1874.02.22
1.941 στίχοι · 16.049 λέξεις · 136 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 13
Τῆς 22 Φεβρουαρίου 1874.
(Παρασκευή).
Ὥρα 1 Μ. Μ. Ἐκφωνηθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις. Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν.
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ κυροῦνται.—Οἱ βουλευταὶ Ζωχιὸς καὶ Ῥωμαῖος, Κωσταντᾶς καὶ Παγκράτης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως κατὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν ἐν Κερκύρᾳ δημοτικῶν προσόδων. (Ἀναγινώσκεται). «Ἄρθρον μοναδικόν. Τὸ 31 ἄρθρον τοῦ περὶ τῶν Κερκυραϊκῶν πραγμάτων ΣΜΔʹ νόμου, τοῦ κατὰ τὴν 1 Νοεμβρίου τοῦ ἔτους 1867 ἐκδοθέντος, καταργεῖται, ἡ δὲ προσωπικὴ κράτησις, δι’ ἧς ἐκτελεῖται ἡ εἴσπραξις τῶν πρὸς τὸ κοινὸν τῶν Κερκυραίων ὀφειλομένων προσόδων, παύει. Οἱ βουλευταὶ Γ. Ζωχιός, Θ. Ῥωμαῖος, Π. Α. Κωνσταντᾶς, Ν. Σ. Παγκράτης.» Κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ κανονισμοῦ, ἡ πρότασις θέλει τυπωθῆ, διανεμηθῆ εἰς τοὺς κυρίους βουλευτὰς καὶ συζητηθῆ κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς της.
§4ΑΝΑΣΤ. ΤΡΥΦΩΝΟΣ. Ὀφείλω νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι παραπλησίαν πρότασιν καὶ ἐγὼ πέρυσι κατὰ τὸν Ἰούλιον ἔφερα. Ὡς ἐκ τούτου, νὰ τυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο μὲ τὴν παροῦσαν πρότασιν, ἵνα ἐν πλήρει γνώσει ἡ ἐπιτροπὴ προβῇ καὶ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν γνωμοδότησίν της.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλ’ οἱ βουλευταὶ ὑποβάλλουσι πρότασιν περὶ «καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως κατὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν ἐν Κερκύρᾳ δημοτικῶν προσόδων», καὶ ἡ πρότασις αὕτη θέλει τυπωθῆ, διανεμηθῆ καὶ συζητηθῆ κατὰ σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς της.—Μεταβαίνομεν ἤδη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§6Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργ. τῶν Ναυτικῶν). Παρακαλῶ, κ. πρόεδρε.—Ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, κύριοι, ὑπάρχει ἓν νομοσχέδιον ἐκκρεμὲς ἀπὸ τῆς 11 Αὐγούστου π.ε. τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰσαχθῆ καὶ ἀπὸ τὸν προκάτοχον ὑπουργὸν, κ. Μπούμπουλην· τὸ τελευταῖον εἰσαχθὲν εἶναι τῆς 12 Αὐγούστου 1873. Ἐγένετο βʹ. ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις καὶ ἡ Βουλὴ τὸ παρεδέχθη, πρόκειται δὲ περὶ τῆς γʹ. συζητήσεως. Τὸ ἀντικείμενον τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ εἶναι περὶ συστάσεως ταμείου τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν· οἱ ἀπομακρυνόμενοι ἀπὸ τῶν ναυτικῶν νὰ κάμουν καταθέσεις καὶ μετὰ ταῦτα νὰ ἔχωσι περίθαλψιν εἰς τὸ γῆράς των. Εἶναι παρόμοιον ὅπως εἰς τὸν τακτικὸν στρατόν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§8ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ γʹ. συζήτησις τοῦ περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ καὶ τῆς στρατολογίας τοῦ ἔτους 1874 νομοσχεδίου. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ. συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, δι’ ἀναστάσεως καὶ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ἔχον ὡς ἑξῆς· «Ἄρθρ. 1. Ἡ τακτικὴ δύναμις τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ ὁρίζεται διὰ τὸ ἔτος 1874 εἰς 12 χιλιάδας τετρακοσίους εἴκοσιν ἀξιωματικοὺς, ὑπαξιωματικοὺς, μουσικοὺς καὶ στρατιώτας. Ἄρθρ. 2. Ἡ πρὸς συμπλήρωσιν τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως στρατολογία διὰ τὸ ἔτος 1874 προσδιορίζεται εἰς δύω χιλιάδας πεντακοσίους ἄνδρας. Οἱ κληροῦχοι διανεμηθήσονται κατ’ ἀναλογίαν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δημοτῶν ὑπὸ μὲν τῶν νομαρχῶν εἰς τὰς ἐπαρχίας, ὑπὸ δὲ τῶν ἐπάρχων εἰς τοὺς δήμους τοῦ κράτους. Ἄρθρ. 3. Αἱ ἐν τοῖς ἄρθροις 3 μέχρις 11, συμπεριλαμβανομένου καὶ τούτου, διατάξεις τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου ΡΛΓʹ. τοῦ 1851 ἔτους ἰσχύουσι καὶ διὰ τὴν στρατολογίαν τοῦ 1874 καθόσον δὲν ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸν περὶ στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας ΦϞΓʹ. νόμον τῆς 19 Μαΐου 1860.»
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἑπομένως ἐψηφίσθη εἰς γʹ. ἀνάγνωσιν καὶ θέλει σταλῆ εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπουργόν. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος· εἰσὶν ἐγγεγραμμένοι οἱ κύριοι Μπούμπουλης, Μακρῆς, Κυριακίδης, Ι. Μαυρομιχάλης, ὁ κ. Διαμαντόπουλος, Λομβάρδος, Ἀλ. Πετσάλης, Μαυροκορδάτος, Κεχαγιᾶς, Κουμουνδοῦρος καὶ Τσιριμῶκος. Κατὰ τὸν κανονισμὸν, τὸν λόγον πρέπει νὰ λάβῃ ὁ κ. Κυριακίδης, διότι χθὲς ἡ συνεδρίασις ἔληξε μὲ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ.
§11ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Δὲν λαμβάνω, κύριοι, τὸν λόγον, οὔτε διὰ νὰ ἐπιδειχθῶ, οὔτε διὰ νὰ ὑβρίσω. Δὲν θὰ ἐπιδειχθῶ, διότι ἀναγνωρίζω ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ ὑπάρχουσι ῥήτορες πολλῷ σπουδαιότεροι καὶ εὐγλωττότεροι ἐμοῦ, ἀπέναντι τῶν ὁποίων προβλέπω προφανῆ ἀποτυχίαν. Δὲν θὰ ὑβρίσω, διότι τὸ ὑβρίζειν εἶναι ἀνοίκειον εἰς πάντα ἄνθρωπον ἀνατροφῆς, ἰδίως δὲ εἰς ἄνδρα βουληφόρον. Ἐπειδὴ ὅμως ὑπεστήριξα τὴν κυβέρνησιν ἐκείνην, διὰ τῆς ψήφου μου, ὀφείλω σήμερον νὰ δώσω λόγον, διότι θεωρῶ καὶ ἐμαυτὸν ὑπεύθυνον. Ὀφείλει ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Δεληγεώργη νὰ δώσῃ λόγον, λέγουν οἱ ῥήτορες τῆς δεξιᾶς πτέρυγος, διότι, ἐκ τῆς μειοψηφίας ἐλθοῦσα εἰς τὴν κυβέρνησιν τῶν κοινῶν, δὲν διέλυσεν ἀμέσως τὴν Βουλὴν· ὀφείλει νὰ δώσῃ λόγον, διότι ἔκαμε κακὴν χρῆσιν τῶν προνομίων, διακόψασα τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος πρὶν ἢ καταρτισθῇ αὐτό· ὀφείλει νὰ δώσῃ λόγον, διότι ἄνευ προϋπολογισμοῦ ἐδιοίκησε, καὶ τέλος ὀφείλει νὰ δώσῃ λόγον, διότι δὲν ἐπέτρεψε τὴν σύστασιν τῆς φάλαγγος.
§12ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Εἶναι καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι.
§13ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Ἔρχομαι τώρα καὶ εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι. — Ἐπίσης ὀφείλει νὰ δώσῃ λόγον, ἀφοῦ τὸ θέλετε, κ. Λούντζη, διότι δὲν ἐπέτρεψε τὴν σύστασιν τῆς φάλαγγος, τὰς ἐν ὑπαίθρῳ ἀγορεύσεις. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασις, κύριοι, τὴν ὁποίαν οἱ ἔντιμοι βουλευταὶ ἐκ Γόρτυνος καὶ Ζακύνθου ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τῆς ὁποίας ζητοῦν τὴν σύστασιν ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέλεγξιν τῆς πολιτείας τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης. Ἤθελον λυπηθῆ, κύριοι, ἐὰν οἱ κατήγοροι τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης ἤρχοντο ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ σᾶς ἔλεγον· ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ὀφείλει νὰ δώσῃ λόγον, διότι ἐταπείνωσε καὶ ἐξηυτέλισε τὸν Ἑλληνισμόν. Ἤθελον λυπηθῆ ἐὰν οἱ κατήγοροι ἤρχοντο καὶ σᾶς ἔλεγον· πρέπει νὰ δώσῃ λόγον ἡ κυβέρνησις ἐκείνη, διότι παρέλυσε καὶ ἐχαλάρωσε τὴν διοίκησιν. Ἤθελον λυπηθῆ, ἐὰν σᾶς ἔλεγον, ὅτι ἐχρεωκόπησε τὸ ταμεῖον.
§14ΖΩΧΙΟΣ. Μὰ, μὰ τὸν Θεὸν ἀπὸ ὅσα εἶπεν ὁ ὑπουργὸς αὐτὰ εἶναι.
§15ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Ἤθελον λυπηθῆ τέλος, ἐὰν οἱ κατήγοροι τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης ἤρχοντο καὶ σᾶς ἔλεγον, πρέπει νὰ δώσῃ λόγον ἡ Κυβέρνησις τοῦ κυρίου Δεληγεώργη, διότι ἀπέλυσεν ἀπὸ τὰς φυλακὰς 300, 500, 700 ἀνθρώπους, οἵτινες εἶχον ἀποσκορακισθῆ ἀπὸ τὴν κοινωνίαν ὑπὸ τῶν δικαστηρίων καὶ τῶν νόμων. Ἐάν, κύριοι, τοιαύτας κατηγορίας ἐξέφερον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, σᾶς βεβαιῶ ὅτι καὶ ἐγὼ δὲν ἤθελον διστάσει νὰ δώσω κατ’ αὐτῆς ψῆφον· ἀλλὰ τί σᾶς λέγουν, κύριοι; Ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις τοῦ κυρίου Δεληγεώργη νὰ δώσῃ λόγον δι’ οὓς λόγους εἶπον ἀνωτέρω· ὁ δὲ ἔντιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων κύριος Πετιμεζᾶς, ὁ τελευταῖον χθὲς καταβὰς τοῦ βήματος, νέας ἀνέπτυξε συνταγματικὰς θεωρίας. Ἐπίσης ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις τοῦ κυρίου Δεληγεώργη νὰ δώσῃ λόγον, εἶπεν ὁ κύριος Πετιμεζᾶς, διότι ἐκ τῆς μειοψηφίας ἐλθοῦσα διέλυσε τὴν Βουλήν. Ἂς μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ ἔντιμος κύριος Πετιμεζᾶς νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι αἱ θεωρίαι αὗται δὲν εἶναι ὀρθαί. Τὴν φωνὴν καὶ τὴν δύναμιν τῶν πνευμόνων τοῦ κυρίου Πετιμεζᾶ πάντοτε ἐζήλωσα, τὰς συνταγματικὰς ὅμως θεωρίας του οὐδέποτε ἠσπάσθην. Ἐρωτῶ τὸν κύριον Πετιμεζᾶν, ἔχει ὁ Βασιλεὺς τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως, ναὶ ἢ ὄχι; Εἶναι βασιλικὴ προνομία τοῦτο, ναὶ ἢ ὄχι; Εἰς ποῖον δύναται ὁ Βασιλεὺς νὰ δώσῃ διάλυσιν παρὰ εἰς τὴν μειοψηφίαν; Εἰς τὴν πλειοψηφίαν ἐννοεῖτε, κύριε Πετιμεζᾶ, ὅτι πρέπει νὰ δώσῃ ὁ Βασιλεὺς τὴν διάλυσιν; Πῶς, ἀφοῦ εἶναι πλειοψηφία; Ἀλλὰ σᾶς εἶπεν ὅτι εἰς τὴν μειοψηφίαν, ἥτις γείνει πλειοψηφία, ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Βασιλεὺς νὰ δώσῃ τὴν διάλυσιν. Ὡς πρὸς τοῦτο, κύριε Πετιμεζᾶ, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ παρατηρήσω ὅτι μόνος ὁ Βασιλεὺς δύναται νὰ προΐδῃ τὰς περιστάσεις ἐκείνας, καθ’ ἃς δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ δικαιώματος· οὔτε σεῖς, οὔτε ἐγώ, οὔτε κἀνεὶς δύναται νὰ τὸ προΐδῃ· ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἡ ποιήσασα χρῆσιν τῆς προνομίας ταύτης, μόνον ἠθικὴν εὐθύνην δύναται νὰ ἔχῃ, οὐχὶ δὲ νὰ τεθῇ ὑπὸ τοιαύτην κατηγορίαν. Μίαν ἄλλην ἰδέαν ἀνέπτυξεν ὁ κύριος Πετιμεζᾶς....
§16ΤΙΝΕΣ. Εἰπέτε μας τὸ πρῶτον.
§17ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Σᾶς τὸ λέγω, ὅτι ὁ Βασιλεὺς εἶναι εἰς θέσιν νὰ προΐδῃ ὅπως δώσῃ διάλυσιν εἰς μειοψηφίαν, τὴν ὁποίαν ἐκάλεσεν εἰς τὴν διοίκησιν τῶν πραγμάτων. Ἄλλην Συνταγματικὴν θεωρίαν ἀνέπτυξεν ὁ κύριος Πετιμεζᾶς· εἶπεν ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι δυνατὸν εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ἔτος νὰ κληθῇ εἰς δύο τακτικὰς συνόδους. Καὶ ἔφερεν τὸ ἑξῆς παράδειγμα· ἦλθεν, λέγει, εἰς τακτικὴν σύνοδον κατὰ τὴν 23 Ἰανουαρίου ἡ Βουλὴ καὶ διαλύεται, ἡ ἄλλη σύνοδος, ἡ ὁποία θὰ ἔλθῃ, δὲν εἶναι τακτική; κάμνει ἕνα τοιοῦτον συλλογισμόν· ἔρχεται ὅμως κατόπιν δι’ ἑνὸς ἄλλου καὶ ἀναιρεῖ αὐτόν. Τί λέγει ὁ κύριος Πετιμεζᾶς; Ὅτι ἡ σύνοδος ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ἔλθῃ μὲ τὴν διάλυσιν τῆς παρελθούσης Βουλῆς, δὲν εἶναι τακτικὴ σύνοδος, ἀλλ’ ἔκτακτος, λησμονῶν ἐπίσης ὅτι ὑπάρχουν βουλευτικαὶ περίοδοι.
§18ΤΙΝΕΣ. Δὲν τὸ εἶπε.
§19ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Τὰ στενογραφημένα πρακτικά, παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε.
§20ΤΙΝΕΣ. Δὲν πειράζει. Ὁρίστε, λέγετε· δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ.
§21ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Κατηγορήθη, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις τοῦ κυρίου Δεληγεώργη ὡς ἀντισυνταγματική, διότι δὲν διέλυσε τὴν Βουλὴν καὶ διότι διέκοψε τὰς ἐργασίας αὐτῆς πρὶν καταρτισθῇ τὸ Σῶμα. Δὲν θέλω σήμερον κάμει λόγον περὶ τούτων, διότι ἡ Βουλὴ συζητήσασα τὰ ζητήματα ταῦτα κατὰ τὸν Ἰούλιον, ὅτε ἐσυζητεῖτο τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ ὅτε πολλαὶ θεωρίαι περὶ τούτου ἀνεπτύχθησαν, διὰ ψήφων 88 κατὰ 82 εἶπεν ὅτι καλῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, πράξασα ὅ,τι ἔπραξεν. Ἔρχεται, κύριοι, τὸ ἄλλο ζήτημα. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ κυρίου Δεληγεώργη διῴκησεν ἄνευ προϋπολογισμοῦ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Δεληγεώργης, ἀντικρούων τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Γόρτυνος κ. Δηλιγιάννην, εἶπεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐσεβάσθη τὸ Σύνταγμα, δὲν ἔκαμε χρῆσιν διόλου τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὐδεμίαν πληρωμὴν ἐνήργησε· τὴν πενθημερίαν μόνον τοῦ στρατοῦ ἐκλήρωσε, καὶ οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν. Ἔκαμε χρῆσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη; Εἶναι εἰς θέσιν ἡ διάδοχος Κυβέρνησις νὰ τὸ εἴπῃ. — Ἐνήργησεν ἀντισυνταγματικῶς, λέγουσιν οἱ ῥήτορες τῆς δεξιᾶς πτέρυγος, ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Δεληγεώργη, διότι προώρως ἐνήργησε δημ. ἐκλογάς· ὁ δὲ ἔντιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς διὰ στρογγύλων ἀριθμῶν κατέδειξεν, ὅτι 65 ἡμέραι ἀπαιτοῦνται πρὸς ἀνανέωσιν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν. Τῷ παρετήρησα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του μόνον τὴν πρωτεύουσαν καὶ τὴν Σύρον, ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του καὶ τὰς ἐπαρχίας, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν νὰ κάμῃ καὶ τοὺς ὑπολογισμούς του· μοὶ ἀπήντησε δὲ, «πολὺ πρακτικὸς νοῦς εἶναι ὁ κ. Κυριακίδης.» Τέσσαρες ἡμέραι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ψηφοφορίαν. Ἐπειδὴ δὲ ἰσχυρίσθη ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς ὅτι 65 ἡμέραι ἀπαιτοῦνται πρὸς ἐνέργειαν ὅλης αὐτῆς τῆς ἐργασίας, ἐγὼ θὰ τῷ καταδείξω ὅτι δὲν ἔκαμε καλοὺς λογαριασμοὺς, διότι ἀπαιτοῦνται 100 καὶ πλέον ἡμέραι. Τέσσαρες ἡμέραι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ψηφοφορίαν. Κύριε Ῥάλλη, εἶναι οὕτω; Τρεῖς διὰ τὴν ἔκθεσιν τῶν πρακτικῶν.
§22ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Γίνονται ἑπτά.
§23ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Προθεσμία γνωμοδοτήσεως ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς.
§24ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Γίνονται 10.
§25ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Προθεσμία, καθ’ ἣν θὰ σταλοῦν εἰς τὸ ἐπαρχεῖον, 6 ἡμερῶν......
§26Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ποῦ τὴν ηὕρατε αὐτὴν τὴν προθεσμίαν;
§27ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου.
§28Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχετε μέγα λάθος.—Σᾶς παρακαλῶ, ἐπειδὴ ἀποτείνεσθε πρὸς ἐμὲ προσωπικῶς, νὰ ἦσθε καλῆς πίστεως. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι 65 ἡμέραι εἶναι ἀναγκαῖαι διὰ τὴν ψηφοφορίαν καὶ τὰς ἐργασίας ἐκείνας, τὰς ἀπαιτουμένας διὰ τὸν ἔλεγχον τῶν ἐκλογῶν.
§29ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κατὰ τὸ 1869 ὁ κ. Ζαΐμης ἔκαμεν ἐκλογάς· τί θέλετε τὰς ἡμέρας;
§30ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ εἴπατε ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Δεληγεώργη ἐφέρθη ἀντισυνταγματικῶς, ἐνεργήσασα δῆθεν προώρως τὰς δημοτικὰς ἐκλογάς. Ὁ κ. Ῥάλλης προχθὲς ἠρίθμησε τὰς ἡμέρας καὶ κατέδειξεν ὅτι 65 ἡμέραι ἀπαιτοῦνται.
§31Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὅταν δὲ ἐθαύμασα τὸν πρακτικόν σας νοῦν, σᾶς εἶπα, ὅτι τὸ τετράμηνον, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος ὥρισε διὰ τὰς ἐκλογὰς, διὰ τὸν καταρτισμὸν τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, τὸ τετράμηνον ἐκεῖνο εἶναι ἀρκετὰ εὐρύχωρον, ὥστε νὰ ἐνεργηθῇ ἀπροσκόπτως ἐντὸς αὐτοῦ καὶ ἡ ἀποστολὴ τῶν πρακτικῶν τῆς ἐκλογῆς εἰς τὰς διαφόρους ἀρχὰς ἄνευ ζημίας τῶν ἐν τῷ νόμῳ προθεσμιῶν· διότι 65 ἡμέραι εἶναι ἀναγκαῖαι διὰ τὰς πράξεις, τὰς πρὸς τὸν ἔλεγχον τῆς ἐκλογῆς καὶ τὴν ψηφοφορίαν, μέχρι δὲ τοῦ τετραμήνου νομίζω ὅτι, ἀφοῦ 3X4=120 ἡμέρας, ἀφαιροῦνται δὲ αἱ ἤδη διατεθεῖσαι 65, μένουσιν ἔτι 55· ἀπ’ αὐτὰς τὰς 55 θὰ ἀφαιρέσητε 40, αἱ ὁποῖαι ἀρκοῦσι καὶ ἀπαιτοῦνται διὰ τὸ διάστημα καὶ τὰς πράξεις τὰς πρὸ τῆς ψηφοφορίας, καὶ ἑπομένως σᾶς μένουν 15 ἡμέραι διὰ τὴν ἀποστολὴν τῶν πρακτικῶν ἀπὸ τοὺς δήμους εἰς τὰς ἐπαρχίας κτλ.
§32ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Ἀρκοῦν 15 ἡμέραι;
§33Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶχον δίκαιον νὰ θαυμάσω τὸν πρακτικόν σας νοῦν.
§34ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Δὲν ἀρκοῦν 65 ἡμέραι. Σᾶς λέγω, ὡρισμένως τὰς προθεσμίας, τὰς ὁποίας ὁ νόμος διαγράφει.
§35ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Ὁρίστε, ἀνεπτύξατε τὰς ἰδέας σας, ὅπως σεῖς φρονεῖτε.
§36ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Τώρα κατηγορεῖτε τὴν πεσοῦσαν Κυβέρνησιν ὅτι ἀντισυνταγματικῶς ἐκυβέρνησε καὶ ἐδιοίκησε, καὶ τὸν ἀντισυνταγματισμὸν τοῦτον τῇ ἀποδίδετε, διότι δῆθεν ἐνήργησε προώρως τὰς δημοτικὰς ἐκλογάς.
§37ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Καλὸ, καλό· προχωρήσετε.
§38ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Ἐπίσης ὁ κ. Ῥάλλης θέλων νὰ κατηγορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην εἶπεν, ὅτι μὴ νομίσητε, ὅτι αἱ βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ διεξήχθησαν ἐν νομιμότητι καὶ ἡσυχίᾳ· ἂς ἐρωτηθῇ ἡ Μεσσήνη, ἡ Γορτυνία, ἡ Ναυπακτία. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ λόγος περὶ Γορτυνίας, πιστεύω ὅτι ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρτυνος, δὲν ἦλθε βεβαίως εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν, εἰς ἣν κατὰ τὰ 1872, δηλ. νὰ τραπῇ τὴν πρὸς τὴν πρωτεύουσαν ἄγουσαν· σήμερον παρακάθηται εἰς τὰ ἑδώλια τὰ βουλευτικά. Ὀφείλω, κύριοι, νὰ ὁμολογήσω, ὅτι οὐ μόνον οὐδεμίαν σχέσιν εἶχον μετὰ τοῦ κ. Δεληγεώργη πρὶν ἐκλεχθῶ βουλευτὴς, ἀλλ’ οὐδὲ ἁπλῶς γνωριμίαν· ἂν ὑπῆρξε δὲ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἔγεινα φίλος του, εἶναι διότι ἀτυχῶς ὡς ἀντιπολιτευόμενος κατῆλθον εἰς τὸν ἀγῶνα. Ἀφ’ ἧς ἐξελέγχθην βουλευτὴς, τῷ ἔγραψα ἐπιστολὴν καὶ τῷ εἶπεν, εἶμαι φίλος σας, διότι παρετήρησα ὅτι ἐτηρήσατε τὸ πρόγραμμά σας (θόρυβος).
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι.
§40ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. —Οὔτε βία, οὔτε στρατοκρατία ὑπῆρχεν· αἱ ἐκλογαὶ ἐνεργήθησαν ἐλευθέρως. Ἐὰν ᾖναι πρᾶξις, ἡ ὁποία τιμᾷ τὸν κ. Δεληγεώργην, εἶναι αἱ ἐκλογαὶ ἐκεῖναι. Ἐπὶ τέλους, κύριοι, ἡ ἀντιπολίτευσις θέλουσα νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν, προβλέπουσα δὲ ὅτι ἄλλως πως δὲν ἦτο δυνατὸν, ἐζήτησεν ὀχλαγωγικῶς· ἐζήτησεν, ἐκμεταλλευομένη τὴν ἀθωότητα καὶ τὴν καλὴν πίστιν τῶν φοιτητῶν, νὰ καταλάβῃ τὴν ἐξουσίαν· ἀλλὰ δυστυχῶς ἀπέτυχε.
§41ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς τὸ ἠξεύρετε αὐτό;
§42ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Σεῖς εἶσθε εἰς θέσιν καλλιτέραν...
§43ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἤμην εἰς τὰ Καλάβρυτα.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι.
§45ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Λυποῦμαι πολὺ, διότι οἱ φοιτηταὶ ἠδίκησαν καὶ ἡμᾶς· ἐὰν ἔχουν φίλους, πρέπει νὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἔχουν τὴν νεολαίαν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ἐγὼ ὑπῆρξα φοιτητής· ὑπῆρξα μάλιστα φοιτητὴς εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν δυστυχῶς τὸ ἔθνος εὑρίσκετο εἰς ἕνα πολιτικὸν σάλον· οὐδέποτε ὅμως τὸ Πανεπιστήμιον κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἐπέτρεπε νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὰς τάξεις των ἄνθρωποι ξένοι. — Ἠθέλησαν νὰ εἴπωσιν ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ἐκακούργησεν, ἐκρεούργησεν, ἐφυλάκισεν· ἀλλὰ δὲν μᾶς εἶπον καὶ ποίους. Ἤκουσα ὅτι μεταξὺ τῶν φοιτητῶν συνελήφθη ἕνας Μυλωνᾶς, ἄλλοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνῆκον εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Ἔθεσαν τὸ ζήτημα τῆς φάλαγγος· πρέπει νὰ συστηθῇ φάλαγξ, πρέπει νὰ δώσωμεν ὅπλα εἰς τοὺς φοιτητάς· καὶ τὸ ἔθεσαν αὐτὰς τὰς ἡμέρας διὰ νὰ προκαλέσωσι πολιτικὸν σάλον. Πρὸ ἡμερῶν πολλῶν ἐδόθη ἀναφορὰ ἐκ μέρους τῶν φοιτητῶν· παρεπέμφθη εἰς τὸ τμῆμα, δὲν ἦλθεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἂν ὑπῆρξαν, κύριοι, φίλοι τῶν φοιτητῶν, εἶμαι καὶ ἐγώ· ἀλλ’ ἔπρεπε δι’ ἄλλου τρόπου νὰ ζητήσουν ὅπλα καὶ τὴν σύστασιν τῆς φάλαγγος. Εὔχομαι, κύριοι, εἰς κάθε κυβέρνησιν, ὅταν ἀπέρχεται τῆς ἐξουσίας, νὰ μὴ δύνανται νὰ τῆς προσάπτουν οἱ κατήγοροί της ἄλλας κατηγορίας, εἰμὴ αὐτὰς τὰς ὁποίας ἡ φαινομένη σήμερον συμπολίτευσις ἀποδίδει εἰς τὴν κυβέρνησιν τοῦ κ. Δεληγεώργη.
