1874.02.25
2,284 rows · 18,967 words · 167 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 15
Τῆς 25 Φεβρουαρίου 1874.
(Δευτέρα).
Ὥρα 2 μ. μ.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, κύριοι, ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Θὰ δώσῃ τὸν ὅρκον ὁ κ. Μποῦτος. (Γίνεται ἡ ὁρκωμοσία). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§4ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε πρόεδρε, μὲ δίδετε τὸν λόγον;
§5ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, νὰ μὲ δώσητε τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε.
§6ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς ἐμὲ, κύριε πρόεδρε.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, κύριοι, ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Ζωχιός.
§8ΖΩΧΙΟΣ. Διενεμήθησαν τὰ ἔγγραφα τῶν ἐκτάκτων καὶ συμπληρωτικῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας ἡ κυβέρνησις ἐζήτησε πρό τινων ἡμερῶν. Κατ’ ἐμὲ, ἐλλείπουσιν ἀπὸ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν ἀξιόλογά τινα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται, ἄλλως ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν δύναται νὰ προβῇ. Ἐν πρώτοις παρουσιάζεται ἄγνωστός τις δράκων, τοῦ ὁποίου ἐλλείπει καὶ ἡ κεφαλὴ καὶ ἡ οὐρά. Αὐτὸς ὁ δράκων ὁ ἄγνωστος καὶ ἀκέφαλος καὶ ὁ χωρὶς οὐρᾶς εἶναι οἱ ἐπόπται. Δι’ αὐτοὺς ἐδαπανήθησαν χρήματα, ἀλλὰ μεταξὺ τῶν ἐγγράφων δὲν παρουσιάζονται οὔτε τῶν ὑπουργῶν αἱ ἐκθέσεις, αἱ αἰτιολογοῦσαι τὸ ἐπιχείρημα, οὔτε τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἡ ἀπόφασις. Ἐπίσης δὲ μεταξὺ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν δὲν φαίνονται καὶ τῶν ἐποπτῶν αἱ ἐκθέσεις. Καὶ τὸ μὲν πρῶτον, ἤτοι αἱ ἐκθέσεις τῶν ὑπουργῶν καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, θὰ ἀποδεικνύῃ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀποστολῆς, αἱ δὲ ἐκθέσεις τῶν ἐποπτῶν θὰ ἀποδεικνύουν, ὅτι ὑπῆρχε θερισμὸς, ὅτι ἐστάλησαν οἱ θερισταὶ, καὶ ὅτι ἐθέρισαν. Τότε δὲ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ παρατηρήσῃ, ὅτι ναὶ μὲν ἐδαπανήθησαν χρήματα, ἀλλὰ καὶ κἄτι συνηθροίσθη. Λοιπὸν παρακαλῶ τὴν κυβέρνησιν νὰ μᾶς ἀποστείλῃ διὰ τοῦ Προεδρείου τὰς ἐκθέσεις τῶν ὑπουργῶν, τὰς αἰτιολογούσας τὴν ἀποστολὴν τῶν ἐποπτῶν, τὰς ἀποφάσεις τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐποπτῶν. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῶν ἐποπτῶν. Ἐρχόμεθα εἰς ἓν ἄλλο ζήτημα. Ὑπάρχει μία ἔκτακτος πίστωσις 106 χιλ. δραχμῶν περὶ τῆς ἐπισκευῆς τῆς Ἀμφιτρίτης. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1871 ὑπῆρχεν ἓν κεφάλαιον περὶ τῶν λεβήτων τῆς Ἀμφιτρίτης. Ἐστέλλετο λοιπὸν ἡ Ἀμφιτρίτη εἰς Τεργέστην διὰ νὰ τοποθετήσῃ τοὺς νέους λέβητας. Καθ’ ὁδὸν ἀπαντᾷ ἐναντίον ἄνεμον καὶ προσορμίζεται εἰς τὸ Γύθειον· εἰς τὸ Γύθειον συνέβη ἓν δυστύχημα· ἀνεφλέχθησαν, λέγουν, αὐτομάτως πυροτεχνήματά τινα. Ἡ ἀπόφασις τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου χαρακτηρίζει τὸ συμβὰν ἔκρηξιν· βεβαίως δὲν ἦτον ἔκρηξις τοῦ Βεζουβίου. Ἀνεχώρησε δὲ μετὰ ταῦτα ἡ Ἀμφιτρίτη, μετέβη εἰς Τεργέστην καὶ ἐπεσκευάσθη. Διὰ τὴν ἐπισκευὴν ἐδαπανήθησαν 106 χιλ. δραχμαὶ χωρὶς τῶν λεβήτων. Παρακαλῶ τὴν κυβέρνησιν νὰ μᾶς ὑποβάλῃ τὰ ἔγγραφα τὰ κανονίζοντα τὸν προϋπολογισμὸν τῆς ἐπισκευῆς, διότι πρὶν ἐπιχειρισθῇ πλοίου ἐπισκευὴ, γίνεται ἕνας προϋπολογισμὸς ἐπάνω κάτω. Δεύτερον, νὰ μᾶς ὑποβληθῇ καὶ ἡ ἀξία τοῦ πλοίου ἡ τότε, διότι ἐὰν τὸ πλοῖον τότε δὲν ἤξιζε, καὶ ἐὰν ἐδαπανήθησαν 200 χιλιάδες δραχμαὶ, ἐνῷ ἤξιζε τὸ πλοῖον μόνον 50 χιλιάδας, τὸ πρᾶγμα εἶναι κάπως ἄτοπον. Ἀλλὰ περὶ τούτου θὰ ἀποφανθῇ ἡ ἐπιτροπή. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μᾶς ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμὸν τὸν πρὸ τῆς ἐπισκευῆς καὶ τὴν ἀξίαν τοῦ πλοίου, τὴν πρὸ τῆς ἐπισκευῆς, διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῆς πιστώσεως αὐτῆς.
§9Ν. ΣΟΥΤΣΟΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον κάμετε, τὸ κάμετε ἰδιαιτέρως ἢ ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς;
§10ΖΩΧΙΟΣ. Ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, διότι τὸ κεφάλι μου δὲν ἠμπορεῖ νὰ χωρέσῃ, ὅτι δύναται νὰ γείνῃ ἐπισκευὴ χωρὶς πρὶν νὰ γείνῃ προϋπολογισμός. Ἀλλὰ τώρα αὐτὰ τὰ ζητῶ ὡς ἄτομον, ἀπεκδύομαι δὲ τὴν προεδρείαν. Ὡς βουλευτὴς, πρὶν ἢ ἀποφανθῶ, θέλω νὰ μάθω τὰ συμβαίνοντα.
§11Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὰ ζητήσῃ αὐτά.
§12ΖΩΧΙΟΣ. Ἔχετε ὄρεξιν νὰ λέγετε λόγια, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ζητῶ, τὸ ζητῶ, διότι αὔριον θὰ εἴπητε, ποῦ εἶναι τὰ ἔγγραφα; Τὶ δὲ ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεφάσισε; λοιπὸν καὶ ὡς βουλευτὴς ἁπλούστατος ζητῶ νὰ μάθω τὰ γενόμενα.
§13Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ζητήσατέ το ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον· ἔχει τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἡ ἐπιτροπή.
§14ΖΩΧΙΟΣ. Αὐτὸ ζητῶ, αὐτὸ ζητῶ, αὐτὸ ζητῶ! Χθὲς τὸ βράδι ἔλαβα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀνέγνωσα· τὰ ἀνεγνώσατε, κ. Σοῦτσε;
§15ΣΟΥΤΣΟΣ. Μάλιστα.
§16ΖΩΧΙΟΣ. Ζητῶ διὰ τοῦ Προεδρείου αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, διὰ νὰ σκεφθῶ. Καὶ δὲν περιμένω νὰ ἔλθῃ ἡ ἐπιτροπή; Καὶ ἂν δὲν ἔλθῃ; καὶ ἀφοῦ ἔλθῃ; Δὲν ζητῶ τὰ ἔγγραφα ἐν ὀνόματι τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ζητῶ ἐν ὀνόματι ἐμοῦ τοῦ ταπεινοῦ, τοῦ δούλου σας.
§17ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Κύριοι βουλευταὶ, δὲν ἠξεύρω ἐὰν ὑπάρχουν ἐκθέσεις τῶν ὑπουργῶν περὶ τῆς ἀποστολῆς τῶν ἐποπτῶν ἢ πρᾶξις τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· περὶ αὐτῶν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ πρόεδρος θέλει ἀπαντήσει, ὅταν τῷ γείνῃ γνωστὴ ἡ ἐπερώτησις. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔκθεσιν τῶν ἐποπτῶν, εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δὲν ὑπάρχει τοιαύτη ἔκθεσις. Ἠρώτησα καὶ τοὺς ἐπόπτας, καί τινὲς μὲ εἶπον, ὅτι δὲν ἔδωκαν, τινὲς δὲ, ὅτι τὰς ἔδωκαν εἰς τὸν πρωθυπουργόν. Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὴν ἐπερώτησιν περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐπισκευῆς τῆς Ἀμφιτρίτης, νομίζω, ὅτι ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς θὰ ᾖναι εἰς θέσιν νὰ ἀπαντήσῃ· θὰ ἀνακοινωθῇ ἡ ἐπερώτησις εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν καὶ θὰ δοθῇ ἀπάντησις. Λαμβάνω ἤδη τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ΣΜΗ Νόμου περὶ Βιβλιοθήκης. Ἠξεύρετε, ὅτι ὑπάρχει εἷς νομισματογνώμων, ὁ ὁποῖος πρὸ χρόνων πολλῶν ἐκπληροῖ μετὰ ζήλου καὶ δραστηριότητος τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτὸν καθῆκον. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς θεωρεῖται ἠδικημένος, διότι ἐκπληροῖ ἓν ἔργον πολὺ εἰδικὸν, καὶ τῇ ἀληθείᾳ οὐδένα ἄλλον ἔχομεν εἰδήμονα εἰς τὰ τοιαῦτα εἰς τὴν Ἑλλάδα. Αὐτὸς μάλιστα εἶναι γνωστὸς καὶ ἐν Εὐρώπῃ καὶ περιποιεῖ τιμὴν εἰς τὴν Ἑλλάδα· διότι πρῶτον κατέταξε εἰς πίνακα τὰ νομίσματα τῆς Ἑπτανήσου, καὶ δεύτερον κατήρτισε τέλειον πίνακα ὅλων τῶν ἀρχαίων νομισμάτων ὅλων τῶν ἐθνῶν μέχρι τῶν Μακεδόνων, καὶ τὰ συγγράμματά του αὐτὰ ἀπολαμβάνουσι μεγίστης τιμῆς ἐν Εὐρώπῃ. Εἶναι λοιπὸν ἄδικον εἷς τοιοῦτος ἄνθρωπος νὰ ζῇ, νὰ ἀποζῇ μὲ τὴν γλίσχρον αὐτὴν μισθοδοσίαν τοῦ ὑπουργικοῦ γραμματέως. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ καὶ ἐνεργῆται ἡ ὑπηρεσία διὰ τμηματάρχου Βʹ. τάξεως. Ἔχει δὲ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἕπεται· «Τὸ 18 ἄρθρον τοῦ περὶ ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης ΣΜΗʹ. νόμου τροπολογεῖται ὡς ἑξῆς· «Τὸ νομισματικὸν Μουσεῖον διευθύνει εἷς νομισματογνώμων, ἔχων βαθμὸν καὶ μισθὸν ὑπουργικοῦ γραμματέως Αʹ. τάξεως ἢ τμηματάρχου Βʹ. τάξεως, διοριζόμενος δὲ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος καὶ τελῶν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ ἐφόρου τῆς ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης.»
§18ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§19ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου σκοπὸς εἶναι ν’ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην εἰς ἕνα ὑπάλληλον τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν· μόνον τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο δὲν ἔχει τμηματάρχην, ἀλλὰ διευθύνεται ἡ ὑπηρεσία ἀπὸ ὑπουργικοὺς γραμματεῖς. Προτείνω λοιπὸν νὰ διορισθῇ εἷς τμηματάρχης Βʹ. τάξεως, ὅστις νὰ διευθύνῃ τὸ τμῆμα τοῦ λογιστικοῦ. Ἰδοὺ τὸ νομοσχέδιον μετὰ τῆς συνοδευούσης αὐτὸ ἐκθέσεως. Πρὸς τὴν Βουλήν. «Τὸ ὅπερ σήμερον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ἐπιδοκιμασίαν τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς θέσεως ἑνὸς γραμματέως Αʹ. τάξεως ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ τῆς ἀντ’ αὐτοῦ προσθήκης ἑνὸς τμηματάρχου Αʹ. ἢ Βʹ. τάξεως, ὑπεβλήθη καὶ προπέρυσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἥτις μάλιστα, οἷον προδηλοῦσα τὴν ἑαυτῆς προαίρεσιν, ἐπεδοκίμασε τότε τὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ σημειωθεῖσαν πίστωσιν ὑπὲρ τοῦ προκειμένου καὶ ἔκτοτε ἐξακολουθεῖ αὕτη ἡ πίστωσις παραδεκτὴ γενομένη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐν τοῖς κατ’ ἔτος ἐπιψηφιζομένοις προϋπολογισμοῖς. Ἐπειδὴ δὲν ἐξέλιπον οἱ προκαλέσαντες τὴν μικρὰν ταύτην μεταβολὴν λόγοι, καθὰ καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἤδη ἐξετάσας ἐβεβαιώθην, καὶ οἵτινες διὰ μακρῶν ἐκτίθενται ἐν τῇ συνοδευσάσῃ τὸ προκείμενον σχέδιον Νόμου συνημμένῃ ἐνταῦθα εἰσηγητικῇ ἐκθέσει, ὅτε κατὰ πρῶτον τὸ 1872 εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τοῦτο φέρω αὐτὸ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῆς· παρακαλῶ δὲ νὰ ἐπιδοκιμάσῃ αὐτὸ διὰ τῆς ψήφου της χάριν αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας προδήλως ἐχούσης τὴν τοιαύτην ἀνάγκην. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 25 Φεβρουαρίου 1874. Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως
ὑπουργὸς
Ι. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ.
ΣΧΕΔΙΟΝ ΝΟΜΟΥ.
Ἄρθρον μοναδικόν. Ἐκ τοῦ νενομοθετημένου προσωπικοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καταργεῖται ἡ θέσις ἑνὸς γραμματέως πρώτης τάξεως, προστίθεται δὲ εἰς αὐτὸ εἷς τμηματάρχης πρώτης ἢ δευτέρας τάξεως.»
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν καὶ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ναυτικῆς δυνάμεως διὰ τὸ ἔτος 1874. (Ἀνεγνώσθη καὶ ἐγένετο δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν κατ’ ἄρθρον καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ). Αὔριον θὰ γείνῃ ἡ τρίτη καὶ τελευταία ἀνάγνωσις καὶ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου. Μεταβαίνομεν ἤδη εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος· ἀλλὰ πρὸ τούτου ἔχει τὸν λόγον ὁ κύριος Κατσικόπουλος.
§21ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, κύριοι βουλευταὶ, καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν ἠγέρθησαν φωναὶ κατὰ τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων ἐπαρχιῶν τινων. Κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης, κύριος Κουμουνδοῦρος, σᾶς εἶπεν ὅτι κατὰ τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην ἐπέκειτο στρατοκρατία καὶ τρομοκρατία. Ὅσα, κύριοι, καὶ ἂν ἀποδοθοῦν εἰς τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης καὶ ὅσα καὶ ἂν ἀποδοθοῦν εἰς τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα τῆς ἐπαρχίας Τριχωνίας, τῆς ὁποίας τὴν ἐκλογὴν ἠκυρώσαμεν λόγῳ τοῦ ὅτι εἰς αὐτὴν πράγματι ἡ ἐκλογὴ ὑπῆρχε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς στρατιωτικῆς βίας, ὅσα, λέγω, καὶ ἂν ἀποδοθῶσιν εἰς τὰ στρατιωτικὰ αὐτὰ ἀποσπάσματα, παραβαλλόμενα πρὸς τὰ ὄργια, τὰ ὁποῖα κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας ἐτελέσθησαν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Κυνουρίας ἀπὸ στρατιωτικά τινα ἀποσπάσματα, καὶ τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἐξακολουθοῦν, λέγω ὅτι δὲν ὑπάρχει κᾀμμία σύγκρισις. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐὰν σᾶς ἐξιστορήσω τὰ ὄργια, τὰ ὁποῖα ἐτέλεσε τὸ τελευταῖον στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα, τὸ ὁποῖον καὶ μέχρι τοῦδε λυμαίνεται τὴν ἐπαρχίαν Κυνουρίας, θέλετε πεισθῆ, ὅτι οὔτε τοῦ Τάκου Ἀρβανικάκη τὸ ὄνομα δὲν ἤθελεν ἐμποιήσει μεγαλειτέραν φρίκην εἰς ἑκάστου Ἕλληνος τὴν καρδίαν. Δὲν θέλω καταφύγει εἰς ἀοριστίας, δὲν θέλω νὰ συκοφαντήσω οὔτε τὸν ἀξιωματικὸν, οὔτε τοὺς ὑπαξιωματικοὺς, οὔτε τοὺς στρατιώτας· ἐννοῶ, κύριοι, νὰ ἐκθέσω μίαν ἀλήθειαν στηριζομένην εἰς πραγματικὰ γεγονότα, εἰς ὡρισμένα γεγονότα. Ἔχω τρεῖς ἐπιστολὰς ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν Κυνουρίας.
§22ΤΙΝΕΣ. Εἰς ἐπιστολὰς τώρα θὰ δώσωμεν βάσιν;
§23ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ ἀναγνωσθοῦν (θόρυβος).
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τοῦ ὁρίσητε τί θὰ εἴπῃ.
§25ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν, κύριοι, δὲν σᾶς ἀρέσῃ ἡ ἀγόρευσίς μου, δύνασθε νὰ ἔλθητε νὰ μὲ ἀναιρέσητε. Νὰ μὲ λέγητε ὅμως, ὅτι δὲν θὰ κάμω καλὰ νὰ κάμω χρῆσιν ἐπιστολῶν, δὲν εἶναι ὀρθόν· διότι πᾶν ὅ,τι λέγουν αἱ ἐπιστολαὶ εἶναι γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ὁ ἴδιος θὰ τὰ υἱοθετήσω, θὰ τὰ οἰκειοποιηθῶ καὶ θὰ τὰ παρουσιάσω ὡς παριστῶντα τὴν ἀληθῆ τῶν πραγμάτων κατάστασιν· καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ θὰ συστήσω καὶ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προβῇ εἰς ἀνάκρισιν, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρξαν ὅσα θὰ εἴπω, τότε ἐγὼ θὰ ἔλθω ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ δώσω πλήρη ἱκανοποίησιν· ὁπόταν ὅμως, κύριοι, ἀποδειχθοῦν ὅσα ἐγὼ θὰ εἴπω σήμερον, ὅτι εἶναι ἀληθῆ, ὄχι μόνον δὲν ὀφείλω νὰ δώσω ἱκανοποίησιν εἰς τὸ ἀπόσπασμα, ἀλλὰ θὰ ζητήσω αὐστηρὰν ἱκανοποίησιν ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Δὲν πρέπει, κύριοι, νὰ ἀδιαφορῶμεν ὅταν πρόκειται περὶ τοιούτων πράξεων, διότι ἂν σήμερον γινώμεθα μάρτυρες τοιούτων ὀργίων ἡμεῖς, συλλογισθῆτε ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, καθ’ ἣν καὶ σεῖς θὰ ἐγείρετε φωνὴν, ὅπως καὶ ἐγὼ σήμερον, καὶ τότε θὰ μὲ δικαιώσητε πληρέστατα, διότι καὶ σεῖς θὰ ἐπιζητῆτε ὅ,τι καὶ ἐγὼ ἐπιζητῶ. (Ἀναγινώσκει). «Λεωνίδιον, 11 Φεβρουαρίου 1874» εἶναι ἡ πρώτη ἐπιστολή.
§26ΤΙΝΕΣ. Μὴ ἀναγινώσκητε.
§27ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω νὰ ἀναφέρω, κύριοι, ὡρισμένα γεγονότα.
§28ΡΟΥΚΗΣ. Ποῖος γράφει;
§29ΤΙΝΕΣ. Τὴν περίληψιν νὰ μᾶς εἰπῆτε.
§30ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σᾶς εἰπῶ καὶ τὴν περίληψιν.
§31Α. ΡΟΥΚΗΣ. Πόθεν θὰ πεισθῶμεν, κύριε πρόεδρε, διὰ τὸ γνήσιον τῆς ὑπογραφῆς;
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κατσικόπουλος τὰ λαμβάνει ὑπ’ εὐθύνην του.
§33Α. ΡΟΥΚΗΣ. Θέλετε νὰ τὰ θεωρήσωμεν ὡς χάρτην ἄγραφον.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τὰ θεωρήσητε ὡς ἐπερώτησιν.
§35ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ στρατιωτικὸν αὐτὸ ἀπόσπασμα, τὸ ὁποῖον ἐδιοικεῖτο ἀπὸ τὸν ἀνθυπολοχαγὸν, ἀπὸ ἕνα ἐνωμοτάρχην, ὅστις ἐξετέλει καθήκοντα ἀνακριτικοῦ ὑπαλλήλου καὶ ἀπὸ ἄλλους ὑπαξιωματικοὺς, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα δὲν ἐνθυμοῦμαι, καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι γεγραμμένα ἐντὸς τῶν ἐπιστολῶν, ἔκαμε τὰ ἑξῆς· ἐκρέμασαν ἀνθρώπους καὶ τοὺς ἔδειραν, ἐσύστησαν δικαστήριον καὶ ὑπεχρέωσαν ἀνθρώπους νὰ πληρώσουν χρήματα, ὡς δῆθεν ὀφειλόμενα. Ὅταν ὁ ἀνακριτὴς μεταβῇ καὶ ἐξετάσῃ θὰ πεισθῇ καὶ τὸ ὑπουργεῖον θὰ μάθῃ.
§36ΤΙΝΕΣ. Διατί;
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ μάθητε διατί;
§38ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἀνακρίσεων θὰ σᾶς πείσῃ διατί τὰ ἔκαμαν, ὅσα ἔκαμαν· ἀλλὰ θὰ μάθητε ὅτι ἐγύμνωσαν ἀνθρώπους καὶ τοὺς ἔτριψαν μὲ χιόνι (ἱλαρότης).
§39ΤΙΝΕΣ. Ψεῦδος εἶναι αὐτό.
§40ΖΩΧΙΟΣ. Ἠμποροῦμεν νὰ ἀναφέρωμεν χειρότερα.
§41ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ θορυβεῖσθε, κύριοι· εἶναι ἀλήθεια ὁμολογουμένη καὶ ἀναντίῤῥητος, ἐνηργήθησαν ἀνακρίσεις καὶ ὑπάρχουν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἂν δὲν ἦναι ἐδῶ, αὔριον φθάνουν· αἱ ἀνακρίσεις ἐνηργήθησαν. Μὴ θορυβεῖσθε, διότι εἶναι ἀληθῆ, καὶ δύναμαι, ἐὰν δὲν ἀποδειχθῶσιν ἀληθῆ, νὰ δώσω πᾶσαν ἱκανοποίησιν πρὸς τὸν ἀξιωματικὸν, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω καὶ οὐδεμίαν ἀφορμὴν ἔχω νὰ ἦμαι κατ’ αὐτοῦ. Ὁ ἄνθρωπος, ὅστις ὑπέστη τὴν ἀτίμωσιν, εἶναι κληρικὸς, εἶναι καλόγηρος τοῦ μοναστηρίου τῆς Ἐλώνης, ὀνομαζόμενος Μακάριος Μανολόπουλος. Θέλω νὰ μάθῃ ὅλος ὁ κόσμος τί κάμουν τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα εἰς τὰς ἐπαρχίας. Θὰ ἀκούσητε, κύριοι, καὶ ἄλλα, διὰ τὰ ὁποῖα, ὅταν θὰ τὰ ἀκούσητε, θὰ φρίξητε· ἄλειψαν ἀνθρώπους μὲ μακαρούνια καὶ τοὺς περιέφεραν εἰς τὴν ἀγορὰν, ὑβρίζοντές τους (γέλως ἐξ ἀριστερῶν).
§42ΤΙΝΕΣ. Τὰς ἀποκρέω ἔγειναν;
§43ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἀντί νὰ κλαίωμεν ἡμεῖς γελῶμεν.
§44ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ δὲ ἀξιωματικὸς μεταβὰς εἴς τι χωρίον ἐκάθησεν ἐπὶ ὄνου καὶ ἐκάλεσεν ἕνα ἀγροφύλακα καὶ τὸν περιέφερον εἰς τὴν ἀγοράν· προηγεῖτο δὲ, φωνάζοντος τοῦ παρακολουθοῦντος ἀγροφύλακος, ὅτι «ὁ ὄνος τοῦ καπετάνιου εἶναι εἰς τὴν δημοπρασίαν, ὅστις θέλει, ἂς προσφέρῃ τιμήν·» ἀφοῦ δὲ κατεκυρώθη ὁ ὄνος εἰς ἕνα, κατέβη ὁ καπετάνιος καὶ ἤρχισε διὰ τοῦ ξύλου νὰ κτυπᾷ τὸν ἀγροφύλακα.
§45ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποίαν ἡμέραν;
§46ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ τῆς 11 Φεβρουαρίου, μέχρι τῆς 18 καὶ ἔτι πρότερον. Εἰς τὰς 11 Φεβρουαρίου μοὶ γράφουν· αὐτὰ δὲ ἔγειναν πρὸ τῶν 11, διότι ὅταν ὁ ἀνθυπολοχαγὸς Δραπανιώτης ἀνεχώρησεν, ἤμην εἰς τὴν Σπάρτην πρὸ τῶν ἀποκρέω. Ἀλλὰ θὰ μοῦ εἴπητε ὅτι ἐπειδὴ ἦσαν ἀποκραίω ὁ ἀξιωματικὸς ἦτο δικαιολογημένος· δεδόσθω ὅτι ἦτον ἀποκραίω, ἀλλ’ εἶχε δίκαιον νὰ φερθῇ ὁ ἀξιωματικὸς οὕτω πρὸς τιμὴν τοῦ στρατοῦ τῆς Ἑλλάδος; Παρακαλῶ νὰ ἀκούσετε καὶ αὐτὰ, ἀλλὰ θὰ τὰ ἀναγνώσω χαμηλῇ τῇ φωνῇ ....
§47ΤΙΝΕΣ. Διατί χαμηλῇ τῇ φωνῇ;
§48Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναί τι ἄκοσμον;
§49ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκοσμότατον.
§50ΤΙΝΕΣ. Λοιπὸν νὰ μὴ ἀναγνωσθῇ.
§51ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο εἶπα χαμηλῇ τῇ φωνῇ.
§52ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τὰ ἀνακοινώσητε εἰς τὸν πρόεδρον μόνον.
§53ΤΙΝΕΣ. Καταθέσατε αὐτὰς τὰς ἐπιστολὰς εἰς τὸν πρόεδρον.
§54ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅ,τι, κύριοι, ἐσεβάσθη ὁ Βελούλιας καὶ ὁ Νταβέλης, καὶ ὁ Τάκος, ὁ Ἀρβανιτάκης, αὐτὸ τὸ παρεβίασε τὸ στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα εἰς τὴν ἐπαρχίαν Κυνουρίας. Ἔχω ἐντολὴν νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς διαγωγῆς αὐτῆς τοῦ στρατιωτικοῦ ἀποσπάσματος καὶ διαμαρτύρομαι, ζητῶν ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἱκανοποίησιν καὶ ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος νὰ συστήσῃ τὴν ἀποστολὴν στρατιωτικοῦ ἀνακριτοῦ, νὰ ἐνεργήσῃ ἐν τάχει ἀνακρίσεις· καὶ ἐὰν ἀποδειχθῶσιν αἱ ἀνακρίσεις, αἱ ὁποῖαι ἐνηργήθησαν, ἀνεπαρκεῖς ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον, πιθανὸν νὰ μὴ θεωρηθῶσιν ἀκριβεῖς, πιθανὸν νὰ μὴ τὰς πιστεύσῃ τὸ ὑπουργεῖον. Θέλω λοιπὸν καὶ ἐγὼ νὰ σταλῇ ἀνακριτὴς ἀξιωματικὸς τοῦ στρατοῦ νὰ ἐνεργήσῃ πιστὰς ἀνακρίσεις, καὶ ὅταν ἀποδειχθῶσιν ὅσα εἶπον, παρακαλῶ τὸν κύριον ὑπουργὸν νὰ μεταχειρισθῇ ὅλην τὴν αὐστηρότητα τοῦ νόμου διὰ νὰ τιμωρήσῃ τοὺς παραβάτας αὐτοῦ, ἐν καιρῷ δὲ νὰ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐνεργειῶν αὐτοῦ.
§55ΘΩΜΑΣ. Κύριε Κατσικόπουλε, ἀφήσατε τὰς ἐπιστολὰς εἰς τὸ προεδρεῖον διὰ νὰ ἠξεύρωμεν τί συνέβη.
§56ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, θὰ κάμω περικοπάς τινας καὶ σᾶς τὰ δίδω.
§57ΤΙΝΕΣ. Ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ καὶ ἄλλα μυστικὰ μέσα.
§58ΘΩΜΑΣ. Τί μυστικά; Νὰ τὰς καταθέσῃς, ἄλλως, εἶναι ψεύματα.
§59ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, κατὰ τὰς τελευταῖον ἐνεργηθείσας δημοτικὰς ἐκλογάς....
§60ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἔγεινε, κύριε πρόεδρε, διὰ τὸ ἀντικείμενον αὐτό;
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κἀνεὶς δὲν εἶναι ἐναντίος, Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις καὶ ὑποβάλῃ τὸ ἀποτέλεσμα εἰς τὴν Βουλήν.
§62ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§63ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ (ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριοι, μὲ λύπην μου σᾶς λέγω ὅτι διῆλθον πολλὰ ἔγγραφα στρατιωτικῶν ἀρχῶν, τὰ ὁποῖα καταγγέλουν πολλὰς πράξεις, διαπραχθείσας ἀπὸ τὰ ἀποσπάσματα. Πολλοὶ ἰδιῶται, πολλαὶ ἀρχαὶ, πολλοὶ βουλευταὶ κατήγγειλον εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν πολλὰς πράξεις, ἐπιληψίμους πράγματι. Ἐγὼ ἐξέδωκα ἐγκύκλιον εἰς ὅλον τὸν στρατὸν καὶ τὸν ἔκαμα προσεκτικὸν καὶ κατέστησα ὑπευθύνους τοὺς διοικητὰς τῶν σωμάτων· συγχρόνως ὅπου εὗρον βασίμους αἰτιάσεις πολιτῶν καὶ ἀρχῶν, διέταξα ἀνακριτὰς στρατιωτικοὺς νὰ μεταβοῦν καὶ ἐξετάσουν καὶ ὑποβάλουν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἀνακρίσεων· ὅπου δ’ ἐπληροφορήθην ὅτι τῳόντι ἀποσπάσματα παρεξετράπησαν, ἀμέσως μετέθεσα αὐτὰ εἰς τὰ σώματά των καὶ διέταξα συγχρόνως τοὺς σωματάρχας καὶ τὰ προσεκόλλησαν εἰς τὰ σώματά των καὶ τὰ ἀντικατέστησαν. Καὶ ἰδίως διὰ τὴν ἐπαρχίαν αὐτὴν, ὅπου πολλὰ παράπονα μοὶ ἐγένοντο, διέταξα τὸν ἀποσπασματάρχην καὶ τὸν ὑπομοίραρχον νὰ ἀπομακρύνωσι τὸ ἀπόσπασμα καὶ νὰ μοὶ δώσωσι πληροφορίας· ὅταν δὲ λάβω αὐτὰς ἐστὲ βέβαιοι ὅτι θὰ μεταχειρισθῶ ὅλην τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν μοὶ δίδει ὁ νόμος, νὰ τιμωρήσω αὐτοὺς καὶ τοὺς εἰσάξω εἰς δίκην.
