1875.11.03
720 rows · 5,824 words · 98 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 32
Τῆς 3 Νοεμβρίου 1875.
(Δευτέρα)
Ὥρᾳ 2 μ. μ.
Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ κύριος Λεώπουλος, διορισθεὶς μέλος τῆς πενταμελοῦς ἐπιτροπῆς εἰς τὴν ὁποίαν ἐστάλη τὸ κατηγορητήριον κατὰ τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη, μὲ παρεκάλεσε νὰ τὸν ἀπαλλάξω, διότι οἰκιακοὶ περισπασμοὶ κωλύουσιν αὐτόν, ὅπως λάβῃ μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Κατὰ συνέπειαν τούτου, ἀντὶ τοῦ κυρίου Λεωπούλου, διώρισα τὸν κύριον Βαλσαμάκην, βουλευτὴν Κραναίας. Σήμερον μοὶ ἐπεδόθη παρὰ τοῦ κυρίου Τυπάλδου, πληρεξουσίου τοῦ κ. Νικολοπούλου, ἀναφορά, εἰς τὴν ὁποίαν προσέξατε.
§2ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. (γραμματεύς, ἀναγινώσκει).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ἀποφασίζετε λοιπόν, κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ταύτης;
§4ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἀποσταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§5ΕΤΕΡΟΙ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης, ἥτις εἶναι ἁρμοδιωτέρα.
§6ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡ ἀναφορὰ δὲν ζητεῖ ἄλλο εἰμὴ νὰ ἐπισπευσθῇ ὁ σχηματισμὸς τοῦ δικαστηρίου.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀναφερόμενος ζητεῖ νὰ κληρωθῇ τὸ δικαστήριον, διότι, κατ’ αὐτόν, τὸ δικαστήριον τοῦτο πρέπει νὰ κανονίσῃ οὐχὶ μόνον τὴν ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου διαδικασίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν προδικασίαν.
§8ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ τοιοῦτον δικαστήριον σχηματίζεται ὅταν πρόκηται νὰ γείνῃ παραπομπή. Ἐὰν παραπέμψωμεν τοὺς κατηγορουμένους, τότε θὰ κληρωθῇ τὸ δικαστήριον νὰ κανονίσῃ κατὰ πόσον αὐτά, τὰ ὁποῖα ὑπεβάλομεν, εἰσὶ βάσιμα. Ἡμεῖς, πρὶν ἀποφασίσωμεν τὴν παραπομπὴν καὶ ὑποβάλωμεν κατηγορίαν, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν κλήρωσιν τοῦ δικαστηρίου.
§9ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν, ἀφοῦ ἀφορᾷ τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κύριοι, τί ἀποφασίζετε;
§11ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§13Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, αἱ ἀναφοραί, αἱ διδόμεναι εἰς τὴν Βουλήν, παραπέμπονται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν, ἥτις ἐξετάζουσα ταύτας, ὑποβάλλει ἔκθεσιν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἐπ’ αὐτῆς ἀποφασίζει ἡ Βουλή. Ἡ ἀναφορὰ ὅμως, ἡ ὁποία πρὸ ὀλίγου ἀνεγνώσθη εἰς τὴν Βουλήν, ζητεῖ νὰ κληρωθῇ ἀπὸ τοῦδε τὸ δικαστήριον τὸ ἔκτακτον, τὸ ὁποῖον συνιστᾶται κατὰ τὸ ἄρθρον 81 τοῦ Συντάγματος ὁσάκις πρόκειται νὰ δικασθῶσιν οἱ ὑπουργοί, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ κανονισθῇ ἡ διαδικασία, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἀκολουθήσῃ ἡ δίκη αὕτη. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι ἀναφορά, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλουσι προπεφυλακισμένοι, νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ συστήσωμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν νὰ μᾶς ὑποβάλῃ τάχιστα τὴν ἔκθεσίν της. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἀναφορῶν δύναται νὰ μᾶς φέρῃ αὔριον τὴν ἔκθεσίν της.
§14ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§15Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡ ἀναφορά, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἷς τῶν κατηγορουμένων, μοι φαίνεται, ὅτι δὲν ἔχει κανένα λόγον, ἀπευθυνομένη σήμερον πρὸς τὴν Βουλήν. Ἡ Βουλή, παραγγέλλουσα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις, δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο παρὰ ζητεῖ διὰ τῆς ἐπιτροπῆς της νὰ μάθῃ κατὰ πόσον δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ κατηγορία κατὰ τῶν δύω πρώην ὑπουργῶν. Ἅμα ἡ Βουλὴ ἐκ τῶν ἀνακρίσεων καὶ ἐκ τῶν ἐξετάσεων, τὰς ὁποίας ἡ ἐπιτροπή της θέλει κάμει, πεισθῇ, ὅτι ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν τῶν ὑπουργῶν, θέλει προβῇ εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτῶν, καὶ τότε, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ κατηγορήσῃ, τότε πλέον θὰ κληρωθῇ τὸ δικαστήριον, τὸ προσδιοριζόμενον ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 81 τοῦ Συντάγματος. Σήμερον δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναφορά, διότι ἡ ἐπιτροπή, ἥτις ἐξελέχθη πρὸς τοῦτο, θὰ ἐξετάσῃ πάντα τὰ ἀφορῶντα αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, καὶ θὰ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐξετάσεών της, καὶ τότε ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφασίσῃ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἔχω· ἑπομένως ἡ ἀναφορὰ δὲν πρέπει νὰ σταλῇ εἰς καμμίαν ἐπιτροπήν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κύριοι, δύω γνῶμαι ἐπροτάθησαν· ἡ μία νὰ τεθῇ εἰς τὰ ἀρχεῖα ἡ ἀναφορά, ἡ δὲ δευτέρα νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν, προσκαλουμένην αὔριον νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της· ἡ πρώτη εἶναι ἡ τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, νὰ τεθῇ εἰς τὰ ἀρχεῖα. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§17ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Νομίζω ὅτι αἱ δύω γνῶμαι συμπίπτουν, διότι ἀφοῦ ἡ ἐπιτροπὴ θὰ φέρῃ ἔκθεσιν, διατί νὰ τεθῇ εἰς τὰ ἀρχεῖα;
§18Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ ἀποστολὴ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, φρονῶ, ὅτι δὲν ἔχει κανένα σκοπόν, διότι ἡ ἐπιτροπὴ τῆς δικαιοσύνης θὰ ἐξετάσῃ τὰ ἀντικείμενα τῆς κατηγορίας καὶ θὰ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἀνακρίσεων καὶ ἐξετάσεών της ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ τότε, ἐὰν νομίσῃ ὅτι ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν, θὰ κληρώσῃ τὸ δικαστήριον, καὶ ἀπὸ τότε ἄρχεται ἡ δικαιοδοσία τοῦ δικαστηρίου τούτου.
§19ΧΟΪΔΑΣ. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς προσβάλλονται αἱ πράξεις τῆς Βουλῆς, δηλαδὴ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς καὶ αἱ πράξεις αἱ μέχρι τοῦδε γενόμεναι παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς του, ὁ κατηγορούμενος Νικολόπουλος λέγει εἰς τὴν Βουλήν, εἶσθε ἀναρμόδιοι νὰ συγκροτήσητε ἐπιτροπήν, εἶναι ἀναρμοδία ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐκδώσῃ ἐντάλματα φυλακίσεως, καὶ μόνον ἁρμόδιον εἶναι τὸ δικαστήριον τοῦ ἄρθρου 80 τοῦ Συντάγματος. Τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν ὀφείλομεν νὰ τὴν παραπέμψωμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν, ὁλόκληρος δὲ ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν αἰτιάσεων κατὰ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι ἡ βουλὴ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως ἐνταλμάτων φυλακίσεως ὡς καὶ τὸ τῆς ἀνακρίσεως, καὶ μόνον ἁρμόδιον εἶναι τὸ δικαστήριον τοῦ ἄρθρου 80 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς προανακρίσεως καὶ τῶν λοιπῶν. Ἀποκρούω λοιπὸν τὴν ἰδέαν τοῦ κυρίου Πετιμεζᾶ, καὶ συντάσσομαι μὲ τὴν ἰδέαν τῶν κυρίων Δηλιγιάννη καὶ Δεληγεώργη περὶ τῆς ἀποστολῆς τῆς ἀναφορᾶς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν, ἥτις ἐντὸς 24 ὡρῶν νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐλύθη καὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ εἰς ὅλα τὰ δικαστήρια τοῦ κόσμου, ὅπου ἐδίκασαν ὑπουργούς.
