| 535 | «Ἄρθρον | 2. | Γραφικὰ ἔξοδα | 10,000 | |
| 536 | » | 3. | Παράσημα | 9,000 | |
| 537 | » | 4. | Ταχυδρομικὰ ἐκτὸς τοῦ Κράτους | 20,000 | |
| 538 | » | 5. | Ἐνοίκιον ἁμάξης | 4,500.» |
1873.07.05
1.539 στίχοι · 12.781 λέξεις · 1 πίνακας · 105 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 60
Τῆς 5 Ἰουλίου 1873.
(Πέμπτη).
(Ὥρᾳ 8 π. μ.)
Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1Δ. ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Προσετέθη χθὲς εἰς τὸ κεφάλαιον ΙΒʹ. Ἄρθρ. 4, τὸ ὁποῖον ἄρθρον ἦτο 3,000 καὶ ηὐξύνθη εἰς 20,000, προσετέθησαν 17,000, δι’ ὁδοιπορικὰ, δι’ ἀποζημίωσιν διὰ τὰς ἐπιθεωρήσεις τῶν μεταλλείων καὶ ὀρυκτῶν.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παραδέχεται ἡ Βουλὴ νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 4, τὸ ποσὸν 17,000. δραχμῶν κατὰ πρότασιν τοῦ ὑπουργοῦ;
§3ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μεταφερθοῦν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, θὰ προστεθοῦν καὶ ἄλλαι 17,000 δραχμαί.
§5ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, αὐτὸ εἶναι τῆς ὑπηρεσίας.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§7ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετσάλης ἔχει τὸν λόγον.
§9ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κυρίου Κολιάτσου, ἐπειδὴ σήμερον ἐδημοσιεύθησαν καὶ τὰ ἔγγραφα τῆς συμβάσεως περὶ τοῦ Λαυρίου, θέλω παρακαλέσει καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. πρόεδρον, ὅπως γείνῃ φροντὶς, ἵνα τὸ τμῆμα ἀποφανθῇ ὅσον οἷον τε τάχιον ἐπὶ τῆς συμβάσεως αὐτῆς καὶ δοθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς εἰαδήποτε δικαία λύσις. Δὲν πρόκειται διὰ τῆς προτάσεώς μου ταύτης ν’ ἀποφανθῶ ὑπὲρ ἢ κατὰ, διότι καὶ ἐγὼ εἰσέτι δὲν ἔχω σχηματίσει πεποίθησιν ἐπὶ τῆς συμβάσεως ταύτης. Συναισθανόμενος ὅμως τὸ καθῆκόν μου καὶ γνωρίζων τὰς γενομένας ζημίας, ἤθελον θεωρήσει ἐμαυτὸν καὶ τοὺς ὑποστηρίζοντας αὐτὸ εὐτυχεῖς, ἐὰν δυνηθῶσι νὰ γείνωσι πρόξενοι ὅπως ὁ ζωτικώτερος κλάδος τοῦ Ἔθνους, ὁ τοῦ ἐμπορίου, ἐξέλθῃ ἀπὸ μίαν δεινὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται. Δὲν πρόκειται παρὰ νὰ δοθῇ οἱαδήποτε λύσις, ἵνα οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ῥυθμίσωσι τὰς ζημίας των. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν πρόεδρον νὰ συστήσῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὅπως ὅσον τάχιστα συζητήσῃ καὶ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της ἐπ’ αὐτοῦ.
§10ΤΙΝΕΣ. Κατὰ σειρὰν θὰ ἔλθῃ.
§11ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ προτείνω ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ ἐπ’ αὐτῆς τῆς προτάσεως καὶ νὰ τὴν θεωρήσῃ ὡς κατεπείγουσαν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπούμπουλης.
§13ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ προσκληθῶσι μόλα ταῦτα, κύριε πρόεδρε, αἱ δύω ἐπιτροπαί.
§14ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, οὐδεὶς ἀμφιβάλλει, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῶν φάρων καὶ φανῶν τοῦ Κράτους εἶναι μία τῶν σπουδαιοτέρων ὑπηρεσιῶν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ οἱ ἀναστρεφόμενοι περὶ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ναυτικῶν γνωρίζουσι, ὅτι ἡ ὑπηρεσία αὕτη δὲν ῥυθμίζει τὰ καθ’ ἡμᾶς, ἀλλὰ ῥυθμίζει καὶ τὰ συμφέροντα ὅλων τῶν ναυτικῶν τῆς ὑφηλίου. Εἴμεθα λοιπὸν ὑπεύθυνοι, ὄχι μόνον ἀπέναντι ἡμῶν, ἀλλὰ πάσης τῆς ναυτιλίας. Ἡ ὑπηρεσία λοιπὸν αὕτη τῶν φάρων καὶ φανῶν πρέπει νὰ ἐκτελῆται μετὰ πάσης προσοχῆς, μετὰ πάσης περινοίας ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἵνα μὴ ἐκτὸς τῶν θυμάτων ἔχωμεν καὶ ἀπαιτήσεις σπουδαίας ἐκ μέρους ἁπάσης τῆς μερίδος ἐκείνης, ἥτις ναυτίλλεται, διὰ τὴν ὑποχρέωσιν τὴν ὁποίαν λαμβάνομεν ἀπέναντι αὐτῶν. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἡ ὑπηρεσία αὕτη ὀφείλει νὰ ἐκτελῆται μετὰ μεγάλης προσοχῆς καὶ μετὰ μεγάλης περινοίας, ὅπως προεῖπον. Ὑπάρχει, κύριοι, ἓν διάταγμα ῥυθμίζον τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν ὅσον ἔνεστι σπουδαιοτέραν ἢ ἀσφαλεστέραν. Σπουδαιοτέρα καὶ ἀσφαλεστέρα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ ἡ ὑπηρεσία αὕτη παρὰ διὰ τῶν ἀνθρώπων τῆς ὑπηρεσίας. Καὶ βεβαίως, σχετικῶς ἄνθρωποι τῆς ὑπηρεσίας διὰ τὴν ἔκτακτον αὐτὴν καὶ σπουδαίαν ὑπηρεσίαν τῶν φάρων καὶ φανῶν δὲν ἦσαν παρὰ ὑπαξιωματικοὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ καὶ οἱ ναῦται πρὸς τούτοις τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ· τοιουτοτρόπως ἐκανονίσθησαν τὰ τῶν φάρων καὶ φανῶν. Ἔμαθον μετὰ λύπης μου, δὲν ἠξεύρω καὶ διὰ τοῦτο ἐπερωτῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτι τὸ διάταγμα ἐκεῖνο ἀνεκλήθη ἵνα δώσῃ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν εἰς κοινὴν ἀπαίτησιν. Ἡ εὐκολία τῶν ἀπαιτήσεων δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἐκεῖ ποτὲ, διότι εἴμεθα ὑπεύθυνοι ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος καὶ ὑλικῶς καὶ ἠθικῶς. Ἐὰν λοιπὸν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κατήργησε τὸ διάταγμα αὐτὸ δι’ ἄλλου διατάγματος, θὰ ἐπέλθουν ζημίαι ἀνυπολόγισται, καὶ ὅταν οἱ φάροι καὶ φανοὶ δὲν συντηροῦνται ὅπως πρέπει κίνδυνος ὑπάρχει εἰς τοὺς ναυτιλλομένους καὶ ὄχι μόνον εἰς τοὺς ἡμετέρους, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ἀλλοδαπούς. Ἐπερωτῶ λοιπὸν τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ ἂν κατήργησε αὐτὸ τὸ διάταγμα, διὰ ποίους λόγους καὶ πῶς ἐρύθμισεν αὐτό! (Θόρυβος).
§15Σ. ΜΟΝΤΕΣΑΝΤΟΣ. Ἔχομεν καί ἄλλους ἀνθρώπους διὰ νὰ σβύνουν καὶ ν’ ἀνάβουν τὰ φανάρια.
§16ΠΕΤΑΛΑΣ. Τὸ θέλετε αὐτὸ διὰ νὰ ἀποκλείσητε τοῦ δικαιώματος τούτου τὸ τέταρτον τῶν κατοίκων τοῦ Βασιλείου· αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπός σας.
§17ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καλὰ, καλά· θὰ δώσω τὴν ἀπάντησιν ὅταν θὰ ὁμιλήσῃ ὁ ὑπουργός.
§18ΔΡΟΣΟΣ (ὑπουργ. τῶν Ναυτικῶν). Ὑπάρχει, κύριοι, ἓν διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου εἰς τοὺς φάρους καὶ φανοὺς ἐδιορίζοντο ὑπαξιωματικοὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ καὶ ναῦται ἐπίσης τοῦ Βασιλικοῦ ναυτικοῦ. Ἐγένετο ἤδη μία ἐξαίρεσις διὰ τὴν Ἑπτάνησον, νὰ διορίζωνται καὶ ἐκεῖνοι οἵτινες ὑπηρέτησαν καὶ ἐπὶ τῆς προστασίας· αὐτὸ τὸ διάταγμα ἐτροποποιήθη καὶ ἐσυγχωρήθη νὰ διορίζωνται καὶ ναῦται τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ εἴς τινα μέρη καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον ὅπου ὑπάρχουν παράπονα. Αὐτὴ δὲ ἡ μεταβολὴ δὲν φέρει κίνδυνον, διότι πάντοτε εἷς ὑπαξιωματικὸς προΐσταται καὶ μόνον διὰ τοὺς ναύτας ἐγένετο αὐτό. Ἦτο δὲ καὶ τοῦτο ἀναγκαῖον· ἐδυσκολεύετο ἕνας ναύτης νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ σπίτη του καὶ νὰ μεταφέρῃ τὴν οἰκογένειάν του εἰς ἄλλο μέρος· ἐδῶ εἶναι ἡ δυσκολία. Ἐνῷ ἕνας ἐντόπιος μὲ τὸν μικρὸν αὐτὸν μισθὸν εὐχαριστεῖται. Αὐτὴ εἶναι ἡ τροπολογία, ἥτις δὲν φέρει καμμίαν ζημίαν.
§19ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν σᾶς ὑποβάλλω, κύριοι, εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, σᾶς ὑποβάλλω εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς συνειδήσεώς σας, ἐὰν τὸ ἐπράξατε αὐτὸ καὶ ἐπροκαλέσατε ἄλλο διάταγμα ἐν συνειδήσει πρὸς βελτίωσιν τῆς ὑπηρεσίας. Ὅτι θὰ βλάψητε τὴν ὑπηρεσίαν, ὅτι δυστυχήματα θὰ προέλθουν ἐκ τῆς μεταβολῆς αὐτῆς ὁ χρόνος θὰ τὸ ἀποδείξῃ. Δὲν ἐκάματε ἄλλο παρὰ ν’ ἀνοίξετε μίαν πληγὴν ῥοσφετίων.
§20ΖΕΡΒΟΣ. Νὰ μοὶ εἴπητε, κύριε Μπούμπουλη, ἐὰν ἔχετε ἕνα φάρον ὡς τὸν Κυθήρων εἰς ὅλον τὸ Κράτος· καὶ αὐτὸς διευθύνθη πάντοτε ἐκτὸς τοῦ μηχανικοῦ ἐπὶ προστασίας, διὰ τὴν λοιπὴν ὑπηρεσίαν, ἀπὸ Ἑπτανησίους.
§21Σ. ΜΟΝΤΕΣΑΝΤΟΣ. Καὶ ἐὰν ἔχετε ἄλλον φάρον ὡς τῆς Κεφαλληνίας.
§22ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐλπίζω νὰ ἔλθουν τ’ ἀποτελέσματα. Δὲν εἶναι ἄλλο τι εἰμὴ πηγὴ ῥοσφετίων.
§23ΖΩΧΙΟΣ. Παρακαλῶ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐὰν ᾖναι εὐχάριστος ἡ κατάστασις τῶν φάρων.
§24ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΝΑΥΤΙΚΩΝ. Ἀληθῶς ἡ κατάστασις τῶν φάρων καὶ φανῶν δὲν εἶναι εὐχάριστος· δὲν προέρχεται ὅμως ἐκ τοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου χρόνου ἐτροποποιήθη. Εἶναι ἡ πρώτη κατάστασις. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἰς πολλὰ μέρη ὑπάρχουν ἐλλείψεις, ἀλλ’ αὗται δὲν εἶναι χθεσιναί, οὔτε προχθεσιναί.
§25ΖΩΧΙΟΣ. Ὅταν θὰ ἔλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα τῶν φάρων εἰς τὸν προϋπολογισμόν, τότε θὰ λαλήσω.
§26ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δύω λέξεις θὰ εἴπω εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῶν Καλαβρύτων κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐπιτηδευμάτων ἔλαβον χώραν σπουδαῖα σκάνδαλα ἀπὸ μέρος τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων τῶν ἐμμίσθων, οἵτινες εἶναι ἐπιτετραμμένοι ὡς ἐκ τοῦ νόμου τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐπιτιδευμάτων. Ἐνεφανίσθησαν ὡς ἐπιτιδευματίαι καὶ αὐτὰ τὰ μικρὰ παιδία τὰ φοιτῶντα εἰς τὰ σχολεῖα, τεθνεῶτες ἢ ἄλλοι ἢ μὲ διπλὰ ἢ μὲ ἀνύπαρκτα ἐπιτηδεύματα. Ὁ κατάλογος ἐκεῖνος ἐκυρώθη ἕνεκα τοῦ ὁποίου ὁ Δήμαρχος Νωνάκριδος ἤνοιξεν πολυγραφίαν μετὰ τοῦ Ἐπάρχου, Νομάρχου καὶ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Σήμερον οἱ εἰσπράκτορες διατρέχοντες τοὺς δήμους Καλαβρύτων ζητοῦσιν ἵνα πληρωθῶσι τὸ ἀντίτιμον τῶν ἐπιτιδευμάτων, ἀπὸ ἀνθρώπους, οἵτινες δὲν μετέρχονται ἐπιτιδεύματα. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅπως φέρῃ τὴν ἀλληλογραφίαν ἐκείνην διὰ νὰ ἴδῃ ἡ Βουλὴ καὶ παρατηρήσῃ ὁποία εἶναι ἡ κατάστασις, διότι φρονῶ ὅτι ὁ πολίτης δὲν πρέπει νὰ πληρώσῃ παρὰ ἓν καὶ μόνον ἐπιτίδευμα καὶ ἐκεῖνο δίκαιον.
§27ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Καὶ χθὲς ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἀνήγγειλεν εἰς τὸ Σῶμα ὅτι συνέβησαν ἀποκλεισμοὶ εἰς τὰς ἐνοικιάσεις καὶ ὅτι τὸ δημόσιον ἐστερήθη, ῥητῶς εἶπεν ἐκ τοῦ δήμου Παΐων, ὑπὲρ τὰ 500 κοιλά. Περὶ αὐτοῦ τοῦ πράγματος εἶχα γράψει εἰς τὸν ἔπαρχον καὶ κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς μοὶ ἔδωκεν καὶ ὁ κ. βουλευτὴς Καλαβρύτων, ἔλαβον τὴν ἀπάντησιν. Ἡ ἀπάντησις εἶναι ὅτι ὁ εἰρηνοδίκης ἠρνήθη νὰ δώσῃ πιστοποιητικὸν εἰς τοὺς θέλοντας νὰ παρευρεθῶσιν εἰς τὴν δημοπρασίαν καὶ ὅτι δὲν ἐγένοντο δεκτοί, ὅτε ἐγένετο ἡ δημοπρασία, ἐνῷ ἐγένετο τμηματικὴ δημοπρασία δίς, τρεῖς καὶ τετράκις. Καὶ τὸ περίεργον εἶναι ὅτι ἡ δημοπρασία τῶν Παΐων ἔδωκε 5,800 τόσα κοιλά, ἐνῷ πέρυσιν ἔδωκε 4,000, καὶ ἐπρόπερσι 5,000. Τοὐτέστιν ἔδωκε 500 κοιλὰ πλέον ἀπὸ πέρυσι καὶ προπέρσι.
§28ΠΑΠΑΔΑΙΟΣ. Εἶναι εὐτυχία τὸ 67.
§29ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἀφοῦ ἔγειναν τακτικὰ, μοὶ φαίνεται ὅτι ὅλοι ἠδύναντο νὰ γείνωσι δεκτοί.
§30ΠΑΠΑΔΑΙΟΣ. Δὲν ἔγειναν δεκτοὶ πολλοί.
§31ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἐὰν εἰς τὴν δημοπρασίαν ἐφρόντιζαν νὰ ἔχουν τὰ πιστοποιητικά, τὰ ὁποῖα ἐνδιαλαμβάνει ὁ νόμος....
§32ΠΑΠΑΔΑΙΟΣ. Ἐπῆγαν καὶ δὲν τὰ ἔδωκεν ὁ ἔπαρχος· καὶ ἐὰν ἀκυρωθῶσιν, τὸ ὁποῖον τώρα δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ, θὰ ὑπάγουν 2,000 περισσότερον.
§33ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοῦτο, ἀφοῦ ἔγειναν κατὰ τμήματα; Ἐὰν ὁ τόπος ἠδύνατο νὰ δώσῃ περισσότερα, ἔπρεπε νὰ τὰ ἔχωμεν ἀπὸ τὴν δημοπρασίαν. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ γείνωσι δεκτοὶ, ἐὰν εἶχον δημόσια πιστοποιητικὰ νόμιμα. Τώρα περὶ τῶν νέων παραπόνων δὲν γνωρίζω τίποτε· ἠξεύρω μόνον ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἔσφαλον καὶ ν’ ἄφησαν νὰ γείνῃ ὁ κατάλογος· μόλα ταῦτα θὰ ἐξετάσω.
§34ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπορῶ διότι, ἐνῷ οἱ πολῖται ἔκαμον τὰς ἐνστάσεις αὐτὰς, ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία ἐξήτασε τὰ ἐπιτιδεύματα, δὲν τὰς ἐδέχθη· διατί; διότι φέρεται ἐχθρικῶς πρὸς τοὺς συμπολίτας μου. Δὲν καταλαμβάνω, κύριοι, ποῦ θὰ μᾶς φέρῃ αὐτὸ τὸ ταμιευτικὸν ἢ μᾶλλον φατριαστικὸν αὐτὸ πνεῦμα τῶν ὑπαλλήλων. Δὲν ἔρχομαι νὰ κάμω κατηγορίαν, τιμῶ τὴν εἰλικρίνειάν σας, ἀλλὰ καὶ ὑμεῖς πιστεύσατε τὴν εἰλικρίνειάν μου ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα σᾶς λέγω εἶναι ἀληθῆ. Καθόσον ἀφορᾷ τὸν δῆμον Παΐων, ἐν πάσῃ εἰλικρινίᾳ σᾶς λέγω ὅτι ἐβλάφθησαν τὰ δημόσια συμφέροντα, ὅτι αἱ ἐνοικιάσεις ἐγένοντο εἰς ἀνθρώπους ἀφερεγγύους, οἵτινες δὲν ἔχουν οὔτε τὰ πολιτικά των δικαιώματα. Ἂν θέλετε νὰ τ’ ἀκούσετε, φέρετε θεραπείαν, ἐὰν δὲν θέλετε, θείᾳ συνάρσει καὶ βοηθείᾳ καθήσατε εἰς τὰ ἑδώλια τοῦ ὑπουργοῦ, δὲν ἔχετε κανένα φόβον. Ἐνταῦθα ἀνεγνώσθη καὶ ἐγένετο παραδεκτὴ ἡ πίστωσις 1,500 δραχμῶν πρὸς πληρωμὴν καθυστερουμένης ἀποζημιώσεως εἰς τὸν βουλευτὴν Ν. Ἀγγελικάραν διὰ τὴν ἔκτακτον σύνοδον τοῦ 1868 εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, ἔχουσα ὡς ἕπεται. «Ἄρθρον μόνον. Χορηγεῖται ἀναπληρωτικὴ πίστωσις δραχμῶν 1500 ἐπὶ τῆς χρήσεως 1873 καταλογιζομένη ὑπὸ τὸ κεφάλαιον 9, ἄρθρον 2 τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ «ἔξοδα διαγεγραμμένων χρήσεων» πρὸς πληρωμὴν τῆς καθυστερουμένης ἀποζημιώσεως εἰς τὸν βουλευτὴν Ν. Ἀγγελικάραν διὰ τὴν ἔκτακτον σύνοδον τοῦ 1868.»
