1874.03.22
350 στίχοι · 2.988 λέξεις · 20 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 27
Τῆς 22 Μαρτίου 1874.
(Παρασκευή).
Ὥρα 1½ μ. μ.
Ἐκφωνηθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπεφάσισε κατὰ πλειονοψηφίαν νὰ ὑποβάλῃ τμηματικῶς τὴν ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ· διὰ τοῦτο σήμερον ὑποβάλλω τὴν ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ὑπουργείων τῶν Οἰκονομικῶν, τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐξωτερικῶν.
§2ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε ἀπεφάσισεν ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ πλειονοψηφίαν;
§3ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Χθές.
§4ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κατὰ τὸν κανονισμόν, ὁσάκις γίνεται ἔκθεσις πρέπει νὰ ὑπογράφηται παρ’ ὅλων τῶν μελῶν.
§5ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Σήμερον δὲν ἤλθατε.
§6ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν πρέπει δὲ νὰ ἤμεθα ἀδιάφοροι. Διῃρέσαμεν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων ἀπὸ τὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐσυζητήσαμεν πρῶτον τὰ ἔσοδα, ὅπερ δὲν ἦτο κανονικόν, οὔτε σύμφωνον μὲ τὸ ἐπικρατοῦν ἔθιμον, μὲ τὴν ἀλήθειαν, μὲ τὸ συμφέρον τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἡ πλειονοψηφία θέλῃ οὕτως νὰ κανονίσῃ τὰς ἐργασίας της, οὐδεὶς δύναται νὰ ἀντείπῃ. Ἤδη πρόκειται, ὁδηγηθέντες ἀπὸ μίαν ἐκτροπήν, νὰ κάμωμεν καὶ ἄλλην, καὶ νὰ διαιρέσωμεν τὰ ὑπουργεῖα. Ἕως τώρα ἐγνωρίζαμεν, ὅτι ἔχομεν ἓν ὑπουργεῖον μὲ ἑνότητα, ἀλλὰ βλέπομεν ἑνότης ὑπουργείου δὲν ὑπάρχει, ἀλλ’ ἔχομεν διάφορα ὑπουργεῖα. Τὸ νὰ παρουσιασθῇ σήμερον ἡ ἔκθεσις τριῶν ὑπουργείων καὶ νὰ συζητηθῇ πρὸ τῆς ἐπεξεργασίας τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῶν ἄλλων ὑπουργείων, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι σύμφωνον πρὸς τὸν νόμον, πρὸς τὰ ἔθιμα, καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Βουλῆς καὶ μὲ τὴν εὐθύνην τῆς Βουλῆς· διότι τί ἄλλο ἔχομεν βουλευόμενοι νά πράξωμεν σπουδαῖον, ἢ νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν φορολογικῶν νόμων καὶ περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ; Νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ περιμένῃ ἡ Βουλὴ ὅλην τὴν ἔκθεσιν καὶ τότε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§7ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἰς τὸν κύριον Δημητριάδην δὲν ἀπαντῶ, διότι εἶναι καθῆκον τῆς Βουλῆς νὰ ἀπαντήσῃ. Λέγω μόνον εἰς τὸ προσωπικὸν, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ κ. Οἰκονομόπουλος, ὅτι ἔχει ἐσφαλμένας πληροφορίας, ὅτι δηλ. ἡ ἀπόφασις τῆς πλειονοψηφίας ἦλθεν, οὕτως εἰπεῖν, λαθραίως. Ὁ κ. Οἰκονομόπουλος ἔπρεπε νὰ ᾖναι προσεκτικώτερος εἰς τὰς ἐκφράσεις του, καθότι γνωρίζει ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπεφάσισε νὰ ἐργάζηται ἀπὸ τῆς ½ μετὰ μεσημβρίαν μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν ἐν τῇ Βουλῇ. Χθὲς συνήλθομεν καὶ ἐγένετο πρότασις καὶ ψηφοφορία περὶ τοῦ τρόπου τῆς ὑποβολῆς τῆς ἐκθέσεως, ἡ δὲ πλειονοψηφία ἀπεφάσισε νὰ ὑποβληθῇ τμηματικῶς ἡ ἐπεξεργασία τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἦτο παρὼν καὶ ὁ κ. Οἰκονομόπουλος· ἡ δὲ ἐπιτροπὴ μὲ διώρισεν ὡς εἰσηγητὴν διὰ νὰ ὑποβάλω τὴν ἔκθεσιν τῶν τριῶν ὑπουργείων, ὅπερ καὶ ἔπραξα. Δὲν ἔφερα λοιπὸν τὴν ἔκθεσιν λαθραίως, ὡς εἶπεν ὁ κ. Οἰκονομόπουλος, ἀλλὰ τὴν ὑπέβαλα ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἀκόμη συνεδρίαζεν εἰς τὸ τμῆμα, καὶ ἡ πλειονοψηφία τὴν ὑπέγραψε· ἐγὼ εἶμαι ἁπλοῦς ἐντελοδόχος τῆς πλειονοψηφίας. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἄμεσον συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τὰ τρία ὑπουργεῖα, ἀπόκειται εἰς αὐτὴν νὰ ἀποφασίσῃ, καὶ εἶναι κυρία νὰ πράξῃ ὅ,τι θέλει.
