Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Ε · Σύνοδος Β› Συνεδρίαση 14

1874.02.23

2.189 στίχοι · 17.415 λέξεις · 3 πίνακες · 118 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1874.02.23
Προεδρεία
Θ. Α. ΖΑΪΜΗ
Περίοδος
Ε
Σύνοδος
Β
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1874)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 14

Τῆς 23 Φεβρουαρίου 1874.

(Σάββατον).

(Ὥρα 1 μ. μ.)

Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις. Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;

§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντιῤῥήσεως μὴ ὑπαρχούσης, τὰ πρακτικὰ κυροῦνται.—Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον ἐγγεγραμμένον ἐν αὐτῇ εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1874. Εἶναι πρώτη ἀνάγνωσις. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν δι’ ἀναστάσεως κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ὡς ἑξῆς· Ἄρθρον 1. «Ἡ δύναμις τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ ὁρίζεται διὰ τὸ τρέχον ἔτος εἰς χιλίους ἐννενήκοντα ἐννέα ἄνδρας, ἤτοι 122 ἀξιωματικούς ἐν ἐνεργείᾳ καὶ διαθεσιμότητι, 20 ἐν ἀργίᾳ, 23 δοκίμους ἐν ἐνεργείᾳ, 136 ὑπαξιωματικοὺς, 30 μηχανικοὺς, 79 θερμαστὰς, 524 ναύτας, 88 τεχνήτας, 60 πολιτικοὺς ὑπαλλήλους καὶ 17 μαθητευομένους. Ἄρθρον 2. Ἡ ναυτολογία διὰ τὸ ἔτος 1874 προσδιορίζεται εἰς 50 ἄνδρας. Ἄρθρον 3. Αἱ κεναὶ θέσεις τῶν ναυτῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ θέλουσι πληρωθῆ κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας ἐξ ἐθελοντῶν καὶ ἐκ κληρούχων ναυτῶν, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 1 καὶ 8 τοῦ περὶ ναυτικῆς ἀπογραφῆς νόμου τῆς 20 Ἀπριλίου 1867.»

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγγέλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πολλοὶ βουλευταὶ ὑπέβαλον μίαν πρότασιν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων τῶν ὠνίων.

§5ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ.

§6Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὑπάρχει ἐκκρεμὲς νομοσχέδιόν τι θεραπεῦον μίαν ὑπερτάτην ἀνάγκην, εἶναι τὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου· συνεζητήθη ἤδη εἰς τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε, νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§7ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἀκούωμεν περὶ τίνος πρόκειται.

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς ζητεῖ τὸ προταθὲν νομοσχέδιον παρὰ τοῦ προκατόχου ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης περὶ αὐξήσεως τῶν Ἀρειοπαγητῶν καὶ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§9ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λέγει ὅτι ἀνεγνώσθη εἰς πρώτην συζήτησιν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον. Ἐγὼ δὲν ἐνθυμοῦμαι.

§11ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.

§12ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Διατί, ἀφοῦ ἀνεγνώσθη ἅπαξ;

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἀνεγνώσθη ἅπαξ, κατὰ τὸν κανονισμὸν τὰ νομοθετήματα τῆς πρώτης συνόδου τῆς αὐτῆς περιόδου τὰ παραλαμβάνει ἡ νέα σύνοδος εἰς τὴν στάσιν, καθ’ ἣν ἔμειναν εἰς τὴν παρελθοῦσαν.

§14Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὴν ὁποίαν παρεπέμφθη, δὲν τὸ ἐπεξεργάσθη. Τώρα τὸ φέρει ἡ κυβέρνησις εἰς νέαν συζήτησιν. Πρὶν ἢ ἀποφασίσῃ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν εἶναι εὔλογον, μοὶ φαίνεται, κύριε πρόεδρε....

§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε δίκαιον, ἐὰν δὲν ἀνεγνώσθη.

§16ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρατηρήσατε τὰ πρακτικά, καὶ, ἂν δὲν ἀνεγνώσθη, τότε νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.

§17ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ ἤμεθα εὔκολοι εἰς τὰς ἐγχειρήσεις τῆς νομοθεσίας.

§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά· ἐὰν δὲν ἀνεγνώσθη, θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν· ἐὰν ὅμως ἀνεγνώσθη;

§19ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καὶ τότε.

§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἀνεγνώσθη, θὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμηρεσίαν διάταξιν, ἐπειδὴ ὁ κανονισμὸς τῆς Βουλῆς εἶναι ῥητός. Τὸ ἄρθρον 47 λέγει· «Τὰ νομοθετικὰ ἔργα, τὰ ἀρξάμενα καὶ διακοπέντα πρὸ τῆς λήξεως τῆς συνόδου, δύνανται νὰ ἐπαναληφθῶσιν εἰς τὴν ἐρχομένην σύνοδον τῆς αὐτῆς περιόδου καθ’ ἣν εὑρίσκονται στάσιν.»

§21ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν λοιπὸν νὰ σταλῇ.

§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν θέλω πληροφορήσει τὴν Βουλήν. — Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος. Εἰσὶν ἐγγεγραμμένοι 13, τῶν ὁποίων εἶναι περιττὸν νὰ ἀναγνώσω τὰ ὀνόματα. Παρατηρῶ εἰς τὴν Βουλὴν, μ’ ὅλην τὴν εὐλάβειαν, τὴν ὁποίαν ἔχω πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ὅτι εἰσήλθομεν εἰς ἀχανὲς πέλαγος καὶ ἔχομεν ἀνάγκην νέου Κολόμβου διὰ νὰ μᾶς δείξῃ γῆν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τοὺς μέλλοντας νὰ λάβωσι τὸν λόγον νὰ μὴ ἐπεκτείνωσι τὸ πέλαγος τοῦτο. Ὁ κ. Ἰωάννης Μαυρομιχάλης εἶναι ὁ πρῶτος νὰ ὁμιλήσῃ, ἀλλὰ παρεχώρησεν τὴν θέσιν αὑτοῦ εἰς τὸν κύριον Σωτηρόπουλον, ὥστε ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον πρῶτος. Ἡσυχία, κύριοι, διότι οἱ πνεύμονες τοῦ κ. Σωτηροπούλου εἶναι ἀσθενεῖς.

§23ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνων, κύριοι, τὸν λόγον, θέλω μιμηθῇ τινας ἐκ τῶν προαγορευσάντων, οἱ ὁποῖοι, ἀντὶ νὰ ἀπαντήσωσιν εἰς τὸν ἀμέσως πρὸ αὐτῶν ἀγορεύσαντα, ἔφερον ἐν τῷ μέσῳ νέα ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἀμέσως πρὸ αὐτῶν καταλιπόντος τὸ βῆμα· ὅπως ἐκεῖνοι, οὕτω καὶ ἐγὼ δὲν θέλω λάβει ὡς κυρίαν βάσιν τῆς ἀγορεύσεώς μου τὴν ἀγόρευσιν τοῦ τελευταῖον χθὲς ὁμιλήσαντος ἀξιοτίμου συναδέλφου μας κ. Μακρῆ· θέλω περιορισθῆ εἰς τὸ νὰ ὑποστηρίξω διὰ βραχέων τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἔθηκεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ εἰσαγαγὼν τὴν ὑπὸ συζήτησιν πρότασιν ἀξιότιμος συνάδελφος ἡμῶν καὶ φίλος μου κ. Δηλιγιάννης, καὶ ἀκολούθως θέλω ἐφελκύσει τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἄλλου τινος ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἀρκετὰ σπουδαῖον, καὶ τὸ ὁποῖον θέλω παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπὴν, ἐὰν ἀποφασίσῃ τὴν σύστασίν της. Πρὸ τούτου ὅμως θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ εἴπω ὀλίγα τινα περὶ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἔχω, καὶ τῆς σημασίας, τὴν ὁποίαν ἀποδίδω εἰς τὴν ὑπὸ συζήτησιν πρότασιν. Ὁ ἀξιότιμος πρώην πρωθυπουργὸς, ἀπαντῶν τὴν πρώτην ἡμέραν πρὸς τὸν κ. Δηλιγιάννην, εἶπεν, ὅτι, ὅταν μία κυβέρνησις δὲν ἵσταται πλέον εἰς τοὺς πόδας της, ἀλλ’ ἔπεσε δὲν εἶναι συγκεχωρημένον νὰ φέρηται κατ’ αὐτῆς ἄλλο εἰμὴ κατηγορητήριον. Ἐὰν ἡ θεωρία αὕτη τοῦ κ. πρώην πρωθυπουργοῦ ἦτον ἀκριβὴς, βεβαιωθῆτε, ὅτι οὔτε ἐγὼ, οὔτε ὁ κ. Δηλιγιάννης, οὔτε πολλοὶ ἐκ τῶν φίλων μας ἤθελον λάβει τὸν λόγον, διότι δὲν προτιθέμεθα σήμερον οὔτε νὰ κατηγορήσωμεν, οὔτε νὰ ζητήσωμεν τὴν εἰς δίκην εἰσαγωγὴν τῶν πεσόντων ὑπουργῶν· ἀλλὰ φρονοῦμεν, ὅτι πλὴν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ὁ πρώην πρωθυπουργὸς νομίζει, ὅτι ἔχει ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν πτῶσιν ἑνὸς ὑπουργείου, φρονοῦμεν, λέγω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάζῃ τὴν πολιτείαν τῶν ὑπουργῶν, εἴτε ἵστανται ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, εἴτε κατῆλθον αὐτῆς, καὶ νὰ διορίζῃ πρὸς τοῦτο ἐξεταστικὰς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπάς. Τὸ δικαίωμα τοῦτο ὄχι μόνον εἶναι ῥητῶς ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Συντάγματι, ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἦτο, ἔγκειται εἰς αὐτὴν τὴν φύσιν τῶν καθηκόντων τῆς Βουλῆς, διότι ἡ Βουλὴ, καθὼς γνωρίζετε, δὲν εἶναι σῶμα ἁπλῶς νομοθετικὸν, εἶναι καὶ ἐλεγκτικὸν, καὶ ὅστις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγχῃ, αὐτὸς ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα νὰ μὴ περιορίζεται εἰς τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἄλλοι παρουσιάζουν, ἀλλὰ νὰ ἐνεργῇ πᾶσαν ἐξέτασιν, τὴν ὁποίαν νομίζει ἀναγκαίαν διὰ νὰ σχηματίσῃ τὴν πεποίθησίν του. Δὲν ἀρνοῦμαι, κύριοι, ὅτι οἱ εἰσάγοντες καὶ ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασιν ταύτην ἔχουν βεβαίως βαρείας ὑπονοίας κατὰ τῆς διαγωγῆς τοῦ ὑπουργείου, καὶ δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν πρότασίν των, ἡ ἀπόφασις αὕτη δὲν θέλει εἶσθαι κολακευτικὴ διὰ τὸ ὑπουργεῖον· ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ πρότασις ὅπως εἰσήχθη καὶ ὅπως ὑποστηρίζεται, οὔτε ἀπρεπὴς, ὡς τὴν ὠνόμασαν, εἶναι, οὔτε ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀπ’ ἐναντίας εἶναι καθ’ ὅλα συνταγματικὴ καὶ καθ’ ὅλα πρέπουσα καὶ εἰς τὴν θέσιν καὶ εἰς τὴν σοβαρότητα τῆς Βουλῆς. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον εἶχον δίκαιον νὰ παρατηρήσωσι, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ὅτι ἡ πρότασις ἔπρεπε νὰ περιλαμβάνῃ ὡρισμένα ἀντικείμενα, περὶ τὰ ὁποῖα μέλλει νὰ περιστραφῇ ἡ ἐξέτασις τῆς διορισθησομένης ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ τοιαύτη ἦτο καὶ ἡ ἀρχικὴ ἰδέα τῶν εἰσαγαγόντων τὴν πρότασιν, καὶ διὰ τοῦτο εἴδετε, ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν ἤρχισεν ἡ συζήτησις αὐτῆς, ὁ κύριος Δηληγιάννης ἔσπευσε νὰ θέσῃ ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς τὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων μέλλει νὰ περιστραφῇ ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐνταῦθα γεννᾶται τὸ ζήτημα, ἐὰν δύναται νὰ ληφθῇ συγχρόνως ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ ἑτέρα πρότασις, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος Μακρῆς καὶ ἄλλοι τινες τῶν φίλων αὐτοῦ ἔφεραν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τῆς ὁποίας ὁμοῦ μὲ τὴν ἐξέτασιν τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ὁ κύριος Δηληγιάννης ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ζητοῦσι νὰ ἐξετασθῇ καὶ ἡ πολιτεία ὅλων τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων μέχρι τοῦ 1865. Τὸ κατ’ ἐμὲ, κύριοι, οὐδόλως ἤθελον διστάσει νὰ παραδεχθῶ τὴν πρότασιν ταύτην, ἐὰν ἤρχετο ὡς πρότασις αὐτοτελὴς καὶ δὲν ἦτο πρόδηλον, ὅτι σκοπὸν ἔχει νὰ ματαιώσῃ τὴν ἄλλην πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔχετε ἐνώπιόν σας. Ἀλλὰ καθ’ ὃν τρόπον εἰσάγεται ἡ πρότασις τοῦ κ. Μακρῆ καὶ τῶν λοιπῶν φίλων αὐτοῦ, ἕκαστος ἐννοεῖ, ὅτι δὲν εἶναι σπουδαία, καὶ ὅτι δι’ αὐτῆς οὐδὲν ἄλλο ἐπιδιώκουσιν, εἰμὴ τὴν ματαίωσιν τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν οἱ κκ. Δηληγιάννης καὶ Λομβάρδος ὑπέβαλον, παρασύροντες οὕτω τὴν διορισθησομένην ἐπιτροπὴν εἰς ἓν ἀχανὲς πέλαγος, ἀπὸ τὸ ὁποῖον δυσκόλως θέλει δυνηθῆ νὰ ἐξέλθῃ· ἄλλως τε, ἐνῷ παρεπονέθησαν, ὅτι ἡ πρότασις τῶν κκ. Λομβάρδου καὶ Δηληγιάννη δὲν φέρει ὡρισμένα πράγματα, δὲν ἀνέφερον καὶ αὐτοὶ οὐδὲν ὡρισμένον ἀντικείμενον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου μέλλει νὰ περιστραφῇ ἡ ἐξέτασις τῆς πολιτείας τῶν προκατόχων ὑπουργείων, τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ὁ κύριος Μακρῆς ἀγορεύων χθὲς σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐννοοῦν νὰ ἐξετασθῇ, εἶναι ὁ ἀπολογισμὸς τῶν ἐτῶν 1867 καὶ 1868. Ἀλλὰ διὰ τὸν ἀπολογισμὸν εἶναι συστημμένη ἤδη ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, διότι κατὰ τὸν κανονισμὸν, ὅστις διέπει τὰς ἐργασίας μας, ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία ἐκλέγεται πρὸς ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἔχει τὸ καθῆκον νὰ ἐξελέγχῃ καὶ τὸν ἀπολογισμόν. Ἐὰν λοιπὸν ᾖναι ἀνάγκη, ὡς ἀπαιτεῖ ὁ κύριος Μακρῆς, νὰ ἐξετασθῇ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1867 καὶ 1868, δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ συστήσητε εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ἀρκεῖ νὰ παρουσιάσῃ ἡ Κυβέρνησις τὸν ἀπολογισμὸν τοῦτον καὶ εἶναι ἤδη ἐσχηματισμένη ἡ νόμιμος, ἡ κανονικὴ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία θέλει ἐπιληφθῆ ἀμέσως τῆς ἐξετάσεως ταύτης. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον, φρονῶ ὅτι δὲν συμβιβάζεται πραγματικῶς μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς τὸ νὰ συνδεθῇ ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Μακρῆ καὶ λοιπῶν μὲ τὴν πρότασιν τῆς ἐξετάσεως τῆς πολιτείας τοῦ πεπτωκότος ὑπουργείου. Μετὰ τὰς προκαταρκτικὰς ταύτας παρατηρήσεις, ἐμβαίνω ἤδη εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως. Πρῶτον θέμα, τὸ ὁποῖον ἐσύστησεν εἰς ὑμᾶς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρτυνος κ. Δηλιγιάννης διὰ νὰ θέσητε ὑπ’ ὄψιν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς μελλούσης νὰ διορισθῇ, εἶναι τοῦτο· ἐὰν ἐκ τῆς μὴ ἐγκαίρου συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς ἐγένοντο παρὰ τὸν νόμον δαπάναι καὶ εἰσπράξεις. Ὅτι, κύριοι, ἄτοπον ἦτο νὰ μᾶς καταλάβῃ τὸ ἐνεστὼς ἔτος χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἐψηφισμένον τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, δὲν τὸ ἠρνήθησαν οὐδὲ αὐτοὶ οἱ πεπτωκότες ὑπουργοὶ, προσεπάθησαν μόνον νὰ τὸ δικαιολογήσουν, καὶ ὁ μὲν κύριος πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ συντάγματος νὰ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς εἰς ἔκτακτον σύνοδον, ὁ δὲ κύριος πρῴην ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐφείσθησαν τῆς δαπάνης, εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελεν ὑποβληθῆ τὸ δημόσιον ἐὰν συνεκαλεῖτο τοιαύτη σύνοδος. Κατὰ πόσον τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα εἶναι ἀσθενῆ καὶ συνάμα εὐτελῆ, σᾶς ἀνέπτυξαν οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες κύριοι Κουμουνδοῦρος καὶ Πετιμεζᾶς, ἐγὼ δὲ προσθέτω μόνον ὅτι εἶναι πολὺ γελοῖον νὰ θυσιάζηται εἰς τὸ νομιζόμενον πνεῦμα τοῦ συντάγματος, ὄχι μόνον τὸ πνεῦμα ἀλλὰ καὶ τὸ γράμμα αὐτοῦ, διότι καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ συντάγματος νὰ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς εἰς ἔκτακτον σύνοδον, ἀντιβαίνει ὁμολογουμένως καὶ εἰς τὸ πνεῦμα καὶ εἰς τὸ γράμμα αὐτοῦ τὸ νὰ ἀρχίσῃ τὸ ἔτος χωρὶς νὰ ἔχωμεν προϋπολογισμὸν ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ τούτου· τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶναι πασιφανὲς, καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ στηρίξῃ ἐπ’ αὐτοῦ κατηγορίαν κατὰ τοῦ πεπτωκότος ὑπουργείου δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ διορίσῃ ἐπιτροπὴν ἐξεταστικήν. Ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα· ἕνεκα τῆς μὴ ἐγκαίρου συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς, ἡ πεπτωκυῖα κεβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐνεργήσῃ παρὰ τὸν νόμον εἰσπράξεις καὶ πληρωμάς. Τοῦτο δὲν τὸ ἀρνεῖται οὐδὲ αὐτή· ἀλλὰ ὡς πρὸς μὲν τὰς πληρωμὰς σᾶς εἶπεν ὅτι περιωρίσθη νὰ πληρώσῃ μόνον τὴν πενθημερίαν τοῦ στρατοῦ, ὡς πρὸς δὲ τὰς εἰσπράξεις ἐπέφερεν ὅτι δὲν εἰσέπραξεν, εἰμὴ μόνον τοὺς φόρους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐπιβεβλημένοι διὰ παγίων νόμων, μὴ ὑποβαλλομένων κατ’ ἔτος εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς. Ἂς μοὶ συγχωρήσουν οἱ κύριοι πρώην ὑπουργοὶ νὰ τοῖς παρατηρήσω ὅτι καθόσον ἀφορᾷ τὰ ἔξοδα πλανῶνται, ἐὰν νομίζουν ὅτι εἶναι ὑπεύθυνοι μόνον διὰ τὰ ὀλίγα χρήματα, τὰ ὁποῖα κατ’ ἀνάγκην ἐπλήρωσαν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ, διότι κατ’ ἐμὲ εἶναι ὑπεύθυνοι καὶ δι’ ὅλας τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας κατέστησαν ὑποχρεωτικὰς διὰ τὴν ἐπικράτειαν, καὶ τοιαῦται εἶναι ὅλαι αἱ δαπάναι, ὅλοι οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων καὶ ὅλα ἐν γένει τὰ ἔξοδα τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ δημόσιον νὰ πληρώσῃ καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἀδιάφορον ἐὰν δὲν τὰ ἐπλήρωσαν. Τὸ νὰ ὑποβάλλῃ τις τὸ δημόσιον εἰς δαπάνας καὶ νὰ μὴ τὰς πληρώνῃ, εἶναι πολὺ χειρότερον παρ’ ἐὰν τὰς ἐπλήρωνε, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀποφύγῃ τὴν πληρωμὴν, βλάπτεται, καθὼς εἶπεν ὁ φίλος μου κ. Κεχαγιᾶς, καὶ ἡ καλὴ πίστις αὐτοῦ. Δὲν εἶναι λοιπὸν μόνον ἡ πενθημερία τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ὅλαι αἱ δαπάναι τοῦ Ἰανουαρίου ἴσως καὶ τοῦ Φεβρουαρίου, διὰ τὰς ὁποίας κατεστάθη ὑπεύθυνος ἡ πεπτωκυῖα Κυβέρνησις, διότι δὲν ἐφρόντισε νὰ ἔχῃ ἐγκαίρως προϋπολογισμόν. Καὶ μὴ νομίσητε ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλοῦν· ποῖος μᾶς βεβαιώνει, ὅτι ἡ Βουλὴ ψηφίζουσα τὸν προϋπολογισμὸν θέλει διατηρήσει ὅλας τὰς θέσεις καὶ ὅλας τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἐνέγραψαν ἐν αὐτῇ οἱ ὑπουργοί; ποῖος μᾶς βεβαιώνει ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει κάμει λόγῳ οἰκονομίας πολλὰς ἐλαττώσεις; ἀλλ’ ἐὰν κάμῃ τοιαύτας οἰκονομίας σήμερον ψηφίζουσα τὸν προϋπολογισμόν, δύνανται νὰ μὴ πληρωθῶσιν οἱ δικαιοῦχοι διὰ τοὺς παρελθόντας μῆνας, ἀφοῦ προσέφερον τὰς ὑπηρεσίας των; Καθόσον ἀφορᾷ τὰ ἔσοδα, φρονῶ ὅτι παρὰ πολὺ ἔσπευσαν οἱ κύριοι πρώην ὑπουργοὶ νὰ ἀποφανθῶσι περὶ ἑνὸς τοσοῦτον μεγάλου ζητήματος καὶ νὰ παραδεχθῶσι μίαν θεωρίαν, ἡ ὁποία, ἐὰν καθιερωθῇ, θέλει ἀφαιρέσει ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὸ κυριώτατον τῶν δικαιωμάτων της καὶ θέλει καταστήσει τὸν μὲν προϋπολογισμὸν ἁπλῆν λογιστικὴν ἐργασίαν, τὴν δὲ Βουλὴν σῶμα περιττόν. Τὶ σᾶς εἶπον, κύριοι; δὲν εἰσεπράξαμεν εἰμὴ μόνον τοὺς ἐμμέσους φόρους, οἱ ὁποῖοι στηρίζονται εἰς παγίους νόμους, τῶν ὁποίων ἡ ψήφισις δὲν ἐπαναλαμβάνεται κατ’ ἔτος. Καὶ λοιπὸν ἐὰν ὅλοι οἱ φόροι ἡμῶν ἦσαν ἔμμεσοι, ὅπως εἰς τὴν Ἑπτάνησον, οὐδεμία θὰ ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν προϋπολογισμὸν ἐσόδων; Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο. Τὸ σύνταγμα δὲν κάμνει καμμίαν διάκρισιν μεταξὺ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων, οὔτε διαλαμβάνει που ὅτι οἱ ἄμεσοι φόροι πρέπει νὰ ψηφίζωνται κατ’ ἔτος· λέγει μόνον ὅτι οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται οὐδ’ εἰσπράττεται, ἐὰν μὴ πρότερον ἐπιψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐὰν λοιπὸν ὅ,τι ἐκάμαμεν διὰ τοὺς ἐμμέσους φόρους τὸ ἐφαρμόσωμεν καὶ εἰς τοὺς ἀμέσους καὶ ψηφίσωμεν αὐτοὺς διὰ πολλὰ ἔτη, τότε τί χρειάζεται πλέον ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων; Ἀλλὰ φρονῶ ὅτι δὲν ἦτο αὐτὸ τὸ πνεῦμα καὶ ὁ σκοπὸς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν τὸ πολίτευμα· ὅπως ἐνεγράφη ῥητῶς ἐν αὐτῷ, ὅτι ἡ στρατολογία, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ εἶναι φόρος, ψηφίζεται κατ’ ἔτος, οὕτως ἤθελε σημειωθῆ, ὅτι καὶ πάντες οἱ φόροι ψηφίζονται κατ’ ἔτος, ἐὰν δὲν ἐθεωρεῖτο ἰσοδύναμος ἡ διάταξις τοῦ νὰ ψηφίζηται κατ’ ἔτος ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων. Καί, κύριοι, ὅ,τι εἶπα περὶ τῶν ἐσόδων ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τὰ ἔξοδα· καὶ τὰ ἔξοδα ἠδύναντο νὰ ᾖναι πάγια καὶ παγίως τὰ περισσότερα ἐξ αὐτῶν εἶναι κανονισμένα, διότι οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι τὰ κανονίζουν, δὲν ψηφίζονται κατ’ ἔτος· ἐψηφίσθησαν ἅπαξ καὶ ἰσχύουν διὰ πολὺν καιρόν. Δύνασθε λοιπὸν νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ δεῖνα δαπάνη, ὅτι ὁ δεῖνα μισθός, ὅστις εἶναι κανονισμένος διὰ παγίου νόμου, πρέπει νὰ πληρώνηται ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον χωρὶς νὰ ψηφίζηται ὁ προϋπολογισμός; Δὲν ἀγνοῶ, κύριοι, ὅτι τοιαῦται παρεκτροπαὶ ἠκολούθησαν καὶ ἄλλοτε πολλάκις, καὶ ἦτο περιττὸν ὁ ἀξιότιμος πρώην ὑπουργὸς τῶν ναυτικῶν νὰ μᾶς ἀναγνώσῃ τὰς ἡμερομηνίας καθ’ ἃς ἐδημοσιεύθησαν οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν διαφόρων ἐτῶν· καλλίτερα ἤθελε πράξει ἐὰν μᾶς ἔλεγε ποῖοι ὑπῆρξαν οἱ παραίτιοι τῶν παρεκτροπῶν τούτων. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν τὸν ἐσύμφερε, διότι παραίτιοι αὐτῶν ὑπῆρξαν πάντοτε ὁ κ. Δρόσος καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ. Κατὰ μὲν τὸ 1864 καὶ τὸ 1871 ὁ κ. Δεληγεώργης καὶ οἱ περὶ αὐτὸν συνετάχθησαν μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠθέλησαν νὰ ψηφίσουν τοὺς ὑποβληθέντας παρὰ τῆς κυβερνήσεως προϋπολογισμοὺς τοῦ 1865 καὶ 1872, κατὰ δὲ τὰ ἔτη 1866, 1870, 1872 καὶ 1873 εὑρισκόμενοι εἰς τὰ πράγματα δὲν ἔφεραν ἐγκαίρως τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ψηφίσῃ τοὺς προϋπολογισμούς. Ἀλλ’ ὅ,τι καὶ ἂν συνέβη εἰς τὸ παρελθόν, διὰ πρώτην φορὰν παρουσιάζεται σήμερον τὸ φαινόμενον νὰ ὑπάρχῃ Βουλὴ ἐν ἐνεργείᾳ, νὰ μὴ συγκαλῆται ἐγκαίρως καὶ νὰ μᾶς καταλαμβάνῃ τὸ ἔτος ἄνευ προϋπολογισμοῦ καὶ φορολογικῶν νόμων. Καὶ ἐπειδὴ πρώτην φορὰν γίνεται τὸ ἄτοπον τοῦτο, νομίζω ὅτι ἔχει μέγα καθῆκον ἡ Βουλὴ νὰ μὴ τὸ παρέλθῃ ἀνεξετάστως, ἀλλ’ ὀφείλει, ὡς ἐξήγησεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, νὰ συστήσῃ ἐξεταστικὴν ἐπιτροπὴν, διὰ νὰ ἀνεύρῃ ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ ποῖαι εἰσπράξεις ἐνηργήθησαν καὶ ποῖαι δαπάναι παρὰ τὸν νόμον καὶ παρὰ τὸ σύνταγμα ἐπραγματοποιήθησαν, ἢ κατέστησαν ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸ δημόσιον, καὶ νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πόρισμα τῶν ἐργασιῶν της. Μετὰ τὸ θέμα τοῦτο ἐπέστησε τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ὁ κ. Δηλιγιάννης εἰς τὴν παραβίασιν τοῦ δικαιώματος τοῦ συνέρχεσθαι, πραγματοποιηθεῖσαν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς φάλαγγος τῶν φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου. Δὲν πρόκειται, κύριοι, ἐνταῦθα περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς ἐθνοφυλακῆς· ἡ διατήρησις αὐτῆς εἶναι ἀναγεγραμμένη εἰς τὸ σύνταγμα καὶ ἑπομένως δὲν δύναται παρὰ νὰ ὑπάρξῃ. Δὲν πρόκειται ἐπίσης νὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν οἱ φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου ζητοῦντες τὴν σύστασιν τῆς φάλαγγος εἶχον ἢ ὄχι δίκαιον, διότι τοῦτο θέλει κατασταθῆ ἀντικείμενον ἄλλης συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ. Πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἔλαβε χώραν παραβίασις τοῦ δικαιώματος τοῦ συνέρχεσθαι, καὶ ἂν ἔλαβε χώραν μὲ τρόπον ἀπρεπῆ καὶ ἀνάρμοστον. Νομίζω δὲ, ὅτι ὀφείλετε νὰ μὴ θεωρήσητε τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ὡς ἀντικείμενον ἁπλῆς διοικητικῆς ἐνεργείας, ὡς εἶπεν ὁ κ. Δεληγεώργης, ἀλλὰ νὰ ἐπιστήσητε ἰδιάζουσαν ἐπ’ αὐτοῦ προσοχὴν διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους· ά) διότι τὰ πρόσωπα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔγεινεν ἡ παραβίασις, ἀποτελοῦσι μίαν ὁμάδα, ἡ ὁποία περιλαμβάνει τὰ τέκνα τῶν καλλιτέρων οἰκογενειῶν τῆς τε ἐλευθέρας καὶ δούλης Ἑλλάδος, διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν καὶ μόρφωσιν τῶν ὁποίων καταβάλλονται τοσαῦται δαπάναι καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ κοινωνία στηρίζει τὰς περὶ τοῦ μέλλοντος τῆς πατρίδος ἐλπίδας· βʹ) διότι ὁ τόπος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔγεινεν ἡ παραβίασις, εἶναι τὸ ἱερὸν τέμενος τῶν Μουσῶν, εἰς τὸ ὁποῖον κατὰ τὰ ἰσχύοντα παρ’ ἡμῖν τὴν ἀστυνομίαν ἐξασκεῖ ἡ Σύγκλητος τοῦ Πανεπιστημίου· γʹ.) διότι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἔγεινεν ἡ παραβίασις, ἦτο ὅλως διόλου βανδαλικὸς καὶ ἐξήγειρε τὴν ἀγανάκτησιν ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας καὶ δʹ.) διότι, διὰ νὰ καλύψουν τὴν παρανομίαν καὶ τὴν παραβίασιν ταύτην, παρέπεμψαν πολλοὺς νέους εἰς τὴν ἀνάκρισιν καὶ τοὺς ἔῤῥιψαν εἰς τὰς φυλακὰς, χωρὶς νὰ ἦναι ἔνοχοι, ὅπως ἀπεδείχθη ἀπὸ τὸ ἐκδοθὲν βούλευμα, ἑνώσαντες οὕτω τὸ ἔγκλημα τῆς παραβιάσεως μὲ τὴν συκοφαντίαν· διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ παραλείψῃ ἀνεξέταστον τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ συστήσῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὅπως τὸ ἐξετάσῃ. Μετὰ τὰ δύο ταῦτα θέματα, ἔρχομαι ἤδη νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς ἄλλο ἀντικείμενον, ὅπερ θεωρῶ πολὺ σπουδαῖον, καὶ τὸ ὁποῖον θέλω προτείνει νὰ συστήσῃ εἰς τὴν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπὴν· εἶναι δὲ τοῦτο ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους καὶ ἰδίως ὁ προσωρινὸς λογαριασμὸς τοῦ ἔτους 1873, τὸν ὁποῖον ἐπαρουσίασε μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1874 ὁ ἀξιότιμος πρώην ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν κύριος Χρηστίδης. Εὑρίσκομαι δὲ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποβάλω τὴν πρότασιν ταύτην ὡς ἐκ τῆς δηλώσεως τὴν ὁποίαν ὁ νῦν ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔκαμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πρώτην ἡμέραν, καθ’ ἣν μετὰ τῶν συναδέλφων του εἰσῆλθεν εἰς αὐτήν. Ὁ κ. Παππαμιχαλόπουλος μᾶς εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἀναλαμβάνων τὴν διεύθυνσιν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εὗρεν εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον 200,000 περίπου δραχμῶν, συμπεριλαμβανομένων καὶ 50,000, αἱ ὁποῖαι ἀπεστέλλοντο ἀπὸ τὸ ταμεῖον Ὀλυμπίας, ἀλλ’ ἀπέναντι τούτων τὸ δημόσιον ἦτο ὑποχρεωμένον νὰ πληρώσῃ πολλὰ ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1873, τὰ ὁποῖα ἔμενον ὀφειλόμενα, καὶ ὅλα τὰ ἔξοδα τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου, ὅτι διὰ τὴν πληρωμὴν ὅλων τούτων ἀπῃτοῦντο 2,700,000, ὅτι ἐντὸς τοῦ 1873 ἐπραγματοποίησαν δάνεια προσωρινὰ ἐκ δύω περίπου ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα δὲν ἀπεδόθησαν καὶ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀποδοθῶσι κατὰ τὰ συμπεφωνημένα ἐντὸς τοῦ 1874, ὅτι μὴ δυνάμενος νὰ ἐπαρκέσῃ ἐκ τῶν εἰσπράξεών του εἰς τὰς πληρωμὰς ταύτας, εἶναι ἠναγκασμένος νὰ καταφύγῃ εἰς δάνειον καὶ συνωμολόγησεν ἤδη τοιοῦτον ἐκ 2,500,000 μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ὅτι τέλος δὲν ὑπόσχεται ὅτι διὰ τοῦ δανείου τούτου θέλει δυνηθῆ νὰ διέλθῃ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν, γνωρίζετε, αἱ εἰσπράξεις εἶναι μικρότεραι ἀπὸ τὰς πληρωμὰς, ἀλλὰ θέλει εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταφύγῃ καὶ εἰς ἕτερον δάνειον. Ἐνθυμούμενος, κύριοι, ὅσα ἐλέχθησαν πέρυσι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1873, ἀναλογιζόμενος, ὅσα τὰ ὑπουργικὰ ὄργανα διεσάλπιζον καθ’ ἑκάστην περὶ τῆς ἀνθηρᾶς οἰκονομικῆς μας καταστάσεως, καὶ ἀναγινώσκων τέλος τὴν ἔκθεσιν, διὰ τῆς ὁποίας ὁ κ. Χρηστίδης συνώδευσε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874, σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ πιστεύσω τὴν δήλωσιν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ, ἐὰν δὲν προήρχετο ἀπὸ τοσοῦτον ἐπίσημον πηγὴν, ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀμφιβάλλω περὶ αὐτῆς, καθόσον καὶ οἱ πρώην ὑπουργοὶ παρόντες καὶ ἀκούσαντες αὐτὴν οὐδόλως τὴν ἠμφισβήτησαν, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι μὲ ὅλας τὰς προσπαθείας, τὰς ὁποίας κατέβαλον, ἐστάθη ἀδύνατον εἰς ἐμὲ νὰ ἐννοήσω πῶς συμβαίνει τοῦτο, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρίσκωνται τὰ οἰκονομικά μας εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε, ἐνῷ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν λῆξιν τοῦ ἔτους, νὰ μὴ ᾖναι πληρωμέναι αἱ δαπάναι αὐτοῦ καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν ἐφόδια, διὰ νὰ ἀπαντήσωμεν τὰς ἀνάγκας τῶν ἀγόνων μηνῶν τοῦ ἀρξαμένου ἔτους. Ὅπως ἔχουσι τὰ πράγματα παρ’ ἡμῖν κατὰ μὲν τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν παντὸς ἔτους αἱ εἰσπράξεις εἶναι κατώτεραι ἀπὸ τὰς πληρωμὰς, κατὰ δὲ τὴν δευτέραν αἱ πληρωμαὶ εἶναι κατώτεραι τῶν εἰσπράξεων. Διὰ τοῦτο ὅταν τὰ οἰκονομικὰ εὑρίσκονται εἰς ὁμαλὴν κατάστασιν, κατὰ τὴν λῆξιν παντὸς ἔτους ὅλαι αἱ δαπάναι εἶναι πληρωμέναι, ὑπάρχει δὲ εἰς τὸ ταμεῖον καὶ ἐναποταμίευμα, ὅπερ χρησιμεύει διὰ τὰς πληρωμὰς τῶν ἀγόνων μηνῶν τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ ἑπομένου ἔτους. Ἂν λοιπὸν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ἦσαν εἰς καλὴν κατάστασιν, ὡς ἐδικαιούμεθα νὰ πιστεύσωμεν, οὐ μόνον δὲν θὰ καθυστεροῦντο αἱ πληρωμαὶ τοῦ 1873, οὐ μόνον δὲν θὰ ὠφείλομεν προσωρινὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ 1873, ἀλλ’ ἤθελεν ὑπάρχει περίσσευμα καὶ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ 1874. Ἀλλὰ δυστυχῶς, κύριοι, ἀκούομεν ὅλον τὸ ἐναντίον, θεωρῶ δὲ τὸ πρᾶγμα λίαν σπουδαῖον καὶ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ τὸ παρέλθῃ μὲ ἀδιαφορίαν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἀπὸ τῆς μεταπολιτεύσεως καὶ ἐντεῦθεν τὰ οἰκονομικὰ τῆς ἐπικρατείας ἡμῶν ἔλαβον σπουδαίαν διατάραξιν, ἕνεκα τῆς ὁποίας ὅλαι αἱ χρήσεις ἀπὸ τοῦ 1862 μέχρι τοῦ 1870 συμπεριλαμβανομένου καὶ τούτου, ἔκλεισαν μὲ ἐλλείμματα· ἐπειδὴ δὲ τὰ ἐλλείμματα ταῦτα ἀνεπληρώθησαν διὰ δανείων καὶ ἐπειδὴ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν πληρόνονται κατ’ ἔτος πολλὰ ἑκατομμύρια, διεταράχθη ἐπὶ τοσοῦτον τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὥστε καὶ ἀφοῦ ἔπαυσεν ὁ ἀγὼν τῆς Κρήτης, τὰ ἔτη 1869 καὶ 1870 ἀφῆκαν τὸ μὲν 6,000,000, τὸ δὲ 4,000,000 ἔλλειμμα. Κατὰ τὰ μέσα τοῦ 1870 εὑρισκόμενος εἰς τὴν κυβέρνησιν ὁ κ. Δεληγεώργης μετὰ τριῶν ἄλλων ἐκ τῶν τελευταίων συναδέλφων αὐτοῦ παρέστησαν ὡς ἀπελπιστικὴν τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν, καὶ ὑπελόγισαν, ὅτι τὸ 1871 ἔμελλε νὰ ἀφήσῃ ἔλλειμμα ἐκ 4,000,000, ἀλλὰ καθὼς ἐνθυμεῖσθε ὁ κ. Δεληγεώργης ἀπῆλθε τῆς ἐξουσίας περὶ τὰ τέλη τοῦ ἔτους ἐκείνου, καὶ ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα ὁ σεβαστὸς φίλος μου καὶ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὁ ὁποῖος ἔλαβεν ὑπὸ τὴν Βουλὴν ἐκείνην ὑποστήριξιν, ὁποίαν μέχρι τοῦδε δὲν ἔλαβε καμμία ἄλλη Κυβέρνησις. Ἡ Βουλὴ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἤθελεν, ὡς φαίνεται, νὰ ἐκδηλώσῃ οὐ μόνον τὴν ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ὅστις τοσάκις διηύθυνε τὴν πολιτείαν ἡμῶν, ἀλλὰ, συγχρόνως νὰ δείξῃ ὁπόσον ἀπετροπιάζετο τὰς κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔρχονται οὐχὶ διὰ τῆς πλειοψηφίας τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Κουμουνδούρου, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέρος, στηριζομένη εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ ἡγεμόνος καὶ εἰς τὴν μεγάλην ὑποστήριξιν τῆς Βουλῆς, ἐσκέφθη ὅτι δὲν ἦτο ὀρθὸν νὰ ἀφήσῃ τὰ οἰκονομικὰ εἰς ἣν ἦσαν κατάστασιν· ἐσκέφθη ὅτι ἡ μὲν αὔξησις τῶν φόρων βλάπτει καὶ μαραίνει τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου, τὰ δὲ δάνεια δὲν ὠφελοῦσιν, ἀλλὰ αὐξάνουσιν ἔτι μᾶλλον τὰς δυσχερείας. Ἔλαβε λοιπὸν τὴν γενναίαν ἀπόφασιν καὶ ὑπεσχέθη νὰ κυβερνήσῃ ἄνευ δανείων καὶ ἄνευ αὐξήσεως φόρων, τὴν δὲ ὑπόσχεσίν της ταύτην ἐπραγματοποίησε καθ’ ὁλοκληρίαν. Ἐπροσπαθήσαμεν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τῆς τακτοποιήσεως τῆς ὑπηρεσίας καὶ διὰ διαφόρων νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα γνωρίζετε ὅλοι καὶ περὶ τῶν ὁποίων κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἔκαμα ἐν ἐκτάσει λόγον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Τὰ ἀποτελέσματα εὐτυχῶς ὑπῆρξαν ἀνώτερα καὶ αὐτῶν τῶν προσδοκιῶν μας· κατὰ μὲν τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν, ὅτε αἱ εἰσπράξεις εἶναι κατώτεραι ἀπὸ τὰς πληρωμὰς, ἠδυνήθημεν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς ὅλας τὰς πληρωμὰς διὰ μόνης τῆς ἐπικουρίας 800 χιλ. δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἐλάβομεν ἐκ τῆς ἐκποιήσεως 450 μετοχῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· ὅτε δὲ ἔφθασεν ὁ Ἰούλιος καὶ Αὔγουστος καὶ ἤρχισαν νὰ αὐξάνουν αἱ εἰσπράξεις, τὰ ταμεῖα τοῦ κράτους ἦσαν ἀνοικτὰ καὶ πάντες οἱ δικαιοῦχοι ἐπληρώνοντο τακτικῶς· ἡ χρῆσις τοῦ 1871 ἐπήρκεσεν εἰς ὅλας τὰς δαπάνας καὶ ἔκλεισε μὲ περίσσευμα, ὅπερ ἠθέλησάν τινες νὰ ἀμφισβητήσουν, ἀλλὰ, καθὼς ἀπέδειξα ἄλλοτε, δὲν εἶχον δίκαιον. Τὸ 1872, στηριζόμενον εἰς τὰς βάσεις τοῦ 1871, ἠκολούθησε τὴν αὐτὴν κανονικὴν πορείαν, καὶ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Χριστίδης ἐπαρουσίασε, παρουσιάζει περίσσευμα, ἐὰν προστεθῶσιν εἰς τὰ ἔξοδα αὐτοῦ ὀλίγα χρήματα, τὰ ὁποῖα ἔκ τινος χρεωλυτικοῦ δανείου εἰσεπράχθησαν. Τὸ 1873 δὲν εἶχε, κύριοι, κανένα λόγον, διὰ νὰ ἦνε κατώτερον ἀπὸ τὰ δύο προηγούμενα ἔτη, διότι εἶχεν ὅλα τὰ ἐφόδια αὐτῶν, μὴ ἐξαιρουμένων οὐδ’ αὐτῶν τῶν προκαταβολῶν, τὰς ὁποίας κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα εἰσέπραξε τὸ δημόσιον ἀπὸ τὰς ἐθνικὰς γαίας καὶ ἀπὸ τὰς φυτείας, εἶχε περιπλέον τὴν αὔξησιν τῆς προσόδου τοῦ Λαυρίου καὶ τῶν ἄλλων μεταλλείων, ἡ ὁποία ἀναβιβάζεται εἰς 500 χιλ. δραχμὰς, καὶ τὴν προσθήκην τοῦ φόρου τοῦ χαρτοσήμου, ἐκ τῆς ὁποίας ἐπραγματοποιήθησαν 300,000.

§24ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἐσύναξε καὶ κάμποσα χρήματα, διότι ἐπώλησε τὸ ὑλικὸν τοῦ ναυστάθμου.

§25ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ εἶναι τυχαῖα, καὶ ὅλαι αἱ χρήσεις ἔχουν τοιαῦτα· ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα λοιπὸν τὸ 1873 ἔπρεπε νὰ ἦνε ἀνώτερον ἀπὸ τὰ ἀμέσως δύο προηγούμενα ἔτη, ὡς πρὸς δὲ τὰ ἔξοδα κατὰ τὸ ἔτος 1873 ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν ἡ ψαλλίδα τοῦ κ. Χρηστίδη, τοῦ γηραιοῦ καὶ πεπειραμένου τούτου οἰκονομολόγου, ὁ ὁποῖος ἐκράτησε πάντοτε τὴν σημαίαν τῶν οἰκονομιῶν, καὶ ὁ ὁποῖος πολλάκις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιτιμήσῃ ἡμᾶς τοὺς νεωτέρους, ὅτι ἐπιζητοῦμεν τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ μᾶλλον διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων παρὰ διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν δαπανῶν. Ὁ κ. Χρηστίδης, καθὼς ἐνθυμεῖσθε, ἀνεβίβαζε πέρυσιν εἰς τρία ἑκατομμύρια καὶ ἥμισυ τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1873 σχετικῶς πρὸς τοὺς τῶν δύο ἀμέσως προηγουμένων ἐτῶν· ὡς νὰ μὴ ἤρκει δὲ τοῦτο, ἠκούσατε προχθὲς ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον πρώην πρωθυπουργόν, ὅτι ἠλάττωσαν καὶ τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ κατὰ δύο περίπου χιλιάδας ἄνδρας, ἐκ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ προῆλθεν οἰκονομία ἑνὸς περίπου ἑκατομμυρίου. Ὕστερον λοιπὸν ἀφοῦ τὰ μὲν ἔσοδα δὲν εἶχον κανένα λόγον νὰ ἦνε κατώτερα, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἦνε καὶ ἀνώτερα ἀπὸ τὸ 1871 καὶ 1872, καὶ ἀφοῦ τὰ ἔξοδα περιεστάλησαν, δὲν ἐννοῶ πῶς συμβαίνει νὰ εὑρισκώμεθα κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1874 εἰς χειροτέραν κατάστασιν, παρὰ ὅπως εἴμεθα εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ 1873, τοῦ 1872 καὶ αὐτοῦ τοῦ 1871. Ἰδοὺ διατί εἶπον ὅτι τὸ πρᾶγμα καταντᾷ αἴνιγμα καὶ εἶναι ἐντελῶς δι’ ἐμὲ ἀκατάληπτον. Ἀφοῦ εἴχομεν τὴν εὐτυχίαν νὰ διέλθωμεν τὸ 1871 καὶ 1872 ἄνευ ἐλλείμματος, ἀφοῦ τὴν ά ἑξαμηνίαν τοῦ 1871 ἐπεράσαμεν χωρὶς νὰ κάμωμεν προσωρινὰ δάνεια, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς τὸ 1873, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἦνε ἀνώτερον ὅλων αὐτῶν τῶν ἐτῶν, οὐ μόνον δὲν ἐπήρκεσεν εἰς τὰς ἰδίας αὑτοῦ δαπάνας, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀποδώσῃ τὰ προσωρινὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἐντὸς αὐτοῦ καὶ διὰ τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ ἐπραγματοποιήθησαν, ἀφῆκε καθυστερουμένας πληρωμὰς ὑπερβαινούσας κατὰ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὰ 2 ἑκατομμύρια καὶ τὸ ταμεῖον ἐντελῶς κενόν. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι ὕστερον ἀπὸ 2 ἢ τριῶν ἐτῶν κανονικὴν πορείαν τῶν οἰκονομικῶν μας, ὀφειλομένην εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν αὔξησιν τῶν ἐσόδων κατὰ τὸ 1871, ἥτις ὑπελογίζετο εἰς 6 ἑκατομμύρια, εὑρισκόμεθα πάλιν σήμερον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σκεπτώμεθα περὶ τῶν οἰκονομικῶν μας, καὶ τὸ καλόν, νομίζω, ὅτι εἶνε πολὺ μεγαλείτερον σήμερον, παρ’ ὅ,τι ἦτο τότε, διότι κατὰ τὸ 1871 ὑπῆρχον πρόχειρα μέσα τινά, τὰ ὁποῖα ἠδυνήθη ἡ τότε κυβέρνησις νὰ βάλῃ εἰς ἐνέργειαν καὶ διὰ τῶν ὁποίων ηὔξησε τὰ εἰσοδήματα κατὰ 6 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ σήμερον δὲν βλέπω ποῖα εἶνε τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν, ὥστε νὰ θεραπεύσωμεν τὴν ἀνωμαλίαν, ἡ ὁποία ἐγεννήθη, καὶ τὴν κακὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα. Ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν εἰς μίαν τῶν ἀγορεύσεών του ὁ κύριος πρώην πρωθυπουργὸς, ὅτι, ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1873 καθυστεροῦνται ἀρκετὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα θέλουν εἰσπραχθῇ ἐντὸς τοῦ 1874, δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν, διότι καθυστεροῦνται καὶ πληρωμαί· ἐκτὸς τούτου, ἐὰν μέλῃ νὰ μεταβιβάσῃ τὸ 1873 εἰς τὸ 1874 ἑκατομμύριά τινα, μήπως δὲν παρέλαβε τὸ 1873 ἀπὸ τὸ 1872 ἄλλα τόσα καὶ περισσότερα; ὥστε ἡ παρατήρησις τὴν ὁποίαν ἔκαμε δὲν εἶνε πρακτική.

§26ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ αἴνιγμα μένει.

§27ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· κατὰ τὸ 1871, κύριοι, ὑπῆρχεν ἓν μέσον αὐξήσεως τῶν ἐσόδων ἀρκετὰ πρόχειρον, τὸ ὁποῖον μετεχειρίσθημεν καὶ ἀπὸ τὸ ὁποῖον ὠφελήθημεν, οὐχὶ τόσον ἡμεῖς, ὅσον οἱ διάδοχοί μας, ἐννοῶ τὴν ἐλάττωσιν τῶν καθυστερούντων, τὴν ἐξόγκωσιν τῶν ὁποίων κατὰ τὸ 1870 ὁ κ. Χρηστίδης καὶ οἱ συνάδελφοί του ἐθεώρουν μίαν τῶν κυριωτέρων αἰτιῶν, διὰ τὰς ὁποίας ἐχώλαιναν τὰ οἰκονομικά μας· ἀπέδιδον ὅμως τὸ κακὸν εἰς τὸ φορολογικὸν σύστημα, καὶ ἐπειδὴ ἀφ’ ἑτέρου εἶναι θιασῶται τοῦ συστήματος τούτου, ἐπίστευον ὅτι τὸ κακὸν ἦτον ἀθεράπευτον· ἡμεῖς ὅμως, καί τοι πολεμοῦντες τὸ φορολογικὸν αὐτὸ σύστημα, καί τοι μὴ παραλείποντες οὐδεμίαν εὐκαιρίαν, ὅπως ἀπαλλάξωμεν τὸν τόπον ἀπὸ τὴν μάστιγα ταύτην, δὲν τὸ ἠδικήσαμεν, οὐδὲ τὸ ἀδικοῦμεν ἐπὶ τοσοῦτον ὥστε νὰ ἐπιῤῥίπτωμεν εἰς αὐτὸ ὅλον τὸ βάρος τῶν καθυστερούντων, διότι καὶ ἄλλα εἰσοδήματα, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν ἔχουν σχέσιν πρὸς τὸ φορολογικὸν σύστημα, ἀφίνουν μεγάλα καθυστερήματα. Τὰ καθυστερήματα καθ’ ἡμᾶς προήρχοντο ἐκ τῆς ἀτελείας τῶν νόμων περὶ καταδιώξεως καὶ τὴν ἀτέλειαν ταύτην ἐσπεύσαμεν νὰ θεραπεύσωμεν εἰσαγαγόντες εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπιτυχόντες τὴν ἐπιψήφισιν νέου νόμου ἢ μᾶλλον κώδικος περὶ καταδιώξεως τῶν καθυστερούντων. Εἰς τὸν νόμον δὲ τοῦτον ὀφείλεται ὁ κατὰ τὸ 1872, ὅτε πρῶτον ἐφηρμόσθη, περιορισμὸς αὐτῶν εἰς 5% μόνον, ἐνῷ κατὰ τὰ προηγούμενα ἀνεβιβάζοντο εἰς 10, 12 καὶ 15· ἕνεκα τοῦ νόμου τούτου ἠδυνήθη ὁ κ. Χρηστίδης νὰ εἰσπράξῃ ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον ἀπὸ ἔσοδα κεκλεισμένων χρήσεων, ἐνῷ πρότερον δὲν εἰσέπραττεν οὔτε ἓν ἑκατομμύριον. Μὴ δυνάμενος νὰ ἐννοήσω πόθεν προέρχεται ἡ ἀθλία αὕτη οἰκονομικὴ κατάστασις, ὅπως τὴν παρουσιάζει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, προτείνω νὰ τεθῇ ὡς τρίτον θέμα εἰς τὴν διορισθησομένην ἐπιτροπὴν νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν αἱ ψηφισθεῖσαι παρὰ τῆς Βουλῆς πιστώσεις ἐπήρκεσαν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν δαπανῶν καὶ ἐὰν δὲν ἔγεινε μετατροπὴ πιστώσεων. Πρὶν τελειώσω, κύριοι, θέλω εἴπει καὶ ἐγὼ ὀλίγα τινὰ περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, μολονότι δὲν ἀσχολοῦμαι πολὺ εἰς τὰ τοιαῦτα ζητήματα καὶ δὲν εἶμαι δεινὸς εἰς αὐτά· ἀλλ’ ἐπειδὴ εὑρίσκομαι ἐπὶ πολλὰ ἔτη εἰς τὸ κοινοβούλιον, ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω πῶς ἐννοῶ τὴν χρῆσιν τοῦ μεγάλου τούτου δικαιώματος.

§28ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, νὰ καθήσουν κάτω οἱ βουλευταί, δὲν εἶνε συργιάνη ἐδώ.

§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ τί νὰ κάμω, τοὺς προσεκάλεσα, δὲν θέλουν, ἠμπορῶ νὰ διατάξω τοὺς κλητῆρας νὰ τοὺς πάρουν ἀπὸ τὸ χέρι καὶ νὰ τοὺς καθήσουν κάτω;

§30ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Προσκάλεσέ τους ὀνομαστί·

§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοὺς προσκαλῶ, δὲν ἀκούουν, ἔχω ἀπόφασιν νὰ μὴ ἀῤῥωστήσω.

