Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period Ε · Session Α› Sitting 56

1873.06.30

2,956 rows · 24,222 words · 2 tables · 300 turns

Date
1873.06.30
Presidency
ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗ
Period
Ε
Session
Α
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, VOLUME Β (1873)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 56

Τῆς 30 Ἰουνίου 1873.

(Σάββατον).

Ὥρᾳ 9 Π. Μ. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§2ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ. Πρὸ τούτου ὀλίγας λέξεις νὰ σᾶς εἴπω περὶ ἐπείγοντός τινος μέτρου ὅπως σώσωμεν μίαν μικρὰν ἑταιρίαν. Πρό τινων ἡμερῶν εἰσήχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς σύμβασις ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, ἥτις θὰ μετέλθῃ τὸ ἔργον τῆς μεταβιβάσεως τῶν ἐπιβατῶν μεταξὺ δύω πόλεων, Κεφαλληνίας καὶ Ληξουρίου, συγχρόνως δὲ ὑπῆρχε καὶ μία ἄλλη μικρὰ ἑταιρία ἀτμοπλοϊκή. Ὁ εἷς ἐκ τῶν τῆς μιᾶς ἑταιρίας, μᾶλλον ταχύπους, ἦλθεν εἰς Ἀθήνας καὶ κατήρτισε σύμβασιν προνομίου μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ὑπεβλήθη καὶ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν ἡ κυβέρνησις, ἐγίνωσκεν ὅτι ὑπῆρχε καὶ ἑτέρα ἑταιρία πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν, ἥτις ἐδαπάνησεν ἀγοράσασα ἀτμόπλοια, ἄνθρακας, κατασκευάσασα παραπήγματα καὶ τὰ λοιπὰ, δὲν θὰ προέβαινεν εἰς τὸν καταρτισμὸν αὐτῆς τῆς συμβάσεως· καθόσον αἱ συμβάσεις χορηγοῦνται, ὅταν αἱ ἑταιρίαι δὲν ἤρχισαν τὴν ἐπιχείρησίν των, διότι ὅταν δύω ἢ τρεῖς ἑταιρίαι ἀρχίσωσι καλῇ τῇ πίστει διὰ τοῦ ἐλευθέρου συναγωνισμοῦ καὶ κατόπιν δοθῇ εἰς τὴν μίαν προνόμιον, τοῦτο εἶναι αὐτόχρημα ἁρπαγὴ τῆς περιουσίας τῆς μιᾶς ἑταιρίας, καὶ ἀπόδοσις εἰς τὴν ἄλλην. Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ἀντικειμένου τούτου· παρακαλῶ μόνον νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε νὰ προσενεχθῇ μετὰ δικαιοσύνης καὶ ἰσότητος εἰς ἀμφοτέρας τὰς ἑταιρίας, τουτέστιν ἐπειδὴ πρό τινων ἡμερῶν ἀπήλλαξε τὴν μίαν αὐτῶν ἀπὸ τῆς καταβολῆς τῶν λιμενικῶν δικαιωμάτων, τοῦτο νὰ πράξῃ προσωρινῶς καὶ διὰ τὴν ἄλλην· κατόπιν δὲ ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ἀντικειμένου καὶ λύσῃ ὅπως θέλῃ τὸ ζήτημα.

§3ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἀμφιβάλλετε περὶ τῶν διαθέσεων τῆς Κυβερνήσεως;

§4ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Σεῖς ὑποστηρίζετε τὴν Κυβέρνησιν.

§5ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ σύστασις εἶναι ἔργον δικαιοσύνης.

§6ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν πεποίθησιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται παρὰ νὰ φερθῇ εἰς τὰς ἑταιρίας ἐξίσου μέχρις οὗ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.

§7ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί εἶναι ἀπηλλαγμένη ἡ ἑταιρία ἡ μία τῶν λιμενικῶν δικαιωμάτων;

§8ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ. Προσωρινῶς ἀπηλλάχθη μέχρις ὅτου ἀποφανθῇ ἡ Βουλή· τοῦτο θέλομεν νὰ γείνῃ καὶ διὰ τὴν ἄλλην ἑταιρίαν, καθόσον οὐδεὶς λόγος δικαιολογεῖ σήμερον τὴν διάκρισιν.

§9ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τί θέλετε τώρα νὰ κάμῃ ἡ Βουλή; Ζητήσατε ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν λόγον.

§10ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ. Ἐγὼ ἐννοῶ ἁπλῶς νὰ κάμῃ μίαν σύστασιν.

§11ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Εἰς παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἄνδρου κ. Μαυροκορδάτος ἐζήτησε τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων τῶν ἀφορώντων τὸν ἐν Νεαπόλει ναὸν Πέτρου καὶ Παύλου. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἀπὸ τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν ἡ ὑπόθεσις ἤρχισε μέχρι τῆς σήμερον συγκεντρωθέντα καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ὁ βουλόμενος λάβῃ γνῶσιν.

§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαλασόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§13ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι ἐδῶ.

§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζωχιός.

§15ΖΩΧΙΟΣ. Ἐσκόπευον, κύριοι, νὰ μὴ λαλήσω.

§16ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Θὰ ἔκαμνες καλά.

§17ΖΩΧΙΟΣ. Θὰ ἰδῆτε ὅτι κάμνω καλὰ νὰ λαλήσω. Ἐσκόπευον δὲ νὰ μὴ λαλήσω, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ εὐδοκιμήσῃ τις, λαλῶν περὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος, περὶ οὗ ἐλάλησαν πολλοὶ ἄλλοι, ἀριστεῖς μάλιστα. Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος πρωθυπουργὸς, διὰ τῆς σκληρότητος τῆς γλώσσης αὐτοῦ, μὲ ἠνάγκασεν ἑκόντα ἄκοντα νὰ ἀναβῶ τὸ βῆμα. Ἐνθυμεῖσθε δὲ τὶ προχθὲς ὁ πρωθυπουργὸς εἶπεν. Ἔγραψα, εἶπε, καὶ ὑπέγραψα τὴν σύμβασιν τὴν περὶ ἐκβολάδων, διότι δὲν ἤθελον νὰ ἀφήσω ὀπίσω μου ἐλευθέραν τὴν διαχείρισιν τοῦ ἐθνικοῦ αὐτοῦ πλούτου. Οὗτοι δὲ οἱ λόγοι τοῦ πρωθυπουργοῦ ἐπάνω κάτω σημαίνουν, ὅτι ἐκτὸς αὐτοῦ ὅλοι οἱ ἄλλοι δὲν ἔχουσι τὰς χεῖρας ἁγνάς.

§18ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ πρακτικὰ σημειοῦσι τοῦ λόγους του.

