1875.10.27
1.687 στίχοι · 14.109 λέξεις · 157 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 27
Τῆς 27 Ὀκτωβρίου 1875.
(Δευτέρα)
Ὥρα 2 μ. μ.
Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ὁ κ. Δαραλέξης θέλει ὀμόσει τὸν νενομισμένον ὅρκον. (Γίνεται ἡ ὁρκωμοσία). Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Πολυλᾶς Βασιλάκης καὶ ἄλλοι, ὑπέβαλον πρότασιν νόμου, περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ τῆς χωροφυλακῆς τῆς Ἑπτανήσου. Ἡ πρότασις θέλει τυπωθῆ, διανεμηθῆ καὶ σταλῆ εἰς τὴν οἰκείαν ἐπιτροπήν. Μοναχός τις ἐκ τοῦ γενικοῦ ἀκροατηρίου δεικνύει ὅτι θέλει νὰ ρίψῃ εἰς τὴν αἴθουσαν ἔγγραφον ἐντὸς φακέλλου.
§4ΤΙΝΕΣ. Κύριε πρόεδρε, μία αἴτησις ἄνωθεν κατερχομένη. Ὁ μοναχὸς ρίπτει εἰς τὸ προεδρεῖον φάκελλον, φωνήσας «λάβετέ τον.»
§5ΤΙΝΕΣ. Ποῖος εἶναι αὐτός; Τί εἶναι αὐτὰ τὰ πράγματα!! Βγάλετέ τον ἔξω· εἶναι προσβολὴ τῆς Βουλῆς. (Ἀποβάλλουσι τὸν μοναχὸν ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, δύο τῶν ἐπιτροπῶν τῆς Βουλῆς, ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἐσωτερικῶν καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς ἐκπαιδεύσεως, δὲν κατώρθωσαν εἰσέτι νὰ συνέλθωσι καὶ ἐκλέξωσι τοὺς προέδρους καὶ γραμματεῖς των, μάλιστα δὲ ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἐσωτερικῶν, ἥτις ἔχει πολλὰς ἐργασίας. Ὁ κ. Τρικούπης, βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, γνωρίζετε ὅτι ὑπέβαλε πολλὰς προτάσεις νόμων· νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ μένουν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὰ νομοσχέδια καὶ αἱ προτάσεις τοῦ βουλευτοῦ. Ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ συνέλθῃ, πρέπει νὰ τὸ γινώσκῃ ἡ Βουλή, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καμμία ἐργασία δὲν ἠμπορεῖ νὰ τελειώσῃ. Εἰς αὐτὴν τὴν ἐπιτροπὴν ὑπάγονται σπουδαῖοι νόμοι, ὁ ἐκλογικός, ὁ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν. Ὁ πρόεδρος δὲν ἔχει καμμίαν δύναμιν, κἀνὲν δικαίωμα, οὔτε νὰ τιμωρήσῃ, οὔτε νὰ καταναγκάσῃ.
§7Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, πρὸ τινων ἡμερῶν ὑπεβάλομεν ἐγὼ καὶ ὁ κ. Τρικούπης σχέδιον νόμου περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν, τὸ ὁποῖον οὔτε ἐτυπώθη, οὔτε διενεμήθη. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ὅπως ὁρισθῇ μία εἰδικὴ ἐπιτροπή, ὅπερ ἐγένετο καὶ ἄλλοτε, παρὰ τοῦ προέδρου, ἵνα ἐξετάσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Νομίζω δὲ ὅτι, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα τὸ ταχύτερον, ἡ ἐπιτροπὴ δὲν πρέπει νὰ ᾖναι πολυμελής, καθόσον καθίσταται ἀδύνατος ἡ συγκέντρωσις καὶ ἡ συνεννόησις. Παρακαλῶ δὲ νὰ ὁρισθῇ ἡ ἐπιτροπή, ὥστε, ὅταν τυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον, νὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της, διότι γνωρίζετε πόσον ἀναγκαῖον εἶναι νὰ ἐπέλθῃ μία τροποποίησις ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου.
§8ΤΙΝΕΣ. Ἔχομεν καιρόν, μετὰ 4 ἔτη θὰ ἔχωμεν ἐκλογάς.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺς ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐπιψηφίσεως νόμων τινῶν. Εἴπομεν ἐσχάτως, ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ τὸ βεβαιώσωμεν διὰ τῶν πραγμάτων καὶ ὄχι μόνον διὰ τῶν λόγων· εἰσήχθησαν εἰς τὴν Βουλὴν ἄπειρα νομοσχέδια, καὶ ὅμως αἱ ἐπιτροπαὶ δὲν σπεύδουν νὰ τὰ ἐξετάσωσιν. Ἐννοεῖται ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὰ ἀφίνομεν εἰς τὴν αἰωνιότητα.
§10ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὀφείλω ὅμως νὰ εἴπω ὅτι οὐδεμίαν γνῶσιν ἔχω οὔτε παρ’ ὑμῶν οὔτε παρ’ ἄλλου, ἂν εἰσήχθησαν ἢ μὴ νομοσχέδια πρὸς ἐργασίαν, οὔτ’ ἐκλήθην εἰς συνεδρίασιν. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβές, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ὠνόμασε τὸν πρόεδρον αὑτῆς καὶ τὸν γραμματέα· τοὐναντίον πρὸ πολλοῦ ἔπραξε τοῦτο.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπον ὅτι δὲν συνήλθετε νὰ ἐκλέξητε οὔτε πρόεδρον· ποῖος νὰ σᾶς καλέσῃ;
§12ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Οὐδεμία περὶ τούτου μοὶ ἐδόθη εἴδησις. Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ νὰ διορισθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπή, οὐδὲν ἔχω νὰ ἀντείπω, μοὶ φαίνεται ὅμως ὅτι δύναται νὰ ἐπεξεργασθῇ ἡ ἁρμοδία ἐπιτροπὴ τὸ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχέδιον, καὶ ἐὰν φανῇ ἀνάγκη, τότε νὰ διορισθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπή.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν νὰ συνέλθητε, ὅσοι εἶσθε μέλη, αὔριον, διὰ νὰ καταρτισθῆτε.
§14ΤΙΝΕΣ. Κατηρτίσθημεν, ἐκάμαμεν Πρόεδρον τὸν κ. Δανόπουλον, καὶ Γραμματέα τὸν κ. Κατσικόπουλον.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ ἀνηγγείλατε εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§16ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριοι, τὸ περὶ τῶν διπλωμάτων τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας ζήτημα εἶναι δι’ αὐτὴν ἐκ τῶν μᾶλλον ζωτικῶν. Ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία, ὁ σπουδαῖος οὗτος βραχίων τοῦ κράτους, ὅστις διὰ τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα εἰσάγει εἰς τὸν τόπον, φέρει τὴν ἰσοῤῥοπίαν εἰς τὰ ἐξερχόμενα κεφάλαια τοῦ τόπου, ἄνευ τῆς ὁποίας πρὸ πολλοῦ ἤθελεν ἐπέλθει ἡ χρεωκοπία πλήρης· ἡ ναυτιλία, λέγω, πιέζεται, ἔνθεν μὲν ἀπὸ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἀτμοῦ, ἔνθεν δὲ ἕνεκα τῶν περιορισμῶν μὲ τοὺς ὁποίους τὴν περιεβάλαμεν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1871, νομίζω, διὰ τοῦ ὁποίου ἐμποδίζεται ἡ ἐλευθέρα αὐτῆς ἐνέργεια, ἐκ τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ ν’ ἀναθεωρῶνται κατὰ διετίαν τὰ ναυτιλιακὰ ἔγγραφα. Ὁ κ. Τρικούπης, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἰσήγαγε σχέδιον νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου πληροῦνται αἱ ἀνάγκαι καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν, καὶ τῶν ἐμπόρων, καὶ τῶν δανειστῶν. Τὸ ζήτημα, κύριοι, εἶναι λίαν κατεπεῖγον, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὸ θεωρήσῃ ὡς τοιοῦτον καὶ νὰ τὸ θέσῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§17ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργὸς τῶν ναυτικῶν). Ὑπεσχέθην, κύριοι, τῳόντι εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι θέλω ὑποβάλει τάχιστα νομοσχέδιον, περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ ναυτιλιακῶν διπλωμάτων· πρὶν ὅμως τούτου, ἐθεώρησα πρόσφορον νὰ ἀκούσω τὴν γνώμην εἰδικῶν ἀνθρώπων. Καὶ τῷ ὄντι ἤκουσα διαφόρους γνώμας, ἀλλά, τὸ ὁμολογῶ, ἔχω εἰσέτι ἀμφιβολίας τινάς, καὶ διὰ τοῦτο ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ ζητήσω γνώμην ὄχι μόνον ἀπὸ ναυτικούς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν τάξιν τῶν ἐμπόρων, οἵτινες καταθέτουσι τὰ χρήματά των, τοὐτέστιν ἀπὸ τὰ ἐμπορικὰ ἐπιμελητήρια τῆς Σύρου καὶ τῶν Πατρῶν. Ἅμα λάβω τὴν γνώμην αὐτῶν καὶ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα καὶ τὰς ὁποίας πιστεύω νὰ ἔχω πλήρεις ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν, τότε θέλω ὑποβάλει νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ θεωρῶ τὰ μάλιστα ἀναγκαῖον.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ τρίτη καὶ τελευταία ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μὴ διορισμοῦ ἐντοπίων ὑπαλλήλων.
§19ΡΙΚΑΚΗΣ. Καταθέτω τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐννεαμελοῦς ἐπιτροπῆς, τῆς ὁρισθείσης ἵνα ἐξετάσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀκυρώσεως τῶν ψηφισθέντων νόμων ὑπὸ Βουλῆς μὴ ἐν ἀπαρτίᾳ οὔσης.
§20ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ῥικάκη, ἐπειδὴ ἄλλοι δὲν δύνανται νὰ ἀναγνώσουν τὰ γράμματά σας, νὰ τὴν ἀναγνώσητε μόνος σας.
§22ΡΙΚΑΚΗΣ. (Ἀναγινώσκει τὴν ἔκθεσιν).
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, καὶ θὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἤτοι εἰς τὴν τρίτην καὶ τελευταίαν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ μὴ διορισμοῦ τῶν ἐντοπίων ὑπαλλήλων. Ἔχει τις τὸν λόγον κατὰ τῆς ἀρχῆς;
§24ΖΩΧΙΟΣ. Ἐγώ, κύριε πρόεδρε.
§25ΤΙΝΕΣ. Τί γίνονται αἱ τροπολογίαι;
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται νὰ διανεμηθῶσι, διὰ νὰ τὰς ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὰς λεπτομερείας, διότι τώρα εἴμεθα ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§27ΖΩΧΙΟΣ. Ἔρχομαι καὶ τρίτον νὰ πολεμήσω τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ θὰ σᾶς φανῇ ἴσως παράδοξον διατὶ ἐπιμένω. Ἐπιμένω δὲ, διότι ἔχω πεποίθησιν ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν συμφέρει, διότι ἔχω πεποίθησιν ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀτιμάζει τὸ ἔθνος. Σᾶς εἶπον, ὄχι ἐγώ, ἄλλοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι προϊὸν πείρας, μελέτης σπουδαίας, μεγάλης. Δὲν ἀρνοῦμαι τὰ προσόντα αὐτὰ εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἀλλὰ διότι ἡ φίλη κυβέρνησις ἐπαρουσίασε τὸ νομοσχέδιον, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι καὶ ἡμεῖς πρέπει νὰ τὸ ὑποστηρίξωμεν τυφλοῖς ὄμμασι. Τὸ νὰ νυμφεύηταί τις εἶναι καλόν, τὸ νὰ γίνηται ὅμως δοῦλος τῆς γυναικός του δὲν εἶναι διόλου καλόν. Οἱ ἐκ τῆς παρούσης Βουλῆς φίλοι τῆς κυβερνήσεως δὲν πρέπει νὰ ὑποστηρίζωσι τὴν κυβέρνησιν ὅπου ἂν ὑπάγῃ, ἐκλαμβάνοντες τὰ πάντα ὡς καλὰ λίαν, ἀλλ’ ἐὰν ἦναι φίλοι τῆς Κυβερνήσεως εἰλικρινεῖς, πρέπει νὰ τὴν ὑποστηρίζωσι μέχρι σημείου τινός, ἤτοι μέχρι τοῦ πρέποντος. Ἐγὼ δὲ ναὶ μὲν εἶμαι φίλος τῆς κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ νὰ εἴπω ὅτι δὲν εἶναι κακὸν ὅ,τι εἶναι κακόν, καὶ νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἀναξία νὰ διοικηθῇ ἀφ’ ἑαυτῆς· τοῦτο δὲ βεβαιοῦμεν, λέγοντες ὅτι ἂν μεταχειρισθῶμεν ἐντοπίους ὑπαλλήλους τὸ πᾶν καταστρέφεται. Εἰς τὴν Ἀμερικὴν πᾶσα πολιτεία κυβερνᾷ ἑαυτήν· ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον σήμερον ἡμεῖς ζητοῦμεν εἶναι τὸ ἀντίστροφον τοῦ περὶ ἑτεροχθόνων νόμου τῆς 3 Σεπτεμβρίου. Τότε δηλαδὴ ἐπρόκειτο περὶ ἐκδιώξεως τῶν ἑτεροχθόνων, σήμερον δὲ πρόκειται περὶ ἀποβολῆς τῶν αὐτοχθόνων. Τὰ ἀποτελέσματα δὲ, τὰ ὁποῖα ἔφερεν ὁ νόμος ἐκεῖνος, πιστεύω ὅτι θὰ φέρῃ καὶ ὁ νόμος ὁ νῦν ψηφιζόμενος. Μᾶς εἶπέ τις ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι ἀπαλλαττόμεθα δι’ αὐτοῦ ἀπὸ τὰς ἐνοχλήσεις τῶν ἐκλογέων μας. Ἐὰν πρόκηται νὰ ἀπαλλαχθῶμεν ἀπὸ τοὺς ἐκλογεῖς μας, τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλούστατον. Ἂς τοὺς ἀποπέμψωμεν, ἀλλ’ ἂς τοὺς ἀποπέμψωμεν ἡμεῖς. Σὲ πιέζει τις; εἰπὲ πρὸς αὐτὸν, πορεύου εἰς εἰρήνην. Ἐπιθυμῶ δὲ νὰ μάθω τὶ ζητεῖ ἡ κυβέρνησις ἀπὸ ἡμᾶς. Ζητεῖ κράτος, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει; Ὄχι. Ἀφοῦ δὲ τὸ ἔχει, τί ζητεῖ; Ζητεῖ νὰ μὴ διορίζῃ ἐντοπίους ὑπαλλήλους. Ἀλλὰ μήπως τὴν πιέζει τις, μήπως τὴν βιάζει νὰ διορίζῃ ἐντοπίους ὑπαλλήλους; Πρᾶγμα λοιπόν, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ κυβέρνησις, καὶ περὶ οὗ εἶναι κυρία νὰ πράξῃ ὅ,τι θέλει, τί μᾶς τὸ ζητεῖ; Ἐὰν μᾶς ἐζήτει τι νέον, ἐὰν μᾶς ἐζήτει νὰ τῆς δώσωμεν εἰς χεῖράς της ὅπλα νέα, ἔστω. Ἀλλ’ αὐτὴ ἔχει τὰ ὅπλα. Τὸ νὰ λέγῃ δὲ, δὲν δέχομαι τὸν ἐγχώριον ὑπάλληλον, εἴτε καλὸς εἶναι εἴτε κακός, αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθόν. Σᾶς λέγω δὲ καὶ τὸ ἑξῆς. Ἐπειδὴ γίνεται διάκρισις μεταξὺ ἐγχωρίων καὶ ξένων, σᾶς διηγοῦμαι τὶ συνέβαινεν εἰς μίαν ἀρχαιοτέραν ἐποχήν. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὁ τόπος ἦτο καλλίτερος. Αὕτη δὲ ἡ ἐποχὴ εἶναι ἡ ἐπὶ Κυβερνήτου. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ἐπανέλθωμεν; Δυστυχῶς ἔκτοτε διεφθάρημεν. Δὲν εἶναι λοιπὸν φύσει κακὸς ὁ τόπος, ἀλλὰ διεφθάρη παρ’ ἡμῶν, οἵτινες διεφθείραμεν τὰ πράγματά του. Εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ διορθωθῇ διὰ τῆς ἐκτοπίσεως τῶν ἐντοπίων ὑπαλλήλων; Πιστεύω ὄχι. Τί δὲ θὰ συμβῇ; Θὰ μεταχειρισθῶμεν καὶ αὐτὸ τὸ ἰατρικόν, καὶ θὰ μείνωμεν εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν, ἢ μᾶλλον θὰ μεταπέσωμεν εἰς χειροτέραν. Πρὸς τί δὲ ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ ἀναδεχθῇ ἅπασαν τὴν εὐθύνην τῆς κακῆς ἡμῶν καταστάσεως; Δὲν ἔχει δὲ τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ ἢ νὰ μὴ διορίζῃ ἐντοπίους ὑπαλλήλους; Τὸ ἔχει. Θέλετε δὲ νὰ ἴδητε τὰ ἄτοπα τοῦ νομοσχεδίου; Ἐγὼ γεννῶμαι εἰς ἕνα τόπον· ἐξαιροῦμαι, δὲν δύναμαι νὰ ἦμαι ὑπάλληλος ἐντὸς αὐτοῦ. Νυμφεύομαι εἰς ἕνα ἄλλον τόπον· δὲν δύναμαι νὰ γείνω ὑπάλληλος οὔτε εἰς αὐτόν. Ἐπολιτογραφήθην εἰς τρίτον τόπον· δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ γείνω ὑπάλληλος οὔτε εἰς αὐτόν. Πολιτεύομαι εἰς τέταρτον τόπον· οὔτε εἰς αὐτὸν δύναμαι νὰ ὑπηρετήσω. Ποῦ λοιπὸν δύναμαι νὰ χρησιμεύσω ὡς ὑπάλληλος; Πολεμῶ δὲ τὴν ἰδέαν τοῦ νομοσχεδίου, διότι οὔτε ὄφελος θὰ φέρῃ, οὔτε ἀναγκαῖον εἶναι, διότι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐλευθέρα νὰ πράξῃ ὅ,τι ζητεῖ, περιττὸν δὲ εἶναι τὸ νομοσχέδιον. Παρακαλῶ δὲ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὸ κατὰ γράμμα.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς δὲν εἶναι ἕτερος ἐγγεγραμμένος.
