1874.11.22
2.186 στίχοι · 17.922 λέξεις · 225 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31.
Τῆς 22 Νοεμβρίου 1874.
(Παρασκευή).
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΚΑΡΔΑΡΑΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της περὶ ἀποχωρήσεως τῶν ἐπισκόπων κτλ. (Ὅρα παράρτημα).
§2ΣΟΥΤΣΟΣ. Κύριοι βουλευταί, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Αὐστρο–Οὐγγαρίας περὶ τῆς κατ’ ἀμοιβαιότητα ἐκδόσεως τῶν δραπετῶν ναυτῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ τὴν σύμβασιν ταύτην ἐθεώρησεν ὠφελιμωτάτην καὶ ἀναγκαιοτάτην, διότι πολλοὶ κακῆς πίστεως ναῦται ναυλώνονται διὰ τὸ ἐξωτερικόν, καὶ ἐκεῖ ἀφίνουν τὰ πλοῖά των καὶ φεύγουν. Λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ εὔχεται ὅπως τοιαύτη σύμβασις ψηφισθῇ. (Ὅρα παράρτημα)
§3ΡΟΥΚΗΣ. Κύριε πρόεδρε! Προτείνω, ὅταν γίνωνται συμβάσεις τοιούτου εἴδους μεταξὺ τῶν Κυβερνήσεων, νὰ μὴ δίδωνται ἀριστεῖα· διότι παρουσιάζεται ἔξαφνα ἕνας ὑπουργὸς καὶ κάμνει μίαν σύμβασιν διὰ τὴν παράδοσιν ἑνὸς ναύτου καὶ δίδομεν Μεγαλοσταύρους, Ταξιάρχας κτλ. Αὐτὸ προσβάλλει τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Ἔθνους.
§4ΣΕΡΒΟΣ. Κύριοι! Πρὸ τοῦ νόμου τῆς ἀφομοιώσεως ἐν Ἑπτανήσῳ ἡ περιουσία τῶν δήμων ἦτον ἐπαρχιακή, ἤτοι ἑνιαία, δὲν ἦτο διῃρημένη εἰς τοὺς δήμους. Ἀφοῦ ἐπῆλθε τὸ σύστημα τῆς διαιρέσεως τῶν ἐπαρχιῶν εἰς δήμους, ἐπῆλθεν ἀναγκαίως καὶ τὸ σύστημα τῆς διαιρέσεως καὶ τῶν κτημάτων τῆς ἐπαρχίας. Ἐπειδὴ δὲ τότε δὲν ὑπῆρχε κατάλληλος χρόνο; ὅπως γείνῃ αὐτὴ ἡ διανομή, ἐγένετο ἓν μόνον ἄρθρον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ περιουσία ἔπρεπε νὰ διαχειρίζεται ὑπὸ πολυμελοῦς ἐπιτροπῆς, συγκειμένης ἀπὸ τόσα μέλη, ὅσοι εἶναι οἱ δῆμοι, ἐχούσης πρόεδρον τὸν ἔπαρχον. Καταλαμβάνετε ὅτι οὐδὲν εἶναι χειρότερον καὶ ὀλεθριώτερον ἢ νὰ διαχειρίζεται τὴν περιουσίαν ἄλλος τις παρὰ ἐκεῖνος εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκει· καὶ ἕνεκα τούτου ἔχομεν ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι λίαν ἀξιέπαινον, οὔτε λίαν καλόν. Αὐτὴ ἡ προσωρινότης πρέπει νὰ ἐκλείψῃ διά τινας ἐπαρχίας. Μοὶ φαίνεται διὰ τὴν Ζάκυνθον ἐγένετο νόμος καὶ συνεπείᾳ τούτου ἡ διανομή. Νόμον παραπλήσιον ἐννοῶ νὰ καταστήσω ἐνεργὸν καὶ διὰ τὴν Λευκάδα, ἐφαρμοζομένων καταλλήλων τινῶν διατάξεων πρὸς διανομὴν τῆς περιουσίας. Εἶναι ὀρθὸν, εἶναι ἔλλογον, εἶναι δίκαιον, ὅπως ἕκαστος ἀναγνωρίζῃ τὴν μερίδα τῆς περιουσίας, ἥτις εἰς αὐτὸν ἀνήκει. Ἡ διανομὴ θὰ γείνῃ σχετικῶς τοῦ πληθυσμοῦ, τὸν ὁποῖον ἕκαστος δῆμος ἔχει. Ἐγένοντο παραστάσεις καὶ ἐκ μέρους τῶν δημοτῶν καὶ ἐκ μέρους τῆς διοικήσεως τῆς ἐπαρχίας, ὅπως αὐτὸς ὁ νόμος ψηφισθῇ· ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δὲν κατωρθώθη. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ὑπάρχουν καὶ διάφορα νομοσχέδια εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ λυποῦμαι, ὅτι δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἠδύνατο νὰ πιστοποιήσῃ τοῦτο. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι μεγάλως ἐνδιαφέρεται ἡ ἐπαρχία Λευκάδος, ὅπως αὐτὸς ὁ νόμος περὶ διανομῆς τῶν κτημάτων εἰς τοὺς δήμους γείνῃ. Ὑποβάλλω λοιπὸν τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον μετὰ σχετικῆς ἐκθέσεως καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. (Ὅρα παράρτημα). Δεύτερον, ἐκτὸς τούτου, μέρος τῆς ἐγχωρίου περιουσίας ἀπαρτίζουσι τὰ κτήματα τῶν μὴ διαλελυμένων ἐκεῖ Μονῶν, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ παρελθὸν διεχειρίζοντο ἀπὸ τὸ ἐγχώριον συμβούλιον τῆς ἐπαρχίας καὶ διετίθεντο οἱ πόροι εἰς διαφόρους ἀγαθοεργοὺς καὶ εὐεργετικοὺς σκοπούς. Τὴν σήμερον ἡ περιουσία αὕτη ἐγένετο ἀφανής. Οἱ εὐεργετικοὶ σκοποὶ ἐξέλιπον ὅλως διόλου, καὶ ἡμεῖς εὑρισκόμεθα εἰς οἰκτρὰν κατάστασιν, διότι ἐκεῖνοι οἱ πόροι, οἱ ὁποῖοι ἐχρησίμευον εἰς πολλὰ ἀγαθὰ πράγματα, σήμερον ἐλλείπουν καὶ ἀγνοοῦμεν τί γίνονται. Πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω τὸ νομοσχέδιον περὶ διαθέσεως τῶν κτημάτων τῶν μὴ διαλελυμένων Μονῶν τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος μετὰ σχετικῆς ἐκθέσεως, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ καὶ αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν. (Ὅρα παράρτημα).
§5ΡΟΥΚΗΣ. Κύριε πρόεδρε, νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§6ΣΤΕΦΑΝΙΤΣΗΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ, κύριοι, τὸ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ διανομῆς τῆς κοινῆς περιουσίας τῶν δήμων Λευκάδος, παρατηρῶ ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς διαλυθείσης Βουλῆς ὑπεβλήθησαν 2, ἢ 3, νομίζω, νομοσχέδια περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα δὲν ἦλθον εἰς συζήτησιν· ἄλλως τε δὲ εἶχον αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ καὶ ἀτελείας. Μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἡ Κυβέρνησις, θέλουσα νὰ συμπληρώσῃ τὸ ἔργον καὶ νὰ καταρτίσῃ ἓν νομοσχέδιον τέλειον, παρέπεμψεν αὐτὰ εἰς τὰς ἁρμοδίους διοικητικὰς ἀρχὰς, τουτέστιν εἰς τὸν νομάρχην καὶ εἰς τὸν ἔπαρχον, ὅπως οὗτοι λαβόντες ἐπιτοπίους πληροφορίας συντάξουν ἓν νομοσχέδιον πληρέστερον. Πράγματι, κύριοι, αἱ διοικηταὶ ἀρχαὶ ἐξετέλεσαν....
§7Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κατὰ τὴν συζήτησιν τὰ λέγετε αὐτά.
§8ΣΤΕΦΑΝΙΤΣΗΣ. Θὰ κάμω μίαν αἴτησιν. Εἰς τὴν ἐργασίαν ταύτην ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ λάβω καὶ ἐγὼ μέρος. Ἀλλὰ ἡ Νομαρχία, φαίνεται, δὲν ὑπέβαλεν ἀκόμη τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Παρακαλῶ λοιπὸν διὰ τοῦ κ. Προέδρου, ὅπως, πρὶν ἢ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ ἤδη ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, παραγγελθῇ ὁ κ. Νομάρχης Κερκύρας νὰ ὑποβάλῃ καὶ τὸ οὕτω πως συντεταγμένον νομοσχέδιον.
§9ΖΩΧΙΟΣ. Τοῦτο εἶναι ἄλλο πάλιν· οἱ ἔπαρχοι συντάσσουν νομοσχέδια.
§10ΡΟΥΚΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἀνεγνώρισεν εἰς τοὺς ἐπάρχους τὸ δικαίωμα νὰ μὴ δίδουν εἰσιτήρια εἰς τοὺς βουλευτὰς, καὶ δὲν θὰ τοὺς ἀναγνωρίσῃ τὸ δικαίωμα νὰ συντάσσουν νομοσχέδια;
§11ΣΤΕΦΑΝΙΤΣΗΣ. Αἱ ἐπιτροπαὶ ἐπὶ τῆς Παιδείας καὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, συνελθοῦσαι, κατήρτισαν τὴν ἔκθεσίν των ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κατωτέρου κλήρου καὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τὴν ἔκθεσιν ταύτην, κύριοι, ὡς εἰσηγητὴς τῶν ἐπιτροπῶν, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρακαλῶ αὐτὴν νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Ἀλλὰ ἐπί τινων ἀντικειμένων.....
§12ΤΙΝΕΣ. Θὰ τυπωθῇ.
§13ΣΤΕΦΑΝΙΤΣΗΣ. Παρακαλῶ εἶναι κἄτι τὸ ὁποῖον δὲν περιέχεται εἰς τὴν ἔκθεσιν. Ἡ ἐπιτροπὴ, κύριοι, παρεδέχθη τὰ προσόντα τῶν δημοδιδασκάλων ὡς εἶχον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ· ἀλλὰ σκέψις τις μεταγενεστέρα ἔπεισε τὰ πλεῖστα τῶν μελῶν, ὅτι τὰ προσόντα ταῦτα εἶναι λίαν αὐστηρά· ἑπομένως ὑπὸ ταύτην τὴν ἔποψιν ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο. (Ὅρα παράρτημα).
§14ΖΩΧΙΟΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ προσθέσω δύω λόγους, εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Σέρβος περὶ διανομῆς τῆς περιουσίας τῆς Λευκάδος.
§15ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Εἰς τὴν συζήτησιν.
§16ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς Λευκάδος, κύριε Σινανιώτη· ἐγὼ εἶμαι ἀπὸ ἄλλο μέρος, πλουσιώτερον ἀπὸ τὴν Λευκάδα. Πρόκειται περὶ ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα διαχειρίζονται ἄνθρωποι ξένοι, καὶ ὄχι μόνον τὰ διαχειρίζονται ἄνθρωποι ξένοι, ἀλλὰ μεταχειρίζονται τὰ ἑκατομμύρια αὐτὰ καὶ φυλακίζουν 5, 6, 8 χιλιάδας ἀνθρώπους. Δὲν ἠμποροῦσα νὰ σιωπήσω, διότι θὰ μοῦ εἴπουν, «ἔγεινε λόγος περὶ Λευκάδος· σ’ ἐστείλαμεν ἐσὲ ποῦ ἔχεις γλῶσσα μεγάλη, στόμα μεγάλον, τί ὡμίλησες δι’ ἡμᾶς;» Λοιπὸν σᾶς λέγω, ὅτι εἶναι ἑκατομμύρια αὐτὰ, τὰ ὁποῖα διαχειρίζονται ἄνθρωποι ξένοι. Δὲν ζητοῦμεν τίποτε ἄλλο ἀπὸ σᾶς, παρὰ νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς τὸν αὐτὸν κανόνα, εἰς τὸν ὁποῖον ὑποβάλλεται ὅλη ἡ Ἑλλάς. Ἀποτελοῦμεν ἐξαίρεσιν, καὶ σᾶς εἶπον καὶ σᾶς τὸ ἐπαναλέγω, ὁ σύνδεσμος καὶ λείπει.
§17ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τίνος πρόκειται; ἐξήγησέ το.
§18ΖΩΧΙΟΣ. Πρὶν ἢ σχηματισθῶσιν οἱ δῆμοι εἰς Κέρκυραν καθὼς καὶ εἰς Λευκάδα, ἡ περιουσία ἦτο μία· ἐχωρίσθημεν εἰς δήμους· ἤδη ἀπὸ τὴν κοινὴν περιουσίαν οἱ δῆμοι δὲν ἔλαβον οὐδὲν, οὔτε λαμβάνουν, οὔτε θὰ λάβουν· ἡ περιουσία εἶναι κτήματα ἑκατομμύρια. Ἐγὼ παρεκάλεσα τὴν Κυβέρνησιν ἰδιαιτέρως διὰ νὰ μὴ φαίνεται, ὅτι ἀντιπολιτευόμεθα, καὶ οἱ κύριοι ὑπουργοὶ εἶναι μάρτυρες, καὶ παρεκάλεσα καὶ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, ἵνα ἡ Κυβέρνησις ὡς κηδεμὼν τῆς πολιτείας ὅλης λάβῃ πρόνοιαν περὶ τούτου τοῦ πράγματος, τὸ ὁποῖον πιέζει τὸν τόπον. Καὶ δὲν εἶναι μόνον, ὅτι ἡ περιουσία δὲν διενεμήθη, ἀλλὰ ἐπεβλήθησαν φόροι ἄμεσοι εἰς τοὺς ἐξωτερικοὺς δήμους, καὶ οἱ Ἑπτανήσιοι δὲν ὑποφέρουν τοὺς ἀμέσους φόρους· καὶ πρὸς τοῦτο εἰς τὴν Κέρκυραν φυλακίζεται ἄνθρωπος διὰ μισὴν κότταν—θὰ σᾶς φέρω ἀποδείξεις αὔριον—καὶ τὸν συλλαμβάνουν εἰς πᾶσαν στιγμήν. Εἶναι μία τυραννία ἀνυπόφορος. Δὲν φυλακίζεται δὲ εἷς ἢ δύω, ἀλλὰ χιλιάδες. Δὲν ἐμελετήσατε τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου. Δυστυχῶς οἱ ὑπουργοὶ δὲν εὐκαιροῦν νὰ τὸν περιέλθουν. Δὲν εἰσῆλθον εἰς τὰ ἐνδότερα τῆς πολιτείας ἐκείνης.
§19Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Εἰς τὰ 1872, νομίζω, εἶχα ὑποβάλει νομοσχέδιον.
§20ΖΩΧΙΟΣ. Παρακαλοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπέμβῃ, διότι, ἠξεύρετε, ὅταν πρόκειται νὰ γείνῃ ἡ διανομὴ, ὁ ἕνας λέγει ὅτι ἐγὼ θὰ πάρω τοῦτο τὸ μέρος καὶ ὄχι τὸ ἄλλο. Οἱ Ἑβραῖοι ἐμοίρασαν τὴν Παλαιστίνην καὶ διὰ νὰ μὴ πιασθοῦν ἀπὸ τὰ μαλλιὰ τὴν ἐμοίρασαν μὲ τὸν κλῆρον. Λοιπὸν, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ τὸ πρᾶγμα καὶ ἂν ᾖναι δυνατὸν νὰ λύσῃ ἐντὸς τῆς συνόδου αὐτῆς τὸ ζήτημα.
§21ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ παρατηρῶ ὅτι γίνεται μεγάλη ἀδικία εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τῆς Ἀττικῆς, καθόσον, μολονότι ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπαρχίας Κορινθίας μεταγενεστέρως πολὺ τῆς Ἀττικῆς ἠκυρώθη καὶ εἰς ἕνα μόνον δῆμον, μολαταῦτα ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης διετάχθη, ἐνῷ ἡ ἐκλογὴ τῆς Ἀττικῆς δὲν διετάχθη, ἐπερωτῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ὑπάρχουσιν σπουδαῖοι λόγοι, οἱ ὁποῖοι τὴν ἀναγκάζουν ἐναντίον του κανονισμοῦ καὶ τοῦ νόμου νὰ μὴ διατάξῃ τὴν ἐπανάληψιν τῆς ἐκλογῆς· διότι γνωρίζετε, κύριε πρόεδρε, ὁ νόμος ὑποχρεοῖ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἀκυρωθεισῶν ἐκλογῶν ἐντὸς εἴκοσιν ἡμερῶν. Ὁ περὶ βουλευτῶν νόμος, κεφάλαιον βʹ. εἰς τὰς γενικὰς διατάξεις λέγει· ὅταν βουλευτὴς ἀποθάνῃ, ἢ ὅταν καταστῇ ἀνίκανος, ἢ ὅταν ἐκλογή τις ἀκυρωθῇ, ἡ ἐπανάληψις διατάσσεται ἐντὸς 20 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἀκυρώσεως. Ἄνευ ἀφορμῆς βεβαίως ὁ νομοθέτης δὲν προσδιώρισε τὸν καιρὸν, καθ’ ὃν εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ προσδιορίσῃ τὰς ἐκλογάς. Ἐπομένως διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς παρακαλῶ τὸ ὑπουργεῖον, ὅπως ἢ διατάξῃ τὴν ἐκλογὴν ἢ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα δὲν διέταξε τὴν ἐπανάληψιν.
§22Ι. ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Παιδείας). Δὲν εἶναι παρὼν ὁ ἁρμόδιος ὑπουργός.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον.—Ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ δανείου.
§24ΡΟΥΚΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ὁ κ. Σοῦτσος ἔφερε χθὲς πρότασιν, ἐντὸς τοῦ νόμου, περὶ ἐκλογῆς ταμίου ἐκ μέρους τοῦ Σώματος. Αὐτὸ τὸ πρᾶγμα εἶναι πολὺ σπουδαῖον. Δὲν δύναται ὁ βουλευτὴς νὰ ἐξευτελίζεται πότε εἰς τὸν προστατευόμενον τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, πότε εἰς τὸν προστατευόμενον τοῦ προέδρου. Λοιπὸν νὰ προβῇ τὸ Σῶμα εἰς τὴν ἐκλογὴν ἑνὸς ταμίου· περὶ τούτου δὲ εἶναι καὶ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς κατὰ τὰ πρακτικά, ὅτι σήμερον θὰ γείνῃ ἡ ἐκλογὴ αὐτή.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου.
§26ΜΠΟΥΤΟΣ. Κύριε πρόεδρε. Χθὲς ὁ κ. Σοῦτσος ἔκαμε πρότασιν περὶ ἐκλογῆς ταμίου, ἡ δὲ Βουλὴ ἀπεδέχθη τὴν πρότασίν του καὶ ἀπεφάσισεν εἰς πρώτην συνεδρίασιν νὰ ἐκλέξῃ τὸν ταμίαν. Δὲν ὑπάρχει δὲ οὐδεὶς λόγος νὰ ἀναβάλωμεν τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον, ὡς γνωρίζετε, κ. πρόεδρε, ἡ ἡμερησία διάταξις δὲν κανονίζεται ὑπὸ τοῦ προέδρου. Ἡ ἡμερησία διάταξις καταρτίζεται τῇ ἀποφάσει τῆς Βουλῆς. Ἐὰν λοιπὸν τὸ προεδρεῖον δὲν περιέλαβεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὴν ἐκλογὴν τοῦ ταμίου, τοῦτο δὲν εἶναι λόγος νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ἐκλογὴν, καθόσον ῥητῶς ὁ κανονισμὸς ἀπαιτεῖ τοῦτο, καὶ εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον περιέχεται εἰς τὸν πλήρη καταρτισμὸν τοῦ Σώματος. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον πρὸ πάσης ἄλλης ἐργασίας πρέπει νὰ γείνῃ ἡ ἐκλογὴ τοῦ ταμίου. Καὶ ὅταν σᾶς γίνεται μία πρότασις, κ. πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ τὴν πρότασιν αὐτὴν νὰ μὴ τὴν ἀποῤῥίπτετε χωρὶς νὰ ἐρωτήσετε τὴν Βουλὴν, διότι ἐνῷ ὁ βουλευτὴς κ. Ῥούκης σᾶς ἔκαμε τὴν πρότασιν αὐτὴν, σεῖς ἐπιμείνατε εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν.
§28ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἐὰν ἐρωτήσετε τὴν Βουλὴν, πρέπει νὰ ἐκτεθῶσι καὶ οἱ λόγοι. Χθὲς ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε ἵνα σήμερον ἐκλεχθῇ ὁ ταμίας.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ, θέλει νὰ προταχθῇ ἡ ἐκλογὴ τοῦ ταμίου ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον;
§30ΜΠΟΥΤΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐρωτήσετε τὴν Βουλὴν. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν εἰς πρώτην συνεδρίασιν.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ συγχρόνως εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ δανείου.
§32ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω καὶ ἓν ἄλλο· τὸ νομοσχέδιον δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὸ συζητήσετε σήμερον, διότι δὲν ἐκοινοποιήθη εἰς τοὺς βουλευτὰς πρὸ 24 ὡρῶν ὅπως ἀπαιτεῖ ὁ κανονισμός. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῇ μία ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν διατυπώσατε, τί θέλετε.
§34ΜΠΟΥΤΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ διατυπώσω πρότασιν, πρόκειται νὰ ἐκτελέσῃ τὸ προεδρεῖον τὴν χθεσινὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· ἀλλὰ πρῶτον εἶναι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐτέθη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§36ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀληθῶς, κ. πρόεδρε, ἡ Βουλὴ χθὲς ἀπεφάσισεν εἰς τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν νὰ γείνῃ ἡ ψηφοφορία τοῦ ταμίου, ἀλλ’ εἶναι δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ μεταῤῥυθμίσῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν.
§38ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Ἀληθῶς ἡ Βουλὴ χθὲς προσδιώρισε τὴν ἐκλογὴν τοῦ ταμίου· ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ ἡμερησία διάταξις προσδιώρισε τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, μετὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ γίνεται ἡ ἐκλογὴ τοῦ ταμίου. Ἐὰν δὲ ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, ὅτι δὲν ἐκοινοποιήθη εἰς τοὺς κ. βουλευτὰς τὸ νομοσχέδιον, ἂς τὸ εἴπουν.
§39ΡΟΥΚΗΣ. Ἡμεῖς δὲν τὸ εἴδομεν ἀκόμη.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον.
§41ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε πρόεδρε, εἶμαι ἐναντίος· εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς.
§42Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, νομίζω, ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι ἀφοῦ ἀναγνωσθῇ ὅλον τὸ νομοσχέδιον τότε νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐὰν δέχεται τὴν ἀρχὴν καὶ ἔπειτα θὰ ἔλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα.
§43ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
§44ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἔχω ἀντίῤῥησιν, δὲν διενεμήθη πρὸ 24 ὡρῶν κατὰ τὸν κανονισμόν.
§45ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο καλὸν νὰ μὴ ἐγένετο παρ’ οὐδενὸς ἡ παρατήρησις ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν διενεμήθη πρὸ 24 ὡρῶν...
§46ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τί θέλετε, μὲ ἐπιδοτήρια νὰ διανέμωνται τὰ νομοσχέδια; (θόρυβος). Προτείνω τὸ νομοσχέδιον νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον.
§47ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Μὴ διακόπτῃς τὸν κ. Σωτηρόπουλον.
§48ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ὅμως ἐγένετο ἡ παρατήρησις ἀπὸ τόσους βουλευτὰς, νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν ν’ ἀκούσωμεν τὴν παρατήρησιν αὐτῶν.
§49Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ά. ἀνάγνωσις σήμερον.
§50ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον καὶ ἂν ἐπιμένῃ τὸ προεδρεῖον καὶ ὅλοι ὑμεῖς ὅτι ἡ ἔκθεσις διενεμήθη πρὸ 24 ὡρῶν, δὲν θὰ γίνητε πιστευτοὶ, διότι μόλις χθὲς περὶ τὴν ὥραν ταύτην ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ ἡ ἔκθεσις καὶ δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἀναγκαῖος ὑλικὸς καιρὸς πρὸς ἐκτύπωσιν καὶ διανομήν. Ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν μαρτυρίαν πολλῶν ἐξ ὑμῶν, οἵτινες ἐλάβατε τὴν ἔκθεσιν χθὲς, πολὺ ἀργά.
§51ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Σήμερον, σήμερον.
§52ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὡς γραμματεὺς τῆς Βουλῆς, ὀφείλω νὰ δώσω διασαφήσεις, διότι παρατηρῶ ὅτι ἠγέρθησαν ἐνστάσεις ὅτι τινὲς τῶν κκ. Βουλευτῶν δὲν ἔλαβον τὴν ἔκθεσιν. Τὸ προεδρεῖον, κύριοι, διέταξε τὸ γραφεῖον καὶ ἐτυπώθησαν καὶ διενεμήθησαν τὰ ἀνάλογα ἀντίτυπα διὰ τῶν κλητήρων εἰς τὰς οἰκίας τῶν κκ. Βουλευτῶν. Τώρα, ἄν τινες τῶν κκ. Βουλευτῶν δὲν ἔλαβον ἐγκαίρως τὴν ἔκθεσιν, συνέβη ἴσως διότι δὲν ἐπρόφθασαν οἱ κλητῆρες, ἢ οἱ κκ. Βουλευταὶ δὲν εὑρέθησαν εἰς τὴν οἰκίαν των. Δὲν πιστεύω δὲ ὅτι τοῦτο εἶναι λόγος νὰ δημιουργηθῇ μία τυπικὴ ἔνστασις καθαρῶς καὶ μόνον ἵνα παραταθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου· ἄλλως τε δὲ παρακαλῶ νὰ μὴ ἀποδοθῇ κᾀμμία μομφὴ κατὰ τοῦ προεδρείου. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ ἔνστασις αὕτη δὲν εἶναι ἢ καθαρῶς τυπικὴ, καὶ μόνον ἐκεῖνος δύναται νὰ τὴν ἐπικαλεσθῇ, ὁ ὁποῖος θέλει σκοπίμως νὰ μὴ γείνῃ συζήτησις. Ἡ ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου σήμερον δὲν θὰ ᾖναι παρὰ τυπική· μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν ὅστις θέλει καὶ ἔχει ν’ ἀντικρούσῃ γνώμας δύναται ἐλευθέρως νὰ τὸ πράξῃ. Ἡ ἔκθεσις δὲν ἔχει οὐδεμίαν τροποποίησιν, ὥστε ἡ μὴ ἔγκαιρος αὐτῆς διανομὴ νὰ προκαλέσῃ πρότασιν ἀναβολῆς.