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριε πρόεδρε, νομίζω ὅτι παρενοήθη ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Πετιμεζᾶ. Ὁ κύριος Πετιμεζᾶς δὲν ἐπρότεινε νὰ παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὰ ἀρχεῖα· τοιαύτη πρᾶξις ἤθελεν ἐμφαίνει ἀδιαφορίαν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς πρὸς ἀνθρώπους κατηγορουμένους καὶ ὄντας ἐν ταῖς φυλακαῖς· ἀπεναντίας, ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Πετιμεζᾶ ἀπέβλεπεν εἰς τὴν περιφρούρησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ πολίτου, ὅστις πρέπει νὰ διατελῇ ἐλεύθερος, ὁσάκις ὁ νόμος δὲν ἀποστερεῖ αὐτὸν τῆς ἐλευθερίας. Διὰ τοῦτο ὁ κύριος Πετιμεζᾶς εἶπεν ὅτι οὐδεμία ἀφορμὴ ὑπάρχει ἵνα σταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπὴν, διότι πρόκειται περὶ τῶν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων στηριζομένων δικαιωμάτων τοῦ πολίτου, καὶ περὶ τοιούτων ζητημάτων δὲν ἔχει ἀνάγκην ἡ Βουλὴ νὰ προκληθῇ δι’ ἀναφορᾶς ὅπως σκεφθῇ, οὐδ’ ἔχει ἀνάγκην γνωμοδοτήσεως ἐπιτροπῆς ἵνα προβῇ εἰς συζήτησιν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὸν ἀμέσως νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοιούτου ἀντικειμένου.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ εἶπεν ὁ κύριος Πετιμεζᾶς, διότι εἶπε νὰ μὴ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, καὶ αὐτὸ θὰ εἴπῃ νὰ τεθῇ εἰς τὰ ἀρχεῖα.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κύριος Πετιμεζᾶς λέγει νὰ μὴ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, τοὐτέστι ν’ ἀποῤῥιφθῇ ἡ αἴτησις, διότι ἀντίκειται τὸ περιεχόμενον εἰς τὸ Σύνταγμα· οὐδόλως ὅμως λέγει νὰ μὴ συζητηθῇ ἡ ἀναφορὰ τοῦ πολίτου, διότι πᾶσα ἀναφορὰ πρὸς τὴν Βουλὴν δὲν δύναται παρὰ νὰ τύχῃ ἀκροάσεως καὶ συζητήσεως· ἀλλὰ λέγομεν νὰ τύχῃ ἀκροάσεως ἀμέσως, διότι οὐδεμίαν ἀνάγκην ἔχομεν ν’ ἀκούσωμεν τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοιούτου ἀντικειμένου.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τρεῖς ἔχομεν γνώμας. Ὁ κύριος Τρικούπης, ὑποστηρίζων τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Πετιμεζᾶ, λέγει νὰ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἀναφορᾶς.
§24Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὅταν ὑποβάλλεται μία ἀναφορὰ, ἰδίως ἐκ κατηγορουμένου καὶ διατελοῦντος εἰς προφυλάκισιν....
§25ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἀκούομεν.
§26Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (ἀναβαίνει τὸ βῆμα).
§27ΤΙΝΕΣ. Ὁ πρῶτος ἀνέρχεσαι τὸ βῆμα ἐν τῷ νέῳ βουλευτηρίῳ.
§28Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ὅτι οἱ ἀναφερόμενοι εἶναι κατηγορούμενοι καὶ διατελοῦσι εἰς προφυλάκισιν, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ νὰ μὴ ἀποδοθῇ εἰς τὸ Σῶμα προκατάληψις, καὶ ἤθελεν ἀποδοθῆ προκατάληψις, ἐὰν παραδεχθῆτε τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Τρικούπη, διότι δὲν δύναται ἀμέσως ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ κρίνουσα σπουδαίως καὶ μὲ ἀμεροληψίαν. Διὰ τοῦτο ἡ παραπομπὴ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἰδέας ὅλων, κύριοι, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν γίνεται μία προμελέτη, ἀφ’ ἑτέρου δὲ δίδεται ὁ ἁρμόδιος καιρὸς 24 ὡρῶν νὰ γείνῃ γνωστὸν τὸ περιεχόμενον. Νομίζω, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ ἀπόφασις τώρα, θέλει παρεξηγηθῇ, καὶ διὰ τοῦτο εἶμαι ὑπὲρ τῆς παραπομπῆς τῆς ἀναφορᾶς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§29ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Τὸ αὐτὸ ἤθελον νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ, ὅτι τὸ περιεχόμενον τῆς ἀναφορᾶς περιέχει ὕλην ἀναγομένην εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπῆς, ὡς γενικῆς οὔσης καὶ περιλαμβανούσης ὑπὸ τὴν ἁρμοδιότητά της ὅλα τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ὑπὸ τὸν τύπον τῆς ἀναφορᾶς παρουσιάζονται, καὶ ἐφ’ ὧν αὕτη εἶναι ἁρμοδία νὰ φέρῃ τὴν εἰσήγησιν, καθόσον εἰς ὅλα τὰ ζητήματα γίνεται μία εἰσήγησις. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς αὐτὴν τὴν ἐπιτροπὴν, διὰ νὰ φέρῃ τὴν γνωμοδότησίν της ἀφοῦ ἐξετάσῃ τὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον εἶναι σπουδαῖον, διότι πρόκειται περὶ συνταγματικοῦ ὅρου. Καὶ ἡμεῖς δὲ εἶναι βέβαιον ὅτι δὲν θέλομεν ἐκπληρώσει κἀνὲν πάθος, ἀλλ’ οὐδὲ παραλείψει τὸ καθῆκον, καὶ θέλομεν ἀποφανθῆ νομίμως καὶ δικαίως.
§30Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπῃ ἡ Βουλὴ, θὰ ὁμιλήσω καὶ ἐκ τρίτου.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§32ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη περιέχει τὸν τύπον....
§33ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἀκούομεν, κύριε πρόεδρε.
§34ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀναβαίνει τὸ βῆμα). Τὸ προκείμενον ἔγγραφον φέρει τὸν τύπον τῆς ἀναφορᾶς, κατ’ οὐσίαν ὅμως δὲν εἶναι παρὰ ἀνακοπὴ κατὰ τῶν ἐνεργειῶν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐπελήφθη τῶν ἀνακρίσεων καὶ τῶν λοιπῶν δικαστικῶν πράξεων. Ἡ ἀναφορὰ τίποτε ἄλλο δὲν περιέχει, τίποτε ἄλλο δὲν λέγει, εἰμὴ ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἁρμόδιοι νὰ ἐνεργήσωμεν ἀνακρίσεις νέας καὶ νὰ ἐκδώσωμεν ἐντάλματα φυλακίσεως κτλ. Ἡ Βουλή, λέγει, ἔχει μόνον τὸ δικαίωμα τῆς κατηγορίας, ὅλην δὲ τὴν λοιπὴν διαδικασίαν δικαιοῦται νὰ κανονίσῃ τὸ δικαστήριον, αὐτὸ δὲ θὰ ἀποφασίσῃ καὶ τὴν ἀρχήν, ἥτις θὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἀνακρίσεως καὶ πασῶν τῶν λοιπῶν προδικαστικῶν πράξεων. Εἶναι ἑπομένως ἀνακοπή, κύριοι, διὰ τῆς ὁποίας ἀμφισβητεῖται ἡ ἁρμοδιότης τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ παραπέμψῃ αὐτὴν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν, διότι δὲν εἶναι ἐκ τῶν συνήθων ἀναφορῶν, φέρει τὸν τύπον δικαστικοῦ δικογράφου, ἁρμοδία ἑπομένως εἶναι ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐπιληφθεῖσα τῆς ὑποθέσεως, ἥτις ἀντιπροσωπεύει ὁλόκληρον τὴν Βουλήν. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι πρέπει αὐτὴν τὴν ἀναφοράν, τὴν ἔνστασιν, τὴν ἀνακοπήν, νὰ τὴν παραπέμψητε εἰς τὴν δικαστικὴν ἐπιτροπήν, καὶ αὐτὴ νὰ μᾶς φέρῃ τὴν γνωμοδότησίν της, καὶ ἐπ’ αὐτῆς νὰ ἀποφανθῶμεν ἐὰν ἐπράξαμεν καλῶς. Δὲν δυνάμεθα δὲ νὰ τὴν παραπέμψωμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν, διότι τὸ τοιοῦτον δὲν ἔχει σκοπὸν κανένα.
