1874.11.29
2.450 στίχοι · 20.412 λέξεις · 184 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 37
Τῆς 29 Νοεμβρίου 1874.
(Παρασκευή).
(Ὥρα 2½ Μ. Μ.)
Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. (Κατέχει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Ζέζας).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλοῦνται οἱ κ. βουλευταὶ νὰ καταλάβωσι τὰς ἕδρας των.—Ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874. Ἄν δὲ δὲν ὑπάρχῃ τις νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις, νομίζω καλὸν νὰ προτάξωμεν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀρχαιολογικῆς συμβάσεως.
§2ΖΩΧΙΟΣ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον. Ἄ! ἔρχεσθε σεῖς κ. Ζαΐμη; Ὁ κ. Ζαΐμης ἔχει τὸν λόγον.
§4Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι, ὁ πρῶτος λαβὼν τὸν λόγον ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874 ἀξιότιμος βουλευτὴς Τριφυλίας κ. Σωτηρόπουλος δὲν ἠθέλησεν, ὡς ὑπέλαβόν τινες, διὰ τῆς συζητήσεως ταύτης νὰ ἐγείρῃ ἐντὸς τῆς αἰθούσης σήμερον κυβερνητικὸν ζήτημα. Ὅλοι ἀναγνωρίζομεν τὴν ἀνάγκην ὑπάρξεως Κυβερνήσεως, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι μετὰ τοῦ ἐξ Αἰγιαλείας ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Μεσσηνέζη. Τὸ ζήτημα ἔν τινι πολιτείᾳ, τὸ σπουδαῖον, δὲν εἶναι τὸ νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησίς τις· τὸ σπουδαῖον καὶ οὐσιῶδες ζήτημα εἶναι, εἰς ὅλας τὰς νεωτέρας κοινωνίας, τὸ νὰ ἐπιτύχωσι Κυβέρνησιν ποδηγετοῦσαν τὴν κοινωνίαν εἰς τὴν εὐνομίαν, εἰς τὴν πρόοδον καὶ εὐημερίαν, ὥστε ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου κ. Μεσσηνέζη πρέπει νὰ ἔχῃ ὅριά τινα. Ἀλλ’ ὡς σᾶς εἶπον, ὁ κ. Σωτηρόπουλος δὲν προέθετο σκοπὸν νὰ διεγείρῃ σήμερον ζήτημα τοιοῦτον, οὐδὲ ἕτερός τις ἐκ τῶν λαβόντων, ἢ μελλόντων νὰ λάβωσι τὸν λόγον, ἔχει πρόθεσιν τοιαύτην. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὅστις, ὡς γνωρίζετε, ὢν βουλευτὴς διακεκριμένος διὰ τὰς οἰκονομικάς του γνώσεις, ἐζήτησε διὰ τοῦ ἀναλυτικωτάτου λόγου του νὰ ἀποδείξῃ τὴν ὀδυνηρὰν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, καὶ ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 74 κλείει μὲ ἔλλειμμα 3 ἢ 4,000,000. Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον, διότι στηρίζεται ἐπὶ τῶν ἀριθμῶν, οἱ δὲ ἀριθμοὶ εἰσὶν εὐγλωττότεροι παντὸς βουλευτοῦ καὶ παντὸς λόγου. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 74, ὅστις εἰσήχθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Δεληγεώργη, περιεῖχεν οἰκονομίας τινάς· ἀλλὰ δυστυχῶς ἐν ταῖς οἰκονομίαις ἐκείναις συμπεριελήφθησαν καὶ οἰκονομίαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦσαν ἀληθῶς τοιαῦται· διότι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐκείνῳ ἐγένετο ἀποκοπὴ παραγωγικῶν δαπανῶν, ἤτοι δαπανῶν ἀναγκαίων, ἀναποφεύκτων διὰ τὴν κοινωνίαν· οὕτω π. χ. ὁ προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος δὲν περιελάμβανε 280,000 δραχ. αἵτινες πρέπει νὰ χορηγῶνται εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν· ἐννοεῖται δ’ ὅτι ἡ περικοπὴ τῆς δαπάνης ταύτης, κύριοι, δὲν ἦτον ὀρθὴ, δὲν ἦτο δικαία, διότι διὰ τῆς περικοπῆς τῆς δαπάνης αὐτῆς ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡμεῖς ὅλοι ἠθέλαμεν ἀπολέσει τὴν κινητικήν μας δύναμιν· δὲν ἠθέλομεν δύνασθαι νὰ μεταβαίνωμεν ἀπὸ ἓν μέρος εἰς ἄλλο, διότι ἡ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία ἄνευ τῆς ἐπιχορηγήσεως ταύτης ἦτον ἀδύνατον νὰ ἐξακολουθήσῃ τοὺς πλόας της. Περιεῖχεν ἀληθῶς καὶ ἄλλας τινὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ἐπαινῶ, εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ εἴς τινας ἄλλας ὑπηρεσίας ἄλλων ὑπουργείων.
§5ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ζαΐμη, μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο τὰς 280,000 τὰς ἐπλήρωσε, διότι ἐδόθησαν εἰς βοηθήματα, καὶ ἀπὸ τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ἐγένοντο ἐκ 2,200,000, ἀφαιροῦνται αὐταὶ αἱ πληρωθεῖσαι δραχ. ὥστε θέλω ἀναφέρει, ὅτι εἶναι οἰκονομία 3 ἑκατομ. καὶ τόσαι.
§6Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Τὸ ὑπουργεῖον τῆς 9 Φεβρουαρίου, ὅταν ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐπαρουσίασε τροπολογημένον προϋπολογισμὸν, περιέχοντα αὐξήσεις 1,900,000· ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου 1,400,000 περίπου δραχμ. ἀποβλέπει εἰς τὴν πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλύτρων παλαιῶν καὶ προσωρινῶν δανείων, διότι ἡ προηγουμένη Βουλὴ, ἐπὶ τῇ ἐπιμόνῳ τότε συζητήσει τῆς ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Δεληγεώργη, δὲν ἐκύρωσε τὰς συμβάσεις, δυνάμει τῶν ὁποίων ἐπήρχετο, κατὰ τὸ σχέδιον τὸ οἰκονομικὸν τοῦ τότε ὑπουργείου, οἰκονομία εἰς τὰς δαπάνας. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὰς συμβάσεις τότε ἐπολέμησεν ἰσχυρῶς, ἡ τότε κατὰ τοῦ Κυρίου Δεληγεώργη συμμαχία. Ἐγὼ δὲν μετανοῶ, διότι ἐκηρύχθην ἀντίπαλος τῶν συμβάσεων ἐκείνων· ἐμμένω εἰς τὴν ἀρχικήν μου ἰδέαν, διότι αἱ συμβάσεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἠλάφρωνον κατά τι τὸ δημόσιον χρέος, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἤνοιγαν μεγάλην πληγὴν εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος, τουτέστιν αἱ συμβάσεις ἐκεῖναι ἐχορήγουν τὸ δικαίωμα καὶ εἰς ἄλλην Τράπεζαν, νὰ ἐκδώσῃ τραπεζικὰ γραμμάτια. Σήμερον εἰς ὅλην τὴν Εὐρώπην ἡ πολλαπλότης τῶν Τραπεζῶν, τῶν ἐχουσῶν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδωσι τραπεζικὰ γραμμάτια, ἀποκρούεται, καὶ ἀποκρούεται ἰσχυρῶς. Ἡ τάσις παντοῦ εἶναι, ὥστε ὅλαι αἱ Τράπεζαι νὰ συγχωνευθῶσιν εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἔχουσαν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ τραπεζικὰ γραμμάτια· ἐθεώρουν λοιπὸν ὅτι ἠνοίγετο στάδιον καταστροφῆς εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος, ἤτοι εἰς τὴν Ἑπτάνησον, διότι ἡ Ἑπτάνησος ἔχει ἤδη Τράπεζαν ἔχουσαν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ τραπεζικὰ γραμμάτια· ἐπρόκειτο δὲ νὰ ἱδρυθῇ ἐν τῇ Ἑπτανήσῳ καὶ νέα Τράπεζα, ἔχουσα τὸ αὐτὸ δικαίωμα. Ἐπέστρεφον τότε ἐκ τῆς Βιέννης, ἔνθα εἶχεν ἀναφανῆ ἡ τρομερὰ ἐκείνη οἰκονομικὴ κρίσις τοῦ 1873, καὶ δι’ ἰδίας ἀντιλήψεως εἶδον τὰ ἀποτελέσματα τῆς πολλαπλότητος τῶν Τραπεζῶν. Ἦλθον εἰς τὴν Κέρκυραν ὅπου ὅλαι αἱ ἀποχρώσεις εἶχον ἐπαναστατήσει κατὰ τῆς εἰσαγωγῆς Τραπέζης, ἐχούσης τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ τραπεζικὰ γραμμάτια· ἐπανελθὼν δ’ ἐνταῦθα παρεκάλεσα τὸν Κύριον Δεληγεώργην νὰ μὴν ἐπιμείνῃ εἰς τὰς μετὰ τῆς Τραπέζης συμβάσεις. Δὲν μετανοῶ λοιπὸν, διότι ἐκηρύχθην τότε ἀντίπαλος τῶν συμβάσεων αὐτῶν, καθὼς θὰ ἦμαι πάντοτε ἀντίθετος πάσης Τραπέζης, ἥτις πρόκειται νὰ λάβῃ τὸ προνόμιον νὰ ἐκδίδῃ τραπεζικὰ γραμμάτια· φρονῶ τὸ ἐναντίον, ὅτι αἱ τῆς Κυβερνήσεως ἐνέργειαι πρέπει νὰ τείνωσιν, ἵνα ὑπάρχῃ μία Τράπεζα, ἔχουσα τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἕνεκα λοιπὸν ἡμῶν, τουτέστιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἡμῶν κατὰ τῶν συμβάσεων, δὲν κατωρθώθη νὰ ἐπικυρωθῶσιν αὗται, καὶ ἑπομένως ἡ διάδοχος Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην, πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ δημοσίου, νὰ ζητήσῃ διὰ δηλώσεως πίστωσιν, 1, 400, 000 δραχ. διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλύτρων τῶν παλαιῶν καὶ προσωρινῶν δανείων. Ἐρωτῶ ἂν ᾖναι δυνατὸν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐφέραμεν εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην τὴν Κυβέρνησιν, ἂν ἡμεῖς ἠμποροῦμεν νὰ πολεμήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἔφερε τοιαύτην πίστωσιν, ἥτις ἦτον ἔργον ἡμῶν αὐτῶν. Ἐκτὸς τῆς δηλώσεως ἐκείνης, ἐσχάτως ἐπαρουσιάσθη καὶ ἄλλη δήλωσις ἐξ 1, 080, 000 δραχ. Καὶ ἐν τῇ πρώτῃ δηλώσει, καὶ ἐν τῇ δευτέρα ὑπάρχουσιν δαπάναι, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ μὴν συμπεριληφθῶσιν· ἦτο πολὺ εὔκολον εἰς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, προτιθέμενον νὰ παρουσιάσῃ ὀργανισμὸν τοῦ Πανεπιστημίου, νὰ μὴν ζητήσῃ πίστωσιν διὰ τοὺς ἐκτάκτους Καθηγητάς.
§7Ι. ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὴν ἐπραγματοποίησα.
§8ΖΑΪΜΗΣ. Ἦτον εὔκολον εἰς τὸν Κύριον Τριγγέταν, ὑπουργὸν τότε τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ μὴ φέρῃ νέαν προσθήκην ἀξιωματικῶν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀκούω ἤδη εὐχαρίστως, ὅτι δὲν ἐπραγματοποιήθησαν αἱ πιστώσεις αὗται, εὔχομαι δὲ καὶ κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874 νὰ μὴν πραγματοποιηθῶσιν, οὐδὲ διὰ τὸν τελευταῖον μῆνα, ἤτοι τὸν Δεκέμβριον. Ἐν γένει λοιπὸν, πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, αἱ δηλώσεις αὗται τῆς Κυβερνήσιως περιεῖχον δαπάνας, ἃς μεταχειρισθῶ τὴν συνήθη λέξιν, ἀναποδράστους, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποφύγῃ. Δαπάνη τις κατεκρίθη, ἡ δαπάνη τῶν Πρεσβειῶν· ἀλλὰ δυστυχῶς, κύριοι, ἐγὼ εἶμαι εἰς θέσιν τοιαύτην ὥστε δὲν δύναμαι νὰ κατακρίνω τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν δαπάνην ταύτην· διότι καὶ ἐπὶ τοῦ κ. Δεληγεώργη, καὶ πρὸ τοῦ ὑπουργείου αὐτοῦ καὶ ἐπὶ 24 ὅλα ἔτη συνηγορῶ ὑπὲρ τῶν Πρεσβειῶν· συνηγορῶ δὲ, διότι θεωρῶ τὴν δαπάνην ταύτην παραγωγικὴν, ἔτι χρήσιμον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους. Ἐν γένει πιστεύεται, ὅτι αἱ Πρεσβεῖαι εἶναι ἁπλῆ πολυτέλεια· ἐγὼ, κύριοι, δὲν φρονῶ τὴν δαπάνην ταύτην ὡς τοιαύτην.
§9ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
§10ΖΑΪΜΗΣ. Θεωρῶ τὰς Πρεσβείας ἀναγκαιοτάτας, διότι φρονῶ, ὅτι εἰς τὰ κέντρα τῆς Εὐρώπης, εἰς ἃ ἀποφασίζεται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἡ τύχη τοῦ κόσμου, ἡ Ἑλλὰς δὲν πρέπει νὰ λησμονῆται· λησμονεῖται δὲ βεβαίως, ὅταν ἀντιπρόσωποι δὲν ὑπάρχουν εἰς τὰς μεγάλας ἐκείνας πόλεις. Ὅταν δὲ ἄλλα ἔθνη μικρότερα ἐπιζητοῦσι τὸ δικαίωμα τοῦ ν’ ἀποστέλλωσι πρέσβεις, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν κρείττονα θέσιν ἐν τῷ γεωγραφικῷ χάρτῃ, δὲν πρέπει νὰ στερούμεθα τῆς ἀντιπροσωπείας ταύτης. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ὁ λόγος οὗτος ὁ συνηγορῶν ὑπὲρ τῶν Πρεσβειῶν. Ἡ Ἑλλὰς ἀδύνατον νὰ διατρέξῃ ἓν ἔτος χωρὶς νὰ ἔχῃ ζήτημά τι σπουδαῖον, ἁπτόμενον τῶν ἐξωτερικῶν σχέσεων. Μόλις ἐπεραιώθη τὸ ζήτημα τοῦ Λαυρίου, καὶ νέον ζήτημα σπουδαιότερον τοῦ Λαυρίου, καὶ ἴσως τὸ σπουδαιότερον ζήτημα, ὅπερ ἀνεφάνη μέχρι τοῦδε, κεῖται ἤδη ἐπὶ τῆς τραπέζης· ὁμιλῶ περὶ τοῦ ζητήματος τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας ἐν τῇ Τουρκίᾳ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ, ὅπερ ἴσως δὲν εἶναι πολὺ γνωστὸν εἰς ὅλον τὸ Κοινοβούλιον, εἶναι ζήτημα ζωτικὸν, σπουδαῖον καὶ οὐσιωδέστατον, διότι ἐκ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τούτου ἐξαρτᾶται κατὰ μέγα μέρος ἡ ἀκρωτηρίασις, ἢ μὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ· προκειμένου λοιπὸν τοιούτου ζητήματος, νομίζετε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ μὴν ἔχῃ φωνὴν, ὡς σᾶς εἶπον, εἰς τὰ κέντρα αὐτὰ, εἰς τὰ ὁποῖα ἀποφασίζονται τὰ μεγαλείτερα ζητήματα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν τύχην τοῦ κόσμου; Νομίζετε, ὅτι ἁπλῶς τὸ ζήτημα τοῦτο δύναται νὰ περαιωθῇ ἄνευ τῆς ἀρωγῆς τῶν μεγάλων Δυνάμεων τῆς Εὐρώπης; Δὲν πιστεύω, κύριοι, οὐδεὶς, ὄχι μόνον ἐξ ἐκείνων, οἵτινες διέπραξαν πολλάκις τὰ δημόσια, ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς τῶν λοιπῶν βουλευτῶν, νὰ ἔχῃ τὴν ἀντίθετον ἰδέαν· εἶναι ἀδύνατον νὰ φθάσωμεν εἰς αἰσίαν λύσιν τοῦ περισπουδάστου αὐτοῦ διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν ζητήματος ἄνευ τῆς συνδρομῆς καὶ τῆς ἀρωγῆς τῆς Εὐρώπης· διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν δὲ τοῦτο πρέπει νὰ ἔχωμεν ὄργανα, τὰ ὁποῖα νὰ συνηγορήσωσιν εἰς τὴν Εὐρώπην ὑπὲρ ἡμῶν. Ἐκτὸς τούτου, κύριοι, μετ’ ὀλίγον θ’ ἀναφανῇ νέον ζήτημα, καὶ ἴσως πρὸ τῶν Χριστουγέννων θὰ μᾶς εὕρῃ τὸ βάσανον τοῦτο, ὡς συνήθως λέγει ὁ εὐφυέστατος ἐκ Μέσης βουλευτὴς κ. Ζωχιός· ἐννοῶ τὴν διαπραγμάτευσιν περὶ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 φράγκων. Τὸν προσεχῆ μῆνα λήγει ἡ πενταετία, τὴν ὁποίαν παρεχώρησαν εἰς ἡμᾶς αἱ Δυνάμεις κατὰ τὸ 1869 μετὰ πολλὰς προσπαθείας καὶ μετὰ πολλοὺς κόπους. Αἱ Δυνάμεις τότε λαβοῦσαι ἀφορμὴν ἐκ 2 συμβάσεων τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ τοῦ ὑπουργείου τοῦ κυρίου Βούλγαρη περὶ ἀναγνωρίσεως τῶν παλαιῶν δανείων τοῦ 24 καὶ 25, ἀπετάθησαν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ζητοῦσαν τότε κανονισμὸν τῆς πληρωμῆς τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 φράγκων· εἶπον ῥητῶς, ὅτι δὲν δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀναγνωρίσῃ δάνεια καὶ νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ αὐτῶν τὰς προσόδους, αἵτινες δυνάμει συνθηκῶν εἶναι ἀφιερωμέναι πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Θὰ ἀναφανῇ λοιπὸν μετ’ ὀλίγον τὸ ζήτημα τοῦτο· ἐλπίζω βεβαίως, ὅτι αἱ εὐεργέτιδες Δυνάμεις, αἵτινες πάντοτε ἔτεινον χεῖρα ἀρωγὸν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, καὶ κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην θὰ φανῶσιν εὐγενεῖς. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι εἰς τὴν διαπραγμάτευσιν ταύτην ἀρκοῦσιν αἱ ἐνέργειαι τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος παρὰ τοῖς ἀντιπροσώποις τῶν τριῶν Δυνάμεων ἐνταῦθα; Ὄχι· οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Δυνάμεων ἐδῶ δὲν εἶναι προωρισμένοι διὰ νὰ συνηγορῶσιν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων ἡμῶν· ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ ὄργανα, δι’ ὧν νὰ ἑλκύσῃ τὴν εὐμενῆ προστασίαν τῶν Δυνάμεων καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον προχθὲς, ὅτι αἱ Πρεσβεῖαι δὲν φέρουν ἄλλο ἀποτέλεσμα, παρὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς καταχωρίσεως ἄρθρων τινῶν εἰς ξένας ἐφημερίδας περὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Δὲν πιστεύω νὰ ᾖναι ἐνέργειαι ἐπίσημοι τὰ καταχωρισθέντα εἰς τὸν Διπλωματικὸν Μνήμονα τῶν Παρισσίων, διότι πιστεύω, ὅτι σήμερον δὲν δύναται νὰ γείνῃ σκέψις περὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος· αἱ περιστάσεις δὲν εἶναι τοιαῦται· καὶ ἐγὼ αὐτὸς ὅστις ἄλλοτε καὶ ἔγραψα καὶ ἤμην διατεθειμένος ὑπὲρ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος, συμφώνως ὅμως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἂν παρουσιασθῇ σήμερον τὸ ζήτημα, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ψηφίσω ἐναντίον. Ἂν λοιπὸν ἐγὼ, ὅστις εἶχον τὴν ἀδιάσειστον πεποίθησιν περὶ τούτου, εὑρίσκομαι σήμερον εἰς τὴν θέσιν ταύτην, οἱ ἔχοντες πάντοτε ἀντίθετον ἰδέαν περὶ τῆς ἀναθεωρήσεως αὐτῆς ἐννοεῖτε καλῶς εἰς ποίαν θὰ εὑρεθῶσι θέσιν. Δὲν πιστεύω λοιπὸν, ὅτι αἱ Πρεσβεῖαι συνετέλεσαν μόνον εἰς τοῦτο· θεωρῶ δὲ, ὡς σᾶς εἶπον, τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν ἀναποσπάστως συνδεδεμένην πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας. Προτιμῶ νὰ γείνῃ ἀποτομὴ ἄλλων δαπανῶν, ἂν ᾖναι ἀνάγκη, καὶ νὰ διαμένῃ ἐγγεγραμμένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡ δαπάνη τῶν Πρεσβειῶν. Ἀλλὰ δυνατὸν νὰ σᾶς εἴπωσιν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἔπρεπε νὰ ἀναμένῃ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς, διότι προηγουμένη τις Βουλὴ ἔχει διαγράψει τὴν δαπάνην τῶν Πρεσβειῶν. Εἰς τοῦτο, κύριοι, δύνανται βεβαίως οἱ ἀντιλέγοντες νὰ ἔχωσι δίκαιόν τι, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι ἐν τῇ δηλώσει, ἣν ἐπαρουσίασε τὸ ὑπουργεῖον, καὶ ἐν τῇ πιστώσει, τὴν ὁποίαν ἐζήτησε κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐν τῇ πιστώσει ταύτῃ περιλαμβάνεται ἡ πίστωσις περὶ Πρεσβειῶν. Τὸ ὑπουργεῖον δὲ δαπανῆσαν ἐναντίον τοῦ νόμου διὰ τὰς λοιπὰς ὑπηρεσίας εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ αἰτήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς τὸ λεγόμενον bill d’ indemnité ἤτοι ἀμνηστείαν· δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο καὶ διὰ τὰς Πρεσβείας διὰ τὴν δαπάνην 6 ἢ 7 μηνῶν ἐκτὸς τῶν συνταγματικῶν ὅρων. Ἐνόμισεν, ὅτι δύναται νὰ συμπεριλάβῃ εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν τὰς Πρεσβείας. Ὡμίλησα, κύριοι, περὶ τούτου, διότι ὤφειλον νὰ δικαιολογήσω τὴν γνώμην μου, ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 74· ἀλλὰ δὲν δύναμαι ν’ ἀρνηθῶ, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ τόπου εἶναι ὀδυνηρά. Προϋπολογισμός, κλείων μὲ ἔλλειμμα 3,000,000, βεβαίως δὲν παριστᾷ ἀνθηρὰν τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, ἀλλ’ οὐδὲ εἶμαι τόσον ἄδικος, ὥστε νὰ ἐπιῤῥίψω τὴν εὐθύνην ἐπὶ τοῦ ὑπάρχοντος ὑπουργείου· ἡ κατάστασις αὕτη, εἶναι ἀπόῤῥοια γεγονότων πολλῶν, ἅτινα καὶ περιττὸν σήμερον νὰ περιγράψω καὶ νὰ διεξέλθω, διότι εἶναι γνωστά· ἡ κατάστασις ὅμως αὕτη, ἡ οἰκονομική, πρέπει νὰ ἐπισύρῃ πολὺ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι, ὡς εἶχον τὴν τιμὴν εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν νὰ εἴπω, ἐν Ἑλλάδι τὸ μεγαλεῖτερον ζήτημα εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις. Ἄν, κύριοι, ὑποθέσητε, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1875, κατὰ συνέπειαν τῆς τελευταίας περὶ δανείου συμβάσεως, δὲν θὰ παρουσιάσῃ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ὅμως εἶναι λίαν ἀπίθανον, πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἶσθε ὑποχρεωμένοι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1876 καὶ 1877 νὰ ἐγγράψητε νέας δαπάνας. Δὲν ὁμιλῶ περὶ ἀνανεώσεως παλαιῶν χρεῶν, εἴτε ἐσωτερικῶν, εἴτε ἐξωτερικῶν. Βεβαίως τὰ χρέη ταῦτα εἶναι ἱερά, καὶ πρέπει νὰ πληρωθῶσιν· ἀλλ’ ἐν τῇ παρούσῃ οἰκονομικῇ καταστάσει τοῦ τόπου, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ λόγος, ἂν δὲν ἐξευρεθῶσι πόροι, καὶ ἂν δὲν γείνωσιν οἰκονομίαι, δυνάμει τῶν ὁποίων νὰ δυνάμεθα νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὴν ἐξόφλησιν ἀληθῶς ἱερῶν χρεῶν. Ὁμιλῶ ὅμως περὶ δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναπόδραστοι, ἄφευκτοι, διότι θὰ πηγάζουν ἐκ τῆς ψήφου ὑμῶν. Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σύμβασιν περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου κατὰ τὴν Κορινθιακὴν παραλίαν. Τὴν σύμβασιν ταύτην βεβαίως θὰ ψηφίσητε καὶ θὰ ἐπιβαρύνητε τὸ Δημόσιον μὲ 9,000,000 φράγκων· τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα δὲν τὰ ἔχετε, καὶ πρέπει βεβαίως νὰ τὰ δανεισθῆτε. Εὔχομαι νὰ εὑρεθῇ τὸ Κράτος εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε νὰ διαπραγματευθῇ τὸ δάνειον αὐτὸ πρὸς 7 ἢ 6 ἢ 7½%, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἰδικήν μου πεποίθησιν δὲν θὰ εὕρητε οὔτε 7, οὔτε 7½· θὰ ἀναγκασθῆτε μετά τινος χρεωλύτρου νὰ πληρώσητε ἴσως 8½%, διὰ νὰ ἐπιτύχητε τὰ 9 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα πρέπει ἀφεύκτως νὰ πληρώσητε εἰς τὴν ἑταιρίαν ἐκείνην, καὶ ἀμέσως θὰ ἐπιβαρύνητε τὸν προϋπολογισμόν σας μὲ 750,000 δραχ. κατ’ ἔτος. Ἐκτὸς τοῦ σιδηροδρόμου τούτου ἔχετε τὸν σιδηρόδρομον Λαμίας· ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν κάμνω λόγον, διότι μετὰ λύπης προβλέπω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ θὰ ᾖναι δύσκολον νὰ ἐπικυρώσῃ καταστατικὸν ἑταιρίας, ἐὰν τὸ καταστατικὸν περιέχῃ τοὺς ὅρους ἐκείνους, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο λόγος ἐν τῷ τύπῳ. Ἐὰν ὅμως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπικυρώσῃ τὸ καταστατικὸν ἐκεῖνο τῆς ἑταιρίας, τότε πρέπει νὰ προσθέσητε ἓν καὶ ½ ἔτι ἑκατομμύριον διὰ τοὺς τόκους τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ πρὸς πληρωμὴν αὐτοῦ· ἑπομένως εἴτε εἰς τὰ 1877, εἴτε εἰς τὰ 1878, ἀφεύκτως θὰ ἀναγκασθῆτε νὰ ἐπιβαρύνητε τὸν προϋπολογισμόν σας κατὰ 2½ ἑκατομμύρια. Βλέπετε λοιπὸν τὸ βάραθρον τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως χαῖνον, ὡς σᾶς εἶπον· καὶ πρέπει βεβαίως νὰ λάβητε ὅλα τὰ μέτρα καὶ νὰ ἐπιστήσητε τὴν συντονωτέραν προσοχὴν, ὥστε τὸ βάραθρον αὐτὸ νὰ μὴ μᾶς καταπίῃ. Σᾶς εἶπον, κύριοι, ὅτι πρὸ παντὸς ἄλλου ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις διὰ νὰ βελτιωθῇ ἔχει ἀνάγκην καλῆς διοικήσεως. Ἀλλὰ ἵνα ὑπάρχῃ καλὴ διοίκησις, ἀπαιτεῖται ἀμεροληψία εἰς αὐτὴν, ἀπαιτεῖται ὁ σεβασμὸς πρὸς τὸν νόμον, τὸν δὲ σωτῆρα τῆς καταστάσεως αὐτῆς σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Αἰγιαλείας, δὲν δύνασθε νὰ τὸν εὕρητε παρὰ μόνον εἰς τὸν νόμον καὶ εἰς τὴν δικαιοσύνην. Ἀποδέχομαι πληρέστατα τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Αἰγιαλείας· ἀλλὰ ἐρωτῶ αὐτὸν ἐὰν εὑρίσκῃ, ὅτι οἱ νόμοι ἐκτελοῦνται, ὅτι ἐμφιλοχωρεῖ σεβασμὸς πρὸς αὐτοὺς, ὅταν εἰς τὰ πρόθυρα τῆς πρωτευούσης, ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως, τοῦ Διπλωματικοῦ Σώματος, τῆς Βουλῆς συνεδριαζούσης, τελῶνται, ὅσα ἐτελέσθησαν ἐν τῷ δήμῳ Στυμφαλίας. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Αἰγιαλείας ἔχει ἀληθῶς ἀδίκους παραφορὰς καθ’ ὅλων τῶν πολιτευομένων, ἀλλ’ εἶναι λίαν ἄκαιροι· ὡς εὐμαθὴς δὲ ἀνὴρ δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι τὰ τελούμενα ἐκεῖ δὲν ἀποδεικνύουν εὐνομίαν καὶ σεβασμὸν πρὸς τὸν νόμον. Λοιπὸν, κύριοι, ἐκτὸς τῆς καλῆς διοικήσεως ἀπαιτεῖται καὶ ἡ ἐκτέλεσις τῶν νόμων· καὶ ὡς πρὸς τοῦτο, χωλαίνομεν. Δὲν ἀποδίδω δὲ τὴν εὐθύνην εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν· ὅταν θέλῃ τις νὰ ᾖναι αὐστηρὸς, πρέπει νὰ ᾖναι καὶ δίκαιος. Οἱ νόμοι ἐν γένει, καὶ αὐτοὶ οἱ φορολογικοὶ καὶ οἱ ἄλλοι ἐν γένει δὲν ἐκτελοῦνται εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὅταν δὲ οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ἐπλήρωσαν τὰς τραπέζας τελευταῖον καὶ τὰς βιβλιοθήκας μας διὰ νομοσχεδίων, ἠρώτησα ἐμαυτὸν ἐὰν τὰ νομοσχέδια ταῦτα θὰ ἐκτελεσθῶσι. Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω τί λέγει ὁ Τάκιτος, ὁ φιλόσοφος τῶν ἱστορικῶν, περὶ τῆς πολυνομίας τῆς ἐπικρατούσης ἔν τινι πολιτείᾳ· ἀλλ’ ἰσχυρίζομαι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει ἀνάγκην τόσῳ πολλῶν νόμων· ἔχει ὅμως ἀνάγκην τῆς ἐκτελέσεως τῶν ὑπαρχόντων. Καὶ περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἡ πολιτεία χωλαίνει· ἡ μὴ ἐκτέλεσις δὲ τῶν νόμων, ἰδίως τῶν οἰκονομικῶν, συντείνει κατὰ πολὺ εἰς τὴν ὀδυνηρὰν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, διότι καὶ ἡ βεβαίωσις τῶν φόρων καὶ ἡ εἴσπραξις αὐτῶν δὲν γίνεται τακτική. Ἕνεκα δὲ τούτου ὁ ὄγκος τῶν καθυστερουμένων καθ’ ἡμέραν αὐξάνει, καὶ ἐλπίδες καὶ προσδοκίαι τρέφουν τὸν κόσμον, ὅτι νέοι εὐεργετικοὶ νόμοι θέλουσι πάλιν ἀναφανῆ. Ἀλλά, ἐκτὸς αὐτῶν τῶν μέσων τῶν θεραπευτικῶν διὰ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, ἓν κυρίως μέσον εἶναι τὸ δυνάμενον νὰ ἐπιφέρῃ θεραπείαν· τοῦτο δὲ εἶναι ἡ ἀκριβὴς βάσανος καὶ ἐξέτασις τῶν ἐγγραφομένων εἰς ἕκαστον ἔτος νέων δαπανῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ ἡ ἀποκοπὴ αὐτῶν. Δὲν ὁμιλῶ περὶ οἰκονομιῶν, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ γείνωσιν εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τοὺς τακτικούς· διότι πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δαπάνη, ἐγγραφομένη ἅπαξ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, εἶναι δυσχερέστατον ν’ ἀποκοπῇ. Πληθὺς συμφερόντων γεννᾶται, ἕνεκα ἐγγραφῆς δαπάνης τινὸς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ· αἱ σχέσεις δὲ ἐν Ἑλλάδι εἶναι τοιαῦται, ὥστε δὲν δύναται παρὰ νὰ ἐπηρεάσουν τοὺς κυβερνῶντας. Δὲν ὁμιλῶ λοιπὸν περὶ οἰκονομιῶν εἰς τὸν συνήθη προϋπολογισμόν, διότι ταύτας θεωρῶ δυσχερεστάτας, ἂν οὐχὶ ἀδυνάτους· ὁμιλῶ ὅμως περὶ τῶν νέων δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι εἰσάγονται, καὶ ἐπὶ τούτων ἐφελκύω τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Εἶναι ἀπελπιστικὸν εἰς προϋπολογισμὸν πτωχοῦ Κράτους, ἔχοντος προϋπολογισμὸν 40,000,000, νὰ βλέπητε διὰ μιᾶς αὐξανόμενον τὸν προϋπολογισμὸν ἑνὸς ὑπουργείου κατὰ ½ ἑκατομμύριον χωρὶς ἡ δαπάνη αὕτη νὰ ᾖναι χρήσιμος, χωρὶς ἡ δαπάνη αὕτη νὰ ᾖναι παραγωγικὴ, ἀλλ’ ἁπλῶς πρὸς ἱκανοποίησιν προσώπων. Μὴ νομίσητε, ὅτι εἶμαι ἐναντίος πάσης δαπάνης νέας ἐγγραφομένης εἰς τὸν προϋπολογισμόν· ὄχι· πᾶσαν δαπάνην παραγωγικὴν, ἤτοι χρήσιμον πρὸς τὴν πολιτείαν τὴν ἀποδέχομαι εὐχαρίστως· οὕτω, κύριοι, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1875 δὲν δύναμαι ν’ ἀντιταχθῶ κατὰ τῆς νέας δαπάνης, τὴν ὁποίαν εἰσάγει τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης περὶ ἵδρυσιν φυλακῶν τῶν ὑποδίκων ἔν τισι πρωτευούσαις· ἀλλὰ θὰ ἀντιταχθῶ κατὰ τῆς δαπάνης ἐκείνης, τῆς ἀνερχομένης εἰς ½ ἑκατομμύριον, δαπάνης, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ἄλλον σκοπόν, παρὰ τὴν αὔξησιν θέσεων καὶ τὸν σχηματισμὸν κόμματος. Ταῦτα ὅμως ἀφορῶσι εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1875· ἠθέλησα δὲ ἤδη νὰ ἐνδείξω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὴν μεγάλην αὐτῆς προσοχὴν πρέπει νὰ ἐπιστήσῃ ἐπὶ τῶν ἐγγραφομένων νέων δαπανῶν, διότι, ἐὰν δὲν τεθῇ περιστολὴ εἰς τὰς νέας δαπάνας τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ βάραθρον θ’ ἀνοιχθῇ καὶ ἐν αὐτῷ θὰ ἐμπέσωμεν. Εἷς, κύριοι, μέγας ἡγεμὼν συνταγματικώτατος καὶ μεγαλουργὸς, παρουσιαζόμενος τελευταῖον ἐνώπιον τῶν δύω Βουλῶν, ἔλεγε· «πρέπει τέλος πάντων νὰ τεθῇ ἓν τέρμα εἰς τὰς νέας δαπάνας.» Ὅ,τι, ἔλεγεν ὁ Βίκτωρ Ἐμμανουήλ, πρέπει νὰ τὸ εἴπῃ ἡ Βουλὴ σήμερον· πρέπει νὰ τεθῇ ἓν τέρμα εἰς τὰς νέας δαπάνας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι χρήσιμοι, δὲν εἶναι παραγωγικαί. Λοιπὸν καλὴ διοίκησις, ἐκτέλεσις τῶν νόμων, ἀποκοπὴ τῶν νέων δαπανῶν, τῶν μὴ χρησιμευουσῶν πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας, ἰδοὺ ποῖα εἶναι τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων δύνασθε νὰ βελτιώσητε τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν ἡμῶν. Τὰς ὀλίγας ταύτας παρατηρήσεις ὤφειλον νὰ ὑποβάλω ἐν τῇ γενικῇ ταύτῃ συζητήσῃ, διότι δὲν προτίθεμαι νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν εἰδικῶν τῶν ὑπουργείων, οὐχὶ διότι δὲν ἔχομεν δικαίωμα πρὸς τοῦτο, ἀλλὰ διότι ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος ἤδη ἐγένετο ἀπολογισμὸς, καὶ δὲν μένει παρ’ εἷς καὶ μόνος μὴν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ ψηφισθησόμενος οὗτος προϋπολογισμός. Ἀλλ’ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1875, ὡς εἶπε καὶ ὁ κύριος Μεσσηνέζης, ἐκεῖ πρέπει νὰ βασανισθῶσιν ὅλαι αἱ δαπάναι Ἂς τελειώσῃ δ’ ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος τοῦ 1874, εἶναι ἀδιάφορον, καὶ ἐντὸς μιᾶς ἢ δύω ἡμερῶν· ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1875 πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ὡς ἐξητάσθησαν ἄλλοτε οἱ προϋπολογισμοί. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1870, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ ἕνα ὁλόκληρον μῆνα συνεζητήθη, καὶ τὸ ἐνθυμεῖται καλῶς ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, διότι πολλάκις ἀνέβη ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου. Λοιπὸν, δὲν θὰ ἐπιμείνω εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον σᾶς εἶπα, ὄχι ὅμως διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον θέλει νὰ καθιερώσῃ τὸ νέον δόγμα τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Μετ’ ἀπορίας, κύριοι, παρετήρησα, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀντικρούσασα αἰτήσεις τῆς μειονοψηφίας περὶ παρουσιάσεως ἐνταλμάτων τινῶν, ἀφορώντων εἰς κεφάλαιόν τι τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἔθεσε τὸ δόγμα, ὅτι ἡ ἐξέτασις τῶν ἐνταλμάτων εἶναι ἔργον τοῦ Συνεδρίου καὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ. Ὄχι, κύριοι. Ἀπορῶ πῶς βουλευτὴς, τόσον ἐντριβὴς περὶ τὰ οἰκονομικὰ καὶ ζήσας καὶ ἀνατραφεὶς ἐν τῇ οἰκονομικῇ ὑπηρεσίᾳ, εἰς τὴν ὁποίαν πρὸ παντὸς ἄλλου ὁ ἔλεγχος δεσπόζει καὶ βασιλεύει, πῶς ὁ εὐμαθέστατος κύριος Σιμόπουλος ἠθέλησε νὰ καθιερώσῃ τὸ δόγμα τοῦτο. Ἡ Βουλὴ ἔχει πάντοτε καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ διὰ πᾶν ἀντικείμενον τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ καὶ ἔγγραφα καὶ ἐντάλματα καὶ στάμπαις, ὡς ἤθελεν εἰπεῖ ὁ γηραιὸς κύριος Χρηστίδης· ἀλλ’ ἐγὼ, δὲν θέλω ἐξετάσει τοὺς προϋπολογισμοὺς τοὺς εἰδικοὺς διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον σᾶς εἶπα, ὄχι διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ θέλει νὰ καθιερώσῃ.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κουμουδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατόπιν, κύριε πρόεδρε.