§32ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τόπον διοικούμενον συνταγματικῶς καὶ ἔνθα ἰσχύει τὸ δόγμα, ὁ τόπος κυβερνᾶται διὰ τοῦ τόπου, δὲν εἶνε νομίζω ζήτημα, ὅτι αἱ κυβερνήσεις πρέπει νὰ ἀντιπροσωπεύουν τὴν πλειοψηφίαν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, φρονῶ δὲ ὅτι τοῦτο εἶνε τόσον ἁπλοῦν καὶ στοιχειῶδες, ὥστε οὐδεὶς ἐφαντάσθη μέχρι τοῦδε, ὅτι δύναται νὰ διατηρηθῇ εἰς τὴν ἐξουσίαν ἄνευ τῆς ὑποστηρίξεως τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς. Ἀφ’ ἑτέρου ὅμως εἶνε ἀναντίῤῥητον κατ’ ἐμὲ, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔχει ἀπόλυτον καὶ πλῆρες τὸ δικαίωμα νὰ καλῇ εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν δημοσίων πραγμάτων καὶ τὰς μειοψηφίας καὶ νὰ μεταχειρίζεται ὁσάκις ἐν τῇ συνέσει του τὸ θεωρῇ ἀναγκαῖον, πρὸς ἐνίσχυσιν αὐτῶν καὶ τὸ μέσον τῆς διαλύσεως, τὸ ὁποῖον ὁ χάρτης ἡμῶν ἀπένειμεν εἰς αὐτόν. Ὁ Βασιλεὺς, ὃν τὸ πολίτευμα ἔθεσεν ἀνώτατον ἐπίσκοπον καὶ ἐπιτηρητὴν τῆς λειτουργίας ὅλων τῶν πολιτειακῶν ἐξουσιῶν, ἔχει ἀπολύτως τὸ δικαίωμα νὰ μεταχειρίζεται τὰ δικαιώματα ταῦτα, οὐδεὶς δὲ δύναται οὔτε νὰ τὸν ἐπικρίνῃ οὔτε νὰ τὸν κατακρίνῃ διὰ τὴν χρῆσιν αὐτῶν· ἐκεῖνοι ὅμως, οἱ ὁποῖοι συμβουλεύουν εἰς τὸν ἡγεμόνα τὴν χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν καὶ ἀναλαμβάνουν τὴν ἐξάσκησιν αὐτῶν διὰ νὰ ἔλθουν ἢ διὰ νὰ διατηρηθοῦν εἰς τὴν ἐξουσίαν, πλανῶνται, φρονῶ, παρὰ πολὺ, ἐὰν νομίζουν, ὅτι εἶνε ἀνεύθυνοι καὶ αὐτοὶ διὰ τὴν χρῆσιν ταύτην, ὅπως εἶνε ἀνεύθυνος ὁ βασιλεὺς. Σᾶς ὁμολογῶ δὲ, ὅτι ἐθαύμασα προχθὲς διὰ τὴν ἀφέλειαν, μὲ τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκε τὴν περὶ τούτου γνώμην του ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Δρόσος. Ὁ κ. Δρόσος σᾶς εἶπεν ὅτι τὸ νὰ λέγετε ἀφ’ ἑνὸς ὅτι ὁ βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ζητῆτε λόγον ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν τὸ διάταγμα τῆς διαλύσεως, εἶνε τὸ αὐτὸ ὡς νὰ λέγετε «εἶνε ἐλεύθερος ὁ τύπος, φθάνει μόνον νὰ μὴ γράφῃ.» Ὄχι, παλαιὲ συνάδελφε κύριε Δρόσε· δὲν ἔχει οὕτω τὸ πρᾶγμα. Ἡμεῖς συνεπράξαμεν μεθ’ ὑμῶν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ πολιτεύματος καὶ ἐὰν σᾶς βοηθῇ ἡ μνήμη, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι εἴμεθα ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπαλαίσαμεν πρὸς πολλοὺς ἐκ τῶν φίλων σας διὰ νὰ κατορθώσωμεν, ὥστε τὰ δικαιώματα τοῦ Βασιλέως νὰ ἀναγραφοῦν ἐν τῷ πολιτεύματι ὅσον ἦτο δυνατὸν εὐρύτερα καὶ πληρέστερα. Οὐδέποτε λοιπὸν ἐννοήσαμεν ἡμεῖς νὰ ἀμφισβητήσωμεν τὰ δικαιώματα τοῦ ἡγεμόνος, οὔτε ἐφαρμόζεται εἰς ἡμᾶς τὸ λόγιον τοῦ ποιητοῦ, τὸ ὁποῖον ἀνεφέρατε. Ἀλλὰ πλανᾶσαι, κ. Δρόσε, ἐὰν νομίζῃς ὅτι, διότι εἶνε ἀνεύθυνος ὁ ἡγεμὼν, δὲν χρεωστεῖς καὶ σὺ νὰ δώσῃς λόγον εἰς τὴν κοινωνίαν διατί παρενέβης μεταξὺ Ἡγεμόνος καὶ ἀντιπροσωπείας, διατί ἐγένεσο ἡ αἰτία καὶ τὸ ὄργανον τοῦ νὰ παρακωλυθῇ ἡ κανονικὴ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος, νὰ ἀποκεφαλισθῇ προώρως ὁλόκληρος ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία καὶ νὰ ἐκτεθῇ τὸ ἔθνος εἰς νέας ἐκλογὰς, ἕνεκα τῶν ὁποίων παραλύει ἡ ὑπηρεσία, συμβαίνουσιν ἐγκλήματα καὶ χύνεται αἷμα. Ἡ κοινωνία ἔχει δικαίωμα νὰ σὲ ἐρωτήσῃ ποῖα εἶνε τὰ μεγαλεπήβολα σχέδια, τὰ ὁποῖα ἄλλαι κεφαλαὶ δὲ ἠδύναντο νὰ συλλάβουν, ἢ ποῖα τὰ μεγάλα ἔργα, τὰ ὁποῖα ἄλλοι βραχίονες δὲν ἠδύναντο νὰ ἐκτελέσουν, ποῖον τέλος πάντων τὸ προσφερθὲν εἰς τὴν κοινωνίαν ἀντάλλαγμα ἀνάλογον τῶν θυσιῶν, τὰς ὁποίας ὑπέστη; Οἱ συνταγματικοὶ βασιλεῖς κατ’ ἐμὲ δύνανται, κύριοι, νὰ ἐξομοιωθῶσι μὲ τοὺς πατέρας τῶν καχεκτικῶν παιδίων, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ ἄκραν φιλοστοργίαν καὶ ἐν τῇ ἀνυπομονησίᾳ των τοῦ νὰ ἴδουν μίαν ὥραν ταχύτερον τὰ τέκνα των εὔρωστα καὶ ἐντελῶς ἀποκαταστημένα, παραμερίζουσι πολλάκις τὸν ἰατρὸν τῆς οἰκογενείας καὶ προσλαμβάνουσιν ἄλλους ἰατροὺς, ἐνίοτε δὲ καὶ ἀγύρτας, οἱ ὁποῖοι ὑπόσχονται ὅτι δύνανται ταχέως καὶ προχείρως νὰ ἀποκαταστήσουν τὴν ὑγείαν τῶν τέκνων των· (ἱλαρότης) ὅπως οἱ ἀγαθοὶ αὐτοὶ πατέρες, οὕτω καὶ οἱ χρηστοὶ καὶ φιλόλαοι βασιλεῖς, ἐπιθυμοῦντες νὰ ἄρωσι τὰ προσκόμματα, τὰ ὁποῖα παρεμβάλλονται εἰς τὴν πρόοδον τῶν ἐθνῶν καὶ τὰ ὁποῖα ἡ θεία πρόνοια τοῖς ἐνεπιστεύθη, καὶ νὰ ἴδωσιν αὐτὰ μίαν ὥραν ταχύτερον προαγόμενα εἰς τὸν κολοφῶνα τῆς δόξης καὶ τῆς εὐημερίας, δίδουσι πολλάκις προσοχὴν εἰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔχουν τὴν τόλμην, ἵνα μή τι ἄλλο εἴπω, νὰ κατακρίνουν ὅλους τοὺς ἄλλους καὶ νὰ παριστάνουν, ὅτι μόνοι αὐτοὶ εἶνε εἰς θέσιν νὰ πράξωσιν ὅσα οὐδεὶς ἄλλος. Παραμερίζουν λοιπὸν τοὺς κυβερνήτας, οἱ ὁποῖοι ὑποδεικνύονται ἐκ τῆς πλειονοψηφίας καὶ καλοῦν εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων ἄλλους· ἀλλὰ καθὼς ἡ οἰκογένεια, προεξάρχοντος τοῦ πατρὸς, ἐξεγείρεται κατὰ τοῦ παρεισάκτου ἰατροῦ, ὅταν δὲν δυνηθῇ νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν ὑγείαν τοῦ πάσχοντος τέκνου, οὕτω καὶ αἱ κοινωνίαι καὶ οἱ βασιλεῖς αὐτῶν κατεξανίστανται κατὰ τῶν πολιτικῶν ἐκείνων ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν μὲν νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν ἐξουσίαν ἄνευ πλειονοψηφίας, δὲν ἠδυνήθησαν ὅμως νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς ἐπαγγελίας των. Κατ’ ἐμὲ, κύριοι, οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἰς τὰ πράγματα, δὲν δύνανται νὰ λέγουν ὅτι ὑπηρετήσαμεν τὸ ἔθνος κατὰ τὰς δυνάμεις μας· ἐκάμαμεν καὶ ἡμεῖς ὅ,τι μᾶς ἦτο δυνατόν. Ὄχι, κύριοι, αὐτοὶ εἶνε ὑποχρεωμένοι νὰ ἀποδείξουν ὅτι εἶχον εἰς τὸν νοῦν των νὰ ἐκτελέσουν σχέδια, τὰ ὁποῖα αἱ κεφαλαὶ τῶν ἄλλων δὲν ἦσαν ἱκαναὶ νὰ συλλάβουν, ὅτι ἐπραγματοποίησαν ἔργα μεγάλα καὶ κοινωφελῆ, τὰ ὁποῖα οἱ ἄλλοι οἱ διὰ τῆς κανονικῆς ὁδοῦ ἐρχόμενοι εἰς τὴν ἐξουσίαν δὲν ἦταν εἰς θέσιν νὰ πραγματοποιήσουν. Τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι συναισθάνονται πολὺ καλὰ καὶ οἱ πεσόντες ὑπουργοὶ καὶ οἱ φίλοι αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι προσεπάθησαν νὰ ἀποδείξουν ὅτι ἡ πολιτεία αὐτῶν ὑπῆρξε καλλιτέρα ἀπὸ τὴν πολιτείαν τῶν προκατόχων των· ἀλλὰ πρὸς τοῦτο τί κάμνουν; Λαμβάνουν σποραδικά τινα παραδείγματα, καταφεύγουν εἰς ἐποχὰς μεμακρυσμένας, καθ’ ἃς ἡ πατρὶς ἡμῶν διετέλει εἰς μεγάλας ἀνωμαλίας. Σᾶς λέγουν ὅτι ἐγεννήθησαν σκάνδαλά τινα κατὰ τὰς ἐκλογὰς τὸ 1868 καὶ 1872. Ἀλλὰ μήπως δὲν ἐγένοντο καὶ ἄλλαι ἐκλογαὶ καὶ μήπως ἐὰν ἐγένοντο ἀδικήματά τινα κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1868 καὶ 1872, δὲν εἶνε πρῶτοι αὐτοὶ καὶ οἱ φίλοι των, οἱ ὁποῖοι τὰ ὑπεστήριξαν διὰ τῆς σιωπῆς των καὶ διὰ τῆς ψήφου των; Θέλοντες νὰ ἀποδείξουν, ὅτι ἡ διοίκησίς των ὑπῆρξε καλλιτέρα ἀπὸ τὴν διοίκησιν τῶν προκατόχων, ἀνατρέχουσιν εἰς τὰ 1865 καὶ 1867, χωρὶς νὰ συλλογίζωνται ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὁ τόπος ἡμῶν διετέλει εἰς ἀνώμαλον κατάστασιν καὶ διὰ τὴν ὁποίαν οἱ τότε κυβερνῶντες δὲν εὐθύνοντο. Δὲν σᾶς εἴπομεν χιλιάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τὰς ἀνωμαλίας ἐκείνας ἐγέννησεν ἡ μεταπολίτευσις τοῦ Ὀκτωρίου καὶ ἡ Κρητικὴ ἐπανάστασις; Τίς ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ὑπάρχει μεταξὺ ἡμῶν κανεὶς ὁ ὁποῖος εἶναι μᾶλλον ὑπεύθυνος διὰ τὰ συμβεβηκότα ταῦτα ἀπὸ τὸν κ. Δεληγεώργην; Δὲν σᾶς εἶπον πέρυσιν ἀκόμη ἐγὼ ὅτι κατὰ τὸ 1864 ὑπουργὸς ὢν μετὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου ὑπὸ τὸν ἔνδοξον ναύαρχον Κανάρην ἐπροσπαθήσαμεν νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν ἐπανάστασιν τῆς Κρήτης. Ἀπεποιήθημεν πᾶσαν συνδρομὴν καὶ συνεβουλεύσαμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ κεντήσωσιν αὐτὴν τὴν χορδὴν, ὅτι ὤφειλον νὰ ἡσυχάσωσι. Πότε δὲ ἐξεῤῥάγη ἡ Κρητικὴ ἐπανάστασις; κατὰ τὸ 1866· ἀφοῦ δὲ ἐξεῤῥάγη μήπως ἠθέλατε νὰ ἀφήσωμεν τὰ γυναικόπαιδα τῆς Κρήτης νὰ ἀποθάνουν ἐκ τῆς πείνης καὶ νὰ μένωμεν ἀνάλγητοι εἰς τὰς συμφορὰς τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν; Τοιαύτην ἀξίωσιν, κύριοι, δὲν πιστεύω νὰ εἶχε κἀνεὶς ἀπὸ ὑμᾶς.

§33ΔΡΟΣΟΣ. Κύριε Σωτηρόπουλε, ἠμπορῶ νὰ κάμω μίαν ἐρώτησιν; Νομίζετε ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1866 ὑπενήργησε τὴν ἐπανάστασιν τῆς Κρήτης;

§34ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι παντελῶς, ἄπαγε, ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω ὅτι τὰ ἐλλείματα τῶν προϋπολογισμῶν προῆλθον ἀπὸ τὴν μεταπολίτευσιν καὶ τὴν ἐπανάστασιν τῆς Κρήτης, καὶ δι’ αὐτὰ τὰ δύω ἀντικείμενα δὲν εἴμεθα ἡμεῖς περισσότερον ἀπὸ ὑμᾶς. Οἱ ἀντιπολιτευόμενοι ὑμᾶς ἐδιοίκησαν τὸ κράτος καὶ εἰς μεταγενεστέρας ἐποχὰς, τὸ ἐδιοίκησαν κατὰ τὸ 1870, τὸ ἐδιοίκησαν κατὰ τὸ 1871, τὸ ἐδιοίκησαν κατὰ τὸ 1872. Διατί θέλοντες νὰ συγκρίνετε τὴν διοίκησίν σας μὲ τὴν διοίκησιν ἐκείνων, δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὰς προσφάτους αὐτὰς ἐποχὰς, ἀλλ’ ὀπισθοδρομεῖτε τόσον μακράν; Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ἐὰν θέλετε, τὸ 1871, φέρετε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐὰν ἔχετε νὰ εἴπητέ τι κατὰ τῆς διοικήσεως καὶ τῆς δικαιοσύνης τῆς ἐποχῆς ἐκείνης· ὁμολογήσατε, ἐὰν ἦσθε εἰλικρινεῖς, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἡ ληστεία κατεδιώχθη, ὅτι ἐψηφίσθη νόμος εἰς ὃν χρεωστεῖται ἡ ἐξόντωσις αὐτῆς, διότι ἀφ’ ἧς ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐψηφίσθη οὐδεὶς νέος λῃστὴς ἀνεφάνη, καὶ ὅταν, κύριοι, ἐστείρευσεν ἡ πηγὴ τοῦ κακοῦ, ἀδύνατον ἦτο πλέον νὰ ὑπάρξῃ ληστεία, διότι καὶ οἱ λῃσταὶ ἄνθρωποι εἶναι, φονεύονται, συλλαμβάνονται, προσέρχονται, ἀποθνήσκουν τέλος πάντων. Ἐξετάσατε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ 1871 καὶ θέλετε ἰδεῖ ὅτι τὸ 1871 ἐπήρκεσεν εἰς τὰς πληρωμάς του, ὅτι ἔθεσε βάσεις, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ ἐξασφαλίσουν καθ’ ὅλα τὴν ὁμαλὴν πορείαν τῶν οἰκονομικῶν. Αὐτὰ τὰ ἔτη, ἐὰν θέλετε νὰ ἦσθε εἰλικρινεῖς, πρέπει νὰ λάβετε ὡς ἀφετηρίαν, εἰς ταῦτα ὀφείλατε μάλιστα νὰ προσθέσητε τὴν ὀφειλομένην εἰς τὸν χρόνον καὶ εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως πρόοδον, καὶ τότε νὰ ἀποδείξητε τὰς βελτιώσεις, τὰς ὁποίας ἐφέρατε καὶ ὄχι μόνον ἁπλᾶς βελτιώσεις, ἀλλὰ βελτιώσεις, τὰς ὁποίας δὲν ἦσαν εἰς κατάστασιν οἱ ἀντίπαλοι σας νὰ ἐνεργήσουν. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν ἀρνοῦμαι εἰς τὸν κ. Δεληγεώργην οὔτε ἱκανότητα, οὔτε πατριωτισμὸν, τὸν κατακρίνω μόνον διότι ἔχει τὸ ἐλάττωμα νὰ θεωρῇ τὰς ἰδιότητας ταύτας ὡς ἀποκλειστικὸν αὑτοῦ προνόμιον καὶ νὰ τὰς ἀρνῆται εἰς ὅλους τοὺς ἄλλους. Ἐπειδὴ δὲ δὲν κατώρθωσε νὰ πιστεύσῃ τοῦτο ἡ ἀντιπροσωπεία, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἔχει τὴν ὑπομονὴν, διὰ τὴν ὁποίαν ἐπῄνεσε χθὲς πολὺ δικαίως ὁ συνάδελφός του κ. Μακρῆς τὸν ἱκανώτατον μὲν ἀλλὰ μετριοφρονέστατον φίλον μου κύριον Μίλησην, ἐζήτησε καὶ κατώρθωσε νὰ λάβῃ δι’ ἄλλων μέσων τὴν ἐξουσίαν μὲ τὴν ἀγαθὴν βεβαίως προαίρεσιν τοῦ νὰ πραγματοποιήσῃ ἔργα καὶ σχέδια, τὰ ὁποῖα ἐφρόνει ὅτι οἱ ἀντίπαλοι αὐτοῦ, οἱ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης κυβερνήσαντες τὸν τόπον δὲν ἦσαν ἱκανοὶ οὔτε νὰ συλλάβωσιν, οὔτε νὰ πραγματοποιήσωσιν. Ὁ κύριος Δεληγεώργης ἐπίστευσεν ὅτι εὔκολον ἦτο νὰ πραγματοποιηθῶσι μεγάλαι βελτιώσεις, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην ὁμολογουμένως ὁ τόπος ἡμῶν καὶ τῶν ὁποίων ἡ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀναβολὴ ἐφρόνει, ὅτι προήρχετο ἐξ ἀνικανότητος, ἢ ἐξ ἐλλείψεως καλῆς διαθέσεως τῶν κυβερνώντων· ἔκαμε δὲ καὶ μέγα τὸ σφάλμα νὰ δώσῃ πολλὴν προσοχὴν εἰς κερδοσκόπους τινας, οἱ ὁποῖοι ἦλθον ἐνταῦθα ἐξ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν, ὅπως σαρώσωσι τὰ ὀλίγα κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἐργαζόμενοι καὶ οἰκονομοῦντες ἐπὶ ἥμισυν σχεδὸν αἰῶνα κατωρθώσαμεν νὰ ἀποκτήσωμεν. Ἀλλ’ ἐκ τῶν ὑστέρων ἀποδείχθη, ὅτι ὁ κ. Δεληγεώργης ἐπλανήθη εἰς τὰς σκέψεις του, καὶ ἂν ἐκ φιλοτιμίας δὲν ὁμολογῇ σήμερον τοῦτο, εἶμαι βέβαιος ὅτι εἰς τὸ βάθος τῆς συνειδήσεώς του ὡς ἄνθρωπος εὐσυνείδητος τὸ αἰσθάνεται· ὁ κ. Δεληγεώργης, εἶμαι βέβαιος, ἐννοεῖ ὅτι κατ’ οὐδὲν ἡ ἔλευσίς του εἰς τὰ πράγματα ὠφέλησε τὸν τόπον, νὰ μὴ εἴπω, ὅτι ἐχειροτέρευσε τὴν κατάστασίν του. Ποῦ εἶναι οἱ ἑπτὰ σιδηρόδρομοι τῆς Πελοποννήσου, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιστεύσαμεν ἡμεῖς οἱ κατοικοῦντες τὰ μεσημβρινὰ παράλια τῆς Πελοποννήσου, ὅτι ἠδυνάμεθα ἐν διαστήματι ὀλίγων ὡρῶν νὰ ἀπερχώμεθα εἰς τὰς ἐπαρχίας μας; Ποῦ εἶναι ὁ σιδηρόδρομος ἀπὸ Πορτοράφτη εἰς Βόνιτσαν, δι’ οὗ ἡ χώρα ἡμῶν ἔμελλε νὰ κατασταθῇ γέφυρα μεταξὺ ἀνατολῆς καὶ δύσεως; Ποῦ εἶναι ἡ Κτηματικὴ Τράπεζα, διὰ τῆς ὁποίας ἤθελεν ἀπαλλαχθῆ ὁ τόπος ἡμῶν ἀπὸ τοὺς ὄνυχας τῶν τοκογλύφων; Καὶ αὐτὸς ἀκόμη ὁ σιδηρόδρομος τῆς Λαμίας, τοῦ ὁποίου ἡ ἐκτέλεσις ἐθεωρεῖτο ἔργον εὔκολον, κινδυνεύει νὰ ναυαγήσῃ, ἐὰν δὲν ἐναυάγησεν ἕως τώρα. Ποῦ εἶναι τέλος πάντων τὸ Λαύριον, τὸ Λαύριον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἡμεῖς μὲν ἐπροσπαθοῦμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ἀξιόλογόν τινα πρόσοδον, ἄλλοι δὲ, οἱ ὁποῖοι ἐσυκοφάντουν ἡμᾶς καὶ δὲν ἐφείδοντο οὐδὲ αὐτοῦ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος, τὸ παρίστανον ὡς ἀκένωτον θησαυρὸν, ἐκ τοῦ ὁποίου ὄχι μόνον τὸ δημόσιον ταμεῖον ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ πληρώσῃ ὅλα τὰ χρέη τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ καταργήσῃ πᾶσαν φορολογίαν, ἀλλὰ ἤθελε μείνει καὶ ἀρκετὸν περίσσευμα, ὥστε ἕκαστος ἐξ ἡμῶν νὰ λαμβάνῃ κατ’ ἔτος ἀξιόλογόν τι μέρισμα, ὅπως οἱ παλαιοὶ Ἀθηναῖοι ἐλάμβανον τὰ λεγόμενα θεωρικά. Ἀντὶ τῶν ἐπαγγελιῶν καὶ τῶν ἐλπίδων τούτων τὸ Λαύριον δὲν ἐχρησίμευσεν εἰς ἄλλο εἰμὴ εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ πτωχοὺς καὶ δυστυχεῖς πολλοὺς τῶν συμπολιτῶν μας, νὰ θέσῃ δὲ ἴσως εἰς ἀμφιβολίαν καὶ αὐτὴν τὴν μικρὰν πρόσοδον, τὴν ὁποίαν τὸ δημόσιον εἶχεν. Ἀνακεφαλαιόνων, κύριοι, νομίζω, ὅτι εἰς ἣν κατάστασιν τὰ πράγματα εὑρίσκονται, ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ μὴ ἀποκρούσῃ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον οἱ κύριοι Δηλιγιάννης καὶ Λομβάρδος, ὅτι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν πρέπει νὰ συστηθῶσιν τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ, τὰ δύω θέματα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, καὶ νὰ προστεθῇ ὡς τρίτον τὸ περὶ οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ κράτους εἰδικευόμενον εἰς τὴν ἔρευναν μήπως ἐγένοντο μετατροπαὶ ἢ ὑπερβάσεις εἰς τὰς πιστώσεις τοῦ 1873 (εὖγε).

§35ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριοι, ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς, τὸ ὁποῖον εἶναι ὅμοιον τῶν παρελθόντων ἐτῶν μέ τινας τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἐθεώρησα ἀναγκαίας πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου καὶ τοῦ φορολογουμένου λαοῦ· παρακαλῶ δὲ τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ καταστήσῃ αὐτὸ ὥριμον ὅσον οἷόν τε ταχύτερον διὰ τῆς ὑποβολῆς τῆς ἐκθέσεώς της εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐπιληφθῇ αὕτη τῆς συζητήσεως καὶ ἐπιψηφίσεώς του, διότι ὁ καιρὸς κατεπείγει. Ἔχει δὲ ὡς ἕπεται· Πρὸς τὴν Βουλήν. Εἰσάγω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος νομοσχέδιον καὶ παρακαλῶ αὐτὴν νὰ τὸ ψηφίσῃ. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ περιέχει τὰς ἀκολούθους μεταβολὰς καὶ προσθήκας, θεωρηθείσας ἐκ τῆς ἄχρι τοῦδε ἐφαρμογῆς ἀπολύτως ἀναγκαίας καὶ δικαίας. Αʹ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 8. 1) Ἠλαττώθη ἡ φορολογία τῶν κικκιδίων ἀπὸ 25 εἰς 15 λεπτὰ, διότι τὸ βαρὺ τοῦ φόρου ἔδιδε χώραν εἰς καταχρήσεις. 2) Ἐπεξετάσθη εἰς ὅλον τὸ Κράτος ἡ κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἢ μεταφορὰν φορολογία τοῦ καπνοῦ, τῶν λεμονίων, τῶν πορτοκαλλίων καὶ τῶν κίτρων ἀντὶ τῆς ἀμέσου φορολογίας. Ἡ φορολογία τοῦ καπνοῦ, πλὴν τῶν ἐπαρχιῶν Ναυπλίας καὶ Ἄργους, ηὐξήθη εἰς λεπτὰ 15 ἀπὸ 12, τῶν δὲ λεμονίων εἰς δρ. 1 καὶ λεπτὰ 50 ἀπὸ δραχ. 1, θεωρηθείσης τῆς αὐξήσεως ταύτης ὡς πρὸς τὰς τρεχούσας τιμὰς τῶν προϊόντων αὐτῶν δικαίας. 3) Τῶν σαρωμάτων ἡ φορολογία μετεβλήθη εἰς ἔμμεσον, προσδιορισθεῖσα εἰς λεπτὰ 12 ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς. 4) Ὁ φόρος τῶν σταφυλῶν ηὐξήθη ἀπὸ 1 εἰς 2 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν. Βʹ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 9. Περιελήφθησαν ποιναὶ διὰ τὰς τελωνειακὰς παραβάσεις ὡς πρὸς τὰ ἀποδίδοντα τὸν ἔγγειον φόρον προϊόντα εἰς τὰ τελωνεῖα Γʹ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 11. Τὰ Λακωνικὰ προϊόντα ἐθεωρήθη ἀσφαλέστερον καὶ δικαιότερον νὰ διατίθενται δι’ ἐνοικιάσεως. Δʹ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 15. Περιελήφθη ὡσαύτως διάταξις ἵνα διοικητικῶς ἐκποιῶνται οἱ ἄνευ ἀδείας ὑπὸ τῶν ἐνοικιαστῶν εἰσπραττόμενοι φόροι ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ὡς ὑποκειμένων εἰς φθορὰν, καθόσον ἡ μέχρι τοῦδε γενομένη δικαστικῶς ἐκποίησις τούτων ἐπροξένει ὡς ἐκ τῆς ἀναβολῆς ζημίας. Εʹ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 17. Περιελήφθη πειθαρχικὴ ποινὴ διὰ τοὺς μὴ ἐμπροθέσμως, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ ΣΟΖʹ. παγίου νόμου, παραδίδοντας εἰς τὸν ἔφορον τὰ στελέχη τῶν διπλοτύπων ἐνοικιαστὰς, καθόσον ἡ μέχρι τοῦδε δικαστικὴ καταδίωξις δὲν ἔφερεν αἴσια ἀποτελέσματα. Καὶ Ϛʹ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 18. Περιελήφθη διάταξις διὰ τὰς ἐκ θεομηνίας ζημίας τῶν ἐνοικιαστῶν πρὸς ἀποφυγὴν δικῶν. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 22 φεβρουαρίου 1874.

Ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς

Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ.

ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ

Περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς διὰ τὸ ἔτος 1874. Ἄρθρον 1. Διὰ τὸ ἔτος 1874 ὅ,τε ἔγγειος φόρος καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας ὁρίζεται ὡς ἀκολούθως· Περὶ τῶν δι’ ἐνοικιάσεως διατιθεμένων. Ἄρθρον 2. Οἱ δι’ ἐνοικιάσεως διατιθέμενοι ὅ,τε ἔγγειος φόρος καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας προσδιορίζονται· α) Ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἔγγειος φόρος 8%, δικαίωμα ἐπικαρπίας 15%. β) Ἐπὶ τοῦ ἐλαίου καὶ τῶν ἐλαιῶν ἔγγειος φόρος, ἐπὶ μὲν τοῦ ἐλαίου 10%, ἐπὶ δὲ τῶν ἐλαιῶν ὅσαι χρησιμεύουσιν εἰς βρῶσιν ἢ παράγονται εἰς δήμους, ἔνθα δὲν ὑπάρχουσιν ἐλαιοτριβεῖα, λεπτὰ 3 τὴν ὀκᾶν. Δικαίωμα ἐπικαρπίας 10% εἰς ἔλαιον καὶ λεπτὰ 3 τὴν ὀκᾶν ἐπὶ τῶν εἰς βρῶσιν χρησίμων ἐλαιῶν. Ὅταν ὁ ἐπὶ τοῦ ἐλαίου ἔγγειος φόρος εἰσπράττεται διὰ λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου, ὁρίζεται οὗτος εἰς λεπτὰ 12 τὴν ὀκᾶν. γ) Δικαίωμα ἐπικαρπίας ἐπὶ τοῦ προϊόντος τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων σταφιδαμπέλων 10%. δ) Τὸ ἀπὸ σταφιδαμπέλων γλεῦκος (μοῦστος) φορολογεῖται τὸ μὲν ἐξ ἰδιοκτήτων πρὸς λεπτὰ 30, τὸ δὲ ἐξ ἐθνικοϊδιοκτήτων πρὸς λεπτὰ 60 ἀνὰ πᾶσαν βαρέλαν ἐξ ὀκάδων 48 συγκειμένην. Καὶ ἡ μὲν διάθεσις τῆς προσόδου ταύτης γίνεται δι’ ἐνοικιάσεως, ἡ δὲ βεβαίωσις τοῦ ποσοῦ γίνεται ἐν τοῖς οἰνοδοχείοις διὰ καταμετρήσεως αὐτῶν. ε) Ἐπὶ τῆς ῥητίνης, κατράμης, ἀσβέστου καὶ λοιπῶν δασικῶν προϊόντων, πλὴν τοῦ πρινοκοκείου ἔγγειος φόρος 10%. Δικαίωμα ἐπικαρπίας ἐπὶ τῆς ἐξ ἐθνικῶν δασῶν παραγομένης ῥητίνης 15%. Ὁ κατὰ τὸ ἄρθρον 33 τοῦ ΣΟΖʹ. νόμου προσδιορισμὸς τῆς τιμῆς τῆς ῥητίνης γίνεται κατὰ μῆνα, τὸ δὲ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δύναται ἐξ ἐπαγγέλματος ἢ κατ’ αἴτησιν τῶν ἐχόντων συμφέρον νὰ μεταῤῥυθμίσῃ τὴν τιμὴν ταύτην. Ἄρθρον 3. Δὲν ὑποβάλλονται εἰς δικαίωμα ἐπικαρπίας αἱ ἀσκεπεῖς ἐθνικαὶ καὶ ἐκκλησιαστικαὶ γαῖαι, δι’ ἃς τὸ παραχωρητήριον παρεδόθη τοῖς δικαιούχοις πρὸ τῆς ά. Ἀπριλίου 1874. Ἄρθρον 4. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν προσδιορίζεται εἰς 5%. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν μεταλλείων 5 0,0, ἐπὶ δὲ τῶν ὀρυχείων καὶ λατομείων 10%, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ΧϞ νόμου τῆς 22 Αὐγούστου 1861 καὶ τοῦ ἀπὸ 15 8βρίου 1863 θεσπίσματος. Ὁ στρεμματικὸς φόρος τῶν λεπτῶν τριῶν πληρόνεται τὴν 31 Δεκεμβρίου ἑκάστου ἔτους· ὁ φόρος δὲ διὰ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς παραχωρήσεως ὑπολογίζεται καὶ πληρόνεται ἀναλόγως τοῦ χρονικοῦ διαστήματος. Περὶ τῶν κατὰ στρέμμα καὶ κατὰ δένδρον φορολογουμένων κτημάτων. Ἄρθρον 5. Ὁ ἔγγειος φόρος καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας ἐπὶ τῶν κατὰ στρέμμα καὶ κατὰ δένδρον φορολογουμένων κτημάτων κανονίζεται ἀναλόγως τῆς κατὰ μέσον ὅρον ἐτησία προσόδου ὡς ἑξῆς·

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Δικαί-
Ἔγγειος ωμα ἐ-
Εἶδος κτήματος Κατὰ μέσον ὅρον ἐτησία φόρος πικαρ.
ἢ προϊόντος. πρόσοδος Δ.Λ. Δ.Λ.
Ἄμπελοι Μέχρι τῶν δρ. 10 70 70
Ἀπὸ δρ. 11 ἕως 20 150 150
» » 21 » 30 250 250
» » 31 » 40 350 350
» » 41 καὶ ἐπέκεινα 450 450
Περιβόλια Ἔλαττον τῶν δρ. 45 3 3
Ἀπὸ δρ. 45—74 6 6
» » 75 » 104 9 9
» » 105 καὶ ἐπέκεινα 12 12
Ἀμυγδαλέαι Ἄνευ διακρίσεως ποιότητος 2 2
Λαχανόκηποι, συκιῶ-Ἔλαττον τῶν δρ. 45 240 450
νες, γεώμηλα, κρόμ-Ἀπὸ δρ. 45—64 440 825
μυα καὶ σκόροδα » » 65 καὶ ἐπέκεινα 640 12
Γρασίδια καὶ τρι- Ἔλαττον τῶν δρ. 30 160 3
φύλλια Ἀπὸ δρ. 30 καὶ ἐπέκεινα 280 525
Κοκκάρια Ἔλαττον τῶν δρχ. 30 2 375
Ἀπὸ δρ. 30 ἕως 49 320 6
» » 50 » 69 480 9
» » 70 καὶ ἐπέκεινα 640 12
Βαμβάκια Ἔλαττον τῶν δρ. 20 90
Ἀπὸ δρ. 20 ἕως 29 180
» » 30 » 39 270
» » 40 καὶ ἐπέκεινα 360
Καπνὰ Ἔλαττον τῶν δρ. 30 375
Ἀπὸ δρ. 30 ἕως 49 6
» » 50 » 69 9
» » 70 καὶ ἐπέκεινα 12
Ἐθνικοϊδιόκτητα Κατὰ δένδρον τῶν συμπληρωσάν-
μωρεόδενδρα των τὸ 5ον ἔτος τῆς ἡλικίας 5

Ἄρθρον 6. Ἐὰν ἀποδειχθῇ διὰ πιστοποιητικοῦ τοῦ ἁρμοδίου δημάρχου ὅτι ἄμπελοι ἢ περιβόλια ἐσημειώθησαν ἐπ’ ὀνόματι ἄλλου ἢ τὸν πραγματικὸν ἰδιοκτήτην ἢ κάτοχον, τὰ πρωτόκολλα τῆς καταμετρήσεως καὶ τῆς κατατάξεως αὐτῶν θεωροῦνται ἰσχυρὰ καὶ ὑποχρεωτικὰ διὰ τὸν τελευταῖον τοῦτον. Ἄρθρον 7. Αἱ περὶ δηλώσεως διατάξεις τοῦ ΣΟΖʹ. παγίου νόμου ἐφαρμόζονται καὶ διὰ τὰ ἐξ ἐθνικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν παραγόμενα βαμβάκια καὶ καπνὰ, ὡς καὶ ἐπὶ τῶν ἀμπέλων ὁμοίας ἰδιότητος τῶν νήσων Θήρας, Θηρασίας, Αἰγίνης, Κέας, Κύθνου, Μυκόνου, Σερίφου, Πάρου, Ἀντιπάρου καὶ Σκοπέλου ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας. Περὶ τῶν εἰς τὰ τελωνεῖα εἰσπραττομένων φόρων. Ἄρθρον 8. Ὁ ἐπὶ τῶν κατωτέρω προϊόντων ἔγγειος φόρος καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας κανονίζονται κατὰ τοὺς ἑπομένους πίνακας· ά.) Προϊόντα φορολογούμενα κατὰ τὴν ἐξαγωγήν.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἔγγειος
Εἶδος προϊόντος φόρος
Δραχ.Λ.
1) Σταφὶς δι’ ἑκάστην χιλιάδα ἐνετικῶν λιτρῶν
διὰ μὲν τὰς ἐπαρχίας Καλαμῶν, Μεσσήνης, Πυλίας,
Ὀλυμπίας καὶ Ἠλείας ἀνὰ δρ. 11
ὁσάκις ἡ φόρτωσις γίνεται ἔν τινι λιμένι τῆς ἐ-
παρχίας διὰ τὸ ἐξωτερικὸν, ἀλλ’ ἐξαιρετικῶς ἡ φόρ-
τωσις τῆς σταφίδος τῆς ἐπαρχίας Ὀλυμπίας δύνα-
ται νὰ γείνῃ καὶ ἐν Κατακώλῳ τῆς Ἠλείας.
Δι’ ὅλας δὲ τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας ἀνὰ δρ. 13
2) Βαμβάκια κατὰ καντάριον,
Ἐπὶ μὲν τοῦ καθαροῦ 9
Ἐπὶ δὲ τοῦ ἀκαθαρίστου 3
3) Κουκούλια ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς 150

καὶ βʹ.) προϊόντα φορολογούμενα κατά τε τὴν ἐξαγωγὴν καὶ τὴν διὰ θαλάσσης μεταφοράν.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἔγγειος Ἔγγειος φόρος καὶ
φόρος δικαίωμα ἐπικαρπίας
Εἶδος προϊόντος Δρ.Λ. Δρ.Λ.
1) Βαλανίδια ἐφ’ ἑκάστου κανταρίου,
ἀ. Διὰ τὸν Νομὸν Λακωνίας, Ἀττικὴν, Ἄν-
δρον καὶ Κέαν 120
βʹ. Δι’ ὅλα τὰ λοιπὰ μέρη τοῦ Κράτους 250
2) Κικίδια ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς 15
3) Πρινοκόκκιον » » 3
4) Ῥιζάριον ἐφ’ ἑκάστου κανταρίου 3
5) Ξηρὰ σῦκα 150
6) Δικαίωμα ἐπικαρπίας ἐπὶ τῶν ἐθνικοϊδιο
κτήτων σύκων τῶν ἐπαρχιῶν Καλαμῶν,
Μεσσήνης, Ἐπ. Λιμηρᾶς καὶ Πυλίας κατὰ
στατῆρα 150
7) Λεμόνια ἐφ’ ἑκάστης χιλιάδος δι’ ὅλον τὸ Κράτος 150
8) Πορτοκάλια » » » 2 2
9) Μανταρίνια » » » 2
10) Κίτρα ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς 03
11) Οἶνος Θήρας, Θηρασίας, Αἰγίνης, Κέας,
Κύθνου, Μυκόνου, Σερίφου, Πάρου, Ἀντιπά-
ρου καὶ Σκοπέλου ἐφ’ ἑκάστης βαρέλλας ἐκ
48 ὀκάδων συγκειμένης 120
12) Μοῦστος τῶν ἀνωτέρων μερῶν ἐφ’ ἑκά-
στης ὁμοίας βαρέλλας 60
13) Σταφυλλαὶ τῶν αὐτῶν μερῶν ἐφ’ ἑκάστης
ὀκᾶς 02
14) Καπνὸς τῶν ἐπαρχιῶν Ναυπλίας καὶ Ἄρ-
γους ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς 07
Τῶν δὲ λοιπῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους ἐφ’
ἑκάστης ὀκᾶς 15
15) Σαρώματα ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς 12

Τὰ μέχρι τέλους τοῦ παρελθόντος ἔτους 1873 ἰσχύοντα πρωτόκολλα ἐκτιμήσεως τῶν παραχθέντων ἀπὸ ἰδιόκτητα συκόδενδρα σύκων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Καλαμῶν καὶ Μεσσήνης, Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς καὶ Πυλίας εἰσὶν ἔγκυρα καὶ ὁριστικὰ καὶ διὰ τὴν φορολογίαν τρ. ε. 1874· ἐπιτρέπεται μ’ ὅλον τοῦτο τοῖς ἰδιοκτήταις νὰ ζητήσωσι νέαν ἐκτίμησιν ἀναφερόμενοι ἐνώπιον τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς ἀπὸ τῆς ά Μαΐου μέχρι τῆς 30 Ἰουνίου. Ἐντὸς τῆς αὐτῆς προθεσμίας ὑποχρεοῦνται καὶ οἱ νέοι ἰδιοκτῆται νὰ ζητήσωσι τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἰδιοκτήτων συκοδρέδρων των. Γενικὴν ἢ καὶ σποραδικὴν ἐκτίμησιν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργήσῃ καὶ τὸ δημόσιον, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρ. 1 τοῦ ΡΜΑ νόμου τοῦ 1866 καὶ ἐντὸς τῆς ὁριζομένης ὑπ’ αὐτοῦ προθεσμίας, ἥτις ἐν ἀνάγκῃ, τῇ προτάσει τοῦ ἐφόρου, δύναται νὰ παραταθῇ δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Τὰ καπνὰ καὶ τὰ σαρώματα φορολογοῦνται καὶ κατὰ τὴν διὰ ξηρᾶς ἀπὸ τοῦ τόπου τῆς παραγωγῆς εἰς ἑτέραν ἐπαρχίαν μεταφοράν των, ἥτις ἐπιτρέπεται μόνον τῇ ἐγγράφῳ ἀδείᾳ τοῦ ἁρμοδίου Οἰκονομικοῦ ἐφόρου, ἐκδιδομένῃ μετὰ προηγουμένην πληρωμὴν τοῦ ἐγγείου φόρου εἰς τὸ ἁρμόδιον ταμεῖον καὶ ὁριζούσῃ τὸν χρόνον τῆς ἰσχύος αὐτῆς ἀναλόγως τῆς ἀποστάσεως τοῦ τόπου τῆς μεταφορᾶς. Ὁσάκις δὲ τὰ προϊόντα ταῦτα, πληρώσαντα ἤδη τὸν ἔγγειον φόρον, πρόκειται ν’ ἀποταμιευθῶσιν εἰς ἕτερον τῆς παραγωγῆς των τόπον πρὸς βραδυτέραν ἐκεῖθεν ἐξαγωγὴν ἢ μεταφοράν, ἐφαρμόζονται ἀναλόγως αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 66 τοῦ τελωνειακοῦ νόμου. Ἄρθρον 9. Διὰ τ’ ἀποδίδοντα τὸν ἔγγειον φόρον εἰς τὰ τελωνεῖα κατὰ τὴν ἐκτὸς τοῦ Κράτους ἐξαγωγὴν προϊόντων γῆς ἢ μεταλλείων δίδεται ὑπὸ τοῦ φορτωτοῦ ἐγγύησις ἀξιόχρεως, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ τελων. νόμου, ἐπὶ χαρτοσήμου τάξεως δραχμῆς, ὁσάκις μεταφέρωνται ταῦτα ἀφ’ ἑνὸς εἰς ἄλλον λιμένα τοῦ Βασιλείου· διὰ τὰ δασικὰ δὲ προϊόντα παραδίδεται εἰς τὴν τελων. ἀρχὴν καὶ ἡ περὶ ὑλοτομίας τούτων δασονομικὴ ἄδεια. Τὰ προϊόντα ταῦτα ὡς καὶ τ’ ἀποδίδοντα τὸν ἔγγειον φόρον, κατὰ τὴν μεταφορὰν λαθραίως ἐξαγόμενα εἴτε μεταφερόμενα ἢ καὶ μὲ ἄδειαν ἐκπρόθεσμον, ὑπόκεινται εἰς πληρωμὴν ὀκταπλοῦ ἐγγείου φόρου ἐπιβαλλομένου κατὰ τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ τελωνειακοῦ νόμου ὑπὸ τοῦ πλησιεστέρου οἰκον. ἐφόρου ἢ τελων. ἀρχῆς. Ἐὰν δὲ κατὰ τὴν μεταφορὰν τῶν ἀνωτέρω προϊόντων παρουσιασθῇ διαφορὰ ἐπὶ πλέον ἢ ἐπὶ ἔλαττον εἴτε κατὰ τὴν φόρτωσιν εἴτε κατὰ τὴν ἀποβίβασιν, ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρ. 1 τοῦ ἀπὸ 7 Αὐγούστου 1861 ΧΞΘ νόμου. Τὸ τρίτον τῆς ποινῆς ἀποδίδεται εἰς τὸν ἀνακαλυπτὴν τοῦ λαθρεμπορίου καὶ πάσης ἄλλης παραβιάσεως. Ἄρθρον 10. Ἡ φορολογία ἐν Ἑπτανήσῳ διατηρεῖται οἵα κατὰ τὸ 1866 ἐπιβάλλεται δὲ δασμὸς εἰσπραττόμενος εἰς τὰ τελωνεῖα κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν καὶ τὴν διὰ θαλάσσης μεταφοράν, α) ἐπὶ τοῦ σάπωνος πρὸς λ. 6 κατ’ ὀκὰν καὶ β) ἐπὶ τῆς ἐλαιώδους ὕλης, ἥτις παράγεται δι’ ἀτμομηχανῶν ἀπὸ ἀχρήστους ἐλαιοπυρῆνας, πρὸς λεπ. 2 κατ’ ὀκάν. Περὶ τῶν Λακωνικῶν προϊόντων. Ἄρθρον 11. Ὁ ἔγγειος φόρος ἐπὶ τῶν προϊόντων τῶν δύω ἐπαρχιῶν Οἰτύλου καὶ Γυθείου διατίθεται δι’ ἐνοικιάσεως καὶ βεβαιοῦται τῇ συμπράξει τοῦ ἐνοικιαστοῦ κατὰ τὰς οἰκείας διατάξεις τοῦ ΣΟΖʹ. παγίου νόμου ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας τελων. ἀρχῆς, παρ’ ἧς καὶ εἰσπράττεται. Προσδιορίζεται δὲ ὡς ἑξῆς· 1) Ἐπὶ τοῦ ἐλαίου λεπτὰ 12 τὴν ὀκὰν καὶ 2 ἐπὶ τῶν λοιπῶν προϊόντων, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ γλεύκους (μούστου) ἢ οἴνου 10% εἰς χρήματα κατὰ τὴν ἀγοραίαν τιμήν. Ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν ὡσαύτως κατὰ τὴν ἀγοραίαν τιμὴν εἰς χρήματα 8%. Τὰ ἐκ τῶν λιμένων τῶν ἐπαρχιῶν Οἰτύλου καὶ Γυθείου ἐξαγόμενα ἢ μεταφερόμενα δέρματα ἀποδίδουσι τὸν φόρον ἄνευ διακρίσεως ἡλικίας τῶν ζώων, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ ΥΜʹ. νόμου περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν ἐπὶ τῶν ζώων καὶ μελισσίων φόρων. Ἐὰν δὲ κατὰ τὴν δημοπρασίαν δὲν παρουσιασθῇ ἀνάλογον ἐνοίκιον, ἡ πρόσοδος εἰσπράττεται διὰ λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου. Γενικαὶ διατάξεις. Ἄρθρον 12. Τοὺς ἀγραμμάτους φορολογουμένους δι’ ὅλας τὰς ἐν τῷ ἄρθρῳ 10 τοῦ ΣΟΖʹ. νόμου περιπτώσεις ὡς καὶ τοὺς ἀρνουμένους νὰ ὑπογράψωσι τὰ στελέχη τῶν διπλοτύπων τῆς φορολογίας τῶν προϊόντων ἐν γένει ὑπογράφουσι δύω μάρτυρες, ἐξ ὧν ὁ εἷς πρέπει νὰ ᾖναι ὁ ἱερεὺς τοῦ οἰκείου χωρίου ἢ ἐν ἐλλείψει ἢ ἀπουσίᾳ τούτου, τοῦ πλησιεστέρου χωρίου, ἢ δημοτ. σύμβουλος ἢ δημαρχιακὸς ἢ εἰδικὸς ἢ εἰρηνοδικειακὸς πάρεδρος. Οἱ ἐνοικιασταὶ ἀποστέλλοντες τὰ στελέχη τῶν διπλοτύπων εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον, κατὰ τὸ ἄρθρον 13 τοῦ ΣΟΖ. παγίου νόμου, ὑποχρεοῦνται νὰ συνωδεύωσι ταῦτα μὲ καταλόγους εἰς διπλοῦν, ἐξ ὧν τὸ ἓν ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος ὀφείλει νὰ παραπέμψῃ ἐπὶ ἀποδείξει εἰς τὸν ἁρμόδιον δήμαρχον, ἵνα δημοσιεύηται ἀμέσως εἰς τὸ οἰκεῖον τμῆμα ἢ χωρίον πρὸς γνῶσιν τῶν φορολογουμένων. Ἄρθρον 13. Αἱ κατὰ τῆς διοικητικῆς ἐκτελέσεως τῶν περιεχόντων ἀντιῤῥήσεις καὶ ὡς πρὸς τὴν ἰδιότητα τῶν ἐθνικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν ἀγρῶν διπλοτύπων ἀνακοπαὶ ἀπευθύνονται κατὰ τῶν ἐνοικιαστικῶν· ἁρμόδια νὰ δικάσωσι τὰς ἀνακοπὰς εἰσὶ τὰ εἰρηνοδικεῖα τῆς περιφερείας ἔνθα κεῖνται οἱ ἀγροὶ, οἱ δὲ ἐνοικιασταὶ ὀφείλουσιν ἐν τῷ τόπῳ τῶν δικαστηρίων τούτων νὰ διορίσωσιν ἀντίκλητόν των, γνωστοποιοῦντες τοῦτον εἰς τὸν γραμματέα τοῦ ἁρμοδίου εἰρηνοδικείου· ἄλλως, θεωρεῖται τοιοῦτος ὁ γραμματεὺς τοῦ ἰδίου δακαστηρίου, πρὸς ὃν γίνονται αἱ κοινοποιήσεις. Ἡ ἐνώπιον τοῦ ἀνωτέρου δικαστηρίου διαδικασία μεταξὺ τῶν ἐνοικιαστῶν καὶ τῶν φορολογουμένων γίνεται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου, ἡ δ’ ἐκδοθησομένη ἀπόφασις δὲν ἀποτελεῖ δεδικασμένον οὔτε ὑπὲρ, οὔτε κατὰ τοῦ δημοσίου. Ἄρθρον 14. Οἱ ταμίαι, οἰκονομ. ἔφοροι καὶ εἰσπράκτορες ὀφείλουσι λογοδοσίαν πρὸς τοὺς ἐνοικιαστάς· οἱ ἐνοικιασταὶ θεωροῦνται ὑπεύθυνοι καὶ καταδιώκονται οὐ μόνον διὰ τὰ καθαρὰ ἐλλείμματά των, ἀλλὰ καὶ δι’ ὅσους φόρους δὲν πληρώσωσι μέχρι τοῦ πέρατος τῆς συγκομιδῆς οἱ φορολογούμενοι. Ἐν τούτοις πᾶς ἐνοικιαστὴς δημητριακῶν καρπῶν ἔχει τὸ δικαίωμα ἐντὸς δέκα πέντε ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ πέρατος τῆς συγκομιδῆς νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον ὀνομαστικὸν κατάλογον τῶν τοιούτων καθυστερημάτων καὶ νὰ ζητήσῃ ν’ ἀνατεθῇ ἡ εἴσπραξις εἰς αὐτὸν ἢ εἰς ἄλλο ἐγγράματον πρόσωπον τῆς ἐκλογῆς του ὑπ’ εὐθύνην του. Ὁ κατάλογος ἐξελεγχθεὶς παρὰ τοῦ ἐφόρου, κηρύσσεται ἐκτελεστὸς καὶ διευθύνεται πρὸς τὸν ταμίαν, ὅστις ὀφείλει νὰ διορίσῃ εἰσπράκτορα τὸν ἐνοικιαστὴν ἢ τὸν παρ’ αὐτοῦ προταθέντα. Ὁ εἰσπράκτωρ οὗτος οὔτε μισθὸν λαμβάνει, οὔτε ποσοστά· θεωρεῖται δὲ ὡς δημόσιος ὑπόλογος καὶ ὀφείλει νὰ ἐμβάζῃ τακτικῶς τὰ εἰσπραττόμενα χρήματα εἰς τὸ ταμεῖον, ὑποκείμενος διὰ πᾶσαν κατακράτησιν χρημάτων ἢ ἄλλην παράβασιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου. Διὰ τὰ τοιαῦτα καθυστερήματα χρεοῦνται οἱ φορολογούμενοι ὡς καὶ οἱ ἐνοικιασταὶ διὰ τὰ καθαρὰ ἐλλείμματα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰσχύοντος μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ πέρατος τῆς συγκομιδῆς πρωτοκόλλου τῆς τιμῆς τῶν σιτηρῶν καὶ ὑπόκεινται ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ταύτης εἰς τὸν τῆς ὑπερημερίας τόκον. Διὰ τὰ καθυστερήματα τῶν φορολογουμένων, διὰ τὰ ὁποῖα ἀπεστάλη ὀνομαστικὸς κατάλογος εἰς τὸν ταμίαν, ἀναστέλλεται ἡ καταδίωξις κατὰ τοῦ ἐνοικιαστοῦ ἐπὶ 5 μῆνας, λογιζομένους ἀπὸ τοῦ πέρατος τῆς συγκομιδῆς. Ἐὰν δὲ οὗτος ἢ ὁ παρ’ αὐτοῦ προταθεὶς δὲν κατορθώσῃ εἰς τὸ διάστημα τοῦτο νὰ τὰ εἰσπράξῃ καὶ παραδώσῃ ὁλοσχερῶς εἰς τὸ ταμεῖον, καταδιώκεται διὰ τὸ ὑπόλοιπον. Ἄρθρον 15. Τοὺς κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ ΣΟΖʹ. νόμου εἰσπραχθέντας ὑπὸ τῶν ἐνοικιαστῶν ἀπ’ εὐθείας φόρους κατάσχει καὶ ἐκποιεῖ τὸ δημόσιον διοικητικῶς διὰ μονοημέρου δημοπρασίας διὰ λογαριασμὸν τοῦ ἐνοικιαστοῦ, ὑποχρέου εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν σχετικῶν ἐξόδων· τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δημοπρασίας ταύτης ἐγκρίνεται ὑπὸ τῆς ἐπιτοπίου διοικητικῆς ἀρχῆς, τοῦ ἐφόρου καὶ τοῦ ταμία. Ἄρθρον 16. Αἱ ἐπὶ τοῦ ἀπὸ 7 Ἀπριλίου 1855 ΣΟΖʹ. νόμου ἐπελθοῦσαι τροποποιήσεις διὰ τοῦ ἀπὸ 24 Μαΐου 1863 ψηφίσματος τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, καὶ τοῦ ἀπὸ 8 Ἰανουαρίου 1866 νόμου διατηροῦνται ἐν ἰσχύϊ καθόσον δὲν ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸν παρόντα νόμον. Ἄρθρον 17. Οἱ ἐνοικιασταὶ τιμωροῦνται μὲ πρόστιμον δραχ. 50–200, ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν δὲν ἀποστείλωσιν εἰς τὸν οἰκονομ. ἔφορον τὰ στελέχη τῶν διπλοτύπων βιβλίων ἐμπροθέσμως, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ ΣΟΖʹ. νόμου· ἀλλ’ ἐὰν ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως τῆς πειθαρχικῆς ἀποφάσεως δὲν παραδώσωσι τὰ ἀνωτέρω στελέχη, τιμωροῦνται μὲ χρηματικὴν ποινὴν δραχ. 200–500, ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου ποινικοῦ δικαστηρίου. Ἄρθρον 18. Τὸ δημόσιον οὐδόλως ἐνέχεται διὰ ζημίας τοῦ ἐνοικιαστοῦ τῶν δημοσίων προσόδων, συμβάσας μετὰ τὸ πέρας δημοπρασίας ἐκ θεομηνίας ἢ ἄλλης τινὸς αἰτίας. Ἄρθρον 19. Ὁ νόμος περὶ φόρου ἐπιτηδευμάτων δὲν ἐφαρμόζεται ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις καὶ κατὰ τὸ 1874. Ἄρθρον 20. Ἐξαιροῦνται τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας· 1) Αἱ ἄμπελοι μέχρι 5 ἐτῶν, συμπεπληρωμένων. 2) Αἱ μονοετῶς ἐνοικιαζόμεναι ἐθνικαὶ καὶ αἱ τῶν διαλελυμένων μοναστηρίων καὶ ἐπισκοπῶν περιελθοῦσαι εἰς τὸ δημόσιον ἄμπελοι. Ἄρθρον 21. Ἀπαλλάσσονται παντὸς δημοσίου φόρου· 1) Τὰ ἐξαγόμενα τοῦ Κράτους κίτρα συσκευασμένα δι’ ἅλμης ἢ σακχάρεως. 2) Αἱ βρώσιμαι ἐλαῖαι, ὅταν αὗται δὲν μεταφέρωνται διὰ ξηρᾶς ἢ διὰ θαλάσσης, κατὰ τὸ ΛΔʹ. ψήφισμα τῆς Βʹ. ἐν Ἀθήναις Ἐθν. Συνελεύσεως. 3) Τὰ ἄχυρα. 4) Οἱ λαχανόκηποι τῶν γεωργῶν μέχρις ἑνὸς στρέμματος, ὅπου καὶ ἂν κεῖνται, ἐκλογῇ τοῦ γεωργοῦ. Τὰ περιβόλια δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν ἐξαίρεσιν ταύτην. 5) Τὰ σποράδην ὀπωροφόρα δένδρα τὰ ἐντὸς τοῦ ἀνωτέρω στρέμματος εἰς τὰς αὐλάς, τοὺς ἰδιοκτήτους ἀγροὺς καὶ τὰς ἰδιοκτήτους ἢ ἐθνικοϊδιοκτήτους ἀμπέλους ἢ σταφιδαμπέλους εὑρισκόμενα. 6) Τὰ ἀσταχολόγια ἀνὰ δύω μόνον κοιλὰ δι’ ἕκαστον ἀσταχολόγον. 7) Οἱ σπόροι τοῦ λιναρίου, καναβίου, ῥιζαρίου, τριφυλλίου, καὶ κρομμύου. 8) Τὰ φύλλα τῶν ἰδιοκτήτων συκαμινομωρεῶν, καὶ 9) Ἡ ῥόβη, ὁ βίκος καὶ τ’ ἀγριολάθουρα, ὅταν δὲν ἁλωνίζονται.

Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν

Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ.

§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν. Μετὰ τὸν κ. Σωτηρόπουλον εἰσὶν ἐγγεγραμμένοι οἱ κύριοι Διαμαντόπουλος, Πετσάλης. Λομβάρδος, Χαλικιόπουλος, Μαυροκορδάτος, Κεχαγιᾶς, Τσιριμῶκος, Καλλιφρονᾶς, Οἰκονομόπουλος, Ῥάλλης καί Μαυρομαρᾶς. Πρόκειται νὰ καταλάβῃ τὸ βῆμα ὁ μέλλων ν’ ἀντιλέξῃ πρὸς τὸν κ. Σωτηρόπουλον. Ὁ κ. Χρηστίδης ἔχει τὸν λόγον.