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα θὰ γείνῃ ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπιτροπῆς· φέρετε τὰς κάλπας· ὁ κ. Χωρεπισκοπίδης νὰ προσέλθῃ καθὼς καὶ δύω ψηφολέκται. Κύριε Κοντογούρη, κύριε Α. Πετιμεζᾶ, προσέλθετε. Ἐνταῦθα γίνεται διὰ ψηφοδελτίων ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ἀποσταλησομένης εἰς τοὺς δύω ἀκυρωθέντας δήμους ἐπὶ τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης, ὅπως παρασταθῇ κατὰ τὴν ἀναγενησομένην ἐκλογὴν, καὶ μετὰ τὴν ψηφοφορίαν ἐγένετο ἡ διαλογή.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας εἶναι τὸ ἑξῆς· Α. Π. Πετμεζᾶς 89, Γ. Πλαπούτας 89, Περ. Μαυρομιχάλης 88, Ἐπ. Βιρβίλης 87, Σακελλαρόπουλος 82, Κανελλόπουλος 87, Γιολδάσης 80 καὶ Πετραπουλάκης 80· οἱ πλειονοψηφήσαντες εἶναι Α. Π. Πετμεζᾶς, Γ. Πλαπούτας, Περ. Μαυρομιχάλης καὶ Σ. Βιρβίλης· ἔρχονται καὶ δύω ἐπιλαχόντες, ὁ κ. Σακελλαρόπουλος καὶ ὁ κ. Κανελλόπουλος, τέσσαρες τῆς πλειονοψηφίας καὶ δύω τῆς μειονοψηφίας ἀποτελοῦν τὴν ἐπιτροπήν. Ἄρχεται ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσάγει τὴν τροποποίησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ὑποβληθείσης ἀπὸ τὸν κ. Χατζόπουλον περὶ τῆς χαρτοσημάνσεως τῶν μετοχικῶν τίτλων. Θὰ τυπωθῇ καὶ θ’ ἀναγνωσθῇ κατὰ τὴν 3 συζήτησιν τῆς προτάσεως ὡς ὑποτροποποίησις.
«ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ
Περὶ τροποποιήσεως τῶν Νόμων περὶ χαρτοσήμου. Ἄρθρον 1. Ἐκτὸς τοῦ ὑπὸ τῶν ἄρθρων 5 καὶ ἑπ. τοῦ ἀπὸ 14/26 Αὐγούστου 1836 Νόμου περὶ χαρτοσήμου διαγραφομένου σχήματος καὶ τῶν λοιπῶν χαρακτηριστικῶν τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου, ἐπιτρέπεται νὰ κανονισθῇ καὶ ἕτερον σχῆμα, οἷον τὸ τοῦ γραμματοσήμου. Τὰ διακριτικὰ σημεῖα καὶ αἱ διαστάσεις τοῦ ἐνσήμου τούτου καὶ αἱ περιπτώσεις, καθ’ ἃς πρέπει νὰ γείνῃ χρῆσις αὐτοῦ εἰς ἔγγραφα ὑποκείμενα κατὰ νόμον εἰς χαρτόσημον, ὡς καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐφαρμογῆς ὁρισθήσονται διὰ Βασ. Διατάγματος. Αἱ ἐπιβαλλόμεναι ποιναὶ ὑπὸ τῶν ὑπαρχόντων ἤδη Νόμων περὶ χαρτοσήμου ἐν περιπτώσει παραβάσεως αὐτῶν κατὰ τὴν ἐπίθεσιν τοῦ ἐνσήμου, περὶ οὗ πρόκειται, ὡς καὶ αἱ ποινικαὶ διατάξεις, εἰς τὴν περίπτωσιν κιβδηλείας ἢ παραποιήσεως αὐτοῦ, ἰσχύουσιν καθ’ ὁλοκληρίαν καὶ ἐπὶ τοῦ κατὰ τὸν παρόντα Νόμον κατασκευασθησομένου ἐνσήμου. Ἄρθρον 2. Ἡ τελευταία § τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ἀπὸ 31 Ὀκτωμβρίου 1869 Νόμου ὑπὸ στοιχ. ΤΛΖʹ. ἀκυροῦται, ἀντικαθίσταται δὲ ὡς ἑξῆς· «Αἱ κατώτεραι τῶν 11 δραχ. ποσότητες εἰς οὐδὲν ὑποβάλλονται τέλος· αἱ δὲ ὑπερβαίνουσαι τὰς δραχ. 100,000 ὑποβάλλονται εἰς τέλος δραχ. 25 κατὰ πᾶσαν εἰκοσάδα χιλιάδων ἄνω τοῦ ποσοῦ τῶν 100,000· πᾶν δὲ ποσὸν ἔλασσον τῶν 20,000 δραχμῶν θεωρεῖται διὰ τὴν ἐπιμέτρησιν τοῦ τέλους ὡς πλῆρες ἐκ δραχ. 20,000 συνιστάμενον.» Ἐπὶ ποσοτήτων ὑπὲρ τὰς 100,000 δραχμάς, τὸ ἔγγραφον συντάσσεται ἐπὶ σφραγιστοῦ χάρτου τῆς ἀνωτέρας κλάσεως, ἤτοι τῶν δραχμῶν 250, ἀφοῦ προηγουμένως καταβληθῇ τὸ ὑπερβάλλον τοῦ τέλους εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἢ τὸν παρ’ αὐτῷ δημόσιον εἰσπράκτορα. Τῆς πληρωμῆς ταύτης γίνεται ῥητὴ μνεία εἰς τὸ ἔγγραφον, εἰς τὸ ὁποῖον προσαρτᾶται καὶ ἡ ἀπόδειξις αὕτη τῆς καταβολῆς τοῦ ὑπερβάλλοντος τέλους. Ἡ παράλειψις τῆς μνείας ταύτης ἐν αὐτῷ τῷ κειμένῳ τοῦ ἐγγράφου πρὸ τῆς ὑπογραφῆς αὐτοῦ, ὡς καὶ τῆς προσαρτήσεως τῆς ἀποδείξεως εἰς τὸ πρωτότυπον ἔγγραφον, τιμωρεῖται διὰ προστίμου, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ ἀπὸ 18 Δεκεμβρίου 1865 νόμου ὑπὸ στοιχ. ΡΙϚʹ. ὑποχρεουμένων ἀλληλεγγύως εἰς τὴν πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀπότισιν αὐτοῦ τῶν τε ἐνδιαφερομένων καὶ τοῦ ὑπαλλήλου, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου συνετάχθη τὸ ἔγγραφον ἢ τοῦ δεχθέντος αὐτό.» Ἄρθρον 3. Ἔγγραφα ὑποκείμενα εἰς χαρτόσημον ἀξίας θεωροῦνται καὶ αἱ πράξεις τῶν οἱωνδήποτε εἴδους ἀνωνύμων ἑταιριῶν περὶ αὐξήσεως τοῦ ἑταιρικοῦ αὐτῶν κεφαλαίου δι’ ἐκδόσεως νέων μετοχῶν ἢ δι’ ὁμολογιῶν. Αἱ πράξεις αὗται εἶναι ἄκυροι καὶ δὲν ἐγκρίνονται κατὰ τὸ ἄρθρον 37 τοῦ ἐμπορικοῦ Νόμου, ἐὰν δὲν συνοδεύωνται μὲ ἀπόδειξιν ὅτι κατεβλήθη εἰς τὸ ταμεῖον, πρὸ τῆς ὑποβολῆς των πρὸς ἔγκρισιν, τὸ ἀνάλογον εἰς αὐτὰς τέλος χαρτοσήμου ἀξίας. Ἄρθρον 4. Ἡ § 8 τοῦ ἄρθρου 29 τοῦ ἀπὸ 14|26 Αὐγούστου 1836 Νόμου περὶ χαρτοσήμου τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς· «Αἱ ἀποδείξεις συμμετοχῆς ἤτοι οἱ μετοχικοὶ τίτλοι οἱουδήποτε εἴδους ἀνωνύμων ἑταιριῶν μὴ ἐξαιρουμένων καὶ αὐτῶν τῶν διὰ προνομίου Τραπεζῶν, καὶ αἱ παντὸς εἴδους ὁμολογίαι αὐτῶν ὡς καὶ αἱ ἀποδείξεις (coupons) δι’ ὧν πληρώνονται πρὸς τοὺς μετόχους τὰ κέρδη ἢ τόκοι καὶ πᾶσα ἄλλη ἐξ αὐτῶν ὠφέλεια.» Τὸ τέλος τῶν ἐγγράφων τούτων ἐπιβάλλεται κατὰ μετοχὴν ἢ ὁμολογίαν ἐπὶ τῆς ὀνομαστικῆς ἀξίας ἑκάστης αὐτῶν, κατὰ τὰς βάσεις τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ἀπὸ 31 Ὀκτωβρίου 1869 Νόμου ὑπὸ στοιχ. ΤΛΖʹ. Οἱ μετοχικοὶ τίτλοι καὶ αἱ ὁμολογίαι πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος Νόμου ἐκδοθέντες ὑπόκεινται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος ἄρθρου. Τάσσεται δὲ προθεσμία πέντε μηνῶν, ὅπως αἱ ἑταιρίαι ὑποβάλωσι τοὺς τίτλους καὶ τὰς ὁμολογίας αὐτῶν πρὸς ἐπισφράγισιν. Αἱ διοικητικαὶ ἀρχαὶ καὶ οἱ ἐπαρχιακοὶ ταμίαι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐξελέγχωσι τὰς ἑταιρίας καὶ ἐν τοῖς γραφείοις αὐτῶν πρὸς βεβαίωσιν τῶν ἐνδεχομένων παραβάσεων τοῦ παρόντος ἄρθρου. Ἄρθρον 5. Τὸ ἄρθρον 4 τοῦ ἀπὸ 31 Ὀκτωβρίου 1869 Νόμου ὑπὸ στοιχ. ΤΛΖʹ. τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς· «Ἐκ τοῦ καταναλισκομένου χαρτοσήμου ἐν γένει ἐπὶ τῶν συντασσομένων ἀπὸ τοὺς συμβολαιογράφους πράξεων λαμβάνουσιν οὗτοι τὸ ἥμισυ, ἐὰν ὁ καταναλωθεὶς σφραγιστὸς χάρτης δὲν ὑπερβαίνῃ τὰς δραχμὰς 100· ὑπερβαινούσης δὲ τῆς ἀξίας τὸ τέλος τοῦτο, λαμβάνουσι προσέτι τὸ εἰκοστημόριον τοῦ ὑπερβάλλοντος. Εἰς τὴν ἐπιμέτρησιν τοῦ δικαιώματος τούτου τῶν συμβολαιογράφων λογίζεται καὶ τὸ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον καταβληθὲν ὑπερβάλλον τέλος κατὰ τὴν § γʹ. τοῦ ἄρθρου 2, ἐὰν εἰς τὸ ἔγγραφον ἐγένετο παρ’ αὐτῶν ἡ προσάρτησις τῆς ἀποδείξεως τῆς πληρωμῆς τοῦ τέλους.» Ἄρθρον 6. Πᾶσα κλῆσις ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων παντὸς βαθμοῦ καὶ τῶν παρὰ τούτων διοριζομένων εἰσηγητῶν μὴ συντασσομένη ἐπὶ τοῦ κατὰ νόμον ἀναλόγου σφραγιστοῦ χάρτου, συνεπάγει ἐκτὸς τοῦ προστίμου κατὰ τοὺς νόμους περὶ χαρτοσήμου, κατὰ μὲν τοῦ ὑπογράψαντος αὐτὴν δικηγόρου χρηματικὴν ποινὴν ἀπὸ 25 μέχρις 100 δραχμῶν, κατὰ δὲ τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος, ὅστις ἐνήργησε τὴν ἐπίδοσιν, προσωρινὴν παῦσιν ἑνὸς μηνός. Αἱ ποιναὶ αὗται ἐπιβάλλονται ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου τῶν πρωτοδικῶν ἢ ἐφετῶν εἰς πᾶσαν στάσιν τῆς δίκης εἴτε αὐτεπαγγέλτως εἴτε κατ’ ἔγκλησιν οἱουδήποτε τρίτου. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 5 Ἰουλίου 1873.
Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
Δ. ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ.»
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν. Κεφάλαιον Αʹ. Κεντρικὴ ὑπηρεσία. Ἄρθρον 1. Μισθοὶ ὑπαλλήλων ὑπουργείου δρ. 46,440.»
§38Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρατηρῶ, κ. πρόεδρε, ὅτι οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ ὑπουργείου τούτου κατὰ τὸ τρέχον ἔτος 1873 εἶναι ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 1431 δραχμάς. Παρατηρῶ εἰς τὰ καθέκαστα ὅτι σημειοῦται μισθὸς διερμηνέως ἐπὶ τῶν ἀσιατικῶν γλωσσῶν ἐπὶ τρεῖς μῆνας καὶ ἀπορῶ διατί προσδιωρίσθη ἐπὶ τόσον. Ἐπληροφορήθην ἐξοδίκως ὅτι καταργεῖται ἡ θέσις τοῦ διερμηνέως τῶν ἀσιατικῶν γλωσσῶν. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἀπάλειψιν τῆς πιστώσεως αὐτῆς, καθόσον ὁ διερμηνεὺς εἶναι ἀναγκαῖος ὄχι μόνον διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ διὰ τὰ τῶν ἰδιωτῶν. Ἂν ἠθέλαμεν νὰ κάμωμεν μίαν οἰκονομίαν, νομίζω ὅτι φρονιμώτερον ἦτο νὰ τὴν κάμωμεν ἐπὶ τοῦ διδασκάλου τῶν ἀσιατικῶν γλωσσῶν, ὅστις εἶναι σημειωμένος εἰς τὰς πρεσβείας τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Γνωρίζετε ὅτι ὅλαι αἱ δημόσιαι ἰδιοκτησίαι, καθὼς καὶ τῶν ἰδιωτῶν, καὶ πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως στηρίζονται ἢ ἐπὶ Ταπίων ἢ ἐπὶ Χοτζετίων. Διάφοραι δίκαι ὑπάρχουν εἴτε μεταξὺ ἰδιωτῶν καὶ τοῦ δημοσίου, εἴτε μεταξὺ ἰδιωτῶν, καὶ αὗται λύονται συνήθως διὰ τῆς ἑρμηνείας τῶν Ταπίων ἢ τῶν Χοντζετίων αὐτῶν. Εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτὴν μάλιστα εὑρέθηκα καὶ ἐγὼ καὶ ἴσως εὑρίσκομαι ἀκόμη. Ἔχω σήμερον ἓν Χοντζέτι· θέλω νὰ τὸ παρουσιάσω εἰς τὸ δικαστήριον· ἐζήτησα καὶ τὸ μετέφρασεν ὁ διερμηνεύς· ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἡ ἐπίσημος βεβαίωσις ὅτι εἶναι ἀληθής, εἰλικρινὴς ἡ μετάφρασις, διότι δὲν ἔχομεν ἐπίσημον συμβολαιογράφον, ὅστις νὰ βεβαιώσῃ ὅτι ἡ μετάφρασις ἐγένετο ἀκριβὴς καὶ πιστή. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἡ θέσις εἶναι λίαν ἀναγκαία, ἀναγκαιοτάτη μάλιστα, καὶ ἂν θέλετε, ἐγὼ ἤθελον προτείνει ὁ διερμηνεὺς τῶν ἀσιατικῶν γλωσσῶν νὰ παραδίδῃ ἀκόμη καὶ τὴν Ὀθωμανικὴν γλῶσσαν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Ὅταν ἤμην ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, εἶχον φέρει πρότασιν εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, διὰ τῆς ὁποίας ἔλεγον ὅτι πρέπει νὰ εἰσαχθῇ ἡ παράδοσις τῆς Τουρκικῆς γλώσσης καὶ εἰς τὰ γυμνάσια καὶ εἰς τὸ στρατιωτικὸν σχολεῖον καὶ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Ὅσον παρέρχεται ὁ καιρὸς τόσον ἐλλείπουσι παρ’ ἡμῖν οἱ ἄνθρωποι, οἵτινες γνωρίζουν τὴν Τουρκικὴν γλῶσσαν, ἥτις μάλιστα εἶναι ἀναγκαία καὶ διὰ τοὺς διπλωματικοὺς πράκτορας καὶ διὰ τοὺς ἱερεῖς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, πολὺ δὲ περισσότερον διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν. Ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἰδέαν ὁρμώμενος ἔφερα τὴν πρότασιν εἰς τὸ ὑπουργικὸν ἐκεῖνο συμβούλιον, ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἔπεσε. Σήμερον ὅμως θεωρῶ ἀναγκαῖον ὁ διερμηνεὺς τῶν ἀσιατικῶν γλωσσῶν νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν σᾶς προανέφερα καὶ τὴν ὁποίαν θεωρῶ ἀπόλυτον διὰ μέγιστον συμφέρον τοῦ τε δημοσίου καὶ τῶν ἰδιωτῶν, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἀπάλειψιν ἑνὸς τόσον εὐτελοῦς ποσοῦ διὰ μίαν τόσον ἀναγκαίαν ὑπόθεσιν, διότι μᾶλλον ἐπιβλαβὴς θὰ καταντήσῃ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου καὶ εἰς τὰ συμφέροντα τῶν ἰδιωτῶν.
