1875.11.11
1.526 στίχοι · 12.859 λέξεις · 62 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 38
Τῆς 11 Νοεμβρίου 1875.
(Τρίτη).
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἂν δὲν μ’ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, χθὲς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως δι’ ἀγορὰν ἰδιωτικῶν τινων οἰκοπέδων πρὸς ἀνέγερσιν δικαστικῶν καταστημάτων καὶ παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, οἵτινες καθίστων τὴν συζήτησιν αὐτοῦ κατεπείγουσαν. Νομίζω δὲ ὅτι ἡ Βουλὴ παραδεξαμένη αὐτοὺς, ἐδέχθη ὥστε νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν χωρὶς νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§3ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ (ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὸ ἔτος 1874, εἰς τὸν ὁποῖον σημειοῦνται τὰ ἔξοδα τῶν 9 ἑκατομμυρίων. Οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι τοῦ ὑπουργείου διετάχθησαν ὁσάκις ζητηθῶσιν ἐξηγηματικαὶ πληροφορίαι νὰ τὰς δίδωσιν ἀμέσως.
§4ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Εἶχον ζητήσει καὶ ἐγὼ πληροφορίας τινάς.
§5ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Μέχρι τοῦδε δὲν ἠδυνήθην νὰ λάβω τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, διότι τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς δὲν μοὶ ἀπέστειλε τὴν αἴτησίν σας. Πιθανὸν αὔριον.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὶν εἰσέλθωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἔχω καθῆκον νὰ ὑπομνήσω εἰς τὰ ἀκροατήρια ὅτι πρέπει νὰ τηρῶσιν ἄκραν τάξιν καὶ θρησκευτικὴν σιγήν. Ἡ Βουλὴ πρόκειται νὰ ἐνασκήσῃ ἓν τῶν σοβαρωτέρων καὶ σπουδαιοτέρων δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἐχορήγησεν αὐτῇ τὸ Σύνταγμα, καὶ ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν αὐτὴν ἐν ἀπαθείᾳ καὶ ἀμεροληψίᾳ. Οἱ πολῖται λοιπὸν ὀφείλουσι νὰ συντελῶσιν εἰς τὴν σπουδαιότητα τῶν συζητήσεων, διότι δὲν εἶναι ἴδιον ἐλευθέρων πολιτῶν νὰ μεταβάλλωσι τὸ συνέδριον τῶν ἀντιπροσώπων εἰς θέατρον διὰ ποδοκροτημάτων, διὰ συριγμῶν καὶ διὰ χειροκροτημάτων. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ κάμω χρῆσιν τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ὁ Κανονισμὸς μοὶ δίδει. Γνωρίζουσιν ὅμως κάλλιστα τὰ ἀκροατήρια ὅτι καὶ ἄλλοτε εὑρεθεὶς εἰς ὁμοίαν θέσιν, νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν τάξιν, ἐφήρμοσα τὸν Κανονισμόν. Παρακαλῶ λοιπὸν πάντας τοὺς ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις καὶ τῶν δύο φύλων (ἱλαρότης), διότι προχθὲς καὶ αἱ κυρίαι ἐχειροκρότησαν, νὰ διατηρήσωσι τὴν μεγαλειτέραν τάξιν καὶ ἡσυχίαν, ἵνα μὴ μὲ φέρωσιν εἰς τὴν λυπηρὰν ἀνάγκην νὰ κάμω χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ὁ Κανονισμός μοὶ δίδει. Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Λευκάδος κατέθηκε τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς· θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
§7ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί προτείνει;
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἀποτέλεσμα δωροδοκίας, ἐνεργηθείσης παρ’ ἀμφοτέρων τῶν μερίδων. Ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως τοῦ κατηγορητηρίου τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Βούλγαρη. Ὁ κ. Ῥικάκης ἔχει τὸν λόγον καὶ κατόπιν ὁ κ. Ζωχιός.
§9ΡΙΚΑΚΗΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι ζήτημα παρεμπῖπτον διέκοψε χθὲς τὴν συνέχειαν τῆς προκειμένης συζητήσεως, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ἀνωτέραν πάσης ἄλλης, διότι πρόκειται νὰ ἐξασκήσωμεν σήμερον τὸ σπουδαιότερον ἴσως τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα μᾶς ἀπονέμει. Ὅσον μεγάλη εἶναι ἡ σπουδαιότης τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον διαπραγματευόμεθα, τόσον μεγαλείτερον εἶναι τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπιβάλλει νὰ δικάσωμεν μετὰ πάσης ἀκριβείας, μετὰ πάσης λεπτομερείας καὶ μετὰ πάσης τῆς ἐμβριθείας, καὶ φθάσωμεν, εἰ δυνατόν, εἰς τὸ ἀποτέλεσμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ τὸν νόμον ἱκανοποιεῖ καὶ εἰς τὰς ἐθνικὰς ἀπαιτήσεις ἀνταποκρίνεται. Μετ’ ὀλίγον, κύριοι, συμπληροῦται ἔτος ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἡ φωνὴ ἑνὸς τῶν ἀξιοτίμων φίλων μας, τοῦ κ. Ῥούκη, ἰσχυρὰ καὶ ἀπτόητος, ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ διεμαρτυρήθη κατὰ τῆς παρανομίας, κατὰ τῆς εἰκονικότητος καὶ κατὰ τῆς καταπατήσεως τοῦ Συντάγματος. Καθ’ ὅλον τὸ ἔτος τὸ ἔθνος ὑπέστη ἀγῶνα καὶ ἀγῶνα μέγαν· καθ’ ὅλον τὸ ἔτος τὸ ἔθνος ἠγωνίσθη νὰ διασώσῃ τὰς ἐλευθερίας του καὶ τὰ προνόμια καὶ δικαιώματα, μὲ τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα τὸ περιβάλλει. Τὸ ἔθνος ἐξῆλθε νικητής, ὅπως ἔπρεπε νὰ ἐξέλθῃ ἐν τῷ δικαίῳ του, καὶ σήμερον δὲν ζητεῖ ἐκδίκησιν, ἀλλὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, καὶ ἀπόδειξις ἡ μεγάλη περιέργεια καὶ ἀνυπομονησία, τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος δεικνύει, ἀναμένον τὸ ἀποτέλεσμα τῆς προκειμένης συζητήσεως. Δὲν ζητεῖ ἐκδίκησιν, διότι ἐν τῇ ἐξουσίᾳ τοῦ ἔθνους ἦτο νὰ ἐκδικηθῇ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατεπάτησαν τὰ δικαιώματά του· ζητεῖ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, διότι εἰς αὐτὴν εὑρίσκει τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ μέλλοντος. Πρόκειται, κύριοι, ὡς προεῖπον, περὶ δικαιώματος, ὅπερ ἐν μεγίστῃ σοβαρότητι ὀφείλομεν νὰ ἐξασκήσωμεν· πρόκειται νὰ ζητήσωμεν λόγον ἀπὸ ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους ἀπεδώκαμεν παράβασιν τῶν ἱερωτέρων ὅρων τοῦ Συντάγματος· πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διεκηρύχθησαν καθ’ ὅλην τὴν παρελθοῦσαν ἐποχήν, ἂν αἱ διαμαρτυρήσεις, τὰς ὁποίας τὸ ἔθνος διαφοροτρόπως ἐδήλωσεν, ἂν ἡ φωνὴ ἐκείνη πρὸς ἀνάστασιν τοῦ νόμου, ἦτο δικαία καὶ νόμιμος, ἦτο βάσιμος, ἦτο δεδικαιολογημένη, καὶ ἂν πρέπῃ σήμερον συμφώνως μὲ τοὺς κειμένους νόμους νὰ ζητηθῇ λόγος. Ὁ προαγορεύσας ἐμοῦ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κερκύρας ἐξέθηκε λεπτομερῶς καὶ ἐν ἀκριβείᾳ τὴν σειρὰν τῶν διαφόρων γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἀπετέλεσαν τὴν προκειμένην παράβασιν. Ὅπως ἠκούσατε, ἀπὸ τῆς 30 Νοεμβρίου χρονολογεῖται ἡ ἔναρξις τοῦ δράματος, τοῦ πραξικοπήματος, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τέλους ἐξετελέσθη τὴν 19 Μαρτίου. Ὅταν ἀναλογισθῶμεν, κύριοι, τί κατὰ τὴν σύνοδον ἐκείνην ἔλαβε χώραν, ὅταν ἀναλογισθῶμεν ὅτι κατὰ τὴν 30 Νοεμβρίου ἄνευ νομίμου ἀπαρτίας ἐψηφίσθησαν νομοθετήματα, ὅταν ἀναλογισθῶμεν ὅτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης μέχρι τῆς 23 Ἰανουαρίου, ὅτε αὐτοδικαίως ἡ σύνοδος ἔληξεν, δὲν ἠδύνατο νὰ καταρτισθῇ νόμιμος ἀπαρτία, ὅταν ἀναλογισθῶμεν ὅτι ὅλαι αἱ ἀπόπειραι, μεταξὺ τῶν ὁποίων καί τινες δὲν ἦσαν συγκεχωρημέναι, ἐναυάγησαν ἀπέναντι τῆς σταθερότητος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διεμαρτυρήθησαν κατὰ τῆς παρανομίας, καὶ ἀπέσχον ἀπὸ τοῦ νὰ λάβωσι μέρος, θέλομεν φθάσει εἰς τὸ ἀποτέλεσμα νὰ συμπεράνωμεν ὅτι τὸ κίνημα ἐκεῖνο ἦτο πραξικόπημα προμεμελετημένον καὶ ἀποφασισμένον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐνόμισαν, ὅτι ἠδύναντο νὰ φθάσωσιν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ φρόνησις καὶ ὁ πατριωτισμός τινων ἐκ τῶν βουλευτῶν ἐματαίωσε. Δὲν εἶναι πλέον ζήτημα ὅτι τὴν 19 Μαρτίου ἀπαρτία δὲν ὑπῆρχε. Τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ ὁμολογοῦσι τοῦτο, ὅτι 92 μόνον συνῆλθον, ὅτι τινὲς τούτων κατόπιν ἀπεχώρησαν καὶ ἔμειναν 82 βουλευταί, οἱ ὁποῖοι προέβησαν εἰς νομοθετικὰς πράξεις, τὰς ὁποίας περιέβαλον μὲ κῦρος καὶ ἰσχὺν νόμου. Οἱ νόμοι αὐτοὶ κυρωθέντες τότε καὶ δημοσιευθέντες ἠκυρώθησαν διὰ νομοθετήματος τῆς Βουλῆς ταύτης. Ἐρχόμεθα ἤδη νὰ ἐξετάσωμεν, οἱ συντελέσαντες εἰς τὴν ψήφισιν, τὴν κύρωσιν καὶ ἐκτέλεσιν τῶν νόμων ἐκείνων ὀφείλουσι λόγον καὶ κατὰ πόσον; Εἴδετε, κύριοι, ὅτι ἓν κατηγορητήριον διετύπωσε τὸ εἶδος τῆς κατηγορίας ἐνώπιόν σας· τὸ κατηγορητήριον ἐκεῖνο διαιρεῖται, ὅπως ἡ ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἀναφέρει, καὶ ὅπως ὁλόκληρος ἡ ἐπιτροπὴ συνεφώνησε, εἰς δύω διαφορετικὰς περιόδους· ἡ πρώτη εἶναι ἡ ἐν τῷ βουλευτηρίῳ ψήφισις τῶν ψευδῶν νόμων· ἡ δευτέρα εἶναι ἡ κύρωσις, δημοσίευσις καὶ ἐκτέλεσις αὐτῶν.
§10Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Πολυλᾶς ἀνέπτυξε καὶ τὸ περὶ ἐπεμβάσεως τῶν ὑπουργῶν εἰς τὰς ἐκλογάς.
§11ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἀνεφέρθην εἰς τὴν ὁμιλίαν του καὶ ἐνόμισα περιττὸν νὰ τὴν ἐπαναλάβω· ἔρχομαι ἁπλῶς εἰς τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ. Εἶναι ματαιοπονία ὕστερον ἀπὸ τὴν λεπτομερῆ ὁμιλίαν τοῦ κ. Πολυλᾶ νὰ ἐπαναλάβω τὰ αὐτὰ πράγματα. Κατὰ τὸ κατηγορητήριον λοιπὸν ἡ ψήφισις τῶν νόμων, ἡ γενομένη ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ ὡς πρὸς τοὺς κατηγορουμένους ὑπουργοὺς ἀποβλέπει τὴν κοινοβουλευτικὴν ἰδιότητά των, ἀλλὰ καθόσον ἀφορᾷ τὴν Κυβέρνησιν τὴν δημοσιεύσασαν καὶ ἐκτελέσασαν αὐτοὺς εἶναι πρᾶξις, ἡ ὁποία ἀποβλέπει καθαρῶς τὴν εὐθύνην αὐτῶν ὡς συνταγματικῶν καὶ ὑπευθύνων ὑπουργῶν, διὰ τὴν ὁποίαν ἐξετάζομεν τὸ κατηγορητήριον εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν. Ἡ κύρωσις καὶ δημοσίευσις νόμων ἀντισυνταγματικῶν εἶναι ὁμολογουμένως ἔγκλημα πολιτικόν, καὶ κἀνεὶς δὲν θέλει ἀμφισβητήσει ὅτι ἡ κύρωσις νομοθετημάτων, μὴ καταρτισθέντων κατὰ τὸ Σύνταγμα, δὲν εἶναι πρᾶξις, ἡ ὁποία ἀμέσως ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ ἐπίσημον ἰδιότητα τῶν ὑπουργῶν· ὁ ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ὑποβάλλει τὸν νόμον εἰς τὴν βασιλικὴν κύρωσιν, ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην, εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὰς συνεπείας τῆς παρανόμου κυρώσεως καὶ δημοσιεύσεως. Δυστυχῶς δὲν ἠξιώθημεν νὰ ἔχωμεν νόμον εἰδικὸν περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, ὁ ὁποῖος ῥητῶς νὰ προβλέπῃ καὶ τιμωρῇ τὰ τοιαῦτα ἀδικήματα. Ἀλλὰ δὲν εἴμεθα οἱ πρῶτοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχομεν, καὶ δὲν πρέπει ν’ ἀδικῶμεν οὔτε τὰς Κυβερνήσεις, οὔτε τὰς Βουλὰς ἐπὶ τούτῳ· ἂν ἀνατρέξωμεν εἰς ἕτερα Κράτη, θέλομεν ἰδεῖ ὅτι πολλὰ στεροῦνται εἰδικοῦ νόμου τοιούτου. Τὸ Βέλγιον ἐφαρμόζει τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἥτις ὁμοιάζει πρὸς τὴν τοῦ 81 τοῦ ἰδικοῦ μας· ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ἰταλία δὲν ἔχουσι νόμον περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, ὥστε βλέπετε, ὅτι ἄλλα Κράτη μεγαλείτερα καὶ ἀρχαιότερα δὲν ἠξιώθησαν νὰ ἔχωσι τοιοῦτον νόμον· ὁ λόγος δὲ εἶναι, ὡς εἶπον οἱ διαπραγματευθέντες τὸ ζήτημα, ἡ μεγάλη δυσκολία τῆς καταρτίσεως τελείου τοιούτου νόμου. Ἐνόσῳ δὲν ἔχομεν νόμον περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, ὀφείλομεν νὰ καταφύγωμεν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἵνα κανονίσωμεν τὸ ἀξιόποινον καὶ τὴν τιμωρίαν τοῦ προκειμένου ἐγκλήματος. Τὸ ἄρθρον 81 τοῦ Συντάγματος ὁρίζει, ὅτι μέχρις ἐκδόσεως εἰδικοῦ νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, οἱ ὑπουργοὶ καταδιώκονται ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ, ἐπὶ καταχρήσει χρημάτων, ἐπὶ παρανόμῳ εἰσπράξει καὶ ἐπὶ πάσῃ παραβάσει τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν κειμένων νόμων. Δυστυχῶς τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, σχεδὸν ἀντιγραφὴ τοῦ 134 Βελγικοῦ Συντάγματος, παρέλειψε μίαν οὐσιώδη διάταξιν, ἡ ἔλλειψις τῆς ὁποίας ἴσως γεννᾷ σήμερον τὴν προκειμένην διαφωνίαν μεταξὺ τῶν διαφόρων γνωμῶν, αἱ ὁποῖαι ἐξετέθησαν ἐνταῦθα κατὰ τὴν προκειμένην συζήτησιν. Ἂν ἤθελε προβλέψει τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα ὅ,τι προβλέπει τὸ ἄρθρον 134 τοῦ Βελγίου, δὲν ἠθέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸν ποινικὸν νόμον, καὶ ν’ ἀναζητῶμεν εἰς αὐτὸν ποινὰς περὶ ἐγκλημάτων, ἅτινα ἦτο ἀδύνατον ὁ ποινικὸς νόμος νὰ εἶχε προβλέψει. Τὸ ἄρθρον 134 τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος λέγει ῥητῶς, ὅτι τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θέλει δικάσει τοὺς ὑπουργοὺς, προσδιορίζει τὴν ποινὴν, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἀνωτέρα τῆς φυλακίσεως διὰ τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ὁ εἰδικὸς ποινικὸς νόμος δὲν προέβλεψε. Μὴ ἔχοντες νόμον περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, μὴ ἔχοντες ἐν τῷ Συντάγματι ποινικὴν διάταξιν δυναμένην νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα, εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸν ποινικὸν νόμον, καὶ ν’ ἀνεύρωμεν διάταξιν ποινικὴν, δυναμένην νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα τὸ κατηγορητήριον περιέχει, καὶ διάταξιν, ἡ ὁποία δύναται κατὰ τὸν τοιοῦτον χαρακτηρισμὸν νὰ δώσῃ χώραν εἰς ποινικὴν καταδίωξιν. Τὸ κατηγορητήριον, ὡς ἠκούσατε, κύριοι, ἀναφέρεται εἰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου, περὶ τῶν ὁποίων ἐπὶ μακρῶν ὁ βουλευτὴς Κερκύρας κ. Πολυλᾶς σᾶς ὡμίλησε. Τὸ κατηγορητήριον θεωρεῖ τὰς πράξεις τῶν ὑπουργῶν ὡς ἀντιποίησιν ἀρχῆς, ὡς πλαστογραφίαν, ὡς ὑπέρβασιν καθήκοντος, κατὰ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ κ. Πολυλᾶ. Ἠσχολήθημεν νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον αἱ διατάξεις αὗται ἀνταποκρίνονται ἢ σχετίζονται μὲ τὰ πραγματικὰ γεγονότα, τὰ ἐκτεθέντα ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ· εἰργάσθημεν καὶ ἐπροσπαθήσαμεν μετὰ πάσης προσοχῆς νὰ δυνηθῶμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ εὕρωμεν διάταξιν τοῦ ποινικοῦ νόμου, δυναμένην νὰ ἐφαρμόζηται ἀπροσκόπτως εἰς τὰ γεγονότα ἐκεῖνα, τὰ ἀποδιδόμενα ὡς πράξεις ἐγκληματικαὶ εἰς τοὺς κατηγορουμένους ὑπουργούς. Πόρισμα τῶν σκέψεών μας ὑπῆρξεν, ὅτι αἱ πράξεις ἐκεῖναι δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀντιποίησις ἀρχῆς, διότι τὸ ἄρθρον τοῦ ποινικοῦ νόμου, τὸ περὶ ἀντιποιήσεως ἀρχῆς πραγματευόμενον, προβλέπει τὸ πλημμέλημα ἢ κακούργημα τῆς ἀντιποιήσεως ὑπουργήματος καὶ οὐχὶ νομοθετικῆς ἐξουσίας, τὸ ἐκτελούμενον ἰδίως ὑπὸ ἁπλῶν πολιτῶν, τῶν μὴ περιβεβλημένων λειτουργίαν τινὰ, διότι περὶ τούτων προέβλεψαν τὰ ἄρθρα 476 καὶ 479. Τὰ ἄρθρα τῆς πλαστογραφίας ἐπίσης δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι ἐκεῖνα πραγματεύονται περὶ ὑπαλλήλων ἐπιτετραμμένων τὴν σύνταξιν ἐπισήμων ἐκθέσεων, ἐπιτετραμμένων τὴν σύνταξιν ἐπισήμων πράξεων καὶ τὴν πιστοποίησιν γεγονότων, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωσι. Δὲν δύνανται λοιπὸν τὰ περὶ πλαστογραφίας ἄρθρα νὰ ἐφαρμοσθῶσιν εἰς τοὺς ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς κυρώσεως ψευδῶν νόμων περιέβαλον τὸ κῦρος εἰς τὸ ἄκυρον. Ἀπελήξαμεν εἰς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Κερκύρας καὶ ἐκ πρώτης ὄψεως ἡ γνώμη αὕτη φαίνεται ὡς μᾶλλον πλησιάζουσα πρὸς τὰ πραγματικὰ γεγονότα, τὰ συνοδεύοντα τὰς πράξεις τῶν κατηγορουμένων ὑπουργῶν· ἀλλ’ ἐνσκήψαντες εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου καὶ εἰς τὸ γράμμα αὐτοῦ, εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ παραδεχθῶμεν αὐτὴν ὡς ἐφαρμοζομένην ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ὁ ποινικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος προέβλεψε περὶ διαφόρων ἀξιοποίνων πράξεων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ὡμίλησε μὲ τὴν γενικὴν λέξιν δημόσιοι ὑπάλληλοι. Εἰς τὰ ἄρθρα τὰ ἀποβλέποντα ὑπέρβασιν ἀρχῆς προσδιώρισε καὶ ὠνόμασε τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ γείνωσι παραίτιοι ὑπερβάσεως· ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθέτου δὲν ἦτον ἄνευ λόγου, ἡ πρόθεσις δὲν ἦτον ἄνευ αἰτίας. Ὁ νομοθέτης ἀνεχώρησεν ἐκ τῆς ἑξῆς ἀρχῆς, ὅτι ὁ ὑπάλληλος, τοῦ ὁποίου τὰ καθήκοντά εἰσι διαγεγραμμένα, ἔχει τὸ καθῆκον