1875.11.04
711 στίχοι · 5.676 λέξεις · 111 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 33
Τῆς 4 Νοεμβρίου 1875.
(Πέμπτη).
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἀπὸ τοῦ προεδρείου δὲν ἀκούονται ἴσως τὰ πρακτικά, καὶ ἂν δὲν ἀκούητε, σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸ εἰπῆτε, διὰ νὰ ἀναγνωσθῶσιν ἀπὸ τοῦ βήματος. Τὸ κατάστημα δὲν βοηθεῖ εἰς τὴν ἀκουστικήν, καὶ ἂν δὲν ἡσυχάσητε, δὲν θ’ ἀκούσητε τίποτε.
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ἀπὸ τοῦ βήματος ν’ ἀναγνωσθῶσιν. (Ἀναγινώσκει τὰ πρακτικὰ ὁ γραμματεύς).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§4ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Νὰ σημειωθῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς «ὁ βουλευτὴς Κραναίας», οὐχὶ ὁ Σάμης.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα διορθοῦται «ὁ βουλευτὴς Κραναίας».
§6ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, περὶ τῆς ἀναγνώσεως τῆς τελευταίας ἀναφορᾶς τοῦ Βαλασσοπούλου δὲν γίνεται λόγος εἰς τὰ πρακτικά.
§7ΧΟΪΔΑΣ. Ἀπεφασίσθη νὰ σταλῇ καὶ αὐτὴ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ ν’ ἀποφανθῇ καὶ ἐπ’ αὐτῆς ὡς καὶ ἐπὶ τῆς πρώτης ἀναφορᾶς τοῦ κ. Βαλασσοπούλου. (Ἀναγινώσκει ὁ γραμματεὺς τὴν γενομένην περὶ τούτου προσθήκην).
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα ἀντίῤῥησις;
§9ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Οἱ κύριοι Κωσταντᾶς καὶ Λιδωρίκης νὰ δώσωσι τὸν ὅρκον. (Γίνεται ἡ ὁρκωμοσία). Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἔπεμψε τὰ ἔγγραφα τῆς ἐπαναληφθείσης ἐκλογῆς τοῦ δήμου Ἀμβρακίας τῆς ἐπαρχίας Βάλτου. Τὰ πρακτικὰ ταῦτα φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ σταλῶσιν εἰς τὸ ἴδιον τμῆμα, εἰς ὃ ἔλαχεν ἡ ἐκλογή. Κατὰ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ Κανονισμοῦ, «ἐὰν ἐντὸς τῆς Βουλευτικῆς περιόδου συμπέσῃ νὰ γείνωσι κατὰ μέρος νέαι ἐκλογαί, ἡ ἐξέλεγξις αὐτῶν παραπέμπεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς διὰ κλήρου εἰς ἓν τῶν συστηθέντων κατὰ τὸ 2 ἄρθρον τμημάτων.» Λοιπὸν ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ἂν θὰ ἐφαρμόσῃ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἢ θὰ ἀκολουθήσῃ τὴν μέχρι τοῦδε νομολογίαν της, καθ’ ἣν ὅτε δὲν πρόκειται περὶ νέας ὅλως ἐκλογῆς, ἡ ἐν μέρει ἐκλογὴ παραπέμπεται εἰς τὸ αὐτὸ τμῆμα, ὅπερ ἐξήτασε τὴν πρώτην. Ἀλλ’ ἐδῶ δὲν εἶναι ὅλως διόλου νέα, καὶ ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ αὐτὸ τμῆμα νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παραδέχθη. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν δύο νομοσχεδίων, τοῦ περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τοῦ φόρου τῶν ζώων. Αἱ ἐκθέσεις αὗται θέλουσι τυπωθῆ, τὰ δὲ νομοσχέδια θέλουσι τεθῆ εἰς τὴν αὐριανὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀπέστειλε τὸ ἑξῆς ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Γραμματεὺς θέλει ἀναγνώσει. (Ὁ Γραμματεὺς κ. Βουδούρης ἀναγινώσκει).
§11ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ καὶ ἡ ἀναφορά.
§12ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι τὸ αὐτὸ ζήτημα, περὶ οὗ πιστεύω ὅτι θ’ ἀποφασίσωμεν σήμερον.
§13ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ τί περιέχει τέλος πάντων; Ἐν περιλήψει νὰ μάθωμεν. (Ὁ γραμματεὺς Βουδούρης ἀναγινώσκει τὴν ἀναφοράν).
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σήμερον μοὶ ἐπεδόθη διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος ἀνακοπὴ τοῦ Νικολοπούλου κατὰ τοῦ ὑπὸ τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς ἐκδοθέντος ἐντάλματος περὶ τῆς προφυλακίσεως αὐτοῦ ὡς πρώην ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Εἶναι δὲ αὕτη ἔντυπος.
§15ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔχει ὑπογραφήν;
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπογραφὴ εἶναι χειρόγραφος. Λοιπὸν τί ἀποφασίζει ἡ Βουλὴ περὶ τούτου;
§17ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Νὰ συζητηθῇ μαζῆ μὲ τὸ ἄλλο ζήτημα.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν;
§19ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι.
§20ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὸ ἔντυπον αὐτὸ φύλλον, τὸ ὁποῖον διενεμήθη ἀπὸ τῆς πρωΐας, εἶναι ἐπεξήγησις τῆς ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ αὐτὸς εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ κατὰ συνέπειαν, ἐπειδὴ σήμερον εἶναι ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει ν’ ἀποφασίσωμεν, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, εἰς ἣν ὑπήχθη καὶ ἡ ἀναφορὰ, τὴν ὁποίαν ἐπέδωκαν χθὲς οἱ κατηγορούμενοι.
§21ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα, νομίζω, εἶναι φανερῶς δικαστικὸν, ἀποβλέπει τὴν ἁρμοδιότητα καὶ δικαιοδοσίαν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης ὑπὸ τὴν ἰδιότητα, ὑπὸ τὴν ὁποίαν πρὸ τινος καιροῦ ἐνεργεῖ. Ἑπομένως ἐντὸς τῆς δικαιοδοσίας ἡμῶν ἔγκειται ἡ συζήτησις καὶ ἀπόφασις ἐπὶ τῆς ὑποβαλλομένης αἰτήσεως· ἡ δὲ ἀπόφασις πρέπει νὰ ἐπέλθῃ μετὰ ὥριμον συζήτησιν, καὶ πρέπει ν’ ἀπαντήσωμεν εἰς ὅλους τοὺς λόγους τοῦ ἐγγράφου. Νομίζω ὅμως ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐπιτροπὴ, ἧς αἱ πράξεις σήμερον προσβάλλονται, δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς εἰσηγητὴς εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ ὅτι εἶναι καλὸν νὰ διορισθῇ πρὸς τοῦτο εἰδικὴ ἐπιτροπή.
