1874.02.27
1,742 rows · 15,001 words · 88 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 16
τῆς 27 Φεβρουαρίου 1874.
(Τετάρτη).
Ὥρα 1½ Μ. Μ.
Τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου κατέχει ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Ν. Τσώκρης.
Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ καταλόγου εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, διετάχθη ὑπὸ τοῦ προέδρου ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν.
§1ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ...
§2ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἀκούομεν· ἀπὸ τοῦ βήματος.
§3ΕΤΕΡΟΙ. Τὰ πρακτικὰ νὰ ἀναγνωσθοῦν πρῶτον.
§4ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ἐκ τοῦ βήματος). Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, ἢ νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν, ἢ μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν νὰ γείνῃ διακοπὴ τῆς συνεδριάσεως, διὰ νὰ προσέλθῃ ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅστις πρόκειται νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν.
§5ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἀναγνωσθοῦν τὰ πρακτικὰ καὶ ὕστερον νὰ γείνῃ διακοπή.
§6ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἀνάγνωσις.
§7ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἢ τώρα ἀναγνωσθοῦν τὰ πρακτικὰ, ἢ μετὰ ἡμίσειαν ὥραν εἶναι τὸ αὐτό· ἡ παράκλησίς μου εἶναι νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν.
§8ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν (ὥρα 2 παρὰ 15|60). (Ἐγένετο διακοπὴ τῆς συνεδριάσεως ἐπὶ μίαν ὥραν).
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Προσέξατε, κύριοι, ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν.
§11ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§12ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν μόνην ἀντίῤῥησιν ἔχω νὰ κάμω, κύριε πρόεδρε. Κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, ἐζήτησα τὰ ὀνόματα ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτῶν ἐκείνων, οἵτινες ἐτέλεσαν ὄργια εἰς τὸν δῆμον Νωνάκριδος κλπ· δὲν ἐζήτησα τὴν τιμωρίαν αὐτῶν, ἀλλὰ τὰ ὀνόματα, διότι πρόκειται νὰ τοὺς καταμηνύσω, διότι ὅσοι ἐτέλεσαν αὐτὰ τὰ ὄργια, ὑπάγονται εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίῤῥησις;
§14ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. (Ὥρα 3 καὶ 5|60 μ. μ.). Προσέρχεται ὁ κύριος πρωθυπουργὸς μετὰ τῶν λοιπῶν ὑπουργῶν.
§16ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ (πρωθυπουργός). Ἐν τῇ προχθεσινῇ συνεδριάσει, κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ζακύνθου κ. Λομβάρδου, εἶδον ὅτι, ἀντὶ ὁ ἔντιμος οὗτος βουλευτὴς νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως, τῆς ἀφορώσης τὴν ἐξέτασιν τῆς πορείας τοῦ παραιτηθέντος ὑπουργείου, ἐξῆλθε τοῦ θέματος καὶ ἐξέφρασεν ἰδέας, αἵτινες φαίνονται ἀντιβαίνουσαι κατά τε τοῦ πολιτεύματος καὶ τῆς βασιλείας. Ὡς σᾶς εἶναι γνωστόν, κύριοι, ἡ πολιτεία τῆς Ἑλλάδος διέπεται ἀπὸ συνταγματικὴν Μοναρχίαν, τουτέστιν ἀπὸ συνταγματικὸν Μονάρχην. Ὑπαρχούσης τοιαύτης τῆς πολιτείας, τοιούτου τοῦ καθεστῶτος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ῥιφθῶσιν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου τούτου ἰδέαι, αἵτινες τείνουν εἰς τὴν ἐξασθένησιν τοῦ πολιτεύματος, τὴν σύγχυσιν τῶν ἐξουσιῶν, τὴν παραλυσίαν, καὶ τέλος τὴν ἀναρχίαν, ἐξ ἧς ἐπέρχονται ταχέως δεινὰ ἀποτελέσματα (εὖγε, εὖγε, ἀριστερόθεν). Ἀντεπολιτεύθημεν καὶ ἡμεῖς οἱ σήμερον ὄντες εἰς τὸ ὑπουργεῖον· ἀντεπολιτεύθημεν ὅμως μὲ τὸν σκοπὸν νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν κοινῶν· καὶ ἡ βελτίωσις αὕτη δὲν δύναταί ποτε νὰ προέλθῃ εἰμὴ διὰ τῆς αὐστηρᾶς ἐφαρμογῆς τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν, καὶ οὕτως ὑπεσχέθη εἰς τὸ κοινοβούλιον ἡ κυβέρνησις, ὅταν ἀνεδέχθη τὴν ἐξουσίαν, οὕτως ὑπεσχέθη νὰ βαδίσῃ δηλ. ἐπὶ τῆς αὐστηρᾶς τηρήσεως τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῇ ἐζητήσαμεν τὴν ὑποστήριξιν ὑμῶν. Διοικοῦντες μόνον οὕτω, ὡς στηριζόμενοι εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Συντάγματος, δυνάμεθα νὰ φέρωμεν τὸ καλόν· ἄλλως εἰς ἄλλας ἰδέας ἀποβλέποντες, δὲν θὰ κάμωμεν ἄλλο εἰμὴ νὰ φθάσωμεν, ὡς προεῖπον, εἰς θλιβερὰς συνεπείας. Τοιαῦται ἰδέαι, ἃς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ζακύνθου κ. Λομβάρδος νὰ εἴπω, δὲν ἔπρεπε νὰ ῥιφθῶσιν, ἔστω καὶ ἐν παραδείγματι, μὲ τόσην θετικότητα ἐν τῷ κοινοβουλίῳ. Ἐὰν τοὐλάχιστον ἐθεωρεῖτο ὡς γνώμη ἁπλῆ, ἴσως τὸ πρᾶγμα ἤθελε περιορισθῆ εἰς μίαν μόνην ἀντίκρουσιν ἢ ἀπάντησιν, καὶ ἑπομένως τὸ πρᾶγμα θὰ ἐθεωρεῖτο κάπως ἀόριστον, ὄχι σταθερόν, ὄχι θετικόν. Ἀλλά, κύριοι, τὸ νὰ γείνῃ λόγος ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου τούτου ὅτι τὸ ἔθνος ὁλόληρον, καὶ ἑπομένως καὶ οἱ πολιτικοὶ εἶναι σύμφωνοι εἰς τὸ δημοκρατικὸν σύστημα, καὶ ὅτι δὲν μᾶς λείπει τίποτε ἄλλο παρὰ μόνον ἡ εὕρεσις ἑνὸς προέδρου διὰ νὰ ἔμβῃ εἰς ἐνέργειαν, αὐτὴν τὴν κατάστασιν ἡ κυβέρνησις ὀφείλει νὰ τὴν ἀποκρούσῃ. Τοὺς λόγους τοὺς γνωρίζετε, διότι καὶ ὑμεῖς ὑπὸ τοιούτων βεβαίως σκέψεων ἐμπνέεσθε, καὶ ὅταν τοιαῦται ῥίπτωνται ἰδέαι εἰς τὴν Βουλὴν, τὴν ὁποίαν προασπίζει αὐτὸ τὸ Σύνταγμα ὡς καὶ πᾶσαν ἄλλην ἐξουσίαν, μάλιστα δὲ τὴν Βασιλείαν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ζήσῃ αὐτὸ κατόπιν διαδηλώσεων θετικῶν καὶ βεβαίων. Εἶναι προσέτι καὶ χρέος τῆς κυβερνήσεως, ὡς καὶ τῆς Βουλῆς πάσης, νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὸ μέσον πᾶσαν ἰδέαν δυναμένην νὰ καθάπτηται τοῦ πολιτεύματος καὶ τῆς Βασιλείας, διότι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ζακύνθου, δὲν μᾶς μένει, εἶπε, τίποτε ἄλλο, παρὰ μόνον ἡ εὕρεσις τοῦ προσώπου· καὶ εἰς μίαν εὐκαιρίαν, καθ’ ἣν εὑρέθῃ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἐπηρεαζόμενον ἀπὸ διαφόρους σκοποὺς, ἀπὸ τὸ θάμβος τῆς ἐξουσίας νὰ εἴπῃ ἐγὼ παρουσιάζομαι, ἕπεται ὅτι δὲν ἔχομεν ἄλλο τίποτε παρὰ νὰ κηρύξωμεν τὴν Δημοκρατίαν. Ἑπομένως πρέπει νὰ λείψῃ ὅλη αὐτὴ ἡ ἀφορμὴ ἀπὸ τὸ μέσον, πρέπει νὰ ἀποκρουσθῇ, ὄχι ὁλόκληρος ἡ ὁμιλία τοῦ κ. βουλευτοῦ, ἀλλ’ ἐκεῖνο μόνον τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν δημοκρατίαν, ἡ ὁποία παρουσιάζεται καὶ βεβαιοῦται κατά τινα τρόπον ὅτι εἶναι μὲ τὴν θέλησιν ὅλου τοῦ Ἔθνους. Καὶ δὲν εἶναι, κύριοι, ὡς λέγει· ἕκαστος ἂς ἐξετάσῃ τὴν καρδίαν του ἂν ᾖναι ἡ θέλησις τοῦ Ἔθνους.
§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κἀνενός.
§18Δ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Λυποῦμαι ὅτι ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ κυρίου Λομβάρδου ἐξέφυγον λέξεις ἔχουσαι τοιαύτην ἔννοιαν· διότι, πάλιν ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν ἦτον ἁπλῆ ἰδέα, ἀτομικὴ, ἕκαστος βουλευτὴς ἠμπορεῖ νὰ ἐκφέρῃ διαφόρους ἰδέας καὶ γνώμας, καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι τίποτε· ἐχαρακτήρισεν ὅμως ὅτι ἡ Δημοκρατία εἶναι ἑτοίμη, εἶναι γνώμη τῶν πολιτικῶν τοῦ ἔθνους, καὶ δὲν μένει ἄλλο παρὰ ὅτι ζητεῖται τὸ πρόσωπον. Καὶ ὅταν τὸ πρόσωπον εὑρεθῇ, πῶς θὰ σταθῇ μία Βασιλεία, πῶς θὰ σταθῇ Σύνταγμα ἐξησθενημένον, ὅταν γίνωνται τοιαῦται προτάσεις, τοιοῦτοι λόγοι μετὰ τοσαύτης θετικότητος; Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ αὐτὴν τὴν θέσιν, ἥτις ἀνησυχεῖ καὶ τὴν κοινωνίαν καὶ τὴν Βασιλείαν, δικαίως δὲ καὶ τὴν κυβέρνησιν, ἥτις σήμερον ἔρχεται νὰ ζητήσῃ τὴν συνδρομήν σας, διὰ νὰ διοικήσῃ συνταγματικῶς, ὅπερ δὲν δύναται νὰ κατορθώσῃ δεόντως, διότι συνεπεία τοιούτων ἰδεῶν θὰ ἐξασθενήσῃ ἡ ἐνέργειά της. Ὅταν ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν τοιαῦτα προσκόμματα ἀντίθετα, ἀνατρεπτικὰ τοῦ καθεστῶτος καὶ καθιεροῦντα ἄλλο σύστημα, δὲν ἠμπορεῖ βεβαίως καὶ αὐτὴ νὰ κυβερνήσῃ. Λοιπὸν φρονῶ, ὅτι αὐτὸ τὸ σκάνδαλον πρέπει νὰ λείψῃ ἀπὸ τὸ μέσον. Προτείνω ἑπομένως ἡ Βουλὴ νὰ ἀποκρούσῃ αὐτὸ τὸ μέρος τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Λομβάρδου καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἰδέαν τῆς Δημοκρατίας κλπ, τὰ ἀποτελέσματα τῆς ὁποίας ὅλοι γνωρίζομεν. Λυποῦμαι διότι καὶ ἡμεῖς εὑρέθημεν εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν νὰ τὸ προτείνωμεν.
§19ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζαΐμης ἔχει τὸν λόγον.
§21Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι, τὸ δυσάρεστον ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμῶν συνεδρίασιν, μὲ ἠνάγκασε νὰ ἀφήσω σήμερον τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου καὶ νὰ ἔλθω ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο. Ὀφείλω νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινὰς περὶ τῆς πολιτικῆς θέσεως καὶ ἐμοῦ καὶ τῶν φίλων μου, ὅσοι μὲ ἐτίμησαν μὲ τὴν πίστιν των καὶ εἶναι ἀποφασισμένοι νὰ ἀκολουθήσωσι τὴν εἰς τὸ μέλλον πορείαν μου. Ἐννοῶ, ὅτι εἶσθε κεκμηκότες ἐκ τῆς πολυημέρου συζητήσεως· ἐννοεῖτε ἐπίσης ὅτι καὶ ἐμὲ αὕτη ἡ συζήτησις μὲ ἐξησθένησεν, ὥστε δὲν δύναμαι νὰ παρατείνω ἐπὶ πολὺ τὸν λόγον. Τὸ τελευταῖον ἐπεισόδιον ἔδωκε χώραν εἰς πολλὰς παρεξηγήσεις· τὰς παρεξηγήσεις αὐτὰς ἔχει καθῆκον νὰ ἀνατρέψῃ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ζακύνθου κ. Λομβάρδος· ἀλλ’ αἱ παρεξηγήσεις αὗται δὲν ἠδύναντο νὰ ἀποβλέπωσιν οὔτε εἰς ἐμὲ, οὔτε εἰς τοὺς φίλους μου. Ἐλέχθη ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶναι δημοκράται. Τὸ κατ’ ἐμὲ, κύριοι, δὲν ὑπῆρξα δημοκράτης, οὔτε εἶμαι δημοκράτης, οὔτε θὰ ἦμαι δημοκράτης. Ἡ μελέτη τῆς ἱστορίας τῶν ἀρχαίων δημοκρατιῶν ἐφείλκυσε τὸν θαυμασμόν μου. Ἀναγινώσκων τὴν ἱστορίαν τῆς δημοκρατίας τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῆς δημοκρατίας τῆς Ῥώμης, δὲν σᾶς κρύπτω, ὅτι πολλάκις κατεθέλχθην ἀπὸ τὰ μεγάλα γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν εἰς τὰς ἀρχαίας ἐκείνας πολιτείας καὶ τὰ ὁποῖα ὕψωσαν τὰ κράτη ἐκεῖνα εἰς τὸν ὑπέρτατον βαθμὸν τῆς εὐημερίας καὶ τῆς δόξης· ἀλλὰ μελετῶν τὴν ἱστορίαν τοῦ βίου τῶν νεωτέρων Ἑλλήνων, ἐπείσθην, ὅτι ἡ δημοκρατία δὲν εἶναι τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον υἱοθέτησεν ἡ ἀναγεννηθεῖσα Ἑλλάς. Καὶ ἡ μελέτη λοιπὸν τῆς ἱστορίας τῆς Πατρίδος, καὶ αἱ οἰκογενειακαί μου παραδόσεις καὶ αἱ πεποιθήσεις μου μὲ ὑπεχρέωσαν πάντοτε νὰ ἦμαι φίλος τῆς βασιλείας, νὰ ᾖμαι κατὰ τὸ παρελθὸν, νὰ ᾖμαι ἐν τῷ παρόντι καὶ νὰ ᾖμαι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Ἀληθῶς, κύριοι, ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς ἀπεφάσισε νὰ ἀνακτήσῃ τὴν ἐλευθερίαν της, ἓν καὶ μόνον φρόνημα ἐπεκράτησεν, ἡ ἰδέα καὶ ἡ υἱοθέτησις τοῦ θεσμοῦ τῆς βασιλείας. Ἡ Ἑλλὰς δημοκρατουμένη ἐξ ἀνάγκης κατὰ τὸν ὑπὲρ τῶν ὅλων ἀγῶνα αὐτῆς, ἀπέβλεψε πρὸς τὴν βασιλείαν καὶ τὴν βασιλείαν ἐζήτησεν. Ὅσοι ἀνέγνωσαν τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλ. ἐπαναστάσεως γνωρίζουσιν, ὅτι ὅλοι οἱ σημαντικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι διεύθυναν τὰς τύχας τοῦ ἔθνους, ὅτι ὅλον τὸ ἔθνος βασιλείαν ἐζήτει καὶ βασιλείαν ἀδιακόπως. Ὅταν δὲ ἡ θεία Πρόνοια, στεφανόνουσα τοὺς ἀγῶνας τῆς Ἑλλάδος, ἀπεφάσισε νὰ ἀναγνωρισθῇ ἡ αὐτονομία αὐτῆς, καὶ πάλιν ἡ Ἑλλὰς πρὸς τὴν βασιλείαν ἀπέβλεψε καὶ βασιλέα ἐζήτησεν. Ἀπέκτησε τέλος πάντων τὴν βασιλείαν. Διήλθομεν ὑπὸ τὸν ἀείμνηστον βασιλέα Ὄθωνα πολυχρόνιον βασιλείαν. Ἀλλ’ ὅταν πάλιν ἡ θεία Πρόνοια ἀπεφάσισεν ὁ χρηστὸς ἐκεῖνος Βασιλεὺς νὰ ἀπέλθῃ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, τὸ ἔθνος πάλιν τὴν βασιλείαν ἐζήτησεν· ἡ δὲ κυβέρνησις τῆς 10ης 8βρίου, ἧς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέρος καὶ ἧς προΐσταντο τρεῖς ἔνδοξοι ἄνδρες, ὁ κ. Βούλγαρης, ὁ δαφνοστεφὴς ναύαρχος κ. Κανάρης καὶ ὁ Ῥωμαῖος τὸ ἦθος καὶ ἀρχαϊκὸς Μπενιζέλος Ῥοῦφος, ὁ καταλιπὼν κενὸν ἡμῖν δυσπλήρωτον, ἡ προσωρινὴ κυβέρνησις συνέχιζε τὴν ἐπιθυμίαν, τὸν πόθον, τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ ἔθνους ὑπὲρ τῆς ὑπάρξεως τῆς βασιλείας. Ἡ προσωρινὴ λοιπὸν κυβέρνησις τῆς 10ης 8βρίου διετήρησε τὸ μοναρχικὸν πολίτευμα, διότι διατηροῦσα τὸ ῥηθὲν πολίτευμα ἀνταπεκρίνετο εἰς τὴν ἐπιθυμίαν ὅλου τοῦ ἔθνους. Ἡ μεταβολὴ ἐκείνη ἔφερε τὴν Βʹ. ἐν Ἀθήναις Συνέλευσιν· τετρακόσια, κύριοι, μέλη συνεκρότουν τὴν Συνέλευσιν ἐκείνην, καὶ οὐδεμία φωνὴ ἠγέρθη ὑπὲρ τῆς δημοκρατίας. Ἀλλὰ καὶ πρὸ τῆς συγκροτήσεως τῆς Συνελεύσεως ἔλαβε χώραν σπουδαῖον γεγονός, ἡ καθολικὴ ψηφοφορία περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Πρίγκιπος Ἀλφρέδου ὡς Βασιλέως τῆς Ἑλλάδος. Θέλετε νὰ ἰδῆτε ποῖον ἦτο τὸ ἀληθὲς φρόνημα τοῦ ἔθνους, τοῦ ἐργαζομένου, τοῦ φορολογουμένου; Ἀνοίξατε τὰ πρωτόκολλα τῆς ψηφοφορίας καὶ θέλετε ἰδεῖ καθαρῶς τὸ πνεῦμα τοῦ τόπου. Μεταξὺ τῶν ψηφοφορησάντων εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Πρίγκιπος Ἀλφρέδου 93 ἐψηφοφόρησαν ὑπὲρ τῆς δημοκρατίας, 250 δὲ χιλιάδες περίπου ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς βασιλείας. Θέλετε μεγαλειτέραν ἀπόδειξιν ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος πάντοτε ἐπρέσβευσε, πάντοτε ἐθεώρησεν ὅτι ἡ σωτηρία αὐτοῦ εἶναι ὁ θεσμὸς τῆς βασιλείας; Δὲν εἶναι λοιπὸν πάντες οἱ Ἕλληνες δημοκράται· ἐντὸς αὐτῆς τῆς Συνελεύσεως, κύριοι, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ζακύνθου ἦτον εἷς τῶν φιλοβασιλικωτέρων πληρεξουσίων. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀληθὲς ὅτι οἱ Ἕλληνες ἐσμὲν δημοκράται· οἱ Ἕλληνες ἐσμὲν βασιλικοί· ἡ ἱστορία μας καὶ αἱ παραδόσεις καὶ τοῦ νεωτέρου ἡμῶν βίου τοῦτο ἀποδεικνύουσι. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ὡς σᾶς εἶπον, καὶ ἐγὼ καὶ οἱ φίλοι μου οἵ τε ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ οἱ ἐκτὸς ἐθεωρήσαμεν πάντοτε τὸν θεσμὸν τῆς βασιλείας ὡς τὴν μόνην ἄγκυραν τῆς σωτηρίας τοῦ τόπου τούτου, ὡς τὸ μόνον παλλάδιον τῶν ἐλευθεριῶν του, καὶ ὡς τὸ ἔρεισμα τῶν ἐλπίδων καὶ τῶν προσδοκιῶν τοῦ ἔθνους· καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Ὄθωνος ὑπεστήριξα τὴν βασιλείαν ἐκείνην, καὶ ὑπουργὸς αὐτῆς ἐπὶ 11 μῆνας, ἐζήτησα νὰ τὴν διαφωτίσω· ἐζήτησα νὰ πείσω τὸν ἀείμνηστον βασιλέα Ὄθωνα, ὅτι τὸ συμφέρον του ὑπηγόρευε νὰ ἀφήσῃ ἀκώλυτον τὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς Ὄθων, ὅστις ἦτον ἡγεμὼν χρηστὸς, δίκαιος καὶ ἠγάπα τὴν Ἑλλάδα περισσότερον παντὸς ἄλλου, εἶχε κατὰ δυστυχίαν τὴν ἀδιάσειστον πεποίθησιν, ὅτι ἐὰν δὲν ἔθετε τὸν δάκτυλόν του εἰς τὴν κίνησιν τῆς συνταγματικῆς μηχανῆς, ὅτι ἡ μηχανὴ αὕτη θὰ κατεστρέφετο, θὰ κατεσυντρίβετο· δὲν ἤθελε νὰ πεισθῇ, ὅτι ὁ δάκτυλος, τὸν ὁποῖον ἔθετεν, ἦτον ἐκεῖνος ὅστις ἐδύνατο νὰ φέρῃ τὴν καταστροφὴν καὶ αὐτοῦ τοῦ θρόνου του. Μετὰ τὸ τέλος τῆς Συνελεύσεως, κύριοι, καὶ μετὰ τὴν εὐτυχῆ ἐγκαθίδρυσιν τῆς νέας βασιλείας, ἐξηκολουθήσαμεν ἔχοντες πάντοτε τὰς αὐτὰς πεποιθήσεις. Φρονοῦντες ἀδιασείστως, ὅτι τὸ ἔθνος μόνον ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Γεωργίου δύναται νὰ ἴδῃ μέλλον προόδου καὶ εὐτυχίας διὰ τὸν τόπον, πάντοτε ὑπεστηρίξαμεν τὴν βασιλείαν, τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς ἐξέλεξε. Μετὰ τὴν ἄφιξιν τοῦ βασιλέως Γεωργίου καὶ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου πολιτεύματος, παρετηρήσαμεν πάντοτε, ὅτι ὁ βασιλεὺς Γεώργιος ἦτον ἡγεμὼν συνταγματικώτατος, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν εἰς μίαν τῶν τελευταίων συνεδριάσεων ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Κουμουνδοῦρος. Διεχειρίσθην ἐπὶ 12 καὶ 5 μῆνας τὴν ἀρχήν. Ὀφείλω νὰ τὸ εἴπω καθαρῶς, ὅτι παρετήρησα συνταγματικώτατον φρόνημα εἰς τὸν βασιλέα Γεώργιον. Πάσης πράξεως, τελεσθείσης ἐπὶ τῆς ὑπουργίας μου, ἀναδεχόμεθα μόνος ἐγὼ καὶ οἱ συνάδελφοί μου τὴν εὐθύνην· καὶ αὐτῆς τῆς διαλύσεως, ἥτις ἐπροκλήθη παρ’ ἡμῶν, ἡ εὐθύνη ἐπιβαρύνει μόνον ἐμὲ καὶ μόνον ἐμέ, ὄχι δὲ τὸν Βασιλέα, διότι ἐγὼ ἐπέμεινα εἰς τὴν διάλυσιν· καὶ ὀφείλω νὰ σᾶς τὸ εἴπω, ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος εἶχε δυσκολίας εἰς τὴν παραχώρησιν αὐτῆς, ἀλλ’ ἡ θέσις μου, ἐξελθόντος ἐκ τῆς μειοψηφίας, καὶ ἕνεκα τῶν τότε περιστάσεων, ἀπῄτει τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, διὰ τὴν ὁποίαν ἐπέμεινα καὶ τὴν ὁποίαν ἐπέτυχα. Ὑποστηρίζοντες λοιπόν, κύριοι, τὴν βασιλείαν, θεωροῦντες αὐτὴν ὡς τὸ μόνον ἔρεισμα τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ ἔθνους, ἐπεδιώξαμεν μόνον τὴν εἰλικρινῆ ἐφαρμογὴν τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν· ἐπεδιώξαμεν δὲ ταύτην, διότι ἐν αὐτῇ ἐβλέπομεν ὄχι μόνον τὴν κράτυνσιν καὶ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς δυναστείας, ἀλλὰ καὶ τὴν πρόοδον τοῦ τόπου. Ὅταν δὲ κατηρτίσθη συνασπισμὸς εἴτε τῶν 5, εἴτε τῶν 6, 7, ἢ 8, ὡς εἶπεν ὁ κύριος Ἠλιόπουλος, κομμάτων τῆς ἀντιπολιτεύσεως (εἶναι δὲ ἀδιάφορον πόσα κόμματα συνεκρότησαν τὴν ἀντιπολίτευσιν)· ὅτε, λέγω, κατηρτίσθη ὁ συνασπισμὸς οὗτος τῶν διαφόρων κομμάτων, ἡ πρώτη ἀρχὴ τῆς ἐνεργείας καὶ τῆς συμπράξεως αὐτοῦ ἦτον ἡ σύμπραξις ἐντὸς τῆς ὑπαρχούσης τάξεως τῶν πραγμάτων, ἡ ἐντὸς τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων σύμπραξις (μικρὸς θόρυβος ἐν τῷ γενικῷ ἀκροατηρίῳ).