ἐντὸς αὐτῶν καὶ μόνων νὰ ἐνεργῇ, καὶ νὰ μὴ ἐξέρχηται ποσῶς τοῦ κύκλου αὐτῶν· ὁ ὑπουργὸς ὅμως, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, ὁ ὁποῖος συμπράττει καὶ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι κάμνει ὑπέρβασιν ἐξουσίας ἢ ἀρχῆς, εἰμὴ ὅταν παραβαίνῃ ἓν ἄλλο καθῆκον τῆς ἐξουσίας ὑφ’ ἧς περιορίζεται. Καὶ ἄνευ τῆς ἑρμηνείας αὐτῆς, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐξηγηθῇ ὁπωσδήποτε κατὰ διαφόρους ἐπόψεις, ἔρχεται τὸ γράμμα τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐμποδίζει νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Κερκύρας. Τὸ γράμμα τοῦ νόμου ὁμιλεῖ περὶ εἰσαγγελέων, ἀνακριτῶν, νομαρχῶν, ἐπάρχων, δημάρχων καὶ ἄλλων διοικητικῶν ὑπαλλήλων. Ὁ κύριος Πολυλᾶς νομίζει, ὅτι εἰς τὰς τελευταίας λέξεις «καὶ ἄλλοι διοικητικοὶ ὑπάλληλοι» δύνανται νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ οἱ ὑπουργοί. Ἐδῶ, κύριοι, διεφωνήσαμεν, καὶ νομίζω, ὅτι πᾶς τις ἐξετάζων τὰς λέξεις καὶ ἐφαρμόζων τὸν ποινικὸν νόμον, ὅπως οὗτος πρέπει στενῶς νὰ ἑρμηνεύηται καὶ ἐφαρμόζηται, δὲν δύναται νὰ δώσῃ τοιαύτην ἑρμηνείαν. Μᾶς λέγουν ὅτι ὁ νομοθέτης δὲν ἀνέφερε τοὺς Γραμματεῖς τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλὰ τοὺς ὑπενόησε. Δὲν δυνάμεθα ὅμως νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι ὑπὸ τὰς λέξεις «καὶ ἄλλοι διοικητικοὶ ὑπάλληλοι» ἐννοεῖ τοὺς Γραμματεῖς τῆς Ἐπικρατείας, καὶ ἑπομένως καὶ τοὺς ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι κατέχουσι τὸ πρῶτον ἀξίωμα ἐν τῇ πολιτείᾳ, καὶ τοὺς ὁποίους ἤθελε ῥητῶς ὀνομάσει καὶ πρὸ πάντων προτάξει. Ἀπέναντι τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἔχομεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν ποινικὸν νόμον κατὰ τὰς ῥητὰς διατάξεις αὐτοῦ, δὲν δυνάμεθα, νομίζω, ὀρθῶς καὶ ἀπροσκόπτως νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι τὰ ἄρθρα 476 καὶ 479 τοῦ ποινικοῦ νόμου δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἐν τῇ τοιαύτῃ λοιπὸν σιωπῇ τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἐν τῇ τοιαύτῃ ἐλλείψει ἰδίου νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, ἐν τῇ τοιαύτῃ σιωπῇ τῆς διατάξεως τοῦ 81 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ὅταν καλούμεθα ὅπως δήποτε νὰ χαρακτηρίσωμεν τὸ ἐγκληματικὸν τῆς πράξεως, ὅταν καλούμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν ἕνα τῶν ὑπαρχόντων νόμων, νομίζω, ὅτι θὰ ἤμεθα εὐτυχεῖς, ἂν δυνάμεθα ἀπροσκόπτως νὰ ἐφαρμόσωμεν διάταξιν, ἡ ὁποία, βεβαιοῦσα τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἐγκλήματος, τιμωρεῖ τοὺς παραβάτας τοῦ νόμου, καὶ ἱκανοποιεῖ τόν τε νόμον καὶ τὴν κοινωνίαν. Δύω διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἐθεωρήθησαν ἐφαρμοζόμεναι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐν ἐλλείψει ἑτέρων· πρῶτον ἡ τοῦ ἄρθρ. 487, καὶ ἡ τοῦ ἄρθρ. 24, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, διότι λέγω ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ γείνῃ σοβαρὰ, σπουδαία καὶ μεμελετημένη, ὅτι ἡ σκέψις, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἡρμηνεύθη, δὲν εἶναι ὀρθὴ, δὲν εἶναι ἀνάλογος μὲ τὴν σπουδαιότητα τῶν συνεπειῶν, τὰς ὁποίας διὰ τῆς ἐκθέσεώς της ἡ ἐπιτροπὴ προέβαλε. Τὸ ἄρθρον 24 εἶναι τὸ σπουδαιότερον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν· διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἰδίως προβλέπει περὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ὁ ὑπάλληλος, ὁ ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἐξετέλεσε τὴν προκειμένην παραβίασιν, τιμωρεῖται μὲ στέρησιν παντὸς ἀξιώματος ἀπὸ ἓξ μηνῶν ἕως ἓξ ἐτῶν. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν, κύριοι, ἂν ἡ διὰ τοιοῦτον πολιτικὸν ἔγκλημα, ἤτοι παράβασιν τοῦ Συντάγματος, στέρησις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον ἦναι ποινὴ ἀνάλογος μὲ τὴν σοβαρότητα τοῦ ἐγκλήματος, ἦναι ποινὴ, διὰ τῆς ὁποίας καὶ ὁ νόμος, καὶ ἡ κοινωνία ἱκανοποιοῦνται, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἡμεῖς, οἵτινες ἐρχόμεθα νὰ κατηγορήσωμεν, ὀφείλομεν νὰ περιορισθῶμεν. Εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου μου εἶπον, ὅτι πρόκειται περὶ πολιτικοῦ ἐγκλήματος. Ἂς ἀνατρέξωμεν λοιπὸν εἰς τοὺς νόμους ἄλλων ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα δι’ εἰδικῶν νόμων ἐτιμώρησαν τὰ τοιαῦτα ἐγκλήματα ἤτοι παραβίασιν κατὰ τοῦ Συντάγματος, κύρωσιν παρανόμων νόμων, παραχώρησιν χώρας, ἂν τὰ τοιαῦτα ἐγκλήματα ἐθεώρησαν ὅτι πρέπει νὰ τιμωρηθῶσι διὰ σωματικῆς ποινῆς, ὅτι αὕτη εἶναι μόνον ἐκείνη, ἡ ὁποία ἱκανοποιεῖ τὸν νόμον καὶ τὴν κοινωνίαν, καὶ ὅτι μόνον αὕτη ἀνορθόνει τὸ ἀδίκημα. Καὶ πρῶτον, πρὶν προσφύγω εἰς ξένους νόμους, ἐπικαλοῦμαι τὸν νόμον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν μας περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, τὸ ἄρθρον 10 αὐτοῦ.
§12ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε Ῥικάκη, τί κῦρος ἔχει αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀναφέρετε τώρα; Μὰ, Κύριε, ἐλέησον.
§13ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κύριε, εἶναι ἀντιγραφὴ τοῦ Συντάγματος τοῦ Ἀμερικανικοῦ. Ὅταν πρόκειται, κύριοι, ἐξ ἀναλογίας νὰ σκεφθῶμεν καὶ νὰ δικάσωμεν, ὅταν δὲν ἔχωμεν ἴδιον νόμον, καὶ ὅταν πρόκηται νὰ ἐφαρμόσωμεν ἀρχὰς, εἶναι συγκεχωρημένον νὰ προσφύγωμεν εἰς νόμους ἄλλων ἐθνῶν· ἡ Ἀμερικὴ εἶναι ἔθνος, εἰς τὸ παράδειγμα τοῦ ὁποίου δυνάμεθα ἀπροσκόπτως νὰ προσφύγωμεν· ὁ νόμος λοιπὸν αὐτὸς νομίζω, ὅτι δύναται σήμερον ν’ ἀναφερθῇ, χωρὶς βέβαια νὰ ἐπιβληθῇ ὡς ὑποχρεωτικὸς εἰς τὴν συνείδησιν οὐδενός. Ἄρθρ. 10. «Ὁ ὑπουργὸς ἀθετῶν καὶ παραβιάζων ἐκ δολίας προαιρέσεως τὸ Σύνταγμα κλπ. τιμωρεῖται μὲ στέρησιν τῶν πολιτ. δικαιωμάτων, ἀπὸ 10–20 ἔτη»· αὐτὸ εἶναι ἀντιγραφὴ τοῦ συντάγματος τῆς Ἀμερικῆς, ὅπου, λέγω, ἰσχύουσιν αἱ μᾶλλον ἐλεύθεραι καὶ αἱ μᾶλλον δημοκρατικαὶ ἰδέαι. Ἡ Ὀλανδία ἀπὸ τὰ 1855 ἔχει εἰδικὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν· ὁ νόμος ἐκεῖνος λέγει, ἄρθρ. 29, ὅτι ὁ παραβιάζων τὸ Σύνταγμα ὑπουργὸς τιμωρεῖται μὲ ἐξορίαν τριῶν μέχρι δέκα ἐτῶν ἢ μὲ φυλάκισιν τριῶν μηνῶν μέχρι τριῶν ἐτῶν. Ὁ νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν τῆς Νορβηγίας, ἄρθρον 1ον, ὁρίζει ὅτι ὁ παραβιάζων τὸ Σύνταγμα καὶ μεταχειριζόμενος τὸν στρατὸν κατὰ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν κειμένων νόμων ὑπουργὸς ἀποπέμπεται τῆς θέσεώς του καὶ στερεῖται τῆς ἱκανότητος νὰ λάβῃ ἀξίωμα. Ὁ ὑπουργὸς λοιπὸν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος παραβιάζει τὸ Σύνταγμα, λέγει ὁ νόμος τῆς Νορβηγίας, ὁ ὁποῖος παραβιάζει τὴν ἐλευθερίαν καὶ ἀνεξαρτησίαν τῆς Νορβηγίας, τιμωρεῖται, ἀπολύεται τῆς θέσεώς του, καὶ ἂν τὸ ἔγκλημα ᾖναι πολὺ βαρὺ, στερεῖται τῆς ἱκανότητος τοῦ ν’ ἀναλάβῃ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ τόπῳ. Ὁ νόμος, κύριοι, περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν τοῦ μεγάλου Δουκάτου τῆς Βάδης, ἄρθρον 9ον, ὁρίζει τὰς κατὰ τῶν παραβιασάντων τὸ Σύνταγμα ὑπουργῶν ποινάς· αἱ ποιναὶ ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται, εἶναι ἡ προσωρινὴ παῦσις, ἡ ἀποβολὴ ἀπὸ τῆς θέσεως ἄνευ συντάξεως ἢ μὲ σύνταξιν. Περὶ σωματικῆς ποινῆς δὲν ὁμιλεῖ ὁ νόμος αὐτός. Ὁ νόμος τῆς Βαυαρίας, τὸ ἄρθρον 9 λέγει. (Καὶ ἀφοῦ, κύριοι, δὲν ἔχομεν Γαλλικὸν νόμον, Βελγικὸν νόμον, Ἰταλικὸν νόμον περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νομίζω, ὅτι εἶναι συγκεχωρημένον νὰ καταφύγωμεν εἰς τ’ ἄλλα κράτη, τὰ ὁποῖα ἠξιώθησαν νὰ ἔχωσι νόμον τοιοῦτον). Ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἤθελε παραβιάσει τὸ Σύνταγμα, τιμωρεῖται ἢ δι’ ἁπλῆς ἀποβολῆς ἀπὸ τῆς θέσεώς του, μὲ τὸ δικαίωμα νὰ διατηρήσῃ τὴν σύνταξίν του, ἢ δι’ ἀποβολῆς μετὰ στερήσεως τῆς συντάξεως. Σᾶς ἀνέφερα, κύριοι, τὰς διατάξεις τῶν νόμων τούτων διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι τὸ ἔγκλημα τὸ πολιτικὸν ἐθεωρήθη παντοῦ καὶ πάντοτε ὡς ἔγκλημα, διὰ τὸ ὁποῖον μία πολιτικὴ καταδίκη, μία ἠθικὴ καταδίκη, μία στέρησις δικαιωμάτων ἐθεωρήθη παντοῦ ἱκανὴ ποινή, ἀπέναντι τοῦ μεγαλειτέρου τολμήματος κατὰ τοῦ Συντάγματος. Οἱ νομοθέται ἐκεῖνοι ἐσκέφθησαν ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ σωματικὴ ποινὴ κατ’ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι περιβεβλημένοι μὲ τὸ ἀνώτατον ὑπούργημα ἐτόλμησαν ὁπωσδήποτε νὰ παραβιάσωσι τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ἡ στέρησις τῶν δικαιωμάτων ἐθεωρήθη μία ποινὴ βαρυτάτη ἀπέναντι τοιούτου ἐγκλήματος· ὥστε, κύριοι, ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι στερούμεθα νόμου εἰδικοῦ, δυνάμει τοῦ ὁποίου νὰ τιμωρήσωμεν τὴν πρᾶξιν ταύτην, ἡμεῖς, τῶν ὁποίων τὸ Σύνταγμα σιωπᾷ, ὡς πρὸς τὸ ποινικὸν μέρος, νομίζω, ὅτι προσεγγίζομεν εἰς τὴν ἀλήθειαν, εἰς τὴν θέλησιν τοῦ Νομοθέτου, προσεγγίζομεν εἰς τὴν ἀποστολήν, τὴν ὁποίαν ὡς κοινοβούλιον ἔχομεν, ἂν δυνηθῶμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν μίαν ποινήν, ἡ ὁποία εἰς ἄλλα Κράτη εἰδικῶς διὰ τοιαῦτα ἐγκλήματα ἐνομοθετήθη. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ εἴπωμεν ἂν ἡ ποινὴ αὕτη ᾖναι ἀνάλογος· διότι ἂν τὴν θεωρήσωμεν μικράν, ἔχομεν βαρυτέραν νὰ ἐφαρμόσωμεν δυνάμει τῶν κειμένων νόμων; Ἂν ἠδυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν βαρυτέραν, ἐγὼ θὰ ἤμην ὁ αὐστηρότερος, ὁ ἀπηνέστερος, ἀλλὰ θέλω νὰ πεισθῶ ὅτι νομίμως ἀπεφάνθην ἐγώ, ὁ ὁποῖος ὑψῶ τὴν φωνὴν καὶ κατηγορῶ, μὴ δεχόμενος ν’ ἀκούσω ὅτι παρεβίασα τὸν νόμον. Φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἔχω τὴν συνείδησιν ἥσυχον ὅτι ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκον σεβόμενος τοὺς νόμους, εἰς τοὺς ὁποίους ἐγὼ πρῶτος ὀφείλω νὰ ὑποταχθῶ. Δὲν πρόκειται, λέγω, νὰ ἐξηγήσω τὸ βάρος ἢ τὴν ἐλαφρότητα τῆς ποινῆς· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τὸ ἔθνος σύσσωμον ἐξεδήλωσε, κατὰ τοῦ ὁποίου τὸ ἔθνος ὁλόκληρον διεμαρτυρήθη, ἓν ἀνώτατον δικαστήριον διὰ μιᾶς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως θέλει τὸ βεβαιώσει· θέλει ἔλθει αὐτὸ τὸ δικαστήριον νὰ κηρύξῃ ἐνόχους ἐκείνους, κατὰ τῶν ὁποίων τὸ ἔθνος σύσσωμον ἐξηγέρθη, ἡ κοινωνία ὁλόκληρος ἐζήτησε λόγον τῶν ἀδικημάτων των. Καὶ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἦλθεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μονομαχῇ καθ’ ἑκάστην μὲ τὴν κοινωνίαν. Ἀποφαίνονται τὰ δημοτικὰ συμβούλια, τὰ διαλύει, οἱ σύλλογοι ἀποφαίνονται, διαλύει τοὺς συλλόγους, γνωμοδοτοῦσιν οἱ δικηγόροι, τοὺς καταδιώκει πειθαρχικῶς. Διαρκῶς εὑρίσκετο εἰς μονομαχίαν τὸ ἔθνος μὲ τὴν Κυβέρνησιν μέχρις οὗ τὸ ἔθνος ἠδυνήθη νὰ νικήσῃ. Δὲν εἶναι λοιπὸν τὸ βάρος τῆς ποινῆς· εἶναι τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον θέλομεν ἔχει ἔχοντες μίαν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία θέλει βεβαιώσει τὰ γεγονότα, μίαν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία ἐφαρμόζουσα τὸν νόμον θέλει φέρει τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς διὰ τῆς σημερινῆς συζητήσεως καὶ διὰ τῆς κατηγορίας ἐπιζητοῦμεν. Ἀλλ’ ἂς μοὶ συγχωρηθῇ, κύριοι, ν’ ἀνατρέξω καὶ εἰς τὸ παρελθὸν τῆς Ἑλληνικῆς Ἱστορίας, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ ν’ ἀνατρέξω εἰς μίαν ἐποχήν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω ἂν δικαίως ἢ ἀδίκως τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς κατηγορίας καὶ τῆς κοινοβουλευτικῆς καταδίκης ἐφηρμόσθη καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, κατὰ τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1862, ὅτε ἐξήσκησε ἡ Συνέλευσις τὸ δικαίωμα τὸ ἀπεριόριστον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἡ Συνέλευσις ἐνόμιζεν, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ παραβάντες ὁπωσδήποτε τὸν νόμον ὑπέπεσαν εἰς πολιτικὸν ἔγκλημα· ἐθεώρησεν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ της, ὅτι ἡ ἐνέργεια τῶν ὑπουργῶν ἐκείνων δὲν ἦτο σύμφωνος μὲ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβον ἀπέναντι τοῦ Συντάγματος· ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ τοὺς τιμωρήσῃ ἐν τῷ δικαιώματι, τὸ ὁποῖον εἶχεν· οἱανδήποτε δὲ ποινὴν ἠδύνατο νὰ ἐπιβάλῃ, διότι ἦτο ἀπόλυτος κύριος κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καὶ ὅμως περιωρίσθη νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ποινήν, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἰς ὅλα τὰ εὐνομούμενα κράτη, τὴν στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, τὴν ὁποίαν ὅμως βραδύτερον θεωρήσασα βαρεῖαν ἀνεκάλεσε διὰ χάριτος. Δὲν ἐσυλλογίσθη οὐδεὶς ἐν τῇ Συνελεύσει, ὅτι δὲν ἱκανοποιήθη τὸ ἔθνος, διότι δὲν ἐπεβλήθη σωματικὴ ποινὴ κατὰ τῶν ὑπουργῶν ἐκείνων. Ὅταν λοιπὸν, κύριοι, ἔχωμεν παράδειγμα τῆς Συνελεύσεως, τῆς ὁποίας, κύριοι, ἀπαύγασμα καὶ προϊὸν εἶναι τὸ Σύνταγμα ὑπὸ τὸ ὁποῖον σήμερον διατελοῦμεν, ὅταν ἔχωμεν παράδειγμα τὰς νομοθεσίας διαφόρων ἄλλων συνταγματικῶν ἐθνῶν, ὅταν ἔχωμεν τὸ παράδειγμα τῆς δημοκρατουμένης Ἀμερικῆς, ὅπου ἡ ἐλευθερία ἔφθασεν εἰς τὸν ὕπατον βαθμὸν, πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ ποινὴ εἶναι ἐλαφρὰ, πρέπει νὰ ᾖναι βαρυτέρα, διότι εἰς τὸ βάρος τῆς ποινῆς θὰ εὕρωμεν τὴν ἱκανοποίησιν; Ὄχι κύριοι! Εἶπον κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἀγορεύσεώς μου, ὅτι τὸ ἔθνος δὲν ζητεῖ ἐκδίκησιν, ἀλλὰ ἱκανοποίησιν τοῦ νόμου, καὶ τότε θ’ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὴν θέλησιν τοῦ ἔθνους, ὅταν ἐφαρμόσωμεν κατὰ γράμμα τοὺς νόμους. Ἡ γνώμη τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς νομίζω, ὅτι εἶναι ἄσκοπος, τὴν ἐπιφέρομεν ὡς δευτέραν συνέπειαν εἰς τὴν ἔκθεσίν μας ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ὁπωσδήποτε ἡ Βουλὴ δὲν εὕρει τὸ πρῶτον συμπέρασμα σύμφωνον μὲ τὸν νόμον, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν Βουλὴ δὲν θεωρήσει, ὅτι θὰ φθάσῃ ἐκ τῶν ἐνόντων εἰς ἓν συμπέρασμα ὁριστικόν. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔκαμα, μετὰ τὸ γεγονὸς, ἀπὸ τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ ἀπομακρυνθῶμεν ὅτι τὸ ἔγκλημα εἶναι πολιτικὸν, καὶ μόνον εἰδικὸς νόμος ἠδύνατο περὶ αὐτοῦ θετικῶς καὶ ὁριστικῶς νὰ προΐδῃ, νομίζω ὅτι πᾶσα ἀνάκρισις καὶ ἐξέτασις τῶν γεγονότων δὲν θὰ μᾶς φέρῃ εἰς οὐδὲν ἄλλο ἀποτέλεσμα ἀπὸ ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρισκόμεθα σήμερον. Ἡ μὴ ἀπαρτία τῆς Βουλῆς πιστοποιεῖται ἀπὸ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, ἡ κύρωσις τῶν ψευδῶν νόμων πιστοποιεῖται ἀπὸ τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, οὐδεὶς δὲ ἀντιλέγει εἰς τὰ γεγονότα. Ἀπέναντι ἑνὸς τοιούτου αὐταποδείκτου ἐγκλήματος, δὲν νομίζετε, ὅτι ἀνταποκρινόμεθα εἰς τοὺς πόθους τοῦ ἔθνους καὶ εἰς τὴν θέλησιν τοῦ νόμου, ἂν σπεύσωμεν τὴν τιμωρίαν καὶ τὴν κατηγορίαν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους θεωροῦμεν ὡς αὐτουργοὺς τῶν ἐγκλημάτων; Ἡ ἐξέτασις τῶν γεγονότων κατ’ ἐμὲ τίποτε περισσότερον δὲν δύναται νὰ προσθέσῃ· μία βραδύτης ἤθελε τὸν χρόνον καταναλώσει ἄνευ ἀποτελέσματος· βραδύτης, ἡ ὁποία δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἀνυπομονησίαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν νὰ ἴδωμεν τὸ ἔγκλημα τιμωρούμενον· βραδύτης, ἡ ὁποία οὐχὶ μόνον δὲν ὑπηρετεῖ τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ἀγωνιζόμεθα, ἀλλ’ ἀπεναντίας χαλαρώνει τὴν ἐνέργειαν τοῦ νόμου. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον κατ’ ἐμὴν κρίσιν, κύριοι, ἐπιμένω καὶ νομίζω, ὅτι ὁ νόμος ἱκανοποιεῖται πληρέστατα, ὅτι ἐκπληροῦμεν τὸ καθῆκόν μας ἐν ὅλῃ αὐτοῦ τῇ ἀκριβείᾳ, ἐὰν διατυπώσωμεν τὴν κατηγορίαν σύμφωνα μὲ τοὺς κειμένους νόμους, καὶ ζητήσωμεν νὰ τιμωρηθῶσιν οἱ αὐτουργοὶ διὰ τῆς ποινῆς, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ἐπιβάλλει, ἀνορθουμένου τοῦ ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον ἔτος ὁλόκληρον μᾶς ἀπασχολεῖ.
