1875.11.05
1,733 rows · 14,497 words · 116 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 34
Τῆς 5 Νοεμβρίου 1875.
(Τετάρτη).
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων. Ἐν ὀνόματι δὲ τοῦ συναδέλφου μου κ. Αὐγερινοῦ, Σᾶς ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ναυτιλιακῶν ἐγγράφων.
§2ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε πρόεδρε, μεταξὺ τῶν ἐλαττωμάτων τὰ ὁποῖα ἤκουσα ὅτι ἔχει τὸ νέον βουλευτήριον, ἀνεκάλυψα καὶ ἕτερον, διὰ τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ταχεῖα πρόνοια· εἶναι δὲ τὸ ἑπόμενον. Ὅτε ἠρχόμην εἰς τὸ βουλευτήριον, φίλος μου μοῦ ἐζήτησεν ἓν εἰσιτήριον· ἀποτείνομαι πρὸς τοὺς γραμματεῖς νὰ μοὶ δώσουν ἕν, καὶ μοὶ λέγουν ὅτι δὲν ἔχουν, ἐρωτῶ τὸ διατί, καὶ μοὶ λέγουν ὅτι δὲν διανέμονται παρὰ μόνον ἑξήκοντα, καὶ μεταξὺ αὐτῶν ὅποιοι βουλευταὶ πρωτοφθάσωσι νὰ πάρωσι τὰ πρῶτα. Παρατηρῶ, κύριε πρόεδρε, ὅτι ὅταν ἤμεθα εἰς τὸ ἄλλο βουλευτήριον, καθὼς καὶ εἰς ἄλλας Βουλάς, ἕκαστος τῶν βουλευτῶν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ, ἂν οὐχὶ τέσσαρα, ἂν οὐχὶ τρία, ἓν τοὐλάχιστον εἰσιτήριον. Εἰς ἕτερον συνάδελφόν μου ἀπετάθη ὁμογενής τις, ὁ ὁποῖος δὲν κατοικεῖ ἐν Ἑλλάδι, ἄνθρωπος καθὼς πρέπει, ὅστις ἐπεθύμησε νὰ ἴδῃ τὸ βουλευτήριον καὶ νὰ ἀκούσῃ τὰς συζητήσεις· τοῦ εἶπον ὅτι ἅπαντα τὰ εἰσιτήρια διενεμήθησαν. Παρακαλῶ τὸν κ. πρόεδρον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ πρᾶγμα καὶ νὰ κάμῃ τρόπον, ὥστε ἕκαστος βουλευτὴς νὰ ἔχῃ τοὐλάχιστον ἓν εἰσιτήριον διὰ κάθε συνεδρίασιν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 92 τοῦ Κανονισμοῦ προβλέπει περὶ εἰσιτηρίων. «Εἰς τὸ γενικὸν θεωρεῖον οἱ ἀκροαταὶ εἰσέρχονται ἄνευ εἰσιτηρίων, εἰς δὲ τὰ λοιπὰ θεωρεῖα δι’ εἰσιτηρίων διανεμομένων εἰς τοὺς κυρίους βουλευτὰς κατ’ ἀναλογίαν καὶ συμφώνως μὲ τὴν ὑπὸ τοῦ προεδρείου γενομένην διαίρεσιν αὐτῶν, ἐκτὸς τοῦ τῶν κκ. πρέσβεων, τῶν κκ. ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαλλήλων ὡς καὶ τοῦ τῶν δημοσιογράφων, ἅπερ τὸ προεδρεῖον ἀπ’ εὐθείας διαθέτει.» Θεωρεῖα, διὰ τὰ ὁποῖα δίδονται εἰσιτήρια, εἶναι τὰ ἀπέναντι τοῦ προεδρείου τέσσαρα, τὰ ὁποῖα εἶναι προσδιωρισμένα διὰ τοὺς διοικητικοὺς ὑπαλλήλους καὶ τοὺς δημοτικοὺς λειτουργοὺς καὶ ἄλλους πολίτας, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ ἔρχωνται εἰς τὸ γενικὸν θεωρεῖον· τὰ θεωρεῖα ταῦτα περιέχουσι μόνον ἑξήκοντα θέσεις. Ἵνα τηρῆται τάξις, τὸ προεδρεῖον δὲν δύναται νὰ διαθέσῃ διπλάσιον ἢ τριπλάσιον ἀριθμὸν εἰσιτηρίων. Ἂν οἱ βουλευταὶ θέλουν νὰ ὑπάρχουν ἀκροατήρια ἰδιαίτερα, τότε πρέπει ν’ ἀποφασίσωσιν, ὥστε ἓν μέρος τοῦ γενικοῦ ἀκροατηρίου νὰ διατεθῇ διὰ τοιούτου εἴδους εἰσιτήρια· ἐν ὅσῳ ὅμως ὑπάρχουν μόναι ἑξήκοντα θέσεις, δὲν δύναται τὸ προεδρεῖον δι’ οὐδεμιᾶς μεθόδου νὰ τὰς κάμῃ 190.
§4ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ὑπάρχει μεγάλη ἀνάγκη τοῦ μεγάλου ἀκροατηρίου, καὶ δὲν πρέπει τοῦτο νὰ σμικρυνθῇ.
§5ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐν ὅσῳ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ κατάστασις, ἂς δίδωνται τοὐλάχιστον οἱ 60 αὐτοὶ ἀριθμοὶ ἐναλλὰξ εἰς τοὺς κυρίους βουλευτάς.
§6ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δύναται νὰ οἰκονομηθῇ ἡ ὑπόθεσις, ἂν λάβωμεν αὐτὰ τὰ τρία θεωρεῖα (δεικνύει ἀριστερά).
§7ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Μπούμπουλη δὲν λύει τὸ ζήτημα, διότι θὰ ἔλθῃ τὸ ἕτερον, ποῖος θὰ προτιμηθῇ εἰς τὴν δευτέραν θέσιν, ποῖος εἰς τὴν τρίτην.
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διανέμωνται ἐναλλάξ.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ῥοντήρης, βουλευτὴς Ναυπακτίας, κατέθηκε νομοσχέδιον περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν καὶ ἐξασφαλίσεως τῆς ψήφου τοῦ πολιτικοῦ καὶ δημοτικοῦ ἀξιώματος, ἐξ ἄρθρ. 113. Θέλει τυπωθῆ καὶ ἀποσταλῆ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§10ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μετὰ δύω ἡμέρας θὰ ὑποβάλωμεν καὶ ἡμεῖς τοιοῦτον νομοσχέδιον, ὥστε παρακαλεῖται ἡ ἐπιτροπὴ νὰ μὴ ἐπισπεύσῃ.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ παρὰ πλημμελειοδίκαις εἰσαγγελεὺς κύριος Μπένσης ἔπεμψεν αἴτησιν τῶν κυρίων Βαλασσοπούλου καὶ Νικολοπούλου, αἰτούντων τὴν ἀποφυλάκισιν αὑτῶν. βʹ. Πρῶτον ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀνακοπῆς τοῦ κ. Νικολοπούλου, καὶ δεύτερον ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἀναφορῶν, εἰς ἣν παρεπέμψαμεν τὴν πρώτην αἴτησιν αὐτῶν. Πρῶτον λοιπὸν ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τῆς ἀνακοπῆς ἔχει τις τὸν λόγον;
§12ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς δικαιοσύνης πρέπει, νομίζω, νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας.
§13ΣΟΥΤΣΟΣ. Ὡς εἶπον προχθὲς, πρέπει ἓν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τῆς δικαιοσύνης νὰ μᾶς ἀναγγείλῃ ἐπισήμως, ὅτι οἱ Βαλασσόπουλος καὶ Νικολόπουλος εὑρίσκονται εἰς τὰς φυλακὰς, νὰ μᾶς ἐκθέσωσι δὲ καὶ τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐφυλακίσθησαν.
§14ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Κύριοι, ὁ κύριος πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀνεκοίνωσεν εἰς ἡμᾶς τὴν πρὸς αὐτὸν κοινοποιηθεῖσαν ἀνακοπὴν τοῦ κυρίου Νικολοπούλου κατὰ τοῦ ἐντάλματος τῆς προφυλακίσεως, τὸ ὁποῖον ἡ ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ἐπιτροπὴ ἐξέδωκε κατ’ αὐτοῦ, καὶ συνεπείᾳ τοῦ ὁποίου προεφυλακίσθη αὐτὸς καὶ ὁ κύριος Βαλασσόπουλος. Ἐννοεῖται ὅτι τὸ Σῶμα δὲν δύναται ἀπὸ τοῦδε νὰ ἀπαιτήσῃ τὴν ἀνακοίνωσιν ὁλοκλήρου τῆς ἀνακρίσεως, ἐκτὸς ἂν κάμῃ περὶ τούτου ἀπόφασιν· ἑπομένως θέλω περιορισθῆ νὰ εἴπω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς αὑτήν, ἐντὸς τοῦ νόμου, νὰ προβῇ εἰς τὴν προφυλάκισιν αὐτῶν τῶν δύω κυρίων. Ἡ ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ἐπιτροπή, λαβοῦσα τὴν ἐντολὴν, ἐνήργησεν εἰσαγγελικὰ καὶ ἀνακριτικὰ καθήκοντα, δυνάμει εἰδικοῦ ψηφίσματος τῆς Βουλῆς, ἐπελήφθη δὲ τακτικῶν ἀνακρίσεων μετὰ τῆς μεγαλειτέρας ταχύτητος καὶ δραστηριότητος. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ἐν παρόδῳ ὅτι οὐδὲν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς καθυστέρησε κατὰ τὸν ζῆλον, κατὰ τὴν δραστηριότητα, κατὰ τὴν ἀμεροληψίαν καὶ τὴν ἀκεραιότητα εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς ἐργασίας. Ἐνεργοῦσα τὰς ἀνακρίσεις, ἡ ἐπιτροπὴ ἐξήτασε περὶ τοὺς τεσσαράκοντα μάρτυρας, ὅτε δὲ εἶδεν ἐκ τῶν ἀνακρίσεων ὅτι οὐ μόνον μία, ἀλλὰ δύω ἐγκληματικαὶ πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν χαρακτῆρα κακουργήματος, ὑπῆρχον, ἐθεώρησεν ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν παρουσίαν τῶν κατηγορουμένων, καὶ προέβη εἰς τὴν ἔκδοσιν ἐντάλματος προφυλακίσεως, ἀφοῦ προηγουμένως ἐκάλεσε τοὺς κατηγορουμένους, ἀφοῦ οὗτοι ἀπελογήθησαν καὶ ὑπέβαλον ὅλα τὰ μέσα καὶ ὅλους τοὺς λόγους τῆς ὑπερασπίσεως αὑτῶν. Βεβαίως οὔτε ὑμεῖς θέλετε ἀπαιτήσει, οὔτε ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ σᾶς ἐκθέσωμεν τὰς ἐνδείξεις, αἱ ὁποῖαι προέκυψαν ἐκ τῆς ἀνακρίσεως, καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων αἱ πράξεις φέρουν χαρακτῆρα κακουργήματος. Ἐπειδὴ ὅλως φιλονεικεῖται ὁ νομικὸς αὐτῆς χαρακτηρισμός, μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον, χωρὶς νὰ ἀνακοινώσω οὐδὲν τῶν μυστηρίων τῆς ἀνακρίσεως, νὰ ἀναπτύξω ὀλίγον τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς πράξεως, διότι τοῦτο εἶναι νομικὸν ἀντικείμενον καὶ οὐχὶ πραγματικόν. Πρώτη πρᾶξις, ἡ ὁποία παρουσιάζει χαρακτῆρα κακουργήματος ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, εἶναι ἡ ὑπαγομένη εἰς τὴν κατηγορίαν τοῦ ἐδαφίου τρίτου τοῦ ἄρθρου 356 τοῦ ποινικοῦ νόμου, τοὐτέστιν ἡ δωροδοκία ἐκείνη, τὴν ὁποίαν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι πράττουν ἐναντίον τῶν καθηκόντων αὑτῶν, καὶ καθ’ ἣν γίνονται ἔνοχοι ἐν τῇ ἐκτελέσει τοιαύτης παρανόμου πράξεως ἀντιβαινούσης εἰς τὸ καθῆκόν των. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω τόσον μόνον, ὅσον εἶναι ἀναγκαῖον διὰ νὰ δικαιολογήσω τὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου τοιοῦτον χαρακτηρισμόν. Ἐδῶ, κύριοι, ὁ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὑπουργὸς ἔχει ἓν δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου τῆς 9 Ἰουνίου 1852 περὶ Ἐπισκοπῶν καὶ Ἐπισκόπων. Ὁ νόμος αὐτὸς ὁρίζει πῶς γίνονται τὰ τῆς χειροτονίας τῶν Ἀρχιερέων, κανονίζει πῶς γίνονται αἱ προτάσεις, πόσα εἶναι δι’ ἑκάστην θέσιν τὰ προτεινόμενα πρόσωπα, καὶ ποῖον εἶναι τὸ καθῆκον καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς προκειμένης περιστάσεως. Ὁ νόμος ἐκεῖνος δίδει εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ τρεῖς ὑποψηφίους διὰ δεδομένας Ἐπισκοπὰς ἢ Ἀρχιεπισκοπάς, ἀφίνει δὲ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέξῃ τὸν ἕνα ἐξ αὐτῶν πρὸς χειροτονίαν· σημειώσατε ὅμως ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ὁρίζει καὶ τὰ προσόντα τοῦ ἐκλεχθησομένου, διότι λέγει ὅτι ὀφείλει νὰ προτιμᾷ τὸν ἔχοντα ὑγιέστερον καὶ ἀναμφισβήτητον τὸ θρησκευτικὸν φρόνημα, τὸν εἰδικώτερον, ἐναρετώτερον καὶ τὸν μᾶλλον ἄξιον· ὁρίζει δὲ καὶ ἄλλα προσόντα. Κἀνεὶς δὲν δύναται νὰ διαφιλονεικήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέξῃ ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον ἐν τῇ ἰδίᾳ αὑτοῦ συνειδήσει εὑρίσκει καλλίτερον. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως δὲν ἐγένετο οὕτως, διότι ὁ ὑπουργὸς παρῃτήθη αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπιλογῆς, προβὰς εἰς πρᾶξιν ἐγκληματικήν, διὰ τῆς συνάψεως εἰδικῆς συμφωνίας μὲ ἕκαστον ὑποψήφιον περὶ τῆς προτάσεως αὐτοῦ ἐπὶ χρήμασι, καὶ προτιμήσας ἐπὶ τέλους τὸν προσφέροντα περισσότερα χρήματα. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς παραιτήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπιλογῆς, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος χορηγεῖ, εἶναι πρᾶξις ἐγκληματική. Ἠδυνάμην δὲ ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ προσθέσω περισσότερα, διότι ἐνταῦθα εἰς ἕκαστον ὑποψήφιον ἐγίνετο χωριστὴ συμφωνία παραιτήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπιλογῆς ἐπὶ μεγαλειτέρᾳ προσφορᾷ χρημάτων, καὶ δύναμαι εἰπεῖν, ὅτι ὑπῆρξαν τοσαῦται συμφωνίαι ὅσοι καὶ ὑποψήφιοι δι’ ἑκάστην Ἐπισκοπήν. Ἀλλά, σᾶς ἐρωτῶ τώρα, ὑφίσταται πλέον ἐνταῦθα καθῆκον; ἐκράτησεν ὁ ὑπουργὸς εἰς ἑαυτὸν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς; ἀφῆκε τὴν συνείδησίν του ἐλευθέραν νὰ ἐκλέξῃ οἷον αὐτὸς ἐνόμιζε καλλίτερον; Οὐχὶ βεβαίως. Τί εἶναι αὐτὴ ἡ παραίτησις τοῦ δικαιώματος ἐπὶ δωροδοκίᾳ, ἐπὶ ἀθεμίτῳ ὠφελείᾳ; εἶναι πρᾶξις ἐγκληματική, ἀντιβαίνουσα καθαρῶς εἰς αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουργοῦ, εἰς αὐτὸ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ τηρήσῃ περὶ τὴν ἐλευθερίαν του εἰς τὸν διορισμὸν τῶν Ἐπισκόπων. Ἀλλὰ τί λέγει τὸ ἐδάφ. γʹ; «Ἐὰν τῳόντι ἐγένετο ἔνοχος πράξεως ἐγκληματικῆς ἀντιβαινούσης εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὑτοῦ, τότε ἡ πρᾶξις ἔχει χαρακτῆρα κακουργήματος καὶ ἐπιβάλλεται ἡ ποινὴ τῆς εἱρκτῆς.» Ἐὰν αὐτὰ τὰ στοιχεῖα τῆς πράξεως παρουσιάζωνται ἐπὶ τοῦ προκειμένου, τότε θὰ ἦτο παράλειψις τοῦ καθήκοντός μας νὰ μὴ προβῶμεν εἰς ὅ,τι ὁ νόμος μᾶς ὑπηγόρευε καὶ ἐπέβαλλεν ὡς καθῆκον ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ὑπάρχει καὶ ἕτερος λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἡ πρᾶξις φέρει χαρακτῆρα κακουργήματος. Σᾶς εἶπον τὸν νόμον περὶ Ἐπισκοπῶν καὶ Ἐπισκόπων, καὶ σᾶς εἶπον ὅτι αὐτὸς καθιεροῖ προσόντα, τὰ ὁποῖα ὀφείλει ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν προτασσομένων ὡς ὑποψηφίων εἰς μίαν ἑκάστην χειροτονίαν προσώπων. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτῶν, κύριοι, ἐκτὸς τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα καθιεροῖ ὁ νόμος, ὑπάρχουσιν ὑπεράνω αὐτῶν οἱ Κανόνες τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, αἱ Νεαραί, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιβάλλονται ῥητοὶ ὅροι, οἵτινες πρέπει νὰ τηρῶνται εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀρχῶν. Οἱ Ἀποστολικοὶ Κανόνες ἀπηγόρευσαν διαῤῥήδην τὴν σιμωνίαν καὶ ἐπέβαλον καθήκοντα καὶ εἰς τοὺς ἀνωτέρους κληρικοὺς καὶ εἰς τοὺς δημοσίους ἄρχοντας, ὁσάκις κληρικός τις ἐμφανίζεται καὶ ζητεῖ ἐπὶ σιμωνίᾳ νὰ προαχθῇ εἰς ἀνώτερον ἐκκλησιαστικὸν ἀξίωμα· τὸ δὲ καθῆκον, τὸ ὁποῖον οἱ Κανόνες ἐπέβαλον εἰς τοὺς ἀνωτέρους ἐκκλησιαστικοὺς ἄρχοντας ἢ τοὺς δημοσίους, εἶναι, οὐ μόνον νὰ μὴ δώσωσιν ἀκρόασιν εἰς τὸν τοιαῦτα προτείνοντα, οὐ μόνον νὰ μὴ τὸν δεχθῶσιν εἰς τὴν ἐκλογήν, ἀλλά, ἐὰν ᾖναι κληρικὸς καὶ ζητῇ ἀνώτερον βαθμόν, νὰ τὸν καταδιώκωσι πρὸς καθαίρεσιν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀπέναντι τῆς ἀπαγορεύσεως ταύτης τῶν Κανόνων, τί ὤφειλεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ πράξῃ πρὸς τὸν κληρικὸν ἐκεῖνον, ὅστις ἔρχεται ἐπὶ προσφορᾷ χρημάτων νὰ ζητήσῃ ἀρχιεπισκοπικὸν ἀξίωμα; οὐ μόνον ὤφειλε νὰ μὴ δώσῃ ἀκρόασιν, οὐ μόνον ὤφειλε νὰ τὸν ἀποπέμψῃ, ἀλλ’ ὤφειλε καὶ νὰ τὸν καταδιώξῃ ἐπὶ καθαιρέσει, καὶ τοῦτο εἶναι σύμφωνον μὲ τοὺς Κανόνας τῆς Ἐκκλησίας. Ἔπραξεν αὐτὸ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἤτοι ἀπέσχε νὰ δώσῃ ἀκρόασιν εἰς τοὺς ἐπὶ σιμωνίᾳ ζητήσαντας τὴν ἀρχιερωσύνην, καὶ κατεδίωξεν αὐτοὺς ἐπὶ καθαιρέσει; Προκύπτει τοιοῦτόν τι ἐκ τῆς ἀνακρίσεως; οὐχὶ βεβαίως. Εἶναι λοιπὸν καὶ τοῦτο ἄλλη παράλειψις. Ἔχομεν καὶ ἑτέραν παράβασιν τοῦ καθήκοντος, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἡ πρᾶξις λαμβάνει χαρακτῆρα κακουργήματος. Ἔρχεται ὁ δεύτερος λόγος, ὁ ὁποῖος ἔπεισε τὴν συνείδησιν τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς τὸ ἔνταλμα τῆς προφυλακίσεως, διότι ἡ πρᾶξις ἔφερε χαρακτῆρα κακουργήματος, καὶ δύναμαι εἰπεῖν, ὅτι ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἡ ἐπιτροπὴ ἐβασάνισε τὸ ζήτημα πολυειδῶς καὶ πολυτρόπως, διότι ὅλοι ἐνοοῦμεν ὅτι τὸ θέμα αὐτὸ ἦτο σπουδαῖον, καὶ ὅτι ὠφείλαμεν λόγον τῆς ἐντολῆς μας οὐ μόνον πρὸς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ καὶ πρὸς ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν· καὶ οὐ μόνον ὠφείλαμεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς ἰδίας ἡμῶν ὑπολήψεως, ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς ὑπολήψεως τοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀνέθηκε τὴν ἐντολήν. