| 211 | 10) | Κίτρα ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς | λεπτὰ | 3 | |
| 212 | 11) | Οἶνος Θήρας, Θηρασίας, Αἰγίνης, Κέας, Κύ- | |||
| 213 | θνου, Μυκόνου, Σερίφου, Πάρου, Ἀντιπάρου, καὶ Σκο- | ||||
| 214 | πέλου, ἐφ’ ἑκάστης βαρέλλας ἐκ 48 ὀκάδων συγκει- | ||||
| 215 | μένης | » | 1,20 | ||
| 216 | 12) | Μοῦστος τῶν ἀνωτέρων μερῶν ἐφ’ ἑκάστης | |||
| 217 | ὁμοίας βαρέλλας | » | 60 | ||
| 218 | 13) | Σταφυλλαὶ τῶν αὐτῶν μερῶν ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς. | » | 2 | |
| 219 | 14) | Καπνὸς τῶν ἐπαρχιῶν Ναυπλίας καὶ Ἄργους | |||
| 220 | ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς | » | 7 | ||
| 221 | Τῶν δὲ λοιπῶν ἐπαρχιῶν τοῦ κράτους ἐφ’ ἑκάστης | ||||
| 222 | ὀκᾶς | » | 15.» |
1874.03.14
1,364 rows · 10,870 words · 1 table · 215 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 21
Τῆς 14 Μαρτίου 1874.
(Πέμπτη).
Ὥρα 2 Μ. Μ. Ἐκφωνηθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις. Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐπειδὴ αὔριον θὰ ᾖναι ἡ τρίτη ἀνάγνωσις καὶ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς, παρακαλῶ τοὺς κυρίους βουλευτὰς, οἵτινες ἔχουσι νὰ προτείνωσι τροπολογίας ἐπ’ αὐτοῦ νὰ τὰς καταθέσωσι σήμερον εἰς τὸ γραφεῖον, διὰ νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν, ὥστε ἡ Βουλὴ ἐν γνώσει καὶ αὐτῶν νὰ ἐξενέγκῃ τὴν ψῆφόν της. Ἔχουσι καταθέσει τοιαύτην ἓξ βουλευταὶ Κερκύρας, ἥτις θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ τρίτη καὶ τελευταία ἀνάγνωσις καὶ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ναυτικῆς δυνάμεως τοῦ κράτους διὰ τὸ 1874. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἔχον ὡς ἕπεται· «Ἄρθρον 1. Ἡ δύναμις τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ ὁρίζεται διὰ τὸ τρέχον ἔτος εἰς χιλίους ἐννενήκοντα ἐννέα ἄνδρας, ἤτοι 122 ἀξιωματικοὺς ἐν ἐνεργείᾳ καὶ διαθεσιμότητι, 20 ἐν ἀργίᾳ· 23 δοκίμους ἐν ἐνεργείᾳ, 136 ὑπαξιωματικούς, 30 μηχανικούς, 79 θερμαστάς, 524 ναύτας, 88 τεχνήτας, 60 πολιτικοὺς ὑπαλλήλους καὶ 17 μαθητευομένους. Ἄρθρον 2. Ἡ ναυτολογία διὰ τὸ ἔτος 1874 προσδιορίζεται εἰς 54 ἄνδρας. Ἄρθρον 3. Αἱ κεναὶ θέσεις τῶν ναυτῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ θέλουσι πληρωθῆ κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας ἐξ ἐθελοντῶν καὶ ἐκ κληρούχων ναυτῶν, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 1 καὶ 8 τοῦ περὶ ναυτικῆς ἀπογραφῆς νόμου τῆς 30 Ἀπριλίου 1867.»
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕπεται τὸ νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τοῦ χρόνου τῆς δηλώσεως καὶ ἀπαριθμήσεως τῶν ζώων εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς κλπ. συζητεῖται ἡ ἀρχή. Ἔχει τις τὸν λόγον;
§4ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται σχεδὸν ὅλοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων.
§6ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ κύριοι ὑπουργοὶ δὲν εἶναι παρόντες.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι παρόντες δύω ὑπουργοί. Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀναγινώσκεται τὸ 3 ἄρθρον.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον;
§9ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω παρατήρησιν, ἀλλὰ δὲν εἶναι παρὼν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ κληθῇ ὁ κ. ὑπουργός. Εἰσέρχεται ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§11ΜΠΟΥΤΟΣ. Νομίζω, κύριε πρόεδρε, ὅτι τὸ ἄρθρον 3 τοῦ περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς νόμου ἀντιστρατεύεται πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ συμπληρωτικοῦ νόμου τοῦ περὶ παραχωρήσεως τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων φυτειῶν νόμου τοῦ 1872, καὶ τὸ δημόσιον, ἂν ἐπιψηφισθῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὅπως ἔχει, θὰ εὑρεθῇ εἰς περιπλοκὰς, καὶ οἱ φορολογούμενοι θὰ πάθουν. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1871 περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς, οἱ φορολογούμενοι ἀπαλλάσσονται τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας μετὰ δύω ἔτη ἀπὸ τῆς δηλώσεως. Συγχρόνως ὑπάρχει καὶ ἑτέρα διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ φορολογούμενοι ἀπαλλάσσονται τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας, ὅταν πρὸ τῆς πρώτης Ἀπριλίου ἐκδοθῶσι τ’ ἀνήκοντα παραχωρητήρια. Αἱ διατάξεις αὗται ἦσαν εἰς ἀντίθεσιν καὶ ἐγέννησαν πολλὰς δίκας· ὁ νόμος τοῦ 1873 ἐκαθάρισε τὰ ζητήματα ταῦτα προβλέψας, ὅτι, ἐπειδὴ διὰ νὰ δοθῶσι τὰ παραχωρητήρια, πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ ἐκτίμησις τῶν γαιῶν, καὶ ἐπειδὴ εἴς τινας ἐπαρχίας ἡ ἐκτίμησις δὲν ἔγεινεν, ὁ νόμος οὗτος ὥρισεν, ὅτι οἱ θέλοντες ν’ ἀπαλλαχθῶσι τῆς πληρωμῆς τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας ὀφείλουν νὰ πληρώσουν δραχμὰς τριάκοντα κατὰ στρέμμα· πολλοὶ δὲ ἰδιοκτῆται ὑπέστησαν ὡς ἐκ τούτου ζημίας καὶ μάλιστα εἰς τὴν ἐπαρχίαν Μεσσήνης, διότι, ἐνῷ ἐπλήρωσαν τὰς τριάκοντα δραχμὰς κατὰ στρέμμα, ὑπεχρεώθησαν νὰ πληρώσουν δικαίωμα ἐπικαρπίας. Τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νόμου τῆς 30 Ἰουλίου ὁρίζει τὰ περὶ τούτου, καθὼς καὶ τὸ ἄρθρον 14 τοῦ ΠΣΤʹ. νόμου (τὸ ἀναγινώσκει). Ἐπιμένω λοιπὸν νὰ διορθωθῇ τὸ ἄρθρον συμφώνως μὲ τὸν Νόμον τοῦ 1873 ἔτους.
§12ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Μπούτου εἶναι ὀρθή. Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελε φέρει ἔκθεσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου· συνεννοήθην καὶ μὲ τὸν κ. πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς διὰ νὰ τροποποιηθῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον συμφώνως μὲ τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. βουλευτοῦ Μεσσήνης, τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζω ὡς ὀρθήν. Ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ ἔφερε τὴν ἔκθεσίν της, τὸ ἄρθρον ἤθελε σήμερον τροποποιηθῇ, ἀλλὰ δὲν τὴν ἔφερεν. Ἐὰν μέχρι τῆς αὔριον δὲν τὴν φέρῃ, θέλω τροποποιήσει ἐγὼ τὸ ἄρθρον συμφώνως μὲ τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον 3 γίνεται δεκτὸν διὰ σήμερον, ὡς ἔχει. Κατόπιν ἐγένοντο δεκτὰ τὰ ἄρθρα 4, 5, 6 καὶ 7 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως καὶ δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑκάστου ψηφοφορίας.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἄρθρον 8ον. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἔχουσι τροπολογίαν οἱ κ. Σ. Κορυζῆς, Μαυροκορδάτος, Τζιώτης καὶ ἄλλοι, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς· «Ὁ ἐπὶ τῶν λεμονίων καὶ πορτοκαλίων φόρος κατὰ τὸ ε. ἔτος νὰ ἐξαλειφθῇ καὶ μείνωσι τὰ ἀνωτέρω εἴδη κατὰ τὸ τρέχ. ἔτος ἐλεύθερα πάσης φορολογίας, διότι ἐκ τοῦ δριμέος χειμῶνος καταστραφέντα τὰ δένδρα δὲν θέλουσιν ἀποφέρει πρόσοδον ἀντιστοιχοῦσαν εἰς τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας, ἑπομένως ὁ φόρος θὰ ἐπιβληθῇ ἐπὶ τῶν τῆς καλλιεργείας ἐξόδων, ἄλλως νὰ περιορισθῇ εἰς λεπτὰ πεντήκοντα κατὰ χιλιάδα. «Νὰ ἐπιβληθῇ φόρος εἰς τὸν ζωμὸν τῶν λεμονίων κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν λεπτὰ δέκα ἐπὶ ἑκάστης ὀκᾶς.»
§15ΚΟΡΙΖΗΣ. Πρέπει νὰ μείνουν ἕνα χρόνον ἀφορολόγητα, διότι ἐκάησαν αἱ λεμονιαῖς.
§16ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀτέλεια, τὴν ὁποίαν προτείνουν οἱ κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι δικαία, οὔτε ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ἐπικαλοῦνται ὑπὲρ αὐτῶν, εἶναι ὀρθός. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ φορολογηθῶσι τὰ λεμονόδενδρα, θὰ εἶχον δίκαιον, ἀλλὰ πρόκειται νὰ φορολογηθῇ ὁ καρπὸς κατὰ τὴν ἐξαγωγήν· ἑπομένως, ὅσον θὰ ἐξαγάγῃ, τόσον καὶ θὰ φορολογηθῇ, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὄντως ἐφέτος ἐπῆλθε ζημία τις εἰς τὸ εἶδος τοῦτο, παραδέχομαι νὰ ἐλαττωθῇ ὁ φόρος ἀπὸ 1.50 εἰς 1 δραχμήν· παραδέχομαι δὲ τὴν πρότασιν τῶν κυρίων βουλευτῶν περὶ ἐπιβολῆς φόρου εἰς τὸν ζωμὸν τῶν λεμονίων, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι 10 λεπτὰ εἶναι ὀλίγα· 20 λεπτὰ εἶναι ὁ δικαιότερος φόρος.
§17ΚΟΡΙΖΗΣ. Δὲν θὰ ὠφεληθῇ ἐφέτος τὸ δημόσιον ἀπὸ τὸν φόρον τῶν λεμονίων, διότι ὁ Πόρος ἐζημιώθη ἀπὸ τὸν χειμῶνα. Ὅταν ἡ Κόρινθος καὶ ἄλλα μέρη παθαίνουν, στέλλετε βοηθήματα· ὁ Πόρος δὲν ζητεῖ βοηθήματα, ζητοῦμεν μόνον δι’ ἓν ἔτος νὰ μὴ φορολογηθῇ τὸ λεμόνι.
§18Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Κορυζῆ. Γνωρίζετε ὁποία καταστροφὴ γενικὴ ἐπῆλθεν ἐφέτος εἰς ὅλον τὸ γένος τῶν δένδρων αὐτῶν. Λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι, ἂν ἐξέλθῃ ὀλίγον προϊὸν εἴτε εἰς εἶδος, εἴτε εἰς ζωμόν, ὅτι δὲν θὰ βλαφθῇ, ἐὰν ὑποβληθῇ εἰς φόρον τινά. Ἐγὼ λέγω, ὅτι βλάπτει· φαντασθῆτε, ἂν εἷς παρῆγε 10,000 λεμόνια, σήμερον παράγων 2,000 ἢ 1,000 δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ κερδήσῃ οὔτε τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας.
§19ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τοὺς γεωργούς.
§20ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Γνωρίζετε δὲ, ὅτι διὰ τὴν καλλιέργειαν τοῦ δένδρου αὐτοῦ ἀπαιτοῦνται μεγάλα ποσὰ, καὶ ἂν δὲν ἀφήσητε ἐπὶ ἓν ἢ δύω ἔτη ἀφορολόγητον τὸ ποσὸν αὐτὸ, θὰ βλάψητε τὴν γεωργίαν· ἄλλως τε δὲ καὶ ποία θὰ ᾖναι ἡ ὠφέλεια τοῦ δημοσίου; ἐλαχίστη· ἐνῷ τὸν ἐπιβληθησόμενον φόρον θὰ αἰσθανθῇ ὁ ἰδιοκτήτης. Ὡς πολὺ εὐλόγως δὲ σᾶς εἶπεν ὁ κ. Κορυζῆς, ἡ ἐπελθοῦσα ζημία δὲν εἶναι παρὰ μία θεομηνία, καὶ ὅταν ἐπρόκειτο περὶ θεομηνίας ἡμεῖς ἤλθομεν εἰς ἐπικουρίαν καὶ εἰς συνδρομὰς ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου.
§21ΚΟΡΙΖΗΣ. Ἐὰν δὲν ἐλαττώσητε τὸν φόρον, θὰ δεχθῆτε τὴν παραίτησίν μου (γέλως).
§22ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θεωρῶ λοιπὸν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κορυζῆ δικαιοτάτην, διότι τὸ εἰσόδημα, τὸ ὁποῖον θὰ προέλθῃ ἀπὸ τὸν φόρον, δὲν θὰ ὑπερβῇ τὰς 10,000 δραχμῶν, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου τὸν φόρον θὰ αἰσθανθῇ ὁ ἰδιοκτήτης.
§23Ν. ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἀνελθὼν ἐπὶ τὸ βῆμα εἶπεν, ὅτι ἦτο δίκαιον νὰ καταβιβασθῇ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἦτο σημειωμένον εἰς τὸν φορολογικὸν νόμον τοῦ 1874 καὶ νὰ ἐλαττωθῇ εἰς μίαν δραχμήν· ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ παρατηρήσω, ὅτι μέχρι τοῦδε τὸ προϊὸν τοῦτο ἐπλήρονε μίαν δραχμὴν καὶ ὅτι τὸ δημόσιον τώρα πρῶτον ἐζήτησεν αὔξησιν ἀπὸ μιᾶς εἰς μίαν καὶ ἡμίσειαν· ἐζήτησε δὲ ἀτυχῶς τὴν αὔξησιν καθ’ ἣν ἐποχὴν πρόκειται οἱ ἰδιοκτῆται τῶν λεμονίων νὰ πάθωσι βλάβας σημαντικὰς ἕνεκα τοῦ χειμῶνος, τὸν ὁποῖον ὅλοι ᾐσθάνθημεν. Ἄλλως τε οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν ἐπρονόησαν καὶ περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου καὶ ἐπρότειναν νὰ προστεθῇ φόρος ἐπὶ προϊόντος, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε δὲν ἐφορολογεῖτο, ἐπὶ τοῦ ξυνοῦ, τὸ ὁποῖον ἤρχισε νὰ ἐξάγηται εἰς ἀρκετὰ μεγάλας ποσότητας. Δὲν ἐπρόκειτο λοιπὸν νὰ ζημιωθῇ τὸ δημόσιον, διότι, ἂν ἐζητήσαμεν ἐλάττωσιν ἐπὶ ἑνὸς προϊόντος χάριν τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν καὶ στενοχωριῶν τῶν ἰδιοκτητῶν λεμονοδένδρω, καὶ χάριν τῆς ἀναπτύξεως τοῦ πλουσίου τούτου προϊόντος, ἤλθομεν καὶ ὑπεδείξαμεν πόρον, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ δημόσιον δύναται ἐν μέρει νὰ ἀναπληρώσῃ τὴν διαφοράν. Ἠσθάνθημεν ὅλοι τὸν βαρὺν χειμῶνα, ὅστις ἐπέπεσεν ἐπὶ πάντων τῶν εἰδῶν, πρὸ πάντων δὲ ἐπὶ τῶν λεμονεῶν καὶ πορτοκαλεῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι δένδρα ἐκ τῶν λεπτοτέρων καὶ αἰσθάνονται τὸ ψῦχος πλέον παντὸς ἄλλου. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. ὑπουργὸν, ὅπως καταβιβάσῃ τὸν φόρον ἀπὸ μιᾶς δραχμῆς εἰς 75 τοὐλάχιστον λεπτὰ, ὅπως φανῇ ὅτι ἀληθῶς ἔγεινεν ἐλάττωσίς τις.
