1875.10.24
1.801 στίχοι · 15.067 λέξεις · 112 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 25
τῆς 24 Ὀκτωβρίου 1875.
Ὥρα 2½.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Φέρω πρότασιν νὰ ἐξακολουθήσῃ σήμερον ἡ συζήτησις ἡ διακοπεῖσα χθὲς ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς δικαιοσύνης.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χθὲς εἶχεν ἄλλως ἀποφασίσει ἡ Βουλή.
§3ΖΩΧΙΟΣ. Ἐπειδὴ δὲν ἐτελείωσε χθὲς, σήμερον θὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐγκρίνει νὰ ἐξακολουθήσῃ σήμερον ἡ διακοπεῖσα χθὲς συζήτησις;
§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖσθε δὲ νὰ ἔρχησθε περὶ τὴν πρώτην ὥραν, διότι βλέπετε ὅτι ἄρχεται ἡ συνεδρίασις περὶ τὴν δευτέραν καὶ ἡμίσειαν. Ἔχομεν τόσα νομοσχέδια νὰ συζητήσωμεν, δὲν θὰ προφθάσωμεν δὲ οὔτε τὸ δέκατον νὰ συζητήσωμεν. Ἐὰν αὔριον ἡ Βουλὴ δὲν ᾖναι πλήρης τὴν πρώτην καὶ ἡμίσειαν τὸ πολὺ μετὰ μεσημβρίαν ὥραν, ἐγὼ θὰ ἀναχωρήσω. Κατετέθησαν εἰς τὸ Προεδρεῖον ἐκθέσεις τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ναυτικῶν ἐπὶ δύο νομοσχεδίων, ἅτινα εἰσήγαγεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν περὶ πωλήσεως ἀχρήστου ὑλικοῦ καὶ περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ κατὰ τὸ 1875. Ἐπίσης ὑπεβλήθη καὶ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν στρατιωτικῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ κατὰ τὸ 1875. Αἱ ἐκθέσεις αὗται θέλουσι τυπωθῆ, τὰ δὲ νομοσχέδια θὰ καταχωρισθῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Μεταβαίνομεν ἤδη εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς δικαιοσύνης. Ὁ Κύριος Καράπαυλος ἔχει τὸν λόγον.
§7ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἡ τροπή, τὴν ὁποίαν ἡ συζήτησις ἔλαβε χθὲς, μὲ βιάζει ν’ ἀνέλθω τὸ βῆμα. Νομίζω ὅτι ἡ γνωμοδότησις τῆς ἐπιτροπῆς, μετὰ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος αὐτῆς εἰσηγητὴς, καὶ μετὰ τὰς ἀναπτύξεις ἃς ἐχορήγησεν ἡμῖν, εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς νομοθεσίας, ἥτις μᾶς διέπει, καὶ πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς δικαιοσύνης ἐν γένει, αἱ νέαι δὲ προτάσεις μακρύνονται τῶν ἀρχῶν τούτων. Τὰ ζητήματα, ἐφ’ ὧν ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἐζητήθη, εἰσὶ τὰ ἑπόμενα. Ἐὰν ἡμεῖς αὐτοὶ ἔχωμεν τὴν ἁρμοδιότητα τῆς κατηγορίας ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ Δικαστηρίου, προκειμένου περὶ ἐγκλήματος διαπραχθέντος κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων των παρὰ δύω ὑπουργῶν· καὶ ἐπὶ τούτου οὐδεμία ἀμφισβήτησις ἐπροτάθη. Δεύτερον, ἐὰν τὰς ἀνακρίσεις τῆς ὑποθέσεως ὀφείλωμεν νὰ ἐνεργήσωμεν καὶ περατώσωμεν ἡμεῖς, ἢ ν’ ἀφήσωμεν εἰς τὸ ἁρμόδιον εἰδικὸν δικαστήριον. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι μεταξὺ ἡμῶν ἐγεννήθησαν ἀμφιβολίαι, καὶ ἀμφιβολίαι σπουδαῖαι. Εἶπόν τινες, ὅτι οὐχὶ ἡμεῖς, ἀλλὰ τὸ δικαστήριον τὸ ἁρμόδιον πρὸς ἐκδίκασιν τῆς ὑποθέσεως ἐκείνης, εἶναι καὶ τὸ ἁρμόδιον νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἀνάκρισιν, ἡμεῖς δὲ ἔχομεν ἁπλῶς κατὰ τὸ Σύνταγμα τὸ δικαίωμα τῆς κατηγορίας, τὰ δικαιώματα τοῦ εἰσαγγελέως, καὶ οὐδὲν πλέον τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ. Ὀφείλομεν, σᾶς λέγουν, ἁπλῶς νὰ εἰσαγάγωμεν τὴν κατηγορίαν, νὰ παραπέμψωμεν ἀμέσως, καὶ νὰ ζητήσωμεν παρὰ τοῦ ἁρμοδίου δικαστηρίου τὴν ἐνέργειαν καὶ τῆς ἀνακρίσεως, ἐνώπιον δὲ τοῦ δικαστηρίου ἐκείνου νὰ ἐξασκήσωμεν τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ εἰσαγγελία. Αἱ ἀρχαὶ αὗται, καίτοι ὑποστηριχθεῖσαι, δὲν ἔχουν πρακτικὴν ἀξίαν σήμερον. Οἱ φρονοῦντες, ὅτι τὸ Δικαστήριον ἐκεῖνο εἶναι ἁρμόδιον εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς ἀνακρίσεως, πλανῶνται, διότι θ’ ἀναθέσωσιν εἰς αὐτὸ κατ’ ἀνάγκην καὶ τὸ δικαίωμα τῆς παραπομπῆς, ὅπερ ἀντίκειται εἰς τὸ γράμμα καὶ εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος καὶ εἰς τὰ προηγούμενα οὐ μόνον τῶν ἄλλων Κοινοβουλίων, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἡμετέρου. Ἡ ἁρμοδιότης, λέγουσι, τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου ἄρχεται ἀπὸ τῆς εἰς τὸ ἀκροατήριον παραπομπῆς τῆς ὑποθέσεως. Πιστεύω, ὅτι ἡ ἰδέα αὕτη δὲν θὰ ὑποστηριχθῇ σήμερον. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς παραπομπῆς, καὶ ἑπομένως τῆς ἐνεργείας καὶ τῆς τακτικῆς ἀνακρίσεως. Ἄλλως τε φοβοῦμαι, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ αὐτὸ τοῦτο, ὅπερ θέλουσιν οὕτω ν’ ἀποφύγωσιν. Ἂν ἐνεργήσωμεν ἡμεῖς τὴν ἀνάκρισιν, θὰ τὴν ἐνεργήσωμεν ταχύτερον ἢ τὸ εἰδικὸν Δικαστήριον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ παραπέμψωμεν τὴν ὑπόθεσιν. Οἱ φρονοῦντες ἑπομένως τὴν ἐναντίαν ἰδέαν, δὲν πιστεύω νὰ ἐπιμένουν. Τὸ τρίτον ζήτημα, ὅπερ παρουσιάζεται, εἶναι, ἂν μέλλωμεν νὰ προβῶμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐνεργηθείσης ἀνακρίσεως, ἢ νὰ προβῶμεν εἰς νέας ἀνακρίσεις. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, αἱ γνῶμαί εἰσι διῃρημέναι. Πρέπει ὅμως νὰ διακρίνωμεν τὸ νόμιμον τῆς ἐνεργείας τοῦ Εἰσαγγελέως ἀπὸ τὸ ἔγκυρον τῶν ἐνεργηθεισῶν ἀνακρίσεων. Καὶ πιστεύω, ὅτι ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος οὐχὶ ὀρθῶς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς ἐξωμοίωσε πρὸς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀττικῆς. Ὁ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς Βουλευτὴς ἰσχυρίσθη, ὅτι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα. Περὶ τούτου δὲν ἐπρόκειτο ἐν τῇ ἀγορεύσει τοῦ Κ. Ῥάλλη. Ὁ Κ. Ῥάλλης εἶπεν, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις, τὸ ζήτημα δὲ εἶναι, ἂν ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου Δικαστηρίου αἱ ἀνακρίσεις ἐκεῖναι δύνανται νὰ ἔχωσι κῦρος καὶ νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ἐνδείξεις ἢ ὡς ἀποδείξεις, ὅπως θέλετε. Καὶ ὅτι μὲν ἐνήργησε νομίμως ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, οὐδεὶς ὑπάρχει ἐνδοιασμός, ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν εἶναι ὁ ἀνώτατος ἐπόπτης τῆς ἀνακρίσεως· ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν αὑτοῦ κατὰ γενικὸν κανόνα ἐνεργοῦνται αἱ ἀνακρίσεις, καὶ ὑπὸ τὴν ἁρμοδιότητά του διατελοῦσιν οἱ ἐν τῇ δικαιοδοσίᾳ του ἀνακριτικοὶ ὑπάλληλοι, ὀφείλει δὲ νὰ φροντίζῃ περὶ ἀνακαλύψεως τῶν ἐγκλημάτων καὶ τῶν αὐτουργῶν αὐτῶν, ἔχει δὲ καὶ ἰδιάζουσαν δικαιοδοσίαν ἐπὶ τῶν Ἐπισκόπων. Εἶχε λοιπὸν δικαίωμα καὶ καθῆκον, καθόσον διαδόσεις ἐφήπτοντο τοῦ διορισμοῦ τῶν Ἐπισκόπων, ἵνα μάθῃ κατὰ πόσον οἱ Ἐπίσκοποι παρεβίασαν τοὺς Νόμους, ἢ κατὰ πόσον τρίτα πρόσωπα, μὴ Ὑπουργοὶ, ἐνήργησαν ἀξιοποίνους πράξεις. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, ἐπιληφθεὶς τῆς ἀνακρίσεως, πιστεύω ὅτι δὲν εἶχε κατὰ νοῦν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ τῶν Ὑπουργῶν, ὅτι τὸ ἔγκλημα ἔφθανε μέχρι τῶν βαθμίδων αὐτῶν· ἐπίστευεν, ὅτι ἴσως οἱ Ἐπίσκοποι ἦσαν ἔνοχοι ἀξιοποίνων πράξεων, ἢ τρίτα πρόσωπα μεσολαβήσαντα ἐν ἀγνοίᾳ τῶν Ὑπουργῶν. Οὕτως ἤρξατο καὶ ἐνήργησε τὴν ἀνάκρισιν. Ἅμα ὅμως εὑρῆκεν ὅτι τὸ ἔγκλημα ἀνήρχετο εἰς τὴν ἀνωτάτην βαθμίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἅμα εἶδεν ὅτι κατηγορούμενοι εἶναι Ὑπουργοί, ἐσταμάτησε, καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα ἐζήτησε τὴν ἄδειάν σας. Ὁ Εἰσαγγελεὺς λοιπὸν τῶν Ἐφετῶν ὀρθῶς ἐνήργησεν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔρχεται ἐνώπιόν σας, εἶναι, ἂν ἀνακρίσεις γενόμεναι ὑπὸ τὴν ἰδιότητά του ταύτην, δύνανται ν’ ἀποτελέσωσιν ἀποδείξεις, δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου Δικαστηρίου καὶ κατὰ τῶν Ὑπουργῶν. Μοὶ φαίνεται, κύριοι, ὅτι ὅσῳ νομίμως καὶ ἂν ἐνήργησεν ὁ Εἰσαγγελεὺς, ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου, τοῦ δικάσοντος τοὺς ὑπουργοὺς, αἱ ἀνακρίσεις ἐκεῖναι δὲν δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, οὔτε ὡς ἐνδείξεις, οὔτε ὡς ἀποδείξεις. Οὐδεὶς θὰ μοὶ ἀρνηθῇ ὅτι ἀνακρίσεις, διεξαχθεῖσαι ἄνευ τῆς παραγγελίας τῆς ἁρμοδίας καταδιωκτικῆς Ἀρχῆς, δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἰσχύν. Ἁρμοδία δὲ Ἀρχὴ καταδιωκτικὴ τῶν ἐγκλημάτων τῶν ὑπουργῶν, περὶ τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων αὐτῶν, εἶναι ἡ Βουλή. Ἄνευ τῆς παραγγελίας τῆς Βουλῆς αἱ ἀνακρίσεις αὗται διεξαχθεῖσαι, δὲν δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου. Δὲν λέγω ὅτι δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα σεῖς, προκειμένου περὶ πλημμελημάτων, νὰ προβῆτε καὶ ἄνευ τῆς ἐνεργηθείσης ἀνακρίσεως· δὲν λέγω ὅτι δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπητε, ὅτι μᾶς ἀρκοῦσι δύο ἢ τρεῖς καταθέσεις μαρτύρων, καὶ οὐχὶ αἱ 95, τὰς ὁποίας διεξήγαγεν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν. Ἐὰν ὅμως νομίζητε ὅτι αἱ καταθέσεις ἐκεῖναι, αἱ ληφθεῖσαι ὑπὸ τῆς Εἰσαγγελικῆς Ἀρχῆς, εἶναι καταθέσεις αἵτινες πρέπει νὰ ληφθῶσιν ἀπὸ τὸ δικάσον δικαστήριον ἵνα καταρτίσῃ τὴν ἀπόφασίν του, ἂν νομίζητε, ὅτι ἐν ταῖς ἀνακρίσεσιν ἐκείναις περιέχονται γεγονότα τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἔχουν, καὶ θὰ ἔχουν, ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ δικάσοντος δικαστηρίου, νομίζω τότε ὅτι πληρέστερον καὶ ἐντελέστερον θὰ φέρητε τὴν ὑπόθεσιν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, ἂν τὴν φέρατε ἐπὶ τῇ βάσει ἀνακρίσεως διεξαχθησομένης νομίμως τῇ παραγγελίᾳ ὑμῶν. Οὕτω δὲ δὲν θὰ κινδυνεύσωμεν τὴν ὑπόθεσιν, ἀλλ’ ἐπὶ μᾶλλον θὰ τὴν ἐξασφαλίσωμεν, καὶ ἐπὶ μᾶλλον ἡ θέσις τοῦ δικάσοντος δικαστηρίου θὰ ἦναι ἀποτελεσματική. Ἂν ἡ Ἐπιτροπὴ, εἰς τὴν ὁποίαν ἐντελλόμεθα τὴν ἀνάκρισιν καὶ τὴν προδικασίαν, εὕρῃ ὅτι ἀρκεῖ εἰς αὐτὴν πρὸς ὑποστήριξιν τῆς κατηγορίας ἡ ἐξέτασις πέντε, δέκα ἢ δεκαπέντε προσώπων, δύναται νὰ σταματήσῃ. Ἂν ὅμως εὕρῃ, ὅτι ἔχει ἀνάγκην πρὸς ὑποστήριξιν τῆς κατηγορίας νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ περισσοτέρας ἀνακρίσεις, ὅτι εἶναι ἀνάγκη πρὸς φωτισμὸν καὶ κατάρτισιν τοῦ δικαστηρίου τοῦ μέλλοντος νὰ δικάσῃ τὴν ὑπόθεσιν νὰ ὑπάρχῃ καὶ προδικασία πληρεστέρα, αὐτὴ πρέπει νὰ τὴν προενεργήσῃ. Πιστεύω ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ πρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς, μετὰ τὰς ἀναπτύξεις ἃς ἔδωσεν ὁ Εἰσηγητὴς, καὶ ὅτι αἱ ἀνακρίσεις ἐκεῖναι, αἱ διεξαχθεῖσαι τῇ παραγγελίᾳ τοῦ Εἰσαγγελέως, θέλουσι χρησιμεύσει ἁπλῶς ὡς πληροφορίαι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, ὅτι καὶ ἐξ αὐτῶν θὰ ἐπαναλάβῃ ὅσας νομίζει ἀναγκαίας πρὸς ὑποστήριξιν τῆς κατηγορίας. Ἡ ἔκθεσις πρὸς τούτοις τῆς Ἐπιτροπῆς περιέχει ἔλλειψιν τύπων, καὶ εἰς τοῦτο θὰ συμφωνήσῃ ὁ Εἰσηγητὴς, εἰς τὴν ἔλλειψιν δὲ ταύτην ὑπέκυψε καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος. Ἡ παραγγελία, τὴν ὁποίαν δίδομεν ἡμεῖς, Ἀρχὴ καταδιωκτικὴ, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, πρέπει, νομίζω, νὰ ᾖναι ῥητὴ καὶ ὡρισμένη, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παραγγελίας ταύτης νὰ στηριχθῇ ἡ κατηγορία. Πρέπει λοιπὸν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν σκέψεων τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ περιέχῃ ἀκριβῆ καὶ ῥητὸν τὸν ὁρισμὸν τῆς πράξεως. Δύναται νὰ μοὶ εἴπῃ τις, ὅτι ταῦτα πάντα θὰ συναρμολογηθῶσιν εἰς τὴν μετ’ ὀλίγον ἐκδοθησομένην ἀπόφασιν, μετὰ τὰς πληρεστέρας ἀνακρίσεις· ὀφείλομεν ὅμως ἀπὸ τοῦδε νὰ συμπληρώσωμεν τὴν βάσιν τῆς κατηγορίας. Ἡ Ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ νὰ δώσωμεν τὴν ἐντολὴν εἰς τὴν ἐκλεχθησομένην Ἐπιτροπὴν νὰ ἀπαγγείλῃ κατηγορίαν κατὰ τῶν δύω ὑπουργῶν, ἐπὶ δωροδοκίᾳ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ ῥητῶς ἡ φράσις, κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων των περὶ τὴν ἐκλογὴν καὶ ἐπικύρωσιν τῶν τεσσάρων Ἐπισκόπων, ἄλλως ἡ ἐνέργεια τῆς Ἐπιτροπῆς ἔσεται ἀόριστος. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Δηλιγιάννη περιέχει καὶ συμπλήρωμα ἀτελὲς, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἡ πρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ πρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς δίδει τὸ δικαίωμα εἰς αὐτὴν νὰ ἐνεργήσῃ τὰ καθήκοντα τοῦ Ἀνακριτοῦ· ἀλλ’ ἵνα προβῇ ἡ ἀνάκρισις, πρέπει νὰ περιβληθῇ βεβαίως καὶ μὲ τὰ δικαιώματα τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἐὰν δὲν τὴν περιβάλωμεν μὲ τὰ δικαιώματα τοῦ Εἰσαγγελέως, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ φθάσῃ εἰς τὸν σκοπόν της. Πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς αὐτὴν ὅλα τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ Εἰσαγγελεὺς κατὰ τὴν Ποιν. Δικονομίαν, ἵνα δυνηθῇ νὰ προβῇ ἀπροσκόπτως περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων της. Κατὰ τὰ λοιπὰ, καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Δηλιγιάννη συμπληροῖ τὴν γνωμοδότησιν τῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν βλέπω δὲ νὰ ὑπολείπηται τίποτε ἄλλο. Δὲν κάμνω λόγον περὶ τῆς ἀπαγγελίας τῆς κατηγορίας ἢ περὶ τῆς ἀπολογίας τῶν κατηγορουμένων, διότι πιστεύω ὅτι ὁ κ. Δηλιγιάννης δὲν θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ τοιοῦτον. Βεβαίως ἡ ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ δὲν θὰ ἀπαγγείλῃ κατηγορίαν, θὰ ζητήσῃ ἁπλῶς τὴν ἀπολογίαν τῶν κατηγορουμένων, ἂν θέλῃ νὰ τηρήσῃ τοὺς ὅρους τῆς Ποινικῆς Δικονομίας.
§8ΧΟΪΔΑΣ. Πῶς ἀπολογεῖται ὁ κατηγορούμενος, ἀφοῦ ἀπαγγελθῇ κατηγορία;
§9ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δείξατέ μοι σεῖς ἕνα ὅρον τοῦ νόμου τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ὁρίζοντα ὅτι ἐν τῇ προανακρίσει ἀπαγγέλλεται κατηγορία, καὶ θὰ συμφωνήσω μαζύ σας. Τὴν κατηγορίαν τὴν ἀπαγγέλλει ἡ Βουλὴ ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου δικαστηρίου· ἐν τῇ ἀνακρίσει ἀνακοινοῦνται τὰ περιστατικὰ τῆς κατηγορίας εἰς τὸν κατηγορούμενον, καὶ ζητεῖται ἡ ἀπολογία του. Πρέπει λοιπὸν εἰς τὰ ἔγγραφα, τὰ παρ’ ἡμῶν ἐξερχόμενα, νὰ τηρῶμεν τοὺς ὅρους τῶν Νόμων. Καὶ κατὰ τοῦτο, πιστεύω, ὁ κ. Δηλιγιάννης θὰ συμφωνήσῃ. Ὑπολείπεται ἡ προθεσμία. Αὕτη πρέπει νὰ τεθῇ, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τοῦ χρόνου τὸν ὁποῖον θὰ ἀπαιτήσῃ ἡ ἐνέργεια τῆς ἀνακρίσεως. Νομίζω, ὅτι ἀπαιτεῖται νὰ ὁρισθῇ προθεσμία 15–20 ἡμερῶν. Μετὰ τὴν ἐξήγησιν ταύτην, ἡ πρότασις τοῦ κ. Δηλιγιάννη δύναται νὰ συγχωνευθῇ μὲ τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τὰς δοθείσας ὑπὸ τοῦ Εἰσηγητοῦ, νὰ διατυπωθῇ ἡ γνωμοδότησις τῆς Ἐπιτροπῆς. Εἶναι καλὸν τὸ θέαμα, τὸ ὁποῖον παριστᾷ σήμερον ἡ αἴθουσα τοῦ Βουλευτηρίου. Πάντες ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν σκοπὸν ἔχομεν, τὴν ἐπιδίωξιν τῆς κατηγορίας, συμφώνως ὅμως, νομίζω, μὲ τοὺς κειμένους νόμους, τὴν τιμωρίαν τῶν ἐνόχων, χωρὶς ν’ ἀφήσωμεν εἰς κἀνένα τὸν ἐλάχιστον δισταγμόν, ὅτι, ὅσῳ καὶ ἂν αἰσθανώμεθα ἀποστροφὴν πρὸς τὰ ἐγκλήματα, καὶ ὅσῳ μεγάλη ἂν ἦτο ἡ διάστασις ἡμῶν πρὸς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι πολυειδῶς μᾶς ἐπίεσαν, κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, καθ’ ἣν ἐκτελοῦμεν ὑψίστην δικαστικὴν λειτουργίαν, μόνον τὸ αἴσθημα τοῦ Δικαίου καὶ τοῦ Νόμου κανονίζει τὰς σκέψεις μας καὶ τὰς ἀποφάσεις μας.