§22ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἐπιγράφηται ἓν ἔγγραφον φέρον παράπονα ἰδιώτου τινὸς πρὸς τὴν Βουλὴν, εἶναι ἀδιάφορον· τὸ ἔγγραφον αὐτὸ εἶναι ἀναφορὰ, διότι τὸ Σύνταγμα δὲν ἀναγνωρίζει ἄλλον τρόπον τοῦ διαβιβάζεσθαι τὰ παράπονα τῶν πολιτῶν εἰμὴ τὸν τοῦ ἀναφέρεσθαι πρὸς τὴν Βουλήν. Ἔχει βεβαίως δίκαιον ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πατρῶν, εἰπὼν ὅτι ἐκτελοῦμεν δικαστικὰ καθήκοντα· δὲν πιστεύω ὅμως ἐκ τούτου νὰ ἕπεται, ὅτι μεταβαλλόμεθα εἰς συμβούλιον πλημμελειοδικῶν, τὸ ὁποῖον, ἔχον ὑπ’ ὄψιν ὅλας τὰς διατάξεις τῆς ποιν. δικονομίας, ὀφείλει ν’ ἀκολουθήσῃ αὐτὰς κατὰ γράμμα. Ἂν περὶ τούτου ἐπρόκειτο, κύριοι, τότε σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν θὰ ἠμπορούσαμεν νὰ κάμωμεν ἓν βῆμα χωρὶς νὰ προσκόψωμεν καὶ χωρὶς νὰ παρανομήσωμεν· διότι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι οὕτω πως συντεταγμένη, ὥστε νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς διατάξεις τῆς εἰδικῆς ποινικῆς διαδικασίας. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πᾶν παράπονον, φερόμενον ἐνώπιον τοῦ Σώματος, δὲν δύναται νὰ φερθῇ εἰμὴ μόνον δι’ ἀναφορᾶς. Ἑπομένως θεωρῶ καὶ τὴν ἀνακοπὴν ὡς ἀναφοράν· καὶ τοῦτο λέγων, ἐννοῶ, ὅτι τὰ δικαιώματα τῶν ἀναφερομένων οὐδόλως ἐλαττοῦνται ἐκ τῆς προτάσεώς μου. Ἡ Βουλὴ δὲν θὰ φερθῇ διαφορετικὰ ἕνεκα τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης ἐπιγραφῆς, ὄχι μόνον διότι εἶναι τὸ ἀνώτατον συνέδριον τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ διότι, μὴ ὑπαρχούσης εἰδικῆς διαδικασίας, ὅλαι αἱ ἀναφοραὶ εἶναι ἴσαι. Ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα, ἂν ἀναφορὰ περιέχουσα τοῦτο ἢ ἄλλη περιέχουσα ἐκεῖνο πρέπει νὰ ἀποσταλῇ εἰς διαφορετικὴν ἐπιτροπὴν· τοῦτο εἶναι ζήτημα, ἄλλο, ἐξαρτώμενον ἁπλῶς καὶ καθαρῶς ἐκ τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ περιεχομένου καὶ τῆς κρίσεως καὶ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς· τύπος ὅμως οὐδεὶς μᾶς δεσμεύει. Καὶ χθὲς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πατρῶν ἐπρότεινε νὰ προεξετασθῇ ἀναφορὰ παρὰ τοῦ αὐτοῦ πολίτου πρὸς τὴν Βουλὴν ἀποσταλεῖσα καὶ περιέχουσα τὰ αὐτὰ ἀπαραλλάκτως ὡς ἡ σημερινὴ (ἴσως μὲ ἄλλας λέξεις), ἡ δὲ Βουλὴ ἀπεφάνθη ὅτι ἁρμοδία εἶναι ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἀναφορῶν, ἡ ὁποία ὡς ἐκ τοῦ προορισμοῦ της ἔχει τὴν δικαιοδοσίαν νὰ σκέπτηται καὶ νὰ γνωμοδοτῇ ἐπὶ πάσης ὕλης ἀναφερομένης εἰς οἱονδήποτε κλάδον τῆς διοικήσεως, διότι δύνανται νὰ φερθῶσι πρὸς αὐτὴν ἀναφοραὶ καὶ περὶ ναυτικῶν, καὶ περὶ στρατιωτικῶν, καὶ οἰκονομικῶν, καὶ διοικητικῶν κτλ. Ὅπως δὲ εἴπομεν χθὲς ἐπὶ ὁμοειδοῦς ἀναφορᾶς νὰ γείνῃ ἡ προδικασία καὶ ἡ γνωμοδότησις ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν, φρονῶ ὅτι τὸ αὐτὸ πρέπει νὰ πράξωμεν καὶ σήμερον. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε τὸ κώλυμα, ὅτι ἡ ἀναφορὰ περιέχει παράπονα κατὰ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης, ἐδυνάμεθα νὰ τὴν στείλωμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτήν· ἀλλὰ τοιαύτης ἀνυπερβλήτου δυσκολίας ὑπαρχούσης, μόνη ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἀναφορῶν εἶναι ἁρμοδία.
§23ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Βεβαίως, κύριοι, δὲν θὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἀπολύτως κυρία νὰ κρίνῃ κατὰ βούλησιν τὰς ἐνδείξεις καὶ τὰς ἀποδείξεις αἵτινες ὑπάρχουσιν, οὐδὲ ὅτι δὲν δύναται νὰ δώσῃ τοιαύτην ἐξουσίαν εἰς τὴν διορισθεῖσαν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπήν· οὐδεὶς ὅμως θὰ μοῦ ἀρνηθῇ ὅτι ἅμα διατάξωμεν μίαν τινὰ ἀνάκρισιν, ὀφείλομεν τοὐλάχιστον περὶ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἀνακρίσεως ταύτης ν’ ἀκολουθήσωμεν τοὺς τύπους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους καθιεροῖ ἡ ἰσχύουσα νομοθεσία, καθόσον εἶναι δυνατὸν, καὶ νὰ μὴ ἀπομακρυνθῶμεν παντάπασι τῶν ἀρχῶν αὐτῆς.
§24ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ φυλάξωμεν τὴν οὐσίαν.
§25ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Χαίρω διότι ὁ κ. Δεληγεώργης συμφωνεῖ, ὅτι πρέπει νὰ τηρηθῶσιν αἱ ἀρχαὶ τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας, ἀδιάφορον ἂν ὡς ἐκ τοῦ ἰδιοῤῥύθμου χαρακτῆρος, τὸν ὁποῖον φέρομεν, δὲν δυνάμεθα νὰ τηρήσωμεν καὶ τὰς λεπτομερείας. Σήμερον λοιπὸν ἔχομεν ἐνώπιόν μας ἀνθρώπους κατηγορουμένους, ἀνθρώπους κατὰ τῶν ὁποίων ἐξεδόθη ἔνταλμα συλλήψεως καὶ φυλακίσεως τῇ ἐντολῇ ἡμῶν· ἐννοεῖται, ὅτι εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς πρέπει νὰ διαφυλάξωμεν πάντα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα πηγάζουν ἀπὸ τὸ δικαίωμα τῆς ὑπερασπίσεως, καθόσον τοῦτο εἶναι ἀναφαίρετον, καὶ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ τοῖς τὸ ἀρνηθῇ. Διὰ νὰ προβῇ λοιπὸν ἡ ἀνάκρισις ἀπροσκόπτως καὶ δικαίως, εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ὑπάρχῃ Σῶμα, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου νὰ δύνανται οἱ κατηγορούμενοι νὰ φέρωσι πᾶν παράπονον, τὸ ὁποῖον ἔχουν κατὰ τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς· ἂν τοῖς ἀρνηθῆτε τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἔλθουν ἐνώπιον ἡμῶν καὶ νὰ παραπονεθοῦν κατὰ τῶν πράξεων ἐκείνης καθόσον τὰς θεωροῦν ἀδίκους, νομίζω ὅτι θέλομεν ἀδικήσει αὐτούς.