§39ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἤθελον προβῆ, κύριοι, εἰς τὴν ἀπάλειψιν, ἂν ἐφρόνουν, ὡς φρονεῖ καλῇ τῇ πίστει ὁ ἀξιότιμος κ. Πετιμεζᾶς, ὅτι εἶναι χρησιμωτάτη, διότι τοιαῦται δαπάναι δὲν ἐννοῶ νὰ γνωμοδοτήσω νὰ ἐξαλειφθῶσιν· ἀλλ’ ἡ χρησιμότης, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς, δὲν ὑπάρχει. Σᾶς ὁμολογῶ, κύριοι, ἐπὶ ἔτος διευθύνω τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, οὐδέποτε ἔλαβον ἀφορμὴν οὔτε νὰ ἴδω ἔγγραφον ἢ ἐργασίαν ἐκ μέρους αὐτοῦ τοῦ ὑπαλλήλου, ἢ τὸν καλέσω καὶ τὸν ἐπιφορτίσω μὲ οἱανδήποτε ὑπηρεσίαν· αἱ δὲ πληροφορίαι τῆς ὑπηρεσίας εἶναι ὁμοιόμορφοι, ὅτι ὁ διαχειριζόμενος τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην δὲν ἔχει ὑπηρεσίαν καὶ ἄνευ ὑπηρεσίας διατελεῖ· διὰ τοῦτο οὔτε εἰς τὸ γραφεῖον φοιτᾷ, καὶ ἐσχάτως μόνον ἐπαρουσιάσθη μία εὐκαιρία νὰ ἐργασθῇ ὅπου ἐπρόκειτο, νομίζω, περὶ τακτοποιήσεως τοῦ ἀρχείου. Ὥστε ὡς ἁρμόδιος ὑπουργὸς διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ ὑπάλληλος οὗτος εἶναι ἀχρηστότατος. Ὑπάρχει ἐπιθυμία εἰς τὴν Βουλὴν νὰ δίδῃ μισθὸν εἰς ὑπάλληλον, ὅστις δὲν ἔχει κἀμμίαν ὑπηρεσίαν, ὅστις δὲν χρησιμεύει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἥτις ἐπροσδιορίσθη δι’ αὐτὸν, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, ἥτις τοῦ ἀνετέθη; — Ἔρχομαι εἰς τὸν δεύτερον λόγον, ὅστις εἶναι ὁ τῆς ἰδιωτικῆς φύσεως καὶ χρησιμότητος. Εἶπαν ὅτι ὁ ὑπάλληλος οὗτος χρησιμεύει, ὅπως μεταφράζῃ τοὺς τίτλους τοὺς τουρκεστὶ συντεταγμένους, οἵτινες εἶναι προωρισμένοι νὰ παρουσιάζωνται εἰς τὰ δικαστήρια. Τοῦτο εἶναι πρωτάκουστον νὰ ὑπάρχῃ ὑπάλληλος ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις θέλει χρησιμεύει νὰ μεταφράζῃ τοὺς τίτλους καὶ τὰ ἔγγραφα τῶν ἰδιωτῶν, ἅτινα παρουσιάζονται εἰς τὰ δικαστήρια. Ἂν ἡ πολιτεία ἔχῃ ἀνάγκην τοιαύτης ὑπηρεσίας, ὀφείλει νὰ πλάσῃ ὅ, τι πρόσφορον πρὸς τὸν σκοπὸν, ἀλλ’ ὁ ὑπάλληλος τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν δύναται νὰ πράξῃ τοιαύτην ὑπηρεσίαν. Ἀλλὰ περιπλέον νομικῶς δὲν ὑποστηρίζεται ἡ γνώμη τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, διότι ἵνα παρέχῃ πίστιν ἡ ἐργασία τοῦ ὑπαλλήλου τούτου ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἀπαιτεῖται νὰ διορισθῇ πραγματογνώμων, τέλος νὰ δώσῃ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τὸν νενομισμένον ὅρκον, εἷς δὲ ὑπάλληλος ἁπλοῦς δὲν δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι κάμνει μετάφρασιν, ἐπιβαλλομένην εἰς τὸ δικαστήριον, ὅταν ποιῇ τὴν μετάφρασιν ὡς ὑπάλληλος. Οἱ νόμοι μας δὲν ἐπιτρέπουν τὴν θεωρίαν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καλαβρύτων. Ὅταν τὸ δικαστήριον ἔχει ἀνάγκην μεταφράσεως, ἥτις ἀποτελεῖ πλήρη ἀπόδειξιν (ὅπως τῳόντι ἀπαιτεῖται διὰ νὰ στηριχθῇ μία δικαστικὴ ἀπόφασις ἐπ’ αὐτῆς,) τότε πρέπει νὰ διορισθῇ ἐμπειροτέχνης, ὅστις θὰ δώσῃ τὸν ὅρκον· μόνον μετὰ τοῦτο παράγεται μετάφρασις χρήσιμος εἰς τὴν διεξαγωγὴν μιᾶς δίκης· ὥστε βλέπετε, κύριοι, ὅτι ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς δὲν χρησιμεύει καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἄλλοτε ἀπηλείφθη ἡ μισθοδοσία του ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Κουμουνδουράκης εἶναι ἀξιόλογος, ἠμπορεῖ νὰ χρησιμεύσῃ καὶ εἰς ἄλλην ὑπηρεσίαν· ἀλλ’ εἰς αὐτὴν δὲν χρησιμεύει οὔτε αὐτὸς, οὔτε ἄλλος ἂν ᾖναι. Μάλιστα κατασταίνω γνωστὸν, ὅτι δὲν εἶναι πλέον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, κ. πρόεδρε, διὰ τὸν ὁποῖον ἀπήλειψα τὸν κονδύλιον τοῦτο, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴν ἐπιμένῃ, διότι ἡ ὑπηρεσία τὸν θεωρεῖ περιττόν.
§40ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τῳόντι ὁ ὑπάλληλος τῆς θέσεως περὶ ἧς πρόκειται δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν· διότι ὁ διερμηνεὺς τῶν ἀσιατικῶν γλωσσῶν δὲν ἔχει σχεδὸν κἀμμίαν σχέσιν μὲ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἴσως δὲν ἔλαβε ποτὲ ἀφορμὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς εἶπε, νὰ ἴδῃ τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν ἐργαζόμενον μὲ αὐτόν· οὐχ’ ἧττον εἶμαι βέβαιος καὶ βεβαιῶ καὶ τὴν Βουλὴν ὅτι προσέφερε πολλὰς ὑπηρεσίας ὁ διερμηνεὺς τῶν ἀσιατικῶν γλωσσῶν εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα, μεταχειριζόμενος πρὸς τοῦτο ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπερ ἀντιπροσωπεύει τὸ δημόσιον εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν του ἐν γένει. Ὁ διερμηνεὺς τῶν ἀσιατικῶν γλωσσῶν πολλάκις μετέφρασεν ἔγγραφα τουρκικὰ ἐξ ὧν ὑπεστηρίχθησαν ἢ παρήχθησαν σπουδαιότατα δικαιώματα ὑπὲρ τοῦ δημοσίου. Ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ μικροῦ ἔλαβα ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω καὶ βεβαιωθῶ τὴν χρησιμότητα τοῦ ὑπαλλήλου τούτου, εἰς ὃν ἄλλοτε ἐστάλησαν ἀπὸ τὸν κ. Σωτηρόπουλον, ὡς ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, 90 ἔγγραφα τουρκικὰ, τὰ ὁποῖα μετέφρασε καὶ ἐκ τῆς μεταφράσεως τῶν ὁποίων ἐξησφαλίσθησαν σπουδαῖα καὶ μεγάλα συμφέροντα τοῦ δημοσίου. Δὲν ἔχει λοιπὸν ἀληθῶς σχέσιν ἡ θέσις αὐτὴ μὲ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλ’ ἔχει μὲ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ θέσις λοιπὸν αὕτη εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία. Τώρα ἂν ἔπρεπε νὰ ᾖναι σημειωμένη ἡ σχετικὴ δαπάνη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἶναι σημειωμένη εἰς τὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, τοῦτο βεβαίως εἶναι ἀδιάφορον, διότι ἀπὸ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ταμεῖον πληρόνονται τὰ χρήματα, καὶ ἀδιάφορον ἂν ᾖναι σημειωμένη ἡ δαπάνη εἰς αὐτὸν τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ὄχι εἰς ἐκεῖνον. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ διατηρηθῇ ἡ θέσις αὐτή. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ προσώπου, καθὼς εἶπεν καὶ ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς θέσεως τοῦ διερμηνέως τῶν ἀσιατικῶν γλωσσῶν, ἥτις δέον νὰ διατηρηθῇ καὶ διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου καὶ διὰ τὰ συμφέροντα τῶν ἰδιωτῶν, οἵτινες πολλάκις εὗρον ἐγγυήσεις καὶ ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων των, προσελθόντες εἰς τὸν διερμηνέα καὶ λαβόντες πιστὴν μετάφρασιν τῶν ἐγγράφων των. Ἡ οἰκονομία αὕτη εἶναι ἀσήμαντος, ἀφοῦ δὲν εἶναι μάλιστα εἰμὴ δι’ ἓξ μῆνας, διότι μολονότι εἶναι σημειωμένη διὰ τρεῖς μῆνας ἡ μισθοδοσία του ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, μ’ ὅλα ταῦτα θὰ πληρωθῇ καὶ δι’ ἄλλους τρεῖς μῆνας, διότι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀπελύθη, καὶ κακῶς σημειοῦται διὰ τρεῖς μῆνας, ἐν ᾧ ἔπρεπε νὰ σημειωθῇ δι’ ἓξ μῆνας. Δὲν μένει λοιπὸν εἰμὴ τὸ διὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι 1,500 τόσαι δραχμαὶ, καὶ ἡ οἰκονομία αὕτη εἶναι ἀσήμαντος, ἐνῷ ἡ βλάβη εἶναι σημαντικὴ καὶ εἰς τὰ δημόσια καὶ εἰς τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα, ὡς προεξέθηκα, καὶ ὡς πάντες γνωρίζετε. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ συγκατατεθῇ ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ σημειωθῇ ἡ δαπάνη δι’ ὅλον τὸ ἔτος, καὶ ἀπόκειται εἰς αὐτὸν νὰ συμπληρώσῃ τὴν θέσιν ἢ τὴν ἀφήσῃ κενήν. Πιστεύω ὅμως ὅτι θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὴν συμπληρώσῃ, διότι τάχιστα ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ ἀνάγκην τῆς ὑπηρεσίας τοῦ διερμηνέως.
§41ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως ἐννοεῖτε ὅτι ἔχω πάντοτε τὴν αὐτὴν γνώμην καὶ μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου· διότι τῳόντι ἄλλοτε, ἀλλ’ εἰς πολὺ παλαιοτέραν ἐποχὴν, ὑπῆρχον διερμηνεῖς εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν· ἦτον ἐποχὴ καθ’ ἣν ἐδίκαζον οὐχὶ δικαστήρια ἀλλὰ μικταὶ ἐπιτροπαί· ἀλλ’ ἀφότου ἐξηντλήθησαν αἱ μικταὶ δίκαι καὶ τὰ μικτὰ αὐτὰ δικαστήρια, ἔπαυσε καὶ αὐτὴ ἡ ἀνάγκη. Σᾶς διαβεβαιῶ δὲ ὅτι ὁσάκις τὸ δημόσιον λαμβάνει ἀφορμὴν νὰ κάμῃ μετάφρασίν τινα, αὕτη γίνεται εἰς τὴν πρεσβείαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀξιολογώτατα, διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ καὶ πλήρης πίστις εἰς τὰς ἐδῶ μεταφράσεις. Ἄλλως τε εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Λαυρίου ἐχρησίμευσαν οὐχὶ οἱ διερμηνεῖς παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ ἄλλοι, οἵτινες δὲν εἶχον τὸν ἐπίσημον χαρακτῆρα. Λοιπὸν ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι ἄχρηστος ἡ θέσις αὐτὴ, εἰς δὲ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν παρελθούσης τῆς ἀνάγκης, ἣν προεξέθεσα, εἶναι ἄχρηστος καὶ διὰ τοῦτο δὲν ὑπάρχει. Τρίτον, οἱ νόμοι μας δὲν δίδουν κῦρος εἰς τὴν μετάφρασιν τῶν τοιούτων ὑπαλλήλων, ἂν δὲν ὑποβληθοῦν εἰς τὴν διαδικασίαν τοῦ ὅρκου κλπ. Τέλος ὁσάκις παρουσιασθῇ ἀνάγκη, ἀναπληροῦται πολὺ καλλίτερα· ἄλλως, ἡ ἀνάγκη αὕτη εἶναι σπανία. Ἀπορῶ λοιπὸν διατί νὰ παραδεχθῶμεν μίαν τοιαύτην ματαίαν δαπάνην. Δὲν εἶχον δυσκολίαν νὰ τὴν δεχθῶ, ἂν εὕρισκον τὴν ὠφέλειαν· ἀλλὰ δὲν τὴν βλέπω. Ὅσον ἀφορᾷ ὅτι ἡ δαπάνη θὰ ᾖναι μικρὰ, δὲν ἔχει σημασίαν, διότι καταργεῖται ἡ θέσις.
§42ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν ὑπάρχῃ ἀνάγκη τοιούτου ὑπαλλήλου εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὀλίγοι εἶναι χρόνοι ἀφ’ ὅτου ἄφησα τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅτι πολλάκις εὑρέθην εἰς ἀνάγκην νὰ ζητήσω τὴν συνδρομὴν τοῦ διερμηνέως τούτου. Ὁ δὲ ὑπάλληλος τῶν δικῶν μοὶ ὑπέβαλε ὅτι ἔλαβε πολλάκις ἀφορμὴν νὰ συζητήσῃ μετ’ αὐτοῦ οὐχὶ περὶ τίτλων, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλα ἔγγραφα. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἂν δὲν ἐπῆλθον νεώτερα γεγονότα, ἅτινα κατέστησαν περιττὴν τὴν θέσιν, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διατηρηθῇ, καὶ δὲν πιστεύω εἰς τόσον ὀλίγον διάστημα νὰ ἐπῆλθον γεγονότα, ἅτινα παρέστησαν αὐτὴν περιττήν. Ἄλλως τε δὲν ὑπάρχει ἐπικράτεια εἰς τὴν ὁποίαν νὰ μὴ διατηροῦνται εἷς καὶ δύω ὑπάλληλοι γνωρίζοντες τὰς ἀσιατικὰς γλώσσας. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡμεῖς, οἵτινες εὑρισκόμεθα τόσον πλησίον εἰς τὴν Ἀνατολὴν καὶ ἔχομεν τόσον σπουδαῖα ἔγγραφα, νὰ μὴ ἔχωμεν ἕνα ὑπάλληλον διὰ νὰ μεταφράζῃ αὐτὰ, νομίζω ὅτι εἶναι μία ἔλλειψις οὐχὶ μικρά.
§43ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς ἄλλα Κράτη ὑπάρχουν καὶ δύω καὶ τρεῖς τοιοῦτοι διερμηνεῖς, ἀλλὰ πρέπει νὰ μάθετε ὅτι εἶναι τμῆμα ὁλόκληρον· εἰς τὴν Ῥωσσίαν ὑπάρχει ἀσιατικὸν τμῆμα, ὅπερ διευθύνει πλήρη ὑπηρεσίαν, διότι ἡ Ἀσία εἶναι Ῥωσσία. Δὲν πρόκειται τώρα περὶ τούτου· ἂς εἴχομεν καὶ ἡμεῖς τοιαύτας σχέσεις πρὸς τὴν Ἀσίαν, καὶ τότε καὶ ἓν ὑπουργεῖον ἠμπορούσαμεν νὰ ἔχωμεν· ἀλλὰ δὲν ἔχομεν τοιαύτας, καὶ ἡ ὑπηρεσία εἶναι καὶ γίνεται διὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας. Ἐγὼ βεβαίως, ἂν λάβω ἀνάγκην ποτὲ, δὲν θὰ ἀπευθυνθῶ εἰς τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν, ὅστις γνωρίζει ἀτελέστατα τὴν γλῶσσαν αὐτήν.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παραδέχεται ἡ Βουλὴ νὰ προστεθῇ ἡ μισθοδοσία διὰ τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν δι’ ὅλον τὸ ἔτος; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ νὰ προστεθῇ ἡ πίστωσις, ἐκτὸς τῶν σημειουμένων τριῶν μηνῶν, καὶ ἄλλων τριῶν, ἐν ὅλῳ νὰ γείνῃ ἓξ μηνῶν;
§45ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προστίθενται δραχμαὶ 900 καὶ τὸ ὅλον ποσὸν τοῦ ἄρθρου 1 γίνεται 47,340. Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ ἑπόμενα ἄρθρα.
| «Ἄρθρον | 2. | Γραφικὰ ἔξοδα | 10,000 |
| » | 3. | Παράσημα | 9,000 |
| » | 4. | Ταχυδρομικὰ ἐκτὸς τοῦ Κράτους | 20,000 |
| » | 5. | Ἐνοίκιον ἁμάξης | 4,500.» |
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε τὸ κεφάλαιον Αʹ. ἐκ δραχμῶν 96,840 γίνεται δεκτόν. «Κεφάλαιον Βʹ. Διπλωματικὴ ὑπηρεσία. Ἄρθρον 1. Μισθοὶ προσωπικοῦ Πρεσβειῶν 169,536.»
§48ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδεμίαν ἀντίῤῥησιν ἔχω ἐπὶ τῆς πιστώσεως, διασάφησιν μόνον θέλω ζητήσει εἰς τὴν πίστωσιν τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ 1 κεφαλαίου· καὶ εἰς τὴν πίστωσιν τοῦ ἄρθρ. 1 καὶ 2 τοῦ ἑπομένου κεφαλαίου βλέπω εἰσαχθείσας μεταβολάς τινας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1872, ἃς ἐπικροτῶ συνομολογῶν τὴν ὑπαγορεύσασαν αὐτὰς ἀνάγκην. Διὰ τούτων προστίθεται εἷς πρόεδρος τοῦ Προξενικοῦ Δικαστηρίου ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἐγκαθίστανται προξενικὰ δικαστήρια ἐν Σμύρνῃ ἐκ δύω δικαστῶν καὶ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ἐκ δύω δικαστῶν καὶ ἑνὸς προέδρου. Εἶμαι ἐντελῶς ὑπὲρ τῆς θεραπείας τῶν ἀναγκῶν τούτων· διότι ἀναγνωρίζω τὴν ἀναγκαιότητα τούτων. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν γνωρίζω ἂν ἐπεψηφίσθησαν οἱ περὶ τούτου νόμοι, διὰ τοῦτο ὑποθέτω ὅτι ἂν νόμος περὶ συστάσεως τῶν δικαστηρίων δὲν ἐπεψηφίσθη εἰσέτι, τὸ ὑπουργεῖον θέλει εἰσαγάγει εἰδικὸν νόμον περὶ τούτου καὶ δὲν θέλει κάμει χρῆσιν τῶν πιστώσεων πρὶν ἢ τοιοῦτος νόμος ἐκδοθῇ. Μίαν ὡσαύτως πληροφορίαν παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ μοὶ δώσῃ· ἐν τῷ ἐδαφίῳ γʹ. τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ κεφαλαίου Βʹ. «διπλωματικὴ ὑπηρεσία» εἶναι δύω γραφεῖς, εἷς πρώτης τάξεως μὲ δραχμὰς 190 καὶ εἷς δευτέρας τάξεως μὲ 160. Ὑπάρχει διαφορὰ κατὰ 350 δραχμὰς τῆς πιστώσεως, ἡ ὁποία ἐχορηγήθη πέρυσιν· ἐπιθυμῶ τὸν λόγον τῆς διαφορᾶς, ἐὰν ᾖναι εὔκολον εἰς τὸν κ. ὑπουργόν....
§49ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τῶν ἐμπορικῶν γραφείων νομίζω, ὅτι ἀντικατεστάθη εἷς γραμματεὺς Αʹ. τάξεως δι’ ἑνὸς Βʹ. τάξεως. Ἂς προχωρήσωμεν καὶ κατόπιν δίδω πληροφορίας.
§50ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Καθόσον ἀφορᾷ τὰ δικαστήρια;
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κύριοι, διὰ τὸ πρῶτον ἄρθρον δραχ. 169, 536. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§52ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. — «Ἄρθρον 2. Γραφικὰ ἔξοδα δραχ. 39,000.» Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§54ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. — «Ἄρθρον 3. Ἔξοδα αʹ. διασκευῆς ....... — Ἄρθρον 4. Ἔξοδα ταξειδίου τῶν διπλωματικῶν ὑπαλλήλων δραχ. 2,000. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§56ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη.— Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ κεφάλαιον Βʹ. δραχ. 210,536.— «Κεφάλαιον Γʹ. προξενικὴ ὑπηρεσία. Ἄρθρον 1. Μισθοὶ προξενικῶν ὑπαλλήλων δραχ. 243,784.» Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§58ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. — «Ἄρθρον 2. Γραφικὰ ἔξοδα δραχμ. 24,260.» Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§60ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. — Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ κεφάλαιον Γʹ. δραχμὰς 268,044. — «Κεφάλαιον Δ. ἔξοδα μεταβλητέα. Ἄρθρ. 1. Ἔξοδα διάφορα, 20,000.» Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§62ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη — «Ἄρθ. 2. Ἔξοδα ἀπρόβλεπτα δραχ. 50,000.» Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§64ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ κεφάλαιον Δʹ. δραχ. 70,000.—«Κεφάλ. Εʹ. ἐκτέλεσις συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βελγίου δραχ. 3,600.» Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§66ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη.— «Κεφάλαιον ΣΤ. Ἀποστολαὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν δραχμαὶ 114,000.