§14ΖΩΧΙΟΣ. Ἐν τοῖς ἀναγκαιοτάτοις χρὴ βραχυλογεῖν, τοὐτέστι δὲν χρειάζονται πολλὰ λόγια, διότι παρέρχεται ὁ χρόνος εἰς μάτην. Εἶχον δὲ, κύριοί μου, ἴδιον κατηγορητήριον, ἀλλὰ δὲν μὲ ἀφῆκαν νὰ τὸ παρουσιάσω. Διατί; Μοῦ εἶπον νὰ παρουσιασθοῦν πολλὰ κατηγορητήρια, μετ’ αὐτῶν δὲ συντάσσεσαι καὶ σὺ, καὶ τῷ ὄντι συνετάχθην μεθ’ ἑνὸς κατηγορητηρίου, εἰς τὸ ὁποῖον πρῶτος πάντων εἶναι ὑπογεγραμμένος ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος. Πότε δὲ τὸ ὑπέγραψεν; Ἦτο ὑπουργὸς μετὰ τοῦ Κ. Βούλγαρη καὶ ἐδραπέτευσεν ὡς ἀπὸ γῆς Σοδόμων καὶ Γομόῤῥας (ἱλαρότης). Δεύτερος ὑπογεγραμμένος εἰς τὸ κατηγορητήριον ἐκεῖνο εἶναι ὁ ἔντιμος πρόεδρός μας. Πραξικόπημα εἶναι τῶν ὑπουργῶν καὶ τῆς Βουλῆς ἡ πρᾶξις, εἶπεν ὁ κύριος Ζαΐμης, καὶ ἐδραπετεύσαμεν ὅλοι ἀπὸ τοῦ Βουλευτηρίου. Τὴν Τρίτην ἐν τοῖς ὑπογεγραμμένοις ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ κατέχουσι τάξιν οἱ διαμαρτυρηθέντες καὶ πληροφορήσαντες τὸν Βασιλέα περὶ τῶν συμβάντων. Μετ’ αὐτοὺς δὲ ὑπογεγραμμένος ἔρχεται ἐκ τῶν οἰκείων ὁ Βολτέρας, ὅστις ἐδραπέτευσε τὴν 19 Μαρτίου ἀπὸ τοῦ βουλευτηρίου. Κατόπιν δὲ ἐπέρχονται οἱ διακηρύξαντες εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα τὸ τί συνέβαινεν, ἑνὶ δὲ λόγῳ ὑπογεγραμμένον εἰς τὸ κατηγορητήριον εἶναι ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἀπέκλεισεν ἀπὸ τοῦ βουλευτηρίου ὅλους τοὺς τότε συμπράξαντας εἰς τὴν ἀνομίαν. Πρὸς τοῖς ἄλλοις δὲ ὑπογεγραμμένος εἶναι καὶ ὁ κ. Τρικούπης, ὁ ὁποῖος ἔσχισε τοὺς νόμους, ὅσους ἐκεῖνοι συνέταξαν· ὁ ἁγιώτερος καὶ ἱερώτερος τῶν ὑπογεγραμμένων ὁ Βασιλεύς, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου σᾶς ἐκήρυξε τοὺς νῦν κατηγορουμένους ἐνόχους καὶ σᾶς εἶπεν ὅτι ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων ἦτον ἔκρυθμος. Μὴ νομίσητε λοιπόν, ὅτι ἡμεῖς οἱ ὀλίγοι ἔχομεν ὑπογράψει τὸ κατηγορητήριον, διότι ὅλοι σεῖς ἠκυρώσατε τοὺς νόμους ἐκείνους τοὺς παρανόμους. Δὲν πρόκειται δὲ περὶ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ κατηγορητηρίου, διότι ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι. Ποία ὅμως ποινὴ ἐφαρμόζεται εἰς τοὺς παραβάντας τοὺς νόμους; Ὅταν ἤκουσα τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου τοῦ προλαλήσαντος, μοῦ ἐπῆλθεν ἡ ἐπιθυμία τοῦ νὰ σώσω τὸν Βούλγαρην ἀπὸ τοὺς ὄνυχάς του· τὸ τέλος ὅμως τοῦ λόγου του ἦτο γαλήνη ἄκρα, καὶ διὰ τοῦτο ἔμεινα εἰς τὴν θέσιν μου· δὲν ἐτόλμησε δὲ ὁ προλαλήσας νὰ ἀναγνώσῃ τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον κατὰ τῶν κατηγορουμένων ἐπικαλεῖται, διότι ἂν σᾶς τὸ ἀνεγίνωσκε, θὰ ἐβλέπατε ὅτι ἐπιβάλλει εἰς αὐτοὺς πρόστιμον 100 δραχμῶν. Σᾶς ἀνέφερε μυρία ὅσα Συντάγματα, οὐχὶ δὲ τὸ ἡμέτερον· ἐλησμόνησεν ὅμως ἕν· ὑπάρχει εἰς τὰ βορειότατα μέρη τῆς Εὐρώπης μία σχεδὸν ἔρημος νῆσος, ἡ Ἰσλανδία, ἥτις πρό τινων ἐτῶν συνέταξεν ἴδιον Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἐπεκύρωσεν ὁ Βασιλεὺς τῆς Δανίας· ἔχει δὲ τὸ Σύνταγμα αὐτὸ καὶ διάταξιν περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν. Ἀλλ’ ἐννοεῖτε τί θὰ ᾖναι οἱ δυστυχισμένοι ἐκεῖνοι ὑπουργοί. Διατί ὅμως δὲν ἀνέτρεχες, φίλε, νὰ ἐρωτήσῃς τὴν Συνέλευσίν σου; Ἡ πατρίς σου, ὅταν συνέταττε τὸν θεμελιώδη νόμον, δὲν ἠρώτας τί εἶχε κατὰ νοῦν; Σὲ ἐρωτῶ δέ, ἐὰν ἤσουν εἰς τὴν θέσιν τοῦ Βούλγαρη, καὶ σὲ παρέβαλλον μὲ ἕνα μικρὸν καὶ ποταπὸν δημόσιον ὑπηρέτην, ἤθελες τὸ καταδεχθῆ; Ὁ Βούλγαρης δύναται νὰ μᾶς εἴπῃ, τί ἀναστατώσατε ὅλον τὸν τόπον, τί ἐξεκαύσατε τὸ ἔθνος διὰ νὰ μοῦ ἐπιβάλητε πρόστιμον 100 δραχμῶν; Τί ἐχαλάσατε τὸν κόσμον διὰ νὰ εὕρητε ἕνα ψύλλον εἰς τὰ ἄχυρα, θέλετε δὲ δι’ αὐτὸ νὰ μὲ καταδικάσετε εἰς πρόστιμον 100 δραχμῶν; Δὲν εἶμαι νομικός, παρευρέθην ὅμως εἰς συμβούλια νομικῶν καὶ κατὰ δυστυχίαν ἐξῆλθον νικῶν· εἷς δὲ ἐκ τῶν ἐπισημοτέρων νομικῶν ἀποθανὼν πρὸ πολλοῦ, ὁ κ. Ποτλῆς, εἶπεν εἰς ἓν ἐξ αὐτῶν τῶν συμβουλίων, αὐτὰ ποῦ λέγομεν δὲν εἶναι νομικά (ἰλαρότης). Μὲ συγχωρεῖτε, διότι ὁ νόμος ὁ ποινικὸς δὲν μὲ γνωρίζει, καὶ διὰ τοῦτο εὐκόλως δὲν εὑρίσκω ὅ,τι ζητῶ. Ἀλλ’ ἰδοὺ τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ κύριος Ῥικάκης· «Δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἐκτὸς τοῦ εἰς τὸν παρόντα νόμον ῥητῶς ὡρισμένων περιπτώσεων», (διότι πρόκειται περὶ περιπτώσεων ἄλλων, αἰθερίων, μηδαμινῶν ἐναερίων· ἂν δὲ περὶ σπουδαιοτέρου τινὸς ἐπρόκειτο θὰ τὸ ἐσημείωναν ῥητῶς ἐν τῷ νόμῳ), παραβαίνουσι τὰ κοινὰ ἢ τὰ ἰδιαίτερα καθήκοντα τῆς ἐπιτετραμμένης εἰς αὐτοὺς ὑπηρεσίας, εἴτε ἐνυπάρχουσι ταῦτα εἰς τὴν φύσιν καὶ ἰδιότητα τῆς ὑπηρεσίας, εἴτε εἶναι διαγεγραμμένα δι’ ἰδιαιτέρων ὁδηγιῶν, (ὄχι πλέον νόμων ἀλλ’ ὁδηγιῶν τοῦ προϊσταμένου), τιμωροῦνται κατὰ τὸν ἀκόλουθον τρόπον. Ἐὰν ἡ παράβασις ἔγεινεν ἐπὶ σκοπῷ ἰδίας ὠφελείας, ἢ πρὸς βλάβην τῆς Ἐπικρατείας, ἢ τινος ἰδιώτου, μὲ χρηματικὴν ποινὴν τοὐλάχιστον ἑκατὸν δραχμῶν». Ἀλλὰ δὲν θὰ ἐντραπῆτε νὰ καταδικάσητε τὸν Τιτάνα, τὸν πρὸ μικροῦ πρωθυπουργὸν, μεταχειριζόμενοι ὅπλα λιλιπούτια;
§15ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν ἐφαρμόζεται ἡ δευτέρα περίστασις, κ. Ζωχιὲ, ἀλλ’ ἀναγνώσατε τὸ ἄρθρον διὰ νὰ μὴ καταστήσητε γελοίαν τὴν ὁμιλίαν μου.