§64ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια, βέβαια.
§65ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ (ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Κήδομαι τῆς ὑπολήψεως τοῦ στρατοῦ, καὶ διὰ νὰ φυλάξω τὴν τιμὴν αὐτοῦ, ὀφείλω νὰ λάβω ὅλα τὰ μέτρα καὶ τιμωρήσω τοὺς παρεκτρεπομένους παραδειγματικῶς, διότι ὁ στρατὸς βλάπτεται, καὶ ἐγὼ, ὅστις εἶμαι στρατιώτης, δὲν ἠμπορῶ νὰ παραδεχθῶ νὰ ὑπάρχουν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ τοιοῦτοι στρατιῶται, οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν παρεκτροπῶν των φέρουν εἰς θέσιν καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κοινωνίαν, νὰ λέγῃ ὅτι ὑπάρχει στρατοκρατία. Αὐτὸ προσβάλλει καὶ τοὺς βαθμοφόρους, διότι πρέπει νὰ ἐνδιαφέρωνται καὶ νὰ ζητοῦν νὰ φέρουν τὴν τάξιν, καὶ ὀφείλουν νὰ ἔχουν τὴν ὑποχρέωσιν πάντες οἱ βαθμοφόροι νὰ φυλάττουν τὴν τάξιν πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ ὁ στρατὸς νὰ ὑψωθῇ εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει. Λοιπὸν βεβαιωθῆτε ὅτι θὰ μεταχειρισθῶ ὅλην τὴν αὐστηρότητα τοῦ νόμου διὰ νὰ ἐπαναφέρω τὴν τάξιν εἰς τὸν στρατόν.
§66ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια, βέβαια.
§67ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ. Θὰ τιμωρήσω τοὺς ἐγκληματήσαντες, ἀλλὰ ἀποδεδειγμένως καὶ ἀμερολήπτως καὶ ὄχι ἐμπαθῶς.
§68ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα, εὖγε.
§69ΑΡΓ. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, κατὰ τὰς τελευταῖον ἐνεργηθείσας δημοτικὰς ἐκλογὰς εἶχον τὸ ἀτύχημα νὰ ἦμαι μέλος τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς ἔν τινι τῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων........ Ὁ ἔπαρχος ἔστειλεν ἐκεῖ στρατιώτας τινάς· πρὸς ὑποστήριξιν τῆς τάξεως καὶ ἡσυχίας· αὐτοὶ οἱ στρατιῶται ἀπὸ ἕξ, τοὺς ὁποίους μᾶς εἰδοποίησεν ὁ ἔπαρχος ὅτι ἔφερε, τὴν ἀκόλουθον ἡμέραν ἔγειναν 9 καὶ ἀκολούθως περισσότεροι. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ στρατιῶται προσηνέχθησαν ὡς δὲν ἔπρεπεν εἰς στρατιώτας φέροντας τὸ στέμμα ἐπὶ τοῦ μετώπου των, διότι ἐπῆραν χρήματα ἀπὸ ἀνθρώπους, ἔδειραν ἀνθρώπους, ἀφῄρεσαν ὅπλα, ἐνῷ ἔπρεπε κατὰ νόμον νὰ τὰ παραδώσουν εἰς ἀνακριτικήν τινα ἀρχὴν καὶ νὰ καταμηνύσωσι τοὺς ἔχοντας τὰ ὅπλα. Ἐζήτησα εἰς Καλάβρυτα, εἰς Πάτρας, ἀλλὰ μοὶ ἐστάθη ἀδύνατον νὰ μάθω τοὺς στρατιώτας αὐτούς. Οἱ στρατιῶται αὐτοὶ ἦσαν ὑπὸ τὰς διαταγὰς ἑνὸς Κωνστ. Χρηστοφύλη, δεκανέως τοῦ 9ου τάγματος. Προσεπάθησα νὰ μάθω τὰ ὀνόματα τῶν ἄλλων στρατιωτῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπεῖκον εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ δεκανέως αὐτοῦ καὶ ὑπερέβησαν τὰ ὅρια, περὶ ὧν ἐμνημόνευσα, διὰ ταῦτα παρακαλῶ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ φροντίσῃ, ὅπως εἶπε, καὶ μὲ εἰδοποιήσῃ περὶ τῶν προσώπων αὐτῶν διὰ νὰ τὰ καταγγείλω· διότι ἐὰν δὲν καταγγελθοῦν τοιαῦτα ὄργια, τὰ ὁποῖα διεπράχθησαν εἰς τὰς ἐπαρχίας, θέλουν εἰπεῖ ὅτι οὔτε ἡμεῖς σεβόμεθα τὰς ἐλευθερίας, οὔτε ἡ πειθαρχία εἶναι δυνατὸν νὰ τηρηθῇ.
§70ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἀπαντῶ, κύριοι, εἰς τὴν ἐρώτησιν, ἥτις μοὶ ἐγένετο προχθὲς ὑπό τινος τῶν ἐντίμων συναδέλφων μας περὶ τῆς ἐγγυήσεως τῶν ἑταιριῶν, αἵτινες ἀνεδέχθησαν τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων, 1) τοῦ ἀπὸ Πειραιῶς εἰς Λαμίαν, 2) τοῦ ἀπὸ Πειραιῶς μέχρι Πατρῶν καὶ ἐκεῖθεν μέχρι Βονίτσης, καὶ 3) τῶν ἑπτὰ σιδηροδρόμων τῆς Πελοποννήσου. Ἡ ἐγγύησις ἐκ μέρους τῆς ἑταιρίας διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου μεταξὺ Πειραιῶς καὶ Λαμίας κατετέθη εἰς χρεώγραφα τοῦ δανείου τῶν 28 ἑκατομμυρίων φράγκων εἰς τὸ κεντρικὸν ταμεῖον· καθόσον δὲ ἀφορᾷ τὴν ἐγγύησιν ἐκ μέρους τῆς ἑταιρίας διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου ἀπὸ Πειραιῶς μέχρι Πατρῶν καὶ ἐκεῖθεν μέχρι Βονίτσης, αὕτη δὲν κατετέθη οὔτε εἰς χρήματα, οὔτε εἰς χρεώγραφα πρὸς τὸ κεντρικὸν ταμεῖον· ἀνεδέχθη ὅμως τὴν ὑποχρέωσιν τῆς καταθέσεως αὐτῆς ἡ ἐνταῦθα Γενικὴ Πιστωτικὴ Τράπεζα, διὰ τοῦ ἑξῆς ἐγγράφου ἀπὸ 10 Ἰουνίου 1873 πρὸς τὴν προκάτοχον κυβέρνησιν. Τὸ ἔγγραφον τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης ἔχει ὡς ἑξῆς· «Κύριε Πρόεδρε! Ἐν Ἀθήναις, τὴν 10 Ἰουνίου 1873. Λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωστοποιήσωμεν ὑμῖν καὶ δι’ ὑμῶν εἰς τὴν Β. Κυβέρνησιν, ὅτι ὁ κ. Εὐαγγέλης Βαλτατζῆς κατέθεσε παρ’ ἡμῖν τὰ ἀπαιτούμενα κεφάλαια ὅπως χορηγήσωμεν ἐγγύησιν φράγκων 300,000 διὰ τὴν ἀναλαμβανομένην παρ’ αὐτοῦ παραχώρησιν τῆς κατασκευῆς τοῦ ἀπὸ Πόρτο–Ῥάφτι ἢ Πειραιῶς εἰς Πάτρας καὶ Βόνιτσαν σιδηροδρόμου, κατὰ τὴν ἀπὸ 17 Μαΐου σύμβασιν. Προσφέροντες ἑπομένως τὴν ἐγγύησιν ταύτην, δηλοῦμεν ὑμῖν ὅτι ἐσμὲν ἕτοιμοι, ἐν πάσῃ περιπτώσει, διὰ τὴν προκειμένην ἐγγύησιν, νὰ καταβάλωμεν ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς προσκλήσεως τῆς Κυβερνήσεως τὰ προμνησθέντα φράγ. 300,000 εἰς μετρητὰ ἢ χρεώγραφα τοῦ Κράτους. Δέχθητε, κύριε Πρόεδρε, τὴν διαβεβαίωσιν τῆς ἐξόχου πρὸς ὑμᾶς ὑπολήψεώς μας. Διὰ τὴν Γενικὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος.
Ὁ Διευθυντὴς
Ν. Ι. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ.
Ὁ Γενικὸς ἐλεγκτὴς Μ. Ἀντωνόπουλος. Πρὸς τὴν Αὐτοῦ Ἐξοχότητα τὸν κύριον Ἐπ. Δεληγεώργην, πρόεδρον τοῦ Ὑπουργ. Συμβουλίου κλπ.» Ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα μέχρι τοῦδε δὲν προσεκλήθη ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν νὰ καταθέσῃ τὸ ποσὸν αὐτό· θέλει ὅμως προσκληθῆ πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν αὐτὴ ἡ ἰδία ἀνέλαβε. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἐγγύησιν, τὴν ὁποίαν ἔμελλε νὰ καταθέσῃ ἡ ἄλλη ἑταιρία, ἡ ἀναδεξαμένη τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων τῆς Πελοποννήσου, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν ὅτι τοιαύτη ἐγγύησις δὲν κατετέθη οὔτε εἰς χρήματα, οὔτε εἰς χρεώγραφα, ἐνῷ κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τῆς συμβάσεως ἡ ἑταιρία ὤφειλε νὰ καταθέσῃ τὴν ἐγγύησιν ταύτην ἐκ 5 χιλ. λιρῶν ἀγγλικῶν ἐντὸς 40 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς διὰ νόμου ἐγκρίσεως τῆς συμβάσεως. Ἡ σύμβασις, ὡς γνωστόν, ἐνεκρίθη διὰ τοῦ νόμου τῆς 28 Ἰουλίου 1873· ἑπομένως, ἐπειδὴ ἡ ἑταιρία δὲν συνεμορφώθη πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 3 τῆς συμβάσεως, πρέπει νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος, κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τῆς ἰδίας συμβάσεως, κατὰ τὸ ὁποῖον «ἐὰν ἡ ἑταιρία δὲν καταθέσῃ ἐντὸς τῆς προθεσμίας τοῦ ἄρθρ. 3 τὴν κατ’ αὐτὸ χρηματικὴν ἐγγύησιν, ἢ δὲν κάμῃ ἔναρξιν τῆς κατασκευῆς ἐντὸς τῆς προθεσμίας τοῦ προηγουμένου ἄρθρου, κηρύσσεται δι’ ἀποφάσεως τοῦ ὑπουργ. Συμβουλίου ἔκπτωτος τοῦ παραχωρηθέντος αὐτῇ δικαιώματος, ἡ δὲ χρηματικὴ ἐγγύησις καταπίπτει ὑπὲρ τοῦ δημοσίου.» Ἡ ἐγγύησις λοιπὸν δὲν κατετέθη· δὲν μένει τίποτε ἄλλο εἰς τὴν κυβέρνησιν, εἰμὴ νὰ κηρύξῃ τὴν ἑταιρίαν ἔκπτωτον, ὅπερ καὶ θέλει πράξει.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ τελευταῖον λαλήσας κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ἦτον ὁ κ. Ζωχιός, πρέπει νὰ τὸν διαδεχθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ ἀντιλέξων· τοιοῦτος εἶναι ὁ κ. Σπήλιος Ἀντωνόπουλος μεταξὺ τῶν 14 ἐγγεγραμμένων νὰ ὁμιλήσωσι. Κύριε Ἀντωνόπουλε, ἔχετε τὸν λόγον.
§72Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὸν κ. Δηλιγιάννην εἰπόντα, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον δὲν εἶναι συνέδριον ἀνδρῶν προωρισμένον εἰδικῶς εἰς τὸ συντάττειν καὶ τροποποιεῖν νόμους, ἢ καὶ εἰς τὸ ἐγκρίνειν δαπάνας καὶ φόρους· τὸ Κοινοβούλιον εἶναι ἰσχυρὸν, εἶναι ἐλεύθερον, ἔχει δικαιοδοσίαν εὐρεῖαν ἐφ’ ὅλων τῶν ὑποθέσεων τοῦ Κράτους· τὸ Κοινοβούλιον εἶναι τὸ ἀνώτατον ἀνακριτικὸν συνέδριον, ἐπαγρυπνοῦν ἐπὶ τῶν πολιτικῶν περιπετειῶν τῆς Πατρίδος, ἐξετάζον καὶ καταδιῶκον τὰς συνταγματικὰς παραβιάσεις. Τοιαῦται, κύριοι, ὡς οἴδατε, εἶναι αἱ ὑποχρεώσεις του πρὸς τὴν ἐλευθερίαν, τοιοῦτον εἶναι τὸ πρώτιστον καθῆκόν του, τοιαύτη εἶναι ἡ ἀνωτάτη ἀποστολὴ του. Πρώτη του φροντὶς πρέπει νὰ ᾖναι τὸ νὰ κυβερνᾶται τὸ Κράτος καλῶς, καὶ ἡ δευτέρα του, νὰ βελτιῶνται οἱ νόμοι. Εἶναι ἑπομένως εὐφρόσυνον, εἶναι παρήγορον πρὸς τοὺς ἐντολεῖς, ὅταν ἀκούωσι καὶ βλέπωσι τοὺς ἀντιπροσώπους των ἀσχολουμένους περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ὑψηλοῦ τούτου καθήκοντός των, διότι πείθονται διὰ τῶν πραγμάτων, ὅτι ἐπαγρυπνοῦν οἱ φύλακές του, καὶ ἐξασφαλίζεται οὕτως ἡ πραγματικὴ ὕπαρξις τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν. Ἀλλ’ ὅσον ὑψηλὸν εἶναι τὸ καθῆκον τοῦτον, ὅσον ἀναγκαία εἶναι ἡ ἐκπλήρωσις αὐτοῦ, τοσοῦτον ἀφ’ ἑτέρου ἀπαιτεῖται νὰ ἐξασκῆται μετὰ φειδοῦς καὶ περισκέψεως, διὰ νὰ γεννᾶται εἰς πάντας ἡ πεποίθησις, ὅτι αἴσθημα ἀκραιφνὲς ὑπαγορεύει τοῦτο, καὶ ὄχι ἐμπάθεια ἢ πλαγία σκέψις, οἵα πολλάκις, ὡς μὴ ὤφειλεν, ὡδήγησε τὰ διαβήματα πολιτικῶν ἀνδρῶν εἰς καταστροφὴν τῶν ἀντιπάλων των μὲ ἐθνικὴν ζημίαν. Οἱ δημόσιοι ἄνδρες, κύριοι, οἱ ἀνελθόντες εἰς τὸ ἀνώτατον ἀξίωμα, οἱ διευθύναντες τὰ τῆς πολιτείας, οἱ ἀρχηγοὶ κομμάτων δὲν αὐτοσχεδιάζονται, δὲν ἀναφύονται ἐξ ἀπροόπτου, ἀλλὰ σειρὰ περιστάσεων, καταδεικνύουσα τὰ προσόντα των, ἑλκύει τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ τοὺς καθιστᾷ ἀρχηγοὺς κομμάτων καὶ κέντρα τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν φρονημάτων αὐτῶν. Ἀπαραίτητος ἑπομένως ὅρος ὑπάρχει νὰ μὴ καθαπτώμεθα ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε τοιούτων πολιτικῶν ἀνδρῶν, νὰ μὴ κατακρίνωμεν ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε τοιούτους πολιτικοὺς ἄνδρας, ἐπηρεαζόμενοι ἀπὸ στιγμιαίας ὁρμὰς, ἀπὸ στιγμιαίαν ἀγανάκτησιν καὶ πάθη, διότι ἡ ἄδικος κατάπτωσις τοιούτων πολιτικῶν ἀνδρῶν εἶναι, τὸ λέγω μετὰ παῤῥησίας, ἐθνικὴ ζημία. Μὴν ὑποθέσῃ τις, κύριοι, ὅτι ταῦτα λέγων προτίθεμαι νὰ συστήσω τὸ ἀκαταδίωκτον αὐτῶν. Τοὐναντίον, πρεσβεύω, ὅτι ὅσῳ ὑψηλοτέραν ἀναδέχεται τις δημοσίαν λειτουργίαν, ὅσῳ ὑψηλότερον ἵσταται, τοσούτῳ μᾶλλον αὐξάνει ἡ εὐθύνη του καὶ τοσούτῳ βαρυτέρα πρέπει νὰ ἐπέρχεται καὶ ἡ ἐπίκρισις καὶ ἡ τιμωρία διὰ τὰς συνταγματικὰς παρεκτροπάς. Τοῦτο ἀπαιτεῖ τὸ συμφέρον τῆς πολιτείᾳ· ἀλλὰ συγχρόνως ἡ δικαιοσύνη ὑπαγορεύει ὅτι ἡ καθ’ ἑκάστου τῶν τοιούτων ἀνδρῶν κατηγορία πρέπει νὰ ᾖναι ὡρισμένη, νὰ ᾖναι καλῶς διατετυπωμένη, οὐχὶ ἀόριστος καὶ ἰδανική. Ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη εἶναι ἀπαραίτητος ὅρος πάσης συνταγματικῆς μοναρχίας· ἀλλ’ ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη, μὴ ἀφίνουσα ἀτιμώρητον τὸ ἔγκλημα, ἀπαιτεῖται ἀφ’ ἑτέρου νὰ μὴν ἀπειλῇ καὶ τὴν ἀθωότητα. Τοῦτο ὑπαγορεύει τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τοῦ Κράτους, τοῦτο ἀπαιτεῖ ἡ δικαιοσύνη. Οὐδείς, κύριοι, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ θεωρήσῃ ὡς ὕποπτον ἐνδεχομένης ἐνοχῆς τὸν ἀθῶον· οὐδὲν ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα, οὐδεὶς δεσπότης ἔλαβε τοιοῦτον δικαίωμα, οὔτε δύναται νὰ τὸ λάβῃ· διότι τοιοῦτον δὲν ἔχει οὐδ’ αὐτὸς ὁ κυρίαρχος λαός. Ἀλλ’ ἡ ὑπὸ συζήτησιν πρότασις τῶν ἐντίμων συναδέλφων μας κυρίων Δηλιγιάννη καὶ Λομβάρδου κατὰ τί διαφέρει τοιαύτης ἀδικίας καταστρεφούσης ὅλας τὰς βάσεις τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν, καταστρεφούσης πάσας τὰς ἐγγυήσεις τῆς ἀσφαλείας καὶ τῆς τιμῆς καὶ ἐν γένει ἀνατρεπούσης ἄρδην πάντα τὰ θεμέλια τοῦ κοινωνικοῦ συναλλάγματος;
§73ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Πρέπει νὰ τιμωρηθῶσι.
§74ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ σᾶς τὸ εἶπα, δὲν εἶμαι ἐναντίος· πρέπει νὰ τιμωρηθῶσιν οἱ ἔνοχοι, ἀλλὰ νὰ προστατεύωνται οἱ ἀθῶοι.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι.
§76ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Ἐὰν ἔπταισαν, νὰ τιμωρηθῶσιν, ἐὰν δὲν ἔπταισαν, ὄχι.
§77ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ, κύριε Λεωτσάκε, κατὰ τὴν ἰδέαν μου, δύνασθε δὲ καὶ ὑμεῖς νὰ ἀνέλθητε κατόπιν τὸ βῆμα καὶ νὰ ἀναπτύξητε τὰς ἰδικάς σας. Μὲ τὰς διακοπὰς οὐδὲν κατορθοῦται. Διὰ τῆς ὑπὸ συζήτησιν προτάσεως, κύριοι, τί ζητεῖται; νὰ διορίσητε ἐπιτροπὴν, διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὰ ἀρχεῖα τῶν ὑπουργείων διὰ νὰ μεταβῇ δ’ ἴσως καὶ εἰς διάφορα μέρη τοῦ κράτους, ἵνα ἐξετάσῃ καὶ ἀνεύρῃ ἐὰν ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις ἔπραξέ τι ἐγκληματικὸν ἢ ὄχι, ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη ᾖναι ἔνοχον παραβιάσεως συνταγματικῆς ἢ ὄχι. Ἀλλά, κύριοι, ἡ δικαιοσύνη εἶναι μία, εἶναι ἡ αὐτὴ παντοῦ καὶ πάντοτε. Ἐὰν τοιαύτην ἀρχὴν, ὁποίαν προτείνουσιν οἱ κύριοι συνάδελφοί μας ἐφαρμόσητε εἰς τὸν κοινωνικὸν βίον, ὁπόσα ἤθελον προκύψει ἀδικήματα! ἤθελεν ἐξεγερθῆ σύσσωμος ἡ κοινωνία κατὰ τοιαύτης τακτικῆς μηδαμῶς διαφερούσης τῶν ἀποτροπαίων ἀρχῶν τῆς ἱερᾶς ἐξετάσεως καὶ τῶν δεκάρχων τῆς Βενετίας, ἔνθα ἐν τῷ κρυπτῷ ἐπράττοντο ἐγκλήματα, εὑρίσκοντο καὶ μάρτυρες, καὶ οἱ ἀθῶοι ἐλάμβανον τὸν θάνατον. Ὁπόσον ἤθελε φρίξει, ἤθελεν ἀνατριχάσει ὁ ἄμεμπτος φίλος μου κ. Δηλιγιάννης, ἐὰν ἐπαρχιακός τις πολιτικὸς ἀντίπαλός του ὑπέβαλεν εἰς τὴν εἰσαγγελίαν μήνυσιν κατ’ αὐτοῦ, δι’ ἧς κατηγγέλλετο, ὅτι εἶναι ὕποπτος ἐνδεχομένης ἐνοχῆς εἰς ἐγκλήματα, καὶ ἐπροσκαλεῖτο ὁ εἰσαγγελεὺς νὰ ἐξετάσῃ ἐφ’ ὅλου τοῦ βίου τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη, ἵνα ἀνεύρῃ ταῦτα, συγχρόνως δὲ διὰ δημοσιογραφικῶν ὀργάνων καὶ ἄλλων διεσύρετο ἡ τιμή του ὡς διατελοῦντος ὑπὸ ἀνάκρισιν ἐπὶ ἐγκλήμασιν; Ἤθελεν ἐξεγερθῆ σύσσωμος ἡ κοινωνία, ἐὰν ὁ εἰσαγγελεὺς ἐν τῷ δικαιώματί του δὲν ἀπέῤῥιπτε διὰ προβουλεύματος τὴν τοιαύτην ἀκαταλόγιστον μήνυσιν. Ὁπόσον ἤθελε φρικιάσει ὁ ἔντιμος συνάδελφός μας κ. Λομβάρδος, ἐὰν ἐπὶ ἁπλῇ ὑπονοίᾳ ἐλάμβανεν ὁ εἰσαγγελεὺς τῆς πατρίδος του μίαν μήνυσιν, δι’ ἧς κατηγγέλλετο ὁ κ. Λομβάρδος ἔνοχος ἐγκληματικῶν πράξεων, ὁ δὲ εἰσαγγελεὺς ἐνησχολεῖτο ἐπὶ τοιαύτης μηνύσεως εἰς ἐνέργειαν ἐξετάσεων πρὸς ἀνεύρεσιν ἐγκλημάτων; Λέγων ταῦτα, μὴ νομίσητε, ὅτι ἔκαμα λόγον περὶ τῶν δύω συναδέλφων μας πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ προσβάλω κατά τι ἐμμέσως τούτους, ἀλλ’ ἔπραξα τοῦτο, διότι οἱ δύω οὗτοι συνάδελφοί μας εἶναι οἱ προτείναντες τὴν πρότασιν.
§78ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἦτο περιττὴ αὐτὴ ἡ ἐξήγησις.
§79ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τοιαῦτα, κύριοι, ἀτοπήματα φέρει ἡ πρότασις, ἡ ὁποία δὲν ἐμπεριέχει ὡρισμένας καὶ καλῶς διατετυπωμένας κατηγορίας. Ἀλλὰ θὰ μὲ εἴπωσιν, «ὡρίσαμεν τὴν κατηγορίαν, διεγράψαμεν τὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θέλουσι περιορισθῆ αἱ ἐξετάσεις.» Τοῦτο εἶναι ἀληθές. Ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Δηλιγιάννης ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἰς ὑποστήριξιν τῆς προτάσεως, περιώρισε τὰ ἀντικείμενα τῆς κατηγορίας εἰς δύω τινά, καθόσον ἠδυνήθην ν’ ἀντιληφθῶ. Πρῶτον, εἰς τὴν μὴ ἔγκαιρον συγκάλεσιν τῆς Βουλῆς πρὸς ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ δεύτερον, εἰς μὴ νόμιμον ἐνέργειαν τῆς κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς περὶ πανεπιστημιακῆς φάλαγγος αἰτήσεως τῶν φοιτητῶν. Ἕτεροι δὲ ὡμίλησαν καὶ περὶ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς καὶ περὶ τοῦ διορισμοῦ τῶν ὑπουργῶν. Ἀλλὰ διὰ νὰ ὑπάρξῃ πλήρης ὁ εἰς τὰ δύω ταῦτα ἀντικείμενα περιορισμὸς τῶν θεμάτων ἔπρεπεν ὁ κ. Δηλιγιάννης νὰ τροποποιήσῃ συγχρόνως καὶ τὴν ἔγγραφον πρότασίν του, οὐχὶ δὲ νὰ ἀφήσῃ ταύτην ἀόριστον, ὡς εἶχεν ἀπ’ ἀρχῆς. Οὕτω δὲν ἠθέλομεν περιέλθει εἰς τὰς ἀδιεξόδους συζητήσεις καὶ εἰς τὸν κυκεῶνα, εἰς τὸν ὁποῖον περιπέσαμεν διὰ τῶν διδομένων καθ’ ἑκάστην νέων ἀφορμῶν περὶ συζήτησιν νέων ἀντικειμένων. Πρὶν ἢ προβῶ, κύριοι, εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος εἰδικῶν κατὰ τῆς πρώην κυβερνήσεως κατηγοριῶν, τὰς ὁποίας ὁ κ. Δηλιγιάννης διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του διετύπωσε, παρακαλῶ τὸν ἔντιμον συνάδελφόν μου κ. Κουμουνδοῦρον νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ν’ ἀπαντήσω ὀλίγα τινὰ εἰς ὅσα εἶχεν εἰπεῖ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τῆς ἐν Μεσσήνῃ στρατιωτικῆς δυνάμεως. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐὰν ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος ἐγίνωσκεν, ὅτι αἱ δοθεῖσαι αὐτῷ πληροφορίαι δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς, δὲν ἤθελεν ἀπαγγείλει τοιαῦτα ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ βήματος κατὰ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως· ἐὰν περιέπεσεν εἰς λάθη, περιέπεσεν ἐξ ἐσφαλμένων πληροφοριῶν. Δὲν εἶναι ἀληθές, ἔντιμε φίλε κύριε Κουμουνδοῦρε, ὅτι εἰς Μεσσήνην ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ ἐπροστάτευσε κακούργους τινάς, καὶ κατεδίωξεν ἑτέρους. Ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ ἐν Μεσσήνῃ ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της πιστῶς καὶ εἰλικρινῶς. Δύναμαι δὲ σήμερον νὰ διαβεβαιώσω ὅτι ἡ Μεσσήνη συνεπείᾳ τῆς ἐντίμου ταύτης διαγωγῆς τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως εἶναι ἀπηλλαγμένη φυγοδίκων, ἐκτὸς ὀλίγων τινῶν, πέντε ἕξ, διατελούντων ἔτι ἐν φυγοδικίᾳ.
§80Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐν πεποιθήσει τὸ λέγετε αὐτό;
§81ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§82Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον, διότι εἶμαι καὶ στρατιωτικός.