§26ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐννοεῖτε, ὅτι ἐγὼ εἶπον τοιοῦτόν τι;
§27ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὄχι. — Ὅταν λοιπὸν ᾖναι ἀνεγνωρισμένον ὑπὸ τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας τὸ δικαίωμα τοῦ κατηγορουμένου, τῆς προσφυγῆς ἐνώπιον τοῦ δικαστικοῦ συμβουλίου διὰ τὰς παρεκτροπὰς τῆς ἀνακρίσεως, ἡμεῖς δὲ ἀποτελοῦμεν ἤδη τὸ συμβούλιον, εἰς ἡμᾶς πρέπει νὰ προσφύγουν, καὶ ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἡ ἐπιτροπὴ τῆς δικαιοσύνης εἶχε πρότασιν ῥητὴν τοῦ νὰ παραχωρηθῶσιν εἰς τὴν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν τὰ δικαιώματα τοῦ συμβουλίου, σεῖς δὲ ἀπηλείψατε τὴν φράσιν ἐκείνην, καὶ ἐθέσατε «τὰ δικαιώματα τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ εἰσαγγελέως.» Τί ἄλλο λοιπὸν ἠννοούσατε, ἀπαλείψαντες τὴν φράσιν ἐκείνην, παρ’ ὅτι σεῖς τηρεῖτε τὰ δικαιώματα τοῦ συμβουλίου; Καὶ τί εἶναι τὸ ἔγγραφον αὐτὸ, διὰ τοῦ ὁποίου παραπονοῦνται καθόσον ἀφορᾷ τὴν σύλληψιν καὶ φυλάκισιν αὐτῶν; Ἀδιάφορος εἶναι ὁ τύπος αὐτοῦ, ἀδιάφορον εἶναι πῶς τὸ ἐπιγράφουσιν, εἶναι προσβολὴ τῶν πράξεων τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Ἂν λοιπὸν προσβάλλουν ὡς ἄκυρον τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεως καὶ φυλακίσεως, καὶ ζητοῦν τὴν ἀπόλυσίν των ὅπως τὴν ζητοῦν, δὲν νομίζω ὅτι ἀλλοῦ πρέπει νὰ προσφύγουν παρὰ εἰς τὸ δικαστικὸν συμβούλιον κατ’ ἀνάγκην. Καὶ ἀφοῦ ἡμεῖς πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν τὰς διατάξεις τῆς ποινικῆς δικονομίας ὡς πρὸς τὴν παραδοχὴν ἢ τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς αἰτήσεως ταύτης, ποία εἶναι ἡ προσφορωτέρα σήμερον λύσις, παρὰ ἡ τελευταία, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξα, ἤτοι νὰ ἔλθῃ ἡ δικαστικὴ ἐπιτροπὴ ἡ ἁρμοδία νὰ δώσῃ τὰς πληροφορίας, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην διὰ ν’ ἀποφασίσωμεν; Παραπονοῦνται ὅτι κακῶς ἐφυλακίσθησαν· πρέπει νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης, ἡ ὁποία ἐξέδωκε τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεως καὶ φυλακίσεως, νὰ μάθωμεν πῶς τὸ ἐξέδωκεν. Παραπονοῦνται ὅτι δὲν τοῖς ἀνεκοινώθησαν τὰ περιστατικὰ τῆς κατηγορίας· τί θὰ κάμῃ, παρακαλῶ, ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἀναφορῶν; Γνωρίζει ἂν ἀνεκοινώθησαν εἰς τοὺς κατηγορουμένους τὰ περιστατικὰ τῆς κατηγορίας; Γνωρίζει ἂν πρέπῃ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ ἐδάφιον 1 ἢ 3 τοῦ ἄρθρου 406; Καὶ πῶς θὰ ἀποφασίσητε μὲ ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἀναφορῶν, ἥτις οὐδεμίαν ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ πληροφορήσῃ ὑμᾶς; Νομίζω λοιπὸν ὅτι τὸ δίκαιον εἶναι ν’ ἀποφασίσωμεν μὲν ἡμεῖς, δὲν βλάπτει δὲ ὅπως ἀποσταλῇ προηγουμένως εἰς τὴν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπήν, ἵνα μᾶς δώσῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, οὐδέποτε ὅμως εἰς τὴν τῶν ἀναφορῶν.
§28Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὀλίγον κατ’ ὀλίγον κινδυνεύομεν νὰ χάσωμεν τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν περὶ τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι δικαστήριον, οὐδὲ οἱ βουλευταὶ εἶναι δικασταί· εἶναι πολιτικὸν Σῶμα, καὶ οἱ βουλευταὶ εἶναι πολιτικοὶ ἄνδρες. Ἡμεῖς λαμβάνομεν τὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἀπὸ τὸ 81 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος· τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς εἶναι ἀπεριόριστα, ὀφείλει νὰ εὕρῃ τὴν ἀλήθειαν, αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκόν της, νὰ ᾖναι αὐστηρὰ καὶ δικαία, νὰ μὴν ἔχωμεν τίποτε ἄλλο ὑπ’ ὄψιν μας παρὰ τὴν τιμὴν τοῦ Σώματος, τοῦ ὁποίου ἀποτελοῦμεν μέρος. Ἂν ὑπῆρχεν εἷς νόμος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, ἂν ὑπῆρχε μία διαδικασία κανονισμένη, βεβαίως ἤθελον εἴπει, ὅτι ἡ Βουλὴ περιβάλλεται ἐντὸς τῶν τύπων ἐκείνων καὶ δὲν δύναται νὰ ἐξέλθῃ· ἀλλὰ σήμερον δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς περιορισμός. Διὰ τοῦτο λοιπὸν νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο ὅ,τι καὶ εἰς τὰ λοιπὰ ζητήματα, τοὐτέστι πᾶν ἔγγραφον, ὑπὸ οἱονδήποτε τίτλον ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἀναφορὰ θὰ ᾖναι. Δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἀνακριτὴς διὰ νὰ ἔχωμεν διάφορα μέσα, διὰ τοῦτο καὶ τὸ ἔγγραφον αὐτὸ πρέπει κατὰ τὸν Κανονισμὸν νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Λοιπὸν μεταξὺ τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι νὰ δέχηται ὅλα τὰ ἔγγραφα ὑπὸ οἱονδήποτε τίτλον καὶ ἂν παρουσιάζωνται, νὰ σκέπτηται ἐπ’ αὐτῶν καὶ φέρῃ ἔκθεσιν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τότε μένει εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν θέλῃ, νὰ παραδεχθῇ τὴν ἔκθεσιν ἢ τὴν συζήτησιν ἢ ἄλλο τι.
§29ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἔχω μίαν ἐρώτησιν νὰ σᾶς κάμω, κύριε Πετιμεζᾶ· ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἀναφορῶν εἶναι προσδιωρισμένη νὰ δέχηται ἀναφορὰς περὶ ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουσι τὴν διοίκησιν, ἢ περιεχούσας παράπονα τῶν πολιτῶν κατὰ τῶν ἀρχῶν τοῦ κράτους, ναί, ἢ ὄχι; Εἶναι, νομίζω, διαφορετικὰ τὰ καθήκοντα πάσης ἄλλης ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ προσδιορίζει. Ἐπειδὴ δὲ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν ὑπάρχει ἔκτακτόν τι, καὶ ἐπειδὴ προσβάλλεται ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία τοῦ ἀτόμου, εἶναι τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ τοῦτο, καὶ πρέπει ν’ ἀπαντήσωμεν εἰς τὴν φωνὴν τῶν παραπόνων διὰ τῶν μέσων ἐκείνων, διὰ τῶν ὁποίων θ’ ἀποδείξωμεν ὅτι ἐκτιμῶμεν τὰ δικαιώματα. Ἡ ἀπόφασίς μας θὰ ᾖναι δικαιοτέρα καὶ ἀποτελεσματικωτέρα, ὅταν δείξωμεν ὅτι τὴν περιβάλλομεν μὲ ὅλους τοὺς τύπους μὲ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ περιβάλληται, καὶ τοὺς ὁποίους ὀφείλομεν ν’ ἀκολουθῶμεν πρὸς τὸ συμφέρον τῶν παραπονουμένων.
§30ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Κατὰ τοῦ ἐντάλματος τῆς προφυλακίσεως ἐγένετο ἀνακοπὴ, οὕτως εἰπεῖν, καὶ ἐζητήθη παρὰ τῆς Βουλῆς ν’ ἀποφανθῇ ἐὰν δικαίως ἢ ἀδίκως ἡ δικαστικὴ ἐπιτροπὴ ἐξέδοτο τὸ ἔνταλμα τῆς φυλακίσεως. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ τὴν στείλωμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν· ἀπεναντίας, πρέπει νὰ τὴν στείλωμεν αὐθωρεὶ εἰς τὴν δικαστικὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ μᾶς δώσῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, καὶ ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ ἀμέσως, διότι οἱ παραπονούμενοι εἶναι προφυλακισμένοι καὶ ὀφείλετε ἀμέσως νὰ δώσητε ἀπάντησιν, διότι αὐτοὶ φρονοῦν, ὅτι παρανόμως ἐφυλακίσθησαν. Ἑπομένως δὲν πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἀποστολὴ εἰς τὴν ἐπιτροπήν· ὀφείλομεν νὰ τὴν στείλωμεν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐπιτροπὴν, διὰ νὰ ἴδωμεν μέχρι τίνος σημείου ἔφθασεν, ἐξέδοτο ἔνταλμα φυλακίσεως, συλλήψεως, καὶ διὰ τίνας λόγους; Λοιπὸν πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τί τρέχει· ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἀναφορῶν δὲν ἠξεύρομεν τί θὰ κάμῃ. Ἡμεῖς ἔχομεν δικαστικὴν ἐπιτροπὴν καὶ αὐτὴ ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ, ἡμεῖς δὲ ὀφείλομεν νὰ μάθωμεν εἰς ποίαν θέσιν εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις, καὶ πρέπει νὰ γείνῃ τοῦτο κατεπειγόντως, διότι πρόκειται περὶ ἀνθρώπων, οἵτινες εἶναι φυλακισμένοι.
§31ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Κύριε πρόεδρε....
