1875.10.21
824 στίχοι · 6.508 λέξεις · 118 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 22
Τῆς 21 Ὀκτωβρίου 1875.
(Τρίτη)
Ὥρα 2 μ. μ.
Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐπιφορτισθεῖσα τὴν διακόσμησιν τοῦ νέου βουλευτηρίου, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν ὅτι διὰ τὴν διακόσμησιν αὐτοῦ, ὡς προσήκει εἰς βουλευτήριον, ἀπαιτοῦνται τοὐλάχιστον 25,000 δραχμῶν, διότι τὰ θεωρεῖα εἶναι οὕτω κατεσκευασμένα ὥστε δὲν εἶναι προσιτὰ εἰς τοὺς δημοσιογράφους καὶ τοὺς ἄλλους ἀκροατὰς, πρέπει δὲ νὰ γίνωσιν ἀπ’ εὐθείας, ἀφοῦ οἱ ἐπιφορτισθέντες τὰ ἔργα αὐτὰ μηχανικοὶ εἴτε ἐξ ἀμελείας εἴτε ἕνεκα τῶν ὑπουργικῶν κρίσεων δὲν ἔκαμον τὰ δέοντα. Ὅθεν προτείνω νὰ ψηφισθῇ τάχιστα ἡ ζητουμένη πίστωσις, ἀφοῦ μάλιστα καὶ ὁ καιρὸς συντρέχει.
§2ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν λογιστικὴν ἐπιτροπήν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, τὰ ἔργα εἶναι κατεπείγοντα· βλέπετε ὅτι ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς εἶναι ἀδύνατον νὰ μένωμεν, διότι εἴμεθα ὡς ἐν ὑπαίθρῳ. Ἡ λογιστικὴ ἐπιτροπὴ βραδύνει, ἑπομένως, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ δοθῇ ἡ πίστωσις αὕτη, διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν διακόσμησιν τοῦ βουλευτηρίου.
§4ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοεῖται ἐπὶ λογοδοσίᾳ.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως, κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον· δὲν πρόκειται νὰ καταργήσωμεν τὸν νόμον. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν χορήγησιν πιστώσεως 25,000 δραχμῶν νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§6ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὑποβάλλω εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς τὸ ἑξῆς νομοσχέδιον, ἀφορῶν τὴν τοποθέτησιν τῶν ὑπαλλήλων εἰς τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας, παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ σπεύσῃ τὴν ἐπ’ αὐτοῦ ἀπόφασίν της διὰ νὰ κανονίσωμεν τὴν πορείαν μας, νὰ κηρυχθῇ δὲ ὡς κατεπεῖγον.
§7ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον θέλει τεθῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὡς κατεπεῖγον.
§9ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. (ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν Νομοσχέδιον, περὶ τῆς κατὰ θάλασσαν δυνάμεως διὰ τὸ 1875 καὶ ἕτερον νομοσχέδιον περὶ ἐκποιήσεως ἀχρήστων πλοίων καὶ διαθέσεως τοῦ εἰσπραχθησομένου ἐκ τῆς πωλήσεως ποσοῦ.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουν τυπωθῆ, διανεμηθῆ καὶ σταλῆ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Ναυτικῶν.
§11ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τὸ περὶ τῶν ὑπαλλήλων εἰς ποίαν ἐπιτροπὴν θὰ σταλῇ;
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ πρέπει νὰ σταλῇ εἰς 4 ἐπιτροπάς, ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς ἦτο νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§13ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τοῦτο;
§15ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§16ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ γίνεται ἀντίῤῥησις, θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§18ΡΩΜΑΙΟΣ. Αὐτὸ γίνεται διὰ τοὺς Ἑπτανησίους· δὲν τὸ ἐννοεῖτε;
§19ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου κυροῦνται 2 Βασιλ. Διατάγματα περὶ τροποποιήσεως τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν ἐπὶ τῶν προκατόχων. Ὑποβάλλω ἐπίσης τὴν σύμβασιν, ἡ ὁποία συνωμολογήθη μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου.
§20ΤΙΝΕΣ. Τὴν παλαιάν;
§21ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι οἱ βουλευταὶ Τρικούπης καὶ Ἀθ. Πετμεζᾶς κατέθεσαν 2 νομοσχέδια, ά. περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν καὶ βʹ. περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου τῆς 20 Ὀκτωβρίου 1864, περὶ δημαιρεσιῶν. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα θέλουν τυπωθῆ καὶ ἀποσταλῆ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ κ. Τρικούπης μόνος ὑπέβαλε τὰ ἀκόλουθα νομοσχέδια· ά.) Σχέδιον νόμου περὶ νομαρχιακῆς ἐπιτροπῆς· βʹ.) Σχέδιον νόμου, περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ συστάσεως τῶν δήμων, τῆς 27 Δεκεμβρίου 1833· γʹ.) Σχέδιον νόμου περὶ κοινοτήτων· δʹ.) Σχέδιον νόμου περὶ ἀγροφυλακῆς. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα θέλουν τυπωθῆ καὶ ἀποσταλῆ ἐπίσης εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ ὁποία βλέπετε ὅτι ἔχει πολλὴν ἐργασίαν. Ἕτερον νομοσχέδιον ὑπεβλήθη περὶ εἰδικῶν δημοσίων κατηγόρων. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ σταλῇ εἰς τὰς ἐπιτροπὰς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης συνάμα. Ἐγκρίνει ἡ Βουλή;
§23ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατετέθη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης περὶ τῶν ἐπισκοπικῶν. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
§25ΧΟΪΔΑΣ. Πότε θὰ γείνῃ ἡ συζήτησις;
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ πρῶτον καὶ ἀκολούθως θ’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή.
§27ΧΟΪΔΑΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ κηρύξῃ τὴν περὶ αὐτῆς συζήτησιν κατεπείγουσαν.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ τυπωθῇ, θὰ ὁρισθῇ ἡ ἡμέρα. Σήμερον εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἔχει τις τὸν λόγον;
§29ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν λοιπὸν εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῆς πρώτης παραγράφου. (Ἀναγινώσκει). «Βασιλεῦ! Μετ’ ἀγαλλιάσεως οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους εἶδον ἐν τῷ μέσῳ αὑτῶν τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα καὶ ἤκουσαν τὰς ὑπὲρ τῆς παγιώσεως τῶν Συνταγματικῶν τοῦ Ἔθνους θεσμῶν καὶ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ αὐτοῦ βίου πεποιθήσεις τῆς Ὑμετ. Μεγαλειότητος, εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ θέλει ἀσμένως παρέξει πᾶσαν τὴν ἑαυτῆς σύμπραξιν πρὸς εὐόδωσιν τῶν κοινῶν.» Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§31ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§32ΦΙΛΗΜΩΝ. Μερικὰς παρατηρήσεις, κ. Πρόεδρε.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον.
§34ΦΙΛΗΜΩΝ. Αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας θὰ φέρω καὶ ἐπὶ τῆς πρώτης παραγράφου καὶ ἐπὶ τῶν ἑπομένων, κυρίως δὲν ἀφορῶσιν εἰς τὸ πνεῦμα τὸ ὑπαγορεῦσαν τὴν σύνταξιν τοῦ σχεδίου ὁλοκλήρου τῆς ἀπαντήσεως. Αἱ παρατηρήσεις μου εἶναι πρῶτον γραμματικαί. Τὸ τοιοῦτον θὰ φανῇ ἴσως παράδοξον· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ ἐν ἔτει 1875 συνεδριάζουσα Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων καὶ ἀντιπροσωπεύουσα τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ὁλόκληρον, ἀποτεινομένη εἰς τὸν Ἡγεμόνα ἐν τόσῳ ἐπισήμῳ περιστάσει, ὀφείλει νὰ ᾖναι προσεκτικωτέρα ὡς πρὸς τὴν φράσιν αὑτῆς. Δυστυχῶς, ἕνεκα τῆς ταχύτητος ἴσως μεθ’ ἧς συνετάχθη τὸ σχέδιον, παρεισέφρησαν ἐλλείψεις, αἵτινες πολλάκις καὶ τὴν ἔννοιαν καθιστῶσι σκοτεινὴν, καὶ ἐν γένει δὲν ἀντιπροσωπεύουν τὴν ἐνεστῶσαν κατάστασιν τῆς γλώσσης. Βεβαίως αἱ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας ἐπὶ τῆς φράσεως θὰ προτείνω, δὲν εἶναι τέλειαι· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι αἱ μᾶλλον συνάδουσαι καὶ σύμφωνοι πρὸς τὴν ἐνεστῶσαν κατάστασιν τῆς γλώσσης. «Μετ’ ἀγαλλιάσεως,» ἔχει τὸ σχέδιον «οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους εἶδον ἐν τῷ μέσῳ αὑτῶν τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα». Τὸ μετὰ ἀπαντᾶται πλειστάκις εἰς τὸ σχέδιον· οὕτω εὑρίσκομεν ἐν αὐτῷ μετ’ ἀγαλλιάσεως, μετὰ δικαιοσύνης, μετὰ παραδειγματικῆς ὄντως φρονήσεως, μετὰ δραστηριότητος, μετὰ χαρᾶς». Τὸ μετὰ εἶναι ὅλως διόλου γαλλισμὸς, εἶναι μετάφρασις τῆς φράσεως c'est avec. Τοῦτο, νομίζω, πρέπει νὰ ἐκλείψῃ. Ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ εὑρίσκω ἐπίσης τὰς λέξεις τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα. Αἱ λέξεις Μεγαλειότατε καὶ ἡ Ὑμετέρα Μεγαλειότης οὐδὲν ἔχουσι τὸ Ἑλληνικόν· εἰσὶ λέξεις ἀνήκουσαι εἰς ἐποχὴν, ἣν τὸ Ἑλ. Ἔθνος πρέπει νὰ λησμονήσῃ. Ὅτε δ’ ὁ Ἑλληνισμὸς θέλει νὰ παρίσταται ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἐν τῇ ἁγνότητι αὑτοῦ, πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων πρέπει νὰ μετέρχηται φράσιν, οὐδὲν ἀναμιμνήσκουσαν ἐκ τῆς ἐποχῆς ἥτις δυστυχῶς δὲν φέρει μεγάλην δόξαν καὶ μεγάλην τιμὴν εἰς τὸ ἑλληνικὸν ὄνομα. Ἀντὶ τοῦ τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος, νομίζω εὐπρεπέστερον καὶ ἑλληνικώτερον νὰ τεθῇ τὸ ἑλληνικὸν Σύ, ὅπερ μετεχειρίζοντο καὶ οἱ πρόγονοι ἡμῶν καὶ ἡ Ἐκκλησία αὐτὴ, ἀπευθυνομένη πρὸς τὸν Θεὸν αὐτόν. Μὲ ἐνισχύει δὲ ἐκ προσθήκης εἰς τοῦτο καὶ τὸ κείμενον τῆς ἀπαντήσεως τῆς ά. βουλευτικῆς συνόδου τοῦ 1865, ὅπερ σήμερον ἠρεύνησα, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον εὗρον εὐτυχῶς καθ’ ὁλοκληρίαν ἐλλεῖπον τὸ Ὑμετέρα Μεγαλειότης. Προτείνω ἑπομένως, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρώτην παράγραφον, νὰ συνταχθῇ αὕτη ὡς ἕπεται (Ἀναγινώσκει τροπολογίαν). Τὸ Κοινοβουλευτικὸς βίος, τὸ ἐν τῷ σχεδίῳ γραφόμενον, δὲν τὸ ἐννοῶ· νομίζω ὅτι αἱ λέξεις κοινοβουλευτικὸν σύστημα ἀποδίδουν μᾶλλον τὴν πραγματικὴν ἔννοιαν, ἡ δὲ τελευταία φράσις τοῦ σχεδίου εἶναι φράσις ἀνοίκειος καὶ τοῦ χρόνου κατὰ τὸν ὁποῖον γράφεται καὶ τοῦ Σώματος. Ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν φέρω ἐπὶ τῆς πρώτης παραγράφου, εἶναι πληρέστατα σύμφωνος μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ἀπαντήσεως, δὲν ἀλλάσσει διόλου τὴν ἔννοιαν, εἶναι συντομωτέρα, μοὶ φαίνεται, καὶ ἁπλουστέρα καὶ μᾶλλον ἑλληνική. Ὁμοίας παρατηρήσεις ἔχω νὰ φέρω καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων παραγράφων, ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῶν· ἰδίως δὲ παρατηρήσεις σπουδαιοτέρας θὰ φέρω καὶ τὴν οὐσίαν ἀφορώσας, ἐπὶ τῆς παραγράφου τετάρτης.
§35ΡΙΚΑΚΗΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ, κύριοι, τὸ λεκτικὸν μέρος, νομίζω ὅτι ἠμπορεῖ τις νὰ εὕρῃ διαφόρους φράσεις νὰ ἐξηγήσῃ τὴν αὐτὴν ἰδέαν, ἑπομένως ἐὰν αὐτὴν τὴν στιγμὴν θελήσω νὰ συζητήσω μὲ τὸν κύριον Φιλήμονα τὸ ἀκριβέστερον τῶν δύω αὐτῶν παραγράφων τῶν περιεχομένων ἐν τῷ σχεδίῳ καὶ τῶν περιεχομένων εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Φιλήμονος, δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα, διότι νομίζω, ὅτι καὶ ἡ μία φρασεολογία καὶ ἡ ἄλλη δύναται ἀξιόλογα νὰ ἔχῃ τὴν θέσιν της, χωρὶς ν’ ἀπομακρύνηται ἀπὸ τὴν ἔννοιαν. Δὲν βλέπω δὲ ἐὰν γραμματικῶς ὑπάρχῃ τοιαύτη ἔλλειψις εἰς τὴν ἔκφρασιν τῆς ἰδέας ὡς εἶναι ἐν τῷ σχεδίῳ, ὥστε νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς τροποποιήσεις, διότι δύναμαι νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι ἡ παράγραφος τοῦ σχεδίου εἶναι καθαρωτέρα, εὐκρινεστέρα, νομίζω δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ἐκ τοῦ προχείρου νὰ κρίνῃ σήμερον περὶ τῆς προτιμήσεως ἑκατέρας τῶν δύω φράσεων, καθόσον καὶ τρίτος δύναται νὰ παρουσιασθῇ νὰ φέρῃ ἄλλην φρασεολογίαν· ὥστε νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις, καθόσον ἀφορᾷ τὴν φρασεολογίαν, εἶναι ματαία, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ᾖναι ἀνάγκη σπουδαίας συζητήσεως καὶ ἀπασχολήσεως τῆς βουλῆς. Τώρα ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν τὸ μετ’ ἀγαλλιάσεως εἴδομεν, ἢ ἀγαλλόμενοι εἴδομεν ᾖναι μᾶλλον ὀρθὸν, ἡ γλῶσσά μας εἶναι τόσον πλουσία, ὥστε δὲν πιστεύω νὰ δύναται νὰ φθάσῃ εἰς ἀποτελεσματικὴν συζήτησιν ἡ βουλὴ περὶ τούτου. Τὸ μόνον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, εἶναι τὸ ἑξῆς· πρῶτον, καθόσον ἀφορᾷ ἐν γένει τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως, ἡ ἐπιτροπὴ ἐπροσπάθησε νὰ μὴ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὴν φράσιν καὶ τὸ κείμενον τοῦ λόγου τοῦ βασιλέως, διότι γνωρίζετε, ὅτι κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἔθιμον ἐπικρατῆσαν πάντοτε εἰς ὅλα τὰ συνταγματικὰ ἔθνη, προσπάθεια γίνεται ὅσον τὸ δυνατὸν, χάριν ἁβροφροσύνης, νὰ μὴ ἀπομακρύνηται ἡ βουλὴ ἀπὸ τῆς παραφράσεως τοῦ βασιλικοῦ λόγου, ἐκτὸς ἐὰν ἔχῃ ἰδέαν νὰ ἐξηγήσῃ μὴ περιεχομένην εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον ἢ ἀντίθετον. Ὅταν ὅμως πρόκηται εἰς τὴν αὐτὴν ἰδέαν ν’ ἀπαντήσῃ, ὅταν συμμερίζηται τὴν ἀρχὴν τὴν ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ, ἡ ἐθιμοταξία ἀπῄτησεν, ὥστε διὰ παραφράσεως ν’ ἀπαντᾷ ἡ βουλή. Αὐτὴν τὴν ἀρχὴν ἠκολούθησεν ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ σχεδίου· ὥστε ἐὰν τυχὸν παρατηρήσῃ τις καὶ συζητήσῃ ἐὰν ἡ δεῖνα λέξις ἢ φράσις δύναται νὰ ἐξηγήσῃ καθαρώτερον τὴν δεῖνα ἰδέαν, ἢ ἐὰν ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν μίαν καλλιτέραν λέξιν ἢ φράσιν, εἶναι τὸ ἴδιον ὡς νὰ εἴπωμεν, ἡ φράσις τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθη ὁ βασιλ. λόγος δὲν εἶναι καλὴ καὶ ἔρχομαι νὰ μεταχειρισθῶ καλλιτέραν. Ἡ ἁβροφροσύνη δὲν τὸ ἐπιτρέπει, ἀφοῦ ἡ ἰδέα δὲν μεταβάλλεται. Τὸ τρίτον, τὸ ὁποῖον περιέχεται εἰς τὴν ἀντίῤῥησιν τοῦ Κ. Φιλήμονος, εἶναι τὸ Ὑμετέρα Μεγαλειότης. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ ἐποχὴ εἰς τὴν ὁποίαν ζῶμεν ὄχι μόνον δὲν ἀποκρούει αὐτὸ, ἀλλ’ ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν γλῶσσαν τὴν ὁποίαν τηροῦν τὰ κοινοβούλια καὶ ὅλα τὰ συνταγματικὰ κράτη, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν γλῶσσαν τὴν ὁποίαν ἡ διπλωματία τηρεῖ εἰς ὅλα τὰ συνταγματικὰ κράτη, θέλομεν εὕρει ἐν πλήρει χρήσει τὴν λέξιν αὐτὴν, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα οὔτε ἐν Ἀγγλίᾳ οὔτε εἰς ἄλλα μέρη ἐθεώρησαν ὅτι ἐκπίπτουν τὰ κοινοβούλια ἢ ὅτι ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὴν σημερινὴν ἐποχὴν, μεταχειριζόμενα τὴν λέξιν, τὴν ὁποίαν ἡ χρῆσις καθιέρωσεν. Ὑμετέρα Μεγαλειότης δὲν ἐξηγεῖ εἰμὴ ὅτι ὁ βασιλεὺς ἵσταται ἀνώτερος τῶν ἄλλων, καὶ μάλιστα τοῦτο τὸ καθιεροῖ αὐτὸ τὸ σύνταγμα, ὅπερ τὸν παραδέχεται ἀνεύθυνον καὶ τὸν θεωρεῖ ἀρχηγὸν τοῦ Κράτους. Δὲν πιστεύω λοιπὸν νὰ ἀπομακρύνηται ἢ νὰ ἐκπίπτῃ ἡ βουλὴ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ κοινοβουλίου ἀπαιτεῖ· ὥστε νομίζω κατ’ οὐδὲν βάσιμον τὴν ἀντίῤῥησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς, ὅπως ἡ βουλὴ φθάσῃ εἰς μίαν τροποποίησιν τοῦ σχεδίου. Ὡς σᾶς εἶπον, ἡ φρασεολογία δύναται νὰ ᾖναι ὡραία, ἄλλος μάλιστα ἠμπορεῖ νὰ εὕρῃ καὶ καλλιτέραν· δὲν εὑρίσκω ὅμως λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν προτεινομένην τροποποίησιν. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν, δὲν πιστεύω νὰ ἐπροτάθη τίποτε νεώτερον, τὸ ὁποῖον νὰ μεταβάλλῃ ἢ νὰ καθιστᾷ ἐπιλήψιμον τὴν ἔννοιαν τῆς παραγράφου ταύτης.