§8ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Μπούμπουλης δὲν ἀφηγήθη καλῶς τὰ διατρέξαντα. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα ἂν πρέπει τμηματικῶς ἤ ἐν συνόλῳ νὰ ἐπεξεργασθῇ ὁ προϋπολογισμός. Ὁ κ. Μπούμπουλης εἶχε προτείνει κατὰ ὑπουργεῖα, ἄλλοι ἐπρότειναν τὸ ἐναντίον· ἐπὶ τέλους ἐστέρξαμεν νὰ ἐπεξεργασθῶμεν τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων χωριστά. Χθὲς ἐπανελήφθη ὁ λόγος νὰ ἐπεξεργασθῶμεν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων κατὰ τμήματα καὶ δὲν ἐγένετο δεκτὸς ἐπὶ τέλους. Ὅταν ἐξήλθωμεν, ὁ κ. Μπούμπουλης ἐπέμενεν. Ἀλλ’ εἴπομεν ὅτι δὲν εἶναι κἀνεὶς νὰ κάμῃ τὴν ἔκθεσιν· ὁ κ. Μπούμπουλης εἶπεν ἐπεξοδίκως, ἐγὼ τὴν κάμω, καὶ οὕτως ἐσημειώθη εἰς τὰ πρακτικά· σήμερον δὲν ἠξεύρω τί ἔγεινε.
§9ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἀφ’ οὗ βλέπετε τὴν πλειονοψηφίαν ὑπογεγραμμένην δὲν ἠξεύρετε τί ἔγεινε;
§10ΖΩΧΙΟΣ. Ἐπί τινας ἡμέρας ἐχρημάτισα πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολισμοῦ, τὸ ζήτημα δὲ τὸ σημερινὸν ἀνεφύη ἐντὸς τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς· ἐγένετο δηλαδὴ συζήτησις ἐὰν ἔπρεπε νὰ ὑποβάλωμεν τὸν προϋπολογισμὸν κατὰ τεμάχια ἢ τοὐναντίον ἐν ὅλῳ. Κυρίως δὲ τὸ ζήτημα εἶναι ἄλλο, ἤτοι πρέπει νὰ σεβασθῶμεν ἡμᾶς αὐτοὺς ἤ οὔ; Κατ’ ἐμὲ πρέπει νὰ δώσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ὄχι νὰ μᾶς τὸν πάρουν. Τὸ Σύνταγμα ὁρίζει ῥητῶς, ὅτι πρὸς ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ διορίζεται μία ἐπιτροπὴ ἐξαίρετος. Ὀνομάζω δὲ αὐτὴν ἐξαίρετον, διότι ὅλαι αἱ ἄλλαι ἐπιτροπαὶ συνίστανται ἐξ ὀλίγων μελῶν, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀποτελεῖται ἐκ πολλῶν, εἶναι δὲ οὕτως εἰπεῖν τὸ ἄνθος τῆς Βουλῆς, ἡ οὐσία τῆς Βουλῆς. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δὲ συνίσταται τὸ κυριώτατον δικαίωμα τῆς Βουλῆς, διότι δι’ αὐτοῦ ἤ ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ ζῇν ἤ ἀφαιρεῖται. Δὲν συμφωνῶ δὲ μὲ τὸν κύριον Δεληγεώργην, ὅστις εἶναι πολιτικὸς ἄνθρωπος καὶ πολιτεύεται, διϊσχυρίζεται δηλαδὴ ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι πολιτικόν. Κατ’ ἐμὲ, τὸ ζήτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι τὸ κυριώτατον τῶν ζητημάτων. Διὰ τοῦτο κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἅπαξ ἐξετάζεται ὁ προϋπολογισμὸς, ἅπαξ ἀναγινώσκεται, ἐν ᾧ τὰ λοιπὰ νομοθετήματα τρὶς· καὶ ἐὰν κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτῶν σφάλλωμεν τὴν πρώτην φορὰν, διορθώνομεν τὸ σφάλμα κατὰ τὴν δευτέραν, κατὰ τὴν τρίτην. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὅμως σοῦ ἀφαιρεῖται τὸ κέντρον κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν, καὶ τετέλεσται. Ψηφίζοντες δὲ τὸν προϋπολογισμὸν, πρέπει νὰ ὑποτεθῶμεν ὅλως ἀνόητοι, ἐὰν δὲν ἐπιζητήσωμεν τὴν ἰσοῤῥοπίαν αὐτοῦ, τάσσοντες ἔνθεν μὲν τὰ ἔσοδα, ἔνθεν δὲ τὰ ἔξοδα. Καὶ ἐὰν μὲν πρόκειται νὰ δώσητε δωρεὰς, νὰ μοιράσητε κόλυβα, τὸ ζήτημα εἶναι ἄλλο· ἐὰν δὲ πρόκειται περὶ τῆς τιμῆς τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κοινοῦ συμφέροντος, τὸ πρᾶγμα διαφέρει. Ἡ Βουλὴ δὲ πρέπει νὰ δώσῃ τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ τῆς τὸν πάρῃ. Διὰ νὰ δώσῃ ὅμως ἡ Βουλὴ τὸν προϋπολογισμὸν, πρέπει νὰ τὸν μελετήσῃ. Ἐγὼ ἤμην πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ πρϋπολογισμοῦ καὶ παρῃτήθην, διότι προέβλεπον τὰ γενόμενα. Δὲν ἐξετάζω δὲ ἄν ᾖναι καλὰ ἢ κακά· οὔτε τὰ ἐπιδοκιμάζω, οὔτε τὰ ἀποδοκιμάζω. Τί δ’ ἐφωνάζαμεν κατὰ τῆς παρελθούσης κυβερνήσεως; Διατί δὲν μᾶς καλεῖτε; ἐλέγομεν, διατί δὲν μᾶς καλεῖτε; Ἰδοὺ μᾶς ἐκάλεσαν, ἀλλὰ δὲν θέλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τίποτε. Τὸ ζήτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἐν συνόλῳ· πρέπει νὰ μελετήσωμεν ὅλα τὰ ὑπουργεῖα, διὰ νὰ ἴδωμεν τί πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὸ ἓν, καὶ τί πρέπει νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸ ἄλλο. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ σεβομένη ἑαυτὴν πρέπει νὰ ἐξετάσῃ τὸν προϋπολογισμὸν ἐν ὅλῳ. Πρέπει δὲ κατὰ τὴν συζήτησιν νὰ ἀποκοπῶσιν ὅλα τοῦ λόγου τὰ κέντρα, πρέπει νὰ κατευνασθῶσιν ὅλα τὰ πάθη, πρέπει νὰ ἐκλείψωσιν αἱ διαιρέσεις. Ἡ κυβέρνησις, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι, εἶναι κυβέρνησις τῆς πατρίδος, καὶ ἔχει ὅλας τὰς δυσκολίας, ὅσας εἶχε χθὲς ὁ κ. Δεληγεώργης. Σεβόμενοι ὅμως ἡμᾶς αὐτοὺς, πρέπει νὰ δώσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν μετὰ αὐστηρὰν ἐξέτασιν. Ἂν τὸν δώσωμεν ἀνεξέταστον, δύναται ἡ κυβέρνησις νὰ σᾶς εἴπῃ· πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ ἄνανδροι· σᾶς ἠπείλησα καὶ ἐτρομάξατε. Τὸ ζήτημα δὲ εἶναι ὅλως ἁπλοῦν. Θέλετε νὰ ἦσθε Βουλή; Τὸ κέντρον τῆς Βουλῆς εἶναι ὁ προϋπολογισμός. Παρεχωρήσατε τὸν προϋπολογισμὸν; παρεχωρήσατε τὸ πᾶν καὶ δὲν σᾶς μένει τίποτε. Αὐτὸς εἶναι ὁ χαλινὸς, διὰ τοῦ ὁποίου συνέχεται ἡ κυβέρνησις. Ἂν δὲ ἦτο δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ ᾖναι παροῦσα διαρκῶς καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, ἡ κυβέρνησις — καὶ δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς παρούσης — θὰ ἦτο σωφρονεστέρα καὶ δὲν θὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ καταφεύγωμεν εἰς συστάσεις ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν. Ἀλλὰ τὴν διαρκῆ παρουσίαν τῆς Βουλῆς δὲν ἐπιτρέπει τὸ Σύνταγμα· δὲν ἐπιτρέπει δὲ αὐτὴν καὶ ἕτερόν τι, ὁ μισθὸς ὁ ἐλεεινὸς, ἡ ἐλεημοσύνη, τὴν ὁποίαν λαμβάνουσιν οἱ βουλευταί. Θέλοντες λοιπὸν καὶ μὴ θέλοντες, δὲν δυνάμεθα νὰ μείνωμεν παρόντες πλέον τῶν ἓξ μηνῶν· μένοντες δὲ ἓξ μῆνας, τρώγομεν ἀπὸ τὸ αἷμά μας. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον πρέπει νὰ μείνωμεν τρεῖς μῆνας, κατὰ τοὺς ὁποίους δὲν πρέπει νὰ πράξωμέν τι, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ τιμᾷ τὸν ἑαυτόν μας. Καὶ νομίζω, ὅτι ἀτιμάζομεν τὸν ἑαυτόν μας, ἐὰν ἐξετάσωμεν κατὰ τμῆμα τὸν προϋπολογισμὸν καὶ παραδώσωμεν αὐτὸν ἀνεξέταστον εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἥτις ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ πρέπει νὰ μᾶς καταφρονήσῃ.