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι, ἀκροαταί· ἄλλως, θὰ ἀναγκασθῶ νὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν νὰ ἐκκενώσω τὸ ἀκροατήριον· μὲ λύπην μου τὸ λέγω.
§23ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἠμποροῦν νὰ σταθοῦν, κύριε πρόεδρε, εἶναι πολλοί.
§24ΖΑΪΜΗΣ. Οἱ συνασπισμοὶ εἰς τὰ συνταγματικὰ κράτη, καὶ ἰδίως παρ’ ἡμῖν, δὲν καθίστανται ἄξιοι κατακρίσεως ἢ μομφῆς. Πρὸ καιροῦ ἐν Ἑλλάδι κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν παρετηρήθη ὁ συνασπισμὸς οὗτος τῶν κομμάτων· καὶ ὄχι μόνον ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ εἰς πολλὰ ἄλλα κράτη, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ἡ κοιτὶς τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν καὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν πολιτευμάτων, εἴδομεν τοὺς συνασπισμοὺς αὐτούς. Ὥστε δὲν εἶναι δίκαιον, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ κατακρίνωνται οἱ συνασπισμοί· ἀρκεῖ μόνον ὡς βάσις αὐτῶν νὰ τίθηται ἡ ἔννομος ἐνέργεια, ἡ ἔννομος σύμπραξις, ὁ σεβασμὸς πρὸς τὰ καθεστῶτα. Τοιοῦτος δὲ ἦτο, κύριοι, ὁ συνασπισμὸς τῶν διαφόρων κομμάτων τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅστις ἐπροκάλεσε τὴν ἀπομάκρυσιν τοῦ ὑπὸ τὸν κ. Δεληγεώργην ὑπουργείου. Ὁ συνασπισμὸς οὗτος οὐδένα εἶχε σκοπὸν προσβολῆς τῶν βασιλικῶν προνομίων καὶ τῶν βασιλικῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνεγνώρισε τὸ Σύνταγμα· ἐξ ἐναντίας, βάσις τοῦ συνασπισμοῦ τούτου ἦτον ἡ ἄκρα εὐλάβεια πρὸς τὰ προνόμια καὶ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα ἀπένειμεν εἰς τὸ Στέμμα. Καὶ οὐδεμία, κύριοι, ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, ἀντίῤῥησις ἐγένετο ὑπό τινος, ἐννοῶ ὅτι οὐδεμία ἀντίῤῥησις ἐγένετο ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τούτου ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ζακύνθου κ. Λομβάρδου. Μετ’ ἀπορίας μου λοιπὸν καὶ μετὰ λύπης παρετήρησα, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ἐξέφυγον, ἕνεκα τῆς ζωηρότητος ἴσως καὶ τοῦ ῥοῦ τῆς εὐγλωττίας του, φράσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀκουσθῶσι, δὲν ἔπρεπε νὰ ἀντηχήσωσιν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου τούτου· διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι οὐδεὶς οὔτε ἐκ τῆς μιᾶς, οὔτε ἐκ τῆς ἄλλης πλευρᾶς τὰς συμμερίζεται. Μία μόνη φωνὴ συνενόνει ὅλον τὸ Κοινοβούλιον καὶ ὅλας τὰς μερίδας· ἡ φωνὴ δὲ αὕτη εἶναι ἡ φωνὴ ὑπὲρ τῆς καθεστώσης βασιλείας καὶ τοῦ βασιλέως Γεωργίου (εὖγε, εὖγε). Δὲν ὑπάρχει, κύριοι, διαφωνία ὡς πρὸς τοῦτο μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν τῆς ἄλλης πλευρᾶς, παλαιόντων σήμερον ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τοῦ κοινοβουλευτικοῦ περὶ διαφόρων ζητημάτων, ἀλλ’ ὄχι περὶ ζητημάτων, ὁποῖον εἶναι τὸ ζήτημα τῆς βασιλείας. Ἐλπίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς τῆς Ζακύνθου δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ ῥίψῃ ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν τοιοῦτον ζήτημα, ἐλπίζω ὅτι ἡ πρόθεσίς του δὲν ἦτο τοιαύτη· ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος ἐμμένει εἰς τὸ αὐτὸ φρόνημα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὡς πληρεξούσιος, ὡς μέλος τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, καὶ πιστεύω ὅτι αἱ ἐξηγήσεις αὐτοῦ θέλουσιν ἀφαιρέσει πᾶσαν ὑποψίαν τοιαύτην, ἡ ὁποία δυστυχῶς ἐνεφιλοχώρησεν εἰς τὸν νοῦν διαφόρων. Εἶπον, κύριοι, ταῦτα, διὰ νὰ σᾶς πείσω ὅτι ἐν τῇ συμπράξει τῆς πρώην ἀντιπολιτεύσεως οὐδεὶς λόγος ἐγένετο περὶ ζητημάτων τοιούτων, ὅτι, ἐὰν ἐγὼ ἤθελον ἰδεῖ πόῤῥωθεν κἂν τὴν ὕπαρξιν τοιούτων ἰδεῶν, βεβαίως δὲν ἤθελον συμπράξει, διότι συμπράττων, ἤθελον ἀναιρέσει καὶ τὴν ἱστορίαν μου καὶ τὰς οἰκογενειακάς μου παραδόσεις καὶ τὰς πεποιθήσεις μου· διότι, κύριοι, περὶ τῆς βασιλείας φρονῶ ὅ,τι ἐφρόνει ἀνὴρ προσφιλὴς εἰς ἐμὲ, καὶ τοῦ ὁποίου τὰς πράξεις ἡ ἱστορία ἠμπορεῖ νὰ ἐπικρίνῃ, οὐδέποτε ὅμως θέλει ἀμφισβητήσει τὴν πανελλήνιον φιλοπατρίαν. Ὁ μακαρίτης πατήρ μου, ὅστις πρὸ 34 ἐτῶν ἀναπαύεται εἰς τὸ πολυάνδριον τῶν Ἀθηνῶν, παρωμοίαζε τὴν ἀποβολὴν τῆς βασιλείας ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν ἀποβολὴν τῆς χλαμύδος, ἀποσπώσης μετ’ αὐτῆς, ὅταν θὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τοῦ σώματος, καὶ αὐτὸ τὸ δέρμα αὐτοῦ. Δὲν ἠδυνάμην λοιπὸν, ἔχων αὐτὰς τὰς παραδόσεις καὶ πεποιθήσεις, νὰ συμπράξω εἰς συνασπισμὸν τοιοῦτον. Ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ ὅτι οὐδέποτε παρετήρησα τοιαύτας ἰδέας. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν ὅτι ὁ ῥοῦς τοῦ λόγου τοῦ κυρίου Λομβάρδου, ὅστις πολλάκις παρασύρεται ἀπὸ τὴν εὐγλωττίαν του, τὸν ἔφερεν εἰς ἐκφράσεις, αἱ ὁποῖαι....
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἡσυχία εἰς τὸ ἀκροατήριον, παρακαλῶ· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§26ΖΑΪΜΗΣ. ἀπάδουσιν εἰς τὸ πνεῦμα ὅλης τῆς Βουλῆς. Ἐλπίζω ὅτι αἱ ἐξηγήσεις του θέλουσι σᾶς εὐχαριστήσει. Ἐλπίζω δὲ ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῇ ἐντὸς τῆς Βουλῆς οὐδεὶς, ὅστις νὰ μὴ φωνάξῃ «Ζήτω ἡ βασιλεία τοῦ Γεωργίου.» (Ζήτω, ζήτω, ἐκ τοῦ βουλευτηρίου).
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§28ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπολείπονται, κύριοι, πολλὰ ὀλίγα νὰ προσθέσω μεθ’ ὅσα ἠκούσατε· ἀλλὰ πρὸ τούτου, ἀνάγκην ἔχω νὰ κλείσω ἕνα προσωπικὸν λογαριασμὸν μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Λομβάρδου. Συνταγματικὴ βασιλεία, ἐφαρμογὴ τοῦ Συντάγματος, ἐνέργεια ἐκ μέρους τῶν πολιτευομένων εἰλικρινὴς, τιμία, ἐντὸς τοῦ νόμου, ἐντὸς τοῦ Συντάγματος, ἰδοὺ τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον διέγραψα εἰς ἐμαυτὸν, ἀφ’ ἧς πολιτεύομαι, καὶ τὸ ὁποῖον ἐξηκολούθησα καθ’ ὅλον τὸν βίον μου, καὶ ὡς ἁπλοῦς βουλευτὴς καὶ ὡς ὑπουργὸς κατὰ τὰς διαφόρους περιστάσεις. Μὲ τὸ πρόγραμμα αὐτὸ συνεπράξαμεν μετὰ τοῦ κ. Λομβάρδου τῷ 1865 καὶ ὑπεστηρίχθημεν ὑπὸ τῶν φίλων μας· μὲ τὸ πρόγραμμα αὐτὸ συνεπράξαμεν μετὰ τῶν κ. κ. Λομβάρδου, Τρικούπη, Κεχαγιᾶ, ἔκτοτε ὡς ὑπουργοὶ τῷ 1867· μὲ τὸ πρόγραμμα αὐτὸ τέλος πάντων συνεπράξαμεν κατὰ τὸ 1871 μὲ τὸν κύριον Πετιμεζᾶν ὡς ὑπουργόν, μὲ τὸν κ. Λομβάρδον ὡς πρόεδρον τῆς Βουλῆς, καὶ μὲ ἑτέρους φίλους, τῶν ὁποίων δὲν ἀναφέρω τὰ ὀνόματα, διότι δὲν εἶναι ἐντὸς τῆς Βουλῆς, καὶ οἵτινες ἐδέχθησαν εἰς ἀνωτέρας νὰ ὑπηρετήσωσι θέσεις. Πείραμα οὐδὲν ἐπεχείρησα μόνος, καὶ ἀποτυχὼν, ἐπανῆλθον εἰς τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ἔκτοτε διεγράψαμεν. Ἐὰν ἐπεχείρησα τὸ πεῖραμα ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ἐναντίον τῶν πεποιθήσεων τῶν φίλων τούτων, διατί ἐξηκολούθουν νὰ συμπράττωσι καὶ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ μετ’ ἐμοῦ, καὶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ὑποστηρίζουν; Τί εἶναι, κύριοι, ἡ πολιτικὴ φιλία, ἢ ταυτότης πολιτικῶν ἐνεργειῶν καὶ πολιτικῶν ἰδεῶν, καὶ πῶς ἠμπορεῖ πολιτικὸς ἄνθρωπος νὰ εἴπῃ, «συμπράττω καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἀποδοκιμάζω ὅμως καὶ τὸν δρόμον καὶ τὴν πολιτικήν σου;» Γεγονὸς τοιοῦτον, κύριοι, δὲν γνωρίζω οὔτε ὅτε ἐν τῇ ἐξουσίᾳ συνεπράττομεν, οὔτε ὅτε ἐν τῇ Βουλῇ, διότι εἶναι ὁμολογούμενον ὅτι ἡ σύμπραξις ἡμῶν ἐξηκολούθει ἀπὸ τοῦ 1865 μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, καὶ ἡ ψῆφος ἡμῶν συνέπεσε πάντοτε. Κρίνατε σεῖς, κύριοι, ἐὰν ἔχωσι δίκαιον νὰ μὲ μεμφθῶσιν, ἐπαναλαμβάνοντες ὅτι ἠναγκάσθησαν ν’ ἀποσυρθῶσι, καὶ καλῶς ἔπραξαν. Δὲν δύνανται ὅμως νὰ διϊσχυρισθῶσιν ὅτι διὰ λόγους ἰδίους ἀπεσύρθησαν, ἕνεκα δῆθεν πολιτικῆς παρεκτροπῆς ἐμοῦ, παρεκτροπῆς, τὴν ὁποίαν, ὅταν τυχὸν ἐγίνετο καὶ ὅταν συνεπράττομεν, οὔτε τὴν ὑπέδειξαν, οὔτε τὴν κατέκριναν. Κύριοι, καὶ εἰλικρινεῖς πρέπει νὰ ἤμεθα καὶ νὰ σεβώμεθα ἀμοιβαίως· δὲν ἐπιτρέπεται εἰς οὐδένα νὰ ζητῇ νὰ ἀνυψώσῃ ἑαυτὸν διὰ βλάβης τοῦ ἄλλου, καὶ ὅταν λόγους ὑπὲρ τοῦ δικαίου του δὲν ἔχει.— Τὸ προσωπικόν, κύριοι, ἐτελείωσεν ἐν ὀλίγοις. Θέλω δὲ εἰπεῖ ὀλίγα ὡς πρὸς τὸ ἕτερον ζήτημα. Ἐπάλαισεν ἀληθῶς ἡ Ἑλλὰς, ἐπάλαισε χρόνους πολλοὺς, διὰ νὰ ἀποκτήσῃ ἐλευθέραν κυβέρνησιν· καὶ τὴν ἀπέκτησε καὶ ἐν αὐτῇ δ’ ἱκανοποιήθη· εὗρεν αὐτὴν εἰς τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα. Τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ἐμπεριέχει τὴν δημοκρατικὴν ποικιλίαν, διὰ τῆς ἀδιακόπου ἀναβιβάσεως εἰς τὴν ἐξουσίαν τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, καὶ τὴν μονιμότητα, διὰ τῆς βασιλείας. Ἡ βασιλεία ἀντιπροσωπεύει τὸ μόνιμον καὶ τὸ διαρκὲς εἰς τὸ σύστημα τοῦτο, καὶ εἶναι ἡ βάσις ἡ ἀκράδαντος τῆς τηρήσεως τῆς τάξεως καὶ τῆς ἀσφαλείας καὶ τῆς ἡσυχίας τοῦ τόπου. Ἀφαιρέσατε τὸ μόνιμον τὸ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, τὸ πᾶν θέλει εἶσθαι αἰωνία μεταβολὴ, αἰωνία σύγχυσις, αἰωνία ταραχὴ καὶ ἀνατροπή. Ἀφαιρέσατε τὴν ποικιλίαν τὴν κάτωθεν ἐρχομένην, καὶ θέλετε ἔχει τὸν ἀπολυτισμόν. Ἰδοὺ διὰ τί, κύριοι, τῳόντι ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν πάλην της τὴν διαρκῆ δὲν ἐπεζήτησε πάντοτε εἰμὴ βασιλείαν συνταγματικὴν, καὶ μόνον βασιλείαν συνταγματικὴν, διότι δι’ αὐτῆς ἐπίστευσεν ὅτι δύναται νὰ διοικήσῃ αὐτὴ ἑαυτὴν καὶ νὰ τηρήσῃ τὴν ἐσωτερικὴν καὶ τὴν ἐξωτερικὴν ἀξιοπρέπειάν της. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν, πιστεύω, οὐδεὶς Ἕλλην, ὅστις ἄλλο σύστημα προτιμᾷ, δὲν ὑπάρχει, πιστεύω, οὐδεὶς Ἕλλην, ὅστις ἀπέναντι τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, καλῶς καὶ εἰλικρινῶς ἐφαρμοζομένου, θέλει σκεφθῆ ποτε περὶ δημοκρατίας. Ἡ δημοκρατία δὲν ἱκανοποιεῖ ἀληθῶς τὰς ἀπαιτήσεις οὔτε τοῦ ἀτόμου, οὔτε τῆς πολιτείας, ὅπως ἡ πολιτεία συγκροτεῖται κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους. Καὶ τῳόντι, κύριοι, ἡ ἱστορία, ἡ τελευταία ἱστορία τῆς Ἑλλάδος αὐτὸ ἀπέδειξεν. Ὁ ἔντιμος φίλος μου κύριος Ζαΐμης λεπτομερῶς σᾶς ἀνέφερε τὰ ἱστορικὰ γεγονότα, τὰ λαβόντα χώραν κατὰ διαφόρους ἐποχάς. Καὶ δὲν ὑπάρχει παράδειγμα, δὲν ἐφάνη πούποτε εἰς οὐδεμίαν ἐποχὴν, ὅτι κατηντήσαμεν τελευταῖον εἰς τὴν συνταγματικὴν βασιλείαν, διότι ὑπῆρξεν ἀδύνατον νὰ εὕρωμεν μεταξὺ ἡμῶν νὰ ἐκλέξωμεν πρόεδρον. Ἡ μόνη καὶ κυρίαρχος ἰδέα ἦτο βασιλεία, ἐπὶ κεφαλῆς φιλελευθέρας κυβερνήσεως καὶ οὐδὲν πλέον. Δὲν ἔχομεν λοιπὸν ὄχι παράδειγμα ἐν γένει ἐθνικῆς ἐνεργείας, ἀλλ’ οὔτε παράδειγμα σπουδαῖον ἀτομικῶν ἀπαιτήσεων, ἐπιζητουσῶν τὸ σύστημα τῆς δημοκρατίας ἀντὶ τοῦ ἐπικρατοῦντος συστήματος τῆς συνταγματικῆς βασιλείας. Δὲν πιστεύω, κύριοι, νὰ εἶπε τοῦτο ὁ κύριος Λομβάρδος· γνωρίζω πολὺ καλὰ τί φρονεῖ ὁ κύριος Λομβάρδος, καὶ τὸ γνωρίζω, διότι συνυπηρέτησα μετ’ αὐτοῦ καὶ ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει καὶ μετ’ αὐτήν· αὐτὰς καὶ μόνας τὰς ἰδέας καὶ τὰς ἀρχὰς καὶ ἐπίστευσε καὶ ἐπρέσβευσε καὶ ὑπεστήριξεν, ὅτε μάλιστα πάλη παθῶν καὶ συμφερόντων, πάλη ἰδεῶν ποικίλων καὶ διαφόρων ἐλάμβανε χώραν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ὅτε ἡ Συνέλευσις ὑπῆρξε καὶ συνεζήτει τὰ μοναρχικὰ ζητήματα. Ὑποστηρίζων τὰς ἰδέας ταύτας, καὶ τότε ὑποστηρίζων τὸ καθεστώς, εἶχον παραπλεύρως συνεργαζόμενον ἐκθύμως τὸν ἔντιμον πληρεξούσιον τότε καὶ νῦν βουλευτὴν Ζακύνθου, καὶ οὐδέποτε ἔλαβον αἰτίαν ν’ ἀμφιβάλω περὶ τῶν αἰσθημάτων του. Ἀλλὰ τὸ βῆμα τοῦτο δὲν εἶναι βεβαίως βῆμα ἀκαδημαϊκόν. Ὀρθὸν δὲν εἶναι νὰ συζητῶνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀντικείμενα ἀφορῶντα εἰς τὴν μόρφωσιν τῶν διαφόρων πολιτευμάτων, ὅταν ἓν πολίτευμα ᾖναι καθιερωμένον καὶ καθεστώς. Ἡ συζήτησις αὕτη ὄχι μόνον εἶναι ἄσκοπος, ὄχι μόνον εἶναι παράνομος, ὄχι μόνον εἶναι ἀνωφελὴς, ἀλλὰ, κύριοι, βλάπτει· διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ πάθῃ κλονισμοὺς ἓν σύστημα, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχὴ καὶ ἡ βάσις συζητοῦνται. Ἰδοὺ διὰ τί νομίζω, ὅτι εἰς τὰς ἐκφράσεις μας, ὅταν περὶ τοιούτων ἀντικειμένων πρόκηται, πρέπει νὰ ἤμεθα λίαν περισταλμένοι, διότι ἐδῶ ἐρχόμεθα ὡς βουλευταὶ, οὐχὶ νὰ συζητήσωμεν περὶ τῆς ἀξίας τῶν διαφόρων πολιτευμάτων, ἀλλὰ περὶ τοῦ ἐννόμου καὶ ἐπωφελοῦς ἢ μὴ τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, καὶ νὰ φέρωμεν ἐπὶ τούτων τὴν ἀπόφασίν μας· προσκαλούμεθα νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν τῳόντι αἱ κυβερνήσεις ἡμῶν ἐφαρμόζωσι τὸν νόμον, προστατεύουν τὰ συμφέροντά μας καὶ ἐξακολουθῶσιν ὑπερασπιζόμεναι καὶ διατηροῦσαι ἀκεραίαν τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειάν μας. Ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ κύκλου, νομίζω, ὅτι περιστρέφονται τὰ δικαιώματα τοῦ βήματος τούτου. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται βεβαίως νὰ ἐπικρίνωμεν ἀτομικὰς ἐκφράσεις σήμερον. — Ἐὰν ἤθελεν ἀνακηρυχθῇ ἰδέα ἐναντίον τοῦ πολιτεύματος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἤθελεν ἀνεχθῆ τὴν ἔκφρασιν ταύτην· ὅλοι ἠθέλομεν διαμαρτυρηθῆ καὶ ὅλοι ἠθέλομεν ἀποκηρύξει τοιαύτην ἀνακήρυξιν. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν εἴχομεν ἐντεῦθεν εἰμὴ ἐκφράσεις τινὰς ἀτομικὰς, τὰς ὁποίας οὐδεὶς ἐγκρίνει ἀναντιῤῥήτως, ἀλλ’ εἰς τὰς ὁποίας, ἂς ὁμολογήσωμεν, πολλάκις ὑποπίπτομεν, παρασυρόμενοι ἀπὸ τὴν ῥύμην τοῦ λόγου. Περιμείνατε, κύριοι, καὶ δὲν ζητοῦμεν οὐδεμίαν θυσίαν, περιμείνατε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. βουλευτὴς Ζακύνθου νὰ ἐκφράσῃ τὰ ἀληθῆ καὶ εἰλικρινῆ αἰσθήματά του, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ τὰ ἐκφράσῃ, ὅπως τῳόντι τὰ αἰσθάνεται, καὶ θέλομεν πεισθῆ, ὅτι ὅλα ὅσα διέδιδον δὲν εἶναι εἰμὴ συκοφαντία, καὶ οὐδὲν ἕτερον (θόρυβος). Ὅ,τι πρῶτον ἀνερχόμενος εἰς τὸ βῆμα θέλει σᾶς εἴπῃ, εἶμαι βέβαιος, ἐκτὸς ἂν παντελῶς μετεβλήθη, θὰ σᾶς εἰπῇ ὅτι αὐτὸς πρῶτος εἶναι θιασώτης τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ τῆς βασιλείας τοῦ Γεωργίου, διότι καὶ αὐτὸς μεταξὺ ἡμῶν εἰργάσθη καὶ ἐκοπίασεν ὑπὲρ αὐτῆς, καὶ ὅτι τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος εὑρίσκει ἐν αὐτῇ. Ἐὰν ὁ κ. Λομβάρδος ἐλησμόνησεν ἑαυτὸν, ἐὰν ἐξακολουθῇ πιστεύων ἢ αἰσθανόμενος ἄλλο τι παρ’ ὅ,τι ἕως τώρα ᾐσθάνετο, ὅ,τι ἕως τώρα ἐκήρυττε, πρῶτος ἐγὼ, κύριοι, δὲν θὰ ᾖμαι φίλος του, καὶ δὲν θὰ ὑπάρχῃ οὐδεὶς, ὅστις νὰ μὴ ῥίψῃ τὸν λίθον τοῦ ἀναθέματος ἐναντίον του...