§13ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Παρεκάλεσα, κύριοι βουλευταὶ, τὸν κ. Κουμουνδοῦρον νὰ συγκατατεθῇ νὰ ὁμιλήσω πρὸ αὐτοῦ, διότι ἐπιθυμῶ νὰ ἀκούσω αὐτὸν κατόπιν πῶς θὰ ἀναιρέσῃ μέρος ἢ τὸ ὅλον τῆς ὁμιλίας μου, ἐὰν εὑρίσκῃ ταύτην ἀναιρέσιμον· εἶμαι δὲ βέβαιος ἐκ τῶν προτέρων ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, τὸν ὁποῖον διακρίνει μέγας πατριωτισμὸς, εὐφυΐα, καὶ πεῖρα μακρὰ, θὰ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον ὅπου ἀνήκει· καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ προθύμως καὶ εὐγενῶς συγκατετέθη. Διαδεχόμενος ὅμως τὸν μόλις πρὸ ὀλίγου καταβάντα τὸ βῆμα πολιτικὸν ἄνδρα κ. Ζαΐμην, ὑπὸ τὴν πολιτικὴν σημαίαν τοῦ ὁποίου διατελῶ, λυποῦμαι ὅτι καὶ πρὸς αὐτὸν θὰ διαφωνήσω. Ἀλλὰ ταύτην τὴν στιγμὴν ἓν καὶ μόνον αἴσθημα κυριεύει τὴν καρδίαν μου, εἷς καὶ μόνος συλλογισμὸς τὴν διάνοιάν μου, ἤτοι ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντός μου ἀσχέτως πρὸς τὰ πρόσωπα· οὕτω καὶ μόνον σκέπτομαι ὅτι ὀφείλομεν νὰ πολιτευώμεθα εἰς τὰ σοβαρὰ τῆς πατρίδος συμφέροντα.—Ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἰδεῶν τούτων αἴρω τὸ παραπέτασμα καὶ προβαίνω. Ἀφ’ ὅτου ἀνεφύη πρὸ ἡμερῶν ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, ἤτοι ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως τοῦ νόμου περὶ τοῦ δανείου τῶν 26,000,000, πάντες οἱ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁμιλήσαντες πολιτικοὶ ἄνδρες, οἵτινες εἶναι οἱ μέχρι τοῦδε κυβερνήσαντες τὴν Ἑλλάδα, καὶ οἱ ἐπὶ τὸ μέλλον ἴσως κυβερνήσοντες αὐτὴν, πάντες οἱ εἰδικῶς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἀσχοληθέντες καὶ ἀσχολούμενοι ῥητῶς εἶπον καὶ διεσάλπισαν ὅτι ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις εἶναι οἰκτρὰ, ἐλεεινὴ, ἀπελπιστικὴ, ὅτι κίνδυνος μέγας ἐπαπειλεῖ τὴν πατρίδα, ἐὰν μὴ ἐγκαίρως λάβωμεν μέτρα. Δὲν βλέπετε, μᾶς εἶπον, τὸ χαῖνον βάραθρον, εἰς ὃ θὰ ἐμπέσῃ ἡ πατρίς! Καὶ τὸν κίνδυνον τοῦτον, ὄχι μόνον μέγαν καὶ φοβερὸν προλέγουσιν, ἀλλὰ καὶ προσεχῆ προοιωνίζονται. Καί τις μὲν τούτων ἐπέῤῥιψε τὴν εὐθύνην εἰς τὸν ἀοίδιμον πρώην ἡγεμόνα· ἄλλος εἰς τὰς ἀναφυείσας ἐκτάκτους περιστάσεις, οἷον τὴν Κρητικὴν ἐπανάστασιν κλπ. καὶ ἄλλος εἰς ἄλλα αἴτια. Ἐγὼ ὅμως, κύριοι, φρονῶ αἰτίους τῆς τοιαύτης κακῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως μόνους τοὺς ἀπὸ τοῦ 1862 καὶ μέχρι σήμερον διοικήσαντας τὸ ἔθνος· ἤτοι νομίζω, ὅτι ὅλοι πταίομεν τίς πλειότερον καὶ τίς ὀλιγώτερον. Κυρίως ὅμως πταίουσιν οἱ κυβερνήσαντες, διότι αὐτοὶ ἐδύναντο νὰ προλάβωσι τὸν ῥοῦν τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως, ἀφοῦ ἔβλεπον αὐτόν· δὲν ἔπρεπε ν’ ἀφίνωσιν αὐτὸν νὰ προχωρῇ ἐξογκοῦντες καθ’ ἑκάστην τὸν προϋπολογισμὸν, δαπανῶντες τὰ δημόσια εἰς ἀνωφελῆ. Ἀλλὰ τὸ πεπρωμένον ὤθησε μέχρι τοῦ σημείου εἰς ὃ ἤδη εὑρισκόμεθα τὰ πράγματα· καὶ μ’ ὅλα ταῦτα δὲν ἀπελπίζομαι, διότι ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι τὰ πάντα προλαμβάνονται, ἐὰν ὁ διοικήσων ἔχῃ ἰσχυρὰν τὴν θέλησιν καὶ ἐπιδοθῇ εἰς οἰκονομίας, ἤτοι ἐὰν ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τὰς ἤδη ἀναγραφείσας νέας καὶ περιττὰς δαπάνας, διαγράψῃ ἀπὸ αὐτὸν τὰς μέχρι τοῦδε διαρκῶς ἀναγραφείσας μὴ χρησίμους—καὶ τοιαῦται εἶναι, κατ’ ἐμὲ, πολλαὶ—κωφεύσῃ εἰς ὅλας τὰς προσωπικὰς ἀπαιτήσεις ὅθεν δήποτε καὶ ἂν προέρχωνται, ὅταν δὲν ᾖναι νόμιμοι καὶ δίκαιοι, καὶ ὅταν μετ’ ἐπιμονῆς ἐπιδιώξῃ τὴν εἴσπραξιν τῶν καθυστερουμένων 90 ἑκατομμυρίων. Τοιουτοτρόπως φρονῶ, ὅτι ἀνακτᾶται καὶ ἑδραιοῦται ἡ δημοσία πίστις μας· ὅτι τὸ Κράτος διοικεῖται μὲ προϋπολογισμὸν 30 ἑκατομμυρίων, καὶ δύναται νὰ παρουσιασθῇ περίσσευμα πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας κλπ. καὶ ἐνήμερον νὰ κατασταθῇ τὸ Δημόσιον εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων τῶν χρεῶν μας. Ἴσως ὅμως μὲ ἐρωτήσῃ τις: ποῖος εἶναι ὁ διοικήσων οὗτος; Φρονῶ, ὅτι ἔχει τοιούτους ἡ πατρὶς, ἀρκεῖ νὰ τοὺς ἐπιζητήσωμεν. Ἐὰν, κύριοι, δὲν ἀρνηθῶμεν τὴν ἐμπιστοσύνην μας εἰς πᾶσαν Κυβέρνησιν, ἥτις δὲν ἤθελε μᾶς δώσει τοιαύτης περίπου διοικήσεως δείγματα, εἴμεθα καὶ ἡμεῖς δηλ. οἱ βουλευταὶ κατὰ μέρος καὶ ἡ Βουλὴ ἐν ὅλῳ ἔνοχοι ἐγκλήματος πρὸς τὴν πατρίδα, διότι δὲν ἔχομεν ἀποστολὴν νὰ ἀμνηστεύωμεν τὰς πράξεις τῶν διοικούντων, ὑπὸ τὰς σημαίας τῶν ὁποίων τασσόμεθα, ἀλλ’ ὀφείλομεν καὶ νὰ ἐλέγχωμεν αὐτὴν, ὁσάκις βλέπωμεν ὅτι βαίνουσιν ἀπερισκέπτως. Ἄλλως, κύριοι, τὸ ἐπαναλαμβάνω, ἡ πατρὶς δικαιοῦται νὰ μᾶς θεωρῇ συνεργοὺς τῶν κατ’ αὐτῆς διαπραχθέντων καὶ διαπραχθησομένων ἐγκλημάτων. Ἂν, κύριοι, δὲν μιμηθῶμεν τὸν συνετὸν οἰκογενειάρχην, ὅστις διὰ τῆς ἐργασίας του, διὰ τῆς οἰκονομίας τῶν πόρων του, διὰ τῆς τιμιότητός του, ὁσημέραι αὐξάνει τὴν πίστιν του, εὐημερεῖ, πλουτίζει, ἐὰν λέγω τοιαύτην ἐπιμέλειαν δὲν δείξωμεν εἰς τὰ δημόσια, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐξακολουθῶμεν νὰ πολλαπλασιάζωμεν τὰς δαπάνας, ψηφίζοντες τοὺς προϋπολογισμοὺς ἀνεξετάστως καὶ ζῶντες διὰ δανείων, ὑποστηρίζομεν τὴν κακὴν διοίκησιν, ἥτις ἐπαπειλεῖ τὸ ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλλον τῆς πατρίδος, ἴσως δὲ καὶ αὐτὴν τὴν αὐτονομίαν της!
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§15ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὑποβάλλω, κύριοι, ἔκθεσιν τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ περὶ ἐνόρκων νομοσχεδίου. (Ὅρα παράρτημα).
§16ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι τὸν προϋπολογισμὸν, περὶ οὗ πρόκειται, ὀφείλετε μετὰ μείζονος προσοχῆς καὶ αὐστηρότητος νὰ ἐξετάσητε. Τὸ τετελεσμένον δὲν χωρεῖ εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην· καὶ εἰς τὸ τετελεσμένον αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ κύψητε τὸν αὐχένα, ὡς σᾶς εἶπον· διότι τοιουτοτρόπως καθιεροῦτε εἰς τὸ ἑξῆς τὴν παρανομίαν, τὴν παραβίασιν τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν, κύριοι, ὑποκύψητε σήμερον, διότι ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι πραγματοποιημένος, δὲν πράττετε τὸ αὐτὸ, ὡς ἂν ἐπιτρέπητε τὸ δυνατὸν τῆς ἐπαναλήψεως; Καὶ δὲν ἐννοεῖτε, ὅτι οὕτω καταδικάζετε τὴν προεξέλεγξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ; Καὶ κατὰ τοσοῦτον μᾶλλον ὀφείλετε νὰ προσέξητε, καθόσον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τούτῳ ὑπάρχουσι σημειωμένα ποσὰ, ἅτινα, ἐκτὸς τῶν κανονικῶν καὶ ἐπαναλαμβανομένων ἑκάστοτε στερεοτύπως, οὕτως εἰπεῖν, ὑπάρχουσιν ἐκ προσθήκης καὶ περιττὰ, καὶ διαγραφέντα ἄλλοτε. Ἠδύναντο, κύριοι, νὰ γνωρίσωσι ἐγκαίρως τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἠδύναντο νὰ περιμείνωσιν ἐπ’ ὀλίγον, ἵνα ἀκούσωσι τὴν ἀπόφασίν μας· ἀλλ’ ἔσπευσαν ἐκ περιφρονήσεως. Ἡ νέα Βουλὴ ἦτο πρὸ τῶν θυρῶν, ἀλλὰ δὲν ἀνέμενον τὴν ἔλευσίν της. Σήμερον ἡμεῖς τὴν παρανομίαν αὐτὴν, τὴν ἀδιαφορίαν αὐτὴν, θέλομεν τὴν ἐπιτρέψει; Αὐστηρότεροι διὰ τοῦτο ὀφείλομεν νὰ δειχθῶμεν. Ἄλλως, εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμοῦ θέλομεν ἐκ τῶν προτέρων νὰ ἐκθέσωμεν τὴν γνώμην μας, καὶ ἴσως χρησιμεύσῃ αὕτη, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν, κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ μέλλοντος προϋπολογισμοῦ. Ἂν δὲ μὲ τιμήσητε μὲ τὴν προσοχήν σας, θέλω σᾶς ἀποδείξει δι’ ἀριθμῶν, ὅτι ἐπίκειται ἡ ἀνάγκη νὰ λάβωμεν μέτρα σύντονα, καὶ ταχέως, ἐὰν θέλωμεν νὰ σταματήσωμεν τὴν ἐπαπειλοῦσαν τὴν οἰκονομικὴν ὕπαρξίν μας, τὸ ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλλον ἡμῶν, οἰκονομικὴν κρίσιν. Καὶ ἤδη, εὑρισκόμεθα εἰς κρίσιν. Διὰ τοῦτο δ’ ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην. Ἡ Βουλὴ δὲ ὀφείλει, ἐμβριθῶς καὶ ἐπιμελῶς σκεφθεῖσα, ν’ ἀποφανθῇ. Τὸ ἐνεστὼς ὑπουργεῖον παρέλαβε τὸν προϋπολογισμὸν, συνταχθέντα ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Δεληγεώργη. Λυποῦμαι, διότι ὁ ἀνὴρ οὗτος δὲν εἶναι παρών. Ἐπεθύμουν νὰ ἦτο παρὼν, διὰ νὰ συζητήσωμεν μετ’ ἀκριβείας τὴν πολιτικήν του καὶ τὰ μέτρα του. Διαφωνῶ πρὸς αὐτόν· ἐπεθύμουν τὴν συζήτησιν διότι ἡ ἐξ αὐτῆς διακριθεῖσα ἀλήθεια εἰμὶ βέβαιος ὑπὲρ ἡμῶν ἔσεται, ἀλλὰ ἡ ἀπουσία του κλείει τὸ στόμμα μου, περιορίζει τὴν ἐλευθερίαν μου. Καὶ ἐὰν, κύριοι, ῥηθῇ τι, ἀναφερόμενον εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, μὴ ὑποθέσητε, ὅτι ἐκ πλαγίου σκοποῦ θὰ ῥηθῇ. Εἰμὶ τῶν ἀπόντων, μᾶλλον συνήγορος ἢ κατήγορος. Ἐὰν μοῦ διαφύγῃ οὕτω τί, θέλει μοῦ διαφύγει ἀκουσίως, καὶ ἀπὸ τοῦδε τὸ ἀνακαλῶ. Παρέλαβε λοιπὸν τὸ ὑπουργεῖον τὸν προϋπολογισμόν, βεβαιωμένον καὶ ἀνεγνωρισμένον ἀπὸ τοῦ ὑπουργείου Δεληγεώργη. Ἀλλ’ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν αὐτὸν, ὃν παρέλαβεν, ὑπῆρχεν ἔλλειμμα καταφανὲς, προῆλθε δὲ τοῦτο ἀπὸ λάθη ἢ ἀπὸ παρανοήσεις, εἰς ἃς ὑπόκειται πᾶς ἄνθρωπος. Ὅτε τοιοῦτον παρέλαβε τὸν προϋπολογισμὸν τὸ ὑπουργεῖον, ὅτε τοιαῦτα ἦσαν τὰ ἔσοδα, ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι ὑπουργοὶ, διατί νὰ προσθέσητε ἔξοδα νέα, δαπάνας περιττάς; Οὕτω δὲ πράττοντες, δὲν δικαιολογεῖτε τὴν καθ’ ὑμῶν μομφὴν τοῦ κ. Σωτηροπούλου; Δὲν ἐσκέφθησαν τῳόντι οἱ ὑπουργοὶ, καθὼς ὁ κ. Σωτηρόπουλος εἶπεν, οὔτε μετὰ προσοχῆς, οὔτε μετὰ φρονήσεως. Καὶ ὅτε, κύριοι, εἴχετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ ἔσοδα ἐλαττοῦνται καθ’ ἑκατομμύρια, ἐπετρέπετο εἰς ἀνθρώπους συνετοὺς, εἰς ἀνθρώπους, φροντίζοντας περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, νὰ προσθέσωσιν ἀκόμη ἔξοδα; Λυποῦμαι διότι οἱ ὑπουργοὶ τῆς Ἑλλάδος, ἀφοῦ κατὰ δυστυχίαν στερούμεθα ἰσχυρῶν ἄλλων ἐγγυήσεων, λυποῦμαι, λέγω, διότι οἱ ὑπουργοὶ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐννοῶ οἱ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἰδίως ὁ κ. Παππαμιχαλόπουλος, δὲν ἔχουσιν ἓν ἐλάττωμα, ἂν τὸ τοιοῦτον ᾖναι ἐλάττωμα, τὸ ἐλάττωμα, ὅπερ ἄλλοτε ἀπήτησεν ὁ Τιὲρ ἀπὸ τῶν ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν, τῆς Γαλλίας· οἱ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοὶ ἡμῶν δὲν εἶναι τραχεῖς, δὲν εἶναι ἄγριοι. Ἔπρεπε νὰ ὦσιν ἄγριοι ὀλίγον οἱ ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ σώζωσι τὸν προϋπολογισμὸν κατά τι ἀπὸ τῶν ἐπιδράσεων καὶ ἀπὸ τῶν κατὰ τοῦ Δημοσίου Ταμείου ἐπιδρομῶν τῶν ἄλλων ὑπουργῶν. Ἐπεθύμουν, κύριοι, τοὐλάχιστον ἡ ἐγγύησις αὕτη νὰ ὑπῆρχεν· ἀλλ’ αὕτη ἐλλείπει ὅλως· αὕτη ἤθελεν ὁπωσοῦν μᾶς σώσει ἀπὸ προφανῶν ἀτόπων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ εἰδικοῦ αὐτοῦ παραπόνου κατὰ τῶν Κ. Ὑπουργῶν, τοῦ παραπόνου ὅπερ ἀφορᾷ εἰς τὴν διαχείρισιν αὐτῶν, ἐπῆλθε καὶ ἕτερον ἀτόπημα· ὡς ἐκ τῆς κακῆς διαχειρίσεως αὐτῶν, ἠναγκάσθησαν κατόπιν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ νὰ λάβωσι δάνειον 5 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἐξ οὗ 1,600,000 ἐχρησίμευσαν ἀπέναντι τῶν ὀφειλομένων ἀπὸ τὸ παρελθὸν, τὰ δὲ ὑπόλοιπα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἔτους 1874. Παρὰ τὸ δάνειον τοῦτο ὅμως, αὐξῆσαν τὸ ἔλλειμμα σπουδαίως, προσετέθη, ὡς ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσίας, τῆς τακτικῆς καὶ τῆς προσθέτου, ἡ νέα δήλωσις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐξ ἑνὸς νέου ἑκατομμυρίου. Καὶ οὕτω κατορθοῦται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1874 ἔλλειμμα μεῖζον τῶν 4,000,000 ἴσως. Ἰδοὺ, κύριοι, ὁποῖον τὸ ἀποτέλεσμα τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τοῦ ὑπουργείου, καὶ τοῦτο ἀφοῦ ἐκ τῶν προτέρων ἦσαν γνωστὰ καὶ βεβαιωμένα τὰ ἔσοδα τοῦ ἔτους. Λοιπὸν ἀπὸ τῆς διαχειρίσεως αὐτῆς ἔλλειψε καὶ ἡ οἰκονομία καὶ ἡ καλὴ διοίκησις. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυστυχῶς αὐτὸ τὸ ἄτοπον μόνον, καὶ οὗτος ὁ κίνδυνος, εἶναι ῥιζικώτερος, σοβαρώτερος, καθὼς θέλω σᾶς εἴπει. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, ν’ ἀναδράμω ὀλίγον εἰς τὸ παρελθόν. Τὰ ἔσοδα τοῦ 1861—λαμβάνω δὲ τὸ ἔτος αὐτὸ ὡς τὸ τελευταῖον πρὸ τῆς μεταβολῆς, λαμβάνω τὸ ἔτος αὐτὸ, ὡς τὸ χεῖρον τῶν προηγουμένων, διότι ἂν ἐνθυμῆσθε, κύριοι, τὰ πρὸ αὐτοῦ ἔτη ἦσαν εὐτυχῆ οἰκονομικῶς, εὐχάριστα—τὰ ἔσοδα λέγω, τοῦ 1861 ἀνέβησαν εἰς 21,654,860 δραχμῶν ἀπέναντι ἐξόδων 23,223,427. Τὰ ἔξοδα τότε ἐξωγκώθησαν, ἕνεκα τῶν πολιτικῶν συμβάντων, ἅτινα ἔλαβον χώραν, μεθ’ ἃ ἐπῆλθεν ἡ μεταβολή. Ἡ μεταβολὴ, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ἐν τῇ Συνελεύσει ἀπῄτησε, καὶ ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη, ἐλάττωσιν κατὰ τὸ ἥμισυ τῶν φόρων. Ἡ ἐλάττωσις αὕτη ἐπήνεγκε μείωσιν ἐν γένει τῶν εἰσπράξεων κατὰ 2,500,000 δραχμῶν περίπου, ὅπως ὁ κ. Σωτηρόπουλος ὑπελόγισεν ἄλλοτε. Ἡ μεταβολὴ λοιπὸν ἠλάττωσε τοὺς φόρους, ἐπήνεγκε διατάραξιν σπουδαίαν εἰς τὰς εἰσπράξεις. Οὕτω τὸ κατὰ τὸ 1862 ἔλλειμμα ἀνέβη εἰς 7,000,000 δραχμῶν περίπου. Ἔλλειμμα ὑπῆρξε καὶ κατὰ τὸ 1863. Τὸ ἔτος 1864 εἶναι περίεργον, κύριοι, διότι αἱ εἰσπράξεις τοῦ ἔτους τούτου ἦσαν ἀνώτεραι τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1861, κατὰ 600,000 δραχμῶν. Καὶ μολονότι τῷ 1864 αἱ εἰσπράξεις καὶ οἱ φόροι ἦσαν ἠλαττωμένοι, τῷ 1864 εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον 22,358,897, ἀπέναντι δαπανῶν 22,350,674 δραχ. Καὶ ἐνθυμηθεῖτε, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1864 ἐπληρώσαμεν καὶ τὸ ἓν ἑκατομμύριον, τὸ εἰς τὰς Δυνάμεις ὀφειλόμενον. Κατὰ τὸ 1865, συνεχωνεύθη τὸ Ταμεῖον τῆς Ἑπτανήσου μὲ τὸ τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, αἱ εἰσπράξεις δὲ τοῦ ἔτους αὐτοῦ, ὡς καὶ τοῦ ἑπομένου, μετὰ τὴν συγχώνευσιν αὐτὴν τῶν Ταμείων, ἀνέβησαν εἰς 24,800,000 δραχ. περίπου, ἀπέναντι ἐξόδων 26,500,000 περίπου. Λοιπὸν, κατὰ τὸ 1865 καὶ τὸ 1866, αἱ εἰσπράξεις τοῦ δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν εἰσπράξεων τῆς Ἑπτανήσου, συμποσοῦνται εἰς 24,800,000 τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 26,500,000. Τοῦ 1866 τὰ ἔξοδα ὑπερέβησαν κατά τι· διότι κατὰ τὸ ἔτος αὐτὸ ἀρξαμένη ἡ ἐπανάστασις τῆς Κρήτης ηὔξησεν αὐτά. Ἐνθυμηθῆτε τὰς χρονολογίας αὐτάς. Ἐν ἔτει 1865, ἐπαναλαμβάνω, εἴχομεν ἔσοδα 25,000 000, ὅτε εἶχε συγχωνευθῆ καὶ τὸ ταμεῖον τῆς Ἑπτανήσου, ἔξοδα δὲ 26,500,000. Πόσα ἔχομεν σήμερον; Καὶ πόθεν ἡ αὔξησις καὶ ἡ διαφορά; Τοιοῦτο τὸ ζήτημα. Κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1873, τὰ ἔσοδα ἀναβαίνουσιν εἰς 34,500,000, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 35,700,000, μὴ συμπεριλαμβανομένου εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο καὶ τοῦ τελευταίου φόρου τῆς ὁδοποιΐας, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Δεληγεώργης ηὔξησε διὰ νόμου κατόπιν. Ὑπάρχει λοιπὸν διαφορὰ τοῦ ἔτους 1865 καὶ 1866 πρὸς τὸ 1873, ὡς πρὸς μὲν τὰ ἔσοδα 10,000,000 περιπλέον, ὡς πρὸς δὲ τὰ ἔξοδα 9,000,000. Ηὔξησαν οὕτω τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα, κατὰ ἐννέα καὶ δέκα ἑκατομμύρια. Πόθεν ηὔξησαν τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ; Καὶ ἡ αὔξησις αὕτη ὁμολογεῖ τὴν πρόοδον τοῦ τόπου; Διότι, ἐὰν τῷ ὄντι τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ πρόοδος τοῦ Τόπου, τότε τὰ οἰκονομικὰ οὐδένα κίνδυνον διατρέχουσι. Τὰ ἔξοδά μας εἶναι βέβαια, ἀναμφισβήτητα, ἀμετάβλητα, προοδεύουσιν ἐπὶ τὰ πρόσω ἑκάστοτε, καὶ προοδεύουν γιγαντιαίοις μάλιστα βήμασι. Προοδεύουσιν οὕτω καὶ τὰ ἔσοδά μας; Ἰδοὺ τὸ ζήτημα. Ἀπαντῶ εἰς τοῦτο, ὄχι. Δυστυχῶς, κύριοι, ἡ πρόοδος τοῦ τόπου δὲν παρακολουθεῖ τὴν πρόοδον τῶν ἐξόδων. Προσεθέσαμεν τῷ 1867 νέους φόρους ἑπτὰ ἑκατομμυρίων, ὡς ὑπελογίσθη πάλιν παρὰ τοῦ κ. Σωτηροπούλου. Εἰς τὴν προσθήκην αὐτὴν παρηκολούθησαν καὶ ἄλλαι προσθῆκαι καὶ αὐξήσεις μέχρι τοῦδε. Βλέπομεν δὲ κατ’ ἔτος αὐτὸ τοῦτο ἐπαναλαμβανόμενον. Ἐὰν μὴ ἐπράττομεν τοῦτο — βλέπει λοιπὸν ὁ φίλος μου κ. Τσιριμῶκος, ὅτι ἐντελῶς δὲν ἀδιαφοροῦσιν οἱ διοικοῦντες—ἐὰν τοὺς φόρους τούτους μὴ εἴχομεν προσθέσει, ἐὰν μὴ ἐτακτοποιεῖτο ἡ οἰκονομικὴ ὑπηρεσία, κατὰ τὸ 1871, ἡ οἰκονομικὴ καταστροφὴ τοῦ τόπου, τὴν στιγμὴν ταύτην, ἤθελεν εἶσθαι πλήρης καὶ δυσθεράπευτος. Λοιπὸν τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀποτελεῖ ἡ προσθήκη 8,000,000 περίπου δραχ. ἐκ φόρων, καὶ ἐὰν ἀφαιρέσητε ταῦτα, ἀπομένει πρόοδος καὶ αὔξησις, ὡς ἐκ τῆς παραγωγῆς τοῦ τόπου, δύω μόνα ἑκατομμύρια κατ’ ἀναλογίαν. Ἐντὸς λοιπὸν δέκα ἐτῶν ἡ πρόοδος καὶ ἡ παραγωγή μας ηὔξησε κατὰ δύω ἢ τρία ἑκατομμύρια, ἂν θέλητε, ἐνῷ τὰ ἔξοδα ηὐξήθησαν κατὰ δέκα ἑκατομμύρια. Ἐπληρώθησαν δὲ διὰ δανείων, ἅτινα ηὔξησαν, καθὼς ἠξεύρετε, τὰ ἔξοδα, καὶ ἀφῄρεσαν ἀπὸ τὴν γεωργίαν καὶ τὴν βιομηχανίαν τὰ μέσα, καὶ ἀπὸ φόρους, οἱ ὁποῖοι ἐπίσης ἠλάττωσαν τὰ μέσα τῆς παραγωγῆς. Ἔχομεν λοιπόν, κύριοι, δεδομένον, ὅτι ἡ πρόοδος τοῦ τόπου, ἡ παραγωγή, δὲν ἀνταποκρίνεται ποσῶς πρὸς τὴν πρόοδον τῶν ἐξόδων. Ἐπιμένω εἰς τοῦτο, διότι παρετήρησα, ὅτι ἐπεκράτησε παρά τισιν ἡ ἰδέα, ὅτι τῆς Ἑλλάδος ἡ ὑλικὴ πρόοδος εἶναι τοιαύτη, ὥστε θέλει καλύψει πᾶσαν δαπάνην καὶ πᾶσαν αὔξησιν ἐξόδων. Ἡ οἰκονομικὴ ἱστορία, ἣν σᾶς ἀνέπτυξα, ἀποδεικνύει, κύριοι, τὸ ἐναντίον, καὶ δὲν πρέπει νὰ πλανώμεθα. Ποῦ θέλομεν καταντήσει, ἐὰν τὴν αὐτὴν οἰκονομικὴν πορείαν ἀκολουθήσωμεν, καὶ ἐνῷ ἡ πρόοδος τῆς παραγωγῆς μας προβαίνει, ὅπως ἀπεδείχθη ἀνωτέρω, ἐξακολουθήσωμεν ὅμως αὐξάνοντες τὰ ἔξοδα, ὅπως τὰ ηὐξήσαμεν; Δὲν εἶναι βεβαία καὶ ἀναπόφευκτος ἡ καταστροφὴ, καὶ ἄνευ νεωτέρας ἄλλης ἀνάγκης ἐξόδων; ἀλλ’ ἔχομεν ἀνάγκην ἄλλων ἐξόδων, ἔχομεν ὑποχρεώσεις ἄλλας, τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ ἱκανοποιήσωμεν χάριν τῆς οἰκονομικῆς τοῦ τόπου προόδου, καὶ διὰ τὴν πολιτικὴν ἀνάπτυξίν του. Δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν τὰ ἔξοδα τῆς συγκοινωνίας ἐν γένει, τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου καὶ ἄλλων δημοσίων ἔργων· εἰσὶν ἀναπόφευκτα τὰ ἔξοδα ταῦτα, εἶναι δ’ ἄλλως παραγωγικά. Ἰδοὺ δὲ διατί ἐγὼ δὲν νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ εἴπω, συμφωνῶν μετὰ τοῦ κ. Ζαΐμη, σταματήσατε τὰ ἔξοδα ἕως ἐδῶ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ σταματήσητε· δὲν δύνασθε νὰ σταματήσητε, διότι καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς οἰκονομικῆς καὶ τῆς πολιτικῆς σᾶς ἐπιβάλλει νὰ προχωρήσητε, μὴ ἐμποδιζόμενοι, καὶ ἂν τὰ βάρη τῶν ἐξόδων δὲν ἱκανοποιῇ ἀμέσως ἡ παραγωγὴ τῶν τελουμένων ἔργων, πρέπει νὰ περιμείνητε αὐτὴν, καὶ θέλει εἶσθαι πλουσία. Ἀλλὰ προσέξατε, μήπως ἕως οὗ ἡ νέα παραγωγὴ φθάσῃ νὰ δώσῃ τοὺς καρποὺς, ὑποκύψητε ὑπὸ τὸ βάρος, τὸ ὁποῖον τὰ ὑπερβολικὰ ἔξοδα θέλουν σᾶς ἐπιβάλει. Δὲν ἠμπορεῖτε λοιπὸν νὰ σταματήσητε, θέλετε προοδεύσει. Ἀλλὰ πρὶν ἢ φθάσητε εἰς τὸ τέρμα, συλλογισθῆτε καλῶς ἐὰν θὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ προχωρήσητε, καὶ ἂν τὰ μέσα σας δὲν σᾶς ἐγκαταλείψουν, ἐὰν αἱ ὑλικαὶ ἐγγυήσεις, ἐφ’ ὧν ἰδίως στηρίζετε τὸ οἰκονομικὸν σύστημά σας, δὲν ἐξαντληθῶσι, καὶ οὕτω δὲν δυνηθῆτε νὰ ἐξακολουθήσητε, ὑποκύψητε δ’ οὕτω παρακαίρως ὑπὸ τὸ βάρος οἰκονομικῆς παραλυσίας. Εἶναι λοιπὸν ἀπελπισία; Καὶ δὲν ὑπάρχει θεραπεία τις; Ἰδοὺ, κύριοι, ποῖαι αἱ ἰδέαι μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ θέλετε τὰς κρίνει ἡμεῖς, καὶ θέλετε τὰς παραδεχθῆ καὶ ὑμεῖς καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν τὰς εὕρητε ὀρθάς. Οἰκονομίαι, κύριοι, ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπως συντάττεται ἤδη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσι σπουδαῖαι. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσιν οἰκονομίαι ῥιζικώτεραι; βεβαίως ναί. Πλὴν διὰ τοῦτο πρέπει νὰ γείνωσι ῥιζικαὶ μεταβολαὶ εἰς τοὺς διοργανισμοὺς τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν, καὶ δύνασθε, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ σημειώσατε καλῶς τοῦτο, ἐὰν θέλητε ἀληθῶς οὗτος νὰ ἐξεικονίζῃ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθῆτε καὶ ἥτις ἐπικρατεῖ, ἐὰν θέλητε νὰ καταθέσητε ἐν αὐτῷ ἀληθεῖς καὶ εἰλικρινῶς τὰς ἰδέας σας, τοὺς σκοπούς σας, τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα τότε ἐλύθη. Δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσω ἤδη τὸ περὶ Πρεσβειῶν ζήτημα ἐν γένει· περιορίζομαι εἰς τὴν ἐνεστῶσαν εἰδικὴν περίστασιν. Τίς, κύριοι, σᾶς ἠνάγκασεν ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς, καὶ ἐνῷ ἡ Βουλὴ εἶχεν ἀποκόψῃ τὸ ἔξοδον τοῦτο, καὶ ἐνῷ ἡ Βουλὴ ἐπὶ θύραις ἵστατο, τίς σᾶς ἠνάγκασε νὰ συστήσητε κατεσπευσμένως τὰς Πρεσβείας, καὶ νὰ στείλητε τοὺς πρέσβεις εἰς τὴν Εὐρώπην, καὶ νὰ ἐπιβαρύνητε τὸ Δημόσιον μὲ τὸ ἔξοδον τοῦτο; Ἐπρόκειτο ἐκ τῆς κατασπευσμένης ταύτης διπλωματικῆς ἀποστολῆς νὰ λυθῶσι ζητήματα; Καὶ τίνα; Ἐρωτῶ, ποίαν ἰδέαν τὸ παρὸν ἔχει νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Εὐρώπην, ποῖον ζήτημα; Τίς ἦτον ὁ σκοπὸς, ποῖον τὸ σχέδιόν σας καὶ τίς ὠφέλεια προῆλθεν εἰς τὸ ἔθνος μέχρι τοῦδε, κύριοι; Οὐδεμίαν βλέπω· οὐδὲν ἔμαθον· τίποτε δὲν ἠκούσθη. Ἐὰν ὅμως τῷ ὄντι ὑπῆρχεν, ὅπερ δὲν πιστεύω, σκοπός τις, ἀφορῶν εἰς τὸ Σύνταγμα, κακὴν τῶν περιστάσεων ἐκάματε ἐκτίμησιν. Δὲν βλέπετε, ποῖος ἀγὼν καταβάλλεται ἐκ μέρους τῶν Κυβερνήσεων, διὰ νὰ σταματήσουν τὸν χείμαῤῥον, ὅστις ἔρχεται νὰ κατακλύσῃ, καὶ σεῖς νομίζετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν στρέψητε πρὸς τὰς πηγάς του; Δὲν βλέπω τὸν λόγον λοιπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπεβαρύνατε τὸ Ἔθνος μὲ αὐτὴν τὴν δαπάνην· διότι ἐὰν ἐκτὸς ἀτομικῶν λόγων, ἂν αὐτὸς ὑπάρχῃ ὁ πολιτικὸς λόγος, ὅστις σᾶς ὑπηγόρευσε τὴν ἀποστολὴν, λάθος μέγα ἐπράξατε. Ὑπάρχει ναὶ, μία ἄλλη ἀνάγκη ἀποστολῆς εἰς τὴν Εὐρώπην, καὶ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν· ἀλλ’ αὕτη δὲν εἶναι πολιτικὴ, εἶναι ἐντελῶς ἐμπορικὴ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἴχετε ἀνάγκην ἀποστολῆς, ὅπως καὶ ὅπου τὴν ἀκάματε. Ἐξηγοῦμαι. Ἡ παραγωγὴ τῆς Ἑλλάδος κατὰ δυστυχίαν δὲν εἶναι παραγωγὴ ἱκανοποιοῦσα τὰς ἀπολύτους καὶ πρώτας ἀνάγκας τοῦ ἀνθρώπου, θεραπεύει δὲ τὰς ἀνάγκας τῆς πολυτελείας καὶ τῆς εὐζωΐας. Ἡ χρῆσις τῶν προϊόντων μας δὲν εἶναι διὰ τοῦτο γενικὴ, αἱ ἀγοραὶ εἶναι περιωρισμέναι, τὰ προϊόντα μας εἰς ὀλίγας ἀγορὰς ἐξοδεύονται. Καὶ ὅταν ἡ ἀγορὰ ᾖναι περιωρισμένη, πολὺ ταχέως γίνεται ἀνεπαρκὴς, εἰς πλουσίαν καὶ ἐκτεταμένην παραγωγήν. Τῆς νέας παραγωγῆς μας λοιπὸν τὸ μέλλον εἶναι ἀβέβαιον. Ἐπ’ αὐτοῦ, κύριοι, πρέπει νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας, καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἴχετε ἀνάγκην Πρεσβειῶν, καὶ ὅπου αὐτὰς ἐστείλατε. Ἐὰν, κύριοι, τὴν ἀγορὰν αὐτὴν θέλητε νὰ εὐρύνητε, θὰ τὴν εὐρύνητε ὄχι διὰ τῆς προσπαθείας μόνον νὰ εἰσάγωνται εἰς ἄλλα μέρη τὰ προϊόντα μας, διότι αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰς ἕξεις ἑκάστου τόπου, ἀλλὰ θὰ τὴν εὐρύνητε διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ὑπερόγκων φόρων, οἱ ὁποῖοι κλείουν τὰς θύρας εἰς τὰ προϊόντα μας. Πλὴν πολὺ μακρὰν αἱ σκέψεις αὗται κεῖνται. Ἰδοὺ τὸ ἔργον ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ἐνασχοληθῆτε· ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν δὲν βλέπω νὰ ἐλήφθη τοῦτο ὑπ’ ὄψιν. Ποία δὲ εἶναι ἡ θέσις μας, κύριοι, ἐν τῇ Ἀνατολῇ; Εἰς τὴν Αἴγυπτον, ἰδοὺ μέγα ζήτημα λύεται διὰ τὰ συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν μας· νέα διαδικασία καθιεροῦται, καὶ παραχωροῦνται ἰδιαίτεροι Δικασταὶ εἰς τὰ ἔθνη. Μόνοι ἡμεῖς, οὔτε ἠρωτήθημεν, οὔτε ηὐτυχήσαμεν νὰ ἐπιτύχωμεν διορισμὸν δικαστῶν ἐν γένει, καὶ μολονότι συμφέροντα πολυπληθέστερα εἶναι τὰ συμφέροντα τὰ Ἑλληνικὰ ἐν Αἰγύπτῳ. Ποία εἶναι ἡ θέσις μας πρὸς τὴν Ῥουμουνίαν; Ἐκλήθητε νὰ παρασταθῆτε εἰς τὰ στρατιωτικὰ γυμνάσια ἐκείνων, ἐν καιρῷ ὅτε δὲν ἠδύνασθε νὰ προφθάσητε. Κρίνατε σεῖς, τί σημαίνει τοῦτο. Εἰς τὴν Σερβίαν εὐτυχῶς Κυβέρνησις φιλελευθέρα συνεστήθη, προσκαλεῖται δὲ καὶ αὐτὴ καὶ ἡ Συνέλευσις ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα νὰ προβῶσιν εἰς μεταῤῥυθμίσεις φιλελευθερωτέρας. Κύριοι, ἠνοίξαμεν πάλην πολιτικὴν ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Τὸ εἶπον καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ ἤδη, ὅτι εἶμαι κατὰ τῶν πολιτικῶν διαπληκτισμῶν μεταξὺ τῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ λαῶν· εἶμαι κατὰ τῆς πάλης, διότι αἱ ὑπὲρ ἡμῶν συμπάθειαι, αἱ ὑπὲρ ἡμῶν προστασίαι εἶναι ἐλάχισται· καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὴν πάλην θέλομεν νικηθῆ. Εἶμαι κατὰ τῆς πολιτικῆς ἀσκόπου πάλης, διότι τὰ περισσότερα συμφέροντά μας, εἰς τὰ μέρη ταῦτα ὑπάρχοντα, οὐσιωδῶς θέλουν πάθει· διότι ἡ πάλη καὶ αἱ διαιρέσεις οὐδὲν ὑπόσχονται καλὸν, κακὸν θέλουν προξενεῖ. Ἀλλ’ ἐτηρήσαμεν διαγωγήν, ἥτις μᾶς ἔβλαψε· δὲν ἀπαντᾶται διὰ τοῦτο μόνον ἡ ἐχθρότης εἰς τὴν πάλην τὴν πολιτικὴν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῶν ἰδιωτικῶν συμφερόντων καὶ σχέσεων. Πολιτικὸν ζήτημα δὲν ὑπάρχει, μόνον δι’ ἡμᾶς ἐν τῇ Ἀνατολῇ· τὸ εἶπον πολλάκις. Βεβαίως ὁ ὅρκος ὁ δοθεὶς ἐνώπιον του Θυσιαστηρίου τῆς Ἁγίας Σοφίας, εἶναι ἱερὸς δεσμὸς, συνδέσας ἀδιαῤῥήκτως τὸν Ἑλλησμὸν· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου μόνον· κατὰ τὴν Ἀνατολὴν ἔχομεν καὶ ὑλικὰ καὶ ἐμπορικὰ συμφέροντα, ἄπειρα. Ὁ Ἑλληνισμὸς, ἀναπτυσσόμενος ὑλικῶς καὶ γενόμενος τὸ κέντρον τοῦ ἐμπορίου ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἐπηρεάζει καὶ τὴν τύχην ἡμῶν. Ἔχομεν λοιπὸν καὶ ἄλλον λόγον, καὶ πρέπει καλῶς νὰ ἐξηγηθῇ, λόγον καθαρὸν συμφερόντων καὶ ἐμπορίου. Κατὰ δυστυχίαν, κύριοι, παντοῦ ἀπετύχαμεν.
§17Ι. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν πολιτικὴν τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως ἐννοεῖτε;
§18ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀκολουθεῖτε αὐτὴν τὴν πολιτικὴν βεβαίως, διότι δὲν μᾶς εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἤλλαξε πολιτικήν. Κατὰ δυστυχίαν, Κύριοι, παντοῦ ἀπετύχαμεν, τὰ ζητήματα τὰ πολιτικὰ ἐλύθησαν κατὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Τὰ ζητήματα τὰ ἐκκλησιαστικὰ ἐλύθησαν καὶ λύονται κατὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὰ ἰδιωτικὰ κατὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ οὐδεμίαν προστασίαν ἢ ὑποστήριξιν εὑρίσκομεν ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Τί σᾶς ὠφελεῖ λοιπὸν ἡ ὕπαρξις τῆς Διπλωματίας σας; Ἐννοοῦμεν τοῦτο, καθ’ ἣν ἐποχὴν καὶ περίστασιν ἐπεκράτει ἡ ἰδέα τῆς ἐθνικῆς συμπληρώσεως, τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως· ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ αὕτη ἐγκατελείφθη. Λέγων δὲ, ἂς ᾖμαι εὐκρινέστερος, ἐθνικὴν συμπλήρωσιν, ἐθνικὴν ἀποκατάστασιν, δὲν ἐννοῶ οὔτε πολέμους, οὔτε ἀναστατώσεις, ἀλλὰ τὴν συναίσθησιν τῆς ἐθνικῆς ἀποστολῆς, πρὸς τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος τεῖνον προετοιμάζεται, διοργανίζεται, συγκεντροῦνται, ἵνα μὴ εὑρεθῇ ἐν καιρῷ ἀποκεκλεισμένον ὡς αἱ μωραὶ παρθένοι τοῦ Εὐαγγελίου. Ἐπειδὴ, Κύριοι, ἡ πολιτικὴ αὕτη ἐγκατελείφθη, ἐπειδὴ ἡ πολιτική μας ἤδη εἶναι ὅλως ὑλικὴ, ἐσωτερικὴ, ἐμπορικὴ, δὲν ἐννοῶ, διατὶ δὲν ἐκφράζομεν καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν μας τὴν ἀλήθειαν αὐτήν. Τί ζητεῖτε ἤδη ἀπὸ τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ; Ἐζητεῖτο ἄλλοτε νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πυρὴν καὶ βάσις δυνάμεως, καὶ ἐν καιρῷ πολέμου καὶ ἐν καιρῷ εἰρήνης· καὶ διὰ τοῦτο ἐν τῇ ἐποχῇ ἐκείνῃ διωργανίζοντο καὶ ἔφεδροι, καὶ σκέψις ἐγίνετο περὶ ὑλικοῦ, ἐπιμέλεια κατεβάλλετο πρὸς ἐκγύμνασιν τοῦ στρατοῦ, καὶ εἴχετε στρατὸν ἐξησκημένον, ἐθιζόμενον πρὸς τὴν πειθαρχίαν, διδασκόμενον τὸ σέβας πρὸς τὸν Νόμον, καλλιεργούμενον τὸ στρατιωτικὸν πνεῦμα· διότι τὸ αἴσθημα τῆς τιμῆς καὶ τῆς ἀφοσιώσεως εἶναι ἡ ἰσχὺς καὶ ἡ ἀξία τοῦ στρατοῦ. Καὶ αἴσθημα τιμῆς καὶ ἀφοσιώσεως δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ζητήσητε ἀπὸ ἄνδρας εἰς τοὺς ὁποίους διδάσκετε τὴν παρανομίαν, τὴν ἀσέβειαν πρὸς τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου, τὴν παραβίασιν, ἀπὸ ἄνδρας, οὓς ὠθεῖτε πρὸς τὸ ἔγκλημα. Ἐὰν, Κύριοι, σκοπὸν τοιοῦτον, ὁποῖον οἱ αἰῶνες μᾶς ἐκληροδότησαν, δὲν ἔχετε πλέον, ἐὰν ὁ σκοπός σας ὁλόκληρος ᾖναι ἡ ὑπηρεσία ὅπως τὴν ἐκτελεῖτε, τότε διωργανίσατε πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν τὸν στρατόν σας, κάμετε στρατὸν ὑπηρεσίας.
§19ΣΤΑΪΚΟΣ. Τὸν λόγον, Κύριε Πρόεδρε.
§20ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τρεῖς χρόνους διοικεῖτε, Κύριοι, τὸν στρατὸν ἀδιακόπως· ἐλλείπει πλέον ἡ πρόφασις ὅτι τὸ ἀεννάως μεταβαλλόμενον ὑπουργεῖον δὲν δύναται νὰ πράξῃ τὸ καλόν. Τρεῖς χρόνους διοικεῖτε τὸν στρατόν· τί περὶ αὐτοῦ καλὸν ἐγένετο; Καὶ Κύριοι, ὅ,τι ἤδη γίνεται, εἶναι δολοφονία τοῦ στρατοῦ. Διατί; διότι ἐὰν ὁ στρατὸς ὁ ἑλληνικὸς δὲν ἔχει ὡς ἀποστολήν του τὴν κυρίαν καὶ ἀρχικὴν ἰδέαν, διὰ τὴν ὁποίαν συνεστήθη καὶ διὰ τὴν ὁποίαν πᾶς στρατὸς συνιστᾶται, ἐὰν ἡ ἀποστολὴ τοῦ στρατοῦ μεταβληθῇ ὅπως τὸν μετεβάλλετε εἰς στρατὸν ὑπηρεσίας, εἰς ἀκόλουθον τῆς χωροφυλακῆς, τοῦ στρατοῦ αὐτοῦ, εἰς τὸ ἑξῆς, καὶ ἐὰν δὲν τὸ σκοπεύητε, θέλετε ἐκβιάσει τὴν διάλυσιν. Αἱ ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσίας ἀπαιτοῦσιν ὄργανα τῆς ἀστυνομίας, καὶ οὐχὶ τακτικὸν στρατόν. Ἡ κοινὴ πεποίθησις, μὴ βλέπουσα ἐν αὐτῷ πραγματοποιούμενον τὸν προορισμὸν τοῦ στρατοῦ, θέλει ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὸν ἐγκαταλείψει, ὡς τοιοῦτον. Ὁ στρατὸς λοιπὸν, ὅπως τὸν ἀπεκατεστήσατε, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ εὐάρεστον ὕπαρξιν καὶ μέλλον εὐτυχές. Τὸν στρατὸν, ἐπαναλαμβάνω, θέλετε ν’ ἀποκαταστήσητε ὄργανον κοινῆς ὑπηρεσίας, ὅτι δὲ λέγω ἀλήθειαν, ἐπικαλοῦμαι τὴν τελευταίαν ἔκθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Θέλει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν αὔξησιν στρατοῦ· διατί; Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, διὰ νὰ συνοδεύῃ τοὺς εἰσπράκτορας, διὰ νὰ καταδιώκῃ τοὺς νεοσυλλέκτους, τοὺς λειπομάρτυρας κτλ. Ὁ στρατὸς εἰς χεῖράς σας εἶναι λοιπὸν βοηθὸς τῆς ἀστυνομίας, στρατὸς τῆς ὑπηρεσίας, καὶ καθὼς εἶπον ἄλλοι, θέλετε νὰ τὸν κάμετε στρατὸν κόμματος.