§68ΖΑΪΜΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§69Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Ἐνθυμεῖται, κύριοι, ἡ Βουλὴ ὅτι κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπέκρινα τὸ ὑπουργεῖον διὰ τὴν κατάργησιν τῶν πρεσβειῶν· ἐπερίμενα ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου προέδρου τοῦ ὑπουργείου νὰ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους κατηργήθησαν αἱ πρεσβεῖαι· ἀλλ’ οὐδένα λόγον ἤκουσα, ἐκτὸς τῶν διακοπῶν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅστις ἐδικαιολόγει τὴν κατάργησιν τῶν πρεσβειῶν, λέγων ὅτι «οἱ πρέσβεις κάθονται καὶ πέρνουν χρήματα.» Ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου τὸν μόνον λόγον, τὸν ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὑπὲρ τῆς γνώμης του, ἦτον ὅτι ἦλθε τὸ ζήτημα περὶ τῆς διατηρήσεως τῶν πρεσβειῶν, οὐχὶ ὡς ζήτημα πεποιθήσεως, ἀλλ’ ὡς ζήτημα ἀντιπολιτεύσεως. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν ὁμιλίαν του ὁ κ. Δεληγεώργης εἶπεν, ὅτι αἰωνίως ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἡ ἀντιπολίτευσις ἐπρότεινε τὴν κατάργησιν τῶν πρεσβειῶν, σήμερον δὲ συνηγορεῖ ὑπὲρ αὐτῶν. Δὲν ἤθελα κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν νὰ ἀπαντήσω ἵνα μὴ παρατείνω περαιτέρω τὴν συζήτησιν, τὴν γενικὴν, ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ὅ,τι εἶπεν ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου δὲν εἶναι ἀκριβές· οἱ συγκροτοῦντες σήμερον τὴν ἀντιπολίτευσιν πάντοτε ὑπεστήριξαν τὰς πρεσβείας· οἱ μὲν ὡς ὑπουργοὶ ἐνέγραψαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὴν δαπάνην διὰ τὰς ἐκτάκτους ταύτας ἀποστολάς, ἐγὼ δὲ εἴτε ἀντιπολιτευόμενος τῇ Κυβερνήσει εἴτε συντασσόμενος αὐτῇ, πάντοτε συνηγόρησα ὑπὲρ αὐτῶν, καὶ ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου βεβαίως δὲν θέλει εὑρεῖ ὁμιλίαν τινὰ ἰδικήν μου κατὰ τῶν πρεσβειῶν· ἂν ὅμως εὕρῃ τοιαύτην καὶ δυνηθῇ νὰ σᾶς τὴν ἐπιδείξῃ, τότε τῷ ὑπόσχομαι ὅτι γίνομαι ὑπουργικός. Τὰς πρεσβείας ἐθεώρησα πάντοτε, κύριοι, ὡς ἀναγκαιότατον στοιχεῖον διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ τόπου καὶ διὰ τὰ συμφέροντα αὐτοῦ. Εἶναι περιττὸν νὰ ἐκτανθῶ πολὺ περὶ τούτου καὶ νὰ ἐπαναλάβω ὅσα ἄλλοτε εἶπον, Ἡ ἱστορία ὅμως τῆς Ἑλλάδος ἀποδεικνύει ὅτι, ὁσάκις ἡ Ἑλλὰς εὑρέθη εἰς κρίσιμον θέσιν, ὁσάκις ἀνεφάνησαν ζητήματα σπουδαῖα, ἡ Ἑλλὰς πάντοτε προσέφυγεν εἰς τὴν ἀποστολὴν πρέσβεων, καὶ ἡ ἀποστολὴ αὐτῶν ἀπέδειξεν ὅτι ἡ δαπάνη δὲν ἐγένετο ματαίως, καὶ ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς συστάσεως τῶν πρεσβειῶν δὲν εἶναι μάταιος. Πολλὰ παραδείγματα ἐδύνατό τις νὰ ἀντλήσῃ ἐκ τῆς ἱστορίας τοῦ τόπου. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εὑρέθη ἄλλοτε εἰς πολλὰ δυσχερῆ θέσιν ἀπέναντι δυνάμεως προστάτιδος· ἡ τότε Κυβέρνησις εἰς τὸ μόνον μέσον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπέβλεψε διὰ νὰ ἐξέλθῃ τῆς δυσκόλου ἐκείνης θέσεως, ἦτον ἡ ἀποστολὴ τῶν πρέσβεων εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ὅλοι ἐνθυμεῖσθε βεβαίως τὴν ἐποχὴν τοῦ Πάρκερ. Δὲν παρῆλθεν ὀλίγος καιρὸς, ὅτε πάλιν ἡ Ἑλλὰς εὑρέθη εἰς θέσιν σπουδαίαν, ὅτε ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς μεγάλου ἐθνικοῦ ζητήματος· καὶ τότε πάλιν ἡ Ἑλλὰς ἀπέβλεψεν εἰς ἀποστολὴν πρέσβεων. Ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς κατὰ δυστυχίαν πάντοτε εὑρίσκεται εἰς θέσιν, ὥστε νὰ ἔχῃ διαφορὰν τινα πρὸς τὰς ἄλλας δυνάμεις. Εἴτε ἡ γεωγραφικὴ αὐτῆς θέσις, εἴτε ἡ ἀτυχία της, τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι δὲν παρέρχεται ἐνιαυτὸς χωρὶς νὰ ἔχωμεν διαπραγματεύσεις περὶ ἐξωτερικοῦ τινος ζητήματος. Ἐὰν ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχῃ ἀντιπροσώπους εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, θὰ ᾖναι ἠναγκασμένη ὅ,τι ἔχει νὰ μεταβιβάσῃ εἰς τὰ ὑπουργεῖα τῶν δυνάμεων, ἢ τῆς δυνάμεως, μεθ’ ἧς εὑρίσκεται εἰς διένεξίν τινα, νὰ τὸ μεταβιβάζῃ διὰ τῶν ἐν Ἀθήναις πρέσβεων αὐτῶν. Δὲν θὰ δυνηθῇ λοιπὸν νὰ παραστήσῃ τὸ δικαίωμά της ὡς πρέπει, διότι βεβαίως οἱ ἐνταῦθα πρέσβεις, ὅσον καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ἔχουσιν εὐθύτητα καὶ εἰλικρίνειαν εἰς τὰς ὑποθέσεις αὑτῶν, τὸ συμφέρον ὅμως αὑτῶν ὑπαγορεύει, ἵνα ταχθῶσιν ὑπὲρ τῆς ἀπαιτήσεως τῆς ἰδίας αὑτῶν δυνάμεως, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύουσιν ἐν Ἑλλάδι. Μεγάλη λοιπὸν ζημία θὰ ἐπέρχεται πάντοτε, ὁσάκις ἡ Ἑλλὰς ἔχει νὰ διαπραγματευθῇ ζήτημά τι μετά τινος δυνάμεως, ὅταν στερηθῇ τῆς ἀντιπροσωπείας αὑτῆς. Ἐκτὸς τούτου, κύριοι, ἡ Ἑλλὰς πολὺ δικαίως ἀτενίζει εἰς ἓν μέλλον ἐν τῇ Ἀνατολῇ, καὶ ἡ ἀπαίτησίς της αὕτη δὲν εἶναι ἄδικος, οὐδ’ ἄλογος· ὅταν λοιπὸν ἀποβλέπῃ εἰς τὸ μέλλον της σπουδαίως, τὸ πρῶτον ἔργον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ πράξῃ, εἶναι νὰ μὴ ἀφεθῇ εἰς τὴν τύχην. Θὰ λησμονηθῇ δὲ ἐντελῶς, ἐν ὅσῳ δὲν ἔχει ἀντιπροσώπους τινάς. Οὕτω κατὰ δυστυχίαν ἔχουσι τὰ πράγματα. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως ἐσκέφθη ἄλλως καὶ προέβη εἰς τὴν κατάργησιν τῶν πρεσβειῶν. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ μέτρον της τοῦτο δὲν ἐφάνη συνεπής, διότι, ἐνῷ κατήργησε τὰς πρεσβείας, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον ἐν Παρισίοις, ἐν Λονδίνῳ καὶ ἐν Πετρουπόλει, τοὐτέστι παρὰ δυνάμεσιν, αἵτινες ἀπέκτησαν τὸν τίτλον τῆς εὐεργέτιδος παρ’ ἡμῖν, διετήρησεν ἕνα πρέσβυν ἐν Γερμανίᾳ, ἤτοι ἐν Βιέννῃ καὶ Βερολίνῳ. Τὸ μέτρον τοῦτο δύναται νὰ κατακριθῇ ὡς μὴ πολιτικόν· καὶ τόσον μᾶλλον, καθόσον πάντοτε ἐκ μέρους τῶν Κυβερνήσεων τῶν τριῶν εὐεργετίδων δυνάμεων ἠγέρθη ἡ ἀπαίτησις, ὥστε ἡ εὐγνωμονοῦσα Ἑλλὰς νὰ ἀντιπροσωπεύηται παρ’ αὐταῖς. Ἀλλ’ ἐνῷ κατηργήθησαν αἱ πρεσβεῖαι εἰς τὰ ἔθνη ταῦτα, διετηρήθη ἐν Βιέννῃ. Πρέπει, κύριοι, νὰ ὑπάρχῃ πολὺ σπουδαῖος λόγος διὰ νὰ προβῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν θεωρῶ πολιτικόν, καὶ τὸ ὁποῖον ἤδη κατεκρίθη καὶ παρὰ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ τύπου. Ἐὰν ὁ λόγος τῆς διατηρήσεως πρέσβεως ἐν Αὐστρίᾳ ᾖναι διότι ὁ πρέσβυς δὲν πληρόνεται, τὸν λόγον τοῦτον δὲν τὸν θεωρῶ λόγον σπουδαῖον, ἀλλ’ οὐδὲ λόγον κἄν. Τὸ ἄμισθον τῶν ὑπηρεσιῶν εἶναι ἀρχὴ πλουτοκρατική, ἡ ὁποία δὲν δύναταί ποτε νὰ γείνῃ ἀποδεκτὴ ἐν Ἑλλάδι, τοὐτέστιν ἐν χώρᾳ, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπικρατοῦσιν ἰδέαι ὅλως διόλου ἀντίθετοι τῶν ἀρχῶν τῆς πλουτοκρατίας. Ἐὰν θεωρῆται ὀρθὸν νὰ διατηρῶνται πρέσβεις, διότι τὸ δημόσιον διὰ τῆς διατηρήσεως αὐτῶν δὲν ὑποκύπτει εἰς δαπάνην τινά, τότε εἶναι εὔκολον πανταχοῦ νὰ εὕρητε πρέσβεις, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον νὰ μὴ πληρόνωνται, ἀλλ’ ἴσως καὶ νὰ χορηγῶσι πολλὰς χιλιάδας δραχ. εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα καταστήσῃ τὸ ἰσοζύγιον ἔτι καλλίτερον. Ἀλλὰ τὴν ἀρχὴν ταύτην ἀπέκρουσα πάντοτε καὶ τὴν ἀποκρούω καὶ σήμερον, διότι εἶναι ἀρχὴ πλουτοκρατική, ἡ ὁποία ἐν χώρᾳ, οἵα ἡ Ἑλλάς, δὲν δύναταί ποτε νὰ ὑποστηριχθῇ. Ὁ λόγος λοιπὸν οὗτος, ὅτι διετηρήθη ἡ πρεσβεία ἐκείνη, διότι ὁ πρέσβυς δὲν πληρόνεται, δὲν εἶναι λόγος, ὅστις δύναται νὰ προταθῇ ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς πρεσβείας ταύτης. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπραξε κάκιστα καταργήσασα τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους ἐν τῷ ἐξωτερικῷ· ἡ δὲ οἰκονομία, τὴν ὁποίαν συνεπάγεται ἡ κατάργησις τῶν πρεσβειῶν, δὲν εἶναι λόγου ἀξία, διότι πρόκειται μόνον ἁπλῶς περὶ 200,000 δραχμῶν. Δὲν λέγω, ὅτι ἠδύναντο νὰ γείνωσιν ἄλλαι οἰκονομίαι καὶ νὰ μὴ προβῇ τὸ ὑπουργεῖον εἰς τὴν κατάργησιν τῶν πρεσβειῶν· ἀλλὰ λέγω, ὅτι καὶ ἐὰν ἄλλαι οἰκονομίαι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνωσι, ποτὲ δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ οἰκονομία διὰ τῆς καταργήσεως ταύτης. Διὰ τοὺς λόγους τούτους καὶ διότι ἐπιθυμῶ νὰ ᾖμαι ὅσον τὸ δυνατὸν σύντομος διὰ νὰ μὴν ἐρεθίσω τὴν χολὴν τοῦ κ. προέδρου τοῦ ὑπουργείου, ὅστις ἐνόμισεν ὅτι, μετὰ τὴν νίκην ἐπὶ τοῦ ὑπουργικοῦ ζητήματος, δὲν πρέπει νὰ γείνῃ καμμία συζήτησις ἐδῶ, ἔστω καὶ συντομωτάτη, διὰ τοὺς λόγους τούτους, τοὺς λίαν συντόμους, ἐπιμένω, ἵνα ἐγγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1873 ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τὸ προσδιωρισμένον διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀποστολάς.
§70ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐννοῶ, κύριοι, τί σημαίνει ἡ τελευταία φράσις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καλαβρύτων, ὅτι μετὰ τὴν λύσιν τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀξιοῖ νὰ μὴ γείνῃ κἀμμία συζήτησις. Αὐτὸ βεβαίως εἶναι ἐπινόησις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μας καὶ εὐτράπελος λόγος, ὅστις δὲν χρειάζεται πλείονος ἀναιρέσεως. Τὰ πρακτικὰ, τὰ ὁποῖα μαρτυροῦσι περὶ τῶν γινομένων ἐνταῦθα, αὐτὰ δὲν θέλουσι ποτὲ μαρτυρήσει, ὅτι ἐγὼ ἠξίωσα κατ’ οὐδένα τρόπον νὰ περιορισθῇ ὁ λόγος, ἡ ἐλευθέρα θέλησις καὶ ἡ συζήτησις. Πιθανὸν νὰ ὑπῆρξαν περιστάσεις τοιαῦται, αἱ ὁποῖαι ὅμως θὰ χαρακτηρισθοῦν ἀπὸ τὴν ἱστορίαν ὡς δυστύχημα, εἰς τὸ ὁποῖον ὅμως ἐγὼ δὲν συνέπραξα βεβαίως ποτέ. Καὶ ὅταν ἀκόμη κατὰ παρελθούσας συνεδριάσεις ἐγένετο κατάχρησις τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου ἐνταῦθα, καὶ τότε πάλιν ποτὲ τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν ἀντέταξα κἀμμίαν ἔννομον ἀντίστασιν. Καὶ ὅταν κατὰ τὰ 1872 κατὰ τὸν Ἰούλιον προσεκλήθημεν εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ ἤλθαμεν ἐνταῦθα, πολλάκις ἐπανέλαβον ὡς πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἐννοῶ κατ’ οὐδένα λόγον, οὔτε συνεδρίασις τῆς Βουλῆς νὰ ἐκβιασθῇ, οὔτε κἀμμία πρᾶξις τῆς Βουλῆς νὰ προέλθῃ ἐκ τῆς ἐλαχίστης πιέσεως. Διὰ τοῦτο καὶ οἱ λόγοι τῶν ἀξιοτίμων ἀντιπολιτευομένων, ὅσοι ὑπ’ αὐτὸ τὸ πνεῦμα ἐλάλησαν προχθὲς ὁμιλοῦντες περὶ τῆς ἐπιψηφίσεως ἐν δυσὶν ὥραις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1872, ἦσαν ἀνυπόστατοι. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων ἀπέκρουσεν ὡς μομφὴν, ὅτι ὡς ἀντιπολίτευσίς ποτε ἐζήτησε τὴν κατάργησιν τῶν πρεσβειῶν· ἂς συγχωρήσῃ ὅμως εἰς τοὺς ἄλλους νὰ μὴ θεωρήσωσι τὴν γνώμην ταύτην ὡς μομφὴν, ἀλλ’ ὡς γνώμην. Αἱ κυβερνήσεις συντάττουσαι τὸν προϋπολογισμὸν, πρὶν εἰσαγάγουν αὐτὸν εἰς τὴν Βουλὴν, πάντοτε προσπαθοῦν νὰ κατορθώσουν τὴν κατάργησιν τῶν πρεσβειῶν. Ἡ κατάργησις τῶν πρεσβειῶν, κύριοι, δὲν εἶναι πρᾶξις ἡμετέρα, ἀλλ’ αὐτῶν τῶν ἰδίων ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι εἰσήγαγον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τὸν κονδύλιον τοῦτο, ὅταν τὸ εἰσήγαγον τὸ 1867· διατί; διότι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ὑπουργοὶ εἶπαν, ὅτι δὲν ἠννόουν νὰ καθιερώσωσι τὸν θεσμὸν τῶν πρεσβειῶν ὡς θεσμὸν σταθερὸν, ἀλλὰ διὰ τὸ ἔκτακτον τῶν περιστάσεων ἐκείνων, τὰς ὁποίας πάντες ἐνθυμεῖσθε. Ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὴν τότε πολιτικὴν εἶχεν ἀνάγκην ἀντιπροσώπων εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ὅπως συνηγορήσουν ὑπὲρ τῶν γενικῶν συμφερόντων τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ· διὰ τοῦτο καὶ ἡ πίστωσις καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως καὶ ὁ προϋπολογισμὸς ἐξηκολούθουν ἀείποτε νὰ περιλαμβάνωσιν ἐκτάκτως τὸ κονδύλιον τοῦτο, ὑπὸ τὸν τύπον «ἔκτακτοι ἀποστολαί.»
