Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Ε · Σύνοδος Β› Συνεδρίαση 20

1874.03.13

2.632 στίχοι · 21.057 λέξεις · 1 πίνακας · 120 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1874.03.13
Προεδρεία
Θ. Α. ΖΑΪΜΗ
Περίοδος
Ε
Σύνοδος
Β
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1874)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 20

Τῆς 13 Μαρτίου 1874.

(Τετάρτη).

Ὥρα 1½ μ. μ.

Ἐκφωνηθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὶν μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κύριοι,....

§2ΖΩΧΙΟΣ ΚΑΙ ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχομεν τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. — Ὀφείλομεν ν’ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ τῆς παραιτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Ζακύνθου κ. Λομβάρδου, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, τὴν 18 Φεβρουαρίου. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τούτου.

§4ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει λόγος, διὰ νὰ γείνῃ δεκτή.

§5Γ. ΦΩΣΚΑΡΔΗΣ. Δύω λέξεις, κύριε πρόεδρε.

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.

§7Γ. ΦΩΣΚΑΡΔΗΣ. Ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους παρῃτήθη ὁ κ. Λομβάρδος.

§8ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἀκούομεν, ἀπὸ τοῦ βήματος.

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριοι· καθήσατε.

§10Γ. ΦΩΣΚΑΡΔΗΣ (ἀναβαίνει τὸ βῆμα). Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι βουλευταὶ, διὰ ποίους λόγους ὁ κ. Λομβάρδος ἐνόμισεν, ὅτι πρέπει νά ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του. Τοὺς λόγους αὐτοὺς τοὺς ἀνέπτυξεν, ὅπως ἠκούσατε. Αὐτὸς ἐξέλαβε τὴν περὶ ἀποκρούσεως πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως ὡς δεσμεύουσαν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ὡς προτιθεμένην νὰ καταδικάσῃ εἰς σιγὴν τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς καὶ ὡς ἐπεμβαίνουσαν εἰς τὴν διάνοιαν. Ἡμεῖς, καὶ ὅλη ἡ Βουλὴ φρονεῖ, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη δὲν ὑπηγορεύθη ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς λόγους. Ἑπομένως προτείνω, ὅπως ἡ Βουλὴ μὴ παραδεχθῇ τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Λομβάρδου, καθόσον δὲν ὑφίστανται οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους παρῃτήθη.

§11ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Λομβάρδου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται σχεδὸν πάντες). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Λομβάρδου, ὁ ὁποῖος θέλει προσκληθῆ ἀμέσως.

§13ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως περὶ βαθμολογίας τῶν ἐπιθεωρητῶν τῶν δασῶν. (Ἀναγινώσκονται).

«ΕΚΘΕΣΙΣ

Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ βαθμολογίας τῶν ἐπιθεωρητῶν τῶν δασῶν. Πρὸς τὴν Βουλήν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ἀπὸ 15|27 Ἀπριλίου 1843 Νόμου περὶ σχηματισμοῦ καὶ διαιρέσεως τῶν δασονομείων τοῦ Κράτους, ὁ μισθὸς τῶν ἐπιθεωρητῶν τῶν δασῶν ὁρίζεται εἰς δραχ. 280 κατὰ μῆνα. Διὰ τοῦ νόμου δὲ ΦΛϚʹ. τοῦ 1869 περὶ αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν δημοσίων λειτουργῶν ὁ μισθὸς τῶν ἐπιθεωρητῶν τῶν δασῶν ηὐξήθη εἰς δραχ. 320. Κατὰ τὴν κρίσιν μου, μεταξὺ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιθεωρητῶν καὶ τῶν τῶν δασῶν δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ὑπάρχῃ διάκρισίς τις ὡς πρὸς τὸν βαθμὸν καὶ τὸν μισθόν. Ἐκτὸς τούτου, ἐπειδὴ οἱ εἰρημένοι ἐπιθεωρηταὶ τῶν δασῶν ἀναγκαίως πρέπει νὰ ἔχωσιν ἐπιστημονικὴν τοῦ κλάδου των μάθησιν, στάδιον δὲ προαγωγῆς ἀνώτερον τῆς θέσεως ταύτης δὲν ἔχουν, διὰ ταῦτα ἐνόμισα δίκαιον νὰ ἐξομοιωθῶσιν ὅ τε βαθμὸς καὶ μισθὸς τῶν Δασονομικῶν Ἐπιθεωρητῶν μὲ τοὺς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπὶ τούτῳ ὑποβάλλω εἰς τὴν συζήτησιν καὶ παραδοχὴν τῆς Βουλῆς τὸ συνημμένον Νομοσχέδιον. Ἐν Ἀθήναις, 8 Μαρτίου 1874. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ βουλευτὴς

Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς

Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ.

ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ

Περὶ βαθμολογίας καὶ μισθοδοσίας τῶν Ἐπιθεωρητῶν τῶν δασῶν. Ἄρθρον μόνον. Οἱ Ἐπιθεωρηταὶ τῶν δασῶν ἔχουσι βαθμὸν καὶ μισθὸν Τμηματάρχου Αʹ. ἢ Βʹ. τάξεως. Ἀθῆναι, 8 Μαρτίου 1874.

Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν

Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ.»

Κύριοι, ὡς γνωστὸν, ὁ ἐφετεινὸς χειμὼν ἔκοψε τὴν συγκοινωνίαν εἰς πολλὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, καὶ ἕνεκα τούτου καθυστέρησεν ἡ δήλωσις τῶν ζώων, καὶ καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας εἶναι ἀδύνατον νὰ συμπληρωθῇ ἐντὸς τῆς προθεσμίας, ἥτις λήγει τὴν 23ην Μαρτίου· ἑπομένως ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας μέχρι τῆς 20ης Ἀπριλίου, κατὰ συνέπειαν καὶ τῆς ἀπαριθμήσεως τῶν ζώων μέχρι τῆς 20 Ἰουνίου, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν κατεπειγόντως νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, διὰ νὰ κοινοποιηθῇ ἐγκαίρως ἡ παράτασις, πρὶν λήξῃ ἡ προθεσμία τῆς 23ης Μαρτίου. (Ἀναγινώσκονται). «Πρὸς τὴν Βουλήν. Ὁ ἐφετεινὸς βαρὺς καὶ παγερὸς ἐπικρατήσας χειμὼν, ὡς γνωστὸν τοῖς πᾶσιν, ἐπέφερε μεγάλην καταστροφὴν εἰς τὰ ζῶα, διέκοψε τὴν συγκοινωνίαν καὶ κατέστησε πλεῖστα μέρη ἀδιάβατα. Ἕνεκα δὲ τῆς ἐκτάκτου ταύτης καταστάσεως προβλέπω ὅτι ἡ δήλωσις τῶν ζώων δὲν δύναται νὰ ἐνεργηθῇ ἐμπροθέσμως ἐκ μέρους τῶν κτηνοτρόφων, καὶ θεωρῶ ἀναγκαιοτάτην τὴν παράτασιν τοῦ χρόνου τῆς δηλώσεως, καθὼς καὶ τῆς ἀπαριθμήσεως. Ἐπὶ τούτῳ εἰσάγω νομοσχέδιον, δι’ οὗ παρατείνεται ὁ χρόνος τῆς μὲν δηλώσεως διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος μέχρι τῆς 20 τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου, τῆς δὲ ἀπαριθμήσεως μέχρι τῆς 20 Ἰουνίου, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τάχιστα ὡς κατεπεῖγον. Ἐν Ἀθήναις, 10 Μαρτίου 1874.

Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν

Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ.

ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ

Περὶ παρατάσεως τοῦ χρόνου τῆς τε δηλώσεως καὶ ἀπαριθμήσεως τῶν ζώων τρέχοντος ἔτους. Ἄρθρον μοναδικόν. Ὁ χρόνος τῆς δηλώσεως τῶν ζώων διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος 1874 παρατείνεται μέχρι τῆς 20 τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου, τῆς δὲ ἀπαριθμήσεως μέχρι τῆς 20 τοῦ μηνὸς Ἰουνίου. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 10 Μαρτίου 1874. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν

καὶ βουλευτὴς Ἐπιδ. Λιμηρᾶς

Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ.»

§14ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἡ Βουλὴ γινώσκει ὅτι παρ’ ἡμῖν ἰσχύει ὁ ἐμπορικὸς νόμος τῆς Γαλλίας ἀπὸ πολλοῦ χρόνου. Ὁ νόμος οὗτος ἐνομοθετήθη εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς παρούσης ἑκατονταετηρίδος. Ἡ Γαλλία εἶδε τὰ ἀτοπήματα τοῦ Νόμου τούτου, καὶ ἄνδρες μεγάλοι καὶ ἀντριβεῖς περὶ τὰ νομικὰ ἐμελέτησαν τὸ περὶ πτωχεύσεως τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου, καὶ ἐνησχολήθησαν ἐμβριθῶς ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ τέλους κατὰ τὸ 1838 μετεῤῥύθμισαν τὸ περὶ πτωχεύσεως βιβλίον τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον παρ’ ἡμῖν ἐξακολουθεῖ νὰ ἰσχύῃ· παρ’ ἡμῖν ἔμειναν τὰ ἐλαττώματα αὐτοῦ. Τὸ Βέλγιον ἅμα εἶδε τὴν Γαλλίαν, ὅτι μετέβαλε τὸ περὶ πτωχεύσεως, ἔσπευσε κατὰ τὸ 1852 καὶ υἱοθέτησε τὸν νόμον αὐτὸν, τὸν περὶ πτωχεύσεως. Ἐσχάτως ἡ Ἰταλία ἔλαβε ὑπ’ ὄψιν της τὸν γαλλικὸν καὶ βελγικὸν νόμον καὶ ἔκαμε τροποποιήσεις τινὰς καὶ ἀπετέλεσεν ἔργον τέλειον. Παρ’ ἡμῖν ἀπὸ πολλοῦ χρόνου παρέστησεν ἡ ἐπιστήμη καὶ τὰ δικαστήρια τὸν ψευδῆ κύκλον, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρίσκεται τὸ περὶ πτωχεύσεως τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου. Τέλος ὁ ἐντριβὴς περὶ τὸ ἐμπορικὸν δίκαιον σεβάσμιος καθηγητὴς κ. Ῥάλλης ἐπεξεργάσθη τὰ περὶ πτωχεύσεως καὶ συνεβουλεύθη τὸν νέον περὶ τούτου γαλλικὸν νόμον καὶ ἀπετέλεσεν ἴδιον ἔργον. Τὸ ἔργον του ὑπεβλήθη εἰς τὴν συστᾶσαν ἐπιτροπὴν, συγκειμένην ἀπὸ τοὺς νομομαθεστέρους καθηγητὰς, τὸν κ. Καλιγᾶ, τὸν Φορέστην, Παπαρηγόπουλον κλπ. ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν. Κατηρτίσθη λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν της ἡ ἐπιτροπὴ τὸν γαλλικὸν νόμον, τὸν βελγικὸν καὶ τὸν ἰταλικὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐντελέστερος, διότι περιέχει ὅ,τι ἡ ἐπιστήμη παρήγαγεν ἄχρι τοῦδε. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατηρτίσθη ἀπὸ πολλοῦ. Ἐνόμισα ὅτι ἐκπληρῶ καθῆκον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον, ἄνδρες πεπαιδευμένοι ἐπεξεργάσθησαν, ἀλλ’ ὅμως ἔμενεν εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ ὑπουργείου. Δὲν ἔχω νὰ εἴπω ἄλλο τι περὶ τῆς ἀνάγκης ταύτης, εἰμὴ μόνον, ὅτι ὅσοι ἔλαβον τὸ ἀτύχημα νὰ ἦναι ὡς δανεισταὶ ἐπὶ πτωχεύσεων γνωρίζουσιν τὴν ἀνάγκην. Πολλοὶ ὀφειλέται ἔμποροι καταφεύγουν εἰς τὴν πτώχευσιν διὰ νὰ γείνουν πλούσιοι, οἱ δὲ πλούσιοι δανεισταὶ ἐξέρχονται πένητες ἕνεκα τῶν πτωχεύσεων. Διὰ τί; διότι εἰς τοῦτο συντελοῦν αἱ διατάξεις τοῦ περὶ πτωχεύσεως τοῦ Ἐμπορικοῦ νόμου. Ἴσως οὐδεμία ἀποπερατώθη πτώχευσις. Νομίζω, ὅτι τὸ ἀντικείμενον τοῦτο εἶναι ἄξιον τῆς Βουλῆς νὰ τὸ λάβῃ ὑπὸ ἐμβριθῆ σκέψιν, καθόσον ἀποδεχομένη αὐτὸ θὰ καταστείλῃ τὰς καταχρήσεις καὶ ἑδραιώσῃ τὴν ἐμπορικὴν πίστιν εἰς τὸν τόπον, ἧς μεγίστην ἔχομεν ἀνάγκην. (Ἀνεγνώσθη).

§15Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τί ἔγεινεν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Κοντόσταυλος ἔφερε;

§16ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ προκάτοχός μου ὑπουργὸς εἶχεν ὑποβάλει τὸ παρὸν νομοσχέδιον περὶ προσθήκης ἐδαφίου τινὸς εἰς τὸ ἄρθρον 596 τῆς Πολ. Δικονομίας. Καθόσον δικάζεταί τις διατρίβων εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ἐκδίδεται ἡ ἀπόφασις κατ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐκτελεσθῇ κατόπιν ἡ κατ’ αὐτοῦ ἀπόφασις, ἐρήμην ἐκδοθεῖσα. Νομίζω, ὅτι θεραπεύεται μία ἀνάγκη διὰ τῆς προσθήκης τῆς ἐν λόγῳ διατάξεως καὶ θεραπεύονται τὰ συμβαίνοντα ἀτοπήματα.

§17ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, κύριοι Βουλευταὶ, εἰργάσθη ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ὑποβάλλει τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐργασιῶν της δι’ ἐμοῦ τοῦ εἰσηγητοῦ.

§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Ἔχει ὡς ἑξῆς· Πρὸς τὴν Βουλήν. Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπὴ ἐπιληφθεῖσα τῶν ἔργων αὐτῆς, ἐθεώρησε κατὰ πλειοψηφίαν κατάλληλον νὰ διαιρέσῃ τὴν ἔκθεσίν της εἰς δύω μέρη, ἤτοι τὸ πρῶτον διὰ τὰ ἔσοδα, τὸ δεύτερον διὰ τὰ ἔξοδα. Περαιώσασα τὴν ἐπὶ τῶν ἐσόδων ἐξέτασιν, λαμβάνει τὴν τιμὴν νὰ θέσῃ ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς τὰς ἑξῆς ἐπ’ αὐτῶν παρατηρήσεις. Παραδεχομένη κατὰ τὰ λοιπὰ μέρη τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, προτείνει τὰς ἑξῆς μεταβολάς· Ἐπὶ τοῦ Κεφ. Γʹ. ἄρθρ. 1. Νομισματοκοπεῖον. Ἐκτελουμένης ἤδη, καθ’ ἃς ἔλαβε πληροφορίας, τῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἐργολάβου τῆς ἐκτυπώσεως τῶν ἀργυρῶν κερμάτων κατὰ τὸν Νόμον τοῦ 1867, δέον νὰ προστεθῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὑπὸ τὸ ἄρθρον τοῦτο ἡ κατὰ τὴν σύμβασιν ταύτην ὡρισμένη ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ὠφέλεια συμποσουμένη μὲν εἰς φράγ. 200,000, περιοριζομένη δὲ μόνον εἰς φράγ. 110,000 ἤτοι δραχμὰς 120,000, τῆς διαφορᾶς μενούσης πρὸς ὄφελος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἥτις κατὰ μεταγενεστέραν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως σύμβασιν ἀνεδέχθη ν’ ἀνταλλάξῃ διὰ τοῦ μεταλλικοῦ αὐτῆς τὰ ἐκτυπούμενα κέρματα, διευκολύνουσα τοιουτοτρόπως καὶ τὴν πραγματοποίησιν τῆς κυκλοφορίας. Ἐπὶ τοῦ Κεφ. Δʹ. ἄρθρ. 1. Μεταλλεῖα καὶ ὀρυκτά. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς σημειουμένης ὑπὸ τὸ ἄρθρον τοῦτο προσόδου τοῦ δημοσίου ἐκ τοῦ παραγομένου ἐκ τῶν μεταλλουργείων Λαυρίου μολύβδου ἔχουσα ἀμφιβολίας, ἐθεώρησε κατάλληλον νὰ ἀκούσῃ ἕνα ἐκ τῶν δημοσίων παρὰ τῇ ἑταιρίᾳ συμβούλων καὶ τὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν μεταλλείων. Ὁ πρῶτος ἐξ αὐτῶν κατὰ τὴν ἰδίαν αὑτοῦ γνώμην παρετήρησεν, ὅτι δὲν πιστεύει κατὰ τὸ τρέχον ἔτος νὰ δυνηθῇ ἡ ἑταιρία νὰ παραγάγῃ πλέον τῶν 7,000 τόνων, διότι πρὸ τοῦ προσεχοῦς ἔτους δὲν θὰ ᾖναι δυνατὴ ἡ τοποθέτησις τῶν μηχανικῶν πλυντηρίων, ἡ δὲ καμίνευσις θὰ περιορισθῇ κατ’ ἀνάγκην εἰς ὀλίγας μόνον ἐκβολάδας. Ἡ ἀξία δὲ τοῦ τόνου ὑπολογίζεται μόνον μέχρις 700 δραχμῶν, τὰ δὲ ἔξοδα ηὔξησαν ὡς ἐκ τοῦ δυστήκτου τῶν ἐκβολάδων, αὗται ὅμως ἀποφέρουσιν αὔξησιν τοῦ ποσοστοῦ τοῦ περιεχομένου ἀργύρου καὶ ἑπομένως εἰς τὴν τιμὴν τοῦ τόνου. Ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν τούτων ἑπομένως στηριζομένη ἡ Ἐπιτροπὴ, φρονεῖ, ὅτι ἡ διὰ τὸ 1874 σημειουμένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὑπὸ τὸ εἰρημένον ἐδάφιον πρόσοδος τοῦ δημοσίου πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς δραχ. 1,300,000 μόνον, ἀντὶ τῶν 2,000,000. Ἐπὶ τοῦ Κεφ. Βʹ. ἄρθρ. 3. Διάφορα δικαιώματα. Ἡ Ἐπιτροπὴ συνιστᾷ εἰς τὴν Κυβέρνησιν μέριμναν ὡς πρὸς τὴν προξενικὴν διατίμησιν, ἥτις εἶναι δεκτικὴ πολλῶν βελτιώσεων, χάριν τῆς ἰσότητος τῶν βαρῶν καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου. Ἐπὶ τοῦ Κεφ. Γʹ. ἄρθρ. 2. Ταχυδρομεῖον. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκφράζει τὴν εὐχὴν ὅπως ἡ Κυβέρνησις λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ σκεφθῇ ἐπισταμένως ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ γραμματοσήμου παρ’ ἡμῖν, ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ νὰ ἐξευρεθῶσιν αἱ ἀπαιτούμεναι βελτιώσεις, διότι εἶναι βέβαιον ὅτι παντοῦ, ὅπου γίνεται ἐφαρμογὴ γραμματοσήμου, ἡ πρόσοδος τοῦ εἰσοδήματος τούτου εἶναι καταφανὴς, ἐν ᾧ παρ’ ἡμῖν δὲν ἀνταποκρίνεται αὕτη κατὰ σχετικὸν λόγον. Ἐπὶ τοῦ Κεφ. Ηʹ. ἄρθρ. 1. Ἡ Ἐπιτροπὴ εὑρίσκει ἐξωγκωμένον τὸ ποσὸν τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ἀφοῦ τῷ 1873 εἰσεπράχθησαν 693,000, καὶ τὸ περιορίζει εἰς 700,000. Μετὰ τὰς προτεινομένας μεταβολὰς, τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ὑπολογίζει εἰς δραχμὰς 39,420,000 ἀντὶ τῶν εἰς δραχμὰς 40,000,000, καὶ τὴν παραδοχὴν αὐτῶν συνιστᾷ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπιφυλασσομένη νὰ ὑποβάλῃ λίαν προσεχῶς καὶ τὴν περὶ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους ἔκθεσίν της. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 13 Μαρτίου 1874. Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς.

Ὁ πρόεδρος

Γ. ΖΩΧΙΟΣ.

Ὁ εἰσηγητὴς Γ. Μπούμπουλης. Τὰ μέλη Θ. Δαραλέξης, Κ. Κατσικόπουλος, Εὐθ. Κεχαγιᾶς, Ν-Σοῦτσος, Ν. Βασιλάκης, Ν. Ε. Λούντζης, Πέτρος Α. Μαυρομιχάλης, Σ. Σωτηρόπουλος, Σ. Χ. Στεφανόπουλος, Ν. Μαυροκορδάτος.

§19ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ συστήσῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης τὴν γνωμοδότησιν περὶ αὐξήσεως τῶν ἀρεοπαγιτῶν, διότι ὁ Ἄρειος Πάγος εὑρίσκεται, καθὼς γνωρίζει καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἰς πλήρη παραλυσίαν. Πολλοὶ τῶν συναδέλφων γνωρίζουσι τὴν κατάστασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι 4,000 ἐκκρεμεῖς δίκαι εὑρίσκονται εἰς τὸ πινάκιον. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ δι’ ὑμῶν, κ. Πρόεδρε, τὸ νὰ ἐπισπευσθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὁ προκάτοχος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν.

§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, κ. Μαυρομιχάλη, ἐκάλεσεν ὅλας τὰς ἐπιτροπὰς νὰ ἐργασθῶσι· δυστυχῶς μετὰ λύπης ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδεμία σχεδὸν ἐπιτροπὴ εἰργάσθη, καὶ ἀπόδειξις ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν οὔτε συνῆλθεν, οὔτε ἔπραξέ τι περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς· ὥστε δὲν ἐξαρτᾶται παρ’ ἐμοῦ οὐδέν· ἕκαστος ὀφείλει νὰ ἔχῃ συνείδησιν τῶν πράξεών του.

§21ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, ὄχι ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἀλλ’ ἐπὶ μιᾶς προτάσεως ἀνεξαρτήτου.

§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε.

§23ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ (ἐκ τοῦ βήματος). Ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἐσύστησε τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, διὰ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαστῶν παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ. Τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριοι, ἦλθε καὶ κατὰ τὸ 1872, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμός. Ἐγὼ ὡς μέλος τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς δὲν ἤμην ἐναντίος, ὑπεστήριξα τὴν αὔξησιν τῶν δικαστῶν παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, διότι ἐγνώριζον ἐκ τῆς ἰδίας μου πείρας καὶ ὡς δικηγόρος καὶ ὡς διάδικος, ἔχων ὑποθέσεις εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, μενούσας ἐπὶ δύω καὶ τρία ἔτη ἐκκρεμεῖς, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν Ἀρειοπαγιτῶν ἦτο καὶ εἶναι ἐπαισθητὴ. Καθίσταται ἑπομένως καὶ ἤδη ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ἐπιψηφισθῇ ὁ νόμος αὐτός. Ἀλλὰ πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου τούτου, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ εἷς ἄλλος νόμος, ὁ ὁποῖος εἶναι πολὺ ἀναγκαῖος καὶ ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ ἦτον ἐψηφισμένος πρὸ πολλῶν ἐτῶν, ὡς ἐπιβαλλόμενος καὶ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος. Ἐσκεπτόμην τὴν ἰδέαν μου αὐτὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν εἰς μεταγενεστέραν συνεδρίασιν, ἀλλὰ προεκλήθην εἰς τοῦτο ἤδη ἐκ τῆς προτάσεως τοῦ συναδέλφου κυρίου Μαυρομιχάλη. Τὸ 88 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ὁρίζει τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἄρχεται ἡ ἰσοβιότης τῶν Ἀρειοπαγιτῶν καὶ Ἐφετῶν καὶ τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου τῶν ἐχόντων ψῆφον. Καὶ ἐννοεῖτε βεβαίως τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἡ Συνέλευσις ἠθέλησε νὰ καταστήσῃ ἰσοβίους τοὺς ὑπαλλήλους τούτους· ἠθέλησε νὰ τοὺς ἀπαλλάξῃ ἀπὸ πᾶσαν ἐπήρειαν, ἀλλὰ δὲν ἐξαρκεῖ τοῦτο μόνον. Ἠθέλησεν ἡ Συνέλευσις τὰς θέσεις αὐτὰς τὰς ἰσοβίους, τὰς πολὺ σπουδαίας, αἵτινες ἐξασκοῦν μεγάλην ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς κοινωνίας, κἄπως νὰ τὰς ἐξασφαλίσῃ, ἵνα τὰς κατέχουν πρόσωπα ἱκανὰ, κατάλληλα, ἔχοντα ἰδιαίτερα προσόντα, καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι, εἰς τὸ ἑπόμενον ἄρθρον, εἰς τὸ ἄρθρον 89 λέγει «Τὰ προσόντα τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, καὶ τῶν ψῆφον ἐχόντων μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου θέλουσιν ὁρισθῆ δι’ εἰδικοῦ Νόμου ἐντὸς τριετίας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος Συντάγματος.» Ἀλλ’ ὅπως ἠξεύρετε, ἀφ’ ὅτου ἐψηφίσθη καὶ ἐδημοσιεύθη τὸ Σύνταγμα, παρῆλθον πολλὰ ἔτη καὶ ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἐψηφίσθη τέλος πάντων. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω διὰ τίνα λόγον δὲν εἰσήχθη καὶ δὲν ἐψηφίσθη· αὐτὸ ἐναπόκειται εἰς ἄλλους νὰ τὸ ἐξετάσωσιν, ἐγὼ μόνον λέγω ὅτι ἡ θέλησις τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ὄχι μόνον δὲν ἐξεπληρώθη, ἀλλὰ καὶ παρεβιάσθη. Ἐπέστη ἡ ὥρα, καθ’ ἣν ἔμελλε νὰ γείνουν ἰσόβιοι οἱ ἀνωτέρω ὑπάλληλοι, καὶ ὁ νόμος περὶ προσόντων δὲν ἦτον ἐψηφισμένος· ἑπομένως ἦσαν εἰς θέσιν οἱ ἁρμόδιοι ὑπουργοὶ νὰ ἀφήσουν ὅσους ἤθελαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψιν τὴν θέλησιν τοῦ ἔθνους. Ἐπέστη ἀκολούθως καὶ ὁ χρόνος τῆς ἰσοβιότητος τῶν Πρωτοδικῶν, ἡ δὲ Κυβέρνησις, θέλουσα νὰ μάθῃ τὴν ἱκανότητα αὐτῶν, ἐσύστησεν ἐπιτροπὰς καὶ προσεπάθησε νὰ εὕρῃ ποῖοι ἐκ τούτων ἔπρεπε νὰ μείνωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ποῖοι ν’ ἀντικατασταθῶσι δι’ ἄλλων καταλλήλων προσώπων. Κατὰ πόσον ὅμως ἐπέτυχεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἶσθε ἁρμόδιοι νὰ τὸ ἐκτιμήσητε. Ἀφ’ ὅτου ἤρχισε, κύριοι, ἡ ἰσοβιότης, πολλοὶ διορισμοὶ καὶ προβιβασμοὶ ἐγένοντο καὶ πολλοὶ δικασταὶ, δὲν ἠξεύρω διατί, ἐγκατέλειψαν τὰς θέσεις των· φρονῶ ὅμως ὅτι τοῦτο ἐγένετο, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ συνεργασθῶσι μετὰ τῶν νεοδιορισθέντων, στερουμένων τῶν ἀπαιτουμένων προσόντων ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως νόμου περὶ προσόντων. Καὶ μὴ νομίζετε, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι σπουδαῖον· ἐὰν ὑπῆρχε νόμος τοιοῦτος, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐλάμβανεν αὐτὸν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὸν καταρτισμὸν τῶν δικαστηρίων, δὲν ἤθελον εὑρίσκεσθαι εἰς ἣν σήμερον εὑρίσκονται κατάστασιν αὐτά. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι δύναμαι ἤδη νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ συντόμως νόμον περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων, ἄλλως τε δικαιοῦμαι νὰ ὑποβάλω πρότασιν νόμου εἰς τὴν Βουλὴν, τὴν ὁποίαν θεωρῶ λίαν σπουδαίαν. Ἡ πρότασίς μου εἶναι, νὰ μὴ δύνανται ἀπὸ σήμερον καὶ ἐφεξῆς νὰ διορίζωνται ἢ νὰ προβιβάζωνται δικασταὶ ἰσόβιοι, πρὶν ψηφισθῇ νόμος περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων.

§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται ἡ συζήτησίς της.

§25ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ λοιπὸν, κύριοι, εἶναι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν φέρω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ παρακαλῶ αὐτὴν νὰ τὴν ἐξετάσῃ.

§26ΤΙΝΕΣ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως. Κατατίθεται ἡ πρότασις, ἔχουσα ὡς ἑξῆς. «Ἄρθρον 1. Οὐδεὶς διορίζεται ἢ προβιβάζεται Πρωτοδίκης, Ἐφέτης ἢ Ἀρειοπαγίτης πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως καὶ κυρώσεως εἰδικοῦ περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων τούτων νόμου. Ἄρθρον 2. Ὁ παραβάτης τοῦ παρόντος νόμου τιμωρεῖται μὲ πεντάμηνον φυλάκισιν καὶ μὲ πενταετῆ στέρησιν τῶν πολιτικῶν αὐτοῦ δικαιωμάτων. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 12 Μαρτίου 1874.

Ὁ ἐκ Κυνουρίας Βουλευτὴς

Κ. ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ.»

§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἔχομεν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· (ἀνεγνώσθη καὶ ἐγένετο παραδεκτὸν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ Νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῆς δηλώσεως τῶν ζώων κλπ. μέχρι τῆς 20 Ἀπριλίου ὡς καὶ περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῆς ἀπαριθμήσεως τῶν ζώων κλπ.). Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.

§28ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὸ πρῶτον γνώρισμα, κύριοι συνάδελφοι, συνταγματικῆς τινος κυβερνήσεως εἶναι ἀναντιῤῥήτως τὸ κατὰ Σύνταγμα πολιτεύεσθαι καὶ κυβερνᾷν· εἷς δὲ τῶν κυριωδεστέρων καὶ οὐσιωδεστέρων ὅρων τοῦ Συντάγματος εἶναι τὸ εἰσπράττειν καὶ δαπανᾷν τῇ ἀδείᾳ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Διατρέχομεν ἤδη τὸν τρίτον μῆνα τοῦ νέου ἔτους καὶ τὸν δεύτερον μῆνα ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς παρούσης βουλευτικῆς συνόδου, καὶ ἐν τοσούτῳ οὔτε προϋπολογισμὸν ἔχομεν, οὔτε φορολογικὸν νόμον.

§29ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.

§30ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας τῶν παρελθόντων δύω μηνῶν, χωρὶς νὰ παραβιάσῃ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἔλαβεν ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν εἰδικὴν πίστωσιν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας ἐνήργησε τὰς πληρωμὰς τῶν δαπανῶν τῶν δύω τούτων μηνῶν. Διατρέχομεν ἤδη τὸν τρίτον μῆνα, ὅστις προβαίνει πρὸς τὴν λῆξιν αὐτοῦ. Μετ’ ὀλίγον δὲ, καὶ πρὸ τῆς λήξεως τοῦ μηνὸς τούτου, ἐπέρχονται αἱ ἑορταὶ τοῦ Πάσχα καὶ τῆς μεγάλης ἑβδομάδος, καὶ κατὰ τὰς ἑορτὰς ταύτας ἡ Βουλὴ θὰ διακόψῃ ἐπί τινας ἡμέρας τὰς ἐργασίας της. Θὰ λήξῃ λοιπὸν ὁ μὴν Μάρτιος, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὴν ἄδειαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας νὰ πληρώσωμεν τὰς δαπάνας αὐτοῦ, διότι νομίζομεν ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ πληρωμὴ τῶν δαπανῶν εἰς βάρος τοῦ εἰσαχθέντος εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμοῦ δι’ εἰδικῶν πιστώσεων, καθόσον δὲν γνωρίζομεν ποίας μεταβολὰς δύναται νὰ ἐπιφέρῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, ἐπῆλθεν ἤδη ἡ ἐποχὴ, καθ’ ἣν πρέπει νὰ γείνῃ ἡ διάθεσις τῶν δημοσίων προσόδων, ἐκ τῶν ὁποίων, ὡς γνωστὸν, τὸ δημόσιον ἀπολαμβάνει πολλὰ ἑκατομμύρια. Πάντες γνωρίζομεν ὅτι ἡ διάθεσις τῶν δημοσίων προσόδων πρέπει νὰ ἐνεργηθῇ ἐγκαίρως διὰ νὰ προσφερθῶσιν αἱ ἀνάλογοι τιμαὶ εἰς τὸ δημόσιον ἐκ μέρους τῶν μετερχομένων τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἐνοικιαστοῦ, διότι ἡ παράκαιρος διάθεσις αὐτῶν εἶναι ἐναντίον τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου, καθόσον οἱ ἐνοικιασταὶ, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν ὅτι δὲν θὰ λάβωσιν ἐγκαίρως τὴν διαχείρισιν τῶν παρ’ αὐτῶν ἐνοικιασθησομένων προσόδων, δὲν θέλουν προσφέρει τὰς τιμὰς ἐκείνας τὰς ὁποίας ἤθελον προσφέρει, ἐὰν ἡ ἐνοικίασις ἐγίνετο ἐγκαίρως. Αὐτὸς λοιπὸν ὁ λόγος ἀρκεῖ ὅπως ἐπισπευσθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ φορολογικοῦ νόμου, τὸ σχέδιον τοῦ ὁποίου ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ εἴκοσι καὶ ἐπέκεινα ἡμερῶν. Ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις, θέλουσα νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν διοίκησιν καὶ τὴν κυβέρνησιν τοῦ τόπου ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος, θέλουσα τέλος πάντων νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν κανονικὴν αὐτὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν οὐχὶ μόνον τὸ πολίτευμα διαγράφει, ἀλλὰ καὶ ἐπιβάλλει εἰς αὐτὴν, νομίζει, ὅτι ἔχει καθῆκον ἀπαραίτητον νὰ παρακαλέσῃ τὴν Βουλὴν νὰ προτάξῃ παντὸς ἄλλου ζητήματος τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ φορολογικοῦ νόμου, καὶ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν δὲ τῶν δύο τούτων ἀναποφεύκτων διὰ τὴν εὔῤῥυθμον καὶ συνταγματικὴν ἐξακολούθησιν τῆς κυβερνήσεως νομοθετημάτων, μένει βεβαίως τὸ δικαίωμα ἀκέραιον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν παντὸς ἄλλου ἐκκρεμοῦς ζητήματος, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐνώπιον αὐτῆς. Τὰ ζητήματα τῆς δημοσίου ἀνάγκης, τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα συνδέονται στενῶς μὲ τὸ Σύνταγμα, τὰ ζητήματα τέλος, πάντων, ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ θέσωσι τὴν Κυβέρνησιν ἐντὸς τῆς συνταγματικῆς ὁδοῦ, δὲν εἶναι ἀμφιβολία ὅτι πρέπει νὰ προτιμηθῶσιν ἀπὸ πᾶν ἄλλο οἱονδήποτε ζήτημα. Ὁ φορολογικὸς νόμος, ὅπως σᾶς εἶπον, εἶναι τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης, διότι ἐὰν ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος ταύτης δὲν ἐπιψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς διὰ νὰ κοινοποιηθῇ ἐγκαίρως εἰς τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς καὶ αἱ ἀρχαὶ αὗται νὰ λάβωσι μέτρα περὶ τῆς ἐγκαίρου διαθέσεως τῶν δημοσίων προσόδων, θέλει προέλθει ζημία καὶ ἀπώλεια τῶν δημοσίων συμφερόντων. Λυποῦμαι διότι ἔμαθον ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κύριον πρόεδρον τῆς Βουλῆς ὅτι ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπὴ δὲν ἤρχισεν εἰσέτι νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐνῷ κάλλιστα ἐνθυμεῖσθε ὅτι, ὅτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰς τὴν Βουλὴν, παρεκάλεσα τὴν ἐπιτροπὴν νὰ καταστήσῃ ὥριμον τὴν συζήτησιν αὐτοῦ διὰ τῆς ἐγκαίρου ὑποβολῆς τῆς ἐπ’ αὐτοῦ ἐκθέσεώς της. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐξετέλεσεν ἐγκαίρως τὸ ἑαυτῆς καθῆκον, διὰ λόγους ἴσως δεδικαιολογημένους, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ σταυρώσῃ τὰς χεῖράς της περιμένουσα τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ὀφείλει, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ, νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως αὐτοῦ ἀμέσως. Ἐπειδὴ δὲ τὸ νομοσχέδιον θὰ ζητηθῇ τρὶς, ἔχει καιρὸν ἡ ἐπιτροπὴ, ἐὰν εὐαρεστῆται, νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς τοὐλάχιστον κατὰ τὴν γʹ. συζήτησιν, ἵνα χρησιμεύσῃ εἰς τὴν ὁριστικὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλε σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ κράτους. Ὁ προϋπολογισμὸς διαιρεῖται εἰς δύο μέρη, ὡς γνωρίζετε, εἰς προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, συνοδευόμενον ὑπὸ ἰδιαιτέρου νομοσχεδίου, καὶ προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, συνοδευόμενον ἐπίσης ὑπὸ ἰδίου νομοσχεδίου· ἑπομένως ἡ Βουλὴ δύναται νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, χωρὶς νὰ περιμένῃ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς καθόσον ἀφορᾷ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων. Ἔχει λοιπὸν ἤδη ἡ Βουλὴ ἐργασίαν ὥριμον καὶ σπουδαίαν, τὴν σπουδαιότητα τῆς ὁποίας πάντες ὑμεῖς γνωρίζετε, καὶ τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς. Διὰ τοῦτο ἡ κυβέρνησις προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν τροποποίησιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 29, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὡς ἑξῆς· αʹ.) συζήτησις τοῦ φορολογικοῦ νομοσχεδίου, καὶ βʹ.) συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους. Μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν δὲ τῶν δύο τούτων σπουδαίων καὶ ἀναποφεύκτων νομοθετημάτων, ἀναγκαίων εἰς τὴν συνταγματικὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Βουλὴ ἐξακολουθεῖ τὰς λοιπὰς ἐργασίας αὐτῆς, τὰς ὑφισταμένας ἢ καὶ τὰς εἰσαχθησομένας εἰς τὸ μέλλον. Ἐλπίζομεν ὅτι ἡ Βουλὴ, ἐκτιμῶσα τὸ σπουδαῖον καὶ τὸ κατεπεῖγον τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν λαμβάνει τὴν τιμὴν ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ δι’ ἐμοῦ εἰς αὐτὴν, καὶ ἀναγνωρίζουσα τὴν ὀρθότητα τῆς προτάσεως ταύτης, στηριζομένης εἰς ῥήτραν συνταγματικὴν, ἐλπίζομεν, λέγω, ὅτι ἡ Βουλὴ, θέλουσα νὰ διευκολύνῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἔννομον καὶ συνταγματικὴν πορείαν της, θέλει ἀποδεχθῆ εὐχαρίστως καὶ, εἰ δυνατὸν, ἀσυζητητὶ τὴν πρότασίν μας ταύτην, ἡ ὁποία εἶναι πρότασις κανονισμοῦ, πρότασις ἀφορῶσα ἁπλῶς τὴν τροποποίησιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὅπως προταχθῶσι τὰ δύω ταῦτα σπουδαῖα ἀντικείμενα, ἄνευ τῶν ὁποίων ἡ κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον της νομίμως.

§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ζωχιὸς ἔχει τὸν λόγον.

§32ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ συγχωρεῖτε νὰ ὑποβάλω μίαν ἔκθεσιν· εἶναι ἡ ἔκθεσις περὶ τοῦ ζητήματος τῆς φάλαγγος τοῦ Πανεπιστημίου (τὴν καταθέτει εἰς τὸ προεδρεῖον).

§33ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ συγχωρεῖτε· χωρὶς νὰ ἐγγίσω τὸ ζήτημα τῆς μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ διὰ τὴν μὴ ὑποβολὴν ἐκθέσεως ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ νομοσχεδίου ἐκ μέρους τῆς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας συμβαίνει νὰ ᾖμαι πρόεδρος. Τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἀμέσως μετὰ τὴν ὑπὸ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Βουλῆς εἰδοποίησιν ἐκαλέσθησαν ἀπὸ ἐμὲ, ἀλλὰ δυστυχῶς καμμίαν φορὰν δὲν κατωρθώθη νὰ γείνῃ ἀπαρτία· διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ μὴ δυνηθεῖσα νὰ ἐργασθῇ δὲν θέλει εἶσθαι εἰς κατάστασιν νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της. Ἀλλὰ τοῦτο, νομίζω, δὲν κωλύει τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, πολὺ κατεπείγοντος. Θέλω προσπαθήσει ἐν τῷ μεταξὺ νὰ κατορθώσω συνεδρίασιν τῆς ἐπιτροπῆς διὰ νὰ ὑποβάλω τὴν ἔκθεσιν, ὅπως τὴν λάβῃ ἡ Βουλὴ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν γʹ. συζήτησιν. Ἀλλ’ ἂν δὲν γείνῃ καὶ τοῦτο, πρέπει νὰ προβῇ καὶ εἰς τὴν γʹ. συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἕκαστον τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τῶν οἰκονομικῶν δύναται, ἐὰν ἔχῃ παρατηρήσεις, νὰ τὰς φέρῃ ἐνώπιον τοῦ Σώματος.

§34ΖΩΧΙΟΣ. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ φορολογικὸν νομοσχέδιον εἶναι ἤδη ἐγγεγραμένον καὶ προτεταγμένον.

§35ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι.

§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι τὸ περὶ ναυτολογίας.

§37ΖΩΧΙΟΣ. Ἐνόμισα, ὅτι εἶναι. Πρόκειται περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου ἐλάλησεν ὁ ἔντιμος κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐνθυμεῖσθε πρὸ ἡμερῶν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε 10 ἡμερῶν προθεσμίαν νὰ μελετήσῃ, καὶ συνηγόρησα καὶ ἐγὼ ὁ ταλαίπωρος ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς αὐτῆς. Ἐσκόπει δὲ νὰ σκεφθῇ τὶ νὰ προσθέσῃ καὶ τὶ νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ διὰ τὰς σκέψεις αὐτὰς ἐδαπάνησεν ἡμέρας 9, διότι τὸ παρελθὸν Σάββατον μᾶς ἀπέστειλε τὰς σημειώσεις. Λοιπὸν διὰ νὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία βεβαίως εἶναι ὡριμωτέρα ἀπὸ ἐμὲ, διὰ τὰς ὀλίγας αὐτὰς προσθέσεις καὶ ἀφαιρέσεις ἐζήτησε καιρὸν νὰ μελετήσῃ. Τὸ Σάββατον ἐλάβομεν τὰς σημειώσεις. Τὸ λέγω δὲ, διότι εἶμαι πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὴν Δευτέραν προσεκλήθη ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἤρχισε τὰς ἐργασίας της. Εἰργάσθημεν χθὲς τὴν Τρίτην, σήμερον δὲ ὑπεβλήθη τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξετάσεως τῶν ἐσόδων. Ἐὰν δὲ νομίζῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι πρέπει νὰ τρέχωμεν μὲ τὸν σιδηρόδρομον, ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ καὶ δι’ αὐτὸ παραιτοῦμαι· διότι ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, ὅπως εἶναι τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἠμποροῦσα νὰ ἀποφανθῶ, ἀλλὰ πρόκειται καὶ περὶ ἄλλων ὑπουργείων, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζω τόσον καλά. Δὲν ἐννοῶ δὲ τὶ βλάπτει, ἐὰν ἐντὸς 2, 3, 5 ἡμερῶν ὑποβληθῇ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξετάσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅστις θεωρεῖται ἀπαραίτητον. Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Νομίζω, ὅτι ὅπως εἶναι ἡ ἡμερησία διάταξις εἶναι ἕνας γόρδιος δεσμός, ὅστις κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀνώτερος καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, διὰ τὸν ἁπλούστατον τοῦτον λόγον· ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ἐπεμβαίνῃ καί νὰ ἐξετάζῃ τὰς πράξεις τῶν ὑπουργῶν, ναὶ ἢ ὄχι;

§38Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶναι λελυμένον τὸ ζήτημα αὐτό.

§39ΖΩΧΙΟΣ. Δι’ ἐμὲ δὲν εἶναι· καὶ ἐπειδὴ λέγετε ὅτι εἶναι λελυμένον, ἐπειδὴ ἡ πύλη εἶναι ἀνοικτὴ, θέλω νὰ ἔμβω μέσα, ἀλλὰ τὴν εὑρίσκω κλειστήν.

§40Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.

§41ΖΩΧΙΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦτο κατ’ ἐμὲ εἶναι πολὺ ἀνώτερον ἀπὸ τὸ ζήτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἐὰν ἔχω τὸ δικαίωμα αὐτὸ τοῦ νὰ ἐπέμβω, θέλω νὰ προβῶ· ἐὰν δὲν τὸ ἔχω, τετέλεσται. Λοιπὸν τὸ ζήτημα αὐτὸ μένει ἔτι ἐκκρεμές. Καὶ μέχρι μὲν τῆς προχθὲς ἐφαίνετο ὅτι ἀπὸ τῆς Δευτέρας εἰσερχόμεθα εἰς τὸ ζήτημα, ἀπὸ δὲ τῆς χθὲς ἀνεβλήθησαν τὰ πάντα. Διεκόπη ἐπὶ δύω ἡμέρας ἡ Βουλὴ, σήμερον δὲ ἀναβάλλεται ὅλως τὸ ζήτημα. Μεταξὺ δὲ τῶν ἄλλων τὸ ζήτημα αὐτὸ συνεπάγεται καὶ ζήτημα τιμῆς, τουτέστιν οἱ μὲν κατηγορεῖτε, ἢ μᾶλλον κατηγοροῦμεν — διότι καὶ ἐγὼ ἐπενέβην μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι δὲν ὥρισα πράξεις — οἱ μὲν κατηγοροῦμεν τὴν προκάτοχον κυβέρνησιν, οἱ δὲ ἄλλοι κατηγοροῦσιν ὅλας τὰς παρελθούσας κυβερνήσεις. Αἴ! συμφέρει τὸ ζήτημα αὐτὸ νὰ μένῃ ἐκκρεμές; Νομίζω, ὅτι ὄχι. Τὸ ζήτημα πρέπει νὰ λυθῇ ἅπαξ· καὶ ἂν θέλωμεν, λύεται, διότι περὶ αὐτοῦ δὲν δύναταί τις πλέον νὰ λαλήσῃ πολά. Σᾶς λέγω δὲ ὅτι ἐγὼ μένω εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν ἐτάχθη ἡ Βουλὴ μέχρι τῆς χθὲς, τουτέστιν ἡ Βουλὴ εἶχεν ἀποφασίσει νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ περὶ τῆς ἰδέας αὐτῆς ἐλάλησαν ὅλοι, δεξιοὶ, ἀριστεροὶ, ἀρσενικοὶ, θυλικοὶ, οὐδέτεροι. Ἐὰν σήμερον ἀποφασισθῇ νὰ ἀναβληθῇ τὸ ζήτημα, εἶναι ἄλλος λόγος. Βεβαίως ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία νὰ τὸ ἀναβάλῃ. Κατ’ ἐμὲ ὅμως δὲν πρέπει νὰ μεταβληθῇ, διότι ἴσως δίδει ἀφορμὴν εἰς τὴν μεταβολὴν ἄλλη αἰτία, μὴ πρέπουσα καὶ μὴ δικαία.

§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπούμπουλης εἶναι ἐγγεγραμμένος καὶ κατόπιν ὁ κ. Πετσάλης.

§43Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ πρὸ ὀλίγου καταβὰς τὸ βῆμα τοῦτο, κύριοι, ἐνόμισεν ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς εἶναι σπουδαιότερον τοῦ προκειμένου· ἴσως διὰ τῆς ὁμιλίας του ἠθέλησε ν’ ἀμφισβητήσῃ κεκτημένα δικαιώματα, δικαιώματα ἀναγνωρισμένα, τὰ ὁποῖα πᾶς, ἀναγνώσας τὴν κοινοβουλευτικὴν ἱστορίαν καὶ γνωρίζων τὰς συνταγματικὰς παραδόσεις, δὲν δύναταί ποτε νὰ ἀμφισβητήσῃ. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιτηρήσεως τῆς ἀκριβοῦς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐποπτείας ἐπὶ τῆς διοικήσεως ἐν γένει, ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχειν, τοῦ ἐπιδοκιμάζειν καὶ ἀποδοκιμάζειν· οὐδείς ποτε ἐφιλονείκησε τὰ πολιτικὰ ταῦτα δικαιώματα τοῦ Σώματος. Ἀντικρὺ ὅμως τῶν δικαιωμάτων τούτων ὑπάρχει καὶ ἕν ἔτι γνωστότερον δικαίωμα, καὶ εὐγενέστερον καὶ σπουδαιότερον, «ἡ πρότασις τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς.» Τὸ δικαίωμα ὅμως τοῦτο δὲν εἶναι τόσον σοβαρὸν ὅσον εἶναι ἡ πρότασις τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ πρώτη αἰτία, ὡς γνωρίζετε, κύριοι, ἡ ὁποία ἐγέννησε τοὺς πολέμους μεταξὺ λαῶν καὶ βασιλείας, ἦτο τὸ δικαίωμα τοῦ λαοῦ νὰ γνωρίζῃ τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας θὰ κάμῃ, ὥστε τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἤθελεν ἐπιβάλει διὰ τὰς δαπάνας αὐτὰς ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, νὰ ᾖναι ἀνάλογα. Οὐδέποτε, οὐδεμία κυβέρνησις εἶχε δίκαιον ὅσον ἡ σημερινὴ τοῦ κυρίου Βούλγαρη. Ποῖος ὁ λόγος τῆς συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, παρὰ διότι ἡ κυβέρνησις τῆς 8 Ἰουλίου ἐδαπάνησεν ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς καὶ τῆς ἐπινεύσεως τοῦ λαοῦ; Ἀφ’ οὗ λοιπὸν ζητοῦμεν νὰ παύσῃ ἡ συμβαίνουσα ἀκολασία, ἀφ’ οὗ ζητοῦμεν νὰ θέσωμεν χαλινὸν εἰς τὴν λαμβάνουσαν χώραν ἀκολασίαν ἐκ μέρους τῶν ὑπουργῶν οἵτινες, παραβλέποντες τὸν προορισμὸν τῆς Βουλῆς, ἐκυβέρνησαν ἄνευ προϋπολογισμοῦ, πῶς θέλετε σήμερον, παρούσης τῆς Βουλῆς, ἡ κυβέρνησις, ἔχουσα πρὸ ὀφθαλμῶν τὴν γενομένην κατὰ τοῦ ὑπουργείου Δεληγεώργη πρότασιν, νὰ ἐπιμένῃ νὰ διοικῇ εἰς τὸν 3 μῆνα τοῦ νέου ἔτους ἄνευ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ; Ἴσως ἐκεῖνοι, χάριν τῶν ὁποίων ἐγένετο ἡ πρότασις τῆς συστάσεως τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, θέλουσι μᾶς προτείνει τὴν αὐτὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ζωχιὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι καὶ εὐγενὲς καὶ γενναῖον νὰ ἔχωμεν ἀνθρώπους ἀνήκοντας εἰς δύο σπουδαίας μερίδας, ἢ καὶ ὅλην αὐτὴν τὴν Βουλὴν ὑπὸ κατηγορίαν. Ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐννοήσω πῶς τινες παρεξηγοῦσι τὴν πρότασιν αὐτήν. Ἐγὼ ἀνέγνωσά τινας ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων συνταγματιολόγων· οὐδεὶς τούτων παραδέχεται, ὅτι ἡ πρότασις συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς εἶναι πρότασις κατηγορίας· διότι ἐὰν ἦτο τοιαύτη, δὲν εἶχεν ἀνάγκην ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ, συνιστῶ ἐξεταστικὴν ἐπιτροπήν, ἀλλ’ ἀμέσως ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς τὴν κατηγορίαν καὶ εἰς τὴν εἰς δίκην εἰσαγωγὴν τοῦ ὑπουργείου τῆς 8 Ἰουλίου· τουλάχιστον ἡ πρότασις τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ἀπέδειξεν, ὅτι ἐκεῖνοι μόνον, οἵτινες ὑπέβαλον τὴν πρότασιν, εἶχον γνῶσιν, αὐτοὶ καὶ μόνοι τῶν γενομένων καταχρήσεων, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἅπαν τὸ Σῶμα, καθόσον μάλιστα λέγει ὁ Rossi ὅτι «la proposition de la commission d'enquete ce n'est pas un blame» τοῦθ’ ὅπερ ἀποδεικνύει ὅτι δὲν εἶναι μομφὴ, δὲν εἶναι κατηγορία. Πρέπει λοιπὸν, διότι τινὲς θέλουσι νὰ ἐξάγουν λόγους ἀπὸ τὴν ἰδέαν τῆς ἐπιτροπῆς, ἴσως καὶ λόγῳ φιλοτιμίας, πρέπει, λέγω, νὰ ἀφήσωμεν τὰ κυριώτερα τῶν ἔργων μας, τὴν ἀφορμὴν αὐτὴν τῆς ὑπάρξεως τοῦ Κοινοβουλίου, τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ; Διὰ τοῦτο, κύριοι, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ συνετῶς φερομένη, καὶ ἐὰν ᾖναι ζηλότυπος τῶν δικαιωμάτων της, θέλει δεχθῆ ἀμέσως τὴν πρότασιν τὴν γενομένην παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Παπαμιχαλοπούλου καὶ θέλει μεταβάλει τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἐπισπεύδουσα τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.

§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, δὲν εἶναι ἄλλος ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος.

§45ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ, κ. πρόεδρε. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ κυβέρνησις σήμερον ὀφείλει λόγον, ἀντὶ νὰ ζητῇ λόγον παρ’ ἡμῶν· ἔφερε σήμερον ζήτημα πρωτίστης ἀξίας, τὸ ζήτημα περὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ φορολογικοῦ νόμου καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ· καὶ ζητοῦσα ἀμφότερα, λόγῳ κατεπείγοντος, παρὰ τῆς Βουλῆς, ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ παραμελεῖ τὸ καθῆκόν της.

§46ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνοήσαμεν τοῦτο.

