγκεκριμένον, περὶ τῶν ἐπαρχιῶν τούτων εἶμαι καὶ ἐγὼ
2006ὑποχρεωμένος καὶ ἠναγκασμένος νὰ κάμω λόγον· ἐὰν δέ τις
2007τῶν κυρίων συναδέλφων μου μὲ προκαλέσῃ καὶ διὰ πᾶσαν
2008ἄλλην ἐπαρχίαν, εἶμαι ἕτοιμος νὰ ὑποβληθῶ εἰς τὸν κοινοβου-
2009λευτικὸν τοῦτον ἔλεγχον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐνέργειάν μου
2010καὶ ὡς πρὸς τοῦτο. Ὁ κ. Πολυλᾶς ἐν τῇ ἐκθέσει του περὶ τοῦ
2011ἀντικειμένου τούτου γράφει τὰ ἑξῆς·
2012»Ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Φεβρουαρίου, οὕτω τροποποιηθεῖσα,
2013προέβη εἰς τὴν δημιούργησιν τῆς νέας Βουλῆς, σχηματίζουσα
2014καθ’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους ὑπουργικοὺς συνδυασμοὺς,
2015καὶ παρασκευάζουσα τὴν ὑποστήριξιν αὐτῶν διὰ τῆς ἀντικατα-
2016στάσεως ἁπάντων σχεδὸν τῶν ὀργάνων τῆς ὑπηρεσίας, καὶ διὰ
2017τῆς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον καταλλήλου τοποθετήσεως στρα-
2018τιωτικῶν δυνάμεων εἰς διαφόρους ἐπαρχίας, ἰδίως ἐν Ζακύνθῳ
2019καὶ ἐν Μεσολογγίῳ.»
2020Δὲν ἀρνοῦμαι, κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν ὑπεστήριξεν
2021ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τοὺς φίλους αὑτῆς συνδυασθέντας, ἀδιάφορον
2022εἴτε ἂν θέλετε νὰ χαρακτηρίσητε αὐτοὺς τοὺς συνδυασθέντας ὡς
2023ὑπουργικοὺς, ἢ ἂν θὰ χαρακτηρίσητε τοὺς συνδυασθέντας ὡς φί-
2024λους τῆς Κυβερνήσεως. Ὁμολογῶ μετὰ παῤῥησίας, ὅτι ἡ Κυ-
2025βέρνησις ὑπεστήριξεν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τοὺς φίλους αὑτῆς, δὲν
2026δυσκολεύομαι δὲ καὶ ἐγὼ νὰ χαρακτηρίσω καὶ ὀνομάσω τοὺς
2027συνδυασθέντας φίλους μας ὡς ἀποτελέσαντας ὑπουργικοὺς συν-
2028δυασμούς. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ τις ὅτι
2029ὑπῆρξεν ἢ συνωμολογήθη ἐν τῷ ὑπουργικῷ συμβουλίῳ σύστασις
2030πρὸς καταδολίευσιν τοῦ νόμου, ἢ πρὸς παραβίασιν τοῦ δικαιώ-
2031ματος τῆς ψήφου, ἢ πρὸς ἄλλην τινὰ ἀθέμιτον ἐνέργειαν· ὅταν
2032δὲ παραδεχθῆτε, καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ τὸ παραδεχθῆτε, ὅτι
2033τοιαύτη σύστασις δὲν ὑπῆρχε καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ,
2034ἡ ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν ἕκαστος τῶν ὑπουργῶν ἀνέλαβεν, ἦτο
2035νὰ παράσχῃ εἰς τοὺς φίλους τῆς Κυβερνήσεως πᾶσαν ἠθικὴν
2036συνδρομὴν καὶ ὑποστήριξιν, καὶ τοιαύτην ὁμολογῶ, ὅτι παρέ-
2037σχον καὶ ἐγὼ ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
2038Ἀλλά, κύριοι, αἱ ἐνέργειαί μου, ὡς ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομι-
2039κῶν, καὶ ἐν Ζακύνθῳ καὶ ἐν Μεσολογγίῳ, ἀναφέρω δὲ τὰς ἐπαρ-
2040χίας ταύτας, διότι περὶ τούτων ἰδίως ἀναφέρει ἡ ἔκθεσις τοῦ
2041κ. Πολυλᾶ, ἦσαν αἱ ἀκόλουθοι· ἐὰν δὲ τὰς ἐνεργείας μου
2042ταύτας θεωρήσῃ ἡ Βουλὴ ὡς ἐπέμβασιν κατὰ τὴν ἐνέργειαν
2043τῶν ἐκλογῶν, καὶ μὲ θεωρήσῃ ἔνοχον μομφῆς ἢ ἄλλης βαρυτέρας
2044τιμωρίας, εἶμαι ἕτοιμος νὰ ὑποβληθῶ ἀγογγύστως εἰς τὴν ἀπό-
2045φασιν τῆς Βουλῆς. Ὅταν ἀνέλαβον τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονο-
2046μικῶν τὴν 9 Φεβρουαρίου 1874, εὗρον ἐν Ζακύνθῳ ταμίαν τὸν
2047συμπολίτην μου Παναγιώτην Καλογερᾶν, μὴ ὄντα φίλον μου
2048ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, γραμματέα δὲ τὸν Γεώργιον Τσινκόπουλον,
2049καὶ δύο γραφεῖς, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα δὲν ἐνθυμοῦμαι· εἰς
2050τὸ προσωπικὸν δὲ τοῦτο ὁλόκληρον τοῦ ταμείου δὲν ἐπῆλθε
2051μεταβολή τις οὔτε πρὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, οὔτε
2052μετὰ τὴν διάλυσιν αὐτῆς, διότι ἄφησα αὐτὸ ὅπως τὸ εὗρον·
2053μετέθεσα μόνον, περὶ τὸ τέλος τῆς ὑπουργίας μου καὶ μετὰ
2054τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν ἐκλογῶν, τὸν κ. Καλογερᾶν εἰς Κέρ-
2055κυραν, ἀντικαταστήσας αὐτὸν δι’ ἄλλου ὑπαλλήλου τῆς ὑπη-
2056ρεσίας, τοῦ κ. Κουτσελοπούλου ἐν Ζακύνθῳ. Εὗρον ἐν Ζα-
2057κύνθῳ τελώνην τὸν κ. Βητσαρᾶν καὶ ἐλεγκτὴν τὸν κ. Ῥα-
2058ζικότσικαν· καὶ περὶ μὲν τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ τελώνου
2059οὐδεμία πρότασίς μοι ἐγένετο ἐκ μέρους τῶν κυρίων βουλευτῶν
2060Ζακύνθου, τῶν πρὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ὡς δὲν μοὶ ἐγέ-
2061νετο τοιαύτη, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἀλλὰ δὲν τὸ βεβαιῶ, οὔτε
2062περὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ταμείου· μοὶ ἐγένετο ὅμως πρότασις
2063ἐκ μέρους αὐτῶν (καὶ ἐννοῶ τὸν κ. Λομβάρδον καὶ τοὺς τότε
2064συναδέλφους του) νὰ ἀντικαταστήσω τὸν ἐλεγκτὴν τοῦ τελω-
2065νείου Ῥαζικότσικαν διὰ τοῦ Χαραλ. Μαρκοπούλου, ἀλλὰ τὴν
2066πρότασιν ταύτην δὲν τὴν ἐδέχθην, διότι ὁ κ. Ῥαζικότσικας εἶ-
2067ναι ὑπάλληλος τιμιώτατος καὶ ἱκανώτατος· μοὶ ἐγένετο πρό-
2068τασις ἀπὸ τοὺς βουλευτὰς Ζακύνθου, καὶ ὁμιλῶ πάντοτε διὰ
2069τοὺς πρὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ν’ ἀντικαταστήσω τὸν
2070εἰσπράκτορα τοῦ τελωνείου, καὶ τὸν ἀντικατέστησα διὰ τοῦ
2071Θεμιστοκλέους Κοκίνη· μοὶ ἐγένετο ἐπίσης πρότασις ἀπὸ τοὺς
2072ἰδίους βουλευτὰς Ζακύνθου, ν’ ἀντικαταστήσω τὸν γραμματέα
2073τοῦ τελωνείου Ζακύνθου διὰ τοῦ Διονυσίου Λυκιαρδοπούλου, καὶ
2074τὴν πρότασιν ταύτην ἐπραγματοποίησα· μοὶ ἐγένετο ἐπίσης
2075πρότασις ἐκ μέρους τῶν ἰδίων βουλευτῶν τῆς ἐπαρχίας Ζακύν-
2076θου, νὰ ἐπαναφέρω εἰς τὴν Ζάκυνθον ἐκ Στυλίδος καὶ ἐκ Πατρῶν
2077τοὺς δεκάρχας Ἀλιωνιτάκον καὶ Κάκαρην, καὶ τοὺς ἐπανέφερον.
2078§120ΤΙΝΕΣ. Πρὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς;
2079§121ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βέβαια πρὸ τῆς διαλύσεως. Μοὶ
2080ἐγένετο παρὰ τῶν ἰδίων βουλευτῶν ἡ πρότασις νὰ μεταθέσω
2081εἰς Ζάκυνθον ἐκ Κυθήρων, ἐξ Ἰθάκης καὶ ἐκ Κεφαλληνίας, τοὺς
2082τελωνοφύλακας Ἀρνόπουλον, Χέρμην καὶ Χαρκοματὰν, καὶ τὴν
2083πρότασίν των ταύτην ἐπραγματοποίησα. Αὗται εἶναι, κύριοι,
2084αἱ μεταβολαί, τὰς ὁποίας ἔκαμα ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
2085εἰς τὴν ὑπαλληλίαν Ζακύνθου πρὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς.
2086Μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς.....
2087§122ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Ὄχι, κύριε Παπαμιχαλόπουλε, περὶ αὐτῶν,
2088ἀλλὰ περὶ τελωνοφυλάκων.
2089§123ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐρωτήσατέ με, νὰ ἀπαντήσω, μὴ
2090μὲ διακόπτετε· ἐγὼ δὲν ἀκούω τίποτε, κ. πρόεδρε, ὥστε δὲν
2091δύναμαι νὰ ἀπαντήσω.
2092§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, μὴ διακόπτετε.
2093§125ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰς τὰς μεταβολὰς, κύριοι,
2094ἔκαμα εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς ὑπαλληλίας τῆς Ζακύνθου πρὸ
2095τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ μετὰ τὴν διάλυσιν αὐτῆς
2096ἐσχηματίσθη ἐν Ζακύνθῳ, ἐκτὸς τοῦ συνδυασμοῦ τοῦ κ. Λομ-
2097βάρδου, καὶ ἕτερος βουλευτικὸς συνδυασμὸς, τὸν ὁποῖον ἡ Κυ-
2098βέρνησις ὑπεστήριζεν ὡς ὑπουργικὸν συνδυασμόν. Ὁ ὑπουργικὸς
2099ἐκεῖνος συνδυασμὸς ἐζήτησεν ἀπὸ ἐμὲ νὰ ἀντικαταστήσω τὸν
2100ταμίαν καὶ δὲν τὸν ἀντικατέστησα, νὰ ἀντικαταστήσω τὸν
2101ἐλεγκτὴν τοῦ τελωνείου Ῥαζικότσικαν καὶ δὲν τὸν ἀντικατέ-
2102στησα, καὶ νὰ διορισθῇ μάλιστα ἐντόπιος, διότι ἐντόπιος ἦτο
2103καὶ ὁ παρὰ τῶν πρώην βουλευτῶν συστηθεὶς εἰς ἐμὲ Χαράλαμπος
2104Μαρκόπουλος· μοὶ ἐζήτησαν καὶ ἄλλας τινὰς μεταβολὰς, ὡς ἐξά-
2105γω ἐκ τῶν σημειώσεων τὰς ὁποίας διατηρῶ εἰς χεῖράς μου, ἀλ-
2106λὰ μόνον ἐδέχθην ν’ ἀντικαταστήσω τὸν γραμματέα τοῦ τελω-
2107νείου Λυκιαρδόπουλον διὰ τοῦ Ἀντωνίου Λ. Πολίτου· νὰ μετα-
2108θέσω δὲ ἐκ Ζακύνθου ἀλλαχοῦ εἴτε ἐξ ἄλλων μερῶν εἰς Ζά-
2109κυνθον μερικοὺς τελωνοφύλακας καὶ δύω ἕως τρεῖς δεκάρχας,
2110καὶ τὴν πρότασίν των ταύτην ἐπραγματοποίησα. Αὐτὴ εἶναι,
2111κύριοι, ἡ ἐνέργειά μου ἡ μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς ἐν
2112Ζακύνθῳ, ὡς ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
2113Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπαρχίαν Μεσολογγίου, ἣν ἰδιαιτέρως
2114μνημονεύει ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Πολυλᾶ, ὅπως ἰδιαιτέρως μνημο-
2115νεύει καὶ τὴν ἐπαρχίαν Ζακύνθου, ἐκεῖ, κύριοι, ὀφείλω νὰ ὁμο-
2116λογήσω, ἔπραξα κἄτι πλειότερα ἀπὸ τὴν Ζάκυνθον, ἐντὸς τῶν
2117ὅρων πάντοτε τοῦ πρέποντος καὶ τῆς ἁρμοδιότητός μου, τῶν
2118καθηκόντων μου ὡς ὑπουργοῦ. Ὅταν ἀνέλαβον τὸ ὑπουργεῖον
2119τῶν Οἰκονομικῶν, εὗρον τὴν οἰκονομικὴν ὑπαλληλίαν Μεσολογ-
2120γίου κατεχομένην, ὡς εἰκὸς, ἀπὸ φίλους τοῦ πεσόντος πρωθυ-
2121πουργοῦ κ. Δεληγεώργη· ἡ ἑτέρα μερὶς, ἡ ἀντιπολιτευομένη τὸν
2122κ. Δεληγεώργην ἐν Μεσολογγίῳ, εἶχε παράπονα, καὶ ἴσως δί-
2123καια, ὅτι τουτέστιν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Δεληγεώργη,
2124δεκαεννέα ὅλους μῆνας, ἦσαν ἐκτὸς τῶν πραγμάτων, καὶ ὅτι ἐ-
2125δικαιοῦντο καὶ αὐτοὶ τέλος πάντων ν’ ἀνακύψωσι καὶ ν’ ἀνασά-
2126νωσι. Μοὶ ἐγένοντο λοιπὸν προτάσεις, πολὺ πρὸ τῆς διαλύσεως
2127τῆς Βουλῆς, περὶ ἀντικαταστάσεως ὅλης σχεδὸν τῆς ὑπαλλη-
2128λίας Μεσολογγίου, καὶ ἐπέφερον τὰς ἑξῆς μεταβολάς· εὗρον ἐκεῖ
2129ὡς ταμίαν τὸν κ. Μαγκανάραν, τὸν ὁποῖον ἀπέλυσα, καὶ ἀντι-
2130κατέστησα διὰ τοῦ Κριεζῆ, ταμίου ὄντος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου.
2131Ἀλλὰ, ὡς γνωρίζετε, ἡ παράδοσις τοῦ ταμείου βραδύνει πολὺ,
2132καὶ διὰ τοῦτο, μόλις περὶ τὰ τέλη Ἀπριλίου παρέδωκεν ὁ κ.
2133Κριεζῆς τὸ ταμεῖον Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς πρὸς τὸν διάδοχόν του,
2134καὶ ἀπῆλθε περὶ τὰ μέσα Μαΐου εἰς Μεσολόγγιον διὰ νὰ πα-
2135ραλάβῃ τὸ ταμεῖον ἐκεῖνο, ἐγχειρίζων πρὸς τὸν κ. Μαγκανάραν
2136τὴν ἀπόλυσίν του.
2137Ἀλλὰ τότε, κύριοι, ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς εἶχεν ἐπέλθει, καὶ
2138εἶχεν εἰσέλθει εἰς τὸ ὑπουργεῖον ὡς ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὁ
2139κ. Γρίβας. Ὁ κύριος Γρίβας ὡς συνάδελφός μου μὲ παρεκάλεσε
2140νὰ μείνῃ προσωρινῶς εἰς Μεσολόγγιον ὁ κ. Μαγκανάρας· μετὰ
2141τινας δυσκολίας, τὰς ὁποίας ἀντέταξα πρὸς αὐτὸν, εὑρέθην ἐπὶ
2142τέλους εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραδεχθῶ τὴν παράκλησιν, καὶ
2143διέταξα τὸν κύριον Κριεζῆν τηλεγραφικῶς νὰ μεταβῇ εἰς Ναύ-
2144πακτον, νὰ παραλάβῃ καὶ διευθύνῃ τὸ ταμεῖον ἐκεῖνο προσωρι-
2145νῶς, τὸν δὲ Μαγκανάραν παρήγγειλα νὰ διαμείνῃ εἰς τὴν θέσιν
2146του, διευθύνων καὶ αὐτὸς προσωρινῶς τὸ ταμεῖον Μεσολογγίου.
2147§126ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἠξεύρετε, κύριε Παπαμιχαλόπουλε, διατί
2148ἐζήτησε τὴν διατήρησίν του;
2149§127ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εἴπω.
2150§128ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ γυναικάδελφός του ἦτον ὑποψήφιος.
2151§129ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ παρεκάλεσαν οἱ ἀντίπαλοι
2152τοῦ κ. Δεληγεώργη, ἀλλὰ πάντοτε πρὸ τῆς διαλύσεως τῆς
2153Βουλῆς, νὰ μεταθέσω τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον, τὸν ὁποῖον μετέ-
2154θεσα εἰς Βάλτον, καὶ διώρισα τὸν κ. Τηλέμαχον Μπέλον,
2155ὅστις, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, διατηρεῖται ἀκόμη ἐκεῖ ὡς τοιοῦτος,
2156διότι ὁ κ. Μπέλος εἶναι ἀρχαῖος καὶ δόκιμος οἰκονομικὸς ὑπάλ-
2157ληλος. Ἀπέλυσα τὸν τελώνην Μεσολογγίου, ἐντόπιον ὄντα,
2158καὶ τὸν ἀντικατέστησα δι’ ἀνθρώπου τῆς ὑπηρεσίας, τοῦ κ.
