1874.11.21
543 rows · 4,506 words · 33 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 30
Τῆς 21 9βρίου 1874.
(Πέμπτη).
Ὥρα 2 μ. μ.
Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν, κύριοι;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχουσι καλῶς. Ἐνταῦθα γίνεται ἡ ὁρκωμοσία τῶν βουλευτῶν Τσιριμώκου, Ζαλλώνη καὶ Πλαπούτα.
§4Σ. ΣΟΥΤΣΟΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ δύω λέξεις. Ἐξαιτοῦμαι τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 61 τοῦ κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν ἐπιτροπῶν, εἰς τὰς ὁποίας θὰ παραπέμπωνται τὰ νομοσχέδια, ὀφείλει νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν ταμίου μεταξὺ τῶν μελῶν αὐτῆς. Ἐπειδὴ αἱ λοιπαὶ ἀρχαιρεσίαι γίνονται, παρακαλῶ νὰ γείνῃ καὶ ἡ ἐκλογὴ αὕτη, σύμφωνα μὲ τὸν κανονισμόν.
§5Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ γείνῃ καὶ αὐτὴ ἡ ἐκλογὴ σύμφωνα μὲ τὸν κανονισμόν.
§6Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα.
§7ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη.
§8Ν. ΣΟΥΤΣΟΣ. Δὲν ἐμποδίζει τὸ τοιοῦτον.
§9ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν πρώτην συνεδρίασιν.
§10ΕΤΕΡΟΙ. Μάλιστα.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ἔχουν νομοσχέδια.
§12Δ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ (πρωθυπουργὸς καὶ ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριοι, κατὰ τὸ 1873 τὸν Μάϊον συνήφθη σύμβασις μετὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Βαλτατζῆ διὰ τὴν κατασκευὴν σιδηροδρόμου ἀπὸ Πειραιῶς μέχρι Πατρῶν· ἐκεῖθεν δὲ μέχρι Βονίτσης διὰ τοῦ Ῥίου. Ἡ κατασκευὴ αὐτὴ δὲν ἤρχισεν, διότι ἀπήντησαν, φαίνεται, τοπογραφικὰς δυσκολίας, καὶ δὲν ἠδύναντο νὰ προβῶσι καὶ διὰ τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας παρέχει ἡ ἐκεῖθεν τοῦ Ῥίου γραμμὴ καὶ διότι δὲν καθιερώθη νὰ γείνῃ ἔτι ὁ σιδηρόδρομος τῆς Τουρκίας, ἐκ τῆς κατασκευῆς τοῦ ὁποίου ὁ σιδηρόδρομος καθίσταται διεθνὴς, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἔργον ἐματαιοῦτο ὀλίγον κατ’ ὀλίγον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει μᾶς ἐπροτάθη ἐσχάτως ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν τὸ νὰ ἀναδεχθῇ αὕτη τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου ἀπὸ Πειραιῶς μέχρι Πατρῶν, διότι θεωρεῖ αὐτὴν τὴν γραμμὴν ὠφελιμωτέραν. Ἡ Κυβέρνησις τότε ἠναγκάσθη νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν ταύτην διὰ νὰ ἐκτελεσθῇ τοὐλάχιστον μέρος τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον καὶ εἰς τὴν συγκοινωνίαν θὰ ᾖναι ὠφέλιμον καὶ εἰς τὴν ἑταιρίαν ἐπίσης, ἥτις ἀρχίζει τὴν ἐκτέλεσιν τῆς προκειμένης συμβάσεως καὶ θέλει δυνηθῇ νὰ συμπληρώσῃ τὸ ὅλον, ἅμα ἡ γραμμὴ τῆς Τουρκίας περαιωθῇ. Διὰ τοῦτο μάλιστα ἡ Κυβέρνησις ἐπεφυλάχθη τὸ δικαίωμα ἐν τῇ συμβάσει, ὅταν συστηθῇ τῆς Τουρκίας ὁ σιδηρόδρομος, νὰ ὑποχρεοῦται ἡ ἑταιρία νὰ συμπληρώσῃ τὸ ἔργον. Ὥστε βλέπετε, δὲν ἐχάσαμεν τίποτε ἀπὸ τὴν σύμβασιν. Συνήψαμεν λοιπὸν τὴν ὑποβαλλομένην πρόσθετον σύμβασιν, ἡ ὁποία φέρει τὸν ὅρον ἀντὶ τοῦ νὰ πληρώσωμεν 18 ἑκατομμύρια διὰ τὸ ὅλον, νὰ πληρωθῇ τὸ ἀνάλογον εἰς τὴν ἀπόστασιν ποσὸν, ἤτοι 9,600,000 δραχμῶν. Ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ παραδεχθῇ τοῦτο, κρίνασα αὐτὸ λίαν ὠφέλιμον εἰς τὴν συγκοινωνίαν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. (Ὅρα παράρτημα). Ὑπάρχουν συμβάσεις ἀτμοπλοϊκαὶ τριῶν ἑταιριῶν, τῆς ἑταιρίας Φρασσινὲτ, τῆς ἐν Λιβερπόλει τῶν κ. κ. Μπάρνς καὶ Μακ– Ἴβερ, καὶ τῆς ἐν Λιβερπόλει ἐπίσης τοῦ Φερδ. Λεϋλάνδ· αὐτῶν ἡ προθεσμία ἔληξεν ἤδη. Λοιπὸν ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον ν’ ἀνανεωθῶσιν αἱ συμβάσεις ἐκεῖναι μὲ τὰς διασαφήσεις, τὰς ὁποίας θέλω σᾶς δώσει, καθόσον συνέβαινον πάντοτε φιλονεικίαι μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἑταιριῶν, ἰσχυριζομένων ὅτι εἶχον πλήρη ἀτέλειαν ἐπὶ τῶν λιμενικῶν δικαιωμάτων καὶ ἐφρόνουν, ὅτι ἐν γένει δυνάμει τῆς συμβάσεως ἦσαν ἀπηλλαγμέναι παντὸς λιμενικοῦ τέλους, ἐνῷ δὲν ἦσαν ἀπηλλαγμέναι, εἰμὴ μόνον τῶν λιμενικῶν δικαιωμάτων τοῦ δημοσίου, οὐχὶ δὲ καὶ τῶν ὅσων πηγάζουσιν ἐκ πράξεων τῶν δημοτικῶν συμβουλίων. Ἤδη δὲ εἰς τὴν ἀνανέωσιν τῶν συμβάσεων ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ μὴ παραλείψωμεν τὴν διασάφησιν ταύτην καὶ νὰ καθαρίσωμεν ὅτι αἱ ἑταιρίαι θέλουσι πληρόνει τὸν ἰδιαίτερον φόρον, τὸν ὁποῖον διέπουσιν αἱ ἐπιτροπαὶ, καὶ ὁ ὁποῖος γίνεται διὰ πράξεως τῶν δημοτικῶν συμβουλίων. Παρελείφθησαν δὲ μόνον αἱ μέχρι τοῦδε ὑπάρχουσαι ἐπὶ τῶν Ἑταιριῶν ἀπαιτήσεις. Οὕτω συνεφώνησαν αἱ Ἑταιρίαι μετὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐγένοντο αἱ πρὸς ἀνανέωσιν τῶν προγενεστέρων συμβάσεων, ἃς ὑποβάλλω εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς. (Ὅρα παράρτημα). Εἶχε συναφθῆ μία σύμβασις ἐπίσης ἀτμοπλοϊκὴ μετὰ τῆς ἑταιρίας Τρινακρίας, ἀλλ’ ἡ σύμβασις ἔμεινε μέχρι τοῦδε ἐκκρεμὴς καὶ μετέωρος, ἀπέβλεπε δὲ τὴν συγκοινωνίαν ἀπὸ Κερκύρας μέχρι Κορίνθου, καὶ ἀπὸ Κορίνθου μέχρι Πειραιῶς, ἀπὸ δὲ τοῦ Πειραιῶς εἰς Σύρον· τοὐτέστι τὴν γραμμὴν ἐκείνην, ἥτις γίνεται ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν. Ἐπειδὴ δὲ, ὡς εἶπον, ἡ σύμβασις αὕτη ἔμενεν ἐκκρεμὴς, ὑποβάλλω καὶ ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρακαλῶ νὰ τὴν ἐπιψηφίσῃ ὡς ἀναγκαίαν. (Ὅρα παράρτημα). Καὶ ἄλλη νέα σύμβασις συνωμολογήθη μὲ ἄλλην ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν ὀνομαζομένην «Ἅγιος Ἀνδρέας,» ἔχει δὲ τὴν ἕδραν της ἐν Λιβερπόλει· καὶ ταύτην ἐπίσης ὡς καὶ τὰς ἄλλας παρακαλῶ νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸ Σῶμα, διότι φρονῶ ὅτι εἶναι καλαὶ ὅλαι αἱ τοιαῦται ἑταιρίαι νὰ παραδεχθῶσι, καθ’ ὅσον ὠφελοῦσι τὸ ἑλληνικὸν ἐμπόριον. (Ὅρα παράρτημα). Κατὰ τὸ 1872, εἶχε συναφθῆ σύμβασις μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Ἰωάννου Δούμα περὶ συστάσεως πυριτιδοποιείου. Συνεπείᾳ τούτου ὁ κ. Δούμας προέβη εἰς κατασκευὴν καταλύματος· ἡ σύμβασις ἐκείνη εἶχεν ὡς ὅρον τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ λαμβάνῃ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐξ αὐτοῦ ὀκτὼ χιλιάδας ὀκάδας πυρίτιδος ἐτησίως καὶ νὰ τῇ παραχωρηθῇ οἰκόπεδον 100 στρεμμάτων, καὶ τὸ εἰκοσαετὲς συνάμα προνόμιον· ἤδη μεταβιβασθείσης τῆς ἐπιχειρήσεως εἰς τὸν κύριον Μωραϊτίνην, συγκαταβαίνει οὗτος νὰ παραιτηθῇ τῶν ὅρων τοῦ νὰ λαμβάνῃ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὴν εἰρημένην ποσότητα πυρίτιδος, καὶ τῆς παραχωρήσεως τοῦ γηπέδου, δὲν ζητεῖ δὲ ἄλλο παρὰ τὸ εἰκοσαετὲς προνόμιον καὶ τὴν ἀτέλειαν τῶν μηχανῶν καὶ τῶν ὑλῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν ἐργασίαν. Ὑποβάλλω ὅθεν καὶ τὴν σύμβασιν αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐπιψήφισιν· εἶναι ὠφέλιμος πολὺ καὶ ὑπὸ ἔποψιν στρατιωτικὴν καὶ ὑπὸ βιομηχανικήν. (Ὅρα παράρτημα). Ὑπῆρξεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐκκρεμὲς νομοσχέδιον περὶ μαχαιροφορίας καὶ ὁπλοφορίας. Περὶ τούτου ὑπάρχει τῳόντι διάταγμα τοῦ 1833, τὸ ὁποῖον ἀπαγορεύει τὴν ὁπλοφορίαν, ἀλλ’ οὔτε ποινὰς θέτει, οὔτε διακρίνει τὸ εἶδος τῆς ὁπλοφορίας· διότι ἐκτὸς τῶν πυροβόλων ὅπλων εἰσὶν, ὡς γνωστὸν, καὶ τὰ ξίφη καὶ ἄλλα τοῦ αὐτοῦ εἴδους φονικὰ ἐργαλεῖα. Διὰ τοῦτο συνετάχθη νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀπαγορεύει ὄχι μόνον τὰ ὅπλα, ἀλλὰ καὶ ὅσα εἶναι ἐπικίνδυνα, οἷον μεγάλας μαχαίρας καὶ τὰ τοιαῦτα, ἐξαιροῦνται δὲ τῆς ἀπαγορεύσεως ταύτης μόναι αἱ τάξεις, αἵτινες ἔχουν ἀνάγκην ὁπλοφορίας. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔκρινε καλὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ ὑποβάλῃ ὡς ἀναγκαῖον εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς (Ὅρα παράρτημα). Κύριοι, ὡς δὲν ἀγνοεῖτε, μεγάλος κίνδυνος προέρχεται καὶ ἐκ τῆς χρήσεως τῶν πυριταποθηκῶν. Εἶναι ἐλεύθερος ἕκαστος νὰ ἔχῃ πυρίτιδα ὅπου θέλει καὶ ὅσην θέλει· τοῦτο ἀπεδείχθη πόσον εἶναι ὀλέθριον, καὶ εἴδατε τὰ ἐν Τριπόλει συμβαίνοντα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουν ὅτι ἡ τοποθέτησις τῆς πυρίτιδος πρέπει νὰ ᾖναι εἰς ὡρισμένον μέρος καὶ ἐκεῖθεν νὰ προμηθεύωνται τὴν πυρίτιδα. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου λοιπὸν προνοεῖται ποῦ καὶ πῶς πρέπει νὰ ἐναποτίθεται πρὸς ἀσφάλειαν ἡ πυρίτις. Ὅθεν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνιστῶ ὡς ἀναγκαῖον, διότι μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπὸ ὀδυνηρὰς συμφοράς. (Ὅρα παράρτημα).
§13Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, δηλ. νομοσχέδιον περὶ τοῦ φόρου τῶν ζώων καὶ ὅμοιον περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν προϊόντων· τὸ μὲν, ἦτο ὅμοιον καὶ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, τὸ δὲ περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων, ὀλίγην διαφορὰν, ἐλαχίστην φέρει. (Ὅρα παράρτημα). Ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν Β. Διάταγμα πρὸς κύρωσιν, δι’ οὗ παρετάθη ἡ προθεσμία ἐπὶ τῆς ἀπαριθμήσεως τῶν μέχρι τοῦδε δηλώσεων τῶν ζώων μέχρι τέλους Ἰουλίου. (Ὅρα παράρτημα). Διάταγμα τοῦ 1836 ἐκανόνιζε τὸν φόρον τὸν ἐπιβαλλόμενον εἰς τὴν Θηραϊκὴν γῆν· τὸ 1861 ἐξεδόθη νόμος περὶ μεταλλείων· ἐν ἰδιαιτέρῳ ἄρθρῳ αὐτοῦ γίνεται λόγος, τί ἐστὶν ὀρυκτὸν ὑπὸ τὴν ἐπιστημονικὴν ἔποψιν, ἐν αὐτῷ, δὲ ἐμπεριλαμβάνεται καὶ ἡ Θηραϊκὴ γῆ. Ἡ προσωρινὴ κυβέρνησις ἐξέδοτο ψήφισμα περὶ φόρου τῶν μεταλλείων, ἐντεῦθεν δὲ προέκυψαν ἀμφιβολίαι περὶ τῆς φορολογίας τῆς Θηραϊκῆς γῆς, καὶ ἕνεκα τούτου ὑποβάλλεται τὸ προκείμενον νομοσχέδιον μετ’ ἀναλυτικῆς ἐκθέσεως, τὸ ὁποῖον προνοεῖ περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸ διάταγμα τοῦ 1836, διότι ὁ περὶ μεταλλείων νόμος δὲν ἐπρόκειτο νὰ καθιερώσῃ ἐξαίρεσιν περὶ τῆς Θηραϊκῆς γῆς. (Ὅρα παράρτημα).