§53ΖΕΖΑΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία γίνεται, εἶναι ὅλως διόλου περιττὴ, διότι, κατὰ τὸν κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, δὲν ἀπαιτεῖται ἡ ἔκθεσις νὰ διανέμεται πρὸ 24 ὡρῶν, ἀλλὰ πρὸ τῆς ἡμέρας τῆς συζητήσεως· τοῦτο λέγει τὸ ἄρθρον 37 τοῦ κανονισμοῦ.
§54ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Σήμερον τὸ πρωῒ ἐλάβαμεν τὴν ἔκθεσιν.
§55ΖΕΖΑΣ. Ὅταν λοιπὸν κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Σωτηροπούλου, χθὲς διενεμήθη ἡ ἔκθεσις....
§56ΜΙΛΗΣΗΣ. Σήμερον τὸ πρωῒ τὴν ἔλαβα.
§57ΖΕΖΑΣ. Πιστεύω, κύριοι, ὅτι ὅλοι ἔχομεν οὐ μόνον τὸ καθῆκον, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπιθυμίαν καὶ τὴν πρόθεσιν νὰ ἐργασθῶμεν, ἀδιαφόρως, ἂν διαφέρωμεν κατὰ τὴν γνώμην καὶ τὰς πεποιθήσεις. Παρουσιάσθη ἕν ζήτημα· διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς μίαν λύσιν ἀσφαλῆ πρέπει νὰ τὸ συζητήσωμεν εἰρηνικῶς καὶ ἡσύχως, ὅπως εὕρωμεν τίς ἔχει τὸ δίκαιον· ἂν δὲ ἡ πλειονοψηφία θελήσῃ καθ’ ὑμᾶς ν’ ἀντιταχθῇ εἰς τὸ δίκαιον, καταφανέστερον τοῦτο θέλει γείνει διὰ τῆς ἀπαθοῦς καὶ ψυχρᾶς συζητήσεως, καὶ ἡ μειονοψηφία θὰ ἔχῃ εὐλόγως τὸ δικαίωμα νὰ τὴν μιμηθῇ. Συζητοῦντες ὅμως ἐν θορύβῳ καὶ διακοπαῖς, οὔτε εἰς συνεννόησίν τινα δυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν, οὔτε ποῦ κεῖται τὸ δίκαιον δύναται νὰ ἐξακριβωθῇ. Ἐπροτάθη ἡ ἔνστασις, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον δὲν διενεμήθη πρὸ 24 ὡρῶν. Ἐπικαλοῦμαι ὅμως τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Σωτηροπούλου καὶ ὅλων ὑμῶν, ὅτι διενεμήθη χθές· εἰς ποίαν ὥραν, εἶναι ἀδιάφορον, ἀρκεῖ ὅτι διενεμήθη πρὸ τῆς σήμερον διὰ νὰ ἐκπληρωθῇ ἡ διάταξις τοῦ κανονισμοῦ. Πιθανὸν καὶ ὀλίγιστοι τῶν κκ. βουλευτῶν νὰ ἔλαβον τὴν ἔκθεσιν τὴν πρωΐαν τῆς σήμερον ἕνεκα ἐλλείψεως τοῦ ἐπιφορτισθέντος τὴν διανομὴν κλητῆρος, ὅπερ ἐνίοτε συμβαίνει χωρὶς ἐντεῦθεν νὰ ἐγείρωνται καὶ ἀντιῤῥήσεις καὶ ζητήματα· τὸ μεγαλείτερον ὅμως μέρος, σχεδὸν τὸ ὅλον, ἔλαβεν αὐτὴν ἐγκαίρως. Κατὰ τί δὲ δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τὴν συζήτησιν ἡ μικρὰ αὕτη ἔλλειψις, ἀφοῦ σήμερον εἶναι ἡ πρώτη ἀνάγνωσις, ἡ δὲ ἔκθεσις οὐδεμίαν τροποποίησιν φέρει ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου; Ἐὰν οἱ ἐνιστάμενοι ἔλεγον, ὅτι δὲν ἐδόθη ἡ ἔκθεσις εἰς τοὺς δυναμένους νὰ κρίνωσι καὶ ἐξελέγξωσι τὸ νομοσχέδιον βουλευτάς, ἴσως ἠδύνατο νὰ γείνῃ περὶ τούτου παρατήρησις, ὅτι ἐκ προθέσεως ἐκρατήθη. Τοιοῦτόν τι ὅμως οὔτε ἐπροτάθη, οὔτε ἔλαβε χώραν· ἀπεναντίας, παρατηρεῖται τὸ ἀντίθετον, διότι καὶ ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὁ δυνάμενος ἐκ τῶν πρώτων νὰ κρίνῃ καὶ ἐξελέγξῃ τὸ νομοσχέδιον, ἔλαβε τὴν ἔκθεσιν καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐγκαίρως. Μοὶ φαίνεται ἑπομένως, ὅτι χάνομεν καιρὸν ἄνευ πρακτικοῦ ἀποτελέσματος. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι εἰς ά. ἀνάγνωσιν, καὶ δὲν πρόκειται νὰ τελειώσῃ σήμερον· δύνασθε ἑπομένως νὰ μελετήσητε καὶ σήμερον καὶ αὔριον· ἐν ἐναντίᾳ δὲ περιπτώσει, προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τὸ κηρύξῃ κατεπεῖγον.
§58ΡΟΥΚΗΣ (πρὸς τὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς). Μὴ θυμώνετε, κ. πρόεδρε, καὶ κάμετε σχήματα....
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σὲ ἐπαναφέρω εἰς τὴν τάξιν.
§60ΡΟΥΚΗΣ. Εἶσαι πρόεδρος τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν προεδρεύεις εἰς τὴν οἰκίαν σου καὶ τοὺς ὑπηρέτας σου (θόρυβος).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ σέβεσαι τὴν Βουλὴν, ἡ ὁποία μὲ ἐξέλεγξε (θόρυβος).
§62ΖΩΧΙΟΣ. Τὸ βιβλίον αὐτὸ καὶ τὰ περιεχόμενα εἰσὶ μάρτυρες, ὅτι ἦλθον νὰ συζητήσω (δεικνύει τὸν προϋπολογισμόν). Λοιπὸν ἀμφιβολία περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει. Σᾶς ὁμολογῶ δὲ, ὅτι χθὲς δὲν ἔλαβον τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς. Δὲν ἀρκεῖ, ὅτι τὴν ἔλαβεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος· ὁ κ. Σωτηρόπουλος δὲν εἶναι ὁ κοινὸς ἡμῶν πατήρ. Ὁ κανονισμὸς, ὃν ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Ζέζας, ὁ ὁποῖος μὲ πολλὴν λεπτότητα πνεύματος ἠθέλησε νὰ βάλῃ τὴν πτέρυγα ταύτην ἐν τῷ ἀδίκῳ, λέγει ὅτι ἡ ἔκθεσις πρέπει νὰ διανέμηται πρὸ τῆς συζητήσεως μίαν ἡμέραν. Ἐγὼ τὴν ἔλαβον σήμερον καὶ δὲν ἐπιμένω εἰς τοῦτο. Παρατηρῶ μόνον, ὅτι τὸ Σύνταγμα ὥρισε τὰς τρεῖς ἀναγνώσεις, ὄχι διὰ νὰ παίξῃ. Τρεῖς ἀναγνώσεις ἐννοοῦσι τρεῖς συζητήσεις. Ἕν νομοσχέδιον ἁπλούστατον κεῖται ὑπὸ συζήτησιν ἐν τῷ ἀγγλικῷ κοινοβουλίῳ ἔτη ὁλόκληρα ὑπὸ συζήτησιν· καὶ πρόκειται ἐκεῖ περὶ τῆς παραδοχῆς ἢ μὴ τοῦ μετρικοῦ συστήματος τῶν Γάλλων. Τὸ ἀνέγνωσαν δὶς, τὸ ἐσυζήτησαν δὶς, καὶ ἐπὶ χρόνους ὁλοκλήρους ἀναβάλλεται ἡ συζήτησίς του. Πρέπει λοιπὸν καὶ κατὰ τὰς τρεῖς ἀναγνώσεις νὰ γείνῃ συζήτησις. Αὐτὸ ἐκάμαμεν εἰς τὸν κ. Δεληγεώργην ἡμεῖς καὶ ἡ κυβέρνησις ἡ παροῦσα, ἀντιπολιτευόμενοι τὸν ἄνθρωπον ἐν τῷ δικαίῳ ἡμῶν· τὸν ἐπεριμείναμεν καὶ εἰς τὴν πρώτην τάφρον καὶ εἰς τὴν δευτέραν· τὴν τρίτην δὲν τὴν ἐξεπόρθησεν. Αὐτὸ δὲ τὸ παρουσιασθὲν νομοσχέδιον δὲν κατέβη ἐξ οὐρανοῦ βεβαίως. Ἐπὶ τῶν πιστώσεων πρέπει νὰ γείνῃ συζήτησις. Ἐγὼ δὲν ἀντιλέγω ν’ ἀρχίσῃ σήμερον ἡ συζήτησις, μολονότι ἔλαβα σήμερον εἰς τὰς δέκα τὴν ἔκθεσιν. Εἴμεθα ὅμως, ἀρχίζοντες σήμερον, ἐκτὸς τῶν τύπων. Πρέπει ὅμως νὰ γείνουν τρεῖς συζητήσεις. Ὁ Θεὸς εἶπεν εἰς τὸν Προφήτην νὰ διαμαρτύρεσαι, νὰ διαμαρτύρεσαι, νὰ διαμαρτύρεσαι, τοῦτο καὶ ἡμεῖς θὰ πράξωμεν. Θὰ μᾶς ἀκούσετε, δὲν θὰ μᾶς ἀκούσετε, εἶσθε κύριοι νὰ πράξετε ὅ,τι θέλετε. Μὴ ζητεῖτε ὅμως νὰ δώσητε ἄδικον εἰς ἡμᾶς, διότι ἡμεῖς εἴμεθα ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ.
§63ΣΠΗΛ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἰσχυρίζομαι, ὅτι οὐχὶ μόνον διὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἀλλὰ διὰ πᾶν νομοσχέδιον ἡ ἐπὶ τούτου ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς πρέπει νὰ διανέμεται τὴν προηγουμένην τῆς συζητήσεως ἡμέραν. Τοῦτο ὁρίζει ὁ Κανονισμὸς, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ μεταβάλλεται κατὰ τὰς ἰδέας ἑκάστου. Ὁ Κανονισμὸς εἶναι μία συμφωνία περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν οἱ βουλευταὶ θέλουσιν ἐργάζεσθαι· εἶναι δὲ φραγμὸς τῆς πιέσεως τῆς πλειοψηφίας κατὰ τῆς μειοψηφίας. Ἔχων τις ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸν Κανονισμὸν εἰς χεῖρας, εἶναι ἰσχυρότερος πάσης πλειονοψηφίας· ὁ Κανονισμὸς εἶναι οὕτως ὅπλον τῆς μειοψηφίας κατὰ τῆς πιέσεως τῆς πλειοψηφίας. Τί ἀπαιτεῖ ὁ Κανονισμὸς μας; ἀπαιτεῖ ἵνα αἱ ἐκθέσεις τῶν Ἐπιτροπῶν διανέμωνται πρὸ 24 ὡρῶν, ἤτοι τὴν προηγουμένην τῆς συζητήσεως ἡμέραν. Τοῦτο δὲν ὡρίσθη ἐν τῷ Κανονισμῷ ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν, ἀλλ’ ὅπως διὰ τῆς ἐκθέσεως φωτίζωνται οἱ βουλευταί· ἄλλως, διὰ τί ὁ Κανονισμὸς ἀπῄτησε τὴν σύστασιν τῶν εἰσηγητικῶν ἐπιτροπῶν, καὶ δὲν ἐνέκρινε νὰ συζητῶνται τὰ νομοσχέδια ἀπ’ εὐθείας καὶ ἄνευ προεξελέγξεως; Τί εἶναι αἱ εἰσηγητικαὶ ἐπιτροπαί; δίδουν αὐταὶ τὴν ὤθησιν πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐγώ, κύριοι, σήμερον ἔλαβον τὴν ἔκθεσιν, ἔκαμον μάλιστα καὶ λόγον εἰς τὸν πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὴν βραδύτητα τῆς διανομῆς τῆς ἐκθέσεως. Πότε ἠθέλατε νὰ τὴν μελετήσω; Ὁ κ. Ζαΐμης, ὁ κ. Τρύφωνας καὶ ἄλλοι σήμερον μόλις τὴν 11 ὥραν π. μ. ἔλαβον καὶ οὗτοι τὰς ἐκθέσεις των. Ἄν ὁ κ. Σωτηρόπουλος τὴν ἔλαβε χθὲς τὴν νύκτα εἰς τὰς 10, ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι εἶχεν ἀνάλογον καιρὸν νὰ τὴν μελετήσῃ; Ζητοῦμεν νὰ ᾖναι καὶ ἡ πλειοψηφία λογικὴ εἰς τὰς σκέψεις καὶ ἀποφάσεις της καὶ νὰ μὴ ζητῇ διὰ δικηγορικῶν σοφισμάτων, ἁρμοδίων εἰς τὰ εἰρηνοδικεῖα νὰ προτείνωνται, νὰ παρεξηγῇ ῥητὰ ἄρθρα τοῦ κανονισμοῦ, νὰ διαστρέφῃ τὴν ἀλήθειαν, καὶ νὰ συντελῇ εἰς τὴν ἄνευ τῆς ἀπαιτουμένης μελέτης ὑφαρπαγὴν τῶν ζητημάτων τῶν εἰσαγομένων εἰς τὴν Βουλήν. Ἕνεκα τούτου συμφωνῶ μὲ τοὺς ἀγορεύσαντας ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ περὶ δανείου νομοσχεδίου διὰ τὴν αὔριον, συμφώνως μὲ τὴν ἀπαίτησιν τοῦ Κανονισμοῦ.
§64Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἔχει μοὶ φαίνεται 25 ἢ 30 κλητῆρας καὶ ὅμως μόνον πέντε ἐργάζονται καὶ δὲν δύνανται νὰ προφθάσωσιν. Εἶναι δὲ, νομίζω, καὶ ἀναξιοπρεπὲς εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἔχῃ κλητῆρας, οἱ ὁποῖοι νὰ πληρόνωνται καὶ ὅμως νὰ χρησιμεύουν ὡς ὑπηρέται τῶν κυρίων βουλευτῶν (θόρυβος) καὶ νὰ μένουν εἰς τὰ σπήτια τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου βουλευτοῦ.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε λάθος, ὅλοι ἐκπληροῦν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς.
§66ΚΑΤΣΙΚΟΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι προσβολὴ κατὰ τῆς Βουλῆς αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε, κ. Μαυρομιχάλη. Ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ἔχουν κλητῆρας ὑπηρέτας, ὀνομάσατέ τους. Τοιαῦτα πράγματα δὲν πρέπει νὰ λέγωνται.
§67ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Καλαμῶν κ. Μαυρομιχάλης, εἶναι καθ’ ἑαυτὴν ἄντικρυς προσβολὴ καὶ ὕβρις κατὰ τοῦ προεδρείου.
§68Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὄχι.
§69ΣΤΑΪΚΟΣ. Τὸ προεδρεῖον κατὰ τὸν κανονισμὸν εἶναι ὑπεύθυνον διὰ τὸ προσωπικὸν τοῦ γραφείου· εἰς αὐτὸ ἀντανακλᾷ ἡ ἀμέλεια τῶν ὑποδεεστέρων ὑπαλλήλων, καθὼς καὶ ἡ ἀκριβὴς ἐκπλήρωσις τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν περιποιεῖ τιμὴν εἰς τὸ προεδρεῖον. Ἀποτελῶν μέρος τοῦ προεδρείου, ἐνόμισα καθῆκόν μου οὐ μόνον ν’ ἀντικρούσω τὸν κ. Μαυρομιχάλην, ἀλλὰ καὶ νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς τοιαύτης μομφῆς. Προκαλῶ δὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Μαυρομιχάλην νὰ ὀνομάσῃ ἕνα τῶν μὴ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Βουλῆς ἀσχολουμένων κλητήρων. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Μαυρομιχάλην ν’ ἀνακαλέσῃ ὅσα εἶπε, ἄλλως ἐξαιτοῦμαι τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς κατὰ τὸν κανονισμὸν πρὸς ἱκανοποίησιν τοῦ προσβληθέντος προεδρείου.
§70Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, ἐὰν πράγματι ὑπάρχουν διωρισμένοι 18 καὶ 20 κλητῆρες, οὗτοι ἔπρεπε νὰ ἐργάζωνται ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλ’ ἐδῶ δὲν βλέπομεν ἢ τέσσαρας πέντε. Ἐὰν ἔχω λάθος καὶ ἔλαβον κακὰς πληροφορίας ἢ κακῶς ἀντελήφθην, δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν ν’ ἀνακαλέσω. Ἀλλὰ μετρήσατε τοὺς παρόντας κλητῆρας, δὲν εἶναι οὔτε πέντε (θόρυβος). Ὁ λόγος μου δὲν ἀπέβλεπεν εἰς προσβολὴν τοῦ προεδρείου, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Στάϊκος, σχετικῶς μόνον μὲ τὴν συζήτησιν ἠθέλησα νὰ εἴπω ὅτι αἱ ἐκθέσεις δὲν ἐδόθησαν ἐγκαίρως ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως κλητήρων, μὴ ἐπαρκούντων τῶν ὑπαρχόντων (θόρυβος).
§71ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργ. Οἰκονομ.). Ὑπέβαλον, νομίζω, εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον σπουδαῖον, συνδεόμενον μὲ τὴν τύχην τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐπεκαλέσθην τὴν σύντονον προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Ὑπέβαλον ἔκθεσιν λεπτομερῆ ἵνα φωτισθῇ ἡ Βουλὴ καὶ φωτισθῶ καὶ ἐγὼ ἐκ τῶν συζητήσεων ἐάν που ἔσφαλον, διότι δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος, δὲν πρόκειται περὶ ἐφημέρου πράγματος, ἀλλὰ περὶ δανείου. Ἤλπιζον καὶ ἐλπίζω, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους θὰ λάβωσιν ὑπὸ ἐμβριθῆ σκέψιν τὸ ἀντικείμενον. Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἐσκέφθη, ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της· ἴσως οἱ κλητῆρες ἔσφαλον καὶ δὲν ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των καὶ δὲν ἔδωκαν ἐγκαίρως τὰς ἐκθέσεις. Τὸ προεδρεῖον θὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῶν ἁρμοδίων εἰς τὴν τακτικὴν διανομήν. Ἐγὼ γινώσκω, ὅτι ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς ἐτυπώθη εἰς τὸ ἐθνικὸν τυπογραφεῖον χθὲς τὸ ἑσπέρας. Ἴσως τινὲς δὲν ἔλαβον αὐτήν· ἀλλὰ μήπως ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς περιέχει ἀντικείμενα ἀναιροῦντα τὸ νομοσχέδιον καὶ ἀπαιτοῦντα μακρὰν σκέψιν; Μήπως τὸ Σύνταγμα λέγει μὲ τὸ ὡρολόγιον εἰς τὰς χεῖρας νὰ δίδωνται αἱ ἐκθέσεις; Ἐγὼ τοιοῦτόν τι δὲν εἶδον. Πόσα νομοσχέδια κατὰ τὸ παρελθὸν δὲν ἐκηρύχθησαν κατεπείγοντα καὶ αἱ ἐκθέσεις αὐτῶν ὑπεβλήθησαν κατὰ τὴν συζήτησιν, καὶ ὅμως ἐπροχώρησεν ἡ συζήτησις χωρὶς νὰ γείνῃ λόγος περὶ τύπων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως, ἄλλως ὑποβάλλω τὴν πρότασιν ἵνα κηρυχθῇ τὸ νομοσχέδιον κατεπεῖγον.
§72ΖΕΖΑΣ. Ὀφείλω, κύριοι, νὰ εἴπω δύω λέξεις εἰς ἀπάντησιν τῶν ὅσων ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσσήνης βουλευτὴς κύριος Ἀνωνόπουλος εἶπε, διότι θεωρῶ τὸ ζήτημα προσωπικόν. Λυποῦμαι, διότι βουλευτὴς πεπειραμένος καὶ σπουδαῖος, ὅπως ὁ κύριος Ἀντωνόπουλος, ἀπηξίωσε, φαίνεται, ὅταν ὡμίλουν, νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς ὅ,τι εἶπον, διότι δὲν ἔχω τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν ὅτι, ἂν ἐπρόσεχε καὶ ἀντελαμβάνετο καθαρῶς ὅσα ἐξέθεσα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν θὰ κατήρχετο εἰς τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασε καταστρέφων τὸν λόγον του. Ἐγὼ ἀπήντησα εἰς τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας κυρίου Σωτηροπούλου, ὁ ὁποῖος εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δὲν δύναται νὰ προβῇ ἡ συζήτησις, καθόσον κατὰ τὸν κανονισμὸν ἔπρεπεν ἡ ἔκθεσις νὰ διανεμηθῇ πρὸ 24 ὡρῶν, καὶ δὲν διενεμήθη παρὰ τὸ ἑσπέρας, καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τούτου ἔφερε τὴν ἰδικήν του ὁμολογίαν, ὅτι ἔλαβε τὴν ἔκθεσιν τὴν 9 ὥραν Μ. Μ. Ὤφειλον λοιπὸν νὰ εἴπω, συμβουλευθεὶς τὸν κανονισμόν, ὅ,τι εἶπον χωρὶς νὰ κατέλθω εἰς στρεψοδικίαν τινά· εἶπον ὅτι ὁ κανονισμὸς δὲν ἀπαιτεῖ νὰ διανέμηται ἡ ἔκθεσις πρὸ 24 ὡρῶν, ἀλλὰ πρὸ τῆς ἡμέρας τῆς συζητήσεως· τὸ ὅτι δὲ διενεμήθη πρὸ τῆς ἡμέρας τῆς συζητήσεως ἀρκοῦσα, κατὰ τὴν κρίσιν μου, εἶναι ἡ ὁμολογία τοῦ κυρίου Σωτηροπούλου. Ἀντιῤῥήσεις, ὅτι δὲν ἐδόθη ἡ ἔκθεσις εἴς τινας εἰμὴ σήμερον εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἠγέρθησαν ὑπό τινων ἐκ τῶν κκ. βουλευτῶν, ἀλλ’ ἠγέρθησαν μετὰ τὴν ὁμιλίαν μου· ἕως ἐκείνην τὴν στιγμὴν δὲν εἶχον ἐγερθῇ τοιαῦται ἀντιῤῥήσεις· ἡ δὲ ἔνστασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τριφυλίας βουλευτοῦ δὲν ἐστηρίχθη εἰς τὸν λόγον, ὅτι δὲν διενεμήθη ἡ ἔκθεσις, ἀλλ’ ὅτι δὲν διενεμήθη ἐγκαίρως, καὶ ἐπὶ τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου τῷ ἀπήντησα. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς Βουλευτὰς, οἵτινες θεωροῦν ἑαυτοὺς σπουδαίους.....
§73ΡΟΥΚΗΣ. Εἶναι σπουδαῖος.
§74ΖΕΖΑΣ. Νὰ παραμορφώνουν τὰ πράγματα καὶ τοὺς λόγους τῶν ἄλλων, καὶ μάλιστα ὅταν κατὰ τὴν κρίσιν των οὗτοι δὲν ἔχωσιν ἴσην τὴν πεῖραν καὶ τὴν ἱκανότητα μὲ αὐτοὺς, καὶ διὰ τοὺς ὁποίους ἴσα ἴσα διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ᾖναι οὐ μόνον δικαιότεροι, ἀλλὰ καὶ νὰ τοὺς κρίνωσι καὶ μέ τινα ἐπιείκειαν, καὶ νὰ μὴν καταφεύγωσιν εἰς ἐκφράσεις προσβλητικὰς, ὅπερ κατ’ ἐμὲ δὲν ἀποδεικνύει ἄλλο τι, εἰμὴ ὅτι μ’ ὅλην τὴν πεῖραν καὶ τὴν πεποίθησιν, ἣν πρὸς ἑαυτοὺς ἔχουσι, δὲν αἰσθάνονται εἰς ἑαυτοὺς τὴν δύναμην νὰ καταπολεμήσωσι τὰς ἰδέας καὶ τὰ ἐπιχειρήματά των· διότι, κύριοι, πιστεύω—καὶ νομίζω ὅτι δὲν σφάλω—πιστεύω, λέγω, ὅτι ἐκεῖνος ὅστις αἰσθάνεται ἐν ἑαυτῷ τὴν δύναμην ἐκείνην, ἥτις ἀντλεῖται πάντοτε ἀπὸ πεποιθήσεις ἑδραίας, καὶ ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐντὸς τοῦ ὀρθοῦ καὶ τοῦ νόμου ὀχυρούμενος θὰ καταπολεμήσῃ τὰς ἰδέας τοῦ ἀντιπάλου του, ποτὲ δὲν καταδέχεται νὰ ἐκτρέπεται εἰς φράσεις προσβλητικάς. Μοῦ φαίνεται δὲ ὅτι εἶναι ἐντιμότερον δι’ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος καίτοι μὴ ἔχων τὰ προηγούμενα, τὴν πεῖραν καὶ τὴν πολιτικὴν θέσιν τῶν κυρίων αὐτῶν, εἶναι ἐντιμότερον, λέγω, νὰ δύναται καὶ συνεσθάνεται καὶ νὰ ἐκτιμᾷ καὶ τὴν θέσιν του καὶ τὴν θέσιν τῶν ἄλλων· ἀφίνω δὲ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ τίς διαστρέφει τὸν κανονισμὸν, καὶ μὲ ἐπιχειρήματα δικηγορικὰ καὶ στρεψόδικα, ἁρμόζοντα μᾶλλον εἰς τὰ εἰρηνοδικεῖα ἢ εἰς τὴν Βουλὴν, ζητεῖ νὰ ὑποστηρίξῃ μίαν γνώμην, ἐκεῖνος ὅστις λαλεῖ σύμφωνα μὲ τὸ γρᾶμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ κανονισμοῦ καὶ ἐπὶ τῶν γεγονότων ἐρειδόμενος, ἢ ἐκεῖνος ὅστις, δίδων αὐθαίρετον ἑρμηνείαν εἰς τὸ ἄρθρ. 37 τοῦ κανονισμοῦ, ἰσχυρίζεται ὅτι ὁ κανονισμὸς ὁρίζει νὰ γίνεται ἡ διανομὴ πρὸ 24 ὡρῶν, καὶ μὴ ἀρκούμενος εἰς τοῦτο ἀμφισβητεῖ, ὅτι ἡ διανομὴ ἐγένετο ἡμισείαν ἢ μίαν ὥραν πρὸ ἢ μετὰ, διὰ νὰ παρασύρῃ ἀδικαιολογήτως καὶ ματαιώσῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς.