§37Δ. ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὁ Χρηστίδης, ὅταν ἐσυζητεῖτο ἐν τῇ Βουλῇ τὸ ζήτημα τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, αὐτὸς ἔγεινεν ἄφαντος, ὅταν δὲ ἦλθεν ἡ ἐκλογὴ τῆς Τριχωνίας, τοῦ Διαλέτη, εὑρέθη παρών, διὰ νὰ ψηφίσῃ· ταῦτα ἔγραφε μία ἐφημερὶς ἀξιόλογος, ὑπὸ σπουδαίου ἀνθρώπου διευθυνομένη καὶ ὑπαγορευομένη. Εἰς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι εἰσέρχονται ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν εἶναι, κύριοι, ἐπιτετραμμένον νὰ ἀρνώμεθα τὴν παῤῥησίαν, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ ἔσχατος ἕλλην ἔχει ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων του. Δὲν ἦλθον εἰς τὴν Βουλὴν ἀσθενῶν, ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἤμην ὑγιὴς, δὲν ἠρχόμην, καὶ ἐὰν ἠρχόμην, δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον, διὰ νὰ φέρω κώλυμα εἰς τὴν πρώτην ἐμφάνισιν τοῦ νέου ὑπουργείου. Ἐὰν αὐτοὶ ὡμίλησαν κακῶς δι’ ἐμὲ, ἐγὼ εἶμαι ἐδῶ, διὰ ν’ ἀνταποδώσω· ἐὰν ὅμως εἶπον ὅ,τι ἐνόμιζον ὀρθὸν, διὰ νὰ λάβουν τὴν πίστωσιν τὴν ὁποίαν ἔλαβον, αὐτὸ εἶναι δικαίωμά των. Ὡς ὑπουργὸς, κύριοι, τῆς 8 Ἰουλίου συγκατηγορούμενος μετὰ τῶν ἄλλων συναδέλφων μου ἔρχομαι εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ ἐπικαλεσθῶ οὐχὶ τὴν ἐπιείκειαν αὐτῆς, ἀλλὰ τὴν αὐστηρότητα, ὁλόκληρον τὴν αὐστηρότητα τῶν νόμων. Ὁ κατήγορός μας κ. Δηλιγιάννης, ὁ πρῶτος λαλήσας ἐναντίον ἡμῶν, ὁ κ. Δηλιγιάννης, τοῦ ὁποίου τὰς ἀγορεύσεις πάντοτε ἠκολούθησα μετὰ προσοχῆς καὶ ἐνδιαφέροντος, καὶ διὰ τοῦτο καὶ αὐτὴν τὴν φορὰν τὸν ἤκουσα μετὰ προσοχῆς, ἀφοῦ ἀνέπτυξε τὴν κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν εἶχε κανονικῶς συντεταγμένην, μὴ ἀμοιροῦσαν οὔτε τῶν πλεονεκτημάτων, οὔτε τῶν ἄλλων ποικιλμάτων τοῦ λόγου, τοῦ καλῶς λέγειν, ὁ κ. Δηλιγιάννης, ἀφοῦ ἔφθασεν εἰς τὸ συμπέρασμα ἐστάθη, τὸ λέγω μὲ λύπην μου, ἐστάθη ἀτυχής. Καὶ ἐστάθη ἀτυχής· διότι ἦτον ἄδικος· ἐστάθη ἀτυχὴς, διότι ἀδικῶν δὲν ἠδυνήθη νὰ γίνῃ τοὐλάχιστον πιθανὸς, λέγων, ὅτι πράττει τὰ δίκαια· ἐστάθη ἀτυχὴς, διότι δὶς καὶ τρὶς ἔκλαυσεν, ἀλλὰ παρετηρήθη, ὅτι οὐδ’ ἓν δάκρυ ἔχυσεν. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ὀρθῶς κατ’ ἀρχὰς ἐσκόπευσεν, εἰπὼν καθ’ ἑαυτὸν, ἐὰν ὑπάρχῃ κακούργημα, ἐὰν ὑπάρχῃ κακὴ διοίκησις, ὑπάρχει ἐν τῇ οἰκονομίᾳ καὶ ἐκεῖ διεύθυνε τὴν πορείαν του· ἀλλὰ δυστυχῶς δι’ αὐτὸν ἐστάθη ἀτυχὴς, διότι ἐζήτει τὸ ἔγκλημα, ποῦ; εἰς τὸ ὑπερήμερον τῆς παρουσιάσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ οὐχὶ εἰς αὐτὸν τὸν προϋπολογισμὸν, ὡς ἔπραξεν ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Σωτηρόπουλος πρὸ μικροῦ, οὐχὶ εἰς αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ εἰς τύπους τινὰς ἐξωτερικοὺς, εἰς τὸ ὑπερήμερον τοῦ προϋπολογισμοῦ· καὶ ὅταν εὑρέθη εἰς τὰ στενὰ καὶ εἶδεν ὅτι ἔπρεπε νὰ κατηγορήσῃ τοὺς ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι ἔσφαλον πρὸ μικροῦ, καὶ ν’ ἀθωώσῃ ὅλους τοὺς ἄλλους, ὅσοι διὰ τὰς αὐτὰς καὶ χειροτέρας πράξεις δὲν ἐτιμωρήθησαν, εἶπεν, ὅπως λέγουσιν οἱ παῖδες εἴς τινα παιδιὰν αὐτῶν, «Ναί, καὶ οἱ ἄλλοι ἥμαρτον, ἀλλὰ ἐκεῖνοι εἶναι τὰ παιδιὰ τοῦ Παππᾶ». «Ἡμεῖς δὲ, ἀπαντῶσιν οἱ κατηγορούμενοι, νόθοι σοι δοκοῦμεν;» Ὁ προϋπολογισμὸς, κύριοι, εἶναι ἡ πρωτίστη, εἶναι ἡ μεγίστη πρᾶξις, ἥτις ἀναμιμνήσκει εἰς τὰς νεωτέρας κοινωνίας τὴν μεγάλην πολιτικὴν μεταβολὴν, ἥτις ἐπῆλθεν εἰς αὐτὰς, μετὰ τὴν κατάπαυσιν τῆς αἰωνίου πάλης μεταξὺ ἡγεμόνων αὐθαιρέτων καὶ λαῶν καταδυναστευομένων· Ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι τὸ συνυποσχετικὸν μεταξὺ Ἡγεμόνος καὶ Βουλῆς, τὸ ὁποῖον ἔρχεται κατ’ ἔτος διὰ νὰ βεβαιώσῃ καὶ παγιώσῃ τὴν συμφωνίαν καὶ τὴν ἁρμονίαν μεταξὺ τοῦ ἐκλογικοῦ καὶ τοῦ διαδοχικοῦ στοιχείου· Ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἡ ἑπταβόειος ἀσπὶς, ἥτις προστατεύει τὸν ὑπουργὸν ἀπέναντι τῶν ἀντιπάλων του καὶ ἀπέναντι τῶν ἰδίων αὑτοῦ φίλων· Ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι τέλος ἡ ἠρεμία, εἶναι ἡ ἀνάπαυσις τῆς συνειδήσεως τοῦ εὐσυνειδήτου ὑπουργοῦ, ὅστις ἄνευ αὑτοῦ δὲν ἔχει νοῦν εἰς τὸ κεφάλι του. Τίς σᾶς εἶπε, κύριοι, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι ἀπαραίτητος διὰ νὰ ὑπάρξῃ, διὰ νὰ ζήσῃ ἓν ὑπουργεῖον; Ἀφοῦ ὅμως ἀφήσατε ἀτιμωρήτους τοὺς προκατάρξαντας τοῦ κακοῦ καὶ ὄχι μόνον τοὺς ἠνέχθητε, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἀνέχεσθε ἀκόμη καὶ σήμερον νὰ ἔρχωνται ἐνώπιόν σας μετὰ στόμφου νὰ καυχῶνται, ὅτι καταπατήσαντες τὸν σπουδαιότατον αὐτὸν νόμον, ὅτι καταπατήσαντες τὸν σπουδαιότατον ὅρον τοῦ συντάγματος, ἔσωσαν τὴν κοινωνίαν, ἔφερον τὴν τάξιν, μᾶς ἐγλύτωσαν τὴν ζωὴν, ὅπως ἄλλοτε ὁ μέγας Ἐπαμινώνδας, κατεπάτησεν, εἶπε, τὸν νόμον τῆς Βοιωταρχίας διὰ νὰ ταπεινώσῃ τὴν ὀφρῦν τῆς Σπάρτης, θέλετε σήμερον νὰ ἐπιπέσητε καθ’ ἡμῶν, νὰ τιμωρήσητε ἡμᾶς, διότι δὲν ἐπαρουσιάσαμεν ἐγκαίρως τὸν προϋπολογισμὸν, ὁπότε δὲν καυχώμεθα, διότι δὲν φέρομεν προϋπολογισμὸν, ἀλλὰ, διότι σᾶς εἴπομεν καὶ σᾶς λέγομεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν προϋπολογισμόν; ἐπροσπαθήσαμεν ὅμως, καὶ οὕτω: ἐχόντων τῶν πραγμάτων, νὰ σεβασθῶμεν, ὅπως ἠδυνάμεθα, αὐτὸν τὸν ὅρον τοῦ Συντάγματος. Δὲν ἐδυνάμεθα βέβαια νὰ φέρωμεν νέαν Βουλὴν, νὰ καλέσωμεν τὴν βουλὴν εἰς νέαν σύνοδον, διότι τὸ Σύνταγμα μίαν μόνην σύνοδον τακτικὴν διατάττει, καὶ ἡ ἰδέα ἑνὸς προλαλήσαντος λέγοντος, ὅτι ὅταν διαλύεται ἡ Βουλὴ καὶ ἔρχεται νέα, τί ἄλλο εἶναι παρὰ δύο σύνοδοι, λέγω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθή· δύο σύνοδοι ἦσαν ὅταν διελύετο ἄλλοτε ἡ Βουλὴ, διὰ νὰ λάβωμεν ἡμεῖς οἱ γερουσιασταὶ καὶ ἄλλοι βουλευταὶ τὴν κανονικὴν ἀντιμισθίαν μας, ἀλλὰ ἡ σύνοδος εἶναι μία, διότι, ὅταν διαλύεται ἡ Βουλὴ, δὲν ἔχει τελειωμένας τὰς ἐργασίας της, καὶ ἔρχεται ἄλλη νὰ τὰς τελειώσῃ· ὥστε ἡ σύνοδος εἶναι μία. Ἀλλὰ τίς μᾶς ἐμπόδιζε νὰ φέρωμεν ἔκτακτον σύνοδον, μίαν, δύω, τρεῖς, δεκατρεῖς;

§38ΖΩΧΙΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα.

§39ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Καλὰ, προσέξατε νὰ ἴδητε, ἐὰν αὐτὸ ᾖναι τὸ ζήτημα. Κύριοι, δὲν ἠθέλαμεν φεισθῆ τὰς 400 καὶ 500 χιλιάδας διὰ νὰ συγκαλέσωμεν τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ καταρτίσωμεν ἓν ἔργον τοσοῦτον σπουδαῖον, ὅπως τὸ παρέστησαν. Καὶ μία τοιαύτη δαπάνη εἶναι τῳόντι μηδὲν, κύριοι, ἀπέναντι τοῦ μεγάλου σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὸ πολίτευμά μας. Ἀλλὰ συγκαλοῦντες τὴν Βουλὴν τὸν 9βριον καὶ Δεκέμβριον νομίζετε, ὅτι θὰ εἴχετε προϋπολογισμόν; καὶ ὄχι μόνον προϋπολογισμὸν, ὅπως εἶπον, ἀλλὰ καὶ φορολογικοὺς νόμους; διότι τί εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς, κύριοι, ἄνευ φορολογικῶν νόμων; ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι σπουδαῖον πρᾶγμα, καθόσον ἀφορᾷ τὴν πίστωσιν, τὴν ὁποίαν ἀνοίγει ἡ Βουλὴ εἰς τοὺς ἐκτελεστὰς τῶν νόμων, ἀλλὰ καθόσον ἀφορᾷ τὴν φορολογίαν ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι μηδέν· πρέπει νὰ ψηφισθοῦν οἱ νόμοι οἱ φορολογικοὶ διὰ νὰ δύνασθε νὰ κάμητε χρῆσιν αὐτῶν· ὁ προϋπολογισμὸς πρέπει νὰ τοὺς διαλάβῃ, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ τοὺς ἐγγίξωμεν. Ἀλλὰ διὰ ποῖον λόγον εἰσεπράξατε τοὺς ἐμμέσους φόρους, εἶπον τινές· τοὺς εἰσεπράξαμεν ἀπήντησεν ἄλλος, διότι τοὺς ἐμμέσους φόρους κανονίζει πάγιος νόμος· ἀλλὰ δὲν σᾶς εἶπε κανεὶς, κύριοι, ὅτι αὐτὸς ὁ πάγιος νόμος δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ βάλῃ τὰς χεῖρας ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τούτου, πρὶν ἢ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμός· οὔτε δύνασθε νὰ ὑποστηρίξετε ὅτι, διότι δὲν ἐψηφίσθη προϋπολογισμὸς, δὲν πρέπει νὰ εἰσπραχθῶσι τὰ νόμιμα τέλη· διότι ἂν αὐτὸ ἐννοῆτε, τότε δὲν πρέπει νὰ εἰσπράξωμεν τῶν ἰχθυοτροφείων τὰς δόσεις, δὲν πρέπει νὰ εἰσπράξωμεν τὰ νομίσματα, δὲν πρέπει νὰ εἰσπράξωμεν τόσα ἄλλα δικαιώματα τοῦ δημοσίου. Δυνάμεθα, κύριοι, νὰ τὰ εἰσπράξωμεν, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν χρῆσιν αὐτῶν ἄνευ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἀνοίγοντος πίστωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ νομίζετε ὅτι μόνος ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις περιέχει τὴν περιουσίαν τοῦ Κράτους; Μακρύτερα ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον, κύριοι, ὑπάρχει ἡ γενικὴ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους. Δυστυχῶς δὲν ἔχομεν γενικὸν λογαριασμὸν τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως, διὰ νὰ σᾶς δείξω αὐτὴν τὴν στιγμὴν, ὅτι ἐκεῖ συνέρχονται ὅλα τὰ χρήματα τοῦ Κράτους, περισσεύματα καὶ ἐλλείμματα ἀπὸ τοῦ 1833· ὁ δὲ προϋπολογισμὸς δίδει τόσα μόνον εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅσα τῆς χρειάζονται διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ ἔτους ἤγουν ὅσα ψηφισθῶσι, ὅσα συζητηθοῦν καὶ ἐγκριθοῦν. Λοιπὸν ἔπρεπεν εἰς ἔκτακτον σύνοδον νὰ συγκαλέσωμεν καὶ νὰ ψηφίσωμεν προϋπολογισμὸν καὶ φορολογικοὺς νόμους; Καὶ σπουδαίως λέγετε, ὅτι ἡ Βουλὴ ἤθελε συνέλθῃ τὸν Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον διὰ νὰ σᾶς δώσῃ, κύριοι, ἕνα προϋπολογισμὸν, καὶ ὅλους τοὺς φορολογικοὺς νόμους εἰς τὴν παραμονὴν τοῦ νέου ἔτους; Εἰς ποίαν ἄλλην περίστασιν αὐτὸ τὸ κατωρθώσατε; Μήπως ἡ Βουλὴ εἶναι ὁ Ἀντίοχος, πέριξ τοῦ ὁποίου ὁ στρατηγὸς Ῥωμαῖος διέγραψεν ἕνα κύκλον καὶ τοῦ εἶπε, δὲν φεύγεις ἀπὸ ἐδῶ, ἐὰν δὲν ὑπογράψῃς αὐτὴν τὴν συμφωνίαν; ἔρχεται ἡ Βουλὴ καὶ δὲν σοῦ ὑπογράφει τίποτε· τότε τί θὰ τὴν κάμῃς; θὰ τῆς εἴπῃς, πήγαινε; πήγαινε, τί ἄλλο; ἀλλὰ δὲν θὰ σοῦ δώσῃ προϋπολογισμὸν τὴν παραμονὴν τοῦ νέου ἔτους, οὔτε φορολογικοὺς νόμους.

§40ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Νὰ φύγῃς τότε, ὅταν δὲν σοῦ τὰ δίδῃ.

§41ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ σκοπὸς ἦτο νὰ μὴ φύγῃ.

§42ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἀλλὰ ὑπάρχει μία νέα ἐφεύρεσις, μία νέα ἀποκάλυψις, τὴν ὁποίαν δύω ἔντιμοι βουλευταὶ ἐπαρουσίασαν εἰς εἶδος νομολογίας. Τί σὲ μέλει, λέγουν, ἐσένα, κύριε ὑπουργέ; κάμε τὸν προϋπολογισμὸν καὶ βάλε τον εἰς τὴν Βουλὴν ἐλθοῦσαν καὶ ἐξόδευε λαμβάνων πιστώσεις καὶ ὅδευε ἐπὶ τὰ πρόσω. Καὶ τοῦτο εἶναι προϋπολογισμός; τοῦτο δὲν εἶναι καταστροφὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ; τοῦτο δὲν συνέβαινε πρὸ τῆς μεταβολῆς τοῦ 8βρίου μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν περιωρίσθη ἡ σύνοδος εἰς 6 μόνον μῆνας; Δὲν πρέπει, λοιπὸν, κύριοι, νὰ ἔχωμεν ἢ νὰ προσδοκῶμεν ὅτι θὰ ἔχωμεν προϋπολογισμὸν πρὶν συνέλθῃ ἡ Βουλὴ, πρὶν συνέλθῃ εἰς τακτικὴν Σύνοδον καὶ δώσῃ καὶ αὐτὴ τὴν ψῆφόν της ἐν ἀνέσει εἰς ὅλας τὰς δαπάνας, τόσον τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας προτείνει ἡ κυβέρνησις, ὅσον καὶ τὰς δαπάνας εἰς τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ θέλει νὰ λάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν. Ὁ προϋπολογισμὸς τότε θέλει κατορθωθῆ νὰ ψηφίζηται κανονικῶς, κύριοι, ὅταν ἀποφασίσωμεν νὰ δώσωμεν δύο προϋπολογισμούς.

§43ΖΩΧΙΟΣ. Θεὸς φυλάξοι. Διὰ νὰ σὲ ἔχω κατόπιν ἐπάνω μου δηλ. δέξε με δενδρὶ (ἱλαρότης).

§44ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Μὴν ἐλπίζετε λοιπὸν ἀπὸ ἔκτακτον Σύνοδον τότε.

§45ΖΩΧΙΟΣ. Τώρα θὰ σᾶς διαδεχθῶ ἐγὼ, διότι ἔχω προσωπικὸν μαζῆ σας.

§46ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Πρωτεύων κλάδος τῆς διοικήσεως, κύριοι, ὁμολογουμένως ὑπάρχει οὐχὶ ὁ κλάδος, ὁ διευθύνων τὰς νομαρχίας, τὰς ἐπαρχίας, τοὺς δήμους, ἀλλὰ ὁ κλάδος τῆς οἰκονομίας· ἐν τῇ οἰκονομίᾳ ἔγκειται τὸ κακόν· ἐν τῇ οἰκονομίᾳ τεκταίνεται ἡ διαφθορὰ, ἡ κακοήθεια πάσης κακῆς κυβερνήσεως· ἐκεῖ ὁ φατριασμὸς, ἐκεῖ ἡ καταπίεσις, ἡ κατάχρησις, τὸ αὐθαίρετον, ἡ σπατάλη· καὶ ὁ κύριος Δηλιγιάννης ὀρθῶς ποιῶν ἐκεῖ ἐσκόπευσε κατ’ ἀρχάς· εἰς τὴν οἰκονομίαν ἐσκόπευσαν ὅλοι ἀπ’ ἀρχῆς· ἐκεῖθεν ἦλθον, προῆλθον ὅλα τὰ ἄτοπα· ἐκεῖθεν ἐστάθησαν εἰς κυκλοφορίαν ἑκατομμύρια ἐλλείμματα, ὀφειλόμενα· καὶ ἀκόμη αὐτὴν τὴν στιγμὴν, αὐτὰ σᾶς εἶπεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἐὰν πράγματι βλέπετε κακὸν εἰς αὐτὴν τὴν διοίκησιν καὶ θέλετε εἰλικρινῶς νὰ τιμωρήσητε τὸ κακὸν, νὰ τὸ ἐξαλείψητε, στρέψατε τὰ βλέμματά σας εἰς τὴν οἰκονομίαν· ἐκεῖ τὰς ἐρεύνας σας· ἐκεῖ πέμψατε τοὺς 9, τοὺς 10, τοὺς 100 ἀνακριτάς· ἐκεῖ θὰ ἀνακαλύψητε τὸ ἔγκλημα, ἐὰν ὑπάρχῃ, ἐκεῖ θὰ τὸ εὕρητε καὶ θὰ τὸ τιμωρήσητε. Ἀλλὰ σᾶς κάμνω, κύριοι, μίαν παρατήρησιν· κακὴ διοίκησις δὲν ὑπάρχει, ὅπου ὑπάρχει καλὴ οἰκονομία. Καὶ ἡ οἰκονομία μας, κύριοι, εἶναι καλλίστη καὶ θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω, καὶ λυποῦμαι νὰ βλέπω σπουδαίους ἄνδρας νὰ ἀναβαίνουν τὸ βῆμα πρὶν σπουδάσουν, πρὶν μελετήσουν τὰ πράγματα. Τῆς κακῆς λοιπὸν οἰκονομίας ἔχετε εἰς χεῖρας τὰ ἐγκλήματα, τὰς ἀνικανότητας κατὰ τοὺς ἀντιπάλους μας· στρέψατε τὰ βλέμματά σας ἐκεῖ, ἐκεῖθεν ἀρχίσατε τὴν καταδίωξίν σας. Προϊστάμενος τῆς ὑπηρεσίας ταύτης ἐστάθην ἐγὼ, καὶ ἐγὼ δὲν ἀποκρούω κἀμμίαν ἐπιτροπὴν, ἀπεναντίας σᾶς παρακαλῶ ἐκεῖ νὰ στείλετε νὰ ἐξετάσητε καὶ θὰ μάθητε τὴν ἀλήθειαν. Σᾶς εἶπον δὲ ἐδῶ πρὸ μικροῦ, ὅτι ὑπάρχουν ἐλλείμματα 400 χιλ. ἐδῶ 500 καὶ ἐκεῖ ἓν μιλλιούνιον, ἄλλο μιλλιούνιον ἐδῶ· ἔγραψαν μὲ κεφαλαῖα γράμματα, 4 ἑκατομμύρια εἶναι ἔλλειμμα, εἶναι ὀφειλόμενα. «Τί οὖν ἔτι καὶ μέλετε;» Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν καὶ ἀπαιτῶ (ψιθυρισμοί). Εἶναι καλὸν νὰ ἀκούσητε, κύριοι, καὶ νὰ μὴ λέγητε ἔξω ἀλλ’ ἀντ’ ἄλλων, διότι μὲ τὰς φωνὰς καὶ μὲ τὰς 3 ψήφους καταδίκαι δὲν ἔρχονται, οὔτε στέκονται,

§47ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὸ κακὸν εἶναι ὅτι ἄλλα λέγει ὁ ἕνας ὑπουργὸς καὶ ἄλλα ὁ ἄλλος.

§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, κύριοι, εἰς τὰς θέσεις σας καὶ ἡσυχάσατε.

§49ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ῥίψατε, ἐπαναλαμβάνω, τὰ βλέμματά σας, τὰς ἐρεύνας σας εἰς τὰ ἐγκλήματα τῆς οἰκονομίας. Ἀλλὰ μίαν μόνον παρατήρησιν προκαταρκτικὴν ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς κάμω, ὅτι οὐδὲν, τίποτε ἀφ’ ὅσα σᾶς εἶπον δὲν ὑπάρχει· καὶ διὰ νὰ πεισθῆτε, κύριοι, ἀνοίξατε τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον σᾶς ὑπέβαλον καὶ ἐκεῖ θὰ εὕρητε μὲ μεγάλα γράμματα ὅλα ὅσα σᾶς λέγω. Δύω ἔγγραφα προσηρτημένα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874, ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1872 καὶ ἡ προσωρινὴ κατάστασις τοῦ 1873, περικλείουν ὅλον τὸν βίον τῶν 18 μηνῶν τῆς διαχειρίσεώς μας· αὐτὰ τὰ δύω ἔγγραφα ἀναγνώσατε, αὐτὰ μελετήσατε. Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Τσιριμῶκος. Καὶ θέλετε μάθει, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὔτε εἰς τὰ 1872, οὔτε εἰς τὰ 1873 κανὲν δάνειον, κανὲν ἔλλειμμα, κανὲν χρέος· ὥστε ἡ διαχείρισις αὐτῆς τῆς διοικήσεως ἐκεῖ μέσα εἰς τὰ δύω ἔγγραφα εἶναι γραμμένη· οὐδὲν ἔξω αὐτῶν εὑρίσκεται. Ἀλλὰ ὑπάρχουν δάνεια, σᾶς λέγουν, ὑπάρχουν καθυστερήματα, ὑπάρχουν ἐλλείμματα! καὶ ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ ὅτι οὐδὲν ἐξ αὐτῶν ἀνάγεται εἰς τὴν διοίκησιν τῶν 18 μηνῶν, κατὰ τοὺς ὁποίους διετελέσαμεν ὑπουργοί. Ἰδοὺ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1872· ἐρευνήσατε· ἔχει ἔλλειμμα; ὄχι· ἀπ’ ἐναντίας ἔχει περίσσευμα 70,000· ἐκτὸς ἑνὸς μικροῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ὁ προκάτοχός μου ἔλαβεν ἀπὸ τὰ πλεονάσματα τοῦ δανείου τῶν 4,000,000 ἄλλου προκατόχου του, οὐδὲν ἄλλο ὑπάρχει εἰς τὸ 1872. Ἔρχεται, κύριοι, τὸ 1873· ἀναγνώσατέ το· ὑπάρχει ἐν αὐτῷ ἔλλειμμα; ὑπάρχει ἐν αὐτῷ δάνειον; πρέπει νὰ κηρύξητε πρῶτον αὐτὰ τὰ ἔγγραφα ψευδῆ, καὶ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὰ κηρύξητε τοιαῦτα, χωρὶς νὰ τ’ ἀντικαταστήσητε δι’ ἄλλων ἀληθεστέρων, καὶ τότε δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι αὐτὴ ἡ διαχείρισις τῶν 18 μηνῶν εἶναι ἐλλειπὴς, ὅτι ἔχει ἐλλείμματα, ὅτι ἔχει δάνεια· ἀλλὰ δὲν δύνασθε, διότι δὲν ἔχετε. Ὁ κύριος Σωτηρόπουλος, σᾶς εἶπεν ὅτι καλὸς ἀπολογισμὸς καὶ μάλιστα προσωρινὴ κατάστασις τῆς χρήσεως ὑπάρχει ὅπου, τὰ μὲν ἔσοδα εἶναι περισσότερα, τὰ δὲ ἔξοδα ὀλιγώτερα, ἐν ᾧ εἰς τὸν παρουσιασθέντα παρ’ ἐμοῦ συμβαίνει τὸ ἐναντίον. Καὶ δὲν εἶδες, κύριε Σωτηρόπουλε, ὅτι τὰ ἔσοδα εἶναι περισσότερα, διότι 28 ἑκατομμύρια 200 περίπου χιλιάδες εἶναι τὰ ἔξοδα, καὶ 29,700,000 εἶναι τὰ ἔσοδα εἰς μετρητὰ, τὰ εἰσαχθέντα ὑπὸ τῶν ταμείων; ἐξ αὐτῶν εὑρέθησαν εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους 550,000· μένει καὶ ἓν περίσσευμα ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Ποῦ εἶναι αὐτὴ ἡ κακὴ κατάστασις, τὴν ὁποίαν παρεστήσατε; ἢ νομίζετε ὅτι ἦλθα ἐδῶ νὰ καθήσω νὰ ἀκούσω πράγματα.... δὲν προφέρω μίαν φράσιν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι κοινοβουλευτική.... Ἂν ὁ κύριος πρόεδρος μοὶ ἔδιδε τὴν ἄδειαν, ὅταν ἦλθα καὶ ἔφερα τὸν προϋπολογισμὸν ἐδῶ, νὰ λαλήσω, νὰ εἰσαγάγω τὸν προϋπολογισμὸν καὶ διὰ προφορικῆς παραστάσεως, δὲν ἤθελον συμβῆ τόσα σκάνδαλα, τόσα ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἀδίκως συνέβησαν πρὸς βλάβην τῆς δημοσίας πίστεως καὶ πρὸς ὠφέλειαν κανενός. Ἐὰν, κύριοι, ἐλάμβανον τὸν λόγον· καὶ δὲν ἦτο κανὲν κακὸν, οὐδεὶς νεωτερισμός· διότι καὶ ὁ κύριος Ζαΐμης, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἦτον ἤδη παρῃτημένος, ἀφ’ οὗ ἀπώλεσε τὴν πλειονοψηφίαν εἰς τὰ τμήματα κατὰ τὸ 1871, καὶ ὅμως ὁ κύριος Δηλιγιάννης ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τότε ἀνέβη τὸ βῆμα καὶ μᾶς ἀνέγνωσε τὰ πάντα, καὶ προϋπολογισμὸν καὶ πλῆθος νομοσχεδίων, καὶ ὕστερον μᾶς εἶπε, παραιτεῖται· ἡμεῖς δὲν τὸ ἐκάμαμεν τοῦτο· ἠδυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν μετὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ προέδρου νὰ ἔλθωμεν νὰ εἰσαγάγωμεν τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὰ ἄλλα μας νομοσχέδια, καὶ ἔπειτα νὰ σᾶς εἴπωμεν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ θέσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν ζήτημα ἐμπιστοσύνης.

§50ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔπρεπε νὰ τὸ κάμετε.

§51ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε, διότι δὲν εἶμαι νέος, ὡς τὸν κύριον Λομβάρδον. Λοιπὸν, ἂν μοὶ ἔδιδε τὴν ἄδειαν νὰ ὁμιλήσω τότε ὁ κύριος πρόεδρος, ἤθελον πείσει τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις εἶναι ἀρίστη καὶ ἤθελον διαλύσει ὅλας τὰς σκευωρίας καὶ διαδόσεις, αἱ ὁποῖαι βλάπτουν τὸ δημόσιον, πιστεύω.

§52ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Μὲ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς κάμω μίαν ἐρώτησιν; ἐὰν ἐννοῆτε τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐγὼ ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς σκευωρίας καὶ διαδόσεις, σᾶς λέγω, ὅτι ἐγὼ ὡμίλησα περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ οὐχὶ τῆς οἰκονομικῆς· ἀπέδειξα δὲ δι’ ἀριθμῶν, ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον ὀφείλει νὰ πληρώσῃ μέχρι τέλους Φεβρουαρίου 2,700,000 δραχ., ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὸ ποσὸν τοῦτο, διότι, δυστυχῶς, ἀνακαλύπτω καὶ ἄλλα ὀφειλόμενα, καὶ ὅτι εὑρέθησαν εἰς τὸ ταμεῖον τὸ κεντρικὸν 160,000, καὶ πρὸς ἀποστολὴν, εἰς τὸ ταμεῖον Ὀλυμπίας 59,000· ἔχομεν λοιπὸν 219,000 εἰς τὸ ταμεῖον, ἐν ᾧ ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν 2,700,000· ἐὰν λοιπὸν θεωρῆτε αὐτὰ ὡς σκευωρίας, δὲν ἔχετε δίκαιον νὰ μεταχειρίζεσθε αὐτὴν τὴν γλῶσσαν, διότι ἐγὼ ἔδωκα πληροφορίας ἁπλῶς χωρὶς νὰ κατηγορήσω κἀνένα, οὔτε ἔφερα μομφὴν κατὰ τῆς προκατόχου κυβερνήσεως, ἀλλὰ ἠθέλησα νὰ παραστήσω, ἔστω καὶ μετὰ λύπης, τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν διατελεῖ τὸ δημόσιον ταμεῖον κατὰ τὴν παροῦσαν ἐποχὴν, ἐν ᾧ ἀφ’ ἑτέρου εἶναι ὁμολογούμενον, ὅτι ἐν τῇ προσωρινῇ καταστάσει, ἥτις ἐπισυνάπτεται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874, διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1873 σημειοῦνται ἀρκετὰ ποσὰ λίαν πιθανῶς εἰσπρακτέα ἐντὸς τῆς χρήσεως 1873, τὰ ὁποῖα ἀναβιβάζονται εἰς ἓξ ἑκατομμύρια καὶ ἐπέκεινα.

§53ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὰ δὲν ἔχετε καὶ νὰ πληρώσητε;

§54ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐπίσης σημειωμένα ἀπὸ τὸν ἴδιον κ. Χρηστίδην ὡς ὀφειλόμενα ἑπτὰ ἑκατομμύρια καὶ πλέον. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι δὲν ἐννοεῖτε ὡς διαδόσεις τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔδωκα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰς ὁποίας ἠρύσθην ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργείου, διότι, ἂν τὰς νομίζητε τοιαύτας, ἔχετε πολὺ ἄδικον, κ. βουλευτά.

§55ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ, ἀνεφέρετε ὅτι προχθὲς ἔκαμε ἡ πρώην κυβέρνησις δάνειον;

§56ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, 1,100,000 ἀπὸ τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν, 500,000 ἀπὸ τὴν Βιομηχανικὴν, 288 χιλιάδας ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, 112,000 εἶναι ἡ κατάθεσις τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης, ἥτις ἐγένετο εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον καὶ ἥτις ἐδαπανήθη εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας· ἑπομένως τὰ δάνεια, ἅτινα συνωμολόγησεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, δὲν εἶναι 1,600,000, ὡς εἶπον εἰς παρελθοῦσάν τινα συνεδρίασιν, ἀλλὰ 2,000,000.

§57ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Χρεωστοῦνται ὅλα αὐτά;

§58ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνει ἡ Βιομηχανικὴ Τράπεζα τὰς τελωνειακὰς εἰσπράξεις Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ Πατρῶν.

§59ΖΩΧΙΟΣ. Αἱ καταθέσεις τῶν σιδηροδρόμων τί γίνονται;

§60ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ αὐτῶν δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω κἀμμίαν πληροφορίαν, διότι δὲν ἀναμοχλεύω τὴν ὑπηρεσίαν, διὰ νὰ φέρω πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν, αἱ ὁποῖαι νὰ προσάπτουν, ἔστω καὶ πόῤῥωθεν, μομφὴν πρὸς τὴν παρελθοῦσαν κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἀναγκαίας πληροφορίας ὁσάκις ζητοῦνται πρὸς φωτισμὸν τῆς Βουλῆς· πρὸ πάντων δὲ διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ἡ νῦν κυβέρνησις, νὰ συνομολογήσῃ δάνειον πρὸς πληρωμὴν τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐπικρατείας.

§61ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπιμένομεν νὰ λάβωμεν αὐτὰς τὰς πληροφορίας, ἐὰν αἱ 300,000 κατετέθησαν.

§62ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἐὰν λοιπὸν μὲ ἄφινεν ὁ κ. Πρόεδρος νὰ ὁμιλήσω τότε, κἀνὲν ἀπὸ αὐτὰ τὰ λεγόμενα δὲν ἤθελεν ὑπάρχει (θόρυβος).

§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι, διότι θὰ τὰ συμπληρώσῃ τώρα.

§64ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Εἶναι ἁμαρτία, κύριοι, νὰ ὁμιλῶμεν περὶ προϋπολογισμοῦ, πρὶν πρότερον μελετήσωμεν κατὰ βάθος τί ἐστὶ προϋπολογισμός. Κύριοι, ἔξω ἀπὸ αὐτὰ ὑπάρχουσιν, ἐρωτῶ, πληρωμαὶ καὶ εἰσπράξεις τοῦ δημοσίου; (κρατῶν εἰς χεῖρας καὶ δεικνύων τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1872 καὶ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1873).

§65ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἀποτείνεσθε εἰς ἐμέ......

§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι, τὸν ἀγορεύοντα.

§67ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν, νὰ σᾶς ἀπαντήσω.

§68ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Μάλιστα.

§69ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς αὐτῶν, τὰ ὁποῖα σημειοῦνται ἐν τῷ ἀνὰ χεῖράς σας βιβλίῳ, μ’ ἐρωτᾶτε ἐὰν ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι πληρωμαὶ καὶ εἰσπράξεις, καὶ σᾶς ἀποκρίνομαι, ὅτι ὑπάρχουν· διότι αἱ εἰσπράξεις τῶν προσωρινῶν δανείων καὶ τῶν παρακαταθηκῶν δὲν σημειοῦνται εἰς τὸν προϋπολογισμόν.

§70ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἐπίστευα, ὅτι εἶσθε ἱκανώτερος ἀπὸ ἐμὲ (ἱλαρότης).

§71ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφήσατε αὐτὰ, κ. Χρηστίδη, καὶ προχωρήσατε.

§72ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Οὔτε ἓν λεπτὸν εἶναι ἔξω ἀπὸ αὐτὸν τὸν προσωρινὸν λογαριασμὸν. Μοὶ κακοφαίνεται, κ. Σωτηρόπουλε, διὰ σᾶς, καὶ οὐχὶ διὰ κανένα ἄλλον· διότι ἀγνοεῖτε ὅτι ὑπάρχει γενικὴ διαχείρισις, ὅτι ὑπάρχει ἕνας γενικὸς λογαριασμὸς τοῦ Κράτους ὅστις λειτουργεῖ ἀνεξαρτήτως τῆς ὑπουργικῆς διαχειρίσεως· ἐν αὐτῷ ὑπάρχουν δύο στῆλαι· ἡ μία στήλη φέρει 20,000,000 καὶ ἡ ἄλλη 19,000,000. Τὰ 19,000,000 εἶναι παθητικὸν καὶ τὰ 20,000,000 ἐνεργητικόν· ἀλλὰ ἀπὸ τὸ ἐνεργητικὸν δὲν ἔχομεν οὔτε ἕνα σχεδὸν ὀβολὸν νὰ λάβωμεν, ἐνῷ τὰ ὀφειλόμενα 19 ἑκατομμύρια εἶναι χρέος θετικὸν, καὶ ἑκάστοτε πηγαίνουν εἰς τὸ κεντρικὸν ταμεῖον οἱ δικαιοῦχοι καὶ λαμβάνουν ὅ,τι δικαιοῦνται ἄνευ ἐντολῆς τοῦ ὑπουργοῦ· ὅταν ἐπῆγε π. χ. εἰς τὸ κεντρικὸν ταμεῖον ὁ κ. Νοταρᾶς ἢ ἄλλος Κορίνθιος καὶ ἐζήτησε τὰς 90 χιλιάδας δραχ. κατατεθείσας εἰς τὸ ταμεῖον ἀπὸ συνεισφορὰς τοῦ σεισμοῦ τῆς Κορίνθου, ὁ ταμίας τὰς ἐπλήρωσεν ἄνευ ἐντολῆς· αὐτὴ ἡ δαπάνη, ἐρωτῶ, εἶναι μέσα ἐδῶ εἰς τὴν ὑπουργικὴν διαχείρισιν; ὄχι· εἶναι ἄλλοι λογαριασμοὶ δοσοληψίας, ἐξ ὧν ὀβολὸς δὲν ἐμβῆκεν ἐνταῦθα.

§73ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σύμφωνοι λοιπὸν εἴμεθα.

§74ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν ἠμπορῶ ἐγὼ νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν ἄλλ’ ἀντ’ ἄλλων· κανὲν ἀφ’ ὅσα εἴπατε λυποῦμαι ὅτι δὲν εἶναι σωστόν.

§75ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ὀφειλόμενα;

§76ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀκούσετε· ὁ Ῥοσχὴλδ ἐκάθησεν εἰς Παρισίους μίαν ἑσπέραν νὰ παίξῃ χαρτιὰ καὶ δὲν εἶχε χρήματα ἐν τῷ θυλακίῳ του. Μὴ κάμνετε παραλλάσσεις εἰς τὰς χεῖρας σας, κύριε Λομβάρδε, καὶ δὲν τὰ καταλαμβάνω δυστυχῶς αὐτά. Ὁ κ. Ῥοσχὴλδ ἐζήτησε δάνειον· εἶναι λοιπὸν πτώχευσις αὐτό;

§77ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶπα, κύριε Χρηστίδη.

§78ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Παρακαλῶ πιστεύσατε, ὅτι ἐδῶ εἶναι γεγραμμένα ὅλα· δὲν ἠμπορεῖτε νὰ πληρώσητε ἄλλα, παρ’ ὅσα σᾶς ἔδωκεν ἡ Βουλὴ νὰ πληρώσητε. Λοιπὸν ἐὰν δανεισθῆτε, ἐὰν δὲν δανεισθῆτε, τὸ κάτω κάτω ἐδῶ ἔλλειμμα ὑπάρχει;

§79ΖΩΧΙΟΣ. Ὄχι, αὐτοῦ εἶναι οἱ λογαριασμοί.

§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι, σᾶς παρακαλῶ.

§81ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ σᾶς ὡμίλησα, κ. Χρηστίδη, προχθὲς καὶ σήμερον περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ δημοσίου ταμείου· αὐτὰ ἀφορῶσι τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν.

§82ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Καλὰ, δὲν εἶμαι ἐναντίος εἰς αὐτὸ, ἠμπορεῖτε αὔριον νὰ λάβητε 3,000,000 νέον δάνειον, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ κάμητε ἄλλας πληρωμὰς παρὰ ταύτας, καὶ σᾶς λέγω, ὅτι ὅλαι αἱ πληρωμαὶ τὰς ὁποίας θὰ κάμετε ἐδῶ μέσα θὰ τὰς εὕρητε ὅλας.

§83ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰς τὰς πληρωμὰς κάμνομεν.

§84ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Πολὺ καλὰ, εἶναι παρακαταθῆκαι π. χ. ἐκ 2,000,000 περίπου εἰς τὸ ταμεῖον, καὶ κατὰ συνέπειαν ἀποφάσεων τῶν δικαστηρίων ἐπληρώθη μία ἢ καὶ πλειότεραι παρακαταθῆκαι ἐκ δρ. 50 καὶ 100,000· ὑπάρχει, ἐρωτῶ, ἐνταῦθα ἤγουν εἰς τὴν προσωρινὴν κατάστασιν καμμία τοιαύτη πληρωμὴ γεγραμμένη; ὄχι· καὶ πόθεν πληρώνονται ταῦτα; ἐκ τῶν διαφόρων λογαριασμῶν, σᾶς ἀπαντῶ, καὶ γράφονται εἰς τὸν γενικὸν λογαριασμὸν τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως, καὶ τοιοῦτον δυστυχῶς λογαριασμὸν δὲν εἶχον ἄλλον, παρὰ ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον εἶχεν ὑποβάλλει ὁ κ. Δηλιγιάννης, τὸν τοῦ 1866 ἐκεῖ εὗρον τὰς δύω στήλας καὶ ἐκεῖθεν ἔμαθον ὅτι ὀφείλομεν 19,000,000 καὶ δὲν ἔχομεν νὰ λάβωμεν τίποτε ἄλλο παρὰ 20,000,000 τὰ πλεῖστα σχεδὸν ἀνύπαρκτα. Εἰς τὴν ἐνεργητικὴν ταύτην στήλην π. χ. λέγει 2,000,000 τόσα ἔχομεν νὰ λάβωμεν ἀπὸ ἐπισφαλεῖς ἀπαιτήσεις τοῦ Ἐϋνάρδου πρὸ 40 ἐτῶν ἀνυπάρκτους· ἓν, δύο, τόσα ἑκατομμύρια ἀπὸ ὑπολόγους ὀφειλέτας, οἱ ὁποῖοι ἢ δὲν ζῶσιν, ἢ ἐπτώχευσαν, καὶ πολλὰ ἄλλα τῆς αὐτῆς κατηγορίας, ἐν ᾧ τὸ παθητικὸν ποσὸν τῶν 19 ἑκατομμυρίων, ὡς προείρηται, εἶναι θετικόν. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν φόβος νὰ χάσωμεν οὐδὲ ἕνα ὀβολὸν ἂν ἀποσβέσωμεν αὐτὴν τὴν στήλην. Ἀλλὰ διὰ νὰ παύσῃ αὕτη ἡ ἀνωμαλία, ἥτις παραλύει ἑκάστοτε τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν, ἀνάγκη πᾶσα ἡ Βουλὴ νὰ φροντίσῃ νὰ συστήσῃ μίαν ἐπιτροπὴν διὰ νὰ εὕρῃ τίνι τρόπῳ θὰ τακτοποιηθῇ ἡ πληρωμὴ τοῦ παθητικοῦ τούτου. Ἐγὼ σᾶς ἔφερα, κύριοι, τὸν προϋπολογισμὸν κατὰ τὰς βάσεις, ἃς μοὶ ἐδώκατε· μοῦ ἐδώκατε ἔξοδα νὰ πληρώσω καὶ ἔσοδα νὰ εἰσπράξω καὶ σᾶς λέγω, ὅτι ἡ κατάστασίς μας κατὰ τοῦτο εἶναι ἀνθηρά. Ἐὰν ὅμως λείπουν 100 χιλ. 200, 300 καὶ ἓν ἑκατομμύριον ἕνεκα τῆς καταβόθρας τῶν παλαιῶν λογαριασμῶν, τί σᾶς πταίει ἡ διαχείρισις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν; ἀρκεῖ νὰ μὴ τὰ ἔκλεψεν αὐτός.

§85ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Παρακαλῶ, κ. Χρηστίδη.

§86ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν ἠμπορῶ, ἀφήσατέ με νὰ τελειώσω.

§87ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀνεφέρατε ὡς ἐπισφαλῆ ἀπαίτησιν τοῦ Εὐνάρδου· φαίνεται σφάλετε εἰς τὸ ὄνομα.

§88ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἐνδέχεται· ἂν λέγεται Εὐνάρδος ἢ Ἔϋχταλ δὲν ἐπιμένω, δὲν πρόκειται περὶ τούτου· αὐτὸς ὁ λογαριασμὸς ἀναφέρεται εἰς τὸ 1833.

§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι, διότι ὁ κ. Χρηστίδης ἠμπορεῖ μετ’ ὀλίγον νὰ μὴ ᾖναι εἰς κατάστασιν ν’ ἀκούηται καὶ ἀφήσατέ τον νὰ τελειώσῃ.

§90ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἤθελον λοιπὸν, ἐὰν ὡμιλοῦσα τότε, δώσει εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πλέον εὐαρέστους πληροφορίας περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως καὶ ἤθελον ἀπομακρύνει, οὐδετερώσει πᾶσαν διάδοσιν τείνουσαν, εἴτε ἐν γνώσει, εἴτε ἐν ἀγνοίᾳ, νὰ βλάψῃ τὴν δημοσίαν πίστιν τῆς Ἑλλάδος. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι αἱ διαδόσεις δὲν μεταβάλλουν τὰ πράγματα· τὸ Κράτος ἔχει καθημερινὴν διαχείρισιν, εἴτε ὡς ὀφειλέτης εἴτε ὡς δανειστὴς, καὶ εἶναι γνωστὴ ἡ κατάστασίς του· ἐξ ἄλλου μέρους οὐδὲν δύναται νὰ διαφύγῃ τὴν ὀξυδέρκειαν τῶν ἐνασχολουμένων εἰς τὰ οἰκονομικὰ καὶ εἰς τὰ τραπεζιτικὰ πράγματα· καὶ ὅ,τι ἔχεις εἰς τὸ θυλάκιόν σου καὶ αὐτὸ τὸ ἔχουν μετρημένον· ἀλλ’ οἱ πολλοὶ καὶ οἱ πολλοὶ εἶναι ὅλος ὁ κόσμος, ὑπόκεινται εἰς ἀποπλάνησιν καὶ ἡ ἀποπλάνησις τῶν πολλῶν εἶναι ἐπιζήμιος καὶ δι’ αὐτοὺς καὶ διὰ τὸ κοινὸν, καὶ διὰ τοῦτο ὀφείλουσιν οἱ διαχειριζόμενοι τὰ δημόσια πράγματα νὰ διδάσκωσι δι’ ὅλων τῶν μέσων, καὶ πρὸ πάντων ἀπὸ τοῦ βήματος, ποία εἶναι ἡ πραγματικὴ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους. Εἶναι καὶ ἄλλος τρόπος δημοσιότητος, κύριοι, ὁ γινόμενος διὰ τοῦ τύπου· ἀλλὰ ποτὲ ὁ τύπος δὲν δύναται νὰ ὑψωθῇ ἐκεῖ ὅπου ἵσταται τὸ βῆμα· ὁ τύπος εἶναι μία συζήτησις ἐρήμην γινομένη ἐν τῷ δικαστηρίῳ, ἐν ᾧ ἡ συζήτησις ἡ γινομένη ἐν τῇ Βουλῇ γίνεται κατ’ ἀντιμωλίαν. Ἐὰν, κύριοι, ἐλάμβανον τότε τὸν λόγον, ἤθελον σᾶς ἀνακοινώσει τὰς πεποιθήσεις, τὰς ὁποίας ἐσχημάτισα εἰς τὸ διάστημα τῆς ὑπουργείας μου, καὶ ἤθελον σᾶς πείσει, ὅτι ἡ κατάστασις ἡ οἰκονομικὴ καθ’ ἑκάστην βελτιοῦται καὶ μ’ ὅλας τὰς αὐξομειώσεις, τὰς ὁποίας παρουσιάζει ἕκαστον ἔτος ἢ ἑκάστη περίοδος, διότι τὰ ἔθνη δὲν μετρῶσι τὸν βίον των διὰ τῶν ἐτῶν, ἀλλὰ διὰ τῶν περιόδων· ἑκάστη περίοδος λοιπὸν φέρει τὰ περισσεύματά της ἀναλόγως τῆς καρποφορίας τοῦ ἔτους καὶ τῆς καλῆς διοικήσεως. Τὴν προϊοῦσαν ταύτην οἰκονομικὴν κατάστασιν τὴν αἰσθάνεται πᾶς ὅστις ἐγκύψει εἰς αὐτὴν μ’ ὀλίγην προσοχήν· ὡς καὶ πέρυσι σᾶς εἶπον, ἀπὸ τὸ 1871 ἡ προϊοῦσα βελτίωσις καταφαίνεται ψηλαφητὴ, καὶ ὅπως τὸ 1871 ἔδωκεν ἀποτελέσματα λίαν εὐάρεστα ὡς πρός τινα τῶν προηγουμένων ἐτῶν, οὕτως ἔρχεται καὶ τὸ 1872 καὶ δίδει ἀποτελέσματα πολὺ ὑπέρτερα τῶν τοῦ 1871. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος διϊσχυρίσθη, ὅτι αὐτὰ τὰ κατώρθωσεν ὁ νέος νόμος· ἐὰν, κ. Σωτηρόπουλε, διὰ μόνων τῶν νόμων ἐπροώδευον τὰ Κράτη, οὐδὲν Κράτος ἤθελεν ὀπισθοδρομεῖ, διότι ἤθελεν εἶσθαι εὔκολον νὰ μεταφέρῃ τις εἰς ἓν Κράτος τοὺς καλοὺς νόμους. Εἶναι, κ. Σωτηρόπουλε, ἡ καλὴ διοίκησις ἥτις δημιουργεῖ. Καὶ δὲν ἐπροόδευσε, κύριοι, μόνον ἡ παραγωγὴ, ἀλλ’ ἔγεινε μεγίστη πρόοδος καί εἰς τὰς εἰσπράξεις. Καὶ διὰ νὰ σᾶς πείσω περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀποτελέσματος, κύριοι, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω μίαν σημείωσιν, τὴν ὁποίαν ἐδῶ κρατῶ. Κατὰ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1871, ἐβεβαιώθησαν ἔσοδα 37,725,425. καὶ εἰσεπράχθησαν 35,273,942, ἐνῷ κατὰ τὸ 1872 τὰ βεβαιωθέντα ἀνέρχονται εἰς 38,156,000· τὰ δὲ εἰσπραχθέντα εἰς 36,235,000, ὥστε κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1872 βεβαιωθέντα μὲν ἔχομεν πλειότερα τῶν κατὰ τὴν χρῆσιν 1871 κατὰ δρ. 431,000, εἰσπραχθέντα δὲ πλειότερα τῶν κατὰ τὴν χρῆσιν 1871 κατὰ δρ. 961,571. Ἐὰν δὲ γυμνώσωμεν ἀμφοτέρας τὰς χρήσεις 1871–1872 ἀπὸ ὅλας τὰς ἐκτάκτους προσόδους, ἐκτὸς τοῦ δανείου τῶν 4,000,000, τὸ ὁποῖον ἔκλεισε καὶ ἐπραγματοποίησεν ὁ κύριος Σωτηρόπουλος, ἔλαβε δὲ καὶ ὁ προκάτοχός μου κ. Παπαμιχαλόπουλος ἓν μικρὸν μέρος, δηλονότι ἐὰν ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ μὲν τὸ 1871 προκαταβολὰς 969,000· ὑπερτίμησιν μετοχῶν 507,000 τὸ ὅλον 1,476,000· ἀπὸ δὲ τὸ 1872 ἐν ὅλῳ 1,273,000, ἤτοι 687,000 προκαταβολὰς ὑπερτιμήσεις μετοχῶν 226,000 καὶ χαλκονομίσματα 360,000 ἔχομεν τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα ἤτοι εἰσπράξεις τοῦ 1871 33,797,000, εἰσπράξεις τοῦ 1872, 34,958,000, ὥστε ἡ διαφορὰ ἐπὶ πλέον διὰ τὸ 1872 ἀνέρχεται εἰς 1,161,000. Καὶ, κύριοι, δὲν εἶναι αὐτὸ μεγάλο κατόρθωμα; Ὄχι! διότι ἠμποροῦν νὰ εἴπωσιν ὅτι ὑπάρχουν χρήματα περισσότερα καὶ εἰσπράξεις περισσότεραι. Τὸ μεγαλείτερον καὶ σπουδαιότερον εἶναι, ὅτι δὲν ἀφήσαμεν καθυστεροῦντα ἀναλόγως τῶν βεβαιωθέντων. Τὸ 1871 ἄφησε καθυστερούμενα, 2,451,545, ἐν ᾧ τὸ 1872 ἄφησε μόνον, 1,920,000 ἤτοι ὀλιγώτερον τοῦ 1871 κατὰ δραχ. 530,000. Ἡ πρόοδος εἶναι, ὡς βλέπετε, καταπληκτική. Ἔχομεν εἰς τὰ καθυστεροῦντα ἐλάττωσιν, ἀντὶ νὰ ἔχωμεν αὔξησιν· καὶ ὡς σᾶς εἶπεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ἡ ἐλάττωσις αὕτη εἶναι ἐντὸς 4 ἐτῶν κατὰ τὴν ἑξῆς ἀναλογίαν· κατὰ τὰ 1869 τὰ καθυστεροῦντα ἦσαν 9 καὶ ἥμισυ τοῖς ἑκατὸν, εἰς τὰ 1870 9%, κατὰ τὰ 1871 6,5%, ἀλλὰ κατὰ τὸ κατηγορούμενον 1872 ἡ ἐλάττωσις περιωρίσθη εἰς 5%. Εὔχομαι εἰς τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον νὰ τὰ περιορίσῃ εἰς τὰ 4%· διότι ἡ ἐλάττωσις τῶν καθυστερούντων δὲν εἶναι μόνον διότι φέρει τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων, ἀλλὰ διότι κάμνει γενικωτέραν καὶ δικαιοτέραν τὴν εἴσπραξιν ὅλων τῶν φόρων. Ὅταν εἰσπράττωνται, κύριοι, πάντα, ὀλιγώτερα καθυστεροῦνται καὶ θὰ εἴπῃ, ὅτι διανέμεται εἰς πάντας ἐξίσου ἡ δικαιοσύνη. Δὲν εἶναι δὲ, κύριοι, δυνατὸν νὰ ἐκλείψουν ἐντελῶς τὰ καθυστεροῦντα, διότι 500 χιλιάδες ὀφείλονται κατ’ ἔτος ἀπὸ καταδίκους, καὶ αὐτοὶ οἱ κατάδικοι εἶναι τῆς ἐσχάτης τάξεως καὶ δὲν ἔχουν νὰ πληρώσουν οὔτε ὀβολόν. Καὶ ἡ αὔξησις αὕτη, περὶ ἧς σᾶς λαλῶ, εἶναι πρόοδος βεβαιουμένη ἐκ τῶν ὑστέρων ἤγουν εἶναι ἀναμφισβήτητος· ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα ἆρά γε νὰ δίδωμεν καὶ νὰ βεβαιώσωμεν ἐκ τῶν προτέρων ἄλλας μεγαλειτέρας εἰσπράξεις, εἰσοδήματα; Μάλιστα· περὶ τούτου εἶχον σκοπὸν νὰ λαλήσω, ὅταν ἐζήτησα, ἐν τῇ εἰσαγωγῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν λόγον, ἀλλὰ τὰ παρεμπεσόντα ζητήματα μὲ κάμνουν νὰ σταματήσω ἕως ἐδῶ, καὶ νὰ ἔλθω ἄλλην ἡμέραν νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ κατάστασίς μας δὲν εἶναι ἀπελπιστικὴ, ὅτι εἶναι ἀπ’ ἐναντίας λαμπρὰ καὶ ὅτι δυνάμεθα, μένοντες εἰς τὸ σύστημα τῆς αὐστηρᾶς οἰκονομίας, δυνάμεθα οὐ μόνον ἔλλειμμα νὰ μὴ ἔχωμεν ἀλλὰ καὶ περίσσευμα, καὶ ἐκ τοῦ περισσεύματος νὰ κάμωμεν δημόσιά τινα ἔργα. Ἀλλὰ μὴ νομίσητε, ὅτι ζητῶ τὴν αὔξησιν τῶν εἰσοδημάτων διὰ τὰ εἰσοδήματα, τὰ χρήματα διὰ τὰ χρήματα· ὄχι, κύριοι, διότι ποτὲ δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ κάμωμεν μὲ τὰ ἰδικά μας ἔσοδα μεγάλα ἔργα, ὅσων ἔχει χρείαν ὁ τόπος· θέλομεν μόνον αὐτὰ τὰ εἰσοδήματα νὰ πηγάζουν ἀπὸ περισσεύματα εἰς τὸν ἀπολογισμόν· διότι οὕτω θὰ στερεώσωμεν τὴν δημοσίαν πίστιν μας· καὶ ὅταν ἔχωμεν ἕνα ἀπολογισμὸν μὲ περίσσευμα, ἀπὸ ἐκείνης τῆς στιγμῆς ἔχομεν ὅσα δάνεια θέλομεν ἀναλόγως πάντοτε τῶν τόκων, τοὺς ὁποίους δυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν ἐκ τοῦ περισσεύματός μας. Τοιαύτην οἰκονομικὴν κατάστασιν τὴν κατακρίνετε; Καὶ ὁ φίλος μου κ. Σωτηρόπουλος ζητεῖ ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν, διὰ νὰ δικάσῃ τί; τὰ περισσεύματα; διὰ νὰ ἐξετάσῃ τί; ὅτι δὲν ὑπάρχει ἔλλειμμα; Καὶ ἔρχεσθε τόρα νὰ κατακρίνητε ὡς κακὴν τὴν διοίκησιν τῆς πεσούσης κυβερνήσεως, νὰ κατακρίνητε τὴν οἰκονομίαν, ἥτις εἶναι ἀξία ἐπαίνων; Κύριοι, κατακρίνοντες ὡς κακὴν τὴν διοίκησιν κατακρίνετε τὴν καλὴν οἰκονομίαν, διότι αὐτὴ ἡ διοίκησις τὴν ἐδημιούργησε. Δυστυχῶς ὁ κ. Σωτηρόπουλος περιέπλεξε τὰ πράγματα· ἀνέβη τὸ βῆμα καὶ ἦλθεν εἰς τὸ παλαιὸν σύστημά του, «ὅτι ἐγὼ, εἶπε, δάνειον δὲν ἔκαμα». Ἀλλὰ ὅσα εἶπε καὶ τοῦ εἶπαν εἶναι γεγραμμένα· ἐξετάσθησαν αὐτοὶ οἱ λόγοι καὶ ἀπεδείχθησαν μέχρι τίνος εἶναι ὀρθοὶ, καὶ μέχρι τίνος δὲν στέκονται εἰς τοὺς πόδας των. Ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις, ὅπως παρουσιάζεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, εἶναι ἀλήθεια, ἡ ὁποία δὲν φιλονεικεῖται, ἡ ὁποία δέν θέλει ἐξετάσεις ἄλλας, παρὰ ν’ ἀναγνώσῃ τις τὰ γεγραμμένα. Δὲν ζητοῦμεν ἐκ μέρους σας ἐπαίνους, ἀλλ’ εἶναι δίκαιον νὰ ζητῆτε νὰ μᾶς κατηγορήσητε, διότι καλῶς ἐδιοικήσαμεν; διότι ἐντίμως διηνύσαμεν ὅλον αὐτὸ τὸ δύσκολον στάδιον; Δὲν ἔλαβα σημείωσιν ἀπὸ τὸν λόγον τοῦ κ. Σωτηροπούλου, διότι, ἂς μοὶ συγχωρήσῃ νὰ εἴπω, ὅτι τὰ περισσότερα ἦσαν ἐπανάληψις πολλῶν λόγων προτέρων, ὧν ἓν μέγα μέρος ἀπεδείχθη, ὅτι ἦτον ἀθεμελίωτον· εἶπε χρεωστοῦμεν, κάμνομεν, δείχνομεν, καὶ ἀπέδειξα, ὅτι δὲν χρεωστοῦμεν καὶ ὅτι ὅλα εἶναι ἐδῶ (δεικνύει τὸν προϋπολογισμόν).