§71ΤΙΝΕΣ. Ἀποστολαὶ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§72ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι. Ὑπάρχει δὲ κονδύλιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὰς σταθερὰς πρεσβείας, καὶ τοιαύτη εἶναι πράγματι μόνη ἡ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις σήμερον προέβη εἰς τὴν κατάργησιν αὐτῶν τῶν πρεσβειῶν, οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν εἰμὴ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν τῶν ὑπουργῶν τῶν τότε καὶ τῆς Βουλῆς τῆς τότε. Καὶ τῳόντι, κύριοι, δὲν βλέπω κἀνένα λόγον συνηγοροῦντα ὑπὲρ τῶν σταθερῶν πρεσβειῶν· ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων, εἶπεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ ἦναι καταδικασμένη νὰ ἀποτείνεται πρὸς τοὺς ἐνταῦθα πρέσβεις τῶν ξένων δυνάμεων καὶ μὲ αὐτοὺς νὰ συζητῇ τὰς ὑποθέσεις τὰς διπλωματικὰς καὶ πολιτικάς· κατεδίκασε δὲ τοῦτο ὡς σόλικον σύστημα, διότι ἕκαστος τῶν πρέσβεων αὐτῶν θέλει ὑπερασπίζεται τὰ συμφέροντα τῆς ἐπικρατείας του! Ἐγὼ οὐδέποτε ἠννόησα, κύριοι, οὔτε τὰς Κυβερνήσεις, οὔτε τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν Κυβερνήσεων, εἴτε ὑπουργοὺς, εἴτε πρέσβεις, εἴτε πράκτορας προξενικοὺς ἄλλως εἰμὴ ὅπως τοὺς ἐννοεῖ δυσχεραίνων ὁ κ. Ζαΐμης, ἤτοι ὡς ἀντιπροσώπους μετὰ φανατισμοῦ μάλιστα, καὶ ἄνευ καρδίας, καὶ καθαρῶς τὸ συμφέρον τῆς ἐπικρατείας τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύουν διώκοντας, πρὸς βλάβην μάλιστα τοῦ συμφέροντος πάσης ξένης ἐπικρατείας, ἐὰν ἡ βλάβη αὕτη συντελῇ ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τῆς ἐπικρατείας, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύουσιν. Ὁ πατριωτισμὸς τῶν ξένων διαφέρει ἀπὸ τὸν πατριωτισμὸν τῶν ἐντοπίων, δι’ ἕνα λόγον ἁπλούστατον, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι ἔχουσι πατριωτισμὸν, ὅπως καὶ οἱ ἐντόπιοι· οἷα καθήκοντα ἔχουσιν οἱ ἐντόπιοι πρὸς τὴν ἑαυτῶν πατρίδα, τὰ αὐτὰ καὶ οἱ ξένοι εἰς τὴν ἰδικήν των· καθὼς ὁ ἐντόπιος ἔχει ὑπ’ ὄψιν τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος του καὶ πολιτεύεται κατ’ αὐτὰς μὴ συμμεριζόμενος τὰ συμφέροντα τῶν ξένων, τοιουτοτρόπως καὶ ὁ ξένος διπλωμάτης παρακολουθεῖ καὶ δὲν ἀποβλέπει παρὰ εἰς τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος του· καὶ διὰ τοῦτο ὁ μέγας Ναπολέων ἔλεγεν «ἡ καρδία τῶν διπλωματῶν εἶναι εἰς τὴν κεφαλήν». Ἀλλὰ πλέον πολὺ παράδοξον μοὶ φαίνεται τὸ φυσικὸν συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς θεωρίας ταύτης τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καλαβρύτων ὤφειλέ τις νὰ πορισθῇ, ὅτι δηλαδὴ τὸ ἄτοπον τοῦ νὰ διαπραγματευώμεθα μετὰ διπλωματῶν ἀντιπροσωπευόντων τὸ συμφέρον τῆς ἑαυτῶν Κυβερνήσεως ἐδύνατο νὰ ἀνατραπῇ διὰ τῆς ἀποστολῆς πρεσβειῶν παρὰ ταῖς Κυβερνήσεσι! διότι ἐὰν οἱ Πρέσβεις αὐτὸν κανόνα θέλουσι παρ’ ἡμῖν ἀκολουθήσει πολιτευόμενοι καὶ διαπραγματευόμενοι μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τὸν αὐτὸν κανόνα θὰ ἀκολουθήσωσι καὶ αἱ Κυβερνήσεις αὐτῶν πολιτευόμεναι καὶ διαπραγματευόμεναι πρὸς τὸν ἡμέτερον πρέσβυν, τὸν εὑρισκόμενον παρ’ αὐταῖς, ὥστε οὐδεμίαν εὐκολίαν αἱ ἑλληνικαὶ Πρεσβεῖαι θέλουσι παράσχει εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ὁμολογουμένως τὰ κράτη δύνανται νὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ τῆς ἐκτάκτου ἱκανότητος ἑνὸς ἢ δύω ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους δύνανται νὰ μεταχειρισθοῦν πότε μὲν εἰς ἐσωτερικὰς σπουδαίας ὑπηρεσίας, πότε δὲ εἰς ἐξωτερικάς· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι λόγος ἀποχρῶν διὰ νὰ καθιερώσωμεν ἕνα θεσμὸν καὶ θεσμὸν ἀναλόγως πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν πολυδάπανον· διότι ἔκτακτοι ἄνδρες δὲν πλάττονται διὰ τῶν κονδυλίων τοῦ προϋπολογισμοῦ, αἱ δὲ ἔκτακται περιστάσεις καὶ ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι προκαλοῦν τὸν διορισμὸν, δὲν εἶναι ἡ συνήθης κατάστασις τῶν ἐθνῶν· εἶναι κατάστασις ἔκτακτος. Διὰ τοῦτο σοφώτατα ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1867 συμφώνως τῇ πολιτικῇ της νὰ διορίσῃ ἐκτάκτους πρέσβεις διὰ τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις· κάλλιστα δὲ πράττομεν καὶ ἡμεῖς μὴ ἔχοντες ἤδη τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις ἐκείνας, οὐδὲ προβλέποντες τοιαύτας, νὰ μὴ θελήσωμεν νὰ πλάσωμεν θέσεις ἢ νὰ διατηρήσωμεν θέσεις περιττὰς ἤδη καὶ ἐκ τῆς πρώτης κατασκευῆς αὐτῶν μὴ δικαιολογημένας, χάριν ἀτόμων καὶ προσώπων. Μολαταῦτα ἐὰν ἤθελον ὑπάρχει ἔκτακτοι ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς ἐκτάκτου αὐτῶν ἱκανότητος νὰ ἠδύναντο νὰ ὠφελήσωσι τὴν Ἑλλάδα πλέον παρ’ ὅ,τι ἡ θέσις συνήθως δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὠφέλιμος, ἴσως, ἴσως τότε ἠδυνάμεθα νὰ φερθῶμεν διαφορετικὰ, ἢ ἐὰν εἴχαμεν ἀνθηροτέραν τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν. Οἱ Πρέσβεις τῆς Ἑλλάδος εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις ἐκτελοῦν τὸ ἑαυτὸν καθῆκον πιστότατα καὶ ἐπιμελέστατα· δὲν ἐννοῶ νὰ ἐπικρίνω τὴν πολιτικὴν κἀνενὸς ἐξ αὐτῶν, οὔτε ὅσον ἀφορᾷ τὴν περίοδον καθ’ ἣν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, οὔτε κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη. Δὲν προῆλθε λοιπὸν ἡ κατάργησις ἕνεκα τοιαύτης τινὸς παρατηρήσεως καὶ πείρας· ἡ κατάργησις προῆλθε βεβαίως, ὡς προεῖπον, διότι δὲν ἦσαν προωρισμένοι νὰ διαμένωσιν ὁριστικῶς καὶ νὰ ὑπάρχωσιν ὁριστικῶς καὶ διότι αἱ πρεσβεῖαι δὲν ἐξυπηρέτησαν τοὺς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Ζαΐμης ὑπέθεσεν ὅτι ἐξυπηρετοῦσι. Δεύτερος λόγος κατὰ τῆς ἀπαλείψεως ἐῤῥέθη ὅτι ἡ Ἑλλὰς μένει ἄνευ ἀντιπροσώπων εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν καὶ ὅτι ἕνεκα τούτου λησμονεῖται καὶ λησμονηθήσεται· ἀλλ’ αὐτὸς μοὶ φαίνεται πολὺ πλέον παράδοξος καὶ μάλιστα ἐκ τοῦ στόματος τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καλαβρύτων ἐξερχόμενος. Δὲν ὑποθέτω νὰ ὑπάρχῃ κἀνεὶς πιστεύων, ὅτι ἓν κράτος δύναται νὰ λησμονηθῇ διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν ἔχει πρεσβείας εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν, ἀλλ’ οὔτε θὰ ὑπάρξῃ Ἕλλην, ὅστις νὰ καταδεχθῇ νὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ἀνήκει εἰς πατρίδα, ἥτις δύναται τόσον εὐκόλως νὰ λησμονηθῇ καὶ τόσον εὐκόλως νὰ μὴ λησμονηθῇ. Διὰ νὰ μὴ λησμονῆται κράτος τι δὲν εἶναι ἔργον τόσον εὔκολον ὅσον ἡ ὑπογραφὴ ἑνὸς φύλλου χάρτου καὶ ἑνὸς ὑπουργοῦ. Ἄλλως ἠθέλαμεν προσέξει πολὺ εἰς τοῦτο τοῦ νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὴν μεγαλειτέραν τῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας ἔχομεν, ἤτοι τοῦ νὰ ἤμεθα Κράτος, τοῦ ὁποίου ἡ μνήμη μένει νωπὴ, ζωηρὰ, παροῦσα εἰς τὸ πνεῦμα τῶν ξένων ἐθνῶν. Ἀπεναντίας ὅμως εἶναι κακίστη ἀντιπροσωπεία καὶ βλάβην προξενεῖ, ὅταν ἓν Κράτος ἔχῃ πρέσβεις καὶ ἀδιακόπως ἀναμιμνήσκει εἰς τοὺς ξένους τὴν ὕπαρξίν του, πάσχῃ ὅμως ὑπὸ κακῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως, κατατρύχεται ὑπὸ τῆς ληστείας, ἢ ἐν αὐτῷ ὁ νόμος δὲν ἔχῃ δύναμιν, οἱ κατάδικοι ᾖναι ἐκτὸς τῶν φυλακῶν, οἱ καταδιωκόμενοι ὑπὸ τῆς δικαιοσύνης ᾖναι ἐλεύθεροι, κατασκευάζῃ μόνον 10 χιλιόμετρα ὁδῶν κατ’ ἔτος, δὲν ἔχῃ δὲ κατασκευάσει ἐπὶ 40 ἔτη εἰμὴ 500 χιλιομέτρων, ἐνῷ ἔχει ἔκτασιν ἱκανὴν, δὲν ἔχῃ δυνάμεις οὔτε ἐν τῇ βιομηχανίᾳ, οὔτε ἐν τῇ γεωργίᾳ· οἱ πρέσβεις τότε πάντες ἐννοοῦσιν ὅτι ζημίαν φέρουσι μᾶλλον ἀναμιμνήσκοντες τὴν ὕπαρξιν τοῦ τοιούτου Κράτους παρὰ ὠφέλειαν. Ἐπεθύμουν διὰ τοῦτο νὰ ἔβλεπον τὸν ἀξιότιμον φίλον μου, κύριον Ζαΐμην μᾶλλον ἐνασχολούμενον καὶ φέροντα τὸν λόγον εἰς τὰς ἐσωτερικὰς ἐκείνας βελτιώσεις, τὰς ὁποίας ὡς ἀνὴρ πεπειραμένος καὶ πατριώτης ὀφείλει νὰ δώσῃ εἰς τὸν τόπον καὶ νὰ συστήσῃ εἰς ἡμᾶς, παρὰ νὰ ἀκούωμεν αὐτὸν προσπαθοῦντα νὰ ὑποστηρίξῃ ἐν μέσῳ τοῦ Κοινοβουλίου, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξοδευθῶσι 250,000 μόνον καὶ μόνον ὅπως ἀναμιμνήσκωμεν εἰς τὰ ξένα κράτη τὴν ὕπαρξιν τῆς Ἑλλάδος καὶ μὴ ἐπιτρέπωμεν ἕνεκα τῆς μὴ ὑπάρξεως πρέσβεων τὴν λήθην αὐτῆς, δεύτερον δὲ ὅπως κατορθώσωμεν νὰ διαφύγωμεν τὴν ἀσπλαγχνίαν τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ξένων κυβερνήσεων, μετὰ τῶν ὁποίων μὴ ἔχοντες πρέσβεις εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ διαπραγματευώμεθα τὰ διεθνῆ συμφέροντα. Ἡ δὲ τρίτη παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων ἐπήνεγκεν, εἶναι ὅτι διετηρήσαμεν μίαν πρεσβείαν ἄμισθον ἐν Εὐρώπῃ, πολιτεία ἀξιοκατάκριτος κατ’ αὐτὸν καὶ διὰ πολλοὺς μὲν ἄλλους λόγους καὶ διότι καθιεροῖ τὴν πλουτοκρατίαν· καὶ ἐνθυμηθεὶς κατὰ τὴν στιγμὴν τοῦ λόγου, του τὰ φιλελεύθερα αὐτοῦ φρονήματα, ἐφώνησεν, ὅτι ἡ πλουτοκρατία εἶναι ἀσυμβίβαστος καὶ πρὸς τοὺς θεσμούς μας καὶ πρὸς τὰ ἔθιμά μας! Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὅτι, ἂν τοῦτο ᾖναι μομφὴ ἀξία λόγου, δὲν ἀπευθύνεται εἰς ἡμᾶς, ἀλλὰ κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔπλασαν τὴν ἄμισθον πρεσβείαν· ἡμεῖς δὲν τὴν ἐπλάσαμεν. Ἡ ἀρχὴ τῆς πλουτοκρατίας, ἡ ὁποία τόσον ἀκαίρως ἐῤῥίφθη, δὲν καθιερώθη παρ’ ἡμῶν, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ σκανδαλωδῶς ὑπάρχει κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ζαΐμη πρὸ 7 ἢ 8 ἐτῶν. Ἂν λοιπὸν ἡ σύστασις τῆς πρεσβείας αὐτῆς ᾖναι σκανδαλώδης καὶ πρὸς αὐτοὺς τοὺς ὡραίους χαρακτῆρας τοῦ ἡμετέρου ἔθνους καὶ τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας ἀντιβαίνῃ, δὲν εἴμεθα αἴτιοι ἡμεῖς. Αὐτὴν δὲ τὴν στιγμὴν ὁ συνάδελφός μου κύριος Γρίβας μοὶ ὑπενθυμίζει ὅτι καὶ ἐπὶ τῆς δυναστείας τοῦ Ὄθωνος ὑπῆρχεν ἄμισθος πρέσβυς ὁ κύριος Σίνας. Δὲν ἔχω λοιπὸν δίκαιον νὰ θεωρῶ τινας τῶν λόγων τούτων τῶν ἀξιοτίμων ἀντιπολιτευομένων ὡς προσωπικούς; Διετηρήσαμεν ὅμως, κύριοι, τὴν θέσιν τοῦ πρέσβεως τῆς Ἑλλάδος οὐχὶ ἐν τῇ Αὐστρίᾳ μόνον ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ Γερμανίᾳ, διότι εἶναι πρέσβυς Αὐστρίας καὶ Γερμανίας, διότι ὁ κ. Ὑψηλάντης ἐνῷ δὲν προξενεῖ οὐδὲν βάρος εἰς τὸν προϋπολογισμόν, συγχρόνως διέπρεψε καὶ διαπρέπει ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος εἶχεν ἀναθέσει αὐτῷ πρὸ χρόνων. Ὁ κύριος Ὑψηλάντης δὲν ἐφάνη κατώτερος οὐδενὸς ἄλλου τῶν πρέσβεών μας οὔτε ὡς πρὸς τὸν πατριωτισμόν, οὔτε ὡς πρὸς τὴν εὐρυΐαν καὶ τὴν εἰλικρινῆ ἀφοσίωσιν εἰς τὸ δημόσιον συμφέρον. Ἓν πρᾶγμα ἠδύνατο νὰ μᾶς ἀναγκάσῃ νὰ μὴ ἀκολουθήσωμεν τὸ παράδειγμα τῶν προκατόχων μας τῶν κυβερνήσεων καὶ τῶν δύω δυναστειῶν, δηλονότι ἐὰν ἡ διατήρησις τοῦ κυρίου Ὑψηλάντη εἰς τὴν πρεσβείαν Αὐστρίας καὶ Γερμανίας ἠδύνατο νὰ δυσαρεστήσῃ τὰς ἄλλας κυβερνήσεις, διότι οἱονδήποτε συμφέρον καὶ ἂν εἴχομεν νὰ διατηρήσωμεν τὴν πρεσβείαν ὠφείλομεν νὰ τὸ παραιτήσωμεν, ὅπως σώσωμεν ἐθνικὰ συμφέροντα, τὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν νὰ διατελῶμεν εἰς καλὰς σχέσεις μετὰ τῶν ἄλλων κυβερνήσεων καὶ νὰ μὴ δίδωμεν ἀφορμὴν ψυχρότητος. Ἀλλά, κύριοι, ὡς γνωρίζετε, αἱ πρεσβεῖαι κατηργήθησαν, ἀνηγγείλαμεν δὲ πρὸ μηνῶν εἰς τὰς κυβερνήσεις καὶ τοὺς ἡγεμόνας, αἱ δὲ κυβερνήσεις ἐδήλωσαν ὅτι δὲν ἔχουσιν οὐδεμίαν παρατήρησιν νὰ ἐπιφέρωσιν εἰς μέτρον, τὸ ὁποῖον βλέπουν, ὅτι προῆλθεν οὐχὶ ἀπὸ ἄλλον τινὰ σκοπὸν παρὰ ὅπως διευθετηθῶσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ὑπεσχέθησαν δέ, καὶ πρέπει νὰ ᾖναι πάντες βέβαιοι ὅτι ὑπεσχέθησαν εἰλικρινῶς, ὅτι ἡ ἀπουσία τῶν πρέσβεων δὲν θέλει ἐλαττώσει κατὰ κεραίαν τὴν ὀφειλομένην ἀγάπην καὶ τὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα ἑκάστη τῶν κυβερνήσεων ἔχει πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Τέλος δέ, κύριοι, ἡμεῖς τυχόντες τῆς εὐκαιρίας πρώτην φορὰν νὰ συντάξωμεν προϋπολογισμόν, ὀφείλομεν ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν ἀρχὴν καὶ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς θέλει μᾶς ἀμφισβητήσει ὅτι πάντοτε ἐπρεσβεύσαμεν· κατ’ αὐτήν, παρελθουσῶν τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπροκάλεσαν ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου τὰς ἐκτάκτους ἀποστολάς, αὗται ἔπρεπε νὰ καταργηθῶσιν ὅπως οἰκονομήσωμεν ἄλλας ἀνάγκας, τὰς ὁποίας οἱ πάντες γνωρίζετε, καὶ τῶν ὁποίων τὴν διευθέτησιν κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην ἐπιμελούμεθα.
§73ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διαφωνῶ δυστυχῶς πρὸς τὸν κ. πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου κατὰ τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν σήμερον· διαφωνῶ δὲ προσέτι καὶ κατὰ τοὺς τύπους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους συζητοῦμεν αὐτό. Τῳόντι, πρὸ μικροῦ εἰσῆλθον εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ δὲν παρευρέθην εἰμὴ εἰς δύω ἢ τρεῖς συζητήσεις· παρετήρησα ὅμως κατὰ τὰς συζητήσεις ἐκείνας, καὶ κατὰ τὴν σημερινήν, ὅτι ὁ κύριος πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου καὶ οἱ ἔντιμοι αὐτοῦ συνάδελφοι, κατὰ μίμησιν τοῦ παραδείγματος αὐτοῦ, ἀπαντῶντες εἰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας οἱ κύριοι βουλευταὶ ζητοῦσιν, ἢ ὑποστηρίζοντες τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ἀρκοῦνται εἰς τὸ νὰ δώσωσι τὰς πληροφορίας τὰς ζητουμένας, οὐδὲ νὰ ὑποστηρίξωσι τὰς προτάσεις των, ἀλλὰ προβαίνουσι καὶ ἔτι πρός, εἰς τὴν ἐπίκρισιν τοῦ παρελθόντος, ἢ εἰς τὴν ἐπιτίμησιν τῶν ἀντιφρονούντων. Ἡ ὁμιλία σήμερον τοῦ κ. προέδρου τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου εἶναι βεβαίως πολὺ ὑποδεεστέρα κατὰ τὴν δριμύτητα τοῦ λόγου, τὸν ὁποῖον χθὲς ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἀπήγγειλε καθ’ ἑνὸς τῶν κοσμιωτέρων συναδέλφων ἡμῶν, τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Πυλίας· εἶναι ὅμως ἴση κατὰ τὴν ἔννοιαν, διότι περιεῖχεν ὅλην τὴν ἀξίαν τῆς ἐπιτιμήσεως πρὸς τὸν κ. Ζαΐμην καὶ τῆς ἐπικρίσεως τῆς πορείας αὐτοῦ. Ἴσως εἶναι περιττὸν νὰ διαλάβω παρατήρησιν, ἥτις ἐνδέχεται νὰ θεωρηθῇ δριμεῖα, παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἀρύομαι ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος καὶ ἐκ τῆς πείρας τοῦ Κοινοβουλίου, τὴν παρατήρησιν ὅτι οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ἔχουσιν ὑποχρέωσιν ζητούμενοι νὰ δώσωσι πληροφορίας, καὶ νὰ ὑποστηρίζωσι τὰς προτάσεις αὐτῶν, δὲν ἔχουσι δὲ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικρίνωσι καὶ νὰ ἐλέγχωσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι παρ’ αὐτῶν πληροφορίας. Συντάσσομαι ἐντελῶς μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ζαΐμη περὶ πλουτοκρατίας. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἐχαρακτήρισεν εἰρωνικῶς τὰς περὶ τούτου γνώμας τοῦ κ. Ζαΐμη ὡς φιλελευθέρους, καὶ εἶπεν ὅτι δὲν παραδέχεται τὰς φιλελευθέρους περὶ πλουτοκρατίας ἰδέας τοῦ κ. Ζαΐμη. Ἐγὼ ἀληθῶς εὑρίσκω αὐτὰς φιλελευθέρας, καί, ὅσον καὶ ἂν ἐπιθυμῇ ὁ κ. πρωθυπουργὸς νὰ θεωρῆται ὑπερβάλλων κατὰ τὰ φιλελεύθερα φρονήματα τοῦ κ. βουλευτοῦ τῶν Καλαβρύτων, νομίζω ὅτι ἡ δόξα αὐτοῦ ὅτι ἡ Ἐπικράτεια δύναται ἀντὶ μικροῦ ἀργυρίου νὰ ἐμπιστεύηται τὰ συμφέροντά της εἰς ἄνδρας μηδὲν ἄλλο προσὸν ἔχοντας ἢ τὸν πλοῦτον εἶναι δόξα ἀνελεύθερος καὶ ἐπιβλαβής. Εἶχον λάβει ἀφορμὴν νὰ κάμω ἄλλοτε τὴν αὐτὴν παρατήρησιν πρὸς ἔντιμον κύριον, μὴ ὄντα μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, ὁ ὁποῖος ὑπερβαίνει ὅλους ἡμᾶς συνάμα καὶ ἕκαστον ἡμῶν ἰδιαιτέρως κατὰ τὸν πλοῦτον, νομίζοντα ὅτι αἱ πρεσβεῖαι τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ προξενικὴ ὑπηρεσία αὐτῆς ἀνήκουσι περισσότερον εἰς τοὺς εὐποροῦντας ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἢ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δι’ εἰδικῶν σπουδῶν, διὰ μακρᾶς πείρας, διὰ τῆς σπουδῆς τῶν νόμων τοῦ τόπου εἶναι εἰς καλλιτέραν κατάστασιν νὰ ὑπηρετήσωσι τὸ συμφέρον τοῦ τόπου των. (Θόρυβος).