§19ΖΩΧΙΟΣ. Πρακτικὰ εἶναι τὰ αὐτιά μου. Μοὶ ἔδωκε δὲ ὁ Θεὸς δύω, ὥστε ὅταν σφάλλῃ ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν τῶν στενογράφων, ἔχω τὸν ἄλλον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐν τοῖς ἀναγκαιοτάτοις, κατά τι λόγιον ἀρχαῖον, «χρὴ βραχυλογεῖν», δι’ ὀλίγων θὰ ἐλέγξω τὰς πράξεις τῆς κυβερνήσεως, διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου. Πρῶτον δὲ ἄρχομαι ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, διότι καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι ἀπ’ αὐτῆς ἤρχισαν. Διϊσχυρίζομαι ὅμως ὅτι ἡ Βουλὴ ἦτο διαλελυμένη, ὅταν ὁ ἔντιμος πρωθυπουργὸς ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα. Ἴσως δὲ σᾶς φανῇ τοῦτο παράδοξον, ἐγὼ ὅμως νομίζω αὐτὸ ἀληθές. Δὲν ἐξετάζω τὴν καταγωγὴν τῆς Βουλῆς ἐκείνης, διότι δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα· ἠξεύρω δὲ μόνον τοῦτο, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἐῤῥαπίσθη, καὶ ἔστερξε τὸ ῥάπισμα. Βουλὴ δὲ, ἡ ὁποία δὲν ἔχει σκυλόδοντα, καὶ ἂν δὲν ἀπέθανε, πρέπει νὰ ἀποθάνῃ. Τὸ χρυσόμαλλον δέρας, λέγει ὁ μῦθος, τὸ ἐφρούρει δράκων. Χρυσόμαλλον δὲ δέρας εἰς τὴν πολιτείαν εἶναι τὸ Σύνταγμα· δράκων δὲ εἶναι ἡ Βουλή. Φαντασθῆτε δὲ ὅτι ὁ Ἰάσων, ἀντὶ νὰ μεταχειρισθῇ τὰ γνωστὰ ἐκεῖνα τῆς Μηδείας μαγγανεύματα, ἔπαιρνεν ἕνα ματσοῦκι, καὶ ὅτι ὁ δράκων τὸ ἔστεργε. Δράκων θὰ ἦτον ἐκεῖνος; Ὁ πολυόμματος Ἄργος ἐφρούρει τὴν Ἰώ. Ὁ Ἑρμῆς ὑπῆγε νὰ τοῦ τὴν πάρῃ, ἀλλ’ ὑπῆγε μὲ φλογέρα, καὶ τὸν ἐκοίμησεν. Ἐὰν ἀντὶ φλογέρας ἐλάμβανεν ὁ Ἑρμῆς ματσοῦκα, ὁ Ἄργος δὲ τὸ ἔστεργεν, ὁ Ἄργος ἦτον Ἄργος; Τουτέστι τὸ ὑπουργεῖον ἦλθεν ἀπὸ τῆς μειονοψηφίας, ἀλλὰ δὲν εὗρε Βουλὴν ζῶσαν. Ἂν ἦτο ζῶσα, θὰ ἐδάγκανε, καὶ ὁ νέος πρωθυπουργὸς δὲν θὰ τὴν διέλυεν· ἀλλ’ ἦτον διαλελυμένη, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐδάγκασεν. Ἦλθε δὲ ἡ νέα κυβέρνησις καὶ ἐζήτησεν ἀπὸ τῆς Βουλῆς τὸν προϋπολογισμόν, ἡ δὲ Βουλὴ, καθὼς ὠνόμασαν αὐτὴν οἱ φίλοι της, ἡ Βουλὴ ἡ συντηρητικὴ, ἡ κατ’ ἐμὲ ὅμως μὴ συντηρητικὴ, ἀλλὰ δουλικὴ, ἔδωκε τὸν προϋπολογισμὸν ἐν διαστήματι ὀλίγων ὡρῶν, ἔδωκε δηλαδὴ τὸν κεστόν της. Βουλὴ δὲ, ἡ ὁποία δίδει τὸν κεστόν της, οὐχὶ εἰς φίλους της, ἀλλὰ εἰς τὸν ἐχθρόν της, δὲν εἶναι Βουλή. Ἐδέχθη δὲ ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἀναβάτην νέον, οὐχὶ φίλον, ἀλλ’ ἐχθρὸν, καὶ ἔπρεπε νὰ μένῃ ζῶσα; Βλέπετε ὅτι περὶ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἔχω γνώμην ἐναντίαν καὶ τῆς γνώμης πολλῶν φίλων μου. Ἡ Βουλὴ ἔπρεπε, κατ’ ἐμὲ, νὰ διαλυθῇ, διότι δὲν ἦτον ἀξία νὰ συνεδριάζῃ ἐντὸς τοῦ ἐθνικοῦ βουλευτηρίου. Τοῦτο ὅμως λέγων, δὲν δέχομαι ὅτι δύναται ὁ καθεὶς νὰ διαλύῃ τὰς Βουλὰς, ὅταν θέλῃ. Εἶπον δέ τινες ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ διαλύειν τὴν Βουλὴν εἶναι δικαίωμα τοῦ Βασιλέως· ἀλλὰ τίς τὸ ἀρνεῖται; Δὲν ἔχει ὅμως, λέγουσιν αὐτοὶ, περιορισμὸν τὸ δικαίωμα αὐτὸ τοῦ Βασιλέως. Ἀλλὰ πόθεν δῆλον; Ὁ διαλύων τὴν Βουλὴν ἐρχόμενος ἀπὸ τὴν μειονοψηφίαν, διότι ἄλλη περίστασις διαλύσεως δὲν ὑπάρχει, ὀφείλει νὰ καταρτίσῃ Κυβέρνησιν, Κυβέρνησιν μάλιστα αὐτάρκη· ὀφείλει δηλαδὴ νὰ καλέσῃ Βουλὴν ἄλλην, καὶ ὄχι μόνον νὰ ἔχῃ τὴν πλειονοψηφίαν, ἀλλὰ διὰ μόνης τῆς συμπολιτεύσεως ν’ ἀποτελῇ ἀπαρτίαν. Διότι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις δὲν δύναται νὰ ᾖναι αὐτάρκης, δὲν εἶναι Κυβέρνησις, διότι οἱ πολεμοῦντες αὐτὴν δύνανται ἐν παντὶ καιρῷ νὰ ἀποχωρῶσι καὶ νὰ ἀφίνουν αὐτὴν ἐν μὴ ἀπαρτίᾳ· βεβαίως δὲ τότε δὲν δύναται νὰ κυβερνήσῃ. Δὲν λέγω δὲ τοῦτο διὰ τὴν Κυβέρνησιν μόνον, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἥτις προτοῦ ἀποφασίσῃ νὰ λάβῃ τὸ βάρος τῶν πραγμάτων, πρέπει νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν δύναται νὰ ἀποτελέσῃ Κυβέρνησιν μόνη. Ὅτι δὲ τὸ δικαίωμα τοῦ διαλύειν τὴν Βουλὴν ἔχει κἄποιον περιορισμὸν, βεβαιοῦται καὶ ἐκ τῶν ἑξῆς. Ἡ Βουλὴ βεβαίως εἶναι κυρία τοῦ ἐθνικοῦ βαλαντίου, ἂν οὐχὶ ἄλλου τινός. Διατί δὲ καλεῖται κατ’ ἔτος; Διότι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ αὐθαίρετος ἂν ᾖναι, νὰ ἐπικρατήσῃ ἓν μόνον ἔτος, καὶ οὐχὶ πλέον. Ἡ Βουλὴ δὲ ψηφίζει κατ’ ἔτος τοὺς φορολογικοὺς νόμους, τοὺς στρατιωτικοὺς, τὸν προϋπολογισμόν. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσω τὸ πρᾶγμα καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν. Λέγεται ὅτι ὁ Βασιλεὺς τῆς Γαλλίας Φίλιππος, ὁσάκις τῷ ὑπέβαλλον πρὸς ὑπογραφὴν διάταγμα ἐκτελέσεως θανατικῆς ποινῆς, ἐκείνην τὴν νύκτα δὲν ἐκοιμᾶτο, διότι κατὰ τὸν νόμον ἦτο κύριος τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου τοῦ καταδικασθέντος ὑπὸ τῶν δικαστηρίων. Ἀνεδίφει δὲ ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν δίκην, καὶ μετὰ πόνου πολλοῦ ὑπέγραφεν, ὅταν ἔβλεπεν ὅτι τὸ δημόσιον συμφέρον ὑπηγόρευε τὴν καταδίκην. Νομίζω δὲ ὅτι οἱ Βασιλεῖς, καὶ ὁσάκις πρόκειται νὰ διαλύσουν Βουλὴν, εὑρίσκονται εἰς τὴν αὐτὴν δυσάρεστον θέσιν, εἰς ἣν ὁ Βασιλεὺς τῶν Γάλλων Φίλιππος. Μένουν δὲ μόνοι χωρὶς συμβούλου, χωρὶς βοηθοῦ, εἶναι δὲ οἱονεὶ αὐταρχοῦντες, εἶναι δηλαδὴ κύριοι νὰ ἀποφασίσουν νὰ τραποῦν πρὸς τὰ δεξιὰ ἢ πρὸς τὰ ἀριστερὰ, ἀπὸ τῆς ἀποφάσεως δὲ αὐτῶν ἐξαρτᾶται τὸ μέλλον τοῦ τόπου. Εἶναι δὲ οἱ Βασιλεῖς οἱ συνταγματικοὶ ἀνεύθυνοι· ἀλλὰ δίδουν εὐθύνας εἰς τὴν ἱστορίαν διὰ τὰς διαλύσεις τῶν Βουλῶν. Ἐκεῖνοι δὲ οἱ Βασιλεῖς εὐδοκιμοῦσι καὶ ἐπικρατοῦσιν, ὅσοι κάμνουν ὀλιγωτέραν χρῆσιν τῆς τοιαύτης αὐταρχίας αὐτῶν. Ὁ ἔντιμος πρωθυπουργὸς μᾶς ἀνέφερε παράδειγμα ἐγχώριον, ὅτι ὁ Βασιλεὺς Ὄθων δὲν διέλυε τὰς Βουλὰς, καὶ διὰ τοῦτο τὴν ἔπαθεν. Ἀλλὰ ἐκ τῆς μὴ διαλύσεως τῶν Βουλῶν δὲν ἐξάγεται τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον ὁ πρωθυπουργὸς θέλει νὰ πορισθῇ. Κατ’ ἐμὲ δὲ, ἐὰν δὲν παρετείνετο τὸ ὑπουργεῖον τοῦ μακαρίτου Μιαούλη, ὁ Βασιλεὺς ἐκεῖνος δὲν ἔπιπτε.