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτοῦ τοῦ λόγου, ἐκ τῆς ἀνακρίσεως προκύπτουσι καὶ ἄλλα γεγονότα, τὰ ὁποῖα πληροῦσιν ἐν συῤῥοῇ τὸν χαρακτῆρα μιᾶς ἄλλης ἀξιοποίνου πράξεως, ἥτις παρουσιάζει χαρακτῆρα ἐκβιάσεως· ἡ δὲ ἀνάκρισις δὲν ἦτο δυνατόν, χωρὶς νὰ παραβιάσῃ τὸν νόμον, νὰ μὴ μνημονεύσῃ αὐτὴν ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ καὶ τῷ ἐντάλματι τῆς προφυλακίσεως, καὶ τὰ ἄρθρα τοῦ νόμου τὰ περὶ ἐκβιάσεως. Ἡ ἐκβίασις εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους τότε εἶναι καθ’ αὑτὸ τιμωρητέα, ὅταν τὴν δημοσίαν αὑτῶν ἐξουσίαν μεταχειρίζωνται ὡς ἀπειλήν, διὰ νὰ περιποιήσωσιν εἰς ἑαυτοὺς ἢ εἰς ἄλλον τινὰ ἀθέμιτον ὄφελος. Λοιπὸν τῷ ὄντι ἐκ πρώτης ὄψεως ἐννοεῖται πῶς εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ λάβῃ χώραν τὸ τοιοῦτον· διότι, διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἀπειλὴ καὶ κίνδυνος ἐναντίον τοῦ ἀπειλουμένου, πρέπει νὰ ἀπειλῆται ἀγαθόν τι δι’ αὐτὸν ἢ ἓν κεκτημένον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τίθεται ὑπὸ τὴν ἀπειλὴν καὶ τὸν κίνδυνον ἐκ μέρους τῆς ἐξουσίας τοῦ ἀπειλοῦντος. Καὶ ἐνταῦθα θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ἐκ τῆς ἀνακρίσεως ὅσον εἶναι ἀναγκαῖον, ἵνα ἐννοήσητε τὰς ἰδέας μου. Ἐκ τῆς ἀνακρίσεως προέκυψε τὸ ἑξῆς· ὅτι, ἀφοῦ ἔγεινεν ἡ πρότασις ὑπὲρ ἑνὸς τῶν ὑποψηφίων δι’ ἑκάστην Ἀρχιεπισκοπὴν καὶ ὑπεγράφετο τὸ Β. διάταγμα, τὸ διάταγμα αὐτὸ δὲν ἐκοινοποιεῖτο, καὶ δὲν ἐκοινοποιεῖτο ἐπὶ τῇ ἀπειλῇ ὅτι δὲν θέλει κοινοποιηθῇ, ἐὰν δὲν γείνῃ μεγαλειτέρα προσφορὰ χρημάτων. Ἕως ἐδῶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ ἐκβίασις δὲν εἶναι πλήρης, διότι, καὶ ἂν ἀπεκλείσθη τὸ δικαίωμα ἐκείνου ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ὑπεγράφη τὸ διάταγμα, δὲν ἀπεκτήθη τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἑπομένως δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἀτελὲς αὐτοῦ δικαίωμα προσεβλήθη καὶ οὐχὶ κεκτημένον. Προέβαινον ὅμως καὶ περαιτέρω, καὶ μετὰ τὴν κοινοποίησιν τοῦ διατάγματος ὑπῆρχεν ἕτερον στάδιον, τὸ στάδιον τῆς ἐπικυρώσεως καὶ ἀναγνωρίσεως δι’ ὡρισμένην Ἐπισκοπὴν τοῦ Κράτους. Ἐδῶ ὑπῆρχε διὰ τὸν χειροτονηθέντα, πρὸς ὃν ἐκοινοποιήθη τὸ διάταγμα, ὑπῆρχε κεκτημένον δικαίωμα, διότι οὐ μόνον ἦτον Ἀρχιερεὺς, ἀλλ’ ὠνομάσθη καὶ Ἀρχιερεὺς μιᾶς ὡρισμένης Ἐπισκοπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἐδικαιοῦτο νὰ κατέλθῃ. Τὸ διάταγμα λοιπὸν τῆς ἐπικυρώσεως καὶ ἀναγνωρίσεως δὲν ἐπήρχετο, ἂν δὲν ἤθελον δοθῇ καὶ ἕτερα χρήματα. Λοιπὸν τὸ δεύτερον αὐτὸ στάδιον, ὅτε πλέον ὁ κληρικὸς εἶχε κεκτημένον δικαίωμα, φέρει ἢ δὲν φέρει τὸν χαρακτῆρα τῆς ἐκβιάσεως; Διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ, νομίζουσα ὅτι ἐκπληροῖ καθῆκον ἐκ τοῦ Νόμου ἐπιβαλλόμενον, παρέθεσε καὶ τὸν χαρακτῆρα τῆς ἐκβιάσεως, προκυπτούσης ἐκ τῆς ἀνακρίσεως, καὶ διὰ τοῦτο παρέθεσε καὶ τὸ ἄρθρον, τὸ ἀφορῶν τὴν ἐκβίασιν διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Ἕως ἐδῶ ἡ Ἐπιτροπὴ εὑρεθεῖσα, ὡς σᾶς εἶπον, προέβη εἰς τὴν προφυλάκισιν. Τώρα ὁ ἀνακόπτων ἐπάγεται πολλὰς θεωρίας, καὶ δὴ τοῦ παρ’ ἡμῖν ἀρίστου νομικοῦ· θεωρῶ δὲ καθῆκον νὰ ἐνδιατρίψω ὀλίγον εἰς αὐτά. Ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία νὰ κατηγορήσῃ καθὼς καὶ ν’ ἀνακρίνῃ, νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἐξετάσω, διότι τοῦτο ἀπεφασίσθη ἤδη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν ἡμέραν ἔκαμε τὸ χορηγῆσαν εἰς ἡμᾶς εἰσαγγελικὰ καὶ ἀνακριτικὰ καθήκοντα ψήφισμα αὐτῆς τῆς 24 Ὀκτωβρίου. Λοιπὸν παραπονούμενος ὁ ἀνακόπτων, παραπονεῖται καὶ δι’ ἓν ἄλλο γεγονός· λέγει, πολὺ καλὰ, αὐτὰ, τὰ ὁποῖα διατυπώνει τὸ κατηγορητήριον ἐν τῷ ἐντάλματι τῆς προφυλακίσεως, ἠμπορεῖ νὰ ἔχωσι χώραν καὶ ἁρμόζωσι κατὰ τοῦ Βαλασσοπούλου, δὲν ἁρμόζουσιν ὅμως κατ’ ἐμοῦ, διότι ἐγὼ δὲν ἤμην ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἐδικαιούμην νὰ ἐκλέξω τοὺς Ἀρχιεπισκόπους καὶ δὲν τοὺς ἐξέλεξα, ἐγὼ δὲν παρέβην τὸ καθῆκόν μου. Καὶ ἐνταῦθα παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω τόσα, ὅσα εἶναι ἀνάγκη, διὰ νὰ ἐννοήσῃ διατὶ συμπεριελάβομεν εἰς τὴν κατηγορίαν καὶ τὸν κ. Νικολόπουλον. Δυστυχῶς διὰ τὸν κ. Νικολόπουλον, ἐκ τῆς ἀνακρίσεως προκύπτει τὸ ἑξῆς, ὅτι ὁ ἀρξάμενος χειρῶν ἀδίκων ἐπὶ τῶν δωροδοκιῶν εἶναι αὐτός· διότι μετὰ τὴν ὑπ’ αὐτοῦ γενομένην ἔναρξιν ἐπῆλθε διαφωνία, καὶ κατόπιν τῆς διαφωνίας μεταξὺ τῶν δύω Ὑπουργῶν ἐπῆλθεν ἡ σύστασις. Ἂν ὅμως ἦναι συστασιῶται, καὶ ἂν μάλιστα ἐκτὸς τῆς συστάσεως παρουσιάζῃ καὶ χαρακτῆρα συνεργοῦ, ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φέρῃ εἰς πέρας ὁ ἕτερος ὑπουργὸς οὐδεμίαν ἐξ αὐτῶν τῶν πράξεων, παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, δὲν ἔπρεπε νὰ συμπεριλάβωμεν καὶ τὸν Νικολόπουλον εἰς τὴν κατηγορίαν; Ἂν δὲν ἐπράττομεν τοῦτο, θὰ ἐκάμνομεν τὴν μεγαλειτέραν παράβασιν τῆς ἐντολῆς μας. Ἕπεται ἡ ἑτέρα αἴτησις, ζητεῖ τὴν δι’ ἐγγυήσεως ἀπόλυσίν του. Ἐδῶ, μὲ ὅλην τὴν ὑπόληψιν τὴν ὁποίαν ἔχω πρὸς τὸν νομοδιδάσκαλον ὁ ὁποῖος τὸν ὑπερασπίζεται, δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ὅτι σπουδαίως ἔγραψε, καταφυγὼν εἰς τοὺς κοινοὺς τόπους πολλῶν συγγραφέων, διὰ νὰ δεχθῇ ὅτι ἡ προκειμένη πρᾶξις φέρει χαρακτῆρα πολιτικοῦ ἐγκλήματος. Εἰς ποίαν θεωρίαν κατέφυγεν ὁ κ. Τυπάλδος, διὰ νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ προκειμένη πρᾶξις φέρει χαρακτῆρα πολιτικοῦ ἐγκλήματος; κατέφυγεν εἰς τὸ ἄτοπον συμπέρασμα, ὅτι πᾶσα πρᾶξις, γενομένη ὑπὸ ὑπουργοῦ ἐν τῇ ἐκτελέσει τῆς ὑπηρεσίας του, φέρει χαρακτῆρα πολιτικοῦ ἐγκλήματος, διότι ὅλαι αἱ τοιαῦται πράξεις εἶναι ἐγκλήματα δυνάμενα νὰ καταλύσωσι τὸ πολίτευμα. Πιστεύω ὅτι τοιαύτην θεωρίαν οὐδεὶς δύναται ἐξ ὑμῶν νὰ παραδεχθῇ. Ἡ δωροδοκία εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους εἶναι ἓν ἔγκλημα μυσαρὸν μέν, ἀλλὰ ἔγκλημα κοινόν, τὸ ὁποῖον πράττει ὄχι μόνον ὁ ὑπουργὸς, ἀλλὰ πᾶς δημόσιος ὑπάλληλος. Τώρα ἂν ὁ ὑπουργὸς ἔτυχε νὰ ᾖναι ὁ ἀνώτατος τῶν δημοσίων λειτουργῶν, καὶ ἂν ἔχῃ ἰδιαιτέραν δικαιοδοσίαν, αὐτὸ εἶναι ἀδιάφορον, τὸ ἔγκλημα εἶναι πάντοτε τὸ αὐτό· ἐννοεῖται, ὅτι διὰ τῆς δωροδοκίας τοῦ Νικολοπούλου δὲν ἠπειλήθη τὸ πολίτευμα, ἐγένετο ὅμως κατάχρησις μιᾶς ἐξουσίας· ἄλλο τὸ ἓν ζήτημα, ἄλλο τὸ ἕτερον. Μετὰ ταῦτα πάντα, κύριοι, δὲν ἔχω νὰ προσθέσω ἕτερον, εἰμὴ νὰ σᾶς εἴπω ὅ,τι ἔγκειται πλέον εἰς τὰ ἰδιαίτερα ἡμῶν καθήκοντα, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ, μὲ ὅλην τὴν δραστηριότητα καὶ τὴν ἐπιμονὴν μεθ’ ἧς εἰργάσθη, δὲν εἶναι εἰς τὴν εὐτυχῆ θέσιν κατὰ τὴν ὁρισθεῖσαν προθεσμίαν νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ἴσως ἤθελεν εἶσθαι ἑτοίμη ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ὑποβληθῇ κατὰ τὴν ὁρισθεῖσαν ἡμέραν, ἂν δὲν εἶχεν ἓν ὑψηλότερον καθῆκον, νὰ μὴ παρίδῃ τὰ δικαιώματα τῆς ὑπερασπίσεως, τὰ ὁποῖα εἶναι ἴσα καὶ ἀνώτερα τῶν δικαιωμάτων τῆς κατηγορίας· ἡ ὑπεράσπισις ὑπέδειξε πολλὰ ἀποδεικτικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ὤφειλεν ἡ ἀνάκρισις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὑπέδειξε πλείστους μάρτυρας χθὲς, καὶ σήμερον ἀκόμη. Λοιπὸν θὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ ἂν, καὶ ἀκόντων ἡμῶν, ὑπερβῶμεν τὴν ταχθεῖσαν προθεσμίαν, θὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ ἔχωμεν τὸν ὑλικὸν χρόνον, διὰ νὰ παρασκευάσωμεν τὸ ἔργον ἡμῶν καὶ νὰ φέρωμεν ἐνώπιόν Σας ὅλην ἡμῶν τὴν ἐργασίαν, διὰ νὰ μᾶς κρίνητε.
§15ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Πόσων ἡμερῶν ἔχετε ἀνάγκην;
§16ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ὁρίσωμεν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον;
§18ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι περιττόν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ν’ ἀναβάλῃ τὴν ἀπόφασίν της...
§20ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ μέχρι τοῦδε καλῶς ἔπραξε· νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀνάκρισιν, μετὰ δὲ τὸ πέρας νὰ μᾶς φέρῃ τὴν γνωμοδότησίν της.
§21ΣΟΥΤΣΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ πρῶτον ἔπρεπε νὰ ἀκούσῃ τοὺς μάρτυρας τῆς ὑπερασπίσεως καὶ μετὰ ταῦτα νὰ προβῇ εἰς τὴν προφυλάκισιν.
§22ΧΟΪΔΑΣ. Ἀπὸ τοῦ βήματος ν’ ἀναπτύξητε τὴν ἰδέαν αὐτὴν διὰ νὰ τὴν ἀντικρούσωμεν, διότι εἶναι καινὴ καὶ ξένη παντὸς νομικοῦ, παντὸς δικανικοῦ, παντὸς περὶ τὴν ἐπιστήμην ἐντριβοῦς.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἀποῤῥίπτει τὴν ἀνακοπήν; Θὰ ἐρωτήσω τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Οἱ παραδεχόμενοι....
§24ΡΑΛΛΗΣ. Ἀργὰ, κύριοι, καὶ ὀλίγας στιγμὰς πρὸ τῆς λήξεως τῆς συζητήσεως ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι ἐπεθύμουν πρῶτον νὰ ἀντιληφθῶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον ἤθελε τεθῆ τὸ ζήτημα παρὰ τοῦ προεδρείου· ὡς πρὸς τὸν τρόπον δ’ αὐτὸν, δηλ. ὡς πρὸς τὴν ἀπόῤῥιψιν ἢ ὄχι τῆς ἀνακοπῆς τῶν δύο ὑπὸ κατηγορίαν διατελούντων πρώην ὑπουργῶν, δὲν διστάζω νὰ κηρυχθῶ ἀπ’ ἀρχῆς ἐναντίος. Ἡ ἀνακοπὴ τῶν δύο κατηγορουμένων ὑπουργῶν ἀπευθύνεται κατὰ τοῦ ἐντάλματος τῆς φυλακίσεως, τὸ ὁποῖον διπλῆν ἔχει βάσιν καὶ εἰς διπλῆν βάσιν ἐστηρίχθη παρὰ τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς ἡμῶν· καὶ πρώτη μὲν βάσις αὐτοῦ εἶναι ἡ τῆς δωροδοκίας, δευτέρα δ’ ἡ τῆς ἐκβιάσεως. Ὅπως ἀποφανθῶμεν περὶ τοῦ ὑποστατοῦ ἢ ὄχι τῆς ἀνακοπῆς κατὰ τοῦ ἐντάλματος τῆς φυλακίσεως, ἀναγκαίως ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν ἀμφοτέρας τὰς βάσεις. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὴν δωροδοκίαν, ἂν καὶ ᾖναι ἡ πρώτη βάσις ἐφ’ ἧς στηρίζεται τὸ ἔνταλμα φυλακίσεως, ἀναγκάζομαι ν’ ἀναβάλω τὴν ἐπ’ αὐτῆς γνώμην μου μετὰ τὴν ἐξέτασιν τῆς δευτέρας, ἤτοι τῆς ἐκβιάσεως, διότι αἱ σκέψεις καὶ αἱ δικαιολογίαι, ἃς θέλω φέρει ἐπὶ τῆς πρώτης, θέλουσι χρησιμεύσει ὡς δικαιολογίαι τῆς προτάσεως, ἣν θέλω διατυπώσει. Ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ ἡμῶν βάσιν εἰς τὸ ἔνταλμα τῆς φυλακίσεως δευτέραν ἔδωκε τὴν τῆς ἐκβιάσεως· τὴν βάσιν ταύτην ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι θεωρῶ οὐ μόνον ἐσφαλμένην νομικῶς, ἀλλὰ καὶ ἐξερχομένην τῆς ῥητῆς ἐντολῆς, ἥτις ἐδόθη παρὰ τοῦ Σώματος εἰς τὴν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπήν. Δωροδοκία καὶ ἐκβίασις εἶναι δύω ἐγκλήματα, δύω ἀδικήματα, ἅτινα, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐπιστήμης τοῦ δικαίου, ἀποκλείουν τὸ ἓν τὸ ἕτερον· καί τι πλέον, δὲν ἀναγνωρίζει ὁ ποινικὸς ἡμῶν νόμος, δὲν ἀναγνωρίζει, λέγω, κυρίως ἐκβίασιν ἐκ μέρους δημοσίου ὑπαλλήλου. Ἡ ἐκβίασις ῥητῶς ὁρίζεται ἐν αὐτῷ· ὅταν δὲ πρόκηται περὶ δημοσίου ὑπαλλήλου, τότε ὁ νόμος ἄλλην ἔκφρασιν μεταχειρίζεται, ἡ δ’ ἐκβίασις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων χαρακτηρίζεται ὡς καταπίεσις. Καὶ αὕτη δὲ προβλέπεται καὶ τιμωρεῖται παρὰ τοῦ ποινικοῦ ἡμῶν νόμου. Ἀλλ’ ἡ ἐκβίασις ὑποθέτει, ὅτι τὸ θῦμα ἐνεργεῖ χωρὶς νὰ θέλῃ, ἐστερημένον πλέον βουλήσεως καὶ σκέψεως, πιεζόμενον ὑπὸ δυνάμεως ἀνωτέρας, καταστρεφούσης πᾶσαν σκέψιν καὶ πᾶσαν βούλησιν. Ἡ δωροδοκία ἀπεναντίας ὑποθέτει προμελετημένον σκοπὸν ἐκ μέρους τοῦ δωροδόκου καὶ ἐκ μέρους τοῦ δωροδοκουμένου. Πῶς δὲ εἶναι δυνατὸν, ὅταν πρόχειρα εἰς τὸν νοῦν ἡμῶν ἔχωμεν τὰ στοιχεῖα τῆς κατηγορίας, ἥτις προσάπτεται εἰς τοὺς δύω πρώην ὑπουργοὺς, πῶς, λέγω, εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρήσωμεν τὰ στοιχεῖα ταῦτα ὡς φέροντα τὸν χαρακτῆρα τῆς ἐκβιάσεως; Ὡς πρὸς τὴν βάσιν λοιπὸν ταύτην θεωρῶ τὸ ἔνταλμα τῆς φυλακίσεως ὡς κακῶς διατυπωθέν. Ἀλλὰ δὲν διετυπώθη κακῶς μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν νομικὴν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν ἐπιστημονικὴν, ἀλλὰ ἐξῆλθε καὶ τῆς ἐντολῆς, ἣν ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ παρὰ τῆς Βουλῆς ἔλαβεν. Ἔχω πρὸ ὀφθαλμῶν τὴν πρότασιν, ἥτις ἐπεψηφίσθη, καὶ συνεπείᾳ τῆς ὁποίας ἐνήργησεν ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή· ἐν αὐτῇ δὲ ἀναγινώσκω. (Ἀναγινώσκει). Ἡ ἐντολὴ λοιπὸν αὕτη ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν εἶναι μία, περιωρισμένη ἐντολὴ, ὅπως ἐνεργήσῃ ἀνάκρισιν κατὰ τῶν δύω πρώην ὑπουργῶν ἐπὶ δωροδοκίᾳ διαπραχθείσῃ κατὰ τὴν χειροτονίαν τῶν τεσσάρων Ἐπισκόπων. Καὶ ἂν ἠδύνατό τις νὰ στηρίξῃ, ἐναντίον τῶν κανόνων τῆς ἐπιστήμης, κατηγορίαν ἐπὶ ἐκβιάσει κατὰ τῶν δύω πρώην ὑπουργῶν, ἀφοῦ ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ ὡρισμένην καὶ περιωρισμένην ἐντολὴν εἶχεν, ὤφειλε νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν ἐντολὴν ταύτην καὶ νὰ μὴ ἐξέλθῃ τῶν ὁρίων αὐτῆς· ἐξελθοῦσα δὲ τῶν ὁρίων τούτων, ἀναγκαίως ἔδωκε δικαίωμα παραπόνου ἐκ μέρους τῶν κατηγορουμένων, καὶ ὅπως καὶ τὸ παράπονον τοῦτο ἐκλείψῃ, ὀφείλει σήμερον ἡ Βουλὴ ἐκ τοῦ ἐντάλματος φυλακίσεως νὰ ἐξαλείψῃ τὴν βάσιν ἐκείνην, ἥτις ἐξέρχεται τῆς ἐντολῆς ἣν πρὸς τὴν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν ἔδωκεν. Ἡ Βουλὴ, διὰ τῆς προτάσεως τῆς ἐπιψηφισθείσης, τῆς προτάσεως τοῦ ἐκ Γόρτυνος βουλευτοῦ, ἐπεφυλάχθη εἰς ἑαυτὴν τὸ δικαίωμα τῆς παραπομπῆς. Ἂν μετὰ τὸ πέρας τῆς ἀνακρίσεως ὑπὸ τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς καὶ μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ ἀποτελέσματος αὐτῆς εἰς τὴν Βουλὴν, ἀνεκαλύπτοντο τὰ στοιχεῖα νέας κατηγορίας, τότε ἡ Βουλὴ ἠδύνατο νὰ στηρίξῃ κατὰ τῶν πρώην ὑπουργῶν αὐτὰς τὰς κατηγορίας ἐπὶ δωροδοκίᾳ καὶ κατηγορίαν ἐπὶ ἐκβιάσει, εἶναι δὲ πάντοτε εἰς καιρόν. Σήμερον ὅμως, οὕτω πως διατυπώσασα τὴν βʹ. βάσιν τοῦ ἐντάλματος φυλακίσεως, ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ ἐξῆλθε τῶν ὁρίων τῆς ἐντολῆς ἣν ἔλαβε. Καὶ ταῦτα ὡς πρὸς τὴν βʹ. βάσιν τοῦ ἐντάλματος τῆς φυλακίσεως. Ἀλλ’ ἡ κατ’ αὐτοῦ ἀνακοπὴ περιλαμβάνει καὶ παράπονον ὡς πρὸς τὴν πρώτην βάσιν, ὡς πρὸς τὴν δωροδοκίαν· τὸ παράπονον δ’ αὐτὸ περιορίζεται εἰς τὸ νὰ ἐξετάσῃ κατὰ πόσον ἐφαρμόζεται τὸ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἐφήρμοσεν ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἐδαφίου ἀ. ἢ τοῦ ἐδαφίου γʹ. τοῦ παρὰ τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς ἐν τῷ ἐντάλματι φυλακίσεως ἐπικαλεσθέντος ἄρθρου τοῦ ποινικοῦ νόμου ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἐξετάσεως καὶ ἀνευρέσεως τῶν πραγματικῶν γεγονότων, ἅτινα συνώδευσαν τὴν πρᾶξιν ταύτην τῆς δωροδοκίας. Σήμερον ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ποσῶς πρὸ ὀφθαλμῶν μήτε τὰς ἀνακρίσεις τὰς ἐνεργηθείσας ἐκ μέρους τῆς εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς, μήτε τὰς ἀνακρίσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ ἡμῶν ἐξετέλεσε πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ὅλης ἀνακρίσεως· ἐν ὅσῳ δὲ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἐντολῆς τῆς παρ’ ἡμῶν δοθείσης αὐτῇ περιωρίσθη, δὲν ἔχομεν ποσῶς λόγον ν’ ἀμφιβάλλωμεν περὶ τῆς εἰλικρινείας αὐτῆς. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα, κύριοι, ἀπὸ σήμερον, δὲν δυνάμεθα ἀπὸ τοῦδε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς ἀνακοπῆς τῶν κατηγορουμένων, ἀπόῤῥιψιν, ἥτις ἤθελε χαρακτηρισθῆ ὡς ἐκ προκαταλήψεως γενομένη. Ἀλλ’ ἴσως μοῦ ἀντιτάξωσιν, ὅτι πρόκειται περὶ ἀνακοπῆς κατ’ ἐντάλματος φυλακίσεως, ὅτι προκειμένου περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας, τὸ ζήτημα ἐπείγει. Ἀλλὰ τάχα, ἐὰν προβῶμεν εἰς τὴν ἄμεσον ἀπόῤῥιψιν τῆς ἀνακοπῆς, καλλιτέρα θέλει εἶσθαι ἡ θέσις τῶν κατηγορουμένων παρὰ ἐὰν ἀναβάλωμεν τὴν ἀπόφασιν ἡμῶν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καθ’ ἣν θέλομεν ἔχει πρὸ ὀφθαλμῶν τὰς καταθέσεις τῶν ἐξετασθέντων μαρτύρων; Ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεως ταύτης οὐδεὶς δύναται νὰ διστάσῃ ἀπαντῶν, θέλει δ’ εἴπει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πάντες ὑμεῖς ἠθέλατε ἐπαναλάβει, ὅτι καλλιτέρα θὰ ᾖναι ἡ θέσις τῶν κατηγορουμένων ἐν ᾗ περιπτώσει ἀναβάλωμεν ν’ ἀποφασίσωμεν ἐπὶ τοῦ πρώτου παραπόνου, διότι, ἂν ἀποῤῥιφθῇ ἡ ἀνακοπὴ σήμερον, τὰ παράπονα ταῦτα δὲν θέλουν ἐξετασθῆ παρὰ μόνον εἰς τὴν τακτικὴν διαδικασίαν, ἡ ὁποία ἤθελε λάβει χώραν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, τοῦ συγκροτηθησομένου κατὰ τὸ 81 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Περαίνων τὸν λόγον καὶ συγκεφαλαιῶν τὴν ἰδέαν μου εἰς μίαν πρότασιν, νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει μὲν νὰ ἀφαιρέσῃ ἐκ τοῦ ἐντάλματος φυλακίσεως τὴν δευτέραν βάσιν αὐτοῦ, τὴν τῆς ἐκβιάσεως, καθόσον ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή, θεῖσα τοιαύτην βάσιν, ἐξῆλθε τῶν ὅρων τῆς ἐντολῆς αὐτῆς, ν’ ἀναβάλῃ δὲ ν’ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τοῦ παραπόνου τοῦ ἔχοντος σχέσιν πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἐδαφίου γʹ τοῦ περὶ δωροδοκίας ἄρθρου.