§16ΖΩΧΙΟΣ. Μὲ ἔκαμες καὶ ἐσκόλιασα, δὲν ὑποφέρω λοιπὸν, θὰ σοῦ τὰ ψάλλω. Ὑπάρχουσι μερικαὶ ἀλήθειαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀποδεικνύονται ἀμέσως, ἀλλὰ διὰ τῆς εἰς ἄτοπον ἀπαγωγῆς. Θὰ προσπαθήσω δὲ νὰ ἐφαρμόσω τὸν τοιοῦτον τῆς ἀποδείξεως κανόνα καὶ εἰς τὸν ποινικὸν νόμον, τὸν ὁποῖον πιάνο καὶ τρέμω, διότι ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου εὑρίσκεται πλῆθος νομικῶν, ἐξ ἐκείνων μάλιστα, οἵτινες διυλίζουν καὶ τὸν κώνωπα. Λαμβάνω τὸ ἄρθρον 231 καὶ παραβάλλω αὐτὸ πρὸς τὸ 487. Περὶ τίνος δὲ νομίζετε πραγματεύεται τὸ ἄρθρον 231; Περὶ κολλυβιστοῦ, ἐμπορομεσίτου, μαιῶν, κλητῆρος δικαστικοῦ ἢ ἄλλου δημοσίου ὑπηρέτου. Πρέπει δὲ νὰ κάμητε διάκρισιν μεταξὺ δημοσίου ὑπηρέτου καὶ δημοσίου ὑπαλλήλου· τί δ’ ἐπιβάλλει εἰς αὐτὸν τὸν κολλυβιστὴν, τὸν ἐμπορομεσίτην, τὴν μαῖαν, τὸν δικαστικὸν κλητῆρα; φυλάκισιν τὸ πολὺ τριῶν μηνῶν. Λοιπὸν μὲ τὸν δικαστικὸν κλητῆρα θέλετε νὰ παραβάλετε τὸν Βούλγαρην; θέλετε μάλιστα νὰ τὸν καταστήσετε κατώτερον καὶ τοῦ κλητῆρος, καὶ τὸ καταδέχεται; (ἱλαρότης). Διὰ τῆς εἰς ἄτοπον ἀπαγωγῆς ἐλπίζω ἐπὶ τέλους νὰ εὕρωμεν τὴν ἀλήθειαν. Ὑποθέσατε ἕνα κακομοίρη πτωχοδιδάσκαλον (καὶ δὲν ὑπάρχει διδάσκαλος πλούσιος, ἂν δὲ ὑπάρχῃ, εἶναι σπανία ἐξαίρεσις), ὁ ὁποῖος ἀποφασίζει νὰ ἀνοίξῃ σχολεῖον εἰς τὸ χωριό του, λησμονεῖ δὲ νὰ πάρῃ τὴν ἄδειαν τῆς ἀρχῆς, ἠξεύρετε μὲ τί τιμωρεῖται; «Κράτησις ἢ πρόστιμον, ἐν ὑποτροπῇ δὲ κράτησις ἑνὸς μέχρι τριῶν μηνῶν, ἢ πρόστιμον 100 ἕως 300 δραχμῶν ἐπιβάλλεται εἰς ἐκεῖνον, ὅστις χωρὶς νὰ ᾖναι διωρισμένος διατηρεῖ σχολεῖον.» Λοιπὸν τὸν καϋμένον τὸν διδάσκαλον, ὅστις ἐλησμόνησε νὰ πάρῃ τὴν ἄδειαν νὰ διδάσκῃ, τὸν τιμωρεῖτε μὲ τριῶν μηνῶν κράτησιν, καὶ τὸν πρωθυπουργὸν, ὅστις ἔφερεν ἄνω κάτω τὴν Ἑλλάδα, πῶς νὰ τὸν τιμωρήσωμεν; Νὰ τοῦ ἐπιβάλωμεν χρηματικὴν ποινὴν ἑκατὸν δραχμῶν! (ἱλαρότης. Καὶ ἐντὸς ταύτης τῆς μεγάλης ὁπλοθήκης τοῦ ποινικοῦ νόμου δὲν εὑρίσκεται κἀνὲν ὅπλον ἀνάλογον πρὸς τὸ ἀξίωμα καὶ τὸ ὄνομα τοῦ ἀνδρός; Ἐνθυμηθῆτε δὲ ὅτι εἶναι ὁ Δημήτριος Βούλγαρης, ὁ γαμβρὸς τοῦ Λαζάρου Κουντουριώτου, δὲν εὕρομεν ἄλλο ὅπλον, εἰμὴ μικροσκοπικὰ βέλη; Ὅποιος ἔχει πολλὰ χρήματα, πολλὰ δὲ ἔχει ὁ κ. Ῥικάκης χρήματα, ταξειδεύει, ἐγὼ δὲ ἐπειδὴ δὲν ἔχω περιορίζομαι ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος. Οὗτος δὲ εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν περιώδευσε τὴν γῆν καὶ εὗρε τόσα συντάγματα· ἐγὼ μένω εἰς τὸ ἑλληνικὸν (ἱλαρότης). Πρὶν ἢ ζητήσητε ἄρθρα ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ, δὲν ἀνατρέχετε νὰ ἐρωτήσητε τὴν Συνέλευσιν; Ἡ Συνέλευσις ναὶ μὲν ἀπέθανεν, ἀλλ’ ἄφησε τὴν διαθήκην της, κατ’ αὐτὴν δὲ θὰ βαδίσωμεν. Τί δὲ λέγει ἡ διαθήκη αὕτη; Ὁ κ. Θεοχάρης ἐρωτᾷ, (πρόκειται δὲ περὶ τοῦ ὅρου καθ’ ὃν εἰς τὴν πρώτην σύνοδον ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τὸ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νομοσχέδιον) ἐρωτᾷ λοιπὸν ὁ κ. Θεοχάρης «ἐὰν δὲν τὸν ψηφίσῃ;» Ἀποκρίνεται ὁ πρόεδρος «ἠξεύρω ἐγώ;»
§17ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος ἦτο πρόεδρος;
§18ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ κ. Μεσσηνέζης. — Ἀλλὰ ἰδοὺ παρουσιάζεται ὁ εἰσηγητὴς ὁ κ. Σαρίπολος, ὅστις εἶναι ἀξιόπιστος, διότι ἀπὸ τὸν πόλον τὸν βόρειον μετετέθη εἰς τὸν πόλον τὸν νότιον. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε δὲ νὰ ἀναγνώσω τὴν διαθήκην τῆς Συνελεύσεως (ἀναγινώσκει). «ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἔλαβον τὸν λόγον ἵνα παρατηρήσω ὑμῖν, ὅτι τὴν Ἑλλάδα πραγματικῶς θέλει περιβάλει μεγάλη τιμή, ἂν κατορθώσῃ νὰ συντάξῃ καλὸν περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νόμον» — τοῦτο θὰ μᾶς χρησιμεύσῃ καὶ διὰ τὰ κατόπιν— «τὸν ὁποῖον ἑξάκις ἐν διαστήματι ἑπτὰ ἐτῶν συνεζήτησαν ἐν Γαλλίᾳ, καὶ ὅμως οὐδέποτε κατώρθωσαν νὰ φέρωσιν εἰς πέρας» — ἡμεῖς ἐντὸς ὀλίγου χρόνου θὰ τὸ κατορθώσωμεν—«διότι εἶδον ὅτι δι’ αὐτοῦ ἢ περιωρίζετο ἡ ὑπουργικὴ ἐνέργεια ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε δυσχερῆ κατέσταινε τὴν διοίκησιν, ἢ ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη πράγματι ἐματαιοῦτο, διότι οἱ ὑπουργοὶ τότε εὐκόλως ἤθελον διαφεύγει τὴν κατηγορίαν, ὡς αἱ ἰσχυραὶ καὶ μεγάλαι μυῖαι διατρυπῶσι τὰ ἀράχνια.» Καὶ αὐτὰ τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα κατὰ τοῦ Βούλγαρη ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Ῥικάκης, εἶναι ἀράχνια, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Βούλγαρης θὰ διασχίσῃ καὶ θὰ διαβῇ πέραν. Ἐμνημόνευσα δὲ ταῦτα ἐν εἴδει προοιμίου. Ἔρχομαι δὲ ἤδη εἰς τὸ ζήτημα. «Ὁ σκοπὸς τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου πρὸς ἐκδίκασιν τῶν ὑπουργικῶν εὐθυνῶν δὲν εἶναι οὔτε ὅπως ἐφαρμόσῃ ἐξαιρετικοὺς νόμους, οὔτε ὅπως καθιερώσῃ διαδικασίαν διάφορον τῆς συνήθους, ἀλλὰ κυρίως ἵνα τὸ εἰδικὸν τοῦτο δικαστήριον ᾖ τοιοῦτον, ὥστε νὰ διατελῇ ἀνεπηρέαστον, δι’ ἣν κατέχει ἐν τῇ πολιτείᾳ ὑψηλὴν θέσιν, καὶ διὰ τῶν φώτων αὐτοῦ ᾖ τὸ καταλληλότερον ἵνα κρίνῃ τοὺς ὑπουργοὺς καὶ διακρίνῃ περὶ τῶν ἐγκλημάτων, εἰς ἃ ὑπέπεσαν, καὶ πλήρη ἀπονείμῃ δικαιοσύνην· τούτων δὲ τῶν λόγων ἕνεκεν, ὡς δικαστήριον, τοιούτων εὐμοιροῦν προσόντων, παρὰ ταῖς δυσὶ Βουλαῖς συγκεκροτημένης πολιτείας συνήθως κρίνεται τὸ ἕτερον τῶν νομοθετικῶν σωμάτων, τὸ κεκτημένον τὸ ἰσόβιον. Δὲν πλάττονται ὅμως διὰ τοῦτο νέαι κατηγορίαι ἀδικημάτων πολιτικῶν ἄλλως παρὰ τὰς ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ περιλαμβανομένας, παρὰ τὰς κατηγορίας δὲ τούτων κεῖνται καὶ αἱ ποιναί.» Λοιπὸν ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ θὰ εὕρητε καὶ τὸ παράπτωμα καὶ τὴν ποινήν. («Ἀπόδειξις δὲ τῶν λόγων μου (ὁ Σαρίπολος λαλεῖ), ὅτι καὶ πρὸ τῆς ἐκδόσεως εἰδικοῦ νόμου εὐθύνης ὑπουργῶν καὶ κατηγορητήριον κατὰ τῶν ὑπευθύνως διαχειριζομένων τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐκδοθῇ δύναται καὶ ὑπουργικὴ δίκη καὶ καταδίκη νὰ λάβῃ χώραν, ποιναὶ δὲ αἱ κείμεναι ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ νὰ καταγνωσθῶσιν, οὐχὶ δὲ ἄλλαι καὶ αὐθαίρετοι, διότι ἡμεῖς αὐτοὶ ἔχομεν καὶ ἕτερον ἄρθρον, ὅπερ ἐψηφίσαμεν προχθές, ὅτι οὐδεμία ποινὴ ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου, προηγουμένως ὁρίζοντος αὐτήν. «Ὅθεν δυοῖν θάτερον, ἢ θεωρεῖτε ὅτι ὁ συνταχθησόμενος νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, αὐτὸ τὸ μέλλον ἀριστούργημα τῆς ἑλληνικῆς εὐφυΐας, εἶναι ὁ μόνος ὅστις θὰ ῥυθμίσῃ τὰς πράξεις, δι’ ἃς ἐπιβέβληνται τοῖς ὑπουργοῖς αἱ εὐθύναι, καὶ τότε οὐδεὶς δύναται νὰ δικάσῃ ὑπουργούς, πρὶν ἢ συνταχθῇ ὁ νόμος ἐκεῖνος, ἢ νομίζετε, ὅτι ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου, καὶ τότε ὁ νόμος ὑπάρχει ἤδη.» Μετὰ ταῦτα ὁ κύριος Κολιάτσος ἠρώτησεν: «Ἡ παραβίασις τοῦ Συντάγματος πῶς τιμωρεῖται διὰ τοῦ ποινικοῦ νόμου;» Ἀποκρίνεται ὁ Σαρίπολος: «Ἡ παραβίασις τοῦ Συντάγματος, ὑπὸ ὑπουργῶν μάλιστα κατατολμωμένη, τί ἄλλο εἶναι, εἰμὴ σκοπὸς πρὸς μεταβολὴν τοῦ πολιτεύματος; Καὶ ὅμως μ’ ἐρωτᾶτε, ἔντιμε συνάδελφε, νομικὸς ὑμεῖς, πῶς αἱ κατὰ τῶν καθεστώτων πράξεις τιμωροῦνται κατὰ τοὺς ὑπάρχοντας νόμους;» Προτείνεται λοιπὸν ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Γαλέμου καὶ Χριστοπούλου, ἡ ὁποία λέγει· «Μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου τούτου, διὰ μὲν τὰς λοιπὰς κατηγορίας θέλουσιν ἐφαρμόζεσθαι αἱ ποιναὶ τοῦ ποινικοῦ νόμου, διὰ δὲ τὰς παραβάσεις τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων ἡ ποινὴ τῆς φυλακίσεως.» Καὶ ταῦτα μὲν ἐπρότεινεν ὁ Ἰάλεμος, ἡ δὲ Συνέλευσις ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν αὐτοῦ, καὶ ἐδέχθη τὴν γνώμην τοῦ Σαριπόλου. Λοιπὸν τὸ Σύνταγμα ὁρίζει τὴν ποινήν. Ποῖον δὲ εἶναι τὸ ἔγκλημα; Μεταβολὴ τοῦ καθεστῶτος πολιτεύματος λογίζεται πᾶσα παράβασις τοῦ Συντάγματος. Νομίζω δὲ ὅτι καὶ ἡ κατηγορία καὶ ἡ τιμωρία πρέπει νὰ ᾖναι ἀνάλογος πρὸς τοὺς κατηγόρους, ἀνάλογος πρὸς τὸ ἀξίωμα τοῦ κατηγορουμένου, καὶ ἂν θέλετε, ἀνάλογος πρὸς τὸ οἰκογενειακὸν αὐτοῦ ἀξίωμα. Τί σᾶς λέγουν ὅμως; θὰ μᾶς κατηγορήσουν οἱ ξένοι. Πολλὰς οἱ ξένοι δύνανται νὰ μᾶς ἀποδώσουν κατηγορίας, ἐκτὸς τῆς ὠμότητος, διότι ὁμολογουμένως τὸ Ἑλληνικὸν γένος δὲν εἶναι ὠμόν, ἐγὼ δὲ διϊσχυρίζομαι ὅτι εἶναι τὸ ἡμερώτερον τῶν ἐθνῶν· τόσον μάλιστα ἥμερον, ὥστε τὴν ἡμερότητα ἐκτείνει μέχρι καὶ τῶν πολεμίων· δὲν ἔχει δὲ παράδειγμα ἡ Εὐρώπη νὰ μᾶς ἀντιτάξῃ. Τί δὲ σᾶς λέγουν ἄλλοι; Θέλομεν, λέγουσι, τὸ κατηγορητήριον τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ μᾶς γλυτώσουν οἱ κατηγορούμενοι· τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι ἔργον μας, διότι ἡ Βουλὴ μόνον ὀφείλει νὰ κατηγορήσῃ, ἐὰν ἐπίστευσεν ὅτι εἶναι ἄξιοι κατηγορίας οἱ καταδιωκόμενοι. Τί δὲ θὰ πράξῃ τὸ δικαστήριον, δὲν εἶναι ἔργον μας. Ἀλλ’ ἐρωτῶσι, λέγοντες, ἐὰν τὸ δικαστήριον τοὺς ἀπολύσῃ; τόσον τὸ καλλίτερον· τί πταίομεν ἡμεῖς; Ἡμᾶς τοὺς βουλευτὰς καὶ τὸ δικαστήριον θὰ κρίνῃ ἡ ἱστορία. Ἡμεῖς δὲ πρέπει νὰ μείνωμεν ἐντὸς τοῦ νόμου, καὶ τὸ ἐπαναλέγω ἡ κατηγορία πρέπει νὰ ᾖναι ἀνάλογος τοῦ παρελθόντος τῶν προσώπων, διότι ἄλλως εἰς μάτην ἐξεκαύσαμεν τὸ ἔθνος, καὶ τὸ ἔθνος μᾶς ἐξέκαυσε. Νὰ πολεμήσω τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ὁ ἔντιμος συνάδελφός μας κύριος Πολυλᾶς ἔφερε κατὰ τῶν κατηγορουμένων, τὸ νομίζω περιττόν, διότι καθὼς σᾶς εἶπον νομικὸς δὲν εἶμαι· σᾶς λέγω ὅμως ὅτι τὰ ἄρθρα τοῦ κυρίου Πολυλᾶ ἀναφέρονται εἰς δικαστὰς καὶ εἰς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους, οἱ δὲ ὑπουργοί, οὓς καταδιώκομεν, δὲν εἶναι οὔτε δικαστικοί, οὔτε πολιτικοὶ ὑπάλληλοι, ἀλλ’ εἶναι κἄτι τι ἀνώτεροι. Συμπληρῶ δὲ τὸν λόγον μου οὕτως· παραδέχομαι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Ζέγγελη περὶ συστάσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς μετὰ συνθηκῶν ὅμως· ά) τὸ ταχύ, βʹ) νὰ μὴ δοθῇ εἰς τὴν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν τοσαύτη ἐξουσία, ὅση ἐδόθη εἰς τὴν ἄλλην, τὴν δικαστικήν, διὰ νὰ μὴ προβῇ περαιτέρω, ἀλλὰ νὰ περιορισθῇ νὰ βεβαιώσῃ μόνον τὸ παράπτωμα, τὸ ἔγκλημα, τὸ πταῖσμα, καὶ νὰ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀνακρίσεώς της ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἥτις ν’ ἀποφανθῇ ἂν πρέπῃ νὰ προφυλακισθῶσιν οἱ κατηγορούμενοι.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βαλέττας ἔχει τὸν λόγον.
§20ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ὤν εἷς ἐκ τῶν ὑπογραψάντων τὸ κατηγορητήριον, ὀφείλω, νομίζω, νὰ δώσω λόγον διατί τὸ κατηγορητήριον τοῦτο εἰσηγάγομεν, διατί τοιοῦτον εἰσηγάγομεν αὐτό, καὶ τρίτον νὰ ἐξηγήσω καὶ ἀναπτύξω τὰς νομικὰς διατάξεις καὶ τὰ πραγματικὰ γεγονότα, ἐφ’ ὧν στηριζόμενοι τοιαύτας τὰς πράξεις τῶν ὑπουργῶν ἐχαρακτηρίσαμεν, καὶ ὑπὸ τοιαύτας νομικὰς διατάξεις ὑπηγάγομεν αὐτάς. Βεβαίως ἡμεῖς δὲν ἐπράξαμεν τὸ ἔργον τοῦτο ἐκ πρωτοβουλίας. Ἡ ἀπὸ τῆς τριακοστῆς Νοεμβρίου π. ἔ. ἀρξαμένη ἀντίδρασις τοῦ ἔθνους κατὰ τῶν τότε τολμωμένων, ἡ ἔργῳ ἐκδηλωθεῖσα διὰ τῆς ἀπὸ τῆς Βουλῆς ἀποχωρήσεως τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἡ στεφθεῖσα μετέπειτα διὰ τῆς περισκέψεως τῆς βασιλείας ἀποπεμψάσης τοὺς παρανομήσαντας ὑπουργούς, αὕτη ἡ ἀντίδρασις εἶναι ὁ λόγος τοῦ κατηγορητηρίου. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐγεννήθη ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ ἔθνους ἡ ἀπαίτησις τῆς τιμωρίας τῶν τότε ἀσεβησάντων· τὸ δὲ μέγεθος τῆς ἀσεβείας, ἣν ἐπεδείξαντο οἱ καταγγελλόμενοι νῦν ὑπουργοὶ πρὸς τοὺς νόμους καὶ πρὸς πᾶν ὅ,τι τὸ ἔθνος ἔχει ἱερὸν, ἦτο τοσοῦτον, ὥστε ἡ ἀπαίτησις τῆς τιμωρίας διετηρήθη ἀμείωτος ἐν τῷ ἔθνει καὶ ἐν τῇ βασιλείᾳ, καὶ διὰ τοῦτο ὁ μὲν Βασιλεὺς διὰ τοῦ βασιλικοῦ λόγου διετύπωσεν ὡς καθῆκον τῆς Βουλῆς τὴν περὶ τούτου φροντίδα, ἡ δὲ Βουλὴ, διερμηνεύουσα τὰ αἰσθήματα τοῦ ἔθνους, εὐχαρίστως ἀποδέξατο τὴν προτροπὴν ταύτην τοῦ Βασιλέως, καὶ ὑπεσχέθη ῥητῶς ὅτι θέλει ἐργασθῇ πρὸς τοῦτο. Τὸ ἔργον δὲ τοῦτο βεβαίως εἶναι ἓν τῶν ὑψηλοτέρων, ἴσως δὲ τὸ ὑψηλότερον ἐξ ὅσων Βουλὴ Ἑλληνικὴ ἐκλήθη νὰ ἐπιτελέσῃ. Εἶναι ὑψηλὸν ὑπ’ ἔποψιν δικαιοσύνης ἀπαιτούσης τὴν ἱκανοποίησιν ἑαυτῆς καὶ τῆς ἀδικηθείσης κοινωνίας, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν οἱ τοὺς νόμους αὐτῆς καταπατήσαντες, ὑπὸ ἔποψιν πολιτικὴν, διὰ τὴν ἐγγύησιν τοῦ μέλλοντος. Καὶ ἀληθῶς ποίαν ἐλπίδα θὰ ἔχωμεν βελτιώσεως τῶν κοινῶν, ἐὰν ἡ παροῦσα Βουλὴ, ἡ τὰς τόσας χρηστὰς ἐλπίδας δίδουσα εἰς πάντας, ἐργασθῇ ψηφίζουσα νόμους ὑπὲρ βελτιώσεως τοῦ τόπου, ἐπάγουσα οἰκονομίας εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ διὰ τῶν φώτων αὐτῆς συντελοῦσα εἰς πᾶν ὅ,τι καλὸν, ἐὰν ἀφήσωμεν εἰς τὸ μέλλον ἀφρούρητον τὴν ἐνέργειαν τῶν κοινωφελῶν τούτων νόμων; Ποία θὰ ᾖναι ἡ ὠφέλεια, ἐὰν μετά τινα χρόνον νέος χείμαρος διέλθῃ διὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ φέρῃ τὸν ὄλεθρον καὶ τὴν ἐρήμωσιν; Καὶ τοιοῦτος μὲν ὁ λόγος τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ κατηγορητηρίου. Τοιοῦτον δὲ κατηγορητήριον εἰσηγάγομεν διὰ τὰ ἑξῆς: Ἠδυνάμεθα βεβαίως ἀνατρέχοντες εἰς τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν συνεπληρώθη ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη, καὶ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὰ τότε διαδιδόμενα, κατ’ ἀρχὰς μὲν ἐν τῷ τύπῳ τῷ ἀλλοδαπῷ, μετέπειτα δὲ καὶ ἐν τῷ ἡμετέρῳ, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐμελετᾶτο ἡ μετατροπὴ τοῦ πολιτεύματος, καὶ ὅτι πρὸς τὴν μετατροπὴν ταύτην σπουδαῖαι κατεβάλλοντο ἐνέργειαι, καὶ τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης κατὰ τὰς ἐκλογὰς, ἥτις δὲν ἦτον εἰμὴ ἀπροκάλυπτος παράβασις τῶν νόμων καὶ αὐθαίρετος τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος ἁρπαγὴ, ὅπως κατορθώσωσι νόθον σύστασιν τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν, τὴν ἄρνησιν τῶν εἰσιτηρίων, βεβαίως ἠδυνάμεθα νὰ συναγάγωμεν τὰ στοιχεῖα δεινοτέρου καὶ βαρυτέρου ἐγκλήματος. Ἀλλὰ δὲν ἐπράξαμεν τοῦτο· ἐλάβομεν μίαν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἐν ᾗ συγκεντροῦται καὶ διατυποῦται ὁ ἰδιάζων χαρακτὴρ αὐτῆς καὶ ἡ πολιτικὴ τῆς ἐνέργεια· ἡ πρᾶξις δὲ αὕτη εἶναι ἡ σύστασις καὶ ἡ δημοσίευσις τῶν ψευδῶν νόμων. Εἰσέρχομαι ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ κατηγορητηρίου, ὅπως παρ’ ἡμῶν διετυπώθη, καὶ εἰς τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν πράξεων ἐφ’ αἷς προτείνομεν νὰ κατηγορηθῶσιν οἱ ἐγκαλούμενοι ὑπουργοί. Δὲν θέλω δὲ λάβει ὡς λόγον ὑποστηρίξεως τῆς μιᾶς προτάσεως ἢ ἀναιρέσεως τῆς ἀντιθέτου, ὅτι βαρεῖα ἐπέρχεται ἡ ἐκ ταύτης ποινὴ, ἐλαφρὰ δὲ ἡ ἐκείνης, διότι νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι συζητήσεως ἄξιον τίς ἔσται ἡ καταγνωσθησομένη ποινὴ, καὶ πρὸς τὸ μέγεθος ταύτης τὰς γνώμας ἡμῶν νὰ κανονίζωμεν, ἀλλὰ τίς ὁ δικαίως ἐφαρμοσθησόμενος νόμος. Ἄρχομαι δ’ ἐκ τῆς πράξεως, τὴν ὁποίαν ἀντελήφθη ὁ ἑλληνικὸς λαὸς, ἐπισήμως καὶ ἁρμοδίως, ἤτοι ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τῶν νόμων. Ἡ δημοσίευσις τῶν ψευδῶν νόμων εἶναι τὸ τελευταῖον στάδιον, τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζει τὰς καταγγελομένας διὰ τοῦ κατηγορητηρίου πράξεις· μετ’ αὐτὴν ἄρχεται ἡ ἐκτέλεσις τῶν νόμων τούτων. Ἡ δημοσίευσις εἶναι ἡ τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς βεβαίωσις τῆς ὑπάρξεως τοῦ νόμου καὶ πρὸς ὕπαρξιν αὐτοῦ ἀναπόφευκτος καὶ διὰ τῆς ὁποίας δεσμεύεται ὁ λαὸς πρὸς τήρησιν αὐτοῦ. Ἡ δημοσίευσις ἄρα εἶναι βεβαίωσις, τὴν ὁποίαν ἡ ἁρμοδία ἀρχὴ ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς της ἐνεργεῖ καὶ ἥτις ἐπιφέρει ἕνεκα τούτου ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ τήρησιν τοῦ νόμου καὶ ὑπακοήν. Ἐρωτᾶται ἤδη, ὑπουργὸς διαβεβαιώσας ἁρμοδίως τὸν λαὸν ὅτι νόμος τις τοιοῦτος ὑπάρχει, ὅτι νόμος τις τοιοῦτος ἐσυστήθη, ὁ ὑπουργὸς οὗτος ὑπάγεται ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ἄρθρου 255 τοῦ ποινικοῦ νόμου, καθ’ ὃ «τιμωρεῖται μὲ εἱρκτὴν ὁ δημόσιος ὑπάλληλος, ὅστις ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς βεβαιοῖ καὶ ἐπιμαρτυρεῖ ἐν γνώσει μὴ ἀληθῆ πράγματα ὡς ἀληθῆ;» Μετὰ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου θὰ ἔχωμεν ἀποδεικτέα πρῶτον, ἐὰν ὑπῆρξε βεβαίωσις ἐπὶ τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς, δεύτερον ἐὰν τὰ βεβαιωθέντα ψευδῆ ἦσαν, καὶ τρίτον ἐὰν ἐν γνώσει τοῦ ψευδοῦς ἐγένετο ἡ βεβαίωσις. Οὐδεὶς ἐκ τῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λαλησάντων ἠρνήθη ὅτι, διὰ τῆς διατάξεως τοῦ 81 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, οἱ ὑπουργοὶ τιμωροῦνται διὰ πᾶσαν πρᾶξιν, ἣν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων των διέπραξαν προβλεπομένην ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ νόμου, διότι τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ Συντάγματος οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν εἰμὴ νὰ προσθέσῃ εἰς ἅπαντα τὰ ἄρθρα τοῦ ποινικοῦ νόμου, ὅπου ἀναφέρεται πρᾶξις δυναμένη νὰ τελεσθῇ παρὰ ὑπουργοῦ κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων του, καὶ τὴν λέξιν ὑπουργός. Ἐπειδὴ δὲ οἱ ὑπάλληλοι ὅλων τῶν κλάδων ἐξασκοῦσιν ἐξουσίαν ἀποῤῥέουσαν ἀπὸ τῆς ἐξουσίας τῶν οἰκείων ὑπουργῶν, ἀνομοίαν μόνον κατὰ τὸν βαθμὸν καὶ τὴν ἔκτασιν, ἀλλ’ ὁμοίαν κατὰ τὸ εἶδος καὶ τὴν οὐσίαν, ἕπεται ὅτι ὑπὸ οἱουδήποτε ἄρθρου τοῦ ποινικοῦ νόμου χαρακτηρίζεται ὡς ἀξιόποινος τοιαύτη ἢ τοιαύτη πρᾶξις ὑπαλλήλου, καὶ ὁ ὑπουργὸς τὴν αὐτὴν διαπράττων πρᾶξιν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων του εἰς τὴν αὐτὴν θὰ ὑποβληθῇ διάταξιν ποινικήν· ἐὰν ἄλλως εἶχε, τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἤθελεν εἶσθαι νεκρὸν, διότι εἰς οὐδεμίαν διάταξιν τοῦ ποινικοῦ νόμου εὑρίσκετε τὴν λέξιν ὑπουργός· καὶ τότε πρέπει νὰ παραδεχθῆτε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἀπ’ ἀρχῆς ὑπεστήριξεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς κύριος Ῥικάκης, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ εἶναι ἀτιμώρητοι, οἱασδήποτε πράξεις καὶ ἂν πράξωσι κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων των. Νομίζω ἀποδεδειγμένον τοῦτο καὶ δὲν ἐνδιατρίβω, διότι, καθὼς εἶπον, μόνον ἐν τῇ πρώτῃ ὁμιλίᾳ ἐῤῥέθη τοῦτο ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν βουλευτοῦ κυρίου Ῥικάκη. Τούτου ὄντος δεδομένου, ὀφείλω ν’ ἀποδείξω ἐὰν τὰ γεγονότα, περὶ ὧν ἐβεβαίωσαν οἱ ἁρμόδιοι ὑπουργοί, ἦσαν ψευδῆ, καὶ ἐὰν ἐν γνώσει ἐβεβαίωσαν ταῦτα ὡς ἀληθῆ. Καὶ πρῶτον ὅτι οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ἦσαν ψευδεῖς, νομίζω ὅτι οὐδεμία ἀντίῤῥησις, οὔτε ἀντετάχθη, οὔτε θὰ ἀντιταχθῇ. Ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἀποδεικνύει τὸ ψευδὲς τούτων· ἀλλὰ θέλω μόνον ἀντιταχθῆ κατ’ ἐνδεχομένης τινὸς ἀντιῤῥήσεως, ἥτις μέχρι τοῦδε δὲν ὑπεστηρίχθη, διότι νομίζω ὅτι καὶ κατὰ τὴν σύστασιν τῶν νόμων τούτων ἐν τῇ τότε λεγομένῃ Βουλῇ καὶ μετὰ τὴν σύστασιν αὐτῶν διεπράχθησαν δὶς κοιναὶ πλαστογραφίαι. Ἡ ἀντίῤῥησις, τὴν ὁποίαν ὑποθέτω ὡς δυναμένην ν’ ἀντιταχθῇ, εἶναι ἡ ἑξῆς· ὅτι αὐτοὶ ἐψήφιζον τοὺς νόμους ἐκείνους ἐν ἀπαρτίᾳ, τὴν ὁποίαν κατὰ πρόφασιν προέβαλον. Θέλω δὲ ἀποδείξει ὅτι αὐτὸ ψευδῶς τὸ ἐπιστοποίησαν καὶ ψευδῶς τὸ ἐβεβαίωσαν, διότι οὔτ’ αὐτὸ εἶναι ἀληθές. Καὶ τὴν μὲν 30 Νοεμβρίου ἰσχυρίζοντο ὅτι ἀπαρτία ὑπῆρχεν, ἀπαρτία ὅμως ὁποίαν πάντες ἐννοοῦμεν. Ἐκ τῆς συζητήσεως τῶν τριῶν ἡμερῶν, ἐκ τῶν κατὰ τὰς συνεδριάσεις ἐκείνας λεχθέντων ἀπεδείχθη, ὅτι οὐχὶ 96, ἀλλὰ κάτω τοῦ ἀριθμοῦ ἐκείνου ἦσαν οἱ συζητήσαντες καὶ ψηφίσαντες τὸν προϋπολογισμόν. Τοῦτο δὲ ἀπεδείχθη τὴν 3 Δεκεμβρίου, καθ’ ἣν μόλις ὀγδοήκοντα ἠσπάσθησαν τὴν γνώμην ταύτην ἐκ τῶν τῆς ὑπουργικῆς φάλαγγος, καὶ ἐκ τῶν ματαίων προσπαθειῶν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, τὰς ὁποίας ἐπὶ 15 ἡμέρας κατέβαλεν, ὅπως καταρτίσῃ ἀπαρτίαν, καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν κατέληξαν εἰς ἄλλο ἀποτέλεσμα εἰμὴ εἰς τὴν συνάθροισιν μόνον 92, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, βουλευτῶν κατ’ ἀνώτατον ὅρον. Κατὰ τὴν 30 λοιπὸν Νοεμβρίου, ἡ κυβέρνησις ἐκείνη καὶ οἱ ἀκολουθοῦντες αὐτὴν παρεδέχοντο ὡς νόμιμον ἀπαρτίαν τὴν τῶν 96· αὕτη δὲ ἀναντιῤῥήτως καὶ ἀναμφισβητήτως δὲν ὑπῆρχεν· ἄρα ψευδῶς ἐπιστοποιήθησαν, ψευδῶς ἐβεβαιώθησαν τὰ γεγονότα τῆς συστάσεως τῶν νόμων, δηλ. ἡ μὲ νόμιμον ἀπαρτίαν τῶν 96 ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Μεταβαίνω εἰς τὴν 19 Μαρτίου. Κατὰ τὴν δεκάτην ἐννάτην Μαρτίου συνῆλθον βουλευταὶ ὡρκισμένοι ἐννενήκοντα δύω· ὅτε δὲ ὁ τότε προσωρινὸς προεδρεύων κύριος Ῥεβελιώτης ἀπήγγειλεν ἀπὸ τοῦ προεδρείου ὅτι ἀπαρτία ἐγένετο, καὶ ὅτι δύνανται νὰ προβῶσιν εἰς τὰ ἔργα αὑτῶν, 11 ἐκ τῶν τότε βουλευτῶν ἠγέρθησαν διαμαρτυρόμενοι κατὰ τῆς παραβάσεως ταύτης τῆς προφανοῦς τοῦ Συντάγματος· καὶ ὅτε φωναὶ ἠγέρθησαν ὅπως ὁρκισθῶσιν οἱ μὴ ὡρκισμένοι βουλευταὶ, μετὰ σφοδρὰν ὁμιλίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Ναυπακτίας βουλευτοῦ κυρίου Ῥοντήρη ἀπῆλθον 9 ἐκ τούτων, καὶ ἀπέμειναν μόνον 83. Ὁ τότε πρόεδρος κύριος Ῥεβελιώτης ὑπεστήριξεν, ὅτι ἀληθὴς ἀπαρτία, κατ’ ἀπόφασιν μάλιστα τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ἦτο οὐχὶ ἡ τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνὸς τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, ἀλλ’ ἡ τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνὸς, μὴ λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶ μὴ ὡρκισμένων, τῶν ἀποβιωσάντων καὶ ἐκείνων ὧν αἱ ἐκλογαὶ δὲν εἶχον ἐξελεγχθῆ, καὶ ἐκείνων ὧν αἱ ἐκλογαὶ δὲν εἶχον ἐνεργηθῆ, καὶ εἶπεν ὅτι 85 ἀπῃτοῦντο, ὅπως καταρτισθῇ νόμιμος ἀπαρτία κατὰ τὴν ἰδέαν αὐτοῦ· ἀλλ’ ἀπελθόντων ἐκ τῶν 92 τῶν 9, ἔμενον 83, καὶ παρόντων τούτων ὡρκίσθησαν οἱ τότε μὴ ὡρκισμένοι βουλευταί· ἄρα δὲν ὑπῆρχε κατὰ τὴν ὅρκισιν οὐδὲ ἡ κατ’ αὐτοὺς ἀπαρτία.
§21Μ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. 92, κύριε, (θόρυβος).
§22ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνδιατρίβεις πολὺ, κύριε Βαλέττα, εἰς πράγματα ἀποδεδειγμένα.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε, δὲν θὰ τοῦ ἐπιβάλετε πῶς θὰ ὁμιλήσῃ.
§24ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη, ἵνα μὴ τὸ γεγονὸς τοῦτο πιστοποιῆται ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ἦτο ἀνάγκη ὅπως ἡ ἀναχώρησις τῶν 9 βουλευτῶν τῶν διαμαρτυρηθέντων φανῇ, ὅτι ἐγένετο μετὰ τὴν ὅρκισιν τῶν βουλευτῶν· πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐγένετο πλαστογραφία τῶν πρακτικῶν. Τὴν ἀναχώρησιν τῶν βουλευτῶν, τὴν ὁποίαν τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ ἀνέφερον πρὸ τῆς παραγράφου ἐν ᾗ ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ὁρκίσεως τῶν βουλευτῶν, τὴν ἔθεσαν μετὰ τὴν παράγραφον ταύτην, καὶ οὕτως ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν φαίνεται, ὅτι ἡ ἀναχώρησις τῶν διαμαρτυρηθέντων βουλευτῶν ἐγένετο μετὰ τὴν ὅρκισιν. Εὐτυχῶς τὸ ἔγκλημα τοῦτο ἀνεκαλύφθη. Ἀναγινώσκων πρὸ ἡμερῶν πρὶν ἢ λάβω μέρος εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ κατηγορητηρίου τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς δῆθεν ἐκτάκου ἐκείνης συνόδου καὶ ἐνθυμούμενος ἀκριβῶς τὰ τότε γενόμενα, ἐξεπλάγην εἰς τὴν μεταβολὴν ταύτην καὶ ἐνόμισα πρὸς στιγμὴν, ὅτι ἡ μνήμη μὲ εἶχεν ἀπατήσει. Κατέφυγον πρός τινας τῶν συναδέλφων ἡμῶν, τοὺς ὁποίους ἠρώτησα, ἡ δὲ βεβαίωσίς των ἐστερέωσε τὴν περὶ τῆς πλαστογραφίας τῶν πρακτικῶν ὑπόνοιάν μου. Ἐσιώπησα τότε καὶ παρέμεινα, ἵνα μὴ ἔκτακτόν τι συμβὰν κωλύσῃ τὴν ἀνακάλυψιν τοῦ ἐγκλήματος, μόλις δὲ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀνέφερον τὸ τοιοῦτον εἰς τὸν ἀξιότιμον πρόεδρον τῆς Βουλῆς, καὶ γενομένης ἐρεύνης ἀνεκαλύφθησαν τὰ ἑξῆς. Κύριε, Μακρυγιάννη ......
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε νὰ ἰδῆτε τὴν σφραγίδα σας ἐὰν ᾖναι ἀλύμαντος.
§26ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως εἶναι.
§27ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Εὕρομεν τὰ ὑπὸ τοῦ γραφέως τῶν στενογράφων γεγραμμένα πρακτικὰ, τὰ ὁποῖα πάντες γνωρίζετε, ὅτι εἶναι ἐπὶ τοιούτου χάρτου κυανοῦ πάντοτε γεγραμμένα· ἀντ’ αὐτῶν εὑρέθησαν ἕξ φύλλα, τὰ ὁποῖα βλέπετε, ἄλλου χρώματος χάρτου λευκοῦ καὶ μὲ ἄλλον χαρακτῆρα γραφῆς γεγραμμένα. Ἐντὸς δὲ τῶν ἓξ αὐτῶν φύλλων ὑπάρχει ἡ ἀλλοίωσις, περὶ ἧς σᾶς ὡμίλησα. Μετὰ τοῦτο προσεκάλεσα τοὺς στενογράφους ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου προέδρου καὶ εἷς ἐξ αὐτῶν, ὁ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην λαβὼν μέρος εἰς τὴν σύνταξιν τῶν πρακτικῶν, ἐνθυμήθη ὅτι ἐκράτησεν ἀντίγραφον· ἀμέσως μετέβη εἰς τὴν οἰκίαν του καὶ αὐθωρεὶ τὸ ἔφερε, καὶ τὸ ἀντίγραφον τοῦτο εἶναι παραδεδομένον εἰς τὸν ἀξιότιμον πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Πρὸς τούτοις ἠρωτήσαμεν τὸν ὑπάλληλον, τοῦ ὁποίου ὁ χαρακτὴρ ἀνεκαλύφθη εἰς τὰ φύλλα ταῦτα, νὰ μᾶς εἴπῃ ἂν ταῦτα ἔγραψε καὶ κατὰ τίνος ἐντολήν. Ὡμολόγησε παρουσίᾳ τοῦ κ. προέδρου καὶ ἐμοῦ καὶ ἄλλων συναδέλφων, ὅτι ἔγραψε ταῦτα καθ’ ὑπαγόρευσιν τοῦ τότε προέδρου τῆς Βουλῆς κ. Ῥεβελιώτου.
§28ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε βουλευτὰ, ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς σᾶς εἶπε πῶς προῆλθεν εἰς τὸ μέτρον αὐτὸ νὰ πάρῃ ἀντίγραφον; διότι εἶναι κάτι τι ἐξαιρετικόν.
§29ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Πιθανὸν νὰ εἶχε τὴν ἰδέαν, ὅτι ἠδύναντο νὰ ἀμφισβητηθῶσι τὰ γενόμενα.
§30ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Αὐτὸ ἦτο ἑπόμενον δι’ ἕνα τίμιον στενογράφον, θέλοντα ν’ ἀσφαλίσῃ τὴν ὑπόληψίν του· ἦτο ἔκτακτον, διότι καὶ τὸ συμβὰν ἦτο ὅλως ἔκτακτον.
§31ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἀνέφερον ἐν λεπτομερείᾳ τὸ τελευταῖον τοῦτο γεγονὸς, οὐχὶ διότι νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητην πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ὀρθοῦ χαρακτηρισμοῦ τῶν πράξεων, τὰς ὁποίας ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ ἀναφέρομεν, ἀλλ’ ὅπως ἀποδειχθῇ ἔτι ἐναργέστερον ἡ πρὸς τοὺς νόμους καὶ τὴν ἠθικὴν αὐθάδεια τῶν τολμησάντων τὰ τότε. Ἴσως ἀντιταχθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν εἶναι ὑπεύθυνος διὰ πλαστογραφίας, αἵτινες ἐτελοῦντο ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ἐν αὐτῇ παρίσταντο οἱ ὑπουργοὶ, οὐχὶ ὡς ὑπουργοὶ καὶ σύμβουλοι τοῦ στέμματος, ἀλλ’ ὡς βουλευταὶ, καὶ ὅτι ὡς τοιοῦτοι συντελοῦντες εἰς τὴν σύστασιν τῶν νόμων καὶ ἀνεχόμενοι τὰς τοιαύτας πράξεις δὲν εἶναι ὑπεύθυνοι ἀπέναντι ἡμῶν, ἀναρμοδίων ὄντων νὰ ἐγκαλέσωμεν αὐτοὺς ὡς βουλευτάς. Ἐρωτῶ ὅμως ὑμᾶς, ἦτο δυνατὸν ὁ κ. Ῥεβελιώτης, τοῦ ὁποίου καὶ τὴν διανοητικὴν κατάστασιν γνωρίζετε καὶ τὴν ἐκ τῆς ἡλικίας παρακμὴν τῶν δυνάμεων, ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνεργήσῃ τοῦτο οἰκείᾳ θελήσει; Ὅτε δὲ ταῦτα ἐτελοῦντο συμπραττόντων τῶν 83, νομίζετε ὅτι οἱ ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι παρακαθήμενοι δὲν ἦσαν οἱ πράγματι αὐτουργοὶ τῶν διαπραττομένων; Ποῖος ἐκ τοῦ συρφετοῦ ἐκείνου εἶχε τὴν τόλμην ν’ ἀντιστῇ εἰς τὴν θέλησιν τοῦ πολίτου τῆς Ὕδρας; Τίς ἐτόλμησέ ποτε νὰ ἀντιστῇ εἰς τὴν θέλησιν αὐτοῦ, διατάττοντος τὰς φοβερὰς παρανομίας καὶ τὰ ἀναιδέστερα τῶν ἐγκλημάτων;
§32Μ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λάθος ἔχετε.