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλπιώτη, ἀπὸ τοῦ βήματος, διότι παραπονοῦνται οἱ στενογράφοι ὅτι δὲν ἀκούουν.
§33ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (ἀναβαίνει τὸ βῆμα). Κύριοι, οὐδεὶς ἠρνήθη, οὔτε εἶναι δυνατὸν ν’ ἀρνηθῇ εἰς τοὺς ὑποδίκους ὑπουργοὺς τὸ δικαίωμα ν’ ἀναφέρωνται εἰς τὴν Βουλὴν, εἴτε ὑπὸ τύπον ἀναφορᾶς, εἴτε ὑπὸ τοὺς τύπους τῶν ἐνδίκων μέσων, ἅπερ ἡ ποινικὴ δικονομία καθιεροῖ· οὐδεὶς δὲ ἠμφισβήτησε τὸ καθῆκον τῆς Βουλῆς νὰ δέχηται καὶ ἐξετάζῃ μετὰ μεγάλης προσοχῆς καὶ ἀπαθείας τὰς πρὸς αὐτὴν αἰτήσεις τῶν ὑποδίκων, ὑφ’ οἱονδήποτε τύπον καὶ ἂν προσάγωνται. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς διαιρεῖ, εἶναι ποία τῶν ἐπιτροπῶν ἡμῶν πρέπει νὰ προεξετάσῃ τὰς ἀναφορὰς εἴτε ἀνακοπὰς, αἵτινες ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ἡ Βουλὴ μετὰ δικαιοσύνης καὶ ἀπαθείας δικάσῃ ἐπ’ αὐτῶν. Προτείνονται δύω γνῶμαι· κατὰ τὴν μίαν, πρέπει νὰ παραπεμφθῶσιν αἱ ἀναφοραὶ ἢ ἡ σημερινὴ, ὑπὸ τύπον ἀνακοπῆς ὑποβληθεῖσα, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης· κατὰ τὴν ἄλλην, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Νομίζω δὲ ὅτι περισσοτέραν μέριμναν ὑπὲρ τοῦ δικαιώματος τῆς ὑπερασπίσεως τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν δεικνύουν οἱ προτείναντες τὴν ἀποστολὴν τῆς ἀνακοπῆς εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπὴν, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι διὰ τῆς ἀνακοπῆς πράγματι οἱ ὑπόδικοι αὐτοὶ παραπονοῦνται κατὰ τῆς ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ἐπιτροπῆς ἡμῶν, καὶ εἶναι ἑπομένως οἱονεὶ χλευασμὸς πρὸς τὰ παράπονά των τὸ νὰ παραπεμφθῇ ἡ ἀνακοπὴ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης, κατὰ τῶν ἐνεργειῶν τῆς ὁποίας παραπονοῦνται.
§34ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ νὰ μᾶς φωτίσῃ.
§35ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Νομίζω δὲ ὅτι θὰ χάσωμεν καὶ περισσότερον καιρὸν, ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν γνώμην ἐκείνων οἱ ὁποῖοι λέγουν, ὅτι ἡ ἀνακοπὴ πρέπει νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης, ἥτις, καθὼς γινώσκομεν, ἔχει ἤδη ἐκτάκτως πολλὰς ἀσχολίας. Ἡ ἀνακοπὴ λοιπὸν πρέπει νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν, ἡ ὁποία εἶναι προωρισμένη νὰ δέχηται τὰς τοιαύτας προσφυγὰς παντὸς εἴδους ἐκ μέρους πολιτῶν γενομένας, καὶ δὲν ἐννοῶ τὰς ἀντιῤῥήσεις, αἵτινες εἰς τοῦτο γίνονται. Τίς ἐξ ὑμῶν δυσπιστεῖ εἰς τὴν γνωμοδότησιν τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς, ἢ τίς ἐξ ὑμῶν σπουδαίως φρονεῖ, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔχει ἐπὶ τούτου ἁρμοδιότητα;
§36ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τί θὰ κάμῃ αὐτή;
§37ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὅ,τι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης· θὰ ἐξετάσῃ τὰ παράπονα, πιθανὸν δὲ καὶ νὰ λάβῃ ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ καὶ πληροφορίας ἀπὸ τὴν ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ἐπιτροπήν.
§38ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τότε ἡ Βουλὴ ζητεῖ τὰς πληροφορίας ἀπ’ εὐθείας.
§39ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Καὶ τοῦτο βεβαίως γίνεται, ἀλλὰ τότε μὴ τὴν ἀπευθύνετε εἰς κἀμμίαν ἐπιτροπήν. Σεῖς ὅμως ἀπεδέχθητε ἤδη χθὲς ὅτι δὲν δύνασθε ν’ ἀποφανθῆτε, ἐὰν δὲν φέρῃ ἔκθεσιν ἐπιτροπή τις, καὶ ὡς τοιαύτην ἐκηρύξατε ἁρμοδίαν τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν. Ἐὰν δὲ δὲν θελήσητε ἤδη νὰ πράξητε τοῦτο, παρακαλῶ νὰ μὴ παραπέμψητε αὐτὴν εἰς οὐδεμίαν ἐπιτροπήν. Συμπεραίνων λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι μόνον ἀναρμοδία ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι ἡ ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ἐπιτροπή, καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ἢ νὰ παραπέμψῃ τὴν ἀνακοπὴν εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπήν, ἢ νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησίν της.
§40ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δύω λέξεις ἀκόμη.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Καράπαυλε, εἰς τὸ βῆμα νὰ ἔλθητε, διότι οἱ στενογράφοι παραπονοῦνται ὅτι δὲν ἀκούουν.
§42ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ εἴπαμεν χθὲς ὅτι ἔπρεπε νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της σήμερον.
§43ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Νομίζω ἐπὶ τέλους, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἀναφορῶν ἔχει ὅλως ἰδιαίτερα ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται εἰς αὐτήν· δι’ ἀναφορῶν δὲ ὑποβάλλονται ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ὑπάγονται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα καὶ τῶν ἄλλων ἐπιτροπῶν. Οὕτως, ἐὰν πρόκηται περὶ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου ἢ τοῦ φορολογικοῦ νόμου καὶ σᾶς πέμψῃ πολίτης τις μίαν γνωμοδότησιν, ὑπὸ τὸν τύπον βεβαίως τῆς ἀναφορᾶς, καὶ ἔχετε ἐκρεμῆ τὸν φορολογικὸν νόμον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν οἰκονομικῶν, αὐτὴν τὴν ἀναφορὰν ποῦ θὰ τὴν στείλητε; Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν, ἐν ᾧ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς σᾶς λέγει, ὑπεβλήθη ἓν νομοσχέδιον ὑπὸ τὰς βάσεις ταύτας καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τῶν οἰκονομικῶν σκέπτεται ἐπ’ αὐτοῦ, ἐγὼ δὲ φέρω αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις;
§44ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Εἰς τὸ ἁρμόδιον ὑπουργεῖον.
§45ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τί νὰ κάμῃ τὸ ἁρμόδιον ὑπουργεῖον; Βλέπετε λοιπὸν ὅτι αὐτὴ ἡ λογικὴ τῶν πραγμάτων, ὁ ὀρθὸς λόγος καὶ ἡ ἰσχύουσα νομοθεσία ἀπαιτοῦν νὰ ἀποφασίσωμεν ἡμεῖς, ἀκούοντες τὴν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπήν· δὲν βλέπω δὲ διὰ τίνα λόγον ἐπιμένουν τινὲς νὰ τὴν στείλωμεν εἰς ἄλλην ἐπιτροπήν. Δὲν κάμνομεν τίποτε ἄλλο δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου παρὰ νὰ δείξωμεν ὅτι ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐπέλθῃ βραδύτης, διότι ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἀναφορῶν δὲν θὰ δυνηθῇ ν’ ἀποφανθῇ καὶ θ’ ἀναγκασθῇ νὰ ζητήσῃ πληροφορίας. Αὐτὸ λοιπόν, τὸ ὁποῖον θὰ γείνῃ αὔριον, διὰ τί νὰ μὴ γείνῃ σήμερον;
§46ΧΟΪΔΑΣ. Σεῖς, ὅστις παραδέχεσθε τοὺς τύπους τῆς ποινικῆς δικονομίας καὶ παραδέχεσθε ὅτι τὰς αἰτήσεις τὰς φέρουν ἐνώπιον τοῦ συμβουλίου, πῶς παραδέχεσθε σήμερον τὸ ἐναντίον, ὅτι τὸ παράπονον κατὰ τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς πρέπει νὰ τὸ παραπέμψωμεν εἰς τὴν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπήν, διὰ νὰ ἐξετασθῇ αὐτὸ ἀπὸ τὴν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπήν;
§47ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Διότι, κύριε Χοϊδᾶ, γνωρίζετε ὅτι, ὅταν γίνηται ἀνακοπὴ κατὰ τῶν πράξεων τοῦ ἀνακριτοῦ, τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον θὰ πράξῃ τὸ δικαστικὸν συμβούλιον, εἶναι νὰ κληθῇ ὁ ἀνακριτὴς διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν παραπόνων καὶ δώσῃ πληροφορίας περὶ αὐτῶν, καὶ νὰ λάβῃ μάλιστα καὶ μέρος εἰς τὴν διάσκεψιν.