§75ΡΟΥΚΗΣ. Νὰ σᾶς φέρω τοὺς μάρτυρας ὀνομαστὶ, τοὺς ὁποίους εἶδον ἐγὼ, ὅτι ἐμοίραζον σήμερον. Τί στρεψοδικία;
§76ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Εἶναι περιττὴ ἡ συζήτησις.
§77ΡΟΥΚΗΣ. Κατὰ τὸν κύριον Ἐμπειρῖκον, εἶναι περιττὴ ἡ συζήτησις καὶ πᾶσα συζήτησις.
§78ΜΠΟΥΤΟΣ. Κύριοι, πρέπει νὰ τεθῶμεν ἐν γνώσει· δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὰ προσωπικὰ ζητήματα, οὔτε ἦλθον νὰ δικαιώσω τὸν βουλευτὴν Μέσης, ἀπαντήσαντα εἰς τὸν βουλευτὴν Τριφυλίας, οὔτε τὸν βουλευτὴν Τριφυλίας θὰ μεμφθῶ διότι καταλήγων τὸν λόγον μᾶς εἶπεν στρεψοδικίαι εἰρηνοδικειακαὶ εἶναι μόνον, ὅταν ἰσχυρίζωνταί τινες, ὅτι λαβόντες σήμερον τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου δὲν δύνανται σήμερον νὰ συζητήσουν. Ἀφίνω τὸ μέρος τοῦτο καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ οὗ ἡ συζήτησις. Τί σᾶς εἶπεν, κύριοι βουλευταὶ, ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον καὶ πρὸ μικροῦ; Σᾶς εἶπε, κ. βουλευταὶ, σᾶς ὑποβάλλω νομοσχέδιον σπουδαῖον καὶ ἐπικαλοῦμαι τὸν πατριωτισμόν σας· σᾶς παρεκάλεσε νὰ σκεφθῆτε αὐτὸ ἐμβριθῶς. Δὲν πρόκειται περὶ παρονυχίδος, πρόκειται, εἶπεν, περὶ σπουδαίου συμφέροντος τῆς Ἐπικρατείας, τοὐτέστι πρόκειται περὶ συνομολογήσεως δανείου 26 ἑκατομμυρίων καὶ σᾶς ἀφῆκε νὰ σκεφθῆτε ὡρίμως· τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπήν· ἡ ἐπιτροπὴ σᾶς ἔφερεν ἔκθεσιν· ἑπομένως σᾶς εἶπεν ὅτι θέλει νὰ φωτισθῇ καὶ ἀπὸ τὴν πεῖράν σας, καὶ ἀπὸ τὰς γνώσεις σας, διὰ νὰ ἐπιψηφισθῇ ἓν νομοσχέδιον πλῆρες, δίκαιον καὶ νόμιμον. Ἀλλὰ, κύριοι βουλευταὶ, συμφωνεῖ ἡ ὡραία αὕτη ἰδέα, οἱ ὡραῖοι οὗτοι λόγοι μὲ τὰ πράγματα; Εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἔρχωνται νὰ ἀρνοῦνται, ὅσα τόσοι ἔντιμοι βουλευταὶ ἰσχυρίζονται, ὡς μὴ ἀληθῆ; Ἠμπορεῖτε ν’ ἀμφισβητήσητε, κύριοι, ὅτι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων κύριος Ζαΐμης δὲν σᾶς εἶπεν ἀλήθειαν, ὅταν σᾶς λέγει ὅτι σήμερον ἔλαβε τὴν ἔκθεσιν, τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς; Ἠμπορεῖτε νὰ ἀρνηθῆτε τόσων ἄλλων κυρίων τὸ ἀξιόπιστον, ὅταν σᾶς λέγουν ῥητῶς καὶ ὡρισμένως ὅτι σήμερον ἔλαβον τὴν ἔκθεσιν, ἐν οἷς καὶ ἐγώ; Ἀλλὰ, κύριοι, εἰπέτε καθαρὰ, εἰπέτε τέλος πάντων ὅτι κίνδυνος ἐπίκειται, κηρύξατε κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τὸ ὁποῖον σᾶς ὑπεβάλλαμεν πρὸ ἡμερῶν, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον σας παρεκαλέσαμεν νὰ σκεφθῆτε ὡρίμως, καὶ νὰ ἀποφασίσητε· συμβιβάσετε αὐτὰ τὰ δύω, ἂν ᾖναι δυνατόν. Ἐγὼ, κύριοι, συμφωνῶ μὲ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι μέγα, σπουδαιότατον, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναπτυχθῶ περὶ τούτου, τὸ ἐννοεῖτε ὅλοι σας, πρόκειται νὰ δανεισθῶμεν 26 ἑκατομμύρια.
§79Ι. ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐχὶ νὰ δανεισθῶμεν, νὰ μετατρέψωμεν....
§80ΜΠΟΥΤΟΣ. Δὲν πρόκειται βεβαίως αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ εἴπω, ὅτι διὰ τοῦτο εὐθύνεται ἡ παροῦσα ἢ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ἡ μετατροπὴ τῶν δανείων εἶναι μικρᾶς ἀξίας, ὅταν ἔρχεσθε καὶ μᾶς λέγετε, μετατρέψατε 26 ἑκατομμύρια χρέη, ὀφειλόμενα, εἰς δάνειον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ συνομολογήσητε καὶ νὰ δώσητε τόσον τόκον τοῖς ἑκατὸν καὶ τόσον χρεωλύσιον, καὶ νὰ λάβητε 81 ἀντὶ τῶν 100 κατὰ κατὰ τὸ νομοσχέδεόν σας, εἶναι μικρᾶς σημασίας καὶ σπουδαιότητος τοῦτο; Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀναπτυχθῶ, τὸ λέγει ὁ ἴδιος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§81Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγει ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι πρόκειται περὶ συμφέροντος μεγάλου, συμφέροντος ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ὁ προϋπολογισμὸς, καὶ ἕνεκεν τούτου δὲν πρέπει, νομίζω, νὰ καταναλίσκεται ὁ χρόνος ματαίως.
§82ΜΠΟΥΤΟΣ. Πρόκειται περὶ μεγάλου, κατὰ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, συμφέροντος· ἐγὼ πηγαίνω μακρύτερα, πρόκειται περὶ μεγάλης ὠφελείας, ἥτις θὰ προέλθῃ εἰς τὴν Ἐπικράτειαν διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου· ἀλλ’ ἂν τοῦτο ᾖναι ἀληθὲς, διατί νὰ παραβιάσωμεν τὸν κανονισμὸν ἐπὶ μίαν ἡμέραν; Ἂν τοῦτο ᾖναι ἀληθὲς, διατί φοβεῖσθε τὴν συζήτησιν; Φοβοῦνται τὴν συζήτησιν.....
§83ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸν καιρὸν μόνον λυπούμεθα.
§84ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔρχονται καὶ μᾶς λέγουν, δεχθῆτε τὴν συζήτησιν, διότι σᾶς ἐδώκαμεν χθὲς τὸ ἑσπέρας τὰς ἐκθέσεις, καὶ ὅταν ἔρχωνται τόσοι ἔντιμοι βουλευταὶ καὶ σᾶς λέγουν ὅτι δὲν τὰς ἐλάβαμεν χθὲς τὸ ἑσπέρας, ἀλλὰ σήμερον· φοβοῦνται τὴν συζήτησιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι σᾶς λέγουν ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει προτείνομεν τὸ κατεπεῖγον. Αὐτὰ, κύριοι, σπουδαίως δὲν ὑποστηρίζονται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ἡ καλὴ πίστις ἀπαιτεῖ νὰ δίδεται εἰς ὅλους τοὺς κυρίους βουλευτάς, νὰ δίδεται ὁ καιρὸς νὰ μελετοῦν, ὄχι μόνον τὸ νομοσχέδιον, -ἀλλὰ καὶ τὰς σκέψεις τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐπιτροπὴ, δὲν ἠξεύρω καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος τί ἐσύστησε· διατί; διότι ἔλαβον σήμερον τὴν ἔκθεσιν, δὲν ἐσκεπτόμην ποτὲ, ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου τὸν Κανονισμὸν, ὅτι θὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Λοιπὸν διὰ νὰ μελετήσωμεν τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου παρακαλῶ νὰ ἀναβάλλωμεν τὴν συζήτησιν διὰ τὴν αὔριον, διότι δὲν βλέπω οὐδένα λόγον κατεπείγοντα.
§85ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριε πρόεδρε, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἂν θεωρῇ κατεπείγουσαν τὴν συζήτησιν τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου, καὶ ἂν τὴν θεωρῇ κατεπείγουσαν νὰ συζητηθῇ σήμερον.
§86ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἄλλο εἶναι τὸ κατεπεῖγον, ὡς πρὸς.......... τὸ κατεπεῖγον δὲν συμπίπτει· εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν μας τὸν κανονισμόν· τὸ κατεπεῖγον ἓν μόνον ἀποτέλεσμα φέρει, ὅτι τὸ ὡς τοιοῦτον κηρυττόμενον νομοσχέδιον προτιμᾶται πάντων τῶν ἄλλων τῶν κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν ... ἄρθρον 34 τοῦ κανονισμοῦ. Λοιπὸν δὲν ἐξάγεται τοῦτο· ... ἐρωτήσατε ἁπλῶς τὴν Βουλὴν, θέλει νὰ προβῇ εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου, ναὶ ἢ ὄχι;
§87ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ αὐτὸ εἶναι.
§88ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἀνεχόμεθα νὰ παραβιασθῇ ὁ κανονισμὸς κατ’ ἐλάχιστον, διότι ὁ κανονισμὸς εἶναι τὸ μόνον ὅπλον τῆς μειονοψηφίας. Ἂν θέλῃ ἡ πλειοψηφία νὰ συζητήσῃ, ἂς συζητήσῃ· ἡμεῖς ὅμως ἰσχυριζόμεθα ὅτι τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τὴν ἐλάβομεν σήμερον. Ὕστερον ἀπὸ αὐτὰς τὰς ἐξηγήσεις, ἂν θέλῃ ἡ πλειοψηφία νὰ προβῇ εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, ἂς τὸ πράξῃ.
§89Ι. ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, εἰς ποίας περιπτώσεις εἷς βουλευτὴς ἢ ὁ ὑπουργὸς δύναται νὰ προτείνῃ τὸ κατεπεῖγον ἑνὸς νομοσχεδίου; τὸ κατεπεῖγον θὰ εἴπῃ καθὼς λέγει ὁ κανονισμὸς, ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ πρὸ πάσης ἄλλης προτάσεως. Ὑπάρχουν ἄλλαι προτάσεις ἐδῶ; ὄχι. Λοιπὸν νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται, αὐτὸ θὰ εἴπῃ κατεπεῖγον. Τὸ κατεπεῖγον ἀκόμη συμπεριλαμβάνει καὶ τὴν μὴ ἀποστολὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν ἐπιτροπήν· ἐδῶ καὶ ἀπεστάλη καὶ ἔκθεσις ἐγένετο καὶ διενεμήθη, ὥστε τὸ κατεπεῖγον ἐδῶ εἶναι εἰς ἐλάττωσιν. Παρατηρῶ, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι ἡ παράδοσις τῶν ἐθίμων τοῦ Κοινοβουλίου ἀποδεικνύει ὅτι πολλάκις αἱ ἐκθέσεις, ὄχι μόνον δὲν κοινοποιοῦνται, δὲν παραδίδονται τὴν προτεραίαν, ἀλλὰ καὶ ὀλίγας ὥρας πρὸ τῆς συζητήσεως, καὶ ἐν τοσούτῳ αἱ συζητήσεις δὲν ἐμποδίσθησαν παντάπασιν. Ὅταν θέλωμεν νὰ συζητῶμεν καλῇ τῇ πίστει, καὶ τῷ ὄντι νὰ συζητήσωμεν ἐμβριθῶς καὶ σπουδαίως καὶ πρακτικῶς, νομίζω ὅτι ὀλίγαι ὥραι πρὸ ἢ μετὰ τὴν κοινοποίησιν τῆς ἐκθέσεως δὲν προσβάλλουν παντάπασι τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, καθόσον καὶ εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ λόγος καὶ εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν καὶ εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν. Ὅστις ὅμως εἶναι μεμελετημένος, ὅστις ἔλαβε τὴν ἔκθεσιν τὴν προτεραίαν, ἠμπορεῖ νὰ φέρῃ τὸν λόγον καὶ σήμερον, ἐπίσης καὶ εἰς τὴν δευτέραν καὶ τὴν τρίτην συζήτησιν.
§90ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐγὼ ἰσχυρίζομαι, κύριε πρόεδρε, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ἐρωτήσητε περὶ τοῦ κατεπείγοντος· κατεπεῖγον εἶναι πᾶν νομοσχέδιον ὅταν εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τοῦτο, τὸ νὰ μὴ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, τὸ νὰ μὴ γείνῃ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς· τὸ λέγει ὁ κανονισμός. Λοιπὸν δὲν δύνασθε πλέον περὶ τοῦ κατεπείγοντος νὰ ἐρωτήσητε, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν, ἥτις καὶ ἐτυπώθη. Πρόκειται ἤδη περὶ διαταγῆς τοῦ κανονισμοῦ, ἡ ὁποία λέγει ὅτι ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ νομοσχεδίου μὴ κηρυχθέντος κατεπείγοντος πρέπει νὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς μίαν ἡμέραν πρὸ τῆς συζητήσεως· ἡμεῖς ἰσχυριζόμεθα ὅτι ἡ ἡμέρα αὐτὴ δὲν διῆλθε, διότι πλεῖστοι ἐλάβομεν τὴν ἔκθεσιν τὴν 9, 10, 11 ὥραν. Ἂν θέλῃ ἡ πλειονοψηφία νὰ προβῇ εἰς συζήτησιν, εἶναι κυρία νὰ τὸ πράξῃ. Κύριε Πρόεδρε νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν «μετὰ τὰ λεχθέντα, ἐπιμένει ἡ πλειονοψηφία νὰ προβῇ εἰς τὴν ά. ἀνάγνωσιν;»
§91Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει δίκαιον ὁ κ. Μίλησης.
§92ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπειδὴ μοῦ λέγει ὅτι δὲν ἔχω δίκαιον σᾶς ἀναγινώσκω τὸ ἄρθρον 34 τοῦ κανονισμοῦ. (Ἀναγινώσκει). Λοιπὸν δύναται νὰ γείνῃ λόγος περὶ κατεπείγοντος, ὅταν εἰσάγεται ἡ πρότασις κατὰ πρῶτον εἰς τὴν Βουλὴν εἴτε ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ. Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ παρατηρήσω ὅτι δὲν εἶναι περιττὴ αὐτὴ ἡ ἀκριβολογία, τὴν ὁποίαν κάμνω· ἐπαναλαμβάνω, ἡμεῖς ἔχομεν, κύριοι, καὶ δικαίωμα καὶ συμφέρον ὡς μειονοψηφία νὰ τηρηθῇ ἀλώβητος ὁ κανονισμός, διότι ἅμα γείνῃ μικρὸν ῥῆγμα εἰς τὸν κανονισμὸν οὐδεὶς ἐγγυᾶται ὅτι εἴμεθα ἀσφαλεῖς δι’ ἄλλα ῥήγματα πολὺ σπουδαιότερα καὶ σοβαρώτερα. Κυρία εἶναι ἡ πλειονοψηφία νὰ ἀποφασίσῃ, ἀλλὰ νὰ συμμορφοῦται πάντοτε μὲ τὸν κανονισμόν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ μὴν ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ κατεπείγοντος τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου, ἀλλὰ «μετὰ τὰ λεχθέντα, θέλει ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν ά. ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ναὶ ἢ ὄχι;»
§93Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ προαγορεύσας φίλος μου κ. Μίλησης δὲν ἔχει δίκαιον ἰσχυριζόμενος ὅτι μόνον κατὰ τὴν εἰσαγωγήν του τὸ νομοσχέδιον δύναται νὰ κηρυχθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὡς κατεπεῖγον· οὔτε ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ κανονισμοῦ τοῦ ἄρθρου 34, οὔτε, κύριοι, ἐκ τοῦ ὀρθοῦ λόγου δύναται νὰ ἐξαχθῇ τοῦτο. Δύναται νὰ εἰσαχθῇ νομοσχέδιόν τι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ μὴ θεωρηθῇ ἐν ἀρχῇ κατεπεῖγον· τοῦτο δὲν κωλύει τὴν Βουλὴν βραδύτερον νὰ κηρύξῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατεπεῖγον. Βεβαίως καθ’ ἣν ἐποχὴν εἰσάγεται ἓν νομοσχέδιον δύναται νὰ μὴ ᾖναι κατεπεῖγον, καὶ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ περιμένῃ τὴν διὰ τῆς σειρᾶς τῆς εἰσαγωγῆς του συζήτησιν· βραδύτερον περιστάσεις διάφοροι δύνανται νὰ καταστήσωσι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατεπεῖγον. Οὐδαμοῦ δὲ τὸ ἄρθρον 34 ἀπαγορεύει νὰ κηρυχθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατεπεῖγον νομοσχέδιον καὶ μετὰ τὴν εἰσαγωγήν του, ἂν τοῦτο νομίσῃ ἡ Βουλὴ ἀναγκαῖον, εὔλογον. Λοιπὸν οὔτε ἐκ τοῦ ἄρθρου 34 προκύπτει ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Μίληση, οὔτε ἐκ τοῦ ὀρθοῦ λόγου. Διατί ζητοῦμεν νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον; διότι παρατηροῦμεν ὅτι ἀνεπτύχθη μία ἁπλῆ μικρολογία οὐχὶ δὲ καὶ προσπάθεια πρὸς διατήρησιν τοῦ κανονισμοῦ· τοὐναντίον, παρατηρεῖται προσπάθεια πρὸς ἀναβολὴν, καὶ διὰ τοῦτο εἴδετε ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως ἐγένετο λόγος περὶ ἄλλου ἀντικειμένου, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἐγένετο λόγος ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν. Σήμερον ἐγένετο ἐπίμονος προσπάθεια ὅπως γείνῃ ἡ ἐκλογὴ ταμίου, καὶ τοῦτο ἵν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχεδίου.
§94ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὴν πρότασιν αὐτὴν τὴν ἔκαμον ἐγὼ καὶ ὁμολογῶ ὅτι δὲν τὴν ἔκαμον διὰ νά....
§95Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Προχωροῦμεν, κύριοι, συνεπείᾳ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς καὶ ζητοῦμεν τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ δανείου· μᾶς γίνεται ἀντίῤῥησις ὅτι δὲν ἐκοινοποιήθη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς πρὸ 24 ὡρῶν· ἀκριβολογία καὶ ὡς πρὸς τὰς στιγμάς. Καὶ ὅταν τις ἐκ τῶν συναδέλφων παρετήρησεν ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη ἡ ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν ἐξέτασις τοῦ χρόνου, ὅταν κατεδείχθη ὅτι καὶ τὴν προτεραίαν ἐγένετο ἡ κοινοποίησις τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, τότε ἐγένετο νέα ἔνστασις, ὅτι δὲν μᾶς ἐκοινοποιήθη χθές, ἀλλὰ σήμερον. Ἀλλὰ δὲν ἐνθυμεῖσθε ἐκ τῆς πρακτικῆς, ὅτι συνέπεσεν εἰς περιστάσεις ὁμοίας καὶ χωρὶς νὰ κηρυχθῇ ὡς κατεπεῖγον νομοσχέδιον νὰ συζητηθῇ; Σήμερον τί συμβαίνει; τὸ νομοσχέδιον διενεμήθη ἀπὸ χθὲς καὶ ἔλαβον γνῶσιν πολλὰ πρόσωπα ἀξιότιμα, ἅτινα δύνανται νὰ λάβωσι τὸν λόγον καὶ νὰ πολεμήσωσι ἢ ὑποστηρίξωσι τὸ νομοσχέδιον καὶ εἶναι πρὸς τοῦτο ἕτοιμα· καὶ ἐν τούτοις ζητοῦν νὰ ἀναβάλουν τὴν συζήτησιν. Ὑπάρχει λοιπὸν καλὴ πίστις; δὲν ὑπάρχει. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι, ἀφοῦ ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ἐλλείψεως ἐγκαίρου κοινοποιήσεως τῆς ἐκθέσεως, δύναταί τις τῶν βουλευτῶν νὰ προτείνῃ τὸ κατεπεῖγον, καὶ τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον εἶναι τῷ ὄντι κατεπεῖγον. Δὲν εἶναι λοιπὸν παντάταπασιν ἐναντία τοῦ Κανονισμοῦ ἡ τοιαύτη πρότασις.
§96ΜΙΛΗΣΗΣ. Διὰ νὰ πεισθῇ ἡ πλειονοψηφία, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα ὡς διετυπώθη, σᾶς ἀναγινώσκω τὸ τελευταῖον μέρος τοῦ ἄρθρ. 34, τὸ ὁποῖον παρέλειψα. (Ἀναγινώσκει). Ἐκτὸς ἂν ἡ Βουλὴ· ὥστε καὶ ὅταν ἡ Βουλὴ κηρύττῃ πρότασίν τινα κατεπείγουσαν, τὴν ἰδίαν ἡμέραν δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὴν συζητήσῃ· εἶσθε ἠναγκασμένοι νὰ ὁρίσητε ἄλλην ἡμέραν. Τί κερδίζετε λοιπόν, κύριοι, κηρύττοντες τὴν πρότασιν κατεπείγουσαν; καθαρὰν ματαιοπονίαν πράττετε, διότι εἶσθε ἠναγκασμένοι νὰ ὁρίσητε ἄλλην ἡμέραν.
§97ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 36 ὑπάρχει «δύναται νὰ ἐπιληφθῇ τῆς οὐσίας τῆς προτάσεως καὶ ἄνευ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς.» Δὲν εἶναι τι οὐσιῶδες, καὶ κατὰ συνέπειαν τὸ κατεπεῖγον.....
§98Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 34 ὁρίζει, ὅτι αἱ εἰσαγόμεναι προτάσεις συζητοῦνται κατὰ τὴν σειρὰν τῆς εἰσαγωγῆς των· ἐὰν ὅμως παρουσιασθῇ ἄλλη τις πρότασις, ἡ ὁποία ἤθελε θεωρηθῆ κατεπείγουσα, τότε δύναται ἡ Βουλὴ νὰ μεταβάλῃ τὴν ἡμερησίαν της διάταξιν καὶ νὰ προτείνῃ τὴν κατὰ προτίμησιν συζήτησιν ζητήματός τινος θεωρουμένου κατεπείγοντος· οὐδέποτε ὅμως δύναται νὰ παραβῇ τὴν διάταξιν τὴν κανονίζουσαν νὰ γείνῃ ἔκθεσις καὶ ἡ ἔκθεσις αὕτη νὰ διανεμηθῇ τὴν προηγουμένην ἡμέραν. Κατὰ τὸ ἄρθρον λοιπὸν 34 τοῦ κανονισμοῦ, τὸ κατεπεῖγον εἶναι ὅταν ἐπὶ πολλῶν προτάσεων πρόκειται ν’ ἀποφανθῇ ποία πρέπει νὰ προηγηθῇ εἰς τὴν συζήτησιν. (Ἀναγινώσκει). Ἐκ τούτων λοιπὸν δῆλον καθίσταται, ὅτι ἀπαγορεύεται τὸ νὰ συζητῶμεν πρότασιν τὴν αὐτὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν τὴν κηρύττομεν κατεπείγουσαν. Ἐὰν ἡ πλειονοψηφία θέλῃ νὰ προβῇ ἐναντίον τοῦ κανονισμοῦ, ἂς τὸ πράξῃ· ὁ κανονισμὸς ὅμως εἶναι ἰσχυρότερος καὶ ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ ἀπὸ ἀπὸ τὴν Βουλὴν αὐτήν· οὔτε ὁ κανονισμὸς δύναται νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν, οὔτε ὑμεῖς δύνασθε νὰ πράξητε τοῦτο. Τὸ δὲ ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Δουζίνα προσαχθὲν ἐπιχείρημα τῆς κατ’ εὐθεῖαν συζητήσεως τῶν προτάσεων ἀφορᾷ ἄλλην περίστασιν. Ἐὰν μία πρότασις παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἁρμοδίαν εἰσηγητικὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἡ ἐπιτροπὴ εἴτε ἐξ ἀμελείας, εἴτε ἐκ δυστροπίας, εἴτε ἐξ ἄλλης περιστάσεως δὲν συντάξῃ τὴν ἔκθεσίν της, τότε δύναται ἡ Βουλὴ καὶ ἀπ’ εὐθείας νὰ συζητήσῃ τὴν πρότασιν. Θέλετε λοιπὸν νὰ παραβῆτε τὸν κανονισμόν; Πράξετέ το· ἀλλ’ ἡ πρᾶξις αὕτη θέλει ἔχει συνεπείας βαρείας.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ προεδρεῖον λοιπὸν φρονεῖ, ὅτι κατὰ πᾶσαν στιγμὴν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ κηρύξῃ πρότασίν τινα κατεπείγουσαν. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τοὺς κυρίους βουλευτάς· οἱ παραδεχόμενοι τὸ κατεπεῖγον λέγουσι ναὶ, οἱ δὲ......
§100ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ, ΣΤΑΪΚΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Ὄχι, κ. πρόεδρε· οἱ παραδεχόμενοι τὸ κατεπεῖγον νὰ ἐγερθῶσι, δι’ ἀναστάσεως.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὸ κατεπεῖγον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ κατεπεῖγον. Ὁ κ. γραμματεὺς ν’ ἀναγνώσῃ τὸ νομοσχέδιον.
§102ΠΕΤΣΑΛΗΣ....
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν.... (θόρυβος).
§104ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε, κύριε πρόεδρε, νὰ μ’ ἀρνηθῆτε τὸν λόγον (θόρυβος).
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς δίδω τὸν λόγον, ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη (θόρυβος).
§106ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν δύνασαι, κ. πρόεδρε, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω (θόρυβος).
§107ΜΠΟΥΤΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε, κ. πρόεδρε.
§108ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε (θόρυβος).
§109ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μὴν πραξικοπῆτε, κ. πρόεδρε, ἔχομεν νόμον, ὃν ὀφείλεις νὰ διδαχθῇς, διότι φαίνεται τὸν ἀγνοεῖς, καὶ τότε θὰ μάθῃς, κ. πρόεδρε, τὰ καθήκοντά σου (θόρυβος).