§46ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Μπράβο! μπράβο!
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σιωπὴ, κύριοι.
§48ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Καὶ ἡμεῖς θὰ τὸ ἐπαναλαμβάνωμεν αὐτό.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπούμπουλης ἔρχεται κατὰ τὴν σειρὰ τῆς ἐγγραφῆς (ὁ κ. Ἀλ. Κουμουνδοῦρος προσέρχεται πρὸς τὸ βῆμα). Παραχωρεῖτε εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, κ. Μπούμπουλη;
§50ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μάλιστα.
§51ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρὸς τί ἐπανέρχονταί τινες εἰς ἀρχαίους χρόνους; Τὰ πάντα τότε ἐξετασθέντα ἐδικαιώθησαν. Πρὸς τί ἀναμοχλεύετε συμβεβηκότα, ἅτινα κεῖνται ἤδη ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῆς ἱστορίας; Ἢ μήπως θέλετε νὰ μᾶς ὁδηγήσητε εἰς τὸ χάος ἵνα ἀποφύγητε τὸν ἔλεγχον; Διότι τὸν ἔλεγχον ἐφοβήθητε πάντοτε, καὶ ὅτε παρουσιάσθησαν, ἢ ἐφύγατε, ἢ ἐδιώξατε τοὺς ἐλεγκτάς. Θέλουσί τινες ἴσως, κύριοι, νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὸ ἀρχαῖον καὶ προσφιλὲς σύστημα τῶν ὕβρεων καὶ τῶν συκοφαντιῶν. Ἀληθῶς τὸ κόμμα, τὸ ἐξ ἑπτὰ συγκροτούμενον, ἔκτοτε ὡς σύστημα κύριον αὑτοῦ εἶχε, καταβιβάζον διὰ τῶν ὕβρεων καὶ διὰ τῶν συκοφαντιῶν τοὺς ἀντιπάλους του, νὰ ἵσταται αὐτό· διότι ᾐσθάνετο ἑαυτὸ ἀνίκανον νὰ ὑπάρξῃ. Ἐστερεῖτο καὶ προσόντων καὶ ἀρετῆς· ἀναγκαῖον ἐνόμιζε λοιπὸν ν’ ἀρνῆται εἰς τοὺς ἄλλους ἀρετὰς, ἵνα μὴ διακρίνηται ἡ γυμνότης του. Ἀλλὰ, κύριοι, βεβαιώθητε, δὲν θέλει σᾶς βοηθήσει τὸ σύστημα τοῦτο. Τὴν πρόκλησίν σας τὴν δέχομαι εὐχαρίστως, καὶ ἐλπίζω, ὅτι θέλετε μετανοήσει. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ποῖον κατὰ τὴν Συνέλευσιν ἐπεκράτει πνεῦμα, ποία ὑπῆρχεν ἡ διαίρεσις καὶ πόσον τὰ πάθη ἦσαν ἐξημμένα. Ἄνθρωποί τινες κοινοὶ εἰσεπήδησαν ἀθέσμως ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως, καὶ προσελθόντες πρὸς ἀνθρώπους, ἀληθῶς ἐντίμους, συνεκρότησαν κόμμα τι, τὸ λεγόμενον κόμμα τῶν ἀποκεφαλιστῶν. Οὐδένα ἀληθῶς ἐνέπνεον φόβον οἱ ἄνθρωποι αὐτοί· ἦσαν γνωστοί, καὶ διὰ τὸν χαρακτῆρά των, καὶ διὰ τὴν θέσιν των, καὶ διὰ τὰ αἰσθήματά των· δὲν ἔπαυον ὅμως ν’ ἀναμοχλεύωσι τὰ πάθη, καὶ νὰ παρασύρουν τὰς ἁπλᾶς πεποιθήσεις. Ὑπῆρχον δὲ ἐν τῇ Συνελεύσει ἄνθρωποι, ἀληθῶς ἀξιότιμοι, οἵτινες ἐν πεποιθήσει ὑπεστήριζον ἀρχὰς ἀντιθέτους μετὰ φανατισμοῦ. Ὑπῆρχον συμφέροντα ἀλληλομαχοῦντα, καὶ ἡ ἔρις κατὰ τὰς τελευταίας μάλιστα ἡμέρας τῆς Συνελεύσεως, εἶχε κορυφωθῆ. Ἔτυχον τότε διευθύνων τὰ πράγματα τῆς Πατρίδος. Ἡ ἐπανάστασις εἶχε παραλύσει τὸν στρατὸν, εἶχεν ἐλαττώσει τὰς τάξεις αὐτοῦ, ὁ δὲ στρατὸς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν ἀνῆκεν εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἦτο διῃρημένος εἰς φατρίας. Ἡ μεταβολὴ εἶχε προσέτι ἐλαττώσει καὶ περιορίσει τοὺς πόρους. Ἔζων ἡ κυβέρνησις καὶ ἡ κοινωνία βίον δυσκολιῶν. Ὁ Βασιλεὺς, νέος καὶ μόλις ἐλθὼν, δὲν ἐγνώριζε τὰ πράγματα καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Ὅθεν μεγαλειτέρα ἦτον ἡ εὐθύνη τῶν συμβούλων Αὐτοῦ τότε, διότι ἡ ἐξουσία, ἣν ἐνήσκουν τότε, ἦτον ἀναντιῤῥήτως μεγαλειτέρα. Ὡς ἐκ τῶν αἰτίων αὐτῶν αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι ἦσαν δύσκολοι, ὁ κίνδυνος σπουδαῖος, εἴχομεν ἀνάγκην φρονήσεως, θάῤῥους καὶ μετριοπαθείας· ἔπρεπε νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς ἑαυτοὺς τὴν μετριοπάθειαν, ἀναλόγως τῆς μεγάλης δυνάμεως, ἣν ἐνησκοῦμεν. Ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν θάῤῥος, διὰ νὰ παλαίσωμεν πρὸς δυσκολίας, αἵτινες μέχρι τοιούτου βαθμοῦ κατήντησαν τελευταῖον ἐν τῇ Συνελεύσει, ὥστε μία μεγάλη μειονοψηφία δὲν ἠρνήθη νὰ καταψηφίσῃ ζήτημα, ὅπερ προὐτάνθη ὡς ὅρος ἐκ μέρους τῆς Βασιλείας πρὸς ὑπογραφὴν τοῦ Συντάγματος. Δὲν ἐπρόκειτο λοιπὸν περὶ μικρῶν πραγμάτων, καὶ ἡμεῖς ἤμεθα ὑπόχρεοι, ἀπέναντι τῶν δυσκολιῶν αὐτῶν, νὰ τάξωμεν τὰ στήθη μας καὶ τὴν ἐνέργειάν μας. Πρὸς τὴν δυσκολίαν αὐτὴν προσέθηκεν νέους ἐρεθισμούς ἡ ἀπόφασις τῆς μειονοψηφίας τῆς Συνελεύσεως, ν’ ἀποσυρθῇ. Ἡ πλειονοψηφία δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποτελέσῃ ἀπαρτίαν, διότι πολλὰ μέλη ἔλειπον· δὲν ἐδύνατο ἑπομένως νὰ δώσῃ τοὺς τρόπους τῆς ὑπάρξεως εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ πλειονοψηφία ἀπεφάσισε τότε καὶ συνέταξεν ἔγγραφον, δι’ οὗ ἐξουσιοδότει τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐνέργειαν· ἀλλὰ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο δὲν ἦτον ἀπόφασις πλειονοψηφίας, ἐνεργούσης ἐν ἀπαρτίᾳ. Ἡ Συνέλευσις μᾶς ἐγκατέλιπεν, ἀναχωρήσασα, ἄνευ μέσων κυβερνητικῶν, μᾶς ὤθησεν ἐκτὸς τῆς εὐθείας καὶ νομίμου ὁδοῦ. Ἀλλὰ μᾶς ὑπεχρέωσεν ἡ θέσις, ἣν κατείχομεν, νὰ διατηρήσωμεν τὰ δικαιώματα τῆς κοινωνίας, τὴν τάξιν, καὶ νὰ ἐφαρμόσωμεν τοὺς νόμους. Τοιαύτη ἦτον ἡ κατάστασις τότε, ὅτε ἤρξαντο αἱ πρῶται βουλευτικαὶ ἐκλογαί, αἵτινες μετήνεγκον τὸν ἐρεθισμὸν καὶ τὴν ἔριδα εἰς τὰ πέρατα τῆς Ἑλλάδος. Ὁ κίνδυνος ἐπλεόναζεν· εἰς τὸν κίνδυνον ἔπρεπε νὰ ἀνταποκριθῶμεν, ἔπρεπε νὰ ζήσωμεν ἐντίμως καὶ ἐντὸς τοῦ νόμου. Ἦταν δὲ αἱ ἐκλογαὶ αὗται ἡ πρώτη ἐπίσημος πρᾶξις, ἥτις ἐπὶ τῆς νέας Βασιλείας ἐξετελεῖτο ἐν τῇ Ἑλλάδι. Ἔπρεπε, κύριοι, ἐδυνάμεθα, Κυβέρνησις ὄντες, ν’ ἀφήσωμεν νὰ παραλύσῃ ἡ κοινωνία, νὰ κατακλύσῃ ἡ ἀναρχία τὸν τόπον καὶ τὴν νόμιμον ἐνέργειαν νὰ καταλάβῃ ἡ παρανομία, ἢ ὠφείλομεν, ἀναλαμβάνοντες ὅλην τὴν εὐθύνην, νὰ ὁδηγήσωμεν τὰ πράγματα καὶ τὸν τόπον μας εἰς λιμένα ἀσφαλῆ καὶ βέβαιον; Αὐτὸ τοῦτο ἐπράξαμεν· καὶ ἐπειδὴ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τότε μᾶς ἠρνήθη τὰ ἔννομα μέσα, προσεφύγομεν εἰς τὰ Διατάγματα. Ναί, διῳκήσαμεν διὰ Διαταγμάτων, διότι ἄλλως δὲν ἠδυνάμεθα νὰ διοικήσωμεν. Ἐδιοικήσαμεν διὰ Διαταγμάτων, διὰ ν’ ἀπομακρύνωμεν τὴν ἀναρχίαν καὶ τὴν ἀταξίαν, διὰ ν’ ἀναδιοργανώσωμεν τὴν Ἑπτάνησον, διὰ νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν, ἥτις δὲν ἦτον ἀρκοῦσα. Ἐνθυμεῖσθε δὲ ὅτι τότε ἡ ἡττηθεῖσα μερὶς κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1862, τιμία, ὡς ἀπεδείχθη καὶ ἀφωσιωμένη πρὸς τὴν Πατρίδα καὶ πρὸς τὰ καθεστῶτα, παρεῖχεν ὑποψίας. Ἐπιστεύετο ὅτι ἐβυσσοδόμει κακόν τι· καὶ μὴ λησμονεῖτε, ὅτι αἱ συκοφαντίαι καὶ αἱ καταμηνύσεις ἐπολλαπλασιάζοντο. Ἐδιοικήσαμεν λοιπὸν διὰ Διαταγμάτων, καὶ ἀποτέλεσμα τῆς ἐνεργείας μας ἐκείνης ἦτο νὰ συγκροτήσωμεν ἐν τάξει, ἐν ἐλευθερίᾳ καὶ ἐν νομιμότητι τὴν πρώτην Βουλήν. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ σφοδρότερος τῶν ἀντιπάλων ἡμῶν, ὁ κ. Δεληγεώργης, ἔσπευσε νὰ μᾶς συγχαρῇ. Εἰς τὴν Βουλὴν ἐκείνην ἐπαρουσιάσθημεν μετὰ θάῤῥους. Παρεξετράπημεν, εἴπομεν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἄλλως. Εἷς μέγας ἀνήρ, ἐν μεγάλῳ Κράτει, ἠναγκάσθη, διὰ τὸ κοινὸν συμφέρον, τὴν ἰδίαν νὰ πράξῃ παρανομίαν· καὶ ὅταν αἱ οἰκονομικαὶ στενοχωρίαι ἐπίεζον τὴν Ἀγγλίαν, ὁ Πήλ, ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἀντὶ Νόμου, διὰ Διατάγματος ἔθεσε φραγμὸν ἐναντίον τοῦ ἀπειλοῦντος τὴν κοινωνίαν οἰκονομικοῦ χειμάρου· αὐτὴν δ’ ἔχων τὴν δικαιολογίαν, παρουσιάσθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Αὐτὸν ἐπροτείναμεν καὶ ἡμεῖς τότε τὸν λόγον. Ἐξετράπημεν, εἴπομεν, οὐχὶ δι’ ἴδιον συμφέρον, δὲν διεθέσαμεν ἐθνικὴν περιουσίαν οὔτε ὑπὲρ ἡμῶν, οὔτε ὑπὲρ τῶν φίλων μας, ἀλλ’ ἐπολεμήσαμεν τὴν ἀταξίαν καὶ προσεπαθήσαμεν νὰ σώσωμεν τὴν τάξιν. Ἐζητήσαμεν λοιπὸν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ἐγκρίνῃ τὴν διαγωγὴν ἡμῶν. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ὑπὲρ ἡμῶν. Τοιαύτη εἶναι ἡ αἰωνία Δικαιοσύνη τῆς ἀνθρωπότητος, νὰ συγχωρῇ ἐκείνους, οἵτινες εἰλικρινῶς καὶ τιμίως ὑπηρετοῦσι τὴν Πατρίδα, καὶ ἂν αἱ περιστάσεις, καὶ ἂν ἡ ἀκαταμάχητος δύναμις τῶν πραγμάτων ἀναγκάζῃ αὐτοὺς ἐνίοτε νὰ παρεκτραπῶσι τῆς εὐθείας ὁδοῦ. Ἡ κοινωνία συγχωρεῖ αὐτούς, ἀρκεῖ νὰ πεισθῇ, ὅτι δὲν εἰργάσθησαν ὑπὲρ τοῦ ἰδίου συμφέροντος, καὶ τὰς πράξεις των δὲν ὡδήγησε σκοπὸς ποταπὸς καὶ ἰδιοτελής. (Εὖγε! Εὖγε! .) Τῷ 1867 ἤλθομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, μᾶς ἔφερε δὲ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς. Ἐλθόντες εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐδέχθημεν μίαν βαρυτάτην κληρονομίαν, τὴν ἐπανάστασιν τῆς Κρήτης. Τὴν ἐπανάστασιν δὲν προεκαλέσαμεν ἡμεῖς, δὲν τὴν συνεβουλεύσαμεν, δὲν ἤμεθα ἡμεῖς Ὑπουργοί, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐξεῤῥάγη. Ἂν δὲ κατά τι συνετέλεσαν εἰς τὴν ἐξέγερσιν Ὑπουργοί τινες, δὲν ἤμεθα βεβαίως ἡμεῖς. Εὕρομεν τὴν κατάστασιν ἐκείνην, καὶ ὑπόχρεοι ἤμεθα ν’ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῆς. Πιστεύεται, κύριοι, ὅτι ὁ ἔσχατος αὐτοκράτωρ τοῦ Βυζαντίου, γονυπετήσας ἐνώπιον τοῦ θυσιαστηρίου τῆς Ἁγίας Σοφίας, καὶ προσενεγκὼν ἑαυτὸν θῦμα, συνέδεσε διὰ τοῦ χυθέντος αὐτοῦ αἵματος τὴν ἑλληνικὴν φυλὴν ὀργανικῶς τρόπον τινά. Οὕτω ἀδύνατον εἶναι τὸ πάθημα μέρους τινὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ, νὰ μὴ συγκινῇ τὸ ἐπίλοιπον ὅλον· πάντες ἐσμὲν Ἕλληνες. Ἡ Κρήτη μᾶς συνεκίνησεν οὕτω ὅλους, καὶ δὲν ὑπῆρξεν ἑλληνικὴ ψυχὴ, ἥτις δὲν συνεκινήθη καὶ ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, ὅπου καὶ ἂν εὑρίσκετο. Πρὶν ἢ δ’ ἔτι ἔλθωμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, αἱ στρατολογίαι ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος ἐνηργοῦντο ἐλευθέρως καὶ πολλαὶ, παντοῦ δ’ ἐγίνοντο συναθροίσεις ἐνόπλων, πορευομένων πρὸς τὰ μέρη ἐκεῖνα. Ἡ μεταβολὴ τοῦ Ὀκτωβρίου 1862, ὡς γνωρίζετε, εἶχεν ἀνοίξει τὰς φυλακὰς πάσας τοῦ Κράτους. Κατάδικοι καὶ ὑπόδικοι εἶχον καταπλημμυρήσει τὴν Ἑλλάδα. Προστιθέμενοι οὗτοι εἰς τὰς ἐνόπλους συμμορίας, ἀπετέλουν δυνάμεις σπουδαίας καὶ ἠπείλουν τὴν κοινὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν τάξιν. Ὁ ἐνθουσιασμὸς εἶχε παρασύρει καὶ τὸν στρατόν μας. Ἐνθυμεῖσθε, πόσοι ἔντιμοι καὶ διακεκριμένοι ἀξιωματικοὶ, μετέβησαν, ἵνα χύσωσι τὸ αἷμά των ἐν τῇ Κρήτῃ. Ἐνθυμεῖσθε ἐπὶ τέλει, πόσα ἔλαβον τότε χώραν. Ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο καὶ εἶχε νὰ μεταχειρισθῇ μόνον τὴν ἠθικὴν δύναμίν της. Τότε τὸ πῦρ τῆς ἐπαναστάσεως διεδόθη καθ’ ὅλα τὰ μεθόρια. Ἀδελφοὶ ἡμῶν οἱ ἐκτὸς ὁπλισθέντες, ὕψωσαν τὴν σημαίαν· ἐπιχείρησις ἀτυχής. Πρὸς αὐτοὺς ὅμως ἡνώθησαν καὶ κακοῦργοι, τοὺς ὁποίους ἡ ἐπανάστασις ἠλευθέρωσεν ἀπὸ τὰς φυλακὰς καὶ τοὺς ὁποίους αἱ περιστάσεις ἐγέννησαν, καὶ πολλοὶ ἄλλοι πολῖται. Οὕτω τὰ μεθόρια κατεκλύσθησαν ὑπὸ πλήθους ἐνόπλων ἐντίμων πολιτῶν, λῃστῶν καὶ ἐπαναστατῶν ἀναμίξ. Ἦτον ἀδύνατον διάκρισις νὰ γείνῃ. Προσεπαθήσαμεν τότε νὰ διακρίνωμεν τοὺς φιλησύχους πολίτας ἀπὸ τοὺς κακούργους, καὶ νὰ πολεμήσωμεν τούτους. Μετεχειρίσθημεν ὅλα τὰ μέσα πρὸς ἐξάλειψιν τῶν λῃστῶν· ἐστάθη ὅμως ἀδύνατον νὰ προέλθωμεν εἰς εὐάρεστόν τι ἀποτέλεσμα· τοὐναντίον, ὁ τῶν λῃστῶν ἀριθμὸς ηὔξανε, καὶ ἡ δημόσιος ἀσφάλεια ἠπειλεῖτο σοβαρώτερον, ἀπὸ στιγμῆς δὲ εἰς στιγμὴν ἠδυνάμεθα νὰ κληθῶμεν νὰ λάβωμεν μέτρα, ἵνα διατηρήσωμεν κατ’ ἐξωτερικῶν τυχὸν κινδύνων τὴν ἐσωτερικὴν ἀσφάλειάν μας. Δὲν συνέφερε λοιπὸν, οὔτε ἦτο δυνατὸν εἰς φρονίμους ν’ ἀφήσωσι καὶ ἐξ ἐκείνου τοῦ μέρους τὸν κίνδυνον ὑπάρχοντα, ὁσημέραι μεγεθυνόμενον. Τὴν κατάστασιν δ’ αὐτὴν δὲν τὴν ἐπλάσαμεν ἡμεῖς, τὴν εὕρομεν, ὡς καὶ πρὸ ὀλίγου εἶπον. Ὅταν οἱ πρὸ ἡμῶν εἰς τοὺς παρελθόντας χρόνους εὑρίσκοντο εἰς τοιαύτας δυστυχεῖς περιστάσεις, καὶ ὅτε διοικηταὶ καὶ κυβερνῆται ἦσαν οἱ ἐπισημότεροι τῆς Πατρίδος ἄνδρες, εἰς τὴν ἀνάγκην ὑπέκυψαν καὶ αὐτοὶ, καὶ ἠδυνήθησαν ν’ ἀπαλλαγῶσι τῶν δυσχερειῶν διὰ τῶν ἀμνηστειῶν. Αἱ ἀμνηστεῖαι σήμερον δὲν ἐπιτρέπονται. Αἱ ἀμνηστεῖαι κατὰ τὰς ἐποχὰς ἐκείνας ἦσαν ἔργα φρονήσεως· ἀμνηστεία, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἡμῶν, ἦτο παρανομία καὶ ἀντισυνταγματικότης. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι, ἐπιστολαὶ διευθύνοντο κατ’ ἐπανάληψιν ἐκ μέρους τῆς Κρήτης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ μᾶς καθίστων προσωπικῶς ὑπευθύνους διὰ πᾶν δυστύχημα, ὅπερ ἤθελε προέλθει εἰς τὴν Κρήτην, ἂν μὴ ἀφίνωμεν τὴν δίοδον ἐλευθέραν εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς, οὓς δοκιμασθέντας ἐν τῇ Κρήτῃ, ὡς ἔλεγον, εὗρον καταλλήλους πρὸς τὸν πόλεμον τῶν ὀρέων καὶ τῶν στενοπῶν. Αἱ Ἐπιτροπαὶ ἔλεγον, ὅτι θὰ πέσῃ ἐφ’ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα ἡμῶν τὸ αἷμα τῆς Κρήτης, διότι ἐὰν στερήσωμεν αὐτὴν τῆς δυνάμεως ταύτης θὰ τὴν ἀναγκάσωμεν νὰ ὑποκύψῃ. Ἰδοὺ διατὶ ἀφήσαμεν ἐλευθέραν τὴν δίοδον εἰς τοὺς λῃστὰς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Δὲν ἠδυνάμεθα νὰ τοὺς διακρίνωμεν ἀπὸ τοὺς ἀθώους πολίτας, ἀπὸ τοὺς ἐπαναστάτας, ἵνα τοὺς καταστρέψωμεν. Ποσάκις δὲν εὑρέθησαν εἰς ἄλλας ἐποχὰς καὶ τὰ ἔθνη καὶ οἱ ἄνθρωποι εἰς παρομοίας ἀνάγκας καὶ ἠναγκάσθησαν νὰ ὑποκύψωσι, διότι δὲν ἐδύναντο νὰ πράξωσιν ἄλλως! Οἱ δὲ ἀντίπαλοι ἡμῶν κάτι τι χειρότερον ἔπραξαν, πιεσθέντες οὐχὶ ἀπὸ ὁμοίας ἀνάγκας. Σεῖς αὐτοὶ παραπλεύρως ἐν Ναυπλίῳ δὲν ἐπολεμήσατε μὲ τοὺς κακούργους, τοὺς ὁποίους ἠλευθερώσατε; Μετὰ τῶν στρατιωτῶν τῆς Πατρίδος καὶ μετὰ τῶν κακούργων δὲν ὑπεβάλετε τοὺς πολίτας εἰς φορολογίαν; Ἀλλὰ σεῖς ἐν Ἀθήναις δὲν ἐσυντροφεύσατε μετὰ τῶν λῃστῶν; Ὁ Κυριάκος καὶ οἱ λοιποὶ ἐν ταῖς Ἀθήναις ὑπὸ τὴν προστασίαν σας δὲν ἐλήστευσαν τοὺς πολίτας; Ἐσυντροφεύσατε σεῖς τότε αἰσχροκερδῶς καὶ δι’ ἰδιοτελεῖς σκοποὺς μὲ τοὺς λῃστάς; Τολμᾶτε λοιπὸν σήμερον νὰ ὑβρίζητε ἡμᾶς, οἵτινες ἐπιέσθημεν ὑπὸ ἀκαταμαχήτων ἀναγκῶν; Πάντα ταῦτα ὑπεβλήθησαν τότε εἰς τὴν Βουλὴν, τότε μάλιστα, ὅτε τὰ πράγματα ἦσαν ἔγκαιρα, τὰ δὲ συμβεβηκότα καὶ τὰ παθήματα ἦσαν μᾶλλον γνωστὰ καὶ ἐπαισθητὰ, ἡ δὲ κρίσις ἐπ’ αὐτῶν ὡς σύγχρονος ἐδύνατο νὰ ᾖναι ὀρθοτέρα καὶ ἀκριβεστέρα. Καὶ ὅμως τότε ἡ κρίσις τῆς Βουλῆς ἐξηνέχθη ὑπὲρ ἡμῶν. Ἡ Βουλὴ μᾶς εἶπεν, ἀνέχομαι καὶ συγχωρῶ, διότι δὲν ἠδύνασθε νὰ πράξητε ἄλλως· ἡ πρᾶξις δὲν ἦτον ἐπαινετὴ, ἀλλ’ εἶναι πρᾶξις, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ ἄνθρωποι καὶ τὰ ἔθνη ἀναγκάζονται καὶ ὑποβάλλονται πολλάκις ἐκ τῆς ἀνάγκης, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ἀποφύγουν. Ἡ Βουλὴ ἀνεγνώρισε τὸ δίκαιόν μας καὶ τὸ ἐνέκρινεν, ὡς τὸ Κοινοβούλιον τῆς Ἀγγλίας ἠναγκάσθη ἄλλοτε τὸν διοικητὴν τῶν Ἰνδιῶν νὰ συγχωρήσῃ, μεταχειρισθέντα κατὰ τὴν ἐπανάστασιν, ἐκτὸς τοῦ στρατοῦ, καὶ φυλὰς ἀγρίας καὶ κακοποιούς. Ἀλλ’ ἂν θέλητε νὰ ἐξετάσωμεν καὶ ταῦτα, ἂν θέλητε νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν τοῦ 1867, οὐδεμίαν ἔχομεν δυσκολίαν. Πρόκειται περὶ τῆς διαχειρίσεως δύω ὑπουργείων, τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν. Οἱ ὑπουργοὶ πάντες εἰσὶν ἀλληλεγγύως καὶ ἠθικῶς ὑπεύθυνοι· εἰς προσωπικὴν εὐθύνην ὅμως ἐκ τῆς πράξεως αὐτῶν, ὑπόκεινται μόνοι οἱ ἄμεσοι διαχειρισταί· οὔτε ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν αὐτὸς εἶναι διὰ ταῦτα ὑπεύθυνος, ἀλλὰ μόνον καθ’ ὅσον παρεβιάσθησαν αἱ πιστώσεις. Ἂν τὰ ἐντάλματα ᾖναι ὀρθὰ ἢ μὴ, ἤτοι τὴν ἐσωτερικὴν ἀξίαν αὐτῶν, δὲν δύναται νὰ ἐξετάσῃ, διότι δὲν εἶναι ὁ κηδεμὼν τῶν ἄλλων ὑπουργῶν. Θέλετε λοιπὸν νὰ ὑποβάλητε ὑπὸ ἀνάκρισιν τὴν διαχείρισιν τοῦ μακαρίτου Βότσαρη, καὶ τὴν διαχείρισιν τοῦ κ. Γρίβα. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, μεταξὺ τῶν ἀντιπάλων, ὑπῆρξεν εἷς, ὅστις ἐξέφρασεν ἀμφιβολίαν κατὰ τῆς τιμιότητος τοῦ κ. Γρίβα, ὁ δὲ κ. Γρίβας, πολὺ καλῶς ἀπήντησε τότε. Ἡμεῖς, οὔτε τότε, οὔτε ἤδη ἀμφιβολίας ἔχομεν περὶ τῆς εἰλικρινοῦς διαχειρίσεως τοῦ ὑπουργοῦ τούτου κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχήν. Ἐὰν ὅμως, κύριοι, μετὰ πολυχρόνιον σύμπραξιν μετὰ τοῦ κ. Γρίβα ἀμφιβάλλητε, ἂν νομίζητε, ὅτι αἱ χεῖρες τοῦ κ. Γρίβα δὲν ἦσαν καθαραὶ καὶ ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ἔλεγχον, δὲν ἔχομεν δυσκολίαν· διότι εἰμὶ βέβαιος, ὅτι καὶ σήμερον θέλομεν ἐξέλθει καὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἔλεγχον νικηταὶ, ὅπως ἐξήλθομεν νικηταὶ καὶ τότε. Δεχόμεθα λοιπὸν τὸν ἔλεγχον. Ἡ ἀνάκρισις, οἵαν ζητοῦμεν, ἔχει ἱστορικὴν ἀξίαν, καὶ καθιερώθη κἂν πρῶτον εἰς τὴν Ἀγγλίαν διὰ τοιοῦτον σκοπόν. Ὅτε ὁ Κάρολος Βʹ. διὰ πολὺ χρόνον ἔκλεισε τὸ Κοινοβούλιον, ἀναφοραὶ παρουσιάσθησαν ἐναντίον τῆς πράξεως αὐτῆς, αἱ δ’ ἀναφοραὶ αὗται ἐκηρύχθησαν στασιαστικαί. Ὅτε κατόπιν τὸ Κοινοβούλιον συνῆλθε, πρώτη πρᾶξις αὐτοῦ ὑπῆρξε ν’ ἀνακρίνῃ δι’ Ἐπιτροπῆς, ἵνα τιμωρήσῃ τὸν παρασύραντα τὸν Βασιλέα καὶ κατορθώσαντα τὴν νόμιμον αὐτὴν πρᾶξιν νὰ κηρυχθῇ ἐγκληματική. Ἀρχίζομεν καὶ ἡμεῖς, κύριοι, καὶ πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν οὕτω τὴν ἐξέτασιν· δεχόμεθα δὲ τὴν ἐξέτασιν καὶ τοῦ παρελθόντος, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο εἴμεθα σύμφωνοι, ὑπὸ μίαν ὅμως διάκρισιν, ὑπὸ μίαν διαφοράν. Ἔχομεν ἐνώπιόν μας τὰ θύματα ἀσπαίροντα, τὰς Ἀθήνας μεταβεβλημένας εἰς πτωχοκομεῖον, τὰς ἐπαρχίας εἰς τόπον μαρτυρίου· ἀκόμη τὰ ἴχνη τῶν πράξεών σας ὑφίστανται, καὶ ἀχνίζουν τὰ κακὰ, τῶν ὁποίων εἶσθε οἱ αὐτουργοί· τὰ κακὰ αὐτὰ δὲ δὲν ἐξετάσθησαν ἔτι· πρέπει νὰ τὰ ἐξετάσωμεν, πρέπει ν’ ἀρχίσωμεν τὴν ἐξέτασιν ἀπὸ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν οὐδεμία ἐξέτασις, οὐδεὶς ἔλεγχος ἐγένετο τῶν πράξεων αὐτῶν. Μετὰ τοῦτο διορίζομεν Ἐπιτροπὴν, ἥτις θὰ ἐξελέγξῃ τὴν διαγωγὴν ὅλων ἡμῶν, ἀρχομένη ἀπὸ τῆς τελευταίας ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς καὶ φθάνουσα μέχρι τοῦ 1862, μέχρι τοῦ 1850, ἂν θέλετε, δὲν ἔχομεν κἀμμίαν δυσκολίαν. Ἀλλὰ μὴν νομίσητε, ὅτι θέλομεν συγχωρήσει καὶ νὰ μείνετε χωρὶς νὰ δώσητε εὐθύνας. Ἐδιοικήσατε δεκαεννέα μῆνας, ὁ Βασιλεὺς σᾶς ἔδωκε πᾶσαν τὴν ὑποστήριξίν του, ὀρθῶς καὶ καλῶς πράττων· ἡ Βουλὴ ἀπεμακρύνθη, ἔλεγχος οὐδεὶς ὑπῆρχε· διετελέσατε ἐντελῶς ἐλεύθεροι, ἐπράξατε ὅ,τι σᾶς ἤρεσκεν. Ἀλλ’ ὑπηρετήσατε τὴν τάξιν; ὑπηρετήσατε τὴν ἐλευθερίαν; Τί καλὸν, ἀποχωροῦντες, ἀφήσατε ὄπισθεν ὑμῶν; Ἐπὶ τούτου ζητοῦμεν νὰ δώσητε λόγον. Τὴν τάξιν ἐζήτησεν ἡ Ἑλλὰς πάντοτε, διότι ἡ ἀταξία εἶναι θάνατος· εἰς τὴν ἀταξίαν δὲν ὑπάρχει κίνησις δὲν ὑπάρχει ἡ ζωή. Τὰ ἔθνη εἰσὶν ὑποχρεωμένα νὰ ζῶσιν ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου των, πρέπει ἑπομένως νὰ κινῶνται, νὰ ἐργάζωνται. Ἠθέλαμεν λοιπὸν, κύριοι, τὴν τάξιν τὴν κατὰ νόμον, τὴν τάξιν, ἣν ἀσφαλίζει ὁ νόμος, καὶ ὄχι τὴν βάρβαρον βίαν καὶ τὴν σιγὴν τοῦ θανάτου, ἣν ἐπιβάλλει ὁ δεσποτισμὸς καὶ τὸ αὐθαίρετον· διότι τοιαύτη τάξις ὠθεῖ πρὸς τὴν ἀταξίαν, εἶναι χείρων τῆς ἀταξίας αὐτῆς. Τί ὅμως σεῖς ἐπράξατε ὡς πρὸς τὴν τάξιν; Ἐξελέξασθε στρατιώτας τινὰς, καὶ οἱ στρατιῶται αὐτοὶ ἦσαν ὀλίγοι, διότι ὀλίγοι εἶναι οἱ δυνάμενοι νὰ γείνουν ὄργανα κακῶν καὶ ὀλεθρίων σκοπῶν. Τοὺς στρατιώτας αὐτοὺς ἐστείλατε εἰς τὰς ἐπαρχίας. Ἔρχομαι νὰ εἴπω τί ἐγένετο ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, εἰς ἣν ἀνήκω, ἀφίνων εἰς τοὺς ἄλλους νὰ ὁμιλήσωσι περὶ τῶν ἐπαρχιῶν των. Ἠξεύρετε τί ἡ στρατιωτικὴ δύναμις διεπράξατο ἐν Μεσσηνίᾳ; Τεσσαράκοντα ἡμέρας, ἄνευ ἐντάλματος, ἄνευ δικαστικῆς ἀδείας, περιέφερε δέσμιον καὶ ἐτυράννει τὸν δυστυχῆ Κοτσονὸν μετὰ τῶν γυναικῶν τῆς οἰκογενείας του, διότι συγγενεῖς του τινὲς εἶναι φυγόδικοι. Συνεπλάκη μετὰ τῶν Καδουραίων· οἱ Καδουραῖοι ὅμως, φυγόδικοι διὰ φόνον καὶ ἐμπρησμὸν, συνέτρωγον καὶ συνευθύμουν μὲ τοὺς στρατιώτας σας. Ἡμέρας ὁλοκλήρους ἐκρατοῦντο δέσμιοι οἱ δυστυχεῖς Σουταῖοι, καὶ ἐτυραννοῦντο ἀνηλεῶς, ὥστε ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν καὶ ἀπέθανεν. Διατί δὲ πάντα ταῦτα; Διότι ἐτόλμησαν οὗτοι νὰ καταμηνύσουν φίλον σάς τινα, κακοποιήσαντα αὐτούς. Ἔδειραν οἱ στρατιῶται ὅλην τὴν οἰκογένειαν τῶν Πετροθαίων, διότι ἤθελον νὰ ἐνασκήσωσι τὰ ἐκλογικὰ δικαιώματά των, ὅπως τοῖς ἤρεσκε. Κατεδίωξαν τὸν Δροῦγαν, κατεσκόρπισαν τὴν περιουσίαν του, καὶ ἐπώλησαν δημοσίᾳ μέρος αὐτῆς οἱ στρατιῶται, διότι ἐκατηγορεῖτο ἐπ’ ἐγκλήματι ὁ υἱός του, ὅστις ὅμως δικασθεὶς ἠθωώθη. Ἐκακοποίησαν καὶ ἐτιμώρησαν τὸν Παναγόπουλον, κατησώτευσαν τὴν περιουσίαν του, διότι, παρουσιασθεὶς τρὶς ν’ ἀνακριθῇ εἰς τὸν ἀνακριτὴν, καὶ μὴ δυνηθεὶς νὰ τὸ κατορθώσῃ διότι ὁ ἀνακριτὴς εἶχεν ἐργασίαν, κατεζητεῖτο ὡς λιπομάρτυς. Ἐδυνάμην ἄπειρα νὰ παρουσιάσω τοιαῦτα παραδείγματα ἀνθρώπων, ὧν ἡ τιμὴ καὶ ἡ περιουσία ἐλαφυραγωγήθη καὶ ἀνηλεῶς παρεβιάσθη ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία καὶ τὸ ἄσυλον τῆς οἰκίας αὐτῶν. Ἡ ἐποχὴ αὕτη θέλει ἐμπνέει φρίκην εἰς τὴν Μεσσηνίαν διὰ πολὺν χρόνον· οἱ Μεσσήνιοι δὲ ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς τὴν σωτηρίαν των ζητοῦν οὐχὶ εἰς τὸν νόμον, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀντίστασιν καὶ τὴν δωροδοκίαν, ἢ εἰς τὴν προστασίαν τῶν ἰσχυρῶν. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου δ’ ἐσώθησαν πολλοί. Ἀλλά, θὰ εἴπωσιν, ἀληθῶς τὰ σφάλματα ταῦτα εἶναι σπουδαῖα, ἀλλὰ τί πταίει ἡ κυβέρνησις; ἔπταισαν οἱ ὑποδεέστεροι ὑπάλληλοι. Ἡ κυβέρνησις πταίει, κύριοι, διότι εἰς τὰ παράπονα καὶ εἰς τὰς κραυγὰς τῶν πασχόντων ἀπεκρίνετο δι’ ἀποστολῆς νέων στρατιωτῶν, χείρονα πραττόντων κατὰ τῶν πολιτῶν. Μὴ ὁμιλεῖτε, μᾶς ἔλεγον αἱ διοικηταὶ ἀρχαί, μὴ παραπονεῖσθε κατὰ τῶν φυγοδίκων, ἀφήσατέ τα αὐτὰ, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐμποδίσωμεν τὰ ἀποσπάσματα νὰ ἐξέλθουν· τὰ ἀποσπάσματα αὐτὰ θέλουν τυραννεῖ τοὺς δυστυχεῖς κατοίκους, οὓς καὶ ἡμεῖς λυπούμεθα· ἀλλ’ ἀδύνατον νὰ πράξωμέν τι. Δὲν εἴμεθα ἡμεῖς κύριοι τῆς διοικήσεως καὶ τῆς δικαιοσύνης. Μὴ κάμνετε θόρυβον διὰ τῶν ἀναφορῶν σας, ἐπανελάμβανον, διότι νέα δύναμις κακοποιὸς θέλει ἀποσταλῆ. Οὕτω ἠναγκάσθημεν διὰ τοῦτο ὑβριζόμενοι καὶ πάσχοντες νὰ σιωπῶμεν. Εἶναι ὑπεύθυνος λοιπὸν ἡ κυβέρνησις, διότι ἐγνώριζε τὰ πάντα. Ἡ δὲ αὐθάδεια τῶν στρατιωτῶν εἶχε καταντήσει εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε δημοσίᾳ νὰ ἐγκαταστήσωσι δημοπρατήριον τῶν δημευομένων περιουσιῶν τῶν πολιτῶν. Ἀπεφάσισαν νὰ ἀφοπλίσουν, χάριν τῆς τάξεως δῆθεν, τοὺς πολίτας· εἰσήρχοντο οἱ στρατιῶται ἐντὸς τῶν οἰκιῶν, ἐλάμβανον τὰ ὅπλα τῶν πολιτῶν, ἐκράτουν τὰ περισσότερα, καὶ τὰ λοιπὰ ἐπέστρεφον εἰς αὐτοὺς ἐπὶ πληρωμῇ. Τοιαύτη, κύριοι, ὑπῆρξεν ἡ κατάστασις τῆς Μεσσηνίας κατὰ τὴν ἐσχάτην ἐποχήν. Ἠδυνάμην νὰ ἐπισωρεύσω παραδείγματα ἄπειρα, διὰ νὰ σᾶς πείσω περὶ τοῦ βαρβάρου τῆς ἐνεργείας τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν· ἀλλὰ τίς ἡ ἀνάγκη, ἀφοῦ ἐνώπιόν σας ἔχετε ὅ,τι ἔγεινεν ἐδῶ, ἐν ταῖς Ἀθήναις, τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Κράτους; Ἠδικήσατε τοὺς νέους, κύριοι, ἀδικεῖτε τοὺς φοιτητὰς, καὶ εἶσθε σεῖς οἱ αἴτιοι τῶν διαπραχθέντων. Ὅτε τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἐκδηλώσεως μετέβησαν οἱ νέοι εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ὡμιλήσαμεν, μᾶς εἴπατε, φιλικώτατα, καὶ παρατήρησις μόνον τοῖς ἔγεινε τότε, ὅτι κακῶς ἐνήργησαν, δὲν ἐφέρθησαν κανονικῶς. Τί ἐσήμαινε τοῦτο, κύριοι; Τί ἐδήλου μὲ τοῦτο εἰς τοὺς φοιτητὰς ὁ κ. πρωθυπουργός; Ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθῶσι τὴν αἴτησίν των, διότι ἡ αἴτησίς των δὲν ἀπεκρούσθη κατ’ ἀρχὴν, ἀλλ’ ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀπευθύνωσι κανονικῶς τὴν αἴτησίν των. Ἐὰν ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐνόμιζεν, ὅτι οἱ μαθηταὶ, ἢ ἔχουν ἄδικον, ἢ ζητοῦν ἀδύνατα, ἢ ζητοῦν ἀκατόρθωτα, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἔπρεπε νὰ τοῖς ἀναγγείλῃ τί φρονεῖ. Οὕτω ἤθελον ἴσως ἡσυχάσει. Ἐξακολουθήσατε ὅμως, τοῖς εἶπεν, ἀναφερθῆτε τακτικῶς. Οἱ μαθηταὶ ἀνεφέρθησαν συνεπῶς εἰς τὴν Σύγκλητον, ἡ δὲ Σύγκλητος δὲν ἠρνήθη τὸ δίκαιόν των, ἀλλ’ ἀπήντησεν, ὅτι ἡ ἀναφορά των δὲν περιεῖχε τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ ὅτι ἀνάγκη ἐπέκειτο ἡ πλειονοψηφία νὰ ὑπογραφῇ. Ἡ αἴτησίς των δὲν ἀπεκρούσθη καὶ τότε. Ἐννοεῖτε, ὅτι ἡ πρόφασις τῶν καθηγητῶν δὲν ἦτο σπουδαῖα, διότι ἀνάγκην δὲν ἔχομεν πλειονοψηφίας, ὅταν ζητῶμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Αἱ ἀπαντήσεις αὗται ἐνεψύχωσαν τοὺς φοιτητὰς νὰ ἐξακολουθήσουν, διότι ποτὲ δὲν τοῖς εἶπον, τὸ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι παράνομον ἢ ἀκατόρθωτον ἦτον ὅ,τι ἐζήτουν. Ἡ Σύγκλητος τέλος πάντων ἀπέστειλε τὴν ἀναφορὰν τῶν φοιτητῶν πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Τί ἀπήντησεν ὁ κ. ὑπουργός; Θὰ ἔχητε τὴν φάλαγγα.
§52ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὄχι!
§53ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι, λέγει ὁ κ. ὑπουργός.
§54Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι πρωτόκολλον γραμμένον.
§55ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Φέρετέ το!
§56ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν, κύριοι, δημοσιευθῶσι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐδημοσιεύσατε, ὄχι μόνα ἐκεῖνα ἅτινα ἐδημοσιεύσατε, θὰ ἀποδειχθῇ ἐὰν αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπον ᾖναι ἀληθὲς ἢ ὄχι.
§57ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δὲν εἶναι ὀρθόν.
§58ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὀρθώτατον, καθόσον τὸ ἐβεβαιώθην ἀπὸ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἦλθον εἰς ἐξηγήσεις πρὸς ἡμᾶς.
§59ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Οἱ κύριοι αὐτοὶ ἦλθον εἰς τὸ σπῆτι καὶ τοὺς εἶπα, ὅταν σᾶς στενοχωροῦν τοιουτοτρόπως εἰπέτε τῶν φοιτητῶν νὰ ἡσυχάσουν, καὶ ἡ ἡσυχία θὰ μᾶς δώσῃ τὸν καιρὸν ν’ ἀπαντήσωμεν· θὰ ᾖναι εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὴν ἀπάντησιν (ἱλαρότης). Τὸ εἶπον, καὶ κατεγινόμην νὰ τὸ πράξω· ἀλλὰ ποία ἡ εὐχάριστος ἀπάντησις; ἐκείνη ἡ ὁποία ὁρίζεται ἀπὸ τὸν νόμον· αὐτὸ ἐννοοῦσα πάντοτε (ἱλαρότης). Δὲν ἦτο προαίρεσις ἡμῶν ν’ ἀρνηθῶμεν ὅ,τι ὁ νόμος ἐκέλευε.
§60ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Καλλιφρονᾶ...
§61ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§62ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Καλλιφρονᾶ, ἐγὼ δέχομαι, πιστεύω, ὅ,τι λέγεις· διατί; διότι τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι ἐκ τῆς διαγωγῆς σας, τῆς ἀμφιβόλου, ἐὰν θέλητε, ἀπαντήσεώς σας, συνετελέσατε, ὅπως οἱ μαθηταὶ ἐξακολουθήσωσι πράττοντες ὅ,τι ἔπραττον. Καὶ ἂν τῳόντι ἔγειναν θῦμά τινος οἱ φοιτηταὶ, ἐὰν τῳόντι ἔγειναν ὄργανόν τινος, ὅπως ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶπε προχθὲς, ἔγειναν θῦμα τῆς πρὸς αὐτὸν ἐμπιστοσύνης των, τῆς ἐμπιστοσύνης των εἰς τὴν καλὴν διάθεσίν σας καὶ εἰς τὸ φιλόνομόν σας· ἐγένοντο θῦμα, διότι ἐπίστευσαν εἰς σᾶς· ἔγειναν θῦμα, διότι ἀφοῦ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας εἰλικρινῶς καὶ καθαρῶς δὲν ἀπεκρούσατε τὴν αἴτησίν των, τοῖς ἐδώκατε ἀφορμὴν νὰ πιστεύουν, νὰ ἐξακολουθοῦν νὰ πιστεύουν, ὅτι ἐνεργοῦντες ὅπως ἐνήργουν, καλῶς ἐνήργουν. Ἐὰν τῳόντι ὑπάρχῃ κακόν τι εἰς τὴν πρᾶξιν αὐτὴν τῶν φοιτητῶν, τοῦ κακοῦ τούτου αἴτιοι εἶσθε σεῖς οἱ ὑπουργοὶ, διότι σεῖς τοὺς ἐνεψυχώσατε, διὰ τῆς διαγωγῆς σας. Ἀλλὰ διατί ἡ ἀμφίβολος αὕτη διαγωγή; Οἱ κύριοι ὑπουργοὶ δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων οἵτινες ἀγνοοῦσι τοὺς νόμους, δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἀνθρώπων οἵτινες ἐπ’ αὐτοῦ ἰδίως τοῦ ζητήματος τῆς φάλαγγος εἶχον ἀνάγκην νὰ μελετήσωσιν ἐπὶ πολύ. Μετέβαλον ἴσως γνώμην, ἢ ἀνέμενον νὰ ἔλθουν οἱ ὠκύποδες ἀπὸ τὰ ὄρη; Οἱ εὔζωνοι, κύριοι, καλοὶ στρατιῶται, ἐσυστήθησαν καὶ ὑπάρχουν πρὸς σκοπὸν ὅλως ἰδιαίτερον, διὰ τὴν καταδίωξιν τῶν κακούργων τῶν ὀρέων· διότι ὡς ἐκ τῆς διαιτητικῆς των καὶ τῆς ἀνατροφῆς των εἶναι ἱκανοὶ ν’ ἀντέχωσι καὶ εἰς τὰ παθήματα καὶ εἰς τοὺς κινδύνους καὶ εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν βίου των. Ὁ βίος, τὸν ὁποῖον διάγουν, εἶναι βίος ὀρειβίων. Ἀπέναντι αὐτῶν ὑπάρχουν ἄλλοι στρατιῶται, ζῶντες ἐν ταῖς πόλεσι, συνειθισμένοι εἰς τὴν πειθαρχίαν, μὲ γλυκύτερα ἤθη, μὲ εὐγενικωτέρους τρόπους. Διατί, ἐρωτῶ, προκειμένου νὰ εἰσβάλεται κατὰ τῶν μαθητῶν καὶ τοῦ Πανεπιστημίου, δὲν μετεχειρίσθητε τοὺς στρατιώτας αὐτοὺς, ἀλλὰ ἐπεριμείνατε νὰ φέρετε ἀνθρώπους ἀπὸ τὰ ὄρη; Διότι ἠθέλατε νὰ ἐφαρμώσητε τὸ σύστημά σας, τὸ σύστημα τοῦ αὐθαιρέτου καὶ τοῦ βαρβάρου κατὰ τῶν μαθητῶν τοῦ Πανεπιστημίου. (Εὖγε! Εὖγε! χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία εἰς τὸ ἀκροατήριον!
§64ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι, κύριοι, περιστάσεις, ὧν ἡ ἀφήγησις συντρίβει τὴν καρδίαν καὶ προκαλεῖ τὰ δάκρυα, ἀντὶ νὰ προκαλῇ χειροκροτήματα. Σεβασθῆτε τὸ σπουδαῖον τοῦ πράγματος, περὶ οὗ πρόκειται. (Ἐνταῦθα ἀκούεται φωνή τις ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ὑπάγῃ ὁ ἀξιωματικὸς τῆς φρουρᾶς ν’ ἀποβάλῃ ἀμέσως αὐτὸν ὁ ὁποῖος ἐφώναξε.
§66ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπὸ τὸ κράτος ἰδεῶν τοιούτων διετέλουν οἱ φοιτηταὶ, καθ’ ἣν στιγμὴν, ἐξερχόμενοι ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιον καὶ διευθυνόμενοι πρὸς τὰς οἰκίας των, ἀνεφώνησαν, κατὰ τὸ σύνηθες, Ζήτω ἡ φάλαγξ! Ἀλλὰ πρὸς ταύτῃ ἠκούσθη φωνὴ, Κάτω ἡ κυβέρνησις! Τὸ πιστεύω, κύριοι, ἐπειδὴ τὸ λέγετε. Ἀλλ’ ἡ φωνὴ αὕτη ἔδιδε τὸ δικαίωμα εἰς σᾶς νὰ λογχίσητε τοὺς μαθητάς; Ἐὰν ἡ φωνὴ αὕτη ἦτον ἐγκληματικὴ, ἐὰν ἡ φωνὴ αὕτη ἦτον ἔνοχος, δὲν ὑπάρχουν νόμοι καὶ δικαστήρια ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν, ὅπως τὴν τιμωρήσητε; Τὸν νόμον ἠθέλατε ν’ ἀντικαταστήσητε διὰ τῆς βίας, καὶ ἀντὶ νὰ ἐγκαλέσητε καὶ ζητήσητε λόγον, κατὰ τοὺς νόμους, ἀπὸ τοὺς ἀτακτοῦντας, ἀπελύσατε τὰς στίφη σας νὰ τοὺς σφάξουν.
§67ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δὲν εἴχομεν γνῶσιν τούτων.
§68ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅ,τι εἴχετε γνῶσιν θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω.
§69ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτεις, κ. Καλλιφρονᾶ.