§11ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μέσσης κ. Ζωχιὸς παρεξήγησε τὴν πρόθεσιν τῆς κυβερνήσεως, ἥτις δὲν ἦλθεν οὔτε νὰ ἐπιβάλῃ, οὔτε νὰ ἁρπάξῃ τὸν προϋπολογισμὸν, ἀλλὰ νὰ παρακαλέσῃ τὴν Βουλὴν νὰ σπεύσῃ νὰ δώσῃ αὐτὸ τὸ νομοθέτημα, τὸ τόσον ἀναγκαῖον εἰς τὴν ὕπαρξιν τῆς πολιτείας. Καταστρέφων τὸν λόγον του ὁ κ. Ζωχιός, ἔδωκε τὴν ἐξήγησιν τῆς προθέσεώς του. Εἶπεν ὅτι δὲν ἔχομεν, κύριοι, εἰς χεῖρας παρὰ τὸν προϋπολογισμὸν ἵνα κρατῶμεν τὴν κυβέρνησιν· νὰ μὴ τὸν δώσωμεν λοιπὸν παρὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν, ὁπότε λήγει ἡ ἑξάμηνος προθεσμία τῆς Βουλῆς. Τοῦτο, κύριοι, ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα, τὸ νὰ δαπανᾷ ἡ κυβέρνησις ἄνευ προϋπολογισμοῦ. Αὐτὸ λοιπὸν τὸ ὁποῖον ὁ κύριος Ζωχιὸς θέλει μετὰ τοσαύτης ἐπιθυμίας νὰ ἀποφύγῃ, θέλει νὰ τὸ ὑποστηρίξῃ, τὸ νὰ δαπανᾷ ἡ Κυβέρνησις ἄνευ προϋπολογισμοῦ. Ἡ κυβέρνησις κύριοι, δὲν ἔχει κἀμμίαν ἐπιθυμίαν νὰ συντομεύσῃ τὴν διάρκειαν τῆς Βουλῆς. Ἐζητήσαμεν μόνον τὸν προϋπολογισμὸν διὰ νὰ κανονίσωμεν τὰ ἔξοδα. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὸν κατακερματισμὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μέσσης νὰ τῷ εἴπω ὅτι δύω ὑπάρχουσιν ἰδέαι· διότι εἰς μὲν τὰς ὁμαλὰς περιστάσεις προηγεῖται πάντοτε ἡ ἐπιψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, εἰς δὲ τὰς ἐκτάκτους τῶν ἐξόδων· διότι κατ’ αὐτὰς δὲν παρατηρεῖ τὸ ἔθνος πόσα ἔσοδα ἔχει, ἀλλὰ πόσας ἀνάγκας ἔχει νὰ ἐκπληρώσῃ. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἡ ἐπιτροπὴ προέταξε τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων· καὶ ὡς πρὸς τοῦτο οὐδὲν ἁμάρτημα ἔπραξεν, ἀλλὰ καθῆκον ἐπιβαλλόμενον αὐτῇ ὑπὸ τῶν κοινοβουλευτικῶν νόμων. Καθόσον ἀφορᾷ τὸν κατακερματισμὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπὶ τῶν ἐξόδων κατὰ ὑπουργεῖον, νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι οὔτε παράνομον, οὔτε ἀντισυνταγματικὸν, οὔτε ἀντικοινοβουλευτικόν· διότι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ ἔξοδα καὶ τὰ ἔσοδα, καὶ μετὰ τὴν γενικὴν ἐπιψήφισιν τῶν ἐν γένει δαπανῶν, προέβη εἰς τὴν μελέτην ἑκάστου ὑπουργείου, καὶ ἀλλοῦ μὲν ἐνίσχυσε, ἀλλοῦ δὲ ἠλάττωσε τὰ ἔξοδα. Ἑκάστου δὲ κύριοι ὑπουργείου ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι αὐτοτελής, δὲν ἔχει κἀμμίαν σχέσιν μὲ τὸν προϋπολογισμὸν ἄλλων ὑπουργείων, ὥστε ἡ Βουλὴ ψηφίζουσα ἕνα ἕκαστον δὲν ἔχει νὰ φέρῃ κἀμμίαν σύγχυσιν· ἄλλως τε δὲ περὶ τούτου ὑπάρχει καὶ προηγούμενον.