§10Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶχον, κύριοι, οὐδὲ τὴν διάθεσιν οὐδὲ τὸ καθῆκον νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως ταύτης. Εἶναι ἀληθὲς καὶ ἀνομολογῶ ὅτι πρὸ πολλοῦ ἤδη χρόνου ἐφρόνησα, ὅτι ἡ λεγομένη κοινοβουλευτικὴ ἢ πολιτικὴ εὐθύνη δὲν ἐπαρκεῖ πλέον διὰ νὰ καταστήσῃ ἀσφαλῆ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, καὶ ὅτι ἀνάγκη ὑπῆρχεν ἰσχυροτέρου τινος μέσου, ὅπως περιστέλληται ἡ πρὸς ἀθέτησιν αὐτῶν τόλμη τῶν κυβερνώντων. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ φρόνημα τοῦτο ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω καὶ νῦν, καὶ ὅτι, ἀφ’ ἧς ἐπείσθην περὶ τῆς ἀνάγκης ταύτης, δὲν ἔλειψα νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου ὡς μέλος τοῦ κοινοβουλίου· ἀλλὰ τότε οὐδὲ τὸ κοινοβούλιον συνεμερίσθη τὸ φρόνημά μου τοῦτο, οὐδὲ ἡ κοινωνία, ἐντὸς τῆς ὁποίας ζῶ, ἠθέλησε νὰ μὲ παρακολουθήσῃ. Διὰ τοῦτο δὲν εἶχον τὴν διάθεσιν νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην· δὲν εἶχον δέ, ὡς εἶπον, καὶ τὸ καθῆκον. Ὡς μέλος τοῦ κοινοβουλίου ἀνήκω εἰς πολιτικήν τινα τάξιν, ὡς μέλος δ’ αὐτῆς δὲν εἶχον τὸ καθῆκον νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως ταύτης, διότι δὲν ἔδωκα οὐδὲ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ κοινοβουλίου οὐδὲ κατ’ αὐτὴν εἰς τοὺς συμπολίτας μου τὴν ἐπαγγελίαν ταύτην· ὤφειλον δὲ νὰ ἀφήσω εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔδωκαν εἰς τὴν κοινωνίαν τὴν ἐπαγγελίαν ταύτην, νὰ ἔλθωσι νὰ ἐκπληρώσωσιν ὅ,τι ἐπηγγέλθησαν. Ἠναγκάσθην ὅμως καὶ ἄκων νὰ μετάσχω, διότι μὲ ἐκάλεσεν αὐτὴ ἡ φορὰ τῆς συζητήσεως. Μοὶ ἐφάνη ὅτι ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης, ἥτις ἐκλήθη νὰ ἐξετάσῃ τὴν σταλεῖσαν εἰς τὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐφετῶν προεισαγωγικὴν ἀνάκρισιν, ὅτι ἦτο ὀρθὴ κατ’ οὐσίαν, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ συμπληρωθῇ κατά τινα μέρη, καὶ μάλιστα κατὰ τὸν ἐξωτερικὸν τύπον, τὸν ὁποῖον αἱ τοιαῦται ἀποφάνσεις τῆς Βουλῆς ὀφείλουσι νὰ περιβάλλωνται. Αἱ τοιαῦται ἀποφάνσεις τῆς Βουλῆς εἰσὶ πράξεις, αἵτινες πρέπει νὰ κοινοποιῶνται εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, τὰ δὲ ὄργανα αὐτῆς, καὶ αὐτὰ τὰ τεταγμένα διὰ νὰ ἀνακαλύπτωσι καὶ καταδιώκωσι τὰς ἀξιοποίνους πράξεις, ὀφείλουσιν ὑποταγὴν εἰς τὰς ἀποφάνσεις ταύτας τῆς Βουλῆς. Ἠθέλησα λοιπὸν νὰ περιβάλω τὴν γνωμοδότησιν τῆς ἐπιτροπῆς μὲ τὸν ἐξωτερικὸν τοῦτον τύπον, ἀλλὰ κατὰ τὸ τέλος τῆς συζητήσεως χθὲς προέκυψαν δισταγμοί, περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς· οἱ δισταγμοὶ δὲ οὗτοι περιεστρέφοντο μὲν περὶ τὸ κῦρος τῶν ἀποτελουσῶν τὴν προεισαγωγικὴν ἀνάκρισιν πράξεων, συνεδέοντο δὲ συναφῶς μετὰ τῶν δισταγμῶν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἀρχομένης τῆς συζητήσεως προέβαλεν ὁ ἐξ Ἐπιδαύρου τῆς Λιμηρᾶς βουλευτής. Εἶχεν ἄδικον ὁ ἔντιμος ἐκ Πυλίας συνάδελφος νὰ παραστήσῃ ὡς μὴ ὀρθὸν τὸν ἰσχυρισμόν, τὸν ὁποῖον χθὲς προέβαλον, ὅτε σᾶς εἶπον ὅτι οἱ δισταγμοὶ τοὺς ὁποίους ὁ κ. Ῥάλλης προέτεινεν ἔχουσι τὴν αὐτὴν πηγὴν μὲ τοὺς δισταγμούς, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Παππαμιχαλόπουλος εἶχε προβάλει. Ὁ κ. Παππαμιχαλόπουλος εἶπεν, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ κατηγορεῖν τοὺς ὑπουργοὺς δὲν ἀνήκει κατὰ τὸν θεμελιώδη νόμον εἰς τὴν δικαστ. ἐξουσίαν, ἀλλ’ εἰς τὴν Βουλήν· ἀφ’ οὗ δὲ ἡ εἰσαγγελικὴ ἀρχή, ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖ τὴν δικαστικὴν ἀστυνομίαν καὶ ἐνεργεῖ ἐν ὀνόματι τῆς δικαστ. ἐξουσίας, ἀνεμίχθη, προβᾶσα εἰς ἐνέργειαν προεισαγωγικῆς ἀνακρίσεως, ὁ κ. Παππαμιχαλόπουλος σᾶς προέτεινε νὰ ἀκυρώσητε τὰς πράξεις ταύτας τοῦ ὀργάνου τῆς δικαστικῆς ἀστυνομίας. Ὁ κ. Ῥάλλης σᾶς εἶπεν ἐν τέλει τῆς συζητήσεως χθὲς, ὅτι εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ ἀποφασίσητε ὅ,τι θέλετε, ἀλλὰ συλλογισθῆτε ὅτι τὸ δικαστήριον ὡσαύτως ἔχει τὴν αὐτὴν ἐλευθερίαν νὰ κρίνῃ, ὅτι ἡ ἀνάκρισις ἐγένετο ὑπὸ ἀναρμοδίου προσώπου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα τοῦ κατηγορεῖν, τὸ ἀπονεμημένον εἰς μόνους ὑμᾶς, καὶ, ἂν ἀποφανθῇ ἄκυρον τὴν προγενομένην ἀνάκρισιν, συλλογισθῆτε ὅτι παραβλάπτετε τὴν δικαιοσύνην, διότι οὕτως ἡ σπουδὴ ἡ ἰδική σας θέλει γείνει ἀφορμὴ οὐ μόνον νὰ παραβιασθῶσιν οἱ διαδικαστικοὶ νόμοι, ἀλλὰ καὶ ἀκυρουμένης τῆς διαδικασίας νὰ μὴ διασωθῶσι τὰ ἴχνη τοῦ τελεσθέντος ἐγκλήματος, ἕνεκα τῆς παρελεύσεως τοῦ χρόνου. Μοὶ φαίνεται ἀληθῶς ὅτι ἡ ἀφορμὴ τῶν δισταγμῶν εἶναι ἡ αὐτὴ, καὶ μ’ ὅλον ὅτι ἔχω τὴν παραμυθητικὴν ἐλπίδα ὅτι ὁ ἔντιμος ἐκ Πυλίας συνάδελφος δὲν θέλει μὲ κρίνει τοσοῦτον αὐστηρῶς, ὡς μὲ ἔκρινε πρὸ μικροῦ ἐνώπιόν σας, μ’ ὅλα ταῦτα θέλω κάμει τὴν διάκρισιν τῶν δύω τούτων δισταγμῶν, καὶ θέλω προσπαθήσει νὰ φέρω τὴν γνώμην μου ἐπὶ ἑκατέρου αὐτῶν. Τὸ Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος τοῦ 1864, τὸ ὁποῖον ἀνέγραψε τὴν ἀρχὴν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀναγράψει ὡσαύτως τὸ Σύνταγμα τοῦ 1843, δὲν εἰσήγαγεν ἐν τῇ ἑλληνικῇ πολιτείᾳ καινόν τινα καὶ πρωτοφανῆ θεσμόν· μετέφερε τὸν θεσμὸν ἐξ ἄλλων συνταγμάτων, ἀλλὰ συνεπλήρωσεν αὐτόν. Ἐν τῇ Εὐρώπῃ, ἔνθα πρὸ ἡμῶν εἶχον ἀπονείμει τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, ἐν τῇ Εὐρώπῃ, προτοῦ νὰ γείνῃ παραδεκτὴ ἡ ἀρχὴ αὕτη, τὰ πράγματα εἶχον ἄλλως. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν πῶς τὰ πράγματα εἶχον τότε, πῶς ἐξησκεῖτο τὸ δικαίωμα τοῦ κατηγορεῖν, διὰ νὰ κρίνωμεν διατὶ ἀνεγράφη ἐν τοῖς συντάγμασιν ἡ ἀρχὴ αὕτη, καὶ ἑπομένως ἐξετάσωμεν καὶ ἀναζητήσωμεν τοὺς λόγους οἵτινες πρέπει νὰ διέπωσι τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῆς. Πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος καὶ κατὰ τοὺς χρόνους τοὺς ἀρχαιοτάτους τῶν ἀπολύτων μοναρχιῶν, ἰδίως ἐν τῇ Γαλλίᾳ, ἤτοι κατὰ τὸ τέλος τῆς ῥωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας κατὰ τὸν ιδʹ. αἰῶνα, οἱ εἰρηνάρχαι ἦσαν συγχρόνως καὶ δικασταὶ καὶ ἀνακριταὶ, Juges et enquéteurs· κατόπιν οἱ βασιλεῖς ἀντεπροσωπεύοντο δι’ ἑνὸς προέδρου, ἀπονέμοντος τὴν δικαιοσύνην ἐν ὀνόματί των, καὶ δι’ ἑνὸς procureur général· εἶτα δὲ κατεστάθησαν τὰ parlements, καὶ κατέστη ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ministère public διακεκριμένη· ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ministère public διωργανώθη ἰδίως κατὰ τὸ 1370, ἤτοι ἐπὶ τῆς ἀπολύτου μοναρχίας, ἡ δ’ ἁρμοδιότης αὐτοῦ, περιλαμβάνουσα καὶ τὴν καταδίωξιν τῶν ἐγκλημάτων, ἐξεπροσώπει τὴν δημοσίαν ἀγωγὴν· ἦσαν δ’ ὄργανα τοῦ Ministère public οἱ εἰσαγγελεῖς procureurs du roi, οἵτινες διὰ τοῦτο ἐλέγοντο agens du roi», ἄνθρωποι τοῦ Βασιλέως. Μετὰ ταῦτα ἐκρίθη ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ κατηγορεῖν τοὺς ὑπουργοὺς ἀπὸ τὰ ὄργανα ταῦτα, διότι ὑπέλαβον, ὅτι ἦτο ἐνδεχόμενον μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τῶν ὑπουργῶν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας νὰ διετηρήθησαν αἰσθήματα δυσμενείας τοῦ ἀνωτάτου Ἄρχοντος, καὶ ἤθελον νὰ προστατεύσωσι τοὺς ὑπουργοὺς ἀπὸ τοιαύτης δυσμενείας, ἥτις ἠδύνατο νὰ ὠθήσῃ τοὺς ἀσκοῦντας τὴν δημοσίαν ἀγωγὴν εἰς ἄδικον κατ’ αὐτῶν κατηγορίαν. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν εἰσήγαγον τὸν θεσμὸν τοῦτον εἰς τὰ συντάγματα, ἀφαιρέσαντες τὸ δικαίωμα τοῦ κατηγορεῖν τοὺς ὑπουργοὺς ἀπὸ τοῦ Ministère public καὶ ἀποδόντες αὐτὸ εἰς τὴν Βουλὴν. Ἀλλὰ καὶ ἄλλος λόγος ὑπηγόρευσε τὴν ἀναγραφὴν τοῦ θεσμοῦ τούτου. Οἱ ὑπουργοὶ δὲν πρέπει νὰ κατηγορῶνται πάντοτε διὰ πᾶσαν παράβασιν τῶν καθηκόντων των· ἑπομένως ἀνέθηκαν τὸ δικαίωμα τῆς κατηγορίας αὐτῶν εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ ἐξετάζῃ αὕτη τὰς πολιτικὰς περιστάσεις, νὰ σταθμίζῃ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους καὶ νὰ κρίνῃ ἐὰν ἡ κατηγορία ὑπουργοῦ δὲν ἀποβαίνῃ ἐπιβλαβὴς, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀναπόφευκτος ἀνάγκη τοῦ ἔθνους, ἀπαιτοῦσα νὰ γένηται ἡ κατηγορία κατὰ τῶν ὑπουργῶν. Τὸ κοινῶς λοιπὸν λεγόμενον προνόμιον, νὰ κατηγορῇ τοὺς ὑπουργοὺς ἡ Βουλὴ καὶ οὐχὶ ἡ εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ, δὲν ἐτέθη πρὸς τὸ συμφέρον τῶν ἀτόμων. Ἐν ταῖς ἐπικρατείαις ἐκείναις, ἐν αἷς αἱ καθεστηκυῖαι διατάξεις κανονίζουσιν ὅτι ἡ διάρκεια τοῦ κοινοβουλίου δὲν εἶναι ἴση μὲ τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους, μένουν διαλείμματα χρονικὰ μακρὰ, κατὰ τὰ ὁποῖα τὸ κοινοβούλιον εἶναι ἀπόν· ὁ ἐπιβλέπων καὶ ἐπιτηρῶν τὰς πράξεις τῶν ὑπουργῶν τῶν ὑπευθύνων, ὁ δυνάμενος νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν βεβαίωσιν τῶν παραβάσεων αὐτῶν καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν εἰσαγωγὴν κατηγορίας κατὰ τῶν παραβάσεων αὐτῶν, δὲν εἶναι παρών. Καὶ εἶναι μὲν παρ’ ἡμῖν ἑξάμηνος ἡ ἀπουσία τῆς Βουλῆς· ἀλλὰ καὶ παρ’ ἡμῖν καὶ ἀλλαχοῦ δυνατὸν νὰ συμβῇ ἵνα ἐπὶ χρόνον μακρότερον τοῦ ἑξαμήνου διατελῇ ἀποῦσα ἡ Βουλή. Ἐὰν δὲ κριθῇ ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ποσῶς εἰς τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἐτάχθησαν νὰ ἐπιζητῶσι τὴν ἀνακάλυψιν τῶν ἀξιοποίνων πράξεων, νὰ ἐπιλάβωνται τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν ἰχνῶν τοῦ ἐγκλήματος, ἢ τῆς βεβαιώσεως τῶν ὑπουργικῶν παραβάσεων, διατρέχομεν ἴσως τὸν κίνδυνον αἱ παραβάσεις τῶν ὑπουργῶν νὰ παρέρχωνται, οὐδὲ νὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ βεβαιῶνται, τὸ δὲ δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ κατηγορῇ τοὺς ὑπουργοὺς νὰ κατασταθῇ ἰδανικόν. Ἀλλὰ ἐκτὸς τοῦ λόγου τούτου, κύριοι, οἱ ποινικολόγοι λέγουσιν, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἀστυνομία ἔχει καθῆκον νὰ ἀνακαλύψῃ ἂν ἐτελέσθη ἡ πρᾶξις, νὰ βεβαιώσῃ ἂν αὕτη προβλέπηται καὶ τιμωρῆται ἀπὸ τοὺς νόμους καὶ περιέχῃ τὰ στοιχεῖα τοῦ ἀξιοποίνου, καὶ τέλος τίς ὁ αὐτουργὸς αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐὰν ἀρχομένη τοῦ πρώτου σταδίου ἡ δικαστικὴ ἐξουσία προβῇ εἰς τὸ δεύτερον, καὶ μετ’ αὐτὸ φθάσῃ μέχρι τοῦ τρίτου σταδίου, τότε δὲ ἀνακαλύψῃ ὅτι ὁ πράξας εἶναι ὑπουργὸς, ὅτε εἶναι εἰς αὐτὴν ἀπηγορευμένον νὰ προχωρήσῃ, ἕπεται ὅτι ἡ ἐργασία αὐτῆς κατὰ τὰ δύω πρῶτα στάδια εἶναι ἄκυρος, διότι ἀποδεικνύεται ὅτι ἀνεκαλύφθη αὐτουργὸς τῆς ἀξιοποίνου πράξεως, ἀπολαμβάνων τῆς ἐκτάκτου δικαιοδοσίας νὰ κατηγορῆται ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ μὴ ὑποκείμενος εἰς τὴν τακτικὴν δικαιοδοσίαν; Ἐπράχθησαν ἐν τῇ Ἑλληνικῇ πολιτείᾳ ἐγκληματικαὶ πράξεις, διεθρυλλήθησαν ἐν ὅλῃ τῇ κοινωνίᾳ, ἡ εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ ὤφειλε νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν ἐτελέσθησαν, καὶ ἐὰν αἱ τελεσθεῖσαι πράξεις ἦσαν ἀληθῶς ἀξιόποινοι· προβᾶσα ὅμως εἰς τὸ τρίτον στάδιον, ἵνα ἀνεύρῃ τίς ὁ πράξας αὐτὰς, εὑρίσκει ἀνθρώπους, οἵτινες ἀπολαμβάνουσι τῆς ἐκτάκτου δικαιοδοσίας ὡς ὑπουργοί· ἡ εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ ὤφειλε νὰ σταματήσῃ, κηρύττουσα τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν της; Νομίζω ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ μεμφθῇ αὐτῆς διὰ τὴν τοιαύτην ἐνέργειάν της. Ἀλλὰ αἱ πράξεις αἱ γενόμεναι ὑπὸ τῆς δικαστ. ἀστυνομίας δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὑπ’ ὄψιν, καὶ δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν ποινικὴν δίκην, ἥτις θέλει ἐγερθῆ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἡμεῖς ἐγκρίνομεν νὰ γένηται κατηγορία κατὰ τῶν ὑπουργῶν; Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἦλθε προώρως εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ Βουλὴ, ἥτις ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ κατηγορεῖν, ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀνακρίνειν· τὸ δικαίωμα τῆς κατηγορίας περιλαμβάνει καὶ τὸ τῆς ἀνακρίσεως. Βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἐνασκῆται ἡ κατηγορία ὑπὸ τῶν αὐτῶν φυσικῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐνεργοῦσι τὰς ἀνακρίσεις· καὶ ἐνθυμοῦμαι τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους εἶπέ ποτε μέλος τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας ἐν τῇ Γαλλίᾳ ἐπὶ τῆς πρώτης αὐτοκρατορίας, συζητουμένου ἐὰν τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακρίσεως καὶ τὸ τῆς κατηγορίας πρέπει νὰ ἐνεργῶνται ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ ἀτόμου. «Οἱ πολῖται, εἶπεν ὁ Bigot Praemeneu, πρέπει νὰ τρέμωσιν, ἐὰν εἰς τὸ αὐτὸ ἄτομον δοθῶσι καὶ τὰ δύο ταῦτα δικαιώματα.» Διὰ τοῦτο, μετὰ πολλῆς εὐθύτητος καὶ δικαιοσύνης διῄρεσαν οἱ ὀργανώσαντες τὴν δικαστικὴν ἀστυνομίαν εἰς δύο τὰ καθήκοντα ταῦτα, εἰς τὸν εἰσαγγελέα ἀναθέντες τὸ δικαίωμα τοῦ κατηγορεῖν, εἰς δὲ τὴν ἀνάκρισιν τὸ τοῦ βεβαιόνειν τὴν πρᾶξιν. Διὰ τοῦτο καὶ ἐπὶ τῆς κατηγορίας τῶν ὑπουργῶν αἱ βουλαὶ συνειθίζουσι νὰ ἀναθέτωσι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀνακρίνειν εἴς τινα ἐπιτροπὴν, εἰς ἄλλην δὲ τὴν ἐξουσίαν νὰ μελετᾷ τὰς ἀνακρίσεις, καὶ κατὰ τὸ πόρισμα αὐτῶν νὰ προβάλλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν περὶ κατηγορίας γνώμην. Ἕκαμα τὴν παρέκβασιν ταύτην, διότι μοὶ ἀνεκοινώθησαν καὶ περὶ τούτου δισταγμοὶ ὑπὸ συναδέλφου, τὸν ὁποῖον ἔχω ἀφορμὴν νὰ ὑπολήπτωμαι καὶ τιμῶ. Ἀληθῶς ἡ Βουλὴ, ἥτις ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἀνακρίνειν, ὡς ἔχουσα τὸ δικαίωμα τοῦ κατηγορεῖν, δὲν δύναται νὰ ἐνασκήσῃ μόνη οὐδέτερον τῶν δικαιωμάτων τούτων, ἀφ’ οὗ σύγκειται ἐξ 190 μελῶν· ὅθεν πρέπει νὰ μεταβιβάσῃ τὴν ἐξουσίαν τοῦ ἀνακρίνειν εἰς ἐπιτροπήν τινα, μεταδιδοῦσα οὕτω νομίμως εἰς αὐτὴν ὅλα τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἀπονέμονται εἰς ἐκείνους οἵτινες ἐνεργοῦσι τὰς ἀνακρίσεις, τοὐτέστι τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἡ ποινικὴ δικονομία ἀποδίδει εἰς τοὺς τακτικοὺς ἀνακριτάς. Οἱ μεταλαβόντες ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὴν ἐξουσίαν καὶ ἑπομένως τὰ τῶν τακτικῶν ἀνακριτῶν δικαιώματα, ἔχουσιν ἑπομένως καὶ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δίδει αὐτοῖς τὸ ἄρθρον 188 τῆς ποινικῆς δικονομίας. Κατὰ τοῦτο «ὁ ἀνακριτὴς ἔχει ὡς βάσιν τὴν προλαβοῦσαν δικογραφίαν (ἤτοι τὴν προεισαγωγικὴν ἀνάκρισιν), καὶ ἑπομένως τότε μόνον ἐπιχειρεῖ ἐκ νέου τὰς ἤδη γενομένας ἀνακριτικὰς πράξεις, ὅταν αὗται ἦναι ἐλλειπεῖς, ἢ δὲν συνετάχθησαν κατὰ τοὺς προσήκοντας τύπους». Ἡ ἐπιτροπὴ λοιπὸν, εἰς τὴν ὁποίαν πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ μεταβιβάσῃ τὴν ἀνακριτικὴν ἐξουσίαν, εἶναι ἁρμοδία νὰ ἀποφανθῇ ἐὰν αἱ ἀνακριτικαὶ πράξεις τῆς προεισαγωγικῆς ἀνακρίσεως περιεβλήθησαν τοὺς νομίμους τύπους, καὶ αὐτὴ εἶναι ἁρμοδία νὰ κρίνῃ ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐπαναλάβῃ αὐτὰς, ἢ ἂν δὲν πρέπῃ νὰ τὰς ἐπαναλάβῃ. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἐν τοῖς κόλποις τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς προκύπτωσι δισταγμοὶ περὶ τούτου, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἀμφιβάλλῃ ἂν πρέπῃ νὰ ἐπαναλάβῃ ἢ οὒ τὰς ἀνακριτικὰς πράξεις, δὲν θέλει δὲ νὰ ἀναλάβῃ μόνη τὴν εὐθύνην ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς ἀνακρίσεις τὰς ὁποίας ἔκρινεν ἀτελεῖς, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην, τότε θέλει προσέλθει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ θέλει ζητήσει τὴν γνώμην της, καὶ τότε ἡ Βουλὴ θέλει προβῆ εἰς τοῦτο. Διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι οἱ δισταγμοὶ οὗτοι, οἱ ἀπὸ τῆς χθὲς ὑποβληθέντες, ἦσαν πρόωροι. Ἀλλ’ ἐπειδὴ προετάθησαν, νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ φέρῃ ἐπ’ αὐτῶν ἡ Βουλὴ τὴν γνώμην της, διότι αὕτη εἶναι κυρία νὰ λύσῃ ὅπως θέλει αὐτούς. Ἐν τῇ Βουλῇ συνεδρεύουσιν ἄνθρωποι διαπρεπέστατοι περὶ τὴν γνῶσιν τῶν νόμων, τῶν ὁποίων ἡ γνώμη ἔχει μεγαλύτερον κῦρος τῶν ἐμῶν γνωμῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ εἶμαι μέλος τοῦ κοινοβουλίου, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφέρω ἐπὶ τούτου τὴν γνώμην μου. Νομίζω ὅτι τὸ κατὰ τὸ σύνταγμα συνιστάμενον δικαστήριον, διὰ νὰ δικάζῃ τοὺς ὑπουργοὺς, δὲν ἔχει τοσοῦτον εὐρεῖαν δικαιοδοσίαν, ὅσον ἀποδίδουσιν εἰς αὐτὸ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον τοὺς δισταγμοὺς τούτους. Κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 80 τοῦ Συντάγματος, τὸ δικαστήριον αὐτὸ ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ δικάζειν, ἑπομένως δύναται νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῆς ἐνοχῆς τοῦ κατηγορουμένου καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ ἐπ’ αὐτοῦ τὴν διάταξιν τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἥτις προσδιορίζει τὴν ἐπὶ τῆς ἐνοχῆς του ταύτης ἐπιβλητέαν ποινήν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν ἁρμοδιότητα νὰ ἐπεκτείνῃ τὰς μελέτας αὐτοῦ πέραν τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα διέγραψεν ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, δι’ ἧς παρεπέμφθησαν εἰς αὐτὸ κατηγορηθέντες οἱ ὑπουργοί. Ἄλλως τὸ δικαστήριον δὲν ἤθελε δικάζει μόνον τοὺς ὑπουργοὺς, ὡς τὸ σύνταγμα ὥρισεν, ἀλλ’ ἤθελεν ἐλέγχει καὶ ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐκατηγόρησεν αὐτοὺς ἡ Βουλή· ἤθελε δὲ τεθῇ εἰς θέσιν ἀνωτέραν ἐκείνης, εἰς ἣν ἔθηκε τὸ σύνταγμα τὸ δικαστήριον αὐτό. Ἐὰν ἡ ἐπὶ ἀκροατηρίου διαδικασία δὲν πείσῃ αὐτὸ περὶ τῆς ἐνοχῆς, δύναται νὰ ἀθωώσῃ τοὺς κατηγορουμένους ὑπουργούς· ἐὰν, κατὰ τὴν ἐπὶ ἀκροατηρίου συζήτησιν, ἡ ἀποδεικτικὴ διαδικασία δὲν καταρτίσῃ τὴν περὶ τῆς ἐνοχῆς τῶν κατηγορουμένων ὑπουργῶν πεποίθησιν τοῦ δικαστηρίου, δύναται βεβαίως νὰ ἀθωώσῃ αὐτούς. Ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφανθῇ ὅτι ἡ προεισαγωγικὴ ἀνάκρισις, ἡ βασανισθεῖσα καὶ ἐκτιμηθεῖσα ὑπὸ τῆς κατηγορούσης ἀρχῆς, εἶναι ἄκυρος, καὶ δὲν λαμβάνει αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν· διότι οὕτως ἤθελεν ἐλέγξει τὴν κατηγοροῦσαν ἀρχὴν ὡς κακῶς ἐπ’ αὐτῆς βασισθεῖσαν. Μὴ νομίσητε, κύριοι, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ δικαστήριον τῶν πλημμελειοδικῶν ἢ τῶν ὁρκωτῶν δύναται ἐν δοθείσῃ περιστάσει νὰ ἀκυρώσῃ, δι’ ἔλλειψιν ἐξωτερικῶν τύπων ἢ δι’ ἀτέλειαν, τὴν ἐνεργηθεῖσαν προεισαγωγικὴν ἀνάκρισιν, ὅτι ὡσαύτως δύναται καὶ τὸ δικαστήριον τοῦ ἄρθρ. 80 τοῦ συντάγματος νὰ ἀκυρώσῃ τὰς ἀνακρίσεις, τὰς ὁποίας σεῖς ἐξητάσατε, καὶ ἐπὶ τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ὁποίων στηριχθέντες, ἀπεφάνθητε ὅτι ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν. Τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ἄρνησις τῶν δικαιωμάτων σας, ἤθελεν εἶσθαι ἀπόκρουσις τῆς κατηγορίας τὴν ὁποίαν ἀπεφασίσατε. Σεῖς ἀπεφασίσατε ὅτι κατηγορεῖτε τοὺς ὑπουργοὺς, διότι ἐπείσθητε ἐκ τῶν ἐγγράφων τῆς προεισαγωγικῆς ἀνακρίσεως, ἀφ’ οὗ συνεπληρώσατε ἢ ἐπανελάβετε αὐτὴν κατὰ τὴν κρίσιν σας, ὅτι ὑπάρχει ἀφορμὴ νὰ γείνῃ κατηγορία. Τὸ δικαστήριον ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν πείθεται ὅτι εἶναι ἔνοχοι οἱ ὑπουργοὶ, καὶ δύναται νὰ ἀθωώσῃ αὐτούς· δὲν δύναται ὅμως νὰ εἴπῃ ὅτι κακῶς ἀπεφάνθητε, διότι τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθητε δὲν εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, διότι οἱ νόμοι σᾶς κωλύουσι νὰ τὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν. Καὶ τί ἄλλο, κύριοι, ἤθελε σᾶς εἴπει τὸ δικαστήριον τοῦ 80 ἄρθρου τοῦ συντάγματος, ἐὰν ἤθελεν ἀκυρώσει τὴν ἀνάκρισιν, διότι ἐνήργησεν αὐτὴν ἡ εἰσαγγελικὴ ἀρχή; Δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὴν κατηγορίαν, διότι ἐστηρίχθη ἐπὶ τῆς προεισαγωγικῆς ἀνακρίσεως, διότι δὲν τὴν ἐνήργησεν ἡ Βουλὴ, ἀλλὰ ἡ ἀνακριτικὴ ἀρχὴ, ὁ εἰσαγγελεύς. Ἀλλὰ ἡ ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου αὕτη δὲν εἶναι ἐπίκρισις τῆς ἀποφάσεως ἡμῶν, ἐν ᾧ τὸ σύνταγμα δὲν δίδει τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὸ δικαστήριον; Καὶ ποῖοι λόγοι, κύριοι, ἤθελον αἰτιολογήσει τὴν τοιαύτην τοῦ δικαστηρίου ἀπόφασιν; Ἤθελεν ὑπαγορεύσει αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν τοῦ δικαστηρίου ἡ ἔνστασις τοῦ κατηγορουμένου; Ἀλλὰ κατὰ τί ἡ θέσις τοῦ κατηγορουμένου ἐχειροτέρευσε; Τὸ προνόμιον τοῦ νὰ κατηγορῶνται οἱ ὑπουργοὶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ δικάζωνται ἀπὸ τὸ ἔκτακτον δικαστήριον ἐγένετο πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας, καὶ ὄχι πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ κατηγορουμένου· ἐὰν οἱ κατηγορούμενοι δὲν εἶχον τὴν ἔκτακτον ταύτην δικαιοδοσίαν, δὲν ἤθελον ἰσχύει δι’ αὐτοὺς αἱ πράξεις τῆς εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς αὗται, τῶν ὁποίων ἤθελον ζητεῖ τὴν ἀκύρωσιν; Ἀλλὰ ἀφηρέθησαν ἀπὸ τὴν τακτικὴν δικαιοδοσίαν καὶ ἀπεδόθησαν εἰς τὴν ἔκτακτον, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας. Καὶ τίς ἀντιπροσωπεύει τὴν πολιτείαν καὶ τὸ ὑπαγορεῦσαν τὸ προνόμιον αὐτὸ συμφέρον, ἢ αὐτὸ τὸ κοινοβούλιον, τὸ ὁποῖον ἔκρινεν ὅτι πρέπει νὰ κατηγορήσῃ, ἀφοῦ ἐπείσθη καὶ ἐσχημάτισε πεποίθησιν ὅτι ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν; Δὲν εἶπον, κύριοι, πάντα ταῦτα, διὰ νὰ προκαταλάβω τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες θέλουσι λάβει τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἐνεργήσωσι τὰς ἀνακρίσεις· εἰς αὐτοὺς ἀναγνωρίζω πᾶσαν τὴν ἐλευθερίαν περὶ τὴν ἐκτίμησιν τῶν πράξεων τῆς προεισαγωγικῆς ἀνακρίσεως, ἵνα πράξωσιν ὅπως βούλονται· ἀλλ’ ἐπειδὴ προώρως ἠγέρθησαν οἱ δισταγμοὶ καὶ προώρως ἐπῆλθεν ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν δισταγμῶν τούτων, ὤφειλον νὰ φέρω τὴν γνώμην αὐτὴν, καὶ ἐναπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ αὐτὴν ἢ ὄχι. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἀμφότεροι οἱ εἰρημένοι δισταγμοὶ, ἤτοι ὁ ἀνωτέρω καὶ ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον ὁ ἔντιμος ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς βουλευτὴς ἔφερεν, ὅτι ἡ εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ ἐνήργησε πέραν τῶν καθηκόντων της, προβᾶσα εἰς ἀνακρίσεις τὰς ὁποίας δὲν εἶχε δικαίωμα, καὶ ἑπομένως ὅτι αἱ ἀνακρίσεις αὗται ἦσαν ἄκυροι, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἐπαναληφθῶσιν ἐκ νέου, ὅτι λέγω ἀμφότεροι οἱ δισταγμοὶ οὗτοι ἀποτελοῦσιν ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν δισταγμόν. Πρώτην φορὰν ἡ Βουλὴ καλεῖται νὰ ἐκτελέσῃ τοσοῦτον σοβαρὸν καθῆκον. Δὲν νομοθετεῖ, οὔτε ζητεῖ πολιτικὰς εὐθύνας παρὰ ὑπουργῶν, οὔτε ἐξελέγχει ἐκλογάς. Ἀσκεῖ τὴν δημοσίαν ἀγωγὴν, καὶ τὴν ἀσκεῖ κατ’ ἀνθρώπων οἵτινες διετέλεσαν εἰς τὰ ὑψηλότερα ἀξιώματα καὶ ἔλαβον τὴν ὑπερτάτην τιμὴν, ἀντιπροσωπεύσαντες ἐν τῇ Βουλῇ τὸν Ἡγεμόνα καὶ ἐν τοῖς συμβουλίοις τοῦ ἡγεμόνος τὴν Βουλήν. Δὲν συμφέρει οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν οὔτε εἰς τὴν πολιτείαν, τὰ δικαιώματα ταῦτα νὰ διεξαγάγωμεν μετὰ σπουδῆς. Πρέπει νὰ πεισθῶσιν ὅλοι ὅτι ἐκπληροῦμεν ἀνυπέρβλητον καθῆκον, προνοοῦντες περὶ τῆς τηρήσεως τῶν νόμων τοῦ Κράτους. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ μείνῃ κἀνεὶς δισταγμὸς, πρέπει νὰ βασανισθῶσιν ὅλοι, πρέπει νὰ ἐξενεχθῶσιν ὅλαι αἱ γνῶμαι, ὄχι μόνον ἵνα πείσωμεν ἡμᾶς αὑτοὺς, ἀλλὰ καὶ ἐκείνους οἵτινες μᾶς ἀκροῶνται, ὅτι ἐτελέσαμεν καθῆκον ὑπὸ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ ἔθνους καὶ ὑπὸ τοῦ καθήκοντος τῆς τηρήσεως τῶν νόμων ἐπιβαλλόμενον. Δὲν ἀρκεῖ ἡ πολιτεία νὰ ἔχῃ νόμους, πρέπει ἀκόμη νὰ ἐπιτηρῇ διὰ νὰ ἐκτελῶνται οἱ νόμοι καὶ διὰ νὰ συντηρῆται ἡ τάξις, τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι κατέστησαν. Οὕτως ἔλεγε κατὰ τὸ 1792 ἐν τῇ Γαλλικῇ Συνελεύσει μέλος αὐτῆς ἐπιφανές. Ἂν λοιπὸν, διὰ νὰ ἐκτελῶνται οἱ νόμοι καὶ διὰ νὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ συντηρῆται ἡ τάξις τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι κατέστησαν, ᾖναι ἀνάγκη νὰ ἀσκήσῃ ἡ πολιτεία τὸ μέγα μὲν ἀλλὰ καὶ λίαν δυσάρεστον τοῦτο δικαίωμα, πρέπει νὰ τὸ ἀσκήσῃ ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ ἔθνους· ἀλλὰ πρέπει προηγουμένως νὰ πείσῃ καὶ ἑαυτὴν καὶ τὴν κοινωνίαν, ὅτι μόνον ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ ἔθνους ἀσκεῖ αὐτὸ, οὐχὶ δ’ ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ ἀτόμου. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ δισταγμὸς, περὶ οὗ μέλλω νὰ λαλήσω, δὲν ἐξηνέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ἀνέγνων ὅμως περὶ τοῦ δισταγμοῦ τούτου ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ἐν αἷς περιεβλήθη ὁ δισταγμὸς οὗτος καὶ ὑπὸ τοῦ κύρους τὸ ὁποῖον φέρει πάντοτε ἡ γνώμη τοῦ διδάσκοντος τὸν κλάδον τοῦτον τοῦ δικαίου ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Ὁ δισταγμὸς συνίσταται εἰς τοῦτο, οἱ ὑπουργοὶ κατηγοροῦνται ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ δικάζονται ὑπὸ τοῦ ἐκτάκτου δικαστηρίου δι’ ὅλας αὐτῶν τὰς πράξεις ἢ δι’ ὡρισμένας, καί ποίας; Ὁ πολυμαθὴς ὑφηγητὴς τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου διισχυρίσθη, ὅτι κατηγοροῦνται ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ δικάζονται ὑπὸ τοῦ ἐκτάκτου δικαστηρίου μόνον δι’ ἐκείνας τὰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἀνάγονται εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, δι’ ὅλας δὲ τὰς ἄλλας πράξεις καταδιώκονται ὑπὸ τῆς συνήθους δικαστικῆς ἀρχῆς. Ἂν ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος ἦν ἀληθής, ὅλη ἡ ἐργασία ἡμῶν ἤθελεν εἶσθαι ἐπὶ τῆς ἄμμου· ἑπομένως νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὸν δισταγμὸν τοῦτον, ἵνα πεισθῶμεν ἂν ἦναι ἀληθής, καὶ νὰ παύσωμεν ἀσχολούμενοι μάτην, νὰ παραπέμψωμεν δὲ εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν τὴν καταδίωξιν, ἐὰν πεισθῶμεν ὅτι ὀρθῶς ἐγνωμάτευσαν οἱ ταῦτα ἰσχυριζόμενοι. Πρὶν ἢ ὅμως ἐπιληφθῶ τῆς ἐξετάσεως, σπεύδω νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν συμμερίζομαι παντάπασι τὴν γνώμην ταύτην. Ἀλλαχοῦ, καὶ ἰδίως ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὰς δύο πρώτας συνταγματικὰς βασιλείας, ὑπῆρξαν δισταγμοὶ τοιοῦτοι· ἀλλὰ τοὺς δισταγμοὺς τούτους ἐγέννα ἡ ἀτέλεια τῶν συνταγμάτων των. Τὸ σύνταγμα τοῦ 1814, τὸ ὁποῖον διεῖπε τὴν Γαλλικὴν πολιτείαν μέχρι τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1830 καὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ πολιτεύματος τοῦ νεωτέρου, εἶχε δύω διατάξεις, τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 55 καὶ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 56. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 55 περιελάμβανε τοὺς ἑξῆς ὅρους· «ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῇ τοὺς ὑπουργοὺς ἐνώπιον τῆς Γερουσίας, ἥτις μόνη ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δικάζῃ αὐτούς»· ἡ δὲ διάταξις τοῦ ἄρθρου 56 περιελάμβανεν, ὅτι «οἱ ὑπουργοὶ δὲν δύνανται νὰ κατηγορηθῶσιν εἰμὴ δι’ ἔγκλημα προδοσίας ἢ καταχρήσεως... Ἰδιαίτεροι νόμοι θέλουσιν ὁρίσει τὸ εἶδος τῶν ἐγκλημάτων τούτων καὶ κανονίσει τὰ τῆς καταδιώξεως». Ἐὰν λοιπὸν αἱ ἀξιόποινοι πράξεις, αἵτινες ἤθελον ἀποδοθῆ εἰς τοὺς ὑπουργοὺς, δὲν ἦναι αἱ ἀξιόποινοι πράξεις τῆς προδοσίας καὶ τῆς καταχρήσεως, τότε, κατὰ τὸ σύνταγμα τοῦ 1814, ἐν Γαλλίᾳ δὲν ἐκατηγόρει αὐτοὺς ἡ Βουλὴ, δὲν ἐδίκαζεν αὐτοὺς ἡ Γερουσία, ἀλλὰ ἐκατηγόρει καὶ ἐδίκαζεν ἡ συνήθης δικαστικὴ ἀρχή. Τοὺς δισταγμοὺς, τοὺς ὁποίους ἐγέννα ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1814, ἐπέτεινε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1830, διότι τὰς δύω εἰρημένας διατάξεις ἀντικατέστησαν ἐν αὐτῷ διὰ τῆς διατάξεως ἑνὸς μόνου ἄρθρου, τοῦ ἄρθρου 47, τὸ ὁποῖον διέτασσεν «ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῇ τοὺς ὑπουργοὺς ἐνώπιον τῆς Γερουσίας, ἥτις μόνη ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δικάζῃ αὐτούς». Ἑπομένως τὸ Σύνταγμα τοῦ 1830 περιέλαβεν ἁπλῶς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 55 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1814, ἀλλὰ δὲν περιέλαβε τὴν τοῦ ἄρθρου 56, καὶ παρέλειψε τὸ ἕνεκα προδοσίας καὶ καταχρήσεως. Τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα ὅμως, τὸ ἰσχῦον, διαφέρει ἐντελῶς τῶν Συνταγμάτων ἐκείνων τῆς Γαλλίας. Τὸ σύνταγμα τοῦ 1843 διέταξεν, ὅτι «μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ εἰδικοῦ νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ κατηγορῇ αὐτοὺς καὶ ἡ Γερουσία νὰ τοὺς δικάζῃ, ἕνεκα ἐσχάτης προδοσίας, καταχρήσεως δημοσίας περιουσίας, παρανόμου εἰσπράξεως καὶ πάσης παραβάσεως τῶν ὅρων τοῦ συντάγματος». Ἑπομένως κατὰ τὸν χρόνον, ὅστις διετέλει ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ συντάγματος τοῦ 1813, ἐν Ἑλλάδι ἡ Βουλὴ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῇ καὶ ἡ Γερουσία νὰ δικάζῃ μόνον διὰ τὰς εἰρημένας πράξεις· ἐὰν δὲ ἐπρόκειτο περὶ τῆς ὑπὸ ὑπουργοῦ γενομένης παραβάσεως ἄλλου τινὸς νόμου τοῦ κράτους, οὐχὶ δὲ περὶ τῶν ἀνωτέρω ῥητῶς μνημονευθεισῶν ἤθελε προκύψει ἡ ἀπορία, ἂν οἱ ὑπουργοὶ ἔχωσι τὴν ἀνωτέρω ἐκτεθεῖσαν ἔκτακτον δικαιοδοσίαν, ἢ ἂν μέλλωσι νὰ δικασθῶσιν ὑπὸ τῶν κοινῶν δικαστηρίων. Ἡ συνέλευσις ὅμως τοῦ 1863 συνεπλήρωσεν ἐν τῷ ἰσχύοντι συντάγματι τὴν ἀτέλειαν ταύτην· προσέθηκε δὲ ὅτι ἡ Βουλὴ κατηγορεῖ καὶ τὸ δικαστήριον δικάζει ἕνεκα πάσης παραβάσεως τῶν ὅρων τοῦ συντάγματος καὶ τῶν νόμων κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων. Ἂν, κύριοι, προσφύγητε εἰς τὸν ποινικὸν νόμον, θέλετε εὑρεῖ τὰς κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων παραβάσεις ῥητῶς ἀναφερομένας καὶ ἐν ἰδιαιτέρῳ κεφαλαίῳ κεχωρισμένας τῶν ἄλλων, θέλετε εὑρεῖ ὡσαύτως τὰς ποινικὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι προβλέπουσι τὰς παραβάσεις τὰς ὁποίας οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι πράττουσι περὶ τὰ καθήκοντα αὑτῶν, καὶ τὰς ὁποίας ὁ ποινικὸς νόμος ἐκήρυξεν ἀξιοποίνους, μεταξὺ δὲ τῶν πράξεων τούτων θέλετε εὑρεῖ καὶ τὴν δωροδοκίαν. Ἡ δωροδοκία λοιπὸν εἶναι παράβασις τοῦ νόμου, τιμωρουμένη ἀπὸ αὐτὸν, τελουμένη δὲ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων τοῦ δημοσίου λειτουργοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἐπὶ ταύτῃ, κατὰ τὸ ἄρθρ. 81 τοῦ Συντάγματος, ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορήσῃ καὶ τὸ ἔκτακτον δικαστήριον νὰ δικάσῃ. Σᾶς ἀνέφερον, κύριοι, τὰς διατάξεις τοῦ θετικοῦ δικαίου, αἱ ὁποῖαι αἴρουσιν ἐντελῶς τὸν δισταγμὸν τὸν ὁποῖον ὁ ὑφηγητὴς τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου ἐδημοσίευσε διὰ τῶν ἐφημερίδων· νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη, ὅταν οἱ θετικοὶ νόμοι ἦναι ῥητοὶ καὶ σαφεῖς, νὰ ἀνατρέξῃ τις εἰς τὰς θεωρίας τοῦ δικαίου, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην μου ταύτην. Ἂν δὲν ἐφοβούμην ὅτι καταχρῶμαι τῆς ἀνοχῆς ὑμῶν, ἤθελον προβῆ καὶ εἰς τὰς θεωρίας ταύτας τοῦ δικαίου, διὰ νὰ σᾶς πείσω ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος, ὅπως προταθῇ πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης ταύτης τοῦ πολυμαθοῦς ὑφηγητοῦ τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι, ὅσον αἱ ἀσθενεῖς μου δυνάμεις μοὶ ἐπιτρέπουσιν, ἀνῄρεσα ἑκάτερον τῶν δύω δισταγμῶν, οἵτινες ἐπροτάθησαν ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ ἐξ Ἐπιδαύρου τῆς Λιμηρᾶς κ. Παππαμιχαλοπούλου καὶ ὑπὸ τοῦ ἐντίμου συναδέλφου μου κ. Ῥάλλη, ἂν καὶ ἀμφότεροι οἱ δύω οὗτοι δισταγμοὶ ἔχουν τὴν αὐτὴν ῥίζαν καὶ τὴν αὐτὴν καταγωγήν· κατὰ προσθήκην δὲ, νομίζω, ἀνῄρεσα καὶ τοὺς δισταγμοὺς οἱ ὁποῖοι δὲν σᾶς ἀπηγγέλθησαν ἐντεῦθεν, περὶ τοῦ προνομίου τὸ ὁποῖον οἱ ὑπουργοὶ κατὰ σύνταγμα ἔχουσι. Δὲν μοὶ μένει ἵνα ἐκτείνω τὸν λόγον περαιτέρω· νομίζω ὅμως ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ φέρω σκέψεις τινας, περὶ τῶν λόγων τοὺς ὁποίους ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Πυλίας προέβαλε, καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἠθέλησε νὰ πιστοποιήσῃ ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀνακρίνειν ἀνήκει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ οὐχὶ εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον· οἱ παρὰ τοῦ ἐντίμου συναδέλφου μου προταθέντες λόγοι μοὶ φαίνονται ἀρκετὰ πρακτικοὶ, ὑποδεέστεροι δὲ τῶν ἀληθῶν σκέψεων, αἵτινες συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τοῦ δικαιώματος τούτου. Τὰς σκέψεις ταύτας ἐξέθηκα σαφῶς, νομίζω δ’ ὅτι αὗται διέπουσι τὸν κλάδον τοῦτον τοῦ δικαίου. Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ συναινέσω εἰς τὴν γνώμην τοῦ κ. Καραπαύλου, ὡς πρὸς τὴν μεταβολὴν τοῦ ὅρου «τοῦ ἀπαγγέλλειν κατηγορίαν.» Ἂν ἡ Βουλὴ συναινῇ νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ ὅρου τούτου, δύναται νὰ τὸ πράξῃ ἄνευ ἐνδοιασμοῦ· ἂν διστάζῃ, συνεπείᾳ τῶν παρατηρήσεων τοῦ κ. Καραπαύλου, δύναται νὰ καταχωρίσῃ πάντα ἄλλον· ἀλλὰ τοῦτο μόνον ἀπαιτεῖται, ὁ ὅρος νὰ περιέχῃ τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δύναται νὰ καλέσῃ ἐνώπιον της πάντας καὶ νὰ τοῖς ἀναγγείλῃ ὅτι κατηγοροῦνται δι’ ὡρισμένην πρᾶξιν, καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ ἀπολογηθῶσι. Προέβαλον τὸν εἰρημένον ὅρον, ὑποβαλὼν αὐτὸν τεχνικόν. Καὶ ἐγὼ μὲν τοιοῦτον θεωρῶ αὐτόν· ἂν δ’ ἡ Βουλὴ δὲν ἔχῃ τὴν γνώμην ταύτην, δύναται νὰ ἀντικαταστήσῃ αὐτὸν δι’ ὁποιουδήποτε ἄλλου θέλει. Ὡς πρὸς τὴν προθεσμίαν 10 ἢ 20 ἢ 30 ἡμερῶν, δὲν ἔχω οὐδεμίαν γνώμην· ἡ Βουλὴ ἂς ἐκτιμήσῃ τὰς ἀνάγκας τῆς ἀνακρίσεως καὶ ἂς προσδιορίσῃ οἱανδήποτε προθεσμίαν θέλει. Ἐν περιπτώσει ὅμως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ νομίσει ὅτι ἀρκεῖ χρονικόν τι διάστημα πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ἐπιτροπὴ, ἐὰν δὲν περαιώσῃ ἐντὸς αὐτοῦ τὴν ἐργασίαν της, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν παραμονὴν τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας καὶ νὰ ζητήσῃ παράτασιν, καὶ ἡ Βουλὴ, ἐκτιμῶσα τὰς ἀνάγκας ταύτης, δὲν θέλει ἀρνηθῆ τὴν παράτασιν ταύτην. Περὶ δὲ τῆς ἀνάγκης νὰ προστεθῶσι τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ εἰσαγγελέως ἐκτὸς τῶν καθηκόντων τοῦ ἀνακριτοῦ, συμφωνῶ ἐντελῶς μετὰ τοῦ κ. Καραπαύλου, προβάλλων νὰ προστεθῇ καὶ τοῦτο. Διὰ δὲ τοὺς συνεργοὺς καὶ συναιτίους, νομίζω ὅτι αἱ διατάξεις τῆς ποιν. δικονομίας ἔλυσαν ἐντελῶς πᾶσαν ἀμφιβολίαν. Ἡ ποιν. δικονομία διατάσσει, ὅτι ἡ ἰδιάζουσα δικαιοδοσία συνεπάγεται μεθ’ ἑαυτῆς καὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀπελάμβανον τῆς κοινῆς δικαιοδοσίας· ἡ δικαιοδοσία τῶν ὑπουργῶν κατὰ τὸ Σύνταγμα εἶναι μὴ κοινὴ, ἑπομένως ἐφ’ ὅσον πολίτης τις ἤθελε κριθῆ συνεργὸς τῆς πράξεως διὰ τὴν ὁποίαν κατηγορεῖται ὁ ὑπουργὸς, ὁ πολίτης οὗτος θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὴν αὐτὴν δικαιοδοσίαν εἰς τὴν ὁποίαν καὶ οἱ ὑπουργοί.