§29ΧΟΪΔΑΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. (Ἀναβαίνει τὸ βῆμα). Ὅ,τι ὁ γέρων Ἰσοκράτης ἔλεγε πρὸς τὸν Ἕλληνα βασιλέα τῆς Κύπρου, τὸν Νικοκλέα, λέγω ἐγὼ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. «Φυλακὴν ἀσφαλεστάτην ἡγοῦ τοῦ σώματος εἶναι τήν τε τῶν φίλων ἀρετὴν καὶ τὴν τῶν πολιτῶν εὔνοιαν καὶ τὴν σαυτοῦ φρόνησιν...» «Φίλους κτῶ μὴ πάντας τοὺς βουλομένους ἀλλὰ τοὺς τῆς σῆς φύσεως ἀξίους ὄντας, μηδὲ μεθ’ ὧν ἥδιστα συνδιατρίψεις, ἀλλὰ μεθ’ ὧν ἄριστα τὴν πόλιν διοικήσεις...» «Πιστοὺς ἡγοῦ μὴ τοὺς ἅπαν ὅ,τι ἂν λέγῃς ἢ ποιῇς ἐπαινοῦντας, ἀλλὰ τοὺς τοῖς ἁμαρτανομένοις ἐπιτιμῶντας». Εἰμὶ φίλος τῆς Κυβερνήσεως ὅσον δύναται νὰ ᾖναί τις ἀντιπολιτευόμενος λογικῶς, ἀγαπῶν τὴν πατρίδα του ὑπὲρ πᾶν ἄλλο αἴσθημα, καὶ ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην ἰδέαν θέτων τὸ αἴσθημα τοῦ πατριωτισμοῦ, τὸ αἴσθημα καὶ τὴν ἰδέαν τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους. Ἀλλά, καίτοι τοιοῦτος φίλος τυγχάνων τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω ὅτι ἐκπληρῶ καθῆκον καὶ τὸ ἐκπληρῶ θρησκευτικῶς, ἐὰν τὸ παρ’ αὐτῆς ὑποβληθὲν νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἀποκρούσω. Ἀποκρούω κατὰ συνέπειαν τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐπιψήφισιν τῇ Βουλῇ, διότι δὲν νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δύναται νὰ ἔχῃ δικαιολογητικὴν βάσιν, διότι καθὼς ἔλεγεν ὁ Ἰσοκράτης «οὐχὶ διὰ τῶν νόμων τῶν τιμωρούντων καὶ κολαζόντων ἡ πολιτεία διοικεῖται, ἀλλὰ διὰ τῶν νόμων τῶν παιδευόντων». Ἄριστα δὲ ἐκφράζει τοῦτο ἐν τῷ λόγῳ αὑτοῦ τῷ καλουμένῳ Ἀρεοπαγιτικῷ, αἱ δὲ ἰδέαι ἐκεῖναι, ἐπειδὴ ἐφαρμόζονται ἐπὶ τοῦ προκειμένου, πρέπει νὰ ἐκτεθῶσι δι’ ἁπλῆς ἀναγνώσεως τοῦ κειμένου τοῦ γέροντος Ἰσοκράτους. «Οὐδέν», λέγει ὁ γέρων ἐκεῖνος πατριώτης, «οὐδὲν γὰρ ἂν κωλύειν ὁμοίους ἅπαντας εἶναι τοὺς Ἕλληνας ἕνεκά γε τοῦ ῥᾴδιον εἶναι τὰ γράμματα λαβεῖν παρ’ ἀλλήλων. Ἀλλὰ γὰρ οὐκ ἐκ τούτων τὴν ἐπίδοσιν εἶναι τῆς ἀρετῆς ἀλλ’ ἐκ τῶν καθ’ ἑκάστην τὴν ἡμέραν ἐπιτηδευμάτων· τοὺς γὰρ πολλοὺς ὁμοίους τοῖς ἤθεσιν ἀποβαίνειν, ἐν οἷς ἂν ἕκαστοι παιδευθῶσιν· ἐπεὶ τά γε πλήθη καὶ τὰς ἀκριβείας τῶν νόμων σημεῖον εἶναι τοῦ κακῶς οἰκεῖσθαι τὴν πόλιν ταύτην· ἐμφράγματα γὰρ αὐτοὺς ποιουμένους τῶν ἁμαρτημάτων πολλοὺς τίθεσθαι τοὺς νόμους ἀναγκάζεσθαι. Δεῖν δὲ τοὺς ὀρθῶς πολιτευομένους οὐ τὰς στοὰς ἐμπιπλάναι γραμμάτων ἀλλ’ ἐν ταῖς ψυχαῖς ἔχειν τὸ δίκαιον· οὐ γὰρ τοῖς ψηφίσμασιν ἀλλὰ τοῖς ἤθεσι καλῶς οἰκεῖσθαι τὰς πόλεις, καὶ τοὺς μὲν κακῶς τεθραμμένους καὶ τοὺς ἀκριβῶς τῶν νόμων ἀναγεγραμμένους τολμήσειν παραβαίνειν, τοὺς δ’ ἀσφαλῶς παιδευομένους καὶ τοῖς ἁπλῶς κειμένοις ἐθελήσειν ἐμμένειν». Τίς ἐξ ὑμῶν δὲν ἀνέγνωσε τὸν πατέρα τῆς φιλοσοφίας, τὸν Πλάτωνα, καὶ τίς ἐξ ὑμῶν ἐπελάθετο τοῦ Πρωταγόρου, ἐν ᾧ νόμον ἀνώτατον πάντων τίθησι τὸν νόμον τῆς αἰδοῦς καὶ τῆς δίκης; «Ἦν γάρ ποτε χρόνος, ὅτε θεοὶ μὲν ἦσαν, θνητὰ δὲ γένη οὐκ ἦν, ἐπειδὴ δὲ καὶ τούτοις χρόνος ἦλθεν εἱμαρμένος γενέσεως, τυποῦσιν αὐτὰ θεοὶ ἔνδον ἐκ γῆς καὶ πυρὸς μίξαντες καὶ τῶν ὅσα πυρὶ καὶ γῇ κεράννυται, ἐπειδὴ δ’ ἄγειν αὐτὰ πρὸς φῶς ἔμελλον, προσέταξαν Προμηθεῖ καὶ Ἐπιμηθεῖ κοσμῆσαί τε καὶ νεῖμαι δυνάμεις ἑκάστῳ ὡς πρέπει. Προμηθέα δὲ παραιτεῖται· Ἐπιμηθεὺς αὐτὸς νεῖμαι, νείμαντος δ’ ἐμοῦ, ἔφη, ἐπίσκεψαι καὶ οὕτω πείσας νέμει....» Ὁ Ἐπιμηθεὺς ἀτελῶς τὸ ἔργον τελεῖ, ὁ δὲ Προμηθεὺς βλέπων «τὰ μὲν ἄλλα ζῷα ἐμμελῶς πάντων ἔχοντα, τὸν δὲ ἄνθρωπον γυμνόν τε καὶ ἀνυπόδητον καὶ ἄστρωτον καὶ ἄοπλον...» «ἀπορίᾳ οὖν ἐχόμενος, ἥν τινα σωτηρίαν τῷ ἀνθρώπῳ εὕροι, κλέπτει Ἡφαίστου καὶ Ἀθηνᾶς τὴν ἔντεχνον σοφίαν σὺν πυρὶ καὶ οὕτω δωρεῖται ἀνθρώπῳ. Τὴν μὲν οὖν περὶ τὸν βίον σοφίαν ἄνθρωπος ταύτῃ ἔσχε, τὴν δὲ πολιτικὴν οὐκ εἶχεν·» μὴ ἔχων δὲ τὴν μεγίστην ταύτην τέχνην καὶ τὴν ἄκραν ταύτην ἀρετὴν ἠδίκει καὶ διεφθείρετο. «Ζεὺς οὖν δείσας περὶ τῷ γένει ἡμῶν, μὴ ἀπόλοιτο πᾶν, Ἑρμῆν πέμπει· ἄγοντα εἰς ἀνθρώπους αἰδῶ τε καὶ δίκην, ἵν’ εἶεν πόλεων κόσμοι τε καὶ δεσμοὶ φιλίας συναγωγοί. ἐρωτᾷ οὖν Ἑρμῆς Δία, τίνα οὖν τρόπον δοίη αἰδῶ καὶ δίκην ἀνθρώποις· πότερον ὡς αἱ τέχναι νενέμηνται, οὕτω καὶ ταύτας νείμω; νενέμηνται δὲ ὧδε· εἷς ἔχων ἰατρικὴν πολλοῖς ἱκανὸς ἰδιώταις, καὶ οἱ ἄλλοι δημιουργοί· καὶ δίκην δὴ καὶ αἰδῶ οὕτω θῶ ἐν τοῖς ἀνθρώποις, ἢ ἐπὶ πάντας νείμω; ἐπὶ πάντας, ἔφη ὁ Ζεύς, καὶ πάντες μετεχόντων· οὐ γὰρ ἂν γένοιντο πόλεις, εἰ ὀλίγοι αὐτῶν μετέχοιεν ὥσπερ ἄλλων τεχνῶν· καὶ νόμον γε θὲς παρ’ ἐμοῦ, τὸν μὴ δυνάμενον αἰδοῦς καὶ δίκης μετέχειν κτείνειν ὡς νόσον πόλεως.» Ἐρωτῶ τὴν κυβέρνησιν, ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, ἐρωτῶ τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος, ἐρωτῶ τὸν Βασιλέα τῆς Ἑλλάδος, τοῦ νόμου τῆς αἰδοῦς καὶ τῆς δίκης μετέχομεν πάντες; Οἱ κείμενοι νόμοι τηροῦνται; Δὲν ἔδειξαν πολλάκις οἱ κατέχοντες τὰ ἀνώτατα ἀξιώματα τῆς πολιτείας, ὅτι τοὺς νόμους αὐτοὺς παραβιάζουσι πρῶτοι; Εἶναι μαρτυρικὴ καὶ φρικώδης ἡ ἱστορία τῆς πατρίδος μας. Διετέλεσεν εἰς φοβερὰν δουλείαν 20 αἰώνων, ἀπέκτησε τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν ζωὴν διὰ τῆς θυσίας ἑκατοντάδων χιλιάδων Ἑλλήνων μαρτύρων, ἐκ τῶν αἱμάτων τῶν ὁποίων ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἐλευθερία τῶν λαῶν ἀνεβλάστησεν. Ἀλλὰ μετὰ τὸν ἀγῶνα ἐκεῖνον, μετὰ τὴν ἔλευσιν τῆς βασιλείας ἐκείνης, τίς ἐξ ἡμῶν τῶν πολιτευομένων, τίς ἐξ ἡμῶν τῶν Ἑλλήνων, τίς ἐξ ἡμῶν τῶν ἀρχόντων πρὸ παντὸς ἄλλου, ἐσεβάσθη τὸν νόμον τῆς αἰδοῦς καὶ τῆς δίκης; πάντες τὸν παρεβίασαν, ἢ τοὐλάχιστον κατὰ τὸ πλεῖστον. Ἀπόδειξις δὲ εἶναι ἡ ἐπανάστασις κατὰ τῆς βασιλείας ἐκείνης, τῆς πρώτης, ἡ ἐπανάστασις κατὰ τῶν κυβερνώντων τὴν Ἑλλάδα. Μετὰ τὴν ἐπανάστασιν ἐκείνην ἦλθον βασιλεῖς καὶ παρεβίασαν τοὺς νόμους, ἦλθον ὑπουργοὶ καὶ παρεβίασαν τοὺς νόμους, καὶ ἠνάγκασαν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος νὰ ἐγερθῇ, διὰ νὰ πατάξῃ τοὺς ἀσεβεῖς, τοὺς σφαγιάζοντας τὰς ἐλευθερίας του. Χθὲς ἀκόμη σεῖς ἀπεχωρεῖτε τῆς Βουλῆς, σεῖς διεμαρτύρεσθε, σεῖς ἐπεκαλεῖσθε τὸν κόσμον ὁλόκληρον νὰ ἐγερθῇ κατὰ τῆς παραβιάσεως τῶν κειμένων νόμων παρὰ τῶν κυβερνώντων τὴν Ἑλλάδα καὶ παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους· καὶ φέρετε σήμερον νόμον νὰ δεσμεύσητε τοὺς πολίτας, νὰ δεσμεύσητε τοὺς ἠθικοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς ὁποίους ἐδῶ μὲν θεωρεῖτε τιμίους, ἐκεῖ δὲ ἀτίμους, ἐδῶ μὲν ἠθικοὺς, ἐκεῖ δὲ ἀνηθίκους; Δώσατε σεῖς, φίλη κυβέρνησις, τὸ παράδειγμα τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους, καὶ ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι οἱ ὑφ’ ὑμᾶς διατελοῦντες ὑπάλληλοι θρησκευτικῶς θὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των. Ἂς μὴ δυσανασχετῶμεν, διότι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξέρχονται πολλάκις λόγοι πικροί. Ἂς σεβασθῇ πρῶτος ὁ Βασιλεὺς τὸν νόμον, καὶ ἂς διατίθηται χαλεπῶς οὐχὶ πρὸς τοὺς ἐπιτιμῶντας, ἀλλὰ πρὸς τοὺς αἰτίους τῶν κακῶν γεγενημένους. Σεβασθῆτε σεῖς οἱ ὑπουργοὶ τὸν νόμον τῆς αἰδοῦς καὶ τῆς δίκης, καὶ τοὺς κειμένους νόμους.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ὑπεύθυνος ὁ Βασιλεύς.
§31ΧΟΪΔΑΣ. Ἐγὼ, καί τοι δημοκρατικὸς, δὲν ἐννοῶ νὰ ὑβρίσω τὸν Βασιλέα.
§32ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τί σχέσιν ἔχει....
§33ΧΟΪΔΑΣ. Περὶ τοῦ νόμου θὰ ὁμιλήσω.
§34ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν, προτείνοντες τὸν νόμον αὐτὸν, νὰ μᾶς ἀπαλλάξητε τῆς εὐθύνης.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Χοϊδᾶ, νὰ ὁμιλήσητε ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζει ὑπευθύνους τοὺς ὑπουργούς. Ὡς πρόεδρος ὀφείλω νὰ σᾶς τὸ ὑπομνήσω.
§36ΧΟΪΔΑΣ. Ἠκούσατε τί εἶπον; Καίτοι δημοκρατικὸς ἄγαν, καίτοι πιστεύων ὅτι ἐν τῇ δημοκρατίᾳ καὶ διὰ τῆς δημοκρατίας θὰ εὐημερήσῃ ἡ Ἑλλάς, σέβομαι τὸ καθεστὼς πολίτευμα. Ἀλλὰ ὑπομιμνήσκω ὑμῖν τοῦτο, κ. πρόεδρε, ὁ ὁποῖος μὲ ὑπεμνήσατε τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ὅτι ἐγένετο, καὶ ἐγένετο δικαία, ἐγένετο λογικὴ ἐπανάστασις καθ’ ἑνὸς Βασιλέως, ὅστις δὲν ἐσεβάσθη τοὺς ὅρκους του, ὅστις δὲν ἐσεβάσθη τοὺς νόμους, καὶ ὅτι κατὰ τοῦ Βασιλέως τούτου σὺ μετὰ πλείστων ἄλλων χρηστῶν πολιτῶν ἠγέρθης πρῶτος, καὶ ἀνέτρεψες ἄρδην τὸν θρόνον του (θόρυβος).
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου· πρόκειται περὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§38ΧΟΪΔΑΣ. Ὁμιλῶ περὶ τῶν ὑπουργῶν καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ κυριάρχου λαοῦ, περὶ ὑπαλλήλων. Εἶσθε εὐχαριστημένος, κ. πρόεδρε;
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἦμαι εὐχαριστημένος λίαν, ἐὰν περιορίζησθε ἐντὸς τοῦ προκειμένου.
§40ΧΟΪΔΑΣ. Ἀποτείνομαι πρὸς τοὺς ὑπουργοὺς τοὺς ὑπευθύνους καὶ τοὺς βουλευτὰς τοὺς ὑπευθύνους. Ἐὰν σεῖς πρῶτοι, ὑπεύθυνοι ὑπουργοί, δείξητε, καὶ ὀφείλετε νὰ δείξητε, ὅτι σέβεσθε τοὺς νόμους τοὺς κειμένους, ἐὰν ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ δείξωμεν, ὅτι σεβόμεθα τοὺς νόμους καὶ ἀγαπῶμεν τὴν πατρίδα μας, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ θέσωμεν περιορισμούς. Ἐξηγοῦμαι· ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης φέρει τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών του ὡς συνταγματικὸς ὑπουργός, ὑποστηριζόμενος παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ ὀφείλει νὰ δείξῃ, ὅτι σέβεται τοὺς κειμένους νόμους. Πῶς θὰ δείξῃ τὸν σεβασμόν του πρὸς τοὺς νόμους; Θὰ τὸν δείξῃ διὰ τοῦ διορισμοῦ χρηστῶν καὶ ἐναρέτων ὑπαλλήλων, διὰ τοῦ διορισμοῦ ἱκανῶν ὑπαλλήλων. Ἔλεγεν ὁ Πλάτων ἐν τῷ Μενεξένῳ του «ἐγκρατὲς δὲ τῆς πόλεως τὰ πολλὰ τὸ πλῆθος, τὰς δὲ ἀρχὰς δίδωσι καὶ κράτος τοῖς ἀεὶ δόξασιν ἀρίστοις εἶναι, καὶ οὔτε ἀσθενείᾳ οὔτε πενίᾳ οὔτε ἀγνωσίᾳ πατέρων ἀπελήλαται οὐδεὶς οὐδὲ τοῖς ἐναντίοις τετίμηται, ἀλλὰ εἷς ὅρος, ὁ δόξας σοφὸς ἢ ἀγαθὸς εἶναι κρατεῖ καὶ ἄρχει». Ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν ἔχῃ ὡς γνώμονα καὶ κανόνα τὸν νόμον τοῦτον τὸν πρώτιστον, τὸν ἀνώτερον παντὸς νόμου, δὲν θέλει παρεκτραπῆ. Θὰ προσέρχηται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ μὲ ὑψωμένον τὸ μέτωπόν του θὰ δίδῃ ἑκάστοτε λόγον τῶν πράξεων αὑτοῦ καὶ τῆς διαγωγῆς τῶν ὑπαλλήλων του. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ σημερινοῦ ὑπουργοῦ καὶ περὶ μόνου τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁμιλῶ περὶ παντὸς ὑπουργοῦ ἐν γένει παρελθόντος, παρόντος καὶ μέλλοντος. Ἐτηρήθη ὁ νόμος οὗτος; Οὔ. Διότι ἐγεννήθην πένης, ἐκ πατρὸς μικροῦ, κοινοῦ, περιφρονοῦμαι παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ εἰς μηδὲν λογίζομαι παρ’ αὐτοῦ, καί τοι χρηστός, ἐνάρετος, ἱκανός, φιλοπολίτης. Ὁ Τίτιος, διότι ἐγεννήθη ἐκ πατρὸς στρατηγοῦ ἢ γερουσιαστοῦ, ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ μωροῦ, ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ φαύλου ἴσως, προτιμᾶται. Διατί; Διότι ὁ πατήρ του εἶναι γερουσιαστής, εἶναι δυνατός, καὶ εἰς μηδὲν λογίζεται οὐχὶ πλέον ἡ χρηστότης, ἀλλὰ ἡ ἀνηθικότης του, οὐχὶ πλέον ἡ ἱκανότης, ἀλλὰ ἡ ἀνικανότης του. Ἐὰν ἠδύνατό τις νὰ ἀναφέρῃ παραδείγματα, ἤθελον ὑπενθυμίσει εἰς πολλοὺς ἐξ ὑμῶν, ὅτι πολλάκις πρέσβεις παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν προετιμήθησαν οὐχὶ χρηστοί, οὐχὶ ἐνάρετοι, οὐχὶ ἱκανοί, οὐχὶ φιλοπολῖται, ἀλλὰ οἱ κακοήθεις, ἀλλὰ οἱ φαῦλοι, διότι ἦσαν τέκνα πατέρων δυνατῶν καὶ ἰσχυρῶν, ἢ ἐτύγχανον προστατευόμενοι ἄλλων ἰσχυρῶν. Ἐὰν ἠδύνατό τις νὰ ἀναφέρῃ παραδείγματα, ἤθελον καταδείξει, ὅτι νομάρχαι προετιμήθησαν καὶ διωρίσθησαν ἄνθρωποι κακοήθεις, φαῦλοι, διεφθαρμένοι, πολλάκις ἀσεβήσαντες πρὸς τοὺς νόμους, διότι ἐτύγχανον τέκνα πατέρων ἰσχυρῶν ἢ δυνατῶν, ἢ ἐτύγχανον προστασίας ἄλλης, καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς εἰς πάντα τὰ ὑπουργεῖα. Πολλάκις δὲ εἰς προπαρελθόντα ὑπουργεῖα διωρίσθησαν καὶ καθηγηταὶ τοῦ πανεπιστημίου, διότι ἀπήλαυον τῆς προστασίας ἰσχυρῶν, διότι ἐγεννήθησαν τέκνα γερουσιαστῶν ἢ ἄλλων ἰσχυρῶν. Ὑμεῖς πρῶτοι σεβασθῆτε τοὺς νόμους, σεβασθῆτε τὸν νόμον τὸν πρώτιστον τῆς αἰδοῦς καὶ τῆς δίκης, καὶ μὴ ἀναγράφετε μεταξὺ τῶν νόμων τὸν νόμον τῆς ἐκτοπίσεως τῶν ὑπαλλήλων. Ἡμεῖς ἐκπροσωποῦμεν τὴν πατρίδα, ἐκπροσωποῦμεν τὸν κυρίαρχον λαόν, ἐρχόμεθα ἐδῶ νὰ βουλευθῶμεν περὶ τῶν κοινῇ συμφερόντων, ἐρχόμεθα ἐδῶ νὰ θέσωμεν νόμους χάριν τῆς εὐημερίας τῆς πατρίδος, ἐρχόμεθα ἐδῶ νὰ καταδείξωμεν πρώτιστοι τὸν σεβασμὸν πρὸς τοὺς κειμένους νόμους. Καὶ τί πράττομεν οἱ πολλοί; Δυστυχῶς, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν καὶ ἂς μὴ δυσανασχετῶμεν διὰ τὴν ἀποκάλυψιν, ἀνερχόμεθα καὶ κατερχόμεθα τὰς βαθμίδας τῶν κλιμάκων τῶν ὑπουργείων, παριστάμεθα ἐνώπιον ὑμῶν τῶν ἐξοχωτάτων ὑπουργῶν, ἀποτείνομεν παρακλήσεις, γίνονται δεκταὶ αὗται, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ποῖον; Ἐρχόμεθα ἐδῶ οὐχὶ μὲ τὴν κεφαλὴν ὑψωμένην, ἀλλὰ μὲ κεκυφυῖαν τὴν κεφαλήν, καὶ δίδομεν τὴν ψῆφον εἰς ὑμᾶς τοὺς ὑπουργούς (θόρυβος). Δὲν ἐννοῶ τοὺς παρόντας ὑπουργούς, οὐδὲ τοὺς παρόντας βουλευτάς.
§41ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή, δὲν εἶναι ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§42ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δέκα ὑπουργεῖα ἔπεσαν ἐδῶ, ἀπολέσαντα τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς. Δὲν σᾶς ἔστειλε κἀνεὶς νὰ ὑβρίζητε ἐδῶ.
§43ΧΟΪΔΑΣ. Κύριε Δανόπουλε, μὲ ἔστειλεν ἡ Κεφαλληνία καὶ ὁλόκληρος ἡ Ἑλλάς, νὰ ὁμιλῶ ἐδῶ καὶ νὰ ἐκφράζω τὰ αἰσθήματα τῆς καρδίας μου καὶ τὰς ἰδέας τῆς διανοίας μου. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα, ἐνόσῳ δὲν προσβάλλω προσωπικῶς βουλευτὴν ἢ ὑπουργόν, νὰ μὲ διακόπτητε.
§44ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Ἔχομεν τὸ νομοσχέδιον περὶ ὑπαλλήλων· περὶ αὐτοῦ νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κύριος Χοϊδᾶς.
§45ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου εἶναι πλήρης.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι πλήρης ὑπὸ ἕνα ὅρον, κύριε Μπούμπουλη, νὰ μὴ προσβάλληται τὸ νομοθετικὸν σῶμα.
§47ΧΟΪΔΑΣ. Ἀπ’ ἐναντίας σέβομαι τὸ βουλευτικὸν σῶμα πολὺ πλέον τοῦ κ. Ζαΐμη καὶ τοῦ κ. Ῥεβελάκη.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ περιορισθῆτε ἐντὸς τοῦ προκειμένου.