§47ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. — Ὅτι ἡ Βουλὴ παραμελεῖ τὸ καθῆκόν της, διότι εἰσῆλθεν εἰς τὸν δεύτερον μῆνα τῆς συνόδου καὶ οὔτε φορολογικὸν νόμον ἐπεψήφισεν, οὔτε προϋπολογισμὸν, καὶ ὅτι ἡ τακτικὴ αὕτη παραβιάζει τὸ πρώτιστον τῶν συνταγματικῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα τὸ Κοινοβούλιον ἔχει. Δὲν γνωρίζω, κύριοι, μεθ’ ὅλας τὰς περιπλοκὰς καὶ δυσκολίας, τὰς ὁποίας ἀπηντήσαμεν εἰς τὸν συνταγματικόν μας βίον ἀπὸ τῆς τελευταίας μεταβολῆς, ὅτι ἡ Βουλὴ ποτε ἠρνήθη εἰς κυβέρνησιν προϋπολογισμὸν ἢ φορολογικὸν νόμον. Γνωρίζω, ὅτι εἰς τὴν ἀρχαίαν τακτικὴν τῶν κοινοβουλίων ὑπῆρχε τοιαύτη συνήθεια, καὶ ὅτι ὁ πόλεμος μεταξὺ τῶν πολιτικῶν μερίδων ἐγίνετο καὶ δι’ αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ μέτρου, τοῦ ἀρνεῖσθαι εἰς τὴν κυβέρνησιν τὰ μέσα τοῦ ζῇν. Ἀλλ’ ἡ τακτικὴ ἐκείνη πρὸ πολλοῦ ἐγκατελείφθη παρὰ τῶν ἐθνῶν, διότι ἐξηυγενίσθησαν τὰ πολιτικὰ ἤθη, καὶ ἀπὸ πολλοῦ χρόνου αἱ κυβερνήσεις, σεβόμεναι ἑαυτὰς καὶ τὸ Κοινοβούλιον, μετὰ μίαν συζήτησιν περὶ τῶν πράξεων αὐτῶν, ὅσον ἔμμεσος καὶ ἂν ὑπάρξῃ ἡ τῆς δυσπιστίας τοῦ Κοινοβουλίου ἔκφρασις, αἱ κυβερνήσεις ὑποχωροῦσιν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ ἡ πλειονοψηφία διαδέχεται αὐτὰς εἰς τὰ πράγματα. Ἐγκατελείφθη πλέον τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον προανέφερον, ὡς ἄσκοπον, διότι διὰ τοῦ λογικωτάτου καὶ εὐγενεστάτου αὐτοῦ ἀγῶνος ἐπιτυγχάνεται τὸ ἀποτέλεσμα χωρὶς νὰ καταστραφῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ κράτους καὶ παραλύσῃ ἡ διοίκησις. Οὕτω ἀπὸ πολλοῦ χρόνου τὰ πολιτικὰ κόμματα ἐθεώρησαν ὡς ἀνώτατον αὐτῶν καθῆκον, ὑπέρτατον παντὸς συμφέροντος κομματικοῦ καὶ πάσης φιλοδοξίας, τὸ ἔχειν τὴν πολιτείαν ἐν καλῇ καταστάσει, τὸ διοικεῖσθαι αὐτὴν τακτικῶς καὶ ἐῤῥύθμως· καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἔθιμον ἐκεῖνο ἀκολουθοῦντες καὶ ἡμεῖς δὲν ἐπαρουσιάσαμεν μέχρι τοῦδε παράδειγμα ἀρνήσεως, οὔτε τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὔτε τοῦ φορολογικοῦ νόμου. Καὶ διὰ ποῖον λόγον, κύριοι, νὰ τὸ πράξωμεν; Ἡ τοιαύτη πρᾶξις ἐμφαίνει τὴν ὕπαρξιν πλειονοψηφίας ἀντιθέτου πρὸς τὴν κυβέρνησιν· ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία ἐκείνη δύναται νὰ ἐκλέξῃ οἱονδήποτε ζήτημα θελήσῃ, δύναται νὰ περιβάλῃ αὐτὸ μὲ τὸν χαρακτῆρα τῆς ὑπουργικότητος καὶ ἐμπιστοσύνης, δύναται νὰ καταψηφίσῃ κατὰ τοῦ ὑπουργείου, καὶ ἂν ἀποτύχῃ, πάλιν νὰ ἐπαναλάβῃ δευτέραν ψηφοφορίαν τῆς αὐτῆς φύσεως ἑωσοῦ ἐπιτύχῃ τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει. Δὲν πιστεύω ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ κἀνένα πλάγιον σκοπὸν, διὰ τοῦτο ἁπλῶς περιορίζομαι νὰ εἴπω, ὅτι οὐχὶ εὐστόχως ἐξελέξατο τὸ ζήτημά της. Ἀλλὰ περιπλέον ἀποδίδω ὅλην τὴν εὐθύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ὅλη ἡ χρονοτριβὴ προῆλθεν ἐξ αἰτίας της. Μέχρι σήμερον, κύριοι, δυνάμεθα νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι οὐδὲν ἐπράχθη ἐν τῇ Βουλῇ· δὲν ἐπράξαμεν δὲ τίποτε οὐχὶ ἀνθιστάμενοι κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ σιωπώσης αὐτῆς καὶ ὁδηγούσης τὴν ἀπραξίαν μας. Ἅμα ἀρξαμένων τῶν συνεδριάσεων, ἐπαρουσιάσθη ζήτημα πολιτικὸν, ἐντὸς τοῦ ὁποίου συνεχωνεύθη τὸν παρελθὸν πασῶν τῶν μερίδων καὶ ἅπασα σχεδὸν ἡ κοινοβουλευτικὴ ἡμῶν ἱστορία ἀπὸ τῆς τελευταίας μεταβολῆς. Δέκα ἡμερῶν συζήτησιν κατεστρέψαμεν εἰς τὸ πολιτικὸν αὐτὸ ζήτημα, κατὰ δὲ ταύτην ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνεφανίσθη νὰ εἴπῃ, ζητῶ τὸν φορολογικὸν νόμον, παρακαλῶ ψηφίσατε τὸν προϋπολογισμόν. Μετὰ τὰς δέκα ἡμέρας ἐζήτησε διακοπὴν δεκαήμερον, καὶ μολονότι γνώμη ἐπροτάθη τότε ἡ μὲν Κυβέρνησις κατὰ τὴν δεκαήμερον προθεσμίαν νὰ σκεφθῇ τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ δὲ Σῶμα νὰ ἐργάζηται εἰς τὴν πολιτικὴν συζήτησιν, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐδέχθη αὐτὴν καὶ συμπαρέσυρε τὸ Σῶμα εἰς ἀπραξίαν. Ληξάσης τῆς προθεσμίας, μᾶς ἀνακοίνωσεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἀξιοτίμου προέδρου μας, ὅτι ἐπιθυμοῦσα νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ συνεδριάσῃ κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν· Τὸ ἐπράξαμεν. Οὐδὲ χθὲς δὲ συνεδριάσαμεν· καὶ σήμερον ἡ Κυβέρνησις παρέστη νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι πρέπει μετὰ σπουδῆς νὰ ἐπιψηφίσωμεν τὸν φορολογικὸν νόμον καὶ τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἐνθυμηθῶμεν ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὸν δεύτερον μῆνα τῶν ἐργασιῶν μας, χωρὶς οὐδὲ τὰ πρώτιστα ταῦτα ἔργα νὰ ἐκτελέσωμεν. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις μᾶς ἐβοήθει καθ’ ὅλον τοῦτο τὸ διάστημα, δὲν ἤθελεν εὑρεθῆ οὔτε αὐτὴ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὁμιλήσῃ τὴν γλῶσσαν, ἣν σήμερον ὁμιλεῖ, οὔτε ἡμεῖς νὰ τῇ ἀπαντήσωμεν ὅπως τῇ ἀπαντῶμεν, καὶ ὁ ἀγὼν, ὅστις συνάπτεται σήμερον, δὲν ἤθελε συναφθῆ. Ὁ προϋπολογισμὸς, κύριοι, εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν ἅμα ἐκλεχθέντος τοῦ προέδρου, πρὶν ἀκόμη ἐκλεχθῶσιν οἱ ἀντιπρόεδροι καὶ οἱ γραμματεῖς, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἀντίῤῥησις ἐγένετο, ὅτι δὲν ἦτο τακτικὸν, οὔτε σύμφωνον πρὸς τὸν κανονισμὸν τὸ γενόμενον. Ἂν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νὰ μεταῤῥυθμίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν κατὰ τὸ πολιτικὸν καὶ διοικητικὸν αὐτῆς σύστημα, ἐδύνατο ἴσως νὰ δικαιολογηθῇ σήμερον λέγουσα, εἴκοσι, τριάκοντα ἡμέραι δὲν ἐξήρκεσαν ὅπως καταρτίσω τὸν προϋπολογισμὸν κατὰ τὰς ἰδικάς μου ἀρχὰς περὶ πολιτικῆς καὶ διοικήσεως. Ἀλλὰ μετὰ τὴν διακοπὴν, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐψήφισε, καὶ μὲ ὅλην τὴν εὐκαιρίαν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις εἶχε, καθ’ ὃν καιρὸν ἡ Βουλὴ ἐνησχολεῖτο εἰς τὸ πολιτικὸν ζήτημα, σήμερον ὅτε αἱ μεταβολαὶ εἰς τὸν παρ’ ἡμῶν εἰσαχθέντα προϋπολογισμὸν γίνονται γνωσταὶ, μανθάνομεν ὅτι δι’ αὐτῶν δὲν πρόκειται περὶ μεταβολῆς διοικητικοῦ συστήματος, ἢ ἄλλης συστηματικῆς μεταῤῥυθμίσεως, ἀλλὰ περὶ αὐξομειώσεως τῶν ποσῶν, κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας. Ἡ Κυβέρνησις, λέγω, ἠδύνατο νὰ μᾶς βοηθήσῃ, ἀλλὰ μᾶς ἠδίκησε διὰ τῆς σιωπῆς της καθ’ ὅλον τὸ παρελθὸν τοῦτο διάστημα. Δὲν ἠδίκησε δὲ μόνον ἡμᾶς, ἀλλ’ ἂς μοὶ συγχωρήσῃ νὰ τὸ εἴπω, ἠδίκησε καὶ ἑαυτὴν, σιωπήσασα ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ καὶ τὸ ὁποῖον μένει εἰσέτι ἐκκρεμές. Ἠδίκησε καὶ ἡμᾶς ἡ Κυβέρνησις καὶ ἑαυτήν· διότι περὶ τίνος πρόκειται; ἐπρόκειτο πρῶτον περὶ ἐξετάσεως τῆς πολιτείας καὶ οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπουργείων ἀπὸ τοῦ 1865 μέχρι τῆς 6 Φεβρουαρίου 1874. Ἐν αὐτῇ τῇ ἐξελέγξει ἡ Κυβέρνησις ἐνδιεφέρετο ὡς κυβέρνησις, ὡς πλειοψηφία τῆς Βουλῆς καὶ ὡς πολιτικὸν κόμμα. Ἐνδιεφέρετο ὡς πολιτικὸν κόμμα, διότι ἐν αὐτῇ τῇ ἐξελέγξει ἔχει μέγα μέρος, καθόσον κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἐκυβέρνησε τὸ κράτος τρὶς, τῷ 1866, τῷ 1868 καὶ τῷ 1872. Ἠκολούθησεν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν καὶ ἐσωτερικὴν πολιτικὴν ἰδίαν, τρόπον διοικητικὸν ἴδιον, διαχείρισιν οἰκονομικὴν προϋπολογισμοῦ, δανείων, ἐκτάκτων πόρων καὶ πιστώσεων, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην καὶ τὴν τακτικὴν διαχείρισιν νὰ διαχειρισθῇ καὶ εἰς πάνυ ἔκτακτον νὰ φθάσῃ. Περιπλέον δεύτερον ἐπρόκειτο περὶ τῶν συνταγματικῶν δικαιωμάτων τοῦ Στέμματος. Ἐν τῇ προτάσει, ἡ ὁποία κατετέθη καὶ ἡ ὁποία μᾶς ἀπησχόλησε καθ’ ὅλον τὸ παρελθὸν, συνεζητεῖτο ὁποία πρέπει νὰ ᾖναι ἡ χρῆσις τῶν δικαιωμάτων ἢ τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος. Ἕκαστος ἐξ ἡμῶν καὶ ἕκαστον κόμμα ἔχει καθῆκον νὰ ὑπερασπίζηται τὰ συνταγματικὰ δικαιώματα τοῦ Βασιλέως, καθὼς ἔχει καθῆκον νὰ ὑπερασπίζηται τὸ καθεστὼς, ἔχει δὲ καὶ τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ φρονῇ περὶ αὐτῶν ὅ,τι ἡ συνείδησις ὑπαγορεύει εἰς ἕκαστον ἐξ ἡμῶν καὶ εἰς ἕκαστον τῶν κομμάτων· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἓν καθῆκον περιπλέον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχομεν οἱ ἄλλοι. Ὀφείλει ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν τῶν Βασιλικῶν δικαιωμάτων νὰ φρονῇ τὰ τοῦ Βασιλέως, καὶ, ἂν διαφωνῇ, τὸ καθῆκόν της εἶναι νὰ παραιτηθῇ· ἀλλὰ, συζητουμένης τῆς χρήσεως τῶν δικαιωμάτων τῶν συνταγματικῶν τῆς Βασιλείας, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἄλλη γνώμη ἡ τοῦ Βασιλέως καὶ ἄλλη ἡ τῆς κυβερνήσεως. Ἐπαναλαμβάνω δὲ, κύριοι, ὅτι ἕκαστον ὑπουργεῖον δύναται νὰ ἔχῃ γνώμην ἰδίαν περὶ τῆς χρήσεως τῶν βασιλικῶν προνομίων, καὶ δὲν ἐννοῶ, ὅτι, παρουσιασθείσης συζητήσεως περὶ αὐτῶν, ὀφείλει νὰ μεταβάλῃ γνώμην. Οὐδέποτε διῆλθεν ἀπὸ τὸν νοῦν μου τοιαύτη ἰδέα, ἀλλὰ λέγω, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἀντιπροσωπεύει τὴν βασιλείαν, καθὼς παρὰ τῷ βασιλεῖ ἀντιπροσωπεύει τὴν Βουλήν. Περὶ τίνος ἐπρόκειτο, καὶ περὶ τίνος συζητοῦμεν, καὶ περὶ τίνος θὰ συζητήσωμεν; Ἐπρόκειτο καὶ πρόκειται ἂν ᾖναι κοινοβουλευτικὸν νὰ ἀναβιβάζωνται εἰς τὴν ἐξουσίαν αἱ κοινοβουλευτικαὶ μειοψηφίαι, ἂν αἱ συχναὶ διαλύσεις τῆς Βουλῆς κατασκάπτωσι τὰς βάσεις τοῦ πολιτεύματος, ἂν ἡ Βουλὴ θὰ σχηματίζῃ τὰ ὑπουργεῖα ἢ τὰ ὑπουργεῖα θὰ σχηματίζωσι τὴν Βουλὴν καὶ τόσα ἄλλα ζητήματα, ἴδιον τύπον ἔχοντα ἀλλ’ εἰς τὴν αὐτὴν ἀρχὴν ἀποβλέποντα. Δὲν πρόκειται ἤδη τὴν στιγμὴν αὐτὴν νὰ συζητήσω τὴν ὀρθότητα οὐδεμιᾶς τῶν γνωμῶν τούτων, οὐδὲ νὰ ἐκφράσω γνώμην περὶ οὐδεμιᾶς τῶν προτάσεων· πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ἡ κυβέρνησις συμμορφῶται μὲ τὸ καθῆκόν της σιωπῶσα, καὶ πολὺ μᾶλλον, ἂν, προτείνασα σήμερον ἀναβολὴν τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, συμμορφοῦται μὲ τὸ ἐπιβαλλόμενον αὐτῇ χρέος. Τὸ ὑπουργεῖον, κύριοι, περὶ ἀμφοτέρων τούτων τῶν ζητημάτων καὶ ὡς πολιτικὸν κόμμα καὶ ὡς πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς καὶ ὡς κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἐκφρασθῇ, ἡ δὲ σιωπή του εἶναι ἀνεξήγητος. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, εἰ καὶ ἐβασάνισα τὸν νοῦν μου, δὲν ἠδυνήθην νὰ πεισθῶ, ἐπί τίνος λογικοῦ συλλογισμοῦ, ἐπὶ τίνος συμφέροντος τοῦ κράτους ἢ τῆς Βουλῆς ἢ τῆς ἰδίας κυβερνήσεως θεμελιοῦται ἡ σιωπή της ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν. Διὰ τοῦ πρώτου μέρους τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν, πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ, ὡς οἱ πάντες ὁμολογοῦσιν, ἓν συνταγματικὸν ἔθιμον εἰς τὴν πολιτείαν ἡμῶν, ὅτι δηλαδὴ καὶ μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τῶν κυβερνήσεων δύνανται νὰ διορίζωνται ἐπιτροπαί, αἱ ὁποῖαι νὰ ἐξετάζωσι τὸν βίον καὶ τὴν πολιτείαν τῆς παραιτηθείσης κυβερνήσεως, μήπως παρεβίασε τοὺς νόμους κατά τι καὶ κατὰ τί. Προκειμένου δὲ νὰ εἰσαχθῇ τοιοῦτόν τι ἐν τῷ μέλλοντι ἔθιμον, ἐρωτῶ καὶ παρακαλῶ τοὺς ἰδίους κυρίους ὑπουργοὺς ν’ ἀπαντήσωσιν ἂν μόνοι αὐτοὶ δὲν ἐνδιαφέρονται! ἂν μόνον οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ περιβεβλημένοι τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς νομοθετικῆς δὲν ἐνδιαφέρωνται διὰ τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ εἰσαχθῶσι; Τίς λοιπὸν ἐνδιαφέρεται, ἂν μὴ ἡ κυβέρνησις; Εἶναι τάχα τὸ ζήτημα ἁπλῶς προσωπικόν; δὲν ἐνδιαφέρωνται εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν παρ’ ἐκεῖνοι οἱ πολιτικοὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι διεχειρίσθημεν ἢ ἐλπίζομεν καὶ εἰς τὸ μέλλον νὰ διαχειρισθῶμεν τὰ τῆς πολιτείας; ἀλλὰ καὶ τότε ὡς κόμμα ἡ κυβέρνησις δὲν ἔχει τὸ αὐτὸ ἐνδιαφέρον; τὸ ἐνδιαφέρον εἶναι μόνον εἰς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἐπιμένομεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ λαμβάνομεν τόσῳ μέρος ἐνεργητικόν; Ἂν δὲν ἐπιδοκιμάζῃ τὸ ἔθιμον ἡ κυβέρνησις, χρεωστεῖ νὰ ἐκφρασθῇ, ἂν δὲ τὸ ἀποδοκιμάζῃ, χρεωστεῖ νὰ συμπράξῃ. Ὡς κυβέρνησις δὲ ἐπὶ τοῦ δευτέρου μέρους τῆς προτάσεως τοῦ ἀφορῶντος τὰ συνταγματικὰ δικαιώματα τοῦ Στέμματος, ἐρωτῶ, εἶναι ποτὲ συγκεχωρημένον ἡ κυβέρνησις νὰ σιωπᾷ, ἢ εἶναι συγκεχωρημένον, ἀφοῦ ἐσιώπησεν ἐπὶ τόσας ἡμέρας, νὰ ἔρχηται καὶ νὰ ζητῇ ἀναβολὴν, καὶ, ὡς παρέστησε λίαν ὀρθῶς ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν διαιώνισιν τοῦ ζητήματος τούτου; Διότι τὸ κατεπεῖγον τὸ ἐστήριξεν ὁ ὑπουργὸς εἰς τὰς παρεμπιπτούσας ἑορτὰς, καὶ κύριος οἶδε μετὰ τὰς ἑορτὰς, ἂν καὶ πότε θὰ συνέλθῃ τὸ Κοινοβούλιον, διότι γνωστὸν εἶναι, ὅτι κατὰ τὰς ἑορτὰς οἱ πλεῖστοι ἀποχωροῦσιν. Εἶναι λοιπὸν ἀδιάφορον εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ μένῃ ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ποία πρέπει νὰ ᾖναι ἡ χρῆσις τῶν δικαιωμάτων τοῦ Στέμματος καὶ ὁποῖα εἶναι τὰ δικαιώματα ταῦτα; Αὐτὰ ἐν τούτοις εἶναι ἡ βάσις τοῦ πολιτεύματος, διότι ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς καὶ ἡ παράδοσις τῆς κυβερνήσεως εἰς τὴν πλειοψηφίαν ἢ μειοψηφίαν εἶναι τὸ πᾶν, εἶναι τὸ Σύνταγμα, εἶναι τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα. Δύναμαι ἑπομένως, κύριοι, νὰ παραδεχθῶ καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν παρατήρησιν, ἣν ἔκαμέ τις τῶν προαγορευσάντων, ὅτι τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει προετάχθησαν κατὰ τὴν ὁμόφωνον γνώμην τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου, εἶναι πολὺ ἀνώτερα τοῦ ζητήματος, τοῦ ὁποίου θέλει νὰ προτάξωμεν τὴν συζήτησιν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· ἀλλὰ δὲν τὸ πράττω, διότι ἠρχίσαμεν ἴσα ἴσα πρὸ πολλοῦ τὸν ἔλεγχον, καὶ πιστεύω, ὅτι παριστῶ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς λέγων, ὅτι τὰ δύω ζητήματα δὲν ἔρχονται εἰς ἀντίθεσιν, οὐδὲ πρόκειται νὰ εἴπωμεν, ποῖον εἶναι ἐπικρατέστερον καὶ ποῖον εἶναι κατώτερον. Τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὸν φορολογικὸν νόμον οὐδεμία Βουλὴ οὐδεμιᾶς ἐποχῆς, ὅσον φοβεραὶ ἐποχαὶ καὶ ἂν παρῆλθον, δὲν ἠρνήθη ποτὲ, οὐδὲ εἶναι ἀνάγκη σήμερον μὲ τὰ σημερινὰ ἤθη τῶν κοινοβουλίων νὰ καταντῶμεν εἰς τὴν ἄρνησιν τῶν φόρων καὶ εἰς τὴν ἄρνησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ δαπανᾶν. Ἂν δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὸν δεύτερον μῆνα, ἂν δὲν συνεζητοῦμεν οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο, ἡ κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ἔλθῃ πρὸς ἡμᾶς καὶ οὐχὶ ἡμεῖς πρὸς αὐτήν. Ἀλλ’ ὅ,τι, κύριοι, πολὺ περισσότερον μὲ ἐκπλήττει καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ ἐκπλήξῃ ὅλους ἡμᾶς, εἶναι, ὅτι μετὰ τὴν παρέλευσιν τόσου χρόνου σιωπῆς, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐσκέπτετο τὸ ζήτημα τὸ πολιτικὸν, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ τὸ σκέπτηται, διότι περὶ τῶν δικαιωμάτων της ἐπρόκειτο, μετὰ τὴν μελέτην ταύτην δὲν παρουσιάζεται νὰ ἐκφράσῃ γνώμην καὶ νὰ ἐπιδιώξῃ λύσιν. Ἐὰν ἐπέσπευδε τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἠδυνάμην νὰ δικαιολογήσω τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις τῷ ὄντι ἠδύνατο νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιόν μας καὶ νὰ εἴπῃ· κύριοι, συζητεῖτε ἐπὶ πολὺν χρόνον τὰ συνταγματικὰ δικαιώματα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐσιώπησα διὰ τοῦτον ἢ δι’ ἐκεῖνον τὸν λόγον, ἀλλ’ ἔχω ἤδη μίαν γνώμην, καὶ ἡ γνώμη μου εἶναι αὕτη, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀποφανθῆτε ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον ἐνόσῳ μένει ἐκκρεμὲς, προξενεῖ μεγίστην ζημίαν εἰς τὸν τόπον· σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀποφανθῆτε μετὰ ἧς ταχύτητος ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἡ συνείδησίς σας ὑπαγορεύει, συλλογιζόμενοι, ὅτι πρέπει νὰ τελειώσωμεν ὅσον οὔπω καὶ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὸν φορολογικὸν νόμον. Ἐκπλήττομαι δὲ, διότι δὲν ἠκολούθησε τὴν γνώμην ταύτην, ἀλλ’ ἔκλεισε τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε δι’ αὐτὴν νὰ ᾖναι πρώτιστον, ἔρχεται δὲ σήμερον μετὰ μεγίστου θάῤῥους νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν εἰς ἀόριστον ἀναβολὴν, προτασσομένου τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ φορολογικοῦ νόμου. Ἔπρεπε τοὐλάχιστον ν’ ἀφήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν θέλει νὰ συζητήσῃ τὸ πολιτικὴν ζήτημα, διότι θέλει ἑνὸς μηνὸς συζητήσεις· οὕτω τοὐλάχιστον κατὰ τύπους ἠδύνατο ἡ κυβέρνησις νὰ δικαιολογηθῇ. Ἀλλ’ ἤδη ἡ μὲν Βουλὴ, ὡς εἶμαι βέβαιος καὶ ὡς ἀπέδειξαν αἱ προγενέστεραι ἀποφάσεις αὐτῆς, ἐπιθυμεῖ νὰ δώσῃ ἓν τέλος εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον θέλει κανονίσει τρόπον τινὰ τὰς ἰδέας μας περὶ τῶν δικαιωμάτων ἐκείνων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας τὰ ὁποῖα τοσοῦτον ἐπηρεάζουν τὰ ἡμέτερα, ἡ δὲ κυβέρνησις οὐδὲ κἂν λόγον ἐξέφερεν. Αὐτὸ μὲ ἐκπλήττει καὶ ἄπορον μοὶ φαίνεται. Τί φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις περὶ τῶν δύω ἰδιαιτέρων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἡ πρότασις περιέχει; φρονεῖ, ὅτι ὑπάρχει εἰς τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα, ἢ, ἂν δὲν ὑπάρχῃ, πρέπει νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν τὸ ἔθιμον, ὅτι μετὰ τὴν παραίτησιν τῆς Κυβερνήσεως, ἡττωμένης ὑπὸ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ συνιστᾶται ἐπιτροπὴ, ἥτις νὰ ἐξετάζῃ τὴν πολιτείαν καὶ τὴν διαγωγὴν αὐτῆς, ὅπως εὕρῃ ἂν παρηνόμησε κατά τι καὶ κατὰ τί; ἢ ἔχει ἄλλην γνώμην περὶ τῆς λογοδοσίας, ἣν ὀφείλουσιν αἱ Κυβερνήσεις πρὸς τὰ Κοινοβούλια; Ἐὰν ᾖναι σύμφωνος μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατηγοροῦσι τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις πρὸ μικροῦ παρῃτήθη, καὶ μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατηγοροῦσι τὰς Κυβερνήσεις τὰς προγενεστέρας, πρέπει νὰ ἔλθῃ νὰ ἐκφρασθῇ, διότι δὲν τῇ ἐπιτρέπεται νὰ σιωπᾷ οὔτε ὡς κόμμα, οὔτε ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, οὔτε ὡς κυβέρνησις, διότι καὶ τὴν Κυβέρνησιν πρώτιστα ἐνδιαφέρει ἂν πρέπει νὰ εἰσαχθῇ τοιοῦτον σύστημα ἐξελέγξεως, διότι σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ αὐτὴ ἡ ἰδία θέλει ὑποβληθῆ εἰς τοῦτο. Ἐὰν δὲ ἔχῃ ὡς κυβέρνησις, ἀντιπροσωπεύουσα ἐν γένει τὴν ἐξουσίαν, γνώμην ἄλλην περὶ τῆς ἐξελέγξεως τῶν Κυβερνήσεων, ὀφείλει νὰ μᾶς φωτίσῃ, διατί κρύπτει τὰς ἰδέας της καθ’ ἣν ἐποχὴν μάλιστα δὲν τῇ εἶναι συγχωρημένον νὰ σιωπᾷ. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ δευτέρου ζητήματος τοῦ ἀφορῶντος τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Συντάγματος, τοῦ ἀφορῶντος αὐτὰ τὰ δικαιώματα τοῦ Στέμματος, διότι ἡ χρῆσις τῶν δικαιωμάτων εἶναι τὰ δικαιώματα ἐν γένει, ἐπὶ τοῦ δευτέρου, λέγω, ζητήματος ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ ἐκφρασθῇ, καὶ ἂν ἔχῃ γνώμην ἰδίαν, ἥτις τυχὸν δὲν ταυτίζεται μετὰ τῆς γνώμης τοῦ ἡγεμόνος, δὲν λέγω, ὅτι ὀφείλει νὰ τὴν μεταβάλῃ, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ ἀποσυρθῇ. Μοὶ συνέβη ἄλλοτε νὰ εὑρεθῶ εἰς παρομοίαν θέσιν, καὶ τὸ ἐνθυμεῖσθε, ὅσοι εὑρέθητε εἰς τὰς συνεδριάσεις τοῦ 1865· ἤμην τότε εἰς τὴν κυβέρνησιν, καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ φέρῃ πρότασιν περὶ καταργήσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ὅτε ἐφέρθη ἡ πρότασις, ἐπρόκειτο περὶ ἐπουσιωδῶν ζητημάτων· ἐγὼ δὲν ἤμην παρὼν, καὶ ἡ Βουλὴ ἐπεφόρτισε τὸν πρόεδρον νὰ μὲ καλέσῃ. Ἐνεφανίσθην καὶ ἠρωτήθην, ὁποίαν γνώμην ἔχω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς καταργήσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας· τί ἀπεκρίθην εἰς τὴν Βουλήν; εἶπον, ὅτι ἔχω ἐπὶ δύω ζητημάτων μερικωτέρων ἰδίαν γνώμην, τὴν ὁποίαν προθύμως θέλω ἐκφράσει εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ οὐχὶ τὴν στιγμὴν ταύτην. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἐπέμενεν ἐκ παντὸς τρόπου νὰ μάθῃ τὴν γνώμην μου· τῇ εἶπον, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν πρέπει νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ περὶ καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ τούτου τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ συγχρόνως ἠξεύρω, ὅτι εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκομαι, δὲν ἀντιπροσωπεύω μόνον ἐμαυτὸν, ἀλλ’ ἀντιπροσωπεύω πρὸ πάντων τὴν Βασιλείαν. Θέλω ἀνακοινώσει εἰς τὸν Βασιλέα τὴν γνώμην· καὶ ἂν ὁ Βασιλεὺς ἔχῃ τὴν αὐτὴν γνώμην, θέλω ἔλθει ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Στέμματος καὶ ὑποστηρίξει αὐτὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· ἐὰν δὲ ἡ Βασιλεία φρονῇ, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν περὶ καταργήσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας πρέπει νὰ λάβω μέρος, καί τοι διαφωνῶν, θέλω ἀποχωρήσει. Ἡ Βουλὴ ἀπῄτησε νὰ μάθῃ καὶ ἑτέραν γνώμην μου, τί ἐφρόνουν περὶ τῆς οὐσίας ἤτοι περὶ καταργήσεως ἢ μὴ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἀπελογήθην τὰ αὐτὰ καὶ προσέθηκα, ὅτι ἡ περὶ τούτου γνώμη μου εἶναι πασίγνωστος, διότι δὲ εὑρίσκομαι εἰς τὴν κυβέρνησιν, δὲν ὀφείλω ν’ ἀλλάξω γνώμην, ἀλλὰ καὶ περὶ τούτου θέλω συνεννοηθῆ μετὰ τοῦ Βασιλέως, καὶ ἂν ᾖναι σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην μου, θέλω ἐξακολουθήσει νὰ ἀντιπροσωπεύω τὸ Στέμμα, ἂν δὲ διαφωνῇ, θέλω ἀποσυρθῆ. Εὐρωπαῖοι συνειθισμένοι εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν βίον τελειοποιηθέντα, ὡς παρ’ αὐτοῖς ἐτελειοποιήθη, θέλουσιν ἐκπλαγῆ μανθάνοντες, ὅτι ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ Βουλὴ συζητεῖ περὶ τῆς χρήσεως τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος, ἡ κυβέρνησις ἐντελῶς ἐσιώπησεν. Αὐτὸ, κύριοι, δὲν πιστεύω νὰ ἠκούσθη ποτὲ, πιστεύω ὅτι εἶναι πρωτοφανὲς, ἀπαντώμενον μόνον παρ’ ἡμῖν. Θέλει δὲ προξενήσει ἔτι μεγαλειτέραν ἔκπληξιν διὰ τοὺς συνειθισμένους εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν βίον εὐρωπαίους, ὅταν μάθωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐ μόνον ἐσιώπησεν, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἀφοῦ ἐζήτησε προθεσμίαν, ἀφοῦ ἀπέκρουσε τὴν πρότασιν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ Βουλὴ τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος τούτου, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ἤθελε σκέπτεσθαι περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ ἐζήτησε καὶ μίαν καὶ δύω ἀκόμη ἀναβολὰς, ἔρχεται ἤδη ζητοῦσα ἀναβολὴν διαρκῆ. Διὰ τοῦτο, κύριοι, δὲν νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ δεχθῇ αὐτὴν τὴν τακτικήν· δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ εὐχαριστηθῇ εἰς τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα, διότι εὐχαριστουμένη ἀποδεικνύει, ὅτι τὰ μεγάλα συνταγματικὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Συντάγματι, δὲν ἔχουσιν ἀληθῶς δι’ αὐτὴν τὴν μεγάλην ἀξίαν, τὴν ὁποίαν πραγματικῶς πρέπει νὰ ἔχωσιν. Ἡ Βουλὴ δὲν πιστεύω νὰ ἐπιθυμῇ νὰ κατατρίβῃ τὸν χρόνον της, ἐνασχολουμένη εἰς ζητήματα τόσῳ μεγάλης ἀξίας, χωρὶς νὰ ἐπιδιώκῃ ἓν ἀποτέλεσμα πρακτικόν, χωρὶς νὰ ἐπιθυμῇ μίαν λύσιν ἀλλὰ μόνον τὴν σύγχυσιν, καὶ πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει συμφωνήσει, ὅτι ἡ τακτική, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο ἀκολουθεῖ, δὲν τείνει εἰς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἀποδίδω εἰς τὴν Βουλήν. Πιστεύω δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ζητήσῃ νὰ καταστήσῃ τὴν συζήτησιν ἀληθῆ, σοβαράν, ἀξίαν τοῦ ζητήματος καὶ ἀξίαν τῶν δικαιωμάτων, περὶ τὰ ὁποῖα ἐνασχολεῖται. Φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις τῇ ἀποδίδει, νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τοὺς χρόνους τοὺς ἐγκαταλελειμμένους καὶ λησμονημένους τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βίου τῶν ἐθνῶν, καθ’ οὓς ὁ πόλεμος κατὰ τῶν κυβερνήσεων ἐγίνετο διὰ τῆς παραλυσίας τοῦ Κράτους. Ἑπομένως ὑπάρχει ὅλη ἡ προθυμία νὰ παραιτήσωμεν τὰ τοιαῦτα ἔθιμα, ὅταν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐνόσῳ θέλομεν, καὶ νὰ μὴ τὴν ἔχωμεν ἐνόσῳ δὲν θέλομεν· καὶ ὅτι εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος ἡ Βουλὴ θέλει θεωρήσει καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως καὶ καθῆκον ἑαυτῆς νὰ ἐνασχοληθῶσι καὶ ἡ μὲν καὶ ἡ δὲ εἰς λύσιν σοβαρὰν καὶ σπουδαίαν, ὅπως ἔχῃ ἀξίαν καὶ ἔχῃ καὶ ἀποτέλεσμα. Τὰ δὲ μέχρι τοῦδε γενόμενα δὲν τὰ νομίζω τοιαῦτα.

§48ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶμαι ἠναγκασμένος, κύριοι, νὰ εἴπω ὀλίγα πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τῶν ἀδίκων, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, αἰτιάσεων, τὰς ὁποίας πρὸ μικροῦ ἀπηύθυνεν ἐντεῦθεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, χωρὶς βεβαίως διὰ τῆς ὑπερασπίσεως, τὴν ὁποίαν προτίθεμαι νὰ κάμω ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐπιῤῥίψω εὐθύνην, ἢ μομφήν τινα, ἔστω καὶ μεμακρυσμένην, κατὰ τοῦ Κοινοβουλίου. Γνωστὸν εἶναι ὑμῖν, ὅτι ἡ παροῦσα κυβέρνησις ἐκλήθη εἰς τὰ πράγματα τὴν ἑσπέραν τῆς 9 Φεβρουαρίου. Τὴν 10 καὶ 11 τοῦ μηνὸς τούτου ἡ Βουλὴ δὲν συνεδρίασεν, ὡς ἐκ τῶν ἑορτῶν τῶν Ἀποκρέω, συνῆλθε δὲ εἰς πρώτην μετὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς παρούσης κυβερνήσεως συνεδρίασιν τὴν 12 Φεβρουαρίου. Ἀλλ’ εὐθὺς τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐῤῥίφθη ἐν τῷ μέσῳ τοῦ Κοινοβουλίου ζήτημα πολιτικόν, ἀφορῶν οὐχὶ βεβαίως εἰς τὴν ἐξέτασιν καὶ τὸν ἔλεγχον τῶν βασιλικῶν προνομίων, διότι τὰ βασιλικὰ προνόμια, ὡς θέλω ἀποδείξω βραδύτερον, εἶναι ἀνώτερα παντὸς ἐλέγχου, πάσης ἐξετάσεως, ἀλλὰ μόνον ὡς πρὸς τὸ ἀνεύθυνον πρόσωπον τοῦ Βασιλέως, οὐδέποτε δὲ καὶ ὡς πρὸς τὴν ὑπεύθυνον κυβέρνησιν, ἥτις ποιεῖται χρῆσιν αὐτῶν, (εὖγε! εὖγε!), ἀλλ’ ἀφορῶν εἰς τὰς πράξεις καὶ εἰς τὴν εὐθύνην τῆς προκατόχου κυβερνήσεως. Ἐῤῥίφθη λοιπὸν ἐν μέσῳ τοῦ Κοινοβουλίου, ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τοῦ σχηματισμοῦ τῆς παρούσης κυβερνήσεως, ζήτημα πολιτικόν, ζήτημα σοβαρόν, ἀφορῶν, ὡς εἶπον, εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν πράξεων τῆς προκατόχου κυβερνήσεως, καὶ τῆς εὐθύνης, ἣν ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, χωρὶς νὰ ζητῇ νὰ κρύπτηται ὄπισθεν τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος (εὖγε εὖγε!). Ἡ Κυβέρνησις ἐνόμιζεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ παρασταθῇ, καὶ παρεστάθη κατὰ τὰς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου πολυημέρους συζητήσεις τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ μὲν διότι ἡ Κυβέρνησις πάντοτε πρέπει νὰ παρίσταται εἰς τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς, τὸ δὲ διὰ νὰ δίδῃ πᾶσαν ἀναγκαίαν πληροφορίαν ἐπὶ παντὸς ἀντικειμένου, ἥτις τυχὸν ἤθελε ζητηθῇ παρ’ αὐτῆς, σχετικῶς πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν εὐθύνην τῆς προκατόχου κυβερνήσεως. Δὲν ἠδυνήθη λοιπὸν ν’ ἀσχοληθῇ εἰς τὰ κύρια ἔργα αὐτῆς, ὁποῖα ἦσαν ἡ ἀναθεώρησις τοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ, καὶ ἡ προπαρασκευὴ σπουδαίων νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα προτίθεται νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῆς, ἀφορῶντα εἰς τὴν συγκοινωνίαν τοῦ Τόπου, καὶ εἰς τὴν διαῤῥύθμησιν τῆς κακῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, καὶ ἧς τὰ αἴτια, εἰρήσθω, δὲν ἀποδίδω εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ἀλλ’ εἰς τὰς ἐκτάκτους καὶ ἀνωμάλους περιστάσεις, αἵτινες ἐπῆλθον ὑμῖν πρὸ δωδεκαετίας. Ἡ Κυβέρνησις, ἂν καὶ ἦτο πάντοτε παροῦσα, ὡς εἶπον, δὲν ἐνόμισεν ὅμως, ὅτι ὤφειλε νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἀντικειμένου, ὅπερ πρὸ τόσων ἡμερῶν ἀπασχολεῖ τὸ Κοινοβούλιον, ὡς καὶ κατ’ ἄλλην συνεδρίασιν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, καὶ νὰ ἐκφράσῃ οἱανδήποτε γνώμην περὶ αὐτοῦ, διότι δὲν ἤθελε νὰ παραστήσῃ οὔτε τὸν κατήγορον, ἀλλ’ οὔτε τὸν συνήγορον τοῦ προκατόχου ὑπουργείου. Τὰ μέλη αὐτοῦ ἦσαν παρόντα καὶ εἶναι εὐτυχῶς εἰς θέσιν νὰ ὑπερασπίζωνται ἑαυτὰ κατὰ τῶν αἰτιάσεων, κατὰ τῶν κατηγοριῶν, τὰς ὁποίας, δικαίως ἢ ἀδίκως, δὲν εἶναι ἔργον ἡμῶν νὰ ἐξετάσωμεν, ἀποδίδει εἰς αὐτὰ μία μεγάλη μερὶς τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις παρετήρησεν, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν ἐξηντλεῖτο, ἀλλὰ παρετάθη, καὶ δύναται ἴσως νὰ παραταθῇ ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, ὡς ἐκ τῆς διαστάσεως, ἣν ἔλαβε, βλέπουσα ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι δὲν ἔχει καιρὸν νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ τῶν σπουδαίων αὐτῆς καθηκόντων, πρὸ πάντων δὲ εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, παρεκάλεσε τὴν Βουλὴν, νὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας της. Αὐτὴν δὲ τὴν ἰδίαν Βουλὴν, χωρὶς νὰ καταφύγωμεν εἰς τὴν χρῆσιν τῶν βασιλικῶν προνομίων, εἰς τὰ ὁποῖα ἄλλοι, εὑρισκόμενοι εἰς τὴν θέσιν ἡμῶν, ἤθελον καταφύγει, παρεκαλέσαμεν νὰ διακόψῃ ἐπί τινας ἡμέρας τὰς ἐργασίας της, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐργασθῇ τόσον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅσον καὶ ἐπὶ ἄλλων σπουδαίων ἀντικειμένων, ἐφ’ ὧν δὲν εἶχε καιρὸν νὰ ἐργασθῇ, ὑποχρεουμένη νὰ ᾖναι πάντοτε παροῦσα ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὴν 1 Μαρτίου, ἡμέραν Παρασκευὴν, διέκοψεν ἡ Βουλὴ τὰς ἐργασίας της. Ἡ ἡμέρα δ’ ἐκείνη παρῆλθε χωρὶς, ἐννοεῖται, ἡ Κυβέρνησις νὰ δυνηθῇ νὰ ἐργασθῇ. Τὴν 8 Μαρτίου, τοὐτέστι μετὰ ἑπτὰ ἡμέρας ἀπὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν εἰς τὸν ἀξιότιμον πρόεδρον τῆς Βουλῆς τὰς τροποποιήσεις, ὅσας ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ ἐπενέγκῃ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, παρακαλέσασα τὸν κ. πρόεδρον ν’ ἀποστείλῃ αὐτὰς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διὰ νὰ τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, μὲ τὴν παράκλησιν νὰ ἐπισπεύσῃ ἡ ἐπιτροπὴ τὰς ἐργασίας της, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἔχῃ πίστωσιν διὰ τὰς δαπάνας τοῦ μηνὸς Μαρτίου. Μόνον λοιπὸν ἑπτὰ ἡμέρας διέθεσεν ἡ Κυβέρνησις ὑπὲρ ἑαυτῆς, καὶ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο τῶν ἑπτὰ ἡμερῶν, ἐσκέφθη οὐ μόνον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ ἄλλων ἔργων σπουδαιοτάτης σημασίας, ἅτινα μετ’ ὀλίγον θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἔργων, ἅτινα ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὴν συγκοινωνίαν τοῦ τόπου καὶ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν αὐτοῦ. Ἡ αἰτίασις λοιπὸν, ἣν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου ἀπηύθυνε καθ’ ἡμῶν, δὲν εἶναι ἀκριβὴς, δὲν εἶναι δικαία, διότι εἰς τὸ ὀλιγοήμερον τοῦτο διάστημα εἰργάσθημεν, ὅσῳ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐργασθῶμεν. Ἀλλ’ ἀφοῦ βλέπει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι τὸ ζήτημα, ὅπερ πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν, δὲν ἐξηντλήθη, καὶ δύναται νὰ καταναλώσῃ ἀρκετὰς ἡμέρας ἀκόμη, ἀφοῦ βλέπει, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθῇ κυβερνῶσα ἐκτὸς τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, νομίζει, ὅτι εἶναι καθῆκον αὐτῆς ἀπαραίτητον νὰ παρακαλέσῃ τὴν Βουλὴν νὰ ἐνασχοληθῇ εἰς τὰ οὐσιωδέστερα καθήκοντα αὐτῆς, μεταξὺ τῶν ὁποίων πρωτεύει ἡ ἐπιψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ φορολογικοῦ νόμου, χωρὶς νὰ ἐννοῇ νὰ ἐγκαταλειφθῇ τὸ ζήτημα, ὅπερ ἀφορᾷ εἰς τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον, τὸ ὀφεῖλον εὐθύνας ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου. Ὁ προϋπολογισμὸς, κύριοι, ὁ ὑποβληθεὶς ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, οὐδεμίαν πολιτικὴν ἀρχὴν ἀντιπροσωπεύει, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος πρώην πρωθυπουργὸς, διότι οὐδὲν εἶναι ἄλλο, ἢ ἁπλῆ ἀντιγραφὴ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Ἢ πλανῶνται δὲ, ἢ θέλουσι νὰ πλανῶσιν ἄλλους οἱ ὑποστηρίζοντες, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς παρ’ ἡμῖν ἀντιπροσωπεύει πολιτικὴν, ἢ διοικητικήν τινα ἰδέαν. Ὁ προϋπολογισμὸς οὐδὲν ἄλλο εἶναι, ἢ ἓν ἁπλοῦν μισθολόγιον, στηριζόμενον εἰς τοὺς κειμένους νόμους, καὶ ἡ ἐπιψήφισις δαπανῶν πρὸς θεραπείαν ἀναγκῶν τινων ἐπαρχιακῶν ἢ δημοτικῶν τοῦ Κράτους. Δὲν περιέχει ἑπομένως πολιτικὴν ἀρχὴν, δὲν ἀντιπροσωπεύει διοικητικήν τινα ἰδέαν, διότι οὔτε αὐξάνει, οὔτε ἐλαττόνει τὸν στρατόν της ἡ Κυβέρνησις ἑκάστοτε, κατὰ τὰς ἐξωτερικὰς περιστάσεις καὶ ἀνάγκας, διότι οὔτε αὐξάνει, οὔτε ἐλαττόνει τὸ ναυτικόν της, κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ἐπικρατείας, σχετιζομένας πρὸς τὰς πολιτικὰς καὶ ἐξωτερικὰς περιστάσεις. Ὁ προϋπολογισμὸς ἡμῶν εἶναι προϋπολογισμὸς στερεότυπος, εἶναι μία ἁπλῆ ἀντιγραφὴ τῶν προϋπολογισμῶν, τῶν εἰσαγομένων εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τῆς παρελθούσης ἐποχῆς. Δὲν ἐννοοῦμεν λοιπὸν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς, ὅστις ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἀντιπροσωπεύει πολιτικὴν ἢ διοικητικήν τινα ἀρχὴν, ὅπως ἐξέθεσεν ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Διὰ τοῦτο, οὔτε ἡμεῖς ἐνησχολήθημεν νὰ τροποποιήσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον, κατὰ τὰς πολιτικὰς ἰδέας ἡμῶν, ἀλλ’ ἐνησχολήθημεν νὰ τροποποιήσωμεν αὐτὸν, κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς διοικήσεως. Οὕτω προσεθέσαμεν εἰς αὐτὸν δαπάνας, ἃς ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις παρέλειψε νὰ καταγράψῃ, ἀλλὰ δαπάνας, στηριζομένας εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ εἰς ἀναποφεύκτους ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας. Δὲν ἠθελήσαμεν νὰ ὑποστηρίξωμεν προϋπολογισμὸν μὲ ἰσοζύγιον μὴ ἀκριβές. Ἠθέλομεν καὶ θέλομεν προϋπολογισμὸν ἀληθῆ, καίτοι μὴ παριστῶντα τὸ ἰσοζύγιον, ὅπερ μετὰ μεγάλης ἐπιμονῆς ἐπιδιώκει, ἀλλὰ πάντοτε ἐπὶ τοῦ χάρτου μόνον, ὁ ἀξιοσέβαστος προκάτοχός μου ὑπουργός. Λυποῦμαι διότι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν παρουσιάζει ἀληθὲς ἰσοζύγιον· ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς κατάστασις τῶν πραγμάτων, ἣν πρέπει νὰ μάθῃ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ Ἔθνος· διότι, ὅταν μάθωμεν τὴν ἀληθῆ κατάστασιν ἡμῶν τὴν οἰκονομικὴν, θ’ ἀποφασίσωμεν τέλος πάντων νὰ σκεφθῶμεν καὶ περὶ τῶν τρόπων τῆς διορθώσεως αὐτῆς. Οὕτω ἐὰν δὲν ἐνησχολήθημεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, τροποποιοῦντες αὐτὸν κατὰ τὰς πολιτικὰς ἡμῶν ἀρχὰς, διότι τοιαύτας, ὡς σᾶς εἶπον, δὲν ἀντιπροσωπεύει, ἐνησχολήθημεν ὅμως εἰς τὸ νὰ ἐπενέγκωμεν τὰς μεταβολὰς ἐκείνας, ἃς αἱ ὑποχρεώσεις καὶ αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους μᾶς ὑπηγόρευσαν. Ἡ Κυβέρνησις κατηγορεῖται ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὅτι ἐσιώπησεν ἐπὶ ζητήματος λίαν σοβαροῦ, θίγοντος τὰ προνόμια καὶ τὰ δικαιώματα τῆς Βασιλείας. Δὲν εἶναι, κύριοι, ἀκριβὲς, δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐσιώπησεν ἐπὶ τοῦ τοιούτου ζητήματος· διότι τὰ προνόμια καὶ τὰ δικαιώματα τῆς Βασιλείας, σχετικῶς πρὸς τὸ ἀνεύθυνον πρόσωπον τοῦ Βασιλέως, εἶναι ἀνεξέλεγκτα, καὶ ὁ Βασιλεὺς δὲν ὀφείλει νὰ δώσῃ λόγον, οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν, οὔτε εἰς τὸ Ἔθνος διὰ τὴν χρῆσιν τῶν προνομίων καὶ τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων του. Ἀλλ’ ἡ προλαβοῦσα Κυβέρνησις, ἥτις ἐποιήσατο χρῆσιν τῶν βασιλικῶν τούτων προνομίων καὶ δικαιωμάτων, ὀφείλει νὰ δώσῃ λόγον ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ Ἔθνους. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα δὲν ἐνόμισεν ἀναγκαῖον ν’ ἀναλάβῃ τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ Στέμματος, διότι τὸ Στέμμα δὲν κατηγορεῖται, οὔτε ἠδύνατο νὰ κατηγορηθῇ. Κατηγορεῖται τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον—ἀδιαφορῶ ἂν δικαίως ἢ ἀδίκως, διότι τοῦτο θὰ τὸ ἐξετάσῃ καὶ θὰ τὸ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ—ὅπερ ἐποιήσατο χρῆσιν τῶν βασιλικῶν προνομίων καὶ ὅπερ συνεβούλευσε τῇ βασιλείᾳ εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῶν βασιλικῶν προνομίων της, διὰ νὰ διατηρήσῃ ἴσως αὐτὸ τὴν ἐξουσίαν. Καὶ ἐντὸς τοῦ Συντάγματος κατηγορεῖται. Κατὰ τὸ Σύνταγμα, κύριοι, οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Βασιλέως ἰσχύει, ἐὰν δὲν ᾖναι τὸ περὶ ταύτης διάταγμα προσυπογεγραμμένον ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ. Ἰδοὺ ἐπὶ λέξεσι, τί διατάσσει τὸ Σύνταγμα (ἄρθρον 30)· «Οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Βασι«λέως ἰσχύει, οὐδ’ ἐκτελεῖται, ἂν δὲν ᾖναι προσυπογεγραμμένη «παρὰ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ, ὅστις διὰ μόνης τῆς ὑπογραφῆς «του καθίσταται ὑπεύθυνος.» (Εὖγε! ἐκ δεξιῶν) Λοιπὸν, ἐὰν τὸ Κοινοβούλιον ζητῇ σήμερον λόγον ἀπὸ μίαν Κυβέρνησιν οἱανδήποτε διὰ πρᾶξίν τινα, ἀναγομένην, ἔστω, εἰς τὰς προνομίας τοῦ Στέμματος, δὲν θὰ εἴπῃ, ὅτι κατηγορεῖται ἢ ἐξελέγχεται τὸ Στέμμα, οὐδ’ ἐννοεῖ τὸ Κοινοβούλιον νὰ ζητήσῃ εὐθύνας ἀπὸ τὸ ἀνεύθυνον πρόσωπον τοῦ Βασιλέως, διότι τοῦτο προφανῶς ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα, ὅπερ καθιέρωσε τὸ ἀνεύθυνον τοῦ Βασιλέως. Ἡ εὐθύνη ζητεῖται ἀπὸ τοῦ ὑπουργείου, ὅπερ συνεβούλευσε τῷ Βασιλεῖ νὰ ἐνασκήσῃ ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ ὑπουργείου τὰ βασιλικὰ προνόμια, ὧν ἡ ἐνάσκησις πρέπει ν’ ἀφορᾷ εἰς μεγάλα ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἑπομένως ἡμεῖς δὲν νομίζομεν, ὅτι μία Κυβέρνησις, διαλύουσα τὴν Βουλὴν, πρέπει νὰ ὀχυροῦται ὄπισθεν τῶν βασιλικῶν προνομίων, διὰ ν’ ἀποφεύγῃ τὴν εὐθύνην τῆς πράξεώς της ταύτης. Καὶ ἰδοὺ διατὶ ἐσιωπήσαμεν· διότι δὲν εἴχομεν ἀνάγκην νὰ ὑπερασπίσωμεν τὰ ἡγεμονικὰ προνόμια, ἅτινα οὔτε νὰ κατηγορήσῃ δύναταί τις, οὔτε ν’ ἀμφισβητήσῃ, ἀλλὰ μόνον, ὡς σᾶς εἶπον, καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ἀνεύθυνον πρόσωπον τοῦ Βασιλέως. Ἡ κατηγορία, ἥτις διετυπώθη ἐναντίον τοῦ προκατόχου ὑπουργείου, μόνον εἰς αὐτὸ ἀφορᾷ, καὶ ἀπὸ αὐτὸ ζητεῖται εὐθύνη τῶν πράξεών του. Ἡμεῖς δὲ σήμερον δὲν ἔχομεν οὔτε καθῆκον, οὔτε δικαίωμα νὰ ὑπερασπίσωμεν τοὺς προκατόχους ἡμῶν, οὐ μόνον διότι ἔχουσι τὴν ἱκανότητα νὰ ὑπερασπίσωσιν ἑαυτοὺς, ἀλλὰ καὶ ἀπόντες ἐὰν ἦσαν, δὲν εἴχομεν τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀναλάβωμεν τὴν ὑπεράσπισιν καὶ τὴν δικαιολόγησιν πράξεων, ἃς καὶ ὡς Κυβέρνησις καὶ ὡς κόμμα δὲν συμμεριζόμεθα. (Εὖγε! ἐκ δεξιῶν). Καὶ ἡμεῖς, κύριοι, ὡς Κυβέρνησις, διελύσαμεν, ὡς γνωρίζετε, δὶς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ δὲν ἐκρύφθημεν ὄπισθεν τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος, ὅταν μᾶς ἐζητήθη λόγος καὶ εὐθύνη· δὲν ἰσχυρίσθημεν, ὅτι δὲν συζητοῦνται τὰ βασιλικὰ προνόμια, ἀλλ’ εἴχομεν τὸ θάῤῥος νὰ εἴπωμεν, ἀναλαμβάνοντες ὅλην τὴν εὐθύνην, ὅτι «Μάλιστα, «διελύσαμεν τὴν Βουλὴν καὶ συνεβουλεύσαμεν τὸν Βασιλέα «πρὸς τοῦτο, διότι τὸ ἐθεωρήσαμεν συμφέρον ἐθνικὸν, κατὰ «τὴν κρίσιν μας καὶ τὴν πεποίθησίν μας.» Εἴπομεν ἐν ἄλλῃ ἐποχῇ, ὅτι «συνεβουλεύσαμεν τῷ Βασιλεῖ τὴν διάλυσιν τῆς «Βουλῆς, οὐχὶ διὰ νὰ διατηρήσωμεν τὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ διότι «ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἦτον ἀνίκανος νὰ ὑποστηρίξῃ μίαν οἱανδήποτε «Κυβέρνησιν, καὶ ὁ τόπος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μείνῃ ἀκυβέρ«νητος.» Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου, κατὰ τὰ 1871 ἡττηθὲν ἐν τῇ Βουλῇ, κατέθηκε τὴν ἐξουσίαν, καὶ τὸ διεδέχθη τότε τὸ ὑπουργεῖον Ζαΐμη. Τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο, μὴ ὑποστηριχθὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, παρῄτησε καὶ αὐτὸ τὴν ἐξουσίαν. Ὁ Βασιλεὺς τότε εὑρέθη εἰς δύσκολον θέσιν νὰ σχηματίσῃ Κεβέρνησιν, δυναμένην νὰ ὑποστηριχθῇ καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐκάλεσε λοιπὸν εἰς τὰ πράγματα τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ὅστις εἰλικρινῶς παρέστησεν εἰς τὸν ἡγεμόνα, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκείνη δὲν ἦτον εἰς κατάστασιν νὰ ὑποστηρίξῃ Κυβέρνησίν τινα, καὶ παρέστησε τὴν ἀνάγκην τῆς διαλύσεως τοῦ Κοινοβουλίου ἐκείνου, ἀνάγκην ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τῶν πραγμάτων. Αὐτὸν τὸν λόγον προέτεινεν εἰς τὸν Βασιλέα, ὅτε ἐκλήθη ὁ κ. Βούλγαρης εἰς τὴν Κυβέρνησιν, φθίνοντος τοῦ 1871 ἔτους, καὶ αὐτὸν τὸν ἴδιον λόγον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτε ἐζήτησεν ἡ Βουλὴ εὐθύνας. Δὲν ἰσχυρίσθη, ὅτι ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε συνεβούλευσε τὴν χρῆσιν τῆς βασιλικῆς ταύτης προνομίας, ὡς δικαιώματος ἀπολύτου καὶ μὴ ὑποκειμένου εἰς ἔλεγχον, οὔτε ἐζήτησε τὴν δικαιολογίαν αὐτοῦ, προτάττων τὰ βασιλικὰ προνόμια καὶ δικαιώματα. Ἐσιωπήσαμεν λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω νὰ τὸ εἴπω, διότι δὲν εἴχομεν ἀνάγκην νὰ ὑπερασπίσωμεν τοὺς προκατόχους ἡμῶν, κατηγορουμένους δικαίως ἢ ἀδίκως, καὶ διότι ἡ Βασιλεία, ὡς ἀνεύθυνος, δὲν ἔχει χρείαν ὑπερασπίσεως. Ἐπομένως ἡ τοιαύτη σιωπὴ ἡμῶν ἀδίκως κατακρίνεται σήμερον. Τὸ Κοινοβούλιον, κατὰ τὴν περίστασιν αὐτὴν, ἐνασκεῖ ἓν τῶν σπουδαιοτάτων δικαιωμάτων αὑτοῦ, τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, ἀπαιτοῦν εὐθύνην ἀπὸ τὸ ὑπεύθυνον ὑπουργεῖον. Καὶ ἀπὸ ἡμᾶς ἐὰν ζητηθῇ τοιαύτη εὐθύνη, οὐ μόνον εἴμεθα πρόθυμοι, ἀλλὰ καὶ ὀφείλομεν, χωρὶς νὰ ζητῶμεν νὰ δικαιολογηθῶμεν διὰ πλαγίων μέσων, νὰ δώσωμεν λόγον καὶ εὐθύνας ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους. Ἡ σιωπή μας λοιπὸν δὲν εἶναι σιωπὴ ἐναντίον τῶν βασιλικῶν προνομίων καὶ δικαιωμάτων, προσβαλλομένων, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ κ. Δεληγεώργης, δὲν εἶναι σιωπὴ ἀπέναντι τοῦ Στέμματος, τοῦ ὁποίου δῆθεν τὰ δικαιώματα, κατὰ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Μεσολογγίου, συζητοῦνται καὶ προσβάλλονται, διότι οὐδεμία προσβολὴ ἠδύνατο νὰ ἐξενεχθῇ, ἀλλ’ οὔτε ἐξηνέχθη κατὰ τῆς Βασιλείας. Ἀλλὰ, κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ζητουμένης εὐθύνης, ὅσῳ σπουδαῖον, ὅσῳ σημαντικὸν καὶ ἂν ᾖναι, δὲν δύναται νὰ τεθῇ ὑπεράνω τοῦ ζητήματος, ὅπερ σήμερον παρουσιάζει ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου ἡ Κυβέρνησις, ὡς πρὸς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ φορολογικοῦ νόμου, διότι ἀπέναντι τοῦ συνταγματικοῦ τούτου ζητήματος, πάντα τ’ ἄλλα ζητήματα κατέχουσι δευτερεύουσαν θέσιν, οἱανδήποτε σημασίαν καὶ ἂν ἔχωσιν, ὅταν πρόκηται περὶ τοῦ πρωτίστου δικαιώματος καὶ καθήκοντος τοῦ Κοινοβουλίου· καὶ τοιοῦτον ἀναντιῤῥήτως εἶναι ἡ ἔγκαιρος ἐπιψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ φορολογικοῦ νόμου. Ἡ βραδύτης τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτῶν ἐπιφέρει οὐχὶ μόνον ἔκρυθμον ἐνέργειαν καὶ ἀντισυνταγματικὴν, ἀλλὰ καὶ βλάβην σπουδαίαν εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας. Δὲν πιστεύομεν, ὅτι ἤθελεν ὑψωθῆ φωνὴ κατὰ μιᾶς τοιαύτης προτάσεως, οὐδένα σκοπὸν πλάγιον ἐχούσης. Ἡμεῖς εἴπομεν καθαρῶς, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ φορολογικοῦ νόμου, διὰ νὰ εἰσπράξωμεν καὶ δαπανήσωμεν νομίμως· παρεκαλέσαμεν τὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴν νὰ φέρῃ τὴν ἐπ’ αὐτοῦ ἔκθεσίν της, ὡς καὶ τὴν ἐπιτροπὴν τῶν οἰκονομικῶν, νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ νομοσχεδίου. Παρεκαλέσαμεν δὲ καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτῶν, οὐχὶ σιδηροδρομικῶς, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ζωχιὸς, ἀλλὰ τακτικῶς καὶ κανονικῶς, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος τοῦ πολιτικοῦ καὶ ν’ ἀποπερατώσῃ αὐτό. Δὲν ἐνοήσαμεν, οὔτε ἐννοοῦμεν, νὰ ἐγκαταλειφθῇ αὐτό· διότι, ἀφοῦ ἅπαξ τὸ Κοινοβούλιον ἐνόμισεν, ὅτι πρέπει νὰ κάμῃ χρῆσιν ἑνὸς δικαιώματός του, τὸ ζήτημα τοῦτο πρέπει νὰ λάβῃ μίαν λύσιν οἱανδήποτε. Ἀλλὰ χάριν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος δὲν ἐνοήσαμεν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ θυσιάσωμεν σπουδαιότερα καὶ μεγαλεῖτερα συμφέροντα καὶ δικαιώματα τῆς Ἐπικρατείας. Δύναταί τις εὐλόγως νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν νὰ προηγηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ὁ φορολογικὸς νόμος, εἶναι ζήτημα μᾶλλον προσωπικὸν, διότι ἄτομα κατηγοροῦνται, ἐνῷ ἐκεῖνο, ὅπερ ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ προταχθῇ, εἶναι ζήτημα συνταγματικὸν, ζήτημα δημοσίας ἀνάγκης, ζήτημα τῆς Ἐπικρατείας. Δὲν πιστεύομεν δὲ, ὅτι ἤθελεν εὑρεθῇ τις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μας νὰ φέρῃ ἀντίῤῥησιν κατὰ μιᾶς τοιαύτης συνταγματικῆς καὶ ἀθώας προτάσεως. Καὶ λυποῦμαι διότι εὑρίσκομαι εἰς τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην ν’ ἀπευθύνω τὴν παρατήρησιν ταύτην εἰς τοὺς ἐντίμους συναδέλφους ἡμῶν, οἵτινες ἔχουσι τὴν ἐναντίαν ἰδέαν. Παρακαλῶ, συμπεραινόμενος, τὴν Βουλὴν κατ’ ἐπανάληψιν, νὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ προτάξῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸν φορολογικὸν νόμον καὶ τὸν προϋπολογισμόν. Δίδω δὲ κατ’ ἐπανάληψιν τὴν ἐξήγησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐννοεῖ νὰ ἐγκαταλειφθῇ ἀσυζήτητον καὶ ἀπεραίωτον τὸ ζήτημα, ὅπερ ἀφορᾷ εἰς τὰς πράξεις καὶ εἰς τὴν εὐθύνην τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἐπαναλαμβάνω συγχρόνως, καὶ τὴν ἐξήγησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐννοεῖ προσβαλλόμενα τὰ δικαιώματα τῆς Βασιλείας διὰ τῆς εὐθύνης, ἣν ζητεῖ τὸ Κοινοβούλιον ἀπὸ τοῦ ὑπευθύνου ὑπουργείου, ὅπερ ἐποιήσατο χρῆσιν τῶν βασιλικῶν προνομίων· εἰς δὲ τὸ Κοινοβούλιον ἀπόκειται ν’ ἀποφασίσῃ ἂν ἐποιήσατο ἐπωφελῆ ἢ ἐπιβλαβῆ χρῆσιν αὐτῶν, ἂν ἐποιήσατο χρῆσιν συνταγματικὴν ἢ ἀντισυνταγματικήν.

§49ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Κύριοι, δὲν ἐσκόπουν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προτιμήσεως τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου δὲν ἤρχετο νὰ ῥίψῃ μομφὴν κατὰ τοῦ ὑπουργείου, ὅτι δῆθεν προκειμένου περὶ συζητήσεως τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος, ἐτήρησε τὸ ὑπουργεῖον σιγήν. Τὸ ὑπουργεῖον ἐὰν δὲν ᾖναι περισσότερον τοῦ ῥηθέντος βουλευτοῦ ζηλωτὴς τῶν ἀληθῶν συνταγματικῶν δικαιωμάτων τοῦ Στέμματος, δὲν εἶναι ὅμως καὶ κατώτερον αὐτοῦ, ἀλλὰ τῶν κυρίως συνταγματικῶν προνομίων τοῦ Στέμματος. Τί εἶναι, κύριοι, τὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν συζήτησιν ἐκείνην; ἡ ἐξέλεγξις ὑπουργικῶν πράξεων, καὶ οὐχὶ τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνεξέλεγκτα, ἀλλὰ καθόσον ἀφορᾷ μόνον τὸ ἀνεύθυνον πρόσωπον τοῦ βασιλέως. Ἡ πρότασις, ἣν ὑπέβαλον οἱ ἀξιότιμοι βουλευταὶ ἔχει οὕτως· «Προτείνω νὰ ἐκλεχθῇ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας ἐπιτροπὴ ἐξ ἐννέα βουλευτῶν, ἥτις νὰ ἐξετάσῃ τήν πολιτείαν τοῦ ὑπουργείου τῆς 8 Ἰουλίου 1872 καὶ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν, δηλοῦσαν ἐὰν ἐκυβέρνησε κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ ἂν διεχειρίσθη καλῶς τὰ συμφέροντα τῆς πολιτείας καὶ τοῦ δημοσίου, ἢ ἂν ἠθέτησε κατά τι ταῦτα καὶ κατὰ τί, γνωμοδοτοῦσαν δὲ τί πρέπει ἐπὶ τούτου νὰ πράξῃ ἡ Βουλή. Εἰς τὴν ἐκλεχθησομένην ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία θέλει παράσχει πάντα τὰ ἀναγκαῖα μέσα πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἐντολῆς της. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 12 Φεβρουαρίου 1874.

Ὁ ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς

Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ.

ὁ ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς

Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ.»

§50Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Παρακάτω εἶναι ἡ τροπολογία.

§51ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τῆς προτάσεως ταύτης βεβαίως δὲν προσβάλλονται οὔτε θίγονται τὸ παράπαν τὰ προνόμια τοῦ Στέμματος· ἄπορον δὲ εἶναι πῶς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου εἶπεν, ὅτι ἐνταῦθα ἠμφισβητήθησαν τὰ προνόμια τοῦ Στέμματος, ἐνῷ παντάπασιν περὶ τούτου δὲν ἐπρόκειτο. Ὁ σκοπὸς τῆς προτάσεως τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν κ. Λομβάρδου καὶ κ. Δηλιγιάννη δὲν ἦτο, φρονῶ, νὰ φιλονεικηθοῦν τὰ δικαιώματα τοῦ Στέμματος, ὄχι· ἀλλὰ νὰ ἐξετασθῇ ἡ κυβερνητικὴ πορεία τοῦ ὑπουργείου. Καὶ ἐάν τις θέλῃ νὰ εἴπῃ τὸ ἐναντίον, ἀναλαμβάνει μόνος του τὴν εὐθύνην, ἣν θέλει νὰ ἐπιῤῥίψῃ ἀδίκως εἰς ἄλλους. Ἴσως ἐν τῇ πορείᾳ τῆς συζητήσεως ἐῤῥέθησάν τινα ἐκτὸς τοῦ προκειμένου· σκοπὸς δ’ αὐτῶν δὲν ἦτο ν’ ἀμφισβητηθῶσι, φρονῶ, τὰ δικαιώματα τοῦ Στέμματος, ἀλλὰ νὰ ἐξελέγξουν τὴν πρώην κυβέρνησιν. Δὲν ὤφειλε λοιπὸν τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἐπέμβῃ ἀκαίρως καὶ ἄνευ σπουδαίας ἀφορμῆς πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν προσβαλλομένων δῆθεν προνομίων τοῦ Στέμματος, ἀφοῦ κἀνεὶς δὲν τὰ ἠμφισβήτησε. Ταῦτα λέγων, δὲν θέλω νὰ ὑπερασπισθῶ, οὔτε νὰ κατηγορήσω τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον, ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀνεχθῶ καὶ ἐγὼ καὶ τὸ ὑπουργεῖον τὸ νὰ λέγῃ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου καὶ πρώην πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐτήρησε σιγὴν ἐπὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Στέμματος. Οὐδεὶς, ἐπαναλαμβάνω, ἠμφισβήτησε τὰ δικαιώματα τοῦ Στέμματος. Ἡ Βουλὴ δικαιοῦται νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν Νόμων, καὶ ἐξελέγχῃ τὰς πράξεις τῶν ὑπουργῶν· ἀμφότεραι δὲ αἱ πτέρυγες τῆς Βουλῆς δὲν ἀρνοῦνται τοῦτο.

§52ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἴπατε προσβαλλομένων τῶν δικαιωμάτων τοῦ Στέμματος......

§53ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀντετάξαμεν, εἴπετε......

§54ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἑρμηνείας, ἥτις δίδεται τῶν βασιλικῶν προνομίων......

§55ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ συζητήσεως τῶν προνομίων τῶν ἐγγεγραμμένων ἐν τῷ Συντάγματι· πρόκειται περὶ τῆς ἐξετάσεως τῆς διοικήσεως, ὡς εἶπον, καὶ ἐὰν ἐῤῥέθη τι, δὲν ἦτο τοιοῦτον, ὥστε νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὸ ὑπουργεῖον διὰ νὰ προκαλέσῃ ἀκάρπους συζητήσεις καὶ ματαίας ἐπιδείξεις. Ἄδικος λοιπὸν ἦτον ἡ αἰτίασις τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου.

§56ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ποῖος τὸ εἶπεν αὐτό; Δὲν τὸ εἶπε κἀνείς. Σᾶς εἶπον ἐγώ, κἀνεὶς βουλευτής......

§57ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀγορεύατε καὶ ἐτήρησα ἄκραν σιγὴν, σᾶς παρακαλῶ μὴ μὲ διακόπτετε. — Ἄδικον εἶχεν ὁ βουλευτὴς Μεσολογγίου νὰ μεμφθῇ τὸ παρὸν ὑπουργεῖον, ὅτι ἐτήρησε σιγὴν, συζητουμένων ἢ προσβαλλομένων δῆθεν τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος, διότι δὲν ἐπρόκειτο περὶ τούτου· ἐπρόκειτο μόνον περὶ προτάσεως ὑποβληθείσης εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν πράξεων καὶ τῆς πολιτείας τῶν πρώην ὑπουργῶν καὶ οὐχὶ νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλὴ καὶ συζητήσῃ τὰ δικαιώματα καὶ τὰ προνόμια τοῦ Στέμματος, τὰ ὁποῖα, ὡς εἶπον, εἶναι ἀνεξέλεγκτα. Τοῦτο εἶναι ὄνειρον. Δὲν εἴδομεν νὰ τεθῇ εἰς συζήτησιν τοιαύτη πρότασις καὶ νὰ σιγήσωμεν· ἡ γενομένη γενικὴ συζήτησις, εἶναι σύμφωνος μὲ τὸ Σύνταγμα, καὶ ἐνόσῳ περιεστρέφετο τὸ ζήτημα εἰς γενικὴν συζήτησιν, δὲν εἶχε δικαίωμα τὸ ὑπουργεῖον νὰ παρέμβῃ καὶ νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του. Ὅταν αἱ γενικαὶ συζητήσεις τελειώσουν καὶ ὁρισθοῦν καθαρώτερον τὰ θέματα, τότε εἶναι ἐνδεχόμενον καὶ τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἐπιφέρῃ γνώμην ἂν κατὰ τὴν κρίσιν του τὰ τεθησόμενα ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ζητήματα ἀπάδουν ἢ οὒ εἰς τὸ Σύνταγμα. Παύω, κύριοι, τὸν λόγον, καὶ νομίζω, ὅτι ὁ βουλευτὴς Μεσολογγίου ἠδίκησε τὸ ὑπουργεῖον ἐκθέσας ὅσα ἐξέθεσε.

§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, δὲν εἶναι ἄλλος ἐγγεγραμμένος, ὥστε θεωρεῖται ἡ συζήτησις περαιωμένη.

§59Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ.

§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.

§61ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ἀπὸ τοῦ βήματος). Σπανίως, κύριοι, ἀνέβην τὸ βῆμα μετὰ τῆς ψυχικῆς ὀδύνης, τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι σήμερον· προσεπάθησα ὅσον ἠδυνάμην, ἐπάλαισα πρὸς ἐμαυτὸν, διὰ νὰ ἀποφύγω τὴν δυσάρεστον ταύτην ἀνάγκην, ἀλλὰ καθῆκον ὑπέρτερον τοῦ καθήκοντος τοῦ νὰ ἀποφύγω τὴν δυσάρεστον ταύτην ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν συναισθάνομαι, καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχω ὄχι πρὸς ἐμαυτὸν ἀλλὰ πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, τοῦ ὁποίου ἀποτελῶ μέλος, πρὸς τὴν πολιτείαν αὐτὴν, τὸ καθῆκον αὐτὸ μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα. Εἶπον ὅτι ἀναβαίνω μετὰ ψυχικῆς ὀδύνης, διότι αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας θέλω σᾶς ἀποτείνει, θέλουσι σᾶς καταστήσει γνωστὸν ὅτι, ἂν συνέβη νὰ διαφωνῶ κατὰ τὸ παρελθὸν, ἂν συμβαίνῃ νὰ διαφωνῶ ἀκόμη καὶ τώρα ἐπὶ τῶν σκέψεων, τὰς ὁποίας ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου τῆς 8 Ἰουλίου σᾶς ἀνεκοίνωσεν ἐνταῦθα, μοὶ συμβαίνει ὅμως καὶ ἄλλο τι, νὰ διαφωνῶ καὶ πρὸς τὰς σκέψεις ἐκείνων μετὰ τῶν ὁποίων συνέπραττον μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης. Εἶπον ὅτι τὸ καθῆκον τοῦ νὰ ἀναβῶ εἰς τὸ βῆμα εἶναι ὑπέρτερον τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ὡς ἄτομον εἶχον, ἵνα ἀποφύγω τὴν δυσάρεστον ταύτην ἀνάγκην· διότι εἶναι καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχω πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, πρὸς ὅλην τὴν πολιτείαν. Ὅταν εἰσῆλθον εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἐπέθηκα τὴν χεῖρά μου ἐπὶ τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ἔδωκα ὅρκον νὰ σᾶς εἴπω τὴν ἀλήθειαν· καὶ ὡς ἡ ἀλήθεια, ἣν ἠκολούθουν, μὲ ἔφερεν εἰς τὴν πάλην τὴν κοινοβουλευτικὴν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὅπως ἡ ἀλήθεια, ἡ εὐθύτης μὲ ἔφερε μέχρι τῆς σήμερον εἰς πάλην πρὸς μίαν πτέρυγα ὁλόκληρον, ἡ ἀλήθεια ἐπίσης μοὶ ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον νὰ σᾶς εἴπω ὅτι διαφωνῶ καὶ πρὸς αὐτοὺς, μετὰ τῶν ὁποίων συνεπάλαιον μέχρι σήμερον. Ὅταν πρὸ 13 ἡμερῶν ὁ σεβαστὸς συνάδελφός μου βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας, ὅστις διευθύνει τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος μου, παρέστησε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀνάγκην δέκα ἡμερῶν παύσεως τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐργασιῶν, διὰ νὰ ἐνασχοληθῇ περὶ τὴν μελέτην τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα θεωρεῖ ἀναγκαῖα, καὶ περὶ τὴν μελέτην τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον τὸ ὑπουργεῖον τῆς 8 Ἰουλίου ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, εὑρέθην εἰς μεγάλην πρὸς ἐμαυτὸν πάλην. Ἐχρεώστουν νὰ παράσχω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐξ Ὕδρας ὅλην τὴν συνδρομὴν καὶ ὑποστήριξίν μου. Μὲ συνέδεον μετ’ ἐκείνου καὶ μεθ’ ὅλης τῆς μερίδος ταύτης κοινοὶ σκοποὶ καὶ κοιναὶ ἰδέαι. Καὶ εἶχον δικαίωμα νὰ ὑποθέσω, ὅτι οἱ σκοποὶ ἐκεῖνοι ἦσαν σκοποὶ ἀναγκαῖοι, οὐδ’ ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσι δευτερεύοντες ἢ νὰ ἀναβληθῶσιν οὐδ’ ἐπὶ στιγμήν. Καὶ μολονότι ἐγὼ εἶχον προτείνει τὴν πρότασιν περὶ συστάσεως ἐξεταστατικῆς ἐπιτροπῆς κατὰ τοῦ ὑπουργείου τῆς 8 Ἰουλίου, καὶ μολονότι ἡ συνήθεια, ἡ ὁποία εἰς τὸν ἄνθρωπον μὲ τὸν καιρὸν γίνεται ἕξις, μοῦ ἐπέβαλλε τὸ καθῆκον νὰ φροντίσω ἵνα ἡ πολιτεία μου ᾖναι γενναία, ὅπως ἦτο γενναία ἡ εἰλικρινὴς ἔκφρασις τοῦ φρονήματός μου κατὰ τὴν πάλην ἐκείνην, μ’ ὅλα ταῦτα ἠθέτησα τὸ φρόνημά μου τοῦτο καὶ ὑπέκυψα εἰς τὸ καθῆκον νὰ χορηγήσω τὴν συνδρομήν μου εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς 9 Φεβρουαρίου. Ἐναντίον τῆς πεποιθήσεώς μου, ἐναντίον τῆς γνώμης μου ἐψηφοφόρησα διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ παύλα τῶν βουλευτικῶν ἐργασιῶν ἐπὶ τὸ δεκαήμερον. Μοὶ φαίνεται, κύριοι, τι ἀσύνηθες εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν συνταγματικῶν ἐθνῶν. Ἀπὸ τῆς 9 Φεβρουαρίου, κατὰ τὴν ὁποίαν συνεστάθη ἡ κυβέρνησις τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐξ Ὕδρας, μέχρι τῆς σήμερον, μετρῶνται μόνον 30 περίπου ἡμέραι. Καὶ ἐν τῷ διαστήματι 30 ἡμερῶν τρὶς ἦλθεν ἡ Κυβέρνησις καὶ τρὶς σᾶς ἔθηκεν ὑπουργικὸν ζήτημα. Δὲν πιστεύω νὰ ἀπαντήσατε εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν συνταγματικῶς πολιτευομένων ἐθνῶν ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς τρία ὑπουργικὰ ζητήματα νὰ φέρῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Καὶ ἐάν τις ἤθελε μοὶ ὑπομνήσει, ὅτι κατὰ τὰ παρελθόντα δύω ἔτη εἷς περικλεὴς πολιτικὸς ἑνὸς μεγάλου Κράτους, ὁ πολιτικὸς ἐκεῖνος, ὅστις πεζὸς καὶ στερούμενος τῶν μέσων τῆς ὁδοιπορίας ὡς μαθητὴς πτωχὸς ἀπῆλθεν ἀπὸ τοὺς μεσημβρινοὺς νομοὺς τῆς Γαλλίας εἰς τοὺς Παρισίους διὰ νὰ σπουδάσῃ, ὁ πολιτικὸς ἐκεῖνος, ὅστις ἐν ταῖς τελευταίαις κρισίμοις τοῦ τόπου του περιστάσεσιν εὑρέθη διὰ νὰ σταματήσῃ τὸν ῥοῦν τῆς καταστροφῆς καὶ νὰ συντρέξῃ τὴν πατρίδα του. Ἂν μοῦ φέρετε ὡς παράδειγμα ὅτι πολλάκις ὁ πολιτικὸς οὗτος ἐπαρουσιάσθη εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν καὶ ἔδωκε τὴν παραίτησίν του, σᾶς λέγω ὅτι πολλῷ μεγάλη ὑφίσταται ἡ διαφορὰ τῶν περιστάσεων τῆς Γαλλικῆς Συνελεύσεως καὶ τοῦ μεγάλου ἐκείνου πολιτικοῦ ἀνδρὸς ἀπὸ τὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας διατελοῦμεν ἡμεῖς. Τὸν πτωχὸν ἐκεῖνον νέον, τὸν ὁποῖον ἡ πολιτικὴ ἱκανότης του καὶ αἱ μεγάλαι πρὸς τὴν Γαλλίαν ὑπηρεσίαι ἀνεβίβασαν εἰς τὸ ὑπέρτατον σημεῖον τοῦ πολιτικοῦ σταδίου, τὸν ἔφερεν ἡ Συνέλευσις ἡ Γαλλικὴ ἰθύντορα τῶν τυχῶν τῆς Γαλλίας, διότι ἀντίθεσις δογμάτων πολιτικῶν, ἀναίρεσις αὐτῶν πρὸς ἄλληλα, ἰσότης δυνάμεων τῶν παλαιόντων κομμάτων καθίστων ἀμφίβολον τὴν τύχην τῆς Γαλλίας. Ἡ αὐτοκρατορία ἦτο νωπὴ ἀκόμη, τὸ φάσμα τῶν κοκκίνων ἠπείλει τὴν Γαλλίαν, οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Ὀρλεανικοῦ οἴκου ἦσαν πλέον ἐν τοῖς Παρισίοις, ἡ ἐπιμονὴ τοῦ Σαμβὼρ εὕρισκεν ὑποστήριξιν καὶ συνηγόρους, ἡ δὲ Γαλλία ἔμενεν ἕρμαιον τῆς πάλης τῶν διαφόρων τούτων κομμάτων καὶ τῆς ἀδυναμίας τοῦ νὰ νικήσῃ κἀνὲν ἐξ αὐτῶν ἕνεκα τῆς ἰσότητος τῶν δυνάμεών των. Καὶ ἡ οὐδετερότης μόνον τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου, αὐτὴ καὶ μόνη ἤρκει διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πυξίς, ὡς πηδάλιον, τὸ ὁποῖον ἔμελλεν ἐν τῷ μέσῳ τῆς συγκρούσεως τῶν δογμάτων τῆς πολιτικῆς καὶ τῶν ἰσοπάλων κομμάτων νὰ διευθύνῃ τὸ σκάφος τῆς Γαλλίας.

§62ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἔχουν κἀμμίαν σχέσιν αὐτά;

§63Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὸν βουλευτὴν ἐξ Ἑρμιονίδος λέγω, ὅτι τὸν παρακαλῶ νὰ πιστεύσῃ, ὅτι γνωρίζω ἐπίσης καλῶς ὡς ἐκεῖνος νὰ συζητῶ εἰς κοινοβούλιον. — Ἀλλ’ αἱ περιστάσεις αἱ ἡμέτεραι εἶναι ἐντελῶς διαφορετικαί. Τὰ τέσσαρα ταῦτα κόμματα ἀπεφάσισαν νὰ συμπράξωσι καὶ ἀντιπολιτευθῶσι τὴν κυβέρνησιν τῆς 8 Ἰουλίου. Καὶ ὅταν ἐκ τοῦ κόλπου τῆς ἀντιπολιτεύσεως ταύτης ἐξῆλθεν ἡ Κυβέρνησις τῆς 9 Φεβρουαρίου, ἡ Κυβέρνησις αὕτη εἶχεν εἰς χεῖράς της τὴν μεγαλειτέραν τῶν δυνάμεων καὶ τὴν ἰσχυροτέραν, τὸν σύνδεσμον τῶν πεποιθήσεων τῶν κομμάτων τούτων, τὴν σημαίαν τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἰδοὺ διὰ τί ἐνόμισα ἀσύνηθες εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν συνταγματικῶν ἐθνῶν ν’ ἀπαντήσω τρία ὑπουργικὰ ζητήματα ἐντὸς τριάκοντα ἡμερῶν. Καὶ δὲν εἶναι τοῦτο ἄνευ λόγου, κύριοι. Ὅταν αἱ κυβερνήσεις ἀναβαίνωσι τὸ βῆμα καὶ σᾶς φέρωσιν ἓν ὑπουργικὸν ζήτημα, ἐξασκοῦσι μίαν ψυχικὴν πίεσιν καὶ ἐπὶ τῶν κομμάτων ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, καὶ ἐπὶ τῶν ἀτόμων· εἶναι δὲ δύσκολον εἰς ἕκαστον νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην πάλης ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ τῆς ἀκολουθούσης αὐτὴν ὑπουργικῆς κρίσεως. Δὲν παρῆλθον πολλαὶ ἡμέραι, ἀφ’ ἧς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἠκούσατε ἕνα ἄνθρωπον, πρὸς τὸν ὁποῖον ἔχω ἀπόλυτον σέβας, ἕνα ἄνθρωπον, τοῦ ὁποίου ὁ ὄγκος τοῦ ὀνόματος εἶναι μέγας καὶ ἡ ἐπιφανὴς προσωπικὴ ἱστορία εἶναι μεγάλη, ἦλθε καὶ σᾶς ὡμολόγησεν ὅτι ἀναγνωρίζει τὸ ἐπιβλαβές, τὸ ἐπιζήμιον τῆς ὑπουργικῆς προτάσεως, ἀναγκάζεται ὅμως νὰ ψηφοφορήσῃ ὑπὲρ αὐτῆς, διότι θέλει νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν κυβέρνησιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ψυχικὴ πίεσις, ὁ ἠθικὸς καταναγκασμός, τὸν ὁποῖον τὰ ὑπουργικὰ ζητήματα ἐξασκοῦσι. Καὶ πρὸς τίνα λόγον, κύριοι, ἐφέρθη καὶ αὐτὸ τὸ πρόσφατον ὑπουργικὸν ζήτημα; Τὸ ὑπουργικὸν τοῦτο ζήτημα σᾶς παρεστάθη ὡς ζήτημα Συνταγματικόν. Πρόκειται περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ πολιτεύματος, τῆς εἰλικρινοῦς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμός. Ἡ κυβέρνησις ἔλαβε μεγίστην εὐθύνην νὰ διευθύνῃ τὰ πράγματα καὶ νὰ κυβερνᾷ διὰ διαταγμάτων· ἡ κυβέρνησις θέλει πρώτη νὰ δώσῃ τὸ παράδειγμα, ὅτι ὑποτάσσει τὰς ἀνάγκας της, τὰς θελήσεις της εἰς τὴν ψῆφον τοῦ Κοινοβουλίου. Τῷ ὄντι, κύριοι, ἡ ἀφορμὴ αὐτοῦ τοῦ ὑπουργικοῦ ζητήματος φαίνεται ἐντελῶς συνταγματική· νομίζω ὅμως, ὅτι κατ’ ἀξίαν δὲν εἶναι συνταγματικὸν ζήτημα, καὶ νομίζω ἔτι πρὸς, ὅτι κατ’ οὐσίαν δὲν εἶναι οὔτε ζήτημα, οὔτε ἀφορμὴ ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ ἵνα ἡ Κυβέρνησις ἔλθῃ καὶ σᾶς φέρῃ σήμερον τὴν πρότασιν ταύτην. Αἱ συνταγματικαὶ Κυβερνήσεις ἔχουσιν ἀναντιῤῥήτως νὰ δώσωσιν εὐθύνας, ἔχουσι νὰ δώσωσιν εὐθύνας ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως, ἔχουσι νὰ δώσωσιν εὐθύνας ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου· καὶ ὅταν αἱ Κυβερνήσεις δαπανῶσι διὰ διαταγμάτων, καὶ ὅταν ζῶσιν ἄνευ προϋπολογισμοῦ, ἄνευ φορολογικοῦ νόμου, βεβαίως πράττουσι παρανομίαν, ἀθετοῦσι τὸ πολίτευμα. Εὐτυχῶς διὰ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ σεβαστοῦ βουλευτοῦ ἐξ Ὕδρας, αὕτη δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην. Ἡ κυβέρνησις ἡ ἐνεστῶσα εὗρεν εἰσηγμένον προϋπολογισμὸν εἰς τὸ Κοινοβούλιον· βεβαίως εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ τὰς μεταβολὰς, τὰς ὁποίας ἐνόμιζεν ὅτι ὤφειλε νὰ προτείνῃ, καὶ τὰς μεταβολὰς ταύτας τὰς ἐπρότεινε προχθὲς, τὸ Σάββατον. Ἀπὸ τοῦ Σαββάτου, τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖ ἡ Κυριακὴ, μέχρι τῆς Τετάρτης, κατὰ τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν σήμερον, δὲν μετρῶνται εἰμὴ μόνον 3 ἡμέραι· καὶ ἐὰν αἱ τρεῖς ἡμέραι ἦσαν ἀρκοῦσαι διὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὥστε νὰ ἐξελέγξῃ αὐτὸν καὶ σᾶς φέρῃ ἓν σπουδαῖον ἔργον τὴν ἐπ’ αὐτοῦ ἔκθεσίν της, ἡ πάροδος τῶν τριῶν ἡμερῶν ἐδύνατο νὰ σᾶς ἀναγκάσῃ νὰ ἐνθυμηθῆτε σήμερον τὸν προϋπολογισμὸν καὶ νὰ ἀρχήσητε σήμερον τὴν συζήτησίν του; Ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι εἶχε δίκαιον τὸ ὑπουργεῖον τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐξ Ὕδρας; Ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἤθελε σᾶς φέρει τὴν παρατήρησιν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῆς 9 Φεβρουαρίου, ἐλθὸν πρὸ 30 ἡμερῶν εἰς τὰ πράγματα, μὴ καθυστερῆσαν νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν ἐν δέοντι, μὴ καθυστερῆσαν νὰ ὑποβάλῃ τοὺς φορολογικοὺς νόμους καὶ τὸν προϋπολογισμὸν, ἠδύνατο νὰ κυβερνήσῃ ἄνευ προϋπολογισμοῦ καὶ ἄνευ φορολογικοῦ νόμου, διότι κυβερνᾷ καὶ φορολογεῖ ἐν γνώσει ὑμῶν, οἵτινες εἶσθε παρόντες, καὶ γνωρίζετε ὅλην τὴν ἱστορίαν τῆς ἀναβολῆς ταύτης, καὶ βεβαίως πρέπει νὰ ἔχητε τὴν συνείδησιν εὐρυτάτην, ἵνα ἐπιτρέψητε εἰς σεαυτοὺς νὰ ἐπιβαρύνητε μὲ εὐθύνην τὸ ὑπουργεῖον τῆς 9 Φεβρουαρίου. Τὸ ὑπουργεῖον τῆς 9 Φεβρουαρίου εἰσήγαγε τὸν φορολογικὸν νόμον πρὸ 20 ἡμερῶν, μᾶς εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ τίς ἐξ ἡμῶν θὰ διανοηθῇ νὰ ζητήσῃ εὐθύνην ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τῆς 9 Φεβρουαρίου, διότι ἀκόμη δὲν ἐψηφίσαμεν τὸν φορολογικὸν νόμον; καὶ τίς δύναται νὰ σᾶς ἐμποδίσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ προβῆτε εἰς τὴν συζήτησιν, εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ φορολογικοῦ νόμου, καὶ νὰ μὴ ἐγκαταλείψητε συγχρόνως τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐπράττετε πρὸ 20 ἡμερῶν; Καὶ μήπως πρὸ μικροῦ, ὅταν συνεζητεῖτο ἀκόμη τὸ πολιτικὸν ζήτημα, τὸ Κοινοβούλιον δὲν ἐψήφισε τὸν νόμον περὶ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, δὲν ἐψήφισε τὸν νόμον περὶ φορολογίας τῶν ζώων; Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ ἀφορμὴ δὲν μοὶ φαίνεται σπουδαία· νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει συνταγματικὸν ζήτημα. Ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ σᾶς μεταβιβάσω τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἀντιλαμβάνομαι τῶν πραγμάτων, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν διάνοιάν σας τὴν κρίσιν, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τῶν πραγμάτων φέρω, νομίζω ἠθέλατε πεισθῆ ὅτι εἴμεθα ἐν ὁμαλωτάτῃ καταστάσει. Ἠμποροῦμεν νὰ συζητῶμεν τὸ πολιτικὸν ζήτημα, πρὶν δὲ ἢ ἀρχίζωμεν καθ’ ἑκάστην τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, δυνάμεθα νὰ ψηφίζωμεν τὸν φορολογικὸν νόμον κατὰ πᾶσαν ἡμέραν, ἀνὰ πᾶσαν μίαν τῶν τριῶν ἀναγνώσεων. Καὶ μετὰ ταῦτα, ὅταν εἰσαχθῇ ἡ ἔκθεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ, — καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐὰν θέλῃ νὰ ἐκπληρώσῃ εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκόν της, νὰ φέρῃ πρὸ 8 ἢ 10 ἡμερῶν τὴν ἔκθεσιν, — ἢ δὲν θέλει ὑπάρχει πλέον τὸ πολιτικὸν ζήτημα, διότι θέλει εἶσθαι ἤδη περαιωμένον, ἢ θέλετε δύνασθαι νὰ ψηφίσητε τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ μάλιστα ἂν σᾶς τὸ ἐπιτρέπῃ ἡ συνείδησις, καὶ ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ ὁλόκληρον. Βεβαίως θέλω ἀντισταθῆ καὶ τότε ὅπως συνειθίζω ἐν παρομοίαις περιστάσεσι, καὶ ἂν ἤθελεν ὑπάρξει πρότασις εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης ἵνα ἐκφρασθῇ εἰς ἐμὲ ἡ λύπη τῆς Βουλῆς, ὡς ὑπῆρξε πέρυσι τοιαύτη ἐκ μέρους τῆς πτέρυγος ἐκείνης, θέλω οὐχ’ ἧττον σᾶς εἴπει καὶ τότε νὰ σταματήσητε, νὰ μὴ ψηφίσετε ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ προϋπολογισμὸν, ἀθετοῦντες τὸ καθῆκον καὶ λησμονοῦντες τὴν ἀποστολήν σας. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὅλα ταῦτα ἦσαν λόγοι κενοὶ καὶ μάταιοι καὶ ἐστεροῦντο βάσεως, καὶ ἂν ἦσαν ἐστερημένα ὑποστάσεως, διατί, κύριοι, νὰ μᾶς κάμῃ τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἀπολέσωμεν 12 ἡμέρας; Ἐδύνασθε, κύριοι ὑπουργοὶ, νὰ προπαρασκευάσετε τὰς διατάξεις περὶ πτωχεύσεων τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου, ἐδύνασθε νὰ ἑτοιμάσητε τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἀρειοπαγιτῶν, τὸ νομοσχέδιον περὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τὴν πολιτικὴν δικονομίαν, τὸ ὁποῖον ὁ κύριος Χαλικιόπουλος εἶχε πέρυσιν ὑποβάλει· τί σᾶς ἐκώλυεν ἐὰν ἐξακολουθοῦμεν τὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν μέχρι τῆς σήμερον ἠθέλαμεν ἔχει φέρει εἰς τὸ πέρας της; Δὲν νομίζω, κύριοι, καὶ σᾶς το λέγω μετὰ παῤῥησίας καὶ μετ’ εἰλικρινείας, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι σπουδαία ἀφορμὴ, ἡ ὁποία ὑπηγόρευσε τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν σήμερον σᾶς ἔκαμον καὶ τὴν ὁποίαν πολλάκις σᾶς διετύπωσαν ὡς ὑπουργικὸν ζήτημα. Ἂν μοὶ ἦτον ἐπιτετραμμένον νὰ ἐξέλθω ἀπὸ τὰ ὅρια τοῦ καθήκοντος καὶ πρὸς τὸ Κοινοβούλιον καὶ πρὸς τὰ ἄτομα· ἐὰν μοὶ ἦτον ἐπιτετραμμένον νὰ ἀποκαλύψω ὅλους τοὺς διαλογισμοὺς καὶ ὅλας τὰς σκέψεις ὅσαι ἐγένοντο, ἴσως ἠδυνάμην νὰ εὕρω μίαν λυχνίαν, καὶ ἴσως αὐτὴ ἡ λυχνία ἠδύνατο νὰ μὲ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν ἀνεύρεσιν τῶν ἀληθῶν αἰτιῶν, αἵτινες ὑπηγόρευσαν τὰς ἀλλεπαλλήλους ταύτας προτάσεις. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν ταῦτα πάντα. Ὅταν 5 κόμματα συνήλθομεν νὰ ἀντιπολιτευθῶμεν τὴν κυβέρνησιν τοῦ κ. Δεληγεώργη, δὲν εἴχομεν κύριον σκοπὸν νὰ ῥυθμίσωμεν τὸ ἐνεστὼς, πολλὰ ὀλίγον μᾶς ἔμελλε διὰ τὸ παρελθόν· ἡ φροντίς μας ἦτον, ἐμεριμνῶμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὸ μέλλον. Ἐὰν ἦτο νὰ ἐξετάσωμεν καὶ ῥυθμίσωμεν τὸ παρελθὸν, ὤ! ἤθελον ἐπικρατήσει εἰς ἡμᾶς τὰ κοινὰ πάθη τῆς ἐκδικήσεως. Ἐὰν εἴχομεν νὰ ῥυθμίσωμεν μόνον τὸ ἐνεστὼς, ἠθέλομεν εἶσθαι ἐπίσης ἄνθρωποι εἰς μηδὲν ἄλλο ἀφορῶντες παρὰ εἰς αὐτὴν τὴν ἐλεεινὴν ἀρχὴν τῆς πατρίδος μας, καὶ ταύτην ἔχοντες ἀφορμὴν τῶν σκέψεών μας καὶ σκοπὸν τῶν ἐνεργειῶν μας. Μᾶς ἀνησύχει τὸ μέλλον τοῦ τόπου, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν πεποίθησίν μας τοὐλάχιστον, συνδέεται στενῶς μετὰ τῆς ἀκωλύτου λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος. Ἐφρονοῦμεν, καὶ ἐνδέχεται τὸ φρόνημά μας νὰ ἦτο πεπλανημένον, ἐνομίζομεν, καὶ ἐνδέχεται νὰ ἐπλανώμεθα, ἄνθρωποι εἴμεθα· ἐφρονοῦμεν καὶ ἐνομίζομεν, ὅτι ἐν τῇ πολιτείᾳ τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου ὑπῆρχέ τι, εἰς τὸ ὁποῖον προσέκοπτεν ἡ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος. Αὐτὸ μᾶς ἀνησύχει, καὶ αὐτὸ ἐμεριμνῶμεν πῶς νὰ διορθώσωμεν. Εἰς σκέψεις καὶ μερίμνας τοιαύτας βεβαίως προτείνονται ποικίλαι ἰδέαι, ἕκαστον ἄτομον ἔχει ἰδίαν γνώμην, ἰδοὺ ἡ ποικιλία τῶν γνωμῶν· ἀλλὰ καὶ πολλάκις κατὰ δυστυχίαν τὸ αὐτὸ ἄτομον συμβαίνει νὰ ἔχῃ γνώμας πλειοτέρας τῆς μιᾶς. Καὶ ἐγὼ καὶ ἐκεῖνοι μετὰ τῶν ὁποίων συνέπραττον μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, καὶ ἐλπίζω νὰ μὴ δοθῶσι περιστάσεις ἀπὸ τοῦ νὰ παύσω νὰ συμπράττω· καὶ ἐγὼ καὶ ἐκεῖνοι ἐφροντίζομεν νὰ ἀνεύρωμεν τὰ συμβεβηκότα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρξαν προσκόμματα πρὸς τὴν ἀκώλυτον λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος καὶ τῶν νόμων, καὶ τὰ μέσα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ προλάβωσι νὰ ἐπαναληφθῶσι συμβεβηκότα παραπλήσια. Περὶ τούτου μόνον ἐμεριμνῶμεν, περὶ τούτου ἠσχολούμεθα. Δὲν θέλω νὰ ἐπιβαρύνω τινὰ, δὲν ἔχω οὔτε τὸ δικαίωμα, οὐδὲ τὴν ἀφορμὴν ἴσως νὰ εἴπω τὶ ἐφρόνει περὶ τούτου ἕκαστος. Ὀφείλω νὰ φροντίζω καὶ φροντίζω μόνον περὶ τῆς σημαίας, τὴν ὁποίαν ὑπηρετῶ. Λοιπὸν αἱ σκέψεις ἡμῶν ἀπέληξαν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα, καὶ τοῦτο ἦτον ὅτι πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἡ διαγωγὴ τοῦ παρελθόντος; πρέπει νὰ ζητηθῇ εὐθύνη ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διεχειρίζοντο τὰ πράγματα τῆς πατρίδος. Ἡ λογοδοσία αὐτὴ καὶ ἡ εὐθύνη αὐτὴ ἐκρίθη παρ’ ἡμῶν ὡς ἀναπόφευκτος χαλινὸς τῶν κυβερνήσεων, ὡς ὁ λιμὴν, εἰς τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εἰσέλθωμεν ἐν τῷ μέλλοντι. Ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἐὰν δυνηθῶμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἀκώλυτον λειτουργίαν τοῦ πυλιτεύματος, ἡ λογοδοσία καὶ ἡ εὐθύνη θέλουσι καταστήσει γαληνιαῖον τὸ παρὸν καὶ εὐχάριστον τὸ μέλλον τοῦ τόπου καὶ εὔδαιμον. Ἰδοὺ ὁ κοινὸς δεσμὸς καὶ ὁ σκοπὸς, ὅστις συνέδεε τὰς σκέψεις μας. Ἐθυμοῦμαι μίαν ἡμέραν, ἀνεγίνωσκα μίαν ἐφημερίδα, ἡ ὁποία θεωρεῖται ὑφ’ ὅλου τοῦ κόσμου ὅτι ἀντιπροσωπεύει τὸ φρόνημα ἑνὸς πολιτικοῦ κόμματος, ἢ νὰ εἴπω κάλλιον, τὰς ἰδέας τοῦ ἀρχηγοῦ ἑνὸς κόμματος· καὶ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος τούτου ἦτο τότε ἐπὶ κεφαλῆς τῶν πραγμάτων. Ἡ ἐφημερὶς αὕτη ἔδιδε μίαν εἰκόνα ἑνὸς σπανιωτάτου, ἑνὸς ἀπροσδοκήτου συμβεβηκότος. Ὁ κύριος Νικολόπουλος καὶ ὁ κύριος Δηλιγιάννης ἔδωκαν τὰς χεῖρας. Μίαν ἄλλην ἡμέραν ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως τῆς 8 Ἰουλίου ἀφηγήθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διὰ τρόπου ἐντελῶς ἐνδεικτικοῦ τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο. Τὸ παράδειγμα τοῦτο, τὸ τόσον διδακτικὸν διὰ τὸ μέλλον, ἔδωκεν ἡ συμμαχία αὐτῆς τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Τὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα συνέπραξαν, καὶ τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἦσαν εἰς τὰ κόμματα ταῦτα, ἐλησμόνησαν ὅλην τὴν ἱστορίαν, ἀπήλειψαν ὅλον τὸ παρελθὸν, ἔκλεισαν τὴν μνήμην των, δὲν ἐνθυμήθησαν τὴν παρελθοῦσαν ἱστορίαν των καὶ εἶπον, ἂς ζητήσωμεν τὴν ἐγγύησιν τοῦ μέλλοντος· αὐτὸς ἦτον ὁ δεσμὸς, ὅστις μᾶς συνέδεσεν· ἂς ἀφήσωμεν τὸ παρελθόν. Εἶχε πραχθῆ λοιπὸν ὑπὸ τοῦ συγγραφέως τῆς ἐφημερίδος καὶ ὑπὸ τοῦ πρωθυπουργοῦ τῆς 8 Ἰουλίου ἓν ἀδίκημα, ὅταν τὸ διδακτικώτατον τοῦτο συμβεβηκὸς ἐξήγησεν ὡς συμβεβηκὸς ὑπαγορευθὲν ἀπὸ ταπεινὰ συμφέροντα· ἦτον ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἐπράχθη καὶ τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀναιρέσῃ, διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ εὑρίσκωσι πάντοτε μίαν ἐπιλήψιμον αἰτίαν τῆς πολιτείας τῶν πολιτευομένων, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ἐξηγῶσι πάντοτε ὅλα τὰ φαινόμενα μὲ τὸν πῆχυν τῆς ἰδιοτελείας ἢ τῆς ἐμπορίας, αὐτοὶ δὲν ἐδίστασαν κατὰ τὸ παρελθὸν, ἴσως δὲν θέλουσι διστάσει καὶ σήμερον νὰ παρεξηγήσωσι καὶ τὴν σημερινὴν διαγωγήν μου. Ὁ δεσμὸς λοιπὸν, ὅστις συνώδεε τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἦτο μία ἰδέα, ἦτον ἓν πρόγραμμα. Σᾶς τὸ εἶπε, δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ σᾶς τὸ εἴπω· σᾶς τὸ εἶπεν ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅταν ἀνέβαινε τὴν ἕδραν του, σᾶς τὸ εἶπεν ὅλη αὐτὴ ἡ πτέρυξ, σᾶς διεκήρυξεν ὅτι δὲν ἡνώθημεν δι’ οὐδένα ἄλλον σκοπὸν, εἰμὴ μόνον διὰ τὴν ἀκώλυτον λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος. Ἴσως πλανώμεθα νὰ τὴν ζητῶμεν εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ φρονοῦμεν, ὅτι ἡ πορεία τοῦ μέλλοντος κανονίζεται ἀπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ παρελθόντος. Καὶ ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἦλθεν εἰς τὴν κυβέρνησιν τοῦ τόπου τὴν 9 Φεβρουαρίου μετὰ τὴν πλειοψηφίαν, τὴν ὁποίαν ἡ ἀντιπολίτευσις ἔλαβεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογῆς τοῦ προέδρου· ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἦλθεν εἰς τὴν κυβέρνησιν τοῦ τόπου τὴν 9 Φεβρουαρίου, ἐκπροσωπῇ τὰς ἰδέας τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἐὰν ᾖναι τὸ πρωτότοκον τέκνον τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἐὰν ἡ ἐμφάνισίς του εἰς τὴν ἀρχὴν ᾖναι ἡ ἐγγύησις τοῦ ἐνεστῶτος, ἂς μὴ λησμονήσῃ ὅτι τὸ δευτερότοκον τέκνον τῆς ἀντιπολιτεύσεως πρέπει νὰ ᾖναι ὁ ἔλεγχος τοῦ παρελθόντος· ὅτι ὁ δεσμὸς, ὅστις μᾶς συνέδεσε καὶ ὅστις μᾶς συνδέει μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς, εἶναι ἡ ἐπιζήτησις τοῦ σκοποῦ τούτου. Ἂς μὴ λησμονήσωμεν καὶ ἡμεῖς ὅτι ἡ ἐγγύησις τοῦ ἐνεστῶτος εἶναι γεγονὸς τυχαῖον, ἐπουσιῶδες καὶ παροδικὸν, ἀξίας δευτερευούσης, ὅτι ἔχει ἐλαχίστην ἢ δὲν ἔχει παντάπασιν ἀξίαν καὶ σημασίαν ἀπέναντι τοῦ μέλλοντος. Ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἐνόμισα, ὅτι ἐκπληρῶ καθῆκον ἐντίμου στρατιώτου, νὰ τάσσωμαι εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι κατήρτισαν καὶ συνέσφιγξαν τοὺς δεσμοὺς τῆς πτέρυγος ταύτης, φιλοτίμως ἔσπευσα νὰ ζητήσω τὴν πραγματοποίησιν τοῦ σκοποῦ τούτου. Καὶ δὲν ἐμερίμνησα περὶ μεταγενεστέρων σκέψεων καὶ κρίσεων· δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου, εἰμὴ τὴν σημαίαν, ἡ ὁποία προηγεῖτο, καὶ ὑπ’ αὐτὴν ἔσπευσα νὰ ταχθῶ, μὴ ἐξετάσας ἂν ἦναι ἄλλοι καὶ τίνες ὑπ’ αὐτὴν τεταγμένοι. Ὁ βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἤρχετο εἰς τὸ βουλευτήριον ἐξ ἄλλου μέρους τοῦ ὁρίζοντος παρὰ ἀπὸ ἐκεῖνο, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἠρχόμην καὶ ἐγώ· ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης ἤρχετο εἰς τὸ βουλευτήριον ἐξ ἄλλου μέρους τοῦ ὁρίζοντος, παρὰ ἀπὸ ἐκεῖνο, ἀπὸ τὸ ὁποῖον κατήρχετο ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων· ὁ δὲ ἔντιμος βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας, πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου τῆς 9 Φεβρουαρίου, δὲν συνεδέετο μετ’ ἐμοῦ διὰ τῶν τρυφερωτέρων δεσμῶν, ὡς οὐδὲ μετὰ τῶν ἄλλων. Καὶ ὅμως, ἀφοῦ ὅλοι ἡνώθημεν εἰς ἕν, ἡνώθην καὶ ἐγὼ μετὰ τοῦ βουλευτοῦ Ζακύνθου καὶ ἔθηκα τὴν ὑπογραφήν μου εἰς παράλληλον γραμμὴν πρὸς τὴν ἰδικήν του.

§64ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Σεῖς πρῶτος συνετάξατε τὴν πρότασιν.

§65Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ ἀπευθύνεται μία παρατήρησις ἀπὸ ἄνθρωπον, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχω ἰδιαιτέραν ὑπόληψιν, καὶ ὀφείλω νὰ διαφωτίσω τὴν γνώμην του. Μοὶ εἶπεν, ὅτι ἐγὼ πρῶτος ἔγραψα τὴν πρότασιν. Εἶναι ἀληθές. Ἀλλὰ γράφων τὴν πρότασιν, ἐξετέλουν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπὸ τῶν ἐπιφανεστέρων ἀνδρῶν τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως, ἀπόντος ἐμοῦ καὶ ἐν ἀλλοτρίᾳ οἰκίᾳ· ὁ Δηλιγιάννης καὶ ὁ Λομβάρδος ἦσαν ὑπηρέται καὶ ἐκτελεσταὶ τῆς ἀποφάσεως αὐτῶν ταύτης· δὲν ἦσαν ἄνθρωποι ἰδιότροποι, οἱ ὁποῖοι ἦλθον νὰ φέρωσι τὰς ἰδίας των γνώμας καὶ νὰ τὰς ἐπιβάλλωσιν εἰς ὑμᾶς. Ἐνταῦθα τελειόνει τὸ πρῶτον μέρος τοῦ λόγου μου, καὶ εἶναι ἡ ἱστορία τῶν σχέσεών μου μεθ’ ὑμῶν, κύριοι· θέλω ἐπανέλθει εἰς τὴν ἱστορίαν ταύτην πρὶν ἢ κατέλθω τοῦ βήματος. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ κάμω μίαν ἐκδρομὴν πρὸς τοὺς ἐντίμους τούτους συναδέλφους μου (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα). Ὅταν τὴν τρίτην, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἡμέραν τῆς πρώτης ἑβδομάδος τῆς τεσσαρακοστῆς· ὅταν τὴν 12 Φεβρουαρίου ἔγραφον διὰ μολυβδοκονδύλου τὴν πρότασιν περὶ συστάσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ὅταν ὑπέγραφεν αὐτὴν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, παρέθετον δὲ καὶ ἐγὼ τὴν ὑπογραφήν μου, ἐσκόπουν νὰ προβάλω εἰς τὴν Βουλὴν μόνην τὴν ἀρχὴν τῆς συστάσεως τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐγνώριζον, ὅτι ἔπρεπε νὰ κανονισθῶσι καὶ τὰ ἀντικείμενα, περὶ τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἀσχοληθῇ ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπή· ἀλλ’ ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἤμεθα ὀλιγώτερον ἐγωϊσταί, καὶ νὰ μὴ τολμήσωμεν νὰ σᾶς διαγράψωμεν ἀμέσως τὰ ἀντικείμενα ταῦτα· ἐνομίσαμεν, ὅτι ὠφείλομεν νὰ ἀφήσωμεν ἀνοικτὸν τὸ στάδιον τῶν συζητήσεων εἰς ἕκαστον νὰ διατυπώσῃ τὰ ἀντικείμενα ταῦτα κατὰ τὴν γνώμην του, καὶ νὰ εἴπῃ, κατὰ τί θέλει νὰ περιστραφῇ ἡ ἐξέτασις αὕτη. Καὶ εἶναι ἀληθές, ὅτι ἀντικείμενά τινα εἶχον ἐκ συμφώνου προσδιορισθῆ ὑπὸ ὅλων τῶν ἐπιφανεστέρων μελῶν τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ὑπέλαβον, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅτι ὤφειλον νὰ ἀφήσω νὰ μετάσχωσι τῆς συζητήσεως πάντες· ἔπρεπεν ἕκαστος νὰ εἴπῃ, κατὰ τί ἐθεώρει πλημμελῆ τὴν πολιτείαν τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου, καὶ τὴν τακτικὴν ταύτην ἠκολουθήσαμεν. Μὲ εἴδετε, ὅτε ἀνέβην νὰ ἀναπτύξω τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον μετὰ τοῦ κ. Λομβάρδου, ὅτι δὲν εἰσῆλθον εἰς τὰ καθέκαστα τῆς πολιτείας τοῦ ὑπουργείου τῆς 8 Ἰουλίου. Ἴσως ὑπῆρχον σημεῖα, πρὸς τὰ ὁποῖα διεφώνησα πρὸς αὐτό, καὶ συμβεβηκότα, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶχον ἐναντίαν γνώμην. Ἴσως ὑπῆρχον συμφέροντα πολιτικὰ καὶ νόμιμα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐκτεθῆ εἰς ἀδικήματα κατὰ τὸ φρόνημά μου. Ἴσως, τί λέγω ἴσως; ὑπῆρχεν ἐκκρεμὴς ἐν τῇ τελευταίᾳ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς παρελθούσης συνόδου, ἣν ἔχω πρόχειρον ἔντυπον ἀνὰ χεῖρας· ὑπῆρχεν ἐκκρεμὴς ἐπερώτησίς μου ἐπὶ τῶν συμβεβηκότων τῆς ἐκλογῆς Γόρτυνος. Εἶναι διατετυπωμένη καὶ τὴν ἔχω εἰς τὸ χαρτοφυλάκιόν μου. Ἀλλὰ ταῦτα ἦσαν δευτέρου καὶ τρίτου λόγου ἄξια· δὲν ἦσαν ἄξια τῆς ἐρεύνης τοῦ Κοινοβουλίου, ταῦτα πάντα ἀνήκουσιν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν συμβεβηκότων ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐκάλυψεν ἡ ψῆφος ἡμῶν περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου. Ἡ κοινοβουλευτικὴ εὐθύνη ἐδίδετο κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην εἰς τὰς κάλπας κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου, καὶ κανεὶς δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἐπανέλθῃ εἰς ταῦτα. Ἤθελεν εἶσθαι κατάχρησις τῆς δυνάμεως τῆς πλειοψηφίας καὶ ἐντελῶς ἄχρηστος καὶ ἀληθῶς ματαία τοιαύτη συζήτησις. Ἐλησμόνησα λοιπὸν ὅλα ταῦτα καὶ περιωρίσθην εἰδικῶς εἰς δύω πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐνόμιζον, ὅτι ὑπεραίβαινον τὸν κύκλον καὶ τὰ ὅρια τῆς κοινοβουλευτικῆς εὐθύνης, τὰ ὁποῖα ἐνόμιζον, ὅτι ἠδύναντο νὰ γείνωσιν ἀντικείμενον δικαστικῆς εὐθύνης. Ἐνδέχεται τὰ ἀντικείμενα ταῦτα νὰ ᾖναι ἁπλᾶ, ἐνδέχεται νὰ μὴ περιέχωσι κἀνὲν ἁμάρτημα, νὰ μὴ δίδωσιν ἀφορμὴν εἰς καμμίαν εὐθύνην· ἀλλ’ ἐγὼ οὕτω πως τὰ ὑπελάμβανον, καὶ ἐπερίμενον νὰ ἀκούσω τὰς συζητήσεις, ἵνα ὑποτάξω τὸ φρόνημά μου εἰς σᾶς. Καὶ ἂν δὲν μὲ ἐπείθετε διὰ τῶν συζητήσεων, ἤμην ἕτοιμος νὰ ὑποτάξω τὴν θέλησίν μου εἰς τὴν ψῆφόν σας. Συνέβη νὰ μὲ παρεξηγήσῃ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, διαδεχθείς με εἰς τὸ βῆμα τοῦτο κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην. Μοὶ εἶπεν ὅτι ἐκαθυστέρησα, ὅτι οὐδὲν εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἐκλογῆς Γόρτυνος. Σᾶς εἶπον τὴν αἰτίαν, τὴν ἐξομολογοῦμαι· παρέλιπον νὰ μνημονεύσω παντὸς ἀναγομένου εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν εὐθύνην, διότι δὲν ἔκρινα αὐτὰ δυνάμενα νὰ γένωνται ἀντικείμενα συζητήσεως· διὰ τοῦτο, ἅμα ἐπῆλθε τὸ δυσάρεστον ἐπεισόδιον, ὅπερ ἔλαβε χώραν ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου, ἱκέτευσα τοὺς φίλους μου νὰ μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ ἀπευθύνω εἰς αὐτοὺς τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἐξέδραμον ἀπὸ τὸ προκείμενον. Δὲν ἦσαν αἱ συζητήσεις ὅλαι αἱ γενόμεναι καὶ ὅλα τὰ λεχθέντα ἐντὸς τοῦ προκειμένου· εἶχον ἐκτραπῆ τῆς ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσωμεν. Ἡ πρότασις λοιπὸν, ἡ ὁποία δὲν ἔμελλε νὰ γείνῃ δεκτὴ, ὅπως διετυπώθη, διότι ἡ διατυπωθεῖσα κατὰ τὴν 12 Φεβρουαρίου παρίστα τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία ἔμελλε νὰ τροποποιηθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῆς, ἡ ὁποία ἔμελλε νὰ περιλάβῃ τὸ πόρισμα τῶν συζητήσεων, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ τυπωθῇ εἰς χαρτί· ἡ πρότασίς μου δὲν ἔχει τὸ ἐλάττωμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ εὔγλωττος βουλευτὴς Μεσολογγίου καὶ Πρωθυπουργὸς τοῦ ὑπουργείου τῆς 8 Ἰουλίου μετὰ τρόπου λίαν εὐγενοῦς σᾶς ὑπέδειξε πρὸ μικροῦ· δὲν γεννᾷ τὰς ἀμφιβολίας ἐκείνας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Δεληγεώργης σᾶς παρέστησε, τὸ ἂν ᾖναι σύνηθες εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν συνταγματικῶν ἐθνῶν, ἂν πρέπει νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸν τόπον μας τὸ ἔθιμον τοῦ νὰ συνιστῶνται ἀνακριτικαὶ ἐπιτροπαὶ, ὅπως ἐξετάζωσι τὰς πράξεις καὶ τὴν διαγωγὴν τῶν Κυβερνήσεων, καὶ νὰ ἀνευρίσκωσιν ἂν ἔσφαλαν κατά τι καὶ κατὰ τί. Ἰδοὺ ἡ διαφωνία, τὴν ὁποίαν σᾶς εἶπον, ὅτι θέλω παραστήσει εἰς ὑμᾶς ὅτι ὑπάρχει κατὰ τοῦτο μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἠναγκάσθην νὰ ἐγκαταλίπω πρὸ μικροῦ τὴν ἀφήγησιν τῆς ἱστορίας τῶν δεσμῶν, οἵτινες συνέδεσαν ἐμὲ μετὰ τῶν κυρίων ὑπουργῶν. Προέτεινα τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, διότι ἐνόμιζον, ὅτι δίδει τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἄρθρον 58 τοῦ Συντάγματος, διότι ἐνόμιζον, ὅτι ἡ ἱστορία τῶν συνταγματικῶν ἐθνῶν παρέχει ἄπειρα παραδείγματα τῆς ἐνασκήσεως τοῦ δικαιώματος τούτου, διότι ἐνόμιζον, ὅτι ἐκεῖ, ὅπου τὰ Συντάγματα κανονίζουσι τὰ περὶ τούτου, εἶναι ἀναγγεγραμμένον τὸ δικαίωμα τῆς συστάσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἐκεῖ, ὅπου Συντάγματα ἄγραφα διέπουσι τὰς πολιτείας, εἶναι εἰσηγμένον εἰς τὰ συνταγματικὰ ἤθη τῶν ἐθνῶν τούτων. Προτείνω εἰς ὑμᾶς τὴν ἐξάσκησιν δικαιώματος συνταγματικοῦ· ὅτε ἀνέπτυξα τὴν πρότασίν μου, περιωρίσθην ἐπὶ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης, τὴν ὁποίαν τὸ καθῆκον διαγράφει· καὶ ἂν παρετηρήθησαν ἐκδρομαὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, αἱ ὁποῖαι ἔθιξαν τὴν ἄσκησιν τῶν ἡγεμονικῶν δικαιωμάτων, αἱ ἐκδρομαὶ αὗται εἶναι ἐκδρομαὶ ἀτόμων, οὐδὲ ἀποδεικνύουσιν ἄτοπον ἢ ἀντισυνταγματικὴν τὴν ἄσκησιν τοῦ βουλευτικοῦ τούτου δικαιώματος, τῆς συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ τέλος πάντων ἡ πρότασις ἐκείνη ἀνεπτύχθη, ὅτε παρετηρήθη ἀξιοσημείωτον, ἀλλ’ ἐπίσης καὶ δυσάρεστον καὶ λυπηρὸν γεγονός, τὸ ἐπεισόδιον, ὅπερ ἔλαβε χώραν ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Λομβάρδου. Τὸ λέγω δυσάρεστον καὶ λυπηρὸν συμβεβηκός, οὐχὶ διότι ἀφορᾷ ἕνα συνάδελφόν μας, τὸν βουλευτὴν ἐκ Ζακύνθου, ἀλλὰ διότι ἔθιξε συμφέροντα ὑψηλότερα, ὡς σᾶς παρέστησε τότε ὁ κ. πρόεδρος τῆς Βουλῆς, κατελθὼν ἐπὶ τὸ βῆμα· ἀλλὰ διότι κατὰ τὸ συμπέρασμα τῶν βραχειῶν παρατηρήσεων, ἃς ἀπηύθυνα κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, ἐνόμιζον, ὅτι ὑπερέβητε τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν οἱ ἐντολεῖς σας σᾶς ἔδωκαν. Διὰ τοῦτο τὸ ὀνομάζω λυπηρὸν καὶ δυσάρεστον. Ἀλλὰ μετὰ τὸ συμβεβηκὸς ἐκεῖνο μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἤρχισε νὰ μαρτυρῆται εἰς τὰς τάξεις τῆς πτέρυγος ταύτης κἄποια δυσφορία. Δὲν ἠδυνάμην, σᾶς λέγω, νά ἐννοήσω τὸν λόγον τῆς δυσφορίας ταύτης. Ἐπειθόμην ἀλανθάστως, ὅτι ἡ δυσφορία ἐμαρτυρεῖτο. Καὶ ὅτε διὰ τὴν δευτέραν φορὰν ἐπροτάθη ὑπουργικὸν ζήτημα ὑπὸ τοῦ προέδρου τοῦ ὑπουργείου τῆς 9ης Φεβρουαρίου, τὸ ζήτημα τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐπὶ 10 ἡμέρας, σᾶς εἶπον, ὅτι ἐψηφοφόρησα ἐναντίον τῆς πεποιθήσεώς μου, διότι ὤφειλον νὰ παράσχω τὴν συνδρομήν μου εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς 9ης Φεβρουαρίου. Ἀλλὰ δὲν ἦτο μόνον ὁ λόγος οὗτος, εἶχον καὶ δευτέραν πλαγιωτέραν σκέψιν· ἐψηφοφόρησα ὑπὲρ τοῦ ὑπουργικοῦ ζητήματος, ἵνα δώσω ὅλον τὸν δυνατὸν καιρὸν εἰς τοὺς δυσφοροῦντας νὰ πεισθῶσιν, ὅτι ἡ δυσφορία των εἶναι ἀναιτιολόγητος καὶ ὅτι πᾶσα δυσφορία ἀναιρεῖ τὸν δεσμόν, ὁ ὁποῖος μᾶς συνδέει. Καὶ μοὶ φαίνεται, κύριοι, ὅτι, ἂν παρεστάθη εἰς ὑμᾶς τότε ὡς αἰτία τῆς διακοπῆς τῶν βουλευτικῶν ἐργασιῶν ἐπὶ 10 ἡμέρας ὁ λόγος τοῦ νὰ μελετηθῶσι νομοσχέδιά τινα καὶ ὁ προϋπολογισμὸς, ὃν εἰσήγαγεν τὸ ὑπουργεῖον τῆς 8ης Ἰουλίου, ἴσως ἡ πεποίθησίς μου εἶναι πεπλανημένη, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, καὶ τὸ ἐξομολογοῦμαι εἰλικρινῶς, ὅτι ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν ἐπεζητήθη ἡ διακοπὴ, ἦτο συναφὴς μετ’ αὐτῆς τῆς ἀναθεματισμένης δυσφορίας, τὴν ὁποίαν προεκάλεσεν ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως τοῦ κ. Λομβάρδου καὶ ἐμοῦ. Δὲν γνωρίζω, ἐπὶ τίνων φαινομένων στηρίζω τὴν ὑπόθεσιν ταύτην· εἶναι ὅμως ἓν φαινόμενον, ὅπερ ὑποπίπτει εἰς τὰς αἰσθήσεις ὅλων τῶν ψηφοφορησάντων, τὸ φαινόμενον ὅτι εἴδετε, ὅτι ἡ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς δὲν ἔφερε παρὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ πτωχεύσεως, τὸ ὁποῖον ἦτον ἕτοιμον ἐπὶ τῶν προκατόχων ὑπουργείων, καὶ τὸν νόμον περὶ μεταβολῆς ἄρθρων τινῶν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, τὸν ὁποῖον εἶχεν ὑποβάλει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, καὶ τὰς τροποποιήσεις, ὅσαι προετάθησαν εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ταῦτα λοιπὸν ἀπησχόλησαν τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τὰς δέκα ἡμέρας; Τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἡ μόνη ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν δύναταί τις ἀνθρωπίνως νὰ δώσῃ. Ἡ δεκαήμερος διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν ἐχρησίμευσε διὰ νὰ οἰκονομηθῇ ἡ δυσφορία, τὴν ὁποίαν ἐπέφερεν ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Λομβάρδου καὶ ἐμοῦ· καὶ ἐπειδὴ αὕτη δὲν ᾠκονομήθη, ἦλθεν ἡ σημερινὴ πρότασις. Καὶ ἂν νομίζητε, ὅτι καὶ ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶναι αὐθαίρετος, συγχωρήσατέ με νὰ ἀπευθύνω ἓν παράπονον κατὰ τοῦ ὑπουργείου τῆς 9ης Φεβρουαρίου καὶ καθ’ ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουσι ψηφοφορήσει ὑπὲρ τῆς προτάσεώς του τῆς σημερινῆς, δι’ ἧς προτείνουσι τὴν παῦσιν πάσης ἄλλης ἐργασίας καὶ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἓν παράπονον, ὅτι ἐλησμόνησαν τὸν δεσμόν, ὁ ὁποῖος μᾶς συνδέει. Ἡ καταστολὴ τῆς βουλευτικῆς ἐξουσίας καθ’ ὃν χρόνον ἠσκεῖτο περὶ τὰ ἀντικείμενα, ἐπὶ τὰ ὁποῖα ἔχει δικαίωμα νὰ ἐξασκηθῇ, δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἀνεδείχθη ὑπὸ τῆς ψήφου τῆς ἀντιπολιτεύσεως· ἂν τὸ βουλευτικὸν δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου τῶν πράξεων τῶν κυβερνώντων ᾖναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ βάσιν πολιτειακὴν, ἂν ᾖναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἀνήκει εἰς τὴν τάξιν τῶν δευτερευόντων δικαιωμάτων τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἂν ἡ Βουλὴ ἤθελε νὰ ἐξασκήσῃ τὸ δικαίωμά της τοῦτο, νομίζω, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπεῖ τὴν πλειονοψηφίαν, ἐκ τῆς ὁποίας προῆλθε, δὲν ἐδύνατο νὰ ζητήσῃ τὴν κατάπαυσιν ἢ τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐξασκήσεως τοῦ δικαιώματος τούτου. Καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχει ἕνας ἀόρατος σύνδεσμος τῶν κυβερνώντων μὲ τὰς πλειονοψηφίας, καὶ μία ἠθικὴ εὐθύνη ἐπιβαρύνουσα τὰς πλειονοψηφίας διὰ τὰς πράξεις τῶν κυβερνώντων καὶ τοὺς κυβερνῶντας διὰ τὰς πράξεις τῶν πλειοψηφιῶν, ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσιν οἱ ἔντιμοι φίλοι μου, μὲ τοὺς ὁποίους συνεδέθην μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, νὰ τοὺς παρατηρήσω, ὅτι μετέχουσι τῆς εὐθύνης τῆς προτάσεως τοῦ ὑπουργείου, ἂν καὶ ἐφ’ ὅσον ὑποστηρίξωσι τὴν πρότασίν του. Μετέχοντες δὲ τῆς εὐθύνης καὶ ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασιν αὐτὴν, λησμονοῦσι καὶ αὐτοὶ τὸν δεσμόν, ὁ ὁποῖος μᾶς συνέδεσε, λησμονοῦσι τὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν ἔφερον ἀνὰ χεῖρας. Εἷς τῶν συναδέλφων μου, ὅστις μέχρι πρὸ μικροῦ συνέπραττε μετ’ ἐμοῦ νεώτερος ἐμοῦ κατὰ τὴν ἡλικίαν καὶ ἀπειρότερος κατὰ τὸ πολιτεύεσθαι, ἔσπευσε νὰ ἀφήσῃ ὑπαινιγμὸν ἀπὸ τοῦ βήματος, κατὰ ἀνθρώπου, τὸν ὁποῖον ἔλαβε πολλάκις ἀφορμὴν νὰ γνωρίσῃ καὶ κατὰ βάθος καὶ κατὰ ὕψος, καὶ εἶπεν ὅτι λόγοι προσωπικῆς φιλοτιμίας μὲ ἔφεραν πρὸς ὑποστήριξιν τῆς προτάσεώς μου. Μὲ ἐγνώριζεν ἐκεῖνος καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ νὰ ἐκτοξεύσῃ αἰτιάσεις τόσῳ μικρὰς καὶ ταπεινάς. Δὲν μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα τὸ συμφέρον προσωπικῆς φιλοτιμίας, ἀλλὰ μὲ ἔφερε συνείδησις τοῦ καθήκοντος, μὲ ἔφερε πεποίθησις ἐπὶ ἀρχῶν, μὲ ἔφερε πρόγραμμα ὁλόκληρον· μ’ ἔφερε σημαία, τὴν ὁποίαν ἐβάστασα μέχρι τῆς χθὲς καὶ τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι νὰ ἐγκαταλείψω, καὶ ἂν ὑπ’ αὐτὴν εὑρεθῶ μόνος. Ἀμφιβολίαι ἐῤῥίφθησαν εἰς τὸ δημόσιον φρόνημα καθ’ ὅλον τὸ παρελθὸν, ὡς σᾶς ἀφηγήθη εἰς τὴν προσφώνησίν του καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἂν ἡ Βουλὴ ᾖναι πολιτικὸν Σῶμα καὶ ἂν ἐξασκῇ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων· καὶ ἦλθεν ἡ στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ λυθῶσιν αἱ ἀμφιβολίαι, οὐχὶ δι’ ἀναγραφῆς δικαιωμάτων καὶ ὑποχρεώσεων ἢ δι’ ἀνακηρύξεως δογμάτων καὶ ἀρχῶν, ἀλλὰ δι’ ἀναπτύξεως τῶν ὑπαρχόντων θεσμῶν, διὰ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν. Ἦτο καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ γένηται ἡ ἐφαρμογὴ αὕτη τῶν θεσμῶν, ἦτο καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου τῆς 8ης Ἰουλίου, τὸν ὁποῖον δὲν θέλω νὰ ἐπιβαρύνω, παντάπασι, ν’ ἀναφανῇ ἐκ τῆς ἐρεύνης ὑπέρτερος τῶν αἰτιάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐξετοξεύθησαν κατ’ αὐτοῦ, τὸ εὔχομαι μάλιστα μετ’ εἰλικρινείας καὶ ἐκ πλήρους καρδίας, διότι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἀναδεικνύωνται οἱ ἄνθρωποι καὶ νὰ σχηματίζωνται αἱ ὑπεροχαὶ ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν· φείδομαι τῆς ὑπολήψεως ἐκείνων, ὅπως φείδομαι καὶ τῆς ὑπολήψεως ἑκάστου τῶν πολιτευομένων. Εὔχομαι νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἀφορμὴ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀρχῆς· ἀλλ’ ἡ πρότασις ἦλθε, καὶ τὸ Κοινοβούλιον συνεζήτησεν ἐπὶ δέκα ἡμέρας. Εἰς μίαν ἄλλην χώραν πρὸ ὀγδοήκοντα ἐτῶν εἷς ἄνθρωπος, ἐπιφανὴς ῥήτωρ ἑνὸς κοινοβουλίου, πολιτικὸς διακεκριμένος, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἡ ἱστορία μετέδωκε μέχρις ἡμῶν, ὁ ὁποῖος ὅμως εἶχε ζωηρὰ πάθη καὶ τοῦ ὁποίου ἡ ὑπερβολικὴ φιλοτιμία πολλάκις ἐξεμαρτυρήθη εἰς τὴν παραφορὰν τοῦ λόγου καὶ τῶν ἐνεργειῶν του, εἰς τὸ κοινοβούλιον τῆς Ἀγγλίας ἐδήλωσεν, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ ἀπασχολήσῃ τὸ κοινοβούλιον μὲ τὴν ἐξέτασιν τῆς διαγωγῆς τοῦ Waren Hastings· εἰς τὴν δήλωσιν ταύτην τοῦ Burker ὅλον τὸ κοινοβούλιον τῆς Ἀγγλίας ἐσιώπησε καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη πτέρυξ, καὶ οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, οἱ ἀντιπολιτευόμενοι καὶ αὐτοὶ οἱ ἀδιάφοροι δὲν ἔδωκαν προσοχήν. Καὶ ὁ Burker ἔμεινε μόνος μὲ τὴν πρότασίν του. Ἡ δήλωσις δὲ αὕτη ἐσιωπήθη καὶ ἐλησμονήθη. Εἴμεθα εἰς παραπλησίας περιστάσεις; Ἐξεδηλώσαμεν τοιαύτας προθέσεις, ὅταν ἤλθομεν καὶ διετυπώσαμεν πρότασιν γραπτὴν, καὶ ἐζητήσαμεν νὰ συζητηθῇ; ὅτε σεῖς μετέσχετε τῆς συζητήσεως, ὅτε κατηναλώσατε 10 ἡμέρας, τέλος πάντων, ὅταν ἀφοῦ κατηναλώσατε 10 ἡμέρας, συνέβη ἓν δυσάρεστον ἐπεισόδιον, ὡς ἐκ τοῦ ὁποίου διεκόψατε τὰς συζητήσεις διὰ ἄλλας 10 ἡμέρας; Θέλετε δὲ καὶ ἤδη νὰ διακόψετε καὶ τρίτην φορὰν τὴν ἄσκησιν τοῦ δικαιώματός σας τούτου, ἵνα ῥίψετε εἰς τὰς Καλένδας Grecas τὴν ἐνάσκησιν τοιούτου δικαιώματος, ἐνῷ προσεγγίζομεν εἰς τὸ τέλος αὐτῆς; Ὅταν τὸν ἑπόμενον χρόνον ὁ Burker ἦλθε καὶ εἶπεν ὅτι θέλει νὰ γένηται ἡ ἐξέτασις τῆς διαγωγῆς τοῦ Waren Hastings, ὅταν εἰς τοῦτο συνεφώνησε μία μερὶς τοῦ κοινοβουλίου, δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀναστείλῃ ταύτην οὔτε ἡ ἀπεριόριστος εὔνοια τοῦ Βασιλέως Γεωργίου Γʹ. πρὸς τὸν Hastings, οὐδὲ ἡ εὐγενεστάτη καὶ προσηνεστάτη ὑποδοχὴ, τὴν ὁποίαν ἡ σύζυγος τοῦ Hastings ἐπισκεφθεῖσα τὴν Βασίλισσαν ἔτυχε παρὰ τῆς συζύγου τοῦ Γεωργίου Γʹ. τῆς Ἀγγλίας· δὲν τὴν ἀνέστειλεν οὐδὲ ὁ ὄγκος τοῦ ὀνόματος ἐκείνου, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς ὑπογραφῆς του ἔκαμε συνθήκας, ὁ ὁποῖος ἐκυβέρνα στρατοὺς καὶ διὰ τῆς κατανεύσεώς του ἐξεθρόνιζε βασιλεῖς. Ὁ Βάῤῥεν Ἄστυγξ ὑπεβλήθη εἰς τὴν ἀνάκρισιν, καὶ δὲν ἔπαυσεν αὕτη, παρ’ ὅταν ἔφθασεν ἡ Βουλὴ εἰς τὸ πέρας της. Δὲν νομίζετε, ὅτι δὲν φαίνεσθε ἀρκετὰ σπουδαῖοι πολιτευόμενοι οὕτω πῶς, ἀρχίζοντες καὶ διακόπτοντες καὶ ἀναβάλλοντες; Καὶ δὲν θέλω νὰ σᾶς παραστήσω, ὅτι ἐνδέχεται νὰ μὴ φανῆτε γενναῖοι, δὲν θέλω νὰ σᾶς παραστήσω, ὅτι ἐνδέχεται νὰ σᾶς προσάψωσι μίαν τινὰ πλαγίαν σκέψιν, ὅτι ἐνδέχεται νὰ σᾶς ἀποδώσωσιν, ὅτι σεῖς ἔχετε τὸν σκοπὸν νὰ ἀφήσητε ἐκτὸς τοῦ συνταγματικοῦ ἀνταγωνισμοῦ τινα. Αὐταὶ εἶναι σκέψεις ταπειναὶ, αὐτὰ ἠμποροῦσι νὰ ἀνάγωνται εἰς συμφέροντα ἀτόμων, τὰ ὁποῖα ἤδη δὲν μ’ ἀπασχολοῦσι· ἔχω καθῆκον πρὸς τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ἀλήθειαν νὰ προμαχήσω καὶ πρὸ τοῦ συμφέροντος τῶν ἀτόμων, ἀλλ’ ὅμως μὲ κινεῖ πρὸ πάντων τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος, ὁ σεβασμὸς, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχω πρὸς ἕνα θεσμὸν τῆς πατρίδος· μὲ κινεῖ ἡ μέριμνα τοῦ νὰ μὴ ἐκπέσῃ ἡ πεποίθησις, τὴν ὁποίαν πρὸς ἡμᾶς πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ ἔθνος. Μοὶ φαίνεται, κύριοι, ὅτι ἤθελεν εἶναι τῳόντι ὀδυνηρὸν, ἐὰν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι διατεθειμένοι νὰ ἐξελέγξωσι τὰς πράξεις τῶν ἀτόμων ἢ τῶν ὁμάδων, τῶν κομμάτων, ἢ τῶν πολιτικῶν σωμάτων, ἐὰν αὐτοὶ ἤθελον ἀποκαλύψει τὴν ἔλλειψιν τῆς σπουδαιότητος, ἡ ὁποία ἤθελεν ὑπάρξει εἰς τὴν πορείαν ἡμῶν ταύτην. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι μεγάλη ζημία εἰς τὸν τόπον, διότι ἤθελε δοθῆ ἀφορμὴ νὰ χαλαρωθῇ ἡ πεποίθησις τοῦ κοινοῦ ἐπὶ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἵτινες προΐστανται ἀλληλοδιαδόχως τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος, νὰ χαλαρωθῇ ἡ πεποίθησις τοῦ κοινοῦ ἐπὶ ἐκείνων, οἵτινες καλοῦνται νὰ βουλεύωνται ἐνταῦθα καὶ ἀξιῶσι νὰ πιστεύωνται ὑπὸ τῆς κοινωνίας. Μὴ πρὸς Θεοῦ λησμονεῖτε, ὅτι ὀφείλετε νὰ ἑδραιώσητε τὴν ἐφ’ ὑμῶν πολιτικὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος, νὰ μὴ ἀφήσητε τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι λησμονεῖτε τὰς ἐπαγγελίας σας. Διὰ τοῦτο ἐπίστευον, ὅτι οὐδεμία πολιτικὴ πίεσις ἤθελεν εἶσθαι ἱκανὴ νὰ μᾶς κάμῃ νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι ἓν πρόγραμμα ἀνεκηρύξαμεν καὶ ὅτι ἀνεκηρύττομεν αὐτὸ, ὅταν μᾶς ἐσύμφερε, καὶ ὅτι τὸ ἐγκατελείψαμεν, ὅταν δὲν μᾶς συμφέρει, διότι δὲν μᾶς ἐσύμφερεν. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, νὰ περάνω τὸν λόγον τοῦτον, νὰ τὸν περάνω, διότι αἰσθάνομαι μεγάλην θλίψιν εἰς τὴν ψυχήν μου, διότι ἐκοπίασα καὶ ἐγὼ ἀγωνιζόμενος, ἐκοπιάσατε ἴσως καὶ ὑμεῖς ἀκούοντες. Ὁ λόγος τῆς προτιμήσεως τοῦ φορολογικοῦ νόμου ἀπὸ τὴν πρότασιν περὶ συστάσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς δὲν ὑφίσταται· ὁ φορολογικὸς νόμος δύναται νὰ παρουσιασθῇ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας πρὶν τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως τῆς πολιτικῆς, νὰ συζητῆται ὑπὸ τῆς Βουλῆς, χωρὶς νὰ σταματήσῃ ἡ πρόοδος τῆς συζητήσεως τῆς προτάσεως τοῦ κ. Λομβάρδου καὶ ἐμοῦ. Δὲν εἶναι, κύριοι, ἀνάγκη ν’ ἀναβάλετε τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως· δύνασθε νὰ ἔχετε καὶ τὰ δύω, χωρὶς νὰ παρέλθῃ οὐδεμία στιγμὴ, ἥτις νὰ δεσμεύσῃ τὰς χεῖρας τοῦ ἐντίμου φίλου μου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν διάθεσιν τῶν δημοσίων προσόδων, ὑπὲρ τῶν ὁποίων τοσοῦτον μεριμνᾷ καὶ ὀφείλει νὰ μεριμνᾷ. Ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον μᾶς ἀνέφερε περὶ τῆς ταχείας ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἵνα ἕνεκα τούτου ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως περὶ συστάσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, δὲν μοὶ φαίνεται νὰ ᾖναι σπουδαῖος καὶ ἀληθής. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἐπεραίωσε τὰς ἐργασίας της· ἐὰν μετὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἥτις ἐγένετο εἰς δύω συνεδριάσεις τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, κατόρθωσεν αὕτη νὰ περάνῃ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, ὑποθέττω ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον εἰς αὐτὴν ἵνα εἰς δύω ἑτέρας συνεδριάσεις της περάνῃ καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων. Ἐὰν ἡ ἔκθεσις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῶν ἐσόδων προτείνεται εἰς ὑμᾶς ὡς ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ σᾶς ἀπασχολήσῃ αὔριον, νομίζω, ὅτι τοιαύτη γνώμη δὲν εἶναι ὀρθή. Πρὸ τούτου, πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ πρόκειται γενικὴ συζήτησις· ἡ συζήτησις περιστρέφεται περὶ πᾶσαν τὴν διοίκησιν καὶ περὶ πᾶσαν τὴν οἰκονομίαν· περιστρέφεται ἰδίως περὶ τὴν παραβολὴν τῶν ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδα· καὶ ἂν δὲν ἔχετε πλήρη τὴν ἔκθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων, δὲν δύνασθε νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν ἐσόδων. Καὶ δὲν ἀρκεῖ νὰ παραβάλετε τὰ ἔξοδα πρὸς τὰ ἔσοδα· πρέπει νὰ ἐξετάσητε πόσα ἔσοδα καὶ πόσας ἀνάγκας ἔχετε, καὶ ἐπειδὴ ἔχετε ἀνάγκας πολλὰς καὶ μεγάλας, τῶν ὁποίων ἡ θεραπεία ἀπαιτεῖ μεγαλεῖτερα ἔξοδα, πρέπει νὰ ἐξετάσητε τὴν ἰδιότητα τῶν ἀναγκῶν, τὴν φύσιν καὶ τὴν χρησιμότητα αὐτῶν, διότι ὀφείλετε νὰ θεραπεύσητε μόνας τὰς ἀνάγκας ἐκείνας, τὰς ὁποίας θεωρῆτε κατεπειγούσας. Λοιπὸν δὲν δύνασθε νὰ ἐργασθῆτε ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ· πρέπει νὰ ἐξετάσητε τὰ πράγματα, τὰς ἀνάγκας τῆς κυβερνήσεως, νὰ ἐξετάσητε ἐὰν τυχὸν ἐκτὸς τῶν ἀναγκῶν τούτων ὑπάρχουσιν ἄλλαι σπουδαιότεραι, καὶ πρέπει νὰ προβῆτε εἰς ἀπόφασιν, ἀφοῦ παραβάλετε ὅλας ταύτας τὰς ἀνάγκας καὶ σκεφθῆτε. Λοιπὸν οὔτε ἡ ἔκθεσις αὕτη δύναται νὰ σᾶς δώσῃ ἀφορμὴν νὰ ἐνασχοληθῆτε αὔριον διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὀφείλω, τέλος, νὰ καθησυχάσω καὶ τὴν εὔλογον καὶ δικαίαν ἀνησυχίαν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ ἀποτελοῦντες τὸ ὑπουργεῖον τῆς 9 Φεβρουαρίου περὶ τῆς αἰτιάσεως τὴν ὁποίαν σᾶς εἶπον, ὅτι δύνανται νὰ ἐκτοξεύσωσι κατ’ αὐτῶν, ὅτι δῆθεν λησμονοῦν τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους. Οὐδεμία ἀφορμὴ πρὸς αἰτίασιν τοιαύτην· γνωρίζω, ὅτι βραδέως συνεκαλέσθη ἡ Βουλὴ, γνωρίζω, ὅτι τῆς βραδείας συζητήσεως καὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν εἶσθε ὑμεῖς ὑπαίτιοι· ἑπομένως γνωρίζω, ὅτι δὲν ἔχομεν δίκαιον νὰ ζητῶμεν τίποτε ἀπὸ ὑμᾶς, καὶ διὰ τοῦτο δὲν σᾶς ἀδικῶ καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ σᾶς εἴπω νὰ προβῆτε εἰς τὴν εἴσπραξιν· γνωρίζω, ὅτι κατὰ τοῦτο ἡ πολιτεία σας εἶναι ἀναγκαία, εἶναι ἀναπόφευκτος, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἐν ὑμῖν οὐδ’ ὁ πόθος, οὐδ’ ἡ προαίρεσις τῆς παραβιάσεως. Ἀλλὰ τὸ Κοινοβούλιον ἔχει ἀκόμη καὶ μίαν ἄλλην ἀξίωσιν, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ θέλω τὴν ἐκθέσει· ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ μὴν ἐπαναληφθῇ ὅ,τι ἄλλοτε ἔλαβε χώραν· ἐπιθυμῶ νὰ ἐπιδοθῇ εἰς τὴν ἀληθῆ καὶ εἰλικρινῆ ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ ἐπιτύχῃ, ἐφ’ ὅσον σκέπτεται ὅτι ἐγκατέλιπε ἐκκρεμῆ σπουδαιότατα πράγματα· ἔχω ἀκόμη καθῆκον νὰ σᾶς παραστήσω ὅτι ἡ ἐνάσκησις τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ συστήσῃ ἐπιτροπὴν εἶναι ὁμολογουμένως σπουδαιοτάτη καὶ πάσης ἄλλης ἐργασίας ὑπερτέρα καὶ ὅτι τὰ πρὸς τὴν πρόοδον τῆς ἐνασκήσεως τοῦ δικαιώματος τούτου προσκόμματα, ἀναστέλλοντα ἢ καταπαύοντα τὸ δικαίωμα, ἀποτελοῦσιν ἄρνησιν συνταγματικῆς ὑποχρεώσεως θεμελιώδους, πρὸ τῆς ὁποίας αἱ προφάσεις τῆς προσυζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ φορολογικοῦ νόμου εἰσὶ ταπεινὰ ἐπινοήματα. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἐπειδὴ εἶναι ἐνδεχόμενον, ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον τῆς 9 φεβρουαρίου ἐπιμένῃ νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν, καὶ ἐὰν πολλοὶ ἐκ τῶν ἐντίμων φίλων τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιὰν) θέλουσι νὰ τὴν ὑποστηρίξωσι, εἶναι ἐνδεχόμενον διὰ πρώτην φορὰν νὰ παρασταθῇ ἡ ψῆφός μου ἀντικειμένη πρὸς τὴν ψῆφον ὑμῶν, διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι πρέπει νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου ταύτην. Ἐὰν δέ τις ἤθελε μοὶ ἐξηγήσει ἐν εἰλικρινείᾳ καὶ μοὶ ἐξομολογηθῇ ἐν κατανύξει, ὅτι διὰ τὴν ἄρσιν τῶν ἀνωμαλιῶν τούτων, διὰ τὴν παῦσιν τῆς ἐπανειλημμένης προτάσεως ὑπουργικῶν ζητημάτων καὶ τῆς ἐξακολουθήσεως τοῦ σήμερον προταθέντος ζητήματος, ὅτι διὰ τὴν ἔῤῥυθμον ἐξακολούθησιν τῶν βουλευτικῶν ἐργασιῶν καὶ τὴν ὁμόθυμον σύμπραξιν τοῦ Κοινοβουλίου μετὰ τῆς Κυβερνήσεως ὑπάρχει ἀνάγκη τις, καὶ ἡ ἀνάγκη αὕτη εἶναι νὰ ἀρθῇ αὐτὸ τὸ σκάνδαλον, ἡ περὶ συστάσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς πρότασις τοῦ κ. Λομβάρδου καὶ ἐμοῦ, ἡ καλὴ πίστις μου καὶ ἡ εἰλικρίνειά μου ἤθελον πληρώσει ἀληθῶς τὴν καρδίαν μου θλίψεως· ἀλλ’ ἂν ἤθελον μοὶ ἐξηγήσει εἰλικρινῶς καὶ ἐν κατανύξει, ὅτι πρέπει νὰ ἀρθῇ τὸ σκάνδαλον τοῦτο, ὅτι πρέπει νὰ ταφῇ ἐν τῷ τάφῳ ἡ πρότασίς μου αὕτη, βεβαιωθῆτε, ὅτι ἤθελον ἀναγκασθῆ νὰ προτιμήσω παρὰ νὰ ταφῇ ἀπὸ χεῖρας ἀλλοτρίας, νὰ ταφῇ ἀπὸ τὰς ἰδικάς μου. Ἂς μὴ ἐγκαταλείψω εἰς ἀλλοτρίας χεῖρας τὴν πρότασιν ταύτην, μεθ’ ἧς εἰλικρινὴς καὶ ἄδολος μὲ συνέδεσε στοργὴ, καὶ ὅπως εἰλικρινῶς προέβαλον αὐτὴν, οὕτως εἰλικρινῶς θάπτω αὐτὴν καὶ κηδεύω σήμερον, ἵνα μὴ ἀφήσω τὸν νεκρὸν αὐτῆς εἰς τὴν διὰ τοσούτων διαστροφῶν καὶ τοσούτων τεχνασμάτων περικαλυπτομένην πολεμίαν προαίρεσιν τῶν συμμαχησάντων κομμάτων καὶ ἐχθρότητα αὐτῶν τῶν χθὲς καὶ πρώην ὑποστηριξάντων αὐτήν.