§36ΦΙΛΗΜΩΝ. Οὔτε περὶ ἐπιληψίμων πρόκειται, οὔτε περὶ ἐλλείψεων ἄλλων οὐσιωδῶν. Ὡς ἀρχόμενος παρετήρησα, ἡ φράσις, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν κρίσιν ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, ἡ φράσις δὲν εἶναι καθαρά. Ἴσως ἡ σπουδὴ τῆς ἐπιτροπῆς, παρετήρησα, εἰς τὴν σύνταξιν τῆς ἀπαντήσεως, εἶναι ἡ κυρία ἀφορμὴ τῆς παρεισφρήσεως τῶν τοιούτων σφαλμάτων. Ἑπομένως ἀφοῦ καὶ ὁ κ. Ῥικάκης ὁ ἔντιμος συνάδελφός μας ἀνεγνώρισεν, ὅτι ἡ φράσις, ἣν συνέταξα, ἐκφράζει κἄπως καλλίτερον τὴν ἔννοιαν, νομίζω, ὅτι ἡ περαιτέρω ἐπιμονὴ εἰς τὴν μὴ παραδοχὴν δὲν ἔχει βάσιμον λόγον.
§37ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶπον ὅτι εἶναι καλλίτερον.
§38ΦΙΛΗΜΩΝ. Καὶ ἤδη ὅμως παρατηρῶ, ὅτι ἄλλος δύναται νὰ συντάξῃ κρείττονα φράσιν. Ὡς ἀρχόμενος εἶπον, ἡ φράσις μου δὲν εἶναι ἀνεπίληπτος, διότι ἡ γλῶσσα ἡμῶν δυστυχῶς εἰσέτι δὲν εἶναι μορφωμένη. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ Ὑμετέρα Μεγαλειότης, τὸ παράδειγμα τῶν ἄλλων Κρατῶν, ὅπερ ὁ κ. Ῥικάκης ἔφερε, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν ἐν Ἑλλάδι. Εἰς ἄλλα Κράτη οἱ τοιοῦτοι τίτλοι συνδέονται μετὰ τῆς ἱστορίας αὐτῶν καὶ τῆς γλώσσης. Ἀλλ’ ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ ἡ Ἑλληνικὴ ἱστορία δὲν γνωρίζουσι τὰ τοιαῦτα. Ἐν τῷ Ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ, ὅταν λέγουν ἡ Αὐτοῦ Γαληνοτάτη Μεγαλειότης, δὲν ἀντίκειται εἰς τὰ παραδεδεγμένα ἐκ μακρᾶς ἐθνικῆς παραδόσεως· ὅταν ἡμεῖς μεταχειριζώμεθα τοιαύτην φράσιν, μεταφράζομεν ἰδέαν ἀντικειμένην εἰς τὴν παράδοσιν τὴν Ἑλληνικὴν καὶ εἰς τὸ πνεῦμα τῆς γλώσσης. Τόσῳ ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ ἐθνικὴν ἔχουσι καὶ ἀνωτέραν ἔννοιαν οἱ τοιοῦτοι τίτλοι, ὥστε καὶ εἰς τὰ ἐκκλησιαστικὰ βιβλία τῶν Ἄγγλων, ἂν μὴ ἀπατῶμαι, εἰσήχθησαν αἱ αὐταὶ φράσεις. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἀπομιμούμεθα ἁπλῶς τοὺς ἄλλους, τὰ αὐτὰ λέγοντας, οὐδὲν δ’ ἐθνικὸν ἀναγράφομεν. Τὴν ἐξαίρεσιν δὲ τοῦ Ὑμετέρα Μεγαλειότης, πάλιν παρατηρῶ, δὲν τὴν προτείνω ἐκ πνεύματος προσβολῆς, ὁποῖον ἠθέλησεν ἴσως ν’ ἀνεύρῃ ὁ προλαλήσας.
§39ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὄχι, ὄχι!
§40ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὁ Βασιλεὺς, δυνάμει τοῦ Συντάγματος, τὸν τίτλον μόνον τοῦ Βασιλέως φέρει· ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποδώσωμεν ἄλλον τίτλον. Πάλιν δὲ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ πρώτη Βουλὴ τοῦ 1865, καλλίτερον κρίνουσα καὶ ἁπλούστερον, ἀπήλειψεν αὐτὴν τὴν φράσιν. Ἐὰν λοιπὸν καὶ σήμερον ἀπαλειφθῇ, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἡ ἀπάλειψις αὐτῆς οὔτε προσβλητικὴ, οὔτε περιέχουσα δευτερεύουσαν ἰδέαν ἢ ἐλαττοῦσαν τὸ σέβας καὶ τὴν εὐλάβειαν, ἣν πρέπει νὰ τηρῶσι τὰ μεγάλα Σωματεῖα τοῦ Κράτους τὰ ἀλληλογραφοῦντα ἢ προσφωνοῦντα καὶ ἀντιφωνοῦντα πρὸς ἄλληλα.
§41ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν) Ἡ συνέλευσις διετήρησε τὴν προσφώνησιν.
§42ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὁμιλῶ περὶ τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐψήφισε, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν περιέχει τὴν λέξιν.
§43ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν θ’ ἀρνηθῇ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς, ὅτι ἐκτὸς τῶν γενικῶν γραμματικῶν κανόνων μιᾶς γλώσσης ὑπάρχουσι καὶ τεχνικοὶ ὅροι· ἑπομένως ἡ ἐκκλησία ἔχει ἰδιαιτέραν γλῶσσαν, ἡ ἰατρικὴ ἐπίσης, ἡ νομική, ἡ πολιτική, τὸ ἀπόλυτον πολίτευμα ἔχει ἰδιαιτέραν γλῶσσαν, τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ἔχει ἰδιαιτέραν γλῶσσαν. Τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα δὲν τὸ παρελάβομεν ἀπὸ τοὺς πατέρας τῆς ἐκκλησίας ἢ τοὺς προπάτοράς μας, ἵνα ἀκολουθήσωμεν τὴν γλῶσσάν των, τὸ παρελάβομεν ἀπὸ τὰ κράτη ἐκεῖνα ἐν οἷς τὸ πρῶτον συνεστήθη· πρέπει λοιπὸν νὰ παραδεχθῶμεν καὶ τὴν γλῶσσαν καὶ τὰς παραδόσεις αὐτῶν, οἵτινες τὸ ἐθεμελίωσαν.
§44ΦΙΛΗΜΩΝ. Τὸ ἀμφισβητῶ αὐτό.
§45ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ πολίτευμα καθιέρωσε μερικοὺς ὅρους φρασεολογίας, οἱ ὁποῖοι κατέστησαν τεχνικοί, ἑπομένως δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀφορμὴν νὰ φέρωμεν μεταβολάς. Ἡ διπλωματία ἔχει, ὡς γνωρίζετε, ἰδιαιτέραν γλῶσσαν μᾶλλον λεπτοτέραν· τίς δύναται νὰ κατηγορηθῇ, ἂν ἐν διπλωματικῷ ἐγγράφῳ μεταχειρισθῇ τοὺς ὅρους αὐτούς; Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον, διατί νὰ ἐπιμένωσιν εἰς πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει μεγάλην σημασίαν.
§46ΖΩΧΙΟΣ. Τί σημαίνει τὸ ἀντιπρόσωπος, τὸ ὁποῖον ἐδέχθημεν; καὶ θέλετε νὰ ὁμιλῶμεν ἑλληνικά.