§49ΧΟΪΔΑΣ. Κύριε Ῥεβελάκη, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ προσκαλέσω ἰατρὸν νὰ θεραπεύσῃ τὸ πάσχον σῶμά μου, ἤθελον προσκαλέσει ὑμᾶς, κύριε Ῥεβελάκη, διότι ἔχω πλήρη πεποίθησιν εἰς τὰς ἰατρικάς σας γνώσεις. Ἐὰν ἤθελον προσκαλέσει τινὰ ὅμως νὰ μοὶ κανονίσῃ τὸν λόγον μου καὶ νὰ μοὶ ἀναπτύξῃ ἐπιστημονικὰς γνώσεις, ἤθελον προσκαλέσει ἄλλον, διότι ἀμοιρεῖτε καὶ τῆς ῥητορικῆς τέχνης καὶ ἐπιστημονικῆς ἱκανότητος. Κύριοι βουλευταί, ὀφείλω νὰ ἐξηγηθῶ, διότι δυστυχῶς παρεξηγήθην. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν παρόντων ὑπουργῶν, τοὺς ὁποίους πολὺ ἐκτιμῶ, δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς παρούσης Βουλῆς, τὴν ὁποίαν παρὰ πολὺ σέβομαι, δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ κυριάρχου λαοῦ, ὁμιλῶ περὶ παρελθούσης ἐποχῆς καὶ ἀπεύχομαι νὰ ἐπανέλθῃ. Διατί λοιπὸν δυσανασχετεῖτε, ταράττεσθε, μὲ διακόπτετε καὶ θέλετε νὰ μοὶ κανονίσητε τὸν τρόπον τοῦ λέγειν καὶ τὸν τρόπον τοῦ ἐκφέρειν τοὺς ἰσχυρισμοὺς καὶ τὰ διανοήματά μου; Λοιπὸν λέγω, ἐὰν ὅστις δήποτε ὑπουργός, ὅστις δήποτε βουλευτής, ἐὰν ὁ κυρίαρχος αὐτὸς λαὸς σεβασθῇ τοὺς κειμένους νόμους, καὶ πρὸ πάντων τὸν νόμον τὸν πρώτιστον τῆς αἰδοῦς καὶ τῆς δίκης, ἀναμφισβητήτως δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ὁ Τίτιος ὁ Κεφαλλὴν εἶναι εἰσαγγελεὺς εἰς τὴν Κεφαλληνίαν, ἐκπληροῖ θρησκευτικῶς τὸ καθῆκόν του, σέβεται τοὺς κειμένους νόμους· ἀναμφισβητήτως αὐτὸς πρέπει ν’ ἀπολαμβάνῃ ὑπολήψεως παρὰ τῷ ὑπουργῷ, νὰ μένῃ ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ πατρίδι του, ἔνθα τὰ οἰκογενειακά του συμφέροντα καὶ τὸ κέντρον τῶν ὑποθέσεών του ὑπάρχουν. Ὁ Τίτιος ὁ Κεφαλλήν, ὁ κατέχων τὴν εἰσαγγελίαν ἐν Κεφαλληνίᾳ, εἶναι παραβάτης τοῦ νόμου, δὲν ἀγαπᾷ τὴν πατρίδα του, δὲν μεριμνᾷ ὑπὲρ τῆς εὐημερίας τῆς πατρίδος του; Ὁ Τίτιος πρέπει ν’ ἀπολυθῇ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ οὐχὶ νὰ σταλῇ εἰς Ζάκυνθον, διότι καὶ ἐκεῖ δύναται ν’ ἀποκτήσῃ φιλίας καὶ σχέσεις, καὶ ἐκεῖ νὰ παραβῇ τὸ καθῆκόν του. Ὁ Σεμπρώνιος ὁ νομάρχης Κερκύρας, ὁ ἐκπληρῶν θρησκευτικῶς τὸ καθῆκόν του, πρέπει ν’ ἀπολαύῃ ὑπολήψεως παρὰ τῷ ὑπουργῷ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι σέβεται ἑαυτὸν καὶ τοὺς κειμένους νόμους. Ὁ Σεμπρώνιος, ἐὰν δὲν σέβηται ἑαυτὸν καὶ τοὺς κειμένους νόμους, πρέπει νὰ μὴ μετατεθῇ εἰς Ζάκυνθον, διότι δύναται νὰ πιέζῃ διὰ τῆς παραβιάσεως τῶν νόμων τοὺς Ζακυνθίους, ἀλλὰ νὰ ἀποπέμπηται τῆς ὑπηρεσίας. Κύριοι Βουλευταί, διετέλεσα καὶ ἐγὼ πάμπολλα ἔτη ἐν τῇ δικαστικῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ ἐγνώρισα, διότι ὑπηρέτησα εἰς πολλοὺς νομοὺς τοῦ Κράτους καὶ ὡς εἰσαγγελεὺς Πρωτοδικῶν καὶ ὡς ἀντεισαγγελεὺς Ἐφετῶν, πολλοὺς ὑπαλλήλους, καὶ δικαστικούς, καὶ διοικητικούς, καὶ οἰκονομικοὺς, καὶ στρατιωτικούς. Ἐγνώρισα πολλοὺς ἐξασκοῦντας ὑπηρεσίαν δημοσίαν ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ πατρίδι των καὶ ἐκπληροῦντας θρησκευτικῶς τὸ καθῆκόν των, ἐγνώρισα καὶ ἄλλους εἰς ξένους τόπους, οἵτινες ἦσαν κακοηθέστατοι, παρεγνώρισαν τὴν ἀποστολήν των καὶ τὸν προορισμὸν τοῦ ἀνθρώπου· οὐδαμῶς ἐσέβοντο τοὺς κειμένους νόμους, οὐδαμῶς ἐσέβοντο ἑαυτούς. Ὁ Ἕλλην ἔχει πατρίδα κατὰ πρῶτον τὴν ὅλην γῆν καὶ κατὰ δεύτερον τὴν Ἑλλάδα· ἀδελφὸν ὁλόκληρον τὸν κόσμον ἔχει, ἀλλ’ ἰδίως ἔχει ἀδελφὸν τὸν Ἕλληνα. Ἐὰν ἐγὼ ἐκπληρῶ τὸ καθῆκόν μου ἐν Κεφαλληνίᾳ θρησκευτικῶς, δύναμαι νὰ τὸ ἐκπληρώσω καὶ ἐν Ἀθήναις, καὶ ἐν Λαμίᾳ, καὶ ἐν Ἠπείρῳ, καὶ ἐν Μακεδονίᾳ· καὶ ἐὰν ἐγὼ ἐν Κεφαλληνίᾳ ᾖμαι κακοήθης, παραβιάζω τοὺς νόμους τῆς πατρίδος, δύναμαι νὰ τοὺς παραβιάσω καὶ ἐν Ζακύνθῳ, καὶ ἐν Λαμίᾳ, καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ ἐν Ἠπείρῳ, καὶ πανταχοῦ. Εἶμαι κακοήθης ὑπάλληλος, τὸ ἀγνοεῖ ὁ Ὑπουργὸς, ἀπολαύω ὅμως τῆς εὐμενείας ἑνὸς βουλευτοῦ, μὴ ταραχθῇ ὁ τῆς Ζακύνθου βουλευτὴς, ὡς ὁ κ. Ῥεβελάκης, δὲν εἶναι ὁ κ. Λομβάρδος, εἶναι ἄλλος τις· ἀπολαύω λοιπὸν τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ βουλευτοῦ Ζακύνθου, τίθεμαι ὑπὸ τὴν προστασίαν του, καὶ ὁ Ὑπουργὸς, εἰς τὸν ὁποῖον δίδει τὴν ψῆφόν του, μὲ φέρει εἰς Ζάκυνθον ὡς Εἰσαγγελέα. Ὁ Κεφαλλὴν βουλευτὴς εὑρίσκει ἄλλον Ζακύνθιον κακοήθη, τὸν ὁποῖον ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου συνιστᾷ εἰς αὐτὸν, τὸν παραλαμβάνει καὶ τὸν φέρει εἰς Κεφαλληνίαν. Τί ἐκερδίσομεν ἐκ τοῦ νόμου αὐτοῦ;
§50ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἔγεινεν αὐτό;
§51ΧΟΪΔΑΣ. Δυστυχῶς πολλάκις εἰς παρελθοῦσαν ἐποχὴν, οὐχὶ ἐπὶ τοῦ παρόντος Ὑπουργείου, οὐχὶ ἐπὶ τῶν παρόντων βουλευτῶν, διὰ νὰ μὴ ταραχθῶσι πάλιν. Τί ἐκερδίσαμεν; Νόμον πρώτιστον ἔχετε τὸν νόμον τῆς αἰδοῦς καὶ τῆς δίκης. Σεῖς φέρετε τὴν εὐθύνην. Ὅταν ἐγὼ ὁ ὑπάλληλος, ὁ μὴ χρηστὸς, ὁ μὴ ἱκανὸς, προσέλθω ἐνώπιόν σας καὶ ἐπιδιώξω θέσιν τινα, δύνασθε μετὰ παῤῥησίας, ἁρμοζούσης εἰς ἐλευθέρους πολίτας, ἀνεπτυγμένους τὴν διάνοιαν καὶ μορφωμένους τὴν ψυχὴν, νὰ εἴπητε, δὲν σὲ διορίζω, εἶσαι ἀνίκανος. Θέλετε νὰ προβῆτε καὶ περαιτέρω; Εἴπατε, εἶσαι φαῦλος. Δὲν θέλετε νὰ κάμητε χρῆσιν αὐτοῦ; Εἴπατε, ἔχω πληροφορίας ὅτι δὲν εἶσαι ἱκανὸς, δὲν σὲ διορίζω. Ἔρχομαι ἐγὼ ὁ Βουλευτὴς εἰς ἕνα Ὑπουργὸν καὶ λέγω. Ὑπουργὲ, ἔχεις τὴν ψῆφόν μου, θέλω νὰ μοῦ διορίσῃς εἰς Κεφαλληνίαν, ἐπειδὴ ὑπάρχει νόμος δυνάμει τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ διορισθῇ Κεφαλλὴν, ἕνα Λαμιέα ὄργανόν μου. Τί ἐκερδίσατε λοιπόν; Ἔρχεται εἷς ἐκλογεὺς ἀνίκανος καὶ φαῦλος καὶ ζητεῖ παρ’ ἐμοῦ θέσιν. Πρέπει νὰ ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ τῷ εἴπω, εἶσαι φαῦλος, εἶσαι ἀνίκανος· ἢ ὀφείλω νὰ εἴπω, μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ οὐδὲν μὲ συνδέει, ἄπελθε εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, ἐπιδίωξον τὴν θέσιν. Οὕτω πως λοιπὸν ἀπαλλαττόμεθα.
§52ΛΑΠΑΣ. Καὶ δὲν μεταπέρνεις ψῆφον ἀπὸ αὐτόν. (ἱλαρότης).
§53ΧΟΪΔΑΣ. Ἀδιάφορον. Ἐγὼ, πρὸς τιμὴν τῆς μεγαθύμου ἐκείνης νήσου, τῆς Κεφαλληνίας, ὅταν ἀπεδύθην εἰς τὸν ἀγῶνα, ἀπεδύθην μὲ λίαν ἐλευθέρας, μὲ τὰς δημοκρατικὰς ἀρχάς· εἶπον αὐτοῖς, θὰ ἐπιδιώξω τὴν τιμωρίαν τῶν ἀσεβησάντων εἰς τοὺς κειμένους νόμους, θὰ ἐπιδιώξω τὴν κατάλυσιν τῶν κακῶς νομοθετηθέντων καὶ παραδόξως κυρωθέντων νόμων, θὰ ἐπιδιώξω τὴν καταδίκην τῶν ἀσεβῶν Ὑπουργῶν, τῶν πληξάντων τὰ στέρνα τῆς πατρίδος, θὰ ἐπιδιώξω τὴν σύστασιν τῆς Ἐθνοφυλακῆς, καὶ θὰ ἐπιδιώξω τὸ κοινὸν συμφέρον μὲ θυσίαν καὶ αὐτῆς τῆς ζωῆς μου. Οἱ Κεφαλλῆνες δὲ μοὶ ἀπήντησαν, διότι ἤμην εἶμαι καὶ ἔσομαι πτωχὸς μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς τῆς ζωῆς μου, διὰ τῆς καταθέσεως τοῦ ἀντιτίμου τοῦ προγράμματος, τοῦ ἀντιτίμου τῶν καλπῶν καὶ τῶν σφαιριδίων, τοῦ ἀντιτίμου τῶν ἀγωγίων τῶν ἁμαξῶν. Εἶπον δὲ πάντες, καὶ βλέπω ἐκεῖ ἱσταμένους Κεφαλλῆνας, μεταξὺ τῶν ὁποίων Πανᾶ τὸν δημοσιογράφον, εἶπον δὲ πάντες, θέλομεν τὴν τιμωρίαν τῶν ἀσεβησάντων ὑπουργῶν, καὶ θέλομεν νὰ καταστήσωμεν τοὺς νόμους σεβαστοὺς ἀπέναντι πάντων. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Βενιεράτου καὶ τοῦ κ. Μεταξᾶ, ἐὰν ἡ νεολαία τοῦ Ἀργοστολίου καὶ ὅλης τῆς ἐπαρχίας μας δὲν κατέβαλε τὸ ἀντίτιμον τῶν σφαιριδίων καὶ τῶν καλπῶν.
§54ΡΩΜΑΙΟΣ. Τί ἔχουν νὰ κάμουν αὐτά; Νὰ τελειώσωμεν τὴν δουλιά μας.
§55ΧΟΪΔΑΣ. Σέβομαι τοὺς ὑπουργοὺς καὶ τοὺς βουλευτὰς, ἀγαπῶ τὴν Βουλήν, ἀλλὰ περισσότερον πάντων ἀγαπῶ τὸν κυρίαρχον λαόν, εἰς τὸν ὁποῖον καὶ ἐγὼ ἀνήκω. Ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι, ἀντὶ διὰ τοιούτου νόμου νὰ ὑβρίζωμεν τὴν Ἑλλάδα, ἀντὶ νὰ δεσμεύωμεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου νὰ ᾖναι ὑπάλληλος, πρέπει νὰ σεβασθῶμεν τὸν πρώτιστον τῶν νόμων, τῆς αἰδοῦς καὶ τῆς δίκης. Ὁ Ζεὺς πέμπων τὸν Ἑρμῆν εἰς τὸν κόσμον, εἶπεν αὐτῷ «καὶ νόμον γε θὲς παρ’ ἐμοῦ, τὸν μὴ δυνάμενον αἰδοῦς καὶ δίκης μετέχειν κτείνειν ὡς νόσον πόλεως.» Διώξατε τοὺς φαύλους καὶ κακοήθεις ὑπαλλήλους, μὴ δεσμεύσητε ὅμως ὑμᾶς τοὺς ὑπουργοὺς, μὴ θελήσητε νὰ περιορίσητε τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ πατρίδι των ἐκπληροῦντας θρησκευτικῶς τὸ καθῆκόν των. Σὺ, Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, πέμψον εἰς Πάτρας τὸν ἐνάρετον ἀξιωματικόν, σὺ, Ὑπουργὲ τῆς Παιδείας πέμψον εἰς τὸ Πανεπιστήμιον τὸν ἱκανὸν ἵνα ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του. Εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ μετὰ πλείστης ὅσης εὐχαριστήσεως καὶ εὐσυνειδησίας θὰ ψηφίσω κατ’ αὐτοῦ. Θὰ ἦμαι κατὰ παντὸς μὴ ἐκτελοῦντος τὸ καθῆκόν του καὶ μὴ βαδίζοντος τὴν ὁδὸν τῆς ἀρετῆς. Ἐὰν ἴδω ὑμᾶς τοὺς ὑπουργοὺς παρεκκλίνοντας τῆς εὐθείας ὁδοῦ, παραβιάζοντας τοὺς νόμους τῆς πατρίδος, θέλω φέρει καθ’ ὑμῶν μέλαιναν ψῆφον, οὐ μόνον, ἀλλὰ καὶ κατηγορίαν. Μὴ προτιμᾶτε εἰς τὰς θέσεις τῶν ἀρχῶν τοὺς συγγενεῖς, τοὺς συμπολίτας σας, ὅπως πολλοὶ τῶν ὑπουργῶν ἔπραξαν ἐν Ἑλλάδι. Προτιμήσατε τοὺς χρηστοὺς, τοὺς ἠθικοὺς καὶ φιλοπολίτας ὑπαλλήλους, καὶ μὴ ταράττησθε καὶ ἀσχάλλητε ὅταν ἀποκαλύπτω ἐνώπιον ὑμῶν τὴν ἀλήθειαν, μὲ ὅλην τὴν ἀσθένειαν τῶν πνευμόνων μου καὶ τῆς διανοίας μου.
§56ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Κύριοι, οὐδένα σκοπὸν εἶχον νὰ λάβω τὸν λόγον, ἀνεπτύχθησαν ὅμως λόγοι τινὲς πρὸς ἀπόκρουσιν τοῦ νομοσχεδίου, τοὺς ὁποίους ἐγὼ δὲν ἀποδέχομαι, καὶ ἕνεκα τούτου θέλω φέρει παρατηρήσεις τινάς, τοὐλάχιστον διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, κύριοι, τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ σκέπτεσθε, ἔχει ἐλαττώματα φαινόμενα, ἴσως καὶ πραγματικά, ἀλλ’ ἔχει καὶ ἀρετάς, καὶ ἀρετὰς σπουδαίας· εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν καὶ ταύτας καὶ ἐκεῖνα, ἵνα φέρωμεν τὴν ἀσφαλεστέραν κρίσιν. Εἶπον οἱ ἀποκρούοντες τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Οἱ ἀποκλειόμενοι δι’ αὐτοῦ ὑπάλληλοι εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἱκανοὶ καὶ τίμιοι; ἂν ᾖναι ἱκανοὶ καὶ τίμιοι, διατί δὲν δύνανται νὰ ἐξυπηρετήσουν ἐπίσης τιμίως καὶ χρησίμως εἰς τὸν τόπον των; ἂν δὲν ᾖναι τίμιοι καὶ ἱκανοί, τί τοὺς διορίζετε; Ὁ δὲ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Μέσσης εἶπεν ἀκόμη, σεῖς ὡς ὑπουργοὶ συνταγματικοὶ ἔχετε πλήρη ἐλευθερίαν ἐνεργείας· ὅπου καὶ ἂν ἀπαντήσητε δισταγμὸν περὶ τῆς ποιότητος τῶν ὑπαλλήλων ἢ τῆς τιμιότητος αὐτῶν, μὴ τοὺς διορίζητε. Τῷ ὄντι, κύριοι, θεωρῶ ὅτι αἱ παρατηρήσεις αὗται ὑπὸ θεωρητικὴν ἔποψιν εἶναι λίαν ὀρθαί, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς. Ὡς σᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος κύριος πρωθυπουργός, λέγω καὶ ἐγὼ καὶ σεῖς κάλλιστα ἐννοεῖτε, ὅτι ὁ ἐγχώριος ὑπάλληλος, εἴτε λόγῳ συγγενείας, εἴτε λόγῳ συμφέροντος, πάντοτε θεωρεῖται, καὶ ἀπόδειξις τούτου ἡ πεῖρα, ὅτι δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς τὸν τόπον αὐτοῦ. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἂν θελήσωμεν νὰ ἀμφισβητήσωμεν αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν, θὰ ἤμεθα ἐν τῷ ψεύδει. Ἅπαντες ἀνήκετε εἰς ἐπαρχίας καὶ ἅπαντες ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας ὑπαλλήλους τοιούτους, γνωρίζετε δὲ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν καὶ δύνασθε νὰ κρίνητε ἂν ὀρθότερον ἐγὼ φρονῶ, ἢ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀποκρούουν τὴν ἰδέαν μου ταύτην. Ἀλλά, κύριοι, δὲν εἶναι ὀλιγώτερον σπουδαῖος καὶ ὁ ἕτερος λόγος, τὸν ὁποῖον φέρει ὁ κύριος πρωθυπουργός, τοὐτέστιν ὅτι δὲν ἀρκεῖ νὰ ᾖναί τις τίμιος καὶ ἱκανός, ἀλλὰ πρέπει νὰ μὴ ὑπάρχῃ καὶ τὸ σκάνδαλον τὸ δυνάμενον νὰ καταβιβάσῃ τὴν ἀξίαν αὐτοῦ, καὶ ὡς κάλλιστα ἐννοεῖτε, ἡ τοιαύτη κατάπτωσις πολὺ ἐπηρεάζει τὴν χρησιμότητα τῶν τοιούτων ὑπαλλήλων. Ἂν λοιπόν, σᾶς εἶπεν ὁ κύριος πρωθυπουργὸς καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω, συγγενὴς τοῦ ὑποκειμένου εἰς τὴν διοικητικὴν διαχείρισιν τύχῃ, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ὁ τοιοῦτος ἤθελεν ἐκπληρώσει πιστῶς καὶ τιμίως τὴν ὑπηρεσίαν του, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς τὸν συμπολίτην του τὴν ἰδέαν, ἥτις ἀναγκαίως πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ὡς πρὸς τὴν ὑπόληψιν τῆς ἀρχῆς. Δὲν ὑπάρχουν σήμερον οὔτε Ἀριστεῖδαι, οὔτε Φωκίωνες. Ἀλλὰ ἔχω, κύριοι, καὶ ἕνα ἄλλον λόγον, ὅστις θὰ φανῇ πρωτοφανής, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην εἶναι σπουδαιότατος Ὑπηνίχθησαν προχθές, καὶ μάλιστα ὁ ἐξ Οἰτύλου βουλευτής, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἐξαλείφονται τὰ συναλλάγματα τῶν πολιτευομένων. Οὐδόλως ἀποδέχομαι τὸν τοιοῦτον λόγον· δὲν δύναμαί ποτε νὰ φαντασθῶ ὅτι θὰ εὑρεθῇ πολιτευόμενος, εἴτε βουλευτὴς εἴτε ὑπουργός, ὅστις νὰ ἀνταλλάξῃ διὰ τοιούτου τρόπου τὴν εὐθύνην του· ὁ μὲν ὑπουργὸς ἀπέναντι ἡμῶν, ὁ δὲ πολιτευόμενος ἀπέναντι τοῦ ἔθνους. Δὲν συμμερίζομαι ἐπίσης τὴν ἰδέαν ταύτην, τὴν ἄλλως τε ὀρθήν, τοῦ ἐκ Μέσσης ἐντίμου βουλευτοῦ· εἶναι συγγενής, εἶναι συμπολίτης, μὴ τὸν διορίζητε. Ἡ Κυβέρνησις, κατ’ ἐμὲ, ἔχει καθῆκον νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς συστάσεις τοῦ φίλου αὐτῆς, καὶ μόνον ἐὰν γνωρίζῃ τὴν ἀνικανότητα τοῦ συσταινομένου, δύναται νὰ ἀποδοκιμάσῃ μίαν τοιαύτην σύστασιν. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ ὅλας τὰς προσωπικὰς ἰδιότητας τῶν ὑπαλλήλων αὐτῆς. Ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον, ὡς προεῖπον, θεωρῶ σπουδαιότατον, εἶναι οὗτος. Κατὰ τὴν γνώμην μου, κύριοι, ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ πρόοδος ἐθνική, ἄνευ τῆς ἀτομικῆς προόδου, καὶ ἀτομικὴ πρόοδος, ἄνευ ἐνεργείας καὶ ἰσχύος· ἐν τούτοις εἶσθε μάρτυρες, καὶ προκαλῶ πάντας νὰ μοὶ εἴπητε, ἂν ἁπανταχοῦ τοῦ Κράτους δὲν ἀνεπτύχθη πρὸ καιροῦ πνεῦμα θεσιθηρίας. Ἴδομεν συμπολίτας ἡμῶν ἱκανούς, ἐνεργητικούς, ἐπιχειρηματίας, δυναμένους κάλλιστα ἐν τῷ ἰδιωτικῷ βίῳ νὰ προκόψωσι, καὶ ἐν τούτοις καταλείπουν τὰ ἔργα των καὶ ζητοῦσιν ὑπηρεσίαν, διὰ νὰ δυνηθῶσιν ἀκοπώτερον νὰ πορίζωνται τὰ πρὸς τὸ ζῆν. Τὸ τοιοῦτον δὲ ἐπολλαπλασιάσθη εἰς μέγαν βαθμόν, διορίζονται δὲ εἰς θέσεις καὶ πρόσωπα τὰ ὁποῖα εἶναι παντελῶς ἀνίκανα. Ἡ τοιαύτη κατάστασις εἶναι ὀλεθρία, καὶ ὀφείλετε νὰ προνοήσητε, διὰ νὰ δυνηθῆτε νὰ καταδείξητε εἰς τοὺς συμπολίτας ποῖον εἶναι τὸ ὀρθὸν συμφέρον καὶ διὰ τὴν πατρίδα καὶ δι’ αὐτούς. Οὕτω δέ, ἐστὲ βέβαιοι, ἐντὸς ὀλίγου θὰ σώσητε καὶ αὐτούς, καὶ πολὺ θὰ συντελέσητε εἰς τὸ νὰ καταστήσητε διοίκησιν ἀγαθὴν καὶ χρήσιμον διὰ τὸν τόπον· ἄλλως, ἀδύνατον νὰ μὴ περιπέσωμεν εἰς ἄτοπα. Ὀφείλω ἤδη νὰ ἐξηγήσω εἰς ὑμᾶς ὅτι εὑρίσκονται καί τινα ἐλαττώματα εἰς τὸν νόμον, οὐχὶ ὅμως ἐπαρκῆ. Δὲν ἀμφισβητῶ, κύριοι, τῷ ὄντι, ὅτι κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τούτου ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀπαντήσῃ δυσκολίας καὶ θὰ ἀναγκασθῇ νὰ κάμῃ χρῆσιν ἀδοκιμωτέρων ὑπαλλήλων, καὶ μάλιστα ὡς πρὸς τὰς μικρὰς θέσεις. Εὐκταῖον ἤθελεν εἶσθαι νὰ διορθωθῇ τὸ ἄτοπον τὸ ὁποῖον συμβαίνει, διότι αἱ τοιαῦται θέσεις ἀμείβονται μὲ μισθὸν γλίσχρον καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ εὑρεθῶσιν ὑπάλληλοι ἱκανοί. Γνωρίζετε π. χ. ὅτι εἰρηνοδίκαι Δʹ. τάξεως ἐκτελοῦν καθήκοντα ὅμοια μὲ τὸν εἰρηνοδίκην τῆς πρώτης τάξεως, καὶ ἀδύνατον νὰ ζήσουν μὲ μισθὸν μικρόν· δύνανται νὰ περιπέσωσιν εἰς καταχρήσεις. Διὰ τὰς τοιαύτας θέσεις μοὶ φαίνεται ὅτι ἠδύνατο νὰ ληφθῇ τοιαύτη τις πρόνοια. Ὑπάρχει καὶ ἕτερον ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν ἰδέαν μου, δὲν ἀφορᾷ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν. Τῷ ὄντι, κύριοι, ἐνδεχόμενον μία Κυβέρνησις, ὀχυρουμένη ὄπισθεν τοῦ νομοσχεδίου, νὰ εὐρύνῃ ἐπὶ πολὺ τὸν κύκλον τῶν ἰδιαιτέρων συμπαθειῶν της, ἐπαναλέγω δὲ, ὅτι οὐδέποτε ἀποδίδω εἰς τὸ νῦν ὑπουργεῖον τοιαύτην ἰδέαν· ἀλλὰ, κύριοι, καὶ ἂν ἐπέλθῃ εἰς τὸν νοῦν κυβερνήσεώς τινος τοιαύτη κακόβουλος ἰδέα, σεῖς ἔχετε ὅλην τὴν δύναμιν, μετ’ ὀλίγον δὲ θὰ ἔχητε τὸν νόμον περὶ προσόντων, ὅστις θὰ διευκολύνῃ ὑμᾶς πρὸς ἀγαθὴν διοίκησιν. Ὁ κ. ὑπουργὸς σᾶς ὑπεσχέθη ὅτι θέλει τὸν φέρει, ἀλλὰ καὶ ἂν δι’ ἄλλους λόγους σπουδαιοτέρους δὲν ψηφισθῇ, δὲν ἔχετε σεῖς ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ἐποπτείας; Σᾶς παραπέμπω εἰς τὴν προχθεσινὴν ἀπόφασίν σας. Ἂν αὔριόν τις τῶν ὑπουργῶν κάμῃ κατάχρησιν καὶ διορίσῃ ὑπαλλήλους ἀνικάνους, τίς σᾶς ἐμποδίζει νὰ τὸν φέρητε νὰ δώσῃ δίκην; Βλέπετε ὅτι ἔχετε μεγάλην τὴν δύναμιν. Ὡς πρὸς τὰς λεπτομερείας τὴν ἰδέαν μου τὴν ἐξήγησα· ἐπίσης δὲν θέλω νὰ παραλείψω καὶ τὴν ἐφεξῆς παρατήρησιν. Τῳόντι συντάσσομαι καὶ ἐγὼ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. ἐκ Καλαβρύτων βουλευτοῦ καθόσον ἀφορᾷ τοὺς στρατιωτικούς. Δὲν παραδέχομαι μόνον τὴν γνώμην ὡς πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ μηχανικοῦ, διότι οὗτοι ἔρχονται εἰς σπουδαίας σχέσεις μετὰ τῶν πολιτῶν. Γνωρίζω ὅτι ἐπρόκειτο νὰ χαραχθῇ ὁδὸς ἀπὸ τὴν Τρίπολιν μέχρι τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων· καίτοι δὲ ἔλαβεν ὁ μηχανικὸς ἐκεῖ διαταγὰς νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν, ἀδύνατον ἐστάθη νὰ κάμῃ τὴν χάραξιν.