§11ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Δι’ ἄλλον λόγον, κύριοι, ἐζήτησα νὰ ἀναβῶ τὸ βῆμα, σπουδαιότερον, καὶ δι’ ἄλλον λόγον θέλω ὁμιλήσει. Τῳόντι ὁ κ. Δηλιγιάννης δὲν ἀφῆκε τίποτε νὰ προσθέσω, καὶ προστίθεμαι ἀπολύτως εἰς τὴν γνώμην αὐτοῦ· ἔχω διαφέρουσαν γνώμην ὡς πρὸς τὴν ἀφορμὴν τοῦ νόμου τῆς ἐξαιρετικῆς δικαιοδοσίας τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν ὑπουργῶν, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι τὸ αὐτό. Πρεσβεύω ὅτι ἐζητήθη διὰ τῆς ἐξαιρετικῆς αὐτῆς διαδικασίας ἐγγύησίς τις μᾶλλον κατὰ τῶν ὑπουργῶν ἢ ὑπὲρ τῶν ὑπουργῶν· δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ δημοσία ἀγωγὴ νὰ ἐνασκῆται ἐναντίον τοῦ Βασιλέως, ἀλλὰ κατὰ τῶν ὑπηρετῶν τοῦ στέμματος. Πρεσβεύω ὅτι εἶναι ἁρμοδία μόνη ἡ Βουλὴ νὰ κατηγορήσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, εἶναι ἁρμοδία νὰ συμπεριλάβῃ εἰς τὴν κατηγορίαν καὶ τοὺς συνεργοὺς καὶ τοὺς συναιτίους δυνάμει ἄρθρου τῆς ποινικῆς δικονομίας, λέγοντος· ἡ ἁρμοδιότης ἐπὶ τοῦ πρωταιτίου ἐκτείνεται ἐπὶ τῶν συνεργῶν καὶ συναιτίων. Οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ἔχω ὅτι ἡ γενομένη προεισαγωγικὴ ἀνάκρισις ὑπὸ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν πρωτοδικῶν καὶ τῶν ἐφετῶν εἶναι ἔγκυρος· δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν, καὶ ἤθελον εἴπει τὸ ἐναντίον ἂν ἀπήγγελλον κατηγορίαν κατὰ τῶν κατηγορουμένων, διότι ἐπὶ τῶν κατηγορουμένων αὐτῶν, ἕνεκα τῆς θέσεως αὐτῶν, δὲν ἔχει ἐξουσίαν παρὰ μόνη ἡ Βουλή· ἀλλὰ τοιαύτην ἐξουσίαν ἡ προεισαγωγικὴ ἀνάκρισις ἐπὶ τῶν ὑπουργῶν δὲν ἤσκησε, περιωρίσθη νὰ συναθροίσῃ τὴν ὕλην τῆς κατηγορίας, νὰ βεβαιώσῃ τὸ γεγονὸς, καὶ ὅταν εἶδε πρόσωπα ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἠδύνατο νὰ ἐνασκήσῃ ἐξουσίαν, ἐσταμάτησεν. Ἔχω ὅμως μίαν πρότασιν, τὴν ὁποίαν, ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ἡ Βουλὴ, νὰ τὴν ἀναγνώσω, ταυτιζομένην ἐν πολλοῖς μετὰ τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ἔχουσαν ὅμως καί τινας προσθήκας. (Ἀναγινώσκει). «Ἡ Βουλὴ ἐπιτρέπει εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης νὰ συμπληρώσῃ τὴν γενομένην προεισαγωγικὴν ἀνάκρισιν, ἐὰν δέῃ, ν’ ἀπαγγείλῃ κατηγορίαν ἐπὶ δωροδοκίᾳ κατὰ τῶν πρώην ὑπουργῶν Ἰωάννου Βαλασσοπούλου καὶ Βασιλείου Νικολοπούλου, καὶ πάντων τῶν συναιτίων καὶ συνεργῶν.» Τοῦτο δὲν περιέχεται εἰς τὴν γνωμοδότησιν τῆς ἐπιτροπῆς· «καὶ νὰ ἐνεργήσῃ πάντα τὰ δικαιώματα καὶ καθήκοντα τοῦ ἀνακριτοῦ». Τὸν εἰσαγγελέα, κύριοι, δὲν δυνάμεθα νὰ τὸν παραθέσωμεν ἐνταῦθα, διότι τὸ αὐτὸ πρόσωπον δὲν δύναται νὰ ἦναι καὶ εἰσαγγελεὺς καὶ ἀνακριτής· δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ νὰ προστεθῇ ὁ ὅρος «καὶ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας». Ἐν τῇ προτάσει τοῦ κ. Δηλιγιάννη δὲν ὑπάρχει. Ταύτην λοιπὸν ὁλόκληρον τὴν προδικασίαν πρέπει νὰ ἐνασκήσῃ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ὡς πρὸς τὰ παρεμπίπτοντα προδικαστικὰ ζητήματα, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο συντάσσομαι μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς. Πλὴν τῆς προφυλακίσεως καὶ τῆς παραπομπῆς, περὶ ὧν θέλει ἀποφανθῇ τὸ σῶμα ἐπὶ προβουλεύματι τῆς ἐπιτροπῆς, εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέσω ἀμέσως διάταξίν τινα, διότι κατὰ τὴν πρότασίν μου «δίδεται δικαίωμα», κατὰ τὴν ἐπιτροπὴν «χορηγεῖται ἐξουσία.» Κατόπιν ἔχω μερικὰς δευτερευούσας διατάξεις, αἱ ὁποῖαι θέλουσι χρησιμεύσει εἰς τὴν διεκπεραίωσιν, εἰς τὴν ταχεῖαν διεξαγωγὴν τῶν καθηκόντων τῆς ἐπιτροπῆς· «ἡ ἐπιτροπὴ θέλει συνεδριάζει, ἀρχομένη ἀπὸ τῆς 8ης ὥρας πρὸ μεσημβρίας,» ἐν ὅσῳ ἔχει ἐργασίαν, «ἀπὸ τῆς αὔριον». Ἡ παρουσία τριῶν μελῶν ἀπαρτίζει ἀρτιότητα, διότι βλέπομεν ὅτι κατὰ τὰς ἐπιτροπὰς δὲν συνέρχεται ἀποχρῶν ἀριθμὸς προσώπων. Ἐσκέφθην δὲ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τι, ἐὰν δὲν θέσωμεν τὸν ὅρον τῆς ἀρτιότητος. Αἱ ἀποφάσεις αὐτῆς ἐκτελοῦνται ἐν ἀπογράφῳ ὑπογραφομένῳ ὑπὸ τοῦ προέδρου καὶ τοῦ γραμματέως αὐτῆς καὶ ἑτέρου τινὸς μέλους αὐτῆς, αἱ δὲ κλήσεις ὑπογράφονται ὑπὸ μόνου τοῦ γραμματέως ἢ τοῦ προέδρου, τάσσεται δὲ τῇ ἐπιτροπῇ προθεσμία ἡμερῶν δεκαπέντε. Αἱ ἀποφάσεις, κύριοι, τῆς ἐπιτροπῆς θὰ ἐκτελῶνται ὑπὸ τοῦ εἰσαγγελέως· ἐὰν πρόκηται νὰ συλλάβῃ κατηγορούμενόν τινα, θὰ ἀπευθυνθῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, τοῦτο δὲ εἰς τὸν εἰσαγγελέα.
§12ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Διατί νὰ μὴ τοὺς συλλαμβάνουν ἀμέσως οἱ χωροφύλακες.
§13ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τώρα, ἂν διὰ πᾶσαν πρᾶξιν ἐχρειάζοντο νὰ ὑπογράψωσι πάντες, νομίζω ὅτι θὰ ἀπολεσθῇ πολύτιμος καιρός. Ὡς πρὸς τὸ τῆς προφυλακίσεως ζήτημα, κύριοι, νομίζω ὅτι εἶναι πολὺ νὰ ἐπιτραπῇ εἰς μόνην τὴν ἐπιτροπήν· νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπιφυλάξῃ ἑαυτῇ τὴν ἀπόφασιν τῆς προφυλακίσεως ἡ Βουλή, ἐπὶ τῇ βάσει προτάσεως τῆς ἰδίας ἐπιτροπῆς. Τὸ πρᾶγμα εἶναι καὶ καθ’ αὑτὸ σπουδαῖον, ἀλλ’ ἐγένετο σπουδαιότερον ἐκ διαφόρων ἄλλων ἐνστάσεων καὶ παρατηρήσεων, αἵτινες θεωροῦσι τὴν Βουλὴν μόνον εἰσαγγελέα, καὶ τὸ ἔνταλμα τῆς φυλακίσεως δὲν ἐκδίδοται ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα, ἀλλ’ ἀπὸ τὸν ἀνακριτήν. Τὸ κατ’ ἐμὲ, δὲν θεωρῶ τὴν Βουλὴν μόνον εἰσαγγελέα, τὴν θεωρῶ συμβούλιον τῶν ἐφετῶν καὶ εἰσαγγελέα τῶν ἐφετῶν, δηλ. κυρίαν ἀπόλυτον τῆς ἀνακρίσεως καὶ κυρίαν τῆς κατηγορίας, καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ φροντίζῃ καὶ νὰ ἐξασκῇ τὴν ἀνάλογον ἐξουσίαν αὐτῆς καὶ ὡς πρὸς τὴν βεβαίωσιν τῆς πράξεως, καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀνακάλυψιν τοῦ κατηγορουμένου, καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ποινῆς· καὶ λέγω ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς προφυλακίσεως καὶ δὲν τὸ ἔχει ἄλλος τις, οὐδὲ τὸ αὐθεντικὸν δικαστήριον· ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ μεταδώσῃ τὴν μεγάλην αὐτὴν ἐξουσίαν της εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἀφοῦ παροῦσα εἶναι ἡ Βουλή. Ἀλλ’ ἐκτὸς, λέγω, αὐτῆς τῆς ἐνστάσεως, ἣν διάσημοι νομομαθεῖς ὑπέβαλον, ἐν οἷς καὶ ὁ ἀείμνηστος Διομήδης Κυριακοῦ, εἶναι καὶ μία ἄλλη παρατήρησις· καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἁπανταχοῦ τὸ ἔνταλμα τῆς προφυλακίσεως ἐξέδιδεν ἡ Βουλὴ τῶν ὁμοτίμων. Ἐνόμισα, κύριοι, καθῆκόν μου νὰ σᾶς ὑποβάλω αὐτὰ, καὶ βλέπετε κατὰ τί κυρίως διαφέρει ἡ πρότασίς μου τῶν ἄλλων, ὅτι τὴν προφυλάκισιν πρέπει νὰ ἐπιφυλάξῃ εἰς ἑαυτὴν ἡ Βουλή· τὰς ἄλλας τροποποιήσεις τὰς θεωρῶ σπουδαίας χάριν ταχυτέρας διεκπεραιώσεως, διότι, ἂν ἀπαιτῆται νὰ ὑπογράψουν ὅλα τὰ μέλη, θὰ ἔχητε δυσχερείας, καὶ μάλιστα, λέγω, εἰς τὴν κλήτευσιν τῶν μαρτύρων δὲν χρειάζεται παρὰ ἡ ὑπογραφὴ τοῦ γραμματέως.
§14ΡΙΚΑΚΗΣ. Μετὰ τὴν λεπτομερῆ καὶ μακρὰν ἀγόρευσιν τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη, νομίζω ὅτι διὰ τῆς περαιτέρω συζητήσεως δὲν ἔχομεν νὰ προσθέσωμεν πολλὰ δυνάμενα νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ καθαρὰν λύσιν τοῦ ζητήματος. Τὸ ζήτημα, κύριοι, τὸ σπουδαιότερον εἶναι, ἂν αἱ ἐνεργηθεῖσαι μέχρι τοῦδε ἀνακρίσεις δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν πρόοδον τῆς ἀνακρίσεως, διὰ τὰς συνεπείας τὰς ὁποίας δύναται ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τούτου νὰ ἔχῃ· ἑπομένως σιμὰ εἰς ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ὁ κύριος Δηλιγιάννης σᾶς ὑπέβαλε, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς κάμω ἔτι μίαν διάκρισιν· ἡ ποινικὴ διαδικασία κανονίζεται ἀναλόγως τῆς πράξεως καὶ τοῦ προσώπου· ἡ ποινικὴ πρᾶξις εἶναι μία καὶ ἡ αὐτή. Ἐνηργήθη τὸ ἔγκλημα, ἡ κατὰ τὴν περιφέρειαν τῆς ἐκτελέσεως ἀνακριτικὴ ἀρχὴ ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀμέσου καταδιώξεως· καταδιώκεται τὸ ἔγκλημα, ἐνεργοῦνται ἀνακριτικαὶ πράξεις πρὸς εὕρεσιν τοῦ ἐγκλήματος, αἱ ὁποῖαι εἰσὶν ἰσχυραί, ὅταν δὲν πρόκηται περὶ τοῦ προσώπου· συμβαίνει π. χ. φόνος, ἡ ἀνακριτικὴ ἀρχή, ἀγνοοῦσα τίς ἔπραξε τὸν φόνον, συλλέγει τὰς προσφάτους ἀποδείξεις, διότι μετ’ ὀλίγον ἐξαφανίζονται, ἐξομολογεῖ τὸν φονευθέντα, ὁ ὁποῖος δύναται εἰσέτι νὰ ἀναπνέῃ, βεβαιοῖ τὸ ἔγκλημα· ἀλλ’ ἡ ἀνάκρισις προχωροῦσα, ἀνακαλύπτει ὅτι κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἐγκλήματος συνέπραξαν πρόσωπα χαίροντα εἰδικὴν δικαιοδοσίαν. Νὰ ἐξαφανίσωμεν τὰ γενόμενα, διότι ἐνεργήθησαν ὑπὸ ἀνακριτικῆς ἀρχῆς εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ὑπέκειτο τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο; Νὰ ἀκυρώσωμεν τὰς ἀνακριτικὰς ἐκθέσεις, αἱ ὁποῖαι βεβαιοῦσι τὸ ἔγκλημα, καὶ ν’ ἀφήσωμεν τὴν κατηγορίαν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀποδείξεως; Αἱ ἀνακριτικαὶ λοιπὸν πράξεις εἶναι πάντοτε ἰσχυραί, ὑφ’ οἱασδήποτε ἀνακριτικῆς ἀρχῆς ἐνεργηθῶσιν. Ἅμα ἡ ἀνάκρισις ἀποδείξῃ, ὅτι πρόσωπον ὡρισμένον, ἔχον εἰδικὴν διαδικασίαν, θεωρεῖται ὑπαίτιον τῆς πράξεως αὐτῆς, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἡ ἁρμοδία ἀνακριτικὴ ἀρχὴ τῆς εἰδικῆς διαδικασίας ἔρχεται εἰς συνάφειαν μὲ τὸ πρόσωπον, τὸ ὑποβάλλει ὑπὸ τὴν ἀνάκρισιν, ὑπὸ τὴν ἐξέτασιν, τὸ προσκαλεῖ εἰς ἀπολογίαν, διότι αὐτὴ καὶ μόνη εἶναι ἁρμοδία νὰ ζητήσῃ λόγον διὰ τὴν πρᾶξιν. Ἀλλ’ αἱ πράξεις αἱ ὁποῖαι ἐνεργήθησαν ἐξακολουθοῦν νὰ ᾖναι ἔγκυροι, ἀπρόσβλητοι, ὥστε, νομίζω ὅτι κατὰ τὴν θεωρίαν αὐτήν, ἣν κανεὶς δὲν δύναται νὰ διαμφισβητήσῃ, αἱ ἀνακρίσεις αἱ ὁποῖαι ἐνεργήθησαν πρὸς βεβαίωσιν τοῦ ἐγκλήματος, πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν ἐνόχων, ἐξακολουθοῦσι νὰ ᾖναι ἰσχυραί, καὶ ἡ εἰδικὴ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή, ἢ ὁ ἀνακριτὴς τῆς εἰδικῆς διαδικασίας, δὲν ἔχει νὰ κάμῃ τίποτε ἄλλο, εἰμὴ νὰ ἐνεργήσῃ τὰ περαιτέρω, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἤδη προκύπτει ὅτι ἐνοχοποιεῖται, τὸ χαῖρον τὴν εἰδικὴν διαδικασίαν· ὥστε, νομίζω, τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι καθαρῶς λελυμένον. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας συγχρόνως ἄλλην περίπτωσιν, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος σιωπηρῶς προβλέπει, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία. Τὸ Σύνταγμα δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κατηγορήσῃ, καὶ σιωπᾷ· καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαδικασίαν τῆς ἀνακρίσεως, ἀφίνει ἐλευθέραν τὴν Βουλὴν νὰ σχηματίσῃ ὅπως θέλει τὴν πεποίθησίν της, ἐνῷ τὴν δικαστικὴν ἀστυνομίαν τὴν περιέβαλε μὲ διατυπώσεις, μὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀκολουθήσῃ ὡρισμένα μέσα ἀνακριτικά. Ἀπέναντι λοιπὸν αὐτῆς τῆς μεγάλης ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα ἔδωκεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἀπέναντι τῆς ἐντελοῦς σιωπῆς τοῦ νόμου, θέλετε νὰ διαγράψωμεν τύπους, νὰ περιορίσωμεν τὴν πεποίθησιν ἣν δυνάμεθα νὰ σχηματίσωμεν, χωρὶς οὔτε ἡ ἀνάγκη, οὔτε ὁ νόμος, οὔτε τὰ συμφέροντα νὰ μᾶς τὸ ἐπιβάλλωσι; Νομίζω λοιπόν, ὅτι καμμία ἀμφιβολία δὲν δύναται ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ προκύψῃ· αἱ ἀνακρίσεις αὗται θεωροῦνται ἰσχυραί, δὲν ἔχουν ἀνάγκην εἰμὴ νὰ συμπληρωθῶσιν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἐπιφορτίσωμεν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ναυπάκτου ὑπέβαλε, νὰ προσθέσωμεν καθήκοντα δικαστικοῦ συμβουλίου, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἡ οἰκεία θέσις εἰς τὴν πρᾶξιν αὐτήν· ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἴμεθα ἐντελῶς ἐλεύθεροι, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπίσης πρέπει νὰ ᾖναι ἐλευθέρα. Τὸ δικαστικὸν συμβούλιον δὲν ἔχει ἀνακριτικὰ καθήκοντα, ἔχει καθῆκον τοῦ νὰ ἀποφασίζῃ καὶ κατὰ τὴν ἀνάκρισιν καὶ μετὰ τὴν ἀνάκρισιν δύω ζητήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν ἀνάκρισιν ἀλλὰ δὲν εἶναι τῆς ἀνακριτικῆς ἐξουσίας, ὥστε, ἂν παρουσιασθῇ ἓν ἐκ τῶν δύω τούτων ζητημάτων, μόνον ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία νὰ τὸ λύσῃ, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ εἰς καμμίαν περίστασιν νὰ ἀναθέσῃ τὸ τοιοῦτον δικαίωμα εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ὡς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τῇ ἀναθέσῃ τὴν ἐντολὴν νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς καταδιώξεως, ἢ τῆς μὴ καταδιώξεως. Ὥστε νομίζω, κύριοι, ὅτι παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Γόρτυνος, δυνάμεθα νὰ τὴν συμπληρώσωμεν.