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σὺ νὰ μάθῃς τὰ καθήκοντά σου (θόρυβος).
§111ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρέπει νὰ σέβεσαι τὸν πρόεδρον (θόρυβος).
§112ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὅταν ὁ ἄλλος δὲν μὲ σέβηται, καὶ ἐγὼ δὲν τὸν σέβομαι.
§113ΤΙΝΕΣ. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν, κύριε Πετσάλη, τώρα ἤρχισεν ἡ ἀνάγνωσις.
§114ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἤρχισεν ἀκόμη.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτέθη τὸ ζήτημα, ἡ Βουλὴ τὸ παρεδέχθη, ἐπομένως θὰ γείνῃ ἡ ἀνάγνωσις.
§116ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει).
§117ΡΟΥΚΗΣ. Στάσου, κ. Μπουφίδη, μὴ ἀναγινώσκῃς (θόρυβος).
§118ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἐξακολουθεῖ τὴν ἀνάγνωσιν).
§119ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δὲν ἠμπορεῖτε ν’ ἀρνηθῆτε τὸν λόγον εἰς τὸν κ. βουλευτήν.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀρνεῖται, κύριοι, κἀνεὶς τὸν λόγον (θόρυβος).
§121ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζετε, ὅτι ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ δίδητε καὶ ν’ ἀρνῆσθε τὸν λόγον (θόρυβος).
§122ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἰς πᾶσαν στιγμὴν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ βουλευτὴς νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἢ νὰ κάμῃ ἐπερώτησιν.
§123ΡΟΥΚΗΣ. Ἐμπρός, κ. Πετσάλη.
§124ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ, κύριοι, πάντοτε ἀπέφυγον εἰς τὸ νὰ παρεμβάλλω προσκόμματα εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, τοὐναντίον φροντίζω καὶ νὰ ἀποφεύγω τὰς προσωπικότητας· ὅπως θέλω νὰ μὲ σέβωνται οἱ ἄλλοι οὕτω πρῶτος ἐγὼ δίδω τὸ παράδειγμα τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς ἄλλους· διὰ τοῦτο ἐλυπήθην πολὺ, διότι ὁ κ. πρόεδρος μὲ παρεξήγησε καὶ ἠθέλησε νὰ μοὶ ἀφαιρέσῃ ἓν δικαίωμα ἀναφαίρετον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἕκαστος βουλευτὴς νὰ ἐπερωτᾷ τὴν Κυβέρνησιν εἰς πᾶσαν στάσιν τῆς συζητήσεως.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐνόησα ὅτι ἠθέλατε νὰ κάμητε ἐπερώτησιν, ἐνόμισα ὅτι ἠθέλατε νὰ ὁμιλήσετε περὶ τοῦ κατεπείγοντος.
§126ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἑπομένως ἐπανέρχομαι εἰς ὅ,τι ἤθελον νὰ κάμω λόγον, καὶ ἄνευ πλαγίας σκέψεως σᾶς λέγω, ὅτι ἐπιθυμῶ ὁ νόμος νὰ ἐφαρμόζηται, καθόσον καὶ ἐγὼ ὡς πολιτευόμενος δύναμαι νὰ εὑρεθῶ εἰς τοιαύτην περίστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθησαν οἱ τέως βουλευταὶ Ἀττικῆς, καὶ διὰ τοῦτο ζητῶ τὴν τελείαν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Προηγουμένως ἐπερώτησα τὴν Κυβέρνησιν ἐὰν προσδιώρισε τὴν ἐπανάλειψιν τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀκυρωθέντων δήμων τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς ὅπως προσδιώρισε τὴν ἐπανάληψιν τοῦ ἀκυρωθέντος δήμου τῆς ἐπαρχίας Κορινθίας, ὡς καὶ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν, καθόσον ῥητὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος λέγει ὅτι ἐντὸς 20 ἡμερῶν πρέπει νὰ διαταχθῇ ἡ ἐπανάληψις τῶν ἀκυρωθεισῶν ἐκλογῶν, καὶ τὸ «ἐντὸς εἴκοσιν ἡμερῶν» θὰ εἰπῇ ὄχι τὴν 21 ἀλλὰ τὴν 18 τὴν 19. Ἑπομένως ἠρώτησα τὴν Κυβέρνησιν ἂν ὑπάρχουν λόγοι ἰδιαίτεροι, οἵτινες πρέπει νὰ συζητηθῶσιν ἐὰν εἶναι ἀποχρῶντες ἢ νόμιμοι. Ἐπερωτῶ λοιπὸν διὰ ποῖον λόγον δὲν ἐπροσδιώρισε τὴν ἐπανάληψιν τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς.
§127ΡΟΥΚΗΣ. Ἔτσι θέλει.
§128ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπαινῶ, κύριοι, τὸν προλαλήσαντα βουλευτὴν, διότι ἠθέλησε νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν τήρησιν τοῦ νόμου· τὸν ἀπαντῶ ἐν συντόμῳ ὅτι ἡ ἐπανάληψις τῶν ἀκυρωθεισῶν ἐκλογῶν ἔχει προθεσμίαν, ἡ προθεσμία δὲν παρῆλθε, καὶ εἴμεθα ἐντὸς τῆς προθεσμίας, ὡς θέλει τὸ μάθει ἐγκαίρως, καὶ ἂς μὴ ταράττεται.
§129Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Τότε θὰ ἔλθωμεν ἄλλην ἡμέραν καὶ θὰ συζητήσωμεν τὸ περὶ προθεσμίας.
§130ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει).
§131ΖΩΧΙΟΣ. Ἔχω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§132ΡΟΥΚΗΣ. Ὁ κύριος Ζωχιὸς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§133ΤΙΝΕΣ. Ἂς διαβασθῇ.
§134ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει τὸ νομοσχέδιον).
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον;
§136Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κύριε πρόεδρε, ἔχω τὸν λόγον.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριοι, ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§138Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπροτάθη, κύριοι, χθὲς ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι περιέχει καὶ πιστώσεις, καὶ καθ’ ὃ τοιοῦτον ἔπρεπε νὰ ἐπεξεργασθῇ ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καθὼς ἐπεκράτησε συνήθεια νὰ γείνηται διὰ τὰ τοιούτου εἴδους καὶ τοιαύτης φύσεως νομοσχέδια. Τὴν πρότασιν αὐτὴν ὑπεστήριξα καὶ ἐγὼ χθές· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ ἔντιμος πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ φίλος μου κύριος Σιμόπουλος εἶπε κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν ἔδωκεν ἐν τῇ ἐκθέσει της τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ τὸ ἐξετάσῃ καὶ νὰ μὴ τὸ παραπέμψῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀνεβλήθη χθὲς ἡ συζήτησις διὰ νὰ ἴδωμεν πῶς δικαιολογεῖ τὴν περίστασιν ταύτην ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπειδὴ δὲ εὐτύχησα τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τὴν λάβω ἀφ’ ἑσπέρας καὶ δὲν εἶμαι εἰς τὴν κατηγορίαν ἐκείνων οἵτινες τὴν ἔλαβον σήμερον πρὸ ὀλίγων ὡρῶν, ἀνέγνωσα τὸ μέρος αὐτὸ τῆς ἐκθέσεως καὶ σᾶς ὁμολογῶ ὅτι οἱ λόγοι, οἵτινες ἀναφέρονται ἐν τῇ ἐκθέσει, δὲν μ’ ἔπεισαν, οὔτε ἴσχυσαν νὰ μὲ κάμωσι νὰ μεταβάλλω τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν εἶχον χθές. Ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον δίδει ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι ὅτι οὐδόλως παραβλάπτεται ὁ ἔλεγχος, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐξασκῇ ἐπὶ τῶν ὑποβαλλομένων νομοσχεδίων, ἐὰν ἡ ἐξαίτασις αὕτη γείνῃ ἀπὸ τὴν μίαν ἐπιτροπὴν ἢ ἀπὸ τὴν ἄλλην. Τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, κύριοι, δὲν μοὶ φαίνεται πολὺ ὀρθόν· διότι ἀληθὲς εἶναι ὅτι πάντες οἱ βουλευταὶ εἶναι ὁμότιμοι, καὶ ὅτι τὸ Σῶμα ὀφείλει νὰ ἔχῃ πλήρη ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ ἔργα καὶ τὰς προτάσεις ὅλων τῶν βουλευτῶν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν κωλύει τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ νὰ θεωρῇ τινας τῶν βουλευτῶν καταλληλοτέρους τῶν ἄλλων πρὸς ἐπεξεργασίαν ἑνὸς νομοσχεδίου· ἐντεῦθεν δὲ πηγάζει καὶ ἡ διάταξις τοῦ κανονισμοῦ τοῦ νὰ ἐκλέγωνται αἱ ἐπιτροπαὶ καὶ νὰ μὴ διαιρῶνται οἱ βουλευταὶ διὰ κλήρου ἢ ἄλλως πως εἰς ἐπιτροπάς· διότι διὰ μόνης τῆς ἐκλογῆς προσδιορίζονται τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ἁρμόδια ἀπὸ τὸ Σῶμα ὅπως ἀποφανθῶσι περὶ ἑκάστου ἀντικειμένου. Ἑπομένως δὲν ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν ὅτι ἀρκεῖ νὰ ἐξετασθῇ νομοσχέδιόν τι ἀπό τινα ἐπιτροπὴν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάζηται ἀπὸ τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν· διότι ἐὰν ἤρκει ἡ ἐξέτασις ἀπὸ ὁποιουσδήποτε τῶν βουλευτῶν, ἦτο περιττὸν νὰ ἐκλέγωνται ἐπιτροπαί· ἡ Βουλὴ ἠδύνατο νὰ ἀποστέλλῃ πᾶν νομοσχέδιον εἰς βουλευτὰς διὰ κλήρου προσδιοριζομένους ἢ ἁπλῶς ὑπὸ τοῦ προέδρου κατονομαζομένους. Ἐπομένως τὸ ἐπιχείρημα, εἰς τὸ ὁποῖον στηρίζει τὴν γνώμην της ἡ ἐπιτροπὴ, δὲν εἶναι ἀρκετὰ ἰσχυρόν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι, ὅταν προτείνηται ἡ ἀναρμοδιότης ἐπιτροπῆς τινος πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὅλαι αἱ ἄλλαι ἐπιτροπαὶ, μὴ ἐξαιρουμένης καὶ τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Οἰκονομικῶν, σύγκεινται ἀπὸ 9 πρόσωπα, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ περιλαμβάνει 21, ὥστε καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὴν ἐπιτροπὴν τῶν οἰκονομικῶν, εἶναι ἐπίσης κατάλληλα ὡς τὰ πρόσωπα τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι τὰ 9 δύνανται νὰ ἦναι ἴσα πρὸς τὰ 21· διὰ τοῦτο ὁσάκις ἀντικείμενον ὑπάγεται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὐδεμία ἄλλη δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἁρμοδιότητα αὐτῆς. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἕτερος ἐπιβοηθητικὸς λόγος, τὸν ὁποῖον ἀναφέρει ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δηλ. τὸ προκείμενον νομοσχέδιον κύριον χαρακτῆρα ἔχει τὴν συνομολόγησιν δανείου καὶ ὡς τοιοῦτον ὑπάγεται μόνον εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν μοὶ φαίνεται ἀποχρῶν. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι τὸ νομοσχέδιον περιλαμβάνει διατάξεις περὶ δανείου, ἀλλ’ ἐπειδὴ περιλαμβάνει καὶ διατάξεις περὶ πιστώσεων ἔπρεπε νὰ συμπράξωσι καὶ αἱ 2 ἐπιτροπαὶ, ὅπως γίνεται ὁσάκις ὑποβάλλωνται νομοσχέδια περιλαμβάνοντα ἀντικείμενα τῆς ἀρμοδιότητος δύω ἢ πλειοτέρων ἐπιτροπῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ὁ κυριότερος χαρακτὴρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι, νομίζω, οὐχὶ ἡ συνομολόγησις τοῦ δανείου, ἀλλὰ ἡ χορήγησις τῶν πιστώσεων, διότι δὲν ζητεῖ ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν ἡ Κυβέρνησις δάνειον διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας, ἀλλὰ ζητεῖ δάνειον διὰ νὰ πληρώσῃ παλαιοτέρας ὑποχρεώσεις τοῦ δημοσίου, καὶ διὰ τοῦτο ἔχει ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ πιστώσεις· ἐὰν δὲ ὑμεῖς δὲν χορηγήσητε τὰς πιστώσεις αὐτὰς, τότε ἐκλείπει κατὰ μέγα μέρος ὁ λόγος τῶν δανείων. Ἅμα ἀρνηθῆτε τὸ ἓν, πρέπει ν’ ἀρνηθῆτε καὶ τὸ ἕτερον. Δι’ αὐτοὺς, κύριοι, τοὺς λόγους δὲν ἀποδέχομαι τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἔπρεπε μόνη αὐτὴ νὰ ἐξετάσῃ τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ πρόκειται, καὶ ἑπομένως ἰσχυρίζομαι ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔπρεπε νὰ παραπεμφθῇ μᾶλλον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§139Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκηρύχθη κατεπεῖγον.
§140Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα θὰ ἴδωμεν, διότι ἔχομεν καὶ πολλὰ ἄλλα πράγματα. Ἀλλὰ, κύριοι, ἀφοῦ ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν ἐκήρυξεν ἑαυτὴν ἁρμοδίαν νὰ ἐξετάσῃ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, νομίζετε ὅτι ἐξήτασε δεόντως καὶ τὸ μέρος τὸ ἀφορῶν τὰς πιστώσεις; Μ’ ὅλην τὴν ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχω εἰς τὰ ἔντιμα μέλη τὰ ἀποτελοῦντα τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν, ἰσχυρίζομαι ὅτι οὐδόλως ἔκαμε τοιαύτην ἐξέτασιν. Δὲν ἔκαμε δὲ, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κάμῃ. Καὶ διατί δὲν ἦτο δυνατόν; διότι ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς δὲν εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ σύμφωνα μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, οὐδὲ συνώδευσεν αὐτὸ μ’ ὅλα τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ συνωδεύουσι τὰς τοιαύτας πιστώσεις. Τὰ νομοσχέδια, κύριοι, διὰ τῶν ὁποίων ὑποβάλλονται πιστώσεις πρὸς πληρωμὴν ἐξόδων κεκλεισμένων ἢ διαγεγραμμένων χρήσεων, ἀπαιτεῖται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νὰ συνοδεύωνται μὲ ὀνομαστικὸν κατάλογον τῶν χρεῶν, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ πληρωθοῦν· τοῦτο εἶναι ῥητὴ ἀπαίτησις τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἔλειπεν ἀπὸ τὸν νόμον, πηγάζει ἐκ τῆς φύσεως αὐτῆς τῶν ζητουμένων πιστώσεων, διότι, ἐὰν παραδεχθῇ τις τὸ ἐναντίον, ματαιοῦται ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ἀνοίγεται στάδιον εἰς μεγάλας καταχρήσεις. Ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι πλὴν τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν, διὰ τὰς ὁποίας ζητεῖται ἑκάστοτε εἰδικὴ πίστωσις, ὅλαι αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους ἀναγράφονται εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ὁ προϋπολογισμὸς διαιρεῖται καθ’ ὑπουργεῖον, αἱ δὲ δαπάναι ἑκάστου ὑπουργείου διαιροῦνται εἰς κεφάλαια καὶ ἕκαστον τῶν κεφαλαίων εἰς ἄρθρα· εἶναι δὲ ῥητῶς ἀπηγορευμένον νὰ γίνηται χρῆσις τῶν δαπανῶν ἄρθρου τινὸς δι’ ἀντικείμενα ἄλλου· ὅλα δὲ δὲ τὰ ἔξοδα, διὰ τὰ ὁποῖα λαμβάνονται πιστώσεις, πρέπει νὰ ἐκκαθαρίζωνται καὶ νὰ πληρόνωνται διαρκούσης τῆς χρήσεως, διότι ἅμα λήξῃ αὕτη δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη οὐδεμία πληρωμή. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως οἱ ὑπουργοὶ δὲν κωλύονται ἀπὸ τὸ νὰ ἀναγνωρίσωσι δαπάνας, τὰς ὁποίας ὀφείλει τὸ δημόσιον καὶ τὰς ὁποίας δὲν ἐπλήρωσεν εἴτε διότι δὲν ἐξεκαθαρίσθησαν ἢ δὲν ἐπληρώθησαν ἐγκαίρως, εἴτε διότι δὲν ὑπῆρχε πίστωσις· αἱ δαπάναι ὅμως αὗται κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου δὲν δύνανται νὰ πληρωθοῦν χωρὶς νὰ ζητηθῇ ἐκ νέου πίστωσις ἀπὸ τὴν Βουλήν, καὶ ἐννοεῖτε ὅτι πᾶσα τοιαύτη αἴτησις πρέπει νὰ συνοδεύηται ἀπὸ ὀνομαστικοὺς καταλόγους τῶν δικαιούχων. Ἐὰν παραδεχθῆτε τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ζητεῖ νὰ καθιερώσῃ σήμερον ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ δώσητε δι’ ἑνὸς κονδυλίου πιστώσεις πρὸς πληρωμὴν δαπανῶν κεκλεισμένων χρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἀναβαίνουσιν εἰς ἑκατοντάδας δραχμῶν καὶ εἰς ἑκατομμύρια, ἀνοίγετε θύραν εἰς τὸ νὰ γείνουν μεγάλαι καταχρήσεις. Καὶ διὰ νὰ ἐννοήσητε τοῦτο, κύριοι, καλλίτερα, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ φέρω ἓν παράδειγμα. Ὁ προϋπολογισμὸς δίδει εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὸ δικαίωμα νὰ στέλλῃ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἀξιωματικοὺς πρὸς ἐκπαίδευσιν καὶ χορηγεῖ διὰ τὴν ἀποστολὴν τούτων δαπάνην ὡρισμένην, τὴν ὁποίαν ὑποθέσατε ὅτι προϋπολογισμὸς ἑνὸς ἔτους ὥρισεν εἰς 10,000 δραχ. Ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀντὶ νὰ περιωρισθῇ εἰς τὴν δαπάνην ταύτην ἀποστέλλει εἰς τὴν Εὐρώπην ἀξιωματικοὺς καὶ δαπανᾷ 100,000 δραχ. Εἶναι μὲν κύριος νὰ πράξῃ τοῦτο, ἀλλὰ διὰ τὴν γενομένην ὑπέρβασιν τῶν 90,000 δραχ. ὀφείλει νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ζητήσῃ πίστωσιν ἐκθέτων καὶ τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν περιωρίσθη εἰς τὸ ποσὸν τῶν 10,000. Ἀλλ’ ἐὰν ἀντὶ τούτου δώσητε εἰς τὸν ὑπουργὸν τὴν ἄδειαν νὰ ζητῇ μετὰ παρέλευσιν πολλῶν ἐτῶν 1½ ἑκατομμύριον δι’ ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων χωρὶς νὰ παρουσιάζῃ κατάλογον, τότε ἡ ὑπέρβασις καλύπτεται καὶ ὑμεῖς δὲν λαμβάνετε κἀμμίαν γνῶσιν. Ἐπίσης ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει μικρὰν πίστωσιν διὰ συνδρομὰς ἐφημερίδων καὶ ἀγορὰν βιβλίων, ἀλλ’ ἐνδεχόμενον νὰ τὴν ὑπερβῇ καὶ νὰ κάμῃ ἀγορὰν διὰ 3, 5, 10,000 περισσότερον. Αἱ ἀγοραὶ αὗται εἶναι ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸ δημόσιον, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ζητηθῇ πίστωσις· ἀλλ’ ἐὰν δὲν ζητηθῇ ὅπως ὁ νόμος διακελεύει, ἡ Βουλὴ δὲν θέλει λάβει οὔτε κἂν γνῶσιν, ὅτι ἡ πίστωσις ζητεῖται διὰ νὰ καλυφθῇ δαπάνη, ἥτις ἰδιαιτέρως ἐξεταζομένη ἤθελε κριθῆ ἀσυγχώρητος.
§141Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τοῦ 64 εἶναι αἱ πιστώσεις, δὲν εἶναι σημεριναί.