§70ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ τὸν κ. Καλλιφρονᾶν εἴμεθα καλοὶ φίλοι, καὶ δέχομαι τὰς διακοπάς του. Τὴν ἐπιοῦσαν, οἱ φοιτηταὶ συνῆλθον νὰ ἐξακολουθήσουν τὸ ἔργον των, ἦλθον νὰ ὑπογράψουν τὴν ἀναφοράν. Τοῖς εἶχον παραγγείλει, ἂν ἐνθυμῆσθε, οἱ καθηγηταί των νὰ ἡσυχάσουν, καὶ θὰ λάβουν ἀπάντησιν εὐχάριστον· καὶ οἱ μαθηταὶ ἡσύχασαν καὶ περιέμενον. Συνῆλθον λοιπὸν τὴν ἐπιοῦσαν εἰρηνικῶς καὶ ἡσύχως οἱ φοιτηταὶ νὰ ἐξακολουθήσουν τὴν ὑπογραφὴν τῆς ἀναφορᾶς των, δι’ ἧς ἐζήτουν τὴν εὐχάριστον ἀπάντησιν. Ἀλλὰ τὴν εἰρηνικὴν αὐτὴν συνάθροισιν ἐμίαναν καὶ πολῖταί τινες, προσελθόντες, ὡσανεὶ ἦτον ἀπηγορευμένον εἰς συναθροίσεις δημοσίους καὶ ἐν ὑπαίθρῳ, νὰ προσέρχηται ὁ τυχὼν πολίτης. Καὶ ἐκ τούτου ἡ προσέλευσις πολιτῶν εἰς τὴν συνάθροισιν τὴν ἔννομον ἐκείνην, τὴν κατέστησεν ἐγκληματικήν· καὶ τί προσέτι; Μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς συναθροίσεως εὑρέθη, λέγουσιν, εἷς ἔνοπλος, καὶ ὁ εἷς αὐτὸς, ὁ ἔχων κεκρυμμένον τὸ πολύκροτον, ὁ κατόπιν ἀνακαλυφθεὶς, ἐμόλυνε τὴν ὅλην συνάθροισιν καὶ ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐκ τοῦ μεταγενεστέρως ἀνακαλυφθέντος τούτου παραπτώματος, νὰ μετέλθῃ τὴν βίαν. Ἐδικαιοῦτο ἡ Κεβέρνησις νὰ διαλύσῃ, κατὰ τὸν νόμον, ἡσύχως καὶ εἰρηνικῶς τὴν συνάθροισιν, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἦτον ἔνοχος· ἀλλὰ νὰ μεταχειρισθῇ βίαν, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ καλύψῃ διὰ τοιούτου ἐλαφροῦ ἐπιχειρήματος; Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, μετὰ φρίκης, τὰς στιγμὰς ἐκείνας. Σχέδιον ἐπιδρομῆς, πλῆρες, στρατηγικόν. Ἀποσπάσματα περιεκύκλωσαν τὸ Πανεπιστήμιον, διὰ νὰ ἐμποδίσουν τὴν φυγὴν τῶν φοιτητῶν· καὶ ὅταν τοῦτο ἐξησφαλίσθη, ἐξώρμησαν, ὅθεν ἐκρύπτοντο καιροφυλακτοῦντες, στρατιῶται μετὰ χωροφυλάκων καὶ κλητήρων καὶ εὔζωνοι, ἐφοδιασμένοι μετ’ ἐγχειριδίων καὶ λίθων, ἐπέπεσαν κατὰ τῶν δυστυχῶν αὐτῶν φοιτητῶν. Μοὶ ἐφάνη, ὡς νὰ ἐπαναλαμβάνετο ἡ σκηνὴ τοῦ Γαρδικίου. Καὶ τότε ἐντὸς μάνδρας ἀπέκλεισε τοὺς Γαρδικιώτας ὁ Πασᾶς τῆς Ἠπείρου, ἀόπλους δὲ τοὺς προσέβαλεν. Εἷς ὑπουργὸς δὲ, καθὼς λέγεται, παρίστατο ἐκεῖ ἀτάραχος καὶ μὲ κρύον αἷμα, καὶ διατηρῶν ἅπασαν τὴν ἀταραξίαν του, ἄνευ συγκινήσεως, ἐχαίρετο ἐπὶ τῇ μάχῃ, καὶ ἠγάλλετο διὰ τὰ τρόπαια· ἀπεσύρθη δὲ διὰ νὰ δεχθῇ τὰ συγχαρητήρια τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅταν τὰ τρόπαια αὐτὰ, δηλαδὴ οἱ μαθηταὶ, συρόμενοι ἀπὸ τὰς κώμας, ξυλοκοπούμενοι καὶ βασανιζόμενοι, ἐφέρθησαν εἰς τὴν Ἀστυνομίαν, διὰ νὰ ἐγκαθειρχθῶσιν εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ Καρπολᾶ.
§71ΤΙΝΕΣ. Ποῖος ἦτον ὁ ὑπουργός;
§72ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἷς ὑπουργός. Μετ’ ἐμπαιγμοῦ, κύριοι, ὡμιλήσατε περὶ φάλαγγος.
§73ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ποῖος;
§74ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σεῖς. Ἤθελον τὴν φάλαγγα, εἴπετε, τὴν τρομερὰν αὐτὴν δύναμιν, ν’ ἀντιτάξουν εἰς ἐπερχομένους ἐχθροὺς, καὶ μὲ αὐτὴν νὰ μᾶς μεταφέρουν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν. Μετ’ ἐμπαιγμοῦ ὡμιλήσατε, διότι δὲν ἐνθυμήθητε, ὅτι ὑπὸ τὴν αἴτησιν αὐτὴν ἐκρύπτετο ἡ κοινὴ πεποίθησις, ἡ κοινὴ συναίσθησις καὶ ἡ κοινὴ ἐπιθυμία τοῦ Ἔθνους. Ἔβλεπε τὸ Ἔθνος, ὅτι παραμελεῖται ὅ,τι δι’ αὐτὸ εἶναι οὐσιῶδες καὶ κύριον, καὶ τὴν ἰδέαν αὐτὴν, τὴν ἐπιθυμίαν αὐτὴν περιεῖχεν ἡ αἴτησις, τὴν ὁποίαν διετύπωσαν οἱ φοιτηταί. Δὲν ἐνοήσατε ἀκόμη, κύριοι, ὅτι οἱ μαθηταὶ, οἱ νέοι αὐτοὶ πολῖται τῆς ἐπιστήμης, τοὺς ὁποίους ἡ προσωπικὴ φιλοδοξία, ἡ εὐτέλεια τῶν συμφερόντων δὲν ἐπηρεάζει ὡς κέντρον τῆς ἐνεργείας των καὶ ἐλατήριον ἔχουν τὸ αἴσθημα, ὅπερ ἐμπνέονται ἀπὸ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν συγγραμμάτων τῶν ἀθανάτων ἡμῶν προγόνων. Ὅταν τὸ αἴσθημα ἐξωτερικεύηται, σημαίνει ὅτι ἡ ἰδέα, ἡ πεποίθησις τοῦ ὅλου Ἔθνους ἐσχηματίσθη· καὶ ἐναντίον αὐτῆς τῆς πεποιθήσεως δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀντιταχθῇ ἀτομικὴ θέλησις. Δὲν ἐνοήσατε τὴν δύναμιν τῶν μαθητῶν· εἰς τὴν ἀσθένειαν αὐτῶν κεῖται ἡ ἰσχύς. Μετ’ ἐνόπλων ἐπεπέσατε κατ’ ἀόπλων νέων καὶ δὲν ἐνοήσατε, ὅτι ἡ δύναμίς σας, ἡ βάρβαρος ἡ αὐθαίρετος, ἀπέναντι τῆς εὐγενοῦς αὐτῆς ἀδυναμίας, ἤθελεν ὑποκύψει; Εὖγε! Εὖγε!. Παρεβιάσατε λοιπὸν τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, ἠσεβήσατε πρὸς τὴν περιουσίαν καὶ πρὸς τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν, ἐκλονίσατε τὸ σέβας πρὸς τοὺς νόμους· διότι ἀντὶ τῶν νόμων ἀντικατεστήσατε τὴν βίαν, τὸ αὐθαίρετον, ἠγείρατε τὴν ταραχὴν εἰς τὰ πνεύματα, καὶ εἰς τὰς διανοίας τῆς κοινωνίας. Ποία δὲ ὑπῆρξεν ἡ πολιτικὴ διαγωγή σας; Ἤλθετε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἡ Κυβέρνησις ἡ πρὸ ἡμῶν ἔπεσεν, ἕνεκεν διαιρέσεως καὶ διαφωνίας ἐν τῇ Βουλῇ; Ὄχι· ἤλθετε εἰς τὴν ἐξουσίαν, διότι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εὑρέθη ἐν μειοψηφίᾳ ἐν τῇ Βουλῇ; ποτὲ δὲν ἔλαβε χώραν τοῦτο· καὶ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐξάγητε κοινοβουλευτικὰ συμπεράσματα ἐκ γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐπισήμως δὲν ἔλαβον χώραν ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐκ συμπερασμάτων καὶ ἐξ εἰκασιῶν. Ἔπεσεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη, εἰ καὶ πλήρη ἐμπιστοσύνην καὶ πλειονοψηφίαν εἶχεν ἐντὸς τῆς Βουλῆς αὑτῆς· ἔπεσε, συνεπείᾳ ῥᾳδιουργιῶν. Διελύσατε δὲ τὴν Βουλὴν διατί; Ἐν τῇ Βουλῇ εἴχετε πλήρη πλειονοψηφίαν· τὸ ἀπέδειξεν ἡ ἐπιψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ ἰδέα, ἣν ἤλθετε ν’ ἀντιπροσωπεύσητε, ἦτον ἐν ἰσχύϊ καὶ ἐν παντοδυναμίᾳ ἐν τῇ Βουλῇ, διότι ἡ Βουλὴ ἦτο σύμφωνος ὡς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Λαυρίου, καὶ ὑπεστήριζε τὰς ἰδίας ἰδέας. Διατί λοιπὸν τὴν διελύσατε; Παρεπονέθησαν προχθὲς, διότι ὀλίγον ἐσπούδασαν τὰ παραδείγματα, τῶν ὁποίων ἐκάματε χρῆσιν. Διατί, εἶπον, εἰς τὴν Ἀγγλίαν δὲν γίνονται παράπονα, ὁσάκις ἐπέλθῃ διάλυσις τῆς Βουλῆς; διατὶ ἐν τῇ Ἑλλάδι ζητεῖτε λόγον ἀπὸ τοὺς ὑπουργούς; Διότι ἐν τῇ Ἑλλάδι ἡ διάλυσις εἶναι ὑπουργικὴ πρᾶξις, διότι ἐν τῇ Ἑλλάδι διάλυσις δὲν δύνασαι νὰ γείνῃ ἄνευ ὑπογραφῆς τῶν ὑπουργῶν, οἵτινες εἶναι ὑπεύθυνοι διὰ τοῦτο, ἐνῷ ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ ἡ διάλυσις γίνεται δι’ ἁπλῆς ἐπιστολῆς τῆς Βασιλίσσης μόνον, ἄνευ ὑπογραφῆς οὐδεμιᾶς ἄλλης. Λοιπὸν ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη ἐνυπάρχει εἰς τὴν πρᾶξιν ταύτην, καὶ χωρὶς νὰ ἐγγίσωμεν τὴν ἄλλην ἐξουσίαν, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν λόγον ἀπὸ ὑμᾶς, κύριοι, διότι τοιουτοτρόπως καθιεροῦμεν καὶ ἀσφαλίζομεν τὸ ἀνεύθυνον. Ἡμεῖς πρέπει νὰ ἤμεθα ὑπεύθυνοι διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἀνεύθυνος ὁ Βασιλεύς. Τὸ ἀνεύθυνον τοῦ Βασιλέως εἶναι ἡ ἐλευθερία. Διατί λοιπὸν διελύσατε τὴν Βουλὴν ἐκείνην; διὰ προσωπικοὺς λόγους. Ἀλλὰ διατί δὲν τὴν διελύσατε ἐγκαίρως; Πρὸ ἓξ μηνῶν ἀνελάβατε τὴν Ἐξουσίαν· ὠφείλετε ἐντὸς προθεσμίας, ἐντὸς τοῦ ἔτους, νὰ τὴν διαλύσητε, ἵνα μὴ ὑποπέσητε εἰς τὴν ἀταξίαν καὶ εἰς τὸ ἄτοπον τὸ νὰ διοικήσητε καὶ νὰ εἰσπράξητε ἄνευ νόμων. Ἐὰν εἰσεπράξετε καὶ ἐξωδεύσατε παρανόμως, ὑπεπέσατε εἰς τοῦτο τὸ ἄτοπον, θέλοντες καὶ ἑκουσίως. Ἠδύνασθε μετὰ τρεῖς μῆνας, ἀφοῦ ἐσπουδάσατε τὸν τόπον, ἀφοῦ μετεβάλατε τὸ προσωπικὸν ἅπαν τῆς ὑπαλληλίας, ὠφείλετε νὰ διαλύσητε τὴν Βουλὴν ἐγκαίρως· διότι τοιουτοτρόπως ἠδύνασθε κατόπιν νὰ διοικήσητε νομίμως καὶ τακτικῶς· διότι ἤθελεν εἶσθαι ἐδῶ ἡ Βουλὴ πρὶν τοῦ νέου ἔτους. Δὲν ἠδύνασθε ν’ ἀναβάλλητε ὅσον θέλετε τὴν διάλυσιν, καὶ διὰ τοῦ συστήματος αὐτοῦ νὰ οὐδετερώσητε τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Εἶναι κύριος καὶ οὐσιώδης καὶ ἀναπόφευκτος λόγος ἡ διὰ νόμου εἴσπραξις καὶ τὸ διὰ νόμου ἔξοδον. Δικαιολογεῖται ἴσως εἰς ἀναποδράστους περιστάσεις, ἐὰν παρεβιάσθη ὁ κανὼν οὗτος· ἀλλ’ εἶναι ἀσυγχώρητον τὴν παραβίασιν νὰ προκαλῆτε, καὶ νὰ τὴν προτιμήσητε· καὶ τὴν προτιμᾶτε, διότι ἄνευ ἀνάγκης ἀνεβάλετε τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς ἓξ μῆνας. Διελύσατε τέλος πάντων τὴν Βουλήν, ἐνηργήσατε τὰς ἐκλογάς· λόγον δὲ περὶ ἐκλογῶν δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ κάμω· λυποῦμαι μόνον, ὅτι δὲν εὑρέθην καὶ ἐγὼ εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ εὐχαριστήσω τὸν κ. Δεληγεώργην, διὰ τὴν καλὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, ὡς αὐτὸς, μοὶ ἀπηύθυνεν εὐχαριστήρια, ὅτε ἐγὼ διεύθυνα τὰς ἐκλογάς. Τότε, καίτοι πολέμιος, καίτοι ἐναντίος, ἔσχε τὴν εὐκαιρίαν, ὡς βουλευτὴς, νὰ μοὶ ἐκφράσῃ εὐχαριστήσεις. Λυποῦμαι, τὸ ἐπαναλέγω, ὅτι δὲν εὑρέθην καὶ ἐγὼ εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ εἴπω· «σὲ εὐχαριστῶ, κ. Δεληγεώργη, διότι αἱ ἐκλογαὶ, τὰς ὁποίας ἐνήργησας, ἐνηργήθησαν πανηγυρικῶς.» Διελύσατε λοιπὸν τὴν Βουλήν· ἡ νέα Βουλὴ συνῆλθε, καὶ πρώτη πρᾶξις αὐτῆς σπουδαία καὶ ἐπίσημος ὑπῆρξεν ἡ ἀποδοκιμασία τῆς διαγωγῆς σας. Ἡ πλειονοψηφία, κατὰ τὴν συζήτησιν, διὰ τὴν ἀναχώρησίν σας μετὰ τοῦ προσωρινοῦ Προέδρου, εἰς τὴν ὁποίαν συζήτησιν ὁ ἴδιος πρωθυπουργὸς ἔλαβε μέρος, δικαιολογῶν τὴν πρᾶξιν, ἡ πλειονοψηφία σᾶς κατεδίκασε. Μετὰ τοῦτο ἐπῆλθεν ἡ διακοπὴ, καθὼς ἠξεύρετε, ἵνα ἀνασταλῇ ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου. Ἐπανῆλθε τέλος ἡ Βουλὴ, ἐπῆλθε τὸ πολιτικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐλύθη ὑπὲρ τοῦ ὑπουργείου, ἕνεκεν τῆς ἀποχῆς ἐντίμων τινῶν ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων. Τί ἀποδεικνύει τοῦτο; Ἐπεζητήσατε, νοθεύοντες τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα καὶ τὴν ἰδέαν τῆς κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, ν’ ἀποζήσητε ἐν μειοψηφίᾳ. Καὶ ἐζήσατε μὲν, ἀλλ’ ἐζήσατε ἁπλῶς, δὲν ἐκυβερνήσατε· ἐσύρεσθε ὑπὸ ἐχθρικῆς πλειοψηφίας, δὲν τὴν ἐσύρατε σεῖς· ἐζήσατε πρὸς βλάβην τοῦ τόπου, καθὼς οἱ ἴδιοι τὸ ὡμολογήσατε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς αὐτῆς. Ἐφέρατε νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν πεποίθησίν σας ἦσαν σπουδαῖα καὶ ἐπωφελῆ διὰ τὸν τόπον, ἐπωφελῆ διὰ τὸν προϋπολογισμὸν, τὰ νομοσχέδια περὶ Τραπεζῶν. Τί ἐγένοντο τὰ νομοσχέδια ταῦτα; ἀπεδοκιμάσθησαν, δὲν ἐνεκρίθησαν παρὰ τῆς Βουλῆς· καὶ ἐδέχθητε ὑμεῖς, οἵτινες βεβαίως ἐφέρατε τὰ νομοσχέδια αὐτὰ μὲ τὴν πεποίθησιν τῆς μεγίστης χρησιμότητός των, ἐδέχθητε τὸ ῥάπισμα αὐτὸ καὶ ἐμείνατε μολαταῦτα εἰς τὴν ἐξουσίαν, ὁμολογοῦντες, ὅτι χάριν τῆς ἐξουσίας ἀνέχεσθε νὰ ἐγκαταλείψητε νομοσχέδιον ὡς ἀνωφελὲς, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλετε καὶ ἐπιμόνως ὑπεστηρίξατε. Ὑπεβάλετε τὴν ἄλλην σπουδαίαν σύμβασιν, τὴν περὶ ἐκβολάδων. Δὲν ἔχω σκοπὸν, κύριοι, νὰ λαλήσω περὶ τῆς δυστυχοῦς ὑποθέσεως τοῦ Λαυρίου. Ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ὅμως ὁ κύριος Δεληγεώργης νὰ τῷ κάμω ἓν παράπονον, παράπονον, τοῦ ὁποίου τὸ βάρος ὅλοι θέλετε συναισθανθῆ. Ὁ κύριος Δεληγεώργης ἐτηλεγράφει εἰς τοὺς πρέσβεις τῶν Παρισίων καὶ τῆς Ῥώμης, ὅτε ἤγγιζε νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα. «Ἡ ἐνταῦθα ἀντιπολίτευσις πλήρης χαρᾶς διέδιδεν ἀπὸ χθὲς τὴν φήμην, ὅτι ὁ κύριος Μηλιοράτης ἐπιστρέφει φέρων τελεσίγραφον.» Ἐκ τούτου δὲ παρασυρθεὶς ὁ κύριος Ῥαγκαβῆς, ἀπήντησεν εἰς τὸν Ῥεμιζᾶ, ὅτε αὐτὸς τῷ ἔλεγεν, ὅτι ἡ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου εἰσαγωγὴ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Λαυρίου εἶναι ἐπιβλαβὴς διὰ τὰ συμφέροντα τῆς ἑταιρίας, διότι ὑπάρχει μέγιστος ὁ διερεθισμὸς, «ὄχι· τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἐνεκολπώθη ἡ ἀντιπολίτευσις, καὶ παράγει τὸ κατὰ δύναμιν ἐρεθισμὸν πρὸς ἐναντίαν διεύθυνσιν.» Ἐχαίρομεν λοιπὸν ἡμεῖς οἱ ἀντιπολιτευόμενοι, διότι ὁ Μηλιοράτης ἔφερε τὴν ἔχθραν πρὸς τὴν πατρίδα μας καὶ τὸν προπηλακισμόν. Ἐχαίρομεν, διότι ἡ Εὐρώπη ἀπεφάσιζε νὰ μᾶς κλείσῃ τοὺς λεμένας της, νὰ μᾶς ἀπειλήσῃ, νὰ βλάψῃ τὰ συμφέροντά μας! Ἐβοηθούσαμεν λοιπὸν ἡμεῖς ἡ ἀντιπολίτευσις τὴν ἑταιρίαν, ὅταν ἡ ἑταιρία ἐπολέμει τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου καὶ ἤθελε νὰ σφετερισθῇ αὕτη τὴν περιουσίαν τοῦ Ἔθνους! Καὶ τί ἔπραξεν ἡ ἀντιπολίτευσις καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον διεπραγματεύεσθε; Σᾶς ἐπολέμει ἵνα σᾶς ἠναγκάσῃ νὰ ὑποβληθῆτε εἰς ὑποχωρήσεις; Ὄχι· πράττετε κακῶς, σᾶς εἴπομεν, νὰ ὑποχωρῆτε, ἐπιμείνατε· ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ ἐπιμείνητε εἰς ὅ,τι ἀπεφασίσαμεν. Ἀπεμακρύνθημεν, καθὼς βλέπετε, πάσης συνδιαλλαγῆς, καὶ παρεχωρήσαμεν πρὸς τὴν Εὐρώπην ἡμεῖς οἱ ἀντιπολιτευόμενοι περισσότερα ὑμῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπεφασίσατε νὰ παραιτηθῆτε παντὸς ὅ,τι εἴχατε πράξει, παντὸς ὅ,τι εἶχε τὸ Ἔθνος παραδεχθῆ; Ἦτο δίκαιον λοιπὸν, τοιαύτην ν’ ἀπευθύνητε ἐναντίον μας ὕβριν; ἦτο δίκαιον νὰ παραστήσητε τοὺς ἀντιπολιτευομένους ἡμᾶς ὡς χαίροντας διὰ τὴν ταπείνωσιν καὶ τὴν ὕβριν τῆς πατρίδος; Τὸ λέγω, διότι δὲν φοβοῦμαι νὰ μὲ διαψεύσωσι δύω τίμιοι πρέσβεις· καὶ πότε ἐπράττετε τοῦτο; ὅτε εἰς μὲν τὸν κύριον Φεῤῥῦ, ὁ ὁποῖος ἦλθε πρός με νὰ μοὶ ὁμιλήσῃ, εἶπον· κ. Φεῤῥῦ, ἐὰν ἐγὼ ἤμην κυβέρνησις, ἤθελον ἐπιμείνει εἰς τὸν νόμον καὶ εἰς μόνον τὸν νόμον. Αὐτὸ δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι ἐχαίρομεν, οὔτε ὅτι ἐπεζητοῦμεν πολιτικὸν κέρδος ἐκ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Μᾶς ὑβρίζετε, καθ’ ἣν ἐποχὴν καὶ πρὸς τὸν κύριον Φεῤῥῦ καὶ πρὸς τὸν κύριον Μηλιοράτην—εἶναι δὲ τίμιοι ἄνθρωποι οἱ κ. κ. πρέσβεις, ὥστε νὰ μὲ διαψεύσωσιν, ἐὰν δὲν λέγω τὴν ἀλήθειαν—ἔλεγον πάντοτε, μὴ βιάζετε τὴν κυβέρνησιν· ἡ ὑπόθεσις εἶναι δύσκολος καὶ σπουδαία· εἶσθε σεῖς εὐεργέτιδες δυνάμεις, ἔλεγον πρὸς τὸν κύριον Φεῤῥῦ, μὴ θέλετε νὰ μᾶς στενοχωρήσητε, δώσετε καιρὸν εἰς τὴν κυβέρνησιν· ἡ κυβέρνησις θέλει ἐξεύρει τὴν λύσιν. Καὶ ὅμως ὁ κύριος Δεληγεώργης μᾶς παρίστα ζωηρῶς ὅτι μετ’ ἀγαλλιάσεως ἐβλέπομεν τὴν βλάβην τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος μας!! Ὑπεγράψατε τὴν σύμβασιν τέλος πάντων περὶ ἐκβολάδων· ἡ σύμβασις αὕτη ἀρχικῶς, ὅπως ἦτο συντεταγμένη ἐπαρουσίαζεν ὁμολογουμένως ὠφέλη εἰς τὴν ἑταιρίαν, ἡ ἑταιρία ἀπηλλάττετο τῶν περιπλέον ἐξόδων· τὰ ἔξοδα ἦσαν εἰς βάρος καὶ τοῦ δημοσίου· οὕτω μόνον ἔμεινε κέρδος, ζημία δὲν ὑπῆρχε πλέον, ὅπως ἤδη, ὅτε τὰ ἔξοδα πλειότερα, τῶν ὅσων ὑπελόγισεν ἡ Βουλὴ, θὰ ὦσιν εἰς βάρος μόνης τῆς ἑταιρίας. Ἡ πρώτη σύμβασις ἀνύψωσε τὰς μετοχὰς, τὰς ὑπερετίμησεν· ὁ κόσμος ἤλπιζεν ὅτι ἡ κατάστασίς του, διὰ τῆς ἐπιχειρήσεως αὐτῆς ἀναντιῤῥήτως ἤθελε βελτιωθῆ· οἱ ἐπιτηδειότεροι καὶ ὅσοι ἐγνώριζον τὰ μυστήρια ὠφελήθησαν, οἱ πτωχοὶ καὶ οἱ μὴ ἐννοῦντες μεγάλην βλάβην ὑπέστησαν. Ἡ σύμβασις περιέπλεξε συμφέροντα πολλὰ καὶ μεγάλα, ἀλλὰ καθ’ ἣν ἡμέραν ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, αἱ ἐλπίδες ᾤχοντο· τὰ συμφέροντα ἐβλάβησαν· ὑπελογίζετο κατ’ ἀρχὰς ὠφέλεια, εὑρέθη ζημία. Αἱ ζημίαι ὑπῆρξαν μεγάλαι· διατί; διότι ἠπάτησε τὸ κοινὸν ἡ πρώτη σύμβασις· τὴν σύμβασιν τὴν ἐφέρατε ἐνῷ δὲν εἶσθε οἱ ἀρχηγοὶ τῆς Βουλῆς· ἡ Βουλὴ δὲν σᾶς ἠκολούθησε, διότι ἡ πλειονοψηφία δὲν ἦτον ἰδική σας· (εὖγε εὖγε).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι.