§25ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Κύριοι, ἐπαναλαμβάνων τὸν λόγον, δὲν ἔχω νὰ εἴπω πολλά, εἰμὴ νὰ ἄρω μερικὰς ἀμφιβολίας, τὰς ὁποίας ὁ προλαλήσας ἐξέφρασε περὶ τοῦ νομικοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς πράξεως καὶ περὶ τῆς ἐννόμου διατυπώσεως τοῦ κατηγορητηρίου καὶ τοῦ ἐντάλματος τῆς φυλακίσεως. Σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνυπάρξωσι τὰ δύω αὐτὰ ἐγκλήματα, τοὐτέστιν ἡ δωροδοκία καὶ ἡ ἐκβίασις, διότι τὸ ἓν ἀποκλείει τὸ ἕτερον. Ἴσως εἰς ἄλλην περίστασιν τοῦτο ἦτον ὀρθὸν, ἀλλὰ δυστυχῶς ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἔχει οὕτω· ὑπῆρξαν στάδια, καὶ ἰδίως τὰ ἀρχικὰ στάδια τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, καθ’ ἃ ἔλαβε χώραν ἡ δωροδοκία πληρέστατα· ὑπῆρξαν ὅμως καὶ ἄλλα στάδια μεταγενέστερα, καθ’ ἃ ἔλαβε χώραν ἡ ἐκβίασις. Λοιπὸν δὲν ὑπῆρξαν συγχρόνως τὰ ἀδικήματα, ἀλλὰ ἐπῆλθον διαδοχικῶς τὸ ἓν κατόπιν τοῦ ἄλλου, ὥστε νομίζω ὅτι ὀρθῶς ἐχαρακτηρίσαμεν τὴν πρᾶξιν. Τώρα ὡς πρὸς τὴν ὑπέρβασιν τῶν ὁρίων τῆς ἐντολῆς. Εἶναι ἀληθές, ὅτι εἰς τὴν πρώτην πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλομεν ἐνώπιόν σας, ἀνεφέρομεν καὶ τὰς δύω περιστάσεις, καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι πῶς παρελείφθη ἀπὸ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἐδέχθη ἡ Βουλὴ διὰ τοῦ ψηφίσματός της· ἀλλ’ εἶναι ἀδιάφορον ἂν ἡ ἐντολή μας ἦτον ὡρισμένη, νὰ ἀνακρίνωμεν καὶ καταδιώξωμεν μόνον ἐπὶ δωροδοκίᾳ. Ἀλλ’ ἂν κατὰ τὴν δίοδον τῆς ἀνακρίσεως τῆς δωροδοκίας ἀνεφαίνετο καὶ ἡ ὕπαρξις, ἡ διαδοχὴ ἑτέρου ἐγκλήματος, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιληφθῶμεν αὐτοῦ; Ἐννοεῖτε σεῖς ὅτι ἔπρεπε νὰ τὸ ἀφήσωμεν ἀκαταδίωκτον; βεβαίως ὄχι. Νομίζω λοιπὸν ὅτι δὲν ὑπερέβημεν τὰ ὅρια τῆς ἐντολῆς. Ἄλλως, ποῖα ὅρια ὑπερέβημεν; ἡμεῖς ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ ψηφίσματος εὑρισκόμεθα, λέγομεν δὲ ὅτι τὰ προκύπτοντα φέρουν αὐτὸν τὸν νομικὸν χαρακτηρισμὸν καὶ ἐκεῖνον. Ἀλλ’ ὁ προλαλήσας ὑποπίπτει εἰς τὴν ἑξῆς σύγχυσιν· νομίζει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἐκβίασις εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους νὰ λάβῃ χώραν, καὶ ὅτι μόνον τὸ ἔγκλημα τῆς καταπιέσεως λαμβάνει χώραν ἐπὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἂν ὑπὸ μίαν ἔποψιν τοῦτο ἦναι εὔλογον, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατόν, διότι ἡ καταπίεσις λαμβάνει χώραν ἐκ μέρους τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ὁσάκις οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι εἰσπράττουσι παρανόμους φόρους καὶ ἄλλα τέλη, καὶ ἰδοὺ τὸ ἄρθρον 389 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου περὶ καταπιέσεως. (Ἀναγινώσκει). Ἐδῶ ὅμως, εἰς τοὺς ψηφίζοντας τὴν χειροτονίαν τῶν Ἀρχιερέων ὑπουργοὺς, ὁ νόμος δὲν καθιεροῖ ὑπὲρ αὐτῶν οὐδὲν δικαίωμα, οὐδὲ οὐδὲν τέλος· εἶναι λοιπὸν ἡ περίπτωσις τῆς ἐκβιάσεως, εἶναι δὲ τὸ ἄρθρ. 269, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει). Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ὑπάρχει καὶ περίπτωσις ἐκβιάσεως καὶ διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους.
§26ΡΙΚΑΚΗΣ. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. εἰσηγητοῦ, νομίζω περιττὸν νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸ ά. μέρος τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς, διότι, ὅπως πολὺ ὀρθῶς ὁ εἰσηγητὴς σᾶς παρετήρησε, καὶ δωροδοκία καὶ ἐκβίασις δύναται νὰ ὑπάρχῃ, διότι τὰ ἐγκλήματα εἶναι συναφῆ. Ὅταν γίνεται καταγγελία διὰ μίαν πρᾶξιν, κατόπιν δὲ ἀνευρίσκεται καὶ ἄλλη, ἥτις ἔχει συνάφειαν καὶ ἥτις ἔλαβε χώραν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς πρώτης πράξεως ἢ μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς, ἀποτελεῖ καὶ αὕτη μέρος τῆς παραγγελίας, ἥτις ἐδόθη πρὸς ἀνάκρισιν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς δὲν ἔχει ἐνταῦθα νομικὴν ὑπόστασιν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὰ ἐγκλήματα ταῦτα εἶναι ἀντιφατικά, ἀλλὰ πότε; ὅταν κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον ἤθελον λάβει χώραν· ἀλλά, καθὼς παρετήρησεν ὁ κ. εἰσηγητὴς, εἶναι διάφορος ἡ χρονολογία, καὶ ἑπομένως δὲν εὑρίσκονται εἰς ἀντίθεσιν. Εἰς ὅ,τι δὲ, κύριοι, νομίζω ἀναγκαιότατον νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν μας, εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι ἡ σημερινὴ ἀπόφασις ἡμῶν δὲν ἔχει ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν εἰς τὸ μέλλον θέλομεν ἐκδώσει. Ὥστε δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ἀπόφασίν μας, διότι σήμερον παρεμπιπτόντως ἐξετάζομεν τὸ προκείμενον ζήτημα, ὅπερ, κατὰ τὴν ποιν. δικονομίαν, ἐξετάζεται ἀσχέτως τῆς οὐσίας. Προκαλούμεθα νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ὀρθῶς ἐξεδόθη τὸ ἔνταλμα τῆς προφυλακίσεως, δὲν ἔχομεν τίποτε ἄλλο νὰ κάμωμεν, παρὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν τὸ ἔνταλμα φέρῃ τὰ στοιχεῖα τῆς ἀξιοποίνου πράξεως. Κατηγορεῖται εἷς ὅτι ἐφόνευσε· δὲν θὰ ἐξετάσῃ τίποτε ἄλλο τὸ συμβούλιον, εἰμὴ ἐὰν ἐν τῷ ἐκδοθέντι ἐντάλματι περιγράφηται τὸ ἔγκλημα τῆς ἀνθρωποκτονίας καὶ παρατίθηται τὸ οἰκεῖον ἄρθρον· ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει ὀφείλει νὰ ἀποφανθῇ ὅτι τὸ ἔνταλμα ἐξεδόθη νομίμως. Εἶναι δικαίωμα τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ τοῦ εἰσαγγελέως, νὰ συμφωνήσωσιν ὡς πρὸς τὴν ἔκδοσιν τοῦ ἐντάλματος. Τὸ ἔνταλμα περιέχει ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς ἀξιοποίνου πράξεως, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ διαταχθῇ ἡ φυλάκισις, ὥστε οὔτε ἀποῤῥίπτοντες τὴν ἀνακοπὴν ἀποδεχόμεθα ὅτι εἶναι ἔνοχοι, οὔτε παραδεχόμεθα τὸ ἐναντίον. Ὥστε νομίζω, ὅτι τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς δὲν ἔχει πρακτικὸν κῦρος.
§27Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι, ἐὰν σήμερον ἀποφανθῶμεν καὶ ἀποῤῥίψωμεν τὴν ἀνακοπὴν, θὰ ἀποφασίσωμεν ὅτι ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν. Τὸ δικαίωμα τῆς παραπομπῆς εἶπον ὅτι τὸ ἐπεφύλαξεν εἰς ἑαυτὴν ἡ Βουλὴ μετὰ τὸ τέλος τῆς ἀνακρίσεως, ὥστε δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἀπόῤῥιψις συνεπάγεται τὴν ἰδέαν τῆς ἐνοχῆς.
§28ΡΙΚΑΚΗΣ. Τότε εἴμεθα σύμφωνοι ὡς πρὸς αὐτό· ἑπομένως, ἐπειδὴ τὸ ἔνταλμα ἐξεδόθη κατὰ τοὺς ἐξωτερικοὺς τύπους νομίμως, ἡ Βουλὴ ἀποῤῥίπτει τὴν ἀνακοπήν. Αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἀποῤῥίπτεται.
§29ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε πρόεδρε, μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν;
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε.
§31ΖΩΧΙΟΣ (ἀναβαίνει τὸ βῆμα). Θὰ ἀπορήσητε ὅτι ἐγὼ θὰ λαλήσω περὶ νομικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ κατὰ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα μοὶ ἔστειλε χθὲς ὁ ἔντιμος πρόεδρός μας, οἱ δύω πρώην ὑπουργοὶ ἄλλο τι ζητοῦν, παρὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σεῖς ζητεῖτε, ἂν τὰ ἀνὰ χεῖράς μου ἔγγραφα ἦναι ἀληθῆ. Ὁ κ. Βαλασσόπουλος γράφει πρὸς τὸν πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ λέγει. «Ἐπειδὴ πᾶσαι αἱ ἐνέργειαι αὗται τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς εἶναι παράνομοι καὶ ἄκυροι, καθ’ ὅσον αὕτη οὔτε δικαστικὴν ἐξουσίαν ἔχει, οὔτε τὸ δικάζειν, προδικάζειν καὶ προφυλακίζειν, ἀλλὰ μόνον φυσικὸς ἐμοῦ δικαστής, εἶσθε σεῖς.» Ἤτοι ὁ κατηγορούμενος ἀρνεῖται τὴν ἐξουσίαν σας.
§32Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν τοῦτο.
§33ΖΩΧΙΟΣ. Καὶ οἱ ἀντιλέγοντες τί σᾶς λέγουν; Οἱ ἀντιλέγοντες ὀνομάζουσι τὴν αἴτησιν τοῦ κυρίου Νικολοπούλου ἀνακοπὴν πρὸς τὴν Βουλήν· ἀλλ’ αὐτὸς ἰδοὺ τί λέγει. «Μήπω κληρωθέντος τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 80 τοῦ Συντάγματος δικαστηρίου.» Δὲν ἀπευθύνεται δὲ πρὸς τὴν Βουλὴν ὡς περιβεβλημένην μὲ τὰ δικαιώματα τοῦ δικαστ. Συμβουλίου, ἀλλὰ δὲν σᾶς ἀναγνωρίζει. Καταλαμβάνετε αὐτὰ τὰ πράγματα! (ἱλαρότης). Ἤτοι οἱ κατηγορούμενοι σᾶς λέγουν ὀρθὰ κοφτὰ, ὅτι δὲν σᾶς ἀναγνωρίζουν· δὲν σᾶς ἀναγνωρίζουν, τὸ ἐννοεῖτε; Τώρα δὲ σεῖς θέλετε νὰ διατυπώσητε κατηγορίαν καὶ βουλεύματα. Ἀλλ’ αὐτοὶ σᾶς λέγουν, δὲν σᾶς ἀναγνωρίζομεν, ὀρθὰ κοφτά.
§34Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ γνωρίζητε, κ. Ζωχιὲ, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ τακτικὴ ὅλων τῶν κατηγορουμένων· ἡ πρώτη ἔνστασις εἶναι ἡ ἔνστασις τῆς ἀναρμοδιότητος. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ Βουλὴ ἐκήρυξεν ἑαυτὴν ἁρμοδίαν νὰ ἐπιληφθῇ ἁρμοδίως τῶν παραπόνων, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ὅλα λεπτομερῶς, διὰ νὰ μὴ μᾶς ἀποδοθῇ μομφή.
§35ΖΩΧΙΟΣ. Λοιπὸν πρόκειται περὶ τῆς τιμῆς μας; Ἄν περὶ τῆς τιμῆς μας πρόκηται, ἂς τοὺς ἐξετάσωμεν κατ’ ἄλλον τρόπον καὶ ἂς τοὺς εὐσπλαγχνισθῶμεν. Αὐτοὶ ὅμως δὲν σᾶς ζητοῦν τοῦτο, ἀλλ’ ἀρνοῦνται τὴν ἐξουσίαν σας, καὶ ὁ μὲν εἷς ἀπαιτεῖ νὰ σχηματισθῇ τὸ δικαστήριον, ὁ δὲ ἄλλος καταφεύγει πρὸς τὸν πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν ἠξεύρω πῶς ἐδέχθη τὴν τοιαύτην αἴτησιν, διότι ὁ πρόεδρος εἶχε δικαίωμα νὰ μὴ τὴν δεχθῇ.
§36Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τῷ ἐπεδόθη διὰ δικαστ. κλητῆρος. Τί ἠθέλατε νὰ κάμῃ; Ἐὰν δὲν ἤθελε τὴν δεχθῆ, ἤθελον τὴν τοιχοκολλήσει.