§35ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἀναφορῶν εἶναι ἁρμοδία.
§36Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων μοὶ φαίνεται ὅτι ἔχει τὸ ἑξῆς ἄτοπον· εἶναι μία ἄρνησις τοῦ δικαιώματος τῶν πολιτῶν. Δὲν δυνάμεθα τὴν ἀναφορὰν λοιπὸν νὰ τὴν ἀφήσωμεν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐνεργείας. Ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Τρικούπη, νομίζω ὅτι ἔχει τὴν ἑξῆς ἔλλειψιν. Νὰ συζητήσωμεν, λέγει, ἀμέσως τὴν ἀναφοράν. Ἀλλ’ ἡ ἀναφορὰ περιέχει νομικὰ ζητήματα· ὁ Κανονισμός, ὅταν διέταξεν αἱ ἀναφοραὶ νὰ ἐξελέγχωνται ἀπὸ ἐπιτροπήν, διέταξε νὰ γίνηται τοῦτο, διὰ νὰ φωτίζωνται οἱ μὴ εἰδικοί. Ἐὰν συνέκειτο ἡ Βουλὴ ἀπὸ νομομαθεῖς, ἠδύνατο ἀμέσως νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν· ἀλλὰ ἡμεῖς, οἵτινες δὲν ἠξεύρομεν νομικά, τί θὰ κάμωμεν; Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν νὰ φέρῃ μίαν γνώμην, νὰ μελετήσωμεν δὲ καὶ ἡμεῖς καὶ νὰ ἀποφανθῶμεν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι δὲν ἠννόησα τὸ περιεχόμενον τῆς ἀναφορᾶς καὶ δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ ἀποφανθῶ.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Α. Πετιμεζᾶς ὡμίλησε δίς, ζητεῖ δὲ καὶ ἐκ τρίτου τὸν λόγον. Συναινεῖ ἡ Βουλή;
§38ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§39Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ (ἀναβαίνει τὸ βῆμα). Κύριοι βουλευταί, ὁ κύριος Κατσικόπουλος, νομίζω, ὅτι ἔθεσε καλῶς τὸ ζήτημα. Ὁ κ. Νικολόπουλος διαμφισβητεῖ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ καταγγέλλῃ καὶ νὰ ἀνακρίνῃ, διότι, λέγει, ἡ Βουλὴ δὲν δύναται οὔτε νὰ καταγγέλλῃ, οὔτε νὰ ἀνακρίνῃ, τουτέστι δὲν δύναται νὰ ἔχῃ οὔτε τὰ καθήκοντα τοῦ εἰσαγγελέως, οὔτε τὰ καθήκοντα τοῦ ἀνακριτοῦ· αὐτὸ τὸ δικαίωμα ἀμφισβητεῖ ἡ ἀναφορά, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Νικολόπουλος. Ὁ κύριος Νικολόπουλος σήμερον διὰ τῆς ἀναφορᾶς του διαμφισβητεῖ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διορίσῃ εἰδικὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἀνακρίνῃ καὶ ἐκτελέσῃ τὰ καθήκοντα τοῦ ἀνακριτοῦ. Λέγετε νὰ πέμψωμεν τὴν ἀναφορὰν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν· ἀλλὰ τί ζητεῖτε ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν; Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν εἶναι προωρισμένη ὅλως δι’ ἄλλα ἀντικείμενα· ἡ δὲ ἀναφορά, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Νικολόπουλος, δὲν ἀποβλέπει εἰμὴ εἰς τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχει καθαρῶς ἡ Βουλὴ καὶ ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν ἐσυστήσατε ὑμεῖς αὐτοί. Διαμφισβητεῖται λοιπὸν διὰ τῆς ἀναφορᾶς τὸ δικαίωμα τοῦ καταγγέλλειν, καὶ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ διορίζῃ ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν καὶ νὰ ἐξετάζῃ τὴν διαγωγὴν τῶν πρώην ὑπουργῶν. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ μέγα ἡ Βουλὴ δὲν τὸ ἔχει, δηλ. νὰ καταγγέλλῃ καὶ νὰ προβαίνῃ εἰς ἀνακρίσεις καὶ διατάσσῃ τὴν προφυλάκισιν τῶν ὑπουργῶν, τότε εἶσθε ἐν τῷ δικαιώματι νὰ παραπέμψητε τὴν ἀναφορὰν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Δὲν ἐρχόμεθα, κύριοι, ἐδῶ νὰ περιορίσωμεν τὰ δικαιώματα τῆς ὑπερασπίσεως· ἀπεναντίας, εἴμεθα ἐξ ἐκείνων οἵτινες θέλομεν νὰ δώσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλειτέραν εὐρύτητα. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ φέρωμεν ἀντιῤῥήσεις ἐναντίον τῆς ἀναφορᾶς, ἡ ὁποία τίποτε ἄλλο δὲν κάμνει παρὰ νὰ διαμφισβητῇ τὸ πρώτιστον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Βουλὴ, νὰ κατηγορῇ τοὺς ὑπουργούς. Τί σᾶς λέγει ἡ ἀναφορά; Δὲν δύνασθε ἐσεῖς νὰ κατηγορήσητε, ἢ, καὶ ἂν δύνασθε νὰ κατηγορήσητε, δὲν δύνασθε νὰ ἐξετάσητε, ἀλλὰ νὰ στείλητε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ διατυπώσῃ τὴν διαδικασίαν τὴν πρὸ καὶ μετά. Ἀλλὰ τοῦτο μοὶ φαίνεται εἶναι σφαλερὸν, διότι ὅλα τὰ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης, καθ’ ἣν θὰ παραπεμφθῶσιν ὑπουργοὶ εἰς τὸ δικαστήριον, ἡ Βουλὴ ἔχει πληρέστατα τὸ δικαίωμα νὰ τὰ ἐξασκήσῃ, ἤγουν ν’ ἀνακρίνῃ, νὰ ἐκδίδῃ ἔνταλμα φυλακίσεως, καὶ τὸ δικαστήριον θὰ ἔλθῃ νὰ δικάσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς οὐσίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου, καὶ ἕνεκα τούτου ἔφερα τὴν ἀντίῤῥησιν.
§40ΡΙΚΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἡ ἀναφορὰ δὲν εἶναι σαφής· μολαταῦτα, ἐὰν ἀποβλέψωμεν εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ ἐγγράφου, βεβαίως θὰ παραδεχθῶμεν ὅτι εἶναι ἓν ἔνδικον μέσον, ἓν παράπονον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς· δι’ αὐτοῦ ἀμφισβητεῖται ἡ ἁρμοδιότης αὐτῆς, ἰδίως ἀμφισβητεῖται τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκδίδειν ἐντάλματα. Εἶναι λοιπὸν ἓν παρεμπῖπτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον γεννᾶται κατὰ τὴν δίοδον τῆς ἀνακρίσεως, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ δικάσῃ ὑπὸ τὴν ἰδιότητά της τὴν δικαστικήν. Πρό τινος ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως εἶχε δικαστικὸν χαρακτῆρα, ὑπ’ αὐτὸν λοιπὸν ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ὅταν γεννᾶται ἓν παρεμπῖπτον κατὰ τὴν δίοδον τῆς ἀνακρίσεως, τὸ ἁρμόδιον σῶμα πρὸς ἐξέτασιν εἶναι τὸ συμβούλιον, τοῦ ὁποίου τὰ ἔργα ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνεργεῖ ἡ Βουλὴ. Νομίζω λοιπὸν ὅτι, ἐὰν ἐκλάβωμεν τὴν ἀναφορὰν ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτὴν, οὔτε ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἀναφορῶν εἶναι ἁρμοδία, οὔτε ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἀναφορῶν εἶναι προσδιωρισμένη δι’ ἄλλα καθήκοντα τῆς Βουλῆς, ὄχι διὰ δικαστικά· ἡ δικαστικὴ ἐπιτροπὴ εἶναι ἀνακριτικὴ, τῆς ὁποίας ἡ ἁρμοδιότης προσβάλλεται, καὶ διὰ τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ πέμψωμεν εἰς αὐτὴν τὴν ἐκτίμησιν τῆς πράξεως ταύτης, ἡ ὁποία προσβάλλει τὴν ἁρμοδιότητά της. Πρέπει λοιπὸν ἡ Βουλὴ σήμερον ν’ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος αὐτοῦ ζητήματος τῇ εἰσηγήσει μιᾶς εἰσηγητικῆς ἐπιτροπῆς, ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι δὲν δύναται ἀμέσως ν’ ἀποφασίσῃ, ὅπως καὶ ἐγὼ νομίζω.