§14Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τυπωθῇ καὶ τὸ διάταγμα, ἂν ᾖναι δυνατόν.
§15Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλεται ἕτερον νομοσχέδιον περὶ μεταβολῶν εἰς τὸν τελωνιακὸν κλάδον· παρατηρεῖται, ὅτι τὸ τελωνεῖον Καλαμῶν ἄλλοτε παρεῖχε πρόσοδον 88 χιλιάδων δραχμῶν ὡς ἔγγιστα, τώρα ὁλονὲν προβαίνει εἰς αὔξησιν καὶ ἔφθασε δίδον 432 χιλιάδας. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ληφθῇ πρόνοια ἰδιάζουσα ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ αὕτη εἶναι ἡ διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων διοικητικῶν προνοεῖ περὶ διορισμοῦ ἀνθρώπων, οἵτινες νὰ φροντίζωσι περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου· ἀντιθέτως δὲ φέρει τὸ τελωνεῖον Σπετσῶν εἰς τὴν οἰκείαν θέσιν, καθ’ ὅσον ἡ πρόσοδος αὐτοῦ ἐλαττοῦται. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπὸ ὥριμον σκέψιν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. (Ὅρα παράρτημα). Νομίζω, ὅτι πᾶς ὑπόλογος, διαχειριζόμενος δημοσίαν περιουσίαν, πρέπει νὰ παρέχῃ ἐγγυήσεις εἰς τὸ Κράτος περὶ τῆς πίστεως καὶ τιμίας διαχειρίσεώς του. Αὐτὸς ἐνέχεται βέβαια, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἡ πολιτεία ὀφείλει νὰ ζητήσῃ ἐγγυήσεις. Αἱ ἐγγυήσεις αὗται εἶναι εἴτε εἰς χρήματα, εἴτε στηρίζονται εἰς ἀκίνητον περιουσίαν. Μεγάλη κατηγορία ὑπαλλήλων ὑπάρχει, ἥτις δὲν δίδει οὐδεμίαν τοιαύτην ἐγγύησιν· εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ κατὰ καιροὺς ὑπουργοὶ διέταξαν τοιαύτας ἐγγυήσεις εἰς χρήματα, τὰ ὁποῖα ὅμως τὰ ἔδιδον μὲ τὴν μίαν χεῖρα καὶ μὲ τὴν ἄλλην τὰ ἐλάμβανον ἐκ τῶν εἰσπράξεων. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἦτον ἔργον προνοίας νὰ ληφθῶσιν αἱ ἀναγκαῖαι ἐγγυήσεις, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ὁρίζηται διὰ Β. Διατάγματος ἡ ἐγγύησις κλπ. Ἐναπόκειται εἰς τὴν σύνεσιν τῆς Βουλῆς νὰ νομοθετήσῃ καὶ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, διότι πλεῖστα ὅσα συμβαίνουσι πρὸς βλάβην τοῦ δημοσίου, τὰ ὁποῖα νομίζω, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ προληφθοῦν. (Ὅρα παράρτημα). Ὅστις ἔτυχε νὰ ἔχῃ δίκην μὲ κοινότητα νὰ ᾖναι ἐνάγων ἢ ἐναγόμενος θὰ γνωρίζῃ ἐκ πείρας, ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἴδῃ καὶ τελειωμένην τὴν δίκην του ἐφ’ ὅρου ζωῆς. Ὑποθέσατε, εἷς ἄνθρωπος πρόκειται νὰ ἐνάξῃ κοινότητα καὶ κατὰ τὸν νόμον ὀφείλει πάντα νὰ κλητεύσῃ, ἑπομένως ἂν ἡ κοινότης σύγκειται ἀπὸ 40, φέρ’ εἰπεῖν, ἄτομα, θὰ ἐπιδώσῃ τὴν ἀγωγήν του καὶ εἰς τὰ 40. Μετά τινας ἡμέρας δικάζεται πρωτοδίκως ἡ ὑπόθεσις· ἐὰν συμβῇ θάνατος εἷς τινας τούτων, διακόπτεται ἡ δίκη· καὶ ἐντεῦθεν δὲν τελειώνει ποτὲ εἴτε συνεπεία ἐρημοδικιῶν ἢ μεταβολῶν δικηγόρων, διότι δυστυχῶς εἰς πᾶσαν τοιαύτην μεταβολὴν ἀπαιτεῖται νέα κλήτευσις ὅλων, ὅπερ καὶ δαπάνας καὶ ἀπώλειαν χρόνου φέρει. Τὸ δημόσιον ἔσχε τὴν ἀτυχίαν νὰ ἔχῃ τοιαύτας δίκας, καὶ ἀρκετὰ δαπάνας ὑπέστη, ἀλλ’ εἰς οὐδὲν ἀποτέλεσμα ἦλθεν, οὐδὲ θὰ ἔλθῃ ἕνεκα τῶν λόγων τούτων. Νομίζω, ὅτι καὶ περὶ ἄλλων ἀντικειμένων ὤφειλε νὰ γείνῃ λόγος καὶ ὄχι περὶ τούτου μόνον. Ὅταν πρόκειται νὰ ἐνάξητε κοινότητα, ἡ ἀγωγὴ νὰ κοινοποιῆται εἰς ὅλους· ἀλλὰ μετὰ ταῦτα αὐτοὶ νὰ ἐκλέξωσιν ἕνα ἀντίκλητον, εἰς ὃν νὰ κοινοποιῶνται πᾶσαι αἱ μετὰ ταῦτα δικαστικαὶ πράξεις, καί, ἐὰν δὲν τὸ πράξωσι, νὰ κοινοποιῶνται εἰς τὸν γραμματέα τοῦ δικαστηρίου, διότι ἄνευ τούτου δὲν δύναται νὰ περαιωθῇ κἀμμία δίκη. Αὐτὸ εἶναι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω μετὰ δικαιολογητικῆς ἐκθέσεως εἰς τὴν ἐκτίμησιν καὶ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. (Ὅρα παράρτημα). Ἕτερον Νομοσχέδιον. Τὸ 930 ἄρθρον τῆς Πολιτ. Δικονομίας λέγει, «πᾶς δανειστὴς δύναται νὰ κάμῃ κατάσχεσιν εἰς χεῖρα τρίτου.» Διὰ τοὺς μὴ ἀσχολουμένους εἰς τὰ νομικὰ προσθέτω ὀλίγας λέξεις, πρὸς φωτισμόν των. Κατάσχεσις εἰς χεῖρας τρίτου εἶναι, ὅταν ὁ Αʹ. ἔχει νὰ λάβῃ ἀπὸ τὸν Βʹ, ἀλλ’ αὐτὸς πάλιν ἔχει νὰ λάβῃ ἀπὸ τὸν Γʹ· ὁ πρῶτος λοιπὸν κατάσχει εἰς χεῖρας τοῦ τρίτου τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ λάβῃ ἀπὸ τὸν Γʹ· ἐὰν ὅμως δὲν κάμῃ τὴν δήλωσίν του ὁ Γʹ ἐντὸς 8 ἡμερῶν, προβάλλων καὶ τοὺς τίτλους τῆς μὴ ὀφειλῆς του, κηρύττεται ὀφειλέτης. Ἐπειδὴ δὲ ἐντὸς 8 ἡμερῶν πολλάκις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσαχθῶσι τὰ ἀναγκαῖα ἔγγραφα, πολλοὶ ὑπέστησαν ζημίας. Ὠφείλαμεν λοιπὸν νὰ προνοήσωμεν περὶ τούτου καὶ ἰδίως περὶ τοῦ δημοσίου, τὸ ὁποῖον ὑφίσταται συνήθως τὰς περισσοτέρας ζημίας, διότι ἐάν, ἐντὸς 8 ἡμερῶν εἴτε ὁ ταμίας, εἴτε ὁ ὑπάλληλος, παρ’ οἷς γίνεται ἡ κατάσχεσις, δὲν δυνηθῶσι νὰ κάμωσι τὴν δήλωσιν μετὰ τῶν τίτλων, οἵτινες πολλάκις δὲν εὑρίσκονται εἰς τὰς χεῖράς των, κηρύττεται ὀφειλέτης τὸ δημόσιον. Δυστυχὴς πεῖρα μᾶς ἔκαμε νὰ προνοήσωμεν περὶ τούτου καὶ μεταβάλωμεν τὴν διάταξιν, κατὰ τὸ εἰσαγόμενον νομοσχέδιον. (Ὅρα παράρτημα). Μία ἐπιθυμία πανταχόθεν ἐξ ἐπαρχιῶν καὶ ἐντεῦθεν λογίων ἀνδρῶν, πεπαιδευμένων ἀνθρώπων ἐγείρεται περὶ εἰσαγωγῆς τοῦ Ἀστυκοῦ Κώδικος· φωνὴ ἀξιέπαινος, ἐθνικὴ ἐπιθυμία, προπατωρική. Εἶπα προπατωρική, διότι ἡ Ἑλλὰς εἰς τὰ 1821, ἅμα ἔλαβε τὰ ὅπλα καὶ συνεκροτήθη συνέλευσις, πρώτη, ἐνόμισεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετὴ ἡ ἀνεξαρτησία μόνη· ἡ ἀνεξαρτησία εἶναι μία ἰδέα, ἔπρεπε καὶ διὰ πραγμάτων νὰ τὴν βεβαιώσῃ. Οἱ μεγάθυμοι ἐκεῖνοι ἄνδρες δὲν ἐσκέφθησαν νὰ μᾶς δώσωσιν ἀνεξαρτησίαν μόνον, ἀλλὰ καὶ νομοθεσίαν Ἐθνικήν, φέρουσαν τὸν τύπον τὸν Ἑλληνικόν· διότι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἴσχυεν ὡς νόμος ἡ θέλησις τοῦ δυνάστου, οἱ δὲ ἀρχιερεῖς κατὰ τὰς συμβιβαστικὰς πράξεις των εἶχον τὸν Ἀρμενόπουλον ὡς ὑπόδειγμα. Οἱ μεγάθυμοι ἐκεῖνοι ἄνδρες ἐθέσπισαν δι’ ἑνὸς ἄρθρου τοῦ Συντάγματος τάδε· «νὰ ἐκλεχθῶσι σοφοὶ ἄνδρες νὰ σκεφθῶσι περὶ Κώδικος.» Ἀλλὰ τότε ἐν τῷ μέσῳ τῆς κλαγγῆς τῶν ὅπλων, ἦτον ἀδύνατον τοῦτο, ἀλλ’ αὐτὸ τιμᾷ τοὺς ἄνδρας ἐκείνους, καὶ αὐτοὶ ἐνωρὶς κατεῖδον, ὅτι δὲν ἦτον εὔκολον τοῦτο, καὶ ἐπανέλαβον κατόπιν ἵνα λάβωμεν ὡς νόμον πολιτικὸν τὰ Βασιλικὰ Βασιλείου τοῦ Αὐτοκράτορος. Ἀλλὰ τότε δὲν ἠξεύρω ἂν ὑπῆρχεν ἀντίτυπον αὐτῶν εἰς κἀμμίαν Μονὴν, ἀλλὰ δὲν ἦτον εὔκολον καὶ τοῦτο, διότι τὰ Βασιλικὰ ἦσαν προϊὸν ἄλλου πολιτισμοῦ κλπ. Ὁπωσδήποτε ὅμως τὸ ἔθνος ἔδειξε μίαν τάσιν, ὅπως τύχῃ συλλογῆς νόμων, ὡς τὰ Βασιλικὰ, καί τοι μὴ δυναμένων νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἕνεκα μυρίων λόγων, οὓς κατανοεῖ μόνον ὁ μελετήσας αὐτά. Ἡ τοιαύτη κατάστασις διήρκεσε μέχρι τοῦ 1828, ὅτε νομίζω καθιερώθη ὡς νόμος ὁ Ἀρμενόπουλος ἐπί τινα χρόνον· ἀλλ’ εἶδαν ὅτι καὶ οὗτος ἐμπεριεῖχε τεμάχια τῶν διαφόρων νόμων τῶν Αὐτοκρατόρων, περιεῖχε δὲ καὶ ποινικὰς διατάξεις καὶ ἐκκλησιαστικὰς, ἤτοι ἦτον ἓν κρᾶμα τῆς ἐποχῆς τῆς παρακμῆς τοῦ Βυζαντίου· οὐχ ἧττον ἡ ἰσχύς του παρετάθη ἐπί τινα χρόνον ἕνεκα τῆς ἀνωμαλίας. Τὸ 1830, ὅτε τὸ ἔθνος ἤρχισε νὰ σκέπτεται καλλίτερα, ἐθέσπισεν, ἵνα ὁ Ἀρμενόπουλος ᾖναι πλέον συμβουλευτικὸς ὁδηγὸς καὶ τίποτε ἄλλο· καὶ καλῶς ἔπραξε, διότι πολλοὶ τότε εἶχον κατὰ τὴν ἐφαρμογήν του περιπέσει ἕνεκα ἀπειρίας εἰς ἀτοπήματα. Τέλος πάντων μετὰ τὴν ἔλευσιν τῆς ἀντιβασιλείας ἔγεινε πάλιν ἐμβριθὴς σκέψις περὶ νομοθεσίας ἐν γένει· καὶ ὁ νομοθέτης τότε παρέλαβε ὅσα εἶχεν ἡ Γερμανία ἕτοιμα νομοσχέδια περὶ ποινικῆς νομοθεσίας, τὰ ὁποῖα μᾶλλον ἦσαν ἐπιστημονικῶς κατατεταγμένα, καὶ καθιέρωσε τὴν ποινικήν μας νομοθεσίαν, πρὸς δὲ τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων, τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν. Τοῦτο συνέτεινεν ὅμως πολὺ εἰς τὴν ἐπὶ τὰ κρείττω κατάστασιν τοῦ τόπου. Ὡς πρὸς τὸν πολιτικὸν Κώδικα, ἀπήντησε δυσκολίας μεγάλας· καὶ περιέλαβε μὲν πλείστας ὅσας διατάξεις τοῦ πολιτικοῦ δικαίου εἰς τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν διέταξε δὲ συνάμα νὰ συλλεχθοῦν ὅλα τὰ ἔθιμα ἐν Ἑλλάδι, διότι ἐσκέπτετο ὁ νομοθέτης νὰ νομοθετήσῃ συμφώνως πρὸς τὴν κατάστασιν τοῦ ἔθνους· τὰ ἔθιμα συνελέχθησαν, ἀλλὰ ὁ Μάουρερ ἀπῆλθε τῆς Ἑλλάδος καὶ τὸ ἔργον ἀφέθη εἰς χεῖρας τῶν Ἑλλήνων· διὸ εἰς τὰ 1836 συνέστη, νομίζω, νομοθετικὴ ἐπιτροπὴ πρὸς σύνταξιν τοῦ ἐν λόγῳ Ἀστικοῦ Κώδικος. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη συνίστατο ἀπὸ τὸν μακαρίτην Κλονάρην, Δ. Σοῦτσον, Πάϊκον καὶ Πάλμαν· οὗτος μάλιστα συνέταξε καὶ σχέδιον νόμου. Ἐξηκολούθησεν δὲ ἡ ἐργασία αὕτη ἐπί τινα χρόνον καὶ δυστυχῶς διεκόπη. Κατὰ τὸ 1859 ὁ συνάδελφός μας κ. Ἀντωνόπουλος συνέστησε νέαν ἐπιτροπὴν δωδεκαμελῆ, εἰς ἣν περιελήφθησαν οἱ ἄριστοι νομομαθεῖς, οἷον Ῥάλλης, Πήληκας, Βέλιος, Πάϊκος, Ῥενιέρης κλπ. αὕτη δὲ εἰργάσθη μέχρι τοῦ 1862, ὅτε τὸ ἔργον ἀποπερατώθη ἐντελῶς. Εἰς τὰ 1856 μάλιστα ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν τὸ περὶ ληξιαρχικῶν πράξεων κλπ. τὸ δὲ περὶ ἐπιτρόπων κατόπιν, καὶ παραδεχθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἶναι νόμοι. Τὸ ῥηθὲν σχέδιον ἐστάλη εἰς τὰ δικαστήρια πρὸς ἐξέτασιν καὶ ταῦτα ἔκαμαν τὰς παρατηρήσεις των ἐπ’ αὐτοῦ. Ὅτε ἦλθεν ἡ εὐτυχὴς ἕνωσις τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἄλλη σκέψις. Ἡ Ἑπτάνησος ἔχει Κώδικα ἴδιον, ἀδιάφορον ἂν ᾖναι ἀντιγραφὴ τοῦ τῆς Νεαπόλεως ἢ ἄλλης τινὸς χώρας· ἔχει Κώδικα· ἔπρεπε λοιπὸν νὰ γείνῃ σκέψις πῶς αὐταὶ αἱ ἰδέαι, αἱ ὁποῖαι ἦσαν συλλελεγμέναι νὰ συναρμολογηθοῦν καὶ μὲ τὴν νομοθεσίαν τῶν ἀδελφῶν Ἑπτανησίων. Συνέστη λοιπὸν ἄλλη ἐπιτροπὴ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον κατὰ τὸ 1866, ἣν ἀπετέλουν ὁ Ζαμπέλιος, ὁ Σκαλτζούνης, ὁ Φορέστης, ὁ Καλλιγᾶς, ὁ Ῥάλλης, ὁ Παπαῤῥηγόπουλος κλπ. Τῷ ὄντι ἀξιεπαίνως καὶ μετὰ πολλοῦ ζήλου καὶ πατριωτισμοῦ εἰργάσθησαν ἐπὶ ὅλων τῶν πρὶν ἔργων ἐνδελεχῶς, καὶ κατὰ τὸ 1870 ἀπεπεράτωσαν τὸ ἔργον. Τὸ ἔργον ἐτυπώθη, ἐστάλη εἰς τὰ δικαστήρια. Ἔγραψάν τινα ὑπὲρ καὶ κατά. — Ἐσχάτως ἐνόμισα, ὅτι τὸ ἔργον ἐτελείωσεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ μία τελευταία θυσία νὰ ὑποβληθῇ τὸ Κράτος εἰς δαπάνην τινά, νὰ γείνῃ μία νέα ἀναθεώρησις αὐτοῦ ἀπὸ ὀλιγωτέρους ἄνδρας, διότι οὐκ ἐν τῷ πολλῷ τὸ εὖ, ἀλλ’ ἐν τῷ εὖ τὸ πολύ. Διώρισα λοιπὸν καὶ ἐπιτροπὴν ἵνα ἐκκαθάρῃ τὸ ἔργον, σκεπτόμενος, ὅτι εἰς τοιοῦτον νομοθέτημα ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι εὐχερὲς νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰς λεπτομερείας, καὶ ὀφείλω νὰ εἴπω μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι αὕτη εἰργάσθη μὲ πολὺν ζῆλον καὶ μὲ μεγάλην εἰλικρίνειαν. Ὅλαι αἱ ῥηθεῖσαι ἐπιτροπαὶ ἔλαβον ὅλας τὰς νομοθεσίας ὑπ’ ὄψιν, οἷον Γαλλίας, τῆς Αὐστρίας, τῆς Σαξωνίας πρὸ πάντων. Ἀλλ’ ἡ τελευταία ἐπιτροπή, ὡς καὶ ἡ πρὸ αὐτῆς ἔσχον ἓν εὐτύχημα μέγιστον, τὸν Ἰταλικὸν Κώδικα, ὅστις θεωρεῖται ὁ σοφώτερος ὅλων τῶν Κωδίκων τῆς Εὐρώπης. Ἐπεθεώρησε λοιπὸν ἐπὶ 3 μῆνας τὸ ἔργον αὐτὸ ἀποκλειστικῶς, ἐπενεγκοῦσα πλείστας τροποποιήσεις ἐπὶ τοῦ προτέρου σχεδίου τοῦ Κώδικος, ὅπερ ἐξετυπώθη μετὰ τῶν δικαιολογητικῶν ἐκθέσεων. Μετὰ τοῦτο, μοὶ ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον νὰ ὑποβάλω τὸ ἔργον αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν; Ἐπὶ πολὺ ἐσκέφθην καὶ μετὰ πολλῶν συνωμίλησα, μετὰ πολλῶν συνεβουλεύθην περὶ τοῦ πρακτέου, ἀφορῶν εἰς τὴν κατάστασιν τὴν ὑπάρχουσαν τοῦ πολιτικοῦ δικαίου· πολλοὶ δὲ ἐξ ὑμῶν εἶσθε εἰς κρείττονα θέσιν νὰ τὴν ἐκτιμήσετε. Σήμερον τί παρ’ ἡμῖν ἰσχύει; διστάζω, ν’ ἀποφανθῶ. Ἰσχύει τὸ ἀρχαῖον Ῥωμαϊκὸν δίκαιον; Τὸ νεώτερον; ὁ Πανδέκτης; αἱ Νεαραὶ τοῦ Ἰουστινιανοῦ; ὁ Ἰουστινιάνιος Κῶδιξ; τὰ Βασιλικά; ὁ Ἀρμενόπουλος; Ἀληθῶς εἶναι εἷς κυκεὼν μετὰ τοὺς ψηφισθέντας νόμους καὶ ἰδίως τὸν περὶ ἐπιτροπείας. Ἕκαστος παρουσιάζεται εἰς τὰ δικαστήρια νομίζων, ὅτι ἔχει δίκαιον στηριζόμενος ἐπί τινος διατάξεως, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ εὕρῃ εἰς τὸν νομοθετικὸν τοῦτον λαβύρινθον καὶ διάταξίν τινα ὑπὲρ τῆς γνώμης του. Ἐντεῦθεν γεννᾶται τὸ παράπονον καὶ ἡ παράτασις τῶν δικῶν, ὅτι δῆθεν δὲν ἔχομεν δικαιοσύνην. Ὑπάρχει δικαιοσύνη· ἐννοεῖται δὲ, ὅτι συμβαίνουν καὶ ἀτοπήματα, διότι εἷς δικαστὴς ἔχει τὰ Βασιλικὰ ὑπ’ ὄψιν του, ἕτερος τὸν Πανδέκτην, ἄλλος τὰς Νεαρὰς καὶ ἄλλος τὸν Ἀρμενόπουλον, νομίζων ὅτι οὗτος ὑπερισχύει. Ἐντεῦθεν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ γεννᾶται τὸ παράπονον, ὅτι δὲν ἔχομεν δικαιοσύνην, ἐντεῦθεν, κατ’ ἐμὴν πεποίθησιν, φρονῶ, ὅτι