§37ΖΩΧΙΟΣ. Ἂς ἄφινε νὰ τὴν τοιχοκολλήσουν. Σᾶς λέγουν λοιπὸν οἱ δύω κατηγορούμενοι, ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε ὅτι ἔχετε τὴν ἐξουσίαν. Θὰ εἴπητε λοιπὸν ὅτι δὲν τὴν ἔχετε;
§38Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὴν σημερινὴν συζήτησιν ἔδωκαν ἀφορμὴν διάφορα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Παρ’ ἑκατέρου τῶν ἐν προφυλακίσει διατελούντων ἀπηυθύνθησαν πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀπ’ εὐθείας τε καὶ διὰ τοῦ Προέδρου αὐτῆς, ἀναφοραί· ἐκτὸς τῶν δύω τούτων πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορῶν, ὁ ἕτερος τῶν ἐν προφυλακίσει διατελούντων ἀπηυθύνθη πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀπηύθυνε δὲ καὶ ἀπ’ εὐθείας ἔγγραφον πρὸς τὴν Βουλὴν, τὸ ὁποῖον ἐπιγράφεται ἀνακοπή. Διὰ τοῦ ἐγγράφου τούτου προεβλήθησαν διάφοροι λόγοι· τοὺς λόγους τούτους ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, νὰ σᾶς ἀπαριθμήσω ἐνταῦθα, διότι νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ γένηται τακτική. Τὸ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἐπιδοθὲν διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος ἔντυπον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον φέρει τὴν ἐπιγραφὴν τῆς ἀνακοπῆς κατὰ τοῦ ἐντάλματος φυλακίσεως, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκεν ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπὴ, τὸ ἔγγραφον τοῦτο περιλαμβάνει πέντε διακεκριμένους λόγους, καὶ δι’ ἕκαστον τῶν πέντε ἐκείνων λόγων ὁ ὑπογράψας τὸ ἔγγραφον τοῦτο συνήγορος ἐζήτησε ν’ ἀναιρέσῃ πᾶν ὅ,τι μέχρι τοῦδε ἐγένετο, καὶ νὰ ἐπαναγάγῃ τὰ πράγματα εἰς ἣν ἦσαν πρότερον κατάστασιν, πρὶν ἢ ἐπιλάβηται ἡ Βουλὴ τῆς ἀνακρίσεως. Ὁ πρῶτος λόγος εἶναι, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία νὰ κατηγορῇ τοὺς ὑπουργοὺς μόνον διὰ τὰς πράξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι χαρακτηρίζονται ὡς ἐγκλήματα πολιτικά· ἐπειδὴ δὲ ἡ πρᾶξις, ἡ ὁποία ἀποδίδεται εἰς τοὺς δύω ἐν προφυλακίσει διατελοῦντας, εἶναι πρᾶξις χαρακτηριζομένη ὡς ἔγκλημα δωροδοκίας, ἢ, ὅπως ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπὴ ἀνεκάλυψε, καὶ πρᾶξις ἐκβιάσεως, ἑκάτερον δὲ τῶν ἐγκλημάτων τούτων δὲν εἶναι πολιτικὸν, διὰ τοῦτο οἱ ὑπογράψαντες τὸ ἔγγραφον ἀμφισβητοῦσι τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς τοῦ νὰ κατηγορήσῃ αὐτούς. Ὁ δεύτερος λόγος, τὸν ὁποῖον προβάλλουσι καὶ τὸν ὁποῖον τὸ ἔντυπον τοῦτο ἐκθέτει, εἶναι ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ κατηγορεῖν δὲν περιλαμβάνει καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀνακρίνειν· καὶ ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν, λέγουσιν, ἔχει ἡ Βουλὴ τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ κατηγορίαν διὰ τὰς πράξεις τῆς δωροδοκίας ἢ τῆς ἐκβιάσεως, δὲν ἔχει ὅμως κἀνὲν δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς τὴν συλλογὴν τῶν ἀποδείξεων. Τὸν λόγον τοῦτον συνεδύασαν μετὰ τοῦ λόγου, τὸν ὁποῖον ἐπρόβαλον διὰ τῶν ἀναφορῶν, τὰς ὁποίας ἔπεμψαν πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅπως φθάσωσι ταχύτερον πρὸς τὸν σκοπόν. Δι’ αὐτῶν ἐπρότειναν ὅτι τὸ Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον συνιστᾶται ἐκτάκτως διὰ νὰ δικάζῃ τοὺς ὑπουργοὺς κατὰ τὸ ἄρθρ. 80 τοῦ Συντάγματος, ὅτι τὸ Δικαστήριον ἐκεῖνο ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κανονίζῃ τὴν διαδικασίαν, καὶ ἑπομένως νὰ ἐνεργῇ τὴν ἀνάκρισιν. Λοιπὸν, εἶπον, ἰδοὺ ἡ ἀρχὴ ἥτις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ καὶ τὸν τρόπον καθ’ ὃν θέλουσι συλλεχθῆ αἱ ἀποδείξεις· ἑπομένως πᾶν ὅ,τι ἐπράξατε δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὸν νόμον, διότι δὲν εἴχετε τὸ δικαίωμα τοῦ ἀνακρίνειν, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὸ Δικαστήριον ἐκεῖνο καὶ οὐχὶ εἰς ὑμᾶς. Ὁ τρίτος λόγος, τὸν ὁποῖον προέβαλον, εἶναι λόγος, διὰ τοῦ ὁποίου προσβάλλουσι τὰς πράξεις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης· παραπονοῦνται ὅτι ἡ κατηγορία, ἥτις ἀπηγγέλθη πρὸς τοὺς ἐν προφυλακίσει διατελοῦντας, δὲν ἀπηγγέλθη κατὰ τοὺς τύπους, τοὺς ὁποίους ἡ ποινικὴ δικονομία διατάσσει. Ἔχουσι δὲ καὶ τέταρτον λόγον, ὅτι ἡ πρᾶξις ἐχαρακτηρίσθη κακῶς, ἤτοι ὅτι δὲν εἶναι δωροδοκία, ὁποίαν ὁ ποινικὸς νόμος ἀναβιβάζει ὡς κακούργημα, ἢ ἐκβίασις, ἥτις χαρακτηρίζεται ὡς τοιοῦτον. Ἔχουσι δὲ καὶ πέμπτον λόγον, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ ἔγκλημα, διὰ τὸ ὁποῖον δύνανται νὰ κατηγορηθῶσιν οἱ ὑπουργοί, πρέπει νὰ ᾖναι πάντοτε πολιτικόν, ἄρα, ἀφ’ οὗ οἱ πρώην ὑπουργοὶ καταδιώκονται, ἕπεται ὅτι αἱ πράξεις, δι’ ἃς καταδιώκονται, εἶναι πολιτικὰ ἐγκλήματα, οἱ δὲ καταδιωκόμενοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωσι τὴν δι’ ἐγγυήσεως ἀποφυλάκισίν των. Αὗται εἶναι αἱ πέντε αἰτήσεις, τὰς ὁποίας ὑποβάλλουσιν εἰς τὴν Βουλήν. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαῖον ν’ ἀπασχοληθῇ ἡ Βουλή, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἁρμοδιότητά της, καὶ ἑπομένως τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἐψήφισεν. Οὐδ’ εἶναι καθῆκον ἐμοῦ νὰ ἀπασχολήσω αὐτὴν διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορήσῃ τοὺς ὑπουργοὺς διὰ τὴν παράβασιν τῶν νόμων, τὴν ὁποίαν ἔπραξαν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων των, ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ συλλέξῃ τὰς ἀποδείξεις, καὶ ὅτι εἶχε καὶ τὸ δικαίωμα νὰ μεταβιβάσῃ τὴν ἐξουσίαν ταύτην εἰς ἐπιτροπὴν ἰδίαν. Ταῦτα πάντα εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει ν’ ἀπασχολήσωσι τὴν Βουλήν. Συνεζητήσαμεν δύο ἡμέρας ἐπ’ αὐτῶν, ἐκρίναμεν ἐπ’ αὐτῶν, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς περὶ τούτου δισταγμός· κατὰ συνέπειαν δέ, δὲν ἔχω καθῆκον νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τούτων, ἀφ’ οὗ ὅλοι ἡμεῖς ἀναγνωρίζοντες ταῦτα ἀπεφάνθημεν. Διὰ τοῦτο ἡ συζήτησις περιωρίσθη ἀπὸ τὸν εἰσηγητὴν τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅστις δὲν ἔκαμε λόγον περὶ τῶν ἰσχυρισμῶν τῶν ἄλλων, περιωρίσθη δὲ μόνον νὰ ἐξηγήσῃ πῶς ἐκ τῆς ἀνακρίσεως ἐξήγαγε τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἔπεισαν τὴν Ἐπιτροπήν, ὅτι ἡ ἀποδιδομένη πρᾶξις φέρει τὸν χαρακτῆρα τῆς δωροδοκίας εἰς βαθμὸν κακουργήματος, καὶ τῆς ἐκβιάσεως, τιμωρουμένης ἐπίσης ὡς κακουργήματος, πῶς συνεπείᾳ τούτων ἐξέδωκε τὸ ἔνταλμα τῆς φυλακίσεως. Ἐπειδὴ ὅμως εἰς τὸ Σῶμα τοῦτο ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς προέβαλε δισταγμούς τινας, οἵτινες κατά τι μετέτρεψαν τὴν συζήτησιν, εἰμὶ ἠναγκασμένος νὰ σταματήσω ἐπὶ τῶν δισταγμῶν, τοὺς ὁποίους ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς προέβαλε, διότι πρέπει νὰ συντελέσω καὶ ἐγὼ νὰ ἐκλείψῃ πᾶς δισταγμός, ὅστις τυχὸν ἤθελε γεννηθῇ εἴτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἴτε ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ, περὶ τῆς ὀρθότητος καὶ τῆς νομιμότητος τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς πράξεως. Ὁ χαρακτηρισμὸς τῶν ἀξιοποίνων πράξεων ἔχει συνεπείας, αἵτινες συνδέονται μετὰ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν. Ἐὰν μένῃ δισταγμός, ὅτι ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς πράξεως τῶν ἐν προφυλακίσει διατελούντων δὲν ἦτο νόμιμος, θέλει ὑπολειφθῇ ἐν τῇ κοινωνίᾳ σπέρμα ὑπονοιῶν, ὅτι αἱ πράξεις, αἱ ὁποῖαι τελοῦνται ἐν ὀνόματι τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, εἶναι πράξεις μὴ νόμιμοι καὶ δίκαιαι· ἡ δὲ Βουλὴ ἔχει τὸ συμφέρον νὰ καταστρέψῃ τὸ σπέρμα τοῦτο, διὰ νὰ ἐμποιήσῃ πανταχοῦ ἐμπιστοσύνην, ὅτι περιελθοῦσα εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ προβῇ εἰς τὰς τοιαύτας πράξεις, πράττει τοῦτο μετὰ δικαιοσύνης καὶ ἀμεροληψίας. Ἐὰν εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν τὸν φάκελλον, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς χεῖρας τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, καὶ ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖται ἀπὸ τὴν πληθὺν τῶν καταθέσεων καὶ τῶν ἐξετάσεων τῶν μαρτύρων, ἠδυνάμεθα ἀδιστάκτως καὶ ἄνευ ἐνδοιασμοῦ νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῶν πράξεων, αἵτινες ἀποδίδονται εἰς τοὺς ἐν προφυλακίσει διατελοῦντας. Δυστυχῶς δὲν ἔχομεν τὸν φάκελλον τοῦτον· θέλει ἀχθῇ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἐνταῦθα. Ἔχομεν ὅμως τὸν δισταγμόν, τὸν ὁποῖον ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς προέβαλεν, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ καὶ ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει δύνανται αἱ πράξεις, αἵτινες ἐχαρακτηρίσθησαν ὑπὸ τοῦ εἰσαγγελέως ὡς δωροδοκίαι, δύνανται, λέγω, νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἐκβίασις. Δὲν εἶμαι εἰς τὴν θέσιν νὰ συμμερισθῶ τὴν ἀπόλυτον ταύτην γνώμην τοῦ Βουλευτοῦ Ἀττικῆς. Γνωρίζω ὅτι ἡ δωροδοκία, καθὼς χαρακτηρίζουσιν αὐτὴν οἱ ποινικολόγοι, εἶναι ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον συνήθως γεννᾶται πρῶτον ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ ἰδιώτου· ὅτι ὁ πρῶτος, ὅστις συλλαμβάνει συνήθως αὐτὴν τὴν ἰδέαν τοῦ ἐγκλήματος τούτου, εἶναι ὁ ἰδιώτης· ὅτι ὁ ἰδιώτης αὐτὸς νομίζει, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποπλανήσῃ τὸν δημόσιον ὑπάλληλον, εἴτε διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του περὶ οὗ διστάζει, εἴτε διὰ νὰ παραλείψῃ τὸ καθῆκόν του, ἢ καὶ διὰ νὰ τὸν διαφθείρῃ εἰς τὸν βαθμὸν ἐκεῖνον, ὅστις ἤθελεν ἐμπνεύσει εἰς αὐτὸν τὸ θάῤῥος νὰ παραβῇ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει. Αὐταὶ εἶναι αἱ τρεῖς περιπτώσεις τῆς δωροδοκίας, ἀλλ’ ἔχουσι τὴν ἀρχήν των συνήθως ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ ἰδιώτου, διότι οὗτος συνέλαβε τὴν ἰδέαν νὰ ἐνεργήσῃ αὐτὴν ἐπὶ τοῦ ὑπαλλήλου· ὁ πολίτης προσέρχεται πρὸς τὸν δημόσιον ὑπάλληλον, κλονίζει τὴν πεποίθησιν αὐτοῦ, ὁ δ’ ὑπάλληλος τελεῖ τὸ ἔγκλημα. Τὸ ἔγκλημα λοιπὸν πράττεται παρὰ δύο, παρὰ τοῦ ἰδιώτου, ὅστις εἶναι ὁ ἐνεργὸς πράκτωρ τοῦ ἐγκλήματος, καὶ παρὰ τοῦ ὑπαλλήλου, ὅστις εἶναι ὁ παθητικὸς πράκτωρ. Δὲν εἶναι γνώμη ἰδική μου, εἶναι γνώμη ἄλλων ἀνθρώπων, οἵτινες κατώρθωσαν νὰ περιβάλωσι τὰς γνώμας των μὲ μεγαλείτερον κῦρος ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχουσιν αἱ ἐμαὶ γνῶμαι. «Τὸ ἔγκλημα τῆς δωροδοκίας, γράφει ὁ Dalloz εἰς τὴν λέξιν Forfaiture, τελεῖται ὑπὸ τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, ἀλλ’ ἐνεργοῦντος παθητικῶς en étant l’ agent passif, διότι ἐνεργητικὸς πράκτωρ αὐτοῦ εἶναι ὁ τὰ δῶρα ἢ τὰς ὑποσχέσεις προβάλλων ἰδιώτης· c’ est en effet de lui, que vient ordinairement l’ initiative de crime, l’ initiative de la première pensée de crime (§ 99 καὶ 147)». Δὲν γνωρίζω τί ἐκ τῶν ἀνακρίσεων καὶ ἐκ τῶν καταθέσεων τῶν μαρτύρων ὡδήγησε τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπὴν, διὰ νὰ χαρακτηρίσῃ τὰς πράξεις τῶν ἐν προφυλακίσει διατελούντων ὡς δωροδοκίαν· ἀφ’ οὗ ὅμως, κατὰ τὰ εἰρημένα, ἡ ἰδέα τοῦ ἐγκλήματος τῆς δωροδοκίας λαμβάνεται συνήθως πρῶτον ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ ἰδιώτου καὶ οὐχὶ ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ ὑπαλλήλου, ἕπεται ὅτι, ὅταν ὁ ὑπάλληλος νομίζῃ ὅτι δύναται νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν ἐμπιστευθεῖσαν εἰς αὐτὸν δημοσίαν ὑπηρεσίαν τοιουτοτρόπως, ὥστε νὰ κατορθώσῃ νὰ ἐπέλθῃ εἰς αὐτὸν ἀθέμιτον ὄφελος, τὸ ὁποῖον δυνάμει τοῦ νόμου δὲν ἔχει — καὶ γνωρίζετε, κύριοι, πῶς χαρακτηρίζει τὰ τοιαῦτα ὀφέλη τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἷς περίφημος νομολόγος καὶ ποῖον ἔδωκεν ὁρισμὸν αὐτῶν· «πᾶν ὅ,τι δὲν προέρχεται ἐκ μισθοῦ, εἶναι κλοπή», λέγει ὁ Οὐλπιανός.—Ὅταν λοιπὸν ἡ ἰδέα τοῦ ἐγκλήματος δὲν συνελήφθη ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ ἰδιώτου, ἀλλ’ ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ ὑπαλλήλου, οὗτος δὲ μεταχειρίζεται τὴν ἐξουσίαν του διὰ νὰ ἀναγκάσῃ τὸν ἰδιώτην νὰ παράσχῃ εἰς αὐτὸν ἓν ἀθέμιτον ὄφελος διὰ νὰ ἐξασκήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν του, τότε ὑπάρχουσιν ἀναντιῤῥήτως ἐν τῇ πολιτείᾳ ταύτῃ τοῦ ὑπαλλήλου στοιχεῖα ἀξιόποινα, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν ἀποτελοῦσι τὴν δωροδοκίαν, ἀλλ’ ἀποτελοῦσιν ἄλλο κακούργημα, τὸ ὁποῖον πιθανῶς νὰ ᾖναι τὸ ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ νόμου χαρακτηριζόμενον ὡς ἐκβίασις. Εἶπέ τις τῶν προαγορευσάντων, ὅτι τὴν ἀξιόποινον ταύτην πρᾶξιν τῶν ἐν προφυλακίσει διατελούντων ὁ νόμος χαρακτηρίζει ὡς καταπίεσιν, ἤ, ὡς ἐξωνόμασεν εἷς ὁ ὁποῖος συνέγραψε παρ’ ἡμῖν περὶ ποινικοῦ δικαίου, ἐκχρηματισμόν. Δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸν προαγορεύσαντα, τὸν χαρακτηρίσαντα τὰς εἰρημένας πράξεις ὡς καταπίεσιν.
§39Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ποινικὸς νόμος.
§40Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ κυριώτερον χαρακτηριστικὸν τοῦ ἐγκλήματος τῆς καταπιέσεως εἶναι, ὅτι ὁ ἰδιώτης ἔχει ἐν τῇ διανοίᾳ του ὅτι πληρόνει δικαίωμα νόμιμον, εἴτε φόρους πρὸς τὴν πολιτείαν, εἴτε τέλη, εἴτε ἄλλα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι ἐπιβάλλουσιν εἰς αὐτόν. Ἔχω πρόχειρον ἀντίγραφον τῆς διατάξεως τοῦ ποιν. νόμου, ἥτις ῥητῶς ὁρίζει τὴν καταπίεσιν. Ἄρθρ. 461 τοῦ ποιν. νόμου: «Δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἵτινες ἐξ ἰδιοτελείας εἰσπράττουσιν ἀπὸ ἰδιώτην τινὰ φόρους, δημόσια φορολογήματα, τὰ ὁποῖα οὗτος δὲν χρεωστεῖ παντάπασιν, ἢ δὲν ὀφείλει νὰ πληρώσῃ κατὰ τὴν ἀπαιτουμένην ποσότητα κτλ.» Ἀπαιτεῖται λοιπὸν ὁ μὲν λαμβάνων τὰ χρήματα ὑπάλληλος νὰ μεταχειρίζηται ὡς λόγον τῆς εἰσπράξεως, ὅτι ὁ πολίτης ὀφείλει νὰ πληρώσῃ τὰ ἀποδιδόμενα εἴτε λόγῳ φόρου εἴτε λόγῳ ἄλλων δικαιωμάτων ἢ τελῶν, ὁ δὲ πολίτης νὰ φρονῇ ὅτι ἀληθῶς πληρόνει νόμιμα δικαιώματα. Ἡ νομιμότης τῆς ὀφειλῆς, καὶ ἑπομένως τῆς πληρωμῆς, ὑπάρχει λοιπὸν ἀναγκαίως ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ πολίτου· τὸ δ’ ἔγκλημα τελεῖται κατὰ τὴν λῆψιν τῶν χρημάτων ὑπὸ τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, διότι οὗτος ἀπατᾷ τὸν πολίτην λέγων ὅτι χρεωστεῖ ποσόν, ἐν ᾧ πράγματι δὲν χρεωστεῖ αὐτό, ἢ χρεωστεῖ ποσὸν ἀνώτερον τοῦ πραγματικοῦ. Ἐὰν ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς ὑπέβαλε τὴν περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ ὡς καταπιέσεως εἰρημένην γνώμην, βεβαίως ἔπρεπε νὰ τὴν ἀντικρούσω, ἀφ’ οὗ ὁ ὁρισμός, τὸν ὁποῖον δίδει ὁ νόμος εἰς τὴν ἐκβίασιν, μοὶ φαίνεται ὅτι ἁρμόζει εἰς τὴν πρᾶξιν περὶ ἧς πρόκειται, ὡς ἐξέθηκεν αὐτὴν ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς πρὸς ὑμᾶς. Διαφωνῶ ὅμως πρὸς τὸν κ. εἰσηγητὴν τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τοῦτο· ὁ κ. εἰσηγητὴς ἐνόμισεν, ὅτι πρὸς ἀποτέλεσιν τῆς ἐκβιάσεως πρέπει νὰ ὑπάρχῃ κεκτημένον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον νὰ ἐκτίθηται εἰς κίνδυνον ὅτι θέλει ἀπολεσθῇ, καὶ ὅτι τότε μόνον ἀποτελεῖται τὸ ἔγκλημα τῆς ἐκβιάσεως. Ὁ ποιν. νόμος δὲν ἀπαιτεῖ τοῦτο. Ὁ ποινικὸς νόμος ἐν ἄρθρ. 369 ἰδοὺ ποῖον δίδει ὁρισμὸν τῆς ἐκβιάσεως. «Ἐὰν δημόσιός τις ὑπάλληλος, ἐπάγων ὡς ἀπειλὴν τὴν δημόσιον ἐξουσίαν του, ἐπροσπάθησε νὰ περιποιήσῃ εἰς ἑαυτὸν ἢ ἄλλον τινὰ δι’ ἐκβιάσεως ἰδιωτικὸν ὄφελος, καταδικάζεται κτλ.» Ἔχετε τὸν δημόσιον ὑπάλληλον, μεταχειριζόμενον τὴν ἐξουσίαν, ἣν παρὰ τοῦ νόμου ἔλαβε, διὰ νὰ πειθαναγκάσῃ τὸν ἰδιώτην νὰ τῷ παράσχῃ παροχήν, τὴν ὁποίαν ἐκ τοῦ νόμου δὲν ὀφείλει. Ὁ ἰδιώτης ὑποκύπτει εἰς τὸν καταναγκασμὸν τοῦτον, ἵνα σώσῃ ἓν συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχει. Ἐπειδὴ δ’ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ νομίσῃ τις, ὅτι ἀπαιτεῖται ἵνα ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ὁ δημόσιος ὑπάλληλος μεταχειρίζεται τὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τοῦ ἰδιώτου διὰ νὰ πειθαναγκάσῃ αὐτόν, πρέπει νὰ ἀποτελῇ σωματικὸν καταναγκασμόν, πίεσιν ὑλικήν, σπεύδω νὰ δηλώσω ὅτι νομίζω, ὅτι ἡ εἰκασία αὕτη δὲν ἔχει οὐδεμίαν νόμιμον βάσιν, οὐδ’ εὑρίσκεται ἐν τῷ νόμῳ φράσις τις δυναμένη νὰ δικαιολογήσῃ τὴν εἰκασίαν ταύτην. Ὁ καταναγκασμὸς δὲν εἶναι μόνον ὑλικός, ἀλλὰ καὶ ψυχολογικὸς καὶ ἠθικός· πολλάκις δὲ καὶ συνήθως τοιοῦτον καταναγκασμὸν δύναται νὰ ἐξασκήσῃ ὁ δημόσιος ὑπάλληλος διὰ τῆς ἐξουσίας, μὲ τὴν ὁποίαν εἶναι περιβεβλημένος. Ἀναφέρω ταῦτα, διὰ νὰ καταστήσω εὔληπτον εἰς πάντας ὑμᾶς