§12ΖΩΧΙΟΣ. Ἔχετε ἓν προηγούμενον· καὶ ἐὰν αὐτὸ τὸ προηγούμενον ᾖναι κακόν; Βλέπετε ὅτι ἐπρόσθεσα τὸ ἐάν. Τὰ προηγούμενα ἐν Ἑλλάδι νὰ τὰ ἀφήσωμεν, διότι ἐὰν τὰ μιμηθῶμεν, τετέλεσται. Προηγούμενα παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχουν· καὶ ἂν ὑπάρχουν, εἶναι στρεβλὰ, εἶναι ἄξια πάσης καταφρονήσεως. Θέλετε νὰ ἐννοήσετε τί σᾶς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργός; Εἰς τὸ θέατρον, πρὶν ἢ ἀναπετασθῇ τὸ προσκήνιον, ἕκαστος μουσικὸς ἔχει ἴδιον ὄργανον, καὶ ἄλλος μὲν παίζει τοῦτο, ἄλλος δὲ ἐκεῖνο. Ἀποτελεῖται ὅμως ἁρμονία; Ὄχι. Ἀφοῦ ὅμως ἀναβιβασθῇ τοῦ προσκήνιον καὶ ὅλα τὰ ὄργανα συμφωνήσωσι, τότε ἐπέρχεται ἡ ἁρμονία. Τὸ αὐτὸ δὲ συμβαίνει καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Θέλετε νὰ σᾶς εἰπῶ τί γίνεται εἰς τὰ ὑπουργεῖα κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ;—διότι κἄπως καὶ ἐγὼ συνέταξα προϋπολογισμόν.—Σᾶς λέγει, λόγου χάριν, ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἔχω πολλὰς καὶ μεγάλας ἀνάγκας. Τὰ αὐτὰ δὲ λέγει καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ζητεῖ νὰ περιστείλῃ τὰς ἀπαιτήσεις. Διὰ τοῦτο ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅταν ἦτον ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔλεγεν ἄλλα, ὅταν δὲ ἦτον ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἄλλα, ἤτοι κατὰ τὰς περιστάσεις εἶχεν ἄλλα μέτρα καὶ ἄλλα σταθμά. Νὰ μοῦ δώσετε δὲ τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς ἱστορήσω ἕνα προϋπολογισμὸν ἐπίσημον, διότι ἡ ἐξιστόρησις αὕτη δύναται νὰ σᾶς χρησιμεύσῃ εἰς τὸ μέλλον. Τὰς παραμονὰς τῆς γʹ. Σεπτεμβρίου συνετάχθη ὁ προϋπολογισμὸς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης· εἰς τὸν προϋπολογισμὸν αὐτὸν ἔλαβον μέρος καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας· εἰς 10,000,000 περιωρίσθησαν τὰ ἔξοδα, 4,000,000 συνηθροίσθησαν διὰ νὰ παραδοθῶσιν εἰς τοὺς συμμάχους· ὁ κ. Χρηστίδης ὀλίγας ὥρας πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως ἦτο κλεισμένος μὲ τοὺς ἄλλους ὑπουργοὺς καὶ ἡτοιμάζετο νὰ παραδώσῃ τὰ χρήματα· ἐγὼ ἤμην εἰς τὸ παρακείμενον δωμάτιον. Ἡ γʹ. Σεπτεμβρίου ἦλθε, καὶ ὁ κ. Χρηστίδης καὶ ὁ μακαρίτης ναύαρχος Κριεζῆς τὴν ἀκόλουθον ἡμέραν εὑρέθησαν περιωρισμένοι εἰς τοὺς οἴκους αὐτῶν, ἐγὼ δὲ ἔμεινα ἐπί τινας ἡμέρας ἐλεύθερος. Μετὰ τὴν συνέλευσιν ἦλθε τὸ ζήτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἦσαν δὲ τότε δύω πρωθυπουργοί, οἱ μακαρῖται Μεταξᾶς καὶ Κωλέτης. Ὁ Κωλέτης ἦτον ὁ φαινόμενος πρωθυπουργός, ἀλλὰ καὶ ὁ Μεταξᾶς δὲν ἔμενεν ὀπίσω. Καὶ οἱ δύω ἀπεφάσισαν τὴν τύχην τῆς πρώτης ἐκείνης Βουλῆς. Συνηθροίσθη τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον παρευρέθησαν ὅλοι οἱ ὑπουργοὶ καὶ οἱ διευθυνταὶ τῶν ὑπουργείων (οἱ σημερινοὶ ὑπουργοὶ δὲν καταδέχονται νὰ συμπαραλάβουν συμβούλους τοὺς διευθυντὰς τῶν ὑπουργείων, διότι τοὺς ἔχουν τοῦ χεριοῦ των· οἱ διευθύνοντες ὅμως τότε τὰ ὑπουργεῖα δὲν ἦσαν τοῦ χεριοῦ τῶν ὑπουργῶν). Πᾶσα ἐπανάστασις κἄτι τι προσθέτει εἰς τὰς δαπάνας· ὅθεν καὶ ἡ τῆς γʹ. Σεπτεμβρίου ἐπρόσθεσε καὶ αὐτὴ, ἀλλὰ ὀλιγώτερα ἀπὸ ὅλας τὰς κατόπιν. Ὁ μακαρίτης Μεταξᾶς ἀπαιτοῦσε νὰ περιορισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς ἀπὸ 12 ἑκατομμύρια εἰς 11· ἀλλ’ ὁ μακαρίτης ὁ Κωλέτης διηύθυνε τρία ὑπουργεῖα, καθὼς καὶ ὁ πρὸ μικροῦ πρωθυπουργός. Ἀλλὰ πῶς νὰ περιορίσῃ τὰς δαπάνας τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐν ᾧ εἶχε χρείαν τῶν μυστικῶν ἐξόδων; Ἠξεύρετε δὲ τί σημαίνουσι τὰ μυστικὰ ἔξοδα ὅσοι ἐχρησιμεύσατε ὑπουργοί, καὶ ὅσοι εἴδατε τὰ ὄπισθεν τῆς σκηνῆς. Ὅσοι γνωρίζετε τὰ ἔμπροσθεν μόνον καὶ δὲν γνωρίζετε τὰ ὄπισθεν, δὲν γνωρίζετε τίποτε (γέλως). Ἐν ᾧ ὅμως ἐγίνετο λόγος νὰ ἐλαττωθῶσι τὰ μυστικὰ ἔξοδα τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, παρεσκευάζετο μία διαδήλωσις κατὰ τῆς κυβερνήσεως — διότι τὸ σύστημα τῶν διαδηλώσεων δὲν εἶναι νέον, εἶναι παλαιὸν — ἡ δὲ κυβέρνησις παρεσκευάζετο νὰ ἀγοράσῃ τοὺς ἑτοιμάζοντας τὴν διαδήλωσιν, διὰ νὰ μὴ γείνῃ ἐπίδειξις ἐναντίον της. Ἤμην παράτολμος καὶ τότε ὡς καὶ τώρα· τότε περισσότερον, διότι εἶχον ἐν τῷ ὑπουργικῷ συμβουλίῳ ὑποκινητὴν τὸν μακαρίτην Μεταξᾶν, ὁ ὁποῖος μοῦ ἐκτυποῦσε τὸ ποδάρι ἱεροκρυφίως. Ἀντέστην, λέγων εἰς τὸν μακαρίτην Κωλέτην νὰ μὴ δαπανήσῃ τόσον πολλὰ διὰ τὰ μυστικὰ ἔξοδα, ἅτινα ἀνέβαινον εἰς 300,000. Ὁ πρὸ μικροῦ πρωθυπουργὸς δὲν εἶχε σημειώσει τοσαύτην δαπάνην εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Τὸν ἔλεγον, κύριε Κωλέτη, ἂν ἀγαπᾷς τὸν Θεὸν, τίς ἡ χρεία τοσούτου χρήματος; Σημειωτέον δὲ ὅτι εἴμεθα εἰς τοὺς μῆνας, καθ’ οὓς ὁ προϋπολογισμὸς ἀρχίζει νὰ λέγεται ἀπολογισμός. Ἀλλ’ ὁ Κωλέτης μοῦ ἀποκρίνεται· θέλεις νὰ γείνῃ διαδήλωσις μεθαύριον εἰς τὰ κούλουμα κατὰ τῆς