§47Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐσκόπουν νὰ λάβω τὸν λόγον, ἂν καὶ τὸ κείμενον τῆς παραγράφου αʹ. τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως καὶ τὸ κείμενον τῶν λοιπῶν παραγράφων μοὶ ἐπέβαλλε τὸ καθῆκον ν’ ἀνακοινώσω παρατηρήσεις τινας· δὲν ἐσκόπουν ὅμως νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα μὴ γείνω αἴτιος νὰ παρέρχηται ὁ χρόνος, ἀφοῦ ὑπάρχουν ἐκκρεμῆ πολλὰ σπουδαῖα ἔργα, ἐφ’ ὧν προτίθενται νὰ ἐργασθῶσιν οἱ κκ. βουλευταί. Ἐπειδὴ ὅμως οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι ἤρξαντο ν’ ἀνακοινῶσι παρατηρήσεις εἰς τὴν Βουλὴν, νομίζω καθῆκόν μου νὰ μετάσχω τῆς μικρᾶς αὐτῆς συζητήσεως. Συμμερίζομαι καὶ παραδέχομαι ὡς ὀρθοτάτην τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς ἔκαμεν. Ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον εἶναι ἔγγραφον τὸ ὁποῖον περιβάλλεται μετὰ πολλῆς ἐπισημότητος, ὡς καὶ ὁ βασιλικὸς λόγος. Διὰ τῆς ἀπαντήσεως τὸ ἔθνος ὁμιλεῖ πρὸς τὸν ἡγεμόνα του, καὶ ἡ γλῶσσα, ἣν μεταχειρίζεται, πρέπει νὰ ᾖναι ἡ καθαρωτέρα καὶ εὐκρινεστέρα, αἱ δὲ φράσεις πρέπει νὰ συντίθηνται διὰ τῶν λέξεων, αἱ ὁποῖαι ἔχουν τὴν ἀληθῆ κυριολεκτικὴν σημασίαν, νὰ ᾖναι δὲ καὶ κόσμιαι. Διαφωνῶ μόνον πρὸς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Ἀττικῆς ἐπὶ τῆς ἐξωτερικεύσεως τῆς ἰδέας του, ἐπὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀρχῆς ταύτης ἣν ἔθηκε, καὶ δὲν εὑρίσκω τι τὸ ἄτοπον, τὸ μὴ ὀρθὸν ἐν τῇ χρήσει τοῦ ὅρου τῆς Μεγαλειότητος. Ἂν τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον ἦτο γεγραμμένον ὅπως ὁ κ. Φιλήμων διέγραψε, δὲν ἤθελον φέρει καμμίαν παρατήρησιν, ἤθελον ἀποδεχθῆ αὐτὸ ὡς ὁ κ. Φιλήμων τὸ συνέταξεν· ἀλλὰ καὶ ὡς ἡ ἐπιτροπὴ συνέταξε τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον, δὲν ἔχω ἀφορμὴν νὰ φέρω παρατήρησιν. Ἡ Βασιλικὴ ἐξουσία ἐν συνταγματικαῖς πολιτείαις εἶναι ἡ μεγίστη τῶν ἐξουσιῶν, ἐξασκεῖ μερίδα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, εἶναι ὁ ἄρχων τῆς νομοτελεστικῆς, ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως ἐφαρμόζονται οἱ νόμοι καὶ ἀπονέμεται ἡ δικαιοσύνη. Δὲν ὑπάρχει ἐξουσία μεγαλητέρα ἐν τῇ συνταγματικῇ πολιτείᾳ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὴν ἐξουσίαν ταύτην τὸ ἔθνος μεταδίδει εἰς τὸν ἡγεμόνα, ἀλλὰ μεγαλητέρα ἐξουσία δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ συνταγματικῇ πολιτείᾳ, ἡ δὲ μεγαλειότης ἡ ἀναγνωριζομένη ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ταύτῃ, ἐκπηγάζουσα ἐκ τοῦ Ἔθνους, ἀντανακλᾷ εἰς τὴν μεγαλειότητα τοῦ Ἔθνους. Ὅθεν δὲν ὑπάρχει καμμία ἀφορμὴ ν’ ἀντικαταστήσωμεν τὸν ὅρον τοῦτον, ὃν ἐδανείσθημεν ἐκ τῶν νεωτέρων κοινωνιῶν. Οἱ ἀρχαῖοι ἕλληνες δὲν εἶχον πολίτευμα συνταγματικὸν τοιοῦτον ὁποῖον αἱ νεώτεραι κοινωνίαι διεμόρφωσαν, ἑπομένως δὲν εἶχον οὐδὲ τὸν ὅρον τοῦτον. Αἱ νεώτεραι κοινωνίαι μᾶς ἔδωκαν τὸν ὅρον τοῦτον καὶ μᾶς ἔδωκαν αὐτὸν εὐλόγως καὶ ὀρθῶς, οὐδὲ εἶναι δυνατόν τις νὰ εὕρῃ τι, τὸ ὁποῖον νὰ ᾖναι ἔλασσον ἢ μεῖζον τῆς ἐννοίας τὴν ὁποίαν ὁ ὅρος οὗτος παριστᾷ. Εἶμαι ὅμως κατ’ ἀρχὴν σύμφωνος μὲ τὸν κ. Φιλήμονα. Τῳόντι νομίζω, ὅτι ἠδύνατο νὰ τροποποιηθῇ κατά τι τὸ λεκτικὸν τῆς πρώτης παραγράφου. Ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ σχεδίου ἀναφέρει πεποιθήσεις, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ ἤκουσε· τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι κυριολεξία, διότι αἱ πεποιθήσεις δὲν ἀκούονται. Θὰ ἦτο, ὑποθέτω, καλλίτερον ἄλλως ν’ ἀντικαθίστατο ἡ φράσις, ἵνα ἀποφύγωμεν τὴν ἀκυρολεξίαν (ἀναγινώσκει τροπολογίαν). Ὁ τρόπος οὗτος τῆς συντάξεως συμβιβάζεται καλλίτερον καὶ μὲ αὐτὸ τὸ κείμενον τοῦ βασιλικοῦ λόγου, οὗτινος λέγεται ὅτι παράφρασις εἶναι ἡ συνταχθεῖσα ἀπάντησις· ἐν αὐτῷ ῥητῶς ἐνδείκνυται ὅτι ἡ εὐόδωσις τῶν κοινῶν πραγματοποιεῖται διὰ τῆς παγιώσεως τῶν συνταγματικῶν τοῦ ἔθνους θεσμῶν καὶ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βίου. Αὐτὰς ὅμως τὰς προτάσεις τὸ σχέδιον τὰς ἐχώρισε. Νομίζω, ὅτι ἂν ἡ Βουλὴ πρόκηται νὰ κάμῃ παράφρασιν τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, πλησιάζει εἰς τὴν ἰδέαν ταύτην πλειότερον ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύο τροπολογίαι ὑπάρχουσιν, ἡ τοῦ κ. Φιλήμονος καὶ ἡ τοῦ κ. Δηλιγιάννη, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ νὰ τὴν καταθέσῃ εἰς τὸ γραφεῖον.
§49ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πῶς δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἔλθῃ νὰ ψηφίσῃ γραμματικὰς διαφοράς; Δὲν ὑπάρχει λόγος προτιμήσεως τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἑτέρας προτάσεως, ἑπομένως οὐδὲ λόγος ψηφοφορίας. Καλὸν ἤθελεν εἶσθαι ἂν αἱ δύο προτάσεις συνεβιβάζοντο εἰς μίαν, διότι τί νὰ προτιμήσωμεν; ἡ διαφορὰ δὲν εἶναι σπουδαία, ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν δὲ δὲν διαφέρουσι.
§50ΔΟΥΜΑΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, ἂν παραδέχηται τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν προηγοῦνται αἱ τροπολογίαι, ὥστε τὸ σχέδιον θὰ μείνῃ τελευταῖον. Λοιπὸν ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Φιλήμονος ἔχει ὡς ἑξῆς. «Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους ἀγαλλόμενοι Σὲ εἶδον ἐν μέσῳ αὐτῶν καὶ ἤκουσαν τὰς ὑπὲρ τῆς παγιώσεως τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν καὶ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ συστήματος πεποιθήσεις Σου, ὑπὲρ ὧν ἡ Βουλὴ ἀσμένως συμπράξει, πρὸς εὐόδωσιν τῶν κοινῶν.» Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψεν. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς. «Μετ’ ἀγαλλιάσεως οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους εἶδον ἐν τῷ μέσῳ αὐτῶν τὴν ὑμετέραν Μεγαλειότητα, καὶ θέλουσι παράσχει πᾶσαν τὴν ἑαυτῶν σύμπραξιν εἰς τὴν διὰ τῆς παγιώσεως τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν καὶ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βίου τοῦ ἔθνους εὐόδωσιν τῶν κοινῶν.» Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι ἤδη τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται σχεδὸν πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον. «Τὸ Ἔθνος ἀείποτε μετὰ δικαιοσύνης ἐξετίμησε, Βασιλεῦ, τὴν ἀπὸ πάσης ἐπὶ τῆς ψήφου τοῦ Λαοῦ ἐπηρείας Κυβερνητικὴν ἀποχὴν, καὶ προσηλωμένον εἰς τὴν τάξιν ἐτήρησε καὶ κατὰ τὰς ἐκλογὰς διαγωγὴν ἀποδεικνύουσαν αὐτὸ ἄξιον τῶν ἐλευθεριῶν του. Ἐλπίσαν δὲ εὐλόγως ἐπὶ τὸ μέλλον, μετὰ παραδειγματικῆς ὄντως φρονήσεως διῆλθε τὰς περιόδους ἐκείνας, καθ’ ἃς ἡ Κυβερνητικὴ ἐνέργεια δὲν ἐσεβάσθη τὴν ἐλευθερίαν τῆς ψήφου τῶν ἐκλογέων.» Ὁ κ. Φιλήμων ἔχει καὶ ἐπὶ τῆς παραγράφου ταύτης τροπολογίαν, τὴν ἑξῆς· «Τὸ ἔθνος, Βασιλεῦ, ἀείποτε ἐπόθησε τὴν ἀποχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ πάσης εἰς τὰς ἐκλογὰς ἐπεμβάσεως, πιστὸν δ’ ἐμμένον εἰς τοὺς ἐλευθέρους θεσμοὺς αὑτοῦ, πάντοτε κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν προσηνέχθη ὡς ἐμπρέπει εἰς λαὸν σεβόμενον τὸ πολίτευμα αὑτοῦ. Πεποιθὸς δ’ ἐπὶ τὸ μέλλον, ἀνέπτυξε φρόνησιν ἀξιομίμητον καθ’ ἃς ἐποχὰς ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐσεβάσθη τὴν ἐλευθερίαν τῆς ψήφου τοῦ πολίτου».