§15ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§16Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Περιβάλλεται καὶ μὲ τὰ καθήκοντα τοῦ εἰσαγγελέως;
§17ΡΙΚΑΚΗΣ. Αὐτὴ ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἐκτελέσῃ ἀνακριτικὰ καθήκοντα, τὸ δὲ τῆς ἐκτελέσεως....
§18ΧΟΪΔΑΣ. Τὸ καθῆκον τοῦ εἰσαγγελέως τὸ ἐκπληροῖ ἡ Βουλή, ἡ ὁποία δίδει παραγγελίαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἐκτελέσῃ καθήκοντα ἀνακριτοῦ.
§19ΡΙΚΑΚΗΣ. Βεβαιότατα.
§20ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐὰν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἀνακρίσεως ᾖναι ἀνάγκη τῆς παρουσίας μάρτυρος, ὁ ὁποῖος ὁπωσδήποτε ἀρνεῖται νὰ προσέλθῃ, ἢ καὶ αὐτοῦ τοῦ κατηγορουμένου, ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ διὰ τίνος τρόπου θὰ ἐνεργήσῃ τὴν βιαίαν προσαγωγήν;
§21ΡΙΚΑΚΗΣ. Θὰ διατάξῃ τὴν βιαίαν προσαγωγὴν ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή, τὴν δὲ ἐκτέλεσιν θὰ ἀναλάβῃ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ὅλαι δ’ αἱ ἀρχαὶ θὰ ὑπακούωσιν εἰς τὴν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπήν.
§22ΖΩΧΙΟΣ. Μέχρι τῆς ὥρας ἐξετάζεται τὸ ζήτημα νομικῶς καὶ κατὰ τύπους, ἐγὼ θέλω νὰ τὸ ἐξετάσω κατὰ τὴν ἀληθινὴν αὐτοῦ μορφήν. Δὲν θὰ ὑπῆρχε τὸ ζήτημα αὐτό, ἐὰν ἤμεθα εἰς ἄλλους τόπους.
§23ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἡ οὐσία εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§24ΖΩΧΙΟΣ. Ἄφησε αὐτοὺς τοὺς τύπους, διότι μοὶ ἔλεγες ἄλλοτε ἀπ’ ἐδῶ· atres faciunt collegium». Αὐτό σου δὲ τὸ δόγμα ἔφερε τὸ προκείμενον ζήτημα ἐν τῇ Βουλῇ, διότι, ἐὰν δὲν ἐνεθάῤῥυνες τοὺς ὑπουργοὺς ἐκείνους, δὲν θὰ ἦσαν ὑπόδικοι σήμερον, ἀλλὰ τοὺς ὑπεστήριζες διὰ τῆς νομικῆς σου δυνάμεως, καὶ δι’ αὐτὸ σήμερον εἶναι ὑπόδικοι. (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία εἰς τὸ ἀκροατήριον. Ἐὰν ἐπαναλάβητε τὰς ἀταξίας, θὰ ζητήσω τὴν ἐκκένωσιν· δὲν θὰ ἐπιτρέψω αἰωνίως αὐτὴν τὴν ταραχήν. Ἐὰν θέλητε νὰ μείνητε ἐδῶ, ἡσυχάσατε.
§26ΖΩΧΙΟΣ. Ἐὰν ἤμεθα εἰς ἄλλους τόπους, τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν θὰ ὑπῆρχε. Διατί; Θὰ ἐγίνοντο αὐτόχειρες οἱ αὐτουργοὶ αὐτῶν. Καὶ ἀλλαχοῦ συνελήφθησαν ὑπουργοὶ καταχρασθέντες, ἀλλ’ ἔκοψαν τὸν λαιμόν των.
§27ΡΩΜΑΙΟΣ. Αὐτὴν τὴν χάριν δὲν σοῦ κάμνει ὁ Νικολόπουλος. (Ἱλαρότης).
§28ΖΩΧΙΟΣ. Θέλω νὰ σᾶς ἐπαναφέρω εἰς ἄλλας ἡμέρας καὶ εἰς ἄλλην ἐποχήν, πρὸ τῆς πτώσεως τοῦ ὑπουργείου τοῦ Βούλγαρη. Πρέπει νὰ τεθῆτε κατὰ διάνοιαν εἰς τὰς ἡμέρας ἐκείνας, ὅτε ... ....πρέπει νὰ τὸ εἴπω, —ὅτε διέβαινεν ὁ Βασιλεὺς εἰς τοὺς δρόμους καὶ τοῦ ἔστρεφον τὰ νῶτα. Τίς ὁ αἴτιος; Αὐτοὶ οἱ ὑπουργοὶ, τοὺς ὁποίους σήμερον ἐξετάζομεν κατὰ τίνα τρόπον πρέπει νὰ τοὺς δικάσωμεν. Σᾶς ἐπαναφέρω εἰς τὰς ἡμέρας ἐκείνας, ὅτε ἡ ἐπανάστασις ἐπαρουσιάζετο πρὸ τῶν πυλῶν τῆς πρωτευούσης. Τίς ὁ αἴτιος; Σήμερον δὲ ἐπικρατεῖ γαλήνη. Περὶ τίνος δὲ πρόκειται; Διὰ τὸ ἄρθρον δεῖνα, κατὰ τὸ ἄρθρον δεῖνα, καὶ τὰ ἑξῆς. Ἠξεύρετε δὲ τί θὰ συμβῇ; Ἕως νὰ εὕρητε σεῖς ὅλα αὐτὰ τὰ ἄρθρα, τὸ ζήτημα ἀποθνήσκει.
§29ΡΩΜΑΙΟΣ. Ἴσα ἴσα δι’ αὐτὸ γίνεται.
§30ΛΑΠΑΣ. Δὲν θὰ τοὺς περάσῃ.
§31ΡΩΜΑΙΟΣ. Θὰ τοὺς περάσῃ, καὶ θὰ ἰδῆτε ὅτι θὰ γλυτώσουν· θὰ τὰ φάγουν καὶ θὰ τὰ χωνεύσουν (ἱλαρότης).
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ, σπουδαιοτάτην συζήτησιν τὴν παρατρέπετε δι’ αὐτῶν τῶν διαλόγων.
§33ΛΑΠΑΣ. Πολὺ καλὰ, pardon.
§34ΖΩΧΙΟΣ. Ἂς ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα πρακτικῶς. Ἡ Βουλὴ δὲν θὰ διαλυθῇ, ἀλλὰ θὰ ἀπολυθῇ πρὸ τῆς 25 Δεκεμβρίου· ναὶ ἢ ὄχι;
§35ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ὄχι, τὸν Ἰανουάριον.
§36ΖΩΧΙΟΣ. Ἡσυχάσατε· πρὸ τῶν ἑορτῶν τοῦ Δβρίου ἡ Βουλὴ θὰ ἀποθάνῃ, θὰ κοιμηθῇ, θὰ νυστάξῃ. Αὔριον δὲ θὰ ἔχωμεν ἄλλο ζήτημα σπουδαιότερον, ἢ τὸ ἐλησμονήσαμεν, καὶ περιστρεφόμεθα εἰς τὸ ζήτημα τὸ ἐπισκοπικόν; Ἔχομεν τὸ ζήτημα τὸ πολιτικὸν, τὸ ὁποῖον αὔριον, μετὰ τὴν αὔριον θὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Πότε δὲ θὰ τὸ ἐξετάσητε; Ἢ μήπως παίζωμεν; Ἔχομεν ὄρεξιν νὰ παραπέμψωμεν τοὺς ἐνόχους εἰς δίκην, ἢ ὄχι; Διότι εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅτι πρὶν ἢ κρεμασθῇ εἷς Ὑπουργὸς ἀπὸ τοῦ κρίκου, τοῦ ὑπεράνω τοῦ βήματος, τὸν ὁποῖον ἀφῄρεσαν, εἶναι ἀδύνατον νὰ σωθῶμεν.
§37ΛΑΠΑΣ. Τετέλεσται τώρα.
§38ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν τετέλεσται, μὴ σπεύδῃς, διότι εἶναι γλυστερὸς ὁ Βούλγαρης καὶ φεύγει.
§39ΛΑΠΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ἰδική σου δουλιὰ καὶ ἰδική μου.
§40ΖΩΧΙΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, ἂς λάβωμεν τὸ ζήτημα ὑπὸ σπουδαιοτέραν ἔποψιν. Μετὰ τὴν 25 Δεκεμβρίου ἡμεῖς δὲν θὰ ὑπάρχωμεν, ἡμεῖς οἱ κατήγοροι, οἱ Εἰσαγγελεῖς, οἱ διῶκται, ὅπως θέλετε ὀνομάσατε τοὺς κατηγόρους τῶν ὑπουργῶν. Καὶ διὰ τοῦτο ὅ,τι θὰ κάμωμεν, ἂς τὸ ἐκτελέσωμεν ἐντὸς τῆς διμήνου προθεσμίας, ἧς εἴμεθα κύριοι. Ἂν δὲ τὴν παρατήρησίν μου ταύτην λάβητε κατὰ νοῦν, δύνασθε νὰ ἐννοήσητε ἐὰν ἡ τῆς Ἐπιτροπῆς δεκαπενθήμερος προθεσμία ᾖναι ἀρκοῦσα. Κύριοί μου, μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ Βούλγαρη προέκυψεν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ ἀκόλουθον ζήτημα· εἶναι τιμωρητέοι οἱ ἔνοχοι, ἐὰν ᾖναι Ὑπουργοί; Ἔσωσε δὲ πρὸς στιγμὴν τοὺς ὑπουργοὺς ὁ κύριος Τρικούπης, διότι ἐὰν ὁ κύριος Τρικούπης δὲν παρενέβαινε, δὲν θὰ εἴχομεν αὐτὴν τὴν δίκην σήμερον. Διατί; ἡ ὀργὴ τοῦ λαοῦ θὰ τοὺς εἶχε τιμωρήσῃ. Παρενέβη δὲ ὁ κύριος Τρικούπης καὶ ἔσωσε τοὺς τύπους, ἀλλ’ οἱ τύποι τώρα νὰ μὴ φάγουν τὴν οὐσίαν, διότι ἐὰν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ σωθοῦν, παραιτηθῆτε τοῦ Συντάγματος, Σύνταγμα δὲν θὰ ὑπάρξῃ. Μὴ ἀπατᾶτε τὸν ἑαυτόν σας. Σήμερον σᾶς λέγουν ὅτι ἀπαιτεῖται ἄκρα δικαιοσύνη, ὅτι πρέπει νὰ πείσωμεν ὅλον τὸν κόσμον, ὅτι δικαίως τοὺς κατηγοροῦμεν. Ἀλλ’, εὐλογημένοι, ποῖος τοὺς ἐπαινεῖ; Ὑπάρχει ἄνθρωπος ἐπαινῶν αὐτοὺς, ἢ ἀναδεχόμενος τὴν προστασίαν αὐτῶν; Τοὺς συνέλαβεν ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἡ Εἰσαγγελία, καὶ ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι λέγοντες, ὅτι ἡ γενομένη ἀνάκρισις οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν. Ἡ εἰσαγγελία ὅμως σᾶς τοὺς παρέδωκε δεσμίους, σᾶς παρέδωκε καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐγκλήματος, 4 Ἀρχιερεῖς· τὸν ἕνα τὸν ἐπῆρεν ὁ Θεὸς ἢ ἄλλος τις. Σᾶς παρέδωκε δὲ ὅλην αὐτὴν τὴν ὕλην τὴν ψηλαφητὴν, σεῖς δὲ ταλαντεύεσθε σκεπτόμενοι πόσην προθεσμίαν θὰ δώσητε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν σας. Ἔχομεν δὲ ὑπ’ ὄψιν τρεῖς προτάσεις, τὴν πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς, τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη, καὶ τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου τοῦ πρὸ μικροῦ ἀγορεύσαντος. Συγχωνεύσατε τὰς 3 εἰς μίαν. Πρὸ πάντων δὲ φροντίσατε νὰ εἰσαχθοῦν εἰς δίκην ταχέως, πρὸ τῆς ἀπολύσεως τῆς Βουλῆς, ἥτις δὲν θὰ ζήσῃ πολὺν καιρόν. Ἔχομεν δὲ καὶ ἄλλας ἐργασίας, αὔριον μάλιστα ὅταν θὰ φθάσωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Κατ’ αὐτὰς δὲ θὰ ἔχωμεν καὶ τὸ ἄλλο ζήτημα τὸ πολιτικὸν, τὸ τῆς γενικῆς κατηγορίας τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη, δι’ ὃ θὰ τοὺς παρεπέμψωμεν εἰς δίκην, ἐὰν δὲ δὲν τοὺς παραπέμψωμεν, ἀπελπισθῆτε ἐντελῶς, παραιτηθῆτε ἐντελῶς ἀπὸ τοῦ νὰ ἔχητε Σύνταγμα.
§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐπὶ τῇ πτώσει τοῦ προτελευταίου ὑπουργείου παρεμβὰς ἔσωσα τοὺς τύπους. Ἐὰν τῳόντι ἡ παρέμβασίς μου εἶχε τοιοῦτον ἀποτέλεσμα, δὲν δύναμαι παρὰ νὰ θεωρῶ ἐμαυτὸν εὐτυχῆ ἐπὶ τούτῳ. Τὸ ζήτημα τῶν τύπων δὲν εἶναι ζήτημα ἐπουσιῶδες. Προκειμένου νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἐθνικὴ τιμωρία κατὰ τῶν ἐνόχων τῆς σημερινῆς καταστάσεως, πολὺ πρέπει νὰ προσέξωμεν εἰς τοὺς τύπους, διότι δὲν πρόκειται μόνον νὰ τιμωρήσωμεν, πρόκειται νὰ πείσωμεν τὴν κοινωνίαν ὅτι τιμωροῦμεν δικαίως· τότε μόνον ἡ τιμωρία φέρει τοὺς καρποὺς αὐτῆς.
§42ΖΩΧΙΟΣ. Τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ σκοπὸς δὲν εἶναι νὰ κρεμάσωμεν ἀνθρώπους ἀπὸ τὸν χαλκᾶ, ὡς εἶπεν ὁ προαγορεύσας· ὁ σκοπὸς εἶναι τιμωροῦντες, καὶ τιμωροῦντες διὰ τῆς ἐσχάτης αὐστηρότητος τοὺς ἐνόχους, νὰ μὴ φαινώμεθα ἐκδικοῦντες πάθη, ἀλλὰ νὰ δεικνυώμεθα πράττοντες ἐν ὀνόματι τοῦ νόμου. Ἐπικαλούμενος ὅμως τοὺς τύπους καὶ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ, δὲν νομίζω ὅτι οἱ τύποι θὰ φέρωσι τὴν ἀποτυχίαν, ἣν ὁ προαγορεύσας ἀνήγγειλεν. Ἀπεναντίας νομίζω ὅτι οἱ τύποι ἐπιτρέπουσι λίαν ταχεῖαν διεξαγωγὴν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ταχυτέραν μάλιστα ἐκείνης, ἣν ἤθελέ τις ὑποθέσει, ὅτι ἐπέτρεπον, ἐκ τῶν ἐξηγήσεων, τὰς ὁποίας περὶ τοῦ νόμου ἔδωσαν οἱ προαγορεύσαντες. Ἐπιτρέψατε δὲ καὶ εἰς ἐμὲ νὰ εἴπω πῶς ἀντιλαμβάνομαι, ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο, τὰ καθήκοντα καὶ τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ δικαστηρίου, διὰ νὰ φθάσω εἰς συμπέρασμα περὶ τῶν τύπων, καὶ νὰ ἀποδείξω, ὡς νομίζω, ὅτι δυνάμεθα, διατηροῦντες τοὺς τύπους, νὰ ἔλθωμεν εἰς ἀποτέλεσμα λίαν ταχέως. Ἡ Βουλή, κατὰ τὸ σύνταγμα, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῇ, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσάγῃ εἰς δίκην τοὺς ὑπουργοὺς ἐνώπιον τοῦ ὑπὸ τοῦ συντάγματος τεταγμένου δικαστηρίου, ὅπερ ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τοὺς δικάζῃ. Δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, ὅτι τὸ δικαστήριον ἐκεῖνο ὀφείλει ν’ ἀποδεχθῇ τυφλοῖς ὄμμασι πᾶσαν παραπομπὴν τῆς Βουλῆς· νομίζω, ὅτι τὸ δικαστήριον ἐκεῖνο ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἰδίαν αὑτοῦ ἁρμοδιότητα καὶ νὰ ἀποφασίσῃ, ἐὰν ἁρμοδίως ἢ οὔ παρεπέμφθησαν οἱ κατηγορούμενοι ἐνώπιον αὐτοῦ, καὶ ἐὰν ἁρμοδίως παρεπέμφθησαν, νὰ ἐπιληφθῇ τῆς δίκης, ἄλλως νὰ κηρύξῃ ἑαυτὸ ἀναρμόδιον καὶ νὰ παραιτήσῃ αὐτήν.
§44ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἰσχυρίσθην ὅτι τὸ δικαστήριον ἐκεῖνο, τὸ ὁριζόμενον ὑπὸ τοῦ συντάγματος, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κηρύξῃ ἑαυτὸ ἀναρμόδιον νὰ δικάσῃ.
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ δικαστήριον ἐκεῖνο ὀφείλει, κατ’ ἐμὴν γνώμην, νὰ ἐξετάσῃ τρία τινά· πρῶτον, ἐὰν ἡ Βουλὴ κατηγόρησε, δεύτερον, ἐὰν ἡ Βουλὴ κατηγόρησεν ὑπουργὸν, καὶ τρίτον, ἐὰν κατηγόρησεν ὑπουργὸν παραβάντα τὸν νόμον ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων του. Πέραν τῶν τριῶν τούτων θεμάτων οὐδὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ, προκειμένου περὶ ἁρμοδιότητος, καὶ ἐὰν ἐξετάσῃ τι πέραν τῶν σημείων τούτων, ἐξέρχεται τῶν ὁρίων τῶν ἰδίων δικαιωμάτων. Ἐν τῇ προκειμένῃ λοιπὸν περιστάσει, τί ἔχει νὰ ἐξετάσῃ τὸ δικαστήριον; Πρῶτον· οἱ κατηγορούμενοι ἦσαν ὑπουργοί; καὶ βεβαίως ἦσαν. Δεύτερον· ἐνήργησαν ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων των; — καὶ ἡ ἐκτέλεσις περιλαμβάνει καὶ τὴν ὑπέρβασιν. — Ἐνήργησαν ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων των, καθ’ ὃν δίδει τῆς δωροδοκίας ὁρισμὸν ὁ ποινικὸς νόμος, χαρακτηρίζων αὐτὴν ὡς παράβασιν τῶν καθηκόντων δημοσίου λειτουργοῦ; Μένει λοιπὸν νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ἡ Βουλὴ κατηγορῇ, ἀλλὰ μόνον ἐὰν ἡ Βουλὴ κατηγορῇ. Διὰ τίνων μέσων ἡ Βουλὴ ἔφθασεν εἰς τὴν πεποίθησιν, ὅτι πρέπει νὰ κατηγορήσῃ, τοῦτο δὲν εἶναι ἔργον τοῦ δικαστηρίου νὰ ἐξετάσῃ. Ἑπομένως, διατηροῦντες τοὺς τύπους, δὲν ἔχομεν χρονοτριβάς. Ἐδῶ δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, διὰ τίνων μέσων θέλομεν μορφώσει τὴν πεποίθησίν μας, ἀλλὰ τὸ συζητοῦμεν χάριν ἡμῶν αὐτῶν, οὐχὶ χάριν τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέλθῃ εἰς τοιαύτην ἐξέτασιν. Ἡμεῖς πρόκειται νὰ διορίσωμεν ἐπιτροπήν, εἰς ἣν θὰ ἀναθέσωμεν τὸ ἔργον νὰ μᾶς φωτίσῃ, καὶ δίδοντες εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἐντολὴν ταύτην, συζητοῦμεν ποῖα τὰ ὅρια τῆς ἐνεργείας τῆς ἐπιτροπῆς, συζητοῦμεν περὶ τῶν δικαιωμάτων, ἅτινα θέλομεν χορηγήσει εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην, ὅπως δυνηθῇ νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον· καὶ νομίζω ὅτι ὡς πρὸς τὴν συζήτησιν ταύτην καὶ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἤθελε συμφωνήσει ὅτι εἶναι λίαν ὠφέλιμος, διότι συντελεῖ εἰς τὴν αἰσίαν τῆς ὑποθέσεως διεκπεραίωσιν. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν λοιπὸν ταύτην ποίαν θέλομεν δώσει ἐντολήν; Βεβαίως εἶναι καλὸν ἡ Βουλή, προβαίνουσα εἰς τοιαῦτα ἔργα, ὅταν ἐκ τοῦ νόμου δὲν κανονίζωνται τὰ τῆς διαδικασίας ἐνώπιον αὐτῆς, νὰ κανονίζῃ ταῦτα συμφώνως πρὸς τὴν γενικὴν νομοθεσίαν τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ δὲν ἕπεται, ὅτι πρέπει νὰ παρακολουθήσῃ καὶ κατὰ γράμμα τὴν νομοθεσίαν ἐκείνην· ἡ Βουλὴ εἶναι, ὡς ἀρχὴ δικαστική, σῶμα ὅλως ἰδιάζον, καὶ δύναται αὐτὸς ὁ ἰδιόῤῥυθμος χαρακτὴρ τῆς Βουλῆς νὰ ἐπιβάλῃ καὶ ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς παρ’ αὐτῆς ἐνεργουμένης διαδικασίας ἄλλους κανόνας ἐκείνων, οἵτινες ἐθεωρήθησαν ὀρθοί, προκειμένου περὶ τῆς τακτικῆς δικαιοσύνης. Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ προβῇ εἰς κατηγορίαν καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξετάσεως, οὐδεμιᾶς ἀνακρίσεως, ὅπερ οὐδέποτε ἤθελεν ἐπιτραπῇ εἰς τὴν τακτικὴν δικαιοσύνην. Ἐπὶ πραγμάτων αὐταποδείκτων δὲν ἔχει ἀνάγκην ἡ Βουλὴ νὰ προκαλέσῃ ἐξέτασιν, ἀλλὰ προβαίνει ἀμέσως εἰς τὴν κατηγορίαν, καὶ τὸ δικαστήριον, ὡς εἶπον καὶ πρότερον, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐρευνήσῃ ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς κατηγορῇ. Ἀλλ’ ὁσάκις δὲν παρουσιάζονται ἔκτακτοι λόγοι, λόγοι προκύπτοντες ἐκ τῆς ἰδιοῤῥύθμου φύσεως τῆς Βουλῆς ὡς δικαστικοῦ λειτουργοῦ, καὶ ἐπιβάλλοντες εἰς τὴν Βουλὴν τὸ καθῆκον νὰ προβῇ εἰς τὸ ἔργον διὰ τρόπου ἀσυνήθους, ὁσάκις δὲν παρουσιάζεται εἰδικὸς λόγος, νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἀκολουθῶμεν τὴν συνήθη διαδικασίαν. Ἐξετάζοντες ὅμως, ποία ἔσεται ἡ τυπικὴ ἡμῶν αὕτη πορεία, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν, ἥτις ὑπὸ τῶν πλείστων προαγορευσάντων ἐνταῦθα ἐξετέθη, τὴν ἀρχὴν τοὐτέστιν, ὅτι ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς πρόκειται νὰ προβῇ εἰς τακτικὴν δικαστικὴν προανάκρισιν. Ἡ προδικασία, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ προβῇ ἡ Βουλή, εἶναι ἐνέργεια ἀφορῶσα εἰς μόνην αὐτήν. Ἐὰν τῆς προδικασίας ταύτης θὰ κάμῃ χρῆσιν ἢ ὄχι τὸ εἰδικὸν δικαστήριον, τὸ ὑπὸ τοῦ συντάγματος τεταγμένον, τοῦτο ἐξήρτηται ἐκ τῆς διαδικασίας, ἣν αὐτὸ τοῦτο τὸ δικαστήριον ὡς ἐκ τοῦ ὁρισμοῦ τοῦ συντάγματος θὰ κανονίσῃ. Κατὰ τὸ σύνταγμα, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐκδοθῇ νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον ἀνατίθεται ἡ ἐντολὴ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ τρόπου τῆς διαδικασίας αὐτοῦ. Εἰς τὸ δικαστήριον λοιπὸν ἐκεῖνο ἀπόκειται ν’ ἀποφασίσῃ ἐὰν θὰ προβῇ καὶ εἰς εἰδικὴν ἀνάκρισιν, ἢ ἐὰν θὰ ἀποδεχθῇ τὴν ἀνάκρισιν, τὴν ὁποίαν θὰ φέρωσι μεθ’ ἑαυτῶν οἱ ὑπὸ τῆς Βουλῆς διορισθησόμενοι κατήγοροι.