§142Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ, ἀφοῦ προέρχονται ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων, ὑμεῖς δὲν εἶσθαι ὑπεύθυνος· εἶναι ὑπεύθυνοι οἱ ὑπουργοί, οἵτινες διεχειρίσθησαν τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν ἐκείνων, μεταξὺ τῶν ὁποίων συγκαταριθμοῦμαι καὶ ἐγώ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου, οὔτε θέλω νὰ προσβάλω τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, πρόκειται περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Λοιπόν, κύριοι, ὁσάκις ἔξοδα τοῦ Κράτους δὲν πληρόνωνται διαρκούσης τῆς χρήσεως, εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀναγνωρίζωνται καὶ ἐκκαθαρίζωνται καὶ νὰ ζητῆται ἰδία πίστωσις διὰ νὰ πληρωθῶσιν· ἀλλὰ τὴν πίστωσιν αὐτὴν πρέπει νὰ συνοδεύῃ πάντοτε ὀνομαστικὸς κατάλογος. Καὶ ἐπειδὴ μάλιστα παρετηρήθη, ὅτι τινὲς τῶν ὑπουργῶν εἰς προηγουμένην ἐποχὴν ἤνοιξαν καταχρηστικῶς μίαν θύραν, διὰ τῆς ὁποίας ἐδύναντο νὰ πληρώσουν κατ’ ἄλλον τρόπον τινὰς ἐκ τῶν δαπανῶν τούτων, διαφεύγοντες οὕτω τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς καὶ τῆς δημοσιότητος, ἐλήφθη φροντὶς κατὰ τὸ 1871 νὰ κλεισθῇ δι’ εἰδικοῦ νόμου καὶ ἡ θύρα αὕτη, διότι ἰδοὺ τί ἐγίνετο· ὑπουργός τις συνῆπτε σύμβασιν ἢ συμβόλαιον, διὰ τοῦ ὁποίου ὑπέβαλλε τὸ Κράτος εἰς τὴν πληρωμὴν δαπανῶν καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ διὰ τὰς ὁποίας ἑπομένως δὲν εἶχε πίστωσιν· ἀλλ’ ἀντὶ νὰ ζητήσῃ ὁ ὑπουργὸς αὐτὸς πίστωσιν ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἀνακαλυφθῇ ἡ ὑπέρβασις, ἠρνεῖτο τὴν πληρωμήν· ὁ ἰδιώτης, ὅστις προσέφερε τὴν ὑπηρεσίαν, ἀπευθύνετο εἰς τὸ δικαστήριον, καὶ τοῦτο τὸν ἐδικαίωνε, διότι τὰ δικαστήρια δὲν ἔχουν καθῆκον, οὔτε ἁρμοδιότητα νὰ ἐξετάζουν ἂν ὑπάρχῃ ἢ ὄχι πίστωσις· ἐξετάζουν ἐὰν ὁ ἰδιώτης δικαιοῦται νὰ λάβῃ ἀπὸ τὸ δημόσιον δυνάμει τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας προσέφερε. Τὸ δημόσιον λοιπὸν κατεδικάζετο εἰς τὴν πληρωμήν, καὶ ἡ δαπάνη ἐπληρώνετο ἀπὸ τὸ κεφάλαιον τῶν δικαστικῶν ἀποζημιώσεων, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦτο καὶ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ἐξωγκοῦται. Πρὸς ἀποφυγὴν λοιπὸν τοῦ ἀτόπου τούτου, τὸ ὁποῖον κατέληγεν εἰς τὸ νὰ ματαιώσῃ τὰς διατάξεις τοῦ λογιστικοῦ νόμου καὶ νὰ καλύπτῃ τὰς ὑπερβάσεις, ἐνομοθετήθη κατὰ τὸ 1871 νόμος, καθ’ ὃν τοιαῦται δαπάναι δὲν πληρώνονται ἄνευ εἰδικῆς πιστώσεως, οὔτε ὅταν δικαστικῶς ἐπιδικασθοῦν, διὰ νὰ ἀναγκάζωνται οὕτω οἱ ὑπουργοὶ νὰ τὰς φέρουν πάντοτε εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ λαμβάνουν οἱ Βουλευταὶ γνῶσιν τῶν ὑπερβάσεων, αἱ ὁποῖαι γίνονται, καὶ προλαμβάνωνται τὰ ἀτοπήματα. — Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ζητοῦνται ὑπὲρ τὰ τρία ἑκατομμύρια πιστώσεις δι’ ἔξοδα διαγεγραμμένων καὶ κεκλεισμένων χρήσεων. Ὀφείλω δὲ ἐν πρώτοις νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι ὑπάρχει μία μικρὰ ἀταξία ὡς πρὸς τὴν αἴτησιν, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 67 καὶ 67 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ὅταν πρόκειται περὶ ἐξόδων κεκλεισμένων χρήσεων, ζητῆται ἀναπληρωτικὴ πίστωσις, ὅταν δὲ περὶ ἐξόδων διαγεγραμμένων χρήσεων, ζητεῖται ἔκτακτος πίστωσις, ὥστε αἱ δύω πιστώσεις δὲν ἠμποροῦν νὰ συγχωνευθοῦν· καὶ ὁσάκις ὁ ὑπουργὸς ἔχῃ δαπάνας διὰ κεκλεισμένας καὶ διαγεγραμμένας χρήσεις, ὀφείλει νὰ χωρίζῃ τὰς πιστώσεις. Καὶ ἐὰν τοῦτο διέλαθε τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἤθελε βεβαίως τὸ παρατηρήσει ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν, τῆς ὁποίας ὁ πρόεδρος ἔχει πολλὴν εἰδικότητα εἰς τὰ τοιαῦτα. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔκαμε κἀμμίαν ἐξέτασιν, διότι δὲν εἶχε τὸν καιρὸν νὰ τὰς ἐξετάσῃ. Ἐκτὸς τῆς ἀταξίας ταύτης παρατηρῶ, ὅτι ὤφειλεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁμοῦ μὲ τὴν πίστωσιν ὀνομαστικοὺς καταλόγους ὅλων τῶν δικαιούχων, οἱ ὁποῖοι θέλουν λάβει αὐτὰ τὰ 3,510,000 δραχ. διὰ νὰ ᾖναι εἰς θέσιν ἡ Βουλὴ νὰ ἴδῃ ποῖοι εἶναι οἱ δικαιοῦχοι, ποίας ὑπηρεσίας προσέφερον εἰς τὸ δημόσιον, ἐὰν τὰ ζητούμενα ποσὰ προέρχωνται ἀπὸ κονδύλια, διὰ τὰ ὁποῖα ὑπῆρχε μὲν πίστωσις, δὲν ἐπρόφθασαν δὲ νὰ πληρῶσιν ἐγκαίρως, ἢ εἶναι ὑπερβάσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ διὰ ποίους λόγους ἐγένοντο αἱ ὑπερβάσεις· ἀλλὰ τοιοῦτόν τι δὲν ἐγένετο. — Χθὲς ὁμοῦ μὲ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς μᾶς ἔφεραν ὀνομαστικὸν κατάλογον, ὅστις περιέχει τοιαῦτα ἀνεγνωρισμένα χρέη τοῦ δημοσίου ἀλλὰ ὁ κατάλογος αὐτὸς δὲν εἶναι ἀκριβὴς, πρὸ πάντων διὰ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, διότι, ἐνῷ οὗτος περιέχει 458,000 δραχ. διὰ τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο, ζητεῖται 1,500,000 δραχμῶν, καὶ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχουν κατάλογοι δι’ ὅλα αὐτὰ τὰ ποσά. Ἐπίσης καὶ διὰ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν παρετήρησα ἐκ τοῦ προχείρου, ὅτι τὸ ἄθροισμα τῶν πιστώσεων τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα περιέχονται εἰς τὸν κατάλογον διὰ κεκλεισμένας καὶ διαγεγραμμένας χρήσεις, ἀποτελοῦν τὸ ποσὸν τῶν 113,000 δραχμῶν καὶ ὅμως ζητοῦνται 200,000 ἤτοι στρογγυλὸς ἀριθμός. Ὅταν συνέταξαν τὴν πίστωσιν ταύτην, δὲν εἶχον, φαίνεται, ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀπαίτησιν τοῦ λογιστικοῦ νόμου, καὶ ἐπίστευσαν, ὅτι δύνανται νὰ ζητήσουν ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἓν ποσὸν στρογγυλόν, μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου θέλουν μεταχειρισθῆ μόνον, ὅσα ὀφείλονται, θέλουν δαπανήσει δηλ. τόσα, ὅσα ἀρκοῦν νὰ καλύψουν τὰς χρεωστουμένας. Καὶ δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ πρόθεσις τοῦ ὑπουργείου· οἱ ὑπουργοὶ βεβαίως ἀπὸ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ζητοῦν, δὲν ἠμποροῦν παρὰ νὰ μεταχειρισθοῦν ὅσον ἀρκεῖ διὰ νὰ καλύψουν τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἐκαθαρίσθησαν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἱκανοποιεῖ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ νόμου· τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐπαναπαύσῃ τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ τὴν κάμῃ νὰ δώσῃ ἀνεξετάστως 1,500,000 δι’ ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, χωρὶς νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ κατάλογον ἀκριβῆ, ποῦ ταῦτα θέλουν δοθῆ· διότι ναὶ μὲν ὁ νῦν ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ νῦν ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θέλουν πληρώσει ἀπὸ αὐτὸ τὸ 1½ ἑκατομμύριον εἰμὴ δαπάνας, τὰς ὁποίας κατέστησαν ὑποχρεωτικὰς διὰ τὸ δημόσιον οἱ τότε ὑπουργοί· ἀλλ’ εἶχον ἆραγε δίκαιον οἱ ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι νὰ καταστήσουν τὰς δαπάνας ταύτας ὑποχρεωτικὰς διὰ τὸ δημόσιον; ἰδοὺ ποῦ κεῖται τὸ ζήτημα. Ἡ Βουλὴ δὲν ψηφίζει ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε πιστώσεις, ἀλλ’ ἐξετάζει ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξαν οἱ ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καθ’ ὑπέρβασιν τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας παρὰ τῆς Βουλῆς ἔλαβον, κατέστησαν διὰ τὸ Κράτος ὑποχρεωτικὰς τὰς δαπάνας, διὰ τὰς ὁποίας ζητεῖται ἡ πίστωσις· ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα. Ἑπομένως, ἐὰν παραδεχθῆτε τὰς πιστώσεις ταύτας, ὡς ἔχουν, χωρὶς οἱ ἁρμόδιοι ὑπουργοὶ νὰ τὰς συνοδεύουν μὲ ὀνομαστικοὺς καταλόγους, χωρὶς οἱ κατάλογοι οὗτοι νὰ ἐξετασθῶσι καὶ νὰ ἐπεξεργασθῶσι δεόντως ἀπὸ τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν, θέλετε ἀνοίξει ἓν ῥῆγμα εἰς τὴν οἰκονομίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον θέλει ἔχει τὰς ὀλεθριωτέρας συνεπείας διὰ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα. Ἐπιμένω λοιπὸν ὅτι, πρῶτον πρέπει οἱ ἁρμόδιοι ὑπουργοὶ νὰ συμπληρώσουν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διαιροῦντες τὰ ἔξοδα εἰς διαγεγραμμένας ἢ κεκλεισμένας χρήσεις, ὅπως ὁ νόμος ἀπαιτεῖ· δεύτερον πρέπει νὰ παρουσιάσωσιν ὀνομαστικοὺς καταλόγους, καὶ τρίτον ὅτι οἱ κατάλογοι αὐτοὶ, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἑκατομμυρίων, πρέπει νὰ ἐξετασθοῦν ἁρμοδίως ἀπὸ τὴν ἐπιτροπήν. Ἄνευ τούτων, ἂς προσέξῃ ἡ Βουλὴ μήπως ὑποπέσῃ εἰς πολὺ σπουδαῖον σφάλμα. Ἐνῶ ὡμίλουν χθὲς ἀπὸ τῆς θέσεώς μου, ὁ ἀξιότιμος κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διακόπτων μὲ εἶπεν ὅτι «καὶ σὺ κατὰ τὸ 1871 οὕτω πῶς ὑπέβαλες νομοσχέδιον περὶ δανείου 4 ἑκατομμυρίων φράγκων, περιλαμβάνον ἐνταυτῷ καὶ πιστώσεις διὰ δαπάνας παρελθουσῶν χρήσεων.» Εὐχαριστῶ, κύριοι, τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν διότι μοὶ ὑπέβαλεν ἓν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ μᾶς χρησιμεύσῃ σήμερον ὡς ὁδηγὸς πρὸς κανονισμόν, ἂν θέλετε, τῶν ἐνεργειῶν μας ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶναι ὅμοιον καὶ ἀνάλογον μὲ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο. Ἂς συμβουλευθῶμεν λοιπὸν, ἀφοῦ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τὸ ἐζήτησεν, ἂς συμβουλευθῶμεν τὰ πρακτικὰ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἂς ἴδωμεν τίνι τρόπῳ ἡ τότε Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ἐφέρθησαν καὶ ὅ,τι ἔγεινε τότε, τὸ αὐτὸ ἂς πράξωμεν καὶ σήμερον· διότι τότε δὲν ἔγεινε τίποτα ἄλλο παρ’ ὅ,τι ὁ νόμος διακελεύει, καὶ τίποτε ἄλλο δὲν ζητῶ σήμερον ἀπὸ ὑμᾶς παρὰ νὰ συμμορφωθῆτε μὲ τὸν νόμον.
§143Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). 1,900,000 ζητοῦνται διὰ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ μόνον 400,000 θὰ ἐξοδευθοῦν.
§144Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· ἂν θέλετε, λέγω ἐγώ, διὰ νὰ σᾶς ἀπαλλάξω ἀπὸ τὸν κόπον.—Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κάμνει τὴν παρατήρησιν ὅτι, ἐνῷ ζητοῦνται 1,900,000 διὰ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, μόνον αἱ 400,000 θέλουν πληρωθῆ εἰς διαφόρους δικαιούχους.
§145ΥΠΟΥΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Πράγματι δηλαδή.
§146Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, πράγματι· τὸ δὲ ἄλλο θέλει συμψηφισθῆ εἰς χρέη πρὸς τὸ δημόσιον.
§147ΥΠΟΥΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἀπὸ τὸ θησαυροφυλάκιον τῆς Ἑπτανήσου τοῦ 1864....
§148Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ὅσα δηλ. ὀφείλει τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς αὐτὸ τὸ δημόσιον, πρὸς τὰ ἄλλα ταμεῖα. Ἀπαντῶν πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τῷ κάμνω τὴν παρατήρησιν ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον πρὸς ποῖον ὀφείλει τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δώσῃ τὸ 1,900,000 δραχμάς. Εἶναι ἀδιάφορον, ἂν θὰ δώσῃ ὅλα τὰ χρήματα εἰς ἰδιώτας, ἢ θὰ ἀποδώσῃ καί τινα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον τὰ ἔλαβε προκαταβολικῶς. Διὰ νὰ εὑρεθῇ ὅμως εἰς τὴν ἀνάγκην τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ ἀπὸ τὸ δημόσιον 1,500,000 δραχμὰς, σημαίνει ὅτι τὰ ἐδαπάνησε, καὶ ἀφοῦ τὰ ἐδαπάνησεν ὑπερέβη τὰς πιστώσεις, τὰς ὁποίας εἶχε λάβει. Ὥστε βλέπετε, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν διαφέρει· τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει ταμεῖον ἰδιαίτερον, περιέχον τὴν προκαταβολὴν τῶν 500,000 δραχμῶν, τὴν ὁποίαν κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον δικαιοῦται νὰ λάβῃ· ἀλλ’ ἀντὶ τῶν 500,000 δραχμῶν, ἐὰν συμβουλευθῆτε τὰ δημόσια βιβλία, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι χρεωμένον εἰς τὸ δημόσιον μὲ πλειότερα τῶν δύω ἑκατομμυρίων· καὶ διατί; διότι ἔκαμεν ὑπερβάσεις, διὰ τὰς ὁποίας δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκδώσῃ τὰ ἀναγκαῖα ἐντάλματα. Ὥστε βλέπετε, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν ἀλλάσσει, κ. ὑπουργέ. Σήμερον, κύριοι, τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ζητεῖ ἀπὸ σᾶς νὰ ψηφίσητε 1,900,000· καὶ διὰ νὰ ζητῇ 1,900,000 δραχμὰς πίστωσιν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, θέλει νὰ εἰπῇ ὅτι ὑπερέβη τὰς ἐψηφισμένας πιστώσεις τῶν προηγουμένων ἐτῶν κατὰ ἓν ἑκατομμύριον ἐννεακοσίας χιλιάδας. Ἕνεκα τῶν ὑπερβάσεων τούτων χρεωστεῖ εἰς διαφόρους ἰδιώτας, οἱ ὁποῖοι εἶναι δίκαιον νὰ πληρωθοῦν, ἀλλὰ χρεωστεῖ ἀκόμη καὶ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον· διότι, ἐνῷ δὲν δικαιοῦται νὰ ἔχῃ προκαταβολὴν εἰμὴ ἐκ 500,000 δραχμῶν, ἔχει σήμερον προκαταβολὰς ὑπὲρ τὰ δύω ἑκατομμύρια· ὥστε τὸ ζήτημα μένει πάντοτε ἀναλλοίωτον. Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ζητεῖ πίστωσιν δι’ ὑπερβάσεις πιστώσεων 1,900,000 δραχμῶν, καὶ σεῖς ὀφείλετε νὰ ἐξετάσητε ἐὰν καλῶς πράττον ἢ κακῶς πράττον ἔκαμε τὰς ὑπερβάσεις αὐτὰς, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ποιοῦντες οἱ ἁρμόδιοι ὑπουργοὶ ἐδαπάνησαν πλειότερα τῶν ἐψηφισμένων. Μήπως νομίζετε, κ. ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐκ τῶν κονδυλίων, τὰ ὁποῖα ζητεῖτε σεῖς, δὲν εἶναι πολλὰ εἰς τὴν αὐτὴν ὑπαγόμενα κατηγορίαν; Πολλοὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ προκαταβάλλουν τὰς δαπάνας τῆς ὑπηρεσίας των, καὶ πράττουν τοῦτο ἄνευ ἐνταλμάτων καὶ χωρὶς νὰ ᾖναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζουν ἐὰν ὑπάρχῃ πίστωσις· ὁ ἁλαταποθηκάριος π. χ. ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ πληρώνῃ τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς τῶν ἁλάτων, ἅμα φέρουν ἅλας, καὶ ἔπειτα ὑποβάλλει τὰς καταστάσεις εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διὰ νὰ ἐκδώσῃ τὰ ἐντάλματα· ἀλλ’ ἐνίοτε τὸ ὑπουργεῖον ἀδυνατεῖ νὰ τὰ ἐκδώσῃ, διότι ἐξηντλήθη ἡ πίστωσις· ἑπομένως, ἐὰν ὑπάρχουν τοιαῦται καθυστερήσεις, διὰ τῆς πιστώσεως ἡ ὁποία ζητεῖται δὲν θὰ γείνῃ τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ τακτοποιηθῇ ἡ δαπάνη αὕτη, χωρὶς τὸ δημόσιον νὰ πληρώσῃ τι. Ἐπανέρχομαι, κύριοι, εἰς τὸ προηγούμενον τοῦ 1871, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ μὲ τὸ ὁποῖον σᾶς παρακαλῶ καὶ ἐγὼ, ἂν θέλετε, νὰ συμμορφωθῆτε καὶ ἐφέτος. Ἰδοὺ, κύριοι, τὶ ἔγεινε κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο· ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐζήτησε ἀπὸ τὴν Βουλὴν πίστωσιν 5,343,000 διὰ νὰ ἐξοφλήσῃ χρέη τινὰ, τὰ ὁποῖα ὠφείλοντο εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν........
§149ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. 500,000.
§150ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ. Ὁ τότε ὑπουργὸς ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν πίστωσιν 5,343,000, διὰ νὰ πληρώσῃ 1) 1,240,000, αἱ ὁποῖαι ὠφείλοντο εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν· 2) 700,000 πρὸς ἐξαγορὰν ὁμολογιῶν τινων τοῦ ἐθνικοῦ δανείου τῶν 6,000,000, τὰς ὁποίας εἶχε τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων· 3) 1,000,000 διὰ νὰ πληρώσῃ τὰ ὀφειλόμενα ἀπὸ δικαστικὰς ἀποζημιώσεις· 4) 366,000 διὰ τὰς δαπάνας τῶν διαγεγραμμένων χρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐχωρίζοντο κατὰ τὸν νόμον ἀπὸ τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, καὶ 5) 2,037,000 διὰ τὰς δαπάνας τῶν κεκλεισμένων χρήσεων. Αὐτὴ ἦτον ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἔκαμα.
§151ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Τὰ ὀνόματα τῶν δικαιούχων τότε ἐτυπώθησαν;
§152ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· ἀλλὰ παρουσιάσθησαν οἱ κατάλογοι εἰς τὴν Βουλὴν. Θὰ ἴδητε δὲ τί ἔκαμεν ἡ Βουλὴ ἐκείνη, καὶ τοῦτο ἀπαιτῶ νὰ ἀκολουθήσῃ καὶ ἡ παροῦσα. Ἅμα ἐτυπώθη τὸ νομοσχέδιον καὶ ἀνεγνώσθη, ἐγὼ αὐτὸς ἐπρότεινα νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς προκύπτει ἐκ σελίδος 763 τῶν πρακτικῶν. (Ἀναγινώσκει). «ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ.» Ἡ ἐπιτροπὴ δὲ αὕτη μετὰ 6 ἡμέρας παρουσίασεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσίν της, ἡ ὁποία δὲν ἦτο κατὰ πάντα διὰ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν εὐχάριστος. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ ἐπιτροπή. «Πρὸς τὴν Βουλήν. Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ χορηγίας ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων πρὸς πληρωμὴν καθυστερουσῶν δαπανῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν, καὶ μὴ ἔχουσα τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον πρὸς ἀκριβῆ ἐξέλεγξιν, προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως δεχθῇ τὰς ἑξῆς 3 πιστώσεις· ἤτοι 1) 800,000 μόνον διὰ τὴν ἀτμοπλοΐαν ἀπέναντι τῶν ζητουμένων 1,200,000, ὧν τὴν ἀκρίβειαν δὲν εἶχε καιρὸν νὰ ἐξελέγξῃ.»
§153ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἦσαν ἁπλοῖ λογαριασμοὶ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας· δὲν ἦσαν ἐντάλματα ὑπουργείου ἐκδιδόμενα ἐπὶ τῇ βάσει νόμου.
§154ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦσαν δαπάναι ὀφειλόμεναι καὶ καθ’ ὑπέρβασιν τῶν πιστώσεων γενόμεναι· «2) πίστωσιν 700,000 διὰ τὰς ὁμολογίας, τὰς εἰς τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων εὑρισκομένας, καὶ 3) 1,000,000 διὰ τὰς δικαστικὰς ἀποζημιώσεις, τὸ ὅλον 2,500,000.» Καὶ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο ἐπρότεινε νὰ περιορισθῇ καὶ τὸ δάνειον. Τοιαύτη ἦτον ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία, καί τοι ἐπὶ τόσας ἡμέρας ἐργασθεῖσα, ὡμολόγησεν ὅτι δὲν ἔλαβε τὸν καιρὸν νὰ ἐξελέγξῃ τὰς πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι πρὸς πληροφορίαν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διαβεβαιῶ ὅτι εἶχον ὑποβληθῆ ἐν τάξει, συνοδευόμεναι δηλ. μὲ ὀνομαστικοὺς καταλόγους ὅλων τῶν ὑπουργείων. Ἀλλ’ ὅταν ἤλθομεν εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, τότε, τῇ ἐπιμόνῳ αἰτήσει τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Βουλὴ παρεδέχθη νὰ χορηγήσῃ καὶ ἐκ τῶν πιστώσεων τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων τὰς ἀνηκούσας εἰς τὰ ὑπουργεῖα τῶν Οἰκονομικῶν, Ἐσωτερικῶν καὶ Ἐκκλησιαστικῶν· ἐξῄρεσε δὲ τὰ ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, διότι τὰ ποσὰ ἦσαν μεγάλα καὶ δὲν εἶχε καιρὸν νὰ ἐξελέγξῃ τοὺς λογαριασμούς. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι τὸ προηγούμενον, τὸ ὁποῖον μᾶς ἠνάγκασεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ ἐνθυμηθῶμεν, καθιεροῖ ἄλλον κανόνα καὶ ἄλλην τάξιν· κατὰ τοῦτο, πρέπει ὁμοῦ μὲ τὴν πίστωσιν νὰ παρουσιασθοῦν ὀνομαστικοὶ κατάλογοι· κατὰ τοῦτο, πρέπει νὰ παραπεμφθοῦν αἱ πιστώσεις εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ αὕτη πρέπει νὰ τὰς ἐξελέγξῃ μὲ τὴν ἀπαιτουμένην ἐπιστασίαν. Σᾶς ἔκαμα, κύριοι, τὰς παρατηρήσεις ταύτας, ὄχι μὲ σκοπὸν νὰ φέρω προσκόμματα, οὐδὲ νὰ μεμφθῶ κανένα, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον πρόκειται περὶ πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι οὐδόλως ἐπιβαρύνουν τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν. Αἱ πιστώσεις, περὶ ὧν πρόκειται, ἔχουν πολὺ παλαιὰν χρονολογίαν, καὶ ἐὰν ἐκ τῆς ἐξετάσεως αὐτῶν ἐπιβαρυνθῇ Κυβέρνησίς τις, δὲν θὰ ᾖναι ἡ σημερινή. Ἠναγκάσθην δὲ νὰ ἐπιμείνω εἰς τὰς παρατηρήσεις μου, διότι δίδω πολλὴν καὶ μεγάλην σημασίαν εἰς τὴν λογιστικὴν τάξιν, εἰς τὴν τάξιν δηλ. ἡ ὁποία πρέπει νὰ φυλάσσεται περὶ τὸ λογιστικὸν τοῦ Κράτους. Εἶναι τῷ ὄντι ἀξιέπαινοι οἱ ὑπουργοί, φροντίζοντες διὰ τῆς ἀμέσου καὶ ἑτοίμου πληρωμῆς ὅλων τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ δημοσίου, νὰ ἀναπτύξουν καὶ νὰ διατηρήσουν τὴν καλὴν πίστιν αὐτοῦ· καὶ πολὺ δίκαιον εἶχε καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τοὺς ἐπαινέσῃ διὰ τὴν προσπάθειάν των ταύτην· τοὺς ἐπαινῶ δὲ καὶ ἐγώ· ἀλλὰ κάμνω τὴν παρατήρησιν, ὅτι πλανῶνται καὶ οἱ ὑπουργοὶ καὶ τά μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἐὰν νομίζουν ὅτι ἀρκεῖ μόνον ἡ ἄμεσος πληρωμὴ τῶν δημοσίων ὑποχρεώσεων νὰ αὐξήσῃ καὶ διατηρήσῃ τὴν καλὴν πίστιν. Δὲν ἀρκεῖ τοῦτο, κύριοι, μόνον· ἀπαιτεῖται πρὸ πάντων τάξις, ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρχῃ ἡ βεβαιότης εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ εἰς ὅλον τὸ κόσμον, ὅτι τὰ λογιστικὰ τοῦ Κράτους διευθύνονται μὲ τάξιν, ὅτι ἀκριβῶς φυλάσσονται οἱ κανόνες τοῦ λογιστικοῦ· διότι ἄνευ τάξεως λογιστικῆς, βεβαιωθῆτε, κύριοι, ὅτι πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις ὑποπίπτουν εἰς σφάλματα, καὶ τὰ σφάλματα ταῦτα ὀλίγον κατ’ ὀλίγον παραλύουν τὴν καλὴν πίστιν τοῦ δημοσίου, καὶ φέρουν τὸ Κράτος εἰς μεγάλην στενοχωρίαν. Μόνον διὰ τῆς τάξεως δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἔλεγχος, μόνον διὰ τῆς τάξεως δύναται νὰ ὑπάρξῃ δημοσιότης, μόνη ἡ τάξις δύναται νὰ ἐπιχύσῃ φῶς ἐπὶ ὅλων τῶν περιστάσεων καὶ ὅλων τῶν ἀντικειμένων τῆς διαχειρίσεως, μόνη ἡ τάξις δύναται νὰ ματαιώσῃ τὰς προλήψεις καὶ τὰς συκοφαντίας, καὶ μόνον διὰ τῆς τάξεως δυνάμεθα νὰ ἐμπνεύσωμεν εἰς ὅλον τὸν κόσμον τὴν ἰδέαν, ὅτι τὰ οἰκονομικά μας καλῶς διαχειρίζονται. Διὰ τοῦτο ὅλα τὰ εὐνομούμενα ἔθνη δίδουν μεγάλην σημασίαν εἰς τὸ λογιστικόν, καὶ εἰς ὅλα τὰ ἔθνη ὑπάρχουν ἀκριβῶς διαγεγραμμένοι οἱ τύποι, καθ’ οὓς διαχειρίζονται τὰ οἰκονομικά. Καὶ παρ’ ἡμῖν τοιαύτη τάξις ὑπάρχει εἰσηγμένη πρὸ πολλοῦ διὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ· ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ νόμος οὗτος δὲν ἐκτελεῖται ἀκριβῶς ἕνεκα διαφόρων προσκομμάτων, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέρος, τὸ ἀποβλέπον τοὺς ἀπολογισμούς· ἐφυλάχθη ὅμως ἕως τώρα καὶ διετηρήθη ἀκριβῶς καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέρος τῶν προϋπολογισμῶν καὶ τῶν πιστώσεων. Μὴ θελήσητε, κύριοι, νὰ ἐγγίξητε καὶ τὸ μέρος αὐτὸ τὸ ἀφορῶν τοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ τὰς πιστώσεις, διότι τότε τετέλεσται, τότε πλέον δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε, ὅτι ἔχετε τάξιν περὶ τὰ λογιστικά. Καὶ μὴ νομίσετε, ὅτι πρόκειται περὶ μικροῦ πράγματος· ἀναγκάζομαι νὰ ἐπιμείνω εἰς τοῦτο, διότι εἶναι μεγίστης σημασίας, μεγίστης σπουδαιότητος. Ἐνθυμηθῆτε, ὅτι ἐσχάτως, ὅτε εὑρέθη ἡ Τουρκία εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κρούσῃ ὅλας τὰς θύρας τῶν κεφαλαιούχων τῆς Εὐρώπης διὰ νὰ εὕρῃ ἓν δάνειον 40,000,000 λιρῶν, διὰ νὰ φέρῃ τάξιν εἰς τὰ οἰκονομικά της, τί ἀπῄτησαν οἱ κεφαλαιοῦχοι παρ’ αὐτῆς· οὐδὲν ἄλλο παρὰ μόνον τάξιν καὶ ἔλεγχον εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν· δὲν ἐζήτησαν ἐλάττωσιν δαπανῶν· τάξιν μόνον ἀπῄτησαν· καὶ, ἐπειδὴ παρεδέχθη ἡ Τουρκία νὰ ὑποβληθῇ εἰς τάξιν τινὰ περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν της καὶ νὰ διατηρήσῃ τὴν λογιστικὴν, ἀμέσως ὅλα τὰ χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης ἤνοιξαν τὰς θύρας, καὶ τὸ δάνειον τῶν 40,000,000 λιρῶν στερλινῶν, τὸ ὁποῖον ἐζήτει, εὗρε καλλίστην ὑποδοχὴν, ἐκαλύφθη. Ἡ τάξις λοιπὸν εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία σώζει τὴν καλὴν πίστιν ἑκάστου ἔθνους, καὶ διὰ τῆς τάξεως τὰ οἰκονομικὰ ἠμποροῦν νὰ προβοῦν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ νὰ συζητηθοῦν αἱ πιστώσεις σήμερον, διότι δὲν εἶναι εἰσηγμέναι κατὰ τάξιν· νὰ τὰς εἰσαγάγῃ δὲ τακτικῶς, νὰ ἐξετασθοῦν προσηκόντως καὶ τότε νὰ ψηφισθοῦν. Διὰ νὰ μὴ νομίσῃ δὲ κανεὶς, ὅτι κάμω τὴν πρότασιν ταύτην, διὰ νὰ φέρω πρόσκομμα εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου περὶ δανείου, προτείνω νὰ χωρίσουν αἱ πιστώσεις ἀπὸ τὰ λοιπὰ, καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§155ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς τὸν προαγορεύσαντα ἔντιμον ἐκ Τριφυλίας βουλευτὴν μὲ συνδέει οὐ μόνον αἴσθημα φιλίας καὶ ὑπολήψεως, ἀλλὰ καὶ αἴσθημα εὐγνωμοσύνης, διότι ὑπ’ αὐτὸν καὶ ὡς τμηματάρχην καὶ ὡς ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὑπηρέτησα ἐπὶ πολλὰ ἔτη, καὶ ὡς ὑπουργικὸς γραμματεὺς καὶ ὡς τμηματάρχης. Ἔχω ἀληθῶς πολλὴν ὑπόληψιν εἰς τὰς γνώμας καὶ τὴν πεῖραν τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ἀλλὰ τοῦτο δὲν μὲ κωλύει ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ ἔχω διάφορον πρὸς αὐτὸν γνώμην. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πολὺ ὁ ἔντιμος προλαλήσας ἐνδιέτριψεν, εἶναι κυρίως τυπικὸν, οὐχὶ δὲ οὐσιαστικόν. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἀποδίδει πολλὴν σημασίαν εἰς τὸ γεγονὸς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἐξητάσθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Βεβαίως, πᾶν νομοσχέδιον περιλαμβάνον διατάξεις περὶ πιστώσεων ἔχει ἀναφοράν τινα πρὸς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας ἡ ἀποστολὴ εἶναι σπουδαία· διότι τῳόντι ἐπὶ τῇ ψηφίσει τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐξασκεῖται τὸ σπουδαιότερον καὶ τὸ πρώτιστον τῆς Βουλῆς προνόμιον καὶ δικαίωμα. Εὑρίσκω ὅμως ὅτι, ὅταν τοῦ νομοσχεδίου ὁ κύριος χαρακτὴρ εἶναι ἡ συνομολόγησις δανείου καὶ ὄχι ἡ χορήγησις πιστώσεων, ἡ ἁρμοδιότης τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἀνεγνωρισμένη καὶ ἀναμφισβήτητος. Ὑπάρχουν πολλὰ νομοθετήματα περὶ δανείων καθ’ ὅλα τὰ παρελθόντα καὶ ἰδίως ἀπὸ τοῦ ἔτους 1862 καὶ ἐντεῦθεν· ὅλα ταῦτα παρεπέμφθησαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὑπ’ αὐτῆς ἐξητάσθησαν. Ἐξαιρετικῶς δὲ μόνον τὸ ὁποῖον ὁ κ. Σωτηρόπουλος ὡς ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν εἰσήγαγε κατὰ τὸ 1871 νομοσχέδιον περὶ τοῦ δανείου τῶν 4,000,000 ἐξητάσθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὸ νομοσχέδιον μάλιστα αὐτὸ κατὰ τὴν ὑποβολήν του εἰς τὴν Βουλὴν ἐθεωρήθη ὡς ἀναγνωσθὲν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, πρὶν ἢ τὸ ἐξετάσῃ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐνῷ εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον πολὺς ἐγένετο πρὸ ὀλίγου θόρυβος διὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσίν του, καὶ ἀφοῦ ἡ ἐπιτροπὴ τὸ ἐξήτασεν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔχει τώρα πολὺν σημασίαν. Τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον τότε ὁ κ. Σωτηρόπουλος εἰσήγαγε, κύριος χαρακτὴρ ἦτον ἡ χορήγησις πιστώσεων· δευτερεύουσα δὲ εἰς αὐτὸ φαίνεται, ἡ διάταξις περὶ χορηγήσεως δανείου. Τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ὅλαι αἱ διατάξεις ἀναφέρονται εἰς τὴν χορήγησιν πιστώσεων, ἐν τέλει δ’ αὐτοῦ ὑπάρχει ἓν ἄρθρον ἐπιτρέπον τὴν συνομολόγησιν δανείου ἐκ 4,000,000 καὶ παραπέμπον εἰς τὸν προηγούμενον νόμον τὰς λεπτομερείας τοῦ δανείου. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι ὑπὸ θεωρητικὴν ἔποψιν ἔχει δίκαιον ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἰσχυρισθεὶς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς πιστώσεις πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, φρονεῖτε ὅτι, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ πρὸ ὀλίγου ἐκήρυξε τὸ νομοσχέδιον ὡς κατεπεῖγον, ἐν τῷ κατεπείγοντι τούτῳ δὲν ἐμπεριέχεται καὶ ἡ ἀπόφασις αὐτῆς τοῦ νὰ μὴ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ νὰ προβῇ ἡ συζήτησις ἄνευ προεξετάσεως;
§156Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
§157ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πιστεύω δὲ νὰ ἀποδίδετε σημασίαν εἰς τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ὁ προλαλήσας ἔφερεν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ συγκροτεῖται ἀπὸ 21 μέλη, ἡ δὲ τῶν οἰκονομικῶν ἀπὸ 9. Ὁ κύριος Σωτηρόπουλος ἐξετάζων τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τῶν οἰκονομικῶν παρετήρησεν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐξήτασε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὡς πρὸς τὰς πιστώσεις. Ἴσως τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ἠρύσθη ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ἐκ τοῦ ὅτι ἐν τῇ ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς πολὺς τῳόντι δὲν γίνεται λόγος περὶ τῶν πιστώσεων. Ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς βεβαίως κατὰ τὸ πλεῖστον ἀναφέρεται εἰς τὸν κύριον τοῦ νομοσχεδίου σκοπὸν, δηλαδὴ εἰς τὸ δάνειον καὶ εἰς τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Δύναμαι ὅμως νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τῶν οἰκονομικῶν ἐξήτασε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καθ’ ὅλας του τὰς διατάξεις, ἑπομένως καὶ τὰς περὶ πιστώσεων διατάξεις αὐτοῦ. Ἡ ἐπιτροπὴ εὐθὺς ἐν ἀρχῇ παρετήρησεν, ὅτι δὲν συνωδεύετο ἡ αἴτησις περὶ χορηγήσεως πιστώσεων διὰ τὰς κεκλεισμένας καὶ διαγεγραμμένας χρήσεις μὲ ὀνομαστικὸν κατάλογον τῶν δικαιούχων· ἐζητήθη δ’ ἀμέσως ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσαγάγῃ τὸν κατάλογον τοῦτον, ὅστις εὑρέθη ἕτοιμος καὶ τυπωμένος· ὁ κατάλογος οὗτος χθὲς τὸ ἑσπέρας διενεμήθη πρὸς ὅλους τοὺς βουλευτὰς μετὰ τῆς ἐκθέσεως.