§33ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Μία ἦτο ἡ θέλησις, ἡ θέλησις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εἰς τὴν θέλησιν ἐκείνην ἦσαν ὄργανα τυφλὰ ὅλοι οἱ ἄλλοι. Τὴν θέλησιν δὲ ἐκείνην καὶ τὴν δύναμιν δὲν τὴν ἐξήσκουν ὡς Βουλευταὶ, τὴν ἐξήσκουν ὡς Κυβέρνησις, διαθέτουσα δῶρα καὶ ὑποσχέσεις ποιοῦσα, ἀπειλοῦσα καὶ τολμῶσα ὅσα ἐτόλμησεν ὅπως κατωρθώσῃ νὰ συγκρατήσῃ τὸν συρφετὸν ἐκεῖνον. Ἔχομεν λοιπὸν ψευδεῖς νόμους κατὰ πλαστογραφίαν καὶ διὰ πλαστογραφίας συστάντας, ἐν γνώσει καὶ τῇ πρωτοβουλίᾳ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, παρούσης καὶ διὰ τῆς ψήφου ἑκάστου τῶν ὑπουργῶν ὡς Βουλευτῶν συντελούσης εἰς τοῦτο, καὶ οὐ μόνον τοῦτο ἀλλὰ διὰ τῆς θελήσεως καὶ διὰ τοῦ ἐπιβάλλοντος ἐνεργούσης ὡς αὐτουργοῦ. Ἔχομεν διαβεβαίωσιν ἐπίσημον ἐπὶ τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ὅτι οἱ δημοσιευόμενοι οὗτοι νόμοι εἶναι νόμοι νομίμως ψηφισθέντες ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἔχομεν τὸ ἄρθρον τοῦ ποινικοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι πᾶς δημόσιος ὑπάλληλος διαβεβαιῶν ἐπὶ τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς του ψευδῆ πράγματα ὡς ἀληθῆ εἶναι ἔνοχος πλαστογραφίας καὶ τιμωρεῖται μὲ εἱρκτὴν, ἔχομεν τὸ 81 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐξομοιοῖ κατ’ οὐσίαν τοὺς ὑπουργοὺς μὲ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους, μὲ ὅλους τοὺς δημοσίους λειτουργοὺς, ὑπάγον εἰς τὸ κράτος του καὶ τοὺς ὑπουργούς· καὶ δυνάμεθα εὐλόγως νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ πρᾶξις, ἣν ἐνήργησαν οἱ ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι, δὲν εἶναι πλαστογραφία ὑπὸ τὰς δύω ἐπόψεις, ὑφ’ ἃς ἐξήγησα αὐτὴν ὑμῖν· Ἀλλὰ δὲν ἐγένοντο ἔνοχοι τῆς πλαστογραφίας ὑπὸ τὰς δύω ἐπόψεις μόνον, ὑφ’ ἃς παρέστησα ταύτην, ἐγένοντο ἔνοχοι καὶ ὑπὸ ἑτέραν ἔποψιν, ἐκδόντες αὐτοὶ νόμους ὡσεὶ ἦσαν ἐκδεδομένοι ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐν ὀνόματι αὐτῆς. Τοῦτο δ’ ἐξάγεται ἐκ τοῦ ἑξῆς ἁπλουστάτου συλλογισμοῦ. Ὁ νόμος, γνωρίζετε, ὅπως καταρτισθῇ ἔχει δύω στάδια, τὴν σύστασιν καὶ τὴν ἔκδοσιν ἢ δημοσίευσιν. Ἔχομεν δημοσίευσιν νόμου ὑπὸ ἁρμοδίας ἀρχῆς τελεσθεῖσαν, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν σύστασιν νόμου. Τί ἕπεται; ὅτι ὁ δημοσιεύσας τὸν νόμον εἶναι ὁ καὶ τὴν σύστασιν αὐτοῦ ποιήσας· ἑπομένως οἱ ὑπουργοὶ, δημοσιεύσαντες τοὺς νόμους ἐκείνους ὡς νόμους τῆς Βουλῆς, ἐξέδωκαν ἔγγραφα, ὡσεὶ ἦσαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐκδεδομένα, ἐνῷ αὐτοὶ μόνοι ἐξέδωκαν ταῦτα. Δι’ αὐτῶν δὲ ὅλων τῶν κατὰ μέρος πράξεων ποίου ἀδικήματος ἐγένοντο ἔνοχοι; Τί ἐπεδίωκον καὶ ποῖος ὁ σκοπός; Ἐπεδίωκον ν’ ἀντικαταστήσωσιν εἰς τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς, τῆς νομίμως καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα ἐργαζομένης, τὴν ἰδίαν θέλησιν, τουτέστι ν’ ἀντιποιηθῶσιν ἔργῳ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Δυνατὸν ν’ ἀμφισβητηθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ ἄρθρου τοῦ ποινικοῦ νόμου, τοῦ ὁρίζοντος τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην ἀντιποίησιν· δὲν δύναταί τις ὅμως νὰ ἀρνηθῇ εὐλόγως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη διὰ τῶν πράξεών της αὐτῶν δὲν ἔπραξεν ἄλλο τι εἰμὴ ν’ ἀντικαταστήσῃ τὴν ἰδίαν της θέλησιν ἀντὶ τῆς θελήσεως τῆς Βουλῆς, καὶ ἑπομένως ν’ ἀντιποιηθῇ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Τοιαύτη εἶναι ἡ γνώμη ἡμῶν· εἰς ὑμᾶς ἀπόκειται νὰ κρίνητε κατὰ πόσον ἡ γνώμη αὕτη εἶναι ὀρθή. Δὲν ἔχω ἀνάγκην, διότι τὸ φρονῶ καὶ περιττὸν καὶ ἀναξιοπρεπὲς διὰ τὴν Βουλὴν, νὰ δώσω συμβουλὰς περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ὀφείλει νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ κατηγορητηρίου· ἔχω πεποίθησιν ὅτι ἔχει συναίσθησιν καὶ ἑαυτῆς καὶ τῆς δυνάμεώς της καὶ τοῦ μεγάλου ἔργου, ὅπερ ἀνέλαβε νὰ ἐπιτελέσῃ· ἐκτὸς δὲ τούτου, διότι δὲν φοβοῦμαι, μήπως παρασυρθῇ ἡ Βουλὴ ὑπὸ παθῶν, καὶ δὲν ἤθελον τολμήσει ποτὲ τὴν παράλογον ταύτην ὑπόνοιαν νὰ συλλάβω, δὲν δύναμαι νὰ νοήσω πῶς δύναται ἐθνικὸν συνέδριον, ὁποῖον ἡ Βουλὴ, νὰ αἰσθάνεται πάθη ἐκδικήσεως πρὸς πτώματα πολιτικά· δὲν ἐννοῶ ποῖα δύναται νὰ αἰσθάνεται πάθη πρὸς ἀνθρώπους, οἵτινες ἐκυρτώθησαν ὑπὸ τὴν ἀρὰν τὴν ἐθνικήν· δὲν ἐννοῶ, πῶς δύναται νὰ ἔχῃ πάθη ἐναντίον ἀνθρώπων, ὧν τινες εἶναι προφυλακισμένοι διὰ τὰ ῥυπαρώτερα τῶν ἐγκλημάτων. Ἓν μόνον φοβοῦμαι, καὶ εἰς τοῦτο τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐφιστῶ, φοβοῦμαι τὸν οἶκτον καὶ τὴν συνήθη συγγνώμην, ἥτις τῶν μεγίστων κακῶν ἐγένετο ἐν τῷ τόπῳ μας πρόξενος, καὶ τὸν οἶκτον καὶ τὴν συγγνώμην οὐχὶ τὴν ἀληθῆ, ἀλλ’ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐνδύεται ἡ ἄνανδρος πολιτική. (Εὖγε! εὖγε!)
§34ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω τὸν λόγον, διότι νομίζω, ὅτι ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Μέσης, ὁ ὁποῖος σχολιάζων τὴν ἀγόρευσίν μου ὡς πρὸς τὸ νομικὸν μέρος, μὲ τὸ ὁποῖον περιέβαλον τὴν προκειμένην κατηγορίαν, ἠθέλησε νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι αἱ συνέπειαι τῆς τοιαύτης τιμωρίας εἰσὶν ὅλως διόλου δυσανάλογοι πρὸν τὴν σοβαρότητα τοῦ ἐγκλήματος· ἠθέλησε νὰ ἀποδείξῃ ὅτι θὰ ἦτο κωμικὸν καὶ γελοῖον, νὰ παραδεχθῶμεν μίαν γνώμην, ἡ ὁποία δι’ ἄλλας περιστάσεις, δι’ ἄλλα παραπτώματα ἐνομοθετήθη, γνώμη ἡ ὁποία τίποτε κοινὸν δὲν δύναται νὰ ἔχῃ μὲ τὴν σοβαρότητα τοῦ προκειμένου ἐγκλήματος. Ὅτι αἱ παραβάσεις, κύριοι, τοῦ Συντάγματος εἰσιν ἓν τῶν σπουδαιοτέρων ἐγκλημάτων οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ ὅτι μόνη ἡ τόλμη τῆς καταπατήσεως τῶν διατάξεων τοῦ θεμελιώδους νόμου, εἶναι ἓν τῶν σπουδαιοτέρων πολιτικῶν ἐγκλημάτων, οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ. Ἀλλὰ ὁ νομοθέτης καθόσον ἀφορᾷ τὸ ἔγκλημα τοῦτο ὑπὸ κοινὴν ἔποψιν τὸ περιέβαλε μὲ διατυπώσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν συντρέχουσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου· ὡς κοινὸν ἔγκλημα θεωρῶν ὁ νομοθέτης τὴν ἀνατροπὴν τοῦ καθεστῶτος, τὴν ἐξωμοίωσε μὲ τὰς περιστάσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι δὲν συντρέχουσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς βιαία ἀνατροπὴ τοῦ Συντάγματος. Ἡ πρώτη, κύριοι, ἰδέα, ἡ ὁποία εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἦλθεν, εἶναι ἡ τοῦ ἄρθρου 123, τὸ ὁποῖον ἐπικαλεῖται ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μέσης. Ἐκ πρώτης ὄψεως βεβαίως παράβασις τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος, παράβασις τοῦ καθεστῶτος στενῶς συνδέεται μὲ τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι τιμωροῦσι τὴν ἀνατροπὴν τοῦ καθεστῶτος· ἡ στενοτέρα συνάφεια ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν ἐγκλημάτων, ἑπομένως εἰς αὐτὰ πρέπει νὰ ζητήσωμεν τὰ στοιχεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ τὴν ὑπαγάγωμεν. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν μᾶς ἐβοήθησε τὸ γράμμα τοῦ νόμου. Βεβαιωθῆτε, ὅτι ἂν ἠδυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν τὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἄνευ τῆς ἐλαχίστης διαφωνίας καὶ ἀντιλογίας, ἠθέλαμεν τὸ πράξει· κἀνὲν ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἠδυνήθη νὰ παραδεχθῇ, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 123 ἐφαρμόζονται ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Τί λέγει τὸ ἄρθρον; «Ὡς ἔνοχος ἐσχάτης προδοσίας τιμωρεῖται μὲ θάνατον ὅστις ἐπιβάλλει χεῖρα κατὰ τοῦ ἱεροῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως.... κλπ. ὅστις θέλει νὰ μεταβάλῃ τὸ καθεστὼς πολίτευμα διὰ βιαίων μέσων.» Ἰδοὺ ἡ περίπτωσις, ἡ μεταβολὴ τοῦ πολιτεύματος διὰ βιαίων μέσων· ἀλλὰ δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τοῦ προκειμένου; ὁ νόμος ἀπαιτεῖ ὡς ἀπαραίτητον στοιχεῖον τὴν συνωμοσίαν καὶ τὴν χρῆσιν τῶν βιαίων μέσων. Ὅστις ζητεῖ νὰ μεταβάλῃ τὸ καθεστὼς πολίτευμα διὰ τῆς συζητήσεως, αὐτὸς δὲν τιμωρεῖται κατὰ τὸ ἄρθρον 123. Ὁ νόμος ἤθελε νὰ τιμωρήσῃ μόνον τὴν ἀνατροπὴν τοῦ πολιτεύματος διὰ βιαίων μέσων, διὰ συνωμοσίας σκοπούσης τὴν χρῆσιν τῶν βιαίων μέσων. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου σᾶς ἐρωτῶ, ἡ ἐκτέλεσις νόμων ψευδῶν, νόμων ἀντισυνταγματικῶν, δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀνατροπὴ τοῦ Συντάγματος διὰ βιαίων μέσων; Ἂν τοῦτο παραδεχθῆτε, τότε βεβαίως τὸ ἄρθρον 123 ἐφαρμόζεται. Εἰς κἀμμίαν περίστασιν ὅμως ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἡ ψήφισις καὶ δημοσίευσις νόμων ἀντισυνταγματικῶν ἀποτελεῖ τὸ ἔγκλημα τῆς ἐσχάτης προδοσίας, καὶ λυποῦμαι, διότι αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν ἔχω ἐνταῦθα συγγραφέα εἰδικόν, τὸν ὁποῖον ἔστειλα νὰ φέρουν, ὁ ὁποῖος παραδέχεται ὅτι ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐδημοσίευσε νόμον μὴ νομίμως ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς, θεωρεῖται ὡς ὑπαγόμενος εἰς τὸν περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμον· σχολιάζει τὸ ἄρθρον 134 τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος, καὶ ῥητῶς ἀναφέρει, ὅτι ὁ ὑπουργός, ὁ δημοσιεύσας καὶ ἐκτελέσας νόμον μὴ νομίμως ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐξετέλεσεν ἔγκλημα πολιτικὸν διὰ τὸ ὁποῖον τιμωρεῖται κατὰ τὸ ἄρθρον 131 τοῦ Συντάγματος, ἐν ἐλλείψει νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν. Θὰ ἦτο ὁ μεγαλείτερος σωλοικισμός, ἂν σήμερον ἡ Βουλὴ μετέβαλε τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων καὶ παρεδέχετο, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις νόμου ἀκύρου εἰς τὸν ἐσωτερικὸν αὐτοῦ τύπον ἀποτελεῖ τὸ ἔγκλημα τῆς ἐσχάτης προδοσίας.
§35ΧΟΪΔΑΣ. Τίς διϊσχυρίσθη τοῦτο! Ἡμεῖς εἴπομεν ὅμως ἄλλα, τὰ ὁποῖα..... (Θόρυβος).
§36ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγώ, κ. Χοϊδᾶ, σᾶς λέγω, ὅτι ὁμιλῶ ἐντὸς τοῦ κατηγορητηρίου· ἐὰν ἔχετε ἑτέραν κατηγορίαν, φέρετέ την καὶ δὲν θὰ μὲ εὕρετε ἐναντίον. Ἐγὼ χρεωστῶ νὰ συζητήσω ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα φέρει τὸ κατηγορητήριον· δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀνατρέχω εἰς ἀνεύρεσιν νέων γεγονότων, ἵνα ὑποστηρίξω τὴν κατηγορίαν. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μέσης ἠθέλησε ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ ποινὴ, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἰς τὸ πλημμέλημα, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ὑπεδείξαμεν, εἶναι δυσανάλογος καὶ ἐν ἀντιφάσει ἀπέναντι ἑτέρων, τὰς ὁποίας ὁ νόμος ὁρίζει ἐπὶ πολὺ ἐλαφροτέρων πράξεων. Ἀλλὰ, κύριοι, ἡ ποινὴ ἡ κυρία, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ἐπιβάλλει εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους διὰ παραπτώματα κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων των, δὲν εἶναι ἡ χρηματικὴ ποινὴ, ἀλλ’ ἡ στέρησις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ ἡμέτερος νόμος δὲν ἔταξεν ὡς ποινὴν τὴν στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, ἀλλ’ ἔθεσεν ὡς ποινὴν τὴν φυλάκισιν καὶ τὴν χρηματικὴν ποινὴν, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων ὡς συνέπειαν, ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐπιβάλῃ μίαν οἱανδήποτε ποινήν. Καὶ ἡ στέρησις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων ἐπὶ ἓξ ἔτη εἶναι ποινὴ αὐστηρὰ, σχετικῶς πρὸς τοὺς νόμους ἑτέρων ἐθνῶν. Δὲν εἶναι λοιπὸν, κύριοι, οὔτε ἄξιον σπουδαίας προσοχῆς, οὔτε σύμφωνον μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου νὰ περιοριζώμεθα εἰς τὴν χρηματικὴν ποινὴν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει κἀμμίαν σπουδαιότητα, μόνον διὰ νὰ παραστήσωμεν τὸ ἀντικείμενον ἄξιον γέλωτος, ἐνῷ τοιοῦτον δὲν εἶναι. Ἂς πιστεύσῃ ὁ κύριος Ζωχιὸς, ὅτι καὶ ἐγὼ κατέφυγον εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως, ὅπου ἀνεζήτησα τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρ. 81 τοῦ Συντάγματος· ἡ σιωπὴ τοῦ ἄρθρου ἐκείνου μοὶ ἐφάνη παράδοξος καὶ ἠθέλησα νὰ ζητήσω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ὁ νομοθέτης ἐσιώπησεν, ἠθέλησα νὰ μελετήσω τὸ γράμμα τῶν πρακτικῶν, καὶ δὲν εὗρον παρὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κυρίου Σαριπόλου, ἡ ὁποία οὐ μόνον δὲν ἔχει κῦρος, ἀλλὰ δεικνύει ὅτι ἦτο καὶ ἐπιπόλαιος. Ἡ ἀπάντησις ἐκείνη, εἶμαι βέβαιος, ἦτο ἡ αἰτία νὰ παραλειφθῇ ἡ σπουδαιοτάτη διάταξις πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἄρθρου 81 τοῦ Συντάγματος. Ἡ ἀπάντησις ἐκείνη ἦτο ἐπιπόλαιος, διότι, ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν ἑρμηνείαν τοῦ κυρίου Σαριπόλου, ὅτι ὁ νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν εἶναι περιττὸς, ὅτι ὅλα περιέχονται ἐδῶ μέσα, πρὸς τί ἐργαζόμεθα νὰ καταρτίσωμεν νόμον περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν; Εἶναι ἀνόητα τὰ εὐρωπαϊκὰ κράτη, τὰ ὁποῖα ἀσχολοῦνται νὰ καταρτίσωσι νόμον περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν καὶ δὲν τὸ κατώρθωσαν, ἕνεκα τῶν μεγάλων δυσκολιῶν, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται; Ἔρχομαι εἰς τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Θήρας ἐπέμενε νὰ δώσῃ εἰς τὴν προκειμένην κατηγορίαν. Νομίζει, ὅτι ἐφαρμόζεται ἐνταῦθα τὸ ἄρθρον 255, τὸ περὶ πλαστογραφίας. Κατὰ τὴν προκειμένην συζήτησιν δὲν ἔχω νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν μου, οὔτε νὰ συμβουλευθῶ τὰ πρακτικὰ τὰ στενογραφικὰ ἂν ἐπλαστογραφήθησαν καὶ ὑπὸ τίνος, διότι τοῦτο εἶναι ξένον τῆς προκειμένης ὑποθέσεως· οἱ αὐτουργοὶ πρέπει νὰ τιμωρηθῶσι· πρόκειται μόνον νὰ ἐξετάσω ἂν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι περιέβαλον τοὺς ψευδεῖς νόμους μετὰ τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως, ἂν ἐξετέλεσαν πλαστογραφίαν ἢ ὄχι. Ὁμολογῶ καὶ παραδέχομαι καὶ τὸ εἶπον εἰς τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου, ὅτι εἰς τὸν ποινικὸν νόμον διὰ τῆς λέξεως ὑπάλληλοι ἐννοοῦνται καὶ οἱ ὑπουργοὶ, οἱ τότε Γραμματεῖς τῆς Ἐπικρατείας· περὶ τούτου δὲν διαφωνοῦμεν. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 255 λέγει ὅτι τιμωρεῖ τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν ἐγγράφων περιέλαβον ἐν γνώσει ψευδῆ γεγονότα ὡς ἀληθῆ, καὶ ἐννοεῖ τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι μόνοι ἁρμόδιοι νὰ πιστοποιήσωσιν ἓν γεγονός· ὁ συμβολαιογράφος, ὁ ὁποῖος συντάττει ἓν ἔγγραφον, δύναται μόνος νὰ εἴπῃ ποῖοι ἐνεφανίσθησαν ἐνώπιόν του καὶ τί ἐβεβαίωσαν· ἐάν τις παρουσιασθῇ καὶ εἴπῃ, ὅτι εἷς συμβολαιογράφος ἐξέθηκεν ἄλλα γεγονότα παρ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν, ἐξετέλεσε πλαστογραφίαν· ἐὰν δήμαρχος ἐκδώσῃ πιστοποιητικὸν καὶ εἴπῃ, ὁ δεῖνα πολίτης εἶναι ἐγγεγραμμένος εἰς τὸν δημοτικὸν κατάλογον, καὶ δὲν εἶναι, αὐτὸς ἐξετέλεσεν ἔγκλημα προβλεπόμενον ἀπὸ τὸ ἄρθρ. 255, διότι αὐτὸς συντάσσει τὰ δημοτολόγια. Ἀλλ’ εἷς ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἐδημοσίευσε νόμον, ἄνευ νομίμου κύρους, νομίζετε, ὅτι ἐβεβαίωσε ψευδῆ γεγονότα;
§37Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τί εἶναι λοιπὸν ἡ πρᾶξις αὕτη;
§38ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶναι καθαρῶς πολιτικὸν ἔγκλημα, καὶ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀνατροπὴ τῶν καθεστώτων, διότι δὲν ὑπάρχουσι τὰ βίαια μέσα.