τοὺς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καθημένους, ὡς καὶ εἰς πάντας ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀκροῶνται, ὅτι δὲν ἦτον ἀναγκαία παντάπασιν ἡ πρότασις τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, προβαλόντος ὅτι πρέπει νὰ μεταβληθῇ τὸ ἔνταλμα τῆς προφυλακίσεως, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνυπάρξῃ τὸ ἔγκλημα τῆς δωροδοκίας μετὰ τοῦ ἐγκλήματος τῆς ἐκβιάσεως, καὶ ὅτι, ἀφοῦ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς δικαιοσύνης ἀνεῦρε πράξεις, τὰς ὁποίας χαρακτηρίζει ὡς δωροδοκίαν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνεύρῃ πράξεις, φερούσας τὸν χαρακτῆρα τῆς ἐκβιάσεως, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι, ἀφοῦ χαρακτηρίζει τὴν πρᾶξιν ὡς ἐκβίασιν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ δωροδοκία. Δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀνάκρισιν, διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἐχαρακτήρισε τὴν πρᾶξιν· ἀλλ’ ἐκ τῶν προτέρων κρίνοντες, εὑρίσκομεν ὅτι εἶναι δυνατὸν σειρὰ ἐνεργειῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο καθ’ ὅλον τὸ διάστημα ἀπὸ τῆς προτάσεως τῶν ὑποψηφίων μέχρι τῆς χειροτονίας, νὰ παρουσιάζωσι καὶ πράξεις φερούσας τὸν χαρακτῆρα τῆς δωροδοκίας, καὶ πράξεις φερούσας τὸν τῆς ἐκβιάσεως. Ἡ πρότασις τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς περιεῖχε καί τινα ἔλεγχον, ὅστις ἀπηυθύνετο κατὰ τῆς ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ἐπιτροπῆς. Ἤλεγξεν αὐτὴν ὡς ὑπερβᾶσαν τὴν ἐντολὴν τῆς Βουλῆς. Μοὶ ἐφάνη, ὅτι ὁ ἔλεγχος οὗτος ἦτον ἄδικος καὶ ἐπιζήμιος· ἐπιζήμιος, διότι, γινόμενος τοσοῦτον δημοσίᾳ, δύναται νὰ πλανήσῃ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν ἀσχολοῦνται εἰδικῶς περὶ τὴν μελέτην τῶν δημοσίων πραγμάτων, νὰ νομίσωσιν ὅτι ἡ ὑπέρβασις τῆς ἐντολῆς, ἡ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς γενομένη, ἐξέθηκεν εἰς κίνδυνον προφανῆ ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ νόμου δικαιώματα πολιτῶν. Ἡ ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἐνήργησεν ἀνακρίσεις, ἐξέδωκεν ἐντάλματα συλλήψεως καὶ προφυλακίσεως, καὶ κατὰ τὴν ἐνέργειάν της ἐξῆλθε τῶν ὁρίων τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν τῇ ἔδωκεν ἡ Βουλή. Δὲν εὑρίσκετε ὅτι ὁ ἔλεγχος οὗτος, ὄχι μόνον ἦτον αὐστηρός, ἀλλ’ ἠδύνατο τῳόντι νὰ ἐμβάλῃ εἰς πειρασμὸν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀσχολοῦνται περὶ τὰ τοιαῦτα, καὶ νὰ πλανήσῃ αὐτοὺς νὰ εἰκάσωσιν ὅτι ἐτελέσθη τι ἐναντίον τῆς ἐντολῆς τῆς Βουλῆς, ἢ ὅτι ἐτελέσθη τι τὸ ὁποῖον ἐνέβαλεν εἰς κίνδυνον δικαιώματα πολιτῶν; Λυποῦμαι διότι ἀναγκάζομαι νὰ κάμω τὴν ἀνάπτυξιν ταύτην, διὰ νὰ καταστήσω γνωστὴν τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν μοι μετέδωκεν εὐθὺς ὁ ἔλεγχος ὁ γενόμενος ἐντεῦθεν. Καθ’ ὃν χρόνον παρίσταται ἡ ἀνάγκη νὰ ἀσκηθῶσι δικαιώματα τοσοῦτον ἔκτακτα, ὅσον τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἀσκεῖ σήμερον ἡ Βουλή· καθ’ ὃν χρόνον ἡ κοινωνία βλέπει τελούμενον δρᾶμα, τὸ ὁποῖον δὲν βλέπει καθ’ ἡμέραν, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι συνειθισμένη νὰ βλέπῃ, νομίζω ὅτι μετὰ προσοχῆς πάντες πρέπει νὰ ἐκφράζωνται, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ κοινωνία νὰ ἀποπλανηθῇ, νὰ ὑπολάβῃ ὅτι τελεῖταί τι τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ τελῆται, καί, ὑπολαμβάνουσα τοιοῦτόν τι, ν’ ἀδικήσῃ ἴσως ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τελοῦσι τὰ τελούμενα. Ἡ κοινωνία εἶναι συνειθισμένη νὰ βλέπῃ καταδιώκουσαν τὰ ἐγκλήματα τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, καὶ σήμερον βλέπει καταδίωξιν αὐτῶν γινομένην ἐν ὀνόματι καὶ κατ’ ἐντολὴν τῆς Βουλῆς, καὶ ἀκούει, ὅτι κατὰ τὴν καταδίωξιν ταύτην ὑπερέβησαν οἱ ἐνεργοῦντες αὐτὴν τὴν ἐντολὴν τῆς Βουλῆς. Καὶ νομίζετε ὅτι δὲν εἶναι κίνδυνος ν’ ἀποπλανηθῶσι, νομίζοντες ὅτι ἐγένετό τι πρὸς βλάβην τῶν πολιτῶν; Καὶ ποία εἶναι ἡ ὑπέρβασις τῆς ἐντολῆς; Ἡ Βουλή, ἡ ὁποία δὲν εἶχεν ἀνακρίνει τὰς πράξεις, αἵτινες ἀποδίδονται εἰς τοὺς ἐν προφυλακίσει διατελοῦντας· ἡ Βουλή, ἡ ὁποία δὲν εἶχε μελετήσει τὰ γεγονότα τὰ συνοδεύοντα αὐτὰς διὰ νὰ δώσῃ τὸν χαρακτηρισμὸν αὐτῶν· ἡ Βουλή, εἰς τὴν ὁποίαν ὄργανον τῆς δικαστικῆς ἀστυνομίας προσέφυγε καὶ εἶπεν αὐτῇ, ὅτι ἐπεχείρησε προεισαγωγικὴν ἀνάκρισιν πρὸς ἀνακάλυψιν κοινοῦ καὶ συνήθους ἐγκλήματος, συνήντησεν ὡς αὐτουργοὺς αὐτοῦ ἀνθρώπους μὴ ὑπαγομένους εἰς τὴν δικαιοδοσίαν του, τοὺς ὁποίους διὰ τοῦτο δὲν ἠμπορεῖ νὰ κατηγορήσῃ, καὶ ἀνεκοίνωσεν εἰς αὐτὴν τοῦτο, διὰ νὰ ἐπιχειρήσῃ αὐτὴ τὴν καταδίωξιν τοῦ ἐγκλήματος τῆς δωροδοκίας· ἡ Βουλὴ ἐσύστησεν ἐπιτροπὴν πρὸς τοῦτο, καὶ ἔδωκεν αὐτῇ τὴν ἐντολὴν νὰ ἐνεργήσῃ ἀνάκρισιν, πρὸς ἀνακάλυψιν καὶ βεβαίωσιν τῆς δωροδοκίας. Ἀλλ’ ἐχαρακτήρισεν ἡ Βουλὴ τὴν πρᾶξιν, ἢ ἐπανέλαβεν ἁπλῶς τὸν ὑπὸ τοῦ δικαστικοῦ ὀργάνου γενόμενον χαρακτηρισμὸν αὐτῆς; Ὁ χαρακτηρισμός, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐπανέλαβεν, ἦτον ὁ χαρακτηρισμὸς τὸν ὁποῖον ἔδωκεν ὁ δικαστικὸς ὑπάλληλος. Ἐπειδὴ ὁ εἰσαγγελεὺς ὠνόμασε τὰς πράξεις δωροδοκίαν, καὶ ἡ Βουλὴ ὠνόμασεν αὐτὰς δωροδοκίαν. Ὅθεν ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἠδύνατο νὰ χαρακτηρίσῃ αὐτὰς ἄλλως; Καὶ ἂν, καθ’ ὃν χρόνον ἐνήργει ἡ Ἐπιτροπὴ τὴν ἐξουσίαν της, ἀπεκάλυπτε νέον ἔγκλημα πραχθὲν μετὰ τὴν τέλεσιν ἐκείνου τὸ ὁποῖον ὁ εἰσαγγελεὺς εἶχεν ἀνεύρει, ἡ Ἐπιτροπὴ ἔπρεπε νὰ σταματήσῃ, ν’ ἀφήσῃ τὸ πρᾶγμα ἐκκρεμὲς καὶ τὸ ἔγκλημα ἀβεβαίωτον, καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἔχει ἐντολὴν ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ἢ ἔπρεπε νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ζητήσῃ νέαν συναίνεσιν αὐτῆς; Ἐπειδὴ δὲν εὗρε μόνον δωροδοκίαν ἀλλὰ καὶ ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον ἐνόμισεν ὅτι ὁ νόμος χαρακτηρίζει ἐκβίασιν, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις πρὸς βεβαίωσιν τῆς ἐκβιάσεως; Σεῖς ποίαν ἠθέλατε δώσει εἰς αὐτὴν ἀπάντησιν; ἠθέλετε ἀρνηθῆ εἰς αὐτὴν τὴν ἄδειαν ταύτην; Τοιαύτη εἶναι ἡ ὑπέρβασις τῆς ἐντολῆς. Ἐσταμάτησα εἰς μόνας τὰς ἀντιῤῥήσεις, τὰς ὁποίας ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς κύριος Ῥάλλης προέβαλε, διότι αὗται προήγαγον τὴν παρεμπίπτουσαν ταύτην συζήτησιν· παρέλειψα δ’ ὅλως τὴν ἐξέτασιν ἐὰν εἶχεν ἡ Βουλὴ τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορήσῃ τοὺς πρώην ὑπουργοὺς, ἐὰν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις, ἐὰν εἶχε τὸ δικαίωμα ν’ ἀναθέσῃ τὴν ἀνακριτικὴν ἐξουσίαν εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἀλλὰ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν εἴτε ὑπὸ ἑκατέρου τῶν ἐν προφυλακίσει διατελούντων εἴτε ὑπὸ ἀμφοτέρων, ἠνάγκασαν τὴν Βουλὴν νὰ σταματήσῃ ἀπὸ τὴν τακτικὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν ἔβαινεν ἀσκοῦσα τὰ νομοθετικὰ ἔργα της· ὤφειλε δὲ νὰ ἐξετάσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἵνα πληροφορηθῇ ἐὰν ἐπ’ αὐτῶν καὶ ἕνεκα αὐτῶν ὤφειλε νὰ ἐνεργήσῃ τι πρὸς ἀκριβῆ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ἄλλως δὲ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰ νομοθετικά της ἔργα. Διετυπώθη ὑπό τινων πρότασις ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς· καὶ οἱ μὲν εἶπον ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀποῤῥίψῃ τὴν ἀνακοπὴν, οἱ δὲ ἀντεῖπον εἰς αὐτὴν, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ ὅτι ἡ ἀπόῤῥιψις τῆς ἀνακοπῆς περιέχει ἀποδοχὴν τοῦ γενομένου χαρακτηρισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἡ δικαστικὴ ἐπιτροπὴ ἔδωκε, καὶ παραίτησιν τῆς Βουλῆς ἀπὸ τοῦ δικαιώματος νὰ ἐξετάσῃ τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦτον, ὅταν μεθαύριον ἐπιληφθῇ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως· ἄλλοι δ’ ἐπρότειναν ἐν τῇ δυσχερείᾳ ταύτῃ ν’ ἀναβάλῃ ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ. Νομίζω, ὅτι οὐδεμία ἀπὸ τὰς ἀποφάνσεις ταύτας εἶναι ὀρθή. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ, ὅτι ἀποῤῥίπτει τὴν ἀνακοπὴν, δὲν ἀποβάλλει τελείως τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει πάντοτε, νὰ ἐξετάσῃ τὸν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς δοθέντα χαρακτηρισμὸν μεθαύριον, ὅτε θέλει ἀποφανθῇ ἐὰν πρέπει νὰ γείνῃ κατηγορία κατὰ τῶν πρώην ὑπουργῶν ἢ νὰ μὴ γείνῃ· ἐξ ἐναντίας, ἔχει ἀμείωτον τὸ δικαίωμα νὰ χαρακτηρίσῃ τότε τὰς πράξεις, ἂν μάλιστα προτεθῇ νὰ συντάξῃ καὶ κατηγορητήριον καὶ νὰ ἀπαγγείλῃ κατηγορίαν κατ’ αὐτῶν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀναβάλῃ τὴν ἀπόφασιν ἐπὶ τῆς ἀνακοπῆς, δὲν διακινδυνεύει οὐδενὸς τὸ συμφέρον, διότι καὶ τότε θέλει ἐπιληφθῇ, καὶ ἐξετάσει καὶ ἀποφασίσει περὶ τούτου. Ἀλλ’ ὅμως νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθότερον καὶ κοινοβουλευτικώτερον νὰ κάμῃ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἀρξάμενος ἐξέθηκα. Ἡ Βουλὴ εἰργάζετο νομοθετικῶς, ὅταν ἐσταμάτησαν αὐτὴν τὰ ἔγγραφα ταῦτα· ἐξετάσασα δὲ αὐτὰ ἡ Βουλὴ, δὲν εὗρε κἀμμίαν ἀφορμὴν νὰ μεταβάλῃ τὴν πορείαν της ἢ τὰ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης γενόμενα. Διὰ τοῦτο ἀποφαίνεται ὅτι προβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Αὕτη εἶναι ἡ κοινοβουλευτικὴ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ κάμνει, ὅταν ἐξετάζῃ τοιαῦτα παράπονα· διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ ὅτι μετὰ τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδόλως συμμερίζομαι τὸν ψόγον, τὸν ὁποῖον ὁ προαγορεύσας ἠθέλησε νὰ ἐπιῤῥίψῃ ἐπὶ τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς, ὡς προκαλέσαντος συζήτησιν ἄσκοπον καὶ ἐπιβλαβῆ· φρονῶ ἀπεναντίας, ὅτι ἡ συζήτησις, τὴν ὁποίαν ἐπροκάλεσεν, εἶναι λίαν ὠφέλιμος. Νομίζω ὅτι εἰς ὑποθέσεις τοιαύτας, θιγούσας εἰς τὰ ὕπατα δικαιώματα τοῦ πολίτου, τὸ ἄριστον πάντων τῶν μέσων, δι’ ὧν δυνάμεθα νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰς ἐγγυήσεις τοῦ πολίτου, εἰς ἃς ἔχει δικαίωμα ἐκ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων, εἶναι ἡ δημοσιότης, καὶ πᾶν ἄλλο ὀφείλεται πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος προκαλεῖ τὴν δημοσίαν συζήτησιν ἐπὶ τοιούτου ἀντικειμένου, παρὰ ψόγος.
§42Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε πρόεδρε, σημειώσατέ με, παρακαλῶ.
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπιλαμβανόμενος δὲ καὶ ἐγὼ τοῦ ζητήματος περὶ οὗ ὡμίλησε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ἀναγκάζομαι ν’ ἀποτείνω πρὸς αὐτὸν τὴν παρατήρησιν ὅτι ἐπελήφθη ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα ἴσως ἦσαν ἄσκοπα κατὰ τὴν παροῦσαν ὥραν τῆς συζητήσεως. Δὲν πρόκειται ἤδη νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἡ ἐπιτροπὴ ἐχαρακτήρισε τὴν πρᾶξιν ὡς ἐκβίασιν ἢ ὡς δωροδοκίαν· τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἐξετάσωμεν. Διὰ νὰ τὸ ἐξετάσωμεν, πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ ἤμεθα ἐν γνώσει, ὅπως ἦτο καὶ ἡ ἐπιτροπή, τῶν καταθέσεων καὶ τῶν ἐγγράφων· ἀλλ’ οὔτε καταθέσεις, οὔτε ἔγγραφα ἔγνωμεν. Πῶς λοιπὸν δυνάμεθα ν’ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου; Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐδώκαμεν ἐντολήν· ἐδώκαμεν τὴν ἐντολὴν ν’ ἀνακρίνῃ καὶ προσπαθήσῃ ν’ ἀνακαλύψῃ ὁλόκληρον τὴν ἀλήθειαν, ἵνα φωτίσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς· τῇ ἐδώκαμεν καὶ δικαιώματα, τὸ δικαίωμα τῆς συλλήψεως καὶ τῆς προφυλακίσεως σὺν τοῖς ἄλλοις. Ἐγώ, κύριοι, δὲν ἤμην σύμφωνος εἰς τὸ νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὄχι διότι θεωρῶ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ἐκ τοῦ νόμου νὰ δώσῃ τοιαῦτα δικαιώματα, ἀναντιῤῥήτως δύναται· ἀλλὰ νομίζω ὅτι, θὰ ἦτο συντελεστικώτερον πρὸς τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἔργου, τοιοῦτον δικαίωμα νὰ μὴ ἐδίδετο εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Καὶ τοῦτο δὲν λέγω ἤδη σχετικῶς πρὸς τὴν ἔγκρισιν περὶ τῆς ὁποίας σήμερον πρόκειται· τὴν ἰδέαν ταύτην ἔχω γενικῶς, ὅτι τουτέστιν αἱ ἀνακριτικαὶ ἐπιτροπαί, αἱ διοριζόμεναι ὑπὸ τῆς Βουλῆς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ παρασκευάσωσι τὴν ὕλην ἐπὶ κατηγορίᾳ ὑπουργῶν, εἶναι καλὸν νὰ μὴ ἔχουν τὸ δικαίωμα τῆς συλλήψεως καὶ προφυλακίσεως, τὴν δὲ γνώμην ταύτην ἐνέγραψα καὶ ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νόμου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλα εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐδόθη εἰς τὴν ἐπιτροπήν, καὶ ἐδόθη παρὰ Σώματος, ὅπερ εἶχε δικαίωμα νὰ τὸ δώσῃ· ἑπομένως ἡ ἐπιτροπὴ ἁρμοδίως εἰργάσθη, συλλαβοῦσα καὶ προφυλακίσασα, ἁρμοδίως εἰργάσθη, ἐὰν καὶ κατὰ τὰ ἄλλα συνεμορφώθη πρὸς τὴν ἐντολὴν, ἣν ἔλαβε. Ποίαν δὲ ἔλαβεν ἐντολήν; νὰ προσκαλέσῃ εἰς ἀπολογίαν τοὺς κατηγορουμένους ἐπὶ δωροδοκίᾳ. Περιωρισμένη ἄρα ἦτον ἡ ἐντολὴ, καὶ δικαίως ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς ἠθέλησε νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ ἐξῆλθεν ἢ οὒ τῆς ἁρμοδιότητος αὑτῆς, διότι καί τοι δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα ἐν τῇ οὐσίᾳ αὐτοῦ, ἀφοῦ, ὡς εἶπον, δὲν ἔχομεν τὰ στοιχεῖα ὅπως ἀποφανθῶμεν, δυνάμεθα ὅμως ἄριστα νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ἁρμοδίως ἢ οὒ εἰργάσθη· ἀπεφάνθη δὲ ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς ὅτι δὲν εἰργάσθη ἁρμοδίως ἡ ἐπιτροπὴ συλλαβοῦσα καὶ φυλακίσασα τὰ πρόσωπα ταῦτα, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ὑπέπεσαν εἰς τὸ ἔγκλημα τῆς ἐκβιάσεως. Δὲν εἶναι ἔργον ἡμέτερον νὰ ἐξετάσωμεν, ὅπως ἔπραξεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, τί ἐστὶν ἐκβίασις, καὶ ἐὰν αἱ πράξεις, τὰς ὁποίας ἐξετέλεσαν οἱ κατηγορούμενοι, ἦσαν τοιαῦται, ὥστε νὰ δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦτον. Ἔργον ἡμῶν μόνον εἶναι νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν εἶχεν ἡ ἐπιτροπὴ τὴν ἐντολήν· καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, ὅπως καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, μᾶς εἶπον, ὅτι καί τοι τὸ ἔγγραφον τῆς ἐντολῆς δὲν ἐμνημόνευε τὴν ἐκβίασιν, ἀλλὰ μόνον τὴν δωροδοκίαν, δὲν ἦτον ἀνάγκη νὰ γείνῃ ῥητὴ μνεία τοῦ ἐγκλήματος τῆς ἐκβιάσεως, διότι θὰ θεωρηθῇ συναφές. Καὶ παραδέχομαι ὅτι ἀνακαλύπτουσά τι συναφὲς εἰς τὰ ἀνακριτικὰ αὐτῆς ἔργα, προκειμένου περὶ τῆς ἀνακαλύψεως τῆς ἀληθείας, ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ὤφειλε νὰ σταματήσῃ, δὲν ὤφειλε νὰ διακόψῃ τὸ ἔργον της ἢ ν’ ἀφήσῃ αὐτὸ ἀτελές, διότι διώκουσα δωροδοκίαν εὑρίσκει καὶ ἄλλο ἔγκλημα. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἤτοι περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ἀνίχνευσιν τῆς ἀληθείας, πρόκειται περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς συλλήψεως καὶ περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς προφυλακίσεως, καὶ ταῦτα ἐδόθησαν εἰδικῶς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν διὰ τὸ ἔγκλημα τῆς δωροδοκίας, καὶ μόνον ἐφ’ ὅσον τὸ ἔγκλημα τῆς δωροδοκίας ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ σύλληψιν ἢ προφυλάκισιν, μόνον κατὰ τοσοῦτον νομίζω, ὅτι ἠδύνατο ἁρμοδίως ἡ ἐπιτροπὴ νὰ προφυλακίσῃ, ἀφοῦ ἡ ἐξουσία αὕτη εἶναι τοῦ στενοῦ δικαίου. Ἀλλ’ εἶμαι γνώμης, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ διὰ τοῦ ἐντάλματος τῆς προφυλακίσεως δὲν ὑπερέβη τὴν ἐξουσίαν αὑτῆς, διότι μετεχειρίσθη δύω λόγους ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ, ἐκ τῶν ὁποίων τὸν ἕνα δὲν θεωρῶ ἁρμοδίως προταχθέντα, ἀλλὰ μετεχειρίσθη καὶ ἄλλον λόγον, ὁ ὁποῖος ἀναντιῤῥήτως περιλαμβάνεται ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἁρμοδιότητός της. Εἶπεν ἡ ἐπιτροπή, ὅτι προφυλακίζει, διότι οἱ κατηγορούμενοι εἶναι ἔνοχοι τοῦ ἐγκλήματος τοῦ μνημονευομένου ἐν τῷ 3 ἐδαφίῳ τοῦ περὶ δωροδοκίας ἄρθρου τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἐγκλήματος, ὅπερ χαρακτηρίζεται ὡς κακούργημα, καὶ ἑπομένως παρέχει εἰς τὸν ἀνακριτὴν τὸ δικαίωμα τῆς προφυλακίσεως. Καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξεν ἡ ἐπιτροπή, ὑπαγαγοῦσα τὴν πρᾶξιν τῶν πρώην ὑπουργῶν εἰς τὸ 3 ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου ἐκείνου, τοῦτο δὲν εἶναι ἔργον ἡμέτερον νὰ ἐξετάσωμεν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἁρμοδίως ἔπραξε, προφυλακίσασα τὰ πρόσωπα ταῦτα ἐπὶ τῷ λόγῳ ἐκείνῳ, καὶ ἀφοῦ ἔπραξεν ἁρμοδίως....