ἐπέρχεται αὕτη ἡ ἀνωμαλία καὶ ἡ ποικιλία τῶν γνωμῶν μεταξὺ δικηγόρων, νομομαθῶν καὶ δικαστηρίων. Λάβετε μίαν ὑπόθεσιν, ἀποταθῆτε εἴς τινα διακεκριμένον δικηγόρον, οὗτος σᾶς δίδει μίαν γνώμην· ἕτερος σᾶς δίδει ἄλλην διάφορον γνώμην ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος, καὶ ὁ ἴδιος δικηγόρος, ἐὰν ἐρωτηθῇ πάλιν μεταβαλλομένων ὀλίγον τῶν λέξεων τοῦ ζητήματος, θὰ εἰπῇ καὶ αὐτὸς ἄλλην γνώμην. Ἔρχομαι εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Κατὰ τὴν γνώμην μου, πολλάκις οὗτος δεχόμενος τὴν γνώμην τοῦ δεῖνος νομοδιδασκάλου, ἀναιρεῖ, ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι παρὰ γνώμη· ἀλλ’ αὐτὸ δὲν λέγεται νόμος ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ὀφείλει ὁ Ἄρειος Πάγος ν’ ἀναιρῇ καὶ παραπέμπῃ. — Ἡ νομοθεσία, ἡ διέπουσα ἡμᾶς σήμερον, εἶναι διεσπαρμένη ἐδῶ καὶ ἐκεῖ. Ἐὰν θέλετε νὰ κρίνετε περὶ ἐνεχύρων ἢ ὑποθηκῶν, θὰ συμβουλευθῆτε τοὺς νόμους τοῦ 1836· ἐὰν δὲ περὶ διαθηκῶν, θὰ συμβουλευθῆτε τὸ Ῥωμαϊκὸν Δίκαιον καὶ τὸ ψήφισμα τοῦ Καποδιστρίου· ἐὰν δὲ περὶ διακρίσεως κτημάτων, θὰ ζητήσητε τὴν ἐφημερίδα τοῦ 1336· ἐὰν θέλετε τὸ περὶ ληξιαρχείων, ὑπάγετε εἰς τὸν νόμον τοῦ 1856 κλπ. Καὶ ἐντεῦθεν λοιπὸν γεννᾶται τὸ χάος. Οἱ δικασταί, ὅσον νομομαθεῖς καὶ ἂν ᾖναι, ὅσον φίλεργοι, ὅσον ἀκάματοι, ὅσον δραστήριοι, κἄπως ἀπαντοῦν καὶ τὰ προσκόμματα ἐκ τῆς τοιαύτης καταστάσεως, καὶ προσκρούουν πολλάκις· ἐκτὸς τούτου, ἐξοδεύουν καιρὸν, καὶ κἄποτε δὲν εἶναι καὶ εἰς καιρὸν νὰ ἐπιστήσουν πολὺ τὴν προσοχήν των· οἱ δικηγόροι πολλάκις ἠμποροῦν καὶ ἐκεῖνοι, ὡς ἄνθρωποι, νὰ πλανῶνται εἰς τὰς κρίσεις των ἢ τὰ γεγονότα νὰ μὴ παριστάνουν αὐτοῖς ὅπως πρέπει. Καὶ ἐντεῦθεν ἔχομεν πληθὺν δικῶν καὶ σωρίαν ἀποφάσεων προδικαστικῶν καὶ κἄποτε ἀποφάσεις ὄχι παρανόμους, ἀλλὰ πεπλανημένας. Ἐντεῦθεν πληθὺς ἀποφάσεων καὶ αἰτήσεων ἀναιρέσεων κτλ. λίαν δυσαναλόγων τοῦ πληθυσμοῦ μας, τοῦ ἐμπορίου ἢ τῶν βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεών μας. Ἡ κοινωνία νομίζω, ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσῃ ἵνα ἡ τοιαύτη κατάστασις ἀρθῇ ἢ τοὐλάχιστον βελτιωθῇ. Διὰ τοῦ συνταχθέντος σχεδίου, τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, νομίζω ἀδιστάκτως, ὅτι προλαμβάνονται πλεῖστα ὅσα ἀτοπήματα. Ἴσως ὡς ἔργον ἀνθρώπινον τὸ ὑποβαλλόμενον σχέδιον κώδικος ἔχει ἐλλείψεις, ἀλλ’ αἱ ἐλλείψεις αὐτοῦ εἶναι μηδὲν ἀπέναντι τῶν συμβαινόντων ἑκάστοτε ἀτοπημάτων. Κράτος ἄνευ ὁμοιομόρφου νομοθεσίας δὲν δύναται νὰ προοδεύῃ. Τὴν ἑνότητα τῆς κυριαρχίας πρέπει νὰ παρακολουθήσῃ καὶ τὸ ὁμοιόμορφον τῆς νομοθεσίας, τοῦτο ἐπιβάλλει ἡ πολιτικὴ σύνεσις καὶ τὸ κοινὸν συμφέρον. Τὸ Πιεμόντε, ὅταν ηὐτύχησε ν’ ἀποτελέσῃ μεθ’ ὅλης τῆς Ἰταλίας ἓν Κράτος, πρῶτον ἔργον τῶν πολιτικῶν αὑτοῦ ἀνδρῶν ἦτο νὰ κάμουν ἑνότητα νομοθεσίας· ἔσπευσαν λοιπὸν τὸν κώδικα τοῦ πρώην Βασιλείου τῆς Σαρδηνίας, τὸν τῆς Νεαπόλεως κώδικα, τὸν τῆς Τοσκάνης, νὰ συνάψουν εἰς ἕν, καὶ τὸ κοινοβούλιον τῆς Ἰταλίας δὲν ἐδίστασε νὰ προβῇ μέχρι τοῦ σημείου εἰς τὸ νὰ ἐξουσιοδοτήσῃ τὸν Βασιλέα Βίκτωρα νὰ δημοσιεύσῃ τὸν ἐπεξεργασθησόμενον κώδικα ὡς νόμον τῆς ὅλης Ἰταλίας· τοῦτο δ’ ἔπραξαν καὶ περὶ τῆς λοιπῆς νομοθεσίας. Ἐνόμισα λοιπὸν, ὅτι ἀνταποκρίνομαι εἰς τὴν κοινὴν ἐπιθυμίαν νὰ μεριμνήσω περὶ τούτου ἅμα διορισθεὶς ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὑποβάλω ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς τὸ σπουδαιότατον τοῦτο ζήτημα. Ἀλλὰ τὸ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἕνα κώδικα συγκείμενον ἐκ 2050 ἄρθρων καὶ ἐπ’ αὐτοῦ νὰ γείνῃ συζήτησις κατ’ ἄρθρον, εἶναι τὸ ἴδιον ὡς νὰ ἔλθω νὰ κάμω ἐπίδειξιν ἄνευ σκοποῦ ἐπιτυχίας· διότι ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις φαίνεται δύσκολος καὶ ἡ παραδοχὴ ἀμφίβολος. Ἀποστρέφομαι τὰς ἐπιδείξεις καὶ ἐπιθυμῶ πράγματα. Ἐσκέφθην περὶ τῆς εὐκόλου ἐπιψηφίσεως τοῦ ἔργου. Νὰ καταφύγωμεν εἰς τὸ μέτρον, εἰς τὸ ὁποῖον κατέφυγεν ἡ Ἰταλικὴ βουλή; ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ἠμποροῦσε νὰ ἐγείρῃ ἀμφιβολίαν. Ἐσκέφθην λοιπὸν νὰ ὑποβάλω τὸ ἔργον δι’ ἑνὸς ἄρθρου εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τρόπον συμβάσεως. Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν θεωρῶ οὔτε ὡς πολιτικὸν, ἀλλ’ οὔτε ὡς ὑπουργικὸν ἀλλ’ ὡς ἔργον κοινωνικῆς ἀνάγκης. Ἔχει δὲ οὕτω τὸ περὶ τούτου νομοσχέδιον. «Ο παρὼν κώδιξ ὑπὸ τὴν ἐγγραφὴν πολιτικὸς ἢ ἀστικὸς κώδιξ τῆς Ἑλλάδος συγκείμενος ἐξ ἄρθρων 2050, φέρων τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ὑπουργοῦ κηρύσσεται ὡς νόμος τοῦ Κράτους.» Τὸν ὑποβάλλω λοιπὸν εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τὰ ἐν συνόψει ἐκτεθέντα μετ’ ἐκθέσεως δικαιολογούσης τὴν ἀνάγκην τῆς παραδοχῆς του καὶ ἀναφέρομαι εἰς τὸν πατριωτισμόν της. Ἂς ἀναλογισθῇ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους καὶ ἂς πράξῃ ὅ,τι νομίζῃ καλόν. Δὲν θέλω νὰ ἔμβω εἰς λεπτομερείας τοῦ ἔργου, διότι αἱ νομοθετικαὶ ἐπιτροπαὶ ἔχουν ἐκθέσει λεπτομερῶς ποῖον κώδικα εἴτε τὸν Σαξωνικὸν, εἴτε τὸν Βαυαρικὸν, εἴτε τὸν Γερμανικὸν εἴτε τὸν Ἰταλικὸν συνεβουλεύθησαν καὶ εἰς τὰ καθέκαστα τοῦ ἔργου. Ὑπῆρξε καὶ μία ἑτέρα ἔκθεσις τῆς πρώτης ἐπιτροπῆς ὡς καὶ ἐκείνης τοῦ 1819, αἵτινες ἀπωλέσθησαν ὡς καὶ τὰ πρακτικά των· εἶναι μόνον αἱ ἐκθέσεις τῶν δύω ἐπιτροπῶν, αἵτινες προτάσσονται τοῦ σχεδίου τοῦ ὑποβαλλομένου Κώδικος.
§16ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ προηγουμένη ἔκθεσις δὲν ὑπάρχει;
§17Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συναπώλετο μετ’ ἄλλων πολλῶν· 40 χρόνον ἀρχεῖα δὲν ἔχομεν (καταθέτει τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸ προεδρεῖον).
§18ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ (ὑπουργὸς ναυτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν, κύριοι, νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον περὶ τῆς ναυτικῆς δυνάμεως τοῦ ἐπιόντος ἔτους 1875. Ἐπίσης, ἐξ ὀνόματος τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργοῦ, ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ τοῦ ἐπιόντος ἔτους (καταθέτει ἀμφότερα εἰς τὸ προεδρεῖον). (Ὅρα παράρτημα).
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι εἰσηγηταὶ τῶν ἐπιτροπῶν ἔχουν ἐκθέσεις ἑτοίμους;
§20ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἐπιτροπή σας, κύριοι, εἰς τὴν ὁποίαν παρεπέμψατε τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου τῶν 26 ἑκατομμυρίων φράγκων καὶ περὶ κυρώσεως τῆς περὶ τούτου συμβάσεως, ἐπεξεργασθεῖσα αὐτὸ, λαμβάνει τὴν τιμὴν δι’ ἐμοῦ, ὡς προέδρου, νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν συνταχθεῖσαν ἐπὶ τούτῳ ἔκθεσίν της. Ἡ ἔκθεσις φέρει τὰς ὑπογραφὰς 7 μόνον μελῶν· ἐκ δὲ τῶν δύω ἄλλων, ὁ μὲν κ. Ζωχὸς ἐδήλωσεν, ὅτι μειοψηφεῖ καὶ ὅτι τὴν γνώμην του θὰ ἐκθέσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ δ’ ἕτερον μέλος, ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, δὲν προσῆλθε τὸ παράπαν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἐπιτροπῆς. Τὴν ἔκθεσιν καταθέτω εἰς τὸ προεδρεῖον. Ἂν ἀγαπᾶτε ν’ ἀναγνωσθῇ. (Ὅρα παράρτημα).
§21ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι· εἶναι περιττὸν, θὰ τυπωθῇ.
§22ΖΩΧΙΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου, κ. πρόεδρε, δὲν εἶναι ἁπλοῦν. Δὲν πρόκειται περὶ δανείου, ἀλλὰ καὶ περὶ πιστώσεων· ὑπεστήριξα λοιπὸν ἐντὸς τῆς ἐπιτροπῆς τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ περὶ πιστώσεων. Ἡ πλειονοψηφία εἶχε τὴν ἐναντίαν γνώμην. Ἐγὼ ἐπέμεινα καὶ ἀκόμη ἐπιμένω, ὅτι δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἁρμόδιοι νὰ ἀποφανθῶμεν δι’ ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον· διότι, νομίζω, κακῶς παρεπέμφθη εἰς μόνην τὴν ἐπιτροπὴν τῶν οἰκονομικῶν, ἀλλὰ ἔπρεπε καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπου πρέπει νὰ βεβαιωθοῦν ὅλα αὐτὰ τὰ περὶ πιστώσεων, καὶ ἠξεύρετε ὅτι πρόκειται περὶ πιστώσεων ἀπὸ τοῦ 1863. Πρὸς βεβαίωσιν λοιπὸν ὅλων αὐτῶν τῶν παλαιῶν πιστώσεων, νομίζω, ὅτι ἰδίως πρέπει νὰ ἐνασχοληθῇ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Περὶ δὲ τῆς γνώμης μου, λέγω ὅτι εἶμαι ἐναντίος τοῦ νομοσχεδίου καὶ θὰ τὴν ἐκφράσω κατὰ τὴν συζήτησιν.