§57ΛΑΠΑΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσιν οἱ πολιτικοὶ καὶ οἱ στρατιωτικοὶ οἱ ὑπηρετοῦντες ἐντὸς τῆς πρωτευούσης.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψηφοφορεῖται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα). Θὰ θέσω τὸ ἀντίθετον. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀρχήν. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἄρθρον 1. Ὁ κ. Δημητριάδης ὁ βουλευτὴς Εὐρυτανίας κατέθετο τροπολογίαν, ἣν συνέταξαν συνελθόντες ὅσοι εἶχον ὑποβάλει τοιαύτας.
§59ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μετὰ σύσκεψιν ὥριμον συνετάξαμεν αὐτὸ τὸ ἔγγραφον· διεφώνησάν τινες, ἀλλ’ ἡ πλειοψηφία αὐτὸ παρεδέχθη. (Τὸ ἀναγινώσκει).
§60ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἡ ἰδέα τῆς Κυβερνήσεως τοῦ νὰ μὴ διορίζηται ὑπάλληλός τις εἰς τὸν τόπον ὅθεν ἔλαβε σύζυγον, βεβαίως ἔχει σκοπόν τινὰ, διότι ἡ σύζυγος ἔχει συγγενεῖς οἱ ὁποῖοι ἐξασκοῦν πολιτικὰ δικαιώματα. Ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ τεθῇ ἰδία κατηγορία, ἢ νὰ γείνῃ μνεία εἰς τὰ πρακτικὰ τί νὰ γίνηται ὅταν ἡ σύζυγος δὲν ἔχῃ κἀνένα συγγενῆ. Εἰς τὴν Σῦρον π.χ. καὶ ἄλλας πόλεις οἱ πλεῖστοι εἶναι πάροικοι. Εἰς Σῦρον, ἐν παραδείγματι, δὲν συμβαίνει ὅ,τι συμβαίνει εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος. Οἱ κάτοικοι τῆς Ἑρμουπόλεως εἶναι Ἠπειρῶται, Θεσσαλοὶ, Σμυρναῖοι, Μιτυληναῖοι, Ἐφέσιοι, καὶ ἀπὸ τόσα ἄλλα μέρη· δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἐκεῖ ὁ σύνδεσμος ὁ συγγενικὸς ὁ ὁποῖος ὑπάρχει εἰς τὰς ἄλλας πόλεις. Γνωρίζω ὑπάλληλον νυμφευθέντα ἐν Σύρῳ, ἡ δὲ σύζυγός του δὲν ἔχει συγγενῆ τινα μέχρι 15 βαθμοῦ. Λοιπὸν τί θὰ γείνῃ εἰς τὴν περίστασιν αὐτήν; Θὰ ᾖναι ἄδικον καὶ αὐτὸς νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν κατηγορίαν τοῦ νόμου. Τὴν ἐξήγησιν αὐτὴν ἐνόμισα πρέπον νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλήν.
§61ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἰς τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐδόθη ἡ ἀκριβὴς ἔννοια. Τὸ νομοσχέδιον ὑποθέτει ὅτι ἡ Ἐφεσία γυνὴ, ἡ ὁποία μένει εἰς τὴν Σῦρον, εἶναι Συριανή.
§62Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀπαλειφθῇ αὐτό.
§63ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι πολὺ ἀόριστον τὸ τῆς καταγωγῆς, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὁρίσῃ τὸν βαθμὸν, καὶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ μέχρι τίνος βαθμοῦ.
§64ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μέχρι πατρός.
§65ΡΙΚΑΚΗΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§66ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τί ἐννοεῖ ἡ Κυβέρνησις πολιτικὰ δικαιώματα;
§67ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐκλέγειν καὶ ἐκλέγεσθαι.
§68ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Λοιπὸν ὄχι διότι ἐξετέθη.
§69ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ σημειωθῇ καλῶς εἰς τὰ πρακτικὰ μέχρι τοῦ πατρὸς, διότι δύνανται ν’ ἀναγάγουν τὴν καταγωγὴν μέχρι πάππου, προπάππου.
§70Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ μοὶ δώσητε μίαν διασάφησιν. Τριπολίτης τις εἶναι ἀποκαταστημένος ἐδῶ πρὸ 15 ἐτῶν, ἕνας δὲ ὑπάλληλος ἔλαβε τὴν θυγατέρα του εἰς γάμον· λοιπὸν αὐτὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπηρετήσῃ ὡς ὑπάλληλος εἰς τὴν Τρίπολιν; Ἡ γέννησις, νομίζω, δὲν ἔχει ἐπιῤῥοήν.
§71ΖΩΧΙΟΣ. Θέλετε ν’ ἀποκλείσητε τοὺς νυμφευομένους, ἢ ὄχι, ἀπὸ ἕνα τόπον; Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἐὰν ἀνέγνωσά ποτε, ὅτι ὁ ἀνὴρ ἐτιμωρήθη ἕνεκα τῆς γυναικός του, μολονότι ἡ Εὔα ἔγεινεν αἰτία ὅλων τῶν κακῶν μας. Τώρα δὲ ἀφοῦ ἐδέχθητε τὴν ἀρχὴν, ἀρχίζει τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου ὁ κάλος νὰ πονῇ. Ὁ κ. Μπούμπουλης θέλει νὰ ἐξαιρέσῃ τὰς γυναῖκας τὰς μὴ ἐχούσας συγγενεῖς. Ἀλλὰ διατὶ δὲν ἐξαιρεῖ καὶ ἐκείνας αἵτινες ἔχουν συγγενεῖς δυστυχισμένους; Ἀφοῦ ἐφθάσατε εἰς τὴν ἐξαίρεσιν αὐτὴν, ἢ δὲν πρέπει νὰ τὴν δεχθῆτε, ἢ ἂν τὴν δεχθῆτε, νὰ τὸ φανερώσητε καθαρὰ, διότι ἐὰν ἀφήσητε αὐτὴν τὴν ἐλαστικότητα εἰς τὸν ὑπουργὸν, τετέλεσται. Κατ’ ἐμὲ, πρέπει ἡ σύζυγος νὰ ἐξαιρεθῇ. Θέλετε νὰ ἐμποδίσητε τὴν πονηρὰν ἐνέργειαν τῶν ὑπαλλήλων· δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἰδέα σας; Ἐγὼ ἐν τούτοις στέλνω εἰς ἕνα τόπον ὑπάλληλον φύσεως πονηρᾶς, ἔχοντα κακὴν ἀνατροφὴν, ἀπατήσαντα τὸν ὑπουργὸν καὶ ἐμέ. Πῶς θὰ προλάβω τὸ πρᾶγμα; Ἐγὼ δὲ, λόγου χάριν, ὁ ὁποῖος εἶμαι καλὸς, στέλλομαι εἰς τὰς ἐπαρχίας, εἰς ἃς τίς θὰ μὲ ἀναγκάσῃ νὰ μείνω καλός; Ἡ ὑπηρεσία; Ὄχι. Ἐὰν δὲ εὕρω καὶ καμμίαν καλὴν γυναῖκα, δὲν ἠμπορῶ νὰ νυμφευθῶ, διότι θὰ χάσω τὴν θέσιν μου. Δὲν εἶναι τὸ πρᾶγμα ἀλλόκοτον; Βλέπετε ὅτι εἶναι δύσκολον.
§72ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν). Κύριοι, ἐκ τῆς προχθεσινῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἠννοήσατε τὸ πνεῦμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ὡδηγήθη ἡ Κυβέρνησις ὅταν ἀπεφάσισε νὰ φέρῃ ἐνώπιόν σας τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον συζητεῖται. Ἡ κυβέρνησις δὲν ἐπιέζετο ἀπὸ κανένα, οὔτε πιέζεται νὰ διορίζῃ ἐντοπίους ὑπαλλήλους μὴ ἔχοντας ἀξίαν ἢ μὴ ἀπολαμβάνοντας τὴν ἐμπιστοσύνην της, οὔτε ἔφερε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ μὴ διορίζῃ ὑπαλλήλους ἀναξίους ἐμπιστοσύνης καὶ ἀνικάνους, διότι ἔχει τὸ θάῤῥος καὶ τὴν δύναμιν, ὅταν παρουσιάζωνται τοιαῦται ἀπαιτήσεις, νὰ τὰς ἀποκρούῃ. Ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ κυβέρνησις τὸ νομοσχέδιον, ἦτο ὅπως ἀνυψώσῃ τὴν διοίκησιν καὶ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τοὺς διοικουμένους πᾶσαν ὑπόνοιαν μικρὰν ἢ μεγάλην, τὴν ὁποίαν ἐνδέχεται νὰ ἔχουν περὶ τῆς ἀμεροληψίας τῶν προσώπων. Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω καὶ ἐγώ, ὅτι ὅταν εἰς μίαν ἐπαρχίαν ὑπάρχῃ διωρισμένος ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος πολιτεύεται εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, ἢ ἐξασκεῖ τὰ πολιτικὰ δικαιώματά του, ἐνδιαφέρεται ὑπὲρ μιᾶς μερίδος· κατὰ τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, ὅσον καλὸς καὶ ἂν ἦναι, ὅσον ἀμερολήπτως καὶ ἂν ἐκτελῇ τὰ καθήκοντά του, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἐγείρωνται ὑπόνοιαι αἱ ὁποῖαι βλάπτουσι καὶ αὐτὸν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν, τὰς δὲ ἐγειρομένας ὑποψίας ὀφείλομεν νὰ ἀφαιρέσωμεν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, καὶ δι’ αὐτὸν ζητεῖται ἡ ψῆφος ὑμῶν. Ἀφοῦ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, ἔρχεται ἤδη ἡ πρότασις νὰ ἐξαλειφθῇ ἡ φράσις «ἐξ ἧς ἔλαβε σύζυγον», δι’ ἧς ἐκτείνεται ἡ ἀπαγόρευσις καὶ εἰς τὸν λαβόντα σύζυγον ἔκ τινος ἐπαρχίας νὰ ὑπηρετῇ ἐν αὐτῇ. Τοῦτο, κύριοι, εἶναι ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον καθεὶς ἐξ ἡμῶν εἶναι ἐλεύθερος νὰ κρίνῃ· ἐὰν νομίζητε, ὅτι ὁ ὑπάλληλος ὁ ὁποῖος δὲν ἀνήκει εἰς μίαν ἐπαρχίαν, ἀλλὰ ἔφθασε νὰ νυμφευθῇ, νὰ συνδέσῃ σχέσεις συγγενικὰς μὲ πρόσωπα τὰ ὁποῖα πολιτεύονται εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἐὰν, λέγω, νομίζητε, ὅτι δύναται νὰ ἦναι ἀνώτερος πάσης ὑπονοίας, ἐὰν φρονῆτε, ὅτι οἱ ἀντίθετοι τῶν νέων αὐτοῦ συγγενῶν ἠμποροῦν νὰ ἔχουν εἰς τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν τὴν αὐτὴν ὑπόληψιν τὴν ὁποίαν εἶχον πρὶν κάμῃ τὸ συνοικέσιον, δύνασθε νὰ ἐξαλείψητε τὴν φράσιν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς αὐτούς, κύριοι, ἐὰν εἴτε ὁ ἔπαρχος, εἴτε ὁ δικαστὴς, εἴτε ἄλλος τις ὑπάλληλος, εἰς τὸν ὁποῖον μέχρι τῆς χθὲς εἴχετε πλήρη ἐμπιστοσύνην, ἔλαβε σύζυγον τὴν θυγατέρα ἢ τὴν ἀδελφὴν τοῦ ἀντιπάλου σας, θὰ ἐξακολουθήσητε νὰ ἔχητε τὴν αὐτὴν ἐμπιστοσύνην τὴν ὁποίαν εἴχετε καὶ πρότερον; Ἐὰν νομίζητε ὅτι δύνασθε νὰ τὴν ἔχητε, τότε δύνασθε νὰ ἐξαλείψητε τὴν φράσιν· ἐὰν ὅμως φρονῆτε ὅτι, ὅταν συμβῇ τὸ τοιοῦτον, ἀρχίζουν νὰ ἐγείρωνται κατ’ αὐτοῦ ὑπόνοιαι, τότε πρέπει νὰ ψηφίσητε τὴν διάταξιν. Ἡ κυβέρνησις νομίζει, ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, καὶ εἰσήγαγε τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος φράσιν· ἀπόκειται εἰς ὑμᾶς νὰ ἀποφασίσητε ὅ,τι θέλετε.
§73ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Καί τοι κηρύττω ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, φρονῶ, ὅτι ἡ διασκευὴ αὐτοῦ εἶναι κατὰ πολλὰ πλημμελὴς, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ φροντὶς ὅπως τὰ καθέκαστα αὐτοῦ κανονισθῶσιν ὅσον τὸ δυνατὸν καλλίτερον. Βλέπω εὐχαρίστως, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπέστησε τὴν προσοχήν της ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, διότι ἀληθῶς ἐκ τῆς ἐκτιμήσεως τῶν λεπτομερειῶν αὐτοῦ ἐξαρτᾶται καὶ ἡ ὀρθὴ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου. Καὶ δι’ ἄλλον λόγον, φρονῶ, εἶναι καλὸν νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχὴν ἡμῶν ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, διότι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δυστυχῶς, ὅπως καὶ ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ εἶπον, δὲν ἦλθε συνοδευόμενον ὑπὸ ἐκθέσεως, καὶ ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τοὺς κυριωτέρους τῶν λόγων οἵτινες ὑπηγόρευσαν αὐτὸ, ἐὰν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ δὲν εὐαρεστηθῶσι νὰ μᾶς ἐξηγήσωσί τινας ἐξ αὐτῶν.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν μόνον συζήτησιν περὶ τῶν συζύγων.
§75ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Θὰ ἔλθω καὶ ἐπ’ αὐτοῦ. Δὲν ἠδυνήθην νὰ εὕρω εἰς οὐδεμίαν ἄλλην ἐπικράτειαν νόμον ὅμοιον πρὸς τὸν παρόντα, ὅστις δὲν εἶναι νόμος προσόντων, ἀλλ’ ἀποκλείει τάξεις τινὰς τοῦ νὰ καθέξωσι θέσιν ἔν τινι ἐπαρχίᾳ. Ἴσως μὲ ἐρωτήσητε, διατί δὲν ἐκηρύχθην ἕνεκα τούτου κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Διότι ἐνόμισα ὅτι ὑπάρχουσι λόγοι σπουδαῖοι, οἵτινες ἐπέβαλον τὸ καθῆκον ν’ ἀποδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω ὅμως ὅτι, ἀποδεχθεὶς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὀφείλω νὰ ὑποβάλω τὰς παρατηρήσεις μου καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς λεπτομερείας, ὅπως περιορίσωμεν τὸ κακὸν ἐντὸς ὅσον τὸ δυνατὸν στενοτέρου κύκλου. Καὶ κατὰ πρῶτον ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ὑποδείξω, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἔχει ἀναδρομικὴν δύναμιν, τοῦθ’ ὅπερ θεωρῶ τοσοῦτον σπουδαῖον, ὥστε μοὶ φαίνεται, ὅτι τοῦτο μόνον ἀρκεῖ ὅπως ἡ Βουλὴ περιορίσῃ αὐτὸν ἐντὸς τῶν στενοτάτων ὁρίων. Ἡ παρατήρησίς μου αὕτη ἀφορᾷ τὴν ἔκφρασιν «κατὰ τὰ ἀμέσως προηγούμενα τρία ἔτη», καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἷς τῶν συναδέλφων μας ἐπρότεινεν ὀρθῶς νὰ περιορισθῇ εἰς ἓν ἔτος ἡ ἀπαγόρευσις.
§76ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί ἐννοεῖτε; νομίζω, ὅτι ἀφορᾷ μόνον εἰς τὸ μέλλον.
§77ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εἴπω τὶ ἐννοοῦμεν.
§78ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ποῖος εἶναι ὁ κύριος λόγος, ὅστις ὑπηγόρευσε τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς τὸ εἶπε πρὸ ὀλίγου, καὶ ἀποδέχομαι ὅτι ἡ θεωρία αὐτοῦ εἶναι σπουδαία· δὲν ἐπιθυμοῦμεν, εἶπε, νὰ ὑπάρχουν ὑπόνοιαι, ὅτι ὑπάρχουν διωρισμένοι ἄνθρωποι δυνάμενοι νὰ ἐπηρεασθῶσιν ἕνεκα συγγενειῶν, αἵτινες συνδέουσι σπουδαίως αὐτοὺς μετὰ τῆς ἐπαρχίας. Ἀλλὰ νομίζετε, κύριοι, ὅτι ἡ θεωρία αὕτη, ἡ ὁποία εἶναι σπουδαία καθόσον ἀφορᾷ τὰς ἀνωτέρας θέσεις τῶν ὑπαλλήλων, εἶναι ὀρθὴ ἐφαρμοζομένη εἰς ὅλους, καὶ ὅτι ἀληθῶς ἐπέρχεται ἐπίδρασις σπουδαία ὅταν πρόκηται περὶ ὑπαλλήλων ὑποδεεστέρων; Δὲν φοβεῖσθε μήπως βλάψητε μᾶλλον τὴν ὑπηρεσίαν, ὅταν ἐφαρμόσητε τὴν ἀρχὴν αὐτὴν ἐπὶ τῶν ὑποδεεστέρων ὑπαλλήλων τῶν ἐχόντων τοσοῦτον μικρὸν μισθὸν ὥστε δυσκόλως δύνανται νὰ ζήσωσιν ἐκτὸς τῆς ἐπαρχίας αὑτῶν, καὶ φέρω ὑμῖν ἐν παραδείγματι τοὺς γραμματεῖς τῶν ἐφοριῶν καὶ ταμείων.