§83ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπεν ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, ὅτι οἱ Καβουραῖοι, φυγόδικοι ὄντες, συνέτρωγον μὲ τοὺς στρατιώτας· τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Οἱ Καβουραῖοι ὑπάρχουσιν εἰς τὰς φυλακὰς πρὸ πολλοῦ, συνελήφθησαν δὲ ἀπὸ τοὺς ἰδίους στρατιώτας, τοὺς ὁποίους κατηγοροῦν σήμερον, ὅτι ἄφινον αὐτοὺς ἀκαταδιώκτους. Οὔτε τῆς ἁρμοδιότητος, οὔτε τοῦ χρόνου ἴδιον εἶναι νὰ ἐξετάσω νῦν ἐὰν δικαίως ἢ ἀδίκως ταλανίζωνται οὗτοι ἐν ταῖς φυλακαῖς· τοῦτο ἀνήκει εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχήν. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ παρασιωπήσω, ὅτι οἱ Καβουραῖοι πρὸ πολλοῦ συλληφθέντες, δὲν κατώρθωσαν νὰ ἴδωσι περαιωμένην τὴν δίκην των ἕνεκα δυστροπιῶν ἀδικαιολογήτων, καὶ στενάζουσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς τῶν ὑποδίκων ἐπὶ μακρὸν χρόνον. Δὲν εἶναι ἐπίσης ἀληθές, ὅτι ἀπεβίωσεν ὁ Πέτρος Ἀνδριτσόπουλος ἐκ στρατιωτικῶν βιαιοπραγιῶν. Ὁ Ἀνδριτσόπουλος ἦτον εἷς ἐκ τῶν καλλιτέρων ἐπαρχιακῶν φίλων μου ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, πάσχων δ’ ἐξ ὕδροπος, διετέλει πρὸ πολλοῦ κατάκοιτος, μόλις ἐξερχόμενος ὁσάκις ἐβελτιοῦτο ὁ καιρὸς, καὶ τελευταῖον ἀπεβίωσεν ἀπὸ τὴν ἀσθένειαν ταύτην. Δὲν εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς, ὅτι τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα ἐλαφυραγώγουν οἰκίας καὶ ἐξεποίουν τὰ λαφυραγωγούμενα πράγματα· οὐδὲν τοιοῦτον ἐγένετο, ἄλλως δ’ ἤθελον ἀμέσως καταγγείλει οἱ παθόντες πᾶσαν τοιαύτην πρᾶξιν, ἔχοντες τὸ στάδιον ἐλεύθερον καὶ τότε καὶ τώρα. Δὲν εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς, ὅτι ἐδημοπρατοῦντο ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων τὰ ἀφαιρούμενα ὅπλα ἀπὸ τοὺς ἐνόπλους πολίτας. Τὸ πρᾶγμα ἔχει ὡς ἑξῆς· ἕνεκα τοῦ κακοῦ, ἕνεκα τῶν διχονοιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐκεῖ ὑπῆρχον, περιεφέροντο οἱ πολῖται ὡπλισμένοι· ὅτε ἐξῆλθον τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα, ἵνα ἐπαναφέρωσι τὴν τάξιν, διεκήρυξαν γενικὸν ἀφοπλισμὸν, καὶ ἀφώπλιζον ὅσους εὕρισκον· τοῦτο ἐγένετο μᾶλλον πρὸς ἀπειλὴν, διότι τὰ πλείονα ἐκ τῶν τοιούτων ὅπλων ἐπεστρέφοντο πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας κατόπιν· ὅτε δὲ οἱ ἰδιοκτῆται δὲν ἀνευρίσκοντο, παρεδίδοντο ταῦτα εἰς τὴν εἰσαγγελίαν· ἄλλως τε δὲν ἀγνοεῖ ὁ κ. Μποῦτος, ὅτι καὶ νῦν καὶ ἄλλοτε φίλοι ἰδικοί μου ἀφωπλίσθησαν καὶ τὰ ὅπλα των δὲν ἐπεστράφησαν. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς ἀντεγκλήσεις· περιωρίσθην νὰ ἐκθέσω τὰ ὀλίγα ταῦτα, ἵνα ἐξαγάγω τὸν κ. Κουμουνδοῦρον ἀπὸ τὴν ἀπάτην, εἰς ἣν περιέπεσεν ἐξ ἐσφαλμένων πληροφοριῶν. Δὲν εἶναι δίκαιον ἀτοπήματά τινα, γενόμενα ἀπὸ ἕνα ἢ δύω στρατιώτας μονομερῶς, νὰ ἀποδίδωνται εἰς γενικὴν καταφοράν· διότι καὶ οἱ στρατιῶται, ὄντες ἄνθρωποι, ὑπάγονται καὶ αὐτοὶ εἰς ἁμαρτήματα, ὡς καὶ οἱ πολῖται, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τῶν ἁμαρτημάτων στρατιωτῶν τινων, ὅτι πρέπει νὰ σχηματίσῃ τις γενικὴν ἰδέαν κατὰ τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων. Τίς εἶπε, κύριοι, ὅτι οἱ στρατιῶται εἶναι ἀναμάρτητοι; ἕνεκα τούτων ὑπάρχουσι τὰ στρατοδικεῖα, εἰς ἃ κατεδιώχθησαν καὶ καταδιώκονται τὰ στρατιωτικὰ ἁμαρτήματα, καὶ τοῦτο γίνεται καὶ περὶ τῶν πολιτῶν. Ὁ ἀμφιβάλλων, ἂς μεταβῇ εἰς τὰ στρατοδικεῖα, ἵνα λάβῃ ἀκριβῆ τούτου γνῶσιν. Μετὰ τὴν μικρὰν ταύτην ἐξ ἀνάγκης γενομένην παρέκβασίν μου, μεταβαίνω εἰδικῶς εἰς τὴν ἀπάντησιν ἐπὶ τῶν λοιπῶν κατὰ τῆς πρώην κυβερνήσεως λόγων, τῶν προταθέντων εἰς ὑποστήριξιν τῆς προτάσεως τῶν κκ. Λομβάρδου καὶ Δηλιγιάννη. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης περιώρισε τὰ θέματα τῆς προτάσεώς του εἰς δύω τινά· πρῶτον, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δὲν συνεκάλεσεν ἐγκαίρως τὴν Βουλὴν εἰς συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ δεύτερον, ὅτι προσηνέχθη κακῶς ἐπὶ τῆς περὶ πανεπιστημιακῆς φάλαγγος αἰτήσεως τῶν φοιτητῶν. Ἕτεροι δὲ παρεισήγαγον εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα καὶ τὸ περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς καὶ ἄλλα. Θέλω ἀπαντήσει ἐφ’ ὅλων τακτικῶς, καὶ πρῶτον ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ ζητήματος τοῦ περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Ὡς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μας, κ. Δημητριάδης, λίαν εὐγλώττως σᾶς ἀνέπτυξε, τὸ ζήτημα τῆς διαλύσεώς τινες θεωροῦσιν ἀνώτερον πάσης συζητήσεως καὶ ἀντικείμενον μὴ ὑπαγόμενον εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἐξέλεγξιν. Τῆς ἰδέας δὲ ταύτης, ὡς μᾶς ἀπέδειξεν, ἦσαν πολλοὶ καὶ ἐκ τῶν νῦν ἐν τῇ Βουλῇ, ἐκ τῶν πρώην δὲ βουλευτῶν καὶ ὁ μακαρίτης Πετσάλης, ἀνὴρ εὐπαίδευτος καὶ ἐνασχοληθεὶς εἰς τὸ δημόσιον δίκαιον. Οἱ νεώτεροι ὅμως δημοσιογράφοι παρακολουθοῦντες τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἰδεῶν καὶ τὴν πρόοδον τῶν ἐλευθεριῶν, ἔχουσιν ἀντίθετον ἰδέαν· οὗτοι δογματίζουσιν, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ὑπάρχει ἀνεξέλεγκτον, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων καθίστανται ἀντίθετοι ἐπιῤῥοαὶ, αἵτινες διὰ τῆς ἀμοιβαίας ἐξελέγξεως περιορίζουσιν ἑκάστην ἐξουσίαν εἰς τὰ ὅρια τῆς δικαιοδοσίας της καὶ δὲν τὴν ἀφίνουσι νὰ παρεκτρέπηται διὰ ἐπεμβάσεώς τινος εἰς τὰ δικαιώματα τῆς ἑτέρας. Τὸ κατ’ ἐμὲ, κύριοι, ἐκφράζων τὴν γνώμην μου ἐλευθέρως, διαδηλῶ, ὅτι πρεσβεύω ὅτι πραγματικῶς ἡ ἐνάσκησις τοῦ δικαιώματος τούτου εἶναι ἀνεπίδεκτος συζητήσεως, εἶναι προνόμιον ἡγεμονικὸν, μὴ ὑπαγόμενον εἰς οὐδεμίαν ἐξέλεγξιν ἢ ἐπίκρισιν· ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἐνάσκησις τοῦ ἡγεμονικοῦ προνομίου ᾖναι ἀνεπίδεκτος συζητήσεως, εἶναι ὅμως συζητητέα ἡ ὑπὸ τῶν ὑπευθύνων συμβούλων, ὑπὸ τῶν ὑπουργῶν, διδομένη συμβουλὴ πρὸς ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τούτου· διότι, ἐὰν οἱ ὑπουργοὶ δὲν συμβουλεύσωσι, δὲν ἐνασκεῖται τὸ δικαίωμα. Διὰ ταῦτα καὶ τὸ Σύνταγμα ὥρισεν, ὅτι οὐδὲν διάταγμα δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ ἄνευ τῆς προσυπογραφῆς τῶν ὑπευθύνων ὑπουργῶν, ἐκήρυξε δὲ τὸν ἡγεμόνα ἱερὸν, ἀπαραβίαστον, ἀναμάρτητον πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην δύναταί τις, κύριοι, νὰ ἐξετάσῃ ὡς πρὸς τὴν εὐθύνην τῶν ὑπουργῶν, ὡς πρὸς τὴν συμβουλὴν τὴν δοθεῖσαν. Ἀλλ’ ἡ διάλυσις εἶναι γεγονὸς σπουδαῖον, γεγονὸς μέγα, τὸ ὁποῖον αἱ Βουλαὶ κατὰ τὴν πρώτην μετὰ τὴν διάλυσιν σύνοδον συζητοῦσι· διότι πρὸ πάντων πρέπει νὰ γνωσθῇ διὰ τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἐὰν τὸ ἔθνος συμμερίζεται τὴν πολιτικὴν τῆς κυβερνήσεως πορείαν, ἐν οἷς καὶ τὴν πρὸς διάλυσιν δοθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου συμβουλήν. Ἡ πρώτη σύνοδος τῆς ἐνεστώσης Βουλῆς, ἐκπληροῦσα τὰ πρῶτον καθῆκόν της, ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος τούτου, συνεζήτησε τοὺς λόγους τῆς διαλύσεως, καὶ ὁ ἔντιμος πρόεδρός μας, ὁ ἀρχηγὸς ἑνὸς μεγάλου μέρους τῆς πρώην ἀντιπολιτεύσεως, νῦν δὲ συμπολιτεύσεως, ὁ κύριος Ζαΐμης λέγω, ἀπέδειξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τοὺς σπουδαίους λόγους τοὺς καταστήσαντας ἀναγκαίαν τὴν διάλυσιν. Ἡ πρὸς διάλυσιν τῆς πρώην Βουλῆς δοθεῖσα ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου συμβουλὴ ὑπεστηρίχθη, ὡς καλῶς γενομένη, οὐχὶ μόνον ἀπὸ τὴν τότε ὑπουργικὴν φάλαγγα, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ μιᾶς μεγάλης μερίδος τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως. Ἐκ τούτου πείθεται ἕκαστος ὅτι ἡ γενομένη διάλυσις εἶχεν ὑπὲρ ἑαυτῆς τὴν ψῆφον τοῦ μεγίστου μέρους τῆς Βουλῆς. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης, σπουδαῖον μέλος τῆς μερίδος τοῦ κυρίου Ζαΐμη, συμφωνῶν νῦν καὶ παραδεχόμενος διὰ τῆς προσφάτου ἀγορεύσεώς του τοὺς λόγους τῆς διαλύσεως, διαφωνεῖ μόνον ὡς πρὸς τὴν ἀναβολὴν, δηλαδὴ κατακρίνει ὅτι δὲν ἐγένετο ἡ διάλυσις ἀμέσως, ἀλλὰ τοὐναντίον ἀνεβλήθη ἐπί τινα χρόνον. Ἐγὼ, κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἡ ἀναβολὴ ἀντὶ νὰ ᾖναι λόγος κατὰ τοῦ ὑπουργείου Δεληγεώργη, εἶναι ἐξ ἐναντίας ὑπὲρ αὐτοῦ, καὶ λόγος μάλιστα σπουδαιότατος· διότι ἡ ἀναβολὴ δίδει εἰς τοὺς ἐκλογεῖς τὸν χρόνον, ἵνα ἴδωσι τὴν πορείαν τοῦ ὑπουργείου καὶ κρίνωσι περὶ αὐτοῦ, καὶ ἑπομένως ἀποφανθῶσιν ἂν παραδέχωνται ταύτην ἢ τὴν καταδικάζωσι. Τοὐναντίον, ἡ ἅμα τῇ συστάσει νέου ὑπουργείου διάλυσις τῆς Βουλῆς δὲν δίδει καιρὸν νὰ γνωσθῇ ἡ ὑπουργικὴ πορεία καὶ νὰ βεβαιωθῇ διὰ τῶν πραγμάτων, ὅτι αὕτη εἶναι σύμφωνος πρὸς ὅσα οἱ ἀποτελέσαντες τὸ ὑπουργεῖον διεκήρυττον ὡς ἀντιπολιτευόμενοι· διότι διὰ τοῦ ἐκ τῆς ἀναβολῆς χρόνου δίδονται πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς τὰ μέσα ν’ ἀποφανθῶσι διὰ τῶν ἐκλογῶν ἐν πεποιθήσει, καὶ νὰ διαδηλώσωσι διὰ τῶν ἀντιπροσώπων των ἂν συμμερίζωνται τὴν κυβερνητικὴν πορείαν ἢ ὄχι. Ὅθεν δὲν θεωρῶ ὅτι ἔσφαλε κατά τι τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη διὰ τῆς ἀναβολῆς τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τοὐναντίον εἶναι ἀξιέπαινον διὰ τὴν πρόνοιάν του ταύτην, ἐμφαίνουσαν εἰλικρινῆ ἐνέργειαν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ Σύνταγμα ὁρίζει, ὅτι ἐν τῇ διαλύσει τῆς Βουλῆς ἀπαιτεῖται νὰ συγκαλῆται αὕτη ἐντὸς δύω ἢ τριῶν μηνῶν, ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἔκτακτος περίστασις, εἶναι ἐξαίρεσις. Τὸ Σύνταγμα ἀπήτησε νὰ συγκαλῆται ἡ Βουλὴ ἀμέσως, διὰ νὰ φέρῃ τὴν ἀπόφασίν της ἐπὶ τοῦ μεγάλου γεγονότος τῆς διαλύσεως· ὁσάκις ὅμως ἡ κυβέρνησις ἔχῃ καιρὸν, δὲν πρέπει νὰ ἐπιδιώκῃ νὰ ἀφαρπάζῃ τὴν γνώμην τοῦ κοινοῦ διὰ τῆς ἐπισπεύσεως τῆς διαλύσεως, ἀλλὰ νὰ δίδῃ εἰς τὸν λαὸν καιρὸν πρὸς σκέψιν. Τότε διακρίνονται πράγματι καὶ δὲν ἀφαρπάζονται αἱ γνῶμαι ὡς ἐκ τῶν πρώτων ἐντυπώσεων τῆς ὑπουργικῆς μεταβολῆς, παραγουσῶν ἐλπίδας, χιμαιρικὰς πολλάκις. Εἶπέ τις τῶν ἀγορευσάντων καὶ διετύπωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι σήμερον δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος, πρόκειται νὰ γνωσθῇ ἂν τὰ Κοινοβούλια θὰ ὑποδεικνύουν, θὰ διορίζουν τοὺς πρωθυπουργοὺς, ἢ ἂν τὰ ὑπουργεῖα θὰ κάμουν τὴν Βουλήν. Τὸ κατ’ ἐμὲ, κύριοι, πρεσβεύω ὅτι καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἕτερον εἶναι ἀντισυνταγματικόν. Οὔτε ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα νὰ κάμῃ ὑπουργοὺς, οὔτε οἱ ὑπουργοὶ νὰ κάμνωσι βουλευτάς. Τὸ Σύνταγμα ῥητῶς λέγει, ὁ βασιλεὺς παύει καὶ διορίζει τοὺς ὑπουργούς»· ἀλλὰ σᾶς ἐξέθηκα προλαβόντως, ὅτι πάντοτε σχηματίζονται καὶ ἐγκαθίστανται ἀντίθετοι ἐπιῤῥοαὶ, αἱ ὁποῖαι περιορίζουν ἕκαστον εἰς τὴν σφαῖραν τῆς δικαιοδοσίας του. Ἐκ τούτων ἕπεται, ὅτι ὁ βασιλεὺς μόνος διορίζει καὶ παύει τοὺς ὑπουργοὺς, ἡ δὲ Βουλὴ δύναται νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της διὰ διαφόρων ἐν τῇ ἰσχύϊ της ὑπαρχόντων συνταγματικῶν μέτρων. Γνωστὸν δὲ εἶναι εἰς πάντας ἡμᾶς, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν ὑποστήριξίν της καὶ νὰ ὑποδείξῃ, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ δὲν ἀπολαύουσι τὴν ἐμπιστοσύνην της· τότε ἐν τυχούσῃ ἀμφιβολίᾳ ποῦ ἐνέγκειται τὸ δίκαιον, ἐπέρχεται ἡ ἀνάγκη τοῦ νὰ κρίνῃ ὁ λαὸς ἂν ὀρθῶς φρονῇ ἡ Βουλὴ ἢ τὸ ὑπουργεῖον, ἤτοι ἐπέρχεται πρὸς τοῦτο ἡ ἀνάγκη τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Ἂν τὸ Σύνταγμα ἠννόει νὰ διορίζωνται καὶ παύωνται οἱ ὑπουργοὶ ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἤθελεν εἴπει τοῦτο καθαρῶς, ἤθελεν ἀναγράψει ὅτι ἡ Βουλὴ διορίζει καὶ παύει τοὺς ὑπουργοὺς καὶ οὐχὶ ὁ βασιλεὺς, ἐκτὸς ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι τὸ Σύνταγμα ὥρισε τὸν ἡγεμόνα νὰ ὑπογράφῃ μόνον διὰ τὸν τύπον. Λέγων ταῦτα, δὲν φοβοῦμαι νὰ κατακριθῶ ὡς εὔνους εἰς τὸν ἀπολυτισμόν. Ἐνόσῳ ἰσχύει τὸ Σύνταγμα, θέλω νὰ ὑπάρχῃ ὡς εἶναι, ὡς τὸ ἐννοοῦν πάντες, οὐχὶ ὡς θέλουν νὰ τὸ ἐννοῶσι τινές. Θέλω τὴν βασιλείαν περιβεβλημένην μὲ ὅλην τὴν ἰσχὺν τὴν διδομένην ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, τὴν θέλω περικαλυπτομένην μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀναγκαῖος εἰς τὴν εὐδαιμονίαν τοῦ λαοῦ καὶ εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Θρόνου. Διϊσχυρίσθησάν τινες, κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἠδύνατο ἡ κυβέρνησις ἐντὸς τοῦ παρελθόντος ἔτους νὰ συγκαλέσῃ καὶ δευτέραν τακτικὴν σύνοδον. Δὲν πιστεύω, ὅτι σπουδαίως εἶπον τοῦτο, διότι ἄνδρες λέγοντες, ὅτι ὑποστηρίζουσι τὸ Σύνταγμα, δὲν ἤθελον περιπέσει εἰς ῥητὴν παραβίασιν τοῦ Συντάγματος. Ἄρθρον ῥητὸν τοῦ Συντάγματος ὁρίζει, «ἡ Βουλὴ συγκαλεῖται ἅπαξ τοῦ ἔτους·» ἕτερον ὁρίζει, «οἱ βουλευταὶ ἐκλέγονται ἐπὶ τετραετίαν·» ὁ δὲ συνδυασμὸς τῶν ἄρθρων τούτων ἀποδεικνύει, ὅτι εἰς τὴν τετραετίαν τέσσαρες τακτικαὶ σύνοδοι ὁρίζονται. Ὑμεῖς ὅμως θέλοντες νὰ κάμητε δύω συνόδους εἰς ἓν ἔτος, περιορίζετε τὴν τετραετίαν εἰς τριετίαν, ἐναντίον τῆς ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, ὁρίσαντος, ὡς ἀνωτέρω, τετραετίαν. Ἐκτὸς τούτου οἱ προτείναντες τὴν ἐν τῷ αὐτῷ ἔτει συγκάλεσιν δύω τακτικῶν συνόδων, ἐλησμόνησαν, φαίνεται, ὅτι ἡ Συνέλευσις διέταξεν, ὅτι τῆς συνόδου τῆς βουλευτικῆς ἡ ἐνέργεια δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἀνωτέρα τῆς ἑξαμηνίας· διότι δὲν ἤθελε νὰ ἔχῃ πάντοτε τὴν Βουλὴν παροῦσαν καὶ ἐμποδίζουσαν ὁπωσδήποτε διὰ τῶν συζητήσεων τὰς κυβερνητικὰς ἐνεργείας. Ὑμεῖς ὅμως οἱ προτείναντες δύω ἐν τῷ αὐτῷ ἔτει τακτικὰς συνόδους, τί ζητεῖτε; νὰ ὑπάρχῃ ἐφ’ ὅλον τὸ ἔτος ἡ Βουλή. Δὲν ἀρνοῦμαι, κύριοι, ὅτι ἠδύνατο νὰ συγκληθῇ ἔκτακτος σύνοδος τοιοῦτον δικαίωμα δίδει τὸ Σύνταγμα εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἀλλὰ δὲν ἐπιβάλλει καὶ ὡς ὑποχρεωτικὴν τὴν ἀνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τούτου. Ἐπιβάλλει μόνον τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἅπαξ συγκαλέσεως κατ’ ἔτος τακτικῆς συνόδου, τὴν δ’ ἐνάσκησιν τοῦ ἑτέρου δικαιώματος, τοῦ τῆς ἐκτάκτου συνόδου, ἀφίνει εἰς τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις πρὸς οἰκονομίαν δαπανῶν ἴσως ἢ καὶ τὸ πλεῖστον ἕνεκεν τῆς συμπτώσεως τῆς ἐνεργείας τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, δὲν ἔκρινεν ὀρθὸν νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλήν. Εἶναι τοῦτο παραβίασις τοῦ Συντάγματος δικαιολογοῦσα ἢ ὑποστηρίζουσα κατηγορίαν κατὰ τῆς πρώην Κυβερνήσεως; Βεβαίως ἡ ἀπάντησις εἶναι ἀποφατική. Θέλουσι μοὶ ἀπαντήσει ἴσως οἱ ἀντιφρονοῦντες, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι παραβίασις συνταγματικὴ, εἶναι ὅμως παράλειψις καθήκοντος, διότι ἕνεκα τούτου δὲν ἐψηφίσθη ἐγκαίρως ὁ προϋπολογισμός. Ἀλλὰ ποῖα τὰ ἐκ τούτου κακὰ, τὰ προσγινόμενα εἰς τὸ κράτος; Λέγουν ὅτι χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ προϋπολογισμὸς, εἰσεπράχθησαν φόροι ἐναντίον τοῦ ἄρθρ. 59 τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἂς ἀναγνώσωμεν τὸ ἄρθρον. Τοῦτο ὁρίζει, ὅτι «οὐδεὶς φόρος εἰσπράττεται ἄνευ νόμου.» Ἐγένετο ἆρά γε ὑπὸ τῆς προλαβούσῃ κυβερνήσεως παράβασις τοῦ ἄρθρου τούτου; εἶναι ἆρά γε ἀληθὲς ὅτι ἐγένετο εἴσπραξις φόρων ἄνευ νόμου; Οὐχί· εἴσπραξις φόρων ἐγένετο ἀληθῶς, ἀλλὰ ἐμμέσων, περὶ ὧν ὑπάρχει εἰδικὸς πάγιος νόμος. Ἰσχυρίζονται ὅμως οἱ κατήγοροι, ὅτι ὑπάρχει ἀληθῶς νόμος τοιοῦτος, ἀλλ’ ὁ φόρος δὲν ἐνεκρίθη καὶ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἄνευ δὲ τοιαύτης ἐγκρίσεως εἶναι ἀντισυνταγματικὴ πᾶσα εἴσπραξις. Τοιοῦτόν τι, κύριοι, ἐγένετο καὶ ἄλλοτε, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς τὴν ἐποχήν· ἐπεβλήθη φόρος εἰς τὰ θεωρεῖα τοῦ θεάτρου δυνάμει ὑπάρχοντος νόμου καὶ ἠναγκάσθησαν οἱ ἰδιοκτῆται νὰ πληρώσωσιν αὐτὸν πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τοῦ θεάτρου· ἐπειδὴ δὲ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δὲν ὑπῆρχε σημειωμένον τὸ ἔσοδον τοῦτο, κατέφυγον οἱ ἰδιοκτῆται εἰς τὰ δικαστήρια, ἀλλὰ ματαίως, διότι ὑπῆρχε νόμος ῥητὸς ὑποχρεῶν αὐτοὺς εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς οὐδὲν ἄλλο εἶναι, παρὰ συγκέντρωσις τῶν εἰδικῶν νόμων. Ὁ προϋπολογισμὸς δὲν δύναται νὰ καθιερώσῃ δικαιώματα· μὴ νομίσητε δὲ ὅτι σήμερον ὑμεῖς διὰ μόνου τοῦ προϋπολογισμοῦ δύνασθε νὰ καθιερώσητε φόρον μὴ στηριζόμενον ἐπὶ εἰδικοῦ νόμου, διότι διὰ ῥητῶν νόμων καὶ οὐχὶ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιβάλλονται φόροι. Ἐὰν ὅμως ἐμμένετε φρονοῦντες, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει ῥητοῦ παγίου νόμου εἴσπραξις φόρων, μὴ ἐγκεκριμένη καὶ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶναι παράνομος καὶ καταδιωκτέα, εἶναι καὶ τὸ νῦν ὑπουργεῖον καταδιωκτέον διὰ τὴν ἄνευ εἰδικῆς ἐντολῆς ἐξακολούθησιν τῆς εἰσπράξεως τῶν αὐτῶν φόρων. Ἀλλ’ ἡ σιωπή σας ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἰσχυρὸς, ἄλλως εἶσθε καὶ ὑμεῖς αὐτοὶ συνένοχοι τῆς παρανομίας, διότι τὴν ὑπεφέρατε ἐπὶ δεκαπέντε ἤδη ἡμέρας, καθ’ ἃς διευθύνει τὰ τῆς πολιτείας τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη. Ἀλλ’ οἱ κατακρίνοντες τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη διὰ τὴν μὴ ἔγκαιρον ἐπιψήφισιν τῶν δαπανῶν τρ. ε. προτείνουσιν, ὅτι ἀληθῶς ὡς ἐκ τῆς μὴ ἐγκαίρου εἰσαγωγῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἐπληρώθησαν μὲν δαπάναι τοῦ τρ. ἔτους, ἐγεννήθησαν ὅμως δικαιώματα, καὶ δικαιώματα ἰσχυρὰ πρὸς τοὺς ἔχοντας λαμβάνειν ἀπὸ τὸ δημόσιον. Πληρωμαὶ δὲν ἐγένοντο, λέγουσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες, σημειώσετε τοῦτο καλῶς· ἐὰν λοιπὸν πληρωμαὶ δὲν ἐγένοντο, ἀλλ’ ἀπεκτήθησαν μόνον δικαιώματα, εἶναι τοῦτο ἀντικείμενον ἰδίας ἐπιτροπῆς, ἵνα ἐξετάσῃ ἂν πραγματικῶς ἔλαβεν ὕπαρξιν καὶ πληρωμή; Ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν δαπανῶν δὲν ἐνεκρίθη, καὶ ὅτι ἀπεκτήθησαν δικαιώματα, τοῦτο εἶναι γεγονὸς καὶ δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν τοῦτο εἰς πᾶσαν στιγμήν. Ἄλλως, ἔχετε ἐπιτροπὴν, τὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴν, συνισταμένην ὁμολογουμένως ἐκ τῶν εἰδικωτέρων ἐξ ἡμῶν· ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη κατὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καθῆκον ἔχει νὰ ἐξετάσῃ τὰ πάντα, νὰ μεταβῇ εἰς τὰ ὑπουργεῖα νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ δύνασθε ὑμεῖς νὰ ἀποφασίσητε ὅ,τι ὀρθὸν καὶ δίκαιον. Τὴν σύστασιν ὅμως εἰδικῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἐννοῶ. Ὁποίους δέ τινας ἄλλους θέλει περιέχει ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ ἢ τοὺς συγκροτοῦντας τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἥτις, ὡς εἶπον, περιέχει τοὺς ἰδικωτέρους, καὶ τῆς ὁποίας τὰ δύω τρίτα ἀνήκουσιν εἰς τὴν νῦν συμπολίτευσιν, τὴν ὑποστηρίζουσαν τὴν κατὰ τοῦ ὑπουργείου Δεληγεώργη κατηγορίαν; Μετὰ ταῦτα μεταβαίνω εἰς τὸ ἄλλο, τὸ τρυφερὸν ζήτημα, τὸ τῆς πανεπιστημιακῆς φάλαγγος. Οὐδαμῶς ἀξιόμεμπτος εἶναι ἡ νεολαία ἐπιθυμοῦσα νὰ ἐξασκηθῇ εἰς τὰ ὅπλα· ἡ ἔφεσίς της εἶναι εὐγενὴς καὶ γενναία, εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰς παραδόσεις τοῦ ἔθνους. Οὐδαμῶς ἡ αἴτησίς της ὑπάρχει κατακριτέα ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, ἀλλ’ ἐπίσης δὲν εἶναι κατακριτέον καὶ τὸ ὑπουργεῖον, ἂν ἐν ἀμφιβολίᾳ περὶ τῆς ἰσχύος τοῦ περὶ πανεπιστημιακῆς φάλαγγος νόμου ἐπεφυλάχθη νὰ προκαλέσῃ ἐπίσημον περὶ τούτου διασάφησιν, ὅτε ἔμελλε νὰ ἐπανέλθῃ ἡ Βουλή. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται βεβαίως περὶ τούτου, δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν ἂν δικαίως ἢ ἀδίκως δὲν ἐξεπληρώθη ἡ αἴτησις τῶν φοιτητῶν, ἀλλὰ ὁποία τις ἦτον ἡ διαγωγὴ τῆς κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ὁ πρώην πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι ἀληθῶς μοὶ ἐγένοντο παράπονά τινα κατὰ δημοσίων τινῶν ὀργάνων, ἅτινα παρέπεμψεν εἰς τὴν εἰσαγγελίαν ἵνα ἐξετάσῃ καὶ φέρῃ τὴν καταδίωξιν. Ὑπαρχούσης λοιπὸν τῆς ὑποθέσεως ἐκκρεμοῦς εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν, ἡ δικαιοσύνη, ἡ αὐστηρὰ δικαιοσύνη, ἀπαιτεῖ νὰ σταματήσωμεν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον καὶ νὰ μὴν ἐπηρεάσωμεν τὴν δικαστικὴν δικαιοσύνην οὔτε ὑπὲρ, οὔτε κατὰ, διὰ τῆς τοιᾶσδε ἢ τοιᾶσδε ἀποφάσεώς μας. Ἄλλως, τὸ ζήτημα τοῦτο χρήζει ἆρά γε εἰδικῆς ἐπιτροπῆς κατὰ τὴν πρότασιν τῶν κυρίων Λομβάρδου καὶ Δηλιγιάννη; Οὐχί· ὑμεῖς ἔχετε ἤδη ἐνώπιόν σας ἀναφορὰν τῶν φοιτητῶν ἐκτιθεμένων τὰ περὶ τούτου. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην παρεπέμψατε εἰς τὰς ἐπιτροπὰς τῶν ἐσωτερικῶν καὶ τῆς δικαιοσύνης, αἵτινες δύνανται νὰ ζητήσωσιν ὅσας ἂν ἐγκρίνωσι πληροφορίας, καὶ ἂν αὗται δὲν ἀρκοῦν, ὑμεῖς, κύριοι, οἱ προτείναντες καὶ ὑποστηρίξαντες τὴν κατὰ τοῦ πρώην ὑπουργείου κατηγορίαν, ἔχετε νῦν ὑπουργεῖον τῆς ἐμπιστοσύνης σας, ὅπερ ἔχει τὰ πάντα εἰς χεῖράς του, καὶ διὰ μιᾶς ἐπερωτήσεως δύναται νὰ καταθέσῃ ὅλα τὰ ἔγγραφα καὶ σᾶς δώσῃ πάσας τὰς πληροφορίας. Τί ζητεῖτε λοιπὸν, τί ἐπιδιώκετε διὰ τῆς συστάσεως νέας εἰδικῆς ἐπιτροπῆς; Αἴ, κύριοι, τολμῶ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι αἱ πράξεις μας πρέπει νὰ ᾖναι τοιαῦται, ὥστε νὰ παρέχουν εἰς πάντα τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖαι καὶ δὲν ὑπαγορεύονται ἀπὸ πλάγιον σκοπόν. Ὅταν, κύριοι, στιγμιαῖαι ὁρμαὶ, στιγμιαῖαι συγκινήσεις μᾶς φέρουν εἰς τὴν θέσιν νὰ διαπληκτιζώμεθα, ν’ ἀπομακρυνώμεθα τῶν κυρίων καθηκόντων μας, καὶ τελευταῖον νὰ νομίζωμεν ὅτι κάτι κατορθοῦμεν διὰ τῶν ἐγκλήσεων καὶ ἀντεγκλήσεων· ὅταν ἀνοικείως πρὸς ἀλλήλους ἀποδίδωμεν ἰδιότητας χωρὶς νὰ συλλογιζώμεθα ὅτι καταπίπτει τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, ὅτι καταπίπτει τὸ Ἔθνος· ὅταν ἡμεῖς οἱ ἐκλεκτοί του, ὅταν οἱ ἐκ τῶν καλλιτέρων ἄνδρες καταδεικνυώμεθα ἐνταῦθα ἐμπαθεῖς, καὶ περιοριζώμεθα εἰς τὴν διεκδίκησιν πολιτικῶν παθῶν, ποῦ ὑφίσταται τὸ πολίτευμα αὐτό, εἰς ποῖον σημεῖον φέρεται ἡ Πατρίς; Ὁπόσην εἰς τὰς ψυχὰς πάντων ἀπελπισίαν γεννᾷ τοιαύτη διαγωγή; Μὲ ποῖον πρόσωπον θὰ ἀτενίζωμεν πρὸς τοὺς φίλους τῇ πατρίδι μας, ὅταν οὐδὲν ἕτερον πράττωμεν ἐνταῦθα παρὰ νὰ καταδεικνύωμεν ἀσχημίας ἐξογκοῦντες τὰ πράγματα, καὶ νὰ δικαιολογῶμεν οὕτω τοὺς ἐχθροὺς τῆς Ἑλλάδος; Τὶ περισσότερον εἶπον οἱ ὑβρισταί μας; Τὶ πλεῖον εἶπεν αὐτὸς ὁ λιβελλογράφος, ὁ ἀκαταλόγιστος About, ἀφ’ ὅσα ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μὴ στηριζόμενα τὰ πλεῖστα εἰς πράγματα, ἀλλ’ ὄντα ἀπόῤῥοια τῆς στιγμιαίας ἐξάψεως κτλ; Ὤ! κύριοι, ἡ θέσις μας εἶναι οἰκτρὰ, διότι ἀποδεικνυόμεθα ὅτι πολιτευόμεθα ἐμπαθῶς πρὸς καταστροφὴν τῶν ἀντιπάλων μας. Διῃρέθη ἡ Βουλὴ εἰς δύω στρατόπεδα σχεδὸν ἰσόπαλα, διότι μικρὰ διαφορὰ μεταξὺ πλειονοψηφίας καὶ μειονοψηφίας ὑπάρχει. Ἡ διαίρεσις αὕτη τὶ καλὸν ἔχει πρὸς τὴν πατρίδα; οὐδὲν, παρὰ ἐξάσκησιν παθῶν καὶ διὰ τῶν ἐγκλήσεων καὶ ἀντεγκλήσεων κατάπτωσιν τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, κατάπτωσιν τῶν ὀπαδῶν. Ἔχετε οἱ πλειονοψηφοῦντες δίκαιον; Ζητήσατε διὰ τοῦ δικαίου τὴν ἰσχύν σας, μὴ ζητήσετε εἰς τὴν ἰσχὺν τὸ δίκαιον. Ἔχετε μικρὰν ἀριθμητικὴν ὑπεροχὴν τῶν ψήφων, ἀλλὰ νομίζετε ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἔχει πάντοτε ὑπὲρ ἑαυτῆς τὸ δίκαιον; Ἄπαγε! Πολλάκις αἱ μειονοψηφίαι εὑρίσκονται ἐν τῷ δικαίῳ· τοῦτο καὶ εἰς τὸν κοινωνικὸν καὶ εἰς τὸν πολιτικὸν βίον ἀπαντᾶται. Ὅθεν μὴ νομίσετε, ὅτι ἡ διὰ πλειονοψηφίας παραδοχὴ ἀδικήματος μεταβάλλει τὸ πρᾶγμα. Ἡ πλειονοψηφία παρέχει νομικὴν ἰσχὺν, δὲν παρέχει ὅμως καὶ ἄνευ ἐξαιρέσεως τὴν ἀπόδειξιν τοῦ δικαίου τῆς ἀποφάσεώς της.