§52ΦΙΛΗΜΩΝ. Αἱ μεταβολαὶ, τὰς ὁποίας προτείνω ἐπὶ τῆς παραγράφου ταύτης, δὲν εἶναι γραμματικαὶ ἁπλῶς, θίγουσιν ἐν μέρει καὶ τὴν οὐσίαν. Πιστεύω δὲ ὅτι δὲν ἀντίκεινται καὶ εἰς τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ὑπηγόρευσε τὴν σύνταξιν τῆς παραγράφου ταύτης. «Τὸ ἔθνος ἀείποτε μετὰ δικαιοσύνης ἐξετίμησε, Βασιλεῦ, τὴν ἀπὸ πάσης ἐπὶ τῆς ψήφου τοῦ λαοῦ ἐπηρείας κυβερνητικὴν ἀποχήν». Τοιοῦτον τὸ κείμενον τοῦ σχεδίου. Ἀφίνω εἰς ὑμᾶς νὰ κρίνητε περὶ τῆς μορφῆς τῆς φράσεως ταύτης. «Καὶ προσηλωμένον εἰς τὴν τάξιν ἐτήρησε κτλ.». Ταῦτα μετέβαλον οὕτω: «Τὸ ἔθνος, Βασιλεῦ, ἀείποτε ἐπόθησε τὴν ἀποχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ πάσης εἰς τὰς ἐκλογὰς ἐπεμβάσεως». Δὲν πρόκειται ἐνταῦθα νὰ εἴπωμεν ὅτι μετὰ δικαιοσύνης ἐξετίμησεν, οὔτε παρόμοιόν τι. Τὸ ἔθνος δὲν ἐκτιμᾷ, ἐκφράζει πόθους ἢ δίδει διαταγάς. Ἀντὶ τῆς λέξεως τάξεως, ἔθηκα τὴν φράσιν «ἐμμένον εἰς τοὺς ἐλευθέρους θεσμοὺς αὑτοῦ πάντοτε κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν», διότι δυστυχῶς ἡ λέξις τάξις ἔχει πολὺ στενὴν σημασίαν. Τάξις σημαίνει οὐ μόνον τὴν ὑλικὴν τάξιν, ἀλλὰ καὶ τὴν προσήλωσιν εἰς ἓν συγκεντρωτικὸν σύστημα. Ἤθελον σᾶς ἐννοήσει καθολοκληρίαν ἂν ἐλέγετε εἰς τὴν καθεστηκυῖαν τάξιν, ὅτε ἤθελεν ὑπεννοεῖσθαι τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, τὸ ὑπάρχον δυνάμει τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864. Ἀλλὰ ῥιπτομένη ἡ λέξις τάξις ἄνευ τῆς προσθήκης αὐτῆς, ἤθελεν ἴσως ἔχει ἔννοιαν πολὺ διάφορον, καὶ ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν εἶναι περιττὸν νὰ ἐξηγήσω ἐνώπιόν σας. Νομίζω δὲ, ὅτι τὸ ἔθνος δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ δώσῃ διαβεβαίωσιν, ὅτι ἐμμένει εἰς τὴν τάξιν. Οὐδὲν ἔθνος ὑποχρεοῦται νὰ λέγῃ ὅτι ἔχει πνεῦμα τάξεως καὶ νομιμότητος, διότι αὐτὰ εἶναι προσόντα ἀναφαίρετα καὶ ἀναπόσπαστα τῆς ὑπάρξεως παντὸς ἔθνους. Τὸ ἔθνος μόνον δύναται νὰ εἴπῃ ἐκεῖνο, ὅπερ εἶναι τὸ πραγματικὸν, καὶ ἐκεῖνο, ὅπερ περιλαμβάνεται εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς τάξεως, τοὺς ἐλευθέρους θεσμούς· διότι ἐν αὐτοῖς καὶ δι’ αὐτῶν δύναται μόνον νὰ ὑπάρξῃ τάξις. Ἑπομένως ἀντὶ τοῦ ἀποτελέσματος, κρίνω δέον νὰ προστεθῇ μόνον ἡ πηγὴ καὶ ἡ ῥίζα τῆς τάξεως, οἱ ἐλεύθεροι θεσμοὶ, οἵτινες εἶναι ἡ πεποίθησις τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους. Τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως ἔχει ἀκολούθως ταῦτα. «Προσηλωμένον εἰς τὴν τάξιν, ἐτήρησε καὶ κατὰ τὰς ἐκλογὰς διαγωγὴν, ἀποδεικνύουσαν αὐτὸ ἄξιον τῶν ἐλευθεριῶν του». Νομίζω, ὅτι τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ δώσῃ εἰς οὐδένα διαβεβαίωσιν, ἂν ᾖναι ἄξιον ἐλευθερίας. Τοῦτο τὸ ἀποδεικνύει ὁ βίος του, οἱ δὲ ἀντιπρόσωποι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ προβάλωσι τοιαύτην διαβεβαίωσιν. Εἶναι δὲ κομποῤῥημοσύνη ἢ μᾶλλον, ἂν θέλητε, ταπείνωσις ἐθνικὴ, νὰ λέγῃ ἓν ἔθνος ὅτι τώρα ἀπέδειξεν ὅτι εἶναι ἄξιον ἐλευθερίας.
§53ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑπάρχει εἷς σύνδεσμος καὶ εἰς τὸ κείμενον, ὅπερ λέγει «καὶ προσηλωμένον εἰς τὴν τάξιν ἐτήρησε κτλ.» Δὲν θέλει νὰ δείξῃ ἡ παράγραφος αὕτη ὅτι τὸ ἔθνος ἐδείχθη ἄξιον τῶν ἐλευθεριῶν του διότι ἐτήρησε τὴν τάξιν, ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἐπίσης ἔδειξε τὴν ἀξιότητα αὐτήν.
§54ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐγὼ ἀμφισβητῶ καὶ τοῦτο ἀκόμη. Δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ δώσῃ λόγον ἓν ἔθνος, ἂν ἐτήρησε καὶ εἰς τὰς ἐκλογὰς τὴν τάξιν ἢ ὄχι. Τοῦτο εἶναι γεγονὸς περὶ τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι ὑπόχρεων νὰ δίδῃ εὐθύνας, εἶναι δὲ ἀνεξάρτητον τῆς ἐκτιμήσεως ἂν τὸ ἔθνος τὸ ἑλληνικὸν ἦναι ἄξιον τῶν ἐλευθεριῶν καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον.
§55ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἵνα δυνηθῇ ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ μεταξὺ τῆς παραγράφου τῆς ἀπαντήσεως καὶ μεταξὺ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Φιλήμων, πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν παράγραφον τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, ἥτις λέγει τὰ ἑξῆς. «Ἡ κυβέρνησίς μου ἀπέσχεν εὐλαβῶς ἀπὸ πάσης ἐπὶ τῆς ψήφου τοῦ λαοῦ ἐπηρείας καὶ εἰργάσθη συντόνως εἰς περιφρούρησιν τῆς ἐλευθέρας ἐνασκήσεως τῶν δικαιωμάτων τῶν ἐκλογέων. Συγχαίρω δὲ τῷ ἔθνει ἐπὶ διαγωγῇ κατὰ τὰς ἐκλογάς, ἀποδεικνυούσῃ αὐτὸ ἄξιον τῶν ἐλευθεριῶν του.» Ἡ παράγραφος αὕτη ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὰς ἑξῆς σκέψεις· πρῶτον εἴπομεν, πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ἢ ν’ ἀφήσωμεν νὰ παρέλθῃ σιωπηρῶς ἡ ἰδέα ὅτι πρώτην φορὰν ἐγένοντο ἐλεύθεραι ἐκλογαί, καὶ νὰ καταδικάσωμεν τὸ παρελθόν; καὶ ὁ κ. Φιλήμων τὸ καταδικάζει.
§56ΦΙΛΗΜΩΝ. Λέγω: «Ἐπόθησε πάντοτε».
§57ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐπόθησεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν εἶχεν, ἐνῷ ἡμεῖς λέγομεν ὅτι τὸ εἶχε. Δὲν ἠθελήσαμεν νὰ δοθῇ παρεξήγησις εἰς τὴν φράσιν τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, καὶ ν’ ἀφήσωμεν νὰ παρέλθῃ ἡ ἰδέα ὅτι πρώτην φορὰν ἐγένοντο ἐλεύθεραι ἐκλογαί. Τί εἴπομεν λοιπόν; χωρὶς ν’ ἀμφισβητήσωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Βασιλικὸς λόγος, χωρὶς ν’ ἀρνηθῶμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σήμερον ὡς ἀρχὴν ὁμολογοῦμεν, καὶ χωρὶς ν’ ἀδικήσωμεν ὅσους ἠκολούθησαν τὸ σύστημα τῆς ἐλευθερίας τῶν ἐκλογῶν. «Τὸ ἔθνος ἀείποτε μετὰ δικαιοσύνης ἐξετίμησε, βασιλεῦ, τὴν ἀπὸ πάσης ἐπὶ τῆς ψήφου ἐπηρείας κυβερνητικὴν ἀποχήν». Ὥστε ἂν καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν κυβέρνησίς τις ἐτήρησε διαγωγὴν τοιαύτην, ἔτυχε δικαιοσύνης, ὅπως τὸ ἔθνος ἐξετίμησε καὶ τὴν διαγωγὴν τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐνήργησε τὰς σημερινὰς ἐκλογάς· οὕτω δὲ διασκεδάζεται πᾶσα παρεξήγησις, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ δοθῇ εἰς τὴν παράγραφον τοῦ βασιλικοῦ λόγου. Δευτέρα ἰδέα, ἡ ὁποία ἐγεννήθη εἰς τὴν ἐπιτροπήν, εἶναι ἡ ἑξῆς· ἐνθυμεῖσθε, καὶ μάλιστα ὅσοι εἴχατε τὴν τιμὴν νὰ παρακαθήσητε εἰς τὰς ἕδρας τοῦ κοινοβουλίου τούτου, ὅτι εἰς ἀπάντησιν τῶν παραπόνων, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο κατὰ τῆς παρεμβάσεως καὶ ἐπεμβάσεως εἰς τὰς ἐκλογάς, εἰς ἀπάντησιν τῶν διαμαρτυρήσεων κατὰ τῆς αὐθαιρεσίας καὶ ἐπεμβάσεως τῶν κυβερνήσεων, σᾶς ἔλεγον· «ἡ τάξις δὲν διεταράχθη, ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις τῆς νομιμότητος». Διὰ τοῦτο ἠθελήσαμεν ν’ ἀπαντήσωμεν, ὅτι ἂν τὸ ἔθνος ἐτήρησε τὴν τάξιν κατὰ τὸ παρελθόν, δὲν τὴν ἐτήρησε διότι ἀνεγνώρισεν ὅτι αἱ ἐκλογαὶ ἐνηργήθησαν ἐλευθέρως, ἀλλὰ διότι ἤλπιζε βελτίωσιν, καὶ σήμερον ἐξηγεῖ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τότε ᾐσθάνετο. Ἡ ἰδέα ἐξηγεῖται σαφέστατα διὰ τῆς παραγράφου τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, καὶ νομίζω ὅτι θὰ μεταβάλωμεν σπουδαίως τὸ πνεῦμα τῆς ἀπαντήσεως, ἂν ἐπιφέρωμεν μεταβολήν τινα. Ἂν εἴπωμεν ὅτι τὸ ἔθνος ἐφάνη ἄξιον τῶν ἐλευθεριῶν του τηρῆσαν τὴν τάξιν, δὲν ἐννοοῦμεν νὰ δώσωμεν διαβεβαίωσιν ὅτι διὰ μόνης τῆς τηρήσεως τῆς τάξεως εἶναι ἄξιον τῶν ἐλευθεριῶν του, ἀλλὰ θέλομεν ν’ ἀπαντήσωμεν εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον καὶ νὰ ἐκφράσωμεν τὰς περὶ τάξεως ἰδέας ἡμῶν· ὅτι δηλ, ἂν τὸ ἔθνος ἐτήρησε τὴν τάξιν καὶ δὲν διεμαρτυρήθη ἐνόπλως κατὰ τὸ παρελθὸν κατὰ τῶν παρανομιῶν καὶ αὐθαιρεσιῶν αἱ ὁποῖαι ἐλάμβανον χώραν, ἤλπιζεν εἰς τὴν διόρθωσιν τῶν πραγμάτων κατὰ τὸ μέλλον. Ἄν συμμερίζησθε λοιπὸν τὴν ἰδέαν τῆς ἐπιτροπῆς, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ψηφίσητε τὴν παράγραφον τοῦ σχεδίου ὡς ἔχει.