§79ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ λύσωμεν τὸ πρῶτον μέρος.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βέβαια, κύριοι, διότι ἄλλως δὲν ἠμποροῦμεν νὰ προχωρήσωμεν.
§81ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις εἶναι πρόθυμος νὰ ἐξηγήσῃ τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ἀπαγόρευσιν εἰς ἕνα ἕκαστον κλάδον· ἑπομένως, ἐάν τις ἔχῃ ἀπορίαν τινά, θέλομεν ἀμέσως δώσει τὸν λόγον.
§82ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Περιορίζω τὴν παρατήρησίν μου αʹ) εἰς τὸ μέρος τοῦ νομοσχεδίου τὸ προσδιορίζον τρία ἔτη, ὑποστηρίζων μετὰ τοῦ κ. Ῥικάκη «ἓν ἔτος»· βʹ) προτείνω τὴν ἀπάλειψιν τῆς ἑξῆς φράσεως «ἢ ἐξ ἧς ἔλαβε σύζυγον».
§83ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καταστρέφετε τὸ ἥμισυ τοῦ νομοσχεδίου.
§84ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Διότι, ὅσον ὀρθὴ καὶ ἂν μοὶ φαίνηται ἡ παρατήρησις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἠμπορῶ νὰ παραδεχθῶ ὅτι ὁ ὑπάλληλος, ὅστις διήνυσε χρόνον τινὰ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἐπαρχίας τινὸς καὶ ἐφάνη ὑπηρετῶν εὐδοκίμως, θὰ καταστῇ κακός, μόνον διότι ἐνυμφεύθη, καὶ ὅτι διὰ τοῦτο πρέπει ν’ ἀπέλθῃ τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης διὰ παντός. Ἂν τὸ νομοσχέδιον περιωρίζετο εἴς τινας μόνον ὑπαλλήλους ἀνωτέρους, τότε βεβαίως, ἀνώτεροι ὑπάλληλοι λαβόντες σύζυγον ἔκ τινος ἐπαρχίας, δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἀληθῶς ὡς ἐπηρεαζόμενοι. Ἀλλὰ ὅταν, κύριοι, πρόκηται περὶ μικρῶν ὑπαλλήλων ἑκατονταδράχμων, οἵτινες καὶ τὰ ἔξοδα τῆς μεταθέσεως δυσκόλως δύνανται νὰ οἰκονομήσωσι, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν. Τότε μόνον ἠδυνάμην νὰ ἀποδεχθῶ τοῦτο, ἐὰν συνώδευεν ἡ Κυβέρνησις τὸ νομοσχέδιον μὲ αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν κατωτέρων ὑπαλλήλων, διότι τότε ἠδύνατο νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἂν φέρεται αὐστηρῶς ὁ νόμος ἀφ’ ἑνός, ἀφ’ ἑτέρου αὐξάνει τὸν μισθόν, ἀποδίδει δικαιοσύνην. Ἄλλως, κύριοι, κατὰ τὸ φαινόμενον θεραπεύετε πληγήν, ἀληθῶς δὲ ἀνοίγετε μεγαλειτέραν. Ὑπὸ τὴν ἐξωτερικὴν δὲ μορφὴν δικαιοσύνης πρὸς τὴν κοινωνίαν, πράττετε ἀδίκημα πρὸς ὁλόκληρον τάξιν ὑπαλλήλων, καὶ δικαίως δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐνταῦθα τὸ summum jus, summa injuria.
§85ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς πρὸς τὴν σύζυγον, νομίζω, εἶναι ἀρκετὰ ὅσα σᾶς εἶπον. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ «ἐξήσκησε κατὰ τὰ ἀμέσως προηγούμενα τρία ἔτη,» ἐπειδὴ καὶ προχθὲς ἔγεινε παρατήρησις, παρατηρῶ δὲ ὅτι ὑπάρχουν εἰσέτι ἀντιῤῥήσεις, δίδω τὴν ἑξῆς ἐξήγησιν· ὁσάκις διὰ διαταγμάτων ἀπαγορεύεται ὁ διορισμὸς ἐντοπίων, εὑρέθησαν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα μετέφερον τὰ δικαιώματά των εἰς ἄλλην ἐπαρχίαν τοῦ Κράτους, καὶ τοιουτοτρόπως παρουσιάζονται ὡς μὴ ὑπαγόμενοι εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν, διότι ναὶ μὲν ἕως τῆς χθὲς ἐξήσκουν τὰ δικαιώματά των εἰς τὴν α ἐπαρχίαν, ἀλλὰ σήμερον τὰ ἐξασκοῦν εἰς τὴν β. Τὸ τέχνασμα τοῦτο ἠθέλησεν ὁ νομοθέτης νὰ προλάβῃ, διὰ τῆς φράσεως «ἐξήσκησε κατὰ τὰ ἀμέσως προηγούμενα τρία ἔτη τοῦ διορισμοῦ του τὰ πολιτικὰ αὑτοῦ δικαιώματα,» διότι πᾶς νόμος πρέπει νὰ ᾖναι σπουδαῖος καὶ νὰ μὴ δίδῃ χώραν εἰς καταδολιεύσεις. Λοιπὸν κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν δὲν δύναταί τις, μεταφέρων μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου τὰ δικαιώματά του εἰς ἄλλην ἐπαρχίαν, νὰ ἔχῃ δικαίωμα διορισμοῦ εἰς ἐκείνην, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ἠθέλησε νὰ τὸν ἀποκλείσῃ. Πρέπει νὰ παρέλθουν τρία ἔτη ἀφ’ ἧς μετέφερε τὰ δικαιώματά του εἰς ἄλλην ἐπαρχίαν, διὰ νὰ δύναται νὰ διορισθῇ εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἐξ ἧς τὰ μετέφερε, διότι τότε καὶ μόνον θὰ εἴπω ὅτι σπουδαίως ἠθέλησε νὰ μεταφέρῃ τὰ δικαιώματά του εἰς ἄλλην ἐπαρχίαν, καὶ δὲν ἔκαμε τοῦτο διὰ νὰ καταδολιευθῇ τὸν νόμον· αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἔχει ἡ φράσις, ἐξήσκησε τὰ δικαιώματά του πρὸ τριετίας.
§86Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ πολὺ ὀλίγας παρατηρήσεις, κύριοι βουλευταί, θὰ κάμω, χάριν αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας καὶ οὐχὶ τῶν ἀτόμων. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς εἶπεν ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἔχουν συζύγους οἱ ἐξαιρούμενοι ὑπὸ τῶν ἐδαφίων τοῦ 1) ἄρθρου ὑπάλληλοι, διὰ τὸν λόγον ὅτι ἕκαστος ἤθελεν ἰδεῖ μὲ ὕποπτον ὄμμα ἕνα ἐκ τῶν στρατιωτικῶν ἢ πολιτικῶν ὑπαλλήλων τούτων, ὁ ὁποῖος ἤθελε νυμφευθῆ καὶ λάβει σύζυγον ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν του. Ἐὰν τοῦτο ᾖναι ἀληθὲς, καὶ ὁμιλῶ μόνον περὶ τῆς στρατιωτικῆς τάξεως, ἐὰν τοῦτο διὰ τὴν τάξιν ταύτην ᾖναι ἀληθὲς, ὅπως τὸ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, φρονῶ ὅτι πρέπει ν’ ἀναβιβασθῇ εἰς τὴν πρέπουσαν περιωπὴν τὸ ζήτημα, ὅπως καὶ ὁ σκοπὸς ἐπιτύχῃ. Σεῖς λέγετε ὅτι οὐδεὶς ἀνθυπολοχαγὸς τοῦ μηχανικοῦ δύναται νὰ λάβῃ σύζυγον ἐκ τῶν Ἀθηνῶν, διότι ἂν λάβῃ τοιαύτην, ποτὲ δὲν πρέπει νὰ ἰδῇ εἰς τὸ μέλλον τὰς Ἀθήνας· αὐτὸ λέγει τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει.
§87ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ μηχανικοῦ καὶ τῶν ἀνωτέρων...
§88Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παραδέχομαι τοῦτο καὶ ἐγώ· λέγετε λοιπὸν εἰς τὸν Διευθυντὴν τοῦ Μηχανικοῦ τ’ ἀνωτέρω...
§89ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς διευθυντής, διότι ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ ἐπιθεωρητής.
§90Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λοιπὸν ἡ διεύθυνσις τοῦ μηχανικοῦ καταδιώκεται;
§91ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς καταδιώκεται καὶ ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος.
§92Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σᾶς λέγω λοιπόν, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι οὔτε δίκαιον, οὔτε ὠφέλιμον· δὲν εἶναι δίκαιον, διότι ἂν ὁ διευθυντὴς τοῦ μηχανικοῦ ἐπηρεάζῃ πολιτικῶς τὸν τόπον ἐκ τοῦ ὁποίου ἔλαβε τὴν σύζυγόν του, σᾶς ἐρωτῶ νὰ εἰπῆτε ἐν εἰλικρινείᾳ, ὁ ἰατρὸς τοῦ στρατολογικοῦ συμβουλίου, ὁ ὁποῖος καθ’ ἡμέραν ἐξαιρεῖ καὶ παραδέχεται νεοσυλλέκτους, δὲν ἔχει ἐπιῤῥοήν τινα, δηλ. δὲν ἐπηρεάζει πολιτικῶς τὸν τόπον, εἰς ὃν ὑπηρετεῖ· εἰπέτε μοι, κύριε Ὑπουργέ. Νομίζετε πῶς μόνον εἰς κάθε νομὸν εἶναι στρατολογικὰ συμβούλια, ἢ καὶ παντοῦ ὅπου ὑπάρχουν τάγματα καὶ ἰατροί; Λοιπὸν σᾶς ἐρωτῶ, τὰ μέλη τοῦ στρατολογικοῦ συμβουλίου, τὰ ὁποῖα ἀποφασίζουσιν ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ αἵματος ὅλων τῶν πολιτῶν τῶν ἐπαρχιῶν καὶ ὅλων τῶν φίλων τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, δὲν ἔχουσιν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ τόπου, εἰς ὃν ἐξασκοῦσι τὴν ἐξουσίαν αὑτῶν; Ἔχει περισσοτέραν ὁ λοχαγὸς τοῦ μηχανικοῦ ἐπιῤῥοὴν ἀπὸ τὰ μέλη τοῦ στρατολογικοῦ συμβουλίου, καὶ διὰ τοῦτο λέγετε εἰς αὐτὸν, ἐπειδὴ ἔλαβε σύζυγον ἐξ Ἀθηνῶν π. χ. εἶναι καταδικασμένος νὰ μὴ πατήσῃ τὰς Ἀθήνας ἐνόσῳ εἶναι λοχαγός; Κύριοι, Σας παρακαλῶ, συλλογισθῆτε μὲ αὐστηρὰν δικαιοσύνην, ἀλλὰ καὶ μὲ αὐστηρὰν λογικὴν, ἐὰν ὁ λοχαγὸς τοῦ μηχανικοῦ διευθυντὴς εἰς τὰς Ἀθήνας διώκεται ἐξ Ἀθηνῶν διότι ἔλαβε ἐξ αὐτῶν γυναῖκα, μετατίθεται δὲ εἰς Λαμίαν ὅπου εὑρίσκει τὸν ἀδελφόν του πολιτευόμενον, ὁ ἀδελφὸς δὲν θέλει ἐπηρεάσει τὸν ἀδελφόν του ὑπὲρ ἑαυτοῦ; Λοιπὸν ἢ κάμετε ἐξαίρεσιν γενικὴν καὶ προφυλάξατε τοὺς ἀνθρώπους γενικῶς ἀπὸ τὴν ἐπιῤῥοὴν τῆς συγγενείας, ἢ ἐξαιρέσατε καὶ τὰς γυναῖκας· διότι ἄλλως εἶναι παράλογον νὰ τιμωρῆται ὅστις ἔλαβε μίαν ὀρφανὴν γυναῖκα, νὰ ἐξορίζεται δὲ ἀπὸ τὸν τόπον αὐτῆς ἐν ὅσῳ ζῇ, ἀφοῦ ὑπάρχουν σχέσεις συγγενικαὶ ἄλλαι, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν 100 βαθμῶν μεγαλειτέραν δύναμιν. Κύριοι, ὑποθέσατε ἄλλην περίστασιν, καὶ ὁμιλῶ πάντοτε περὶ στρατιωτικῶν· παρακαλῶ δὲ τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσέξῃ, διότι ἀπὸ προχθὲς, νομίζω, τὸν ἀπήλλαξα ἀπὸ μεγάλας δυσκολίας, εἰς ἃς ἤθελεν εὑρεθῆ, ἐὰν ὁ νόμος ἀφίνετο νὰ ψηφισθῇ ὡς εἶχεν. Ὑποθέσατε ὅτι δύω ἢ τρεῖς διοικηταὶ ταγμάτων ἔλαβον γυναῖκας ἀπὸ τὰς Ἀθήνας καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἠναγκασμένος νὰ σχηματίσῃ τὸ ἀναθεωρητικὸν δικαστήριον, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν στρατιωτικῶν δικαστηρίων, διὰ νὰ δικάσῃ ὑποθέσεις τινὰς, καὶ ἑπομένως νὰ διορίσῃ μέλη τοῦ δικαστηρίου τοὺς διοικητὰς τῶν ταγμάτων τούτων. Κατὰ τὸν νέον νόμον, οὗτοι δὲν δύνανται ἐδῶ νὰ δικάσουν. Τί μέλλει γενέσθαι;
§93ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ δὲν εἶναι ἐδῶ διοικητὴς τάγματος· μόνον τοὺς ἐκτεθέντας εἰς πολιτικὸν ἀγῶνα...
§94Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δηλαδὴ πολιτευόμενον ὀνομάζετε, κατὰ τὸ νομοσχέδιόν σας, μόνον ἐκεῖνον, ὅστις πρὸ δύω ἐτῶν ἐξετέθη εἰς ἐκλογικὸν ἀγῶνα; Φρονεῖτε, κύριοι, ὅτι τοῦτο συγχωρεῖται παρὰ τοῦ Συντάγματος; Ἠμπορεῖτε λοιπὸν νὰ περιορίσητε περισσότερον τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν ἀφ’ ὅ,τι τὰ περιώρισε τὸ Σύνταγμα; Φρονεῖτε, ὅτι σήμερον δι’ εἰδικοῦ νόμου ἠμπορεῖτε νὰ ἐλαττώσητε τὴν ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα ἔδωκεν εἰς τὰ ἄτομα; Ἂν φρονῆτε τοῦτο, βεβαίως πρέπει νὰ φρονῆτε, ὅτι μία ἄλλη Βουλὴ ἠμπορεῖ νὰ περιορίσῃ τότε ἔτι περισσότερον...
§95ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς λέγομεν νὰ μὴ διοικῇ εἰς τὸν τόπον, ὅθεν εἶναι βουλευτής.
§96Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λέγει ὅμως τὸ Σύνταγμα, ὅτι παραιτεῖται ἢ ζητεῖ ἄδειαν ὁ τοιοῦτος καὶ οὐχὶ ἄλλο τι.
§97ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε καὶ πᾶς πολίτης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διορίζηται εἰς μίαν θέσιν, καὶ ὅμως δὲν διορίζονται ὅλοι· διατί τὸ ἐννοεῖτε διὰ τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ ὄχι διὰ τοὺς πολιτικούς;
§98Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤθελε πράξει καλὸν, ἂν τὰ περὶ τῶν στρατιωτικῶν ἀπεφάσιζε διὰ μιᾶς ἰδιαιτέρας διατάξεως, ἡ ὁποία καὶ δικαία νὰ ᾖναι καὶ τὴν ὑπηρεσίαν νὰ μὴ παραβλάπτῃ· ἐδῶ παρατηρεῖτε ὅτι 3 μόνον θέσεις ἐξαιροῦνται ἀπὸ ὅλον τὸν στρατὸν, ἡ τοῦ διοικητοῦ τοῦ τάγματος, τοῦ ὑποδιοικητοῦ καὶ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ μηχανικοῦ. Λέγω λοιπὸν ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἀφαιρέσητε τὰς θέσεις τὰς ἀνηκούσας εἰς τοὺς τρεῖς τούτους βαθμούς, ἀφοῦ ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι βαθμοὶ καὶ θέσεις, οἱ ὁποῖοι ἐπενεργοῦν πολὺ περισσότερον, ὡς τὰ στρατολογικὰ συμβούλια κτλ. Ἄλλως, κύριοι, σᾶς παρατηρῶ ἀκόμη τὸ ἑξῆς· ὁ διευθυντὴς τοῦ μηχανικοῦ λοχαγός, τὸν ὁποῖον θὰ ἀποβάλητε ἀπὸ τὰς Ἀθήνας, ἔχει πολὺ ὀλιγωτέραν δικαιοδοσίαν ἀπὸ ἀξιωματικούς, εἰς τοὺς ὁποίους εἶναι ἐπιφορτισμένη ἡ ἐκτέλεσις τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, ἡ ἐκτέλεσις δημοτικῶν ἔργων. Μοῦ φαίνεται πάρα πολὺ ἄτοπον νὰ ἐξαιρέσητε 2, 3 ἀνθρώπους διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ, νὰ ἀφήσητε δὲ πάλιν ἄλλους, οἵτινες διὰ διαφόρους λόγους τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας δύνανται νὰ ἐπηρεάσωσι πολυτρόπως τὰς ἐκλογάς· δι’ αὐτὸν τὸν λόγον σᾶς λέγω ὅτι ἤθελεν εἶσθαι πολὺ ὀρθότερον καὶ ἀκριβέστερον, καὶ ὁ σκοπὸς τῆς Κυβερνήσεως ἤθελεν ἐπιτύχει, ἐὰν ἤθελε παρουσιασθῆ ἓν ἰδιαίτερον νομοσχέδιον περὶ στρατιωτικῶν. Δὲν ἠξεύρω δὲ καὶ ποίαν ἔκτασιν θὰ λάβῃ εἰς τὰς χεῖρας κακοτρόπου ὑπουργοῦ ἡ διάταξις περὶ συζύγων, διότι εἰς αὐτὸν ἀνήκει ἡ ἑρμηνεία τοῦ νόμου κατὰ τὴν ἐφαρμογήν. Ἐγώ, κύριοι, δὲν εἶμαι νομικός, ἀλλὰ καὶ οἱ νόμοι δὲν εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστοι εἰς ἐμέ· ὁμιλῶ ὅμως μᾶλλον ὡς ἄνθρωπος τῆς πείρας, καὶ σᾶς λέγω ὅ,τι στοχάζομαι περὶ τοῦ κακοῦ, ὅπερ θὰ γείνῃ, διότι καὶ ἄλλοτε εἶπον πολλὰ τοιαῦτα καὶ δυστυχῶς ἐπραγματοποιήθησαν. Τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά, ἅτινα θὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὸν ὑπουργόν, παρουσιάζουσι μυρίας ἑρμηνείας· ἐμελέτησα τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ καὶ εὗρον ἐν αὐτοῖς ἕνδεκα διαφορετικὰς ἑρμηνείας ἐπὶ ἑνὸς καὶ μόνου ἀντικειμένου. Ἂς ὁμιλήσωμεν εἰλικρινῶς· ἕνας διοικητὴς τάγματος, ἕνας λοχαγὸς ἢ ἀξιωματικὸς τοῦ μηχανικοῦ, ὅταν ἔλθῃ εἰς τὰς Ἀθήνας, συζευχθῇ δὲ γυναῖκά τινα, κάτοικον μὲν εἰς Ἀθήνας ἀλλοδαπὴν ὅμως, πῶς θὰ ἠξεύρῃ ἀπὸ πότε θὰ χρονολογήσητε τὸν ἐντόπιον αὐτῆς χαρακτῆρα μετὰ ταῦτα, διὰ νὰ ἐννοήσῃ καὶ αὐτὸς τὰς ὑποχρεώσεις, εἰς ἃς θέλει ὑποβληθῇ...;
§99ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Φοβεῖσθε, καθὼς ἐννοῶ, μήπως εὑρεθῇ ὑπουργός τις, καὶ ἐπεκτείνων τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου, ἐκτοπίσῃ πολλοὺς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Σᾶς ἐρωτῶ, ἂν ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ὑπῆρχε διόλου, δὲν εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ ὑπουργοῦ ἐκείνου νὰ ἐκτοπίσῃ αὐτοὺς τοὺς ἀξιωματικούς;
§100ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὑπάρχει ἡ κοινὴ γνώμη....