§23ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ περὶ τῆς γνώμης αὐτῆς ἐγένετο λόγος· τὸ νομοσχέδιον ἔχει βάσιν τὴν συνομολόγησιν δανείου, καὶ διὰ τοῦτο ὀρθῶς παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν.
§24ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον, κ. πρόεδρε, περιεῖχε διατάξεις περὶ δανείου ἁπλῶς μόνον, τότε βεβαίως νομίζω, ὅτι ἁρμοδία ἦτον ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν νὰ τὸ ἐξελέγξῃ· ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ζωχιὸς, καὶ τὸ γνωρίζετε ὅσοι τὸ ἀνεγνώσατε, περιέχει καὶ ὅρους διὰ τῶν ὁποίων χορηγοῦνται εἰς τὴν Κυβέρνησιν πιστώσεις. Αἱ πιστώσεις, καθὼς γνωρίζετε, κ. Σιμόπουλε, δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ ἓν συμπλήρωμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι παρὰ συμπληρωτικαὶ καὶ ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις. Πρόκειται περὶ ἐγκρίσεως συμβάσεως τοιαύτης, καὶ τὸ ὀρθῶς ἐννοούμενον καθῆκον τῶν ἐπιτροπῶν εἶναι, ἵνα ὅλαι αἱ πιστώσεις παραπέμπωνται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ἁρμοδία νὰ τὰς ἐξελέγξῃ. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι κακῶς ἡ ἐπιτροπὴ τῶν οἰκονομικῶν ἐπεξεργάσθη τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ μόνη· ἢ ἔπρεπε νὰ ἐξαιρέσῃ τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουν πιστώσεις, καὶ ν’ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ὥστε νὰ δώσῃ εἰς τὰς πιστώσεις τύπον νομοσχεδίου εἰδικοῦ καὶ τότε ἠδύνατο νὰ ἐνασχοληθῇ εἰς τὰς ἄλλας διατάξεις, ἢ ἀφοῦ ἐδέχθη τὸ νομοσχέδιον ὅπως ὑπεβλήθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ παραπέμψῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰς ἀμφοτέρας τὰς ἐπιτροπὰς, διότι διαφορετικὰ κάμνομεν μίαν καινοτομίαν, ἡ ὁποία δὲν ἔγεινεν ἄλλοτε ποτὲ, καὶ ἡ ὁποία οὔτε ὀρθὴ εἶναι, οὔτε συνεπείας καλὰς δύναται νὰ ἔχῃ.
§25ΖΕΖΑΣ. Ὅταν τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις καὶ διανεμηθῇ, τότε γίνεται λόγος κατὰ τὴν συζήτησιν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βέβαια.
§27ΜΠΡΑΒΟΣ. Δύω λέξεις θὰ εἴπω, κ. πρόεδρε, ἐπειδὴ εἶμαι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τῶν οἰκονομικῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ πλειονοψηφίαν ἐπέμεινε καὶ παρεδέχθη, ὅτι αἱ πιστώσεις αὐταὶ ἀνήκουν εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν αὐτῆς καὶ δὲν πρέπει νὰ παραπεμφθοῦν εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴν, διότι αἱ πιστώσεις αὗται δὲν εἶναι δαπάναι ἀναγόμεναι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ τρέχοντος ἢ ἐπιόντος ἔτους, ἀλλὰ δαπάναι γενόμεναι κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, καὶ αἱ ὁποῖαι εἶναι διὰ δικαστικῶν ἀποφάσεων. Πρόκειται λοιπὸν διὰ τῶν πιστώσεων αὐτῶν νὰ ἐξοφληθῶσι τὰ δάνεια αὐτὰ τὰ μικρὰ, τὰ ὁποῖα ὀφείλονται εἰς διαφόρους δανειστὰς τοῦ δημοσίου. Δὲν ἔχει κἀμμίαν σχέσιν ἡ προκειμένη πίστωσις μὲ τὸν προϋπολογισμόν. Ὁ προϋπολογισμὸς, ἂν καὶ δὲν ἔχω εἰδικότητα εἰς τὰ οἰκονομικὰ, καθὼς φρονῶ, κανονίζει τὰς ἐτησίας δαπάνας τῶν ἐξόδων καὶ ἐσόδων τοῦ Κράτους. Αὐταὶ αἱ πιστώσεις δὲν ἀνάγονται εἰς τὰς τακτικὰς δαπάνας τοῦ ἔτους. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου λοιπὸν ἔγεινε σκέψις, ὅτι τὰ δάνεια αὐτὰ τὰ μικρὰ, διὰ τὰ ὁποῖα πληρώνομεν τόκους ὑπερόγκους, νὰ συγχωνευθοῦν εἰς ἓν δάνειον, νὰ ἀναγνωρίσωμεν ἕνα δανειστὴν καὶ νὰ πληρώνωμεν τόκους συμφερωτέρους, καὶ νὰ μὴν ἔχωμεν τὴν πίεσιν τῶν πολλῶν δανειστῶν, καὶ νὰ μὴν θεωρώμεθα καὶ κακῆς πίστεως. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐνομίσαμεν, ὅτι πρέπει νὰ μένῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν οἰκονομικῶν.
§28Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν μικρὰν παρατήρησιν, κ. πρόεδρε, θὰ κάμω εἰς τὸν ἀξιότιμον προαγορεύσαντα. Ὄχι μόνον ὅσα ἀποβλέπουν δικαστικὰς ἀποφάσεις ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων πρέπει νὰ ᾖναι ἀνεγνωρισμένα καὶ ἐκκαθαρισμένα ἀπὸ τὰ ὑπουργεῖα· διαφορετικὰ δὲν ἠμποροῦν νὰ ὑποβάλουν οὐδεμίαν τοιαύτην κεκλεισμένην χρῆσιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ καὶ οὕτως ἔχοντος τοῦ πράγματος, ἂς μάθῃ ὁ ἔντιμος προαγορεύσας ὅτι αἱ πιστώσεις τῶν κεκλεισμένων χρήσεων ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ περιλαμβάνονται, διότι κάθε ὑπουργεῖον ἔχει εἰδικὸν κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου σημειοῖ καὶ τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων. Ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ καὶ εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπήν.
§29ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργ. Παιδείας). Μίαν παρατήρησιν θὰ κάμω εἰς τὸν βουλευτὴν Τριφυλίας, ὅτι εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου τῶν 4,000,000, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ ἴδιος, ἡ αὐτὴ κατάστασις ὑπῆρχε.
§30Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν.). Ὅταν τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις, τότε βλέπομεν.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλη ἔκθεσις ὑπάρχει;
§32ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 3½ Μ. Μ.)