§21ΣΤΑΪΚΟΣ. Περὶ τοῦ 74 ἢ τοῦ 75;
§22ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τοῦ 75. Καὶ ἐνόησα οὕτω τὸν σκοπὸν καὶ τῆς προσθήκης τῶν χρημάτων, καὶ τῆς προσθήκης τῶν βαθμῶν. Ὅταν τὸν στρατὸν τὸν ἐκβάλλετε ἀπὸ τὸν κύριον προορισμόν του, ὅταν τὸν στρατὸν τὸν μεταβάλλετε εἰς ὄργανον ὑπηρεσίας, ὅταν τὸν στρατὸν τὸν ἐθέσετε πρὸς παραβίασιν τοῦ νόμου καὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν, ὅταν καταγίνεσθε νὰ τὸν διαφθείρητε, τότε, κύριοι, ἔχετε ἀνάγκην αὐτὸν τὸν στρατὸν νὰ τὸν προσκολλήσητε εἰς ἑαυτοὺς διὰ προσωπικῶν ἀμοιβῶν καὶ διὰ προσωπικῶν διακρίσεων. Καὶ ἐννοῶ διὰ τοῦτο τὴν τάσιν πρὸς νέους προβιβασμοὺς καὶ νέας προσωπικὰς ἱκανοποιήσεις. Ἀλλ’ οὕτω, ἐπαναλαμβάνω, δὲν σώζετε τὸν στρατὸν, διότι ἀποκαθιστᾶτε τὴν θέσιν του δύσκολον εἰς τὴν συνείδησιν τῆς κοινωνίας, οὕτω τὸν χαρακτηρίζετε ὡς ἐπιβλαβῆ, θέσιν ἐχθροῦ τῷ προετοιμάζετε ἐν τῷ μέσῳ τῶν ἀδελφῶν του. Ἡ κοινωνία ἀπαιτεῖ στρατὸν μὲ τὰς ἀρετὰς τῶν ἀρχαίων Ῥωμαίων, καὶ ὄχι μὲ τὰς κακίας τῶν νεωτέρων Πραιτοριανῶν. Τοιοῦτος θέλομεν ἡμεῖς νὰ ᾖναι ὁ Ἑλληνικὸς στρατός. Ὁ στρατὸς πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ σημεῖον ὅθεν ἀνεχώρησεν, ὁ στρατὸς πρέπει νὰ διοργανισθῇ ὅπως ὅλοι οἱ στρατοὶ τοῦ κόσμου, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ἐν ἐποχῇ, ἐὰν παρουσιασθῇ τοιαύτη, ὡς ὁ πυρὴν τῆς συγκεντρώσεως ὅλων τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων, ὡς τὸ σχολεῖον τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὸν νόμον, τῆς συναισθήσεως τῆς τιμῆς καὶ τῆς δόξης. Ἀλλ’ ὡς πυρὴν τῆς συγκεντρώσεως ὅλων τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὁ στρατὸς, ὅπως σεῖς τὸν ἐσχηματίσατε, ὅπως σεῖς τὸν ἀποκατεστήσατε. Οὕτω θέλομεν ἡμεῖς εἰς τὸν καλὸν διωργανισμὸν καὶ εἰς τὴν ἠθικὴν βελτίωσίν του νὰ μονιμοποιήσωμεν, νὰ τὸν ἀναπτύξωμεν, νὰ βελτιώσωμεν τὴν κατάστασίν του ἐν γένει. Σεῖς θέλετε ὀλίγον κατ’ ὀλίγον κατορθώσει νὰ τὸν παραλύσητε, νὰ τὸν ἐκμηδενίσητε. Καὶ ἐννοῶ, κύριοι, τὸν σκοπόν σας, ἐννοῶ τὴν πολιτικήν σας. Ἡ πολιτική σας εἶναι ἁπλῶς τῆς ὑπηρεσίας· θέλετε νὰ χρησιμεύῃ ὁ στρατὸς ὡς ὄργανόν σας· ἐνασχολεῖσθε πρὸ πάντων νὰ ταπεινώσητε τὸ φρόνημά του. Στρατὸς τοιοῦτος, καὶ ἀποκλειστικῶς τὰς ἀνάγκας τῆς τακτικῆς ὑπηρεσίας ἱκανοποιῶν, θέλει αὐτομάτως κολοβωθῆ. Διατυπώσατε εἰλικρινῶς τὴν πολιτικήν σας αὐτὴν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ἀπὸ τοῦδε, καὶ τότε θέλετε ἰδεῖ, ὅτι τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα γίνονται ἤδη, θέλετε τὰ ἐλαττώσει. Δὲν δυνάμεθα ν’ ἀκολουθήσωμεν τὰς προόδους τῆς ἐποχῆς ἐν τῷ ναυτικῷ· δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως οὔτε πρὸς τὰ μέσα μας, οὔτε πρὸς τὴν ἡμετέραν ἐπιστήμην ν’ ἀκολουθήσωμεν ὅ,τι ἀλλοῦ γίνεται, καὶ ὅ,τι ἡ ἀνάγκη ὑπαγορεύει· δὲν δυνάμεθα διὰ τοῦτο ν’ ἀποκτήσωμεν σπουδαῖον ναυτικόν. Ἐπιστεύομεν ἡμεῖς, ὅτι ἠδύναντο, τοὐλάχιστον διὰ νὰ μὴν ἐκλείψῃ ὅλως τὸ στρατιωτικὸν ναυτικὸν πνεῦμα, ὅτι ἠδύναντο τὰ πλοῖά μας νὰ χρησιμεύσουν, ὡς σχολεῖον ἐκγυμνάσεως ἀξιωματικῶν. Ἀλλ’ ἡ ἰδέα ὑμῶν δὲν εἶναι αὐτὴ, δὲν ἔχετε κἀνένα πολιτικὸν σκοπόν. Τί σᾶς χρησιμεύουν τότε τὰ πλοῖα; Ἤδη ἡ ναυτικὴ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία μας καὶ ὁ ναύσταθμός μας, ἠξεύρετε εἰς τί μετεβλήθη; Μετεβλήθησαν εἰς γραφεῖον καταχωρίσεως διαταγῶν, δι’ ὧν διορίζονται καὶ παύονται οἱ ναῦται καὶ οἱ ὑπαξιωματικοί. Συντάττετε τὸν προϋπολογισμὸν ἵνα μὴ ἀνταποκρίνηται πρὸς τὴν ἰδέαν καὶ τὴν πολιτικήν σας· διὰ τοῦτο ὁ προϋπολογισμὸς ἐμπεριέχει μόνον ἔξοδα πρὸς ἱκανοποίησιν προσωπικῶν ἀπαιτήσεων καὶ φιλοτιμιῶν μᾶλλον. Ὁ δὲ διοργανισμὸς τῆς ὑπηρεσίας εἶναι ἀντίθετος, εἰς πλήρη παραλυσίαν καὶ εἰς πλήρη ἀνωμαλίαν ἡ ὑπηρεσία. Τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα τὸ ἔθνος καταβάλλει, χρησιμεύουν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον νὰ ἱκανοποιοῦν μερικὰς προσωπικὰς φιλοτιμίας, καὶ φιλικὰς ἀνάγκας. Κύριοι, ἐὰν θέλητε καὶ ἁπλοποίησίν τινα εἰς τὴν διοικητικὴν ὑπηρεσίαν νὰ φέρητε, ἠδύνασθε, νομίζω, καὶ ἐκεῖ οἰκονομίας σπουδαίας νὰ πράξητε. Ὑπάρχουν πολλοὶ σταθμοὶ μάταιοι ἵνα φθάσωσι τὰ παράπονα τοῦ πολίτου μέχρι της Κυβερνήσεως, σταθμοὶ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ διέλθῃ πᾶσα ὑπόθεσις, διὰ νὰ λάβῃ τὸ πέρας της. Οἱ σταθμοὶ αὐτοὶ χρησιμεύουν νὰ ἰσχυροποιοῦν τὴν γραφιοκρατίαν, χρησιμεύουν ὥστε νὰ ἐξοδεύηται μάτην ὁ χρόνος. Ἁπλοποιήσατε τὴν ὑπηρεσίαν, θέλετε εὐεργετήσει τὴν πολιτείαν· διότι θέλετε τακτικώτερον καὶ συντομώτερον ἐκπεραιοῖ τὰς ὑποθέσεις, θέλετε ἐλαφρύνει τὸν προϋπολογισμὸν ἀπὸ ἔξοδα πολλά, διότι θέλουν λείψει ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν χρησιμεύουν εἰς τίποτε ἄλλο ἢ ὅπως ἀντιγράφωσι διευθύνσεις καὶ ἔγγραφα περιττά. Ἰδού, κύριοι, ποῦ νομίζω, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἐπέλθωσιν οἰκονομίαι σπουδαῖαι. Ἐὰν τῷ ὄντι ῥιζικῶς δὲν μεταβάλλετε τοὺς ὀργανισμοὺς καὶ δὲν κανονίσητε τὴν ὑπηρεσίαν, εἶναι ἀδύνατον οἰκονομίας σπουδαίας νὰ φέρητε. Καὶ ἐνῷ δὲν κάμνετε οἰκονομίας, δὲν δύνασθε νὰ σταθῆτε καὶ εἰς τὸ παρόν· διότι τὰ ἔξοδα ῥαγδαίως αὐξάνουν, καὶ αἱ ἀνάγκαι καὶ αἱ ἀπαιτήσεις ἀποκαθίστανται ἀκατάσχετοι. Θέλετε ὑποκύψει λοιπὸν συντόμως συντομώτατα ὑπὸ τὸ βάρος τῶν οἰκονομ. ἀπαιτήσεων καὶ τῶν ἀναγκῶν. Ἐὰν θέλητε νὰ μείνητε εἰς τὸ παρὸν, μείνατε· διότι τὸν παρόντα προϋπολογισμὸν ἡμεῖς τὸν προτιμῶμεν, ὅταν ἐκφράζῃ ὅμως ἀληθῆ τὴν ἰδέαν καὶ τὴν πολιτικὴν, ἥτις ἐξ ἀρχῆς προέδρευσε· διότι τότε τοὐλάχιστον θέλομεν ἔχει διωργανισμένην τὴν κοινωνίαν, θέλομεν τὴν ἀποκαταστήσει εὐπρόσωπον, εὐπαρουσίαστον, θέλομεν ἔχει διωργανισμένην καὶ τὴν διοίκησιν καὶ τὸ ναυτικὸν καὶ τὸν στρατόν, καὶ τὴν διπλωματίαν πρὸς ἕνα σκοπὸν ἄξιον τοῦ Ἔθνους. Τοιουτοτρόπως ἐν ᾧ θέλομεν ἐπιβαρύνει τὸν προϋπολογισμόν, θέλομεν ἔχει τοὐλάχιστον τὸ καλὸν καλοῦ διοργανισμοῦ, καὶ τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν πρὸς τὸν προορισμόν της ὁδηγουμένην. Καὶ διατί νομίζετε τὸ ἑλληνικὸν ὄνομα, τὸ ἠλεκτρίζον καὶ θέλγον ἄλλοτε τὸν κόσμον, διατί, νομίζετε, ἀποκατέστη ἤδη τὸ ἀντικείμενον τῆς περιφρονήσεως καὶ τοῦ χλευασμοῦ; Καὶ διατί νομίζετε ἄλλαι φυλαὶ καθεῖξαν τὴν θέσιν ἡμῶν, καὶ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων καὶ τοῦ καλοῦ τῶν φυλῶν τούτων ὁ κόσμος σκέπτεται καὶ συγκινεῖται ἤδη; Μήπως νέα συμφέροντα παρουσιάσθησαν, μήπως τὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε ἐξεμεταλλεύοντο, ἔλαβον ἤδη ἄλλην βαρύτητα, ἄλλον χαρακτῆρα; Ὄχι, κύριοι. Οἱ λαοὶ αὐτοί, συναισθανθέντες τὴν ἀνάγκην νὰ συμπληρώσουν τὴν ἐθνικὴν αὑτῶν ἀτομικότητα καὶ νὰ ἀποκαταστήσωσι τὴν ἐθνικὴν ὕπαρξίν των, διοργανίζονται, σκέπτονται, καὶ πρὸς τὸν σκοπόν των βαίνουν. Διὰ τοῦτο οἱ λαοὶ αὐτοὶ ἐπέσυραν τὴν προσοχὴν τοῦ κόσμου. Λησμονεῖται παρὰ τῶν ἄλλων, ὅστις λησμονεῖ ἑαυτόν. Ἰδού, κύριοι, διατὶ κατεπέσαμεν ἡμεῖς καὶ ἄλλοι ἀνυψώθησαν, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι καὶ ὡς ἐκ τῆς θέσεώς μας, καὶ ὡς ἐκ τῆς ἱστορίας μας, ἠδυνάμεθα ἐν τῷ μέσῳ τῆς ἀνατολικῆς αὐτῆς συμμαχίας τῶν λαῶν νὰ ἤμεθα ἐπὶ κεφαλῆς. Καὶ σκεφθῆτε καλῶς, κύριοι ὑπουργοί, διότι τὴν εὐθύνην αὐτῶν ὅλων ὑμεῖς φέρετε, τονίζω ἐπίτηδες τοῦτο. Κατ’ ἐμέ, ἡ εὐθύνη ἐπιβαρύνει μόνον τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν· διότι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία κατίσχυσε πλέον τῆς ἄλλης ἐξουσίας, διότι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀπεῤῥόφησε πᾶσαν τὴν δύναμιν. Ἀληθῶς, κύριοι, δὲν ἀνεκηρύχθη ἀκόμη, ἀλλ’ ὑπάρχει βεβαιωμένον, ὑπάρχει ἀληθές, ὅτι τὸ συνταγματικὸν σύστημα, ἡ κυβέρνησις ἡ κοινοβουλευτική, ἐξέπνευσαν, ὁ δ’ ἀπολυτισμὸς κατέλαβε τὴν θέσιν των. Καὶ σεῖς δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε τοῦτο; Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσητε ὑπάρχουσαν κυβέρνησιν συνταγματικήν, ὅπου ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Βουλῆς δὲν ὑφίσταται πλήρης; Καὶ ναὶ μὲν ὁ κ. Πρόεδρος μᾶς ἐπιτρέπει νὰ λαλῶμεν, ὅπως θέλομεν καὶ ὅσον θέλομεν, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς μας κρέμαται ὁ πέλεκυς, ὁ ὁποῖος ἐπέρχεται δεινός, βαρύς, νὰ μᾶς τιμωρήσῃ, καὶ ὄχι διότι δὲν ἐκτελοῦμεν τὸ καθῆκόν μας. Ἡ κατάχρησις τῆς διαλύσεως, σκοπεύουσα τὴν ἐξασθένησιν τῆς δυνάμεως τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ἀποῤῥόφησιν τῆς ἐξουσίας, ἐπέτυχε τοῦ σκοποῦ της, ἔφθασε πρὸς τὸ ἀποτέλεσμα. Καὶ τίς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι εἴμεθα ὑπὸ ἀντιπροσωπικὸν σύστημα; Εἰς ἀντιπροσωπικὸν σύστημα, ὁ λαὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ σκέπτηται, νὰ συνέρχηται, νὰ συζητῇ καὶ ἐν ἐλευθερίᾳ νὰ ἐκλέγῃ τοὺς ἀντιπροσώπους του. Εἶναι, σᾶς ἐρωτῶ, τὸ σύστημα αὐτὸ ἐν ἰσχύϊ κατὰ τὰς ἐκλογὰς, καὶ πολλοὶ τῶν ἀντιπροσώπων δὲν ἔρχονται προϊόντα τῆς λόγχης καὶ ὄχι τῆς ψήφου τῶν πολιτῶν; Δὲν ἐννοῶ λοιπόν, πῶς ἠμπορεῖτε νὰ παραδεχθῆτε ὅτι εὑρισκόμεθα ὑπὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, ὅταν ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Βουλῆς καὶ ἡ εἰλικρίνεια τῶν ἐκλογῶν δὲν ὑπάρχωσι, καὶ πῶς δύνασθε ν’ ἀποδώσητε τὴν εὐθύνην τῶν πεπραγμένων εἰς τὸ πολίτευμα καὶ εἰς τὸ Ἔθνος. Καὶ λυποῦμαι, κύριοι, διότι τελευταῖον, ἐπειδὴ ὅλα πρέπει νὰ τὰ εἴπωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, λυποῦμαι διότι τελευταῖον ἐθέσατε εἰς τὸ στόμα τοῦ Βασιλέως σκληρὰν εἰρωνείαν. Ὅλος ὁ κόσμος γνωρίζει τὰ κατὰ τὰς ἐκλογὰς, ὅλος ὁ κόσμος γνωρίζει τὰ συμβάντα, καὶ ἀπεφασίσατε ὑμεῖς νὰ θέσητε εἰς τὸ στόμα τοῦ Βασιλέως, ὅτι εὐχαριστήθη, διότι δὲν ἐχύθη αἷμα, ἀφοῦ ὁ νόμος, τὰ πολιτικὰ δικαιώματα, καὶ ὅ,τι ἔχει ὁ πολίτης ἱερὸν παρεβιάσθησαν. Καὶ ἱκανοποιεῖ καὶ ἐξαγιάζει ὅλα τὰ κατὰ τὰς ἐκλογὰς τελεσθέντα ἡ ὑπομονὴ τοῦ λαοῦ; Δὲν ἐννοεῖτε μὲ τί προσεπαθήσατε νὰ συνδέσητε τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως, καὶ τί ἐγένετο κατὰ τὰς ἐκλογάς; Ὅ,τι ἐγένετο δὲν εἶναι ἔγκλημα; Βαρεῖαν λοιπὸν εὐθύνην ἀνελάβετε θέσαντες, εἰς τὸ στόμα τοῦ Βασιλέως, ὅ,τι ἐθέσατε.
§23ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ὁ Βασιλεὺς εἶπεν αὐθορμήτως· ἡ ἀντιφώνησις δὲν εἶναι ὑπουργικὸν ἔργον.
§24ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Μόνον ὁ λόγος ἐπὶ τῆς ἐνάρξεως τῆς Βουλῆς εἶναι ἔργον Κυβερνητικόν.
§25ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν δέχομαι, κύριοι, τὴν ἐξήγησιν αὐτήν. Ἐν συνταγματικῷ πολιτεύματι, τίποτε ὁ Βασιλεὺς δὲν δύναται νὰ πράξῃ ἢ νὰ εἴπῃ ἄνευ τῶν ὑπουργῶν καὶ οἱ ὑπουργοὶ φέρουσιν ὅλην τὴν εὐθύνην. Κύριοι, σᾶς ὁμολογῶ, ἡ ἄρνησίς σας μὲ θλίβει.
§26ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ, ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἄρνησις.....
§27ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἴπετε, κύριοι, ὅτι ὅ,τι ἐῤῥέθη προέρχεται ἀπὸ τὸν ἴδιον Βασιλέα. Σᾶς λέγω, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπετε μ’ ἔθλιψε, καὶ θέλετε μετανοήσει, διότι τὸ εἴπετε, ὅπως τὸ εἴπατε.
§28ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ εἴπομεν αὐτὸ, ὅπερ σεῖς ἐννοεῖτε.
§29ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρόκειται περὶ μιᾶς ἐκφράσεως, κύριοι, ἡ ὁποία ἔκαμεν ὀδυνηρὰν ἐντύπωσιν εἰς τὸν τόπον.
§30ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Κουμουνδοῦρε, λυποῦμαι σεῖς....
§31ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Περὶ μιᾶς ἐκφράσεως, ἡ ὁποία, κύριοι, καλύπτει τὸ ἔγκλημα. Καὶ ἂν ἦτον αὕτη τῆς πρωτοβουλίας τοῦ Βασιλέως, δὲν ἔπρεπε σεῖς νὰ τὴν ἀναφέρητε πρὸς αὐτὸν, ἔπρεπε νὰ τὴν ἀναδεχθῆτε σεῖς, νὰ εἴπητε εἶναι ἐδική μας.
§32ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, τὸ ἀναδεχόμεθα.
§33ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διότι, κύριοι, συλλογισθῆτε, ὅτι τὸ ἀνεύθυνον ὄνομα τοῦ Βασιλέως, ποτὲ δὲν πρέπει νὰ συνδέηται μὲ περιστατικὰ καὶ γεγονότα, τὰ ὁποῖα περικλείουν τὸ ἔγκλημα καὶ τὴν διαφθοράν.
§34ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Παιδείας). Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης ἐξέλεξεν ὡς πεδίον πολιτικὸν τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀρχόμενος ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, ἔληξεν εἰς πολιτικὸν εἰς πολιτικώτατον λόγον. Δὲν ἠρκέσθη οὔτε εἰς τὰ ἐσωτερικὰ ζητήματα, ἀλλὰ περιεπλανήθη ἐφ’ ὅλης τῆς ὑφηλίου, καὶ ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ ζητήματα διῆλθεν ἐν συντόμῳ· πλὴν εἰς πᾶν βῆμα ἠθέλησε νὰ ἐξακοντίσῃ καὶ μομφὴν καὶ κατηγορίαν κατὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, μομφὴν καὶ κατηγορίαν κατ’ ἐμὲ πολὺ ἄδικον, διότι εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν ἐπεσώρευσεν ὅλα τὰ συμβεβηκότα, ὅλα τὰ γεγονότα τὰ ἀπὸ καταβολῆς τοῦ βασιλείου τούτου, καὶ διὰ τοῦτο οὐδόλως προσηνέχθη μετὰ δικαιοσύνης. Προχωρῶν θέλω ἀναιρέσει, θέλω ἀνασκευάσει ὅσον τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἓν πρὸς ἓν τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐξήνεγκεν. Ἀρχόμενος τοῦ λόγου του εἶπε: κύριοι, πρέπει νὰ ἤμεθα αὐστηροὶ ἐλεγκταὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν πρέπει νὰ ἀποσιωπήσωμεν τίποτε, δὲν πρέπει νὰ παραλείψωμεν τίποτε καὶ δὲν συμφωνεῖ, εἶπε, μὲ τὸν ἔντιμον ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴν κύριον Ζαΐμην, ὅστις ἠθέλησε νὰ καλύψῃ τινὰ γεγονότα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874. Ναὶ, κύριοι, ἐπιθυμοῦμεν καὶ ἡμεῖς τὴν αὐστηρὰν ἐξέλεγξιν, δὲν θέλομεν τῷ ὄντι νὰ χαρισθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῶν παρανομιῶν, τὰς ὁποίας ἐπράξαμεν εἰς τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν, δὲν θέλομεν τῷ ὄντι νὰ ᾖναι ἐπιεικὴς ἡ Βουλὴ εἰς τὴν σπατάλην, ἐὰν τοιαύτην ἐπράξαμεν, τοῦ δημοσίου πλούτου. Χαῖνον, λέγει, εἶναι τὸ βάραθρον τὸ οἰκονομικὸν, καὶ ὁ ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴς ἐπανέλαβε τ’ αὐτά· εἴμεθα εἰς τὸ χάος ἑνὸς βαράθρου οἰκονομικοῦ· δὲν βλέπετε ὁποία καταστροφὴ μᾶς περιμένει! καὶ ὅμως ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ μὲ τὴν μεγαλειτέραν ἀπερισκεψίαν προσεφέρθη εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν, διότι ἀντὶ νὰ φέρῃ ἐλάττωσιν ἔφερεν αὔξησιν, ἀντὶ νὰ φέρῃ οἰκονομίας ἀνέγραψε δαπάνας περιττὰς, ἀνέγραψε δαπάνας πολυτελείας. Ἔχω τὴν τιμὴν, κύριοι, νὰ ᾖμαι εἷς ἐκ τῶν ἀρχαιοτέρων βουλευτῶν· 20 ἔτη πολιτεύομαι, καὶ πρὶν τοῦ πολιτικοῦ μου σταδίου ἠκολούθουν τὴν πορείαν τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τοῦ ἔθνους. Ἀπὸ τὰ 1840, κύριοι, χρονολογεῖται ἡ οἰκονομικὴ κρίσις τῆς Ἑλλάδος. Ἐνθυμεῖσθε τὸ ἱστορικὸν μιλλιούνιον. Ἦτο ζήτημα κατὰ τὸ 1840 περὶ ἑνὸς μιλλιονίου· καὶ ἔλεγον τότε, ὅτι ἐὰν ὁ φιλέλλην Βασιλεὺς τῆς Γαλλίας δὲν προσεφέρετο νὰ δώσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ μιλλιούνιον ἐκεῖνο, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐξανέστη ὁ γέρων Φιλήμων μὲ τὸν «Αἰῶνα», ἡ Ἑλλὰς κατεστρέφετο· καὶ ὅμως ἡ Ἑλλὰς διὰ τοῦ μιλλιονίου οὔτε ἐσώζετο, οὔτε κατεστρέφετο· ἡ Ἑλλὰς ἤθελε ζήσει καὶ ἄνευ τοῦ μιλλιονίου ἐκείνου· διότι πολλὰ μιλλιούνια ἐδαπανήθησαν, καὶ ὅμως ἡ Ἑλλὰς ὄχι μόνον δὲν ὠπισθοδρόμησεν, ἀλλὰ καὶ ἐπρόοδευσε πολιτικῶς καὶ οἰκονομικῶς, καθὼς θέλω σᾶς ἀποδείξει. Ἤκουσα, κύριοι, ὅταν ἦλθον εἰς τὴν Βουλὴν, τὸν γέροντα οἰκονομολόγον κ. Χρηστίδην, ὁ ὁποῖος πρὸ 20ετίας ἐφώναζεν εἰς τὴν Γερουσίαν, ὅτι εἴμεθα εἰς οἰκονομικὴν κρίσιν· τὸ βάραθρον τὸ οἰκονομικὸν χαίνει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀπώλετο, ὅτι οὐδεμία ἐλπὶς μένει, καὶ ἐν τοσούτῳ μετὰ παρέλευσιν 20 χρόνων, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων, ἀντὶ 14,000,000, ἀντὶ 21,000,000 ἔχομεν ἤδη προϋπολογισμὸν 40,000,000. Ναὶ μὲν, κύριοι, τὰ ἔξοδα ἐπολλαπλασιάσθησαν, καὶ ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς ἐδιοικεῖτο πρὸ εἴκοσι μὲν ἐτῶν μὲ 14,000,000, πρὸ 10 δὲ μὲ 20,000,000, σήμερον ἔχει ἀνάγκην 40,000,000. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι τοῦτο εἶναι ὀπισθοδρόμησις, ὅτι τοῦτο εἶναι χρεωκοπία, ὅτι θὰ παρασύρῃ τὸ ἔθνος εἰς τὴν ἀπώλειαν; Ὄχι· νομίζω, κύριοι, ὅτι κἀνὲν ἔθνος δὲν εἶναι σήμερον, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἔχῃ δάνεια καὶ δάνεια πολλὰ καὶ μεγάλα· κἀνὲν ἔθνος ἢ ὀλίγα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν παρουσιάζουν ἐλλείμματα εἰς τοὺς προϋπολογισμούς των· ἀλλ’ ἡ πρόοδος τῶν ἐθνῶν, ἀλλ’ ἡ αὔξησις τῆς πίστεώς των ἀναφαίνεται εἰς τὴν συνομολόγησιν παραγωγικῶν δανείων. Ὑπάρχει νέα θεωρία, ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ κινητὴν τὴν ἀκίνητον κτῆσιν, εἰς τὸ νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν πίστιν τὴν ἐκ τῆς ἀκινήτου περιουσίας παραγομένην καὶ νὰ παραγάγῃ πόρους διὰ δανείων. Εἰς ταύτην τὴν θεωρίαν στηριζομένη ἡ πίστις φέρει τὰ μέσα τῆς προόδου καὶ τῆς παραγωγῆς. Τὰ ἔθνη, κύριοι, τὰ ἀναγεννώμενα ἔχουν ἀνάγκην πολλῶν πραγμάτων, ἔχουν ἀνάγκην ἐργασιῶν παραγωγικῶν, εἴτε παραγωγῆς ἠθικῆς, εἴτε παραγωγῆς ὑλικῆς· ὅλαι ὅμως αὗται αἱ παραγωγαὶ εἶναι κεφάλαια, ἀπαιτοῦσι κτήσεις, τὰς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν τὰ ἔθνη εὐκόλως νὰ εὕρωσιν, οὔτε νὰ τὰ καλύψωσι διὰ τῶν τακτικῶν, διὰ τῶν ἐτησίων πόρων· καταφεύγουν λοιπὸν εἰς δάνεια, καὶ αὐξανομένης τῆς παραγωγῆς τῆς τε ὑλικῆς καὶ τῆς διανοητικῆς, τὰ δάνεια καλύπτονται, ἢ τοὐλάχιστον οἱ τόκοι καλύπτονται ἀπὸ τὴν αὔξησιν τῆς παραγωγῆς ἤτοι ἀπὸ τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων. Ἡ Ἑλλὰς, λέγω, κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι τῳόντι εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν οἰκονομικὴν, ἀλλ’ ὄχι, ὡς τὴν παρουσιάζουν, εἰς ἀπελπιστικὴν θέσιν, εἰς κατάστασιν καταστρεπτικὴν, εἰς κατάστασιν ἕτοιμον νὰ καταποντίσῃ ὅλον τὸ ἔθνος διὰ παντός. Ἐὰν συγκρίνωμεν κατ’ ἀναλογίαν τὴν ἀναγεννωμένην Ἑλλάδα μὲ τὰ ἔθνη τὰ γηραιὰ τῆς Εὐρώπης, ἢ ἀκόμη μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα χθὲς ἀνεγεννήθησαν ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τῆς νέας των ὑπάρξεως, θέλομεν ἰδεῖ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι εἰς πολὺ εὐτυχεστέραν κατάστασιν, παρὰ ὅ,τι εἶναι αὐτὴ ἡ Ἰταλία, ἔθνος τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο βεβαίως εἰς τὴν δουλείαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα ἡμεῖς πρὸ τεσσάρων αἰώνων· ἦτον ἔθνος πεπολιτισμένον, τῷ ἔλειπε μόνον ἡ ἑνότης, τῷ ἔλειπε μόνον ἡ ἐλευθερία, καὶ ὅμως ἀναγεννώμενον καὶ ἑνωθὲν ἀπῄτησε μεγάλας δαπάνας, μεγάλα κεφάλαια, διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς ἰσολογισμὸν μὲ τὰ ἄλλα ἔθνη κατὰ τὴν πάλην τῆς εἰς τὸν πολιτισμὸν προόδου.
§35ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ... (θόρυβος).
§36ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτετε!
§37ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε· ἠκούσαμεν τὸν προαγορεύσαντα μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας· λοιπὸν δὲν πρέπει τώρα νὰ διακόπτουν.
§38ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐνιαύσιον ἔλλειμμα τῆς Ἰταλίας εἶναι ὄχι πλέον τὸ ⅒ ἢ τὸ 1/20· ἀλλὰ τὸ ⅕ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ὅμως τὸ ἔθνος αὐτὸ δὲν ἀπελπίζεται, βαίνει πρὸς τὰ πρόσω.
§39ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἠξεύρετε ἐὰν ἡ Ἀγγλία ἐλαττόνῃ τὸ χρέος της ἢ τὸ αὐξάνει;
§40ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι λόγος νὰ συγκρίνετε τὴν Ἑλλάδα μὲ τὴν Ἀγγλίαν; Ἐὰν τῳόντι εἴχομεν αὐτὴν τὴν εὐτυχίαν εἰς 4 δεκαετηρίδας νὰ φθάσωμεν τὴν Ἀγγλίαν, τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι θαῦμα. Μᾶς ἐλέγχουσιν, ὅτι καί τοι ἔχομεν τοιαῦτα ἐλλείμματα καὶ ὑπάρχει τοιαύτη οἰκονομικὴ κατάστασις, ἀπερισκέπτως προέβημεν εἰς δαπάνας μὴ παραγωγικάς. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, καθὼς θέλω σᾶς ἀποδείξει λεπτομερέστερον διὰ τῆς ἀναπτύξεως ἑνὸς ἑκάστου τῶν κονδυλίων, ὅτι οὐδεμία δαπάνη περιττὴ ἐγένετο. Δὲν βλέπετε, μᾶς λέγουν, ὅτι ἐνῷ ηὐξήσαμεν τοὺς φόρους κατὰ 7 ἑκατομμύρια καὶ ὅμως ἔχομεν ἐλλείμματα, καὶ ποῦ θὰ καταντήσῃ τὸ ἔθνος προστιθεμένου κατ’ ἔτος ἐλλείμματος ἐπὶ ἐλλείμματος! Εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω εἰς ὑμᾶς ὅ,τι γνωρίζετε καλλίτερον ἐμοῦ ὅτι ἡ φορολογία τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἡ πλέον ἐλαφροτέρα ὅλων τῶν φορολογιῶν τοῦ κόσμου; Εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω ὅτι εἰς ἕν μέρος τῆς Ἑλλάδος ἡ φορολογία δὲν ἀναβαίνει ὑπὲρ τὰς 10 δραχμὰς κατ’ ἄτομον;
§41ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε.