§101Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ὀχύρωμα, ὅπερ ὑψοῦτε, κ. ὑπουργέ, μὲ δύω λέξεις ἀνατρέπεται. Ὁ ὑπουργὸς τὰ δικαιώματά του πορίζεται ἐκ τῶν νόμων· ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ καὶ νὰ παύῃ καὶ νὰ μεταθέτῃ ὅν τινα θέλει, ὑπὸ εὐθύνην του· ὁ κακότροπος ὅμως ὑπουργός, κύριοι, δὲν θὰ προτάξῃ τὴν εὐθύνην του, δὲν θὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ ἔπραξε τοῦτο διότι τὸ ἠθέλησεν, ἀλλὰ θὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ ἔπραξε διότι οὕτω κελεύει ὁ νόμος. Ἀλλ’ οὕτω πως ἡ εὐθύνη δὲν εἶναι πραγματική, καὶ δὲν ἐπιθυμῶ ὄπισθεν τοιούτων ἑρμηνειῶν νὰ κρύπτεται ἡ κακοτροπία. Ἐξαιρέσατε τοὺς ἀξιωματικοὺς ἀπὸ αὐτὴν τὴν καταδίκην· οἱ ἀξιωματικοὶ εἶναι ἄνθρωποι ἐπαγγελματίαι, δὲν εἶναι καθὼς οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι παύονται καὶ διορίζονται· αὐτοὶ ἐτάχθησαν νὰ ζήσωσι καὶ ἀποβιώσωσιν εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν· διατί λοιπὸν τοὺς καταδικάζετε διὰ τοιούτων νόμων ἀσκόπων καὶ ἐπιβλαβῶν; Ἐπιμένω παρακαλῶν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποχωρήσῃ, διότι πράττει ἀδικίαν· ἄλλως, ἐξαιρέσατε τοὺς ἰατρούς, τὰ στρατολογικὰ συμβούλια, τὰ μεταβατικὰ καὶ πᾶσαν ἄλλην στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ οὐχὶ μόνον τάξιν τινὰ καὶ βαθμούς τινας. Βεβαίως ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀντιταχθῶ ἐναντίον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ἔχω δίκαιον, καὶ τὸ δίκαιον δὲν εἶναι ἀδιάφορον, εἶναι δύναμις κραταιά, ἥτις, καὶ ἂν σήμερον παραγνωρίζεται, αὔριον θὰ ἀναφανῇ ἐν ὅλῃ αὐτῆς τῇ δυνάμει καὶ θὰ κατισχύσῃ, κατισχύουσα τοῦ Νόμου. Περὶ τῶν μηχανικῶν ἐγὼ τοῦτο θαυμάζω, πῶς ἐθεωρήθησαν τὰ τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν τόσον σπουδαῖα πράγματα.
§102ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Εὐχαριστῶ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Καλαβρύτων διότι μὲ ἀπήλλαξε τοῦ κόπου νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ στρατοῦ. Εἶναι ἀληθὲς καὶ βέβαιον ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σήμερον παρουσιάζεται, θὰ φέρῃ μεγάλα προσκόμματα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν· ἔκρινα ὅμως εὔλογον ἀπέναντι τῶν συκοφαντιῶν, ἃς καθ’ ἑκάστην δέχεται ὁ στρατὸς ἀπὸ τοὺς ἀποτυγχάνοντας βουλευτὰς, νὰ μὴ ἐξαιρέσω τὸ Σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν. Βεβαίως πολλάκις ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ ἀναγκασθῇ νὰ φέρῃ πιστώσεις ἐπὶ πιστώσεων, θὰ ἀναγκασθῇ νὰ προβιβάσῃ, διότι δεσμεύεται ἀπὸ τοὺς περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμους εἰς τὴν ἀνάλογον πρὸς τὸν βαθμὸν τοποθέτησιν. Εἰς τὸν νόμον ἐθεώρησα καλὸν νὰ προσθέσω τοὺς φρουράρχους, τοὺς διοικητὰς τῶν ταγμάτων, τοὺς διοικητὰς τῶν ἀπεσπασμένων τμημάτων, τοὺς μοιράρχους, ὑπομοιράρχους καὶ τοὺς διευθυντὰς τοῦ μηχανικοῦ, καὶ τὰ στρατολογικὰ συμβούλια. Τοὺς ἰατροὺς δὲν ἔκρινα εὔλογον νὰ συμπεριλάβω, διότι οὗτοι λαμβάνουν εὐτελῆ μισθόν, ἐνῷ συνάμα δὲν ἔχουν καὶ στάδιον· ὑπάρχουν, κύριοι, δόκιμοι 10 καὶ 12 ἔτη, ἂν καὶ ἔχουν πτυχία ὡς καὶ πᾶς ἄλλος ἰατρός.
§103ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω πῶς εἶναι ἀπηγορευμένον. Ὑπάρχει διάταγμα, δι’ οὗ ἀπαγορεύεται ὡς μέλη τοῦ στρατολογικοῦ συμβουλίου νὰ λαμβάνουν μέρος.....
§104ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἶμαι ἀντίθετος εἰς τὴν γνώμην τοῦ φίλου μου κυρίου Ζωχιοῦ. Ἐὰν ὁ νόμος δὲν ᾖναι δίκαιος, δὲν ᾖναι σύμφωνος μὲ τὴν κοινὴν συνείδησιν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σταθῇ. Ἐπιμένετε ὡς πρὸς τὴν φράσιν «ἢ ἐξ ἧς ἔλαβε σύζυγον». Ἐγὼ τὸ νομίζω καὶ ἄδικον καὶ ἀσαφὲς, καὶ ἐπιμένω, διότι τότε ὁ σκοπὸς ἐκλείπει. Ὁ κ. ὑπουργὸς ἀνέπτυξε καθαρῶς ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Λοιπὸν ὅταν τις νυμφεύηται εἰς ἕνα τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον ἡ σύζυγός του δὲν ἔχει οὐδένα συγγενῆ, δὲν καταλαμβάνω κατὰ τί δύναται νὰ βλάψῃ. Ἠξεύρετε ὅμως τί μὲ παρηγορεῖ; Ἤκουσα, φίλε κ. Ζωχιὲ, κ. Πετιμεζᾶ, ὅτι ταχέως, ταχύτατα θὰ ἔλθῃ ἄλλος νόμος, διὰ νὰ ἀκυρώσῃ αὐτόν.
§105ΖΩΧΙΟΣ. Παρηγοροῦμαι καὶ ἐγώ.
§106ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα τῆς συζύγου, νομίζω καὶ ἐγὼ ὅτι ὑπάρχουν λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἠμπορούσαμεν νὰ τὸ παραιτήσωμεν, καθόσον ἡ Κυβέρνησις μένει πάντοτε ἐλευθέρα νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς τοποθετήσεως. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπιμένει καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειοψηφία, ἀφίνω τὸ μέρος αὐτὸ, καὶ ζητῶ τὴν ἀντικατάστασιν τῆς λέξεως «ἔλαβεν, διὰ τῆς λέξεως «ἔχει» «ἢ ἐξ ἧς ἔχει σύζυγον» διότι ἐὰν ἐπῆρέ τις πρὸ 15 ἐτῶν σύζυγον καὶ αὕτη ἀπέθανε, πρέπει ν’ ἀποκλεισθῇ ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην;
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἐκ τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου πρώτου ὁ κ. Ζωχιὸς ἐπρότεινε νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ φράσις «ἢ ἐξ ἧς ἔλαβε σύζυγον.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι τινές.) Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ νομοσχεδίου, ἤτοι «τῶν προέδρων τῶν πρωτοδικῶν, τῶν πρωτοδικῶν καὶ τῶν παρ’ αὐτοῖς γραμματέων, εἰσαγγελέων καὶ ἀντεισαγγελέων.» Ὁ σύλλογος τῶν προτεινάντων τροπολογίας προσέθηκε: «τῶν προέδρων τῶν ἐφετῶν, τῶν ἐφετῶν, τῶν παρ’ αὐτοῖς γραμματέων, τῶν εἰσαγγελέων καὶ ἀντεισαγγελέων ἐφετῶν.»
§108ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ὑποστηρίζηται ἡ τροπολογία.
§109ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§110ΕΤΕΡΟΣ. Μάλιστα.
§111ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι, ἐνόμισεν ἀναγκαῖον, οἱ πρόεδροι τῶν πρωτοδικῶν καὶ οἱ πρωτοδίκαι νὰ μὴ δύνανται νὰ ἐξασκῶσι τὰ καθήκοντά των ἐν τῷ νομῷ ἀπὸ τοῦ ὁποίου κατάγονται, διότι καθόσον μὲν ἀφορᾷ τοὺς προέδρους, ὡς γνωρίζετε πάντες, ἐκτὸς τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἔχουν καὶ διοικητικὴν, οἱ δὲ πρωτοδίκαι ἔχουν ἐκτὸς τῆς ἀπονομῆς τῆς πολιτικῆς δικαιοσύνης καὶ τὴν τῆς ποινικῆς, εἶναι ἀνακριταί. Ἔρχονται λοιπὸν εἰς ἄμεσον ἐπαφὴν μὲ τὰ ἄμεσα συμφέροντα τῶν πολιτῶν. Καθόσον ἀφορᾷ τοὺς ἐφέτας καὶ τοὺς προέδρους τῶν ἐφετῶν, οἱ λόγοι αὐτοὶ ἐντελῶς ἐκλείπουσιν. Ἀλλὰ καὶ πρακτικῶς ἐὰν θελήσητε νὰ τὸ ἐφαρμόσητε, εἶναι ἀδύνατος ἡ ἐφαρμογή. Δὲν ἔχομεν παρὰ 4 ἐφετεῖα, οἱ δὲ ἐφέται εἶναι ἰσόβιοι, καὶ δὲν δύνασθε παρὰ δι’ αὐτῶν νὰ σχηματίσητε τὰ δικαστήρια· ὥστε ἐὰν ἐξαιρέσητε τοὺς ἐφέτας, δὲν θὰ ἠμπορέσητέ ποτε νὰ σχηματίσητε δικαστήρια.
§112ΝΕΖΕΡΙΤΗΣ. Κύριοι, κατὰ τοὺς νόμους τῆς πατρίδος μας, ἡ τιμὴ, ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἰδιοκτησία τοῦ πολίτου ἀφιεροῦνται εἰς τοὺς ἀνωτέρους δικαστὰς, εἰς δὲ τοὺς ὑποδεεστέρους μέρος μόνον. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν τὸν λόγον, διατὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐξαίρεσιν τοῦ εἰρηνοδίκου, τοῦ ὁποίου, κατὰ τὸν νόμον, τὸ ἀμετάκλητον τῆς ἀποφάσεως περιορίζεται εἰς μὲν τὰ ποινικὰ εἰς 10 δραχμὰς, εἰς δὲ τὰ πολιτικὰ μέχρι τῶν 40 δραχμῶν· διατὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐξαίρεσιν τοῦ πρωτοδίκου, τοῦ ὁποίου ἡ ἀπόφασις εἶναι ἐκτελεστὴ ἐπὶ μὲν τῶν πολιτικῶν μέχρι 500 δραχ., ἐπὶ δὲ τῶν ποινικῶν ἡ φυλάκισις. Ὁ ἐφέτης δύναται νὰ γείνῃ πρόεδρος κακουργιοδικείου· αὐτὸς θὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς τύχης καὶ τῆς περιουσίας τοῦ πολίτου, αὐτὸς θὰ σχηματίσῃ νομολογίαν, ἡ ὁποία θὰ καταστῇ σεβαστὴ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ὑπάρχει τι τὸ δυνάμενον νὰ καταστρέψῃ τὴν ἀπόφασιν κατὰ τύπον. Πρὸς δικαιολογίαν ἡ Κυβέρνησις σᾶς εἶπεν, ὅτι ὑπαρχόντων τεσσάρων μόνον ἐφετείων καθίσταται δύσκολος ἡ τοποθέτησις, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ οἱ ἐφέται εἰσὶν ἰσόβιοι. Δὲν δυνάμεθα εἰμὴ νὰ ὑποκύψωμεν εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτὴν· ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ὑπάρχει καὶ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δύναται νὰ ὑπάρξῃ καὶ τροποποιημένη ἐφαρμογή. Ὅπως, κύριοι, εἰς ἑκάστην δικαιοδοσίαν καὶ διαδικασίαν ὑπάρχουν κέντρα, οὕτω καὶ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν καὶ διαδικασίαν τῶν ἐφετῶν ὑπάρχουν ἐπίσης κέντρα. Βάσις ἐτέθη ἡ καταγωγὴ, διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἢ ἡ σύζυγος, ἢ ἡ ἐξάσκησις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων· ἐὰν λοιπὸν περιορισθῆτε εἰς τὸ κέντρον, εἰς τὴν ἕδραν τοῦ ἐφετείου, θὰ ἦναι ὀλιγώτερον δύσκολος ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐφικτὴ ἡ πραγματοποίησις τῆς ἰδέας τὴν ὁποίαν καὶ ἐκείνη ἀσπάζεται, ἀλλὰ κατ’ ἀνάγκην ἀποῤῥίπτει. Ἰδοὺ δὲ ὁ λόγος τῆς ἐξαιρέσεως αὐτῆς. Ἕκαστος ἐκ τῶν πέριξ μερῶν δὲν δύναται παρὰ νὰ ἔχῃ ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ ἐφετείου τοὺς φίλους του, τοὺς συγγενεῖς του, τοὺς ἀνταποκριτάς, οἵτινες θὰ τὸν συντρέξουν εἰς τὴν διεξαγωγὴν οἱασδήποτε ὑποθέσεως εἴτε ποινικῆς εἴτε πολιτικῆς. Ἐὰν λοιπὸν ὑπάρχῃ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον εἴτε ἔχει σύζυγον εἰς τὴν ἕδραν τοῦ δικαστηρίου, εἴτε κατάγεται ἐκεῖθεν, εἴτε θέλει νὰ πολιτεύηται, εὐκολώτερον εἶναι εἰς πάντα ν’ ἀνεύρῃ τὸ ἐλατήριον, ὁπόταν ὁ ἐφέτης κατάγηται ἢ καὶ ἔχῃ σύζυγον ἐκ τῆς ἕδρας τοῦ ἐφετείου· ἐὰν δὲ κατάγηται ἐξ ἄλλης ἐπαρχίας, εἶναι δυσκολώτερον. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ μᾶς καθοδηγήσῃ εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Ἐὰν, λόγου χάριν, εἰς τὰς Ἀθήνας ὑπάρχῃ τις ἐφέτης ἐκ Λεβαδείας, δὲν θὰ ἐνασκήσῃ τόσην ἐπιῤῥοὴν, ὅσην ἐν Λεβαδείᾳ.
§113ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ἔχομεν τοιούτους ἐφέτας, νομίζετε;
§114ΝΕΖΕΡΙΤΗΣ. Δυστυχῶς εὑρίσκονται καὶ τοιοῦτοι. Ἐὰν πρὸς στιγμὴν ὑποθέσωμεν ὅτι δὲν ὑπάρχουν τοιοῦτοι, ἀπαλλασσόμεθα τῆς ἰδέας τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις μᾶς ἀπέδωκε. Δὲν πρόκειται ἁπλῶς καὶ μόνον νὰ ἐφαρμόζηται ὁ νόμος καὶ τὸ δίκαιον, ἀλλὰ νὰ πείθηται περὶ αὐτοῦ ἡ κοινωνία. Δὲν δύναται νὰ ἀποδώσῃ τὴν αὐτὴν δικαιοσύνην ὁ δικαστὴς προκειμένου περὶ τοῦ ἀδελφοῦ του ἢ περὶ ξένου, ὅσον δίκαιος καὶ ἂν ᾖναι. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ἡ τροπολογία ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐγένετο συνεπείᾳ σκέψεως μετὰ πολλῶν συναδέλφων, εἶναι κατάλληλος καὶ δύναται νὰ φέρῃ ἂν ὄχι εἰς τὸ ἀλάνθαστον συμπέρασμα, ἀλλὰ δύναται τοὐλάχιστον νὰ δικαιολογήσῃ τὸν λόγον τῆς ἐξαιρέσεως.
§115ΧΟΪΔΑΣ. Ἰδού, κύριοι, παρεδέχθημεν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἀμέσως εἷς δικαστικὸς λειτουργός, γινώσκων ἄριστα πάντας τοὺς δικαστάς, ἐκπληρώσας θρησκευτικῶς τὸ καθῆκόν του ὡς πρωτοδίκης, ἐκφέρει βλάσφημον ἰδέαν κατὰ τῶν ἀνωτάτων δικαστῶν. Οἱ ἐφέται εἰσὶν οἱ δικασταὶ οἱ διακρινόμενοι διὰ τὴν εὐφυΐαν των, διὰ τὴν ἐπιστημονικήν των ἀξίαν, διὰ τὴν ἀρετήν των, οἵτινες ἀνῆλθον εἰς τὴν βαθμίδα ταύτην διὰ τὰ περικοσμοῦντα αὐτοὺς προτερήματα. Κ. Νεζερίτη, ὁ Πετρόπουλος εἶναι ἢ δὲν εἶναι Πατρεύς; ἐκπληροῖ ἢ δὲν ἐκπληροῖ θρησκευτικῶς τὸ καθῆκόν του ἐν Πάτραις; (θόρυβος).
§116ΤΙΝΕΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ.
§117ΧΟΪΔΑΣ. Μὴ ἀσχάλλητε, μὴ δυσανασχετῆτε· δὲν δύνασθε νὰ μοὶ κλείσητε τὸ στόμα, ὅσον ἰσχυροὶ καὶ ἂν ἦναι αἱ πνεύμονες ὑμῶν. Φέρω αὐτὸ τὸ παράδειγμα, διὰ νὰ καταδείξω τὸ σφαλερὸν τῶν σκέψεων τοῦ φιλτάτου συναδέλφου καὶ φίλου μου, τοῦ ἄλλοτε ὑπηρετήσαντος δικαστικῶς καὶ διακριθέντος.
§118ΝΕΖΕΡΙΤΗΣ. Δι’ ἑνὸς παραδείγματος δὲν τὸ ἀποδεικνύετε.
§119ΧΟΪΔΑΣ. Θέλετε νὰ φέρω παράδειγμα τὸν Δραγούμην, τὸν Σημαντήραν; (θόρυβος). Λοιπόν, κύριοι, ἡσυχάσατε. Οἱ ἐφέται τοιοῦτοι τυγχάνουσι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, ὥστε ἤθελεν εἶσθαι ἡ ἐσχάτη τῶν ὕβρεων, ἐὰν ἐζητοῦμεν νὰ μεταβάλωμεν τὸν Ἀθηναῖον εἰς Ναυπλιέα, διότι ἐκεῖ θὰ ἐξεπλήρου θρησκευτικῶς τὰ καθήκοντά του καὶ ὄχι ἐν Ἀθήναις. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, σᾶς ἀναφέρω τὸ ἑξῆς. Ἐγὼ εἶμαι Κεφαλλὴν πρὸ 9½ αἰώνων, ἐγεννήθην ὅμως εἰς Ναύπλιον· δὲν δύναμαι νὰ ἦμαι εἰς Κέρκυραν ὡς ἀντεισαγγελεὺς ἐφετῶν, διότι κατάγομαι ἐκ Κεφαλληνίας· δὲν δύναμαι νὰ ἦμαι εἰς Ναύπλιον, διότι ἐκεῖ ἐγεννήθην· δὲν δύναμαι νὰ ἦμαι εἰς Ἀθήνας, διότι ἡ σύζυγός μου ὁρμᾶται ἐκ Χαλκίδος· δὲν δύναμαι νὰ ἦμαι εἰς Πάτρας, διότι ἐξασκῶ τὰ πολιτικά μου δικαιώματα ἐκεῖ. Θέλετε λοιπὸν νὰ παραιτηθῶ, νὰ μὴ ἐκπληρώσω τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκόν μου; Θέλετε λοιπὸν νὰ παύσητε πολλὰς θέσεις ἐφετῶν, ἐκπληρούντων θρησκευτικῶς τὸ καθῆκον αὐτῶν, καὶ αὐτὰς νὰ κατέχωσιν ἄλλοι, οἵτινες δὲν τὸ ἐκπληροῦν; Ἐὰν ὑπάρχουν ἐφέται, παραγνωρίζοντες τὴν ἀποστολήν των ὡς δικασταὶ καὶ τὸν προορισμόν των ὡς ἄνθρωποι, ἐπειδὴ δὲν δύνασθε νὰ παύσητε τοὺς ὑπαλλήλους τούτους, ἐπειδὴ δὲν ἔχετε ῥητὰς πράξεις καθιζούσας αὐτοὺς ἐπὶ τοῦ ἑδωλίου τοῦ κακούργου, μεταθέσατέ τους, ἀλλὰ μὴ ἀναβιβάσητε τὴν ἀρχὴν αὐτὴν εἰς νόμον, διότι ὁ Ἀριστείδης, διότι ἔχει καὶ ἡ νεωτέρα Ἑλλὰς Ἀριστείδας, ὁ Φωκίων, διότι ἔχει καὶ ἡ νεωτέρα Ἑλλὰς Φωκίωνας, δὲν δύναται νὰ ᾖναι εἰς Ἀθήνας, εἰς Ναύπλιον, εἰς Πάτρας, εἰς Κέρκυραν, διότι ἐκεῖθεν κατάγεται, ἐντεῦθεν ὁρμᾶται, ἐκεῖ ἐξασκεῖ τὰ πολιτικά του δικαιώματα, ἐκεῖθεν δὲ κατάγεται ἡ σύζυγός του. Ἡ τοιαύτη λοιπὸν ἀπόφασις θὰ κατακριθῇ, διότι ὑβρίζει τὴν ἀρετήν, τὴν ἐπιστημονικὴν ἀξίαν. Ἐάν, ἐπαναλαμβάνω, ὑπάρχουν ἐφέται, οἵτινες δὲν ἐκπληροῦν τὰ καθήκοντά των, μεταθέσατέ τους ὡς ἀδίκους, ὡς ματαίους δικαστάς. Πᾶσα ἄλλη ἰδέα ἀπάδει πρὸς τὴν ἠθικὴν, πρὸς τὴν δικαιοσύνην, πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ δικαστοῦ, ὁ ὁποῖος σᾶς ἔδωκε πολλάκις δείγματα καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας του, καὶ τῆς δικαιοσύνης του, καὶ τῆς εὐθυκρισίας, καὶ τοῦ πατριωτισμοῦ του.