§24ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς ἀσυδοσίας, εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόκειται νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη ὁ φόρος τῶν λεμονίων ἦτο μία δραχμή· ἐφέτος ἕνεκα τῆς καταστροφῆς, τὴν ὁποίαν ὑπέστησαν, ὁ καρπὸς ὑπερετιμήθη καὶ ἔφθασε μέχρι 40 δραχμῶν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν νομίζω, ὅτι ὁ φόρος τῆς μιᾶς δραχμῆς εἶναι πολύς.
§25ΚΟΡΙΖΗΣ. Τὴν μίαν δραχμὴν δὲν τὴν ἐφέρατε ἐσεῖς.
§26ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δέχομαι ἄλλην τροπολογίαν.
§27ΚΟΡΙΖΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν μᾶς χαρίζει τίποτε, διότι ἀπὸ τοῦ 1867 μέχρι τοῦ 1873 μίαν δραχμὴν ἐπληρόναμεν· ἐγὼ προτείνω νὰ γείνῃ 50 λεπτά.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀντὶ μιᾶς δραχ. καὶ 50 λεπτῶν φόρου ἐπὶ τῶν λεμονίων, ἀποδέχεται 1 δραχμήν· ὁ κ. Κορυζῆς προτείνει 50 λεπτά. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κορυζῆ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι)· ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν τῆς ἐλαττώσεως. Οἱ παραδεχόμενοι ἤδη τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ, ἤτοι δραχμὴν μίαν ἐπὶ ἑκάστης χιλιάδος, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα). Θὰ θέσω τὸ ἀντίθετον εἰς ψηφοφορίαν· οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν, (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη· ἑπομένως ὁ φόρος τῶν λεμονίων μένει εἰς μίαν δραχμήν. Θὰ προστεθῇ ἤδη ἐδάφιον, ὅτι ἐπὶ ἑκάστης ὀκᾶς ζωμοῦ πληρόνονται λεπτὰ 10· οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§29ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «8) Πορτοκάλια ἐφ’ ἑκάστης χιλιάδος δι’ ὅλον τὸ κράτος δραχ. 2.»
§30ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Περὶ παραιτήσεως τί ἔγεινε;
§31ΚΟΡΙΖΗΣ. Δὲν παραιτοῦμαι, διότι κατεβιβάσθη ὁ φόρος· ἐβάλαμεν φόρον καὶ εἰς τὸ ξυνὸν (γέλως).
§32ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει) «9) Μανταρίνια ἐφ’ ἑκάστης χιλιάδος δι’ ὅλον τὸ κράτος δραχμαὶ 2.
| 10) | Κίτρα ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς | λεπτὰ | 3 |
| 11) | Οἶνος Θήρας, Θηρασίας, Αἰγίνης, Κέας, Κύ- | ||
| θνου, Μυκόνου, Σερίφου, Πάρου, Ἀντιπάρου, καὶ Σκο- | |||
| πέλου, ἐφ’ ἑκάστης βαρέλλας ἐκ 48 ὀκάδων συγκει- | |||
| μένης | » | 1,20 | |
| 12) | Μοῦστος τῶν ἀνωτέρων μερῶν ἐφ’ ἑκάστης | ||
| ὁμοίας βαρέλλας | » | 60 | |
| 13) | Σταφυλλαὶ τῶν αὐτῶν μερῶν ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς. | » | 2 |
| 14) | Καπνὸς τῶν ἐπαρχιῶν Ναυπλίας καὶ Ἄργους | ||
| ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς | » | 7 | |
| Τῶν δὲ λοιπῶν ἐπαρχιῶν τοῦ κράτους ἐφ’ ἑκάστης | |||
| ὀκᾶς | » | 15.» |
§33ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀγνοῶ διατὶ ὁ καπνὸς τῶν λοιπῶν ἐπαρχιῶν τοῦ κράτους ἀπὸ 10 λεπτῶν ἀφ’ ἑκάστης ὀκᾶς ἔγεινε 15. Ἐγὼ ἔχω πληροφορίας ὅτι πρὸ δύω ἐτῶν τὰ καπνὰ δὲν ἔχουν τιμὴν, καὶ, ὡς εἶμαι πληροφορημένος, αἱ ἐμπορικαὶ ἀποθῆκαι τῆς Σύρου καὶ τῶν Πατρῶν εἶναι πλήρεις· τόσον εἶναι βέβαιον τοῦτο, ὥστε πολλοὶ ἔμποροι κινδυνεύουν νὰ πάθουν πτωχεύσεις, ἕνεκα τῆς μὴ πωλήσεως τοῦ καπνοῦ (θόρυβος).
§34ΥΠΟΥΡΓ. ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Οὔτε ν’ ἀπαντήσω ἠμπορῶ, οὔτε νὰ ἀκούσω θέλω.
§35ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω τοὺς λόγους, ἀπέναντι τοιούτων δυστυχημάτων, διατί νὰ προβῆτε εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου, ἀντὶ νὰ τὸν ἐλαττώσητε;
§36ΥΠΟΥΡΓ. ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Οἱ λόγοι εἶναι ἁπλούστατοι· ὁ φόρος πρέπει νὰ στηρίζηται εἰς τὴν ἰσότητα, καὶ ἑπομένως εἰς τὴν ἀξίαν τοῦ φορολογουμένου εἴδους. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ ὑπουργεῖον, εἶναι ὅτι ὁ καπνὸς, πλὴν τοῦ καπνοῦ τῆς ἐπαρχίας Ἀργολίδος, πωλεῖται ἀπὸ 1½ δραχ. ἕως τρεῖς· ἑπομένως ἠδύνατό τις νὰ ἰσχυρισθῇ εὐλόγως ὅτι ὁ μέσος ὅρος εἶναι 2 δραχμαὶ καὶ 25 λεπτὰ, ὥστε ἔπρεπε νὰ τεθῇ φόρος εἴκοσι δύο καὶ ἥμισυ λεπτὰ, ἀλλ’ ἐγὼ ἔλαβα τὸν κατώτερον ὅρον, τῶν 15 λεπτῶν. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι κατὰ τὰ 1872, ὅτε εἰσήχθη κατὰ πρῶτον ὁ φόρος αὐτὸς, ἔγεινεν ἐκτεταμένη συζήτησις ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, καὶ τότε ἐγὼ ὑπεστήριξα τὸν φόρον εἰς λεπτὰ 15 κατ’ ὀκάν· ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἐπέμεινε νὰ ἐλαττωθῇ εἰς λεπτὰ 12. Κατὰ τὴν 3 συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἔτυχον παρὼν καὶ ἑπομένως ἡ Βουλὴ ἐν ἀπουσίᾳ ἐμοῦ ἔφερεν ἐλάττωσιν ἀπὸ 15 εἰς λεπτὰ 12. Ἤδη ἀναλαβὼν τὴν διεύθυνσιν τοῦ ὑπουργείου, ἔλαβα τὸν καιρὸν νὰ ἐξετάσω περὶ τῆς ἀγοραίας ἀξίας, καὶ ἐπληροφορήθην ὅτι ὁ καπνὸς τῆς Τριχωνίας, τῆς Φθιώτιδος, τῆς Ἀκαρνανίας πωλεῖται κατ’ ἐλάχιστον ὅρον 1 δραχ. καὶ 50 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν καὶ κατ’ ἀνώτατον ὅρον 3 δραχμάς· ἔλαβα λοιπὸν τὸν ἐλάχιστον ὅρον. Πιστεύσατέ με ὅτι ὁ φόρος δὲν εἶναι ἄδικος· καὶ ὁ καπνὸς τῆς ἐπαρχίας μου ὑπόκειται εἰς τὴν αὐτὴν φορολογίαν, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὀλιγώτερον τῶν 2 δραχμῶν δὲν πωλεῖται· πωλεῖται δύω καὶ δύω καὶ ἡμίσειαν δραχμάς. Ὁ κατώτερος ὅρος, τὸν ὁποῖον ἔλαβον, τῆς μιᾶς καὶ ἡμισείας δραχμῆς, δὲν εἶναι ὑπερβολικός. Ὑπάρχει δὲ φόρος ἰδιαίτερος διὰ τὰ καπνὰ τοῦ Ἄργους, τῶν ὁποίων ἡ ἀξία δὲν εἶναι ἀνωτέρα τῶν 70 λεπτῶν.
§37ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ ἐπαρχία, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύω, εἶναι ἡ ἐπαρχία, ἥτις δίδει τὸ πλεῖστον μέρος τοῦ καπνοῦ· περὶ τὸ ἓν ἑκατομμύριον περίπου παράγει, ἴσως καὶ πλέον. Δύναμαι δὲ νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι τὰ δύω τρίτα τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ πωλοῦνται ἀπὸ 90 λεπτὰ ἕως δραχ. 1 καὶ 20|00, ἐκ δὲ τοῦ ἑνὸς τρίτου πολὺ ὀλίγον ποσὸν πωλεῖται πρὸς δύω δραχμὰς, καὶ ὀλίγιστον μέρος, μόλις δέκα χιλιάδες ὀκάδες, πρὸς τρεῖς δραχμάς. Ἐὰν λοιπὸν μεταξὺ τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου πωλοῦνται δέκα χιλιάδες πρὸς τρεῖς δραχμὰς καὶ τριάκοντα χιλιάδες πρὸς δύο δραχμὰς, τὸ δὲ ὑπόλοιπον πρὸς λεπ.80, 90, καὶ 120 τὴν ὀκᾶν, εἶναι δίκαιον νὰ ὑπολογίσητε ὁλόκληρον τὸ ποσὸν πρὸς μίαν καὶ ἡμίσειαν δραχμήν; πρέπει νὰ τὸν ὑπολογήσητε πρὸς μίαν δραχμήν. Διὰ τοῦτο καὶ ἄλλοτε, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ εἰσαχθῇ τὸ φορολογικὸν αὐτὸ σύστημα, ἔτυχα εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ ἐκεῖ ἐσυζητήσαμεν πῶς δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τὴν ἀπόλυτον δικαιοσύνην, καὶ εἴπομεν, ὀκτὼ λεπτὰ εἶναι τὸ ἀπολύτως δίκαιον· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ οἰκονομική μας κατάστασις ἀπῄτει μίαν θυσίαν, παρεδέχθημεν, ὁ φόρος νὰ γείνῃ δέκα λεπτά. Κατόπιν εἰς τὴν Βουλὴν ἀνέβη ὁ φόρος εἰς 12 λεπτά. Μόλον ὅτι ὁ φόρος οὗτος ἦτον ἐπαχθής, ἐπαχθέστατος, ἐν τούτοις ἐσυνείθισεν ὁ φορολογούμενος καὶ ἐπλήρονε. Τώρα, νὰ τὸν ἀναβιβάσητε πάλιν μοὶ φαίνεται ὅτι τοῦτο εἶναι ἄδικον. Αὐτὸ εἶναι δικαίωμά σας νὰ τὸ κάμετε, βεβαιωθῆτε ὅμως ὅτι ἀδικεῖται ὁ φορολογούμενος λαός. Ἔχετε, εἴπετε, κύριε ὑπουργὲ, πληροφορίας ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ δὲν σᾶς λανθάνει καὶ δὲν θὰ μὲ ἀδικήσητε, ἐὰν εἴπω, ὅτι οἱ κύριοι ἔφοροι καὶ νομάρχαι ἀκολουθοῦν κατὰ δυστυχίαν ταμιευτικὸν πνεῦμα καὶ αἱ πληροφορίαι αὐτῶν τείνουσι πάντοτε, ὥστε νὰ ᾖναι ὑπὲρ τοῦ δημοσίου μᾶλλον καὶ κατὰ τοῦ φορολογουμένου, καὶ ἂν ὄχι καθ’ ὁλοκληρίαν — διότι ἠμποροῦν νὰ ὑπάρχουν καὶ ἄνθρωποι μὴ ἐλαυνόμενοι ἀπὸ τοιοῦτον πνεῦμα — κατὰ μέγα ὅμως μέρος τοῦτο συμβαίνει πολλάκις. Αἱ πληροφορίαι λοιπὸν, τὰς ὁποίας ἔχετε, δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν βουλευτῶν Φθιώτιδος, Ἀκαρνανίας καὶ Τριχωνίας, ἐὰν εἰς τὴν Βουλὴν δὲν ἔδωκα καθαρὰς τὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι σύμφωνοι μὲ τὰ πράγματα καὶ τὰς ὁποίας πολλάκις ἀντελήφθην ἐγὼ αὐτός.
§38ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§39ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Σᾶς διαβεβαιῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ τιμὴ τῶν 12 λεπτῶν δὲν εἶναι δικαία, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ καταβιβάσητε τὸν φόρον εἰς δέκα λεπτὰ, καὶ ἐστὲ βέβαιοι ὅτι καὶ τὸ δημόσιον ὑπηρετεῖτε καὶ τὸ κοινόν.
§40ΣΤΑΪΚΟΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν... (θόρυβος). Μὴ ταράττεσθε, κ. Ῥούκη.
§41ΡΟΥΚΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι, κ. Στάϊκε.
§42ΣΤΑΪΚΟΣ. — Εἶναι μακρὰν τῆς ἀληθείας ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ. Εἶπεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας βουλευτὴς Φθιώτιδος, ὅτι ὁ καπνὸς πωλεῖται 90 λεπτά· τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, διότι τὸ πρῶτον καὶ δεύτερον φύλλον, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται παράφυλλον, πωλεῖται μόνον 10 καὶ 20 λεπτά.
§43ΤΙΝΕΣ. Διὰ τὰ γουρούνια.
§44ΣΤΑΪΚΟΣ. Τὸ λέγομεν παράφυλλον· καὶ μεταξὺ ἑξακοσίων ὀκάδων διακόσιαι ὀκάδες πωλοῦνται πρὸς 10 καὶ εἴκοσι λεπτά· καὶ ἐὰν ἐπισυμβῇ, κύριοι, ἡ λεγομένη στάκτη, ἥτις ἐπιφέρει μεγάλην καταστροφὴν καὶ εἰς τὰ καπνὰ καθὼς καὶ εἰς τὰ ἄλλα προϊόντα, τότε ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦ καπνοῦ δὲν εἶναι παρὰ εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν καὶ τὴν κατηγορίαν, καὶ δὲν δύναται ὁ πτωχὸς καπνοφύτης νὰ δώσῃ τὸν καπνόν του ὁλόκληρον πλέον τῶν εἴκοσι λεπτῶν. Θεωρῶ λοιπὸν τὸν φόρον αὐτὸν ἐπαχθῆ, καὶ ἂν ᾖναι δυνατὸν, νὰ ἐλαττωθῇ· διότι, κύριοι, βεβαιωθῆτε ὅτι ὁ καπνὸς, ὅστις πωλεῖται μὲ τὴν ἀξίαν, δὲν εἶναι παρὰ ὀλίγος, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, αὐτὸς ὁ καπνὸς ὁ πωλούμενος πρὸς εἴκοσι καὶ τριάκοντα λεπτὰ νὰ καταβιβασθῇ ὅσον ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ, ἐκεῖνος δὲ ὁ καπνὸς, ὅστις πωλεῖται μὲ καλὴν τιμὴν, νὰ αὐξηθῇ, οὐχὶ ὅμως ὁ φόρος τῶν 15 λεπτῶν νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὸν καπνὸν ἐκεῖνον ὅστις πωλεῖται δέκα καὶ δεκαπέντε λεπτά.
§45ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἐξάγεται ἀπὸ τὸν τόπον;
§46ΣΤΑΪΚΟΣ. Μάλιστα ἐξάγεται· καὶ μάλιστα σύ, κύριε βουλευτὰ τῆς Ἀττικῆς, εἶσαι εἰς θέσιν νὰ λάβῃς πληροφορίας, διότι ἐν τῇ πόλει τοῦ Κέκροπος, ἐν ᾗ κατοικεῖτε, ὑπάρχουν οἱ ἔμποροι οἵτινες ἐμπορεύονται καὶ εἰς τὴν Τριχωνίαν καὶ εἰς τὴν Φθιώτιδα, καὶ δύνασθε νὰ λάβητε πληροφορίας. Ἐὰν θέλετε, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς δώσω τοιαύτας.
§47Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Καλλίτερα νὰ τοῦ δώσῃς καπνὸν παρὰ πληροφορίας...
§48ΣΤΑΪΚΟΣ. Καὶ τὰ δύω. — Ὥστε ἐπιμένω ἡ φορολογία τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ νὰ μείνῃ ἐπὶ τῆς καλῆς ποιότητος, ἡ δὲ φορολογία ἐπὶ τοῦ καπνοῦ τῆς κακῆς ποιότητος νὰ ἐλαττωθῇ· καὶ ἂν θέλετε, κάμνω καὶ μίαν τροπολογίαν (θόρυβος).