§91ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὰ χρήματα ποῦ εἶναι;

§92ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Νὰ ὑπάγῃς εἰς τὸ Γεν. Λογιστήριον νὰ καθήσῃς δύω χρόνια διὰ νὰ μάθῃς.— Ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἐλθὼν εἰς ὑποστήριξιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη ὡμίλησε καὶ αὐτὸς περὶ προϋπολογισμοῦ· εἰς ὅσα δὲ εἶπε μίαν παρατήρησιν τοῦ κάμνω· ὅταν εἶπεν, ὅταν ἐπληρώσατε μερικὰ χρήματα τὶ σημαίνει ἂν ἐσεβάσθητε τὸν νόμον καὶ δὲν ἐπληρώσατε καὶ ἄλλα, τοὺς μικροὺς καὶ πτωχούς. Μὰ δὲν ἐπληρώσαμεν τοὺς ὑπουργούς· δὲν πειράζει· αὐτὸ εἶναι μικρὸν· καὶ ποῖον εἶναι τὸ μεγάλον; ὅτι δὲν ἐπληρώθησαν οἱ συνταξιοῦχοι; κτλ. Δὲν ἠμπορέσαμεν, κύριοι, νὰ πληρώσωμεν ὅλας τὰς δαπάνας, ἐκάμαμεν ὅ,τι πράττει ὁ καλὸς χριστιανὸς εἰς νηστίσιμον ἡμέραν, ὅστις ὅταν ᾖναι ἠναγκασμένος νὰ φάγῃ κρέας, δὲν τρώγει δέκα εἰδῶν ἐδέσματα· ἀλλ’ ὁ κ. Κεχαγιᾶς, λέγει, ἀλλ’ ἐὰν παρουσιάζετο ἡ ἀνάγκη νὰ πληρώσητε τὸν ἐργολάβον τοῦ σιδηροδρόμου 5 μιλλιούνια, 10 μιλλιούνια, τί ἠθέλατε πράξει; Ἐνταῦθα ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ὁ κ. Κεχαγιᾶς νὰ τοῦ κάμω μίαν ἀπάντησιν, ὁποίαν ἔκαμεν ἐν Ἀγγλίᾳ ὁ Ἀβερδῖνος εἰς ἕνα ἄλλον ἐκεῖ Κεχαγιᾶν, ὅστις ἔκαμε παρομοίαν ἐπερώτησιν· περιέπλεεν ὁ στόλος τῆς Ἀγγλίας ἔμπροσθεν τοῦ στόλου τοῦ Δὸν Πέτρου καὶ τὸν ἐχαιρέτισε, καὶ ἐρωτᾷ ὁ βουλευτὴς· ἂν εὑρίσκετο ἔμπροσθεν τοῦ στόλου τοῦ Δὸν Μιγουέλου τί ἤθελε κάμει; ἡ Ἀγγλία εἶχε κηρυχθῆ τότε οὐδετέρα· τότε ἀπαντᾷ ὁ Ἀβερδῖνος, τοιαύτην ἐρώτησιν ἔκαμαν καὶ εἰς τὸν Ῥεῒς ἐφέντην, ἀλλ’ οὗτος ἀπήντησιν, «εἰς τὸν τόπον μου τὰ παιδιὰ, ἀφοῦ γεννηθοῦν τὰ περιτέμνουν.» Μετὰ ταῦτα ὁμιλῶν ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἔφερεν ἐδῶ τὰ παράπονα τῆς ἐπαρχίας του, τὰς ἀντιζηλίας του μὲ τὸν κ. Παππακώσαν, καὶ ἐζήτησεν ἐπὶ πίνακι τὴν κεφαλὴν τῶν ὑπουργῶν. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς δὲν ἀγνοεῖ, ὅτι αὐτὰ τὰ παραπτώματα εἶναι μιᾶς κατωτέρας σφαίρας, ἐὰν ὑπάρχουν· ἠξεύρει ὅτι εἰς τὰς ἐπαρχίας, εἰς τοὺς νομοὺς ὑπάρχουν ἀρχαὶ, καὶ αὐταὶ αἱ ἀρχαὶ ἔχουν καθήκοντα, ἔχουν καὶ μίαν διακριτικὴν ἐξουσίαν μικρὰν καὶ διὰ τοῦτο αὐταὶ εἶναι προσωπικῶς ὑπεύθυνοι καὶ δικάζονται καὶ τιμωροῦνται κατὰ τοὺς νόμους. Μόνον ὅταν ὁ ὑπουργὸς ἔλθῃ εἰς τὸ βῆμα καὶ εἴπῃ ἀναδέχομαι αὐτὰ τὰ παραπτώματα, τότε εἶναι ὑπεύθυνος· μὴ θέλετε λοιπὸν νὰ ἀναβιβάσητε εἰς τὴν σφαῖραν τῶν μεγάλων ἐγκλημάτων τὰ πταίσματα, τὰ ὁποῖα πράττονται εἰς ἐπαρχίας καὶ ἀνάγονται εἰς δευτερευούσας καὶ τριτευούσας δικαιοδοσίας. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι οἱ κατήγοροί μας δὲν μᾶς ἐπαρουσίασαν ἕως τώρα μεγάλα πράγματα· ἤρχισαν ἀπὸ τὸ ὑπερήμερον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπερ εἶναι ἡ βάσις τῆς κατηγορίας· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ὡς ἀπέδειξα ἁμάρτημα ἢ πλημμέλημα· εἶναι μηδέν. Ζητεῖτε νὰ μᾶς διορίσητε ἐπιτροπὴν νὰ μᾶς ἀνακρίνῃ. Αἴ! νομίζετε, ὅτι ἀποκρούοντες αὐτὴν, φοβούμεθα; Φοβοῦνται, καὶ πρέπει νὰ φοβῶνται, ὅσοι ἔχουν τὸ μέτωπον οὐχὶ καθαρὸν, ὅσοι ἐμίαναν τὰς χεῖράς των εἰς τὰ δημόσια πράγματα! Ἡμεῖς δὲν φοβούμεθα, ἀλλὰ δὲν θέλομεν νὰ ταχθῶμεν εἰς θέσιν ταπεινωτικὴν ἀπέναντι τῶν ἀντιπάλων μας. Δὲν τὸ θέλομεν, διότι οὗτοι εὑρίσκονται εἰς τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν μία ἄκρα τῆς κοινοβουλευτικῆς αἰώρας βλέπει τεχνηέντως εἰς τὸ Καπιτώλιον· ἡ σύνεσις ἀπαιτεῖ νὰ σκεφθῆτε ἄλλως πως· ὁ ἔντιμος πρόεδρος τῆς Βουλῆς πρωθυπουργὸς ἄλλοτε, μετὰ τοῦ ὁποίου μὲ συνδέει πολυχρόνιος φιλία, βλέπων, ὅτι τὰ πνεύματα τῶν βουλευτῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἦσαν λίαν τεταραγμένα καὶ μὴ θέλων νὰ ὠθήσῃ τὰ πράγματα ἐκεῖ ὅπου ὠθοῦνται σήμερον, μᾶς εἶπε μίαν ἡμέραν, «πρέπει νὰ λήξωμεν τὴν Βουλήν»· καὶ ἔφερε τὴν λῆξιν· καὶ πότε τὸ εἶπε καὶ τὸ ἔπραξε, κύριοι; ὅταν εἶχε παγίαν καὶ ὁμογενῆ πλειοψηφίαν, δυναμένην νὰ σχηματίζῃ μόνη καθ’ ἑκάστην ἀπαρτίαν· εἶχε μέχρις 97–100 ψήφων· καὶ σεῖς ἀπαιτεῖτε μὲ 88 ψήφους ν’ ἀναλάβητε ἕνα τόσον μεγάλον ἀγῶνα; Δὲν εἶναι σωστόν· δὲν εἶναι φρόνιμον. Πράξετέ το, ἂν ἐπιμένητε· ἡμεῖς βεβαίως δὲν εἴμεθα ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ μετανοήσωμεν, διότι μετανοεῖ ἐκεῖνος, ὅστις κάμνει τὸ κακόν. Θὰ ἀφήσητε ὄπισθέν σας προηγούμενον, ὅπερ κανένα δὲν θέλει εὐχαριστήσει.

§93ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν ἐσκόπευαν νὰ λαλήσω, καὶ δὲν θὰ ἐλάλουν, ἂν ὁ σεβάσμιος γέρων, (ὁ πρώην ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν), ὁ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καταβὰς, δὲν ἐβλασφήμει. Τὶ δὲ σᾶς εἶπε, τοῦ λόγου αὐτοῦ ἀρχόμενος; Ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἡ ἑπταβόειος ἀσπὶς, ἡ σκεπάζουσα τὸ ὑπουργεῖον, κατὰ τῶν ἀπαιτήσεών σας. Κατ’ ἐμὲ ὅμως, ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἡ ἑπταβόειος ἀσπὶς τοῦ λαοῦ, τὴν ὁποίαν κατετρύπησαν. Σᾶς εἶπε προσέτι ὁ προλαλήσας, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἡ τελικὴ συνθήκη, ἡ μεταξὺ τυράννων καὶ τυραννουμένων, καὶ εἶναι ἀληθές· τὴν συνθήκην ὅμως αὐτὴν τὴν κατέσχισαν. Τὶ σημαίνει, σᾶς εἶπεν, ἂν προσεκλήθητε ἀργότερα; Ἀλλ’ ἰδοὺ ἓν παράδειγμα πρὸς ἀναίρεσιν τῶν λόγων του. Περὶ τὰ τέλη τοῦ ἔτους τοῦ παρελθόντος, ἐβασανίζετο ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς ἐθνικῆς συνελεύσεως ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ παρόντος ἔτους, ὑπελείποντο δὲ πρὸς συντέλειαν τοῦ ἐνιαυτοῦ ὀλίγαι ἡμέραι. Λέγει λοιπὸν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὴν συνέλευσιν, «Σπεύσατε, διότι αὔριον φθάνει ἡ πρώτη Ἰανουαρίου, καὶ ἂν ὁ προϋπολογισμὸς δὲν εὑρεθῇ ἐγκεκριμένος, δὲν δύναμαι νὰ εἰσπράξω οὐδ’ ὀβολόν.» Ὤφειλε δὲ ὁ ἡμέτερος πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ τὰ διπλότυπα, δι’ ὧν εἰσπράττονται οἱ φόροι, τὰ τέλη, ἀναφέρουσι ῥητῶς τὸ κεφάλαιον καὶ τὸ ἄρθρον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων γίνεται ἡ εἴσπραξις, ἄλλως, ὁ λαὸς ἀπαλλάσσεται πάσης πληρωμῆς. Ἀντὶ τούτων ὅμως, τὶ σᾶς λέγει ὁ κύριος Χρηστίδης; «Δότε μοι καὶ δεύτερον προϋπολογισμὸν, καὶ φύγετε, θέλομεν δὲ σᾶς καλέσει τὸν Νοέμβριον τοῦ 1875. Ἂν θελήσωμεν δὲ τότε, σᾶς ἀναβάλλομεν, μετὰ δὲ ταῦτα σᾶς διαλύομεν, καὶ τῶν νέων ἐκλογῶν γενομένων, σᾶς διακόπτομεν.» (Γέλως). Σημειωτέον δὲ, ὅτι ὁ κύριος πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς ἀντιπολιτεύεται ἀφ’ ἧς ἐγεννήθη. Ὁ Κυβερνήτης τὸν εὗρεν ἀπροστάτευτον, καὶ τὸν ἐπροστάτευσεν.....

§94ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ.......

§95ΖΩΧΙΟΣ. Κύριέ μου, ὅταν ἄνθρωπός τις ἀναλαμβάνῃ εἰς ἑαυτὸν τὸ βάρος τῆς πολιτείας καὶ γίνεται ὑπουργὸς ἔθνους τινὸς, ἐπελθούσης τῆς ἡμέρας τῆς κρίσεως, ὀφείλει εὐθύνας, εἴτε νέος, εἴτε γέρων εἶναι. Ἀντεπολιτεύθη λοιπὸν ὁ κύριος Χρηστίδης τὸν Κυβερνήτην. Ἦλθε δὲ κατόπιν ὁ βασιλεὺς Ὄθων, ὅστις τὸν ἐπροστάτευσεν, αὐτὸς ὅμως ἀντεπολιτεύθη καὶ αὐτόν. Ἂν δὲ ὁ βασιλεύς μας τοῦ ἀρνηθῇ τὸ ἐν Σύρῳ πακτωτήριον, καὶ αὐτὸν θὰ ἀντιπολιτευθῇ. Τοῦτο ὅμως τοῦ πολιτεύεσθαι τὸ εἶδος εἶναι τυραννία ἀφόρητος. Ἀνέβη δὲ τὸ βῆμα τοῦτο μὲ τὸν σκοπὸν νὰ μὴ κατηγορήσω τὴν πεσοῦσαν Κυβέρνησιν, διότι, κατ’ ἐμὲ κυρίως δὲν πρόκειται περὶ τῆς κατηγορίας αὐτῆς. Ἰδοὺ δὲ πῶς ἐγὼ ἐξετάζω τὸ πρᾶγμα. Εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐδώκαμεν τριάκοντα, τεσσαράκοντα ἑκατομμύρια, διὰ νὰ βάλῃ εἰς τὸν κουτσοπόδαρον προϋπολογισμὸν δύω σωστὰ ποδάρια, αὐτὸς δὲ ὄχι μόνον δὲν τὸν ἀνέδειξεν ἀρτίποδα, ἀλλὰ τὸν κατέστησεν ἄποδα. Ἡμεῖς δὲ λέγομεν πρὸς τὸν πεσόντα ὑπουργόν· «Εἰς τὸ» Σύνταγμα ὑπάρχει γεγραμμένον, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν εἰς τί ἐχρησίμευσαν τὰ τεσσαράκοντα ἑκατομμύρια, ἐπὶ τούτῳ δὲ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ διορίσῃ ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπήν. Εἴμεθα ἢ δὲν εἴμεθα νοικοκυραῖοι νὰ ἐξετάσωμεν τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων; Ἐν τούτοις μᾶς ἀπαγορεύετε τὴν ἐξέτασιν. Ἐγὼ δὲν ἐπεμβαίνω εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ὑπουργῶν, ἔχω ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσω τὰ πάντα. Γνωρίζετε δὲ βεβαίως ὅτι τὴν Αἰκατερίνην τὴν Αὐτοκράτειραν τῆς Ῥωσσίας οἱ ὑπουργοὶ καὶ οἱ αὐλικοὶ αὑτῆς τὴν ἐπλάνων, ἔλεγον δὲ πρὸς αὐτὴν, ὅτι ἔκτισαν πρὸς τὰ μεσημβρινὰ τοῦ Κράτους μέρη κώμας, πόλεις, ἔπεισαν δὲ αὐτὴν νὰ περιέλθῃ μετ’ αὐτῶν τὸν τόπον. Τί δὲ εἶχον ἑτοιμάσει; Κώμας καὶ πόλεις χαρτίνας, διαβαίνουσα δὲ ἡ Αἰκατερίνη μακρὰν αὐτῶν, ἐπίστευε τὴν πλάνην ὡς ἀλήθειαν. Τὰ αὐτὰ δὲ ἐπάθαμεν καὶ ἡμεῖς. Τουτέστι, πέρυσι μᾶς ἔδειξαν εἰς τὸ χαρτὶ τοὺς ψευδεῖς σιδηροδρόμους, τὰς ψευδεῖς Τραπέζας, καὶ, καὶ, καὶ, ἐπεστρέψαμεν δὲ ἐφέτος, ἀλλ’ οὐδὲν εὕρομεν. Καὶ δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσωμεν τί συνέβη; Συνέβη δὲ καὶ ἄλλο τι. Ἡ ἑταιρία τοῦ Λαυρίου κτῆμα εἶχε τὰς σκωρίας τοῦ Λαυρίου, καὶ ὄχι τὰς ἐκβολάδας. Ὅθεν ἐσχηματίσθη αὕτη ἡ ἑταιρία ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σκωριῶν, καὶ ὄχι τῶν ἐκβολάδων. Μᾶς ἔφεραν δὲ κατόπιν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν σύμβασιν ἐκείνην πρὸς 44 τοῖς ἑκατόν. Ὅ,τι δὲ εἰς τὴν ἑταιρίαν παρεχωρήθη, εἶναι ὄφελος, εἶναι κέρδος. Ἐν τούτοις ἀπὸ τοῦ Λαυρίου μεγάλη ἐπῆλθε καταστροφή. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ἐξετάσωμεν τί συνέβη; Ἐνθυμεῖσθε δὲ, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πέρυσι σᾶς εἶπεν, ὅτι εἶχε κρυμμένα εἰς μίαν τρύπαν κάμποσα ἑκατομμύρια. Ἐφέτος τὰ ἑκατομμύρια αὐτὰ τί γίνονται; Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ἐξετάσωμεν τί συνέβη; Δὲν δύνασθε, μᾶς λέγουν, νὰ ἐξητάσετε. Ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα μᾶς δίδει τὸ δικαίωμα τῆς ἐξετάσεως, τίς δὲ δύναται νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ; Τί θὰ ἔλεγεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ἐπεχείρει νὰ ἐξετάσῃ τὸ κεντρικὸν ταμεῖον, καὶ ὁ ταμίας τὸν ἐμπόδιζε, λέγων, ὅτι τὸν προσβάλλει; Τί θέλετε, μᾶς λέγει ὁ ὑπουργὸς αὐτὸς, νὰ ἐξετάσετε ἂν ὑπάρχουσι χρήματα ἢ ὄχι, καὶ πῶς διεχειρίσθησαν αὐτά. Ἰδοὺ ὅλα τὰ ἔχω γραμμένα ἐδῶ εἰς τὸν προϋπολογισμόν. (Γέλως). Τὸ νὰ σὲ κυβερνήσω κακῶς, ἔστω. Ἀλλὰ τὸ νὰ κυβερνῶ κακῶς, καὶ νὰ σὲ ἐμποδίζω νὰ μὲ ἐλέγξῃς, τοῦτο εἶναι πρᾶγμα ἀνυπόφορον. Μεταξὺ δὲ τῶν ἄλλων ἐπαρουσιάσθη καὶ τὸ ζήτημα τῆς φάλαγγος. Ἐγὼ δὲ σύμφημι, συμφωνῶ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀποδέχομαι, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ σχηματισθῇ ἡ φάλαγξ, ὅτι ἔχουσιν ἄδικον οἱ μαθηταὶ, ὅτι εὑρέθησαν ἐπ’ αὐτῶν ὅπλα ὅτι ἔπρεπε νὰ τιμωρηθοῦν, νὰ θανατωθοῦν, διότι ἡ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἀντίστασις αὐτῶν ἦτο παράνομος. Πρὸς τί ὅμως ἡ κάκωσις αὐτῶν; Ὁ μέγας Φριδερῖκος μίαν τῶν ἡμερῶν ἦτο σκυμμένος εἰς ἓν τῶν παραθύρων ἑνὸς τῶν παλατίων του, καὶ ἔβλεπεν ἔξω τὸν δρόμον. Ἐμβαίνει δὲ ὁ ὑπηρέτης του, καὶ τὸν ματσουκίζει, νομίζων ὅτι ματσουκίζει τὸν σύνδουλόν του. Στραφεὶς δὲ ὁ Βασιλεὺς τὸν ἠρώτησε, λέγων· «Τί ἔπαθες;» Ὁ δὲ δοῦλος γονυπετήσας καὶ τρέμων ἀπεκρίθη· «Ἐνόμιζον, μεγαλειότατε, ὅτι ἦτον ὁ δεῖνα συνδουλός μου.» «Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνος, ἀνταπεκρίθη ὁ Βασιλεὺς, ἂν ἦτο, δὲν ἔπρεπε νὰ τὸν ματσουκίσῃς ὅπως μ’ ἐματσούκισες. (Γέλως). Καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, δέχομαι ὅτι οἱ φοιτηταὶ εἶναι ἀντάρται, εἶναι στασιασταί. Μὰ τέτοιοι ῥαβδισμοὶ, μὰ τέτοιο ξύλο, ἐν μέσῳ μάλιστα τῶν Ἀθηνῶν, ἔχουσι τὸν τόπον των; (Γέλως). Περὶ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν φέρω μάρτυρα τὸν πεσόντα πρωθυπουργὸν, ὅστις, ἂν ἐνθυμεῖσθε, μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ δύναμις ἑκάστου ἐξ ἡμῶν στηρίζεται εἰς τοὺς δημάρχους. Δὲν μᾶς ἐκάλεσε δὲ τὸν Δεκέμβριον, διότι καθεὶς κατεγίνετο νὰ ἐπιτύχῃ 2, 3, 4, 5 δημάρχους. Τούτου δὲ τεθέντος, νομίζετε, ὅτι οἱ ἄλλοι ἠσχολοῦντο νὰ ἐπιτύχωσι δημοτικάς τινας ἐκλογὰς, ὁ δὲ πρωθυπουργὸς δὲν ἀνεμυγνύετο, ἀλλ’ ἔμενεν ἀπαθὴς καὶ οὐδέτερος, ὀλίγον φροντίζων περὶ τῆς ἐπαρχιακῆς αὐτοῦ δυνάμεως; Πρέπει δὲ νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ὁ πρωθυπουργὸς ἠσχολήθη νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς, χάριν τῶν φίλων του καὶ αὐτῶν τῶν ἐχθρῶν του, αὐτὸς δὲ ἔμεινε πάντη ξένος καὶ ἀμέτοχος; Τὸ πρᾶγμα εἶναι πρωτοφανὲς καὶ ἀπίστευτον. Διατί δὲ γράφων πρὸς τὸν Βασιλέα ὁ πρωθυπουργὸς ἐζήτει συγχώρησιν, διϊσχυριζόμενος ὅτι ἐκ παραδρομῆς δὲν διέταξεν ἐγκαίρως τὰς δημοτικὰς ἐκλογάς; Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ὁ μὲν Βασιλεὺς διέτριβεν εἰς Κέρκεραν, ὁ δὲ πρωθυπουργὸς ἐνόμιζεν ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀναβάλῃ ἐπὶ πολὺ τὴν συγκάλεσιν τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ὁ βασιλεὺς καλῶς ποιῶν δὲν ἐνέδωκε, τούτου δ’ ἕνεκα ὁ πρωθυπουργὸς ἠναγκάσθη νὰ ἐπισπεύσῃ τὰς δημοτικὰς ἐκλογάς. Μεταβαίνω δὲ ἤδη εἰς τὸ ζήτημα τὸ πολιτικόν. Προχθὲς σᾶς εἶπον οἱ ἀντίπαλοί μας, ὅτι ἔχομεν δύω συντάγματα, ἐξ ὧν τὸ ἓν ἀπέδωκαν εἰς τὸν Λομβάρδον καὶ εἰς ἡμᾶς, αὐτὸ δὲ εἶναι τὸ δημοκρατικὸν σύνταγμα, οἱ δὲ ἄλλοι ἔχουσι σύνταγμα ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν γνωρίζω. Ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν τῶν δύω συνταγμάτων ποῖον εἶναι τὸ ἀληθέστερον; Πολλάκις καὶ μία μόνη λέξις μεταβάλλει τὸ πᾶν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, λόγου χάριν, κατὰ τοὺς ἀντιπάλους μας τὰ βασιλικὰ προνόμια εἶναι ἀπεριόριστα. Αὕτη δὲ ἡ λέξις ἀπεριόριστα, ἥτις πολλὰς ἔδωκε λόγων ἀφορμὰς, μοῦ ἐνθυμίζει τὰ κείμενα τῆς Γραφῆς, ἐν ᾗ ἡ μεταβολὴ μιᾶς λέξεως ἐγέννησεν ὅλην αἵρεσιν. Καὶ τῷ ὄντι οἱ Σαμαρῖται ἀντήλλαξαν τὸ ὄνομα ἑνὸς ὄρους καὶ ἀντεκατέστησαν ἄλλο, ἤτοι ὠνόμασαν τὸ Γαριζὶν Γαιβὰλ καὶ τὸ Γαιβὰλ Γαριζίν. Κυρίως δὲ δὲν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ὄρους, ἀλλὰ περὶ τοῦ ναοῦ, ὅστις ἔδιδεν εἰς τοὺς κατέχοντας αὐτὸν κράτος, χρῆμα, ὑπεροχὴν, πρόσοδον, δύναμιν. (Γέλως). Τοῦτ’ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὸ σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἀποφέρει πρόσοδον, ἂν ᾖναι ἐναντίον τοῦ δημοκρατικοῦ, ἂν δὲ ᾖναι δημοκρατικὸν, οὐδὲν ἀποφέρει. Ἀλλ’ ὑπὲρ τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος θὰ σᾶς φέρω μάρτυρα ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον δὲν δύνασθε νὰ ἀναιρέσητε, μὴ μὲ ἐρωτᾶται ὅμως ποῖος εἶναι. Ἰδοὺ ἀναγινώσκω. Τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως ἀνήκει εἰς τὸν Ἡγεμόνα· ἀλλ’ ἀνήκει ὡς ἔκκλησις τοῦ Ἡγεμόνος πρὸς τὸν λαόν. Ἐνόσῳ ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει λίαν σπουδαίους λόγους διαφωνίας πρὸς τὴν Βουλὴν, δὲν πρέπει, οὔτε δύναται νὰ χορηγήσῃ εἰς τοὺς ὑπουργούς του τὴν διάλυσιν. Δὲν πρέπει, οὔτε δύναται, διότι τοῦ λαοῦ μὴ καλουμένου, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ν’ ἀποφανθῇ μεταξὺ Βασιλικῆς καὶ βουλευτικῆς γνώμης, ἡ διάλυσις οὐδὲν ἄλλο εἶναι, εἰμὴ πρὸ τῆς τετραετίας ἀνανέωσις, ὅπερ ἠδύνατο νὰ παρεξηγηθῇ ὡς ἔμμεσος παραβίασις τοῦ Συντάγματος .... Ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς δὲν ἐχορηγήθη, ὅπως αἱ βουλευτικαὶ περίοδοι ἐλαττοῦνται ἀπὸ τετραετίας εἰς τριετίαν, ἢ διετίαν, ἢ μονοετίαν, ἀλλ’ ὅπως κρίνῃ τὸ ἔθνος καὶ ἀποφασίσῃ μεταξὺ τῆς Βασιλικῆς γνώμης καὶ τῆς βουλευτικῆς.»

§96ΤΙΝΕΣ. Ὁ Αἰὼν εἶναι.

§97ΖΩΧΙΟΣ. Μάλιστα ὁ Αἰὼν εἶναι, πρέπει ὅμως νὰ μάθετε τίς τὰ λέγει.

§98ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. (κάμνει παρατηρήσεις τινὰς εἰς τὸν ἀγορεύοντα).

§99ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε Ἡλιόπουλε, εἶσαι ὁ τελευταῖος ὑπουργὸς τοῦ μακαρίτου Ὄθωνος, ἐγὼ δὲ — καὶ περὶ τούτου ἐπικαλοῦμαι μάρτυρας τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον καὶ τὸν πρώην ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν — ἕνα μῆνα πρὸ τῆς πτώσεως αὐτοῦ ἔγραψα πρὸς αὐτὸν λέγων· «Δύναμαι νὰ συντρίψω τὸν ὑπουργόν σου. Συντετριμμένος ὅμως ὑπουργὸς σημαίνει συντετριμμένος θρόνος.» Αὐτό μου δὲ τὸ ἔγγραφον μὲ ἔσωσεν ἀπὸ τῆς ὁρμῆς τῆς ἐπαναστάσεως. Μᾶς λέγουσι δὲ, ὅτι ἔχομεν δύω συντάγματα. Ἐγὼ ὅμως εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες δὲν θέλουσι νὰ φορέσωσι πάλιν κορδέλαις κόκκιναις. Ἰδοὺ δὲ καὶ ἄλλη ἐκ τῆς ἐφημερίδος περικοπή· «Πρὸ πάντων εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀληθεύει, καὶ ἰδίως εἰς τὴν παροῦσαν ἐποχὴν, ὅτι κατὰ πᾶσαν νέαν ἐκλογὴν ἐκτίθενται εἰς κίνδυνον οἱ ἐλεύθεροι θεσμοί. Ὅπου ἡ βασιλεία δὲν ὑπόκειται εἰς πλάνας· ὅπου οἱ ἐλεύθεροι θεσμοὶ, καὶ μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, μένουσιν ὑπὸ τὴν αἰγίδα ἑτέρου νομοθετικοῦ σώματος, ἐῤῥιζωμένου ἐν τῷ τόπῳ· ὅπου ἡ ἐξουσία δὲν ζητεῖ δυνάμεις, ἐν τῇ αὐθαδείᾳ καὶ τῷ ἐγκλήματι...... ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς καὶ αἱ νέαι ἐκλογαὶ οὔτε τὴν ἰδέαν τῶν κινδύνων ἐγείρουσιν, οὔτε τὴν ἀνάγκην ἐκτάκτου προσοχῆς προκαλοῦσιν. Ἀλλ’ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ μὲν βασιλεία εἶναι χθεσινὴ, Βουλὴ δὲ λόρδων δὲν ὑφίσταται, ἡ δὲ ἐξουσία τὴν αὐθάδειαν ἔχει ὡς δύναμιν καὶ τόλμημα, πολιτικὰ δὲ κόμματα ἤδη μορφοῦνται .... Ἑπομένως ἀνὰ πᾶσαν ἐκλογὴν ἡ Ἑλλὰς ἀναλύεται εἰς ἄτομα, ἐξ ὧν ἐξαρτᾶται ἡ ἀνάπλασις, οὕτως εἰπεῖν, τῆς πολιτείας εἰς τὸ πεῖσμα τῆς ἐξουσίας, ἥτις πρὸς τὸν σκοπὸν ἀντιπράττει· διότι, προσωπικὴ οὖσα, εἰς τὴν ἑαυτῆς συντήρησιν μόνον ἀποβλέπει, οὐδαμῶς δὲ περὶ πολιτείας φροντίζει.» (Ἐφημερὶς τῶν Συζητήσεων, ἤτοι ἐφημερὶς Δεληγεώργη.)

§100ΤΙΝΕΣ. Ποῖος εἶναι ὁ γράφων;

§101ΖΩΧΙΟΣ. Ἐὰν δὲν τὸν γνωρίζετε, φροντίσατε νὰ τὸν μάθετε.

§102ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε ἔγραψε;

§103ΖΩΧΙΟΣ. Πέρυσι, προπέρυσι. Μεταξὺ δὲ τῶν ἄλλων προτερημάτων τοῦ Συντάγματος εἶναι καὶ τοῦτο, ὅτι εἰς τοῦτον τὸν τόπον, ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ δηλαδὴ, ἐπιτρέπεται νὰ λέγῃ καθεὶς ὅ,τι θέλει, περὶ δὲ τούτου ἐδόθη ἀπόλυτος ἐλευθερία.

§104ΔΡΟΣΟΣ. Εἶναι ἀληθές.

§105ΖΩΧΙΟΣ. Ἀληθέστατον. Ἐπειδὴ δὲ διὰ τῆς φωνῆς σας, κύριε πρώην ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, μοῦ ἀνακαλεῖτε εἰς τὴν μνήμην τὴν ναυτικὴν ὑπηρεσίαν, σᾶς ἐρωτῶ ἂν ἔχω ἢ δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσω τὴν κατάστασιν τῶν βασιλικῶν πλοίων, τὰ ὁποῖα συντηρεῖτε, ταΐζοντες αὐτὰ κόπρον; Ὑπάρχουσι δὲ ἐνταῦθα ναυτικοὶ, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν ἂν νοικοκύρης κατεδέχθη ποτὲ νὰ ταΐσῃ τὸ καράβι του κόπρον. Καὶ μᾶς λέγετε μετὰ ταῦτα, ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσωμεν τὰ πράγματα; Αὐτὸ εἶναι φοβερόν.

§106ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τρώγουν τὰ καράβια;

§107ΖΩΧΙΟΣ. Μάλιστα· ἀλλ’ οὔτε τὸ σπίτη σου κατεδέχθη, οὔτε τοῦ Κουντουριώτου τὸ σπῆτι νὰ ταΐσῃ τὰ καράβια του μὲ κόπρον.

§108ΤΙΝΕΣ. Δὲν τὸ ἐννοοῦμεν.

§109Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ τάϊσμα αὐτὸ δὲν τὸ ἐννοοῦμεν.

§110ΖΩΧΙΟΣ. Τὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα κάμνουν νερὰ, τὰ ὑπέραντλα, ἐν ἀνάγκῃ τὰ κοπρίζουν, βυθίζοντες ὑποκάτω τοῦ σκάφους κόπρον, ἥτις εἰσερχομένη διὰ τῶν ἁρμῶν τοῦ πλοίου φράσσει αὐτούς. Ἀλλ’ ἂς προβῶμεν. Ὅλοι ὁμολογοῦμεν, ὅτι τῶν πραγμάτων μας ἡ κατάστασις δὲν εἶναι καλὴ, οὐδεὶς δὲ ὑπάρχει διϊσχυριζόμενος τὸ ἐναντίον. Ταύτην δὲ τὴν ἀλήθειαν ἐβεβαίωσε καὶ ἡ πεσοῦσα κυβέρνησις διὰ τῆς ἀποστολῆς τῶν κριτῶν τῆς οἰκουμένης, τῶν ἐποπτῶν δηλαδή. Ἡ κυβέρνησις δὲ ἐκείνη ἠδύνατο ν’ ἀποστείλῃ ἐπόπτας, καὶ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα; Ἀφ’ οὗ ὅμως ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων μας δὲν εἶναι καλὴ, ἀφ’ οὗ τὸ Σύνταγμα δίδει εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐξετάζῃ τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, δυνάμεθα καὶ πρέπει νὰ τὰ ἐξετάσωμεν, ναὶ ἢ ὄχι; Τίς δὲ δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιχειρήσῃ τὴν ἐξέτασιν ταύτην; Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν, λέγουσιν οἱ ἐναντίοι, ἂς ἐξετάσωμεν καὶ τὰ ἔτη τὰ παρελθόντα. Μάλιστα, ἀποκρίνομαι, ἂς ἐξετάσωμεν καὶ τὰ προηγούμενα ἔτη. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐκ τῶν 34, ἤτοι ἐκ τῶν ὑπολόγων· προθύμως δὲ στέργω νὰ ἐξετάσωμεν καὶ αὐτοὺς, καὶ αὐτοὺς, καὶ αὐτούς. Ἂς φάγωμεν ὅμως πρῶτον τὸ ψωμίον τὸ ζεστὸν, μετὰ δὲ ταῦτα τρώγομεν καὶ τὸ ξηρόν (γέλως). Ἐὰν εἰς τὴν ἄβυσον τοῦ παρελθόντος δὲν ἠδύνατο νὰ καταποντισθῇ ἡ παροῦσα ἀλήθεια, ἐδεχόμην νὰ ἐξετασθῶσι τὰ πράγματα ἀπὸ τοῦ 1865. Ἀλλ’ ἐν τῷ διαστήματι τῶν μηνῶν, τῶν ἐνιαυτῶν, καθ’ οὓς θὰ διαρκέσῃ ἡ ἐξέτασις, θὰ λησμονηθοῦν τὰ πράγματα, καὶ θὰ εἴπητε· «Τί μᾶς ἔκαμεν ὁ κακομοίρης;» Σᾶς εἶπον δὲ, ὅτι δὲν πρόκειται οὔτε περὶ τοῦ ἤδη πεσόντος ὑπουργείου, οὔτε περὶ ἄλλου τινός. Τί δὲ πρόκειται; Ὁ ὄφις τοῦ μύθου ἐγγόγυζε πρὸς τὸν Δία, λέγων· «Ὅλος ὁ κόσμος μὲ πατεῖ.» Ὁ Ζεὺς δὲ ἀπεκρίθη· «Ἂν ἐδάγκανες τὸν πρῶτον, ὅστις σὲ ἐπάτησε, δεύτερος δὲν θὰ σὲ ἐπάτει.» Ἐπάτησαν δὲ καὶ ἡμᾶς, μᾶς ἐπάτησαν, μᾶς κατεπάτησαν· ἐπὶ τέλους ὅμως πρέπει νὰ ἐμποδίσωμεν τὰς καταπατήσεις, ἀποβλέποντες ὄχι εἰς τὸν ἀπελθόντα, ἀλλ’ εἰς τὸν παρόντα, ἀλλ’ εἰς τὸν ἐρχόμενον ὑπουργόν. Διότι ἂν ἀδιαφορήσωμεν, ὁ παρὼν, ὁ κατόπιν ὑπουργὸς θὰ εἴπῃ· «Τί τοὺς ἔκαμαν; Τί θὰ μοῦ κάμουν;»

§111ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δι’ ἡμᾶς λαλεῖτε;

§112ΖΩΧΙΟΣ. Καὶ διὰ σᾶς. Μήπως δὲν φοβοῦμαι καὶ σᾶς; Τοὺς ἀποχωρήσαντας δὲν τοὺς φοβοῦμαι πλέον. Ὅλοι δὲ λέγουν, ὁ βασιλεὺς διαλύει τὴν Βουλήν. Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι κατὰ τὸ 30 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος......

§113ΤΙΝΕΣ. Τὸ 37.

§114ΕΤΕΡΟΙ. Τὸ 36.

§115ΖΩΧΙΟΣ. Κατὰ τὸ 30 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ἡ ὑπογραφὴ τοῦ βασιλέως δὲν ἰσχύει ἐὰν δὲν προστεθῇ ἡ ὑπογραφὴ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ. Σημειώσατε δὲ, ὅτι καὶ ὅλων ἡμῶν, καὶ αὐτοῦ τοῦ εὐτελεστάτου πολίτου ἡ ὑπογραφὴ ἰσχύει, μόνου δὲ τοῦ βασιλέως δὲν ἰσχύει. Τὸ Σύνταγμα ἀφῆκε τὸν βασιλέα εἰς τὴν ἀνωτάτην σφαῖραν, ποίους δὲ ἔχομεν ἀντ’ αὐτοῦ; Τοὺς κυρίους ὑπουργοὺς, τοὺς ὁποίους δὲν ἐμπιστευόμεθα. (Γέλως). Μὴ ἐξηγήσητε τοὺς λόγους μου ἀνάποδα, σεῖς, οἵτινες γελᾶτε. Ὅτι δὲ δὲν εἶναι πάσης ἐμπιστοσύνης ἄξιοι οἱ ὑπουργοὶ, ἀπόδειξις ὁ ὅρκος τὸν ὁποῖον δίδουν μετὰ παρατάξεως ἐνώπιον τοῦ βασιλέως. Ὅλα δὲ τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος λαλοῦσι περὶ τῶν ὑπουργῶν ὡς περὶ ἀνθρώπων ὑπόπτων. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ ὑπουργικὸς βίος δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διαρκέσῃ πέραν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Τουτέστιν, ὁ συνταγματικὸς ὑπουργὸς εἶναι ἐπέτειος ἄρχων. Ἰδοὺ δὲ ὁ λόγος, δι’ ὃν ἡ Βουλὴ συγκαλεῖται τοὐλάχιστον κατ’ ἔτος. Τρεῖς μάλιστα μῆνας, τοὐλάχιστον, οἱ ὑπουργοὶ ἀναγκάζονται νὰ συζήσουν μὲ αὐτὴν τὴν κακὴν πενθεράν. (Γέλως). Οὐδεὶς ὅμως κλείεται ἔξω τῶν γάμων του, εἰμὴ ἡ ἑλληνικὴ Βουλή. (Γέλως). Τῆς κλείουσι δὲ κατὰ πρόσωπον τὴν θύραν, καὶ αὐτοὶ μὲν μένουσιν ἐντὸς, σὺ δὲ ἀπ’ ἔξω φώναζε ὅσον θέλεις. Εἷς ἐκ τῶν συναδέλφων μας εἶπε προχθὲς, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐκφράζομεν τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ. Τίνος λοιπὸν Διαβόλου τὴν θέλησιν ἐκφράζομεν; (Γέλως). Πρέπει ἄρά γε νὰ ἐρωτήσωμεν τὸ λαόν; Διὰ τίνος τρόπου; Διὰ τῆς συνήθους ἐκλογῆς; Ἀλλ’ ἰδοὺ ἡ βία, ἰδοὺ ἡ καλπονόθευσις. Ὁ πρώην ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἄλλοι σᾶς εἶπον ὅτι καὶ ἂν κατά τι παρέπταισαν οἱ πεσόντες ὑπουργοὶ, τὸ τί αὐτὸ εἶναι μικρόν. Καὶ ὁ Δούναβις τί ἄλλο εἶναι εἰμὴ σταγόνες, σταγόνες, σταγόνες; (Γέλως). Καὶ ὁ ποταμὸς τῶν Ἀμαζόνων ἐκ σταγόνων ἀποτελεῖται. Ἀμαζόνων δὲ ποταμὸς, ἐξ ἁμαρτιῶν ἀπετελεσθεὶς, ἐπῆρε τὴν πρώτην βασιλείαν. Διατί; Διότι κατὰ πάντα νέου ὑπουργείου σχηματισμὸν, ὁ βασιλεὺς ἐξέφραζε πρὸς τοὺς ἀποχωροῦντας ὑπουργοὺς τὴν βασιλικὴν αὑτοῦ εὐαρέσκειαν, ἐπὶ τέλους δὲ ἔμειναν ὅλοι μὲ τὴν εὐαρέσκειαν εἰς τὸ χέρι, ἐκεῖνος δὲ ἀπέθανε ποῦ; Σεῖς τὸ γνωρίζετε; Ἀλλ’ ἂς τελειώσω.

§116ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μὴ τελειόνεις.

§117ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ προλαλήσας εἶναι πρεσβύτερος ἐμοῦ, ἐγὼ δὲ εἶμαι γέρων, πολλὰ δὲ κατὰ τὸν βίον μου εἶδον. Εἶδον τὸν ἐθνικὸν στόλον εἰς τὸν ἀέρα. Διατί; Διὰ τὸ βῆμα τοῦτο. Εἶδον μ’ αὐτά μου τὰ μάτια τὸν Κυβερνήτην ἐσφαγμένον, Διατί; Διὰ τὸ βῆμα τοῦτο. Σᾶς τὸ εἶπε δὲ καὶ ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος χθές. Εἶδον κατὰ τὴν 3 Σεπτεμβρίου τὸν βασιλέα Ὄθωνα, καὶ αὐτὸν τὸν πρώην ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν πολιορκουμένους. Ἐκρύβην δὲ καὶ ἐγὼ, διότι τέσσαρες, πέντε χιλιάδες λαοῦ μὲ ἐπολιόρκησαν. Εἶδον δὲ κατόπιν καὶ φεύγοντα τὸν βασιλέα. Καὶ διατί; διὰ τὸ βῆμα τοῦτο. Ἀφ’ οὗ λοιπὸν τοιοῦτος εἶναι τοῦ Ἔθνους ὁ πόθος, ἡ τρέλα, ἀφ’ οὗ δηλαδὴ θέλει νὰ διοικηθῇ διὰ τοῦ Συντάγματος, τὸ Σύνταγμα πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ κατὰ γράμμα, κατὰ γράμμα, κατὰ γράμμα. Εἰς τὸ Σύνταγμα πρέπει νὰ δοθῇ ἰουδαϊκὴ ἐξήγησις, ἡ τοιαύτη δὲ ἐξήγησις δὲν βλάπτει. Ἀντὶ δὲ ἡ εὐθύνη νὰ ἐπιβαρύνῃ τοὺς ὑπουργούς...... Σημειώσατε, ὅτι ἐγὼ δὲν θὰ ἀποφασίσω ποτὲ νὰ γείνω ὑπουργὸς, οὔτε δὰ μὲ κάμνουν, (γέλως) ἀλλ’ οὔτε τὸ θέλω, διότι δὲν ἔχω ὄρεξιν νὰ καταταχθῶ μεταξὺ τῶν 34 ὑποδίκων. Ἐκυβέρνησα ὅμως ὡς ὑπουργὸς ὑπὸ τὴν σκέπην ἀνδρὸς ἱστορικοῦ, ἀνδρὸς περιωνύμου, ἀλλ’ ὑπουργικὴν εὐθύνην δὲν ἀναδέχομαι εἰς τὴν ῥάχιν μου, διότι εἶναι βαρεῖα. Ἅπασα δὲ τῶν πραγμάτων ἡ εὐθύνη, κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ νόμου, πρέπει νὰ ἐπιβαρύνῃ τοὺς ὑπουργοὺς, καὶ ὄχι ἄλλον. Ἀναντιῤῥήτως δὲ οἱ ὑπουργοὶ ὀφείλουσιν εὐθύνας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Οἱ ἀποχωρήσαντες ὅμως τὸ ἀρνοῦνται. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐπιμένω εἰς τὴν πρότασιν τῶν δύω συναδέλφων μας Δηλιγιάννη καὶ Λομβάρδου· ἡ κατ’ αὐτὴν δὲ ἐπιζητουμένη ἐξέτασις δὲν ἐπηρεάζει κατ’ οὐδὲν οὔτε τὴν τιμὴν, οὔτε τὴν ἱκανότητα τῶν πεσόντων ὑπουργῶν. Νομίζω δὲ ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἔχει ὄρεξιν, διάθεσιν, σκοπὸν νὰ προδικάσῃ. Μία ἔτι ὑπολείπεται παρατήρησις, τὴν ὁποίαν σκοπεύω νὰ κάμω, εἶναι ὅμως ὁπωσοῦν λεπτή· ἐὰν δὲ δὲν κατορθώσω νὰ σᾶς τὴν ἐξηγήσω, ἴσως πταίω ἐγώ, ἴσως πταίετε σεῖς. Κατά τινα τρόπον δικάζομεν ἤδη τοὺς πεσόντας ὑπουργοὺς, ναὶ, ἢ ὄχι; Οἱ ὑπουργοὶ ὅμως δικαζόμενοι καὶ μὴ δυνάμενοι νὰ ἀπολογηθῶσιν οὕτω, ὥστε νὰ ἀρθῇ ἐκ τοῦ μέσου καὶ ἡ ἐλαχίστη περὶ αὐτῶν ὑπόνοια, ἐκπίπτουσιν. Ἡ ἔκπτωσις δὲ τῶν ἀνθρώπων παραβαλλομένη πρὸς τὴν ἔκπτωσιν τῆς ἀρχῆς, πρὸς ζημίαν τῆς ἐξουσίας εἶναι μηδέν. Τὸ τοιοῦτον δὲ τῆς ἐξουσίας πάθημα ἐπηρεάζει τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, διότι ἡ συντριβὴ τοῦ ὑπουργικοῦ ἀξιώματος εἶναι ἡ κατάπτωσις τῆς Πατρίδος. (Εὖγε, εὖγε. Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).