§120ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου· ἐπομένως ἀποκρούω τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες θέλουσι νὰ ὑπαγάγωσιν εἰς ἐξαίρεσιν καὶ τοὺς ἐφέτας καὶ τοὺς εἰσαγγελεῖς τῶν ἐφετῶν, πολὺ δὲ μᾶλλον ἀποκρούω τὴν γνώμην τοῦ ἐκ Πατρῶν βουλευτοῦ κυρίου Νεζερίτου, ὅστις ἠθέλησε νὰ καθιερώσῃ δι’ ἑνὸς νόμου προνόμια ὑπὲρ τῶν πρωτευουσῶν τῶν νομῶν. Ἐὰν μὲν, λέγει, ὁ ἐφέτης κατάγηται ἐκ τῆς ἐπαρχίας εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχει ἡ πρωτεύουσα τοῦ νομοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι νυμφευμένος, τότε νὰ ἐξαιρῆται· ἄλλως, ὄχι. Δὲν ἐννοῶ δὲ διὰ ποῖον λόγον ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν ἠθέλησε νὰ καθιερώσῃ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν τῶν προνομίων ὑπὲρ τῶν πρωτευουσῶν τῶν νομῶν. Ἀπορῶ ἐπίσης μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον καὶ ὑπεστήριξαν ἐκθύμως ὅτι ἡ διοίκησις δὲν θὰ καλλιτερεύσῃ, ἂν ὑπάλληλοι ἀνώτεροι καὶ κατώτεροι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἦναι ἐντόπιοι, καὶ σήμερον ἔρχονται νὰ προσθέσουν εἰς τὰς ἐξαιρέσεις, ἀφοῦ παρεδέχθη ἡ ἀρχὴ, καὶ τοὺς ἐφέτας αὐτούς. Δὲν εἶναι συνεπεῖς πρὸς ἑαυτοὺς, διότι οἱ ὑποστηρίξαντες ὅτι δὲν παραβλάπτεται κατ’ οὐδὲν ἡ ὑπηρεσία ἐκ τοῦ διορισμοῦ ἐντοπίων ὑπαλλήλων, θέλουν νὰ ὑπαγάγωσι καὶ τοὺς ἐφέτας εἰς τὴν ἐξαίρεσιν, τοὺς ἀνωτέρους αὐτοὺς ὑπαλλήλους, εἰς οὓς εὑρίσκετε ἀρκούσας ἐγγυήσεις. Ἄλλως δὲ ἐκ τῆς εὐρύτητος τῆς δικαιοδοσίας, ἣν ἔχουν τὰ ἐφετεῖα, δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα νὰ κανονισθῇ. Διὰ τοῦτο, νομίζω, πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ῥητῶς ἡ ἐξαίρεσις αὐτῶν, διότι τὰ ἐφετεῖα εἶναι τὰ ἀνώτερα δικαστήρια· εἰς τὸ πρόσωπον τῶν ἐφετῶν ὑπάρχει μεγαλειτέρα καὶ ἀσφαλεστέρα ἐγγύησις (θόρυβος). Ποτὲ δὲν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ παρακαλέσω ἐφέτην ἢ πρωτοδίκην, καὶ ἐστὲ βέβαιοι ὅτι ποτὲ δὲν θὰ πράξω τοῦτο, οὔτε γνωρίζω ποῖοι εἶναι οἱ ἐφέται. Ἀλλὰ πρέπει ὁμολογουμένως, ὅταν νομοθετῶμεν, νὰ ἤμεθα λογικοί. Ἂν ὑπάρξῃ ἐξαίρεσις, πρέπει νὰ ὑπάρξῃ γενική. Ἐκείνους δὲ, οἵτινες ζητοῦν τὴν ἐξαίρεσιν διὰ τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν, δὲν τοὺς ἐννοῶ καθόλου. Ἐγὼ κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς ἐξαιρέσεως τῶν ἐφετῶν, δι’ οὓς λόγους σᾶς ἐξέθεσα.
§121ΖΩΧΙΟΣ. Ἐγὼ ἤμην κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἀπορεῖ ὁ προλαλήσας πῶς τώρα εἶμαι κατὰ τῶν ἐφετῶν. Ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἢ εἶναι ὀρθὴ ἢ εἶναι ψευδὴς· ἢ εἶναι ὀρθὴ δι’ ὅλους ἢ εἶναι ψευδὴς δι’ ὅλους· δὲν ἔχομεν τάξεις ἐνταῦθα προνομιούχους, ἁγίους, ὑπεραγίους, τρισαγίους· διότι ἐφόρεσες ἓν ῥάσο καὶ ἓν καλυμαῦκι, δὲν θὰ εἰπῇ ὅτι εἶσαι καὶ ἐνάρετος. Ἐνθυμεῖσθε περὶ τίνος ἐπρόκειτο προχθές; Ἡμεῖς κυνηγοῦμεν τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ θὰ σεβασθῶμεν τοὺς ἐφέτας; Εἶμαι λοιπὸν συνεπής. Ἂν δὲν ἐξαιρέσητε τοὺς ἐφέτας, αὐτοὶ θὰ ἦναι προνομιοῦχοι. Ἢ μήπως παραδέχεσθε ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶναι διεφθαρμένοι, πλὴν τῶν ἐφετῶν; Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἡ Ἑλλὰς πάσχει, ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἀσθενὴς, καὶ διὰ τοῦτο κρίνονται ἀνάξιοι ἐμπιστοσύνης οἱ ἐντόπιοι. Τὸν Ἀλκιβιάδην τὸν ἐκυνήγησαν οἱ Ἀθηναῖοι· οἱ ἀπεσταλμένοι διὰ τὴν σύλληψίν του, τοῦ ἔλεγον, Ποῦ πᾷς, Ἀλκιβιάδη; Δὲν ἐμπιστεύεσαι εἰς τὴν πατρίδα σου; Μήτε εἰς τὴν μητρίδα μου ἐμπιστεύομαι, ἀπεκρίθη ἐκεῖνος. Ἐγὼ δὲ δὲν ἐμπιστεύομαι οὐχὶ μόνον εἰς τοὺς ἐφέτας, ἀλλ’ οὐδὲ εἰς τοὺς Ἀρεοπαγίτας, ἂν ἦτο δυνατόν, ἀλλὰ δὲν εἶναι. Ἐτύχατέ ποτε εἰς τόπον πάσχοντα ὑπὸ πανώλους; Ἐγὼ ἔτυχον. Δὲν ἐκόλλησα τὸ πάθος, μ’ ἔτρωγον ὅμως αἱ μασχάλαι μου· ἔτυχον καὶ εἰς τόπον χολεριῶντα, καὶ δὲν ἐκόλλησα, εἶχον ὅμως διαρκῆ ναυτίαν. Εἰς κοινωνίαν λοιπὸν ἀσθενῆ, καθὼς τὴν παριστᾷ τὸ νομοσχέδιον, καὶ οἱ ἐφέται πάσχουσι. Σεῖς δὲ καταδιώκετε ὑπουργοὺς, αὕτη δὲ ἡ καταδίωξις εἶναι τεκμήριον ἄκρας διαφθορᾶς. Ἀναγκαίως λοιπὸν πρέπει νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ οἱ ἐφέται εἰς τὴν γενικὴν κατηγορίαν. Ἐξαιρεῖτε δὲ ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς, οἱ ὁποῖοι ὁρκίζονται ἰδιάζοντα καὶ φοβερὸν ὅρκον. Ποία δὲ σύγκρισις μεταξὺ τοῦ ἀξιωματικοῦ καὶ τοῦ ἐφέτου; Ἐμπιστεύεσθέ ποτε εἰς τὸν ἐφέτην τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος σας; ὄχι· εἰς τὸν ἀξιωματικὸν ὅμως τὴν ἐμπιστεύεσθε καὶ τὸν ὑποδέχεσθε ὡς ἥρωα, ἂν νικήσῃ. Ἀλλὰ τὸν ἐφέτην δὲν ὑποδέχεσθε ποτε ὡς ἥρωα, οὔτε ὡς σωτῆρα. Ἀναφέρατε ὀνόματα. Μὴ μᾶς ἀναγκάζητε νὰ τεθῶμεν εἰς δύσκολον θέσιν· τοῦτο δὲ μόνον λέγομεν, ὅτι χωρὶς ν’ ἀναφέρωμεν ὀνόματα, δυνάμεθα ν’ ἀναφέρωμεν πράγματα. Οἱ ὑπουργοὶ δὲ τί εἶπον; Ἀμηχανοῦμεν, διότι καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ μεταθέσωμεν τοὺς ἐφέτας, δὲν δυνάμεθα. Προτείνατε δὲ σεῖς ἕνα τρόπον πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος. Τί δὲ σᾶς εἶπεν ὁ προλαλήσας; Προνόμια θέλετε νὰ καθιερώσητε. Προνόμια ὅμως εἶναι αὐτά, τὰ ὁποῖα σεῖς θέλετε νὰ δώσητε εἰς τοὺς ἐφέτας. Δὲν εἶναι οἱ ἐφέται πρόσωπα ἱερὰ, ὅταν ἄλλα ἱερώτερα πρόσωπα ἀπεδείχθησαν προδόται. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅτι συμβούλιον πρωτοδικῶν παρανόμως κατεδίωκε πολίτην, ὅστις κατ’ ἀνάγκην κατέφυγεν εἰς τὸ ἐφετεῖον, ἀλλὰ τὸ ἐφετεῖον τὸν ἠφάνισεν. Ἔχω ψηλαφητὰ παραδείγματα. Ἐὰν μάλιστα τύχῃ ἐφέτης ἔχων προστάτας, καὶ ὑπάρχουν τοιοῦτοι ἐφέται, τετέλεσται. Μὴ μᾶς τοὺς παρουσιάζετε λοιπὸν ὡς τρισαγίους, μὴ λέγετε ὅτι εἶναι βλασφημία κατὰ τοῦ τρισυποστάτου θεοῦ ἡ βλασφημία ἡ κατὰ ἐφέτου. Ζητήσατε δὲ νὰ μεταθέσητε ἐφέτην μετὰ τοῦτον τὸν νόμον, καὶ θὰ σᾶς εἴπῃ, δὲν δύνασθε νὰ μὲ μεταθέσητε. Δικάζετε δὲ ὅσον θέλετε. Λοιπὸν, ἂν ἡ ἀρχὴ τοῦ νόμου ᾖναι ἀληθὴς, πρέπει νὰ τὴν ἐφαρμόσητε μέχρις ἐσχάτων· ἂν δὲ δὲν ᾖναι ἀληθὴς, ἂς μείνωμεν εἰς τὰ ἴδια. Μέσος ὅρος δὲν ὑπάρχει. Διὰ τοῦτο δεχθῆτε τὴν πρότασιν τοῦ κ. Νεζερίτου. Μᾶς λέγουν, ὁ δεῖνα ἐπῆρε τὴν ἀδελφὴν ἑνὸς πολιτευομένου, καὶ διὰ τοῦτο κρίνεται ἀναγκαῖος ὁ νόμος. Πολὺ καλά. Ἀλλ’ ἐκεῖνος ὅστις ἐπῆρε μίαν χωλὴν, μίαν ἀνυπόδητον, διατί νὰ πάθῃ; (θόρυβος, διάλογος μεταξὺ τοῦ ἀγορεύοντος καὶ τοῦ κ. Γ. Ῥούφου). Ἐγὼ δὲν ἔχω κἀνὲν συμφέρον. Ἂν θέλητε νὰ ἦσθε συνεπεῖς, μὴ καθιερώσητε προνόμια. Εἰς Τιβὲτ ὀνομάζουσι τοὺς ἱερεῖς Λάμας, τοὺς ὁποίους προσκυνοῦσιν. Ἂν θέλετε δὲ καὶ σεῖς νὰ προσκυνῆτε τοὺς ἐφέτας ὡς Λάμας, ἄλλο πρᾶγμα. Τότε εἴπατε, οὗτος εἶναι ἅγιος, ἐκεῖνος δὲν εἶναι. Ἂν ὅλοι ἤμεθα ἀσθενεῖς, τότε καὶ οἱ ἐφέται εἶναι ἀσθενεῖς, διότι «εἰ χωλῷ παροικήσῃς, ὑποσκάζειν μαθήσει» (θόρυβος). Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Καράπαυλος.
§122ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ἐξετέθη ὑπὸ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, εἶναι ἀπρόσβλητος· φοβοῦμαι ὅμως μὴ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ της ἀντὶ τῶν ὠφελειῶν, ἃς προσδοκῶμεν, γείνῃ πρόξενος βλάβης. Νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἰς τὰ καθέκαστα πρέπει νὰ τὸ συζητήσωμεν ἄνευ ἐξάψεως καὶ ἀπαθῶς. Εἶπον ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ ἐφαρμογῇ του, ἀντὶ ὠφελείας, δύναται νὰ γείνῃ πρόξενον βλάβης. Συγχωρήσατέ μοι νὰ ἐκφρασθῶ καλλίτερα τὸν συλλογισμόν μου δι’ ἑνὸς παραδείγματος, οὐχὶ πολὺ μεμακρυσμένης ἐποχῆς, τοῦ πρακτικωτέρου τῶν ἐθνῶν. Δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν συζητεῖται καὶ ἐφαρμόζεται ἡ ἀρχὴ περὶ ξένων ὑπαλλήλων. Ὅτε οἱ Ἄγγλοι ἦλθον εἰς Ἑπτάνησον, εὗρον τὰ δικαστήρια εἰς οὐχὶ καλὴν κατάστασιν. Ἐσκέφθησαν πρὸς βελτίωσιν αὐτῆς νὰ φέρουν ξένους δικαστάς. Τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον πρὸ πάντων ἠνάγκασεν αὐτοὺς εἰς τοῦτο, εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἐκ δύω δικαστῶν συνέκειντο τότε τὰ πρωτοδικεῖα ἐν Ἑπτανήσῳ. Τοποτηρητὴς τοῦ ἁρμοστοῦ ἢ ὑφαρμοστὴς ἐν τῇ νήσῳ Κεφαλληνίᾳ ἦτο ὁ συνταγματάρχης Ναπιὲρ, ὁ κατόπιν περιώνυμος στρατηγός, ὁ καταδαμάσας τὴν ἐπανάστασιν τῶν Ἰνδιῶν. Ἐπρόκειτο νὰ ἐκδοθῇ ἔνταλμα φυλακίσεως διὰ χρέος κατὰ ὀφειλέτου ἑνὸς τῶν δύω ἐκείνων δικαστῶν. Ὁ ἐνδιαφερόμενος δικαστὴς ἐξῃρέθη, προσεκλήθη ἕτερος, ὅστις διεφώνησε, καὶ ἑπομένως τὸ ἔνταλμα τῆς φυλακίσεως δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκδοθῇ· ἀλλὰ τεθέντος εἰς ἐνέργειαν δὲν ἠξεύρω ποίου τεχνάσματος, ἐξεδόθη τὸ ἔνταλμα τῆς φυλακίσεως ὑπὸ τοῦ ἑνὸς δικαστοῦ, καὶ ὁ ὀφειλέτης ἐφυλακίσθη. Ἡ σύζυγος τοῦ ὀφειλέτου παρουσιάσθη εἰς τὸν τοποτηρητὴν καὶ ἐδιηγήθη τὸ συμβὰν, παρακαλοῦσα αὐτὸν νὰ μεσιτεύσῃ πρὸς τὸν δικαστὴν αὐτὸν ὅπως ἀπαλλάξῃ τὸν σύζυγόν της ἐκ τῆς φυλακῆς, ἢ τοῦ δώσῃ ἓν σιτηρέσιον πρὸς συντήρησίν του. Ὁ τοποτηρητὴς, ἐξετάσας περὶ τῶν δικαστῶν αὐτῶν, ἔμαθεν ὅτι ἐδάνειζον πρὸς ἀλλήλους τὴν ψῆφόν των διὰ τὰς ὑποθέσεις των. Μετέβη εἰς τὸ δικαστήριον ἐν ἡμέρᾳ συνεδριάσεως, τὸ ἀκροατήριον ἦτο πλῆρες, καὶ κτυπῶν τὴν τράπεζαν μὲ τὴν μάστιγά του, λέγει πρὸς τοὺς δικαστάς: κάτω, εἶσθε ἀνάξιοι νὰ κάθησθε ἐπὶ τῶν ἑδρῶν αὐτῶν· καὶ διατάσσει τοὺς χωροφύλακας νὰ τοὺς ἀπαγάγουν εἰς τὴν φυλακήν· δικονομία βεβαίως οὐχὶ τόσον συνταγματικὴ ἢ κοινοβουλευτική. Μετέβη κατόπιν εἰς τὴν Κέρκυραν ὁ Ναπιὲρ καὶ ἀπῄτησεν ἀπὸ τὸν ἁρμοστὴν νὰ διορίζωνται εἰς τὸ ἑξῆς ξένοι δικασταί, καὶ παρεδέχθησαν τὴν ἀρχὴν ταύτην, ἀλλὰ τὴν ἐφήρμοσαν ἁπλῶς ὡς ἀρχήν· δὲν ἐσκέφθη δ’ οὕτω μόνον ὁ πρακτικὸς νοῦς τοῦ Ἄγγλου, ἀλλὰ ἐνῷ ἐξέδωκε τὸ διάταγμα περὶ τοῦ διορισμοῦ ξένων δικαστῶν, συνάμα ἐξέδωκεν ἕτερον, δι’ οὗ τὴν μισθοδοσίαν τῶν δικαστῶν ηὔξησεν ἀπὸ 25 δίστηλα εἰς 120 καὶ 150. Ὁ πρακτικὸς νοῦς τοῦ Ἄγγλου διεῖδεν ὅτι, ἵνα καλλιτερεύσῃ ἡ ὑπηρεσία διὰ ξένων ὑπαλλήλων, ἔπρεπε νὰ φροντίσῃ ὅπως οἱ ξένοι ὑπάλληλοι ἔχωσιν ἀνέτως τὰ πρὸς τὸ ζῆν. Θὰ μοὶ εἴπητε ἤδη, θέλεις νὰ πενταπλασιάσωμεν τοὺς μισθοὺς κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νομοσχεδίου; ὄχι· ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιτύχῃ ἡ ὑπηρεσία, ὅπερ καὶ ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώκει, πρέπει πρὸ πάντων νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν εἰς ποίαν κατάστασιν θὰ εὑρεθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι, οὓς πρόκειται νὰ μεταθέσητε. Προτάσεις καὶ τροπολογίαι ἐγένοντο ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὑπεράνω τοῦ βαθμοῦ ὃν προτείνει ἡ Κυβέρνησις, καὶ κατωτέρω τοῦ βαθμοῦ τούτου. Ἂς προσέξωμεν εἰς τοῦτο πολὺ, ἂς προσέξωμεν εἰς τὰς τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι ἔρχονται κατόπιν τοῦ νομοσχεδίου. Ὑπάλληλος ὅστις ἔχει 80–90 δραχμὰς ἐν τῇ πατρίδι του, καὶ μ’ ὅλοντοῦτο δὲν ἐκπληροῖ τὸ καθῆκον του ἀλλ’ ἐπηρεάζεται ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς καὶ φίλους, νομίζετε ὅτι ἂν μετατεθῇ εἰς ἄλλην ἐπαρχίαν, θὰ ἐπιτύχῃ καὶ ἠμπορεῖ νὰ ζήσῃ μὲ τὸν αὐτὸν μισθόν; Δὲν εἶναι, κύριοι, ψευδὲς ὅτι ἡ κοιλία κυβερνᾷ τὸν κόσμον, καὶ πολὺ περισσότερον τὸ ἄτομον· ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀνάγκην νὰ φάγῃ. Οἱ ὑπάλληλοι οἱ ἔχοντες 80–100 δραχμὰς κατὰ μῆνα ἐν τῇ πατρίδι των, τί θὰ κάμουν ὅταν ἀπομακρυνθοῦν τῆς οἰκίας των; Εἶσθε πρακτικοὶ ἄνθρωποι καὶ ὀφείλετε νὰ σκεφθῆτε πρακτικῶς· προσέξατε μὴ χειροτερεύσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν, χωρὶς ν’ ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ τὴν πίεσιν, τὴν ὁποίαν φοβεῖσθε. Ἂν σήμερον ἀπαλλαγῆτε ἀπὸ τὸν Α καὶ Β, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν π. χ. θέσιν τοῦ γραμματέως, θὰ ἔλθουν ἄλλοι κατωτέρας ποιότητος, οἱ ὁποῖοι θὰ σᾶς πιέσωσι διὰ τὴν θέσιν ταύτην.
§123ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μετάθεσις θὰ γείνῃ.
§124ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ναὶ μετάθεσις, ἀλλὰ αὐτὴ θὰ περιορισθῇ εἰς πρόσωπα κατωτέρας ποιότητος τῆς σημερινῆς· καὶ τοῦτο θὰ ἦναι καλλιτέρευσις διοικήσεως; Μὴ ἐπεκτείνετε λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον πέραν τοῦ ὁρίου ὅπερ ἔθεσεν ἡ Κυβέρνησις, διότι δὲν θὰ καλλιτερεύσῃ ἡ ὑπηρεσία. Ὡς πρὸς τοὺς Ἐφέτας παραδέχομαι ὅτι εἶναι ἄνθρωποι, εἰς κἀνενὸς δὲ τὸν νοῦν δὲν ἐπῆλθεν ἡ ἰδέα ὅτι εἶναι ὑπεράνθρωποι· ἔχουν τὰ ἐλαττώματά των καὶ τὰς ἀρετάς των, ἀλλὰ νομίζω καὶ ἐγὼ ὅτι, ἂν παραδεχθῇ ἡ περὶ ἐφετῶν τροπολογία, θὰ εὑρεθῇ εἰς δύσκολον θέσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ τοὺς τοποθετήσῃ, ἂν οὐχὶ ὅλους, τινὰς ἐξ αὐτῶν, καὶ ἴσως εἰς τὸ ἀδύνατον θὰ περιέλθῃ· ἄλλως δὲ σκεφθῆτε ὅτι διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τῶν ἐπαρχιῶν ἔχετε 68 θέσεις, διὰ τοὺς νομάρχας 13, διὰ τοὺς ἐφέτας δὲν ἔχετε παρὰ τέσσαρας. Ἂν λάβητε τὸ μητρῷον τῶν ἐφετῶν, θὰ ἴδητε ὅτι διά τινας τῶν ἐφετῶν δὲν ἔχετε παρὰ μίαν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ τοὺς καταδικάσητε, ὡς ἐξορίστους. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως ἤθελον λάβει τὸ θάῤῥος νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἴσως ἦτον ἀνάγκη νὰ γείνουν περιορισμοί τινες. Ἠμποροῦσε, κατὰ τὴν ἰδέαν μου, ἐκ τῆς ά. παραγράφου νὰ λείψῃ τὸ «καὶ γραμματέων».
§125ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κἀνὲν γραφεῖον δικαστηρίου δὲν εἶναι εἰς καλὴν κατάστασιν, ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου.
§126ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω ἐκ τῆς ὀλίγης πείρας, ἣν ἔλαβον κατὰ τὸ μικρὸν διάστημα καθ’ ὃ ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι τὰ πλεῖστα παράπονα μοὶ ἀπηυθύνθησαν διὰ τὰ γραφεῖα, τὰ ὁποῖα διηύθυνον ξένοι γραμματεῖς. Ὡς πρὸς τὴν έ. παράγραφον σημειῶ, ἵνα μὴ λάβω καὶ αὖθις τὸν λόγον, νὰ περιορισθῶσιν αἱ ἐξαιρέσεις μέχρι τῶν ἐλεγκτῶν. Τὸ περαιτέρω «ὑπελεγκτῶν καὶ γραμματέων κτλ.» νὰ τὸ φυλάξωμεν εἰς τὸ περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων, ἐὰν ὑποβληθῇ.