§39ΔΟΥΜΑΣ. Δὲν ἤλθετε εἰς τὰς ἐκλογὰς διὰ νὰ ἰδῆτε ὅτι ὑπάρχουν βίαια μέσα.
§40ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ὑποθέσατε, ὅτι ζητῶ δι’ αἰτήσεώς μου ἀπὸ ὑπουργὸν νὰ μοὶ δώσῃ πιστοποίησιν ὑπογεγραμμένην παρ’ αὑτοῦ, ἂν μία αἴτησίς μου εἶναι καταχωρημένη εἰς τὸ πρωτόκολλον....
§41ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἔκαμε πλαστογραφίαν, ἐὰν ἐν γνώσει σᾶς δώσῃ ψευδῆ πιστοποιητικόν, δυνάμενον νὰ ἐπιφέρῃ βλάβην ἢ ὄφελος, διότι ὡς ὑπουργὸς ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ τί περιέχεται εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ ὑπουργείου. Ἐνταῦθα ὅμως δὲν εἶναι ἡ αὐτὴ περίστασις. Ἔρχομαι δὲ νὰ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι δὲν ἐφαρμόζεται ἡ περίστασις αὐτὴ τῆς πλαστογραφίας ἐπὶ τῆς κυρώσεως τῶν ψευδῶν νόμων. Ποῖον ἦτο τὸ κύριον ἐλάττωμα αὐτῶν; ἡ μὴ νόμιμος ἀπαρτία τοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον συνεδρίαζεν· ἡ κύρωσις, ἡ ὁποία ἐγένετο, τί ἦτο; κύρωσις τοῦ ἀκύρου ἐκείνου, πρᾶξις παράνομος περιβληθεῖσα μὲ τὸ κῦρος. Σᾶς φέρω παράδειγμα ὁμοίας φύσεως, ἵνα σᾶς ἀποδείξω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις περὶ πλαστογραφίας. Κατὰ τὸν νόμον, τὰ ἐπαρχιακὰ συμβούλια πρέπει νὰ συγκροτῶνται ἀπὸ ἕνα ὡρισμένον ἀριθμόν. Πᾶσα πρᾶξις ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου, διὰ νὰ ᾖναι νόμιμος, πρέπει νὰ ἐγένετο, τοῦ συμβουλίου ὄντος ἐν ἀπαρτίᾳ· ὑποθέσατε ὅτι συνέρχονται μόνον ὀκτὼ μέλη, κηρύσσονται ἐν ἀπαρτίᾳ καὶ ἐκδίδουσι πρᾶξιν, τὸ ὑπουργεῖον τὸ Ἐσωτερικῶν τὴν περιβάλλει μὲ τὸ κῦρός του· ἔχετε τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος ἔκαμε πλαστογραφίαν, διότι ἐπεκύρωσεν πρᾶξιν ἄκυρον; Ἐὰν καθιερώσητε τὸ τοιοῦτον, ἀπομακρύνεσθε ἀπὸ τὰς γενικὰς ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι διέπουν τὰ τοιαῦτα ἐγκλήματα, καὶ ἠθέλαμεν πέσει εἰς ἀτοπήματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα δὲν δυνάμεθα νὰ διεξέλθωμεν νικηταὶ ποτέ. Ἡ κύρωσις καὶ ἐκτέλεσις τῶν νόμων δὲν εἶναι κοινὸν ἔγκλημα γενόμενον ὑπὸ τῶν κυβερνήσεων· εἶναι ἔγκλημα πολιτικὸν περὶ τοῦ ὁποίου ἀπαιτεῖται εἰδικὸς νόμος.
§42Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂν ὑποθέσετε ὅτι εἷς ὑπουργὸς ἐκδίδει ψευδῆ πιστοποιητικά, νομίζετε, ὅτι ἡ πρᾶξις αὐτὴ δὲν πρέπει νὰ τιμωρηθῇ, διότι δὲν προβλέπεται ἀπὸ τὸν ποινικὸν νόμον ἢ διότι οἱ πράξαντες αὐτὴν φέρουν τὸν χαρακτῆρα τοῦ ὑπουργοῦ;
§43ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἂν ἡ πρᾶξις προβλέπεται ἀπὸ τὸν ποινικὸν νόμον, ὁ ὑπουργὸς τιμωρεῖται ὡς καὶ πᾶς δημόσιος ὑπάλληλος, ἀδιάφορον ἂν ᾖναι ὑπουργὸς, διότι ὁ νόμος κατατάσσει καὶ τοῦτον μεταξὺ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀλλ’ εἶναι μερικὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα περιστρέφονται εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν ὑπουργῶν καὶ ἔχουσι καθαρῶς πολιτικὸν χαρακτῆρα· περὶ αὐτῶν τί θέλετε νὰ κάμωμεν;
§44ΧΟΪΔΑΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι αὐτὴ ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν καθιεροῦτε, ὅτι ἡ πρᾶξις δὲν εἶναι κατηγορηματικὴ, ἀπάδει πρὸς τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἠθελήσατε νὰ καθιερώσητε ἐκ τῆς τιμωρίας τῶν ὑπουργῶν δυνάμει τῶν διατάξεων τοῦ ποινικοῦ νόμου;
§45ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ ἔχω τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 81 τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία μοὶ λέγει ὅτι διὰ πᾶσαν παραβίασιν τῶν κειμένων νόμων τιμωροῦνται οἱ ὑπουργοὶ καὶ πρὶν ἐκδοθῇ νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, καὶ ἐπειδὴ εὑρίσκω ὅτι εἰς τὸ γενικὸν ἄρθρον περὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 81 τοῦ Συντάγματος, δύναμαι ἐν πλήρει νομιμότητι νὰ τὸν καταδιώξω.
§46ΧΟΪΔΑΣ. Αὔριον ἐπιφυλάσσομαι νὰ σᾶς δώσω τὴν ἀπάντησιν καὶ νὰ καταδείξω τὸ ἐσφαλμένον τῆς θεωρίας σας.
§47ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ συζήτησις γίνεται πρὸς φωτισμὸν τῆς ἀληθείας· δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι εἶμαι ἀναμάρτητος, οὔτε ἐνόησα ὅτι αἱ ἰδέαι μου πρέπει νὰ ὑπερισχύσωσιν· ἔχω τὴν μετριοφροσύνην νὰ μὴ πιστεύω τὸ τοιοῦτον· μὲ ὅλην δὲ τὴν πεποίθησίν μου ὑποστηρίζω τὴν ἰδέαν μου, καὶ ἐν πλήρει πεποιθήσει ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι δὲν δύναμαι, ἐνόσῳ δὲν βλέπω ἑτέραν διάταξιν τοῦ νόμου καθαρῶς ἐφαρμοζομένην, νὰ παραδεχθῶ νὰ δώσω χαρακτηρισμὸν εἰς τὴν ὑπόθεσιν ἄλλην παρ’ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἡ ἔκθεσις ἔδωκεν. Εὔχομαι νὰ δυνηθῶ νὰ πεισθῶ ἐκ τῶν ἀγορεύσεων τῶν μετ’ ἐμὲ, ὅτι ὑπάρχει διάταξις, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν, καὶ μὲ ὅλην τὴν εἰλικρίνειαν, μὲ ὅλην τὴν εὐχαρίστησίν μου, θὰ ὁμολογήσω τὴν πλάνην μου καὶ θὰ ἐκφράσω εὐχαρίστησιν πρὸς ἐκεῖνον, ὅστις ἤθελε μὲ φωτίσει, διότι τότε θὰ ἔχωμεν ἥσυχον συνείδησιν ὅτι εὑρισκόμεθα ἐντὸς τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐπιζητοῦμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔλαβα τὸ βιβλίον, τὸ ὁποῖον σᾶς προανήγγειλα, ἐδῶ πραγματεύεται τὸ ζήτημα ἂν ἡ ὑπέρβασις τοῦ καθήκοντος θεωρεῖται ἐκ τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων, ἃ ὁ νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν προέβλεψε, ἐὰν ᾖναι κοινὸν ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ δικασθῇ ἀπὸ τὰ τακτικὰ δικαστήρια, διότι ὁ Bejamin Constant ἰσχυρίζεται, ὅτι ἡ ὑπέρβασις τῶν ὑπουργῶν εἰς τὰ διαγεγραμμένα εἰς αὐτοὺς καθήκοντα δὲν εἶναι πολιτικὸν ἔγκλημα, ἀλλὰ κοινὸν, παραπεμπόμενον ἐνώπιον τῶν κοινῶν δικαστηρίων· ὁ συγγραφεὺς, τὸν ὁποῖον ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, εἷς δικηγόρος τοῦ Βελγίου Oswald de Kerchove de Dentergem πολεμεῖ αὐτὴν τὴν ἰδέαν εἰς τὴν συγγραφήν του περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, καὶ λέγει ὅτι καὶ αὐτὴ εἶναι ἔγκλημα πολιτικὸν, διότι ὁ Bejamin Constant λέγει ὅτι μόνη ἡ κακὴ χρῆσις τῆς ἐξουσίας εἶναι πολιτικὸν ἔγκλημα. Μεταξὺ δὲ τῶν ἄλλων ὁ Βέλγος συγγραφεὺς λέγει καὶ τὰ ἑξῆς: ὅτι ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἐκτελεῖ νόμον μὴ ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς, κάμνει ὑπέρβασιν τοῦ καθήκοντός του καὶ θεωρεῖται ὑποκείμενος εἰς τὸ ἄρθρον 80 τοῦ Συντάγματος, καὶ ἑπομένως θὰ δικασθῇ ἀπὸ τὸ εἰδικὸν δικαστήριον καὶ οὐχὶ ἀπὸ τὰ κοινά. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι κατὰ πεποίθησιν ἐκφράζω τὴν ἰδέαν μου. Ἂν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μέσης μᾶς πείσῃ, εἶναι τὸ μόνον μέσον τὸ ὁποῖον ἐπιζητῶ· ἡ συζήτησις οὐδὲν ἄλλο σκοπεῖ, εἰμὴ τὴν ἀνεύρεσιν τῆς ἀληθείας ὑπὸ τὴν νομικὴν ἔποψιν, διότι ἡ ἀλήθεια εἶναι ὁ σκοπὸς ἁπάντων, ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι, καὶ οὐδὲν ἄλλο ζητοῦμεν διὰ τῆς συζητήσεως, εἰμὴ νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἀλήθειαν καὶ δύναται νὰ εὕρῃ ὑποδοχὴν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον θὰ φέρῃ τὴν κρίσιν του. Ὅλοι ἔχομεν τὸ συμφέρον νὰ ὑποστηρίξωμεν κατηγορίαν, ἡ ὁποία νὰ γείνῃ παραδεκτὴ παρ’ ὅλων καὶ παρὰ τοῦ δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον θὰ δικάσῃ.
§48ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, καθόσον συζητοῦμεν κατὰ τοσοῦτον ἡ σύγχυσις παρουσιάζεται πλήρης, διότι καὶ ἡ ὑπόθεσις εἶναι δύσκολος καὶ τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον καὶ πρωτοφανὲς εἰς τὴν πολιτικὴν ἡμῶν ἱστορίαν. Ἐκ τούτου ἡ συζήτησις κατὰ τὴν κρίσιν μου ἐπλανήθη· συνετέλεσε δὲ εἰς τοῦτο καὶ ὁ πολὺς ζῆλος ὅλων μας τοῦ νὰ τιμωρηθῇ τὸ ἔγκλημα. Ἀνάγκη ὅθεν νὰ διαιρέσωμεν τὰ ζητήματα, νὰ διακρίνωμεν τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα τῶν κοινῶν, διότι ἐνόσῳ θέλομεν νὰ συζητῶμεν ἐν ὅλῳ ἐπὶ τοσοῦτον δυσχεροῦς καὶ πολυπλόκου ζητήματος, ὁ μὲν θὰ προτείνῃ τὴν ἐφαρμογὴν μιᾶς διατάξεως τοῦ ποινικοῦ νόμου, ὁ δὲ θὰ προτείνῃ τὴν ἐφαρμογὴν ἑτέρας διατάξεως, καὶ θὰ παρατείνωμεν ἐπ’ ἄπειρον τὰς συζητήσεις. Νομίζω δὲ ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον τὰς συζητήσεις αὐτὰς νὰ μὴ παρατείνῃ ἐπὶ πολύ, διότι αἱ τοιαῦται συζητήσεις, κύριοι, εἶναι ἐξ ἐκείνων αἵτινες δύνανται νὰ παρέξωσι τὴν πρόφασιν εἰς κακοβούλους τινὰς νὰ διαταράξωσι τὴν τάξιν. Ταῦτα λέγων δὲν ἐννοῶ νὰ περιορίσω τὰς συζητήσεις, ἐννοῶ ὅμως νὰ διαιρέσωμεν τὸ ζήτημα καὶ κατόπιν νὰ σκεφθῶμεν τί πρέπει νὰ ἀποφασίσωμεν. Τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Βούλγαρη κατηγορεῖται ἐπὶ πολιτικῷ ἐγκλήματι· οἱ συντάξαντες τὸ κατηγορητήριον βεβαίως περιέλαβον διαφόρους κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι προβλέπονται καὶ τιμωροῦνται ἀπὸ τὸν ποινικὸν νόμον τοῦ Κράτους, χαρακτηρίζονται δὲ ὡς κακουργήματα. Δὲν ἦτο βεβαίως κακὴ πρόθεσις τῶν συνταξάντων τὸ κατηγορητήριον, ὄπισθεν τῶν ὁποίων κρύπτεται εἷς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, ὅστις σᾶς λέγει ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κατηγορητηρίου δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν δεῖνα διάταξιν· ἔρχεται δεύτερος εἰσηγητὴς καὶ σᾶς λέγει ὅτι ἐπὶ τῶν διαφόρων μερῶν τοῦ κατηγορητηρίου ὑπάρχουσιν ἀφορμαὶ πρὸς περαιτέρω ἀνάκρισιν· ἔρχεται τρίτος εἰσηγητὴς καὶ σᾶς λέγει, ἐγὼ δὲν ζητῶ περαιτέρω ἀνάκρισιν, ἀλλὰ συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Ῥικάκην εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἰδίας διατάξεως. Ἐννοεῖτε, κύριοι, εἰς ὁποίαν θέσιν θέτουν οἱ ἔντιμοι εἰσηγηταὶ τὴν Βουλήν; Τίς ἐξ ἡμῶν ἐκτὸς ὀλιγίστων δύναται ἐν συνειδήσει, ἄμοιρος ὢν τῆς νομικῆς ἐπιστήμης, νὰ χαρακτηρίσῃ τὰς διαφόρους πράξεις καὶ συνεπῶς νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ἀνάλογον διάταξιν τοῦ Ποιν. Νόμου; Ἀφοῦ δὲ ἐκ τῶν συναδέλφων τῶν νομικῶν προτάσσονται διάφοραι γνῶμαι, ἡμεῖς οἱ μὴ νομικοὶ τί δυνάμεθα ν’ ἀποφασίσωμεν; Ὑποπτευόμεθα ἑαυτούς, ἐὰν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν τὴν δεῖνα διάταξιν ἵνα μὴ ἔχωμεν ἄδικον ἢ ἂν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν τὴν δεῖνα διάταξιν καὶ ἂν κρίνωμεν κατὰ τὸ δίκαιον. Βλέπετε λοιπόν, κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα ὅπως τίθεται ἐνῷ καὶ ἀφ’ ἑαυτοῦ εἶναι δύσκολον, τὸ κατέστησαν δυσκολώτερον, ἂς μοῦ ἐπιτρέψωσιν, οἱ ἔντιμοι κύριοι, οἱ ἀναλαβόντες τὴν σύνταξιν τῆς ἐκθέσεως κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Κατ’ ἐμέ, κύριοι, ἡ Βουλὴ καλεῖται τῇ προτάσει βουλευτῶν ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς κατηγορίας τοῦ ὑπουργείου τοῦ κυρίου Βούλγαρη ὅτι παρέβη τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος· ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ διατυπώσῃ καὶ ἄλλην πρότασιν; κατ’ ἐμὲ νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ καθαρῶς πολιτικὸν ἔγκλημα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐγένετο συνεργὸς εἴτε αὐτουργός, βλέπετε, κύριοι, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ δώσω τὸν πρέποντα χαρακτηρισμὸν τοῦ ἐγκλήματος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη συνέπραξε μετὰ ὁμάδος ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδύναντο νὰ ἔχωσι τὸν χαρακτῆρα τοῦ βουλευτοῦ, διότι δὲν ἦσαν ἐν νομίμῳ ἀπαρτίᾳ, καὶ οὕτω ἀντεποιήθη ξένην ἀρχήν, καὶ ὅτι οἱ ὑπουργοὶ ἐν τῇ ἰδιότητί των αὐτῇ ὑπέβαλον ψευδεῖς νόμους εἰς κύρωσιν, ἐξαπατήσαντες οὕτω τὸν Βασιλέα. Ἡ δὲ θεωρία τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου ὅτι οἱ ὑπουργοὶ ἐπὶ τῇ τελευταίᾳ αὐτῇ πράξει δὲν εὐθύνονται, δὲν εἶναι ἀληθής. Οἱ ὑπουργοὶ εὐθύνονται, ὅταν ἐπιτρέπουν τὸν σφετερισμὸν δικαιωμάτων ἀνηκόντων εἴς τινα τῶν ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους εἰς ἑτέραν. Ὅπως δὲ οἱ ὑπουργοὶ δὲν ἐπιτρέπουν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ σφετερισθῇ δικαιώματα τοῦ στέμματος, οὕτω καὶ οἱ ὑπουργοὶ ἔχουν εὐθύνην ἀπέναντι τοῦ ἔθνους ὅταν ἐξαπατῶντες τὸν ἄρχοντα τῷ ὑποβάλλωσι πρὸς κύρωσιν ψευδεῖς νόμους ὡς ἀληθεῖς. Ὅτι δὲ οἱ ὑπουργοὶ ἐν γνώσει διέπραξαν τὸ ἔγκλημα τῆς 19 Μαρτίου, ἀπόδειξις ὅτι, καί τοι πολλάκις προσπαθήσαντες νὰ σχηματίσωσι νόμιμον ἀπαρτίαν καὶ ἀποτυχόντες, ἔληξαν τὴν Σύνοδον. Ἀλλά, κύριοι, νομίζω ὅτι τὰ γεγονότα δὲν χρήζουσιν ἀνακρίσεως· δὲν πρόκειται νὰ ζητηθῇ ἀπολογία, διότι τὰ γεγονότα αὐτὰ ἤδη ἔλαβον τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς διὰ τῆς ἀκυρώσεως τῶν ψευδῶν νόμων. Ἂν κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἐργασιῶν τῆς ψευδοῦς Βουλῆς διεπράχθησαν κοινὰ ἐγκλήματα προβλεπόμενα ἀπὸ τὸν νόμον, καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον ἔχετε νὰ τὰ τιμωρήσητε· ὡς καὶ ὅταν ἐξελέγξετε τὴν χρηματικὴν διαχείρισιν τῶν ὑπουργῶν ἂν καλῶς ἢ κακῶς διαχειρίσθησαν τὰ δημόσια χρήματα, νομίζετε ὅτι ἀφαιρεῖσθε τοῦ δικαιώματος νὰ κάμετε κατηγορίαν διὰ πᾶν ἔγκλημα προβλεπόμενον ἀπὸ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους; Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρὸ πάντων δὲν πρέπει νὰ περιλάβωμεν εἰς ἓν τὰ διάφορα ἐγκλήματα. Φρονῶ ὅθεν, κύριοι, ὅτι χωρίζοντες τὰ ζητήματα διευκολύνομεν τὰς συζητήσεις μας· διότι ὁποίαν γνώμην θέλετε νὰ σχηματίσωμεν ἡμεῖς οἱ μὴ νομικοί, ὅταν οἱ μὲν ἐκ τῶν νομικῶν συναδέλφων ἀρυόμενοι τὰς γνώσεις των ἀπὸ συγγραφεῖς καὶ τὴν ἐπιστήμην οἱ μὲν ἐφαρμόζουσι τὸ δεῖνα ἄρθρον, οἱ δὲ τὸ ἕτερον; Ἡμεῖς ἓν καὶ μόνον γινώσκομεν, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὑπέπεσαν εἰς ἔγκλημα πολιτικὸν κατὰ παράβασιν τοῦ 56 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, καὶ αὐτὸ βεβαιοῦντες, δυνάμεθα νὰ τὸ διατυπώσωμεν καθαρῶς καὶ δι’ ὀλίγων λέξεων, καθ’ ὅσον δὲν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀκολουθήσωμεν τοὺς τύπους τῆς κοινῆς διαδικασίας ἐφαρμόζοντες ἄρθρα καὶ ἐδάφια ὅπως ἀπαιτεῖ τὸ κατηγορητήριον ἢ ὅπως, κύριοι, ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν τοῦτο, ἐὰν εἴχομεν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, ἀλλὰ τοιοῦτον νόμον δυστυχῶς δὲν ἔχομεν, καὶ καθὼς σᾶς εἶπον δύσκολον εἶναι καὶ νὰ τὸν ἀποκτήσωμεν ἕνεκα τοῦ δυσκόλου τῆς συντάξεώς του. Εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ ἡ ἀνάκρισις περὶ τοῦ ἂν ὑπῆρξε νόμιμος ἀπαρτία ἢ δὲν ὑπῆρξε, καὶ ἂν ἦσαν 93 παρόντες ἢ 85, ἀφοῦ τοῦτο βεβαιοῦται ἐπισήμως; Διὰ τοῦτο ἐθεώρησα ματαίαν τὴν ἀγόρευσιν τοῦ συναδέλφου μου κυρίου........ ἰσχυρισθέντος, ὅτι ἦσαν 83 καὶ ὄχι 95, διότι κατ’ ἐμὲ ὁ αὐτὸς βαθμὸς τοῦ ἐγκλήματος ὑφίσταται· ἂν δὲ κατὰ τὴν διάπραξιν τοῦ πολιτικοῦ ἐγκλήματος ἐγένετο καὶ πλαστογραφία, ἂς ἐνεργηθῇ ἰδία ἀνάκρισις. Ἐπομένως φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συγχύσωμεν τὸ πολιτικὸν ἔγκλημα μὲ τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα τιμωροῦνται ἀπὸ τὸν ποινικὸν νόμον. Ἡ Βουλὴ ὅθεν θέλει κατηγορήσει τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Βούλγαρη, ἐκθέτουσα τὰ γεγονότα, ἔχω δὲ πλήρη πεποίθησιν, ὅτι τὸ δικαστήριον τὸ συνταγματικόν, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται ἢ νὰ ἐμφορῆται ἀπὸ τὰ αἰσθήματα ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους, θέλει δικάσει μ’ αὐστηρότητος καὶ δικαιοσύνης, διότι ἐκτὸς τοῦ καθήκοντος ὀφείλουσιν οἱ δικασταὶ πρὸς τὸ Κράτος εὐγνωμοσύνην ὅτι τοὺς κατέστησεν ἰσοβίους καὶ ἀνεξαρτήτους. Τὸ κατηγορητήριον ὅθεν πρέπει νὰ διατυπωθῇ ἄλλως παρ’ ὅ,τι διετυπώθη· νὰ κατηγορήσωμεν τὰ γεγονότα, νὰ κληρώσωμεν τὸ συνταγματικὸν δικαστήριον, καὶ νὰ ἀφήσωμεν εἰς αὐτὸ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον κατ’ ἀναλογίαν πρὸς τὸ μέγεθος τοῦ ἐγκλήματος, διότι ἄλλως, κύριοι, διατρέχομεν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον δὲν ὑποπτεύεσθε· ἴσως, ἂν π. χ. ἡ Βουλὴ ἐφαρμόσῃ τὴν διάταξιν τοῦ 125 ἄρθρου τοῦ ποινικοῦ νόμου, τὸ δικαστήριον σᾶς εἴπει, ὅτι, κύριοι, ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς πράξεως δὲν εἶναι ὀρθὸς, ἐγὼ δὲ δὲν δύναμαι νὰ δώσω ἄλλον, διότι σεῖς οὕτω ἐχαρακτηρίσατε τὴν πρᾶξιν, καὶ κατὰ συνέπειαν ἀπολύσει τοὺς κατηγορουμένους. Εἶπον ὅτι δὲν εἴμεθα ἠναγκασμένοι, ἀκολουθοῦντες τὴν κοινὴν διαδικασίαν, νὰ ὁρίσωμεν τὰς ἐφαρμοστέας ποινάς· προτιμότερον νὰ ἀφεθῇ τοῦτο εἰς τὸ δικαστήριον, ὅπερ νὰ ἐκτιμήσῃ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα θὰ περιλαμβάνωνται εἰς τὸ κατηγορητήριον, δηλαδὴ, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Βούλγαρη συνειργάσθη μετὰ ψευδοῦς Βουλῆς, ἤτοι μετὰ ὁμάδος ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ ἀντιποιηθῶσι καθήκοντα βουλευτῶν, καὶ ἀπετέλεσαν συνεδρίασιν, ἐνῷ νόμιμος ἀπαρτία δὲν ὑφίστατο, ὅτι ἀκολούθως τὰς ψευδεῖς αὐτὰς πράξεις τὰς ὑπέβαλεν εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα τοῦ Κράτους ὡς ἀληθεῖς καὶ ἠπάτησαν οὕτω τὸν Βασιλέα, ὅτι κατόπιν ἠπάτησαν ὁλόκληρον τὸ ἔθνος δημοσιεύσαντες τὰς πράξεις αὐτὰς διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ὡς νόμος τοῦ Κράτους. Συμπεραίνων πιστεύω, ὅτι Ἕλληνες δικασταὶ θέλουν ἀπονείμει δικαιοσύνην εἰς τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον παρ’ ὀλίγον οἱ κατηγορούμενοι ὑπουργοὶ ἠθέλησαν νὰ ῥίψωσιν εἰς τὸ χάος διὰ τῆς ἀνατροπῆς τῶν καθεστώτων.