§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ ἐξακολούθησις τὴν Δευτέραν. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρα 6 παρὰ 20|60 μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 14
2Τῆς 23 Φεβρουαρίου 1874.
3(Σάββατον).
4(Ὥρα 1 μ. μ.)
5Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθεί-
6σης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις. Ἀναγι-
7νώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
9§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
10§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντιῤῥήσεως μὴ ὑπαρχούσης, τὰ πρακτικὰ κυ-
11ροῦνται.—Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον
12ἀντικείμενον ἐγγεγραμμένον ἐν αὐτῇ εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ
13τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1874.
14Εἶναι πρώτη ἀνάγνωσις.
15Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν δι’ ἀναστάσεως κατ’
16ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ὡς ἑξῆς·
17Ἄρθρον 1.
18«Ἡ δύναμις τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ ὁρίζεται διὰ τὸ
19τρέχον ἔτος εἰς χιλίους ἐννενήκοντα ἐννέα ἄνδρας, ἤτοι 122
20ἀξιωματικούς ἐν ἐνεργείᾳ καὶ διαθεσιμότητι, 20 ἐν ἀργίᾳ, 23
21δοκίμους ἐν ἐνεργείᾳ, 136 ὑπαξιωματικοὺς, 30 μηχανικοὺς, 79
22θερμαστὰς, 524 ναύτας, 88 τεχνήτας, 60 πολιτικοὺς ὑπαλ-
23λήλους καὶ 17 μαθητευομένους.
24Ἄρθρον 2.
25Ἡ ναυτολογία διὰ τὸ ἔτος 1874 προσδιορίζεται εἰς 50
26ἄνδρας.
27Ἄρθρον 3.
28Αἱ κεναὶ θέσεις τῶν ναυτῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ θέ-
29λουσι πληρωθῆ κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας ἐξ ἐθελοντῶν
30καὶ ἐκ κληρούχων ναυτῶν, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῶν
31ἄρθρων 1 καὶ 8 τοῦ περὶ ναυτικῆς ἀπογραφῆς νόμου τῆς 20
32Ἀπριλίου 1867.»
33§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγγέλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πολλοὶ βου-
34λευταὶ ὑπέβαλον μίαν πρότασιν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ καταργή-
35σεως τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων τῶν ὠνίων.
36§5ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ.
37§6Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὑπάρχει ἐκ-
38κρεμὲς νομοσχέδιόν τι θεραπεῦον μίαν ὑπερτάτην ἀνάγκην, εἶ-
39ναι τὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου· συνεζητήθη ἤδη εἰς τὴν παρελθοῦσαν
40σύνοδον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε, νὰ
41ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
42§7ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἀκούωμεν περὶ τίνος πρόκειται.
43§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς ζητεῖ τὸ προταθὲν νομοσχέδιον
44παρὰ τοῦ προκατόχου ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης περὶ αὐξήσεως
45τῶν Ἀρειοπαγητῶν καὶ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ
46τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
47§9ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
48§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λέγει ὅτι ἀνεγνώσθη εἰς πρώτην συζήτησιν
49κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον. Ἐγὼ δὲν ἐνθυμοῦμαι.
50§11ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
51§12ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Διατί, ἀφοῦ ἀνεγνώσθη ἅπαξ;
52§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἀνεγνώσθη ἅπαξ, κατὰ τὸν κανονισμὸν τὰ
53νομοθετήματα τῆς πρώτης συνόδου τῆς αὐτῆς περιόδου τὰ πα-
54ραλαμβάνει ἡ νέα σύνοδος εἰς τὴν στάσιν, καθ’ ἣν ἔμειναν εἰς
55τὴν παρελθοῦσαν.
56§14Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὴν
57ὁποίαν παρεπέμφθη, δὲν τὸ ἐπεξεργάσθη. Τώρα τὸ φέρει ἡ κυ-
58βέρνησις εἰς νέαν συζήτησιν. Πρὶν ἢ ἀποφασίσῃ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς
59Δικαιοσύνης, δὲν εἶναι εὔλογον, μοὶ φαίνεται, κύριε πρόεδρε....
60§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε δίκαιον, ἐὰν δὲν ἀνεγνώσθη.
61§16ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρατηρήσατε τὰ πρακτικά, καὶ, ἂν
62δὲν ἀνεγνώσθη, τότε νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
63§17ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ ἤμεθα εὔκολοι εἰς τὰς ἐγ-
64χειρήσεις τῆς νομοθεσίας.
65§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά· ἐὰν δὲν ἀνεγνώσθη, θὰ σταλῇ εἰς
66τὴν ἐπιτροπήν· ἐὰν ὅμως ἀνεγνώσθη;
67§19ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καὶ τότε.
68§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἀνεγνώσθη, θὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμηρεσίαν
69διάταξιν, ἐπειδὴ ὁ κανονισμὸς τῆς Βουλῆς εἶναι ῥητός.
70Τὸ ἄρθρον 47 λέγει· «Τὰ νομοθετικὰ ἔργα, τὰ ἀρξάμενα καὶ
71διακοπέντα πρὸ τῆς λήξεως τῆς συνόδου, δύνανται νὰ ἐπαναλη-
72φθῶσιν εἰς τὴν ἐρχομένην σύνοδον τῆς αὐτῆς περιόδου καθ’ ἣν
73εὑρίσκονται στάσιν.»
74§21ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν λοιπὸν νὰ σταλῇ.
75§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν θέλω πληροφο-
76ρήσει τὴν Βουλήν. — Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς
77συζητήσεως τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος. Εἰσὶν ἐγγεγραμμένοι 13,
78τῶν ὁποίων εἶναι περιττὸν νὰ ἀναγνώσω τὰ ὀνόματα. Παρατη-
79ρῶ εἰς τὴν Βουλὴν, μ’ ὅλην τὴν εὐλάβειαν, τὴν ὁποίαν ἔχω πρὸς
80τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ὅτι εἰσήλθομεν εἰς ἀχανὲς πέλαγος
81καὶ ἔχομεν ἀνάγκην νέου Κολόμβου διὰ νὰ μᾶς δείξῃ γῆν. Διὰ
82τοῦτο παρακαλῶ τοὺς μέλλοντας νὰ λάβωσι τὸν λόγον νὰ μὴ
83ἐπεκτείνωσι τὸ πέλαγος τοῦτο. Ὁ κ. Ἰωάννης Μαυρομιχάλης
84εἶναι ὁ πρῶτος νὰ ὁμιλήσῃ, ἀλλὰ παρεχώρησεν τὴν θέσιν αὑτοῦ
85εἰς τὸν κύριον Σωτηρόπουλον, ὥστε ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἔχει
86τὸν λόγον πρῶτος. Ἡσυχία, κύριοι, διότι οἱ πνεύμονες τοῦ κ.
87Σωτηροπούλου εἶναι ἀσθενεῖς.
88§23ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνων, κύριοι, τὸν λόγον, θέλω μι-
89μηθῇ τινας ἐκ τῶν προαγορευσάντων, οἱ ὁποῖοι, ἀντὶ νὰ ἀπαν-
90τήσωσιν εἰς τὸν ἀμέσως πρὸ αὐτῶν ἀγορεύσαντα, ἔφερον ἐν τῷ
91μέσῳ νέα ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον καμμίαν σχέσιν μὲ
92τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἀμέσως πρὸ αὐτῶν καταλιπόντος τὸ βῆμα·
93ὅπως ἐκεῖνοι, οὕτω καὶ ἐγὼ δὲν θέλω λάβει ὡς κυρίαν βάσιν
94τῆς ἀγορεύσεώς μου τὴν ἀγόρευσιν τοῦ τελευταῖον χθὲς ὁμιλή-
95σαντος ἀξιοτίμου συναδέλφου μας κ. Μακρῆ· θέλω περιορισθῆ
96εἰς τὸ νὰ ὑποστηρίξω διὰ βραχέων τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἔθηκεν
97ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ εἰσαγαγὼν τὴν ὑπὸ συζήτησιν πρότασιν
98ἀξιότιμος συνάδελφος ἡμῶν καὶ φίλος μου κ. Δηλιγιάννης, καὶ
99ἀκολούθως θέλω ἐφελκύσει τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἄλλου
100τινος ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἀρκετὰ σπουδαῖον, καὶ τὸ
101ὁποῖον θέλω παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν ἐξε-
102ταστικὴν ἐπιτροπὴν, ἐὰν ἀποφασίσῃ τὴν σύστασίν της. Πρὸ τού-
103του ὅμως θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ εἴπω ὀλίγα τινα περὶ τῆς ἰδέας,
104τὴν ὁποίαν ἔχω, καὶ τῆς σημασίας, τὴν ὁποίαν ἀποδίδω εἰς τὴν
105ὑπὸ συζήτησιν πρότασιν.
106Ὁ ἀξιότιμος πρώην πρωθυπουργὸς, ἀπαντῶν τὴν πρώτην ἡ-
107μέραν πρὸς τὸν κ. Δηλιγιάννην, εἶπεν, ὅτι, ὅταν μία κυβέρνησις
108δὲν ἵσταται πλέον εἰς τοὺς πόδας της, ἀλλ’ ἔπεσε δὲν εἶναι συγ-
109κεχωρημένον νὰ φέρηται κατ’ αὐτῆς ἄλλο εἰμὴ κατηγορητήριον.
110Ἐὰν ἡ θεωρία αὕτη τοῦ κ. πρώην πρωθυπουργοῦ ἦτον ἀκριβὴς,
111βεβαιωθῆτε, ὅτι οὔτε ἐγὼ, οὔτε ὁ κ. Δηλιγιάννης, οὔτε πολλοὶ
112ἐκ τῶν φίλων μας ἤθελον λάβει τὸν λόγον, διότι δὲν προτιθέ-
113μεθα σήμερον οὔτε νὰ κατηγορήσωμεν, οὔτε νὰ ζητήσωμεν τὴν
114εἰς δίκην εἰσαγωγὴν τῶν πεσόντων ὑπουργῶν· ἀλλὰ φρονοῦμεν,
115ὅτι πλὴν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ὁ πρώην πρωθυπουργὸς
116νομίζει, ὅτι ἔχει ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν πτῶσιν ἑνὸς ὑπουργείου, φρο-
117νοῦμεν, λέγω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάζῃ τὴν
118πολιτείαν τῶν ὑπουργῶν, εἴτε ἵστανται ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, εἴτε κα-
119τῆλθον αὐτῆς, καὶ νὰ διορίζῃ πρὸς τοῦτο ἐξεταστικὰς τῶν πραγ-
120μάτων ἐπιτροπάς. Τὸ δικαίωμα τοῦτο ὄχι μόνον εἶναι ῥητῶς
121ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Συντάγματι, ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἦτο, ἔγ-
122κειται εἰς αὐτὴν τὴν φύσιν τῶν καθηκόντων τῆς Βουλῆς, διότι
123ἡ Βουλὴ, καθὼς γνωρίζετε, δὲν εἶναι σῶμα ἁπλῶς νομοθετικὸν,
124εἶναι καὶ ἐλεγκτικὸν, καὶ ὅστις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγχῃ,
125αὐτὸς ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα νὰ μὴ περιορίζεται εἰς τὰ ἔγγραφα,
126τὰ ὁποῖα ἄλλοι παρουσιάζουν, ἀλλὰ νὰ ἐνεργῇ πᾶσαν ἐξέτασιν,
127τὴν ὁποίαν νομίζει ἀναγκαίαν διὰ νὰ σχηματίσῃ τὴν πεποίθη-
128σίν του. Δὲν ἀρνοῦμαι, κύριοι, ὅτι οἱ εἰσάγοντες καὶ ὑποστηρί-
129ζοντες τὴν πρότασιν ταύτην ἔχουν βεβαίως βαρείας ὑπονοίας
130κατὰ τῆς διαγωγῆς τοῦ ὑπουργείου, καὶ δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι, ἐὰν
131ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν πρότασίν των, ἡ ἀπόφασις αὕτη δὲν
132θέλει εἶσθαι κολακευτικὴ διὰ τὸ ὑπουργεῖον· ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω,
133ὅτι ἡ πρότασις ὅπως εἰσήχθη καὶ ὅπως ὑποστηρίζεται, οὔτε ἀπρε-
134πὴς, ὡς τὴν ὠνόμασαν, εἶναι, οὔτε ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα,
135ἀπ’ ἐναντίας εἶναι καθ’ ὅλα συνταγματικὴ καὶ καθ’ ὅλα πρέπουσα
136καὶ εἰς τὴν θέσιν καὶ εἰς τὴν σοβαρότητα τῆς Βουλῆς. Τὸ μόνον,
137τὸ ὁποῖον εἶχον δίκαιον νὰ παρατηρήσωσι, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ὅτι
138ἡ πρότασις ἔπρεπε νὰ περιλαμβάνῃ ὡρισμένα ἀντικείμενα, περὶ
139τὰ ὁποῖα μέλλει νὰ περιστραφῇ ἡ ἐξέτασις τῆς διορισθησομένης
140ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ τοιαύτη ἦτο καὶ ἡ ἀρχικὴ ἰδέα τῶν εἰσαγα-
141γόντων τὴν πρότασιν, καὶ διὰ τοῦτο εἴδετε, ὅτι ἀπὸ τῆς πρώ-
142της ἡμέρας, καθ’ ἣν ἤρχισεν ἡ συζήτησις αὐτῆς, ὁ κύριος Δη-
143ληγιάννης ἔσπευσε νὰ θέσῃ ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς τὰ θέματα, ἐπὶ
144τῶν ὁποίων μέλλει νὰ περιστραφῇ ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς.
145Ἐνταῦθα γεννᾶται τὸ ζήτημα, ἐὰν δύναται νὰ ληφθῇ συγχρό-
146νως ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ ἑτέρα πρότασις, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος Μα-
147κρῆς καὶ ἄλλοι τινες τῶν φίλων αὐτοῦ ἔφεραν ἐνώπιον τῆς Βου-
148λῆς, καὶ διὰ τῆς ὁποίας ὁμοῦ μὲ τὴν ἐξέτασιν τῶν θεμάτων,
149τὰ ὁποῖα ὁ κύριος Δηληγιάννης ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ζη-
150τοῦσι νὰ ἐξετασθῇ καὶ ἡ πολιτεία ὅλων τῶν προκατόχων Κυ-
151βερνήσεων μέχρι τοῦ 1865. Τὸ κατ’ ἐμὲ, κύριοι, οὐδόλως
152ἤθελον διστάσει νὰ παραδεχθῶ τὴν πρότασιν ταύτην, ἐὰν ἤρ-
153χετο ὡς πρότασις αὐτοτελὴς καὶ δὲν ἦτο πρόδηλον, ὅτι σκοπὸν
154ἔχει νὰ ματαιώσῃ τὴν ἄλλην πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔχετε ἐνώ-
155πιόν σας. Ἀλλὰ καθ’ ὃν τρόπον εἰσάγεται ἡ πρότασις τοῦ κ.
156Μακρῆ καὶ τῶν λοιπῶν φίλων αὐτοῦ, ἕκαστος ἐννοεῖ, ὅτι δὲν
157εἶναι σπουδαία, καὶ ὅτι δι’ αὐτῆς οὐδὲν ἄλλο ἐπιδιώκουσιν,
158εἰμὴ τὴν ματαίωσιν τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν οἱ κκ. Δηλη-
159γιάννης καὶ Λομβάρδος ὑπέβαλον, παρασύροντες οὕτω τὴν διο-
160ρισθησομένην ἐπιτροπὴν εἰς ἓν ἀχανὲς πέλαγος, ἀπὸ τὸ ὁποῖον
161δυσκόλως θέλει δυνηθῆ νὰ ἐξέλθῃ· ἄλλως τε, ἐνῷ παρεπονέ-
162θησαν, ὅτι ἡ πρότασις τῶν κκ. Λομβάρδου καὶ Δηληγιάννη δὲν
163φέρει ὡρισμένα πράγματα, δὲν ἀνέφερον καὶ αὐτοὶ οὐδὲν ὡρι-
164σμένον ἀντικείμενον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου μέλλει νὰ περιστραφῇ ἡ
165ἐξέτασις τῆς πολιτείας τῶν προκατόχων ὑπουργείων, τὸ μόνον,
166τὸ ὁποῖον ὁ κύριος Μακρῆς ἀγορεύων χθὲς σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐννοοῦν
167νὰ ἐξετασθῇ, εἶναι ὁ ἀπολογισμὸς τῶν ἐτῶν 1867 καὶ 1868.
168Ἀλλὰ διὰ τὸν ἀπολογισμὸν εἶναι συστημμένη ἤδη ἐπιτροπὴ
169τῆς Βουλῆς, διότι κατὰ τὸν κανονισμὸν, ὅστις διέπει τὰς ἐρ-
170γασίας μας, ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία ἐκλέγεται πρὸς ἐξέτασιν τοῦ
171προϋπολογισμοῦ, ἔχει τὸ καθῆκον νὰ ἐξελέγχῃ καὶ τὸν ἀπολο-
172γισμόν. Ἐὰν λοιπὸν ᾖναι ἀνάγκη, ὡς ἀπαιτεῖ ὁ κύριος Μακρῆς,
173νὰ ἐξετασθῇ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1867 καὶ 1868, δὲν ἔχετε
174ἀνάγκην νὰ συστήσητε εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ἀρκεῖ νὰ παρουσιάσῃ
175ἡ Κυβέρνησις τὸν ἀπολογισμὸν τοῦτον καὶ εἶναι ἤδη ἐσχηματι-
176σμένη ἡ νόμιμος, ἡ κανονικὴ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία θέλει ἐπιληφθῆ
177ἀμέσως τῆς ἐξετάσεως ταύτης. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον, φρονῶ
178ὅτι δὲν συμβιβάζεται πραγματικῶς μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς
179Βουλῆς τὸ νὰ συνδεθῇ ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Μακρῆ καὶ λοιπῶν
180μὲ τὴν πρότασιν τῆς ἐξετάσεως τῆς πολιτείας τοῦ πεπτωκότος
181ὑπουργείου.
182Μετὰ τὰς προκαταρκτικὰς ταύτας παρατηρήσεις, ἐμβαίνω
183ἤδη εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως. Πρῶτον θέμα, τὸ ὁποῖον
184ἐσύστησεν εἰς ὑμᾶς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρτυνος κ. Δηλι-
185γιάννης διὰ νὰ θέσητε ὑπ’ ὄψιν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς μελλούσης
186νὰ διορισθῇ, εἶναι τοῦτο· ἐὰν ἐκ τῆς μὴ ἐγκαίρου συγκαλέσεως
187τῆς Βουλῆς ἐγένοντο παρὰ τὸν νόμον δαπάναι καὶ εἰσπράξεις.
188Ὅτι, κύριοι, ἄτοπον ἦτο νὰ μᾶς καταλάβῃ τὸ ἐνεστὼς ἔτος
189χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἐψηφισμένον τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων,
190δὲν τὸ ἠρνήθησαν οὐδὲ αὐτοὶ οἱ πεπτωκότες ὑπουργοὶ, προσε-
191πάθησαν μόνον νὰ τὸ δικαιολογήσουν, καὶ ὁ μὲν κύριος πρω-
192θυπουργὸς σᾶς εἶπεν ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ συντάγ-
193ματος νὰ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς εἰς ἔκτακτον σύνοδον,
194ὁ δὲ κύριος πρῴην ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν σᾶς εἶπεν, ὅτι
195ἐφείσθησαν τῆς δαπάνης, εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελεν ὑποβληθῆ τὸ
196δημόσιον ἐὰν συνεκαλεῖτο τοιαύτη σύνοδος. Κατὰ πόσον τὰ
197ἐπιχειρήματα ταῦτα εἶναι ἀσθενῆ καὶ συνάμα εὐτελῆ, σᾶς ἀ-
198νέπτυξαν οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες κύριοι Κουμουνδοῦρος
199καὶ Πετιμεζᾶς, ἐγὼ δὲ προσθέτω μόνον ὅτι εἶναι πολὺ γελοῖον
200νὰ θυσιάζηται εἰς τὸ νομιζόμενον πνεῦμα τοῦ συντάγματος, ὄχι
201μόνον τὸ πνεῦμα ἀλλὰ καὶ τὸ γράμμα αὐτοῦ, διότι καὶ ἐὰν
202ὑποτεθῇ, ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ συντάγματος νὰ ψη-
203φισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς εἰς ἔκτακτον σύνοδον, ἀντιβαίνει ὁμο-
204λογουμένως καὶ εἰς τὸ πνεῦμα καὶ εἰς τὸ γράμμα αὐτοῦ τὸ νὰ
205ἀρχίσῃ τὸ ἔτος χωρὶς νὰ ἔχωμεν προϋπολογισμὸν ἐσόδων καὶ
206ἐξόδων. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ τούτου· τὸ γεγονὸς
207αὐτὸ εἶναι πασιφανὲς, καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ στηρίξῃ ἐπ’ αὐτοῦ
208κατηγορίαν κατὰ τοῦ πεπτωκότος ὑπουργείου δὲν ἔχει ἀνάγκην
209νὰ διορίσῃ ἐπιτροπὴν ἐξεταστικήν. Ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα· ἕνεκα
210τῆς μὴ ἐγκαίρου συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς, ἡ πεπτωκυῖα κεβέρ-
211νησις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐνεργήσῃ παρὰ τὸν νόμον
212εἰσπράξεις καὶ πληρωμάς. Τοῦτο δὲν τὸ ἀρνεῖται οὐδὲ αὐτή·
213ἀλλὰ ὡς πρὸς μὲν τὰς πληρωμὰς σᾶς εἶπεν ὅτι περιωρίσθη νὰ
214πληρώσῃ μόνον τὴν πενθημερίαν τοῦ στρατοῦ, ὡς πρὸς δὲ τὰς
215εἰσπράξεις ἐπέφερεν ὅτι δὲν εἰσέπραξεν, εἰμὴ μόνον τοὺς φόρους
216ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐπιβεβλημένοι διὰ παγίων νόμων, μὴ
217ὑποβαλλομένων κατ’ ἔτος εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς.
218Ἂς μοὶ συγχωρήσουν οἱ κύριοι πρώην ὑπουργοὶ νὰ τοῖς πα-
219ρατηρήσω ὅτι καθόσον ἀφορᾷ τὰ ἔξοδα πλανῶνται, ἐὰν νο-
220μίζουν ὅτι εἶναι ὑπεύθυνοι μόνον διὰ τὰ ὀλίγα χρήματα, τὰ
221ὁποῖα κατ’ ἀνάγκην ἐπλήρωσαν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ,
222διότι κατ’ ἐμὲ εἶναι ὑπεύθυνοι καὶ δι’ ὅλας τὰς δαπάνας, τὰς
223ὁποίας κατέστησαν ὑποχρεωτικὰς διὰ τὴν ἐπικράτειαν, καὶ
224τοιαῦται εἶναι ὅλαι αἱ δαπάναι, ὅλοι οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων
225καὶ ὅλα ἐν γένει τὰ ἔξοδα τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου, τὰ ὁποῖα εἶ-
226ναι ὑποχρεωμένον τὸ δημόσιον νὰ πληρώσῃ καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι
227ἀδιάφορον ἐὰν δὲν τὰ ἐπλήρωσαν. Τὸ νὰ ὑποβάλλῃ τις τὸ δη-
228μόσιον εἰς δαπάνας καὶ νὰ μὴ τὰς πληρώνῃ, εἶναι πολὺ χειρό-
229τερον παρ’ ἐὰν τὰς ἐπλήρωνε, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι δὲν δύ-
230ναται νὰ ἀποφύγῃ τὴν πληρωμὴν, βλάπτεται, καθὼς εἶπεν ὁ
231φίλος μου κ. Κεχαγιᾶς, καὶ ἡ καλὴ πίστις αὐτοῦ. Δὲν εἶναι
232λοιπὸν μόνον ἡ πενθημερία τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ὅλαι αἱ δαπά-
233ναι τοῦ Ἰανουαρίου ἴσως καὶ τοῦ Φεβρουαρίου, διὰ τὰς ὁποίας
234κατεστάθη ὑπεύθυνος ἡ πεπτωκυῖα Κυβέρνησις, διότι δὲν ἐ-
235φρόντισε νὰ ἔχῃ ἐγκαίρως προϋπολογισμόν. Καὶ μὴ νομίσητε
236ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλοῦν· ποῖος μᾶς βεβαιώνει, ὅτι ἡ Βουλὴ
237ψηφίζουσα τὸν προϋπολογισμὸν θέλει διατηρήσει ὅλας τὰς θέ-
238σεις καὶ ὅλας τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἐνέγραψαν ἐν αὐτῇ οἱ
239ὑπουργοί; ποῖος μᾶς βεβαιώνει ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει κάμει
240λόγῳ οἰκονομίας πολλὰς ἐλαττώσεις; ἀλλ’ ἐὰν κάμῃ τοιαύ-
241τας οἰκονομίας σήμερον ψηφίζουσα τὸν προϋπολογισμόν, δύ-
242νανται νὰ μὴ πληρωθῶσιν οἱ δικαιοῦχοι διὰ τοὺς παρελθόντας
243μῆνας, ἀφοῦ προσέφερον τὰς ὑπηρεσίας των;
244Καθόσον ἀφορᾷ τὰ ἔσοδα, φρονῶ ὅτι παρὰ πολὺ ἔσπευσαν
245οἱ κύριοι πρώην ὑπουργοὶ νὰ ἀποφανθῶσι περὶ ἑνὸς τοσοῦτον
246μεγάλου ζητήματος καὶ νὰ παραδεχθῶσι μίαν θεωρίαν, ἡ ὁ-
247ποία, ἐὰν καθιερωθῇ, θέλει ἀφαιρέσει ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὸ κυριώ-
248τατον τῶν δικαιωμάτων της καὶ θέλει καταστήσει τὸν μὲν
249προϋπολογισμὸν ἁπλῆν λογιστικὴν ἐργασίαν, τὴν δὲ Βουλὴν
250σῶμα περιττόν. Τὶ σᾶς εἶπον, κύριοι; δὲν εἰσεπράξαμεν εἰμὴ
251μόνον τοὺς ἐμμέσους φόρους, οἱ ὁποῖοι στηρίζονται εἰς πα-
252γίους νόμους, τῶν ὁποίων ἡ ψήφισις δὲν ἐπαναλαμβάνεται κατ’
253ἔτος. Καὶ λοιπὸν ἐὰν ὅλοι οἱ φόροι ἡμῶν ἦσαν ἔμμεσοι, ὅπως
254εἰς τὴν Ἑπτάνησον, οὐδεμία θὰ ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν
255προϋπολογισμὸν ἐσόδων; Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο. Τὸ σύν-
256ταγμα δὲν κάμνει καμμίαν διάκρισιν μεταξὺ ἀμέσων καὶ ἐμ-
257μέσων φόρων, οὔτε διαλαμβάνει που ὅτι οἱ ἄμεσοι φόροι πρέ-
258πει νὰ ψηφίζωνται κατ’ ἔτος· λέγει μόνον ὅτι οὐδεὶς φόρος
259ἐπιβάλλεται οὐδ’ εἰσπράττεται, ἐὰν μὴ πρότερον ἐπιψηφισθῇ
260ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐὰν λοιπὸν ὅ,τι ἐκάμαμεν διὰ τοὺς ἐμμέ-
261σους φόρους τὸ ἐφαρμόσωμεν καὶ εἰς τοὺς ἀμέσους καὶ ψηφίσω-
262μεν αὐτοὺς διὰ πολλὰ ἔτη, τότε τί χρειάζεται πλέον ὁ προϋ-
263πολογισμὸς τῶν ἐσόδων; Ἀλλὰ φρονῶ ὅτι δὲν ἦτο αὐτὸ τὸ
264πνεῦμα καὶ ὁ σκοπὸς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν τὸ πολί-
265τευμα· ὅπως ἐνεγράφη ῥητῶς ἐν αὐτῷ, ὅτι ἡ στρατολογία, ἡ
266ὁποία καὶ αὐτὴ εἶναι φόρος, ψηφίζεται κατ’ ἔτος, οὕτως ἤθελε
267σημειωθῆ, ὅτι καὶ πάντες οἱ φόροι ψηφίζονται κατ’ ἔτος, ἐὰν
268δὲν ἐθεωρεῖτο ἰσοδύναμος ἡ διάταξις τοῦ νὰ ψηφίζηται
269κατ’ ἔτος ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων. Καί, κύριοι,
270ὅ,τι εἶπα περὶ τῶν ἐσόδων ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ
271εἰς τὰ ἔξοδα· καὶ τὰ ἔξοδα ἠδύναντο νὰ ᾖναι πάγια
272καὶ παγίως τὰ περισσότερα ἐξ αὐτῶν εἶναι κανονισμένα, διότι
273οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι τὰ κανονίζουν, δὲν ψηφίζονται κατ’ ἔτος· ἐ-
274ψηφίσθησαν ἅπαξ καὶ ἰσχύουν διὰ πολὺν καιρόν. Δύνασθε λοι-
275πὸν νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ δεῖνα δαπάνη, ὅτι ὁ δεῖνα μισθός, ὅστις
276εἶναι κανονισμένος διὰ παγίου νόμου, πρέπει νὰ πληρώνηται ἀπὸ
277τὸ δημόσιον ταμεῖον χωρὶς νὰ ψηφίζηται ὁ προϋπολογισμός;
278Δὲν ἀγνοῶ, κύριοι, ὅτι τοιαῦται παρεκτροπαὶ ἠκολούθησαν
279καὶ ἄλλοτε πολλάκις, καὶ ἦτο περιττὸν ὁ ἀξιότιμος πρώην
280ὑπουργὸς τῶν ναυτικῶν νὰ μᾶς ἀναγνώσῃ τὰς ἡμερομηνίας καθ’
281ἃς ἐδημοσιεύθησαν οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν διαφόρων ἐτῶν· καλ-
282λίτερα ἤθελε πράξει ἐὰν μᾶς ἔλεγε ποῖοι ὑπῆρξαν οἱ παραίτιοι
283τῶν παρεκτροπῶν τούτων. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν τὸν ἐσύμφερε, διότι
284παραίτιοι αὐτῶν ὑπῆρξαν πάντοτε ὁ κ. Δρόσος καὶ οἱ φίλοι αὐ-
285τοῦ. Κατὰ μὲν τὸ 1864 καὶ τὸ 1871 ὁ κ. Δεληγεώργης καὶ
286οἱ περὶ αὐτὸν συνετάχθησαν μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠθέλη-
287σαν νὰ ψηφίσουν τοὺς ὑποβληθέντας παρὰ τῆς κυβερνήσεως προϋ-
288πολογισμοὺς τοῦ 1865 καὶ 1872, κατὰ δὲ τὰ ἔτη 1866, 1870,
2891872 καὶ 1873 εὑρισκόμενοι εἰς τὰ πράγματα δὲν ἔφεραν ἐγ-
290καίρως τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ψηφίσῃ τοὺς προϋπολογισμούς. Ἀλλ’
291ὅ,τι καὶ ἂν συνέβη εἰς τὸ παρελθόν, διὰ πρώτην φορὰν παρου-
292σιάζεται σήμερον τὸ φαινόμενον νὰ ὑπάρχῃ Βουλὴ ἐν ἐνεργείᾳ,
293νὰ μὴ συγκαλῆται ἐγκαίρως καὶ νὰ μᾶς καταλαμβάνῃ τὸ ἔτος
294ἄνευ προϋπολογισμοῦ καὶ φορολογικῶν νόμων. Καὶ ἐπειδὴ πρώ-
295την φορὰν γίνεται τὸ ἄτοπον τοῦτο, νομίζω ὅτι ἔχει μέγα κα-
296θῆκον ἡ Βουλὴ νὰ μὴ τὸ παρέλθῃ ἀνεξετάστως, ἀλλ’ ὀφείλει, ὡς
297ἐξήγησεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, νὰ συστήσῃ ἐξεταστικὴν ἐπιτροπὴν,
298διὰ νὰ ἀνεύρῃ ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ ποῖαι εἰσπράξεις ἐνηργήθη-
299σαν καὶ ποῖαι δαπάναι παρὰ τὸν νόμον καὶ παρὰ τὸ σύνταγμα
300ἐπραγματοποιήθησαν, ἢ κατέστησαν ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸ δη-
301μόσιον, καὶ νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πόρισμα τῶν ἐργασιῶν
302της.
303Μετὰ τὸ θέμα τοῦτο ἐπέστησε τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ὁ
304κ. Δηλιγιάννης εἰς τὴν παραβίασιν τοῦ δικαιώματος τοῦ συνέρ-
305χεσθαι, πραγματοποιηθεῖσαν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς φάλαγγος τῶν
306φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου. Δὲν πρόκειται, κύριοι, ἐνταῦθα
307περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς ἐθνοφυλακῆς· ἡ διατήρησις αὐτῆς εἶναι ἀ-
308ναγεγραμμένη εἰς τὸ σύνταγμα καὶ ἑπομένως δὲν δύναται παρὰ
309νὰ ὑπάρξῃ. Δὲν πρόκειται ἐπίσης νὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν οἱ φοιτηταὶ
310τοῦ Πανεπιστημίου ζητοῦντες τὴν σύστασιν τῆς φάλαγγος εἶχον
311ἢ ὄχι δίκαιον, διότι τοῦτο θέλει κατασταθῆ ἀντικείμενον ἄλλης
312συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ. Πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἔλαβε
313χώραν παραβίασις τοῦ δικαιώματος τοῦ συνέρχεσθαι, καὶ ἂν ἔ-
314λαβε χώραν μὲ τρόπον ἀπρεπῆ καὶ ἀνάρμοστον. Νομίζω δὲ,
315ὅτι ὀφείλετε νὰ μὴ θεωρήσητε τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ὡς ἀντι-
316κείμενον ἁπλῆς διοικητικῆς ἐνεργείας, ὡς εἶπεν ὁ κ. Δεληγεώρ-
317γης, ἀλλὰ νὰ ἐπιστήσητε ἰδιάζουσαν ἐπ’ αὐτοῦ προσοχὴν διὰ
318τοὺς ἑξῆς λόγους· ά) διότι τὰ πρόσωπα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔγεινεν
319ἡ παραβίασις, ἀποτελοῦσι μίαν ὁμάδα, ἡ ὁποία περιλαμβάνει τὰ
320τέκνα τῶν καλλιτέρων οἰκογενειῶν τῆς τε ἐλευθέρας καὶ δούλης
321Ἑλλάδος, διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν καὶ μόρφωσιν τῶν ὁποίων κατα-
322βάλλονται τοσαῦται δαπάναι καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ κοινωνία στη-
323ρίζει τὰς περὶ τοῦ μέλλοντος τῆς πατρίδος ἐλπίδας· βʹ) διότι ὁ
324τόπος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔγεινεν ἡ παραβίασις, εἶναι τὸ ἱερὸν τέμενος
325τῶν Μουσῶν, εἰς τὸ ὁποῖον κατὰ τὰ ἰσχύοντα παρ’ ἡμῖν τὴν ἀστυ-
326νομίαν ἐξασκεῖ ἡ Σύγκλητος τοῦ Πανεπιστημίου· γʹ.) διότι ὁ
327τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἔγεινεν ἡ παραβίασις, ἦτο ὅλως διόλου
328βανδαλικὸς καὶ ἐξήγειρε τὴν ἀγανάκτησιν ὁλοκλήρου τῆς κοι-
329νωνίας καὶ δʹ.) διότι, διὰ νὰ καλύψουν τὴν παρανομίαν καὶ
330τὴν παραβίασιν ταύτην, παρέπεμψαν πολλοὺς νέους εἰς τὴν ἀνά-
331κρισιν καὶ τοὺς ἔῤῥιψαν εἰς τὰς φυλακὰς, χωρὶς νὰ ἦναι ἔνοχοι,
332ὅπως ἀπεδείχθη ἀπὸ τὸ ἐκδοθὲν βούλευμα, ἑνώσαντες οὕτω τὸ
333ἔγκλημα τῆς παραβιάσεως μὲ τὴν συκοφαντίαν· διὰ τοῦτο νο-
334μίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ παραλείψῃ ἀνεξέταστον τὸ
335ἀντικείμενον τοῦτο, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ συστήσῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν,
336ὅπως τὸ ἐξετάσῃ.
337Μετὰ τὰ δύο ταῦτα θέματα, ἔρχομαι ἤδη νὰ ἐφελκύσω τὴν
338προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς ἄλλο ἀντικείμενον, ὅπερ θεωρῶ πολὺ
339σπουδαῖον, καὶ τὸ ὁποῖον θέλω προτείνει νὰ συστήσῃ εἰς τὴν ἐ-
340ξεταστικὴν ἐπιτροπὴν· εἶναι δὲ τοῦτο ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις
341τοῦ Κράτους καὶ ἰδίως ὁ προσωρινὸς λογαριασμὸς τοῦ ἔτους
3421873, τὸν ὁποῖον ἐπαρουσίασε μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
343ἔτους 1874 ὁ ἀξιότιμος πρώην ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν
344κύριος Χρηστίδης. Εὑρίσκομαι δὲ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑπο-
345βάλω τὴν πρότασιν ταύτην ὡς ἐκ τῆς δηλώσεως τὴν ὁποίαν
346ὁ νῦν ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔκαμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν
347πρώτην ἡμέραν, καθ’ ἣν μετὰ τῶν συναδέλφων του εἰσῆλθεν εἰς
348αὐτήν. Ὁ κ. Παππαμιχαλόπουλος μᾶς εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος
349τούτου, ὅτι ἀναλαμβάνων τὴν διεύθυνσιν τοῦ ὑπουργείου τῶν
350Οἰκονομικῶν εὗρεν εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον 200,000 περίπου
351δραχμῶν, συμπεριλαμβανομένων καὶ 50,000, αἱ ὁποῖαι ἀπε-
352στέλλοντο ἀπὸ τὸ ταμεῖον Ὀλυμπίας, ἀλλ’ ἀπέναντι τούτων
353τὸ δημόσιον ἦτο ὑποχρεωμένον νὰ πληρώσῃ πολλὰ ἐκ τῆς χρή-
354σεως τοῦ 1873, τὰ ὁποῖα ἔμενον ὀφειλόμενα, καὶ ὅλα τὰ ἔξοδα
355τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου, ὅτι διὰ τὴν πληρωμὴν ὅλων τούτων
356ἀπῃτοῦντο 2,700,000, ὅτι ἐντὸς τοῦ 1873 ἐπραγματοποίησαν
357δάνεια προσωρινὰ ἐκ δύω περίπου ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα δὲν
358ἀπεδόθησαν καὶ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀποδοθῶσι κατὰ τὰ συμ-
359πεφωνημένα ἐντὸς τοῦ 1874, ὅτι μὴ δυνάμενος νὰ ἐπαρκέσῃ
360ἐκ τῶν εἰσπράξεών του εἰς τὰς πληρωμὰς ταύτας, εἶναι ἠναγκα-
361σμένος νὰ καταφύγῃ εἰς δάνειον καὶ συνωμολόγησεν ἤδη τοιοῦ-
362τον ἐκ 2,500,000 μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ὅτι τέλος
363δὲν ὑπόσχεται ὅτι διὰ τοῦ δανείου τούτου θέλει δυνηθῆ νὰ διέλ-
364θῃ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν, γνωρίζετε, αἱ εἰσ-
365πράξεις εἶναι μικρότεραι ἀπὸ τὰς πληρωμὰς, ἀλλὰ θέλει εὑρεθῆ
366εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταφύγῃ καὶ εἰς ἕτερον δάνειον. Ἐνθυμού-
367μενος, κύριοι, ὅσα ἐλέχθησαν πέρυσι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ
368προϋπολογισμοῦ τοῦ 1873, ἀναλογιζόμενος, ὅσα τὰ ὑπουργικὰ
369ὄργανα διεσάλπιζον καθ’ ἑκάστην περὶ τῆς ἀνθηρᾶς οἰκονομικῆς
370μας καταστάσεως, καὶ ἀναγινώσκων τέλος τὴν ἔκθεσιν, διὰ τῆς
371ὁποίας ὁ κ. Χρηστίδης συνώδευσε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ
3721874, σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ πιστεύσω τὴν δή-
373λωσιν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ, ἐὰν δὲν προήρχε-
374το ἀπὸ τοσοῦτον ἐπίσημον πηγὴν, ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν μοὶ εἶναι ἐπι-
375τετραμμένον νὰ ἀμφιβάλλω περὶ αὐτῆς, καθόσον καὶ οἱ πρώην
376ὑπουργοὶ παρόντες καὶ ἀκούσαντες αὐτὴν οὐδόλως τὴν ἠμφισβή-
377τησαν, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι μὲ ὅλας τὰς προσ-
378παθείας, τὰς ὁποίας κατέβαλον, ἐστάθη ἀδύνατον εἰς ἐμὲ νὰ ἐν-
379νοήσω πῶς συμβαίνει τοῦτο, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρίσκωνται
380τὰ οἰκονομικά μας εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε, ἐνῷ εὑρισκό-
381μεθα εἰς τὴν λῆξιν τοῦ ἔτους, νὰ μὴ ᾖναι πληρωμέναι αἱ δα-
382πάναι αὐτοῦ καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν ἐφόδια, διὰ νὰ ἀπαντήσωμεν
383τὰς ἀνάγκας τῶν ἀγόνων μηνῶν τοῦ ἀρξαμένου ἔτους. Ὅπως
384ἔχουσι τὰ πράγματα παρ’ ἡμῖν κατὰ μὲν τὴν πρώτην ἑξαμη-
385νίαν παντὸς ἔτους αἱ εἰσπράξεις εἶναι κατώτεραι ἀπὸ τὰς πλη-
386ρωμὰς, κατὰ δὲ τὴν δευτέραν αἱ πληρωμαὶ εἶναι κατώτεραι
387τῶν εἰσπράξεων. Διὰ τοῦτο ὅταν τὰ οἰκονομικὰ εὑρίσκονται εἰς
388ὁμαλὴν κατάστασιν, κατὰ τὴν λῆξιν παντὸς ἔτους ὅλαι αἱ δα-
389πάναι εἶναι πληρωμέναι, ὑπάρχει δὲ εἰς τὸ ταμεῖον καὶ ἐναπο-
390ταμίευμα, ὅπερ χρησιμεύει διὰ τὰς πληρωμὰς τῶν ἀγόνων μη-
391νῶν τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ ἑπομένου ἔτους. Ἂν λοιπὸν τὰ
392οἰκονομικὰ ἡμῶν ἦσαν εἰς καλὴν κατάστασιν, ὡς ἐδικαιούμεθα
393νὰ πιστεύσωμεν, οὐ μόνον δὲν θὰ καθυστεροῦντο αἱ πληρωμαὶ
394τοῦ 1873, οὐ μόνον δὲν θὰ ὠφείλομεν προσωρινὰ δάνεια, τὰ
395ὁποῖα ἐλήφθησαν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ 1873, ἀλλ’ ἤθελεν
396ὑπάρχει περίσσευμα καὶ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς πρώτης ἑξαμη-
397νίας τοῦ 1874. Ἀλλὰ δυστυχῶς, κύριοι, ἀκούομεν ὅλον τὸ
398ἐναντίον, θεωρῶ δὲ τὸ πρᾶγμα λίαν σπουδαῖον καὶ νομίζω, ὅτι
399ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ τὸ παρέλθῃ μὲ ἀδιαφορίαν. Εἶναι ἀλη-
400θὲς, ὅτι ἀπὸ τῆς μεταπολιτεύσεως καὶ ἐντεῦθεν τὰ οἰκονομικὰ
401τῆς ἐπικρατείας ἡμῶν ἔλαβον σπουδαίαν διατάραξιν, ἕνεκα τῆς
402ὁποίας ὅλαι αἱ χρήσεις ἀπὸ τοῦ 1862 μέχρι τοῦ 1870 συμ-
403περιλαμβανομένου καὶ τούτου, ἔκλεισαν μὲ ἐλλείμματα· ἐπειδὴ
404δὲ τὰ ἐλλείμματα ταῦτα ἀνεπληρώθησαν διὰ δανείων καὶ ἐπειδὴ
405διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν πληρόνονται κατ’ ἔτος πολλὰ ἑκατομ-
406μύρια, διεταράχθη ἐπὶ τοσοῦτον τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογι-
407σμοῦ, ὥστε καὶ ἀφοῦ ἔπαυσεν ὁ ἀγὼν τῆς Κρήτης, τὰ ἔτη
4081869 καὶ 1870 ἀφῆκαν τὸ μὲν 6,000,000, τὸ δὲ 4,000,000
409ἔλλειμμα. Κατὰ τὰ μέσα τοῦ 1870 εὑρισκόμενος εἰς τὴν κυ-
410βέρνησιν ὁ κ. Δεληγεώργης μετὰ τριῶν ἄλλων ἐκ τῶν τελευταίων
411συναδέλφων αὐτοῦ παρέστησαν ὡς ἀπελπιστικὴν τὴν κατάστα-
412σιν τῶν οἰκονομικῶν, καὶ ὑπελόγισαν, ὅτι τὸ 1871 ἔμελλε νὰ
413ἀφήσῃ ἔλλειμμα ἐκ 4,000,000, ἀλλὰ καθὼς ἐνθυμεῖσθε ὁ κ.
414Δεληγεώργης ἀπῆλθε τῆς ἐξουσίας περὶ τὰ τέλη τοῦ ἔτους ἐκεί-
415νου, καὶ ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα ὁ σεβαστὸς φίλος μου καὶ
416ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὁ
417ὁποῖος ἔλαβεν ὑπὸ τὴν Βουλὴν ἐκείνην ὑποστήριξιν, ὁποίαν μέχρι
418τοῦδε δὲν ἔλαβε καμμία ἄλλη Κυβέρνησις. Ἡ Βουλὴ τῆς ἐπο-
419χῆς ἐκείνης ἤθελεν, ὡς φαίνεται, νὰ ἐκδηλώσῃ οὐ μόνον τὴν ὑπό-
420ληψιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ὅστις τοσάκις
421διηύθυνε τὴν πολιτείαν ἡμῶν, ἀλλὰ, συγχρόνως νὰ δείξῃ ὁπό-
422σον ἀπετροπιάζετο τὰς κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔρχονται οὐχὶ
423διὰ τῆς πλειοψηφίας τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους. Ἡ Κυβέρ-
424νησις τοῦ κ. Κουμουνδούρου, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ
425ἀποτελῶ μέρος, στηριζομένη εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ ἡγεμό-
426νος καὶ εἰς τὴν μεγάλην ὑποστήριξιν τῆς Βουλῆς, ἐσκέφθη ὅτι
427δὲν ἦτο ὀρθὸν νὰ ἀφήσῃ τὰ οἰκονομικὰ εἰς ἣν ἦσαν κατάστασιν·
428ἐσκέφθη ὅτι ἡ μὲν αὔξησις τῶν φόρων βλάπτει καὶ μαραίνει
429τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου, τὰ δὲ δάνεια δὲν ὠφε-
430λοῦσιν, ἀλλὰ αὐξάνουσιν ἔτι μᾶλλον τὰς δυσχερείας. Ἔλαβε
431λοιπὸν τὴν γενναίαν ἀπόφασιν καὶ ὑπεσχέθη νὰ κυβερνήσῃ ἄνευ
432δανείων καὶ ἄνευ αὐξήσεως φόρων, τὴν δὲ ὑπόσχεσίν της ταύτην
433ἐπραγματοποίησε καθ’ ὁλοκληρίαν. Ἐπροσπαθήσαμεν νὰ ἐπαρ-
434κέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τῆς τακτο-
435ποιήσεως τῆς ὑπηρεσίας καὶ διὰ διαφόρων νομοθετημάτων, τὰ
436ὁποῖα γνωρίζετε ὅλοι καὶ περὶ τῶν ὁποίων κατὰ τὸ παρελθὸν
437ἔτος ἔκαμα ἐν ἐκτάσει λόγον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Τὰ
438ἀποτελέσματα εὐτυχῶς ὑπῆρξαν ἀνώτερα καὶ αὐτῶν τῶν προσ-
439δοκιῶν μας· κατὰ μὲν τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν, ὅτε αἱ εἰσπρά-
440ξεις εἶναι κατώτεραι ἀπὸ τὰς πληρωμὰς, ἠδυνήθημεν νὰ ἐπαρ-
441κέσωμεν εἰς ὅλας τὰς πληρωμὰς διὰ μόνης τῆς ἐπικουρίας
442800 χιλ. δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἐλάβομεν ἐκ τῆς ἐκποιήσεως
443450 μετοχῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· ὅτε δὲ ἔφθασεν ὁ Ἰούλιος
444καὶ Αὔγουστος καὶ ἤρχισαν νὰ αὐξάνουν αἱ εἰσπράξεις, τὰ
445ταμεῖα τοῦ κράτους ἦσαν ἀνοικτὰ καὶ πάντες οἱ δικαιοῦχοι
446ἐπληρώνοντο τακτικῶς· ἡ χρῆσις τοῦ 1871 ἐπήρκεσεν εἰς ὅλας
447τὰς δαπάνας καὶ ἔκλεισε μὲ περίσσευμα, ὅπερ ἠθέλησάν τινες
448νὰ ἀμφισβητήσουν, ἀλλὰ, καθὼς ἀπέδειξα ἄλλοτε, δὲν εἶχον
449δίκαιον. Τὸ 1872, στηριζόμενον εἰς τὰς βάσεις τοῦ 1871,
450ἠκολούθησε τὴν αὐτὴν κανονικὴν πορείαν, καὶ κατὰ τὸν ἀπο-
451λογισμὸν, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Χριστίδης ἐπαρουσίασε, παρου-
452σιάζει περίσσευμα, ἐὰν προστεθῶσιν εἰς τὰ ἔξοδα αὐτοῦ ὀλίγα
453χρήματα, τὰ ὁποῖα ἔκ τινος χρεωλυτικοῦ δανείου εἰσεπράχθη-
454σαν. Τὸ 1873 δὲν εἶχε, κύριοι, κανένα λόγον, διὰ νὰ ἦνε
455κατώτερον ἀπὸ τὰ δύο προηγούμενα ἔτη, διότι εἶχεν ὅλα τὰ
456ἐφόδια αὐτῶν, μὴ ἐξαιρουμένων οὐδ’ αὐτῶν τῶν προκαταβο-
457λῶν, τὰς ὁποίας κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα εἰσέπραξε τὸ δημόσιον
458ἀπὸ τὰς ἐθνικὰς γαίας καὶ ἀπὸ τὰς φυτείας, εἶχε περιπλέον
459τὴν αὔξησιν τῆς προσόδου τοῦ Λαυρίου καὶ τῶν ἄλλων μεταλ-
460λείων, ἡ ὁποία ἀναβιβάζεται εἰς 500 χιλ. δραχμὰς, καὶ τὴν
461προσθήκην τοῦ φόρου τοῦ χαρτοσήμου, ἐκ τῆς ὁποίας ἐπραγμα-
462τοποιήθησαν 300,000.
463§24ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἐσύναξε καὶ κάμποσα χρή-
464ματα, διότι ἐπώλησε τὸ ὑλικὸν τοῦ ναυστάθμου.
465§25ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ εἶναι τυχαῖα, καὶ ὅλαι αἱ χρήσεις
466ἔχουν τοιαῦτα· ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα λοιπὸν τὸ 1873 ἔπρεπε νὰ
467ἦνε ἀνώτερον ἀπὸ τὰ ἀμέσως δύο προηγούμενα ἔτη, ὡς πρὸς
468δὲ τὰ ἔξοδα κατὰ τὸ ἔτος 1873 ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν ἡ ψαλ-
469λίδα τοῦ κ. Χρηστίδη, τοῦ γηραιοῦ καὶ πεπειραμένου τούτου
470οἰκονομολόγου, ὁ ὁποῖος ἐκράτησε πάντοτε τὴν σημαίαν τῶν
471οἰκονομιῶν, καὶ ὁ ὁποῖος πολλάκις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ
472ἐπιτιμήσῃ ἡμᾶς τοὺς νεωτέρους, ὅτι ἐπιζητοῦμεν τὸ ἰσοζύ-
473γιον τοῦ προϋπολογισμοῦ μᾶλλον διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσό-
474δων παρὰ διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν δαπανῶν. Ὁ κ. Χρηστίδης,
475καθὼς ἐνθυμεῖσθε, ἀνεβίβαζε πέρυσιν εἰς τρία ἑκατομμύρια καὶ
476ἥμισυ τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ἐπὶ τοῦ προϋπολο-
477γισμοῦ τοῦ 1873 σχετικῶς πρὸς τοὺς τῶν δύο ἀμέσως προη-
478γουμένων ἐτῶν· ὡς νὰ μὴ ἤρκει δὲ τοῦτο, ἠκούσατε προχθὲς
479ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον πρώην πρωθυπουργόν, ὅτι ἠλάττωσαν καὶ
480τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ κατὰ δύο περίπου χιλιάδας ἄνδρας,
481ἐκ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ προῆλθεν οἰκονομία ἑνὸς περίπου ἑκα-
482τομμυρίου. Ὕστερον λοιπὸν ἀφοῦ τὰ μὲν ἔσοδα δὲν εἶχον κα-
483νένα λόγον νὰ ἦνε κατώτερα, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἦνε καὶ ἀνώτε-
484ρα ἀπὸ τὸ 1871 καὶ 1872, καὶ ἀφοῦ τὰ ἔξοδα περιεστάλησαν,
485δὲν ἐννοῶ πῶς συμβαίνει νὰ εὑρισκώμεθα κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ
4861874 εἰς χειροτέραν κατάστασιν, παρὰ ὅπως εἴμεθα εἰς τὰς
487ἀρχὰς τοῦ 1873, τοῦ 1872 καὶ αὐτοῦ τοῦ 1871. Ἰδοὺ διατί
488εἶπον ὅτι τὸ πρᾶγμα καταντᾷ αἴνιγμα καὶ εἶναι ἐντελῶς
489δι’ ἐμὲ ἀκατάληπτον. Ἀφοῦ εἴχομεν τὴν εὐτυχίαν νὰ
490διέλθωμεν τὸ 1871 καὶ 1872 ἄνευ ἐλλείμματος, ἀφοῦ τὴν
491ά ἑξαμηνίαν τοῦ 1871 ἐπεράσαμεν χωρὶς νὰ κάμωμεν προ-
492σωρινὰ δάνεια, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς τὸ 1873, τὸ ὁ-
493ποῖον ἔπρεπε νὰ ἦνε ἀνώτερον ὅλων αὐτῶν τῶν ἐτῶν, οὐ μόνον
494δὲν ἐπήρκεσεν εἰς τὰς ἰδίας αὑτοῦ δαπάνας, ἀλλὰ δὲν ἠδυνή-
495θη ν’ ἀποδώσῃ τὰ προσωρινὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἐντὸς αὐτοῦ καὶ
496διὰ τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ ἐπραγματοποιήθησαν, ἀφῆκε καθυστε-
497ρουμένας πληρωμὰς ὑπερβαινούσας κατὰ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν
498Οἰκονομικῶν τὰ 2 ἑκατομμύρια καὶ τὸ ταμεῖον ἐντελῶς κενόν.
499Βλέπετε, κύριοι, ὅτι ὕστερον ἀπὸ 2 ἢ τριῶν ἐτῶν κανονικὴν
500πορείαν τῶν οἰκονομικῶν μας, ὀφειλομένην εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν
501αὔξησιν τῶν ἐσόδων κατὰ τὸ 1871, ἥτις ὑπελογίζετο εἰς 6
502ἑκατομμύρια, εὑρισκόμεθα πάλιν σήμερον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ
503σκεπτώμεθα περὶ τῶν οἰκονομικῶν μας, καὶ τὸ καλόν, νομίζω,
504ὅτι εἶνε πολὺ μεγαλείτερον σήμερον, παρ’ ὅ,τι ἦτο τότε, διό-
505τι κατὰ τὸ 1871 ὑπῆρχον πρόχειρα μέσα τινά, τὰ ὁποῖα ἠδυ-
506νήθη ἡ τότε κυβέρνησις νὰ βάλῃ εἰς ἐνέργειαν καὶ διὰ τῶν
507ὁποίων ηὔξησε τὰ εἰσοδήματα κατὰ 6 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ σή-
508μερον δὲν βλέπω ποῖα εἶνε τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ ἐ-
509φαρμόσωμεν, ὥστε νὰ θεραπεύσωμεν τὴν ἀνωμαλίαν, ἡ ὁποία
510ἐγεννήθη, καὶ τὴν κακὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκό-
511μεθα. Ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν εἰς μίαν τῶν ἀγο-
512ρεύσεών του ὁ κύριος πρώην πρωθυπουργὸς, ὅτι, ἐκ τῆς χρή-
513σεως τοῦ 1873 καθυστεροῦνται ἀρκετὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα θέλουν
514εἰσπραχθῇ ἐντὸς τοῦ 1874, δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν, διότι κα-
515θυστεροῦνται καὶ πληρωμαί· ἐκτὸς τούτου, ἐὰν μέλῃ νὰ μετα-
516βιβάσῃ τὸ 1873 εἰς τὸ 1874 ἑκατομμύριά τινα, μήπως δὲν
517παρέλαβε τὸ 1873 ἀπὸ τὸ 1872 ἄλλα τόσα καὶ περισσότερα;
518ὥστε ἡ παρατήρησις τὴν ὁποίαν ἔκαμε δὲν εἶνε πρακτική.
519§26ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ αἴνιγμα μένει.
520§27ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· κατὰ τὸ 1871, κύριοι, ὑπῆρ-
521χεν ἓν μέσον αὐξήσεως τῶν ἐσόδων ἀρκετὰ πρόχειρον, τὸ ὁποῖον
522μετεχειρίσθημεν καὶ ἀπὸ τὸ ὁποῖον ὠφελήθημεν, οὐχὶ τόσον
523ἡμεῖς, ὅσον οἱ διάδοχοί μας, ἐννοῶ τὴν ἐλάττωσιν τῶν καθυ-
524στερούντων, τὴν ἐξόγκωσιν τῶν ὁποίων κατὰ τὸ 1870 ὁ κ.
525Χρηστίδης καὶ οἱ συνάδελφοί του ἐθεώρουν μίαν τῶν κυριωτέ-
526ρων αἰτιῶν, διὰ τὰς ὁποίας ἐχώλαιναν τὰ οἰκονομικά μας· ἀ-
527πέδιδον ὅμως τὸ κακὸν εἰς τὸ φορολογικὸν σύστημα, καὶ ἐπει-
528δὴ ἀφ’ ἑτέρου εἶναι θιασῶται τοῦ συστήματος τούτου, ἐπίστευον
529ὅτι τὸ κακὸν ἦτον ἀθεράπευτον· ἡμεῖς ὅμως, καί τοι πολε-
530μοῦντες τὸ φορολογικὸν αὐτὸ σύστημα, καί τοι μὴ παραλεί-
531ποντες οὐδεμίαν εὐκαιρίαν, ὅπως ἀπαλλάξωμεν τὸν τόπον ἀπὸ
532τὴν μάστιγα ταύτην, δὲν τὸ ἠδικήσαμεν, οὐδὲ τὸ ἀδικοῦμεν
533ἐπὶ τοσοῦτον ὥστε νὰ ἐπιῤῥίπτωμεν εἰς αὐτὸ ὅλον τὸ βάρος
534τῶν καθυστερούντων, διότι καὶ ἄλλα εἰσοδήματα, τὰ ὁποῖα
535οὐδεμίαν ἔχουν σχέσιν πρὸς τὸ φορολογικὸν σύστημα, ἀφίνουν
536μεγάλα καθυστερήματα. Τὰ καθυστερήματα καθ’ ἡμᾶς προήρ-
537χοντο ἐκ τῆς ἀτελείας τῶν νόμων περὶ καταδιώξεως καὶ τὴν ἀ-
538τέλειαν ταύτην ἐσπεύσαμεν νὰ θεραπεύσωμεν εἰσαγαγόντες εἰς
539τὴν Βουλὴν καὶ ἐπιτυχόντες τὴν ἐπιψήφισιν νέου νόμου ἢ μᾶλ-
540λον κώδικος περὶ καταδιώξεως τῶν καθυστερούντων. Εἰς τὸν
541νόμον δὲ τοῦτον ὀφείλεται ὁ κατὰ τὸ 1872, ὅτε πρῶτον ἐφηρ-
542μόσθη, περιορισμὸς αὐτῶν εἰς 5% μόνον, ἐνῷ κατὰ τὰ
543προηγούμενα ἀνεβιβάζοντο εἰς 10, 12 καὶ 15· ἕνεκα τοῦ νό-
544μου τούτου ἠδυνήθη ὁ κ. Χρηστίδης νὰ εἰσπράξῃ ἓν καὶ ἥμισυ
545ἑκατομμύριον ἀπὸ ἔσοδα κεκλεισμένων χρήσεων, ἐνῷ πρότερον
546δὲν εἰσέπραττεν οὔτε ἓν ἑκατομμύριον.
547Μὴ δυνάμενος νὰ ἐννοήσω πόθεν προέρχεται ἡ ἀθλία αὕτη
548οἰκονομικὴ κατάστασις, ὅπως τὴν παρουσιάζει ὁ κ. ὑπουργὸς
549τῶν Οἰκονομικῶν, προτείνω νὰ τεθῇ ὡς τρίτον θέμα εἰς τὴν
550διορισθησομένην ἐπιτροπὴν νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν αἱ ψηφισθεῖσαι πα-
551ρὰ τῆς Βουλῆς πιστώσεις ἐπήρκεσαν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν δα-
552πανῶν καὶ ἐὰν δὲν ἔγεινε μετατροπὴ πιστώσεων.
553Πρὶν τελειώσω, κύριοι, θέλω εἴπει καὶ ἐγὼ ὀλίγα τινὰ περὶ
554τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, μολονότι δὲν ἀσ-
555χολοῦμαι πολὺ εἰς τὰ τοιαῦτα ζητήματα καὶ δὲν εἶμαι δεινὸς
556εἰς αὐτά· ἀλλ’ ἐπειδὴ εὑρίσκομαι ἐπὶ πολλὰ ἔτη εἰς τὸ κοινοβού-
557λιον, ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω πῶς ἐννοῶ τὴν χρῆσιν τοῦ μεγάλου
558τούτου δικαιώματος.
559§28ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, νὰ καθήσουν κάτω οἱ βουλευ-
560ταί, δὲν εἶνε συργιάνη ἐδώ.
561§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ τί νὰ κάμω, τοὺς προσεκάλεσα, δὲν θέλουν,
562ἠμπορῶ νὰ διατάξω τοὺς κλητῆρας νὰ τοὺς πάρουν ἀπὸ τὸ χέρι
563καὶ νὰ τοὺς καθήσουν κάτω;
564§30ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Προσκάλεσέ τους ὀνομαστί·
565§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοὺς προσκαλῶ, δὲν ἀκούουν, ἔχω ἀπόφασιν νὰ
566μὴ ἀῤῥωστήσω.
567§32ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τόπον διοικούμενον συνταγματικῶς
568καὶ ἔνθα ἰσχύει τὸ δόγμα, ὁ τόπος κυβερνᾶται διὰ τοῦ τόπου,
569δὲν εἶνε νομίζω ζήτημα, ὅτι αἱ κυβερνήσεις πρέπει νὰ ἀντιπρο-
570σωπεύουν τὴν πλειοψηφίαν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, φρο-
571νῶ δὲ ὅτι τοῦτο εἶνε τόσον ἁπλοῦν καὶ στοιχειῶδες, ὥστε
572οὐδεὶς ἐφαντάσθη μέχρι τοῦδε, ὅτι δύναται νὰ διατηρηθῇ εἰς
573τὴν ἐξουσίαν ἄνευ τῆς ὑποστηρίξεως τῆς πλειοψηφίας τῆς Βου-
574λῆς. Ἀφ’ ἑτέρου ὅμως εἶνε ἀναντίῤῥητον κατ’ ἐμὲ, ὅτι ὁ Βα-
575σιλεὺς ἔχει ἀπόλυτον καὶ πλῆρες τὸ δικαίωμα νὰ καλῇ εἰς τὴν
576διεύθυνσιν τῶν δημοσίων πραγμάτων καὶ τὰς μειοψηφίας καὶ
577νὰ μεταχειρίζεται ὁσάκις ἐν τῇ συνέσει του τὸ θεωρῇ ἀναγκαῖον,
578πρὸς ἐνίσχυσιν αὐτῶν καὶ τὸ μέσον τῆς διαλύσεως, τὸ ὁποῖον ὁ
579χάρτης ἡμῶν ἀπένειμεν εἰς αὐτόν. Ὁ Βασιλεὺς, ὃν τὸ πολίτευ-
580μα ἔθεσεν ἀνώτατον ἐπίσκοπον καὶ ἐπιτηρητὴν τῆς λειτουργίας
581ὅλων τῶν πολιτειακῶν ἐξουσιῶν, ἔχει ἀπολύτως τὸ δικαίωμα
582νὰ μεταχειρίζεται τὰ δικαιώματα ταῦτα, οὐδεὶς δὲ δύναται
583οὔτε νὰ τὸν ἐπικρίνῃ οὔτε νὰ τὸν κατακρίνῃ διὰ τὴν χρῆσιν
584αὐτῶν· ἐκεῖνοι ὅμως, οἱ ὁποῖοι συμβουλεύουν εἰς τὸν ἡγεμόνα
585τὴν χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν καὶ ἀναλαμβάνουν τὴν
586ἐξάσκησιν αὐτῶν διὰ νὰ ἔλθουν ἢ διὰ νὰ διατηρηθοῦν εἰς τὴν
587ἐξουσίαν, πλανῶνται, φρονῶ, παρὰ πολὺ, ἐὰν νομίζουν, ὅτι εἶνε
588ἀνεύθυνοι καὶ αὐτοὶ διὰ τὴν χρῆσιν ταύτην, ὅπως εἶνε ἀνεύθυ-
589νος ὁ βασιλεὺς. Σᾶς ὁμολογῶ δὲ, ὅτι ἐθαύμασα προχθὲς διὰ
590τὴν ἀφέλειαν, μὲ τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκε τὴν περὶ τούτου γνώμην
591του ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Δρόσος. Ὁ κ. Δρόσος σᾶς εἶπεν
592ὅτι τὸ νὰ λέγετε ἀφ’ ἑνὸς ὅτι ὁ βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς
593διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ζητῆτε λόγον ἀπὸ
594τοὺς ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν τὸ διάταγμα τῆς διαλύ-
595σεως, εἶνε τὸ αὐτὸ ὡς νὰ λέγετε «εἶνε ἐλεύθερος ὁ τύπος,
596φθάνει μόνον νὰ μὴ γράφῃ.» Ὄχι, παλαιὲ συνάδελφε κύριε Δρόσε·
597δὲν ἔχει οὕτω τὸ πρᾶγμα. Ἡμεῖς συνεπράξαμεν μεθ’ ὑμῶν εἰς
598τὴν σύνταξιν τοῦ πολιτεύματος καὶ ἐὰν σᾶς βοηθῇ ἡ μνήμη, ἐν-
599θυμεῖσθε, ὅτι εἴμεθα ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπαλαίσαμεν πρὸς
600πολλοὺς ἐκ τῶν φίλων σας διὰ νὰ κατορθώσωμεν, ὥστε τὰ δι-
601καιώματα τοῦ Βασιλέως νὰ ἀναγραφοῦν ἐν τῷ πολιτεύματι
602ὅσον ἦτο δυνατὸν εὐρύτερα καὶ πληρέστερα. Οὐδέποτε λοιπὸν
603ἐννοήσαμεν ἡμεῖς νὰ ἀμφισβητήσωμεν τὰ δικαιώματα τοῦ ἡγε-
604μόνος, οὔτε ἐφαρμόζεται εἰς ἡμᾶς τὸ λόγιον τοῦ ποιητοῦ, τὸ
605ὁποῖον ἀνεφέρατε. Ἀλλὰ πλανᾶσαι, κ. Δρόσε, ἐὰν νομίζῃς ὅτι,
606διότι εἶνε ἀνεύθυνος ὁ ἡγεμὼν, δὲν χρεωστεῖς καὶ σὺ νὰ δώσῃς
607λόγον εἰς τὴν κοινωνίαν διατί παρενέβης μεταξὺ Ἡγεμόνος καὶ
608ἀντιπροσωπείας, διατί ἐγένεσο ἡ αἰτία καὶ τὸ ὄργανον τοῦ νὰ
609παρακωλυθῇ ἡ κανονικὴ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος, νὰ ἀπο-
610κεφαλισθῇ προώρως ὁλόκληρος ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία καὶ νὰ
611ἐκτεθῇ τὸ ἔθνος εἰς νέας ἐκλογὰς, ἕνεκα τῶν ὁποίων παραλύει ἡ
612ὑπηρεσία, συμβαίνουσιν ἐγκλήματα καὶ χύνεται αἷμα. Ἡ κοι-
613νωνία ἔχει δικαίωμα νὰ σὲ ἐρωτήσῃ ποῖα εἶνε τὰ μεγαλεπή-
614βολα σχέδια, τὰ ὁποῖα ἄλλαι κεφαλαὶ δὲ ἠδύναντο νὰ συλ-
615λάβουν, ἢ ποῖα τὰ μεγάλα ἔργα, τὰ ὁποῖα ἄλλοι βραχίονες
616δὲν ἠδύναντο νὰ ἐκτελέσουν, ποῖον τέλος πάντων τὸ προσφερ-
617θὲν εἰς τὴν κοινωνίαν ἀντάλλαγμα ἀνάλογον τῶν θυσιῶν, τὰς
618ὁποίας ὑπέστη;
619Οἱ συνταγματικοὶ βασιλεῖς κατ’ ἐμὲ δύνανται, κύριοι, νὰ ἐ-
620ξομοιωθῶσι μὲ τοὺς πατέρας τῶν καχεκτικῶν παιδίων, οἱ ὁ-
621ποῖοι ἀπὸ ἄκραν φιλοστοργίαν καὶ ἐν τῇ ἀνυπομονησίᾳ των τοῦ
622νὰ ἴδουν μίαν ὥραν ταχύτερον τὰ τέκνα των εὔρωστα καὶ ἐν-
623τελῶς ἀποκαταστημένα, παραμερίζουσι πολλάκις τὸν ἰατρὸν
624τῆς οἰκογενείας καὶ προσλαμβάνουσιν ἄλλους ἰατροὺς, ἐνίοτε δὲ
625καὶ ἀγύρτας, οἱ ὁποῖοι ὑπόσχονται ὅτι δύνανται ταχέως καὶ
626προχείρως νὰ ἀποκαταστήσουν τὴν ὑγείαν τῶν τέκνων των·
627(ἱλαρότης) ὅπως οἱ ἀγαθοὶ αὐτοὶ πατέρες, οὕτω καὶ οἱ χρη-
628στοὶ καὶ φιλόλαοι βασιλεῖς, ἐπιθυμοῦντες νὰ ἄρωσι τὰ προσ-
629κόμματα, τὰ ὁποῖα παρεμβάλλονται εἰς τὴν πρόοδον τῶν ἐθνῶν
630καὶ τὰ ὁποῖα ἡ θεία πρόνοια τοῖς ἐνεπιστεύθη, καὶ νὰ ἴδωσιν αὐτὰ
631μίαν ὥραν ταχύτερον προαγόμενα εἰς τὸν κολοφῶνα τῆς δόξης
632καὶ τῆς εὐημερίας, δίδουσι πολλάκις προσοχὴν εἰς πρόσωπα, τὰ
633ὁποῖα ἔχουν τὴν τόλμην, ἵνα μή τι ἄλλο εἴπω, νὰ κατακρί-
634νουν ὅλους τοὺς ἄλλους καὶ νὰ παριστάνουν, ὅτι μόνοι αὐτοὶ
635εἶνε εἰς θέσιν νὰ πράξωσιν ὅσα οὐδεὶς ἄλλος. Παραμερίζουν
636λοιπὸν τοὺς κυβερνήτας, οἱ ὁποῖοι ὑποδεικνύονται ἐκ τῆς πλειο-
637νοψηφίας καὶ καλοῦν εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων
638ἄλλους· ἀλλὰ καθὼς ἡ οἰκογένεια, προεξάρχοντος τοῦ πα-
639τρὸς, ἐξεγείρεται κατὰ τοῦ παρεισάκτου ἰατροῦ, ὅταν δὲν
640δυνηθῇ νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν ὑγείαν τοῦ πάσχοντος τέκνου,
641οὕτω καὶ αἱ κοινωνίαι καὶ οἱ βασιλεῖς αὐτῶν κατεξανίστανται
642κατὰ τῶν πολιτικῶν ἐκείνων ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν
643μὲν νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν ἐξουσίαν ἄνευ πλειονοψηφίας, δὲν ἠδυνή-
644θησαν ὅμως νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς ἐπαγγελίας των. Κατ’ ἐμὲ,
645κύριοι, οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται κατ’ αὐτὸν τὸν
646τρόπον εἰς τὰ πράγματα, δὲν δύνανται νὰ λέγουν ὅτι ὑπηρετή-
647σαμεν τὸ ἔθνος κατὰ τὰς δυνάμεις μας· ἐκάμαμεν καὶ ἡμεῖς
648ὅ,τι μᾶς ἦτο δυνατόν. Ὄχι, κύριοι, αὐτοὶ εἶνε ὑποχρεωμένοι
649νὰ ἀποδείξουν ὅτι εἶχον εἰς τὸν νοῦν των νὰ ἐκτελέσουν σχέδια,
650τὰ ὁποῖα αἱ κεφαλαὶ τῶν ἄλλων δὲν ἦσαν ἱκαναὶ νὰ συλλάβουν,
651ὅτι ἐπραγματοποίησαν ἔργα μεγάλα καὶ κοινωφελῆ, τὰ ὁποῖα
652οἱ ἄλλοι οἱ διὰ τῆς κανονικῆς ὁδοῦ ἐρχόμενοι εἰς τὴν ἐξουσίαν
653δὲν ἦταν εἰς θέσιν νὰ πραγματοποιήσουν. Τοῦτο μοὶ φαίνεται,
654ὅτι συναισθάνονται πολὺ καλὰ καὶ οἱ πεσόντες ὑπουργοὶ καὶ οἱ
655φίλοι αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι προσεπάθησαν νὰ ἀπο-
656δείξουν ὅτι ἡ πολιτεία αὐτῶν ὑπῆρξε καλλιτέρα ἀπὸ τὴν πο-
657λιτείαν τῶν προκατόχων των· ἀλλὰ πρὸς τοῦτο τί κάμνουν;
658Λαμβάνουν σποραδικά τινα παραδείγματα, καταφεύγουν εἰς ἐ-
659ποχὰς μεμακρυσμένας, καθ’ ἃς ἡ πατρὶς ἡμῶν διετέλει εἰς
660μεγάλας ἀνωμαλίας. Σᾶς λέγουν ὅτι ἐγεννήθησαν σκάνδαλά τινα
661κατὰ τὰς ἐκλογὰς τὸ 1868 καὶ 1872. Ἀλλὰ μήπως δὲν ἐγένοντο
662καὶ ἄλλαι ἐκλογαὶ καὶ μήπως ἐὰν ἐγένοντο ἀδικήματά τινα κατὰ
663τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1868 καὶ 1872, δὲν εἶνε
664πρῶτοι αὐτοὶ καὶ οἱ φίλοι των, οἱ ὁποῖοι τὰ ὑπεστήριξαν διὰ
665τῆς σιωπῆς των καὶ διὰ τῆς ψήφου των; Θέλοντες νὰ ἀποδεί-
666ξουν, ὅτι ἡ διοίκησίς των ὑπῆρξε καλλιτέρα ἀπὸ τὴν διοίκησιν
667τῶν προκατόχων, ἀνατρέχουσιν εἰς τὰ 1865 καὶ 1867, χωρὶς
668νὰ συλλογίζωνται ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὁ τόπος ἡμῶν
669διετέλει εἰς ἀνώμαλον κατάστασιν καὶ διὰ τὴν ὁποίαν οἱ τότε
670κυβερνῶντες δὲν εὐθύνοντο. Δὲν σᾶς εἴπομεν χιλιάκις ἀπὸ τοῦ
671βήματος τούτου, ὅτι τὰς ἀνωμαλίας ἐκείνας ἐγέννησεν ἡ με-
672ταπολίτευσις τοῦ Ὀκτωρίου καὶ ἡ Κρητικὴ ἐπανάστασις;
673Τίς ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ὑπάρχει μεταξὺ ἡμῶν κα-
674νεὶς ὁ ὁποῖος εἶναι μᾶλλον ὑπεύθυνος διὰ τὰ συμβεβηκότα ταῦ-
675τα ἀπὸ τὸν κ. Δεληγεώργην; Δὲν σᾶς εἶπον πέρυσιν ἀκόμη ἐγὼ
676ὅτι κατὰ τὸ 1864 ὑπουργὸς ὢν μετὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου ὑπὸ
677τὸν ἔνδοξον ναύαρχον Κανάρην ἐπροσπαθήσαμεν νὰ ἐμποδίσω-
678μεν τὴν ἐπανάστασιν τῆς Κρήτης. Ἀπεποιήθημεν πᾶσαν συν-
679δρομὴν καὶ συνεβουλεύσαμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ
680κεντήσωσιν αὐτὴν τὴν χορδὴν, ὅτι ὤφειλον νὰ ἡσυχάσωσι. Πότε
681δὲ ἐξεῤῥάγη ἡ Κρητικὴ ἐπανάστασις; κατὰ τὸ 1866· ἀφοῦ δὲ
682ἐξεῤῥάγη μήπως ἠθέλατε νὰ ἀφήσωμεν τὰ γυναικόπαιδα τῆς
683Κρήτης νὰ ἀποθάνουν ἐκ τῆς πείνης καὶ νὰ μένωμεν ἀνάλγητοι
684εἰς τὰς συμφορὰς τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν; Τοιαύτην ἀξίωσιν, κύριοι,
685δὲν πιστεύω νὰ εἶχε κἀνεὶς ἀπὸ ὑμᾶς.
686§33ΔΡΟΣΟΣ. Κύριε Σωτηρόπουλε, ἠμπορῶ νὰ κάμω μίαν ἐρώ-
687τησιν; Νομίζετε ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1866 ὑπενήργησε τὴν
688ἐπανάστασιν τῆς Κρήτης;
689§34ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι παντελῶς, ἄπαγε, ἀλλὰ θέλω νὰ
690εἴπω ὅτι τὰ ἐλλείματα τῶν προϋπολογισμῶν προῆλθον
691ἀπὸ τὴν μεταπολίτευσιν καὶ τὴν ἐπανάστασιν τῆς Κρή-
692της, καὶ δι’ αὐτὰ τὰ δύω ἀντικείμενα δὲν εἴμεθα ἡμεῖς περισ-
693σότερον ἀπὸ ὑμᾶς. Οἱ ἀντιπολιτευόμενοι ὑμᾶς ἐδιοίκησαν τὸ
694κράτος καὶ εἰς μεταγενεστέρας ἐποχὰς, τὸ ἐδιοίκησαν κατὰ τὸ
6951870, τὸ ἐδιοίκησαν κατὰ τὸ 1871, τὸ ἐδιοίκησαν κατὰ τὸ
6961872. Διατί θέλοντες νὰ συγκρίνετε τὴν διοίκησίν σας μὲ
697τὴν διοίκησιν ἐκείνων, δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὰς προσφά-
698τους αὐτὰς ἐποχὰς, ἀλλ’ ὀπισθοδρομεῖτε τόσον μακράν; Λάβε-
699τε ὑπ’ ὄψιν, ἐὰν θέλετε, τὸ 1871, φέρετε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς
700ἐὰν ἔχετε νὰ εἴπητέ τι κατὰ τῆς διοικήσεως καὶ τῆς δικαιοσύ-
701νης τῆς ἐποχῆς ἐκείνης· ὁμολογήσατε, ἐὰν ἦσθε εἰλικρινεῖς, ὅτι
702κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἡ ληστεία κατεδιώχθη, ὅτι ἐψηφίσθη νόμος
703εἰς ὃν χρεωστεῖται ἡ ἐξόντωσις αὐτῆς, διότι ἀφ’ ἧς ὁ νόμος
704ἐκεῖνος ἐψηφίσθη οὐδεὶς νέος λῃστὴς ἀνεφάνη, καὶ ὅταν, κύριοι,
705ἐστείρευσεν ἡ πηγὴ τοῦ κακοῦ, ἀδύνατον ἦτο πλέον νὰ
706ὑπάρξῃ ληστεία, διότι καὶ οἱ λῃσταὶ ἄνθρωποι εἶναι, φονεύ-
707ονται, συλλαμβάνονται, προσέρχονται, ἀποθνήσκουν τέλος πάν-
708των. Ἐξετάσατε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ 1871 καὶ θέλετε ἰδεῖ ὅτι τὸ
7091871 ἐπήρκεσεν εἰς τὰς πληρωμάς του, ὅτι ἔθεσε βάσεις, αἱ ὁποῖαι
710ἠδύναντο νὰ ἐξασφαλίσουν καθ’ ὅλα τὴν ὁμαλὴν πορείαν τῶν
711οἰκονομικῶν.
712Αὐτὰ τὰ ἔτη, ἐὰν θέλετε νὰ ἦσθε εἰλικρινεῖς, πρέπει νὰ λά-
713βετε ὡς ἀφετηρίαν, εἰς ταῦτα ὀφείλατε μάλιστα νὰ προσθέσητε
714τὴν ὀφειλομένην εἰς τὸν χρόνον καὶ εἰς τὴν ἀποκατάστασιν
715τῆς τάξεως πρόοδον, καὶ τότε νὰ ἀποδείξητε τὰς βελτιώσεις,
716τὰς ὁποίας ἐφέρατε καὶ ὄχι μόνον ἁπλᾶς βελτιώσεις, ἀλλὰ
717βελτιώσεις, τὰς ὁποίας δὲν ἦσαν εἰς κατάστασιν οἱ ἀντίπαλοι
718σας νὰ ἐνεργήσουν. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν ἀρνοῦμαι εἰς τὸν κ. Δελη-
719γεώργην οὔτε ἱκανότητα, οὔτε πατριωτισμὸν, τὸν κατακρίνω
720μόνον διότι ἔχει τὸ ἐλάττωμα νὰ θεωρῇ τὰς ἰδιότητας ταύ-
721τας ὡς ἀποκλειστικὸν αὑτοῦ προνόμιον καὶ νὰ τὰς ἀρνῆται εἰς
722ὅλους τοὺς ἄλλους. Ἐπειδὴ δὲ δὲν κατώρθωσε νὰ πιστεύσῃ
723τοῦτο ἡ ἀντιπροσωπεία, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἔχει τὴν ὑπομονὴν,
724διὰ τὴν ὁποίαν ἐπῄνεσε χθὲς πολὺ δικαίως ὁ συνάδελφός του
725κ. Μακρῆς τὸν ἱκανώτατον μὲν ἀλλὰ μετριοφρονέστατον φίλον
726μου κύριον Μίλησην, ἐζήτησε καὶ κατώρθωσε νὰ λάβῃ δι’ ἄλ-
727λων μέσων τὴν ἐξουσίαν μὲ τὴν ἀγαθὴν βεβαίως προαίρεσιν
728τοῦ νὰ πραγματοποιήσῃ ἔργα καὶ σχέδια, τὰ ὁποῖα ἐφρόνει ὅτι
729οἱ ἀντίπαλοι αὐτοῦ, οἱ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης κυβερνήσαν-
730τες τὸν τόπον δὲν ἦσαν ἱκανοὶ οὔτε νὰ συλλάβωσιν, οὔτε νὰ
731πραγματοποιήσωσιν. Ὁ κύριος Δεληγεώργης ἐπίστευσεν ὅτι
732εὔκολον ἦτο νὰ πραγματοποιηθῶσι μεγάλαι βελτιώσεις, τῶν
733ὁποίων ἔχει ἀνάγκην ὁμολογουμένως ὁ τόπος ἡμῶν καὶ τῶν
734ὁποίων ἡ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀναβολὴ ἐφρόνει, ὅτι προήρ-
735χετο ἐξ ἀνικανότητος, ἢ ἐξ ἐλλείψεως καλῆς διαθέσεως τῶν
736κυβερνώντων· ἔκαμε δὲ καὶ μέγα τὸ σφάλμα νὰ δώσῃ πολλὴν
737προσοχὴν εἰς κερδοσκόπους τινας, οἱ ὁποῖοι ἦλθον ἐνταῦθα ἐξ
738ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν, ὅπως σαρώσωσι τὰ ὀλίγα κεφάλαια, τὰ
739ὁποῖα ἐργαζόμενοι καὶ οἰκονομοῦντες ἐπὶ ἥμισυν σχεδὸν αἰῶνα
740κατωρθώσαμεν νὰ ἀποκτήσωμεν.
741Ἀλλ’ ἐκ τῶν ὑστέρων ἀποδείχθη, ὅτι ὁ κ. Δεληγεώργης
742ἐπλανήθη εἰς τὰς σκέψεις του, καὶ ἂν ἐκ φιλοτιμίας δὲν ὁμο-
743λογῇ σήμερον τοῦτο, εἶμαι βέβαιος ὅτι εἰς τὸ βάθος τῆς συ-
744νειδήσεώς του ὡς ἄνθρωπος εὐσυνείδητος τὸ αἰσθάνεται· ὁ κ.
745Δεληγεώργης, εἶμαι βέβαιος, ἐννοεῖ ὅτι κατ’ οὐδὲν ἡ ἔλευσίς του
746εἰς τὰ πράγματα ὠφέλησε τὸν τόπον, νὰ μὴ εἴπω, ὅτι ἐχει-
747ροτέρευσε τὴν κατάστασίν του. Ποῦ εἶναι οἱ ἑπτὰ σιδηρόδρομοι
748τῆς Πελοποννήσου, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιστεύσαμεν ἡμεῖς οἱ κα-
749τοικοῦντες τὰ μεσημβρινὰ παράλια τῆς Πελοποννήσου, ὅτι
750ἠδυνάμεθα ἐν διαστήματι ὀλίγων ὡρῶν νὰ ἀπερχώμεθα εἰς τὰς
751ἐπαρχίας μας; Ποῦ εἶναι ὁ σιδηρόδρομος ἀπὸ Πορτοράφτη εἰς
752Βόνιτσαν, δι’ οὗ ἡ χώρα ἡμῶν ἔμελλε νὰ κατασταθῇ γέφυρα
753μεταξὺ ἀνατολῆς καὶ δύσεως; Ποῦ εἶναι ἡ Κτηματικὴ Τράπε-
754ζα, διὰ τῆς ὁποίας ἤθελεν ἀπαλλαχθῆ ὁ τόπος ἡμῶν ἀπὸ τοὺς
755ὄνυχας τῶν τοκογλύφων; Καὶ αὐτὸς ἀκόμη ὁ σιδηρόδρομος
756τῆς Λαμίας, τοῦ ὁποίου ἡ ἐκτέλεσις ἐθεωρεῖτο ἔργον εὔκολον,
757κινδυνεύει νὰ ναυαγήσῃ, ἐὰν δὲν ἐναυάγησεν ἕως τώρα. Ποῦ
758εἶναι τέλος πάντων τὸ Λαύριον, τὸ Λαύριον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον
759ἡμεῖς μὲν ἐπροσπαθοῦμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου
760ἀξιόλογόν τινα πρόσοδον, ἄλλοι δὲ, οἱ ὁποῖοι ἐσυκοφάντουν
761ἡμᾶς καὶ δὲν ἐφείδοντο οὐδὲ αὐτοῦ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος, τὸ
762παρίστανον ὡς ἀκένωτον θησαυρὸν, ἐκ τοῦ ὁποίου ὄχι μόνον
763τὸ δημόσιον ταμεῖον ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ
764πληρώσῃ ὅλα τὰ χρέη τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ καταργήσῃ πᾶσαν
765φορολογίαν, ἀλλὰ ἤθελε μείνει καὶ ἀρκετὸν περίσσευμα, ὥστε
766ἕκαστος ἐξ ἡμῶν νὰ λαμβάνῃ κατ’ ἔτος ἀξιόλογόν τι μέρισμα,
767ὅπως οἱ παλαιοὶ Ἀθηναῖοι ἐλάμβανον τὰ λεγόμενα θεωρικά.
768Ἀντὶ τῶν ἐπαγγελιῶν καὶ τῶν ἐλπίδων τούτων τὸ Λαύριον
769δὲν ἐχρησίμευσεν εἰς ἄλλο εἰμὴ εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ πτωχοὺς
770καὶ δυστυχεῖς πολλοὺς τῶν συμπολιτῶν μας, νὰ θέσῃ δὲ ἴσως
771εἰς ἀμφιβολίαν καὶ αὐτὴν τὴν μικρὰν πρόσοδον, τὴν ὁποίαν τὸ
772δημόσιον εἶχεν.
773Ἀνακεφαλαιόνων, κύριοι, νομίζω, ὅτι εἰς ἣν κατάστασιν τὰ
774πράγματα εὑρίσκονται, ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ μὴ ἀποκρούσῃ τὴν
775πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον οἱ κύριοι Δηλιγιάννης καὶ
776Λομβάρδος, ὅτι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν πρέπει νὰ συστηθῶσιν
777τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ, τὰ δύω θέματα,
778τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, καὶ νὰ προστεθῇ ὡς τρί-
779τον τὸ περὶ οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ κράτους εἰδικευόμε-
780νον εἰς τὴν ἔρευναν μήπως ἐγένοντο μετατροπαὶ ἢ ὑπερβάσεις
781εἰς τὰς πιστώσεις τοῦ 1873 (εὖγε).
782§35ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριοι,
783ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς φορολογίας
784τῶν προϊόντων τῆς γῆς, τὸ ὁποῖον εἶναι ὅμοιον τῶν παρελθόν-
785των ἐτῶν μέ τινας τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἐθεώρησα ἀναγ-
786καίας πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου καὶ τοῦ
787φορολογουμένου λαοῦ· παρακαλῶ δὲ τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονο-
788μικῶν, νὰ καταστήσῃ αὐτὸ ὥριμον ὅσον οἷόν τε ταχύτερον διὰ
789τῆς ὑποβολῆς τῆς ἐκθέσεώς της εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐπιλη-
790φθῇ αὕτη τῆς συζητήσεως καὶ ἐπιψηφίσεώς του, διότι ὁ καιρὸς
791κατεπείγει. Ἔχει δὲ ὡς ἕπεται·
792Πρὸς τὴν Βουλήν.
793Εἰσάγω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων
794τῆς γῆς διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος νομοσχέδιον καὶ παρακαλῶ αὐτὴν
795νὰ τὸ ψηφίσῃ.
796Παρατηρῶ δὲ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ περιέχει τὰς ἀκολού-
797θους μεταβολὰς καὶ προσθήκας, θεωρηθείσας ἐκ τῆς ἄχρι τοῦδε
798ἐφαρμογῆς ἀπολύτως ἀναγκαίας καὶ δικαίας.
799Αʹ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 8.
8001) Ἠλαττώθη ἡ φορολογία τῶν κικκιδίων ἀπὸ 25 εἰς 15
801λεπτὰ, διότι τὸ βαρὺ τοῦ φόρου ἔδιδε χώραν εἰς καταχρήσεις.
8022) Ἐπεξετάσθη εἰς ὅλον τὸ Κράτος ἡ κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἢ
803μεταφορὰν φορολογία τοῦ καπνοῦ, τῶν λεμονίων, τῶν πορτοκαλ-
804λίων καὶ τῶν κίτρων ἀντὶ τῆς ἀμέσου φορολογίας.
805Ἡ φορολογία τοῦ καπνοῦ, πλὴν τῶν ἐπαρχιῶν Ναυπλίας καὶ
806Ἄργους, ηὐξήθη εἰς λεπτὰ 15 ἀπὸ 12, τῶν δὲ λεμονίων εἰς δρ.
8071 καὶ λεπτὰ 50 ἀπὸ δραχ. 1, θεωρηθείσης τῆς αὐξήσεως ταύτης
808ὡς πρὸς τὰς τρεχούσας τιμὰς τῶν προϊόντων αὐτῶν δικαίας.
8093) Τῶν σαρωμάτων ἡ φορολογία μετεβλήθη εἰς ἔμμεσον, προσ-
810διορισθεῖσα εἰς λεπτὰ 12 ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς.
8114) Ὁ φόρος τῶν σταφυλῶν ηὐξήθη ἀπὸ 1 εἰς 2 λεπτὰ τὴν
812ὀκᾶν.
813Βʹ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 9.
814Περιελήφθησαν ποιναὶ διὰ τὰς τελωνειακὰς παραβάσεις ὡς
815πρὸς τὰ ἀποδίδοντα τὸν ἔγγειον φόρον προϊόντα εἰς τὰ τελωνεῖα
816Γʹ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 11.
817Τὰ Λακωνικὰ προϊόντα ἐθεωρήθη ἀσφαλέστερον καὶ δικαιό-
818τερον νὰ διατίθενται δι’ ἐνοικιάσεως.
819Δʹ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 15.
820Περιελήφθη ὡσαύτως διάταξις ἵνα διοικητικῶς ἐκποιῶνται οἱ
821ἄνευ ἀδείας ὑπὸ τῶν ἐνοικιαστῶν εἰσπραττόμενοι φόροι ἐπὶ τῶν
822δημητριακῶν καρπῶν, ὡς ὑποκειμένων εἰς φθορὰν, καθόσον ἡ μέ-
823χρι τοῦδε γενομένη δικαστικῶς ἐκποίησις τούτων ἐπροξένει ὡς
824ἐκ τῆς ἀναβολῆς ζημίας.
825Εʹ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 17.
826Περιελήφθη πειθαρχικὴ ποινὴ διὰ τοὺς μὴ ἐμπροθέσμως, κατὰ
827τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ ΣΟΖʹ. παγίου νόμου, παραδί-
828δοντας εἰς τὸν ἔφορον τὰ στελέχη τῶν διπλοτύπων ἐνοικιαστὰς,
829καθόσον ἡ μέχρι τοῦδε δικαστικὴ καταδίωξις δὲν ἔφερεν αἴσια
830ἀποτελέσματα.
831Καὶ Ϛʹ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 18.
832Περιελήφθη διάταξις διὰ τὰς ἐκ θεομηνίας ζημίας τῶν ἐνοι-
833κιαστῶν πρὸς ἀποφυγὴν δικῶν.
834Ἐν Ἀθήναις, τὴν 22 φεβρουαρίου 1874.
835Ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς
836Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ.
837ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ
838Περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς διὰ τὸ ἔτος 1874.
839Ἄρθρον 1.
840Διὰ τὸ ἔτος 1874 ὅ,τε ἔγγειος φόρος καὶ τὸ δικαίωμα τῆς
841ἐπικαρπίας ὁρίζεται ὡς ἀκολούθως·
842Περὶ τῶν δι’ ἐνοικιάσεως διατιθεμένων.
843Ἄρθρον 2.
844Οἱ δι’ ἐνοικιάσεως διατιθέμενοι ὅ,τε ἔγγειος φόρος καὶ τὸ
845δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας προσδιορίζονται·
846α) Ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἔγγειος φόρος 8%,
847δικαίωμα ἐπικαρπίας 15%.
848β) Ἐπὶ τοῦ ἐλαίου καὶ τῶν ἐλαιῶν ἔγγειος φόρος, ἐπὶ μὲν
849τοῦ ἐλαίου 10%, ἐπὶ δὲ τῶν ἐλαιῶν ὅσαι χρησιμεύου-
850σιν εἰς βρῶσιν ἢ παράγονται εἰς δήμους, ἔνθα δὲν ὑπάρχουσιν
851ἐλαιοτριβεῖα, λεπτὰ 3 τὴν ὀκᾶν. Δικαίωμα ἐπικαρπίας 10%
852εἰς ἔλαιον καὶ λεπτὰ 3 τὴν ὀκᾶν ἐπὶ τῶν εἰς βρῶσιν χρησί-
853μων ἐλαιῶν. Ὅταν ὁ ἐπὶ τοῦ ἐλαίου ἔγγειος φόρος εἰσπράττεται
854διὰ λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου, ὁρίζεται οὗτος εἰς λεπτὰ 12 τὴν ὀ-
855κᾶν.
856γ) Δικαίωμα ἐπικαρπίας ἐπὶ τοῦ προϊόντος τῶν ἐθνικοϊδιο-
857κτήτων σταφιδαμπέλων 10%.
858δ) Τὸ ἀπὸ σταφιδαμπέλων γλεῦκος (μοῦστος) φορολογεῖται
859τὸ μὲν ἐξ ἰδιοκτήτων πρὸς λεπτὰ 30, τὸ δὲ ἐξ ἐθνικοϊδιοκτή-
860των πρὸς λεπτὰ 60 ἀνὰ πᾶσαν βαρέλαν ἐξ ὀκάδων 48 συγκει-
861μένην.
862Καὶ ἡ μὲν διάθεσις τῆς προσόδου ταύτης γίνεται δι’ ἐνοικιά-
863σεως, ἡ δὲ βεβαίωσις τοῦ ποσοῦ γίνεται ἐν τοῖς οἰνοδοχείοις
864διὰ καταμετρήσεως αὐτῶν.
865ε) Ἐπὶ τῆς ῥητίνης, κατράμης, ἀσβέστου καὶ λοιπῶν δασι-
866κῶν προϊόντων, πλὴν τοῦ πρινοκοκείου ἔγγειος φόρος 10%.
867Δικαίωμα ἐπικαρπίας ἐπὶ τῆς ἐξ ἐθνικῶν δασῶν παραγομέ-
868νης ῥητίνης 15%. Ὁ κατὰ τὸ ἄρθρον 33 τοῦ ΣΟΖʹ. νόμου
869προσδιορισμὸς τῆς τιμῆς τῆς ῥητίνης γίνεται κατὰ μῆνα, τὸ
870δὲ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δύναται ἐξ ἐπαγγέλματος ἢ
871κατ’ αἴτησιν τῶν ἐχόντων συμφέρον νὰ μεταῤῥυθμίσῃ τὴν τιμὴν
872ταύτην.
873Ἄρθρον 3.
874Δὲν ὑποβάλλονται εἰς δικαίωμα ἐπικαρπίας αἱ ἀσκεπεῖς
875ἐθνικαὶ καὶ ἐκκλησιαστικαὶ γαῖαι, δι’ ἃς τὸ παραχωρητήριον
876παρεδόθη τοῖς δικαιούχοις πρὸ τῆς ά. Ἀπριλίου 1874.
877Ἄρθρον 4.
878Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν προσδιορίζεται εἰς 5%.
879Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν μεταλλείων 5 0,0, ἐπὶ δὲ τῶν ὀρυχείων καὶ
880λατομείων 10%, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ΧϞ νόμου τῆς
88122 Αὐγούστου 1861 καὶ τοῦ ἀπὸ 15 8βρίου 1863 θεσπί-
882σματος.
883Ὁ στρεμματικὸς φόρος τῶν λεπτῶν τριῶν πληρόνεται τὴν
88431 Δεκεμβρίου ἑκάστου ἔτους· ὁ φόρος δὲ διὰ τὸ πρῶτον ἔτος
885τῆς παραχωρήσεως ὑπολογίζεται καὶ πληρόνεται ἀναλόγως τοῦ
886χρονικοῦ διαστήματος.
887Περὶ τῶν κατὰ στρέμμα καὶ κατὰ δένδρον
888φορολογουμένων κτημάτων.
889Ἄρθρον 5.
890Ὁ ἔγγειος φόρος καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας ἐπὶ τῶν
891κατὰ στρέμμα καὶ κατὰ δένδρον φορολογουμένων κτημάτων κα-
892νονίζεται ἀναλόγως τῆς κατὰ μέσον ὅρον ἐτησία προσόδου ὡς
893ἑξῆς·
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
894 Δικαί-
895 Ἔγγειος ωμα ἐ-
896Εἶδος κτήματος Κατὰ μέσον ὅρον ἐτησία φόρος πικαρ.
897ἢ προϊόντος. πρόσοδος Δ.Λ. Δ.Λ.
898
899Ἄμπελοι Μέχρι τῶν δρ. 10 70 70
900 Ἀπὸ δρ. 11 ἕως 20 150 150
901 » » 21 » 30 250 250
902 » » 31 » 40 350 350
903 » » 41 καὶ ἐπέκεινα 450 450
904Περιβόλια Ἔλαττον τῶν δρ. 45 3 3
905 Ἀπὸ δρ. 45—74 6 6
906 » » 75 » 104 9 9
907 » » 105 καὶ ἐπέκεινα 12 12
908Ἀμυγδαλέαι Ἄνευ διακρίσεως ποιότητος 2 2
909Λαχανόκηποι, συκιῶ-Ἔλαττον τῶν δρ. 45 240 450
910νες, γεώμηλα, κρόμ-Ἀπὸ δρ. 45—64 440 825
911μυα καὶ σκόροδα » » 65 καὶ ἐπέκεινα 640 12
912Γρασίδια καὶ τρι- Ἔλαττον τῶν δρ. 30 160 3
913φύλλια Ἀπὸ δρ. 30 καὶ ἐπέκεινα 280 525
914Κοκκάρια Ἔλαττον τῶν δρχ. 30 2 375
915 Ἀπὸ δρ. 30 ἕως 49 320 6
916 » » 50 » 69 480 9
917 » » 70 καὶ ἐπέκεινα 640 12
918Βαμβάκια Ἔλαττον τῶν δρ. 20 90
919 Ἀπὸ δρ. 20 ἕως 29 180
920 » » 30 » 39 270
921 » » 40 καὶ ἐπέκεινα 360
922Καπνὰ Ἔλαττον τῶν δρ. 30 375
923 Ἀπὸ δρ. 30 ἕως 49 6
924 » » 50 » 69 9
925 » » 70 καὶ ἐπέκεινα 12
926Ἐθνικοϊδιόκτητα Κατὰ δένδρον τῶν συμπληρωσάν-
927μωρεόδενδρα των τὸ 5ον ἔτος τῆς ἡλικίας 5
928Ἄρθρον 6.
929Ἐὰν ἀποδειχθῇ διὰ πιστοποιητικοῦ τοῦ ἁρμοδίου δημάρχου
930ὅτι ἄμπελοι ἢ περιβόλια ἐσημειώθησαν ἐπ’ ὀνόματι ἄλλου ἢ τὸν
931πραγματικὸν ἰδιοκτήτην ἢ κάτοχον, τὰ πρωτόκολλα τῆς κατα-
932μετρήσεως καὶ τῆς κατατάξεως αὐτῶν θεωροῦνται ἰσχυρὰ καὶ
933ὑποχρεωτικὰ διὰ τὸν τελευταῖον τοῦτον.
934Ἄρθρον 7.
935Αἱ περὶ δηλώσεως διατάξεις τοῦ ΣΟΖʹ. παγίου νόμου ἐφαρ-
936μόζονται καὶ διὰ τὰ ἐξ ἐθνικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν
937παραγόμενα βαμβάκια καὶ καπνὰ, ὡς καὶ ἐπὶ τῶν ἀμπέλων
938ὁμοίας ἰδιότητος τῶν νήσων Θήρας, Θηρασίας, Αἰγίνης, Κέας,
939Κύθνου, Μυκόνου, Σερίφου, Πάρου, Ἀντιπάρου καὶ Σκοπέλου
940ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας.
941Περὶ τῶν εἰς τὰ τελωνεῖα εἰσπραττομένων φόρων.
942Ἄρθρον 8.
943Ὁ ἐπὶ τῶν κατωτέρω προϊόντων ἔγγειος φόρος καὶ τὸ δι-
944καίωμα τῆς ἐπικαρπίας κανονίζονται κατὰ τοὺς ἑπομένους
945πίνακας·
946ά.) Προϊόντα φορολογούμενα κατὰ τὴν ἐξαγωγήν.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
947 Ἔγγειος
948Εἶδος προϊόντος φόρος
949 Δραχ.Λ.
950
9511) Σταφὶς δι’ ἑκάστην χιλιάδα ἐνετικῶν λιτρῶν
952διὰ μὲν τὰς ἐπαρχίας Καλαμῶν, Μεσσήνης, Πυλίας,
953Ὀλυμπίας καὶ Ἠλείας ἀνὰ δρ. 11
954ὁσάκις ἡ φόρτωσις γίνεται ἔν τινι λιμένι τῆς ἐ-
955παρχίας διὰ τὸ ἐξωτερικὸν, ἀλλ’ ἐξαιρετικῶς ἡ φόρ-
956τωσις τῆς σταφίδος τῆς ἐπαρχίας Ὀλυμπίας δύνα-
957ται νὰ γείνῃ καὶ ἐν Κατακώλῳ τῆς Ἠλείας.
958Δι’ ὅλας δὲ τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας ἀνὰ δρ. 13
9592) Βαμβάκια κατὰ καντάριον,
960Ἐπὶ μὲν τοῦ καθαροῦ 9
961Ἐπὶ δὲ τοῦ ἀκαθαρίστου 3
9623) Κουκούλια ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς 150
963καὶ βʹ.) προϊόντα φορολογούμενα κατά τε τὴν ἐξαγωγὴν καὶ τὴν
964διὰ θαλάσσης μεταφοράν.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
965 Ἔγγειος Ἔγγειος φόρος καὶ
966 φόρος δικαίωμα ἐπικαρπίας
967Εἶδος προϊόντος Δρ.Λ. Δρ.Λ.
968
9691) Βαλανίδια ἐφ’ ἑκάστου κανταρίου,
970ἀ. Διὰ τὸν Νομὸν Λακωνίας, Ἀττικὴν, Ἄν-
971δρον καὶ Κέαν 120
972βʹ. Δι’ ὅλα τὰ λοιπὰ μέρη τοῦ Κράτους 250
9732) Κικίδια ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς 15
9743) Πρινοκόκκιον » » 3
9754) Ῥιζάριον ἐφ’ ἑκάστου κανταρίου 3
9765) Ξηρὰ σῦκα 150
9776) Δικαίωμα ἐπικαρπίας ἐπὶ τῶν ἐθνικοϊδιο
978κτήτων σύκων τῶν ἐπαρχιῶν Καλαμῶν,
979Μεσσήνης, Ἐπ. Λιμηρᾶς καὶ Πυλίας κατὰ
980στατῆρα 150
9817) Λεμόνια ἐφ’ ἑκάστης χιλιάδος δι’ ὅλον τὸ Κράτος 150
9828) Πορτοκάλια » » » 2 2
9839) Μανταρίνια » » » 2
98410) Κίτρα ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς 03
98511) Οἶνος Θήρας, Θηρασίας, Αἰγίνης, Κέας,
986Κύθνου, Μυκόνου, Σερίφου, Πάρου, Ἀντιπά-
987ρου καὶ Σκοπέλου ἐφ’ ἑκάστης βαρέλλας ἐκ
98848 ὀκάδων συγκειμένης 120
98912) Μοῦστος τῶν ἀνωτέρων μερῶν ἐφ’ ἑκά-
990στης ὁμοίας βαρέλλας 60
99113) Σταφυλλαὶ τῶν αὐτῶν μερῶν ἐφ’ ἑκάστης
992ὀκᾶς 02
99314) Καπνὸς τῶν ἐπαρχιῶν Ναυπλίας καὶ Ἄρ-
994γους ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς 07
995Τῶν δὲ λοιπῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους ἐφ’
996ἑκάστης ὀκᾶς 15
99715) Σαρώματα ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς 12
998Τὰ μέχρι τέλους τοῦ παρελθόντος ἔτους 1873 ἰσχύοντα πρωτό-
999κολλα ἐκτιμήσεως τῶν παραχθέντων ἀπὸ ἰδιόκτητα συκόδενδρα
1000σύκων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Καλαμῶν καὶ Μεσσήνης, Ἐπιδαύρου
1001Λιμηρᾶς καὶ Πυλίας εἰσὶν ἔγκυρα καὶ ὁριστικὰ καὶ διὰ τὴν φο-
1002ρολογίαν τρ. ε. 1874· ἐπιτρέπεται μ’ ὅλον τοῦτο τοῖς ἰδιο-
1003κτήταις νὰ ζητήσωσι νέαν ἐκτίμησιν ἀναφερόμενοι ἐνώπιον τῆς
1004διοικητικῆς ἀρχῆς ἀπὸ τῆς ά Μαΐου μέχρι τῆς 30 Ἰουνίου. Ἐν-
1005τὸς τῆς αὐτῆς προθεσμίας ὑποχρεοῦνται καὶ οἱ νέοι ἰδιοκτῆται
1006νὰ ζητήσωσι τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἰδιοκτήτων συκοδρέδρων των.
1007Γενικὴν ἢ καὶ σποραδικὴν ἐκτίμησιν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐνερ-
1008γήσῃ καὶ τὸ δημόσιον, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρ. 1 τοῦ
1009ΡΜΑ νόμου τοῦ 1866 καὶ ἐντὸς τῆς ὁριζομένης ὑπ’ αὐτοῦ
1010προθεσμίας, ἥτις ἐν ἀνάγκῃ, τῇ προτάσει τοῦ ἐφόρου, δύναται
1011νὰ παραταθῇ δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
1012Τὰ καπνὰ καὶ τὰ σαρώματα φορολογοῦνται καὶ κατὰ τὴν
1013διὰ ξηρᾶς ἀπὸ τοῦ τόπου τῆς παραγωγῆς εἰς ἑτέραν ἐπαρχίαν
1014μεταφοράν των, ἥτις ἐπιτρέπεται μόνον τῇ ἐγγράφῳ ἀδείᾳ τοῦ
1015ἁρμοδίου Οἰκονομικοῦ ἐφόρου, ἐκδιδομένῃ μετὰ προηγουμένην
1016πληρωμὴν τοῦ ἐγγείου φόρου εἰς τὸ ἁρμόδιον ταμεῖον καὶ ὁρι-
1017ζούσῃ τὸν χρόνον τῆς ἰσχύος αὐτῆς ἀναλόγως τῆς ἀποστάσεως
1018τοῦ τόπου τῆς μεταφορᾶς.
1019Ὁσάκις δὲ τὰ προϊόντα ταῦτα, πληρώσαντα ἤδη τὸν ἔγγειον
1020φόρον, πρόκειται ν’ ἀποταμιευθῶσιν εἰς ἕτερον τῆς παραγωγῆς
1021των τόπον πρὸς βραδυτέραν ἐκεῖθεν ἐξαγωγὴν ἢ μεταφοράν, ἐ-
1022φαρμόζονται ἀναλόγως αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 66 τοῦ τελω-
1023νειακοῦ νόμου.
1024Ἄρθρον 9.
1025Διὰ τ’ ἀποδίδοντα τὸν ἔγγειον φόρον εἰς τὰ τελωνεῖα κατὰ
1026τὴν ἐκτὸς τοῦ Κράτους ἐξαγωγὴν προϊόντων γῆς ἢ μεταλλείων
1027δίδεται ὑπὸ τοῦ φορτωτοῦ ἐγγύησις ἀξιόχρεως, κατὰ τὰς δια-
1028τάξεις τοῦ τελων. νόμου, ἐπὶ χαρτοσήμου τάξεως δραχμῆς, ὁ-
1029σάκις μεταφέρωνται ταῦτα ἀφ’ ἑνὸς εἰς ἄλλον λιμένα τοῦ Βα-
1030σιλείου· διὰ τὰ δασικὰ δὲ προϊόντα παραδίδεται εἰς τὴν τελων.
1031ἀρχὴν καὶ ἡ περὶ ὑλοτομίας τούτων δασονομικὴ ἄδεια. Τὰ
1032προϊόντα ταῦτα ὡς καὶ τ’ ἀποδίδοντα τὸν ἔγγειον φόρον, κατὰ
1033τὴν μεταφορὰν λαθραίως ἐξαγόμενα εἴτε μεταφερόμενα ἢ καὶ
1034μὲ ἄδειαν ἐκπρόθεσμον, ὑπόκεινται εἰς πληρωμὴν ὀκταπλοῦ ἐγ-
1035γείου φόρου ἐπιβαλλομένου κατὰ τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ
1036τελωνειακοῦ νόμου ὑπὸ τοῦ πλησιεστέρου οἰκον. ἐφόρου ἢ τε-
1037λων. ἀρχῆς. Ἐὰν δὲ κατὰ τὴν μεταφορὰν τῶν ἀνωτέρω προϊόντων
1038παρουσιασθῇ διαφορὰ ἐπὶ πλέον ἢ ἐπὶ ἔλαττον εἴτε κατὰ τὴν
1039φόρτωσιν εἴτε κατὰ τὴν ἀποβίβασιν, ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις
1040τοῦ ἄρθρ. 1 τοῦ ἀπὸ 7 Αὐγούστου 1861 ΧΞΘ νόμου.
1041Τὸ τρίτον τῆς ποινῆς ἀποδίδεται εἰς τὸν ἀνακαλυπτὴν τοῦ
1042λαθρεμπορίου καὶ πάσης ἄλλης παραβιάσεως.
1043Ἄρθρον 10.
1044Ἡ φορολογία ἐν Ἑπτανήσῳ διατηρεῖται οἵα κατὰ τὸ 1866
1045ἐπιβάλλεται δὲ δασμὸς εἰσπραττόμενος εἰς τὰ τελωνεῖα κατὰ
1046τὴν ἐξαγωγὴν καὶ τὴν διὰ θαλάσσης μεταφοράν, α) ἐπὶ τοῦ
1047σάπωνος πρὸς λ. 6 κατ’ ὀκὰν καὶ β) ἐπὶ τῆς ἐλαιώδους ὕλης,
1048ἥτις παράγεται δι’ ἀτμομηχανῶν ἀπὸ ἀχρήστους ἐλαιοπυρῆ-
1049νας, πρὸς λεπ. 2 κατ’ ὀκάν.
1050Περὶ τῶν Λακωνικῶν προϊόντων.
1051Ἄρθρον 11.
1052Ὁ ἔγγειος φόρος ἐπὶ τῶν προϊόντων τῶν δύω ἐπαρχιῶν
1053Οἰτύλου καὶ Γυθείου διατίθεται δι’ ἐνοικιάσεως καὶ βεβαιοῦται
1054τῇ συμπράξει τοῦ ἐνοικιαστοῦ κατὰ τὰς οἰκείας διατάξεις τοῦ
1055ΣΟΖʹ. παγίου νόμου ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας τελων. ἀρχῆς, παρ’ ἧς
1056καὶ εἰσπράττεται.
1057Προσδιορίζεται δὲ ὡς ἑξῆς·
10581) Ἐπὶ τοῦ ἐλαίου λεπτὰ 12 τὴν ὀκὰν καὶ 2 ἐπὶ τῶν λοι-
1059πῶν προϊόντων, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ γλεύκους (μούστου)
1060ἢ οἴνου 10% εἰς χρήματα κατὰ τὴν ἀγοραίαν τιμήν.
1061Ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν ὡσαύτως κατὰ τὴν ἀγοραίαν
1062τιμὴν εἰς χρήματα 8%.
1063Τὰ ἐκ τῶν λιμένων τῶν ἐπαρχιῶν Οἰτύλου καὶ Γυθείου ἐξα-
1064γόμενα ἢ μεταφερόμενα δέρματα ἀποδίδουσι τὸν φόρον ἄνευ
1065διακρίσεως ἡλικίας τῶν ζώων, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου
106615 τοῦ ΥΜʹ. νόμου περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν ἐπὶ
1067τῶν ζώων καὶ μελισσίων φόρων.
1068Ἐὰν δὲ κατὰ τὴν δημοπρασίαν δὲν παρουσιασθῇ ἀνάλογον
1069ἐνοίκιον, ἡ πρόσοδος εἰσπράττεται διὰ λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου.
1070Γενικαὶ διατάξεις.
1071Ἄρθρον 12.
1072Τοὺς ἀγραμμάτους φορολογουμένους δι’ ὅλας τὰς ἐν τῷ
1073ἄρθρῳ 10 τοῦ ΣΟΖʹ. νόμου περιπτώσεις ὡς καὶ τοὺς ἀρνουμέ-
1074νους νὰ ὑπογράψωσι τὰ στελέχη τῶν διπλοτύπων τῆς φορο-
1075λογίας τῶν προϊόντων ἐν γένει ὑπογράφουσι δύω μάρτυρες, ἐξ
1076ὧν ὁ εἷς πρέπει νὰ ᾖναι ὁ ἱερεὺς τοῦ οἰκείου χωρίου ἢ ἐν ἐλ-
1077λείψει ἢ ἀπουσίᾳ τούτου, τοῦ πλησιεστέρου χωρίου, ἢ δημοτ.
1078σύμβουλος ἢ δημαρχιακὸς ἢ εἰδικὸς ἢ εἰρηνοδικειακὸς πάρεδρος.
1079Οἱ ἐνοικιασταὶ ἀποστέλλοντες τὰ στελέχη τῶν διπλο-
1080τύπων εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον, κατὰ τὸ ἄρθρον 13 τοῦ ΣΟΖ.
1081παγίου νόμου, ὑποχρεοῦνται νὰ συνωδεύωσι ταῦτα μὲ καταλόγους
1082εἰς διπλοῦν, ἐξ ὧν τὸ ἓν ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος ὀφείλει νὰ
1083παραπέμψῃ ἐπὶ ἀποδείξει εἰς τὸν ἁρμόδιον δήμαρχον, ἵνα δημο-
1084σιεύηται ἀμέσως εἰς τὸ οἰκεῖον τμῆμα ἢ χωρίον πρὸς γνῶσιν τῶν
1085φορολογουμένων.
1086Ἄρθρον 13.
1087Αἱ κατὰ τῆς διοικητικῆς ἐκτελέσεως τῶν περιεχόντων ἀντιῤ-
1088ῥήσεις καὶ ὡς πρὸς τὴν ἰδιότητα τῶν ἐθνικῶν καὶ ἐκκλη-
1089σιαστικῶν ἀγρῶν διπλοτύπων ἀνακοπαὶ ἀπευθύνονται κατὰ τῶν
1090ἐνοικιαστικῶν· ἁρμόδια νὰ δικάσωσι τὰς ἀνακοπὰς εἰσὶ τὰ
1091εἰρηνοδικεῖα τῆς περιφερείας ἔνθα κεῖνται οἱ ἀγροὶ, οἱ δὲ ἐνοι-
1092κιασταὶ ὀφείλουσιν ἐν τῷ τόπῳ τῶν δικαστηρίων τούτων νὰ διορί-
1093σωσιν ἀντίκλητόν των, γνωστοποιοῦντες τοῦτον εἰς τὸν γραμ-
1094ματέα τοῦ ἁρμοδίου εἰρηνοδικείου· ἄλλως, θεωρεῖται τοιοῦτος
1095ὁ γραμματεὺς τοῦ ἰδίου δακαστηρίου, πρὸς ὃν γίνονται αἱ κοινο-
1096ποιήσεις. Ἡ ἐνώπιον τοῦ ἀνωτέρου δικαστηρίου διαδικασία με-
1097ταξὺ τῶν ἐνοικιαστῶν καὶ τῶν φορολογουμένων γίνεται ἐφ’
1098ἁπλοῦ χάρτου, ἡ δ’ ἐκδοθησομένη ἀπόφασις δὲν ἀποτελεῖ δεδι-
1099κασμένον οὔτε ὑπὲρ, οὔτε κατὰ τοῦ δημοσίου.
1100Ἄρθρον 14.
1101Οἱ ταμίαι, οἰκονομ. ἔφοροι καὶ εἰσπράκτορες ὀφείλουσι
1102λογοδοσίαν πρὸς τοὺς ἐνοικιαστάς· οἱ ἐνοικιασταὶ θεωροῦνται