§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσιριμῶκος ἔχει τὸν λόγον, ἀλλὰ παραιτεῖται.

§67ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, δύω λέξεις.

§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.

§69ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (ἀπὸ τοῦ βήματος). Μεθ’ ὅσα ἐῤῥέθησαν, κύριοι, ὑπολείπονται νὰ σᾶς εἴπω πολὺ ὀλίγα· καὶ ταῦτα δὲν ἤθελον νὰ εἴπω, ἐὰν μὴ ὁ τελευταῖον ἀγορεύσας διὰ τῆς ὁμιλίας του μὲ προεκάλει. Δὲν ὑψώσαμεν σημαίαν ἀρχῶν, οὔτε διὰ νὰ ἀπατήσωμεν, οὔτε διὰ νὰ δημοκοπήσωμεν, οὔτε διὰ νὰ συγκεντρώσωμεν περὶ αὐτὴν πεπλανημένους· οὔτε τὴν ἐγκαταλείπομεν σήμερον, πιεζόμενοι ὑπὸ ὁποιασδήποτε ἀνάγκης. Τὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν ὑψώσαμεν καὶ τὴν ὁποίαν ὑπεστηρίξαμεν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, θέλομεν ἐξακολουθεῖ νὰ τὴν ὑποστηρίζωμεν μέχρις ἐσχάτων. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ ἔντιμος προλαλήσας θέλει μετανοήσει, διότι ἐβιάσθη νὰ μεμφθῇ τοὺς συναδέλφους του διὰ τὴν ψῆφον, ἣν ὑποθέτει, ὅτι θέλουσι δώσει, χωρὶς προηγουμένως νὰ μάθῃ τοὺς λόγους, οἵτινες τοὺς ἀναγκάζουν νὰ ψηφοφορήσουν ὅπως θὰ ψηφοφορήσουν. Συνήλθομεν, κύριοι, ἀληθῶς, οὐχὶ διὰ προσωπικοὺς λόγους, οὐχὶ διὰ συμφέροντα ἡμεῖς οἱ ἀντιπολιτευόμενοι τὸ πεσὸν ὑπουργεῖον, ἀλλὰ διότι ἐνομίσαμεν, ὅτι ἕνεκεν ἀτόπων τινῶν προσκόπτει ἡ τακτικὴ τῶν πραγμάτων πορεία, καὶ ὅτι διὰ τὸ καλὸν τοῦ τόπου, διὰ τὴν καλὴν αὐτοῦ διοίκησιν ἔπρεπε τὰ ἄτοπα αὐτὰ νὰ ἀπομακρύνωμεν, καθιεροῦντες βεβαίαν καὶ πραγματικὴν τὴν εὐθύνην τῶν αἰτίων τῶν ἀτοπημάτων τούτων. Συνεζητήσαμεν λοιπὸν καὶ συζητοῦμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἡμεῖς περὶ οὐδενὸς ἄλλου εἰμὴ τίνι τρόπῳ νὰ καθιερώσωμεν τὴν εὐθύνην ἐκείνων, τοὺς ὁποίους πράγματι τὸ Σύνταγμα θέλει ὑπευθύνους διὰ πᾶσαν κυβερνητικὴν ἀνομίαν καὶ παράβασιν. Ἐπείσθημεν δὲ καὶ ἐνομίζομεν, ὅτι ἀδύνατον εἶναι νὰ διοικηθῇ καὶ κυβερνηθῇ ἐν εἰλικρινείᾳ τόπος τις καλῶς ποτε, ἐὰν μὴ ὑπάρξῃ ἀληθὴς καὶ βεβαία ἡ εὐθύνη τῶν διεπόντων τὰ πράγματα. Ἀλλ’ ἵνα ὑπάρξῃ ἡ εὐθύνη καὶ ἐπιτευχθῇ ἡ πραγματοποίησίς της εἰλικρινῶς, ἡ ὑπεράσπισις πρέπει νὰ ᾖναι πλήρης· οὐδὲν ἐμπόδιον πρέπει νὰ περιορίσῃ ταύτην, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ ἀπόφασις ἐσκεμμένη, ἀκριβής, εἰλικρινής. Καὶ οὕτω, κύριοι, ἐνομίσαμεν καὶ νομίζομεν, ὅτι φθάνομεν εἰς τὸν ἀληθῆ σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, νὰ καθιερώσωμεν, ἐπαναλαμβάνω, πραγματικὴν καὶ ἀληθῆ εὐθύνην τῶν κυβερνώντων τὸν τόπον. Διὰ τοῦτο ἅμα ἠκούσαμεν τὴν πρότασιν, ἡ ὁποία μᾶς ὑπεβλήθη σήμερον, ἅμα ἠκούσαμεν ὅτι τὸ ὑπουργεῖον προτίθεται σήμερον νὰ παρακαλέσῃ τὴν Βουλὴν νὰ προτάξῃ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὸν φορολογικὸν νόμον, ἀντὶ τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς συζητήσεως τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, συνεννοηθέντες μετὰ τῶν φίλων, εἴπομεν εἰς τοὺς κυρίους ὑπουργοὺς, ὅτι δὲν θέλομεν συμφωνήσει, ἐὰν ὁ κ. Δεληγεώργης εἴπῃ, «μὲ ἀδικεῖτε· ἡμέρας τόσας, κατεκρίνατε τὴν διαγωγήν μας, ὀφείλετε νὰ μᾶς ἀκούσητε καὶ ὀφείλετε νὰ ἀφήσητε τὸ στάδιον ἀνοικτὸν καὶ εἰς ἡμᾶς ν’ ἀποδείξωμεν τὴν ἀθωότητά μας, καὶ τὴν ἰδικήν σας ἐνοχὴν, διότι ἐκυβερνήσατε ἄλλοτε· ὃ ἤθελεν εἶσθαι, εἴπομεν, καὶ ἄτοπον καὶ ἄνανδρον νὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις. Ἐπομένως, ἐὰν ἐπιμένητε, κ. ὑπουργοὶ, εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν φέρετε, θέλομεν καταψηφίσει αὐτῆς. Καὶ ἀπεφασίσαμεν μὲν νὰ σᾶς ὑποστηρίξωμεν, διότι εἶσθε κυβέρνισις ἐξελθοῦσα ἐκ τῶν σπλάγχνων ἡμῶν, ὀφείλομεν πρὸς ὑμᾶς ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ἀλλ’ ὑπέρτερον καὶ ἀνώτερον καθῆκον ἀφορῶν εἰς τὸ δίκαιον καὶ τὴν τιμὴν ἡμῶν, μᾶς ἀναγκάζει νὰ σᾶς παρακαλέσωμεν ν’ ἀφήσητε ἀνοικτὸν τὸ στάδιον τῆς συζητήσεως· καὶ κατὰ τὰς ἡμέρας, καθ’ ἃς δὲν ὑπάρχει συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ συζητῶμεν καὶ τὸ πολιτικὸν ζήτημα, ἢ νὰ τὸ συζητῶμεν ἡμέραν παρ’ ἡμέραν, καθὼς καὶ τὸν προϋπολογισμόν· τοιουτοτρόπως ἱκανοποιοῦμεν τὰς ἀνάγκας τῆς κυβερνήσεως καὶ ἀφίνομεν καὶ τὸ στάδιον τῆς πολιτικῆς συζητήσεως ἐλεύθερον, σῴζομεν δὲ καὶ τὴν ἡμετέραν τιμὴν καὶ τὴν τῶν ἀντιπάλων· διότι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν ἤλθομεν νὰ συκοφαντήσωμεν καὶ νὰ λέγωμεν πράγματα μὴ ἀληθῆ. Εἴπομεν ὅ,τι πιστεύομεν ὡς ἀληθές. Εὔχομαι ν’ ἀποδειχθῇ ὅτι ἀπατώμεθα. Διὰ τοῦτο ἡ συζήτησις πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ. Ἀλλὰ, κύριοι, τὴν ἀπόφασιν ἡμῶν αὐτὴν μετέβαλεν ὁ κ. Δεληγεώργης. Ὁ κ. Δεληγεώργης κατέστησεν ἀδύνατον νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν ἀρχικὴν ἰδέαν ἡμῶν, χωρὶς νὰ καταδικάσωμεν ἡμᾶς αὐτούς. Καὶ ἰδοὺ πῶς. Ἀναβὰς εἰς τὸ βῆμα τοῦτο ὁ κ. Δεληγεώργης, παρεπονέθη κατὰ τοῦ ὑπουργείου· δὲν ἀνήκει δὲ εἰς ἐμὲ βεβαίως νὰ ὑπερασπισθῶ τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἀρκούντως ὑπερασπίσθη ἑαυτό. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἐκήρυξεν αὐτὸ ὑπεύθυνον· διατί; διότι ἐσιώπησε, συζητούντων ἡμῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περὶ τῆς εὐθύνης τοῦ ὑπουργείου καὶ μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ τὴν εὐθύνην ταύτην ἐξετασάντων. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἐμέμφθη τοὺς ὑπουργοὺς, ὅτι κακῶς ἔπραξαν σιωπήσαντες, ἐνῷ συνεζητοῦντο ἐνώπιόν των τὰ προνόμια τοῦ Στέμματος. Ὠφείλετε, εἶπε, νὰ ὁμιλήσητε ἢ νὰ παραιτηθῆτε, ἐὰν διαφωνῆτε πρὸς τὸ Στέμμα, τοῦ ὁποίου τὰς ἰδέας ἀντιπροσωπεύετε. Τὸ ὑπουργεῖον διὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐκήρυξεν, ὅτι πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς συμπολιτεύσεως, αἵτινες ἐκηρύχθησαν ἀπὸ βήματος τούτου, συμφωνεῖ, καθόσον αἱ κυβερνητικαὶ πράξεις ἐν Ἑλλάδι εἰσὶν ὑπουργικαὶ, διὰ τὰς ὁποίας ὀφείλουν εὐθύνην μόνοι οἱ ὑπουργοί. Τὸ ὑπουργεῖον λοιπὸν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης συμφωνεῖ μεθ’ ἡμῶν, κατηγορεῖται δὲ παρὰ τοῦ κ. Δεληγεώργη διὰ τὴν συμφωνίαν ταύτην, καὶ διὰ τὴν συμφωνίαν ταύτην ζητεῖ ἀπὸ ἡμᾶς σήμερον νὰ δώσωμεν ψῆφον καταδικαστικήν. Ἐννοεῖτε, κύριοι, ὅτι μᾶς εἶναι ἀδύνατον, οὕτω τεθειμένου τοῦ ζητήματος, νὰ ψηφοφορήσωμεν.

§70ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.

§71ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν ὡμίλησε περὶ οὐδενὸς ἄλλου ἀντικειμένου, εἰμὴ περὶ τῶν καθηκόντων καὶ χρεῶν τοῦ ὑπουργείου, περὶ ὅσων τοῦτο ὤφειλε νὰ πράξῃ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος καὶ δεινῶς ἐπέπεσε κατ’ αὐτοῦ, διότι δὲν ἐξέφρασε ῥητῶς καὶ καθαρῶς γνώμην καθ’ ἡμῶν, ὡς ὁμιλούντων κατὰ τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος. Καὶ ζητεῖ παρ’ ἡμῶν νὰ εἴπωμεν, ὅτι κακῶς τὸ ὑπουργεῖον πράττον συνεφώνει μὲ τὰς ἰδέας μας, ἐνῷ ἤθελε πράξει καλῶς ἀντιτασσόμενον πρὸς ἡμᾶς λέγον, «ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος ὁμιλεῖτε, ἀπὸ τῆς εὐθείας παρεκτρέπεσθε.» Ὅθεν οὕτω τιθεμένου τοῦ ζητήματος, ὅπως τὸ ἔθεσεν ὁ κ. Δεληγεώργης, ἐγὼ βεβαίως δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ δεχθῶ. Ἤθελον, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἐτίθετο ζήτημα ὅπως ἐξ ἀρχῆς, καὶ ἐκ μέρους τῆς μερίδος ἐκείνης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ὑπετίθετο ὅτι ἤθελε τεθῆ. Ἀλλὰ καί τοι τὸ ὑπουργεῖον ἐπαναλαμβάνει ὅτι δὲν ἐννοεῖ ποσῶς νὰ παραβιάσῃ οὐδὲν δικαίωμα, οὔτε νὰ κλείσῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, καί τοι τὸ ὑπουργεῖον εἶπεν ἐπανειλημμένως, ὅτι μετὰ τὸν προϋπολογισμὸν ἐννοεῖ καὶ θέλει καὶ αὐτὸ πλήρη ἡ συζήτησις τοῦ ζητήματος νὰ ἐξακολουθήσῃ, ἵνα ἡ Βουλὴ ἐπιφέρῃ τὴν ἀπόφασίν της, δὲν ἠθέλαμεν ὅμως καὶ οὕτω δεχθῆ τὴν πρότασίν του, ἀλλ’ ἠθέλαμεν ἐπιμένει νὰ μὴ ἀναβληθῇ ἡ πολιτικὴ συζήτησις. Τὸ ζήτημα ὅμως, ὅπως διετυπώθη, μετατοπίσθη καὶ τίθεται κατὰ τοῦ ὑπουργείου καθαρῶς. Ὡς τοιοῦτον δὲ δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ψηφοφορήσωμεν.

§72ΖΩΧΙΟΣ. Σᾶς εἶχον εἰπεῖ ἄλλοτε, ὅτι ὁ κύριος Δεληγεώργης ἔχει τὴν τέχνην νὰ μεταβάλλῃ καὶ νὰ σείῃ τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ ὁ πρὸς αὐτὸν ἀντιλέγων ἵσταται. Τὸ αὐτὸ ὅμως σήμερον ἔπραξε καὶ ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, ἀλλὰ μετὰ τέχνης μεγαλειτέρας. Ὁ κύριος Δεληγεώργης δὲν ἦτο κύριος νὰ θέσῃ τὸ περὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος θέμα· ἂν δὲ τὸ ἔθεσεν, ἔκαμε κακὰ, ψυχρὰ καὶ ἀνάποδα, διότι τὸ θέμα τὸ ἐθέσαμεν ἡμεῖς, ἤτοι καὶ σὺ, κύριε Κουμουνδοῦρε, καὶ ὁ καθήμενος ἐπὶ τῆς καθέδρας τοῦ προέδρου. Διὰ νὰ ἐννοήσετε δὲ ποῖον ἦτο τὸ θέμα, ἐπιχειρῶ νὰ σᾶς διηγηθῶ ἱστορικόν τι ἀνέκδοτον, τὸ ὁποῖον ἐκλέγω, διότι συνέβη εἰς Ὕδραν, τὴν ἔνδοξον πατρίδα τοῦ προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπαναστάσεως διέτριβεν εἰς Ὕδραν ὁ Βάμβας ὁ μακαρίτης, καὶ ἐξεφώνει ἀπὸ τοῦ ἄμβωνος λόγους ἐνθουσιαστικούς, μεταξὺ δὲ τῶν ἄλλων ἔλεγε πρὸς τοὺς Ὑδραίους· «Μὴ ἀποβλέψετε εἰς τὸ δέρμα τοῦ λέοντος, ἤτοι εἰς τὰ λάφυρα, ἀλλὰ πνίξατε τὸν λέοντα, καὶ τὸ δέρμα του, καὶ τὰ λάφυρα εἶναι ἰδικά σας.» Ἐν τούτοις τί συνέβη; Ὁ Βάμβας ἔφυγεν ἀπὸ τὴν Ὕδραν καὶ μετέβη εἰς τὴν Κεφαλληνίαν, τὸ δέρμα τοῦ λέοντος ζητῶν, ἀφῆκε δὲ τὸν ἀοίδιμον ναύαρχον Σαχτούρην, παρ’ οὗ ἤκουσα τὸ ἀνέκδοτον, ἀφῆκε καὶ τοὺς ἄλλους Ὑδραίους νὰ πνίξωσι τὸν λέοντα. Καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως δὲν συνέβη τὸ αὐτό; Τοὐτέστιν, ἐπὶ τοῦ προκειμένου, οἱ μὲν ἄλλοι ἐπῆραν τὸ δέρμα τοῦ λέοντος, ἀφῆκαν δὲ εἰς ἐμὲ καὶ τὸν κύριον Δηλιγιάννην τὴν φροντίδα νὰ πνίξωμεν τὸν λέοντα. Καὶ ὁ μὲν κύριος Δηλιγιάννης λέγει, ὅτι τοῦ ἔμεινεν ἡ σημαία, ἀλλ’ εἰς ἐμὲ τί ἔμεινεν; (Γέλως). Ἐὰν ὁ κύριος Δεληγεώργης ἐλάλησε κακῶς, ἂς δώσῃ λόγον· τὸ θέμα ὅμως οὔτε τὸ ἔθεσεν, οὔτε ἠδύνατο νὰ τὸ θέσῃ, διότι τὸ ἐθέσαμεν ἡμεῖς. Εἰς τί δὲ αὐτὸ συνίσταται; «Τί ζητοῦμεν, ἐλέγομεν πρὸς ἀλλήλους, τί ζητοῦμεν εἰς τὸ παρελθόν; Περὶ τοῦ μέλλοντος πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν.» Ὅτε δὲ ἀπὸ τοῦ τόπου τούτου σᾶς ἐλάλησα ἄλλοτε περὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος, σᾶς εἶπον ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ περὶ τοῦ μέλλοντος. Δύναται δὲ ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ τὰ δημόσια πράγματα; Δύναται, σᾶς ἀποκρίνονται, ἀλλ’ ὄχι σήμερον. Σήμερον δὲ τί ἔχομεν; Τὸν προϋπολογισμόν. Ὁ ὑπουργὸς ὅμως τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἀντίγραφον προϋπολογισμῶν ἀρχαιοτέρων, ἀντίγραφον μάλιστα στερεότυπον. Ἀλλὰ ἐὰν, κύριε ὑπουργὲ, νομίζετε τὸν προϋπολογισμὸν ἀντίγραφον στερεότυπον, πρέπει νὰ παραιτηθῆτε ταύτην τὴν στιγμήν. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν τὸ ὑπουργεῖον στηρίζει κυρίως τὴν πολιτικὴν αὑτοῦ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον συντάσσει. (Θόρυβος). Ἐὰν δὲν ἦσθε εἰς κατάστασιν νὰ συντάξετε ἕνα προϋπολογισμόν......

§73ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐκεῖ εἶναι Ἀγγλία, καὶ ἐδῶ εἶναι Ἑλλάς.

§74ΖΩΧΙΟΣ. Καὶ τὴν Ἑλλάδα πῶς τὴν ἔχετε; Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἀνέτρεψαν τὸν θρόνον πρὸ πολλοῦ· ἡμεῖς πρὸ μικροῦ. Ἰδοὺ ἡ διαφορά. Ἐγὼ λοιπὸν τοποθετῶ τὸ πολιτικὸν ζήτημα εἰς τὴν φυσικὴν αὑτοῦ θέσιν, ἐκεῖ δηλαδὴ, ὅπου ἔθεσαν αὐτὸ οἱ ἡγούμενοι τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Συνήλθομεν δὲ ἀντιπολιτευόμενοι πολλοὶ καὶ συνεφωνήσαμεν νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ πρὸ πάντων. Ἀγνοῶ δὲ ἂν ὁ κύριος Δεληγεώργης ἐλάλησε καλῶς ἢ κακῶς· τοῦτο ὅμως γνωρίζω, ὅτι μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν διεκόπησαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, εἰς οὐδενὸς τὴν κεφαλὴν ἐπῆλθεν ἡ ἰδέα τῆς ἀναβολῆς τοῦ ζητήματος. Γνωρίζω προσέτι, ὅτι μέχρι τοῦ δειλινοῦ τῆς Κυριακῆς τὰ πράγματα ἔμενον ὅπως ἦσαν, ἤμην μάλιστα ἐπιτετραμμένος νὰ παρουσιάσω νέαν πρότασιν. Ἐξημέρωσεν ὅμως ἡ Δευτέρα, καὶ δὲν ἐγνώριζον πλέον ποῦ ἤμην, διότι τὸ ἔδαφος εἶχεν ὅλως διόλου μετατεθῆ. Ἐν τούτοις ἔρχονται τώρα καὶ σᾶς λέγουν· «ὁ κύριος Δεληγεώργης ἔθεσε κακῶς τὸ ζήτημα.» Ἐγὼ δὲν ἀκολουθῶ τὸν κ. Δεληγεώργην, ἀλλὰ χρεωστῶ ν’ ἀκολουθήσω τὴν συνείδησίν μου, τὴν τιμήν μου. Ἐπιμένω λοιπὸν εἰς τὸ ζήτημα ὅπως ἐξ ἀρχῆς ἐτέθη, ἐτέθη δὲ ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Κατ’ αὐτὸ δὲ, ἔχει ἡ Βουλὴ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐξετάζῃ τὰ δημόσια πράγματα, ἐπὶ τούτῳ δὲ δύναται νὰ διορίσῃ μίαν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις, ἂν μὲν εὕρῃ τὸν κύριον Δεληγεώργην πταίστην, νὰ τὸν καταδικάσῃ, ἂν δὲ ἀθῶον, νὰ τὸν ἀπολύσῃ. Ἡ τοιαύτη δὲ ἰδέα εἶναι ἰδέα μου, ἐμοῦ, ἐμοῦ, σεῖς δὲ οἱ ἄλλοι ἠθέλετε νὰ τὸν παραπέμψετε εἰς δίκην, ἐγὼ δὲ σᾶς ἔλεγον, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι τολμηρὸν, καὶ σᾶς παρεκίνουν νὰ στέρξετε τὰ ἠπιώτερα μέτρα.

§75ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Διατί τὰ λέγετε εἰς ἡμᾶς;

§76ΖΩΧΙΟΣ. Καὶ εἰς σᾶς. Μήπως σεῖς ἔχετε γνῶσιν. (Γέλως). Θὰ μὲ συγχωρήσῃ δὲ ὁ προλαλήσας, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, τὸν ὁποῖον σέβομαι καὶ τιμῶ διὰ τὰ πολλὰ αὐτοῦ προτερήματα, καὶ τὸν ὁποῖον μέχρι ταύτης τῆς στιγμῆς ἠκολούθησα ὁ δυστυχὴς, θὰ μὲ συγχωρήσῃ νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι μὲ ἀφῆκεν εἰς τὴν μέσην. Καὶ δὲν μὲ ἐγκατέλιπε μόνον, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ ζήτημα εἰς τὴν ῥάχιν. Ἐγὼ ὅμως τὸ ὑποστηρίζω ὅπως ἐτέθη, ὅπως ἔχει, ὑποστηρίζω δηλαδὴ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ τὰ δημόσια πράγματα. Ἐπὶ τέλους δὲ σᾶς λέγω καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον καὶ προηγουμένως σᾶς εἶπον. Θέλομεν νὰ κρεμάσωμεν τὸν Δεληγεώργην· ἀλλ’ ἀφ’ οὗ τοιοῦτον ἔχομεν σκοπὸν, ἂς τραβήξωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον τὸ σχοινὶ, διότι εἶναι ἄδικον νὰ μένῃ ὁ ἄνθρωπος μετέωρος. Λέγετε δὲ νὰ προηγηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, διὰ νὰ ἔμβωμεν εἰς τάξιν· ἀλλὰ δὲν βλάπτονται καθόλου οἱ ὑπουργοὶ, ἂν παρούσης τῆς Βουλῆς καὶ συναινούσης κυβερνήσωσι διὰ πιστώσεων, ἀφ’ οὗ καὶ ἐκυβέρνησαν καὶ κατὰ πάντα πιθανὸν λόγον θὰ κυβερνήσωσι διὰ διαταγμάτων.

§77ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κ. πρόεδρε, μίαν διασάφησιν. — Ἐγένετο λόγος παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεσσήνης ὅτι ἐγὼ ἔθεσα τὸ ζήτημα, καὶ ὅτι ὅπως ἐγὼ τὸ ἔθεσα δὲν δύναται νὰ τὸ ἀκολουθήσῃ, ἀλλὰ θὰ πράξῃ ἐναντίως. Θαυμάζω πῶς ὁ κ. Κουμουνδοῦρος παρεξήγησε τοσοῦτον τὰ πράγματα· δὲν πιστεύω δὲ κἀνεὶς ἐκ τῶν παρόντων κατὰ τὴν ὥραν, καθ’ ἣν ὡμίλησα, νὰ συνέλαβε τὴν ἰδέαν ὅτι ἐγὼ ἔθεσα ζήτημα, καὶ νὰ ἠπόρησε διὰ τί ἔλαβα τὸν λόγον, καὶ νὰ ἐδίστασε περὶ τῆς σημασίας αὐτοῦ· διότι ἡ ἀναβολὴ, τὴν ὁποίαν ὡς ζήτημα ἔθεσε τὸ ὑπουργεῖον καὶ ἐπρότεινεν, μὲ ἠνάγκασε νὰ εἴπω ὅ,τι πρὸς ἀπόκρουσιν τῆς προτάσεως ταύτης ἐνόμιζον. Ἑπομένως οὐδὲν ἄλλο ἔπραξα, οὐδ’ ἠθέλησα νὰ πράξω, εἰμὴ νὰ ἀποκρούσω τὴν πρότασιν τοῦ ὑπουργείου. Ὡμίλησα δὲ κατὰ τῆς τακτικῆς, τὴν ὁποίαν τὸ ὑπουργεῖον ἠκολούθησεν εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα, καὶ ὄχι κατὰ τῆς πολιτείας τοῦ ὑπουργείου ἢ κατὰ τῆς διαγωγῆς τοῦ ὑπουργείου ἢ κατὰ τῶν ἀρχῶν τοῦ ὑπουργείου· οὔτε συνεζήτησα ἂν τὸ ὑπουργεῖον συμφέρῃ νὰ ὑπάρχῃ ἢ νὰ μὴ ὑπάρχῃ· οὔτε ἠθέλησα νὰ θέσω ζήτημα ὑπουργικὸν ἐγώ. Εἶχον τὸ δικαίωμα, ὡς ἀποκρούων τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς, νὰ ἐξετάσω τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν τὸ ὑπουργεῖον ἠκολούθησεν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος· εἶπον ἑπομένως ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἔπραξε σφάλμα, διότι ὑπέθαλψε τὰς μέχρι τοῦδε ἀναβολάς. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβω ὅσα εἶπον πρὸς ὑποστήριξιν αὐτῆς μου τῆς ἰδέας. Περὶ τούτου δὲ λαλῶν, εἶπον ὅτι τὸ ὑπουργεῖον εἶχε τὸ καθῆκον ὄχι μόνον νὰ μὴ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀναβολὴν, ἀλλὰ νὰ συντελέσῃ μάλιστα εἰς τὴν ἐπίσπευσιν καὶ εἰς τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ ζητήματος, νὰ συντελέσῃ ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ φθάσῃ εἰς μίαν ἀπόφασιν περὶ τῆς ἐξελέγξεως τῆς πολιτείας, τῆς διοικήσεως καὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς οἰκονομικῆς ὅλων τῶν ὑπουργείων ἀπὸ τοῦ 1865. Καὶ ἀφοῦ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἀπὸ τοῦ 1865 τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον σήμερον κυβερνᾷ, τρὶς ἐκυβέρνησε καὶ τρὶς ὀφείλει λόγον, ἤτοι ὀφείλει καὶ ὡς κόμμα καὶ ὡς πλειοψηφία τῆς Βουλῆς καὶ ὡς κυβέρνησις, ὀφείλει νὰ λάβῃ μέρος, νὰ ἐκφράσῃ γνώμην καὶ νὰ συντρέξῃ εἰς τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ ζητήματος. Εἶπον προσέτι ὅτι γενομένης ἐναντίον τοῦ ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύω, τῆς αἰτιάσεως ὅτι ἐποιήσατο χρῆσιν κακὴν τῶν δικαιωμάτων τῶν συνταγματικῶν τοῦ ἡγεμόνος, ἐχρεώστει καὶ ὡς κόμμα καὶ ὡς πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, καὶ ὡς κυβέρνησις νὰ ἐκφράσῃ γνώμην. Παρεξήγησιν δὲ ἔκαμαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μὲ διεδέχθησαν εἰς τὸ βῆμα, πλάσαντες ὅ,τι ἐγὼ οὐδόλως εἶπον, ἤτοι ὅτι ἐγὼ ἰσχυρίσθην ὅτι ἡ κυβέρνησις ὤφειλε νὰ παρεμβῇ εἰς τὴν συζήτησιν, διὰ νὰ ὑπερασπισθῇ τυχὸν τὴν Βασιλείαν κατηγορουμένην, τὴν Βασιλείαν προσβαλλομένην, τὴν Βασιλείαν, τὴν ὁποίαν ἄλλοι ἠθέλησαν νὰ καταστήσουν ὑπεύθυνον. Δὲν ἀπῃτεῖτο νὰ ἐργάζωμαι τοσοῦτον χρόνον εἰς τὰ πολιτικὰ, νὰ διαχειρίζωμαι, τὰ κοινὰ καὶ ὡς βουλευτὴς καὶ ὡς ὑπουργὸς διὰ νὰ γνωρίζω ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ οὐδέποτε μοὶ ἦτον ἐπιτετραμμένον νὰ κάμω λόγον. Εἶπον ὅμως καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἔχῃ γνώμην πάντοτε ὁσάκις πρόκειται περὶ τῆς καταχρήσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ Στέμματος καὶ τοῦ Κοινοβουλίου ἀκόμη, διότι ἡ κυβέρνησις ἀντιπροσωπεύει ἀμφότερα, καὶ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ τὸ Κοινοβούλιον. Λοιπὸν δὲν ἐννοῶ, κύριοι, σπουδαίαν συζήτησιν τῆς Βουλῆς, σπουδαίαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς περὶ καταχρήσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κοινοβουλίου καὶ περὶ καταχρήσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ Στέμματος, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις δὲν παρεμβαίνει καὶ δὲν ἐκφράζει τὴν γνώμην της. Ὤφειλον ἑπομένως νὰ κάμω τὴν διασάφησιν ταύτην τὴν ὁποίαν δὲν ἠξεύρω διὰ τίνα λόγον οἱ κύριοι ὑπουργοὶ δὲν ἐνόησαν. Ἀλλά, κύριε πρόεδρε, πρὶ τελειώσω χρεωστῶ νὰ κάμω τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ λόγου μου ἔκαμα, καὶ τὴν ὁποίαν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν θέλω νὰ γείνω πρόσκομμα εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ φορολογικοῦ νόμου καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἶπον ὅτι ἡ παλαιὰ αὕτη τακτικὴ ἐξέλιπεν ἀπὸ τὰ ἤθη τῶν κοινοβουλευτικῶν πολιτειῶν, εἶπον ὅτι δὲν ἔχουν τὴν σήμερον τὰ κοινοβούλια ἀνάγκην νὰ προστρέξουν εἰς αὐτὰ τὰ μέσα, διότι τὰ πολιτικὰ ἤθη ἐξευγενίσθησαν καὶ αἱ κυβερνήσεις ὑποχωροῦν πάντοτε ἐνώπιον τῆς πλειονοψηφίας, ἡ ὁποία δίδει ἐναντίον αὐτῶν εἰς οἱονδήποτε ζήτημα τὸν χαρακτῆρα τῆς ἐμπιστοσύνης. Ἐπομένως οὔτε ζήτημα ὑπουργικὸν ἔθεσα σήμερον, κύριε πρόεδρε, οὔτε ζήτημα ἠθέλησα νὰ ὑποβάλω εἰς τὸ Κοινοβούλιον· ἀπέκρουσα τὴν πρότασιν τοῦ ὑπουργείου ἀφοῦ τὴν ἐγύμνωσα μάλιστα ἀπὸ αὐτὸν τὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον ἠδυνάμην νὰ τῇ ἀποδώσω, τοῦ πολέμου κατὰ τῆς κυβερνήσεως.

§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπάρχοντος ἑτέρου ἐγγεγραμμένου, κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος. Ἠκούσατε ὅτι ὁ βουλευτὴς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς καὶ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπρότεινε τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τοῦ φορολογικοῦ καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸ πάσης ἄλλης συζητήσεως. Κατὰ τὸ ἄρθρον 29 τοῦ κανονισμοῦ, ἡ πρότασις περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ ἀπὸ 10 ἄλλους βουλευτάς. Παρακαλῶ λοιπόν, ἐὰν ὑπάρχουν δέκα βουλευταὶ ὑποστηρίζοντες τὴν μεταβολὴν, νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς δέκα). Προβαίνομεν λοιπὸν εἰς τὴν ψηφοφορίαν περὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἠκούσατε. Ἐὰν ἐπιθυμῆτε δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ....

§79ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. — Ὁρίστε δύω ψηφολέκται· (προσέρχονται ὡς τοιοῦτοι οἱ κ. κ. Λ. Πετσάλης καὶ Α. Ῥούκης).

§81Ι. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε πρόεδρε, κατηρτίσατε τὸ γραφεῖον σας; Ποῦ εἶναι οἱ γραμματεῖς;

§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ, εἶναι ὁ κ. Κοντογούρης καὶ ὁ κ. Βιρβίλης.

§83Ι. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι ὅλοι.

§84Ι. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (γραμματεύων). Δὲν ἔχετε κἀνὲν δικαίωμα, κ. Δεληγιάννη.

§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ἐπεμβαίνεται εἰς τὰ καθήκοντα τοῦ προέδρου. Ἰδοὺ εἶναι δύω ἐδῶ, ὁ κύριος Κοντογούρης καὶ ὁ κ. Βιρβίλη· ὁ κ. Νέγκας εἶναι ἀσθενὴς, ὁ κ. Στεριόπουλος δὲν εἶναι ἐδῶ. Ὁ πρόεδρος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καλέσῃ δύω ἄλλους πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ προεδρείου. Διὰ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς ψηφοφορίας ἔχετε ψηφολέκτας ἐδῶ.

§86Ι. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὁ κ. Δεληγιάννης ἔχει δίκαιον νὰ λέγῃ ὅτι ὁ κ. πρόεδρος δὲν διαχειρίζεται καλῶς τὰ καθήκοντά του.

§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε λοιπὸν, κύριοι· θὰ ψηφοφορηθῇ ἡ μεταβολὴ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἥτις συνίσταται εἰς τὸ ἑξῆς· οἱ θέλοντες νὰ προηγηθῇ πρὸ παντὸς ἄλλου ζητήματος ἡ συζήτησις τοῦ φορολογικοῦ νόμου καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους θέλουσιν εἰπεῖ ναί, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι τὴν μεταβολὴν ταύτην τῆς ἡμερησίας διατάξεως θέλουσιν εἰπεῖ ὄχι. Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου. Προσέχετε καὶ μείνατε εἰς τὰς θέσεις σας. (Γίνεται ἡ ψηφηφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον). Πρωτόκολλον ψηφοφορίας τῶν κυρίων Βουλευτῶν Ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος· Παραδέχεται ἡ Βουλὴ νὰ προηγηθῇ πρὸ παντὸς ἄλλου ζητήματος ἡ συζήτησις τοῦ φορολογικοῦ νόμου καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ναὶ ἢ ὄχι;

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Κωνστ. Θεοδώρου Ν Γ. Μίλησης Ν
Α. Μιχαλόπουλος Ἰω. Ζέρβας Ο
Σπυρ. Λογιωτατίδης Ο Δ. Βουλπιώτης Ο
Ἰω. Κυριακὸς Ν Κ. Γιολδάσης
Μ. Καΐρης Ὀρφανὸς Ο Δ. Δημητριάδης Ν
Νικόλ. Α. Μαυροκορδάτος Ν Τ. Κουτρουβέλης Ο
Νικόλ. Δ. Τσώκρης Ν Κωνστ. Λομβάρδος
Ἀνδρ. Δανόπουλος Ν Νικόλ. Ε. Λούντζης
Λεων. Βούλγαρης Διον. Κολλυβᾶς Ν
Δημ. Καλλιφρονᾶς Ο Ἰω. Νέγκας Ν
Σκαρλ. Σοῦτσος Ν Ἀνδρ. Γαΐτας ΦωσκάρδηςΝ
Ὄθων Μακρυγιάννης Ο Στέφ. Στεφανόπουλος Ν
Στυλ. Κολιάτσος Ο Ἀνδρ. Αὐγερινὸς Ν
Περικλῆς Πετράκης Ν Χρ. Στεριόπουλος
Δημ. Ῥάλλης Ν Αὐγερ. Πετραλιᾶς Ο
Ἀθ. Ἴσκος Ν Θ. Δαραλέξης Ν
Κ. Στράτος Ο Λ. Κατσίνας Ο
Δημήτρ. Γρίβας Ο Ἀναγν. Δημητρίου Ν
Γ. Γεροθανάσης Ο Δημ. Κλίμακας Ν
Χρ. Κατσικογιάννης Ο Ἀντ. Λαγκαδᾶς
Γ. Πλαπούτας Ο Γερ. Βαλλιάνος Ν
Μ. Δηλιγιάννης Ο Ἀριστομένης Βαλέττας Ο
Β. Κ. Νικολόπουλος Ν Βαρβαρίγος Πήλλικας Ο
Ἰω. Α. Δεληγιάννης Ν Εὐσ. Πεταλλᾶς Ο
Γ. Λαδόπουλος Ο Ἀθαν. Γ. Πετιμεζᾶς Ν
Ἀντ. Α. Ἀντωνόπουλος Ο Θρ. Α. Ζαΐμης Ν
Κ. Κοσσονάκος Ν Ἀργύρ. Διαμαντόπουλος
Λεων. Πετροπουλάκης Ο Ἀθαν. Π. Πετιμεζᾶς Ν
Ἰω. Γ. Ἀνδρίτσου ἀρνεῖταιΓεώργ. Κ. Παπαδαῖος Ν
Ἰω. Σαφάκας Ο Περ. Μαυρομιχάλης Ν
Ἀριστομ. Λιδωρίκης Ν Κωνστ. Φλέσσας Ο
Ν. Παπαμιχαλόπουλος Ν Σταῦρος ΟἰκονομόπουλοςΟ
Ἰω. Καπιτσίνης Ν Ἰω. Τζιώτης Ν
Γ. Καραβᾶς Κ. Εὐθυμιόπουλος Ν
Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Ν Π. Ἰατροῦ
Κωνστ. Π. Οἰκονόμου Ο Ἀλ. Πετσάλης Ν
Ἰω. Χωρεπισκοπίδης Ν Ἐπαμ. Βιρβίλης Ν
Ἰωάννης Ἀντωνιάδης Ο Δημήτρ. Σαράβας
Ν. Βασιλάκης τοῦ Ἡλιοῦ Ν Π. Λεωτσάκος Ν
Ἀθαν. Παραμυθιώτης Ο Ἰω. Μαυρομιχάλης Ν
Δημ. Λοράνδος Ν Πέτρ. Μαυρομιχάλης Ν
Ἀναστ. Δημητριάδης Ο Χ. Κανελλόπουλος Ο
Ἰω. Δεληγιάννης Ο Ἀντ. Οἰκονομόπουλος Ο
Ἰω. Ἰωάννου Ν Ἀγαμ. Χριστόπουλος Ν
Γεώργ. Κούστας Ο Πολ. Κωσταντᾶς Ν
Ἀριστ. Μεντζελόπουλος Ἀναστ. Τρύφωνας Ο
Νικόλ. Μηλλιαρέσης Ν Θεόδ. Ῥωμαῖος Ο
Μ. Ἰγγλέσης Ν Μιχ. Χαριτάτος Ο
Σπυρ. Μοντεσάντος ΜπουλελᾶςΟ Ὄθ. Πυλαρινός Ο
Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ο Διον. Δελλαπόρτας Ν
Κοσμ. Πανάρετος Ν Γ. Κάγκας Ο
Ἀναστ. Βαρβαρῆγος Ο Εὐθ. Κεχαγιᾶς Ν
Δημ. Ῥαπτάκης Ν Π. Τζαμάλας Ο
Θ. Θερμογιάννης Ν Λ. Καραλίβανος Ν
Δ. Σαῤῥηγιάννης Ν Θ. Κανακάρης Ο
Κ. Κατσικόπουλος Ν Ἀρ. Μπουκαούρης
Γ. Βακαλόπουλος Ο Ἀρ. Κοντογούρης Ν
Ν. Λεώπουλος Ο Π. Χαλικιόπουλος Ο
Ἰω. Βλασόπουλος Ν Εὐστ. Ἡλιόπουλος Ο
Λεων. Μαυρομιχάλης Ν Ν. Καράπαυλος Ν
Νικήτ. Βαρβιτσιώτης Ν Ἀθ. Μισυρλῆς Ν
Ἀναστ. Κορφιωτάκης Ο Δημ. Τριγγέτας Ν
Ἀντ. Γεωργαντᾶς Ο Γερ. Κόκκινος Ο
Γ. Λάπας Γ. Δελλαπόρτας Ο
Σπ. Βαλαωρίτης Ο Ἰω. Δεστούνης Ο
Ἄγγ. Φ. Καλκάνης Ο Ἰω. Δουλίδης Ο
Ἰωάν. Σ. Χαλκιᾶς Ν Κ. Ἐπιφανίου Ο
Ἀρ. Ῥούκης Ο Δ. Ι. Κουνουπιώτης
Ἀλ. Παπαλουκᾶς Ο Ἀνδρ. Μανοῦσος Ν
Ἰωάν. Παπαζαφειρόπουλος Ν Δημ. Χρηστίδης Ο
Χρ. Χρηστόπουλος Ο Ν. Σοῦτσος Ο
Φίλιππος Βάρβογλης Ν Κ. Πλατύς
Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος Ο Γ. Μπούμπουλης Ν
Δημ. Ζέγγελης Ο Ἰω. Ζαλλώνης Ν
Ἠλ. Φλέσσας Ο Δ. Δρόσος Ο
Βασίλ. Μπούντουνας Γρηγ. Μαυρομαρᾶς Ο
Ἀλέξ. Βάσσος Ο Γ. Γεωργακόπουλος Ν
Γ. Μαλέας Ο Θ. Ἀναστασόπουλος Ν
Σπυρ. Ζερβός Ο Σ. Σωτηρόπουλος Ν
Γερ. Ζωχιός Ο
Νικ. Παγκράτης Ν Γ. Στάϊκος Ν
Ἐπ. Δεληγεώργης Ο Ἰω. Δροσινός Ο
Σταμ. Μακρῆς Ο Σταμ. Κορυζῆς Ν
Ἀλ. Κουμουνδοῦρος Ν Δ. Γ. Βούλγαρης Ν
Σπήλ. Ἀντωνόπουλος Ο Θ. Γκίκας Ν
Π. Μποῦτος Ν Θ. Θεοδωράκης Ν
Δ. Κυριακίδης Ο Θεμ. Παπακώστας Ο
Γ. Προβελέγιος Ο Ἰω. Χατζῖσκος Ν
Μιχ. Δαμηράλης Ν Δημ. Τσιριμῶκος Ν
Ν. Χατζόπουλος Ο Κ. Δυοβουνιώτης Ο
Κ. Κρίσπης Ν
Ν. Φαρμάκης Ο Βασ. Ν. Βουδούρης Ο
Ν. Καναβός Ο Δημ. Ν. Κριεζώτης Ν
Μ. Βότσαρης Ο Γεώργ. Τ. Θωμᾶς Ο
Ν. Ἀγγελικάρας Μιλτ. Κ. Κανάρης. Ν

§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λάβετε θέσεις, κύριοι· δὲν ἀπαγγέλλω τὸ ἀποτέλεσμα πρὶν καθίσετε, διότι ἔχομεν ἐργασίαν μετὰ ταῦτα. Κύριοι, ἐψηφοφόρησαν ἐπὶ τοῦ τεθέντος ζητήματος τῆς μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως 171 Βουλευταί· 86 ἐψηφοφόρησαν ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τῆς μεταβολῆς ταύτης εἰπόντες ναὶ, 84 εἶπον ὄχι, καὶ εἷς ἠρνήθη. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ παραδέχθη τὴν προταθεῖσαν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Κατ’ αὐτὴν λοιπὸν, αὔριον.... Σᾶς παρακαλῶ νὰ καθήσετε διὰ νὰ καταρτίσω τὴν ἡμερησίαν διάταξιν συναινέσει τῆς Βουλῆς.

§89ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Δὲν εἶναι δυνατὸν, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναγνωσθῇ διὰ πρώτην φορὰν τὸ φορολογικὸν νομοσχέδιον; ἢ δὲν εἶναι καιρός;

§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν θέλετε, ἀναγινώσκεται διὰ πρώτην φοράν.

§91ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα.

§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον λοιπὸν, θὰ ᾖναι ἡ τρίτη ἀνάγνωσις τοῦ περὶ ναυτολογίας νομοσχεδίου, ἡ δευτέρα τοῦ φορολογικοῦ καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Βουλῆς, διότι δὲν ἠμπορεῖ τὸ Προεδρεῖον νὰ βαδίσῃ ἄνευ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς.

§93ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.

§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, θὰ γείνῃ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις τοῦ φορολογικοῦ νομοσχεδίου... (θόρυβος) Κύριοι, οὕτω δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ σήμερον ἡ πρώτη ἀνάγνωσις...

§95ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ τί; Ἐγὼ προτείνω νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ φορολογικὸν νομοσχέδιον σήμερον.

§96ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ· μοῦ πονεῖ τὸ δόντι.

§97ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν ἔχετε λόγον, νὰ τὸν εἴπητε· ἐγὼ προτείνω ν’ ἀναγνωσθῇ σήμερον.

§98ΖΩΧΙΟΣ. Πρώτη ἀνάγνωσις καλά· ἀλλ’ ἐὰν εἰς τὴν τρίτην ἐγὼ ψοφίσω; Ἐδῶ νομίζω, ὅτι εἶναι κἄτι σπουδαιότερον ἀπὸ τὸ προηγούμενον ζήτημα· καὶ ἐπειδὴ ἐπρόκειτο περὶ συντάγματος καὶ ἰσονομίας, ἓν κἄποιον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος λέγει, ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ Νόμου καὶ ὅτι ὅλοι συνεισφέρουσιν ἐξ ἴσου ἀναλόγως τῆς καταστάσεώς των· ἐξαιρεῖται μόνον ἡ Κέρκυρα· ἴσως καὶ ἄλλος τόπος, δὲν γνωρίζω· βεβαίως ὅμως ἐξαιρεῖται ἡ Κέρκυρα. Εἰς τὴν Κέρκυραν φορολογῆται μόνον ἓν εἶδος, ὅλα δὲ τ’ ἄλλα εἶναι ἀφορολόγητα. Νομίζω ὅτι ὀρθὸν εἶναι, ἐὰν τὸ νομίζῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ, ἡ φορολογία αὕτη νὰ ἐλαττωθῇ κατὰ τὸ ἓν εἶδος καὶ νὰ ἐπιφορτισθῇ ἡ ἐλάττωσις εἰς τὰ ἄλλα· διότι εἶναι ἄδικον μία μόνον τάξις τοῦ λαοῦ νὰ φορολογῆται, αἱ δὲ λοιπαὶ νὰ ᾖναι ἀφορολόγηται. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι εἶναι δίκαιον ὁ μὲν νὰ φορολογῆται τὸ πολὺ ἢ τὸ ὅλον, ὁ δὲ, οὐδόλως, πολὺ καλά· ἀλλὰ τοὐλάχιστον εἶναι ἄδικον...(θόρυβος). Νὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω, κ. Σωτηρόπουλε. Δὲν πταίω ἐγὼ, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ τῶν οἰκονομικῶν δὲν συνῆλθε.

§99ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλετε τὰς παρατηρήσεις σας εἰς τὴν Βουλήν.

§100ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ πληρώνῃ τὸ ἔλαιον 18 τοῖς ἑκατόν· φόρος οἰκοδομῶν δὲν ὑπάρχει, φόρος ἐπιτηδευμάτων δὲν ὑπάρχει. Ὁ τραπεζίτης, ὅστις ἔχει ἓν δύω ἑκατομμύρια, δὲν πληρόνει τίποτε· ἄλλος τις ἔχων 15 σπήτια, δὲν πληρόνει τίποτε· ὁ δικηγόρος, ὁ ἰατρὸς, ὁ ἔμπορος δὲν πληρόνουν τίποτε. Ἐὰν τὸ νομίζετε αὐτὸ ὀρθὸν, ἂς ἐξακολουθήσῃ, ἐὰν δὲν τὸ νομίζετε ὀρθὸν, ἂς τροποποιηθῇ.

§101Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Σεῖς φωνάζετε, οἱ Κερκυραῖοι.

§102ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Νὰ θέσωμεν φόρους μάλιστα.

§103ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πρέπει νὰ μελετηθῇ τὸ ζήτημα ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν· δὲν ἠμπορεῖ ἀμέσως νὰ γείνῃ.

§104ΡΩΜΑΙΟΣ. Ἔχομεν πρότασιν εἰς τὴν Βουλήν.

§105ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἔλθῃ.

§106ΖΩΧΙΟΣ. Ἡ πρότασις ἠμπορεῖ νὰ τὸ τροποποιήσῃ.

§107ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Θέλετε δηλαδὴ ν’ ἀφομοιωθῇ ὅλη ἡ Ἑπτάνησος.

§108ΖΩΧΙΟΣ. Νὰ ἀφομοιωθῇ ὁ φόρος τοῦ λαδιοῦ.

§109ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Κάμετε πρότασιν.

§110ΙΓΓΛΕΣΗΣ ΚΑΙ ΜΗΛΙΑΡΕΣΗΣ. Ἡμεῖς ἀντιτείνομεν ὅλως διόλου εἰς τὴν πρότασιν αὐτήν.

§111ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ. Νὰ γείνῃ δι’ ὅλην τὴν Ἑπτάνησον· ἄλλως, εἶμαι ἐναντίος εἰς τὴν πρότασιν.

§112ΠΕΤΑΛΛΑΣ ΚΑΙ ΠΗΛΙΚΑΣ. Ἡμεῖς τὸ ἀποκρούομεν· τὸ νομοσχέδιον νὰ μείνῃ ὡς ἔχει (θόρυβος).

§113ΜΟΝΤΕΣΑΝΤΟΣ. Νὰ μείνῃ μάλιστα...

§114ΖΩΧΙΟΣ. Τέλος πάντων, κύριοι, σᾶς παρακαλῶ μὴ βιάζεσθε ... (θόρυβος)· ὑπάρχει καὶ ἡ Λακωνία, τὸ ἠξεύρω ... (θόρυβος).

§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, τί κατάστασις εἶναι αὐτή; Καθήσατε, δὲν εἶναι συζήτησις αὐτή.

§116ΖΩΧΙΟΣ. Ἐὰν δὲν θέλετε νὰ μᾶς ἐξισώσητε μαζῆ σας, τοὐλάχιστον νὰ μὴ ἤμεθα κατώτεροι ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους .... (θόρυβος).

§117ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Κύριε Ζωχιὲ, ἐξηγηθῆτε καλλίτερα νὰ ἐννοήσωμεν τί ζητεῖτε.

§118ΖΩΧΙΟΣ. Μελετήσατέ το, κ. ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ αὔριον τὸ φέρετε.

§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε λοιπὸν, κύριοι· προβαίνομεν εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ φορολογικοῦ νόμου. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν δι’ ἀναστάσεως ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον τοῦ φορολογικοῦ νόμου.