§84ΖΩΧΙΟΣ. Ἔχομεν πλειοψηφίαν, ἔχομεν ἄδικον· ἔχομεν μειονοψηφίαν, ἔχομεν ἄδικον. Λοιπὸν πότε ἔχομεν δίκαιον; (ἱλαρότης).
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§86ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Τὴν πατρίδα κατηγοροῦν.
§87ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πατρὶς δὲν κατηγορήθη ἀπὸ ἐμέ· εἰς οὐδένα ὑποχωρῶ κατὰ τὸν πατριωτισμόν. Δὲν ἔχω ἀνάγκην οὔτε νὰ κολακεύσω, οὔτε νὰ καταπνίξω τὰ αἰσθήματά μου· ἦλθον ἐνταῦθα νὰ ὁμιλήσω ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἀποστειλάσης με ἐπαρχίας ἐλευθέρως. Ἀπεστάλην, ὡς καὶ ὑμεῖς, νὰ ἐκθέσω μετὰ παῤῥησίας καὶ θάῤῥους τὰς πεποιθήσεις μου ἐφ’ ὅλων τῶν εἰς συζήτησιν εἰσαγομένων ζητημάτων, καὶ σεῖς ὀφείλετε νὰ μὲ ἀκούσητε.
§88ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα!
§89ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον, κύριοι, ὅτι ἔχετε ἤδη ἐπιτροπὰς, τὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τὰς ἐπὶ τῆς περὶ πανεπιστημιακῆς φάλλαγκος ἀναφορᾶς τῶν φοιτητῶν ἐπιτροπὰς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης. Αἱ δύω δὲ αὗται ἐπιτροπαὶ ἔχουσιν ἁρμοδιότητα νὰ ἐξετάσουν ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων, τῶν ὁποίων τὴν ἐξέτασιν ζητοῦσιν οἱ προτείναντες τὴν σύστασιν εἰδικῆς ἐπιτροπῆς. Αὗται ἔχουσιν εὐρεῖαν ἁρμοδιότητα νὰ εἰσέλθουν παντοῦ καὶ μάλιστα νὰ φέρουν καὶ αὐτοὺς τοὺς ὑπουργοὺς ἐνώπιόν των νὰ τοὺς ἐξετάσουν. Ἐὰν δὲ ταῦτα δὲν ἀρκοῦσιν, ἔχετε καὶ τὸ ὑπουργεῖον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἕκαστος βουλευτὴς δύναται δι’ ἐπερωτήσεως νὰ ἀπαιτήσῃ οἱασδήποτε πληροφορίας, νὰ ζητήσῃ δὲ καὶ τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων. Μὴ ζητήσητε ὅμως νὰ καταφύγετε εἰς τὸ μέτρον τῆς εἰδικῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, διότι τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι ἄδικον, καταδεικνύει, ὅτι ἐπιδιώκεται ἡ διαιώνισις μιᾶς κατηγορίας καθ’ ἑνὸς πολιτικοῦ ἀνδρὸς, ἵνα τεθῇ οὗτος ἐπί τινα χρόνον εἰς πολιτικὴν ἀπομαχίαν. Τὸ συμφέρον ὅμως τῆς πολιτείας ἀπαιτεῖ νὰ μὴ καταφεύγωσιν οἱ πολιτευόμενοι εἰς τοιαῦτα κατὰ τῶν ἀντιπάλων μέσα, ἐπερειδόμενοι εἰς τυχαίαν μικρὰν ὑπὲρ ἑαυτῶν πλειονοψηφίαν· ἐὰν δὲ τυχὸν ἔχετε τὴν ἰδέαν ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὸν βίον καὶ τὴν πολιτείαν τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν φρονεῖτε ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν ποία ἡ αἰτία τῆς παρὰ πάντων ὁμολογουμένης δυσαρέστου καταστάσεως τῶν κοινῶν τῆς πατρίδος, δὲν εὑρίσκω τὸν ἰσχυρὸν λόγον τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἐξετάσεως τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς μόνου τοῦ ὑπουργείου Δεληγεώργη. Τίνος ἕνεκεν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ μὴν ἤμεθα δικαιότεροι; Τίνος ἕνεκεν νὰ μὴ παραδεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μακρῆ, προτείναντος ἐλλόγως νὰ ὑποβληθῶμεν πάντες οἱ ἀπὸ τοῦ 1865 χρηματίσαντες ὑπουργοὶ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν ταύτην καὶ μάλιστα νὰ μὴ ἔχωμεν δικαίωμα ψήφου; Εἶναι ἀληθῶς ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἄτοπον ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι προσβαλλόμεθα ὁπωσδήποτε ὡς αἴτιοι κακῶν τῇ πατρίδι, νὰ καταψηφίζωμεν τοὺς ἄλλους, ὑπεκφεύγοντες ἡμεῖς αὐτοὶ νὰ δώσωμεν λόγον τῶν πράξεών μας. Διὰ τοιαύτης τακτικῆς καταδεικνύεται ὅτι πολιτικὸς σκοπὸς καὶ οὐχὶ ἀκραιφνὴς πατριωτισμὸς ὁδηγεῖ τὰ διαβήματά τινων καὶ ὠθεῖ αὐτοὺς νὰ καταφέρωνται τοσοῦτον πανηγυρικῶς καὶ ἀποτόμως κατὰ πολιτικῶν ἀντιπάλων των. Τοῦτο ὅμως ἀπᾴδει πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος, ἀπᾴδει πρὸς τὸ καθῆκον σπουδαίων πολιτικῶν ἀνδρῶν.
§90ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ τακτικὴ τῶν ἀντιφρονούντων κατὰ τὴν ὑπὸ συζήτησιν πρότασιν σᾶς ἐγένετο, κύριοι, κατάδηλος. Μὴ δυνάμενοι ν’ ἀντικρούσωσι τὴν πρότασιν αὐτὴν καθ’ ἑαυτὴν, προσεπάθησαν, κατὰ τὸ σύνηθες, νὰ μετακινήσωσι τὸ πεδίον. Προσεπάθησαν καὶ προσπαθοῦσιν ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ καταβιβάσωσι τὸ θέμα ἀπὸ τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον ἵσταται καὶ πρέπει νὰ σταθῇ, ἀναμιγνύοντες μικρὰ ζητήματα, ἴσως δὲ καὶ προσωπικὰ, ὅπως τοιουτοτρόπως καταδείξουν, εἰ δυνατὸν, πρότασιν μικροπρεποῦς ἐμπαθείας τὴν πρότασιν ἡμῶν. Προσεπάθησαν ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος νὰ τὴν ἐμπερδεύσωσιν, εἰ δυνατὸν, εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον, εἰς τὸ ἀχανὲς, ἐὰν μοὶ ἦναι ἐπιτετραμμένον νὰ μεταχειρισθῶ τὴν ἔκφρασιν ταύτην, ὅπως ἐκεῖ μέσα τὴν ἀποσβύσωσι. Καὶ ἐνῷ ἀπὸ τὸ ἓν μέρος διατείνονται, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα ἢ δὲν πρέπει νὰ καταγείνῃ εἰς τὴν πρότασιν ταύτην, ἥτις ἀφορᾷ τὴν ἐξέτασιν ἑνὸς ὑπουργείου, σᾶς προτείνουσιν ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τὴν ἐξέτασιν ὅλων τῶν ὑπουργείων ἀπὸ τοῦ 1865 καὶ ἐντεῦθεν.
§91ΗΛ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε.
§92ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ζητοῦν νὰ ἐπεκτείνωσι τὴν πρότασίν των ἐφ’ ὅλων τῶν ὑπουργείων, ζητοῦν νὰ ἀναμίξωσιν ὅλα τὰ προηγούμενα, ὅλην τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος, ὅλην τὴν πολιτικήν της. Δὲν ἐδίστασαν νὰ ῥίψουν περιφρονητικὸν χαμόγελον καὶ ἐπὶ τῆς ἰδέας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν μεγάλην ἰδέαν του ἀποκαλεῖ τὸ ἔθνος· δὲν ἐδίστασαν νὰ ψαύσωσι καὶ τὰς πληγὰς, τὰς ἔτι αἱμοσταζούσας τῆς Κρήτης, χωρὶς νὰ συλλογισθῶσιν, ὅτι κάτωθεν πάλλει πληγωμένη ἡ καρδία τῆς Ἑλλάδος· δὲν ἐδίστασαν νὰ πλησιάσουν καὶ εἰς τοὺς τάφους αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐλέγχουν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τοὺς ζῶντας. Δὲν ἐδίστασαν νὰ πλησιάσουν καὶ εἰς τοὺς τάφους! δὲν εἶναι αὐτὴ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν γίνεται τοῦτο. Δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ἀπὸ τοὺς τεθνεῶτας ζητοῦσι νὰ λάβωσι τὴν δύναμιν καὶ τὴν ὑποστήριξιν ἐκείνην ἐπὶ ματαίῳ, τὴν ὁποίαν ἐπὶ ματαίῳ ἐζήτησαν νὰ λάβωσιν ἀπὸ τοὺς ζωντανούς. Δὲν ἐδίστασαν νὰ κύψωσι καὶ νὰ θέσωσι τὸ οὖς αὐτῶν ἐπὶ τοῦ τάφου τοῦ υἱοῦ τοῦ Μάρκου, καὶ ἀφοῦ ἐβεβαιώθησαν ὅτι ἐκεῖθεν φωνὴ δὲν δύναται νὰ ἐξέλθῃ εἰς ἀπάντησιν, καὶ αὐτὸν ἀκόμη ἐζήτησαν νὰ κατηγορήσωσιν. Ἀλλ’ ἀνδρεῖοι πολιτικοὶ, τῶν ὁποίων ἡ ἀνδρεία μὲ ἐκπλήττει, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν δὲν θαυμάζω, σεῖς οἱ ὁποῖοι δὲν διστάζετε νὰ ζητήσητε λόγον καὶ ἀπὸ τοὺς ἀποθαμμένους, διατί διστάζετε νὰ δώσητε λόγον σεῖς οἱ γενναῖοι πρὸς τοὺς ζωντανοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐνώπιον ζωντανῶν σᾶς κατηγοροῦσιν; Ὅταν κατὰ πρῶτον τὴν ὑπὸ συζήτησιν πρότασιν ἀπήγγειλα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐνόμιζον, ὅτι ὁ ἀξιότιμος πρώην πρωθυπουργὸς δὲν ἤθελε μὲ ἀφήσει νὰ καταβῶ ἀπὸ τὸ βῆμα, ἀλλ’ ἤθελε μὲ εἴπει· Στῆθι! πρὶν ἢ διατυπώσῃς τὴν πρότασίν σου, τὴν ἀναδέχομαι ἐγὼ, καὶ ἐγὼ ζητῶ, ἀφοῦ ἅπαξ ἔγεινε λόγος περὶ λογοδοσίας μου, ἐγὼ ζητῶ νὰ συστηθῇ ἀμέσως ἡ ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν σὺ ζητεῖς. Δὲν τὸ ἔκαμε τότε· ἐπερίμενε, ὅτι ἤθελε τὸ κάμει ὅταν ἤθελε διατυπωθῇ ἡ πρότασις. Ὅταν δὲ διετυπώθη ἡ πρότασις ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ φίλου κ. Δηλιγιάννη, καὶ συνυπογραφεῖσα παρ’ αὐτοῦ καὶ ἐμοῦ, κατετέθη εἰς τὸ προεδρεῖον, ἤλπιζα ὅτι τότε τοὐλάχιστον θὰ ἐδέχετο τὴν πρότασιν ὁ ἀξιότιμος πρώην πρωθυπουργός. Ἐξήγησα τὸν κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐρεθισμόν του, τὸν ἐξήγησα ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ὑψηλῆς ἐκείνης ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἕκαστος ὑπὸ διαφορὰν ἀναλογίας δύναται νὰ ἔχῃ ὑπὲρ ἑαυτοῦ, καὶ ἡ ὁποία εἰς τὸν ἀξιότιμον πρόεδρον τῆς πρώην κυβερνήσεως ἐπεκτείνεται μέχρι τῶν ὁρίων ἐκείνων, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἄλλον ν’ ἀτενίσῃ τὰ βλέμματά του εἰς τὸ ὕψος τοῦ ἀναστήματός του, καὶ ὑπέθεσα, ὅτι ὁ ἐρεθισμὸς ἐκείνης τῆς στιγμῆς ἦτον ἀποτέλεσμα τῆς ἰδιοσυγκρασίας του ταύτης. Ἐνόμισα, ὅτι ἀντιτείνων, ὡς ἀντέτεινεν, εἰς τὴν πρότασιν, ἤθελε νὰ μᾶς εἴπῃ ὑπὸ ἄλλας λέξεις· καὶ ποῖοι εἶσθε σεῖς, οἱ ὁποῖοι τολμᾶτε οὐ μόνον νὰ μὲ ἀτενίσητε ἀλλὰ καὶ νὰ προτείνητε πρότασιν κατ’ ἐμοῦ; Ἀλλ’ ἐνόμισα συγχρόνως, ὅτι ἀφοῦ ἤθελε κατευνασθῆ ὁ πρῶτος ἐκεῖνος ἐρεθισμὸς, ἤθελεν αὐτὸς ὁ ἴδιος διακόψει κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως τὴν συζήτησιν καὶ ζητήσει νὰ προβῇ ἡ ἀνάκρισις. Ἤλπιζον τοῦτο, καθότι πᾶς ὅστις διεχειρίσθη τὰ δημόσια καὶ διατείνεται ὅτι τὰ διεχειρίσθη ἀνεπιλήπτως, καὶ μάλιστα ἀξιεπαίνως, καὶ οὐ μόνον ἀνεπιλήπτως καὶ ἀξιεπαίνως, ἀλλ’ εἰς τρόπον, δεικνύοντα αὐτὸν ἀνώτερον ὅλων τῶν προκατόχων του, θέλει πάντοτε παραδεχθῆ μετ’ εὐγνωμοσύνης πρότασιν τοιαύτην, ἡ ὁποία ἐξετάζουσα τὴν διαγωγήν του, ἤθελε δείξει τὴν ὑπεροχὴν αὑτοῦ ἐπὶ τῶν προκατόχων του, ἤθελε δείξει πόσον ἠμπορεῖ νὰ τῷ ᾖναι εὐγνώμων ἡ πατρὶς διὰ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον παρ’ αὐτοῦ ἐκυβερνήθη. Ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας, οὐχὶ μόνον τοῦτο δὲν ἔγεινεν, ἀλλὰ βλέπετε, ὅτι τόσας τώρα ἡμέρας συζητοῦμεν, προβαίνοντες ἀπὸ ἀντιστάσεως εἰς ἀντίστασιν, ὅπως μὴ ἡ πρότασις αὕτη προχωρήσῃ. Καὶ ὁ πρώην ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς, καὶ ὁ τελευταῖος καταβὰς ἀπὸ τοῦ βήματος εἶπον· «Ἡ πρότασις αὕτη δὲν ἐμπεριέχει κατηγορίαν ὡρισμένην, ἡ πρότασις αὕτη ζητεῖ ἐξέτασιν, ὅπως ἴδητε ἐὰν ἠμπορῆτε νὰ εὕρητε ὕλην κατηγορίας. Κἀνεὶς δὲν μᾶς κατηγορεῖ, σεῖς μιμεῖσθε ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος παρουσιάζεται εἰς τὸν εἰσαγγελέα καὶ τοῦ λέγει, ἐὰν ἐξετάσῃς ἐὰν ὁ Δηλιγιάννης ἢ ὁ Λομβάρδος ἔχῃ τι ἐπιλήψιμον εἰς τὴν διαγωγήν του, θὰ ἰδῇς ὅτι θὰ δυνηθῇς νὰ φέρῃς κατηγορίαν κατ’ αὐτοῦ.» Σφαλερὰ ὑπὸ δύω ἐπόψεις ἡ παρομοίωσις αὕτη. Σφαλερὰ, διότι δὲν ἐρχόμεθα ἄνευ ὡρισμένης κατηγορίας· σφαλερὰ, διότι δὲν εἴμεθα εἰσαγγελεῖς. Ἂς παραδεχθῶμεν ἐπὶ μίαν στιγμὴν ὡς ὀρθὴν τὴν σύγκρισιν τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν εἰσαγγελίαν, καὶ ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσιν οἱ ἀγορεύσαντες ἐκ τῶν ἀντιφρονούντων νὰ τοὺς εἴπω· δὲν εἴμεθα εἰσαγγελία, ἥτις οὐδὲν ἔχει ἐνώπιόν της, καὶ ἥτις προσκαλεῖται νὰ ὑπάγῃ νὰ ἐξετάσῃ μήπως ἀνεύρῃ τι· εἴμεθα εἰσαγγελία, ἐνώπιον τῆς ὁποίας κατηγορίαι ῥηταὶ, ὡρισμέναι, πολλαπλαῖ, παρὰ πολλῶν, παρουσιάζονται. Ἐκεῖνοι, οἵτινες σᾶς κατηγοροῦσιν, ἐκεῖνοι, οἵτινες σᾶς προσκαλοῦσι νὰ δώσητε λόγον καὶ μᾶς προκαλοῦσιν οὐχὶ νὰ ζητήσωμεν ν’ ἀνεύρωμεν ἄν τι ἐπιλήψιμον ἐπράξατε, ἀλλὰ νὰ ζητήσωμεν νὰ ἴδωμεν, ἐὰν πραγματικῶς ᾖναι περίπτωσις ἵνα σᾶς εἰσαγάγωμεν εἰς δίκην, εἶναι οἱ νόμοι καὶ οἱ θεσμοὶ τῆς πατρίδος σας, οἵτινες ἐξ ἑκάστης ἐπαρχίας, ἐξ ἑκάστου δήμου μᾶς φωνάζουσι· ἐνεπαίχθημεν, προσεβλήθημεν, παρεβιάσθημεν! Τὸ αὐθαίρετον τῆς διοικήσεως, τὸ ῥόπαλον τοῦ στρατιώτου καὶ τοῦ χωροφύλακος ἀντικατέστησαν τὴν ἰσχύν μας πανταχοῦ. Εἶναι ἡ ἐπικράτεια διαμαρτυρομένη διὰ τὴν ἀθέτησιν ἁπάντων τῶν δικαιωμάτων της. Εἶναι ἡ φωνὴ τῆς ὅλης Ἑλλάδος, ἔσω καὶ ἔξω, ἥτις ἐν συνόλῳ ἀντιπροσωπευομένη ἀπὸ τὴν φωνὴν τῶν γλυκυτέρων καὶ ἀθῳοτέρων ἐλπίδων της, ἀπὸ τὴν φωνὴν τῶν φοιτητῶν της, μᾶς λέγει· «Μᾶς ἐνεθάῤῥυναν.»
§93ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.