§58ΦΙΛΗΜΩΝ. Τὸ πνεῦμα τῆς ἐπιτροπῆς ὑπάρχει ἐν τῇ τροπολογίᾳ μου. Αἱ φράσεις μου εἶναι αὗται. (Ἀναγινώσκει ἐκ νέου τὴν ἀνωτέρω τροπολογίαν). Ὥστε βλέπετε ὅτι μόνον ἤλλαξα τὴν φράσιν «προσηλωμένον εἰς τὴν τάξιν». Ἡ παρατήρησις δὲ, ὅτι αἱ ἀπαντήσεις εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ παράφρασις αὐτοῦ, δὲν εἶναι ὀρθή. Ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ λέγῃ πρὸς τὸν Ἡγεμόνα τὰς γνώμας τὰς ἐπικρατούσας. Ἄν ἦτο παράφρασις ἡ ἀπάντησις, τότε θὰ ἦτο ἁπλῆ διατύπωσις. Ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ, γινώσκομεν καλῶς, εἶναι τοῦ βασιλικοῦ λόγου παράφρασις ἡ ἀπάντησις, διότι ἐκεῖ αἱ ἀπαντήσεις δὲν ἔχουν τὴν σημασίαν, ἣν ἔχουσιν εἰς τὴν ἠπειρωτικὴν Εὐρώπην. Παρ’ ἡμῖν ὅμως ἔχουσι μεγίστην σημασίαν, διότι περιέχουσι τὴν διατύπωσιν τῶν ἰδεῶν τῆς Βουλῆς καὶ τῶν πεποιθήσεων αὐτῆς, δηλ. τοῦ τόπου κατὰ τὴν ἑκάστοτε ἐποχήν. Ἄν ἦτο ἁπλῆ διατύπωσις ἡ ἀπάντησις, ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελε διορίσει εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ἵνα συντάξῃ τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως.
§59ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. «Προσηλωμένον εἰς τὴν τάξιν», κύριε Ῥικάκη, τί ἐννοεῖτε, κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς;
§60ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐν γένει, ἀπαντῶμεν εἰς τὴν φράσιν τοῦ βασιλικοῦ λόγου.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὄντος ἑτέρου ἐγγεγραμμένου, ἡ συζήτησις θεωρεῖται περαιωμένη. Ἠκούσατε τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Φιλήμονος εἰς τὴν βʹ. παράγραφον τῆς ἀπαντήσεως· οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν τροπολογίαν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν βʹ. παράγραφον τοῦ σχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παραδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν παράγραφον τρίτην. «Ἡ Βουλὴ σύνοιδε, Βασιλεῦ, ὅτι μετὰ δικαιοσύνης ἐνήργησε τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογικῶν ἀποτελεσμάτων, πέποιθε δὲ ὅτι καὶ ἡ Δικαστικὴ ἐξουσία θέλει ἁπανταχοῦ μετὰ δραστηριότητος ἐπιδιώξει τὴν νόμιμον τιμωρίαν τῶν ἐκλογικῶν παραβάσεων.»
§62ΦΙΛΗΜΩΝ. Τί θὰ εἰπῇ τὴν νόμιμον τιμωρίαν; Ὑπάρχει καὶ παράνομος τιμωρία;
§63ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶ τὴν παρατήρησιν ταύτην. Ἡ Δικονομία ἔχει καθιερώσει τοιαύτην φράσιν, νόμιμος π. χ. καταδίωξις, καὶ διὰ τοῦτο ἐτέθη.
§64Ν. ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ὑποβάλω καὶ ἐγὼ παρατήρησίν τινα ὡς πρὸς τὴν λέξιν «σύνοιδε», ἡ ὁποία, μοὶ φαίνεται, δεικνύει ὑπερβολικὴν περιαυτολογίαν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς. Ἀναντιῤῥήτως ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καυχᾶται καὶ νὰ λέγῃ ὅτι ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν της ὅσον τὸ δυνατὸν νομιμώτερον· ἀλλὰ καὶ ἡ Βουλὴ σύγκειται ἀπὸ ἀνθρώπους, οἵτινες δύνανται νὰ ὑποπέσωσιν εἰς σφάλματα· ἑπομένως φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἴπωμεν ὅτι μετὰ πλήρους δικαιοσύνης ἐξετελέσαμεν τὸ καθῆκόν μας. Ἴσως ὀρθότερον ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν τὰ ἑξῆς. «Ἡ Βουλὴ ἐκπληρώσασα μετὰ δικαιοσύνης τὰ καθήκοντα αὑτῆς κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν κτλ.»
§65ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ βασιλικὸς λόγος ἦτο ἀπαιτητικώτερος· ἀπῄτησεν ὁ βασιλεὺς καὶ ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμίαν, ὅπως αἱ ἐξελέγξεις γίνωσι μετ’ αὐστηρότητος. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν ἐκπληρώσασα τὸ καθῆκόν της καὶ ἔχουσα τὴν συναίσθησιν ὅτι μετὰ δικαιοσύνης, ἡ ὁποία εἶναι πάντοτε σχετικὴ, εἶναι ἀνθρώπινος δικαιοσύνη, ἔχουσα λοιπὸν τὴν συναίσθησιν ἡ Βουλὴ ὅτι μετὰ δικαιοσύνης ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της, ἀπαντᾷ εἰς τὴν προσδοκίαν τοῦ βασιλέως. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της μετὰ δικαιοσύνης. Ὁ δικαστὴς ὁ ἐκδίδων μίαν ἀπόφασιν δὲν δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ ἀπόφασίς του εἶναι δικαία; τοῦτο δὲν εἶναι περιαυτολογία, οὐδ’ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν ὀρθὴν ἔκφρασιν περὶ τῆς συναισθήσεως τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος.
§66ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἡ φράσις τῶν ἐκλογικῶν ἀποτελεσμάτων δύναται, νομίζω, νὰ διορθωθῇ διὰ τῆς τῶν ἐκλογῶν.
§67ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ βασιλικὸς λόγος ἀνέφερε βουλευτικὰ ἀποτελέσματα, καὶ ἐπανελάβομεν καὶ ἡμεῖς τὴν λέξιν, διότι εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβάλλονται τὰ ἀποτελέσματα· οἱ βουλευταὶ ἐρχόμενοι ἐνταῦθα φέρουσιν ἓν εἰσιτήριον καὶ τοῦτο ἐξελέγχει ἡ Βουλὴ. Νομίζω, ὅτι ὀρθῶς δύναται νὰ λεχθῇ καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἕτερον. Τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν εἶναι ἡ ἐκλογὴ τοῦ βουλευτοῦ, καὶ προκειμένου νὰ γείνῃ ἐξέλεγξις, ἁρμόζει ἡ λέξις ἐκλογικὰ ἀποτελέσματα, διότι ἡ ἐκλογὴ εἶναι ὁ τρόπος, δι’ οὗ ἀνακηρύσσεται ὁ βουλευτής· δὲν βλέπω λοιπὸν κατὰ τί ἐνταῦθα σφάλλω, καὶ ἂν θέλητε, ἐπιμένω, χωρὶς νὰ ἔχω τὴν ἀξίωσιν ὅτι ἡ ἔκφρασις εἶναι ὀρθοτέρα πασῶν.
§68ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι κάπως μεταφυσική.
§69ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ τὴν μεταβάλω.
§70ΦΙΛΗΜΩΝ. Τὰς ἐκλογὰς ὁλοκλήρους ἐξελέγχει ἡ Βουλὴ, οὐχὶ τὰ ἀποτελέσματα.
§71ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τεθῇ τῶν ἐκλογῶν.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς τρίτης παραγράφου ἡ ἐπιτροπὴ διὰ τοῦ εἰσηγητοῦ αὐτῆς παρεδέχθη τὴν φράσιν ἀντὶ ἐκλογικῶν ἀποτελεσμάτων, τῶν ἐκλογῶν· ἀντὶ δὲ τῆς φράσεως τὴν νόμιμον τιμωρίαν, παρεδέχθη τὴν φράσιν τὴν τιμωρίαν τῶν ἐκλογικῶν παραβάσεων.
§73ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαυροκορδάτος ἐπρότεινε τροπολογίαν, τὴν ἑξῆς. «Ἡ Βουλὴ ἐκπληρώσασα μετὰ δικαιοσύνης τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, πέποιθεν ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία κτλ.»