§20ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ θέμα μου δὲν ἦτο περὶ τῆς πτώσεως τοῦ Ὄθωνος.

§21ΖΩΧΙΟΣ. Τὸ παρενείρατε.

§22ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε· εἶπον μόνον, ὅτι ἐὰν ἡ ἐπανάστασις τῆς δεκάτης Ὀκτωβρίου ἦτο μία ἀλήθεια, ἔπεται ὅτι ὁ Ὄθων ἐτυράννησε χωρὶς νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως. Θέλω δὲ μὲ τοῦτο νὰ εἴπω, ὅτι καὶ τὰ δύω συστήματα δύνανται νὰ φέρουν εἰς τὸ αὐτὸ κακόν.

§23ΖΩΧΙΟΣ. Ἐλησμονήσατε ὅτι τότε ὑπῆρχε καὶ ἄλλη Βουλὴ, ἐν ᾗ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε δόντια τρομερὰ, καὶ ἂν ἔπεσεν ὁ Βασιλεὺς, τὸν ἔῤῥιψεν ἡ Γερουσία, ἡ ὁποία ἦτο πολὺ χειροτέρα ἀπὸ τὴν Βουλήν.

§24ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐξετάζω τὰ αἴτια τῆς πτώσεως, διότι εἶναι πολλά.