§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον, κύριοι, θέλομεν ἔχει τὸ περὶ ναυτολογίας, τὸ φορολογικὸν, τὸ περὶ παρατάσεως τοῦ χρόνου πρὸς δήλωσιν τῶν ζώων καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 6 Μ. Μ).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 20
2Τῆς 13 Μαρτίου 1874.
3(Τετάρτη).
4Ὥρα 1½ μ. μ.
5Ἐκφωνηθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βου-
6λῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς
7προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὶν μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν,
9κύριοι,....
10§2ΖΩΧΙΟΣ ΚΑΙ ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔ-
11χομεν τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
12§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. — Ὀφείλομεν ν’ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ τῆς παραιτήσε-
13ως τοῦ βουλευτοῦ Ζακύνθου κ. Λομβάρδου, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν, ὡς
14εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, τὴν 18 Φεβρουαρίου. Νομίζω,
15ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τούτου.
16§4ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει λόγος, διὰ νὰ γείνῃ δεκτή.
17§5Γ. ΦΩΣΚΑΡΔΗΣ. Δύω λέξεις, κύριε πρόεδρε.
18§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
19§7Γ. ΦΩΣΚΑΡΔΗΣ. Ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ τοὺς λόγους, διὰ
20τοὺς ὁποίους παρῃτήθη ὁ κ. Λομβάρδος.
21§8ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἀκούομεν, ἀπὸ τοῦ βήματος.
22§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριοι· καθήσατε.
23§10Γ. ΦΩΣΚΑΡΔΗΣ (ἀναβαίνει τὸ βῆμα). Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι
24βουλευταὶ, διὰ ποίους λόγους ὁ κ. Λομβάρδος ἐνόμισεν, ὅτι
25πρέπει νά ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του. Τοὺς λόγους αὐτοὺς
26τοὺς ἀνέπτυξεν, ὅπως ἠκούσατε. Αὐτὸς ἐξέλαβε τὴν περὶ ἀπο-
27κρούσεως πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως ὡς δεσμεύουσαν τὴν ἐλευ-
28θερίαν τοῦ λόγου, ὡς προτιθεμένην νὰ καταδικάσῃ εἰς σιγὴν τὸ
29βῆμα τῆς Βουλῆς καὶ ὡς ἐπεμβαίνουσαν εἰς τὴν διάνοιαν. Ἡμεῖς,
30καὶ ὅλη ἡ Βουλὴ φρονεῖ, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη δὲν ὑπηγορεύθη
31ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς λόγους. Ἑπομένως προτείνω, ὅπως ἡ Βουλὴ
32μὴ παραδεχθῇ τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Λομβάρδου, καθόσον δὲν
33ὑφίστανται οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους παρῃτήθη.
34§11ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
35§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν παραίτησιν τοῦ κ.
36Λομβάρδου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται σχεδὸν
37πάντες). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Λομ-
38βάρδου, ὁ ὁποῖος θέλει προσκληθῆ ἀμέσως.
39§13ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὑπο-
40βάλλω νομοσχέδιον μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως περὶ βαθμολο-
41γίας τῶν ἐπιθεωρητῶν τῶν δασῶν. (Ἀναγινώσκονται).
42«ΕΚΘΕΣΙΣ
43Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ βαθμολογίας τῶν ἐπιθεωρητῶν
44τῶν δασῶν.
45Πρὸς τὴν Βουλήν.
46Κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ἀπὸ 15|27 Ἀπριλίου 1843 Νόμου
47περὶ σχηματισμοῦ καὶ διαιρέσεως τῶν δασονομείων τοῦ Κράτους,
48ὁ μισθὸς τῶν ἐπιθεωρητῶν τῶν δασῶν ὁρίζεται εἰς δραχ. 280
49κατὰ μῆνα. Διὰ τοῦ νόμου δὲ ΦΛϚʹ. τοῦ 1869 περὶ αὐξήσεως
50τῆς μισθοδοσίας τῶν δημοσίων λειτουργῶν ὁ μισθὸς τῶν ἐπι-
51θεωρητῶν τῶν δασῶν ηὐξήθη εἰς δραχ. 320.
52Κατὰ τὴν κρίσιν μου, μεταξὺ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιθεωρη-
53τῶν καὶ τῶν τῶν δασῶν δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ὑπάρχῃ διάκρισίς
54τις ὡς πρὸς τὸν βαθμὸν καὶ τὸν μισθόν.
55Ἐκτὸς τούτου, ἐπειδὴ οἱ εἰρημένοι ἐπιθεωρηταὶ τῶν δασῶν
56ἀναγκαίως πρέπει νὰ ἔχωσιν ἐπιστημονικὴν τοῦ κλάδου των
57μάθησιν, στάδιον δὲ προαγωγῆς ἀνώτερον τῆς θέσεως ταύτης δὲν
58ἔχουν, διὰ ταῦτα ἐνόμισα δίκαιον νὰ ἐξομοιωθῶσιν ὅ τε βαθμὸς
59καὶ μισθὸς τῶν Δασονομικῶν Ἐπιθεωρητῶν μὲ τοὺς τῶν Οἰκο-
60νομικῶν.
61Ἐπὶ τούτῳ ὑποβάλλω εἰς τὴν συζήτησιν καὶ παραδοχὴν τῆς
62Βουλῆς τὸ συνημμένον Νομοσχέδιον.
63Ἐν Ἀθήναις, 8 Μαρτίου 1874.
64Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ βουλευτὴς
65Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς
66Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ.
67ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ
68Περὶ βαθμολογίας καὶ μισθοδοσίας τῶν Ἐπιθεωρητῶν
69τῶν δασῶν.
70Ἄρθρον μόνον.
71Οἱ Ἐπιθεωρηταὶ τῶν δασῶν ἔχουσι βαθμὸν καὶ μισθὸν Τμη-
72ματάρχου Αʹ. ἢ Βʹ. τάξεως.
73Ἀθῆναι, 8 Μαρτίου 1874.
74Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
75Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ.»
76Κύριοι, ὡς γνωστὸν, ὁ ἐφετεινὸς χειμὼν ἔκοψε τὴν συγκοι-
77νωνίαν εἰς πολλὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, καὶ ἕνεκα τούτου
78καθυστέρησεν ἡ δήλωσις τῶν ζώων, καὶ καθ’ ἃς ἔχω πληροφο-
79ρίας εἶναι ἀδύνατον νὰ συμπληρωθῇ ἐντὸς τῆς προθεσμίας, ἥτις
80λήγει τὴν 23ην Μαρτίου· ἑπομένως ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ
81παρατάσεως τῆς προθεσμίας μέχρι τῆς 20ης Ἀπριλίου, κατὰ
82συνέπειαν καὶ τῆς ἀπαριθμήσεως τῶν ζώων μέχρι τῆς 20 Ἰου-
83νίου, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν κατεπειγόντως νὰ ψηφίσῃ τὸ
84νομοσχέδιον αὐτὸ, διὰ νὰ κοινοποιηθῇ ἐγκαίρως ἡ παράτασις,
85πρὶν λήξῃ ἡ προθεσμία τῆς 23ης Μαρτίου. (Ἀναγινώσκονται).
86«Πρὸς τὴν Βουλήν.
87Ὁ ἐφετεινὸς βαρὺς καὶ παγερὸς ἐπικρατήσας χειμὼν, ὡς γνω-
88στὸν τοῖς πᾶσιν, ἐπέφερε μεγάλην καταστροφὴν εἰς τὰ ζῶα,
89διέκοψε τὴν συγκοινωνίαν καὶ κατέστησε πλεῖστα μέρη ἀδιά-
90βατα. Ἕνεκα δὲ τῆς ἐκτάκτου ταύτης καταστάσεως προβλέπω
91ὅτι ἡ δήλωσις τῶν ζώων δὲν δύναται νὰ ἐνεργηθῇ ἐμπροθέσμως
92ἐκ μέρους τῶν κτηνοτρόφων, καὶ θεωρῶ ἀναγκαιοτάτην τὴν πα-
93ράτασιν τοῦ χρόνου τῆς δηλώσεως, καθὼς καὶ τῆς ἀπαριθμή-
94σεως.
95Ἐπὶ τούτῳ εἰσάγω νομοσχέδιον, δι’ οὗ παρατείνεται ὁ χρό-
96νος τῆς μὲν δηλώσεως διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος μέχρι τῆς 20 τοῦ
97μηνὸς Ἀπριλίου, τῆς δὲ ἀπαριθμήσεως μέχρι τῆς 20 Ἰουνίου,
98καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ
99τάχιστα ὡς κατεπεῖγον.
100Ἐν Ἀθήναις, 10 Μαρτίου 1874.
101Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
102Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ.
103ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ
104Περὶ παρατάσεως τοῦ χρόνου τῆς τε δηλώσεως καὶ ἀπα-
105ριθμήσεως τῶν ζώων τρέχοντος ἔτους.
106Ἄρθρον μοναδικόν.
107Ὁ χρόνος τῆς δηλώσεως τῶν ζώων διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος
1081874 παρατείνεται μέχρι τῆς 20 τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου, τῆς
109δὲ ἀπαριθμήσεως μέχρι τῆς 20 τοῦ μηνὸς Ἰουνίου.
110Ἐν Ἀθήναις, τὴν 10 Μαρτίου 1874.
111Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
112καὶ βουλευτὴς Ἐπιδ. Λιμηρᾶς
113Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ.»
114§14ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἡ Βουλὴ γινώ-
115σκει ὅτι παρ’ ἡμῖν ἰσχύει ὁ ἐμπορικὸς νόμος τῆς Γαλλίας ἀπὸ
116πολλοῦ χρόνου. Ὁ νόμος οὗτος ἐνομοθετήθη εἰς τὰς ἀρχὰς
117τῆς παρούσης ἑκατονταετηρίδος.
118Ἡ Γαλλία εἶδε τὰ ἀτοπήματα τοῦ Νόμου τούτου, καὶ ἄν-
119δρες μεγάλοι καὶ ἀντριβεῖς περὶ τὰ νομικὰ ἐμελέτησαν τὸ περὶ
120πτωχεύσεως τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου, καὶ ἐνησχολήθησαν ἐμβριθῶς
121ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ τέλους κατὰ τὸ 1838 μετεῤῥύθμισαν τὸ
122περὶ πτωχεύσεως βιβλίον τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον παρ’
123ἡμῖν ἐξακολουθεῖ νὰ ἰσχύῃ· παρ’ ἡμῖν ἔμειναν τὰ ἐλαττώ-
124ματα αὐτοῦ. Τὸ Βέλγιον ἅμα εἶδε τὴν Γαλλίαν, ὅτι μετέ-
125βαλε τὸ περὶ πτωχεύσεως, ἔσπευσε κατὰ τὸ 1852 καὶ υἱοθέ-
126τησε τὸν νόμον αὐτὸν, τὸν περὶ πτωχεύσεως. Ἐσχάτως
127ἡ Ἰταλία ἔλαβε ὑπ’ ὄψιν της τὸν γαλλικὸν καὶ βελγικὸν
128νόμον καὶ ἔκαμε τροποποιήσεις τινὰς καὶ ἀπετέλεσεν ἔργον
129τέλειον. Παρ’ ἡμῖν ἀπὸ πολλοῦ χρόνου παρέστησεν ἡ ἐπιστή-
130μη καὶ τὰ δικαστήρια τὸν ψευδῆ κύκλον, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρί-
131σκεται τὸ περὶ πτωχεύσεως τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου. Τέλος ὁ ἐν-
132τριβὴς περὶ τὸ ἐμπορικὸν δίκαιον σεβάσμιος καθηγητὴς κ.
133Ῥάλλης ἐπεξεργάσθη τὰ περὶ πτωχεύσεως καὶ συνεβουλεύθη τὸν
134νέον περὶ τούτου γαλλικὸν νόμον καὶ ἀπετέλεσεν ἴδιον ἔργον.
135Τὸ ἔργον του ὑπεβλήθη εἰς τὴν συστᾶσαν ἐπιτροπὴν, συγκειμέ-
136νην ἀπὸ τοὺς νομομαθεστέρους καθηγητὰς, τὸν κ. Καλιγᾶ, τὸν
137Φορέστην, Παπαρηγόπουλον κλπ. ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν. Κατηρτί-
138σθη λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν της ἡ ἐπι-
139τροπὴ τὸν γαλλικὸν νόμον, τὸν βελγικὸν καὶ τὸν ἰταλικὸν, ὁ ὁ-
140ποῖος εἶναι ἐντελέστερος, διότι περιέχει ὅ,τι ἡ ἐπιστήμη παρή-
141γαγεν ἄχρι τοῦδε. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατηρτίσθη ἀπὸ
142πολλοῦ. Ἐνόμισα ὅτι ἐκπληρῶ καθῆκον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν
143Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον, ἄνδρες πε-
144παιδευμένοι ἐπεξεργάσθησαν, ἀλλ’ ὅμως ἔμενεν εἰς τὰ ἀρχεῖα
145τοῦ ὑπουργείου. Δὲν ἔχω νὰ εἴπω ἄλλο τι περὶ τῆς ἀνάγκης
146ταύτης, εἰμὴ μόνον, ὅτι ὅσοι ἔλαβον τὸ ἀτύχημα νὰ ἦναι ὡς δα-
147νεισταὶ ἐπὶ πτωχεύσεων γνωρίζουσιν τὴν ἀνάγκην. Πολλοὶ ὀ-
148φειλέται ἔμποροι καταφεύγουν εἰς τὴν πτώχευσιν διὰ νὰ γείνουν
149πλούσιοι, οἱ δὲ πλούσιοι δανεισταὶ ἐξέρχονται πένητες ἕνεκα τῶν
150πτωχεύσεων. Διὰ τί; διότι εἰς τοῦτο συντελοῦν αἱ διατάξεις
151τοῦ περὶ πτωχεύσεως τοῦ Ἐμπορικοῦ νόμου. Ἴσως οὐδεμία ἀ-
152ποπερατώθη πτώχευσις. Νομίζω, ὅτι τὸ ἀντικείμενον τοῦτο εἶ-
153ναι ἄξιον τῆς Βουλῆς νὰ τὸ λάβῃ ὑπὸ ἐμβριθῆ σκέψιν, καθόσον ἀ-
154ποδεχομένη αὐτὸ θὰ καταστείλῃ τὰς καταχρήσεις καὶ ἑδραιώσῃ
155τὴν ἐμπορικὴν πίστιν εἰς τὸν τόπον, ἧς μεγίστην ἔχομεν ἀ-
156νάγκην. (Ἀνεγνώσθη).
157§15Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τί ἔγεινεν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Κον-
158τόσταυλος ἔφερε;
159§16ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ προκάτοχός μου ὑπουργὸς εἶχεν ὑπο-
160βάλει τὸ παρὸν νομοσχέδιον περὶ προσθήκης ἐδαφίου τινὸς
161εἰς τὸ ἄρθρον 596 τῆς Πολ. Δικονομίας. Καθόσον δικάζεταί
162τις διατρίβων εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ἐκδίδεται ἡ ἀπόφασις κατ’
163αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐκτελεσθῇ κατόπιν ἡ κατ’ αὐτοῦ
164ἀπόφασις, ἐρήμην ἐκδοθεῖσα. Νομίζω, ὅτι θεραπεύεται μία ἀ-
165νάγκη διὰ τῆς προσθήκης τῆς ἐν λόγῳ διατάξεως καὶ θερα-
166πεύονται τὰ συμβαίνοντα ἀτοπήματα.
167§17ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, κύριοι
168Βουλευταὶ, εἰργάσθη ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ
169ὑποβάλλει τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐργασιῶν της δι’ ἐμοῦ τοῦ εἰ-
170σηγητοῦ.
171§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
172Ἔχει ὡς ἑξῆς·
173Πρὸς τὴν Βουλήν.
174Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπὴ ἐπιληφθεῖσα τῶν ἔργων
175αὐτῆς, ἐθεώρησε κατὰ πλειοψηφίαν κατάλληλον νὰ διαιρέσῃ τὴν
176ἔκθεσίν της εἰς δύω μέρη, ἤτοι τὸ πρῶτον διὰ τὰ ἔσοδα, τὸ
177δεύτερον διὰ τὰ ἔξοδα.
178Περαιώσασα τὴν ἐπὶ τῶν ἐσόδων ἐξέτασιν, λαμβάνει τὴν τι-
179μὴν νὰ θέσῃ ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς τὰς ἑξῆς ἐπ’ αὐτῶν πα-
180ρατηρήσεις.
181Παραδεχομένη κατὰ τὰ λοιπὰ μέρη τὸν προϋπολογισμὸν τῶν
182ἐσόδων, προτείνει τὰς ἑξῆς μεταβολάς·
183Ἐπὶ τοῦ Κεφ. Γʹ. ἄρθρ. 1.
184Νομισματοκοπεῖον.
185Ἐκτελουμένης ἤδη, καθ’ ἃς ἔλαβε πληροφορίας, τῆς συμβά-
186σεως μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἐργολάβου τῆς ἐκτυπώ-
187σεως τῶν ἀργυρῶν κερμάτων κατὰ τὸν Νόμον τοῦ 1867, δέον
188νὰ προστεθῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὑπὸ τὸ ἄρθρον τοῦτο ἡ
189κατὰ τὴν σύμβασιν ταύτην ὡρισμένη ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ὠφέ-
190λεια συμποσουμένη μὲν εἰς φράγ. 200,000, περιοριζομένη δὲ
191μόνον εἰς φράγ. 110,000 ἤτοι δραχμὰς 120,000, τῆς διαφο-
192ρᾶς μενούσης πρὸς ὄφελος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἥτις κατὰ με-
193ταγενεστέραν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως σύμβασιν ἀνεδέχθη ν’ ἀν-
194ταλλάξῃ διὰ τοῦ μεταλλικοῦ αὐτῆς τὰ ἐκτυπούμενα κέρματα,
195διευκολύνουσα τοιουτοτρόπως καὶ τὴν πραγματοποίησιν τῆς κυ-
196κλοφορίας.
197Ἐπὶ τοῦ Κεφ. Δʹ. ἄρθρ. 1.
198Μεταλλεῖα καὶ ὀρυκτά.
199Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς σημειουμένης ὑπὸ τὸ ἄρθρον τοῦτο προ-
200σόδου τοῦ δημοσίου ἐκ τοῦ παραγομένου ἐκ τῶν μεταλλουρ-
201γείων Λαυρίου μολύβδου ἔχουσα ἀμφιβολίας, ἐθεώρησε κατάλ-
202ληλον νὰ ἀκούσῃ ἕνα ἐκ τῶν δημοσίων παρὰ τῇ ἑταιρίᾳ συμ-
203βούλων καὶ τὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν μεταλλείων. Ὁ πρῶτος ἐξ
204αὐτῶν κατὰ τὴν ἰδίαν αὑτοῦ γνώμην παρετήρησεν, ὅτι δὲν
205πιστεύει κατὰ τὸ τρέχον ἔτος νὰ δυνηθῇ ἡ ἑταιρία νὰ παραγά-
206γῃ πλέον τῶν 7,000 τόνων, διότι πρὸ τοῦ προσεχοῦς ἔτους δὲν
207θὰ ᾖναι δυνατὴ ἡ τοποθέτησις τῶν μηχανικῶν πλυντηρίων, ἡ
208δὲ καμίνευσις θὰ περιορισθῇ κατ’ ἀνάγκην εἰς ὀλίγας μόνον ἐκ-
209βολάδας. Ἡ ἀξία δὲ τοῦ τόνου ὑπολογίζεται μόνον μέχρις 700
210δραχμῶν, τὰ δὲ ἔξοδα ηὔξησαν ὡς ἐκ τοῦ δυστήκτου τῶν ἐκ-
211βολάδων, αὗται ὅμως ἀποφέρουσιν αὔξησιν τοῦ ποσοστοῦ τοῦ
212περιεχομένου ἀργύρου καὶ ἑπομένως εἰς τὴν τιμὴν τοῦ τόνου.
213Ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν τούτων ἑπομένως στηριζομένη ἡ
214Ἐπιτροπὴ, φρονεῖ, ὅτι ἡ διὰ τὸ 1874 σημειουμένη ἐν τῷ
215προϋπολογισμῷ ὑπὸ τὸ εἰρημένον ἐδάφιον πρόσοδος τοῦ δημο-
216σίου πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς δραχ. 1,300,000 μόνον, ἀντὶ
217τῶν 2,000,000.
218Ἐπὶ τοῦ Κεφ. Βʹ. ἄρθρ. 3.
219Διάφορα δικαιώματα.
220Ἡ Ἐπιτροπὴ συνιστᾷ εἰς τὴν Κυβέρνησιν μέριμναν ὡς πρὸς
221τὴν προξενικὴν διατίμησιν, ἥτις εἶναι δεκτικὴ πολλῶν βελτιώ-
222σεων, χάριν τῆς ἰσότητος τῶν βαρῶν καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ
223δημοσίου.
224Ἐπὶ τοῦ Κεφ. Γʹ. ἄρθρ. 2.
225Ταχυδρομεῖον.
226Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκφράζει τὴν εὐχὴν ὅπως ἡ Κυβέρνησις λάβῃ
227ὑπ’ ὄψιν καὶ σκεφθῇ ἐπισταμένως ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τῆς
228ἐφαρμογῆς τοῦ γραμματοσήμου παρ’ ἡμῖν, ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ
229νὰ ἐξευρεθῶσιν αἱ ἀπαιτούμεναι βελτιώσεις, διότι εἶναι βέβαιον
230ὅτι παντοῦ, ὅπου γίνεται ἐφαρμογὴ γραμματοσήμου, ἡ πρόσοδος
231τοῦ εἰσοδήματος τούτου εἶναι καταφανὴς, ἐν ᾧ παρ’ ἡμῖν δὲν
232ἀνταποκρίνεται αὕτη κατὰ σχετικὸν λόγον.
233Ἐπὶ τοῦ Κεφ. Ηʹ. ἄρθρ. 1.
234Ἡ Ἐπιτροπὴ εὑρίσκει ἐξωγκωμένον τὸ ποσὸν τοῦ ἑνὸς ἑκατομ-
235μυρίου, ἀφοῦ τῷ 1873 εἰσεπράχθησαν 693,000, καὶ τὸ περιο-
236ρίζει εἰς 700,000.
237Μετὰ τὰς προτεινομένας μεταβολὰς, τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους
238ὑπολογίζει εἰς δραχμὰς 39,420,000 ἀντὶ τῶν εἰς δραχμὰς
23940,000,000, καὶ τὴν παραδοχὴν αὐτῶν συνιστᾷ εἰς τὴν Βουλὴν,
240ἐπιφυλασσομένη νὰ ὑποβάλῃ λίαν προσεχῶς καὶ τὴν περὶ τῶν
241ἐξόδων τοῦ Κράτους ἔκθεσίν της.
242Ἐν Ἀθήναις, τῇ 13 Μαρτίου 1874.
243Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους Ἐπιτροπὴ
244τῆς Βουλῆς.
245Ὁ πρόεδρος
246Γ. ΖΩΧΙΟΣ.
247Ὁ εἰσηγητὴς
248Γ. Μπούμπουλης.
249Τὰ μέλη
250Θ. Δαραλέξης, Κ. Κατσικόπουλος, Εὐθ. Κεχαγιᾶς, Ν-
251Σοῦτσος, Ν. Βασιλάκης, Ν. Ε. Λούντζης, Πέτρος Α. Μαυρο-
252μιχάλης, Σ. Σωτηρόπουλος, Σ. Χ. Στεφανόπουλος, Ν. Μαυρο-
253κορδάτος.
254§19ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόε-
255δρον τῆς Βουλῆς νὰ συστήσῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύ-
256νης τὴν γνωμοδότησιν περὶ αὐξήσεως τῶν ἀρεοπαγιτῶν, διότι
257ὁ Ἄρειος Πάγος εὑρίσκεται, καθὼς γνωρίζει καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς
258τῆς Δικαιοσύνης, εἰς πλήρη παραλυσίαν. Πολλοὶ τῶν συνα-
259δέλφων γνωρίζουσι τὴν κατάστασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι
2604,000 ἐκκρεμεῖς δίκαι εὑρίσκονται εἰς τὸ πινάκιον. Διὰ τοῦτο
261παρακαλῶ δι’ ὑμῶν, κ. Πρόεδρε, τὸ νὰ ἐπισπευσθῇ τὸ νομο-
262σχέδιον, τὸ ὁποῖον ὁ προκάτοχος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης
263ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν.
264§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, κ. Μαυρομιχάλη, ἐ-
265κάλεσεν ὅλας τὰς ἐπιτροπὰς νὰ ἐργασθῶσι· δυστυχῶς μετὰ
266λύπης ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδεμία σχεδὸν ἐπιτροπὴ
267εἰργάσθη, καὶ ἀπόδειξις ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν οὔτε
268συνῆλθεν, οὔτε ἔπραξέ τι περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς
269γῆς· ὥστε δὲν ἐξαρτᾶται παρ’ ἐμοῦ οὐδέν· ἕκαστος ὀφείλει νὰ
270ἔχῃ συνείδησιν τῶν πράξεών του.
271§21ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, ὄχι ἐπὶ τῆς ἡμε-
272ρησίας διατάξεως, ἀλλ’ ἐπὶ μιᾶς προτάσεως ἀνεξαρτήτου.
273§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε.
274§23ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ (ἐκ τοῦ βήματος). Ὁ κ. Μαυρομιχάλης
275ἐσύστησε τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, διὰ
276τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαστῶν παρὰ
277τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ. Τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριοι, ἦλθε καὶ κατὰ τὸ
2781872, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμός. Ἐγὼ ὡς
279μέλος τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς δὲν ἤμην ἐναν-
280τίος, ὑπεστήριξα τὴν αὔξησιν τῶν δικαστῶν παρὰ τῷ Ἀρείῳ
281Πάγῳ, διότι ἐγνώριζον ἐκ τῆς ἰδίας μου πείρας καὶ ὡς δικηγόρος
282καὶ ὡς διάδικος, ἔχων ὑποθέσεις εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, με-
283νούσας ἐπὶ δύω καὶ τρία ἔτη ἐκκρεμεῖς, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν Ἀρει-
284οπαγιτῶν ἦτο καὶ εἶναι ἐπαισθητὴ. Καθίσταται ἑπομένως καὶ
285ἤδη ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ἐπιψηφισθῇ ὁ νόμος αὐτός.
286Ἀλλὰ πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου τούτου, φρονῶ, ὅτι
287πρέπει νὰ προηγηθῇ εἷς ἄλλος νόμος, ὁ ὁποῖος εἶναι πολὺ ἀ-
288ναγκαῖος καὶ ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ ἦτον ἐψηφισμένος πρὸ πολ-
289λῶν ἐτῶν, ὡς ἐπιβαλλόμενος καὶ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος.
290Ἐσκεπτόμην τὴν ἰδέαν μου αὐτὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν
291εἰς μεταγενεστέραν συνεδρίασιν, ἀλλὰ προεκλήθην εἰς τοῦτο
292ἤδη ἐκ τῆς προτάσεως τοῦ συναδέλφου κυρίου Μαυρομιχάλη. Τὸ
29388 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ὁρίζει τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἄρχεται ἡ
294ἰσοβιότης τῶν Ἀρειοπαγιτῶν καὶ Ἐφετῶν καὶ τῶν μελῶν τοῦ
295Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου τῶν ἐχόντων ψῆφον. Καὶ ἐννοεῖτε βε-
296βαίως τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἡ Συνέλευσις ἠθέλησε νὰ καταστήσῃ
297ἰσοβίους τοὺς ὑπαλλήλους τούτους· ἠθέλησε νὰ τοὺς ἀπαλλά-
298ξῃ ἀπὸ πᾶσαν ἐπήρειαν, ἀλλὰ δὲν ἐξαρκεῖ τοῦτο μόνον. Ἠθέλη-
299σεν ἡ Συνέλευσις τὰς θέσεις αὐτὰς τὰς ἰσοβίους, τὰς πολὺ σπου-
300δαίας, αἵτινες ἐξασκοῦν μεγάλην ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς κοινωνίας,
301κἄπως νὰ τὰς ἐξασφαλίσῃ, ἵνα τὰς κατέχουν πρόσωπα ἱκανὰ,
302κατάλληλα, ἔχοντα ἰδιαίτερα προσόντα, καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι,
303εἰς τὸ ἑπόμενον ἄρθρον, εἰς τὸ ἄρθρον 89 λέγει «Τὰ προσόντα
304τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, καὶ τῶν ψῆφον ἐχόντων μελῶν
305τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου θέλουσιν ὁρισθῆ δι’ εἰδικοῦ Νόμου
306ἐντὸς τριετίας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος Συντάγμα-
307τος.» Ἀλλ’ ὅπως ἠξεύρετε, ἀφ’ ὅτου ἐψηφίσθη καὶ ἐδημοσιεύθη
308τὸ Σύνταγμα, παρῆλθον πολλὰ ἔτη καὶ ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἐψη-
309φίσθη τέλος πάντων. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω διὰ τίνα λόγον δὲν
310εἰσήχθη καὶ δὲν ἐψηφίσθη· αὐτὸ ἐναπόκειται εἰς ἄλλους νὰ τὸ
311ἐξετάσωσιν, ἐγὼ μόνον λέγω ὅτι ἡ θέλησις τῆς Ἐθνοσυνελεύ-
312σεως ὄχι μόνον δὲν ἐξεπληρώθη, ἀλλὰ καὶ παρεβιάσθη.
313Ἐπέστη ἡ ὥρα, καθ’ ἣν ἔμελλε νὰ γείνουν ἰσόβιοι οἱ ἀνωτέρω
314ὑπάλληλοι, καὶ ὁ νόμος περὶ προσόντων δὲν ἦτον ἐψηφισμένος·
315ἑπομένως ἦσαν εἰς θέσιν οἱ ἁρμόδιοι ὑπουργοὶ νὰ ἀφήσουν ὅσους
316ἤθελαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ ἔχουν ὑπ’ ὄ-
317ψιν τὴν θέλησιν τοῦ ἔθνους. Ἐπέστη ἀκολούθως καὶ ὁ χρόνος
318τῆς ἰσοβιότητος τῶν Πρωτοδικῶν, ἡ δὲ Κυβέρνησις, θέλουσα νὰ
319μάθῃ τὴν ἱκανότητα αὐτῶν, ἐσύστησεν ἐπιτροπὰς καὶ προσεπά-
320θησε νὰ εὕρῃ ποῖοι ἐκ τούτων ἔπρεπε νὰ μείνωσιν εἰς τὴν ὑπη-
321ρεσίαν, καὶ ποῖοι ν’ ἀντικατασταθῶσι δι’ ἄλλων καταλλήλων
322προσώπων. Κατὰ πόσον ὅμως ἐπέτυχεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη
323εἶσθε ἁρμόδιοι νὰ τὸ ἐκτιμήσητε. Ἀφ’ ὅτου ἤρχισε, κύριοι, ἡ
324ἰσοβιότης, πολλοὶ διορισμοὶ καὶ προβιβασμοὶ ἐγένοντο καὶ πολ-
325λοὶ δικασταὶ, δὲν ἠξεύρω διατί, ἐγκατέλειψαν τὰς θέσεις των·
326φρονῶ ὅμως ὅτι τοῦτο ἐγένετο, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ συνερ-
327γασθῶσι μετὰ τῶν νεοδιορισθέντων, στερουμένων τῶν ἀπαιτου-
328μένων προσόντων ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως νόμου περὶ προσόντων.
329Καὶ μὴ νομίζετε, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι σπουδαῖον· ἐὰν ὑπῆρχε
330νόμος τοιοῦτος, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐλάμβανεν αὐτὸν ὑπ’ ὄψιν
331κατὰ τὸν καταρτισμὸν τῶν δικαστηρίων, δὲν ἤθελον εὑρίσκε-
332σθαι εἰς ἣν σήμερον εὑρίσκονται κατάστασιν αὐτά. Φρονῶ ἑπο-
333μένως, ὅτι δύναμαι ἤδη νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑπο-
334βάλῃ συντόμως νόμον περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων, ἄλλως
335τε δικαιοῦμαι νὰ ὑποβάλω πρότασιν νόμου εἰς τὴν Βουλὴν, τὴν
336ὁποίαν θεωρῶ λίαν σπουδαίαν. Ἡ πρότασίς μου εἶναι, νὰ μὴ
337δύνανται ἀπὸ σήμερον καὶ ἐφεξῆς νὰ διορίζωνται ἢ νὰ προβιβά-
338ζωνται δικασταὶ ἰσόβιοι, πρὶν ψηφισθῇ νόμος περὶ προσόντων
339τῶν ὑπαλλήλων.
340§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται ἡ συζήτησίς της.
341§25ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ λοιπὸν, κύριοι, εἶναι ἡ πρότασις,
342τὴν ὁποίαν φέρω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ παρακαλῶ αὐτὴν νὰ τὴν
343ἐξετάσῃ.
344§26ΤΙΝΕΣ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως.
345Κατατίθεται ἡ πρότασις, ἔχουσα ὡς ἑξῆς.
346«Ἄρθρον 1.
347Οὐδεὶς διορίζεται ἢ προβιβάζεται Πρωτοδίκης, Ἐφέτης ἢ
348Ἀρειοπαγίτης πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως καὶ κυρώσεως εἰδικοῦ περὶ
349προσόντων τῶν ὑπαλλήλων τούτων νόμου.
350Ἄρθρον 2.
351Ὁ παραβάτης τοῦ παρόντος νόμου τιμωρεῖται μὲ πεντάμηνον
352φυλάκισιν καὶ μὲ πενταετῆ στέρησιν τῶν πολιτικῶν αὐτοῦ δι-
353καιωμάτων.
354Ἐν Ἀθήναις, τὴν 12 Μαρτίου 1874.
355Ὁ ἐκ Κυνουρίας Βουλευτὴς
356Κ. ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ.»
357§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἔχομεν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ Νομο-
358σχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· (ἀνε-
359γνώσθη καὶ ἐγένετο παραδεκτὸν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, κατ’
360ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ Νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως
361τῆς προθεσμίας τῆς δηλώσεως τῶν ζώων κλπ. μέχρι τῆς 20
362Ἀπριλίου ὡς καὶ περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῆς ἀπα-
363ριθμήσεως τῶν ζώων κλπ.). Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
364ἔχει τὸν λόγον.
365§28ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὸ
366πρῶτον γνώρισμα, κύριοι συνάδελφοι, συνταγματικῆς τινος κυ-
367βερνήσεως εἶναι ἀναντιῤῥήτως τὸ κατὰ Σύνταγμα πολιτεύεσθαι
368καὶ κυβερνᾷν· εἷς δὲ τῶν κυριωδεστέρων καὶ οὐσιωδεστέρων ὅ-
369ρων τοῦ Συντάγματος εἶναι τὸ εἰσπράττειν καὶ δαπανᾷν τῇ ἀ-
370δείᾳ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Διατρέχομεν ἤδη τὸν τρίτον
371μῆνα τοῦ νέου ἔτους καὶ τὸν δεύτερον μῆνα ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως
372τῆς παρούσης βουλευτικῆς συνόδου, καὶ ἐν τοσούτῳ οὔτε προϋ-
373πολογισμὸν ἔχομεν, οὔτε φορολογικὸν νόμον.
374§29ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
375§30ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ θεραπεύσῃ
376τὰς ἀνάγκας τῶν παρελθόντων δύω μηνῶν, χωρὶς νὰ παραβιά-
377σῃ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἔλαβεν ἀπὸ τὴν νομοθετι-
378κὴν ἐξουσίαν εἰδικὴν πίστωσιν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας ἐνήρ-
379γησε τὰς πληρωμὰς τῶν δαπανῶν τῶν δύω τούτων μηνῶν.
380Διατρέχομεν ἤδη τὸν τρίτον μῆνα, ὅστις προβαίνει πρὸς
381τὴν λῆξιν αὐτοῦ. Μετ’ ὀλίγον δὲ, καὶ πρὸ τῆς λήξεως τοῦ
382μηνὸς τούτου, ἐπέρχονται αἱ ἑορταὶ τοῦ Πάσχα καὶ τῆς με-
383γάλης ἑβδομάδος, καὶ κατὰ τὰς ἑορτὰς ταύτας ἡ Βουλὴ θὰ
384διακόψῃ ἐπί τινας ἡμέρας τὰς ἐργασίας της. Θὰ λήξῃ λοιπὸν
385ὁ μὴν Μάρτιος, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὴν ἄδειαν τῆς νομοθετικῆς
386ἐξουσίας νὰ πληρώσωμεν τὰς δαπάνας αὐτοῦ, διότι νομίζομεν
387ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ πληρωμὴ τῶν δαπα-
388νῶν εἰς βάρος τοῦ εἰσαχθέντος εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμοῦ
389δι’ εἰδικῶν πιστώσεων, καθόσον δὲν γνωρίζομεν ποίας μετα-
390βολὰς δύναται νὰ ἐπιφέρῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν
391κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, ἐπῆλθεν ἤδη
392ἡ ἐποχὴ, καθ’ ἣν πρέπει νὰ γείνῃ ἡ διάθεσις τῶν δημοσίων
393προσόδων, ἐκ τῶν ὁποίων, ὡς γνωστὸν, τὸ δημόσιον ἀπολαμβάνει
394πολλὰ ἑκατομμύρια. Πάντες γνωρίζομεν ὅτι ἡ διάθεσις τῶν
395δημοσίων προσόδων πρέπει νὰ ἐνεργηθῇ ἐγκαίρως διὰ νὰ προσ-
396φερθῶσιν αἱ ἀνάλογοι τιμαὶ εἰς τὸ δημόσιον ἐκ μέρους τῶν με-
397τερχομένων τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἐνοικιαστοῦ, διότι ἡ παράκαι-
398ρος διάθεσις αὐτῶν εἶναι ἐναντίον τῶν συμφερόντων τοῦ δημο-
399σίου, καθόσον οἱ ἐνοικιασταὶ, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν ὅτι δὲν θὰ λά-
400βωσιν ἐγκαίρως τὴν διαχείρισιν τῶν παρ’ αὐτῶν ἐνοικιασθησο-
401μένων προσόδων, δὲν θέλουν προσφέρει τὰς τιμὰς ἐκείνας τὰς
402ὁποίας ἤθελον προσφέρει, ἐὰν ἡ ἐνοικίασις ἐγίνετο ἐγκαίρως.
403Αὐτὸς λοιπὸν ὁ λόγος ἀρκεῖ ὅπως ἐπισπευσθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ
404φορολογικοῦ νόμου, τὸ σχέδιον τοῦ ὁποίου ἔλαβον τὴν τιμὴν
405νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ εἴκοσι καὶ ἐπέκεινα ἡμερῶν.
406Ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις, θέλουσα νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν διοί-
407κησιν καὶ τὴν κυβέρνησιν τοῦ τόπου ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ Συν-
408τάγματος, θέλουσα τέλος πάντων νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν κανονι-
409κὴν αὐτὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν οὐχὶ μόνον τὸ πολίτευμα διαγρά-
410φει, ἀλλὰ καὶ ἐπιβάλλει εἰς αὐτὴν, νομίζει, ὅτι ἔχει καθῆκον
411ἀπαραίτητον νὰ παρακαλέσῃ τὴν Βουλὴν νὰ προτάξῃ παντὸς
412ἄλλου ζητήματος τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ φορολογικοῦ νόμου, καὶ τὴν
413ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Μετὰ τὴν ἐπιψή-
414φισιν δὲ τῶν δύο τούτων ἀναποφεύκτων διὰ τὴν εὔῤῥυθμον καὶ
415συνταγματικὴν ἐξακολούθησιν τῆς κυβερνήσεως νομοθετημάτων,
416μένει βεβαίως τὸ δικαίωμα ἀκέραιον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐξακο-
417λουθήσῃ τὴν συζήτησιν παντὸς ἄλλου ἐκκρεμοῦς ζητήματος, τὸ
418ὁποῖον ὑπάρχει ἐνώπιον αὐτῆς. Τὰ ζητήματα τῆς δημοσίου ἀ-
419νάγκης, τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα συνδέονται στενῶς μὲ τὸ Σύν-
420ταγμα, τὰ ζητήματα τέλος, πάντων, ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρόκειται
421νὰ θέσωσι τὴν Κυβέρνησιν ἐντὸς τῆς συνταγματικῆς ὁδοῦ, δὲν
422εἶναι ἀμφιβολία ὅτι πρέπει νὰ προτιμηθῶσιν ἀπὸ πᾶν ἄλλο
423οἱονδήποτε ζήτημα. Ὁ φορολογικὸς νόμος, ὅπως σᾶς εἶπον, εἶναι
424τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης, διότι ἐὰν ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος ταύτης
425δὲν ἐπιψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς διὰ νὰ κοινοποιηθῇ ἐγκαίρως
426εἰς τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς καὶ αἱ ἀρχαὶ αὗται νὰ λάβωσι μέτρα
427περὶ τῆς ἐγκαίρου διαθέσεως τῶν δημοσίων προσόδων, θέλει
428προέλθει ζημία καὶ ἀπώλεια τῶν δημοσίων συμφερόντων. Λυ-
429ποῦμαι διότι ἔμαθον ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κύριον πρόεδρον τῆς
430Βουλῆς ὅτι ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπὴ δὲν ἤρχισεν εἰσέτι
431νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ ὑποβάλῃ τὴν ἔκ-
432θεσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐνῷ κάλλιστα ἐνθυμεῖσθε ὅτι, ὅτε ἔλαβον
433τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰς τὴν Βουλὴν,
434παρεκάλεσα τὴν ἐπιτροπὴν νὰ καταστήσῃ ὥριμον τὴν συζήτη-
435σιν αὐτοῦ διὰ τῆς ἐγκαίρου ὑποβολῆς τῆς ἐπ’ αὐτοῦ ἐκθέσεώς
436της. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐξετέλεσεν
437ἐγκαίρως τὸ ἑαυτῆς καθῆκον, διὰ λόγους ἴσως δεδικαιολογημέ-
438νους, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ σταυρώσῃ τὰς χεῖράς
439της περιμένουσα τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ὀφείλει, κατὰ
440τὰς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ, νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως αὐ-
441τοῦ ἀμέσως.
442Ἐπειδὴ δὲ τὸ νομοσχέδιον θὰ ζητηθῇ τρὶς, ἔχει καιρὸν ἡ ἐ-
443πιτροπὴ, ἐὰν εὐαρεστῆται, νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς τοὐ-
444λάχιστον κατὰ τὴν γʹ. συζήτησιν, ἵνα χρησιμεύσῃ εἰς τὴν
445ὁριστικὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋ-
446πολογισμοῦ ὑπέβαλε σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσίν της
447ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ κράτους. Ὁ προϋπο-
448λογισμὸς διαιρεῖται εἰς δύο μέρη, ὡς γνωρίζετε, εἰς προϋπολο-
449γισμὸν τῶν ἐσόδων, συνοδευόμενον ὑπὸ ἰδιαιτέρου νομοσχεδίου,
450καὶ προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, συνοδευόμενον ἐπίσης ὑπὸ ἰ-
451δίου νομοσχεδίου· ἑπομένως ἡ Βουλὴ δύναται νὰ προβῇ ἀμέ-
452σως εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν
453ἐσόδων, χωρὶς νὰ περιμένῃ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς καθόσον
454ἀφορᾷ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων. Ἔχει λοιπὸν ἤδη ἡ
455Βουλὴ ἐργασίαν ὥριμον καὶ σπουδαίαν, τὴν σπουδαιότητα τῆς
456ὁποίας πάντες ὑμεῖς γνωρίζετε, καὶ τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἔλαβον
457τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς. Διὰ τοῦτο ἡ κυβέρνησις προ-
458τείνει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν τροποποίησιν τῆς ἡμερησίας δια-
459τάξεως, συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 29, ἂν δὲν ἀ-
460πατῶμαι, τοῦ κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὡς ἑξῆς· αʹ.) συζήτησις
461τοῦ φορολογικοῦ νομοσχεδίου, καὶ βʹ.) συζήτησις τοῦ προϋπο-
462λογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους. Μετὰ τὴν ἐπι-
463ψήφισιν δὲ τῶν δύο τούτων σπουδαίων καὶ ἀναποφεύκτων
464νομοθετημάτων, ἀναγκαίων εἰς τὴν συνταγματικὴν πορείαν
465τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Βουλὴ ἐξακολουθεῖ τὰς λοιπὰς ἐργασίας
466αὐτῆς, τὰς ὑφισταμένας ἢ καὶ τὰς εἰσαχθησομένας εἰς τὸ
467μέλλον.
468Ἐλπίζομεν ὅτι ἡ Βουλὴ, ἐκτιμῶσα τὸ σπουδαῖον καὶ τὸ κα-
469τεπεῖγον τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν λαμβάνει τὴν τιμὴν ἡ Κυ-
470βέρνησις νὰ ὑποβάλῃ δι’ ἐμοῦ εἰς αὐτὴν, καὶ ἀναγνωρίζουσα
471τὴν ὀρθότητα τῆς προτάσεως ταύτης, στηριζομένης εἰς ῥήτραν
472συνταγματικὴν, ἐλπίζομεν, λέγω, ὅτι ἡ Βουλὴ, θέλουσα νὰ δι-
473ευκολύνῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἔννομον καὶ συνταγματικὴν
474πορείαν της, θέλει ἀποδεχθῆ εὐχαρίστως καὶ, εἰ δυνατὸν, ἀσυζη-
475τητὶ τὴν πρότασίν μας ταύτην, ἡ ὁποία εἶναι πρότασις κανονι-
476σμοῦ, πρότασις ἀφορῶσα ἁπλῶς τὴν τροποποίησιν τῆς ἡμερη-
477σίας διατάξεως, ὅπως προταχθῶσι τὰ δύω ταῦτα σπουδαῖα ἀν-
478τικείμενα, ἄνευ τῶν ὁποίων ἡ κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἐξακο-
479λουθήσῃ τὸ ἔργον της νομίμως.
480§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ζωχιὸς ἔχει τὸν λόγον.
481§32ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ συγχωρεῖτε νὰ ὑποβάλω μίαν
482ἔκθεσιν· εἶναι ἡ ἔκθεσις περὶ τοῦ ζητήματος τῆς φάλαγγος τοῦ
483Πανεπιστημίου (τὴν καταθέτει εἰς τὸ προεδρεῖον).
484§33ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ συγχωρεῖτε· χωρὶς νὰ
485ἐγγίσω τὸ ζήτημα τῆς μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως,
486θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ διὰ τὴν μὴ ὑποβολὴν
487ἐκθέσεως ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ νομοσχεδίου ἐκ μέρους τῆς ἐπὶ
488τῶν οἰκονομικῶν ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας συμβαίνει νὰ ᾖμαι
489πρόεδρος. Τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἀμέσως μετὰ τὴν ὑπὸ τοῦ
490κυρίου Προέδρου τῆς Βουλῆς εἰδοποίησιν ἐκαλέσθησαν ἀπὸ ἐμὲ,
491ἀλλὰ δυστυχῶς καμμίαν φορὰν δὲν κατωρθώθη νὰ γείνῃ ἀπαρ-
492τία· διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ μὴ δυνηθεῖσα νὰ ἐργασθῇ δὲν θέλει
493εἶσθαι εἰς κατάστασιν νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της. Ἀλλὰ
494τοῦτο, νομίζω, δὲν κωλύει τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζη-
495τήσεως τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, πολὺ κατεπείγοντος. Θέλω
496προσπαθήσει ἐν τῷ μεταξὺ νὰ κατορθώσω συνεδρίασιν τῆς ἐπι-
497τροπῆς διὰ νὰ ὑποβάλω τὴν ἔκθεσιν, ὅπως τὴν λάβῃ ἡ Βουλὴ
498ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν γʹ. συζήτησιν. Ἀλλ’ ἂν δὲν γείνῃ καὶ τοῦτο,
499πρέπει νὰ προβῇ καὶ εἰς τὴν γʹ. συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου
500καὶ ἕκαστον τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τῶν οἰκονομικῶν δύνα-
501ται, ἐὰν ἔχῃ παρατηρήσεις, νὰ τὰς φέρῃ ἐνώπιον τοῦ Σώματος.
502§34ΖΩΧΙΟΣ. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν
503τὸ φορολογικὸν νομοσχέδιον εἶναι ἤδη ἐγγεγραμένον καὶ προ-
504τεταγμένον.
505§35ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι.
506§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι τὸ περὶ ναυτολογίας.
507§37ΖΩΧΙΟΣ. Ἐνόμισα, ὅτι εἶναι. Πρόκειται περὶ τοῦ προϋπολο-
508γισμοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου ἐλάλησεν ὁ ἔντιμος κύριος ὑπουργὸς
509τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐνθυμεῖσθε πρὸ ἡμερῶν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐ-
510ζήτησε 10 ἡμερῶν προθεσμίαν νὰ μελετήσῃ, καὶ συνηγόρησα
511καὶ ἐγὼ ὁ ταλαίπωρος ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς αὐτῆς. Ἐσκόπει δὲ
512νὰ σκεφθῇ τὶ νὰ προσθέσῃ καὶ τὶ νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τοῦ προϋ-
513πολογισμοῦ, καὶ διὰ τὰς σκέψεις αὐτὰς ἐδαπάνησεν ἡμέρας 9,
514διότι τὸ παρελθὸν Σάββατον μᾶς ἀπέστειλε τὰς σημειώσεις.
515Λοιπὸν διὰ νὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία βεβαίως εἶναι ὡ-
516ριμωτέρα ἀπὸ ἐμὲ, διὰ τὰς ὀλίγας αὐτὰς προσθέσεις καὶ ἀφαι-
517ρέσεις ἐζήτησε καιρὸν νὰ μελετήσῃ. Τὸ Σάββατον ἐλάβομεν τὰς
518σημειώσεις. Τὸ λέγω δὲ, διότι εἶμαι πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς
519τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὴν Δευτέραν προσεκλήθη ἡ ἐπιτροπὴ καὶ
520ἤρχισε τὰς ἐργασίας της. Εἰργάσθημεν χθὲς τὴν Τρίτην, σήμε-
521ρον δὲ ὑπεβλήθη τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξετάσεως τῶν ἐσόδων.
522Ἐὰν δὲ νομίζῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι πρέπει νὰ τρέχωμεν μὲ τὸν
523σιδηρόδρομον, ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ καὶ δι’ αὐτὸ παραιτοῦμαι· διότι
524ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, ὅπως εἶναι
525τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἠμποροῦσα νὰ ἀποφανθῶ, ἀλλὰ
526πρόκειται καὶ περὶ ἄλλων ὑπουργείων, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζω
527τόσον καλά. Δὲν ἐννοῶ δὲ τὶ βλάπτει, ἐὰν ἐντὸς 2, 3, 5 ἡμε-
528ρῶν ὑποβληθῇ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξετάσεως τοῦ προϋπολογι-
529σμοῦ. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅστις θεωρεῖται
530ἀπαραίτητον.
531Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
532Νομίζω, ὅτι ὅπως εἶναι ἡ ἡμερησία διάταξις εἶναι ἕνας γόρδιος
533δεσμός, ὅστις κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀνώτερος καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ,
534διὰ τὸν ἁπλούστατον τοῦτον λόγον· ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βου-
535λὴ νὰ ἐπεμβαίνῃ καί νὰ ἐξετάζῃ τὰς πράξεις τῶν ὑπουργῶν,
536ναὶ ἢ ὄχι;
537§38Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶναι λελυμένον τὸ ζήτημα αὐτό.
538§39ΖΩΧΙΟΣ. Δι’ ἐμὲ δὲν εἶναι· καὶ ἐπειδὴ λέγετε ὅτι εἶναι λε-
539λυμένον, ἐπειδὴ ἡ πύλη εἶναι ἀνοικτὴ, θέλω νὰ ἔμβω μέσα,
540ἀλλὰ τὴν εὑρίσκω κλειστήν.
541§40Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
542§41ΖΩΧΙΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦτο κατ’ ἐμὲ εἶναι
543πολὺ ἀνώτερον ἀπὸ τὸ ζήτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἐὰν ἔχω
544τὸ δικαίωμα αὐτὸ τοῦ νὰ ἐπέμβω, θέλω νὰ προβῶ· ἐὰν δὲν
545τὸ ἔχω, τετέλεσται. Λοιπὸν τὸ ζήτημα αὐτὸ μένει ἔτι ἐκκρεμές.
546Καὶ μέχρι μὲν τῆς προχθὲς ἐφαίνετο ὅτι ἀπὸ τῆς Δευτέρας εἰσερ-
547χόμεθα εἰς τὸ ζήτημα, ἀπὸ δὲ τῆς χθὲς ἀνεβλήθησαν τὰ
548πάντα. Διεκόπη ἐπὶ δύω ἡμέρας ἡ Βουλὴ, σήμερον δὲ ἀναβάλ-
549λεται ὅλως τὸ ζήτημα. Μεταξὺ δὲ τῶν ἄλλων τὸ ζήτημα αὐτὸ
550συνεπάγεται καὶ ζήτημα τιμῆς, τουτέστιν οἱ μὲν κατηγορεῖτε,
551ἢ μᾶλλον κατηγοροῦμεν — διότι καὶ ἐγὼ ἐπενέβην μὲ τὴν δια-
552φορὰν ὅτι δὲν ὥρισα πράξεις — οἱ μὲν κατηγοροῦμεν τὴν προκά-
553τοχον κυβέρνησιν, οἱ δὲ ἄλλοι κατηγοροῦσιν ὅλας τὰς παρελ-
554θούσας κυβερνήσεις. Αἴ! συμφέρει τὸ ζήτημα αὐτὸ νὰ μένῃ
555ἐκκρεμές; Νομίζω, ὅτι ὄχι. Τὸ ζήτημα πρέπει νὰ λυθῇ ἅπαξ·
556καὶ ἂν θέλωμεν, λύεται, διότι περὶ αὐτοῦ δὲν δύναταί τις πλέον
557νὰ λαλήσῃ πολά. Σᾶς λέγω δὲ ὅτι ἐγὼ μένω εἰς τὴν θέσιν, εἰς
558ἣν ἐτάχθη ἡ Βουλὴ μέχρι τῆς χθὲς, τουτέστιν ἡ Βουλὴ εἶχεν
559ἀποφασίσει νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ περὶ τῆς ἰδέας αὐτῆς
560ἐλάλησαν ὅλοι, δεξιοὶ, ἀριστεροὶ, ἀρσενικοὶ, θυλικοὶ, οὐδέτεροι.
561Ἐὰν σήμερον ἀποφασισθῇ νὰ ἀναβληθῇ τὸ ζήτημα, εἶναι ἄλλος
562λόγος. Βεβαίως ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία νὰ τὸ ἀναβάλῃ. Κατ’ ἐμὲ
563ὅμως δὲν πρέπει νὰ μεταβληθῇ, διότι ἴσως δίδει ἀφορμὴν εἰς
564τὴν μεταβολὴν ἄλλη αἰτία, μὴ πρέπουσα καὶ μὴ δικαία.
565§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπούμπουλης εἶναι ἐγγεγραμμένος καὶ
566κατόπιν ὁ κ. Πετσάλης.
567§43Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ πρὸ ὀλίγου καταβὰς τὸ βῆμα τοῦτο, κύ-
568ριοι, ἐνόμισεν ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς εἶναι
569σπουδαιότερον τοῦ προκειμένου· ἴσως διὰ τῆς ὁμιλίας του ἠθέ-
570λησε ν’ ἀμφισβητήσῃ κεκτημένα δικαιώματα, δικαιώματα ἀ-
571ναγνωρισμένα, τὰ ὁποῖα πᾶς, ἀναγνώσας τὴν κοινοβουλευτικὴν
572ἱστορίαν καὶ γνωρίζων τὰς συνταγματικὰς παραδόσεις, δὲν δύ-
573ναταί ποτε νὰ ἀμφισβητήσῃ. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα
574τῆς ἐπιτηρήσεως τῆς ἀκριβοῦς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, ἡ Βουλὴ
575ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐποπτείας ἐπὶ τῆς διοικήσεως ἐν γένει,
576ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχειν, τοῦ ἐπιδοκιμάζειν καὶ
577ἀποδοκιμάζειν· οὐδείς ποτε ἐφιλονείκησε τὰ πολιτικὰ ταῦτα
578δικαιώματα τοῦ Σώματος. Ἀντικρὺ ὅμως τῶν δικαιωμάτων
579τούτων ὑπάρχει καὶ ἕν ἔτι γνωστότερον δικαίωμα, καὶ εὐγενέ-
580στερον καὶ σπουδαιότερον, «ἡ πρότασις τῆς ἐξεταστικῆς ἐπι-
581τροπῆς.» Τὸ δικαίωμα ὅμως τοῦτο δὲν εἶναι τόσον σοβαρὸν
582ὅσον εἶναι ἡ πρότασις τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ.
583Ἡ πρώτη αἰτία, ὡς γνωρίζετε, κύριοι, ἡ ὁποία ἐγέννησε τοὺς
584πολέμους μεταξὺ λαῶν καὶ βασιλείας, ἦτο τὸ δικαίωμα τοῦ
585λαοῦ νὰ γνωρίζῃ τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας θὰ κάμῃ, ὥστε τὰ
586ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἤθελεν ἐπιβάλει διὰ τὰς δαπάνας αὐτὰς ἡ ἐ-
587κτελεστικὴ ἐξουσία, νὰ ᾖναι ἀνάλογα. Οὐδέποτε, οὐδεμία κυβέρ-
588νησις εἶχε δίκαιον ὅσον ἡ σημερινὴ τοῦ κυρίου Βούλγαρη.
589Ποῖος ὁ λόγος τῆς συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, παρὰ
590διότι ἡ κυβέρνησις τῆς 8 Ἰουλίου ἐδαπάνησεν ἄνευ τῆς ἀδείας
591τῆς Βουλῆς καὶ τῆς ἐπινεύσεως τοῦ λαοῦ; Ἀφ’ οὗ λοιπὸν ζη-
592τοῦμεν νὰ παύσῃ ἡ συμβαίνουσα ἀκολασία, ἀφ’ οὗ ζητοῦμεν νὰ
593θέσωμεν χαλινὸν εἰς τὴν λαμβάνουσαν χώραν ἀκολασίαν ἐκ μέ-
594ρους τῶν ὑπουργῶν οἵτινες, παραβλέποντες τὸν προορισμὸν τῆς
595Βουλῆς, ἐκυβέρνησαν ἄνευ προϋπολογισμοῦ, πῶς θέλετε σήμερον,
596παρούσης τῆς Βουλῆς, ἡ κυβέρνησις, ἔχουσα πρὸ ὀφθαλμῶν τὴν
597γενομένην κατὰ τοῦ ὑπουργείου Δεληγεώργη πρότασιν, νὰ ἐπι-
598μένῃ νὰ διοικῇ εἰς τὸν 3 μῆνα τοῦ νέου ἔτους ἄνευ τῆς ἐπιψη-
599φίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ; Ἴσως ἐκεῖνοι, χάριν τῶν ὁποίων
600ἐγένετο ἡ πρότασις τῆς συστάσεως τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς,
601θέλουσι μᾶς προτείνει τὴν αὐτὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ζωχιὸς
602σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι καὶ εὐγενὲς καὶ γενναῖον νὰ ἔχωμεν ἀν-
603θρώπους ἀνήκοντας εἰς δύο σπουδαίας μερίδας, ἢ καὶ ὅλην αὐ-
604τὴν τὴν Βουλὴν ὑπὸ κατηγορίαν. Ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐννοήσω
605πῶς τινες παρεξηγοῦσι τὴν πρότασιν αὐτήν. Ἐγὼ ἀνέγνωσά τι-
606νας ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων συνταγματιολόγων· οὐδεὶς τούτων
607παραδέχεται, ὅτι ἡ πρότασις συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς
608εἶναι πρότασις κατηγορίας· διότι ἐὰν ἦτο τοιαύτη, δὲν εἶχεν
609ἀνάγκην ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ, συνιστῶ ἐξεταστικὴν ἐπιτροπήν,
610ἀλλ’ ἀμέσως ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς τὴν κατηγορίαν καὶ εἰς τὴν
611εἰς δίκην εἰσαγωγὴν τοῦ ὑπουργείου τῆς 8 Ἰουλίου· τουλάχι-
612στον ἡ πρότασις τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ἀπέδειξεν, ὅτι ἐκεῖ-
613νοι μόνον, οἵτινες ὑπέβαλον τὴν πρότασιν, εἶχον γνῶσιν, αὐτοὶ
614καὶ μόνοι τῶν γενομένων καταχρήσεων, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἅπαν
615τὸ Σῶμα, καθόσον μάλιστα λέγει ὁ Rossi ὅτι «la proposition
616de la commission d'enquete ce n'est pas un blame» τοῦθ’ ὅ-
617περ ἀποδεικνύει ὅτι δὲν εἶναι μομφὴ, δὲν εἶναι κατηγορία.
618Πρέπει λοιπὸν, διότι τινὲς θέλουσι νὰ ἐξάγουν λόγους ἀπὸ
619τὴν ἰδέαν τῆς ἐπιτροπῆς, ἴσως καὶ λόγῳ φιλοτιμίας, πρέπει,
620λέγω, νὰ ἀφήσωμεν τὰ κυριώτερα τῶν ἔργων μας, τὴν ἀφορ-
621μὴν αὐτὴν τῆς ὑπάρξεως τοῦ Κοινοβουλίου, τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ
622προϋπολογισμοῦ;
623Διὰ τοῦτο, κύριοι, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ συνετῶς φερομένη,
624καὶ ἐὰν ᾖναι ζηλότυπος τῶν δικαιωμάτων της, θέλει δεχθῆ ἀ-
625μέσως τὴν πρότασιν τὴν γενομένην παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰ-
626κονομικῶν κ. Παπαμιχαλοπούλου καὶ θέλει μεταβάλει τὴν ἡμε-
627ρησίαν διάταξιν ἐπισπεύδουσα τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπο-
628λογισμοῦ.
629§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, δὲν εἶναι ἄλλος ἐγγεγραμμένος
630νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος.
631§45ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ, κ. πρόεδρε. Νομίζω, κύριοι, ὅτι
632ἡ κυβέρνησις σήμερον ὀφείλει λόγον, ἀντὶ νὰ ζητῇ λόγον παρ’
633ἡμῶν· ἔφερε σήμερον ζήτημα πρωτίστης ἀξίας, τὸ ζήτημα περὶ
634ἐπιψηφίσεως τοῦ φορολογικοῦ νόμου καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ·
635καὶ ζητοῦσα ἀμφότερα, λόγῳ κατεπείγοντος, παρὰ τῆς Βουλῆς,
636ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ παραμελεῖ τὸ καθῆκόν της.
637§46ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνοήσαμεν τοῦτο.
638§47ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. — Ὅτι ἡ Βουλὴ παραμελεῖ τὸ καθῆκόν της,
639διότι εἰσῆλθεν εἰς τὸν δεύτερον μῆνα τῆς συνόδου καὶ οὔτε φο-
640ρολογικὸν νόμον ἐπεψήφισεν, οὔτε προϋπολογισμὸν, καὶ ὅτι ἡ
641τακτικὴ αὕτη παραβιάζει τὸ πρώτιστον τῶν συνταγματικῶν
642δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα τὸ Κοινοβούλιον ἔχει.
643Δὲν γνωρίζω, κύριοι, μεθ’ ὅλας τὰς περιπλοκὰς καὶ δυσκολίας,
644τὰς ὁποίας ἀπηντήσαμεν εἰς τὸν συνταγματικόν μας βίον ἀπὸ
645τῆς τελευταίας μεταβολῆς, ὅτι ἡ Βουλὴ ποτε ἠρνήθη εἰς κυβέρ-
646νησιν προϋπολογισμὸν ἢ φορολογικὸν νόμον. Γνωρίζω, ὅτι εἰς
647τὴν ἀρχαίαν τακτικὴν τῶν κοινοβουλίων ὑπῆρχε τοιαύτη συν-
648ήθεια, καὶ ὅτι ὁ πόλεμος μεταξὺ τῶν πολιτικῶν μερίδων ἐγί-
649νετο καὶ δι’ αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ μέτρου, τοῦ ἀρνεῖσθαι εἰς τὴν κυ-
650βέρνησιν τὰ μέσα τοῦ ζῇν. Ἀλλ’ ἡ τακτικὴ ἐκείνη πρὸ πολλοῦ
651ἐγκατελείφθη παρὰ τῶν ἐθνῶν, διότι ἐξηυγενίσθησαν τὰ πολιτι-
652κὰ ἤθη, καὶ ἀπὸ πολλοῦ χρόνου αἱ κυβερνήσεις, σεβόμεναι ἑαυ-
653τὰς καὶ τὸ Κοινοβούλιον, μετὰ μίαν συζήτησιν περὶ τῶν πρά-
654ξεων αὐτῶν, ὅσον ἔμμεσος καὶ ἂν ὑπάρξῃ ἡ τῆς δυσπιστίας τοῦ
655Κοινοβουλίου ἔκφρασις, αἱ κυβερνήσεις ὑποχωροῦσιν εἰς τὴν πλειο-
656νοψηφίαν, καὶ ἡ πλειονοψηφία διαδέχεται αὐτὰς εἰς τὰ πράγ-
657ματα. Ἐγκατελείφθη πλέον τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον προανέφερον,
658ὡς ἄσκοπον, διότι διὰ τοῦ λογικωτάτου καὶ εὐγενεστάτου αὐτοῦ
659ἀγῶνος ἐπιτυγχάνεται τὸ ἀποτέλεσμα χωρὶς νὰ καταστραφῶσι
660τὰ συμφέροντα τοῦ κράτους καὶ παραλύσῃ ἡ διοίκησις. Οὕτω
661ἀπὸ πολλοῦ χρόνου τὰ πολιτικὰ κόμματα ἐθεώρησαν ὡς ἀνώτα-
662τον αὐτῶν καθῆκον, ὑπέρτατον παντὸς συμφέροντος κομματικοῦ
663καὶ πάσης φιλοδοξίας, τὸ ἔχειν τὴν πολιτείαν ἐν καλῇ κατα-
664στάσει, τὸ διοικεῖσθαι αὐτὴν τακτικῶς καὶ ἐῤῥύθμως· καὶ διὰ
665τοῦτο τὸ ἔθιμον ἐκεῖνο ἀκολουθοῦντες καὶ ἡμεῖς δὲν ἐπαρουσιά-
666σαμεν μέχρι τοῦδε παράδειγμα ἀρνήσεως, οὔτε τοῦ προϋπολογι-
667σμοῦ, οὔτε τοῦ φορολογικοῦ νόμου. Καὶ διὰ ποῖον λόγον, κύριοι,
668νὰ τὸ πράξωμεν; Ἡ τοιαύτη πρᾶξις ἐμφαίνει τὴν ὕπαρξιν
669πλειονοψηφίας ἀντιθέτου πρὸς τὴν κυβέρνησιν· ἀλλ’ ἡ πλειονο-
670ψηφία ἐκείνη δύναται νὰ ἐκλέξῃ οἱονδήποτε ζήτημα θελήσῃ,
671δύναται νὰ περιβάλῃ αὐτὸ μὲ τὸν χαρακτῆρα τῆς ὑπουργικό-