§29ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε πρόεδρε, καί τοι πολιτικὸς φίλος τοῦ κυρίου Λομβάρδου.
§30ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διότι, κύριοι, ἄξιος τούτου εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις βυσσοδομεῖ καὶ τεκταίνεταί τι κατὰ τῆς συνταγματικῆς βασιλείας. Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἡ βασιλεία τοῦ Γεωργίου δὲν εὗρεν ἀπέναντί της παράπονα ζωηρὰ, παράπονα ἐπικίνδυνα καὶ προσβλητικά· ὑπάρχουν ἀληθῶς παράπονα ἀδιάκοπα κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐν γένει, ἀλλὰ ταῦτα οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουν πρὸς τὴν βασιλείαν. Τὸν βασιλέα ἕκαστος ἐξ ἡμῶν τὸν θέλει νὰ μένῃ ὅπου τὸ Σύνταγμα τὸν ἔθεσε, σεβαστὸν, ἀγαπητὸν, οὐδένα ἔχοντα ἐχθρὸν, διότι οὕτω ἡ βασιλεία δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ὑψηλὴν ἀποστολήν της. Ἰδοὺ, κύριοι, διατί δὲν πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος δὲν ἐξῆλθε τοῦ κανόνος τούτου, ἰδοὺ, κύριοι, διατί εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος ἀναβαίνων ἐπὶ τοῦ βήματος, θέλει ἐκφράσει τὰ ἴδια αἰσθήματα καὶ τὰς ἰδίας ἰδέας, τὰς ὁποίας ἐκφράζω ἤδη, θέλει σᾶς ἀναμνήσει τὴν ἱστορίαν του, ἣν ἀποτελοῦσιν αἱ ἰδέαι αὗται, διότι ἡ ἱστορία αὕτη συνέδεσε καὶ ἐμὲ καὶ τοὺς φίλους μας μετ’ αὐτοῦ, διότι ἡ ἱστορία αὕτη ἀνέδειξεν αὐτὸν καὶ εἰς τὴν πατρίδα καὶ εἰς τὸ κοινοβούλιον ὁποῖος εἶναι, καὶ τὴν ἱστορίαν ταύτην δὲν θ’ ἀρνηθῇ, διότι θὰ ἀρνηθῇ ἑαυτόν. Εἶμαι βέβαιος, κύριοι, ὅτι καὶ τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο θέλει χρησιμεύσει ὡς ἀπόδειξις ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπάρχουν ἴσως ἄνθρωποι συκοφαντοῦντες τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχουν ἄνθρωποι μὴ ἀγαπῶντες, μὴ σεβόμενοι καὶ μὴ τιμῶντες εἰλικρινῶς τὴν βασιλείαν (εὖγε, εὖγε).
§31ΖΩΧΙΟΣ. Ἐνδεχόμενον εἶναι ὅλοι νὰ ἦσθε ὕποπτοι, ἐκτὸς ἐμοῦ (θόρυβος). Ἐθορυβήθητε; ἐγὼ δὲν ἐφόρεσα ποτέ μου κόκκινη κορδέλα. Σεῖς τὴν ἐφορέσατε· λοιπὸν εἶμαι ἐντελῶς ἀνύποπτος. Τί ἀκόμη; Κατὰ τὴν πτῶσιν τοῦ Κυβερνήτου ἔπαθον· τὴν τρίτην Σεπτεμβρίου ἔπαθον· τὴν 10 Ὀκτωβρίου ἔπαθον· πρέπει νὰ ᾖμαι ἐντελῶς τρελλὸς νὰ ζητήσω νὰ πάθω ἐκ νέου. Ἠξεύρετε τί σημαίνει ἀνατροπὴ τῶν καθεστώτων; ξυλοφόρτωμα καὶ περιορισμὸς ἐντὸς τοῦ οἴκου. Δὲν εἶσθε κύριοι τῶν ὑπαίθρων, ἂν μεταβολή τις γείνῃ. Μεταβὰς εἰς τὴν Κέρκυραν νὰ ἐκλεχθῶ πληρεξούσιος, εἶπον· συναθροισθῆτε νὰ ὑπάγωμεν εἰς τὰς Ἀθήνας, διότι οἱ ἐν Ἀθήναις δὲν εἶναι κύριοι τῶν ὑπαίθρων. Ποῖοι ἦσαν; τοὺς γνωρίζετε. Πρέπει νὰ ὑποθέτητε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐτρελλάθη, διὰ νὰ ζητῇ νὰ περιορισθῇ ἐντὸς τοῦ οἴκου του καὶ νὰ ἀφήσῃ τὰ ὕπαιθρα εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ τυχόντος. Ἀλλὰ δὲν ἐξετάζετε καὶ ἄλλως πως τὸ ζήτημα; Εἰς τὴν Σπάρτην ἐπεχείρησέ τις νὰ ἐπαινέσῃ τὸν Ἡρακλέα, καὶ ἕνας Μανιάτης φρόνιμος τοῦ ἀπεκρίθη. Καὶ ποῖος τὸν κατηγορεῖ, καὶ ἔρχεσαι νὰ τὸν ἐπαινέσῃς; Πρὸς τί λοιπὸν τὸ ζήτημα; ποῖος εἶναι ὁ ἐναντίος; Λέγουν, ὁ Λομβάρδος. Ὁ Λομβάρδος τοὺς ἔπεσεν, ὡς Θεὸς ἐκ μηχανῆς, καὶ ἂν θέλῃ λιθοβόλημα, τὸ θέλει, διότι ἔδωκεν ἀφορμὰς λόγων εἰς τοὺς ἐναντίους μας, οἵτινες ἐδέχθησαν τὸν Λομβάρδον εἰς τὰς ἀγκάλας των καὶ εἶπον, καλῶς ἦλθες, καλῶς ἦλθες. Ἰδοὺ ποῦ κεῖται τὸ ζήτημα. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων, ὁ σεβαστὸς κύριος Ζαΐμης, σᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ μακαρίτης Ὄθων ἔπαθε, διότι ἀνεκάτωνε τὸν δάκτυλόν του. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ δακτύλου τοῦ βασιλέως· ὁ δὲ κ. Λομβάρδος εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ἕνα δάκτυλον... καὶ τὸν δάκτυλον ἐκεῖνον ἐπροσπαθοῦσε νὰ τὸν κόψῃ, ἀλλ’ ἀντεστράφη τὸ ζήτημα καὶ ἔλαβεν ἄλλην μορφὴν, σήμερον δὲ παρεξηγοῦνται οἱ λόγοι του. Ἂν ὁ Λομβάρδος ἦτο δημοκράτης, ἴσως θὰ ἦτον εὐτύχημα, διότι οἱ βασιλικοὶ ἤθελον συσπειρωθῇ νὰ φάγουν αὐτὸ τὸ θηρίον, τὸ ὁποῖον διενοεῖτο νὰ τοὺς φάγῃ. Ἀλλὰ τὸν Λομβάρδον δὲν τὸν φοβοῦνται· καὶ δὲν εἶναι παράξενον ἐν τῷ μέλλοντι νὰ συναντηθῶσιν οἱ νῦν ἀντιπολιτευόμενοι καὶ ὁ Λομβάρδος, χωρὶς ν’ ἀλλάξῃ ὁ Λομβάρδος. Ὁ προλαλήσας σᾶς εἶπε καὶ σᾶς ὡμολόγησεν, ὅτι συνέπραξε μετὰ τοῦ Λομβάρδου καὶ συνειργάσθη μετ’ αὐτοῦ τοῦ βασιλικωτέρου ὅλων τῶν ἐργαζομένων πρὸς θεμελίωσιν τοῦ Συντάγματος. Ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ὅμως τὸ ἔφερε νὰ γείνῃ ὁ Λομβάρδος διάβολος, διότι εἶναι μαζῆ μας. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἂν ἐξακολουθήσωμεν συζήτησιν ἄγονον περὶ ἑνὸς πράγματος ἱεροῦ καὶ ἀναμφισβητήτου, θὰ ἐξέλθωμεν τοῦ βουλευτηρίου δημοκρατικώτεροι παρ’ ὅ,τι εἰσήλθομεν. Οὔτε λόγος πρέπει περὶ αὐτοῦ νὰ γείνῃ. Ἂν δὲ ὁ Λομβάρδος εἶπέ τι, τὰ πρακτικὰ εἶναι ἐδῶ, καὶ δυνάμεθα νὰ βεβαιωθῶμεν ἂν τὰ εἶπεν ἢ ὄχι· (Θόρυβος). Μὴ συγχύζεσθε, ὁ Θεὸς σᾶς τὸν ἔστειλεν, ἀλλ’ ἴσως σᾶς διαφύγει. Πρό τινων ἡμερῶν ἀπὸ τοῦτο τὸ μέρος δὲν ἦτο τόση χαρὰ, ὅση φαίνεται σήμερον (θόρυβος).
§32ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἔχετε νὰ κάμετε μὲ τὴν ἀντιπολίτευσιν; Ἡ συμπολίτευσις τὸν ἀποκηρύττει.
§33ΖΩΧΙΟΣ. Μὰ διὰ τί ἀγριεύσατε, κύριε Χατζόπουλε; Δὲν κατώρθωσα ποτὲ νὰ σὲ ἴδω ἐδῶ ἐπάνω ποτέ. Ἀπὸ τὴν θέσιν σου μόνον γκρινιάζεις, γκρινιάζεις. Διατί δὲν ἔρχεσαι εἰς τὸ βῆμα νὰ ἀκούσωμεν τὴν φωνήν σου; Νομίζω δὲ ὅτι καλῶς ἠρχίσαμεν· ἐβάλαμεν δηλ. τὸν κ. Λομβάρδον ὑπὸ κηδεμονίαν. Ἂν ἦτο βωβὸς, ἂν δὲν ἠδύνατο νὰ λαλήσῃ, ἂν ἦτον εἰς τὴν θέσιν τοῦ κυρίου, ὁ ὁποῖος γκρινιάζει, ὑπομονή· ἀλλ’ αὐτὸς εἶναι εἰς κατάστασιν μόνος του νὰ ἐξηγηθῇ. Κύριε Λομβάρδε, ἐλθὲ νὰ λύσῃς τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν τὰς ἀπορίας.
§34ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει, πρὶν λαλήσω, τὸν ἀξιότιμον πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μοὶ εἴπῃ, ἂν τυχὸν τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἀπήγγειλα καὶ ὁ ὁποῖος ἐστενογραφήθη ἀπὸ χθὲς, ἔλαβε τὸν καιρὸν νὰ τὸν ἴδῃ, ἢ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε, τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας ἐξέφερεν, ἔκαμε βασιζόμενος ἐπὶ πληροφοριῶν, αἵτινες τῷ ἐδόθησαν.
§35ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ (πρωθυπουργός). Ἔλαβον αὐτὸ τὸ μέρος τῆς ὁμιλίας σας ἀκριβῶς ὡς γνήσιον ἀπὸ τὰ στενογραφήματα ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον εἰς προφορικὰς πληροφορίας κατὰ γράμμα.
§36ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Προφορικὰς πληροφορίας κατὰ γράμμα ἔλαβεν ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν κατὰ γράμμα προφορικῶν πληροφοριῶν ἐβάσισε τὴν πρότασίν του. Δὲν ἦτο παρὼν ὁ κ. πρόεδρος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, ὅτε ἐγὼ ἔλαβον τὸν λόγον· εἶσθε παρόντες ὅλοι ἐσεῖς· καὶ ὅτε προχθὲς ἐλαλοῦσα, καὶ ὅτε ἐτελείωσα τὴν ὁμιλίαν μου καὶ ὅτε κατῆλθον ἀπὸ τὸ βῆμα καὶ ἐπανῆλθον εἰς τὸν οἶκόν μου, οὐδέποτε ἐφαντάσθην, ὅτι ἡ ὁμιλία μου ἐκείνη ἤθελε γείνει ἀντικείμενον σχολίων τοιούτων καὶ διαβημάτων τοιούτων. Ἔφερα μίαν πρότασιν πρὸ δέκα ἡμερῶν, ἥτις συζητεῖται τοσοῦτον ἐμβριθῶς, τοσοῦτον ἐκτεταμένως. Ὁ μετ’ ἐμοῦ συνυπογράψας τὴν πρότασιν, ὁ ἀξιότιμος κ. Δηλιγιάννης, ἔλαβε τὸν λόγον ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν· προεκαλούμην νὰ λάβω τὸν λόγον, ἀλλ’ ἔμεινα σιωπηλὸς ἐπὶ δέκα ἡμέρας· διατί; διότι συνέπραξα ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει μετὰ πολλῶν στοιχείων, καὶ ἤθελον ν’ ἀφήσω ἄλλους νὰ ὁμιλήσουν πρῶτα, διὰ νὰ χαράξουν τὴν γραμμὴν, τὴν ὁποίαν ἐσκέπτοντο νὰ χαράξωσι καὶ τὴν ὁποίαν ἐνόμιζον κατάλληλον καὶ τὴν ὁποίαν νὰ ἀκολουθήσω καὶ ἐγὼ ἔπειτα ὡς ἀνικανώτερος. Ἐνόμισα καὶ νομίζω καὶ πιστεύω, ὅτι ἀπὸ τὴν γραμμὴν, τὴν ὁποίαν οἱ προλαλήσαντες ἐτήρησαν πρὸ ἐμοῦ, δὲν ἐξῆλθον. Εἶπα τόσα περὶ δημοκρατίας, ὅσα εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Κουμουνδοῦρος· εἶπον τόσα περὶ δημοκρατίας, ὅσα εἶπον οἱ ἀξιότιμοι ἄλλοι συνάδελφοί μου προλαλήσαντες, ὅσοι τὸ θέμα τῆς εἰλικρινοῦς ἐφαρμογῆς τοῦ Συντάγματος ἐβασάνισαν καὶ ἀνέπτυξαν. Ἀλλὰ τὴν ἑπομένην μετὰ τὴν ἀγόρευσίν μου ἡμέραν, χθὲς τὸ πρωῒ, ἦλθον νὰ μοὶ εἴπωσιν, ὅτι θόρυβος ἐκ τῆς ὁμιλίας μου γίνεται, ἤκουσα ὅτι συμβούλια γίνονται, ἤκουσα ὅτι συνεντεύξεις ἀνταλλάσσονται, ἤκουσα ὅτι προτάσεις θὰ ἔλθωσιν ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἤκουσα, ὅτι εἰς τὰ ἀνάκτορα κἄτι τι συμβαίνει, καὶ μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ τὸ εἴπω, ἀφοῦ ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ἡ βασιλεία ἕνεκα τοιαύτης ἀγορεύσεως ἀνησυχεῖ καὶ θέλει νὰ ἴδῃ ποῦ εὑρίσκεται. Ἤκουσα ὅλα αὐτὰ, δὲν τὰ ἐπίστευσα, διότι ἔλεγον ἐν ἐμαυτῷ· ἐὰν τυχὸν τοιοῦτόν τι ἐκ τῆς ὁμιλίας μου συμβαίνῃ, διατί οἱ ἀξιότιμοι φίλοι μου, μετὰ τῶν ὁποίων ἐπὶ 18 μῆνας ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει συνειργάσθην, δὲν μοὶ εἶπόν τι; Δὲν τοῖς εἶπα οὔτε ἐγώ τι, τοὺς ἀφῆκα ἐλευθέρους εἰς τὰς σκέψεις των, εἰς τὰς ἰδέας των, εἰς τὰ διαβήματά των. Ἐζήτησα νὰ ἴδω τὰ πρακτικὰ, καθὼς τὰ εἶχον συντεταγμένα οἱ στενογράφοι. Εὐτυχῶς τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον ἐπικρίνεται, ἔτυχε νὰ εὑρεθῇ συντεταγμένον παρὰ στενογράφου ἐκ τῶν ἱκανωτέρων, καὶ ἑπομένως δὲν εἶχον, οὔτε ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀλλάξω τι. Ἐδῶ εἶναι (δεικνύει τὸ στενογραφημένον φύλλον). Ὅλοι μας μεταλλάσσομεν τὰ στενογραφήματα, ὅταν βλέπωμεν, ὅτι εἶναί τι, τὸ ὁποῖον δὲν μᾶς ἀρέσκει, ἢ δὲν εἶναι καλῶς γεγραμμένον. Ἐγὼ δὲν ἤλλαξα τὸ παραμικρὸν, οὕτω ὡς τὸ εἶχεν ὁ στενογράφος τὸ ἔστειλα εἰς τὸν τύπον, καὶ οὕτω θὰ τὸ ἰδῆτε τυπωμένον ἐντὸς τῆς ἡμέρας. Ἐζήτησα νὰ ἴδω μὴ τῷ ὄντι, καθὼς εἶπον τινὲς προαγορεύσαντες, ἡ ῥύμη τοῦ λόγου μὲ παρέσυρεν εἴς τι, τὸ ὁποῖον νὰ δώσῃ αἰτίαν εἰς ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἤκουσα ὅτι συνέβησαν, καὶ δὲν ἠμπόρεσα νὰ τὸ ἀνακαλύψω. Ἀλλ’ οὐδὲν ἧττον ἐξηκολούθουν νὰ μανθάνω, ὅτι ἡ ἀνησυχία ἐπεκράτει, καὶ ὅτι ἐπρόκειτο περὶ παραιτήσεως τῆς κυβερνήσεως, ὅτι πρόκειται περὶ ἄλλων πραγμάτων. Δὲν ἤθελον νὰ ἐρωτήσω κατ’ εὐθεῖαν τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους μας, μετὰ τῶν ὁποίων ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει ἀπὸ 18 μῆνας συνειργάσθην, ἀλλ’ ἐνόμισα, ὅτι ἠδυνάμην νὰ κάμω ἓν κατὰ φαντασίαν ταξείδιον, μιμούμενος τὸν μακαρίτην Μαυροκορδᾶτον, πρὸς τὸν ἀξιότιμον πρόεδρον τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ ὑπάγω νὰ τῷ εἴπω· «ἀξιότιμε πρόεδρε τῆς Βουλῆς, σὺ ἦσο παρὼν καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ὁμιλίας μου· μανθάνω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Ζαΐμης ἀνησυχεῖ· διατί σὺ, ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἂν τῷ ὄντι ἐξέφερα ἀπὸ τὸ στόμα μου φράσεις κατὰ τῶν καθεστώτων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν μὲ ἐπανέφερες εἰς τὸ θέμα; Σὺ ὁ ὁποῖος τόσῳ προσεκτικὸς ἵστασαι, μήπως ταραχή τις συμβῇ ἢ ἀπευθύνῃ τις εἰς τὸν ἄλλον παρατήρησίν τινα καὶ ὁ ὁποῖος προσέχεις, μήπως συμβῇ παραμικρά τις ἀνησυχία εἰς τὸ ἀκροατήριον, πῶς δὲν μοὶ ἔλεγες· κύριε βουλευτὰ, ἀγορεύεις ἐκτὸς τοῦ θέματος, ἀγορεύεις ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, ἐναντίον τῶν καθεστώτων, ἐναντίον τῆς βασιλείας;» (θόρυβος). Μὰ τὸ ναὶ, κύριοι, ἔπειτα ἀπὸ τοιοῦτον προηγούμενον, ἔπειτα ἀπὸ δύω ὡρῶν συζήτησιν, οὐδεὶς μὲ διέκοψε, καὶ εὐγνωμονῶ τοὺς συναδέλφους μου διὰ τὴν προσοχὴν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκαν. Ἀφοῦ ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἤκουσεν ἀταράχως ὅ,τι ἐγὼ εἶπα ἀγορεύων, ἔρχεται ὁ βουλευτὴς Καλαβρύτων καὶ ζητεῖ νὰ ἀναιρέσῃ τὴν ὁμιλίαν μου, καὶ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἐδικαιούμην νὰ τῷ κάμω τὴν παρατήρησιν ταύτην.
§37ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Τὸν εἶδον τεταραγμένον τὸν κ. Ζαΐμην.