§42Ι. ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ποῖον μέρος εἶναι τοιαύτη ἐλαφρὰ φορολογία; Δὲν λέγω, ὅτι εἶναι καλὸν, ἀναγκαῖον νὰ προσθέσωμεν νέους φόρους, ἀλλ’ οὐχ ἧττον μὲ τοὺς ὑπάρχοντας καὶ μὲ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς βιομηχανίης, τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς γεωργίας, θὰ εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ καλύψωμεν τοὺς τόκους καὶ τὰς ὑποχρεώσεις μας τῶν δανείων καθὼς καὶ τὰς ἄλλας τοῦ Κράτους ἀνάγκας. Τρὶς ὑπεβλήθη ὁ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμός· κατὰ πρῶτον, ἀπὸ τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον· δεύτερον, ὅταν ἤλθομεν ἡμεῖς εἴδομεν, ὅτι παρελείφθησαν πολλαὶ δαπάναι ἀναπόφευκτοι· ἠναγκάσθημεν νὰ φέρωμεν μίαν συμπληρωτικὴν δήλωσιν ἐκ δραχμῶν 1,900,000· τρίτον πάλιν σήμερον ὑποβάλλομεν εἰς τὴν Βουλὴν πίστωσιν ἐξ ἑνὸς ἑκατομμυρίου διὰ τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἀνεφύησαν εἰς τὴν τρέχουσαν ὑπηρεσίαν. Ἐὰν ἀνατρέξητε εἰς τὴν δήλωσίν μας καὶ εἰς τὴν πίστωσίν μας, δὲν θέλετε ἰδεῖ ἓν κονδύλιον, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει σπατάλην· δὲν ἠμπορεῖτε βεβαίως νὰ μοὶ ἀρνηθῆτε, ὅτι ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 72 ἀφῆκεν ἔλλειμμα 1,215,000· δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι ἕνεκα τῆς μὴ ἐπιψηφίσεως τῶν συμβάσεων μεταξὺ τῶν Τραπεζῶν, μένει τὸ δημόσιον νὰ πληρώσῃ 1,215,000 διαφορὰν χρεωλυσίων καὶ τόκων. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἀποφύγωμεν τὴν δαπάνην, τὴν ὁποίαν ἀπῄτει ἡ καλλιέργεια τοῦ ἅλατος ἐξ 25,000 δραχμῶν; Εἶναι ἐπίσης ἀνάγκη νὰ σᾶς δικαιολογήσω τὴν δαπάνην ἐκ 15,000 δραχμῶν, ἡ ὁποία ἐχρησίμευσεν εἰς τὴν ἐξόρυξιν τῆς σμύριδος; Ἠθέλατε, ὡς εἶπεν ὁ ἔντιμος ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴς, νὰ ἀποφύγωμεν τὴν εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων; Ἤθελε σταματήσῃ τοὺς πλοῦς καὶ παύσει πᾶσαν συγκοινωνίαν, ἐὰν δὲν ἐπληρώναμεν τὰς 290,000, διὰ τὰς ὁποίας εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώσωμεν. Ἐγὼ ἠναγκάσθην νὰ προσθέσω 62,000 δραχμὰς εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, προερχομένας ἀπὸ ἀγορὰς, γενομένας ἀπὸ τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον, γηπέδων, ἅτινα ἐχρησίμευσαν εἰς ἀνασκαφὰς τῆς Ἀρχαιολογικῆς ἑταιρίας. Ἠδυνάμην νὰ παραλείψω τοιαύτην ὑποχρέωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἦτον ὑποχρεωμένον τὸ δημόσιον νὰ πληρώσῃ 12% τόκον δυνάμει τῶν συμβολαίων μεταξὺ τῶν ἰδιωτῶν καὶ τοῦ δημοσίου; Τοῦτο εἶναι δαπάνη περιττὴ καὶ σπατάλη, κατὰ τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον δι’ ἓν ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ στηρίξῃ τὴν καλὴν πίστιν καὶ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους. Εἶναι δαπάνη, κύριοι, ἡ ἀποζημίωσις ἐκ 400,000 δραχμῶν τῆς παρούσης Βουλῆς, ἡ ὁποία συμπεριλαμβάνεται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874; Ἠδύνατο ν’ ἀπαλειφθῇ; Ἀλλὰ τί λέγουν· ἠδύνασθε ν’ ἀποφύγητε τὰς Πρεσβείας, δὲν ἦτον ἀνάγκη αὐτῶν· τί χρησιμεύουν αἱ Πρεσβεῖαι εἰς ἔθνος περιφρονημένον, περὶ τοῦ ὁποίου οὐδεὶς λόγος γίνεται, οὐδὲ φροντίδα λαμβάνουσι τὰ ἄλλα Κράτη! Φαίνεται, ὅτι δὲν ἤκουσεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Καλαβρύτων, ὅταν ὡμίλει περὶ Πρεσβειῶν· ἂν τὸν ἤκουεν, οἱ λόγοι τοῦ κ. Ζαΐμη, ἤθελον τὸν πείσει. Ἀλλὰ δὲν ἐπρόκειτο νὰ πεισθῇ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος· ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἦλθε νὰ κατηγορήσῃ καὶ τὰ καλὰ καὶ τὰ μὴ καλά· μὴ εὑρίσκων κακὰ ἠθέλησε νὰ κατηγορήσῃ καὶ τὰ καλά, καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κινοῦν τὸν ἔπαινον, ἦλθε νὰ μεμφθῇ καὶ νὰ στρέψῃ εἰς κατηγορητήριον πικρὸν, εἰς κατηγορίας ἀδίκους. Ἀλλ’ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἰς τὴν ῥύμην τοῦ λόγου του προβαίνων εἰς προσθήκας κατηγοριῶν ἐλησμόνησεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν, ὅτι αἱ Πρεσβεῖαι δὲν εἶναι ἀναγκαῖαι, τί θὰ μᾶς χρησιμεύσουν, καὶ ὅμως παρακατιὼν ἐσώρευσε τόσα καὶ τόσα ζητήματα πολιτικά! Εἰς τὴν Αἴγυπτον εἶπε, σεῖς ἐγκατελείφθητε ἀπροστάτευτοι. Καὶ διὰ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐξέδοτο ἡ Αἴγυπτος περὶ μικτοῦ δικαστηρίου δικάζοντος τοὺς ξένους ὑπηκόους τί ἐπράξατε, ποῦ εἶσθε; Χωρὶς νὰ ἀκούσῃ τὴν ἱστορίαν τοῦ γεγονότος τούτου κατεδίκασε τὸ ὑπουργεῖον ἐρήμην· ἂς μάθῃ λοιπὸν, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐμείναμεν ἀδιάφοροι, οὐδ’ ἀπρακτήσαμεν, οὐδ’ ἀπεκλείσθημεν, ἀπαιτοῦμεν ἐν τῷ δικαιώματί μας τὴν θέσιν ἐκείνην, ἡ ὁποία μᾶς ἀνήκει καὶ ταύτην προσπαθοῦμεν ν’ ἀποκτήσωμεν. Διατελοῦμεν δὲ εἰς διαπραγματεύσεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον τῷ ὄντι εἶναι σπουδαῖον, μέγα καὶ ζωτικὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἥτις ἔχει πλῆθος ὑπηκόων πολὺ περισσοτέρων ἢ αἱ ἄλλαι Δυνάμεις, ἔχει ἀνάγκην ὑποστηρίξεως, ἀνάγκην ἀντιπροσώπων παρὰ ταῖς ἄλλαις Δυνάμεσιν, αἵτινες νὰ μεσολαβοῦσι καὶ προκαλοῦσι τὴν ὑποστήριξιν τῶν Δυνάμεων. Ἐνῷ δὲ ἔθεσε τοιοῦτον ζήτημα, ἐθεώρησε περιττὰς τὰς Πρεσβείας. Ἰδοὺ ποῦ ἄγει ἡ ἄκρα ἀντιπολίτευσις! Ἐξηκολούθησε λέγων, εἰς τὴν Ἀνατολὴν τὸ ἐκκλησιαστικὸν ζήτημα ἐλύθη κατὰ τῆς Ἑλλάδος· καὶ τοῦτο εἶναι εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως τῆς παρούσης! — Δὲν θέλω νὰ ἐπιῤῥίψω τὸ ἄδικον ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, δὲν θέλω νὰ μεμφθῶ ἐκείνην, διότι εἶναί τινα πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανταί τινα ἔθνη νὰ λύσωσι κατὰ τὸ συμφέρον των, εἶναι περιστάσεις ἀνώτεραι τῶν δυνάμεων τῶν μεγάλων ἐθνῶν, πολλῷ δὲ μᾶλλον τῆς δυνάμεως τῆς Ἑλλάδος. Ἐξ ἀνάγκης ἑπομένως ὑποχωροῦσιν, ὅταν βλέπωσι τὰ ζητήματα λυόμενα ἐναντίον τοῦ συμφέροντός των, δὲν δύνανται νὰ πράξωσί τι. Ἰδοὺ λοιπὸν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὁ ὁποῖος ἦλθεν ἐκ προθέσεως νὰ κατηγορήσῃ τὸ ὑπουργεῖον οὐ μόνον εἰς τὰ πεπραγμένα, ἀλλὰ καὶ εἰς ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἐνέχεται, ἐφάνη ἐκ προθέσεως ἄδικος καὶ ἐκ προθέσεως ἐπιθετικός. Ἀφοῦ ἐποίησεν ὅλας αὐτὰς τὰς ἐκδρομὰς, καὶ διῆλθε τὴν ὑφήλιον, ἵνα εὕρῃ ἐπιχειρήματα νὰ καταδικάσῃ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἐπανῆλθεν εἰς τὰ ἐσωτερικά. Θέλω, λέγει, νὰ διοργανώσητε τὸν στρατὸν, θέλω νὰ τὸν καταστήσητε πυρῆνα τῆς μεγάλης ἀποστολῆς του, δὲν θέλω τὸν στρατὸν αὐτὸν νὰ τὸν ἔχετε συνοδὸν τῆς χωροφυλακῆς, νὰ τὸν ἔχετε μόνον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ἡμερησίαν, οὐχὶ βεβαίως νὰ τὸν ὁδηγῆτε εἰς τὰ ἐγκλήματα καὶ νὰ τὸν συνειθίσητε εἰς τὰς παρανομίας, νὰ τὸν ταπεινώσητε, τὸν θέλω τοιοῦτον καὶ τοιοῦτον, καὶ ὅμως ἀντιφάσκων εἰς ἑαυτὸν εἶπε, θέλω ν’ ἀποκόψω τὸ χρῆμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ ζωή του! Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι λογικόν; εἶναι συνεπές; Θέλετε, κ. Κουμουνδοῦρε, τὸν στρατὸν πυρῆνα μεγάλης ἰδέας καὶ ἄξιον τῆς ἀποστολῆς του, καὶ ἐν τούτοις δὲν θέλετε νὰ τῷ δώσητε τὰ μέσα νὰ φθάσῃ εἰς τὸν προορισμόν του· εἶναι τοῦτο λογικόν; θέλετε νὰ περιορίσητε τὴν ὑπὲρ αὐτοῦ γενομένην δαπάνην εἰς βαθμὸν, ὥστε νὰ μὴν ἀρκῇ αὕτη διὰ τὴν μεγάλην ἰδέαν, ἀλλ’ οὐδὲ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν. Δὲν θέλω νὰ ἐγείρω πολιτικὸν ζήτημα καὶ νὰ κατηγορήσω τὴν παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν· ἀλλ’ ἔκαμε, νομίζω, λάθος μέγα καὶ οἰκονομίαν κακῶς ἐννοουμένην, ἥτις συνίστατο εἰς τὸ νὰ ἐλαττώσῃ τὸν στρατόν. Ἐνθυμεῖσθε πόσα κακὰ συνέβησαν, ὅταν διέλυσεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη τὰς ἐφεδρείας; ἡ ὑπηρεσία ᾐσθάνθη τὴν ἔλλειψιν τῶν ἐφέδρων, καὶ πανταχοῦ τὰ στρατιωτικὰ σώματα καὶ οἱ διοικηταὶ ἀνέφερον, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐκτελέσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν ἄνευ τῆς ἐφεδρείας.
§43ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἦτο καὶ τότε ὁ αὐτὸς ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.
§44Ι. ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕκαστος τῶν ὑπουργῶν ἀκολουθεῖ τὴν πολιτικὴν τοῦ πρωθυπουργοῦ. Ἡ ἐλάττωσις τῆς ἐφεδρείας ηὔξησε τὰ καθυστερήματα, καὶ ἐκλόνισε τὴν τάξιν. Τὰ ἐγκλήματα τότε εἶχον πολλαπλασιασθῆ διὰ τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ στρατοῦ. Ἡ κατάστασις δ’ ἐκείνη ἠνάγκασε τότε τὸ ὑπουργεῖον νὰ στείλῃ ἐπόπτας εἰς ὅλον τὸ Κράτος νὰ ἐρευνήσουν τὰ αἴτια τῆς κακῆς καταστάσεως (θόρυβος ἐκ τῆς δεξιᾶς πτέρυγος).
§45ΑΧΟΛΟΣ. Τί φωνάζετε· ὁ καυγᾶς διὰ τὸ πάπλωμα. Εἶναι καὶ κομμάτι ἀδιακρισία, νὰ σᾶς δώκουμε πάπλωμα ἡμεῖς τὸν Δεκέμβριον μῆνα καὶ νὰ μείνωμεν νὰ ξεπαγιάσωμεν (ἱλαρότης). Ὄχι πολιτικὸν ζήτημα μᾶς λένε, ὄχι πολιτικόν, καὶ ὅμως τὸ ἔκαμον πολιτικώτατον (ἱλαρότης).
§46Ι. ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνώτεροι ἀξιωματικοί, κύριοι, διέτρεχον ὡς ἐπόπται νὰ ἐρευνήσουν τὰ τοῦ στρατοῦ· αὐτὰ ἐγίνοντο παιδιᾶς χάριν; ἐγίνοντο κατὰ συνέπειαν ἀναφορῶν τῶν διοικητῶν τῶν σωμάτων, δι’ ὧν ἀπεδεικνύετο ὅτι ὁ στρατὸς ἦτον ἀνεπαρκὴς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Πάντοτε, κύριοι, καὶ ἐγὼ ὅταν ἤμην ἀντιπολιτευόμενος τοὺς ὀφθαλμούς μου εἶχον ἐστραμμένους εἰς τὸν στρατόν· συνεπαρεσυρόμην μετὰ τῶν ἄλλων εἰς τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικόν, εἰς τὸ μέτρον τῆς οἰκονομίας νὰ ὑποβάλω τὸν στρατὸν, διότι καὶ ἐγὼ εἶμαι ὀπαδὸς τῶν οἰκονομιῶν. Ἰδοὺ ὁ στρατὸς ἔλεγον, ἐκεῖ εἶναι ὁ πακτωλὸς ἐξ οὗ δυνάμεθα ν’ ἀντλήσωμεν οἰκονομίας· πρὸς τί νὰ δαπανῶμεν τόσα ἑκατομμύρια διὰ τὸν στρατὸν, ὁ ὁποῖος σχεδὸν μόνον ἐκτελεῖ τὴν τρέχουσαν ὑπηρεσίαν; Αὐτὰ ἔλεγον τότε. Ἀλλὰ σκαπάνη, ἡ ὁποία ἐπιτίθεται κατὰ τοῦ στρατοῦ, εἶναι σκαπάνη κατὰ τῆς κοινωνίας, καὶ μάλιστα εἰς τὰ ἀνεγειρόμενα ἔθνη· διότι ὁ στρατὸς εἶναι τὸ ἐχέγγυον καὶ ἡ ἄγκυρα τῆς τάξεως· ἄνευ τάξεως καμμία οἰκονομία δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ. Ἐσχάτως τὸ ζήτημα τοῦτο ἔλυσεν ὁ μέγας ἀνὴρ τῆς Γαλλίας, ὁ Θιέρσος, ὅταν ἀνέλαβε τὰς ἡνίας τοῦ κλυδωνιζομένου ἐκείνου Κράτους· ἔσωσε τὴν πατρίδα του, κινδυνεύουσαν ἀπὸ μεγάλον κίνδυνον, διότι ἐνόησε ποῦ ἔκειτο τὸ πρόβλημα, τὸ πρόβλημα ἦτον εἰς τὴν τάξιν. Εἶπεν, ἂν φέρω τὴν τάξιν εἰς τὴν Γαλλίαν, ἂν καταστήσω ταύτην σεβαστὴν εἰς τὸν ἔσω καὶ εἰς τὸν ἔξω κόσμον, ἂν καταστείλω τὰς ἐμφυλίους ταραχάς, ἂν ἀντιμετοπήσω εἰς τὴν κατοχὴν τοῦ ξενικοῦ στρατοῦ μίαν ἀξιόμαχον δύναμιν, ἐλύθησαν πάντα τὰ ζητήματα. Ὡς τῷ ὄντι καὶ ὁ Δῆμος κατεστράφη καὶ οἱ ξένοι ἐσεβάσθησαν τὴν Γαλλίαν, καὶ ἡ τάξις ἐπανῆλθε, καὶ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις ἤνθησε· διότι ἡ Γαλλία εὗρεν εἰς ὀλίγον διάστημα χρόνου πολλὰ δυσεκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐχρησίμευσαν νὰ ἐπουλώσουν τὰς πληγάς, τὰς ὁποίας ἤνοιξεν ἐκεῖνος ὁ καταστρεπτικὸς πόλεμος, νὰ πληρώσῃ τὸν βαρὺν φόρον, τὸν ὁποῖον ἡ ξενικὴ λόγχη ἐπέβαλε τότε, λέγω, τὰ δυσεκατομμύρια τὰ πληρωθέντα εἰς τὴν Γερμανίαν διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ἐξόδων τοῦ πολέμου.
§47ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἡμεῖς θέλομεν στρατὸν ὡς τῆς Γαλλίας καὶ ὄχι νὰ χρησιμεύῃ διὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ δι’ ἄλλας παρανομίας.
§48Ι. ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργ. Παιδείας). Ὁ στρατὸς σήμερον εἶναι εἰς πολὺ καλὴν κατάστασιν, καὶ ἀδικεῖτε ὑμᾶς αὐτοὺς, ὅταν κατηγορῆτε τὸν στρατὸν (θόρυβος ἐκ δεξιῶν). Δὲν ἔχετε δίκαιον, ἀναφέροντες τὴν Στυμφαλίαν, διότι οὐδεμίαν ἀπόδειξιν ἐφέρατε, ὅτι ὁ στρατὸς ἔκαμεν ἐκεῖ ἐγκλήματα (θόρυβος ἐκ δεξιῶν).
§49Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἡμεῖς, κύριοι, σᾶς ἠκούσαμεν μετὰ θρησκευτικῆς σιωπῆς· κἀνεὶς δὲν σᾶς διέκοψε, μὴ διακόπτετε.
§50Ι. ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως συνετάξετε, εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσσήνης, τὸν προϋπολογισμόν, οὐδεμίαν ἰδέαν ἐφέρατε· ποῦ εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία κατοπτρίζεται εἰς τὸν προϋπολογισμόν; Ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι αὐτὴ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἶπεν, εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς ὑπηρεσίας· ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὁ ὁποῖος τοσάκις διῴκησε τὴν Ἑλλάδα, ποίαν πολιτικὴν εἶχε, ποῖον προϋπολογισμὸν ἔφερε διαφορετικὸν ἀπὸ τὸν παρόντα; ἢ ποῖος πολιτικὸς ἀνὴρ ἔφερε μίαν ἰδέαν πολιτικὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ; Εἶναι λοιπὸν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 74, μία ἀντιγραφὴ μισθολογικὴ, ὁμοία μὲ τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ 73. Καὶ ὅμως ἔρχεσθε καὶ μέμφεσθε ἡμᾶς διὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα σεῖς ἐπράξατε· λέγετε ὅτι δὲν ἔχει πολιτικὴν ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ σεῖς ποτὲ δὲν εἴχατε. Ἡ πολιτική μας, λέγουν, εἶναι ἡ ἰδέα ἡ ὁποία μᾶς κατεῖχεν ἀνέκαθεν, δηλ. ὁ ἀπολιτισμὸς, ὅστις ἐγκατεστάθη πλέον· δὲν ὑπάρχει ἤδη ἄλλη ἐξουσία, παρὰ ἡ ἐκτελεστικὴ, τὸ δὲ Κοινοβούλιον τοῦ Ἔθνους εἰς οὐδὲν ἰσχύει, διότι αἱ ἐκλογαὶ ἐνεργήθησαν παρανόμως, διότι ἴσως δὲν ἐπρόσθεσε, αἱ ἐξελέγξεις τῆς Βουλῆς ἦσαν παράνομοι. Τὸ στάδιον ὅμως καὶ τῶν ἐκλογῶν καὶ τῶν ἐξελέγξεων ἀρκετὰ ἐβασανίσθη, καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι πεπεισμένη περὶ τῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸ κοινὸν εἶναι περὶ αὐτῆς πεπεισμένον, καὶ τὸ νὰ ἔρχεσθε καθ’ ἡμέραν ν’ ἀνανεοῦτε τὰς μομφὰς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐπεδαψιλεύσατε ἐν ἐπιμέτρῳ κατὰ τὰς ἐξελέγξεις, νομίζω ματαιοπονίαν καὶ ἀπώλειαν χρόνου, ἡ ὁποία δὲν ἀνήκει εἰς ἀνθρώπους σπουδαίους, οἱ ὁποῖοι ἐδιοίκησαν τὸν τόπον. Αἴ! λέγει, κύριοι, καταστρέφων τὸν λόγον του ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, πρέπει νὰ τὰ εἴπωμεν ὅλα· ἐθέσατε, λέγει, εἰς τὸ στόμα τοῦ βασιλέως ἓν ψεῦδος, ὅτι ἐνεργήθησαν αἱ ἐκλογαὶ κατὰ πάντα εἰρηνικῶς. Ἀναδεχόμεθα, κύριοι, ὅλην τὴν εὐθύνην, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀνέγραψεν ἡ ἀντιφώνησις τοῦ βασιλέως, εἶναι ἓν γεγονὸς, εἶναι μία ἀλήθεια, καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπρεπὲς εἰς βουλευτὴν, εἰς ἀντιπρόσωπον τοῦ Ἔθνους, εἰς ἕνα ὁ ὁποῖος ἐχρημάτισε πρωθυπουργὸς, νὰ φέρῃ εἰς ἀμφιβολίαν τὴν ῥῆσιν τοῦ Βασιλέως.
§51ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ῥῆσις ἰδική σας.
§52ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ τὸ ἀνέφερον εἰς σᾶς τοὺς ὑπουργούς,
§53Ι. ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν ἦτον ἀληθὲς, ὁ βασιλεὺς δὲν ἤθελεν εἴπει τι τοιοῦτον. Γνωρίζετε, κύριοι, τὸ φρόνημα τὸ Συνταγματικὸν τοῦ βασιλέως· ποτὲ δὲν ἤθελεν εἰπεῖ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπῆρξεν· ἐπειδὴ ἦτον ἀληθὲς, δὲν ἠρνήθη νὰ τὸ εἴπῃ. Ὅταν δὲ ἀρχηγὸς κόμματος λέγει ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀσέβεια πρὸς τὸν βασιλέα, εἶναι βλασφημία!
§54ΖΩΧΙΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον διὰ νὰ ἀποκριθῶ εἰς τὸν ἔντιμον κύριον Ζαΐμην, τὸν ὁποῖον οὐ μόνον τιμῶ καὶ σέβομαι, ἀλλὰ καὶ ἀκολουθῶ, καὶ ἀκολουθῶν τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον, ὡς πέρυσι τὸν κ. πρωθυπουργὸν (ἱλαρότης). Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν μὲ ἀναγκάζει νὰ λησμονήσω πρὸς στιγμὴν τὸν κ. Ζαΐμην. Διατί; Ἠκούσατε πόσα σᾶς εἶπε κατὰ πρόσωπον ὁ ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἐξ αὐτῶν δύνασθε νὰ εἰκάσετε πῶς ἀπεικονίζει τὴν Ἑλλάδα ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως, ὁ ὁποῖος βλέπει διὰ τῶν ὀφθαλμῶν τῶν ὑπουργῶν, ἀκούει διὰ τῶν ὤτων τῶν ὑπουργῶν καὶ διὰ τῆς γλώσσης αὐτῶν λαλεῖ. Σᾶς παρέστησεν ὁ ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως τὴν Ἑλλάδα ὅτι εἶναι τρισευδαίμων (θόρυβος). Ἐστείλαμεν, λέγει, τὰς Πρεσβείας, καὶ ἦτο κακούργημα; Ναὶ κακούργημα, διότι οὐ μόνον ἐδαπανήσατε χρήματα, ἀλλ’ ἐξυβρίσατε τὰς Βουλάς. Ἀπεπέμψατε τὴν πρώτην, δὲν περιεμείνατε δὲ τὴν δευτέραν. Θέλετε νὰ ἀκούεται εἰς τὸν ἔξω κόσμον ὁ λόγος σας· ἐνθυμίζω ὅμως εἰς ὑμᾶς τὸν λόγον τοῦ Λυσάνδρου, ὅστις εἶπε πρὸς τὸν Μεγαρέα· οἱ λόγοι σου πόλεως δέονται. Διόρθωσον λοιπὸν τὴν πατρίδα σου, ἀποκατάστησον αὐτὴν σεβαστὴν, καὶ τότε στεῖλε Πρέσβεις, διότι τότε τοὺς ἀκούουν. Καὶ ποίους ἐστείλατε; Ζῇ ὁ Καποδίστριας, ζῇ ὁ Μαυροκορδάτος, ὁ Μεταξᾶς, ὁ Κωλέττης; Καὶ ποίαν δύναμιν, ποίαν ὑπόληψιν ἔχουν αὐτοὶ, τοὺς ὁποίους ἐστείλατε;
§55Δ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ (πρωθυπουργός). Ἐκ τῶν ἐνόντων.
§56ΖΩΧΙΟΣ. Ἂν στείλετε βωβοὺς, ἂν στείλετε στραβοὺς, καλλίτερον νὰ μὴ τοὺς στείλετε (γέλως). Κύριε πρωθυπουργὲ, ἐκ τῶν ἐνόντων δὲν δύναται οὔτε ὁ Θεὸς νὰ θαυματουργήσῃ, πρέπει νὰ ἔχῃ ὕλην ἁρμόζουσαν, ὕλην κατάλληλον εἰς τὰς περιστάσεις· ἐθαυματούργησεν ὁ Χριστὸς, ἀλλ’ εἶχε πέντε ἄρτους καὶ ἐχόρτασε τοὺς πεντακισχιλίους, δὲν μετέβαλεν ὅμως τοὺς λίθους εἰς ἄρτους· οὔτε σεῖς δύνασθε νὰ μεταβάλετε τοὺς νεκροὺς εἰς ζῶντας. Ἂς ἐπανέλθω ἤδη εἰς τὸν κ. Ζαΐμην, διὰ νά ἡσυχάσω μὲ τοὺς Ὑπουργούς· ἐλάλησεν ὁ κ. Ζαΐμης περὶ συμβάσεων, καὶ ἔχομεν, καθὼς λέγει, τὰ παλαιὰ βάσανα, τὰ ὁποῖα εἴχομεν πέρυσι μὲ τὸν ὑποδιοικητὴν τῆς ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅστις ἔλεγεν, εἷς βασιλεὺς, εἷς τύραννος, μία Τράπεζα ἔστω. Ἡμεῖς ὅμως δὲν τὸ ἐδέχθημεν· ἐπειδὴ δὲ ἐπρόκειτο περὶ Ἑπτανήσου, ἐπιέσαμεν τὸν κύριον Δεληγεώργην ἕως ὅτου ἠναγκάσαμεν αὐτὸν νὰ δεχθῇ τὰς προτάσεις τῆς Ἰονικῆς καὶ τῆς Πιστωτικῆς· ὁμιλῶ δὲ σήμερον, διότι ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται ἐπὶ προτάσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα· τουτέστι δὲν ἠδυνάμην νὰ σιωπήσω, ἀλλ’ ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι ἐκ τῶν προτέρων ὁ κύριος Ζαΐμης σοῦ τὸ λέγει, «δὲν θέλω ἄλλας Τραπέζας, διότι ἂν συγκατατεθῇ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ συστήσῃ εἰς τὴν Κέρκυραν ὑποκατάστημα, δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐκεῖ Τράπεζα ἄλλη.» Βλέπετε δηλαδὴ ὅτι εἴμεθα εἰς ἐμφύλιον πόλεμον μετὰ τοῦ κυρίου Ζαΐμη. Νομίζω δὲ, ἂν δὲ ἀπατῶμαι, ὅτι ὁ κ. Ζαΐμης δὲν ἦτον ἐδῶ, ὅταν ἐσυζητοῦντο τὰ τῶν Τραπεζῶν, ἢ ὄχι, κύριε Ζαΐμη;
§57ΖΑΪΜΗΣ. Ἦλθον περὶ τὸ τέλος.
§58ΖΩΧΙΟΣ. Ἐπολεμήσαμεν τὸν Δεληγεώργην ἕως ὅτου ἐνεθυμήθη καὶ τὸν λαὸν εἰς τὰ ζητήματα τῶν Τραπεζῶν. Ἐν γένει δὲ οἱ Ὑπουργοὶ δὲν φροντίζουσι περὶ τοῦ λαοῦ ποσῶς, εἶναι δὲ φιλόχριστοι, καὶ εὐχαριστοῦνται μὲ τὸ δός ἡμῖν σήμερον, οὐδὲν ἄλλο δὲ ἔχουσι κατὰ νοῦν, εἰμὴ τὸ πῶς νὰ ὀρθοποδήσωσι τὸν προϋπολογισμὸν, νὰ ζήσωσι 5, 6 μῆνας, ἓν ἔτος τὸ πολὺ, διότι ἡ ζωὴ τῶν Ἑλληνικῶν Ὑπουργείων δὲν παρατείνεται περισσότερον. Πολεμήσαντες δὲ ἑπομένως τὸν Δεληγεώργην, ἐπὶ τέλους κατωρθώσαμεν ὅ,τι κατωρθώθη, ἐνέδωκε δηλαδὴ ἡ Πιστωτικὴ καὶ ὑπέβαλε προτάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι καθόλου ὅμοιαι μὲ τὰς ἀρχικὰς ἀλλ’ ὅσον τὸ δυνατὸν συμφέρουσαι εἰς τὸν λαόν. Δὲν ἐπολεμήσαμεν δὲ ἀνοήτως, κύριε Ζαΐμη, ἀλλ’ ἐν ἐπιγνώσει, εἴχομεν δὲ ἀντίπαλον, ὁ ὁποῖος ἔσειε κατὰ πᾶσαν στιγμὴν τὸ ἔδαφος εἰς τὸ ὁποῖον ἐστηριζόμεθα, τὸν ἐνικήσαμεν ὅμως· χρεωστῶ δὲ νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν ὅτι δηλαδὴ χαριζόμενος εἰς ἡμᾶς, οἵτινες ἐβοηθήσαμεν αὐτὸν εἰς τὰ τοῦ Λαυρίου, δὲν ἐπέμεινεν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσω καὶ τὸν κύριον Ζαΐμην διὰ νὰ μὴ τὸν ἐνοχλῶ πολύ. Ἔρχομαι δὲ εἰς τὰ περὶ τοῦ στρατοῦ, διότι καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐλάλησε περὶ αὐτοῦ καὶ ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ὅταν δὲ ὁμιλῶμεν περὶ στρατοῦ, ἢ λειβάνι πολὺ τοῦ δίδομεν, ἢ καὶ ἂν δὲν τοῦ δώσωμεν πολὺ λειβάνι, δὲν τὸν σκανδαλίζομεν καὶ πολὺ διὰ τὰ ἐνδεχόμενα.
§59ΤΙΝΕΣ. Διὰ τὸ ἀσκανδάλιστον.
§60ΖΩΧΙΟΣ. Διὰ τὸ ἀσκανδάλιστον. Σεῖς ὅμως οἱ μακαρίζοντες, καὶ σεῖς οἱ ἄλλοι οἱ κατηγοροῦντες τὸν στρατὸν, δὲν ἐρωτᾶτε καὶ τοὺς στρατιώτας, οἱ ὁποῖοι ψοφοῦν τῆς πείνης, ἂν τοὺς δίδεται ἀρκοῦσα τροφή; Θέλετε νὰ ἀναδιοργανώσητε τὸν στρατόν; Θρέψατε τοὺς παρόντας στρατιώτας πρῶτον. Θέλετε ν’ ἀναδιοργανώσητε τὸν στρατόν; Αὐξήσατε τὸν μισθὸν τῶν στρατιωτῶν, διότι λιμοκτονοῦν. Ἰδοὺ ποῦ κεῖται ἡ ἀλήθεια· τί θέλετε νὰ τὸν πολλαπλασιάσητε. Ὀργανίσατε τὸν ὑπάρχοντα, δώσατέ του ζωὴν, δώσατέ του ὕπαρξιν.
§61ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Δώσατε, καὶ δώσατε, κύριε Ζωχιὲ, ἀλλὰ θὰ ἐξογκωθῇ ὁ προϋπολογισμός.
§62ΖΩΧΙΟΣ. Πολὺ καλὰ, κύριε· ὅταν σᾶς παρουσιάσουν τὴν πρότασιν, μὴ τὸν ψηφίσετε. Ἂς θρέψωμεν τοὺς ὁποίους ἔχομεν στρατιώτας, τοὺς ὁποίους τοὺς βλέπομεν κλυδωνιζομένους, αἴ νὰ πέσουν, αἴ νὰ μὴ πέσουν (γέλως).
§63ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ναὶ, οἱ στρατιῶται εἶναι ῥωμαλαῖοι.
§64ΖΩΧΙΟΣ. Ῥωμαλαῖοι; Νὰ σὲ ὑποβάλω ἐγὼ εἰς αὐτὴν τὴν δίαιταν, καὶ νὰ σὲ ἰδῶ ἂν μπορῇς νὰ σταθῇς ὀρθὸς ἐδῶ μέσα (γέλως). Σᾶς λέγουν δὲ ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἀπολογισμὸς, τί τὸν ἐξετάζετε; τὰ γενόμενα οὐκ ἀπογίνονται· τί κοπανίζετε νερὸ εἰς τὸ γουδί; Καὶ πιστεύω, ὅτι αὐτὴ ἡ πτέρυξ αὐτὸ λέγει μὲ τὸ νοῦν της. Θὰ σᾶς κάμω ὅμως μίαν παρατήρησιν. Ἠξεύρετε ὅτι τὸν Περικλέα τὸν ἠνάγκασάν ποτε νὰ δώσῃ λογαριασμόν.
§65ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἠξεύρω.
§66ΖΩΧΙΟΣ. Τὸ ἠξεύρετε καὶ δι’ αὐτὸ τὸν ἐμιμηθήκατε· (γέλως). Τὸν ἐπεσκέφθη ὁ ἀνεψιός του καὶ τὸν καὶ ἠρώτησεν εἰς τὶ ἀσχολεῖται. Προσπαθῶ, εἶπε, νὰ δώσω λογαριασμόν. Νὰ κατορθώσῃς νὰ μὴ δώσῃς, ἀπεκρίθη πρὸς αὐτὸν ὁ ἀνεψιός του. Αὐτὸ δὲ κατώρθωσεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1874 ὑπὸ τῆς διαλυθείσης Βουλῆς. Ἐνθυμεῖσθε δὲ τὸ Σάββατον τοῦ Λαζάρου, καὶ τὴν Δευτέραν τῆς μεγάλης ἑβδομάδος, καὶ τὸν πόλεμον τὸν μέγαν τὸν περὶ προϋπολογισμοῦ. Διεκόπη ἡ Βουλὴ ἕνεκα τῶν ἑορτῶν, καὶ μετὰ τὴν διακοπὴν ἦλθε πάλιν τὸ ζήτημα τὸ περὶ προϋπολογισμοῦ· ἤμην δὲ τότε πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, μὲ προσεκάλεσε δὲ καὶ ὁ νῦν πρωθυπουργὸς καὶ μοῦ εἶπε· Σπεύδετε νὰ μοῦ δώσετε τὸν προϋπολογισμὸν μίαν ὥραν ἀρχήτερα· ἐγὼ δὲ τοῦ εἶπον θὰ τὸν λάβῃς μίαν ὥραν βραδύτερα καὶ διεχωρίσθημεν ὡς ἐχθροί. Αὐτὸς δ’ ἐπὶ τέλους μᾶς εἶπε, θὰ σᾶς μετασχηματίσω (γέλως)· εἰς τὸν μετασχηματισμὸν αὐτὸν δὲν περιελήφθην καὶ ἐγὼ κατὰ τύχην. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἐπανῆλθον καὶ εὑρίσκομαι εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἤμουν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ. Ζητῶ δὲ τώρα, ἂν καὶ κατόπιν ἑορτῆς, ἀλλὰ ζητῶ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ζητᾷ πᾶς οἰκοκύρης, ὁ ὁποῖος ἐμπιστεύεται εἰς τὸν οἰκονόμον αὐτοῦ ποσόν τι χρηματικόν. Ὁμοῦ δὲ μετὰ τοῦ πρωθυπουργοῦ κατηγορούσαμεν ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις τὸν Δεληγεώργην ὡς σπάταλον. Ἀλλὰ σεῖς εἶσθε πλέον σπάταλοι· ἐκείνου ὁ προϋπολογισμὸς ἐστηρίζετο ἐπὶ τοῦ μηδενός· ὁ ἐδικός σας ποῦ στηρίζεται; Σᾶς εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὁ ὁποῖος ἐχρημάτισε καὶ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, σᾶς εἶπεν ὅτι ἐπὶ Κωλέττου ἦτο ζήτημα μεγάλο νὰ εὑρεθῇ ἓν ἑκατομμύριον, τώρα ἡμεῖς δανειζόμεθα 26 ἑκατομμύρια στὸ φτερό.
§67ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ εἶναι πρόοδος.