§75ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι θ’ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν, ἂν παραδεχθῶμεν τὴν φρασεολογίαν αὐτήν. «Ἐκπληρώσασα ἡ Βουλὴ πέποιθε» θὰ θεωρηθῇ ἡ μία φράσις σχετιζομένη στενῶς μὲ τὴν ἄλλην, διότι ἡ Βουλὴ ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της νομίζει.....ἐνῷ εἶναι δύω ἀντικείμενα χωριστά. Ἡ ἀντίῤῥησις τὴν ὁποίαν φέρει ὁ κ. Μαυροκορδάτος διορθοῦται εὐκολώτατα, ἐὰν τεθῇ τελεία. «Ἡ Βουλὴ πέποιθεν, ὅτι μετὰ δικαιοσύνης ἐνήργησε τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν. Πέποιθε δέ.......
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὁ κ. Μαυροκορδάτος ἀντικαθιστᾷ τὴν λέξιν σύνοιδε, διὰ τῆς λέξεως πέποιθεν. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν παράγραφον τρίτην ὡς ἔχει ἐν τῷ σχεδίῳ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§78ΦΙΛΗΜΩΝ. Εἶναι αὕτη ἡ τελευταία παρατήρησις τὴν ὁποίαν θὰ φέρω (ἀναγινώσκει τὴν 4 §.) Ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ λέξις ἀναγνώρισις μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἔχει τὸν τόπον της. Τί ἐστὶν ἀναγνώρισις τῶν ἐπὶ τοῦ γράμματος καὶ τοῦ πνεύματος τοῦ Συντάγματος στηριζομένων προνομιῶν; Εἶχεν ἆρά γε ἀνάγκην ἐκ μέρους τοῦ Στέμματος ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνωρίσῃ τοῦτο σήμερον, μετὰ δεκαετῆ κοινοβουλευτικὸν βίον, τὰς προνομίας καὶ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος κέκτητηται ἡ Βουλὴ; τὸ τοιοῦτον μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι προσβλητικὸν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐμμέσως εἰς αὐτὸ τὸ Στέμμα. Τὸ Στέμμα ὡρκίσθη νὰ τηρήσῃ τὸ Σύνταγμα· ἑπομένως διὰ τοῦ ὅρκου του, τὸν ὁποῖον ἔδωκε κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, ἀνεγνώρισεν ὅλα τὰ ἐγκείμενα ἐντὸς τοῦ Συντάγματος, εἴ τε τοῦ γράμματος εἴ τε τοῦ πνεύματος αὐτοῦ. Ἐρχόμεθα σήμερον νὰ εἴπωμεν ὅτι τὰ ἠμφισβήτησε μέχρι τοῦδε. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν, ἂν τὰ προνόμια καὶ τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς ἠμφισβητήθησαν. Ἡ συζήτησις αὕτη ἤθελε φέρει εἰς ἄλλο στάδιον, τὸ ὁποῖον ζητῶ ν’ ἀποφύγω σήμερον. Ἀλλ’ ἐπιμένω εἰς τὴν ἑτέραν ἰδέαν, ὅτι ἡ λέξις ἀναγνώρισις ὑπεμφαίνει ὅτι ὁ ἀναγνωρίζων ἔχει καὶ δικαίωμα νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ. Τὸ τοιοῦτον δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι κατάλληλον νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἀπάντησιν τῆς Βουλῆς τοῦ 1875. Διὰ τοῦτο νομίζω καταλληλοτέρα εἶναι ἡ ἑπομένη ἔκφρασις (Ἀναγινώσκει). Ἐνταῦθα δὲν θέτω οὔτε τὴν ἀναγνώρισιν οὔτε τὴν μὴ ἀναγνώρισιν, οὔτε ἂν ἀνεγνωρίσθησαν ἢ παρεγνωρίσθησαν εἰς ἄλλην ἐποχὴν τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς. Ἡ τελευταία αὕτη φράσις νομίζω ὅτι εἶναι συμφωνοτέρα καὶ πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς καὶ πρὸς τοὺς ἀγῶνας, οἱ ὁποῖοι ἔφερον τὴν τελευταίαν μεταβολὴν, καὶ πρὸς τὰς ἰδέας τῆς Βουλῆς, ἥτις ἀντιπροσωπεύει ἀληθῶς τὸ Ἔθνος. Ἄλλην παρατήρησιν δὲν προτίθεμαι νὰ φέρω.
§79ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ παράγραφος, κύριοι, τοῦ Βασιλικοῦ λόγου ἔχει ὡς ἑξῆς. «Ὅπως πλήρης ὑπῆρξεν ὁ πρὸς τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ περὶ τὴν ἐκλογὴν τῶν βουλευτῶν σεβασμὸς τῆς κυβερνήσεώς μου, οὕτως ἐνδελεχὴς θέλει εἶσθαι ἡ παρ’ ἐμοῦ ἀναγνώρισις τῶν ἐπὶ τοῦ γράμματος καὶ τοῦ πνεύματος τοῦ Συντάγματος στηριζομένων προνομιῶν τῶν ἐκλεκτῶν τοῦ ἔθνους.» Ἔρχεται ὁ ἡγεμὼν καὶ μᾶς λέγει· σᾶς δίδω τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι ὅπως ἡ κυβέρνησίς μου ἐσεβάσθη τὰ δικαιώματά σας κατὰ τὰς ἐκλογὰς, οὕτω καὶ ἐγὼ ἀναγνωρίζω τὰ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καθιερούμενα προνόμια τῶν ἐκλεκτῶν τοῦ ἔθνους. Εἰς αὐτὴν τὴν διακήρυξιν, οὕτως εἰπεῖν, τὴν ὁποίαν σᾶς κάμνει τὸ στέμμα, τί θέλετε ν’ ἀπαντήσωμεν ἡμεῖς; Τὸ στέμμα ἔρχεται καὶ μᾶς λέγει «ἡ κυβέρνησίς μου ἐσεβάσθη» καὶ μᾶς διαβεβαιοῖ ὅτι κατὰ τὴν δίοδον τὴν κοινοβουλευτικὴν ἐπίσης θέλει ἀναγνωρίσει τὰ δικαιώματα τοῦ κοινοβουλίου· δὲν πρέπει νὰ τῷ εἴπωμεν ὅτι αὐτὸ τὸ ἄκουσμα μᾶς ηὐχαρίστησε καὶ ὅτι εἶναι ἐγγύησις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βίου; ἢ μήπως ἐπροκαλέσαμεν ἡμεῖς τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην, ὅπως εὑρεθῶμεν εἰς θέσιν νὰ ἀπαντήσωμεν; Καὶ ὅταν ἓν ἄτομον σᾶς εἴπῃ ὅτι ἔχει τὰς καλλιτέρας διαθέσεις πρὸς ὑμᾶς καὶ ὅτι θέλει σεβασθῆ πάντοτε τὰ δικαιώματα καὶ τὰ συμφέροντά σας, αἴ, τί θὰ τοῦ εἰπῆτε; ἔκαμες κακὰ νὰ μοὶ εἴπῃς ὅτι εἶσαι φίλος μου καὶ νὰ μοὶ δώσῃς διαβεβαιώσεις περὶ τῶν μελλουσῶν ἀγαθῶν διαθέσεών σου· δὲν θὰ ἀνοίξητε καυγὰ, πιστεύω, διὰ τοῦτο (ἱλαρότης). Λοιπὸν νομίζω ὅτι, ἀφοῦ ἡ ἀναγνώρισις ἐτέθη εἰς τὸν λόγον, δὲν ἠμπορούσαμεν ἡμεῖς νὰ τὴν ἀποφύγωμεν, διότι, σᾶς εἶπον, δὲν τὴν ἐπροκαλέσαμεν ἡμεῖς· ὥστε ὅλως φυσικὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις τὴν ὁποίαν διετυπώσαμεν· ἂν παραδεχθῶμεν τὴν τροποποίησιν, ἡ ἀπάντησις δὲν θὰ ἀνταποκρίνηται εἰς τὸν λόγον. Ἀπολύτως ὡς ἰδέα ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι πολλὰ καλὴ, ἀλλ’ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ν’ ἀπαντήσωμεν εἰς αὐτὸ τὸ μέρος.
§80ΦΙΛΗΜΩΝ. Εἰμπορεῖ νὰ δώσῃ χώραν εἰς παρεξήγησιν ἡ λέξις «ἀναγνώρισις».
§81ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ τὴν λαμβάνω ὑπὸ τὴν ἔννοιαν....
§82ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πολλάκις ἐπανελάβετε, ὅτι, ἀφοῦ τὸ λέγει ὁ Βασιλικὸς Λόγος, πρέπει νὰ τὸ εἰποῦμεν καὶ ἡμεῖς· μέχρι τινὸς ἠμποροῦμεν, ἀλλὰ πέραν τινῶν ὁρίων δὲν ἠμποροῦμεν νὰ προβῶμεν· ἅμα ἔρχεται ἡ ὑπόνοια μιᾶς παρεξηγήσεως, τότε, ἐννοεῖτε, πρέπει νὰ σταθῶμεν.
§83ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὡς μέλος τῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως ἐπιτροπῆς, πληροφορῶ τὴν βουλὴν, ὅτι ἡμεῖς δὲν μετεχειρίσθημεν τὰς λέξεις τῆς ἀπαντήσεως διότι ὠφείλομεν νὰ μεταχειρισθῶμεν τὰς αὐτὰς μὲ τὸν βασιλικὸν λόγον λέξεις, ἀλλὰ διότι ἐθεωρήσαμεν αὐτὰς καταλλήλους πρὸς ἔκφρασιν τῆς ἰδέας μας· καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι πολλαχοῦ τῆς ἀπαντήσεως καὶ μετεβάλομεν τὰς λέξεις τοῦ βασιλικοῦ λόγου· εἰς τὴν παράγραφον μάλιστα ταύτην δὲν ἐπανελάβομεν, ὡς βλέπετε, τὰς ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ λέξεις «θέλει εἶσθαι», αἵτινες ἀναφέρονται εἰς τὴν ἀναγνώρισιν καὶ αἵτινες ἀληθῶς ἠδύναντο νὰ δώσωσι χώραν εἰς δυσάρεστους παρεξηγήσεις. Ἀπορῶ δὲ τῇ ἀληθείᾳ πῶς αὗται περιελήφθησαν εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλος δὲν ἐζήτησε τὸν λόγον. Θὰ τεθῇ ἑπομένως εἰς ψηφοφορίαν ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Φιλήμονος, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Φιλήμονος παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν παράγραφον ὡς ἔχει ἐν τῷ σχεδίῳ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν παράγραφον 5 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι).