§38ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν περιορίζεται, κ. Κολιάτσε, εἰς ἁπλᾶς ἐκφράσεις φυσιογνωμίας ἕνας Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος παρίσταται εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ τὴν ὁποίαν ἔρχεται κατόπιν καὶ ἀπεικονίζει τοιαύτην, οἵαν σήμερον ἀπεικόνισεν ὁ κύριος Ζαΐμης, ἀλλὰ τὸ καθῆκόν του ἦτο νὰ μὲ διακόψῃ. Διατί δὲν μὲ διέκοψε; διότι ἡ ὁμιλία μου οὐδὲν εἶχε τοιοῦτον ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τῇ προσῆψεν. Ἂν ὁ Λομβάρδος ἐλησμόνει ἑαυτόν, ἂν ὁ Λομβάρδος ἐλησμόνει τὴν ἱστορίαν του, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης κ. Κουμουνδοῦρος, δὲν θέλει εἶναι, ὁποῖος ἦτο. Ναί, κ. Κουμουνδοῦρε, τὸ καύχημα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀπὸ τὴν πολιτείαν του ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου Λομβάρδος, εἶναι τοῦτο, ὅτι οὐδεὶς ἕως τώρα τὸν ἔδειξεν ἀντιφάσκοντα μὲ τὸν ἑαυτόν του, καὶ πρὸς τοῦτο τὸ καύχημα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ Λομβάρδος ἕως τώρα, εἶναι καὶ τοῦτο, ὅτι οὐδέποτε ἀπέσυρεν οὔτε μίαν κἂν ὑποδιαστολὴν ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγει ἢ γράφει. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ μέρος ἐκεῖνο τῶν στενογραφημένων πρακτικῶν, διὰ τὸ ὁποῖον γίνεται ὁ θόρυβος, ὁ ὁποῖος γίνεται. (Ἀναγινώσκει ἐκ τῶν στενογραφημένων πρακτικῶν.) «Μεγαλειότατε, ἄκουσε μίαν ἀλήθειαν μεγάλην, τὴν ἑπομένην· ἡ βασιλεία ἐν Ἑλλάδι οὐδὲν ὑποστήριγμα ἔχει, οὐδένα λόγον ὑπάρξεως ἐκ τῶν τῆς λοιπῆς Εὐρώπης, ἀλλ’ οὐδὲν ἧττον ὁ θρόνος σου εἶναι καὶ θὰ ᾖναι ἰσχυρότερος καὶ ἑδραιότερος παντὸς ἄλλου ἐν Εὐρώπῃ, ἐὰν καλῶς ἐννοήσῃς καὶ τηρήσῃς τὸν εἰδικὸν λόγον ὑπάρξεως βασιλείας εἰς τὴν Ἑλλάδα· εἴμεθα οἱ Ἕλληνες, βασιλεῦ, ὅλοι δημοκράται· ψεύδεται, ὅστις λέγει τὸ ἐναντίον, ἀλλὰ τοῦτο μὴ σὲ φοβίζῃ, μὴ σὲ ταράττῃ· παλαιὰ εἶναι ἡ ἐπίπληξις, τὴν ὁποίαν οἱ ξένοι εἰς ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας ἀπευθύνουν, ὅτι ἀγαπῶμεν τὴν ἰσότητα μᾶλλον τῆς ἐλευθερίας, ἀλλὰ καὶ παλαιὸν εἶναι τὸ ἀξίωμα, ὅτι ἡ πολιτικὴ δὲν πλάττει τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς μεταχειρίζεται ὡς τοὺς εὑρίσκει πλασμένους ἀπὸ τὴν φύσιν, καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ φύσις ἡμῶν τῶν Ἑλλήνων, Βασιλεῦ, ὥστε οὐδέποτε δυνάμεθα νὰ ζήσωμεν ἥσυχοι, δὲν δυνάμεθα οὔτε νὰ ζήσωμεν ἐν τῇ ἀνισότητι· ὁ πόθος πρὸς τὴν ἰσότητα μᾶς κάμνει, ὥστε νὰ θεωρῶμεν ἀνεφάρμοστον, ἀκατόρθωτον, ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον, τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος ἐν Ἑλλάδι, διότι, πρὸς τοῖς ἄλλοις, ἡ δημοκρατία ἀπαιτεῖ ἕνα πρόεδρον καὶ κἀνεὶς ἀπὸ ἡμᾶς δὲν θεωρεῖ τὸν ἑαυτόν του τόσον κατώτερον ἀπὸ τὸν ἄλλον, ὥστε νὰ τοῦ παραχωρήσῃ τὴν θέσιν του· ἰδοὺ διατί εἴμεθα ὁ δημοκρατικώτατος λαὸς τῆς ὑφηλίου, ἀλλὰ καὶ ὁ φιλοβασιλικώτερος· ἰδοὺ διατί καί τοι δὲν σὲ ἐγνωρίζαμεν καὶ δὲν μᾶς ἐγνώριζες, καί τοι ξένος ἀπὸ τὸ ἔθνος, καί τοι ξένος ἀπὸ τὰ ἔθιμα, ἀπὸ τὰς παραδόσεις, ἀπὸ τὴν γλῶσσαν, ἀπὸ τὴν θρησκείαν μας, οὐδὲν ἧττον σὲ ἐπροσκαλέσαμεν διὰ βασιλέα καὶ σὲ ἐδέχθημεν μὲ τὸ Ὡσανὰ καὶ σὲ ἐθέσαμεν ἐπὶ τοῦ θρόνου μας ὡς ἐγγύησιν, ὅτι τὴν θέσιν ἐκείνην κἀνεὶς ἀπὸ ἡμᾶς δὲν θὰ λάβῃ· ἕως οὗ, βασιλεῦ, εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην μένῃς...
§39ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τοῦ μακαρίτου Ὄθωνος πάντοτε ὁμιλεῖτε;
§40ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μάλιστα, καὶ περὶ τοῦ τελευταίου ὑπουργοῦ του.— ἕως οὗ εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην μένῃς καὶ ἀπευθύνῃς ἴσον χαμόγελον εἰς ὅλους, ἔσο βέβαιος, ὅτι εἶσαι ὁ ἰσχυρότερος καὶ ὁ πλέον ἀκλόνητος βασιλεὺς τῆς Εὐρώπης· μένε ἀδιάφορος εἰς τὴν πάλην, ἡ ὁποία γίνεται ὑπὸ τὸν θρόνον μεταξύ μας περὶ τοῦ ποῖος πρότερον ἢ ποῖος ταχύτερον νὰ σὲ πλησιάσῃ· μὴ ἀναμιχθῇς εἰς τὴν πάλην ταύτην, μὴ σὲ ταράξῃ, διότι δι’ αὐτῆς καὶ ἐντὸς αὐτῆς θὰ λυθῇ τὸ κυβερνητικὸν ζήτημα τῆς Ἑλλάδος, δι’ αὐτῆς ὁ τόπος θὰ προαχθῇ καὶ ὁ θρόνος σου θὰ ἑδραιωθῇ· ὅστις ἐκ τῆς πάλης ταύτης σὲ πλησιάσει, ἂς ᾖναι ὁ καλῶς ἐλθών, ἂς μείνῃ παρὰ σοὶ ἕως οὗ ἄλλος ἱκανώτερος ἢ ἐπιτηδειότερος τὸν ἀπομακρύνῃ, χωρὶς σὺ ν’ ἀναμιχθῇς οὔτε εἰς τὴν πρόσκλησιν, οὔτε εἰς τὴν ἀπομάκρυνσίν του· μὴ δώσῃς ἀκρόασιν εἰς τὸν ἀπατεῶνα τοῦτον· ἡ θέσις ἑνὸς κομματάρχου ἔχει θέλγητρα, ἡ θέσις βασιλέως κομματάρχου ἔχει θέλγητρα περισσότερα, ἀλλὰ μὴ λησμονήσῃς, βασιλεῦ, ὅτι ὁ κομματάρχης δύναται πίπτων νὰ ἐγερθῇ ἐκ νέου καὶ ἐν τῇ πτώσει του ν’ ἀναλάβῃ νέας δυνάμεις· ἀλλὰ βασιλεὺς κομματάρχης ἢ οὐδὲν πίπτει, εἰμὴ διὰ νὰ μὴ ἀνεγερθῇ πλέον· βασιλεὺς δὲ κομματάρχης ἐν Ἑλλάδι δὲν ἠμπορεῖ ἐπὶ πολὺ ὀρθῶς νὰ σταθῇ.» Ἐννοῶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι, θέλοντες νὰ ὠφεληθῶσι πολιτικῶς, ζητοῦσιν ἀπὸ κάθε τι νὰ λάβωσιν ὠφέλειαν, ἐννοῶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι, θέλοντες κατὰ τὴν ὑπὸ συζήτησιν πρότασιν νὰ φέρωσι διαίρεσιν καὶ σύγχυσιν εἰς τὴν μερίδα ἐκείνην πρὸς τὴν ὁποίαν ἀντιπολιτεύονται, θέλουσιν αὐτὰς τὰς ἐκφράσεις νὰ τὰς παρεξηγήσουν. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ ἐκείνους, μετὰ τῶν ὁποίων ἐπὶ 18 μῆνας συνειργάσθην, δὲν ἐννοῶ ἐκείνους μετὰ τῶν ὁποίων ἀφ’ ὅτου ἐν Ἑλλάδι ἦλθον συνεπολιτεύθην καὶ συμπολιτεύομαι, νὰ θέλουν νὰ γίνωνται, ἵνα μὴ εἴπω τίποτε ἄλλο, ἕρμαια ῥᾳδιουργίας, ἡ ὁποία θέλει νὰ ὠφεληθῇ πολιτικῶς, καὶ νὰ μὴ ἔχωσι τὸ θάῤῥος νὰ ὑποστηρίξουν συνάδελφον συκοφαντούμενον, συνάδελφον, τὸν ὁποῖον ἀναγνωρίζουσιν ὅτι τὴν ἱστορίαν του δὲν ἐλησμόνησε καὶ δὲν θὰ λησμονήσῃ ὅσον μικρὰ καὶ ἂν ᾖναι. Μὲ ἀνεῦρε φιλοβασιλικώτατον ὁ κ. Ζαΐμης, μὲ ἀνεῦρε φιλοβασιλικώτατον καὶ ἐν τῇ Συνελεύσει καὶ πανταχοῦ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Κουμουνδοῦρος· ἀκολουθοῦντες ὅμως τοὺς συκοφάντας μου, ῥίπτουν ἀμφιβολίας τώρα περὶ ἐννοίας τῶν λόγων μου. Ἀνέμνησεν ὁ κ. Ζαΐμης τὰ κατὰ τὸν συνασπισμὸν, καθὼς τὸν ὠνόμασε, συζητηθέντα μεταξύ μας. Ἀφοῦ τὰ ἀνέμνησεν, ἂς ἐπιτρέψῃ καὶ εἰς ἐμὲ νὰ τὸν προκαλέσω νὰ εἴπῃ (εἶναι τίμιος καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ τὸ ἓν ἀντὶ τοῦ ἄλλου). Ἂς εἴπῃ ἐάν ποτε συνδιελέχθημεν περὶ δημοκρατίας, ποίας ἰδέας τοῦ ὑπεστήριξα, τί τοῦ εἶπον. Παρακαλῶ καὶ τὸν ἀξιότιμον πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον καὶ ὅσους ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει συνειργάσθημεν, νὰ εἴπωσιν, ὁσάκις τὸ θέμα τοῦτο ἐνώπιόν μας ἦλθεν ἀκαδημαϊκῶς, ἡ ἰδικιτέρα μου γνώμη ποία ἦτον; Ὅταν ἐθέταμεν τὰς βάσεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅταν ὡρίζαμεν τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ φθάσωμεν, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ζαΐμης νὰ τοῦ τὸ ὑπενθυμίσω, πολλάκις τῷ εἶπον· «Ἐγὼ εἶμαι συντηρικώτερος ἀπὸ σὲ, καὶ ἐὰν ἐννοῶ καὶ ἐὰν θέλω καὶ ἐὰν ζητῶ τὴν εἰλικρινῆ ἐφαρμογὴν τοῦ Συντάγματος, εἶναι διότι εἶμαι συντηρικώτερος ἀπὸ σὲ, ἀναγνωρίζων ἄλλως τὰ συντηρητικά σου αἰσθήματα καὶ τὰς συντηρητικάς σου ἰδέας.» Ἐννοῶ, κύριοι, τὴν συκοφαντίαν τῶν ἀντιθαλάμων· ἐννοῶ νὰ μὴ δύναμαι νὰ ὑπερασπισθῶ ἐκεῖ, νὰ μὴ εὕρω προστάτας κατὰ τῆς συκοφαντίας, νὰ μὴ εὕρω τολμηροὺς ἀντικρούοντας τὰς κατ’ ἐμοῦ καὶ οἱουδήποτε ἄλλου τεκταινομένας διαβολὰς ἐκεῖ εἰς τὰ σκότη, καὶ ὅπου φίλοι, μετὰ τῶν ὁποίων συνειργάσθην, φίλοι, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν κατὰ βάθος τὰ αἰσθήματά μου, δὲν δύνανται νὰ παρευρεθῶσιν. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ τὴν ἀνοχὴν, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, τὴν ὑποστήριξιν, τὴν ἐνθάῤῥυνσιν τῆς συκοφαντίας ταύτης ὑποστηριζομένην καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ὑποστηριζομένην ἀπὸ ἐκείνους, ἐπαναλέγω, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν πόσον μὲ ἀδικοῦσι, προφέροντες ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος κ. Ζαΐμης, ὁ ἀξιότιμος κ. Κουμουνδοῦρος ἐπρόφεραν, ζητοῦντες νὰ ῥίψωσι δισταγμὸν περὶ τοῦ τί φρονεῖ ὁ Λομβάρδος.
§41ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κανένα δισταγμὸν δὲν ἐξέφρασα.
§42ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. «Ἐὰν ὁ Λαμβάρδος ἀρνηθῇ τὴν ἱστορίαν του, εἶπεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ἐὰν ἐλησμόνησε τὸ παρελθόν του.» Οἱοσδήποτε ἄλλος ἐμποροῦσε νὰ προφέρῃ τὸ ἐὰν τοῦτο περὶ τοῦ Λομβάρδου, κύριε συνάδελφε βουλευτὰ Μεσσήνης, οἱοσδήποτε ἄλλος, ἐπαναλέγω, ἐμποροῦσε νὰ προφέρῃ τὸ ἐὰν τοῦτο, ὄχι ὅμως σὺ, ὁ ὁποῖος ἐὰν δὲν ἐγνώρισας ἐμὲ, δὲν θὰ γνωρίσῃς κἀνένα ἄνθρωπον εἰς τὴν Ἑλλάδα (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§43ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ἐὰν τὸ λέγει διὰ τώρα.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία εἰς τὸ ἀκροατήριον.
§45ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τί μοῦ ἐγκωμιάζετε τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα; Τί μοῦ λέγετε, λαμβάνοντες τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀγορεύσεώς μου, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἶναι τὸ τελειότερον πάντων; ἀλλά, ἐπροσθέσατε, «ὅταν ἐν καλῇ πίστει ἐφαρμόζηται;» —Εἴδατέ ποτε ἄλλην τινὰ ἰδέαν ἐκφερομένην ἢ ὑποστηριζομένην παρ’ ἐμοῦ ἐν ταῖς ἰδιαιτέραις, ταῖς μυστικαῖς συνεντεύξεσι, τὰς ὁποίας ἔλαβα τόσον συχνὰ μὲ Σᾶς; ὁμιλήσατε! Σᾶς ἀπαλλάττω ἀπὸ πᾶσαν ὑποχρέωσιν ἐχεμυθίας. Ἀλλ’ εἴπομεν καὶ εἰς τὰς μυστικὰς ἡμῶν συνεντεύξεις καὶ εἰς τὴν φανερὰν ἀντιπολίτευσίν μας κατὰ τῆς κυβερνήσεως τοῦ κ. Δεληγεώργη, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἐν Ἑλλάδι δὲν ἠμπορεῖ νὰ σταθῇ καὶ νὰ δείξῃ τὰ εὐεργετήματά του, εἰμὴ τιμίως καὶ εἰλικρινῶς ἐφαρμοζόμενον· καὶ ὅτι εἰλικρινῶς τὸ πολίτευμα δὲν ἐφηρμόσθη ἕως τώρα, τὸ ὑπεστηρίξατε καὶ σεῖς καὶ εἴπετε ἐπανειλημμένως, ὅτι ἀνάγκη νὰ ἀπαιτηθῇ ἐπιμόνως ἡ εἰλικρινὴς αὕτη ἐφαρμογὴ τοῦ πολιτεύματος, τὸ εἴπατε καὶ τὸ εἶπα μαζῆ σας, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος, ὁ κύριος, ὁ ἀποκλειστικὸς σκοπὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεώς μου, καὶ τοῦτο ἐνοοῦσα, κ. πρόεδρε τῆς κυβερνήσεως, καὶ τὸ ἐνοήσατε καὶ σεῖς ὅτι τοῦτο εἶπα, ὅταν εἶπα ὅτι εἶναι σύμφωνοι ὅλαι αἱ ἀποχρώσεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ τοῦτο ἐνοοῦσα, ὅταν εἶπα ὅτι οὐδεμία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ κ. Κουμουνδούρου, τοῦ κ. Ζαΐμη καὶ ὑμῶν καὶ ἐμοῦ, καὶ ὅτι δὲν ἀντεπολιτεύθημεν τὸν κ. Δεληγεώργην διὰ νὰ τὸν ῥίψωμεν ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν διὰ νὰ πάρωμεν τὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ ἀντεπολιτεύθημεν διὰ τὴν ἀρχὴν ταύτην, τὴν ὁποίαν ἐκηρύττομεν οὐχὶ ἀρχὴν ἐμοῦ ἢ τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἢ οἱουδήποτε, ἀλλ’ ἀρχὴν τοῦ ὅλου ἔθνους. Ἴσως δὲν συμφωνεῖτε εἰς τοῦτο τὸ ὁποῖον τώρα θὰ εἴπω· ἀλλὰ δι’ ἐμὲ τὸ πρῶτον, τὸ πρώτιστον εὐεργέτημα, τὸ μέγα εὐεργέτημα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, δι’ ἐμὲ, συνίσταται κυρίως καὶ πρὸ πάντων εἰς τὸ βῆμα τοῦτο. Ὅταν εἰς τὸ βῆμα τοῦτο δὲν ἐκφράζωμεν ἐλευθέρως, εἰλικρινῶς τὰς πεποιθήσεις μας, ὅταν ἐδῶ δὲν ὑποστηρίζωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἰς τὰς ἰδιαιτέρας συνεντεύξεις μας κηρύττομεν καὶ ὁμολογοῦμεν ὅτι ἀνάγκη νὰ παύσῃ διὰ τὸ καλὸν τῆς πατρίδος καὶ τῆς βασιλείας, καὶ τὸ ὁποῖον ἐὰν δὲν παύσῃ, κακὸν διὰ τὴν πατρίδα θὰ φέρῃ, ὅταν ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο ὁ ἐλεύθερος λόγος δὲν ᾖναι ἐπιτετραμμένος, ἀλλὰ περιστέλλεται διὰ τοιούτων ἱεροεξεταστικῶν προτάσεων καὶ ἐπερωτήσεων, τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ματαίως ζητεῖτε νὰ τὸ ἐγκαταστήσητε ἐν τῇ πατρίδι σας (εὖγε). Καὶ ὁμιλήσας, ὡς ὡμίλησα, καθαρῶς, ἐλευθέρως καὶ ἀνεπηρεάστως ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο περὶ τῆς χρήσεως τῶν βασιλικῶν προνομίων, περὶ τῆς ἀποστολῆς, οἵαν τὴν θεωρῶ καὶ οἵαν τὴν θεωρεῖτε καὶ σεῖς, τῆς βασιλείας ἐν Ἑλλάδι, ὁμιλήσας, λέγω, τοσοῦτον ἐλευθέρως, ἤξευρα ὅτι ἠκολούθουν καὶ ὅτι ἐφήρμοζον δύω ἀποφθέγματα τοῦ βασιλέως μας. Δὲν θὰ ἀναφέρω ἰδιαιτέρας, ὡς ἄλλοι, συνομιλίας τοῦ βασιλέως μετ’ ἐμοῦ, δὲν θὰ κάμω σχόλια ἢ παρεξηγήσεις τῶν ἐννοιῶν του καὶ τῶν λέξεών του· τὴν εἰκόνα του δὲν τὴν ἐξέσχισα διὰ νὰ τὴν πετάξω ἀπὸ τὸ παράθυρον, τὴν ἔχω ἀνηρτημένην εἰς τὸ πενιχρὸν δῶμα τῆς ὑποδοχῆς μου.
§46Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὲ τὴν ὑπογραφήν του μάλιστα.
§47ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θὰ ἀναφέρω δύω ἀποφθέγματα τοῦ βασιλέως μας ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο, διότι θὰ συμπεράνω, ὅπως θὰ συμπεράνω, καὶ διότι τὰ ἀποφθέγματα ταῦτα τοῦ βασιλέως τοῦ κάμνουν τιμήν. «Ὁ βουλευτὴς,» μὲ εἶπε μίαν φορὰν, «ὅστις ἀπὸ τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς λαλῶν, δὲν ἐκφράζει καθαρῶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον νομίζει ὅτι εἶναι ἀληθὲς, δὲν εἶναι ἄξιος τῆς ἀποστολῆς του, ἀπατᾷ τὸν λαόν.» Πρὸς τούτοις ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐκ τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχει πρὸς τὸν λαὸν ὁ βουλευτὴς, ἔχει καὶ καθῆκον νὰ φωτίζῃ τὸν βασιλέα ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ περὶ τοῦ τί συζητεῖται καὶ ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου, ὅπως εἰσάγων ἐν τῷ κοινοβουλίῳ τὴν ἐκτὸς αὐτοῦ γενομένην συζήτησιν, τὴν περιορίσῃ ἐντὸς τῶν νομίμων καὶ συνταγματικῶν αὐτῆς ὁρίων, προλαμβάνων οὕτω πᾶσαν ἔκνομον παρεκτροπὴν (εὖγε). «Ἐπεθύμουν, μοὶ εἶπε μίαν ἄλλην φορὰν ὁ βασιλεύς μας, «ἐπεθύμουν πολὺ νὰ ἦτο ἕνας τόπος εἰς τὸ βουλευτήριον, ὅπως καὶ ἐγὼ ἀκούω τὰς συζητήσεις.» Αἴ! κύριοι, ἐὰν ἦτο τοῦτο, ἐὰν ὁ βασιλεὺς τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν εἶχε τόπον νὰ ἵσταται ἐκεῖ καὶ νὰ ἀκούσῃ τὴν ἀγόρευσίν μου, καὶ νὰ ἀκούσῃ ὁ ἴδιος τὶ εἶπον, ἐὰν κατόπιν ἤθελεν τολμήσει τις νὰ ὑπάγῃ νὰ τοῦ εἴπῃ, ὅτι ἐδῶ συζητοῦμεν περὶ συστάσεως δημοκρατίας, ὅτι ἐδῶ συζητοῦμεν νὰ τὸν ἐξώσωμεν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, εἶμαι βέβαιος, ἤθελε κάμει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπα ὅτι ἔπρεπε ἄλλοτε νὰ κάμῃ ὁ Ὄθων, ἤθελε τὸν διώξει μὲ κλοτσιαῖς ἀπ’ ἐμπρός του. (Εὖγε, χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Εἶναι ἐδῶ, κύριοι, στενογραφημένη ἡ ὁμιλία μου· ἐλπίζω μέχρις ἑσπέρας νὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἐκδοθῇ, ἢ τοὐλάχιστον μέχρις αὔριον· θὰ τὴν ἀναγνώσῃ καὶ τὸ κοινὸν, καὶ τὸ κοινὸν θὰ δικάσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ χθὲς καὶ τὴν ἡμέραν ταύτην περιεφέροντο εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν Ἀθηνῶν κηρύττοντες, ὅτι ὁ Ζακυνθινὸς — ὡς νὰ ἔλεγον ὁ Ἀλγερινὸς — θέλει νὰ συστήσῃ τὴν ὀχλοκρατίαν, ἴσως διὰ νὰ γεμίσῃ τὸ πουγγίον του ἀπὸ τὰ ὅσα ἀπέμειναν εἰς τοὺς οἰκοκυραίους τῶν Ἀθηνῶν ἀπὸ τὴν κυβείαν. Θὰ δικάσῃ τὸ κοινὸν, θὰ δικάσῃ καὶ ὁ βασιλεὺς, ὅστις θὰ ἀναγνώσῃ τὴν ὁμιλίαν μου ἐκείνην τυπωμένην ἀπαραλλάκτως ὡς ἐστενογραφήθη, χωρὶς νὰ κάμω μεταλλαγὴν, καὶ θὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἐξέφρασα παρὰ τὴν ἀλήθειαν καὶ μόνην τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἐξέφρασα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ὁ βασιλεὺς θὰ θεωρήσῃ, ὅτι εἶναι τὸ μόνον μέσον ὅπως ἀπαλλάξῃ ἑαυτὸν καὶ τὸν θρόνον του καὶ τὸν τόπον ἀπὸ δυσκολίας, θέλει πεισθῆ, ὅτι ἐλάλησα, ὡς ἐλάλησα, ἐπειδὴ θέλω, ἐπειδὴ ἐπιθυμῶ νὰ διατηρηθῇ ἡ βασιλεία ἐν Ἑλλάδι, τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ παρόντος, κύριοι, καὶ τὸ τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ παρόντος, τὸ ὁποῖον ἐσχολιάσατε τοσοῦτον, ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῆτε, ὅτι μὲ τοῦτο δὲν ἐννοοῦσα ὅτι εἴμεθα ἕτοιμοι διὰ δημοκρατίαν, φθάνει νὰ εὕρωμεν ἕνα πρόεδρον, ὁ ὁποῖος ἀπὸ σήμερον ἕως αὔριον ἠμπορεῖ νὰ εὑρεθῇ, καὶ ὁ ὁποῖος ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ὁ ἀξιότιμος Α. ἢ ὁ ἀξιότιμος Β. ὡμιλοῦσα περὶ χαρακτῆρος ἐθνικοῦ, ἐσκιαγραφοῦσα τὸν ἐθνικόν μας χαρακτῆρα, καὶ ὁ χαρακτὴρ ὁ ἐθνικὸς δὲν μεταλλάσσει ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν, ἀπὸ ἑβδομάδος εἰς ἑβδομάδα. Ἵνα μεταλλάξῃ ὁ ἐθνικὸς χαρακτὴρ, ἀπαιτεῖται, ἂν ὄχι γενεαὶ γενεῶν, τοὐλάχιστον γενεὰ, καὶ τὸ «τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ παρόντος» ἐννοοῦσα, ὡς καλῶς τὸ ἐννοεῖτε, ὅτι τοὐλάχιστον εἰς τὴν γενεάν μας, εἰς τὴν ζωήν μας ἡ δημοκρατία εἶναι ἀκατόρθωτος, εἶναι ἀδύνατος ἐν Ἑλλάδι. Ὅτι αὐτὰ εἶναι τὰ φρονήματά μου, ὅτι αὐτὰ εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα αἰσθάνομαι, τὸ γνωρίζετε· ἀλλὰ μ’ ὅλα ταῦτα ἀφήσατε νὰ κυκλοφορήσῃ ἡ συκοφαντία, τὴν ἐνισχύσατε μάλιστα· ἀλλὰ μ’ ὅλα ταῦτα, ἀξιότιμοι φίλοι συνάδελφοι, μετὰ τῶν ὁποίων εἰργάσθην ἐπὶ τόσα ἔτη καὶ μὲ ἐγνωρίσατε κατὰ βάθος, δὲν ἐλάβετε τὸ θάῤῥος νὰ ἀναβῆτε τὸ βῆμα τοῦτο καὶ ν’ ἀντικρούσητε τὰ τοιαῦτα ὡς συκοφαντίαν, νὰ εἰπῆτε, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μοὶ ἀποδίδουν τοιαῦτα, εἶναι συκοφάνται, καὶ σεῖς νὰ εἴπητε· γνωρίζομεν τὸν Λομβάρδον, ἠξεύρομεν τὰ αἰσθήματά του, ἠξεύρομεν ὅτι εἶναι ἄνθρωπος ἑδραίων πεποιθήσεων καὶ δὲν ἀλλάσσει ἀπὸ μίαν ἡμέραν εἰς τὴν ἄλλην.