§46ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πόθεν τὸ ἐξάγετε;
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ἐξάγω ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει· «τὴν δὲ διαδικασίαν θέλει ὁρίσει μέχρι τῆς ἐκδόσεως εἰδικοῦ περὶ τούτου νόμου αὐτὸ τοῦτο τὸ δικαστήριον.»
§48ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τὴν διαδικασίαν τὴν ἐν τῷ δικαστηρίῳ.
§49ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ὅτι δὲν ἑρμηνεύω ἰδιοῤῥύθμως, ἀποδεικνύει ἡ νομοθεσία τῶν κρατῶν, ἅτινα διέπονται ὑπὸ παρομοίων διατάξεων τῶν ἐν τῷ ἡμετέρῳ συντάγματι. Τὰ πλεῖστα τῶν κρατῶν τούτων, εἴτε ἐν τοῖς νόμοις αὐτῶν, εἴτε ἐν τοῖς νομοσχεδίοις, ἅτινα διῆλθον στάδιά τινα νομοθετικά, ἀλλὰ δὲν κατέστησαν νόμοι, παρεδέχθησαν τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἐκτὸς τῆς παρὰ τῆς βουλευτικῆς ἐπιτροπῆς γενομένης διαδικασίας, προβαίνει καὶ τὸ εἰδικὸν δικαστήριον, εἴτε Γερουσία εἶναι, εἴτε Ἄρειος Πάγος, εἴτε Σῶμα, ὁποῖον τὸ ὑπὸ τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος ὁριζόμενον, εἰς εἰδικὴν ἀνάκρισιν. Εἶναι δὲ τοῦτο φυσικώτατον, ὅπως ἀνέπτυξαν οἱ ὑπομνηματισταὶ τῶν νόμων ἐκείνων, διότι ἡ Βουλὴ, ὡς εἶπον ἀρχόμενος, διορίζει ἐπιτροπὴν, ἵνα τὴν φωτίσῃ ὡς πρὸς τὸ ἰδιόῤῥυθμον τοῦτο ἔργον, ἐπιτροπὴν, ἥτις δύναται νὰ μὴ προβῇ διόλου κατὰ τοὺς τύπους τῆς συνήθους διαδικασίας, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ, ὡς ἐῤῥέθη, δὲν ἔχει καθῆκον νὰ ἀνακρίνῃ κατὰ τοὺς τύπους ἐκείνους, ὅταν ὑπάρχουν λόγοι, οἵτινες πείθουσιν αὐτὴν ὅτι πρέπει ἄλλως νὰ προβῇ εἰς τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἔργου. Ἡ τοιαύτη λοιπὸν διαδικασία ἑτέρου Σώματος, διεξαχθεῖσα ἢ δυναμένη νὰ διεξαχθῇ ὑπὸ τύπον διάφορον ἐκείνου, ὅστις πρέπει νὰ ἐπικρατῇ ἐν τῇ τακτικῇ δικαιοσύνῃ, δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὑποχρεωτικῶς ἐνώπιον δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ μεταχειρίζηται ὡς γνώμονα καὶ κανόνα τῆς δικονομίας αὑτοῦ τὸν γνώμονα καὶ τὸν κανόνα τῆς τακτικῆς δικαιοσύνης. Εἶναι πρέπον τὸ δικαστήριον, λαμβάνον παρὰ τῆς Βουλῆς, Σώματος πολιτικοῦ, μίαν διαδικασίαν, τὴν διαδικασίαν ταύτην νὰ δύναται αὐτὸ νὰ ἀποφασίσῃ ἐὰν θὰ τὴν παραδεχθῇ, ἢ ἐὰν δὲν θὰ τὴν παραδεχθῇ. Τὴν κατηγορίαν θέλει πάντοτε παραδεχθῆ, διότι τὴν κατηγορίαν ὀφείλει νὰ δεχθῇ ὡς ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ Συντάγματος· τὴν ἀνάκρισιν δὲ, ἣν φέρει μεθ’ ἑαυτῆς ἡ κατηγορία, δύναται ἢ οὔ νὰ παραδεχθῇ ἀναλόγως τῶν περιστάσεων καὶ τοῦ κανονισμοῦ τῆς διαδικασίας, εἰς ὃν τὸ δικαστήριον ἐκεῖνο θὰ προβῇ. Ἀφοῦ λοιπὸν ἔχω τοιαύτην γνώμην, ὅτι δηλαδὴ ἡ προδικασία αὕτη κατ’ οὐδὲν δύναται νὰ βλάψῃ καὶ μὴ τακτικῶς γενομένη, διότι εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον ἀπόκειται νὰ προβῇ εἰς νέαν ἀνάκρισιν, ἐὰν θεωρήσῃ τοῦτο πρέπον, δὲν δεσμεύομαι ἐκ προδιαγεγραμμένων τύπων ὡς πρὸς τὸν τρόπον τοῦ κανονισμοῦ τῆς ἐν τῇ Βουλῇ προδικασίας, καὶ δύναμαι νὰ ἐξετάσω ποῖα εἶναι ἀπολύτως τὰ ἀναγκαῖα συστατικὰ αὐτῆς διά τε τὴν ἀσφαλῆ καὶ ταχεῖαν ἀνεύρεσιν τῆς ἀληθείας πρὸς φωτισμὸν τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τὴν παροχὴν τῶν ὀφειλομένων ἐγγυήσεων εἴς τε τοὺς κατηγορουμένους καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν. Καὶ ἐν γένει, ὡς πρὸς τὰ τῆς ἐπιτροπῆς διαφωνῶ κατά τι πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, ὅστις ἀναθέτει τὴν ἀνάκρισιν εἰς αὐτὴν ἐκείνην τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις παρουσίασε τὴν ἔκθεσιν. Καθ’ ὅλους τοὺς περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμους τῶν Εὐρωπαϊκῶν ἐπικρατειῶν, καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν ἐπιστημονικὴν θεωρίαν ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ τούτου θέματος, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν κανονισμὸν τῆς ἡμετέρας Βουλῆς ἐπὶ προτάσεων ἐν γένει, ἡ περὶ κατηγορίας πρότασις πρέπει νὰ ὑποβάλληται εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ βουλευτοῦ. Ἐνταῦθα δὲν παρουσιάσθη βουλευτὴς, ὅστις νὰ ὑποβάλῃ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας τοιαύτην πρότασιν, ἀλλὰ λαβοῦσα ἀφορμὴν ἡ Βουλὴ ἐξ ἀνακοινώσεώς τινος τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐφετῶν, ἵνα ἐξετάσῃ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, καὶ παραπέμψασα αὐτὸ εἰς τὴν ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ἐπιτροπὴν, προεκάλεσεν ἔκθεσιν, ἐν ᾗ ἡ ἐπιτροπὴ ἀπέληξεν εἰς πρότασιν περὶ κατηγορίας· ὥστε ἡ ἐπιτροπή εἶναι ἡ σήμερον προτείνουσα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν κατηγορίαν. Καθ’ ὅλας δὲ τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπιστήμης καὶ καθ’ ὅλα τὰ προηγούμενα ἄλλων συνταγματικῶν Ἐπικρατειῶν, οὐδέποτε εἰς τὸν προτείναντα τὴν κατηγορίαν ἐπιτρέπεται νὰ μετέχῃ τῆς ἐπιτροπῆς ἥτις θέλει προβῇ εἰς τὴν προανάκρισιν καὶ τὴν ἐξέτασιν τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν κατηγορίαν· εἶναι δὲ τοῦτο φυσικὸν, διότι μεταξὺ τῶν ἄλλων, ἅτινα πρόκειται νὰ ἐξετασθῶσιν, εἶναι καὶ αὐτοὶ οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ προτείναντος. Ἑπομένως, παραδεχόμενος τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος κατὰ τὴν ἰδέαν αὐτῆς καὶ κατὰ τὰς πλείστας τῶν διατάξεων, διαφωνῶ ὡς πρὸς ταύτην, καὶ φρονῶ ὅτι πρέπει ν’ ἀντικαταστήσωμεν ἑτέραν ἐπιτροπὴν, εἰς ἣν ἡ Βουλὴ θέλει ἀναθέσει τὸ ἔργον τῆς προανακρίσεως, ἐπιτροπὴν ἐκλεγομένην ἐπὶ τούτῳ παρ’ αὐτῆς καὶ συνισταμένην ἐκ 12 μελῶν ἢ ἐξ 9. Εἶχεν εἰπεῖ μάλιστα ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὅτι ἐκτὸς τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς προανακρίσεως πρέπει νὰ συσταθῇ καὶ ἑτέρα, ἥτις κατόπιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ παρ’ ἐκείνης ἐξενεχθησόμενα συμπεράσματα, καὶ ἐπὶ τῇ ἐκθέσει τῆς τελευταίας ἐπιτροπῆς ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή. Ἀλλὰ τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην θεωρῶ πάντῃ περιττήν. Θεωρῶ ὅτι ἡ ὕπαρξις μιᾶς καὶ μόνης ἐπιτροπῆς, ὡς καὶ παρ’ αὐτοῦ τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος ἀπεδείχθη, εἶναι ἐπαρκὴς, διότι καὶ αὐτὸς ὁ ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς ἐν τέλει τῆς ὁμιλίας του εἶπεν, ὅτι εἰς τὴν ὑφισταμένην ἐπιτροπὴν θέλει ἀναθέσει καὶ εἰσαγγελικὰ καθήκοντα, ὁ δὲ λόγος, δι’ ὃν ἐζήτει δύο ἐπιτροπὰς, ἦτο ἡ διάκρισις μεταξὺ εἰσαγγελικῶν καὶ ἀνακριτικῶν καθηκόντων. Ἀφοῦ ἀναθέτει εἰς τὴν αὐτὴν ἐπιτροπὴν ἀμφότερα, ἐκλείπει καὶ ὁ λόγος ὃν εἶχε προτάξει ὑπὲρ τῆς ἰδέας του· ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπῆρχε, θὰ ἦτο ἀνεπαρκὴς διὰ τὴν σύστασιν ἑτέρας ἐπιτροπῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη εἶναι κατάλληλος ὅπως ἐκτελέσῃ ὁλόκληρον τὸ ἔργον, θὰ δώσῃ δὲ εἰς αὐτὴν ἡ Βουλὴ τὴν πρὸς τοῦτο ἀναγκαίαν ἐξουσίαν, ὑποκαθιστῶσα τὴν ἐπιτροπὴν εἰς δικαιώματα, ἅπερ ἡ Βουλὴ ἀρύεται ἐκ τοῦ Συντάγματος. Κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἔχει ἡ Βουλὴ τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῇ τοὺς ὑπουργούς· συνέπεια τούτου εἶναι, ὅτι ἔχει ἡ Βουλὴ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτελῇ ὅλας τὰς πράξεις, αἵτινες εἶναι ἀναγκαῖαι ὅπως δυνηθῇ νὰ προβῇ εἰς κατηγορίαν. Ἀναντιῤῥήτως δὲ ἡ λέξις κατηγορία περιλαμβάνει καὶ τὴν εἰς δίκην εἰσαγωγήν· ἑπομένως ἔχει τὸ δικαίωμα οὐ μόνον νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν ἐνέργειαν τὴν εἰσαγγελικὴν, ἀλλὰ καὶ νὰ διαχειρίζηται τὴν εἰς τὰς ἀνακριτικὰς καὶ τὰς παραπεμπτικὰς ἀρχὰς χορηγουμένην ὑπὸ τοῦ νόμου ἐξουσίαν. Πάντα ταῦτα τὰ δικαιώματα δύναται νὰ μεταδώσῃ εἰς τὴν ἐπιτροπήν· θέλει δὲ ἐπιφυλάξει ἐκεῖνα μόνον, ὅσα θὰ θεωρήσῃ ὅτι εἶναι ἀνάγκη εἴτε νὰ ἐνεργηθῶσιν ἀμέσως ὑπ’ αὐτῆς εἴτε νὰ διατελέσωσιν ἀργά. Θέλει δὲ δώσει εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ τὰ δικαιώματα, ἅτινα καὶ ἀσχέτως πρὸς τὴν κατηγορίαν ὑπουργοῦ συνεπάγεται ὁ διορισμὸς ἐξεταστικῶν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῶν. Εὐρυτάτην ἄρα θὰ ἔχῃ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐξουσίαν· οὐδὲν ἄλλο θέλει διαφύγει τὴν ἁρμοδιότητα αὐτῆς, εἰμὴ μόνον ὅ,τι ἡ Βουλὴ θελήσει ὑπὲρ ἑαυτῆς νὰ ἐπιφυλάξῃ· ὁ διορισμὸς ἄρα ἑτέρας ἐπιτροπῆς εἶναι περιττός. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην θέλει ὑποβληθῆ ὅλη ἡ ὕλη, ἥτις ὑπάρχει σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ βάσις τῆς ὕλης ταύτης εἶναι ἡ ἐργασία τῆς εἰσαγγελίας τῶν Ἐφετῶν, ἡ ὑποβληθεῖσα παρ’ αὐτῆς εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι ἆρά γε ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν ποῖον τὸ κῦρος τῆς διαδικασίας ταύτης, τῶν ἀνακρίσεων τούτων; Μοὶ φαίνεται ὅλως περιττόν. Ὡς εἶπον, ἡ Βουλὴ φωτίζεται ὅθεν δήποτε, ἑπομένως αἱ ἀνακρίσεις αὗται θέλουν συντελέσει ἵνα διαφωτίσωσι τὴν γνώμην αὐτῆς· ἂν δὲ θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου ἢ ὄχι, τοῦτο δὲν εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς νὰ ἐξετάσῃ, εἶναι ἔργον τοῦ δικαστηρίου ἐκείνου. Ἂν ἐκεῖνο νομίσῃ ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ἡ τοιαύτη ἀπόφασις αὐτοῦ δὲν θέλει φέρει ἀκύρωσιν τῆς ἐνεργείας τῆς Βουλῆς. Πρόκειται ἄρα μόνον ἡ ἐξέτασις, ἂν συμφέρῃ ἢ δὲν συμφέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν ἐγγράφων τούτων· τὰ ἔγγραφα ταῦτα ὑπῆρξαν ἀντικείμενον μομφῆς ὑπό τινος τῶν προαγορευσάντων βουλευτῶν, λαβόντος ἐξ αὐτῶν ἀφορμὴν νὰ κατακρίνῃ τὸν ἀξιότιμον εἰσαγγελέα τῶν ἐφετῶν, εἰς τὸν ὁποῖον, κύριοι, ἐγώ, ὠφελούμενος τῆς εὐκαιρίας ταύτης ἀπέναντι τῆς μομφῆς ἐκείνης, ὀφείλω νὰ ἀπονείμω πάντα ἔπαινον.
§50ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ κατέκρινα, οὐχὶ τὸ πρόσωπον.
§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι εἶναι ἄξιος παντὸς ἐπαίνου ὁ εἰσαγγελεὺς ἐκεῖνος, διότι προέβη εἰς τοιαύτην ἐνέργειαν.
§52ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§53ΧΟΪΔΑΣ. Μοὶ συγχωρεῖτε νὰ ἐπανορθώσω μίαν πλάνην, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέπεσαν καὶ οἱ προαγορεύσαντες. Δὲν εἶναι ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν, ὁ ὁποῖος ἐνήργησε τὰς ἀνακρίσεις, ἀλλ’ ὁ κύριος Μπένσης· ὁ κ. Οἰκονόμου ἐξήλεγξε τὴν ἔκθεσιν καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, ὁ δ’ ἐνεργήσας τὴν ἀνάκρισιν, κατὰ διαταγὴν τοῦ κυρίου Λομβάρδου, εἶναι ὁ Γεώργιος Μπένσης.
§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν μὲ ἀφίνατε νὰ προχωρήσω, ἠθέλετε ἰδεῖ ὅτι θὰ περιελάμβανον καὶ τὸν κ. Μπένσην εἰς τὸν ἔπαινον, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἀρχίσω ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου διευθυντοῦ τῆς εἰσαγγελικῆς ὑπηρεσίας.
§55ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οὐ μόνον οἱ εἰσαγγελεῖς, ἀλλὰ καὶ τὸ ὑπουργεῖον εἶναι ἄξιον ἐπαίνων διὰ τοῦτο.
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Χαίρω ὅτι τοιαύτην γνώμην ἔχετε, καὶ εὐχαριστῶ διότι τὴν ἐκφράζετε. Αἱ ἀνακρίσεις αὗται θέλουσι χρησιμεύσει εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἂν αὐτὴ νομίσῃ ὅτι πρέπει νὰ τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ ἐξητάσθη ἂν ἔπρεπε νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ἢ οὔ, δύναμαι καὶ περὶ τούτου νὰ εἴπω τινά. Θεωρῶ τὴν γενομένην ἐνέργειαν τακτικωτάτην. Ἡ ἐνέργεια αὕτη ἐγένετο κατὰ προσώπων καταγγελλομένων, ἅτινα δὲν ἦσαν ὑπουργοί, ἐν τῇ προόδῳ δὲ τῆς ἐνεργείας, ἔφθασεν ἡ ἀνάκρισις καὶ εἰς πρόσωπα ὑπουργῶν· ἀμέσως ἐσταμάτησε καὶ ἐτράπη εἰς ἑτέραν διεύθυνσιν, ἀλλὰ καὶ πάλιν εὕρισκεν ἀπέναντι αὐτῆς ὑπουργούς, πάντοτε δὲ ἔπαυε τὰς ἐνεργείας της εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο· ἂν δὲ τυχὸν ἐγένοντο ὑπερβάσεις, τοῦτο δὲν παραβλάπτει τὸ κῦρος ἐκείνου τοῦ μέρους τῆς διαδικασίας, ὅπερ δὲν ἀποτελεῖ ὑπέρβασιν. Ἑπομένως αἱ ἀνακρίσεις αὗται, ἐφ’ ὅσον ἐνηργοῦντο κατὰ τῶν συναυτουργῶν καὶ συνεργῶν τῶν ὑπουργῶν, εἶναι, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἔγκυροι· καὶ ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ θέλει ἐξετάσει τὸ ζήτημα οὐ μόνον ὡς πρὸς τοὺς ὑπουργούς, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τοὺς συναυτουργοὺς αὐτῶν καὶ ὡς πρὸς τοὺς συνεργούς, νομίζω ὅτι ἡ ἐπιτροπή, ἥτις πρόκειται νὰ τὴν φωτίσῃ, πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν σπουδαίως τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἅτινα ἴσως θ’ ἀποτελέσωσιν ὡς πρὸς τούτους πλήρη προδικασίαν. Ἀφοῦ δὲ ἡ εἰσαγγελία, ἵνα μὴ ὑποπέσῃ εἰς ὑπέρβασιν δικαιοδοσίας, δὲν ἐπελήφθη τῆς ἐξετάσεως ὡς πρὸς τοὺς ὑπουργούς, ἡ προδικασία δὲν ἠδύνατο νὰ παραγάγῃ ὡς πρὸς αὐτοὺς πολλὴν ὕλην, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἦναι ἠναγκασμένη νὰ προβῇ εἰς αὐτοτελῆ ἐνέργειαν, ὅπως συμπληρώσῃ ὡς πρὸς τοὺς ὑπουργοὺς τὰς ὑποβληθείσας ὑπὸ τῆς εἰσαγγελίας ἀνακρίσεις. Ἀλλὰ συμπληροῦσα τὴν προδικασίαν ὡς πρὸς τοὺς ὑπουργοὺς οὐδόλως δύναται νὰ θεωρήσῃ αὐτὴν ἄκυρον ὡς πρὸς τὰ λοιπά. Ἐπιφυλάττεται δὲ εἰς τὸ ἔκτακτον δικαστήριον, τὸ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος συγκροτηθησόμενον, τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ τὴν ἰδίαν πορείαν καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ νὰ ἐκτιμήσῃ πᾶσαν ἀνεξαιρέτως τὴν εἰς αὐτὸ ὑποβληθησομένην δικογραφίαν. Ὅταν ἡ ἐπιτροπὴ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκθέσεως ταύτης καὶ ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ ἔγγραφα, θὰ συζητήσῃ ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει τὰ τῆς κατηγορίας καὶ θ’ ἀποφασίσῃ περὶ αὐτῆς. Ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ θέλει δώσει εἰς τοὺς κατηγορουμένους εὐκαιρίαν ἵνα ἀπολογηθῶσι, προσκαλοῦσα αὐτοὺς, ἂν θέλωσι, νὰ παρασταθῶσιν, εἰς τὴν δημοσίαν συνεδρίασιν καὶ νὰ λάβωσι κατ’ αὐτὴν τὸν λόγον· ἀφοῦ δὲ μετὰ τὴν συζήτησιν προβῇ εἰς τὴν ἀπόφασιν, τότε θέλει διορίσει οἵους καὶ ὅσους νομίσει καταλλήλους, ἵνα εἰσαγάγωσιν ἐν ὀνόματι αὐτῆς τὴν κατηγορίαν ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου δικαστηρίου, καὶ ὑποστηρίξωσι κανονικῶς αὐτήν. Αὕτη εἶναι ἡ ὁδὸς, ἣν νομίζω ὅτι ὀφείλομεν νὰ βαδίσωμεν. Ὡς πρὸς τὸ τελευταῖον θέμα, περὶ οὗ ἔκαμε λόγον ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Γορτυνίας, τὸ τῆς προθεσμίας ἥτις θέλει δοθῆ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὅπως φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐργασιῶν της, φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι ἐπουσιῶδες. Φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ τάξωμεν προθεσμίαν, ἀλλὰ προθεσμίαν βραχεῖαν, διότι πρέπει καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ μεταδώσωμεν τὴν ἰδέαν ὅτι ἐπιθυμοῦμεν τάχιστα νὰ διεξαχθῇ τὸ ἔργον, καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν νὰ ἐμπνεύσωμεν τοιαύτην πεποίθησιν, διότι τὸ ἔγκλημα, περὶ οὗ πρόκειται, δύναται νὰ ᾖναι μικρότερον ἐκείνου, οὗτινος θὰ λάβωμεν ἀφορμὴν νὰ ἐπιληφθῶμεν μετά τινας ἡμέρας· ἀλλ’ ἂν ᾖναι μικρότερον, εἶναι ὅμως καὶ βρωμερώτερον (εὖγε! εὖγε!). Πρέπει ἡ κοινωνία νὰ πεισθῇ, ὅτι δὲν ἀνέγνωμεν ἀνάλγητοι τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις καὶ εἰς ἡμᾶς ὅπως καὶ εἰς πᾶσαν ἑλληνικὴν καρδίαν δὲν ἠδύνατο εἰμὴ νὰ διεγείρῃ αἰσθήματα ἐπιβάλλοντα σύντονον καὶ ταχεῖαν ἐνέργειαν, πρὸς ἱκανοποίησιν καὶ ἡμῶν αὐτῶν καὶ τῆς κοινωνίας. Τὴν ἱκανοποίησιν ταύτην θέλομεν λάβει εἴτε ἀποδεικνυομένης, ἂν τοῦτο ᾖναι δυνατὸν, τῆς ἀθῳότητος τῶν κατηγορουμένων, εἴτε, ἂν τοῦτο δὲν ᾖναι δυνατὸν, ἀποδεικνυομένου τοὐλάχιστον, ὅτι τοιαῦτα ἐγκλήματα διαπραττόμενα παρὰ μελῶν τῆς κυβερνήσεως, διαπραττόμενα παρὰ μελῶν τῆς ἐκκλησίας, δὲν ἐνοχοποιοῦσι τὴν κυβέρνησιν καὶ τὴν ἐκκλησίαν, ἀλλ’ εἶναι ἁμαρτίαι ἀτομικαί. Ὅ,τι δήποτε ὅμως καὶ ἂν ἀποδειχθῇ, νὰ ἴδῃ τοὐλάχιστον καὶ ὁ ἔσω καὶ ὁ ἔξω κόσμος ὅτι τοιαῦτα ἐγκλήματα δὲν καλύπτονται, ὅτι τῷ ὄντι εἴμεθα λαὸς ἐλεύθερος, καὶ διὰ τούτου ἐννοῶ λαὸς τολμῶν νὰ βλέπῃ κατὰ πρόσωπον τὰ ἴδια αὑτοῦ ἐλαττώματα. Τῶν ἀπολύτων κυβερνήσεων ἴδιον εἶναι νὰ ὑποχωρῶσιν ἐνώπιον τοῦ ἐγκλήματος, νὰ στρέφωσι τὰ νῶτα πρὸς αὐτὸ, καὶ νὰ προσπαθῶσι νὰ παριστῶσι τὰ πάντα καλῶς ἔχοντα ἐν τῷ κράτει· αἱ τῶν ἐλευθέρων πολιτειῶν κυβερνήσεις εἶναι κυβερνήσεις ἠθικαὶ καὶ ἰσχυραὶ, καὶ ἔχουσι καὶ τὴν θέλησιν καὶ τὴν δύναμιν ν’ ἀποκαλύπτωσι τὸ ἔγκλημα ὅπου δήποτε ὑπάρχει καὶ οἱασδήποτε ἂν ἔχῃ διαστάσεις, καὶ ἀφοῦ τὸ ἀνακαλύψωσιν, ἔχουσι καὶ ἀρκετὴν ἰσχὺν, ἵνα πατάξωσι κατακέφαλα τοὺς ἐνόχους (εὖγε! εὖγε!).