2159Σκορδάκη. Ὁ συνάδελφός μας κ. Γκίκας, καὶ αὐτὴ ἡ ὑπηρεσία
2160τὴν ὁποίαν συνεβουλεύθην, μοὶ τὸν ἐσύστησεν ὡς ἱκανὸν καὶ
2161τίμιον, καὶ ἐγὼ δὲν εἶχον δυσκολίαν νὰ τὸν διορίσω, διὰ νὰ
2162ἀπολύσω τὸν ἐντόπιον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν τριῶν αὐτῶν προϊ-
2163σταμένων τῶν ὑπηρεσιῶν, δηλαδὴ τοῦ ταμίου, τοῦ τελώνου καὶ
2164τοῦ ἐφόρου, τὸ ὑποδεέστερον προσωπικὸν ἀντικατέστησα δι’ ἐν-
2165τοπίων ὑπαλλήλων. Ἀντικατέστησα λοιπὸν τὸν Γραμματέα τοῦ
2166ταμείου, διὰ τοῦ Κωνσταντίνου Μπεΐκου ἐντοπίου, τὸν γραφέα
2167τοῦ ταμείου, διὰ τοῦ Ἀρ. Τρικούπη, τὸν Γραμματέα τοῦ ἐφό-
2168ρου, διὰ τοῦ Κωνσταντίνου Κατσούνη, καὶ τὸν πρωτοκολλιστὴν
2169τῆς ἐφορίας, διὰ τοῦ Ἰωάννου Παπᾶ Χρήστου, τὸν Δασονόμον,
2170διὰ τοῦ Παναγ. Βασιλείου, ἐντοπίου καὶ τούτου. Διώρισα, πρὸ
2171τῶν ἐκλογῶν πάντοτε, τρεῖς δασοφύλακας, τὸν Ἀπόστ. Κατο-
2172χιανὸν, τὸν Στρατ. Πολίτην καὶ τὸν Λεωνίδαν Ἀθανασιάδην.
2173Ἀντικατέστησα καὶ τὸν ὑποτελώνην Αἰτωλικοῦ διὰ τοῦ Γε-
2174ωργίου Μπερσίμη Γουναράκη· μάλιστα ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν
2175τούτου, ἔλαβε χώραν τὸ ἑξῆς ἐπεισόδιον· εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἁλα-
2176ταποθηκαρίου διώρισα ἄλλον παρὰ τὸν συστηθέντα μοι ἐντόπιον
2177Γουναράκην, ἤτοι τὸν Ναυπάκτιον Χαρ. Γραβάνην, ἄνθρωπον
2178τίμιον καὶ ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας συνιστώμενον, μὴ δεχθεὶς τὴν
2179πρότασιν, τὴν ὁποίαν οἱ ἀντίπαλοι τοῦ κ. Δεληγεώργη μοὶ
2180ἔκαμον διὰ τὸν εἰρημένον Γουναράκην. Ἀλλὰ, ὅταν ἐκοινοποίησα
2181τὸν διορισμὸν εἰς τὸν Γραβάνην, οἱ κύριοι οἵτινες μοὶ εἶχον συ-
2182στήσει τὸν Γουναράκην ἐξανέστησαν κατὰ τοῦ διορισμοῦ τού-
2183του, καὶ μοὶ παρεπονέθησαν ὅτι τοὺς ἀδικῶ, διορίζων ξένον
2184πρόσωπον ἐν τῇ θέσει ταύτῃ διὰ νὰ ἀντικαταστήσῃ ἐντόπιον,
2185τὸν ὑπὸ τοῦ κ. Δεληγεώργη διωρισμένον, Μαλακάσην τοὔνομα,
2186μὲ παρεκάλεσαν δὲ μετ’ ἐπιμονῆς νὰ πραγματοποιήσω καὶ τὸν
2187διορισμὸν τοῦτον κατὰ τὴν σύστασίν των, ὅπερ καὶ ἠναγκάσθην
2188νὰ πράξω, διορίσας τὸν Γουναράκην ἀντὶ τοῦ Γραβάνη, καὶ προσ-
2189έτι διώρισα ἁλατοφύλακας τοὺς Ἀνδρέαν Δοῦρον, Γ. Βαρδου-
2190νάτσον καὶ Λάμπρον Ζαγκλῆν, καὶ ἐπὶ τέλους διέθεσα ὁλόκλη-
2191ρον τὸ προσωπικὸν ἐπὶ τῆς καλλιεργείας τῆς ἁλικῆς Μεσολογ-
2192γίου ὑπὲρ τῆς ἰδίας ἐκείνης πολιτικῆς μερίδος, τῆς ἀντιπολι-
2193τευομένης τὸν κ. Δεληγεώργην.
2194Αἱ μεταβολαὶ αὗται, ὡς σᾶς εἶπον, κύριοι, πλὴν ὀλιγίστων,
2195εἶχον γείνει πρὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἔμειναν δὲ καὶ
2196μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς ὡς εἶχον διατεθῆ πρότερον.
2197Αὕτη εἶναι ἡ ἐνέργειά μου, καθόσον ἀφορᾷ καὶ τὴν ἐπαρχίαν
2198Μεσολογγίου, ὡς ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
2199§130ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν; Τὰ τηλεγρα-
2200φήματα τὰ στελλόμενα κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν
2201ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψιν ἐν ὑπουργικῷ συμβουλίῳ, ἢ ὑπὸ ἑνὸς
2202ἑκάστου τῶν ὑπουργῶν;
2203§131ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ὑπὸ τοῦ ὑπουργικοῦ συμβου-
2204λίου. Ἐὰν θέλετε διὰ τὴν ἐκλογὴν Ζακύνθου, ἠμπορῶ νὰ σᾶς
2205δώσω πληροφορίαν τινὰ, τί ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἐν τῷ ὑπουργικῷ
2206συμβουλίῳ· ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, αὐτὸ δὲν θὰ σᾶς εὐχαριστήσῃ.
2207§132ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὀφείλετε νὰ μᾶς διαφωτίσητε.
2208§133ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά. Ἐὰν διὰ τὴν ἐνέρ-
2209γειαν ταύτην, τὴν ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν καθηκόντων μου, καὶ
2210διὰ τῆς ὁποίας οὐδένα πλάγιον σκοπὸν ἐπεδίωκα ἢ νὰ χορηγή-
2211σω ἀναψυχήν τινα εἰς μίαν πολιτικὴν μερίδα διατελοῦσαν ὑπὸ
2212τὴν κυβερνητικὴν πίεσιν, — δὲν ἔχω ἄλλην λέξιν καταλληλοτέραν
2213νὰ μεταχειρισθῶ— ἐπὶ 19 μῆνας, ἡ Βουλὴ μὲ κρίνῃ ἔνοχον μομ-
2214φῆς τινος, θέλω δεχθῆ ἀγογγύστως, διότι τοιαύτη μομφὴ ἐπὶ
2215τοιούτων ἐνεργειῶν θὰ χρησιμεύσῃ οὐ μόνον δι’ ἐμὲ, ἐάν ποτε,
2216ὅπερ ἀπεύχομαι, συμβῇ νὰ ἔλθω εἰς τὰ πράγματα, νὰ μὴ ἦμαι
2217τόσον εὔκολος εἰς τὴν παραδοχὴν τοιούτων πολιτικῶν συστά-
2218σεων, ἀλλὰ καὶ διὰ πάντα ἄλλον ὑπουργόν. Ἀρκεῖ ὅτι δὲν ἐνήρ-
2219γησα ἐξ ἰδιοτελείας, ἀρκεῖ ὅτι δὲν ἐτοποθέτησα εἰς τὰς θέσεις
2220ταύτας συγγενεῖς μου καὶ συμπατριώτας μου.
2221Ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος κ. Λομβάρδος μὲ προκαλεῖ, καὶ ἔχει
2222δίκαιον νὰ ἐπιμένῃ, νὰ εἴπω ὅ,τι παρέλειψα ἢ ὅ,τι δὲν εἶχον
2223ἀνάγκην νὰ εἴπω περὶ τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου, οὐδεμίαν δυσκο-
2224λίαν ἔχω νὰ τὸ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν, διότι εἶναι σχετικὸν
2225μὲ τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος κ. Λούν-
2226τζης, ἐὰν τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ἐστέλλοντο εἰς τὴν
2227Κυβέρνησιν εἴτε ἐκ Ζακύνθου ἢ ἄλλοθεν, ἀνεγινώσκοντο καὶ
2228συνεζητοῦντο ἐν ὑπουργικῷ συμβουλίῳ, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἐρώ-
2229τησιν ἀπήντησα ἀποφατικῶς, διότι ὁμολογουμένως πολὺ
2230σπανίως συνέβαινε νὰ συζητηθῶσι ζητήματα ἐν ὑπουργικῷ
2231συμβουλίῳ, σχετικὰ πρὸς τὰς ἐκλογάς· ἕκαστος ὑπουργὸς ἐνήρ-
2232γει ἀνεξαρτήτως ἐν τῷ κλάδῳ του. Ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ
2233ἤδη τὴν Ζάκυνθον, ἰδοὺ τί παρουσιάσθη ἐν ὑπουργικῷ συμβου-
2234λίῳ. Τρεῖς ἢ τέσσαρας ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐκλογῆς,
2235ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλαβεν ἐκεῖθεν ἐντὸς ἰδιαι-
2236τέρας ἐπιστολῆς 5 ἀνθρώπων, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα οὔ-
2237τε ἐνθυμοῦμαι κἄν, διότι δὲν εἶναι ἐκ τῶν γνωστῶν, εἷς ὠνο-
2238μάζετο, νομίζω, Κοκκίνης ἢ Κοκινάρης, ἓν ἔντυπον πρόγραμμα
2239παρ’ αὐτῶν τῶν ἰδίων ὑπογεγραμμένον, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ
2240κύριοι οὗτοι ἔλεγον, ὅτι κατέρχονται εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶ-
2241να ὡς ὑποψήφιοι βουλευταὶ καὶ ζητοῦν τὰς ψήφους τῶν συμ-
2242πολιτῶν των, ὑποσχόμενοι νὰ ὑποστηρίξουν τὴν Κυβέρνησιν
2243τοῦ κ. Βούλγαρη, καὶ νὰ παρακολουθῶσιν αὐτὸν ὡς ἀρχηγόν
2244των καὶ ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει, ὅταν ἀπομακρυνθῇ τῆς ἐξου-
2245σίας. Διὰ τῆς ἐπιστολῆς των δὲ παρεκάλουν νὰ χορηγήσῃ τὴν
2246συνδρομήν του τὸ ὑπουργεῖον εἰς αὐτοὺς, διὰ νὰ ἐκλεχθῶσι βου-
2247λευταὶ, διότι, ὡς ἔλεγον, ὁ συνδυασμὸς, τὸν ὁποῖον ὑπεστή-
2248ριζεν ἡ Κυβέρνησις, εἶναι συνδυασμὸς Βασιλικὸς, καὶ ἑπο-
2249μένως τὰ πρόσωπα τὰ ἀποτελοῦντα αὐτὸν δὲν θὰ παρακολου-
2250θήσουν τὸν κ. Βούλγαρην, ὅταν κατέλθῃ τῆς ἐξουσίας, ἐνῷ
2251ἐκεῖνοι ὑπέσχοντο, ὅτι θὰ τὸν παρακολουθήσωσιν. Ἐλάβομεν
2252ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασιν ἐκείνην, ἀλλὰ δὲν εἴχομεν ἀνάγκην νὰ
2253σκεφθῶμεν ἐπὶ πολὺ, διότι ἦτο κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς
2254ἐκλογῆς καὶ διότι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἔγραφον, ἦσαν
2255πρόσωπα ἄγνωστα εἰς ἡμᾶς, ἑτέρωθεν δὲ εἴχομεν πληροφορίας,
2256ὅτι τὰ πρόσωπα ταῦτα ἀνῆκον εἰς τὴν πολιτικὴν μερίδα τοῦ
2257κ. Λομβάρδου καὶ ὡς φίλοι αὐτοῦ κατήρχοντο εἰς τὸν ἀγῶνα,
2258ἐζήτουν δὲ τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ φέρουν
2259ἀντιπερισπασμὸν εἰς τὸν ἄλλον συνδυασμὸν, τὸν Βασιλικὸν
2260παρ’ αὐτῶν λεγόμενον. Αὐτὸ τὸ ἐπεισόδιον παρουσιάσθη ὡς
2261πρὸς τὴν ἐκλογὴν Ζακύνθου.
2262Ἀπήντησα καὶ ὡς πρὸς τὴν δευτέραν αἰτίασιν τὴν ἀφορῶ-
2263σαν εἰς τὴν ἐπέμβασιν κατὰ τὰς ἐκλογὰς, καθόσον ἀφορᾷ τὴν
2264ἐνέργειάν μου· δὲν εἶμαι δὲ ὑποχρεωμένος νὰ ἀπαντήσω καὶ
2265διὰ τὰς ἐνεργείας τῶν συναδέλφων μου, τὰς ὁποίας ἄλλως τε
2266καὶ ἀγνοῶ.
2267Τρίτη αἰτίασις συνδυαζομένη μὲ τὰ ἐκλογικὰ εἶναι ἡ ἀκό-
2268λουθος «ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς 11 Φεβρουαρίου, σταθερῶς ἐπιδι-
2269ώκουσα τὴν προμελετημένην διαμόρφωσιν τῆς Βουλῆς καθ’ ὅλα
2270τὰ στάδια τοῦ καταρτισμοῦ αὐτῆς, ἠρνήθη διὰ τῶν διοικητικῶν
2271αὐτῆς ὀργάνων τὰ εἰς τὴν Βουλὴν εἰσιτήρια εἰς βουλευτὰς ἀνα-
2272κηρυχθέντας παρὰ τῶν προέδρων τῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν, καὶ
2273ἡ οὕτω σχηματισθεῖσα πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν πρώ-
2274την αὐτῆς συνεδρίασιν, ἐγκρίνασα διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς τὴν
2275παράνομον ταύτην διοικητικὴν ἐνέργειαν, ἀπέκλεισεν ἐκ
2276προοιμίων καὶ ἀνεξετάστως ἀπὸ τῆς Βουλῆς ἕνδεκα μέλη τῆς
2277ἀντιπολιτεύσεως.»
2278Ἡ αἰτίασις αὕτη ἀφορᾷ καὶ ἐμέ, διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν
2279ἐκείνην διετέλουν ἐν τῷ ὑπουργείῳ. Καὶ μ’ ὅλον ὅτι ἠδυνάμην νὰ
2280ἰσχυρισθῶ, ὅτι, καὶ ἂν ἔλαβε χώραν τοιοῦτόν τι, ἔλαβε τῇ δια-
2281ταγῇ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ, ὁποῖος ἦτον ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσω-
2282τερικῶν, μ’ ὅλον τοῦτο δὲν τὸ ἰσχυρίζομαι, διότι εὑρίσκομαι εἰς
2283τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ἀναιρέσω διὰ τῶν πραγμάτων τὴν
2284κατηγορίαν ταύτην τὴν ἀποδιδομένην εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ
2285κ. Βούργαρη. Ἀληθῶς, κύριοι, δὲν ἐχορηγήθησαν εἰσιτήρια εἰς
2286τὸν βουλευτὴν Ἀττικῆς κ. Φιλήμονα, Θήρας κ. Βαλέτταν, εἰς
2287τοὺς βουλευτὰς Κορινθίας καὶ εἰς τοὺς βουλευτὰς Σάμης,
2288τουτέστι δὲν ἐχορηγήθησαν εἰδοποιητήρια ἐκ μέρους τῆς διοι-
2289κητικῆς ἀρχῆς εἰς 10 βουλευτάς. Καὶ περὶ μὲν τοῦ βουλευτοῦ
2290τῆς Ἀττικῆς κ. Φιλήμονος λέγω ὅτι, ἀφοῦ κατὰ δυστυχίαν,
2291ὡς μὴ ὤφειλεν, ἀνετράπη ἡ κάλπη ἑνὸς δήμου, τοῦ δήμου
2292Ἀχαρνῶν, ἡ κάλπη δηλ. ἡ ἀνήκουσα εἰς τὸν κ. Φιλήμονα,
2293πρὸ τῆς διαλογῆς τῶν σφαιριδίων, καὶ ὁ κ. Φιλήμων ἄνευ τῆς
2294κάλπης ταύτης δὲν ἐπλειονοψήφει τοῦ πρώτου ἐπιλαχόντος,
2295φρονῶ, ὅτι νομίμως ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ δὲν ἠδύνατο νὰ χορη-
2296γήσῃ εἰς αὐτὸν εἰσιτήριον.
2297§134ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἔδωκαν εἰς τὸν ἄλλον.
2298§135ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐπίσης δὲν ἔπρεπε νὰ
2299δώσῃ καὶ εἰς τὸν ἐπιλαχόντα, τὸν κ. Κωστῆν, τοιοῦτον εἰσι-
2300τήριον, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας κατὰ τὴν γνώμην μου, τὴν ὁποίαν
2301καὶ ἐν τῷ ὑπουργικῷ συμβουλίῳ τότε ὑπεστήριξα, ὤφειλε νὰ
2302ἐνεργήσῃ νέαν ἐκλογὴν ἐν τῷ δήμῳ Ἀχαρνῶν καὶ πρὶν ἀκόμη
2303περιμείνῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ᾖναι τὸ ἀποτέ-
2304λεσμα πλῆρες καὶ νὰ δώσῃ εἰσιτήριον εἰς τὸν πλειονοψηφή-
2305σαντα μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῆς ἐκλογῆς ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ.