§44ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς πράξεως εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς.
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ λοιπὸν ἁρμοδίως εἰργάσθη, καὶ ἐφ’ ὅσον ἁρμοδίως εἰργάσθη, ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν κατ’ οὐδὲν τὸ παρ’ αὐτῆς πραχθέν, ἐν ὅσῳ εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις ἐν τῷ σταδίῳ τῆς ἐνεργείας τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ παρουσιάζεται ἕτερον ζήτημα· οἱ κατηγορούμενοι ἀνεφέρθησαν πρὸς τὸ προεδρεῖον τῆς Βουλῆς καὶ παρέστησαν, ὅτι οὐ μόνον ἡ ἐπιτροπή, ἀλλὰ καὶ ἡ Βουλὴ αὐτὴ εἶναι ἀναρμοδία. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἐξητάσθη ἄλλοτε παρὰ τῆς Βουλῆς, ἐξητάσθη καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ Βουλὴ προέβη εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ διορισμοῦ τῆς ἐπιτροπῆς· ἑπομένως εἶναι περιττὸν νὰ ἐπανέλθωμεν σήμερον εἰς αὐτό. Ἀναντιῤῥήτως ἡ Βουλὴ ἁρμοδίως εἰργάσθη καὶ ἐν τῇ ἁρμοδιότητί της ἔδωκε τὴν ἐντολὴν εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἀλλὰ καὶ τῆς ἐπιτροπῆς ἁρμοδίως ἐργασθείσης, δὲν ἔχει ἄρα ἔργον τι νὰ πράξῃ σήμερον ἡ Βουλὴ προκειμένου περὶ τῆς προφυλακίσεως; Δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ αὐτὸ τοῦτο τὸ θέμα, καὶ αὐτὴ ν’ ἀποφανθῇ ἐὰν πρέπει νὰ ἐξακολουθῶσι διατελοῦντες ἐν τῇ φυλακῇ οἱ κατηγορούμενοι, καὶ νὰ τὸ ἐξετάσῃ εἴτε ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς οὐσίας, εἴτε ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς πράξεως; Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὴν ἔποψιν τῆς οὐσίας, παρετήρησα πρὸ ὀλίγου ὅτι τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ κάμωμεν· τοῦτο θὰ τὸ κάμωμεν, ὅταν ἡ ἐπιτροπὴ φέρῃ ἐνώπιόν μας τὸ ἔργον τετελεσμένον· τότε θὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν πρέπῃ νὰ κατηγορήσωμεν ἢ οὔ, μόνον δὲ ὅταν φθάσωμεν εἰς τὴν ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, θὰ ἤμεθα εἰς θέσιν καὶ νὰ ἀποφασίσωμεν περὶ τῆς προφυλακίσεως. Ἀλλὰ τότε, κατ’ ἐμὴν γνώμην, οὐδὲν πλέον ἔργον ἔχομεν ἡμεῖς, διότι αὐτὴ ἡ κατηγορία θέλει δώσει τὸν χαρακτηρισμὸν εἰς τὴν πρᾶξιν, τὰ δὲ περαιτέρω μεταβιβάζονται εἰς τὴν ἀρχὴν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ δικάσῃ καὶ κανονίσῃ τὴν διαδικασίαν. Προκειμένου δὲ περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ, ἔχομεν ἡμεῖς τὴν ἐντολὴν νὰ ἐξετάσωμεν τὰ κατ’ αὐτόν; Ἔχομεν τὴν ἐντολὴν νὰ ἐξετάσωμεν ταῦτα, μόνον καθόσον πρόκειται περὶ τῆς ἁρμοδιότητος, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι καθόσον ἀνάγεται εἰς τὴν περὶ ἐκβιάσεως κατηγορίαν, καὶ ἂν αὕτη ἦτον ὁ μόνος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον τὰ πρόσωπα ταῦτα εἶναι ἐν προφυλακίσει, ἤθελον θεωρήσει, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔπρεπε νὰ παρέμβῃ καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἀποφυλάκισιν αὐτῶν. Καθόσον δὲ πρόκειται περὶ τοῦ ἐγκλήματος τῆς δωροδοκίας, δὲν εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς νὰ ἐξετάσῃ εἰς ποίαν κατηγορίαν πρέπει νὰ ὑπαχθῶσιν αἱ πράξεις, ἀφοῦ δὲν γνωρίζει ἀκριβῶς ποῖαι εἶναι αἱ πράξεις, διὰ τὰς ὁποίας καταδιώκονται. Συμπεραίνων, παραδέχομαι τὴν γνώμην τοῦ κ. Δηλιγιάννη, νὰ μεταβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§46Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Τρικούπης εἶναι ἐντελῶς σύμφωνος μὲ ἐμέ, ἀλλὰ διαφωνεῖ μόνον κατὰ τοῦτο, ὅτι ὑπέλαβεν, ὅτι ἐγὼ ἐπέκρινα τὸν βουλευτὴν Ἀττικῆς κ. Ῥάλλην ὡς προκαλέσαντα τὴν συζήτησιν ταύτην. Ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις αὕτη δὲν εἶναι ἀκριβής. Ἐγὼ δὲν ἐπέκρινα τὸν βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς κ. Ῥάλλην ἐπὶ τούτῳ, ἀλλ’ ἐπέκρινα τὴν ὑπόνοιαν, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ λόγου του διέσπειρεν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ὑπερέβη τὰ ὅρια τῆς ἐντολῆς της. Τὴν συζήτησιν ἐπεθύμουν καὶ ἔκρινα ἀναγκαίαν πρὸς διαφώτισιν καὶ τῶν βουλευτῶν καὶ τοῦ κοινοῦ, ὅτι τὰ γενόμενα νομίμως ἐνηργήθησαν. Ἐπειδὴ δυστυχῶς δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Τρικούπης ὑπομνηματίζει οὕτω τὰς συζητήσεις, καὶ ἄλλοτε δὲ, καθ’ ὃν χρόνον συνεζητεῖτο τὸ ψήφισμα τῆς 24 Ὀκτωβρίου, ὡσαύτως μὲ ἠδίκησε, διὰ τοῦτο ἔχω δικαίωμα νὰ παραπονεθῶ τὴν δευτέραν ταύτην φοράν.
§47ΡΑΛΛΗΣ. Κἄτι περισσότερον, κ. πρόεδρε, ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἀναρμοδίως προέβη ἄνευ ἐντολῆς εἰς τὴν κατηγορίαν ἕνεκα ἐκβιάσεως.
§48ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὸ νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, δὲν εἶναι σωστόν. Κύριοι, κατὰ τὴν ἰδικήν μου κρίσιν, ἡ συζήτησις ἦτο ματαία καὶ ἄσκοπος. Ἡ ἀναφορά, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον ὁ Νικολόπουλος καὶ ὁ Βαλασσόπουλος, οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ ἀνακοπή. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν ὀφείλει ἢ νὰ εἴπῃ, παραδέχομαι τὴν ἀνακοπήν, ἢ νὰ εἴπῃ, ἀποῤῥίπτω αὐτήν. Τί συμβαίνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Ἡ Βουλὴ βεβαίως τὸ εἶπε, καὶ τὸ λέγω καὶ τὸ πιστεύω καὶ ἐγὼ ἐν πεποιθήσει, ὅτι μὴ ὑπάρχοντος εἰδικοῦ Νόμου οὐδόλως περιστέλλεται ν’ ἀποφασίσῃ ὡς πρὸς τὴν διαδικασίαν ὅ,τι θέλει. Ἀλλ’ εἶναι καλόν, εἶναι φρόνιμον, ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἀπομακρύνηται ἀπὸ τοὺς κοινοὺς κανόνας. Τί λοιπὸν εἶναι οἱ κοινοὶ κανόνες; Ἡμεῖς, ἡ ἐπιτροπὴ ὁμοψήφῳ γνώμῃ εἴπομεν, ὅτι αὗται αἱ πράξεις εἶναι κακούργημα, καὶ πρέπει οἱ κατηγορούμενοι νὰ προφυλακισθῶσιν. Ἡ Βουλὴ τί εἶναι σήμερον; Εἶναι ἓν συμβούλιον. Τί θὰ ἐξετάσῃ; Τὸν ἐξωτερικὸν τύπον τοῦ ἐντάλματος καὶ οὐδὲν πλέον· αὗται αἱ πράξεις, αἵτινες ἀναφέρονται ἐντὸς τοῦ ἐντάλματος, εἶναι κακούργημα, ναὶ ἢ ὄχι; εἶναι καλῶς ἐκπεφρασμέναι, ναὶ ἢ ὄχι; ἐτέθησαν τὰ ἀνήκοντα ἄρθρα; Καὶ ἂν ταῦτα καλῶς ἔχωσι, θὰ εἴπητε ὅτι εἶναι ὀρθὸν καὶ νόμιμον τὸ ἔνταλμα, καὶ ἡ ἀνακοπὴ πρέπει ν’ ἀποῤῥιφθῇ. Ἐννοεῖται, ὅτι οὔτε ὁ ἀξιότιμος κ. Ῥάλλης, οὔτε ἄλλος τις νομικὸς πιστεύει ποτὲ ἢ θὰ πιστεύσῃ εἰς τὸν αἰῶνα, ὅτι αὐτὸ τὸ προβούλευμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκδώσῃ ἡ Βουλὴ, θὰ τὴν δεσμεύσῃ μεθαύριον, ὅτε θὰ ἐξετάσῃ τὴν οὐσίαν, καὶ ποτὲ δὲν θὰ παραδεχθῇ ὅτι ἐφάπτεται τῆς οὐσίας. Δὲν ἐννοεῖτε αὐτὸ, κ. Ῥάλλη;
§49ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι.
§50ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν μὲ ἠκούσατε βεβαίως. Εἶπον, ὅτι οὔτε ὑμεῖς οὔτε ἄλλος φρονεῖ, ὅτι ἐὰν ἀποῤῥίψωμεν ἡμεῖς τὴν ἀνακοπὴν, αὐτὸ τὸ προβούλευμα ἔχει κἀμμίαν ἐπιῤῥοήν.
§51ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα· ἐννοεῖται.
§52ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Πρέπει λοιπὸν ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ ἢ ἀποῤῥίπτω, ἢ παραδέχομαι τὴν ἀνακοπήν. Τὰ ἄλλα εἶναι ὅλως περιττά.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύττω τὴν συζήτησιν περαιωμένην, οὐδενὸς ἄλλου ἐγγεγραμμένου ὄντος. Κύριοι, τρεῖς προτάσεις ἐγένοντο· πρῶτον ἡ πρότασις νὰ ἀποῤῥιφθῇ ἡ ἀνακοπὴ....
§54ΡΑΛΛΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν ἐδικήν μου πρότασιν, τὴν ἀποσύρω, διότι νομίζω, ὅτι ταυτίζεται κατ’ οὐσίαν μετὰ τῆς τοῦ ἐκ Γόρτυνος βουλευτοῦ, ὅτι μεταβαίνοντες εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀναβάλλομεν....
§55Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι· ἡ πρότασίς μου ταυτίζεται ἐντελῶς μὲ τὴν τοῦ κ. Δημητριάδου, διότι ἡ μετάβασις τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν δηλοῖ, ὅτι οὐδεμίαν ἔχει ἀφορμὴν ἡ Βουλὴ νὰ ἐνεργήσῃ τι ἐπὶ τῆς ἀνακοπῆς.
§56ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργὸς καὶ ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω, κύριοι, ὅτι ὁ κ. Δημητριάδης ἔχει δίκαιον. Βεβαίως ἀνακοπὴ ἐγένετο κατὰ τοῦ ἐντάλματος τῆς φυλακίσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς συμβούλιον· ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν τὸ ἔνταλμα αὐτὸ φέρῃ τοὺς ἐξωτερικοὺς τύπους. Ἡ ἀπόφασίς της δὲν ἔχει ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς οὐσίας. Πρέπει νὰ εἴπωμεν ἢ ὅτι ἀποῤῥίπτομεν τὴν ἀνακοπὴν, διότι εὑρίσκομεν ὅτι τὸ ἔνταλμα ἐμπεριέχει ὅλους τοὺς ἐξωτερικοὺς τύπους, ἢ ὅτι παραδεχόμεθα αὐτὴν, καὶ νὰ ἀκυρώσωμεν τὸ ἔνταλμα ὡς παράτυπον. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν εἶναι παράτυπον, ἀλλ’ ἐμπεριέχει ὅλα τὰ στοιχεῖα τὰ ἐξωτερικὰ νομίμου ἐντάλματος, ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφανθῇ ὅτι ἀποῤῥίπτει τὴν κατ’ αὐτοῦ ἀνακοπήν. Τοῦτο πρέπει νὰ τὸ εἴπωμεν ῥητῶς· ἄλλως, θὰ φανῇ ὅτι δὲν λαμβάνομεν πρόνοιαν, οὔτε προσέχομεν εἰς τὰ παράπονα τῶν πολιτῶν.
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐνίσταμαι κατὰ τῆς γνώμης τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ, οὐχὶ διότι διαφέρω τὴν γνώμην κατ’ οὐσίαν πρὸς τὸ παρ’ αὐτοῦ λεχθὲν, ἀλλὰ διότι νομίζω, ὅτι ἂν διατυπωθῇ ἡ πρότασις, ὅπως ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας εἶπε καὶ ὁ κύριος πρωθυπουργὸς ὑπεστήριξε, καὶ οὐχὶ ὅπως ἐπρότεινεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, δύναται νὰ ἐπέλθῃ τις παρεξήγησις· δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται ὅτι εἶναι δικαστικὸν συμβούλιον, ὅτι τακτικῶς ἐγένετο ἐνώπιον αὐτῆς ἀνακοπὴ, καὶ τοῦτο δύναται νὰ ἔχῃ ἐν τῷ μέλλοντι συνεπείας οὐχὶ εὐαρέστους. Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ διατηρήσῃ τὸν ἔκρυθμον, τὸν ἔκτακτον χαρακτῆρα ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς κατηγορίας, τὸν ὁποῖον ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῆς καὶ τοῦ ἔργου της τούτου ἔχει. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι, ὡς διετυπώθη ἡ πρότασις τοῦ κ. Δηλιγιάννη, εἶναι προτιμοτέρα· διὰ ταύτης οὐδὲν προδικάζομεν, καὶ μένομεν ἐλεύθεροι νὰ ἐργασθῶμεν ὅπως καὶ μέχρι τοῦδε.
§58ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ ζήτημα, κύριοι, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ὁποῖον ἐπροκάλεσε τὴν μέχρι τοῦδε συζήτησιν, εἶναι βεβαίως πρωτοφανὲς παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ δὲν δύναται παρὰ διὰ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἑτέρας μεθόδου νὰ λυθῇ ἢ ἔχει ἡ Βουλὴ ὅλα τὰ δικαιώματα, ὅσα ὁ ἀνακριτής, ὁ εἰσαγγελεὺς καὶ τὸ συμβούλιον μέχρις οὗ συνταχθῇ τὸ κατηγορητήριον κατὰ τῶν μηνυθέντων ὑπουργῶν, ἢ δὲν τὰ ἔχει. Ἐὰν μὲν τὰ ἔχῃ, καὶ τοῦτο ἀπεφήνατο ἡ Βουλή, εἰς τὴν ἁρμοδιότητα αὐτῆς ὑπάγεται ὅλη ἡ προδικασία, ὅλη ἡ προανάκρισις, μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θ’ ἀποφανθῇ ὅτι αἱ πράξεις τοῦ δεῖνος ὑπουργοῦ παρεβίασαν τὸν νόμον, καὶ παραπέμψῃ εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον. Δικαίως δ’ ἀπεφάνθη, διότι τοῦτο καὶ ἐν γένει ἡ θεωρία ὑποστηρίζει καὶ τὰ παραδείγματα τῶν ξένων κρατῶν ἐπιμαρτυροῦσι. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἔχει ἀναντιῤῥήτως τὸ δικαίωμα τοῦ ἀνακριτοῦ, τοῦ εἰσαγγελέως καὶ τοῦ συμβουλίου· τὴν πρᾶξιν δὲ, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Νικολόπουλος ἀνέκοψε, τὸ ἔνταλμα δηλ. τῆς προφυλακίσεως, κατὰ τοῦ ὁποίου παραπονεῖται, ὅτι ἐναντίον τοῦ νόμου καὶ παρὰ τὸ δίκαιον ἐξεδόθη, ἐξέδωκεν ἡ Βουλὴ, ἔχουσα τὴν δικαιοδοσίαν καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ τοῦ εἰσαγγελέως. Ἤδη δὲ ἐξετάζουσα τοὺς λόγους, ἐφ’ ὧν ἡ ἀνακοπὴ στηρίζεται, ὀφείλει ν’ ἀποφανθῇ ἂν ᾖναι δικαία ἢ παράνομος· καὶ ἂν τὸ δεύτερον, νὰ τὴν ἀποῤῥίψῃ, ἂν τὸ πρῶτον, ὅτι δηλαδὴ δικαίως ἐνίσταται ὁ Νικολόπουλος, ὀφείλει ν’ ἀκυρώσῃ τὸ ἔνταλμα. Ὅτι δὲ εἶναι παράνομοι οἱ λόγοι, ἐφ’ ὧν στηρίζεται ἡ ἀνακοπὴ, δὲν χρήζει μεγάλης ἀναπτύξεως, διότι οὐδὲν ἄλλο ὁ ἀνακόπτων ὑποβάλλει ἐνώπιόν σας ἢ τὴν ἀναρμοδιότητα τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ περὶ τούτου ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ. Δεύτερον δὲ ἐπεμβαίνει εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν εἶναι καιρὸς, διότι εἰσέτι αἱ ἀνακρίσεις δὲν κατετέθησαν εἰς τὴν κρίσιν καὶ τὴν ἐκτίμησιν τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν δύναται ν’ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῶν, οὔτε κατὰ τὴν ποινικὴν δικονομίαν ὑπάγεται τοῦτο εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ συμβουλίου, ὅπερ δύναται, ἀναμφισβητήτου οὔσης τῆς ἁρμοδιότητος αὐτοῦ, νὰ ἐξετάσῃ, οὐχὶ ἂν τὸ ἀποδιδόμενον εἰς τὸν προφυλακισθέντα ἔγκλημα ᾖναι ἀποδεδειγμένον, ἀλλ’ ἂν ἡ πρᾶξις, ἡ διὰ τοῦ ἐντάλματος ἀποδιδομένη εἰς τὸν προφυλακισθέντα, φέρῃ τὰ συστατικὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δίδουν τὸ δικαίωμα εἰς προφυλάκισιν. Τὸ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς δ’ ἐκδοθὲν ἔνταλμα φέρει ὅλα τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα· ὀφείλει λοιπὸν ἡ Βουλὴ ν’ ἀποῤῥίψῃ τὴν ἀνακοπὴν, ἐπιφυλαττομένη κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ κατηγορητηρίου, ἤτοι κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τῶν συλλεχθεισῶν ἐκ τῆς κατηγορίας ἀποδείξεων, νὰ ἴδῃ ἂν αὗται ἀρκοῦσι πρὸς ὑποστήριξιν κατηγορίας, καὶ πρέπῃ νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὸ δικαστήριον οἱ κατηγορηθέντες.
§59Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ῥάλλης, διὰ τῆς προτάσεως τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε, δὲν ἠννόει, ὡς εἶπεν, εἰμὴ ὅ,τι ἠννόουν ἐγὼ, διὰ τῆς προτάσεως τὴν ὁποίαν ὑπέβαλα· ἀλλ’ ἐγὼ διὰ τῆς προτάσεώς μου οὐδὲν ἄλλο ἠννόουν παρ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠννόει διὰ τῆς προτάσεώς του ὁ κ. Δημητριάδης. Καὶ ἀληθῶς ἐπρότεινα ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀφορμὴ νὰ ἐνεργήσῃ τι ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς προτεθείσης ἀνακοπῆς καὶ τῶν προτεθέντων ἐγγράφων· ἑπομένως τὰ πράγματα νὰ μείνωσιν ἀκολουθοῦντα τὴν αὐτὴν ὁδὸν, ἣν ἠκολούθησαν ὅταν ἐπῆλθεν ἡ συζήτησις αὕτη, ἕως ἀνεπέλθῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας, ὅτε ἡ Βουλὴ θέλει σκεφθῆ καὶ ἀποφασίσει ἂν πρέπῃ νὰ γείνῃ κατηγορία ἢ μὴ κατὰ τῶν ἐν προφυλακίσει διατελούντων. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν ἐλευθερίαν νὰ χαρακτηρίσῃ τότε ὅπως θέλει τὴν πρᾶξιν, καὶ ἀποφασίσῃ ὅπως θέλει. Ὅθεν ἡ Βουλὴ σύμπασα εἶναι σύμφωνος, οὐδὲ πρέπει νὰ ἐρίζωμεν. Ἐγὼ ὑπέβαλα πρότασιν ἵνα ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ ὅτι μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι ἤθελον νὰ δώσω τύπον μᾶλλον κοινοβουλευτικὸν, ἧττον δὲ δικαστικὸν· ἀφοῦ δὲ ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προέτειναν καθαρώτερον τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς ἀνακοπῆς, ὡς πρὸ ὀλίγου ἠκούσατε, οὐδ’ ἐγὼ ἐπιμένω παντάπασιν εἰς τὴν πρότασίν μου.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ῥάλλη, ἐπιμένετε εἰς τὴν πρότασίν σας;
§61ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐπιμένω, διότι εἴτε ἀφαιρεθῇ εἴτε μὴ τὸ δεύτερον κεφάλαιον, τὸ ἔνταλμα μένει ἀκέραιον.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ κ. Δημητριάδου. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι πρέπει ν’ ἀποῤῥιφθῇ ἡ ἀνακοπὴ τοῦ κ. Βασιλείου Νικολοπούλου κατὰ τοῦ ἐντάλματος τῆς φυλακίσεως, ὅπερ ἐξέδωκεν ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπή, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κατὰ τὴν ἀπόφασίν σας τὴν χθεσινήν, ἕπεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἀναφορῶν· τὸ ζήτημα εἶναι ὅλως διόλου διάφορον τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐλύσατε πρὸ ὀλίγου. Ἔχετε ἤδη ὑπ’ ὄψιν σας τὴν ἔκθεσιν, ἧς ἀναγινώσκω μόνον τὸ συμπέρασμα. «Ὅθεν ἡ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπή, κρίνουσα διὰ τοὺς ἀνωτέρω λόγους πρόωρον τὴν περὶ ἧς πρόκειται αἴτησιν τοῦ κυρίου Ἰω. Τυπάλδου, ὡς πληρεξουσίου συνηγόρου τοῦ ἐν προφυλακίσει διατελοῦντος Βασ. Νικολοπούλου, λαμβάνει τὴν τιμὴν νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Ἔχει τις τὸν λόγον; (οὐδεὶς ἐγείρεται ν’ ἀγορεύσῃ). Ὁμοία εἶναι καὶ ἡ ἔκθεσις ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ κ. Βαλασσοπούλου, ὥστε καὶ ἐπὶ τῆς μιᾶς καὶ ἐπὶ τῆς ἑτέρας μίαν ψηφοφορίαν θὰ κάμωμεν.