§49ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ ἐξέπληξαν τῳόντι αἱ πληροφορίαι τοῦ κυρίου Σταΐκου, καὶ ἀπορῶ πῶς, ἐνῷ ὁ καπνὸς κοστίζει δέκα καὶ δεκαπέντε λεπτὰ καὶ τὰ ἔξοδα εἶναι περισσότερα, τὸν πωλοῦν ὀλιγώτερον. Κύριε πρόεδρε, εἰς τὴν ἐπαρχίαν τοῦ Ἄργους γίνεται μεγάλη ποσότης καπνοῦ· νομίζω πολλάκις αἱ δύω ἐπαρχίαι ἐξάγουν καπνὸν ὑπὲρ τὰ δύω ἑκατομμύρια. Ὁ καπνὸς αὐτὸς ἔχει μίαν ἀρετὴν, φύλλον μεγάλον καὶ χρῶμα· κατανάλωσις δὲν γίνεται ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἐφέτος δὲ ἐπωλήθη πρὸς 55 λεπτὰ κατὰ μέσον ὅρον, καὶ πιστεύω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἐν γνώσει καὶ τῆς Κυβερνήσεως· μολαταῦτα δὲν προτείνω τὴν ἐλάττωσιν, καὶ εὐχαριστοῦμαι νὰ ὑποστηρίξω πᾶσαν Κυβέρνησιν, ἥτις παραδέχεται τὴν ἔμμεσον φορολογίαν. Ἡ ἐλευθερία, τὴν ὁποίαν ἡ γεωργία ἀποκτᾷ διὰ τῆς ἐμμέσου φορολογίας, εἶναι εὐεργέτημα εἰς αὐτήν. Ὁ γεωργὸς μένει ἐντελῶς ἀνενόχλητος, συνάζει καὶ ξηραίνει τὸν καπνὸν, ἐνῷ ἄλλοτε οἱ γεωργοὶ ἔπασχον μυρίας καταπιέσεις. Χάριν λοιπὸν αὐτῆς τῆς μεγάλης εὐεργεσίας, χάριν αὐτῆς τῆς ἐλευθερίας τοῦ φορολογουμένου ἀπὸ τὴν ποδοκάκην τῆς γεωργίας, δέχομαι τὸν φόρον αὐτὸν, ὄχι διότι δὲν εἶναι πολύς, ἀλλὰ διότι φέρει τόσας εὐκολίας εἰς τὸν γεωργόν. Ὁ κ. Στάϊκος ἐλησμόνησεν, ὅτι ἐσωτερικὴ κατανάλωσις δὲν γίνεται εἰς τὸν ἰδικόν μας καπνὸν, ἐνῷ εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας γίνεται ἐσωτερικὴ κατανάλωσις.
§50ΣΤΑΪΚΟΣ. Πῶς, δὲν πίνετε σεῖς καπνόν;
§51ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γίνεται χρῆσις αὐτοῦ τοῦ καπνοῦ· αὐτὸς ἐξέρχεται εἰς τὸ ἐξωτερικόν· ἡ χρῆσις, ἥτις γίνεται εἰς τὸ ἐσωτερικὸν, εἶναι χρῆσις καπνοῦ ἐκ τῶν μερῶν τοῦ κ. Σταΐκου, τοῦ κ. Τσιριμώκου, καὶ ἄλλων τοιούτων. Ἀλλὰ ὑποστηρίζω τὸ Νομοσχέδιον, ὄχι διότι ὁ φόρος δὲν εἶναι βαρὺς, ἀλλὰ διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον σᾶς εἶπον, ὅτι ἀπαλλάττεται ἡ γεωργία πάσης ἄλλης καταπιέσεως.
§52ΡΟΥΚΗΣ. Ἐπειδὴ θέλετε νὰ ῥυθμίσωμεν τὰ οἰκονομικά μας μὲ τὸν καπνὸν, τότε θὰ πάῃ τοῦ καπνοῦ.
§53ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐξετάσῃ ὅσον ἀφορᾷ τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ· ἐγὼ δὲν ἀντέκρουσα τὴν φορολογίαν, χρεωστῶ ὅμως νὰ ἐκφράσω τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τῶν καπνοφυτειῶν.
§54ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ αὔξησις ἀπὸ 12 εἰς 15 λεπτὰ πηγάζει ἐξ ἐπισήμων πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐμπνέεται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἰσότητος ὡς πρὸς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ φόρου, ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ὁ καπνὸς δὲν πληρόνει περισσότερον ἀφ’ ὅσον πρέπει, καὶ δὲν εἶναι ἐπαχθὴς ὁ φόρος αὐτὸς, καθόσον ἡ ἐπιτόπιος κατανάλωσις μένει ἐντελῶς ἀφορολόγητος· ἐκτὸς δὲ τούτου, οἱ γεωργοὶ δὲν καταπιέζονται πλέον οὔτε ὑπὸ τῶν εἰσπρακτόρων, οὔτε ὑπὸ ἄλλων ὀργάνων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ μὴ νομίσῃ, ὅτι εἶναι ὑπερβολικὸς ὁ φόρος αὐτός. Ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι εἶναι ὑπερβολικὸς, τότε ἂς τὸν ἐλαττώσῃ εἰς 12 λεπτά.
§55ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ δὲν ἐπρόλαβεν ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της, ἐπειδὴ ἐνδεχόμενον ἡ Βουλὴ νὰ θέλῃ νὰ αὐξήσῃ τὸν φόρον αὐτόν, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ νὰ τὴν πληροφορήσω, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς πρέπει οἱ φόροι καὶ διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος, νὰ μείνουν ὅπως ἦσαν προσδιωρισμένοι καὶ κατὰ τὸ παρελθόν. Δὲν ὑπάρχει κἀνεὶς λόγος νὰ αὐξήσουν, ἑπομένως οὔτε νὰ ἐλαττωθοῦν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς πρέπει νὰ προσδιορισθῇ εἰς 12 λεπτὰ, ὅπως ἦτο καὶ πέρυσι.
§56ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν, ἐὰν νομίζῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι πρέπει οὕτω νὰ γείνῃ.
§57ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἤκουσα, κύριοι, τί εἶπεν ὁ κ. Δανόπουλος ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν τῆς ἐπαρχίας Ἄργους, διότι ἐγίνετο θόρυβος. Ἐὰν ὑπεστήριξε τὴν φορολογίαν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δίκαιον, διότι ἀγνοῶ τί γίνεται εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἄργους, ἀλλὰ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ναυπλίας ὅλος ὁ καπνὸς τοῦ παρελθόντος ἔτους ἔμεινεν ἀπώλητος· δὲν ὑπάρχουν ἀγορασταὶ καὶ προσφέρεται τιμὴ 40 λεπτὰ κατ’ ὀκάν. Εἶναι λοιπὸν δίκαιον νὰ αὐξήσωμεν τὸν φόρον εἰς 15 λεπτὰ ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, τοῦ ὁποίου δὲν γίνεται κατανάλωσις εἰς τὸ ἐσωτερικόν; Ἀγνοῶ δὲ πόθεν ἠρύσθη τὰς πληροφορίας του ὁ κύριος ὑπουργός· εἶναι ὅμως βέβαιον καὶ γνωστὸν, ὅτι οἱ καπνοὶ τῆς ἐπαρχίας μας εἶναι ὅλοι ἐναποτεταμιευμένοι, διότι, ὡς σᾶς εἶπον, οἱ ἀγορασταὶ δὲν προσφέρουν εἰμὴ 40 λεπτὰ εἰς τοὺς καπνοὺς πρώτης ποιότητος, εἰς δὲ τοὺς τῆς δευτέρας δὲν γίνεται οὐδεμία προσφορά. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ἐλάττωσις εἰς 5 λεπτά. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὸν φόρον Ναυπλίας νὰ τὸν περιορίσῃ εἰς 5 λεπτά.
§58ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ δεχθῶ, κύριε πρόεδρε, τὴν τροποποίησιν τοῦ κ. Εὐθυμιοπούλου, διότι ὁ φόρος τῶν καπνῶν τῆς ἐπαρχίας Ἀργολίδος εἶναι προσδιωρισμένος πρὸ τριῶν, τεσσάρων ἐτῶν εἰς λεπτὰ 7. Ἐὰν δὲ δὲν πωλῆται, τότε βεβαίως οὔτε φορολογεῖται. Πότε μόνον φορολογεῖται; ὅταν πωλῆται. Εἶμαι δὲ πληροφορημένος, ὅτι ποτὲ δὲν πωλεῖται ὀλιγώτερον τῶν 70 λεπτῶν, ἄλλοτε δὲ καὶ περισσότερον· ὥστε ὁ μέσος ὅρος εἶναι 70 λεπτὰ, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ μείνῃ 7 λεπτὰ, ὅσον ἦτο καὶ πέρυσι καὶ προπέρυσι.
§59ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε δὲν ὑπάρχει δικαιοσύνη, οὔτε ἰσότης.
§60Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὅταν εἴπομεν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν ὅτι τῆς παρελθούσης ἐσοδείας ὁ καπνὸς θὰ πωληθῇ τὸ ἑπόμενον ἔτος, ὁμοῦ μὲ τὸν τῆς νέας ἐσοδείας, καὶ μάλιστα καπνὸς ὄχι πρώτης ποιότητος, ἀλλὰ δευτέρας, ὁ ὁποῖος ἐσωτερικῶς δὲν εἶναι χρήσιμος, ἐνοήσαμεν νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ ἀξία του θὰ καταβῇ μέχρι τοῦ ἡμίσεος. Λοιπὸν ὁ φόρος πρὸς 7 λεπτὰ εἶναι ἀδικαιολόγητος. Αὐτὸ εἴπομεν καὶ αὐτὸ λέγομεν καὶ ἤδη.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προτείνεται ἡ ἐλάττωσις τοῦ καπνοῦ τῆς ἐπαρχίας Ναυπλίας καὶ Ἄργους ἀπὸ 7 λεπτὰ εἰς 5, τὴν ὁποίαν δὲν παραδέχεται ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἐλάττωσιν αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν ἐλάττωσιν. — Προτείνεται ἐπίσης ἡ ἐλάττωσις τοῦ καπνοῦ τῶν λοιπῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους ἀπὸ 15 εἰς 12 λεπτά. — Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν ἐλάττωσιν.
§62ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «15) Σαρώματα ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς 12 λεπτά.»
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δανόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§64ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πάλιν, κύριε πρόεδρε, λαμβάνω ἀφορμὴν ἀπὸ τὴν διάταξιν αὐτὴν νὰ εὐχαριστήσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἔκρινε καλὸν νὰ προσθέσῃ καὶ τὸ μέρος τοῦτο εἰς τὴν ἔμμεσον φορολογίαν. Ἡ ἐπαρχία Ἄργους ἐξάγει μεγάλην ποσότητα σαρωμάτων, ἴσως ὅλην, ὅση ἀπαιτεῖται εἰς ὅλον τὸ Κράτος. Ὅταν εἶδον αὐτὸ, ἐφρόντισα νὰ ἴδω μὴ τυχὸν εἶναι ἡ φορολογία ὑπερβολική· εἶδον λοιπὸν, ὅτι εἶναι μέτριος ὁ φόρος αὐτὸς καὶ δὲν εἶναι ὑπερβολικός. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἀρθῇ ὅλη ἡ ποδοκάκη ἀπὸ τοὺς γεωργοὺς, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ παραδεχθῇ νὰ μένῃ ὁ καρπὸς ἀφορολόγητος. Οἱ ἐνοικιασταὶ, κύριε πρόεδρε, ἅμα ἐνοικιάσουν τοὺς φόρους, θέτουν ἓν σημεῖον, ὅπου πρέπει νὰ πηγαίνουν οἱ γεωργοὶ νὰ φέρουν τὰ προϊόντα των καὶ ἐκεῖ θὰ πάρῃ ὁ ἐνοικιαστὴς ὅ,τι ἀνήκει εἰς αὐτόν. Τώρα, ἐπειδὴ βάλλετε φορολογίαν εἰς τὴν ἐξαγωγὴν τῶν σαρωμάτων, πάλιν θὰ ᾖναι ἠναγκασμένος ὁ γεωργὸς νὰ φέρῃ ἐκεῖ τὰ σαρώματα καὶ νὰ ξύσουν τὸν καρπὸν, ἐνῷ αὐτὸς ὁ καρπὸς δὲν χρησιμεύει παρὰ εἰς τροφὴν χοίρων καὶ πωλεῖται 6 λεπτὰ ἡ ὀκά. Ἐὰν δὲν ἀφαιρεθῇ ἡ φορολογία ἐπὶ τοῦ καρποῦ, οἱ ἐνοικιασταὶ ἠμποροῦν νὰ ἔχουν ἀξίωσιν νὰ φορολογοῦν τὴν γεωργίαν καὶ νὰ τὴν καταπιέζουν, ὥστε δὲν θὰ λείψῃ ἡ ποδοκάκη ἀπὸ αὐτούς. Θὰ ᾖναι λοιπὸν εἰς τὴν ἀνάγκην ὁ γεωργὸς, ἅμα φθάνῃ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ, νὰ σταματᾷ, νὰ ἐκτιμῆται ὁ καρπὸς, καὶ ὡς ἐκ τούτου νὰ προέρχωνται τόσαι καταπιέσεις, ἐνῷ δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν.
§65ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχει πλέον τίποτε νὰ λάβῃ ὁ ἐνοικιαστὴς ἀπὸ τὰ σαρώματα, διότι δὲν ἐνοικιάζονται. Συμφωνῶ λοιπὸν μὲ τὸν κ. Βουλευτὴν, νὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ διάκρισις· ἀλλὰ τοῦτο θὰ προστεθῇ εἰς τὰς ἐξαιρέσεις, τουτέστιν εἰς τὸ ἄρθρον 21 τοῦ νόμου. Ἐκεῖ θὰ σημειώσωμεν, ὅτι ὁ καρπὸς τῶν σαρωμάτων ἀπαλλάττεται παντὸς φόρου. Ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ 8. ἄρθρου·
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι........
§67ΜΠΟΥΤΟΣ. Κύριε πρόεδρε, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλω ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς, καὶ ἰδίως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου· γνωρίζει ἡ Βουλὴ, ὅτι ἀπὸ τὸ ἔτος 1866 μέχρι τοῦδε ἡ φορολογία τῶν ξηρῶν σύκων ἐν Μεσσηνίᾳ γίνεται εἰς τὰ τελωνεῖα, καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς γνωρίζει μάλιστα τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διακρίνονται τὰ ἐθνικοϊδιόκτητα ἀπὸ τὰ ἰδιόκτητα συκόδενδρα. Μέχρι τοῦδε μία ἐπιτροπὴ ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον ἔφορον, τὸν εἰρηνοδίκην καὶ τὸν δήμαρχον ἐξετίμα τὸν καρπὸν τῶν ἰδιοκτήτων συκοδένδρων καὶ τὰ πρωτόκολλα ταῦτα ἐχρησίμευον ὡς ἀπόδειξις ὅτι τόσος καρπὸς παρήχθη ἀπὸ ἰδιόκτητα συκόδενδρα, τὰ δὲ διπλότυπα ἐκεῖνα ἐξηργυροῦντο ἀπὸ τὸ ταμεῖον. Ἤδη ὅμως μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων τοῦ 1871 καὶ τοῦ 1873 ὅλα σχεδὸν τὰ συκόδενδρα ἐν Μεσσηνίᾳ δὲν θὰ ἀποδίδουν δικαίωμα ἐπικαρπίας, ἀλλὰ μόνον φόρον ἔγγειον, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἡ ἐξακρίβωσις μὲ τὸ μέχρι τοῦδε ἰσχῦον σύστημα. Νομίζω λοιπὸν ἀναγκαῖον ὅτι ὁ κύριος ὑπουργὸς καθὼς καὶ ἡ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἐπιτροπὴ, πρόεδρος τῆς ὁποίας εἶναι ὁ κύριος Σωτηρόπουλος, ἐντριβὴς περὶ τὰ οἰκονομικὰ, νὰ τροποποιήσωσι τὸ ἄρθρον, ὥστε νὰ μὴ γεννηθῶσι περιπλοκαὶ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νέων νόμων περὶ φυτειῶν· διότι ἐὰν μείνῃ τὸ ἄρθρον, ὅπως ἔχει, δὲν εἶναι εἰς θέσιν οὔτε ἡ ὑπηρεσία, οὔτε οἱ κάτοικοι νὰ γνωρίσουν τί θὰ πληρώσουν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ κύριος ὑπουργὸς θὰ ᾖναι σύμφωνος εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς διατάξεως ταύτης.