§68ΖΩΧΙΟΣ. Τὸ ἔθνος ἀνεπτύχθη, λέγουσι, καὶ θὰ δώσῃ καὶ ἄλλους πόρους. Τοῦ χρόνου ὅμως νὰ ἰδῆτε τὶ προσόδους θὰ ἔχωμεν, θὰ ἔχωμεν δηλαδὴ νέας δαπάνας· τοῦ Βασιλέως δὲ λέγουσι, ἡσυχάσατε μεγαλειότατε, μὴ σᾶς ταράττῃ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, διότι θὰ συνάξωμεν ἀπὸ τὰ βαμβάκια, ἀπὸ τὰ λινάρια, ἀπὸ στουπιά. Ἀλλὰ τοῦ μακαρίτου τοῦ Ὄθωνος δὲν ἐτόλμων νὰ τὸ εἴπωσι, διότι ἔκαμνε τοὺς ὑπουργοὺς νὰ τρέμουν εἰς τὰ ποδάρια των. Καλὸν ὅμως εἶναι νὰ ῥηθῇ ἡ ἀλήθεια καὶ ἔνθεν καὶ ἔνθεν, διότι οἱ μὲν βλέπουν ὅλα ῥοδινά, ἡμεῖς δὲ ὅλα μαῦρα. Μᾶς λέγουν δὲ, ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ παπλώματος· νὰ μᾶς τὸ πάρετε, λέγουν, κατὰ τὸν Δεκέμβριον μῆνα δὲν εἶναι δίκαιον (γέλως). Σκοπὸν δὲν ἔχομεν νὰ σᾶς τὸ πάρωμεν, οὔτε τὸ θέλομεν. Διατί;
§69ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διότι δὲν ἔχει βαμβάκι μέσα.
§70ΖΩΧΙΟΣ. Θὰ τελειώσω μὲ ἓν λόγιον τοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι γεμάτο σοφία. «Θὰ ξυπνίσῃ ἡ κουρεμένη καὶ θὰ ἰδῇ τὸ πάπλωμά της.»
§71ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι! Τὸ ζήτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀνέκαθεν ἐθεωρήθη ὡς πολιτικὸν ζήτημα· ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως προκειμένου νὰ ἐξελέγξωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874, ὁ ὁποῖος συνετάχθη ἀπὸ Κυβέρνησιν ἄλλην καὶ ἥτις πιθανὸν νὰ εἶχε ἀλλοίαν πολιτικὴν, βεβαίως δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ζητήσωμεν εὐθύνας διὰ τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπεῖ ὁ ὑποβληθεὶς προϋπολογισμὸς τοῦ 1874. Θὰ τῆς ζητήσωμεν ὅμως εὐθύνας ὑπὸ τὴν καθαρῶς ἔποψιν τὴν οἰκονομικήν. Ἡ Κυβέρνησις τότε ὑποβάλλουσα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874 ἀντεπολιτεύθη ἀπὸ τὴν σημερινὴν κυβέρνησιν διὰ τὸ σαθρὸν οἰκονομικὸν σύστημα, διὰ τὰς χιμερικὰς συμβάσεις της, εὑροῦσα δὲ συνδρομὴν παρὰ τῆς Βουλῆς ἐσχημάτισε πλειοψηφίαν καὶ κατέῤῥιψε τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην. Ἀλλ’ ἡ τότε ἀντιπολίτευσις ἡ σήμερον Κυβέρνησις εἶναι συνεπὴς πρὸς ἑαυτήν; Ἐδείχθη φειδωλὴ δι’ ὅ,τι κατηγόρησε σπάταλον; Ἐζήτησε νὰ ἐξεύρῃ οἰκονομικὸν σύστημα τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον νὰ ἐγγυᾶται ὄχι μόνον τὴν ἀπάλειψιν τῶν ἐλλειμμάτων, ἀλλὰ καὶ τὴν εἰς τὸ μέλλον μὴ λαμβανομένην χώραν τῶν δανείων, καὶ νὰ καταστήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν ἀληθῆ; Ὄχι, κύριοι, δυστυχῶς. Ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, παραλαβοῦσα τὴν διοίκησιν ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῆς κακῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, ἐζήτησε κατὰ τὸ διάστημα τῆς διοικήσεώς της νὰ βελτιώσῃ τὴν κακὴν ἐκείνην κατάστασιν καὶ νὰ παρουσιάσῃ θεραπείαν τινά; Τὰ πράγματα, κύριοι, δυστυχῶς ἀποδεικνύουν τὸ ἐναντίον· ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἐπιβαρύνει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874, τὸν ὁποῖον ἐθεώρησε κακῶς συγκεκροτημένον καὶ ἐπὶ σαθρῶν βάσεων συνταχθέντα· ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις διὰ τῆς δηλώσεώς της ἐξογκώνει τὸ ὑπάρχον ἔλλειμμα, καὶ εἶναι ἄπορον, κύριοι, πῶς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν γνώσει τοῦ ἐλλείμματος δὲν περιορίζει τὰς δαπάνας. Ἀντὶ τούτων ὅλων, κύριοι, ἀντὶ πάσης θεραπείας, ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε θεραπείαν ἐφήμερον, καὶ τὴν θεραπείαν αὐτὴν διὰ τῆς ψήφου σας τὴν παρεχωρήσατε, τὴν θεραπείαν τῶν 26 ἑκατομμυρίων, ἡ δὲ ἐφήμερος αὐτὴ θεραπεία πρόκειται νὰ καταδικάσῃ ἐπερχομένας γενεὰς διὰ νὰ ἀπαλλάξῃ φαινομένως τὸν προϋπολογισμὸν αὐτῆς, διότι κατὰ πᾶσαν βεβαιότητα καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1875 καὶ οἱ μέλλοντες προϋπολογισμοὶ θὰ παρουσιάσωσιν ὑπερβάσεις, καθ’ ὅσον αἱ δαπάναι δὲν κανονίζονται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προϋπολογισθέντων, καὶ συνεπῶς, κύριοι, τὸ μέλλον δὲν μᾶς παρουσιάζεται ὡραιότερον τοῦ παρελθόντος. Κύριοι, δὲν δύναμαι νὰ ἐγκύψω εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν ὑπερβάσεων, τὰς ὁποίας τὰ διάφορα ὑπουργεῖα ἔκαμον· θέλω περιορισθῆ μόνον καθόσον ἀφορᾷ τὰς ὑπερβάσεις τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Εἰς τὴν δικαιολογητικὴν ἔκθεσίν των οἱ σημερινοὶ ὑπουργοὶ καθόσον ἀφορᾷ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν σᾶς γράφουν, κύριοι, αὐξήσεις δι’ ὁπλισμὸν καὶ ἱματισμὸν, καὶ ἐκ τούτων ὅλων οὐδὲν εἶναι ἀληθές.
§72ΣΤΑΪΚΟΣ. Διὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 75;
§73ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Διὰ τὸ 74. Καὶ διατί δὲν εἶναι ἀληθές; διότι δυστυχῶς οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι διαρκὴς πλάνη, διαρκὴς ἀπάτη ἐνώπιον τοῦ ἔθνους· καὶ διὰ τοῦτο τὰ μεγάλα παράπονα τοῦ ἔθνους, διότι σεῖς μὲν δαπανᾶτε ὁ στρατὸς δὲ δὲν ἀπολαμβάνει.
§74ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐξηγηθῆτε.
§75ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶπον ὅτι σεῖς ἐξοδεύετε κατ’ ἔτος 9 ἑκατομμύρια, καὶ εἶναι ἀληθές, κύριοι, καὶ μὴ πιστεύετε τὸν προϋπολογισμὸν τὸν ὑποβαλλόμενον καὶ τοὺς ἀριθμούς· δυστυχῶς κατήντησαν οἱ ἀριθμοὶ ἐν Ἑλλάδι νὰ ᾖναι ψευδεῖς· σᾶς ὑπέβαλον προϋπολογισμὸν 7 ἑκατομμυρίων καὶ πραγματικῶς εἶναι 9, διότι ἐὰν ἴδωμεν τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀπὸ τοῦ 62 μέχρις τοῦ 72 ἡ δαπάνη εἶναι 90,000,000, κατ’ ἔτος λοιπὸν δαπανῶνται 9 ἑκατομμύρια.
§76ΣΤΑΪΚΟΣ. Διότι εἰς τὰ 62 οἱ ὑπαξιωματικοὶ ὅλοι μετεβλήθησαν εἰς ἀξιωματικούς.
§77ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὀφείλω, κύριοι, νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν ἐπειδὴ συνειθίζῃ ὁ κ. Στάϊκος νὰ διακόπτῃ· ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ στρατοῦ ἀφῃρημένως, δὲν ἐννοῶ δὲ ὅτι ὁ στρατὸς εἶναι τιμάριον οὐδενὸς, διότι εἶναι ἐθνικός· καὶ ὅστις ἐνόμισεν, ὅτι δύναται νὰ τὸν κάμῃ τιμάριον πλανᾶται οἰκτρῶς.
§78ΣΤΑΪΚΟΣ. Διότι εἶμαι στρατιώτης, διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς ἰδέας σας αὐτῆς.
§79ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αὐτὸς ποῦ ὁμιλεῖ εἶναι καλλίτερος στρατιωτικός, ἀνωτέρου στρατιωτικοῦ βαθμοῦ.
§80ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀναγράφεται ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ, τὴν ὁποίαν μισθοδοτεῖ τὸ ἔθνος, ὡς καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ, τοὺς ὁποίους ὁρίζουν τὰ βασιλικὰ διατάγματα. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀριθμοῦ τούτου προϋπολογίζεται ὁ ὁπλισμός, ὁ ἱματισμός, ἡ νεοσυλλεξία, ὁ στρατωνισμός των καὶ αἱ ἀποθέσεις των.
§81ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κ. Μαυρομιχάλη, «ἀποθέσεις» τί ἐννοεῖτε;
§82ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὴν κατάθεσιν τοῦ ἱματισμοῦ των.—Ὁ προϋπολογισμός, καθὸ τοιοῦτος, ὑπολογίζει τοὺς ἄνδρας φέροντας τὸν ἱματισμὸν πλήρη, τοὺς ἀξιωματικοὺς κατέχοντας πλήρεις τὰς θέσεις των· καὶ, κύριοι, ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι ἀληθῆ ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν μηνιαίων καταστάσεων τῶν σωμάτων, τὰ ὁποῖα σχεδὸν βεβαιωθῆτε δὲν ἔχουν τὴν ὀργανικήν των δύναμιν ἐκ τῆς καθυστερήσεως τῶν στρατευσίμων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄπειροι, καὶ δυστυχῶς ἀναγκάζεται ἡ Κυβέρνησις ἐναντίον τοῦ νόμου νὰ κρατῇ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ τοὺς ἐφέδρους, καὶ αἴφνης εἰς τὰς ἐκθέσεις σᾶς λέγουν ὅτι ἕνεκα τῆς ἐπισπεύσεως τῶν νεοσυλλέκτων, ἐξώδευσε πέραν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἕνεκα τῆς μεγάλης συῤῥοῆς τῶν κληρούχων, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου διατηρεῖ τοὺς ἐφέδρους εἰς τὰς τάξεις των· σεῖς δὲ ἠξεύρετε ὅτι ἑκάστη ἐπαρχία κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον καθυστεροῦν 50–100 κληρούχους.
§83ΤΙΝΕΣ. Ὄχι εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας.
§84ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὀλίγισται ἐπαρχίαι δὲν καθυστεροῦν· τὰ ⅘ τῆς Ἑλλάδος καθυστεροῦν κληρούχους. Καὶ, κύριοι, τὰ δαπανώμενα χρήματα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν νὰ τὰ ἐνέμοντο οἱ στρατιωτικοὶ τοὐλάχιστον. Ὑπάρχει ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος ἔλαβε διπλῆν τὴν μισθοδοσίαν τοῦ μηνός; ὑπάρχει στρατιώτης ὅστις ἐπληρώθη πλέον τοῦ κανονισμένου μισθοῦ του; ὄχι· τὸ ἐναντίον, ἂν θέλετε· τὸ στρατιωτικὸν λογιστικὸν γραφεῖον εἶναι πολὺ αὐστηρὸν, καὶ διὰ τοῦτο ἀποῤῥίπτει δαπάνας ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ δικαίας, οὐδέποτε δὲ ἐγκρίνει τοιαύτας μὴ ἐντελῶς δεδικαιολογημένας. Ποῦ λοιπὸν δαπανῶνται; Εἰς βαθμολογίας, κύριοι. Τὸ ὑπουργεῖον τὸ Στρατιωτικῶν εἶναι δικτάτωρ, καὶ συνεπῶς ἀνώτερον τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ τοῦ ἔθνους, διότι ἡ ἀντιπροσωπεία δύναται νὰ κάμῃ ἕνα νόμον καὶ νὰ τὸν ἀκυρώσῃ κατόπιν ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅταν προβιβάζῃ ἔστω καὶ παρανόμως· ἡ ἀντιπροσωπεία δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ καταργήσῃ, καὶ εἷς προβιβασμὸς κληροδοτεῖ εἰς τὸ δημόσιον ἓν βάρος ἐπὶ 100 ἔτη διὰ τὸν ἑαυτόν του, τὴν οἰκογένειάν του καὶ τὰ τέκνα του· προβιβάζει λοιπὸν ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἰς μὴ νενομοθετημένην θέσιν ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, ὁρίζοντος ὅτι οὐδεὶς διορίζεται εἰς μὴ νενομοθετημένας θέσεις· ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δι’ ὀργανικῶν διαταγμάτων δημιουργεῖ καὶ κανονίζει θέσεις ὅσας θέλει, τὰς ὁποίας ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους δὲν δύναται νὰ καταργήσῃ, διότι δὲν δύναται ν’ ἀφαιρέσῃ βαθμούς. Ἰδοὺ ποῦ δαπανῶνται τὰ χρήματα, ἰδοὺ ὁποία χρῆσις γίνεται. Μὴ φρονῆτε λοιπὸν ὅτι δαπανῶνται διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς τροφῆς τοῦ στρατοῦ, ἡ ὁποία εἶναι γλίσχρος, ἀνεπαρκὴς διὰ τοὺς στρατιώτας καὶ ὑπαξιωματικοὺς ἀπέναντι τῶν ὑποχρεώσεων εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλονται, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου εἶναι σπάταλος καὶ ἀφειδὴς ἡ καθ’ ἑκάστην δημιουργία θέσεων. Αὐτὴ, κύριοι, εἶναι ἡ κατάστασις, καὶ δυστυχῶς ἡ κατάστασις αὕτη ὁσημέραι ἐπιβαρύνεται καὶ οἱ βαθμολόγοι αὐξάνουν, καὶ ἐπὶ τέλους ὑποπτεύω ὅτι θὰ λάβουν τὴν τύχην τοῦ λόχου τῶν ἀπομάχων, ὅστις ἕνεκεν πλεονασμοῦ βαθμολόγων κατηργήθη. Κύριοι, ὀφείλω ν’ ἀναιρέσω μίαν ἔκφρασιν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ὅστις εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις κατηγόρησε τὸν στρατόν.
§85ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ὅτι θέλετε ......... κατὰ τοῦ στρατοῦ· αὐτὸ εἶπον.
§86ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, ὡς προεῖπον, ὁ στρατὸς ἀνήκει εἰς τὴν χώραν, καὶ ὅσοι ἠθέλησαν νὰ τὸν προσεταιρισθῶσιν εὑρέθησαν πάντοτε ἠπατημένοι. Ὑπῆρξεν ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιστεύετο ὅτι ἡ μεγάλη προαγωγὴ ἤθελεν καταστήσει ἐφικτὰ σχέδιά τινα· τὰ πράγματα δὲ ἀπέδειξαν ὅτι αἱ προαγωγαὶ ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἐπεβάρυνον ἀσκόπως τὸ ἔθνος, δὲν ὠφέλησαν τοὺς προκαλέσαντας αὐτὰς διὰ σκοποὺς ἄλλους· ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, κύριοι, ὅτι καὶ σήμερον καὶ εἰς τὸ μέλλον ὁ στρατὸς θὰ ἀνήκῃ εἰς τὸ ἔθνος, καὶ δὲν θὰ ὑπηρετήσῃ ποτὲ συμφέροντα ἐναντίον τοῦ προορισμοῦ του. Κατὰ τὸ στάδιον τῶν ἐξελέγξεων, κύριοι, ἐγένετο πολὺς λόγος περὶ καταχρήσεων τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως. Δὲν εἶναι ὅμως ἔνοχος ὁ στρατὸς διὰ τοῦτο, εἶναι ἔνοχοι οἱ διατάξαντες αὐτόν· ὁ δὲ στρατὸς ὀφείλει νὰ ὑπακούῃ, ὀφείλει καὶ νὰ ἐκτελῇ, αἱ δὲ λαβοῦσαι χώραν παρεκτροπαὶ ἐπιβαρύνουσι τὰ ἄτομα τὰ ἐνεργήσαντα τὰς παρανομίας, ἢ ἐκδώσαντα ἐγκληματικὰς διαταγάς.
§87ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Μάλιστα εἰς ἄτομα...........
§88ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Λέγω, κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ δὲν ἐφάνη φειδωλὴ κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν ὀλίγων μηνῶν τοῦ 74. Ὁμολογῶ ὅτι εἰς τὴν Κυβέρνησιν θὰ ἦτο λίαν δυσχερὲς νὰ περικόψῃ δαπάνας ἐγγεγραμμένας καὶ πραγματοποιηθείσας κατὰ τὸ ἥμισυ τοῦ 1874, ἀλλὰ τὸ νὰ δημιουργήσῃ νέας ἦτον ἀσυγχώρητον· ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐγκατέστησεν ἐκ νέου τὰς Πρεσβείας, αἵτινες δὲν ἦσαν ἐγγεγραμμέναι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874, τὸ δὲ ἐπιχείρημα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ζητοῦσα τὰς μηνιαίας πιστώσεις συμπεριελάμβανε καὶ τὰς δαπάνας τῶν καταργηθεισῶν Πρεσβειῶν, δὲν ὑποστηρίζεται ἐνώπιον Κοινοβουλίου, ἀπαιτοῦντος πλήρη τὴν νόμιμον ἐξουσίαν του. Κύριοι, ἀναγκάζομαι εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ὄχι νὰ ἀποκρούσω τὴν πολιτικὴν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι τοιαύτη πολιτικὴ, νομίζω, δὲν ὑφίσταται, ἀλλὰ νὰ κατακρίνω τὴν ἐγγραφὴν τῆς δαπάνης τῶν Πρεσβειῶν, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον δὲν ἦτον οὔτε κατεπείγουσα, οὔτε ἀναγκαία, οὔτε κατάλληλος. Κύριοι, ἡ Ἑλλὰς, γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ οἱ πλείονες ὅτι διετήρει πρὸ ἐτῶν πολλῶν Πρεσβείας. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις τὰς κατήργησε, ἡ σημερινὴ σπεύδουσα τὰς ἐπανέφερεν, ἡ δὲ σπουδὴ αὐτὴ ἔδωκεν ἀφορμὰς σπουδαίων ὑπονοιῶν, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἀποκρούω ἐνόσῳ τὰ γεγονότα δὲν ἀποδείξωσι τὸ ἀληθὲς τῶν ὑποψιῶν αὐτῶν. Εἶπον ὅτι ἡ Ἑλλὰς καὶ ἄλλοτε εἶχε Πρεσβείας· εἶχε δὲ πρέσβεις τὰ ἐξοχώτερα πρόσωπα τῆς πολιτείας, τὰ ὁποῖα καὶ ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Κράτους καὶ ὡς μεγάλοι ἄνδρες ἐξετιμῶντο ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων, εἰς τὰς ὁποίας ἦσαν διαπεπιστευμένοι. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις κατήργησε τὰς Πρεσβείας· ἀνεγνώρισε τὸ ἀνωφελὲς τῆς ὑπάρξεώς των, πιεζομένη δὲ ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, τὰς κατήργησε. Τότε μάλιστα ὑπῆρχε καὶ ἓν ἐκκρεμὲς ἐνώπιον τῆς Εὐρώπης ζήτημα τοῦ τόπου, τὸ ζήτημα τοῦ Λαυρίου.
§89ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Δὲν ὑπῆρχε πλέον.
§90ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶχε τελειώσει· ἀλλὰ θέλω ἀποδείξει ὅτι καὶ πρὸ τοῦ ζητήματος τοῦ Λαυρίου αἱ Πρεσβεῖαι τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ῥώμης ἐθεωρήθησαν ἀνεπαρκεῖς, ὥστε ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἠναγκάσθη τότε νὰ ἀποστείλῃ τὸν γραμματέα τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ νὰ διαπραγματευθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅστις καὶ ἔλαβε διαφόρους συνεντεύξεις μετὰ τῶν ἁρμοδίων ὑπουργῶν τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἰταλίας. Ὥστε καὶ εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν οἱ πρέσβεις μας ἀνεδείχθησαν ἀνωφελεῖς. Τὸ ζήτημα τέλος τοῦ Λαυρίου ἀπέληξεν ὅπως ἀπέληξεν ἔκτοτε· ζήτημα τῆς Ἑλλάδος σχετιζόμενον πρὸς τὰς μεγάλας Δυνάμεις δὲν ὑφίστατο ἐκκρεμές· ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ τόπου ἦτο προφανὴς καὶ χαίνουσα πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· καὶ μολαταῦτα συνεστήθησαν ἐκ νέου 6 Πρεσβεῖαι εἰς τὸ πεῖσμα τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς. Εἶχον ἐντολήν τινα αἱ Πρεσβεῖαι εἰς τὸ Ἐξωτερικόν; ἐπρόκειτο νὰ βολιδοσκοπήσουν τὰς ἰδέας τῶν Ἀνακτοβουλίων τῆς Εὐρώπης περὶ μελλόντων συμβάντων; τίποτε δὲν παρουσιάζεται, ὑπόνοιαι ἠμποροῦν νὰ ὑπάρχουν, τίποτε ὅμως ἐξ αὐτῶν τῶν ὑπονοιῶν εἰσέτι φαίνεται. Ἀλλὰ τὰ πρόσωπα τὰ καταλαβόντα τὰς θέσεις αὐτὰς ἀπέῤῥεον ἐκ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως; Ἦσαν πρόσωπα κατ’ ἐξοχὴν πολιτευόμενα ἐν τῷ τόπῳ, γνωρίζοντα τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, καὶ δυνάμενα ἀξιοπρεπῶς νὰ ἀντιπροσωπεύσωσι τὸν τόπον, ἀπολαμβάνοντα μισθοδοσίαν ἀνάλογον πρὸς τὴν θέσιν των; Δυστυχῶς, κύριοι, οὔτε τὰ πρόσωπα, οὔτε ἡ γλίσχρος μισθοδοσία αὐτῶν, οὔτε αἱ ἀνάγκαι τοῦ τόπου, οὔτε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ τόπου ὑπηγόρευον τὴν τοιαύτην ἀποστολήν. Καὶ ἠξεύρετε τί συμβαίνει ἀκόμη; οἱ ἐν Εὐρώπῃ πρέσβεις παραπονοῦνται κατὰ τῆς Ἑλλάδος, καὶ δικαίως, διὰ τὸ γλίσχρον τῆς μισθοδοσίας των· οἱ δὲ παρεπιδημοῦντες Ἕλληνες δὲν ἀντιπροσωπεύονται, διότι οἱ πρέσβεις ὡς ἐκ τῆς γλισχρότητος τῆς μισθοδοσίας δὲν δύνανται νὰ ἀντιπροσωπεύσουν ἐπαξίως τὸ Κράτος. Βλέπετε λοιπόν, κύριοι, ὅτι καὶ ὡς ἐξ αὐτῆς τῆς μισθοδοσίας τῶν Πρεσβειῶν, ἡ ὁποία εἶναι λίαν δαπανηρὰ διὰ τὸ κράτος καὶ λίαν γλίσχρος διὰ τὸ ἐξωτερικὸν, οἱ ἐκεῖ παρεπιδημοῦντες Ἕλληνες ὀφείλουν νὰ διανύσωσιν, ὥρας ὁλοκλήρους πρὸς εὕρεσιν τῆς οἰκίας τοῦ πρέσβεως τῆς Ἑλλάδος, ὅστις κατοικεῖ συνήθως εἰς τὰ μᾶλλον ἀπόκεντρα μέρη, διότι καὶ ὡς οἰκογενιάρχης καὶ ὡς ὑφιστάμενος διαφόρους ἄλλας ἀνάγκας ἀδυνατεῖ νὰ ἐπαρκέσῃ. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ὄχι μόνον δαπανᾷ, ἀλλὰ καὶ περιφρονεῖται τὸ ἔθνος, διότι οἱ πρέσβεις του κατοικοῦν εἰς συνοικίας, αἱ ὁποῖαι δὲν κατοικοῦνται ἀπὸ πρέσβεις, ἀλλ’ ἀπὸ τοὺς πενομένους ποιητὰς τῆς Εὐρώπης.
§91ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Πολλὴν ἀπάτην ἔχετε.
§92ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν ἔχω ἀπάτην· καὶ διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι δὲν ἔχω ἀπάτην, σᾶς λέγω ὅτι εἰς Παρισίους ὁ πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος κατῴκει εἰς μίαν συνοικίαν, ὅπου διὰ νὰ ὑπάγῃ κἀνεὶς ἔπρεπε νὰ διατρέξῃ δρόμον μὲ τὴν ἅμαξαν μιᾶς ὥρας.
§93ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Ὁ νῦν πρέσβυς δὲν κατοικεῖ ἐκεῖ.
§94ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ λέγετε διὰ τὸν νῦν, καὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν ἕνας ἄλλος πρέσβυς ἐπλήρονεν ἓν δωμάτιον 500 δραχμῶν, καὶ ἐδέχετο τοὺς Ἕλληνας εἰς τὰ καφφενεῖα, διότι εἶχεν ἀρκετὴν οἰκογένειαν· δὲν κατηγορῶ τὸ ἄτομον, δὲν ἔχω τίποτε νὰ εἴπω δι’ αὐτό· ἀλλὰ λέγω ὅτι καὶ τὸ ἔθνος δαπανᾷ, καὶ τὰ ἄτομα τὰ ὁποῖα ἀποστέλλει, καὶ αὐτὰ παραπονοῦνται ἕνεκα τοῦ γλίσχρου τῆς μισθοδοσίας. Κύριοι, τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον μ’ εὐχαριστεῖ εἶναι, ὅτι ἡ Βουλὴ, ἐλπίζεται ὅτι μετὰ προσοχῆς θέλει σκεφθῇ καὶ συζητήσει τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα· καὶ ἐνῷ δυστυχῶς ἄλλοτε ἡ κοινωνία δὲν ἔδιδε τὴν δέουσαν προσοχὴν, σήμερον ὅμως, ἀφοῦ τὰ πράγματα ἔφθασαν, ὅπου ἔφθασαν, ὀφείλει νὰ προσέξῃ. Παρεχωρήσαμεν τέλος πάντων, κύριοι, εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ καλύψῃ τρεχούσας καὶ ἀναποδράστους ἀνάγκας· πρέπει, ὅμως, κύριοι, νὰ τεθῇ πλέον φραγμὸς, πρέπει νὰ ἐννοήσουν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ καὶ οἱ παρόντες καὶ οἱ μέλλοντες, ὅτι εἶναι μεγάλη τόλμη νὰ διαθέτουν τὴν περιουσίαν ἑνὸς Κράτους ἀνεξετάστως καὶ κατὰ τὰς συμπαθείας των. Πρέπει οἱ ὑπουργοὶ νὰ ἐννοήσωσιν, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ τοῖς ζητηθῇ εὐθύνη καὶ εὐθύνη, ὄχι πολιτικὴ, ἀλλὰ πραγματική. Τὸ ἔθνος, κύριοι, ἀληθῶς διὰ τῆς ἰδιωτικῆς ἐνεργείας προάγεται καὶ βελτιοῦται, ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ κατάστασις τοῦ τόπου βαίνει ἀντιθέτως· καὶ ἂν ἡ παραγωγὴ εἰς τὸν τόπον αὐξάνῃ κατὰ 10 ἕως 15 κατ’ ἔτος, αἱ δαπάναι αὐξάνουν κατὰ 40, 50· διότι δυστυχῶς ἐγκατεστάθη τὸ σύστημα τοῦ νεπωτισμοῦ καὶ τῶν συμπαθειῶν τῶν ἀσυγχωρήτων· πρέπει ἐν τέλει νὰ ἐννοήσωσιν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ, ὅτι ἐνόσῳ ὑπάρχῃ Βουλὴ δὲν δύνανται νὰ δαπανῶσιν ἄνευ αὐτῆς· ἡ δὲ Βουλὴ ἡ ἐνδοῦσα διὰ τῶν νέων δανείων νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ ἔθνος ἐπὶ 44 ἔτη, πρέπει νὰ θέσῃ φραγμὸν ἀνυπέρβλητον, ὥστε οἱ ὑπουργοὶ νὰ ἐγκλείωνται τοῦ λοιποῦ ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ των, διότι, ἄλλως, κύριοι, διὰ νὰ καλύπτωνται δῆθεν ἀναπόδραστοι ἀνάγκαι θὰ προσφεύγωμεν αἰωνίως εἰς νέα δάνεια. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἀπὸ τοῦδε ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀπαλείψῃ τὰς Πρεσβείας, αἱ ὁποῖαι νὰ μὴ ἐγγραφῶσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1875· ὅταν δ’ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ, καθ’ ἣν θὰ ἐξετάσωμεν εἰδικῶς τὰ ὑπουργεῖα, θέλω διατρίψει ἰδίως εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει προϋπολογισμὸν ἐξ 7,800,000, αἱ ὁποῖαι ἑκατοστυῖαι χιλιάδων θ’ ἀναβῶσιν εἰς τὰ 9 ἑκατομμύρια καὶ ἴσως μάλιστα, ἐὰν πραγματοποιηθῇ ἡ παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ζητουμένη δύναμις τῶν 14,000, διότι σήμερον καθ’ ἣν στιγμὴν σᾶς ὁμιλῶ ἡ ἀναλογία τῶν ἀξιωματικῶν πρὸς τοὺς στρατιώτας εἶναι 7 πρὸς 100.
§95ΤΙΝΕΣ. Ἀλλοῦ πόση;
§96Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. 811 ἀξιωματικοὺς ἔχει ἡ Ἑλλάς. ἔχει δὲ στρατὸν ὁπλίτας 10,000 καὶ ὑπαξιωματικοὺς 2,000. Εἰς τὰ μᾶλλον στρατιωτικὰ κράτη, τὰ ὁποῖα ἔχουν στρατὸν ὄχι διὰ νὰ εἰσπράττουν φόρους, ἀλλὰ τὸν ὁποῖον μισθοδοτοῦν πολὺ καλὰ, πολὺ καλλίτερα παρ’ ὅ,τι τὸν μισθοδοτοῦμεν ἡμεῖς, ἐνδεδυμένον καλλίτερα, τροφοδοτούμενον καλλίτερα καὶ καταγινόμενον κατ’ ἔτος εἰς στρατιωτικὰ γυμνάσια, διὰ τὰ ὁποῖα δαπανῶσιν ἑκατομμύρια ὁλόκληρα, ἡ ἀναλογία τῶν ἀξιωματικῶν πρὸς τοὺς στρατιώτας εἶναι τρεῖς πρὸς ἑκατόν. Λάβετε δὲ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὅλα τὰ Κράτη τῆς Εὐρώπης διατηροῦν στρατιωτικὰ καταστήματα διὰ τὴν συντήρησιν καὶ δαπάνην τῶν ὁποίων ἀπαιτοῦνται ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος, πλῆθος δὲ ἀξιωματικῶν ἐργαζομένων εἰς αὐτὰ, καὶ ἐν τούτοις ἡ ἀναλογία τῶν ἀξιωματικῶν πρὸς τοὺς στρατιώτας εἶναι τρεῖς πρὸς ἑκατόν.
§97Δ. ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ (ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Μὴ συμπεριλαμβανομένων τῶν καταστημάτων καὶ τῶν κλάδων ὅλων τῶν ὅπλων τοῦ στρατοῦ.