§74ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
§75ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ αἱ πρεσβεῖαι, κύριοι, φρονεῖ ὁ κύριος πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, εἶναι ἄχρηστοι κατὰ τὸν ὁμαλὸν βίον τῶν ἐπικρατειῶν, καὶ δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι μόνον εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις, ὅταν ἔκτακτα πρόσωπα ἀποστέλλωνται διὰ νὰ ἐκπληρώσωσι τὴν ἀποστολὴν αὐτῶν. Ὁ κύριος πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου μάλιστα ἐζωγράφισεν εἰκόνα τῳόντι ἀξιοδάκρυτον ἐπικρατείας, ἡ ὁποία μαστίζεται ὑπὸ τῆς ληστείας, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ φυγοδικία εἶναι ἡ προφανεστέρα ἄρνησις τοῦ νόμου, εἰς τὴν ὁποίαν ἐλλείπουσι τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας καὶ ἀναγκάζεται ὁ παραγωγὸς νὰ καταναλίσκῃ ἐν τῇ καλύβῃ του ἢ ἐν τῷ χωρίῳ του τὰ προϊόντα! εἰς τὴν ὁποίαν ἡ ἔλλειψις συγκοινωνίας δεσμεύει τὸ ἐμπόριον, καὶ τὰ προϊόντα μένουσι μακρὰν τῶν κέντρων τῶν ἀγορῶν. Ἐὰν ἡ εἰκὼν αὕτη ἔχῃ τι συναφὲς μὲ τὴν εἰκόνα τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν δι’ αὐτῆς ἐσκόπει νὰ παραστήσῃ τὴν εἰκόνα αὐτῆς καὶ νὰ κάμῃ ἐμμέσως τὴν παραβολὴν τοῦ παρελθόντος πρὸς τὴν σήμερον· ἐὰν προετίθετο νὰ ἀνέλθῃ ἐκ τῆς παραβολῆς ταύτης, καὶ νὰ παραστῇ ὡς ὁ ἐργάτης τῆς σημερινῆς ἡσυχίας, λυποῦμαι διότι ὁ κ. πρωθυπουργὸς καταγοητευμένος ἀπὸ τὴν ἐνεστῶσαν κατάστασίν μοι ἀνέμνησε δυστυχῆ συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα πικραίνουσι καὶ τὴν καρδίαν ἐμοῦ οὐχὶ ὀλιγώτερον ἀπὸ τὴν ἰδικήν του. Παρερμηνεύει ὅμως τὴν ἱστορίαν, ἀποδίδων ταῦτα πάντα εἰς αἰτίας ἄλλας ἢ τὰς πράγματι ἀληθεῖς, καὶ λησμονῶν, ὅτι ἡ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔκρυθμος κατάστασις τοῦ τόπου ἦτο συνέπεια ἐκτάκτων περιστάσεων. Ἔκτακτοι περιστάσεις ἦσαν ἐκεῖναι, αἵτινες κατὰ τὸ 1854 ὤθησαν πληθὺν συμπολιτῶν μας εἰς τὴν ὁροθετικὴν γραμήν. Τότε ἠναγκάσθησαν ἐκεῖνοι νὰ ὑπερπηδήσωσι τὰ ὅρια ἔνοπλοι καὶ νὰ ἀγωνισθῶσι περὶ μιᾶς ἰδέας. Δὲν πρόκειται ἤδη νὰ ἐπικρίνω αὐτήν. Κατόπιν ὅμως αἱ πολιτικαὶ περιστάσεις τοῦ 1854 ἠνάγκασαν αὐτοὺς νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ δὲ Ἑλλὰς τῳόντι ἐγένετο τότε ἕρμαιον τῆς ληστείας καὶ τῆς φυγοδικίας καὶ διετέλει ἐν καταστάσει, μαρτυρούσῃ τὴν ἄρνησιν τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ὀλίγα ἔτη παρῆλθον, καὶ ἡ Ἑλλὰς ἀποκατέστη τόπος τῆς εὐνομίας καὶ μία ἀπὸ τὰς ἐπικρατείας ἐκείνας εἰς τὰς ὁποίας ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου καὶ ἡ ἐκτέλεσις αὐτοῦ εἶχον τὰ ἀσφαλέστερα ἐχέγγυα. Κατὰ τὰ 1867 πολιτικὴ ἰδέα ὤθησέ τινας τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν νὰ ἀπέλθωσι τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ μεταβῶσιν εἰς ξένην ἐπικράτειαν διὰ νὰ ὑπηρετήσωσι πολιτικὸν σκοπὸν, εἰς τὸν ὁποῖον πολλοὶ ἐξ ἡμῶν ἐπεκρότησαν· κατόπιν αἱ πολιτικαὶ περιστάσεις, ἡ δυσμενὴς τύχη, ἡ διπλωματία τῆς Εὐρώπης, δὲν ἐχορήγησεν εἰς αὐτοὺς τὴν συνδρομὴν, τὴν ὁποίαν ἤλπιζον· καὶ ἂν ἡ ἀπόπειρα αὕτη ἀπέτυχε καὶ ἂν μετὰ τοῦτο ἐπανῆλθον ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐπῆλθεν ἡ διακοπὴ τῶν σχέσεων τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῆς Τουρκίας· ἂν μετὰ τοῦτο συνεκεντρώθη ἐν τῇ πρωτευούσῃ ἡ ἐργατικὴ τάξις τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, ἡ βιοῦσα ἐν τῇ Τουρκίᾳ καὶ τότε ἐξαναγκασθεῖσα νὰ καταλίπῃ τὴν χώραν ἐκείνην· ἂν ἡ ἐργατικὴ αὕτη τάξις στερουμένη ἐργασίας ἐπένετο, νομίζω ὅτι τίποτε φυσικώτερον δὲν εἶναι παρὰ καὶ ληστεία νὰ ἐπέλθῃ καὶ ἡ φυγοδικία νὰ ἀνυψώσῃ τὴν κεφαλήν. Ἀλλὰ περιμείνατε νὰ παρέλθωσιν ὀλίγα ἔτη, καὶ τὸ Κράτος τῶν νόμων θὰ ἐπέλθῃ. Τὰ ἔτη παρῆλθον, γαλήνη ἀποκατέστη· ἂς μὴ νομίσῃ δὲ ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἢ ἄλλος τις ἐξ ἡμῶν ὅτι τὸ κατόρθωμα τοῦτο καὶ ἡ καλὴ κατάστασις τοῦ τόπου εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐξαιρετικῆς ἱκανότητος τινὸς ἐξ ἡμῶν· ἂς μὴ νομίσῃ ὅτι ἔκτακτος ἐνέργεια καὶ σπανία νοημοσύνη ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντισταθῇ κατὰ τοῦ χειμάρου καὶ σταματήσῃ αὐτόν. Αὐτὰ εἶναι φυσικὰ ἀποτελέσματα τῆς παρόδου τοῦ χρόνου, εἶναι ἡ φυσικὴ συνέπεια τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς κοινωνίας εἰς τὴν νόμιμον καὶ κανονικὴν τροχιάν της. Ἀποτελέσματα τοιαῦτα οὐδεὶς ἂς μὴ οἰκειοποιηθῇ. Ὁ κύριος Ζαΐμης τῳόντι ὡμίλησε περὶ πλουτοκρατίας, εἶπον δὲ ὅτι συμμερίζομαι τὸ φρόνημά του. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἰς μίαν ἄλλην ἐποχὴν ἐπὶ τῆς πρώτης δυναστείας, ὅτε διὰ πρώτην φορὰν εἰσήχθη νόμος εἰς τὸ Κοινοβούλιον τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ἀπενεμήθη ἡ Ἑλληνικὴ ἐθνικότης εἰς τρεῖς ἐξόχους Ἕλληνας, οἱ ὁποῖοι πολλαχῶς εὐηργέτησαν τὴν πτωχὴν πατρίδα, ἐνθυμοῦμαι ὅτι τότε κατ’ ἐξαίρεσιν εἷς ἐξ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα προφέρω μετὰ σεβασμοῦ καὶ εὐγνωμοσύνης, διωρίσθη πρέσβυς τῆς Α. Μ. εἰς τὴν Βιένην τῆς Αὐστρίας ἄνευ μισθοῦ· ὅτι κατόπιν ἄλλος ἔντιμος συμπολίτης, ὁ ὁποῖος πλέον δὲν εἶναι ἐν τῷ βίῳ τούτῳ, διωρίσθη πρέσβυς τοῦ Βασιλέως εἰς τὸ Βερολῖνον ἄνευ μισθοῦ. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὅτε πρώτην φορὰν ἠκούσθησαν οἱ διορισμοὶ οὗτοι, ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία ἐξανέστη καὶ μὲ ὅλον τὸν ὄγκον, τὸν ὁποῖον ἔφερε τὸ ὄνομα τοῦ Βαρώνου Σίνα, μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην, τὴν ὁποίαν ὤφειλε πρὸς αὐτὸν διὰ τὰς δαψιλεῖς δωρεὰς καὶ παροχὰς αὐτοῦ εἰς τὴν πατρίδα, τὸ δημόσιον φρόνημα δὲν ἐδέχθη εὐμενῶς τοὺς διορισμοὺς αὐτοὺς, διότι ἐσυνείθισε νὰ ἀνέχηται οὐχὶ τὰς ἐκ τύχης ὑπεροχὰς, ἀλλὰ τὰς ἀναδεικνυομένας μετὰ συναγωνισμὸν, καθ’ ὃν πάντες διαγωνίζονται, καὶ ὁ καλλίτερος λαμβάνει τὸ γέρας. Εἶναι τοῦτο ἀποτέλεσμα τῶν δημοκρατικῶν ἰδεῶν, τῶν φιλελευθέρων φρονημάτων τοῦ τόπου; δὲν γνωρίζω· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζω εἶναι, ὅτι ἡ κατὰ τὸν πλοῦτον ὑπεροχὴ δὲν ἀποτελεῖ τὸ μόνον ἀναγκαῖον, τὸ ἀπόλυτον προσὸν τῶν καλουμένων νὰ ἀντιπροσωπεύσωσι τὴν πατρίδα. Ὁ πλοῦτος καὶ ἡ εὐπορία εἶναι προσὸν χρήσιμον διὰ τὴν ἐντολὴν ταύτην, οὐχὶ δὲ τὸ πρώτιστον πάντων. Τὸ πρώτιστον εἶναι ἡ λεπτομερὴς γνῶσις τῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου, ἡ γνῶσις τῆς ἱστορίας καὶ τῆς νομοθεσίας αὐτοῦ, πρὸ πάντων δὲ ἡ λεπτομερὴς γνῶσις τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου. Ἐκτὸς τῶν προσόντων τούτων ἀπαιτεῖται ἡ μεγάλη ἐμπειρία, ἥτις δὲν ἀποκτᾶται διὰ τῆς ἡμερησίας ὑπηρεσίας. Δυνατὸν νὰ ἔχῃ τις ἔκτακτον ἱκανότητα, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὠφελῆται ἐκ τῆς σοφῆς ἐμπειρίας, οὐδὲ δύνασθε νὰ εὑρίσκετε πεπειραμένους εἰς τὴν διπλωματίαν ἀνθρώπους, ἵνα στέλλητε ὅταν θέλετε εἰς τὴν Εὐρώπην. Τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς πρέπει νὰ τοὺς προπαρασκευάσητε, καὶ παρασκευάζει αὐτοὺς μόνη ἡ μακρὰ διάπραξις τῶν δημοσίων πραγμάτων. Ὁ κ. Ζαΐμης ὁμιλῶν περὶ πλουτοκρατίας εἶπέ τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἠξεύρω, ἂν ἐγένετο καταληπτὸν ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλίου· εἶμαι ὅμως ἠναγκασμένος νὰ τὸ ἀναπτύξω, ἵνα μὴ δοθῇ ἀφορμὴ εἰς τὰς συνήθεις διαστροφάς. Ὁ κ. Ζαΐμης εἶπεν ὅτι, νομίζετε περιττὰς τὰς πρεσβείας, διατί διετηρήσατε τὴν πρεσβείαν τῆς Αὐστρίας; ἀφοῦ ἐκρίνατε τὰς ἄλλας περιττάς, διατί δὲν συγκατηργήσετε καὶ τὴν ἐν Βιέννῃ πρεσβείαν; Ἂν δὲ διετηρήσατε αὐτὴν διότι δὲν ἐπιφέρει δαπάνην, δὲν νομίζετε ὅτι ὁ λόγος οὗτος εἶναι μικρὸς ἀπέναντι τοῦ μεγάλου συμφέροντος, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ τὴν ὕπαρξιν τῶν πρεσβειῶν; Ὁ κ. Ζαΐμης ἠθέλησε νὰ θέσῃ δίλημμα, εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀνάγκη; Ἐὰν δὲν ἦναι ἀνάγκη εἰς τὰς ἄλλας Ἐπικρατείας, δὲν εἶναι ἀνάγκη οὐδὲ εἰς τὴν Αὐστρίαν· διατηροῦντες δὲ τὴν ἐν Αὐστρίᾳ, δὲν φοβεῖσθε μήπως ἡ τοιαύτη ἐπιφύλαξις δώσῃ ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις τῶν ἄλλων δυνάμεων, αἵτινες δύνανται νὰ ὑπολάβωσιν ὅτι περὶ μικροῦ ποιεῖσθε τὴν συμπάθειαν τῶν Κυβερνήσεων ἐκείνων; Ὁ κύριος Δεληγιώργης ἀπήντησεν, ὅτι πρὸ καιροῦ ἡ Κυβέρνησις ἀνήγγειλε τὴν ἀπόφασίν της εἰς τὰς τρεῖς μεγάλας Δυνάμεις, καὶ ὅτι αἱ Κυβερνήσεις ἐκείνων ἀπήντησαν ὅτι θέλουσιν ἐξακολουθεῖ καὶ μετὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο ἀποδίδουσαι τὴν εὔνοιαν αὑτῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα, οὐδεμίαν δὲ ἀντίῤῥησιν ἔκαμον. Ὑποθέτω ὅτι οὐδεμία Κυβέρνησις ξένη, μανθάνουσα ὅτι Ἐπικράτειά τις ἀνακαλεῖ τοὺς πρέσβεις της, δύναται νὰ φέρῃ ἀντίῤῥησιν, οὔτε εἶναι τοῦτο διπλωματικῶς ἐπιτετραμμένον· διαγωγὴ ἀντίθετος τῶν ξένων Κυβερνήσεων πρὸς τὴν γνώμην τῆς Ἑλληνικῆς ἤθελεν εἶσθαι ἀνάμιξις αὐτῶν εἰς τὰ ἐσωτερικὰ πράγματα τοῦ τόπου, ἀθέτησις τῆς πλήρους ἀποχῆς, τὴν ὁποίαν αἱ ξέναι Ἐπικράτειαι ὀφείλουσι νὰ τηρῶσιν εἰς τὴν διάταξιν τῶν ἐσωτερικῶν πραγμάτων τῶν ἄλλων· μ’ ὅλα ὅμως ταῦτα ἐν τῷ κοινοβουλίῳ τοῦ Λονδίνου ἀνέγνωσα ὅτι ἐγένετο ἐπερώτησις ὑπὸ βουλευτῶν περὶ τούτου, οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν παρατηρήσεών των ἐσκόπουν νὰ ἐξηγήσωσι τὴν ἔκπληξιν, τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθησαν, ὅταν ἔμαθον τὸ εἰρημένον μέτρον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἔχω προσωπικὸν φίλον τὸν κ. Ὑψηλάντην, τὸν πρέσβυν τῆς Α. Μεγαλειότητος ἐν Βιέννῃ, τιμῶ τὸν πατριωτισμὸν αὐτοῦ καὶ ἀνομολογῶ τὰς μεγάλας ἀρετὰς καὶ τὰς πολυτίμους προσωπικὰς ἰδιότητας, τὰς ὁποίας φέρει καὶ αἵτινες καθιστῶσιν αὐτὸν ἄξιον ἀντιπρόσωπον τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων. Ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἔχει τὸ αὐτὸ φρόνημα, διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁπόταν ἐκλήθη εἰς τὰ πράγματα ἀμέσως ἀπετάθη πρὸς τὸν κ. Ὑψηλάντην καὶ ἐζήτησε τὴν ἐν τῷ ὑπουργείῳ σύμπραξιν αὐτοῦ. Οὐδ’ ὁ κ. Ζαΐμης, οὐδ’ ἐγὼ διενοήθημεν νὰ διαμφισβητήσωμεν τὰ προσόντα ταῦτα τοῦ πολυτίμου ἐκείνου φίλου μου· διενοήθημεν δὲ μόνον νὰ παρατηρήσωμεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἐπιφύλαξις τῆς πρεσβείας τῆς Αὐστρίας ἀποτελεῖ ἐξαίρεσιν τοῦ γενικοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν ἐπὶ τῶν ἄλλων πρεσβειῶν, καὶ δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις. Ἀλλὰ διατί συνηγοροῦμεν ὑπὲρ τῆς ὑπάρξεως τῶν πρεσβειῶν; Συνηγοροῦμεν, διότι φρονοῦμεν, ὅτι τὰ κράτη, τὰ κηρυσσόμενα αὐθύπαρκτα ἔχουσιν, ἅμα γεννώμενα, ἀνάγκας, τῶν ὁποίων τὴν θεραπείαν οὐδεὶς ποτε κυβερνῶν αὐτὰ δύναται νὰ παραλίπῃ· καὶ ὅπως εἰς τὴν ἐσωτερικὴν αὐτῶν διοίκησιν ὀφείλουσι νὰ δίδωσι πᾶσαν προσοχήν, οὕτω πρέπει νὰ ἔχωσι καὶ ἄγρυπνον ὀφθαλμὸν ἐκτὸς αὑτῶν ἵνα διατελῶσιν ἐν γνώσει ὅλων τῶν πλοκῶν, τὰς ὁποίας ἡ φορὰ τῶν πραγμάτων δίδει εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ κόσμου, καὶ νὰ γνωρίζωσι τὴν ὁδὸν, ἐπὶ τὴν ὁποίαν ὀφείλουσι νὰ τρέπωνται, ἵνα ὑπερασπίζωσι ἢ διασώζωσι τὰ ἐθνικὰ δικαιώματα ἢ συμφέροντά των. Ἡ ἄρνησις τοῦ ἄρτου εἰς τὸν ἄνθρωπον εἶναι ἄρνησις εἰς αὐτὸν τῶν ἀναγκαιούντων ἵνα ζήσῃ· ὁ μὴ παρέχων εἰς τὰς ἐπικρατείας διοίκησιν, ὁ ἀρνούμενος νὰ ἐγκαταστήσῃ δικαστήρια, ἵνα ἀπονέμηται ἐν αὐτοῖς ἡ ἀστικὴ καὶ ποινικὴ δικαιοσύνη, ὁ ἀφαιρῶν ἀπὸ αὐτὰς τὰ μέσα, δι’ ὧν θέλουσιν ἀντιπροσωπεύεσθαι ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἀρνεῖται εἰς τὰς ἐπικρατείας ταύτας τὸν ἄρτον, δι’ οὗ δύνανται νὰ ζήσωσι. Πολλάκις ἤκουσα μετ’ ἐκπλήξεως, ὄχι ἀπὸ τοὺς κυρίους ὑπουργοὺς, ἀλλὰ βεβαίως ἀπὸ πολλοὺς τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν ἐρώτησιν ἀπευθυνομένην, εἰς τί ἐχρησίμευσαν αἱ πρεσβεῖαι; Ἡμεῖς εἴχομεν πρέσβεις, καὶ ὅμως ὁ ἀγὼν τῆς Κρήτης ἀπέτυχεν· ἡμεῖς εἴχομεν πρέσβεις, καὶ ὅμως τὰ κινήματα τοῦ 1854 ἀπέτυχον· εἴχομεν πρέσβεις, ἀλλ’ εἰς τὰς πρεσβείας δὲν δυνάμεθα νὰ ὀφείλωμεν τὴν προσάρτησιν τῆς Ἑπτανήσου. Τῷ ὄντι, ἐάν τις προσδοκᾷ παρὰ τῶν πρέσβεων καὶ μόνον παρ’ αὐτῶν τὴν ἐπιτυχῆ διεξαγωγὴν τῶν ὑποθέσεών του, τὴν εὐτυχῆ ἔκβασιν καὶ θεραπείαν ὅλων τῶν ἐθνικῶν πόθων, νομίζω ὅτι προσδοκᾷ τι ἀνώτερον τῶν δυνάμεων τῶν πρέσβεων. Ἡ ἀποστολὴ τῶν πρέσβεων δὲν σκοπεῖ τοῦτο. Εἰς τοῦτο χρησιμεύει ἡ εὐτυχὴς πλοκὴ τῶν πολιτικῶν