672τητος καὶ ἐμπιστοσύνης, δύναται νὰ καταψηφίσῃ κατὰ τοῦ
673ὑπουργείου, καὶ ἂν ἀποτύχῃ, πάλιν νὰ ἐπαναλάβῃ δευτέραν ψη-
674φοφορίαν τῆς αὐτῆς φύσεως ἑωσοῦ ἐπιτύχῃ τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ
675ὁποῖον ἐπιδιώκει.
676Δὲν πιστεύω ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ κἀνένα πλάγιον σκοπὸν,
677διὰ τοῦτο ἁπλῶς περιορίζομαι νὰ εἴπω, ὅτι οὐχὶ εὐστόχως
678ἐξελέξατο τὸ ζήτημά της. Ἀλλὰ περιπλέον ἀποδίδω ὅλην τὴν
679εὐθύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ὅλη ἡ χρονοτριβὴ προῆλθεν
680ἐξ αἰτίας της. Μέχρι σήμερον, κύριοι, δυνάμεθα νὰ ὁμολογή-
681σωμεν ὅτι οὐδὲν ἐπράχθη ἐν τῇ Βουλῇ· δὲν ἐπράξαμεν δὲ τί-
682ποτε οὐχὶ ἀνθιστάμενοι κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ σιωπώ-
683σης αὐτῆς καὶ ὁδηγούσης τὴν ἀπραξίαν μας.
684Ἅμα ἀρξαμένων τῶν συνεδριάσεων, ἐπαρουσιάσθη ζήτημα
685πολιτικὸν, ἐντὸς τοῦ ὁποίου συνεχωνεύθη τὸν παρελθὸν πασῶν
686τῶν μερίδων καὶ ἅπασα σχεδὸν ἡ κοινοβουλευτικὴ ἡμῶν ἱστο-
687ρία ἀπὸ τῆς τελευταίας μεταβολῆς. Δέκα ἡμερῶν συζήτησιν
688κατεστρέψαμεν εἰς τὸ πολιτικὸν αὐτὸ ζήτημα, κατὰ δὲ ταύτην
689ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνεφανίσθη νὰ εἴπῃ, ζητῶ τὸν φορολογικὸν
690νόμον, παρακαλῶ ψηφίσατε τὸν προϋπολογισμόν. Μετὰ τὰς
691δέκα ἡμέρας ἐζήτησε διακοπὴν δεκαήμερον, καὶ μολονότι γνώ-
692μη ἐπροτάθη τότε ἡ μὲν Κυβέρνησις κατὰ τὴν δεκαήμερον
693προθεσμίαν νὰ σκεφθῇ τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ δὲ Σῶμα
694νὰ ἐργάζηται εἰς τὴν πολιτικὴν συζήτησιν, ἡ Κυβέρνησις δὲν
695ἐδέχθη αὐτὴν καὶ συμπαρέσυρε τὸ Σῶμα εἰς ἀπραξίαν. Ληξά-
696σης τῆς προθεσμίας, μᾶς ἀνακοίνωσεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ
697ἀξιοτίμου προέδρου μας, ὅτι ἐπιθυμοῦσα νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν
698συζήτησιν τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ
699μὴ συνεδριάσῃ κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν· Τὸ ἐπράξαμεν. Οὐδὲ
700χθὲς δὲ συνεδριάσαμεν· καὶ σήμερον ἡ Κυβέρνησις παρέστη νὰ
701μᾶς εἴπῃ, ὅτι πρέπει μετὰ σπουδῆς νὰ ἐπιψηφίσωμεν τὸν φορο-
702λογικὸν νόμον καὶ τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἐνθυ-
703μηθῶμεν ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὸν δεύτερον μῆνα τῶν ἐργασιῶν
704μας, χωρὶς οὐδὲ τὰ πρώτιστα ταῦτα ἔργα νὰ ἐκτελέσωμεν.
705Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις μᾶς ἐβοήθει καθ’ ὅλον τοῦτο τὸ διάστημα,
706δὲν ἤθελεν εὑρεθῆ οὔτε αὐτὴ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὁμιλήσῃ τὴν
707γλῶσσαν, ἣν σήμερον ὁμιλεῖ, οὔτε ἡμεῖς νὰ τῇ ἀπαντήσωμεν
708ὅπως τῇ ἀπαντῶμεν, καὶ ὁ ἀγὼν, ὅστις συνάπτεται σήμερον,
709δὲν ἤθελε συναφθῆ. Ὁ προϋπολογισμὸς, κύριοι, εἰσήχθη εἰς τὴν
710Βουλὴν ἅμα ἐκλεχθέντος τοῦ προέδρου, πρὶν ἀκόμη ἐκλεχθῶσιν
711οἱ ἀντιπρόεδροι καὶ οἱ γραμματεῖς, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἀντίῤ-
712ῥησις ἐγένετο, ὅτι δὲν ἦτο τακτικὸν, οὔτε σύμφωνον πρὸς τὸν
713κανονισμὸν τὸ γενόμενον. Ἂν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νὰ μεταῤῥυθ-
714μίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν κατὰ τὸ πολιτικὸν καὶ διοικητικὸν
715αὐτῆς σύστημα, ἐδύνατο ἴσως νὰ δικαιολογηθῇ σήμερον λέγου-
716σα, εἴκοσι, τριάκοντα ἡμέραι δὲν ἐξήρκεσαν ὅπως καταρτίσω τὸν
717προϋπολογισμὸν κατὰ τὰς ἰδικάς μου ἀρχὰς περὶ πολιτικῆς καὶ
718διοικήσεως. Ἀλλὰ μετὰ τὴν διακοπὴν, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ
719ἐψήφισε, καὶ μὲ ὅλην τὴν εὐκαιρίαν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις
720εἶχε, καθ’ ὃν καιρὸν ἡ Βουλὴ ἐνησχολεῖτο εἰς τὸ πολιτικὸν ζή-
721τημα, σήμερον ὅτε αἱ μεταβολαὶ εἰς τὸν παρ’ ἡμῶν εἰσαχθέντα
722προϋπολογισμὸν γίνονται γνωσταὶ, μανθάνομεν ὅτι δι’ αὐτῶν δὲν
723πρόκειται περὶ μεταβολῆς διοικητικοῦ συστήματος, ἢ ἄλλης συ-
724στηματικῆς μεταῤῥυθμίσεως, ἀλλὰ περὶ αὐξομειώσεως τῶν πο-
725σῶν, κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας.
726Ἡ Κυβέρνησις, λέγω, ἠδύνατο νὰ μᾶς βοηθήσῃ, ἀλλὰ μᾶς
727ἠδίκησε διὰ τῆς σιωπῆς της καθ’ ὅλον τὸ παρελθὸν τοῦτο διά-
728στημα. Δὲν ἠδίκησε δὲ μόνον ἡμᾶς, ἀλλ’ ἂς μοὶ συγχωρήσῃ νὰ
729τὸ εἴπω, ἠδίκησε καὶ ἑαυτὴν, σιωπήσασα ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ
730ζητήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ καὶ τὸ ὁποῖον μένει
731εἰσέτι ἐκκρεμές. Ἠδίκησε καὶ ἡμᾶς ἡ Κυβέρνησις καὶ ἑαυτήν·
732διότι περὶ τίνος πρόκειται; ἐπρόκειτο πρῶτον περὶ ἐξετάσεως
733τῆς πολιτείας καὶ οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπουργείων
734ἀπὸ τοῦ 1865 μέχρι τῆς 6 Φεβρουαρίου 1874. Ἐν αὐτῇ τῇ
735ἐξελέγξει ἡ Κυβέρνησις ἐνδιεφέρετο ὡς κυβέρνησις, ὡς πλειοψη-
736φία τῆς Βουλῆς καὶ ὡς πολιτικὸν κόμμα. Ἐνδιεφέρετο ὡς πολι-
737τικὸν κόμμα, διότι ἐν αὐτῇ τῇ ἐξελέγξει ἔχει μέγα μέρος, κα-
738θόσον κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἐκυβέρνησε τὸ κράτος τρὶς, τῷ
7391866, τῷ 1868 καὶ τῷ 1872. Ἠκολούθησεν ἐξωτερικὴν πο-
740λιτικὴν καὶ ἐσωτερικὴν πολιτικὴν ἰδίαν, τρόπον διοικητικὸν
741ἴδιον, διαχείρισιν οἰκονομικὴν προϋπολογισμοῦ, δανείων, ἐκτά-
742κτων πόρων καὶ πιστώσεων, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην καὶ τὴν
743τακτικὴν διαχείρισιν νὰ διαχειρισθῇ καὶ εἰς πάνυ ἔκτακτον
744νὰ φθάσῃ.
745Περιπλέον δεύτερον ἐπρόκειτο περὶ τῶν συνταγματικῶν δι-
746καιωμάτων τοῦ Στέμματος. Ἐν τῇ προτάσει, ἡ ὁποία κατετέ-
747θη καὶ ἡ ὁποία μᾶς ἀπησχόλησε καθ’ ὅλον τὸ παρελθὸν, συνεζη-
748τεῖτο ὁποία πρέπει νὰ ᾖναι ἡ χρῆσις τῶν δικαιωμάτων ἢ τῶν
749προνομίων τοῦ Στέμματος. Ἕκαστος ἐξ ἡμῶν καὶ ἕκαστον κόμ-
750μα ἔχει καθῆκον νὰ ὑπερασπίζηται τὰ συνταγματικὰ δικαι-
751ώματα τοῦ Βασιλέως, καθὼς ἔχει καθῆκον νὰ ὑπερασπίζηται
752τὸ καθεστὼς, ἔχει δὲ καὶ τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ
753φρονῇ περὶ αὐτῶν ὅ,τι ἡ συνείδησις ὑπαγορεύει εἰς ἕκαστον ἐξ
754ἡμῶν καὶ εἰς ἕκαστον τῶν κομμάτων· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἔχει
755ἓν καθῆκον περιπλέον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχομεν οἱ ἄλλοι. Ὀφείλει
756ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν τῶν Βασιλικῶν δικαιωμάτων νὰ φρονῇ τὰ
757τοῦ Βασιλέως, καὶ, ἂν διαφωνῇ, τὸ καθῆκόν της εἶναι νὰ παραι-
758τηθῇ· ἀλλὰ, συζητουμένης τῆς χρήσεως τῶν δικαιωμάτων τῶν συν-
759ταγματικῶν τῆς Βασιλείας, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἄλλη
760γνώμη ἡ τοῦ Βασιλέως καὶ ἄλλη ἡ τῆς κυβερνήσεως. Ἐπανα-
761λαμβάνω δὲ, κύριοι, ὅτι ἕκαστον ὑπουργεῖον δύναται νὰ ἔχῃ
762γνώμην ἰδίαν περὶ τῆς χρήσεως τῶν βασιλικῶν προνομίων, καὶ
763δὲν ἐννοῶ, ὅτι, παρουσιασθείσης συζητήσεως περὶ αὐτῶν, ὀφείλει
764νὰ μεταβάλῃ γνώμην. Οὐδέποτε διῆλθεν ἀπὸ τὸν νοῦν μου τοι-
765αύτη ἰδέα, ἀλλὰ λέγω, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ
766ἀντιπροσωπεύει τὴν βασιλείαν, καθὼς παρὰ τῷ βασιλεῖ ἀντι-
767προσωπεύει τὴν Βουλήν.
768Περὶ τίνος ἐπρόκειτο, καὶ περὶ τίνος συζητοῦμεν, καὶ περὶ
769τίνος θὰ συζητήσωμεν; Ἐπρόκειτο καὶ πρόκειται ἂν ᾖναι
770κοινοβουλευτικὸν νὰ ἀναβιβάζωνται εἰς τὴν ἐξουσίαν αἱ κοινο-
771βουλευτικαὶ μειοψηφίαι, ἂν αἱ συχναὶ διαλύσεις τῆς Βουλῆς
772κατασκάπτωσι τὰς βάσεις τοῦ πολιτεύματος, ἂν ἡ Βουλὴ θὰ
773σχηματίζῃ τὰ ὑπουργεῖα ἢ τὰ ὑπουργεῖα θὰ σχηματίζωσι τὴν
774Βουλὴν καὶ τόσα ἄλλα ζητήματα, ἴδιον τύπον ἔχοντα ἀλλ’ εἰς
775τὴν αὐτὴν ἀρχὴν ἀποβλέποντα. Δὲν πρόκειται ἤδη τὴν στιγμὴν
776αὐτὴν νὰ συζητήσω τὴν ὀρθότητα οὐδεμιᾶς τῶν γνωμῶν τού-
777των, οὐδὲ νὰ ἐκφράσω γνώμην περὶ οὐδεμιᾶς τῶν προτάσεων·
778πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ἡ κυβέρνησις συμμορφῶται μὲ
779τὸ καθῆκόν της σιωπῶσα, καὶ πολὺ μᾶλλον, ἂν, προτείνασα σή-
780μερον ἀναβολὴν τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, συμμορφοῦται μὲ τὸ
781ἐπιβαλλόμενον αὐτῇ χρέος. Τὸ ὑπουργεῖον, κύριοι, περὶ ἀμφο-
782τέρων τούτων τῶν ζητημάτων καὶ ὡς πολιτικὸν κόμμα καὶ ὡς
783πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς καὶ ὡς κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἐκφρα-
784σθῇ, ἡ δὲ σιωπή του εἶναι ἀνεξήγητος. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, εἰ
785καὶ ἐβασάνισα τὸν νοῦν μου, δὲν ἠδυνήθην νὰ πεισθῶ, ἐπί τίνος
786λογικοῦ συλλογισμοῦ, ἐπὶ τίνος συμφέροντος τοῦ κράτους ἢ τῆς
787Βουλῆς ἢ τῆς ἰδίας κυβερνήσεως θεμελιοῦται ἡ σιωπή της ἐπὶ
788τῶν ζητημάτων αὐτῶν.
789Διὰ τοῦ πρώτου μέρους τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν συζη-
790τοῦμεν, πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ, ὡς οἱ πάντες ὁμολογοῦσιν, ἓν
791συνταγματικὸν ἔθιμον εἰς τὴν πολιτείαν ἡμῶν, ὅτι δηλαδὴ καὶ
792μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τῶν κυβερνήσεων δύνανται νὰ διορίζων-
793ται ἐπιτροπαί, αἱ ὁποῖαι νὰ ἐξετάζωσι τὸν βίον καὶ τὴν πολι-
794τείαν τῆς παραιτηθείσης κυβερνήσεως, μήπως παρεβίασε τοὺς
795νόμους κατά τι καὶ κατὰ τί. Προκειμένου δὲ νὰ εἰσαχθῇ τοι-
796οῦτόν τι ἐν τῷ μέλλοντι ἔθιμον, ἐρωτῶ καὶ παρακαλῶ τοὺς ἰδί-
797ους κυρίους ὑπουργοὺς ν’ ἀπαντήσωσιν ἂν μόνοι αὐτοὶ δὲν ἐν-
798διαφέρονται! ἂν μόνον οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὴν ἐκτελεστικὴν
799ἐξουσίαν καὶ περιβεβλημένοι τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς νομοθετικῆς
800δὲν ἐνδιαφέρωνται διὰ τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα, τὰ ὁποῖα πρό-
801κειται νὰ εἰσαχθῶσι; Τίς λοιπὸν ἐνδιαφέρεται, ἂν μὴ ἡ κυ-
802βέρνησις; Εἶναι τάχα τὸ ζήτημα ἁπλῶς προσωπικόν; δὲν ἐν-
803διαφέρωνται εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν παρ’ ἐκεῖνοι οἱ πολιτικοὶ
804ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι διεχειρίσθημεν ἢ ἐλπίζομεν καὶ εἰς τὸ μέλ-
805λον νὰ διαχειρισθῶμεν τὰ τῆς πολιτείας; ἀλλὰ καὶ τότε ὡς
806κόμμα ἡ κυβέρνησις δὲν ἔχει τὸ αὐτὸ ἐνδιαφέρον; τὸ ἐνδια-
807φέρον εἶναι μόνον εἰς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἐπιμένομεν εἰς τὴν συζή-
808τησιν καὶ λαμβάνομεν τόσῳ μέρος ἐνεργητικόν; Ἂν δὲν ἐπι-
809δοκιμάζῃ τὸ ἔθιμον ἡ κυβέρνησις, χρεωστεῖ νὰ ἐκφρασθῇ, ἂν δὲ
810τὸ ἀποδοκιμάζῃ, χρεωστεῖ νὰ συμπράξῃ.
811Ὡς κυβέρνησις δὲ ἐπὶ τοῦ δευτέρου μέρους τῆς προτάσεως
812τοῦ ἀφορῶντος τὰ συνταγματικὰ δικαιώματα τοῦ Στέμματος,
813ἐρωτῶ, εἶναι ποτὲ συγκεχωρημένον ἡ κυβέρνησις νὰ σιωπᾷ, ἢ
814εἶναι συγκεχωρημένον, ἀφοῦ ἐσιώπησεν ἐπὶ τόσας ἡμέρας, νὰ
815ἔρχηται καὶ νὰ ζητῇ ἀναβολὴν, καὶ, ὡς παρέστησε λίαν ὀρθῶς
816ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν διαιώνισιν τοῦ ζητήματος
817τούτου; Διότι τὸ κατεπεῖγον τὸ ἐστήριξεν ὁ ὑπουργὸς εἰς τὰς
818παρεμπιπτούσας ἑορτὰς, καὶ κύριος οἶδε μετὰ τὰς ἑορτὰς, ἂν
819καὶ πότε θὰ συνέλθῃ τὸ Κοινοβούλιον, διότι γνωστὸν εἶναι,
820ὅτι κατὰ τὰς ἑορτὰς οἱ πλεῖστοι ἀποχωροῦσιν. Εἶναι λοι-
821πὸν ἀδιάφορον εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ μένῃ ἐκκρεμὲς τὸ ζήτη-
822μα περὶ τοῦ ποία πρέπει νὰ ᾖναι ἡ χρῆσις τῶν δικαιωμά-
823των τοῦ Στέμματος καὶ ὁποῖα εἶναι τὰ δικαιώματα ταῦτα;
824Αὐτὰ ἐν τούτοις εἶναι ἡ βάσις τοῦ πολιτεύματος, διότι ἡ διά-
825λυσις τῆς Βουλῆς καὶ ἡ παράδοσις τῆς κυβερνήσεως εἰς τὴν
826πλειοψηφίαν ἢ μειοψηφίαν εἶναι τὸ πᾶν, εἶναι τὸ Σύνταγμα,
827εἶναι τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα. Δύναμαι ἑπομένως, κύριοι,
828νὰ παραδεχθῶ καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν παρατήρησιν, ἣν ἔκαμέ τις
829τῶν προαγορευσάντων, ὅτι τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ ἡμε-
830ρησίᾳ διατάξει προετάχθησαν κατὰ τὴν ὁμόφωνον γνώμην τῆς
831Βουλῆς ὁλοκλήρου, εἶναι πολὺ ἀνώτερα τοῦ ζητήματος, τοῦ
832ὁποίου θέλει νὰ προτάξωμεν τὴν συζήτησιν ὁ ἀξιότιμος ὑπουρ-
833γὸς τῶν Οἰκονομικῶν· ἀλλὰ δὲν τὸ πράττω, διότι ἠρχίσαμεν
834ἴσα ἴσα πρὸ πολλοῦ τὸν ἔλεγχον, καὶ πιστεύω, ὅτι παριστῶ
835τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς λέγων, ὅτι τὰ δύω ζητήματα δὲν ἔρ-
836χονται εἰς ἀντίθεσιν, οὐδὲ πρόκειται νὰ εἴπωμεν, ποῖον εἶναι
837ἐπικρατέστερον καὶ ποῖον εἶναι κατώτερον. Τὸν προϋπολογισμὸν
838καὶ τὸν φορολογικὸν νόμον οὐδεμία Βουλὴ οὐδεμιᾶς ἐποχῆς,
839ὅσον φοβεραὶ ἐποχαὶ καὶ ἂν παρῆλθον, δὲν ἠρνήθη ποτὲ, οὐδὲ
840εἶναι ἀνάγκη σήμερον μὲ τὰ σημερινὰ ἤθη τῶν κοινοβουλίων
841νὰ καταντῶμεν εἰς τὴν ἄρνησιν τῶν φόρων καὶ εἰς τὴν ἄρνησιν
842τοῦ δικαιώματος τοῦ δαπανᾶν.
843Ἂν δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὸν δεύτερον μῆνα, ἂν δὲν συνεζητοῦ-
844μεν οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο, ἡ κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ἔλθῃ
845πρὸς ἡμᾶς καὶ οὐχὶ ἡμεῖς πρὸς αὐτήν. Ἀλλ’ ὅ,τι, κύριοι, πολὺ
846περισσότερον μὲ ἐκπλήττει καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ ἐκπλήξῃ ὅλους
847ἡμᾶς, εἶναι, ὅτι μετὰ τὴν παρέλευσιν τόσου χρόνου σιωπῆς,
848κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐσκέπτετο τὸ ζήτημα τὸ πολι-
849τικὸν, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ τὸ σκέπτηται, διότι περὶ τῶν
850δικαιωμάτων της ἐπρόκειτο, μετὰ τὴν μελέτην ταύτην δὲν
851παρουσιάζεται νὰ ἐκφράσῃ γνώμην καὶ νὰ ἐπιδιώξῃ λύσιν. Ἐὰν
852ἐπέσπευδε τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἠδυνάμην νὰ δι-
853καιολογήσω τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις τῷ ὄντι ἠδύνατο νὰ ἐμφανι-
854σθῇ ἐνώπιόν μας καὶ νὰ εἴπῃ· κύριοι, συζητεῖτε ἐπὶ πολὺν
855χρόνον τὰ συνταγματικὰ δικαιώματα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξου-
856σίας, ἐσιώπησα διὰ τοῦτον ἢ δι’ ἐκεῖνον τὸν λόγον, ἀλλ’ ἔχω
857ἤδη μίαν γνώμην, καὶ ἡ γνώμη μου εἶναι αὕτη, καὶ σᾶς παρα-
858καλῶ νὰ ἀποφανθῆτε ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον
859ἐνόσῳ μένει ἐκκρεμὲς, προξενεῖ μεγίστην ζημίαν εἰς τὸν τόπον·
860σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀποφανθῆτε μετὰ ἧς ταχύτητος ἐκείνης,
861τὴν ὁποίαν ἡ συνείδησίς σας ὑπαγορεύει, συλλογιζόμενοι, ὅτι
862πρέπει νὰ τελειώσωμεν ὅσον οὔπω καὶ τὸν προϋπολογισμὸν
863καὶ τὸν φορολογικὸν νόμον. Ἐκπλήττομαι δὲ, διότι δὲν ἠκο-
864λούθησε τὴν γνώμην ταύτην, ἀλλ’ ἔκλεισε τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς
865τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε δι’ αὐτὴν νὰ ᾖναι πρώτιστον, ἔρ-
866χεται δὲ σήμερον μετὰ μεγίστου θάῤῥους νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν εἰς
867ἀόριστον ἀναβολὴν, προτασσομένου τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ
868φορολογικοῦ νόμου. Ἔπρεπε τοὐλάχιστον ν’ ἀφήσῃ εἰς τὴν Βου-
869λὴν νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν θέλει νὰ συζητήσῃ τὸ πολιτικὴν ζήτημα,
870διότι θέλει ἑνὸς μηνὸς συζητήσεις· οὕτω τοὐλάχιστον κατὰ
871τύπους ἠδύνατο ἡ κυβέρνησις νὰ δικαιολογηθῇ. Ἀλλ’ ἤδη ἡ
872μὲν Βουλὴ, ὡς εἶμαι βέβαιος καὶ ὡς ἀπέδειξαν αἱ προγενέστεραι
873ἀποφάσεις αὐτῆς, ἐπιθυμεῖ νὰ δώσῃ ἓν τέλος εἰς τὸ ζήτημα
874τοῦτο, τὸ ὁποῖον θέλει κανονίσει τρόπον τινὰ τὰς ἰδέας μας
875περὶ τῶν δικαιωμάτων ἐκείνων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας τὰ
876ὁποῖα τοσοῦτον ἐπηρεάζουν τὰ ἡμέτερα, ἡ δὲ κυβέρνησις οὐδὲ
877κἂν λόγον ἐξέφερεν. Αὐτὸ μὲ ἐκπλήττει καὶ ἄπορον μοὶ φαίνε-
878ται. Τί φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις περὶ τῶν δύω ἰδιαιτέρων ζητημά-
879των, τὰ ὁποῖα ἡ πρότασις περιέχει; φρονεῖ, ὅτι ὑπάρχει εἰς
880τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα, ἢ, ἂν δὲν ὑπάρχῃ, πρέπει νὰ εἰσαχθῇ
881εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν τὸ ἔθιμον, ὅτι μετὰ τὴν παραίτη-
882σιν τῆς Κυβερνήσεως, ἡττωμένης ὑπὸ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς,
883πρέπει νὰ συνιστᾶται ἐπιτροπὴ, ἥτις νὰ ἐξετάζῃ τὴν πολιτείαν
884καὶ τὴν διαγωγὴν αὐτῆς, ὅπως εὕρῃ ἂν παρηνόμησε κατά τι
885καὶ κατὰ τί; ἢ ἔχει ἄλλην γνώμην περὶ τῆς λογοδοσίας, ἣν
886ὀφείλουσιν αἱ Κυβερνήσεις πρὸς τὰ Κοινοβούλια; Ἐὰν ᾖναι σύμ-
887φωνος μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατηγοροῦσι τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις
888πρὸ μικροῦ παρῃτήθη, καὶ μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατηγοροῦσι
889τὰς Κυβερνήσεις τὰς προγενεστέρας, πρέπει νὰ ἔλθῃ νὰ ἐκφρα-
890σθῇ, διότι δὲν τῇ ἐπιτρέπεται νὰ σιωπᾷ οὔτε ὡς κόμμα, οὔτε
891ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, οὔτε ὡς κυ-
892βέρνησις, διότι καὶ τὴν Κυβέρνησιν πρώτιστα ἐνδιαφέρει ἂν πρέ-
893πει νὰ εἰσαχθῇ τοιοῦτον σύστημα ἐξελέγξεως, διότι σὺν τοῖς
894ἄλλοις καὶ αὐτὴ ἡ ἰδία θέλει ὑποβληθῆ εἰς τοῦτο. Ἐὰν δὲ
895ἔχῃ ὡς κυβέρνησις, ἀντιπροσωπεύουσα ἐν γένει τὴν ἐξουσίαν,
896γνώμην ἄλλην περὶ τῆς ἐξελέγξεως τῶν Κυβερνήσεων, ὀφείλει
897νὰ μᾶς φωτίσῃ, διατί κρύπτει τὰς ἰδέας της καθ’ ἣν ἐποχὴν
898μάλιστα δὲν τῇ εἶναι συγχωρημένον νὰ σιωπᾷ. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ
899δευτέρου ζητήματος τοῦ ἀφορῶντος τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Συντάγμα-
900τος, τοῦ ἀφορῶντος αὐτὰ τὰ δικαιώματα τοῦ Στέμματος, διότι
901ἡ χρῆσις τῶν δικαιωμάτων εἶναι τὰ δικαιώματα ἐν γένει, ἐπὶ
902τοῦ δευτέρου, λέγω, ζητήματος ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ λάβῃ
903τὸν λόγον καὶ ἐκφρασθῇ, καὶ ἂν ἔχῃ γνώμην ἰδίαν, ἥτις τυχὸν
904δὲν ταυτίζεται μετὰ τῆς γνώμης τοῦ ἡγεμόνος, δὲν λέγω,
905ὅτι ὀφείλει νὰ τὴν μεταβάλῃ, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ ἀποσυρθῇ. Μοὶ
906συνέβη ἄλλοτε νὰ εὑρεθῶ εἰς παρομοίαν θέσιν, καὶ τὸ ἐνθυμεῖ-
907σθε, ὅσοι εὑρέθητε εἰς τὰς συνεδριάσεις τοῦ 1865· ἤμην τότε
908εἰς τὴν κυβέρνησιν, καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ φέρῃ πρότασιν
909περὶ καταργήσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ὅτε ἐφέρθη
910ἡ πρότασις, ἐπρόκειτο περὶ ἐπουσιωδῶν ζητημάτων· ἐγὼ δὲν
911ἤμην παρὼν, καὶ ἡ Βουλὴ ἐπεφόρτισε τὸν πρόεδρον νὰ μὲ κα-
912λέσῃ. Ἐνεφανίσθην καὶ ἠρωτήθην, ὁποίαν γνώμην ἔχω ἐπὶ τοῦ
913ζητήματος τῆς καταργήσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας·
914τί ἀπεκρίθην εἰς τὴν Βουλήν; εἶπον, ὅτι ἔχω ἐπὶ δύω ζητη-
915μάτων μερικωτέρων ἰδίαν γνώμην, τὴν ὁποίαν προθύμως θέλω
916ἐκφράσει εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ οὐχὶ τὴν στιγμὴν ταύτην. Ἀλλ’
917ἡ Βουλὴ ἐπέμενεν ἐκ παντὸς τρόπου νὰ μάθῃ τὴν γνώμην μου·
918τῇ εἶπον, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν πρέπει νὰ λάβῃ μέ-
919ρος εἰς τὴν συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ περὶ καταργήσεως τοῦ θε-
920σμοῦ τούτου τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ συγχρόνως ἠξεύρω, ὅτι
921εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκομαι, δὲν ἀντιπροσωπεύω
922μόνον ἐμαυτὸν, ἀλλ’ ἀντιπροσωπεύω πρὸ πάντων τὴν Βασι-
923λείαν. Θέλω ἀνακοινώσει εἰς τὸν Βασιλέα τὴν γνώμην· καὶ ἂν
924ὁ Βασιλεὺς ἔχῃ τὴν αὐτὴν γνώμην, θέλω ἔλθει ὡς ἀντιπρόσω-
925πος τοῦ Στέμματος καὶ ὑποστηρίξει αὐτὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς·
926ἐὰν δὲ ἡ Βασιλεία φρονῇ, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν περὶ καταρ-
927γήσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας πρέπει νὰ λάβω μέ-
928ρος, καί τοι διαφωνῶν, θέλω ἀποχωρήσει. Ἡ Βουλὴ ἀπῄτησε
929νὰ μάθῃ καὶ ἑτέραν γνώμην μου, τί ἐφρόνουν περὶ τῆς οὐσίας
930ἤτοι περὶ καταργήσεως ἢ μὴ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρα-
931τείας. Ἀπελογήθην τὰ αὐτὰ καὶ προσέθηκα, ὅτι ἡ περὶ τούτου
932γνώμη μου εἶναι πασίγνωστος, διότι δὲ εὑρίσκομαι εἰς τὴν κυ-
933βέρνησιν, δὲν ὀφείλω ν’ ἀλλάξω γνώμην, ἀλλὰ καὶ περὶ τούτου
934θέλω συνεννοηθῆ μετὰ τοῦ Βασιλέως, καὶ ἂν ᾖναι σύμφωνος μὲ
935τὴν γνώμην μου, θέλω ἐξακολουθήσει νὰ ἀντιπροσωπεύω τὸ
936Στέμμα, ἂν δὲ διαφωνῇ, θέλω ἀποσυρθῆ.
937Εὐρωπαῖοι συνειθισμένοι εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν βίον τελει-
938οποιηθέντα, ὡς παρ’ αὐτοῖς ἐτελειοποιήθη, θέλουσιν ἐκπλαγῆ μαν-
939θάνοντες, ὅτι ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ Βουλὴ συζητεῖ περὶ τῆς χρήσεως
940τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος, ἡ κυβέρνησις ἐντελῶς ἐσιώπησεν.
941Αὐτὸ, κύριοι, δὲν πιστεύω νὰ ἠκούσθη ποτὲ, πιστεύω ὅτι εἶναι
942πρωτοφανὲς, ἀπαντώμενον μόνον παρ’ ἡμῖν. Θέλει δὲ προξενήσει
943ἔτι μεγαλειτέραν ἔκπληξιν διὰ τοὺς συνειθισμένους εἰς τὸν
944κοινοβουλευτικὸν βίον εὐρωπαίους, ὅταν μάθωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρ-
945νησις οὐ μόνον ἐσιώπησεν, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἀφοῦ ἐζήτησε προ-
946θεσμίαν, ἀφοῦ ἀπέκρουσε τὴν πρότασιν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ Βου-
947λὴ τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος τούτου, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις
948ἤθελε σκέπτεσθαι περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ ἐζήτησε καὶ
949μίαν καὶ δύω ἀκόμη ἀναβολὰς, ἔρχεται ἤδη ζητοῦσα ἀναβολὴν
950διαρκῆ.
951Διὰ τοῦτο, κύριοι, δὲν νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ δε-
952χθῇ αὐτὴν τὴν τακτικήν· δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ εὐχαριστη-
953θῇ εἰς τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα, διότι εὐχαριστουμένη ἀπο-
954δεικνύει, ὅτι τὰ μεγάλα συνταγματικὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα
955ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Συντάγματι, δὲν ἔχουσιν ἀληθῶς δι’ αὐτὴν
956τὴν μεγάλην ἀξίαν, τὴν ὁποίαν πραγματικῶς πρέπει νὰ ἔχωσιν.
957Ἡ Βουλὴ δὲν πιστεύω νὰ ἐπιθυμῇ νὰ κατατρίβῃ τὸν χρόνον της,
958ἐνασχολουμένη εἰς ζητήματα τόσῳ μεγάλης ἀξίας, χωρὶς νὰ
959ἐπιδιώκῃ ἓν ἀποτέλεσμα πρακτικόν, χωρὶς νὰ ἐπιθυμῇ μίαν
960λύσιν ἀλλὰ μόνον τὴν σύγχυσιν, καὶ πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ θέ-
961λει συμφωνήσει, ὅτι ἡ τακτική, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ὡς
962πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο ἀκολουθεῖ, δὲν τείνει εἰς τὸν σκοπόν,
963τὸν ὁποῖον ἀποδίδω εἰς τὴν Βουλήν. Πιστεύω δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ
964θὰ ζητήσῃ νὰ καταστήσῃ τὴν συζήτησιν ἀληθῆ, σοβαράν, ἀξίαν
965τοῦ ζητήματος καὶ ἀξίαν τῶν δικαιωμάτων, περὶ τὰ ὁποῖα
966ἐνασχολεῖται. Φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸ αἴσθημα, τὸ
967ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις τῇ ἀποδίδει, νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τοὺς χρόνους
968τοὺς ἐγκαταλελειμμένους καὶ λησμονημένους τοῦ κοινοβουλευ-
969τικοῦ βίου τῶν ἐθνῶν, καθ’ οὓς ὁ πόλεμος κατὰ τῶν κυβερνή-
970σεων ἐγίνετο διὰ τῆς παραλυσίας τοῦ Κράτους. Ἑπομένως
971ὑπάρχει ὅλη ἡ προθυμία νὰ παραιτήσωμεν τὰ τοιαῦτα ἔθιμα,
972ὅταν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐνόσῳ θέλομεν, καὶ νὰ
973μὴ τὴν ἔχωμεν ἐνόσῳ δὲν θέλομεν· καὶ ὅτι εἰς τὴν συζήτησιν
974τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος ἡ Βουλὴ θέλει θεωρήσει καθῆκον τῆς
975Κυβερνήσεως καὶ καθῆκον ἑαυτῆς νὰ ἐνασχοληθῶσι καὶ ἡ μὲν
976καὶ ἡ δὲ εἰς λύσιν σοβαρὰν καὶ σπουδαίαν, ὅπως ἔχῃ ἀξίαν καὶ
977ἔχῃ καὶ ἀποτέλεσμα. Τὰ δὲ μέχρι τοῦδε γενόμενα δὲν τὰ
978νομίζω τοιαῦτα.
979§48ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶ-
980μαι ἠναγκασμένος, κύριοι, νὰ εἴπω ὀλίγα πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς
981Κυβερνήσεως κατὰ τῶν ἀδίκων, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, αἰτιά-
982σεων, τὰς ὁποίας πρὸ μικροῦ ἀπηύθυνεν ἐντεῦθεν ὁ ἀξιότιμος
983βουλευτὴς Μεσολογγίου, χωρὶς βεβαίως διὰ τῆς ὑπερασπίσεως,
984τὴν ὁποίαν προτίθεμαι νὰ κάμω ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐπιῤ-
985ῥίψω εὐθύνην, ἢ μομφήν τινα, ἔστω καὶ μεμακρυσμένην, κατὰ
986τοῦ Κοινοβουλίου.
987Γνωστὸν εἶναι ὑμῖν, ὅτι ἡ παροῦσα κυβέρνησις ἐκλήθη εἰς
988τὰ πράγματα τὴν ἑσπέραν τῆς 9 Φεβρουαρίου. Τὴν 10 καὶ 11
989τοῦ μηνὸς τούτου ἡ Βουλὴ δὲν συνεδρίασεν, ὡς ἐκ τῶν ἑορτῶν
990τῶν Ἀποκρέω, συνῆλθε δὲ εἰς πρώτην μετὰ τὸν σχηματισμὸν
991τῆς παρούσης κυβερνήσεως συνεδρίασιν τὴν 12 Φεβρουαρίου.
992Ἀλλ’ εὐθὺς τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐῤῥίφθη ἐν τῷ μέσῳ τοῦ Κοι-
993νοβουλίου ζήτημα πολιτικόν, ἀφορῶν οὐχὶ βεβαίως εἰς τὴν ἐ-
994ξέτασιν καὶ τὸν ἔλεγχον τῶν βασιλικῶν προνομίων, διότι τὰ
995βασιλικὰ προνόμια, ὡς θέλω ἀποδείξω βραδύτερον, εἶναι ἀνώ-
996τερα παντὸς ἐλέγχου, πάσης ἐξετάσεως, ἀλλὰ μόνον ὡς πρὸς
997τὸ ἀνεύθυνον πρόσωπον τοῦ Βασιλέως, οὐδέποτε δὲ καὶ ὡς πρὸς
998τὴν ὑπεύθυνον κυβέρνησιν, ἥτις ποιεῖται χρῆσιν αὐτῶν, (εὖγε!
999εὖγε!), ἀλλ’ ἀφορῶν εἰς τὰς πράξεις καὶ εἰς τὴν εὐθύνην τῆς
1000προκατόχου κυβερνήσεως. Ἐῤῥίφθη λοιπὸν ἐν μέσῳ τοῦ Κοινο-
1001βουλίου, ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τοῦ σχηματισμοῦ τῆς παρού-
1002σης κυβερνήσεως, ζήτημα πολιτικόν, ζήτημα σοβαρόν, ἀφορῶν,
1003ὡς εἶπον, εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν πράξεων τῆς προκατόχου κυ-
1004βερνήσεως, καὶ τῆς εὐθύνης, ἣν ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις κατὰ πᾶ-
1005σαν στιγμὴν ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, χωρὶς νὰ ζητῇ νὰ κρύ-
1006πτηται ὄπισθεν τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος (εὖγε εὖγε!).
1007Ἡ Κυβέρνησις ἐνόμιζεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ παρασταθῇ, καὶ παρε-
1008στάθη κατὰ τὰς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου πολυημέρους συ-
1009ζητήσεις τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ μὲν διότι ἡ Κυβέρνησις πάντοτε
1010πρέπει νὰ παρίσταται εἰς τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς, τὸ δὲ
1011διὰ νὰ δίδῃ πᾶσαν ἀναγκαίαν πληροφορίαν ἐπὶ παντὸς ἀντικει-
1012μένου, ἥτις τυχὸν ἤθελε ζητηθῇ παρ’ αὐτῆς, σχετικῶς πρὸς τὸ
1013ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν εὐθύνην τῆς προ-
1014κατόχου κυβερνήσεως. Δὲν ἠδυνήθη λοιπὸν ν’ ἀσχοληθῇ εἰς τὰ
1015κύρια ἔργα αὐτῆς, ὁποῖα ἦσαν ἡ ἀναθεώρησις τοῦ εἰς τὴν Βου-
1016λὴν ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ, καὶ ἡ προπαρασκευὴ σπου-
1017δαίων νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα προτίθεται νὰ ὑποβάλῃ εἰς
1018τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῆς, ἀφορῶντα εἰς τὴν συγκοινωνίαν τοῦ Τό-
1019που, καὶ εἰς τὴν διαῤῥύθμησιν τῆς κακῆς οἰκονομικῆς καταστά-
1020σεως τοῦ Κράτους, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, καὶ ἧς τὰ αἴτια, εἰρή-
1021σθω, δὲν ἀποδίδω εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ἀλλ’ εἰς τὰς
1022ἐκτάκτους καὶ ἀνωμάλους περιστάσεις, αἵτινες ἐπῆλθον ὑμῖν
1023πρὸ δωδεκαετίας. Ἡ Κυβέρνησις, ἂν καὶ ἦτο πάντοτε παροῦσα,
1024ὡς εἶπον, δὲν ἐνόμισεν ὅμως, ὅτι ὤφειλε νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν
1025συζήτησιν τοῦ ἀντικειμένου, ὅπερ πρὸ τόσων ἡμερῶν ἀπασχολεῖ
1026τὸ Κοινοβούλιον, ὡς καὶ κατ’ ἄλλην συνεδρίασιν ἔλαβον τὴν
1027τιμὴν νὰ εἴπω, καὶ νὰ ἐκφράσῃ οἱανδήποτε γνώμην περὶ αὐτοῦ,
1028διότι δὲν ἤθελε νὰ παραστήσῃ οὔτε τὸν κατήγορον, ἀλλ’ οὔτε
1029τὸν συνήγορον τοῦ προκατόχου ὑπουργείου. Τὰ μέλη αὐτοῦ ἦσαν
1030παρόντα καὶ εἶναι εὐτυχῶς εἰς θέσιν νὰ ὑπερασπίζωνται ἑαυτὰ
1031κατὰ τῶν αἰτιάσεων, κατὰ τῶν κατηγοριῶν, τὰς ὁποίας, δι-
1032καίως ἢ ἀδίκως, δὲν εἶναι ἔργον ἡμῶν νὰ ἐξετάσωμεν, ἀποδίδει
1033εἰς αὐτὰ μία μεγάλη μερὶς τῆς Βουλῆς.
1034Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις παρετήρησεν, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν
1035ἐξηντλεῖτο, ἀλλὰ παρετάθη, καὶ δύναται ἴσως νὰ παραταθῇ ἐπὶ
1036πολλὰς ἡμέρας, ὡς ἐκ τῆς διαστάσεως, ἣν ἔλαβε, βλέπουσα
1037ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι δὲν ἔχει καιρὸν νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ τῶν σπουδαίων
1038αὐτῆς καθηκόντων, πρὸ πάντων δὲ εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ
1039προϋπολογισμοῦ, παρεκάλεσε τὴν Βουλὴν, νὰ διακόψῃ τὰς ἐργα-
1040σίας της. Αὐτὴν δὲ τὴν ἰδίαν Βουλὴν, χωρὶς νὰ καταφύγωμεν
1041εἰς τὴν χρῆσιν τῶν βασιλικῶν προνομίων, εἰς τὰ ὁποῖα ἄλλοι,
1042εὑρισκόμενοι εἰς τὴν θέσιν ἡμῶν, ἤθελον καταφύγει, παρεκαλέ-
1043σαμεν νὰ διακόψῃ ἐπί τινας ἡμέρας τὰς ἐργασίας της, ὅπως ἡ
1044Κυβέρνησις ἐργασθῇ τόσον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅσον καὶ
1045ἐπὶ ἄλλων σπουδαίων ἀντικειμένων, ἐφ’ ὧν δὲν εἶχε καιρὸν νὰ
1046ἐργασθῇ, ὑποχρεουμένη νὰ ᾖναι πάντοτε παροῦσα ἐντὸς τοῦ
1047Κοινοβουλίου. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως,
1048καὶ τὴν 1 Μαρτίου, ἡμέραν Παρασκευὴν, διέκοψεν ἡ Βουλὴ τὰς
1049ἐργασίας της. Ἡ ἡμέρα δ’ ἐκείνη παρῆλθε χωρὶς, ἐννοεῖται, ἡ
1050Κυβέρνησις νὰ δυνηθῇ νὰ ἐργασθῇ. Τὴν 8 Μαρτίου, τοὐτέστι
1051μετὰ ἑπτὰ ἡμέρας ἀπὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς,
1052ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν εἰς τὸν ἀξιότιμον πρόεδρον τῆς Βουλῆς
1053τὰς τροποποιήσεις, ὅσας ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ ἐπενέγκῃ εἰς
1054τὸν προϋπολογισμὸν, παρακαλέσασα τὸν κ. πρόεδρον ν’ ἀπο-
1055στείλῃ αὐτὰς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διὰ νὰ
1056τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, μὲ τὴν παράκλησιν νὰ ἐπισπεύσῃ ἡ ἐπιτροπὴ
1057τὰς ἐργασίας της, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἔχῃ πίστωσιν διὰ
1058τὰς δαπάνας τοῦ μηνὸς Μαρτίου. Μόνον λοιπὸν ἑπτὰ ἡμέρας
1059διέθεσεν ἡ Κυβέρνησις ὑπὲρ ἑαυτῆς, καὶ κατὰ τὸ διάστημα τοῦ-
1060το τῶν ἑπτὰ ἡμερῶν, ἐσκέφθη οὐ μόνον ἐπὶ τοῦ προϋπολογι-
1061σμοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ ἄλλων ἔργων σπουδαιοτάτης σημασίας, ἅ-
1062τινα μετ’ ὀλίγον θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἔργων, ἅτινα
1063ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὴν συγκοινωνίαν τοῦ τόπου καὶ τὴν ἀνόρ-
1064θωσιν τῶν οἰκονομικῶν αὐτοῦ. Ἡ αἰτίασις λοιπὸν, ἣν ὁ ἔντιμος
1065βουλευτὴς Μεσολογγίου ἀπηύθυνε καθ’ ἡμῶν, δὲν εἶναι ἀκριβὴς,
1066δὲν εἶναι δικαία, διότι εἰς τὸ ὀλιγοήμερον τοῦτο διάστημα
1067εἰργάσθημεν, ὅσῳ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐργασθῶμεν.
1068Ἀλλ’ ἀφοῦ βλέπει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι τὸ ζήτημα, ὅπερ πρὸ
1069πολλῶν ἡμερῶν ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν, δὲν ἐξηντλήθη, καὶ δύ-
1070ναται νὰ καταναλώσῃ ἀρκετὰς ἡμέρας ἀκόμη, ἀφοῦ βλέπει, ὅτι
1071δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθῇ κυβερνῶσα ἐκτὸς τῶν διατάξεων
1072τοῦ Συντάγματος, νομίζει, ὅτι εἶναι καθῆκον αὐτῆς ἀπαραίτη-
1073τον νὰ παρακαλέσῃ τὴν Βουλὴν νὰ ἐνασχοληθῇ εἰς τὰ οὐσιωδέ-
1074στερα καθήκοντα αὐτῆς, μεταξὺ τῶν ὁποίων πρωτεύει ἡ ἐπι-
1075ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ φορολογικοῦ νόμου, χωρὶς
1076νὰ ἐννοῇ νὰ ἐγκαταλειφθῇ τὸ ζήτημα, ὅπερ ἀφορᾷ εἰς τὸ προ-
1077κάτοχον ὑπουργεῖον, τὸ ὀφεῖλον εὐθύνας ἐνώπιον τοῦ Κοινο-
1078βουλίου.
1079Ὁ προϋπολογισμὸς, κύριοι, ὁ ὑποβληθεὶς ὑπὸ τῆς προκατό-
1080χου Κυβερνήσεως, οὐδεμίαν πολιτικὴν ἀρχὴν ἀντιπροσωπεύει,
1081ὡς σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος πρώην πρωθυπουργὸς, διότι οὐδὲν εἶναι
1082ἄλλο, ἢ ἁπλῆ ἀντιγραφὴ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν παρελθόν-
1083των ἐτῶν. Ἢ πλανῶνται δὲ, ἢ θέλουσι νὰ πλανῶσιν ἄλλους οἱ
1084ὑποστηρίζοντες, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς παρ’ ἡμῖν ἀντιπροσω-
1085πεύει πολιτικὴν, ἢ διοικητικήν τινα ἰδέαν. Ὁ προϋπολογισμὸς
1086οὐδὲν ἄλλο εἶναι, ἢ ἓν ἁπλοῦν μισθολόγιον, στηριζόμενον εἰς
1087τοὺς κειμένους νόμους, καὶ ἡ ἐπιψήφισις δαπανῶν πρὸς θερα-
1088πείαν ἀναγκῶν τινων ἐπαρχιακῶν ἢ δημοτικῶν τοῦ Κράτους.
1089Δὲν περιέχει ἑπομένως πολιτικὴν ἀρχὴν, δὲν ἀντιπροσωπεύει
1090διοικητικήν τινα ἰδέαν, διότι οὔτε αὐξάνει, οὔτε ἐλαττόνει τὸν
1091στρατόν της ἡ Κυβέρνησις ἑκάστοτε, κατὰ τὰς ἐξωτερικὰς πε-
1092ριστάσεις καὶ ἀνάγκας, διότι οὔτε αὐξάνει, οὔτε ἐλαττόνει τὸ
1093ναυτικόν της, κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ἐπικρατείας, σχετιζομένας
1094πρὸς τὰς πολιτικὰς καὶ ἐξωτερικὰς περιστάσεις. Ὁ προϋπολογι-
1095σμὸς ἡμῶν εἶναι προϋπολογισμὸς στερεότυπος, εἶναι μία ἁπλῆ
1096ἀντιγραφὴ τῶν προϋπολογισμῶν, τῶν εἰσαγομένων εἰς τὴν Βου-
1097λὴν ἀπὸ τῆς παρελθούσης ἐποχῆς. Δὲν ἐννοοῦμεν λοιπὸν, ὅτι
1098ὁ προϋπολογισμὸς, ὅστις ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τῆς προ-
1099κατόχου Κυβερνήσεως, ἀντιπροσωπεύει πολιτικὴν ἢ διοικητικήν
1100τινα ἀρχὴν, ὅπως ἐξέθεσεν ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης.
1101Διὰ τοῦτο, οὔτε ἡμεῖς ἐνησχολήθημεν νὰ τροποποιήσωμεν τὸν
1102προϋπολογισμὸν τοῦτον, κατὰ τὰς πολιτικὰς ἰδέας ἡμῶν, ἀλλ’
1103ἐνησχολήθημεν νὰ τροποποιήσωμεν αὐτὸν, κατὰ τὰς ἀνάγκας
1104τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς διοικήσεως. Οὕτω προσεθέσαμεν εἰς αὐτὸν
1105δαπάνας, ἃς ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις παρέλειψε νὰ καταγράψῃ,
1106ἀλλὰ δαπάνας, στηριζομένας εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ
1107εἰς ἀναποφεύκτους ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας. Δὲν ἠθελήσαμεν νὰ
1108ὑποστηρίξωμεν προϋπολογισμὸν μὲ ἰσοζύγιον μὴ ἀκριβές. Ἠ-
1109θέλομεν καὶ θέλομεν προϋπολογισμὸν ἀληθῆ, καίτοι μὴ παρι-
1110στῶντα τὸ ἰσοζύγιον, ὅπερ μετὰ μεγάλης ἐπιμονῆς ἐπιδιώκει,
1111ἀλλὰ πάντοτε ἐπὶ τοῦ χάρτου μόνον, ὁ ἀξιοσέβαστος προκά-
1112τοχός μου ὑπουργός. Λυποῦμαι διότι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν
1113παρουσιάζει ἀληθὲς ἰσοζύγιον· ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς κατά-
1114στασις τῶν πραγμάτων, ἣν πρέπει νὰ μάθῃ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ
1115τὸ Ἔθνος· διότι, ὅταν μάθωμεν τὴν ἀληθῆ κατάστασιν ἡμῶν
1116τὴν οἰκονομικὴν, θ’ ἀποφασίσωμεν τέλος πάντων νὰ σκεφθῶμεν
1117καὶ περὶ τῶν τρόπων τῆς διορθώσεως αὐτῆς. Οὕτω ἐὰν δὲν
1118ἐνησχολήθημεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, τροποποιοῦντες αὐτὸν
1119κατὰ τὰς πολιτικὰς ἡμῶν ἀρχὰς, διότι τοιαύτας, ὡς σᾶς εἶπον,
1120δὲν ἀντιπροσωπεύει, ἐνησχολήθημεν ὅμως εἰς τὸ νὰ ἐπενέγκω-
1121μεν τὰς μεταβολὰς ἐκείνας, ἃς αἱ ὑποχρεώσεις καὶ αἱ ἀνάγκαι
1122τοῦ Κράτους μᾶς ὑπηγόρευσαν.
1123Ἡ Κυβέρνησις κατηγορεῖται ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου
1124τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὅτι ἐσιώπησεν ἐπὶ ζητήματος
1125λίαν σοβαροῦ, θίγοντος τὰ προνόμια καὶ τὰ δικαιώματα τῆς
1126Βασιλείας. Δὲν εἶναι, κύριοι, ἀκριβὲς, δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ
1127Κυβέρνησις ἐσιώπησεν ἐπὶ τοῦ τοιούτου ζητήματος· διότι τὰ
1128προνόμια καὶ τὰ δικαιώματα τῆς Βασιλείας, σχετικῶς πρὸς τὸ
1129ἀνεύθυνον πρόσωπον τοῦ Βασιλέως, εἶναι ἀνεξέλεγκτα, καὶ ὁ
1130Βασιλεὺς δὲν ὀφείλει νὰ δώσῃ λόγον, οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν,
1131οὔτε εἰς τὸ Ἔθνος διὰ τὴν χρῆσιν τῶν προνομίων καὶ τὴν ἐνά-
1132σκησιν τῶν δικαιωμάτων του. Ἀλλ’ ἡ προλαβοῦσα Κυβέρνη-
1133σις, ἥτις ἐποιήσατο χρῆσιν τῶν βασιλικῶν τούτων προνομίων καὶ
1134δικαιωμάτων, ὀφείλει νὰ δώσῃ λόγον ἐνώπιον τοῦ Κοινοβου-
1135λίου καὶ τοῦ Ἔθνους. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα
1136δὲν ἐνόμισεν ἀναγκαῖον ν’ ἀναλάβῃ τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ Στέμ-
1137ματος, διότι τὸ Στέμμα δὲν κατηγορεῖται, οὔτε ἠδύνατο νὰ
1138κατηγορηθῇ. Κατηγορεῖται τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον—ἀδια-
1139φορῶ ἂν δικαίως ἢ ἀδίκως, διότι τοῦτο θὰ τὸ ἐξετάσῃ καὶ
1140θὰ τὸ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ—ὅπερ ἐποιήσατο χρῆσιν τῶν βασι-
1141λικῶν προνομίων καὶ ὅπερ συνεβούλευσε τῇ βασιλείᾳ εἰς τὴν
1142ἐνάσκησιν τῶν βασιλικῶν προνομίων της, διὰ νὰ διατηρήσῃ ἴσως
1143αὐτὸ τὴν ἐξουσίαν. Καὶ ἐντὸς τοῦ Συντάγματος κατηγορεῖται.
1144Κατὰ τὸ Σύνταγμα, κύριοι, οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Βασιλέως
1145ἰσχύει, ἐὰν δὲν ᾖναι τὸ περὶ ταύτης διάταγμα προσυπογε-
1146γραμμένον ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ. Ἰδοὺ ἐπὶ λέξεσι, τί δια-
1147τάσσει τὸ Σύνταγμα (ἄρθρον 30)· «Οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Βασι-
1148«λέως ἰσχύει, οὐδ’ ἐκτελεῖται, ἂν δὲν ᾖναι προσυπογεγραμμένη
1149«παρὰ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ, ὅστις διὰ μόνης τῆς ὑπογραφῆς
1150«του καθίσταται ὑπεύθυνος.» (Εὖγε! ἐκ δεξιῶν) Λοιπὸν, ἐὰν
1151τὸ Κοινοβούλιον ζητῇ σήμερον λόγον ἀπὸ μίαν Κυβέρνησιν οἱαν-
1152δήποτε διὰ πρᾶξίν τινα, ἀναγομένην, ἔστω, εἰς τὰς προνομίας
1153τοῦ Στέμματος, δὲν θὰ εἴπῃ, ὅτι κατηγορεῖται ἢ ἐξελέγχεται
1154τὸ Στέμμα, οὐδ’ ἐννοεῖ τὸ Κοινοβούλιον νὰ ζητήσῃ εὐθύνας ἀπὸ
1155τὸ ἀνεύθυνον πρόσωπον τοῦ Βασιλέως, διότι τοῦτο προφανῶς
1156ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα, ὅπερ καθιέρωσε τὸ ἀνεύθυνον τοῦ
1157Βασιλέως. Ἡ εὐθύνη ζητεῖται ἀπὸ τοῦ ὑπουργείου, ὅπερ συνε-
1158βούλευσε τῷ Βασιλεῖ νὰ ἐνασκήσῃ ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ ὑπουργείου
1159τὰ βασιλικὰ προνόμια, ὧν ἡ ἐνάσκησις πρέπει ν’ ἀφορᾷ εἰς με-
1160γάλα ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἑπομένως ἡμεῖς δὲν νομίζομεν, ὅτι
1161μία Κυβέρνησις, διαλύουσα τὴν Βουλὴν, πρέπει νὰ ὀχυροῦται
1162ὄπισθεν τῶν βασιλικῶν προνομίων, διὰ ν’ ἀποφεύγῃ τὴν εὐθύνην
1163τῆς πράξεώς της ταύτης. Καὶ ἰδοὺ διατὶ ἐσιωπήσαμεν· διότι
1164δὲν εἴχομεν ἀνάγκην νὰ ὑπερασπίσωμεν τὰ ἡγεμονικὰ προνό-
1165μια, ἅτινα οὔτε νὰ κατηγορήσῃ δύναταί τις, οὔτε ν’ ἀμφισβη-
1166τήσῃ, ἀλλὰ μόνον, ὡς σᾶς εἶπον, καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ἀνεύθυ-
1167νον πρόσωπον τοῦ Βασιλέως. Ἡ κατηγορία, ἥτις διετυπώθη
1168ἐναντίον τοῦ προκατόχου ὑπουργείου, μόνον εἰς αὐτὸ ἀφορᾷ,
1169καὶ ἀπὸ αὐτὸ ζητεῖται εὐθύνη τῶν πράξεών του. Ἡμεῖς δὲ σή-
1170μερον δὲν ἔχομεν οὔτε καθῆκον, οὔτε δικαίωμα νὰ ὑπερασπί-
1171σωμεν τοὺς προκατόχους ἡμῶν, οὐ μόνον διότι ἔχουσι τὴν ἱκα-
1172νότητα νὰ ὑπερασπίσωσιν ἑαυτοὺς, ἀλλὰ καὶ ἀπόντες ἐὰν ἦσαν,
1173δὲν εἴχομεν τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀναλάβωμεν τὴν ὑπεράσπισιν
1174καὶ τὴν δικαιολόγησιν πράξεων, ἃς καὶ ὡς Κυβέρνησις καὶ ὡς
1175κόμμα δὲν συμμεριζόμεθα. (Εὖγε! ἐκ δεξιῶν). Καὶ ἡμεῖς, κύ-
1176ριοι, ὡς Κυβέρνησις, διελύσαμεν, ὡς γνωρίζετε, δὶς τὴν Βουλὴν,
1177ἀλλὰ δὲν ἐκρύφθημεν ὄπισθεν τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος,
1178ὅταν μᾶς ἐζητήθη λόγος καὶ εὐθύνη· δὲν ἰσχυρίσθημεν, ὅτι
1179δὲν συζητοῦνται τὰ βασιλικὰ προνόμια, ἀλλ’ εἴχομεν τὸ θάῤῥος
1180νὰ εἴπωμεν, ἀναλαμβάνοντες ὅλην τὴν εὐθύνην, ὅτι «Μάλιστα,
1181«διελύσαμεν τὴν Βουλὴν καὶ συνεβουλεύσαμεν τὸν Βασιλέα
1182«πρὸς τοῦτο, διότι τὸ ἐθεωρήσαμεν συμφέρον ἐθνικὸν, κατὰ
1183«τὴν κρίσιν μας καὶ τὴν πεποίθησίν μας.» Εἴπομεν ἐν ἄλλῃ
1184ἐποχῇ, ὅτι «συνεβουλεύσαμεν τῷ Βασιλεῖ τὴν διάλυσιν τῆς
1185«Βουλῆς, οὐχὶ διὰ νὰ διατηρήσωμεν τὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ διότι
1186«ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἦτον ἀνίκανος νὰ ὑποστηρίξῃ μίαν οἱανδήποτε
1187«Κυβέρνησιν, καὶ ὁ τόπος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μείνῃ ἀκυβέρ-
1188«νητος.» Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου, κατὰ
1189τὰ 1871 ἡττηθὲν ἐν τῇ Βουλῇ, κατέθηκε τὴν ἐξουσίαν, καὶ τὸ
1190διεδέχθη τότε τὸ ὑπουργεῖον Ζαΐμη. Τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο,
1191μὴ ὑποστηριχθὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, παρῄτησε καὶ αὐτὸ τὴν
1192ἐξουσίαν. Ὁ Βασιλεὺς τότε εὑρέθη εἰς δύσκολον θέσιν νὰ σχη-
1193ματίσῃ Κεβέρνησιν, δυναμένην νὰ ὑποστηριχθῇ καὶ ὑπὸ τῆς
1194Βουλῆς. Ἐκάλεσε λοιπὸν εἰς τὰ πράγματα τὸν σεβαστὸν Πρόε-
1195δρον τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ὅστις εἰλικρινῶς παρέστησεν
1196εἰς τὸν ἡγεμόνα, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκείνη δὲν ἦτον εἰς κατάστασιν
1197νὰ ὑποστηρίξῃ Κυβέρνησίν τινα, καὶ παρέστησε τὴν ἀνάγκην
1198τῆς διαλύσεως τοῦ Κοινοβουλίου ἐκείνου, ἀνάγκην ἐπιβαλλομέ-
1199νην ὑπὸ τῶν πραγμάτων. Αὐτὸν τὸν λόγον προέτεινεν εἰς τὸν
1200Βασιλέα, ὅτε ἐκλήθη ὁ κ. Βούλγαρης εἰς τὴν Κυβέρνησιν, φθί-
1201νοντος τοῦ 1871 ἔτους, καὶ αὐτὸν τὸν ἴδιον λόγον ὑπέβαλεν
1202εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτε ἐζήτησεν ἡ Βουλὴ εὐθύνας. Δὲν ἰσχυρίσθη,
1203ὅτι ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε συνεβούλευσε τὴν χρῆσιν τῆς βασιλι-
1204κῆς ταύτης προνομίας, ὡς δικαιώματος ἀπολύτου καὶ μὴ ὑπο-
1205κειμένου εἰς ἔλεγχον, οὔτε ἐζήτησε τὴν δικαιολογίαν αὐτοῦ,
1206προτάττων τὰ βασιλικὰ προνόμια καὶ δικαιώματα.
1207Ἐσιωπήσαμεν λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω νὰ τὸ εἴπω, διότι
1208δὲν εἴχομεν ἀνάγκην νὰ ὑπερασπίσωμεν τοὺς προκατόχους ἡμῶν,
1209κατηγορουμένους δικαίως ἢ ἀδίκως, καὶ διότι ἡ Βασιλεία, ὡς
1210ἀνεύθυνος, δὲν ἔχει χρείαν ὑπερασπίσεως. Ἐπομένως ἡ τοιαύτη
1211σιωπὴ ἡμῶν ἀδίκως κατακρίνεται σήμερον. Τὸ Κοινοβούλιον,
1212κατὰ τὴν περίστασιν αὐτὴν, ἐνασκεῖ ἓν τῶν σπουδαιοτάτων δι-
1213καιωμάτων αὑτοῦ, τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, ἀπαιτοῦν εὐθύ-
1214νην ἀπὸ τὸ ὑπεύθυνον ὑπουργεῖον. Καὶ ἀπὸ ἡμᾶς ἐὰν ζητηθῇ
1215τοιαύτη εὐθύνη, οὐ μόνον εἴμεθα πρόθυμοι, ἀλλὰ καὶ ὀφείλομεν,
1216χωρὶς νὰ ζητῶμεν νὰ δικαιολογηθῶμεν διὰ πλαγίων μέσων, νὰ
1217δώσωμεν λόγον καὶ εὐθύνας ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ
1218ἔθνους. Ἡ σιωπή μας λοιπὸν δὲν εἶναι σιωπὴ ἐναντίον τῶν
1219βασιλικῶν προνομίων καὶ δικαιωμάτων, προσβαλλομένων, ὡς
1220ἰσχυρίσθη ὁ κ. Δεληγεώργης, δὲν εἶναι σιωπὴ ἀπέναντι τοῦ
1221Στέμματος, τοῦ ὁποίου δῆθεν τὰ δικαιώματα, κατὰ τὸν ἀξιό-
1222τιμον βουλευτὴν Μεσολογγίου, συζητοῦνται καὶ προσβάλλονται,
1223διότι οὐδεμία προσβολὴ ἠδύνατο νὰ ἐξενεχθῇ, ἀλλ’ οὔτε ἐξη-
1224νέχθη κατὰ τῆς Βασιλείας.
1225Ἀλλὰ, κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς παρὰ τῆς προκατόχου
1226Κυβερνήσεως ζητουμένης εὐθύνης, ὅσῳ σπουδαῖον, ὅσῳ σημαντι-
1227κὸν καὶ ἂν ᾖναι, δὲν δύναται νὰ τεθῇ ὑπεράνω τοῦ ζητήμα-
1228τος, ὅπερ σήμερον παρουσιάζει ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου ἡ Κυ-
1229βέρνησις, ὡς πρὸς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ
1230φορολογικοῦ νόμου, διότι ἀπέναντι τοῦ συνταγματικοῦ τούτου
1231ζητήματος, πάντα τ’ ἄλλα ζητήματα κατέχουσι δευτερεύου-
1232σαν θέσιν, οἱανδήποτε σημασίαν καὶ ἂν ἔχωσιν, ὅταν πρόκηται
1233περὶ τοῦ πρωτίστου δικαιώματος καὶ καθήκοντος τοῦ Κοινο-
1234βουλίου· καὶ τοιοῦτον ἀναντιῤῥήτως εἶναι ἡ ἔγκαιρος ἐπιψήφι-
1235σις τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ φορολογικοῦ νόμου. Ἡ βρα-
1236δύτης τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτῶν ἐπιφέρει οὐχὶ μόνον ἔκρυθμον
1237ἐνέργειαν καὶ ἀντισυνταγματικὴν, ἀλλὰ καὶ βλάβην σπουδαίαν
1238εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας. Δὲν πιστεύομεν, ὅτι ἤθε-
1239λεν ὑψωθῆ φωνὴ κατὰ μιᾶς τοιαύτης προτάσεως, οὐδένα σκο-
1240πὸν πλάγιον ἐχούσης. Ἡμεῖς εἴπομεν καθαρῶς, ὅτι ἔχομεν
1241ἀνάγκην τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ φορολογικοῦ νόμου, διὰ νὰ
1242εἰσπράξωμεν καὶ δαπανήσωμεν νομίμως· παρεκαλέσαμεν τὴν
1243ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴν νὰ φέρῃ τὴν ἐπ’ αὐτοῦ ἔκ-
1244θεσίν της, ὡς καὶ τὴν ἐπιτροπὴν τῶν οἰκονομικῶν, νὰ φέρῃ τὴν
1245ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ νομοσχεδίου. Παρεκαλέσαμεν
1246δὲ καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτῶν, οὐχὶ
1247σιδηροδρομικῶς, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ζωχιὸς, ἀλλὰ τακτικῶς καὶ κα-
1248νονικῶς, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος τοῦ πο-
1249λιτικοῦ καὶ ν’ ἀποπερατώσῃ αὐτό. Δὲν ἐνοήσαμεν, οὔτε ἐν-
1250νοοῦμεν, νὰ ἐγκαταλειφθῇ αὐτό· διότι, ἀφοῦ ἅπαξ τὸ Κοινο-
1251βούλιον ἐνόμισεν, ὅτι πρέπει νὰ κάμῃ χρῆσιν ἑνὸς δικαιώματός
1252του, τὸ ζήτημα τοῦτο πρέπει νὰ λάβῃ μίαν λύσιν οἱανδήποτε.
1253Ἀλλὰ χάριν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος δὲν ἐνοήσαμεν, ὅτι ὀφείλο-
1254μεν νὰ θυσιάσωμεν σπουδαιότερα καὶ μεγαλεῖτερα συμφέροντα
1255καὶ δικαιώματα τῆς Ἐπικρατείας. Δύναταί τις εὐλόγως νὰ ἰσχυ-
1256ρισθῇ, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν νὰ
1257προηγηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ὁ φορολογικὸς νόμος, εἶναι ζή-
1258τημα μᾶλλον προσωπικὸν, διότι ἄτομα κατηγοροῦνται, ἐνῷ
1259ἐκεῖνο, ὅπερ ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ προταχθῇ, εἶναι ζήτημα συνταγ-
1260ματικὸν, ζήτημα δημοσίας ἀνάγκης, ζήτημα τῆς Ἐπικρατείας.
1261Δὲν πιστεύομεν δὲ, ὅτι ἤθελεν εὑρεθῇ τις τῶν ἀξιοτίμων συνα-
1262δέλφων μας νὰ φέρῃ ἀντίῤῥησιν κατὰ μιᾶς τοιαύτης συνταγ-
1263ματικῆς καὶ ἀθώας προτάσεως. Καὶ λυποῦμαι διότι εὑρίσκο-
1264μαι εἰς τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην ν’ ἀπευθύνω τὴν παρατήρησιν
1265ταύτην εἰς τοὺς ἐντίμους συναδέλφους ἡμῶν, οἵτινες ἔχουσι τὴν
1266ἐναντίαν ἰδέαν.
1267Παρακαλῶ, συμπεραινόμενος, τὴν Βουλὴν κατ’ ἐπανάληψιν,
1268νὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ προτάξῃ
1269εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸν φορολογικὸν νόμον καὶ τὸν
1270προϋπολογισμόν. Δίδω δὲ κατ’ ἐπανάληψιν τὴν ἐξήγησιν, ὅτι
1271ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐννοεῖ νὰ ἐγκαταλειφθῇ ἀσυζήτητον καὶ ἀπε-
1272ραίωτον τὸ ζήτημα, ὅπερ ἀφορᾷ εἰς τὰς πράξεις καὶ εἰς τὴν εὐ-
1273θύνην τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἐπαναλαμβάνω συγχρόνως,
1274καὶ τὴν ἐξήγησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐννοεῖ προσβαλλόμενα
1275τὰ δικαιώματα τῆς Βασιλείας διὰ τῆς εὐθύνης, ἣν ζητεῖ τὸ
1276Κοινοβούλιον ἀπὸ τοῦ ὑπευθύνου ὑπουργείου, ὅπερ ἐποιήσατο
1277χρῆσιν τῶν βασιλικῶν προνομίων· εἰς δὲ τὸ Κοινοβούλιον ἀπό-
1278κειται ν’ ἀποφασίσῃ ἂν ἐποιήσατο ἐπωφελῆ ἢ ἐπιβλαβῆ χρῆ-
1279σιν αὐτῶν, ἂν ἐποιήσατο χρῆσιν συνταγματικὴν ἢ ἀντισυνταγ-
1280ματικήν.
1281§49ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Κύριοι, δὲν ἐσκό-
1282πουν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προτιμήσεως τῆς συζητήσεως
1283τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου
1284δὲν ἤρχετο νὰ ῥίψῃ μομφὴν κατὰ τοῦ ὑπουργείου, ὅτι δῆθεν
1285προκειμένου περὶ συζητήσεως τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος,
1286ἐτήρησε τὸ ὑπουργεῖον σιγήν. Τὸ ὑπουργεῖον ἐὰν δὲν ᾖναι πε-
1287ρισσότερον τοῦ ῥηθέντος βουλευτοῦ ζηλωτὴς τῶν ἀληθῶν
1288συνταγματικῶν δικαιωμάτων τοῦ Στέμματος, δὲν εἶναι ὅμως
1289καὶ κατώτερον αὐτοῦ, ἀλλὰ τῶν κυρίως συνταγματικῶν προνο-
1290μίων τοῦ Στέμματος. Τί εἶναι, κύριοι, τὸ ἀντικείμενον, τὸ
1291ὁποῖον ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν συζήτησιν ἐκείνην; ἡ ἐξέλεγξις
1292ὑπουργικῶν πράξεων, καὶ οὐχὶ τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος, τὰ
1293ὁποῖα εἶναι ἀνεξέλεγκτα, ἀλλὰ καθόσον ἀφορᾷ μόνον τὸ ἀνεύθυ-
1294νον πρόσωπον τοῦ βασιλέως. Ἡ πρότασις, ἣν ὑπέβαλον οἱ ἀξιότι-
1295μοι βουλευταὶ ἔχει οὕτως·
1296«Προτείνω νὰ ἐκλεχθῇ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας ἐπιτροπὴ ἐξ
1297ἐννέα βουλευτῶν, ἥτις νὰ ἐξετάσῃ τήν πολιτείαν τοῦ ὑπουργείου
1298τῆς 8 Ἰουλίου 1872 καὶ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν,
1299δηλοῦσαν ἐὰν ἐκυβέρνησε κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ κατὰ τοὺς
1300νόμους τοῦ Κράτους καὶ ἂν διεχειρίσθη καλῶς τὰ συμφέροντα
1301τῆς πολιτείας καὶ τοῦ δημοσίου, ἢ ἂν ἠθέτησε κατά τι ταῦτα