2306Ἀλλ’ ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ ἔπραξεν ἄλλως, ἠρνήθη εἰσιτήριον,
2307καὶ ὀρθῶς, εἰς τὸν κ. Φιλήμονα, καὶ ἔδωκε τοιοῦτον, ἐνῷ δὲν
2308ἔπρεπε νὰ δώσῃ, εἰς τὸν κ. Κωστῆν· τοῦτο ὅμως ἔπραξεν
2309ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ καὶ οὐδόλως εὐθύνεται ἡ Κυβέρνησις.
2310Καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἐπαρχίαν Θήρας, ὡς πρὸς τὸν κ. Βα-
2311λέτταν, τελευταία ἴσως πάντων ἔμαθεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὁ
2312σύλλογος, ὁ ἀποτελούμενος κατὰ τὸ ἄρθρον 58 τοῦ ἐκλογικοῦ
2313νόμου ὑπὸ τῶν προέδρων τῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν, ὑπὸ τοῦ
2314δημάρχου καὶ τοῦ εἰρηνοδίκου τῆς πρωτευούσης, ἠρνήθη
2315νὰ τὸν ἀνακηρύξῃ ὡς βουλευτήν, ἐπὶ τῷ ἀνυποστάτῳ ἰσχυρι-
2316σμῷ, ὅτι εἰς ἕνα δῆμον ἐτύγχανον ἀγράμματα τὰ μέλη τῆς
2317ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς. Ἀφοῦ δὲ ὁ σύλλογος οὗτος δὲν ἀνεκή-
2318ρυξε τὸν κ. Βαλέτταν, ὁ ἔπαρχος οὐδὲν δικαίωμα εἶχε νὰ
2319δώσῃ εἰς αὐτὸν εἰδοποιητήριον, ἐνῷ ἐν τῷ προγράμματι περὶ
2320τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἐκλογῆς ἐσημείωσε καὶ τὸν κ. Βα-
2321λέτταν ὡς πλειονοψηφήσαντα βουλευτήν· δὲν εἶχε δὲ οὐδεμίαν
2322εἴδησιν ἡ Κυβέρνησις περὶ τούτου καὶ τὸ ἔμαθεν, ὡς σᾶς εἶπον,
2323τελευταία πάντων.
2324§136ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Δὲν εἶναι πολὺ ἀκριβὲς ὅπως τὸ λέγετε.
2325Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ σύλλογος ἀπεφάνθη ὡς εἴπατε, ἀλλ’
2326ἀπεφάνθη συνεπεία τῆς ἐκβιάσεως σχεδὸν τῆς διοικητικῆς ἀρ-
2327χῆς, ἡ ὁποία προέβη οὐ μόνον δι’ ἀπειλῶν εἰς τὸν τοιοῦτον
2328ἐξαναγκασμόν, ἀλλὰ σχεδὸν καὶ διὰ δωροδοκίας, ὅπως ἡ δικα-
2329στικὴ ἐξουσία, νομίζω, θὰ ἀποδείξῃ. Ἐκτὸς δὲ τούτου ὁ ἔπαρ-
2330χος, πρὶν ἀκόμη ἐνεργηθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ, ῥητῶς, καὶ ὑπάρχει
2331καταγγελία περὶ τούτου, ἔλεγεν, ὅτι καὶ ἂν ἐπιτύχω, εἰσιτή-
2332ριον δὲν θὰ μοὶ δοθῇ, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ τῆς Κυβερνήσεως
2333ἐπιθυμία.
2334§137ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι διὰ τὴν τοιαύτην ἐνέρ-
2335γειαν τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι εἶναι
2336ἀληθές, ἀφοῦ ὁ κ. Βαλέττας τὸ διαβεβαιοῖ, ἀλλὰ δύναμαι καὶ
2337ἐγὼ νὰ σᾶς διαβεβαιώσω ὅτι πᾶν ὅ,τι ἔπραξεν ὁ ἔπαρχος τὸ
2338ἔπραξεν ἐν ἀγνοίᾳ ὅλως τῆς Κυβερνήσεως· (θόρυβος) οὐδεμίαν
2339εἴδησιν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν, καὶ
2340οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ δώσῃ διαταγὴν εἰς τὸν ἔπαρχον ν’ ἀρνη-
2341θῇ τὸ εἰδοποιητήριον εἰς τὸν κ. Βαλέτταν μεταξὺ τόσων ἄλλων
2342ἐπιτυχόντων ἀντιπολιτευομένων εἰς ὅλας σχεδὸν τὰς ἐπαρ-
2343χίας. Ἐπομένως ἐὰν ὁ ἔπαρχος ἐξεβίασεν, ἢ ἠπείλησε τὸν
2344σύλλογον, εἶναι ἀναντιῤῥήτως ἀξιοκατάκριτος.
2345Ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν Κορινθίας, παρατηρῶ ὅτι εἰς τὴν
2346ἐπαρχίαν ἐκείνην συνέβη τὴν παραμονὴν τῆς γενικῆς διαλογῆς
2347τῶν ψήφων νὰ ὑπεξαιρεθῶσι τὰ πρακτικὰ ἑνὸς δήμου, τοῦ
2348δήμου Πελλήνης· ἀλλ’ οἱ ὑποψήφιοι εἶχον λάβει εἰς χεῖράς
2349των ἐπίσημον ἀντίγραφον ἀπὸ τὴν ἐφορευτικὴν ἐπιτροπήν, ἐκ
2350τοῦ ὁποίου προέκυπτε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς. Ὁ ἔπαρ-
2351χος εἰδοποίησε τὴν Κυβέρνησιν περὶ τούτου καὶ ἐζήτησεν ὁδη-
2352γίας ἀπὸ αὐτὴν ἐὰν ἠδύνατο νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ ἀντίγρα-
2353φα ἐκεῖνα τῶν πρακτικῶν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν νὰ ἐνερ-
2354γηθῇ ἡ ἀνακήρυξις τῶν βουλευτῶν. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐφέρθη
2355ἐν ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, τὸ ὁποῖον, — καὶ τοῦτο σᾶς τὸ δια-
2356βεβαιῶ ὡς τίμιος ἄνθρωπος, εἶσθε δὲ κύριοι, νὰ μὲ πι-
2357στεύσετε ἢ ὄχι—ἐθεώρησε παράδοξον τὴν τοιαύτην ἐρώτησιν
2358τοῦ ἐπάρχου, καὶ ὄχι μόνον ἀπήντησε διὰ τοῦ ἁρμοδίου
2359ὑπουργοῦ εἰς αὐτὸν καταφατικῶς, ἀλλὰ καὶ ἐξέφρασε τὴν λύ-
2360πην του διατί νὰ εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην ἀπορίαν· τὸν διέτα-
2361ξε δὲ νὰ ἀνακηρύξῃ ὡς βουλευτὰς τοὺς πλειονοψηφοῦντας, ἐπὶ
2362τῇ βάσει τῶν ἀντιγράφων τῶν πρακτικῶν τῶν ὑπεξαιρεθέντων·
2363ἀλλ’ ὅτε ἔφθασεν εἰς Κόρινθον τὸ τηλεγράφημα τοῦ ὑπουργείου
2364τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ἐκδοθὲν συνεπεία τῆς ἀποφάσεως τοῦ ὑπουρ-
2365γικοῦ Συμβουλίου, ὁ σύλλογος, ὁ κατὰ τὸ ἄρθρον 58 τοῦ ἐκ-
2366λογικοῦ νόμου, εἶχε συντάξει ἔκθεσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν
2367ἀνεκήρυττεν οὐδένα ἐκ τῶν ὑποψηφίων, καὶ εἶχε διαλυθῆ.
2368Ἐπομένως ὁ ἔπαρχος εὑρέθη εἰς ἀμηχανίαν τί νὰ πράξῃ, καὶ
2369βεβαίως δὲν ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς καμμίαν ἀνακήρυξιν, ἀφοῦ
2370ὁ σύλλογος τῶν ἐπιτροπῶν ἀπέσχε νὰ ἀνακηρύξῃ τοὺς πλειονο-
2371ψηφήσαντας.
2372Ὡς πρὸς τὴν ἐπαρχίαν Σάμης, κύριοι, μετὰ θάῤῥους σᾶς λέ-
2373γω, ὅτι κάλλιστα ἔπραξε καὶ ὁ σύλλογος τῶν ἐπιτροπῶν καὶ
2374ὁ νομάρχης νὰ μὴ δώσῃ εἰσιτήρια εἰς κἀνένα, διότι ἐκεῖ δὲν
2375ἦτο ἐκλογή, ἦτο ἐμπαιγμὸς πλήρης τοῦ νόμου, διότι ἐνῷ ὁ
2376κατάλογος περιεῖχε π. χ. 1000 ψηφοφόρους, εἰς τὴν κάλπην
2377εὑρέθησαν 3000 ὡς ψηφοφορήσαντες. Ὁ νομάρχης, καὶ τοιοῦ-
2378τος ἦτον ὁ ἀξιότιμος κ. Οἰκονομόπουλος, ἔγραφεν, ὡς ἐνθυμοῦ-
2379μαι, ἰδιαιτέρως εἰς ἐμὲ ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ εἰσιτήρια εἰς
2380ἀνθρώπους τοιουτοτρόπως ἐκλεχθέντας, καὶ καλῶς ἔπραξεν.
2381Ἐάν, κύριοι, λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκθεσιν τοῦ τμήματος ἐπὶ
2382τῆς ἐκλογῆς ταύτης, θ’ ἀπαντήσητε τὰ ἑξῆς περίεργα καὶ ἐκ-
2383τρωματικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε τὴν
2384ἄδειαν νὰ ἀναγνώσω.
2385«Ἐπειδὴ ὡς πρὸς τὸν δῆμον Πυλλαρέων τὸ περιεχόμενον
2386»τῆς ἐνστάσεως ἀποδεικνύεται, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ τμήμα-
2387»τος, οὐ μόνον ἀπὸ τῶν πρακτικῶν τῆς ἐκλογῆς, τῶν ἐκθέ-
2388»σεων τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ μοιράρχου καὶ ἐξ ἐγγράφου τῆς ἐφο-
2389»ρευτικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς τὴν νομαρχίαν Κεφαλληνίας, ἀλλὰ
2390»καὶ ὑπὸ τοῦ πρακτικοῦ τῆς γενομένης διαλογῆς τῶν σφαιρι-
2391»δίων, διότι ἐνῷ κατ’ αὐτὸ ἐψηφοφόρησαν 1853, συμπεριλαμ-
2392»βανομένων ὡς ψηφοφορησάντων αὐτόθι καὶ 500 Πυλλαρέων,
2393»οἱ τοῦ συνδυασμοῦ τοῦ ὑποψηφίου Φλωριᾶ λαμβάνουσι, μετὰ
2394»τὴν ἀφαίρεσιν τῶν πλεοναζόντων περίπου 120 σφαιριδίων,
2395»μηδὲν εἰς τὸ Ναί, καὶ 1853 εἰς τὸ ὄχι ψήφους, ἤτοι ὅλας
2396»εἰς τὸ Ὄχι, ἐνῷ τοὐναντίον οἱ τοῦ ἑτέρου συνδυασμοῦ μόλις
2397»καθ’ ὑπέρτατον ὅρον λαμβάνουσι 90 ψήφους εἰς τὸ Ὄχι, καὶ
2398»1750 εἰς τὸ Ναί.
2399«Ἐπειδὴ ἐπίσης ὡς πρὸς τὸν δῆμον Ἄσσου τὸ περιεχόμενον
2400»τῆς ἐνστάσεως βεβαιοῦται ὑπὸ τοῦ πρακτικοῦ τῆς ἐκλογῆς καὶ
2401»τοῦ βιβλίου τῶν ψηφοφορησάντων, ἐν ᾧ ἐμφαίνονται ὅτι 700 ἑ-
2402»τεροδημόται Πυλλαρεῖς ἐψηφοφόρησαν ἐν τῷ δήμῳ τούτῳ, ὑπὸ
2403»τῶν διαφόρων ἐκθέσεων καὶ τῶν ὑπαρχουσῶν ἐν τῷ φακέλλῳ
2404»ἐγγράφων μηνύσεων, καὶ διὰ διαφόρων διὰ δικαστικοῦ κλητῆ-
2405»ρος ἐπιδοθεισῶν ἐνστάσεων, ὡς ἐπίσης καὶ ὑπὸ τοῦ πρακτι-
2406»κοῦ διαλογῆς τῶν σφαιριδίων, καθ’ ὃ, ἐνῷ τὸ σύνολον τῶν
2407»ψηφοφορησάντων ἀνέρχεται εἰς 1947, οἱ τοῦ συνδυασμοῦ τοῦ
2408»ὑποψηφίου Δεστούνη λαμβάνουσιν εἰς τὸ Ὄχι πλέον τῶν τριῶν
2409»χιλιάδων σφαιριδίων.
2410»Ἐπειδὴ καὶ ὡς πρὸς τὸν δῆμον Σάμης ἡ ἔνστασις τῶν
2411»διαφερομένων φαίνεται βάσιμος, διότι τὸ γεγονὸς τοῦ ἀπο-
2412»κλεισμοῦ, ἐνῷ ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν βεβαιοῦται, οἱ ἐνδια-
2413»φερόμενοι περὶ τοῦ ἐναντίου οὐδόλως διατείνονται, κατὰ δὲ
2414»τὴν γενομένην διαλογὴν, ἐνῷ οἱ ὑποψήφιοι Φλωριᾶς καὶ οἱ
2415»φίλοι αὐτοῦ ἔλαβον ἀκριβῶς τὰς ἐν τῷ καταλόγῳ ἀναφερο-
2416»μένας ψήφους, οἱ ὑποψήφιοι Δεστούνης καὶ Μακρῆς, ἀφαιρου-
2417»μένων τῶν πλεονασάντων ἀπὸ τοῦ Ναὶ σφαιριδίων, μένουσι
2418»χρεῶσται ἱκανῶν ψήφων».
2419Ἐννοεῖτε, κύριοι, ὅτι ἐπὶ τοιούτου τερατώδους ἀποτελέσμα-
2420τος ὁ σύλλογος καὶ ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ καλῶς ἔπραξε νὰ μὴ
2421δώσῃ εἰδοποιητήρια.
2422§138ΦΛΩΡΙΑΣ. Δὲν πρόκειται νὰ ἐξακριβωθῇ νῦν τίνι τρόπῳ
2423ἐνεργήθη ἡ ἐκλογὴ ἐκεῖ· λυποῦμαι μάλιστα διότι δὲν δύνα-
2424μαι νὰ ἀναπτύξω τίς ἦτο παραίτιος τῆς ἀναστατώσεως ἐκείνης
2425τὴν ὁποίαν εἶδεν ἡ Κεφαλληνία ἐν μέσῳ αὐτῆς, καὶ τὴν ὁποίαν
2426δὲν ἠδύνατό τις νὰ φαντασθῇ. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ τού-
2427του, καὶ δὲν ἤθελον σᾶς διακόψει ποσῶς, κ. Παπαμιχαλόπουλε,
2428ἐὰν δὲν ἀνεφέρετε ἓν γεγονός, τὸ ὁποῖον, ἴσως νὰ μὴ ἔχηται
2429ἀληθείας, τὸ γεγονὸς τοῦτο εἶναι τὸ ἑξῆς· δικαιολογοῦντες
2430ὑμᾶς καὶ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην τῆς ὁποίας ἀπετελεῖτε τότε
2431μέρος, εἴπετε ὅτι ὁ σύλλογος τῶν προέδρων δὲν ἔδωκεν εἰσιτή-
2432ρια. Τοῦτο ἰσχυρίζομαι καὶ ὑποστηρίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀληθές·
2433ὁ σύλλογος τῶν προέδρων, λαβὼν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἀποτελέσματα,
2434ὁπωσδήποτε καὶ ἂν προῆλθον, ἀνεκήρυξεν, ὁ νομάρχης ὅμως
2435ἐδυστρόπησε καὶ διέστρεψε....
2436§139ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καλῶς ποιήσας, κατ’ ἐμέ. Ἐγὼ
2437οὐδεμίαν ἔχω εὐθύνην διὰ τοῦτο, ἀλλὰ λέγω, ὅτι ὁ νομάρχης,
2438ἔχων ὑπ’ ὄψιν ἓν τοιοῦτον τερατῶδες ἀποτέλεσμα, ἔπρεπε νὰ
2439μὴ δώσῃ εἰδοποιητήρια· πᾶν δὲ ὅ,τι ἔπραξεν ὁ νομάρχης προσ-
2440θέτω, κύριοι, τὸ ἔπραξεν οἴκοθεν καὶ ἐξ οἰκείας βουλήσεως,
2441καὶ οὐχὶ κατὰ διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως.