1103ὑπεύθυνοι καὶ καταδιώκονται οὐ μόνον διὰ τὰ καθαρὰ ἐλλείμ-
1104ματά των, ἀλλὰ καὶ δι’ ὅσους φόρους δὲν πληρώσωσι μέχρι
1105τοῦ πέρατος τῆς συγκομιδῆς οἱ φορολογούμενοι.
1106Ἐν τούτοις πᾶς ἐνοικιαστὴς δημητριακῶν καρπῶν ἔχει τὸ
1107δικαίωμα ἐντὸς δέκα πέντε ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ πέρατος τῆς συγ-
1108κομιδῆς νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον ὀνομαστι-
1109κὸν κατάλογον τῶν τοιούτων καθυστερημάτων καὶ νὰ ζητήσῃ
1110ν’ ἀνατεθῇ ἡ εἴσπραξις εἰς αὐτὸν ἢ εἰς ἄλλο ἐγγράματον πρό-
1111σωπον τῆς ἐκλογῆς του ὑπ’ εὐθύνην του.
1112Ὁ κατάλογος ἐξελεγχθεὶς παρὰ τοῦ ἐφόρου, κηρύσσεται ἐκτε-
1113λεστὸς καὶ διευθύνεται πρὸς τὸν ταμίαν, ὅστις ὀφείλει νὰ
1114διορίσῃ εἰσπράκτορα τὸν ἐνοικιαστὴν ἢ τὸν παρ’ αὐτοῦ προ-
1115ταθέντα.
1116Ὁ εἰσπράκτωρ οὗτος οὔτε μισθὸν λαμβάνει, οὔτε ποσοστά·
1117θεωρεῖται δὲ ὡς δημόσιος ὑπόλογος καὶ ὀφείλει νὰ ἐμβάζῃ τα-
1118κτικῶς τὰ εἰσπραττόμενα χρήματα εἰς τὸ ταμεῖον, ὑποκείμενος
1119διὰ πᾶσαν κατακράτησιν χρημάτων ἢ ἄλλην παράβασιν εἰς τὰς
1120διατάξεις τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου.
1121Διὰ τὰ τοιαῦτα καθυστερήματα χρεοῦνται οἱ φορολογούμενοι
1122ὡς καὶ οἱ ἐνοικιασταὶ διὰ τὰ καθαρὰ ἐλλείμματα ἐπὶ τῇ βάσει
1123τοῦ ἰσχύοντος μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ πέρατος τῆς συγκομιδῆς
1124πρωτοκόλλου τῆς τιμῆς τῶν σιτηρῶν καὶ ὑπόκεινται ἀπὸ τῆς
1125ἐποχῆς ταύτης εἰς τὸν τῆς ὑπερημερίας τόκον.
1126Διὰ τὰ καθυστερήματα τῶν φορολογουμένων, διὰ τὰ ὁποῖα
1127ἀπεστάλη ὀνομαστικὸς κατάλογος εἰς τὸν ταμίαν, ἀναστέλλεται
1128ἡ καταδίωξις κατὰ τοῦ ἐνοικιαστοῦ ἐπὶ 5 μῆνας, λογιζομένους
1129ἀπὸ τοῦ πέρατος τῆς συγκομιδῆς.
1130Ἐὰν δὲ οὗτος ἢ ὁ παρ’ αὐτοῦ προταθεὶς δὲν κατορθώσῃ εἰς τὸ
1131διάστημα τοῦτο νὰ τὰ εἰσπράξῃ καὶ παραδώσῃ ὁλοσχερῶς εἰς
1132τὸ ταμεῖον, καταδιώκεται διὰ τὸ ὑπόλοιπον.
1133Ἄρθρον 15.
1134Τοὺς κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ ΣΟΖʹ. νόμου εἰσ-
1135πραχθέντας ὑπὸ τῶν ἐνοικιαστῶν ἀπ’ εὐθείας φόρους κατάσχει
1136καὶ ἐκποιεῖ τὸ δημόσιον διοικητικῶς διὰ μονοημέρου δημο-
1137πρασίας διὰ λογαριασμὸν τοῦ ἐνοικιαστοῦ, ὑποχρέου εἰς τὴν
1138πληρωμὴν τῶν σχετικῶν ἐξόδων· τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δη-
1139μοπρασίας ταύτης ἐγκρίνεται ὑπὸ τῆς ἐπιτοπίου διοικητικῆς
1140ἀρχῆς, τοῦ ἐφόρου καὶ τοῦ ταμία.
1141Ἄρθρον 16.
1142Αἱ ἐπὶ τοῦ ἀπὸ 7 Ἀπριλίου 1855 ΣΟΖʹ. νόμου ἐπελθοῦσαι
1143τροποποιήσεις διὰ τοῦ ἀπὸ 24 Μαΐου 1863 ψηφίσματος τῆς
1144Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, καὶ τοῦ ἀπὸ 8 Ἰανουαρίου 1866 νόμου
1145διατηροῦνται ἐν ἰσχύϊ καθόσον δὲν ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸν πα-
1146ρόντα νόμον.
1147Ἄρθρον 17.
1148Οἱ ἐνοικιασταὶ τιμωροῦνται μὲ πρόστιμον δραχ. 50–200,
1149ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν δὲν ἀπο-
1150στείλωσιν εἰς τὸν οἰκονομ. ἔφορον τὰ στελέχη τῶν διπλοτύπων
1151βιβλίων ἐμπροθέσμως, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ
1152ΣΟΖʹ. νόμου· ἀλλ’ ἐὰν ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς κοινοποιή-
1153σεως τῆς πειθαρχικῆς ἀποφάσεως δὲν παραδώσωσι τὰ ἀνωτέρω
1154στελέχη, τιμωροῦνται μὲ χρηματικὴν ποινὴν δραχ. 200–500,
1155ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου ποινικοῦ δικαστηρίου.
1156Ἄρθρον 18.
1157Τὸ δημόσιον οὐδόλως ἐνέχεται διὰ ζημίας τοῦ ἐνοικιαστοῦ
1158τῶν δημοσίων προσόδων, συμβάσας μετὰ τὸ πέρας δημοπρασίας
1159ἐκ θεομηνίας ἢ ἄλλης τινὸς αἰτίας.
1160Ἄρθρον 19.
1161Ὁ νόμος περὶ φόρου ἐπιτηδευμάτων δὲν ἐφαρμόζεται ἐν ταῖς
1162Ἰονίοις νήσοις καὶ κατὰ τὸ 1874.
1163Ἄρθρον 20.
1164Ἐξαιροῦνται τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς
1165ἐπικαρπίας·
11661) Αἱ ἄμπελοι μέχρι 5 ἐτῶν, συμπεπληρωμένων.
11672) Αἱ μονοετῶς ἐνοικιαζόμεναι ἐθνικαὶ καὶ αἱ τῶν διαλελυ-
1168μένων μοναστηρίων καὶ ἐπισκοπῶν περιελθοῦσαι εἰς τὸ δημό-
1169σιον ἄμπελοι.
1170Ἄρθρον 21.
1171Ἀπαλλάσσονται παντὸς δημοσίου φόρου·
11721) Τὰ ἐξαγόμενα τοῦ Κράτους κίτρα συσκευασμένα δι’ ἅλ-
1173μης ἢ σακχάρεως.
11742) Αἱ βρώσιμαι ἐλαῖαι, ὅταν αὗται δὲν μεταφέρωνται διὰ
1175ξηρᾶς ἢ διὰ θαλάσσης, κατὰ τὸ ΛΔʹ. ψήφισμα τῆς Βʹ. ἐν Ἀθή-
1176ναις Ἐθν. Συνελεύσεως.
11773) Τὰ ἄχυρα.
11784) Οἱ λαχανόκηποι τῶν γεωργῶν μέχρις ἑνὸς στρέμματος,
1179ὅπου καὶ ἂν κεῖνται, ἐκλογῇ τοῦ γεωργοῦ.
1180Τὰ περιβόλια δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν ἐξαίρεσιν ταύτην.
11815) Τὰ σποράδην ὀπωροφόρα δένδρα τὰ ἐντὸς τοῦ ἀνωτέρω
1182στρέμματος εἰς τὰς αὐλάς, τοὺς ἰδιοκτήτους ἀγροὺς καὶ τὰς
1183ἰδιοκτήτους ἢ ἐθνικοϊδιοκτήτους ἀμπέλους ἢ σταφιδαμπέλους
1184εὑρισκόμενα.
11856) Τὰ ἀσταχολόγια ἀνὰ δύω μόνον κοιλὰ δι’ ἕκαστον ἀστα-
1186χολόγον.
11877) Οἱ σπόροι τοῦ λιναρίου, καναβίου, ῥιζαρίου, τριφυλλίου,
1188καὶ κρομμύου.
11898) Τὰ φύλλα τῶν ἰδιοκτήτων συκαμινομωρεῶν, καὶ
11909) Ἡ ῥόβη, ὁ βίκος καὶ τ’ ἀγριολάθουρα, ὅταν δὲν ἁλω-
1191νίζονται.
1192Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
1193Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ.
1194§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν.
1195Μετὰ τὸν κ. Σωτηρόπουλον εἰσὶν ἐγγεγραμμένοι οἱ κύριοι
1196Διαμαντόπουλος, Πετσάλης. Λομβάρδος, Χαλικιόπουλος, Μαυ-
1197ροκορδάτος, Κεχαγιᾶς, Τσιριμῶκος, Καλλιφρονᾶς, Οἰκονομόπου-
1198λος, Ῥάλλης καί Μαυρομαρᾶς. Πρόκειται νὰ καταλάβῃ τὸ βῆμα
1199ὁ μέλλων ν’ ἀντιλέξῃ πρὸς τὸν κ. Σωτηρόπουλον. Ὁ κ. Χρη-
1200στίδης ἔχει τὸν λόγον.
1201§37Δ. ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὁ Χρηστίδης, ὅταν ἐσυζητεῖτο ἐν τῇ Βουλῇ
1202τὸ ζήτημα τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, αὐτὸς ἔγεινεν ἄφαν-
1203τος, ὅταν δὲ ἦλθεν ἡ ἐκλογὴ τῆς Τριχωνίας, τοῦ Διαλέτη,
1204εὑρέθη παρών, διὰ νὰ ψηφίσῃ· ταῦτα ἔγραφε μία ἐφημερὶς
1205ἀξιόλογος, ὑπὸ σπουδαίου ἀνθρώπου διευθυνομένη καὶ ὑπαγο-
1206ρευομένη. Εἰς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι εἰσέρχονται ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν
1207εἶναι, κύριοι, ἐπιτετραμμένον νὰ ἀρνώμεθα τὴν παῤῥησίαν, τὴν
1208ὁποίαν καὶ ὁ ἔσχατος ἕλλην ἔχει ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων του.
1209Δὲν ἦλθον εἰς τὴν Βουλὴν ἀσθενῶν, ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἤμην ὑγιὴς,
1210δὲν ἠρχόμην, καὶ ἐὰν ἠρχόμην, δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον,
1211διὰ νὰ φέρω κώλυμα εἰς τὴν πρώτην ἐμφάνισιν τοῦ νέου ὑ-
1212πουργείου. Ἐὰν αὐτοὶ ὡμίλησαν κακῶς δι’ ἐμὲ, ἐγὼ εἶμαι ἐδῶ,
1213διὰ ν’ ἀνταποδώσω· ἐὰν ὅμως εἶπον ὅ,τι ἐνόμιζον ὀρθὸν, διὰ νὰ λά-
1214βουν τὴν πίστωσιν τὴν ὁποίαν ἔλαβον, αὐτὸ εἶναι δικαίωμά των.
1215Ὡς ὑπουργὸς, κύριοι, τῆς 8 Ἰουλίου συγκατηγορούμενος μετὰ
1216τῶν ἄλλων συναδέλφων μου ἔρχομαι εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ ἐπι-
1217καλεσθῶ οὐχὶ τὴν ἐπιείκειαν αὐτῆς, ἀλλὰ τὴν αὐστηρότητα,
1218ὁλόκληρον τὴν αὐστηρότητα τῶν νόμων.
1219Ὁ κατήγορός μας κ. Δηλιγιάννης, ὁ πρῶτος λαλήσας ἐναν-
1220τίον ἡμῶν, ὁ κ. Δηλιγιάννης, τοῦ ὁποίου τὰς ἀγορεύσεις πάντοτε
1221ἠκολούθησα μετὰ προσοχῆς καὶ ἐνδιαφέροντος, καὶ διὰ τοῦτο
1222καὶ αὐτὴν τὴν φορὰν τὸν ἤκουσα μετὰ προσοχῆς, ἀφοῦ ἀνέ-
1223πτυξε τὴν κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν εἶχε κανονικῶς συντεταγ-
1224μένην, μὴ ἀμοιροῦσαν οὔτε τῶν πλεονεκτημάτων, οὔτε τῶν
1225ἄλλων ποικιλμάτων τοῦ λόγου, τοῦ καλῶς λέγειν, ὁ κ. Δη-
1226λιγιάννης, ἀφοῦ ἔφθασεν εἰς τὸ συμπέρασμα ἐστάθη, τὸ
1227λέγω μὲ λύπην μου, ἐστάθη ἀτυχής. Καὶ ἐστάθη ἀτυχής·
1228διότι ἦτον ἄδικος· ἐστάθη ἀτυχὴς, διότι ἀδικῶν δὲν ἠ-
1229δυνήθη νὰ γίνῃ τοὐλάχιστον πιθανὸς, λέγων, ὅτι πράττει
1230τὰ δίκαια· ἐστάθη ἀτυχὴς, διότι δὶς καὶ τρὶς ἔκλαυσεν, ἀλλὰ
1231παρετηρήθη, ὅτι οὐδ’ ἓν δάκρυ ἔχυσεν.
1232Ὁ κ. Δηλιγιάννης ὀρθῶς κατ’ ἀρχὰς ἐσκόπευσεν, εἰπὼν καθ’
1233ἑαυτὸν, ἐὰν ὑπάρχῃ κακούργημα, ἐὰν ὑπάρχῃ κακὴ διοίκησις,
1234ὑπάρχει ἐν τῇ οἰκονομίᾳ καὶ ἐκεῖ διεύθυνε τὴν πορείαν του·
1235ἀλλὰ δυστυχῶς δι’ αὐτὸν ἐστάθη ἀτυχὴς, διότι ἐζήτει τὸ ἔγ-
1236κλημα, ποῦ; εἰς τὸ ὑπερήμερον τῆς παρουσιάσεως τοῦ προϋπο-
1237λογισμοῦ, καὶ οὐχὶ εἰς αὐτὸν τὸν προϋπολογισμὸν, ὡς ἔπραξεν
1238ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Σωτηρόπουλος πρὸ μικροῦ, οὐχὶ εἰς αὐτὰ
1239τὰ ἀποτελέσματα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ εἰς τύπους
1240τινὰς ἐξωτερικοὺς, εἰς τὸ ὑπερήμερον τοῦ προϋπολογισμοῦ· καὶ
1241ὅταν εὑρέθη εἰς τὰ στενὰ καὶ εἶδεν ὅτι ἔπρεπε νὰ κατηγορήσῃ
1242τοὺς ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι ἔσφαλον πρὸ μικροῦ, καὶ ν’ ἀθωώσῃ
1243ὅλους τοὺς ἄλλους, ὅσοι διὰ τὰς αὐτὰς καὶ χειροτέρας πράξεις
1244δὲν ἐτιμωρήθησαν, εἶπεν, ὅπως λέγουσιν οἱ παῖδες εἴς τινα
1245παιδιὰν αὐτῶν, «Ναί, καὶ οἱ ἄλλοι ἥμαρτον, ἀλλὰ ἐκεῖνοι εἶναι
1246τὰ παιδιὰ τοῦ Παππᾶ». «Ἡμεῖς δὲ, ἀπαντῶσιν οἱ κατηγορού-
1247μενοι, νόθοι σοι δοκοῦμεν;»
1248Ὁ προϋπολογισμὸς, κύριοι, εἶναι ἡ πρωτίστη, εἶναι ἡ μεγίστη
1249πρᾶξις, ἥτις ἀναμιμνήσκει εἰς τὰς νεωτέρας κοινωνίας τὴν με-
1250γάλην πολιτικὴν μεταβολὴν, ἥτις ἐπῆλθεν εἰς αὐτὰς, μετὰ τὴν
1251κατάπαυσιν τῆς αἰωνίου πάλης μεταξὺ ἡγεμόνων αὐθαιρέτων
1252καὶ λαῶν καταδυναστευομένων· Ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι τὸ συν-
1253υποσχετικὸν μεταξὺ Ἡγεμόνος καὶ Βουλῆς, τὸ ὁποῖον ἔρχεται
1254κατ’ ἔτος διὰ νὰ βεβαιώσῃ καὶ παγιώσῃ τὴν συμφωνίαν καὶ
1255τὴν ἁρμονίαν μεταξὺ τοῦ ἐκλογικοῦ καὶ τοῦ διαδοχικοῦ στοι-
1256χείου· Ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἡ ἑπταβόειος ἀσπὶς, ἥτις προσ-
1257τατεύει τὸν ὑπουργὸν ἀπέναντι τῶν ἀντιπάλων του καὶ ἀπέ-
1258ναντι τῶν ἰδίων αὑτοῦ φίλων· Ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι τέλος ἡ
1259ἠρεμία, εἶναι ἡ ἀνάπαυσις τῆς συνειδήσεως τοῦ εὐσυνειδήτου
1260ὑπουργοῦ, ὅστις ἄνευ αὑτοῦ δὲν ἔχει νοῦν εἰς τὸ κεφάλι του.
1261Τίς σᾶς εἶπε, κύριοι, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι ἀπα-
1262ραίτητος διὰ νὰ ὑπάρξῃ, διὰ νὰ ζήσῃ ἓν ὑπουργεῖον; Ἀφοῦ ὅμως
1263ἀφήσατε ἀτιμωρήτους τοὺς προκατάρξαντας τοῦ κακοῦ καὶ ὄχι
1264μόνον τοὺς ἠνέχθητε, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἀνέχεσθε ἀκόμη καὶ σήμε-
1265ρον νὰ ἔρχωνται ἐνώπιόν σας μετὰ στόμφου νὰ καυχῶνται,
1266ὅτι καταπατήσαντες τὸν σπουδαιότατον αὐτὸν νόμον, ὅτι
1267καταπατήσαντες τὸν σπουδαιότατον ὅρον τοῦ συντάγματος,
1268ἔσωσαν τὴν κοινωνίαν, ἔφερον τὴν τάξιν, μᾶς ἐγλύτωσαν τὴν
1269ζωὴν, ὅπως ἄλλοτε ὁ μέγας Ἐπαμινώνδας, κατεπάτησεν, εἶπε,
1270τὸν νόμον τῆς Βοιωταρχίας διὰ νὰ ταπεινώσῃ τὴν ὀφρῦν τῆς
1271Σπάρτης, θέλετε σήμερον νὰ ἐπιπέσητε καθ’ ἡμῶν, νὰ τι-
1272μωρήσητε ἡμᾶς, διότι δὲν ἐπαρουσιάσαμεν ἐγκαίρως τὸν προϋ-
1273πολογισμὸν, ὁπότε δὲν καυχώμεθα, διότι δὲν φέρομεν προϋ-
1274πολογισμὸν, ἀλλὰ, διότι σᾶς εἴπομεν καὶ σᾶς λέ-
1275γομεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν προϋπολογισμόν;
1276ἐπροσπαθήσαμεν ὅμως, καὶ οὕτω: ἐχόντων τῶν πραγμάτων, νὰ
1277σεβασθῶμεν, ὅπως ἠδυνάμεθα, αὐτὸν τὸν ὅρον τοῦ Συντάγματος.
1278Δὲν ἐδυνάμεθα βέβαια νὰ φέρωμεν νέαν Βουλὴν, νὰ καλέσωμεν
1279τὴν βουλὴν εἰς νέαν σύνοδον, διότι τὸ Σύνταγμα μίαν μόνην
1280σύνοδον τακτικὴν διατάττει, καὶ ἡ ἰδέα ἑνὸς προλαλήσαντος
1281λέγοντος, ὅτι ὅταν διαλύεται ἡ Βουλὴ καὶ ἔρχεται νέα, τί ἄλλο
1282εἶναι παρὰ δύο σύνοδοι, λέγω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθή· δύο σύνοδοι
1283ἦσαν ὅταν διελύετο ἄλλοτε ἡ Βουλὴ, διὰ νὰ λάβωμεν ἡμεῖς
1284οἱ γερουσιασταὶ καὶ ἄλλοι βουλευταὶ τὴν κανονικὴν ἀντιμισθίαν
1285μας, ἀλλὰ ἡ σύνοδος εἶναι μία, διότι, ὅταν διαλύεται ἡ Βουλὴ,
1286δὲν ἔχει τελειωμένας τὰς ἐργασίας της, καὶ ἔρχεται ἄλλη νὰ
1287τὰς τελειώσῃ· ὥστε ἡ σύνοδος εἶναι μία. Ἀλλὰ τίς μᾶς ἐμπό-
1288διζε νὰ φέρωμεν ἔκτακτον σύνοδον, μίαν, δύω, τρεῖς, δεκατρεῖς;
1289§38ΖΩΧΙΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα.
1290§39ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Καλὰ, προσέξατε νὰ ἴδητε, ἐὰν αὐτὸ ᾖναι
1291τὸ ζήτημα. Κύριοι, δὲν ἠθέλαμεν φεισθῆ τὰς 400 καὶ 500
1292χιλιάδας διὰ νὰ συγκαλέσωμεν τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ καταρτί-
1293σωμεν ἓν ἔργον τοσοῦτον σπουδαῖον, ὅπως τὸ παρέστησαν. Καὶ
1294μία τοιαύτη δαπάνη εἶναι τῳόντι μηδὲν, κύριοι, ἀπέναντι τοῦ
1295μεγάλου σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὸ
1296πολίτευμά μας. Ἀλλὰ συγκαλοῦντες τὴν Βουλὴν τὸν 9βριον καὶ
1297Δεκέμβριον νομίζετε, ὅτι θὰ εἴχετε προϋπολογισμόν; καὶ ὄχι
1298μόνον προϋπολογισμὸν, ὅπως εἶπον, ἀλλὰ καὶ φορολογικοὺς νόμους;
1299διότι τί εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς, κύριοι, ἄνευ φορολογικῶν νόμων;
1300ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι σπουδαῖον πρᾶγμα, καθόσον ἀφορᾷ τὴν
1301πίστωσιν, τὴν ὁποίαν ἀνοίγει ἡ Βουλὴ εἰς τοὺς ἐκτελεστὰς τῶν
1302νόμων, ἀλλὰ καθόσον ἀφορᾷ τὴν φορολογίαν ὁ προϋπολογισμὸς
1303εἶναι μηδέν· πρέπει νὰ ψηφισθοῦν οἱ νόμοι οἱ φορολογικοὶ διὰ
1304νὰ δύνασθε νὰ κάμητε χρῆσιν αὐτῶν· ὁ προϋπολογισμὸς πρέπει νὰ
1305τοὺς διαλάβῃ, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ τοὺς ἐγγίξωμεν.
1306Ἀλλὰ διὰ ποῖον λόγον εἰσεπράξατε τοὺς ἐμμέσους φόρους,
1307εἶπον τινές· τοὺς εἰσεπράξαμεν ἀπήντησεν ἄλλος, διότι τοὺς ἐμ-
1308μέσους φόρους κανονίζει πάγιος νόμος· ἀλλὰ δὲν σᾶς εἶπε
1309κανεὶς, κύριοι, ὅτι αὐτὸς ὁ πάγιος νόμος δίδει τὸ δικαίωμα
1310εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ βάλῃ τὰς χεῖρας ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος
1311τούτου, πρὶν ἢ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμός· οὔτε δύνασθε νὰ
1312ὑποστηρίξετε ὅτι, διότι δὲν ἐψηφίσθη προϋπολογισμὸς, δὲν πρέπει
1313νὰ εἰσπραχθῶσι τὰ νόμιμα τέλη· διότι ἂν αὐτὸ ἐννοῆτε, τότε
1314δὲν πρέπει νὰ εἰσπράξωμεν τῶν ἰχθυοτροφείων τὰς δόσεις,
1315δὲν πρέπει νὰ εἰσπράξωμεν τὰ νομίσματα, δὲν πρέπει νὰ εἰσπρά-
1316ξωμεν τόσα ἄλλα δικαιώματα τοῦ δημοσίου. Δυνάμεθα, κύριοι,
1317νὰ τὰ εἰσπράξωμεν, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν χρῆσιν
1318αὐτῶν ἄνευ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἀνοίγοντος πίστωσιν εἰς
1319τὴν Κυβέρνησιν.
1320Καὶ νομίζετε ὅτι μόνος ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις
1321περιέχει τὴν περιουσίαν τοῦ Κράτους; Μακρύτερα ἀπὸ τὸν
1322προϋπολογισμὸν τοῦτον, κύριοι, ὑπάρχει ἡ γενικὴ οἰκονομικὴ
1323κατάστασις τοῦ Κράτους. Δυστυχῶς δὲν ἔχομεν γενικὸν λογα-
1324ριασμὸν τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως, διὰ νὰ σᾶς δείξω αὐτὴν
1325τὴν στιγμὴν, ὅτι ἐκεῖ συνέρχονται ὅλα τὰ χρήματα τοῦ Κρά-
1326τους, περισσεύματα καὶ ἐλλείμματα ἀπὸ τοῦ 1833· ὁ δὲ προϋ-
1327πολογισμὸς δίδει τόσα μόνον εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅσα τῆς χρει-
1328άζονται διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ ἔτους ἤγουν ὅσα ψηφισθῶσι,
1329ὅσα συζητηθοῦν καὶ ἐγκριθοῦν. Λοιπὸν ἔπρεπεν εἰς ἔκτακτον
1330σύνοδον νὰ συγκαλέσωμεν καὶ νὰ ψηφίσωμεν προϋπολογισμὸν
1331καὶ φορολογικοὺς νόμους; Καὶ σπουδαίως λέγετε, ὅτι ἡ Βουλὴ
1332ἤθελε συνέλθῃ τὸν Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον διὰ νὰ σᾶς
1333δώσῃ, κύριοι, ἕνα προϋπολογισμὸν, καὶ ὅλους τοὺς φορολογικοὺς
1334νόμους εἰς τὴν παραμονὴν τοῦ νέου ἔτους; Εἰς ποίαν ἄλλην
1335περίστασιν αὐτὸ τὸ κατωρθώσατε; Μήπως ἡ Βουλὴ εἶναι ὁ
1336Ἀντίοχος, πέριξ τοῦ ὁποίου ὁ στρατηγὸς Ῥωμαῖος διέγραψεν
1337ἕνα κύκλον καὶ τοῦ εἶπε, δὲν φεύγεις ἀπὸ ἐδῶ, ἐὰν δὲν ὑπο-
1338γράψῃς αὐτὴν τὴν συμφωνίαν; ἔρχεται ἡ Βουλὴ καὶ δὲν σοῦ
1339ὑπογράφει τίποτε· τότε τί θὰ τὴν κάμῃς; θὰ τῆς εἴπῃς, πή-
1340γαινε; πήγαινε, τί ἄλλο; ἀλλὰ δὲν θὰ σοῦ δώσῃ προϋπολογισμὸν
1341τὴν παραμονὴν τοῦ νέου ἔτους, οὔτε φορολογικοὺς νόμους.
1342§40ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Νὰ φύγῃς τότε, ὅταν δὲν σοῦ τὰ δίδῃ.
1343§41ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ σκοπὸς ἦτο νὰ μὴ φύγῃ.
1344§42ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἀλλὰ ὑπάρχει μία νέα ἐφεύρεσις, μία νέα
1345ἀποκάλυψις, τὴν ὁποίαν δύω ἔντιμοι βουλευταὶ ἐπαρουσίασαν
1346εἰς εἶδος νομολογίας. Τί σὲ μέλει, λέγουν, ἐσένα, κύριε ὑπουρ-
1347γέ; κάμε τὸν προϋπολογισμὸν καὶ βάλε τον εἰς τὴν Βουλὴν ἐλ-
1348θοῦσαν καὶ ἐξόδευε λαμβάνων πιστώσεις καὶ ὅδευε ἐπὶ τὰ πρό-
1349σω. Καὶ τοῦτο εἶναι προϋπολογισμός; τοῦτο δὲν εἶναι κατα-
1350στροφὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ; τοῦτο δὲν συνέβαινε πρὸ τῆς μετα-
1351βολῆς τοῦ 8βρίου μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν περιωρίσθη ἡ σύ-
1352νοδος εἰς 6 μόνον μῆνας; Δὲν πρέπει, λοιπὸν, κύριοι, νὰ ἔχωμεν
1353ἢ νὰ προσδοκῶμεν ὅτι θὰ ἔχωμεν προϋπολογισμὸν πρὶν συ-
1354νέλθῃ ἡ Βουλὴ, πρὶν συνέλθῃ εἰς τακτικὴν Σύνοδον καὶ δώσῃ
1355καὶ αὐτὴ τὴν ψῆφόν της ἐν ἀνέσει εἰς ὅλας τὰς δαπάνας, τόσον
1356τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας προτείνει ἡ κυβέρνησις, ὅσον καὶ τὰς
1357δαπάνας εἰς τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ θέλει νὰ λάβῃ τὴν πρωτοβου-
1358λίαν. Ὁ προϋπολογισμὸς τότε θέλει κατορθωθῆ νὰ ψηφίζηται
1359κανονικῶς, κύριοι, ὅταν ἀποφασίσωμεν νὰ δώσωμεν δύο προϋ-
1360πολογισμούς.
1361§43ΖΩΧΙΟΣ. Θεὸς φυλάξοι. Διὰ νὰ σὲ ἔχω κατόπιν ἐπάνω μου
1362δηλ. δέξε με δενδρὶ (ἱλαρότης).
1363§44ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Μὴν ἐλπίζετε λοιπὸν ἀπὸ ἔκτακτον Σύνοδον τότε.
1364§45ΖΩΧΙΟΣ. Τώρα θὰ σᾶς διαδεχθῶ ἐγὼ, διότι ἔχω προσωπι-
1365κὸν μαζῆ σας.
1366§46ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Πρωτεύων κλάδος τῆς διοικήσεως, κύριοι, ὁμο-
1367λογουμένως ὑπάρχει οὐχὶ ὁ κλάδος, ὁ διευθύνων τὰς νομαρχίας,
1368τὰς ἐπαρχίας, τοὺς δήμους, ἀλλὰ ὁ κλάδος τῆς οἰκονομίας· ἐν τῇ
1369οἰκονομίᾳ ἔγκειται τὸ κακόν· ἐν τῇ οἰκονομίᾳ τεκταίνεται ἡ δια-
1370φθορὰ, ἡ κακοήθεια πάσης κακῆς κυβερνήσεως· ἐκεῖ ὁ φατρια-
1371σμὸς, ἐκεῖ ἡ καταπίεσις, ἡ κατάχρησις, τὸ αὐθαίρετον, ἡ σπα-
1372τάλη· καὶ ὁ κύριος Δηλιγιάννης ὀρθῶς ποιῶν ἐκεῖ ἐσκόπευσε
1373κατ’ ἀρχάς· εἰς τὴν οἰκονομίαν ἐσκόπευσαν ὅλοι ἀπ’ ἀρχῆς· ἐκεῖθεν
1374ἦλθον, προῆλθον ὅλα τὰ ἄτοπα· ἐκεῖθεν ἐστάθησαν εἰς κυκλοφορίαν
1375ἑκατομμύρια ἐλλείμματα, ὀφειλόμενα· καὶ ἀκόμη αὐτὴν τὴν στιγ-
1376μὴν, αὐτὰ σᾶς εἶπεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἐὰν
1377πράγματι βλέπετε κακὸν εἰς αὐτὴν τὴν διοίκησιν καὶ θέλετε
1378εἰλικρινῶς νὰ τιμωρήσητε τὸ κακὸν, νὰ τὸ ἐξαλείψητε, στρέ-
1379ψατε τὰ βλέμματά σας εἰς τὴν οἰκονομίαν· ἐκεῖ τὰς ἐρεύνας
1380σας· ἐκεῖ πέμψατε τοὺς 9, τοὺς 10, τοὺς 100 ἀνακριτάς· ἐκεῖ
1381θὰ ἀνακαλύψητε τὸ ἔγκλημα, ἐὰν ὑπάρχῃ, ἐκεῖ θὰ τὸ εὕρητε
1382καὶ θὰ τὸ τιμωρήσητε. Ἀλλὰ σᾶς κάμνω, κύριοι, μίαν παρα-
1383τήρησιν· κακὴ διοίκησις δὲν ὑπάρχει, ὅπου ὑπάρχει καλὴ οἰκο-
1384νομία. Καὶ ἡ οἰκονομία μας, κύριοι, εἶναι καλλίστη καὶ θὰ σᾶς
1385τὸ ἀποδείξω, καὶ λυποῦμαι νὰ βλέπω σπουδαίους ἄνδρας νὰ
1386ἀναβαίνουν τὸ βῆμα πρὶν σπουδάσουν, πρὶν μελετήσουν τὰ
1387πράγματα.
1388Τῆς κακῆς λοιπὸν οἰκονομίας ἔχετε εἰς χεῖρας τὰ ἐγκλήματα,
1389τὰς ἀνικανότητας κατὰ τοὺς ἀντιπάλους μας· στρέψατε τὰ
1390βλέμματά σας ἐκεῖ, ἐκεῖθεν ἀρχίσατε τὴν καταδίωξίν σας. Προϊ-
1391στάμενος τῆς ὑπηρεσίας ταύτης ἐστάθην ἐγὼ, καὶ ἐγὼ δὲν ἀπο-
1392κρούω κἀμμίαν ἐπιτροπὴν, ἀπεναντίας σᾶς παρακαλῶ ἐκεῖ νὰ
1393στείλετε νὰ ἐξετάσητε καὶ θὰ μάθητε τὴν ἀλήθειαν. Σᾶς εἶπον
1394δὲ ἐδῶ πρὸ μικροῦ, ὅτι ὑπάρχουν ἐλλείμματα 400 χιλ. ἐδῶ
1395500 καὶ ἐκεῖ ἓν μιλλιούνιον, ἄλλο μιλλιούνιον ἐδῶ· ἔγραψαν
1396μὲ κεφαλαῖα γράμματα, 4 ἑκατομμύρια εἶναι ἔλλειμμα,
1397εἶναι ὀφειλόμενα. «Τί οὖν ἔτι καὶ μέλετε;» Σᾶς παρακαλῶ λοι-
1398πὸν καὶ ἀπαιτῶ (ψιθυρισμοί). Εἶναι καλὸν νὰ ἀκούσητε, κύριοι,
1399καὶ νὰ μὴ λέγητε ἔξω ἀλλ’ ἀντ’ ἄλλων, διότι μὲ τὰς φωνὰς
1400καὶ μὲ τὰς 3 ψήφους καταδίκαι δὲν ἔρχονται, οὔτε στέκονται,
1401§47ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὸ κακὸν εἶναι ὅτι ἄλλα λέγει ὁ ἕνας ὑπουρ-
1402γὸς καὶ ἄλλα ὁ ἄλλος.
1403§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, κύριοι, εἰς τὰς θέσεις σας καὶ ἡσυ-
1404χάσατε.
1405§49ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ῥίψατε, ἐπαναλαμβάνω, τὰ βλέμματά σας, τὰς
1406ἐρεύνας σας εἰς τὰ ἐγκλήματα τῆς οἰκονομίας. Ἀλλὰ μίαν μό-
1407νον παρατήρησιν προκαταρκτικὴν ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς κά-
1408μω, ὅτι οὐδὲν, τίποτε ἀφ’ ὅσα σᾶς εἶπον δὲν ὑπάρχει· καὶ
1409διὰ νὰ πεισθῆτε, κύριοι, ἀνοίξατε τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν
1410ὁποῖον σᾶς ὑπέβαλον καὶ ἐκεῖ θὰ εὕρητε μὲ μεγάλα γράμματα
1411ὅλα ὅσα σᾶς λέγω. Δύω ἔγγραφα προσηρτημένα εἰς τὸν προϋ-
1412πολογισμὸν τοῦ 1874, ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1872 καὶ ἡ προ-
1413σωρινὴ κατάστασις τοῦ 1873, περικλείουν ὅλον τὸν βίον τῶν
141418 μηνῶν τῆς διαχειρίσεώς μας· αὐτὰ τὰ δύω ἔγγραφα ἀνα-
1415γνώσατε, αὐτὰ μελετήσατε.
1416Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντι-
1417πρόεδρος κ. Τσιριμῶκος.
1418Καὶ θέλετε μάθει, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὔτε εἰς τὰ 1872, οὔτε
1419εἰς τὰ 1873 κανὲν δάνειον, κανὲν ἔλλειμμα, κανὲν χρέος· ὥστε
1420ἡ διαχείρισις αὐτῆς τῆς διοικήσεως ἐκεῖ μέσα εἰς τὰ δύω ἔγγραφα
1421εἶναι γραμμένη· οὐδὲν ἔξω αὐτῶν εὑρίσκεται. Ἀλλὰ ὑπάρχουν δά-
1422νεια, σᾶς λέγουν, ὑπάρχουν καθυστερήματα, ὑπάρχουν ἐλλείμματα!
1423καὶ ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ ὅτι οὐδὲν ἐξ αὐτῶν ἀνάγεται εἰς τὴν διοί-
1424κησιν τῶν 18 μηνῶν, κατὰ τοὺς ὁποίους διετελέσαμεν ὑπουργοί.
1425Ἰδοὺ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1872· ἐρευνήσατε· ἔχει ἔλλειμμα;
1426ὄχι· ἀπ’ ἐναντίας ἔχει περίσσευμα 70,000· ἐκτὸς ἑνὸς μικροῦ
1427δανείου, τὸ ὁποῖον ὁ προκάτοχός μου ἔλαβεν ἀπὸ τὰ πλεονά-
1428σματα τοῦ δανείου τῶν 4,000,000 ἄλλου προκατόχου του,
1429οὐδὲν ἄλλο ὑπάρχει εἰς τὸ 1872.
1430Ἔρχεται, κύριοι, τὸ 1873· ἀναγνώσατέ το· ὑπάρχει ἐν αὐτῷ
1431ἔλλειμμα; ὑπάρχει ἐν αὐτῷ δάνειον; πρέπει νὰ κηρύξητε
1432πρῶτον αὐτὰ τὰ ἔγγραφα ψευδῆ, καὶ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὰ
1433κηρύξητε τοιαῦτα, χωρὶς νὰ τ’ ἀντικαταστήσητε δι’ ἄλλων
1434ἀληθεστέρων, καὶ τότε δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι αὐτὴ ἡ διαχεί-
1435ρισις τῶν 18 μηνῶν εἶναι ἐλλειπὴς, ὅτι ἔχει ἐλλείμματα, ὅτι
1436ἔχει δάνεια· ἀλλὰ δὲν δύνασθε, διότι δὲν ἔχετε. Ὁ κύριος
1437Σωτηρόπουλος, σᾶς εἶπεν ὅτι καλὸς ἀπολογισμὸς καὶ μά-
1438λιστα προσωρινὴ κατάστασις τῆς χρήσεως ὑπάρχει ὅπου, τὰ
1439μὲν ἔσοδα εἶναι περισσότερα, τὰ δὲ ἔξοδα ὀλιγώτερα, ἐν ᾧ
1440εἰς τὸν παρουσιασθέντα παρ’ ἐμοῦ συμβαίνει τὸ ἐναντίον.
1441Καὶ δὲν εἶδες, κύριε Σωτηρόπουλε, ὅτι τὰ ἔσοδα εἶναι περισ-
1442σότερα, διότι 28 ἑκατομμύρια 200 περίπου χιλιάδες εἶναι τὰ
1443ἔξοδα, καὶ 29,700,000 εἶναι τὰ ἔσοδα εἰς μετρητὰ, τὰ
1444εἰσαχθέντα ὑπὸ τῶν ταμείων; ἐξ αὐτῶν εὑρέθησαν εἰς τὰ τα-
1445μεῖα τοῦ Κράτους 550,000· μένει καὶ ἓν περίσσευμα ἑνὸς ἑκα-
1446τομμυρίου. Ποῦ εἶναι αὐτὴ ἡ κακὴ κατάστασις, τὴν ὁποίαν
1447παρεστήσατε; ἢ νομίζετε ὅτι ἦλθα ἐδῶ νὰ καθήσω νὰ ἀκούσω
1448πράγματα.... δὲν προφέρω μίαν φράσιν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι
1449κοινοβουλευτική.... Ἂν ὁ κύριος πρόεδρος μοὶ ἔδιδε τὴν ἄ-
1450δειαν, ὅταν ἦλθα καὶ ἔφερα τὸν προϋπολογισμὸν ἐδῶ, νὰ λα-
1451λήσω, νὰ εἰσαγάγω τὸν προϋπολογισμὸν καὶ διὰ προφορικῆς
1452παραστάσεως, δὲν ἤθελον συμβῆ τόσα σκάνδαλα, τόσα ἄτοπα,
1453τὰ ὁποῖα ἀδίκως συνέβησαν πρὸς βλάβην τῆς δημοσίας πίστεως
1454καὶ πρὸς ὠφέλειαν κανενός. Ἐὰν, κύριοι, ἐλάμβανον τὸν λόγον·
1455καὶ δὲν ἦτο κανὲν κακὸν, οὐδεὶς νεωτερισμός· διότι καὶ ὁ κύριος
1456Ζαΐμης, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἦτον ἤδη παρῃτημένος, ἀφ’ οὗ ἀπώ-
1457λεσε τὴν πλειονοψηφίαν εἰς τὰ τμήματα κατὰ τὸ 1871, καὶ
1458ὅμως ὁ κύριος Δηλιγιάννης ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τότε
1459ἀνέβη τὸ βῆμα καὶ μᾶς ἀνέγνωσε τὰ πάντα, καὶ προϋπολογι-
1460σμὸν καὶ πλῆθος νομοσχεδίων, καὶ ὕστερον μᾶς εἶπε, παραι-
1461τεῖται· ἡμεῖς δὲν τὸ ἐκάμαμεν τοῦτο· ἠδυνάμεθα νὰ ἐξακο-
1462λουθήσωμεν μετὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ προέδρου νὰ ἔλθωμεν νὰ εἰσα-
1463γάγωμεν τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὰ ἄλλα μας νομοσχέδια,
1464καὶ ἔπειτα νὰ σᾶς εἴπωμεν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ θέσωμεν εἰς
1465τὴν Βουλὴν ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
1466§50ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔπρεπε νὰ τὸ κάμετε.
1467§51ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε, διότι δὲν εἶμαι νέος, ὡς
1468τὸν κύριον Λομβάρδον. Λοιπὸν, ἂν μοὶ ἔδιδε τὴν ἄδειαν νὰ ὁ-
1469μιλήσω τότε ὁ κύριος πρόεδρος, ἤθελον πείσει τὴν Βουλὴν, ὅτι
1470ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις εἶναι ἀρίστη καὶ ἤθελον διαλύσει
1471ὅλας τὰς σκευωρίας καὶ διαδόσεις, αἱ ὁποῖαι βλάπτουν τὸ δη-
1472μόσιον, πιστεύω.
1473§52ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Μὲ δί-
1474δετε τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς κάμω μίαν ἐρώτησιν; ἐὰν ἐννοῆτε τὰς
1475πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐγὼ ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς σκευω-
1476ρίας καὶ διαδόσεις, σᾶς λέγω, ὅτι ἐγὼ ὡμίλησα περὶ τῆς κα-
1477ταστάσεως τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ οὐχὶ τῆς οἰκονομικῆς·
1478ἀπέδειξα δὲ δι’ ἀριθμῶν, ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον ὀφείλει νὰ
1479πληρώσῃ μέχρι τέλους Φεβρουαρίου 2,700,000 δραχ., ἀλλὰ
1480δὲν εἶναι μόνον τὸ ποσὸν τοῦτο, διότι, δυστυχῶς, ἀνακαλύπτω
1481καὶ ἄλλα ὀφειλόμενα, καὶ ὅτι εὑρέθησαν εἰς τὸ ταμεῖον τὸ κεν-
1482τρικὸν 160,000, καὶ πρὸς ἀποστολὴν, εἰς τὸ ταμεῖον Ὀλυμπίας
148359,000· ἔχομεν λοιπὸν 219,000 εἰς τὸ ταμεῖον, ἐν ᾧ ὀφεί-
1484λομεν νὰ πληρώσωμεν 2,700,000· ἐὰν λοιπὸν θεωρῆτε αὐτὰ
1485ὡς σκευωρίας, δὲν ἔχετε δίκαιον νὰ μεταχειρίζεσθε αὐτὴν τὴν
1486γλῶσσαν, διότι ἐγὼ ἔδωκα πληροφορίας ἁπλῶς χωρὶς νὰ κατη-
1487γορήσω κἀνένα, οὔτε ἔφερα μομφὴν κατὰ τῆς προκατόχου κυβερ-
1488νήσεως, ἀλλὰ ἠθέλησα νὰ παραστήσω, ἔστω καὶ μετὰ λύπης,
1489τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν διατελεῖ τὸ δημόσιον ταμεῖον
1490κατὰ τὴν παροῦσαν ἐποχὴν, ἐν ᾧ ἀφ’ ἑτέρου εἶναι ὁμολογούμε-
1491νον, ὅτι ἐν τῇ προσωρινῇ καταστάσει, ἥτις ἐπισυνάπτεται εἰς
1492τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874, διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1873 ση-
1493μειοῦνται ἀρκετὰ ποσὰ λίαν πιθανῶς εἰσπρακτέα ἐντὸς τῆς
1494χρήσεως 1873, τὰ ὁποῖα ἀναβιβάζονται εἰς ἓξ ἑκατομμύρια καὶ
1495ἐπέκεινα.
1496§53ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὰ δὲν ἔχετε καὶ νὰ πληρώσητε;
1497§54ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐπίσης σημειωμένα ἀπὸ τὸν
1498ἴδιον κ. Χρηστίδην ὡς ὀφειλόμενα ἑπτὰ ἑκατομμύρια καὶ πλέον.
1499Λοιπὸν νομίζω, ὅτι δὲν ἐννοεῖτε ὡς διαδόσεις τὰς πληροφορίας,
1500τὰς ὁποίας ἔδωκα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰς ὁποίας ἠρύσθην ἐκ
1501τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργείου, διότι, ἂν τὰς νομίζητε τοιαύτας,
1502ἔχετε πολὺ ἄδικον, κ. βουλευτά.
1503§55ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ, ἀνεφέρετε ὅτι προχθὲς
1504ἔκαμε ἡ πρώην κυβέρνησις δάνειον;
1505§56ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, 1,100,000 ἀπὸ τὴν
1506Πιστωτικὴν Τράπεζαν, 500,000 ἀπὸ τὴν Βιομηχανικὴν, 288
1507χιλιάδας ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, 112,000 εἶναι ἡ κατά-
1508θεσις τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης, ἥτις ἐγένετο εἰς τὸ Κεντρικὸν
1509Ταμεῖον καὶ ἥτις ἐδαπανήθη εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας·
1510ἑπομένως τὰ δάνεια, ἅτινα συνωμολόγησεν ἡ προκάτοχος Κυ-
1511βέρνησις, δὲν εἶναι 1,600,000, ὡς εἶπον εἰς παρελθοῦσάν τινα
1512συνεδρίασιν, ἀλλὰ 2,000,000.
1513§57ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Χρεωστοῦνται ὅλα αὐτά;
1514§58ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνει ἡ Βιομηχανικὴ Τράπεζα
1515τὰς τελωνειακὰς εἰσπράξεις Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ Πατρῶν.
1516§59ΖΩΧΙΟΣ. Αἱ καταθέσεις τῶν σιδηροδρόμων τί γίνονται;
1517§60ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ αὐτῶν δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ
1518δώσω κἀμμίαν πληροφορίαν, διότι δὲν ἀναμοχλεύω τὴν ὑπηρε-
1519σίαν, διὰ νὰ φέρω πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν, αἱ ὁποῖαι νὰ
1520προσάπτουν, ἔστω καὶ πόῤῥωθεν, μομφὴν πρὸς τὴν παρελθοῦσαν
1521κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἀναγκαίας πληροφορίας ὁσάκις ζητοῦνται πρὸς
1522φωτισμὸν τῆς Βουλῆς· πρὸ πάντων δὲ διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν
1523ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ἡ νῦν κυβέρνησις, νὰ συνομολο-
1524γήσῃ δάνειον πρὸς πληρωμὴν τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐπικρατείας.
1525§61ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπιμένομεν νὰ λάβωμεν αὐτὰς τὰς πληροφο-
1526ρίας, ἐὰν αἱ 300,000 κατετέθησαν.
1527§62ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἐὰν λοιπὸν μὲ ἄφινεν ὁ κ. Πρόεδρος νὰ ὁμι-
1528λήσω τότε, κἀνὲν ἀπὸ αὐτὰ τὰ λεγόμενα δὲν ἤθελεν ὑπάρχει
1529(θόρυβος).
1530§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι, διότι θὰ τὰ συμπληρώσῃ
1531τώρα.
1532§64ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Εἶναι ἁμαρτία, κύριοι, νὰ ὁμιλῶμεν περὶ προϋ-
1533πολογισμοῦ, πρὶν πρότερον μελετήσωμεν κατὰ βάθος τί ἐστὶ
1534προϋπολογισμός. Κύριοι, ἔξω ἀπὸ αὐτὰ ὑπάρχουσιν, ἐρωτῶ, πλη-
1535ρωμαὶ καὶ εἰσπράξεις τοῦ δημοσίου; (κρατῶν εἰς χεῖρας καὶ
1536δεικνύων τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1872 καὶ τὴν προσωρινὴν κα-
1537τάστασιν τοῦ 1873).
1538§65ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἀποτείνεσθε εἰς ἐμέ......
1539§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι, τὸν ἀγορεύοντα.
1540§67ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν, νὰ σᾶς ἀπαντήσω.
1541§68ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Μάλιστα.
1542§69ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς αὐτῶν, τὰ ὁποῖα σημειοῦνται ἐν
1543τῷ ἀνὰ χεῖράς σας βιβλίῳ, μ’ ἐρωτᾶτε ἐὰν ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι
1544πληρωμαὶ καὶ εἰσπράξεις, καὶ σᾶς ἀποκρίνομαι, ὅτι ὑπάρχουν·
1545διότι αἱ εἰσπράξεις τῶν προσωρινῶν δανείων καὶ τῶν παρακα-
1546ταθηκῶν δὲν σημειοῦνται εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
1547§70ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἐπίστευα, ὅτι εἶσθε ἱκανώτερος ἀπὸ ἐμὲ (ἱλα-
1548ρότης).
1549§71ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφήσατε αὐτὰ, κ. Χρηστίδη, καὶ προ-
1550χωρήσατε.
1551§72ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Οὔτε ἓν λεπτὸν εἶναι ἔξω ἀπὸ αὐτὸν τὸν προ-
1552σωρινὸν λογαριασμὸν. Μοὶ κακοφαίνεται, κ. Σωτηρόπουλε, διὰ σᾶς,
1553καὶ οὐχὶ διὰ κανένα ἄλλον· διότι ἀγνοεῖτε ὅτι ὑπάρχει γενικὴ
1554διαχείρισις, ὅτι ὑπάρχει ἕνας γενικὸς λογαριασμὸς τοῦ Κράτους
1555ὅστις λειτουργεῖ ἀνεξαρτήτως τῆς ὑπουργικῆς διαχειρίσεως· ἐν
1556αὐτῷ ὑπάρχουν δύο στῆλαι· ἡ μία στήλη φέρει 20,000,000
1557καὶ ἡ ἄλλη 19,000,000. Τὰ 19,000,000 εἶναι παθητικὸν καὶ
1558τὰ 20,000,000 ἐνεργητικόν· ἀλλὰ ἀπὸ τὸ ἐνεργητικὸν δὲν ἔχο-
1559μεν οὔτε ἕνα σχεδὸν ὀβολὸν νὰ λάβωμεν, ἐνῷ τὰ ὀφειλόμενα 19
1560ἑκατομμύρια εἶναι χρέος θετικὸν, καὶ ἑκάστοτε πηγαίνουν εἰς τὸ
1561κεντρικὸν ταμεῖον οἱ δικαιοῦχοι καὶ λαμβάνουν ὅ,τι δικαιοῦνται
1562ἄνευ ἐντολῆς τοῦ ὑπουργοῦ· ὅταν ἐπῆγε π. χ. εἰς τὸ κεντρικὸν
1563ταμεῖον ὁ κ. Νοταρᾶς ἢ ἄλλος Κορίνθιος καὶ ἐζήτησε τὰς 90
1564χιλιάδας δραχ. κατατεθείσας εἰς τὸ ταμεῖον ἀπὸ συνεισφορὰς τοῦ
1565σεισμοῦ τῆς Κορίνθου, ὁ ταμίας τὰς ἐπλήρωσεν ἄνευ ἐντολῆς· αὐ-
1566τὴ ἡ δαπάνη, ἐρωτῶ, εἶναι μέσα ἐδῶ εἰς τὴν ὑπουργικὴν διαχεί-
1567ρισιν; ὄχι· εἶναι ἄλλοι λογαριασμοὶ δοσοληψίας, ἐξ ὧν ὀβολὸς
1568δὲν ἐμβῆκεν ἐνταῦθα.
1569§73ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σύμφωνοι λοιπὸν εἴμεθα.
1570§74ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν ἠμπορῶ ἐγὼ νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν ἄλλ’
1571ἀντ’ ἄλλων· κανὲν ἀφ’ ὅσα εἴπατε λυποῦμαι ὅτι δὲν εἶναι σωστόν.
1572§75ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ὀφειλόμενα;
1573§76ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀκούσετε· ὁ Ῥοσχὴλδ ἐκάθησεν
1574εἰς Παρισίους μίαν ἑσπέραν νὰ παίξῃ χαρτιὰ καὶ δὲν εἶχε χρή-
1575ματα ἐν τῷ θυλακίῳ του. Μὴ κάμνετε παραλλάσσεις εἰς τὰς χεῖ-
1576ρας σας, κύριε Λομβάρδε, καὶ δὲν τὰ καταλαμβάνω δυστυχῶς
1577αὐτά. Ὁ κ. Ῥοσχὴλδ ἐζήτησε δάνειον· εἶναι λοιπὸν πτώχευσις αὐτό;
1578§77ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶπα, κύριε Χρηστίδη.
1579§78ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Παρακαλῶ πιστεύσατε, ὅτι ἐδῶ εἶναι γεγραμ-
1580μένα ὅλα· δὲν ἠμπορεῖτε νὰ πληρώσητε ἄλλα, παρ’ ὅσα σᾶς
1581ἔδωκεν ἡ Βουλὴ νὰ πληρώσητε. Λοιπὸν ἐὰν δανεισθῆτε, ἐὰν δὲν
1582δανεισθῆτε, τὸ κάτω κάτω ἐδῶ ἔλλειμμα ὑπάρχει;
1583§79ΖΩΧΙΟΣ. Ὄχι, αὐτοῦ εἶναι οἱ λογαριασμοί.
1584§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι, σᾶς παρακαλῶ.
1585§81ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ σᾶς ὡμίλησα, κ. Χρηστίδη,
1586προχθὲς καὶ σήμερον περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ δημοσίου ταμείου·
1587αὐτὰ ἀφορῶσι τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν.
1588§82ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Καλὰ, δὲν εἶμαι ἐναντίος εἰς αὐτὸ, ἠμπορεῖτε αὔ-
1589ριον νὰ λάβητε 3,000,000 νέον δάνειον, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ
1590κάμητε ἄλλας πληρωμὰς παρὰ ταύτας, καὶ σᾶς λέγω, ὅτι ὅλαι αἱ
1591πληρωμαὶ τὰς ὁποίας θὰ κάμετε ἐδῶ μέσα θὰ τὰς εὕρητε ὅλας.
1592§83ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰς τὰς πληρωμὰς κάμνομεν.
1593§84ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Πολὺ καλὰ, εἶναι παρακαταθῆκαι π. χ. ἐκ
15942,000,000 περίπου εἰς τὸ ταμεῖον, καὶ κατὰ συνέπειαν ἀπο-
1595φάσεων τῶν δικαστηρίων ἐπληρώθη μία ἢ καὶ πλειότεραι
1596παρακαταθῆκαι ἐκ δρ. 50 καὶ 100,000· ὑπάρχει, ἐρωτῶ, ἐν-
1597ταῦθα ἤγουν εἰς τὴν προσωρινὴν κατάστασιν καμμία τοιαύτη
1598πληρωμὴ γεγραμμένη; ὄχι· καὶ πόθεν πληρώνονται ταῦτα;
1599ἐκ τῶν διαφόρων λογαριασμῶν, σᾶς ἀπαντῶ, καὶ γράφονται εἰς
1600τὸν γενικὸν λογαριασμὸν τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως, καὶ τοι-
1601οῦτον δυστυχῶς λογαριασμὸν δὲν εἶχον ἄλλον, παρὰ ἐκεῖνον
1602τὸν ὁποῖον εἶχεν ὑποβάλλει ὁ κ. Δηλιγιάννης, τὸν τοῦ 1866
1603ἐκεῖ εὗρον τὰς δύω στήλας καὶ ἐκεῖθεν ἔμαθον ὅτι ὀφείλομεν
160419,000,000 καὶ δὲν ἔχομεν νὰ λάβωμεν τίποτε ἄλλο παρὰ
160520,000,000 τὰ πλεῖστα σχεδὸν ἀνύπαρκτα. Εἰς τὴν ἐνεργη-
1606τικὴν ταύτην στήλην π. χ. λέγει 2,000,000 τόσα ἔχομεν νὰ
1607λάβωμεν ἀπὸ ἐπισφαλεῖς ἀπαιτήσεις τοῦ Ἐϋνάρδου πρὸ 40
1608ἐτῶν ἀνυπάρκτους· ἓν, δύο, τόσα ἑκατομμύρια ἀπὸ ὑπολόγους
1609ὀφειλέτας, οἱ ὁποῖοι ἢ δὲν ζῶσιν, ἢ ἐπτώχευσαν, καὶ πολλὰ ἄλλα
1610τῆς αὐτῆς κατηγορίας, ἐν ᾧ τὸ παθητικὸν ποσὸν τῶν 19 ἑκατομ-
1611μυρίων, ὡς προείρηται, εἶναι θετικόν. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν φόβος
1612νὰ χάσωμεν οὐδὲ ἕνα ὀβολὸν ἂν ἀποσβέσωμεν αὐτὴν τὴν στήλην.
1613Ἀλλὰ διὰ νὰ παύσῃ αὕτη ἡ ἀνωμαλία, ἥτις παραλύει ἑκάστοτε
1614τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν, ἀνάγκη πᾶσα ἡ Βουλὴ νὰ φροντίσῃ
1615νὰ συστήσῃ μίαν ἐπιτροπὴν διὰ νὰ εὕρῃ τίνι τρόπῳ θὰ τακτο-
1616ποιηθῇ ἡ πληρωμὴ τοῦ παθητικοῦ τούτου. Ἐγὼ σᾶς ἔφερα, κύ-
1617ριοι, τὸν προϋπολογισμὸν κατὰ τὰς βάσεις, ἃς μοὶ ἐδώκατε·
1618μοῦ ἐδώκατε ἔξοδα νὰ πληρώσω καὶ ἔσοδα νὰ εἰσπράξω καὶ
1619σᾶς λέγω, ὅτι ἡ κατάστασίς μας κατὰ τοῦτο εἶναι ἀνθηρά.
1620Ἐὰν ὅμως λείπουν 100 χιλ. 200, 300 καὶ ἓν ἑκατομμύριον
1621ἕνεκα τῆς καταβόθρας τῶν παλαιῶν λογαριασμῶν, τί σᾶς πταίει
1622ἡ διαχείρισις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν; ἀρκεῖ νὰ μὴ τὰ
1623ἔκλεψεν αὐτός.
1624§85ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Παρακαλῶ, κ. Χρηστίδη.
1625§86ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν ἠμπορῶ, ἀφήσατέ με νὰ τελειώσω.
1626§87ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀνεφέρατε ὡς ἐπισφαλῆ ἀπαίτησιν τοῦ Εὐ-
1627νάρδου· φαίνεται σφάλετε εἰς τὸ ὄνομα.
1628§88ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἐνδέχεται· ἂν λέγεται Εὐνάρδος ἢ Ἔϋχταλ
1629δὲν ἐπιμένω, δὲν πρόκειται περὶ τούτου· αὐτὸς ὁ λογαριασμὸς
1630ἀναφέρεται εἰς τὸ 1833.
1631§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι, διότι ὁ κ. Χρηστίδης
1632ἠμπορεῖ μετ’ ὀλίγον νὰ μὴ ᾖναι εἰς κατάστασιν ν’ ἀκούηται καὶ
1633ἀφήσατέ τον νὰ τελειώσῃ.
1634§90ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἤθελον λοιπὸν, ἐὰν ὡμιλοῦσα τότε, δώσει εἰς
1635τὴν Βουλὴν τὰς πλέον εὐαρέστους πληροφορίας περὶ τῆς οἰκο-
1636νομικῆς καταστάσεως καὶ ἤθελον ἀπομακρύνει, οὐδετερώσει
1637πᾶσαν διάδοσιν τείνουσαν, εἴτε ἐν γνώσει, εἴτε ἐν ἀγνοίᾳ, νὰ
1638βλάψῃ τὴν δημοσίαν πίστιν τῆς Ἑλλάδος. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι
1639αἱ διαδόσεις δὲν μεταβάλλουν τὰ πράγματα· τὸ Κράτος ἔχει