§98Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὄχι, ἔχετε πολὺ λάθος.
§99Δ. ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ. Ὅταν κάμετε αὐτὴν τὴν ἀναλογίαν 3 πρὸς ἑκατὸν, τότε ὁ λόχος θὰ ἔχῃ ἕνα λοχαγὸν, ἕνα ὑπολοχαγὸν καὶ ἕνα ἀνθυπολοχαγόν· ὅλα τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια, ἐν γένει ὅλοι οἱ στρατιωτικοὶ κλάδοι δὲν συμπεριλαμβάνονται εἰς αὐτὴν τὴν ἀναλογίαν. Εἶναι φανερὸν αὐτό.
§100Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Αὐτοὺς τοὺς ἀριθμοὺς δὲν τοὺς ἐξάγω ἀπὸ τὴν φαντασίαν μου. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ καθηγητὴς τοῦ σχολείου τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν τῆς Γαλλίας Vial τὸ ἀναφέρει εἰς τὴν περὶ Τακτικῆς πραγματείαν του καὶ ἀναγνωρίζει τὴν ἀναλογίαν αὐτὴν 3 πρὸς ἑκατὸν ὡς τὴν μᾶλλον κατάλληλον, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν εἶναι 7 ἢ 8%.
§101Ι. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Κύριοι, πολλὰ ἐλέχθησαν σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περὶ Πρεσβειῶν, διὸ ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ δώσω τινὰς ἐξηγήσεις εἰς τὴν Βουλήν. Δύω κυρίως ἐκ τῶν ἐντίμων βουλευτῶν, ὁ κ. ἐκ Μεσσήνης ὁ καὶ πρώην πρωθυπουργὸς, καὶ ὁ πρὸ μικροῦ καταβὰς τοῦ βήματος κ. Μαυρομιχάλης, ἔφερον τὸν λόγον ἐπὶ μακρὸν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἔδωκα μεγάλην προσοχὴν εἰς τὸν λόγον τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ἵνα δυνηθῶ νὰ ἐννοήσω ἂν ἐχαρακτήρισε τὴν σύστασιν τῶν Πρεσβειῶν ὡς κοινωφελῆ πρᾶξιν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐξαγάγω τοῦτο ἐκ τῆς ὁμιλίας του· μὲ γενικὰς ἐκφράσεις ὁ κ. Κουμουνδοῦρος κατέκρινε τὸν διορισμὸν τῶν Πρεσβειῶν, ἀλλὰ δὲν εἶπε καθαρὰ, ὅτι αἱ Πρεσβεῖαί εἰσι περιτταὶ, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχωσιν· εἶπε μόνον, ὅτι δὲν ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ τὰς συστήσῃ, πρὶν ἢ Βουλὴ ψηφίσῃ τὸν προϋπολογισμόν. Ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἐχαρακτήρισε καθαρώτερον καὶ ἠθέλησε ν’ ἀποδείξῃ τὸ ἀνωφελὲς αὐτῶν· εἶπε δὲ, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ κ. Δεληγεώργης, ὅστις τὰς κατήργησε, τὰς κατήργησε, διότι ἀνεγνώρισε τὸ μὴ χρήσιμον αὐτῶν. Παρήνειραν δὲ ἀμφότεροι, ὅ τε κ. Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ κ. Μαυρομιχάλης, ἐγκληματικοὺς σκοποὺς, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἔγειναν αὐταὶ αἱ Πρεσβεῖαι. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι, ὅτε ἐπροτάθη ἡ κατάργησις τῶν Πρεσβειῶν ἀπὸ τὸν κ. Δεληγεώργην, ἢ μᾶλλον ὅτε κατηργήθησαν αἱ Πρεσβεῖαι, ἐνθυμεῖσθε, λέγω, ὅτι τότε ἡ ἀντιπολίτευσις προσέβαλε τὸ μέτρον τοῦτο· ὅσοι δ’ ἐξ ὑμῶν εἶσθε μέλη τῆς Βουλῆς ἐκείνης, βεβαίως θὰ ἐνθυμῆσθε τοὺς ἰσχυροὺς λόγους καὶ τὰ ἀκαταμάχητα ἐπιχειρήματα, δι’ ὧν τόσον εὐγλώττως ἓν τῶν μᾶλλον διακεκριμένων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, ὁ κ. Ζαΐμης, κατέδειξε τὸ χρήσιμον καὶ τὸ ἀναγκαῖον τῶν Πρεσβειῶν. Ἡ ἀντιπολίτευσις σύσωμος τότε τὸν παρηκολούθησεν. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος δὲν ἦτον ἀκόμη βουλευτὴς, ἀλλ’ ὅλοι του οἱ φίλοι παρηκολούθησαν τὸν κ. Ζαΐμην· ἡμεῖς εἴμεθα μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐκείνης καὶ ἑπομένως συνεψηφίσαμεν κατὰ τῆς καταργήσεως αὐτῆς. Συνεψηφίσαμεν κατὰ τῆς καταργήσεως, καθ’ ὅτι εἴχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι αἱ Πρεσβεῖαί εἰσιν, ὄχι μόνον ἀναγκαῖαι καὶ χρήσιμοι, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ. Συνέπεια τούτου φυσικὴ ὅλως ἦτον, ὅταν ἤλθωμεν εἰς τὰ πράγματα, τὸ πρῶτον, ὅπερ ἔπρεπε νὰ θεωρήσωμεν ὡς καθῆκον ἡμῶν νὰ πράξωμεν σύμφωνα πρὸς τὰς πεποιθήσεις μας, ἦτο νὰ ἐπαναφέρωμεν τὰς Πρεσβείας. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν τὰς ἐπαναφέραμεν, χωρὶς νὰ ζητήσωμεν παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν, οὔτε διῆλθέ ποτε ἀπὸ τὸν νοῦν μας νὰ προβῶμεν ἄνευ πιστώσεως εἰς αὐτό τὸ μέτρον· ἐπειδὴ ἐθεωρήσαμεν τὸν προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον ὡς μὴ τέλειον, ὡς μὴ ὀρθὸν, τὸν ἐξετάσαμεν καὶ ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν συμπληρωτικὸν προϋπολογισμόν, ἐν ᾧ περιείχετο ἡ πίστωσις ἡ ἀναγκαιοῦσα πρὸς σύστασιν τῶν Πρεσβειῶν. Ἀνεμείναμεν, κύριοι, τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἐὰν δὲ δὲν τὸν ἐλάβομεν, δὲν εἶναι βεβαίως ἰδικόν μας σφάλμα. Κατὰ κόρον ἐζητήσαμεν αὐτὸν ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἐκείνην· δὲν παρήρχετο συνεδρίασις χωρὶς νὰ παρακαλέσωμεν αὐτὴν νὰ ἐπιταχύνῃ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ μυρίαι δυσκολίαι παρενεβάλλοντο, καὶ ὁ προϋπολογισμὸς δὲν μᾶς ἐδόθη. Ἡ Κυβέρνησις ἐξ ἀνάγκης, μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἔπρεπε νὰ δαπανήσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς εἶχεν ἐπεξεργασθῆ καὶ ὑποβάλει εἰς τὸ Σῶμα, ὅπερ μάλιστα ἓν μέρος αὐτοῦ, τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, εἶχε συζητήσει καὶ ἐπιψηφίσει. Δὲν ἠδύνατο βέβαια νὰ πράξῃ ἄλλως ἡ Κυβέρνησις ἢ νὰ δαπανήσῃ, διοικοῦσα ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις, κύριοι, εἶχε τὴν πεποίθησιν, ὅτι αἱ Πρεσβεῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι, πῶς εἶναι δυνατόν, ἐνῷ ἐν συνόλῳ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ ἐδαπάνα, νὰ μὴ δαπανήσῃ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου; Ὁ κ. Μαυρομιχάλης εἶπεν, ὅτι ὁ κ. Δεληγεώργης ἀναγνωρίσας τὸ ἀνωφελὲς τῶν Πρεσβειῶν τὰς κατήργησεν. Ὁ κ. Μαυρομιχάλης δὲν ἦτο τότε βουλευτής, οὔτε ἤκουσε τὸν κ. Δεληγεώργην ἀγορεύοντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὁ κ. Δεληγεώργης δὲν εἶπεν, ὅτι αἱ Πρεσβεῖαι ἦσαν ἀνωφελεῖς, οὔτε ἠδύνατο ἀνὴρ, ἀρχηγὸς πολιτικοῦ κόμματος καὶ διακρινόμενος εἰς τὸ στάδιον, τὸ ὁποῖον διατρέχει, νὰ ἐκφράσῃ τοιαύτην λέξιν. Ὁ κ. Δεληγεώργης παρουσίασεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀπάλειψιν τῆς πιστώσεως αὐτῆς, λόγῳ οἰκονομίας. Καὶ ἄλλοι τότε ἐφρόνουν, ὅτι ὁ κ. Δεληγεώργης δὲν ἐθεώρει τὰς Πρεσβείας ὡς ἀναγκαίας καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησε τὴν κατάργησίν των. Δύναμαι, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω τι πρὸς τιμὴν τοῦ κ. Δεληγεώργη, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸ πιστεύσητε, διότι δὲν συνειθίζω νὰ λέγω οὔτε ὑπερβολὰς, οὔτε ψεύδη. Ὅτε ἐγένετο ἡ συζήτησις ἐκείνη, ὁ κ. Δεληγεώργης μοὶ ἔκαμε τιμὴν νὰ μοὶ ὁμιλήσῃ περὶ τοῦ πράγματος καὶ μοὶ ζητήσῃ τὴν γνώμην μου· τῷ εἶπα, κ. Δεληγεώργη, δὲν πιστεύω νὰ προέβητε εἰς αὐτὸ τὸ μέτρον, νομίζων, αἱ Πρεσβεῖαι δὲν ἦσαν ἀναγκαῖαι οὔτε χρήσιμοι· ποτὲ τοιοῦτον πρᾶγμα δὲν εἶπον, μοὶ ἀπήντησε· μ’ ὅλα ταῦτα, τῷ εἶπον, παρεξήγησαν τὴν πρᾶξίν σας αὐτὴν καὶ τὴν ἀπέδωκαν εἰς τὴν περὶ τῆς μὴ χρησιμότητος τῶν Πρεσβειῶν πεποίθησίν σας· δὲν φαίνεται δὲ καθαρῶς ἐκ τῶν λόγων σας, ἂν λόγῳ μόνον οἰκονομίας τὰς κατηργήσατε. Ἐὰν δὲν ἐξεφράσθην καθαρὰ, μοὶ ἐπανάλαβε, θέλω ἀμέσως ἀναβῆ εἰς τὸ βῆμα καὶ ἐξηγηθῶ καλλίτερα.— Ἐκ τῆς συνομιλίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἦλθον μετὰ τοῦ κ. Δεληγεώργη, ἐνόησα, ὅτι ὁ κ. Δεληγεώργης τὸν λόγον τῆς οἰκονομίας μόνον κατ’ ἐπιφάνειαν ἀνέφερεν· εἶχε τὴν πεποίθησιν, ὅτι αἱ Πρεσβεῖαι δὲν ἦσαν καλῶς διωργανισμέναι καὶ ὅτι ἔπρεπε καλλίτερον νὰ διοργανισθῶσι διὰ νὰ ἦναι χρησιμώτεραι. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ τοῦτο, οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἐθεώρησε κατάλληλον νὰ τὰς καταργήσῃ, ἵνα δυνηθῇ κατόπιν νὰ τὰς ἀναδιοργανίσῃ καλλίτερον. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι οὐδεὶς τῶν πολιτικῶν ἀδρῶν τῆς Ἑλλάδος, τῶν ἐχόντων σημασίαν ἐν τῷ τόπῳ, ἔχει ποτὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι αἱ Πρεσβεῖαι εἶναι ἀνωφελεῖς. Ὅτε ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἦλθε κατὰ τὸ 1867 εἰς τὴν ἐξουσίαν, αἱ Πρεσβεῖαι δὲν ὑπῆρχον, καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος τὰς ἐσύστησε. Κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἓν μέγα ζήτημα ὑφίστατο, τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἀνεγνώρισεν ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος τὴν ἀνάγκην τοῦ ν’ ἀντιπροσωπεύηται ἐν Εὐρώπῃ ἡ Ἑλλάς. Τὸ ζήτημα παρῆλθεν ἐκεῖνο, ὁ δὲ κ. Κουμουνδοῦρος ἦλθε πάλιν εἰς τὰ πράγματα, εὗρε τὰς Πρεσβείας αὐτὰς τὰς ὁποίας ὁ ἴδιος ἐσύστησεν, ἀλλ’ οὐδέποτε διενοήθη νὰ τὰς καταργήσῃ, καὶ οὐχὶ μόνον τὰς διετήρησε, διότι βεβαίως τὰς ἐθεώρει ὡς ἀναγκαίας, ἀλλ’ ἐπλήρωσε καὶ τὰς κενὰς τῶν πρέσβεων θέσεις. Κύριοι, ἀφ’ ὅσα ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περὶ Πρεσβειῶν καὶ περὶ τῆς χρησιμότητος αὐτῶν, ἀφ’ ὅλα ὅσα σᾶς εἶπε προηγουμένως ὁ κ. Ζαΐμης, διότι ἤκουσα ὅτι καὶ σήμερον ὡμίλησεν, ἀλλὰ δυστυχῶς κωλυθεὶς ἀπὸ κατεπείγουσαν ὑπηρεσίαν δὲν ἠδυνήθην νὰ παρευρεθῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἐγκαίρως, ὅ,τι ἂν εἴπω ἐγὼ σήμερον περὶ τῆς χρησιμότητος τῶν Πρεσβειῶν, νομίζω, ὅτι δὲν ἤθελον πράξει ἄλλο, εἰμὴ νὰ κάμω μίαν ἐπανάληψιν. Εἶμαι βέβαιος ὅτι εἰς τὴν συνείδησιν ὅλων τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἵτινες εὑρίσκονται εἰς αὐτὴν τὴν Βουλὴν, ἐνυπάρχει ἡ πεποίθησις περὶ τῆς ἀνάγκης τῶν Πρεσβειῶν. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ἐνῷ κατέκρινε τὸ ὑπουργεῖον διὰ τὴν σπουδὴν, μὲ τὴν ὁποίαν συνέστησε τὰ Πρεσβείας, ἀνέφερε κατόπιν μεγάλα ζητήματα ἐνδιαφέροντα τὴν Ἑλλάδα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκκρεμῆ, καὶ μεμφόμενος τοὺς ὑπουργοὺς εἶπε: τί ἠμπορεῖτε νὰ πράξητε ἐπ’ αὐτῶν; —Πῶς θέλει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος νὰ ἐνεργήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἄνευ Πρεσβειῶν; Διά τίνος τρόπου ἀξιοῖ νὰ διεκδικήσωμεν ἐν Εὐρώπῃ τοσαῦτα μεγάλα ζητήματα, ὁπόταν θέλῃ νὰ μᾶς στερήσῃ τῶν κυριωτέρων πρὸς τοῦτο ὀργάνων; Ἡ διεκδίκησις, κύριοι, ὅλων αὐτῶν τῶν συμφερόντων ἐστὶν ἀνατεθειμένη εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν· ἀλλὰ τί θέλετε νὰ πράξῃ, κύριοι, τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο, ἄνευ τῶν ὀργάνων, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην, τίνι τρόπῳ θέλετε νὰ ὑπερασπισθῇ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν τὰ συμφέροντά μας; Πῶς ἠθέλαμεν δυνηθῆ νὰ πείσωμεν τὰς κραταιὰς Δυνάμεις, ἀπὸ τῶν ὁποίων πολλὰ κρέμανται, νὰ μᾶς παρέξωσι τὴν συνδρομήν των εἰς ὅσα δίκαια δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, ὅταν δὲν ἔχωμεν Πρέσβεις παρ’ αὐταῖς; Οὐδὲν ἔθνος ἔχον τόσα σπουδαῖα συμφέροντα, πρέπει νὰ στερῆται τοῦ δικαιώματος τῆς ἀντιπροσωπείας. Ὑπάρχουν μικρὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα μὴ ἔχοντα συμφέροντα μεγάλα νὰ διεκδικήσωσι, δὲν αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκην τῶν Πρεσβειῶν. Ἡ Ἑλλὰς ὅμως, ἂν καὶ μικρὰ Δύναμις, ἕνεκα τῆς γεωγραφικῆς θέσεώς της, ἔχει σημασίαν οὐ μικρὰν, ἔχει συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἕκαστος ἡμῶν κατανοεῖ καὶ τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀνάγκην ὑποστηρίξεως. Ὅταν δὲν ἔχουν τὰ μέσα αἱ Κυβερνήσεις, νὰ ὑποστηρίξουν αὐτὰ, διακινδυνεύουν, κύριοι, τὰ συμφέροντά μας, καὶ ἕνεκα μικρᾶς οἰκονομίας, τὴν ὁποίαν ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν, δυνάμεθα μεγάλως νὰ ζημιωθῶμεν. Δὲν θέλω νὰ σᾶς εἴπω τίποτε περὶ τῆς ἐθνικῆς φιλοτιμίας. Δὲν σᾶς λέγω ὅτι ἡ Ἑλλὰς, ἀνεξάρτητον ἔθνος, θέλει ἀφ’ ἑαυτῆς νὰ στερηθῇ τοῦ ὡραιοτέρου καὶ τοῦ πολυτιμοτέρου πλεονεκτήματος καὶ προνομίου, τὸ ὁποῖον ἔχουν τὰ ἔθνη τὰ ἀνεξάρτητα· παραλείπω ὅλα ταῦτα, σᾶς λέγω μόνον, ὅτι ὅταν στερηθῶμεν, λόγῳ μικρᾶς οἰκονομίας, τῶν κυριωτέρων ὀργάνων, δι’ ὧν δυνάμεθα νὰ ἐνεργήσωμεν διπλωματικῶς, θέλομεν διακινδυνεύσει οὐχὶ μικρὰ συμφέροντα· ἡ ἐνέργεια ἡ διπλωματικὴ, κύριοι, δυστυχῶς δὲν φαίνεται, οὐδὲ πρέπει νὰ φαίνηται, διότι τότε δὲν ὠφελεῖ ἀλλὰ βλάπτει. Εἶπόν τινες ὅτι κατεφρονήσαμεν, οὕτως εἰπεῖν, τὴν Βουλὴν, διότι ἐνῷ ἡ Βουλὴ κατήργησε τὰς Πρεσβείας, ἡμεῖς, χωρὶς νὰ ἀναμείνωμεν τὴν συναίνεσίν της, τὰς ἐπανεφέραμεν. Κύριοι, τὸ λέγω πρὸς τιμὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου, οὐδέποτε αἱ Πρεσβεῖαι κατηργήθησαν ἐκ πρωτοβουλίας τῆς Βουλῆς· ἡ Βουλὴ ποτὲ δὲν ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταργήσῃ τὰς Πρεσβείας· ὁπόταν μία Κυβέρνησις παρουσιάζῃ ἕνα προϋπολογισμὸν, εἰς τὸν ὁποῖον φέρει ἐλάττωσίν τινος πιστώσεως, ἡ Βουλὴ βεβαίως δὲν δύναται παρὰ νὰ δεχθῇ τὰς ἐλαττώσεις, διότι προορισμὸς τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ ἐλαττώνῃ καὶ ὄχι νὰ ζητῇ ἐκ πρωτοβουλίας αὔξησιν δαπανῶν. Ὁσάκις αἱ Πρεσβεῖαι κατηργήθησαν, κατηργήθησαν ἀπὸ τὰς Κυβερνήσεις, κατηργήθησαν ἐκ πρωτοβουλίας τῶν Κυβερνήσεων· πώποτε δὲ δὲν κατηργήθησαν εἰς τακτικὴν κατάστασιν πραγμάτων, ἀλλὰ πάντοτε εἰς ἀνώμαλον, πάντοτε ὁπόταν τὸ ἔθνος ἐπιέζετο ὑπὸ μεγάλων καὶ πολλῶν στενοχωριῶν, μόνον δὲ ἐν τακτικῇ τῶν πραγμάτων καταστάσει ἐσχάτως, ἐπὶ τοῦ κυρίου Δεληγεώργη, ἀπηλείφθη ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ πρὸς συντήρησιν αὐτῶν πίστωσις. Σᾶς εἶπον ἤδη τὸν ἀληθῆ τῆς καταργήσεώς των λόγον. Ἠθέλαμεν ἴσως δείξει ὀλιγωρίαν πρὸς τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς, ἐὰν εἶχον ἐσχάτως καταργηθῆ αἱ Πρεσβεῖαι τῇ πρωτοβουλίᾳ αὐτῆς· ἀλλ’ ὄχι μόνον δὲν κατηργήθησαν, τῇ πρωτοβουλίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις δὲν ἠθέλησεν οὔτε κἂν νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλὴν, τὰς κατήργησε διοικητικῶς, πρὶν ἢ λάβῃ τὴν γνώμην της. Ἡμεῖς ἀπ’ ἐναντίας ἠθελήσαμεν νὰ λάβωμεν τὴν συναίνεσιν τῆς Βουλῆς, πρὶν ἢ ἐπαναφέρωμεν αὐτὰς, διὸ καὶ, ἅμα ἤλθομεν εἰς τὰ πράγματα, τὸ πρῶτον ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐπράξαμεν, ἦτο νὰ ζητήσωμεν πίστωσιν πρὸς ἐπάνοδον τῶν Πρεσβειῶν. Τί νὰ εἴπω, κύριοι, περὶ τῶν ἐπιόρκων τούτων σκοπῶν, τῶν δολίων σκοπῶν, τῶν ἐγκληματικῶν, τοὺς ὁποίους παρήνειραν οἱ δύω βουλευταὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως! Ἐὰν σκοπὸς τοιοῦτος ὑπῆρχε, θὰ ὑπῆρχε βεβαίως ἀπὸ τῆς γεννήσεως τοῦ ὑπουργείου τούτου. Γινώσκετε, κύριοι, τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ ἐλήφθη ἐκ τῶν κόλπων τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἅμα ἐγεννήθη, ἀμέσως ὑπέβαλε τὸν προϋπολογισμὸν, δι’ οὗ ἐζήτει τὴν ἐπάνοδον τῶν Πρεσβειῶν, ὥστε οἱ κακοῦργοι οὗτοι σκοποὶ θὰ ὑπῆρχον εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, διότι ἐζητήσαμεν, ὡς προεῖπον, τὰς πιστώσεις ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν τῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐγκαταστάσεώς μας.
§102ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς τότε τὰ ἐχαλάσαμεν, διῃρέθημεν.
§103Ι. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Τότε ἔπρεπε νὰ κάμνωμεν συνάλλαγμα μαζῆ σας. Ἡ διαίρεσις, κ. Κουμουνδοῦρε, δὲν εἶχεν ἀκόμη ἐπέλθει, καὶ ἐφ’ ἱκανὸν ἀκόμη χρόνον ἐλέγετε ὅτι μᾶς ὑπεστηρίζετε.
§104ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐμάθαμεν ὅτι συνενοεῖσθε μετ’ ἄλλων.
§105Ι. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον τοιαῦτα πράγματα νὰ φέρωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, μὲ τόσον γενικὰς καὶ ἀμφιβόλους ἰδέας· πρέπει ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου νὰ ζητῆται ἡ ἀλήθεια σαφῶς καὶ καθαρῶς, πρέπει νὰ φέρωνται πράγματα, διότι ἄνευ πραγμάτων δὲν δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις. Κύριοι, νομίζω περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψω περισσότερον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, σᾶς λέγω μόνον ὀλίγα καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὸν πενιχρὸν βίον, τὸν ὁποῖον, κατὰ τὸν κ. Μαυρομιχάλην, οἱ Πρέσβεις διάγουσιν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Δὲν ἠξεύρω ποίας πληροφορίας ἔχει ὁ κ. Μαυρομιχάλης, ἐγὼ γνωρίζω ὅτι οἱ Πρέσβεις ἡμῶν, μὲ τὴν ὄχι τόσῳ πλουσίαν χορήγησίν των, ζῶσιν εὐπρεπῶς, οὐδεὶς δὲ τούτων κατοικεῖ κακῶς. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι οἱ μισθοί των δὲν εἶναι μεγάλοι, εἶναι ἀληθὲς ὅτι οἱ Πρέσβεις τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀφομοιωθοῦν μὲ τοὺς Πρέσβεις τῶν ἄλλων ἐθνῶν, οὔτε καὶ μὲ τοὺς ὑπουργοὺς αὐτῶν· ἀλλὰ μήπως οἱ ὑπουργοὶ ἐν Ἑλλάδι δύνανται ν’ ἀφομοιωθῶσιν μὲ τοὺς ὑπουργοὺς ἢ καὶ τοὺς Πρέσβεις τῶν Εὐρωπαϊκῶν ἐθνῶν; Ποῖος εἶναι μισθὸς τῶν ὑπουργῶν τῆς Ἑλλάδος καὶ ποῖος εἶναι τῶν Πρέσβεων τῶν ξένων ἐθνῶν! Ἐπειδὴ δὲ οἱ Ἕλληνες ὑπουργοὶ δὲν δύνανται νὰ ζήσωσιν ὡς οἱ ὑπουργοὶ καὶ οἱ Πρέσβεις τῶν ἄλλων Δυνάμεων, πρέπει διὰ τοῦτο νὰ καταργηθῶσιν αἱ θέσεις τῶν ὑπουργῶν ἐν Ἑλλάδι; Ὅλος ὁ κόσμος γνωρίζει ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι οὔτε πλουσία, οὔτε μεγάλη· οὐδεὶς ἑπομένως ἀξιοῖ ὅτι πρέπει νὰ ἐξισωθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι αὐτῆς πρὸς τοὺς τῶν ἄλλων Δυνάμεων. Κύριοι, τελευτῶν τὸν λόγον, ἀπευθύνω ὑμῖν μίαν παρατήρησιν. Ἡ Ἑλλὰς ἡ ἀνεξάρτητος Ἑλλὰς τὴν σήμερον, ἔστι προϊὸν τῆς κοινῆς γνώμης τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου· μ’ ὅλους τοὺς ἀγῶνας τῶν πατέρων μας, μ’ ὅλας τὰς θυσίας αὐτῶν, μ’ ὅλον τὸ αἷμα, ὅπερ ἔῤῥευσε ποταμηδὸν καὶ ἐπότισε τὸ ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος, μ’ ὅλην τὴν ἀξιοθαύμαστον καρτερίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δὲν ἠδύνατο ἐπὶ τέλους ἢ νὰ ὑποκύψῃ ἀπέναντι ἀνίσων καὶ μεγάλων Δυνάμεων, καὶ ἤθελεν ὑποκύψει, ἂν ἡ κοινὴ γνώμη τῆς Εὐρώπης δὲν ἐξηγείρετο ὑπὲρ ἡμῶν καὶ δὲν ὑποχρέου τινὰς τῶν κραταιῶν Δυνάμεων, εὐνοϊκῶς ἤδη διατεθειμένων ὑπὲρ ἡμῶν, νὰ τείνωσιν ἡμῖν χεῖρα βοηθείας καὶ ἐξασφαλίσωσι τὴν ἀπελευθέρωσίν μας. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι κατὰ μέγα μέρος εἰς τὴν κοινὴν γνώμην τῆς Εὐρώπης ὀφείλομεν τὴν ἀνεξαρτησίαν ἡμῶν. Ἔπαυσεν ὁ ἀγὼν ἐκεῖνος, ὁ ἀγὼν τοῦ πολέμου, τῶν κακουχιῶν, τῶν θυσιῶν· τὸν διεδέχθη ὅμως ἕτερος ἀγὼν, ὁ ἀγὼν τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως, ὁ ἀγὼν τοῦ διοργανισμοῦ ἡμῶν, τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἀνεξαρτησίας μας. Νομίζετε, κύριοι, ὅτι εἰς αὐτὸ τὸ στάδιον τοῦ νέου ἀγῶνος δὲν ἔχομεν πλέον ἀνάγκην τῆς κοινῆς γνώμης ἐν Εὐρώπῃ; Ναὶ, κύριοι, ἔχομεν ἀνάγκην καὶ περὶ πολλοῦ πρέπει νὰ ποιώμεθα τὴν κοινὴν γνώμην τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου· τίνι τρόπῳ ὅμως δυνάμεθα νὰ ἐφελκύσωμεν αὐτὴν ὑπὲρ ἡμῶν; διὰ τῆς ἀντιπροσωπεύσεως. Τὸ ἔθνος, ὅπερ δὲν ἀντιπροσωπεύεται εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, πιστεύσατέ με λησμονεῖται καὶ ὑπὸ τῶν κυβερνήσεων καὶ ὑπὸ τῶν λαῶν. Ἐὰν δὲν πιστεύητε εἰς τοὺς λόγους μου, ἐρωτήσατε πάντας τοὺς κατὰ καιροὺς ἀντιπροσωπεύσαντας τὴν Ἑλλάδα εἰς τοὺς διεθνεῖς συλλόγους τοὺς ἀπό τινος χρόνου συγκροτουμένους εἰς τὴν Εὐρώπην, ἐρωτήσατε ὅλους τοὺς εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἀποδημοῦντας καὶ ἐπιστρέφοντας, καὶ θέλετε ἀκούσει παρ’ αὐτῶν, ὡς ἐξ ἑνὸς στόματος ὅτι ἡ Ἑλλὰς μὴ ἀντιπροσωπευομένη εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν λησμονεῖται.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλος δὲν ἔχει τὸν λόγον, κύριοι;
§107ΤΙΝΕΣ. Ὁ κ. Μίλησης.
§108Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐγὼ τὸν ἐζήτησα προτήτερα.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στάϊκος ἔχει τὸν λόγον.