§41ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἀναφορῶν ὡρίσθη νὰ προεξετάζῃ ὅλας τὰς ἀναφορὰς, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ καμμία ἄλλη ἐπιτροπὴ δὲν δύναται ν’ ἀντιποιηθῇ τὴν ἁρμοδιότητα αὐτῆς. Εἰς αὐτὴν πρέπει νὰ σταλῇ· ὅλα δὲ τὰ λεχθέντα εἶναι περιττὰ καὶ ἀντιβαίνουν εἰς τὸν Κανονισμόν. Πῶς θέλετε ἄνευ προεξετάσεως, νὰ φέρητε αὐτὴν ἐξ ἐφόδου; Ἡμεῖς δὲν θέλομεν οὔτε ν’ ἀδικήσωμέν τινα, ἀλλ’ οὔτε νὰ παραλείψωμεν τὸ καθῆκόν μας. Πρέπει λοιπὸν νὰ προηγηθῇ ἐξέτασις διὰ τῆς ἁρμοδίας ὁδοῦ, δηλ. διὰ τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἀναφορῶν νὰ εἰσαχθῇ.
§42ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν δύναται νὰ παραπεμφθῇ τὸ προκείμενον ἔγγραφον, οὔτε εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν. Ἐσύγχυσαν τὸ περιεχόμενον τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ μὲ τὸν τύπον τῆς ἀναφορᾶς, ἐνῷ εἶναι καθαρῶς δικαστικόν, εἶναι ἄρνησις τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς ὡς δικαστικοῦ σώματος, εἶναι δὲ ἀνακοπή, ἡ ὁποία φέρεται κατὰ τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς. Δὲν συμφέρει δὲ νὰ ἐκλεχθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπή, διότι τότε μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ὑπόθεσιν θὰ τὴν κατακερματίσωμεν εἰς πολλὰ τεμάχια. Ἁρμοδία ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς εἶναι ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἡ ὁποία διεξάγει ὁλόκληρον τὴν ὑπόθεσιν. Δὲν συμφωνῶ δὲ μὲ τὸν πρὸ ὀλίγου καταβάντα τοῦ βήματος συνάδελφον ἐκ Καλαβρύτων κ. Πετιμεζᾶν, ὅτι ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἐπελήφθη τῆς ἀνακρίσεως δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς ἀνακοπῆς, ἡ ὁποία φέρεται κατὰ τῆς ἁρμοδιότητός της, διότι ὅλα ἐν γένει τὰ δικαστικὰ σώματα ὀφείλουν πρὸ παντὸς ἄλλου καὶ ἐξ ἐπαγγέλματος ἀκόμη ν’ ἀποφανθῶσι περὶ τῆς ἑαυτῶν ἁρμοδιότητος, ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἀποφανθῶσιν ἀφ’ ἑαυτῶν, πρέπει ἅμα γίνεται ἔνστασις ν’ ἀποφανθῶσιν. Ἐπιμένω λοιπόν, ὅτι πρέπει νὰ σταλῇ εἰς τὴν δικαστικὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἐξετάζει τὴν ὑπόθεσιν.
§43ΧΟΪΔΑΣ. Ἀποκρούω τὰς ἰδέας τοῦ κ. Κατσικοπούλου διὰ τῶν ἰδίων αὐτοῦ ἰδεῶν. Ὁ κ. Κατσικόπουλος ἰσχυρίζεται ὅτι ἡ ὑποβληθεῖσα παρὰ τοῦ Ἰω. Τυπάλδου, πληρεξουσίου τοῦ κατηγορουμένου Νικολοπούλου, δὲν εἶναι ἀναφορά, ἀλλὰ εἶναι προσφυγὴ ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς, ἡ ὁποία θὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς ἰδίας ἁρμοδιότητος. Ἐάν, κύριε Κατσικόπουλε, ὑπεβάλλετο τῇ Βουλῇ ὑπὸ τὸν τύπον ἀνακοπῆς κατὰ τῆς πράξεως τῆς ἐπιτροπῆς, τότε ἐντελῶς ἀναρμοδία εἶναι ἡ ἐπιτροπή. Ὅταν ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως ἀναφανῇ ἀσυμφωνία μεταξὺ τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῶν κατηγορουμένων, τότε τίς ἡ ἁρμοδία ἀρχή, ἡ μέλλουσα νὰ λύσῃ τὴν διαφωνίαν αὐτήν; Ἁρμοδία ἐστὶν οὐχὶ ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντα τοῦ ἀνακριτοῦ, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ Βουλή. Οὐδεὶς ἰσχυρίζεται τὸ ἐναντίον ἐκτὸς ὑμῶν μόνον. Καὶ ὁ κ. Τρικούπης, καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης, καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης ὀρθῶς καὶ λογικῶς λέγουν, ὅτι ἁρμοδία ἐστὶν ἡ Βουλή. Ἀλλὰ διαφωνοῦν μόνον καθόσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς λύσεως τῆς διαφορᾶς αὐτῆς. Οἱ μὲν λέγουν, ὅτι ἡ ἐπὶ τῶν δικαστικῶν ἐπιτροπὴ πρέπει νὰ προεξελέγξῃ τὴν ὑπόθεσιν, οἱ δὲ λέγουν, ὅτι ἀμέσως ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀποφανθῇ καὶ νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ὥστε ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλατε, νομίζω, ὅτι ἀπάδει πρὸς τὰς ἀρχὰς αὐτὰς τῆς ποινικῆς δικονομίας, πὶ τῆς ὁποίας ἐρειδόμενοι ἐστηρίξατε ταύτην· διότι ἡ Ἐπιτροπὴ οὐδαμῶς ἐστὶν ἁρμοδία πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἀλλὰ μόνον ἡ Βουλὴ· εἰς αὐτὴν δὲ ἀπόκειται νὰ ἀποφανθῇ, ἐὰν πρέπει νὰ ἀποστείλῃ τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν Ἐπιτροπήν, ἢ νὰ ἀποφασίσῃ ἀμέσως. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς εἶπεν, ὅτι ἀποκρούει τὴν ἰδέαν τοῦ ἄλλου κ. Πετιμεζᾶ περὶ τῆς ἀμέσου συζητήσεως, διότι δὲν δύναται ἅπασα ἡ Βουλή, μὴ ἔχουσα γνώσεις νομικάς, νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἂς ἀναβληθῇ ἡ ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης συζήτησις ἐπὶ 24 ὥρας, ἂς λάβωσι γνῶσιν αὐτῆς ἐκτυπουμένης οἱ κύριοι βουλευταί, καὶ ἂς προβῶμεν εἰς συζήτησιν, καὶ τοιουτοτρόπως συμβιβάζονται ὅλαι αἱ γνῶμαι. Ἐκ τῶν προτέρων ὅμως ἀποφαίνομαι, ὅτι ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἀντίκειται εἰς τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος καὶ εἰς τὰ παραδεδεγμένα παρὰ τῶν δικαστηρίων, τῶν Βουλῶν καὶ τῶν Γερουσιῶν τῆς Ἀγγλίας, τῆς Γαλλίας καὶ ὅλων τῶν ἐθνῶν. Ἑπομένως, ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν ἐμπεριεχομένων, τότε ἂς διατάξῃ τὴν τύπωσιν.
§44Ν. ΣΟΥΤΣΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ Βουλὴ δὲν γνωρίζει σήμερον ἐὰν ὁ κ. Νικολόπουλος καὶ Βαλασσόπουλος διατελοῦν εἰς τὰς φυλακὰς, τὸ γνωρίζει ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ σταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης, διὰ νὰ μᾶς εἴπῃ τί ἔκαμε, καὶ τὶ πρέπει νὰ κάμωμεν.
§45ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Δὲν ἁρμόζει νὰ προσποιηθῶμεν, ὅτι δὲν γνωρίζομεν. Αὐτὸ τὸ γνωρίζομεν ὅλοι.