§68ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν.). Βεβαίως ἡ ἐξακρίβωσις τοῦ εἰσοδήματος τῶν ἰδιοκτήτων συκοδένδρων εἶναι δυσχερὴς, ἀλλὰ δὲν μοὶ φαίνεται νὰ ᾖναι καὶ ἀδύνατος· ἑπομένως, ἐπειδὴ ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν ἔχομεν ἄλλον τρόπον προχειρότερον διὰ νὰ ἀντικαταστήσωμεν τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς ἐκτιμήσεως, ἥτις ἐνεργεῖται ὑπὸ τοῦ ἐφόρου, τοῦ εἰρηνοδίκου καὶ τοῦ δημάρχου, φρονῶ ὅτι καὶ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὸ αὐτὸ σύστημα, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον πολλὰ συκόδενδρα καὶ ἐν Μεσσηνίᾳ εἶναι ἀκόμη ἐθνικοϊδιόκτητα, τουτέστι θὰ ὑποβληθῶσι καὶ ἐφέτος εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας, διότι δὲν συνεπληρώθη ἡ διετία, ἢ δὲν ἐπλήρωσαν ἴσως οἱ κάτοχοι τὸ τίμημα αὐτῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κύριον βουλευτὴν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν τροποποίησιν αὐτὴν, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀντικαταστήσωμεν τὸ σύστημα αὐτὸ δι’ ἄλλου καταλληλοτέρου, ἐκτὸς ἐὰν συνεννοηθῶ μὲ τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εὕρωμεν ἄλλο σύστημα ἀσφαλέστερον καὶ καταλληλότερον· ἐὰν εὕρωμεν τοιοῦτον, θὰ τὸ ἀποδεχθῶ προθύμως. Θὰ συνεννοηθῶ μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Οἰκονομικῶν ἐντὸς τῆς σήμερον ἢ καὶ αὔριον, διὰ νὰ ὑποβάλω τὴν τροποποίησιν, ἐὰν ἐγκριθῇ τοιαύτη, εἰς τὴν αὐριανὴν συνεδρίασιν, καθ’ ἣν θὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον διὰ τρίτην φοράν.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ 9 ἄρθρον καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀναγινώσκεται τὸ 10 ἄρθρον καὶ γίνεται ἐπίσης δεκτόν.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τινῶν βουλευτῶν Κερκύρας, ἡ ὁποία ἐστάλη εἰς τύπωσιν καὶ αὔριον θὰ συζητηθῇ. Ἀναγινώσκεται τὸ 11 ἄρθρον.
§71ΙΩ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, ἄχρι τοῦδε ὁ ἔγγειος φόρος τῶν δύω ἐπαρχιῶν Οἰτύλου καὶ Γυθείου εἰσεπράττετο, καθὼς γνωρίζει καὶ ὁ κύριος ὑπουργὸς, καὶ ἐβεβαιοῦτο παρὰ τῆς ἁρμοδίας τελωνειακῆς ἀρχῆς. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον τροποποιεῖ τὸ σύστημα τοῦτο, ὁρίζον τὴν εἴσπραξιν καὶ βεβαίωσιν τοῦ φόρου τῶν ἐπαρχιῶν τούτων. Γνωρίζετε, κύριοι βουλευταὶ, καὶ ὁ κύριος ὑπουργὸς γνωρίζει ἐπίσης τὰς καταπιέσεις καὶ καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀκολουθοῦσι τὸ σύστημα τῆς δι’ ἐνοικιάσεως φορολογίας· ἑπομένως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, ὥστε νὰ φορολογηθῶσι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο τὰ προϊόντα τῶν δύω αὐτῶν ἐπαρχιῶν ὅπως καὶ πρότερον, δηλ. νὰ βεβαιῶνται καὶ νὰ εἰσπράττωνται παρὰ τῆς ἁρμοδίας τελωνειακῆς ἀρχῆς. Κᾀμμία ζημία δὲν ἐπέρχεται εἰς τὸ δημόσιον.
§72ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριε πρόεδρε, ἀποδίδω τῳόντι σημασίαν εἰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ· θὰ λάβω αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν καὶ αὔριον θὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 11 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ 12 ἄρθρον καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀναγινώσκεται τὸ 13 ἄρθρον.
§74ΜΠΟΥΤΟΣ. Τὸ ἄρθρον 13 μεταβάλλει οὐσιωδῶς τὸ ἄρθρον 10 τοῦ περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς νόμου τοῦ ἔτους 1871. Γνωρίζετε, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι πρὸ τοῦ ἔτους 1871 τὸ μὲν δημόσιον ἐζημιοῦτο μὴ δυνάμενον νὰ εἰσπράξῃ φόρους, οἱ δὲ φορολογούμενοι ἐζημιοῦντο τρέχοντες εἰς τὰ δικαστήρια καὶ μὴ δυνάμενοι νὰ λάβουν τὸ δίκαιόν των, διότι οἱ ἐνοικιασταὶ, ἔχοντες ὑπὲρ ἑαυτῶν τοὺς φορολογικοὺς νόμους, ἦσαν εἰς θέσιν νὰ συντάττουν φορολογικὰ διπλότυπα πλαστὰ, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ παραδίδουν ταῦτα εἰς τὸν ἔφορον, καὶ αὐτοὶ μὲν νὰ μένουν ἀκαταδίωκτοι, οἱ δὲ φορολογούμενοι νὰ σύρωνται εἰς τὰς φυλακὰς διὰ φόρους, τοὺς ὁποίους δὲν ἦσαν ὑπόχρεοι νὰ πληρώσουν. Ὁ νόμος λοιπὸν τοῦ 1871 ἔθεσεν ἓν τέρμα εἰς τὰς καταχρήσεις αὐτὰς καὶ ἔκτοτε φορολογικὰ πλαστὰ διπλότυπα δὲν παρουσιάσθησαν.
§75ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔγεινε μεταβολή τις ὡς πρὸς τοῦτο.
§76ΜΠΟΥΤΟΣ. Τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νόμου τοῦ ἔτους 1871 ὁρίζει, ὅτι αἱ ἀνακοπαὶ κατὰ τῆς διοικητικῆς ἐκτελέσεως τῶν διπλοτύπων ἀπευθύνονται κατὰ τῶν ἐνοικιαστῶν. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον λέγει· «αἱ κατὰ τῆς διοικητικῆς ἐκτελέσεως τῶν περιεχόντων ἀντιῤῥήσεις ὡς πρὸς τὴν ἰδιότητα τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων....»
§77ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὡς πρὸς τὴν ἰδιότητα.
§78ΜΠΟΥΤΟΣ. Παρακαλῶ· κάμνω αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, διότι θέλω νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι ὄχι μόνον ὅπου διπλότυπα περιέχουν ἀντιῤῥήσεις...
§79ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαιότατα.
§80ΜΠΟΥΤΟΣ. — Ἀλλὰ νὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα οἱ φορολογούμενοι νὰ κάμουν ἀνακοπὴν κατὰ παντὸς διπλοτύπου.
§81ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαιότατα.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 13;
§83ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 14, 15, 16 καὶ 17. Ἀναγινώσκεται τὸ 18 ἄρθρον.
§85ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ, μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπῆρε τὸ μερίδιον τοῦ λέοντος, διότι λέγει, ἐὰν θεομηνία συμβῇ, τὸ δημόσιον δὲν εἶναι ὑπόχρεον. Ἐὰν ὅμως μεταξὺ τῶν δημοπρασιῶν συμβῇ ἡ θεομηνία καὶ ὁ ὑπουργὸς σπεύσῃ καὶ ἐγκρίνῃ, δὲν σᾶς φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι εἰς ἴσην θέσιν τὸ δημόσιον μὲ τὸν ἐνοικιαστήν; Προτείνω λοιπὸν νὰ μεταβληθῇ τὸ ἄρθρον.
§86ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν δυνάμεθα, νομίζω, νὰ δεχθῶμεν μεταβολήν τινα, διότι τότε αἱ δημοπρασίαι θὰ ματαιωθῶσιν. Ἐνηργήθη π. χ. δημοπρασία τις, ὑπεβλήθησαν τὰ πρακτικὰ εἰς τὸ ὑπουργεῖον πρὸς ἔγκρισιν καὶ τὸ ὑπουργεῖον ἐγκρίνει. Ὁ ἐνοικιαστής, βλέπων ὅτι ζημιοῦται, θὰ προτείνῃ ἀμέσως τὸν λόγον τῆς θεομηνίας, ἔστω καὶ ἀνυπόστατον. Τότε εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ κάμωμεν μίαν διαδικασίαν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν συνέβη θεομηνία, καὶ ἐὰν πρέπῃ ὁ ἐνοικιαστὴς νὰ ὑποχρεωθῇ εἰς τὴν παραδοχὴν ἢ ὄχι τῆς ἐνοικιάσεως, καὶ τοιουτοτρόπως θὰ μείνῃ ἓν μέγιστον μέρος τῶν δημοσίων προσόδων ἀδιάθετον. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι διὰ τοῦτο ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Δανοπούλου, ἥτις ἄλλως τε ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ὀρθή, δὲν πρέπει νὰ γείνῃ παραδεκτή....
§87ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Πρώτην φορὰν εἰσάγεται αὐτὴ ἡ διάταξις;
§88ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· διότι ἐγεννήθησαν πολλαὶ δίκαι ἐκ μέρους τῶν ἐνοικιαστῶν. Οἱ ἐνοικιασταί, εἴτε ζημιωνόμενοι, εἴτε σφετεριζόμενοι τὰς δημοσίας προσόδους, καταφεύγουν εἰς τὸ ἐπιχείρημα τῆς θεομηνίας, καὶ ἕνεκα τούτου μένουν καθυστερήματα, καὶ τὸ δημόσιον περιπλέκεται εἰς δικαστικοὺς ἀγῶνας μὲ πολλοὺς ἐνοικιαστάς, ὡς ἐκ τῶν ὁποίων ἐπιβαρύνεται μὲ πολλὰ δικαστικὰ ἔξοδα. Διὰ νὰ τεθῇ λοιπὸν ἓν τέρμα εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ θέσω εἰς τὸν νόμον τὴν διάταξιν ταύτην. Ὁ ἐνοικιαστής, ἔχων ὑπ’ ὄψιν μεταξὺ τῶν ἄλλων ὅρων καὶ τὸν ὅρον τοῦτον, ἂς σκεφθῇ ἐὰν τὸν συμφέρῃ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιφέρῃ τροπολογίαν τινὰ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο.
§89Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑποθέσατε ὅτι ὁ Α ἔχει ἐνοικιάσει τὸ τμῆμα Βʹ ἡ ἐνοικίασις γίνεται διὰ δημοπρασίας, ἡ ἔγκρισις μένει εἰς τὰς χεῖρας τοῦ δημοσίου, καὶ ἐὰν μὲν τὰ πράγματα ἔχωσι καλῶς διὰ τὸ δημόσιον, δὲν κοινοποιεῖ τὴν ἔγκρισιν. Ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴν εὑρίσκεται εἰς αὐτὴν τὴν στάσιν ἡ ὑπόθεσις, ἐπέρχεται μία χάλαζα, καὶ τὸ δημόσιον κοινοποιεῖ τὴν ἔγκρισιν αὐτήν· τότε δὲν καταστρέφομεν αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον;
§90ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Εἰς αὐτὴν τὴν παρατήρησιν ἀπήντησα, κύριε βουλευτὰ, καὶ εἶπα ὅτι ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Δανοπούλου θὰ καταστήσωμεν προβληματικὴν τὴν ἐνοικίασιν τῶν δημοσίων προσόδων· διότι εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἀνεξαρτήτως τοῦ ποσοῦ τῆς προσφορᾶς, τὸ ὑπουργεῖον ὀφείλει νὰ κοινοποιήσῃ τὴν ἔγκρισιν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας, ἄλλως ὁ ἐνοικιαστὴς δὲν παραδέχεται τὴν ἔγκρισιν. Ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον κοινοποιεῖ τὴν ἔγκρισιν εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν ἐγκαίρως, ὁ ἐνοικιαστὴς πληροφορεῖται ὅτι ζημιοῦται ὄχι ἐκ θεομηνίας, ἀλλ’ ἀπὸ ἄλλους λόγους· ἀναφέρεται δὲ εἰς τὸν ἔφορον καὶ λέγει, ὅτι δὲν δέχομαι τὴν ἔγκρισιν ἕνεκεν θεομηνίας. Τότε πῶς θὰ βεβαιωθῇ ἂν ὑπῆρξε θεομηνία ἢ ὄχι; Τὸ δημόσιον λέγει εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν, σὺ εἶσαι ὑπόχρεως νὰ βεβαιώσῃς τὴν πρόσοδον· ἐὰν ἀφίσωμεν τὴν πρόσοδον ἕως οὗ ἐξακριβωθῇ ὁ λόγος τῆς θεομηνίας, παρέρχεται ὁ καιρὸς τῆς βεβαιώσεως. Ἰδοὺ διατί δὲν παραδέχομαι τὴν πρότασιν αὐτὴν, ἄλλως ὀρθὴν σχετικῶς, ἀλλ’ ἀπολύτως δὲν δύναται νὰ ᾖναι τοιαύτη.
§91Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κατ’ αὐτὸν τὸν ὅρον ἔρχεται μία θεομηνία (θόρυβος).
§92ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν δὲν ἐπέλθῃ ἡ θεομηνία καὶ ἀρνηθῇ ὁ ἐνοικιαστὴς τὴν ἔγκρισιν, τί θὰ γείνῃ; (θόρυβος)· ὅταν ὁ ἐνοικιαστὴς ἄνευ λόγου τινὸς, τὸν ὁποῖον θὰ γεννήσωμεν διὰ τῆς τροπολογίας αὐτῆς, ἂν τὴν δεχθῶμεν, ἀρνηθῇ, τί θὰ γείνῃ; Καὶ τὸ ἐνοίκιον ἐκτίθεται εἰς ἀναπλειστηριασμὸν καὶ ἡ ζημία ἐπιβαρύνει τὸν ἐνοικιαστήν· ὁ νόμος δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν νὰ δεχθῇ τὴν ἔγκρισιν. Ἐὰν δεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν αὐτὴν πρὸ τῆς κοινοποιήσεως εἶπον, καὶ θέλω νὰ ἐννοηθῶ, ὅτι ὁ ἐνοικιαστὴς ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ, δὲν δέχομαι τὴν ἔγκρισιν διότι καταστρέφομαι ἕνεκα τῆς ἐπελθούσης δῆθεν θεομηνίας.
§93ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἔχει ἄδικον, ἢ δίκαιον;
§94ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναφέρεται εἰς τὸν ἔφορον, ὁ ἔφορος τὸν λέγει ὄχι, δὲν ἔχεις δίκαιον, ποῖος θὰ λύσῃ τὴν διαφοράν; Τί θὰ γείνῃ ἡ πρόσοδος ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ;
§95ΜΙΛΗΣΗΣ. Θὰ ἀναπλειστηριασθῇ. Δυοῖν θάτερον, ἢ ἡ θεομηνία εἶναι πραγματικὴ καὶ εἶναι ἐν τῷ δικαίῳ του ὁ ἐνοικιαστής, ἢ δὲν εἶναι καὶ ἔχει ἄδικον. Ἐὰν ἔχῃ δίκαιον καὶ ᾖναι πραγματικὴ ἡ θεομηνία, τότε τὸ δημόσιον θὰ ὑποστῇ τὴν ζημίαν καὶ θὰ προβῇ εἰς ἀναπλειστηριασμόν, ἐὰν δὲν ᾖναι πραγματικὴ ἡ θεομηνία, θὰ ὑποστῇ τὴν ζημίαν τοῦ ἀναπλειστηριασμοῦ ὁ ἐνοικιαστής, καὶ δὲν βλέπω τί ζημιοῦται τὸ δημόσιον. Ἀλλὰ θὰ μᾶς εἴπητε ὅτι ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου· πολὺ καλά, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ καταστρέψωμεν καὶ τὰ τοῦ ἐνοικιαστοῦ. Φαντασθῆτε ποίαν ζημίαν ἠμπορεῖ νὰ ὑποστῇ ἕνας ἐνοικιαστής, ὅστις ὑφίσταται μίαν θεομηνίαν πραγματικὴν, ἐνῷ δὲν ἀπέκτησεν ἀκόμη τὴν ἔγκρισιν· αὐτὴν τὴν περίπτωσιν ἔθεσεν ὑπ’ ὄψιν σας ὁ κύριος Δανόπουλος.