κυβερνήσεως; Ὄχι, ἀνταποκρίνομαι, δὲν θέλω, διότι εἶμαι χαντακωμένος καὶ ἐγώ· ἀλλὰ, πρέπει ἡ κυβέρνησις νὰ δαπανήσῃ 300,000 δραχμῶν διότι ἄνθρωποι ταραξίαι ὑπηρετοῦσι τὴν ἀντιπολίτευσιν; Ἐπειδὴ ἡ συζήτησις παρετείνετο χωρὶς ἀποτελέσματος, μετέβημεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν· εἰς αὐτὸ δὲ ἐπαρουσιάσθη τὸ αὐτὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν καὶ ἡμεῖς. Ὁ μακαρίτης Κωλέτης ἤθελε τὰς πρεσβείας, διὰ νὰ φαίνεται ὅτι κατέχει ὅλον τὸν κόσμον. Τί τὰς θέλετε τὰς πρεσβείας, ἔλεγον ἐγώ. Ὁ Μεταξᾶς δὲ μοῦ ἐκτύπα τὸ ποδάρι καὶ μὲ ἐνθάῤῥυνε. Βλέπει δὲ ὁ Κωλέτης ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ φθάσῃ εἰς πέρας· μᾶς προτείνει νὰ ἀναπαυθῶμεν ὀλίγον. Μετὰ τὴν ἐπανάληψιν δὲ τῆς συζητήσεως, ὁ Μεταξᾶς εἶπεν, ἐπειδὴ δὲν θέλετε νὰ περιορισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, ἐγὼ παραιτοῦμαι. Παραίτησις δὲ τοῦ Μεταξᾶ ἐσήμαινεν ἀνατροπὴ τοῦ ὑπουργείου. Φοβηθέντες δὲ οἱ ὑπουργοὶ ἐνέδωκαν, καὶ ὁ προϋπολογισμὸς περιωρίσθη ἐντὸς ὀλίγων στιγμῶν εἰς 11 ἑκατομμύρια. Τοιουτοτρόπως παρασκευάζονται οἱ προϋπολογισμοί. Τὸ περίεργον δὲ εἶναι, ὅτι ἂν ὁ κ. Δεληγεώργης ἦτο πρωθυπουργὸς, δὲν ἤθελε κάμει καμμίαν ἀντίῤῥησιν, ἀλλ’ ἤθελε φωνάζει, καθὼς σεῖς οἱ ἐναντίοι αὐτοῦ σήμερον φωνάζετε, νὰ δοθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, διότι πρωθυπουργὸς εἶναι ὁ κ. Βούλγαρης. Ἐγὼ ὅμως οὔτε σᾶς θέλω νὰ βλέπω, οὔτε αὐτοὺς, οὔτε τοὺς δεξιοὺς, οὔτε τοὺς ἀριστερούς. Ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, ἐὰν σεβώμεθα ἡμᾶς αὐτούς. Ἐὰν δὲ σεῖς δὲν σέβεσθε τὸν ἑαυτόν σας, εἶσθε κύριοι· τὸ νὰ μὴ σεβασθῶ ὅμως καὶ ἐγὼ τὸν ἑαυτόν μου, δὲν εἶναι δυνατόν. Ἀλλ’ ἂς λύσωμεν τὸ ζήτημα κατ’ ἄλλον τρόπον. Ἂς εἴπωμεν εἰς τὸν βασιλέα· τί μᾶς καλεῖς; τί μᾶς φωνάζεις; Συνερχόμεθα εἰς ἕνα τόπον, καὶ ὁ εἷς προσβάλλει τὸν ἕνα, καὶ ὁ ἄλλος τὸν ἄλλον, ὁ ἀγὼν δὲ κυρίως γίνεται διὰ τὸ χρυσόμαλλον δέρας. Ἠξεύρετε ποῖον εἶναι τὸ χρυσόμαλλον δέρας; ὁ προϋπολογισμός. Ἠξεύρετε ποῖοι εἶναι οἱ ἀργοναῦται; οἱ ὑπουργοί. Ἡμεῖς δὲ οἱ ἄλλοι; εἴμεθα οἱ δράκοντες, οἱ φυλάσσοντες τὸ δέρας τὸ χρυσόμαλλον. Ἠξεύρετε ὅμως καὶ τί ἔκαμεν ὁ Ἰάσων; ἔδωκεν εἰς τοὺς δράκοντας κἄτι μάγια (γέλως). Ἐὰν τὰ μάγια τῆς κυβερνήσεως σᾶς ἐμάγευσαν, εἶναι ἀδύνατον νὰ σᾶς σώσω ἐγώ.
§13Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἶσαι ὁ Ἰάσων.