2442Ἀλλά, κύριοι, μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας ὡς πρὸς τὴν αἰ-
2443τίασιν περὶ εἰσιτηρίων, εἶμαι ὑποχρεωμένος ν’ ἀπαντήσω καὶ
2444εἰς τὴν τετάρτην αἰτίασιν, τὴν ἐμπεριεχομένην ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ
2445κ. Πολυλᾶ, ἴσως δὲ καὶ ἀναπτυχθεῖσαν κατὰ τὴν ἀγόρευσιν
2446αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος, διότι δὲν ἐπρόσεξα πολὺ εἰς τὴν ἀγό-
2447ρευσίν του, ὡς ἐκ τῆς κεφαλαλγίας ἐξ ἧς ὑποφέρω. Ὁ κ. Πο-
2448λυλᾶς λέγει πρὸς τοῖς ἄλλοις «ὅτι κατόπιν τῶν ἀποκαλυφθέν-
2449»των περὶ τῆς χειροτονίας τῶν ἐπισκόπων, ἡ ἐν γένει διαχεί-
2450»ρισις τῆς Κυβερνήσεως τῆς 11 Φεβρουαρίου 1874 δὲν δύναται
2451»νὰ θεωρηθῇ ἀνωτέρα πάσης ὑπονοίας καὶ ὡς ἐκ τούτου προ-
2452»καλεῖ, συζήτησιν παρὰ τῆς Βουλῆς». Εἰς τὴν αἰτίασιν ταύτην
2453ἀναντιῤῥήτως συμπεριλαμβάνομαι καὶ ἐγώ, καὶ ἴσως πρωτίστως
2454ἐγὼ ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ αἰτίασις
2455αὕτη εἶναι ἐντελῶς ἀόριστος, δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ τὴν
2456ἀνασκευάσω· προκαλῶ ὅμως τὸν κ. Πολυλᾶν καὶ πάντα ἄλλον
2457ἀξιότιμον συνάδελφόν μου νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁποιαν-
2458δήποτε πρᾶξιν ἐμοῦ ὡς ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῆς
2459διαχειρίσεώς μου, νὰ ζητήσῃ ἐπ’ αὐτῆς τὸν ἔλεγχον τῆς Βου-
2460λῆς, καὶ προθύμως καὶ ἑτοίμως θέλω ὑποκύψει εἰς μίαν τοιαύ-
2461την περὶ ὡρισμένων γεγονότων συζήτησιν· ἐλπίζω, δὲ ὅτι εὐ-
2462χερῶς θέλω δικαιολογηθῆ κατὰ πάσης τοιαύτης αἰτιάσεως ἢ
2463μομφῆς, τὴν ὁποίαν ὡρισμένως ἤθελε μοὶ ἀπευθύνει τις ἐξ
2464ὑμῶν. Ἐπὶ τῆς ἀορίστου δὲ ταύτης αἰτιάσεως τοῦ κ. Πολυλᾶ
2465κρίνω ἀνάξιον νὰ ἐνδιατρίψω· λυποῦμαι μάλιστα, ὅτι ὁ κ.
2466Πολυλᾶς, κοινοβουλευτικὸς ἀνὴρ, ἔῤῥιψεν ἐν τῷ μέσῳ τῆς Βου-
2467λῆς μίαν τοιαύτην ἀόριστον κατηγορίαν, ἐνῷ τὸ σύστημα τοῦτο
2468τῶν ἀοριστιῶν δὲν ἐμπρέπει εἰς κοινοβουλευτικοὺς καὶ εἰλικρι-
2469νεῖς ἄνδρας.
2470Ἀπήντησα, κύριοι, εἰς ὅλας τὰς αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας ἡ ἔκ-
2471θεσις τοῦ ἀξιοτίμου μέλους τῆς παρὰ τοῦ κ. Προέδρου ἡμῶν
2472διορισθείσης ἐπιτροπῆς ἀπηύθυνε κατὰ τοῦ ὑπουργείου Βούλ-
2473γαρη, μέρος τοῦ ὁποίου ἀπετέλουν καὶ ἐγὼ, καθόσον μὲ ἀφο-
2474ρῶσιν. Ἤδη δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε ἄλλο, διότι ἡ θέσις
2475μου εἶναι δύσκολος νὰ ἔμβω εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐξέτασιν
2476τοῦ κυρίου θέματος. Δύναμαι ὅμως, ἀφοῦ κατέχω τὸ βῆμα, νὰ
2477εἴπω ὀλίγα τινὰ καὶ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Εἰμὶ, κύριοι,
2478ἐξ ἐκείνων τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπεδοκίμασαν τὰ ἀξιο-
2479θρήνητα συμβάντα μετὰ τὴν 30 Νοεμβρίου, οὐ μόνον διὰ
2480τῆς ἀποχωρήσεώς μου ἐκ τοῦ Βουλευτηρίου, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς
2481ὑπογραφῆς μου εἰς τὴν πρὸς τὴν Α. Μ. ἔκθεσιν τῶν ἀποχωρη-
2482σάντων 58 βουλευτῶν καὶ εἰς τὴν μετὰ τὴν 19 Μαρτίου
2483ἀπευθυνθεῖσαν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἔκθεσιν τῶν ἐν Ἀθή-
2484ναις παρευρισκομένων τότε βουλευτῶν· εἰμὶ εἷς ἐξ ἐκείνων οἵ-
2485τινες καιρίως ἐλυπήθησαν διὰ τὰ γεγονότα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα
2486ὁμολογουμένως ἐπέφερον γενικὴν ἀναστάτωσιν εἰς τὸν τόπον,
2487καὶ τὴν ὁποίαν ἀναστάτωσιν προέλαβεν ἡ φρόνησις τοῦ Βασι-
2488λέως· ἀλλὰ, κύριοι, προκειμένου περὶ ἑνὸς τόσον σοβαροῦ ζη-
2489τήματος, τὸ ὁποῖον πρώτην ἤδη φορὰν παρουσιάζεται παρ’ ἡμῖν
2490ἀπὸ τῆς Συνταγματικῆς μεταπολιτεύσεως ἡμῶν, δευτέραν δὲ
2491φορὰν καθ’ ὅλην τὴν Εὐρώπην τὴν Συνταγματισμένην, διότι
2492δὲν ἔχομεν ἕτερον γεγονὸς τῆς καταδιώξεως ὁλοκλήρου ὑπουρ-
2493γείου, ἐκτὸς τῆς καταδίκης τοῦ ὑπουργείου Πολινιὰκ ἐν Γαλ-
2494λία διὰ τὰ συμβάντα τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1830, προκειμένου
2495λέγω, περὶ τόσον σοβαροῦ καὶ σπουδαίου ζητήματος, εἶναι
2496ἀνάγκη νὰ προσέξῃ ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ὀλισθήσῃ κατὰ τὴν ἐξά-
2497σκησιν τῶν σπουδαιοτάτων αὑτῆς καθηκόντων καὶ παρεξηγηθῇ
2498οὐ μόνον ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αὐτὴν
2499τὴν Εὐρώπην, καὶ νὰ μᾶς ἀποδοθῇ ἡ μομφὴ, ὅτι εὕρομεν εὔ-
2500θετον τὴν περίστασιν νὰ διεκδικήσωμεν πολιτικὰ πάθη, μὴ
2501ἁρμόζοντα εἰς ἓν Κοινοβούλιον. Ἀναντιῤῥήτως ἡ διαγωγὴ τῆς
2502Κυβερνήσεως ἐκείνης συνετάραξε καὶ δικαίως ὁλόκληρον τὸ
2503Ἑλληνικὸν ἔθνος, διότι ἐσχολιάσθη πολυειδῶς καὶ ἀπεδόθη εἰς
2504αὐτὴν σκοπὸς ἀνώτερος κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου. Ἀλλὰ
2505φρονῶ, κύριοι, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ καὶ μελετήσῃ
2506τὸ ζήτημα μετὰ μεγάλης προσοχῆς, καὶ πρὸ πάντων νὰ ἐξε-
2507τάσῃ καὶ σκεφθῇ σοβαρῶς ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ὡς Κυβέρ-
2508νησις, ἠδύνατο νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὰ ἐσωτερικὰ καθήκοντα καὶ
2509δικαιώματα τῆς Βουλῆς, ὡς πρὸς τὸν σχηματισμὸν τῆς ἀπαρ-
2510τίας αὐτῆς· διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι τὸ ὑπουργεῖον οὐδὲν
2511δικαίωμα ἔχει νὰ προσέλθῃ εἰς τὸ Βουλευτήριον καὶ ν’ ἀπο-
2512τείνῃ τὴν παρατήρησιν, ὡς ὑπουργεῖον, εἴτε εἰς τὸν πρόεδρον
2513τῆς Βουλῆς εἴτε εἰς αὐτὴν τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν εἶναι ἐν ἀπαρ-
2514τίᾳ καὶ ἑπομένως ὅτι θὰ ἀποβάλῃ ἐντεῦθεν τοὺς συνεδριάζον-
2515τας, ἢ νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι δὲν δέχεται νὰ ἔλθῃ εἰς καμμίαν μετ’
2516αὐτῶν ἐργασίαν. Τὰς πράξεις καὶ ἐργασίας τῆς Βουλῆς τὰς
2517κανονίζει ἰδιαίτερος Κανονισμὸς αὐτῆς, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ
2518συνέταξε δυνάμει ῥητοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος· κατὰ τὰς
2519διατάξεις δὲ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὁ πρόεδρος κηρύττει
2520τὴν ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων, ἐπινεύσει δὲ τῆς Βουλῆς κη-
2521ρύσσεται τὸ τέλος αὐτῶν. Οὐδὲν δικαίωμα ἑπομένως εἶχεν ἡ
2522Κυβέρνησις ἐκείνη, ὡς Κυβέρνησις, νὰ παρεμβῇ καὶ ἐξετάσῃ
2523ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐκηρύχθη ἐν ἀπαρτίᾳ ἡ Βουλή. Βεβαίως
2524οἱ ὑπουργοὶ ἦσαν καὶ βουλευταί, ἑπομένως ὡς τοιοῦτοι δὲν
2525ἔπρεπε νὰ συμμεθέξωσιν εἰς τοιαύτην ἔκνομον καὶ ἀντισυνταγ-
2526ματικὴν ἐνέργειαν, ἀλλὰ διὰ τοῦτο, ὡς βουλευταί, δὲν ὀφεί-
2527λουσιν εὐθύνην ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης, ὀφείλουσιν ὅμως ἠθικὴν
2528εὐθύνην ἐνώπιον τοῦ ἔθνους, καὶ τὸ ἔθνος ἀρκετὰ ἐτιμώρησεν
2529αὐτούς (θόρυβος), διότι ὅλοι σχεδὸν οἱ τελέσαντες τὰ ὄργια
2530ἐκεῖνα ἀπεκλείσθησαν διὰ τῶν νέων ἐκλογῶν. Οἱ ψευδεῖς νόμοι,
2531οὓς ἐψήφισαν ἐκεῖνοι ὡς βουλευταί, ἠκυρώθησαν ὑπὸ τῆς ἀλη-
2532θοῦς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους· ἡ τιμωρία αὕτη εἶναι ἀρκοῦσα
2533ὡς τιμωρία ἠθική.
2534Δὲν βλέπω, κύριοι, ὅτι δύναται, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ
2535ὑποστηριχθῇ κατὰ τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου κατηγορία ἐπὶ πα-
2536ραβάσει ὅρου τινὸς τοῦ Συντάγματος, ἢ τοῦ ποινικοῦ νόμου
2537ἐπὶ τῷ ἀντισυνταγματικῷ σχηματισμῷ τῆς Βουλευτικῆς ἀπαρ-
2538τίας. Βεβαίως τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ζήτημα σπουδαιότατον·
2539ὡς τοιοῦτον ἐλπίζω θὰ ἀναπτυχθῇ ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου
2540παρὰ τῶν διαπρεπεστέρων ῥητόρων τῆς Βουλῆς, καὶ ἑπομένως
2541ἡ Βουλὴ θὰ εὑρεθῇ εἰς θέσιν μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν ταύτην νὰ
2542ἐκφέρῃ ἀπόφασιν δικαίαν καὶ πεφωτισμένην. Ἐπαναλαμβάνω
2543ὅμως νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλὴν προσοχὴν, μετριοπάθειαν καὶ
2544ἀμερόληπτον ἐξέτασιν καὶ συζήτησιν ἕνεκα τοῦ ἐπισφαλοῦς
2545τοῦ ζητήματος (θόρυβος ἐν τῇ Βουλῇ, ποδοκροτήματα καὶ
2546χειροκροτήματα ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ).
2547§140ΡΟΥΚΗΣ. Οἱ ὑπόδικοι προετοίμασαν, ὡς βλέπετε, καὶ ἀν-
2548θρώπους εἰς τὰ ἀκροατήρια. Τοὺς ἐπλήρωσαν νὰ ποδοκροτοῦν
2549καὶ χειροκροτοῦν.
2550§141ΦΙΛΗΜΩΝ. Αὐτὰ εἶναι προπαρεσκευασμένα ἀπὸ τῆς ἡμέ-
2551ρας (θόρυβος). Ἀλλὰ δὲν θὰ μᾶς ἀναγκάσουν νὰ παραβῶμεν
2552τὸ καθῆκόν μας.
2553§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι, καθήσατε θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ
2554συνεδρίασις.
2555§143Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂν ὁ τελευταῖον ἀγορεύσας πε-
2556ριωρίζετο εἰς τὸ τελευταῖον μόνον μέρος τῆς ὁμιλίας του, δὲν
2557ἤθελε μὲ φέρει εἰς τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην νὰ μετάσχω σήμε-
2558ρον τῆς συζητήσεως ταύτης. Ἀνατραφεὶς ἐν ἐλευθέρῳ πολιτεύ-
2559ματι, ἐσυνείθισα νὰ σέβωμαι τὰς πεποιθήσεις τῶν ἄλλων, οἱαι-
2560δήποτε καὶ ἂν ὦσι· καὶ ἂν εὑρίσκωνται εἰς ἀντίθεσιν αἱ κρίσεις
2561καὶ αἱ γνῶμαι τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου πρὸς τὰς ἐμάς, δὲν
2562ἤθελον κρίνει ἀναποφεύκτως ἀναγκαῖον νὰ ἔλθω ν’ ἀντιλέξω.
2563Δυστυχῶς ὅμως ὁ ἐξ Ἐπιδαύρου τῆς Λιμηρᾶς βουλευτὴς ἐξέ-
2564τεινε τὸν λόγον ἐπὶ ἱστορικὰς ἐκδρομὰς, προέβη εἰς ἀφηγήσεις
2565συμβεβηκότων, τὰ ὁποῖα πρὸ 20 περίπου μηνῶν ἐτελέσθησαν
2566ἐνώπιον ὅλης τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, καθήψατο προσώπων, τὰ
2567ὁποῖα μετέσχον τῶν συμβεβηκότων ἐκείνων, καὶ μοὶ ἐπιβάλ-
2568λει τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην νὰ ἐξηγήσω τὴν κατὰ τὸν χρόνον
2569ἐκεῖνον πολιτείαν μου, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον αὕτη ἦτο ἐν
2570ἀρχῇ σύμφωνος μετὰ τῆς πολιτείας πολλῶν ἄλλων, καὶ μετὰ
2571τῆς πολιτείας καὶ αὐτοῦ τοῦ ὑπουργείου τῆς 9 Φεβρουαρίου.
2572Μοὶ ἐπιβάλλει δὲ τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην νὰ μὴ φεισθῶ οὐδὲ
2573τούτου, καὶ νὰ ἐκφέρω τὴν ἐπὶ τῶν γεγονότων ἐκείνων κρίσιν
2574μοῦ μετὰ τῆς ἀμεροληψίας, μεθ’ ἧς ἐλπίζω ὅτι καὶ ἡ ἱστορία
2575θέλει ἐκφέρει αὐτήν.
2576Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐβασάνισα τὴν διάνοιάν μου καὶ ἐξήτασα
2577πολλάκις ἐν ἐμαυτῷ, καθ’ ἣν ὥραν ἠγόρευεν ὁ ἐξ Ἐπιδαύρου
2578τῆς Λιμηρᾶς βουλευτής, διὰ νὰ εὕρω τὴν ἀλληλουχίαν, τὴν ὁ-
2579ποίαν αἱ λεπτομέρειαι, ἃς ἐντεῦθεν ἀφηγήθη ἐπὶ τῶν συμβάντων
2580ἐκείνων, εἶχον πρὸς τὸ εἰδικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐκλήθημεν νὰ
2581συζητήσωμεν σήμερον. Δὲν ἠδυνάμην νὰ συνάψω ὅπως δήποτε
2582μελέτην τόσῳ σπουδαίαν, οἵα εἶναι ἐκείνη εἰς τὴν ὁποίαν ἡ
2583Βουλὴ πρὸ ὀλίγου ἐπεδόθη μετὰ τοῦ διορισμοῦ τοῦ Χαντζάκου
2584ὡς ἁλατοφύλακος καὶ τοῦ Ἀλαμπάση ὡς τελωνιακοῦ ὑπηρέτου.
2585Ἀλλὰ ὅσον καὶ ἂν μὲ ἐνθαῤῥύνῃ ἡ εὐγενὴς αὕτη ἀνοχὴ τῆς
2586Βουλῆς, ἵνα ἀκολουθήσω αὐτὸν εἰς τὴν ἐξέτασιν ὅλων τῶν ἀν-
2587τικειμένων, ὧν ἐπελάβετο, δὲν θέλω τὸ πράξει, ἀλλὰ θέλω
2588περιορισθῆ ἀκριβῶς, ἵνα ἀνορθώσω τὰς ἱστορικὰς ἀφηγήσεις, τὰς
2589ὁποίας ἐνέκρινε νὰ κάμῃ ἐντεῦθεν, τὰς ὁποίας ὅμως εὑρίσκω πε-
2590πλανημένας.
2591Ὁ προαγορεύσας σᾶς εἶπεν ὅτι ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, ἡ
2592γενομένη κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1874, ἦτο πρᾶξις δικαιο-
2593λογημένη ἀπὸ τοὺς γενικοὺς κανόνας, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ διέ-
2594πωσι τὰς ἐνεργείας τῶν πολιτευομένων, καὶ οἱ ὁποῖοι ἀποτε-
2595λοῦνται ἀπὸ τὸ σύνολον τῶν παραδόσεων τῶν Συνταγματικῶν.