§158ΤΙΝΕΣ. Ὄχι!
§159ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσοι ἦσαν μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Οἰκομικῶν ἔλαβον αὐτὸν, ὡς γνωρίζω, καὶ ὁ κ. Σωτηρόπουλος καί τοι μὴ ὢν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς τὸν ἔλαβον.
§160ΖΩΧΙΟΣ. Ἐγὼ ἤμην μέλος καὶ δὲν ἔλαβον τίποτε.
§161ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὐλάχιστον εἰς ἐμὲ ἐστάλη. Ἀποδίδω καὶ ἐγὼ, ὅπως ὁ ἔντιμος προλαλήσας, πολλὴν σημασίαν εἰς τὴν λογιστικὴν τάξιν, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ὡς περιφρουροῦσαν τὴν διαχείρισιν καὶ ἐξασφαλίζουσαν τὸν ἔλεγχον. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν εὑρόν τι ἀντικείμενον εἰς τὴν λογιστικὴν τάξιν. Πρῶτον οὐδεμία διάταξις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἐπιβάλλει εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὀνομαστικὸν κατάλογον τῶν δικαιούχων, ὅταν αἰτεῖται πίστωσις διὰ κεκλεισμένας χρήσεις. Δικαίωμα τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ ζητήσῃ ὀνομαστικὸν κατάλογον, ὅταν τὸ κρίνῃ ἀναγκαῖον. Ἐν τούτοις, εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν ἔχομεν κατάλογον τυπωθέντα, ὅστις κατὰ τὴν κρίσιν μου εἶναι ἐπαρκὴς πρὸς διαφώτισιν τῆς Βουλῆς διὰ τὸ μέρος τῶν πιστώσεων, τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις. Εἰς τὸν κατάλογον αὐτὸν παρατηροῦνται μικραί τινες διαφοραὶ εἴς τινα ὑπουργεῖα, περὶ τῶν ὁποίων καὶ ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἔκαμε λόγον· διὰ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ παραδείγματι ζητεῖται πίστωσις 200,000 δραχμῶν, ἐν δὲ τῷ ὀνομαστικῷ καταλόγῳ ἀναφέρονται δικαιοῦχοι δι’ 130,000 περίπου. Ἐζήτησα περὶ τούτου πληροφορίας ἀπὸ τὸ γενικὸν λογιστήριον· ἐπείσθην δὲ, ὅτι ἡ διαφορὰ προέρχεται πρῶτον ἀπὸ τὸν τόκον τῶν ἐν τῷ καταλόγῳ ἀναφερομένων ἀπαιτήσεων, αἵτινές εἰσι παλαιαὶ, καὶ διὰ τὰς ὁποίας προεκλήθησαν δικαστικαὶ ἀποφάσεις, καὶ δεύτερον ἀπό τινας ἀπαιτήσεις παρουσιασθείσας μετὰ τὴν τύπωσιν τοῦ καταλόγου καὶ ἀναφερομένας εἰς ἕτερον κατάλογον, κατατεθέντα μὲν ἀλλὰ μὴ εἰσέτι τυπωθέντα. Διὰ τὰ λοιπὰ ὑπουργεῖα αἱ διαφοραὶ εἶναι ἀνάξιαι λόγου. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς τὸ ὁποῖον τῳόντι, ὅπως μετὰ πολλῆς λεπτομερείας ὁ προλαλήσας εἶπε, φαίνεται ἀξία λόγου διαφορὰ, παρατηρῶ ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἐξήταζε λεπτομερέστερον τὸ τυπωθὲν βιβλίον ἐκεῖνο, ἤθελεν ἴδει ὅτι προσαρτᾶται ἀκόμη πίναξ, εἰς τὸν ὁποῖον φαίνεται, ὅτι ὑπάρχουν ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων ὀφειλαὶ τοῦ δημοσίου ἀναφερόμεναι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐκ δραχ. 1,500,000, διὰ τὰς ὁποίας οὐδεμία πρόκειται νὰ γείνῃ πληρωμὴ, καὶ διὰ τὰς ὁποίας δὲν εἶναι εὔκολον ἡ σύνταξις καταλόγου δικαιούχων.
§162ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸν ἀναγινώσκετε;
§163ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸν ἔχω πρόχειρον. Αἱ ὀφειλαὶ τοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ τὰς ὁποίας ζητεῖται ἡ πίστωσις αὐτὴ, ἀναφέρονται εἰς παλαιὰν ἐποχὴν, ἰδίως εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς μεταπολιτεύσεως. Πρό τινων ἐτῶν, ὡς γνωρίζετε, τὸ δημόσιον εἰσέπραττεν εἰς εἴδη τοὺς ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν φόρους· εἰς τὰς ἀποθήκας ἐναποταμιεύοντο δημητριακοὶ καρποὶ, καὶ ἐξ αὐτῶν ἐγίνετο χρῆσις εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Αἱ ὀφειλαὶ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἀναφέρονται ὅλαι, ὅπως ὁ κ. Σωτηρόπουλος πρὸ ὀλίγου εἶπεν, εἰς ὑπέρβασιν τῶν πιστώσεων τοῦ οἰκείου προϋπολογισμοῦ· αἱ πλεῖσται αὐτῶν προέρχονται καὶ ἐκ τούτου, ὅτι δὲν ἐκαθαρίσθησαν ἐντὸς τῆς χρήσεως, ἀλλὰ βραδύτερον ἤτοι μετὰ τὸ κλείσιμον αὐτῆς ὡς ἐκ τῶν ἀνωμαλιῶν τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ὡς ἐκ τῆς μεταπολιτεύσεως καὶ ὡς ἐκ τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου· δι’ αὐτὸ ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καθόσον ἀφορᾷ τὴν πίστωσιν 1,900,000 δραχ. διὰ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, παρατηρεῖτε, ὅτι ἡ διὰ λογαριασμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ζητουμένη πίστωσις συμποσοῦται μὲν ἐκ δραχ. 1,900,000, πράγματι ὅμως δὲν θὰ πληρωθῶσιν ἐκ τοῦ ταμείου εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν καὶ εἰς διαφόρους δικαιούχους, κατὰ τὸ πλεῖστον δυνάμει δικαστικῶν ἀποφάσεων, εἰμὴ μόνον δραχ. 400,000. Ἐπειδὴ λοιπὸν δὲν πρόκειται διὰ τῆς αἰτουμένης πιστώσεως νὰ πληρωθῶσιν οἱ πρόσοδοι, οὔτε νὰ μετρηθῶσιν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου χρήματα, διὰ τοῦτο ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔφερεν ὀνομαστικὸν κατάλογον διὰ μόνον τὸ εἰς πρόσωπα πληρωτέον ποσόν· καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὰς ἄλλας πιστώσεις, τὰς ζητουμένας πρὸς ἁπλῆν τακτοποίησιν, ἔκρινε περιττὸν νὰ προσαχθῇ ὀνομαστικὸς κατάλογος, τόσῳ περισσότερον, καθόσον ἤθελεν εἶσθαι λίαν οὐσιῶδες διὰ τὴν Βουλὴν ν’ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν ὅλου σχεδὸν τοῦ στρατιωτικοῦ Λογιστηρίου. Ὡς πρὸς πιστώσεις αὐτὰς, δὲν ὑπάρχουν δικαιοῦχοι ὡρισμένα πρόσωπα· εἶναι ἡ ὑπηρεσία τῶν ταγμάτων, ἡ ἐξέλεγξις τῶν δοθεισῶν πιστώσεων καὶ τοῦ μὴ ἐξαντληθέντος μέρους αὐτῶν, καὶ ἡ ἐξέτασις πολλῶν περιστάσεων, σχετιζομένων πρὸς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. Πρόκειται λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω, μόνον περὶ τακτοποιήσεως ληψοδοσιῶν ἐκκρεμῶν καὶ ὄχι περὶ πληρωμῶν.
§164ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Τότε πρὸς τί αἱ πιστώσεις;
§165ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ πιστώσεις πρέπει νὰ δοθῶσι, διότι ἄνευ αὐτῶν ἡ ὑπηρεσία δὲν δύναται νὰ ἐκδώσῃ ἐντάλματα, δὲν δύναται νὰ φέρῃ εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τὰ ποσὰ αὐτά. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔλαβεν ἐν παλαιοτέρᾳ ἐποχῇ ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δημητριακοὺς καρποὺς ἀξίας 200,000, καὶ δὲν ἐξεδόθη ἐγκαίρως τὸ ἐπὶ τούτῳ ἔνταλμα εἰς πίστωσιν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ ληψοδοσία αὕτη μένει ἐκκρεμής· εἰς τοὺς ἀπολογισμοὺς τοῦ Κράτους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σημειωθῶσι τὰ ποσὰ αὐτὰ κατὰ τὴν λογιστικὴν τάξιν, καὶ διὰ τοῦτο ζητεῖται σήμερον ἡ πίστωσις.
§166ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Τότε ἠδύνατο νὰ κανονισθῇ ἄνευ δανείου.
§167ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δάνειον δὲν ζητεῖται διὰ νὰ πληρωθῶσιν ὅλαι αἱ ὑπάρχουσαι κατὰ τοῦ δημοσίου ἀπαιτήσεις ἐκ κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων. Ζητεῖται μὲν διὰ τοῦ νομοσχεδίου πίστωσις ἐκ δραχμῶν 3,510,000, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν πρόκειται νὰ πληρωθῶσι μόνον δραχμαὶ 1,500,000, ὡς ῥητῶς ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ ὑπουργείου ἀναφέρεται.
§168ΖΩΧΙΟΣ. Τὰ ἄλλα τί εἶναι;
§169ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἄλλα συμψηφίζονται.
§170ΖΩΧΙΟΣ. Ποῖος θὰ τὰ πληρώσῃ;
§171ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κἀνεὶς· εἶναι πληρωμένα.
§172ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Εἰς δικαιολογίαν τοῦ δανείου σημειόνετε ὅμως τὰ 3,000,000.
§173ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἠθέλετε ἀναγνώσει τὴν ἔκθεσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἠθέλετε παρατηρήσῃ ὅτι, ἀφοῦ ἀριθμοῦνται μὲν ὅλαι αἱ ὀφειλαὶ τοῦ δημοσίου εἰς 24,475,000 δραχμάς, ἀφαιροῦνται ἔπειτα ἐξ αὐτῶν ἀπαιτήσεις 1,910,000, καὶ ἑπομένως μένει ὑπόλοιπον 23,565,000, καὶ διὰ μόνον τὸ ποσὸν τοῦτο καταδεικνύεται ἡ ἀνάγκη τοῦ δανείου· ῥητῶς δ’ ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ ὑπουργείου ἀναφέρεται, ὅτι διὰ τὸ ποσὸν τῶν δρ. 1,910,000 οὐδεμία πρόκειται νὰ γείνῃ πληρωμὴ ἐκ τοῦ ταμείου, ἀλλ’ εἶναι πρὸς τακτοποίησιν τῆς ὑπηρεσίας. Ὁ ἔντιμος προλαλήσας εἶχεν εἰσαγάγει ὁ ἴδιος εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου 4,000,000 δρ. καί, ὡς ὁ ἴδιος εἶπε πρὸ ὀλίγου, ἡ Βουλὴ τότε περιώρισε τὰ ὁποῖα ἐζήτησε ποσὰ πιστώσεων διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ἐκ κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων ἀπαιτήσεων. Κατὰ τὴν προεξέτασιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἐζήτησα ἀπὸ τὸ γενικὸν λογιστήριον νὰ προσαγάγῃ ὀνομαστικὸν κατάλογον, τὸ δὲ λογηστήριον μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι τοῦτο ἀποβαίνει ἀδύνατον διὰ τὰς ἐκκρεμεῖς δοσοληψίας τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν· τὸ περιττὸν τοῦ τοιούτου καταλόγου ἐδικαιολόγησε διὰ τοῦ ἐπιχειρήματος, ὅτι καὶ ὁ κ. Σωτηρόπουλος ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ζητήσας κατὰ τὸ 1871 τὴν πίστωσιν αὐτὴν δὲν εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν ὀνομαστικὸν κατάλογον. Ἐν τούτοις ὁ κ. Σωτηρόπουλος σήμερον ζητεῖ τὴν προσαγωγὴν αὐτοῦ.
§174ΜΠΟΥΤΟΣ. Διαψεύδετε λοιπὸν τὸν κ. Σωτηρόπουλον.
§175ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὕτω μοὶ εἶπεν ὁ διευθυντὴς τοῦ γενικοῦ λογιστηρίου.
§176ΜΙΛΗΣΗΣ. Καὶ ἐὰν δὲν ὑπέβαλεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, κακῶς ἔπραξε.
§177ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ, τῆς ὁποίας τὴν ἔκθεσιν ἀνέγνωσεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας, καθόσον ἀφορᾷ τὴν πίστωσιν τὴν αἰτηθεῖσαν κατὰ τὸ 1871, μόνον διὰ τὴν πρὸς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν ὀφειλὴν τοῦ δημοσίου ἐκ δρ. 1,200,000 παρετήρησεν, ὅτι δὲν ἔχει τὸν ἀπαιτούμενον ὑλικὸν χρόνον νὰ ἐξελέγξῃ τά τῆς ὀφειλῆς ἐκείνης, καὶ διὰ τοῦτο τὴν πίστωσιν περιώρισε εἰς μόνον δρ. 800,000. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἄλλας πιστώσεις διὰ τὰς κεκλεισμένας καὶ διαγεγραμμένας χρήσεις, αὐτὰς, νομίζω, ὅτι τὰς ἐχορήγησε· δὲν ἔχω δίκαιον, κ. Σωτηρόπουλε;
§178ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· διά τινα ὑπουργεῖα ἐχορηγήθη, διὰ τὰ ἄλλα δὲν ἐχορηγήθη. Διὰ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν βεβαίως δὲν ἦτον ἔργον ἰδικόν μου νὰ ἐξετάσω ἓν πρὸς ἓν τὰ κονδύλια, διότι τοὺς καταλόγους συντάττουν οἱ ἁρμόδιοι ὑπουργοί. Ἐγὼ ἔλαβον τὸν κατάλογον ὑπ’ ὄψιν, ἐξήτασα πολλὰ ὀνόματα, τὰ εὗρον ἀκριβῆ· ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ εἶδεν ὅτι δὲν ἦσαν ὅλα τὰ ὀνόματα γεγραμμένα καὶ ἠρνήθη νὰ τὸν ψηφίσῃ, ἐγὼ δὲ δὲν ἐπέμεινα· μόνον ὅταν ἦλθεν ἡ συζήτησις, βλέπω εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, στρατηγὸς κ. Σμόλεντς, ἰδὼν ὅτι ὁ κατάλογος δὲν εἶναι πλήρης, εἶπεν ὅτι ἀποσύρει τὰς πιστώσεις· παρεκάλεσε δὲ μόνον τὴν Βουλὴν, νὰ ψηφίσῃ δαπάνην 12 ἢ 15 χιλιάδων δραχμῶν, νομίζω, διὰ νὰ δοθοῦν εἰς ἕνα ξένον, ὀφειλόμενα, χάριν τῆς ἐθνικῆς ὑπολήψεως, καὶ ἡ Βουλὴ ἐψήφισε μόνον αὐτὸ τὸ κονδύλιον.
§179ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ὀλίγου ἐπεκαλέσθην, τὸ διανεμηθὲν βιβλίον τὸ περιέχον τοὺς πιστωτὰς τοῦ δημοσίου, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ πίστωσις διὰ τὰς κεκλεισμένας καὶ τὰς διαγεγραμμένας χρήσεις, καὶ σᾶς ἀνέφερον, ὅτι ὑπάρχει διὰ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν κατάστασις τυπωμένη, εἰς τὴν ὁποίαν φαίνονται ὅλα ταῦτα τὰ ποσά. Βουλευτής τις μοὶ εἶπε νὰ ἐπιδείξω τὴν κατάστασιν αὐτήν. Ἐὰν ἔχῃ ὁ ἐπερωτήσας με τὸ βιβλίον τοῦτο ἀνὰ χεῖρας, τὸν παραπέμπω, εἰς τὴν σελίδα 86, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἴδῃ τὴν κατάστασιν αὐτὴν, εἰς τὴν ὁποίαν γίνεται λόγος περὶ τῶν πιστώσεων τῶν ἀναφερομένων εἰς τὰς κεκλεισμένας καὶ διαγεγραμμένας χρήσεις διὰ τὰ ἔτη 1862, 1863, 64, 65, 66, 67, 68, 69, 70, 71 καὶ 72.
§180Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πόσον εἶναι τὸ ποσόν;
§181ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 1,727,000.
§182ΖΩΧΙΟΣ. Εἰς ποῖα πρόσωπα;
§183ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καθόσον μὲν ἀφορᾷ τὰ πρόσωπα, εἰς τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ γείνῃ τακτικὴ πληρωμὴ σήμερον προσάγεται τακτικὸς κατάλογος, καὶ ὁ κ. Σωτηρόπουλος δὲν ἠρνήθη, ὅτι ὑπάρχει ὁ κατάλογος· διὰ τὰ ἄλλα δὲν προσάγεται ὀνομαστικὸς κατάλογος, ἀλλὰ λεπτομερὴς κατάστασις, διότι δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ κυρίως πληρωμὴ, ἀλλὰ μόνον τακτοποίησις λογιστική.
§184ΜΙΛΗΣΗΣ. Μὰ δὲν ἐπληρώθησαν αὐτὰ εἰς πρόσωπα;
§185ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπληρώθησαν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἄλλων ὑπουργείων, ὡς σᾶς εἶπον πρὶν, δὲν εἶναι ὅλαι αἱ πληρωμαὶ αὐταὶ καθ’ ὑπέρβασιν τῶν πιστώσεων τῶν οἰκείων προϋπολογισμῶν, ἀλλὰ προέρχονται καὶ ἐκ τούτου, ὅτι πλεῖσται ἐξ αὐτῶν δὲν ἐξεκαθαρίσθησαν ἐντὸς τοῦ χρόνου, τοῦ ὁριζομένου ὑπὸ τοῦ λογιστικοῦ νόμου.