§94ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὑποφέρετε ὀλίγον, θὰ σᾶς δώσω πολλὴν ὕλην, κ. Ἡλιόπουλε. «Μᾶς ἐνεθάῤῥυναν νὰ προβῶμεν εἰς τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐζητοῦμεν, καὶ ἀφοῦ μετὰ τοῦτο μᾶς προσέβαλον κατὰ πρῶτον προσβλητικῶς διὰ τῶν ὑδραντλιῶν των, ὡς νὰ μὴν ἤμεθα καὶ ἡμεῖς παιδιὰ πατέρων ὁμοίων τῶν ἰδικῶν των, ἀλλ’ ὡς νὰ ἤμεθα κουτάβια αἰλούρων ἢ σκύλων, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν ὄψιν τῆς βροχῆς ἤθελον τρυπώσει εἰς τὴν φωλεάν των, μᾶς ἐκτύπησαν μὲ τὰς λόγχας, μὲ τὰ ξίφη, μὲ τὰ ξύλα, μὲ τοὺς λίθους. Τὸν λιθοβολισμὸν ἐφήρμοσαν ἐν ὑπερμεσοῦντι ΙΘʹ. αἰῶνι, καὶ σύροντές μας ἀπὸ τὴν κόμην τῆς κεφαλῆς ὄπισθεν τῶν καλπαζόντων ἐφίππων χωροφυλάκων των, μᾶς ἔῤῥιψαν εἰς τὰς φυλακάς. Διατί; Διότι ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων καὶ τῶν θεσμῶν τοῦ κράτους, ὑπὸ τὴν ἐνίσχυσιν καὶ ἐνθάῤῥυνσιν αὐτῶν τῶν ἰδίων, ὑπὸ τὴν προστατευτικὴν σκιὰν τῶν ἀνακτόρων τοῦ Ἡγεμόνος μας, ἐζητοῦμεν νὰ ἐνασκήσωμεν δικαίωμα, ὅπερ διὰ νὰ ἀποκτήσωμεν ἐῤῥίφθημεν εἰς ὅλας τὰς συνεπείας καὶ εἰς ὅλας τὰς περιπλοκὰς μιᾶς μεταπολιτεύσεως. Βουλευταί, προνοήσατε διὰ τὸ μέλλον, προλάβετε ὀδυνηρὰς συνεπείας. Τὰ δικαστήρια μᾶς ἠθώωσαν, τὰ δικαστήρια δὲν ἐπέτρεψαν νὰ τεθῇ ἐπὶ τοῦ μετώπου μας τὸ στίγμα, τὸ ὁποῖον ἐζήτησαν νὰ ἐπιθέσουν, ὅτι εἴμεθα ταραξίαι καὶ ὄργανα ἄλλων. Ἀλλὰ προνοήσατε διὰ τὸ μέλλον, μήπως ἀνατείλῃ ἡμέρα χειροτέρα διὰ σᾶς, δι’ ἡμᾶς τὰ παιδιά σας, διὰ τὴν πατρίδα μας.» Εἶναι αὐτὰ ἀόριστα; Σᾶς τὰ ἀνέπτυξε τὴν πρώτην ἡμέραν, ὅτε ἔλαβε τὸν λόγον ὁ συνάδελφός μου κ. Δηλιγιάννης. Θέλετε ἀκόμη εἰδικώτερα; Ἂς ἔλθωμεν εἰς τὰ εἰδικώτερα. Ζητοῦμεν νὰ δώσητε λόγον, διότι ἀντικοινοβουλευτικῶς ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ἤλθετε, ἀντικοινοβουλευτικῶς ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ἐμείνατε, ἀντικοινοβουλευτικῶς τὴν διετηρήσατε, καί, ὅπως δυνηθῆτε νὰ διατηρηθῆτε ἐν τῇ ἀντικοινοβουλευτικῇ ταύτῃ θέσει σας, ἐξηντλήσατε, ὡς πολὺ καλῶς σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης κ. Κουμουνδοῦρος, ἐξηντλήσατε τὰ βασιλικὰ προνόμια ἐκεῖ ὅπου οὐκ ἔδει. Ἀντικοινοβουλευτικῶς ἐμείνατε ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, καὶ μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἡ πλειοψηφία τῶν ἓξ ψήφων, διὰ τῶν ὁποίων ἐκερδήσατε τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰούλιον, ἦτο πλειονοψηφία ἁπλῆς ἀνοχῆς, ἦτο πλειονοψηφία, ἡ ὁποία σᾶς ἐνεθύμιζεν ὅτι ἔλειπον 14 φίλοι τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀποσυρθέντες μόνον κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ψηφοφορίας, οἱ ὁποῖοι ὅμως προηγουμένως σᾶς εἶπον· «Ἡ ἀποχή μας δὲν ἐννοεῖ ὑποστήριξιν πρὸς σᾶς, ἐξακολουθοῦμεν νὰ πολεμῶμεν τὸ ὑπουργεῖον, δὲν λαμβάνομεν ὅμως μέρος εἰς τὴν ψηφοφορίαν, ὄχι δι’ ἄλλο, εἰμὴ διότι διαφωνοῦμεν κατὰ τι μὲ τὴν ἐπίλοιπον ἀντιπολίτευσιν.» Κοινοβουλευτικοὶ πράγματι ἄνδρες, ἔχοντες τοιαύτην ἔκφρασιν ἐνώπιόν των, ἤθελον βαστάξει στιγμὴν κἂν τὴν ἐξουσίαν; Κοινοβουλευτικοὶ φιλότιμοι ἄνδρες ἐδύναντο μόνον νὰ εἴπωσιν· «Ἡ ψηφοφορία αὕτη ἱκανοποιεῖ τὸ φιλότιμόν μας, ἀλλὰ δὲν μᾶς δίδει διόλου δικαίωμα ἐν τῇ ἐξουσίᾳ νὰ μείνωμεν. Ἡ πλειοψηφία ἀνεφάνη, ἡ πλειονοψηφία εἶναι ἐναντίον μας.» Οὐδὲν ἧττον, ἐναντίον τῆς ἐκφράσεως ταύτης τῆς πλειονοψηφίας, ἐμείνατε ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Δὲν σᾶς λέγω νὰ κάμετε ὅ,τι ἄλλοι δὲν ἔκαμον. Σᾶς κατακρίνω διὰ τὴν διαγωγήν σας ταύτην, διότι πολὺ καλὰ σᾶς ὑπενθύμισεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης κ. Κουμουνδοῦρος τὶ καὶ ἐκεῖνος, τὶ καὶ ἐγὼ ὁ συνάδελφός του ἐπράξαμεν κατὰ τὸ 1865. Ἠδυνάμεθα τότε καὶ ἡμεῖς τὴν ἐξουσίαν νὰ διατηρήσωμεν ἐν ἁπλῇ ἀνοχῇ. Ἀλλ’ οὐχὶ· ἐζητήσαμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης καθαρὰν, ἀνεπίδεκτον ἀμφιβολίας· δὲν τὴν ἐλάβομεν, ἀπεσύρθημεν. Ἐξετάζων τὴν ἀντικοινοβουλευτικὴν ταύτην θέσιν σας ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, δὲν ἐπανέρχομαι ὄπισθεν τῆς ψήφου ταύτης τῆς Βουλῆς. Οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦτο, σᾶς ἐκάλυψεν, ἐκάλυψε τοὐλάχιστον τὴν πολιτικήν σας εὐθύνην, καί τοι ἦτο ψῆφος ἀνοχῆς καὶ πλειοψηφία ἁπλῶς ἀριθμητικὴ (ἐπειδὴ ἦτο πραγματικῶς πλειοψηφία ἀριθμητικὴ), οὐδὲν ἧττον τὸ ἐξαγόμενον εἶναι αὐτὸ, καὶ τὸ παραδέχομαι ὅτι σᾶς ἐκάλυψε. Μένει νὰ σᾶς ἐξετάσωμεν καθόσον ἀποβλέπει τὴν διαγωγήν σας ἀπὸ τῆς ψηφοφορίας ἐκείνης καὶ ἐντεῦθεν, καὶ σᾶς εἶπον, ὅτι ἀντικοινοβουλευτικῶς ἔχοντες τὴν ἐξουσίαν καὶ μένοντες ἀντικοινοβουλευτικῶς ἐν αὐτῇ, ἐξηκολουθήσατε νὰ ἐξαντλῆτε τὰ βασιλικὰ προνόμια, ὅπως ἐν τῇ θέσει ταύτῃ ἠμπορέσητε νὰ ἰσχυροποιηθῆτε διὰ τῶν βασιλικῶν προνομίων, καὶ ἑπομένως τὰ μεταβατικὰ ἀποσπάσματα διεμερίσθησαν εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας τοῦ κράτους, ὅπως ἀντικαταστήσωσι τὴν ἰσχὺν τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος, ἵνα θάῤῥος δώσητε εἰς τοὺς φίλους σας, ἵνα τρόμον ἐμπνεύσητε εἰς τοὺς ἀντιπάλους σας, καὶ εἰ δυνατὸν, κατὰ τὴν ἐπάνοδον τῆς Βουλῆς, λάβητε τὴν πλειονοψηφίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν οὐδέποτε ἐλάβετε. Ἀνεβάλετε, ὅσον ἦτον ἀπὸ σᾶς, τὴν συγκάλεσιν τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ἤδη ἀρξαμένην καὶ προχωροῦσαν σύνοδον· τὴν ἀνεβάλετε, ἵνα προετοιμάσητε τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς, ἵνα ἐνεργήσητε αὐτὰς διὰ τῆς ἐξουσίας σας, διὰ τῆς ἐξουσίας τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων, ἵνα ἠμπορέσητε ἐπὶ τέλους νὰ δικάσητε ἀνεκκλήτως ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἠθέλατε θεωρήσει ὡς ἀκυρωτέας. Ἐν τῇ ἐξασκήσει ταύτῃ τῆς ἐξουσίας σας, ἐν τῇ καταχρήσει ταύτῃ τῶν βασιλικῶν προνομίων, τὰ ὁποῖα σεῖς οἱ ὑπεύθυνοι διαχειρίζεσθε, ἵνα μὴ μείνῃ ἀμφιβολία ὅτι διὰ τοῦτο καὶ μόνον, διὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς, ἀνεβάλετε τὴν συγκάλεσιν τῆς Βουλῆς, ἐστείλατε ἐγκυκλίους εἰς τὰς διοικητικὰς ἀρχάς σας, εἰς ὅλους τοὺς νομάρχας σας, ἐγκυκλίους ἐμπιστευτικὰς, τὰς ὁποίας ἐγκυκλίους πολλοὶ τὰ οἴδασι (καὶ τὰς ὁποίας πρέπει νὰ φέρῃ εἰς φῶς μία ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή), διὰ τῶν ὁποίων ἐζητεῖτε ἀπὸ τοὺς νομάρχας ὅσον τάχιον νὰ σᾶς στείλουν κατεπειγόντως εἰς τὰς Ἀθήνας τὰ ἔγγραφα τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, ἃς τυχὸν ἤθελον ἀκυρώσει, ὅπως ἡ ψῆφος, ἡ ἀπόφασίς σας ἡ ὁριστικὴ ἐπ’ αὐτῶν ἐπέλθῃ. Λέγων ὅτι ὑπάρχουν τοιαῦται ἐγκύκλιοι, πιστεύω, ὑποθέτω, ὅτι θὰ ἐτηρήθη ἀντίγραφον εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἴσως δὲ καὶ δὲν ἐτηρήθη· ἡ ἐπιτροπή, τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν νὰ συστηθῇ, θὰ δυνηθῇ νὰ τὴν ἀνακαλύψῃ διὰ τῶν προφορικῶν ἐξετάσεων. Ἡ ἀναβολὴ τῆς συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς σᾶς ὑπεχρέωσε νὰ προβῆτε εἰς παρανόμους εἰσπράξεις, εἰς παρανόμους πληρωμάς. Δὲν ἐπανέρχομαι ὡς πρὸς τοῦτο εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οἱ προαγορεύσαντες ἀνέπτυξαν, καὶ ἰδίως ὁ ἀξιότιμος κ. Σωτηρόπουλος, ἀλλ’ εἰδικά τινα ἀναφέρω. Ἐδιορίσατε εἰς θέσεις μὴ νομοθετημένας· ἐὰν ἀκριβεῖς ᾖναι αἱ πληροφορίαι μου, πολλοὶ ὑπεράριθμοι ὑπολογισταὶ διωρίσθησαν ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὅπως τοὺς φίλους σας ἐνισχύσητε, ὅπως τοὺς ἀντιπάλους σας ἀποθαῤῥύνητε· κατεσκευάσθησαν καὶ ἐπεσκευάσθησαν οἰκίαι καὶ ἐφωδιάσθησαν μὲ τὰ ἀναγκαῖα ἔπιπλα διὰ τῶν χρημάτων τοῦ δημοσίου πρὸς ἰδιαιτέραν χρῆσίν σας· διωρίσατε τοὺς διαβοήτους ἐπόπτας· ποῦ εὑρήκατε τὴν ἐξουσιοδότησιν ταύτην; ποῖος νόμος διορίζει τὰς θέσεις τῶν ἐποπτῶν; παράνομος διορισμὸς, παράνομος δαπάνη οὐ μικρά· καὶ ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ ἐποπτῶν, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ φίλος μου Ζωχιὸς νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι συμφωνῶ πληρέστατα μαζή του, ὅτι πρέπει νὰ κατατεθῶσιν ὅλα τὰ ἔγγραφα εἰς τὴν Βουλὴν, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν τῶν ἐποπτῶν· δὲν συμφωνῶ ὅμως μαζῆ του νὰ κατατεθοῦν καὶ αἱ ἐκθέσεις αὐτῶν· δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὰς ἴδωμεν, μάλιστα δὲν πρέπει νὰ τὰς ἴδωμεν. Ἀφοῦ ἤδη ἐγένετο ἐδῶ ἐπίσημος δήλωσις, ὅτι αἱ ἐκθέσεις αὐταὶ δὲν ὑπάρχουν εἰς τὰ εἰδικὰ ὑπουργεῖα κατατεθειμέναι, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἴδωμεν, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἴδωμεν, ὡς δημόσια ἢ ἐπίσημα, ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα σήμερον ἀπὸ ἰδιωτικὰ γραφεῖα πεπαυμένων καὶ δὴ κατηγορουμένων ὑπουργῶν θὰ ἐξέλθουν. Καὶ ἐνῷ τὰς δαπάνας ταύτας τὰς ἀθεμίτους ἐκάματε, ἀφῃρέσατε τὸ σιτηρέσιον τῶν καταδίκων εἰς τὰς φυλακάς, τὸ σιτηρέσιον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ νόμος ῥητῶς διορίζει νὰ χορηγῆται εἰς αὐτοὺς πρὸς συντήρησιν τῆς ζωῆς των. Ἀντὶ τῆς διοικητικῆς, ἔστω καὶ διὰ τῶν νομαρχῶν ἢ διὰ τῶν ἐπάρχων, αὐθαιρεσίας, σεῖς ἀντικατεστήσατε τὴν βίαν τῶν ἀποσπασμάτων σας, ἐπὶ προφάσει ὅτι θὰ συλλάβωσι τοὺς φυγοδίκους. Ἐὰν τοὐλάχιστον τὸ ἀριθμητικὸν ποσὸν τῶν συλληφθέντων ἀπὸ ὑμᾶς φυγοδίκων ἤθελεν εἶσθαι τόσον, ὥστε νὰ ὑπερτερῇ τὸν εἰς ἴσον διάστημα χρόνου συλληφθέντων ἀπὸ προγενεστέρας κυβερνήσεις φυγοδίκων, ὑπομονή· ἀλλὰ δὲν συνελάβατε περισσοτέρους ἀπὸ ὅσους συνέλαβεν ἄλλη κυβέρνησις εἰς ἴσον διάστημα χρόνου, καὶ ὁ κατάλογος, τὸν ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, περιέχει ὑπέρτερον ἀριθμὸν τοῦ ἰδικοῦ σας. Ζητοῦμεν νὰ ἐξετασθῇ ἡ διαγωγὴ τῶν ἀποσπασμάτων τούτων, καὶ ζητοῦμεν νὰ τιμωρηθῶσιν αὐστηρῶς οἱ ἔνοχοι, διότι θέλομεν ἑκάστη ἐξουσία νὰ μένῃ ἐντὸς τῶν ὁρίων της, διότι πολλὰ καὶ μεγάλα ἀτοπήματα συνέβησαν· πρὸς τοῖς ἄλλοις, καὶ εἰς πολλὰς ἐπαρχίας ἡ στρατοκρατία ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν ὑφ’ ὅλους τοὺς τύπους, καὶ οἱ νομάρχαι, οἱ ἔπαρχοι, οἱ εἰσαγγελεῖς οὐδεμίαν εἶχον ἐξουσίαν ἀπέναντι τῶν ἀρχηγῶν τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων σας. Ναί, κύριοι, εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, καὶ δὲν σᾶς διηγοῦμαι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν συνέβη.
§95Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ γνωρίζομεν.
§96ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἂν ἕνας ὑπενωμοτάρχης ἢ ἐνωμοτάρχης, ἢ ἕνας ἄλλος ὁποιοσδήποτε ὁδηγὸς τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων δὲν ἔθετε τὸ visto τὸ «ἐθεωρήθη», ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ νομάρχου ἢ τοῦ ἐπάρχου, ἡ διαταγὴ αὕτη οὐδὲν εἶχε κῦρος. Θέλομεν νὰ μάθωμεν ἐὰν ᾖναι ἀληθὴς ἡ θεωρία σας, ὅτι πρέπει νὰ κηρύξωμεν κατηργημένα τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τὰ κηρύσσοντα τὴν κατοικίαν τοῦ πολίτου ἄσυλον καὶ τὴν προσωπικήν του ἐλευθερίαν ἀπαραβίαστον, ἂν ἔχωσιν ἢ ὄχι ἰσχὺν, ἢ ἂν ἐξ ἐναντίας ἀμφότερα ὑπόκεινται ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τοῦ βουνεύρου καὶ τῶν ῥαβδισμῶν τοῦ χωροφύλακος. Ὅσα ἀνέφερον περὶ τῆς διοικήσεώς σας εἰδικῶς καὶ ῥητῶς ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ὁ κ. Κατσικόπουλος καὶ ἕτεροι, ὅσα ἄλλα θὰ προσθέσωσιν ἄλλοι, ὅσα ἄλλα γνωρίζετε πάντες ὅτι συνέβησαν εἰς τὰς ἐπαρχίας, δὲν ἀρκοῦσι νὰ πείσωσι τὴν Βουλὴν ὅτι ὀφείλει νὰ συστήσῃ ἐπιτροπὴν ἵνα ἐξετάσῃ καὶ ἐπ’ αὐτῶν φέρῃ ἡ Βουλὴ οἱανδήποτε ἀπόφασιν, καὶ νὰ εἴπῃ ἂν τοιουτοτρόπως θὰ διοικῆται ἡ Ἑλλάς, ἂν αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον δυνάμεθα νὰ διοικηθῶμεν, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου τὴν ἀγαθὴν διοίκησιν θὰ συστήσωμεν; Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα ἐγίνοντο εἴς τινας ἐπαρχίας γνωστὰς καὶ διά τινας μερίδας, εἰς ἄλλας τί βλέπετε; ἠκούσαμεν ἐδῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καταγγελλόμενον ἀπὸ ἀξιότιμον συνάδελφον ὅτι ἐδῶ, ἐν τῇ πρωτευούσῃ, εἰσήρχετο εἰς τὸ γραφεῖον ὑπουργοῦ κατάδικος εἰς ἑπταετῆ εἱρκτὴν καὶ τὸν ἐπεσκέπτετο. Γινώσκω ὅτι ἐντεῦθεν, ἐκ τῆς πρωτευούσης, Μαυρομάτης τις, κατάδικος, μετεφέρθη δῆθεν εἰς τὰς φυλακὰς Σύρου, ἀλλ’ ἐκεῖθεν εὑρέθη εἰς Κέαν, ἵνα λάβῃ μέρος εἰς τὰς δημοτικὰς ἐκλογάς. Γνωρίζετε ὅτι Τσιπιανίτης τις, κατάδικος εἰς τρία ἔτη, ὑπηρετεῖ ἐλεύθερος εἰς τὴν οἰκίαν εἰσαγγελέως, καὶ μὲ ἐρωτᾶτε ποῦ; ἀλλὰ τὸ παρασιωπῶ, καὶ ὑπὸ ποίαν κυβέρνησιν; ὑπὸ κυβέρνησιν, ἥτις ἐκαυχήθη ὅτι συνέλαβε τοὺς φυγοδίκους καὶ ἔκλεισεν εἰς τὰς φυλακὰς τοὺς περιφερομένους εἰς τὸν δρόμον καταδίκους. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς; διὰ τοῦτο ὀφείλετε νὰ παραδεχθῆτε τὴν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν, νὰ βεβαιωθῶμεν ἐκεῖθεν. Γνωρίζω ὅτι Κολιαντοῦρός τις, ἕτερος κατάδικος δεκαοκτὼ μηνῶν, ὑπηρετεῖ παρὰ γραμματεῖ Νομάρχου, μὴ μοῦ ζητεῖτε νὰ σᾶς εἴπω περισσότερον, διότι θέλω νὰ ὑποθέσω ὅτι δὲν εἶναι ἀληθές.
§97ΤΙΝΕΣ. Εἴπατε.
§98ΕΤΕΡΟΙ. Ζητοῦμεν νὰ ἴδωμεν ἂν ᾖναι ἀληθές.
§99ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σᾶς εἶπα τὰ ὀνόματα τῶν καταδίκων, Τσιπιανίτης τις καὶ Κολιαντοῦρος· καὶ ἐνῷ οἱ μὲν ἀφίνοντο ἐλεύθεροι, ἄλλοι ἀπέθνησκον εἰς τὰς φυλακὰς ἀπὸ φθίσιν καὶ δὲν τοὺς ἐπιτρέπουν νὰ μεταφερθῶσιν εἰς τὸ πολιτικὸν νοσοκομεῖον ἵνα νοσηλευθῶσι. Γνωρίζετε, ὅτι κατάδικοι τῆς Παρνασσίδος ἢ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ τῆς Παρνασσίδος οὐδαμῶς εἰς τὰς φυλακὰς ἐκλείοντο. Αἱ ἀρχαὶ τοῦ τόπου ἔκαμον περὶ τούτου ἔγγραφον εἰς τὸν εἰσαγγελέα. Ἠκούσατε δὲ ἀπὸ τοῦ βήματος ὅτι ἀντεισαγγελεύων ἐκεῖ ὁ υἱὸς τοῦ κ. Δρόσου, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀνεχθῇ τὴν τοιαύτην κατάστασιν, συνέλαβε τὸν παρὰ τῷ ἐπάρχῳ ὑπηρετοῦντα κατάδικον καὶ κατεμήνυσε τὸν ἔπαρχον, ἀλλὰ ἠκούσατε ὅτι τὴν ἐπιοῦσαν ὁ εἰσαγγελεὺς ἠκύρωσε τὴν καταμήνυσιν, λόγῳ ὅτι οἱ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι εἶναι ἀνεξέλεγκτοι. Καὶ ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ Παρνασσίδος, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ συνάδελφος κ. Κεχαγιᾶς νὰ συμπληρώσω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας περὶ Παρνασσίδος ἔδωκε προχθές. Ὁ δήμαρχος, περὶ οὗ ἐλάλησεν ὁ κ. Κεχαγιᾶς, κατεδίωκε τὸν ζητούμενον φυγόδικον, καὶ μὴ δυνάμενος νὰ τὸν συλλάβῃ ἀνεφέρθη εἰς τὰς ἄλλας ἀρχὰς, διότι τοῦ εἶχε φονεύσει ὁ φυγόδικος οὗτος τὸν κλητῆρά του, ἠπείλει νὰ τοῦ φονεύσῃ τὰ τέκνα του καὶ ἐπυροβόλησε κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ του. Πρὶν ἢ οἱ ὑπηρέται τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν ἔπαρχον εἰσέλθωσιν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ δημάρχου μετὰ τοῦ φυγοδίκου, τὸν ὁποῖον δῆθεν ἐκεῖ εὗρον, καὶ πράξωσιν ὅσα σᾶς εἶπεν ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ὁ κ. Ὀρεινός, (ἂν ἐνθυμοῦμαι τὸ ὄνομα) πρωτοδίκης τίμιος καὶ ἀνεξάρτητος, ἀντεισαγγελεύων τότε, προσεκάλεσέ τινα καὶ τοῦ εἶπεν· «εἶσαι φίλος τῆς κυβερνήσεως, δὲν πρέπει νὰ προστατεύητε τοὺς φυγοδίκους.» Θέλομεν φέρει τὸν ἕνα φυγόδικον, εἶπεν εἰς τὸν εἰσαγγελέα, ἂν μοὶ ὑποσχεθῇς ὅτι δὲν τὸν προφυλακίζῃς, διὰ τὸν ἄλλον (τὸν διωκόμενον ὑπὸ τοῦ δημάρχου), θ’ ἀκούσῃς εἰς ὀλίγας ἡμέρας πανηγύρι. Ὅταν δὲ ἔγεινεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπεν ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ὅταν δηλ. εἰσῆλθον εἰς τοῦ δημάρχου καὶ μαζῆ μὲ τοὺς ἐθνοφύλακας εἰσήγαγον τὸν φυγόδικον καὶ ἔδειραν τὸν δήμαρχον καὶ ἔπραξαν ὅσα ἠκούσατε εἰς τὴν οἰκίαν του, καὶ πρὸς ἐπίμετρον ἐζήτησαν τὴν παῦσίν του, τότε ὁ τίμιος ἐκεῖνος ἀντεισαγγελεὺς διὰ τῆς ὑπογραφῆς του ἐδημοσίευσεν ὅτι ὁ δήμαρχος ἦτον ἀθῶος, ὅτι ὅσα συνέβησαν ἦσαν σκευωρία, καὶ ὅτι τοῦτο ἦτο γνωστὸν εἰς αὐτόν.
§100ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἐπαύθη ὁ δήμαρχος.
§101ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τηλεγραφικῶς ἀνεστάλη ἡ παῦσίς του. Γνωρίζω ὅτι εἰς ἄλλην ἐπαρχίαν φυγόδικοι, καταδιωκόμενοι ἐπὶ λῃστείᾳ, περιεφέροντο ἐλευθέρως καὶ ἐψήφιζαν κατὰ τὴν τελευταίαν ἐκλογήν· ὅτι ἄλλοι, ἐπίσης καταδιωκόμενοι κατὰ τῶν ὁποίων εἶχον ἐκδοθῆ βουλεύματα, καὶ ἐκεῖνοι ἐπίσης περιεφέροντο ἐλεύθεροι· ὅτι εἷς καταδικασθεὶς μὲ δύω ἀποφάσεις, τῆς 6 Σεπτεμβρίου 1872 καὶ ἑτέρας τῆς 10 Μαΐου, μὲ τὴν πρώτην δι’ ἀφαίρεσιν κατασχεθέντων, μὲ τὴν δευτέραν ἐπὶ ἀντιστάσει, εἶναι δημογραμματεὺς τοῦ δήμου Καρυᾶς τῆς νήσου Λευκάδος, διότι ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα νῦν σᾶς λέγω εἰς τὸν δῆμον τοῦτον συμβαίνουσιν. Οὐδαμῶς δὲ ἀμφιβάλλω, ὅτι οὐ μόνον ὁ ἀντιπρόσωπος Λευκάδος κ. Βαλαωρίτης, ὁ ὁποῖος πρὸ μικροῦ ἐζήτησε νὰ ἐγγραφῇ ἵνα λάβῃ τὸν λόγον, ἀλλὰ καὶ οἱ δύω ἄλλοι βουλευταὶ Λευκάδος θέλουν ζητήσει καὶ αὐτοὶ τὸν λόγον καὶ θέλουν ἀναβῆ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ζητήσουν τὴν κατάπαυσιν τῆς καταστάσεως ταύτης ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ πατρίδι των· δὲν θέλουν ἀνεχθῆ βεβαίως ἄνθρωπον, ἔχοντα δύω ἀποφάσεις κατ’ αὐτοῦ, νὰ ἐνεργῇ τὴν ὑπηρεσίαν ὡς δημογραμματεὺς, ὡς ἐπίσης δὲν θέλουν ἀνεχθῆ λησταὶ νὰ περιφέρωνται ἐλεύθεροι νὰ ψηφίζουν, ὡς ἐψήφισαν εἰς τὰς τελευταίας ἐκλογὰς, τόσον περισσότερον καθόσον οἱ τόποι ἐκεῖνοι, αἱ νῆσοι ἐκεῖναι, δὲν εἶναι συνειθισμέναι εἰς τοιαῦτα θεάματα. Δὲν πιστεύω νὰ μὴν ἦναι ἀκριβεῖς αἱ πληροφορίαι μου, διότι ἡ σημείωσις, τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ τῶν γεγονότων τούτων εἶναι ἀπὸ τῆς χειρὸς ἀνδρὸς..........
§102ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Κύριε Λομβάρδε....
§103ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶναι ἀπὸ τῆς χειρὸς ἀνδρὸς, τοῦ ὁποίου ἀφοῦ σᾶς δείξω καὶ τὸ γράψιμον καὶ σᾶς εἴπω τὸ ὄνομά του, θὰ ὁμολογήσητε ὅτι δὲν εἶναι ἄνθρωπος νὰ παραμορφώσῃ τὴν ἀλήθειαν.
§104ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Διὰ τὸν γραμματέα.
§105ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἰδοὺ, ὀνομάζεται Βασίλειος Ἀραβανῆς ποτὲ Σπυρίδωνος, ἀπόφασις 6 7βρίου 1872 καὶ 13 Μαΐου 1872.
§106ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Γραμματεὺς τοῦ δήμου εἶναι αὐτός;
§107ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μάλιστα.
§108ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Καὶ τὶ εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις ἔχει, ἀφοῦ εἶναι γραμματεὺς τοῦ δημάρχου;
§109ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν κατηγορῶ τὴν κυβέρνησιν ὅτι τὸν διώρισε γραμματέα δημάρχου, δὲν ἐσκόπευον νὰ ἐλέγξω τὴν κυβέρνησιν διὰ τὸν διορισμὸν τοῦτον. Λαλῶ περὶ τῆς συλλήψεως φυγοδίκων καὶ καταδίκων καὶ λέγω ὅτι ἐνῷ πολλὰ ἄλλα τοιαῦτα, οἷα διηγοῦμαι, συνέβησαν καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας καὶ ἐδῶ εἰς τὰς Ἀθήνας, ἔμαθον καὶ τοῦτο ὅτι συνέβη ἐκεῖ, κατάδικος, μὲ δύω ἀποφάσεις, δὲν εἶναι εἰς τὰς φυλακὰς, ἀλλὰ ἐνεργεῖ ἐλευθέρως ὡς δημογραμματεὺς τοῦ δήμου Καρυᾶς.
§110ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διατί καὶ αὐτὸς ὁ δήμαρχος, ἀφοῦ εἶχεν αὐτὸν ὡς γραμματέα, δὲν παύεται;
§111ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἵνα δὲ κερδήσωμεν μίαν ψῆφον, φίλοι συνάδελφοι, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν Παρνασσίδα καὶ νὰ εἴπω εἰς τὸν βουλευτὴν Κορινθίας κ. Δημητριάδην, ὁ ὁποῖος μᾶς ὑπεσχέθη ὅτι ἐὰν ὁ Λαΐνης ἀπεπέμφθη ἀπὸ τὸ ἐπαρχιακὸν συμβούλιον, καὶ ἀπεπέμφθη συνεπείᾳ ἀποφάσεως τοῦ ὑπουργείου, θέλει ψηφίσει μαζῆ μας. Τὸν παρακαλῶ νὰ λάβῃ τὸν κόπον νὰ μεταβῇ εἰς τὸ ἐπὶ τῶν δημοτικῶν τμῆμα τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν κ. Εὐκλείδην, τμηματάρχην, τὰ ἔγγραφα, καὶ θὰ ἴδῃ ὅτι ὁ δῆμος Μυωνίας ἐξέλεγε πάντοτε δύω ἐπαρχιακοὺς συμβούλους, ὅτι ὁ προκάτοχος τοῦ νῦν ἐπάρχου ἐπροκήρυξε τὴν ἐκλογὴν ἑνὸς, ὅτι ὁ νῦν ἔπαρχος διαβιβάζων εἰς τὴν νομαρχίαν τὰ ἔγγραφα τῆς ἐκλογῆς, λέγει, λάθος ἦτο τοῦ προκατόχου μου νὰ προκηρύξῃ ἕνα, διότι αὐτὸς ὁ δῆμος ἐξέλεγε πάντοτε δύω. Ἐπεκυρώθη ἡ ἐκλογὴ, συνῆλθον οἱ ἐπαρχιακοὶ σύμβουλοι πρὸς ἐκλογὴν τοῦ προέδρου, καὶ ὅπως ἐπιτύχωσι τὴν πλειοψηφίαν, ὁ Λαΐνης, τοῦ ὁποίου ἡ ἐκλογὴ ἦτον ἐπικυρωμένη, ἀπεβλήθη.
§112ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐπεκυρώθη ἡ ἐκλογὴ διὰ δύω ἢ δι’ ἕνα;
§113ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Διὰ δύω.
§114ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Νὰ ἔλθουν τὰ ἔγγραφα ἐδῶ.
§115ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπεκυρώθη, κ. Δημητριάδη, διὰ δύω.
§116ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δι’ ἕνα· ἐὰν δὲ διὰ δύω, τότε ἔχετε τὴν ψῆφόν μου.
§117ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὅταν λοιπὸν ἐπεκυρώθη διὰ δύω, τότε θὰ ἦσθε σύμφωνος διὰ τὴν ἐπιτροπήν.
§118ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὅταν ἔχωμεν τὰ ἔγγραφα, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ἐπιτροπῆς.
§119ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶναι ἀναγκαία ἡ ἐπιτροπὴ, κ. Δημητριάδη, διὰ νὰ φέρῃ τὸ συμπέρασμά της ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι ἡ κυβέρνησις, ἥτις βλέπει τὰ ὄργανα τὰ ὑποδεέστερα ὅτι πράττουν τὰ τοιαῦτα, καὶ ὄχι μόνον δὲν τὰ τιμωρεῖ ἀλλὰ καὶ τὰ ἐνθαῤῥύνει, δὲν πρέπει νὰ δώσῃ λόγον τῶν πράξεών της; Ἀντικοινοβουλευτικῶς ἤλθατε, ἀντικοινοβουλευτικῶς ἐμείνατε εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ ὅπως δύναμίν τινα ἀντλήσητε, παρεβιάσατε τὰ δικαιώματα, περὶ ὧν ἐγγυᾶται τὸ Σύνταγμα, τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι, καὶ προσεβάλετε τὰ ἄτομα διὰ κακώσεων καὶ διὰ τῆς στερήσεως τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας. Δὲν ἦσαν ἔνοχοι εἰς τίποτε οἱ φοιτηταί, δὲν εὑρέθησαν μεταξὺ των ἔνοπλοι, δὲν συνεμάχησαν μετὰ ταραξιῶν· οἱ φοιτηταὶ τὴν 10 9βρίου παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναγνώσω τὴν ἔκθεσιν ταύτην (δεικνύει ἔγγραφον) περιγράφουσαν ἐν συντόμῳ τὰ γεγονότα τὰ ἀφορῶντα τοὺς φοιτητὰς, διότι πρόκειται περὶ ἀντικειμένου λίαν σοβαροῦ, ὄχι μόνον διότι ἠθέλησαν νὰ ἐπιτεθῶσιν, ὡς ἐπετέθησαν, κατὰ τῆς μερίδος αὐτῆς τοῦ ἔθνους, ἥτις παριστᾷ τὴν ὅλην Ἑλλάδα ἐν ταῖς ἐλπίσιν αὐτῆς, ἀλλὰ προσεπάθησαν νὰ θέσωσι τοὺς φοιτητὰς καὶ ὑπὸ κατηγορίαν καὶ νὰ τοὺς καταδικάσωσιν ὡς ταραξίας, ἀποτυχόντες δὲ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἐπανέλαβον τὴν κατηγορίαν αὐτὴν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Ἐσεῖς τοὺς ἐνεθαῤῥύνατε τοὺς φοιτητάς, κύριοι πρώην ὑπουργοὶ, ἐσεῖς τοὺς ἐσπρώξατε, σεῖς οἵτινες ἠθελήσατε νὰ ἀποδώσητε αὐτὴν τὴν αἴτησιν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, σεῖς, διότι ἂν δὲν ἐσυμφωνούσατε μὲ τὴν ἰδέαν τῶν φοιτητῶν ὠφείλατε νὰ τοῖς τὸ εἴπητε εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς). (Ἀναγινώσκει). «Τὴν 10 Νοεμβρίου μετὰ τὸ μάθημα τοῦ κ. Σαριπόλου τινὲς τῶν φοιτητῶν ἐποίησαν τὴν ὑπὲρ τῆς φάλαγγος τοῦ Πανεπιστημίου διαδήλωσιν, διευθύνθησαν δὲ παρὰ τῇ Καπνικαρέᾳ, παρεμβάσης ἀστυνομικῆς δυνάμεως καὶ κακοποισάσης αὐτούς. Τὴν 11, Κυριακὴν, 5 ἢ 6 φοιτηταὶ ἐπορεύθησαν εἰς τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ὅστις ὑπεδέξατο αὐτοὺς προσηνέστατα, καὶ τοὺς διεβεβαίωσεν ὅτι θέλει πραγματοποιήσει τὴν αἴτησίν των ἂν νομίμως γείνῃ· τί τοὺς λέγουν μὲ τοῦτο;
§120ΧΑΛΙΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τί εἶναι αὐτό;
§121ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶναι ἔκθεσις, τὴν ὁποίαν ἀναγιγνώσκω, ἐπειδὴ εἶναι πιστὴ ἀφήγησις τῶν γεγονότων.
§122ΧΑΛΙΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐπίσημον ἔγγραφον;
§123ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὄχι. Εἶναι καὶ ἓν ἄλλο ἐπίσημον, τὸ ὁποῖον θὰ τὸ ἀναγνώσω κατόπιν. «Τὴν 12 πολλοὶ φοιτηταὶ ὡμίλησαν ἐν συναθροίσει πρὸ τοῦ Πανεπιστημίου, ἀποδοκιμάζοντες οὐ μόνον τὴν διαγωγὴν τῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ καὶ τοὺς ὀλίγους φοιτητὰς τοὺς διενεργήσαντας τὴν διαδήλωσιν. (Οἱ ὁμιλήσαντες καὶ ἀποδοκιμάσαντες τὴν διαδήλωσιν ἦταν οἱ κκ. Π. Ζερβουλάκος, Δ. Στουρνάρας, Μουντζουρίδης κλπ.) Ἀλλ’ ἐνῷ διελύοντο, ἐπετέθη κατ’ αὐτῶν ἀστυνομικὴ δύναμις, ὑπερέβη ξιφήρης τὸν περίβολον τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ ἔχουσα συνεπίκουρον σῶμα χωροφυλάκων καὶ πυροσβεστῶν μετὰ τῶν ὑδραντλιῶν των, κατέκλεισε καὶ κατεπολιόρκησεν αὐτοὺς εἰς τὰ προπύλαια τοῦ Πανεπιστημίου. «Τὴν 15ην, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἀπεστάλη ὑπὸ τῆς Πρυτανείας εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἡ ἀναφορὰ τῶν φοιτητῶν ἄνευ συστάσεως, διότι ἔφερε μόνον 450 ὑπογραφάς. Ἡ δὲ Σύγκλητος παρῄνεσε τοὺς φοιτητὰς ἐν ἡσυχίᾳ καὶ νομιμότητι νὰ ἐνεργῶσι, διὰ νὰ ἐκπληρωθῇ ἡ αἴτησίς των.