2596Δυστυχῶς δ’ ὑπεστήριξε προσέτι, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῆς 9ης
2597Φεβρουαρίου ἠδύνατο ν’ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον τῆς διαλύσεως τῆς
2598Βουλῆς, καὶ ὅτι διέλυσε τὴν Βουλὴν εὐλόγως, προσηνέχθη δὲ
2599τιμίως εἰς τὰς μετὰ τοῦ Κοινοβουλίου σχέσεις του, εἰ καὶ εἶχεν
2600ὑποσχεθῆ εἰς αὐτὸ νὰ μὴ κάμῃ χρῆσιν τῶν προνομίων. Ἔχω
2601διάφορον γνώμην ἐπὶ ἑκατέρου τῶν ζητημάτων τούτων.
2602Κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ 1874 ἐκλήθη ἐπὶ τὴν διοίκησιν τῶν
2603πραγμάτων ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας προήδρευεν ὁ ἐξ Ὕδρας
2604Βουλευτής· ἡ Κυβέρνησις δ’ ἐκείνη διεδέχετο τὴν Κυβέρνησιν,
2605τῆς ὁποίας προήδρευεν ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής. Τὸ ὑπουρ-
2606γεῖον τοῦ κ. Δεληγεώργη εἶχε κυβερνήσει 18 περίπου μῆνας
2607τὸν τόπον, τὸ δὲ τοῦ κ. Βούλγαρη ἀνεδεικνύετο καὶ ὑποστη-
2608ρίζετο ὑπὸ συμμαχίας πολιτικῶν κομμάτων, τὰ ὁποῖα, κρίνον-
2609τα πλημμελῆ τὴν πολιτείαν τοῦ κ. Δεληγεώργη, ἐπολέμησαν
2610τὸ ὑπουργεῖον ἐκείνου καὶ συνέπραττον ἀντιπολιτευόμενα αὐτό.
2611Δὲν εἶναι καιρὸς νὰ ἐξετάσω τώρα ἂν τὰ ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει
2612τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Δεληγεώργη συμπράττοντα τότε κόμ-
2613ματα εἶχον δίκαιον κατ’ οὐσίαν ἢ ὄχι, οὐδ’ εἶναι καιρὸς νὰ φέ-
2614ρω κρίσεις ἐπὶ τῆς πολιτείας τοῦ ὑπουργείου τοῦ 1873, διότι
2615νῦν ἀσχολούμεθα περὶ ἕτερα ἀντικείμενα. Εἶναι ὅμως τῆς πα-
2616ρούσης ὥρας, διότι ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος προέβη εἰς τὴν ἱ-
2617στορικὴν ταύτην ἀφήγησιν, νὰ ἐξετάσω τὸν λόγον, δι’ ὃν συνέ-
2618στησαν τὰ κόμματα κατὰ τοῦ κ. Δεληγεώργη, καὶ νὰ ἀνακοι-
2619νώσω εἰς ὑμᾶς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας τὰ κόμματα ἐκεῖ-
2620να, τὰ ἀντιπολιτευσάμενα τὸν κ. Δεληγεώργη, εἶχον ἀναλά-
2621βει πρὸς τὴν κοινωνίαν.
2622Ἡ ἀντιπολίτευσις κατὰ τοῦ ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου προή-
2623δρευεν ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής, διετείνετο ὅτι ἡ πολιτικὴ
2624λειτουργία τοῦ Κοινοβουλίου παρεκωλύετο κατὰ τὸ παρελθὸν
2625ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου, καὶ ὅτι δὲν ἀφίνετο ἐλεύθερον τὸ
2626Κοινοβούλιον νὰ ἐξασκήσῃ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τὸ Σύν-
2627ταγμα ἀνέθηκεν εἰς αὐτό. Ἐπομένως διετύπου ἐν γένει τὸ πρό-
2628γραμμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἀνέγραφεν ἐν αὐτῷ τὴν ἀκώ-
2629λυτον λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ τὴν καθιέρωσιν τῶν
2630δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα ἀνέθηκεν εἰς αὐτό. Ἡ ἔν-
2631νοια τοῦ προγράμματος τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐκείνης μοὶ φαίνε-
2632ται ὅτι ἦτο ῥητῶς ἐκπεφρασμένη ἐν τῇ προσφωνήσει, τὴν ὁ-
2633ποίαν ὁ τότε ἀναβὰς τὴν ἕδραν τῆς Βουλῆς διὰ τῆς ψήφου τῆς
2634πλειονοψηφίας τοῦ Σώματος ἀπηύθυνε πρὸς τὸ Κοινοβούλιον. Ὁ
2635Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τότε διηρμήνευε τὸ φρόνημα τῆς πλειονο-
2636ψηφίας ῥητῶς διὰ τῆς προσφωνήσεώς του, αἱ δὲ πολιτικαὶ ἔν-
2637νοιαι, τὰς ὁποίας ἡ προσφώνησις ἐκείνη περιεῖχεν, ἦσαν τὸ πρό-
2638γραμμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τοῦ ὑπουργείου Δεληγεώρ-
2639γη, καὶ ἀπετέλουν τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἡ ἀντιπολίτευ-
2640σις ἀνελάμβανε πρὸς τὴν κοινωνίαν, ἵνα ἐκπληρώσῃ, ὅταν ἔλθῃ
2641εἰς τὴν ἀρχήν. Ἐὰν αἱ ἀντιπολιτεύσεις δὲν ἔχωσι κύριον σκο-
2642πὸν νὰ μεταβάλλωσι μόνον τὸ καθεστώς, νὰ ἀντικαταστήσωσι
2643μόνον τὴν ὑπάρχουσαν διοίκησιν, νομίζω, ὅτι κατ’ οὐδένα λό-
2644γον δύνανται νὰ δικαιολογηθῶσι λησμονοῦσαι τὰς ὑποχρεώσεις,
2645τὰς ὁποίας ἀπέναντι τοῦ κοινοῦ ἀνέλαβον συνεπείᾳ τῶν ὑπο-
2646σχέσεων, τὰς ὁποίας ἔδωκαν πρὸς αὐτὸ, ὅταν ἐζήτησαν τὴν ἐ-
2647πιδοκιμασίαν του ἐπὶ τῆς πολιτείας των, καὶ διὰ τῆς ἐπιδο-
2648κιμασίας ταύτης προσεπάθουν νὰ ῥίψωσι τὴν ὑπάρχουσαν διοί-
2649κησιν αὐτῆς.
2650Ἤμην μέλος τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐκείνης, οὐ μόνον
2651διότι κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον συνέπραττον μετὰ ἀνδρῶν
2652πολιτευομένων, τοὺς ὁποίους τιμῶ καὶ ὑπολήπτομαι πάν-
2653τοτε, ἀλλὰ καὶ διότι ἰδιαίτερα συμβεβηκότα μοὶ ὑπηγό-
2654ρευον τὴν αὐτὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἐκεῖνοι μετὰ τῶν
2655ὁποίων συνέπραττον εἶχον. Ἐνόμιζον, ἀντιπολιτευόμενος τὸ
2656ὑπουργεῖον Δεληγεώργη, ὅτι εἶχον ἐλαφρὰν τὴν συνείδησιν
2657διότι ἔπραττόν τι, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐπέβαλε τὸ πρὸς πατρίδα
2658καθῆκον, καὶ διότι ἐνόμιζον, ὅτι ἤθελον συντελέσει ἵνα ἀπο-
2659καταστήσω βελτίω τὴν μέλλουσαν κατάστασιν. Ἀφοῦ τὸ
2660ὑπουργεῖον τοῦ κ. Δεληγεώργη ἀποχώρησε τῶν κοινῶν καὶ τὸ
2661ὑπουργεῖον τοῦ κ. Βούλγαρη ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν, ἐκπρο-
2662σωποῦν τὸ φρόνημα τῆς μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀντιπολι-
2663τεύσεως, καὶ φέρον πρὸς τὸν τόπον τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς
2664ὁποίας ἡ ἀντιπολίτευσις ἐκείνη ὑπεσχέθη, εἶχον ἓν καθῆκον,
2665νὰ δώσω τὴν συνδρομήν μου εἰς τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Βούλ-
2666γαρη. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ πεῖρα τῶν πραγμάτων ἐν Ἑλλάδι μὲ
2667ἐδίδαξεν, ὅτι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὑπερβαλόντως εὔπιστοι, εὑρί-
2668σκονται πάντοτε ἐν μεταμελείᾳ, ἐνθυμοῦμαι ζωηρῶς, ὅτι ἀπὸ
2669τοῦ βήματος ὑπεσχέθην τὴν συνδρομήν μου πρὸς τὸ ὑπουρ-
2670γεῖον τοῦ κ. Βούλγαρη, ἀλλ’ ὑπὸ ῥητοὺς ὅρους, τοὺς ὅρους τῆς
2671ἐκτελέσεως τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας πρὸς τὴν κοινωνίαν
2672ὡς ἀντιπροσωπεῦον τὴν ἀντιπολίτευσιν ἀνέλαβε. Καὶ ὅμως μό-
2673λις ἀνέλαβε τὴν κυβέρνησιν τοῦ τόπου, πρωτίστη αὐτοῦ μέ-
2674ριμνα ὑπῆρξε νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν μὲ ἓν νομοσχέδιον,
2675τὸ ὁποῖον προέβαλε, διὰ νὰ προβιβάσῃ ἕνα ὑπάλληλον τοῦ
2676ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ, τὸν ὁποῖον
2677εἶχεν, εἰς βαθμὸν ἀνώτερον. Ἐν τούτοις μεταξὺ τῶν συμφωνιῶν
2678καὶ τῶν συνομολογηθεισῶν ἀμοιβαίων ὑποχρεώσεων, ἕνεκα τῶν
2679ὁποίων συνέπραττον εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν κατὰ τοῦ ὑπουρ-
2680γείου τοῦ κ. Δεληγεώργη, ἦτο ἡ ὑποχρέωσις νὰ κανονισθῶσιν
2681ἀκριβέστερον αἱ σχέσεις τῶν κυβερνώντων πρὸς τοὺς κυβερνω-
2682μένους, διὰ εἰσαγωγῆς νομοσχεδίου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουρ-
2683γῶν· ἦτο ἡ λεπτομερεστέρα ἐξέλεγξις τῆς πολιτείας ἐκείνων,
2684τοὺς ὁποίους ἀντεπολιτευόμεθα ἕως τότε· ἦτον ὁ λεπτομερέ-
2685στερος κανονισμὸς τῆς ἐξασκήσεως τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώμα-
2686τος διὰ τῆς εἰσαγωγῆς νέου νόμου περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν,
2687δεσμεύοντος τὴν ἐπίδρασιν τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας ἐπὶ
2688τὴν θέλησιν τῶν ἐκλογέων. Ὅλα ταῦτα ἀπῄτουν ἐργασίαν,
2689ἀπῄτουν σκέψιν καὶ μελέτην· ἀλλὰ καὶ ἡ ἐργασία καὶ ἡ σκέ-
2690ψις αὕτη καὶ ἡ μελέτη ἐγκατελείφθη, ὁ δὲ προβιβασμὸς τοῦ
2691ὑπαλλήλου τοῦ ὑπουργείου ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐκρίθη
2692μᾶλλον κατεπείγων, καὶ μᾶς ἐσυστήθη ὡς τὸ πρώτιστον ἀν-
2693τικείμενον τῆς μερίμνης ἡμῶν.
2694Τῇ ἀληθείᾳ δὲν σᾶς τὸ κρύπτω, ὅτι ἀπεθαῤῥύνθην. Ἀλλ’ οἱ-
2695αιδήποτε καὶ ἂν ἦσαν αἱ γνῶμαι ἢ αἱ κρίσεις μου περὶ τῆς
2696πολιτείας τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου, ὁ ὁποῖος προεκάθησε τῶν πραγ-
2697μάτων, ἤμην πάντοτε ὑπόχρεως νὰ τὰς κρύπτω ἐν τῇ καρ-
2698δίᾳ μου καὶ ἐν τῇ συνειδήσει μου. Ὑπέταξα αὐτὰς εἰς τὴν
2699γνώμην τῶν πλειόνων, κατὰ δὲ τὴν γνώμην τῶν πλειόνων
2700ὠφείλετο εἰς αὐτὸν σεβασμὸς διὰ τὰς μακρὰς εἰς τὸν τόπον
2701ὑπηρεσίας του. Ὅσας δὲ καὶ ἂν μοὶ ἐγέννα δυσπιστίας ἡ πα-
2702ρελθοῦσα πολιτεία τοῦ ἀνδρὸς, ὤφειλον νὰ σιγήσω καὶ νὰ ἐξα-
2703κολουθήσω νὰ χορηγῶ τὴν συνδρομήν μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν,
2704ἧς προΐστατο.
2705Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἐπερωτήσεις ἐγένοντο ἐν τῷ μέσῳ. Δύω
2706ἔντιμοι βουλευταὶ, τοὺς ὁποίους βλέπω ἐνταῦθα, ὁ βουλευτὴς
2707ἐκ Ζακύνθου κύριος Λομβάρδος καὶ ὁ ἐκ Μέσης κύριος Ζω-
2708χιὸς, ἔφερον τὰς ἐπερωτήσεις ταύτας καὶ προέβησαν εἰς
2709συζήτησιν αὐτῶν λίαν ἀνεπτυγμένην. Δὲν σκοπεύω νὰ ἐπι-
2710κρίνω οὔτε τὸν κύριον Ζωχιὸν, οὔτε τὸν κύριον Λομβάρδον. Δὲν
2711κρύπτω ὅμως, ὅτι ἐνόμισα, ὅτι αἱ συζητήσεις ἐκεῖναι δὲν
2712ἦσαν καθαρῶς συνταγματικαὶ, δὲν ἦτο ἄσκησις τοῦ δικαιώ-
2713ματος τῆς Βουλῆς πρὸς ἐξέτασιν τῆς διαγωγῆς τῶν ὑπευ-
2714θύνων ὑπουργῶν, ἦτό τι τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο αὐτὸ, τὸ ὁποῖον
2715σᾶς εἶπα. Εἶχον δὲ καθῆκον καὶ ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου,
2716καὶ ὡς πολιτικὸς συμπράκτωρ τῶν εἰρημένων ἐντίμων δύω
2717συναδέλφων μου, νὰ συντελέσω εἰς τὸ νὰ περιορίσω τὰς συζη-
2718τήσεις ἐκείνας ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα διέ-
2719γραψε, τὰ δὲ ὅρια ταῦτα περιώριζον τὴν ἐξέτασιν ἐπὶ μόνων
2720τῶν πράξεων τῶν ὑπευθύνων ὑπουργῶν. Ὅθεν διὰ νὰ πραγ-
2721ματοποιήσω τὴν προαίρεσίν μου ταύτην, καὶ νὰ προσενέγκω
2722τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ὤφειλον, διετύπωσα τὴν πρότασιν,
2723τὴν ὁποίαν τότε ὑπέβαλα. Δὲν ἦτο πρότασις κατηγορητηρίου,
2724ὡς ὁ ἔντιμος ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς σᾶς εἶπε.
2725§144ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὴν ἐχαρακτήρησα οὕτως.
2726§145Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι ὁ κύριος Παπαμιχαλό-
2727πουλος ἐλησμόνησε τόσον τοὺς ὅρους τῆς πολιτικῆς γλώσσης
2728καὶ τοὺς χαρακτηρισμοὺς τῶν πράξεων, ἵνα ὀνομάσῃ κατηγο-
2729ρητήριον τὴν πρότασίν μου, διὰ τῆς ὁποίας προέβαλον τὴν σύ-
2730στασιν ἐπιτροπῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων. Διὰ τῆς προ-
2731τάσεώς μου περὶ τῆς Commission d'enquête ἐνόμιζον, ὅτι ἐπα-
2732νέφερον τὴν συζήτησιν ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος, ὡσαύ-
2733τως ὅτι ἐπανῆγον τὴν πορείαν τοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ τῆς συν-
2734ταγματικῆς ὁδοῦ, ὥστε, ἂν εἶχε πραχθῆ κατὰ τὸ παρελθόν τι
2735τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο σύμφωνον πρὸς τὸ πολίτευμα καὶ τοὺς νό-
2736μους, ἢ ἂν εἶχε πραχθῆ κατὰ τὸ παρελθόν τι, τὸ ὁποῖον δὲ
2737ὑπηγορεύετο ἀπὸ τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους, ἐγὼ διὰ τῆς προ-
2738τάσεώς μου ἐκείνης ἀνεκήρυσσον ὑπευθύνους τοὺς ὑπουργοὺς,
2739ἄφινον δὲ πάντας τοὺς λοιποὺς εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν τὸ
2740Σύνταγμα ὥρισεν εἰς ἕκαστον. Καὶ σᾶς ὁμολογῶ ὅτι ἐχάρην
2741χαρὰν μεγάλην, ὅταν εἶδον ὅτι ἐν τῇ προτάσει, τὴν ὁποίαν
2742διετύπωσα κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν διὰ μολυβδοκονδύλου,
2743ὁ ἔντιμος ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς προσεχώρησε προθύμως καὶ
2744ἔθηκε τὴν ὑπογραφήν του· ἐχάρην διότι ἐν τῇ προσχωρήσει του
2745ταύτῃ ἀνεῦρον τὴν ὁμολογίαν τοῦ κυρίου Λομβάρδου, ὅτι ἐνε-
2746φορεῖτο ὑπὸ τῶν αὐτῶν ἰδεῶν, ὑπὸ τῶν ὁποίων ἐνεφορούμην
2747καὶ ἐγώ.