§76ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ κυβέρνησις, κύριοι, ἡ συνταγματικὴ, πρέπει νὰ ᾖναι τιμία καὶ εἰλικρινὴς· τιμία, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ πάσης ἐλευθέρας κυβερνήσεως· ἡ κυβέρνησις ἡ συνταγματικὴ εἶναι ἡ ἰσχυροτέρα τῶν κυβερνήσεων· διατί; διότι ἡ κυβέρνησις ἡ συνταγματικὴ, ἐκπηγάζουσα ἀπὸ τῆς πλειονοψηφίας, ἔχει στήριγμα τὴν ἀγάπην καὶ πεποίθησιν τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Ἔθνους. Ἡ τοιαύτη δὲ κυβέρνησις εἶναι ἰσχυρὰ καὶ ἠθική. Ἰσχυρὰ, διότι τὸ Ἔθνος τὴν ἀκολουθεῖ, τὴν ὑπακούει καὶ τὴν σέβετε· ἠθικὴ, διότι ἵνα διατηρήσῃ τὴν ἰσχύν της ὀφείλει νὰ ἀκολουθήσῃ σύστημα ἠθικῆς καὶ τιμιότητος. Ἰδοὺ διατί ἡ κυβέρνησις ἡ κοινοβουλευτικὴ εἶναι ἰσχυρὰ καὶ ἠθική. Τὸν κανόνα, κύριοι, αὐτὸν τὸν παραβιάσατε. Κατεδολιεύθητε τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα· παρουσιάσατε κυβέρνησιν χαλαρὰν καὶ ἀδύνατον καὶ ἐφροντίσατε νὰ ζήσητε καὶ ὄχι νὰ κυβερνήσητε τὸν τόπον. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἀπεφασίσατε νὰ ζήσητε, ἐν γνώσει, ὅτι διετελεῖτε ἐν μειονοψηφίᾳ, καὶ εἴχετε τὴν πλειονοψηφίαν ἀπέναντί σας, δὲν σᾶς ἐχρειάζετο ἡ κοινὴ ἀγάπη καὶ ἡ ἠθικὴ, κατεφύγατε εἰς τὸν δόλον καὶ τὴν βίαν. Ἀλλὰ διατί, κύριοι, δὲν συνεκαλέσατε τὴν Βουλὴν ἐγκαίρως; διατί δὲν συνεκαλέσατε τὴν Βουλὴν πρὸ τοῦ ἔτους; διότι, μᾶς εἶπον, δὲν ἐπιτρέπεται δύω κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος νὰ ἔχωμεν συνόδους ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἀρκούντως ἀνεσκεύασε τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, καὶ διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω καὶ ἐγὼ, ἔτι μᾶλλον τὴν πλάνην σας, σᾶς ἐρωτῶ, ἐὰν περὶ τὰ μέσα τῆς συνόδου τῆς ὑπαρχούσης προκληθῇ ἡ διάλυσις, ἐπιτρέπεται νὰ γείνῃ σύνοδος ἐντὸς τοῦ ἔτους; ἐντὸς τριῶν μηνῶν, κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἔχομεν δύω συνόδους λοιπὸν, τὴν σύνοδον τὴν διαλυθεῖσαν καὶ τὴν νέαν (θόρυβος).
§77ΤΙΝΕΣ. Ἡ πρώτη εἶναι περίοδος.
§78Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ὁμιλεῖ περὶ περιόδου τὸ Σύνταγμα.
§79ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δύναται λοιπὸν, κύριοι, νὰ ὑπάρξωσι δύω σύνοδοι ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους. Καὶ ἐὰν ἡ διάλυσις γείνῃ κατόπιν τῆς Συνόδου, δύναται νὰ ὑπάρξῃ καὶ δευτέρα. Διατί δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ καὶ τὸ ἀντίστροφον; ἀφοῦ μετὰ σύνοδον τακτικὴν, ἐὰν διαλυθῇ ἡ Βουλὴ, ἐπιτρέπεται νὰ ἔλθῃ νέα κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος, καὶ ἔχομεν οὕτω δύω συνόδους, ποῖος εἶναι ὁ λόγος ὁ συνταγματικὸς, ὁ ὁποῖος σᾶς ἐμπόδιζε νὰ συγκαλέσητε τὴν Βουλὴν εἰς δευτέραν Σύνοδον ἄλλην ἐκείνης τὴν ὁποίαν τὸ διάταγμα τῆς διαλύσεως συγκαλεῖ;
§80ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ τρεῖς σύνοδοι ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξουν τὸ αὐτὸ ἔτος.
§81ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀλλὰ ποῖον τὸ πταῖσμα, σᾶς λέγουν, ἐκ τῆς μὴ συγκαλέσεως; Εἰσεπράξαμεν, ἐξωδεύσαμεν ἐν τῷ μεταξὺ; εἰσεπράξατε. Γνωρίζετε καλῶς τὴν ἱστορίαν καὶ τοὺς λόγους, οἵτινες καθιέρωσαν τὴν ἐτησίαν ψήφισιν τῶν φόρων· ὑπῆρχε ἀέναος πάλη ἐν Ἀγγλίᾳ χάριν τούτου· εἰς τὸν Κάρολον Βʹ., ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, αἱ Βουλαὶ ἔδωκαν ἰσόβιον εἰσόδημα· ἐπειδὴ ὅμως δὲν τοῦ ἤρκει, ἵνα μὴ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν, κατεδέχθη νὰ γείνῃ ὑπομίσθιος τοῦ Βασιλέως τῆς Γαλλίας. Ὅτε ὁ Γουλιέλμος καθιέρωσε τὴν ἐτησίαν ἐπιψήφισιν τῶν φόρων ἑκουσίως διότι ἡ σύνεσις τοῦ Βασιλέως ἐκείνου καὶ ἡ εἰλικρίνεια ἠσφάλισε τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος ἐν Ἀγγλίᾳ, διότι ὁ βασιλεὺς ἐκεῖνος εἰλικρινῶς ἐπεθύμει τὴν ὕπαρξιν πολιτεύματος τοιούτου διότι ἐν αὐτῷ εἶδε τὴν ἰσχὺν καὶ τὴν εὐδαιμονίαν αὐτοῦ, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ὑπεγράφη μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ κοινοβουλίου σύμβασις τοιαύτη, ἔπαυσεν ἡ πάλη. Λοιπὸν ὁ ἀρχικὸς σκοπὸς ἦτο νὰ ὑπαγάγωσιν ἅπαντας τοὺς φόρους εἰς τὸν κανόνα τῆς διὰ νόμου καὶ μόνον διὰ νόμου εἰσπράξεως· ἡ διάταξις, ὡς βλέπετε, ἔχει ἱστορικὸν σπουδαῖον λόγον δὲν εἶναι τυχαία. Ποῖος σᾶς εἶπε, κύριοι, ὅτι οἱ φόροι οἱ τελωνιακοὶ δύνανται νὰ εἰσπραχθῶσιν ἄνευ τῆς ἀδείας τοῦ προϋπολογισμοῦ; Καὶ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος δὲν διέταξε ῥητῶς ὅτι πᾶν ἔσοδον καὶ ἔξοδον πρέπει ἀναποφεύκτως νὰ ᾖναι ἐγγεγραμμένον καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμόν; Ἐὰν ἡ πολιτεία μας ἦτον ἡ Ἑπτάνησος, ἐὰν περιωρίζετο ἐκεῖ ἡ ἐπικράτεια, ἐπειδὴ εἰς τὴν Ἑπτάνησον ὑπάρχει εἷς φόρος πάγιος, ἠθέλατε εἰσπράξει τὸν φόρον ἐκεῖνον, ὅστις ἅπαξ ἐψηφίσθη, δυνάμει αὐτοῦ τοῦ νόμου, καὶ ἄνευ ἐτησίας ἐπιψηφίσεως; Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν εἶναι μόνος αὐτὸς ὁ σκοπὸς τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος· ἡ διάταξις αὕτη ἐτέθη ὡς ἐγγύησις ἵνα ἀναγκάζηται ἡ κυβέρνησις νὰ ἔχῃ ἑκάστοτε πλησίον της τὴν Βουλήν. Τὸ ἔθνος ἔχει ἀνάγκην σπουδαίως νὰ ἐξελέγχῃ τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου καὶ τοὺς ὑπολόγους· αὐτὸ εἶναι τὸ σπουδαιότερον ζήτημα, καὶ αὐτὸ ἠθέλατε ν’ ἀποφύγητε ἀναβάλλοντες τὴν συγκάλεσιν τῆς Βουλῆς. Ἠθελήσατε νὰ ζήσητε μακρὰν τῆς Βουλῆς, σύμφωνα πρὸς τὸ σύστημά σας τὸ ἀρχικόν. Ἐπράξατε ὅ,τι ἐπράξατε, τὰ ἄλλα εἰσὶ προφάσεις. Καὶ ἠξεύρετε διατί παραπονούμεθα ἀκόμη; διότι τὴν ἀδυναμίαν σας αὐτὴν ἠθελήσατε νὰ τὴν ἐνισχύσητε ἀντλοῦντες δύναμιν ἀπὸ τοῦ Βασιλέως. Κύριοι, πολλὰ ἐῤῥέθησαν, πολλαὶ ἐξηγήσεις ἐδόθησαν ἐπί τινος ὁμιλίας μου, καὶ κατά τινα παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ποικιλοτρόπως τὴν ἐσχολίασαν καὶ τὴν διέστρεψαν, καὶ ὅμως ὅ,τι εἴπομεν τότε καὶ ὅ,τι θὰ ἐπαναλάβω καὶ σήμερον, εἶναι ὅ,τι τὸ Σύνταγμα ῥητῶς καὶ καθαρῶς ὁρίζει· «Ἄρθρον 21. Ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ Ἔθνους, ἐνεργοῦνται δὲ καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα.» Ἠκούσατε, κύριοι, τὶ λέγει τὸ σύνταγμα. Καὶ ἐνοεῖτε τὶ καθιεροῖ διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς τὸ Σύνταγμα; Τὸ σύνταγμα δὲν δέχεται ἐκ τῶν προτέρων δικαιώματα. Ὑποβάλλει ὅλα λοιπὸν εἰς τὴν ἔρευναν καὶ εἰς τὴν συζήτησιν διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ἐὰν ἡ κυβέρνησις, ἥτις δὲν ἐνεργεῖ κατ’ ἀρχικὸν δικαίωμά της, ἐνεργεῖ συμφώνως μὲ τοὺς κανόνας ὅσους θέτει τὸ Σύνταγμα. Οἱ ὑπουργοὶ οἱ ὑπεύθυνοι ὀφείλουν νὰ δώσουν λόγον καὶ ν’ ἀποδείξουν ὅτι ἐνήργησαν σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους.
§82ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. «Πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι ἐκπηγάζουσιν ἐκ τοῦ Ἔθνους». Ὄχι ἀπὸ τὴν Βουλὴν (θόρυβος).
§83ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βλέπετε, κύριοι, τὸ πρόγραμμά των ἐμφανίζεται ἀναγκαστικῶς. Ὄχι ἀπὸ τὴν Βουλὴν, σᾶς λέγουν· εἶναι τὸ ἀρχικὸν πρόγραμα, Λαὸς, Βασιλεὺς, Κυβέρνησις. Μελετήσατε τὸ ἄρθρ. 21, ὡς εἴρηται, διὰ νὰ πεισθῆτε.
§84ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ φουρναράκης ἀπὸ τὴν Σύρον.
§85ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ Σύνταγμα χορηγεῖ τῷ Βασιλεῖ δικαιώματα ἐξουσίας. Κατὰ τὸ Σύνταγμα, ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἀνεύθυνος, καὶ τὸ ἀνεύθυνον τοῦ Βασιλέως εἶναι ἡ ἐλευθερία τῶν λοιπῶν. Ἵνα ᾖναι ἀνεύθυνος καὶ ἱερὸς ὁ Βασιλεὺς, ἀνάγκη νὰ ὦσιν ὑπεύθυνοι οἱ ὑπουργοί· αὐτὸ θέλει τὸ Σύνταγμα. Καὶ ἡ εὐθύνη τῶν ὑπουργῶν προαπαιτεῖ ἔλεγχον, ἵνα ἀποδειχθῇ ὅτι ἐνήργησαν καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα. Δικαίωμα ἀρχικὸν δὲν ὑπάρχει· πρέπει ν’ ἀποδειχθῇ λοιπὸν τὸ νόμιμον τῆς κυβερνητικῆς ἐνεργείας. Ἰδοὺ διατὶ εἶπον, κύριοι, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἦτο μὲν συνταγματικὸν κατὰ τύπους, ἦτον ὅμως ἀντικοινοβουλευτικὸν κατ’ οὐσίαν. Εἰς τὰ συνταγματικὰ κράτη, ὁ Βασιλεὺς ἔχει μέγα καὶ σπουδαῖον νὰ ἐκτελέσῃ ἔργον· ἵσταται ὑψηλὰ, ἐπιβλέπει εἰς τὰ τῆς πολιτείας, καὶ ὁσάκις θεωρῇ ἀνωμαλίας, ἐπιφέρει τὴν δέουσαν διόρθωσιν, δὲν καταβαίνει εἰς τοὺς διαπληκτισμοὺς, δὲν λαμβάνει μέρος εἰς τὴν προσωπικὴν πάλην τῶν κομμάτων· ἅμα καταβιβασθῇ, ἀπόλλυσι τὴν ὑψηλὴν περιωπήν του. Εἰς τὴν θέσιν ὅπου ἐτάχθη ὁ Βασιλεὺς εἶναι σεβαστὸς, εἶναι ἀγαπητὸς διότι συντηρεῖ καὶ συνέχει τὰ πάντα ἀπὸ τῆς γενικῆς περιωπῆς του. Καὶ νομίζετε, κύριοι, ὅτι ἡ ἐλευθερία εἰς τὸν τόπον αὐτὸν εἶναι τυχαῖόν τι καὶ δὲν εἶναι ἡ μόνη, ἡ αἰώνιος καὶ ἀναπόφευκτος ἀνάγκη αὐτοῦ; Μελετήσατε τὴν ἱστορίαν του. Ὑπῆρξε κατ’ ἀρχὰς ὁ Κυβερνήτης, ἀληθὴς Ἕλλην· καὶ ἡ λέξις αὐτὴ περιέχει τὸ πᾶν (εὖγε· εὖγε), κατ’ αὐτοῦ ἠγέρθη ἀντιπολίτευσις, ἥτις μέχρι καταστροφῆς αὐτοῦ ἔφθασε, διατί; διότι ἐφρόνει ὅτι ὁ πατριωτισμός του, ἡ ἱκανότης του καὶ αἱ γνώσεις του ἦσαν ἀρκεταὶ ν’ ἀναπληρώσωσι τὴν ἔλλειψιν τῆς συμετοχῆς τοῦ Ἔθνους εἰς τὴν κυβέρνησιν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος τῆς κατὰ τοῦ Καποδιστρίου ἀντιπολιτεύσεως. Ἦλθε κατόπιν ὁ Βασιλεὺς Ὄθων, Βασιλεὺς ἐνάρετος, ἀγαπῶν τὸν τόπον, φροντίζων ὑπὲρ τοῦ καλοῦ. Ἀλλὰ καὶ οὗτος ἔσφαλε, διότι τὴν ἰδίαν του θέλησιν ἤθελε νὰ ἀντικαταστήσῃ εἰς τὴν ἐθνικὴν θέλησιν· παρεξετράπη ἀπὸ τῆς ἀληθοῦς ὁδοῦ τοῦ Συντάγματος καὶ κατεβιβάσθη εἰς τὴν παλαίστραν τῶν προσώπων καὶ τῶν κομμάτων. Ὁ Βασιλεὺς ἐκεῖνος ἀνέλαβεν οὕτω εὐθύνην, ἧς ὤφειλε νὰ ὑποστῇ τὰς συνεπείας. Διατί ἡ βασιλεία τοῦ Γεωργίου διῆλθε τοσοῦτον χρόνον ἄνευ στάσεων, ταραχῶν, κλονισμῶν; διότι ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος ἐμελέτησεν ἀκριβῶς, ἐσπούδασε τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος τὸν ἔθεσε. Τὴν παραδέχθη εἰλικρινῶς, ἔμεινε συνταγματικὸς Βασιλεὺς καὶ διὰ τοῦτο ὅλας τὰς δυσκολίας, ὅλους τοὺς κινδύνους τοὺς διῆλθε χωρὶς τὸ κῦμα νὰ ἐγγίσῃ τοὺς πόδας τοῦ θρόνου. Παραπονούμεθα λοιπόν, κύριοι, ὅτι σεῖς θέλετε νὰ καταβιβάσετε τὸν Βασιλέα ἀπὸ τὴν ὑψηλὴν καὶ γενικὴν θέσιν του, διαδίδοντες ὅτι ἀπολαύετε ἰδιαιτέρας προστασίας, ὅτι ἡ κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν ὁ Βασιλεὺς ἐκάλεσε, δὲν χαίρει τὴν ἐμπιστοσύνην του, καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας διασαλπίζετε κακοβούλους φήμας, φήμας, αἵτινες ἐλαττοῦσι τὸν πρὸς τὸν Βασιλέα σεβασμόν. Παραπονούμεθα λοιπὸν πρὸς τὴν διαγωγὴν αὐτὴν, ἥτις εἶναι ἐναντία τοῦ Συντάγματος (εὖγε, εὖγε καὶ χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριοι.
§87ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
§88ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἴμεθα κύριοι εἰλικρινεῖς· καὶ ὅτε ὁ τόπος ἐκλονίζετο, καὶ διὰ πραγμάτων ὀφείλομεν νὰ δείξῃ ἕκαστος τὴν εἰλικρίνειάν του καὶ τὰ αἰσθήματά του. Δὲν ἐσταματήσαμεν ἀπέναντι κινδύνων, καὶ οὔτε ὡς κυβέρνησις ὑπεθάλψαμεν ταραχὰς, ὀχλαγωγίας καὶ ἐπιδείξεις. Σᾶς ἐπολεμήσαμεν, κύριοι, διότι καθ’ ἡμᾶς ἡ ἀπαίτησις ἡ ἐθνικὴ ἱκανοποιεῖται διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ὁ Βασιλεὺς ἀπεφάσισεν ν’ ἀκολουθήσῃ, ἤτοι νὰ συμπράττῃ μετὰ τοῦ Ἔθνους. Ἐπειδὴ τὴν ἰδέαν ταύτην εἴχομεν, τὴν ἀρχὴν αὐτὴν ἠκολουθήσαμεν, καὶ λυποῦμαι ὅτι παρεξηγήθην ἀπό τινας φίλους. Προχθὲς ὁ κύριος Δεληγεώργης σᾶς εἶπεν, ὅτι, ὅτε κατὰ τὸ 1865 προσεκλήθην εἰς τὴν κυβέρνησιν παρὰ τοῦ Βασιλέως, ἦλθον ἐνταῦθα καὶ ἐζήτησα τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ Βουλὴ μοῦ εἶπεν, δὲν νομίζει ἀναγκαῖον τοῦτο· ἡ πρᾶξις τοῦ Βασιλέως δὲν ἔχει ἀνάγκην συμπληρώσεως. Ἐγὼ ἐπέμεινα· ἡ Βουλὴ κατεψήφισεν ἐναντίον μου, καὶ ἐγὼ ἀμέσως παρῃτήθην. Ἠδυνάμην νὰ μείνω. Τότε πολλοὶ βουλευταὶ, ἐνθυμοῦμαι, ἤθελον νὰ μείνω εἰς τὴν Κυβέρνησιν. «Εἴμεθα ἠναγκασμένοι, μοὶ εἶπον, νὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν ψηφοφορίαν κατὰ καὶ ὅμως σὲ ἀνεχόμεθα. Μεῖνε, μοὶ ἔλεγον, εἰς τὴν ἐξουσίαν σὺ, δὲν σὲ πολεμοῦμεν». Ἀπήντησα, «δὲν δέχομαι ἐξουσίαν, ἥτις δὲν στηρίζεται εἰς τὴν πρὸς ἐμὲ πεποίθησιν καὶ πίστιν· δὲν ἠμπορῶ νὰ πράξω τὸ καλόν.» Βλέπετε ὅτι ἀδίκως μὲ παρεξήγησαν, καὶ λυποῦμαι διὰ τοῦτο. Ἤθελον τότε πραγματικὴν τὴν συμμετοχὴν τῆς Βουλῆς, καὶ τὸν Βασιλέα ἄνευ φίλων ἄνευ ἐχθρῶν, ὡς Βασιλεύς. Ποία ὑπῆρξεν ἡ ἄλλη διαγωγὴ τῆς πεσούσης κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὰ ἄλλα ζητήματα, τὰ κατὰ καιροὺς παρουσιασθέντα; Συνέβη δυστυχῶς κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας ν’ ἀποθάνῃ ὁ ἐπίτροπος παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ, καὶ ἡ κυβέρνησις δύω ὁλοκλήρους μῆνας μὴ διορίζουσα διάδοχον, παρῄτησεν ἀπρακτοῦσαν τὴν Σύνοδον καὶ οὐδεμίαν πρόνοιαν ἔλαβε περὶ τῶν προσβαλλομένων συμφερόντων. Ἀλλὰ μετὰ τοῦτο ἐπῆλθεν ὁ θάνατος τοῦ Μητροπολίτου. Ἡ κυβέρνησις ἐδικαιοῦτο εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ νέου Μητροπολίτου νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην της, καὶ ὀρθῶς· διότι τοιοῦτον εἶναι τὸ σύστημα τὸ ἐπικρατοῦν ἐν Ἑλλάδι. Τί ἔπραξεν ὅμως καὶ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην; ἔδωκεν ὁδηγίαν τινὰ εἰς τὸν ἐπίτροπόν της παρὰ τῇ Συνόδῳ; οὐδεμίαν. Ὅτε δὲ ὁ ἀρχιεπίσκοπος Κερκύρας, παρουσιασθείς, ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸν πρώην πρωθυπουργὸν, ὅτι πρόκειται νὰ γείνῃ ἐκλογὴ τοῦ Μητροπολίτου, καὶ ὡς τοιοῦτον προτίθενται νὰ προτείνωσιν αὐτὸν, καὶ τὸν ἠρώτησε τί λέγει, καὶ ἐζήτησεν οὕτω τὴν γνώμην τοῦ πρώην πρωθυπουργοῦ ἐὰν ἐγκρίνῃ τοῦτο, ἢ ἂν ἔχῃ ἄλλην ἰδέαν, ὁ πρώην πρωθυπουργὸς, ἀκολουθήσας τὸ ἴδιον σύστημα, τὸ ὁποῖον παρεδέχθη καὶ πρὸς τοὺς φοιτητὰς, ἄφησε τὸν ἐπίσκοπον ν’ ἀπέλθῃ καὶ νὰ πλανηθῇ. Ἐγένετο ἐκλογὴ, καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς κατακλυσμὸς λιβέλλων καὶ ὕβρεων· «ἀνάξιος ὁ ἐπίσκοπος Κερκύρας, ὡς Πανσλαβιστὴς, νὰ καθέξῃ τὴν θέσιν ταύτην.» Ἐκηρύττετο ἀνάξιος νὰ καθέξῃ τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ὡς ὄργανον τῆς Ῥωσσίας. Εἶδον τὸν ἱεράρχην τοῦτον δακρυῤῥοοῦντα μετὰ συγκινήσεως, ὄχι διότι ἐστερήθη τῆς θέσεως, ἀλλὰ διότι ἐνεπαίχθη· ἀπέδιδε πάντα ταῦτα εἰς τὴν διαγωγὴν τοῦ πρώην πρωθυπουργοῦ. Δὲν ἤθελεν ἴσως ὑποστῆ τὰ δεινὰ ταῦτα ὁ ἀρχιεπίσκοπος αὐτὸς, ἐὰν ἐξ ἀρχῆς ἡ κυβέρνησις ἐξέφραζε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν οὗτος ἐζήτει. Ἀλλὰ τίνι τρόπῳ ἀπήντησεν ἡ κυβέρνησις εἰς τὴν Σύνοδον, ὅταν ἔλαβε τὴν πρότασιν; Ἠθέλησε ῥητῶς καὶ καθαρῶς νὰ εἴπῃ, δὲν ἐγκρίνω τὴν πρᾶξιν ταύτην, δὲν δέχομαι ὡς Μητροπολίτην τὸν ἱεράρχην τοῦτον, τοιοῦτον εἶναι τὸ δικαίωμά μου, καὶ δὲν ὀφείλω νὰ δώσω λόγον; Ἀντὶ τούτου προσεπάθησαν ν’ ἀποδείξωσι τὴν Σύνοδον παρανομοῦσαν καὶ νὰ τὴν ἀποκαταστήσωσι γελοίαν καὶ ἐξουθένημα. Ἔκτοτε τὸ ζήτημα μένει ἐκκρεμὲς καὶ χρησιμεύει εἰς ἐπιδείξεις, συκοφαντίας καὶ ῥᾳδιουργίας πρὸς βλάβην τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ δὲν εἶναι ἀδιάφορον τοῦτο, κύριοι· ἡ ἐκκλησία ἡ ἀνατολικὴ, ἡ ἐκκλησία ἡ ὀρθόδοξος ἐγαλούχησε καὶ ἀνέθρεψε τὸν Ἑλληνισμὸν, εἶναι οὐσιῶδες καὶ κύριον στοιχεῖον τῆς ὑπάρξεως καὶ τοῦ μέλλοντός του. Ἐκκλησία ὑβριζομένη, ἐξουθενουμένη, βλάπτεται καὶ προσκόπτει εἰς τὴν σπουδαίαν ἀποστολήν της. Γίνονται δὲ ταῦτα, πότε; ὅτε ὅλος ὁ κόσμος περισφίγγεται περὶ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ θέλει νὰ τὴν ἀναδείξῃ λαμπρὰν καὶ σεβαστήν. Τὴν στιγμὴν αὐτὴν προσβάλλομεν ἡμεῖς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ, ὡς ἂν νὰ πολεμῶμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, ἀντὶ νὰ φροντίσωμεν νὰ παριστάμεθα ὡς προεξάρχοντες εἰς τὰς μεγάλας θρησκευτικὰς συζητήσεις καὶ ἐργασίας, αἵτινες ἴσως σπουδαῖα ἀποτελέσματα θέλουσιν ἔχει, ἀφίνομεν, νὰ μᾶς ἀντικαταστήσῃ καὶ ἀντιπροσωπεύσῃ ἡ ἀνατολικὴ Ἐκκλησία; Ὄχι. Ἡ ἑλληνικὴ ἐκκλησία; Ὄχι· ἀλλ’ ἡ Ῥωσσική. Ἐκ τῆς ἀφροσύνης μας ἀπωλέσαμεν τὴν θέσιν μας καὶ τὴν κατέλαβον ἄλλοι. Ἀλλὰ τί ἐπράξατε, κύριοι, ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ; Ἐγείρετε φωνὰς ἤδη, καὶ θέλετε νὰ ἐπιδείξετε ζῆλον ὑπὲρ αὐτοῦ· τὸν ἐπαινεῖτε, ἐνῷ οὐδεὶς δὲν ὑβρίζει, καὶ νομίζετε ὅτι οὕτω ἐξεπληρώσατε τὸ καθῆκόν σας. Ἀπελύσατε τοὺς 1500 ἐφέδρους, ᾠκονομήσατε τοὺς μισθοὺς αὐτῶν δραχμὰς 600,000. Θέλομεν ἰδεῖ ἐὰν τῷ ὄντι ἐκάματε οἰκονομίαν, ἂν τῷ ὄντι δὲ μετετρέψατε τὰς πιστώσεις, ἐὰν δὲν ἐχρησίμευσαν τὰ χρήματα πρὸς στολισμὸν οἰκιῶν διὰ νὰ κατοικήσητε, καὶ εἰς ἄλλα ἀσυγχώρητα καὶ παράνομα ἔξοδα· θέλομεν ἰδεῖ τοῦτο. Ἀλλὰ ἤθελον σᾶς ἐπαινέσει, ἐὰν δὲν ἐπράττετε τοῦτο. Ὁ στρατός μας ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν εἶναι ἐπιφορτισμένος νὰ ἐκτελῇ, ὡς ἐκ τῆς σμικρότητος τοῦ ἀριθμοῦ αὐτοῦ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀναπτύξῃ οὔτε τὸ στρατιωτικὸν πνεῦμα, δὲν ἠμπορεῖ νὰ διατηρήσῃ τὴν πειθαρχίαν· εἰσήλασε μάλιστα ἡ ἀταξία ἐντὸς αὐτοῦ, διότι δὲν δύναται νὰ διατηρηθῇ τάξις, ὅταν ἐπιφορτίζεται νὰ ἐκτελῇ τὰ ἔργα χωροφύλακος· δὲν δύναται οὔτε νὰ ἐκπαιδεύεται, νὰ γυμνάζεται, ἔπαθεν ἠθικῶς, διότι ἡ ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν τῷ ἐπιβάλλετε, αἱ διαταγαὶ, τὰς ὁποίας λαμβάνει, αἱ ἐπεμβάσεις ἐν ταῖς ἐκλογαῖς πρὸς τοῦτο τὸν ὠθοῦσιν. Ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας σᾶς ἐπέτρεπεν ἤδη ν’ ἀποσπάσητε στρατιώτας ἀπὸ τὰ μεθόρια· δὲν τοὺς συνεκεντρώσατε διὰ νὰ ἀναγκάσητε τὸν στρατὸν νὰ ἐπαναλάβῃ τὰ γυμνάσιά του, τὰ ἀληθῆ στρατιωτικὰ καθήκοντά του· δὲν ἐφροντίσετε τὸ στρατιωτικὸν πνεῦμά του νὰ ἀναπτυχθῇ, νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν πειθαρχίαν. Κύριοι, τὰ μικρὰ ἔθνη δύνανται νὰ ζήσουν ἐν οὐδετερότητι καὶ νὰ προστατευθῶσι κατὰ τῶν ἰσχυρῶν ἀντιζηλιῶν, ἀλλὰ τοῦτο ἁρμόζει εἰς ἐκεῖνα, ἅτινα οὐδένα ἔχουσι προορισμόν· εἰς τὸν κόσμον αὐτὸν ἐγεννήθησαν νὰ ζῶσιν ἁπλῶς. Ἀλλὰ, κύριοι, εἰς τὴν παροῦσαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων καὶ ἐνώπιον τῆς κινήσεως τῆς παγκοσμίου, νὰ καυχᾶσθε σεῖς, διότι ἠλαττώσατε τὸν στρατὸν, καὶ νὰ μὴ λαμβάνητε οὔτε κατ’ ἰδέαν οὐδὲν μέτρον περὶ τῆς βελτιώσεως αὐτοῦ; Ἐφροντίσατε νὰ καταστρέψητε τὰ συμφέροντα πολλῶν διὰ παρανόμων καὶ ἀδικαιολογήτων τιμωριῶν, μεταθέσεων, κλπ. τοιουτοτρόπως δὲ ἐνομίσατε ὅτι ἐνσπείροντες τὸν τρόμον, ἠμπορεῖτε νὰ ὑποτάξητε τὸν στρατὸν, καὶ ἐκηρύξατε ὅτι οὕτω ἐτακτοποιήσατε αὐτὸν ἀπειλοῦντες καὶ καταστρέφοντες τὰ συμφέροντά του. Ἀλλὰ πλανᾶσθε· ἀνάγνωτε τὴν ἱστορίαν μας καὶ θέλετε ἰδεῖ ὅτι οὐδὲν κατορθώσατε. Ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς ἀπέδειξε πάντοτε, ὅτι τὰ πάντα ὑποβάλλει εἰς τὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα ἡ ἀγάπη πρὸς τὴν πατρίδα τῷ ὑπαγορεύει. Πλανᾶσθε λοιπὸν, νομίζοντες ὅτι ἠδύνασθε, περιφρονοῦντες καὶ καταστρέφοντες τὰ ὑλικὰ συμφέροντά του, νὰ τὸν κερδήσετε. Τοῦτο δὲν λέγεται πρόνοια ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ πρᾶξις τρόμου, οὐχὶ τακτοποιήσεως. Καὶ πράττετε ταῦτα καὶ ἀκολουθεῖτε τὴν πολιτικὴν αὐτὴν, ὅτε πλησίον ἡμῶν ἓν ἔθνος, τὴν ὕπαρξίν του καὶ τὸ μεγαλεῖόν του χρεωστεῖ οὐχὶ κυρίως εἰς τὸν ἀριθμὸν τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ μᾶλλον εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ ἔθνους, τὴν ὁποίαν ἡ στρατιωτικὴ ἀνατροφὴ ἔδωκεν εἰς τὸ Πρωσσικὸν ἔθνος. Συνεπλήρωσεν, εἶπε τελευταῖον ὁ Μόλτκε, τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ πρωσσικοῦ ἔθνους διὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀνατροφῆς· καὶ ἡ ἀνατροφὴ αὕτη ἀποκατέστησε τὸ ἔθνος μέγα, νικηφόρον καὶ τροπαιοῦχον. Καὶ σεῖς καυχᾶσθε διότι ᾠκονομήσατε 100 χιλ. δραχμὰς, καὶ διὰ τῆς ἀπειλῆς τῆς καταστροφῆς τῶν συμφερόντων τοῦ στρατοῦ, ἐνομίσατε ὅτι ἐπράξατέ τι! Τίποτε λοιπὸν δὲν ἐπράξατε ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, ἀφορῶν εἰς τὸ ἀληθὲς αὐτοῦ συμφέρον. Τίποτε δὲν ἐπράξατε, ἀφορῶν εἰς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου. Δὲν φοβούμεθα νὰ εὑρεθῶμεν συντόμως τοὐλάχιστον εἰς ἀνάγκην νὰ καταφύγωμεν εἰς τὰ ὅπλα. Ἀλλ’ ἔργον προνοίας, ἔργον φρονήσεως εἶναι, νὰ ἤμεθα πάντοτε ἐγρηγοροῦντες, καὶ νὰ μὴ ἀμελῶμεν τὰ κυριώτερα συμφέροντα ἡμῶν, καθὼς οὐδὲν μέρος τοῦ κόσμου δὲν τὰ ἀμελεῖ, ἀλλ’ ὄχι δι’ ἐπιδείξεων, διὰ ψευδῶν συστημάτων, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀληθείας καὶ τοῦ ὀρθοῦ. Παραδείγματα πρὸς ὁδηγίαν μας ἔχομεν εὐτυχῶς ἄπειρα, καὶ ἠμποροῦμεν νὰ ποιήσωμεν χρῆσιν αὐτῶν. Περὶ δικαιοσύνης πολλὰ βεβαίως δὲν ἔχω νὰ εἴπω. Τὰ ἐπιχειρήματα μᾶς ἔδωκεν ἔκτοτε τὸ ὑπουργεῖον. Ἡ διαταγὴ πρὸς τὸν ἐν Σύρῳ πρόεδρον, ἡ παραγγελία πρὸς ἕνα δικαστὴν ἐν Ἀθήναις μέλλοντας νὰ δικάσωσιν ἐκλογικὰ παράπονα, καὶ ὅ,τι ἐπροτάθη εἰς τὸ συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν ἐνταῦθα κατὰ τῶν μαθητῶν, ἀρκεῖ ν’ ἀποδείξῃ, ὁποία τελεῖται ἀσέβεια πρὸς τὰ δικαστήρια. Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύω τὰ δημοσιευθέντα, διότι οὐδεὶς τὰ ἀνήρεσε, καί τοι προκλήσεως γενομένης. Καὶ τὰ δημοσιευθέντα εἶναι ὅτι πίεσιν καὶ βίαν μετεχειρίσθησαν, ἵνα ἐκβιάσουν τὸ συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν νὰ παραπέμψῃ τοὺς φοιτητὰς εἰς τὸ ἀκροατήριον καὶ νὰ τοὺς κρατήσῃ ἐπὶ πλέον εἰς τὴν φυλακὴν (θόρυβος). Καὶ πῶς τολμᾷ ὁ πρώην ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ μοὶ ἀποτείνῃ τὴν λέξιν Εὖγε, ὅταν ἐνώπιόν του καὶ πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ δεκαπέντε ὅλας ἡμέρας ἐκράτει ἡ εἰσαγγελία τὴν δικογραφίαν νέων ἀθώων, καὶ οὕτω ἐκράτει 15 ἡμέρας εἰς τὰς φυλακὰς τοὺς φοιτητάς; Δὲν παρηνόμει; Δὲν ἐγκλημάτει; Καὶ αὐτὸ ἐπράττετο, ἐνώπιον τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν λέγω κατὰ διαταγήν του.
§89ΧΑΛΙΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Λάθος ἔχετε.
§90ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχω διόλου λάθος. Γνωρίζω, κύριε ὑπουργέ...
§91ΤΙΝΕΣ. Πρώην ὑπουργέ.
§92ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρώην ὑπουργὲ, λοιπὸν,—γνωρίζω ὅτι ἡ δικογραφία περαιωμένη ἀπεστάλη εἰς τὴν εἰσαγγελίαν καὶ ἡ εἰσαγγελία τῶν Πλημμελειοδικῶν ἢ Ἐφετῶν 15 ὅλας ἡμέρας τὴν ἐκράτει, καὶ οἱ φοιτηταὶ 15 ἡμέρας παρανόμως ἔμενον εἰς τὰς φυλακάς. Λέγεται σέβας τοῦτο πρὸς τὴν δικαιοσύνην; Ἐὰν τοιοῦτον τὸ σέβας πρὸς τὴν δικαιοσύνην ἐκ μέρους τῆς κυβερνήσεως ἐν ταῖς Ἀθήναις, τὶ γίνεται ἀλλαχοῦ; Ἄλλοι μετ’ ἐμὲ ἴσως ἀναγνώσουν τὸ βούλευμα, διὰ νὰ ἴδητε ὁποία ἦτον ἡ κατηγορία. Ἀλλὰ, κύριοι, σᾶς ἐκούρασα.
§93ΠΟΛΛΟΙ. Ὂχι! ὄχι.
§94ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ κουρασμένος εἶμαι, καὶ προσπαθῶ νὰ τελειώσω ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον. Ἀλλὰ δὲν μᾶς εὐχαριστεῖτε, λέγουν, τοὐλάχιστον διὰ τὴν καταστροφὴν τῆς φυγοδικίας; Δὲν μᾶς εὐχαριστεῖτε διὰ τὴν καταστροφὴν τῆς ληστείας; Ἰδοὺ δύω πληγαὶ τοῦ Φαραὼ, δύω μεγάλα κακὰ, τὰ ὁποῖα ἐμάστιζον τὴν κοινωνίαν αὐτὴν καὶ ἀπὸ τὰ ὁποῖα σᾶς ἀπηλλάξαμεν. Δὲν μᾶς εὐχαριστεῖτε; ἀλλὰ, κύριοι, τὶ ἐστὶ φυγοδικία καὶ φυγόδικοι; Καὶ τὶ ἐπράξατε σεῖς; Φυγόδικοι λέγονται ἤδη ὅλοι οἱ καταδικασμένοι, οἱ φεύγοντες τὴν ἐξουσίαν, ὡς κατηγορούμενοι καὶ λειπομάρτυρες, καὶ καταδικασμένοι ἐπὶ πταίσμασι, καὶ συκοφαντούμενοι καὶ ὀφειλέται. Πόθεν δὲ ἡ φυγοδικία; καὶ πῶς εἰργάσθητε νὰ στερεύσητε τὰς πηγὰς αὐτῆς; Καὶ ἐὰν μέτρα πρὸς τοῦτο δὲν ἔλαβεν ἡ κυβέρνησις, δὲν τὴν κατηγορῶ, διότι οὔτε αἱ ἄλλαι ἔλαβον, ἔπρεπε δὲ ἅπαξ νὰ ληφθῶσι. Πόθεν ἐκπηγάζει λοιπὸν ἡ φυγοδικία; καὶ τὶ εἶναι οἱ φυγόδικοι; Ἰδοὺ τὶ λέγει ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ πρώην, ἰδοὺ, κατ’ αὐτὸν, πόθεν πηγάζει ἡ φυγοδικία· καὶ τὸ λέγει τοῦτο, ἀφοῦ ἓν ἔτος ἐκυβέρνησε τὸν τόπον. Τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀναγινώσκω, χρονολογεῖται ἀπὸ 25 Ἰουνίου 1873. «Οὐδένα λανθάνει», λέγει, «ὅτι ἡ κυριωτέρα ἀφορμὴ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐγκλημάτων, τῆς ἀναπτύξεως τῶν παθῶν, τῆς ἀποφυγῆς τῆς δικαιοσύνης διὰ τῆς φυγοδικίας καὶ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ψευδῶν καὶ ἀνυποστάτων ἐγκλήσεων, δι’ ὧν ἱκανοποιοῦνται προσκαίρως τὰ φαῦλα πάθη, εἶναι ἡ παράτασις τῆς ἀνακρίσεως, καὶ ἐν γένει ἡ βραδεῖα περαίωσις τῶν ποινικῶν δικῶν.» Λοιπὸν ἡ βραδεῖα περάτωσις τῆς ἀνακρίσεως καὶ ἐν γένει ἡ πίεσις τῶν ποινικῶν δικαστηρίων εἶναι ἡ αἰτία, κατὰ τὸν πρώην ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τῆς φυγοδικίας. Ἐγὼ προσθέτω ἀκόμη, ἡ κακὴ κατάστασις τῶν φυλακῶν καὶ ἡ κακὴ ἐκτίμησις περὶ τὴν ἀνάκρισιν τῶν κατηγοριῶν καὶ κατηγορουμένων. Ποῖοι δὲ εἶναι οἱ φυγόδικοι, οἱ ὁποῖοι ἐμάστιζον τὴν κοινωνίαν; Ὁ κ. πρώην ὑπουργὸς σᾶς λέγει, ὅτι ἦσαν ἄνθρωποι ἀθῶοι κατὰ τὰ ὀκτὼ δέκατα, ὅτι αὐτὴ ἡ στατιστικὴ τῆς ποινικῆς δικονομίας ἀποδεικνύει, ὅτι «διὰ τῆς ἀνακρίσεως καὶ τῆς δικαστικῆς ἐρεύνης τὰ 8/10 τῶν ἐγκλήσεων ἢ καταδεικνύονται ἀπολύτως ψευδεῖς, ἢ διαστρέφουσι τὰ πράγματα, ὅπως δοθῇ βαρύτερος χαρακτηρισμὸς εἰς τὴν πρᾶξιν· καθόσον καὶ κατὰ τὴν Αʹ. τριμηνίαν ε. ε. ἐκ τῶν ἐκδοθέντων 3131 βουλευμάτων, 238 μόνον ἀφορῶσι παραπομπὴν εἰς τὸ κακουργοδικεῖον, καὶ 2111 εἰσὶν ἀθωωτικά. Φανερὸν ὅμως πάντοτε εἶναι,» ὅτι, ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ἡ τοιαύτη κατάστασις τῆς ἀνακρίσεως, ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἀτοπημάτων, ἀδύνατον εἶναι νὰ κατασταλῇ καί ἡ πρὸς τὰς ἐμπαθεῖς καὶ ψευδεῖς καταγγελίας τάσις, διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν κατὰ τῆς ψευδοῦς καταμηνύσεως καὶ τῆς ψευδομαρτυρίας ἐνώπιον τῆς ἀρχῆς διατάξεων τοῦ νόμου.» Βλέπετε, λοιπόν, κύριοι, ὅτι τὰ ὀκτὼ δέκατα, κατὰ τὸν κύριον πρώην ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης—καὶ τὸν εὐχαριστῶ ἀπὸ καρδίας διὰ τὸ ἔργον του, διότι θέλει διαφωτίσει οὕτω τὴν κοινωνίαν, θέλει ἐπανορθώσει πολλὰ ἄτοπα, καὶ τὸ ἔργον του θέλει εἶσθαι συνήγορος κατὰ τῶν συκοφαντῶν τῆς Ἑλλάδος— κατὰ τὸν κ. λοιπὸν πρώην ὑπουργὸν, ἐκ τῶν ἐγκληματιῶν καὶ τῶν κατηγορουμένων τὰ 8|10 εἶναι ἀθῶοι. Ἀλλὰ πόσους συνέλαβε τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη ἐκ τῶν τρομερῶν αὐτῶν κακούργων, ὥστε νὰ μᾶς ζητῇ σήμερον καὶ εὐγνωμοσύνην; Ἀκούσατε, κύριοι. Διῄρεσα εἰς ἔτη τὴν καταδίωξιν, κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔλαβον ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον· ἐὰν αὗται ὦσιν ἐσφαλμέναι, δὲν πταίω ἐγώ. Τὰ ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ κ. Ζαΐμη δὲν ἐδυνήθην νὰ εὕρω, διότι δὲν ἦσαν ἕτοιμοι αἱ καταστάσεις. Κατὰ τὸ 1872 λοιπὸν συνελήφθησαν 2,070, κατὰ τὸ 1873 συνελήφθησαν 2,280· κατὰ δὲ τὸ ἔτος 1871 ἐπὶ τῆς ὑπουργείας ἡμῶν τῶν ἀνικάνων καὶ τῶν ὑποστηριζόντων τοὺς κακούργους, συνελήφθησαν 1910. Δὲν ἐλήφθησαν δὲ αἱ περὶ τούτου πληροφορίαι τῶν μηνῶν Μαΐου καὶ Νοεμβρίου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, Εὐβοίας ὡσαύτως τῶν μηνῶν Φεβρουαρίου, Ἀπριλίου, Μαΐου καὶ Ἰουνίου· Φθιώτιδος, τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Ἰουνίου Ὀκτωβρίου, Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου· Ἀκαρνανίας καὶ Αἰτωλίας τοῦ ὅλου ἔτους 1871· Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, τοῦ Ἰουνίου, Σεπτεμβρίου, Ὀκτωβρίου, Δεκεμβρίου τοῦ 1871 καὶ Δεκεμβρίου τοῦ 1870· Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, τῶν μηνῶν Δεκεμβρίου Ἀρκαδίας, ἀπὸ τοῦ μηνὸς Μαρτίου καὶ ἐφεξῆς· Μεσσηνίας, τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου· Ζακύνθου, τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου, Κεφαλληνίας, τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου· Κυκλάδων καὶ Κερκύρας, ὅλου τοῦ ἔτους. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι καίτοι δὲν ἔχομεν τὰς πληροφορίας τῶν μηνῶν, περὶ ὧν σᾶς ἔκαμα λόγον, οὐδὲν ἧττον ἡ διοίκησις τοῦ 1871, ἂν πρέπει νὰ θεωρηθῇ καὶ ἡ καταδίωξις τῶν φυγοδίκων ὡς ἔργον σπουδαῖον, ἐνῷ εἶναι τῆς τακτικῆς ὑπηρεσίας, καὶ οὐδεὶς ἕως τώρα τὸ ἀνεβίβασεν εἰς ὑπηρεσίαν ὑψηλοτάτην, εἶναι καὶ κατὰ τοῦτο ὑπερτέρα. Τῷ 1871 λοιπὸν συνελήφθησαν φυγόδικοι 1910. Πόσοι δὲ συνελήφθησαν εἰς τὴν Ζάκυνθον, τὴν ὁποίαν μόνον τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη καυχᾶται, ὅτι ἀπήλλαξεν ἀπὸ τοὺς κακούργους καὶ ἡμεῖς τὴν ἀφήσαμεν πιεζομένην; ἑκατόν. Πόσοι συνελήφθησαν εἰς τὴν Μεσσήνην, τὴν ὁποίαν ἀφήσαμεν πιεζομένην ἀπὸ τοὺς κακούργους; 300. Πόσοι συνελήφθησαν εἰς τὴν Λακωνίαν; 800. Δὲν παρημελήσαμεν λοιπὸν τὸ καθῆκόν μας, διὰ τὸ ὁποῖον ζητεῖτε ἐσεῖς ἐπαίνους, ἀλλὰ συνελάβομεν φυγοδίκους ἄνευ θορύβου καὶ βιαιοπραγιῶν, τοὺς συνελάβομεν χωρὶς νὰ κακοποιήσωμεν τοὺς πολίτας καὶ χωρὶς νὰ πληρώσωμεν εἰς τὰς ἐφημερίδας ἀπὸ τὸ Δημόσιον ταμεῖον διὰ νὰ δημοσιευθοῦν αἱ συλλήψεις. Καὶ συνελάβομεν, ἐὰν προσθέσωμεν καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν συλληφθέντων κατὰ τοὺς μῆνας, καθ’ οὓς ἐλλείπουσιν αἱ πληροφορίαι, διπλάσιον ἀριθμόν. Αἱ βιαιοπραγίαι ἐγένοντο ἄνευ ἀνάγκης. Διὰ τοῦτο ἡ Μεσσηνία ἀναμιμνήσκεται τοῦ καλοῦ καὶ ἐπιεικοῦς τρόπου, μεθ’ οὗ ἐξετέλεσε τοιοῦτον ἔργον ὁ ἀξιωματικὸς Τσιρούλης, φίλος τοῦ κυρίου Δεληγεώργη, ὅστις ἐπεφορτίσθη ἄλλοτε τὴν καταδίωξιν φυγοδίκων ἐν Μεσσηνίᾳ καὶ τὴν ἐξετέλεσεν ἐντίμως καὶ ὡς στρατιώτης ἄξιος τοῦ ὀνόματος τοῦ στρατιώτου. Δὲν παραπονούμεθα κατὰ τῶν τιμίων ἀξιωματικῶν τοῦ ὑπάρχοντος ἤδη ἀποσπάσματος ἐν Μεσσηνίᾳ, διότι ὁ κύριος Σαράτσογλους εἶναι τίμιος ἀξιωματικὸς καὶ τιμίως ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν του· ὅπως οὐδ’ ἡ Λακωνία δύναται νὰ λησμονήσῃ τὸν κ. Δράκον. Ἤθελα παρακαλέσει ὅμως τὸ ὑπουργεῖον νὰ μᾶς πληροφορήσῃ πόσας ἐγκληματικὰς πράξεις ἔπραξαν οἱ συλληφθέντες φυγόδικοι, καὶ πόσας οἱ καταδιώκοντες στρατιῶται ἐν τῇ Μεσσήνῃ τοὐλάχιστον· θέλετε μάθει τότε ὅτι πλεονάζουσι τὰ παραπτώματα τῶν καταδιωκόντων. Αὐτὴ λοιπὸν ὑπάρχει ἡ μεταξὺ ἡμῶν καὶ αὐτῶν διαφορά· κατεδιώξαμεν ἡμεῖς καὶ συνελάβομεν ἄνευ πατάγου, διότι ἐθεωρήσαμεν, ὅτι εἶναι ἁπλῆ ὑπηρεσία ἡ καταδίωξις τῶν φυγοδίκων, καὶ συνελάβομεν τοιούτους ἄνευ πιέσεων καὶ καταστροφῶν. Ποῖα δὲ εἶναι τὰ ἔργα σας κατὰ τῆς ληστείας; Ἔλαβε τὸ ὑπουργεῖον μέτρον τι; ἐνομοθέτησε ἢ τί ἄλλο ἔπραξεν; Ἠξεύρω μόνον μίαν παραβίασιν τοῦ νόμου ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου· ἠξεύρω ὅτι ἐνῷ ὁ νόμος διατάσσει τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ποινικῶν ἀποφάσεων, ὅταν κατασταθῶσιν ἐκτελεσταί, ἐντὸς 20 ἡμερῶν, κατὰ παράβασιν ὅμως τοῦ νόμου αὐτοῦ μῆνας ἤδη ὁλοκλήρους ὑπάρχουσιν εἰς τὰς φυλακὰς κατάδικοι, χωρὶς νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ εἰς κεφαλικὴν ποινὴν καταδικάζουσα καὶ ἐκτελεστὴ κατασταθεῖσα ἀπόφασις. Καὶ τοῦτο διότι οἱ εἰς τὴν ποινὴν αὐτὴν καταδικασθέντες εἶναι προστατευόμενοι ἢ συγγενεῖς ἀνθρώπων ὑποστηριζόντων τὸ ὑπουργεῖον.
§95ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πολὺ βαρὺ εἶναι.
§96ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ κύριος Παπακώστας τὸ ἠξεύρει. Εἶναι καταδικασμένος εἰς θάνατον ἕνας Ζάχος ἀπὸ τὸ Μαῦρο Λιθάρι καὶ συγγενής σας, κ. Παπακώστα, ἀπὸ τὸ 1872, καὶ μένει ἀνεκτέλεστος ἡ κεφαλικὴ ποινή.
§97ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ. Εἶναι πολλοί.
§98ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀποδεικνύεται, ποῖοι εἶναι φίλοι τῶν κακούργων (θόρυβος)· εἶναι συγγενὴς τοῦ Παπακώστα αὐτὸς ὁ καταδικασμένος εἰς θάνατον.
§99ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ. Εἶναι ἐντροπή σας νὰ τὰ λέτε αὐτά· δὲν ἔχω κἀμμίαν συγγένειαν καὶ ψεύδεσθε (θόρυβος).
§100ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν διέκοψα καθ’ ὅλον τὸ διάστημα καί τοι ἴσως πολλαὶ ἀφορμαὶ μοὶ ἐδόθησαν, ἀλλὰ εἰς αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐσχάτως ἐλέχθη περὶ τῶν ληστῶν ....
§101ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τοιαῦται ἦσαν αἱ πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι μοὶ ἐδόθησαν.
§102ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλ’ εἶναι πολὺ βαρὺ τοῦτο, σᾶς παρακαλῶ· 60 περίπου εἶναι οἱ καταδικασμένοι εἰς κεφαλικὴν ποινήν, τὸ δὲ ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀπ’ ἀρχῆς ἐσκέφθη καὶ ἀπεφάσισε νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπόφασις μόνον κατὰ τῶν ἐπὶ ληστείᾳ καταδικασμένων.
§103ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Δεληγεώργη, οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν....
§104ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ νὰ τελειώσω. Λοιπὸν δὲν εἶναι εἷς μόνος τοῦ ὁποίου δὲν ἐξετελέσθη ἡ ἀπόφασις, ἀλλὰ τοιαύτη ὑπῆρξεν ἀπ’ ἀρχῆς ἡ ἀπόφασις τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μόνον διὰ τοὺς ἐπὶ ληστείᾳ. Ἠξεύρετε δὲ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠκολούθησε τὸ σύστημα τοῦ μὴ ἀπονέμειν χάριτας· ἀπεφάσισεν ὅμως ἐπὶ τῶν κεφαλικῶν ποινῶν νὰ ἀπονείμῃ χάριτας ἐκεῖ ὅπου καὶ τῶν δικαστῶν καὶ τῶν Εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν καὶ Πρωτοδικῶν ὑπάρχουν γνωμοδοτήσεις, καὶ τοιαῦται ἀπενεμήθησαν 10 ἢ 12 διὰ κεφαλικὰς ποινάς. Ἐὰν λοιπὸν ὑπάρχουν εἰς κεφαλικὰς ποινὰς καταδικασμένοι, δὲν ἐκόπη ὅμως οὐδείς.