§48ΖΑΪΜΗΣ. Τὸ εἶπον.
§49ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἤθελον νὰ εἴπω κἄτι πρὸς τὸν Κ. Κουμουνδοῦρον διὰ τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἔκαμε, καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὴν διαφωνίαν, ἡ ὁποία εἰς τὸ παρελθὸν ἔλαβε χώραν μεταξὺ ἐμοῦ καὶ αὐτοῦ· ἀλλὰ τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ φθάσω, μὲ ἀπαλλάττει ἀπὸ τοῦ νὰ κάμω τὴν ἀνάπτυξιν ταύτην. Τὰ γεγονότα ἂς μείνουν ὡς εἶναι καὶ ἂς τὰ σχολιάσῃ ὁ καθεὶς, ὅπως θέλῃ. Τὸ συμπέρασμα δὲ, κύριοι, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ φθάσω καὶ φθάνω, εἶναι τοῦτο· Ἐπολέμησα ὑπὲρ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, διότι ἐνόμισα, ὅτι δι’ αὐτοῦ ἠμπορῶ νὰ ὠφελήσω τὸν τόπον μου καὶ ἀντιταχθῶ εἰς τὰς συκοφαντίας τῶν πολιτικῶν ἐχθρῶν μου, ὅτι ἠμπορῶ νὰ ἀντιταχθῶ εἰς τὰς συκοφαντίας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κρύφα, ὑπούλως, εἰς τὸ σκότος ζητοῦν νὰ ἀνυψώσωσιν ἑαυτοὺς ἐπὶ τῆς δυσφημίας τῶν ἄλλων. Ναὶ, φίλε κ. Κουμουνδοῦρε, ἐκείνους φοβοῦ, ὅτι ζητοῦν νὰ ἀνυψωθῶσιν ἐπὶ τῶν ἐρειπίων τῶν ἄλλων, καὶ ὄχι ἄλλους, οἱ ὁποῖοι γνωρίζεις πολὺ καλὰ, ὅτι ὅσα αἰσθάνονται, τὰ εἶπαν δημοσίᾳ ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου τούτου· καὶ ὅταν τὰ εἶπον δημοσίᾳ ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου, δὲν ὀπισθοδρομοῦν ὀπίσω· καὶ εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνουν ἤδη ὅ,τι αἰσθάνονται, ὅτι δι’ αὐτοὺς καὶ τοὺς συμπράττοντας μετ’ αὐτῶν ἀπέχει ὁ καιρὸς, κατὰ τὸν ὁποῖον ἠμποροῦν καὶ αὐτοὶ νὰ κυβερνήσουν τὴν Ἑλλάδα. Ἐπολέμησα, λέγω, καὶ ἐπολέμησα ἐντὸς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, διότι ἐνόμιζον, πρὸς τοῖς ἄλλοις, ὅτι εἰς τοὺς κρυφίους τούτους ἐχθρούς μου ἠμποροῦσα ν’ ἀντιτάξω τὴν παῤῥησίαν, τὴν ἐλευθερίαν τῆς συζητήσεως ἀπὸ τοῦ βήματος· ἐπολέμησα τοὺς ἐχθροὺς τούτους, τοὺς ὁποίους ἐπολέμησα ὄχι ὡς ἐχθροὺς ἰδικούς μου, ἀλλ’ ὡς ἐχθροὺς τῶν φρονημάτων καὶ τῶν ἀρχῶν ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἐνόμιζον ὠφελίμους διὰ τὴν πατρίδα μου, πιστεύων ὅτι ἠδυνάμην εἰς αὐτοὺς ν’ ἀντιταχθῶ, ἔχων τὴν ὑποστήριξιν τῶν φανερῶν φίλων, οἵτινες γνωρίζουν κατὰ βάθος τὰ αἰσθήματά μου. Ἀλλ’ εἰς τὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν μοῦ ἀποκαλύπτεται ἐνώπιόν μου τὸ θέαμα, τὸ ὁποῖον μοῦ ἀπεκαλύφθη, εἰς τὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν βλέπω ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οἱ ἐχθροί μου καὶ οἱ ἐχθροὶ τοῦ πολιτεύματος, μὴ τὸ λησμονεῖτε, οἱ ἐχθροὶ τοῦ πολιτεύματος ἐκτοξεύουσιν ἐναντίον καὶ ἐμοῦ καὶ οἱουδήποτε ἄλλου τολμηροῦ καὶ ἀποφασιστικοῦ ὑπερασπιστοῦ τοῦ πολιτεύματος τούτου, τῆς συνταγματικῆς βασιλείας, τὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν βλέπω ὅτι καὶ οἱ φίλοι μου οὗτοι, εἴτε ὅπως τοὺς ἐχθρούς μου εὐαρεστήσουν, εἴτε ὅπως μὴ δυσαρεστήσουν ἀνώτερα πρόσωπα, ἐὰν μετ’ αὐτῶν δὲν συνεννοοῦνται, ἀλλὰ τοὐλάχιστον τὰς συκοφαντίας των ὑποβοηθοῦσι διὰ τῆς ἀμφιβολίας των, τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἱεροεξέτασιν νομίζουν νὰ κάμουν τὸ βῆμα τοῦτο, ἐνώπιον τῆς ὁποίας ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν θὰ σκέπτηται μήπως καὶ αὔριον τῇ ζητήσωσι νὰ ἐπιδιορθώσῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοῦ βήματος εἶπε, τὴν στιγμὴν ταύτην βλέπω, αἰσθάνομαι ὅτι δὲν ἠμπορῶ, δὲν μοῦ εἶναι ἐπιτετραμμένον κατὰ τὰς πεποιθήσεις μου, τὰς ὁποίας καὶ μόνας ἐλάτρευσα, δὲν μοῦ εἶναι ἐπιτετραμμένον πλέον νὰ ἐξακολουθήσω τὸν πόλεμον τοῦτον, τὸν ὁποῖον θεωρῶ πλέον ἄγονον. Δὲν θέλω νὰ σᾶς ᾖμαι πλέον ἐμπόδιον. Τρέξατε ἐλευθέρως τὸν δρόμον σας καὶ ἐχθροὶ καὶ φίλοι. Εἴθε ὁ δρόμος, τὸν ὁποῖον χαράττετε, ν’ ἀποβῇ ὠφέλιμος εἰς τὴν φίλην πατρίδα· εἴθε ἡ σιγὴ, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ ἐπιβάλητε ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, ν’ ἀποβῇ ὠφέλιμος εἰς τὴν βασιλείαν. Ἐγὼ νομίζων ἐν πεποιθήσει, ὅτι θὰ βλάψητε τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο, σᾶς λέγω, δεχθῆτε τὴν παραίτησίν μου (συγκίνησις).
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Δηλιγιάννης.
§51Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶχον ἕνα εἰδικὸν λόγον, ὁ ὁποῖος μὲ ἠνάγκασε νὰ ζητήσω τὸν λόγον πρὸ τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου διὰ νὰ δώσω ἐξηγήσεις εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ἀγορεύσαντος τοῦ βουλευτοῦ, ἡ ἀφορμὴ ἐξέλιπε, καὶ δὲν ἐπιμένω νὰ λάβω τὸν λόγον.
§52ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μία διακοπὴ 5 λεπτῶν.
§53ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι.
§54ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§55ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι βουλευταί! Ἡ κυβέρνησις ἐνόμιζεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ συμμετάσχῃ τῆς συζητήσεως, ἥτις πρὸ 10 ἡμερῶν ἀπασχολεῖ τὸ Κοινοβούλιον ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν τῆς παρελθούσης κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο καί τοι παρευρισκομένη τακτικῶς εἰς τὰς συνεδριάσεις τοῦ Κοινοβουλίου ἀπέσχε τῆς συζητήσεως ταύτης, διότι κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην τὸ Κοινοβούλιον ἐξήσκει ἓν τῶν σπουδαιοτέρων δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων αὑτοῦ, τὸ τοῦ ἐλέγχου. Ἀλλ’ ἀφοῦ, ὡς μὴ ὤφειλε, κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ἔλαβε χώραν τὸ ἐπεισόδιον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὸ Κοινοβούλιον κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν, ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ ὅτι ἔχει καθῆκον καὶ πρὸς τὴν Πατρίδα καὶ πρὸς τὴν Βασιλείαν νὰ μὴ μείνῃ ἀδιάφορος, νὰ μὴ μείνῃ ξένη τῆς συζητήσεως ὡς πρὸς τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο, καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὡς ἀρχηγὸς ἑνὸς πολιτικοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸ προσέφερε πολλὰς ὑπηρεσίας εἰς τὴν Πατρίδα καὶ εἰς τὴν Βασιλείαν, εὑρέθη πρὸ μικροῦ εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν ν’ ἀνέλθῃ ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ νὰ ἐξηγήσῃ τὰς ἰδέας αὑτοῦ καὶ ὡς προέδρου τῆς κυβερνήσεως, ὡς σᾶς εἶπον, καὶ ὡς ἀρχηγοῦ πολιτικοῦ κόμματος, πρὸς ὅσα κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ἐξετέθησαν ἐντεῦθεν περὶ δημοκρατίας. Εἶναι λυπηρὸν τῇ ἀληθείᾳ, ὅτι εἷς τῶν σπουδαιοτέρων συναδέλφων ἡμῶν, διακρινόμενος ἐπὶ ῥητορικῇ δεινότητι καὶ μὴ στερούμενος πατριωτισμοῦ, παρεσύρθη, ὥς τις τῶν προαγορευσάντων ἀξιοτίμων συναδέλφων ἡμῶν ἐξέθηκεν, ὑπὸ τῆς ῥύμης τοῦ λόγου αὑτοῦ νὰ ἐκφράσῃ ἰδέας, τὰς ὁποίας οὔτε αὐτὸς ὁ ἴδιος πρεσβεύει, οὔτε πιστεύει, καὶ τὰς ὁποίας ἀναντιῤῥήτως ἀποδοκιμάζει καὶ ἀποκρούει ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ, καὶ τὰς ὁποίας ἀποδοκιμάζει καὶ ἀποκρούει ἡ κοινὴ συνείδησις. Βεβαίως, κύριοι, τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι βῆμα ἀκαδημαϊκὸν, διὰ νὰ ἐκτίθενται ἐντεῦθεν θεωρίαι περὶ τοῦ τοιούτου ἢ τοιούτου πολιτεύματος· τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς εἶναι βῆμα, ἐκ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ προέρχωνται συζητήσεις, στηριζόμεναι εἰς τὸ καθεστὼς, καὶ τὸ καθεστὼς δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑποβάλληται ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν, ἀνὰ πᾶσαν ἡμέραν εἰς ἐξέτασιν ἢ συζήτησιν. Τὰ δικαιώματα ἑκάστης πολιτειακῆς ἐξουσίας ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Συντάγματι, τὸ ὁποῖον τὸ ἔθνος διὰ τῆς νομίμου ἀντιπροσωπείας αὑτοῦ ἐπεψήφισε πρὸ δεκαετίας. Δὲν δύναται λοιπὸν τὸ Σύνταγμα νὰ ἀναψηλαφίζηται κατὰ πᾶσαν στιγμὴν καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν οἱουδήποτε ἀντικειμένου· τὸ Σύνταγμα, μόνον μία ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία δύναται νὰ τροποποιήσῃ ὡς πρὸς τὰ μέρη ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι οὐσιώδη, ὅταν ἤθελεν ἀποφασισθῇ τὸ τοιοῦτον, κατὰ τὰς διατάξεις αὑτοῦ τοῦ ἰδίου πολιτεύματος.
§56Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§57ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ὁ θεσμὸς τῆς Βασιλείας, ὅστις εἶναι ὁ οὐσιωδέστερος θεσμὸς τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, ἀλλ’ ὁ θεσμὸς τῆς Βασιλείας, μετὰ τοῦ ὁποίου συνδέεται τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τῆς πατρίδος ἡμῶν, εἰς οὐδεμίαν ἀναθεώρησιν, εἰς οὐδεμίαν ἀναψηλάφησιν, εἰς οὐδεμίαν ἀποδοκιμασίαν ἢ ἐπιδοκιμασίαν δύναται νὰ ὑποβληθῇ ποτε. Διότι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης, καθ’ ἣν τὸ ἔθνος ἤθελε τυχὸν σπρωχθῇ εἰς μίαν τοιαύτην ἀπονενοημένην πρᾶξιν, θὰ ἐπέλθῃ τὸ χάος, κύριοι, καὶ τὸ χάος πάντες τὸ ἀποτροπιαζόμεθα. Διὰ τοῦτο ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ζακύνθου, ὁμιλῶν περὶ τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν τὸ Κοινοβούλιον, ἐν τῷ δικαιώματί του, ζητεῖ ἀπὸ τὴν προκάτοχον κυβέρνησιν, ὅπως καὶ ἀπὸ τὴν παροῦσαν κυβέρνησιν δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ τοιαύτην, δὲν ἔπρεπε ν’ ἀναμίξῃ ξένα θέματα, τὰ ὁποῖα συνετάραξαν τὴν κοινωνίαν εἴτε δικαίως, εἴτε ἀδίκως. Δὲν εἴμεθα, κύριοι, ὡς γνωστὸν, ὑποστηρικταὶ ἀντικοινοβουλευτικῆς κυβερνήσεως. Ὁ σεβαστὸς ἀρχηγὸς ἡμῶν καὶ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως ὑπερεμάχησεν ὑπὲρ τῆς ἀληθοῦς συνταγματικῆς Βασιλείας, ὑπερεμάχησεν ὑπὲρ τῆς πραγματοποιήσεως τῶν κοινοβουλευτικῶν ἀρχῶν καὶ ἰδεῶν, διότι ἐπίστευε καὶ ἐξακολουθεῖ νομίζων καὶ πιστεύων, ὅτι διὰ τῆς πιστῆς καὶ εἰλικρινοῦς ἐφαρμογῆς τοῦ πολιτεύματος θὰ εὐημερήσῃ καὶ θὰ προαχθῇ ὁ τόπος καὶ θὰ ἑδραιωθῇ ἡ Βασιλεία. Ἐὰν ἐπρόκειτο λοιπὸν περὶ τοιούτου ζητήματος ἀφορῶντος εἰς τὴν ἀκριβῆ ἐφαρμογὴν τοῦ Συντάγματος, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος ἀφορῶντος εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν κυβέρνησιν τοῦ τόπου, δὲν ἤθελεν ὑπάρξει οὐδεμία διαφωνία μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ζακύνθου· ἀλλὰ δυστυχῶς τοιοῦτόν τι δὲν πρόκειται, τοιοῦτόν τι δὲν διαχωρίζει ἡμᾶς κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ζακύνθου· ἐῤῥίφθησαν ὡς μὴ ὤφειλεν, ἐπαναλαμβάνω, παρ’ αὐτοῦ ἰδέαι, αἵτινες συνετάραξαν καὶ τὴν Βασιλείαν καὶ τὴν κοινωνίαν, ἰδέαι περὶ Δημοκρατίας. Καὶ μολονότι λίαν ἐπιτυχῶς καὶ λίαν εὐφυῶς προσεπάθησε σήμερον ὁ ἀξιότιμος κ. Λομβάρδος νὰ ἀναιρέσῃ τὴν προχθεσινὴν ἀγόρευσιν αὑτοῦ, φρονῶ ὅμως ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ πείσῃ οὔτε ὑμᾶς, οὔτε τὸ ἔθνος, ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς δὲν ἐξέφερεν ἰδέας, τὰς ὁποίας ἀποτροπιάζεται ὁλόκληρον τὸ ἔθνος ὡς ἀντικειμένας εἰς τὸ καθεστὼς καὶ τὴν ἐθνικὴν θέλησιν. Ὁ κ. Λομβάρδος, ἀγορεύων προχθὲς ἐντεῦθεν, εἶπεν ὅτι πάντες οἱ Ἕλληνες εἴμεθα δημοκράται, καὶ ὅστις ἐξ ἡμῶν ἀρνεῖται τοῦτο, ἢ δὲν εἶναι Ἕλλην, ἢ ψεύδεται. Ἀλλὰ σήμερον, κύριοι, ἐκτὸς τοῦ σεβαστοῦ ἀρχηγοῦ τῆς κυβερνήσεως καὶ τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀνήκω, δύω ἔντιμοι ἐπίσης ἀρχηγοὶ κομμάτων, οἱ ἀξιότιμοι βουλευταὶ Καλαβρύτων καὶ Μεσσήνης σᾶς ἐβεβαίωσαν σαφῶς, καὶ καθαρῶς, ὅτι οὔτε ἦσαν, οὔτε εἶναι, οὔτε θὰ ᾖναι δημοκράται, οὔτε αὐτοὶ οὔτε οἱ φίλοι των. Ἦτο βεβαίως τολμηρὸν διὰ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Ζακύνθου κύριον Λομβάρδον ν’ ἀναλάβῃ τὴν σοβαρὰν εὐθύνην νὰ βεβαιώσῃ ἐντεῦθεν ὅτι εἴμεθα ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἀνεξαιρέτως Δημοκράται, καὶ ὅστις ἐξ ἡμῶν ἀρνεῖται τοῦτο ἢ ψεύδεται, ἢ δὲν εἶναι Ἕλλην. Ἀλλὰ μόνον, κύριοι, ἡ τοιαύτη ἀναίρεσις τῆς διαβεβαιώσεως τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Λομβάρδου προέρχεται σήμερον ἐκ μέρους τῶν τριῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν καὶ ὑποστηρίζουν τὴν σημερινὴν κυβέρνησιν; Βεβαίως ὄχι μόνον ἐκ τῶν κομμάτων, τὰ ὁποῖα οἱ ἀξιότιμοι οὗτοι κύριοι διευθύνουν, διότι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ, εἶμαι βέβαιος, εἶναι ἑτοίμη νὰ βεβαιώσῃ ὅτι δὲν συμμερίζεται τὸ φρόνημα τοῦ κ. Λομβάρδου περὶ τοῦ ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνές εἰσι δημοκράται· ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν νὰ ἐρωτηθῇ κατὰ ταύτην τὴν στιγμὴν, ἤθελε μιᾷ τῇ φωνῇ ἐπιβεβαιώσει ὅτι ἡ ῥῆσις τοῦ κ. Λομβάρδου δὲν εἶναι ἀκριβὴς, δὲν στηρίζεται οὔτε εἰς τὴν διάνοιαν, οὔτε εἰς τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν, κύριοι βουλευταὶ, νὰ ἐπιθυμήσῃ ὁ Ἑλλ. λαὸς τὴν δημοκρατίαν, ἀφοῦ δὲν παρῆλθον εἰσέτι πολλὰ ἔτη, ἀφότου εὑρέθη εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ αὐτοδιοικῆται ἐπὶ ἓν ἔτος ἕνεκα τῆς ἐκθρονίσεως τοῦ ἀειμνήστου Βασιλέως Ὄθωνος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἔτος τῆς μεσοβασιλείας τὰ πάνδεινα διεπράχθησαν ἕνεκα τῆς ἀναρχίας καὶ παραλυσίας, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθον τὰ πάντα· καὶ εἶναι ἀναντίῤῥητον ὅτι πλήρης ἀποσύνθεσις ἤθελεν ἐπέλθῃ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ἐὰν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν ἀπεβιβάζετο εἰς τὸν Πειραιᾶ ὁ λαοπόθητος ἡμῶν Βασιλεὺς Γεώργιος, τὸν ὁποῖον ἡ νόμιμος καὶ ἀληθὴς ἀντιπροσωπεία τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους ἐκάλεσαν ἀπὸ τῶν κόλπων τῆς οἰκογενείας του, διὰ νὰ φέρῃ τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν τάξιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον. Ἀφοῦ λοιπὸν, κύριοι, ὁπωσδήποτε ἐῤῥίφθησαν τοιαῦται ἰδέαι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ περὶ δημοκρατίας, περὶ τῆς ὁποίας οὔτε λόγος δὲν ἦτον ἐπιτετραμμένον νὰ γείνῃ κατὰ τὰς δημοσίας συζητήσεις αὐτοῦ, βεβαίως ἡ Βουλὴ εἶναι ὑποχρεωμένη, ὑπηρετοῦσα οὐ μόνον τὰ συμφέροντα τῆς βασιλείας, ἀλλὰ καὶ πρὸ πάντων τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος, νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἀποδοκιμασίαν της ὡς πρὸς τὰ λεχθέντα κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Λομβάρδου περὶ δημοκρατίας, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλλει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν καὶ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς τὴν ἑξῆς πρότασιν «Ἡ Βουλὴ ἀποδοκιμάζει τὰ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 25ης περὶ δημοκρατίας λεχθέντα ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ζακύνθου κυρίου Λομβάρδου.» Εἶναι πρότασις, ἥτις φέρει τὰς ὑπογραφὰς τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης.