§46ΧΟΪΔΑΣ. Καὶ ἐν τῷ τάφῳ ἀκόμη ὁ ἀποθανὼν Ἀργολίδος ἔμαθεν, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ ἐφυλακίσθησαν.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλος δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμιλήσῃ, ἡ συζήτησις εἶναι περατωμένη. Ἔχομεν λοιπὸν 4 γνώμας· πρῶτον νὰ παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπὴν, δεύτερον νὰ παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, τρίτον νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ἐπιτροπὴν, καὶ τέταρτον νὰ τυπωθῇ, διανεμηθῇ καὶ ἀρχίσῃ μετὰ 24 ὥρας ἡ ἐπ’ αὐτῆς συζήτησις.
§48Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ ὑποβαλόντες, νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπὴν, προτείνουν νὰ φέρῃ αὔριον τὴν ἔκθεσίν της ἡ Ἐπιτροπή.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέτω εἰς ψηφοφορίαν κατὰ τάξιν. Πρῶτον, οἱ παραδεχόμενοι νὰ τυπωθῇ ἡ ἀναφορὰ, νὰ διανεμηθῇ καὶ νὰ ἀρχίσῃ αὔριον ἡ συζήτησις, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπὴν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψεν. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ συστηθῇ ἐπιτροπὴ εἰδικὴ, ἵνα ἐξετάσῃ καὶ ὑποβάλῃ τὴν γνώμην της, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται δύω). Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε. Τελευταῖον, οἱ παραδεχόμενοι νὰ παραπεμφθῇ ἡ αἴτησις εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν, προσκαλουμένην νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της αὔριον, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁ κ. Κοσσονάκος ζητεῖ ἄδειαν ἀπουσίας 20 ἡμερῶν ἕνεκα οἰκογενειακῶν ὑποθέσεων. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ δοθῇ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§50ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, κ. πρόεδρε, θὰ ὑποβάλω τροπολογίας ἐπὶ τοῦ ΞΕΘ. Νόμου. Ἡ εἰσαγωγὴ τῆς ἰσχυούσης ἐν τῷ Κράτει νομοθεσίας εἰς τὰς Ἰονίους νήσους ἐπέφερε τὴν κατάργησιν σχεδὸν ὅλων τῶν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἰσχυόντων νόμων. Πολλὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα κανονίζουν οἱ καταργηθέντες νόμοι, ἔμειναν ἀκανόνιστα. Μεταξὺ τούτων τὸ σπουδαιότερον εἶναι τὸ τῆς ἀναγκαστικῆς ἐκποιήσεως. Ἐπῆλθε μὲν νόμος, ὁ ὁποῖος ἐκανόνισεν αὐτὴν, ἀλλ’ ὁ νόμος οὗτος ἔχει πλεῖστα κενὰ, τὰ ὁποῖα ἡ πεῖρα κατέδειξεν· εἰσὶ δὲ τοιαῦτα, ὥστε, ἐὰν δὲν συμπληρωθῶσι, καθίσταται σχεδὸν ἀδύνατος ἡ ἀναγκαστικὴ ἐκποίησις. Πρὸς συμπλήρωσιν τούτου ὑποβάλλω διαφόρους τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι σκοπὸν ἔχουν νὰ καταστήσωσι τοὺς θέλοντας νὰ ἐκτελέσωσιν ὁποιανδήποτε ἀπόφασιν ἐπὶ ἀκινήτων κτημάτων εἰς ἴσην θέσιν, εἰς ἣν εὑρίσκονται καὶ οἱ κάτοικοι τοῦ λοιποῦ Βασιλείου. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ σπουδαῖον διὰ τὰς Ἰονίους νήσους καὶ κατεπεῖγον, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, νὰ ἐπιτρέψῃ μετὰ τὴν τύπωσιν καὶ διανομὴν νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι στελλόμενον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, πιθανὸν νὰ μείνῃ ἐκρεμὲς καὶ νὰ παρέλθῃ ἡ Σύνοδος χωρὶς νὰ γείνῃ ἐπὶ τούτου συζήτησις. Πρὸς εὐκολίαν ὑποβάλλω καὶ ἔκθεσιν δικαιολογητικὴν, ὅπως λάβωσι γνῶσιν οἱ κ. κ. βουλευταὶ τῶν λόγων, οἵτινες καθιστοῦν ἀναγκαίαν τὴν παραδοχὴν τῶν προτεινομένων τροπολογιῶν.
§51ΖΩΧΙΟΣ. Κάρολος ὁ Εʹ, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, εἶδεν ἕνα κομήτην εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ παρητήθη τοῦ θρόνου καὶ τῆς αὐτοκρατορίας τῆς παγκοσμίου. Εἶδον καὶ ἐγὼ ἕνα κομήτην, καὶ θὰ πράξω τὸ ἐναντίον· ἀντὶ νὰ παραιτηθῶ, θὰ προσκολληθῶ ἔτι μᾶλλον ὡς τὸν Κυναίγειρον εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔφερον πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν, ἐπειδὴ δὲν εἶναι πολλὰ γεγραμμένα, ἴσως ἐνομίσθη, ὅτι εἶναι κἄτι τι πάρεργον. Εἰς τὴν πρότασιν αὐτὴν εἴμεθα 9 ὑπογεγραμμένοι· οἱ 8 εἶναι νεάζοντες, εἷς μόνος γέρων. Τώρα τί ἤθελεν αὐτὸς ὁ γέρων νὰ ἀναμιχθῇ μὲ τοὺς νέους; Οὐδεὶς Ἑπτανήσιος περιελαμβάνετο εἰς τὸ κατηγορητήριον αὐτό. Πελοποννήσιοι ἦσαν, Αἰγαιοπελαγῖται ἦσαν, Ῥουμελιῶται ἦσαν, Ἑπτανήσιος οὐδείς. Τοῦτο ἐγὼ ἰδών, προσέθηκα τὴν ὑπογραφήν μου. Ἐπειδὴ Ἐπειδὴ μάλιστα εἷς παλαιός μου φίλος ἔλεγεν, ὅτι θὰ φέρῃ αὐτὸς τὸ κατηγορητήριον, καὶ ὅτι οὐδεὶς θὰ τολμήσῃ νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ, προσέθηκα προθύμως τὴν ὑπογραφήν μου, διὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι δὲν φοβοῦμαι.
§52ΠΟΛΥΛΑΣ. Τὸ κενὸν δὲν θὰ μείνῃ, διότι ὅταν συζητηθῇ ἡ πρότασις, θὰ ἰδῆτε, ὅτι κενὸν δὲν ὑπάρχει· καὶ νομίζω, ὅτι αὐτὸ εἶναι πρωτοβουλία, τὴν ὁποίαν οἱοσδήποτε ἤθελε λάβει, ἐὰν δὲν ἠθέλατε βιασθῇ νὰ ῥίψητε εἰς τὴν Βουλὴν ἀτελὲς κατηγορητήριον.
§53ΖΩΧΙΟΣ. Πληρώσατέ το.
§54ΠΟΛΥΛΑΣ. Εἶναι ἀντικείμενα, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ σπουδάζῃ τις καὶ οὐχὶ νὰ παίζῃ.
§55ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, κ. Πολυλᾶ......
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, δὲν εἶναι ἀντικείμενον αὐτὸ συζητήσεως.
§57ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Δύω λέξεις διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν σιωπήν μας κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε καιρὸν κατὰ τὴν συζήτησιν. Ἐὰν παραβλέπωμεν καὶ ἐκτοπίζωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ ἀρχίζωμεν συζητήσεις τοιαύτας, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οὕτως εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξέλθῃ νομοθέτημα ἀπὸ τοῦ περιβόλου τούτου.
§59ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ κ. Πολυλᾶς εἶπεν, ὅτι εἶναι παιγνίδι.
§60ΠΟΛΥΛΑΣ. Ὄχι, μοὶ ἐφάνη, ὅτι θέλετε νὰ παίζητε· διότι ἐνόμισα ὅτι εἶναι παιγνίδι, ὅταν λέγετε ὅτι ὑπάρχει κενόν, διότι δὲν ὑπάρχουν Ἑπτανήσιοι ὑπογεγραμμένοι, ἐνῷ ὅλη ἡ Ἑπτάνησος εἶναι σύμφωνος εἰς αὐτό.
§61ΧΟΪΔΑΣ. Ὁλόκληρος ἡ Ἑλλάς.