§105ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπάρχει νόμος, καθ’ ὃν οἱ λῃσταὶ, οἱ καταδικασθέντες εἰς κεφαλικὴν ποινὴν, θανατοῦνται ἅμα ἡ ἀπόφασις καταστῇ ἐκτελεστή· καὶ ἡ σημείωσις, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκαν, λέγει ὅτι τέσσαρες λησταὶ, καταδικασθέντες, δὲν ἀπέτισαν τὴν ποινήν των· εἷς τούτων ὀνομάζεται....
§106ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ζάχος.
§107ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ὁ Γκαμαλέτζος· δὲν ἠξεύρω δὲ τὰ ὀνόματα τῶν ἄλλων.
§108ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πότε καταδικασθέντες;
§109ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὸν Νοέμβριον τοῦ 1872.
§110ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι ἐπὶ λῃστείᾳ; Ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι πάντες οἱ ἐπὶ λῃστείᾳ ἐκαρατομήθησαν.
§111ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ὅμως αὐτοὶ ὄχι. Ποῖα εἶναι τέλος πάντων τὰ ἀποτελέσματα τῆς κατὰ τῆς λῃστείας καταδιώξεως; Αὐτὸ εἶναι ὁ Ἀχιλλεὺς τῶν ἐπιχειρημάτων, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ προκαλοῦσι τοὺς ἐπαίνους καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην μας! Κατὰ τὸ 1871, —παραβάλλω τὰς δύω ἐποχὰς— συνελήφθησαν καὶ ἐφονεύθησαν 73, ἐξ ὧν εἰς τὸ Ὀθωμανικὸν 24. Βλέπετε, ὅτι καὶ τὴν ἐποχὴν αὐτὴν οἱ Ὀθωμανοὶ συνέδραμον τὴν Ἑλληνικὴν κυβέρνησιν πρὸς καταδίωξιν τῆς λῃστείας. Κατὰ τὸ 1872 ἀπὸ 10 Ἰουλίου μέχρι σήμερον, συνελήφθησαν καὶ ἐφονεύθησαν 50, ἐκ τῶν ὁποίων εἰς τὸ ὀθωμανικὸν 39· ἑπομένως συνελήφθησαν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν καὶ ἐφονεύθησαν ἕνδεκα μόνον! Λοιπὸν μέτρον τι δὲν ἐλήφθη, καὶ ἡμεῖς ἰσχυριζόμεθα, ὅτι ὁ Νόμος, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐπεψήφισε τῷ 1871 κατὰ τῆς λῃστείας, συνετέλεσεν, ὥστε νέοι λῃσταὶ νὰ μὴ ἀναφανῶσι. Ἡ καταδίωξις ἐπὶ τοῦ πεσόντος ὑπουργείου δὲν ἐπήνεγκεν ἀποτελέσματα μεγαλείτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα αἱ καταδιώξεις τῶν προηγουμένων ἐτῶν ἐπέφερον· καὶ ὑπάρχουν ἀκόμη 14 λήσταρχοι. Τοιοῦτον λοιπὸν εἶναι τὸ μέγα κατόρθωμα, διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εὐγνωμονῶμεν τὴν πεσοῦσαν Κυβέρνησιν; Ποῦ εἶναι ἡ καταστροφὴ καὶ ἡ ἐξόντωσις τῆς λῃστείας; Ποῦ τὴν ἐξωντώσατε, καὶ ποῖα εἶναι τὰ ἔργα τῆς ἐξοντώσεως; Λοιπὸν οὔτε ὡς πρὸς τὴν λῃστείαν, οὔτε ὡς πρὸς τὴν φυγοδικίαν ἔπραξεν ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις περισσότερα τῶν ὅσα αἱ προλαβοῦσαι. Ὀλιγώτερα μάλιστα· ἐθορύβησε βεβαίως περισσότερον, ἐφώναξε περισσότερον, ἀλλ’ αὐτὰ δὲν ἀποτελοῦν τὴν ἀξίαν τῶν πράξεων. Ἑπομένως ἡ ἀξίωσις, τὴν ὁποίαν ἑκάστοτε προτείνουν, δὲν εἶναι ἀληθής. Διαφωνοῦμεν μὲ τὸ πεσὸν ὑπουργεῖον καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν. Ἀφήκαμεν ὡς κληροδότημα εἰς αὐτὸ τὴν μετὰ τῆς Τουρκίας φιλίαν, καθὼς ἐλάβομεν παρ’ αὐτοῦ κληροδότημα τὴν ἐπανάστασιν τῆς Κρήτης. Καὶ ἐπαινοῦμεν τὸ πρώην Ὑπουργεῖον, διότι τὴν φιλίαν αὐτὴν ἐξηκολούθησε, συμβουλεύομεν δὲ τὴν Πατρίδα ἡμῶν τὴν φιλίαν αὐτὴν νὰ τὴν διατηρήσῃ καὶ νὰ μὴ ἔλθῃ, ἄνευ ἰσχυρῶν λόγων, εἰς ἔριδας πρὸς τοὺς γείτονας. Ἡ φιλία ὅμως, τὴν ὁποίαν παρεδώκαμεν ἦτον ἐκ μέρους ἡμῶν μᾶλλον ἀξιοπρεπής· δὲν ἐσπεύσαμεν, οὔτε ἐταπεινώθημεν· ἐκ δὲ τῆς σπουδῆς καὶ τῆς ταπεινώσεως ὑμῶν, οὐδὲν ἐκερδήσαμεν. Καὶ τὸ ζήτημα τῶν συντεχνιῶν καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐθνικότητος εὑρίσκονται εἰς χείρονα κατάστασιν· διότι τὰ ἔθνη δὲν κανονίζουν τὰ συμφέροντά των καὶ τὰ δικαιώματά των, παρασυρόμενα ἀπὸ θωπείας, ἀλλ’ ὑψηλοὶ καὶ σπουδαῖοι λόγοι καὶ συμφέροντα τὰ ὁδηγοῦν· αἱ θωπεῖαι ἐξευτελίζουν, οὐδὲν ὅμως δίδουσι κέρδος. Ἠκολουθήσαμεν καὶ ἐδέχθημεν τὴν πολιτικὴν τῆς φιλίας, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ τηρήσωμεν τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν ἀτομικότητα, καὶ τὰς παραδόσεις μας. Αἱ παραδόσεις μας δ’ εἶναι νὰ ἐξακολουθήσωμεν φίλοι καὶ ἀδελφοὶ μὲ ὅλας τὰς ἐν τῇ Ἀνατολῇ χριστιανικὰς φυλάς. Ἡ ἔρις καὶ ἡ μετ’ αὐτῶν διένεξις εἶναι ἐπίσης ἐπιβλαβὴς καὶ ὀλεθρία, ὡς καὶ ἡ ἔρις καὶ ἡ διένεξις μετὰ τῆς ὀθωμανικῆς Πύλης. Πιστεύομεν δ’ ὅτι τὴν αὐτὴν διάθεσιν εἶχε καὶ τὸ παρελθὸν ὑπουργεῖον· ἀλλ’ ἐτήρησε πλήρη τὴν εὐθυπαρξίαν, πλήρεις τὰς παραδόσεις, πλήρη τὴν ἀτομικότητα ἡμῶν; Τὸ πεσὸν ὑπουργεῖον πρὸς δὲ ἀπεμόνωσε τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὴν Εὐρώπην. Δὲν συμφωνῶ ἐγὼ, καὶ πιστεύω ὅτι μὲ τὴν γνώμην μου συμφωνεῖ τὸ Ἔθνος, ὅτι πρέπει ἀπρεπῶς καὶ τραχέως νὰ φερώμεθα πρὸς οὐδεμίαν τῶν Δυνάμεων, καὶ μάλιστα τῶν προστατίδων. Δὲν ἐγκρίνω ὅσα ἐλέχθησαν καὶ ὅσα ἐπράχθησαν κατὰ τῆς Ῥωσσίας, καθὼς ἐὰν ἐπράττοντο τοιαῦτα καὶ κατὰ τῆς Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας· ὅλοι δὲ, πιστεύω, συμμερίζονται τὴν γνώμην μου. Τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος εἶναι εὐγνῶμον καὶ φρόνιμον. Αἱ ἄκαιροι δὲ καὶ ἄδικοι ὕβρεις καὶ προσβολαὶ δὲν ὀφελοῦν, ἀλλὰ βλάπτουν προπάντων τὰ συμφέροντα τῶν μικρῶν ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀνάγκην προστασίας καὶ ὑποστηρίξεως. Ἡ Ῥωσσία, μὴ λησμονῶμεν, καὶ μᾶς ἐβοήθησε καὶ μᾶς ἐπροστάτευσε, δύναται δὲ ἤδη περισσότερον. Διατί νὰ μὴ ἀναγνωρίζωμεν ὅ,τι ὅλος ὁ κόσμος ἀναγνωρίζει; Συμβουλεύω νὰ ἐπιζητῶμεν τὴν φιλίαν καὶ οὐχὶ τὴν ἀπέχθειαν τῶν δυνατῶν, ἀφοῦ δὲν πρόκειται οὐδὲν νὰ θυσιάσωμεν συμφέρον, οὐδεμίαν πεποίθησίν μας. Δὲν ἐγκρίνω βιαίαν καὶ φίλεριν πολιτικὴν κατὰ τὴν Ἀνατολήν. Τελευταῖον ἀνέγνων εἰς τὴν «Ἐφημερίδα τῶν Συζητήσεων», ὄργανον τοῦ πρώην πρωθυπουργοῦ (ἐγὼ δὲν ἐχειροκρότησα διὰ τὰ γραφόμενα: «Ἐδίωξεν ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴν τὴν Ῥωσσίαν, ὁ κ. Δεληγεώργης» ἔγραφον οἱ περὶ αὐτὸν, «κατέφυγε δὲ αὕτη εἰς τὴν φάλαγγα τῆς ἐν Ἑλλάδι ἀντιπολιτεύσεως, διὰ νὰ πείσῃ τὴν ὀθωμανικὴν κυβέρνησιν, ὅτι ἡ παροῦσα κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἐχθρά της, καὶ πρέπει νὰ προσπαθήσῃ νὰ τὴν ῥίψῃ». Ἐδίωξε τὴν Ῥωσσίαν, καθὼς ἄλλοτε ἐνίκησε κατὰ κράτος τὴν Γαλλίαν καὶ τὴν Ἰταλίαν. Λοιπὸν ἐνώπιόν μας ὁ κόσμος ἤρχησε νὰ τρέμῃ, νὰ φοβῆται ἡμᾶς τοὺς γίγαντας. Ηὐξήσαμεν οὕτω τὸν ἀριθμὸν τῶν τρεμόντων καὶ φοβουμένων ἡμᾶς, ἀλλ’ ἠλαττώσαμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν τιμώντων καὶ ἀγαπόντων ἡμᾶς (χειροροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§112ΜΑΚΡΗΣ. Ὅσον ὁ καιρὸς προχωρεῖ τόσον τὰ πάθη ἐν τῇ Βουλῇ ἐξάπτονται, ὅσον αἱ συζητήσεις προχωροῦσι τόσον τὸ παρελθὸν ἐξετάζεται καὶ οἱ κατήγοροί μας ἀντὶ νὰ ᾖναι κατήγοροι γίνονται κατηγορούμενοι. Τὴν θέσιν των ταύτην ἔπρεπε νὰ σκεφθῶσιν ὡρίμως, ὅταν ἔῤῥιψαν τὴν πέτραν τοῦ σκανδάλου ἐντὸς τοῦ Σώματος τούτου· ἔπρεπε νὰ συλλογισθῶσιν ὅτι μία κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐδιοίκησε τὸν τόπον κατὰ τὰς πεποιθήσεις 88 βουλευτῶν κακῶς, κατὰ τὰς πεποιθήσεις 72 ἄριστα, ἔπρεπε νὰ συλλογισθῶσιν ὅτι μηχανικῶς καὶ ἐν τῷ μέσῳ τῆς ἐξάψεως τῶν παθῶν δὲν σχηματίζονται τὰ κατηγορητήρια. Τὰ κατηγορητήρια τῶν κυβερνήσεων καταρτίζονται ὅταν ὑμεῖς διοικήσητε καλλίτερον τὸν τόπον, ὅταν ἀποδείξητε ὅτι ἐσεβάσθητε τὰς ἐλευθερίας τοῦ τόπου, ὅτι διεξηγάγετε καλλιτέρας ἐκλογὰς ἀπὸ ἡμᾶς, ὅτι ἐσεβάσθητε πᾶν ὅ,τι ἔχει ὁ τόπος ἱερόν. Ὅταν ὅμως ἔρχεσθε συνησπισμένοι, ἀλλ’ ἀνέτοιμοι, νὰ ῥίψετε κατηγορητήριον ἐν τῷ μέσῳ, ἔπρεπε νὰ συλλογισθῆτε τὴν ἀποτυχίαν σας, καὶ ἡ ἀποτυχία σας εἶναι οἰκτρὰ καὶ ἀξιοδάκρυτος (χειροκροτήματα καὶ ποδοκροτήματα).
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε εἰς τὸ ἀκροατήριον· καθ’ ἡμέραν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν αὐτὰ κατ’ ἐπανάληψιν.
§114ΜΑΚΡΗΣ. Ἡ ἀναψηλάφησις τοῦ παρελθόντος, ἡ ἀνάκρισις τῶν πεπραγμένων δὲν εἶναι ἔργον εὔκολον· μία ἀνάκρισις δὲν θέλει μιμηθῆ τὸ ἔργον τῆς μελίσσης, δὲν θέλει ἀνατρέξει εἰς τὰ εὐώδη ἄνθη καὶ νὰ σᾶς φέρῃ ὅσα ὑμεῖς ἐπιθυμεῖτε· θὰ ἀποκαλύψῃ τὸ παρελθὸν καὶ θὰ φανῶσιν αἱ πληγαὶ μὲ ὅλας αὐτῶν τὰς ἀσχημίας. Ἐλυπήθην καὶ δὲν δύναμαι νὰ τὸ κρύψω, καὶ τοῦτο τὸ ἐξέφρασα εἰς πολλοὺς ἐκ τῶν συναδέλφων μου, ὅταν ἐῤῥίφθη τὸ ζήτημα, τὸ σκανδαλῶδες τοῦτο, ἐν τῷ μέσῳ· ἐλυπήθην καὶ εἶπον ὅτι 34 ὑπουργοὶ ἐξ ὑμῶν, οἱ ὁποῖοι κάθησθε ἐνταῦθα, ἐδιοικήσατε τὸ κράτος κατὰ τὸ παρελθὸν, ὑμεῖς εἶσθε κατήγοροι, δὲν πρέπει νὰ ἦσθε δικασταί. Ἡ φιλοτιμία σας, ἡ τιμήσας, ἡ ἐθνικὴ ὑπόληψις ἀπαιτεῖ νὰ καθήσητε ὅλοι καὶ νὰ σᾶς δικάσωμεν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκαθήσαμεν εἰς τὴν ἕδραν τοῦ ὑπουργοῦ. Καὶ σᾶς φαίνεται παράξενον τοῦτο; Ἀλλ’ ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι τὸ ἐπιζητοῦμεν εἴμεθα ὠχυρωμένοι εἰς τὸ Σύνταγμα αὐτό· ἐὰν σεῖς οἱ 34 ὑπουργοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐδιοικήσατε τὸν τόπον, προτείνετε τὴν ἀμνηστείαν τοῦ παρελθόντος, ἔχετε ἄδικον· τὴν ἠθικήν σας εὐθύνην τὴν ἐξήτασεν ἡ κοινωνία, τὴν ἐξήτασεν ὁ τύπος, τὴν ἐξήτασε τὸ ἔθνος, τὴν πολιτικήν σας εὐθύνην τὴν ἐξήτασεν ἡ Βουλὴ, ἄλλους ἐδικαίωσε καὶ ἄλλους κατέκρινε, καὶ ἄλλοι ἔμειναν ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τοῦ Σώματος τούτου. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ τῆς πολιτικῆς σας εὐθύνης, πρόκειται κατὰ τὸ 81 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος νὰ ἐξετάσωμεν ἡμεῖς αὐτοὶ ἂν ἡ διοίκησίς σας ἐμπεριεῖχε πράξεις ἐναντίας τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων εἰς τὰ καθήκοντα τῶν ὑπουργῶν ὑπαγομένας· πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ κράτους, καὶ δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε τοιαύτην ἐξέλεγξιν. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 60 τοῦ Συντάγματος· «Κατ’ ἔτος ἡ Βουλὴ ψηφίζει τὸν προσδιορισμὸν τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς δυνάμεως, τὴν στρατολογίαν καὶ τὴν ναυτολογίαν καὶ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἀποφασίζει ἐπὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ. Ὅλα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ κράτους σημειοῦνται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἀπολογισμόν. Ὁ προϋπολογισμὸς εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν ἐντὸς τῶν δύω πρώτων μηνῶν ἑκάστης συνόδου, ἡ δὲ ἐξέτασις αὐτοῦ γίνεται παρ’ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς καὶ ψηφίζεται ἅπαξ.» Δὲν δύναται λοιπὸν νὰ μοὶ ἀρνηθῇ τις, ἂν εὕρω σφάλματα, νὰ μὴ φέρω καταγγελίαν ἐνώπιόν σας. Τίς δύναται νὰ μοὶ ἀρνηθῇ καὶ ἂν μετά τινα ἀκόμη ἔτη εὕρω, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ τοῦ κράτους ἐνήργησαν παράνομον εἴσπραξιν καὶ παρεβίασαν τοὺς ὅρους τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων κατὰ τὴν ἐνέργειον τῶν καθηκόντων των; Οὐδείς. Ἂν λοιπὸν ἔχετε πεποίθησιν εἰς τὴν ἀθωότητά σας, παρουσιασθῆτε νὰ τὸ εἴπητε, ἀνακρίνατέ μας. Ἀλλὰ τί προφασίζεσθε; νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὸ τὸ νωπὸν παρελθὸν, τὸ ἄλλοτε παρελθὸν εἶναι ἀμνηστευμένον. Ἐν τῷ μέσῳ τῆς ἐξάψεως τῶν παθῶν, ἂν θελήσητε ὑμεῖς νὰ μᾶς κατηγορήσητε, μᾶς φέρετε χρόνους ἀπευκταίους καὶ κατηραμένους, μᾶς φέρετε τοὺς νόμους περὶ τῶν ὑπόπτων, οἵτινες ὑπῆρχον εἰς ἄλλας τρικυμιώδεις ἐποχὰς, τὰς ὁποίας μετὰ φρίκης ἐνθυμεῖται ἕκαστος. Ἂν λοιπὸν θέλετε ἡ Βουλὴ νὰ ὑψώσῃ εἰς τὴν περιωπήν του τὸ ζήτημα τοῦτο, πρέπει νὰ χωρίσῃ τοὺς 34 ἀπὸ τὴν λοιπὴν Βουλὴν, πρέπει νὰ τοὺς εἴπῃ, δὲν δύνασθε νὰ ἦσθε κατήγοροι καὶ δικασταί, πρέπει ὅλοι νὰ ὑποταχθῆτε εἰς τὸν νόμον τῆς βουλευτικῆς ἐρεύνης. Ἀκούεται ἓν μάλιστα, ἓν ναὶ, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ τὸ εἴπωσι πρῶτοι οἱ χρηματίσαντες ὑπουργοί. Ἐπιθυμῶ ὁ κύριος Λομβάρδος, καθὼς εἰσήγαγε τὴν πρότασιν καὶ τὴν ὑπεστήριξε, νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ εἴπῃ, ἐκυβέρνησα τὸν τόπον μου κατὰ τοὺς νόμους καὶ τὸ Σύνταγμα, δὲν ἔσφαλα εἰς τίποτε, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν ἀκράδαντον, ὅτι μία βουλευτικὴ ἔρευνα δὲν δύναται νὰ μὲ ἀδικήσῃ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ σκοπός σας· ὁ σκοπός σας εἶναι ὅτι ἔχετε νωπὴν τὴν πλειοψηφίαν, διότι εἶσθε 88, θέλετε νὰ φέρητε μομφὴν, νὰ θέσητε εἰς ἀμφιβολίαν τὴν καλὴν διοίκησιν τῆς πρώην Κυβερνήσεως καὶ νὰ ἤμεθα ἐκκρεμεῖς, ἐνόσῳ σεῖς τὸ θέλετε, διὰ τὰ πολιτικά σας συμφέροντα. Τὸ πολιτικόν σας συμφέρον εἶναι, ἂν θέλετε, νὰ μὴ ἔχητε τυπικὴν καὶ μηχανικὴν κατηγορίαν, νὰ ὑπαχθῆτε πάντες εἰς τὴν βουλευτικὴν ἔρευναν. Πρέπει νὰ ὁμολογήσῃ ὁ κύριος Λομβάρδος καὶ μετ’ αὐτὸν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρτυνος, ὅτι δέχονται τὴν βουλευτικὴν ἔρευναν καθ’ ὅλων τῶν προϋπαρξάντων ὑπουργῶν. Ἀλλ’ ἐν τῷ μέσῳ τῆς ἐξάψεως τῶν παθῶν ζητεῖτε νὰ δικάσητε μόνον τὴν παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν, καὶ εἶσθε 88, οἱ ὁποῖοι ἔχετε τὴν πεποίθησιν αὐτὴν—καὶ σέβομαι τὴν πεποίθησίν σας—ὅτι ὁ τόπος ἐδιοικήθη κακῶς, ἀλλ’ εἴμεθα καὶ 72, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν τὴν ἀρίστην ἐντύπωσιν περὶ τῆς διοικήσεως τοῦ τόπου (θόρυβος ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν ἀνέβην, κύριοι, νὰ εἴπω ὅσα ἀρέσουν εἰς σᾶς, ἀλλὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην· λοιπὸν ἡσυχάσατε. Δὲν ἠξεύρω ἐκ τῆς ἀναψηλαφήσεως τοῦ παρελθόντος ποῖος θὰ κηλιδωθῇ περισσότερον, ποῖος ὀλιγώτερον, ποῖος οὐδόλως· εὔχομαι καὶ τὸ ὁμολογῶ μεθ’ ὅλης τῆς δυνάμεως τῆς ψυχῆς νὰ μὴ ἀποδειχθῇ οὐδεὶς ἔνοχος· δύναμαι ἐν τούτοις νὰ ἐκφράσω πεποιθότως ὅτι ὁ ἀρχηγός μου, τὸ ἰδιαίτερον καύχημα τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος μου, τοῦ Μεσολογγίου, θέλει ἐξέλθει ὅλως διόλου ἀκηλίδωτος.
§115ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τόσον τὸ καλλίτερον.
§116ΜΑΚΡΗΣ. Τόσον τὸ καλλίτερον, μοὶ λέγουσιν ἐκ τῆς μερίδος αὐτῆς. Ἀλλὰ νὰ ὑπαχθῆτε καὶ σεῖς εἰς τὴν βουλευτικὴν ἔρευναν, ἵνα γείνῃ σύγκρισις μεταξὺ ὑμῶν καὶ αὐτοῦ, διὰ νὰ γείνῃ σύγκρισις καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν· ἄλλως νὰ ἦσθε ἐκτὸς τῆς κατηγορίας, νὰ ἦσθε δικασταὶ, κατήγορο, καὶ κατηγορούμενοι δὲν ἔχετε δίκαιον. Ὁ εἷς κατόπιν τοῦ ἄλλου ἦλθον οἱ προαγορεύσαντες καὶ μετὰ περιεργείας τὸ κοινὸν καὶ ἡ Βουλὴ ἠθέλησε νὰ ἀκούσῃ ποῖον εἶναι τὸ κατηγορητήριον. Ἂν ἐξαιρέσητε τὴν ὡρισμένην κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ κύριος Δηλιγιάννης, τὰ ῥηθέντα δὲν ἦτο παρὰ πολιτικὴ συζήτησις· ἕκαστος ἔφερεν ἐν τῷ μέσῳ τὰ ἐπαρχιακά του καὶ τοὺς στενοὺς κύκλους τῶν ἐπαρχιακῶν ἐγκλημάτων, καὶ ἀπέδωσαν αὐτὰ εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ἀλλὰ καθὼς ὁ προαγορεύσας ἔντιμος βουλευτὴς Κορινθίας σᾶς εἶπεν, αἱ καταγγελίαι αὗται εἶναι ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Παρνασσίδος ἔφερεν ἐν τῷ μέσῳ σοβαρᾶς συζητήσεως, τί νομίζητε; διορισμοὺς ἐθνοφυλάκων, ὡς νὰ μὴ ᾖναι αὐτὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐπὶ κεφαλῆς ὡς ἀρχηγὸς τῶν ῥοσφετίων. Ἡ πεποίθησίς μου εἶναι ὅτι, ὅταν ἔρχεται μία Κυβέρνησις, ἐξαντλεῖ ἐκ τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς, καθόσον ἀφορᾷ τὰ ῥοσφέτια, καὶ τὴν τελευταίαν ἰκμάδα τὴν ἐπαρχιακὴν, δὲν ἀφίνει τίποτε εἰς κᾀνένα· ἐκτὸς τούτου ἔχει τὸ μέγα κατάστημα τῆς Τραπέζης, ἐκ τῆς ὁποίας διορίζει ἀπείρους ὑπαλλήλους.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου· μὴ ἐξέρχεσθε τοῦ θέματος.
§118ΜΑΚΡΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ κᾀνεὶς νὰ μοῦ διαγράψῃ τὸν τρόπον τοῦ ὁμιλεῖν.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς λέγω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ φέρετε ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκτὸς τοῦ προκειμένου, ἐκτὸς τῆς πολιτικῆς. Μὴ ἀναμιγνύετε τραπεζικὰ καταστήματα εἰς τὴν πολιτικὴν, σᾶς παρακαλῶ.