§25ΖΩΧΙΟΣ. Πολὺ καλά. Δὲν πρόκειται δὲ νὰ γράψωμεν ἱστορίαν. Ἐγένετο δὲ λόγος καὶ περὶ κοινῆς γνώμης, ἐμνήσθη δὲ αὐτῆς καὶ ὁ κύριος Ζαΐμης καὶ ὁ κύριος Μακρῆς. Κοινὴ ὅμως γνώμη κοινῆς γνώμης διαφέρει. Τὸν Χριστὸν, εἰσελθόντα ἐν θριάμβῳ εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ, ὑπεδέχθη ὁ λαὸς μετὰ βαΐων καὶ κλάδων. Δὲν παρῆλθον ὅμως πολλαὶ ἡμέραι, καὶ οἱ αὐτοὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ὑπεδέχθησαν αὐτὸν, εἶπον τὸ ἆρον, ἆρον σταύρωσον αὐτόν. Ἡ κοινὴ γνώμη εἶναι ἔδαφος σαλεῦον, ὡς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς δημιουργεῖ ὁ κύριος πρωθυπουργὸς, ὅταν κατορθόνωμεν νὰ σταθῶμεν μίαν στιγμὴν ὀρθοί. Εἶναι δίστομος μάχαιρα ἡ κοινὴ γνώμη, κόπτουσα καὶ ἀπὸ τὰ δύω μέρη. Καλὴ δὲ, ὀρθὴ κοινὴ γνώμη εἶναι μόνη ἡ πεφωτισμένη, οὐχὶ δὲ ἡ ἐπὶ μισθῷ χειροκροτοῦσα. Βεβαίως δὲ ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καλέσῃ ἀνθρώπους εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀπὸ τὴν μειονοψηφίαν· ἀλλ’ αὐτοὶ κἄτι πρέπει νὰ κάμουν. Ἂν δὲ καλῶνται ἁπλῶς νὰ καταλάβουν τὰς θέσεις διὰ νὰ λέγωνται κυβερνῆται, δὲν πρέπει νὰ ἔρχωνται. Ἐλθοῦσα δὲ ἡ νέα Κυβέρνησις δὲν εἶπεν εἰς τὸ ἔθνος τί διανοεῖται, τί μελετᾷ, τί ζητεῖ, τί θέλει. Ὅτε δὲ διελύθη ἡ Βουλὴ, ἐκήρυξεν ἡ Κυβέρνησις πλαγίῳ τῷ τρόπῳ, ὅτι ἦλθε νὰ διαλύσῃ μὲν τὴν Βουλὴν, διότι ἦτον ἁμαρτωλὴ, νὰ καλέσῃ δὲ ἄλλην δικαίαν. Ἔπρεπε δὲ κατὰ τῶν ὑπουργῶν τὴν γνώμην νὰ γείνῃ ἀπόπειρα, ἂν ἠδύνατο ἡ Ἑλλὰς νὰ πραγματοποιήσῃ νομίμους ἐκλογὰς καὶ νὰ ἀποστείλῃ ἀντιπροσώπους τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ. Συνελθόντες δὲ μετὰ τὰς ἐκλογὰς ἐνταῦθα, κατ’ ἀρχὰς μὲν ἐφάνημεν καλοί, μετ’ ὀλίγον ὅμως ἐκρίθημεν ὄχι τόσον καλοί. Ἐξαρτᾶται δὲ ἀπὸ τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου θὰ φέρωμεν, διὰ νὰ μᾶς εἴπωσιν, εἶσθε καλοί, εἶσθε κακοί, δεῦτε οἱ εὐλογημένοι, πορεύεσθε ἀπὸ ἡμῶν οἱ κατηραμένοι. Δὲν πρόκειται δὲ διὰ τῶν ἐκλογῶν νὰ ἀποτελεσθῇ μόνον Βουλή, ἀλλὰ πρόκειται νὰ διορθωθῶσι τὰ χωλαίνοντα ἐν πολλοῖς πράγματά μας. Νομίζω δὲ ὅτι ταῦτα εἶναι εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν, εἰς ἣν ἦσαν ἐπὶ Ὄθωνος, καὶ ἴσως καὶ κἄτι χειρότερα. Κατὰ τοῦτο τοὐλάχιστον εἶναι χειρότερα, ὅτι τώρα χρεωστοῦμεν πολὺ περισσότερα ἢ τότε. Ἐπεθύμουν δὲ νὰ μάθω ποῖον σύστημα μεταῤῥυθμίσεων ἔφερεν ἡ νέα Κυβέρνησις ἐν τῷ μέσῳ, πῶς διωργάνισε τὰ τοῦ στρατοῦ, τὰ τῆς παιδείας, τὰ τῆς Ἐκκλησίας. Περὶ οὐδενὸς ἐξ ὅλων αὐτῶν ἐφρόντισε, τὸ μόνον δὲ κατόρθωμα αὐτῆς εἶναι ἡ ἐξίσωσις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἥτις ἂν ἦτον ἀληθής, θὰ ἦτον ἄξιον λόγου πρᾶγμα, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀληθὴς, τοῦτο δὲ ἀποδεικνύει αὐτὸς ὁ προϋπολογισμὸς, ὅστις δὲν διαφέρει ἀπὸ τοὺς προϋπολογισμοὺς τοὺς ἐπὶ Ὄθωνος. Ὁ κύριος πρωθυπουργὸς μοῦ εἶπεν ὅτι εἰς τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπῆρα τὸν κατήφορον· ἀλλ’ ἐγὼ τὸν βεβαιῶ ὅτι γνωρίζω πῶς γίνονται οἱ προϋπολογισμοί. Τὴν τρίτην Σεπτεμβρίου ὁ προϋπολογισμὸς διέθεσε 4 ἑκατομμύρια διὰ νὰ παραδοθῶσιν εἰς τοὺς συμμάχους, τοὺς ὁποίους προσεπάθει ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποτινάξῃ ἀπὸ τὴν ῥάχην της. Εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκείνου ἔλαβον μέρος καὶ ἐγώ. Διωρίσθη δὲ τότε ἐπιτροπὴ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, εἰς ἣν ἐστάλησαν καὶ οἱ διευθυνταὶ τῶν ὑπουργείων· ἔκοψε δὲ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἀπ’ ἐδῶ, ἔκοψεν ἀπὸ ἐκεῖ, καὶ περιώρισε τὸν προϋπολογισμὸν εἰς δέκα ἑκατομμύρια. Ἦλθε κατόπιν τὸ ὑπουργεῖον Κωλέτου καὶ Μεταξᾶ, καὶ ἐγένετο δεύτερος προϋπολογισμός, παρόντων τῶν ὑπουργῶν καὶ ὅλων τῶν διευθυντῶν τῶν ὑπουργείων. Ἀπῄτησε δὲ ὁ μακαρίτης ὁ Μεταξᾶς νὰ ἐλαττωθῇ κατὰ ἓν ἑκατομμύριον, διότι ἕνεκα τῆς ἐπαναστάσεως εἶχεν αὐξήσει. Ἠλαττώθη δὲ καὶ περιωρίσθη εἰς ἕνδεκα ἑκατομμύρια. Νομίζω δὲ, κύριε πρωθυπουργέ, ὅτι τότε μὲ τὰ ἕνδεκα ἑκατομμύρια εἴχομεν πλειοτέρας δυνάμεις, ἢ σήμερον μὲ τὰ ἑκατομμύρια τὰ ἀναρίθμητα.

§26ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὲ παρεξηγήσατε, νομίσαντες ὅτι σᾶς ἔκαμα τὴν παρατήρησιν διὰ τὸν προϋπολογισμόν (θόρυβος).