2748Ἡ πρότασις προεβλήθη καὶ ἡ συζήτησις αὐτῆς ἐπῆλθεν.
2749Ἴσως δὲν μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ φέρω κρίσιν τινὰ τώρα
2750ἐπὶ τῆς τακτικῆς, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε τὸ Κοινοβούλιον
2751ἐκεῖνο κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος προτάσεως·
2752λέγω ἴσως δὲν μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον, διότι δὲν πρόκειται νὰ
2753προκαλέσω τὴν γνώμην σας ἐπὶ τῆς κρίσεως ταύτης. Εἶναι
2754κρίσις ἁπλῶς ἱστορικὴ, καὶ μ’ ὅλον ὅτι αἱ ἱστορικαὶ κρίσεις
2755δὲν ἔχουσι χώραν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἀλλ’ ἐν ταῖς ἱστορικαῖς
2756συγγραφαῖς, εἶμαι ὅμως ἠναγκασμένος νὰ μὴν παραλείψω νὰ
2757σᾶς ἀνακοινώσω τὴν κρίσιν μου ταύτην, διότι νομίζω, ὅτι καὶ
2758ἐκ τοῦ συμβεβηκότος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐπικρίνω,
2759ἐπῆλθον περιπλοκαὶ δυσαρέστως ἐπηρεάσασαι τὴν πολιτικήν.
2760Πρόκειται νὰ ἐπικρίνω τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως
2761τῆς Commission d'enquête. Ἐγὼ, ὁ ἀναπτύξας τὴν πρότα-
2762σιν ἐκείνην, προσδιώριζον ῥητῶς τὰ ἀντικείμενα, ἐπὶ τῶν ὁ-
2763ποίων προεκάλουν τὴν ἐξέτασιν τῆς Βουλῆς· ταῦτα δὲ ἦσαν
2764προσδιωρισμένα οὕτως, ὥστε ἦσαν τῷ ὄντι ἀντικείμενον ἐ-
2765ρεύνης τοιαύτης, ὁποίαν ἡ πρότασις περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς
2766ἀπῄτει. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις μετεβλήθη εἰς συζήτησιν πολιτι-
2767κὴν, καὶ τὴν μίαν ἡμέραν ἀντήχουν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ
2768παράπονα κατὰ τοῦ διορισμοῦ ὁδηγῶν, τὴν ἄλλην ἡμέραν
2769κατὰ τῆς διαγωγῆς μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων. Ἐὰν
2770δέ τις ἐτύγχανεν ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις κατὰ τὰς συνε-
2771δριάσεις ἐκείνας, ἤθελεν ὑπολάβει ὅτι συνετάττετο ἀπάντησις
2772εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, καὶ ὅτι οἱ κύριοι βουλευταὶ ἡμιλ-
2773λῶντο πῶς διὰ τῆς ἀπαντήσεως ταύτης νὰ κάμωσι γνω-
2774στὰ τὰ πολιτικά των φρονήματα εἰς τὸν Ἡγεμόνα, ἵνα ὁ-
2775δηγηθῇ ἂν πρέπῃ νὰ συντηρήσῃ ἢ μὴ τὰ ὑπάρχοντα εἰς
2776τὴν Κυβέρνησιν πρόσωπα. Καὶ ὅμως ἡ πολιτικὴ, ἡ ὁποία
2777ἐξητάζετο, ἦτο πορεία πολιτικῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν
2778ὑπῆρχον πλέον εἰς τὴν ἀρχήν· ὁ δὲ Ἡγεμὼν δὲν εἶχεν ἀνάγ-
2779κην νὰ μάθῃ τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς ὁποῖον ἦτο, ἀφοῦ οἱ ἄν-
2780θρωποι, περὶ ὧν τὸ φρόνημα, δὲν ἦσαν πλέον ἐν τῇ ἀρχῇ. Ἡ
2781παρεκτραπεῖσα τῷ ὄντι ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου συζήτησις
2782περιέλαβε τοσαῦτα ἀντικείμενα, ὥστε ἂν αὐτὴν τὴν στιγμὴν
2783ἀνεπάλει τις τὰ τότε γενόμενα ἤθελεν εἰκάσει μετὰ λόγου, ὅτι
2784οἱ μετασχόντες τῆς συζητήσεως ἐκείνης ὡδηγοῦντο περισσότε-
2785ρον ἀπὸ τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας εἶχον τότε νωπὰς περὶ
2786τῶν ἀδικημάτων, τὰ ὁποῖα τυχὸν συνέβησαν εἰς αὐτοὺς, ὡδη-
2787γοῦντο περισσότερον ἀπὸ τὰ αἰσθήματα τῆς καρδίας των, ἢ
2788ἀπὸ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας εἶχον μετέχοντες τῆς συζητή-
2789σεως, καὶ ἀπὸ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ὑπηγόρευεν αὐτοῖς ἡ
2790συνείδησις.
2791Διάταξις ῥητὴ τοῦ Συντάγματος δίδωσι τὸ δικαίωμα εἰς
2792τὴν Βουλὴν νὰ συνιστᾷ ἐξεταστικὰς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὰς·
2793διὰ δὲ τῆς ἐκτελέσεως τῆς διατάξεως ταύτης δὲν ἐπέρχεται
2794διατάραξις εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς συνταγματικῆς μηχανῆς.
2795Ἑκάστη ἀρχὴ μένει εἰς τὴν θέσιν της, οὐδεμία δὲ προσγίνεται
2796ἀφορμὴ νὰ διαταραχθῇ ὁ συνταγματικὸς κόσμος, νὰ διαταρα-
2797χθῇ εἴτε ἡ λειτουργία τοῦ Κοινοβουλίου, εἴτε ἡ γαλήνη τῆς
2798κοινωνίας, εἴτε τὸ ἀνεύθυνον ἢ τὸ ὕψιστον τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας.
2799Καὶ ὅμως τῆς προτάσεως ἐκείνης ἡ συζήτησις προήγαγε κρί-
2800σεις ἀσυμβιβάστους πρὸς ταῦτα πάντα, καὶ συνεπείας ἀπροσδο-
2801κήτους καθ’ ὅλα.
2802Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, καὶ
2803τὴν ὁποίαν ὑπέγραψε κατόπιν καὶ ὁ κύριος Λομβάρδος, ὅτι ἦτον
2804αὐθαίρετος ἢ ἰδιότροπος γνώμη ἐμοῦ; ὅτι ἐγὼ ὑπέβαλον τὴν
2805πρότασιν, διότι ἐπεθύμουν ἵνα οὕτω πολεμήσω πολιτικοὺς ἀντι-
2806πάλους καὶ ἐλαττώσω τὴν πρὸς αὐτοὺς ὑπόληψιν ἐν τῇ Κοινω-
2807νίᾳ; Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ μὲ ἀδικήσῃ εἰς τοσοῦτον
2808βαθμόν.
2809Ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης παρακάθηνται πολλοὶ ἔντιμοι
2810συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσιν, ὅτι ἡ πρότασις ἡ ἐμὴ ὡς καὶ
2811αἱ λεπτομέρειαι αὐτῆς ἐξητάσθησαν, ἐκανονίσθησαν, καὶ ἐπεκυ-
2812ρώθησαν ὑπὸ πολλῶν ἐντίμων βουλευτῶν. Δὲν θέλω ὑποτεθῇ
2813παραβιάζων τὰ ἀπόῤῥητα, τὰ ὁποῖα ἡ πολιτικὴ ἐμπιστοσύνη
2814μοὶ κατέστησε γνωστὰ, ἐὰν ἀναφέρω ὅτι εἴκοσι καὶ πλέον πε-
2815ριφανεῖς ἄνδρες, κατέχοντες ἐπισημοτάτας ἐν τῇ πολιτείᾳ θέ-
2816σεις, συνεμερίσθησαν καὶ ἐπεκύρωσαν τὰ τότε γενόμενα. Δὲν
2817θέλω ὑποτεθῆ δὲ, ὅτι παραβιάζω ἀπόῤῥητα ἐμπιστευθέντα μοι,
2818ἐὰν κάμω γνωστὸν, ὅτι δύω ἐκ τῶν ἐπισημοτέρων ἀνδρῶν ἐκεί-
2819νων ἀνέλαβον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κάμωσι γνωστὰ τὰ τότε ἀ-
2820ποφασισθέντα εἰς τὸν τότε πρωθυπουργὸν κύριον Βούλγαρην, ὅτι
2821ἀνεκοίνωσαν αὐτῷ ταῦτα, καὶ ὅτι ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ
2822Συμβουλίου ἀπήντησεν εἰς αὐτοὺς λέγων: «ἀκόμη προσθέσατε,
2823αὐτὰ εἶναι ὀλίγα ποῦ ἐβάλατε, βάλετε πολλὰ, πολλὰ, αὐτὰ εἶ-
2824ναι ὀλίγα.» Ὥστε αὐτὴ ἡ πρότασις περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς
2825τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ἐκάκισεν ὁ κύριος Πα-
2826παμιχαλόπουλος, καὶ τὴν ὁποίαν ἐθεώρησεν ὡς αἰτίαν ὅλων
2827τῶν κακῶν, εἶχε τὴν ψῆφον οὐ μόνον ὅλων τῶν συμπραττόν-
2828των τότε κομμάτων, ἀλλὰ καὶ τοῦ κ. Βούλγαρη καὶ τῶν
2829συναδέλφων αὐτοῦ.
2830Βεβαίως ἐν τῷ βουλευτηρίῳ ἑδρεύουσι πλεῖστοι ἄνδρες ἐξ ἐ-
2831κείνων οἵτινες ἐσυζητοῦμεν ἐν τῷ βουλευτηρίῳ ἐκείνῳ. Ἀλλὰ
2832μόλις ἡ συζήτησις προέβη, ἡ γνώμη τοῦ προέδρου τοῦ ὑπουρ-
2833γικοῦ Συμβουλίου μετεβλήθη. Ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβου-
2834λίου εὗρε τότε, ὅτι ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως ἐκείνης ἀνέτρεπε
2835τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, ὑπέσκαπτε τὰς βάσεις τοῦ
2836πολιτεύματος, ἠπείλει τὴν δημόσιον ἀσφάλειαν τοῦ τόπου, καὶ
2837ὅτι τὸ Κοινοβούλιον ἔπρεπε νὰ σταματήσῃ. Καὶ ἰδοὺ ἡ Κυβέρ-
2838νησις, τὴν ὁποίαν ἡ ἀντιπολίτευσις κατὰ τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ.
2839Δεληγεώργη ὑπεστήριζεν, ἰδοὺ ἡ Κυβέρνησις ἐπῆλθε νὰ σταμα-
2840τήσῃ τὸ Κοινοβούλιον κατὰ τὴν ἄσκησιν τῶν δικαιωμάτων
2841του.
2842Εἰμὶ πεπεισμένος ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἡ μεγίστη τῶν ἀντιφά-
2843σεων, εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελε περιπέσει τις, ἀντιπολιτευόμενος τὸ
2844ὑπουργεῖον τοῦ κ. Δεληγεώργη χθὲς καὶ ὑποστηρίζων σήμερον
2845τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Βούλγαρη, οὕτω πολιτευομένου.
2846§146ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς παρεκώλυσα.
2847§147ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀποτείνω εἰδικῶς πρὸς τὸν ἔντιμον βου-
2848λευτὴν Μεσολογγίου τὸν λόγον. Ἡ συνείδησις τῶν ὑποχρεώ-
2849σεων, τὰς ὁποίας ἔχω πρὸς τὴν πολιτείαν ὅταν πολιτεύωμαι,
2850εἶναι τοσοῦτον μεγάλη καὶ ἀκμαία, ὥστε ὀφείλω νὰ ὑποτάσ-
2851σω τὰς πράξεις μου εἰς αὐτὴν καὶ μόνην αὐτήν· ἑπομένως καὶ
2852ἀντιπολιτευόμενος ἐκείνου, ὑπεῖκον εἰς τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς
2853συνειδήσεώς μου, ἔστω καὶ πεπλανημέναι καὶ ἂν θεωρηθῶσιν,
2854ἀντιπολιτευόμενος δὲ κατόπιν τοῦ κ. Βούλγαρη, ἐξεπλήρωσα
2855πάλιν τὸ καθῆκον. Ἴσως ἠθέλατε νὰ εἰπῆτε ὅτι μετεμελήθην,
2856ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι καὶ τὸ πρὶν ἐξεπλήρωσα καὶ ἔπειτα πά-
2857λιν ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου.
2858Ἀλλὰ πῶς νὰ σταματήσῃ ἡ πορεία τοῦ Κοινοβουλίου; Τὸ
2859Κοινοβούλιον εἶχεν ἀρχίσει τὴν συζήτησιν, ἐσυζήτει δέκα ἡμέ-
2860ρας, πῶς νὰ τὴν σταματήσῃ; Τότε ἐνθυμήθη ἡ Κυβέρνησις τὸν
2861προϋπολογισμόν. Δὲν ἠμποροῦσε νὰ ὑποφέρῃ αὐτὴν τὴν μεγάλην
2862συνταγματικὴν ἀνωμαλίαν, νὰ ἀρχίσῃ ὁ Ἰανουάριος, νὰ προβῶ-
2863μεν εἰς τὰ τέλη τοῦ Φεβρουαρίου, καὶ νὰ μὴ ἔχῃ τὸν προϋπο-
2864λογισμὸν τοῦ ἔτους, καὶ νὰ ζῇ μὲ τὰς πιστώσεις τὰς ὑπὸ τῆς
2865Βουλῆς χορηγουμένας!! Ἡ Κυβέρνησις, περίφροντις διὰ τὴν
2866διατήρησιν τοῦ Συντάγματος μέχρις εὐλαβείας, ἐμερίμνα καὶ
2867ἐτύρβαζε καὶ ἐπέμενε νὰ προηγηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς πάσης
2868ἄλλης ἐργασίας. Διώρων ἐν τῷ ψευδεῖ ἐκείνῳ ἐπιχειρήματι τὴν
2869πλάνην· ἤλπιζον καὶ εἶχον τὴν εὔλογον ἀξίωσιν καὶ ἐγὼ ἴσως
2870καὶ οἱ ἄλλοι μετὰ τῶν ὁποίων κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους συν-
2871εβάδιζον, καὶ μετὰ τῶν ὁποίων συνεπολιτευόμην ἐν τῷ βουλευ-
2872τηρίῳ, νὰ διίδῃ ὡσαύτως τὴν πλάνην ἐκείνην ὁ προϊστάμενος αὐτῶν·
2873εἶχον τὴν ἀξίωσιν ταύτην, διότι ἀπέδιδον εἰς αὐτὸν μεγάλην τι-
2874μὴν, τὴν ὁποίαν καὶ νῦν ἀποδίδω εἰς αὐτὸν διὰ τὴν πεῖραν καὶ
2875τὸν πατριωτισμόν του, ὅστις πιθανῶς ὑπηγόρευε καὶ τὰς πρά-
2876ξεις του ἐκείνας· δυστυχῶς ὅμως σκέψεις εἰδικαί, προερχόμεναι
2877ἴσως ἐκ τῆς ἀνάγκης, ὑπηγόρευσαν εἰς αὐτὸν τὴν ἀπόφασιν
2878νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑποστηρίζων τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Βούλγαρη.
2879Ἔκτοτε δ’ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀνεγράφη φράσις, ἡ ὁποία
2880ἐπαναλαμβάνεται ἑκάστοτε καὶ ἐγείρει τὸ μειδίαμα τῶν ἀκου-
2881όντων: «θέλομεν ὑποστηρίζει τὴν Κυβέρνησιν ἕως ὅτου ἐφαρ-
2882μόζει τὰς ἀρχὰς τῆς τέως ἀντιπολιτεύσεως.» Τὸ μειδίαμα τὸ
2883ἐμὸν ἐπροκάλεσε βεβαιότατα, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων, τῶν ἐνθυ-
2884μουμένων τὴν τότε κατάστασιν τῆς Βουλῆς, ἐπροκάλεσε τὸ
2885μειδίαμα.
2886Δὲν νομίζω, κύριοι, ἡ τέχνη τοῦ πολιτεύεσθαι, ἡ πολιτικὴ,
2887νὰ ᾖναι τέχνη τοῦ δόλου καὶ τῆς ἀπάτης· δὲν νομίζω, ὅτι οἱ
2888κανόνες, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ διέπωσι τὰς πράξεις τοῦ κυβερνή-
2889του, νὰ ᾖναι τοσοῦτον ἀπομεμακρυσμένοι ἀπὸ τοὺς κανόνας τῆς
2890ἠθικῆς καὶ τῆς τιμῆς. Ἐὰν ἡ ἐπιστήμη τοῦ πολιτεύεσθαι δὲν
2891εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, ἤθελεν εἶσθαι προσιτὴ οὐ μόνον
2892εἰς τοὺς πολιτευομένους, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ἐν τοῖς δεσμωτη-
2893ρίοις, διότι τὰ δεσμωτήρια χωρίζονται βεβαίως τῆς πολιτικῆς
2894διὰ τῶν κανόνων τῆς ἠθικῆς.
2895Ἐννέα μόνον ὑπελείφθησαν ψηφοφορήσαντες κατὰ τοῦ ὑ-
2896πουργικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ὁ ἔντιμος ἐξ Ἐπιδαύρου
2897τῆς Λιμηρᾶς βουλευτὴς, ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑ-
2898πέβαλε τότε εἰς τὴν Βουλὴν ζητήσας νὰ προταχθῇ ὁ προϋ-
2899πολογισμὸς τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως ἐκείνης.