§186ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξητάσατε εἰς ποίους ὀφείλονται;
§187ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὑπάρχει ὀγκωδέστατος φάκελλος, ὁ ὁποῖος τῳόντι ἔχει πλείστας λεπτομερείας καὶ ἀκόμη κατ’ ὄνομα τοὺς δικαιούχους τῶν ποσοτήτων τούτων. Ἐὰν τῳόντι εἰς τὴν Βουλὴν ἐγερθῇ ἀμφιβολία περὶ τῶν προκειμένων πιστώσεων, τὰς ὁποίας ζητεῖ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νομίζω, ὅτι εἶναι λίαν εὔκολον νὰ παρακατατεθοῦν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, καὶ οἱοσδήποτε τῶν κυρίων βουλευτῶν ἔχει ἀμφιβολίαν δύναται νὰ ἐξετάσῃ τὰ ἔγγραφα αὐτά. Καθόσον ἀφορᾷ ἐμὲ προσωπικῶς, σᾶς λέγω, ὅτι βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξετάσω μετὰ τῆς λεπτομερείας ἐκείνης, μεθ’ ἧς ὀφείλει νὰ ἐξελέγχῃ ὁ ἐλεγκτὴς τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διότι οὔτε χρόνον εἶχον, οὔτε ἀναγκαῖον ἀκόμη ἔκρινα νὰ ἐκπληρώσω ὡς βουλευτὴς τὰ καθήκοντα τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου· ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν μόνον, ὅτι πρόκειται νὰ τακτοποιηθῶσιν ἐκκρεμεῖς ληψοδοσίαι, καὶ ὅτι μετὰ τὴν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ψήφισιν τῶν πιστώσεων ἐπέρχεται ὁ ἔλεγχος καὶ κατὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν ἐνταλμάτων καὶ κατὰ τὴν ἐκ μέρους τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἐξέλεγξιν· καθόσον ἀφορᾷ τοὺς δικαιούχους ὀνομαστικῶς, ἂν καὶ ἡ Βουλὴ ἔχῃ βεβαίως τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ νὰ προσαχθῇ κατάλογος, οὐχ ἧττον νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐξελέγχουσα μετὰ λεπτομερείας ὀνομαστικοὺς καταλόγους διὰ νὰ ψηφίσῃ πιστώσεις, σκοπὸς τῶν ὁποίων εἶναι ἡ λογιστικὴ τακτοποίησις, θέλει ἐξασκήσει δικαίωμα ἀναγόμενον εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἀπολογισμῶν. Ἄν, ὡς ὁ ἔντιμος προλαλήσας ἰσχυρίσθη, ἡ Βουλὴ ἐπιληφθῇ τοῦ ἐλέγχου τοιούτων καταλόγων μετὰ λεπτομερείας τοιαύτης, ὁποίαν συνήθως ἔχουν οἱ λογισταί, νομίζω, ὅτι θὰ μεταβληθῇ τὸ Κοινοβούλιον εἰς Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Νομίζω ὅτι, ὅταν τις λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ ποσὰ ταῦτα, διὰ τὰ ὁποῖα ζητεῖται πίστωσις πρὸς λογιστικὴν τακτοποίησιν, ἐξεκαθαρίσθησαν ἀπὸ δύω διάφορα ὑπουργεῖα, διότι πρὸς τοῦτο πάντοτε συμπράττει ἡ ὑπηρεσία δύω ὑπουργείων, ὅταν, λέγω, ἀναλογισθῇ τις, ὅτι προηγήθη ὁ ἀπαιτούμενος ἐκ μέρους τῶν ὑπουργείων ἔλεγχος, ὅταν ἀκόμη σκεφθῇ, ὅτι δὲν πρόκειται σήμερον νὰ γείνῃ πληρωμὴ τῶν ποσοτήτων τούτων, νομίζω, ὅτι ἡ ἀξίωσις τοῦ νὰ προσαχθῇ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν δικαιούχων δι’ ὅλας τὰς ὀφειλὰς τοῦ δημοσίου, τὰς ἀναγομένας εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὰς ἀπὸ τοῦ 1862 καὶ ἐντεῦθεν χρήσεις, δὲν θέλει ἔχει πρακτικήν τινα ἀξίαν· νομίζω, ὅτι θέλομεν δαπανήσει πολὺν χρόνον διὰ τὸν ἀκριβῆ ἔλεγχον τῶν καταλόγων αὐτῶν. Εὐκτέον τῳόντι ἤθελεν εἶσθαι, ὅπως καὶ ὁ ἔντιμος προλαλήσας πρὸ ἐμοῦ ἰσχυρίσθη, νὰ ὑπῆρχον ἐγκαίρως συντεταγμένοι καὶ δημοσιευμένοι οἱ ἀπολογισμοὶ τοῦ Κράτους, διότι τότε μόνον ἠθέλομεν εἶσθαι εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ γνωρίζωμεν ἐὰν αἱ πιστώσεις, αἱ σήμερον ζητούμεναι διὰ κεκλεισμένας καὶ διαγεγραμμένας χρήσεις, ἀναφέρωνται καὶ κατὰ πόσον εἰς ὑπέρβασιν τῶν χορηγηθεισῶν πιστώσεων, ἢ προέρχωνται ἐκ τῆς συμπτώσεως, ὅτι δὲν ἐκαθαρίσθησαν ἐντὸς τοῦ χρόνου τοῦ λογιστικοῦ ἔτους. Δὲν πρόκειται νὰ μεμφθῶ οὐδένα· νομίζω ὅμως, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ μετὰ σπουδαιότητος καὶ ἐπανειλημμένως πρέπει νὰ γίνεται λόγος περὶ ἐξευρέσεως τῶν τρόπων καὶ τῶν μέσων τῶν ἀναγκαίων διὰ τὴν εἰς ἐνήμερον κατάστασιν μετάβασιν καὶ τοῦ Λογιστηρίου καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἀλλὰ ἡ σύμπτωσις τοῦ νὰ μὴ ἔχωμεν τοὺς ἀπολογισμοὺς δημοσιευμένους, διὰ νὰ γνωρίζωμεν, ὁπόσαι τῶν πιστώσεων τούτων ἀναφέρονται εἰς πραγματικὴν ὑπέρβασιν τῶν διὰ τῶν οἰκείων προϋπολογισμῶν χορηγηθεισῶν πιστώσεων, καὶ ὁπόσαι ἀναφέρονται εἰς τὴν μὴ ἔγκαιρον ἐκκαθάρισιν τῶν δαπανῶν, ἡ περίστασις αὕτη δὲν μᾶς δίδει σήμερον τὸ δικαίωμα νὰ νομίζωμεν, ὅτι πρέπει νὰ παραταθῇ μία κατάστασις τόσῳ λογιστικῶς ἔκρυθμος καὶ ἀνώμαλος, ὁποία ἐπεκράτησε μέχρι τοῦδε ὡς ἐκ τῆς μὴ τακτοποιήσεως τῶν ἐκ κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων ὀφειλομένων. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος συνηγόρησεν ὑπὲρ τῆς λογιστικῆς τάξεως· καὶ ἐγὼ οὐχ ἧττον αὐτοῦ συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς λογιστικῆς τάξεως, καὶ εἰς αὐτὴν ἀποδίδω πολλὴν σημασίαν, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀξιεπαίνως ἐμερίμνησεν, ὥστε νὰ ζητηθῶσι παρὰ τῆς Βουλῆς τέλος πάντων αἱ ἀναγκαῖαι πιστώσεις διὰ τὴν τακτοποίησιν τῶν ἐκκρεμῶν αὐτῶν ληψοδοσιῶν, διότι οὕτω μόνον ἐπέρχεται ἡ λογιστικὴ τάξις καὶ ἐκλείπει ἡ ἐπὶ τόσα ἔτη παραταθεῖσα λογιστικὴ ἀνωμαλία. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, πολλάκις ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ εὑρίσκεται, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἀναγκαίαν διὰ τὰς στρατιωτικὰς δαπάνας προκαταβολικὴν πίστωσιν, εἰς τὸν ὅρον τὸν ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ προσδιοριζόμενον, καὶ ὅμως πάντοτε ὑπῆρξεν ἀντίῤῥησις, ὅτι ὑπάρχουν προηγούμεναι δαπάναι ἐκκρεμεῖς, ὅτι πρόκειται νὰ τακτοποιηθῶσιν ἐκεῖναι, νὰ ἐκδοθῶσιν ἐντάλματα, καὶ τότε μόνον θὰ ᾖναι δυνατὸν ἡ λογιστικὴ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εἰσέλθῃ εἰς κανονικὴν πορείαν. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἀνομολογεῖ τὴν ἀνωμαλίαν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα ἕνεκα τῆς μὴ δημοσιεύσεως τῶν ἀπολογισμῶν τοῦ Κράτους· εὗρεν ὅτι τοὐλάχιστον τὸ γεγονὸς, ὅτι μέχρι τοῦδε ὑπήρξαμεν ἀκριβεῖς εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ τὰς πιστώσεις μας, δὲν μᾶς ἄφησε νὰ ἐξομοιωθῶμεν πρὸς ἕτερα κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει λογιστικὴ τάξις καὶ τὰ ὁποῖα ὅταν ἐζήτησαν δάνεια καὶ ἔκρουσαν θύρας τραπεζητικῶν οἴκων εὗρον τὴν ἀπάντησιν, ὅτι ἔπρεπε προηγουμένως νὰ διορθώσωσι τὰ λογιστικά των. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα, σήμερον τί ἄλλο ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις ἢ νὰ εἰσαχθῇ μία τάξις; Τί ζητεῖ ἡ πιστώσεις πρὸς συμπλήρωσιν προϋπολογισμῶν προηγουμένων; Ἐὰν παραταθῇ ἡ κατάστασις αὕτη τοῦ νὰ ὑπάρχωσι δηλαδὴ οὐ μόνον ἐκκρεμεῖς ἀπαιτήσεις ὑπὲρ ἰδιωτῶν, ἀλλὰ καὶ ληψοδοσίαι ἀτακτοποίητοι εἰς τὰ δημόσια βιβλία, εἶναι ἀδύνατον, καὶ ἂν τὸ Λογιστήριον καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον κατασταθῶσιν ἐνήμερα, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν ἀκριβῆ ἰδέαν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ποῖον φόβον ἔχει σήμερον ἡ Βουλὴ ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς ῥηθείσης πιστώσεως; Ὅταν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπισήμως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δηλώνει, ὅτι πρόκειται ἐκ τῆς διὰ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν αἰτουμένης πιστώσεως τοῦ 1,000,000, μόνον 400,000 νὰ πληρώσῃ, αἱ δὲ ὑπόλοιπαι θὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τακτοποίησιν λογιστικὴν, δὲν εὑρίσκω, ὅτι ὑπάρχει φόβος, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψῃ βλάβη τις τῶν δημοσίων συμφερόντων, οὐδὲ ἡ λογιστικὴ τάξις νὰ παραβλαφθῇ. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος εὗρεν ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν ἀρχὴν τοῦ νὰ δίδωνται τοιαῦται πιστώσεις διὰ κεκλεισμένας καὶ διαγεγραμμένας χρήσεις, θέλομεν φθάσει εἰς τὸ δυσάρεστον ἀποτέλεσμα νὰ καταστρέψωμεν τὴν οἰκονομίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐπείσθην περὶ τῆς ὀρθότητος τοῦ ἐπιχειρήματος τοῦ προλαλήσαντος ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι δὲν βλέπω πῶς ἡ οἰκονομία τοῦ πρϋπολογισμοῦ θὰ καταστραφῇ διὰ τῆς προκειμένης πιστώσεως, ἀφοῦ προσάγονται ὅσα ἦτον ἐφικτὸν νὰ προσαχθῶσιν ἔγγραφα πρὸς διαφώτισιν τῆς Βουλῆς. Ἄλλως τε, ὅ,τι συμβαίνει σήμερον εἶναι ἀκριβῶς ἔκτακτον. Δὲν νομίζω, ὅτι εἰς μέλλουσαν ἐποχὴν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκεντρωθῶσι ληψοδοσίαι ἐκκρεμεῖς τοσούτων ἐτῶν, διότι γνωσταὶ εἶναι αἱ ἀνωμαλίαι τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, αἱ ἐπελθοῦσαι ἐκ τῆς μεταπολιτεύσεως καὶ ἐκ τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου. — Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐζήτησε πολλάκις τὴν ψήφισιν τῶν πιστώσεων αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν κατωρθώθη αὕτη ἕνεκα ἀνωμαλιῶν πολιτικῶν καὶ τοῦ ἐπικρατήσαντος ἀναβλητικοῦ συστήματος, ὅπου δὲν ὑπάρχουσι δικαιοῦχοι ὡρισμένα ἄτομα. — Ἴσα, ἴσα, διότι πρόκειται περὶ μιᾶς τακτοποιήσεως λογιστικῆς, διὰ τοῦτο βλέπετε τὰς ἀπαιτήσεις αὐτὰς ἐκκρεμεῖς ἀπὸ τοῦ 62 μέχρι σήμερον. Ἂν ἄτομα ἦσαν δικαιοῦχοι, ἐδικαιοῦντο νὰ καταφύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια καὶ ἤθελον ἔχει δικαστικὰς ἀποφάσεις, δυνάμει τῶν ὁποίων θὰ ἐλάμβανον τόκον 12%, δὲν ἤθελον δὲ περιμένει νὰ λάβουν τὴν πληρωμήν των σήμερον· διότι ὁ νόμος, δυνάμει τοῦ ὁποίου αἱ δικαστικαὶ ἀποζημιώσεις ἐχωρίσθησαν εἰς τὰ διάφορα ὑπουργεῖα, εἶναι πρόσφατος ψηφισθεὶς κατὰ τὸ 1871· πρὸ τούτου, τὸ κεφάλαιον τῶν δικαστικῶν ἀποζημιώσεων ἦτο γενικὸν καὶ ἐπεβάρυνε μόνον τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν· πᾶς δὲ δικαιοῦχος κατὰ τοῦ δημοσίου ἠδύνατο νὰ εὕρῃ τὴν θύραν ἀνοικτὴν καὶ νὰ λάβῃ δικαστικῶς ὅσα ἐδικαιοῦτο. Συγκεφαλαιῶν ὅσα εἶπον, εὑρίσκω ὅτι ἡ ἀπαίτησις τοῦ νὰ προσαχθῶσιν ὀνομαστικοὶ κατάλογοι, καθόσον ἀφορᾷ τὸ ποσὸν τὸ ἀναφερόμενον εἰς τακτοποίησιν ληψοδοσιῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, δὲν εἶναι ὀρθὴ, οὐδὲ ἔχει πρακτικὸν σκοπόν. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὰς ἄλλας πιστώσεις, ἐπειδὴ ὡς πρὸς αὐτὰς προσήχθησαν κατάλογοι μέ τινας μικρὰς διαφορὰς, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§188Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι, δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἐκταθῶ πολύ· θέλω μόνον εἴπει ὀλίγας λέξεις ὑπὲρ τῆς γνώμης τοῦ κ. Σωτηροπούλου. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὴν σύμβασιν, εἶμαι ἐντελῶς ὑπὲρ αὐτῆς, διότι θεωρῶ ταύτην ὠφελιμωτάτην ὑπὲρ τοῦ δημοσίου. Μετὰ τῶν ἐπαίνων τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ κ. Σωτηροπούλου συνενόνω καὶ τοὺς ἐμοὺς ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἔλαβε πρόνοιαν νὰ πληρώσῃ χρέη ἀνεγνωρισμένα τοῦ δημοσίου. Τὸ δημόσιον ὀφείλει, ὡς καὶ οἱ ἰδιῶται νὰ ἐκπληροῖ τὰς ὑποχρεώσεις του. Ἡ ἀναβολὴ τῆς πληρωμῆς ἀντὶ νὰ ὠφελῇ τὸ δημόσιον τὸ ζημιοῖ· τὸ ζημιοῖ δὲ καὶ ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς. Ἠθικῶς μὲν, διότι διὰ τῆς καθυστερήσεως τῆς πληρωμῆς τῶν ἀνεγνωρισμένων χρεῶν αὐτὴ ἡ πίστις τοῦ δημοσίου ἐλαττοῦται· ὑλικῶς δὲ, διότι οἱ δικαιοῦχοι ἀναγκάζονται νὰ προσφεύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια καὶ νὰ ἐπιτυγχάνωσιν ἀποφάσεις ἀποφερούσας τόκον 12 εἴτε 13%, ὡς λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν ἔκθεσίν του. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν ἔκαμε κάλλιστα νὰ ζητήσῃ νὰ μετατρέψῃ δάνειά τινα τοὐλάχιστον, καὶ ἐκ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐπιψηφίσητε σήμερον, νὰ πληρώσῃ καὶ ὑποχοχρεώσεις ἄλλας τοῦ δημοσίου. Ἐπεθύμουν νὰ μὴ καθυστερεῖτο καὶ ἡ πληρωμὴ ἄλλων χρεῶν τοῦ δημοσίου· ἐπεθύμουν νὰ περιελαμβάνετο καὶ τὸ χρέος πρὸς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν, διότι ἡ ἑταιρία αὕτη ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐνισχυθῇ, νὰ λάβῃ ὅ,τι τὸ δημόσιον τῇ ὀφείλει καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἤδη ἐκκαθαρισμένον.
§189Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι ἐκκαθαρισμένον.
§190Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Ἀλλὰ τὴν δαπάνην ταύτην δὲν τὴν συμπεριέλαβον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Μὴ εἰσερχόμενος εἰς τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν, ὡς εἶπον, εὑρίσκω ἀξιόλογον ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου, καὶ θεωρῶν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἦτο λίαν τυχηρὸν νὰ ἐνεργήσῃ τὸ εὐθηνότερον τῶν ἐθνικῶν δανείων τῶν μέχρι τοῦδε πραγματευθέντων, ὀφείλω ὅμως νὰ συμφωνήσω μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Σωτηροπούλου, ὡς πρὸς τὸν τρόπον διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ πίστωσις διὰ τὰς διαγεγραμμένας καὶ κεκλεισμένας χρήσεις. Ἀνέμενον ἀπὸ τὸν διαδεχθέντα εἰς τὸ βῆμα τοῦτο τὸν βουλευτὴν Τριφυλίας ἀξιότιμον κ. Σιμόπουλον ἀναίρεσιν ἐπιτυχεστέραν τῶν ἰσχυρῶν λόγων, δι’ ὧν ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἐζήτησε τὸν διαχωρισμὸν τοῦ δανείου τῶν πιστώσεων. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Σιμόπουλος δὲν ἦτο τόσον ἐπιτυχὴς εἰς τὴν ἀναίρεσίν του, ὅσον ὑπῆρξεν ἐπιτυχὴς εἰς τὴν σύνταξιν τῆς ἐκθέσεως περὶ τῆς συμβάσεως. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος, μᾶλλον πεπεισμένος ἐμοῦ εἰς τὰ λογιστικὰ καὶ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, σᾶς ἀνέπτυξεν ἠπίως καὶ ἡσύχως τοὺς ἰσχυροὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπρότεινε τὸν διαχωρισμὸν τῶν πιστώσεων ἀπὸ τοῦ νομοσχεδίου περὶ δανείου. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Τριφυλίας εἶχε προηγούμενον ἰσχυρὸν, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην ταύτην· διότι καὶ αὐτὸς, ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐζήτησε τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων νὰ δυνηθῇ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ δημοσίου· ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ ἔργον αὐτοῦ δὲν ἦτο πλῆρες, ἡ Βουλὴ κατὰ τὰ 1871 δὲν τὸ ἐδέχθη.
§191ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶχε καιρόν.
§192Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν ἦτο δὲ καὶ πλῆρες, διότι, ὡς ἐνθυμοῦμαι, ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μόνος του ἐζήτησε νὰ μὴ τῷ χορηγηθῇ παρὰ πίστωσις 12,000 δραχμῶν ἐκ τῶν διαγεγραμμένων χρήσεων, διότι καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἀπήντησε μεγάλας δυσκολίας εἰς τὰς ἐρωτήσεις, αἱ ὁποῖαι τῇ ἀπετάθησαν περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ δὲ κ. Σωτηρόπουλος τότε, ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, παραρουσίασεν ὀνομαστικοὺς καταλόγους ὅλων τῶν δικαιούχων, τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κατάλογος ἐκεῖνος ἦτο πλήρης, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἀλλὰ κατάλογοι τῶν ἄλλων ὑπουργείων δὲν ὑπῆρχον, καὶ τὰ ἔγγραφα τὰ προσαχθέντα ὑπὸ τῶν ὑπουργῶν ἐκείνων ἦσαν κατὰ τι ἀτελῆ, καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καθὼς καὶ ἡ Βουλή, δὲν ἠθέλησαν νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Σωτηροπούλου ἦτο σύμφωνον πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Ὁ λογιστικὸς νόμος ῥητῶς καὶ ὡρισμένως ἐν ἄρθρῳ, ἀνεπιδέκτῳ ἀμφισβητήσεως, ὁρίζει ὅτι τὰ ἔξοδα τῶν διαγεγραμμένων καὶ κεκλεισμένων χρήσεων, πρέπει νὰ ᾖναι ἐντελῶς διαχωρισμένα, ἤτοι πρέπει νὰ παρουσιάζεται ἰδιαίτερον νομοσχέδιον διὰ τὰ ἔξοδα τῶν διαγεγραμμένων χρήσεων, καὶ ἰδιαίτερον διὰ τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων, ἢ τοὐλάχιστον ἐν τῷ αὐτῷ νομοσχεδίῳ νὰ διαχωρίζωνται τὰ μὲν τῶν δέ. Ὑπάρχουσι λοιπὸν διατάξεις τοῦ λογιστικοῦ νόμου, τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα νὰ παραβιάσωμεν, διότι, ἐνόσῳ ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι νόμος τοῦ Κράτους, ὀφείλομεν νὰ τὸν σεβασθῶμεν. Ἀλλ’ ὁ κ. Σιμόπουλος σᾶς εἶπεν ὅτι, ἂν θελήσετε νὰ ἀκολουθήσητε τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, θὰ χάσητε τὸν καιρόν σας. Τοῦτο δὲν ἠδύνατο νὰ λεχθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἂν εἷς νόμος ᾖναι κακός, πρέπει καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία καὶ τὸ Κοινοβούλιον νὰ σπεύσωσι νὰ προτείνωσι τὴν μεταβολήν του· ἐνόσῳ ὅμως ὑφίσταται, δὲν δύναται νὰ προταθῇ ὡς λόγος τῆς παραβιάσεώς του ἡ ἀπώλεια τοῦ χρόνου. Καὶ πρέπει, κύριοι, νὰ ἐπιστήσητε πολὺ τὴν προσοχήν σας, ὅταν πρόκειται περὶ οἰκονομικῶν ζητημάτων· διότι εἰς ἓν Κράτος μικρὸν, ὡς εἴμεθα ἡμεῖς, εἰς τὸ ὁποῖον μεγάλα ζητήματα δὲν συζητοῦνται καὶ δὲν γεννῶνται, τὸ σπουδαιότερον ἔργον τοῦ Κοινοβουλίου εἶναι ἡ ἐξέτασις τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου. Βλέπετε δάνεια ἐπὶ δανείων ἀναγκαζόμεθα νὰ συνάπτωμεν κατ’ ἔτος, καὶ λέγων ταῦτα δὲν ἐννοῶ, κύριοι, οὐδένα νὰ προσβάλλω, οὐδὲ τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν. Ἡ κατάστασις αὕτη εἶναι συνέπεια τῆς ἀκαταμαχήτου φορᾶς τῶν πραγμάτων, εἰς τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἴσως δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν πταίει. Τὸ ζήτημα τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐξόδων τῶν διαγεγραμμένων καὶ κεκλεισμένων χρήσεων συνάπτεται στενῶς καὶ μὲ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, συνάπτεται δὲ προσέτι καὶ μὲ τὴν εὐθύνην τῶν ὑπουργῶν. Ἐξετάζοντες τὰ ἔξοδα τῶν διαγεγραμμένων καὶ κεκλεισμένων χρήσεων, ὀφείλετε νὰ παρατηρήσητε ἂν οἱ ὑπουργοὶ ἐνήργησαν ὑπερβάσεις, καὶ ὀφείλετε νὰ μεμφθῆτε τοὺς ὑπουργοὺς ἐκείνους οἵτινες ἔπραξαν τοῦτο. Τὸ λέγω ἐγώ, ὅστις ἀπὸ τοῦ 1862 μέχρι τοῦδε διετέλεσα 5άκις ὑπουργὸς καὶ πιθανώτατα καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος νὰ ἐνήργησα τοιαύτας ὑπερβάσεις. Ἀλλὰ οὐδὲν σημαίνει τοῦτο. Πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της· πρέπει νὰ φαίνηται αὐστηρὰ, ἵνα μὴ ἐπαναλαμβάνωνται πλέον εἰς τὸ μέλλον αἱ ὑπερβάσεις αὗται, διότι παρατηρήσατε ποῦ ἔφερεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῶν ὑπουργῶν εἰς τὸ νὰ ἐνεργῶσιν ὑπερβάσεις. Τοῦτο ἠνάγκασε τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ 1871 νὰ νομοθετήσῃ παράδοξον νόμον, ἵνα θέσῃ ἓν τέρμα εἰς τὴν τάσιν τῆς ὑπερβάσεως· ἐνομοθέτησεν ὅτι πᾶσα δαπάνη γενομένη καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἢ ἀνήκουσα εἰς κεκλεισμένας χρήσεις, καὶ ἂν δικαστικῶς ἐπιδικασθῇ, δὲν δύναται νὰ πληρωθῇ εἰμὴ δι’ εἰδικῆς προτάσεως· τοῦτο δὲ ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ τῇ προτάσει τοῦ κ. Σωτηροπούλου. Διὰ τῆς ἐξετάσεως λοιπὸν καὶ τῆς βασάνου τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου θέλετε παρατηρήσει, ἂν ὑπουργός τις ἔπραξεν ὑπερβάσεις ἢ ὄχι, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ σπουδαιότερον τῶν ζητημάτων. Ἀλλὰ σᾶς εἶπεν ὁ κύριος Σιμόπουλος τὶ σημαίνει· παρουσιάζονται μὲν ἐγγεγραμέναι πιστώσεις 1 ἑκατομμυρίου καὶ 900,000 δραχμῶν διὰ διαγεγραμμένας καὶ κεκλεισμένας χρήσεις τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ πληρώσητε σήμερον, εἰμὴ μόνον 400,000 δραχμὰς, διότι αἱ ἄλλαι θὰ συμψηφισθῶσιν ἤτοι 1,500,000 θὰ συμψηφισθῶσιν. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ὁ συμψηφισμὸς δὲν εἶναι πληρωμή; Νομίζετε, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, λαμβάνον ἐκ τῶν δημοσίων ἀποθηκῶν 100,000 κοιλὰ σίτου καὶ μὴ πληρόνον διότι δὲν ἔχει πίστωσιν, νομίζετε, ὅτι αἱ 400,000 δὲν ἐπιβαρύνουν τὸ δημόσιον; Δὲν εἶναι ἐπιχείρημα ὀρθὸν ὅ,τι σᾶς λέγουν, ὅτι δὲν πρόκειται σήμερον νὰ δώσητε χρήματα· τὰ χρήματα ἐπληρώθησαν, ἀλλ’ ἐπληρώθησαν συνεπεία ὑπερβάσεως· ὀφείλετε δὲ νὰ ἐξετάσητε ἂν ὑπῆρξεν ὑπέρβασις, καὶ ἂν εὕρητε ὅτι ὑπῆρξεν, νὰ ῥίψητε μομφὴν κατὰ τοῦ ἐνεργήσαντος τὴν τοιαύτην ὑπέρβασιν. Διὰ τοὺς λόγους τούτους εὑρίσκω ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. βουλευτοῦ Τριφυλίας εἶναι ὀρθοτάτη καὶ δικαιοτάτη, διότι ἀφ’ ἑνὸς δὲν παραβλάπτει τὴν οὐσίαν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ δικαίως ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ κατεπεῖγον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ πρότασις αὕτη θέλει ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὸ νὰ παρουσιασθῶσιν αἱ πιστώσεις διὰ τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων συνοδευόμεναι μὲ ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀπαιτούμενα ὑπὸ τοῦ νόμου. Δυνάμεθα λοιπὸν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ σταματήσωμεν εἰς τὸ ἄρθρον 11, ὅπερ ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει συναινέσει νὰ διαγράψῃ, διότι τὸ ἄρθρον 11 δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν λοιπὴν σύμβασιν. Τὰ χρέη, διὰ τὰ ὁποῖα συνάπτεται τὸ δάνειον, κατονομάζονται ἐν τῷ 1 ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου· καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὸ 11, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνοίγονται αἱ πιστώσεις, τοῦτο δύναται ν’ ἀποτελέσῃ ἴδιον νομοσχέδιον, ἰδίως τὸ μέρος τὸ ἐπιγραφόμενον «ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων τῶν ὑπουργείων» ἐκ δραχμῶν 3,510,000. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, ὅταν ἀνέρχονται εἰς 3,510,000, δύναται μετ’ ὀλίγας ἡμέρας νὰ παρουσιάσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον, ὅπερ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν, ἥτις εἶναι τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἵνα ἐξετάσῃ καὶ βασανίσῃ τὰ ἔξοδα ταῦτα, διότι ἡ ἐπιτροπὴ τῆς οἰκονομίας μὲ ὅλην τὴν εὔγλωττον συνηγορίαν τοῦ κυρίου Σιμοπούλου ὑπὲρ αὐτῆς, τὰ ἔξοδα αὐτὰ δὲν τὰ ἐξήτασε, καὶ ἀπόδειξις ἦτον ἡ ὁμιλία τοῦ κυρίου Σιμοπούλου, ὅστις εὑρέθη λίαν περιπεπλεγμένος εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Σωτηροπούλου. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐθεωρήθη πάντοτε ἡ ἁρμοδιωτέρα καὶ καταλληλοτέρα. Δὲν δύναται δὲ νὰ παραβληθῇ πρὸς οὐδεμίαν τῶν λοιπῶν ἐπιτροπῶν, καὶ διὰ τοῦτο καθιερώθη καὶ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος αὐτοῦ. Τὸ Σύνταγμα ἐθεώρησεν, ὅτι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐκείνῃ πρέπει νὰ συγκεντρώνηται ὅλη ἡ πεῖρα, ὅλαι αἱ γνώσεις καὶ εἰδικότητες καὶ ὑπέθεσεν βεβαίως τὸ Σύνταγμα, ὡς καὶ ὁ κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐκεῖ θὰ ᾖναι οἱ ἄνδρες οἱ εἰδικοὶ, οἵτινες δύνανται κάλλιον τῶν ἄλλων νὰ ἐξετάσωσι τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὰ συμπληρώματα τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὰς πιστώσεις παντὸς εἴδους. Δυνατὸν, καὶ συνέβη πολλάκις ἴσως, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ ἐκλεχθῶσι καὶ πρόσωπα μὴ κατανοοῦντα αὐτόν· οὐχ ἧττον ὅμως θεωρεῖται ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, ὡς ἡ κυριωτέρα· εἶναι δὲ καὶ πολυμελεστέρα, διότι σύγκειται ἐξ 21 μελῶν. Ἑπομένως δύναται καὶ ταχύτερον καὶ ἀκριβέστερον νὰ ἐξετάσῃ τὰ ἔξοδα τῶν διαγεγραμμένων καὶ κεκλεισμένων χρήσεων. Ὑποστηρίζων λοιπὸν τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Σωτηροπούλου, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, ἀλλὰ νὰ τὰ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ τὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν μεταγενεστέρως.