§27ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε πρωθυπουργὲ, ἀφοῦ ἐλάβετε μέρος εἰς μίαν σπουδαίαν μεταβολὴν, νομίζω ὅτι σήμερον ὅπου εἶσθε κύριος τῶν πραγμάτων, ἔπρεπε νὰ κατορθώσετε νὰ γείνῃ κἄτι τι τελειότερον. Μεταβαίνω εἰς τὰ τῆς διακοπῆς, καὶ τὸ περὶ αὐτῆς δικαίωμα τοῦ Βασιλέως δὲν τὸ ἀρνοῦμαι· ἀλλ’ ἂς μᾶς ἔλεγον τοὐλάχιστον τὴν ἀλήθειαν! Ἂς μᾶς ἔλεγον, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ σκεφθῶμεν· καὶ τῷ ὄντι ἐσκέφθησαν. Ἀλλὰ μᾶς ἀπέπεμψαν, λέγοντες, ἔφθασαν αἱ ἑορταί, κατευόδιόν σας. Οἱ Βασιλεῖς ἄλλοτε εἶχον τὸ δικαίωμα τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου, ἐθανάτοναν δὲ χωρὶς νὰ δώσουν λόγον εἰς κἀνένα. Ὁ Ἀλέξανδρος ὁ μέγας ἐθανάτωσε τὸν Κλεῖτον· ὄχι δὲ μόνον εἶχε τὸ δικαίωμα, ἀλλ’ εἶχε καὶ δίκαιον νὰ τὸν θανατώσῃ, διότι τοῦ ἔλεγε καθ’ ἑκάστην· «ἂν ἔγεινες Ἀλέξανδρος, ἐγὼ σὲ ἔκαμα.» Μετ’ ὀλίγον ὅμως μετενόησε· φιλόσοφός τις δὲ, Ἀνάξαρχος τὸ ὄνομα, τοῦ ἔλεγεν, «ὡς Βασιλεὺς εἶχες τὸ δικαίωμα νὰ τὸν θανατώσῃς· τί σκανδαλίζεσαι; Διὰ τοῦτο ὁ Ζεὺς ἔχει παρέδρους τὴν Θέμιδα καὶ τὴν Δίκην, διὰ νὰ ἐπικυρόνουν ὅ,τι ἂν κάμῃ, ὡς καλὰ καμωμένον.» Ἀλλὰ ἔπιασαν κατόπιν τὸν φιλόσοφον αὐτὸν εἰς τὴν Σαλαμῖνα τῆς Κύπρου, καὶ τὸν ἐβασάνισαν δυνάμει τοῦ δικαιώματος, ὅπερ ὑπερασπίζετο. Εὔχομαι δὲ ὁ κύριος πρωθυπουργὸς νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν θέσιν τοῦ φιλοσόφου, ὅταν αὔριον θὰ λέγῃ τὰ ἐναντία. Τὸ ἰσοζύγιον δὲ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπεδίωκε πρὸ πάντων ἡ Κυβέρνησις, τοῦτο δὲ φαίνεται καὶ εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Διὰ νὰ γείνῃ ὅμως τὸ ἰσοζύγιον, ἐξελήφθησαν ὡς ἀπαραίτητοι συμβάσεις τινὲς μετὰ τῶν δύω Τραπεζῶν, τῆς ἐθνικῆς καὶ τῆς Πιστωτικῆς, καὶ ἐγένοντο συμβάσεις μετ’ αὐτῶν τρεῖς. Ἐπειδὴ δὲ ἐλάλησα ἤδη περὶ αὐτῶν κατά, ἀναγκάζομαι νὰ λαλήσω καὶ σήμερον κατὰ ἐν ὀλίγοις. Εἰς τὸν τόπον τοῦτον ἦλθον πλούσιοί τινες καὶ ἐσύστησαν δύω Τραπέζας ἀντιφερομένας. Μετὰ ταῦτα ὅμως παρετήρησαν, ὅτι ἡ μία Τράπεζα δύναται νὰ βλάψῃ τὴν ἄλλην, καὶ συνεφώνησαν ν’ ἀποτελέσωσι μίαν, τὴν λεγομένην Πιστωτικήν. Αὐτοὶ δὲ οἱ κύριοι ἔχουν νοῦν περισσότερον ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ δὲν ἀγαποῦν τὰς πολλὰς Τραπέζας· εἶδον δὲ ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν χωροῦν δύω Τράπεζαι, ἐκτὸς τῆς Ἐθνικῆς. Αἱ δύω πρῶται Τράπεζαι δὲν ἐζήτησαν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκδίδειν γραμμάτια· ὅταν ὅμως συνεχωνεύθησαν εἰς μίαν, ἐνεθυμήθησαν ὅτι τὰ γραμμάτια συμφέρουσιν εἰς αὐτάς, καὶ δι’ αὐτὸ παρένειραν τὸ πρᾶγμα ἐντὸς τοῦ καταστατικοῦ των. Ἡ Κυβέρνησις, σοφῶς ποιοῦσα, εἶπε πρὸς τὴν Πιστωτικήν, δὲν σοῦ δίδω τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκδίδειν γραμμάτια, διότι δὲν δύναμαι, καὶ ἡ Πιστωτικὴ ἤρχισε τὰς ἐργασίας της. Μετὰ ταῦτα ἡ Κυβέρνησις, ἐπιδιώκουσα τὸ ἰσοζύγιον, συνεφώνησε μετὰ τῆς Πιστωτικῆς νὰ δανεισθῇ 5,600,000 πρὸς 6%. Θεάρεστον τὸ ἔργον· ἀλλ’ ἰδοὺ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα — εὐτυχῶς δὲ ὁ κ. Κεχαγιᾶς δὲν εἶναι παρὼν καὶ δὲν μὲ ἀκούει—ἠναγκάσθη νὰ συστήσῃ παντοῦ πρακτορεῖα. Τοῦτο δὲ τὴν περιέπλεξε, καὶ ἐζήτει κατὰ πάντα τρόπον νὰ ἀποφύγῃ τὰ πολλὰ ὑποκαταστήματα. Μετὰ τὴν ἀπόλυσιν μάλιστα τῶν ἐφέδρων, δὲν εὕρισκε στρατιώτας πρὸς φρούρησιν τῶν χρημάτων της. Εἰς τὰ σχέδιά της δὲ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εὗρε πρόθυμον τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἐπιδιώκουσα τὴν ἐξίσωσιν τοῦ προυπολογισμοῦ, ἐζήτει ἐλάττωσιν χρεωλύτρου καὶ τόκων. Τί δὲ ἔδωκεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν; Ἐπέτρεψεν ἀπὸ 49 νὰ περιορίσῃ εἰς 22 τὰ ὑποκαταστήματά της, νὰ προσθέσῃ 1,000,000 δεκαδράχμων, καὶ νὰ ἐκδώσῃ χαρτονομίσματα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν χρεωγράφων τῆς Κυβερνήσεως. Ἄλλοτε ἐγὼ ἔδωκα ὑπέγγυα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν χρεώγραφα, ἀξίας 1,000,000, καὶ δὲν τὰ ἐδέχθη. Φαντασθῆτε ὅτι εἰς τὰ χρεώγραφα θὰ στηριχθοῦν χαρτονομίσματα, ἤτοι χαρτιὰ ἐπὶ χαρτιῶν, ὅλα δὲ ταῦτα παρεχωρήθησαν διὰ νὰ μὴ πληρώσωμεν τὸ χρεώλυτρον, καὶ διὰ νὰ λάβωμεν 250,000 δραχμῶν δι’ ὀλίγα ἔτη. Εἶναι ἀντάξιαι αἱ παραχωρήσεις τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸ ὄφελος τοῦ δημοσίου; Δὲν ἀρκεῖ ὅμως τοῦτο, ἀλλ’ ὠφελήθη τῆς περιστάσεως καὶ ἡ ἄλλη Τράπεζα, ἡ Πιστωτική, καὶ ἐζήτησε καὶ αὐτὴ μέρος ἀνάλογον. Τί δὲ ἔδωκαν εἰς αὐτήν; Ἄλλα προνόμια· καὶ προκαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὡς ἄλλοτε, καὶ ἤδη, νὰ μοὶ εἴπῃ, τί ἔδωκεν ἡ Πιστωτικὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὡς ἀντάλλαγμα τῶν παραχωρήσεων, ἃς ἔκαμεν πρὸς αὐτὴν τὸ δημόσιον; Τίποτε. Μοὶ λέγει ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ ὑπουργείου· ἀλλὰ δὲν δύναμαι, διότι προσῆλθεν ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα, ἥτις θὰ ἐδάνειζε πρὸς 5 καὶ 6%, καὶ ἀπεβλήθη. Αὐτὰ μὴ τὰ ἐξετάζεις, μοῦ εἶπον, ἐξέτασον δὲ μόνον ἂν πρέπει νὰ ὑπάρχουν μία, δύω ἢ δέκα Τράπεζαι. Μετὰ συζητήσεις δὲ πολλὰς, ἠναγκάσθημεν ν’ ἀναβάλλωμεν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος μέχρις οὗ συμβιβασθῶσιν αἱ Τράπεζαι. Σᾶς εἶπε δὲ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὁ προϋπολογισμός μας εἶναι ἀρτίπους· ἀλλ’ ἐγὼ θὰ ἀποδείξω τὴν πλάνην του δι’ ἑνὸς ἀνεκδότου. Τὸν Λύσανδρον, ὄχι τὸν Βιλαέτην (γέλως), ἀλλὰ τὸν στρατηγὸν, διεδέχθη εἰς τὴν στρατηγίαν τοῦ στόλου ἄλλος Σπαρτιάτης, δικαιότατος καὶ ἐπίσημος, ὁ λεγόμενος Καλλικρατίδας. Ὅτε δὲ οὗτος ὑπῆγε νὰ παραλάβῃ τὸν στόλον, τοῦ λέγει ὁ Λύσανδρος, σοῦ παραδίδω τὸν στόλον θαλασσοκρατοῦντα. Ἀλλ’ ὁ Καλλικρατίδας τοῦ ἀπεκρίθη, «Ἐλθὲ νὰ παραπλεύσωμεν τὴν Σάμον, μεταβαίνοντες ἐξ Ἐφέσου εἰς Μίλητον παρὰ τὸ στρατόπεδον τῶν Ἀθηναίων.» Ἐλθὲ λοιπὸν καὶ σὺ, κύριε ὑπουργὲ, νὰ μοῦ παραδώσῃς τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὴν θύραν τοῦ κεντρικοῦ ταμείου. Ἀλλ’ εἶναι κεκλεισμένη (γέλως). Τότε, κύριε ὑπουργὲ, ὁ προϋπολογισμὸς θὰ ᾖναι ἀρτίπους, ὅταν αἱ θύραι τοῦ κεντρικοῦ ταμείου ἀνοίξουν. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Λαυρίου. Τὸ ζήτημα τοῦ Λαυρίου ἐλύθη, καὶ μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀντεκατέστησε τὴν ἑταιρίαν τὴν ξένην ἡ ἑταιρία ἡ ἑλληνικὴ, τὰ πράγματα καλῶς εἶχον, διότι δὲν μᾶς ἐπίεζον πλέον οἱ ξένοι. Ἀντὶ τῆς μιᾶς ἑταιρίας ἐπενέβη ἡ ἄλλη. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα ὅτι ἔκαμα λόγον καὶ μὲ τὸν κ. πρωθυπουργὸν τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἀνηγγέλθη ἡ λύσις τοῦ ζητήματος. Τὸν ἠρώτησα δὲ, λέγων, «Κύριε πρωθυπουργὲ, καὶ περὶ ἐκβολάδων; Οὐδεὶς λόγος·» μοὶ ἀπεκρίθη. «Μὴ φέρετε νόμον περὶ ἐκβολάδων, εἶπον πρὸς αὐτὸν, διότι καὶ οἱ φίλοι σας θὰ περιπλεχθῶσι, καὶ σεῖς. Ἂν δὲ θὰ φέρετε νόμον, μιμηθῆτε τὸ ἀγγλικὸν ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον, προκειμένου περὶ μεταβολῆς τοῦ πολιτεύματος τῶν Ἰνδιῶν, ἐπαρουσιάσθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἶπεν· ἐγὼ προτάσεις ἁπλᾶς φέρω, σεῖς δὲ συμπληρώσατε τὰ ἐλλείποντα, ἀπὸ κοινοῦ δὲ ἂς καταρτίσωμεν τὸν νόμον.» Ἀλλὰ κατὰ τὸ συμβόλαιον τῆς πωλήσεως τοῦ Λαυρίου, ἡ Ἑλληνικὴ ἑταιρία, ἢ μᾶλλον ὁ Συγγρὸς, ἠγόρασε καὶ τὰς ἐκβολάδας· μάλιστα ἡ τῶν ἐκβολάδων ἀγορὰ μνημονεύεται εἰς δύω ἄρθρα. Ἐν ᾧ δὲ γίνεται λόγος καί περὶ ἐκβολάδων εἰς τὸ συμβόλαιον, ἡ Κυβέρνησις ἐπέτρεψε τὴν σύστασιν τῆς ἑταιρίας, χωρὶς οὐδὲ κὰν νὰ μνημονεύσῃ τὰς ἐκβολάδας. Ἠγοράσθη δὲ τὸ Λαύριον ἀντὶ 11,500,000 φράγκων. Ἠξεύρετε δὲ πῶς ἠγοράσθη; Εἰς τὰ στραβά. Ποῖος τὸ λέγει; Τὸ συμβόλαιον. Ἠγοράσθη τὸ Λαύριον δυνάμει ἀπογραφῆς συνταχθησομένης ἐντὸς προθεσμίας ὁρισθησομένης ὑπὸ τοῦ ἀγοραστοῦ. Δηλαδὴ πρὸ τῆς ἀγορᾶς οὐδεμία ἐγένετο ἐξέτασις τῶν ἀγορασθησομένων πραγμάτων. Σεῖς ὅμως ἂν σπουδάζοντες ἠθέλατε ν’ ἀγοράσετε τὸ Λαύριον, θὰ ἐφροντίζετε νὰ μάθετε τί ἀγοράζετε, θὰ ἐκαλούσατε ἕνα ξένον διὰ νὰ σᾶς εἴπῃ πόσα ἔπρεπε νὰ δώσητε ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ὁ κ. Σκαλτσούνης ἰδοὺ τί λέγει· «Κατέκρινάν τινες τὴν ἀγορὰν τῶν λαυριωτικῶν κτήσεων ὡς ἀσύμφορον καὶ ἐπιζήμιον· ἀλλ’ οἱαδήποτε χρηματικὴ θυσία πρέπει νὰ θεωρηθῇ μηδαμινὴ, ἀπέναντι τῆς διασώσεως τῆς ἐθνικῆς τιμῆς.» Ποῖοι ὅμως εἶσθε σεῖς, οἵτινες ἐσώσατε τὴν ἐθνικὴν τιμήν; Ἡμεῖς ἔχομεν Βασιλέα, ἔχομεν Κυβέρνησιν, ἔχομεν Βουλὴν, ὅλοι αὐτοὶ δὲν ἦσαν ἄξιοι νὰ σώσωσι τὴν ἐθνικὴν τιμήν; Διατί δὲν ἐλέγετε εἰς τὸν λαόν; «Μὴ ἀγοράζετε μετοχὰς, διότι πρόκειται ὄχι περὶ κέρδους, ἀλλὰ περὶ διασώσεως τῆς ἐθνικῆς τιμῆς. Ἐπειδὴ δὲ καμμία Κυβέρνησις δὲν τὴν ἔσωσεν, εὑρέθημεν ἡμεῖς οἱ καλοὶ χριστιανοὶ καὶ τὴν ἐσώσαμεν μὲ τόσα ἑκατομμύρια.» Πραγματικῶς δὲ τὸ Λαύριον δὲν ἀξίζει τόσα ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐπέτρεψε τὸν σχηματισμὸν τῆς ἑταιρίας, καὶ κατ’ ἐμὲ αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλειτέρα ἐνοχὴ αὐτῆς, ὄχι διότι ἔλαβε μέρος εἰς τὰς μετοχὰς, ἀλλὰ διότι ἐκοιμήθη καὶ ἀφῆκεν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους νὰ βόσκουν. Καὶ ἐπέτρεψε μὲν ἡ Κυβέρνησις τὴν σύστασιν τῆς ἑταιρίας, ἀλλ’ εἶπεν· «Ἐπιφυλάσσομαι νὰ διορίσω παρὰ τῇ ἑταιρίᾳ βασιλικὸν ἐπίτροπον.» Διατί; Εἶχεν ὑποψίας· καὶ ἂν διώριζε τὸν βασιλικὸν ἐπίτροπον ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, δὲν θὰ συνέβαινον ὅ,τι συνέβη. Διατί δὲν τὸν διώρισεν ἀμέσως; Καλλίτερον ἦτον ἂν ἐξώδευεν 600 δραχμὰς κατὰ μῆνα παρὰ νὰ συμβοῦν ὅσα συνέβησαν. Ἐφρόντισε δὲ ἡ Κυβέρνησις διὰ τὰς σκωρίας, διὰ τὰς ἐκβολάδας δὲ ἔμεινε τὸ πρᾶγμα μετέωρον. Ἂν ἠπατήθησαν δὲ οἱ ἀγορασταὶ τοῦ Λαυρίου, ἠπατήθησαν μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ λάβουν τὰς ἐκβολάδας. Ἐπ’ αὐτῆς δὲ τῆς ἐλπίδος στηριζόμενος ὁ κόσμος, ἐτρελάθη καὶ ἐνόμισεν, ὅτι εὗρε τὴν Καλλιφορνίαν, καὶ ὅτι ἂν ἀγοράσῃ μετοχὰς θὰ καταπλουτήσῃ. Ὁ Συγγρὸς δὲ ὅστις ἔχει τέσσαρα μάτια, εὑρῆκε καὶ τὸν καιρὸν καὶ ἐπώλησε τὰ χαρτιά του. Τὸ ζήτημα δὲ τὸ ἔλυσεν· ἀλλ’ ἀντὶ 5,000,000 ἐπῆρε 15. Ἤδη δὲ ἐπίκεινται δύω χρημάτων δόσεις, ἡ πρὸς τὴν Πιστωτικὴν, καὶ ἡ πρὸς τὴν λαυριωτικὴν ἑταιρίαν, ποῦ δὲ θὰ εὑρεθοῦν πέντε, ἓξ ἑκατομμύρια;