§124ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ δὲν ἐπιτρέπεται. Οἱ γραπτοὶ λόγοι ἀπαγορεύονται.
§125ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε Ἠλιόπουλε......
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λομβάρδος δὲν ἔχει ἀνάγκην γραπτῶν λόγων.
§127ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἠξεύρεις διὰ τί τὸ ἀναγινώσκω; διότι εἶναι μία ἀφήγησις τῶν γεγονότων παρ’ ἐνδιαφερομένων, καὶ δὲν θέλω ν’ ἀφήσω τίποτε. Τὴν 20 ὁ Πρύτανις καὶ ὁ γραμματεὺς τοῦ Πανεπιστημίου ἀνήγγειλον εἰς τοὺς φοιτητὰς, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὑπεσχέθη ὅτι ἐντὸς μικροῦ θὰ δώσῃ εὐχάριστον ἀπάντησιν. «Ἀλλ’ ὁ καιρὸς παρήρχετο καὶ ἡ ἀπάντησις δὲν ἐδίδετο· οἱ φοιτηταὶ ἐξαπέστειλαν ἐπιτροπὴν νὰ ἐρωτήσῃ περὶ τούτου τὴν σύγκλητον· ἡ σύγκλητος ἀπήντησεν αὐτοῖς ὅτι τὴν ἀναφορὰν τὴν συνέστησαν εἰς τὸ ὑπουργεῖον ὡς νόμιμον καθ’ ὅλα. Οἱ φοιτηταὶ τότε ἐξεπέστειλαν ἐπιτροπὴν εἰς τὸ ὑπουργεῖον· ὁ κ. Καλλιφρονᾶς εἶπεν αὐτῇ ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν ἔσπευσεν εἰς παραδοχὴν τῆς αἰτήσεώς των, ὅπως μὴ φανῇ ἐκ δημοκοπίας τοῦτο πράττουσα, καὶ ἐπειδὴ προσέτι εἶχεν ἀμφιβολίας τινὰς περὶ τῆς ἰσχύος τοῦ περὶ φάλαγγος νόμου, ἐζήτησε τὴν γνώμην 4 νομομαθῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ μετὰ τὴν εὐχάριστον τούτων ἀπάντησιν προθύμως θὰ συστήσῃ τὴν φάλαγγα. «Μετὰ τὴν εὐχάριστον τῶν νομομαθῶν ἀπάντησιν ἡ ἐπιτροπὴ καὶ πάλιν ἐπεσκέφθη τὸν κ. ὑπουργὸν, ἔμαθε δὲ τέλος παρ’ αὐτοῦ μετὰ πολλὰς ὑπεκφυγὰς καὶ ἀναβολὰς, ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν θὰ συστήσῃ τὴν φάλαγγα, διότι ἔχει ἀμφιβολίας περὶ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου, καὶ περὶ τούτου θὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην, ὄχι πλέον ἐπιτροπῆς νομομαθῶν, ἀλλὰ τῆς Βουλῆς. «Οἱ φοιτηταὶ, μαθόντες πλέον τὴν ὁριστικὴν τῆς κυβερνήσεως γνώμην, ἀπεφάσισαν νὰ συντάξωσιν ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλὴν, δι’ ἧς νὰ καταγγείλωσι τὴν κυβέρνησιν διὰ τὴν πρὸς αὐτοὺς διαγωγήν της. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην συνεζήτησαν καὶ παρεδέχθησαν οἱ φοιτηταὶ ἐν συναθροίσει πρὸ τοῦ Πανεπιστημίου τὴν 11ην Δεκεμβρίου· ἐνῷ δὲ ἀπήρχετο ἕκαστος εἰς τὰ ἴδια, μετὰ τὸ τέλος τῆς συναθροίσεως ἔφιπποι χωροφύλακες, εὔζωνοι καὶ ἀστυν. κλητῆρες ἐπέπεσαν κατ’ αὐτῶν παρὰ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, χωρὶς νὰ τοὺς προσάξωσι προηγουμένως νὰ διαλυθῶσι, (καὶ ὅτι δὲν τοὺς ἐπρόσταξαν, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ διαλυθῶσι, τὸ βεβαιοῖ τὸ βούλευμα τοῦ δικαστηρίου) καὶ διὰ λίθων, ξύλων καὶ τῶν ξιφῶν των ἐπάταξαν αὐτοὺς καὶ τοὺς κατεδίωξαν εἰς πάσας τὰς ὁδοὺς τῆς πόλεως, τύπτοντες καὶ τοὺς παρατυγχάνοντας διαβάτας, ἐξέβαλον δ’ αὐτοὺς μεθ’ ὕβρεων βαναυσοτάτων καὶ ῥαβδισμῶν καὶ ἐκ ζαχαροπλαστείων καὶ καφενείων μετὰ πάντων τῶν ἄλλων παρακαθημένων· (νομίζω, ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν προσβολὴν ἐκτυπήθη καὶ ὁ ἱερεὺς τῆς Α. Μ.). «Τὴν 13 συνῆλθον περὶ τὴν 3–4 μ. μ. ἐν τῇ πλατείᾳ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ὑπέγραφον τὴν ἀναφορὰν καὶ ὡμίλουν κατὰ τῆς παρανόμου ἐπιθέσεως τῆς 11ης, ὅτε αἴφνης βλέπουσι μακρόθεν ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐρχομένους δρομαίους κατ’ αὐτῶν κλητῆρας καὶ εὐζώνους ξιφήρεις, ἐνῷ ταὐτοχρόνως περιεκύκλωσαν αὐτοὺς ἔφιπποι χωροφύλακες, ὅπως μὴ τοῖς ἀφήσωσι μέρος διὰ νὰ φύγωσιν. Ἡ σκηνὴ αὕτη εἶναι γνωστή. Συνελήφθησαν δὲ 31 καὶ ἀπήχθησαν εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ Γκαρπολᾶ· ἀπελύθησαν δὲ τὴν αὐτὴν τῆς συλλήψεως νύκτα, χωρὶς προηγουμένην ἀνάκρισιν, οἱ κατὰ λάθος συλληφθέντες ὑπουργικοὶ, Πετραλιᾶς, υἱὸς τοῦ βουλευτοῦ, καὶ Ζυγομαλᾶς.» «Σημειωτέον ὅτι μεταξὺ τῶν συλληφθέντων εἷς μόνον εἶχεν ὅπλον.» Καὶ περὶ τούτου τοῦ ἑνὸς τὸ βούλευμα τοῦ δικαστηρίου λέγει, ὅτι τὸ ὅπλον του τὸ ἔφερε διὰ αἰτίας ἀτομικὰς κατ’ ἄλλων, καθὼς τὸ ἐπεμαρτύρησε καὶ ὁ ὑπαστυνόμος σας. Δὲν εἶχε λοιπὸν εἰμὴ εἷς μόνος φοιτητὴς ὅπλον, διὰ νὰ ἀναποδογυρίσῃ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ αὐτὸ τὸ βούλευμα σᾶς τὸ βεβαιοῖ. Τὴν σκηνὴν τῆς ἑνδεκάτης ὁ βουλευτὴς Μεσσήνης κ. Κουμουνδοῦρος συμπαρέβαλε πρὸς τὴν σκηνὴν τοῦ Γαρδικίου· ἦτον ὑπερβολικὴ ἡ παραβολὴ, εἶπαν, ἠθέλησεν ἀδίκως νὰ προσβάλῃ τοιουτοτρόπως τὴν πεσοῦσαν κυβέρνησιν. Ὁ δὲ κ. Μακρῆς ἐπρόσθεσεν, ὅτι τὸ Γαρδίκι περιεζώσθη ὅλον ἀπὸ ἐνόπλους, οἵτινες ἐφόνευσαν ὅλους τοὺς εἰς τὴν μάνδραν κλεισθέντας Γαρδικιώτας, καὶ ὅτι τοιοῦτόν τι κατὰ τὴν προσβολὴν τῆς 11 δὲν συνέβη εἰς τοὺς φοιτητάς. Ὅταν τοιουτοτρόπως τὴν τοιαύτην παραβίασιν τοῦ ἱερωτέρου δικαιώματος εἰς τὰ ἱερώτερα ἀντικείμενα εἰρωνεύωνται, μὴ ἀμφιβάλλετε ὅτι ἐὰν ἀφήσητε τὴν παραβίασιν ἀτιμώρητον, θέλετε γείνει θεαταὶ ἴσως πραγματικῆς σκηνῆς τοῦ Γαρδικίου, καὶ τότε θὰ σᾶς εἴπωσιν ὅτι ἡ παρομοίωσις εἶναι ἐντελής. Τὸ βούλευμα τοῦ δικαστηρίου εἶναι ἐδῶ, ἵνα σᾶς ἀποδείξῃ ὅτι ὅσα ἠθέλησαν νὰ ὑποστηρίξωσιν ἐδῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅπως προσβάλωσι τὴν τιμὴν τῶν φοιτητῶν, ἦσαν ὅλα ψευδῆ. Δὲν ὑπεκινήθησαν ἀπὸ κἀνένα· σεῖς τοὺς ἐνεθαῤῥύνατε. Δὲν ἐφώναξαν ἐναντίον σας· τὸ βούλευμα εἶναι ἐδῶ καὶ τὸ ἀναιρεῖ. Δὲν εἶχον ὅπλα. Εἷς μόνον εὑρέθη μὲ ὅπλον, καὶ τὸ βούλευμα σᾶς λέγει διατί τὸ ἔφερε ὑπὸ τὴν μαρτυρίαν τοῦ ὑπαστυνόμου σας. Τοὺς ἐκλείσατε εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ μετὰ ταῦτα, (τὸ λέγομεν, διότι ζητοῦμεν ἀνάκρισιν ἐπὶ τούτου) καὶ μετὰ ταῦτα ἐπροσπάθησεν ἡ ἐξουσία νὰ ἐπηρεάσῃ τὸ δικαστήριον, ὅπως ἀπόφασιν καταδικαστικὴν κατὰ τῶν φοιτητῶν ἐκδώσῃ. Δὲν ἔχομεν τὰς ἀποδείξεις σήμερον ἀνὰ χεῖρας, ὅπως ἀμέσως τὰς καταθέσωμεν εἰς τὴν Βουλήν· δὲν δυνάμεθα νὰ τὰ ἀποδείξωμεν, ἀλλ’ ἡ ἀνακριτικὴ αὕτη ἐπιτροπὴ, ἥτις θὰ συστηθῇ, θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀποδείξεις καὶ θέλει ἀποδειχθῆ ἡ ἀλήθεια. Ἐπίσης εἰς τὴν ἐπιτροπὴν θέλουν κατατεθῆ τὰ γεγονότα καὶ θέλει ἀποδειχθῆ ἐὰν ᾖναι ψευδῆ τὰ τοιαῦτα. Ὀφείλετε σεῖς μάλιστα νὰ ζητήσητε τὴν ἀνάκρισιν, ἂν αἰσθάνησθε ὑμᾶς αὐτοὺς ἀθώους, ὅπως μὴ μείνῃ τοιαύτη κηλὶς ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλληνικῆς, ὅτι καὶ αὐτὰ τὰ δικαστήρια, ἐντὸς αὐτῆς τῆς πρωτευούσης, ζητεῖ νὰ τὰ ἐπηρεάσῃ διὰ τὰ συμφέροντά της, ἢ (ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, διότι σεῖς τὴν μετεχειρίσθητε δι’ ἡμᾶς,) διὰ τὰ πάθη της. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο μόνον, τὸ ὁποῖον ἐπιβαρύνει τὴν διοίκησιν; πόσα δὲν ἠκούσαμεν περὶ παραχωρήσεως μεταλλείων! εἶναι ἀληθῆ; εἶναι ψευδῆ; ἔχομεν καθεὶς ἐνώπιόν μας πράγματα, τὰ ὁποῖα πλέον παρὰ ἐνδείξεις εἶναι· ζητοῦμεν ν’ ἀνακρίνωμεν καὶ ἐξετάσωμεν, καὶ εὐχόμεθα νὰ μὴ ἀποδειχθῶσιν ἀληθῆ· ἀλλ’ ἐὰν ᾖναι ἀληθῆ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν, ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ θέσῃ ἕνα φραγμόν. Δὲν τὸ διαβεβαιῶ ἀπὸ τοῦ βήματος, τὸ λέγω ἁπλῶς, τὸ λέγω ἵνα δείξω, ὅτι εἶναι ἐν τῷ συμφέροντι αὐτῶν τῶν κυρίων ὑπουργῶν νὰ συστηθῇ ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ, διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὰ τοιαῦτα, καὶ ἐὰν ᾖναι τῳόντι ἀθῶοι, ἔχουν συμφέρον ν’ ἀποδειχθῇ τοῦτο. Λέγουν, ὅτι ἐγένετο διαρπαγὴ δημοσίου πλούτου, ὅτι κτήματα ὑπαγόμενα εἰς ὑποθήκην ἀπέναντι τοῦ δημοσίου, διὰ μεγάλας ὁπωσοῦν ποσότητας, ἀπηλλάγησαν τῆς ἐγγραφῆς συνεπεία ἀποφάσεως, ἂς τὸ εἴπω, ἐνδιαφερομένων. Θέλομεν νὰ ἐξετάσωμεν λοιπὸν ἐὰν καὶ ταῦτα ᾖναι ἀληθῆ· ὀφείλομεν νὰ τὰ σταματήσωμεν, διὰ νὰ μὴ προβῶσι περισσότερον. Ἐπομένως εἰς τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα οἱ προαγορεύσαντες ἐσημείωσαν, διερμηνεύοντες τὴν πρότασίν μας, προτείνω καὶ ἐγὼ ἕτερον, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ θὰ ἐξετάσῃ τὰ τῆς διοικήσεως ἰδίως ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα εἶπα πρὸ ὀλίγου.
§128ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίαν διοίκησιν ἐννοεῖτε;
§129ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὴν διοίκησιν ἐν γένει, καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὰ μεταβατικὰ ἀποσπάσματα, καθόσον ἀποβλέπει τὴν διοίκησιν τῶν νομαρχῶν καὶ ἐπάρχων σας, καθόσον ἀποβλέπει τὴν διαγωγὴν τῆς διοικήσεώς σας εἰς τὴν παραβίασιν τοῦ δικαιώματος τοῦ συνέρχεσθαι καὶ τὴν προσβολὴν τῶν φοιτητῶν, τὴν διοίκησιν καθόσον ἀποβλέπει τὴν παραβίασιν τοῦ δικαιώματος τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, τὴν διοίκησιν καθόσον ἀποβλέπει τὴν διαχείρισιν τοῦ δημοσίου πλούτου, καὶ τοιοῦτος βεβαίως εἶναι καὶ τὰ μεταλλεῖα. Ἀλλὰ ἀντικοινοβουλευτικῶς ἤλθατε, ἀντικοινοβουλευτικῶς ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ἐμείνατε καὶ ἀντικοινοβουλευτικῶς ἐπροσπαθήσατε νὰ διατηρηθῆτε, δι’ αὐτῶν ἀκόμη τῶν δικαστηρίων, ἵνα θάῤῥος εἰς τοὺς φίλους σας ἐμπνεύσητε, ἀποθάῤῥυνσιν δὲ εἰς τοὺς ἐχθρούς σας ἐμποιήσητε. Λυπηρὸν, κύριοι, νὰ θέλῃ ἡ ἐξουσία νὰ ἐπιβάλληται εἰς τὰ δικαστήρια· δὲν θέλω νὰ εἴπω πολλὰ, ἀναφέρω μόνον ὅσα ἀρκοῦσι νὰ πείσωσι τὴν Βουλὴν, ὅτι εἶναι ὑπόχρεως νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν, καὶ ὅτι δὲν φέρεται ἡ πρότασις αὕτη ἀορίστως καὶ δὲν ὑποστηρίζεται ὡς πρότασις πάθους, ἀλλὰ βασίζεται εἰς γεγονότα, καὶ δὲν δύνανται νὰ μᾶς συμπαραβάλωσι πρὸς ἐκεῖνον, ὅστις παρουσιάζεται εἰς τὸν εἰσαγγελέα καὶ τοῦ λέγει· «ἐξέτασε τὴν διαγωγὴν τοῦ κ. Δηλιγιάννη καὶ Λομβάρδου διὰ νὰ ἴδῃς μήπως εὑρίσκῃς τι ἔγκλημα κατ’ αὐτῶν.» Εἶναι γεγονὸς ὅτι μετετέθη πρόεδρος, διότι δὲν ὑπήκουσεν εἰς τὰς ὁδηγίας, αἱ ὁποῖαι τῷ ἐδόθησαν· εἶναι γεγονὸς, ὅτι μετετέθη ἄλλος δικαστὴς, διότι δὲν ἤθελε πλέον νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸ δικαστήριον, τοῦ ὁποίου μέλος ἦτο, διότι αἱ ἀποφάσεις αἱ ποινικαὶ, τὰς ὁποίας ἐξέδιδε, δὲν ἐξετελοῦντο· εἶναι γεγονὸς, ὅτι δι’ ἐγγράφου του ἀποταθεὶς πρὸς τὸν πρόεδρόν του εἶπε, «στεῖλέ το, ἐὰν θέλῃς, εἰς τὸ ὑπουργεῖον, δὲν ἔρχομαι νὰ κάθημαι εἰς τὸ δικαστήριον νὰ καταδικάζω ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους τὸ ἀπόγευμα ἐξερχόμενος εἰς τὸν δρόμον καὶ εἰς τὸ καφφενεῖον ἀπαντῶ, καὶ μὲ περιγελῶσιν.» Εἶναι γεγονὸς, ὅτι διωρίσθη γραμματεὺς πρὸ 18 μηνῶν δικαστηρίου, ὅστις εἰς τὴν θέσιν του δὲν ἐπάτησεν, ὅστις εὑρίσκεται ἐδῶ ἐν Ἀθήναις, καὶ δὲν δύνασαι νὰ εἴπῃς, ἀξιότιμε ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι τοῦτο δὲν τὸ γνωρίζεις.
§130ΤΙΝΕΣ. Πρῴην.
§131ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πρῴην, μάλιστα. — Δὲν δύναται νὰ εἴπῃ ὁ ἀξιότιμος πρῴην ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτι δὲν γνωρίζει, διότι 18 συναπτοὺς μῆνας ὁ ἄνθρωπος οὗτος ὁ διορισθεὶς γραμματεὺς τοῦ δικαστηρίου Λευκάδος δὲν εἶναι εἰς τὴν θέσιν του, ἀλλ’ ἐδῶ εἰς τὴν πρωτεύουσαν καὶ περιδιαβάζει. Νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης διαχείρισίν σας, κ. ὑπουργὲ καὶ κκ. βουλευταὶ, ἐν τῷ συμφέροντι ὑμῶν καὶ ἡμῶν. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶναι μὲν σύγχρονος μὲ ἡμᾶς, οὔτε διαρκῶς ἐν τῷ βουλευτηρίῳ τούτῳ παρεστάθη, δὲν ἐλάβομεν τὴν εὐχαρίστησιν νὰ τὸν ἴδωμεν, εἰμὴ ἐσχάτως, ἀλλ’ εἶναι πολιτευόμενος· εἴμεθα πολιτευόμενοι, καὶ ὁ βίος τῶν πολιτευομένων ἐν Ἑλλάδι, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι νὰ καταναλίσκωσι τὸ ⅒ τοῦ βίου των ἐν τῇ συμπολιτεύσει καὶ τὰ 9/10 ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει. Καὶ θέλομεν νὰ ἔχωμεν τὴν ἐγγύησιν ὅτι τὸ ἀνεξάρτητον τῶν δικαστηρίων θὰ μᾶς προστατεύσῃ ἀντιπολιτευομένους ὄντας ἀπὸ τῶν ἀδίκων καθ’ ἡμῶν ἐπιθέσεων τῆς ἐξουσίας. Ζητῶ λοιπὸν νὰ προτεθῇ ἕτερον ἄρθρον εἰς τὴν πρότασιν, ἵνα ἐξετασθῇ ἡ διαγωγὴ τῆς κυβερνήσεως καθόσον ἀποβλέπει τὰ δικαστήρια. Ἀναφέρων ταῦτα, δὲν ἤθελα νὰ ἔλθω εἰς περισσότερα, δὲν ἤθελα νὰ θίξω ἄλλα γεγονότα, τὰ ὁποῖα πέρυσιν ἐνώπιόν σας συνεζητήθησαν περὶ ἄλλων δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα ἐκθέσεις ἀνωτέρων δικαστικῶν ὑπαλλήλων ὠνόμασαν σκάνδαλα. Ἀφίνω νὰ τὰ ἐξετάσῃ ἡ ἐπιτροπή σας. Καὶ ἐπειδὴ περὶ ὑπουργοῦ Δικαιοσύνης ὁ λόγος, δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν ὅτι προχθὲς ἐν τῷ γενικῷ κατηγορητηρίῳ ἁπάντων τῶν ὑπουργείων ἐφέρθη εἰς τὸ μέσον καὶ τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τοῦ 1867. Δὲν μιμοῦμαι τοὺς ἀντιπάλους μου, δὲν τοὺς λέγω ποῖον εἶναι αὐτὸ, διὰ τὸ ὁποῖον κατηγορεῖτε τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τοῦ 1867· τί ὡρισμένον φέρετε; Ἐνθυμεῖσθε τί εἶπαν; ἔχομεν ὑπονοίας ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσ. τοῦ 1867 ἔδωκεν ἐγγράφους διαταγὰς εἰς τὰ δικαστήρια νὰ πολιτευθῶσιν οὕτως ἢ οὕτως· ἐπειδὴ τοιαύτας ὑπονοίας ἔχομεν, ζητοῦμεν νὰ τεθῇ ὑπὸ ἀνάκρισιν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τοῦ 1867.
§132ΜΑΚΡΗΣ. Δὲν εἶναι αὐτὸ, ἀλλὰ κατήγγειλα ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἔμενεν ἁπλοῦς θεατὴς τῶν φρικωδεστέρων κακουργημάτων.
§133ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Αὐτὸ εἶναι; ἔστω.
§134ΜΑΚΡΗΣ. Δὲν εἶπα περὶ ὑπονοιῶν ἐγώ.
§135ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὅ,τι θέλετε. Ἰδοὺ, ἡ δικαστικὴ ἐξουσία μένει ἁπλοῦς θεατὴς τῶν κακουργημάτων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ὑπαινίττεσθε· ἔχομεν δὲ ὑπονοίας, εἴπετε, ὅτι τοῦτο δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ εἰμὴ συνεπεία διαταγῆς.
§136ΜΑΚΡΗΣ. Εἶπα ῥητῶς· ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι καθὼς ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, οὕτω καὶ ὑμεῖς ἐν γνώσει καὶ ἐκ προθέσεως ὅλων τῶν διαπραττομένων παρεβλέπετε νὰ γίνωνται ὅλα αὐτὰ τὰ φρικώδη ἐν γνώσει.
§137ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ ἔδιδα διαταγὰς, εἴπετε.
§138ΜΑΚΡΗΣ. Ὅτι οἱ εἰρηνοδίκαι ἐκ τοῦ Κραβασαρᾶ ἐπιέσθησαν νὰ γίνεται τὸ ψωμὶ λευκότερον, νὰ τὸ φέρουν εἰς τοὺς λῃστάς.
§139ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καλῶς· εἴπετε αὐτά. Ἀλλ’ ὅλα λοιπὸν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγει ὁ κ. Μακρῆς, μᾶς ἀποδεικνύουν γεγονότα ὡρισμένα, ἱκανὰ νὰ ὑποστηρίξουν μίαν πρότασιν ἀνακρίσεως κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ ἐκείνου, ὅστις οὐχὶ ἅπαξ, οὐχὶ δὶς καὶ τρὶς, καὶ περισσότερον ἴσως ἔδωκε πλατὺν λόγον τῶν πράξεών του ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου; Δὲν μιμοῦμαι ὅμως τοὺς ἀντιπάλους μας, νὰ τοὺς εἴπω, «δὲν εἶναι ὁ ἔρως πρὸς τὸν νόμον καὶ τὰς συνταγματικὰς ἐλευθερίας, ὅστις σᾶς κάμνει νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἀόριστον κατηγορίαν ταύτην, ἀλλὰ τὸ πάθος (ἐπαναλαμβάνω τὰς λέξεις σας κύριοι)· δὲν εἶναι ἡ ἐπιθυμία σας ἵνα ἀνυψώσητε τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, ἀλλὰ νὰ τὸ καταβιβάσητε, (θόρυβος) μὴ βιάζεσθε, κ. Μακρῆ, θὰ εὑρεθῶμεν σύμφωνοι· ἀλλὰ σεῖς αἰσθάνεσθε ὅτι τοσοῦτον σαθρὰ εἶναι ἡ πρότασίς σας, τοσοῦτον σαθρὰ τὰ ἐπιχειρήματά σας, ὥστε φοβεῖσαι μὴ πέσῃ· μὴ φοβῆσαι, σταμάτησον ὀλίγον, θὰ σὲ ὑποστηρίξω ἐγώ. Δὲν σᾶς λέγω τοῦτο λοιπὸν, κύριε Μακρῆ.
§140ΜΑΚΡΗΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
§141ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σᾶς λέγω κάτι τι ἄλλο· ἔχω τὴν πεποίθησιν ἐντός μου ὅτι τὴν ἀνατεθεῖσάν μοι τότε ἐξουσίαν διεχειρίσθην ὡς οἱ νόμοι τῆς πατρίδος ὑπηγόρευσαν· διεχειρίσθην ὡς οἱ νόμοι τῆς τιμιότητος ἀπαιτοῦσι, καὶ οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ᾖναι ἀπαραβίαστοι ἀπὸ τοὺς διαχειριζομένους τὴν ἀνωτάτην ἐξουσίαν τοῦ Κράτους. Μὴ ἀμφιβάλλετε λοιπὸν ὅτι καὶ σεῖς ἐὰν ἀποσύρητε τὴν πρότασίν σας ταύτην, κ. Μακρῆ, ἐγὼ θὰ τὴν ἀποδεχθῶ τὴν πρότασιν ταύτην. Θεωρεῖτε ἐπιτετραμμένον λοιπὸν καὶ φέρετε τοιαύτας προτάσεις ἐναντίον τῶν ἄλλων ὑπουργῶν τοῦ Κράτους, καὶ ὑποστηρίζετε, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἔρχωνται ὡρισμέναι κατηγορίαι ἀπὸ ἡμᾶς; Σᾶς λέγω λοιπὸν ἀμέσως νὰ σταματήσητε, ἵνα ἀποδειχθῇ ἂν αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγονται ᾖναι ἀληθῆ· ἐὰν ὁ κ. Μακρῆς ἀποσύρῃ τὴν πρότασιν, ἐγὼ, τὸ ἐπαναλαμβάνω, τὴν ἀναδέχομαι.
§142ΜΑΚΡΗΣ. Ὄχι.
§143ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ θὰ τὴν ἐπαναφέρω ἐγὼ, καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω θερμῶς, κύριοι βουλευταὶ, νὰ συστήσητε ἐπιτροπὴν ἀνακριτικὴν, ἥτις νὰ ἐξετάσῃ ἂν τοιαύτας διαταγὰς ἔδωκα ὄχι μόνον εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, (διότι ἐννοεῖ πολὺ καλὰ ὁ κ. Μακρῆς ὅτι ἐὰν τοιαῦται διαταγαὶ ἐδόθησαν, ὡς εἶπον, θὰ ἐδόθησαν προφορικῶς, ἢ ἂν ἐδόθησαν ἐγγράφως, τὰ ἀντίγραφα δὲν θὰ ὑπάρχωσιν ἐντὸς τοῦ ἀρχείου τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι θὰ ἐδόθησαν μυστικὰ δι’ ἰδιαιτέρων ἐπιστολῶν) ἀπαιτῶ λοιπὸν, καὶ ἀπὸ τὴν στιγμὴν ταύτην τὸ λέγω, ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ νὰ καλέσῃ ὁποῖον δήποτε δικαστικὸν πρόσωπον τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, (καὶ τὸ προκαλῶ καὶ ἐγὼ,) καὶ τὸ ἀπαλλάσσω ἀπὸ πάσης ὑποχρεώσεως ἐχεμυθίας, ἵνα εἴπῃ ἂν ποτε ἀμέσως ἢ ἐμμέσως τοιαύτας ὁδηγίας ἔδωκα (χειροκροτήματα).
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία εἰς τὸ ἀκροατήριον, κύριοι.
§145ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μὴ χειροκροτεῖτε, κύριοι, διότι ἠμπορεῖ αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγω τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ ᾖναι ῥητορικὰ ἁπλῶς σχήματα, διὰ νὰ ἀποφύγω τὴν ἐξέτασιν· νὰ χειροκροτήσητε ὅταν ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ συστηθῇ, ἐξετάσῃ καὶ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ταύτης τὸ ἐξαγόμενόν της (εὖγε εὖγε). Ἂς μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μακρῆς νὰ τῷ ἀναφέρω ἓν γεγονός· εἶναι περιττολογία, ἀλλὰ μὲ ὑποχρεοῖ αὐτός· ὅταν ἤμην ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὸ 1867 παρουσιάσθη ἐνώπιόν μου εἷς τῶν σημαντικωτέρων φίλων μας· εἶναι ἀποθαμμένος καὶ δὲν λέγω τὸ ὄνομά του· ἐνθυμεῖται τὸ γεγονὸς τοῦτο ἴσως ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἢ ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἢ ἄλλος τις, καὶ μοῦ ἐζήτησε νὰ γράψω εἰς τὸν εἰσαγγελέα τῆς ἐπαρχίας του καὶ τὸν ἐρωτήσω διατί δὲν συνελήφθη ὁ δεῖνα δήμαρχος, ὅστις κατηγορεῖτο, νομίζω, ἐπὶ φόνῳ καὶ ὅστις ἐφυγοδικοῦσεν ἐπὶ ἓν ἔτος. Τῷ εἶπα, φίλε, δὲν δύναμαι νὰ τὸ κάμω, διότι ἐὰν ἐγὼ τοιαύτην ἐρώτησιν ἀπευθύνω εἰς τὸν εἰσαγγελέα, θὰ τῷ δώσῳ νὰ ὑπονοήσῃ ὅτι ἐγὼ ἐνδιαφέρομαι. Ἀλλὰ μ’ ἀπαντᾷ· ὁ εἰσαγγελεὺς ἐκεῖνος ἐπὶ ἓν ἔτος δὲν ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν του καὶ ἀφίνει τὸν φυγόδικον νὰ περιφέρεται. Τῷ λέγω, δός μοι τὴν ἀπόδειξιν ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς ἠμπορεῖ νὰ συλλάβῃ τὸν φυγόδικον καὶ δὲν θέλει νὰ τὸ κάμῃ, καὶ ἐγὼ νὰ τὸν παύσω· ἀλλὰ ἐν ὅσῳ τὸν ἔχω εἰσαγγελέα, πρέπει νὰ ἔχω ὅλην τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτὸν καὶ τὴν ἐγγύησιν ὅτι εἰς τὴν ἐξάσκησιν τοῦ καθήκοντός του δὲν ἔχει νὰ φοβηθῇ τίποτε. Ἀπὸ ἐμὲ τὴν ἐξέτασιν, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε λοιπόν, κ. Μακρῆ, ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι θὰ ἐπιμείνω νὰ κάμετε, καὶ ἐὰν εὕρητέ τι, τὸ ὁποῖον νὰ ἀντιφάσκῃ πρὸς τὴν τοιαύτην οἵαν ἐξέθεσα διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία μοὶ ἦτον ἐμπιστευμένη, παραδέχομαι νὰ δεχθῶ ἀπ’ ἐσᾶς ὁποίαν δήποτε καταδίκην θελήσετε. Δὲν ἔχω δὲ κἀμμίαν ἀμφιβολίαν, καθόσον ἀποβλέπει τὴν διαχείρισίν του, ὅτι καὶ κ. Κεχαγιᾶς θέλει τὸ δεχθῆ.