§96ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Σᾶς εἶπα ὅτι πρῶτον θὰ θέσωμεν εἰς προβληματικὴν κατάστασιν τὰς δημοσίας προσόδους, παραδεχόμενοι αὐτὴν τὴν τροπολογίαν· δεύτερον, δι’ ὃν λόγον τὸ δημόσιον δὲν πρέπει νὰ εὐθύνηται διὰ τὴν θεομηνίαν, ἥτις θὰ ἐπέλθῃ εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν μετὰ τὴν ἔγκρισιν, διὰ τὸν ἴδιον λόγον φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποστῇ τὰς συνεπείας τῆς θεομηνίας, ἐὰν ἐπέλθῃ καὶ κατὰ τὸ στάδιον τῆς ἐγκρίσεως, καθόσον δὲν βλέπω κἀμμίαν διαφορὰν μεταξὺ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης περιπτώσεως· καὶ ἐδῶ ζημιοῦται ἀπὸ τὴν θεομηνίαν καὶ ἐκεῖ. Τὸ δημόσιον ἐνοικιάζει τὰς προσόδους του, οἱ δὲ ἐνοικιασταὶ ἂς κάμουν τοὺς λογαριασμούς των, καὶ ἂν συμφέρῃ εἰς αὐτοὺς ἂς προσφέρουν, ἄλλως ἂς μὴ προσφέρουν τιμὰς, καὶ τότε τὸ δημόσιον ἂς ἐνεργήσῃ διὰ λογαριασμόν του τὴν εἴσπραξιν. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ θέσω εἰς ἀμφιβολίαν τὰς προσόδους τῆς ἐπικρατείας, διότι πολλοὶ τῶν ἐνοικιαστῶν, βλέποντες ζημίαν κατὰ τὴν ἐνοικίασιν καὶ πρὶν κοινοποιηθῇ ἡ ἔγκρισις, θὰ μεταχειρισθοῦν αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα, ὅτι εἶναι θεομηνία καὶ δὲν δέχονται τὴν ἔγκρισιν· τότε θ’ ἀρχίσουν δίκαι ἀτελεύτητοι μεταξὺ ἐνοικιαστῶν καὶ δημοσίου καὶ θὰ θέσωμεν εἰς ἀμφιβολίαν ἓν μέρος τῶν δημοσίων προσόδων. Ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ τὴν τροπολογίαν αὐτὴν, διότι ἡ πρόσοδος τοῦ δημοσίου ἡ προερχομένη ἐκ τῶν ἐνοικιάσεων αὐτῶν ἀποτελεῖ τὸ μέγιστον μέρος τῶν ἀμέσων φόρων.
§97Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ θεομηνία, κύριε πρόεδρε, ἐθεωρήθη λόγος μετριάσεως τοῦ τιμήματος καὶ ἐφηρμόσθη μόνον εἰς τὰς μισθώσεις. Αἱ ἐνοικιάσεις τῶν προσόδων ἐφιλονεικήθησαν καὶ φιλονεικοῦνται μέχρι σήμερον ἂν ἀποτελῶσι μίσθωσιν ἢ ἀγορὰν ἐλπίδος· τὰ δικαστήρια βασανίζονται καὶ διαιροῦνται κατὰ τοῦτο. Νομοθετικὴ διάταξις μία καὶ μόνον ὑπάρχει εἰς τοὺς νέους νόμους τῆς Ἑλλάδος, ἡ διάταξις τοῦ νόμου τοῦ εὐεργετικοῦ, τὸν ὁποῖον κατὰ τὸ 1858 ἐξέδωκε τὸ νομοθετικὸν σῶμα, δι’ ἧς προσκαλοῦνται οἱ ὀφειλέται εἰς τὸ δημόσιον νὰ παρουσιάσωσι τοὺς τίτλους των καὶ ἐκκαθαρίσωσι τὰς ἀπαιτήσεις των· ὅσοι δὲ ὑπέστησαν ζημίας ἐκ θεομηνίας ὀφείλουν νὰ τὰς βεβαιώσουν καὶ συσταίνεται ἓν δικαστήριον περὶ τούτου. Ἐκ τῆς ἀρχῆς ταύτης τὰ δικαστήρια παρεδέχθησαν εἴς τινας περιπτώσεις, ὅτι τὸ συνάλλαγμα τὸ συνιστάμενον μεταξὺ τοῦ δημοσίου καὶ τῶν ἐνοικιαστῶν εἶναι συνάλλαγμα μισθώσεως, καὶ ἑπομένως κατὰ τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν καθιέρωσεν ὁ νόμος ἐκεῖνος καὶ αἱ διατάξεις τοῦ ῥωμαϊκοῦ δικαίου, ἡ θεομηνία εἶναι λόγος ὄχι ἀκυρώσεως τῆς συμβάσεως, ἀλλ’ ἀποζημιώσεως μερικῆς· ἀλλὰ πάντες οἱ φορολογικοὶ νόμοι, οἱ μέχρι τῆς σήμερον, οὐδένα λόγον ποιοῦνται περὶ τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ τῆς θεομηνίας. Τώρα καλούμεθα ἡμεῖς ὄχι νὰ καθιερώσωμεν κανόνα, ἀλλ’ ἐξαίρεσιν· ἐρωτῶ, καθιεροῦμεν τὴν σχέσιν τῆς συμβάσεως αὐτῆς μεταξὺ τοῦ δημοσίου καὶ ἐνοικιαστῶν ὡς σχέσιν μισθώσεως; διότι μόνον εἰς τὸ συνάλλαγμα τῆς μισθώσεως ὁρίζεται ἡ ἐξαίρεσις αὕτη (θόρυβος). Ἂς ᾖναι· τέλος πάντων αἱ σχέσεις αὐτῆς τῆς ἐνοικιάσεως τῶν προσόδων εἶναι μίσθωσις, εἶναι ἀγορὰ ἐλπίδος; ἢ, ὅπως λέγουν οἱ ἄλλοι, εἶναι ἐκχώρησις τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ πολιτεία περὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων; Ἐκτὸς τῆς μισθώσεως, αἱ λοιπαὶ νομικαὶ σχέσεις διέπονται ἀπὸ ἰδιαιτέρους κανονισμοὺς, καὶ εἴτε τοὺς ὁρίσωμεν ἡμεῖς εἴτε ὄχι τοὺς ὁρίζει ὁ ἀστικὸς νόμος· ὥστε φρονῶ, κύριοι, ὅτι ἐὰν δὲν παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν ὅτι ἡ σύμβασις τῆς ἐνοικιάσεως αὕτη ἀποτελεῖ τὴν μίσθωσιν, δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν λόγον περὶ θεομηνίας.
§98ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Εἶναι γενικὴ ἀρχὴ τοῦ δικαίου, κύριοι, ὅτι οἱ κίνδυνοι ἀφορῶσι τὸν κύριον, εἶναι γνωστὸν ἤδη ὅτι ἡ τοιαύτη μίσθωσις ἐθεωρήθη παρὰ τῶν δικαστηρίων ὡς ἐκποίησις, ὡς ἀπαλλοτρίωσις, ὡς ἀγορά. Ἡ ἀγορὰ λοιπὸν πότε θεωρεῖται τετελεσμένη; μετὰ τὴν κατακύρωσιν· πρὸ τῆς κατακυρώσεως λοιπὸν ὁ ἐνοικιαστὴς δὲν γίνεται κύριος τοῦ ἐλπιζομένου πράγματος· καὶ ὅμως ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν φέρει τὸ νομοσχέδιον τὸ φορολογικὸν, θέλει νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸν μὴ ἔτι κύριον... (θόρυβος). Διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ τῶν οἰκονομικῶν, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ᾖμαι μέλος, ἀπεφάσισε κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τὴν ἀπάλειψιν τῆς διατάξεως αὐτῆς.
§99ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΧΩΝ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ.
Προτιμητέα εἶναι ἡ ἀπάλειψις.
§100ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔκρινε νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀπάλειψιν καὶ νὰ ἀφήσῃ τὰ πράγματα, ὅπως ἔχουσιν· διότι πραγματικῶς, ὅπως ὁ βουλευτὴς Καλαβρύτων κύριος Πετιμεζᾶς παρετήρησε, δύναται νὰ ἐπέλθῃ μία θεομηνία πρὸ τῆς κατακυρώσεως, καὶ ἑπομένως τὸ δημόσιον νὰ εἴπῃ, σὲ κατακυρῶ, διότι ἄλλως θὰ λάβω ὀλιγώτερα. Δὲν ἐννοῶ ὅτι εἶναι κακῆς πίστεως τὸ δημόσιον, ἀλλὰ δὲν ἔχει συμφέρον εἰς μίαν νέαν μίσθωσιν. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἀντίκειται εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου καθόλου, καὶ δὲν ἔχει διόλου πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Τὸ ὑπουργεῖον, μοι φαίνεται, θὰ παραδεχθῇ τὴν ἀπάλειψιν καὶ θὰ ἀφήσῃ τὰ πράγματα, ὅπως ἔχουσιν.
§101ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἀφοῦ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, θὰ ἐκφράσω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου ὡς πρὸς τὴν ἀπάλειψιν. Παρατηρῶ ὅμως εἰς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Φθιώτιδος, ὅτι κατὰ τὸν πάγιον νόμον τοῦ 1855, ἡ ἐνοικίασις εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν ἐνοικιαστὴν ἐντὸς ὡρισμένης τινὸς προθεσμίας· ἑπομένως, ἐὰν καὶ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ τελευταῖος πλειοδότης εἶναι ὑπόχρεως εἰς τὸ δημόσιον ἐπέλθῃ θεομηνία τις, ὁ ἐνοικιαστὴς ἐκεῖνος δὲν δύναται νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἐνοικίασιν, ἀλλὰ θὰ ζητήσῃ τὴν ἀπαλλαγήν του ἐπικαλούμενος τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου. Δεύτερον, ὁ ἐνοικιαστὴς εἶναι ὑπόχρεως εἰς τὴν προσφορὰν ἀπέναντι τοῦ δημοσίου ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας 5 ἡμερῶν, προστιθεμένων εἰς αὐτὰς καὶ τῶν ἡμερῶν, αἵτινες ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἀποστολὴν τῶν ἐγγράφων εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ ὑπουργείου εἰς τὰς ἀρχάς. Ἐὰν ἐπέλθῃ λοιπὸν θεομηνία ἐντὸς τοῦ διαστήματος τούτου, ὁ ἐνοικιαστὴς δὲν δύναται νὰ ἀπαλλαχθῇ νομίμως, ἀποποιούμενος τὴν παραδοχὴν τῆς ἐνοικιάσεως, διότι ὑπὸ τοιοῦτον ὅρον τὸ δημόσιον διαθέτει τὰς προσόδους του.
§102ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Πρέπει πρὸ πάντων, κύριοι, νὰ ἐννοηθῇ ποίου εἴδους συνάλλαγμα εἶναι τὸ συνάλλαγμα, τὸ διέπον τὰς σχέσεις τοῦ δημοσίου πρὸς τοὺς ἐνοικιαστάς. Εἶναι λελυμένον λοιπὸν, ὅτι δὲν εἶναι μίσθωσις· ἑπομένως ἡ θεομηνία δὲν ἔχει κἀμμίαν ἐπιῤῥοὴν, καὶ ἐὰν ὁ ἐνοικιαστὴς εἴπῃ ὅτι ἔχει ἐπιῤῥοήν. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν τί σημασίαν ἔχει τὸ ἄρθρον. Ἐὰν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ὁ ἐνοικιαστὴς ἐπικαλεσθῇ θεομηνίαν, τὸ δημόσιον θὰ τῷ ἀντιτάξῃ λογικῶς, δὲν πρόκειται περὶ μισθώσεως, ἀλλὰ περὶ συμβάσεως, καὶ ἑπομένως ἡ θεομηνία δὲν ἔχει ἐπιῤῥοήν. Τέλος εἶναι κατὰ τοῦ δημοσίου ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου βουλευτοῦ Ἄργους, καὶ ἔχει δίκαιον ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι κατὰ τὴν τροπολογίαν ἐκείνην μεταβάλλομεν καὶ τὰς σχέσεις τοῦ νόμου. Πρέπει λοιπὸν νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ἡ θεομηνία δὲν ἔχει κἀμμίαν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν σχέσεων τοῦ δημοσίου πρὸς τὸν ἐνοικιαστὴν, ἄλλως τοῦτο θὰ ἐπηρεάσῃ τὸ συνάλλαγμα πρὸ τῆς ἐνοικιάσεως· ἑπομένως θέτομεν τὸ δημόσιον εἰς χείρονα θέσιν παρ’ ὅ,τι σήμερον. Τὸ ὀρθότερον εἶναι νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον καὶ νὰ μείνωσιν αἱ σχέσεις τῶν ἐνοικιαστῶν πρὸς τὸ δημόσιον κατὰ τοὺς κειμένους νόμους. Εἶναι ἀγορὰ, εἶναι ἐκχώρησις κυριαρχικῶν δικαιωμάτων. Ὑπάρχουν αἱ δίκαι ἐκεῖναι, ἀλλ’ αἱ δίκαι ἐκεῖναι δὲν εἶναι ἀντικείμενον θεομηνίας. Καὶ ἐπὶ τῆς ἀγορᾶς ὑπάρχουσι σπανιώταται περιπτώσεις, καθ’ ἃς ὁ ἀγοραστὴς ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθῇ διατάξεις ὑπὲρ ἑαυτοῦ, αὐταὶ αἱ περιπτώσεις ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς δίκας σπανιωτάτας· ἀλλὰ προκειμένου περὶ σπανιωτάτων περιπτώσεων, εἶναι προτιμότερον νὰ μείνουν τὰ πράγματα ὅπως ἔχουν, καὶ νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον.
§103ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριοι, νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα ἔλαβε νομικὸν χαρακτῆρα· πρέπει νὰ σκεφθῶμεν αὐτὸ τὸ συνάλλαγμα τί εἶναι, μίσθωσις ἢ ἀγοραπωλησία; Τὰ πλεῖστα τῶν δικαστηρίων, καὶ ἰδίως οἱ πλεῖστοι τῶν νομοθεσιῶν παραδέχονται, ὅτι ἡ ἐκμίσθωσις τῶν δημοσίων προσόδων εἶναι ἀγοραπωλησία. Τοῦτο ἐὰν ᾖναι ἢ μὴ ὀρθὸν, δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἐπὶ ἐνοικιάσεως προσόδων συνάπτεται ἓν συμβόλαιον ἔνθεν μὲν παρὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, ἔνθεν δὲ παρὰ τοῦ ἐνοικιαστοῦ. Τούτου τεθέντος, ἡ πώλησις ὅταν τελεσθῇ, τὰ συμβάματα ἀφορῶσι τὸν ἐνοικιαστήν· εἶναι ἀρχὴ τοῦ δικαίου· ἀλλ’ ἐγείρεται τὸ ζήτημα, εἶναι τετελεσμένη ἡ πώλησις ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; νομίζω, ὅτι εἶναι τετελεσμένη. Διατί; ὁ ἐνοικιαστὴς παρουσιάζεται ἐνώπιον τοῦ ἐφόρου καὶ προσφέρει, ὁ ἔφορος ἀποδέχεται καὶ ἐπικυροῖ τὰ πρακτικά· ἐτελέσθη τὸ συνάλλαγμα.
§104ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι οὕτω.