§110ΣΤΑΪΚΟΣ. Μελετημένη καὶ προπαρεσκευασμένη μερὶς τῆς ἀντιπολιτεύσεως κατέτριψε τὸν χρόνον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, συζητοῦσα εἰς ζητήματα πολιτικά. Εἶναι μερὶς τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καθ’ ὅσον εἷς τῶν ἡγετῶν αὐτῆς, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴς, οὔτε συνδράμει, οὔτε συντρέχει τὴν πορείαν, ἣν εἰς τὰς συζητήσεις ἔδωκεν ἑτέρα τις μερὶς τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἀπροπαράσκευοι ἡμεῖς, μὴ περιμένοντες τοιαύτας συζητήσεις, βεβαίως ἠθέλομεν ἡττηθῆ καὶ ὀπισθοχωρήσει, ἂν τὰ ἐπιχειρήματα, ἐὰν αἱ αἰτιάσεις, ἃς οἱ προλαλήσαντες ἔφερον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἦσαν τοιαῦται, ὥστε πρὸς στιγμὴν τουλάχιστον νὰ πλανήσωσι τοὺς ἁπλουστέρους. Δὲν προτίθεμαι, κύριοι, νὰ παρακολουθήσω τοὺς ῥήτορας τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἰς τὰς μακρὰς ἐκδρομὰς καὶ τὰ περὶ τῆς ἐν γένει πολιτικῆς, δὲν προτίθεμαι νὰ θίξω τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, διότι καὶ γενικῶς καὶ εἰς τὰ καθέκαστα ἀρκούντως ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀναπτύχθη καὶ μετὰ μεγίστης πειθοῦς καὶ μετριότητος ἐξετέθη χθές. Ἄλλως τε, τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, ἤθελεν εἶσθαι τόλμη νὰ θίξω ἐγὼ ἐπέναντι τῶν ἐγνωσμένων οἰκονομολόγων, τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ Σωτηροπούλου, μὅλον ὅτι ἂς μοὶ ἐπιτρέψουν νὰ εἴπω, ὅτι μεγαλειτέραν ἐπερίμενα παρ’ αὐτῶν ἀνάπτυξιν τῶν οἰκονομικῶν των γνώσεων· διότι δὲν εἶναι μεγίστη οἰκονομολογικὴ ἀξία, τὸ νὰ ἔρχωνται καὶ νὰ θέλωσι νὰ μᾶς ἀποδείξωσιν ὅτι ἡ οἰκονομική μας κατάστασις εἶναι κακὴ, τοῦτο εἶναι γνωστὸν· ἐπερίμενα νὰ ἔλθωσι καὶ ἀποδείξωσι τὰ μέσα τῆς διορθώσεως τῆς οἰκονομικῆς μας καταστάσεως. Ἐν τούτοις αἱ ἀντιῤῥήσεις των κυρίως περιεστράφησαν ὡς πρὸς τὰς γενομένας δαπάνας ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν σύστασιν τῶν Πρεσβειῶν, καὶ διὰ τὸ κονδύλιον τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ὡς πρὸς τὰς Πρεσβείας, κατόπιν τῆς πειστικοτάτης, λογικωτάτης ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργοῦ, τοῦ πρὸ ὀλίγου καταβάντος τὸ βῆμα τοῦτο, θεωρῶ πάντη περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψω· ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τὸ στρατιωτικόν, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω λέξεις τινάς, διότι μετὰ λύπης μου παρετήρησα, ὅτι τὸν στρατὸν καὶ τὰς πρὸς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ παραγνωρίζουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες πρὸ πάντων ὤφειλον νὰ ὑποστηρίζουσι τὸν στρατόν. Δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκφέρῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσήνης βουλευτὴς κ. Κουμουνδοῦρος τὰς φράσεις, ὅτι ὁ στρατὸς ἀνατρέφεται ἐν παρανομίᾳ, ὅτι ὠθεῖται καὶ διδάσκεται νὰ παρανομῇ. Ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς, ἀξιότιμε ἐκ Μεσσήνης βουλευτὰ, δὲν ζῇ οὔτε ἀπὸ χθὲς οὔτε ἀπὸ προχθὲς, οὔτε πρὸ 5, οὔτε πρὸ 20, οὔτε πρὸ 100 ἐτῶν· ὁ ἐθνικὸς στρατὸς ζῇ ἀπὸ τῆς ἁλώσεως τοῦ Βυζαντίου. Ἀμέσως μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας ἀνεφάνησαν τὰ λεγόμενα ἀρματολίκια καὶ καπετανάτα. Αὐτὰ ὑπῆρξαν ὁ πυρὴν τοῦ σημερινοῦ στρατοῦ. Ἐπὶ 4 αἰῶνας ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἐξεπλήρωσε πάντοτε τὰ πρὸς τὴν πατρίδα καθήκοντα καὶ ὑποχρεώσεις. Ὁ στρατὸς ὁ Ἑλληνικὸς πρωτηγωνίστησε πάντοτε, ὅταν ἐπρόκειτο περὶ ἐλευθεριῶν καὶ δικαιωμάτων τοῦ ἔθνους.
§111ΚΑΪΡΗΣ. Διὰ τὰς ἐκλογὰς.......;
§112ΣΤΑΪΚΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω, καὶ ἐκεῖνο, τὶ κάμνει ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ὅταν κάμνει ἐκλογάς. Ἀλλὰ τὸ 1821 τότε ὁ στρατὸς αὐτὸς παρουσίασεν ἑνότητα· ἐτελείωσεν ὁ Ἑλληνικὸς ἀγών, ἢ διεκόπη κατὰ τοὺς μεγαλοϊδεάτας· ἐπῆλθε ξένη δυναστεία μετὰ ξένου στρατοῦ· ὁ στρατὸς ἐκεῖνος, ὁ στρατὸς ὁ Ἑλληνικός, διεμαρτυρήθη, καὶ μετὰ τὴν κατοχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους ὑπὸ τοῦ ξενικοῦ ἐκείνου στρατοῦ, τὰ λείψανα τοῦ στρατοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ προέβησαν εἰς διαμαρτυρήσεις κατὰ τῆς ξένης κατοχῆς. Ὅταν ἡ ἀπαιτουμένη διοικητικὴ ἀνάπτυξις ἐπῆλθεν εἰς ὅλας τὰς κοινωνικὰς τάξεις καὶ ἡ ἰδέα τῆς διοικήσεως τοῦ ἔθνους διὰ τοῦ ἔθνους κατὰ τὴν πεποίθησιν ὑμῶν, ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς κατέλαβε τὴν πρωτοβουλίαν τῆς καθιερώσεως τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν.
§113Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κατὰ δυστυχίαν.
§114Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς συνταγματικῆς πολιτείας, ἂν σεῖς δύνασθε.......;
§115Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἔπρεπεν οἱ πολιτευόμενοι νὰ κινήσωσι τοῦτο καὶ ὄχι ὁ στρατός (θόρυβος). Δὲν εἶναι ἐλευθερία αὐτὴ, εἶναι δεσποτισμός.
§116Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Οἰτύλου βουλευτὴν εἰς τὴν διακοπὴν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπηύθυνε μίαν ἡμέραν, φέρω ἀπάντησιν· πρὸ δεκαετίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι ἀξιωματικὸς τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ καὶ οὐδέποτε συνώμοσα κατὰ τῶν καθεστώτων· καὶ ἂν ἤθελον εὑρεθῇ ποτε εἰς τὴν ἀπόνοιαν νὰ διαπράξω τοῦτο ἤθελον πράξει, τὸ καθῆκόν μου.
§117Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δυνάμει τῆς καταστάσεως αὐτῆς ἐγείνατε ἀξιωματικός.
§118Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Μὲ ἔκαμεν τὸ ἔθνος, ὄχι σεῖς. Ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς πρωτηγωνίστησε, κύριοι, πάντοτε ὁσάκις ἐπρόκειτο περὶ ἐθνικῶν ζητημάτων, καὶ ὁ στρατὸς ὁ Ἑλληνικὸς ἀνετράφη οὕτω πως. Κάμνω, κύριοι, τὴν ἀνάπτυξιν αὐτὴν, θέλων ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Κουμουνδοῦρον αἰτιαθέντα τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν, ὅτι ἀνατρέφεται μὴ ἐθνικῶς. Οὐδὲ ἔγκειται εἰς τὸν Ἑλληνικὸν χαρακτῆρα, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν ποτὲ ἐκ μέρους βουλευτοῦ, νὰ ἔχῃ αὐτὰς τὰς ἰδέας, ὅτι....
§119ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς διακόψω;
§120Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Μάλιστα.
§121ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λέγω, ὅτι τὸν ἀνατρέφετε κακῶς, τὸν σπρόχνετε πρὸς τὸ ἔγκλημα καὶ τὴν παρανομίαν.
§122Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Λυποῦμαι· δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἔλθω εἰς ἀνάπτυξιν περισσοτέραν περὶ τούτου, ἀλλὰ δὲν ἐπερίμενα ν’ ἀκούσω ἀπὸ τὸν πρωθυπουργὸν τοῦ 1867 ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ὠθεῖται εἰς τὴν παρανομίαν καὶ διδάσκεται εἰς τὴν παρανομίαν. Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου βουλευτὴς δὲν περιωρίσθη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874· ἐνθυμεῖσθε ὅτι εἰσῆλθεν καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1875.
§123Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Λανθάνεσθε, ἂν λέγητε ὁ ἐξ Οἰτύλου βουλευτής.
§124Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐκ Μεσσήνης εἶπον. — Τότε, εἶπον, ἐὰν ἐλάμβανε τὸν κόπον ν’ ἀναγνώσῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἤθελε πεισθῆ ὅτι πρόκειται νὰ παύσῃ ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς νὰ ᾖναι μόνον σωρεία χρησιμεύουσα εἰς ἔργα ξένα τοῦ προορισμοῦ του. Ἡ ἔκθεσις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἀναφέρει ῥητῶς ὅτι σήμερον διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ στρατοῦ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιδιώκει τὸν καταρτισμὸν τοῦ στρατοῦ, καὶ θέλετε ἰδεῖ ὅτι τὸ καθῆκον τῆς ὑπηρεσίας καὶ τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους ζητεῖται.
§125ΜΙΛΗΣΗΣ. Τῶν εἰσπρακτόρων.
§126Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐσεῖς τὸν ἀναγκάζετε εἰς τοῦτο.— Πρόκειται περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, τὸ ὁποῖον πάντοτε ζητεῖτε, καὶ ὅταν πρόκειται νὰ αἰτιαθῆτε τὴν Κυβέρνησιν ἔρχεσθε καὶ ὑβρίζετε. Λέγω τοῦτο, καθόσον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσήνης βουλευτὴς εἶπεν ὅτι ἡ ἔκθεσις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καταστρέφει τὸν στρατόν· δὲν ἠθέλησε νὰ ἴδῃ ὅτι λαμβάνεται πρόνοια περὶ ἀποκαταστάσεως τοῦ στρατοῦ· καὶ ἐν οἰκείῳ χρόνῳ, τότε πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Οἰτύλου βουλευτὴν θέλω δώσει τὴν δέουσαν ἀπάντησιν. Ἀρκούντως ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὑπουργὸς ἀπήντησε πρὸς τὰς κατὰ τῆς Βουλῆς ῥιφθείσας μομφὰς ἐκ μέρους τοῦ ἐκ Μεσσήνης κ. βουλευτοῦ, ὡς καὶ περὶ τῆς ἀτόπου καὶ ἀκαίρου συχνῆς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπαγγελίας, ὡς μὴ ὤφειλεν, τοῦ βασιλικοῦ ὀνόματος. Πρὸ παντὸς ἄλλου αἱ ἐν τῷ περιβόλῳ διδασκαλίαι τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου πρέπει νὰ ὦσιν εὐλαβέστεραι προκειμένου περὶ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος, τοῦ ἀνευθύνου, κατὰ τὸ πολίτευμά μας. Δὲν ἐννοῶ, κύριοι, ὡς στρατιωτικὸς τὸν κλάδον νὰ ἀκούσω νέαν μομφὴν, ὅτι ἐγὼ πρώτην φορὰν ἐρχόμενος εἰς τὸ Κοινοβούλιον τολμῶ νὰ κάμω παρατηρήσεις πρὸς τοὺς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ γηράσαντας· ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσιν ὅμως τὸ δικαίωμα αὐτὸ, διότι ὅταν βλέπω τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα, τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος παραγνωριζομένας παρ’ ἐκείνων οἵτινες ἐπαγγέλλονται τὸν φύλακα τὸν ἄγρυπνον τοῦ Συντάγματος καὶ τὸν διδάσκαλον τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου, τότε μοὶ ἐπέρχεται ἡ ἰδέα, ὡς ἂν νὰ ἴδω ἀρχιεπίσκοπον διαπράττοντα φόνον· ὁ φόνος εἶναι ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον τιμωρεῖται ὅστις δήποτε καὶ ἂν τὸ πράξῃ, ἀλλὰ κάμει ἄλλην ἐντύπωσιν, ὅταν γείνῃ ἀπὸ ἀρχιεπίσκοπον. Ὤφειλον λοιπὸν νὰ ᾖναι προφυλακτικώτεροι, καὶ ἐπιφυλακτικώτεροι, ὁσάκις πρόκειται περὶ Βασιλέως, τοσοῦτον μᾶλλον καθ’ ὅσον ἡ ἀντιπολίτευσις .......... Εἶναι ἀληθὲς ὅτι πᾶν ὅ,τι ἀπαγγέλλεται ἐν ἐπισημότητι, εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸν Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων, ὅστις εἶναι ἐν πληρεστάτῃ γνώσει τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, οὐδέποτε ἤθελε τεθῆ φράσις ἀνοικεία καὶ ἀνάρμοστος ἢ ψευδὴς, προκειμένου νὰ ἐκφράσῃ τὰς ἰδέας περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, διότι οἱ πλεῖστοι εἴχετε τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσητε εἰς τὸν Βασιλέα ὅσα εἴχετε, ἐν δὲ τῇ πορείᾳ του, καὶ τῇ εἰλικρινείᾳ του, καὶ τῇ συνέσει του, εἶναι εἰς θέσιν νὰ ζυγίσῃ τὰς πληροφορίας τοῦ μέν ἢ τοῦ δέ, καὶ σχηματίσῃ τὴν πεποίθησίν του. Ἀλλὰ, κύριοι, ταῦτα, ὡς πρὸς τὸν ἐκ Μεσσήνης Βουλευτήν· τί ὅμως νὰ εἴπω προκειμένου περὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ κυρίου Μαυρομιχάλη, ὁμιλήσαντος περὶ στρατοῦ; Σᾶς εἶπε, κύριοι, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου βουλευτὴς, ὁ εἰδικώτερος ἐμοῦ βεβαίως προκειμένου περὶ στρατιωτικοῦ ζητήματος, διότι καὶ εἷς τῶν ἀνωτέρω ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τυγχάνει, καὶ χρόνους μακροὺς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἔζησε καὶ ἑπομένως πλειοτέρας ἐμοῦ κέκτηται γνώσεις τῆς ὑπηρεσίας, Σᾶς εἶπε περὶ τῆς πιστώσεως, τὴν ὁποίαν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ζητεῖ δι’ αὔξησιν ἱματισμοῦ, προσθήκην ἱματισμοῦ. Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐξηγηθῶ ὀλίγον, διότι οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζωσι τὰ καθέκαστα, καὶ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον γίνεται τοῦτο. Ὁ ἱματισμὸς εἶναι τοῦ στρατιώτου, καὶ διὰ τοῦτο, κάμνων ὀλιγωτέραν δαπάνην ἐνδυμάτων, ἀφιέμενος λαμβάνει καὶ χρήματα· καθ’ ἑκάστην κρατοῦνται ἀπὸ τὸν μισθὸν τοῦ στρατιώτου 20 λεπτὰ, τὰ ὁποῖα ὀνομάζονται κατάθεσις, καὶ τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὸν μῆνα 6 δραχμὰς, καὶ εἰς ὅλον τὸ ἔτος 72 δραχμάς· ὁ ἱματισμὸς πλήρης κοστίζει 104 δραχμάς. Τὸ Δημόσιον λοιπὸν χορηγεῖ τὰ μέσα εἰς τὸν ὁπλίτην του, καὶ τὸ χρέος αὐτὸ ἐξοφλεῖται κατὰ τὸ διάστημα τῆς τριετίας του. Ὅταν συμπέσῃ νὰ ἐπισπευσθῇ στρατολογία, ὅπως ἐπεσπεύσθη τὸ τρέχον ἔτος, καὶ ἐπεσπεύσθη διότι ἡ οὐχὶ δυνατὴ κατ’ ἐμὲ ἀπόλυσις τῶν ἐφέδρων προὐκάλεσαν ἀνάγκην καὶ ἱματισμοῦ περὶ τὴν ὑπηρεσίαν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπαρκέσωσιν οἱ ὑπολειπόμενοι ἄνδρες εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἐπῆλθεν ἡ ἐπίσπευσις τῆς νεοσυλλεξίας. Τὸ Ὑπουργεῖον λοιπὸν τῶν Στρατιωτικῶν εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐνδύσῃ περισσοτέρους ὁπλίτας, καὶ νὰ ζητήσῃ αὔξησιν τοῦ ποσοῦ. Τώρα τὸ ποσὸν αὐτὸ μένει εἰς τὸ Δημόσιον καὶ πληρώνεται ἀπὸ τοὺς ἀποχωροῦντας στρατιώτας· θὰ εὕρητε δὲ πληθὺν πιστώσεων ἀκυρωθεισῶν· ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἠκυρώθη πίστωσις 145, 000 δραχ., διότι τὸ χρῆμα μένει ἐν τῷ Δημοσίῳ Ταμείῳ, ἀλλὰ προκαταβάλλεται.
§127ΜΙΛΗΣΗΣ. Μίαν πληροφορίαν παρακαλῶ· ἐπειδὴ εἶσθε ἄνθρωπος εἰδικὸς, καὶ ἐγὼ ἀγνοῶ τὰ στρατιωτικὰ, δύνασθε νὰ μὲ πληροφορήσητε, ἐὰν τὰ στελέχη τῶν ταγμάτων τοῦ στρατοῦ ἦναι ἓν πράγματι οἷα σημειοῦνται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ;
§128ΣΤΑΪΚΟΣ. Ποτὲ τοῦτο δὲν συμβαίνει εἰς κἀνένα στρατὸν τοῦ κόσμου.
§129ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν μοὶ λέγετε τοὐλάχιστον τί μᾶς κοστίζει εἷς στρατιώτης;
§130ΣΤΑΪΚΟΣ. 25 δρ. κατὰ μῆνα ἐπάνω κάτω μὲ ὅλην του τὴν ἐξάρτησιν.
§131ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐγὼ μανθάνω, ὅτι κοστίζει περισσότερον.
§132ΡΟΥΚΗΣ. 40 δραχμάς.
§133ΜΙΛΗΣΗΣ. 500 ἢ 600 δρ. κατ’ ἔτος.
§134ΣΤΑΪΚΟΣ. Μὲ ὅλα· ἀλλ’ ὁ στρατωνισμὸς, ὁ ὁπλισμὸς δὲν χάνεται.
§135ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἀλλὰ φθείρεται.
§136ΣΤΑΪΚΟΣ. Ὁ στρατιώτης δὲν ὑπερβαίνει ποτὲ τὰς 600 δρ. περιλαμβανομένου καὶ τοῦ στρατωνισμοῦ καὶ τοῦ ὁπλισμοῦ.
§137ΜΙΛΗΣΗΣ. Κάμετέ μου τὴν χάριν νὰ συμπληρώσητε τὰς πληροφορίας, τῶν ὁποίων ἔχω ἀνάγκην. Ἠξεύρετε, ὅτι πολλὰ τάγματα ἔχουν μόνον 200 στρατιώτας....
§138ΣΤΑΪΚΟΣ. Κἀνὲν τάγμα δὲν ἔχει ἔλαττον τῶν 500.
§139ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἠξεύρετε διὰ πόσους στρατιώτας δίδομεν πίστωσιν;
§140ΣΤΑΪΚΟΣ. Διὰ πλήρη τὴν δύναμιν.
§141ΜΙΛΗΣΗΣ. Τί γίνονται τὰ ἄλλα;
§142ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐπανέρχονται εἰς τὸ ταμεῖον· 4,000,000 ἐπανῆλθον εἰς τὸ ταμεῖον ἀπὸ τοῦ 62 μέχρι τοῦ 72. Προσθέσατε δὲ, ὅτι ἀπὸ τοὺς ἰδίους προϋπολογισμοὺς ἐκπίπτονται δαπάναι.
§143ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ (ὑπουργὸς Ναυτικῶν). 10% ἐκπίπτονται.
§144ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι ν’ ἀμφιβάλλω ὅτι γίνεται ἀκριβὴς ἡ ἔκπτωσις.
§145ΣΤΑΪΚΟΣ. Τέλος πάντων ἐγὼ ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὴν ἔκπληξίν μου, διότι ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον ἐξ Οἰτύλου βουλευτὴν κ. Μαυρομιχάλην οἱονεὶ μεμφόμενον καὶ τοῦτον μετὰ τῶν ἄλλων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διότι τὸ ὑπερβάλον τοῦ προϋπολογισμοῦ δαπανᾶται εἰς βαθμολογίαν ἀξιωματικῶν. Νομίζω, μολονότι τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές, ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἦτον ἀληθές, ὤφειλεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου βουλευτὴς νὰ ἐνθυμηθῇ τὰς περιστάσεις ἐκείνας, ὑπὸ τὰς ὁποίας διετέλει ἀξιωματικὸς καὶ ὑπηρετῶν εἰς τὰς τάξεις, καὶ, ὅταν ἀπέναντί του δὲν ἔβλεπε τίποτε παρὰ τὸ χρέος, ὅταν μέλλον εὐρὺ καὶ ἄξιον εἰς τὴν ἱκανότητά του καὶ τὰς γνώσεις του δὲν παρουσιάζετο, ποία τὸν καταλάμβανε τότε ἀπελπιστικὴ θέσις. Δὲν ἔπρεπε λοιπὸν σήμερον νὰ λησμονήσῃ ἑαυτὸν, ἔπρεπε νὰ ἐκτιμῶμεν τὴν θέσιν τῶν ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρετούντων ἀξιωματικῶν, ἀναλογιζόμενοι τὴν θέσιν ἡμῶν, ὅτι ὑπηρετοῦμεν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Ἄλλως τε, κύριοι, ὀφείλω νὰ σᾶς παρατηρήσω, διότι ἐξῆλθον ἀπὸ τοῦ στόματος ἀξιωματικοῦ καὶ ἑπομένως οἱ πλεῖστοι θὰ τὸ πιστεύσετε, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δημιουργήσῃ θέσεις πέραν τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καθιερωμένων, καὶ ὁ νόμος τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ὁ ἐνιαύσιος προϋπολογισμός.
§146ΖΩΧΙΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ κακόν.
§147ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Μαυρομιχάλην, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι τοῦτο γίνεται πρὸς δημιουργίαν βαθμῶν, ὡς ἂν ἦτον ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν αὐθαίρετος πασσᾶς, ὁ ὁποῖος διανέμει βαθμοὺς κατὰ βούλησιν. Καὶ δὲν εἶναι ἀληθὴς ἡ ἀναλογία, τὴν ὁποίαν ἔφερε πρὸς ἄλλους στρατούς. Ἴσως δὲν κατώρθωσα ἐγὼ νὰ μάθω τόσας εἰδικότητας ἰδὼν ξένους στρατούς, ὅπως ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Οἰτύλου, δύναμαι ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἀναλογία τῶν τριῶν ἀξιωματικῶν πρὸς τοὺς 100 δὲν εἶναι ἀκριβής, διότι καὶ εἰς τὸν Γαλλικὸν στρατὸν, τοῦ ὁποίου τὸν κανονισμὸν ἔχομεν ἐν χρήσει, ὑπάρχουν εἰς ἕκαστον λόχον δύω ἀνθυπολοχαγοί.
§148ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἀπατᾶσθε.
§149ΣΤΑΪΚΟΣ. Τὸ γνωρίζω, διότι ὑπηρέτησα.
§150ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν εἶσθε φαίνεται, ἐνήμεροι.
§151ΣΤΑΪΚΟΣ. Ὁ κανονισμός μας, κ. Μαυρομιχάλη, ἀπαιτεῖ δύω ἀνθυπολοχαγοὺς, ναὶ ἢ ὄχι; εἶναι μετάφρασις τοῦ Γαλλικοῦ κανονισμοῦ τῶν γυμνασίων ὁ ἰδικός μας.
§152ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι μετάφρασις, εἶναι σύνθεσις Ἑλληνική.
§153ΡΟΥΚΗΣ. Κύριε Στάϊκε, εἶναι μετάφρασις, ἀλλ’ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἶναι τῆς ἐπινοίας τῆς Ἑλληνικῆς.
§154ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἔχομεν δύω ἀνθυπολοχαγούς;
§155ΡΟΥΚΗΣ. Ἔχομεν.
§156ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶναι λυπηρὸν, εἰς ἓν Κοινοβούλιον νὰ γίνηται λόγος περὶ τοιούτων εἰδικῶν πραγμάτων· ἐπειδὴ ὅμως ἐπιμένετε εἰς λεπτομερείας, ἐγὼ ἐνόσῳ εἶμαι παρὼν δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ἀκούω χωρὶς νὰ ἀναιρῶ διὰ τῶν λόγων ὅ,τι ἀπέδειξα, ὅτι τὰ Ἑλληνικὰ γυμνάσια δὲν εἶναι μετάφρασις τοῦ Γαλλικοῦ κανονισμοῦ ....
§157ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἡ βάσις τῶν γυμνασίων εἶναι τὸ σχολεῖον τοῦ οὐλαμοῦ, ναὶ ἢ ὄχι;
§158ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὄχι!
§159ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἡ βάσις παντὸς στρατοῦ εἶναι τὸ σχολεῖον τοῦ οὐλαμοῦ, καὶ τὸ σχολεῖον τοῦ οὐλαμοῦ εἶναι λέξις πρὸς λέξιν μεταφρασμένον ἀπὸ τὸν Γαλικὸν κανονισμόν. Τέλος πάντων ἡ ἀναλογία, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ κ. Μαυρομιχάλης, δὲν ὑφίσταται, διότι καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι τοῦτο εἶναι δυνατὸν, ἐγὼ δύναμαι διὰ πραγμάτων νὰ ἀποδείξω, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθές. Παραδέχομαι ὅτι 100 ἄνδρες κατὰ λόγον ἔχουν 3 ἀξιωματικοὺς, ἀλλὰ τί γίνεται ὁ ὑποδιοικητὴς τοῦ τάγματος, ὁ ὑπασπιστὴς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν δύναμιν;
§160ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὰ τάγματα τῆς Γαλλίας δὲν ἔχουν ὑποδιοικητάς.
§161ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἔχουν διοικητάς.
§162ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἔχουν ἕνα.
§163ΣΤΑΪΚΟΣ. Καὶ τὰ τάγματα τῶν εὐζώνων ἔχουν καὶ ὑποδιοικητήν.
§164ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὄχι.
§165ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μοὶ λέγετε τί ἐνδιαφέρεται ἡ Βουλὴ εἰς αὐτά;
§166ΣΤΑΪΚΟΣ. Τέλος πάντων ὅ,τι δύναμαι νὰ βεβαιώσω χωρὶς νὰ σᾶς κουράσω μὲ λεπτομερείας, εἶναι ὅτι ἡ ἀναλογία, ἡ ὁποία τίθεται εἰς τοὺς ξένους στρατοὺς, εἶναι ἡ αὐτὴ καὶ εἰς τὸν Ἑλληνικόν· οὔτε ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ προβιβάζειν ἢ βαθμολογεῖν πέραν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐψηφισμένου παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἐννοῶ πολὺ καλὰ τὴν ἐπιθυμίαν καὶ τὴν τάσιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως νὰ αἰτιᾶται τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ νὰ διαστρέφωμεν τὴν ἀλήθειαν, νὰ ἐκθέτωμεν μὴ ἀκριβείας ἀπὸ τοῦ βήματος, τοῦτο δὲν εἶναι λογικὸν διόλου.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος.
§168ΜΙΛΗΣΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν δι’ αὔριον.... (θόρυβος). Παρακαλῶ μὴ ἀπαντᾶτε μὲ κραυγάς. Ἀκούσατέ μου πρῶτον καὶ ἀποφασίσατε ὅ,τι θέλετε. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν γίνεται εὐρυτάτη συζήτησις, περιλαμβάνουσα τὴν διοίκησιν καὶ τὴν ἐν γένει πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡμεῖς τὴν γενικὴν ταύτην συζήτησιν θὰ τὴν κάμωμεν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874, καὶ δὲν ἔχομεν σκοπὸν νὰ τὴν ἐπαναλάβωμεν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 75.
§169ΚΑΤΣΙΚΟΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ γραφῇ αὐτό.
§170ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐκτὸς τῆς κατ’ ἰδίαν συζητήσεως, ἐννοεῖται. Δύω μόνον ἡμέρας συζητοῦμεν, καὶ ὀλίγοι ἔλαβον τὸν λόγον. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀνεχθῇ νὰ ἀκούσῃ καὶ ἡμῶν· ἐγὼ θὰ ᾖμαι πολὺ βραχύς....
§171ΤΙΝΕΣ. Τότε λάβετε τὸν λόγον.
§172ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀλλ’ ἡ ὥρα εἶναι ἤδη 7. Εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι κατὰ τὴν ὥραν ταύτην ἡ Βουλὴ καταπαύει πάντοτε τὰς ἐργασίας της. Θὰ θελήσῃ ἐξαιρετικῶς νὰ παρατείνῃ τὴν ὥραν ταύτην κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ; θὰ δηλώσῃ, ὅτι δὲν θέλει τὴν συζήτησιν. Διατυπόνω λοιπὸν, κ. πρόεδρε, ῥητῶς πρότασιν ἀναβολῆς, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὴν ἀποδεχθῇ (θόρυβος).
§173ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἂς ἀναβληθῇ, κ. πρόεδρε.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτὰ, ἀφοῦ θὰ ἦσθε σύντομος, λάβετε τὸν λόγον.
§175ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπιθυμῶ νὰ ἐρωτήσω τοὺς κυρίους, οἵτινες ἐπιμένουν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἀκόμη ἡ συζήτησις, φρονοῦν, ὅτι κἀνεὶς ἐκ τῶν λαλησάντων σήμερον κατεχράσθη τῆς ὑπομονῆς τῆς Βουλῆς καὶ ἀνέβη τὸ βῆμα μόνον διὰ νὰ ἀπασχολήσῃ τὸν καιρὸν τῆς Βουλῆς; Δὲν πιστεύω, κύριοι, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὸν λόγον σήμερον καὶ ἐκ τῆς μιᾶς πλευρᾶς καὶ ἐκ τῆς ἄλλης, νὰ ὑποθέτῃ τις, ὅτι δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ πράξουν ἄλλο τι, ἀλλὰ νὰ ἐξοδεύσουν ματαίως τὸν καιρόν. Ἀφοῦ δὲ δὲν δύνανται νὰ εἴπουν τοῦτο διὰ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐλάλησαν, πῶς θέλουν ν’ ἀποδώσουν τὴν μομφὴν αὐτὴν εἰς 1 ἢ 2 ἢ 3 πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης μερίδος θέλουν νὰ ὁμιλήσουν; Εἶναι λοιπὸν ὀρθὸν, ἀφοῦ ἡ ὥρα εἶναι 7, καὶ ἀφοῦ ἡ ὁμιλία οἱουδήποτε ῥήτορος, ἐπὶ ἑνὸς τοιούτου ἀντικειμένου δὲν δύναται νὰ ᾖναι βραχυτέρα τῆς μιᾶς ὥρας, νὰ ἐπιμένουν εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως; Δὲν ἐννοοῦν ὅτι τοῦτο πράττοντες εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς νὰ ἀρνοῦνται τὸν λόγον; Παρακαλῶ νὰ μὴν ἐπιμένουν, διότι τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν. Ἡ ὥρα παρῆλθεν· εἶναι ὀλίγιστοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ὁμιλήσουν, καὶ αὐτοὶ θὰ φροντίσουν αὔριον νὰ δώσουν πέρας εἰς τὴν συζήτησιν.
§176ΑΧΟΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἔχω καὶ ἐγὼ δύω λέξεις. Ἐχθὲς, ἐὰν ὑφίσταται προϋπολογισμὸς, ἂς τὸ μάθουν τὸ Πανελλήνιον δὲν εἶναι παρὰ Γεννάριος, καὶ εἶναι τελευταῖος ὁ προϋπολογισμὸς καὶ δὲν γέρνει εἰμὴ ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ζερτιλίκια—ἐχθὲς ὁ κ. Ζαΐμης, ὁ κ. Κουμουνδροῦρος, ὁ μὲν ὑπέφερεν ἀπὸ τὸν λαιμόν του, ὁ δὲ ἀπὸ τὸ κεφάλι καὶ παρεκαλοῦσαν τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβληθῇ, διὰ νὰ ἔλθουν σήμερις· ἡ Βουλὴ ἐνέδωκεν εἰς τοῦτο, ἐφύγαμεν εἰς τὰς 4 ἢ 5. Λοιπὸν σήμερον δὲν περιωρίσθη κανεὶς εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ἀλλ’ ἦλθαν μὲ κατηγορητήρια νὰ ὑβρίσουν τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ὑβρίσουν τὴν Βουλὴν καὶ καθεξῆς, τὰ ὁποῖα ὅλοι τὰ ἠκροάσθησαν. Λοιπὸν προτείνω, νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐφωτίσθη, (θόρυβος) ἐὰν ἡ συζήτησις θεωρῆται περαιωμένη.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Σωτηρόπουλε, παραιτεῖσθε τοῦ λόγου;
§178ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, ὁμιλήσατε, κ. Μίληση.
§179ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἤθελον ἐνδώσει εἰς τὰς παρακλήσεις σας, ἀλλὰ δὲν δύναμαι· ἄλλως τε, δὲν εἶναι ἡ σειρά μου· προηγεῖται ὁ κ. Σωτηρόπουλος.
§180ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Θὰ ἐκφωνηθῇ ὁ κατάλογος, καὶ δὲν θὰ εὑρεθῶμεν πάλιν ἐν ἀπαρτίᾳ.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέλετε νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ ἀναβολὴ δι’ ἀναστάσεως;
§182ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι. Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 καὶ 10 λ. Μ. Μ.