§146ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Εἴμεθα σύμφωνοι τότε.
§147ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀντικοινοβουλευτικῶς ἤλθατε, ἀντικοινοβουλευτικῶς τὴν ἐξουσίαν διετηρήσατε, ἀντικοινοβουλευτικῶς ἐπροσπαθήσατε εἰς αὐτὴν νὰ μείνετε, κακῶς διαχειριζόμενοι τὴν ἐξουσίαν τὴν βασιλικὴν, τὴν ὁποίαν εἰς τὰς χεῖράς σας εἴχετε, καὶ τὴν διεχειρίσθητε διὰ νὰ ἐμπνεύσητε θάῤῥος εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι σᾶς ὑπεστήριζον, καὶ ν’ ἀποθαῤῥύνητε τοὺς ἀντιπάλους σας· ἰδίως καθόσον ἀποβλέπει τοὺς στρατιωτικοὺς, ἐνηργήσατε, ἂν ὄχι χιλιάδας, ἑκατοντάδας μεταθέσεων, ὅλας ἀδικαιολογήτους, ἀφῃρέσατε βαθμοὺς ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, ὅπως ἐμπνεύσητε τὸν τρόμον εἰς τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι τυχὸν ἤθελον ἀπειθήσει εἰς τὰς διαταγάς σας, προσεβάλετε κεκτημένα δικαιώματα τῶν ἀνωτέρων τούτων ἀξιωματικῶν, ἐδαπανήσατε εἰς μάτην τὰ χρήματα τοῦ δημοσίου, ὅπως τὰς μεταθέσεις ταύτας πραγματοποιήσητε χάριν τῶν φίλων σας τῶν πολιτικῶν. Ζητῶ λοιπὸν νὰ ἐξετασθῇ καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καθόσον ἀποβλέπει τὴν διαχείρισίν σας ἐπὶ τοῦ στρατοῦ, ἵνα φανῇ ἐὰν ἡ διαχείρισις αὕτη ἔφερε δαπάνην ἀναιτιολόγητον δημοσίων χρημάτων καὶ πρὸς βλάβην τοῦ στρατοῦ, ἐὰν ἡ διαχείρισις αὕτη ἔφερε τὴν ἀφαίρεσιν τῆς πολυτιμοτέρας ἰδιοκτησίας, τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ βαθμοῦ ἑνὸς ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ, διὰ λόγους οὐχὶ νομίμους. Εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας καὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ζητῶ νὰ ἐξετασθῇ ἡ διαχείρισις τῶν κληροδοτημάτων· ἠξεύρω ὅτι ἐπεστάτησε τὴν διεύθυνσιν τοῦ ὑπουργείου τούτου ἀνὴρ εἰδικὸς, ὁ μακαρίτης Μαυροκορδάτος· ἠξεύρω ὅτι πολλὰ βήματα ἔκαμε πρὸς καταστολὴν τῶν ἐν τῇ διαχειρίσει ταύτῃ καταχρήσεων, ἀλλὰ ἠξεύρω ταὐτοχρόνως ὅτι ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος ἐβιάσθη νὰ δώσῃ τὴν παραίτησίν του. Δὲν εἶναι τοῦτο λόγος ἱκανὸς ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν καὶ νὰ ἴδῃ διατί ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος παρῃτήθη; Καὶ δικαιοῦμαι, κ. πρῴην ὑπουργὲ τῆς Παιδείας, νὰ ζητήσω νὰ ἐξετάσω ταῦτα, διότι ἐκτὸς τούτων ἔχω νὰ ἐξετάσω τὰ τῶν γυμνασίων τοῦ κράτους, τὰ ὁποῖα ἐκάματε ἄνω κάτω διὰ νὰ ὑπηρετήσητε τοὺς πολιτικοὺς σκοπούς σας. Γνωρίζω καθηγητὰς ἱκανωτάτους, τοὺς ὁποίους ἐπαύσατε διὰ νὰ διορίσητε ἄλλους, τοὺς ὁποίους ἐκθέσεις ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν ἔκαμαν τὴν κυβέρνησιν, ὄχι τὴν ἰδικήν σας, προηγουμένως νὰ τοὺς παύσῃ ἐπὶ ἀνικανότητι· ἔχω ἐνώπιόν μου τὸ ζήτημα τῆς Συνόδου καὶ θέλω νὰ μάθω πόθεν προῆλθεν ἡ προπηλάκισις τῆς ἀνωτάτης ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς, καὶ θέλω νὰ μάθω ἂν τῳόντι ἦναι ἀληθὲς ὅτι εἷς ἀπὸ τοὺς ἐγκριτωτέρους ἀρχιερεῖς μας, μὴ φέρων ἄλλην ἀφορμὴν, εἰμὴ ὅτι τὸ ὄνομά του ἐπροτάθη ὡς προέδρου τῆς Συνόδου, ἐπροπηλακίσθη εἰς τὰς ὁδοὺς τῶν Ἀθηνῶν, ἐξυβρίσθη δι’ ἐπιδείξεων καὶ δι’ ἄλλων διαδηλώσεων καὶ, ἂν ἦναι ἀληθὲς ὅτι ὅλα ταῦτα ὑπεκινήθησαν ὑπὸ τῆς ἐξουσίας. Ζητῶ ἑπομένως νὰ τεθῇ ἄλλο ἄρθρον εἰς τὴν πρότασιν, ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐξετάσῃ καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας καὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Περὶ τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔχω τί νὰ εἴπω· ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἀνεπτύχθη ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου μὲ τὴν συνήθη αὐτῷ εὐκρίνειαν καὶ ἐμβρίθειαν. Ἰδοὺ κατηγορίαι ὡρισμέναι, αἱ ὁποῖαι δικαιολογοῦσι τὴν ἐξέτασιν. Ἀλλὰ ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα; τὸ ἀληθὲς ζήτημα, τὸ ὁποῖον σήμερον συζητοῦμεν, ἔγκειται ἐδῶ;— Μήπως ἐκουράσθη ἡ Βουλή;
§148ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§149ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, δὲν εἶναι ζήτημα εἰσαγγελικόν. Ἐὰν οἱ ἀντίπαλοί μας θέλουν νὰ καταβιβασθῶσιν εἰς τὴν θέσιν τῶν κοινῶν κατηγορουμένων ἐνώπιον μιᾶς εἰσαγγελίας, αἴ! ἡμεῖς δὲν δεχόμεθα νὰ καταβιβασθῶμεν εἰς τὴν θέσιν τῆς εἰσαγγελίας· εἴμεθα Βουλὴ, εἴμεθα ἀντιπρόσωποι τοῦ τόπου μας, οἱ ὁποῖοι τὴν στιγμὴν ταύτην συζητοῦμεν καὶ θέλομεν νὰ μάθωμεν πῶς θὰ κυβερνηθῶμεν, θέλομεν νὰ μάθωμεν ἐὰν ἡ κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος θὰ σύγκηται ἀπ’ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους συνάξει πέριξ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἡ ῥᾳδιουργία εἴτε ἡ εὔνοια, ἢ ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ὁποίους τὸ ἔθνος διὰ τῆς ψήφου τῶν ἀντιπροσώπων δεικνύει ὅτι θέλει νὰ τὸ κυβερνήσουν. Καὶ τὸ ζήτημα, κύριοι, τὸ ὁποῖον ἀκόμη ὡς ζήτημα ἐξακολουθοῦν νὰ τὸ θεωρῶσι, καὶ τὸ ὁποῖον ὅπως τὸ ἀποφύγωσι προσπαθοῦν νὰ τὸ ἐμπερδεύσωσιν εἰς δικηγορικὰς ἢ ἔστω εἰς ἐπιστημονικὰς ἀμφιβολίας, τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριοι, πρόκειται νὰ λυθῇ σήμερον; Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου πρόκειται τώρα πρῶτον νὰ προσκληθῇ ἵνα σκεφθῇ καὶ ἀποφανθῇ τὸ ἔθνος; Ὄχι, κύριοι· τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ ἔθνος τὸ ἔλυσε πρὸ πολλοῦ, καὶ τὸ ἔλυσε διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου. Μὴ σκανδαλισθῇ τις εἰς τὴν ἔκφρασιν. Τὰ μεγάλα ἐσωτερικὰ ἢ ἐξωτερικὰ ζητήματα τῶν ἐθνῶν δὲν λύονται, καὶ δὲν δύνανται νὰ λυθῶσι ποτὲ ὁριστικῶς, εἰμὴ διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου, ἑωσοῦ ἡ κακὴ πίστις διευθύνῃ τὰς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων πρὸς ἀλλήλους. Δὲν εἶσθε ἱκανοὶ ν’ αὐτοκυβερνηθῆτε, εἶπε πρὸς τὸ ἔθνος, οὐχὶ χυδαῖος ἄνθρωπος, οὐχὶ κοινὸς ἄνθρωπος, οὐχὶ ὑπηρέτης τῶν ἀξιωματικῶν ἢ ὑπαξιωματικῶν τῆς ἄλλοτε εἰς τὰς Ἰονίους νήσους ἀγγλικῆς φρουρᾶς, ἀλλὰ τὸ εἶπε πρὸς τὸ ἔθνος ὑψηλὴ καὶ σπανία μεγαλόνοια, μέγας διπλωμάτης, ὁ ὁποῖος εἰς τὰς χεῖράς του εἶχεν ἐπὶ ἀδιάκοπον σειρὰν ἐτῶν τὴν τύχην τῆς Εὐρώπης καὶ τοῦ κόσμου, ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας. Πρέπει νὰ κυβερνηθῆτε κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς ἀνωτέρας πείρας μου, τὴν ὁποίαν σεῖς ἀκόμη δὲν ἀπεκτήσατε· πρέπει νὰ κυβερνηθῆτε κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τῶν ἀνωτέρων γνώσεών μου, τὰς ὁποίας ἀκόμη δὲν ἐδιδάχθητε· πρέπει νὰ κυβερνηθῆτε κατὰ τὰς συμβουλάς, τὰς ὁποίας θὰ μοὶ δώσουν ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἐγὼ θεωρῶ καταλλήλους νὰ μὲ συμβουλεύσωσιν. Οὕτως εἶπεν ὁ Κυβερνήτης πρὸς τὸ ἔθνος. Ἀλλὰ τὸ ἔθνος τί ἀπήντησε; καθὼς εἶπε καλῶς ὁ κ. Ζωχιὸς καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ἐκάη ὁ στόλος, ὁ Κυβερνήτης ἔπεσεν, ὁ τόπος ἀνεστατώθη. Ἂν ὁ Καποδίστριας, τὸν ὁποῖον ἐλάτρευσαν καὶ τὴν μνήμην του ἀκόμη λατρεύουν οἱ Ἕλληνες, δὲν ἠδυνήθη τὴν Ἑλλάδα νὰ κυβερνήσῃ κατὰ τὰς ἰδιαιτέρας ἰδέας του, ποῖος ἄλλος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ τὸ ἐμπορέσῃ; Καὶ ὅμως δὲν ἠμπορεῖτε νὰ αὐτοκυβερνηθῆτε, πρέπει νὰ κυβερνηθῆτε κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τῶν ἀνωτέρων σοφῶν, τοὺς ὁποίους σᾶς στέλλομεν, μᾶς εἶπεν ἡ Εὐρώπη, μετὰ τὴν ἀπώλειαν τοῦ Καποδιστρίου, ἥτις βλέπουσα τὴν ἀναστάτωσιν, ἡ ὁποῖα ἐπῆλθεν εἰς τὸ ἔθνος, ἐνόμισεν, ὅτι αὐτὴ προήρχετο ἀπὸ τὴν ἀπειρίαν τοῦ ν’ αὐτοκυβερνηθῶμεν. Πρέπει νὰ κυβερνηθῆτε κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τῶν σοφῶν, τοὺς ὁποίους σᾶς στέλλομεν μετὰ τοῦ ἀνηλίκου βασιλέως, μᾶς εἶπεν ἡ Εὐρώπη, ὅταν μᾶς ἔστειλε τὸν Ὄθωνα. Καὶ ποία ἐστάθη ἡ ἀπάντησις τοῦ Ἔθνους; 17 τοπικαὶ ἐπαναστάσεις ἐναντίον τοῦ Ὄθωνος, εἰς μίαν τῶν ὁποίων εὑρέθη ὡς νομάρχης ὁ ἀξιότιμος πρώην ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Χρηστίδης, καὶ πιστεύω νὰ μὴ τὴν ἐπέρασε καλά, καὶ δύω μεταπολιτεύσεις καὶ μεταβολαί, ἡ μία ῥιζικωτέρα τῆς ἄλλης, εἰς μίαν τῶν ὁποίων καὶ πάλιν εὑρέθη ἀλλὰ ὡς ὑπουργὸς ὁ πρώην ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ πιστεύω, ὅτι καὶ τότε δὲν τὴν ἐπέρασε καλά, καὶ μολοντοῦτο ἀκόμη ὁ κ. Χρηστίδης τὸ ζήτημα τὸ κυβερνητικὸν τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐδιδάχθη· ὑπάρχουσί τινες, περὶ τῶν ὁποίων εἶναι γεγραμμένον, ὅτι οὔτε μανθάνουσιν, οὔτε ἀπομανθάνουσί τί ποτε. Διὰ τί δὲν ἠδυνήθη ὁ Ὄθων νὰ διατηρηθῇ; Διὰ τί δὲν ἠμπόρεσε νὰ ὠφεληθῇ ἀπὸ τὰ μεγάλα μαθήματα, τὰ ὁποῖα τοῦ ἐδόθησαν, καὶ πρὸ πάντων ἀπὸ τὴν μεταπολίτευσιν τῆς τρίτης Σεπτεμβροίου καὶ νὰ ἴδῃ τί τὸ ἔθνος ἀπαιτοῦσε; Διατί; τὸ ἠξεύρετε ὅλοι σας καὶ εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς ἀπασχολῶ. Ἀξιότιμε κ. Ἡλιόπουλε, τελευταῖε ὑπουργὲ τοῦ μακαρίτου ἐκείνου Βασιλέως, ἀξιότιμε κ. Δρόσε, πρώην ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, ἀξιότιμε κ. Χρηστίδη πρώην ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, τίς νὰ ἦτον ὁ πρῶτος ἀπὸ σᾶς τοὺς γέροντας, καὶ δὲν λέγω ἀπὸ σᾶς προσωπικῶς, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν γενεάν σας, ὁ ὁποῖος εἰσερχόμενος εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Ὄθωνος καὶ σταυρόνων ἴσως τὰς χεῖράς του ἐνώπιόν του καὶ ἴσως γονυπετῶν πρὸ τοῦ Βασιλέως ἐκείνου, τοῦ εἶπε μετὰ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 44· «Πρόσεξε, διότι ἔχεις ἀτομικοὺς ἐχθρούς, πρόσεξε, διότι ὁ Σοῦτσος θέλει νὰ σὲ ἀποβάλῃ τῆς Ἑλλάδος, πρόσεξε, διότι ὁ Καλλέργης θέλει νὰ σὲ κρημνίσῃ ἀπὸ τοῦ θρόνου, πρόσεξε, διότι ὁ Ζωγράφος δὲν σὲ θέλει διὰ Βασιλέα· καταδίωξέ τους· ὑπὸ τὸ πρόσχημα ὅτι ὑποστηρίζουν τὸ Σύνταγμα, ζητοῦν τὴν ἀνατροπὴν τοῦ Συντάγματος, ἤγουν ζητοῦν νὰ σὲ ἀνατρέψωσι· πρόσεξε, διότι κόμματα ἀναρχικά, ἀντιβασιλικά, δημοκρατικὰ ὑπ’ αὐτῶν ὁλονὲν ἐνεργοῦνται· σπεῦσε νὰ σχηματίσῃς τριγύρω σου κόμμα αὐλικὸν ἢ Βασιλικόν, ὅπως ἐκεῖνο σὲ ὑποστηρίξῃ καὶ δι’ αὐτοῦ ἠμπορέσῃς νὰ τοὺς καταβάλῃς.» Ποῖος νὰ ἦτον ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πρῶτος τοιαῦτα ἐνώπιον τοῦ ἀτυχοῦς καὶ ἀγαθοῦ ἐκείνου Βασιλέως ἐλάλησε καὶ τοιαῦτα ἐνέπνευσεν εἰς τὴν ψυχήν του; Ἀπὸ πόσας στενοχωρίας, ἀπὸ πόσας θλίψεις θὰ ἀπηλλάσσετο ὁ Ὄθων, κύριε Ἡλιόπουλε, ἀπὸ πόσας δυσχερείας ἡ Ἑλλάς, ἂν τὴν στιγμὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν ὁ ἄθλιος ἐκεῖνος τὰ τοιαῦτα πρὸς τὸν Βασιλέα ἐκεῖνον ἔλεγεν, ἠνοίγετο τὸ παραπέτασμα τοῦ γραφείου, καὶ ἄλλος τις εἰσερχόμενος ἐλάμβανε τὴν τόλμην νὰ τοῦ εἴπῃ· «Μὴ ἀκούῃς, Βασιλεῦ, τὸν ἀπατεῶνα τοῦτον, δίωξέ τον μὲ κλοτζιές· ἂν τὸν ἀκούσῃς, εἶσαι χαμένος καὶ σὺ, καὶ τὸν τόπον αὐτὸν, τὸν ὁποῖον εἰλικρινῶς ἀγαπᾷς, θὰ βλάψῃς· μὴ πιστεύῃς, ὅτι ἔχεις ἐχθρούς· αὐτοὶ, τοὺς ὁποίους σοὶ λέγει ὅτι ἔχεις, εἶναι ἐχθροὶ ἰδικοί του, καὶ τοὺς ὁποίους μὴ δυνάμενος νὰ καταβάλῃ αὐτὸς, θέλει νὰ τοὺς καταβάλῃ διὰ τῆς χειρός σου, προστρίβων τὴν Βασιλικὴν ἐξουσίαν· αὐτὰ τὰ κόμματα τὰ δημοκρατικὰ, τὰ ἀντισυνταγματικὰ, εἶναι πλάσματα τῆς φαντασίας του, διότι ἐντὸς τῶν ὑπαρχόντων κομμάτων ὁ κατήγορός των δὲν εὑρίσκει θέσιν· τὸ κόμμα τὸ Βασιλικὸν, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ σχηματίσῃ, θὰ ᾖναι κόμμα οὐχὶ ἰδικόν σου, ἀλλὰ τῶν συμφερόντων του καὶ τῶν παθῶν του· μὴ τὸν ἀκούῃς, Μεγαλειότατε· ἄκουσε μίαν ἀλήθειαν μεγάλην, τὴν ἑπομένην· ἡ Βασιλεία ἐν Ἑλλάδι οὐδὲν ὑποστήριγμα ἔχει, οὐδ’ ἕνα λόγον ὑπάρξεως ἐκ τῶν τῆς λοιπῆς Εὐρώπης· ἀλλ’ οὐδὲν ἧττον ὁ θρόνος σου εἶναι καὶ θὰ ᾖναι ἰσχυρότερος καὶ ἑδραιότερος παντὸς ἄλλου ἐν Εὐρώπῃ, ἐὰν καλῶς ἐννοήσῃς καὶ τηρήσῃς τὸν εἰδικὸν λόγον ὑπάρξεως Βασιλείας εἰς τὴν Ἑλλάδα· εἴμεθα οἱ Ἕλληνες, Βασιλεῦ, ὅλοι δημοκράται· ψεύδεται ὅστις λέγει τὸ ἐναντίον, ἀλλὰ τοῦτο μὴ σὲ φοβίζῃ, μὴ σὲ ταράττῃ· παλαιὰ εἶναι ἡ ἐπίπληξις, τὴν ὁποίαν οἱ ξένοι εἰς ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας ἀπευθύνουν, ὅτι ἀγαπῶμεν τὴν ἰσότητα μᾶλλον τῆς ἐλευθερίας, ἀλλὰ καὶ παλαιὸν εἶναι τὸ ἀξίωμα, ὅτι ἡ πολιτικὴ δὲν πλάττει τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς μεταχειρίζεται ὡς τοὺς εὑρίσκει πλασμένους ἀπὸ τὴν φύσιν, καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ φύσις ἡμῶν τῶν Ἑλλήνων, Βασιλεῦ, ὥστε οὐδέποτε δυνάμεθα νὰ ζήσωμεν ἥσυχοι, δὲν δυνάμεθα οὔτε νὰ ζήσωμεν ἐν τῇ ἀνισότητι· ὁ πόθος πρὸς τὴν ἰσότητα μᾶς κάμνει, ὥστε νὰ θεωρῶμεν ἀνεφάρμοστον, ἀκατόρθωτον, ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον, τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος ἐν Ἑλλάδι, διότι, πρὸς τοῖς ἄλλοις, ἡ δημοκρατία ἀπαιτεῖ ἕνα πρόεδρον, καὶ κἀνεὶς ἀπὸ ἡμᾶς δὲν θεωρεῖ τὸν ἑαυτόν του τόσον κατώτερον ἀπὸ τὸν ἄλλον, ὥστε νὰ τοῦ παραχωρήσῃ τὴν θέσιν του· ἰδοὺ διατὶ εἴμεθα ὁ δημοκρατικώτερος λαὸς τῆς ὑφηλίου, ἀλλὰ καὶ ὁ φιλοβασιλικώτερος· ἰδοὺ διατὶ, καί τοι δὲν σὲ ἐγνωρίζαμεν καὶ δὲν μᾶς ἐγνώριζες, καί τοι ξένος ἀπὸ τὸ ἔθνος, καί τοι ξένος ἀπὸ τὰ ἔθιμα, ἀπὸ τὰς παραδόσεις, ἀπὸ τὴν γλῶσσαν, ἀπὸ τὴν θρησκείαν μας, οὐδὲν ἧττον σὲ ἐπροσκαλέσαμεν διὰ Βασιλέα καὶ σὲ ἐδέχθημεν μὲ τὸ Ὡσαννὰ καὶ σὲ ἐθέσαμεν ἐπὶ τοῦ θρόνου μας ὡς ἐγγύησιν, ὅτι τὴν θέσιν ἐκείνην κἀνεὶς ἀπὸ ἡμᾶς δὲν θὰ λάβῃ· ἕως οὗ, Βασιλεῦ, εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην μένῃς.....