§49ΖΩΧΙΟΣ. Ἀποκρίνομαι ἐν ὀλίγοις εἰς τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα. Σᾶς εἶπεν ὅτι ἐσκοτίσαμεν τὸ ζήτημα καὶ ἐσκοτίσθημεν καὶ ἡμεῖς· θέλει δὲ νὰ καταφύγωμεν εἰς τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον συνίσταται ἐξ Ἑλλήνων, καὶ νὰ εἴπωμεν πρὸς αὐτὸ τάδε: θέλομεν νὰ κρεμάσητε τοὺς καταδιωκομένους ὑπουργοὺς, πῶς δὲ θέλετε νὰ τοὺς κρεμάσητε, ἢ μὲ τὸν ἕνα τρόπον, ἢ μὲ τὸν ἄλλον τρόπον, εἶναι ἔργον σας, ἡμεῖς θέλομεν μόνον νὰ τοὺς κρεμάσητε, διότι ὅλος ὁ κόσμος τοὺς θεωρεῖ διὰ κρεμάλαν (ἐλαφρότης). Ἀλλὰ ποῖον δικαστήριον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐκ προοιμίων θὰ παραδεχθῇ ὡς ἐνόχους τοὺς πρώην ὑπουργοὺς, διότι ἡμεῖς τὸ θέλομεν; Νὰ τοὺς θεωρήσουν μάλιστα ὡς ἀξίους θανάτου; Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ ζήτημα ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν δὲν εἶναι σπουδαῖον καὶ τὸ παρατρέχω, ἔρχομαι δὲ εἰς τὸν κύριον Ῥικάκην. Φοβούμενος δὲ τὸ βιβλίον του, τὸ ὁποῖον ἀνυπομόνως περιέμενε, παρεκάλουν τὸν Θεὸν νὰ τὸν φωτίσῃ νὰ καταβῇ τοῦ βήματος διὰ νὰ γλυτώσω ἀπ’ αὐτὸ τὸ κανόνι, τὸ Κροὺπ, ἀλλ’ αἱ συζητήσεις, ἀλλ’ αἱ συνδιαλέξεις ἐπῆραν πολὺν καιρὸν, καὶ ἰδοὺ ἐγὼ εἰς τὰ στενά. Ἡμεῖς ἢ τὸ Ἔθνος κατηγοροῦμεν τοὺς ὑπουργοὺς ἐκείνους οὐχὶ ῥητῶς διὰ τοῦτο καὶ ἐκεῖνο ἰδίως, ἀλλὰ διότι ἐκυβέρνησαν αὐθαιρέτως· αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, πρὸς τὸν σκοπὸν δὲ τοῦτον μετεχειρίσθησαν χίλια μέσα, μεταξὺ δὲ τῶν ἄλλων ἐξηπάτησαν καὶ τὸν Ἡγεμόνα, καὶ τούτου ἡ ἀπόδειξις εἶναι προφανὴς, καὶ βεβαίως πᾶς ἄνθρωπος τὸ αἰσθάνεται εἰς ποίαν δύσκολον θέσιν εὑρέθη ὁ Βασιλεὺς, ὅταν κατὰ πρῶτον ἤκουσε τὸν ἔντιμον κύριον Τρικούπην λέγοντα, ὅτι ὅλα τὰ γεγονότα πρέπει νὰ πέσουν. Ἐὰν δὲ ἐπέμενεν ὁ Βασιλεὺς καὶ ἔλεγεν: «Ὅ γέγραπται, γέγραπται,» εἰς ποίαν θέσιν θὰ εὑρίσκετο ὁ τόπος; Εἶναι δὲ λυπηρὸν, ὅτι ἡγούμενος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἦτον ἄνθρωπος, ὅστις καὶ θέσιν ἔξοχον εἶχε, καὶ νοῦν εἶχε· δὲν δύναται δέ τις νὰ τοῦ ἀρνηθῇ καὶ δόσιν φιλοπατρίας, ἀλλὰ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀπόδειξις ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιστοιχῆται ὁ ἄνθρωπος ὑπὸ κολάκων, ὑπὸ συμβούλων πονηρῶν. Οἱ πονηροὶ σύμβουλοι ἀπεπλάνησαν καὶ τὸν Βούλγαρην καὶ αὐτὸν τὸν Βασιλέα· αὐτὴ δὲ ἡ ἀποπλάνησις ἔφερε τὸν τόπον εἰς θέσιν δύσκολον· δὲν πρόκειται δὲ περὶ τῶν κατηγορουμένων· ἂν οἱ κατηγορούμενοι δὲν τιμωρηθῶσι, πιθανῶς αὔριον θὰ τιμωρηθῇ ἄλλος, διότι θὰ ζητήσωμεν ἐπὶ τέλους τίς πταίει.
§50ΠΟΛΥΛΑΣ. Οὐδεὶς εἶπε νὰ μὴ τιμωρηθῶσι.
§51ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ κ. Ῥικάκης ἐπιμένει νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον σᾶς ὑπέδειξεν. Ἡ ἱστορία ὅμως διηγεῖται περὶ μιᾶς ἡρωΐδος Γαλλίδος συμβάν τι παράδοξον. Ἐπὶ τῆς μεγάλης γαλλικῆς ἐπαναστάσεως, ἀπήγαγον αὐτὴν εἰς θάνατον. Τῆς ἔκοψαν δὲ τὴν κεφαλὴν, ἀλλ’ οὔτε ἐδειλίασεν, οὔτε ἐταράχθη. Ἀλλ’ ὁ δήμιος, ἀφοῦ τῆς ἔκοψε τὴν κεφαλὴν, ἔπιασεν αὐτὴν ἀπὸ τὰς τρίχας καὶ ἐῤῥάπισεν αὐτὴν, τὸ δὲ πρόσωπον αὐτῆς ἠρυθρίασε, διότι δὲν ὑπέφερε τὴν ὕβριν. Δύνασθε δὲ καὶ σεῖς νὰ τιμωρήσητε καὶ μὲ τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἀλλὰ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὴν ῥαπίσητε. Ῥαπίσματα δὲ εἶναι ὅλα αὐτὰ τὰ βέλη, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡτοιμασμένα ὁ κύριος Ῥικάκης. Πρὸς τί δὲ θέλομεν νὰ τιμωρήσωμεν τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς μὲ πρόστιμον 100 δραχμῶν!
§52ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὴν στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων δὲν ἀγαπᾶτε νὰ τὴν εἰπῆτε;
§53ΖΩΧΙΟΣ. Πολὺ καλά· πάραυτα δὲ σᾶς ἀποκρίνομαι. Τὸ ἄρθρον 24 εἶναι ἡ πανοπλία τοῦ κ. Ῥικάκη. Πιστεύω δὲ ὅτι ὁ Ἀρχιμήδης, ὅταν ἔλυσε τὸ περὶ χρυσοῦ στεφάνου ζήτημα, καὶ ἔτρεχεν εἰς τοὺς δρόμους καὶ ἔκραζεν, εὗρον εὗρον, δὲν εἶχε κυριευθῆ ὑπὸ τοσαύτης χαρᾶς, ὅσην ᾐσθάνθη ὁ κ. Ῥικάκης, ὅταν εὗρε τὸ ἄρθρον 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου.
§54ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ ἐγνώριζον πρὸ πολλοῦ.
§55ΖΩΧΙΟΣ. Ἀλλὰ τὸ μετεχειρίσθης κακὰ, διότι τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὁμιλεῖ περὶ δημοσίων ὑπηρετῶν, ὑπάρχει δὲ διάκρισις μεταξὺ ὑπηρετῶν δημοσίων καὶ δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἐὰν δὲ παραβάλωμεν τὸν Βούλγαρην μὲ ἕνα ὑπηρέτην δημόσιον καὶ τιμωρήσωμεν αὐτὸν ὡς τοιοῦτον, τί ἄλλο δύναται νὰ φαντασθῇ εἰμὴ ὅτι εἶσθε λυσσιασμένοι διὰ νὰ πάρετε τὰ ὑπουργεῖα; (Δὲν ἀναμιγνύω εἰς τὴν λύσσαν αὐτὴν τὸν ἑαυτόν μου, διότι ἐγὼ δὲν θέλω νὰ γείνω ὑπουργός.)
§56ΡΙΚΑΚΗΣ. Παρακάτω, παρακάτω.
§57ΖΩΧΙΟΣ. Μὴ θέλετε νὰ ὑπάγω παρακάτω, διότι θὰ μετανοήσητε. Ἄς ὑποθέσωμεν δὲ ὅτι ἡ Ὕδρα σᾶς τὸν ἀναγορεύει βουλευτήν. Τί τότε θὰ πράξωμεν; Θὰ τὸν δεχθῶμεν, καὶ θὰ τὸν ἀναδείξωμεν καὶ πρόεδρον (ἱλαρότης). Δὲν ὁμιλεῖ λοιπὸν τὸ 24 ἄρθρον τοῦ ποινικοῦ νόμου περὶ στερήσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, ἀλλὰ περὶ στερήσεως τῆς ἀρχῆς. Ἤτοι δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὸν καταδικασθέντα νὰ γείνῃ κλητὴρ, νὰ γείνῃ ἀρχαιοφύλαξ, διδάσκαλος, ἀστυνόμος κτλ.
§58ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὑπουργὸς γίνεται;
§59ΖΩΧΙΟΣ. Καὶ τί νομίζετε, εἶναι εὐτυχία τὸ νὰ γείνῃ τις ὑπουργός; Δὲν εἴδατε ὅτι χθὲς οἱ ὑπουργοὶ ἤθελον νὰ φύγουν καὶ νὰ μᾶς ἐγκαταλείψουν; (γέλως). Δὲν εἶναι εὐτυχία τὸ νὰ γείνῃ τις ὑπουργός. Δὲν ἀπέχομεν δὲ ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θὰ γονατίζωμεν ἐνώπιον ἑπτὰ ἐκ τῶν τυχόντων ἀνθρώπων καὶ θὰ λέγωμεν εἰς αὐτούς: Δεῦτε νὰ γένησθε ὑπουργοί· διότι, τὸ εἶπον καὶ ἄλλοτε, καὶ ἂς μὲ συγχωρήσουν οἱ σημερινοὶ ὑπουργοὶ, πρέπει νὰ ᾖναί τις τρελὸς, διὰ νὰ γείνῃ ὑπουργός. Δὲν γίνεται ὁ Βούλγαρης ὑπουργὸς, καὶ νομίζετε ὅτι ἐζημιώθη. Πρὸς τί δὲ νὰ γείνῃ ὑπουργὸς, διὰ νὰ τοῦ λερώνετε τὸ σπίτι; Ἄς ὑποθέσωμεν δὲ ὅτι ἔρχεται ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου καὶ ὡς γεροντότερος κάθηται ἐκεῖ (δεικνύει πρὸς τὰ δεξιὰ)· ἐννοεῖτε, κύριοι, ποῦ θὰ εὑρεθῆτε; Ἔχασε, λέγετε, τὰ πολιτικά του δικαιώματα, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀληθές. Εἶναι δὲ λυπηρὸν νὰ σᾶς κάμνω ἐγὼ τὰς παρατηρήσεις ταύτας. Ἐρωτῶ δὲ τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἂν ἀπατῶμαι, ἂν σφάλλω. Νομίζω δὲ ὅτι ἀρχίζω νὰ ἔχω προσόντα ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης· ἢ ὄχι; Δὲν μεταχειρίσθησαν, λέγετε, οἱ ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι τὴν βίαν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἔνοχοι ἐσχάτης προδοσίας. Ἀλλὰ σήμερον δὲν εἶναι ἡ 11 Νοεμβρίου; τοὐτέστι τρεῖς ἀκριβῶς μῆνας συνεδριάζομεν, ἐξηντλήθη δὲ τὸ ἥμισυ τῆς δυνάμεώς μας, καὶ μετὰ παρέλευσιν τριῶν μηνῶν ἀποθνήσκομεν ὅλοι. Τολμήσατε δὲ τότε νὰ συναθροισθῆτε εἴτε ἐντὸς ταύτης τῆς αἰθούσης, εἴτε ἐντὸς ἄλλης, καὶ βλέπετε τί σᾶς κάμνει ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ποία δὲ ὑπάρχει διαφορά; Κατ’ ἐκείνας τὰς ἡμέρας ἦν σύσσωμος ἡ Κυβέρνησις μετὰ τῶν συνεδριαζόντων ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ. Τί δ’ ἄλλο ἔπραττον εἰμὴ βιαίως εἰργάζοντο; ἀπόδειξις δὲ τῆς βίας εἶναι ἡ βιαία ἀδράνεια τοῦ λαοῦ, διότι ἂν ὁ λαὸς ἀνθίστατο, ἡ βία ἀπήρχετο ἀμέσως. Ἐρωτῶ δὲ τοὺς ὑπουργοὺς, ἂν θὰ μᾶς ἀφήσουν νὰ συνεδριάσωμεν μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν τριῶν μηνῶν· ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν τὸ πιστεύω. Καὶ ἂν ὁ πρόεδρος δὲν θελήσῃ νὰ καθήσῃ ἐπὶ τῆς ἕδρας αὑτοῦ, καὶ καθήσω ἐγὼ ὡς γεροντότερος, θὰ μᾶς διώξουν διὰ τῆς βίας. Καὶ διατί; Διότι εἴμεθα βιασταί. Λοιπὸν ἡ βία, ἣν μετεχειρίσθησαν οἱ ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι, εἶναι προφανὴς, διότι δὲν ἀντέστη μὲν ὁ λαὸς, ἀλλ’ ἠτοιμάζετο ν’ ἀντισταθῇ. Ἂν δὲ δὲν ἀντέστη, χρεωστεῖται εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κάθηνται ἐκεῖ καὶ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κάθηνται παραπάνω (δεικνύει τοὺς ἀρχηγοὺς τῆς πρῴην ἀντιπολιτεύσεως). Ἐπιμένω λοιπὸν εἰς τὴν πρότασίν μου, περιττὸν δὲ εἶναι νὰ τὴν ἐπαναλάβω· δύω μόνον σᾶς προσθέτω λέξεις, ὅτι, ἂν παραδεχθῆτε τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Ῥικάκη, «ὤδινεν ὄρος Ζεὺς δ’ ἐφοβεῖτο, τὸ δ’ ἔτεκε μῦν».
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἄλλος ἐγγεγραμμένος.
§61ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, αὔριον.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 5½ μ. μ.