§105ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε ὑπομονήν. Αἱ δύω θελήσεις συνηνώθησαν καὶ ἐτελέσθη τὸ συνάλλαγμα καὶ τὰ συμβάματα ἀφορῶσι, ὡς εἶπον, τὸν ἐνοικιαστήν. Εἶναι ὅμως ἓν τεμάχιον τοῦ ῥωμαϊκοῦ δικαίου, κατὰ τὸ ὁποῖον, ὅταν ὁ ἴδιος ὁ πωλῶν ἐπεφυλάχθη τὴν ἐκτέλεσιν εἰς ἑαυτὸν, τότε δὲν εἶναι συνάλλαγμα, διότι δὲν εἶναι δύω θελήσεις. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑπάρχουν δύω θελήσεις, τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου καὶ τοῦ προσφερτοῦ. Τὸ δημόσιον δὲ εἶναι ὡς τρίτον πρόσωπον, ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ ὑπουργὸς ἔχει ἐπιτήρησιν ἀνωτάτην πρὸς κύρωσιν ἢ μὴ τῶν πράξεων τῶν ὑποδεεστέρων ἀρχῶν. Τὸ συνάλλαγμα εἶναι τετελεσμένον, ἀλλ’ ἐπιφυλάσσομαι, λέγει ἡ ἐπικράτεια, τὸ δημόσιον, νὰ ἐκφράσω τὴν θέλησίν μου κατόπιν ἐπὶ τοῦ πραγματοποιηθέντος συναλλάγματος. Ἀπαντᾶται λοιπὸν εἰς τὸ Ῥ. δίκαιον πώλησις ὑπὸ αἵρεσιν τρίτου προσώπου. Εἶναι τετελεσμένη; ναὶ, λέγει τὸ Ῥ. δίκαιον, διότι ὁ ὑπουργὸς εἶναι ἄλλος, ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος εἶναι ἄλλος. Συνήφθη τὸ συνάλλαγμα. Ἐγὼ ἐπιφυλάσσομαι, λέγει ἡ ἐπικράτεια, ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἀποφανθῶ χάριν τοῦ δημοσίου συμφέροντος. Λοιπὸν εἶναι τρίτος ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. — Μολαταῦτα καὶ οὕτως ἔχοντος τοῦ Ῥ. δικαίου, ὁ Ἄρειος Πάγος ἐσχάτως ἠξίωσε νὰ εἴπῃ, ὄχι, δὲν εἶναι τετελεσμένη ἡ πώλησις· ἀφ’ οὗ τὸ δημόσιον, ὁ ὑπουργὸς ἐπεφυλάχθη εἰς ἑαυτὸν τὴν ἐπικύρωσιν, δὲν τὸ θεωρῶ τετελεσμένον.— Ὁ ὑπουργὸς λοιπὸν αὐτὴν τὴν διαφωνίαν μεταξὺ τῶν ἐφετείων τῶν ὑφισταμένων καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἠθέλησε νὰ τὴν προλάβῃ διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς τοῦ νόμου πρὸς ἄρσιν πάσης ἀμφιβολίας. Τώρα τί θέλει ἡ Βουλή; ἐὰν νομίζῃ ὅτι μετὰ τὴν οὕτω τέλεσιν τοῦ συναλλάγματος ἡ θεομηνία δίδει χώραν εἰς ἀποζημίωσιν, τότε ἀληθῶς πρέπει νὰ λείψῃ ἀπὸ τὸν νόμον ἡ περὶ ἧς πρόκειται διάταξις.
§106ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐν τούτοις, δὲν ἐλύθη ὁριστικῶς ἀπὸ τὰ δικαστήρια ὁποίου εἴδους συνάλλαγμα ἀποτελεῖ ἡ ἐνοικίασις τῶν δημοσίων προσόδων.
§107ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὰ πλειότερα τῶν δικαστηρίων ἀπεφάνθησαν ὅτι εἶναι συνάλλαγμα ἀγοραπωλησίας.
§108ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι λελυμένον ἀκόμη τὸ ζήτημα τοῦτο· διότι ἐπὶ πολλῶν δικῶν, αἵτινες ἠγέρθησαν μεταξὺ διαφόρων ἐνοικιαστῶν καὶ τοῦ δημοσίου, τὰ δικαστήρια ἐξέδωκαν ἀντιφατικὰς ἀποφάσεις· ὥστε ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἡ νομολογία τῶν δικαστηρίων δὲν ἐπαγιώθη.
§109ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετὰ, κ. πρόεδρε.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. Σωτηρόπουλε.
§111ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ. Δυστυχῶς δὲν εἶμαι νομικὸς, καὶ ἑπομένως δὲν ἔχω τὴν ἱκανότητα νὰ ἀναιρέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης μὲ τεμάχια καὶ διατάξεις τοῦ ῥωμαϊκοῦ δικαίου· διαφωνῶ ὅμως πρὸς τὸ πόρισμα, τὸ ὁποῖον ἐξήγαγε πρὸ ὀλίγου, διὰ λόγους ὅλως πρακτικοὺς, τοὺς ὁποίους θέλω θέσει ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς, καὶ αὐτὴ θέλει ἀποφασίσει ἐὰν πρέπει νὰ δεχθῇ τὸ ἄρθρον τὸ ὁποῖον ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλει. Ὅτι ἡ διάθεσις τῶν δημοσίων προσόδων δὲν ἀποτελεῖ μίσθωσιν, ἀλλ’ ἀγοράν, τοῦτο ἐν γένει εἶναι παραδεδεγμένον ἀπὸ ὅλα τὰ δικαστήρια, καὶ σήμερον οὐδεὶς τῶν ἐνοικιαστῶν ἐνόησε νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια καὶ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν διὰ βλάβας, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον εἰς τὰς ἐνοικιαζομένας προσόδους ἕνεκα θεομηνίας μετὰ τὴν σύναψιν τῆς ἐνοικιάσεως, ὅ ἐστί, μετὰ τὴν ἔγκρισιν, τὴν ὁποίαν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξέδωκε καὶ τὴν ὑπογραφὴν τῶν ὁμολογιῶν, δηλαδὴ διὰ ζημίας, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν ἀφ’ ἧς ἡ σύμβασις αὕτη ἐθεωρήθη ὡς ὁριστικῶς τετελεσμένη. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ὁ κύριος ὑπουργὸς θέλει νὰ ἐφαρμοσθῇ τοῦτο καὶ ἐπὶ τῶν διενέξεων τῶν ἐνοικιαστῶν διὰ τὰς θεομηνίας, αἱ ὁποῖαι λαμβάνουσι χώραν κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον μεσολαβεῖ ἀφ’ ἧς λαμβάνει πέρας ἡ δημοπρασία μέχρι τῆς ἐγκρίσεως τῆς δημοπρασίας ταύτης ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν· προσεπάθησε δὲ νὰ μᾶς πείσῃ ὅτι, ἅμα ὁ ἐνοικιαστὴς παρουσιάσῃ ἔγγραφον τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου καὶ προσφέρῃ μίαν τινὰ τιμὴν διὰ τὴν ἐνοικίασιν τμήματός τινος, ἡ ἐνοικίασις εἶναι ἀποπερατωμένη. Τοῦτο ὅμως δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ παραδεχθῶμεν, διότι ἡ προσφορὰ τὴν ὁποίαν κάμνει ὁ ἐνοικιαστὴς εἶναι μία ὑποχρέωσις δι’ αὐτὸν ἀλλ’ ὄχι καὶ διὰ τὸ δημόσιον· καὶ ἑπομένως ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ὅστις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐγκρίνῃ τὰ πρακτικὰ δημοπρασίας, δύναται νὰ τὴν ἀποῤῥίψῃ καὶ νὰ διατάξῃ νέαν δημοπρασίαν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι δὲν εἶναι ὁριστικὴ, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὁριστικῶς ἀποπερατωμένη ἡ σύμβασις, παρὰ ἀφοῦ ἔλθῃ ἡ ἔγκρισις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἤθελον δὲ παραδεχθῆ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ἔβλεπον ὅτι ὑπάρχει ἰσότης εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν καὶ ἀμοιβαιότης μεταξὺ ἐνοικιαστῶν καὶ δημοσίου· ἀλλ’ ἀφοῦ βλέπω ὅτι, ἐὰν μετὰ τὴν προσφορὰν τοῦ ἐνοικιαστοῦ συμβῇ ἔκτακτόν τι, τὸ ὁποῖον αὐξήσει τὴν ἀξίαν τῆς προσόδου, τὸ δημόσιον εἶναι ἐλεύθερον νὰ μὴ ἐγκρίνῃ τὴν προσφορὰν ταύτην, φρονῶ, ὅτι εἶναι ἄδικον, ἐὰν συμβῇ μία θεομηνία, ἡ ὁποία φέρει ἐλάττωσιν εἰς τὴν πρόσοδον αὐτὴν, νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ ἐνοικιαστὴς ἢ νὰ ἀπομακρυνθῇ ἢ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐλάττωσιν, διὰ τὴν ζημίαν τῆς θεομηνίας. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ἡ ἐπιτροπὴ τῶν οἰκονομικῶν δὲν παραδέχεται τὴν προσθήκην τοῦ ἄρθρου καὶ προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀφήσῃ τὰ πράγματα ὅπως ἔχουν.
§112ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Λοιπὸν, κ. πρόεδρε, ἡ συζήτησις αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου ἀναβάλλεται δι’ αὔριον.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, ἀναβάλλεται δι’ αὔριον ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου.
§114ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Θὰ παραδεχθῇ ὅμως τώρα διὰ βʹ. φοράν.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, γίνεται δεκτὸν διὰ δευτέραν φοράν.—Μεταβαίνομεν εἰς τὸ 19 ἄρθρον· «ὁ νόμος περὶ φόρου ἐπιτηδευμάτων δὲν ἐφαρμόζεται ἐν τοῖς Ἰονίοις νήσοις καὶ κατὰ τὸ 1874.» Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§116ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη διὰ βʹ. φοράν. «Ἄρθρον 20. Ἐξαιροῦνται τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας· 1) Αἱ ἄμπελοι μέχρι 5 ἐτῶν συμπεπληρωμένων· 2) Αἱ μονοετῶς ἐνοικιαζόμεναι ἐθνικαὶ καὶ αἱ τῶν διαλελυμένων μοναστηρίων καὶ ἐπισκοπικῶν περιελθοῦσαι εἰς τὸ δημόσιον ἄμπελοι.» Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§118ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. «Ἄρθρον 21. Ἀπαλλάσσονται παντὸς δημοσίου φόρου· 1) Τὰ ἐξαγόμενα τοῦ Κράτους κίτρα συσκευασμένα δι’ ἅλμης ἢ σακχάρεως. 2) Αἱ βρώσιμοι ἐλαῖαι, ὅταν αὗται δὲν μεταφέρωνται διὰ ξηρᾶς ἢ διὰ θαλάσσης, κατὰ τὸ ΛΔʹ ψήφισμα τῆς Βʹ ἐν Ἀθήναις Ἐθν. Συνελεύσεως. 3) Τὰ ἄχυρα. 4) Οἱ λαχανόκηποι τῶν γεωργῶν μέχρις ἑνὸς στρέμματος, ὅπου καὶ ἂν κεῖνται, ἐκλογῇ τοῦ γεωργοῦ. Τὰ περιβόλια δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν ἐξαίρεσιν ταύτην. 5) Τὰ σποράδην ὀπωροφόρα δένδρα τὰ ἐντὸς τοῦ ἀνωτέρω στρέμματος εἰς τὰς αὐλὰς, τοὺς ἰδιοκτήτους ἀγροὺς καὶ τὰς ἰδιοκτήτους ἢ ἐθνικοϊδιοκτήτους ἀμπέλους ἢ σταφιδαμπέλους εὑρισκόμενα. 6) Τὰ ἀσταχολόγια ἀνὰ δύω μόνον κοιλὰ δι’ ἕκαστον ἀσταχολόγον. 7) Οἱ σπόροι τοῦ λιναρίου, καναβίου, ῥιζαρίου, τριφυλλίου καὶ κρομμύου. 8) Τὰ φύλλα τῶν ἰδιοκτήτων συκαμινομωρεῶν, καὶ 9) Ἡ ῥόβη, ὁ βίκος καὶ τ’ ἀγριολάθουρα, ὅταν δὲν ἁλωνίζονται.»
§120ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἐδῶ, κύριε πρόεδρε, θὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἕβδομον ἐδάφιον καὶ «οἱ σπόροι τῶν σαρωμάτων».
§121ΠΟΛΛΟΙ. Πολὺ καλά· μάλιστα.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 21;
§123ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη τὸ νομοσχέδιον διὰ βʹ φοράν. Αὔριον θέλει εἶσθαι ἡ τρίτη καὶ τελευταία συζήτησις, καθ’ ἣν θέλουσι φέρει οἱ κύριοι ὑπουργοὶ καὶ τὰς διαφόρους τροπολογίας. Ἤδη ἔχομεν τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς.
§125ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι αὔριον, ἀλλὰ σήμερον, διότι τὸ προεδρεῖον δὲν ἠμπορεῖ νὰ βαδίσῃ πλέον ἄνευ προϋπολογισμοῦ.
§127ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ (ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Κύριοι, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρότασιν νόμου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ 4 ἄρθρου τοῦ μετοχικοῦ ταμείου τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ. Τοὺς λόγους ἐκθέτω εἰς ἔκθεσιν καὶ παρακαλῶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ φέρῃ τὰς τροποποιήσεις, ἃς νομίζει ἀναγκαίας. (Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος Ν. Τσώκρης).
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς. (Ἀναγινώσκει) «Ἀποζημίωσις βουλευτῶν...... 380,000.» Ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου τὰς ἑξῆς· «α) Εἰς τὸν πίνακα κατεχωρίσθησαν δι’ ἀποζημίωσιν βουλευτῶν δραχ. 380,000 μὴ ἀφαιρεθεισῶν τῶν κρατήσεων τῶν πολιτικῶν, στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν συνταξιούχων, τῶν προβλεπομένων ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὅσον αὗται κανονίζονται κατὰ τὰς λογιστικὰς διατάξεις. Ὡσαύτως δὲ εἰς τὸ ἀνωτέρω ποσὸν συμπεριλαμβάνεται καὶ ἡ καθυστερουμένη ἀποζημίωσις τῶν βουλευτῶν Ἠλείας καὶ Ὀλυμπίας τοῦ ἔτους 1872.»
§129ΑΝΔΡΙΤΣΟΥ. Εἰς τὸ ποσόν, κύριοι, τῆς ἀποζημιώσεως τῶν βουλευτῶν ἐκ δραχ. 380,000 ἡ ἐπιτροπὴ, ὡς ἠκούσατε, ἔφερε παρατηρήσεις. Βλέπετε δὲ ἐξ αὐτῆς, ὅτι ἡ ἀποζημίωσις, ἡ κράτησις τῶν στρατιωτικῶν δὲν ἀφαιρεῖται, καὶ προστίθεται ἡ ἀποζημίωσις τῶν βουλευτῶν Ἠλείας καὶ Ὀλυμπίας κατὰ τὸ ἔτος 1872, ἐνῷ δὲν ὑπῆρξαν βουλευταὶ, διότι αἱ ἐκλογαὶ τῶν βουλευτῶν αὐτῶν ἠκυρώθησαν, καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἄρθρον 75, δὲν ἠμποροῦν νὰ λάβουν ἀποζημίωσιν. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἦλθε καὶ πέρυσιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀπεφάνθη ἡ Βουλή· εἶναι δεδικασμένον, τὸ ἀπέῤῥιψεν ἡ Βουλή· φέρετε τὰ πρακτικὰ, διὰ νὰ τὸ ἴδητε· ἦλθεν εἰς τὴν σύνοδον τοῦ 1873. Θέλετε νὰ τοὺς δώσητε ῥουσφέτι 16,000 δραχμὰς, εἶσθε κύριοι νὰ τὸ πράξητε, ὅπως τὸ ἐπράξατε καὶ εἰς τὴν ἐκλογὴν Ζακύνθου, ἀλλὰ κατὰ τὸ Σύνταγμα δὲν ἔχετε δίκαιον νὰ δαπανήσητε 16,000 δραχμὰς, ὅπως καὶ εἰς τὴν ἐκλογὴν Ζακύνθου τοῦ 1868 καὶ κατόπιν ἄλλας 10,000 δραχμὰς διὰ τοὺς ἄλλους βουλευτὰς Ζακύνθου, ἐνῷ βουλευταὶ δὲν ἦσαν. Τί λέγομεν λοιπὸν, τί φωνάζομεν καὶ κοπτόμεθα καὶ λέγομεν, παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα, ὅτι ἔγεινε τοῦτο καὶ ἐκεῖνο ἐκ μέρους τοῦ κ. Δεληγεώργη, ἐνῷ ἐρχόμεθα οἱ ἴδιοι νομοθέται καὶ λέγομεν ὅτι, ἐνῷ δὲν εἴμεθα βουλευταὶ, πρέπει νὰ λάβωμεν ἀποζημίωσιν; Τοῦτο δὲν εἶναι δίκαιον.
§130ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἦσαν βουλευταὶ καὶ ὁ ὅρκος μόνον τοὺς ἔμενε.
§131ΑΝΔΡΙΤΣΟΥ. Ἂν καθιερώσητε τοιαύτην ἀρχὴν, βεβαιωθῆτε, ὅτι πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν θὰ πληρώσητε· διότι καὶ πολλοὶ ἄλλοι βουλευταὶ δὲν ἐπῆραν. Προτείνω λοιπὸν νὰ ἀποῤῥιφθῇ τὸ ποσὸν τῶν 16,000 δραχμῶν, καθόσον ἀφορᾷ τοὺς βουλευτὰς Ἠλείας καὶ Ὀλυμπίας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν βουλευταί.