§59ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§60ΕΤΕΡΟΙ. Σήμερον.
§61Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ τυπωθῇ ἡ πρότασις, κ. πρόεδρε.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε, κύριοι, εἰς τὴν ἀναβολήν;
§63ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης.
§65Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐγὼ δὲν ἐπρότεινα· ἤκουσα ἄλλους συναδέλφους προτείναντας τὴν καταβολήν. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἐναντίαν γνώμην;
§66ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνδιαφέρεται περὶ τῆς ἀναβολῆς.
§67ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Αὔριον.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρουσιάζεται ἓν ἄλλο ζήτημα. Καὶ νομίζω, ὅτι πρὸ τῆς λήξεως τῆς συζητήσεως αὐτοῦ τοῦ παρεμπεσόντος ζητήματος, ἔχω καθῆκον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Λομβάρδου, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔπεμψεν αὐτὴν τὴν στιγμήν.
§69ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε τώρα, κατόπιν μάλιστα. Τώρα οὔτε ὀφείλετε νὰ τὴν ἀναγγείλητε κἂν.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προταχθῇ τοῦτο.
§71ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§72ΖΑΪΜΗΣ. Ἅμα γείνῃ αἴτησις ἀναβολῆς, ὀφείλετε νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν.
§73Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρέπει νὰ βαδίσωμεν κατὰ τάξιν Ἔγεινεν αἴτησις περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως δι’ αὔριον, καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶπεν ὅτι ἀφίνει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει.
§74ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε, τὴν πρότασιν εἰς τὴν Βουλὴν, παρακαλεῖ δὲ τὸ προεδρεῖον καὶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῆς τῆς προτάσεως. Εἴμεθα κατὰ τῆς ἀναβολῆς, εἰς τὴν Βουλὴν ὅμως ἀπόκειται νὰ ἀποφασίσῃ.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολήν...
§76ΠΟΛΛΟΙ. Ἄς ὁμιλήσῃ ὁ κ. Δηλιγιάννης.
§77Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅταν ἄλλοι καὶ ὄχι ἐγὼ ἐπρότειναν τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως καὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἐπὶ τὴν αὔριον, ἐνόμιτα ὅτι εἶχον καθῆκον πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ ἐξετάσω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης εἶχε τὸ ὑπουργεῖον. Προῆλθεν ἐκ τῆς πρὸ μικροῦ ἀντιπολιτεύσεως, καὶ, ἂν δικαιοῦται νὰ ζητῇ τὴν ὑποστήριξιν τῶν μελῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐκείνης, ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὸ καθῆκον νὰ χορηγῶμεν τὴν συνδρομήν μας, ἐνόσῳ δὲν φωραθῇ λησμονοῦν τὰς ἰδέας καὶ τοὺς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους ἡ ἀντιπολίτευσις ἐκείνη προέθετο. Ἀφ’ οὗ ὅμως ἤκουσα ὅτι τὸ ὑπουργεῖον φρονεῖ, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν καὶ προθῇ εἰς ἀπόφασιν ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης, ἔκρινα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἀποφύγω πᾶσαν παρεξήγησιν, ἥτις ἠδύνατο νὰ συμβῇ, ἐὰν ἐπέμενον ὑποστηρίζων τὴν προταθεῖσαν ἀναβολήν. Πρὸ μικροῦ, κύριοι, εἶχον ζητήσει τὸν λόγον, διότι εἰδικός τις λόγος μοι ἐπέβαλλε τὸ καθῆκον νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην. Ἠγέρθησαν ὑπὸ πολλῶν θρυλλήματα, ὅτι φράσις ἢ περίοδος τοῦ λόγου τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν περιεῖχεν ἐννοίας ἀντικειμένας εἰς τοὺς θεσμοὺς τῆς πατρίδος μας. Προετάθη ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν πρότασις, ἐπὶ τῆς ὁποίας πρὸ 10 ἡμερῶν συζητοῦμεν, καὶ ἡ πρότασις αὕτη φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου, φέρει καὶ τὴν ὑπογραφὴν τὴν ἐμήν. Ὁ κύριος Λομβάρδος, ὁ ὁποῖος ἀνέπτυξε τὴν πρότασιν ἐκείνην, ἀγορεύων εἰς ἡμᾶς προχθές, προβὰς εἰς ἐκφράσεις καὶ ἐξηγήσεις, αἵτινες ὑπετέθησαν ὅτι περιεῖχον ἀντίθεσιν πρὸς τοὺς θεσμοὺς τῆς πατρίδος, παρίστα εἰς ὑμᾶς τὸ πόρισμα τῆς προτάσεως ἡμῶν ἐκείνης; Ἐξήγει εἰς ὑμᾶς τὰς ἐννοίας, αἵτινες ὑπηγόρευσαν τὴν πρότασιν ἐκείνην; Νομίζω, ὅτι ἡ εὐθύνη, ἥτις ἤθελεν ἐπιβαρύνει τὸν κ. Λομβάρδον, ἡ αὐτὴ εὐθύνη ἤθελεν ἐπιβαρύνει καὶ ἐμέ. Ἰδοὺ ὁ εἰδικὸς λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐνόμισα, ὅτι ὤφειλον νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν συζήτησιν. Ἤθελε δὲ παρασταθῆ τὸ ἀλλόκοτον πραγματικῶς θέαμα· ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ παρελθὸν ἐνόμιζον συμφέρον των νὰ παλαίωσι πρὸς ἐμὲ καὶ νὰ παρεξηγήσωσι τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον διέπει τὴν πολιτικήν μου πορείαν, διετείνοντο ὅτι τὸ πρόγραμμα αὐτὸ δὲν ἦτον εἰλικρινὴς ἔκφρασις τοῦ φρονήματός μου· ἐκεῖνοι οἵτινες ἐνόμιζον συμφέρον νὰ μὲ πολεμῶσι κατὰ τὸ παρελθὸν διετείνοντο, ὅτι ἐγὼ πᾶν ἄλλο εἶχον κατὰ νοῦν εἰμὴ τὴν ὑποστήριξιν τῶν θεσμῶν τῆς πατρίδος, ὅτι ἐγὼ διενοούμην νὰ ὑπηρετήσω σύστημα ἄλλο, ἐντελῶς ἀντίθετον πρὸς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ. Ὁ χαρακτηρισμὸς, ὁ ὁποῖος μοὶ ἀπεδίδετο ὑπὸ τῶν ἀντιπάλων μου, μὲ παρίστα εἰς τὰ ὄμματα τῶν συμπολιτῶν μου ἄνθρωπον ἥκιστα φιλελεύθερον, τὰ μάλιστα βασιλόφρονα μέχρις ἀπολυτοφροσύνης. Ἤθελεν ἑπομένως παρασταθῆ τὸ ἀλλόκοτον, λέγω, θέαμα, ἐγώ, ὁ θεωρούμενος μέχρι χθὲς ὡς ἀντιφρονῶν πρὸς τοὺς συνταγματικοὺς θεσμοὺς, ὁ ζητῶν νὰ ἐφαρμόσω τὸ πολίτευμα ὑπὸ τὴν συγκεντρωτικωτέραν καὶ βασιλικωτέραν ἔννοιάν του, ἐγὼ νὰ παρουσιασθῶ ἐνώπιον τῆς πατρίδος μου συμμεριζόμενος τὴν εὐθύνην τῶν ἐννοιῶν τοῦ ἀντισυνταγματισμοῦ, τὰς ὁποίας ἀποδίδουσιν εἰς τὰς φράσεις τοῦ κ. Λομβάρδου. Δὲν μὲ φέρει λοιπὸν εἰς τὸ βῆμα ἡ ἐπιθυμία νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἦτο δὲ περιττὸν νὰ ἔλθω εἰς τὸ βῆμα νὰ ἐξηγήσω εἰς ὑμᾶς γνώμην, ἀφοῦ τρεῖς περιφανεῖς ἄνδρες τῆς πατρίδος μου ἐπρόλαβαν νὰ σᾶς ἐξηγήσωσι τὰς ἰδικάς των, καὶ ἀφοῦ γνωστὸν εἶναι ὅτι μὲ τὸν ἕνα ἐκ τῶν πολιτικῶν τούτων ἀνδρῶν συμπράττω μέχρι τοῦδε. Ἐν Ἑλλάδι πρὸ μικροῦ παρίσταται συμβεβηκός, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀσύνηθες εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν. Τέσσαρα κόμματα, τὰ ὁποῖα ἐνόμιζον, ὅτι οἱ νόμοι τῆς πατρίδος δὲν ἐξετελοῦντο ὑπὸ τῆς ὑπαρχούσης τότε κυβερνήσεως· τέσσαρα κόμματα, τὰ ὁποῖα ἐφρόνουν, ὅτι οἱ θεσμοὶ τῆν πατρίδος κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν διεστρέφοντο, ἔδωκαν πρὸς ἄλληλα τὰς χεῖρας, διὰ νὰ πολεμήσωσι τὴν κυβέρνησιν ἐκείνην. Ὅταν συνέλαβον τὸν σκοπὸν νὰ ἀντιπολιτευθῶσι τὸ ὑπουργεῖον τῆς 8 Ἰουλίου, ἕκαστον ἐκ τῶν τεσσάρων κομμάτων δὲν ἠννόει νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης εἶχεν εἰς τὰς χεῖρας. Εἶχον κοινὴν ἀφορμὴν, τὸ φρόνημα, ὅτι οἱ νόμοι τῆς πατρίδος δὲν ἐκτελοῦνται, καὶ σκοπὸν κοινὸν, νὰ ζητήσωσιν εὐθύνην ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῆς 8 Ἰουλίου. Ἰδοὺ οἱ μόνοι δεσμοὶ, οἵτινες συνέδεον τὰ τέσσαρα συμπράττοντα κόμματα. Συμπράττων πρὸ χρόνων πολλῶν μεθ’ ἑνὸς τῶν κομμάτων ἐκείνων, ἀκολουθῶ τὴν σημαίαν, ἥτις ἐπὶ τῆς κεφαλῆς μου κυματίζει, δὲν ἀφορῶ δὲ πρὸς οὐδένα ἄλλον σκοπὸν, καὶ προσπαθῶ νὰ μὴ ἐγκαταλείψω ποτὲ τὴν σημαίαν μου, ἀδιαφορῶν ὁποίαν φέρουν οἱ ἄλλοι. Ἐξετάζω μόνον ἐὰν αἱ πράξεις τῶν συμπραττόντων τεσσάρων κομμάτων ᾖναι πράξεις, αἵτινες δύνανται νὰ τεθῶσιν ὑπὸ τὴν σημαίαν τὴν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς μου· αὐτὸ εἶναι τὸ μόνον μέλημά μου, ἡ μόνη μου φροντίς. Ἐσκέφθην λοιπὸν, ὅτι, ἐὰν ᾖναι ἀληθὴς ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν ἐν τῇ κοινωνίᾳ τῶν Ἀθηνῶν ἔδωκάν τινες εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Λομβάρδου, καὶ ἂν οὗτος ἔθηκε τὴν ὑπογραφήν του μαζῇ μὲ ἐμὲ ἐπὶ τῆς περὶ ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς προτάσεως καὶ ἐὰν ἡ ἀγόρευσις ἐκείνη αὐτοῦ περιεῖχεν ἐννοίας ἀντισυνταγματικὰς, ἐγὼ, ὅστις μένω ὑπὸ τὴν σημαίαν μου, πρέπει νὰ ἀφήσω εἰς βάρος ἑκάστου τὰς ἐννοίας ἑκάστου, πρέπει νὰ μέλλωμαι μόνον περὶ τῶν ἐννοιῶν ἐμοῦ· ἀλλ’ ὀφείλω νὰ καταδείξω τὸ μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον συνηντήθημεν μετὰ τοῦ κ. Λομβάρδου, καὶ νὰ ἀποδείξω ὅτι ἡ πρᾶξις ἐκείνη, ἐφ’ ᾗ συνηντήθην μετὰ τοῦ κ. Λομβάρδου, ἦτο πρᾶξις συνταγματική. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον νομίζω, ὅτι εἶχον εἰδικὸν καθῆκον νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως. Ὅταν ὅμως ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου, ἀπαντῶν εἰς τὰς ἐπανειλημμένας προκλήσεις, αἵτινες ἀπηυθύνθησαν πρὸς αὐτὸν, ἦλθε καὶ ἔδωκεν ἐξηγήσεις πρὸς τὴν Βουλὴν, διαφωτίσας τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων του· ὅταν παρέστησεν εἰς ὑμᾶς ὅτι δὲν εἶχε ποτὲ ἀνυψώσει τὴν σημαίαν τὴν δημοκρατικὴν, ὅτι δὲν εἶχε κατὰ νοῦν νὰ ἐκφράσῃ ἐννοίας, αἱ ὁποῖαι ἀναιροῦσι τὸ πολίτευμα, τότε ἐνόμισα, ὅτι ἐγὼ πάλιν δὲν εἶχον ἀφορμὴν νὰ λάβω τὸν λόγον, καὶ ἐδήλωσα εἰς τὸν κ. πρόεδρον, ὅτι δὲν ἐπιμένω νὰ λάβω τὸν λόγον. Δυστυχῶς ὅμως μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα τοῦτο ἐκπλήρωσις ἄλλου καθήκοντος, καὶ ἐὰν τὸ καθῆκον τοῦτο ἀνήκει εἰς ἕκαστον ἐξ ὑμῶν, κύριοι, ἐνόμισα ὅτι ἀνήκει περισσότερον εἰς ἐμὲ ὁ ὁποῖος, καὶ ἂν μετρῶ βραχὺν τὸν πολιτικόν μου βίον, τὰ παρελθόντα ὅμως ἔτη, τὰ ἔτη ἐκεῖνα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐφάνην εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον, μοὶ δίδουσιν ἀφορμὴν νὰ ἀναδράμω εἰς τὰς περιστάσεις τῶν χρόνων ἐκείνων καὶ νὰ ἀναπολήσω τὴν κατὰ τοὺς ἀνωμάλους ἐκείνους καιροὺς πολιτείαν μου. Τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα στηρίζεται ἀληθῶς ἐπὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου. Ὅταν ὅμως τὰ ἔθνη δὲν σκέπτωνται πῶς νὰ ῥυθμίσωσι τὸ μέλλον αὑτῶν καὶ πῶς νὰ συντάξωσι τὸ πολίτευμά των, ἀλλὰ συνέρχονται διὰ τῶν ἀντιπροσώπων των διὰ νὰ λειτουργήσῃ τὸ πολίτευμα, διὰ νὰ ἐφαρμόσωσιν αὐτὸ, ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου ἔχει ὅρια, καὶ τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου, εἶναι τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα διαγράφει τὸ πολίτευμα, τοῦ ὁποίου ἡ ἐκτέλεσις τελεῖται ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῶν διαφόρων συνταγματικῶν ἐξουσιῶν. Ἡ ἐλευθερία αὕτη τοῦ λόγου ἔχει κύρωσιν συνταγματικὴν ἐν τῇ εὐθύνῃ, τὴν ὁποίαν φέρετε ὅλοι σεῖς ὅσοι εἶσθε κατὰ καιροὺς μέλη τοῦ Κοινοβουλίου πρὸ τῶν ἐντολέων ὑμῶν. Ἐν τῷ συνταγματικῷ πολιτεύματι ἀνέγραψαν ὡς οὐσιώδη βάσιν αὐτοῦ τὸ ἀνεύθυνον τῶν ἡγεμόνων, δὲν ἀνέγραψαν ὅμως τὸ ἀνεύθυνον τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου ὀφείλουσι πάντοτε νὰ δώσουν εὐθύνας διὰ τὴν ψῆφον καὶ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον εἰς τὴν Βουλὴν ὡς βουλευταὶ φέρουσι. Καὶ ἡ μὲν εὐθύνη, τὴν ὁποίαν φέρουσι τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, δίδεται ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων, ἡ δὲ πολιτεία αὐτῶν, γινομένη δημοσία, εἶναι ἀντικείμενον τοῦ ἐλέγχου ὅλου τοῦ κοινοῦ, τὸ ὁποῖον μεριμνᾷ περὶ τῶν κοινῶν πραγμάτων. Εἶπον ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἐμὲ πρὸ παντὸς ἄλλου τὸ καθῆκον νὰ φέρω κρίσεις ἐπὶ τῆς προτάσεως, ἥτις διετυπώθη συνεπεία τοῦ λόγου τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου· εἶπον ὅτι τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο μὲ ἐπανέφερεν εἰς ἀνάμνησιν παρελθόντων χρόνων. Οἱ παρελθόντες οὗτοι χρόνοι ἦσαν πράγματι ἀνώμαλοι. Δὲν ἐλειτούργει τότε Κοινοβούλιον, τοῦ ὁποίου ἡ ἐξουσία ἦτο περιωρισμένη ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος, συνεδρίαζε τὸ ἔθνος ὁλόκληρον· ἡ συντακτικὴ αὐτοῦ ἐξουσία εἶχε συναχθῆ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου. Κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους, αἱ γνῶμαι τὰς ὁποίας ἐξέφραζόν τινες περὶ τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ συνταχθῇ, ἦτο προφανὴς ἀναίρεσις τῆς γνώμης τῆς πλειονοψηφίας τοῦ ἔθνους, ἦτο πόλεμος, τὸν ὁποῖον τὰ μειονοψηφοῦντα ἄτομα ἔκαμνον κατὰ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ ἔθνους. Ἐπειδὴ δὲ ἡ γνώμη τῶν μειονοψηφούντων ἠδύνατο διὰ τοῦ λόγου της νὰ φαρμακεύσῃ τὸ κοινὸν καὶ νὰ ἀποπλανήσῃ τὸ δημόσιον φρόνημα, τῆς μειονοψηφίας ταύτης οἱ ἰσχυρισμοὶ καὶ αἱ γνῶμαι συνετάρασσον τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ ἔθνους. Κατὰ τοὺς παρελθόντας τούτους χρόνους, ἡ ζηλότυπος ἐκείνη συντακτικὴ ἐξουσία, ἔχουσα τὴν συνείδησιν τῆς ἰδίας αὐτῆς δυνάμεως, πολλάκις ἠγέρθη ὠργισμένη, πολλάκις ἐπέδραμε νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὸ φρόνημα καὶ τὴν γνώμην τῶν μελῶν της, καὶ πολλάκις ἐνόμισεν, ὅτι καὶ ὁ παρελθὼν βίος των ἔπρεπε νὰ ᾖναι ἀντικείμενον τῆς ἐρεύνης της. Ἐνθυμοῦμαι μίαν ἑσπέραν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ τελῆται ἡ ἐξέτασις τοῦ παρελθόντος βίου τινὸς τῶν μελῶν τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης, καὶ ἡ γνώμη, ὅτι ὁ παρελθὼν βίος ἔπρεπε νὰ ᾖναι πλήρης ἐγγύησις τοῦ σκοποῦ καὶ τῆς πολιτείας τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης, ὤθησεν αὐτὴν εἰς τὴν κατάχρησιν τῆς δυνάμεώς της, εἰς τὴν ὑπέρβασιν τῆς ἐξουσίας της. Ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Συνελεύσεως τότε ἐπροτάθη ἡ ἀποβολὴ ἀπὸ τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως ἐκείνης μελῶν, τῶν ὁποίων ὁ βίος δὲν παρεῖχε τὴν εἰρημένην ἐγγύησιν εἰς τὴν Συνέλευσιν.
§78ΤΙΝΕΣ. Κύριε πρόεδρε, κάμετε ἡσυχίαν.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, νὰ καθήσητε εἰς τὰς θέσεις σας, ἄλλως εἰσέλθητε εἰς τὰ δωμάτια.