§63ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι· διότι εἶναι δύω κεχωρισμένα δικαιώματα.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ ἐπιτροπή σας. «Ἐπειδὴ δὲ κατ’ οὐσίαν καὶ οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ ἐν προφυλακίσει διατελοῦντος Ἰω. Βαλασσοπούλου, οἱ ἐν τῇ περὶ ἧς πρόκειται ἰδίᾳ ἀναφορᾷ αὑτοῦ πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκτιθέμενοι, οὐδόλως διαφέρουσι κατ’ οὐσίαν ἐκείνων, ἡ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπὴ τὴν αὐτὴν ἐπ’ αὐτῆς προβάλλει γνώμην, ἐπὶ τῶν αὐτῶν λόγων στηριζομένην.»
§65ΧΟΪΔΑΣ. Ἐγὼ ἐνίσταμαι κατὰ τῆς τελευταίας ἐκφράσεως τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀντὶ νὰ τεθῇ «ἡ Βουλὴ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν», πρέπει ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ ν’ ἀποῤῥίψῃ καὶ τὰς δύω αἰτήσεις τοῦ τε Βαλασσοπούλου καὶ τοῦ Νικολοπούλου ὁριστικῶς. Τὴν μετάβασιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὡς δικαστικὸς καὶ κοινοβουλευτικὸς συνάμα, δὲν τὴν ἐννοῶ. Ἀπεφάνθημεν πρὸ ὀλίγου ὡς δικαστικὸν συμβούλιον, ἀπεῤῥίψαμεν τὴν ἀνακοπὴν τοῦ Νικολοπούλου, καὶ ἤδη ὡς δικαστικὸν συμβούλιον πρέπει ν’ ἀποφανθῶμεν καὶ ν’ ἀποῤῥίψωμεν καὶ τὰς δύω αὐτὰς ἀναφοράς. Ἐπὶ ἀναφορᾶς, ἥτις ὑποβάλλεται μὲν ὑπὸ τύπον ἀναφορᾶς, ἀλλ’ εἶναι ἀνακοπὴ κατὰ τοῦ ἐντάλματος τῆς φυλακίσεως, ἀνακοπὴ κατὰ τῆς ἰδίας ἡμῶν ἁρμοδιότητος καὶ δικαιοδοσίας, ὀφείλομεν κατηγορηματικῶς ν’ ἀποφανθῶμεν.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς γίνεται τροπολογία ὑπὸ τοῦ κ. Χοϊδᾶ, προτείνοντος ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ὅτι ἀποῤῥίπτει τὰς αἰτήσεις τῶν κυρίων Νικολοπούλου καὶ Βαλασσοπούλου. Λοιπὸν ἐρωτῶ τὴν Βουλήν· οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Χοϊδᾶ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§67ΧΟΪΔΑΣ. Ἤδη θὰ παρακαλέσω, κ. πρόεδρε, νὰ μοὶ δώσητε τὴν ἄδειαν νὰ εἴπω δύω λέξεις. Κύριοι βουλευταί, ὁ ὑψιπέτης ἀετός, ὁ ἀναβιβασθεὶς εἰς τὰ δυσανάβατα ὕψη τῆς ἀνθρωπίνης διανοίας, ὁ μέγιστος τῶν φιλοσόφων τῆς ἀρχαιότητος, ὁ Σωκράτης, κατηγορούμενος ἀδίκως, ἐφυλακίσθη. Ἐν ταῖς φυλακαῖς ἐσεβάσθη τὴν ἀπόφασιν τὴν ἄδικον τῆς πατρίδος του καὶ ἐν αὐταῖς ἔπιε τὸ κώνειον. Ὁ ἐναρετώτερος τῶν ὑπὸ τὸν ἥλιον ἐναρέτων, ὁ Φωκίων, συκοφαντηθείς, ἐφυλακίσθη ἐν ταῖς φυλακαῖς· ἐκεῖ ἐξεδόθη ἡ κατ’ αὐτοῦ ἄδικος ἀπόφασις, καὶ ἐκεῖ ἔπιε τὸ κώνειον. Ὁ Μιλτιάδης ὁ Μαραθωνομάχος, ὁ τρέψας εἰς φυγὴν τοὺς Πέρσας καὶ νικήσας, κατεδιώχθη ἀδίκως καὶ ἐκρατήθη ἐν ταῖς φυλακαῖς, ὅπου καὶ ἀπέθανεν. Ὁ γέρων στρατηγὸς τῆς Πελοποννήσου, ὁ Κολοκοτρώνης, ἐγερθεὶς κατὰ τῶν πιέσεων τῶν Βαυαρῶν, ἐφυλακίσθη ἐν Παλαμηδίῳ, δι’ αἰτίαν ἄδικον, καὶ κατεδικάσθη εἰς τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου. Οἱ Νικολόπουλος καὶ Βαλασσόπουλος, κατηγορούμενοι διὰ βδελυρὰ ἐγκλήματα, ἐρωτῶ ποῦ κρατοῦνται; (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Ἐν ταῖς φυλακαῖς τῶν ὑποδίκων τοῦ Γκαρμπολᾶ καὶ τοῦ Μενδρεσέ; ἐν ταῖς φυλακαῖς τοῦ Τριγγέτα; ποῦ; Ἀγνοῶ ποῦ κρατοῦνται. Ἀποτείνω τὴν ἐρώτησιν ταύτην καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς. Οἱ νόμοι εἶναι σεβαστοὶ ἀπέναντι πάντων, καὶ πάντες εἶναι ἴσοι ἀπέναντι τῶν νόμων. Ὁ τελευταῖος τῶν ὑπαλλήλων, δωροδοκούμενος, κρατεῖται ἐν ταῖς φυλακαῖς τοῦ Μενδρεσέ, καὶ ὁ πρῶτος τῶν λειτουργῶν τοῦ Κράτους περιφέρεται ἐλεύθερος! (Χειροκροτήματα ῥαγδαῖα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ ᾖναι ὁ τύπος τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς δικαιοσύνης, εἰσὶν οἱ προσβαλόντες τὴν ἀρετὴν καὶ τὴν δικαιοσύνην (χειροκροτήματα).
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία εἰς τὸ ἀκροατήριον. Ἂν ἐπαναληφθῶσιν αἱ ἀταξίαι, θὰ ζητήσω παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἐκκένωσιν τοῦ ἀκροατηρίου.
§69Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ κακὸν παράδειγμα ἔδωκε πρῶτον τὸ θεωρεῖον τῶν κυριῶν (δεικνύει τὸ θεωρεῖον).
§70ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, ὁ Νικολόπουλος καὶ ὁ Βαλασσόπουλος ἕως χθὲς ἐκυβέρνων τὴν πατρίδα κατὰ δυστυχίαν, ἀλλὰ τέλος πάντων τὴν ἐκυβέρνων καὶ ἦσαν ὑπουργοὶ τοῦ Κράτους. Σήμερον κατηγοροῦνται διὰ τὸ αἴσχιστον τῶν ἐγκλημάτων, κατηγοροῦνται ὅμως, καὶ ἐνόσῳ κατηγοροῦνται, ἐνόσῳ ἡ δικαιοσύνη δὲν ἀπεφάνθη, δὲν εἶναι ἐγκληματίαι, δὲν εἶναι κακοῦργοι· ἀπὸ τῆς στιγμῆς ὅμως, καθ’ ἣν ἀποφανθῇ ἡ δικαιοσύνη, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης εἶναι ἐγκληματίαι, καὶ δὲν ἔχουσι δικαίωμα οὔτε εἰς τὴν ἐπιείκειάν μας. Ἰδοὺ διὰ τί ἐνομίσαμεν ὅτι δὲν ἦτον ἀξιοπρεπὲς καὶ σύμφωνον μὲ τὸν σεβασμόν, τὸν ὁποῖον ὀφείλομεν πρὸς ἀλλήλους, ἐνόσῳ δὲν ἀποδειχθῇ ὅτι εἶνε ἀνάξιοι τοῦ σεβασμοῦ τούτου, νὰ κλείσωμεν τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς μεταξὺ τῶν κακούργων, μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, οὓς ἡ δικαιοσύνη ἐκήρυξεν ἐνόχους καὶ ἀναξίους πάσης ὑπολήψεως. Ἂν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ τὸ ἐναντίον, ἂν ἀποφασίσῃ ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, πρὶν γνωσθῇ ὅτι ἐπλημμέλησαν, εἶναι καταδικαστέοι, οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι παρεκάθησαν εἰς τὰ ἀνώτατα συμβούλια τοῦ κράτους καὶ ἀπεφάσιζον ὅ,τι οἱ νόμοι δίδουν τὸ δικαίωμα εἰς πᾶσαν Κυβέρνησιν ν’ ἀποφασίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ κατακλεισθοῦν μετὰ τῶν κακούργων, θέλει γείνει. Ἀλλὰ αὐτό, κύριοι, θεωρῶ ἐπιβλαβές, ἐπιβλαβέστατον· θὰ κάμῃ κακὴν ἐντύπωσιν καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτός, εἶναι ἐναντίον τῆς μετριοπαθείας καὶ τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς συμπολίτας μας, ὅστις πρέπει νὰ ἐμπνέῃ τὸ ἔθνος καὶ τὴν Βουλήν.
§71ΧΟΪΔΑΣ. Λυποῦμαι, διότι ὁ ἔντιμος κύριος πρωθυπουργὸς ἐξέφερε τὴν πλέον βλάσφημον καὶ τὴν πλέον ἀβάσιμον ἰδέαν· ὁ Νικολόπουλος καὶ ὁ Βαλασσόπουλος διῴκουν χθὲς τὸ Κράτος, ἀνεβιβάσθησαν εἰς τὰ ὕπατα ἀξιώματα τῆς πολιτείας καὶ δὲν πρέπει νὰ κρατῶνται μεταξὺ ἄλλων κακούργων κρατουμένων ἐν ταῖς φυλακαῖς. Οἱ κακοῦργοι ἐκεῖνοί εἰσιν ὑπόδικοι, ὑπάρχει δὲ δι’ αὐτοὺς ἡ αὐτὴ πρόληψις, ἡ ὁποία ὑπάρχει καὶ διὰ τὸν Βαλασσόπουλον καὶ τὸν Νικολόπουλον, ὅτι μέχρις ἐκδόσεως ἀποφάσεως, πληττούσης αὐτούς, αὐτοὶ εἶναι ἐπίσης ἀγαθοὶ καὶ τίμιοι. Ὁ χθὲς καταβὰς τῆς ἕδρας τοῦ πρωθυπουργοῦ Τρικούπης εἶναι κατώτερος τοῦ Βαλασσοπούλου καὶ τοῦ Νικολοπούλου; καὶ ἐν τούτοις ὁ Τρικούπης ἐκρατήθη ἐν ταῖς φυλακαῖς τοῦ Τριγγέτα. Ὁ Δεληγεώργης, ὁ τετράκις κυβερνήσας τὸ Κράτος, ποῦ ἐκρατήθη; ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ, ἢ ἐν τῷ Μενδρεσέ; Ὁ χθὲς καταβὰς τῆς ἕδρας τοῦ ὑπουργοῦ Καλλιφρονᾶς ποῦ ἐκρατήθη; Τοσοῦτοι ἔνδοξοι πολῖται, κατηγορούμενοι οὐχὶ δι’ ἐγκλήματα βρωμερὰ, ἀλλὰ διὰ τὸν ἁγνὸν καὶ ἄδολον πατριωτισμόν των, ἐκρατήθησαν ἐν ταῖς φυλακαῖς· καὶ οἱ κατηγορούμενοι, ἔστω καὶ ἀθῶοι, ἐπὶ δωροδοκίᾳ, τὴν ὁποίαν οἱ πατέρες ἡμῶν ἐτιμώρουν μὲ θάνατον, κρατοῦνται ἐν μεγάροις. Θέλετε τοιαύτην νὰ ἐφαρμόσητε ἀρχήν! Μνησθῆτε τοῦ γέροντος Κολοκοτρώνη, τοῦ στρατηγοῦ τῆς Ἑλλάδος, τοῦ νικήσαντος τοὺς ἐχθροὺς εἰς 167 μάχας, ποῦ ἐκρατήθη; Ἐν Παλαμηδίῳ, καὶ ἐκεῖ ἐστέναζεν, οὐχὶ διὰ βρωμερὰ ἐγκλήματα, ἀλλὰ διὰ τὰ εὐγενῆ αἰσθήματα τῆς μεγάλης στρατιωτικῆς καρδίας του. Ἐφαρμόσατε λοιπὸν τὴν ἀρχὴν αὐτὴν δι’ ὅλους τοὺς προφυλακισμένους, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ὑπάρχει πρόληψις ὅτι εἶναι ἀθῶοι. Ἀλλὰ ὅταν καθιεροῖτε τοιαύτην ἀρχὴν, ἀναμνησθῆτε ὅτι ταύτην ὁ Βαλασσόπουλος καὶ ὁ Νικολόπουλος, αὔριον ἴσως ἀνερχόμενοι εἰς τὰ ὕπατα ἀξιώματα τῆς πολιτείας, δὲν θέλουν ἐφαρμόσει, προκειμένου περὶ ὑμῶν, ἀλλὰ θέλουσι πάλιν ἐγκλείσει ὑμᾶς αὖθις εἰς τὴν Ζαρνάταν καὶ εἰς τὸν Μενδρεσέ. (Χειροκροτήματα ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ).
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία εἰς τὸ ἀκροατήριον· ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι θέατρον. Ἄν ἐπαναληφθῶσιν αἱ ἀταξίαι, θὰ ζητήσω τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς πρὸς ἐκκένωσιν τῶν ἀκροατηρίων.
§73ΧΟΪΔΑΣ. Ἐὰν, ἔντιμε πρωθυπουργὲ τῆς Ἑλλάδος Ἀλέξανδρε Κουμουνδοῦρε, δὲν κατίσχυον αἱ ἰδέαι τοῦ ἔθνους, ἐγερθέντος κατὰ τῶν ἀσεβησάντων πρὸς τοὺς νόμους του, ἀλλὰ κατίσχυον αἱ ἰδικαί των, Σὺ δὲν θὰ ἐκάθησο εἰς τὴν ἕδραν αὐτὴν, ἀλλὰ θὰ ἔθνησκες τὸν φοβερώτερον τῶν θανάτων. Ἐπικαλοῦμαι τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ φίλου μου κυρίου Ζαΐμη. Ἐνθυμεῖσθε, κύριε πρόεδρε, ὅτε σεῖς ἀπεχωρήσατε τοῦ περιβόλου τούτου καὶ ὅτε ὁλόκληρον τὸ ἔθνος ἠγέρθη κατὰ τῶν ἀσεβησάντων πρὸς τοὺς νόμους τῆς πατρίδος, τί σᾶς παρήγγειλαν; «Εἴπατε τῷ Ζαΐμῃ νὰ ἡσυχάσῃ, διότι τὸ ἀνθρώπινον κρέας θὰ πωληθῇ πέντε λεπτὰ τὸ καντάρι».
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐῤῥέθη τοῦτο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἀλλ’ οὐδεὶς τὸ παρήγγειλεν εἰς ἐμὲ προσωπικῶς.
§75ΧΟΪΔΑΣ. Οἱ νόμοι ἀπέναντι πάντων, ἔστω καὶ τῶν ἀναβάντων εἰς τὰ ἀνώτερα ἀξιώματα, εἰσὶ σεβαστοί. Πᾶς ἐγκληματίας, ἔστω καὶ Αὐτοκράτωρ, εἶναι ἴσος ἐνώπιον τοῦ νόμου· κατὰ ἑκατονταπλάσιον δὲ λόγον, οὗτος ὀφείλει νὰ ὑποκύψῃ, ὡς διοικήσας τὴν πατρίδα καὶ ὡς ἔχων καθῆκον καὶ νὰ ᾖναι ἠθικώτερος καὶ δικαιότερος, καὶ νὰ δεικνύῃ περισσότερον σεβασμὸν πρὸς τοὺς κειμένους νόμους.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§77ΧΟΪΔΑΣ. Θέλω ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
§78ΣΟΥΤΣΟΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα κοινοβουλευτικόν.
§79ΧΟΪΔΑΣ. Ἐπὶ μιᾶς τοιαύτης παραβάσεως τῶν κειμένων νόμων, κάμνω πρότασιν, νὰ ἐπιβάλῃ ἡ Βουλὴ τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ τὸν εἰσαγγελέα τῶν πλημμελειοδικῶν, εἰς τὸν ὁποῖον ἐνεπιστεύθη ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἀνακριτικὴ τὴν φυλάκισιν τῶν δύω κατηγορουμένων, νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, ὅπως ἐκπληροῖ τοῦτο ἀπέναντι τοῦ τελευταίου πολίτου.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χοϊδᾶς προτείνει, ἵνα ἡ Βουλὴ προσκαλέσῃ τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπιβάλῃ τὸ καθῆκον εἰς τὸν εἰσαγγελέα νὰ ἐκπληρώσῃ ὡς πρὸς τοὺς δύω πρώην ὑπουργοὺς Βαλασσόπουλον καὶ Νικολόπουλον ὅ,τι καὶ ἐπὶ τῶν λοιπῶν κατηγορουμένων πολιτῶν.
§81ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ἡ Βουλὴ πρὸ ὀλίγου ἔδωκε περιφανὲς δεῖγμα τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς εἰς τὴν δικαστικὴν ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς, οὐ μόνον μὴ ψηφίσασα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐζήτησαν οἱ κατηγορούμενοι, ἀλλά, ἐπειδὴ εὗρε τὸ ἐκδοθὲν ἔνταλμα ἔγκυρον κατὰ τοὺς ἐξωτερικοὺς τύπους, ἐνέκρινε καὶ τὴν προφυλάκισιν, τὴν ὁποίαν παρήγγειλεν. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν ἀνήκει καὶ ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἀφορώντων τὴν προφυλάκισιν αὐτῶν. Ὅ,τι δήποτε ἔπραξεν ἡ ἐπιτροπὴ πρέπει νὰ θεωρήσωμεν καλῶς πεπραγμένον, μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἔλθῃ αὕτη ἐνώπιόν μας καὶ καταθέσῃ τὴν ἐντολήν της, ζητήσῃ δὲ τὴν ψῆφον ἡμῶν ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς σπουδαίας ἐντολῆς, ἣν ἀνεθέσαμεν εἰς αὐτήν. Μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης δὲν ἔχομεν νὰ ἐπεμβῶμεν εἰς οὐδέν, οὔτε εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, οὔτε εἰς τὰς λεπτομερείας αὐτῆς. Δὲν εἶναι ἑπομένως ὀρθὸν δι’ ἡμᾶς νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, καὶ προτείνω νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§82ΧΟΪΔΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν, διότι τὸ αὐτὸ ἔκαμα καὶ διὰ τὸν κ. Πετιμεζᾶν, ἠρώτησα τὴν Βουλὴν ἂν ἐπιτρέπῃ νὰ ὁμιλήσῃ. Λοιπὸν ἐρωτῶ, ἐπιτρέπετε νὰ λάβῃ τὸν λόγον ὁ κ. Χοϊδᾶς; Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ὁμιλήσῃ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παραδέχθη.
§84ΧΟΪΔΑΣ. Λυποῦμαι διότι ὁ ἀξιότιμος φίλος μου Μαυρομαρᾶς μὲ παρεξήγησε. Συνδέομαι μετὰ τῶν μελῶν τῆς δικαστικῆς ἐπιτροπῆς διὰ φιλίας στενῆς καὶ συγγενείας· τὸ ἓν τῶν μελῶν εἶναι πρῶτός μου ἐξάδελφος. Δὲν ἠθέλησα νὰ κακίσω τὴν ἐπιτροπήν, τὴν ὁποίαν ἐκτιμῶ, καὶ διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν θρησκευτικῶν τῶν καθηκόντων τῆς ὁποίας ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν, ἀλλὰ κακίζω τὸν εἰσαγγελέα, ὅστις, παρὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, ἐξέβαλε τῶν φυλακῶν τοὺς ὑποδίκους Βαλασσόπουλον καὶ Νικολόπουλον. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐξέδοτο τὸ ἔνταλμα τῆς προφυλακίσεως καὶ διέταξε τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος· δικαστικὸς δὲ κλητήρ, ὁ Φαρμακόπουλος, ἐξετέλεσε τὸ ἔνταλμα τοῦτο, παραδοὺς τοὺς ὑποδίκους εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ἐπιστάτου τῶν ἐξεταστικῶν φυλακῶν Γκαρπολᾶ. Τί ἐγένετο μετ’ ὀλίγον; οἱ ὑπόδικοι ἐκεῖνοι ἐξεβλήθησαν τῶν φυλακῶν τῇ διαταγῇ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν. Τὴν ἐπιτροπὴν λοιπὸν κακίζω, τὴν πρᾶξιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἢ τὴν πρᾶξιν τοῦ εἰσαγγελέως; Ἔχω λοιπὸν δίκαιον νὰ ζητῶ, ἵνα ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ νὰ ὑποχρεωθῇ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐκδώσῃ διαταγὴν πρὸς τὸν εἰσαγγελέα τῶν Πλημμελειοδικῶν διὰ τὴν ταχεῖαν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς; Ἐπιμένω ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ· καὶ μόνος ἐὰν μείνω, θὰ σεβασθῶ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν θ’ ἀσπασθῶ αὐτήν, ἀλλὰ τὴν ἰδέαν, ἐκ τῆς ὁποίας ὁρμώμενος ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ ψέξω τὴν πρᾶξιν τοῦ εἰσαγγελέως καὶ διὰ νὰ δείξω εἰς τὴν Βουλὴν πῶς παραβιάζονται αἱ ἀποφάσεις αὐτῆς καὶ οἱ κείμενοι Νόμοι.