§62ΖΩΧΙΟΣ. Θέλω νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι δὲν εἶναι μόνον οἱ 9 ὑπογεγραμμένοι, θέλω νὰ σᾶς φέρω μάρτυρα ἄλλον ἰσχυρότερον. Ποῖον καλλίτερον ἔχομεν ἐδῶ μέσα σήμερον; Εἶναι ὁ πρόεδρός μας ὁ τιμημένος. Φέρω τὸν πρόεδρόν μας. Σήμερον εἶναι 3 Νοεμβρίου. Πρὸ 11 μηνῶν, τὴν 3 Δεκεμβρίου συνέβη ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου ἓν μέγα γεγονός. Ἀπεχωρήσαμεν ὅσοι δὲν ἤμεθα σύμφωνοι μὲ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην. Ποῖος διετύπωσε τὴν ἀποχώρησιν; Καὶ ἡ ἀποχώρησις ἐκείνη συνέχεται μὲ τὰ σήμερον γενόμενα, συνέχεται μὲ αὐτὸ τὸ μικρούτσικο χαρτί, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πολυλᾶς εὗρε κατεσπευσμένον. Ἀναγινώσκει ἀπόσπασμα τῶν πρακτικῶν τῆς 3 Δεκεμβρίου 1874. «ΖΑΪΜΗΣ. Ἡ ἀπόῤῥιψις, ἐπαναλέγω, τῆς προτάσεως τοῦ κ. Μεσσηνέζη θέλει καταδείξει, ὅτι ἡ πλειοψηφία ἐπιμένει νὰ θεωρῇ ὡς νόμιμον τὸ πολιτικὸν πραξικόπημα....» Λοιπὸν πρόκειται περὶ τοῦ πραξικοπήματος ἐκείνου, διὰ τὸ ὁποῖον τὸ ἔθνος ἐμελέτησεν 11 μῆνας. Ὁ κ. Πολυλᾶς εἶπεν, ὅτι ἐσπεύσαμεν.
§63ΠΟΛΥΛΑΣ. Μὲ παρεξηγήσατε.
§64ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτετε.
§65ΠΟΛΥΛΑΣ. Δὲν τὸ εἶπον, καὶ οὐδεὶς ἐν τῇ Βουλῇ πιστεύει αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε.
§66ΖΩΧΙΟΣ. Πῶς κατωρθώσατε καὶ ἐμαντεύσατε τί ἔχει ὁ καθεὶς εἰς τὸ κεφάλι του;
§67ΠΟΛΥΛΑΣ. Διότι οὐδεὶς λογικὸς ἄνθρωπος τὸ ἐννοεῖ ὅπως τὸ ἐννοεῖτε.
§68ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε Πολυλᾶ, σοῦ ἔδιδα τὴν πρέπουσαν ἀπόκρισιν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὁ τόπος ἁρμόδιος. Ἐξακολουθεῖ τὴν ἀνάγνωσιν· «τὸ ὁποῖον συνετέλεσαν κατὰ τὴν 30 Νοεμβρίου 85 βουλευταὶ συνηγμένοι ἐνταῦθα. Μετὰ τὴν ἐνδεχομένην αὐτὴν ἀπόφασιν, δηλοῦμεν, ὅτι θέλομεν ἀποχωρήσει....» Πρὸ ἕνδεκα λοιπὸν μηνῶν διετυπώθη τὸ κατηγορητήριον ἀπὸ τὸν ἔντιμον πρόεδρόν μας, τὸν τότε ἡγούμενον τῆς ἀντιπολιτεύσεως, διότι ἐπὶ κεφαλῆς αὐτὸς ἡγεῖτο ὅτε ἐξήλθομεν τοῦ βουλευτηρίου (ἐξακολουθεῖ τὴν ἀνάγνωσιν). «Θέλομεν ἀποχωρήσει τοῦ Βουλευτηρίου καὶ θέλομεν ἀπέχει τῶν συνεδριάσεων μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἴδωμεν ἐπανερχομένην τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, ὅπερ παρεβιάσθη.» Ὁ τότε λοιπὸν ἡγούμενος τῆς ἀντιπολιτεύσεως νῦν δὲ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ ἔντιμος κύριος Ζαΐμης, διετύπωσε τὸ κατηγορητήριον καὶ ὠνόμασε τὴν πρᾶξιν ἐκείνην πραξικόπημα. Ἔχομεν ὅμως ἕνα ἄλλον, ὁ ὁποῖος εἶναι πολὺ ἀνώτερος τοῦ κ. Ζαΐμη, ἔχομεν τὸν Βασιλέα, ὅστις τάδε λέγει. «Θέλετε ἐπιληφθῆ καὶ τῶν ἐκκρεμῶν ζητημάτων, ἅτινα προέκυψαν ἐκ πολιτικῆς καταστάσεως ἐκρύθμου.» Ὅ,τι δηλαδὴ εἶπεν ὁ νῦν πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ τότε ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὁ βασιλεὺς τὸ λέγει μετριώτερον μὲν, ἀλλ’ ἰσχυρότερον· τὸ ὠνόμασε κατάστασιν ἔκρυθμον. Τί περισσότερον ἠθέλετε νὰ σᾶς εἴπῃ ὁ βασιλεύς; Τρίτον ἔχομεν τὴν ἔκθεσιν τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐπρότεινε νὰ καρατομηθῶσιν οἱ νόμοι, οὐχὶ ν’ ἀκυρωθῶσι. Καὶ τί λέγει; «Ὅτι οἱ ἐν λόγῳ ψευδεῖς νόμοι ἐψηφίσθησαν τῇ συμπράξει τῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑπουργῶν, ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τούτων εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως, μὲ τὴν ὁποίαν περιβληθέντες ἐδημοσιεύθησαν ὡς νόμοι τοῦ Κράτους, τινὲς τῶν ὁποίων καὶ ἐξετελέσθησαν. Ἐπὶ δὲ τῇ παραβιάσει ταύτῃ τοῦ Συντάγματος, εὐθύνονται οἱ ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι». Λοιπὸν καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις ἡ τότε, ἐπὶ κεφαλῆς ἔχουσα τὸν νῦν πρόεδρον τῆς Βουλῆς, καὶ ὁ βασιλεὺς διὰ τοῦ λόγου του, καὶ ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς διετύπωσαν τὸ κατηγορητήριον.
§69ΑΡ. ΡΟΥΚΗΣ. Καὶ ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ἀπαντήσεώς της εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον.
§70ΖΩΧΙΟΣ. Προτείνω λοιπὸν, διότι νομίζω ἕως ὅτου εὕρωμεν καιρὸν νὰ μελετήσωμεν ἴσως θ’ ἀποθάνωμεν, ὅσον ἔνεστι τάχιον ἡ ἐπιτροπὴ ἡ διορισθεῖσα νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα καὶ νὰ φέρῃ τὸ κατηγορητήριον ἢ τὰς σκέψεις της περὶ τοῦ κατηγορητηρίου, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ὁρίσῃ καιρὸν ὡρισμένως, διότι τοιοῦτος καιρὸς ὡρισμένος ἐδόθη καὶ εἰς τὴν ἄλλην ἐπιτροπὴν, τὴν δικαστικήν. Ἂν δὲ ζητήσωμεν νὰ μελετήσωμεν, θὰ πάθωμεν ὅ,τι ἔπαθεν ἕνας ἀμαθὴς παπᾶς, ὅστις ἐσκέπτετο ὅλην τὴν τεσσαρακοστὴν ποίαν ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος νὰ πασχάσῃ, καὶ εὗρε νὰ πασχάσῃ ἡμέραν Σάββατον. Τὸ ζήτημα δὲ εἶναι ἤδη μεμελετημένον, καὶ δὲν χρειάζεται παρὰ μία ἁπλῆ ἀπόφασις.
§71ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος ὅτι παρῃτήθησάν τινα τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς.
§72ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἐκ τῆς θέσεώς του). Ἡ ἐπιτροπὴ ἡ διορισθεῖσα συνῆλθε........
§73ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἀκούομεν καλῶς· ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀπὸ τοῦ βήματος.
§74ΧΟΪΔΑΣ. Νὰ αἰτιώμεθα τοὺς μηχανικοὺς τῆς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι παρὰ τοὺς κανόνας τῆς ἀκουστικῆς ᾠκοδόμησαν τὸ βουλευτήριον τοῦτο.