§57ΖΩΧΙΟΣ. (Ἀναβαίνει τὸ βῆμα).
§58ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετὰ, ἀρκετά.
§59ΖΩΧΙΟΣ. Διὰ σᾶς.
§60ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρόσεχε, θὰ χάσῃς (θόρυβος).
§61ΖΩΧΙΟΣ. Ὅ,τι ἔχω μόνος ὁ Θεὸς δύναται νὰ μοὶ τὸ ἀφαιρέσῃ. Ἐφοβούμην τὸν Δηλιγιάννην, ὁ ὁποῖος τόσον καιρὸν ἐσιώπα, καὶ τοῦ ἔλεγα, Φάβιε Μάξιμε, πότε θὰ καταβῇς νὰ ἔλθῃς εἰς τὸ βῆμα; Κατέβη δὲ σήμερον καὶ ἐλάλησεν. Ἀλλ’ ὁ Φάβιος Μάξιμος ἐπροκάλεσε τὸν κύριον Τρικούπην, ὅστις ἂν νομίζητε ὅτι κατέβη δι’ ἐμὲ, εἶσθε ἐν τῇ ἀπάτῃ. Σημειωτέον δὲ, ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἦτο πρὸ τῆς στιγμῆς ταύτης ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ ἐλάλει, εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔσχισε τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἔφερον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως, καὶ ὅστις σᾶς εἶπεν ὅτι αὐτοὶ εἶναι τὸ μηδὲν, διότι οἱ συντάξαντες αὐτοὺς εἶναι κακοῦργοι. Ἐνόμιζον δὲ ὅτι αὐτὸς θὰ ἔφερε τὴν κατηγορίαν κατὰ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, τῶν ὁποίων τὰς πράξεις καταδίκασε σχίζων τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως. Ἀλλ’ ἠπατήθην. Ἀφοῦ δὲ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἅπαξ ἀπεφάσισε ν’ ἀναδεχθῇ τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ σχίσῃ τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἔφερον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως, τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους σήμερον οἱ νέοι ὑπουργοὶ μᾶς ὑποβάλλουν ἵνα τοὺς καταδικάσωμεν, ὤφειλε νὰ φέρῃ καὶ τὴν κατηγορίαν τῶν ὑπογραψάντων τοὺς νόμους αὐτούς. Ἀφοῦ δὲ οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ἐκηρύχθησαν ἄκυροι, τί θὰ καταδικάσωμεν ἡμεῖς σήμερον; Ἂν δὲ σήμερον πρέπῃ νὰ τοὺς καταδικάσωμεν, διὰ τί τοὺς ἐσχίσατε χθές; Ὁ κ. Τρικούπης ὤφειλε νὰ ἔλθῃ νὰ φέρῃ τὸ κατηγορητήριον. Εἷς δὲ ἐκ τῶν πεσόντων πρὸ μικροῦ ὑπουργῶν εἶπε πρὸ τινων ἡμερῶν ὅτι θὰ ἔφερε τὸ κατηγορητήριον τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη καὶ ὅτι δὲν θὰ τολμήσῃ τις νὰ τὸ ὑπογράψῃ· ἐγὼ δὲ ἐνόμιζον ὅτι θὰ τὸ ἔφερε νὰ τὸ ὑπογράψω, καὶ ἐπὶ τούτῳ κατέβην καὶ ἦλθον εἰς τὸ βῆμα. (Ἱλαρότης). Τὸν λόγον του ὁ κ. Τρικούπης ἤρχισε κακῶς, τὸ δὲ τέλος αὐτοῦ ἦτο ἄριστον. Ἔχομεν, εἶπεν, ἄλλα σπουδαιότερα ἀντικείμενα, ἀλλὰ τὸ παρὸν εἶναι βρωμερώτερον· καὶ τοῦτο εἶναι ἀληθές. Ὤφειλεν ὅμως αὐτὸς, ὅστις ἐδέχθη τὴν ἐξουσίαν καὶ ἔσωσε τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς, τοὺς ὁποίους σήμερον τὸ ἔθνος καταδιώκει, ἀπὸ τὴν δικαίαν ὀργὴν τοῦ λαοῦ, ὤφειλε, λέγω, νὰ φέρῃ τὴν κατ’ αὐτῶν κατηγορίαν. Ἐνόμιζον δὲ ὅτι αὐτὴν ἐπρόκειτο νὰ φέρῃ καὶ κατέβην νὰ τὴν ὑπογράψω· ἔφυγεν ὅμως, χωρὶς νὰ τὴν ὑπογράψω, ἐπεχείρησα δὲ νὰ τὴν φέρω, ἀλλὰ μοὶ εἶπον, περίμενε. Αὔριον ἔρχεται ἡ καταδίκη τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους οἱ ἀλιτήριοι ἐψήφισαν, συνέπεια δὲ τῆς καταδίκης τῶν νόμων ἐκείνων εἶναι ἡ εἰσαγωγὴ εἰς δίκην τῶν προδοτῶν τῆς πατρίδος. Αὔριον δὲ ἢ μεθαύριον ἡ καταδίκη τῶν νόμων τῶν καταδικαστέων ἔρχεται, πρέπει δὲ νὰ προστεθῇ εἰς τὴν καταδίκην αὐτὴν ὡς οὐρὰ ἡ κατηγορία τῶν ἐνόχων τῆς κατὰ τῆς πατρίδος προδοσίας, ἤτοι τῶν παραβατῶν τοῦ 56 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος.
§62ΧΟΪΔΑΣ. Ὡς κεφαλὴ καὶ ὄχι ὡς οὐρά.
§63ΖΩΧΙΟΣ. Τὸ δέχομαι καὶ ὡς οὐρὰν, ἀρκεῖ νὰ τεθῇ (ἱλαρότης). Ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι εἶπον πρότερον. Ὁ χρόνος παρέρχεται; ἡ ζωή μας δὲν εἶναι πολλή. Ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος πρόκειται ν’ ἀποθάνῃ καὶ θέλει νὰ κάμῃ τὴν διαθήκην του, δὲν χρονοτριβεῖ, ἂν δὲ χρονοτριβήσῃ, ἐχάθηκεν. Ἔχετε πρὸ ὀφθαλμῶν ὅτι ἡ ζωή μας μόλις φθάνει μέχρι τῆς 25 Δεκεμβρίου.
§64ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶχον σκοπὸν ν’ ἀναβῶ τὸ βῆμα, ἂν δὲ τὸ ἀναβαίνω, μὴ φοβηθῆτε ὅτι θὰ τὸ κρατήσω ἐπὶ πολύ. Μὲ προκαλοῦσιν ἐνταῦθα πρὸ πάντων αἱ εὐνοϊκαὶ ἐκφράσεις τοῦ χθὲς ἀγορεύσαντος κ. Χοϊδᾶ καὶ αἱ σημεριναὶ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου κ. Δεληγεώργη. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τοὺς εὐχαριστήσω, ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψουν νὰ προσθέσω ὅτι αἱ ἐκφράσεις των ἐκεῖναι, ὅσον ἀποβλέπουν εἴτε ἐμὲ, κατά τινα ἔκφρασιν τοῦ κ. Χοϊδᾶ, ὡς χρηματίσαντα ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, εἴτε τὴν Κυβέρνησιν ἐν γένει, καθόσον ἀποβλέπει τὴν ἔκφρασιν τοῦ κ. Δεληγεώργη, δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ τὰς παραδεχθῶ ὡς ἀνηκούσας εἰς ἐμέ. Εἶναι ἄξιοι παντὸς ἐπαίνου οἱ εἰσαγγελεῖς τῶν ἐφετῶν καὶ πλημμελειοδικῶν, εἶναι ἄξιοι παντὸς ἐπαίνου ὅτι ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των μὲ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε εἶναι ἄξιοι τῳόντι ἐπαίνων. Ἐγὼ δὲν ἐξετέλεσα τίποτε· ἂν συνετέλεσα κατά τι, εἶναι τοῦτο, ὅτι ἐσεβάσθην τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐνεργείας των. Χαίρω ὅτι οἱ προαγορεύσαντες, ἐξαιρουμένου ἑνός, ἀπένειμον τὸν ἔπαινον τοῦτον εἰς τοὺς δύω ἐκείνους εἰσαγγελεῖς· οἱ δύω δ’ ἐκεῖνοι εἰσαγγελεῖς δὲν θὰ παραξενευθῶσιν, ἂν μεταξὺ τοσούτων ἀντιπροσώπων εὑρέθη εἷς καὶ μόνος, ὅστις ἠθέλησε νὰ ψέξῃ τὴν ἐνέργειάν των· θὰ παραξενευθῶσι δὲ ἀκόμη ὀλιγώτερον ὅταν ἀναλογισθῶσι ποῖος ἦτον ὁ ψέξας τὴν ἐνέργειαν ἐκείνην, ὁ ἄλλως λίαν ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, ἀλλὰ συνδεόμενος διὰ τοσούτων ἀναμνήσεων μὲ ἐκείνους τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ παραπέμψωμεν εἰς δίκην καὶ τοὺς ὁποίους κατηγοροῦμεν. Ἀναβὰς ἐπὶ τοῦ βήματος, σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἐκφράσω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου τὴν οὐσιαστικήν, οὐχὶ τὴν νομικήν, διότι εἰς νομικὰ ζητήματα δὲν ἀναμιγνύομαι. Πολιτικὴ μεταβολὴ ἔλαβε χώραν, μᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτε πρῶτον ὑπεδείχθη διὰ τοσοῦτον δεδηλωμένης πλειονοψηφίας ἐκ μέρους ὑμῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ καλῶς εἶπε. Πολιτικὴ μεταβολὴ, μᾶς εἶπεν ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὅτε κατέλαβε τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου, καὶ ἐπαναλαμβάνεται κάθε στιγμὴν ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα τὰ τέκνα τῆς μεταβολῆς. Ἀλλ’ ἐὰν εἴμεθα τὰ τέκνα μιᾶς μεταβολῆς, τί θά εἴπῃ; ὅτι εἴμεθα τὰ τέκνα μιᾶς ἐπαναστάσεως.
§65ΤΙΝΕΣ. Μιᾶς, μιᾶς;
§66ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐρωτῶσι μιᾶς, μιᾶς ἐπαναστάσεως; Εἶπον πολλοὶ ὅτι οἱ Ἕλληνες λησμονοῦσιν εὐκόλως. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὴν ἐρώτησιν μοὶ ἀπευθύνουν, δὲν ἐλησμόνησαν, ὑποθέτω, διότι δὲν παρῆλθε πολὺς χρόνος, ὅτι πρὸ 6 μηνῶν ὅλοι ἐσυλλογιζόμεθα, ὅτι ἐπίκειται ἐπανάστασις, καὶ ἠρωτῶμεν, ποῦ θὰ εὑρεθῶμεν. Ὅλοι ἐβλέπομεν τοὺς κινδύνους καὶ δὲν ἠξεύρομεν πῶς ἠθέλομεν τοὺς προλάβει· τοὺς προέλαβεν ἡ σύνεσις καὶ ὁ πατριωτισμὸς τοῦ Βασιλέως. Τίς ὁ αἴτιος τῆς καταστάσεως ἐκείνης; Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μέσσης μᾶς εἶπεν, ὅτι αἴτιοι εἶναι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους σήμερον κατηγοροῦμεν. Ναὶ, λέγω καὶ ἐγὼ, καὶ αὐτοί. Ἀλλὰ πᾶν ἱστορικὸν γεγονὸς εἶναι σύνθετον, καὶ τῆς καταστάσεως ἐκείνης δὲν θέλω ν’ ἀναφέρω ὅλα τὰ αἴτια, ἀλλὰ, κατ’ ἐμὲ, ἓν ἀπὸ τὰ κύρια, τὸ κυριώτατον αἴτιον τῆς καταστάσεως ἡμῶν, εἶναι αἱ προκάτοχοι Βουλαὶ ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου τούτου. Οὐχὶ οἱ ὑπουργοί, ἀλλ’ αἱ προκάτοχοι Βουλαί, αἱ ὁποῖαι ἐλησμόνησαν ὅτι δύω καὶ κύρια προνόμια τῆς Βουλῆς ὑπάρχουσιν ὅπως καταστείλῃ τὰς παρεκτροπὰς τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, τὸ νὰ κρατῇ τὸ σχοινίον τοῦ βαλαντίου τοῦ κράτους, καὶ νὰ ὑπενθυμίζῃ διαρκῶς εἰς τοὺς ὑπουργοὺς, ὅτι εἶναι ὑπεύθυνοι ἐνώπιόν της. Αἱ προκάτοχοι Βουλαὶ, ἂς μὴ ἐρυθριῶμεν νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, καὶ ἂς εἴμεθα καὶ πολλοὶ ἐξ ἡμῶν μέλη τῶν Βουλῶν ἐκείνων, ἐλησμόνησαν τὰ δύω ἐκεῖνα δικαιώματα· οὐδέποτε τὰ ἐξήσκησαν, οὐδέποτε ἠθέλησαν νὰ δείξωσιν, ὅτι ἔχουσι δύναμιν νὰ τὰ ἐξασκήσωσιν. Ἔπταισαν οἱ ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι, ἀλλὰ δὲν ἤθελον πταίσει ἐπὶ τοσοῦτον, ἂν κατὰ τὰ 1868, ὅτε ἦλθον καὶ ἔπραξαν ὅσα διέπραξαν ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἡ ἑπομένη Βουλὴ, ἡ τοῦ 69, ἤθελε τολμήσει νὰ τοὺς δώσῃ μίαν ἁπλῆν μομφὴν ἐν τῇ ἀπαντήσει τοῦ λόγου της· μάταιαι ἀπέβησαν τότε ἅπασαι αἱ προσπάθειαι. Ἦλθον οἱ ἴδιοι ὑπουργοὶ, αὐτὸ τὸ ἴδιον σύστημα τοῦ Βούλγαρη εἰς τὸ 72, καὶ κατὰ φυσικὸν λόγον ἔπρεπε νὰ προχωρήσῃ ἐμπρός· αἱ κατόπιν Βουλαὶ δὲν ἠθέλησαν νὰ τοῦ ἐνθυμίσουν τὰς παρεκτροπάς του. Ἦλθε κατὰ τὸ 1874 καὶ ἔπρεπε νὰ πράξῃ ὅσα ἔπραξε, διότι ἔλαβαν τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδεμίαν εὐθύνην ἔχουσι νὰ δώσωσι. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τώρα, κύριοι, τὰ αἴτια, διὰ τὰ ὁποῖα αἱ Βουλαὶ ἐκεῖναι ἐπείσθησαν ἢ ἐπιέσθησαν νὰ μείνωσι σιωπηλαί, ἀλλ’ ἀποτείνομαι εἰς τὴν συνείδησίν σας, καὶ ἐρωτῶ. Ἐὰν ἐκεῖναι αἱ Βουλαὶ ἤθελον ἀνοίξει τὸ στόμα των, ἠθέλομεν φθάσει εἰς ἣν κατάστασιν ἐφθάσαμεν; Ὄχι. Ἐὰν εἴμεθα τέκνα τῆς ἐπισυμβάσης πολιτικῆς μεταβολῆς, ποῖον εἶναι τὸ πρῶτον καθῆκον μας; νὰ βαδίσωμεν ἄλλον παρὰ τὸν τῶν προκατόχων μας δρόμον· νὰ λαλήσωμεν παῤῥησίᾳ καὶ νὰ ζητήσωμεν λόγον, καὶ λόγον αὐστηρὸν ἐπὶ τῶν διατρεξάντων. Ἀλλ’ ἂς προσέξωμεν νὰ μὴ πέσωμεν, χωρὶς νὰ θέλωμεν, εἰς τὸ ἐναντίον. Οἱ προκάτοχοι ἡμῶν ἐσιώπησαν, ἀλλὰ τὸ εἶπον ὅτι θέλουσι νὰ σιωπήσωσιν· ἡμεῖς σήμερον κηρύσσομεν ὅτι θέλομεν νὰ ζητήσωμεν λόγον, ἀλλὰ πρέπει νὰ προσέξωμεν μήπως φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ἠμπορέσωμεν τὸν λόγον τοῦτον νὰ ζητήσωμεν. Καὶ θὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα νὰ μὴ ἠμπορέσωμεν ποτὲ νὰ κατηγορήσωμεν, ἐὰν εἰς τὴν προτεινομένην ἐπιτροπὴν δώσωμεν τὰ καθήκοντα καὶ τὰς προθεσμίας ἐκείνας, τὰς ὁποίας τινὲς ἔδειξαν ὅτι ἔχουσι τὴν ἰδέαν νὰ δώσωσιν. Ἐὰν προβῇ εἰς ἀνακρίσεις νέας ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, πόσον καιρὸν θέλει νὰ τὰς περαιώσῃ; Δὲν θὰ μὲ μεμφθῇ κἀνεὶς ἂν εἴπω περὶ τοῦ κ. Μπένση, ὅτι διακρίνεται ὡς δραστήριος μεταξὺ τῶν δραστηριοτέρων εἰσαγγελέων. Δύναμαι δὲ νὰ προσθέσω, διότι τὸ γνωρίζω, ὅτι ἴσως εἰς οὐδεμίαν ὑπόθεσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβε νὰ διεξαγάγῃ, ἔδειξε τοσοῦτον ζῆλον καὶ δραστηριότητα, ὅσον εἰς τὴν προκειμένην. Ἔτρεχε νυχθημερὸν μὲ τὴν ἅμαξαν εἰς τὰ ξενοδοχεῖα, εἰς τὰς οἰκίας, καὶ ἐδῶ, καὶ εἰς Πειραιᾶ, καὶ παντοῦ ἔτρεχεν ὁ ἴδιος, δὲν ἔστελλε κλητῆρας, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα πόσον καιρὸν κατηνάλωσε νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὰς ἀνακρίσεις; ὑπὲρ τοὺς τρεῖς μῆνας. Ἐὰν τρεῖς μῆνες λοιπὸν ἐχρειάσθησαν διὰ νὰ διεξαγάγῃ τὰς ἀνακρίσεις ὁ κ. Μπένσης, πόσους θὰ χρειασθῇ ἡ ἐπιτροπὴ ὅπως φθάσῃ εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα; τρεῖς ἐπὶ τρεῖς ἐπὶ τρεῖς· θὰ παρέλθῃ ἡ Σύνοδος, καὶ εἰς συμπέρασμα δὲν θὰ φθάσωμεν. Καὶ οὐχὶ ἐὰν παρέλθῃ ἡ Σύνοδος, κύριοι, χωρὶς νὰ φθάσωμεν εἰς συμπέρασμα, ἀλλ’ ἐὰν παρέλθωσιν ἑβδομάδες τινὲς χωρὶς νὰ φθάσωμεν εἰς συμπέρασμα, θὰ παρακολουθήσωσιν ἄλλαι ἰδέαι, ἄλλαι σκέψεις, ἄλλα ἀντικείμενα. Τί πρόκειται νὰ ἀποφανθῶμεν τώρα; ἐὰν ἔχωμεν σχηματίσει πεποίθησιν, ὅτι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι εἶναι ἄξιοι κατηγορίας. Αἱ ἀποδείξεις τὰς ὁποίας ἔχομεν ἐνώπιόν μας δὲν εἶναι ἀρκοῦσαι; Δι’ αὐτὰ διὰ τὰ ὁποῖα κατηγοροῦνται, ἀμφιβάλλει κἀνεὶς ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου ἕως τοῦ ἄλλου τοῦ Κράτους; δὲν εἶναι καταθέσεις ἀξιοπίστων μαρτύρων; Πρόκειται νὰ τοὺς καταδικάσητε; οὐχί· πρόκειται νὰ εἴπητε, ὅτι εἶναι ἄξιοι κατηγορίας. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία διηυκόλυνεν ἡμᾶς. (Καὶ ἐδῶ συγχωρήσατέ μου νὰ κάμω μίαν παρένθεσιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον προκαταβάντα τοῦ βήματος, ὅστις ἀπετάθη πρὸς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, διὰ τὸ περὶ κατηγορίας κλπ, καὶ νὰ τοῦ εἴπω, ἐὰν σήμερον εὑρίσκηται εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν τὸ ζήτημα, ποῖος σοῦ τὸ προητοίμασεν;) Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία λοιπόν, ἐνεργήσασα ἐντὸς τοῦ καθήκοντός της, μᾶς προεξωμάλυνε τὴν ὑπόθεσιν· προκειμένου δὲ νὰ προβῇ περαιτέρω, βλέπει σᾶς καὶ τὴν ἐμποδίζετε. Σεῖς δυνάμει τοῦ Συντάγματος παρουσιάζεσθε ὡς ἐμπόδιον, καὶ σᾶς λέγει, ἄρατε τὸ ἐμπόδιον, ἵνα προβῶ. Δὲν πρόκειται λοιπὸν σεῖς νὰ καταδικάσητε, δὲν πρόκειται νὰ ἀμνηστεύσητε, πρόκειται νὰ ἄρητε τὸ ἐμπόδιον ἀπὸ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἵνα ἠμπορῇ νὰ προχωρήσῃ. Αἱ ἀνακρίσεις, τὰς ὁποίας θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της ἡ Βουλή, πρέπει νὰ ἔχωσι τοὺς χαρακτῆρας τοὺς ὁποίους ἐξήτασεν εἷς τῶν προαγορευσάντων; ἔστω. Ἀλλ’ ἐὰν παραδεχθῶμεν τοῦτο, διὰ νὰ εἴπωμεν ἐὰν ὑπάρχῃ ὕλη διὰ κατηγορίαν, πόσον καιρὸν χρειάζεταί τις; Εἰς δύω ἡμέρας ἠμπορεῖ τις νὰ κατορθώσῃ τοῦτο, ἐντὸς δύω ὡρῶν ἠμπορεῖ ν’ ἀναγνώσῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν καὶ τὴν τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν, καὶ ἐντὸς ἡμισείας ἡμέρας νὰ διέλθῃ ὅλην τὴν δικογραφίαν καὶ νὰ εἴπῃ ὅ,τι εἴπομεν χθὲς διὰ τὸν ἐκ Τριφυλίας συνάδελφόν μας; Εἴπατε. Πρὸς τί οἱ δισταγμοί; Δὲν πρόκειται νὰ καταδικάσητε, πρόκειται νὰ εἴπητε εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἥτις ἦλθε καὶ σᾶς ἐζήτησε νὰ ἄρητε τὸ ἐμπόδιον, ἔχεις τὸ δικαίωμα νὰ προχωρήσῃς. Δύω ἡμέραι φθάνουν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἀλλ’ ἔστω καὶ πέντε ἡμέραι, καὶ μία ἑβδομάς. Σκεφθῆτε, κύριοι, καὶ τὸ σκέπτεσθε καὶ εἶσθε πεπεισμένοι, ὅτι ἂν καὶ δι’ αὐτὸ ἀκόμη τὸ ἔγκλημα, διὰ τὸ ὁποῖον κατηγοροῦνται οἱ δύο ὑπουργοί, καὶ δι’ αὐτὸ δοθῇ ἀπαλλαγὴ, τότε δὲν πρέπει νὰ λαλῶμεν πλέον περὶ ὑπάρξεως συνταγματικοῦ πολιτεύματος καὶ ἐλευθεριῶν ἐν Ἑλλάδι.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπάρχοντος οὐδενὸς ἑτέρου ἐγγεγραμμένου, κηρύσσεται ἡ συζήτησις περαιωμένη. Ἔχομεν προτάσεις τέσσαρας, ἢ μᾶλλον τρεῖς· τὴν πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς, τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη, καὶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ῥικάκη.