§48ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, πρόκειται περὶ προφυλακισμένων· ἡμεῖς βεβαίως σήμερον παρὰ πᾶν ἄλλο πρέπει νὰ προστατεύσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τὴν προσωπικήν. Ἐπιθυμῶ, καὶ πιστεύω νὰ πιστεύουν καὶ οἱ παραπονούμενοι, τὸ κύριον μέλημά σας νὰ ᾖναι τοῦτο. Ἡμεῖς φρονοῦμεν ὅτι κάθηνται καλῶς ὅπου κάθηνται....
§49ΤΙΝΕΣ. Νομίμως.
§50ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατὰ τὴν πεποίθησιν ἡμῶν, κάθηνται δικαίως καὶ νομίμως· ἀλλὰ αὐτοὶ ἀμφισβητοῦσιν, ἀμφιβάλλουσι καὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωσι ν’ ἀποφανθῆτε, νὰ ζητήσωσι δικαιοσύνην παρ’ ἡμῶν. Παραπονοῦνται ἐνώπιόν μας· ἀμέσως, κύριοι, ὀφείλομεν ν’ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ τῆς αἰτήσεώς των. Τί θὰ κάμωσιν αἱ ἐπιτροπαί; πρὸς τί νὰ μεσολαβήσωσι; τί θὰ μᾶς εἴπῃ ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἀναφορῶν, ἡ ἐπιτροπὴ τῆς δικαιοσύνης; ὁποῖα νέα φῶτα θὰ μᾶς φέρουν ἐκεῖναι; Μόνον θέλουν ἀναβάλει τὴν ἀπόφασίν μας, καὶ θέλομεν ἀποδείξει οὕτω, ὅτι ὀλίγον ἐνδιαφερόμεθα διὰ τὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι μάλιστα κατεῖχον τὴν ὑψηλοτέραν θέσιν ἐν τῇ πολιτείᾳ. Λοιπὸν δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ στείλωμεν τὴν ἀνακοπὴν αὐτὴν εἰς οὐδεμίαν ἐπιτροπήν. Νομίζω, ὅτι πρέπει ἀμέσως, ἂν ὄχι σήμερον, αὔριον νὰ τὴν συζητήσωμεν, διὰ νὰ τυπωθῶσι καὶ τὰ ἔγγραφα. Ἐὰν ἔχωμεν ἀνάγκην πληροφοριῶν, ἰδοὺ ἡ ἐπιτροπή, τὰ μέλη αὐτῆς εἶναι μεταξὺ ἡμῶν, ἠμποροῦμεν νὰ ζητήσωμεν πληροφορίας, καὶ ἠμποροῦν νὰ εἴπωσιν ἐὰν δικαίως ἢ ἀδίκως κάθηνται εἰς τὰς φυλακάς. Αἱ ἄλλαι ἐπιτροπαὶ εἰς τίποτε δὲν θὰ μᾶς φωτίσουν· θὰ μᾶς κάμουν ν’ ἀναβάλωμεν καὶ δώσωμεν ἀφορμὴν νὰ μᾶς κατηγορήσωσιν ὅτι ὀλίγον φροντίζομεν περὶ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας. Νομίζω λοιπόν, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ ἀμέσως αὔριον νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν.
§51ΧΟΪΔΑΣ. Παραδέχεσθε ὅ,τι χθὲς ἀπεκρούσατε.
§52ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν παρεδέχθην τίποτε.
§53ΔΟΥΜΑΣ. Συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ· ἀλλὰ ἐλησμονήσατε ὅτι χθὲς τὰς ἀναφορὰς τὰς παρεπέμψαμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν μὲ τὴν ὑποχρέωσιν ἐντὸς 24 ὡρῶν νὰ μᾶς φέρῃ τὰς γνωμοδοτήσεις....
§54ΤΙΝΕΣ. Εἶναι ἕτοιμαι.
§55ΜΑΛΕΑΣ (εἰσηγητής). Τὰς καταθέτει εἰς τὸ προεδρεῖον.
§56ΔΟΥΜΑΣ. Αἱ σημεριναὶ ἀναφοραὶ εἶναι τῆς αὐτῆς φύσεως; Νομίζω, ὅτι δυνάμεθα σήμερον ν’ ἀναγνώσωμεν τὴν ἀνακοπὴν τοῦ Νικολοπούλου, καὶ ἐὰν αὕτη περιέχῃ τὰ αὐτά, τὰ ὁποῖα περιέχονται εἰς τὴν χθεσινὴν ἀναφοράν, νὰ τυπωθῇ, χωρὶς νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἀλλὰ ὅταν ᾖναι τῆς αὐτῆς φύσεως, διὰ τί αὔριον, καὶ νὰ μὴ προχωρήσωμεν σήμερον εἰς τὴν συζήτησιν;
§57Ν. ΣΟΥΤΣΟΣ. Παραδέχομαι τὴν γνώμην τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι πρὶν προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, νὰ ἔλθῃ ὁ εἰσηγητὴς νὰ μᾶς γνωστοποιήσῃ ὅτι ἐπροφυλακίσθησαν, καὶ μᾶς ἐκθέσῃ τοὺς λόγους δι’ οὓς ἐπροφυλακίσθησαν.
§58Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἐλέγξω τινά, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω τὴν πρόθεσιν ὅλων τῶν συναδέλφων ἐκείνων, οἵτινες μετέσχον μέχρι τοῦδε τῶν συζητήσεων· λέγω ὅτι δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἐλέγξω οὐδένα, διότι νομίζω, ὅτι πᾶσα συζήτησις εἶναι ματαία· ὀφείλω ὅμως νὰ ἐξηγήσω τὴν ἔννοιαν τῆς συζητήσεως καὶ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι τὴν προεκάλεσαν. Ἡ διαφορὰ, ἡ διαφωνία προέρχεται ἐκ τῶν καθηκόντων καὶ δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔδωκε τὸ καθεστὼς πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ἀναθέτει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κανονίσῃ κατὰ τίνα τρόπον θέλει ἐξασκήσῃ τὰ δικαιώματά της· ἐπειδὴ δὲ ῥητὴ διάταξις δὲν ὑπάρχει, αὐτὴ κανονίζει δι’ ἰδίας της ἀποφάσεως τὸν τρόπον τοῦτον. Ἀφοῦ προεβλήθησαν ἀπὸ τὸν ἐν προφυλακίσει διατελοῦντα δισταγμοὶ καὶ ἀντιῤῥήσεις κατ’ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ἐπιτροπὴ ἔπραξεν, ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ ἀμέσως τοὺς δισταγμούς· ἀλλὰ ἂν προβαίνομεν ἀμέσως, ἠθέλομεν ἴσως καταντήσει εἰς συζητήσεις ἀτελευτήτους, αἵτινες δὲν ἤθελον συμβιβασθῇ μὲ τὸ συμφέρον τῆς δικαιοσύνης, καθ’ ὃ δέον νὰ ἐξετασθῶσι τὰ περὶ τούτου τάχιστα, καὶ ἡ ἀπόφασις νὰ στηριχθῇ ἐπὶ νομίμου βάσεως· διὰ τοῦτο εἶναι ἀναγκαία ἡ προεξέτασις τῶν δισταγμῶν τούτων. Χθὲς ἐστείλαμεν τὰς ἀναφορὰς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν οἱ προτείναντες τὴν γνώμην ταύτην δὲν εἶχον σκοπὸν ἄλλον εἰμὴ νὰ γείνῃ προεξέτασίς τις τῶν δισταγμῶν τούτων, καὶ ἡ προεξέτασις αὕτη νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν καὶ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Οἱ προτείναντες τὴν ἐναντίαν γνώμην δὲν εἶχον ἄλλον σκοπὸν παρὰ νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν διευκρίνησιν τῆς ἀληθείας. Σήμερον ἴσως ἡ προεξέτασις αὕτη δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία, καὶ ἴσως καλλίτερον εἶναι νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν. Ἐπειδὴ δὲ οἱ ἰσχυρισμοὶ τῶν ἐν προφυλακίσει εἶναι ἄγνωστοι εἴς τινας ἐξ ἡμῶν, διότι πάντες δὲν ἐλάβομεν τὸ ἔντυπον περὶ οὗ πρόκειται, παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ τοῦτο, νὰ προβῶμεν δὲ, κατὰ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ κύριος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ.