2900Ἐννέα βουλευταί· ἀλλὰ ὄχι· δὲν ἤμεθα μόνον ἐννέα, ἠθέλα-
2901μεν ἐμμείνει ψηφοφοροῦντες περισσότεροι τὴν ἡμέραν ἐκεί-
2902νην κατὰ τοῦ ὑπουργικοῦ ζητήματος. Ἐπειδὴ ὅμως ἐγνώριζον
2903τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἡ ψῆφος ἑκάστου ἐπάγει εἰς αὐτὸν,
2904ἐγὼ πρῶτος ἀπέτρεψα τοὺς ἄλλους τούτους νὰ ψηφοφορήσωσι
2905κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ ὑπουργείου, διότι ἔκρινον, ὅτι πρὸς
2906τὴν ζημίαν, ἥτις ἤθελε προκύψει ἐκ τοῦ παραγκωνισμοῦ τῆς
2907προτάσεως ἐκείνης, ἤθελε προκύψει καὶ ἄλλη ζημία, νὰ εὐκο-
2908λυνθῇ τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἐπιτύχῃ ὅ,τι ἀποδεδειγμένως ἐζήτει νὰ
2909ἐπιτύχῃ, ἐὰν εὑρίσκετο τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐν μειοψηφίᾳ. Ἴσως
2910τὴν στιγμὴν ταύτην παρακάθηταί πού τις τῶν βουλευτῶν,
2911ὅστις ἦλθε καὶ μὲ ἠρώτησε πῶς νὰ ψηφίσῃ, καὶ ἴσως ἐνθυμεῖ-
2912ται, ὅτι εἶπον αὐτῷ νὰ ψηφοφορήσῃ ὑπὲρ τοῦ ὑπουργείου.
2913Ἄλλως, ὤφειλον νὰ πράξω τοῦτο καὶ δι’ ἄλλον λόγον ἀκόμη·
2914ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης, κηρυσσόμενος πολέμιος τῆς Κυβερ-
2915νήσεως, ὤφειλον νὰ μὴ συμπράξω εἰς τὴν πτῶσιν αὐτῆς, εἰμὴ
2916ἐφ’ ὅσον ἠδυνάμην νὰ συντελέσω εἰς τὸν καταρτισμὸν διαδόχου
2917Κυβερνήσεως. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τοὺς πο-
2918λιτευομένους νὰ πολεμῶσι τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ μὴ ἔχωσι
2919τὴν ὑποχρέωσιν συγχρόνως νὰ οἰκοδομήσωσι νέαν. Ἐγὼ δὲ
2920ἐνῷ ἀπέναντί μου εἶχον ὑπουργοὺς, τοὺς ὁποίους ὤφειλον νὰ
2921πολεμήσω, προσέβλεπον πρὸς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ὡς ἀντι-
2922πολιτευόμενος ἐπολέμησα, καὶ πρὸς ἐξέτασιν τῶν πράξεων τῶν
2923ὁποίων ἐπρόβαλον τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων
2924ἐπιτροπῆς. Ἔκυπτον λοιπὸν ὑπὸ τὸ βάρος τῶν ὑποχρεώσεων
2925καὶ τῶν δυσκολιῶν μὲ τὰς ὁποίας μὲ περιέβαλον αἱ σχέσεις
2926μου αὗται. Διὰ τοῦτο προέτρεψα τοὺς φίλους μου τούτους νὰ
2927ἀφήσωσι τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῇ πλειονοψηφίᾳ, οὔτε νὰ ἐπιβά-
2928λωσιν εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην νὰ ἀποχωρήσῃ τῶν πραγμάτων.
2929§148ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ μιᾶς ψήφου.
2930Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ πρόεδρος Θ.
2931Ζαΐμης.
2932§149Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐνόμισεν, ὅτι,
2933καίτοι ἔχουσα πλειονοψηφίαν μιᾶς ἢ δύω ψήφων, εἶχε τὸ κα-
2934θῆκον νὰ παραιτηθῇ. Τῇ ἀληθείᾳ θαυμάζω βλέπων ἀντιγραφὰς
2935ξηρὰς τῶν ἀλλαχοῦ γιγνομένων, ἀθετήσεις δὲ τῶν ἐννοιῶν τῶν
2936συνταγματικῶν παραδόσεων καὶ ἐθίμων. Περίδοξος ἀνὴρ τῆς
2937Ἀγγλίας, ὁ Γλάδστων, βλέπων τὸ ἀποτέλεσμα τῶν βουλευ-
2938τικῶν ἐκλογῶν καθ’ ἑαυτοῦ, σπεύδει καὶ παραιτεῖται πρὶν ἡ
2939Βουλὴ ἐκφρασθῇ, διότι ἐπείσθη, ὅτι ἡ πλειοψηφία τῶν ἐκλε-
2940χθέντων δὲν ἦτο ὑπὲρ αὐτοῦ. Τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1874, βλέ-
2941πον ἐκ τῆς ψηφοφορίας τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ὅτι δύω μόνον ψή-
2942φων εἶχε πλειονοψηφίαν, δὲν ἐδέχετο τὴν προσβολὴν, δὲν ἐδέ-
2943χετο τὴν περὶ τῆς πλειοψηφίας του ἀμφιβολίαν· ἀλλὰ ὁ
2944Γλάδστων οὐδέποτε ἤθελε δεχθῆ νὰ σχηματίσῃ κυβέρνησιν,
2945καθ’ ὃν χρόνον δώδεκα μόνον ψήφους ἠρίθμει ἐν τῇ Βουλῇ. Καὶ
2946δὲν ἐξετάζετε, κύριοι, πόσας ψήφους εἶχεν ὁ κύριος Βούλγαρης
2947ὅταν ἦλθεν εἰς τὴν κυβέρνησιν; Δὲν εἶχε παρὰ 12 μόνον ψή-
2948φους. Πῶς δὲ κόμμα, τὸ ὁποῖον ἠρίθμει 12 μόνον ψήφους, ἐ-
2949τόλμησε νὰ ἀναλάβῃ τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων; Ἐὰν
2950δ’ ὑποτεθῇ ὅτι ἐστηρίζετο ἐπὶ τῆς συνδρομῆς τῶν ἄλλων δύω
2951κομμάτων, μὲ τὰ ὁποῖα συνέπραττε, πῶς δὲν ὑπώπτευεν ὅτι,
2952ἀφ’ οὗ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἠδυνήθη νὰ κληθῇ εἰς τὴν κυβέρνησιν
2953διενοήθη νὰ ἀπατήσῃ αὐτὰ, καὶ νὰ ἀθετήσῃ τὰς κοινὰς ὑπο-
2954χρεώσεις, δὲν ἦτον δυνατὸν νὰ ἔχῃ βεβαίαν τὴν συνδρομὴν
2955ταύτην; (Χειροκροτήματα ῥαγδαῖα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
2956§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσετε, κύριοι, διότι, ἂν δώσητε καὶ ἄλ-
2957λην ἀφορμὴν, θὰ ἀναγκασθῶ νὰ λάβω τὴν ἄδειαν νὰ διατάξω
2958τὴν ἐκκένωσιν.
2959§151Ν. ΣΟΥΤΣΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς προβλέπει, κύριε πρόεδρε, καὶ
2960δύνασθε νὰ διατάξητε τὴν ἐκκένωσιν.
2961§152Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μολονότι ἡ φωνὴ τοῦ προέδρου τῆς
2962Βουλῆς εἶναι σεβαστὴ καὶ πρέπει νὰ ἀκουσθῇ ἀπὸ ἐκείνους,
2963οἵτινες ἀκροῶνται τῶν συζητήσεων ἡμῶν, μ’ ὅλα ταῦτα ἂς
2964μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀπευθύνω καὶ ἐγὼ τὴν παραίνεσιν εἰς τοὺς
2965ἀκροωμένους, ὅτι αἱ συζητήσεις τῆς Βουλῆς εἶναι πολὺ σπου-
2966δαῖαι καὶ καθ’ ὑπερβολὴν σοβαραὶ, δὲν ἁρμόζει δὲ νὰ συντα-
2967ράττωσιν ἑκάστοτε αὐτὰς δι’ ἐπιδοκιμασιῶν καὶ ἀποδοκι-
2968μασιῶν.
2969Οἱ ὑπουργοὶ τῆς 9ης Φεβρουαρίου 1874, τῶν ὁποίων ἦτο
2970τόσον εὔθικτος ἡ φιλοτιμία καὶ τόσον μεγάλη ἡ προσοχὴ
2971πρὸς τὰς σχέσεις καὶ ὑποχρεώσεις των πρὸς τὸ Κοινοβούλιον,
2972οἱ ὑπουργοὶ, οἵτινες ἕνεκα τούτου ἠναγκάσθησαν νὰ μὴν ἐξακο-
2973λουθήσωσι νὰ ὑπηρετήσωσι, διότι εἶχον πλειονοψηφίαν δύω
2974μόνον ψήφων, οἱ ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι ἐδέχθησαν νὰ ἔλθωσιν εἰς
2975τὴν κυβέρνησιν καὶ νὰ λάβωσιν αὐτὴν, ἔχοντες 12 μόνον ψή-
2976φους, καὶ ἐπιστηριζόμενοι εἰς τὴν συνδρομὴν τῶν κ. κ. Κου-
2977μουνδούρου καὶ Ζαΐμη, τοὺς ὁποίους ἐκ τῆς πρώτης στιγμῆς
2978διενοοῦντο νὰ ἐξαπατήσωσιν, ὡς καὶ ἐξηπάτησαν.
2979§153ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ πιστεύω.
2980§154Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι παρόντες οἱ δύω μεγάτιμοι πολῖ-
2981ται, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα, καὶ δύνανται νὰ μὲ διαψεύσωσι.
2982Παρητήθη λοιπὸν τὸ ὑπουργεῖον. Μετὰ τὴν παραίτησιν δὲ
2983αὐτοῦ βεβαίως ὁ Βασιλεὺς εὑρέθη εἰς δυσκολίαν. Δὲν εἶναι κοι-
2984νοβουλευτικὸν, κύριοι, ν’ ἀναφέρηται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τὸ
2985ὄνομα τοῦ Βασιλέως, μετὰ μεγάλης δὲ προσοχῆς τηρῶ τὴν
2986ὑποχρέωσιν ταύτην. Ὁμιλῶν ὅμως περὶ τῶν πράξεων τῆς Βα-
2987σιλικῆς ἀρχῆς, καὶ περὶ τῆς ἀσκήσεως τῶν προνομίων, ἐννοῶ
2988πάντοτε ἐκείνους, οἵτινές εἰσιν οἱ σύμβουλοι τοῦ ἡγεμόνος, ἐν-
2989νοῶ τοὺς ὑπευθύνους ὑπουργούς. Λοιπὸν ἐὰν φράσις τις τοῦ λό-
2990γου μου περιέχῃ ἐπίκρισιν ἀσκήσεως δικαιώματος, ἀποδιδομέ-
2991νου εἰς τὴν Βασιλικὴν ἀρχὴν, ἀπευθύνεται πρὸς ἐκείνους, οἵτι-
2992νες φέρουσιν ἐπὶ τούτῳ τὴν νόμιμον καὶ συνταγματικὴν εὐ-
2993θύνην.
2994Παρὰ τοῦ Ἡγεμόνος ἐκλήθησαν ἀλληλοδιαδόχως ὁ κ. Δε-
2995ληγεώργης, ὅστις δὲν ἐσχημάτισε κυβέρνησιν, καὶ κατόπιν ὁ
2996κ. Βούλγαρης, ὁ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὑπάρχων ἐν τῇ
2997ἐξουσίᾳ. Ὁ κ. Βούλγαρης, ὡς ἠκούσατε, εἶπεν ὅτι ἤθελεν
2998ἐξακολουθήσει ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ἐρωτήσῃ τοὺς συμμάχους αὐ-
2999τοῦ· ἐπειδὴ δὲ οὗτοι τῷ εἶπον, ὅτι ὑποστηρίζουσιν αὐτὸν, ἐν
3000ὅσῳ ἐφαρμόζει τὰς ἀρχὰς τῆς τέως ἀντιπολιτεύσεως, ὁ κ.
3001Βούλγαρης ἔμεινεν ἐν τῇ ἀρχῇ.
3002Δὲν παρελείπετο ὅμως ἡ προεξέλεγξις τοῦ προϋπολογισμοῦ.
3003Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἤμην μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπο-
3004λογισμοῦ, καὶ μετὰ τοσαύτης συνεχείας αὕτη εἰργάζετο, ὥστε
3005οὔτε καιρὸν ἐλάμβανον τὰ μέλη της νὰ προγευθῶσι· μετὰ το-
3006σαύτης δὲ σπουδῆς, ὥστε καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς συνε-
3007τάχθη κακὴν κακῶς, καὶ εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν, καί τοι μὴ
3008φέρουσα τὸν νόμιμον ἀριθμὸν τῆς πλειονοψηφίας τῶν μελῶν
3009της. Ἀλλ’ ἐπῆλθον αἱ ἑορταὶ τοῦ Πάσχα, καὶ οἱ ὑπουργοὶ
3010ἐζήτουν τὴν μεγάλην Παρασκευὴν καὶ τὸ μέγα Σάββατον νὰ
3011συνεδριάσωμεν, διὰ νὰ ἀρξώμεθα τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπο-
3012λογισμοῦ· ἐπειδὴ δὲ τοῦτο δὲν ἦτο δυνατόν, ἐνεκρίθη 15 ἡμε-
3013ρῶν διακοπή. Ἀλλὰ τὴν δεκάτην ἕκτην ἡμέραν, ἐνῷ ἠτοι-
3014μαζόμεθα νὰ συνέλθωμεν νὰ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογι-
3015σμὸν, ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐνόμισεν, ὅτι
3016εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν, νὰ παραιτηθῇ. Διατί; διότι ἐκλονίζετο,
3017ὡς εἶπεν, ἡ ἐν τῇ Βουλῇ πλειονοψηφία. Καὶ ποῦ τὸ ἐγνώρι-
3018ζεν; Ὑπῆρξε συζήτησίς τις; Ὑπῆρξε ψηφοφορία τις ἐνδείξασα
3019εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μεταβολήν τινα;
3020Ἡ Βουλὴ οὐδεμίαν εἶχε κάμει νέαν ψηφοφορίαν, αὐτὸς δὲ δὲν
3021ἠδύνατο νὰ ἔχῃ οὐδένα λόγον πρὸς παραίτησιν. Ἀλλ’ εἶχεν ὁ
3022κ. Βούλγαρης σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἀρχῆθεν ἐπεδίωκεν· ἐπεθύμει
3023τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, καὶ ἰδοὺ ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργι-
3024κοῦ Συμβουλίου ἐκείνου παραιτηθεὶς ἔλαβε τὴν διάλυσιν τῆς
3025Βουλῆς. Τὴν ἔλαβε, διότι εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχει τὴν πλειοψη-
3026φίαν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλὰ δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ ὅτι
3027δὲν ἔχει τὴν πλειοψηφίαν, ἀφ’ οὗ ἡ πλειοψηφία του ἀπετε-
3028λεῖτο πάντοτε ἐκ τῶν τριῶν κομμάτων, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὴν
3029Κυβέρνησιν τοῦ τόπου, αὐτὸς δὲ οὐδέποτε ἠρίθμει πλείονας
3030τῶν δώδεκα ψήφων. Δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἐν
3031τῇ Βουλῇ πλειοψηφία ἐκλονίσθη, διότι οὐδεμία ψηφοφορία ἐγέ-
3032νετο ἀποδεικνύουσα τοῦτο. Ἂν ψηφοφορία τις ἤθελεν ἀποδεί-
3033ξει ὅτι ὁ κ. Βούλγαρης εἶχεν ἀπολέσει τὴν πλειοψηφίαν, ἡ ψη-
3034φοφορία ἐκείνη ἤθελεν ἐνδείξει συγχρόνως εἰς ποίους ἡ πλειοψη-
3035φία τῆς Βουλῆς εἶχε μεταστῆ, καὶ ὁδηγήσει τὸν ἡγεμόνα νὰ
3036ἀποταθῇ πρὸς αὐτοὺς χωρὶς νὰ γένηται χρῆσις τοῦ δικαιώματος
3037τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς· ἐκεῖνοι δ’ οἵτινες ἤθελον ἀποτε-
3038λέσει τὴν πλειοψηφίαν, ἤθελον ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σχημα-
3039τίσωσι Κυβέρνησιν.
3040Ἀλλὰ μεταξὺ τοῦ κ. Δεληγεώργη, ἀντιπολιτευομένου
3041ἀριθμοῦντος 70 ψήφους περίπου, καὶ ἡμῶν τῶν καταψηφισάν-
3042των τοῦ κ. Βούλγαρη, δὲν ὑπῆρχε συνεννόησις πολιτικὴ, οὐδὲ
3043συνάντησις ἐπὶ τῶν αὐτῶν πολιτικῶν ἰδεῶν, ὥστε νὰ συμπρά-
3044ξωμεν. Ἐπομένως εἶχον καθῆκον νὰ προσέξωμεν νὰ μὴ συν-
3045τελέσωμεν εἰς τὴν πτῶσιν τοῦ ὑπουργείου, ὅπως μὴ ἀναδεχθῶ-
3046μεν τὴν εὐθύνην τοῦ σχηματισμοῦ νέας Κυβερνήσεως. Καὶ
3047πραγματικῶς ὁ κ. Δεληγεώργης ἐδήλωσεν, ὅτι θέλει παράσχει
3048τὴν συνδρομήν του διὰ νὰ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, καὶ νὰ
3049μὴ ἐπέλθωσι προσκόμματα εἰς τὴν κυβερνητικὴν πορείαν· ἐγὼ
3050δὲ δὲν ἐδήλωσα τοῦτο, διότι δὲν ἔκρινα σπουδαῖον νὰ δηλώσω,
3051ἀφ’ οὗ δὲν ἠρίθμουν παρὰ 5–6 ψήφους μετ’ ἐμοῦ.