§132ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν καθόσον ἀφορᾷ τὴν κράτησιν τῶν πολιτικῶν, ναυτικῶν καὶ στρατιωτικῶν συνταξιούχων, ὅσοι τυγχάνουν ὄντες βουλευταί. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἄνευ λόγου ἐξογκοῦται ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον δὲν συμφέρει καὶ εἰς αὐτὸ τὸ Σῶμα. Τὸ Σύνταγμα ὁρίζει, ὅτι οἱ βουλευταὶ λαμβάνουν δύω χιλιάδας δραχμάς. Δὲν ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω ἂν ᾖναι πολὺ ἢ ὀλίγον· βεβαίως εἶναι μικρὸν τὸ ποσὸν, ἀλλὰ οὕτως ὡρίσθη διὰ πάντας, καὶ οἱ στρατιωτικοὶ καὶ ναυτικοὶ λαμβάνουν τὴν διαφορὰν τῆς μισθοδοσίας. Νομίζω λοιπὸν τὴν διαφορὰν μόνον ταύτην πρέπει νὰ ἐγγράψωμεν· καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ὑπόλοιπον, πρέπει νὰ διαγραφῇ καὶ νὰ ἐλαττωθῇ ὁ προϋπολογισμὸς σπουδαίου ποσοῦ.
§133ΛΑΠΑΣ. Καὶ ἂν διαλυθῇ ἡ Βουλὴ, ποῦ θὰ πληρωθῶ ἐγώ;
§134ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν λογιστικὴν ἐπιτροπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχω μέρος, ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, ἐὰν πρέπει νὰ σημειωθῇ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν 380,000 δι’ 190 βουλευτάς. Τινὲς εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ πληρωθῶσι καὶ οἱ στρατιωτικοὶ καὶ ναυτικοὶ, διότι καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐπληρώθησαν. Οἱ συνταξιοῦχοι, κύριοι, ἀφίνουν χρήματα καὶ λαμβάνουν τὸν τόκον ... Δὲν ἐθεωρήσαμεν λοιπὸν δίκαιον νὰ τοὺς κρατηθῇ ἡ σύνταξις δι’ ἓν μικρὸν ἐπίδομα, τὸ ὁποῖον λαμβάνουν, καὶ διὰ τοῦτο ἐσημειώθη ὁλόκληρον τὸ ποσόν. Φρονῶ, ὅτι οἱ συνταξιοῦχοι δὲν ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν βουλευτῶν Ἠλείας καὶ Ὀλυμπίας, δὲν γνωρίζω τίποτε. Ἂν ἡ μισθοδοσία τῶν καθυστερῆται, εἶναι δίκαιον νὰ πληρωθῶσι.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν ὡς ἔχει παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι· (θόρυβος, ἐγείρονται πολλοὶ βουλευταί).
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη.
§137ΑΝΔΡΙΤΣΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί παρεδέχθη; Ἐγὼ ἔφερα τροπολογίαν διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν βουλευτῶν Ὀλυμπίας καὶ Ἠλείας.
§138Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Ἐγώ, κύριε πρόεδρε, δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐκτελέσω διατάξεις ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, πρὸς τί σπεύδετε καὶ ἐσυγχύσατε τὰ ζητήματα. Πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ ἐφ’ ὅλων τῶν ζητημάτων.
§139ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, οὕτω πως θὰ θέσητε τὰ ζητήματα· λέγει τὸ ἄρθρον, ὅτι ὡρίσθησαν δι’ ἀποζημειώσεις βουλευτῶν 380,000· ἡμεῖς ἀφηρέσαμεν τὰς κρατήσεις τῶν πολιτικῶν, στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν· ὡσαύτως δὲ ἐγένετο λόγος καὶ περὶ τῆς ἀποζημιώσεως τῶν βουλευτῶν Ἠλείας καὶ Ὀλυμπίας. Πρέπει νὰ ἐρωτήσητε χωριστὰ ἕκαστον τῶν ζητημάτων.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν πρῶτον τὸ περὶ συνταξιούχων.
§141ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Ταῦτα ὁρίζει τὸ Σύνταγμα.
§142ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Σύνταγμα λέγει, οἱ ὁπωσδήποτε μισθοδοτούμενοι. Ἡ σύνταξις θεωρεῖται ὡς μισθός, ναὶ ἢ ὄχι; Ἡ σύνταξις δὲν εἶναι παρὰ πρόσοδος τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα οἱ πολῖται ἔχουν καταβάλλει. Καὶ ἂν ᾖναι μισθὸς διατί τὴν ἐργασίαν τῆς ἀφαιρέσεως δὲν τὴν κάμνει τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον γνωρίζει πόσον μισθὸν λαμβάνει ἕκαστος ὑπάλληλος; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πράττομεν κἀμμίαν ἀντισυνταγματικότητα, ἂν ἐπιψηφίσωμεν ὁλόκληρον τὸ ποσόν. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν βουλευτῶν Ὀλυμπίας· θέλει ἡ Βουλὴ νὰ τὸ ἀφαιρέσῃ, ἂς τὸ ἀφαιρέσῃ, ἐνῷ ὑπάρχει ἓν προηγούμενον. Δὲν ἠκυρώθησαν αἱ ἐκλογαὶ τῆς Ὀλυμπίας, οἱ βουλευταὶ αὐτῆς ἦλθον ἐδῶ, ὡρκίσθησαν, ἐξεπλήρωσαν βουλευτικὰ καθήκοντα. Ἀγαπᾷ ἡ Βουλὴ νὰ τὸ ἀφαιρέσῃ, ἂς τὸ ἀφαιρέσῃ· ἡμεῖς πολλὰς ζημίας ὑπέστημεν, ἂς ὑποστῶμεν καὶ αὐτήν.
§143Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Καθόσον ἀφορᾷ τοὺς συνταξιούχους, διαρκῶς ἐγένετο τὸ ἑξῆς· οἱ συνταξιοῦχοι βουλευταὶ ἐλάμβανον τὰς δύω χιλιάδας δραχμὰς τὰς ὁριζομένας ὑπὸ τοῦ νόμου, ἀλλ’ εἰδοποιεῖτο τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συνταξιούχων καὶ ἀφῄρει ἀπ’ αὐτῶν τὴν σύνταξιν καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς βουλευτικῆς συνόδου.
§144ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τοῦτο διότι τὸ ταμεῖον δὲν ἦτον ἐνήμερον.
§145ΖΑΪΜΗΣ. Αὐτὸ ἐγένετο πρὸ πολλῶν ἐτῶν, καὶ τοῦτο ἔπραξα. Καθόσον ἀφορᾷ τοὺς βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι εἶναι στρατιωτικοί, ἰδοὺ τὶ ἔπραξα μέχρι τοῦδε· οἱ κύριοι βουλευταὶ ὅσοι εἶναι ἀξιωματικοί, ἐλάμβανον ἀναλόγως τοῦ βαθμοῦ των ἕκαστος τὸ ποσὸν πρὸς συμπλήρωσιν τῶν 2,000.
§146ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς τὸ ὑπελογίσατε;
§147ΖΑΪΜΗΣ. Δι’ ἓξ μῆνας. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἄλλη ἑρμηνεία τοῦ Συντάγματος δὲν δύναται νὰ γείνῃ, ἀλλ’ αὐτή· αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς ἐφαρμογὴ τοῦ ἄρθρου 76 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει, «οἱ βουλευταὶ οἱ λόγῳ πολιτικῆς ἢ στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἢ ἄλλως πως μισθοδοτούμενοι, δὲν λαμβάνουν εἰμὴ τὸ τυχὸν ἐλλεῖπον μέχρι τῆς ἀνωτέρω ὁρισθείσης ἀποζημιώσεως.» Ἑπομένως ὑπελόγισα ἓξ μῆνας, καὶ ἂν τὸ ποσὸν τῆς μισθοδοσίας ᾖναι ἀνώτερον, οἱ στρατιωτικοὶ δὲν λαμβάνουν τίποτε, καθὼς οἱ κύριοι Σοῦτσος, Τριγγέτας καὶ ἄλλοι· ἂν ᾖναι δὲ μικρότερον, λαμβάνουν τὴν συμπλήρωσιν μέχρι 2,000 δραχμῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς ἑρμηνεία τοῦ Συντάγματος.
§148ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὁ κ. Ζαΐμης, ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐταράχθη ἄνευ λόγου. Καὶ πρῶτον ῥητῶς καὶ σαφῶς ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ἔκθεσίν της σᾶς λέγει, ὅτι εἰς τὸν πίνακα κατεχωρίσθησαν δι’ ἀποζημίωσιν βουλευτῶν 380,000, μὴ ἀφαιρεθεισῶν τῶν κρατήσεων τῶν πολιτικῶν, στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν συνταξιούχων. Εἴμεθα λοιπὸν ἐντὸς τοῦ Συντάγματος, ἅμα αὗται ἀφαιρεθῶσιν.
§149ΛΑΠΑΣ. Διατί νὰ ἀφαιρεθῶσι; Καὶ ἂν διαλυθῇ ἡ Βουλή;
§150ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἡ ποσότης τῶν 380,000 δραχμῶν εἶναι ποσότης μεταβλητὴ καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ κανονισθῇ ἐκ τῶν προτέρων. Ἡ λογιστικὴ ἐπιτροπὴ ὤφειλε νὰ βάλῃ 300,000, διότι πιθανὸν ἡ Βουλὴ μετὰ 5 ἡμέρας ἀπὸ τῆς συγκαλέσεώς της νὰ διαλυθῇ, ... (θόρυβος) καὶ δὲν ἠμποροῦσε νὰ γείνῃ δευτέρα πίστωσις. Διατί λοιπὸν αὐτὴ ἡ ταραχὴ ἐκ μέρους τοῦ κ. προέδρου;
§151ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ Σύνταγμα λέγει· «οἱ λόγῳ πολιτικῆς ἢ στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἢ ἄλλως πως μισθοδοτούμενοι» πρέπει νὰ προσέξωμεν εἰς αὐτὴν τὴν λέξιν μισθοδοτούμενοι. Μισθοδοτούμενος δὲν θεωρεῖται ὁ συνταξιοῦχος ἢ ὁ εἰς ἀποστρατίαν τεθειμένος. Τὸ Σύνταγμα δίδει εἰς τὸν βουλευτὴν συνταξιοῦχον ἢ ἀπόστρατον τὴν ἀποζημίωσιν τῶν 2,000 δραχμῶν πλήρη, χωρὶς νὰ τοῦ ἀφαιρῇ καὶ τὴν σύνταξιν, τὴν ὁποίαν λαμβάνει. Ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς αὐτὸ ὑπαινίττεται, ὅτι πρέπει νὰ δοθῶσι 380,000 δραχμαί, μὴ ἀφαιρουμένων τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν, στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν συνταξιούχων· ἀπαιτεῖται μόνον νὰ γείνῃ διάκρισις, ἂν πρόκειται περὶ στρατιωτικῶν ἐν ἐνεργείᾳ, διότι αὐτοὶ δὲν ἠμποροῦν παρὰ νὰ ὑποστοῦν τὴν ἐλάττωσιν ὡς μισθοδοτούμενοι παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου. Τὸ ἄλλως πως μισθοδοτούμενοι ἐννοεῖ τοὺς διαθεσίμους (θόρυβος) ἢ τοὺς στελλομένους εἰς ἐκτάκτους ἀποστολάς. Τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος λέγον μισθοδοτούμενοι...
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ θέσωμεν, κύριε Ἡλιόπουλε, ὑπὸ συζήτησιν τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος;
§153Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, αὐτὴ ἡ διάκρισις νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ διὰ τοὺς συνταξιούχους τοὺς μισθοδοτουμένους ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλὰ εἰς τὰς πολιτικὰς καὶ στρατιωτικὰς συντάξεις ὑπάρχουσι δύω ταμεῖα· τὸ ἕν, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἀπὸ τὸ δημόσιον, καὶ τὸ ἄλλο, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἐκ τῶν καταβολῶν τῶν ἰδίων. Λοιπὸν καθόσον ἀφορᾷ τὴν σύνταξιν, τὴν ὁποίαν λαμβάνουν ἐκ τοῦ δημοσίου, πρέπει αὕτη νὰ καταλογίζεται εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν 2,000 δραχμῶν. Καθόσον ὅμως ἀφορᾷ τὸ μέρος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λαμβάνουν ἀπὸ τὸ ἄλλο ταμεῖον, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἐκ τῶν καταθέσεων αὐτῶν, δὲν πρέπει νὰ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν· αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς ἑρμηνεία τοῦ Συντάγματος· αὐτὸ ἐννοεῖ, λέγον μισθοδοτουμένους· δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ κρατήσωμεν ἐκ τοῦ ταμείου τῶν καταθέσεων, τὸ ὁποῖον εἶναι χρῆμα αὐτῶν τῶν ἰδίων.
§154Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Διάταξιν τοῦ Συντάγματος εἶναι δυνατὸν νὰ ἑρμηνεύσωμεν; Ὑπάρχει εἰδικὴ διάταξις περὶ συντάξεων.
§155ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τοῦ νόμου τῶν συντάξεων παρατηρῶ, ὅτι πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Πετμεζᾶς, ὅτι δὲν ἐφαρμόζεται, ἐξαιρῶν τοὺς ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου πληρωνομένους· ὁ δὲ νόμος περὶ συντάξεως εἶναι νόμος προγενέστερος τοῦ 1860 ἢ 1861· τὸ Σύνταγμα εἶναι μεταγενέστερον· αὐτὸ δὲ εἰς τὰς τελευταίας διατάξεις αὐτοῦ λέγει ὅτι καταργοῦνται ὅλαι αἱ ἀντιβαίνουσαι εἰς αὐτὸ διατάξεις. Ἄρα καταργεῖται καὶ ἡ διάταξις τοῦ περὶ συντάξεων νόμου, ὁ δὲ νόμος ἐξαιρεῖ τοὺς μισθοδοτουμένους. Τὸ Σύνταγμα δὲν δύναται νὰ ἑρμηνευθῇ αὐθεντικῶς, ἀλλὰ ἐφαρμόζεται εἰς συγκεκριμένας περιστάσεις, ὡς τὴν προκειμένην.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ θέσωμεν εἰς ψηφοφορίαν ἂν οἱ συνταξιοῦχοι ἐννοῶνται ὡς μισθοδοτούμενοι.
§157ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ αὐτό.
§158ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἰδοὺ, κύριοι, τὸ θέμα ὅπως τὸ διατυπόνει ὁ πρόεδρος· οἱ παραδεχόμενοι νὰ καταλογισθῶσιν αἱ κρατήσεις τῶν πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν συνταξιούχων.....
§159ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἄλλαι εἶναι αἱ στρατιωτικαὶ συντάξεις καὶ ἄλλαι αἱ πολιτικαί· τώρα ἔκαμεν αὐτὴν τὴν διάκρισιν.
§160Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς Συνελεύσεως φαίνεται ὅτι ὁ κ. Κατσικαπῆς ἠρώτησε «κύριοι, τὸ κείμενον λέγει ἢ ἄλλως πὼς μισθοδοτούμενοι· θὰ ζητήσω μίαν διασάφησιν. Ὑπάρχουν περιστάσεις τινὲς καθ’ ἃς λαμβάνουν τινὲς ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ὄχι μισθοδοσίαν ἀλλὰ σύνταξιν· ἡ σύνταξις ἐννοεῖται;
§161ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
§162ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐννοεῖται ὅτι οἱ λαμβάνοντες οἱονδήποτε μισθὸν ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον.» Βλέπετε ὅτι αἱ συντάξεις προέρχονται ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ ἀπὸ καταθέσεις τῶν ἰδίων. Λοιπὸν αὐτὸ εἶναι κτῆμα ἀναφαίρετον καὶ ἀναπαλλοτρίωτον, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὸ ὑπαγάγετε εἰς τὴν γενικὴν διάταξιν.
§163ΜΙΛΗΣΗΣ. Λοιπὸν τὸ θέμα διατυπόνεται ὡς ἑξῆς...
§164Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὸ θέσετε ζήτημα· ὁ πρόεδρος ἂς ἐφαρμόσῃ τοὺς νόμους, οἱ νόμοι δὲν ἑρμηνεύονται ἐξ ἀπροόπτου μὲ δύω λέξεις τῆς λογιστικῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ πρόεδρος, ὁ ὁποῖος φέρει τὴν εὐθύνην, ἠμπορεῖ νὰ ἐφαρμόσῃ τοὺς νόμους, διότι αὐτὸ τὸ ζήτημα ἀνάγεται εἰς τὸν περὶ λογιστικοῦ νόμον.
§165ΠΕΤΣΑΛΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Μάλιστα, ν’ ἀφήσωμεν εἰς τὸν πρόεδρον ν’ ἐφαρμόσῃ τοὺς νόμους.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἀφήσωμεν τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει.
§167ΤΙΝΕΣ. Βέβαια.
§168ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Νὰ δοθῇ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν καὶ νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν πρόεδρον νὰ κάμῃ ὅπως νομίζει ὀρθόν.
§169ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δικαιοῦνται οἱ βουλευταὶ Ἠλείας καὶ Ὀλυμπίας, δικαιοῦνται ἐπίσης καὶ οἱ βουλευταὶ Μεσσήνης νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ αὐτοί.
§170Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐγὼ δὲν βλέπω χωριστὸν ἄρθρον, εἰς τὰς λεπτομερείας ποῦ συμπεριλαμβάνονται αὐτοί; Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἠμπορεῖ μὲ τὴν ἔκθεσίν της νὰ προσθέτῃ ἄρθρα καὶ κεφάλαια.
§171ΑΝΔΡΙΤΣΟΥ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Οἰκονομόπουλος καὶ διὰ τοὺς βουλευτὰς Μεσσήνης (θόρυβος), κύριοι, βλέπετε ὅ,τι πρότερον σᾶς προεῖπον ἀμέσως ἐγένετο καὶ ἐπραγματοποιήθη· ἀμέσως ἐπαρουσιάσθη αἴτησις περὶ ἀποζημιώσεως τῶν βουλευτῶν Μεσσήνης...
§172ΤΙΝΕΣ. Καὶ Οἰτύλου.
§173ΑΝΔΡΙΤΣΟΥ. —Τῆς ὁποίας ἡ ἐκλογὴ ἠκυρώθη. Λοιπὸν πρόκειται νὰ μοιράσωμεν μεταξὺ μας ῥοσφέτια; ἠκυρώθη, κύριοι, καὶ ἡ ἐκλογὴ Τριχωνίας, δὲν ἠξεύρω ἂν ἐπανέλθῃ ὁ ἴδιος· τώρα ἀκυρώθη τῆς Λεβαδείας, τῆς Γορτυνίας εἰς τὴν αὐτὴν ἐποχὴν (θόρυβος). Ἐκτὸς τούτου νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ σεβασθῇ ὅ,τι χθὲς ἀπεφάσισε. Τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ ἔφερε καὶ πέρυσιν ἡ λογιστικὴ ἐπιτροπὴ καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη. Λάβετε τὰ πρακτικὰ καὶ θὰ ἴδητε ὅτι τὸ ἀπέῤῥιψε. Λοιπὸν ὅ,τι ἀπέῤῥιψε πέρυσι, πρέπει νὰ τὸ φέρωμεν ἐφέτος; (θόρυβος). Λοιπὸν προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις αὕτη τῆς ἐπιτροπῆς.
§174Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τὸ κεφάλαιον αὐτὸ ὑπάρχουσι τριακόσιαι ὀγδοήκοντα χιλιάδες ἐπὶ τῇ βάσει τῶν 190 βουλευτῶν. Ὁ πρόεδρος, ὅστις ἔχει συμφέρον καὶ εὐθύνην, μὲ τὸν κεντρικὸν ταμίαν κανονίζει τὴν ἀποζημίωσιν σύμφωνα μὲ τὸν περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμον. Οἱ βουλευταὶ, οἵτινες μισθοδοτοῦνται ἀπὸ τὸ ταμεῖον, θὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν λογιστικὸν νόμον. Τώρα ἔρχεται ἡ ἐπιτροπὴ καὶ τὶ σᾶς λέγει; «ὡσαύτως δὲ εἰς τὸ ἀνωτέρω ποσὸν συμπεριλαμβάνεται καὶ ἡ καθυστερουμένη ἀποζημίωσις τῶν βουλευτῶν Ἠλείας καὶ Ὀλυμπίας τοῦ ἔτους 1872.» Αὐτὸ δὲν ἔχει κἀμμίαν σημασίαν· ἔπρεπε νὰ βάλουν χωριστὸν κονδύλιον.
§175ΑΝΔΡΙΤΣΟΥ. Αὐτὸ προτείνω καὶ ἐγώ. Ἰδοὺ διατί δὲν τὸ θέλω, διότι μένει ποσὸν διαθέσιμον καὶ δύνανται νὰ κάμουν χρῆσιν, κ. Ῥάλλη.
§176ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ἦλθε τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ἔγεινεν ἀρκετὴ σκέψις καὶ ἡ ἐπιτροπὴ διῃρέθη εἰς πλειονοψηφίαν καὶ μειονοψηφίαν, καὶ ἡ πλειονοψηφία παρεδέχθη νὰ σημειωθῇ τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς ἀποζημίωσιν δύω τριῶν ἐπαρχιῶν, διότι οἱ βουλευταὶ αὐτοὶ ἦλθον εἰς τὰς Ἀθήνας, καὶ βουλευταὶ μὲ τὴν πλειονοψηφίαν, τὴν ὁποίαν τοὺς ἔστειλεν ἡ ἐπαρχία των, ὡρκίσθησαν, ἐξεπλήρωσαν χρέη βουλευτοῦ καὶ δὲν ἐπληρώθησαν. Τὸ ποσὸν αὐτὸ ἐσημειώθη εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ἡ Βουλὴ ἔχει προηγούμενα καὶ δὲν πιστεύω νὰ θελήσῃ ν’ ἀδικήσῃ τοὺς βουλευτὰς μερικῶν ἐπαρχιῶν. Εἶναι δικαίωμα τῆς Βουλῆς· ἂν θέλῃ, ἂς τὸ παραδεχθῇ, ἐὰν δὲν θέλῃ, ἂς τὸ ἀποῤῥίψῃ.
§177Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τί λέγει; Πρόκειται περὶ ἑρμηνείας τοῦ Συντάγματος, τοῦ ὁποίου τέτακται φρουρός.
§178ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς βουλευτὴς ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν ἀτομικήν μου γνώμην, ὄχι ὡς ὑπουργός. Ὡς βουλευτὴς λοιπὸν ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι οἱ μὴ ἐκπληρώσαντες τὰ καθήκοντά των βουλευταὶ δὲν πρέπει νὰ λάβουν ἀποζημίωσιν.
§179Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Αἱ τριακόσιαι ὀγδοήκοντα χιλιάδες δραχμαὶ δὲν περιλαμβάνουν παρὰ μόνον τὴν ἀποζημίωσιν τῶν βουλευτῶν τῆς Βʹ. Συνόδου τῆς Εʹ. βουλευτικῆς περιόδου· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι, καὶ πέρυσιν ἦλθεν αὐτὸ τὸ ζήτημα, ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ὑπάρχει καὶ εἰς τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ καὶ εἰς τὰ ἐπίσημα.
§180ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς τὸ ἀποῤῥίψῃ.
§181Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τί νὰ ἀποῤῥίψῃ, ἀφοῦ τὸ ἀπέῤῥιψε.
§182ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τὸ ἑξῆς· ὅτι ἡ Βουλὴ συνῆλθεν, ἦλθον ἐντὸς τῆς Βουλῆς οἱ βουλευταὶ, ἐργάσθησαν καὶ ὡρκίσθησαν· κατόπιν ἀκυρώθησαν δύω δῆμοι, καὶ ἐπειδὴ ἐπηρέαζον τὸ ἀποτέλεσμα, ἐξῆλθον. Πρέπει νὰ ᾖναι γνωστὸν τοῦτο, διὰ νὰ μὴ δοθῇ κἀμμία μομφή. Ἐπανῆλθον εἰς τὴν ἐπαρχίαν των, ἔγειναν αἱ ἐκλογαὶ καὶ ἦλθον ἐκ νέου εἰς τὴν πρωτεύουσαν. Εἰργάσθησαν εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν (θόρυβος).
§183ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, μολονότι οἱ συνάδελφοί μου δὲν εἶναι ἐδῶ διὰ νὰ λάβω καὶ αὐτῶν τὴν γνώμην, μόλαταῦτα παραιτοῦμαι.
§184ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει προσέτι νὰ σημειωθῇ ἀκριβῶς εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι οἱ βουλευταὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐκλογὴ ἐπανελήφθη καὶ ἐπέτυχον καὶ ἦλθον καὶ ἐξεπλήρωσαν βουλευτικὰ καθήκοντα καὶ ἐν τῷ μεταξὺ διελύθη ἡ Βουλὴ, πρέπει νὰ λαμβάνωσιν ἀποζημίωσιν. Βλέπετε ὅτι ὄχι μόνον ἅπαξ ἦλθον, ἀλλὰ καὶ ἐπανῆλθον καὶ ἐμβῆκαν εἰς διπλοῦν ἀγῶνα καὶ ἐπέτυχον. Δὲν πιστεύω νὰ ᾖναι ἡ περίστασις ἐκείνη, καθ’ ἣν πρέπει νὰ φεισθῶμεν τὸν δημόσιον πλοῦτον, ὅπως ἠθέλησάν τινες νὰ τὸ χαρακτηρίσωσι.
§185ΜΑΚΡΗΣ. Πρὶν λάβῃ τὸν λόγον ὁ κ. Δανόπουλος καὶ ἐγὼ ἐδίσταζον· ἀλλ’ ἀφοῦ ἐκαθαρίσθη τὸ ζήτημα, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ τῶν βουλευτῶν ἠκυρώθησαν ἐν μέρει καὶ ἀκολούθως διὰ τυχαίων περιστατικῶν δὲν ἦλθον νὰ ἀποφανθῶμεν, νὰ ἀποῤῥίψωμεν τὸ δικαίωμα τῶν ἀνθρώπων; Νὰ γείνῃ μία ἐξήγησις εἰς τὴν Βουλὴν, πῶς τρέχει αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις, διότι ἐγὼ μέχρι τοῦδε δὲν ἐνόησα εἰς ποίαν στάσιν εὑρίσκεται τὸ ζήτημα.
§186Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἔγεινε πέρυσιν αὐτὴ ἡ ἐξήγησις.
§187ΜΑΚΡΗΣ. Ἂς ἐξηγηθῇ καὶ ὁ κ. Στεφανόπουλος, καὶ εἷς ἐκ τῶν βουλευτῶν τῶν ἄλλων νὰ ἴδωμεν εἰς ποίαν στάσιν εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις.
§188Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, οὐδεμία ἐξήγησις δὲν εἶναι δυνατὴ, διότι ὑπάρχει προηγουμένη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς· πέρυσι τῇ αἰτήσει ἐμοῦ, κύριοι, ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὸ κονδύλιον τοῦτο ὁριστικῶς. Ὕστερα ἀπὸ ἑκατὸν χρόνους πρέπει πάλιν ἡ Βουλὴ νὰ ἔλθῃ νὰ ἀποφανθῇ περὶ αὐτοῦ.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν.
§190ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον κονδύλιον, οὔτε ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ θὰ ὑποβάλω τὴν πρότασιν εἰς τὴν Βουλὴν.
§192ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὴν ὑποβάλετε, διότι δὲν ὑπάρχει πρότασις.
§193ΜΑΚΡΗΣ. Δύναται, κ. πρόεδρε, γενομένης προτάσεως νὰ μὴ τεθῇ ζήτημα;
§194Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐσεῖς καὶ τὸ Σύνταγμα ἐθέσατε ὑπὸ ψηφοφορίαν καὶ θὰ σεβασθῆτε λογιστικοὺς νόμους;
§195ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Νομίζω, ἐπειδὴ τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἐπεξετάθη καὶ εἰς ἄλλους βουλευτὰς, τῆς Μεσσήνης, τοῦ Οἰτύλου καὶ ἄλλων, ἐπειδὴ κατὰ τὴν γνώμην τοῦ βουλευτοῦ κ. Ῥάλλη, ἡ λογιστικὴ ἐπιτροπὴ δὲν κατέγεινεν ἀκριβῶς, ἡ ἔκθεσις νὰ παραπεμφθῇ ἐκ νέου καὶ νὰ γείνῃ ἔκθεσις νέα, περιλαμβάνουσα τὰς αἰτήσεις καὶ τῶν ἄλλων βουλευτῶν νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ἔλθῃ κεφάλαιον ῥητόν.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται πρότασις νὰ παραπεμφθῇ τὸ ζήτημα τῶν βουλευτῶν Ἠλείας καὶ Ὀλυμπίας εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ λογιστικοῦ, διὰ νὰ μᾶς φέρῃ μίαν ἔκθεσιν. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§197ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 2. Ἐνοίκιον ἁμάξης διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ κ. προέδρου ἀπὸ 5 Φεβρουαρίου μέχρι 5 Ἰουνίου ε. ε. δραχμαὶ 1,480.—Κεφ. Βʹ. ἄρθρον 1. Μισθὸς τοῦ διευθυντοῦ τοῦ γραφείου ἀνὰ δραχμὰς 300 κατὰ μῆνα, ἐπὶ ἓν ἔτος δρ. 3,600. Ἄρθρον 2. Μισθὸς ἑνὸς βοηθοῦ ἀνὰ δραχ. 240 κατὰ μῆνα ἐπὶ ἓν ἔτος δρ. 2,880. Ἄρθρον 3. Μισθὸς συντάκτου τῶν πρακτικῶν ἀνὰ δραχ. 250 κατὰ μῆνα ὡσαύτως, δρ. 3,000. Ἄρθρον 4. Μισθὸς τοῦ βοηθοῦ αὐτοῦ ἀνὰ δραχμὰς 150 κατὰ μῆνα ἐπὶ ἓξ μῆνας δραχμὰς 900.»
§198ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἄδικον ἐνῷ εἰς τὸν κανονισμὸν ὑπάρχει ἐτησία ἡ ἀντιμισθία, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν νὰ ὑπάρχῃ ἐπὶ ἓξ μῆνας.
§199ΜΑΚΡΗΣ. (ἀναγινώσκει τὸ σχετικὸν μέρος τοῦ κανονισμοῦ).
§200ΠΟΛΛΟΙ. Ἐπὶ ἓν ἔτος.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν διόρθωσιν, τουτέστιν αἱ 900 δραχμαὶ νὰ γείνουν 1800 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§202ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρεδέχθη.
§204ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει)· «Στενογραφικὸν γραφεῖον. Κεφ. Γʹ. ἄρθρ. 1. Μισθὸς ἐπιθεωρητοῦ ἀνὰ δραχ. 300 ἐπὶ ἓν ἔτος δρ. 3,600. Ἄρθρον 2. Μισθὸς 5 στενογράφων ἀνὰ δραχ. 250 κατὰ μῆνα ἐπὶ ἓν ἔτος δραχ. 15,000. Ἄρθρον 3. Μισθὸς διορθωτοῦ τῶν ἐντύπων ἀνὰ δραχ. 240 κατὰ μῆνα ὡσαύτως, δρ. 2,880. Ἄρθρον 4. Μισθὸς δύω βοηθῶν τοῦ διορθωτοῦ ἀνὰ 100 κατὰ μῆνα ἐπὶ ἓξ μῆνας, δραχ. 1200. Ἄρθρον 5. Μισθὸς 10 ἀντιγραφέων ἀνὰ δραχμὰς 70 κατὰ μῆνα ἐπὶ ἓξ μῆνας, δραχ. 4200.»
§205ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀντὶ «10 ἀντιγραφέων» νὰ γραφῇ «διὰ βοηθητικὸν προσωπικόν,» διότι ἴσως δὲν δυνηθῇ ὁ κ. πρόεδρος νὰ εὕρῃ καλοὺς ἀντιγραφεῖς δι’ ἑβδομήκοντα δραχμῶν· ὥστε νὰ τεθῇ ἀντὶ τούτου, «βοηθητικὸν προσωπικόν·» ἡ πίστωσις νὰ μείνῃ ἡ αὐτὴ, νὰ μείνῃ ὅμως εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ κ. προέδρου ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ποσοῦ διὰ τὸ προσωπικόν.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπρότεινε κἀνεὶς, θὰ τὸ προτείνω ἐγώ· δὲν εἶναι ἀπαρτία.
§207ΤΙΝΕΣ. Εἶναι εἰς τὰ δωμάτια.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἔλθουν ὅλοι.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι βουλευταὶ νὰ ἐξέλθουν ἀπὸ τὰ δωμάτια.
§210ΤΙΝΕΣ. Εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἴμεθα.
§212ΜΠΟΥΤΟΣ. Κύριε πρόεδρε, κατὰ τὸν κανονισμὸν, οἱ ἐν τοῖς δωματίοις θεωροῦνται παρόντες.
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι οὔτε εἰς τὰ δωμάτια. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§214ΤΙΝΕΣ. Ἂς ἀναβληθῇ λοιπόν.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρα 5¼.