1640καθημερινὴν διαχείρισιν, εἴτε ὡς ὀφειλέτης εἴτε ὡς δανειστὴς,
1641καὶ εἶναι γνωστὴ ἡ κατάστασίς του· ἐξ ἄλλου μέρους οὐδὲν δύ-
1642ναται νὰ διαφύγῃ τὴν ὀξυδέρκειαν τῶν ἐνασχολουμένων εἰς τὰ
1643οἰκονομικὰ καὶ εἰς τὰ τραπεζιτικὰ πράγματα· καὶ ὅ,τι ἔχεις εἰς
1644τὸ θυλάκιόν σου καὶ αὐτὸ τὸ ἔχουν μετρημένον· ἀλλ’ οἱ πολ-
1645λοὶ καὶ οἱ πολλοὶ εἶναι ὅλος ὁ κόσμος, ὑπόκεινται εἰς ἀποπλά-
1646νησιν καὶ ἡ ἀποπλάνησις τῶν πολλῶν εἶναι ἐπιζήμιος καὶ δι’
1647αὐτοὺς καὶ διὰ τὸ κοινὸν, καὶ διὰ τοῦτο ὀφείλουσιν οἱ διαχει-
1648ριζόμενοι τὰ δημόσια πράγματα νὰ διδάσκωσι δι’ ὅλων τῶν
1649μέσων, καὶ πρὸ πάντων ἀπὸ τοῦ βήματος, ποία εἶναι ἡ πραγ-
1650ματικὴ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους. Εἶναι καὶ ἄλλος
1651τρόπος δημοσιότητος, κύριοι, ὁ γινόμενος διὰ τοῦ τύπου· ἀλ-
1652λὰ ποτὲ ὁ τύπος δὲν δύναται νὰ ὑψωθῇ ἐκεῖ ὅπου ἵσταται τὸ
1653βῆμα· ὁ τύπος εἶναι μία συζήτησις ἐρήμην γινομένη ἐν τῷ δι-
1654καστηρίῳ, ἐν ᾧ ἡ συζήτησις ἡ γινομένη ἐν τῇ Βουλῇ γίνεται
1655κατ’ ἀντιμωλίαν.
1656Ἐὰν, κύριοι, ἐλάμβανον τότε τὸν λόγον, ἤθελον σᾶς
1657ἀνακοινώσει τὰς πεποιθήσεις, τὰς ὁποίας ἐσχημάτισα εἰς
1658τὸ διάστημα τῆς ὑπουργείας μου, καὶ ἤθελον σᾶς πείσει, ὅτι ἡ
1659κατάστασις ἡ οἰκονομικὴ καθ’ ἑκάστην βελτιοῦται καὶ μ’ ὅλας
1660τὰς αὐξομειώσεις, τὰς ὁποίας παρουσιάζει ἕκαστον ἔτος ἢ ἑκά-
1661στη περίοδος, διότι τὰ ἔθνη δὲν μετρῶσι τὸν βίον των διὰ τῶν
1662ἐτῶν, ἀλλὰ διὰ τῶν περιόδων· ἑκάστη περίοδος λοιπὸν
1663φέρει τὰ περισσεύματά της ἀναλόγως τῆς καρποφορίας τοῦ ἔτους
1664καὶ τῆς καλῆς διοικήσεως. Τὴν προϊοῦσαν ταύτην οἰκονομικὴν
1665κατάστασιν τὴν αἰσθάνεται πᾶς ὅστις ἐγκύψει εἰς αὐτὴν μ’ ὀλί-
1666γην προσοχήν· ὡς καὶ πέρυσι σᾶς εἶπον, ἀπὸ τὸ 1871 ἡ προϊ-
1667οῦσα βελτίωσις καταφαίνεται ψηλαφητὴ, καὶ ὅπως τὸ 1871 ἔ-
1668δωκεν ἀποτελέσματα λίαν εὐάρεστα ὡς πρός τινα τῶν προη-
1669γουμένων ἐτῶν, οὕτως ἔρχεται καὶ τὸ 1872 καὶ δίδει ἀπο-
1670τελέσματα πολὺ ὑπέρτερα τῶν τοῦ 1871. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος
1671διϊσχυρίσθη, ὅτι αὐτὰ τὰ κατώρθωσεν ὁ νέος νόμος· ἐὰν, κ. Σω-
1672τηρόπουλε, διὰ μόνων τῶν νόμων ἐπροώδευον τὰ Κράτη, οὐ-
1673δὲν Κράτος ἤθελεν ὀπισθοδρομεῖ, διότι ἤθελεν εἶσθαι εὔκολον
1674νὰ μεταφέρῃ τις εἰς ἓν Κράτος τοὺς καλοὺς νόμους. Εἶναι, κ.
1675Σωτηρόπουλε, ἡ καλὴ διοίκησις ἥτις δημιουργεῖ. Καὶ δὲν ἐπροό-
1676δευσε, κύριοι, μόνον ἡ παραγωγὴ, ἀλλ’ ἔγεινε μεγίστη πρόοδος
1677καί εἰς τὰς εἰσπράξεις. Καὶ διὰ νὰ σᾶς πείσω περὶ αὐτοῦ τοῦ
1678ἀποτελέσματος, κύριοι, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω
1679μίαν σημείωσιν, τὴν ὁποίαν ἐδῶ κρατῶ. Κατὰ τὰ ἀποτελέσματα
1680τοῦ 1871, ἐβεβαιώθησαν ἔσοδα 37,725,425. καὶ εἰσεπράχθη-
1681σαν 35,273,942, ἐνῷ κατὰ τὸ 1872 τὰ βεβαιωθέντα ἀνέρ-
1682χονται εἰς 38,156,000· τὰ δὲ εἰσπραχθέντα εἰς 36,235,000,
1683ὥστε κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1872 βεβαιωθέντα μὲν ἔχομεν πλειό-
1684τερα τῶν κατὰ τὴν χρῆσιν 1871 κατὰ δρ. 431,000, εἰσπραχθέν-
1685τα δὲ πλειότερα τῶν κατὰ τὴν χρῆσιν 1871 κατὰ δρ. 961,571.
1686Ἐὰν δὲ γυμνώσωμεν ἀμφοτέρας τὰς χρήσεις 1871–1872
1687ἀπὸ ὅλας τὰς ἐκτάκτους προσόδους, ἐκτὸς τοῦ δανείου τῶν
16884,000,000, τὸ ὁποῖον ἔκλεισε καὶ ἐπραγματοποίησεν ὁ κύριος
1689Σωτηρόπουλος, ἔλαβε δὲ καὶ ὁ προκάτοχός μου κ. Παπαμιχαλό-
1690πουλος ἓν μικρὸν μέρος, δηλονότι ἐὰν ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ μὲν τὸ
16911871 προκαταβολὰς 969,000· ὑπερτίμησιν μετοχῶν 507,000
1692τὸ ὅλον 1,476,000· ἀπὸ δὲ τὸ 1872 ἐν ὅλῳ 1,273,000, ἤτοι
1693687,000 προκαταβολὰς ὑπερτιμήσεις μετοχῶν 226,000 καὶ
1694χαλκονομίσματα 360,000 ἔχομεν τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα ἤτοι
1695εἰσπράξεις τοῦ 1871 33,797,000, εἰσπράξεις τοῦ 1872,
169634,958,000, ὥστε ἡ διαφορὰ ἐπὶ πλέον διὰ τὸ 1872 ἀνέρχε-
1697ται εἰς 1,161,000.
1698Καὶ, κύριοι, δὲν εἶναι αὐτὸ μεγάλο κατόρθωμα; Ὄχι! διότι
1699ἠμποροῦν νὰ εἴπωσιν ὅτι ὑπάρχουν χρήματα περισσότερα καὶ εἰσ-
1700πράξεις περισσότεραι. Τὸ μεγαλείτερον καὶ σπουδαιότερον εἶναι,
1701ὅτι δὲν ἀφήσαμεν καθυστεροῦντα ἀναλόγως τῶν βεβαιωθέντων. Τὸ
17021871 ἄφησε καθυστερούμενα, 2,451,545, ἐν ᾧ τὸ 1872 ἄφησε
1703μόνον, 1,920,000 ἤτοι ὀλιγώτερον τοῦ 1871 κατὰ δραχ.
1704530,000. Ἡ πρόοδος εἶναι, ὡς βλέπετε, καταπληκτική. Ἔχο-
1705μεν εἰς τὰ καθυστεροῦντα ἐλάττωσιν, ἀντὶ νὰ ἔχωμεν αὔξησιν·
1706καὶ ὡς σᾶς εἶπεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ἡ ἐλάττωσις αὕτη εἶναι
1707ἐντὸς 4 ἐτῶν κατὰ τὴν ἑξῆς ἀναλογίαν· κατὰ τὰ 1869 τὰ καθυ-
1708στεροῦντα ἦσαν 9 καὶ ἥμισυ τοῖς ἑκατὸν, εἰς τὰ 1870 9%,
1709κατὰ τὰ 1871 6,5%, ἀλλὰ κατὰ τὸ κατη-
1710γορούμενον 1872 ἡ ἐλάττωσις περιωρίσθη εἰς 5%. Εὔ-
1711χομαι εἰς τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον νὰ τὰ περιορίσῃ εἰς τὰ
17124%· διότι ἡ ἐλάττωσις τῶν καθυστερούντων δὲν εἶναι
1713μόνον διότι φέρει τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων, ἀλλὰ διότι κά-
1714μνει γενικωτέραν καὶ δικαιοτέραν τὴν εἴσπραξιν ὅλων τῶν
1715φόρων. Ὅταν εἰσπράττωνται, κύριοι, πάντα, ὀλιγώτερα καθυ-
1716στεροῦνται καὶ θὰ εἴπῃ, ὅτι διανέμεται εἰς πάντας ἐξίσου ἡ
1717δικαιοσύνη. Δὲν εἶναι δὲ, κύριοι, δυνατὸν νὰ ἐκλείψουν ἐντε-
1718λῶς τὰ καθυστεροῦντα, διότι 500 χιλιάδες ὀφείλονται κατ’ ἔτος
1719ἀπὸ καταδίκους, καὶ αὐτοὶ οἱ κατάδικοι εἶναι τῆς ἐσχάτης τάξεως
1720καὶ δὲν ἔχουν νὰ πληρώσουν οὔτε ὀβολόν. Καὶ ἡ αὔξησις αὕτη,
1721περὶ ἧς σᾶς λαλῶ, εἶναι πρόοδος βεβαιουμένη ἐκ τῶν ὑστέρων
1722ἤγουν εἶναι ἀναμφισβήτητος· ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα ἆρά γε νὰ δί-
1723δωμεν καὶ νὰ βεβαιώσωμεν ἐκ τῶν προτέρων ἄλλας μεγαλειτέρας
1724εἰσπράξεις, εἰσοδήματα; Μάλιστα· περὶ τούτου εἶχον σκοπὸν
1725νὰ λαλήσω, ὅταν ἐζήτησα, ἐν τῇ εἰσαγωγῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ,
1726τὸν λόγον, ἀλλὰ τὰ παρεμπεσόντα ζητήματα μὲ κάμνουν νὰ
1727σταματήσω ἕως ἐδῶ, καὶ νὰ ἔλθω ἄλλην ἡμέραν νὰ πα-
1728ραστήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ κατάστασίς μας δὲν εἶναι ἀπελ-
1729πιστικὴ, ὅτι εἶναι ἀπ’ ἐναντίας λαμπρὰ καὶ ὅτι δυνάμεθα, μέ-
1730νοντες εἰς τὸ σύστημα τῆς αὐστηρᾶς οἰκονομίας, δυνάμεθα οὐ
1731μόνον ἔλλειμμα νὰ μὴ ἔχωμεν ἀλλὰ καὶ περίσσευμα, καὶ ἐκ τοῦ
1732περισσεύματος νὰ κάμωμεν δημόσιά τινα ἔργα. Ἀλλὰ μὴ νομίσητε,
1733ὅτι ζητῶ τὴν αὔξησιν τῶν εἰσοδημάτων διὰ τὰ εἰσοδήματα,
1734τὰ χρήματα διὰ τὰ χρήματα· ὄχι, κύριοι, διότι ποτὲ δὲν θὰ δυνη-
1735θῶμεν νὰ κάμωμεν μὲ τὰ ἰδικά μας ἔσοδα μεγάλα ἔργα, ὅσων
1736ἔχει χρείαν ὁ τόπος· θέλομεν μόνον αὐτὰ τὰ εἰσοδήματα νὰ
1737πηγάζουν ἀπὸ περισσεύματα εἰς τὸν ἀπολογισμόν· διότι οὕτω
1738θὰ στερεώσωμεν τὴν δημοσίαν πίστιν μας· καὶ ὅταν ἔχωμεν ἕνα
1739ἀπολογισμὸν μὲ περίσσευμα, ἀπὸ ἐκείνης τῆς στιγμῆς ἔχομεν
1740ὅσα δάνεια θέλομεν ἀναλόγως πάντοτε τῶν τόκων, τοὺς ὁποίους
1741δυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν ἐκ τοῦ περισσεύματός μας. Τοιαύτην
1742οἰκονομικὴν κατάστασιν τὴν κατακρίνετε; Καὶ ὁ φίλος μου κ.
1743Σωτηρόπουλος ζητεῖ ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν, διὰ νὰ δικάσῃ τί;
1744τὰ περισσεύματα; διὰ νὰ ἐξετάσῃ τί; ὅτι δὲν ὑπάρχει ἔλλειμμα;
1745Καὶ ἔρχεσθε τόρα νὰ κατακρίνητε ὡς κακὴν τὴν διοίκησιν τῆς
1746πεσούσης κυβερνήσεως, νὰ κατακρίνητε τὴν οἰκονομίαν, ἥτις εἶ-
1747ναι ἀξία ἐπαίνων; Κύριοι, κατακρίνοντες ὡς κακὴν τὴν διοί-
1748κησιν κατακρίνετε τὴν καλὴν οἰκονομίαν, διότι αὐτὴ ἡ διοίκη-
1749σις τὴν ἐδημιούργησε. Δυστυχῶς ὁ κ. Σωτηρόπουλος περιέπλεξε
1750τὰ πράγματα· ἀνέβη τὸ βῆμα καὶ ἦλθεν εἰς τὸ παλαιὸν σύστη-
1751μά του, «ὅτι ἐγὼ, εἶπε, δάνειον δὲν ἔκαμα». Ἀλλὰ ὅσα εἶπε
1752καὶ τοῦ εἶπαν εἶναι γεγραμμένα· ἐξετάσθησαν αὐτοὶ οἱ λόγοι
1753καὶ ἀπεδείχθησαν μέχρι τίνος εἶναι ὀρθοὶ, καὶ μέχρι τίνος δὲν
1754στέκονται εἰς τοὺς πόδας των. Ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις, ὅπως
1755παρουσιάζεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, εἶναι ἀλήθεια, ἡ ὁποία δὲν
1756φιλονεικεῖται, ἡ ὁποία δέν θέλει ἐξετάσεις ἄλλας, παρὰ ν’ ἀνα-
1757γνώσῃ τις τὰ γεγραμμένα. Δὲν ζητοῦμεν ἐκ μέρους σας ἐπαίνους,
1758ἀλλ’ εἶναι δίκαιον νὰ ζητῆτε νὰ μᾶς κατηγορήσητε, διότι κα-
1759λῶς ἐδιοικήσαμεν; διότι ἐντίμως διηνύσαμεν ὅλον αὐτὸ τὸ
1760δύσκολον στάδιον; Δὲν ἔλαβα σημείωσιν ἀπὸ τὸν λόγον τοῦ κ.
1761Σωτηροπούλου, διότι, ἂς μοὶ συγχωρήσῃ νὰ εἴπω, ὅτι τὰ πε-
1762ρισσότερα ἦσαν ἐπανάληψις πολλῶν λόγων προτέρων, ὧν ἓν μέγα
1763μέρος ἀπεδείχθη, ὅτι ἦτον ἀθεμελίωτον· εἶπε χρεωστοῦμεν, κά-
1764μνομεν, δείχνομεν, καὶ ἀπέδειξα, ὅτι δὲν χρεωστοῦμεν καὶ ὅτι
1765ὅλα εἶναι ἐδῶ (δεικνύει τὸν προϋπολογισμόν).
1766§91ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὰ χρήματα ποῦ εἶναι;
1767§92ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Νὰ ὑπάγῃς εἰς τὸ Γεν. Λογιστήριον νὰ καθή-
1768σῃς δύω χρόνια διὰ νὰ μάθῃς.— Ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἐλθὼν εἰς ὑπο-
1769στήριξιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη ὡμίλησε καὶ αὐτὸς περὶ προϋπολογι-
1770σμοῦ· εἰς ὅσα δὲ εἶπε μίαν παρατήρησιν τοῦ κάμνω· ὅταν εἶ-
1771πεν, ὅταν ἐπληρώσατε μερικὰ χρήματα τὶ σημαίνει ἂν ἐσεβά-
1772σθητε τὸν νόμον καὶ δὲν ἐπληρώσατε καὶ ἄλλα, τοὺς μικροὺς
1773καὶ πτωχούς. Μὰ δὲν ἐπληρώσαμεν τοὺς ὑπουργούς· δὲν πειρά-
1774ζει· αὐτὸ εἶναι μικρὸν· καὶ ποῖον εἶναι τὸ μεγάλον; ὅτι δὲν ἐπλη-
1775ρώθησαν οἱ συνταξιοῦχοι; κτλ. Δὲν ἠμπορέσαμεν, κύριοι, νὰ πληρώ-
1776σωμεν ὅλας τὰς δαπάνας, ἐκάμαμεν ὅ,τι πράττει ὁ καλὸς χριστια-
1777νὸς εἰς νηστίσιμον ἡμέραν, ὅστις ὅταν ᾖναι ἠναγκασμένος νὰ φάγῃ κρέ-
1778ας, δὲν τρώγει δέκα εἰδῶν ἐδέσματα· ἀλλ’ ὁ κ. Κεχαγιᾶς, λέγει,
1779ἀλλ’ ἐὰν παρουσιάζετο ἡ ἀνάγκη νὰ πληρώσητε τὸν ἐργολάβον τοῦ
1780σιδηροδρόμου 5 μιλλιούνια, 10 μιλλιούνια, τί ἠθέλατε πράξει; Ἐν-
1781ταῦθα ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ὁ κ. Κεχαγιᾶς νὰ τοῦ κάμω μίαν ἀπάν-
1782τησιν, ὁποίαν ἔκαμεν ἐν Ἀγγλίᾳ ὁ Ἀβερδῖνος εἰς ἕνα ἄλλον ἐκεῖ
1783Κεχαγιᾶν, ὅστις ἔκαμε παρομοίαν ἐπερώτησιν· περιέπλεεν ὁ στόλος
1784τῆς Ἀγγλίας ἔμπροσθεν τοῦ στόλου τοῦ Δὸν Πέτρου καὶ τὸν ἐ-
1785χαιρέτισε, καὶ ἐρωτᾷ ὁ βουλευτὴς· ἂν εὑρίσκετο ἔμπροσθεν τοῦ στό-
1786λου τοῦ Δὸν Μιγουέλου τί ἤθελε κάμει; ἡ Ἀγγλία εἶχε κηρυ-
1787χθῆ τότε οὐδετέρα· τότε ἀπαντᾷ ὁ Ἀβερδῖνος, τοιαύτην ἐρώτησιν
1788ἔκαμαν καὶ εἰς τὸν Ῥεῒς ἐφέντην, ἀλλ’ οὗτος ἀπήντησιν, «εἰς τὸν
1789τόπον μου τὰ παιδιὰ, ἀφοῦ γεννηθοῦν τὰ περιτέμνουν.» Μετὰ
1790ταῦτα ὁμιλῶν ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἔφερεν ἐδῶ τὰ παράπονα τῆς ἐπαρ-
1791χίας του, τὰς ἀντιζηλίας του μὲ τὸν κ. Παππακώσαν, καὶ ἐζήτη-
1792σεν ἐπὶ πίνακι τὴν κεφαλὴν τῶν ὑπουργῶν. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς δὲν
1793ἀγνοεῖ, ὅτι αὐτὰ τὰ παραπτώματα εἶναι μιᾶς κατωτέρας σφαί-
1794ρας, ἐὰν ὑπάρχουν· ἠξεύρει ὅτι εἰς τὰς ἐπαρχίας, εἰς τοὺς νο-
1795μοὺς ὑπάρχουν ἀρχαὶ, καὶ αὐταὶ αἱ ἀρχαὶ ἔχουν καθήκοντα, ἔ-
1796χουν καὶ μίαν διακριτικὴν ἐξουσίαν μικρὰν καὶ διὰ τοῦτο αὐταὶ
1797εἶναι προσωπικῶς ὑπεύθυνοι καὶ δικάζονται καὶ τιμωροῦνται
1798κατὰ τοὺς νόμους. Μόνον ὅταν ὁ ὑπουργὸς ἔλθῃ εἰς τὸ βῆμα
1799καὶ εἴπῃ ἀναδέχομαι αὐτὰ τὰ παραπτώματα, τότε εἶναι ὑπεύ-
1800θυνος· μὴ θέλετε λοιπὸν νὰ ἀναβιβάσητε εἰς τὴν σφαῖραν τῶν με-
1801γάλων ἐγκλημάτων τὰ πταίσματα, τὰ ὁποῖα πράττονται εἰς ἐ-
1802παρχίας καὶ ἀνάγονται εἰς δευτερευούσας καὶ τριτευούσας δι-
1803καιοδοσίας. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι οἱ κατήγοροί μας δὲν μᾶς
1804ἐπαρουσίασαν ἕως τώρα μεγάλα πράγματα· ἤρχισαν ἀπὸ τὸ
1805ὑπερήμερον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπερ εἶναι ἡ βάσις τῆς κατη-
1806γορίας· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ὡς ἀπέδειξα ἁμάρτημα ἢ πλημ-
1807μέλημα· εἶναι μηδέν. Ζητεῖτε νὰ μᾶς διορίσητε ἐπιτροπὴν νὰ
1808μᾶς ἀνακρίνῃ. Αἴ! νομίζετε, ὅτι ἀποκρούοντες αὐτὴν, φοβού-
1809μεθα; Φοβοῦνται, καὶ πρέπει νὰ φοβῶνται, ὅσοι ἔχουν τὸ μέτωπον
1810οὐχὶ καθαρὸν, ὅσοι ἐμίαναν τὰς χεῖράς των εἰς τὰ δημόσια πράγ-
1811ματα! Ἡμεῖς δὲν φοβούμεθα, ἀλλὰ δὲν θέλομεν νὰ ταχθῶμεν εἰς θέ-
1812σιν ταπεινωτικὴν ἀπέναντι τῶν ἀντιπάλων μας. Δὲν τὸ θέλομεν,
1813διότι οὗτοι εὑρίσκονται εἰς τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν μία ἄκρα τῆς κοι-
1814νοβουλευτικῆς αἰώρας βλέπει τεχνηέντως εἰς τὸ Καπιτώλιον· ἡ
1815σύνεσις ἀπαιτεῖ νὰ σκεφθῆτε ἄλλως πως· ὁ ἔντιμος πρόεδρος
1816τῆς Βουλῆς πρωθυπουργὸς ἄλλοτε, μετὰ τοῦ ὁποίου μὲ συνδέει
1817πολυχρόνιος φιλία, βλέπων, ὅτι τὰ πνεύματα τῶν βουλευτῶν
1818τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἦσαν λίαν τεταραγμένα καὶ μὴ θέλων νὰ
1819ὠθήσῃ τὰ πράγματα ἐκεῖ ὅπου ὠθοῦνται σήμερον, μᾶς εἶπε μίαν
1820ἡμέραν, «πρέπει νὰ λήξωμεν τὴν Βουλήν»· καὶ ἔφερε τὴν λῆ-
1821ξιν· καὶ πότε τὸ εἶπε καὶ τὸ ἔπραξε, κύριοι; ὅταν εἶχε παγίαν καὶ
1822ὁμογενῆ πλειοψηφίαν, δυναμένην νὰ σχηματίζῃ μόνη καθ’ ἑκάστην
1823ἀπαρτίαν· εἶχε μέχρις 97–100 ψήφων· καὶ σεῖς ἀπαιτεῖτε
1824μὲ 88 ψήφους ν’ ἀναλάβητε ἕνα τόσον μεγάλον ἀγῶνα; Δὲν
1825εἶναι σωστόν· δὲν εἶναι φρόνιμον. Πράξετέ το, ἂν ἐπιμένητε·
1826ἡμεῖς βεβαίως δὲν εἴμεθα ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ μετανοήσωμεν,
1827διότι μετανοεῖ ἐκεῖνος, ὅστις κάμνει τὸ κακόν. Θὰ ἀφήσητε ὄπι-
1828σθέν σας προηγούμενον, ὅπερ κανένα δὲν θέλει εὐχαριστήσει.
1829§93ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν ἐσκόπευαν νὰ λαλήσω, καὶ δὲν θὰ ἐλάλουν, ἂν
1830ὁ σεβάσμιος γέρων, (ὁ πρώην ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν), ὁ
1831ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καταβὰς, δὲν ἐβλασφήμει.
1832Τὶ δὲ σᾶς εἶπε, τοῦ λόγου αὐτοῦ ἀρχόμενος;
1833Ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἡ ἑπταβόειος ἀσπὶς, ἡ σκεπάζουσα
1834τὸ ὑπουργεῖον, κατὰ τῶν ἀπαιτήσεών σας. Κατ’ ἐμὲ ὅμως, ὁ
1835προϋπολογισμὸς εἶναι ἡ ἑπταβόειος ἀσπὶς τοῦ λαοῦ, τὴν ὁποίαν
1836κατετρύπησαν.
1837Σᾶς εἶπε προσέτι ὁ προλαλήσας, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς εἶ-
1838ναι ἡ τελικὴ συνθήκη, ἡ μεταξὺ τυράννων καὶ τυραννουμένων,
1839καὶ εἶναι ἀληθές· τὴν συνθήκην ὅμως αὐτὴν τὴν κατέσχισαν.
1840Τὶ σημαίνει, σᾶς εἶπεν, ἂν προσεκλήθητε ἀργότερα; Ἀλλ’ ἰδοὺ
1841ἓν παράδειγμα πρὸς ἀναίρεσιν τῶν λόγων του.
1842Περὶ τὰ τέλη τοῦ ἔτους τοῦ παρελθόντος, ἐβασανίζετο ὑπὸ
1843τῆς Γαλλικῆς ἐθνικῆς συνελεύσεως ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ παρόν-
1844τος ἔτους, ὑπελείποντο δὲ πρὸς συντέλειαν τοῦ ἐνιαυτοῦ ὀλίγαι
1845ἡμέραι. Λέγει λοιπὸν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὴν
1846συνέλευσιν, «Σπεύσατε, διότι αὔριον φθάνει ἡ πρώτη Ἰανουαρίου,
1847»καὶ ἂν ὁ προϋπολογισμὸς δὲν εὑρεθῇ ἐγκεκριμένος, δὲν δύνα-
1848»μαι νὰ εἰσπράξω οὐδ’ ὀβολόν.»
1849Ὤφειλε δὲ ὁ ἡμέτερος πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς
1850νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ τὰ διπλότυπα, δι’ ὧν εἰσπράττονται
1851οἱ φόροι, τὰ τέλη, ἀναφέρουσι ῥητῶς τὸ κεφάλαιον καὶ τὸ ἄρθρον
1852τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων γίνεται ἡ εἴσπρα-
1853ξις, ἄλλως, ὁ λαὸς ἀπαλλάσσεται πάσης πληρωμῆς.
1854Ἀντὶ τούτων ὅμως, τὶ σᾶς λέγει ὁ κύριος Χρηστίδης; «Δότε
1855»μοι καὶ δεύτερον προϋπολογισμὸν, καὶ φύγετε, θέλομεν δὲ
1856»σᾶς καλέσει τὸν Νοέμβριον τοῦ 1875. Ἂν θελήσωμεν δὲ τότε,
1857»σᾶς ἀναβάλλομεν, μετὰ δὲ ταῦτα σᾶς διαλύομεν, καὶ τῶν
1858»νέων ἐκλογῶν γενομένων, σᾶς διακόπτομεν.» (Γέλως). Ση-
1859μειωτέον δὲ, ὅτι ὁ κύριος πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς
1860ἀντιπολιτεύεται ἀφ’ ἧς ἐγεννήθη. Ὁ Κυβερνήτης τὸν εὗρεν ἀ-
1861προστάτευτον, καὶ τὸν ἐπροστάτευσεν.....
1862§94ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ.......
1863§95ΖΩΧΙΟΣ. Κύριέ μου, ὅταν ἄνθρωπός τις ἀναλαμβάνῃ εἰς
1864ἑαυτὸν τὸ βάρος τῆς πολιτείας καὶ γίνεται ὑπουργὸς ἔθνους
1865τινὸς, ἐπελθούσης τῆς ἡμέρας τῆς κρίσεως, ὀφείλει εὐθύνας, εἴτε
1866νέος, εἴτε γέρων εἶναι.
1867Ἀντεπολιτεύθη λοιπὸν ὁ κύριος Χρηστίδης τὸν Κυβερνήτην.
1868Ἦλθε δὲ κατόπιν ὁ βασιλεὺς Ὄθων, ὅστις τὸν ἐπροστάτευσεν,
1869αὐτὸς ὅμως ἀντεπολιτεύθη καὶ αὐτόν. Ἂν δὲ ὁ βασιλεύς μας
1870τοῦ ἀρνηθῇ τὸ ἐν Σύρῳ πακτωτήριον, καὶ αὐτὸν θὰ ἀντιπολι-
1871τευθῇ. Τοῦτο ὅμως τοῦ πολιτεύεσθαι τὸ εἶδος εἶναι τυραν-
1872νία ἀφόρητος.
1873Ἀνέβη δὲ τὸ βῆμα τοῦτο μὲ τὸν σκοπὸν νὰ μὴ κατηγορήσω
1874τὴν πεσοῦσαν Κυβέρνησιν, διότι, κατ’ ἐμὲ κυρίως δὲν πρόκειται
1875περὶ τῆς κατηγορίας αὐτῆς. Ἰδοὺ δὲ πῶς ἐγὼ ἐξετάζω τὸ
1876πρᾶγμα.
1877Εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐδώκαμεν τριάκοντα,
1878τεσσαράκοντα ἑκατομμύρια, διὰ νὰ βάλῃ εἰς τὸν κουτσοπόδαρον
1879προϋπολογισμὸν δύω σωστὰ ποδάρια, αὐτὸς δὲ ὄχι μόνον δὲν τὸν
1880ἀνέδειξεν ἀρτίποδα, ἀλλὰ τὸν κατέστησεν ἄποδα. Ἡμεῖς δὲ λέ-
1881γομεν πρὸς τὸν πεσόντα ὑπουργόν· «Εἰς τὸ» Σύνταγμα ὑπάρ-
1882» χει γεγραμμένον, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν εἰς τί ἐχρησί-
1883» μευσαν τὰ τεσσαράκοντα ἑκατομμύρια, ἐπὶ τούτῳ δὲ δύναται
1884» ἡ Βουλὴ νὰ διορίσῃ ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπήν.
1885» Εἴμεθα ἢ δὲν εἴμεθα νοικοκυραῖοι νὰ ἐξετάσωμεν τὴν κατάστα-
1886» σιν τῶν πραγμάτων; Ἐν τούτοις μᾶς ἀπαγορεύετε τὴν ἐξέτασιν.
1887Ἐγὼ δὲν ἐπεμβαίνω εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ὑπουργῶν, ἔχω
1888ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσω τὰ πάντα. Γνωρίζετε δὲ βε-
1889βαίως ὅτι τὴν Αἰκατερίνην τὴν Αὐτοκράτειραν τῆς Ῥωσσίας
1890οἱ ὑπουργοὶ καὶ οἱ αὐλικοὶ αὑτῆς τὴν ἐπλάνων, ἔλεγον δὲ πρὸς
1891αὐτὴν, ὅτι ἔκτισαν πρὸς τὰ μεσημβρινὰ τοῦ Κράτους μέρη
1892κώμας, πόλεις, ἔπεισαν δὲ αὐτὴν νὰ περιέλθῃ μετ’ αὐτῶν τὸν
1893τόπον. Τί δὲ εἶχον ἑτοιμάσει; Κώμας καὶ πόλεις χαρτίνας,
1894διαβαίνουσα δὲ ἡ Αἰκατερίνη μακρὰν αὐτῶν, ἐπίστευε τὴν πλά-
1895νην ὡς ἀλήθειαν. Τὰ αὐτὰ δὲ ἐπάθαμεν καὶ ἡμεῖς. Τουτέστι,
1896πέρυσι μᾶς ἔδειξαν εἰς τὸ χαρτὶ τοὺς ψευδεῖς σιδηροδρόμους,
1897τὰς ψευδεῖς Τραπέζας, καὶ, καὶ, καὶ, ἐπεστρέψαμεν δὲ ἐφέτος,
1898ἀλλ’ οὐδὲν εὕρομεν. Καὶ δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσω-
1899μεν τί συνέβη;
1900Συνέβη δὲ καὶ ἄλλο τι.
1901Ἡ ἑταιρία τοῦ Λαυρίου κτῆμα εἶχε τὰς σκωρίας τοῦ Λαυ-
1902ρίου, καὶ ὄχι τὰς ἐκβολάδας. Ὅθεν ἐσχηματίσθη αὕτη ἡ ἑται-
1903ρία ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σκωριῶν, καὶ ὄχι τῶν ἐκβολάδων. Μᾶς
1904ἔφεραν δὲ κατόπιν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν σύμβασιν ἐκείνην πρὸς
190544 τοῖς ἑκατόν. Ὅ,τι δὲ εἰς τὴν ἑταιρίαν παρεχωρήθη, εἶναι
1906ὄφελος, εἶναι κέρδος. Ἐν τούτοις ἀπὸ τοῦ Λαυρίου μεγάλη ἐπῆλθε
1907καταστροφή. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ἐξετάσωμεν τί συνέβη;
1908Ἐνθυμεῖσθε δὲ, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πέρυσι σᾶς
1909εἶπεν, ὅτι εἶχε κρυμμένα εἰς μίαν τρύπαν κάμποσα ἑκατομ-
1910μύρια. Ἐφέτος τὰ ἑκατομμύρια αὐτὰ τί γίνονται; Δὲν πρέπει
1911λοιπὸν νὰ ἐξετάσωμεν τί συνέβη;
1912Δὲν δύνασθε, μᾶς λέγουν, νὰ ἐξητάσετε.
1913Ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα μᾶς δίδει τὸ δικαίωμα τῆς ἐξετάσεως,
1914τίς δὲ δύναται νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ;
1915Τί θὰ ἔλεγεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ἐπεχείρει νὰ
1916ἐξετάσῃ τὸ κεντρικὸν ταμεῖον, καὶ ὁ ταμίας τὸν ἐμπόδιζε, λέ-
1917γων, ὅτι τὸν προσβάλλει;
1918Τί θέλετε, μᾶς λέγει ὁ ὑπουργὸς αὐτὸς, νὰ ἐξετάσετε ἂν
1919ὑπάρχουσι χρήματα ἢ ὄχι, καὶ πῶς διεχειρίσθησαν αὐτά. Ἰδοὺ
1920ὅλα τὰ ἔχω γραμμένα ἐδῶ εἰς τὸν προϋπολογισμόν. (Γέλως).
1921Τὸ νὰ σὲ κυβερνήσω κακῶς, ἔστω. Ἀλλὰ τὸ νὰ κυβερνῶ
1922κακῶς, καὶ νὰ σὲ ἐμποδίζω νὰ μὲ ἐλέγξῃς, τοῦτο εἶναι πρᾶγ-
1923μα ἀνυπόφορον.
1924Μεταξὺ δὲ τῶν ἄλλων ἐπαρουσιάσθη καὶ τὸ ζήτημα τῆς
1925φάλαγγος. Ἐγὼ δὲ σύμφημι, συμφωνῶ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως,
1926καὶ ἀποδέχομαι, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ σχηματισθῇ ἡ φάλαγξ, ὅτι
1927ἔχουσιν ἄδικον οἱ μαθηταὶ, ὅτι εὑρέθησαν ἐπ’ αὐτῶν ὅπλα
1928ὅτι ἔπρεπε νὰ τιμωρηθοῦν, νὰ θανατωθοῦν, διότι ἡ κατὰ τῆς
1929Κυβερνήσεως ἀντίστασις αὐτῶν ἦτο παράνομος. Πρὸς τί ὅμως
1930ἡ κάκωσις αὐτῶν;
1931Ὁ μέγας Φριδερῖκος μίαν τῶν ἡμερῶν ἦτο σκυμμένος εἰς ἓν
1932τῶν παραθύρων ἑνὸς τῶν παλατίων του, καὶ ἔβλεπεν ἔξω τὸν
1933δρόμον. Ἐμβαίνει δὲ ὁ ὑπηρέτης του, καὶ τὸν ματσουκίζει,
1934νομίζων ὅτι ματσουκίζει τὸν σύνδουλόν του. Στραφεὶς δὲ ὁ Βα-
1935σιλεὺς τὸν ἠρώτησε, λέγων· «Τί ἔπαθες;» Ὁ δὲ δοῦλος γονυ-
1936πετήσας καὶ τρέμων ἀπεκρίθη· «Ἐνόμιζον, μεγαλειότατε, ὅτι
1937» ἦτον ὁ δεῖνα συνδουλός μου.» «Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνος, ἀνταπε-
1938» κρίθη ὁ Βασιλεὺς, ἂν ἦτο, δὲν ἔπρεπε νὰ τὸν ματσουκίσῃς
1939» ὅπως μ’ ἐματσούκισες. (Γέλως).
1940Καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, δέχομαι ὅτι οἱ φοιτηταὶ εἶναι
1941ἀντάρται, εἶναι στασιασταί. Μὰ τέτοιοι ῥαβδισμοὶ, μὰ τέτοιο
1942ξύλο, ἐν μέσῳ μάλιστα τῶν Ἀθηνῶν, ἔχουσι τὸν τόπον των;
1943(Γέλως).
1944Περὶ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν φέρω μάρτυρα τὸν πεσόντα
1945πρωθυπουργὸν, ὅστις, ἂν ἐνθυμεῖσθε, μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ δύναμις
1946ἑκάστου ἐξ ἡμῶν στηρίζεται εἰς τοὺς δημάρχους. Δὲν μᾶς
1947ἐκάλεσε δὲ τὸν Δεκέμβριον, διότι καθεὶς κατεγίνετο νὰ ἐπι-
1948τύχῃ 2, 3, 4, 5 δημάρχους.
1949Τούτου δὲ τεθέντος, νομίζετε, ὅτι οἱ ἄλλοι ἠσχολοῦντο νὰ
1950ἐπιτύχωσι δημοτικάς τινας ἐκλογὰς, ὁ δὲ πρωθυπουργὸς δὲν
1951ἀνεμυγνύετο, ἀλλ’ ἔμενεν ἀπαθὴς καὶ οὐδέτερος, ὀλίγον φροντί-
1952ζων περὶ τῆς ἐπαρχιακῆς αὐτοῦ δυνάμεως; Πρέπει δὲ νὰ πι-
1953στεύσωμεν, ὅτι ὁ πρωθυπουργὸς ἠσχολήθη νὰ φέρῃ εἰς πέρας
1954τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς, χάριν τῶν φίλων του καὶ αὐτῶν τῶν
1955ἐχθρῶν του, αὐτὸς δὲ ἔμεινε πάντη ξένος καὶ ἀμέτοχος; Τὸ
1956πρᾶγμα εἶναι πρωτοφανὲς καὶ ἀπίστευτον.
1957Διατί δὲ γράφων πρὸς τὸν Βασιλέα ὁ πρωθυπουργὸς
1958ἐζήτει συγχώρησιν, διϊσχυριζόμενος ὅτι ἐκ παραδρομῆς δὲν
1959διέταξεν ἐγκαίρως τὰς δημοτικὰς ἐκλογάς; Τὸ ἀληθὲς εἶ-
1960ναι, ὅτι ὁ μὲν Βασιλεὺς διέτριβεν εἰς Κέρκεραν, ὁ δὲ πρωθυ-
1961πουργὸς ἐνόμιζεν ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀναβάλῃ ἐπὶ πολὺ τὴν συγ-
1962κάλεσιν τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ὁ βασιλεὺς καλῶς ποιῶν δὲν ἐνέδωκε,
1963τούτου δ’ ἕνεκα ὁ πρωθυπουργὸς ἠναγκάσθη νὰ ἐπισπεύσῃ
1964τὰς δημοτικὰς ἐκλογάς.
1965Μεταβαίνω δὲ ἤδη εἰς τὸ ζήτημα τὸ πολιτικόν.
1966Προχθὲς σᾶς εἶπον οἱ ἀντίπαλοί μας, ὅτι ἔχομεν δύω
1967συντάγματα, ἐξ ὧν τὸ ἓν ἀπέδωκαν εἰς τὸν Λομβάρδον καὶ εἰς
1968ἡμᾶς, αὐτὸ δὲ εἶναι τὸ δημοκρατικὸν σύνταγμα, οἱ δὲ ἄλλοι
1969ἔχουσι σύνταγμα ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν γνωρίζω. Ἀλλ’ ἐξ
1970αὐτῶν τῶν δύω συνταγμάτων ποῖον εἶναι τὸ ἀληθέστερον;
1971Πολλάκις καὶ μία μόνη λέξις μεταβάλλει τὸ πᾶν. Ἐπὶ τοῦ
1972προκειμένου, λόγου χάριν, κατὰ τοὺς ἀντιπάλους μας τὰ βασι-
1973λικὰ προνόμια εἶναι ἀπεριόριστα. Αὕτη δὲ ἡ λέξις ἀπεριόριστα,
1974ἥτις πολλὰς ἔδωκε λόγων ἀφορμὰς, μοῦ ἐνθυμίζει τὰ κείμενα
1975τῆς Γραφῆς, ἐν ᾗ ἡ μεταβολὴ μιᾶς λέξεως ἐγέννησεν ὅλην αἵ-
1976ρεσιν.
1977Καὶ τῷ ὄντι οἱ Σαμαρῖται ἀντήλλαξαν τὸ ὄνομα ἑνὸς ὄρους
1978καὶ ἀντεκατέστησαν ἄλλο, ἤτοι ὠνόμασαν τὸ Γαριζὶν Γαιβὰλ καὶ
1979τὸ Γαιβὰλ Γαριζίν. Κυρίως δὲ δὲν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ὄρους, ἀλλὰ
1980περὶ τοῦ ναοῦ, ὅστις ἔδιδεν εἰς τοὺς κατέχοντας αὐτὸν κράτος,
1981χρῆμα, ὑπεροχὴν, πρόσοδον, δύναμιν. (Γέλως). Τοῦτ’ αὐτὸ συμ-
1982βαίνει καὶ εἰς τὸ σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἀποφέρει πρόσοδον, ἂν
1983ᾖναι ἐναντίον τοῦ δημοκρατικοῦ, ἂν δὲ ᾖναι δημοκρατικὸν, οὐδὲν
1984ἀποφέρει.
1985Ἀλλ’ ὑπὲρ τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος θὰ σᾶς φέρω
1986μάρτυρα ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον δὲν δύνασθε νὰ ἀναιρέσητε, μὴ
1987μὲ ἐρωτᾶται ὅμως ποῖος εἶναι. Ἰδοὺ ἀναγινώσκω.
1988»Τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως ἀνήκει εἰς τὸν Ἡγεμόνα· ἀλλ’ ἀ-
1989»νήκει ὡς ἔκκλησις τοῦ Ἡγεμόνος πρὸς τὸν λαόν. Ἐνόσῳ ὁ Βα-
1990»σιλεὺς δὲν ἔχει λίαν σπουδαίους λόγους διαφωνίας πρὸς τὴν
1991»Βουλὴν, δὲν πρέπει, οὔτε δύναται νὰ χορηγήσῃ εἰς τοὺς ὑ-
1992»πουργούς του τὴν διάλυσιν. Δὲν πρέπει, οὔτε δύναται, διότι τοῦ
1993»λαοῦ μὴ καλουμένου, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ν’ ἀποφανθῇ με-
1994»ταξὺ Βασιλικῆς καὶ βουλευτικῆς γνώμης, ἡ διάλυσις οὐδὲν
1995»ἄλλο εἶναι, εἰμὴ πρὸ τῆς τετραετίας ἀνανέωσις, ὅπερ ἠδύνα-
1996»το νὰ παρεξηγηθῇ ὡς ἔμμεσος παραβίασις τοῦ Συντάγματος ....
1997»Ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς δὲν ἐχορηγήθη, ὅπως αἱ βουλευτικαὶ
1998»περίοδοι ἐλαττοῦνται ἀπὸ τετραετίας εἰς τριετίαν, ἢ διετίαν,
1999»ἢ μονοετίαν, ἀλλ’ ὅπως κρίνῃ τὸ ἔθνος καὶ ἀποφασίσῃ μεταξὺ
2000»τῆς Βασιλικῆς γνώμης καὶ τῆς βουλευτικῆς.»
2001§96ΤΙΝΕΣ. Ὁ Αἰὼν εἶναι.
2002§97ΖΩΧΙΟΣ. Μάλιστα ὁ Αἰὼν εἶναι, πρέπει ὅμως νὰ μάθετε
2003τίς τὰ λέγει.
2004§98ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. (κάμνει παρατηρήσεις τινὰς εἰς τὸν ἀγορεύ-
2005οντα).
2006§99ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε Ἡλιόπουλε, εἶσαι ὁ τελευταῖος ὑπουργὸς τοῦ
2007μακαρίτου Ὄθωνος, ἐγὼ δὲ — καὶ περὶ τούτου ἐπικαλοῦμαι μάρ-
2008τυρας τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον καὶ τὸν πρώην ὑπουργὸν τῶν Ἐκ-
2009κλησιαστικῶν — ἕνα μῆνα πρὸ τῆς πτώσεως αὐτοῦ ἔγραψα πρὸς αὐ-
2010τὸν λέγων· «Δύναμαι νὰ συντρίψω τὸν ὑπουργόν σου. Συντε-
2011τριμμένος ὅμως ὑπουργὸς σημαίνει συντετριμμένος θρόνος.» Αὐτό
2012μου δὲ τὸ ἔγγραφον μὲ ἔσωσεν ἀπὸ τῆς ὁρμῆς τῆς ἐπαναστά-
2013σεως. Μᾶς λέγουσι δὲ, ὅτι ἔχομεν δύω συντάγματα. Ἐγὼ ὅ-
2014μως εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες δὲν θέλουσι νὰ φορέσωσι πάλιν
2015κορδέλαις κόκκιναις. Ἰδοὺ δὲ καὶ ἄλλη ἐκ τῆς ἐφημερίδος πε-
2016ρικοπή·
2017«Πρὸ πάντων εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀληθεύει, καὶ ἰδίως εἰς τὴν
2018»παροῦσαν ἐποχὴν, ὅτι κατὰ πᾶσαν νέαν ἐκλογὴν ἐκτίθενται
2019»εἰς κίνδυνον οἱ ἐλεύθεροι θεσμοί. Ὅπου ἡ βασιλεία δὲν ὑπό-
2020»κειται εἰς πλάνας· ὅπου οἱ ἐλεύθεροι θεσμοὶ, καὶ μετὰ τὴν
2021»διάλυσιν τῆς Βουλῆς, μένουσιν ὑπὸ τὴν αἰγίδα ἑτέρου νομοθε-
2022»τικοῦ σώματος, ἐῤῥιζωμένου ἐν τῷ τόπῳ· ὅπου ἡ ἐξουσία δὲν
2023»ζητεῖ δυνάμεις, ἐν τῇ αὐθαδείᾳ καὶ τῷ ἐγκλήματι...... ἡ
2024»διάλυσις τῆς Βουλῆς καὶ αἱ νέαι ἐκλογαὶ οὔτε τὴν ἰδέαν τῶν
2025»κινδύνων ἐγείρουσιν, οὔτε τὴν ἀνάγκην ἐκτάκτου προσοχῆς
2026»προκαλοῦσιν. Ἀλλ’ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ μὲν βασιλεία εἶναι
2027»χθεσινὴ, Βουλὴ δὲ λόρδων δὲν ὑφίσταται, ἡ δὲ ἐξουσία
2028»τὴν αὐθάδειαν ἔχει ὡς δύναμιν καὶ τόλμημα, πολιτικὰ
2029»δὲ κόμματα ἤδη μορφοῦνται .... Ἑπομένως ἀνὰ πᾶσαν ἐκλο-
2030»γὴν ἡ Ἑλλὰς ἀναλύεται εἰς ἄτομα, ἐξ ὧν ἐξαρτᾶται ἡ ἀνά-
2031»πλασις, οὕτως εἰπεῖν, τῆς πολιτείας εἰς τὸ πεῖσμα τῆς ἐξου-
2032»σίας, ἥτις πρὸς τὸν σκοπὸν ἀντιπράττει· διότι, προσωπικὴ
2033οὖσα, εἰς τὴν ἑαυτῆς συντήρησιν μόνον ἀποβλέπει, οὐδαμῶς δὲ
2034»περὶ πολιτείας φροντίζει.»
2035(Ἐφημερὶς τῶν Συζητήσεων, ἤτοι ἐφημερὶς Δεληγεώργη.)
2036§100ΤΙΝΕΣ. Ποῖος εἶναι ὁ γράφων;
2037§101ΖΩΧΙΟΣ. Ἐὰν δὲν τὸν γνωρίζετε, φροντίσατε νὰ τὸν μάθετε.
2038§102ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε ἔγραψε;
2039§103ΖΩΧΙΟΣ. Πέρυσι, προπέρυσι. Μεταξὺ δὲ τῶν ἄλλων προτε-
2040ρημάτων τοῦ Συντάγματος εἶναι καὶ τοῦτο, ὅτι εἰς τοῦτον τὸν
2041τόπον, ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ δηλαδὴ, ἐπιτρέπεται νὰ λέγῃ καθεὶς
2042ὅ,τι θέλει, περὶ δὲ τούτου ἐδόθη ἀπόλυτος ἐλευθερία.
2043§104ΔΡΟΣΟΣ. Εἶναι ἀληθές.
2044§105ΖΩΧΙΟΣ. Ἀληθέστατον. Ἐπειδὴ δὲ διὰ τῆς φωνῆς σας, κύ-
2045ριε πρώην ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, μοῦ ἀνακαλεῖτε εἰς τὴν μνή-
2046μην τὴν ναυτικὴν ὑπηρεσίαν, σᾶς ἐρωτῶ ἂν ἔχω ἢ δὲν ἔχω τὸ
2047δικαίωμα νὰ ἐξετάσω τὴν κατάστασιν τῶν βασιλικῶν πλοίων,
2048τὰ ὁποῖα συντηρεῖτε, ταΐζοντες αὐτὰ κόπρον; Ὑπάρχουσι δὲ
2049ἐνταῦθα ναυτικοὶ, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν ἂν νοικοκύρης κατεδέχθη
2050ποτὲ νὰ ταΐσῃ τὸ καράβι του κόπρον. Καὶ μᾶς λέγετε μετὰ
2051ταῦτα, ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσωμεν τὰ πράγ-
2052ματα; Αὐτὸ εἶναι φοβερόν.
2053§106ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τρώγουν τὰ καράβια;
2054§107ΖΩΧΙΟΣ. Μάλιστα· ἀλλ’ οὔτε τὸ σπίτη σου κατεδέχθη, οὔτε
2055τοῦ Κουντουριώτου τὸ σπῆτι νὰ ταΐσῃ τὰ καράβια του μὲ κό-
2056προν.
2057§108ΤΙΝΕΣ. Δὲν τὸ ἐννοοῦμεν.
2058§109Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ τάϊσμα αὐτὸ δὲν τὸ ἐννοοῦμεν.
2059§110ΖΩΧΙΟΣ. Τὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα κάμνουν νερὰ, τὰ ὑπέραντλα,
2060ἐν ἀνάγκῃ τὰ κοπρίζουν, βυθίζοντες ὑποκάτω τοῦ σκάφους κό-
2061προν, ἥτις εἰσερχομένη διὰ τῶν ἁρμῶν τοῦ πλοίου φράσσει αὐ-
2062τούς.
2063Ἀλλ’ ἂς προβῶμεν.
2064Ὅλοι ὁμολογοῦμεν, ὅτι τῶν πραγμάτων μας ἡ κατάστασις
2065δὲν εἶναι καλὴ, οὐδεὶς δὲ ὑπάρχει διϊσχυριζόμενος τὸ ἐναντίον.
2066Ταύτην δὲ τὴν ἀλήθειαν ἐβεβαίωσε καὶ ἡ πεσοῦσα κυβέρνησις
2067διὰ τῆς ἀποστολῆς τῶν κριτῶν τῆς οἰκουμένης, τῶν ἐποπτῶν
2068δηλαδή. Ἡ κυβέρνησις δὲ ἐκείνη ἠδύνατο ν’ ἀποστείλῃ ἐπό-
2069πτας, καὶ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα; Ἀφ’ οὗ ὅμως ἡ κατάστασις
2070τῶν πραγμάτων μας δὲν εἶναι καλὴ, ἀφ’ οὗ τὸ Σύνταγμα δίδει
2071εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐξετάζῃ τὴν κατάστασιν
2072τῶν πραγμάτων, δυνάμεθα καὶ πρέπει νὰ τὰ ἐξετάσωμεν, ναὶ
2073ἢ ὄχι; Τίς δὲ δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιχειρήσῃ
2074τὴν ἐξέτασιν ταύτην;
2075Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν, λέγουσιν οἱ ἐναντίοι, ἂς ἐξετάσωμεν
2076καὶ τὰ ἔτη τὰ παρελθόντα.
2077Μάλιστα, ἀποκρίνομαι, ἂς ἐξετάσωμεν καὶ τὰ προηγούμενα
2078ἔτη. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐκ τῶν 34, ἤτοι ἐκ τῶν ὑπολόγων· προ-
2079θύμως δὲ στέργω νὰ ἐξετάσωμεν καὶ αὐτοὺς, καὶ αὐτοὺς, καὶ
2080αὐτούς. Ἂς φάγωμεν ὅμως πρῶτον τὸ ψωμίον τὸ ζεστὸν, μετὰ
2081δὲ ταῦτα τρώγομεν καὶ τὸ ξηρόν (γέλως).
2082Ἐὰν εἰς τὴν ἄβυσον τοῦ παρελθόντος δὲν ἠδύνατο νὰ κατα-
2083ποντισθῇ ἡ παροῦσα ἀλήθεια, ἐδεχόμην νὰ ἐξετασθῶσι τὰ
2084πράγματα ἀπὸ τοῦ 1865. Ἀλλ’ ἐν τῷ διαστήματι τῶν μηνῶν,
2085τῶν ἐνιαυτῶν, καθ’ οὓς θὰ διαρκέσῃ ἡ ἐξέτασις, θὰ λησμονη-
2086θοῦν τὰ πράγματα, καὶ θὰ εἴπητε· «Τί μᾶς ἔκαμεν ὁ κακομοί-
2087ρης;» Σᾶς εἶπον δὲ, ὅτι δὲν πρόκειται οὔτε περὶ τοῦ ἤδη
2088πεσόντος ὑπουργείου, οὔτε περὶ ἄλλου τινός. Τί δὲ πρόκειται;
2089Ὁ ὄφις τοῦ μύθου ἐγγόγυζε πρὸς τὸν Δία, λέγων· «Ὅλος ὁ
2090κόσμος μὲ πατεῖ.» Ὁ Ζεὺς δὲ ἀπεκρίθη· «Ἂν ἐδάγκανες τὸν
2091πρῶτον, ὅστις σὲ ἐπάτησε, δεύτερος δὲν θὰ σὲ ἐπάτει.»
2092Ἐπάτησαν δὲ καὶ ἡμᾶς, μᾶς ἐπάτησαν, μᾶς κατεπάτησαν·
2093ἐπὶ τέλους ὅμως πρέπει νὰ ἐμποδίσωμεν τὰς καταπατήσεις,
2094ἀποβλέποντες ὄχι εἰς τὸν ἀπελθόντα, ἀλλ’ εἰς τὸν παρόντα,
2095ἀλλ’ εἰς τὸν ἐρχόμενον ὑπουργόν. Διότι ἂν ἀδιαφορήσωμεν, ὁ
2096παρὼν, ὁ κατόπιν ὑπουργὸς θὰ εἴπῃ· «Τί τοὺς ἔκαμαν; Τί θὰ
2097μοῦ κάμουν;»
2098§111ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δι’ ἡμᾶς
2099λαλεῖτε;
2100§112ΖΩΧΙΟΣ. Καὶ διὰ σᾶς. Μήπως δὲν φοβοῦμαι καὶ σᾶς; Τοὺς
2101ἀποχωρήσαντας δὲν τοὺς φοβοῦμαι πλέον.
2102Ὅλοι δὲ λέγουν, ὁ βασιλεὺς διαλύει τὴν Βουλήν. Τοῦτο ὅμως
2103δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι κατὰ τὸ 30 ἄρθρον τοῦ Συντάγμα-
2104τος......
2105§113ΤΙΝΕΣ. Τὸ 37.
2106§114ΕΤΕΡΟΙ. Τὸ 36.
2107§115ΖΩΧΙΟΣ. Κατὰ τὸ 30 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ἡ ὑπογρα-
2108φὴ τοῦ βασιλέως δὲν ἰσχύει ἐὰν δὲν προστεθῇ ἡ ὑπογραφὴ τοῦ
2109ἁρμοδίου ὑπουργοῦ. Σημειώσατε δὲ, ὅτι καὶ ὅλων ἡμῶν, καὶ
2110αὐτοῦ τοῦ εὐτελεστάτου πολίτου ἡ ὑπογραφὴ ἰσχύει, μόνου
2111δὲ τοῦ βασιλέως δὲν ἰσχύει. Τὸ Σύνταγμα ἀφῆκε τὸν βασιλέα
2112εἰς τὴν ἀνωτάτην σφαῖραν, ποίους δὲ ἔχομεν ἀντ’ αὐτοῦ; Τοὺς
2113κυρίους ὑπουργοὺς, τοὺς ὁποίους δὲν ἐμπιστευόμεθα. (Γέλως).
2114Μὴ ἐξηγήσητε τοὺς λόγους μου ἀνάποδα, σεῖς, οἵτινες γελᾶτε.
2115Ὅτι δὲ δὲν εἶναι πάσης ἐμπιστοσύνης ἄξιοι οἱ ὑπουργοὶ, ἀπό-
2116δειξις ὁ ὅρκος τὸν ὁποῖον δίδουν μετὰ παρατάξεως ἐνώπιον
2117τοῦ βασιλέως. Ὅλα δὲ τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος λαλοῦσι περὶ
2118τῶν ὑπουργῶν ὡς περὶ ἀνθρώπων ὑπόπτων. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ
2119ὑπουργικὸς βίος δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διαρκέσῃ πέραν τοῦ ἐνιαυ-
2120τοῦ. Τουτέστιν, ὁ συνταγματικὸς ὑπουργὸς εἶναι ἐπέτειος ἄρ-
2121χων. Ἰδοὺ δὲ ὁ λόγος, δι’ ὃν ἡ Βουλὴ συγκαλεῖται τοὐλάχι-
2122στον κατ’ ἔτος. Τρεῖς μάλιστα μῆνας, τοὐλάχιστον, οἱ ὑπουρ-
2123γοὶ ἀναγκάζονται νὰ συζήσουν μὲ αὐτὴν τὴν κακὴν πενθεράν.
2124(Γέλως). Οὐδεὶς ὅμως κλείεται ἔξω τῶν γάμων του, εἰμὴ ἡ
2125ἑλληνικὴ Βουλή. (Γέλως). Τῆς κλείουσι δὲ κατὰ πρόσωπον τὴν
2126θύραν, καὶ αὐτοὶ μὲν μένουσιν ἐντὸς, σὺ δὲ ἀπ’ ἔξω φώναζε
2127ὅσον θέλεις.
2128Εἷς ἐκ τῶν συναδέλφων μας εἶπε προχθὲς, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐκ-
2129φράζομεν τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ. Τίνος λοιπὸν Διαβόλου τὴν
2130θέλησιν ἐκφράζομεν; (Γέλως). Πρέπει ἄρά γε νὰ ἐρωτήσωμεν
2131τὸ λαόν; Διὰ τίνος τρόπου; Διὰ τῆς συνήθους ἐκλογῆς;
2132Ἀλλ’ ἰδοὺ ἡ βία, ἰδοὺ ἡ καλπονόθευσις.
2133Ὁ πρώην ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἄλλοι σᾶς εἶπον
2134ὅτι καὶ ἂν κατά τι παρέπταισαν οἱ πεσόντες ὑπουργοὶ, τὸ τί
2135αὐτὸ εἶναι μικρόν. Καὶ ὁ Δούναβις τί ἄλλο εἶναι εἰμὴ σταγό-
2136νες, σταγόνες, σταγόνες; (Γέλως). Καὶ ὁ ποταμὸς τῶν Ἀμα-
2137ζόνων ἐκ σταγόνων ἀποτελεῖται. Ἀμαζόνων δὲ ποταμὸς, ἐξ
2138ἁμαρτιῶν ἀπετελεσθεὶς, ἐπῆρε τὴν πρώτην βασιλείαν. Διατί;
2139Διότι κατὰ πάντα νέου ὑπουργείου σχηματισμὸν, ὁ βασιλεὺς
2140ἐξέφραζε πρὸς τοὺς ἀποχωροῦντας ὑπουργοὺς τὴν βασιλικὴν
2141αὑτοῦ εὐαρέσκειαν, ἐπὶ τέλους δὲ ἔμειναν ὅλοι μὲ τὴν εὐαρέ-
2142σκειαν εἰς τὸ χέρι, ἐκεῖνος δὲ ἀπέθανε ποῦ; Σεῖς τὸ γνωρίζετε;
2143Ἀλλ’ ἂς τελειώσω.
2144§116ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μὴ τελειόνεις.
2145§117ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ προλαλήσας εἶναι πρεσβύτερος ἐμοῦ, ἐγὼ δὲ εἶ-
2146μαι γέρων, πολλὰ δὲ κατὰ τὸν βίον μου εἶδον.
2147Εἶδον τὸν ἐθνικὸν στόλον εἰς τὸν ἀέρα. Διατί; Διὰ τὸ βῆμα
2148τοῦτο. Εἶδον μ’ αὐτά μου τὰ μάτια τὸν Κυβερνήτην ἐσφαγμένον,
2149Διατί; Διὰ τὸ βῆμα τοῦτο. Σᾶς τὸ εἶπε δὲ καὶ ὁ κύριος Κου-
2150μουνδοῦρος χθές. Εἶδον κατὰ τὴν 3 Σεπτεμβρίου τὸν βασιλέα
2151Ὄθωνα, καὶ αὐτὸν τὸν πρώην ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν πο-
2152λιορκουμένους. Ἐκρύβην δὲ καὶ ἐγὼ, διότι τέσσαρες, πέντε χι-
2153λιάδες λαοῦ μὲ ἐπολιόρκησαν. Εἶδον δὲ κατόπιν καὶ φεύγοντα
2154τὸν βασιλέα. Καὶ διατί; διὰ τὸ βῆμα τοῦτο.
2155Ἀφ’ οὗ λοιπὸν τοιοῦτος εἶναι τοῦ Ἔθνους ὁ πόθος, ἡ τρέλα,
2156ἀφ’ οὗ δηλαδὴ θέλει νὰ διοικηθῇ διὰ τοῦ Συντάγματος, τὸ
2157Σύνταγμα πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ κατὰ γράμμα, κατὰ γράμμα,
2158κατὰ γράμμα. Εἰς τὸ Σύνταγμα πρέπει νὰ δοθῇ ἰουδαϊκὴ ἐξή-
2159γησις, ἡ τοιαύτη δὲ ἐξήγησις δὲν βλάπτει. Ἀντὶ δὲ ἡ εὐθύνη
2160νὰ ἐπιβαρύνῃ τοὺς ὑπουργούς......
2161Σημειώσατε, ὅτι ἐγὼ δὲν θὰ ἀποφασίσω ποτὲ νὰ γείνω
2162ὑπουργὸς, οὔτε δὰ μὲ κάμνουν, (γέλως) ἀλλ’ οὔτε τὸ θέλω,
2163διότι δὲν ἔχω ὄρεξιν νὰ καταταχθῶ μεταξὺ τῶν 34 ὑποδίκων.
2164Ἐκυβέρνησα ὅμως ὡς ὑπουργὸς ὑπὸ τὴν σκέπην ἀνδρὸς ἱστο-
2165ρικοῦ, ἀνδρὸς περιωνύμου, ἀλλ’ ὑπουργικὴν εὐθύνην δὲν ἀνα-
2166δέχομαι εἰς τὴν ῥάχιν μου, διότι εἶναι βαρεῖα. Ἅπασα δὲ
2167τῶν πραγμάτων ἡ εὐθύνη, κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ νόμου,
2168πρέπει νὰ ἐπιβαρύνῃ τοὺς ὑπουργοὺς, καὶ ὄχι ἄλλον.
2169Ἀναντιῤῥήτως δὲ οἱ ὑπουργοὶ ὀφείλουσιν εὐθύνας ἐνώπιον τῆς
2170Βουλῆς. Οἱ ἀποχωρήσαντες ὅμως τὸ ἀρνοῦνται.
2171Ἀλλ’ ἐγὼ ἐπιμένω εἰς τὴν πρότασιν τῶν δύω συναδέλφων
2172μας Δηλιγιάννη καὶ Λομβάρδου· ἡ κατ’ αὐτὴν δὲ ἐπιζητουμένη
2173ἐξέτασις δὲν ἐπηρεάζει κατ’ οὐδὲν οὔτε τὴν τιμὴν, οὔτε τὴν ἱκα-
2174νότητα τῶν πεσόντων ὑπουργῶν. Νομίζω δὲ ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν
2175ἔχει ὄρεξιν, διάθεσιν, σκοπὸν νὰ προδικάσῃ.
2176Μία ἔτι ὑπολείπεται παρατήρησις, τὴν ὁποίαν σκοπεύω νὰ
2177κάμω, εἶναι ὅμως ὁπωσοῦν λεπτή· ἐὰν δὲ δὲν κατορθώσω νὰ σᾶς
2178τὴν ἐξηγήσω, ἴσως πταίω ἐγώ, ἴσως πταίετε σεῖς.
2179Κατά τινα τρόπον δικάζομεν ἤδη τοὺς πεσόντας ὑπουργοὺς,
2180ναὶ, ἢ ὄχι; Οἱ ὑπουργοὶ ὅμως δικαζόμενοι καὶ μὴ δυνάμενοι
2181νὰ ἀπολογηθῶσιν οὕτω, ὥστε νὰ ἀρθῇ ἐκ τοῦ μέσου καὶ ἡ ἐλα-
2182χίστη περὶ αὐτῶν ὑπόνοια, ἐκπίπτουσιν. Ἡ ἔκπτωσις δὲ τῶν
2183ἀνθρώπων παραβαλλομένη πρὸς τὴν ἔκπτωσιν τῆς ἀρχῆς, πρὸς
2184ζημίαν τῆς ἐξουσίας εἶναι μηδέν. Τὸ τοιοῦτον δὲ τῆς ἐξουσίας
2185πάθημα ἐπηρεάζει τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, διότι ἡ
2186συντριβὴ τοῦ ὑπουργικοῦ ἀξιώματος εἶναι ἡ κατάπτωσις τῆς
2187Πατρίδος. (Εὖγε, εὖγε. Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
2188§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ ἐξακολούθησις τὴν Δευτέραν.
2189Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρα 6 παρὰ 20|60 μ. μ.