§59ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν συμφωνεῖτε, κύριοι, εἰς τὴν γνώμην ταύτην;
§61ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀκούω.
§63ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐκτεταμένον τὸ ἔντυπον, διότι περιέχει δεκαὲξ σελίδας.
§65ΠΟΛΛΟΙ. Λοιπὸν αὔριον.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χωρὶς νὰ τυπωθῇ... Ἐὰν τὸ ἐλάβατε ὅλοι...
§67ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν ἔλαβον ἐγώ.
§68ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἔλαβον ὅλοι.
§69ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ἡ ἐπιθυμία τῆς Βουλῆς εἶναι ἀναντιῤῥήτως ὅσον τὸ δυνατὸν τάχιστα νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν διενεμήθη ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τοὺς πλείστους ἐκ τῶν βουλευτῶν, ἐνομίσθη καταλληλότερον ν’ ἀναβληθῇ μέχρι τῆς αὔριον ἡ ὁριστικὴ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ· ὥστε πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν κατορθωθῇ νὰ τυπωθῇ ἐκ νέου, ἔχει καλῶς. Αὔριον ἀφεύκτως θὰ γείνῃ συζήτησις.....
§71ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθοῦν καὶ αἱ ἐκθέσεις τῶν ἀναφορῶν.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθοῦν καὶ αἱ δύω ἐκθέσεις ὁμοῦ.
§73ΧΟΪΔΑΣ. Πρὶν νὰ τυπωθῶσι ν’ ἀναγνωσθῶσι, διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ ἀπὸ τοῦδε.
§74ΜΑΛΕΑΣ. (Ἀναγινώσκει τὰς ἐκθέσεις).
§75ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθοῦν καὶ νὰ διανεμηθοῦν.
§76ΦΙΛΗΜΩΝ. Καλὸν θὰ ἦναι νὰ τυπωθῶσι καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦ προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ αἱ ἀναφοραὶ τῶν ἀναφερομένων, καὶ νὰ διανεμηθῶσι πρὸ τῆς συζητήσεως αὔριον· ἐπίσης νὰ εἰδοποιηθῇ ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπῆς ἀπὸ σήμερον, νὰ ἦναι ἕτοιμος διὰ νὰ ἔλθῃ νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐζήτησε τὸν λόγον.
§78ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρουσιάσω εἰς τὴν Βουλὴν πρῶτον νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων· δεύτερον τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἔτος 1875. Ἐπειδὴ δὲ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θέλει εἰσαχθῆ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1876, θέλω παρακαλέσει τὴν Βουλὴν καὶ ἰδίως τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ ἐπισπεύσῃ τὰς ἐργασίας της τόσον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον σήμερον ὑποβάλλω, καθὼς καὶ ἐπὶ τοῦ πρὸ ἡμερῶν ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ διὰ τὸ ἔτος 1874.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ νομίζω, ὅτι δὲν συνεδριάζει.
§80ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Συνεδριάζει.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§82Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὑπέβαλεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων· παρακαλῶ νὰ τὸν ἀκολουθήσωσι καὶ οἱ λοιποὶ ὑπουργοί, διότι εἶναι ἐκ τῶν νόμων τῶν μᾶλλον κατεπειγόντων.
§83ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι περιττὴ ἡ παράκλησις.
§84ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς........
§85ΤΙΝΕΣ. Ἀπὸ τὸ βῆμα. Ἀναβαίνει τὸ βῆμα.
§86ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ ὀλίγου ἐσύστησεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἑπομένως εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ ἐπισπεύσῃ τὰ ἔργα της, διότι κατὰ τὸ παρὸν ὑποβάλλει τὸν τοῦ 1875 προϋπολογισμὸν, μετ’ ὀλίγον δὲ θὰ ὑποβάλῃ καὶ τὸν τοῦ 1876. Κάμνω τὴν παρατήρησιν, ὅτι ὁ κύριος ὑπουργὸς δὲν εἶχε κἀνένα λόγον νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν σύστασιν, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἐγὼ ἐφρόντισα νὰ ὑπάγω εἰς τὸν κύριον ὑπουργὸν νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μὲ φωτίσῃ. Μέχρι πρὸ ὀλίγου ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν εἶχεν εἰμὴ ἕνα πίνακα γενικὸν, ὁ ὁποῖος ἐδείκνυεν ὅτι ἀπαιτοῦνται πιστώσεις 42 περίπου ἑκατομμυρίων. Ἦτο ἑπόμενον ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐρωτήσῃ, αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια ποῦ ἐξωδεύθησαν, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ εἴπῃ εἰς τὴν βουλὴν ποῖα δὲν εἶναι παραδεκτά. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν ἔλαβε, διότι ἔγραψα καὶ ἐγγράφως εἰς αὐτὸν, ὅταν ἔλαβεν αὐτὴν τὴν ἀνακοίνωσιν, μὲ εἶπε καὶ προφορικῶς καὶ ἐγγράφως, ὅτι ἐγὼ μετὰ τοῦ γενικοῦ πίνακος ἔστειλα καὶ ἰδιαιτέρους πίνακας δι’ ἕκαστον ὑπουργεῖον, ὅπου φαίνονται κατὰ κεφάλαιον καὶ κατ’ ἄρθρον τὰ δαπανηθέντα αὐτὰ ποσά. Τῳόντι εὕρομεν αὐτοὺς τοὺς πίνακας καὶ ἐργαζόμεθα· ἀλλὰ, κύριοι, οὔτε μὲ αὐτοὺς τοὺς πίνακας ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ ἐξέτασις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἔστω καὶ ἀπολογισμοῦ, ὅπως σήμερον εὑρίσκεται αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις, καθότι κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον λέγει, ἐξωδεύθησαν εἰς τὸ δεῖνα ἄρθρον τόσα. Αὐτὸ τὸ ἄρθρον ἔχει ἐδάφια, καὶ ἑπομένως διὰ νὰ ἐννοήσῃ ἡ ἐπιτροπὴ ποῦ ἐξωδεύθησαν, ἀνάγκη πᾶσα νὰ γνωρίζῃ καταλεπτῶς ὅλα τὰ κονδύλια καὶ τὰ ἐδάφια τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον....
§87ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν πιστεύω. Κακὴ συνεννόησις θὰ ἔγεινε.
§88ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. — Διότι, εἶπεν, εἶναι τόση ἀταξία εἰς αὐτὰ τὰ γεγονότα, ὥστε μόλις κατώρθωσε νὰ ἔχῃ αὐτοὺς τοὺς πίνακας τοὺς γενικοὺς καὶ τοὺς μερικοὺς ἑκάστου ὑπουργείου. Σημειώσατε ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτιμηθῇ λεπτομερῶς ἡ δαπάνη, διότι δὲν ὑπάρχουν τὰ ἐδάφια, καὶ ἐκ τῶν ἐδαφίων θὰ ἐννοήσωμεν ποῦ ἐξωδεύθησαν, καὶ θὰ ἐκτιμήσωμεν ἂν ἡ δαπάνη ᾖναι δεδικαιολογημένη καὶ νόμιμος. Ἠναγκάσθημεν διὰ τοῦτο, μὲ τὴν συγκατάθεσιν τῶν συναδέλφων μου, νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1873. Σήμερον ἐκάμαμεν ἀκροθιγῶς πως μίαν σύγκρισιν μεταξὺ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 73 καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἢ μᾶλλον τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 74, καὶ εὕραμεν μίαν διαφορὰν μεγάλην. Δὲν θέλω τώρα νὰ εἴπω ποία εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου· τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι εἶναι μεγάλη, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ γείνῃ μία λεπτομερεστέρα ἐξέτασις.
§89Σ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. 6,000,000 εἶναι.
§90ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν θέλω ἀκόμη νὰ προφέρω ἑκατομμύρια, διότι ἐνδέχεται αὐτὴ ἡ σύγκρισις νὰ ὑποστῇ μεγαλειτέραν ἐξέτασιν καὶ σπουδαιοτέραν· τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἄλλως ἐνδέχεται νὰ ἀδικηθῶσιν οἱ ὑπουργοὶ ἐκείνου τοῦ ἔτους, ὅταν δὲν δυνηθῶμεν νὰ ζητήσωμεν καὶ νὰ λάβωμεν πληροφορίας ἀκριβεῖς περὶ ἑνὸς ἑκάστου κονδυλίου. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μοῦ εἶπεν, ὅτι ὅπου ἔχετε ἀνάγκην διασαφήσεων εἶμαι ἕτοιμος. Τοῦτο δὲν τὸ ἀρνοῦμαι· ἀλλὰ οὐχ ἧττον εἴπατε, ὅτι δὲν εἶσθε εἰς κατάστασιν νὰ εὕρητε τὰ καθέκαστα.
§91ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§92ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Τὸ ἔγγραφόν σας εἶναι ἐδῶ.
§93ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Φέρετέ το, καὶ θὰ ἴδητε τί εἶπον.
§94ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κύριε Μανέτα, ποῦ εἶναι τὸ ἔγγραφον;
§95ΜΑΝΕΤΑΣ. Εἶναι εἰς τὸ γραφεῖον τῆς ἐπιτροπῆς.
§96ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Διὰ τοῦτο λέγω ὅτι δὲν εἶχε δίκαιον ὁ κύριος ὑπουργὸς νὰ ζητῇ ἐκ μέρους ἡμῶν ἐπίσπευσιν, ὅταν εἶδε μὲ πόσην προθυμίαν....
§97ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Δὲν παρεπονέθη.
§98ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Παρακαλῶ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι ἐπειδὴ ὑποβάλλει σήμερον καὶ ἕνα προϋπολογισμὸν τοῦ 1875....
§99ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπισπεύσῃ.
§100ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ εἶναι ἑτοίμη, σᾶς εἶπον· ἀφαιρέσατε ὅμως τὰς δυσκολίας, καθότι ἂν διὰ τὸ 1874 δὲν γείνῃ ἐπεξεργασία ἀκριβὴς, δὲν θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ προοδεύσωμεν ἀκριβέστερον εἰς τὸ 1875, καὶ κατ’ ἐξακολούθησιν εἰς τὸ 1876, διότι ἐὰν καθιερωθῇ ἡ δαπάνη, ἡ γενομένη εἰς τὰ 74, ὡς ὀρθὴ, ὑπάρχει ἓν προηγούμενον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους θὰ ἀναβῇ εἰς τὰ 40 ἢ 42 ἑκατομμύρια, ἐνῷ μέχρι τοῦ 73 ἀνεβιβάζετο εἰς τὰ 36–36½. Λοιπὸν ὅταν καλῶς ἐπεξεργασθῶμεν τὸ 74 καὶ ἴδωμεν ποῖαι εἶναι αὐταὶ αἱ ὑπερβάσεις, τίνες ἐξ αὐτῶν ἠμποροῦν νὰ δικαιολογηθοῦν καὶ τίνες εἶναι ἀδικαιολόγητοι, τότε ἡ Βουλὴ θὰ εὑρεθῇ εἰς κατάστασιν νὰ ἀποφασίσῃ τί πρέπει νὰ γείνῃ, διὰ νὰ σταματήσῃ τὸ κακόν. Σήμερον ὅμως ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἐκάματε διὰ νὰ ἐπισπεύσωμεν, δὲν εἶναι τὸ παράπαν δεδικαιολογημένη.
§101ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν πρώτοις, κύριοι, λυποῦμαι πολὺ διότι μία ἁπλῆ παράκλησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμον εἰς τὴν Βουλὴν, ἐξελήφθη ἀπὸ τὸν σεβαστὸν φίλον μου κύριον Χρηστίδην, τὸν καὶ πρόεδρον τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, ὡς παράπονον, εἴτε κατὰ τῆς Βουλῆς, εἴτε κατὰ τῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ σκοπός μου, κύριοι, δὲν ἦτο νὰ παραπονεθῶ κατ’ οὐδενός. Ἐγὼ δὲν ἔκαμον τίποτε ἄλλο παρὰ ὅ,τι συνήθως κάμνουν οἱ ὑποβάλλοντες εἰς τὴν Βουλὴν, εἴτε ὑπουργοὶ εἶναι εἴτε βουλευταὶ, νομοσχέδια καὶ προτάσεις. Ὅταν θεωροῦν ταύτας κατεπειγούσας, εἶναι συνήθεια νὰ λέγουν, ὅτι παρακαλοῦν τὴν οἰκείαν ἐπιτροπὴν νὰ ἐπισπεύσῃ. Λοιπὸν κακῶς ἐξελήφθη ἡ παράκλησίς μου ὡς παράπονον, καὶ ἑπομένως αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ σεβαστὸς φίλος μου κ. Χρηστίδης, δὲν εἶναι τόσον πολὺ δεδικαιολογημέναι. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἐξέθεσεν ὁ κ. Χρηστίδης περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874, ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι οὗτος, διότι τὰ πάντα εἶναι τετελεσμένα, καὶ διότι ὄχι μόνον παρῆλθε τὸ ἔτος, ἀλλ’ ἔκλεισε καὶ ἡ χρῆσίς του, ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν χωρὶς νὰ τυπωθῇ. Ἐφρόντισα νὰ συναρμολογήσω καὶ νὰ καταρτίσω αὐτὸν, στηριζόμενος οὐχὶ πλέον εἰς ὑποθέσεις, ἀλλὰ εἰς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα εἶχον ὑπ’ ὄψιν. Ἐκτὸς δὲ τοῦ ἀνακεφαλαιωτικοῦ πίνακος, ἐφρόντισα νὰ ἐπισυνάψω εἰδικοὺς πίνακας περιέχοντας τὰ ἔξοδα ἑκάστου ὑπουργείου κατ’ ἄρθρον καὶ κεφάλαιον· τοῦτο δὲ ἦτον ἀπαραίτητον, διότι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ἢ νὰ ψηφίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν κατ’ ἄρθρον. Ἐν τούτοις τὸ προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἐτύπωσε μόνον τὰ νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ κύρωσις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, καὶ τὴν γενικὴν ἀνακεφαλαίωσιν· ἐθεώρησεν ἴσως περιττὸν νὰ τυπώσῃ καὶ τοὺς εἰδικοὺς πίνακας τῶν ὑπουργείων. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ ὁποία ἐπελήφθη τῆς προεξεργασίας, ἐκλαβοῦσα, ὅτι ἐγὼ οὐδὲν ἄλλο ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ τὰ νομοσχέδια καὶ ξηρὸν τὸν ἀνακεφαλαιωτικὸν πίνακα, μοὶ ἀπηύθυνε διὰ τοῦ προεδρείου τῆς Βουλῆς ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ἔλεγε, καὶ δικαίως, ὅτι δὲν δύναται νὰ προβῇ οὔτε εἰς τὴν ἐξέτασιν, οὔτε εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς μὴ ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν ἄλλο εἰμὴ μόνον τὴν γενικὴν ἀνακεφαλαιωτικὴν κατάστασιν, καὶ ἐζήτει ἀπὸ ἐμὲ πίνακα κατ’ ἄρθρον καὶ κεφάλαιον. Ἀπήντησα αὐθημερὸν διὰ τοῦ προεδρείου εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι μεταξὺ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον, ὑπάρχει τοιαύτη κατάστασις δεικνύουσα κατ’ ἄρθρον τὰ διάφορα ἔξοδα, ἐπρόσθεσα δὲ, ὅτι ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ ἔχῃ ἀνάγκην πλειοτέρων λεπτομερειῶν καὶ διασαφήσεων, παρακαλῶ νὰ μοὶ ὁρίσῃ ἐπὶ ποίων ἄρθρων ἔχει τοιαύτην ἀνάγκην, καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ δώσω τὰς διασαφήσεις ταύτας, καθ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ τὰς ἐξαγάγω ἀπὸ τὸ ἀρχεῖον· δὲν εἶπον ὅτι μοὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ δώσω πλειοτέρας διασαφήσεις. Ὅταν δὲ ὁ κύριος Χρηστίδης μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ νὰ συνεννοηθῇ μετ’ ἐμοῦ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἐμείναμεν σύμφωνοι ὅτι, ἐπειδὴ τὰ περισσότερα ἄρθρα τῶν διαφόρων προϋπολογισμῶν δὲν ἔχουν ἀνάγκην οὔτε διασαφήσεως ἀλλ’ οὔτε καὶ συζητήσεως, διότι περιστρέφονται εἰς ἔξοδα τακτικὰ καὶ δεδικαιολογημένα, ἡ ἐξέτασις τῆς ἐπιτροπῆς δὲν δύναται νὰ περιστραφῇ παρὰ εἰς ὀλίγα ἄρθρα, καὶ ἐπὶ τούτων πρέπει νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, τὰς ὁποίας θέλω σπεύσει νὰ δώσω. Μέχρι τῆς παρούσης στιγμῆς καμμία περαιτέρω διασάφησις δὲν μοὶ ἐζητήθη· ἅμα μοῦ ζητηθῇ, μὴ ἀμφιβάλλετε ὅτι θὰ ἀφήσω κατὰ μέρος πᾶσαν ἄλλην ἐργασίαν καὶ θὰ ἐνασχοληθῶ ὅπως ἀπαντήσω τὸ ταχύτερον εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς ἐπιτροπῆς, διότι αἰσθάνομαι ὅτι εἶναι λίαν ἀναγκαῖον νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ συζήτησις τόσον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874 ὅσον καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1875, εἰς τὸν ὁποῖον, σᾶς προσθέτω ἐν παρόδῳ, ἐπειδὴ εἶχον περισσότερον καιρὸν νὰ ἐνασχοληθῶ, κατέγεινα κἄτι περισσότερον, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν θὰ ἀπαντήσῃ τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας ἴσως ἀπαντᾷ εἰς τὸν τοῦ 1874. Ἔδωκα δὲ ἀπὸ τοῦδε νὰ τυπωθοῦν οἱ εἰδικοὶ πίνακες τῶν διαφόρων ὑπουργείων καθὼς καὶ ἡ ἔκθεσις, ἡ ὁποία συνοδεύει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1875.
§102ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς ἔκαμεν ἀπάντησιν εὐγενῆ μὲν, ἀλλ’ οὐχὶ ἀκριβῆ. Καὶ εἰς τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ἔπεμψε καὶ μὲ τὴν ὁποίαν συνώδευσε τὸν προϋπολογισμὸν, παρέρχεται μὲ ἕνα τρόπον, ὡς νὰ λέγῃ, καὶ τὸ γράφει ῥητῶς, ἐπὶ γεγονότων δὲν ἀξίζει πλέον διὰ τὸ μέλλον τίποτε, εἶναι διὰ τὸ παρελθόν. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, κύριοι, καὶ ἐπιμένω, ὅτι τὸ παρελθὸν πρέπει νὰ ἐξελεγχθῇ, διότι ἡ μετάβασις ἀπὸ ἓν ἔτος εἰς ἄλλο μὲ 5,000,000 εἶναι τρομερά. Πῶς θέλετε ἐγὼ νὰ ἐπιφέρω γνώμην ἐπὶ μιᾶς δαπάνης, τῆς ὁποίας δὲν ἔχω τὰς λεπτομερείας;
§103ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅ,τι ζητήσετε, εἶπεν ὁ ὑπουργὸς, θὰ σᾶς δώσῃ.
§104ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει προϋπολογισμὸς, ἐννοεῖται ὅτι ἀπολογισμὸς εἶναι δύσκολον νὰ ἐξελεγχθῇ, τοῦτο τὸ ἐννοῶ καὶ ἐγὼ, διὰ τοῦτο ἐλάβομεν τὸ ἀκόλουθον μέτρον. Ἀφοῦ ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν τοὺς καθ’ ὑπουργεῖον πίνακας, νὰ ἐξετάσωμεν τὴν διαφορὰν τὴν ὑπάρχουσαν μεταξὺ τῶν ἀπολογισμῶν τοῦ 1873 καὶ 1874. Κἀνεὶς δὲν θὰ ἀρνηθῇ, ὅτι αἱ δαπάναι αὗται πρέπει νὰ περάσουν ἀπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ τὰ κηρύξωμεν ἁπλῶς καὶ ἄνευ ἐξετάσεως ὡς γεγονότα, διότι, κύριοι, αὔριον ἔρχεται μία ἄλλη Κυβέρνησις καὶ ζητεῖ ἀφοῦ ἔκαμε μίαν δαπάνην ὅπως ἤξευρε, νὰ δημιουργήσῃ καὶ αὐτὴ τὰς δαπάνας ὡς γεγονότα, καὶ ἠξεύρετε ὅτι εἶναι τρόποι πολλοὶ καθ’ οὓς κατασκευάζουν τὰ γεγονότα αὐτά. Διὰ τοῦτο νομίζω, καὶ πρέπει ὅλοι νὰ σκεφθῆτε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ ἐπεξεργασία τοῦ προϋπολογισμοῦ ἢ τοῦ ἀπολογισμοῦ, ὅπως θέλετε, τοῦ 1874, μεθ’ ὅλης τῆς ἀκριβείας, διὰ νὰ μὴ μείνῃ ἓν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ εἰς πᾶσαν ὑπέρβασιν. Παρακαλῶ δὲ νὰ μὴ ὑποθέσῃ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἐγὼ τὸν παρεξήγησα. Δὲν τὸν παρεξήγησα, οὔτε τὸν παρεννόησα, ἀλλὰ λέγω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ὀνομάζεται γεγονός.
§105ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ ποῖος τὸ θεωρεῖ;
§106ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Εἶναι σπουδαιότερον αὐτὸ ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1876.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐγκρίσεως τῆς μετὰ τῆς Γερμανίας συμβάσεως περὶ ἀνασκαφῶν ἐν Ὀλυμπίᾳ.
§108ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐγὼ προσβάλλω τὴν συνθήκην καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ εἰς τὰς λεπτομερείας, ἐπιφυλάσσομαι δὲ εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν νὰ ἀναπτύξω τοὺς λόγους. Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Γίνονται δεκτὰ εἰς δευτέραν συζήτ. τὰ ἑξῆς νομοσχέδια· βʹ. αʹ. περὶ ἐγκρίσεως συμβάσεως μετὰ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας τῶν γαλλικῶν διαπορθμεύσεων. βʹ. περὶ ἐγκρίσεως τῆς ἐν Βέρνῃ διεθνοῦς ταχυδρομικῆς Συμβάσεως. γʹ. περὶ κυρώσεως τῶν συμβάσεων μετὰ τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιριῶν Φρεσσινὲτ, Μπάρνς καὶ Μάκ–Ἴβερ, καὶ Λέϋλανδ. δʹ. περὶ ἐγκρίσεως τῆς μετὰ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας «Τρινάκρια» Συμβάσεως. εʹ. περὶ ἐγκρίσεως τῆς μετὰ τῆς ἐν Λιβερποὺλ θαλασσοπλοϊκῆς ἑταιρίας «ὁ ἅγιος Ἀνδρέας» Συμβάσεως.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον θέλομεν ἔχει ὡς ἀντικείμενον τῆς συνεδριάσεως τὴν γʹ. καὶ τελευταίαν ἀνάγνωσιν τῶν πέντε αὐτῶν συμβάσεων, τὴν βʹ. ἀνάγνωσιν τῆς συμβάσεως μεταξὺ Γερμανίας καὶ Ἑλλάδος, καὶ τὴν συζήτησιν περὶ κυρώσεως τῶν Βασιλικῶν διαταγμάτων τῶν ὑποβληθέντων ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου Τρικούπη.
§110ΤΙΝΕΣ. Καὶ τὴν συζήτησιν τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατηγορουμένων.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ τὸ εἴπομεν πρὶν, καὶ ἦτο περιττὸν νὰ ἐπαναληφθῇ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 4 καὶ 10 Μ. Μ.