1302καὶ κατὰ τί, γνωμοδοτοῦσαν δὲ τί πρέπει ἐπὶ τούτου νὰ πράξῃ
1303ἡ Βουλή.
1304Εἰς τὴν ἐκλεχθησομένην ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν ἡ νομοτελε-
1305στικὴ ἐξουσία θέλει παράσχει πάντα τὰ ἀναγκαῖα μέσα πρὸς
1306ἐκτέλεσιν τῆς ἐντολῆς της.
1307Ἐν Ἀθήναις, τὴν 12 Φεβρουαρίου 1874.
1308Ὁ ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς
1309Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ.
1310ὁ ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς
1311Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ.»
1312§50Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Παρακάτω εἶναι ἡ τροπολογία.
1313§51ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τῆς προτάσεως ταύτης βεβαίως δὲν
1314προσβάλλονται οὔτε θίγονται τὸ παράπαν τὰ προνόμια τοῦ
1315Στέμματος· ἄπορον δὲ εἶναι πῶς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Με-
1316σολογγίου εἶπεν, ὅτι ἐνταῦθα ἠμφισβητήθησαν τὰ προνόμια
1317τοῦ Στέμματος, ἐνῷ παντάπασιν περὶ τούτου δὲν ἐπρόκειτο.
1318Ὁ σκοπὸς τῆς προτάσεως τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν κ. Λομ-
1319βάρδου καὶ κ. Δηλιγιάννη δὲν ἦτο, φρονῶ, νὰ φιλονεικη-
1320θοῦν τὰ δικαιώματα τοῦ Στέμματος, ὄχι· ἀλλὰ νὰ ἐξετασθῇ ἡ
1321κυβερνητικὴ πορεία τοῦ ὑπουργείου. Καὶ ἐάν τις θέλῃ νὰ εἴπῃ
1322τὸ ἐναντίον, ἀναλαμβάνει μόνος του τὴν εὐθύνην, ἣν θέλει νὰ
1323ἐπιῤῥίψῃ ἀδίκως εἰς ἄλλους. Ἴσως ἐν τῇ πορείᾳ τῆς συζητή-
1324σεως ἐῤῥέθησάν τινα ἐκτὸς τοῦ προκειμένου· σκοπὸς δ’ αὐτῶν δὲν
1325ἦτο ν’ ἀμφισβητηθῶσι, φρονῶ, τὰ δικαιώματα τοῦ Στέμματος,
1326ἀλλὰ νὰ ἐξελέγξουν τὴν πρώην κυβέρνησιν. Δὲν ὤφειλε λοιπὸν τὸ
1327ὑπουργεῖον νὰ ἐπέμβῃ ἀκαίρως καὶ ἄνευ σπουδαίας ἀφορμῆς πρὸς
1328ὑπεράσπισιν τῶν προσβαλλομένων δῆθεν προνομίων τοῦ Στέμ-
1329ματος, ἀφοῦ κἀνεὶς δὲν τὰ ἠμφισβήτησε. Ταῦτα λέγων, δὲν θέλω
1330νὰ ὑπερασπισθῶ, οὔτε νὰ κατηγορήσω τὸ προκάτοχον ὑπουρ-
1331γεῖον, ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀνεχθῶ καὶ ἐγὼ καὶ τὸ ὑπουρ-
1332γεῖον τὸ νὰ λέγῃ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου καὶ
1333πρώην πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐτήρησε σιγὴν ἐπὶ τῶν
1334δικαιωμάτων τοῦ Στέμματος. Οὐδεὶς, ἐπαναλαμβάνω, ἠμφισβή-
1335τησε τὰ δικαιώματα τοῦ Στέμματος. Ἡ Βουλὴ δικαιοῦται νὰ
1336μεριμνᾷ περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν Νόμων, καὶ ἐξελέγχῃ τὰς
1337πράξεις τῶν ὑπουργῶν· ἀμφότεραι δὲ αἱ πτέρυγες τῆς Βουλῆς
1338δὲν ἀρνοῦνται τοῦτο.
1339§52ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἴπατε προσβαλλομένων τῶν δικαιωμάτων
1340τοῦ Στέμματος......
1341§53ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀντετάξαμεν, εἴπετε......
1342§54ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἑρμηνείας, ἥτις δίδεται τῶν βασι-
1343λικῶν προνομίων......
1344§55ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ συζητήσεως τῶν
1345προνομίων τῶν ἐγγεγραμμένων ἐν τῷ Συντάγματι· πρόκειται
1346περὶ τῆς ἐξετάσεως τῆς διοικήσεως, ὡς εἶπον, καὶ ἐὰν ἐῤῥέθη τι,
1347δὲν ἦτο τοιοῦτον, ὥστε νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὸ ὑπουργεῖον
1348διὰ νὰ προκαλέσῃ ἀκάρπους συζητήσεις καὶ ματαίας ἐπιδείξεις.
1349Ἄδικος λοιπὸν ἦτον ἡ αἰτίασις τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου.
1350§56ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ποῖος τὸ εἶπεν αὐτό; Δὲν τὸ εἶπε κἀνείς.
1351Σᾶς εἶπον ἐγώ, κἀνεὶς βουλευτής......
1352§57ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀγορεύατε καὶ ἐτήρησα ἄκραν σιγὴν,
1353σᾶς παρακαλῶ μὴ μὲ διακόπτετε. — Ἄδικον εἶχεν ὁ βουλευτὴς
1354Μεσολογγίου νὰ μεμφθῇ τὸ παρὸν ὑπουργεῖον, ὅτι ἐτήρησε σι-
1355γὴν, συζητουμένων ἢ προσβαλλομένων δῆθεν τῶν προνομίων τοῦ
1356Στέμματος, διότι δὲν ἐπρόκειτο περὶ τούτου· ἐπρόκειτο μόνον
1357περὶ προτάσεως ὑποβληθείσης εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν πράξεων
1358καὶ τῆς πολιτείας τῶν πρώην ὑπουργῶν καὶ οὐχὶ νὰ ἐξετάσῃ
1359ἡ Βουλὴ καὶ συζητήσῃ τὰ δικαιώματα καὶ τὰ προνόμια τοῦ
1360Στέμματος, τὰ ὁποῖα, ὡς εἶπον, εἶναι ἀνεξέλεγκτα. Τοῦτο εἶναι
1361ὄνειρον. Δὲν εἴδομεν νὰ τεθῇ εἰς συζήτησιν τοιαύτη πρότασις καὶ
1362νὰ σιγήσωμεν· ἡ γενομένη γενικὴ συζήτησις, εἶναι σύμφωνος
1363μὲ τὸ Σύνταγμα, καὶ ἐνόσῳ περιεστρέφετο τὸ ζήτημα εἰς γενι-
1364κὴν συζήτησιν, δὲν εἶχε δικαίωμα τὸ ὑπουργεῖον νὰ παρέμβῃ
1365καὶ νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του. Ὅταν αἱ γενικαὶ συζητήσεις τε-
1366λειώσουν καὶ ὁρισθοῦν καθαρώτερον τὰ θέματα, τότε εἶναι ἐν-
1367δεχόμενον καὶ τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἐπιφέρῃ γνώμην ἂν κατὰ τὴν
1368κρίσιν του τὰ τεθησόμενα ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ζητήματα
1369ἀπάδουν ἢ οὒ εἰς τὸ Σύνταγμα. Παύω, κύριοι, τὸν λόγον, καὶ
1370νομίζω, ὅτι ὁ βουλευτὴς Μεσολογγίου ἠδίκησε τὸ ὑπουργεῖον
1371ἐκθέσας ὅσα ἐξέθεσε.
1372§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, δὲν εἶναι ἄλλος ἐγγεγραμμένος, ὥστε
1373θεωρεῖται ἡ συζήτησις περαιωμένη.
1374§59Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ.
1375§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
1376§61ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ἀπὸ τοῦ βήματος). Σπανίως, κύριοι, ἀνέ-
1377βην τὸ βῆμα μετὰ τῆς ψυχικῆς ὀδύνης, τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι
1378σήμερον· προσεπάθησα ὅσον ἠδυνάμην, ἐπάλαισα πρὸς ἐμαυτὸν,
1379διὰ νὰ ἀποφύγω τὴν δυσάρεστον ταύτην ἀνάγκην, ἀλλὰ καθῆ-
1380κον ὑπέρτερον τοῦ καθήκοντος τοῦ νὰ ἀποφύγω τὴν δυσάρεστον
1381ταύτην ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν συναισθάνομαι, καθῆκον, τὸ ὁποῖον
1382ἔχω ὄχι πρὸς ἐμαυτὸν ἀλλὰ πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, τοῦ ὁποίου
1383ἀποτελῶ μέλος, πρὸς τὴν πολιτείαν αὐτὴν, τὸ καθῆκον αὐτὸ
1384μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα. Εἶπον ὅτι ἀναβαίνω μετὰ ψυχικῆς ὀδύ-
1385νης, διότι αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας θέλω σᾶς ἀποτείνει, θέ-
1386λουσι σᾶς καταστήσει γνωστὸν ὅτι, ἂν συνέβη νὰ διαφωνῶ
1387κατὰ τὸ παρελθὸν, ἂν συμβαίνῃ νὰ διαφωνῶ ἀκόμη καὶ τώρα
1388ἐπὶ τῶν σκέψεων, τὰς ὁποίας ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου τῆς 8
1389Ἰουλίου σᾶς ἀνεκοίνωσεν ἐνταῦθα, μοὶ συμβαίνει ὅμως καὶ ἄλ-
1390λο τι, νὰ διαφωνῶ καὶ πρὸς τὰς σκέψεις ἐκείνων μετὰ τῶν ὁ-
1391ποίων συνέπραττον μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης.
1392Εἶπον ὅτι τὸ καθῆκον τοῦ νὰ ἀναβῶ εἰς τὸ βῆμα εἶναι ὑπέρ-
1393τερον τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ὡς ἄτομον εἶχον, ἵνα ἀποφύγω
1394τὴν δυσάρεστον ταύτην ἀνάγκην· διότι εἶναι καθῆκον, τὸ ὁποῖον
1395ἔχω πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, πρὸς ὅλην τὴν πολιτείαν.
1396Ὅταν εἰσῆλθον εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἐπέθηκα τὴν χεῖρά μου
1397ἐπὶ τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ἔδωκα ὅρκον νὰ σᾶς εἴπω τὴν ἀλήθειαν·
1398καὶ ὡς ἡ ἀλήθεια, ἣν ἠκολούθουν, μὲ ἔφερεν εἰς τὴν πάλην
1399τὴν κοινοβουλευτικὴν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὅπως ἡ ἀλήθεια,
1400ἡ εὐθύτης μὲ ἔφερε μέχρι τῆς σήμερον εἰς πάλην πρὸς μίαν πτέ-
1401ρυγα ὁλόκληρον, ἡ ἀλήθεια ἐπίσης μοὶ ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον
1402νὰ σᾶς εἴπω ὅτι διαφωνῶ καὶ πρὸς αὐτοὺς, μετὰ τῶν ὁποίων
1403συνεπάλαιον μέχρι σήμερον.
1404Ὅταν πρὸ 13 ἡμερῶν ὁ σεβαστὸς συνάδελφός μου βουλευτὴς
1405ἐξ Ὕδρας, ὅστις διευθύνει τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος μου,
1406παρέστησε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀνάγκην δέκα
1407ἡμερῶν παύσεως τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐργασιῶν, διὰ νὰ ἐνα-
1408σχοληθῇ περὶ τὴν μελέτην τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα θεωρεῖ
1409ἀναγκαῖα, καὶ περὶ τὴν μελέτην τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον
1410τὸ ὑπουργεῖον τῆς 8 Ἰουλίου ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, εὑρέθην
1411εἰς μεγάλην πρὸς ἐμαυτὸν πάλην. Ἐχρεώστουν νὰ παράσχω
1412εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐξ Ὕδρας ὅλην τὴν
1413συνδρομὴν καὶ ὑποστήριξίν μου. Μὲ συνέδεον μετ’ ἐκείνου καὶ
1414μεθ’ ὅλης τῆς μερίδος ταύτης κοινοὶ σκοποὶ καὶ κοιναὶ ἰδέαι.
1415Καὶ εἶχον δικαίωμα νὰ ὑποθέσω, ὅτι οἱ σκοποὶ ἐκεῖνοι ἦσαν σκο-
1416ποὶ ἀναγκαῖοι, οὐδ’ ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσι δευτερεύοντες ἢ νὰ
1417ἀναβληθῶσιν οὐδ’ ἐπὶ στιγμήν. Καὶ μολονότι ἐγὼ εἶχον προ-
1418τείνει τὴν πρότασιν περὶ συστάσεως ἐξεταστατικῆς ἐπιτροπῆς
1419κατὰ τοῦ ὑπουργείου τῆς 8 Ἰουλίου, καὶ μολονότι ἡ συνήθεια,
1420ἡ ὁποία εἰς τὸν ἄνθρωπον μὲ τὸν καιρὸν γίνεται ἕξις, μοῦ ἐπέ-
1421βαλλε τὸ καθῆκον νὰ φροντίσω ἵνα ἡ πολιτεία μου ᾖναι γεν-
1422ναία, ὅπως ἦτο γενναία ἡ εἰλικρινὴς ἔκφρασις τοῦ φρονήματός
1423μου κατὰ τὴν πάλην ἐκείνην, μ’ ὅλα ταῦτα ἠθέτησα τὸ φρό-
1424νημά μου τοῦτο καὶ ὑπέκυψα εἰς τὸ καθῆκον νὰ χορηγήσω τὴν
1425συνδρομήν μου εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς 9 Φεβρουαρίου. Ἐναντίον
1426τῆς πεποιθήσεώς μου, ἐναντίον τῆς γνώμης μου ἐψηφοφόρησα
1427διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ παύλα τῶν βουλευτικῶν ἐργασιῶν ἐπὶ τὸ
1428δεκαήμερον.
1429Μοὶ φαίνεται, κύριοι, τι ἀσύνηθες εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν συν-
1430ταγματικῶν ἐθνῶν. Ἀπὸ τῆς 9 Φεβρουαρίου, κατὰ τὴν ὁποίαν
1431συνεστάθη ἡ κυβέρνησις τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐξ Ὕδρας, μέ-
1432χρι τῆς σήμερον, μετρῶνται μόνον 30 περίπου ἡμέραι. Καὶ ἐν
1433τῷ διαστήματι 30 ἡμερῶν τρὶς ἦλθεν ἡ Κυβέρνησις καὶ τρὶς
1434σᾶς ἔθηκεν ὑπουργικὸν ζήτημα. Δὲν πιστεύω νὰ ἀπαντήσατε
1435εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν συνταγματικῶς πολιτευομένων ἐθνῶν ἐν-
1436τὸς ἑνὸς μηνὸς τρία ὑπουργικὰ ζητήματα νὰ φέρῃ ἡ Κυβέρνη-
1437σις εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Καὶ ἐάν τις ἤθελε μοὶ ὑπομνήσει, ὅτι
1438κατὰ τὰ παρελθόντα δύω ἔτη εἷς περικλεὴς πολιτικὸς ἑνὸς με-
1439γάλου Κράτους, ὁ πολιτικὸς ἐκεῖνος, ὅστις πεζὸς καὶ στερού-
1440μενος τῶν μέσων τῆς ὁδοιπορίας ὡς μαθητὴς πτωχὸς ἀπῆλθεν
1441ἀπὸ τοὺς μεσημβρινοὺς νομοὺς τῆς Γαλλίας εἰς τοὺς Παρισίους διὰ
1442νὰ σπουδάσῃ, ὁ πολιτικὸς ἐκεῖνος, ὅστις ἐν ταῖς τελευταίαις
1443κρισίμοις τοῦ τόπου του περιστάσεσιν εὑρέθη διὰ νὰ σταμα-
1444τήσῃ τὸν ῥοῦν τῆς καταστροφῆς καὶ νὰ συντρέξῃ τὴν πατρίδα του.
1445Ἂν μοῦ φέρετε ὡς παράδειγμα ὅτι πολλάκις ὁ πολιτικὸς οὗτος
1446ἐπαρουσιάσθη εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν καὶ ἔδωκε τὴν παραίτη-
1447σίν του, σᾶς λέγω ὅτι πολλῷ μεγάλη ὑφίσταται ἡ διαφορὰ
1448τῶν περιστάσεων τῆς Γαλλικῆς Συνελεύσεως καὶ τοῦ μεγάλου
1449ἐκείνου πολιτικοῦ ἀνδρὸς ἀπὸ τὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας
1450διατελοῦμεν ἡμεῖς. Τὸν πτωχὸν ἐκεῖνον νέον, τὸν ὁποῖον ἡ πο-
1451λιτικὴ ἱκανότης του καὶ αἱ μεγάλαι πρὸς τὴν Γαλλίαν ὑπη-
1452ρεσίαι ἀνεβίβασαν εἰς τὸ ὑπέρτατον σημεῖον τοῦ πολιτικοῦ
1453σταδίου, τὸν ἔφερεν ἡ Συνέλευσις ἡ Γαλλικὴ ἰθύντορα τῶν τυ-
1454χῶν τῆς Γαλλίας, διότι ἀντίθεσις δογμάτων πολιτικῶν, ἀναί-
1455ρεσις αὐτῶν πρὸς ἄλληλα, ἰσότης δυνάμεων τῶν παλαιόντων
1456κομμάτων καθίστων ἀμφίβολον τὴν τύχην τῆς Γαλλίας. Ἡ αὐ-
1457τοκρατορία ἦτο νωπὴ ἀκόμη, τὸ φάσμα τῶν κοκκίνων ἠπείλει τὴν
1458Γαλλίαν, οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Ὀρλεανικοῦ οἴκου ἦσαν πλέον ἐν τοῖς
1459Παρισίοις, ἡ ἐπιμονὴ τοῦ Σαμβὼρ εὕρισκεν ὑποστήριξιν καὶ συνη-
1460γόρους, ἡ δὲ Γαλλία ἔμενεν ἕρμαιον τῆς πάλης τῶν διαφόρων τού-
1461των κομμάτων καὶ τῆς ἀδυναμίας τοῦ νὰ νικήσῃ κἀνὲν ἐξ αὐτῶν
1462ἕνεκα τῆς ἰσότητος τῶν δυνάμεών των. Καὶ ἡ οὐδετερότης μόνον
1463τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου, αὐτὴ καὶ μόνη ἤρκει διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πυ-
1464ξίς, ὡς πηδάλιον, τὸ ὁποῖον ἔμελλεν ἐν τῷ μέσῳ τῆς συγκρούσεως
1465τῶν δογμάτων τῆς πολιτικῆς καὶ τῶν ἰσοπάλων κομμάτων νὰ
1466διευθύνῃ τὸ σκάφος τῆς Γαλλίας.
1467§62ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἔχουν κἀμμίαν σχέσιν αὐτά;
1468§63Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὸν βουλευτὴν ἐξ Ἑρμιονίδος λέγω,
1469ὅτι τὸν παρακαλῶ νὰ πιστεύσῃ, ὅτι γνωρίζω ἐπίσης καλῶς ὡς
1470ἐκεῖνος νὰ συζητῶ εἰς κοινοβούλιον. — Ἀλλ’ αἱ περιστάσεις αἱ
1471ἡμέτεραι εἶναι ἐντελῶς διαφορετικαί. Τὰ τέσσαρα ταῦτα κόμ-
1472ματα ἀπεφάσισαν νὰ συμπράξωσι καὶ ἀντιπολιτευθῶσι τὴν κυ-
1473βέρνησιν τῆς 8 Ἰουλίου. Καὶ ὅταν ἐκ τοῦ κόλπου τῆς ἀντι-
1474πολιτεύσεως ταύτης ἐξῆλθεν ἡ Κυβέρνησις τῆς 9 Φεβρουαρίου,
1475ἡ Κυβέρνησις αὕτη εἶχεν εἰς χεῖράς της τὴν μεγαλειτέραν τῶν
1476δυνάμεων καὶ τὴν ἰσχυροτέραν, τὸν σύνδεσμον τῶν πεποιθή-
1477σεων τῶν κομμάτων τούτων, τὴν σημαίαν τῆς ἀντιπολιτεύ-
1478σεως. Ἰδοὺ διὰ τί ἐνόμισα ἀσύνηθες εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν συν-
1479ταγματικῶν ἐθνῶν ν’ ἀπαντήσω τρία ὑπουργικὰ ζητήματα
1480ἐντὸς τριάκοντα ἡμερῶν.
1481Καὶ δὲν εἶναι τοῦτο ἄνευ λόγου, κύριοι. Ὅταν αἱ κυβερνή-
1482σεις ἀναβαίνωσι τὸ βῆμα καὶ σᾶς φέρωσιν ἓν ὑπουργικὸν ζήτη-
1483μα, ἐξασκοῦσι μίαν ψυχικὴν πίεσιν καὶ ἐπὶ τῶν κομμάτων ἐν
1484τῷ Κοινοβουλίῳ, καὶ ἐπὶ τῶν ἀτόμων· εἶναι δὲ δύσκολον εἰς
1485ἕκαστον νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην πάλης ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ
1486τῆς ἀκολουθούσης αὐτὴν ὑπουργικῆς κρίσεως. Δὲν παρῆλθον
1487πολλαὶ ἡμέραι, ἀφ’ ἧς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἠκούσατε ἕνα
1488ἄνθρωπον, πρὸς τὸν ὁποῖον ἔχω ἀπόλυτον σέβας, ἕνα ἄνθρω-
1489πον, τοῦ ὁποίου ὁ ὄγκος τοῦ ὀνόματος εἶναι μέγας καὶ ἡ ἐπι-
1490φανὴς προσωπικὴ ἱστορία εἶναι μεγάλη, ἦλθε καὶ σᾶς ὡμολό-
1491γησεν ὅτι ἀναγνωρίζει τὸ ἐπιβλαβές, τὸ ἐπιζήμιον τῆς ὑπουργι-
1492κῆς προτάσεως, ἀναγκάζεται ὅμως νὰ ψηφοφορήσῃ ὑπὲρ αὐτῆς,
1493διότι θέλει νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν κυβέρνησιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ψυ-
1494χικὴ πίεσις, ὁ ἠθικὸς καταναγκασμός, τὸν ὁποῖον τὰ ὑπουρ-
1495γικὰ ζητήματα ἐξασκοῦσι.
1496Καὶ πρὸς τίνα λόγον, κύριοι, ἐφέρθη καὶ αὐτὸ τὸ πρόσφατον
1497ὑπουργικὸν ζήτημα; Τὸ ὑπουργικὸν τοῦτο ζήτημα σᾶς παρε-
1498στάθη ὡς ζήτημα Συνταγματικόν. Πρόκειται περὶ τῆς ἐφαρ-
1499μογῆς τοῦ πολιτεύματος, τῆς εἰλικρινοῦς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ,
1500πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμός.
1501Ἡ κυβέρνησις ἔλαβε μεγίστην εὐθύνην νὰ διευθύνῃ τὰ πράγ-
1502ματα καὶ νὰ κυβερνᾷ διὰ διαταγμάτων· ἡ κυβέρνησις θέλει
1503πρώτη νὰ δώσῃ τὸ παράδειγμα, ὅτι ὑποτάσσει τὰς ἀνάγκας
1504της, τὰς θελήσεις της εἰς τὴν ψῆφον τοῦ Κοινοβουλίου. Τῷ
1505ὄντι, κύριοι, ἡ ἀφορμὴ αὐτοῦ τοῦ ὑπουργικοῦ ζητήματος φαίνε-
1506ται ἐντελῶς συνταγματική· νομίζω ὅμως, ὅτι κατ’ ἀξίαν δὲν
1507εἶναι συνταγματικὸν ζήτημα, καὶ νομίζω ἔτι πρὸς, ὅτι κατ’
1508οὐσίαν δὲν εἶναι οὔτε ζήτημα, οὔτε ἀφορμὴ ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ
1509ἵνα ἡ Κυβέρνησις ἔλθῃ καὶ σᾶς φέρῃ σήμερον τὴν πρότασιν ταύ-
1510την. Αἱ συνταγματικαὶ Κυβερνήσεις ἔχουσιν ἀναντιῤῥήτως νὰ
1511δώσωσιν εὐθύνας, ἔχουσι νὰ δώσωσιν εὐθύνας ἐνώπιον τοῦ
1512Βασιλέως, ἔχουσι νὰ δώσωσιν εὐθύνας ἐνώπιον τοῦ Κοινοβου-
1513λίου· καὶ ὅταν αἱ Κυβερνήσεις δαπανῶσι διὰ διαταγμάτων,
1514καὶ ὅταν ζῶσιν ἄνευ προϋπολογισμοῦ, ἄνευ φορολογικοῦ νόμου,
1515βεβαίως πράττουσι παρανομίαν, ἀθετοῦσι τὸ πολίτευμα. Εὐ-
1516τυχῶς διὰ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ σεβαστοῦ βουλευτοῦ ἐξ Ὕδρας,
1517αὕτη δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην. Ἡ κυβέρνησις ἡ
1518ἐνεστῶσα εὗρεν εἰσηγμένον προϋπολογισμὸν εἰς τὸ Κοινοβούλιον·
1519βεβαίως εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ τὰς μεταβολὰς, τὰς
1520ὁποίας ἐνόμιζεν ὅτι ὤφειλε νὰ προτείνῃ, καὶ τὰς μεταβολὰς
1521ταύτας τὰς ἐπρότεινε προχθὲς, τὸ Σάββατον. Ἀπὸ τοῦ Σαββάτου,
1522τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖ ἡ Κυριακὴ, μέχρι τῆς Τετάρτης, κατὰ
1523τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν σήμερον, δὲν μετρῶνται εἰμὴ μόνον 3
1524ἡμέραι· καὶ ἐὰν αἱ τρεῖς ἡμέραι ἦσαν ἀρκοῦσαι διὰ τὴν συζή-
1525τησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὥστε νὰ
1526ἐξελέγξῃ αὐτὸν καὶ σᾶς φέρῃ ἓν σπουδαῖον ἔργον τὴν ἐπ’ αὐτοῦ
1527ἔκθεσίν της, ἡ πάροδος τῶν τριῶν ἡμερῶν ἐδύνατο νὰ σᾶς ἀ-
1528ναγκάσῃ νὰ ἐνθυμηθῆτε σήμερον τὸν προϋπολογισμὸν καὶ νὰ
1529ἀρχήσητε σήμερον τὴν συζήτησίν του;
1530Ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι εἶχε δίκαιον τὸ ὑπουργεῖον τοῦ
1531ἐντίμου βουλευτοῦ ἐξ Ὕδρας; Ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ περιπτώσει
1532ταύτῃ ἤθελε σᾶς φέρει τὴν παρατήρησιν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῆς
15339 Φεβρουαρίου, ἐλθὸν πρὸ 30 ἡμερῶν εἰς τὰ πράγματα, μὴ
1534καθυστερῆσαν νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν ἐν δέοντι, μὴ καθυ-
1535στερῆσαν νὰ ὑποβάλῃ τοὺς φορολογικοὺς νόμους καὶ τὸν προϋ-
1536πολογισμὸν, ἠδύνατο νὰ κυβερνήσῃ ἄνευ προϋπολογισμοῦ καὶ
1537ἄνευ φορολογικοῦ νόμου, διότι κυβερνᾷ καὶ φορολογεῖ ἐν γνώσει
1538ὑμῶν, οἵτινες εἶσθε παρόντες, καὶ γνωρίζετε ὅλην τὴν ἱστορίαν
1539τῆς ἀναβολῆς ταύτης, καὶ βεβαίως πρέπει νὰ ἔχητε τὴν συνεί-
1540δησιν εὐρυτάτην, ἵνα ἐπιτρέψητε εἰς σεαυτοὺς νὰ ἐπιβαρύνητε
1541μὲ εὐθύνην τὸ ὑπουργεῖον τῆς 9 Φεβρουαρίου. Τὸ ὑπουργεῖον
1542τῆς 9 Φεβρουαρίου εἰσήγαγε τὸν φορολογικὸν νόμον πρὸ
154320 ἡμερῶν, μᾶς εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ τίς
1544ἐξ ἡμῶν θὰ διανοηθῇ νὰ ζητήσῃ εὐθύνην ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν
1545τῆς 9 Φεβρουαρίου, διότι ἀκόμη δὲν ἐψηφίσαμεν τὸν φορολογι-
1546κὸν νόμον; καὶ τίς δύναται νὰ σᾶς ἐμποδίσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ προ-
1547βῆτε εἰς τὴν συζήτησιν, εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ φορολογικοῦ
1548νόμου, καὶ νὰ μὴ ἐγκαταλείψητε συγχρόνως τὰ ἔργα, τὰ ὁ-
1549ποῖα ἐπράττετε πρὸ 20 ἡμερῶν; Καὶ μήπως πρὸ μικροῦ, ὅταν
1550συνεζητεῖτο ἀκόμη τὸ πολιτικὸν ζήτημα, τὸ Κοινοβούλιον δὲν
1551ἐψήφισε τὸν νόμον περὶ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, δὲν ἐψή-
1552φισε τὸν νόμον περὶ φορολογίας τῶν ζώων; Νομίζω, κύριοι,
1553ὅτι ἡ ἀφορμὴ δὲν μοὶ φαίνεται σπουδαία· νομίζω ὅτι δὲν ὑ-
1554πάρχει συνταγματικὸν ζήτημα. Ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ σᾶς μετα-
1555βιβάσω τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἀντιλαμβάνομαι τῶν πραγμάτων,
1556ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν διάνοιάν σας τὴν κρίσιν,
1557τὴν ὁποίαν ἐπὶ τῶν πραγμάτων φέρω, νομίζω ἠθέλατε πεισθῆ
1558ὅτι εἴμεθα ἐν ὁμαλωτάτῃ καταστάσει. Ἠμποροῦμεν νὰ συζη-
1559τῶμεν τὸ πολιτικὸν ζήτημα, πρὶν δὲ ἢ ἀρχίζωμεν καθ’ ἑκάστην
1560τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, δυνάμεθα νὰ ψηφίζωμεν τὸν φορολογικὸν
1561νόμον κατὰ πᾶσαν ἡμέραν, ἀνὰ πᾶσαν μίαν τῶν τριῶν ἀνα-
1562γνώσεων. Καὶ μετὰ ταῦτα, ὅταν εἰσαχθῇ ἡ ἔκθεσις τοῦ προϋ-
1563πολογισμοῦ, — καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολο-
1564γισμοῦ, ἐὰν θέλῃ νὰ ἐκπληρώσῃ εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκόν της,
1565νὰ φέρῃ πρὸ 8 ἢ 10 ἡμερῶν τὴν ἔκθεσιν, — ἢ δὲν θέλει ὑπάρχει
1566πλέον τὸ πολιτικὸν ζήτημα, διότι θέλει εἶσθαι ἤδη περαιωμέ-
1567νον, ἢ θέλετε δύνασθαι νὰ ψηφίσητε τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ
1568μάλιστα ἂν σᾶς τὸ ἐπιτρέπῃ ἡ συνείδησις, καὶ ἐν μιᾷ
1569ἡμέρᾳ ὁλόκληρον. Βεβαίως θέλω ἀντισταθῆ καὶ τότε ὅπως συ-
1570νειθίζω ἐν παρομοίαις περιστάσεσι, καὶ ἂν ἤθελεν ὑπάρξει πρό-
1571τασις εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης ἵνα ἐκφρασθῇ εἰς
1572ἐμὲ ἡ λύπη τῆς Βουλῆς, ὡς ὑπῆρξε πέρυσι τοιαύτη ἐκ μέρους
1573τῆς πτέρυγος ἐκείνης, θέλω οὐχ’ ἧττον σᾶς εἴπει καὶ τότε νὰ
1574σταματήσητε, νὰ μὴ ψηφίσετε ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ προϋπολογισμὸν,
1575ἀθετοῦντες τὸ καθῆκον καὶ λησμονοῦντες τὴν ἀποστολήν σας.
1576Ἀλλὰ καὶ ἂν ὅλα ταῦτα ἦσαν λόγοι κενοὶ καὶ μάταιοι καὶ ἐ-
1577στεροῦντο βάσεως, καὶ ἂν ἦσαν ἐστερημένα ὑποστάσεως, διατί,
1578κύριοι, νὰ μᾶς κάμῃ τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἀπολέσωμεν 12 ἡμέρας;
1579Ἐδύνασθε, κύριοι ὑπουργοὶ, νὰ προπαρασκευάσετε τὰς διατά-
1580ξεις περὶ πτωχεύσεων τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου, ἐδύνασθε νὰ ἑτοι-
1581μάσητε τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἀρειοπαγιτῶν, τὸ νομοσχέδιον περὶ
1582προσθήκης διατάξεων εἰς τὴν πολιτικὴν δικονομίαν, τὸ ὁποῖον
1583ὁ κύριος Χαλικιόπουλος εἶχε πέρυσιν ὑποβάλει· τί σᾶς ἐκώλυεν
1584ἐὰν ἐξακολουθοῦμεν τὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν μέχρι τῆς σή-
1585μερον ἠθέλαμεν ἔχει φέρει εἰς τὸ πέρας της; Δὲν νομίζω, κύριοι,
1586καὶ σᾶς το λέγω μετὰ παῤῥησίας καὶ μετ’ εἰλικρινείας, δὲν
1587νομίζω, ὅτι εἶναι σπουδαία ἀφορμὴ, ἡ ὁποία ὑπηγόρευσε τὴν πρό-
1588τασιν, τὴν ὁποίαν σήμερον σᾶς ἔκαμον καὶ τὴν ὁποίαν πολλά-
1589κις σᾶς διετύπωσαν ὡς ὑπουργικὸν ζήτημα. Ἂν μοὶ ἦτον ἐπιτε-
1590τραμμένον νὰ ἐξέλθω ἀπὸ τὰ ὅρια τοῦ καθήκοντος καὶ πρὸς τὸ
1591Κοινοβούλιον καὶ πρὸς τὰ ἄτομα· ἐὰν μοὶ ἦτον ἐπιτετραμμένον
1592νὰ ἀποκαλύψω ὅλους τοὺς διαλογισμοὺς καὶ ὅλας τὰς σκέψεις
1593ὅσαι ἐγένοντο, ἴσως ἠδυνάμην νὰ εὕρω μίαν λυχνίαν, καὶ ἴσως
1594αὐτὴ ἡ λυχνία ἠδύνατο νὰ μὲ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν ἀνεύρεσιν τῶν
1595ἀληθῶν αἰτιῶν, αἵτινες ὑπηγόρευσαν τὰς ἀλλεπαλλήλους ταύτας
1596προτάσεις. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν ταῦτα πάντα.
1597Ὅταν 5 κόμματα συνήλθομεν νὰ ἀντιπολιτευθῶμεν τὴν κυβέρνη-
1598σιν τοῦ κ. Δεληγεώργη, δὲν εἴχομεν κύριον σκοπὸν νὰ ῥυθμίσωμεν
1599τὸ ἐνεστὼς, πολλὰ ὀλίγον μᾶς ἔμελλε διὰ τὸ παρελθόν· ἡ φροντίς
1600μας ἦτον, ἐμεριμνῶμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὸ μέλλον. Ἐὰν ἦτο
1601νὰ ἐξετάσωμεν καὶ ῥυθμίσωμεν τὸ παρελθὸν, ὤ! ἤθελον ἐπικρα-
1602τήσει εἰς ἡμᾶς τὰ κοινὰ πάθη τῆς ἐκδικήσεως. Ἐὰν εἴχομεν
1603νὰ ῥυθμίσωμεν μόνον τὸ ἐνεστὼς, ἠθέλομεν εἶσθαι ἐπίσης ἄνθρωποι
1604εἰς μηδὲν ἄλλο ἀφορῶντες παρὰ εἰς αὐτὴν τὴν ἐλεεινὴν ἀρχὴν τῆς
1605πατρίδος μας, καὶ ταύτην ἔχοντες ἀφορμὴν τῶν σκέψεών μας
1606καὶ σκοπὸν τῶν ἐνεργειῶν μας. Μᾶς ἀνησύχει τὸ μέλλον τοῦ τό-
1607που, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν πεποίθησίν μας τοὐλάχιστον, συνδέεται
1608στενῶς μετὰ τῆς ἀκωλύτου λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος.
1609Ἐφρονοῦμεν, καὶ ἐνδέχεται τὸ φρόνημά μας νὰ ἦτο πεπλανημέ-
1610νον, ἐνομίζομεν, καὶ ἐνδέχεται νὰ ἐπλανώμεθα, ἄνθρωποι εἴμεθα·
1611ἐφρονοῦμεν καὶ ἐνομίζομεν, ὅτι ἐν τῇ πολιτείᾳ τοῦ ὑπουργείου
1612ἐκείνου ὑπῆρχέ τι, εἰς τὸ ὁποῖον προσέκοπτεν ἡ λειτουργία
1613τοῦ πολιτεύματος. Αὐτὸ μᾶς ἀνησύχει, καὶ αὐτὸ ἐμεριμνῶμεν
1614πῶς νὰ διορθώσωμεν. Εἰς σκέψεις καὶ μερίμνας τοιαύτας βεβαίως
1615προτείνονται ποικίλαι ἰδέαι, ἕκαστον ἄτομον ἔχει ἰδίαν γνώ-
1616μην, ἰδοὺ ἡ ποικιλία τῶν γνωμῶν· ἀλλὰ καὶ πολλάκις κατὰ
1617δυστυχίαν τὸ αὐτὸ ἄτομον συμβαίνει νὰ ἔχῃ γνώμας πλειο-
1618τέρας τῆς μιᾶς. Καὶ ἐγὼ καὶ ἐκεῖνοι μετὰ τῶν ὁποίων συνέ-
1619πραττον μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, καὶ ἐλπίζω νὰ μὴ δοθῶσι
1620περιστάσεις ἀπὸ τοῦ νὰ παύσω νὰ συμπράττω· καὶ ἐγὼ καὶ ἐ-
1621κεῖνοι ἐφροντίζομεν νὰ ἀνεύρωμεν τὰ συμβεβηκότα ἐκεῖνα, τὰ
1622ὁποῖα ὑπῆρξαν προσκόμματα πρὸς τὴν ἀκώλυτον λειτουργίαν
1623τοῦ πολιτεύματος καὶ τῶν νόμων, καὶ τὰ μέσα ἐκεῖνα τὰ ὁ-
1624ποῖα δύνανται νὰ προλάβωσι νὰ ἐπαναληφθῶσι συμβεβηκότα
1625παραπλήσια. Περὶ τούτου μόνον ἐμεριμνῶμεν, περὶ τούτου ἠσχο-
1626λούμεθα. Δὲν θέλω νὰ ἐπιβαρύνω τινὰ, δὲν ἔχω οὔτε τὸ δικαί-
1627ωμα, οὐδὲ τὴν ἀφορμὴν ἴσως νὰ εἴπω τὶ ἐφρόνει περὶ τούτου
1628ἕκαστος. Ὀφείλω νὰ φροντίζω καὶ φροντίζω μόνον περὶ τῆς ση-
1629μαίας, τὴν ὁποίαν ὑπηρετῶ. Λοιπὸν αἱ σκέψεις ἡμῶν ἀπέληξαν
1630εἰς ἓν ἀποτέλεσμα, καὶ τοῦτο ἦτον ὅτι πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἡ
1631διαγωγὴ τοῦ παρελθόντος; πρέπει νὰ ζητηθῇ εὐθύνη ἀπὸ ἐκεί-
1632νους, οἱ ὁποῖοι διεχειρίζοντο τὰ πράγματα τῆς πατρίδος. Ἡ
1633λογοδοσία αὐτὴ καὶ ἡ εὐθύνη αὐτὴ ἐκρίθη παρ’ ἡμῶν ὡς ἀνα-
1634πόφευκτος χαλινὸς τῶν κυβερνήσεων, ὡς ὁ λιμὴν, εἰς τὸν ὁποῖον
1635ἔπρεπε νὰ εἰσέλθωμεν ἐν τῷ μέλλοντι. Ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἐὰν
1636δυνηθῶμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἀκώλυτον λειτουργίαν τοῦ
1637πυλιτεύματος, ἡ λογοδοσία καὶ ἡ εὐθύνη θέλουσι καταστήσει
1638γαληνιαῖον τὸ παρὸν καὶ εὐχάριστον τὸ μέλλον τοῦ τόπου καὶ
1639εὔδαιμον. Ἰδοὺ ὁ κοινὸς δεσμὸς καὶ ὁ σκοπὸς, ὅστις συνέδεε τὰς
1640σκέψεις μας.
1641Ἐθυμοῦμαι μίαν ἡμέραν, ἀνεγίνωσκα μίαν ἐφημερίδα, ἡ ὁ-
1642ποία θεωρεῖται ὑφ’ ὅλου τοῦ κόσμου ὅτι ἀντιπροσωπεύει τὸ
1643φρόνημα ἑνὸς πολιτικοῦ κόμματος, ἢ νὰ εἴπω κάλλιον, τὰς ἰ-
1644δέας τοῦ ἀρχηγοῦ ἑνὸς κόμματος· καὶ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος
1645τούτου ἦτο τότε ἐπὶ κεφαλῆς τῶν πραγμάτων. Ἡ ἐφημερὶς
1646αὕτη ἔδιδε μίαν εἰκόνα ἑνὸς σπανιωτάτου, ἑνὸς ἀπροσδοκήτου
1647συμβεβηκότος. Ὁ κύριος Νικολόπουλος καὶ ὁ κύριος Δηλιγιάν-
1648νης ἔδωκαν τὰς χεῖρας. Μίαν ἄλλην ἡμέραν ὁ πρόεδρος τῆς
1649κυβερνήσεως τῆς 8 Ἰουλίου ἀφηγήθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου
1650διὰ τρόπου ἐντελῶς ἐνδεικτικοῦ τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο. Τὸ πα-
1651ράδειγμα τοῦτο, τὸ τόσον διδακτικὸν διὰ τὸ μέλλον, ἔδωκεν ἡ
1652συμμαχία αὐτῆς τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Τὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα
1653συνέπραξαν, καὶ τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἦσαν εἰς τὰ κόμματα ταῦ-
1654τα, ἐλησμόνησαν ὅλην τὴν ἱστορίαν, ἀπήλειψαν ὅλον τὸ παρ-
1655ελθὸν, ἔκλεισαν τὴν μνήμην των, δὲν ἐνθυμήθησαν τὴν παρελ-
1656θοῦσαν ἱστορίαν των καὶ εἶπον, ἂς ζητήσωμεν τὴν ἐγγύησιν τοῦ
1657μέλλοντος· αὐτὸς ἦτον ὁ δεσμὸς, ὅστις μᾶς συνέδεσεν· ἂς ἀ-
1658φήσωμεν τὸ παρελθόν. Εἶχε πραχθῆ λοιπὸν ὑπὸ τοῦ συγγρα-
1659φέως τῆς ἐφημερίδος καὶ ὑπὸ τοῦ πρωθυπουργοῦ τῆς 8 Ἰουλίου
1660ἓν ἀδίκημα, ὅταν τὸ διδακτικώτατον τοῦτο συμβεβηκὸς ἐξή-
1661γησεν ὡς συμβεβηκὸς ὑπαγορευθὲν ἀπὸ ταπεινὰ συμφέροντα· ἦτον
1662ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἐπράχθη καὶ τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀναι-
1663ρέσῃ, διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ εὑρίσκωσι πάντοτε μίαν
1664ἐπιλήψιμον αἰτίαν τῆς πολιτείας τῶν πολιτευομένων, οἱ ὁποῖοι
1665θέλουσι νὰ ἐξηγῶσι πάντοτε ὅλα τὰ φαινόμενα μὲ τὸν πῆχυν τῆς
1666ἰδιοτελείας ἢ τῆς ἐμπορίας, αὐτοὶ δὲν ἐδίστασαν κατὰ τὸ
1667παρελθὸν, ἴσως δὲν θέλουσι διστάσει καὶ σήμερον νὰ παρεξηγή-
1668σωσι καὶ τὴν σημερινὴν διαγωγήν μου.
1669Ὁ δεσμὸς λοιπὸν, ὅστις συνώδεε τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἦτο μία
1670ἰδέα, ἦτον ἓν πρόγραμμα. Σᾶς τὸ εἶπε, δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ
1671σᾶς τὸ εἴπω· σᾶς τὸ εἶπεν ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅταν ἀνέβαινε
1672τὴν ἕδραν του, σᾶς τὸ εἶπεν ὅλη αὐτὴ ἡ πτέρυξ, σᾶς διεκή-
1673ρυξεν ὅτι δὲν ἡνώθημεν δι’ οὐδένα ἄλλον σκοπὸν, εἰμὴ μόνον
1674διὰ τὴν ἀκώλυτον λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος. Ἴσως πλα-
1675νώμεθα νὰ τὴν ζητῶμεν εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ
1676φρονοῦμεν, ὅτι ἡ πορεία τοῦ μέλλοντος κανονίζεται ἀπὸ τὸν
1677ἔλεγχον τοῦ παρελθόντος. Καὶ ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἦλ-
1678θεν εἰς τὴν κυβέρνησιν τοῦ τόπου τὴν 9 Φεβρουαρίου μετὰ τὴν
1679πλειοψηφίαν, τὴν ὁποίαν ἡ ἀντιπολίτευσις ἔλαβεν εἰς τὸ ζή-
1680τημα τῆς ἐκλογῆς τοῦ προέδρου· ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον
1681ἦλθεν εἰς τὴν κυβέρνησιν τοῦ τόπου τὴν 9 Φεβρουαρίου, ἐκπρο-
1682σωπῇ τὰς ἰδέας τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἐὰν ᾖναι τὸ πρωτότοκον
1683τέκνον τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἐὰν ἡ ἐμφάνισίς του εἰς τὴν ἀρ-
1684χὴν ᾖναι ἡ ἐγγύησις τοῦ ἐνεστῶτος, ἂς μὴ λησμονήσῃ ὅτι τὸ
1685δευτερότοκον τέκνον τῆς ἀντιπολιτεύσεως πρέπει νὰ ᾖναι ὁ ἔ-
1686λεγχος τοῦ παρελθόντος· ὅτι ὁ δεσμὸς, ὅστις μᾶς συνέδεσε καὶ
1687ὅστις μᾶς συνδέει μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς, εἶναι ἡ ἐπιζήτησις
1688τοῦ σκοποῦ τούτου. Ἂς μὴ λησμονήσωμεν καὶ ἡμεῖς ὅτι ἡ ἐγ-
1689γύησις τοῦ ἐνεστῶτος εἶναι γεγονὸς τυχαῖον, ἐπουσιῶδες καὶ
1690παροδικὸν, ἀξίας δευτερευούσης, ὅτι ἔχει ἐλαχίστην ἢ δὲν ἔχει
1691παντάπασιν ἀξίαν καὶ σημασίαν ἀπέναντι τοῦ μέλλοντος.
1692Ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἐνόμισα, ὅτι ἐκπληρῶ καθῆκον ἐντίμου στρα-
1693τιώτου, νὰ τάσσωμαι εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι
1694κατήρτισαν καὶ συνέσφιγξαν τοὺς δεσμοὺς τῆς πτέρυγος ταύτης,
1695φιλοτίμως ἔσπευσα νὰ ζητήσω τὴν πραγματοποίησιν τοῦ σκο-
1696ποῦ τούτου. Καὶ δὲν ἐμερίμνησα περὶ μεταγενεστέρων σκέψεων
1697καὶ κρίσεων· δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου, εἰμὴ τὴν σημαίαν, ἡ
1698ὁποία προηγεῖτο, καὶ ὑπ’ αὐτὴν ἔσπευσα νὰ ταχθῶ, μὴ ἐξετά-
1699σας ἂν ἦναι ἄλλοι καὶ τίνες ὑπ’ αὐτὴν τεταγμένοι. Ὁ βου-
1700λευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἤρχετο εἰς τὸ βουλευτήριον ἐξ ἄλλου μέ-
1701ρους τοῦ ὁρίζοντος παρὰ ἀπὸ ἐκεῖνο, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἠρχόμην καὶ
1702ἐγώ· ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης ἤρχετο εἰς τὸ βουλευτήριον ἐξ
1703ἄλλου μέρους τοῦ ὁρίζοντος, παρὰ ἀπὸ ἐκεῖνο, ἀπὸ τὸ ὁποῖον
1704κατήρχετο ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων· ὁ δὲ ἔντιμος βου-
1705λευτὴς ἐξ Ὕδρας, πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου τῆς 9 Φεβρουαρίου,
1706δὲν συνεδέετο μετ’ ἐμοῦ διὰ τῶν τρυφερωτέρων δεσμῶν, ὡς
1707οὐδὲ μετὰ τῶν ἄλλων. Καὶ ὅμως, ἀφοῦ ὅλοι ἡνώθημεν εἰς ἕν,
1708ἡνώθην καὶ ἐγὼ μετὰ τοῦ βουλευτοῦ Ζακύνθου καὶ ἔθηκα τὴν
1709ὑπογραφήν μου εἰς παράλληλον γραμμὴν πρὸς τὴν ἰδικήν του.
1710§64ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Σεῖς πρῶτος συνετάξατε τὴν πρότασιν.
1711§65Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ ἀπευθύνεται μία παρατήρησις ἀπὸ
1712ἄνθρωπον, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχω ἰδιαιτέραν ὑπόληψιν, καὶ ὀφεί-
1713λω νὰ διαφωτίσω τὴν γνώμην του. Μοὶ εἶπεν, ὅτι ἐγὼ πρῶτος
1714ἔγραψα τὴν πρότασιν. Εἶναι ἀληθές. Ἀλλὰ γράφων τὴν πρό-
1715τασιν, ἐξετέλουν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπὸ τῶν ἐπιφανεστέ-
1716ρων ἀνδρῶν τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως, ἀπόντος ἐμοῦ καὶ ἐν
1717ἀλλοτρίᾳ οἰκίᾳ· ὁ Δηλιγιάννης καὶ ὁ Λομβάρδος ἦσαν ὑπηρέται
1718καὶ ἐκτελεσταὶ τῆς ἀποφάσεως αὐτῶν ταύτης· δὲν ἦσαν ἄν-
1719θρωποι ἰδιότροποι, οἱ ὁποῖοι ἦλθον νὰ φέρωσι τὰς ἰδίας των
1720γνώμας καὶ νὰ τὰς ἐπιβάλλωσιν εἰς ὑμᾶς.
1721Ἐνταῦθα τελειόνει τὸ πρῶτον μέρος τοῦ λόγου μου, καὶ
1722εἶναι ἡ ἱστορία τῶν σχέσεών μου μεθ’ ὑμῶν, κύριοι· θέλω ἐπα-
1723νέλθει εἰς τὴν ἱστορίαν ταύτην πρὶν ἢ κατέλθω τοῦ βήματος.
1724Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ κάμω μίαν ἐκδρομὴν πρὸς τοὺς ἐντί-
1725μους τούτους συναδέλφους μου (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν πτέ-
1726ρυγα).
1727Ὅταν τὴν τρίτην, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἡμέραν τῆς πρώτης
1728ἑβδομάδος τῆς τεσσαρακοστῆς· ὅταν τὴν 12 Φεβρουαρίου ἔγρα-
1729φον διὰ μολυβδοκονδύλου τὴν πρότασιν περὶ συστάσεως ἀνα-
1730κριτικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ὅταν ὑπέγραφεν αὐτὴν ὁ ἔντιμος βου-
1731λευτὴς ἐκ Ζακύνθου, παρέθετον δὲ καὶ ἐγὼ τὴν ὑπογραφήν μου,
1732ἐσκόπουν νὰ προβάλω εἰς τὴν Βουλὴν μόνην τὴν ἀρχὴν τῆς συ-
1733στάσεως τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐγνώριζον, ὅτι ἔπρεπε νὰ κανονισθῶσι
1734καὶ τὰ ἀντικείμενα, περὶ τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἀσχοληθῇ ἡ ἐξε-
1735ταστικὴ ἐπιτροπή· ἀλλ’ ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἤμεθα ὀλι-
1736γώτερον ἐγωϊσταί, καὶ νὰ μὴ τολμήσωμεν νὰ σᾶς διαγράψωμεν
1737ἀμέσως τὰ ἀντικείμενα ταῦτα· ἐνομίσαμεν, ὅτι ὠφείλομεν νὰ
1738ἀφήσωμεν ἀνοικτὸν τὸ στάδιον τῶν συζητήσεων εἰς ἕκαστον νὰ
1739διατυπώσῃ τὰ ἀντικείμενα ταῦτα κατὰ τὴν γνώμην του, καὶ
1740νὰ εἴπῃ, κατὰ τί θέλει νὰ περιστραφῇ ἡ ἐξέτασις αὕτη. Καὶ εἶ-
1741ναι ἀληθές, ὅτι ἀντικείμενά τινα εἶχον ἐκ συμφώνου προσδιορι-
1742σθῆ ὑπὸ ὅλων τῶν ἐπιφανεστέρων μελῶν τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως,
1743ἀλλ’ ὑπέλαβον, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅτι ὤφειλον νὰ ἀφήσω νὰ με-
1744τάσχωσι τῆς συζητήσεως πάντες· ἔπρεπεν ἕκαστος νὰ εἴπῃ,
1745κατὰ τί ἐθεώρει πλημμελῆ τὴν πολιτείαν τοῦ ὑπουργείου ἐκεί-
1746νου, καὶ τὴν τακτικὴν ταύτην ἠκολουθήσαμεν.
1747Μὲ εἴδετε, ὅτε ἀνέβην νὰ ἀναπτύξω τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν
1748ὑπέβαλον μετὰ τοῦ κ. Λομβάρδου, ὅτι δὲν εἰσῆλθον εἰς τὰ καθέκα-
1749στα τῆς πολιτείας τοῦ ὑπουργείου τῆς 8 Ἰουλίου. Ἴσως ὑπῆρχον
1750σημεῖα, πρὸς τὰ ὁποῖα διεφώνησα πρὸς αὐτό, καὶ συμβεβηκότα, ἐπὶ
1751τῶν ὁποίων εἶχον ἐναντίαν γνώμην. Ἴσως ὑπῆρχον συμφέροντα
1752πολιτικὰ καὶ νόμιμα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐκτεθῆ εἰς ἀδικήματα κατὰ
1753τὸ φρόνημά μου. Ἴσως, τί λέγω ἴσως; ὑπῆρχεν ἐκκρεμὴς ἐν τῇ
1754τελευταίᾳ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς παρελθούσης συνόδου, ἣν ἔχω
1755πρόχειρον ἔντυπον ἀνὰ χεῖρας· ὑπῆρχεν ἐκκρεμὴς ἐπερώτησίς
1756μου ἐπὶ τῶν συμβεβηκότων τῆς ἐκλογῆς Γόρτυνος. Εἶναι δια-
1757τετυπωμένη καὶ τὴν ἔχω εἰς τὸ χαρτοφυλάκιόν μου. Ἀλλὰ
1758ταῦτα ἦσαν δευτέρου καὶ τρίτου λόγου ἄξια· δὲν ἦσαν ἄξια τῆς
1759ἐρεύνης τοῦ Κοινοβουλίου, ταῦτα πάντα ἀνήκουσιν εἰς τὴν κα-
1760τηγορίαν τῶν συμβεβηκότων ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐκάλυψεν ἡ ψῆ-
1761φος ἡμῶν περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου. Ἡ κοινοβουλευτικὴ
1762εὐθύνη ἐδίδετο κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην εἰς τὰς κάλπας κατὰ
1763τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου, καὶ κανεὶς δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἐπα-
1764νέλθῃ εἰς ταῦτα. Ἤθελεν εἶσθαι κατάχρησις τῆς δυνάμεως τῆς
1765πλειοψηφίας καὶ ἐντελῶς ἄχρηστος καὶ ἀληθῶς ματαία τοιαύτη
1766συζήτησις.
1767Ἐλησμόνησα λοιπὸν ὅλα ταῦτα καὶ περιωρίσθην εἰδικῶς εἰς
1768δύω πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐνόμιζον, ὅτι ὑπεραίβαινον τὸν κύ-
1769κλον καὶ τὰ ὅρια τῆς κοινοβουλευτικῆς εὐθύνης, τὰ ὁποῖα ἐνό-
1770μιζον, ὅτι ἠδύναντο νὰ γείνωσιν ἀντικείμενον δικαστικῆς εὐθύ-
1771νης. Ἐνδέχεται τὰ ἀντικείμενα ταῦτα νὰ ᾖναι ἁπλᾶ, ἐνδέχε-
1772ται νὰ μὴ περιέχωσι κἀνὲν ἁμάρτημα, νὰ μὴ δίδωσιν ἀφορ-
1773μὴν εἰς καμμίαν εὐθύνην· ἀλλ’ ἐγὼ οὕτω πως τὰ ὑπελάμβανον,
1774καὶ ἐπερίμενον νὰ ἀκούσω τὰς συζητήσεις, ἵνα ὑποτάξω τὸ
1775φρόνημά μου εἰς σᾶς. Καὶ ἂν δὲν μὲ ἐπείθετε διὰ τῶν συζητή-
1776σεων, ἤμην ἕτοιμος νὰ ὑποτάξω τὴν θέλησίν μου εἰς τὴν ψῆ-
1777φόν σας. Συνέβη νὰ μὲ παρεξηγήσῃ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ
1778Μεσολογγίου, διαδεχθείς με εἰς τὸ βῆμα τοῦτο κατὰ τὴν ἡμέ-
1779ραν ἐκείνην. Μοὶ εἶπεν ὅτι ἐκαθυστέρησα, ὅτι οὐδὲν εἶπον εἰς τὴν
1780Βουλὴν περὶ τῆς ἐκλογῆς Γόρτυνος. Σᾶς εἶπον τὴν αἰτίαν, τὴν
1781ἐξομολογοῦμαι· παρέλιπον νὰ μνημονεύσω παντὸς ἀναγομένου
1782εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν εὐθύνην, διότι δὲν ἔκρινα αὐτὰ δυνάμε-
1783να νὰ γένωνται ἀντικείμενα συζητήσεως· διὰ τοῦτο, ἅμα ἐπῆλ-
1784θε τὸ δυσάρεστον ἐπεισόδιον, ὅπερ ἔλαβε χώραν ἐκ τῆς ὁμιλίας
1785τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου, ἱκέτευσα τοὺς φίλους μου
1786νὰ μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ ἀπευθύνω εἰς αὐτοὺς τὴν παρατήρησιν,
1787ὅτι ἐξέδραμον ἀπὸ τὸ προκείμενον. Δὲν ἦσαν αἱ συζητήσεις ὅ-
1788λαι αἱ γενόμεναι καὶ ὅλα τὰ λεχθέντα ἐντὸς τοῦ προκειμένου·
1789εἶχον ἐκτραπῆ τῆς ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσω-
1790μεν. Ἡ πρότασις λοιπὸν, ἡ ὁποία δὲν ἔμελλε νὰ γείνῃ δεκτὴ,
1791ὅπως διετυπώθη, διότι ἡ διατυπωθεῖσα κατὰ τὴν 12 Φεβρουα-
1792ρίου παρίστα τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία ἔμελλε νὰ
1793τροποποιηθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῆς, ἡ
1794ὁποία ἔμελλε νὰ περιλάβῃ τὸ πόρισμα τῶν συζητήσεων, τὸ
1795ὁποῖον ἔμελλε νὰ τυπωθῇ εἰς χαρτί· ἡ πρότασίς μου δὲν ἔχει
1796τὸ ἐλάττωμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ εὔγλωττος βουλευτὴς Με-
1797σολογγίου καὶ Πρωθυπουργὸς τοῦ ὑπουργείου τῆς 8 Ἰουλίου
1798μετὰ τρόπου λίαν εὐγενοῦς σᾶς ὑπέδειξε πρὸ μικροῦ· δὲν γεννᾷ
1799τὰς ἀμφιβολίας ἐκείνας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Δεληγεώργης σᾶς πα-
1800ρέστησε, τὸ ἂν ᾖναι σύνηθες εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν συνταγματι-
1801κῶν ἐθνῶν, ἂν πρέπει νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸν τόπον μας τὸ ἔθιμον
1802τοῦ νὰ συνιστῶνται ἀνακριτικαὶ ἐπιτροπαὶ, ὅπως ἐξετάζωσι τὰς
1803πράξεις καὶ τὴν διαγωγὴν τῶν Κυβερνήσεων, καὶ νὰ ἀνευρίσκω-
1804σιν ἂν ἔσφαλαν κατά τι καὶ κατὰ τί. Ἰδοὺ ἡ διαφωνία, τὴν
1805ὁποίαν σᾶς εἶπον, ὅτι θέλω παραστήσει εἰς ὑμᾶς ὅτι ὑπάρχει
1806κατὰ τοῦτο μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου,
1807ἕνεκα τῆς ὁποίας ἠναγκάσθην νὰ ἐγκαταλίπω πρὸ μικροῦ τὴν
1808ἀφήγησιν τῆς ἱστορίας τῶν δεσμῶν, οἵτινες συνέδεσαν ἐμὲ μετὰ
1809τῶν κυρίων ὑπουργῶν.
1810Προέτεινα τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, διότι ἐνόμιζον,
1811ὅτι δίδει τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἄρθρον 58 τοῦ
1812Συντάγματος, διότι ἐνόμιζον, ὅτι ἡ ἱστορία τῶν συνταγματικῶν
1813ἐθνῶν παρέχει ἄπειρα παραδείγματα τῆς ἐνασκήσεως τοῦ δικαι-
1814ώματος τούτου, διότι ἐνόμιζον, ὅτι ἐκεῖ, ὅπου τὰ Συντάγματα κα-
1815νονίζουσι τὰ περὶ τούτου, εἶναι ἀναγγεγραμμένον τὸ δικαίωμα τῆς
1816συστάσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἐκεῖ, ὅπου Συντάγματα
1817ἄγραφα διέπουσι τὰς πολιτείας, εἶναι εἰσηγμένον εἰς τὰ συν-
1818ταγματικὰ ἤθη τῶν ἐθνῶν τούτων. Προτείνω εἰς ὑμᾶς τὴν ἐξά-
1819σκησιν δικαιώματος συνταγματικοῦ· ὅτε ἀνέπτυξα τὴν πρότα-
1820σίν μου, περιωρίσθην ἐπὶ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης, τὴν ὁποίαν τὸ κα-
1821θῆκον διαγράφει· καὶ ἂν παρετηρήθησαν ἐκδρομαὶ κατὰ τὴν
1822συζήτησιν ἐκείνην, αἱ ὁποῖαι ἔθιξαν τὴν ἄσκησιν τῶν ἡγεμο-
1823νικῶν δικαιωμάτων, αἱ ἐκδρομαὶ αὗται εἶναι ἐκδρομαὶ ἀτόμων,
1824οὐδὲ ἀποδεικνύουσιν ἄτοπον ἢ ἀντισυνταγματικὴν τὴν ἄσκησιν
1825τοῦ βουλευτικοῦ τούτου δικαιώματος, τῆς συστάσεως ἐξεταστι-
1826κῆς ἐπιτροπῆς.
1827Ἀλλὰ τέλος πάντων ἡ πρότασις ἐκείνη ἀνεπτύχθη, ὅτε πα-
1828ρετηρήθη ἀξιοσημείωτον, ἀλλ’ ἐπίσης καὶ δυσάρεστον καὶ λυ-
1829πηρὸν γεγονός, τὸ ἐπεισόδιον, ὅπερ ἔλαβε χώραν ἐκ τῆς ἀγο-
1830ρεύσεως τοῦ κ. Λομβάρδου. Τὸ λέγω δυσάρεστον καὶ λυπηρὸν
1831συμβεβηκός, οὐχὶ διότι ἀφορᾷ ἕνα συνάδελφόν μας, τὸν βου-
1832λευτὴν ἐκ Ζακύνθου, ἀλλὰ διότι ἔθιξε συμφέροντα ὑψηλότερα,
1833ὡς σᾶς παρέστησε τότε ὁ κ. πρόεδρος τῆς Βουλῆς, κατελθὼν
1834ἐπὶ τὸ βῆμα· ἀλλὰ διότι κατὰ τὸ συμπέρασμα τῶν βραχειῶν
1835παρατηρήσεων, ἃς ἀπηύθυνα κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, ἐνό-
1836μιζον, ὅτι ὑπερέβητε τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν οἱ ἐντολεῖς σας
1837σᾶς ἔδωκαν. Διὰ τοῦτο τὸ ὀνομάζω λυπηρὸν καὶ δυσάρεστον.
1838Ἀλλὰ μετὰ τὸ συμβεβηκὸς ἐκεῖνο μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἤρχισε νὰ
1839μαρτυρῆται εἰς τὰς τάξεις τῆς πτέρυγος ταύτης κἄποια δυσφο-
1840ρία. Δὲν ἠδυνάμην, σᾶς λέγω, νά ἐννοήσω τὸν λόγον τῆς δυσ-
1841φορίας ταύτης. Ἐπειθόμην ἀλανθάστως, ὅτι ἡ δυσφορία ἐμαρ-
1842τυρεῖτο. Καὶ ὅτε διὰ τὴν δευτέραν φορὰν ἐπροτάθη ὑπουργικὸν
1843ζήτημα ὑπὸ τοῦ προέδρου τοῦ ὑπουργείου τῆς 9ης Φεβρουαρίου,
1844τὸ ζήτημα τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐπὶ 10 ἡ-
1845μέρας, σᾶς εἶπον, ὅτι ἐψηφοφόρησα ἐναντίον τῆς πεποιθήσεώς
1846μου, διότι ὤφειλον νὰ παράσχω τὴν συνδρομήν μου εἰς τὸ
1847ὑπουργεῖον τῆς 9ης Φεβρουαρίου. Ἀλλὰ δὲν ἦτο μόνον ὁ λόγος
1848οὗτος, εἶχον καὶ δευτέραν πλαγιωτέραν σκέψιν· ἐψηφοφόρησα
1849ὑπὲρ τοῦ ὑπουργικοῦ ζητήματος, ἵνα δώσω ὅλον τὸν δυνατὸν
1850καιρὸν εἰς τοὺς δυσφοροῦντας νὰ πεισθῶσιν, ὅτι ἡ δυσφορία των
1851εἶναι ἀναιτιολόγητος καὶ ὅτι πᾶσα δυσφορία ἀναιρεῖ τὸν δε-
1852σμόν, ὁ ὁποῖος μᾶς συνδέει. Καὶ μοὶ φαίνεται, κύριοι, ὅτι, ἂν
1853παρεστάθη εἰς ὑμᾶς τότε ὡς αἰτία τῆς διακοπῆς τῶν βουλευτι-
1854κῶν ἐργασιῶν ἐπὶ 10 ἡμέρας ὁ λόγος τοῦ νὰ μελετηθῶσι νομο-
1855σχέδιά τινα καὶ ὁ προϋπολογισμὸς, ὃν εἰσήγαγεν τὸ ὑπουρ-
1856γεῖον τῆς 8ης Ἰουλίου, ἴσως ἡ πεποίθησίς μου εἶναι πεπλανη-
1857μένη, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, καὶ τὸ ἐξομολογοῦμαι εἰλικρινῶς, ὅτι
1858ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν ἐπεζητήθη ἡ διακοπὴ, ἦτο συναφὴς μετ’ αὐτῆς
1859τῆς ἀναθεματισμένης δυσφορίας, τὴν ὁποίαν προεκάλεσεν ἡ συ-
1860ζήτησις τῆς προτάσεως τοῦ κ. Λομβάρδου καὶ ἐμοῦ. Δὲν γνω-
1861ρίζω, ἐπὶ τίνων φαινομένων στηρίζω τὴν ὑπόθεσιν ταύτην· εἶναι
1862ὅμως ἓν φαινόμενον, ὅπερ ὑποπίπτει εἰς τὰς αἰσθήσεις ὅλων τῶν
1863ψηφοφορησάντων, τὸ φαινόμενον ὅτι εἴδετε, ὅτι ἡ διακοπὴ
1864τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς δὲν ἔφερε παρὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ
1865πτωχεύσεως, τὸ ὁποῖον ἦτον ἕτοιμον ἐπὶ τῶν προκατόχων ὑ-
1866πουργείων, καὶ τὸν νόμον περὶ μεταβολῆς ἄρθρων τινῶν τῆς
1867Πολιτικῆς Δικονομίας, τὸν ὁποῖον εἶχεν ὑποβάλει ἡ προ-
1868κάτοχος Κυβέρνησις, καὶ τὰς τροποποιήσεις, ὅσαι προετάθησαν
1869εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
1870Ταῦτα λοιπὸν ἀπησχόλησαν τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τὰς δέκα ἡ-
1871μέρας; Τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἡ μόνη ἐξήγησις, τὴν ὁ-
1872ποίαν δύναταί τις ἀνθρωπίνως νὰ δώσῃ. Ἡ δεκαήμερος διακοπὴ
1873τῶν ἐργασιῶν ἐχρησίμευσε διὰ νὰ οἰκονομηθῇ ἡ δυσφορία, τὴν
1874ὁποίαν ἐπέφερεν ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Λομβάρδου καὶ ἐμοῦ·
1875καὶ ἐπειδὴ αὕτη δὲν ᾠκονομήθη, ἦλθεν ἡ σημερινὴ πρότασις.
1876Καὶ ἂν νομίζητε, ὅτι καὶ ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶναι αὐθαίρετος,
1877συγχωρήσατέ με νὰ ἀπευθύνω ἓν παράπονον κατὰ τοῦ ὑπουρ-
1878γείου τῆς 9ης Φεβρουαρίου καὶ καθ’ ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι
1879θέλουσι ψηφοφορήσει ὑπὲρ τῆς προτάσεώς του τῆς σημερινῆς,
1880δι’ ἧς προτείνουσι τὴν παῦσιν πάσης ἄλλης ἐργασίας καὶ τὴν
1881ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἓν παράπονον, ὅτι ἐλησμόνη-
1882σαν τὸν δεσμόν, ὁ ὁποῖος μᾶς συνδέει. Ἡ καταστολὴ τῆς βου-
1883λευτικῆς ἐξουσίας καθ’ ὃν χρόνον ἠσκεῖτο περὶ τὰ ἀντικείμενα,
1884ἐπὶ τὰ ὁποῖα ἔχει δικαίωμα νὰ ἐξασκηθῇ, δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὸ ὑ-
1885πουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἀνεδείχθη ὑπὸ τῆς ψήφου τῆς ἀντιπολιτεύσε-
1886ως· ἂν τὸ βουλευτικὸν δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου τῶν πράξεων τῶν
1887κυβερνώντων ᾖναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ βάσιν πολιτεια-
1888κὴν, ἂν ᾖναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι
1889ἀνήκει εἰς τὴν τάξιν τῶν δευτερευόντων δικαιωμάτων τοῦ κοι-
1890νοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἂν ἡ Βουλὴ ἤθελε νὰ ἐξασκήσῃ
1891τὸ δικαίωμά της τοῦτο, νομίζω, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον
1892ἐκπροσωπεῖ τὴν πλειονοψηφίαν, ἐκ τῆς ὁποίας προῆλθε, δὲν ἐ-
1893δύνατο νὰ ζητήσῃ τὴν κατάπαυσιν ἢ τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐξα-
1894σκήσεως τοῦ δικαιώματος τούτου. Καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχει ἕνας
1895ἀόρατος σύνδεσμος τῶν κυβερνώντων μὲ τὰς πλειονοψηφίας,
1896καὶ μία ἠθικὴ εὐθύνη ἐπιβαρύνουσα τὰς πλειονοψηφίας διὰ τὰς
1897πράξεις τῶν κυβερνώντων καὶ τοὺς κυβερνῶντας διὰ τὰς πρά-
1898ξεις τῶν πλειοψηφιῶν, ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσιν οἱ ἔντιμοι φίλοι μου,
1899μὲ τοὺς ὁποίους συνεδέθην μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, νὰ
1900τοὺς παρατηρήσω, ὅτι μετέχουσι τῆς εὐθύνης τῆς προτάσεως
1901τοῦ ὑπουργείου, ἂν καὶ ἐφ’ ὅσον ὑποστηρίξωσι τὴν πρότασίν του.
1902Μετέχοντες δὲ τῆς εὐθύνης καὶ ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασιν
1903αὐτὴν, λησμονοῦσι καὶ αὐτοὶ τὸν δεσμόν, ὁ ὁποῖος μᾶς συνέ-
1904δεσε, λησμονοῦσι τὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν ἔφερον ἀνὰ χεῖρας.
1905Εἷς τῶν συναδέλφων μου, ὅστις μέχρι πρὸ μικροῦ συνέπραττε
1906μετ’ ἐμοῦ νεώτερος ἐμοῦ κατὰ τὴν ἡλικίαν καὶ ἀπειρότερος κατὰ
1907τὸ πολιτεύεσθαι, ἔσπευσε νὰ ἀφήσῃ ὑπαινιγμὸν ἀπὸ τοῦ βήματος,
1908κατὰ ἀνθρώπου, τὸν ὁποῖον ἔλαβε πολλάκις ἀφορμὴν νὰ γνω-
1909ρίσῃ καὶ κατὰ βάθος καὶ κατὰ ὕψος, καὶ εἶπεν ὅτι λόγοι προ-
1910σωπικῆς φιλοτιμίας μὲ ἔφεραν πρὸς ὑποστήριξιν τῆς προτάσεώς
1911μου. Μὲ ἐγνώριζεν ἐκεῖνος καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ νὰ ἐκτοξεύ-
1912σῃ αἰτιάσεις τόσῳ μικρὰς καὶ ταπεινάς. Δὲν μὲ ἔφερεν εἰς τὸ
1913βῆμα τὸ συμφέρον προσωπικῆς φιλοτιμίας, ἀλλὰ μὲ ἔφερε συν-
1914είδησις τοῦ καθήκοντος, μὲ ἔφερε πεποίθησις ἐπὶ ἀρχῶν, μὲ ἔ-
1915φερε πρόγραμμα ὁλόκληρον· μ’ ἔφερε σημαία, τὴν ὁποίαν ἐβά-
1916στασα μέχρι τῆς χθὲς καὶ τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι νὰ ἐγκατα-
1917λείψω, καὶ ἂν ὑπ’ αὐτὴν εὑρεθῶ μόνος. Ἀμφιβολίαι ἐῤῥίφθησαν
1918εἰς τὸ δημόσιον φρόνημα καθ’ ὅλον τὸ παρελθὸν, ὡς σᾶς ἀφη-
1919γήθη εἰς τὴν προσφώνησίν του καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς,
1920ἂν ἡ Βουλὴ ᾖναι πολιτικὸν Σῶμα καὶ ἂν ἐξασκῇ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ
1921τῶν πολιτικῶν πραγμάτων· καὶ ἦλθεν ἡ στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁ-
1922ποίαν ἐπρόκειτο νὰ λυθῶσιν αἱ ἀμφιβολίαι, οὐχὶ δι’ ἀναγρα-
1923φῆς δικαιωμάτων καὶ ὑποχρεώσεων ἢ δι’ ἀνακηρύξεως δογμά-
1924των καὶ ἀρχῶν, ἀλλὰ δι’ ἀναπτύξεως τῶν ὑπαρχόντων θεσμῶν,
1925διὰ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν. Ἦτο καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ
1926γένηται ἡ ἐφαρμογὴ αὕτη τῶν θεσμῶν, ἦτο καὶ εἶναι ἐνδεχόμε-
1927νον ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου τῆς 8ης Ἰουλίου, τὸν ὁποῖον δὲν
1928θέλω νὰ ἐπιβαρύνω, παντάπασι, ν’ ἀναφανῇ ἐκ τῆς ἐρεύνης ὑ-
1929πέρτερος τῶν αἰτιάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐξετοξεύθησαν κατ’ αὐτοῦ, τὸ
1930εὔχομαι μάλιστα μετ’ εἰλικρινείας καὶ ἐκ πλήρους καρδίας,
1931διότι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἀναδεικνύωνται οἱ ἄνθρωποι
1932καὶ νὰ σχηματίζωνται αἱ ὑπεροχαὶ ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν· φείδο-
1933μαι τῆς ὑπολήψεως ἐκείνων, ὅπως φείδομαι καὶ τῆς ὑπολήψεως
1934ἑκάστου τῶν πολιτευομένων. Εὔχομαι νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἀφορμὴ
1935τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀρχῆς· ἀλλ’ ἡ πρότασις ἦλθε, καὶ τὸ Κοινο-
1936βούλιον συνεζήτησεν ἐπὶ δέκα ἡμέρας.
1937Εἰς μίαν ἄλλην χώραν πρὸ ὀγδοήκοντα ἐτῶν εἷς ἄνθρωπος,
1938ἐπιφανὴς ῥήτωρ ἑνὸς κοινοβουλίου, πολιτικὸς διακεκριμένος, τοῦ
1939ὁποίου τὸ ὄνομα ἡ ἱστορία μετέδωκε μέχρις ἡμῶν, ὁ ὁποῖος
1940ὅμως εἶχε ζωηρὰ πάθη καὶ τοῦ ὁποίου ἡ ὑπερβολικὴ φιλοτι-
1941μία πολλάκις ἐξεμαρτυρήθη εἰς τὴν παραφορὰν τοῦ λόγου καὶ
1942τῶν ἐνεργειῶν του, εἰς τὸ κοινοβούλιον τῆς Ἀγγλίας ἐδή-
1943λωσεν, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ ἀπασχολήσῃ τὸ κοινοβούλιον μὲ τὴν
1944ἐξέτασιν τῆς διαγωγῆς τοῦ Waren Hastings· εἰς τὴν δήλωσιν
1945ταύτην τοῦ Burker ὅλον τὸ κοινοβούλιον τῆς Ἀγγλίας ἐσιώπη-
1946σε καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη πτέρυξ, καὶ οἱ φίλοι τῆς Κυβερνή-
1947σεως, οἱ ἀντιπολιτευόμενοι καὶ αὐτοὶ οἱ ἀδιάφοροι δὲν
1948ἔδωκαν προσοχήν. Καὶ ὁ Burker ἔμεινε μόνος μὲ τὴν πρότα-
1949σίν του. Ἡ δήλωσις δὲ αὕτη ἐσιωπήθη καὶ ἐλησμονήθη. Εἴμεθα
1950εἰς παραπλησίας περιστάσεις; Ἐξεδηλώσαμεν τοιαύτας προ-
1951θέσεις, ὅταν ἤλθομεν καὶ διετυπώσαμεν πρότασιν γραπτὴν, καὶ
1952ἐζητήσαμεν νὰ συζητηθῇ; ὅτε σεῖς μετέσχετε τῆς συζητήσεως,
1953ὅτε κατηναλώσατε 10 ἡμέρας, τέλος πάντων, ὅταν ἀφοῦ κα-
1954τηναλώσατε 10 ἡμέρας, συνέβη ἓν δυσάρεστον ἐπεισόδιον,
1955ὡς ἐκ τοῦ ὁποίου διεκόψατε τὰς συζητήσεις διὰ ἄλλας 10 ἡμέρας;
1956Θέλετε δὲ καὶ ἤδη νὰ διακόψετε καὶ τρίτην φορὰν τὴν ἄσκησιν
1957τοῦ δικαιώματός σας τούτου, ἵνα ῥίψετε εἰς τὰς Καλένδας
1958Grecas τὴν ἐνάσκησιν τοιούτου δικαιώματος, ἐνῷ προσεγγίζο-
1959μεν εἰς τὸ τέλος αὐτῆς; Ὅταν τὸν ἑπόμενον χρόνον ὁ Burker
1960ἦλθε καὶ εἶπεν ὅτι θέλει νὰ γένηται ἡ ἐξέτασις τῆς διαγωγῆς
1961τοῦ Waren Hastings, ὅταν εἰς τοῦτο συνεφώνησε μία μερὶς
1962τοῦ κοινοβουλίου, δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀναστείλῃ ταύτην οὔτε ἡ ἀπε-
1963ριόριστος εὔνοια τοῦ Βασιλέως Γεωργίου Γʹ. πρὸς τὸν Hastings,
1964οὐδὲ ἡ εὐγενεστάτη καὶ προσηνεστάτη ὑποδοχὴ, τὴν ὁποίαν
1965ἡ σύζυγος τοῦ Hastings ἐπισκεφθεῖσα τὴν Βασίλισσαν ἔτυχε
1966παρὰ τῆς συζύγου τοῦ Γεωργίου Γʹ. τῆς Ἀγγλίας· δὲν τὴν
1967ἀνέστειλεν οὐδὲ ὁ ὄγκος τοῦ ὀνόματος ἐκείνου, ὁ ὁποῖος διὰ
1968τῆς ὑπογραφῆς του ἔκαμε συνθήκας, ὁ ὁποῖος ἐκυβέρνα στρα-
1969τοὺς καὶ διὰ τῆς κατανεύσεώς του ἐξεθρόνιζε βασιλεῖς. Ὁ
1970Βάῤῥεν Ἄστυγξ ὑπεβλήθη εἰς τὴν ἀνάκρισιν, καὶ δὲν ἔπαυσεν
1971αὕτη, παρ’ ὅταν ἔφθασεν ἡ Βουλὴ εἰς τὸ πέρας της. Δὲν νομί-
1972ζετε, ὅτι δὲν φαίνεσθε ἀρκετὰ σπουδαῖοι πολιτευόμενοι οὕτω
1973πῶς, ἀρχίζοντες καὶ διακόπτοντες καὶ ἀναβάλλοντες; Καὶ δὲν
1974θέλω νὰ σᾶς παραστήσω, ὅτι ἐνδέχεται νὰ μὴ φανῆτε γενναῖοι,
1975δὲν θέλω νὰ σᾶς παραστήσω, ὅτι ἐνδέχεται νὰ σᾶς προσάψωσι
1976μίαν τινὰ πλαγίαν σκέψιν, ὅτι ἐνδέχεται νὰ σᾶς ἀποδώσωσιν,
1977ὅτι σεῖς ἔχετε τὸν σκοπὸν νὰ ἀφήσητε ἐκτὸς τοῦ συνταγμα-
1978τικοῦ ἀνταγωνισμοῦ τινα. Αὐταὶ εἶναι σκέψεις ταπειναὶ, αὐτὰ
1979ἠμποροῦσι νὰ ἀνάγωνται εἰς συμφέροντα ἀτόμων, τὰ ὁποῖα ἤδη
1980δὲν μ’ ἀπασχολοῦσι· ἔχω καθῆκον πρὸς τὴν δικαιοσύνην καὶ
1981τὴν ἀλήθειαν νὰ προμαχήσω καὶ πρὸ τοῦ συμφέροντος τῶν
1982ἀτόμων, ἀλλ’ ὅμως μὲ κινεῖ πρὸ πάντων τὸ συμφέρον τῆς
1983πατρίδος, ὁ σεβασμὸς, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχω πρὸς ἕνα
1984θεσμὸν τῆς πατρίδος· μὲ κινεῖ ἡ μέριμνα τοῦ νὰ μὴ ἐκπέσῃ ἡ
1985πεποίθησις, τὴν ὁποίαν πρὸς ἡμᾶς πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ ἔθνος.
1986Μοὶ φαίνεται, κύριοι, ὅτι ἤθελεν εἶναι τῳόντι ὀδυνηρὸν, ἐὰν
1987ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι διατεθειμένοι νὰ ἐξελέγξωσι τὰς πρά-
1988ξεις τῶν ἀτόμων ἢ τῶν ὁμάδων, τῶν κομμάτων, ἢ τῶν πολι-
1989τικῶν σωμάτων, ἐὰν αὐτοὶ ἤθελον ἀποκαλύψει τὴν ἔλλειψιν
1990τῆς σπουδαιότητος, ἡ ὁποία ἤθελεν ὑπάρξει εἰς τὴν πορείαν
1991ἡμῶν ταύτην. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι μεγάλη ζημία
1992εἰς τὸν τόπον, διότι ἤθελε δοθῆ ἀφορμὴ νὰ χαλαρωθῇ ἡ πε-
1993ποίθησις τοῦ κοινοῦ ἐπὶ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἵτινες προΐ-
1994στανται ἀλληλοδιαδόχως τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος, νὰ
1995χαλαρωθῇ ἡ πεποίθησις τοῦ κοινοῦ ἐπὶ ἐκείνων, οἵτινες καλοῦν-
1996ται νὰ βουλεύωνται ἐνταῦθα καὶ ἀξιῶσι νὰ πιστεύωνται ὑπὸ
1997τῆς κοινωνίας. Μὴ πρὸς Θεοῦ λησμονεῖτε, ὅτι ὀφείλετε νὰ
1998ἑδραιώσητε τὴν ἐφ’ ὑμῶν πολιτικὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος, νὰ
1999μὴ ἀφήσητε τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι λησμονεῖτε τὰς ἐπαγγελίας σας.
2000Διὰ τοῦτο ἐπίστευον, ὅτι οὐδεμία πολιτικὴ πίεσις ἤθελεν εἶσθαι
2001ἱκανὴ νὰ μᾶς κάμῃ νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι ἓν πρόγραμμα ἀνε-
2002κηρύξαμεν καὶ ὅτι ἀνεκηρύττομεν αὐτὸ, ὅταν μᾶς ἐσύμφερε,
2003καὶ ὅτι τὸ ἐγκατελείψαμεν, ὅταν δὲν μᾶς συμφέρει, διότι δὲν
2004μᾶς ἐσύμφερεν.
2005Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, νὰ περάνω τὸν λόγον τοῦτον, νὰ
2006τὸν περάνω, διότι αἰσθάνομαι μεγάλην θλίψιν εἰς τὴν ψυχήν μου,
2007διότι ἐκοπίασα καὶ ἐγὼ ἀγωνιζόμενος, ἐκοπιάσατε ἴσως καὶ
2008ὑμεῖς ἀκούοντες. Ὁ λόγος τῆς προτιμήσεως τοῦ φορολογικοῦ
2009νόμου ἀπὸ τὴν πρότασιν περὶ συστάσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτρο-
2010πῆς δὲν ὑφίσταται· ὁ φορολογικὸς νόμος δύναται νὰ παρουσια-
2011σθῇ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας πρὶν τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως τῆς
2012πολιτικῆς, νὰ συζητῆται ὑπὸ τῆς Βουλῆς, χωρὶς νὰ σταματή-
2013σῃ ἡ πρόοδος τῆς συζητήσεως τῆς προτάσεως τοῦ κ. Λομβάρ-
2014δου καὶ ἐμοῦ. Δὲν εἶναι, κύριοι, ἀνάγκη ν’ ἀναβάλετε τὴν συ-
2015ζήτησιν τῆς προτάσεως· δύνασθε νὰ ἔχετε καὶ τὰ δύω, χωρὶς
2016νὰ παρέλθῃ οὐδεμία στιγμὴ, ἥτις νὰ δεσμεύσῃ τὰς χεῖρας τοῦ
2017ἐντίμου φίλου μου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν διάθεσιν
2018τῶν δημοσίων προσόδων, ὑπὲρ τῶν ὁποίων τοσοῦτον μεριμνᾷ
2019καὶ ὀφείλει νὰ μεριμνᾷ. Ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον μᾶς ἀνέφερε περὶ
2020τῆς ταχείας ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἵνα ἕνεκα τούτου
2021ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως περὶ συστάσεως ἀνακρι-
2022τικῆς ἐπιτροπῆς, δὲν μοὶ φαίνεται νὰ ᾖναι σπουδαῖος καὶ ἀ-
2023ληθής. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἐπεραίωσε τὰς
2024ἐργασίας της· ἐὰν μετὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἥτις
2025ἐγένετο εἰς δύω συνεδριάσεις τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐ-
2026πιτροπῆς, κατόρθωσεν αὕτη νὰ περάνῃ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν
2027ἐσόδων, ὑποθέττω ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον εἰς αὐτὴν ἵνα εἰς δύω
2028ἑτέρας συνεδριάσεις της περάνῃ καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν
2029ἐξόδων. Ἐὰν ἡ ἔκθεσις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῶν ἐσόδων προτεί-
2030νεται εἰς ὑμᾶς ὡς ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ σᾶς ἀπα-
2031σχολήσῃ αὔριον, νομίζω, ὅτι τοιαύτη γνώμη δὲν εἶναι ὀρθή. Πρὸ
2032τούτου, πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ
2033πρόκειται γενικὴ συζήτησις· ἡ συζήτησις περιστρέφεται περὶ πᾶ-
2034σαν τὴν διοίκησιν καὶ περὶ πᾶσαν τὴν οἰκονομίαν· περιστρέφεται
2035ἰδίως περὶ τὴν παραβολὴν τῶν ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδα· καὶ ἂν
2036δὲν ἔχετε πλήρη τὴν ἔκθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν
2037ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων, δὲν δύνασθε νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἐπι-
2038ψήφισιν τῶν ἐσόδων. Καὶ δὲν ἀρκεῖ νὰ παραβάλετε τὰ ἔξο-
2039δα πρὸς τὰ ἔσοδα· πρέπει νὰ ἐξετάσητε πόσα ἔσοδα καὶ πόσας
2040ἀνάγκας ἔχετε, καὶ ἐπειδὴ ἔχετε ἀνάγκας πολλὰς καὶ μεγάλας,
2041τῶν ὁποίων ἡ θεραπεία ἀπαιτεῖ μεγαλεῖτερα ἔξοδα, πρέπει νὰ
2042ἐξετάσητε τὴν ἰδιότητα τῶν ἀναγκῶν, τὴν φύσιν καὶ τὴν χρη-
2043σιμότητα αὐτῶν, διότι ὀφείλετε νὰ θεραπεύσητε μόνας τὰς ἀνάγ-
2044κας ἐκείνας, τὰς ὁποίας θεωρῆτε κατεπειγούσας. Λοιπὸν δὲν δύ-
2045νασθε νὰ ἐργασθῆτε ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ· πρέπει νὰ ἐξετά-
2046σητε τὰ πράγματα, τὰς ἀνάγκας τῆς κυβερνήσεως, νὰ ἐξετά-
2047σητε ἐὰν τυχὸν ἐκτὸς τῶν ἀναγκῶν τούτων ὑπάρχουσιν ἄλλαι
2048σπουδαιότεραι, καὶ πρέπει νὰ προβῆτε εἰς ἀπόφασιν, ἀφοῦ
2049παραβάλετε ὅλας ταύτας τὰς ἀνάγκας καὶ σκεφθῆτε. Λοιπὸν
2050οὔτε ἡ ἔκθεσις αὕτη δύναται νὰ σᾶς δώσῃ ἀφορμὴν νὰ ἐνασχο-
2051ληθῆτε αὔριον διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
2052Ὀφείλω, τέλος, νὰ καθησυχάσω καὶ τὴν εὔλογον καὶ δικαίαν
2053ἀνησυχίαν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ ἀποτελοῦντες τὸ ὑπουργεῖον
2054τῆς 9 Φεβρουαρίου περὶ τῆς αἰτιάσεως τὴν ὁποίαν σᾶς εἶπον,
2055ὅτι δύνανται νὰ ἐκτοξεύσωσι κατ’ αὐτῶν, ὅτι δῆθεν λησμονοῦν
2056τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους. Οὐδεμία ἀφορμὴ πρὸς αἰτίασιν τοι-
2057αύτην· γνωρίζω, ὅτι βραδέως συνεκαλέσθη ἡ Βουλὴ, γνωρίζω,
2058ὅτι τῆς βραδείας συζητήσεως καὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολο-
2059γισμοῦ δὲν εἶσθε ὑμεῖς ὑπαίτιοι· ἑπομένως γνωρίζω, ὅτι δὲν ἔ-
2060χομεν δίκαιον νὰ ζητῶμεν τίποτε ἀπὸ ὑμᾶς, καὶ διὰ τοῦτο δὲν
2061σᾶς ἀδικῶ καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ σᾶς εἴπω νὰ προβῆτε εἰς τὴν
2062εἴσπραξιν· γνωρίζω, ὅτι κατὰ τοῦτο ἡ πολιτεία σας εἶναι ἀναγ-
2063καία, εἶναι ἀναπόφευκτος, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἐν ὑμῖν οὐδ’ ὁ πό-
2064θος, οὐδ’ ἡ προαίρεσις τῆς παραβιάσεως. Ἀλλὰ τὸ Κοινοβούλιον
2065ἔχει ἀκόμη καὶ μίαν ἄλλην ἀξίωσιν, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις
2066τοῦ προϋπολογισμοῦ θέλω τὴν ἐκθέσει· ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ
2067μὴν ἐπαναληφθῇ ὅ,τι ἄλλοτε ἔλαβε χώραν· ἐπιθυμῶ νὰ ἐπιδο-
2068θῇ εἰς τὴν ἀληθῆ καὶ εἰλικρινῆ ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ,
2069τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ ἐπιτύχῃ, ἐφ’ ὅσον σκέπτεται ὅτι ἐγ-
2070κατέλιπε ἐκκρεμῆ σπουδαιότατα πράγματα· ἔχω ἀκόμη κα-
2071θῆκον νὰ σᾶς παραστήσω ὅτι ἡ ἐνάσκησις τοῦ δικαιώματος τοῦ
2072νὰ συστήσῃ ἐπιτροπὴν εἶναι ὁμολογουμένως σπουδαιοτάτη καὶ
2073πάσης ἄλλης ἐργασίας ὑπερτέρα καὶ ὅτι τὰ πρὸς τὴν πρόο-
2074δον τῆς ἐνασκήσεως τοῦ δικαιώματος τούτου προσκόμματα,
2075ἀναστέλλοντα ἢ καταπαύοντα τὸ δικαίωμα, ἀποτελοῦσιν ἄρ-
2076νησιν συνταγματικῆς ὑποχρεώσεως θεμελιώδους, πρὸ τῆς ὁ-
2077ποίας αἱ προφάσεις τῆς προσυζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ
2078τοῦ φορολογικοῦ νόμου εἰσὶ ταπεινὰ ἐπινοήματα.
2079Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἐπειδὴ εἶναι ἐνδεχόμενον, ἐὰν τὸ ὑπουρ-
2080γεῖον τῆς 9 φεβρουαρίου ἐπιμένῃ νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασις,
2081τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν, καὶ ἐὰν πολλοὶ ἐκ τῶν ἐντίμων φίλων
2082τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιὰν) θέλουσι νὰ τὴν ὑ-
2083ποστηρίξωσι, εἶναι ἐνδεχόμενον διὰ πρώτην φορὰν νὰ παραστα-
2084θῇ ἡ ψῆφός μου ἀντικειμένη πρὸς τὴν ψῆφον ὑμῶν, διὰ τοῦτο
2085ἐνόμισα, ὅτι πρέπει νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου ταύτην.
2086Ἐὰν δέ τις ἤθελε μοὶ ἐξηγήσει ἐν εἰλικρινείᾳ καὶ μοὶ ἐξομο-
2087λογηθῇ ἐν κατανύξει, ὅτι διὰ τὴν ἄρσιν τῶν ἀνωμαλιῶν τού-
2088των, διὰ τὴν παῦσιν τῆς ἐπανειλημμένης προτάσεως ὑπουργικῶν
2089ζητημάτων καὶ τῆς ἐξακολουθήσεως τοῦ σήμερον προταθέντος
2090ζητήματος, ὅτι διὰ τὴν ἔῤῥυθμον ἐξακολούθησιν τῶν βουλευτικῶν
2091ἐργασιῶν καὶ τὴν ὁμόθυμον σύμπραξιν τοῦ Κοινοβουλίου μετὰ τῆς
2092Κυβερνήσεως ὑπάρχει ἀνάγκη τις, καὶ ἡ ἀνάγκη αὕτη εἶναι νὰ
2093ἀρθῇ αὐτὸ τὸ σκάνδαλον, ἡ περὶ συστάσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτρο-
2094πῆς πρότασις τοῦ κ. Λομβάρδου καὶ ἐμοῦ, ἡ καλὴ πίστις μου
2095καὶ ἡ εἰλικρίνειά μου ἤθελον πληρώσει ἀληθῶς τὴν καρδίαν
2096μου θλίψεως· ἀλλ’ ἂν ἤθελον μοὶ ἐξηγήσει εἰλικρινῶς καὶ ἐν
2097κατανύξει, ὅτι πρέπει νὰ ἀρθῇ τὸ σκάνδαλον τοῦτο, ὅτι πρέπει
2098νὰ ταφῇ ἐν τῷ τάφῳ ἡ πρότασίς μου αὕτη, βεβαιωθῆτε, ὅτι ἤ-
2099θελον ἀναγκασθῆ νὰ προτιμήσω παρὰ νὰ ταφῇ ἀπὸ χεῖρας ἀλ-
2100λοτρίας, νὰ ταφῇ ἀπὸ τὰς ἰδικάς μου. Ἂς μὴ ἐγκαταλείψω εἰς
2101ἀλλοτρίας χεῖρας τὴν πρότασιν ταύτην, μεθ’ ἧς εἰλικρινὴς καὶ
2102ἄδολος μὲ συνέδεσε στοργὴ, καὶ ὅπως εἰλικρινῶς προέβαλον
2103αὐτὴν, οὕτως εἰλικρινῶς θάπτω αὐτὴν καὶ κηδεύω σήμερον, ἵνα
2104μὴ ἀφήσω τὸν νεκρὸν αὐτῆς εἰς τὴν διὰ τοσούτων διαστροφῶν
2105καὶ τοσούτων τεχνασμάτων περικαλυπτομένην πολεμίαν προ-
2106αίρεσιν τῶν συμμαχησάντων κομμάτων καὶ ἐχθρότητα αὐτῶν
2107τῶν χθὲς καὶ πρώην ὑποστηριξάντων αὐτήν.
2108§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσιριμῶκος ἔχει τὸν λόγον, ἀλλὰ πα-
2109ραιτεῖται.
2110§67ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, δύω λέξεις.
2111§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
2112§69ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (ἀπὸ τοῦ βήματος). Μεθ’ ὅσα ἐῤῥέθησαν,
2113κύριοι, ὑπολείπονται νὰ σᾶς εἴπω πολὺ ὀλίγα· καὶ ταῦτα δὲν
2114ἤθελον νὰ εἴπω, ἐὰν μὴ ὁ τελευταῖον ἀγορεύσας διὰ τῆς ὁμι-
2115λίας του μὲ προεκάλει. Δὲν ὑψώσαμεν σημαίαν ἀρχῶν, οὔτε διὰ
2116νὰ ἀπατήσωμεν, οὔτε διὰ νὰ δημοκοπήσωμεν, οὔτε διὰ νὰ συγ-
2117κεντρώσωμεν περὶ αὐτὴν πεπλανημένους· οὔτε τὴν ἐγκαταλεί-
2118πομεν σήμερον, πιεζόμενοι ὑπὸ ὁποιασδήποτε ἀνάγκης. Τὴν ση-
2119μαίαν, τὴν ὁποίαν ὑψώσαμεν καὶ τὴν ὁποίαν ὑπεστηρίξαμεν καὶ
2120ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, θέλομεν ἐξακολουθεῖ νὰ τὴν ὑποστη-
2121ρίζωμεν μέχρις ἐσχάτων.
2122Ἐλπίζω, ὅτι ὁ ἔντιμος προλαλήσας θέλει μετανοήσει, διότι
2123ἐβιάσθη νὰ μεμφθῇ τοὺς συναδέλφους του διὰ τὴν ψῆφον, ἣν
2124ὑποθέτει, ὅτι θέλουσι δώσει, χωρὶς προηγουμένως νὰ μάθῃ τοὺς
2125λόγους, οἵτινες τοὺς ἀναγκάζουν νὰ ψηφοφορήσουν ὅπως θὰ ψη-
2126φοφορήσουν.
2127Συνήλθομεν, κύριοι, ἀληθῶς, οὐχὶ διὰ προσωπικοὺς λόγους,
2128οὐχὶ διὰ συμφέροντα ἡμεῖς οἱ ἀντιπολιτευόμενοι τὸ πεσὸν
2129ὑπουργεῖον, ἀλλὰ διότι ἐνομίσαμεν, ὅτι ἕνεκεν ἀτόπων τινῶν
2130προσκόπτει ἡ τακτικὴ τῶν πραγμάτων πορεία, καὶ ὅτι διὰ τὸ
2131καλὸν τοῦ τόπου, διὰ τὴν καλὴν αὐτοῦ διοίκησιν ἔπρεπε τὰ
2132ἄτοπα αὐτὰ νὰ ἀπομακρύνωμεν, καθιεροῦντες βεβαίαν καὶ πραγ-
2133ματικὴν τὴν εὐθύνην τῶν αἰτίων τῶν ἀτοπημάτων τούτων. Συνε-
2134ζητήσαμεν λοιπὸν καὶ συζητοῦμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἡμεῖς
2135περὶ οὐδενὸς ἄλλου εἰμὴ τίνι τρόπῳ νὰ καθιερώσωμεν τὴν εὐθύνην
2136ἐκείνων, τοὺς ὁποίους πράγματι τὸ Σύνταγμα θέλει ὑπευθύνους διὰ
2137πᾶσαν κυβερνητικὴν ἀνομίαν καὶ παράβασιν. Ἐπείσθημεν δὲ καὶ
2138ἐνομίζομεν, ὅτι ἀδύνατον εἶναι νὰ διοικηθῇ καὶ κυβερνηθῇ ἐν εἰλι-
2139κρινείᾳ τόπος τις καλῶς ποτε, ἐὰν μὴ ὑπάρξῃ ἀληθὴς καὶ βεβαία
2140ἡ εὐθύνη τῶν διεπόντων τὰ πράγματα. Ἀλλ’ ἵνα ὑπάρξῃ ἡ
2141εὐθύνη καὶ ἐπιτευχθῇ ἡ πραγματοποίησίς της εἰλικρινῶς, ἡ
2142ὑπεράσπισις πρέπει νὰ ᾖναι πλήρης· οὐδὲν ἐμπόδιον πρέπει νὰ
2143περιορίσῃ ταύτην, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ ἀπόφασις ἐσκεμμένη, ἀκριβής,
2144εἰλικρινής. Καὶ οὕτω, κύριοι, ἐνομίσαμεν καὶ νομίζομεν, ὅτι
2145φθάνομεν εἰς τὸν ἀληθῆ σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, νὰ κα-
2146θιερώσωμεν, ἐπαναλαμβάνω, πραγματικὴν καὶ ἀληθῆ εὐθύνην
2147τῶν κυβερνώντων τὸν τόπον.
2148Διὰ τοῦτο ἅμα ἠκούσαμεν τὴν πρότασιν, ἡ ὁποία μᾶς ὑπε-
2149βλήθη σήμερον, ἅμα ἠκούσαμεν ὅτι τὸ ὑπουργεῖον προτίθεται
2150σήμερον νὰ παρακαλέσῃ τὴν Βουλὴν νὰ προτάξῃ τὸν προϋπο-
2151λογισμὸν καὶ τὸν φορολογικὸν νόμον, ἀντὶ τῆς ἐξακολουθήσεως
2152τῆς συζητήσεως τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, συνεννοηθέντες
2153μετὰ τῶν φίλων, εἴπομεν εἰς τοὺς κυρίους ὑπουργοὺς, ὅτι δὲν
2154θέλομεν συμφωνήσει, ἐὰν ὁ κ. Δεληγεώργης εἴπῃ, «μὲ ἀδικεῖτε·
2155ἡμέρας τόσας, κατεκρίνατε τὴν διαγωγήν μας, ὀφείλετε νὰ μᾶς
2156ἀκούσητε καὶ ὀφείλετε νὰ ἀφήσητε τὸ στάδιον ἀνοικτὸν καὶ εἰς
2157ἡμᾶς ν’ ἀποδείξωμεν τὴν ἀθωότητά μας, καὶ τὴν ἰδικήν σας
2158ἐνοχὴν, διότι ἐκυβερνήσατε ἄλλοτε· ὃ ἤθελεν εἶσθαι, εἴπομεν, καὶ
2159ἄτοπον καὶ ἄνανδρον νὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις. Ἐπομένως, ἐὰν ἐπι-
2160μένητε, κ. ὑπουργοὶ, εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν φέρετε, θέλο-
2161μεν καταψηφίσει αὐτῆς.
2162Καὶ ἀπεφασίσαμεν μὲν νὰ σᾶς ὑποστηρίξωμεν, διότι εἶσθε
2163κυβέρνισις ἐξελθοῦσα ἐκ τῶν σπλάγχνων ἡμῶν, ὀφείλομεν πρὸς
2164ὑμᾶς ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ἀλλ’ ὑπέρτερον καὶ ἀνώτερον καθῆκον
2165ἀφορῶν εἰς τὸ δίκαιον καὶ τὴν τιμὴν ἡμῶν, μᾶς ἀναγκάζει νὰ
2166σᾶς παρακαλέσωμεν ν’ ἀφήσητε ἀνοικτὸν τὸ στάδιον τῆς συζη-
2167τήσεως· καὶ κατὰ τὰς ἡμέρας, καθ’ ἃς δὲν ὑπάρχει συζήτησις
2168τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ συζητῶμεν καὶ τὸ πολιτικὸν ζήτημα,
2169ἢ νὰ τὸ συζητῶμεν ἡμέραν παρ’ ἡμέραν, καθὼς καὶ τὸν προϋπο-
2170λογισμόν· τοιουτοτρόπως ἱκανοποιοῦμεν τὰς ἀνάγκας τῆς κυβερ-
2171νήσεως καὶ ἀφίνομεν καὶ τὸ στάδιον τῆς πολιτικῆς συζητήσεως
2172ἐλεύθερον, σῴζομεν δὲ καὶ τὴν ἡμετέραν τιμὴν καὶ τὴν τῶν ἀν-
2173τιπάλων· διότι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν ἤλθομεν νὰ συκο-
2174φαντήσωμεν καὶ νὰ λέγωμεν πράγματα μὴ ἀληθῆ. Εἴπομεν
2175ὅ,τι πιστεύομεν ὡς ἀληθές. Εὔχομαι ν’ ἀποδειχθῇ ὅτι ἀπατώ-
2176μεθα. Διὰ τοῦτο ἡ συζήτησις πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ.
2177Ἀλλὰ, κύριοι, τὴν ἀπόφασιν ἡμῶν αὐτὴν μετέβαλεν ὁ κ. Δε-
2178ληγεώργης. Ὁ κ. Δεληγεώργης κατέστησεν ἀδύνατον νὰ ἐπιμεί-
2179νωμεν εἰς τὴν ἀρχικὴν ἰδέαν ἡμῶν, χωρὶς νὰ καταδικάσωμεν
2180ἡμᾶς αὐτούς. Καὶ ἰδοὺ πῶς. Ἀναβὰς εἰς τὸ βῆμα τοῦτο ὁ κ.
2181Δεληγεώργης, παρεπονέθη κατὰ τοῦ ὑπουργείου· δὲν ἀνήκει δὲ εἰς
2182ἐμὲ βεβαίως νὰ ὑπερασπισθῶ τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἀρκούντως
2183ὑπερασπίσθη ἑαυτό. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἐκήρυξεν αὐτὸ ὑπεύθυ-
2184νον· διατί; διότι ἐσιώπησε, συζητούντων ἡμῶν ἀπὸ τοῦ βή-
2185ματος τούτου περὶ τῆς εὐθύνης τοῦ ὑπουργείου καὶ μέχρι τοῦ ση-
2186μείου αὐτοῦ τὴν εὐθύνην ταύτην ἐξετασάντων. Ὁ κ. Δεληγεώργης
2187ἐμέμφθη τοὺς ὑπουργοὺς, ὅτι κακῶς ἔπραξαν σιωπήσαντες, ἐνῷ
2188συνεζητοῦντο ἐνώπιόν των τὰ προνόμια τοῦ Στέμματος. Ὠφεί-
2189λετε, εἶπε, νὰ ὁμιλήσητε ἢ νὰ παραιτηθῆτε, ἐὰν διαφωνῆτε πρὸς
2190τὸ Στέμμα, τοῦ ὁποίου τὰς ἰδέας ἀντιπροσωπεύετε.
2191Τὸ ὑπουργεῖον διὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐκήρυ-
2192ξεν, ὅτι πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς συμπολιτεύσεως, αἵτινες ἐκηρύχθη-
2193σαν ἀπὸ βήματος τούτου, συμφωνεῖ, καθόσον αἱ κυβερνητικαὶ
2194πράξεις ἐν Ἑλλάδι εἰσὶν ὑπουργικαὶ, διὰ τὰς ὁποίας ὀφείλουν
2195εὐθύνην μόνοι οἱ ὑπουργοί. Τὸ ὑπουργεῖον λοιπὸν ὡς πρὸς τὸ
2196ζήτημα τῆς εὐθύνης συμφωνεῖ μεθ’ ἡμῶν, κατηγορεῖται δὲ παρὰ
2197τοῦ κ. Δεληγεώργη διὰ τὴν συμφωνίαν ταύτην, καὶ διὰ τὴν
2198συμφωνίαν ταύτην ζητεῖ ἀπὸ ἡμᾶς σήμερον νὰ δώσωμεν ψῆφον
2199καταδικαστικήν. Ἐννοεῖτε, κύριοι, ὅτι μᾶς εἶναι ἀδύνατον, οὕ-
2200τω τεθειμένου τοῦ ζητήματος, νὰ ψηφοφορήσωμεν.
2201§70ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
2202§71ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἀπὸ τοῦ βήματος
2203τούτου δὲν ὡμίλησε περὶ οὐδενὸς ἄλλου ἀντικειμένου, εἰμὴ περὶ
2204τῶν καθηκόντων καὶ χρεῶν τοῦ ὑπουργείου, περὶ ὅσων τοῦτο
2205ὤφειλε νὰ πράξῃ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ πολιτικοῦ
2206ζητήματος καὶ δεινῶς ἐπέπεσε κατ’ αὐτοῦ, διότι δὲν ἐξέφρασε
2207ῥητῶς καὶ καθαρῶς γνώμην καθ’ ἡμῶν, ὡς ὁμιλούντων κατὰ
2208τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος. Καὶ ζητεῖ παρ’ ἡμῶν νὰ εἴπω-
2209μεν, ὅτι κακῶς τὸ ὑπουργεῖον πράττον συνεφώνει μὲ τὰς ἰδέας
2210μας, ἐνῷ ἤθελε πράξει καλῶς ἀντιτασσόμενον πρὸς ἡμᾶς λέγον,
2211«ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος ὁμιλεῖτε, ἀπὸ τῆς εὐθείας παρεκτρέπε-
2212σθε.» Ὅθεν οὕτω τιθεμένου τοῦ ζητήματος, ὅπως τὸ ἔθεσεν ὁ κ.
2213Δεληγεώργης, ἐγὼ βεβαίως δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ δεχθῶ. Ἤθελον,
2214ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἐτίθετο ζήτημα ὅπως ἐξ ἀρχῆς, καὶ ἐκ μέρους
2215τῆς μερίδος ἐκείνης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ὑπετίθετο ὅτι ἤθε-
2216λε τεθῆ. Ἀλλὰ καί τοι τὸ ὑπουργεῖον ἐπαναλαμβάνει ὅτι δὲν
2217ἐννοεῖ ποσῶς νὰ παραβιάσῃ οὐδὲν δικαίωμα, οὔτε νὰ κλείσῃ
2218τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ πολιτικοῦ ζητήματος,
2219καί τοι τὸ ὑπουργεῖον εἶπεν ἐπανειλημμένως, ὅτι μετὰ τὸν
2220προϋπολογισμὸν ἐννοεῖ καὶ θέλει καὶ αὐτὸ πλήρη ἡ συζήτησις
2221τοῦ ζητήματος νὰ ἐξακολουθήσῃ, ἵνα ἡ Βουλὴ ἐπιφέρῃ τὴν ἀπό-
2222φασίν της, δὲν ἠθέλαμεν ὅμως καὶ οὕτω δεχθῆ τὴν πρότασίν
2223του, ἀλλ’ ἠθέλαμεν ἐπιμένει νὰ μὴ ἀναβληθῇ ἡ πολιτικὴ συ-
2224ζήτησις. Τὸ ζήτημα ὅμως, ὅπως διετυπώθη, μετατοπίσθη καὶ
2225τίθεται κατὰ τοῦ ὑπουργείου καθαρῶς. Ὡς τοιοῦτον δὲ δὲν δυ-
2226νάμεθα νὰ τὸ ψηφοφορήσωμεν.
2227§72ΖΩΧΙΟΣ. Σᾶς εἶχον εἰπεῖ ἄλλοτε, ὅτι ὁ κύριος Δεληγεώρ-
2228γης ἔχει τὴν τέχνην νὰ μεταβάλλῃ καὶ νὰ σείῃ τὸ ἔδαφος,
2229ἐφ’ οὗ ὁ πρὸς αὐτὸν ἀντιλέγων ἵσταται. Τὸ αὐτὸ ὅμως σήμερον
2230ἔπραξε καὶ ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, ἀλλὰ μετὰ τέχνης μεγα-
2231λειτέρας.
2232Ὁ κύριος Δεληγεώργης δὲν ἦτο κύριος νὰ θέσῃ τὸ περὶ τοῦ
2233πολιτικοῦ ζητήματος θέμα· ἂν δὲ τὸ ἔθεσεν, ἔκαμε κακὰ, ψυ-
2234χρὰ καὶ ἀνάποδα, διότι τὸ θέμα τὸ ἐθέσαμεν ἡμεῖς, ἤτοι καὶ
2235σὺ, κύριε Κουμουνδοῦρε, καὶ ὁ καθήμενος ἐπὶ τῆς καθέδρας τοῦ
2236προέδρου. Διὰ νὰ ἐννοήσετε δὲ ποῖον ἦτο τὸ θέμα, ἐπιχειρῶ
2237νὰ σᾶς διηγηθῶ ἱστορικόν τι ἀνέκδοτον, τὸ ὁποῖον ἐκλέγω,
2238διότι συνέβη εἰς Ὕδραν, τὴν ἔνδοξον πατρίδα τοῦ προέδρου
2239τῆς Κυβερνήσεως.
2240Κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπαναστάσεως διέτριβεν εἰς Ὕδραν ὁ
2241Βάμβας ὁ μακαρίτης, καὶ ἐξεφώνει ἀπὸ τοῦ ἄμβωνος λόγους
2242ἐνθουσιαστικούς, μεταξὺ δὲ τῶν ἄλλων ἔλεγε πρὸς τοὺς Ὑδραί-
2243ους· «Μὴ ἀποβλέψετε εἰς τὸ δέρμα τοῦ λέοντος, ἤτοι εἰς τὰ
2244»λάφυρα, ἀλλὰ πνίξατε τὸν λέοντα, καὶ τὸ δέρμα του, καὶ τὰ
2245»λάφυρα εἶναι ἰδικά σας.» Ἐν τούτοις τί συνέβη; Ὁ Βάμβας
2246ἔφυγεν ἀπὸ τὴν Ὕδραν καὶ μετέβη εἰς τὴν Κεφαλληνίαν, τὸ
2247δέρμα τοῦ λέοντος ζητῶν, ἀφῆκε δὲ τὸν ἀοίδιμον ναύαρχον
2248Σαχτούρην, παρ’ οὗ ἤκουσα τὸ ἀνέκδοτον, ἀφῆκε καὶ τοὺς ἄλ-
2249λους Ὑδραίους νὰ πνίξωσι τὸν λέοντα.
2250Καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως δὲν συνέβη τὸ αὐτό; Τοὐ-
2251τέστιν, ἐπὶ τοῦ προκειμένου, οἱ μὲν ἄλλοι ἐπῆραν τὸ δέρμα τοῦ
2252λέοντος, ἀφῆκαν δὲ εἰς ἐμὲ καὶ τὸν κύριον Δηλιγιάννην τὴν
2253φροντίδα νὰ πνίξωμεν τὸν λέοντα. Καὶ ὁ μὲν κύριος Δηλιγιάν-
2254νης λέγει, ὅτι τοῦ ἔμεινεν ἡ σημαία, ἀλλ’ εἰς ἐμὲ τί ἔμεινεν;
2255(Γέλως).
2256Ἐὰν ὁ κύριος Δεληγεώργης ἐλάλησε κακῶς, ἂς δώσῃ λόγον·
2257τὸ θέμα ὅμως οὔτε τὸ ἔθεσεν, οὔτε ἠδύνατο νὰ τὸ θέσῃ,
2258διότι τὸ ἐθέσαμεν ἡμεῖς. Εἰς τί δὲ αὐτὸ συνίσταται;
2259«Τί ζητοῦμεν, ἐλέγομεν πρὸς ἀλλήλους, τί ζητοῦμεν εἰς τὸ
2260»παρελθόν; Περὶ τοῦ μέλλοντος πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν.»
2261Ὅτε δὲ ἀπὸ τοῦ τόπου τούτου σᾶς ἐλάλησα ἄλλοτε περὶ τοῦ
2262αὐτοῦ ζητήματος, σᾶς εἶπον ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ πα-
2263ρελθόντος, ἀλλὰ περὶ τοῦ μέλλοντος. Δύναται δὲ ἡ Βουλὴ νὰ
2264ἐξετάσῃ τὰ δημόσια πράγματα; Δύναται, σᾶς ἀποκρίνονται,
2265ἀλλ’ ὄχι σήμερον. Σήμερον δὲ τί ἔχομεν; Τὸν προϋπολογισμόν.
2266Ὁ ὑπουργὸς ὅμως τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ προϋπο-
2267λογισμὸς εἶναι ἀντίγραφον προϋπολογισμῶν ἀρχαιοτέρων, ἀντί-
2268γραφον μάλιστα στερεότυπον. Ἀλλὰ ἐὰν, κύριε ὑπουργὲ, νομί-
2269ζετε τὸν προϋπολογισμὸν ἀντίγραφον στερεότυπον, πρέπει νὰ
2270παραιτηθῆτε ταύτην τὴν στιγμήν.
2271Εἰς τὴν Ἀγγλίαν τὸ ὑπουργεῖον στηρίζει κυρίως τὴν πολι-
2272τικὴν αὑτοῦ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον συντάσσει.
2273(Θόρυβος). Ἐὰν δὲν ἦσθε εἰς κατάστασιν νὰ συντάξετε ἕνα
2274προϋπολογισμόν......
2275§73ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐκεῖ εἶναι
2276Ἀγγλία, καὶ ἐδῶ εἶναι Ἑλλάς.
2277§74ΖΩΧΙΟΣ. Καὶ τὴν Ἑλλάδα πῶς τὴν ἔχετε; Εἰς τὴν Ἀγ-
2278γλίαν ἀνέτρεψαν τὸν θρόνον πρὸ πολλοῦ· ἡμεῖς πρὸ μικροῦ. Ἰ-
2279δοὺ ἡ διαφορά.
2280Ἐγὼ λοιπὸν τοποθετῶ τὸ πολιτικὸν ζήτημα εἰς τὴν φυσικὴν
2281αὑτοῦ θέσιν, ἐκεῖ δηλαδὴ, ὅπου ἔθεσαν αὐτὸ οἱ ἡγούμενοι τῆς
2282ἀντιπολιτεύσεως. Συνήλθομεν δὲ ἀντιπολιτευόμενοι πολλοὶ καὶ
2283συνεφωνήσαμεν νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ
2284πρὸ πάντων. Ἀγνοῶ δὲ ἂν ὁ κύριος Δεληγεώργης ἐλάλησε
2285καλῶς ἢ κακῶς· τοῦτο ὅμως γνωρίζω, ὅτι μέχρι τῆς ἐποχῆς,
2286καθ’ ἣν διεκόπησαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, εἰς οὐδενὸς τὴν
2287κεφαλὴν ἐπῆλθεν ἡ ἰδέα τῆς ἀναβολῆς τοῦ ζητήματος. Γνωρίζω
2288προσέτι, ὅτι μέχρι τοῦ δειλινοῦ τῆς Κυριακῆς τὰ πράγματα
2289ἔμενον ὅπως ἦσαν, ἤμην μάλιστα ἐπιτετραμμένος νὰ παρου-
2290σιάσω νέαν πρότασιν. Ἐξημέρωσεν ὅμως ἡ Δευτέρα, καὶ δὲν ἐ-
2291γνώριζον πλέον ποῦ ἤμην, διότι τὸ ἔδαφος εἶχεν ὅλως διόλου
2292μετατεθῆ. Ἐν τούτοις ἔρχονται τώρα καὶ σᾶς λέγουν· «ὁ κύ-
2293ριος Δεληγεώργης ἔθεσε κακῶς τὸ ζήτημα.»
2294Ἐγὼ δὲν ἀκολουθῶ τὸν κ. Δεληγεώργην, ἀλλὰ χρεωστῶ ν’
2295ἀκολουθήσω τὴν συνείδησίν μου, τὴν τιμήν μου.
2296Ἐπιμένω λοιπὸν εἰς τὸ ζήτημα ὅπως ἐξ ἀρχῆς ἐτέθη, ἐτέθη
2297δὲ ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Κατ’ αὐτὸ δὲ, ἔχει ἡ Βουλὴ τὸ
2298δικαίωμα τοῦ νὰ ἐξετάζῃ τὰ δημόσια πράγματα, ἐπὶ τούτῳ
2299δὲ δύναται νὰ διορίσῃ μίαν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις, ἂν
2300μὲν εὕρῃ τὸν κύριον Δεληγεώργην πταίστην, νὰ τὸν κα-
2301ταδικάσῃ, ἂν δὲ ἀθῶον, νὰ τὸν ἀπολύσῃ. Ἡ τοιαύτη δὲ
2302ἰδέα εἶναι ἰδέα μου, ἐμοῦ, ἐμοῦ, σεῖς δὲ οἱ ἄλλοι ἠθέ-
2303λετε νὰ τὸν παραπέμψετε εἰς δίκην, ἐγὼ δὲ σᾶς ἔλεγον, ὅτι τὸ
2304πρᾶγμα εἶναι τολμηρὸν, καὶ σᾶς παρεκίνουν νὰ στέρξετε τὰ
2305ἠπιώτερα μέτρα.
2306§75ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Διατί τὰ λέγετε εἰς ἡμᾶς;
2307§76ΖΩΧΙΟΣ. Καὶ εἰς σᾶς. Μήπως σεῖς ἔχετε γνῶσιν. (Γέλως).
2308Θὰ μὲ συγχωρήσῃ δὲ ὁ προλαλήσας, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, τὸν
2309ὁποῖον σέβομαι καὶ τιμῶ διὰ τὰ πολλὰ αὐτοῦ προτερήματα,
2310καὶ τὸν ὁποῖον μέχρι ταύτης τῆς στιγμῆς ἠκολούθησα ὁ δυστυ-
2311χὴς, θὰ μὲ συγχωρήσῃ νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι μὲ ἀφῆκεν εἰς τὴν μέ-
2312σην. Καὶ δὲν μὲ ἐγκατέλιπε μόνον, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ ζήτημα
2313εἰς τὴν ῥάχιν. Ἐγὼ ὅμως τὸ ὑποστηρίζω ὅπως ἐτέθη, ὅπως
2314ἔχει, ὑποστηρίζω δηλαδὴ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ
2315ἐξετάσῃ τὰ δημόσια πράγματα.
2316Ἐπὶ τέλους δὲ σᾶς λέγω καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον καὶ προηγου-
2317μένως σᾶς εἶπον.
2318Θέλομεν νὰ κρεμάσωμεν τὸν Δεληγεώργην· ἀλλ’ ἀφ’ οὗ τοι-
2319οῦτον ἔχομεν σκοπὸν, ἂς τραβήξωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτε-
2320ρον τὸ σχοινὶ, διότι εἶναι ἄδικον νὰ μένῃ ὁ ἄνθρωπος μετέωρος.
2321Λέγετε δὲ νὰ προηγηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, διὰ νὰ ἔμβωμεν
2322εἰς τάξιν· ἀλλὰ δὲν βλάπτονται καθόλου οἱ ὑπουργοὶ, ἂν πα-
2323ρούσης τῆς Βουλῆς καὶ συναινούσης κυβερνήσωσι διὰ πιστώ-
2324σεων, ἀφ’ οὗ καὶ ἐκυβέρνησαν καὶ κατὰ πάντα πιθανὸν λόγον
2325θὰ κυβερνήσωσι διὰ διαταγμάτων.
2326§77ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κ. πρόεδρε, μίαν διασά-
2327φησιν. — Ἐγένετο λόγος παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεσσή-
2328νης ὅτι ἐγὼ ἔθεσα τὸ ζήτημα, καὶ ὅτι ὅπως ἐγὼ τὸ ἔθεσα δὲν
2329δύναται νὰ τὸ ἀκολουθήσῃ, ἀλλὰ θὰ πράξῃ ἐναντίως. Θαυμάζω
2330πῶς ὁ κ. Κουμουνδοῦρος παρεξήγησε τοσοῦτον τὰ πράγματα·
2331δὲν πιστεύω δὲ κἀνεὶς ἐκ τῶν παρόντων κατὰ τὴν ὥραν, καθ’
2332ἣν ὡμίλησα, νὰ συνέλαβε τὴν ἰδέαν ὅτι ἐγὼ ἔθεσα ζήτημα, καὶ
2333νὰ ἠπόρησε διὰ τί ἔλαβα τὸν λόγον, καὶ νὰ ἐδίστασε περὶ τῆς
2334σημασίας αὐτοῦ· διότι ἡ ἀναβολὴ, τὴν ὁποίαν ὡς ζήτημα ἔθεσε
2335τὸ ὑπουργεῖον καὶ ἐπρότεινεν, μὲ ἠνάγκασε νὰ εἴπω ὅ,τι πρὸς ἀπό-
2336κρουσιν τῆς προτάσεως ταύτης ἐνόμιζον. Ἑπομένως οὐδὲν ἄλλο ἔ-
2337πραξα, οὐδ’ ἠθέλησα νὰ πράξω, εἰμὴ νὰ ἀποκρούσω τὴν πρότασιν
2338τοῦ ὑπουργείου. Ὡμίλησα δὲ κατὰ τῆς τακτικῆς, τὴν ὁποίαν
2339τὸ ὑπουργεῖον ἠκολούθησεν εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα, καὶ ὄχι κατὰ τῆς
2340πολιτείας τοῦ ὑπουργείου ἢ κατὰ τῆς διαγωγῆς τοῦ ὑπουργείου
2341ἢ κατὰ τῶν ἀρχῶν τοῦ ὑπουργείου· οὔτε συνεζήτησα ἂν τὸ
2342ὑπουργεῖον συμφέρῃ νὰ ὑπάρχῃ ἢ νὰ μὴ ὑπάρχῃ· οὔτε ἠθέλησα
2343νὰ θέσω ζήτημα ὑπουργικὸν ἐγώ. Εἶχον τὸ δικαίωμα, ὡς
2344ἀποκρούων τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς, νὰ ἐξετάσω τὴν τα-
2345κτικὴν, τὴν ὁποίαν τὸ ὑπουργεῖον ἠκολούθησεν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ
2346ζητήματος· εἶπον ἑπομένως ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἔπραξε σφάλμα,
2347διότι ὑπέθαλψε τὰς μέχρι τοῦδε ἀναβολάς. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ
2348ἐπαναλάβω ὅσα εἶπον πρὸς ὑποστήριξιν αὐτῆς μου τῆς ἰδέας.
2349Περὶ τούτου δὲ λαλῶν, εἶπον ὅτι τὸ ὑπουργεῖον εἶχε τὸ καθῆ-
2350κον ὄχι μόνον νὰ μὴ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀναβολὴν, ἀλλὰ νὰ συν-
2351τελέσῃ μάλιστα εἰς τὴν ἐπίσπευσιν καὶ εἰς τὴν ἀποπεράτωσιν
2352τοῦ ζητήματος, νὰ συντελέσῃ ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ φθάσῃ εἰς μίαν
2353ἀπόφασιν περὶ τῆς ἐξελέγξεως τῆς πολιτείας, τῆς διοικήσεως
2354καὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς οἰκονομικῆς ὅλων τῶν ὑπουργείων
2355ἀπὸ τοῦ 1865. Καὶ ἀφοῦ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἀπὸ τοῦ
23561865 τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον σήμερον κυβερνᾷ, τρὶς ἐκυβέρνησε
2357καὶ τρὶς ὀφείλει λόγον, ἤτοι ὀφείλει καὶ ὡς κόμμα καὶ ὡς πλειο-
2358ψηφία τῆς Βουλῆς καὶ ὡς κυβέρνησις, ὀφείλει νὰ λάβῃ μέρος,
2359νὰ ἐκφράσῃ γνώμην καὶ νὰ συντρέξῃ εἰς τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ
2360ζητήματος. Εἶπον προσέτι ὅτι γενομένης ἐναντίον τοῦ ὑπουρ-
2361γείου, τοῦ ὁποίου εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύω, τῆς αἰτιάσεως
2362ὅτι ἐποιήσατο χρῆσιν κακὴν τῶν δικαιωμάτων τῶν συνταγμα-
2363τικῶν τοῦ ἡγεμόνος, ἐχρεώστει καὶ ὡς κόμμα καὶ ὡς πλειοψη-
2364φία τῆς Βουλῆς, καὶ ὡς κυβέρνησις νὰ ἐκφράσῃ γνώμην. Παρεξή-
2365γησιν δὲ ἔκαμαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μὲ διεδέχθησαν εἰς τὸ βῆμα,
2366πλάσαντες ὅ,τι ἐγὼ οὐδόλως εἶπον, ἤτοι ὅτι ἐγὼ ἰσχυρίσθην
2367ὅτι ἡ κυβέρνησις ὤφειλε νὰ παρεμβῇ εἰς τὴν συζήτησιν, διὰ νὰ
2368ὑπερασπισθῇ τυχὸν τὴν Βασιλείαν κατηγορουμένην, τὴν Βασι-
2369λείαν προσβαλλομένην, τὴν Βασιλείαν, τὴν ὁποίαν ἄλλοι ἠθέλη-
2370σαν νὰ καταστήσουν ὑπεύθυνον. Δὲν ἀπῃτεῖτο νὰ ἐργάζωμαι
2371τοσοῦτον χρόνον εἰς τὰ πολιτικὰ, νὰ διαχειρίζωμαι, τὰ κοινὰ καὶ
2372ὡς βουλευτὴς καὶ ὡς ὑπουργὸς διὰ νὰ γνωρίζω ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ οὐδέ-
2373ποτε μοὶ ἦτον ἐπιτετραμμένον νὰ κάμω λόγον. Εἶπον ὅμως καὶ
2374ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἔχῃ γνώμην πάν-
2375τοτε ὁσάκις πρόκειται περὶ τῆς καταχρήσεως τῶν δικαιωμά-
2376των τοῦ Στέμματος καὶ τοῦ Κοινοβουλίου ἀκόμη, διότι ἡ κυβέρ-
2377νησις ἀντιπροσωπεύει ἀμφότερα, καὶ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν
2378καὶ τὸ Κοινοβούλιον. Λοιπὸν δὲν ἐννοῶ, κύριοι, σπουδαίαν συ-
2379ζήτησιν τῆς Βουλῆς, σπουδαίαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς περὶ κατα-
2380χρήσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κοινοβουλίου καὶ περὶ κατα-
2381χρήσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ Στέμματος, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ
2382Κυβέρνησις δὲν παρεμβαίνει καὶ δὲν ἐκφράζει τὴν γνώμην της.
2383Ὤφειλον ἑπομένως νὰ κάμω τὴν διασάφησιν ταύτην τὴν ὁποίαν
2384δὲν ἠξεύρω διὰ τίνα λόγον οἱ κύριοι ὑπουργοὶ δὲν ἐνόησαν.
2385Ἀλλά, κύριε πρόεδρε, πρὶ τελειώσω χρεωστῶ νὰ κάμω τὴν δή-
2386λωσιν, τὴν ὁποίαν εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ λόγου μου ἔκαμα, καὶ
2387τὴν ὁποίαν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν θέλω νὰ γείνω πρόσκομμα
2388εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ φορολογικοῦ νόμου καὶ τοῦ προϋπολο-
2389γισμοῦ. Εἶπον ὅτι ἡ παλαιὰ αὕτη τακτικὴ ἐξέλιπεν ἀπὸ τὰ ἤθη
2390τῶν κοινοβουλευτικῶν πολιτειῶν, εἶπον ὅτι δὲν ἔχουν τὴν σή-
2391μερον τὰ κοινοβούλια ἀνάγκην νὰ προστρέξουν εἰς αὐτὰ τὰ
2392μέσα, διότι τὰ πολιτικὰ ἤθη ἐξευγενίσθησαν καὶ αἱ κυβερνήσεις
2393ὑποχωροῦν πάντοτε ἐνώπιον τῆς πλειονοψηφίας, ἡ ὁποία
2394δίδει ἐναντίον αὐτῶν εἰς οἱονδήποτε ζήτημα τὸν χαρα-
2395κτῆρα τῆς ἐμπιστοσύνης. Ἐπομένως οὔτε ζήτημα ὑπουργικὸν
2396ἔθεσα σήμερον, κύριε πρόεδρε, οὔτε ζήτημα ἠθέλησα νὰ ὑπο-
2397βάλω εἰς τὸ Κοινοβούλιον· ἀπέκρουσα τὴν πρότασιν τοῦ ὑπουρ-
2398γείου ἀφοῦ τὴν ἐγύμνωσα μάλιστα ἀπὸ αὐτὸν τὸν χαρακτῆρα,
2399τὸν ὁποῖον ἠδυνάμην νὰ τῇ ἀποδώσω, τοῦ πολέμου κατὰ τῆς
2400κυβερνήσεως.
2401§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπάρχοντος ἑτέρου ἐγγεγραμμένου, κηρύσσε-
2402ται περαιωμένη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητή-
2403ματος. Ἠκούσατε ὅτι ὁ βουλευτὴς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς καὶ
2404ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπρότεινε τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμε-
2405ρησίας διατάξεως πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις
2406τοῦ νομοσχεδίου τοῦ φορολογικοῦ καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸ
2407πάσης ἄλλης συζητήσεως. Κατὰ τὸ ἄρθρον 29 τοῦ κανονισμοῦ,
2408ἡ πρότασις περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως πρέπει νὰ
2409ὑποστηριχθῇ ἀπὸ 10 ἄλλους βουλευτάς. Παρακαλῶ λοιπόν, ἐὰν
2410ὑπάρχουν δέκα βουλευταὶ ὑποστηρίζοντες τὴν μεταβολὴν, νὰ
2411ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς δέκα). Προβαίνομεν λοιπὸν εἰς
2412τὴν ψηφοφορίαν περὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος, τὸ ὁποῖον
2413ἠκούσατε. Ἐὰν ἐπιθυμῆτε δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ....
2414§79ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
2415§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. — Ὁρίστε δύω ψηφολέκται· (προσέρ-
2416χονται ὡς τοιοῦτοι οἱ κ. κ. Λ. Πετσάλης καὶ Α. Ῥούκης).
2417§81Ι. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε πρόεδρε, κατηρτίσατε τὸ γραφεῖον
2418σας; Ποῦ εἶναι οἱ γραμματεῖς;
2419§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ, εἶναι ὁ κ. Κοντογούρης καὶ ὁ κ. Βιρβίλης.
2420§83Ι. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι ὅλοι.
2421§84Ι. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (γραμματεύων). Δὲν ἔχετε κἀνὲν δι-
2422καίωμα, κ. Δεληγιάννη.
2423§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ἐπεμβαίνεται εἰς τὰ καθήκοντα τοῦ προέ-
2424δρου. Ἰδοὺ εἶναι δύω ἐδῶ, ὁ κύριος Κοντογούρης καὶ ὁ κ. Βιρ-
2425βίλη· ὁ κ. Νέγκας εἶναι ἀσθενὴς, ὁ κ. Στεριόπουλος δὲν εἶναι
2426ἐδῶ. Ὁ πρόεδρος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καλέσῃ δύω ἄλλους πρὸς
2427συμπλήρωσιν τοῦ προεδρείου. Διὰ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς ψηφοφο-
2428ρίας ἔχετε ψηφολέκτας ἐδῶ.
2429§86Ι. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὁ κ. Δεληγιάννης ἔχει δίκαιον νὰ
2430λέγῃ ὅτι ὁ κ. πρόεδρος δὲν διαχειρίζεται καλῶς τὰ καθήκον-
2431τά του.
2432§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε λοιπὸν, κύριοι· θὰ ψηφοφορηθῇ ἡ
2433μεταβολὴ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἥτις συνίσταται εἰς τὸ ἑξῆς·
2434οἱ θέλοντες νὰ προηγηθῇ πρὸ παντὸς ἄλλου ζητήματος ἡ συζή-
2435τησις τοῦ φορολογικοῦ νόμου καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
2436Κράτους θέλουσιν εἰπεῖ ναί, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι τὴν μεταβο-
2437λὴν ταύτην τῆς ἡμερησίας διατάξεως θέλουσιν εἰπεῖ ὄχι. Ἄρχε-
2438ται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου. Προσέχετε καὶ μείνατε εἰς τὰς
2439θέσεις σας. (Γίνεται ἡ ψηφηφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν,
2440κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον).
2441Πρωτόκολλον ψηφοφορίας τῶν κυρίων Βουλευτῶν
2442Ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος·
2443Παραδέχεται ἡ Βουλὴ νὰ προηγηθῇ πρὸ παντὸς ἄλλου ζητήμα-
2444τος ἡ συζήτησις τοῦ φορολογικοῦ νόμου καὶ τοῦ προϋπολο-
2445γισμοῦ τοῦ Κράτους, ναὶ ἢ ὄχι;
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2446Κωνστ. Θεοδώρου Ν Γ. Μίλησης Ν
2447Α. Μιχαλόπουλος Ἰω. Ζέρβας Ο
2448Σπυρ. Λογιωτατίδης Ο Δ. Βουλπιώτης Ο
2449Ἰω. Κυριακὸς Ν Κ. Γιολδάσης
2450Μ. Καΐρης Ὀρφανὸς Ο Δ. Δημητριάδης Ν
2451Νικόλ. Α. Μαυροκορδάτος Ν Τ. Κουτρουβέλης Ο
2452Νικόλ. Δ. Τσώκρης Ν Κωνστ. Λομβάρδος
2453Ἀνδρ. Δανόπουλος Ν Νικόλ. Ε. Λούντζης
2454Λεων. Βούλγαρης Διον. Κολλυβᾶς Ν
2455Δημ. Καλλιφρονᾶς Ο Ἰω. Νέγκας Ν
2456Σκαρλ. Σοῦτσος Ν Ἀνδρ. Γαΐτας ΦωσκάρδηςΝ
2457Ὄθων Μακρυγιάννης Ο Στέφ. Στεφανόπουλος Ν
2458Στυλ. Κολιάτσος Ο Ἀνδρ. Αὐγερινὸς Ν
2459Περικλῆς Πετράκης Ν Χρ. Στεριόπουλος
2460Δημ. Ῥάλλης Ν Αὐγερ. Πετραλιᾶς Ο
2461Ἀθ. Ἴσκος Ν Θ. Δαραλέξης Ν
2462Κ. Στράτος Ο Λ. Κατσίνας Ο
2463Δημήτρ. Γρίβας Ο Ἀναγν. Δημητρίου Ν
2464Γ. Γεροθανάσης Ο Δημ. Κλίμακας Ν
2465Χρ. Κατσικογιάννης Ο Ἀντ. Λαγκαδᾶς
2466Γ. Πλαπούτας Ο Γερ. Βαλλιάνος Ν
2467Μ. Δηλιγιάννης Ο Ἀριστομένης Βαλέττας Ο
2468Β. Κ. Νικολόπουλος Ν Βαρβαρίγος Πήλλικας Ο
2469Ἰω. Α. Δεληγιάννης Ν Εὐσ. Πεταλλᾶς Ο
2470Γ. Λαδόπουλος Ο Ἀθαν. Γ. Πετιμεζᾶς Ν
2471Ἀντ. Α. Ἀντωνόπουλος Ο Θρ. Α. Ζαΐμης Ν
2472Κ. Κοσσονάκος Ν Ἀργύρ. Διαμαντόπουλος
2473Λεων. Πετροπουλάκης Ο Ἀθαν. Π. Πετιμεζᾶς Ν
2474Ἰω. Γ. Ἀνδρίτσου ἀρνεῖταιΓεώργ. Κ. Παπαδαῖος Ν
2475Ἰω. Σαφάκας Ο Περ. Μαυρομιχάλης Ν
2476Ἀριστομ. Λιδωρίκης Ν Κωνστ. Φλέσσας Ο
2477Ν. Παπαμιχαλόπουλος Ν Σταῦρος ΟἰκονομόπουλοςΟ
2478Ἰω. Καπιτσίνης Ν Ἰω. Τζιώτης Ν
2479Γ. Καραβᾶς Κ. Εὐθυμιόπουλος Ν
2480Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Ν Π. Ἰατροῦ
2481Κωνστ. Π. Οἰκονόμου Ο Ἀλ. Πετσάλης Ν
2482Ἰω. Χωρεπισκοπίδης Ν Ἐπαμ. Βιρβίλης Ν
2483Ἰωάννης Ἀντωνιάδης Ο Δημήτρ. Σαράβας
2484Ν. Βασιλάκης τοῦ Ἡλιοῦ Ν Π. Λεωτσάκος Ν
2485Ἀθαν. Παραμυθιώτης Ο Ἰω. Μαυρομιχάλης Ν
2486Δημ. Λοράνδος Ν Πέτρ. Μαυρομιχάλης Ν
2487Ἀναστ. Δημητριάδης Ο Χ. Κανελλόπουλος Ο
2488Ἰω. Δεληγιάννης Ο Ἀντ. Οἰκονομόπουλος Ο
2489Ἰω. Ἰωάννου Ν Ἀγαμ. Χριστόπουλος Ν
2490Γεώργ. Κούστας Ο Πολ. Κωσταντᾶς Ν
2491Ἀριστ. Μεντζελόπουλος Ἀναστ. Τρύφωνας Ο
2492Νικόλ. Μηλλιαρέσης Ν Θεόδ. Ῥωμαῖος Ο
2493Μ. Ἰγγλέσης Ν Μιχ. Χαριτάτος Ο
2494Σπυρ. Μοντεσάντος ΜπουλελᾶςΟ Ὄθ. Πυλαρινός Ο
2495Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ο Διον. Δελλαπόρτας Ν
2496Κοσμ. Πανάρετος Ν Γ. Κάγκας Ο
2497Ἀναστ. Βαρβαρῆγος Ο Εὐθ. Κεχαγιᾶς Ν
2498Δημ. Ῥαπτάκης Ν Π. Τζαμάλας Ο
2499Θ. Θερμογιάννης Ν Λ. Καραλίβανος Ν
2500Δ. Σαῤῥηγιάννης Ν Θ. Κανακάρης Ο
2501Κ. Κατσικόπουλος Ν Ἀρ. Μπουκαούρης
2502Γ. Βακαλόπουλος Ο Ἀρ. Κοντογούρης Ν
2503Ν. Λεώπουλος Ο Π. Χαλικιόπουλος Ο
2504Ἰω. Βλασόπουλος Ν Εὐστ. Ἡλιόπουλος Ο
2505Λεων. Μαυρομιχάλης Ν Ν. Καράπαυλος Ν
2506Νικήτ. Βαρβιτσιώτης Ν Ἀθ. Μισυρλῆς Ν
2507Ἀναστ. Κορφιωτάκης Ο Δημ. Τριγγέτας Ν
2508Ἀντ. Γεωργαντᾶς Ο Γερ. Κόκκινος Ο
2509Γ. Λάπας Γ. Δελλαπόρτας Ο
2510Σπ. Βαλαωρίτης Ο Ἰω. Δεστούνης Ο
2511Ἄγγ. Φ. Καλκάνης Ο Ἰω. Δουλίδης Ο
2512Ἰωάν. Σ. Χαλκιᾶς Ν Κ. Ἐπιφανίου Ο
2513Ἀρ. Ῥούκης Ο Δ. Ι. Κουνουπιώτης
2514Ἀλ. Παπαλουκᾶς Ο Ἀνδρ. Μανοῦσος Ν
2515Ἰωάν. Παπαζαφειρόπουλος Ν Δημ. Χρηστίδης Ο
2516Χρ. Χρηστόπουλος Ο Ν. Σοῦτσος Ο
2517Φίλιππος Βάρβογλης Ν Κ. Πλατύς
2518Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος Ο Γ. Μπούμπουλης Ν
2519Δημ. Ζέγγελης Ο Ἰω. Ζαλλώνης Ν
2520Ἠλ. Φλέσσας Ο Δ. Δρόσος Ο
2521Βασίλ. Μπούντουνας Γρηγ. Μαυρομαρᾶς Ο
2522Ἀλέξ. Βάσσος Ο Γ. Γεωργακόπουλος Ν
2523Γ. Μαλέας Ο Θ. Ἀναστασόπουλος Ν
2524Σπυρ. Ζερβός Ο Σ. Σωτηρόπουλος Ν
2525Γερ. Ζωχιός Ο
2526Νικ. Παγκράτης Ν Γ. Στάϊκος Ν
2527Ἐπ. Δεληγεώργης Ο Ἰω. Δροσινός Ο
2528Σταμ. Μακρῆς Ο Σταμ. Κορυζῆς Ν
2529Ἀλ. Κουμουνδοῦρος Ν Δ. Γ. Βούλγαρης Ν
2530Σπήλ. Ἀντωνόπουλος Ο Θ. Γκίκας Ν
2531Π. Μποῦτος Ν Θ. Θεοδωράκης Ν
2532Δ. Κυριακίδης Ο Θεμ. Παπακώστας Ο
2533Γ. Προβελέγιος Ο Ἰω. Χατζῖσκος Ν
2534Μιχ. Δαμηράλης Ν Δημ. Τσιριμῶκος Ν
2535Ν. Χατζόπουλος Ο Κ. Δυοβουνιώτης Ο
2536Κ. Κρίσπης Ν
2537Ν. Φαρμάκης Ο Βασ. Ν. Βουδούρης Ο
2538Ν. Καναβός Ο Δημ. Ν. Κριεζώτης Ν
2539Μ. Βότσαρης Ο Γεώργ. Τ. Θωμᾶς Ο
2540Ν. Ἀγγελικάρας Μιλτ. Κ. Κανάρης. Ν
2541§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λάβετε θέσεις, κύριοι· δὲν ἀπαγγέλλω τὸ ἀπο-
2542τέλεσμα πρὶν καθίσετε, διότι ἔχομεν ἐργασίαν μετὰ ταῦτα.
2543Κύριοι, ἐψηφοφόρησαν ἐπὶ τοῦ τεθέντος ζητήματος τῆς μετα-
2544βολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως 171 Βουλευταί· 86 ἐψηφο-
2545φόρησαν ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τῆς μεταβολῆς ταύτης εἰπόντες
2546ναὶ, 84 εἶπον ὄχι, καὶ εἷς ἠρνήθη. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ παραδέ-
2547χθη τὴν προταθεῖσαν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Κατ’
2548αὐτὴν λοιπὸν, αὔριον.... Σᾶς παρακαλῶ νὰ καθήσετε διὰ νὰ
2549καταρτίσω τὴν ἡμερησίαν διάταξιν συναινέσει τῆς Βουλῆς.
2550§89ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Δὲν εἶναι δυνατὸν, κύριε Πρόε-
2551δρε, νὰ ἀναγνωσθῇ διὰ πρώτην φορὰν τὸ φορολογικὸν νομοσχέ-
2552διον; ἢ δὲν εἶναι καιρός;
2553§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν θέλετε, ἀναγινώσκεται διὰ πρώτην φοράν.
2554§91ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
2555§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον λοιπὸν, θὰ ᾖναι ἡ τρίτη ἀνάγνωσις τοῦ
2556περὶ ναυτολογίας νομοσχεδίου, ἡ δευτέρα τοῦ φορολογικοῦ καὶ
2557ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Βουλῆς, διότι δὲν ἠμπορεῖ τὸ Προεδρεῖον
2558νὰ βαδίσῃ ἄνευ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς.
2559§93ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
2560§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, θὰ γείνῃ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις τοῦ
2561φορολογικοῦ νομοσχεδίου... (θόρυβος) Κύριοι, οὕτω δὲν εἶναι δυ-
2562νατὸν νὰ γείνῃ σήμερον ἡ πρώτη ἀνάγνωσις...
2563§95ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ τί; Ἐγὼ προτείνω νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ
2564φορολογικὸν νομοσχέδιον σήμερον.
2565§96ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ· μοῦ πονεῖ τὸ δόντι.
2566§97ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν ἔχετε λόγον, νὰ τὸν εἴπητε· ἐγὼ προ-
2567τείνω ν’ ἀναγνωσθῇ σήμερον.
2568§98ΖΩΧΙΟΣ. Πρώτη ἀνάγνωσις καλά· ἀλλ’ ἐὰν εἰς τὴν τρίτην
2569ἐγὼ ψοφίσω; Ἐδῶ νομίζω, ὅτι εἶναι κἄτι σπουδαιότερον ἀπὸ τὸ
2570προηγούμενον ζήτημα· καὶ ἐπειδὴ ἐπρόκειτο περὶ συντάγμα-
2571τος καὶ ἰσονομίας, ἓν κἄποιον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος λέγει,
2572ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ Νόμου καὶ ὅτι ὅλοι
2573συνεισφέρουσιν ἐξ ἴσου ἀναλόγως τῆς καταστάσεώς των· ἐξαιρεῖ-
2574ται μόνον ἡ Κέρκυρα· ἴσως καὶ ἄλλος τόπος, δὲν γνωρίζω· βε-
2575βαίως ὅμως ἐξαιρεῖται ἡ Κέρκυρα. Εἰς τὴν Κέρκυραν φο-
2576ρολογῆται μόνον ἓν εἶδος, ὅλα δὲ τ’ ἄλλα εἶναι ἀφορολόγη-
2577τα. Νομίζω ὅτι ὀρθὸν εἶναι, ἐὰν τὸ νομίζῃ ἡ Κυβέρνησις
2578καὶ ἡ Βουλὴ, ἡ φορολογία αὕτη νὰ ἐλαττωθῇ κατὰ τὸ ἓν
2579εἶδος καὶ νὰ ἐπιφορτισθῇ ἡ ἐλάττωσις εἰς τὰ ἄλλα· διότι εἶναι
2580ἄδικον μία μόνον τάξις τοῦ λαοῦ νὰ φορολογῆται, αἱ δὲ λοιπαὶ
2581νὰ ᾖναι ἀφορολόγηται. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι εἶναι δί-
2582καιον ὁ μὲν νὰ φορολογῆται τὸ πολὺ ἢ τὸ ὅλον, ὁ δὲ, οὐδόλως,
2583πολὺ καλά· ἀλλὰ τοὐλάχιστον εἶναι ἄδικον...(θόρυβος). Νὰ σᾶς
2584τὸ ἐξηγήσω, κ. Σωτηρόπουλε. Δὲν πταίω ἐγὼ, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ
2585τῶν οἰκονομικῶν δὲν συνῆλθε.
2586§99ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλετε τὰς παρατηρήσεις σας εἰς
2587τὴν Βουλήν.
2588§100ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ πληρώνῃ τὸ ἔλαιον 18 τοῖς ἑκατόν·
2589φόρος οἰκοδομῶν δὲν ὑπάρχει, φόρος ἐπιτηδευμάτων δὲν ὑπάρ-
2590χει. Ὁ τραπεζίτης, ὅστις ἔχει ἓν δύω ἑκατομμύρια, δὲν πλη-
2591ρόνει τίποτε· ἄλλος τις ἔχων 15 σπήτια, δὲν πληρόνει τίπο-
2592τε· ὁ δικηγόρος, ὁ ἰατρὸς, ὁ ἔμπορος δὲν πληρόνουν τίποτε. Ἐὰν
2593τὸ νομίζετε αὐτὸ ὀρθὸν, ἂς ἐξακολουθήσῃ, ἐὰν δὲν τὸ νομίζετε
2594ὀρθὸν, ἂς τροποποιηθῇ.
2595§101Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Σεῖς φωνάζετε, οἱ Κερκυραῖοι.
2596§102ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Νὰ θέσωμεν φόρους μάλιστα.
2597§103ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πρέπει νὰ μελετηθῇ τὸ ζήτημα ἀπὸ τὴν κυ-
2598βέρνησιν· δὲν ἠμπορεῖ ἀμέσως νὰ γείνῃ.
2599§104ΡΩΜΑΙΟΣ. Ἔχομεν πρότασιν εἰς τὴν Βουλήν.
2600§105ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἔλθῃ.
2601§106ΖΩΧΙΟΣ. Ἡ πρότασις ἠμπορεῖ νὰ τὸ τροποποιήσῃ.
2602§107ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Θέλετε δηλαδὴ ν’ ἀφομοιωθῇ
2603ὅλη ἡ Ἑπτάνησος.
2604§108ΖΩΧΙΟΣ. Νὰ ἀφομοιωθῇ ὁ φόρος τοῦ λαδιοῦ.
2605§109ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Κάμετε πρότασιν.
2606§110ΙΓΓΛΕΣΗΣ ΚΑΙ ΜΗΛΙΑΡΕΣΗΣ. Ἡμεῖς ἀντιτείνομεν ὅλως
2607διόλου εἰς τὴν πρότασιν αὐτήν.
2608§111ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ. Νὰ γείνῃ δι’ ὅλην τὴν Ἑπτάνησον· ἄλλως, εἶ-
2609μαι ἐναντίος εἰς τὴν πρότασιν.
2610§112ΠΕΤΑΛΛΑΣ ΚΑΙ ΠΗΛΙΚΑΣ. Ἡμεῖς τὸ ἀποκρούομεν· τὸ νο-
2611μοσχέδιον νὰ μείνῃ ὡς ἔχει (θόρυβος).
2612§113ΜΟΝΤΕΣΑΝΤΟΣ. Νὰ μείνῃ μάλιστα...
2613§114ΖΩΧΙΟΣ. Τέλος πάντων, κύριοι, σᾶς παρακαλῶ μὴ βιάζεσθε
2614... (θόρυβος)· ὑπάρχει καὶ ἡ Λακωνία, τὸ ἠξεύρω ... (θόρυβος).
2615§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, τί κατάστασις εἶναι αὐτή; Καθήσατε,
2616δὲν εἶναι συζήτησις αὐτή.
2617§116ΖΩΧΙΟΣ. Ἐὰν δὲν θέλετε νὰ μᾶς ἐξισώσητε μαζῆ σας, τοὐ-
2618λάχιστον νὰ μὴ ἤμεθα κατώτεροι ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους ....
2619(θόρυβος).
2620§117ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Κύριε Ζωχιὲ, ἐξηγηθῆτε καλλίτερα νὰ ἐννοήσω-
2621μεν τί ζητεῖτε.
2622§118ΖΩΧΙΟΣ. Μελετήσατέ το, κ. ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ
2623αὔριον τὸ φέρετε.
2624§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε λοιπὸν, κύριοι· προβαίνομεν εἰς τὴν
2625πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ φορολογικοῦ νόμου.
2626Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν δι’ ἀναστάσεως ἄνευ
2627ἀντιῤῥήσεως εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ
2628σύνολον τὸ νομοσχέδιον τοῦ φορολογικοῦ νόμου.
2629§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον, κύριοι, θέλομεν ἔχει τὸ περὶ ναυτολο-
2630γίας, τὸ φορολογικὸν, τὸ περὶ παρατάσεως τοῦ χρόνου πρὸς δή-
2631λωσιν τῶν ζώων καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς.
2632Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 6 Μ. Μ).