§127ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργὸς). Ὑποβάλλεται.
§128ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀλλ’ ἐνθυμεῖσθε πολὺ καλὰ τὴν ἀπελπιστικὴν φωνὴν, μὲ τὴν ὁποίαν εἴπετε, ὅτι δὲν θὰ ψηφισθῶσι προσόντα ὑπαλλήλων. Καὶ ἐγὼ λέγω ὅτι θὰ ὑποβληθῇ, ἀλλ’ ἀμφιβάλλω ἂν θὰ ψηφισθῇ. Διὰ τοῦτο τώρα, ὅπως καλλιτερεύσωμεν τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἠθελήσαμεν νὰ περιορισθῶμεν εἰς αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον μὲ τὰς μικρὰς αὐτὰς τροποποιήσεις.
§129ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ὀλίγας λέξεις, κύριοι, θὰ εἴπω ὄχι πρὸς τὸν ἔντιμον κ. Λομβάρδον, διότι ὁ κ. Λομβάρδος ἐξήτασε τὸ ζήτημα ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἀπεφάνθημεν, ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι. Ἄλλοτε δὲ ὁμοῦ μετὰ τοῦ κ. Λομβάρδου ὑπεγράψαμεν διάταγμα, δι’ οὗ καθιεροῦμεν ἀκριβῶς τὴν ἀρχήν· καθ’ ἣν ὅμως σήμερον ἐκφράζει γνώμην, παντοῦ ἔπρεπε νὰ ᾖναι οἱ ὑπάλληλοι ἐντόπιοι, ἐνόσῳ ὁ προϋπολογισμὸς δὲν μᾶς ἐνισχύει ν’ αὐξήσωμεν τοὺς μισθούς.
§130ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν τὸ παραδέχομαι ἐγὼ αὐτὸ, καὶ διὰ τοῦτο ἐψηφοφόρησα ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς.
§131ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῆτε τὴν τροπολογίαν, καὶ ἰδοὺ οἱ λόγοι. Τὸ νομοσχέδιον δὲν προτίθεται νὰ καθιερώσῃ ἀπολύτους ἀρχὰς, κανόνας γενικούς· τὸ νομοσχέδιον θέλει νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς διοικήσεως, ὅπου δὲ ἡ ἀνάγκη δὲν εἶναι ἀναπόφευκτος, δὲν παρουσιάζεται, τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐφάπτεται· διὰ τοῦτο ἡ ἐξαίρεσις τῶν Ἐφετῶν. Οὗτοι δὲ, ἀντὶ νὰ θεωρῶνται προνομιοῦχοι, ἐξισοῦνται μᾶλλον μὲ τοὺς κλητῆρας, ἠδύνατο νὰ εἴπῃ τις, διότι καὶ αὐτοὶ δύνανται νὰ ᾖναι ἐξ ἐντοπίων. Λοιπὸν ποῖον προνόμιον ἀπολαμβάνουν, ὅταν ὑπάγωνται εἰς τὴν ἰδίαν κατηγορίαν τῶν γραφέων καὶ κλητήρων; Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ προνομίου· ἡ ἀρχὴ τῆς ἐξαιρέσεως αὐτῶν ἐκπηγάζει, διότι ἀνάγκη διὰ τὴν καλὴν διοίκησιν δὲν ὑπάρχει νὰ τοὺς ἐξαιρέσωμεν, ὄχι μόνον διότι οἱ ἐφέται εἶναι ἀνωτέρας κοινωνικῆς περιωπῆς, ἑπομένως συναισθάνονται καὶ ἐκτιμῶσι τὴν θέσιν των, ὄχι διότι οἱ ἐφέται εἶναι κατηρτισμένοι, εἰσὶν ἐπιστήμονες πεπειραμένοι, καὶ ἔχουσι πολυχρόνιον ὑπηρεσίαν, δὲν θέλουσι καταβιβασθῆ δὲ ἐπὶ τοσοῦτον ὥστε νὰ καταπατήσωσι τὸν νόμον διὰ μικρὰ συμφέροντα, ἀλλὰ καὶ διότι ἀμέσως ὅλα τὰ συμφέροντα δὲν τὰ δικάζουσι, καὶ εἰς τὰς κοινωνικὰς συγκρούσεις τῶν πολιτῶν καὶ εἰς τὰς καθημερινὰς σχέσεις των οἱ Ἐφέται δὲν λαμβάνουσι συνήθως μέρος, ὅπως οἱ πρωτοδίκαι, ἢ λαμβάνουσιν ἐμμέσως μέρος· οἱ ἐφέται δὲν δικάζουν τὰ πλημμελήματα, τὸ οὐσιῶδες μέρος τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, δὲν ἐνεργοῦν ἀνακρίσεις, ἀποφαίνονται κατ’ ἀνακοπὴν ἐπὶ τῶν βουλευμάτων τῶν πρωτοδικῶν, ἔχουν ὑπ’ ὄψιν τὴν ὕλην, τὴν ὁποίαν οἱ πρωτοδίκαι ἀνακριταὶ ἑτοιμάζουν· ἡ δικαιοδοσία τῶν Ἐφετῶν δὲν εἶναι μικρὰ καὶ περιωρισμένη· ἡ μεγάλη ἔκτασις ἀποῤῥοφᾷ τὰς περιωρισμένας παρεκτροπάς, ἐνώπιον αὐτῆς τῆς ἐκτάσεως τὰ στενὰ ἐπιτόπια συμφέροντα ὀλίγην ἐπιῤῥοὴν ἀσκοῦσιν. Ἰδού, κύριοι, διατί ἐνομίσαμεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ κατατάξωμεν αὐτοὺς εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ἐνέργεια αὐτῶν ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην καὶ τὰ ἄλλα δικαιώματα, δὲν εἶναι ἄμεσος, οὐσιώδης. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι, ἠξεύρετε πότε θέλετε τοὺς καταστήσει προνομιούχους; ἐὰν δεχθῆτε τὴν ἐξαίρεσιν, ἐκτὸς ἐὰν προσθέσητε ἄλλους 15 Ἐφέτας. Οἱ ὅλοι Ἐφέται εἶναι 35· 21 δὲ κατάγονται ἐκ τῆς περιφερείας τῶν Ἐφετῶν Ναυπλίου, ἄρα ὑπολείπονται 14 Ἐφέται δυνάμενοι νὰ τοποθετηθῶσιν εἰς Ναύπλιον· ἐκ τῶν 21 δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ οὐδείς. Ἐπειδὴ δὲ τὸ Ἐφετεῖον τοῦ Ναυπλίου ἔχει ἀνάγκην 10–12, μένουσι διαθέσιμοι δύο· λοιπὸν δύο Ἐφέτας μόνον ἠμπορεῖτε νὰ στείλητε ἐν ἀνάγκῃ εἰς τὸ Ναύπλιον ἐκτὸς τῶν δέκα τούτων. Οἱ Ἐφέται Ναυπλίου οὕτω θὰ μένουν ἀμετακίνητοι, δὲν δύνασθε νὰ τοὺς μεταθέσητε, διότι δὲν ἔχετε Ἐφέτας· πρέπει νὰ ἐπιβαρύνητε τὸν προϋπολογισμόν, ἄλλως θέλετε καθιερώσει τὸ ἀμετάθετον καὶ ἀπρόσβλητον αὐτῶν. Ἀλλ’ εἴκοσι καὶ εἷς εἶναι ἐκ καταγωγῆς, πόσοι ἄρα εἶναι οἱ ἐξ ὑπανδρίας, ἐξαιρεταῖοι ἑπομένως; Ἐὰν καὶ ἄλλοι ἐκ νυμφεύσεως ἀποκλείωνται, τότε πρέπει νὰ δημιουργήσωμεν μίαν σπουδαίαν φουρνιὰν Ἐφετῶν, καὶ νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν προϋπολογισμόν, καὶ τοῦτο διὰ νὰ τηρήσωμεν τὴν ἀρχὴν δῆθεν τῆς ἰσότητος, ἥτις δὲν εἶναι ἀρχὴ τοῦ Νομοσχεδίου. Ἀλλ’ εἶναι αὐτὸ μόνον τὸ κακόν; ἀφοῦ ἔχετε τόσους ὀλίγους διὰ τὸ Ναύπλιον, δὲν δύνασθε νὰ ἱκανοποιήσητε τὴν ἱκανότητα, τὴν τιμιότητα καὶ τὴν ἐπιστήμην· δηλ. πῶς θέλετε ἀμείψει 5 Πελοποννησίους τυχὸν ἔχοντας ὅλα τὰ προσόντα; Πρέπει νὰ κάμητε ἐξ ἀνάγκης ἄλλους, ἀποβλέποντες οὐχὶ εἰς τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν τιμιότητα, ἀλλ’ εἰς τὴν καταγωγήν. Τοιουτοτρόπως θέλετε πράξει ἀδικίαν, ἥτις θέλει προσβάλει τὴν ἐπιστήμην, τὴν ἱκανότητα καὶ τιμιότητα, καὶ τὸν νόμον. Τὸ μεγάλον συμφέρον τῆς δικαιοσύνης καὶ τοῦ τόπου θέλουσι πάθει· ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ ἀξία δὲν ἀρκοῦσι πλέον, ἐὰν ὁ τόπος δὲν τοὺς χωρῇ, καὶ ὁ τόπος θέλει κανονίζει τὸ ποσὸν τῶν ἐφετῶν. Τοῦτο, κύριοι, δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους, διότι τὸ στάδιον εἶναι μέγιστον, εἰς τοὺς ἐφέτας ὅμως οὐχί. Νομίζω λοιπὸν διὰ τοῦτο, κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ δεχθῆτε τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἔχει καὶ ν’ ἀποῤῥίψητε τὴν τροπολογίαν· ἂν δὲν πράξητε τοῦτο, θέλετε ὑποπέσει εἰς τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον. Οἱ ἐφέται δὲν ἀναμιγνύονται εἰς τὰ ἐπιτόπια καὶ μικρὰ συμφέροντα, καὶ δὲν προετοιμάζουν τὴν ὕλην, ἀλλὰ τὴν λαμβάνουν ἑτοίμην καὶ ἐν συμβουλίῳ ἀποφαίνονται ὑπὲρ ἢ κατά. Ὁ φίλος μου κ. Ζωχιὸς ἀπεπλανήθη, νομίζω, ἂς μοὶ συγχωρήσῃ δὲ τὴν ἔκφρασιν, διότι ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὴν ἰδέαν ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει σκοπὸν νὰ καθιερώσῃ ἀρχὰς καὶ νὰ ἀναγνωρίσῃ ἀπόλυτον τὴν ἰσότητα· περὶ τούτου δὲν πρόκειται· ἦλθε νὰ θεραπεύσῃ τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπηρεσίας, καὶ καθόσον ἀπαντᾷ ἐλλείψεις, νὰ ἐπιφέρῃ τὴν θεραπείαν. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ καθιερώσῃ γενικὰς ἀρχὰς, τότε καὶ οἱ ὑπογραμματεῖς καὶ οἱ ἁπλοῖ ὑπηρέται ἔπρεπε νὰ περιληφθῶσιν· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, διότι δὲν ἐφαρμόζομεν ἰδέας γενικὰς, ἀλλὰ θεραπεύομεν, ἐπαναλαμβάνω, τὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως καὶ τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας.
§132ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε πρόεδρε......
§133ΤΙΝΕΣ. Ὡμίλησες τρίς.
§134ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν ὡμίλησα τρὶς περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου, ἡσυχάσατε. Ἔρχεται μία νέα πρότασις. Ἐννοῶ ὅτι θὰ χάσω τὰ λόγια μου, ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ παρὰ νὰ εἴπω ὅ,τι πρέπει· ἐννοῶ ὅτι εἶμαι πλέον ἀσθενὴς ἀπὸ τὸν κύριον πρωθυπουργὸν, ὄχι ὡς πρὸς τὴν θέσιν μόνον, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸν νοῦν. Δὲν ἐπίστευον ὅμως ὅτι ὁ κύριος πρωθυπουργὸς ἤθελεν ἔλθει νὰ πολεμήσῃ τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ ἐὰν καλῶς ἤκουσα. Ἀλλὰ βεβαίως ὁ πρωθυπουργὸς ἐπολέμησε τὸ νομοσχέδιόν του. Τί ὅμως σᾶς εἶπεν; Ἡμεῖς δὲν ἤλθομεν νὰ καθιερώσωμεν μίαν ἀρχὴν, τὸ νομοσχέδιον δὲν ἔχει ἕνα νοῦν, δὲν ἐκφράζει μίαν ἰδέαν, ἀλλὰ πολλάς.
§135ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπηρεσίας εἴπομεν.
§136ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε πρωθυπουργὲ, λέγετε ὅτι ἐλάβετε ὑπ’ ὄψιν σας τὴν ὑπηρεσίαν. Δὲν τὴν ἔχετε ὅμως ὑπ’ ὄψιν, διότι τὴν βλέπετε διὰ τῶν ὀφθαλμῶν τῶν ὑπαλλήλων. Σᾶς λέγουν δὲ ὅ,τι ἔλεγον καὶ εἰς τοὺς προκατόχους σας, καὶ εἰς τοὺς προκατόχους τῶν προκατόχων σας. Διὰ νὰ γνωρίσητε τὴν ὑπηρεσίαν, πρέπει νὰ περιέλθητε τὸν τόπον, καὶ τότε νὰ εἴπητε, εἴδομεν τοῦτο, εἴδομεν ἐκεῖνο. Χθὲς δὲ ἤλθετε· πῶς λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζητε τὸ πᾶν; Ἂν δὲ μοῦ δώσητε τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς εἴπω κἄτι τι εἰς τὸ αὐτὶ, διότι δὲν πρέπει νὰ τὸ εἴπω δημοσίᾳ, θὰ εἴπητε ὅτι ἔχω δίκαιον, καὶ θὰ σᾶς φέρω μάρτυρας ἀνθρώπους, οἵτινες ἐχρημάτισαν ὑπουργοὶ ὄχι ἄτιμοι, ἀλλὰ τίμιοι. Εἶναι δὲ δυνατὸν ὅ,τι εἶναι ἔνθεν τῶν Πυρηναίων ψευδὲς, ἐκεῖθεν τῶν Πυρηναίων νὰ ᾖναι ἀληθές; Ἀδύνατον εἶναι ἡ αὐτὴ ἰδέα νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ ὡς ἀληθὴς καὶ ὡς ψευδής. Δὲν δύναμαι, εἶπεν ὁ πρωθυπουργὸς, νὰ μεταθέσω τοὺς ἐφέτας. Λοιπὸν εἴπατε, ὅτι εἶναι ἀμετάθετοι. Διατί; Διότι δὲν δύνασθε νὰ τοὺς μεταθέσητε.
§137Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ νὰ μὴ καθιερώσωμεν τὸ ἀμετάθετον, διὰ τοῦτο εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ἡ ἐξαίρεσις.
§138ΖΩΧΙΟΣ. Εἶναι μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν τὰ ἐννοῶ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν κατὰ τὰς ἐκλογὰς γενομένων, διότι τηλεγραφικῶς ἐγίνοντο τότε οἱ διορισμοὶ, καὶ ὡς πρὸς αὐτὸ ἔχει δίκαιον ἡ Κυβέρνησις, αὐτοῦ δ’ ἕνεκα κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου (ἱλαρότης). Λοιπὸν, κύριε πρωθυπουργὲ καὶ κυρία Κυβέρνησις, τὸ δυστύχημα εἶναι τοῦτο, ὅτι ἔχομεν μὲν ἐναντίαν γνώμην, ἀλλ’ εἴμεθα ὑπὲρ ὑμῶν, καὶ ἀναγκαζόμεθα νὰ σᾶς ὑποστηρίξωμεν. Ἠξεύρετε δὲ τί θὰ συμβῇ ἀφ’ οὗ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ κυρωθῇ καὶ λάβῃ ἰσχὺν νόμου; Πιστεύω ὅτι ἡ κατάστασίς μας θὰ γείνῃ χειροτέρα. Πολλοὶ δὲ νομίζουσιν ὅτι ὁ νόμος ὁ περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων θὰ φέρῃ μεγάλην βελτίωσιν εἰς τὰ πράγματα, χωρὶς νὰ ἠξεύρουν τί τοὺς γίνεται. Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1843 καταγίνομαι νὰ θέσω προσόντα πρὸς παραδοχὴν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, ἀλλ’ ἀπέτυχον. Ἰδοὺ δὲ (δεικνύει τὸν κ. Μπούμπουλην) καὶ ὁ κύριος, ὅστις ἐχρημάτισεν ὑπουργὸς, καὶ ἂς τὸ ὁμολογήσῃ. Μέχρι τῆς ὥρας ταύτης ἀπὸ τοῦ 1843 κατέστη ἀδύνατον νὰ κατορθώσω ὅ,τι διενοούμην. Κατέβαλα δὲ πολλοὺς ἀγῶνας, πολὺ τὸ πεῖσμα, πολλὴν ἐπιμονήν. Ὁμιλεῖτε δὲ περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων, ἰδίως δὲ λαλοῦσι περὶ αὐτῶν οἱ μὴ γνωρίζοντες τὸν τόπον, τὴν ὑπηρεσίαν, οἵτινες οὔτε ὑπηρέτησάν ποτε. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ὁ περὶ προσόντων νόμος πρὸς συζήτησιν, τότε βλέπομεν τί πρέπει νὰ πράξωμεν. Σᾶς λέγω δὲ ὅτι οἱ Ἑβραῖοι ἀπεφάσισαν νὰ ἐκλέξουν Βασιλέα, ὁ δὲ Θεὸς εἶπε πρὸς τὸν Σαμουήλ, ἀκολούθησον τὴν φωνὴν τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ διαμαρτυρόμενος ἐξήγησον πρὸς αὐτὸν τὰ προσόντα τοῦ Βασιλέως. Διαμαρτύρομαι δὲ καὶ ἐγὼ καὶ θὰ ἐξακολουθῶ νὰ διαμαρτύρωμαι κατὰ τῶν προσόντων καὶ κατὰ τοῦ κατὰ τῶν αὐτοχθόνων νόμου, θὰ ὑποκύψω ὅμως εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, οὐδόλως παύων ἀπὸ τοῦ νὰ διαμαρτύρωμαι.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις εἶναι περαιωμένη. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ προσθήκη εἰς τὸ ἄρθρον 1 ἐδαφίου, ὡς ἑξῆς· «οἱ πρόεδροι τῶν ἐφετῶν, οἱ ἐφέται καὶ οἱ παρ’ αὐτοῖς γραμματεῖς». Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ 1 ἐδάφιον, δηλαδὴ «οἱ πρόεδροι τῶν ἐφετῶν, οἱ ἐφέται καὶ οἱ παρ’ αὐτοῖς γραμματεῖς», παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. — Οἱ παραδεχόμενοι τὸ δεύτερον, νὰ συμπεριληφθῶσιν «οἱ εἰσαγγελεῖς καὶ οἱ ἀντεισαγγελεῖς τῶν ἐφετῶν», παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον, τροποποιηθέν, ἐγένετο οὕτω. «Τῶν Προέδρων τῶν πρωτοδικῶν, τῶν παρ’ αὐτοῖς εἰσαγγελέων καὶ ἀντεισαγγελέων.»
§140Δ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον συμπεριλαμβάνει καὶ τοὺς γραμματεῖς τῶν εἰσαγγελέων;
§141ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει μία πρότασις.
§143ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἔκαμεν ὁ κ. Λομβάρδος μίαν πρότασιν.
§144ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὴν εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πᾶσα τροπολογία γίνεται ἐγγράφως.
§146ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σᾶς τὴν δίδω.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι καὶ τροπολογία ἀπὸ πέντε Βουλευτὰς, ἥτις δὲν τίθεται εἰς ψηφοφορίαν, διότι μεταῤῥυθμίζει τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Λομβάρδος ζητεῖ νὰ ἐξαιρεθῶσιν οἱ γραμματεῖς τῶν πρωτοδικῶν, θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν αὐτὴν τὴν πρότασιν χωριστά. Λοιπὸν ἀ. «τῶν Προέδρων τῶν πρωτοδικῶν, τῶν πρωτοδικῶν.» Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. βʹ. «καὶ τῶν παρ’ αὐτοῖς εἰσαγγελέων καὶ ἀντεισαγγελέων.» Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. «καὶ τῶν γραμματέων τῶν πρωτοδικῶν.» Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται τινες).
§148ΤΙΝΕΣ. Δὲν παρεδέχθη.
§149ΕΤΕΡΟΙ. Παρεδέχθη.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, ἐρωτῶ τὸ ἀντίθετον. Ὅσοι δέχονται τὴν τροπολογίαν νὰ ἐγερθῶσι, τοὐτέστι νὰ μὴ συμπεριληφθῶσιν οἱ γραμματεῖς τῶν πρωτοδικῶν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ά. ἐδάφιον καὶ τὸ βʹ. Τώρα ἔρχεται τὸ γʹ. ἐδάφιον....
§151ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προστεθῶσι καὶ οἱ γραμματεῖς τῶν εἰρηνοδικείων.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι δύο τροπολογίαι, μία τροπολογοῦσα τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἄλλη τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ πρὸ τούτου ἔχομεν τὸ δʹ. ἐδάφιον «τῶν εἰρηνοδικῶν». Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἔχομεν τὸ ἑ. «τῶν νομαρχῶν, ἐπάρχων καὶ τῶν παρ’ αὐτοῖς γραμματέων». Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τώρα ἔχομεν τὰς τροπολογίας. (Ἀναγινώσκονται). «Τῶν διευθυντῶν,» τὸ ἀπήλειψεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐκ τῆς τροπολογίας του.
§153ΤΙΝΕΣ. Λοιπὸν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συνεδρίασις, διότι ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν εἶναι παρών.
§154ΡΟΥΦΟΣ. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὡμίλησεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ἔκαμε δὲ καὶ τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσε.
§155ΤΙΝΕΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. πρόεδρος βεβαιοῖ ὅτι μετὰ τὴν τροπολογίαν ἀπήλειψε τὸ «τῶν Διευθυντῶν».
§156Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀπέσυρε τὴν τροπολογίαν;
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο πρότασις περὶ ἀναβολῆς. Λοιπὸν ἡ συζήτησις ἀναβάλλεται δι’ αὔριον. Ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς αὔριον θὰ ᾖναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως, καὶ μετὰ ταῦτα ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Βουλῆς. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 6 καὶ 5|60 Μ. Μ.