§150ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τοῦ μακαρίτου Ὄθωνος πάντοτε ὁμιλεῖτε;
§151ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μάλιστα, καὶ περὶ τοῦ τελευταίου ὑπουργοῦ του. — Ἕως οὗ εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην μένῃς καὶ ἀπευθύνῃς ἴσον χαμόγελον εἰς ὅλους, ἔσο βέβαιος, ὅτι εἶσαι ὁ ἰσχυρότερος καὶ ὁ πλέον ἀκλόνητος βασιλεὺς τῆς Εὐρώπης· μένε ἀδιάφορος εἰς τὴν πάλην, ἡ ὁποία γίνεται ὑπὸ τὸν θρόνον μεταξὺ μας περὶ τοῦ ποῖος πρότερον ἢ ποῖος ταχύτερον νὰ σὲ πλησιάσῃ· μὴ ἀναμιχθῇς εἰς τὴν πάλην ταύτην, μὴ σὲ ταράξῃ, διότι δι’ αὐτῆς καὶ ἐντὸς αὐτῆς θὰ λυθῇ τὸ κυβερνητικὸν ζήτημα τῆς Ἑλλάδος, δι’ αὐτῆς ὁ τόπος θὰ προαχθῇ καὶ ὁ θρόνος σου θὰ ἑδραιωθῇ· ὅστις ἐκ τῆς πάλης ταύτης σὲ πλησιάσει, ἂς ᾖναι ὁ καλὸς ἐλθὼν, ἂς μείνῃ παρὰ σοὶ ἕως οὗ ἄλλος ἱκανώτερος ἢ ἐπιτηδειότερος τὸν ἀπομακρύνῃ, χωρὶς σὺ ν’ ἀναμιχθῇς οὔτε εἰς τὴν πρόσκλησιν, οὔτε εἰς τὴν ἀπομάκρυνσίν του· μὴ δώσῃς ἀκρόασιν εἰς τὸν ἀπατεῶνα τοῦτον· ἡ θέσις ἑνὸς κομματάρχου ἔχει θέλγητρα, ἡ θέσις βασιλέως κομματάρχου ἔχει θέλγητρα περισσότερα, ἀλλὰ μὴ λησμονήσῃς, Βασιλεῦ, ὅτι ὁ κομματάρχης δύναται πίπτων νὰ ἐγερθῇ ἐκ νέου καὶ ἐν τῇ πτώσει του ν’ ἀναλάβῃ νέας δυνάμεις· ἀλλὰ βασιλεὺς κομματάρχης ἢ οὐ δὲν πίπτει, εἰμὴ διὰ νὰ μὴ ἀνεγερθῇ πλέον· βασιλεὺς δὲ κομματάρχης ἐν Ἑλλάδι δὲν ἠμπορεῖ ἐπὶ πολὺ ὀρθῶς νὰ σταθῇ.» Δὲν εὑρέθη φαίνεται ὁ ἄνθρωπος οὗτος, ὅπως τὴν γλῶσσαν ταύτην πρὸς τὸν Ὄθωνα τηρήσῃ, ἢ ἂν εὑρέθη, ἦτο πολὺ ἀργὰ, ὅτε ἡ ψυχὴ τοῦ βασιλέως ἐκείνου εἶχε δηλητηριασθῆ, ὅτε ἐπίστευεν ὁριστικῶς ὅτι τὸν ἐπολεμοῦσαν ἐν Ἑλλάδι καὶ κόμματα καὶ ἄτομα, καὶ ὅτι ἦτον ἀνάγκη νὰ σχηματίσῃ τὸ κόμμα τὸ βασιλικόν. Ὅτε δὲ ἐνόμισεν ὅτι τὰ πάντα κατώρθωσε καὶ ἡ σιγὴ περὶ τὸν θρόνον του ἐβασίλευεν, εἶδεν ἐνώπιόν του τοὺς φοιτητὰς τοῦ Πανεπιστημίου μὲ τὰ σκιάδια· τοὺς ἐπρόσβαλαν οἱ ὑπηρέται του διὰ τῶν καμτσικίων των, τοὺς ἔσυραν εἰς τὰς φυλακὰς, ἀλλά;... Πρωθυπουργὲ τῆς 8 Ἰουλίου! μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ Ὄθωνος, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ σὺ τοσοῦτον δραστηρίως ἐνήργησες, ἔλαβες καὶ σὺ ἀνὰ χεῖρας τὴν ἐνάσκησιν τῶν βασιλικῶν προνομίων· ἐνόμισες νὰ τὰ μεταχειρισθῇς πρὸς πραγματοποίησιν τῆς μεγάλης σου ἰδέας, πρὸς μόρφωσιν κλιεντέλας, ἀφοῦ κατὰ σὲ καὶ διὰ σὲ ἡ μεγάλη τοῦ ἔθνους σου ἰδέα εἶναι περιτυλιγμένη εἰς τὰ σάβανα. Μετεχειρίσθης τὰ προνόμια ταῦτα καὶ τὴν ἐξουσίαν τὴν βασιλικὴν, ὅπως μορφώσῃς κόμμα προνομιοῦχον, τὸ ὁποῖον νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὰ ἄλλα κόμματα καὶ τὰ καταβάλῃ. Ἂν δὲν σὲ ἐνόησα, σὲ ἐξήγησα ὅμως, ὅταν σὲ εἶδα ἐπισείοντα τὸ βασιλικὸν προνόμιον τῆς διαλύσεως νὰ διασκορπίσῃς τὴν Βουλὴν, ἐνώπιον τῆς ὁποίας ἐπαρουσιάσθης, νὰ τὴν διασκορπίσῃς οὐχὶ διὰ λόγους συνταγματικοὺς ἢ κοινοβουλευτικοὺς, ἀλλὰ διότι ἐπίστευες καὶ ἐγνώριζες ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκείνη δὲν ἤθελε σταθῆ ἐνώπιόν σου πειθήνιος καὶ βωβὴ ὡς αἱ Βουλαὶ τοῦ Ὄθωνος. Σὲ ἐξήγησα, ὅταν σὲ εἶδα ἐπισείοντα τὴν ἄλλην βασιλικὴν προνομίαν τῆς διακοπῆς νὰ διασκορπίζῃς τὴν Βουλὴν, τὴν ὁποίαν σὺ ὁ ἴδιος προσεκάλεσες καὶ συνήθροισες περὶ σὲ, διότι καὶ πάλιν εἶχες πλήρη τὴν ἀπόδειξιν καὶ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκείνη δὲν ἤθελε μείνει σιωπηλὴ ἐνώπιόν σου. Σὲ ἐξήγησα ὅταν μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τῆς Βουλῆς ταύτης, σὲ εἶδα νὰ ἐπιτεθῇς κατὰ τῶν φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, ὡς ἐπετέθης, διότι εἶπον ἐν ἐμαυτῷ, ὅτι ὁ ἄνθρωπος προσηλωμένος ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς μεγάλης του ἰδέας, δὲν βλέπει ὅτι βαδίζει τὸν αὐτὸν ἐκεῖνον δρόμον, τὸν ὁποῖον οἱ ἀπερίσκεπτοι ἐπὶ Ὄθωνος προκάτοχοί του ἐβάδισαν. Δὲν σὲ ἐξήγησα ὅμως, δὲν ἠμπόρεσα νὰ σὲ ἐννοήσω, ὅταν σὲ εἶδα κρατοῦντα ἀπὸ τὰς κόμας τῆς κεφαλῆς τοὺς φοιτητὰς καὶ παρουσιαζόμενον ἐνώπιον τῆς φυλακῆς τοῦ Γκαρπολᾶ καὶ διατάσσοντα, ἵνα αἱ φυλακαὶ ἀνοιχθῶσιν, ὅπως ῥίψῃς τοὺς φοιτητὰς ἐν αὐτῇ. Δὲν ἐξήγησα πῶς εἰς τὸ τρέξιμον τοῦ ἀνοίγματος τῆς πύλης τῶν φυλακῶν, ὦ φιλοβασιλικὲ πρωθυπουργὲ τῆς 8 Ἰουλίου, δὲν ἠδυνήθης νὰ συλλογισθῇς εἰς ποίαν ἰδέαν ὀστᾶ καὶ σάρκα ἔδωκαν οἱ προκάτοχοί σου ἐπὶ Ὄθωνος, ὅταν, ὡς σὺ νῦν τοὺς φοιτητὰς, σὲ μετὰ τῶν φοιτητῶν ἐκεῖ μέσα ἔκλεισαν, νομίζοντες ὅτι ἤθελαν κλείσει ὁριστικῶς καὶ καταστρέψει ἰδέαν, ἥτις ἐκεῖ, ἐκεῖ μέσα εὗρε καὶ ἐμόρφωσε τοὺς τολμηροτέρους, τοὺς ἀποφασιστικωτέρους τῶν ἐκτελεστῶν της! Διέῤῥηξε τὸ ἔθνος τὸ μετὰ τοῦ Ὄθωνος συμβόλαιον καὶ μετὰ τῆς νέας δυναστείας συνέταξε νέον καθαρώτερον, μᾶλλον ἀνεπίδεκτον ἀμφιβολίας εἰς τὰς διατάξεις του· ἀλλὰ καθὼς καὶ τότε οἱ λογιώτατοι, οἱ πολιτικοὶ κερδοσκόποι, ἤ ὅποιοι δήποτε ἄλλοι συνεζήτουν ἐπὶ τῶν ἐννοιῶν τοῦ Συντάγματος, οὕτω καὶ σήμερον πολιτικοὶ λογιώτατοι, πολιτικοὶ κερδοσκόποι ἐπίσης κοπιάζουν μετὰ τῶν συναδέλφων των Καπουτζίνων, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς, συζητοῦντες (ὡς ἂν ἐπρόκειτο σήμερον νὰ συντάξωμεν τὸ πολίτευμα) τί δηλοῖ ἡ μία διάταξις καὶ τί ἡ ἄλλη, ὡς νὰ μὴ ἦσαν ὅλα τὰ ζητήματα λελυμένα ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ ἔθνους, ὡς νὰ μὴ ἦσαν λελυμένα ἐν τῇ πρακτικῇ διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου! Φιλολογεῖτε, ὅσον θέλετε, τὰ Ἀγγλικὰ, τὰ Γαλλικὰ, τὰ Βελγικὰ, τά Ἀμερικανικὰ συντάγματα, συζητεῖτε ὅσον θέλετε ἐπὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου, «ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς ὑπουργούς του.» Εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην τὸ ἔθνος δὲν προσέχει· τὸ ζήτημα τὸ ἐσυζήτησε μετὰ τοῦ Ὄθωνος ἐπὶ 17 ἔτη. Ὁ μακαρίτης ἐκεῖνος βασιλεὺς, ἐν τῇ εἰλικρινείᾳ του, ἐν τῇ ἀπάτῃ εἰς τὴν ὁποίαν τὸν ἔσυρον, τὴν ἐξήγησιν τὴν ὁποίαν δίδετε μερικοὶ ἀπὸ σᾶς ἔδιδεν εἰς τὸ περὶ διορισμοῦ καὶ παύσεως τῶν ὑπουργῶν, καὶ κάποιος ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν σχέσιν τοῦ μακαρίτου μοὶ ἔλεγεν, ὅτι τὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ χάρτου τοῦ Συντάγματος τὸ εἶχε τρυπήσει· τοσαύτην ἔκαμνε τοῦ Συντάγματος χρῆσιν, λέγων ἀδιακόπως· ἰδοὺ τί λέγει «ἐγὼ παύω καὶ διορίζω τοὺς ὑπουργούς·» ἀλλὰ τὸ ἔθνος εἶπεν ἄλλως. Ἐξηγήσατε ὅπως θέλετε τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἀπολύτου ἢ μὴ τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, λέγοντες ὅτι εἶναι ἀπεριόριστον, λέγοντες ὅτι δύνανται οἱ ὑπεύθυνοι ὑπουργοὶ διὰ τῆς φρενοτροπίας των, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλο τι, νὰ διαλύωσιν οὐχὶ κατ’ ἔτος, ἀλλὰ καὶ καθ’ ἑξαμηνίαν τὴν Βουλήν· τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος οὐδένα περιορισμὸν θέτει, ἀλλὰ τὸ ἔθνος ἀπεφάνθη, καὶ ἀπεφάνθη ἐπανειλημμένως, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως δὲν σᾶς τὸ ἔδωκε, παρὰ μόνον ὅπως τὸ μεταχειρίζεσθε, ἵνα τακτοποιῆτε τὰς τυχὸν παρουσιαζομένας ἀνωμαλίας μεταξὺ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης ἐξουσίας, δὲν σᾶς τὸ ἔδωκε διὰ νὰ τὸ μεταχειρίζεσθε διὰ τοὺς πολιτικούς σας σκοποὺς, δὲν σᾶς τὸ ἔδωκεν, ὅπως ἡ μειοψηφία ἐπιβληθῇ εἰς τὴν πλειοψηφίαν. Ὅσας θέλετε μεταχειρισθῆτε θεωρίας, ὅσον θέλετε εὐγλώττως ἀναπτύξατε καὶ συγγραφεῖς καὶ δημοσιογράφους ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ. Τὸ ἔθνος ἀπήντησεν, ὅτι ἡ χρῆσις, ἥτις ἐγένετο τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως ἀπὸ σᾶς τοὺς ὑπευθύνους ἀπὸ ἐδῶ καὶ κἄμποσον καιρὸν, ἐματαίωσε καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν ἀπαίτησίν μου νὰ κυβερνηθῶ ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἐγὼ διὰ τῶν ἀντιπροσώπων μου θὰ ὑποδείξω ὅτι ἐμπιστεύομαι νὰ μὲ κυβερνήσουν. Αὐτὰ, μᾶς λέγουν, εἶναι ὀνείρατα, ὡς εἶπέ τις τῶν προλαλησάντων, αὐτὰ εἶναι ὑπαγορεύσεις ἰδιαιτέρων παθῶν. Εἴμεθα, λέγουν, διῃρημένοι ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ εἰς δύο μέρη, ἐξ ὧν τὸ ἓν σύγκειται ἀπὸ τὴν συνένωσιν 4, 5, 6 κομμάτων. Τοῦτο ἂς ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν παντὸς, ὅστις ἠξεύρει νὰ σκέπτηται ὑπεράνω τῶν παθῶν καὶ τῶν πολιτικῶν συμφερόντων. Ἡ συνένωσις ὅλων αὐτῶν τῶν διαφόρων κομμάτων, ἡ λήθη ὅλων τῶν παρελθόντων, δι’ ὧν ἐχωρίζοντο, τί δεικνύουν, ἀξιότιμε κ. Ἡλιόπουλε; ἓν ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ φαινόμενα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ὁ Ἑλληνισμὸς, ὅταν ἐν τῇ ψυχῇ του κίνδυνόν τινα βλέπῃ. Εἰς μάτην ἐζήτησάν τινες νὰ ἐπανέλθουν εἰς παρελθούσας ἐποχὰς καὶ ν’ ἀναμνήσωσι διαιρέσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον μεταξὺ τῶν συγκροτούντων τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει τὴν δεξιάν)· δὲν θὰ μᾶς διαιρέσωσι, διότι ἂν ἀφήσαμεν κατὰ μέρος πᾶν προηγούμενον δυσάρεστον, ἡ πατρὶς τὴν στιγμὴν ταύτην μᾶς ἐπιβάλλει νὰ τὸ λησμονήσωμεν, ὅπως ὑποστηρίξωμεν τὴν μίαν καὶ μόνον ἀρχὴν τοῦ ἔθνους, ὅτι πρέπει νὰ παύσουν ἐπὶ τέλους αἱ κυβερνήσεις τῆς ῥᾳδιουργίας καὶ νὰ ἴδῃ τὸ ἔθνος κυβέρνησιν ὑποδεικνυομένην ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τῶν ἀντιπροσώπων του, καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν ταύτην πιστεύομεν ὅλοι ἀληθῶς, εἰλικρινῶς. Εἶσθε 8 κόμματα, εἶσθε περισσότερα καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς ἐννοήσω, λέγει ὁ ἀξιότιμος κύριος Ἡλιόπουλος, εἰμὴ ἂν ὑποθέσω ὅτι παραδέχεσθε τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἰδέας τοῦ κ. Λομβάρδου. Εἰς ὅσα προχθὲς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος φίλος καὶ συνάδελφος κ. Πετιμεζᾶς, ἄς μοι ἐπιτραπῇ νὰ προσθέσω. Ἐγένετο λόγος, καὶ ἴσως ἐξακολουθήσῃ νὰ γίνεται, περὶ πέμπτου κόμματος.
§152ΘΑΝ. ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Συνεχωνεύθη.
§153ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μὴ τρέχετε, κ. Θάνε. Ἂς μένῃ βέβαιος ὁ κ. Ἡλιόπουλος, ὅτι οἱ συγκροτήσαντες τὸ κόμμα τοῦτο, ἰδιαιτέρως ὁ ταπεινὸς ὑποφαινόμενος συνάδελφός του, τὸν ὁποῖον ἔκαμε τοσάκις τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρῃ καὶ ἐν τῇ παρούσῃ καὶ ἐν τῇ παρελθούσῃ συνόδῳ, δὲν τὸ συνεκρότησαν ὅπως τὴν ἐξουσίαν ἐκπορθήσωσι. Τὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν εὐηρεστήθητε νὰ ἀποκαλέσητε σημαίαν τοῦ βουλευτοῦ Ζακύνθου Λομβάρδου, δὲν τὴν ἀνύψωσεν ὁ Λομβάρδος· ὁ Λομβάρδος ἠγάπησε καὶ ἀγαπᾷ, ἐξετίμησε καὶ ἐκτιμᾷ τὸν βουλευτὴν Μεσσήνης κ. Κουμουνδοῦρον, ἂς μὴ πειραχθῇ κανείς, περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλον ἐκ τῶν κομματαρχῶν ἐν Ἑλλάδι, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι μετ’ αὐτοῦ καὶ μόνου ἀφ’ ὅτου καὶ αὐτὸς ὁ Λομβάρδος ηὐτύχησε πολίτης ἐλεύθερος ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι ν’ ἀποκατασταθῇ, μετ’ αὐτοῦ καὶ μόνου συνειργάσθη πάντοτε. Δὲν συνειργάσθην ὅμως μετὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἐπὶ προσωπικῶν ἰδεῶν, δὲν ἐθεώρησα τὴν συντροφίαν του προσωπικήν, διότι ἐὰν πολεμῶ τὰς προσωπικὰς κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι φαίνονται ὅτι ἐξέρχονται ἀπὸ τὸν Βασιλέα, βεβαίως δὲν ἀγαπῶ νὰ ὑποστηρίζω προσωπικὰς κυβερνήσεις ἐκ κομμάτων. Μετὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου συνειργάσθην ἐπὶ ἀρχῶν· ἕνεκα τῶν ἀρχῶν τούτων κατεθέσαμεν τὴν ἐξουσίαν εἰς τὰ 1865, ἐνῷ ἠμπορούσαμεν νὰ τὴν διατηρήσωμεν· ἕνεκα τῶν ἀρχῶν τούτων ἀπεχωρήσαμεν ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν εἰς τὰ 1867, καί τοι ἠδυνάμεθα, κατὰ τὸ φαινόμενον τοὐλάχιστον, διὰ μικρᾶς θυσίας νὰ τὴν διατηρήσωμεν· τὰς ἀρχὰς ταύτας ἐξηκολουθήσαμεν μετὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου νὰ ὑποστηρίζωμεν ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει εὑρεθέντες. Ὑπῆρξε στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐνόμισεν, οὐχὶ νὰ ἐγκαταλείψῃ τὰς ἀρχὰς ἐκείνας, ἀλλὰ νὰ βαδίσῃ εἰς τὴν πραγματοποίησίν των ταχύτερον καὶ εὐκολώτερον δι’ ἄλλης τακτικῆς. Φίλοι του τινές, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἐγώ, ἐσταματήσαμεν ἐκεῖ ὅπου εὑρέθημεν, ἀφίνοντες τὸν κ. Κουμουνδοῦρον νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸν δρόμον του. Ἤδη οὐχὶ τὴν σημαίαν τοῦ Λομβάρδου, ἀλλὰ τὴν σημαίαν καὶ τὰς ἀρχὰς καὶ τὰ καθέκαστα καὶ τὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν προηγουμένως ἠκολουθήσαμεν, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀσπάζεται. Οὐδὲν μᾶς χωρίζει πλέον, ἔχομεν δὲ τὴν πλήρη, τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν ὅτι αἱ ἀρχαὶ ἐκεῖναι, οὐ μόνον αὐταὶ ἐν ἑαυταῖς, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλα τὰ καθέκαστα αὐτῶν θέλουν εὑρεῖ τὴν πλήρη ἐφαρμογήν των. Ἀλλὰ πρὸς εὐχαρίστησιν τοῦ κ. Ἡλιοπούλου, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ ἐξακολουθήσω νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι ὄχι μόνον διαίρεσις μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ κ. Κουμουνδούρου ὑπὸ αὐτὰς τὰς διασαφήσεις δὲν ὑπάρχει τὴν στιγμὴν ταύτην, ἀλλ’ οὔτε διαίρεσις μεταξὺ Κουμουνδούρου καὶ Βούλγαρη καὶ τοῦ κυρίου Ζαΐμη (εὖγε)· δὲν συνηνώθημεν νὰ σᾶς ῥίψωμεν ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν· συνηνώθημεν ἵνα ὑποστηρίξωμεν σημαίαν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι οὔτε ἡ σημαία τοῦ Λομβάρδου, κ. Ἡλιόπουλε, οὔτε ἡ σημαία τοῦ Κουμουνδούρου, οὔτε ἡ σημαία τοῦ Βούλγαρη, οὔτε ἡ σημαία τοῦ κ. Ζαΐμη, ἀλλ’ εἶναι σημαία, ὑπὸ τὴν ὁποίαν καὶ μόνην ὁ καθείς μας ἠμπορεῖ νὰ ἐλπίσῃ τὴν σωτηρίαν του, διότι δὲν εἶναι σημαία ἀτόμων, εἶναι ἡ σημαία τοῦ ἔθνους. Ἀλλ’ ἐάν ὡς ἐκ τῆς καταχρήσεως τῶν βασιλικῶν προνομίων, μᾶς εἶπον, κινδυνεύῃ ἡ ἀκριβής, ἡ ἀληθής, ἡ ἀγαθή, ἡ καλῆς πίστεως ἐφαρμογὴ τοῦ Συντάγματος, διατὶ διὰ τοῦτο κατακρίνετε μόνον τὸν κ. Δεληγεώργην; Διατὶ δὲν κατακρίνετε καὶ τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἐπίσης χρῆσιν, εἴτε κατάχρησιν, ἐὰν θέλετε, ἔκαμον τῶν βασιλικῶν τούτων προνομίων; Ὁ λόγος εἶνε προφανής. Οὐδεὶς ἕτερος ἐδείχθη τόσον ἐπίμονος, ὅπως διὰ τῆς καταχρήσεως τῶν βασιλικῶν τούτων προνομίων πολεμήσῃ τὰ ἄλλα κόμματα καὶ ἐπὶ τῶν ἐρειπίων ἁπάντων καθίσῃ, τόσον, ὅσον ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου κ. Δεληγεώργης. Ἡ μεγάλη του ἐπιθυμία, ὅπως ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον καὶ πρίν τῆς ὥρας φθάσῃ ἐκεῖ, ὅπου σκοπεύει νὰ φθάσῃ, τὸν ἔκαμεν ὥστε ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τοῦ σταδίου του τοῦ πολιτικοῦ ἕως τώρα, δι’ ἄλλου μέσου δὲν ἐζήτησε νὰ προαχθῇ ἀποτελεσματικῶς, εἰμὴ διὰ τῆς καταχρήσεως τῶν βασιλικῶν προνομίων, ὅπως δι’ αὐτῶν, ἐν μειονοψηφίᾳ διατελῶν ἐν τῷ κοινοβουλίῳ, ἐπιβάλληται ἑκάστοτε ἐπὶ τὴν πλειονοψηφίαν. Ἔκαμον καὶ ἄλλοι χρῆσιν ἢ κατάχρησιν, ἐὰν θέλετε, τῶν βασιλ. προνομίων, ἀλλ’ ἐσταμάτησαν καὶ σταματοῦν, καὶ ὁμολογοῦν ὅτι ἡ κατάχρησις αὕτη, ἐὰν ἐγένετο, πρέπει νὰ παύσῃ, καὶ ὁμολογοῦν ὅτι δὲν θέλουν νὰ προβῶσι, δὲν θέλουν νὰ διατηρήσωσι τὴν ἐξουσίαν εἰμὴ ὑπὸ τὸν ὅρον καὶ μόνον ἕως οὗ ἡ πλειονοψηφία τοὺς ὑποστηρίζει, ἕως οὗ δύνανται νὰ εἴπωσιν εἰς τὸ ἔθνος καὶ τὸν Ἡγεμόνα, ἔχομεν πραγματικὴν, ἀληθῆ τὴν ὑποστήριξιν τῆς πλειονοψηφίας τοῦ ἔθνους, καὶ ἰδοὺ διατὶ ὅλοι ἡνώθημεν. Δὲν εἶναι πάθος λοιπὸν ἐναντίον τοῦ κ. Δεληγεώργη (θόρυβος ἀριστερὰ), τὸ ὁποῖον μᾶς κινεῖ τὴν στιγμὴν ταύτην, καὶ τὸ ὁποῖον μᾶς ἐκίνησεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ τὴν πρότασιν ταύτην. Σεῖς οἱ φίλοι του, ἐὰν ἡσυχώτερον καὶ ἀπαθέστερον ἐσκέπτεσθε, ἢ δύνασθε νὰ σκεφθῆτε, σεῖς πρέπει νὰ ὑποστηρίξητε καὶ ἡμᾶς τοὺς ἄλλους, ὅπως τὸν σταματήσωμεν εἰς τὸν ὀλισθηρὸν δρόμον, εἰς τὸν ὁποῖον ἐῤῥίφθη (θόρυβος ἀριστερά).
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι.
§155ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν παραγνωρίζω τὰ προτερήματα τοῦ κ. Δεληγεώργη· συμφωνῶ μετ’ ἐκείνων, οἵτινες εἶπον ὅτι τοὺς ἐξέχοντας πολιτευομένους πρέπει ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ φείδωνται οἱ ἄλλοι, ἀλλὰ πρέπει νὰ συμφωνήσωσι καὶ ἐκεῖνοι μαζῆ μας, ὅτι πολιτευόμενοι, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ἐρχόμενοι ἀναιροῦσιν ὅλας τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἐν τῷ κοινοβουλίῳ ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας ὑπεστήριξαν, ὅτι πολιτευόμενοι, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ὁσάκις ἦλθον, δὲν ἦλθον εἰμὴ διὰ τῆς ἀναιρέσεως αὐτῶν ἐκείνων τῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας ἄλλοτε ἐν τῷ κοινοβουλίῳ ὡς ἀντιπολιτευόμενοι ὑπεστήριζαν, ὅσον μεγάλα καὶ ἂν ἔχωσι προτερήματα, πρέπει αὐτοὶ οἱ πρῶτοι φίλοι των νὰ τοὺς σταματήσωσι καὶ νὰ τοὺς κάμωσι προσεκτικοὺς ποῦ βαίνουσι. Καὶ ἂς μὴ λησμονῇ ὁ καθεὶς, ὅτι οἱ Ὀλιβιὲ ὅταν μὲ τὸ προσωπεῖον τῆς μεταῤῥυθμίσεως ἢ τῆς ἀναμορφώσεως προσέρχωνται νὰ προσφέρουν τὰς ὑπηρεσίας των πρὸς τὴν ἀπολυταρχίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν πρὶν ἐπολέμησαν, ἀποδεικνύονται πλέον τῶν Ῥουὲ ἐπικίνδυνοι καὶ πρὸς τὴν δυναστείαν, τὴν ὁποίαν ἔρχονται νὰ ὑπηρετήσουν, καὶ πρὸς τὴν πατρίδα των, καὶ πρὸς τὸ κόμμα των, καὶ πρὸς ἑαυτούς. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν συμφωνῶμεν (πρὸς τὴν ἀριστερὰν) εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν πραγματικῶν γεγονότων, διότι περὶ θεωριῶν πλέον δὲν πρόκειται, δὲν εἶναι τάχα δυνατὸν νὰ συμφωνήσωμεν ὡς πρὸς τὴν πρόοδον τῆς συζητουμένης προτάσεως; Δὲν δύνασθε πλέον ν’ ἀντιτείνητε τὸ δικαίωμα, τὸ καθῆκον τῆς Βουλῆς τοῦ νὰ συστήσῃ ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν, ὅπως ἐξετάσῃ τὰς πράξεις τοῦ πεσόντος ὑπουργείου, ἀφοῦ σεῖς οἱ ἴδιοι ἐφέρατε πρότασιν ὅπως ἐξετασθῶσιν ὅλαι αἱ παρελθοῦσαι κυβερνήσεις, ὅλοι οἱ παρελθόντες ὑπουργοὶ καὶ αὐτοὶ ἀκόμη οἱ τεθνεῶτες. Συμφωνοῦμεν λοιπὸν, ἀφοῦ δὲν δύνασθε νὰ ἐναντιωθῆτε εἰς τὴν πρότασιν καὶ ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεώς μας ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§156ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἐπὶ ὡρισμένων γεγονότων.
§157ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπὶ ὡρισμένων γεγονότων βεβαίως, ὄχι ἐπὶ τῶν φράσεων—«τοῦ νὰ ἐξετασθῶσιν ὅλα τὰ ὑπουργεῖα ἀπὸ τὰ 1865» (θόρυβος ἀριστερά). Συμφωνῶ καὶ ἐγὼ μαζῆ σας ὅτι οἱ ὑπουργοὶ, οἱ ὁποῖοι πρόκειται ν’ ἀνακριθῶσι, δὲν πρέπει νὰ ψηφίσουν εἰς τὴν πρότασιν, ἡ ὁποία περὶ αὐτῶν γίνεται.
§158ΜΑΚΡΗΣ. Καὶ οἱ 34.
§159ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μίαν στιγμὴν, παρακαλῶ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπατε εἶναι ὀρθὸν, ὀρθότατον. Εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ δικαίου, ὅτι οὐδεὶς τὴν ἰδίαν ὑπόθεσιν δύναται νὰ δικάσῃ, εἶναι ἀρχὴ τὴν ὁποίαν καθιερόνει ὁ κανονισμός μας προκειμένου περὶ ἐξελέγξεων. Οὐδεὶς ἐν τῇ ἐξελέγξει τῆς ἐκλογῆς του δικάζει τὸν ἑαυτόν του. Συμφωνῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ μαζῇ σας, ὅτι εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν φέρομεν ὅπως ἐξετασθῇ τὸ πεσὸν ὑπουργεῖον, οἱ ὑπουργοὶ, οἱ ὁποῖοι πρόκειται ν’ ἀνακριθῶσι, δὲν ἠμποροῦν νὰ ψηφίσωσι (θόρυβος ἀριστερά). Καὶ πιστεύω ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι δὲν θὰ ἠμπορέσουν ν’ ἀντιτείνωσιν εἰς τὴν μεγάλην ταύτην ἀρχὴν, ἡ ὁποία διέπει τὴν νομοθεσίαν ὅλων τῶν ἐθνῶν.
§160ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε ὅλοι οἱ ὑπουργοί.
§161ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ καὶ ἐγὼ νὰ ψηφίσω εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν κάμνετε, ὅπως ἀνακριθῇ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τοῦ 1867...
§162ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ἀπὸ τὸ 1865.
§163ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰμὴ μόνον ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ μοὶ ἐπιτρέψει νὰ ψηφίσω ὑπὲρ αὐτῆς. Νὰ ἔλθω νὰ καταψηφίσω τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν κάμνετε ὅπως ἐξετασθῇ ἡ διαχείρισίς μου, βεβαίως δὲν θέλω τὸ καταδεχθῆ ποτέ· νὰ σᾶς εἴπω, ἐνῷ ζητεῖτε νὰ ἐξετάσητε τὴν διαγωγὴν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὰ 1867, ἵνα ἰδῆτε, καθὼς εἴπατε, ἐὰν τυχὸν ἔδωκε διαταγὰς ἐναντίον τῶν καθηκόντων του εἰς τὰς δικαστικὰς ἀρχὰς, νὰ σᾶς εἴπω, «σταθῆτε νὰ ψηφίσω κατά.» Ἆ! δὲν θέλω τὸ κάμει ποτὲ, ἢ δὲν θέλω ψηφίσει, ἢ θέλω ψηφίσει ὑπὲρ τῆς προτάσεως. Συμφωνοῦμεν λοιπὸν ὅτι ἡ πρότασίς μας δὲν ἠμπορεῖ πλέον νὰ ἀποκρουσθῇ ἀπὸ σᾶς· δὲν ἀποκρούομεν καὶ ἡμεῖς τὴν ἰδικήν σας, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ οἱ κατηγορούμενοι δὲν ἠμποροῦν νὰ ψηφίσωσιν εἰς τὰς προτάσεις αἱ ὁποῖαι ἰδιαιτέρως τοὺς ἀφορῶσι.
§164ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Διατί νὰ ψηφίσωμεν λοιπὸν, ἀφοῦ εἴμεθα σύμφωνοι;
§165ΖΩΧΙΟΣ. Ναί, εἴμεθα σύμφωνοι.
§166ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀλλὰ βλέπετε (πρὸς τὴν δεξιὰν), δὲν δυνάμεθα νὰ συμφωνήσωμεν μὲ αὐτοὺς τοὺς κυρίους, ἂς συμφωνήσωμεν ἡμεῖς (πρὸς τὴν ἀριστερὰν), καὶ ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι συνάδελφοι, νὰ συμπεράνω μὲ τὰς ἑπομένας λέξεις. Ὅ,τι ἐπὶ Ὄθωνος συνέβη, δὲν θὰ συνέβαινεν, ἐὰν αἱ Βουλαὶ ἐκεῖναι δὲν ἔμενον βωβαὶ, ὅπως ἔμενον. Ἡ Ἑλλὰς δὲν θὰ ἐστερεῖτο τοῦ ἀγαθοῦ ἐκείνου ἡγεμόνος, ἐὰν οἱ ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου ἐκείνου ὡς ἀντιπρόσωποι καθήσαντες ἤθελον ἐνθυμηθῆ νὰ ἐνασκήσωσι τὰ δικαιώματά των ἢ μᾶλλον νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ καθήκοντά των. Τοῦτο εἶναι ἀλήθεια, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀντιτείνῃ κἀνείς. Τί σᾶς ζητοῦσι σήμερον; Σᾶς ζητοῦσι νὰ φανῆτε ὑποδεέστεροι καὶ ἀπὸ τοὺς βουλευτὰς τῆς ἐποχῆς τοῦ Ὄθωνος. Οἱ βουλευταὶ, οἱ ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ὄθωνος, ἐτόλμησαν νὰ συστήσουν ἀνακρικικὴν ἐπιτροπὴν, ὅπως ἐξετάσῃ τὴν διαχείρισιν ἑνὸς ὑπουργοῦ. Καὶ σεῖς, σᾶς λέγουσιν, ὅτι δὲν ἔχετε δικαίωμα, δὲν πρέπει νὰ τὸ κάμητε, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὸ κάμητε. Πρὸ πολλοῦ, κύριοι—σκεφθῆτε τὴν τάσιν των—πρὸ πολλοῦ ζητοῦν νὰ καταβιβάσουν τὸ συνέδριον τοῦτο, πρὸ πολλοῦ ζητοῦν νὰ σᾶς καταβιβάσουν εἰς τὴν θέσιν τῶν ὑποδεστέρων ἀρχῶν των. Ἤδη σᾶς ἔθεσαν καὶ ὑπὸ ἀνάκρισιν διὰ τῶν ἐποπτῶν των, θέλουν δὲ τώρα νὰ σᾶς πείσουν ὅτι δὲν εἶσθε ἄλλο, παρὰ ἁπλῶς συμβουλευτικὸν σῶμα, τὸ ὁποῖον οὐδὲν δικαίωμα, οὐδὲν θάῤῥος ἔχει, νὰ ζητήσῃ λόγον παρὰ τῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία πρὸ παντὸς εἰς σᾶς ὀφείλει εὐθύνας. Ἀλλ’ ἐὰν ἐν τῇ συνειδήσει σας ὑπάρχῃ ὅτι τὰ πράγματα δὲν βαίνουσι καλῶς, διότι αἱ ἀποτελοῦσαι τὴν βάσιν τοῦ πολιτεύματος διατάξεις αὐτοῦ οὐχὶ ἐν ἀγαθοπιστίᾳ ἐφηρμόσθησαν, ἐὰν ἐν τῇ συνειδήσει σας ὑπάρχῃ, ὅτι εἰς ὅλα, ὅσα ἄχρι τοῦδε ἐγένοντο, ὁ Βασιλεὺς οὐδὲν μέρος εἶχεν, ἀλλὰ μόνον ἐκεῖνοι αἴτιοι εἶναι, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἐκμεταλλεύωνται τὰς ἐξουσίας; τὰς ὁποίας τὸ ἔθνος εἰς χεῖράς των ἔδωκεν, ἐὰν ἐν τῇ συνειδήσει σας ὑπάρχῃ ὅτι καιρὸς ἐπέστη, ὅπως καὶ σεῖς ἀναφανῆτε ὅτι εἶσθε ἡ μία τῶν δύω πρώτων ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους· ἐὰν ταῦτα ὑπάρχωσιν ἐν τῇ συνειδήσει σας, ἐνασκήσατε τὸ δικαίωμά σας, ἐκπληρώσατε τὸ καθῆκόν σας, καὶ ἐκπληροῦντες τὸ καθῆκον τοῦτο, μείνατε βέβαιοι, κύριοι, καὶ δὲν ἔχω χρείαν νὰ σᾶς τὸ εἴπω, σεῖς τὸ αἰσθάνεσθε, ἐκπληρόνετε τὸ ἀνώτατον τῶν καθηκόντων σας πρός τε τὴν πατρίδα σας, καὶ τὸν Βασιλέα (εὖγε, εὖγε, χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία εἰς τὰ ἀκροατήρια, αἰωνίως αἱ κακαὶ συνήθειαι· ἡ ἀσέβεια πρὸς τὸ κοινοβούλιον εἶναι ἀνυπόφορος. Ἐξακολουθεῖ αὔριον ἡ συζήτησις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρα 6 παρὰ ¼).