περιστάσεων, ἡ ἐπιτυχὴς παράστασις τῶν δικαιωμάτων, ἐπὶ τέλους ἡ ἰσχὺς καὶ ἡ δύναμις. Ἐὰν μάλιστά τις δὲν ἔχῃ τὴν ἰσχὺν καὶ τὴν δύναμιν, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραλείπῃ κατ’ οὐδὲν τὰ δύω ἄλλα μέσα, διὰ τῶν ὁποίων καὶ μόνον δύναται νὰ διασώσῃ τὰ δικαιώματά του καὶ νὰ προστατεύσῃ τοὺς πόθους του. Ἡ Ἑλλὰς δυστυχῶς οὔτε ἰσχὺν ἔχει, οὔτε δύναμιν. Ἐὰν ἀφαιρέσητε ἀπ’ αὐτῆς καὶ τοὺς πρέσβεις, κλείετε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῆς διὰ νὰ μὴ διορᾷ τί γίνεται ἐκτὸς αὐτῆς. Οἱ ὀφθαλμοὶ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν εἶναι οἱ ἀντιπροσωπεύοντες αὐτὴν, διότι δι’ αὐτῶν πληροφορεῖται τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν κεῖνται αἱ πολιτικαὶ ὑποθέσεις ἑκάστης ἐπικρατείας, τὰς διαθέσεις αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν, τὸν συνδυασμὸν τῶν πολιτικῶν περιστάσεων, καὶ ἐξ αὐτῶν καὶ μόνων δύναται νὰ ὠφεληθῇ χρησιμοποιοῦσα τὰς ἐνδεχομένας ταύτας πλοκὰς πρὸς τὸ ἴδιον ἑαυτῆς συμφέρον. Ἐὰν ἀφαιρέσητε ἀπ’ αὐτῆς τοὺς πρέσβεις, κλείετε τὸ στόμα αὐτῆς, διότι διὰ τοῦ στόματος τῶν πρέσβεων αὐτῆς δύναται νὰ λαλῇ πρὸς τὴν Εὐρώπην, παριστῶσα τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς εὐλόγους προθέσεις της, τοὺς σκοποὺς καὶ τὰς νομίμους ἀξιώσεις της, καὶ ἀποδεικνύουσα ὅτι οὐ μόνον τὸ ἑαυτῆς συμφέρον, ἀλλὰ τὸ συμφέρον αὐτὸ τῆς Εὐρώπης ἐπιβάλλει τὴν υἱοθέτησιν τῶν πόθων τούτων καὶ τῶν ἀξιώσεών της. Πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου ἐπικαλοῦμαι τὴν ἱστορίαν ταύτην τῆς πατρίδος μου. Δὲν μνημονεύω ὅτι ἡ ἀποστολὴ τῶν πρέσβεων κατὰ τὸ 1850, εἴτε προώρως εἴτε βραδέως γενομένη, ἐχρησίμευσεν εἰς τὴν ἀποτροπὴν ζημιῶν καὶ κινδύνων, οἵτινες ἠπείλησαν τὴν Ἑλλάδα· δὲν μνημονεύω τοῦ μέρους, τὸ ὁποῖον ἡ γαλλικὴ κυβέρνησις ἔλαβεν ὑπὲρ τῶν Ἑλληνικῶν συμφερότων, οὔτε ζητῶ νὰ παραστήσω αὐτὸ ὡς συνέπειαν τῆς ἀποστολῆς τῶν πρέσβεων. Μνημονεύω ὅμως γεγονότων καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀξιοτίμου πρωθυπουργοῦ καὶ ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν, διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν θέλει ἀρνηθῆ τὸ γεγονὸς τοῦτο. Κατὰ τὸ 1854 ἀνεφύη ὁ ῥωσσικοτουρκικὸς πόλεμος· ἡ Δύσις ὅλη συνετάσσετο καὶ συνηρμολογεῖτο διὰ νὰ κηρυχθῇ ὑπὲρ τῆς Τουρκίας, ἡ δὲ Ἑλλὰς ἐβουλεύετο διὰ νὰ συμπράξῃ εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ πολέμου τούτου, καὶ εἰς τὴν ἀποσόβησιν τῶν πρὸς περιστολὴν τοῦ πολέμου τούτου ἐνεργειῶν τῆς Δύσεως. Ὑπῆρχε τότε πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος ἐν Παρισίοις ἀνὴρ, τοῦ ὁποίου ἡ μνήμη μοὶ εἶναι σεβαστὴ καὶ τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα προφέρω μετ’ εὐλαβείας καὶ εὐγνωμοσύνης τὴν στιγμὴν ταύτην, ὁ ἀείμνηστος Ἀλέξανδρος Μαυροκορδᾶτος. Ἀναζητήσατε τὰ ἀρχεῖα τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, εὕρετε τὴν ἔκθεσιν τοῦ μεγάλου ἐκείνου πολίτου καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος ἤθελε νὰ ὁδηγηθῇ ἐκ τῶν σκέψεων καὶ παραστάσεων ἐκείνου, ἤθελον προληφθῆ τὰ συμβάντα τοῦ 1854· ἠθέλαμεν ἀποφύγει τὰς δυστυχεῖς συνεπείας ἐκείνων. Ὀφείλων νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος μου, δὲν δύναμαι νὰ παραλείψω καὶ ἄλλο τι. Ὅταν ἐτελέσθη ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1862 ὁ δεύτερος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἐπιλαμβανόμενος τῶν ἐξωτερικῶν πραγμάτων, ὑπέλαβε, συμπράξει τῶν τότε συναδέλφων του, ὅτι πρέπει νὰ καταργήσῃ τὰς πρεσβείας, καὶ οἱ πρέσβεις ἀνεκλήθησαν ἀμέσως εἰς Ἀθήνας. Τὸν διεδέχθην κατὰ σύμπτωσιν τότε, καὶ εὗρον ἐκκρεμὲς τὸ περὶ ἀποδοχῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ στέμματος ὑπὸ τοῦ βασιλέως τῶν Ἑλλήνων ζήτημα. Ὀφείλων δὲ νὰ ἔλθω εἰς διαπραγματεύσεις περὶ τούτου, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἀπήντησα τὰς μεγαλειτέρας δυσχερείας διὰ τὴν ἔλλειψιν τῶν ὀργάνων, παρὰ τῶν ὁποίων ὤφειλον νὰ προσδοκῶ συνδρομήν τινα· καὶ τὰς δυσχερείας ταύτας δὲν μοὶ ἐγένετο δυνατὸν εἰμὴ διὰ μεγάλων θυσιῶν καὶ διὰ μεγάλων προσπαθειῶν νὰ ὑπερβάλλω. Ἀλλ’ αἱ πρεσβεῖαι τοῦ βασιλέως ἐκτὸς τῆς συνδρομῆς, τὴν ὁποίαν χορηγοῦσιν εἰς ὅλα τὰ πολιτικὰ συμφέροντα τοῦ κράτους, ἐὰν ᾖναι καλῶς κατηρτισμέναι καὶ ἄξιαι τῆς ἀποστολῆς των, δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι καὶ εἰς πολλὰς ἄλλας ἀνάγκας. Αὗται θέλουσι μεταβιβάζει εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅλα τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα ἡ μακρὰ πεῖρα τῶν διοικήσεων καὶ τῶν κυβερνήσεων τῶν εὐρωπαϊκῶν ἐθνῶν συνήγαγεν, ὅλους τοὺς θησαυρούς, τοὺς ὁποίους αἱ ἐπιστῆμαι συνέλεξαν ἐκεῖ καὶ οἵτινές εἰσιν ἀναποφεύκτως χρήσιμοι εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐθνικῆς εὐημερίας.
§76ΔΟΥΝΤΖΗΣ. Ἔχετε εἰς τὰ ἀρχεῖα τοιαύτας ἐκθέσεις...
§77ΛΑΠΑΣ. Ὁ κ. Βράϊλας ἔχει στείλει καμιὰ δεκαριά.
§78ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ μακαρίτου βασιλέως τῶν Γάλλων Λουδοβίκου Φιλίππου, εἶχε ληφθῆ τὸ μέτρον ν’ ἀποστέλλωσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν βιβλιοθήκην ἀντίτυπα ὅλων τῶν δημοσιευομένων ἐκεῖ δημοσίᾳ δαπάνῃ βιβλίων. Ἡ ἀποστολὴ αὕτη ἔπαυσε μετὰ τὸ 1854, καὶ μόνον μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πρεσβειῶν ἡ ἀποστολὴ ἐπαναλήφθη καὶ ἀπεστάλησαν καὶ τὰ καθυστεροῦντα βιβλία. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπεστάλη κατὰ τὸ 1867 ὑπὸ τοῦ τότε ἐν Γαλλίᾳ Πρέσβεως συλλογὴ πολύτιμος ὅλων τῶν ὀρυκτῶν τῶν ὑπαρχόντων εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου, μέχρις αὐτῆς τῆς ἄκρας τῆς ἀνατολῆς, ἥτις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταρτισθῇ καὶ ἐὰν ἑκατοστύες χιλιάδων δραχμῶν ἐδαπανῶντο πρὸς τοῦτο ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι αἱ πρεσβεῖαι ἐχρησίμευσαν πολλάκις εἰς ἐκτέλεσιν παραγγελιῶν μετὰ μεγάλης οἰκονομίας τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἀλλὰ παράστασις τοιούτων ὑπηρεσιῶν καταβιβάζει ζήτημα, τὸ ὁποῖον αἱ ἄλλαι ἐθνικαὶ ἀνάγκαι παριστῶσιν ὡς κατέχον πρωτίστην θέσιν, ταπεινόνει ἀνάγκην ὑπὲρ ἧς συνηγορεῖ οὐ μόνον τὸ ἐλπιζόμενον μεγαλεῖον ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπιζητουμένη ἀνάπτυξις τοῦ τόπου. Καὶ ὅμως διὰ τὰς πρεσβείας ἀπαιτοῦνται ὀγδοήκοντα χιλιάδες δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἵνα οἰκονομήσῃ τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον ἀπήλειψεν ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν πρὸς διατήρησιν τῶν πρεσβειῶν πίστωσιν.
§79ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἔχω τίποτε νὰ προσθέσω, διότι νομίζω ὅτι δὲν ἀνῄρεσεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Γόρτυνος τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμον καὶ αἱ ὁποῖαι ὑπηγόρευσαν τὴν ἀπάλειψιν τοῦ κονδυλίου τούτου, προσθέτω μόνον ἵνα μὴ τυχὸν παρεξηγηθῶ ὅτι ἀείποτε, ὁσάκις ἔφερον τὸν λόγον περὶ τῆς ἀπαλείψεως τοῦ κονδυλίου τούτου ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐδήλωσα ὅτι δὲν εἶμαι ἐναντίος τῆς ὑπάρξεως τῶν πρεσβειῶν, δὲν εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος εἰς τὸ νὰ ἀντιπροσωπεύηται ἡ πατρὶς μας εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ πολλοὺς λόγους, μάλιστα καὶ ἠναγκάσθην πάντοτε νὰ παρατηρήσω ὅτι λόγοι εἰδικοὶ στενῶς συνδεδεμένοι μὲ τὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος καὶ προσωρινοὶ ὑπαγορεύουσι κατὰ τὴν γνώμην μου τὸ τοιοῦτον μέτρον. Τοῦτο ὑπεστήριξα καὶ ὡς ἀντιπολιτευόμενος, αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν δίδω τώρα καὶ ὡς ὑπουργός.
§80Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Φρονῶ ὅτι ἐκτὸς τοῦ οἰκονομολογικοῦ λόγου ὑπάρχει καὶ ἄλλος σπουδαῖος λόγος, ὁ ὁποῖος συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῶν πρεσβειῶν. Ἀφότου ὑπάρχουσιν αἱ πρεσβεῖαι, τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος δὲν ὠφελήθη, διότι ὁπότε ἀνεφύη πολιτικὸν ζήτημα τὸ ἔθνος μας εἰς τὸ πρόσωπον τῶν πρέσβεων ἐπροπηλακίσθη καὶ ἐταπεινώθη. Ἐνθυμεῖσθε βεβαίως, ὁπότε ἐγένετο τὸ συνενέδριον, ὁ Ῥαγκαβῆς μας ἵστατο ὄπισθεν τοῦ παραπετάσματος καὶ ἠκροᾶτο δίκην ὑπηρέτου. Εἶναι καιρὸς νὰ ἀφήσωμεν αὐτὰς τὰς πτωχοαλαζονίας.
§81ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν ἐσκόπουν νὰ ἐξακολουθήσω τὴν συζήτησιν ταύτην, διότι νομίζω ὅτι ἐλέχθησαν ἀρκετὰ καὶ ὅτι ἤδη ἡ Βουλὴ ἐμόρφωσε τὴν γνώμην αὐτῆς· ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἀφήσω ἄνευ παρατηρήσεως τὰς τελευταίας λέξεις καὶ τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας βουλευτὴς κ. Δημητριάδης. Ὅπως πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Δηλιγιάννης δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ τὰς πρεσβείας ἡμῶν οὔτε νὰ μεταβάλλουν τὴν κοινὴν γνώμην τῆς Εὐρώπης, οὔτε νὰ ἐξασκήσουν σπουδαίαν ἐπὶ τῶν κυβερνήσεων ἀντίδρασιν. Τοιοῦτον πλεονέκτημα κέκτηνται μόνον αἱ μεγάλαι ἐκεῖναι δυνάμεις, αἵτινες, πλὴν τοῦ λόγου, ἔχουν καὶ ὑλικὰ μέσα πρὸς ὑποστήρηξιν τῶν δικαιωμάτων αὑτῶν. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ τὰς πρεσβείας ἡμῶν καὶ τὸ ὁποῖον ὁσάκις ἦσαν καλῶς κατηρτισμέναι πάντοτε ἐξετέλουν, ἦτο νὰ τηρήσουν τὴν Κυβέρνησιν τὴν Ἑλληνικὴν ἐνήμερον ἐπὶ τῶν γεγονότων τῶν συμβαινόντων εἰς τὰς ἕδρας τῶν ξένων ἐπικρατειῶν καὶ νὰ τηρήσουν τὰς Κυβερνήσεις, παρ’ αἷς ἦσαν διαπεπιστευμένοι, εὐνοϊκὰς πρὸς τὰς συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐὰν εἰσηκούετο ἡ γνώμη τῶν Ἑλλήνων πρέσβεων καὶ κατὰ τὸ 1854 καὶ κατὰ τὸ 1862 καὶ κατὰ τὸ 1867, πολλὰ δεινὰ ἤθελον προληφθῆ. Δὲν ἔχω δὲ παρὰ νὰ ἐπικαλεσθῶ τὰ τελευταῖα γεγονότα τοῦ Λαυρίου, ἵνα ἀποδείξω κατὰ πόσον αἱ πρεσβεῖαι ἡμῶν, ἀνεξαρτήτως τῶν ἰδίων ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ὑπηρέτουν, συνηγόρησαν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου καὶ ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας, καὶ ἵνα ἀποδείξω, ὅτι αἱ εἰς αὐτὰς ἀποδοθεῖσαι μομφαὶ δὲν εἶναι διόλου δίκαιαι. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργός ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Ζαΐμην, ἔφερε καὶ ἕτερα ἐπιχειρήματα. Ἐὰν αἱ πρεσβεῖαι θὰ χρησιμεύσουν, εἶπε, θὰ χρησιμεύσουν διὰ τῶν ἐκτάκτων ἀνθρώπων ἐν ἐκτάκταις ἀνάγκαις. Ἀλλὰ τοὺς ἐκτάκτους ἀνθρώπους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρωμεν, ὁπόταν θέλωμεν· αἱ δὲ ἔκτακτοι ἀνάγκαι δὲν περιμένουν τὴν ἐπίνευσιν ἡμῶν. Ὅταν παρουσιασθῇ ἡ ἔκτακτος ἀνάγκη, πιθανὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ εὑρεθῇ περιπεπλεγμένη ἤδη εἰς ἀγῶνα, τοῦ ὁποίου τὴν ἔκβασιν δὲν δύναταί τις νὰ προΐδῃ, ἐνῷ ἡ ἐκ τῶν προτέρων ὕπαρξις διπλωματικῶν ἀντιπροσώπων προετοιμάζει αὐτοὺς, σπουδάζουσι τὸ ἔδαφος, δημιουργοῦσιν οὗτοι σχέσεις πολυτίμους, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται παρὰ νὰ φανῶσιν ἐπωφελεῖς, ὅταν ἀναφυῇ ἡ ἔκτακτος ἐκείνη στιγμὴ, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου. Ἔτι ὀλιγώτερον εἶναι ἀκριβὲς τὸ παρὰ τοῦ κ. Δημητριάδου λεχθὲν περὶ τῆς θέσεως, ἥντινα ἐδημιούργησαν αἱ περιστάσεις εἰς τὸν πρεσβευτὴν ἡμῶν κατὰ τὸ 1868. Κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην φρονῶ ἀπεναντίας, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐκέρδησε τὴν ὑπόληψιν τοῦ κόσμου καὶ ὅτι ἀναντιῤῥήτως ἐφάνη πολὺ ἀνωτέρα παρ’ ὅ,τι ἐνομίζετο. Ὁ πρεσβευτὴς ἡμῶν δὲν ἔλαβε μέρος εἰς τὸ συνέδριον ἐκεῖνο, διότι ἐξετέλει τὰς διαταγὰς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως· καὶ εἴτε καλῶς εἴτε κακῶς ἐσκέφθη ἡ Κυβέρνησις, βέβαιον εἶναι ὅτι ἐκείνη διέταξε τὸν πρέσβυν νὰ μὴ παρουσιασθῇ εἰς τὸ συνέδριον ἐκεῖνο τὸ Εὐρωπαϊκόν, βέβαιον εἶναι ἐπίσης ὅτι ἡ μικρὰ Ἑλλὰς ἐπὶ πολλὰς ἑβδομάδας, ἐπὶ πολὺν καιρὸν συνετάραξε τὴν Εὐρώπην διὰ τῆς ἀποχῆς της ἐκείνης, καὶ δὲν ἐγένετο λόγος παρὰ περὶ ἀποχῆς τῆς Ἑλλάδος ἐκ τοῦ συνεδρίου. Δὲν ἤκουσα, ἀφοῦ ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος βουλευτής, κἀνὲν νέον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον νὰ διασείσῃ τὴν πεποίθησίν μου περὶ τῆς ἀνάγκης νὰ ἔχῃ ἡ Ἑλλὰς ἀντιπροσώπους εἰς τὸ ἐξωτερικόν· ἐξακολουθῶ δὲ νὰ πιστεύω, ὅτι ἡ ἀνάκλησις τῶν πρέσβεων ἦτον ἀτυχὲς μέτρον, τὸ ὁποῖον εὔχομαι νὰ ἐπανορθώσῃ ἡ Κυβέρνησις.