§68ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ πρότασίς μου ἐσυγχωνεύθη μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης παραδέχεται τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ῥικάκη;
§70ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ παρεδέχθην τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη μὲ μίαν μικρὰν προσθήκην, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔκαμα καὶ παρεδέχθη ὁ κύριος Δηλιγιάννης.
§71Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν. Νομίζω ὅτι πρῶτον εἶναι ἀνάγκη ἡ ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ἐπιτροπὴ νὰ ἐρωτηθῇ, ἐὰν ἐπιμένῃ εἰς τὸ περιεχόμενον τῆς ἐκθέσεώς της· εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν δὲν ἐπιμένει, τότε ἡ τροπολογία μου χρησιμεύει ὡς βάσις καὶ αἱ ἄλλαι τροπολογίαι ὡς ὑποτροπολογίαι αὐτῆς.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἕπεται ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Ῥοντήρη. Ἐπιμένει εἰς αὐτὴν ὁ κύριος Ῥοντήρης;
§73ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι παρών.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ἐπιτροπὴ ἤκουσε τὴν πρότασιν τῶν κυρίων Δηλιγιάννη καὶ Ῥικάκη. Τί ἀποφαίνεται;
§75ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ παραδέχομαι.
§76ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν ν’ ἀποφανθῶμεν, διότι πρέπει νὰ συνέλθῃ τὸ τμῆμα, καὶ τότε ν’ ἀποφανθῇ.
§77ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ ἐπιμένω εἰς τὴν τροπολογίαν τῶν 7 ἡμερῶν.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκτὸς αὐτῆς ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη πρότασις, ἡ τοῦ κυρίου Τρικούπη, περὶ συστάσεως εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ταὐτίζεται μὲ τὴν τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις προτείνει τὸ αὐτό.
§79Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ τὴν ἀποκρούω, κύριε πρόεδρε.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λομβάρδος προτείνει ἀντὶ 15 ἡμερῶν, ὅσα ὁρίζει ἡ πρότασις τῶν κυρίων Δηλιγιάννη καὶ Ῥικάκη, 7. Εἶναι δὲ καὶ ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Ῥοντήρη, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὑποτροπολογία, διότι περιέχει ἄλλας διατάξεις αὐτοτελεῖς.
§81ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ ἰδική μου πρότασις δὲν ὑπεστηρίχθη ὑπ’ οὐδενός, ἀλλὰ δὲν παραιτοῦμαι.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, προσέξατε. Ὡς κείμενον θὰ θεωρηθῇ ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς, ἧς τροπολογία θεωρεῖται ἡ πρότασις τῶν κυρίων Δηλιγιάννη καὶ Ῥικάκη (ἀναγινώσκει). «Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 81 τοῦ Συντάγματος, μεταδίδεται εἰς τὴν ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ἐπιτροπὴν ἡ ἐξουσία νὰ ἐνεργήσῃ ἀνάκρισιν κατὰ τῶν δύω πρώην ὑπουργῶν Ἰωάννου Βαλασσοπούλου καὶ Βασιλείου Νικολοπούλου, ἐπὶ δωροδοκίᾳ διαπραχθείσῃ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν ὡς ὑπουργῶν, ἤτοι κατὰ τὴν χειροτονίαν τῶν ἀρχιεπισκόπων Ἀργολίδος, Μεσσηνίας, Πατρῶν καὶ Κεφαλληνίας.» Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη παράγραφος τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη. Θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν πρῶτον αὐτὴν τὴν παράγραφον, ἥτις τροπολογεῖ κατὰ τοῦτο κυρίως τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι, ἀντὶ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, προτείνει τὴν ἀνάθεσιν τῶν καθηκόντων, περὶ τῶν ὁποίων πραγματεύεται, εἰς τὴν ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ἐπιτροπήν.
§83ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε πρόεδρε, πῶς ἔχει τὸ κείμενον τῆς ἐπιτροπῆς;
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ὅπως ἡ Βουλὴ χορηγήσῃ» κτλ. (Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς). Λοιπὸν θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρώτην αὐτὴν παράγραφον. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγνωσθεῖσαν παράγραφον τῆς τροπολογίας τῶν κυρίων Δηλιγιάννη καὶ Ῥικάκη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἡ δευτέρα παράγραφος τῆς τροπολογίας τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη ἔχει. «Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη θέλει ἐκτελέσει πάντα τὰ ὑπὸ τῆς ποιν. δικονομίας ἐπιτρεπόμενα δικαιώματα τῶν ἀνακριτῶν καὶ εἰσαγγελέων, ἐπεκτείνουσα τὴν ἐνέργειάν της καὶ κατὰ παντὸς συναίτιου καὶ συνεργοῦ». Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν συμπεριέλαβε τοὺς συναίτιους καὶ συνεργούς.
§85ΤΙΝΕΣ. Ἐκ παραδρομῆς.
§86Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω ὅτι αἱ τελευταῖαι λέξεις εἰς τὴν τροπολογίαν περιττεύουν, καὶ ὅτι ὀρθῶς διετυπώθη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ὡς πρὸς τοὺς συνεργοὺς καὶ συναίτιους. Αὐτοὶ θέλουν συμπεριληφθῆ ἀναγκαίως εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτὴν, καὶ ἑπομένως θέλουν ἐκφύγει τὴν συνήθη διαδικασίαν, ὅπως ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν ἔκτακτον. Ἀσκόπως λοιπὸν καὶ ἐκ περισσοῦ συμπεριελήφθησαν, καὶ ἴσως δοθῇ ἀφορμὴ εἰς παρεννοήσεις. Ἐξ ἀνάγκης, ἐκ τοῦ νόμου αὐτοῦ, οἱ συνεργοὶ καὶ συναίτιοι θέλουν ὑπαχθῆ εἰς τὴν ἔκτακτον δικαιοδοσίαν, ὥστε, νομίζω, εἶναι ὀρθοτέρα ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς.
§87Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κύριος Ῥάλλης ἐχαρακτήρισε τὴν τροπολογίαν μου ἄσκοπον, ματαίαν, περιττὴν καὶ ἐπικίνδυνον· ἐγὼ ὅμως νομίζω, ὅτι οὐδὲν ἐκ τῶν χαρακτηριστικῶν αὐτῶν ἔχει. Κατὰ τὴν νομοθεσίαν μας, ὅπου ὑπάρχει ἰδιάζουσα δικαιοδοσία, αὕτη παρασύρει καὶ τοὺς ὑπαγομένους εἰς τὴν κοινὴν δικαιοδοσίαν. Ἐὰν ἐφαρμόσητε τὴν ἀρχὴν ταύτην εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν, θέλετε ἰδεῖ ὅτι ἡ ἔκτακτος δικαιοδοσία παρασύρει τοὺς συνεργούς. Λέγω λοιπὸν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν κανόνα αὐτὸν, διότι τοιουτοτρόπως ἐφήρμοσαν εἰς ὅλα τὰ ἄλλα κράτη τὸν νόμον. Εἰς τὴν Γαλλίαν τῷ 1867 ἐδίκασαν ἄνευ οὐδεμιᾶς προδικασίας τὸν ὑπουργὸν, παρασυρθέντα ὑπὸ τῆς ἰδιαζούσης δικαιοδοσίας τῶν ἄλλων συγκατηγορουμένων.
§88ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τῷ ὄντι εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ δίκη τῶν ὑπουργῶν θέλει συμπεριλάβει καὶ τοὺς μὴ ὑπουργούς. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα περὶ οὗ πρόκειται, ὅπως ἀντελήφθην τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη, εἶναι ἄλλο, ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ διεξαγάγει τὰς ἀνακρίσεις καὶ τῶν μὴ ὑπουργῶν, καὶ παραπέμψει· ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα, ἐὰν τὸ αὐτὸ δικαστήριον θὰ συνδικάσῃ αὐτουργοὺς καὶ συνεργούς, καὶ ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα ἐὰν τὸ πολιτικὸν σῶμα, ἡ Βουλή, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργῇ πολλὰς ἢ ὀλίγας ἀνακρίσεις ἢ καὶ καθόλου, καὶ νὰ προβῇ κατά τινας περιπτώσεις ἀμέσως εἰς τὴν κατηγορίαν, ἐὰν αὐτὸ τὸ πολιτικὸν σῶμα, ἡ Βουλή, θὰ ἐνεργήσῃ καὶ τὰς ἀνακρίσεις καὶ τὴν παραπομπὴν τῶν πολιτῶν, οἵτινες εἶναι αὐτουργοὶ καὶ συνεργοί. Πιθανὸν μετεγενέστερος νόμος νὰ τὸ ἐπιτρέψῃ, ἀλλὰ μὴ ὑπάρχοντος, εἶναι τολμηρὸν, νομίζω, διότι ἠξεύρετε πόση διαφορὰ ὑπάρχει. Ἐὰν τῷ ὄντι τὸ δικαστήριον αὐτὸ δικάζῃ καὶ αὐτουργοὺς καὶ συνεργοὺς ὑπουργοὺς καὶ πολίτας, οὐδεμία ζημία, διότι παρέχει, ἕνεκα τῶν προσόντων τῶν δικαστῶν οἱ ὁποῖοι θὰ δικάσουν, μεγάλας ἐγγυήσεις. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀνακρίσεις, οἱ πολῖται πρέπει νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν κοινὴν δικαιοδοσίαν, διότι πιθανὸν νὰ στερηθῶσι δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ ἀνακρίσεως κατὰ ὑπουργῶν νὰ διατηρηθῶσι. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τῷ ὄντι πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη τὸ τελευταῖον μέρος αὐτὸ, νὰ μὴ δοθῇ δηλονότι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργήσῃ καὶ κατὰ τῶν ἰδιωτῶν. Πῶς δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ στερήσωμεν αὐτοὺς τῶν δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα ἔχουσιν; ἡμεῖς μὲν θ’ ἀποφανθῶμεν περὶ τῶν ὑπουργῶν, θὰ ληφθῇ δὲ φροντὶς ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς ὅπως συνδικασθῶσι καὶ οἱ πολῖται, ἐὰν θὰ ᾖναι ὥριμος καὶ δι’ αὐτοὺς ἡ ὑπόθεσις.
§89ΡΙΚΑΚΗΣ. Δύω λέξεις, κύριε πρόεδρε.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλοτε, κύριοι, δὲν ἐπιτρέπω νὰ ἐπαναλαμβάνηται ἡ συζήτησις ἅμα κηρύξω αὐτὴν περαιωμένην.
§91ΡΙΚΑΚΗΣ. Θὰ εἴπω δύω λέξεις μόνον. Ἐάν, κύριοι, παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου διετύπωσε, πρέπει ἡ δικογραφία νὰ σταλῇ εἰς τὸν εἰσαγγελέα, ἵνα ἐνεργήσῃ αὐτὸς τακτικὰς ἀνακρίσεις κατὰ τῶν συναιτίων.
§92ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν τὸ εἶπον.
§93ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀφοῦ θὰ δικασθοῦν ὁμοῦ, τὸ δικαστήριον τῆς οὐσίας θὰ σταματήσῃ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι θὰ δώσωμεν μίαν ἐξήγησιν ἥτις δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν νόμον. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἀφοῦ ὑπάρχει ἔγκλημα ἀπὸ κοινοῦ ἐκτελεσθὲν ὑπὸ τῶν αὐτουργῶν καὶ συνεργῶν, μία ἀρχὴ θὰ ἀνακρίνῃ, ἀφοῦ δὲν δύναται νὰ γείνῃ χωρισμός· ἀφοῦ δὲν δύνανται νὰ χωρισθῶσι, κατ’ ἀνάγκην καὶ ἡ ἀνάκρισις πρέπει νὰ ἐνεργηθῇ ἀπὸ τὴν ἰδίαν ἀνακριτικὴν ἀρχήν. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε πολὺ ὀρθῶς, ὅτι αὐτοὶ στεροῦνται τῶν δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα ἡ τακτικὴ διαδικασία τοὺς δίδει. Ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ γνωρίζουν τοῦτο, ὅτι θὰ στερηθοῦν τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν προνομίων τὰ ὁποῖα ἡ ποινικὴ δικονομία χορηγεῖ εἰς αὐτούς· ἀφοῦ ἐγνώριζον ὅτι συνήργουν μετὰ ὑπουργῶν, ἔπρεπε νὰ γνωρίζουν, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ τοὺς καταδιώξῃ καὶ δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλῶνται τὰ προνόμια τῆς τακτικῆς διαδικασίας. Νομίζω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ἀφοῦ ἅπαξ ὑπάρχει συνέργεια, αὐτὴ ὑπάρχει καὶ κατὰ τὴν ἀνάκρισιν, καὶ κατὰ τὴν παραπομπὴν, καὶ κατὰ τὴν ἐκδίκασιν.
§94Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἐγὼ, κ. πρόεδρε, θὰ εἴπω δύω λέξεις. Συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Δεληγεώργη, δὲν ὑπάρχει δὲ κανεὶς φόβος ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἐξέφρασεν ὁ κύριος Ῥικάκης, διότι ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ συνέλεξεν ὅλας τὰς ἀποδείξεις κατὰ τῶν συναιτίων καὶ συνεργῶν. Ποῦ ἐσταμάτησεν; Ὅπου ἐπρόκειτο νὰ ἐξετάσῃ κατ’ εὐθεῖαν κατὰ τῶν ὑπουργῶν· καὶ διὰ τοῦτο, νομίζω, ἡ ἀνάκρισις ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς θὰ ᾖναι ταχεῖα, διότι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔχει τίποτε ἄλλο νὰ ἐξετάσῃ παρὰ αὐτὸ τὸ μέρος εἰς τὸ ὁποῖον ἐσταμάτησεν ἡ ἀνακριτικὴ δικαστικὴ ἀρχὴ, τοὐτέστι τὸ μέρος τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ καὶ ἀποβλέπει τοὺς ὑπουργοὺς, καὶ διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω τὴν γνώμην τοῦ ἐκ Μεσολογγίου βουλευτοῦ.
§95ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ συγχωρήσητε, νὰ δώσω μίαν διασάφησιν. Ὁ κ. Ῥικάκης ἐπελήφθη μιᾶς ἐξηγήσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμον ἐν γένει ὁμιλῶν, διὰ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ἡ γνώμη μου δὲν εἶναι ὀρθή. Ἐλησμόνησεν ὅτι οἱ ἐπίσκοποι ὑπάγονται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Ἐφετῶν καὶ ἑπομένως ἓν βούλευμα δι’ αὐτοὺς θὰ ἐκδοθῇ μόνον, οὐδὲν δὲ πλέον. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι ὅλοι οἱ συγκατηγορούμενοι ὑπάγονται εἰς τὴν ἀνωτέραν δικαιοδοσίαν, ἐὰν ἡ περὶ αὐτῶν ἀνάκρισις ᾖναι ὥριμος κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐκδικάσεως, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν ἀνάκρισιν τῶν ἰδιωτῶν δὲν ὑπάρχει συνταγματικὴ διάταξις.
§96ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἐὰν τὸ συμβούλιον τῶν ἐφετῶν ἀποφανθῇ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν, τί θὰ γείνῃ; Δὲν θὰ ᾖναι ἀντίφασις;
§97ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δύο λέξεις, κ. πρόεδρε.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐπαναφέρω τὴν συζήτησιν. Τρεῖς ὥρας συζητοῦμεν ἐδῶ, ὅλα δὲ τὰ ζητήματα ἀνεπτύχθησαν. Ὅστις ἤθελε νὰ λάβῃ τὸν λόγον, εἶχε καιρόν. Ὅταν τελειώσῃ ἡ συζήτησις, τότε συλλογίζεσθε ὅτι πρέπει νὰ λάβητε τὸν λόγον. Ἀπὸ χθὲς τὰ αὐτὰ ἐπαναλαμβάνομεν.
§99ΧΟΪΔΑΣ. Δὲν εἶχε γεννηθῇ τὸ ζήτημα αὐτό.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν.
§101ΠΟΛΛΟΙ. Ἐτελείωσε.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἀκούσατε· καθήσατε, Κ. Ῥεβελάκη. Ἐπὶ τῆς προτάσεως τῶν κυρίων Δηλιγιάννη καὶ Ῥικάκη, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐνέργεια τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς ἐκτείνεται καὶ κατὰ παντὸς συνεργοῦ καὶ συναιτίου, ἐπροτάθη ὑποτροπολογία, καθ’ ἣν τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀφαιρεῖται ἀπὸ τῆς ἐπιτροπῆς· ἑπομένως ἡ ὑποτροπολογία συνίσταται εἰς τοῦτο, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν δύναται νὰ ἐκτείνῃ τὴν ἐνέργειάν της κατὰ τῶν συνεργῶν καὶ συναιτίων. Εἶναι ὑποτροπολογία, διὰ τοῦτο δὲ θὰ ψηφοφορηθῇ πρὸ τῆς τροπολογίας. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν ὑποτροπολογίαν ταύτην, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἀπεῤῥίφθη. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τῶν κυρίων Δηλιγιάννη καὶ Ῥικάκη ὡς ἀνεγνώσθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν δευτέραν παράγραφον τῆς προτάσεως ταύτης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§103ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὄχι, Κ. Πρόεδρε.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητήσατε ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§105ΠΟΛΛΟΙ. Παρεδέχθη.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν τρίτην παράγραφον. «Ἡ Βουλὴ ἐντέλλεται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην νὰ ὑποβάλῃ ἐντὸς προθεσμίας 15 ἡμερῶν συμπεπληρωμένην τὴν ἀνάκρισιν μετ’ εἰδικῆς ἐκθέσεως.» Ὑπάρχει ὑποτροπολογία τοῦ κ. Λομβάρδου· ἀντὶ 15 ἡμερῶν, 7. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ὑποτροπολογίαν τοῦ κ. Λομβάρδου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ τρίτη παράγραφος τῆς προτάσεως τῶν κ. κ. Δηλιγιάννη καὶ Ῥικάκη. «Ἐντέλλεται δὲ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην, νὰ ὑποβάλῃ ἐντὸς προθεσμίας 7 ἡμερῶν συμπεπληρωμένην τὴν ἀνάκρισιν μετ’ εἰδικῆς ἐκθέσεως.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τρίτην παράγραφον αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§107ΤΙΝΕΣ. Τὸ σύνολον.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί σύνολον; Δὲν εἶναι νομοσχέδιον. Ἡ μεγάλη πρεσβεία τῆς Βουλῆς ἔλαβε τὴν τιμὴν νὰ παρουσιάσῃ σήμερον εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα τὴν ἀπάντησιν ἡμῶν εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον. Τὴν ἀντιφώνησιν δὲ τοῦ Βασιλέως θὰ ἀναγνώσῃ ὁ κ. γραμματεύς.
§109ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ (Βάρβογλης). (ἀναγινώσκει τὴν ἀντιφώνησιν). «Κύριοι, εὐχαρίστως ἤκουσα τὴν ἀπάντησιν τῆς Βουλῆς εἰς τὸν βασιλικόν Μου λόγον. Πέποιθα δὲ ὅτι ἡ Βουλή, ὑπογραμμὸν ἔχουσα εἰς τὰς ἐργασίας της τὰ μεγάλα καὶ ἀληθῆ τοῦ ἔθνους συμφέροντα, θέλει ταχέως ἐπιληφθῆ τῆς συζητήσεως νομοθετημάτων τὰ μάλιστα ὠφελίμων εἰς τὴν εὐημερίαν τῆς φίλης μας πατρίδος.»
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§111ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον, κύριοι, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἔλθητε εἰς τὴν μίαν, διότι ἂν δὲν ἦσθε ἐδῶ, θὰ λύσω τὴν συνεδρίασιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρᾳ 6 20|60.)