§120ΜΑΚΡΗΣ. Ἔρχεται λοιπὸν ὁ εἷς κατόπιν τοῦ ἄλλου, καὶ ἡ Βουλὴ περιμένει νὰ ἀκούσῃ παρ’ ἑκάστου κἄτι νέον νὰ προσθέσῃ εἰς τὸ πολυθρύλλητον αὐτὸ κατηγορητήριον. Ἀλλὰ, κύριοι, ἀκούει διαπληκτισμοὺς κομμάτων ἐν ἐπαρχίαις, διορισμοὺς, παύσεις, κακὴν χρῆσιν τῶν τοιούτων καὶ καθεξῆς. Νομίζω, κύριοι, ὅτι κατηγορητήριον κατὰ κυβερνήσεως πρέπει νὰ φέρῃ ὅλα τὰ συστατικὰ τῆς παραβιάσεως τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος, πρέπει νὰ ἀποδεικνύῃ πράξεις ῥητὰς καὶ ὡρισμένας. Πράξεις τοιαύτας μέχρι τοῦδε δὲν ἠδυνήθητε νὰ φέρητε. Ἐκατηγορήσατε τὴν πολιτικὴν τῆς κυβερνήσεως κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰούνιον, νομίζω, ἀλλὰ δὲν ἐμείνατε εὐχαριστημένοι· ἐφέρατε τότε ὅλα τὰ ἐπιχειρήματά σας κατὰ τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης καὶ ἐξήλθετε ἡττημένοι. Θὰ μὲ εἰπῆτε, πῶς ἐξήλθομεν ἡττημένοι; Ἐξήλθετε, διότι ὁ δεῖνα καὶ ὁ δεῖνα ἐκ τῶν ἀρχηγῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἠθέλησε νὰ συμπράξῃ, ὁ δεῖνα δὲν ἐψηφοφόρησεν, οὕτως ἢ ἄλλως πλειοψηφίαν δὲν παρουσιάσατε, τὴν πλειοψηφίαν καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦ προέδρου τὴν εἴχομεν ἡμεῖς. Καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα τῆς πλειοψηφίας, καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα τῶν ἀριθμῶν θέλετε νὰ τὸ περιπλέξετε δι’ ὑπαινιγμῶν καὶ ἀμφιβόλων λόγων, ἐνῷ τὸ ἐπίσημον ὑπάρχει, ὅτι ἡ κυβέρνησις καὶ εἰς τὰς δύω ταύτας περιστάσεις σᾶς ἐνίκησεν. Ἐδιοικήσαμεν διὰ τῆς πλειοψηφίας! Οὔτε μίαν στιγμὴν ἐμείναμεν ἄνευ ταύτης, καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ἐκερδήσατε τὸ ζήτημα τοῦ προέδρου εἰς τὸ πρόσωπον τὸ σεβαστὸν τοῦ κ. Ζαΐμη, ἡ κυβέρνησις παρῃτήθη ἀμέσως. Ἀλλ’ ἐπεπέσατε καὶ ἠθέλετε νὰ ἐξασκήσητε προνόμια, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχετε. Ἠθελήσατε ἀμέσως νὰ εἴπητε, ὅτι ἔπαυσεν ἡ ἐξουσία σας, δὲν δύνασθε οὔτε ὡς ὑπουργοὶ νὰ ὁμιλήσητε, οὔτε νὰ εἰσάξητε προϋπολογισμόν, οὔτε κἀμμίαν πρᾶξιν κυβερνητικὴν νὰ ἐνεργήσητε. Ποῖος σᾶς ἔδωκε τὸ δικαίωμα τοῦτο; Ὑμεῖς ἐξετελέσατε ἓν καθῆκον, ἀπεδοκιμάσατε τὴν κυβέρνησιν. Ὑπῆρχεν ἄλλο στάδιον· ἔπρεπε νὰ περιμείνητε καὶ νὰ ἰδῆτε. Πρὶν λοιπὸν περιμείνητε, ἀνυπόμονοι ἐπεπέσατε κατὰ τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης. Εἰς τὰς ὁμιλίας σας ἐφέρετε ἐν τῷ μέσῳ τὸ ζήτημα τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκινδύνευσεν, ἐμυκτηρίσθη ἡ Ἐκκλησία! Ἀλλὰ σᾶς ὁμολογῶ, δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, εἰς τί καὶ διατί. Εἶναι ἐκτίμησις, μοὶ λέγει ὁ κ. Πρόεδρος, ἀλλὰ δὲν εἶναι κατηγορητήριον διότι ἀπεσταλμένοι τινὲς ἐφ’ ἁμάξης μετέβησαν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Ῥάλλη....
§121ΡΑΛΛΗΣ. Πεζοὶ ἦλθον.
§122ΜΑΚΡΗΣ. — Καὶ ἐξέφρασάν τινες τὴν ἐπιθυμίαν των περὶ ὑποψηφίου δεῖνος ἢ δεῖνος. Ἡ κυβέρνησις φέρει ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ γεγονότος σοβαρὰν εὐθύνην· εἶναι κατηγορητήριον, διότι προσεβλήθη ἡ Ἐκκλησία.
§123ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι τὸ τελευταῖον ἐπεισόδιον τοῦ δράματος.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κ. Ῥάλλη.
§125ΜΑΚΡΗΣ. Κατόπιν ὅλων αὐτῶν ἔρχεται ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης, σεβαστὸς ἀρχηγὸς ἑνὸς μεγάλου κόμματος. Αἰσθάνομαι ἀπερίγραπτον λύπην, διότι ἦλθον ν’ ἀντικρούσω τοὺς λόγους του· ἀλλ’ ἀφοῦ ἀνέτρεξεν εἰς τὸ παρελθὸν, ἀφοῦ ἀνέτρεξε μέχρι τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1862, καὶ ἐπετίμησε τὸ κόμμα τὸ λεγόμενον πεδινὸν, τοῦ ὁποίου ὁ ἀρχηγὸς ἦτον ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ὕδρας καὶ πρωθυπουργός. Ἰδιαίτερον κόμμα ἐν αὐτῷ τῷ πεδινῷ κόμματι ἐσχημάτιζεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου κ. Δεληγιώργης, κόμμα προοδευτικώτερον, ἀλλὰ καθόσον ἀφορᾷ τὰ ζητήματα τὰ κοινὰ, εὑρέθη πάντοτε σύμφωνος μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου προέδρου. Τὸ ὄνομα τοῦ ἀξιοτίμου προέδρου τῆς κυβερνήσεως δὲν δύναμαι παρὰ νὰ τὸ ἀναφέρω μετὰ σεβασμοῦ. Ἐν τούτοις ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης ὠνόμασεν, ὅτι κοινοὶ ἄνθρωποι ἐσχημάτιζον τὸ κόμμα ἐκεῖνο, κοινοὶ ἄνθρωποι τὸ κόμμα ἀποκεφαλιστῶν. Ἐὰν ἔχω δίκαιον νὰ ὁμιλῶ μετὰ σεβασμοῦ περὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς κυβερνήσεως καὶ περὶ τοῦ πεδινοῦ κόμματος, τὸ ἀποδεικνύω, διότι ἡ μερὶς αὕτη, ἐν ὑποθέσει λέγω, καυχᾶται, ὅτι κατὰ τὴν παροῦσαν ὥραν τὸν ἔχει ἀρχηγόν της.
§126ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑποστηρίζομεν κυβέρνησιν κοινοβουλευτικὴν, ὄχι προσωπικήν.
§127ΜΑΚΡΗΣ. Τὸ κόμμα ἐκεῖνο ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης τὸ ἐξήτασε μετ’ αὐστηρότητος, χωρὶς νὰ θελήσῃ νὰ ὁμολογήσῃ τὸ ἀληθὲς, ὅτι προσέφερε μεγάλας ἐκδουλεύσεις εἰς τὸν τόπον. Τὸ στάδιον τοῦ συναγωνισμοῦ ἔκτοτε εἶναι εὐρύ. Ἐὰν ἀκόμη εἰς τὰ ἀξιώματα τῶν ὑπουργῶν δὲν ἐφάνησάν τινες, τὸ στάδιον ἐν τούτοις εἶναι ἐλεύθερον. Ἐὰν π. χ. — καὶ τὸ λέγω ἐν συνειδήσει — ἐνόσῳ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἑρμιονίδος, ὁ κύριος Μίλησης, δὲν ἀνέβη εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦτο, οὐδεὶς δύναται νὰ τὸν ἐμποδίσῃ, ἐνόσῳ ὑπάρχει ἐντὸς τοῦ περιβόλου καὶ κατέχει τὴν δύναμιν τοῦ λόγου. Καὶ εἰς τὸν ἀρχηγὸν ἐκεῖνον τοῦ προοδευτικοῦ κόμματος, ἂς ὁμολογήσῃ ἕκαστος ἐν συνειδήσει, ἐὰν δὲν ἐφρόντιζον ἅπαντες νὰ παρεμβάλλουν προσκόμματα, ἐὰν δὲν τὸν ἐπολέμουν δι’ ὅλων τῶν μέσων· ἐγὼ ὁ ἴδιος τὸν ἐπολέμησα, ἀλλ’ ἐνόσῳ εἶχε τὴν ἱκανότητά του, ἐνόσῳ εἶχε τὴν ἀκαταγώνιστον δύναμιν τοῦ λόγου, δὲν ἠδυνήθη κᾀνὲν πρόσκομμα νὰ τὸν ἐμποδίσῃ· ἔτρεξε καὶ ἔτρεξε δρομαίως καὶ ἀνεβιβάσθη εἰς τὰ ὕπατα τῶν ἀξιωμάτων. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, μᾶς εἶπεν ὅτι, ἀφοῦ ἡ μερὶς ἐκείνη παρέλυσε τὴν ἀπαρτίαν, δὲν ἠδυνήθη παρὰ ὡς σύμβουλος τοῦ Στέμματος, καὶ ὅτε μάλιστα βασιλεία ἦτο νεαρὰ, νὰ προχωρήσῃ δι’ ὅλης τῆς δυνάμεως, νὰ κατασκευάσῃ πᾶν ὅ,τι ἡ πεποίθησίς του τῷ ὑπηγόρευεν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ γείνῃ γνωστὸν ἓν γεγονὸς — καὶ εἶναι ἱστορικὸν βεβαίως — ὅτε ἡ μερὶς ἐκείνη παρέλυσε τὴν ἀπαρτίαν, ὅτε ὡς ὑπεύθυνοι ὑπουργοὶ δι’ ἑνὸς διαγγέλματος ἤλθετε νὰ τάξητε προθεσμίαν εἰς τὸ κυρίαρχον συνέδριον, ἤλθετε, χωρὶς νὰ ἔχητε δικαίωμα ὡς ὑπουργοὶ κατὰ τὰ ἀποφασισθέντα παρὰ τῆς Συνελεύσεως, νὰ ἐπιβάλητε εἰς τὸ Σύνταγμα θεσμοὺς καταῤῥεύσαντας εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἔθνους. Ἡ μερὶς ἐκείνη ἀμέσως ἐθορυβήθη, καὶ, καθόσον τὰ πρακτικὰ ὁμολογοῦσιν, ὑμεῖς οἱ ἴδιοι παρῃτήθητε τοῦ διαγγέλματος αὐτοῦ ὡς πρὸς τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἄρθρων τοῦ πολιτεύματος καὶ τὰ εἰσάξητε ἀμέσως ὡς πληρεξούσιοι. Τόσον ὑπῆρξε μεγάλη ἡ ἀγανάκτησις τῆς Συνελεύσεως, ὅτε ὑπουργοὶ τοῦ Στέμματος ἦλθον ἀπέναντι τῆς κυριαρχίας τοῦ Ἔθνους νὰ μᾶς εἴπουν, ὅτι ἔχετε προθεσμίαν 20 ἡμερῶν νὰ ψηφίσητε τὸ Σύνταγμα τοῦτο. Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Τσώκρης.
§128ΜΑΚΡΗΣ. Πρῶτος ἤγειρα τὴν μικρὰν καὶ ἀσθενῆ φωνήν μου, ἐν τῷ μέσῳ βαθυτάτης σιγῆς, καὶ κατόπιν ὁ ἀείμνηστος Σχοινᾶς. Ἀμέσως ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης παρῃτήθη τοῦ σχεδίου· ἡ μερὶς ἐκείνη ἐνόμισε καθῆκόν της, νὰ μὴ ἀφήσῃ τὸν τόπον ἀσύντακτον, ἀλλὰ νὰ μείνῃ μέχρι τῆς συντάξεως τοῦ πολιτεύματος καὶ κατόπιν, ἀφοῦ μάλιστα εἶχε ψηφίσει καὶ προϋπολογισμὸν, νὰ ἀποχωρήσῃ καὶ νὰ διαμαρτυρηθῇ. Ἡ διαμαρτύρησίς της ἐπῃνέθη κατὰ τὴν πεποίθησίν μου. Ὑμεῖς ὀφείλετε, ἀξιότιμε βουλευτὰ Μεσσήνης, νὰ μὴ δώσητε τόσην ἐλευθερίαν εἰς τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ὑπερπηδήσητε κατὰ βούλησιν καὶ αὐθαιρέτως, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, ὅλον τὸν προϋπολογισμόν. Εἴχετε νόμους, τοὺς ὁποίους ὀφείλατε νὰ σεβασθῆτε. Ἐὰν ἐδιοικήσετε καλῶς ἢ κακῶς τὸν τόπον, τοῦτο δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας. Ἀλλά, κύριοι, πράττω τὸ λυπηρὸν καθῆκον, νὰ κατηγορήσω παρελθόντας ὑπουργούς.
§129ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὲ εὐχαρίστησίν μας.
§130ΜΑΚΡΗΣ. Μὲ εὐχαρίστησίν σας; ἄπαγε. Λυποῦμαι ἐγκαρδίως, λυποῦμαι, διότι ὅ,τι ἔχει ὁ τόπος νὰ παρουσιάσῃ, ὅ,τι ὁ συναγωνισμὸς κατήρτισεν, εἶσθε σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀνεφάνητε, ἄλλοι διὰ τῆς ἱκανότητός των, ἄλλοι διὰ τῶν φώτων των, ἄλλοι διὰ τῆς βαρύτητός των, ἄλλοι διὰ τῆς ὑπολήψεως, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ κοινωνία πρὸς αὐτοὺς, ἀνεβιβάσθητε ὁπωσδήποτε εἰς τὰ ὕπατα τῶν ἀξιωμάτων. Λέγω λυπηρὸν καθῆκον, διότι αἰσθάνομαι λύπην νὰ ἀνατρέχω ἐγὼ τὸ παρελθὸν, νὰ ἀνατρέξῃ ἡ Βουλὴ τὸ παρελθὸν καὶ νὰ ἀποκαλύψῃ τὰς πληγὰς αὐτοῦ. Εἶπον, ὅτι ἡ ἀνάκρισις δὲν συλλέγει ἐκ τῶν ἀνθέων μέλι, ἀποκαλύπτει τὰς πληγάς, καὶ παρουσιάζει τὴν δυσωδίαν τοῦ παρελθόντος. Εἰς τὴν δυσωδίαν αὐτήν, κύριοι, καὶ προσέξατε εἰς τοῦτο, πέριξ ἵστασθε ὑμεῖς οἱ 34, ῥίπτει ἕκαστος ἐξ ὑμῶν τὴν πέτραν τοῦ σκανδάλου ἐπ’ αὐτῆς, καὶ ἡ βλάβη, ὁμολογήσατέ το, ἐγὼ τοὐλάχιστον τὸ ὁμολογῶ, εἶναι ἐθνική. Τί νὰ γείνῃ ὅμως, ἀφοῦ ἐῤῥίφθη ἅπαξ ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου; Ποῖος πρέπει νὰ ὑποχωρήσῃ; ποῖος πρέπει νὰ σκεφθῇ ἐμβριθέστερον; Πρέπει νὰ σκεφθῆτε σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐδιοικήσατε τὸν τόπον, πρέπει νὰ σκεφθῆτε, ὅτι εἰς τὰς σελίδας τοῦ παρελθόντος ἔχετε λαμπρὰς ἀναμνήσεις, ἔχετε πράξει πολὺ μεγάλα καλὰ εἰς τὸν τόπον, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, ἀλλ’ ἔχετε πράξει καὶ σφάλματα. Ἐὰν τὰ σφάλματα ταῦτα ὑπάρχουν εἰς βαθμὸν ἠθικόν, ἡ πολιτικὴ εὐθύνη παρῆλθεν· ἐὰν ὅμως ἔχουν ποινικὸν χαρακτῆρα, ἐὰν ᾖναι παραβιάσεις ῥηταὶ τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος, ἐὰν ᾖναι ἐλλείψεις εἰς τὰς δαπάνας, πρέπει νὰ ἀποκαλυφθῶσι. Δὲν πρέπει, ἀξιότιμε βουλευτὰ Ζακύνθου, ἡ στιβαρὰ χεὶρ τῆς δικαιοσύνης νὰ ἐμβαίνῃ εἰς τὴν καλύβην τοῦ ἀπροστατεύτου καὶ ἐρήμου, δὲν πρέπει νὰ κτυπᾷ τοὺς ἀπροστατεύτους καὶ μικρούς, πρέπει νὰ εἰσέλθῃ παντοῦ, καὶ ὅπου εὕρῃ τὸ ἔγκλημα, νὰ τὸ κτυπᾷ. Δὲν πρέπει ἡ δικαιοσύνη παρὰ νὰ σταματήσῃ καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον πρώην ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης κ. Λομβάρδον, καὶ νὰ τῷ εἴπῃ τὰ ἑξῆς· ὑπῆρξεν ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ λειτουργοὶ τῆς Θέμιδος ἔμειναν ἁπλοῖ θεαταὶ μεγάλων κακουργημάτων· ἡ πεποίθησις ἡμῶν εἶναι, ὅτι διὰ τῆς διαταγῆς σας ἐσταματήσατε ὑμεῖς τὴν ἐνέργειαν τῆς δικαιοσύνης. Λοιπὸν ἡ δικαιοσύνη πρέπει νὰ ἐπεκτανθῇ καὶ ἐπὶ τοῦ τραχήλου τοῦ πρώην ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ ἀξιότιμος κ. Κεχαγιᾶς, ὁ ὁποῖος φαίνεται τόσον φειδωλὸς, ὅταν πρόκειται νὰ ἐκδοθοῦν ἐντάλματα 25 δραχμῶν διὰ μίαν πτωχὴν οἰκογένειαν, πρέπει νὰ ἀποδειχθῇ ἐὰν ἔδωκε τὸ δικαίωμα τῆς ὑπερβάσεως τῶν πιστώσεων κατὰ τὸ 1867, διὰ νὰ λάβωσιν οἱ Προκροῦσται τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ Πιτυοκάμπται χρήματα. Πρέπει λοιπὸν οἱ κακοῦργοι ἐκεῖνοι νὰ ἀποδειχθοῦν, πόθεν ἔλαβον τὰ χρήματα, καὶ ἐὰν ἔγεινεν ὑπέρβασις τῶν πιστώσεων ἐκείνων. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι ἡ κατηγορία τοῦ κ. Δημητριάδου ἔχει διπλοῦν χαρακτῆρα· ἔχει ποινικὴν καταδίωξιν εἰς τὴν παραβίασιν τῶν νόμων, καθόσον ἀφορᾷ τὰ καθήκοντα τῶν ὑπουργῶν, διότι οἱ ὑπουργοὶ τοῦ κράτους ὀφείλουν νὰ ἐξασφαλίσουν τὸν τόπον κατὰ πάσης ἐπιδρομῆς καὶ κατὰ τῆς ἐπιδρομῆς τῶν λῃστῶν.
§131ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κἀμμίαν ὑπέρβασιν γνωρίζετε, κ. Μακρῆ;
§132ΜΑΚΡΗΣ. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐξετάσωμεν τὰς ἐποχὰς ἐκείνας, καθόσον ἀφορᾷ τὸν ἀπολογισμὸν δυνάμει τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ Συντάγματος, καὶ καθόσον ἀφορᾷ τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐὰν ἐν γνώσει καὶ ἐκ προθέσεως ἐπέτρεψαν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, νὰ διαπραχθῶσι τὰ στυγερώτερα τῶν ἐγκλημάτων παρὰ τῶν λῃστῶν. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης μᾶς ἀνέφερε μετὰ συγκεκινημένης καρδίας, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐπράχθη, τὸ ἔπραξεν ὑπὲρ τοῦ πολυστενάκτου ζητήματος τῆς Κρήτης. Ἡ Κρήτη ἠδύνατο νὰ βοηθηθῇ καὶ ἄλλως. Ἂς ἔλειπον ἐκ τοῦ μέσου τῶν μαχητῶν τῆς Κρήτης 60 ἢ 100 λῃσταί. Ἰδοὺ λοιπὸν οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ἀναγκάζουσι νὰ ὁμολογήσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ἤλθετε μὲ πεποιθήσεις μεγάλας, μὲ στόμφον, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ τὸ εἴπω, ἤλθετε νὰ κατηγορήσητε καὶ ἐγείνατε κατηγορούμενοι. Ἀλλ’ ἐὰν θέλετε νὰ μὴ παίζετε μὲ τὴν πρότασιν τὴν ἰδικήν μας, ἐὰν θέλετε νὰ δώσητε εἰς αὐτὴν ὅλην τὴν σημασίαν, πρέπει νὰ ἔχετε τὸ θάῤῥος νὰ ὑποταχθῆτε καὶ σεῖς εἰς τὴν βουλευτικὴν ἔρευναν. Ἐὰν δὲν τὸ ἀποφασίσητε αὐτὸ, ἐὰν ἡ πλειονοψηφία σας μᾶς ὑπαγάγῃ εἰς τὴν βουλευτικὴν ἔρευναν, μὴ νομίσητε, ὅτι παραγράφεται τὸ δικαίωμά μας· μὴ νομίσητε, ὅτι, ἅμα γείνωμεν ἡμεῖς πλειοψηφία, δὲν θὰ σᾶς φέρωμεν ἐνώπιον βαρυτάτης βουλευτικῆς ἐρεύνης. Ἡ πλειοψηφία δὲν εἶναι καρφωμένη εἰς σᾶς· ἡ πλειοψηφία εἶναι ἔργον τῶν συνειδήσεων τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν. Σήμερον μᾶς φέρετε τὸ κατηγορητήριον, συσταίνετε ἐπιτροπήν. Θὰ τὸ κάμωμεν βαρύτερον καὶ θὰ σᾶς φέρωμεν ἐνώπιον βουλευτικῆς ἐρεύνης· ἐὰν νομίζετε ὅτι, ἐπειδὴ σήμερον ἔχετε τὴν πλειοψηφίαν, δύνασθε νὰ τὸ ἀποφύγητε, μὴ ἔχετε τὴν ἰδέαν ὅτι θὰ ἀπομακρυνθῶμεν. Δὲν πρέπει νὰ ἔχετε τὴν ἰδέαν, ὅτι 72 βουλευταὶ δύνανται νὰ διαλυθῶσιν εὐκόλως, μὴ νομίσητε, ὅτι ἡ νίκη σας αὐτὴ δύναται νὰ σᾶς ᾖναι ὠφέλιμος· ἡ νίκη σας εἶναι προσωρινή. Εἶσθε στοιχεῖα παντὸς κόμματος, εἶσθε τρία στοιχεῖα. Τὸ πέμπτον κόμμα, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καλαβρύτων, συνεχωνεύθη. Εἶναι ὅμως καιρὸς νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις καὶ περὶ τοῦ πέμπτου κόμματος (ἱλαρότης). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὁμολογουμένως διὰ τῆς ἱκανότητός του ἔγεινεν ἀρχηγὸς κόμματος· ἀλλὰ περὶ τὸν ἀρχηγὸν τοῦτον συνηθροίσθησαν πολλοί, περὶ τὸν ἀρχηγὸν τοῦτον συνηθροίσθη ὁμολογουμένως μεγάλη δύναμις, καὶ ὁ ἀξιότιμος οὗτος βουλευτὴς δὲν δύναται παρὰ νὰ ὁμολογήσῃ εὐγνωμοσύνην πρὸς τοὺς φίλους του, διότι εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις τὸν ὑπεστήριξαν ἐνθέρμως. Ἀλλὰ παρουσιάσθη τὸ πέμπτον λεγόμενον κόμμα· κατὰ τὴν πεποίθησίν μου δὲν ἐφιλονείκησε περὶ ἀρχῶν μὲ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, δὲν νομίζω, νὰ εἶχεν ἀρχὰς προοδευτικωτέρας, πλέον φιλελευθέρας· ἀλλὰ δὲν ἐχώρεσεν εἰς ἓν ὑπουργεῖον (ἱλαρότης), τὸ ὁποῖον ἤθελε μίαν ἡμέραν σχηματίσει ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς οὗτος, καὶ διὰ τοῦτο ἐσχηματίσθη πέμπτον κόμμα. Ἀλλὰ καθὼς ἐσχηματίσθη, οὕτω καὶ διελύθη (ἱλαρότης). Χρεωστῶ ὅμως νὰ ὁμολογήσω καὶ θὰ ὁμολογήσετε πάντες, ὅτι εἰς τὸ πολιτικὸν στάδιον τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἔφερεν ὁμολογουμένως προσκόμματα μεγάλα.
§133Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κατηγορητήριον λοιπόν· νέον κατηγορητήριον; (ἱλαρότης).
§134Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Μακρῆ, ὅταν καταρασθῇ ὁ Θεὸς τὰ μυρμήγκια τοὺς δίδει πτερά.
§135ΜΑΚΡΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης ἐπραγματεύθη ἄλλα ζητήματα μεγάλης ἀξίας. Μόνον δι’ ἓν πρᾶγμα λυποῦμαι ἐξ ὅσων ἀνέφερε· μᾶς ὑπενθύμησε τὸν χαλασμὸν τοῦ Γαρδικίου, ὃν παρέβαλεν μὲ τὴν διάλυσιν τῶν συναθροίσεων τῶν φοιτητῶν, καὶ τὸ ὄνομα βρωμεροῦ καὶ ἀτίμου τυράννου τοῦ Ἀλῆ–πασσᾶ. Τὰς πικρὰς ἡμέρας τοῦ τυράννου ἐκείνου ᾐσθάνθησαν οἱ γονεῖς μας. Οἱ Γαρδικιῶται, ἡρωϊκὴ φυλὴ, ἐφιλονείκησαν μετὰ τοῦ τυράννου, ἐκλείσθησαν ἅπαντες εἰς τὴν μάνδραν καὶ ἐφονεύθησαν ὅλοι. Εἶναι πολὺ λυπηρὸν ν’ ἀναφέρωμεν τὰς τυραννίας τοῦ Ἀλῆ– πασσᾶ καὶ νὰ ἀναφέρωμεν τὸν πόλεμον τοῦ Γαρδικίου, πόλεμον φοβερὸν, ἐν τῷ μέσῳ μιᾶς πολιτικῆς δυσχερείας τοῦ ζητήματος τῶν φοιτητῶν, καθ’ ὧν τὸ «διαλύσου» ὑπῆρξεν ἡ πλέον ἀξιόποινος πρᾶξις. Οἱ φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, ἐὰν ἐφαντάσθησαν ὅτι ἠδύναντο νὰ παραστήσωσιν ὑλικὴν δύναμιν, ἀπατῶνται. Ὡς στρατιῶται τοῦ λόγου, διὰ τοῦ τύπου, τῶν συλλόγων καὶ τῶν φώτων των δύνανται νὰ ἐξασκήσωσι μεγάλην ἐπιῤῥοὴν εἰς τὸν τόπον. Ἐγὼ ἔχω πολλὰς δυσκολίας νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ἔχω τὴν τιμὴν ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Μαρτίου ν’ ἀνήκω εἰς τὰς τάξεις τῆς νομικῆς σχολῆς· συγκαταλέγομαι μεταξὺ τῶν ἀκαδημαϊκῶν πολιτῶν, καὶ διὰ τοῦτο ὅταν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν ἡ ἀναφορὰ τῶν φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, ἐπιφυλάσσομαι ν’ ἀναφέρω τὴν πεποίθησίν μου.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον ἔχομεν ὑπὸ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ναυτικῆς δυνάμεως καὶ κατόπιν ἔρχεται ἡ συζήτησις ἡ πολιτική. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 6 10|60 μ. μ.)