§28ΡΑΛΛΗΣ. Δέκα.

§29ΖΩΧΙΟΣ. Τόσῳ τὸ χειρότερον. Μᾶς εἶπον δὲ ὅτι αὐτὰ ἔγειναν, διὰ νὰ ἔλθουν χρήματα ἔξωθεν· ἔγεινεν ὅμως καὶ τοῦτο ἀνάποδα. Ἀλλ’ εἶναι ὁμογενεῖς, λέγουσί τινες. Τὸ ἠξεύρω. Ἔστωσαν δὲ καὶ ἀδελφοί· καλλίτερον ὅμως εἶναι νὰ ἔχω ἐγὼ τὰ χρήματα παρὰ ὁ ἀδελφός μου.

§30ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΤΙΣ. Αὐτὸ λέγεται ἰδιοτέλεια.

§31ΖΩΧΙΟΣ. Καὶ ὁ Χριστὸς ἦτον ἰδιοτελής. Τὸν ἀπήντησε μία Χαναναία καὶ τὸν παρεκάλεσε νὰ τὴν ἐλεήσῃ· αὐτὸς δὲ τῆς ἀπεκρίθη λέγων, «Δὲν πρέπει νὰ πέρνῃ τις τὸ ψωμὶ ἀπὸ τὸ στόμα τῶν παιδιῶν του, καὶ νὰ τὸ δίδῃ εἰς τοὺς σκύλους.» (Εὖγε). Ἂν δὲ ὁ Χριστὸς εἶχε αὐτὴν τὴν ἰδέαν, μὲ συγχωρεῖτε νὰ τὴν ἔχω καὶ ἐγώ (θόρυβος). Βλέπετε ὅτι ὁμιλῶ μὲ τοῦ Χριστοῦ τὴν γλῶσσαν. Ἀφ’ οὗ δὲ τὴν ὠνόμασε σκύλαν, καὶ ποῖος; ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, αὐτὴ ἡ κακομοίρα, εἶπε, «Καὶ τὰ σκυλάκια, Κύριε, τρώγουν ἀπὸ τὰ ψιχία, τὰ πίπτοντα ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν.» Διὰ τούτων δὲ τῶν λόγων ἡ Χαναναία ἐτέθη εἰς τὴν θέσιν τοῦ σκύλου, τότε δὲ ὁ Κύριος τὴν εὐηργέτησεν. Ἀλλ’ οἱ λεγόμενοι ὁμογενεῖς τίθενται εἰς τὴν θέσιν τοῦ Ἀγᾶ.

§32ΡΑΛΛΗΣ. Τοῦ εὐεργέτου.

§33ΖΩΧΙΟΣ. Ναί, τοῦ εὐεργέτου. Καὶ ἠξεύρετε ποῖος εἶπεν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ διασώσεως τῆς ἐθνικῆς τιμῆς; Ἐκεῖνος, ὅστις ἐπῆρε χρήματα καὶ ἀπὸ τὸ ἀπομαχικὸν ταμεῖον, ἐνῷ δὲν ἦτο συγχωρημένον νὰ πάρῃ.

§34ΡΑΛΛΗΣ. Πῶς; (θόρυβος).

§35ΖΩΧΙΟΣ. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἡ ἀγορὰ τῶν Ἀθηνῶν δὲν εὑρίσκεται εἰς καλὴν κατάστασιν, καὶ κἄποιος πταίει. Ἐγὼ δὲν πταίω. Τουλάχιστον ἡ ὀλιγωρία τῆς Κυβερνήσεως ἔφερε τὴν θλιβερὰν ταύτην κατάστασιν. Εἶπον, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ὅτι θὰ σᾶς εἴπω ὀλίγα λόγια· νομίζω ὅμως ὅτι σᾶς εἶπα περισσότερα ἀπὸ ὅ,τι ἔπρεπεν. Ὅθεν ἔρχομαι εἰς τὸ συμπέρασμα. Οἱ Μιτυληναῖοι εἶχον ἀποστατήσει κατὰ τῶν Ἀθηναίων, ὄχι τῶν σημερινῶν, ἀλλὰ τῶν παλαιῶν. Οἱ Ἀθηναῖοι τοὺς ἐνίκησαν, καὶ διὰ πλειονοψηφίας μιᾶς ψήφου τοὺς κατεδίκασαν εἰς σφαγήν. Συνηθροίσθη τὴν ἐπιοῦσαν ἡ μειονοψηφία, τὴν ὁποίαν ἀπετέλουν οἱ φρονιμώτεροι τῶν πολιτῶν, καὶ ἐγένετο πρότασις, παρὰ τὸν κανονισμὸν, νὰ ἐπανέλθῃ ὑπὸ συζήτησιν τὸ ψηφισθὲν ζήτημα· ἔκαμε δὲ τὴν πρότασιν χρηστός τις πολίτης, λεγόμενος Διόδοτος. Ἐπειδὴ δὲ τοῦ ἐφώναζεν ἡ πλειονοψηφία ὅτι δὲν τὸ ἐπιτρέπει ὁ κανονισμὸς, αὐτὸς εἶπεν· «Ὁ μὴ δεχόμενος τοὺς λόγους ὡς διδασκάλους τῶν πραγμάτων, εἶναι ἢ μωρὸς, ἢ κατεργάρης.» Ψηφοφορίας δὲ γενομένης, ἐγλύτωσαν οἱ Μιτυληναῖοι. Διατί; Ὁ Διόδοτος ἔθεσεν οὕτω πως τὸ ζήτημα· «Δὲν ἐξετάζω ποῖα δίκαια ἔχουν κατὰ τῶν Μιτυληναίων οἱ Ἀθηναῖοι, ἀλλ’ ἐξετάζω τί συμφέρει εἰς τοὺς Ἀθηναίους.» Νὰ σᾶς εἴπω δὲ καὶ ἐγὼ, ὄχι τὰ δίκαια τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ τί συμφέρει εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν; Νὰ ὑπομείνωμεν ὀλίγον ἀκόμη χρόνον, καὶ ὁ κ. πρωθυπουργὸς θὰ ἔλθῃ νὰ συνταχθῇ μαζῆ μας, διότι μετ’ ὀλίγον θὰ γείνῃ καὶ αὐτὸς ἀντιπολιτευόμενος (γέλως). Μὴ γελᾶτε· ἡ αὐτὴ αἰτία, ἥτις μᾶς ἔκαμεν ἀντιπολιτευομένους, θὰ κάμῃ καὶ αὐτὸν ἀντιπολιτευόμενον. Ἐγὼ δὲ θὰ μείνω ἀντιπολιτευόμενος, ὄχι μόνον τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ τὴν κατόπιν αὐτῆς· διότι δὲν δύναμαι νὰ συνταχθῶ μὲ κἀμμίαν Κυβέρνησιν, ἥτις νὰ ἐξαγοράζῃ τὴν θέσιν της διὰ δημοσίων φιλοδωρημάτων· μὲ κἀμμίαν Κυβέρνησιν, ἥτις νὰ δανείζεται πακτόνουσα τὰ τελωνεῖα· μὲ κἀμμίαν Κυβέρνησιν, ἥτις νὰ μὴ θέλῃ νὰ κυβερνᾷ αὐτὴ, ἀλλὰ νὰ δέχεται καὶ ἄλλον νὰ ἐμβάλλῃ τὸν πόδα του εἰς τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν.