§85ΦΙΛΗΜΩΝ. «Τοῦ Κοινοβουλίου». Κύριοι, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν κοινοβούλιον, εἶναι σόλοικον, ἡμεῖς ἔχομεν Βουλήν. Τί ἐστὶ κοινοβούλιον;
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι συνήθεια. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἔχει τίς τὸν λόγον ἐπὶ τῆς § 6;
§87ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ βουλὴ παρεδέχθη.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν § 7ην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ὀγδόην § παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§90ΡΑΛΛΗΣ. «Περὶ τῶν νομοθετικῶν» περιττεύει· τὸ σύνταγμα δὲν προβλέπει περὶ τῶν μεταῤῥυθμίσεων.
§91ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἂν ἰδῆτε παραπάνω, θὰ ἰδῆτε «τῶν τε».
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν § 8 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ψηφοφορεῖται τὸ σύνολον τῆς ἀπαντήσεως. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τώρα, κύριοι βουλευταὶ, θὰ κληρωθῇ ἡ πρεσβεία, ἡ ὁποία μετὰ τοῦ προεδρείου τῆς Βουλῆς θὰ ὑποβάλῃ τῷ Βασιλεῖ τὴν ἀπάντησιν ταύτην. (Ἐνταῦθα ὁ κύριος Κρεστενίτης καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου, ἐνεργεῖται ἡ κλήρωσις τῶν μελῶν τῆς μεγάλης πρεσβεύσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ ἀντιπροέδρου Καραπαύλου καὶ τῶν βουλευτῶν Ῥουσοπούλου καὶ Μ. Κανελλοπούλου, κληροῦνται δὲ οἱ ἑξῆς· Μαυρομαρᾶς, Λομβάρδος, Τζαμάλας, Δαμηράλης, Ι. Παππαζαφειρόπουλος (ἐξαιρεῖται ὡς ὑπουργός), Πολυλᾶς, Δ. Πατρινός, Χαριτάτος, Νομικός, Μαρτζοῦκος, Καλλιφρονᾶς, Ζαφειρόπουλος, Βασιλάκης. Μετὰ τὸ τέλος τῆς κληρώσεως ἐπανέλαβε τὴν ἕδραν αὑτοῦ ὁ Πρόεδρος.)
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν μελῶν τῶν ἀνακριτικῶν ἐπιτροπῶν· αὔριον θὰ ἀναχωρήσουν ἀφεύκτως.
§94ΛΑΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπαιτοῦνται μερικὰ ἔξοδα.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο πρότασις νὰ μὴ ἐκλεχθοῦν ἄλλα μέλη, ἀλλὰ νὰ μεταβῶσι τὰ ἐκλεχθέντα.
§96ΠΟΛΛΟΙ. Ἀπεῤῥίφθη χθὲς ἡ πρότασις.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκλογήν. Ἂν ἐκουράσθητε, ἂς διακοπῇ ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν ἡ συνεδρίασις.
§98ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν, (ὥρα 4 παρὰ ¼.) Ἐπαναληφθείσης τῆς συνεδριάσεως, ἐγένετο ψηφοφορία διὰ ψηφοδελτίων μυστική.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας εἶναι τὸ ἑξῆς... Διὰ τὸ Γύθειον ἐξελέχθη ὁ κ. Βροντίσης, λαβὼν ψήφους 94, καὶ ὁ Κ. Πανάρετος, λαβὼν ψήφους 93· διὰ τὴν Βόνιτσαν ὁ κ. Ῥουσόπουλος, λαβὼν ψήφους 89· ἀκολούθως ἔρχονται ἕτεροί τινες λαβόντες ὀλίγας ψήφους. Ἤδη ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς δαπάνης τῶν Ἐπιτροπῶν αὐτῶν, αἵτινες θ’ ἀποσταλῶσιν εἰς τὰς 5 ἐπαρχίας. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ λογιστικοῦ δὲν ὑπέβαλεν εἰσέτι τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ᾖναι ὑποβεβλημένος· ἠρώτησα τὸν εἰσηγητὴν, ἂν προέβλεψεν ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ λογιστικοῦ περὶ τῶν ἐξόδων τῶν Ἐπιτροπῶν, καὶ μοι ἔδωκε σημείωσιν, καθ’ ἣν ἡ Ἐπιτροπὴ προτείνει διὰ μὲν τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Βονίτσης 1800 δραχμάς, διὰ τὴν τῆς Λευκάδος 1500, διὰ τὴν τῆς Τήνου 1500, διὰ τὴν τοῦ Γυθείου 1200 καὶ διὰ τὴν τῶν Σπετσῶν 900.
§101ΛΑΠΑΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ λογιστικοῦ εἰργάσθη κατὰ συνέχειαν δύο ἡμέρας καὶ αὔριον ὑποβάλλει τὸν προϋπολογισμόν· δὲν παρέλειψε τὸ καθῆκόν της.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν κατηγόρησα τὴν Ἐπιτροπήν. Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς πιστώσεως σήμερον, διότι αὔριον θ’ ἀναχωρήσουν αἱ Ἐπιτροπαί.
§103ΣΟΥΤΣΟΣ. Προτείνω νὰ μὴ στείλῃ ἡ Κυβέρνησις πολεμικὸν ἀτμόπλοιον, ἀφοῦ θὰ λάβωσι τὰς δαπάνας τοῦ ταξειδίου, ἵνα μὴ βαρυνθῇ τὸ ἔθνος καὶ μὲ ἄλλα ἔξοδα.
§104ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. (ὑπουργὸς Ναυτικῶν.) Ἡ ἐπιτροπὴ ἡ μέλλουσα νὰ ἀπέλθῃ εἰς τὰς Σπέτσας, ἂν θέλῃ νὰ φύγῃ αὔριον, δὲν θὰ εὕρῃ ἐμπορικὸν ἀτμόπλοιον.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναχωρήσῃ ὅταν εὕρῃ· ἂς μείνῃ μέχρι τῆς Δευτέρας.
§106ΧΟΪΔΑΣ. Νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας διὰ τῶν ἀτμοπλοίων τῆς ἑλληνικῆς ἑταιρίας καὶ νὰ περιορίσωμεν τὰ ποσὰ, ἅτινα ὥρισεν ἡ λογιστικὴ Ἐπιτροπὴ, διότι τὰ νομίζω ὑπέρογκα. Πρέπει ν’ ἀναλογισθῶμεν ποῖον εἶναι τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος καὶ εἰς ποίαν οἰκτρὰν οἰκονομικὴν κατάστασιν εὑρίσκεται. Ἐγὼ τὰ γνωρίζω ἐκεῖνα τὰ μέρη· ὅταν ἤμην ἀντεισαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, περιώδευον εἰς Λαμίαν, δαπανῶν δὲ εἰς ναύλους ἀτμοπλοίων καὶ εἰς ἀγώγια ἵππων, ἐλάμβανον 2½ δραχμὰς τὴν ἡμέραν. Ἐγὼ ἔκαμα τὰς παρατηρήσεις μου, καὶ ἡ Βουλὴ ἂς ἀποφασίσῃ ὅ,τι θέλει.
§107ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ κανονίσῃς σὺ τὸ ποσόν. (θόρυβος).
§108ΧΟΪΔΑΣ. Δέκα δραχμαὶ τὴν ἡμέραν ἀρκοῦσι.
§109ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ, ἡ σταλεῖσα ἄλλοτε εἰς τὴν Γορτυνίαν, τί ἔλαβε;
§110ΠΕΡΙΚΛ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἤμην καὶ ἐγὼ μέλος ἐκείνης· ἐλάβαμεν 300 δραχμὰς ἕκαστος.
§111ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Εἰκοσιπέντε δραχμαὶ ἀρκοῦσι διὰ τὰ καθημερινὰ ἔξοδα· ἂς προστεθῶσιν εἰς αὐτὰ καὶ τὰ ὁδοιπορικά.
§112ΖΕΡΒΟΣ. Νὰ κάμουν τὸ ταξείδι καὶ ἔπειτα νὰ παρουσιάσουν τὸν κατάλογον τῶν ἐξόδων.
§113ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§114ΜΠΟΥΤΟΣ. Εἶμαι μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ μεταβῇ εἰς Τῆνον. Καὶ ἐγὼ θεωρῶ ὅλως ἀναξιοπρεπὲς νὰ γίνεται συζήτησις περὶ τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον θὰ δοθῇ εἰς ἕκαστον τῶν μελῶν τῶν ἐπιτροπῶν, δι’ ἔξοδα μεταβάσεως καὶ ἐπανόδου. Εἰς τὴν Βουλὴν ἀνήκει ν’ ἀποφασίσῃ ὅ,τι θέλει, ἀλλὰ δηλῶ, ὅ,τι δήποτε ποσὸν καὶ ἂν ἀποφασίσητε, δὲν θέλω τὸ λάβει προκαταβολικῶς, καὶ ἂν τὸ λάβω, ὅταν ἐπανέλθω θὰ δώσω λόγον τῆς δαπάνης.
§115ΛΑΠΑΣ. Ἂς ἀποφασίσῃ ὁ κ. Πρόεδρος περὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ δοθῇ εἰς ἕκαστον.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀναλαμβάνω νὰ κανονίσω ἐγὼ τοιαῦτα πράγματα.
§117ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Προτείνω νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις τῆς λογιστικῆς Ἐπιτροπῆς.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῆς λογιστικῆς Ἐπιτροπῆς, κατὰ τὴν δοθεῖσαν σημείωσιν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Αὔριον ἔχομεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Φιλήμονος περὶ τοῦ Ἐφόρου τῆς Βουλῆς· θὰ ἔχωμεν δὲ καὶ ὑποβολὴν νομοσχεδίων. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 5½. μ. μ.