§75ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ, περὶ ἧς ὁ λόγος, ἐξελέχθη τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευήν· ἀκριβῶς τὴν ἑπομένην ἡμέραν, τὸ Σάββατον, συνῆλθε, καί τοι ὑπῆρχε τοσοῦτος θόρυβος, διότι μετεφέροντο τὰ ἔπιπλα καὶ αἱ ἀποσκευαὶ τοῦ βουλευτηρίου, καὶ ἀντήλλαξαν τὰ μέλη τὰς ἰδέας των, καὶ ἔθεσαν τὰς βάσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐμείναμεν σύμφωνοι.
§76ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν ἤμεθα ὅμως πλήρεις.
§77ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὸ εἴπω. Ἔλιπεν ἓν μέλος, τὴν παρουσίαν τοῦ ὁποίου περὶ πολλοῦ ἐποιούμεθα. Οἱ παρευρεθέντες ἀντηλλάξαμεν τὰς ἰδέας μας καὶ ἐθέσαμεν τὰς βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἐργασθῶμεν. Ἠλπίζομεν ὅτι καὶ τὸ πέμπτον μέλος ἤθελε προσέλθει εἰς τὴν ἀμέσως ἑπομένην συνεδρίασιν. Συνήλθομεν σήμερον εἰς δευτέραν συνεδρίασιν· ὁ κ. Λεώπουλος δὲν προσῆλθεν ἕνεκα οἰκογενειακοῦ τινος λόγου, διὰ τὸν ὁποῖον λυποῦμαι, εἰδοποίησε τὸν κ. Πρόεδρον ὅτι τῷ εἶναι ἀδύνατον νὰ λάβῃ μέρος καὶ ὅτι παραιτεῖται· σήμερον δ’ ἀντικατέστη δι’ ἑτέρου. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔχει κᾀνένα λόγον νὰ βραδύνῃ παρὰ μόνον θέλει νὰ σχηματίσῃ γνώμην, ἡ ὁποία νὰ στηρίζεται εἰς τοὺς κειμένους νόμους. Τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς οὐδενὸς φείδονται, ὁ ὁποῖος ἐπλημμέλησε, ὅπου καὶ ἂν κάθηται. Ἡ Ἐπιτροπὴ θέλει μόνον νὰ ἐκπληρώσῃ εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκόν της· θέλομεν ἐργασθῆ, καὶ ἐλπίζομεν ἐντὸς τῆς μεθαύριον νὰ παρουσιάσωμεν τὴν ἔκθεσιν, ἐὰν δυνηθῶμεν· διότι τὸ ζήτημα εἶναι λίαν σπουδαῖον, καὶ ὅσον φανεραὶ φαίνονται αἱ παρανομίαι καὶ ἀφιλονείκητοι, τοσοῦτον δύσκολος ἔρχεται ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς πράξεως· καὶ εἰς τοῦτο ἀσχολεῖται ἡ Ἐπιτροπή. Δὲν λέγομεν δὲ ὅτι εἴμεθα οἱ καλλίτεροι, ἀλλὰ δὲν εἴμεθα καὶ οἱ χειρότεροι.
§78Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δὲν ἔχομεν δυσπιστίαν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§79ΧΟΪΔΑΣ. Δὲν ἔψεξε κᾀνεὶς τὴν Ἐπιτροπήν.
§80ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐγὼ προτείνω πενθήμερον προθεσμίαν.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ προθεσμίαν πέντε ἡμερῶν;
§82ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ συζήτησις συμβάσεως μετὰ τῆς ἑταιρίας τῶν γαλλικῶν διαπορθμεύσεων. Αὐτὴ δὲν ἀνήκει εἰς τὰς ἀκυρωθείσας, διότι ἐγένετο τῇ 11 Ἰουλίου 1875, ὅτε ἦτον εἰς τὰ πράγματα τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Τρικούπη.
§84ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγένετο λόγος νὰ μὴ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τῶν συμβάσεων αὐτῶν πρὸ τῆς κυρώσεως τοῦ νόμου τοῦ ἀκυροῦντος τοὺς ψευδεῖς νόμους.
§85ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἐστάλησαν ἀκόμη τὰ πρακτικὰ παρὰ τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς εἰς τὸ ὑπουργεῖον.
§86ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη τῆς κυρώσεως. Ἐγὼ ἔφερα πρῶτος τὴν ἔνστασιν εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς συζήτησιν τὰ νομοσχέδια ταῦτα, καὶ εἶπον ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν ἐπ’ αὐτῶν, πρὶν ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ ὁριστικῶς περὶ τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὸ ἄκυρον τῶν ψευδῶν νόμων. Ἡ κύρωσις ὅμως τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἀπαιτεῖται. Οἱ ψευδεῖς νόμοι ἦσαν ἄκυροι ἀνεξαρτήτως πάσης ἀποφάσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας· ἑπομένως δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νομοθετικῆς πράξεως περὶ τοῦ ἀκύρου αὐτῶν, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ προβῶμεν εἰς νομοθετήματα ἐπὶ ἀντικειμένου, περὶ οὗ ἐπρονόησε ψευδὴς νόμος. Δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως τοιούτου νομοθετήματος ἐν ὅσῳ ἦτον ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ συζήτησις περὶ τοῦ ἐγκύρου ἢ ἀκύρου τῶν νόμων ἐκείνων· ἤδη ὅμως, ὅτε ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ὁριστικῶς περὶ αὐτῶν, νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ προβῶμεν.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλως τε σήμερον εἶναι καὶ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις, ἥτις δὲν εἶναι ὁριστική.
§88ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐννοοῦμεν ὅμως καὶ νὰ παραδεχθῶμεν τὴν θεωρίαν τοῦ κυρίου Τρικούπη, καὶ ἴσα ἴσα, τοῦτο συζητήσαντες ἀπεδείξαμεν. Δὲν ἐννοοῦμεν ὅτι δὲν ἦτον ἀνάγκη διὰ νόμου ν’ ἀκυρωθῶσιν οἱ νόμοι οἱ ὑπὸ τῆς διαλυθείσης Βουλῆς ψηφισθέντες, οὐδὲ νομίζομεν ὅτι τὸ προταχθὲν νομοσχέδιον, ὅπερ παρουσίασεν ἡ Κυβέρνησις, ἤρκει μόνον νὰ γείνῃ δεκτὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι περιττὸν ἦτον ὁ κ. πρωθυπουργὸς νὰ ζητήσῃ τὴν κύρωσιν αὐτοῦ παρὰ τοῦ Βασιλέως καὶ τὴν δημοσίευσιν αὐτοῦ ὡς νόμου τοῦ Κράτους. Ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς ὅτι ὅλοι οἱ βουλευταὶ, ἴσως ἐξαιρουμένου τοῦ κ. συμπολίτου μου, ἠννόουν ὅτι οὕτω πρέπει νὰ γείνῃ τὸ πρᾶγμα, δηλ. τὸ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἤδη ψηφισθὲν πρέπει νὰ κυρωθῇ καὶ δημοσιευθῇ ὡς νόμος τοῦ Κράτους, ἕπεται ὅτι ἡ θεωρία τοῦ κ. Τρικούπη δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἀληθής. Ἂν ὁ κ. Τρικούπης θέλῃ νὰ ὑπερισχύσῃ ἡ γνώμη του, πρέπει νὰ προκαλέσῃ συζήτησιν· διότι αἱ μέχρι τοῦδε συζητήσεις καὶ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, ἡ τακτικὴ, ἣν ἠκολουθήσαμεν, ἀποδεικνύει τὸ ἐναντίον. Πρέπει ν’ ἀγωνισθῇ κατὰ τῆς γνώμης τοῦ ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἐνόμισεν, ὅτι τοὺς νόμους ἐκείνους πρέπει διὰ νόμου ν’ ἀκυρώσωμεν, καὶ κατὰ τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς, ἥτις τὴν ἰδίαν γνώμην ἔχει, καὶ πρέπει νὰ ἐξατασθῇ ἡ γνώμη αὕτη ἐν τῇ Βουλῇ, ἡ ἀναιροῦσα καὶ τὴν πολιτικὴν τοῦ ὑπουργείου καὶ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς θεωροῦμεν ἀναγκαίαν τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου, ὅπως προβῶμεν ἀπροσκόπτως.