3052Ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἔσπευδε νὰ παραιτηθῇ, δὲν ἤθελε
3053πολεμηθῆ· ἤθελε διέλθει τὴν σύνοδον καὶ δὲν ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς
3054τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ τὴν διάλυσιν. Ἀλλὰ ἔσπευσε νὰ ζη-
3055τήσῃ τὴν παραίτησιν ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἐκλονίσθη ἡ πλειοψη-
3056φία, νὰ ἐκβιάσῃ τὴν Βασιλικὴν ἀρχὴν νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸ τὴν
3057διάλυσιν τῆς Βουλῆς.
3058Ἡ διάλυσις λοιπὸν τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη τὸ
3059ὑπουργεῖον Βούλγαρη, δὲν ἦτο πρᾶξις δεδικαιολογημένη ὅπως
3060παρέστησεν αὐτὴν ὁ κ. ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς βουλευτής· εἶναι
3061πρᾶξις, ἥτις εἶναι ἀξία ἐπικρίσεως. Καὶ ἂν ᾖναι ἀξία ἐπικρίσεως ἡ
3062ἄσκησις τοῦ δικαιώματος τοῦ διαλύειν τὴν Βουλὴν καθ’ ὅλας
3063τὰς περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας δὲν θεωρεῖται ἐπιτετραμμένη
3064ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, εἶναι ἀξία ἐπικρίσεως πολὺ περισσό-
3065τερον κατὰ τὴν περίπτωσιν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἀνα-
3066λαμβάνοντες αὐτὴν τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τούτου
3067εἶχον ἀναλάβει καὶ πρὸς τὴν κοινωνίαν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴν
3068ἀναλάβωσιν αὐτὴν, διότι ὑπεσχέθησαν, ὅτι δὲν θέλουν κάμει
3069χρῆσιν κἀμμίαν τῶν ἡγεμονικῶν προνομίων, εἶχον ἀναλάβει καὶ
3070πρὸς τοὺς πολιτευομένους τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, διότι οὕτως
3071συνεφώνησαν μετ’ αὐτῶν.
3072Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὸ πολυώδυνον ἐκεῖνο στάδιον τοῦ
3073κοινοβουλευτικοῦ βίου μου περιῆλθον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἔλθω εἰς
3074συνεννοήσεις πολιτικὰς μετὰ πολιτευομένων, μετὰ τῶν ὁποίων
3075δὲν εἶχον συνειθίσει κατὰ τὸ παρελθὸν νὰ εὑρίσκωμαι εἰς συνεν-
3076νοήσεις τοιαύτας· εὑρέθην δ’ εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην, διὰ μόνον
3077τοῦτον τὸν λόγον. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι μία ἐκ τῶν βάσεων τῶν συ-
3078νεννοήσεών μου ἐκείνων ἦτον ἡ ἀξίωσις, ὅτι καὶ ἐν περιπτώσει,
3079κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις, ἡ σχηματισθησομένη, δὲν ἤθελεν
3080ἔχει τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Κοινοβουλίου, δὲν ἠθέλομεν οὐδὲ ἀπο-
3081κόψει τὸν ἑξάμηνον βίον τῆς Βουλῆς, τὸν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος
3082προσδιορισθέντα, οὐδὲ προσφύγει εἰς μέτρον τι, ἵνα σταμα-
3083τήσωμεν τὴν πορείαν αὐτῆς, ἀλλ’ ἠθέλομεν ὑποταχθῆ εἰς τὴν
3084ἔκφρασιν τῆς θελήσεώς της καὶ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῆς ἐπὶ
3085τῆς Κυβερνήσεως.
3086Εἶχον ἀληθῶς προΐδει, κύριοι, τὰ τότε γενόμενα. Ὅταν τὸ
3087ὑπουργεῖον τοῦ κ. Βούλγαρη ἐγκαθίστατο ἐπὶ τῶν πραγμάτων,
3088τότε ἦσαν νωπαὶ αἱ συμβάσεις καὶ αἱ συμφωνίαι, καὶ ὑπέσχε-
3089το εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἤθελε κάμει χρῆσιν τῶν ἡγεμονι-
3090κῶν δικαιωμάτων, διὰ τοῦ τότε ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
3091Ἀλλ’ ὅταν ἐπῆλθεν ὁ καιρὸς νὰ γένηται χρῆσις τῶν ἡγεμονικῶν
3092προνομίων, ὅτι ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ἦτο δυνατὸν νὰ τῷ δοθῇ,
3093δὲν ἦσαν πλέον νωπαὶ αἱ ὑποσχέσεις καὶ αἱ συμφωνίαι, πα-
3094ρεσκευάσθησαν συμβεβηκότα ἄλλα, τὰ ὁποῖα προωρίζοντο νὰ
3095δικαιολογήσωσι καὶ νὰ καταστήσωσι δυνατὴν τὴν ἀπόκτησιν
3096τοῦ δικαιώματος ἐκείνου.
3097Καὶ ποῖα μὲν εἶναι τὰ προπαρασκευασθέντα συμβεβηκότα δὲν
3098ἁρμόζει εἰς ἐμὲ νὰ κάμω λόγον, ἴσως δὲ περὶ τούτου κάμει
3099μνείαν ἄλλος τις. Χρεωστῶ ὅμως νὰ μὴ παραλίπω τὴν κρίσιν,
3100τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου τῆς Λι-
3101μηρᾶς πρὸ μικροῦ. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος νομίζει, ὅτι ἡ
3102λειτουργία τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος προσκόπτει εἰς
3103τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν κομμάτων. Καὶ δὲν γνωρίζω ποίας
3104ἰδέας ἔχει περὶ τοῦ δεσμοῦ, τοῦ συνδέοντος τοὺς διαφόρους
3105πολιτευομένους εἰς κόμματα· δὲν γνωρίζω τί φρονεῖ περὶ τῶν
3106λόγων τῆς ἐσωτερικῆς συνοχῆς τῶν κομμάτων. Ἀλλὰ δὲν μοὶ
3107εἶναι πολλὰ ἐνθαῤῥυντικὸν νὰ ὁδηγηθῶ ἀπὸ τοὺς λόγους αὐτοῦ,
3108διὰ νὰ κρίνω περὶ τῶν ἰδεῶν του περὶ τῆς συνοχῆς ταύτης.
3109Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὰ τέλη τοῦ παρελθόντος μηνὸς, ἀπαν-
3110τῶν εἰς ἐρώτησιν τοῦ κ. Λομβάρδου, διακόψαντος αὐτὸν ἀγο-
3111ρεύοντα, ἔδωκε τὴν πληροφορίαν, ὅτι αἱ περὶ τῆς συνοχῆς τῆς
3112ἐσωτερικῆς τῶν κομμάτων ἰδέαι του εἶναι πολλὰ διάφοροι τῶν
3113ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἔχω. Ἐγὼ δὲν νομίζω, ὅτι τὰ μέλη
3114τῶν κομμάτων ὀφείλουσι νὰ ἀρνῶνται τὴν ἐλευθερίαν τοῦ κρίνειν
3115ἐπὶ τῶν πολιτικῶν συμβεβηκότων, οὐδὲ στεροῦνται τῆς ἐλευ-
3116θερίας τοῦ συζητεῖν τὰς γνώμας, οὐδ’ ἀπαλλάσσονται ἀπὸ τὸ
3117καθῆκον τοῦ ὑποστηρίζειν μόνον τὰς ὀρθάς.
3118Παρατηρῶ, ὅτι ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἐπιθυμεῖ νὰ διευ-
3119κρινίσω τοὺς λόγους μου τούτους. Ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς εὐχαριστήσω.
3120Ἐλέγετε, διαψεύδοντες τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐν Ἀθήναις εἰσαγγε-
3121λέως τῶν πλημμελειοδικῶν ἢ ἐφετῶν, ἢ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς
3122δικαιοσύνης, ἐλέγετε, ὅτι δὲν κατεθέσατε πώποτε, ὅτι δὲν εἶναι
3123ἀληθὲς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ ἐκθέσει ἐκείνῃ ἀναφέρεται, ὅτι ὁ
3124πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅταν τὸν ἠρωτήσατε περὶ
3125τῶν ἐπισκοπικῶν, σᾶς ἐπέβαλε σιγήν. Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος συνά-
3126δελφός μου ἐκ Ζακύνθου κ. Λομβάρδος, τοῦ ὁποίου ἡ ὀξυδέρ-
3127κεια εἶναι μεγίστη, σᾶς ἀπηύθυνε πονηρὰν ἐρώτησιν: μετὰ
3128τὸ συμβεβηκὸς ἐκεῖνο δὲν ἠρωτήσατέ ποτε, σᾶς εἶπε, τί γίνε-
3129ται περὶ τῶν ἐπισκοπικῶν, τὸν κ. πρόεδρον καὶ τοὺς ἁρμοδίους
3130ὑπουργούς; Ὑμεῖς εἴπετε, ὄχι, διότι δὲν ἀνεκατεύεσθε εἰς τὰ
3131ἔργα τῶν ἄλλων ὑπουργῶν».
3132§155ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, ὅτι ἕκαστος ὑπουργὸς
3133ἐνήργει ἐπὶ τοῦ κλάδου του ἀνεξαρτήτως.
3134§156Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τοῦτο διαφωνῶ πρὸς ὑμᾶς·
3135ὅτι ὅταν εἶμαι μέλος Κυβερνήσεως ἢ κόμματος βλέπω δ’ ἐξα-
3136νισταμένην τὴν κοινωνίαν συνεπείᾳ ἀκουσμάτων ἢ θρυλλημά-
3137των, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀφορμὴν πράξεις τῶν συναδέλφων μου
3138ἐναντίον τῶν νόμων, νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἐπερωτῶ
3139καὶ τοὺς συναδέλφους μου ὑπουργοὺς καὶ τοὺς συναδέλφους μου,
3140τὰ μέλη τῶν κομμάτων, διὰ νὰ ἀνακαλύπτω τὴν ἀλήθειαν,
3141καὶ νὰ συντελῶ εἰς τὸ νὰ τελῆται πάντοτε τὸ προσῆκον.
3142§157ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν τί-
3143ποτε δὲν ἦτο περὶ τῶν ἐπισκοπῶν, διὰ νὰ μοῦ κινήσῃ τὴν πε-
3144ριέργειαν.
3145§158Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν λοιπὸν αἱ ἰδέαι μου περὶ τῆς
3146ἐσωτερικῆς συνοχῆς τῶν κομμάτων ᾖναι ἀληθεῖς, εἰς τὰ μέλη
3147τῶν κομμάτων ἀναγνωρίζω πλήρη ἐλευθερίαν περὶ τὸ συζη-
3148τεῖν καὶ ἐξετάζειν, πλήρη αὐτοβουλίαν περὶ τὸ γνωμοδοτεῖν,
3149καὶ πλήρη ἐξουσίαν καὶ καθῆκον μάλιστα εἰς τὸ προκαλεῖν
3150τὴν συζήτησιν καὶ βάσανον τῶν κομμάτων, ὥστε νὰ προτι-
3151μᾶται πάντοτε ἡ ὀρθοτέρα σκέψις. Ἐὰν δὲ ᾖναι ἀληθὴς ἡ τοι-
3152αύτη ἰδέα μου περὶ τῆς ἐσωτερικῆς συνοχῆς τῶν κομμάτων,
3153ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑμεῖς νομίζετε ὅτι εἶναι πολλαπλασιασμὸς τῶν
3154κομμάτων, δὲν εἶναι ἀκριβές. Εἶναι διάφοροι ἀποχρώσεις, διά-
3155φοροι γνῶμαι ἐν τοῖς κόμμασι, τῶν ὁποίων τὴν θυσίαν δὲν
3156ἤθελε βεβαίως ἔχει κανεὶς τὴν ἀξίωσιν νὰ ζητήσῃ, διότι ἤθελε
3157ζητήσει τὴν τυραννίαν ἐν τοῖς κόμμασι, τὸν θάνατον τῆς αὐτο-
3158βουλίας τῶν μελῶν τῶν κομμάτων. Τὰ κόμματα, κατὰ τὴν
3159ἰδέαν μου, δὲν εἶναι ἐμπορικαὶ ἑταιρίαι, αἱ ὁποῖαι συνομολο-
3160γοῦσι μεταξὺ των τὴν συμφωνίαν τῆς ἀμοιβαίας συνδρομῆς,
3161διὰ νὰ καρπωθῶσιν εὐρύτερον τὰ ἀγαθὰ τῆς ἀρχῆς· εἶναι συμ-
3162πτώσεις ἐπὶ τὸ αὐτὸ πολιτικῶν γνωμῶν, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν
3163ἕνα μόνον σκοπὸν, τὸ ἐθνικὸν συμφέρον, καὶ μίαν ὑποχρέωσιν,
3164τὴν τήρησιν τοῦ Πολιτεύματος. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι
3165ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν κομμάτων ἀποτελεῖ πράγματι ἢ θέ-
3166λει ἀποτελέσει πρόσκομμα, πρὸς ὃ ἀληθῶς προσκόπτει ἡ
3167λειτουργία τοῦ Πολιτεύματος, πολλῷ μεγαλείτερον πρόσκομ-
3168μα, πρὸς ὃ ἀληθῶς προσκόπτει ἡ λειτουργία τοῦ Πολιτεύμα-
3169τος, ἀποτελεῖ ἄλλο δεινόν. Μοὶ εἶναι δύσκολον νὰ σᾶς ἐν-
3170θυμίσω τὸ κακὸν τοῦτο, μοὶ εἶναι δύσκολον, διότι πρόκειται
3171νὰ ὁμιλήσω περὶ συγχρόνων συμβεβηκότων· δὲν ἀνέλαβον δὲ τὸ
3172ἔργον τοῦ ἱστορικοῦ. Ἐπειδὴ ὅμως τὰ συμβεβηκότα ταῦτα
3173εἶναι τοσοῦτον σύγχρονα, ὥστε καὶ ἂν θέλω νὰ τὰ περικαλύ-
3174ψω, δὲν θὰ δυνηθῶ, διότι πάντες ὑμεῖς εἶσθε αὐτόπται τῶν
3175συμβεβηκότων τούτων, ἀναγκάζομαι νὰ καταδείξω τὸ δει-
3176νὸν τοῦτο.
3177Τὸ δεινὸν τοῦτο συνίσταται εἰς τὴν ἀθέτησιν τῆς καλῆς πί-
3178στεως τῶν πολιτευομένων. Εἶναι τῳόντι δεινὸν νὰ ἀμφιβάλλῃ
3179τις περὶ τῶν πρωτίστων στοιχείων καὶ τῶν ἀπολύτως ἀναγ-
3180καίων χαρακτηριστικῶν τῶν κοινωνικῶν σχέσεων, περὶ τῆς
3181τιμιότητος τῶν σχέσεων ἐν τῇ πολιτικῇ. Εἶναι μέγιστον τῶν
3182δεινῶν· διότι, ὡς σᾶς εἶπον, τὸ πολιτεύεσθαι δὲν εἶναι ἐπι-
3183στήμη τοῦ ἀπατᾶν καὶ τοῦ δολιεύεσθαι, τοῦ πλανᾶν καὶ μη-
3184χανοῤῥαφεῖν, εἶναι ἐπιστήμη εὐγενὴς μὲν ὡς ὑποβοηθουμένη
3185ὑπὸ τοῦ πορίσματος τῶν ἀληθειῶν πολλῶν ἄλλων ἐπιστημῶν,
3186εὐεργετικὴ δέ, διότι συγκεντρόνει τὰς ἐθνικὰς ἐνεργείας καὶ
3187τὰς χειραγωγεῖ ἐπὶ τῆς γραμμῆς τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἠθι-
3188κῆς. Αἱ πολιτικαὶ κοινωνίαι ἤθελον φθάσει εἰς ἐντελῆ διάλυ-
3189σιν, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ γέρας ἤθελε περιπί-
3190πτει εἰς τὰς χεῖρας ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἔχει μεγαλειτέ-
3191ραν ἱκανότητα περὶ τὸ ἐξαπατᾶν τοὺς ἄλλους.
3192Ἰδίως εἶχον σκοπὸν νὰ ἀναιρέσω τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ.
3193Παπαμιχαλοπούλου, ὅτι ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ 1874
3194ἦτο πρᾶξις δεδικαιολογημένη, νὰ ἀναιρέσω τὸν δεύτερον ἰσχυ-
3195ρισμὸν τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου ἰσχυρισθέντος, ὅτι αἱ σχέ-
3196σεις τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης πρὸς τὴν Βουλὴν, ὑποσχεθείσης
3197μὲν τὸ πρῶτον, ὅτι δὲν θὰ κάμει χρῆσιν τῶν βασιλικῶν προ-
3198νομίων, μὴ τηρησάσης δὲ τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην, ὅτι αἱ σχέ-
3199σεις ἐκεῖναι πρὸς τὴν Βουλὴν ἦσαν σχέσεις τίμιαι. Φρονῶ, ὅτι
3200ἀπέδειξα καὶ ἐπὶ τῶν δύω τούτων τὸ ἀντίθετον τῆς γνώμης
3201τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου.
3202§159ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
3203§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αὔριον περὶ τὴν μίαν ὥραν ἀκριβῶς,
3204διὰ νὰ μὴ παρατείνωνται αἱ συνεδριάσεις μέχρι τῆς ἐννάτης.
3205Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 9 10|60.