§82ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ὁ κ. πρωθυπουργὸς ὡρισμένως εἶπεν, ὅτι αἱ πρεσβεῖαι δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τίποτε πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων. Δὲν εἶμαι διπλωμάτης, δὲν κατέγεινα περὶ τὴν διπλωματικήν· δὲν ἐνεδίφησα τὰ ἀρχεῖα τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ νὰ ἴδω κατὰ πόσον εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀναγκαῖαι αἱ πρεσβεῖαι. Ἀλλ’ ἡ ἱστορία τοῦ ἔτους αὐτοῦ ἤτοι τοῦ ὑπουργικοῦ ἔτους τοῦ παρόντος ὑπουργείου, ἀναντιῤῥήτως μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύω, ὅτι αἱ πρεσβεῖαι εἶναι ἀναγκαιόταται. Ἐὰν ἡ ἀρχή, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει ὁ κ. πρωθυπουργός, ἦτον ἀληθής, βεβαίως αἱ πρεσβεῖαι ἔπρεπε νὰ καταργηθῶσιν, ἐὰν ὄχι ἀπὸ τῆς 8, ἀπὸ τῆς 9 Ἰουλίου 1872, τοὐτέστιν ἀπὸ τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τῶν πραγμάτων τῆς πολιτείας ὁ κ. Δεληγεώργης, καὶ εἰδικῶς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Πότε εἴδομεν καταργουμένας τὰς θέσεις τῶν πρεσβειῶν, κ. πρόεδρε; Τὰς εἴδομεν καταργουμένας μόλις διὰ τῆς ἐμφανίσεως μιᾶς ἑταιρίας δωσάσης εὐκαιρίαν εἰς τὴν λύσιν τοῦ Λαυριωτικοῦ ζητήματος.
§83ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι οὕτω.
§84ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· ἐγὼ θὰ συμπληρώσω τὴν ἰδέαν μου. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι δὲν παρουσιάζετο αὐτὴ ἡ εὐκαιρία καὶ ἐξηκολούθει νὰ ὑφίσταται αὐτὸ τὸ ζήτημα σήμερον, ἤθελεν εἶσθαι ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἰς εὔκαιρον θέσιν νὰ εἴπῃ σήμερον, ὅτι αἱ πρεσβεῖαι εἶναι περιτταί; Καὶ τίς οἶδεν, ἐὰν μετὰ τὴν αὔριον, μετὰ ἕνα μῆνα νέον ζήτημα μᾶς παρουσιασθῇ; Ἔχομεν προηγούμενα μάλιστα εἰς τὸν τόπον μας περὶ ἀποστολῶν ἐκτάκτων. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὄχι μόνον κατὰ τὸ 1851, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ 1848 μετὰ ποίας σπουδῆς ἠναγκάσθη ἡ τότε βασιλεία καὶ ἡ τότε Κυβέρνησις ν’ ἀποστείλῃ τοὺς μεγαλειτέρους καὶ ἐνδοξοτέρους πολιτικοὺς ἄνδρας, τοὺς ὁποίους εἶχεν ἡ Ἑλλάς, εἰς ὅλας τὰς πρωτευούσας τῆς Εὐρώπης.
§85ΤΙΝΕΣ. Πότε;
§86ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅταν ἦλθεν ὁ Πάρκερ κάτω.
§87ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κατὰ τὰ 1850.
§88ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καλὰ, εἰς τὰ 1850.
§89ΜΑΚΡΗΣ. Διὰ πολιτικοὺς λόγους ἀπεμακρύνθησαν οἱ μεγάλοι ἐκεῖνοι ἄνδρες.
§90ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἦλθε, κύριοι, ἡ ἐπαναστατικὴ κυβέρνησις τοῦ 1862 καὶ κατέλυσεν ἢ κατήργησε τὰς πρεσβείας· δὲν παρῆλθον 9 μῆνες, καὶ ἑτέρα ἐπαναστατικὴ κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀποστείλῃ εἰς τὴν Εὐρώπην ἀντιπροσώπους, ὅπως διαπραγματευθῶσι τὸ ζήτημα τῆς προσαρτήσεως τῆς Ἑπτανήσου. Οὐδέποτε λοιπόν, καὶ ἐὰν ἐπί τινα καιρὸν εἶχον ἡσυχάσει τὰ πράγματα, οὐδέποτε ὅμως ἔλλειψεν ἡ ἀνάγκη, ὅπως ἀντιπροσωπεύηται ἡ Ἑλλὰς καθ’ ὅλην τὴν Εὐρώπην καὶ ἰδίως κατὰ τὰς προστάτιδας αὐλὰς, αἵτινες εἰς πλείστας ὅσας περιστάσεις ἐχρησίμευσαν νὰ δώσουν χεῖρα ἀρωγὸν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δὲν εἶμαι, καθὼς σᾶς εἶπα, κ. πρόεδρε, διπλωμάτης, δὲν ἠμπορῶ ὅμως νὰ συμφωνήσω μὲ τὴν ἰδέαν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ὄχι μὲ τὴν ἐν γένει ἰδέαν, ἀλλὰ τὴν ἐν μέρει ἰδέαν. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι οἱ πρέσβεις, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύουν τὰ ἔθνη των παρὰ ταῖς διαφόροις αὐλαῖς, ἔχουν τὸν πατριωτισμὸν τοῦ νὰ ἐξυπηρετῶσι μέχρι φανατισμοῦ τὰ συμφέροντά των. Καὶ ἐγὼ λέγω ναί· ἀλλ’ οἱ πρέσβεις ἔχουν ὁδηγίας ἐκτὸς τῶν ὁποίων δὲν δύνανται νὰ ἐξέλθουν. Τὸν αὐτὸν πατριωτισμόν, μᾶς εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργός, καὶ βεβαίως καὶ ἴσως ἀνώτερον ἔχουν καὶ οἱ ὑπουργοί· ἀλλ’ οἱ ὑπουργοὶ εἶναι πολιτικὰ πρόσωπα, δὲν εἶναι ὑπηρέται ἁπλῶς ἀπεσταλμένοι μὲ ὡρισμένας ὁδηγίας πρὸς λύσιν τοῦ ά ἢ βʹ παρουσιαζομένου ζητήματος. Καὶ ὅταν ἕνας πρέσβυς εὑρίσκεται π. χ. ἐν Ἀθήναις καὶ ἔχῃ ὁδηγίας ὡρισμένας ἀπὸ τὴν αὐλήν του πῶς πρέπει νὰ πραγματευθῇ τὸ παρουσιαζόμενον ζήτημα, δὲν δύναται αὐτὸς ὁ πρέσβυς νὰ ὑποχωρήσῃ οὔτε κατὰ μίαν ἰῶτα ἀπὸ τὰς ὁδηγίας, τὰς ὁποίας ἔχει ἀπὸ τὸν πρωθυπουργὸν ἢ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς ἐπικρατείας του. Ὁ πρέσβυς ὅμως ὁ ἰδικός μας, ὁ εὑρισκόμενος ἐν ἐκείνῃ τῇ αὐλῇ, παριστᾷ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, τὴν δύσκολον θέσιν, τὴν πολιτικὴν ἀνάγκην, τὰς πολιτικὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται μία Κυβέρνησις, καὶ δὲν δύναται νὰ ἐνδώσῃ νὰ κάμῃ τὴν ὑποχώρησιν, ἢ δύναται νὰ κάμῃ, ἀλλὰ μέχρι τινὸς σημείου, δύναται νὰ διαφωτίσῃ τὸν ἄνδρα ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος διευθύνει τὴν τύχην τοῦ ἔθνους ἐκείνου, καὶ ἐκεῖνος ὡς πολιτικὸς ἄνθρωπος νὰ δυνηθῇ ἕνεκα τῶν περιστάσεων νὰ φανῇ συγκαταβατικώτερος, καὶ νὰ ἐπέλθῃ λύσις εὐτυχής. Πρὸς τούτοις ἐὰν δὲν ἔχωμεν πρέσβεις εἰδικοὺς εἰς τὰς μεγάλας δυνάμεις, τότε οἱ πρέσβεις, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐδῶ καὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὡρισμένας διαταγάς, φαίνονται πολὺ μεγαλείτεροι, ἀφ’ ὅ,τι πράγματι εἶναι, διότι ὅταν καὶ ἡμεῖς ἔχωμεν ἀντιπροσώπους ἐκεῖ, συγκοινωνοῦντας μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς θέσιν νὰ ὑποχωρήσῃ ἢ νὰ ἐνδώσῃ ἢ νὰ συμβιβάσῃ τὴν ὑπόθεσιν, δύναται νὰ φωτίσῃ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἐδῶ, καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εὑρίσκεται εἰς καλλιτέραν θέσιν κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις, τὰς ὁποίας κάμνει πρὸς τοὺς ἐνταῦθα πρέσβεις. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ λόγοι, ἀφοῦ μάλιστα δὲν πρόκειται περὶ πολὺ μεγάλης δαπάνης, εἶναι πολὺ σπουδαῖοι διὰ νὰ παραδεχθῶμεν τὸ κονδύλιον αὐτό. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸν πρέσβυν τῆς Γερμανίας ἢ Αὐστρίας. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἄλλοι καθιέρωσαν τὴν πλουτοκρατίαν. Ὄχι, δὲν καθιέρωσαν αὐτὴν ἄλλοι. Κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν εἴχομεν ἀνάγκην νὰ ἀντιπροσωπευθῶμεν εἰς ὅλας τὰς ξένας αὐλάς, εἰς ὅλας τὰς μεγάλας δυνάμεις, καὶ κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἔπρεπε ν’ ἀντιπροσωπευθῶμεν καὶ εἰς τὴν Αὐστρίαν καὶ τὴν Γερμανίαν. Κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἐνθυμηθῆτε, ὅτι ἐπεκαλούμεθα τὴν συνδρομὴν τὴν χρηματικὴν ὅλων τῶν Ἑλλήνων, ὅπου καὶ ἂν εὑρίσκοντο πρὸς ὑποστήριξιν ἑνὸς ἀγῶνος, ὁ ὁποῖος ἠγέρθη, καὶ τὸν ὁποῖον εἴχομεν τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποστηρίξωμεν. Τότε διωρίσθη ὁ κ. Ὑψηλάντης, ὁ ὁποῖος ἦτον ἀρκετὰ πλούσιος ὥστε νὰ μὴ δεχθῇ μισθοδοσίαν. Δὲν καθιέρωσε λοιπὸν ὁ διορισμὸς τοῦ κ. Ὑψηλάντου τὴν πλουτοκρατίαν, διότι ὁ κ. Ὑψηλάντης καὶ ὡς ἐκ τῶν σχέσεων τὰς ὁποίας εἶχε, καὶ ὡς ἐκ τοῦ ὀνόματός του, καὶ ὡς ἐκ τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας τὸ ἔθνος ἔχει πρὸς τὴν οἰκογένειαν τῶν Ὑψηλαντῶν, δὲν ἦτο μέγα πρᾶγμα νὰ δοθῇ μία πρεσβεία καὶ εἰς τὸν κ. Ὑψηλάντην. Σήμερον ὅμως καθιεροῦται ἡ πλουτοκρατία· διότι σήμερον τὸ ὑπουργεῖον ἀναγράφει ἐν τῇ πολιτικῇ του ὅτι αἱ πρεσβεῖαι εἶναι περιτταὶ, κρατεῖ ὅμως τὴν πρεσβείαν αὐτὴν διότι εἶναι ἄμισθος. Ἆρα ἐὰν εἴχομεν καὶ ἄλλους πλουσίους ἐν Γαλλίᾳ, ἐν Λονδίνῳ, ἐν Πετρουπόλει, τότε βεβαίως ἠθέλαμεν ἔχει καὶ ἐκεῖ τὰς πρεσβείας. Ὥστε κατ’ ἀρχὴν τὸ ὑπουργεῖον δὲν εἶναι κατὰ τῶν πρεσβειῶν, ἀλλ’ εἶναι διότι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους εὑρίσκονται στενοχωρημένα. Εἶναι σπουδαῖον αὐτὸ, κ. πρόεδρε, νὰ λέγουν ὅτι διὰ 220 ἢ 230,000 δραχμῶν πρέπει νὰ ἐλλείπῃ ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τοῦ νὰ ἀντιπροσωπεύηται εἰς ὅλα τὰ μεγάλα Κράτη. Μοὶ φαίνεται ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι σωστόν. Δὲν ἀπαντῶ καθόλου εἰς τὸν κύριον Δημητριάδην, διότι ὁ κύριος Δημητριάδης εἶναι νέος· καὶ ἐγὼ ὅταν ἤμην εἰς τὴν ἡλικίαν τοῦ κυρίου Δημητριάδου καὶ ἦλθον εἰς τὴν Συνέλευσιν ἤμην τόσον ζωηρὸς ὅσον ὁ κύριος Δημητριάδης καὶ οὕτως ἐξήταζον ἐπιπολαίως τὰ πράγματα· ἀλλὰ κατόπιν ἐπείσθην ὅτι αὗται αἱ ἰδέαι δὲν πραγματοποιοῦνται εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν πραγμάτων.
§91ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐὰν ἐτίθετο ἁπλῶς τὸ ζήτημα τῆς ὑπάρξεως ἢ μὴ τῶν πρεσβειῶν, τότε βεβαίως ἤθελον περιορισθῆ εἰς τὴν ψῆφόν μου· ἀλλὰ αἱ δικαιολογίαι ἢ αἱ αἰτιολογίαι, αἱ ὁποῖαι ἐπροτάθησαν πρὸς κατάργησιν τῶν πρεσβειῶν, μὲ βιάζουσι νὰ δικαιολογήσω καὶ ἐγὼ τὴν ψῆφόν μου. Δὲν θέλω νὰ κατατρίψω πολὺν καιρὸν καὶ διὰ νὰ μὴν βαρύνω τὴν Βουλὴν καὶ διότι αἰσθάνομαι ὅτι δὲν εἶναι τοῦ κλάδου μου τὸ ζήτημα· δὲν θέλω νὰ καταγίνω πολὺ περὶ τῆς ἐξετάσεως ἐὰν ᾖναι ὠφέλιμος ἢ ὄχι ἡ ὕπαρξις τῶν πρεσβειῶν. Νομίζω ὅμως ὅτι καθὼς κάθε καλὸς ἰατρὸς ἤθελε θαυμάσει ἀναγινώσκων τὰς συνταγὰς τοῦ Καμπανέλου, οὕτω καὶ οἱ ἐπὶ τῶν διπλωματικῶν καταγινόμενοι θέλουν θαυμάσει ἀκούοντες ὅτι συζητοῦμεν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τῆς πατρίδος μας ἐὰν ἡ ὕπαρξις τῶν πρεσβειῶν συμφέρει ἢ ὄχι εἰς ἓν Κράτος ἐλεύθερον καὶ ἀνεξάρτητον, ὅτι θέτομεν εἰς ζήτημα ἐὰν ἡ ὕπαρξις τῶν πρεσβειῶν ᾖναι ἄλλο παρὰ ἡ ἔκφρασις ἐκείνη τοῦ Κράτους ὅτι αἰσθάνεται καὶ αὐτὸ, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑπάρχῃ καὶ ὅτι δύναται ν’ ἀντιπροσωπευθῇ μεταξὺ τῶν Κρατῶν. Τοῦτο τὸ ἀφίνω κατὰ μέρος· μία ἀπὸ τὰς δικαιολογίας ὅμως, αἱ ὁποῖαι ἐπροτάθησαν διὰ τὴν κατάργησιν τῶν πρεσβειῶν μὲ ἔκαμε τὴν μεγαλειτέραν ἐντύπωσιν, καὶ αὐτὴ μὲ βιάζει νὰ λάβω τὸ λόγον. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι τόπος ὅπου ὑπάρχει ληστεία, φυγοδικία· ἡ Ἑλλὰς εἶναι ὁ τόπος, ὅστις δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παρίσταται ἐνώπιον τῆς Εὐρώπης (θόρυβος). Τὸ ἤκουσα, κ. πρόεδρε, καὶ ἐπρόσεξα. Δὲν εἶναι δυνατὸν, κ. πρόεδρε, νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ μιᾶς προτάσεως, ἡ ὁποία ἤθελε παρουσιάζει καὶ τὴν μεμακρυσμένην ὑποψίαν ὅτι ἔδωκα τὴν ψῆφόν μου, διότι ὑπέθεσα ὅτι ἡ πατρίς μου δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἀντιπροσωπευθῇ μεταξὺ πεφωτισμένων ἐθνῶν (θόρυβος ἀριστερόθεν).
§92ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Διατί ταράτεσθε; Ἀκούσατε.
§93ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ ἐπειδὴ ἐπαναλαμβάνεται, κ. πρόεδρε, ὅτι συχνὰ μᾶς σαλεύεται τὸ ἔδαφος, καὶ ἐν ᾧ προχθὲς διεκήρυττον ὅτι ἡ θεία πρόνοια ἤνοιξε διὰ τὴν Ἑλλάδα τὰς πηγάς της, κεφάλαια ἐπισωρεύονται, σιδηρόδρομοι ἀνοίγονται, καὶ γίνονται τόσα καὶ τόσα, ἔπειτα ἀπὸ 24 ὥρας, ἀξιότιμε κ. πρόεδρε, μᾶς σαλεύεται τὸ ἔδαφος εἰς τοσοῦτον βαθμὸν ὥστε νὰ μᾶς λέγουν, μὴ τολμήσητε νὰ στείλητε ἀντιπροσώπους εἰς τὰ πεφωτισμένα ἔθνη.
§94ΧΑΛΙΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ διαγράφετε.
§95ΜΑΚΡΗΣ. Τὸ διεγράφετε (θόρυβος).
§96ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀντὶ νὰ δυσαρεστῆσθε, πρέπει νὰ εὐγνωμονῆτε, διότι ὁμιλεῖ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὁ κ. Λομβάρδος.
§97ΜΑΚΡΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἔχω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον.
§98ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν θέλω, κ. πρόεδρε, νὰ παρατείνω ἐπὶ πλέον τὸν λόγον μου, διότι δὲν θέλω νὰ παραταθοῦν, τουλάχιστον κατ’ ἐμὲ, αἱ συζητήσεις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν ἰδέαν, τὴν πεποίθησιν, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ὁ προϋπολογισμὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Εἶπον αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶπα ὅπως δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου. Δὲν ἠξεύρω ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἀντελήφθην, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ τὴν αὐτὴν ἀντίληψιν ἔλαβε, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγώ.
§99ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Ὄχι, ὄχι. — Ἀρκετὰ, κ. πρόεδρε· εἰς τὴν ψηφοφορίαν.
§100ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, κ. πρόεδρε, τῆς καταργήσεως τῶν πρεσβειῶν συνεζητήθη· παραδέχθη δὲ ὁμοφώνως ἡ ἐπιτροπὴ, τῆς ὁποίας ἀπετέλουν καὶ ἐγὼ μέρος, πλὴν ἑνὸς μέλους αὐτῆς τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Φθιώτιδος κ. Χατζίσκου.
§101ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Πλὴν ἐμοῦ, μάλιστα.
§102ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρεδέχθη, λέγω, τὴν κατάργησιν τῶν πρεσβειῶν διὰ λόγους καθαρῶς οἰκονομικούς. Προτιθέμενοι δὲ σήμερον νὰ ψηφηφορήσωμεν ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῶν πρεσβειῶν ἡμεῖς τοὐλάχιστον, ὅσοι ἤμεθα μέλη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐννοοῦμεν ὅτι παραδεχόμεθα τὴν κατάργησιν αὐτὴν διὰ λόγους καθαρῶς οἰκονομικοὺς χωρὶς νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν πολιτικὴν συζήτησιν, ἥτις ἔλαβε χώραν σήμερον καὶ χωρὶς νὰ συμμεριζώμεθα τὰ λεχθέντα ἑκατέρωθεν.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν, κύριοι, νὰ προστεθῇ εἰς τὸ κεφάλαιον ΣΤʹ. «Ἀποστολαὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν» πίστωσις 114 χιλ. δραχμῶν, νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἀπεῤῥίφθη. Κεφάλαιον Ζʹ. δὲν ὑπάρχει.
§104ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αὔριον ἔχομεν τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 καὶ 25|60 Μ. Μ.)