§14ΖΩΧΙΟΣ. Ἐὰν τὰ μάγια, τὰ ὁποῖα σᾶς ἔδωκεν ἡ Μήδεια, ἡ ἐξουσία, ἡ Κίρκη, δὲν σᾶς ἐμάγευσαν, σᾶς προτρέπω νὰ ἀρνηθῆτε τὸν προϋπολογισμόν. Νὰ τὸν σταθμίσωμεν δὲ, νὰ τὸν ζυγίσωμεν. Σεῖς ὅμως θέλετε τὰ πράγματα ἀζύγιστα. Ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸν ζυγίσωμεν, νὰ τὸν συζητήσωμεν, εἰ δ’ ἄλλως ἂς δώσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν ἀνεξέταστον, καὶ ἂς μὴ χάνωμεν τὸν καιρόν μας, χρονοτριβοῦντες ἀσκόπως, ματαίως. Ἰδοὺ δὲ τί ἐπὶ τέλους λέγω· ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ συντελέσῃ τὸ ἔργον της, νὰ φέρῃ ἐν συνόλῳ τὸν προϋπολογισμὸν, νὰ τὸν ἐξετάσωμεν ἐν συνόλῳ, καὶ ἀφοῦ τὸν ἐξετάσωμεν ἐν συνόλῳ νὰ εἴπωμεν πρὸς τὴν κυβέρνησιν· λάβε τὸ κύριον τῆς ἐμπιστοσύνης μας δεῖγμα καὶ φέρε τὸ μέγα τῶν δημοσίων βάρος, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἀναδέχεται, διότι μεγάλη συνοδεύει αὐτὸ μεταμέλεια· φέρε δὲ τὸν οὐρανὸν ὡς ὁ Ἄτλαρ, καὶ μὴ φοβοῦ ὅτι ὄρεξιν ἔχομεν νὰ μιμηθῶμεν τὸν Ἡρακλέα, ὅστις ἔστερξε νὰ δεχθῇ ἐπὶ τῶν ὤμων αὑτοῦ τοιοῦτον δυσβάστακτον βάσταγμα.
§15ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἐδόθησαν διαστάσεις εὐρύτεραι ἐπὶ τοῦ ζητήματος, περὶ οὗ πρόκειται. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν μέρος τῆς γνωμοδοτήσεως αὑτῆς ἐκ τῶν ὑπουργείων· τὸ μὲν, διότι ἐνόμιζεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει τι ἄτοπον νὰ πράξῃ τοῦτο, τὸ δὲ, πρὸς ἀπάντησιν ἐκείνων, οἵτινες ἔλεγον ὅτι ὠλιγώρησε καὶ ἐβράδυνε νὰ ὑποβάλῃ τὰς ἐκθέσεις τῶν διασκέψεών της. Τοῦτο δὲν ἐμποδίζει, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ὑποβάλῃ ὁλόκληρον τὴν ἔκθεσιν τῶν σκέψεών της· ἀλλ’ ὅπως πράξῃ τοῦτο, ἤθελεν ὑπάρξει ἀνάγκη νὰ ἔχῃ τὸν ἀναγκαῖον πρὸς τοῦτο καιρὸν, καὶ βεβαίως τὰ μέλη τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὰ ὁποῖα καὶ ἐκεῖνα ὑπόκεινται εἰς τὰς βιωτικὰς ἀνάγκας, δὲν ἦτο δυνατὸν ἐργάζωνται ἐπὶ ἓξ καὶ ἑπτὰ ὥρας εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπὶ ἄλλας δύω τρεῖς εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Νομίζω, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ὀρθὸν ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀπεφάσιζεν ἐπὶ δύω ἢ τρεῖς ἡμέρας νὰ μὴ ἐργασθῇ, ὅπως τελειώσῃ ἡ ἐπιτροπὴ τὸν προϋπολογισμὸν, ἥτις ἴσως ἐντὸς τῆς αὔριον ἤθελε τὸν τελειώσῃ. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλεν ἔκθεσιν ἐπὶ τριῶν ὑπουργείων, ἐπέφερε δὲ καὶ τὴν γνώμην, ὅτι ἀφίνει εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς Βουλῆς ἐὰν θέλῃ νὰ συζητήσῃ. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἐξηκολούθησε τὰς συζητήσεις καὶ ἔφθασεν εἰς τὸ πέρας τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἐὰν ἐξακολουθήσῃ μετὰ τῆς αὐτῆς σπουδαιότητος, θέλει τελειώσει ἐντὸς τῆς ἡμέρας ἢ αὔριον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ κράτους. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἐὰν ἐπιμείνῃ ἡ Βουλὴ, ἡ ἐπιτροπὴ θέλει βεβαίως δώσει ἐντὸς τῆς αὔριον τέλειον τὸ ἔργον.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προτείνεται ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἐργασθῇ σήμερον, διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ ἐργασθῇ σήμερον καὶ αὔριον τὸ πρωΐ, ὥστε κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς αὔριον νὰ φέρῃ ὅλην τὴν ἐργασίαν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ συναινῇ εἰς τοῦτο, πρέπει νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις σήμερον, καὶ αὔριον νὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν, ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ φέρῃ τὸ ἐπίλοιπον ἔργον.
§17ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινεῖ ἡ Βουλὴ;
§19ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Αὔριον ἔχομεν συνεδρίασιν· ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ παρακαλεῖται νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της ἄνευ ἀναβολῆς. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 3 παρὰ 15|60 Μ. Μ.)