§80Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅταν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν προέβαλον ὅτι ἡ ἄτοπος, ἢ ἡ ἀνελεύθερος, ἢ ἡ ἄσεμνος διαγωγὴ ἑνὸς ἐκ τῶν πολιτῶν, τὸν ὁποῖον ἡ ψῆφος τῶν συμπολιτῶν του εἶχε φέρει εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἀντιτίθεται εἰς τὸ πρόγραμμα καὶ τοὺς σκοποὺς τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως· ὅταν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν ἐπρόβαλον ὅτι ἔπρεπε νὰ κλείσῃ τὰς θύρας της εἰς ἐκεῖνον, τοῦ ὁποίου τὸ παρελθὸν ἐκρίνετο ὡς ἀπόδειξις ὅτι ἦτον ἀντίθετος πρὸς τὸ τότε καθεστὼς, ἐνόμισα ὅτι ὤφειλον νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰ ὅρια τῆς ἐξουσίας της. Ὅπως δὲ τότε, κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον ὀφείλω νὰ ἐπιδείξω τὰ ὅρια τῆς ἐξουσίας τοῦ Κοινοβουλίου σήμερον, λειτουργοῦντος ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πολιτεύματος, ἐκτελοῦντος ἐντολὴν ἐντελῶς περιωρισμένον. Καὶ ὅταν ἄλλοτε τὸ πάθος τῆς πάλης καὶ ἡ συνείδησις τῆς νίκης ὤθησαν ἓν μέρος τῆς Συνελεύσεως νὰ λησμονήσωσιν, ὅτι ἐκεῖ ὅπου σταματᾷ ἡ δικαιοσύνη, ἐκεῖ ἀρχίζει ἡ ἐκδίκησις· ὅταν πεποιθότα εἰς τὰς ἰδίας αὑτῶν δυνάμεις τὰ μέλη ἐκεῖνα προέτρεπον τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν νὰ μὴ μεριμνήσῃ περὶ τοῦ δημοσίου φρονήματος, νὰ μὴ ζητήσῃ τὴν ἔρευναν τῶν πράξεων, νὰ μὴ θελήσῃ νὰ πείσῃ τοὺς συμπολίτας της, οὐδὲ νὰ πείσῃ ἑαυτὴν, ἀλλὰ μόνον μὲ τὸν τίτλον, τὸν ὁποῖον ἔφερεν εἰς τὰς χεῖράς της, νὰ ἔλθῃ νὰ μὴ ἀπονείμῃ δικαιοσύνην, ἀλλὰ νὰ ἔλθῃ νὰ ἐκδικηθῇ, νὰ ἔλθῃ νὰ τιμωρήσῃ, πάλιν ἐξεπλήρωσα καθῆκον νὰ εἴπω εἰς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν· «Σταμάτα, σὺ ἡ συντακτικὴ ἐξουσία τοῦ ἔθνους· σὺ ἡ ὁποία δύνασαι τὰ πάντα, δὲν πρέπει νὰ πράττῃς τὰ πάντα· εἰς τὴν ἐνέργειάν σου πρέπει νὰ ἔχῃς ὅριον τὴν δικαιοσύνην, καὶ εἰς τὰς ἀφορμάς σου πρέπει νὰ ἔχῃς ὅριον τὴν ἀλήθειαν.» Ἰδοὺ διατὶ ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε, ὅτι ὑπὲρ πάντα ἄλλον ὤφειλον ἐγὼ ν’ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, ἐὰν ἤθελον νὰ μὴ λησμονήσω τὸ παρελθόν μου. Καὶ ἐὰν εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ σταματήσω τὴν συντακτικὴν ἐξουσίαν τοῦ ἔθνους, δὲν ἔπρεπε νὰ παραλείψω νὰ σταματήσω τὴν πλειονοψηφίαν ἑνὸς κοινοβουλίου, ὅσον μεγάλη καὶ ἂν ᾖναι. Αἱ πράξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν περιέχουσιν ἐν ἑαυταῖς τὴν ἐξουσίαν τοῦ πράττειν, αἵτινες δὲν συνοδεύονται ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν τῶν συμβεβηκότων, αἱ πράξεις αὗται δύνανται νὰ πράττωνται, ἀλλ’ ἡ διάπραξις αὐτῶν εἶναι πάντοτε ἐκτεθειμένη εἰς τὴν ἱστορίαν, τῆς ὁποίας ἡ ἐτυμηγορία θέλει ἐπέλθει μίαν ἡμέραν. Εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν σήμερον ἔδωκεν ἀφορμὴν ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Λομβάρδου. Δυστυχῶς κατὰ τὰς δέκα ταύτας ἡμέρας τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ὁποῖα ἠγόρευσαν, ἐλησμόνησαν ἑαυτά. Ἐλπίζω καὶ ἱκετεύω τοὺς ἐντίμους φίλους μου, οἵτινες μετέσχον τῆς συζητήσεως ταύτης, νὰ συγχωρήσωσι τὴν παρατήρησιν αὐτήν. Πολλάκις ὑπέλαβον, ὅτι τὸ βῆμα τοῦ Κοινοβουλίου εἶναι ἕδρα, ἐκ τῆς ὁποίας διδάσκεται τὸ δημόσιον ἢ τὸ συνταγματικὸν δίκαιον· πολλάκις ὑπέλαβον ὅτι ἡ ἐξουσία τοῦ Κοινοβουλίου ἐκτείνεται καὶ πέραν τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα διέγραψεν εἰς αὐτό. Κατὰ τὴν δεκαήμερον ταύτην συζήτησιν ἐλέχθησαν λοιπὸν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου σκέψεις καὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον κἀμμίαν χώραν εἰς τὴν συζήτησιν, οἱ ὁποῖοι δὲν προσήρμοζον εἰς τὸ βῆμα τοῦτο. Μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι περιέπεσαν εἰς τὴν πλάνην ταύτην, δὲν τὸ κρύπτω, περιέπεσε καὶ ὁ βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐξετασθῶσιν οἱ ἱστορικοὶ λόγοι τοῦ πολιτεύματος τοῦ ἔθνους, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐξετασθῇ ἐὰν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ πολίτευμα προσήρμοζεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ ὕλη αὕτη ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀφετηρία εἰς τὴν γραφίδα ἱστορικοῦ. Οἱ ἱστορικοὶ οὗτοι λόγοι δὲν δύνανται νὰ γείνωσιν ἀντικείμενον κοινοβουλευτικῆς συζητήσεως. Καὶ ἐὰν ἡ ἀποπλάνησις αὕτη τοῦ ν’ ἀσχολῆται τὸ βῆμα τοῦτο περὶ τὴν ἔρευναν τῶν ἱστορικῶν λόγων τῶν πολιτευμάτων, τὰ ὁποῖα ἐν Ἑλλάδι κατεστάθησαν· ἐὰν ἡ ἀποπλάνησις αὕτη εἶχε μόνον τὸ ἄτοπον νὰ ἐπιφέρῃ τὴν κατανάλωσιν τοῦ χρόνου καὶ τοὺς περισπασμοὺς τοῦ βουλευτηρίου εἰς ἀντικείμενα μὴ προσιδιάζοντα εἰς αὐτό· ὅταν ἡ ἀφήγησις τῶν ἱστορικῶν λόγων δὲν ἦτο καὶ λίαν μεμελετημένη, δὲν ἦτον ἀληθὴς, ἑπόμενον ἦτο νὰ ἐκλαμβάνῃ τις ὅτι ταῦτα λέγονται διὰ νὰ ταράξωσι τὰς συνειδήσεις τῶν ἀκουόντων, διὰ νὰ θορυβήσωσιν ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἐνταῦθα, οὔτε ἀκούουσι τὰς συζητήσεις ἡμῶν, ἀλλὰ λαμβάνουσι τὰς πληροφορίας των ἐκ τῆς ἀκοῆς ἄλλων. Δὲν προσήκει εἰς τὸν κ. Λομβάρδον νὰ δώσῃ γνώμην, ἐὰν πρέπει νὰ ἔχωμεν ἢ ὄχι συνταγματικὸν πολίτευμα. Εἶναι ὁ θεσμὸς τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν ὁ κ. Λομβάρδος, κατοικῶν ἐν Ζακύνθῳ, συνέγραφε τὴν ἱστορίαν τοῦ πολιτεύματος τῆς Ἑλλάδος, ἐπετρέπετο νὰ ἐρευνήσῃ καὶ μελετήσῃ τοὺς ἱστορικοὺς λόγους αὐτοῦ. Εἰς τὸν κ. ὅμως Λομβάρδον, τὸ μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, δὲν προσῆκε νὰ ἔλθῃ νὰ ἐξετάσῃ ἐδῶ τοῦτο. Ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω τὸ ἀντίθετον ἀκόμη φρόνημα. Φρονῶ ὅτι καὶ οἱ ἱστορικοὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐξετέθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς. Φρονῶ, ὅτι ὁ ἱστορικὸς λόγος τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος ἐν Ἑλλάδι δὲν εἶναι τὸ ἀπόλυτον πνεῦμα τῆς ἰσότητος, κατὰ κακὴν γραμματικὴν φράσιν ἐκφρασθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Λομβάρδου, ὀνομάσαντος αὐτὸ δημοκρατίαν. Φρονῶ ὅτι τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, ἐὰν ἔχῃ ἱστορικὸν λόγον, ἔχει τὴν ἄκραν ἐπιθυμίαν τοῦ ἔθνους κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους, καθ’ οὓς ἐπῆρε τὰ ὅπλα καὶ ἐζήτει τὴν αὐτονομίαν του, νὰ διαψεύσῃ τὰς καθ’ ἑαυτοῦ αἰτιάσεις τῶν πολεμίων του, νὰ δώσῃ ἐγγύησιν εἰς τὴν Εὐρώπην ὅτι δὲν ζητεῖ νὰ μετέλθῃ βίον ὁποῖον ἔλεγον ὅτι θέλει μετέλθει ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι συνηγόρουν τότε ὑπὲρ τῆς ἀκεραιότητος τῆς Τουρκίας. Ὁ κ. Λομβάρδος, ὅστις εἶχεν ἴσον δικαίωμα νὰ ἐρευνήσῃ καὶ μελετήσῃ τὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος, ἴσον, λέγω, δικαίωμα μὲ ἐμὲ νὰ ἀνερευνήσῃ τὰς αἰτίας αὐτῆς, ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ τὸ φρόνημα ὅτι αὐτὴ ἦτον ἡ ἀφορμὴ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Ἀλλ’ ἐπίσης εἶναι δικαίωμά μου νὰ φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθεῖς οἱ ἱστορικοὶ λόγοι, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Λομβάρδος ἐξέθηκεν ἐπὶ τούτου. Ἐν τούτοις, ἡ ἀποπλάνησις αὕτη τοῦ κ. Λομβάρδου, ἡ κατ’ ἐμὲ ἀνακρίβεια τῶν λόγων αὐτοῦ, τὸ πεπλανημένον φρόνημα, τὸ ὁποῖον περὶ τῆς ἱστορίας τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος εἶχεν ἐν τῇ συνειδήσει αὐτοῦ, τὸν προήγαγεν εἰς τὸ νὰ σᾶς ἀπαγγείλῃ φράσεις, αἵτινες ἔτυχον τῆς ἐξηγήσεως, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ Βασιλέως, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐννοήσω ἐὰν ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ἀκούσασα τῶν λόγων τοῦ κ. Λομβάρδου, ἐσχημάτισε τὸ φρόνημα ὅτι αἱ λέξεις αὐτοῦ περιεῖχον τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἄλλοι ἀπέδωκαν εἰς τοὺς λόγους τοῦ κ. Λομβάρδου· ἀλλ’ ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι ἔχει ἓν καθῆκον, νὰ καθησυχάσῃ τὴν ταραχθεῖσαν συνείδησιν τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν καὶ τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς ἐξηγήσεως, ἥτις ἐδόθη εἰς τοὺς λόγους τοῦ κ. Λομβάρδου, ἐταράχθησαν. Ἡ Κυβέρνησις προσέτι σᾶς εἶπεν, ὅτι εἶχε καὶ ἕνα ἄλλον ἠθικὸν λόγον. Ἐνόμισεν, ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ ζητήσῃ ν’ ἄρῃ πᾶσαν ἐντύπωσιν, ἥτις ἦτον ἐνδεχόμενον νὰ γείνῃ εἰς τοὺς ἀκροασαμένους τῶν λόγων αὐτοῦ. Προσῆλθε λοιπὸν σήμερον προτείνουσα εἰς ὑμᾶς νὰ ἐκφράσητε ἓν φρόνημα, ὅτι σεῖς ἀποδοκιμάζετε πᾶσαν φράσιν ἢ λέξιν, ἥτις περιέχει ἔννοιαν ἀντικειμένην εἰς τοὺς θεσμούς. Ὁ κ. Λομβάρδος, ὅστις διεδέχθη τὴν κυβέρνησιν εἰς τὸ βῆμα, προσεπάθησε νὰ σᾶς ἀποδείξῃ ὅτι οὐδέποτε διενοήθη νὰ εἴπῃ τι εἰς ὑμᾶς, ἀντιβαῖνον εἰς τοὺς θεσμοὺς τῆς πατρίδος του. Μετὰ ζωηροῦ ἐνδιαφέροντος ἠσχολήθη νὰ σᾶς παραστήσῃ, ὅτι ἐν τῇ συνειδήσει του εὕρισκεν ἑαυτὸν πάντοτε πιστότατον ὑπηρέτην τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον διέπει τὴν πατρίδα ἡμῶν, καὶ ἐν τῇ πολιτείᾳ αὐτοῦ διετύπωσε πάντοτε τὴν εἰλικρινῆ ἀφοσίωσίν του πρὸς τοὺς θεσμοὺς τῆς πατρίδος. Ἡ συζήτησις λοιπὸν αὕτη ἀπολήγει εἰς δύω διακεκριμένα προβλήματα· εἰς ἓν πρόβλημα καθαρῶς πραγματικὸν, εἰς ἓν ἄλλο πρόβλημα, τὸ ὁποῖον εἶναι καθαρῶς συνταγματικόν. Καὶ ἐὰν ὑμεῖς ἦσθε ἁρμόδιοι νὰ ἐκφέρητε τὴν ἐτυμηγορίαν σας ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ προβλήματος, νομίζω ὅτι δὲν εἶσθε ἁρμόδιοι νὰ ἐκφέρητε τὴν ἐτυμηγορίαν ἐπὶ τοῦ συνταγματικοῦ προβλήματος. Τὸ πραγματικὸν πρόβλημα εἶναι, ἐὰν οἱ λόγοι τοῦ κ. Λομβάρδου περιέχωσι τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν τινὲς τῶν ἀκροασαμένων αὐτοῦ ἢ πολλοὶ ἐκτὸς τοῦ βουλευτηρίου ἔδωκαν εἰς τοὺς λόγους αὐτοῦ, ἢ ἐὰν δὲν ἐμπεριέχωσι τὴν ἔννοιαν ταύτην. Ὁ κ. Λομβάρδος σᾶς ἔδωκε τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἐνόμιζεν, ὅτι ὤφειλε νὰ σᾶς δώσῃ· ἀλλὰ μολαταῦτα μένει εἰς σᾶς τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα νὰ εἴπητε εἰς τὸν κ. Λομβάρδον ὅτι δὲν παραδεχόμεθα τὰς ἐξηγήσεις σας, μένει τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα νὰ εἴπητε εἰς τὸν κ. Λομβάρδον, ὅτι δὲν ἐπείσθητε, ὅτι ἐν τοῖς λόγοις αὐτοῦ εὑρίσκετε σπέρματα διαθέσεων ἀντιτιθεμένων εἰς τὸ πολίτευμα τῆς πατρίδος. Ἔχετε τὴν ἐξουσίαν νὰ τῷ εἴπητε, ὅτι εὑρίσκετε ἐν τῷ λόγῳ αὐτοῦ, ὅτι ἐλησμόνησε προχθὲς τὴν Δευτέραν, ὅτι δὲν εἶναι μέλος Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ἀλλὰ μέλος Κοινοβουλίου. Ἡ ἐξουσία αὕτη ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν λύσιν πραγματικοῦ προβλήματος, τὸ ὁποῖον ὑποπίπτει εἰς τὰς αἰσθήσεις σας, τοῦ ὁποίου ἕκαστον μέλος ἔχει πλήρη ἐλευθερίαν νὰ δώσῃ οἱανδήποτε λύσιν. Ἀλλ’ ἡ λύσις τοῦ συνταγματικοῦ προβλήματος δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν σας· τὸ συνταγματικὸν πρόβλημα εἶναι ἐὰν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ἐὰν ὑπάρχῃ τοιοῦτός τις, ὅτι ἄλλοι θεσμοὶ πρέπει νὰ διέπωσι τὴν πατρίδα ἡμῶν, ἐὰν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουσι τοῦτο, εἶναι ἄξιοι τῆς κατακρίσεως ἡμῶν. Ἐὰν τὸ πολίτευμα ἤθελε σᾶς ἀναγνωρίσει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποδοκιμάζητε καὶ κατακρίνητε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦντες ἐλαχίστην, ἀσήμαντον μειονοψηφίαν τοῦ ἔθνους, ἤθελον τολμήσει ἐνώπιον τῆς μεγάλης πλειοψηφίας, τί λέγω; τῆς παμψηφίας αὐτοῦ, ἤθελον τολμήσει νὰ δηλώσωσιν ἐναντίον φρόνημα· ἐὰν ἤθελεν ἀναγνωρίσει καὶ τὴν συνταγματικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐπιδοκιμάζητε, ἤθελεν εἶσθαι τοῦτο ὑπέρβασις τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν τὸ πολίτευμα ἐνεπιστεύθη εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἤθελεν εἶσθαι διατάραξις τῆς ἁρμονικῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος. Δὲν εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν σας νὰ βραβεύητε γνώμας ἢ νὰ στηλιτεύητε γνώμας· μίαν ἐξουσίαν ἔχετε, νὰ μὴ ἐπιτρέπητε ἐνώπιόν σας νὰ λέγωνται ὅσα δὲν εἶναι σύμφωνα μὲ τοὺς θεσμοὺς, οἱ ὁποῖοι σᾶς κατέστησαν ἐνταῦθα, καὶ δὲν εἶναι μόνον ἐξουσία σας, ἀλλὰ καὶ καθῆκόν σας. Μίαν δευτέραν ἐξουσίαν ἔχετε· ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγονται ἐνταῦθα, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι σύμφωνα μὲ τὸ πολίτευμα, εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλετε τὴν ὕπαρξίν σας, καὶ σᾶς κατέστησεν ἐνταῦθα, ἐάν ποτε ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, νὰ μὴ ἐπιτρέπητε νὰ καταχωρίζωνται εἰς τὰς δέλτους σας. Ἐὰν λοιπὸν καὶ ἐν ὅσῳ τὸ Κοινοβούλιον, λῦον τὸ πραγματικὸν πρόβλημα καὶ ἀποφαινόμενον, ὅτι οἱ λόγοι τοῦ κ. Λομβάρδου περιέχουσιν ἐννοίας ἀναιρούσας τοὺς θεσμοὺς τῆς πατρίδος, ἐὰν τὸ Κοινοβούλιον καὶ ἐνόσῳ τὸ φρόνημα τοῦτο ἔχει, δὲν ἔχει τὴν ἐξουσίαν νὰ ἀποδοκιμάσῃ τὰς ἀντισυνταγματικὰς ἐννοίας τοῦ κ. Λομβάρδου; Εἶχε τὴν ἐξουσίαν καὶ τὸ καθῆκον νὰ φράξῃ τὸ στόμα αὐτοῦ, νὰ ἐπαναφέρῃ αὐτὸν ἐντὸς τοῦ καθήκοντος· εἶχε τὴν ἐξουσίαν καὶ τὸ καθῆκον νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ νὰ περισωθῶσιν αἱ ἔννοιαι καὶ αἱ φράσεις, αἵτινες δύνανται νὰ κριθῶσιν ἀναιροῦσαι τοὺς θεσμοὺς τῆς πατρίδος. Κύριοι συνάδελφοι! Ἡ ψῆφος ὑμῶν ἐπὶ τῆς ἀντιῤῥήσεως, τὴν ὁποίαν σᾶς προέβαλον, δὲν εἶναι τοσοῦτον μικρὰ, ὅσον δύναται ἐκ τοῦ προχείρου νὰ σᾶς φανῇ. Ἐὰν ἐγὼ, μειοψηφία τοῦ ἔθνους μικροτάτη, κατὰ τοὺς χρόνους, καθ’ οὓς συνετάττετο τὸ πολίτευμα, εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ ἀντιταχθῶ κατὰ τῆς μεγάλης πλειοψηφίας τοῦ ἔθνους, καὶ νὰ εἴπω, ὅτι θέλω νὰ μεταβάλω τὰς γνώμας της, καὶ νὰ ζητήσω παρ’ αὐτῆς νὰ μαρτυρήσῃ ὀλιγώτερον ζῆλον πρὸς τὰς τότε ἰδέας πολλῶν πολιτευομένων, ἔχω τὸ καθῆκον ὡσαύτως σήμερον νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ σκεφθῆτε ἐπὶ τῆς σπουδαιότητος τῆς ψήφου σας. Εἰς ἄλλους χρόνους καὶ εἰς ἄλλα ἔθνη ὑπερβάσεις τοιαῦται τῆς ἐξουσίας τῶν κοινοβουλίων, γενόμεναι ὑπ’ αὐτῶν τῶν κοινοβουλίων, δὲν ἀπέληξαν εἰς τὴν ἔῤῥυθμον καὶ κανονικὴν πορείαν τῶν πολιτειῶν ἐκείνων. Εἰς ἄλλα ἔθνη καὶ εἰς ἄλλους χρόνους, ὑπερβάσεις τοιαῦται ἐχρησίμευσαν ὡς προηγούμενα, διὰ νὰ δικαιολογήσωσι μεταγενεστέρας πράξεις καὶ ἀποφάσεις τοῦ Κοινοβουλίου, αἵτινες ἀναντιῤῥήτως ἐγένοντο καθ’ ὑπέρβασιν τῆς ἐντολῆς, ἥτις εἶχεν ἀνατεθῆ εἰς αὐτά. Διὰ ταῦτα σᾶς παρακαλῶ νὰ σκεφθῆτε πολὺ περὶ τῆς σπουδαιότητος τῆς ψήφου σας, νὰ ἀναλογισθῆτε, ὅτι, ἐὰν σήμερον ἓν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον οὐδὲ ἔχει, οὐδὲ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τὴν ψῆφόν μου, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει, οὐδὲ δύναται βεβαίως νὰ ἔχῃ τὴν ψῆφόν σας, δύναται νὰ προκαλέσῃ τὰς σκέψεις καὶ τὴν ἐνέργειάν σας, ὅτι πρώτιστον καθῆκον ἔχετε νὰ σκεφθῆτε, νὰ ἀναλογισθῆτε ἐὰν ἡ ἐνέργειά σας αὕτη στηρίζεται ἐπὶ τοῦ νόμου. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῆτε, ὅτι ἡ ἐντολὴ, τὴν ὁποίαν διαχειρίζεσθε, δὲν σᾶς δίδει τὴν ἐξουσίαν νὰ ἀποφαίνεσθε οὐδὲ ὑπὲρ, οὐδὲ κατὰ τῶν θεσμῶν τῆς πατρίδος, σᾶς δίδει μόνον τὸ καθῆκον νὰ ἐκτελῆτε τοὺς θεσμούς. Καὶ οὕτως, ἐὰν δὲν μένητε ἐντὸς τοῦ περιωρισμένου τούτου κύκλου τῆς ἐνεργείας, δύνασθε νὰ κατηγορηθῆτε, ὅτι σεῖς δὲν ἐξασκεῖτε πράξεις καὶ γνώμας, αἵτινες ἐξασφαλίζουσι τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, ὅτι τελεῖτε ὑπερβάσεις τῆς ἁρμοδιότητός σας. Ἀπομακρύνσεις τοιαῦται ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν ἐτελέσθησαν καὶ ὑπὸ τῆς μεγάλης ἐκείνης Συνελεύσεως, ἡ ὁποία ἐβουλεύετο ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ· δὲν παρῆλθεν πολὺς καιρὸς, δὲν παρῆλθον ἔτη, μῆνες εἶχον παρέλθει, καὶ τὰς πράξεις των ἐκείνας ἀνεκάλεσαν αὐτοὶ οὗτοι, ὅταν ἐπείσθησαν ὅτι δὲν εἶχον ὑπαγορευθῆ ὑπὸ τῆς ἀληθείας καὶ δὲν ἐστηρίζοντο ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης. Ἰδοὺ κατὰ τί διαφωνῶ πρὸς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγε πρὸ μικροῦ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Νομίζω δὲ ὅτι ἡ Βουλὴ, ἂν ᾖναι σύμφωνος, ἂν δὲν ἔχῃ καμμίαν ἀντίῤῥησιν εἰς τὴν συνείδησίν της, ἂν ἀνομολογῇ καὶ βεβαιόνῃ ὅτι αἱ φράσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Λομβάρδος ἀπήγγειλεν ἐνταῦθα, περιέχουσιν ἐννοίας, ἀναιρούσας τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, δύναται νὰ διατάξῃ νὰ μὴ περιληφθῶσιν εἰς τὰ πρακτικὰ, οὐδέποτε δ’ ἔχει τὴν ἐξουσίαν νὰ ἀποδοκιμάσῃ αὐτὰ, ἢ τὸν κ. Λομβάρδον.
§81ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔφυγεν ἡ εὐθύνη ἀπὸ τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἐξετοπίσθη καὶ ἔπεσεν ἐπὶ τοῦ Κοινοβουλίου. Πρότασις παρουσιάζεται ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται λόγος περὶ τῶν πολιτικῶν δοξασιῶν, περὶ τῶν πολιτικῶν σκέψεων καὶ περὶ τῶν πολιτικῶν διαθέσεων, τὰς ὁποίας ἕκαστος ἔχει. Ἐφθάσαμεν εἰς τὴν ἐποχὴν Ἰακώβου τοῦ Βʹ. καὶ εἰς τὴν ἐποχὴν Καρόλου τοῦ Βʹ. κατὰ τὰς ὁποίας ὁ βουλευτὴς διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξέφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ἐστέλλετο εἰς τὸ Τούρ.
§82ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Παιδείας.). Κύριε πρόεδρε, ἀνακαλέσατέ τον εἰς τὴν τάξιν, διότι βλέπω ὅτι ἐπανερχόμεθα εἰς τὰ χθεσινά (θόρυβος).