§85ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ εἰσαγγελεὺς δὲν πταίει.
§86ΧΟΪΔΑΣ. Τίς ὁ πταίων;
§87ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς.
§88ΧΟΪΔΑΣ. Καὶ πῶς παρενέβητε σεῖς μεταξὺ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς;
§89ΤΙΝΕΣ. Αὔ! Αὔ!
§90ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ εἰσαγγελεύς, κύριοι, ἐνήργησε τῇ συγκαταθέσει μας. Ἐπρόκειτο περὶ ἀνθρώπων οὐχὶ καταδεδικασμένων, ἀλλὰ περὶ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια ὥστε νὰ μὴ φυγοδικήσουν, νὰ ᾖναι πάντοτε ἕτοιμοι νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν δικαιοσύνην. Ὁ εἰσαγγελεὺς δὲν ἐφήρμοζε νέαν ποινήν, ἀλλ’ ἐφήρμοζε μέτρα διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ δίκη· διὰ τοῦτο ὁ εἰσαγγελεύς, τῇ συγκαταθέσει μας, κατὰ παραγγελίαν μας, δὲν τοὺς ἔβαλεν ὁμοῦ μὲ τοὺς ἄλλους ὑποδίκους. Ἑπομένως, ἂν τῷ ὄντι ἡ πρᾶξις τοῦ εἰσαγγελέως αὐτὴ ᾖναι ψεκτέα, ἂν τῷ ὄντι ἀνέλαβεν εὐθύνην ὁ εἰσαγγελεὺς, διὰ τὴν πρᾶξιν αὐτὴν εἴμεθα ἡμεῖς ὑπεύθυνοι, καὶ ὄχι ὁ εἰσαγγελεὺς.
§91ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ πρόθεσις τοῦ κυρίου Χοϊδᾶ εἶναι ἀξιέπαινος· ὡμίλησεν ὑπὲρ τοῦ νόμου, ἀξιέπαινος, ἀξιεπαινότατος ὁ κ. Χοϊδᾶς. Ἡ πρότασίς του ὅμως, κύριοι, καὶ ἀποτείνομαι εἰς τὴν συνείδησιν ὅλων σας, δὲν μᾶς θέτει εἰς δύσκολον θέσιν; Κατὰ πρῶτον μᾶς εἶπον ὅτι δὲν ἠξεύρουν ποῦ εὑρίσκονται οἱ ὑπόδικοι, ἀλλὰ κατόπιν διευκρίνησαν καθαρῶς ὅτι οἱ ὑπόδικοι οὗτοι δὲν εὑρίσκονται εἰς τὰς φυλακάς· κατόπιν ἡ Κυβέρνησις ἀποδέχεται ὅτι τῇ προτροπῇ της, τῇ διαταγῇ της, τῇ συναινέσει της, οἱ ὑπόδικοι εὑρίσκονται ὅπου εὑρίσκονται. Δὲν περιπλέκεται περισσότερον τὸ ζήτημα; Θὰ ψηφίσωμεν ὅτι οἱ ὑπόδικοι καλῶς εὑρίσκονται ὅπου εὑρίσκονται; ψηφίζομεν φανερὰ τὴν παράβασιν τοῦ νόμου. Θὰ ψηφίσωμεν ὅτι πρέπει νὰ μείνωσιν εἰς τὰς φυλακὰς τῶν ὑποδίκων; ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ μία ψῆφος κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχομεν κατὰ νοῦν νὰ δώσωμεν, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, θὰ παρεξηγηθῇ ἀκόμη, καὶ κυρίως δι’ ἐμὲ καὶ δι’ ἐσὲ, κύριε Χοϊδᾶ, οἱ ὁποῖοι ἐπάθαμεν ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους. Δὲν θὰ παρεξηγηθῇ ἡ ψῆφός μας αὕτη, ὅτι εἶναι ψῆφος ἐκδικήσεως; Ἰδοὺ ἡ δύσκολος θέσις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα· ἡμεῖς ὑποθέτομεν ὅτι εἶναι καὶ αὐτοὶ ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νόμου.
§92ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι πολλαὶ φυλακαί· ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νόμου εἶναι καὶ ἄλλαι φυλακαί.
§93ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἠξεύρω ἂν κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας ἐγένοντο νέαι φυλακαί. Ἂν τοῦτο ἐπράξατε, εἶσθε ἐντὸς τοῦ νόμου· ἂν ὅμως εὑρίσκωνται κατὰ προτίμησιν τῶν ἄλλων ὑποδίκων, εἶσθε ἐκτὸς τοῦ νόμου. Ἡ Βουλὴ, νομίζω, δὲν πρέπει ν’ ἀποφανθῇ διὰ τῆς ψήφου της ἂν καλῶς ἢ κακῶς κρατοῦνται ὅπου κρατοῦνται· ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην, ἂς μείνωμεν ἕως ἐκεῖ. Νομίζω, ὅτι μὲ ἐνόησεν ὁ κ. Χοϊδᾶς· εἶναι ἀρκετὰ ἄδικον νὰ εἴπωμεν διὰ τῆς ψήφου μας, ἠμπορῶ, Βαλασόπουλε καὶ Νικολόπουλε, νὰ σὲ ῥίψω εἰς τοῦ Γκαρμπολᾶ.
§94ΧΟΪΔΑΣ. Ἂν τὸ αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης καλῆται αἴσθημα ἐκδικήσεως, ἂν τὸ αἴσθημα τοῦ ἀκραιφνοῦς πρὸς τοὺς νόμους καὶ πρὸς τὴν πατρίδα ἔρωτος καλῆται ἐκδίκησις, ἂς κληθῶ φιλέκδικος. Προκαλῶ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, καὶ ἂν μόνος μείνω, θὰ εἴπω μετὰ τοῦ Dante, sed io sol uno m'apparecchiava a sostener la guerra.»
§95ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εὑρίσκονται ἐν φυλακῇ, φρουροῦνται ὑπὸ στρατιωτῶν, καὶ κατὰ συνέπειαν ἐκπληροῦνται ὅλαι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου. Ἂν δὲ ᾖναι εἰς αὐτὴν ἢ ἐκείνην τὴν φυλακὴν, εἶναι ἀδιάφορον.
§96ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ἡ ποινικὴ δικονομία τὸ ἐπιτρέπει.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χοϊδᾶς ἐπιμένει;
§98ΧΟΪΔΑΣ. Μέχρι τελευταίας πνοῆς μου, κύριε Πρόεδρε.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὁ κ. Μαυροκορδάτος ἐπρότεινε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, θὰ προτάξω τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Μαυροκορδάτου ὡς ἀπωτέραν. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§100ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Παρεδέχθημεν τὴν πρότασιν, καὶ εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ τὴν παραδεχθῶμεν· οὐχ ἧττον ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ μὴ λησμονήσῃ ὅτι ὑπεράνω τῶν πράξεών μας ὑπάρχει ἡ κοινὴ γνώμη, ἡ ὁποία συμμερίζεται τὰ αἰσθήματά μας.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἔπρεπε νὰ τὸ εἰπῆτε προτήτερα. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς κ.λ.π. διὰ τὸ 1875).
§102Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, περὶ τῆς φορολογίας τῶν προϊόντων. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι ἡ προπαρελθοῦσα Κυβέρνησις ἠλάττωσε πάντας τοὺς δημοσίους φόρους· οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους ἠλάττωσαν τοὺς φόρους τούτους εἶναι γνωστοί, καὶ ἑπομένως νομίζω περιττὸν νὰ κάμω λόγον περὶ τούτου. Ἀλλὰ μετὰ τὴν προπαρελθοῦσαν Κυβέρνησιν ἡ παρελθοῦσα παραδέχθη, ἂν δὲν λανθάνωμαι, τὴν ἐλάττωσιν, τὴν ὁποίαν ἡ προπαρελθοῦσα ἔκαμε. Πρὶν ἢ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ἂν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους ἐπιτρέπῃ τὴν ἐλάττωσιν αὐτήν, καὶ ποῖα ὑπῆρξαν, ὡς ἔγγιστα, τῆς ἐλαττώσεως αὐτῆς τὰ ἀποτελέσματα. Παρακαλῶ τὸν κύριον ὑπουργόν, ἂν εὐαρεστῆται, νὰ μᾶς δώσῃ μίαν πληροφορίαν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.
§103ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ προλαλήσας ἐρωτᾷ ἂν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ τόπου ἐπιτρέπῃ ἐλάττωσιν φόρων. Ἀλλὰ μοῦ φαίνεται ὅτι ἡ ἐρώτησις εἶναι σόλοικος, διότι ἐλάττωσις φόρων ὑποθέτει ὕπαρξιν φόρων, ἀφ’ ὧν γίνεται ἀφαίρεσίς τις· ἀλλὰ φόροι δὲν ἦσαν ἐπιβεβλημένοι εἰς τὸν τόπον. Ὅτε ἡμεῖς ἀνελάβομεν τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου, εὕρομεν τὴν νομοθεσίαν αὐτοῦ ἐλλειπῆ, καὶ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς φορολογίαν εἰμὴ δι’ ἐκτάκτου τινὸς μέτρου. Ἐσκέφθημεν κατὰ τίνα τρόπον ὠφείλομεν νὰ προβῶμεν εἰς τοιοῦτον μέτρον, καὶ ἐνομίσαμεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιβάλωμεν οὐδὲ ὀβολόν, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου νὰ μὴ ὑπάρχῃ καθαρῶς ἐκπεφρασμένη ἡ γνώμη τοῦ ἔθνους· ἡ δὲ γνώμη τοῦ ἔθνους διετέλει ἐν ἀμφιβολίᾳ ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῆς φορολογίας, τὸ ὁποῖον ἐπεβάλλετο κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη. Τὴν ἀμφιβολίαν δὲ ταύτην εἶχον ἐκδηλώσει οὐχὶ βεβαίως οἱ ψευδεῖς νόμοι, ἀλλ’ αἱ προτάσεις αἱ γενόμεναι εἰς τὴν Βουλὴν περὶ ἐλαττώσεως τῶν φόρων, καὶ ὁ τρόπος καθ’ ὃν ὁποῖον ἡ Βουλὴ εἶχεν ἀποδεχθῆ αὐτὰς πρὶν ἔτι διατελέσῃ ἐν μὴ ἀπαρτίᾳ. Ὑπῆρχε λοιπὸν ἔκφρασις τοῦ τόπου οὐχὶ ἐπίσημος, ἀλλὰ διάθεσις προδήλως ἐκδηλωθεῖσα, ὅτι οἱ φόροι εἶναι ὑπέρογκοι. Ἐνομίσαμεν δὲ ὅτι δὲν ἐπετρέπετό ποτε διὰ μέτρου ἐκτάκτου, χρῄζοντος μεταγενεστέρας ἐπεψηφίσεως τῆς Βουλῆς, νὰ ἐπιβληθῇ φόρος, ὅστις δὲν ἦτο πιθανὸν ὅτι ἦτον ἀποδεκτὸς ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ ἔθνους· τοσούτῳ δὲ μᾶλλον δὲν ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν τοῦτο, καθ’ ὅσον ἡ Βουλὴ συνερχομένη ἐντὸς τοῦ 1875 ἠδύνατο, ἂν δὲν ἐνόμιζεν αὐτοὺς ἀρκετούς, νὰ συμπληρώσῃ τὸ ἐλλεῖπον. Ἀλλ’ ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος τοιαύτης συμπληρώσεως, διότι φρονῶ ὅτι ἡ κατάργησις τῆς δεκάτης εἶναι χειραφεσία τοῦ τόπου, καὶ ὅτι ἡ φορολογία, ὅπως ἐπεβλήθη παρ’ ἡμῶν, οὐχὶ μόνον καλῶς ἔχει, ἀλλὰ χρῄζει ἀναθεωρήσεως, ὅπως ἐλαττωθῇ.
§104Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πιθανὸν ὅσα εἶπον, κ. Τρικούπη, νὰ ᾖναι σόλοικα, ἀλλὰ καὶ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης δὲν τὰ ἐννοῶ. Λέγετε, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεμία διάταξις, ἀφοῦ ἐθεωρήθησαν οἱ ψευδεῖς νόμοι ὡς μὴ ὑπάρχοντες, καὶ ὅτι ὑπῆρχε μία ἰδέα περὶ ἐλαττώσεως τῶν φόρων. Ἀδιάφορον πῶς ἐξηγεῖτε τὴν ἰδέαν μου· ἐγὼ ἐρωτῶ μόνον τοῦτο, οἱ φόροι ἐλαττωθέντες συμβιβάζονται μὲ τὴν οἰκονομικὴν τοῦ κράτους κατάστασιν; ποῖα ὑπῆρξαν τ’ ἀποτελέσματα; Εἶπον δὲ ὅτι τὰς διατάξεις τῶν ψευδῶν νόμων ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν τῶν προϊόντων τῆς γῆς τὰς παρεδέχθη καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη, τὸ ὁποῖον δὲν ἤρεσε. Τώρα ἂν ἡ πεποίθησίς του ᾖναι τοιαύτη, τοῦτο εἶναι ἀδιάφορον εἰς ἐμέ, διότι ἡ Βουλὴ θ’ ἀποφασίσῃ περὶ αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Ἐγὼ θέλω νὰ μάθω τὰ ἀποτελέσματα τοῦ γεγονότος αὐτοῦ.
§105Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὰ ἀποτελέσματα ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων, συνάδελφος καὶ ἐξάδελφός μου, θέλει τὰ ἰδεῖ μετ’ ὀλίγον, ὅτε θὰ ὑποβληθῇ ὁ προϋπολογισμός, ὁ ὁποῖος σήμερον εἶναι ἀπολογισμὸς, ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Σήμερον βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκπληρώσωμεν ἡμεῖς δι’ ἀριθμῶν τὴν ἐπιθυμίαν του αὐτὴν, διότι ἤδη δὲν διευθύνομεν τὸ ὑπουργεῖον.
§106Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ τὸν ὑπουργὸν ἐρωτῶ.
§107Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι ὑπεύθυνος. — Εἰς ὅσα δὲ εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης ἀπὸ τοῦ βήματος, προσθέτω ἀκόμη καὶ τοῦτο, ὅτι, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡμεῖς ἀνελάβομεν τὴν διοίκησιν τῶν πραγμάτων τῆς πολιτείας, αἱ πλεῖσται δημοπρασίαι εἰς τὰς πεδινὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους εἶχον τελειώσει· ἐπίσης εἶχε τελειώσει εἰς πλείστας ἐπαρχίας, καὶ πρὸ πάντων εἰς τὰς πεδινὰς ἐπαρχίας, καὶ ἡ δήλωσις τῶν ζώων, οἱ δὲ ποιμένες ἀνεχώρουν ἀπὸ τὰ πεδινὰ μέρη πρὸς τὰ ὀρεινὰ, καὶ γνωρίζετε ὅλοι ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἀναχωρήσεως οἱ εἰσπράκτορες εἰς τὸν τόπον τῆς διαμονῆς τοὺς ἐκβιάζουν εἰς πληρωμὴν τῶν φόρων, καὶ οἱ φόροι εἰς πλεῖστα μέρη εἶχον δηλωθῆ. Αὐτὴ ἦτον ἡ κατάστασις ἡ ἔκρυθμος, εἰς τὴν ὁποίαν ἡμεῖς εὕρομεν τὰ πράγματα. Κοντὰ εἰς ὅλας τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας εἴχομεν, ἐνομίζαμεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναλάβωμεν μίαν εὐθύνην μεγάλην ἀπέναντι τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀπέκτησαν οἱ πολῖται· ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶναι μία ἀπὸ τὰς ἰδέας τὰς πρωτίστας τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου ἡ κατάργησις τῆς δεκάτης. Τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης τὴν θεωροῦμεν ἴσην μὲ τὴν χειραφέτησιν τοῦ τόπου, καὶ διότι ἀκόμη ἐθεωρήσαμεν, εἰς ἣν κατάστασιν εὑρίσκεται ὁ τόπος καὶ ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν, δὲν συνέφερε νὰ κανονίσωμεν μίαν νέαν κατάστασιν πραγμάτων· διὰ τοῦτο παρεδέχθημεν, δυνάμει τοῦ διατάγματος, ὁ μὲν φόρος ὁ ἔγγειος νὰ ὁρισθῇ εἰς 7%, ὁ δὲ φόρος τῶν ζώων εἰς 25 λεπτὰ. Δὲν δύναμαι δὲ σήμερον νὰ εἴπω ποῖον θὰ ᾖναι ἢ ποῖον δὲν θὰ ᾖναι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1875· ὑποθέτω ὅτι θὰ ᾖναι ἓν μιλλιούνιον ἢ κάτι τι παραπάνω.
§108Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐρωτῶ τὸν ὑπουργόν.
§109ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. Πετιμεζᾶς δὲν ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμῃ τὴν ἐρώτησιν αὐτὴν, ἐὰν ἐπρολάμβανε τὸ προεδρεῖον νὰ τυπώσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον χθές.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἦτο δυνατόν.
§111ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ, διότι αὐτὰ εἶναι ἀρκετὰ ἐκτεταμένα, διὰ τοῦτο εὑρέθη δικαίως εἰς τὴν ἀμφιβολίαν ταύτην· ἔρχομαι δὲ ἐγὼ, ὁ ὁποῖος συνέταξα καὶ καθυπέβαλον αὐτὸν, νὰ δώσω τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ζητεῖ. Ὁ προϋπολογισμὸς, κύριοι, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλον, στηρίζεται εἰς τὰ μέχρι τοῦδε γνωστὰ ἀποτελέσματα, τόσον ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα ὡς καὶ πρὸς τὰ ἔξοδα, κατὰ τὰς σημειώσεις, τὰς ὁποίας μοὶ ἔδωκαν τὰ ἁρμόδια τμήματα τοῦ τε ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν ἄλλων ὑπουργείων. Κατὰ τὸ τελικὸν ἐξαγόμενον, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1875 παρουσιάζει ἔλλειμμα ἀνώτερον τῶν 4,000,000· ἐὰν δηλ. ἀφ’ ἑνὸς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἕως τώρα ἐβεβαιώθησαν καὶ πρόκειται κατὰ πᾶσαν πιθανότητα νὰ εἰσπραχθῶσι μέχρι τέλους τῆς χρήσεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὰς βάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐτέθησαν μέχρι τοῦδε, πρόκειται νὰ πραγματοποιηθῶσι μέχρι τέλους τοῦ ἔτους, λέγω, ὅτι τὸ ἔλλειμμα θέλει εἶσθαι 4 ἑκατομμύρια. Αὐτὴ εἶναι, κύριοι, ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις. Βεβαίως μία τοιαύτη οἰκονομικὴ κατάστασις, ἓν τοιοῦτον οἰκονομικὸν ἀποτέλεσμα, οὐδεμίαν ἐλάττωσιν φόρων ἐπιτρέπει· ἀλλ’ ἡ ἐλάττωσις τῶν φόρων τούτων, καθὼς ὅλοι γνωρίζομεν, εἶχε γείνει ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Βούλγαρη καὶ εἶχε ψηφισθῆ εἰς μίαν ἀπὸ τὰς ἀντισυνταγματικὰς ἐκείνας συνόδους τῆς Βουλῆς. Ὁ φορολογικὸς νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ ἐλάττωσις αὕτη ἐγένετο, ἐθεωρήθη ἄκυρος ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον Τρικούπη, ἀλλὰ διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους καὶ ὁ κ. Τρικούπης καὶ ὁ κ. Πετιμεζᾶς σᾶς ἐξέθηκαν, ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ μὴ ἐπανέλθῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, ἀλλὰ νὰ διατηρήσῃ τὴν ἐλάττωσιν ὅπως αὕτη ἐψηφίσθη ἀπὸ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν. Περὶ τούτου δὲν ἀνήκει εἰς ἐμὲ νὰ εἴπω τι περισσότερον, διότι νομίζω, ὅτι εἶναι ἀρκεταὶ αἱ ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας οἱ ἐνεργήσαντες τὴν τοιαύτην ἐλάττωσιν ἔδωκαν.
§112ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς εἰπῆτε ἂν ἐκυρώθη ὁ νόμος ὁ περὶ ψευδῶν νόμων;
§113ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἐκυρώθη ἢ εἶναι ὑπ’ ὄψιν τοῦ Βασιλέως.
§114ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, παρὰ διὰ νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν προσδιωρίσαμεν, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ προβῶμεν εἰς τρίτην συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, ἀλλὰ νὰ σταματήσωμεν....
§115ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐνδεχόμενον νὰ ᾖναι εἰς τὸ ὑπουργεῖον, νὰ ἐπεστράφη· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐπῆγα μετὰ μεσημβρίαν εἰς τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἰδῶ.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ περὶ κυρώσεως τοῦ διατάγματος περὶ τῆς ἀπαριθμήσεως τῶν ζώων τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἔχει τις τὸν λόγον; Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μοναδικὸν ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν βʹ. ἀνάγνωσιν τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Γερμανίας. Συμφώνως μὲ τὴν παρατήρησιν τοῦ κυρίου Δεληγεώργη, δὲν μεταβαίνομεν εἰς τὴν γʹ. ἀνάγνωσιν οὐδεμιᾶς συμβάσεως· ἀλλὰ ἡ βʹ. ἀνάγνωσις τῆς μετὰ τῆς Γερμανίας συμβάσεως ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τῆς συμβάσεως παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κύριοι, δὲν μεταβαίνομεν εἰς τὰς λοιπὰς συμβάσεις, διότι ἅπασαι εἶναι εἰς γʹ. ἀνάγνωσιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 6 παρὰ 20/60.