§89ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐξετάσω τί ἐφρόνει ὁ μὲν καὶ τί ἐφρόνει ὁ ἕτερος τῶν συναδέλφων, ὅτε ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν ψευδῶν νομοθετημάτων· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐξετάσω, εἶναι τί τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἔλεγε. Τὸ νομοσχέδιον δὲν λέγει ὅτι ἡ Βουλὴ ἀκυρώνει τοὺς νόμους ἐκείνους, τοὺς ψευδεῖς, ἀλλὰ λέγει ὅτι οὐδεμίαν ἔχουσιν ἰσχὺν, διότι ἐξ ὑπαρχῆς ἦσαν ἄκυροι· περὶ τούτου οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, τὸ πνεῦμα τοῦ νομοσχεδίου ἦτο βεβαιότατον. Ὅ,τι καὶ τὸ νομοσχέδιον λέγει καὶ ἡ Βουλὴ ἐνόει, ἦτον ὅτι τὰ νομοθετήματα ἐκεῖνα ἦσαν ψευδῆ, καὶ δὲν ἐγένοντο ψευδῆ διὰ τῆς προχθεσινῆς ἀποφάσεώς μας· ἀλλ’ ἦσαν ἐξ αὐτῆς τῆς συστάσεώς των τοιαῦτα. Ἀφοῦ δὲ οὕτως εἶχε τὸ πρᾶγμα, διὰ τί ἐθεωρήσαμεν ἀναγκαῖον νὰ ψηφίσωμεν νόμον περὶ ἀκύρου αὐτῶν; Τὸν νόμον ἐψηφίσαμεν, διότι ἠθέλαμεν νὰ διαγραφῶσιν ἐκ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα κακῶς εὑρίσκοντο ἐκεῖ, ἡ δὲ διαγραφὴ δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἄνευ νομοθετικῆς ἀποφάσεως. Ἀλλ’ ἂν ᾖναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ἦσαν ἐξ ὑπαρχῆς ἄκυροι, ἂν ᾖναι ἀληθὲς ὅτι τὸ ἄκυρον τοῦτο ἡ Βουλὴ προχθὲς ἐβεβαίωσε διὰ τοῦ ψηφισθέντος νομοθετήματος, ἕπεται ἄρα ἐκ τούτου, καθὰ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται νὰ ζητηθῇ ἤδη ἡ κύρωσις τοῦ Βασιλέως εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον; Οὐδόλως. Ἀπ’ ἐναντίας ἀπαιτεῖται ἡ βασιλικὴ κύρωσις. Ἀφοῦ οἱ ὑπουργοὶ ἐθεώρησαν ἀναγκαῖον, πρὸς διαγραφὴν τῶν ψευδῶν νόμων ἐκ τῆς ἐπισήμου ἐφημερίδος, νὰ ψηφισθῇ εἰδικὸς περὶ τούτου νόμος, εἶναι ἀνάγκη ἡ Κυβέρνησις, σεβομένη τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, νὰ ὑποβάλῃ αὐτοὺς εἰς τὴν Βασιλικὴν κύρωσιν. Ἕως οὗ δὲ οὕτω κυρωθῶσιν, εὑρισκόμεθα εἰς ἣν ἤμεθα θέσιν πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου, εὑρισκόμεθα ἀπέναντι ψευδῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν ἔχουσιν ἰσχύν· εὑρισκόμεθα ὅμως κατὰ τοῦτο εἰς διάφορον θέσιν ἐκείνης, εἰς ἣν ἤμεθα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, καθότι ἐξεφράσθη ἤδη ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, ὅτι θεωρεῖ τοὺς νόμους ἀκύρους ἐξ ὑπαρχῆς, καὶ ἑπομένως δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν νομοσχεδίων περὶ ὧν θεμάτων ἐπρονόησαν οἱ ψευδεῖς νόμοι.
§90ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως, κύριοι, οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ἦσαν ἄκυροι ἐξ ὑπαρχῆς, ἀλλὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ κηρυχθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ἀπὸ τὸν Βασιλέα. Ὑπῆρχον κατακεχωρισμένοι εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως νόμοι τινὲς, ἔγγραφά τινα, ἅτινα ἐθεωροῦντο ὡς νόμοι, καὶ ἐνόσῳ ἕτερος νόμος δὲν ὁρίζει τὶ ἦσαν αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, βεβαίως θὰ ἐξετελοῦντο ὡς νόμοι, καὶ καμμία δύναμις δὲν δύναται νὰ τοὺς ἐξουδετερώσῃ εἰμὴ ἡ νομοθετική· ἐνόσῳ δὲν ἠκυροῦντο, ὤφειλον καὶ τὰ δικαστήρια καὶ οἱ πολῖται νὰ τοὺς σεβασθῶσιν, Ἐπειδὴ δὲ ἦσαν ψευδεῖς, ἐνομίσαμεν ὅτι ὠφείλαμεν νὰ φέρωμεν πρότασιν ἐνώπιόν σας, κηρύττουσαν τοῦτο, καὶ ἀφοῦ ἡ Βουλὴ τὴν ἐδέχθη, ἡμεῖς θὰ σπεύσωμεν νὰ τὴν ὑποβάλωμεν εἰς τὸν Βασιλέα. Τοῦτο δὲ δὲν μᾶς ἐμποδίζει νὰ προχωρήσωμεν, καθόσον μάλιστα εἴμεθα ἤδη εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν τακτικὴν ἐργασίαν της. Ἡμεῖς, δὲ ἅμα λάβωμεν τὰ πρακτικά, θέλομεν ὑποβάλει εἰς τὸν Βασιλέα τὸν νόμον αὐτὸν πρὸς κύρωσιν.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κύριοι βουλευταὶ, ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον. Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς ἑταιρίας τῶν Γαλλικῶν διαπορθμεύσεων καθὼς καὶ τὰ ἑπόμενα ά) περὶ ἐγκρίσεως τῆς ἐν Βέρνῃ διεθνοῦς ταχυδρομικῆς συμβάσεως· βʹ) περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιριῶν Φρεσσινὲτ, Μὰκ Ἴβερ καὶ Λεϋλάνδ· γʹ) περὶ ἐγκρίσεως τῆς μετὰ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας Τρινακρίας συμβάσεως· καὶ δʹ. περὶ ἐγκρίσεως τῆς μετὰ τῆς ἐν Λίβερπουλ ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας συμβάσεως. Γίνονται δὲ δεκτὰ κατ’ ἀρχὴν, κατ’ ἄρθρον καὶ κατὰ τὸ σύνολον δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑκάστου αὐτῶν ψηφοφορίας εἰς ά. συζήτησιν.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, ἀλλὰ τῆς συζητήσεως τούτου ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε τὴν ἀναβολήν. Ἐπίσης ἐζήτησε τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως καὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκποιήσεως ἀχρήστων πλοίων.
§93ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀνακαλῶ, καθόσον ἤδη οὔτε ἐκποίησις πρόκειται νὰ γείνῃ πλοίων, οὔτε ἄχρηστον ὑλικὸν ὑπάρχει.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν καὶ τὴν ά. συζήτησιν τῆς συμβάσεως περὶ τῶν ἐν Ὀλυμπίᾳ ἀνασκαφῶν· ἐπειδὴ ὅμως δὲν διενεμήθη ἡ περὶ ταύτης ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, μένει καὶ αὕτη δι’ αὔριον. Ταύτην τὴν στιγμὴν μοὶ ἐνεχειρίσθη ἀναφορὰ πρὸς τὴν Βουλὴν τοῦ Ἰω. Βαλασσοπούλου. (Ἀναγινώσκεται).
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἡ ἀναφορὰ αὕτη βεβαίως θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπὴν, ὡς ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ καὶ περὶ τῆς προηγουμένης.
§96ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§97ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἰδοὺ τέλος πάντων εἰσήλθομεν εἰς τὸ νέον βουλευτήριον, μὴ καμπτώμεθα ἀπὸ τὰ δάκρυα τῶν κροκοδείλων. Ὀφείλομεν νὰ ἐξέλθωμεν τοῦ Βουλευτηρίου τούτου διὰ τῆς ἐκπληρώσεως τῆς μεγάλης ἐντολῆς, ἣν ἐλάβομεν παρὰ τῶν ἐντολέων μας, καὶ ἧς ἠρξάμεθα πρὸ ὀλίγου τὴν ἐκπλήρωσιν ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ Τόπου καὶ τῆς Βασιλείας.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 4 παρὰ 10.)