§83ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἐφέρατε, δὲν εἶναι τίποτε ὀλιγώτερον παρὰ πρότασις, διὰ τῆς ὁποίας φράζεται τὸ βῆμα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔστησε τὸ ἔθνος ὁλόκληρον. Δὲν δύνασθε σεῖς νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ὀπαδοὶ τῆς Συνταγματικῆς Μοναρχίας, ὅτι δὲν εἴμεθα φίλοι τῆς Βασιλείας, ὅτι δὲν εἴμεθα φίλοι τῆς παρούσης δυναστείας. Θέλετε νὰ ἐξετάσητε ὁποῖον ὑπῆρξε τὸ παρελθόν μας, ἀναδιφήσατε τὰ πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως, καὶ εἰς αὐτὰ θέλετε εὕρει, ὁποία ὑπῆρξεν ἡ διαγωγὴ μας καὶ ἡ πορεία μας, ὁποῖα ὑπῆρξαν τὰ πολιτικά μας προγράμματα καὶ αἱ διαθέσεις μας ὑπὲρ τῆς παρούσης Μοναρχίας, ὑπὲρ τοῦ Βασιλέως ἡμῶν Γεωργίου. Ὅταν ὑπεγράφετο τὸ ψήφισμα τῆς ἐκλογῆς τοῦ Βασιλέως Γεωργίου τοῦ Αʹ. ἡ ὑπογραφὴ ἡ ἰδική μας δὲν καθυστέρησε τῶν ἄλλων. Ὅταν ἡνοῦτο ἡ Ἑπτάνησος μετὰ τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, δὲν καθυστέρησεν ἡ ὑπογραφὴ τοῦ προγραφομένου σήμερον κ. Λομβάρδου, λέγοντος ὅτι αἱ ἑπτὰ νῆσοι καὶ τὰ παραρτήματα αὐτῶν προσαρτῶνται εἰς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα ὑπὸ τὸ σκῆπτρον Γεωργίου τοῦ Αʹ. Καὶ ἔρχεσθε σήμερον νὰ διαφιλονεικήσητε τὰς ἰδέας μας καὶ τὰς πολιτικὰς πεποιθήσεις, διὰ τὰς ὁποίας πολλάκις μᾶς ἀπεκαλέσατε αὐλοδούλους καὶ ἀπολυτόφρονας. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ἔχετε δικαίωμα νὰ φέρητε τοιαύτην πρότασιν; ὄχι. Ἡμεῖς δὲν ἐγνωρίσαμεν ἐν τῇ Βουλῇ εἰμὴ δύω δημοκράτας, δύω ἐντιμοτάτους ἀνθρώπους, τοὺς κυρίους Μομφεράτον καὶ Δαυΐδ. Καὶ οἱ δύω αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι καί τοι ἐνδεεῖς καὶ πτωχοὶ, ἔμειναν ὅμως στερεοὶ εἰς τὰς πεποιθήσεις των, καὶ ἀπεθνήσκουν ἴσως τῆς πείνης, ἦσαν τεταγμένοι εἰς τὰς τάξεις σας, οὐδέποτε εἰς τὰς ἰδικάς μας. Δὲν ἔχομεν δικαίωμα λοιπὸν νὰ σᾶς καταγγείλωμεν καὶ νὰ σᾶς εἴπωμεν ὅτι ἠνοίξατε τὰς θύρας τοῦ Βουλευτηρίου εἰς δημοκράτας; Ἀλλ’ ἔχετε σεῖς κἀνὲν τοιοῦτον δικαίωμα; ὄχι. Τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς τῶν βουλευτῶν ἀνήκει εἰς τὸν λαὸν, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ κριτὴς, τίνα θὰ ἀποστείλῃ, εἴτε τὸν μᾶλλον ἀπολυτόφρονα, εἴτε τὸν δημοκρατικὸν, εἴτε τὸν συνταγματικόν. Βλέπετε τί γίνεται εἰς τὰ ἔθνη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα διαμφισβητεῖται ἡ βάσις τοῦ πολιτεύματος, ὁποία πάλη γίνεται μεταξὺ τῶν κομμάτων, μεταξὺ τῶν βασιλοφρόνων, τῶν Ὀρλεανιστῶν, τῶν Ναπολεανιστῶν, τῶν Δημοκρατῶν, τῶν Κοκκίνων. Καὶ νομίζετε ὅτι ἂν εἰσήρχετο εἰς τὸ Κοινοβούλιον ἕνας ἔχων τὰς ἰδέας τῆς Commune, εἴχατε τὸ δικαίωμα νὰ τῷ εἴπετε, ἔξελθε; Τὸ δικαίωμα ἀνήκει εἰς τὸν λαόν.
§84ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κἀνεὶς δὲν τὸ εἶπεν αὐτό.
§85ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀλλὰ λέγετε, θέλομεν μόνον μομφὴν νὰ φέρωμεν κατὰ τοῦ βουλευτοῦ Ζακύνθου, δι’ ὅσα εἶπε προχθές. Οὐδὲν δικαίωμα ἔχετε, νὰ φέρητε μομφὴν, διότι τὰ ἠκούσατε ὡς καλοὶ νοικοκυραῖοι καὶ οὐδεὶς εἶχε τὸ θάῤῥος, ὅταν ἐλέγοντο, νὰ φέρῃ παρατήρησιν. Δὲν ἔχετε δικαίωμα οὔτε τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη, τὴν ὁποίαν ἀποκρούω, νὰ ψηφίσητε, διότι τὰ πρακτικὰ τὰ ἐπεκυρώσατε. Δὲν ἔχετε δὲ δικαίωμα εἰς τοῦτο, διότι τὸ Σύνταγμα τὸ ἀπαγορεύει· «Βουλευτὴς δὲν καταδιώκεται, οὐδ’ ὁπωσδήποτε ἐξετάζεται ἕνεκα γνώμης ἢ ψήφου δοθείσης παρ’ αὐτοῦ κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν βουλευτικῶν του καθηκόντων,» ὁρίζει τὸ ἄρθρον 62 τοῦ Συντάγματος. Καὶ τί ἄλλο εἶναι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, παρὰ νὰ θέσητε εἰς λογοκρισίαν καὶ εἰς περιορισμὸν τὸ βῆμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀνηγέρθη ἐπὶ τῶν αἱμάτων χιλιάδων Ἑλλήνων; Καὶ ὅταν αὐταὶ ἦσαν αἱ ἰδέαι σας καὶ οἱ σκοποί σας, διατί ἐθέτετε τὸν τόπον εἰς ἐπανάστασιν διὰ τῆς ἀνατροπῆς μιᾶς δυναστείας; Ὅταν ὁ σκοπός σας ἦτο μόνον καὶ μόνον νὰ φέρητε Βουλὴν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ βουλευτὴς νὰ ἐκφράζῃ τὰς πολιτικὰς ἰδέας του καὶ πεποιθήσεις του, καὶ ἂν διὰ τοῦτο δὲν σᾶς ζητήσῃ τὸ ἔθνος λόγον, θὰ σᾶς ζητήσῃ ἡ ἱστορία· διότι δὲν ἔπρεπε νὰ κάμητε μίαν ἐπανάστασιν καὶ νὰ θέσητε εἰς προβληματικὴν θέσιν τὸν τόπον. Ὁ κ. Λομβάρδος εἶναι πτέστης· ἀλλ’ ὁ κ. Ῥαγκαβῆς, ὅστις ὠνόμασε τὸ πεπτωκὸς ὑπουργεῖον Δημοκρατικὸν, διὰ τί δὲν ἀπεδοκιμάσθη; δὲν ἀπεδοκιμάσθη, διότι δὲν ἔπταισε. Χθὲς ἔγραψεν ὁ τύπος ἐν μέσαις Ἀθήναις ἄρθρα περὶ Δημοκρατίας· ἀντέκρουσαν ἄλλοι τὰς ἰδέας αὐτὰς, ἀλλὰ διατί τὸ ὑπουργεῖον δὲν κατέσχε τὰς ἐφημερίδας αὐτάς; διότι δὲν εἶχε δικαίωμα· τὸ ἄρθρον 14 τοῦ Συντάγματος ὁρίζει τὰς περιστάσεις τῆς κατασχέσεως τῶν ἐφημερίδων. Καὶ ὅταν δὲν καταγγέλλετε τὰς ἐφημερίδας, νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ κλείσητε τὰ στόματα τῶν βουλευτῶν ἐπὶ τοῦ βήματος αὐτοῦ; Ἀλλὰ, λέγει ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, ἦλθεν ὁ κ. Λομβάρδος ἐδῶ καὶ ἐξέφρασε δημοκρατικὰς ἰδέας καὶ εἶπεν λόγους κατὰ τοῦ καθεστῶτος πολιτεύματος. Δὲν ἔχεις, κύριε Παπαμιχαλόπουλε, κἀνὲν δικαίωμα νὰ εἰσέλθῃς εἰς τὴν διάνοιαν οὐδενὸς ἀνθρώπου, τόσῳ δὲ περισσότερον μετὰ τὴν ἐπεξήγησιν τοῦ κ. Λομβάρδου, νὰ ἔλθῃς ἐδῶ νὰ ἑρμηνεύσῃς σὺ τὰς ἰδέας καὶ τὰς σκέψεις ἀνθρώπου, πολιτευομένου πρὸ τόσων χρόνων καὶ γνωστοῦ. Ὁ κ. Λομβάρδος εἶναι φιλελεύθερος, δὲν τὸ ἀρνοῦμαι, ἀλλ’ εἶναι βασιλικώτερος ὅλων ἡμῶν· ἐπιθυμεῖ ὅμως βασιλείαν ἀληθῶς συνταγματικήν. Ἰδοὺ ἡ διαμφισβήτησις, ἡ ὁποία ὑφίσταται μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν. Ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι ἡ ἐλευθέρα συζήτησις θέλει διαφωτίσει τὰ πράγματα καὶ θέλει ῥιζώσει τὰ θεμέλια τῆς δυναστείας τοῦ Βασιλέως Γεωργίου, καὶ ὅτι ἡ μὴ συζήτησις, ἡ ὑπόκωφος ῥᾳδιουργία θὰ κλονίσῃ τὰς βάσεις, ἂν πρόκειται νὰ κλονισθῶσι. Δύναμαι νὰ εἴπω διὰ τὸν κ. Λομβάρδον, ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος ὀφείλει τὴν θέσιν του εἰς τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα, εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, καὶ δὲν ἔχει τὴν θέσιν, ὅπως τὴν ἔχουν ἄλλοι, καὶ ὅπως εἶπεν ἄλλοτε ὁ κ. Χάλιφαξ ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ εἰς ἕνα ῥᾳδιοῦργον, ὁ ὁποῖος ἐπλησίαζε τὸν Βασιλέα, ὅτι σὺ ἔλυσες τὸ πρόβλημα ἀνελθὼν ἀπὸ τὴν κάτω βαθμίδα τῆς κλίμακος εἰς τὴν ἄνω, ὀπισθοβατῶν. Ὁ κ. Λομβάρδος τὴν ἀνέβη φυσικῶς, ἐντίμως πολιτευόμενος καὶ φανερῶς (εὖγε, εὖγε!). Μὴ νομίσητε, ὅτι δὲν γνωρίζω τὰς συνεπείας, αἱ ὁποῖαι μὲ περιμένουν, διότι θὰ πέσω καὶ ἐγὼ εἰς τὸν ὠκεανὸν τῶν ῥᾳδιουργιῶν· ἀλλὰ μοὶ εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον. Ὀφείλω, ὡς ἀντιπρόσωπος μιᾶς ἐπαρχίας ἱστορικῆς, διότι διὰ νὰ ἀνακτήσῃ τὴν ἐλευθερίαν αἱματοκυλίσθη ὁλόκληρος, ὀφείλω νὰ ὑποστηρίξω ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν τὸ ὑπουργεῖον φέρει σήμερον, φιμόττει τὸ στόμα τῶν ἀντιπροσώπων, περιορίζει τὴν ἐλευθερίαν τοῦ Κοινοβουλίου, φράττει τὸ βῆμα· καὶ ἂν ἡ πρότασις γείνῃ δεκτὴ δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ παραιτηθῶ, διότι εἶναι περιττὸν νὰ πολιτεύηταί τις τοιουτοτρόπως (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§86Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι, πρὶν ἔλθω νὰ ἐξετάσω τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου πρότασιν, ὀφείλω νὰ δώσω ἐξήγησιν περί τινων αἰτιάσεων τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Λομβάρδου, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι δὲν τὸν διέκοψα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν. Εἶναι ἀληθέστατον, ὅτι δὲν τὸν διέκοψα· ἀλλὰ δὲν τὸν διέκοψα, διότι θεωρῶ, ὅτι καθῆκον τοῦ προέδρου εἶναι νὰ ἀφίνῃ πληρεστάτην ἐλευθερίαν εἰς τὸν λαλοῦντα. Ὁποιαιδήποτε καὶ ἂν ἦναι αἱ ἰδέαι, τὰς ὁποίας ἐκφέρει τις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐπιβαρύνουν αὐτὸν καὶ μόνον. Ἂν εἰς τὸν πρόεδρον ἐδίδετο τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς διακοπῆς, ἤθελε κατασταθῆ κήνσωρ, τιμητὴς τῶν λόγων τοῦ λαλοῦντος. Τοιοῦτόν τι δικαίωμα, ἂν ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς περιεβάλλετο, ἤθελε περιβληθῆ ἐξουσίαν δικτατορικὴν, ὥστε νὰ ἐμποδίζῃ εἰς πᾶσαν στιγμὴν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν τὸν διέκοψα. Ὁ κ. Λομβάρδος ἐπεκαλέσθη τὴν ἐμὴν μαρτυρίαν περὶ τῶν φρονημάτων του. Ὡς εὐσυνείδητος καὶ τίμιος ἄνθρωπος ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ἐκ νέου, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τὸ δεκαοκτάμηνον, καθ’ ὃ συνέπραξα μετὰ τοῦ κ. Λομβάρδου, εἰσήλθομεν εἰς πολλὰς ὁμιλίας, καὶ ἀληθέστατον εἶναι, ὅτι οὐδέποτε διέκρινα εἰς τὴν ὁμιλίαν του, οὔτε ἀνατρεπτικὰς, οὔτε δημοκρατικὰς ἰδέας· πολλάκις μάλιστα τῷ εἶπα, «κύριε Λομβάρδε, μοὶ φαίνεσαι συντηρητικώτερος ἐμοῦ, τὸν ὁποῖον ἀποκαλοῦν «μετριόφρονα, δειλὸν, σπληνικὸν κτλ.» Ὤφειλα, κύριοι, νὰ σᾶς δώσω τὴν ἐξήγησιν ταύτην. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὴν πρότασιν περὶ ἀποδοκιμασίας τοῦ κ. Λομβάρδου. Ἐπεθύμουν τὸ ὑπουργεῖον νὰ μὴ ὑπέβαλε τοιαύτην πρότασιν, καὶ οἱ λόγοι τῆς ἐπιθυμίας μου ταύτης δύνανται νὰ διαφέρουν ἀπὸ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἠκούσατε παρὰ τῶν δύω βουλευτῶν, οἵτινες πρὸ ὀλίγου κατεῖχον τὸ βῆμα τοῦτο. Ἐγὼ, κύριοι, εἶχον ἄλλο λόγον, τὸν ὁποῖον θὰ σᾶς εἴπω· βασιλικὸς, βασιλικώτατος, ἐπιθυμῶ ἐν Ἑλλάδι, ἐπιθυμῶ ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου τούτου, νὰ μὴ ὑπάρξῃ εἷς δημοκράτης· καὶ ἂν τὴν στιγμὴν ταύτην μοὶ ἦτο δυνατὸν νὰ ἴδω τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα τῆς πολιτείας, ἤθελα τὸν ἱκετεύσει νὰ καλέσῃ παρ’ ἑαυτῷ τὸν κ. Λομβάρδον, νὰ συζητήσῃ μετ’ αὐτοῦ (θόρυβος ἐξ ἀριστερῶν). Μὴ ταράττεσθε, εἶμαι βασιλικώτερος ἀπὸ σᾶς (εὖγε, εὖγε). Ἤθελον τῷ εἴπει, «Βασιλεῦ, εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχουν δημοκράται· ἐπιθυμῶ εἰς τὸ ἑξῆς νὰ μὴ ἀναφανῇ μηδὲ εἷς τοιοῦτος· διὰ τοῦτο, σᾶς ἱκετεύω, ἐξηγηθῆτε μὲ τὸν κ. Λομβάρδον, διὰ νὰ πεισθῆτε ἂν ἦναι δημοκράτης ἢ ὄχι·» καὶ ἴσως ἤθελεν, εἰς τὴν συνδιάλεξιν αὐτὴν, ἀποκτήσει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος δὲν εἶναι δημοκράτης. Διὰ τῶν αὐστηρῶν καὶ ἀποτόμων μέτρων, ὅ,τι δὲν ὑπάρχει, κύριοι, ἐν Ἑλλάδι, δυνάμεθα νὰ τὸ γεννήσωμεν (εὖγε, εὖγε). Ὡς φίλος τῆς Βασιλείας, φίλος βασιλικώτατος, δὲν ἐπιθυμῶ καὶ οὐδεὶς, κύριοι, ἐπιθυμεῖ δι’ ἀποτόμων τρόπων νὰ σπεύδωμεν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς ἀγάπη πρὸς τὴν Βασιλείαν· ὅ,τι σᾶς λέγω, ἠδύνατο νὰ τὸ βεβαιώσῃ σεβαστὸν στόμα, ὅπερ ὅμως δὲν δύναται νὰ δηλωθῇ. Ὅ,τι λέγω σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος, τὸ εἶπον ὡς πρωθυπουργός· τὸ συμφέρον τῆς Βασιλείας εἶναι, καὶ ἂν ὑπάρχουν ἐχθροὶ αὐτῆς, ὅπερ δὲν πιστεύω, νὰ τοὺς καταστήσῃ φίλους (χειροκροτήματα)... Δὲν ἐπιθυμῶ χειροκροτήματα. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπιθυμῶ νὰ μὴ ἔλθῃ ἡ πρότασις αὕτη. Ὁ κ. Λομβάρδος σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἔδωκεν ἐξηγήσεις, ἐκ τῶν ὁποίων ἐφάνη, ὅτι ὡμίλει θεωρητικῶς. Εἰς τὴν τελευταίαν φράσιν του ὁ κ. Λομβάρδος εἶπεν, ἂν δὲ μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, «τὴν δημοκρατίαν ἐθεώρησα καὶ θεωρῶ ἀκατόρθωτον εἰς τὴν Ἑλλάδα.» Μετὰ τὴν ἐξήγησιν αὐτὴν, ἡ σημασία τοῦ λόγου του ἐλαττοῦται· ἐλαττουμένης δὲ αὐτῆς, θὰ παρακαλέσω τὸ ὑπουργεῖον νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν πρότασίν του. Καὶ θὰ τὸ παρακαλέσω διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον σᾶς εἶπον· ἂν τὸ ὑπουργεῖον ἐπιμείνῃ καὶ θέσῃ ζήτημα ὑπουργικὸν, θέλω ψηφοφορήσει ὑπὲρ τῆς προτάσεως ταύτης, ἀλλὰ θέλω τὸ πράξει μετὰ λύπης, θέλω τὸ πράξει μετὰ τῆς συναισθήσεως ὅτι, ψηφοφορῶν τὴν πρότασιν, βλάπτω τὴν Βασιλείαν, τῆς ὁποίας εἶμαι λάτρης. Ἀλλ’ ὑποσχεθεὶς τὴν ὑποστήριξίν μου εἰς τὸ ὑπουργεῖον, δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἐγκαταλείψω εἰς ζήτημα, τὸ ὁποῖον θέτει ὡς ὑπουργικόν. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ ἐπανέλθω εἰς ὅσα εἶπον ἀξιότιμοι συνάδελφοί μου· ἴσως τινὰς ἐκ τῶν λόγων τούτων δὲν εὑρίσκω συμφώνους πρὸς τὰς ἐμὰς πεποιθήσεις. Τὸ προταθὲν μέτρον, νὰ ἀπαλειφθῶσιν αἱ φράσεις τοῦ κ. Λομβάρδου, ἂς μοι τὸ ἐπιτρέψῃ ὁ φίλος κ. Δηλιγιάννης νὰ τὸ θεωρήσω βαρύτερον τῆς προτάσεως. Ἡ διαγραφὴ εἶναι καταστροφὴ τῆς ἱστορίας· καὶ δὲν ἔχετε, κύριοι, τὸ δικαίωμα νὰ καταστρέψητε τὴν ἀφήγησιν τῶν ἐνώπιόν μας γινομένων. Δὲν εἶναι λοιπὸν κατ’ ἐμὴν ἰδέαν ἡ πρότασις αὕτη ὀρθή. Τὴν ἀποδοκιμασίαν θεωρῶ βαρεῖαν ποινήν. Πρῶτος ἐγὼ ἐλάλησα κατὰ τῶν δημοκρατῶν, καὶ ἅπασα ἡ Βουλὴ συμμερίζεται τὴν ἰδέαν τῆς ἀποκρούσεως τῆς δημοκρατίας ἐν Ἑλλάδι. Οὐδεὶς ἀνεδέχθη νὰ ὑπερασπίσῃ, οὐδὲ πόῤῥωθεν, τὴν ἰδέαν αὐτήν. Τὴν ἀποδοκιμασίαν λοιπόν, οὕτω διατυπωθεῖσαν, θεωρῶ πολυτέλειαν. Ἀλλὰ τὸ μεγαλείτερον κακὸν, τὸ ὁποῖον εὑρίσκω εἰς τὴν ἀπότομον αὐτὴν ἀποδοκιμασίαν, σᾶς τὸ εἶπον καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω. Νομίζω, ὅτι διὰ τῶν ἀποτόμων αὐτῶν ἀποδοκιμασιῶν, διὰ τῶν ἀποτόμων αὐτῶν τρόπων, δημιουργοῦμεν ἐχθροὺς τῆς Βασιλείας ἐν Ἑλλάδι· καὶ δὲν ἐπιθυμῶ, κύριοι, σᾶς τὸ λέγω ἐν τιμῇ καὶ εἰλικρινῶς, νὰ ὑπάρξῃ τις ἐν Ἑλλάδι ἀσπαζόμενος τὰς δημοκρατικὰς ἰδέας, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐπιθυμῶ νὰ δοθῇ ἀφορμὴ εἰς οὐδένα ν’ ἀσπασθῇ τὰς ἰδέας αὐτὰς, αἱ ὁποῖαι ἀντιστρατεύονται πρὸς τὴν πεποίθησίν μου. Ἐπειδὴ εἶμαι ὑποχρεωμένος, τὴν πρότασιν ταύτην ψηφίζω ὡς ὑπουργικὸν ζήτημα, διότι δὲν δύναμαι ν’ ἀναιρέσω τὸν λόγον μου. Δὲν ἐπιθυμῶ σήμερον, ὅτε ὑπεσχέθην νὰ ὑποστηρίξω ὑπουργεῖον ἀποῤῥέον ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τῆς πρῴην ἀντιπολιτεύσεως, νὰ τῷ ἀρνηθῶ τὴν ψῆφόν μου· ἐπειδὴ δὲ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ψηφίσω τὴν πρότασιν, ἐπιθυμῶ τοὐλάχιστον νὰ δοθῇ καιρὸς, ὥστε νὰ ἔλθῃ τροπολογία τις καλλιτέρα. Ἡ συζήτησις, ὁ κόπος ἐξ ὡρῶν ἔκαμεν ὅλους νὰ ἤμεθα κεκμηκότες καὶ δὲν δύναται ἤδη νὰ εὑρεθῇ ἡ καλλιτέρα τροπολογία. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεως σήμερον, ἀλλὰ νὰ τὴν ἀναβάλῃ διὰ τὴν αὔριον. Ὡριμωτέρα σκέψις δύναται νὰ φέρῃ σύνταξιν καλλιτέραν καὶ ὀρθοτέραν, καὶ ἱκανοποιοῦσαν τοὐλάχιστον τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἔχομεν.
§87ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΚΑΙ ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 6 καὶ 20|60).