§193ΤΙΝΕΣ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς πρέπει νὰ ὁμιλήσῃ.
§194ΖΩΧΙΟΣ. Θέλετε νὰ ὁμιλήσετε.
§195Ι. ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, ὄχι, ὁμιλήσατε;
§196ΖΩΧΙΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον, καθὼς παρετηρήσατε, εἶναι δικέφαλον· συνεχώνευσαν δύω νομοσχέδια ἐν τῷ αὐτῷ νομοσχεδίῳ, καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διὰ τί ἀπέκλιναν πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν οἰκονομικῶν καὶ δὲν ἐπροτίμησαν τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ἡ βασιλὶς ὅλων τῶν ἄλλων ἐπιτροπῶν. Ἀντέτεινα εἰς τὸ τμῆμα ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθην· σπάνιον δὲ εἶναι νὰ συζητήσῃς μεθ’ Ἕλληνος καὶ νὰ συμφωνήσητε ἐπὶ τέλους ἢ καὶ νὰ τὸν πείσητε. Νὰ σᾶς λαλήσω περὶ τῶν πιστώσεων, νομίζω ὅτι εἶναι πάντῃ περιττὸν μετὰ τὸν λόγον τοῦ Σωτηροπούλου καὶ Ζαΐμη· δύναμαι νὰ προσθέσω δύω μόνον λέξεις διὰ τὸν Σιμόπουλον, ὁ ὁποῖος σᾶς εἶπε, αὐτὸ εἶναι διὰ τὴν οἰκονομίαν τῶν βιβλίων. Ἀφοῦ εἶναι διὰ τὴν οἰκονομίαν τῶν βιβλίων διατί δανειζόμεθα; Τὸ περίεργον δὲ εἶναι ὅτι ὅλοι οἱ ἀριθμοί, τοὺς ὁποίους ἀνέφερον, εἶναι στρογγύλοι δηλ. ἀπὸ ἑκατοντάδας χιλιάδων καὶ ἐπάνω· σημαίνει, ὅτι δὲν στηρίζονται εἰς κατάλογον. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται, δὲν πρόκειται δὲ καὶ περὶ τοῦ σχεδίου τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ ἔποψιν πολιτικήν. τὸ ζήτημα εἶναι ὅλως διόλου οἰκονομικόν, ὅλως διόλου ξένον. Εἶμαι ἐναντίος τοῦ δανείου, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον τοῦτον· ὁ ἔντιμος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι εἷς ἐκ τῶν μεγάλων κτηματιῶν τοῦ τόπου, εἶναι λοιπὸν πάσης πίστεως ἄξιος· ὑποθέσατε λοιπὸν, ὅτι ὁ ἔντιμος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ζητεῖ ἓν δάνειον καὶ παραχωρεῖ τὰς προσόδους τῶν κτημάτων του, ὄχι νὰ τὰς συλλέγῃ αὐτὸς, ἀλλὰ νὰ τὰς συλλέγῃ ὁ δανειστής του, ὑποβάλλει δὲ τοὺς ἐργάτας του, τοὺς ἐφόρους του, τοὺς ἐπιστάτας του εἰς αὐτὸν τὸν δανειστὴν του καὶ τῷ λέγει, ἂν δὲν δώσῃς τὸ πᾶν, θὰ πᾷς στὴν φυλακήν. Ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς κτηματίας θὰ παρουσιασθῇ εἰς τὸν κόσμον; Αὐτὴ νομίζω, ὅτι εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Κυβερνήσεως· δὲν δανείζουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ἀλλὰ τί κάμνουν; πακτώνουν ἢ μᾶλλον πωλοῦν τὰ τελωνεῖα. Δανειζόμεθα διὰ νὰ οἰκονομήσωμεν τὸ παρὸν, ἀλλὰ τὸ μέλλον; Ἀμφιβάλλω ἂν ἀνέβη ποτὲ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ δὲν διϊσχυρίσθη, ὅτι εὗρε τὸν φιλοσοφικὸν λίθον, καθὼς μᾶς εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ προκάτοχος, ὁ Χρηστίδης, ὁ ὁποῖος μᾶς εἶπεν, ἴσον σᾶς τὸν ἔχω (ἱλαρότης). Οἱ κατόπιν ὑπουργοὶ τὸν εὗρον κουτσόν. Ὁ νέος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λέγει «τὸν εὑρῆκα τὸν φιλοσοφικὸν λίθον· πῶς. Ἀνακουφίζεται ὁ προϋπολογισμὸς, δηλ. νὰ κάμωμεν χύσι. Κινδυνεύει τὸ πλοῖον· ὁ Ξέρξης εἶναι μέσα, οἱ στρατηγοί του εἶναι μέσα, οἱ αὐλικοί του μέσα· λέγει ὁ πλοίαρχος, ἂν δὲν γείνῃ χύσις δὲν ἠμπορῇ νὰ σωθῇς, ἔπεσαν λοιπὸν οἱ αὐλικοί· τώρα τί κάμνομεν; νὰ πέσῃ ὁ ἡγεμών; Ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἔφθασεν εἰς ἰσοζύγιον· αὔριον ἔρχεται ὁ σιδηρόδρομος· τί θὰ κάμετε, θὰ πληρώσητε ἢ δὲν θὰ πληρώσητε; Ἔρχονται οἱ ἄγονοι μῆνες, θὰ πληρώσητε ἢ δὲν πληρώσητε; Ἂς ἀναγνώσωμεν τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου, ἄρθρ. 5. διότι πρόκειται περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τίνος; Τοῦ δανείζοντος πρὸς ἀσφάλειαν τῆς τακτικῆς πληρωμῆς τῶν τόκων, ὧν χάριν παραχωροῦμεν τὸ πᾶν. Σᾶς ἐρωτῶ ἂν ὑπάρχῃ Κυβέρνησις εἰς τὴν Εὐρώπην δανειζομένη κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Καὶ ἀφοῦ θὰ ἐξαντλήσωμεν τὰ τελωνεῖα, πῶς θὰ κυβερνήσωμεν! Αὐτὸς εἶναι ὁ κυριώτερος καὶ ἄμεσος πόρος τοῦ Κράτους. Αὐτὰ τὰ ἐξήντλησαν ὅλοι οἱ πολιτευόμενοι, τὸ παραδέχομαι, ἀλλὰ ἤμεθα εἰς περιστάσεις ἐκτάκτους, ἀλλὰ τώρα εἴμεθα εἰς ὁμαλὴν ὁδὸν, καὶ τὸ κύριον ζήτημα εἶναι νὰ ἐξετάσωμεν τὴν κατάστασιν τὴν οἰκονομικήν. Ἢ σήμερον ἢ αὔριον θὰ ἔλθῃ ἡ κρίσις, ὅλα τὰ τελωνεῖα εἶναι πωλημένα· καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἐξανδραποδίζετε τοὺς ὑπαλλήλους, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ δεσμεύετε τὸ ἐμπόριον, διότι ἀπαγορεύεται πᾶς συμψηφισμός. Ἐπώλησα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ Κυβέρνησις δὲν μὲ πληρόνει, φέρω ἀπόδειξιν ὅτι πραγματικῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν μὲ πληρόνει, διότι δὲν ἔχει χρήματα. Λέγω δέ, κύριε τελώνη, νὰ συμψηφίσωμεν τὰ πράγματα μὲ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα μοῦ ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις. Ὄχι, μοῦ ἀποκρίνεται, δὲν μπορῶ, ἡ Τράπεζα... ξεύρω ἐγώ. Ἐξαιροῦνται τὰ χρήματα τῆς ὁδοποιΐας, καὶ τί ἀκόμη νομίζετε; Ἐξαιρεῖται ἡ μισθοδοσία τοῦ προσωπικοῦ τῶν τελωνείων, δηλ. εἶναι οἱ κύριοι ἠσφαλισμένοι (ἀναγινώσκει) Ἄν δὲ δὲν δώσῃ ὁ τελώνης τὰ χρήματα εἰς τὴν Τράπεζαν, καταδιώκεται ὡς κλέπτης. Εἶναι λοιπὸν ὑπάλληλος τοῦ Βασιλέως αὐτὸς, ἢ τῆς Τραπέζης;
§197Ι. ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι οἱ νόμοι περὶ δανείου οὕτω πῶς ἔγειναν.
§198ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ μαρτυρεῖ ἄγνοιαν οἰκονομολογικῶν νόμων (γέλως).
§199ΖΩΧΙΟΣ. Φαντασθῆτε εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρισκόμεθα, νὰ ἔχωμεν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου ἀνθρώπους, λεγομένους ἀποστόλους τοῦ λαοῦ, οἱ ὁποῖοι σᾶς λέγουν ὅτι ἡ πώλησις, ἡ πάκτωσις ὅλων τῶν τελωνείων, ἡ ἐξανδραπόδισις ὅλων τῶν ὑπαλλήλων εἶναι ἄγνοια οἰκονομολογικῶν νόμων. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι παρεδέχθησαν τοὺς νόμους αὐτοὺς ἔχουν μεγαλειτέραν ἄγνοιαν.
§200ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπειδὴ ὅλους τοὺς λόγους τοὺς φέρεις εἰς τὸ δημοκοπικὸν....
§201ΖΩΧΙΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοῦ δείξῃ ἓν Κράτος εἰς τὸν κόσμον, δανειζόμενον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἓν μόνον. Ἡ Γαλλία ἐδανείσθη 5 δυσεκατομμύρια εἰς τὴν ὑπόληψιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὰ εὗρε· σεῖς δὲν δύνασθε νὰ δανεισθῆτε οὐδὲ χιλίας δραχμάς· καὶ ὁμιλεῖτε περὶ πίστεως τῆς Κυβερνήσεως· σᾶς ἐμπιστεύεται ἡ Τράπεζα; ὄχι. Ἰδοὺ τί σᾶς λέγει, ἐξαιρεῖται λέγει τὸ δάνειον τοῦ 1862, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ δάνειον τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο σᾶς λέγει δὲν εἶναι δάνειον· σβύστε ἀπὸ τὴν ἐπιγραφὴν τὴν λέξιν δάνειον, διότι εἶναι πάκτωσις τῶν τελωνείων. Ἐρωτήσατε ἂν τολμᾷ ἡ Γαλλία, ἡ Ἀγγλία, αὐτὴ ἡ δημοκρατία τοῦ ἁγίου Μαρίνου, νὰ βαδίσῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Σᾶς λέγω ἓν ἄλλο· ἀφοῦ πρόκειται νὰ ἐκδώσητε ὁμολογίας τοῦ δημοσίου, ἀφοῦ πρόκειται νὰ πακτώσητε τὰ τελωνεῖα, διατί δὲν ἐκδίδετε αὐτὰς τὰς ὁμολογίας καὶ νὰ εἰσπράξητε σεῖς τὰ χρήματα;
§202ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ....
§203ΖΩΧΙΟΣ. Ἐσὺ τὴν ἔχεις τὴν ψῆφόν σου εἰς τὴν τσέπην σου. Σοῦ εἶπα καὶ ἄλλοτε, ἐσένα σὲ ἔφεραν ἐδῶ μέσα, καὶ σιώπα. Ἂν δὲν ἐννοεῖτε αὐτὸ τὸ ἀλφάβητον, πᾶς λόγος, φίλοι μου, εἶναι περιττός. Ἡ ψῆφός σας θὰ ἀποφασίσῃ ἂν τῷ ὄντι οἱ ἀριθμοὶ καὶ ὁ ὀρθὸς νοῦς ἔχουσι τόπον εἰς τοῦτο τὸ Βουλευτήριον· ἂν δὲ αὐτὸς δὲν ἰσχύῃ, ἂν ἐκ τῶν προτέρων λέγετε, λέγε σὺ ὅ,τι θέλεις, ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ἀπόφασίν μας, θὰ ἐρωτήσω πάλιν ἂν ἡ δημοκρατία τοῦ ἁγίου Μαρίνου ἔχῃ τοιαύτην Κυβέρνησιν. Ἀφοῦ σεῖς θέλετε νὰ ἐκδώσητε χαρτιὰ, καὶ νὰ εἰσπράξητε χρήματα, διατί δὲν τὰ εἰσπράττετε σεῖς, τί ἀναμιγνύεται ἡ Τράπεζα εἰς τὸ δάνειον τῆς Κυβερνήσεως; Τί θέλει; Νὰ σᾶς εἴπω ἐγὼ τί θέλει; Ἄρθρον ἔννατον τῆς συμβάσεως. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἐρχόμεθα εἰς τὸ τελικὸν ἀποτέλεσμα. Ἄρθρον 15. Ἡ Τράπεζα τώρα τὸ ἓν τρίτον τὸ ἔχει εἰς χρήματα μετρητὰ, τὰ δὲ δύω τρίτα δύναται νὰ τὰ ἔχῃ εἰς συναλλάγματα οὐχὶ μακρότερα τῶν 3 μηνῶν, καὶ ἐννοεῖται ὅταν ἔχῃ 3 μηνῶν, ἔχει καὶ ἑνὸς μηνὸς, καὶ 2 μηνῶν, τὸ πολὺ εἶναι 3 μηνῶν. Ἦλθε μία κρίσις, καὶ ἐπῆλθεν εἰς τὴν Τράπεζαν κρίσις, καὶ τὸ ἠξεύρω, διότι ἐξεβίαζε καὶ ἡμᾶς, τὸ ταμεῖον δηλαδὴ τὸ ἀπομαχικὸν, τὸ ὁποῖον ἐχρεώστει εἰς τὴν Τράπεζαν 200 χιλιάδας δραχμὰς, εἰς ἀνοικτὸν λογαριασμὸν, τὸ ἐξεβίαζε λοιπὸν νὰ τὰς πληρώσῃ ἀμέσως. Ἂν ἐπέλθῃ αὐτὴ ἡ κρίσις, καὶ παρουσιασθῶσιν οἱ ἄνθρωποι νὰ ἐξοφλήσωσι τὰ γραμμάτια αὐτὰ τῆς Τραπέζης, τὰ χαρτονομίσματα, θὰ ἐξαντληθῇ τὸ χρηματικὸν, μετὰ τοῦτο θὰ ἐπέλθουν τὰ συναλλάγματα· ἐντὸς 3 μηνῶν λοιπὸν δύναται ἡ Τράπεζα νὰ ἔλθῃ εἰς ἰσοροπίαν. Μὲ τὰ χαρτιὰ ὅμως αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἐκδίδω, ἀναπληρῶ τὸ χρηματικόν; Ὁ κ. Σιμόπουλος μοῦ εἶπε, ὅτι τὰ πωλεῖ ἐν ὥρᾳ κρίσεως. Αἲ, κ. Σιμόπουλε, δὲν πωλοῦνται χαρτιά. Τί λοιπὸν παρασκευάζομεν; Ἂν δὲν ᾖναι σήμερον, θὰ ἐπέλθῃ αὔριον, μεθαύριον εἷς κατακλυσμὸς, καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ εἰς τὴν Τράπεζαν. Μία δὲ κρίσις τοιαύτη εἰς ποίαν κατάστασιν θὰ φέρῃ τὸν τόπον; Ἰδοὺ διὰ ποῖον λόγον ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος τοῦ δανείου.
§204ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τί προτείνετε, κ. Ζωχιέ;
§205ΖΩΧΙΟΣ. Τί προτείνω; Ἐν πρώτοις νὰ χωρισθῇ ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τῆς Τραπέζης. Θέλει ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ δάνειον νὰ πληρώσῃ τὰ χρέη της, ἂς τὸ κάμῃ, τὴν Τράπεζαν νὰ τὴν βγάλῃ ἔξω. Ἂν ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀναξία πίστεως δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ. Ἠξεύρετε εἰς τὴν Ἑπτάνησον, καὶ εἰς τὴν Εὐρώπην ὅλην, ὑπάρχει τὸ monte di pietà καὶ παραδίδουν τὰ πράγματά των οἱ πτωχοὶ καὶ δανείζονται χρήματα. Οὕτω καὶ ἡμεῖς λέγομεν, σοῦ τὰ παραδίδομεν τὰ τελωνεῖα, δώσε μας χρήματα, καὶ μάλιστα χαρτιὰ, τὰ ὁποῖα νὰ κυκλοφοροῦν. Σκεφθῆτε ἂν τοῦ χρόνου δὲν θὰ ἔχωμεν νέον δάνειον, καὶ ἂν δὲν εὕρωμεν χρήματα, ἡ κρίσις θὰ ἐπέλθῃ ἢ ὄχι; Τὸ κύριον ζήτημα εἶναι τὸ οἰκονομικὸν, τὸ δὲ δάνειον εἶναι μία περίστασις τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος· θὰ κατορθωθῇ κἀμμία λύσις; Ἡ Εὐρώπη δὲν κάμνει τοιαῦτα δάνεια· ἦλθον εἰς τοιαύτας κρίσεις ὅλα τὰ ἔθνη. Ἡ Ἰταλία χθὲς ποῦ κατέφυγε; ἐπώλησε τὰ τελωνεῖά της; ὄχι· ἐπῆρε τὰ μοναστηριακὰ κτήματα· αὐτὴ ἡ ἰδέα σᾶς τρομάζει. Ἂν δὲν γείνῃ αὐτὸ σήμερον, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ γείνῃ μίαν ἡμέραν· τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν εἶναι ψηλαφητὸν ἐμπροσθά σας, ἂν δὲν τὸ λύσῃ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἢ ἄλλη, ἡ κατόπιν θὰ περιέλθῃ εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην. Ἔχομεν ἀκόμη πόσα τελωνεῖα νὰ πακτώσωμεν; Καὶ παρατηρήσατε ἓν ζήτημα ἁπλοῦν· προσετέθη ἡ Ἑπτάνησος ἄνευ πολέμου· εἶχεν προϋπολογισμὸν 6 ἑκατομμυρίων· τί ἔγεινε ἐκεῖνο τὸ χρῆμα; Κατεπόθη, καὶ ἂν προστεθῇ μία ἄλλη ἐπαρχία θέλει συμβῇ τὸ αὐτό. (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος, τοῦ προέδρου ἀποχωρήσαντος). Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ τὸ ζήτημα ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν· ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἐξισοῦται, καὶ ἂν ἐξισωθῇ εἶναι μία προσωρινὴ κατάστασις· ἔχει ἔλλειμμα καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἔχῃ ἔλλειμμα· καὶ εἰξεύρετε τί συμβαίνει ἀκόμη; Ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν (ἂν ἀναγνώσητε τὴν ἔκθεσιν, βεβαίως σᾶς κυριεύει τρόμος, δὲν τὴν ἀνεγνώσατε καὶ δι’ αὐτὸ δὲν σᾶς κυριεύει τρόμος). λέγει ὅτι τὸ δάνειον εἶναι ἀναπόδραστον.... ἀλλὰ μόνον ὁ θάνατος εἶναι ἀναπόδραστος· δηλ. ἂν δὲν γείνῃ κατὰ τὸν ὑπουργὸν τὸ δάνειον, θὰ σχισθῇ ἡ γῆ νὰ μᾶς καταπίῃ. Θὰ παρέλθῃ δὲ ὀλίγος καιρὸς καὶ θὰ σᾶς εἴπῃ τὰ αὐτά. Ἐπιμένω λοιπὸν λέγων, ὅτι ἐὰν ἐξακολουθῶμεν νὰ κάμνωμεν τοιαῦτα δάνεια, ἡ οἰκονομικὴ κρίσις εἶναι ἀναπόδραστος, λέγω δὲ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν νὰ ἐκδώσῃ ἡ Κυβέρνησις ὁμολογίας.
§206ΜΙΛΗΣΗΣ. Παρελείψατε τὸ σπουδαιότερον μέρος τῆς ὁμιλίας σας.........θὰ ἐκδώσητε ὁμολογίας δι’ ὅσα εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη.
§207ΖΩΧΙΟΣ. Θὰ ἐκδώσητε ὁμολογίας· ἀλλὰ δὲν θὰ ἦσθε δοῦλοι τῆς Τραπέζης.
§208Ι. ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἀποκρούουν ὅλα τὰ κράτη, αὐτὴν τὴν ἰδέαν τοῦ χαρτονομίσματος.
§209ΖΩΧΙΟΣ. Μὰ μὲ συγχωρεῖς· ἡ Γαλλία τί ἐξέδωκε τώρα; Δὲν θὰ δώσητε εἰς τὴν Τράπεζαν ὁμολογίας; Διατί δὲν τὰς πωλεῖ τὸ δημόσιον; Τὴν πίστιν ποῖος τὴν δίδει;
§210ΜΠΡΑΒΟΣ. Δὲν εἶναι εὐκαιρία τώρα· ἡμεῖς προτιθέμεθα νὰ ἐπαναφέρωμεν τὴν καλὴν πίστιν, ἡ ὁποία εἶναι κλονισμένη.
§211ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε· Μπράβο, ἔκαμες λογαριασμόν; Σᾶς λέγω λοιπὸν, ὅτι δὲν ἔκαμες λογαριασμὸν κανένα, διότι τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον θὰ πληρώσωμεν κατὰ τὰ μέλλοντα δάνεια, εἶναι πολὺ περισσότερον ἐκείνου τοῦ ὁποίου θὰ πληρώσωμεν κατὰ τὰ παρόντα δάνεια· ναὶ μὲν ἀνακουφίζεται ὁ προϋπολογισμὸς, ἀλλὰ μετὰ 44 ἔτη ὅταν κἀνεὶς ἀπὸ σᾶς δὲν θὰ ὑπάρχῃ....
§212ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τόσῳ καλλίτερα.
§213ΖΩΧΙΟΣ. Τόσῳ καλλίτερα; Ἡ Ἀγγλία εἶχε τὸν πόλεμον τῆς Κριμαίας, ἐπῆλθε τὸ ζήτημα, δάνειον νὰ κάμῃ ἢ φόρους νὰ ἐπιβάλῃ; Ἐπέβαλε φόρους. Διότι σὺ ὁ ὁποῖος ἔφερες τὸν τόπον εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, σὺ νὰ ὑποστῇς καὶ τὰ δεινὰ, καὶ ὄχι νὰ κληροδοτήσῃς αὐτὴν τὴν κατάστασιν εἰς τοὺς ἀπογόνους σου. Λοιπὸν, ἀντὶ νὰ πληρώσωμεν ἡμεῖς, ἡ Κυβέρνησις—δὲν λέγω τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ὅλοι εἴμεθα συνένοχοι—νὰ πληρώσουν οἱ ἀπόγονοί μας; Ἠξεύρετε ἡ μεταβολὴ εἰς ποίαν κατάστασιν εὗρε τὰ οἰκονομικά; Εἰς καλλιτέραν. Ἡ μεταβολὴ δὲ εἰς ποίαν κατάστασιν ἔφερε τὰ οἰκονομικά; Εἰς χειρίστην. Ἐντὸς δὲ δεκαετίας ποῦ νομίζετε, ὅτι θὰ περιέλθωμεν; Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν ὑποστῶμεν τὴν κρίσιν τὴν οἰκονομικήν; Ἐπιμένω λοιπὸν νὰ ᾖμαι ἐναντίος τοῦ δανείου. Νὰ τὸ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἀμέσως δανειζομένη ἀπὸ τὸ Ἔθνος, ἀπὸ τὸν λαόν.
§214ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ κηρυχθῇ ἡ συζήτησις περαιωμένη διὰ πρώτην ἀνάγνωσιν.
§215ΡΟΥΚΗΣ. Μὰ δὲν ἀνεγνώσθη.
§216ΜΠΟΤΑΣΗΣ. Τὸ ἀνέγνωσα ἐγώ.
§217ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Κύριε πρόεδρε, κηρύξατε τὴν συζήτησιν περαιωμένην.
§218ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ (Ἀντιπρόεδρος). Κηρύττω τὴν συζήτησιν περαιωμένην.
§219ΖΩΧΙΟΣ. Ὄχι.
§220ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§221ΖΩΧΙΟΣ. Μὰ δὲν εἶναι ἀνάγνωσις αὐτὴ, νὰ ἀναγνωσθῇ κατ’ ἄρθρον.
§222ΡΟΥΚΗΣ. Ἦλθες νὰ κάμῃς τὴν δευτέραν πρᾶξιν ὡς πρόεδρος;
§223ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν συζήτησιν περαιωμένην διὰ πρώτην ἀνάγνωσιν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλειότεροι).
§224ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις εἶναι περαιωμένη· αὔριον ἔχομεν τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου.
§225ΡΟΥΚΗΣ. Μπὰ ποιὸς τὸ λέγει αὐτὸ! δὲν ἀνεγνώσθη, τί ἀναισχυντία! Λύεται ἡ συνεδρίασις περὶ τὴν 6½ ὥραν Μ. Μ.