§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. εἰσηγητὴς τοῦ τμήτατος κατέθεσε τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Γορτυνίας.

§37ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.

§38ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀκούσωμεν τὶ συμπεραίνει.

§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Μυλάοντος οὐδεμία ὑπάρχει ἔνστασις, διὰ ταῦτα θεωροῦμεν ἔγκυρον τὴν ἐκλογὴν καὶ νομίμους βουλευτὰς τῆς ἐπαρχίας Γορτυνίας τοὺς Γ. Πλαποῦταν, Θ. Δηλιγιάννην, Β. Νικολόπουλον, Ι. Δεληγιάννην, Γ. Λαδόπουλον καὶ Α. Ἀντωνόπουλον.»

§40ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σύμφωνον εἶναι τὸ τμῆμα;

§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠξεύρω.

§42ΡΑΛΛΗΣ. Μᾶς ἀνεγνώσατε ἔκθεσιν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Μυλάοντος· εἶναι καὶ δῆμος Τρικολλώνων.

§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἦναι καὶ περὶ δήμου Τρικολλώνων μέσα.

§44ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ τυπωθῇ σήμερον καὶ νὰ ἔλθῃ τὴν δευτέραν.

Ἡ ἔκθεσις αὕτη ἔχει ὡς ἕπεται·

«ΕΚΘΕΣΙΣ

Περὶ τῆς ἐπαναληπτικῆς βουλευτικῆς ἐκλογῆς ἐν τοῖς δήμοις Τρικολλώνων καὶ Μυλάοντος τῆς Ἐπαρχίας Γορτυνίας. Πρὸς τὴν Βουλήν. Τὸ ϛʹ. Τμῆμα συνεδριάσαν τὴν 29 Ἰουνίου 1873, διεξελθὸν τά τε βιβλία καὶ ἔγγραφα διὰ τὴν ἐκλογὴν αὐτὴν, ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς· Αʹ. Ὡς πρὸς τὸν δῆμον Τρικολλώνων. Ἡ ἔναρξις τῆς ἐκλογῆς, ὡς ἐν τῇ ὑπ’ ἀριθ. 3 πράξει τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς ἀναφέρεται, ἐγένετο κατὰ τὴν διὰ τοῦ προγράμματος ὁρισθεῖσαν ὥραν καὶ μετὰ τὴν ἐπιθεώρησιν, τοποθέτησιν καὶ σφράγισιν τῶν καλπῶν καὶ τὴν καταχώρισιν τῶν πρὸς ἔναρξιν τῆς ψηφοφορίας πράξεων, ἤρξατο κατὰ τὴν 2 μ. μ. ὥραν ὡς συνήθως συμβαίνει εἰς ἁπάσας τὰς ἐκλογὰς νὰ παρουσιάζωνται πρὸς ψηφοφορίαν οἱ ἐκλογεῖς. Εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 4 πρᾶξιν ἡ μὲν πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἀναφέρει ὅτι «πρὸ τῆς ψηφοφορίας ἔνοπλοι ἑτεροδημόται μετὰ φυγοδίκων ἀγνώστων αὐτῇ εἶχον καταλάβει οἰκίας δεσποζούσας τοῦ τόπου τῆς ἐκλογῆς καὶ ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ ἐφρόντισεν ὅπως ἀναχωρήσωσι πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ψηφοφορίας· ἡ δὲ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς λέγει ὅτι τ’ ἀνωτέρω σκοπίμως σημειωθέντα δὲν ἔλαβον χώραν. Ἐν δὲ ταῖς πράξεσι 13 καὶ 14 ἅπασα ἡ ἐπιτροπὴ καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ὑποψηφίων ἐκφράζουσι πρὸς τὸν ὑπομοίραρχον Πετιμεζᾶν καὶ τὸν ἐπιλοχίαν Ἰωάν. Νικολόπουλον τὴν πλήρη εὐαρέσκειάν των διὰ τὴν παρὰ τῆς στρατιωτικῆς ἐξουσίας τήρησιν πλήρους τάξεως καὶ ἡσυχίας καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ἐκλογῆς. Ἐν δὲ τῇ ὑπ’ ἀριθ. 9 πράξει ἡ ἀνήκουσα εἰς τοὺς ἀποτυχόντας πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς σημειοῖ ὅτι ὁ πρόεδρος αὐτῆς ἐβράδυνε ψηφοφορῶν, ἡ δὲ βραδύτης του σκοπὸν εἶχε νὰ τὸ ῥίψῃ ἀπὸ τὸ ναὶ εἰς τὸ ὄχι τῶν καλπῶν ὅσα σφαιρίδια ἤθελεν εἶσθαι ἐπὶ τοῦ καλύμματος τῶν καλπῶν. Τὰ ἐκλογικὰ βιβλία ἀμφοτέρων τῶν δήμων εἰσὶ μονογραφημένα, ἀριθμημένα καὶ ἐσφραγισμένα ὑπὸ τοῦ νομάρχου Ἀρκαδίας καὶ Ἐπάρχου Γορτυνίας, ὁ δὲ αὔξων ἀριθμὸς δὲν εἶναι ἔντυπος. Εἰς τὸν δῆμον αὐτὸν ἐψηφοφόρησαν 855, ἀλλ’ ὁ αὔξων ἀριθμὸς τῆς ψηφοφορίας εἶναι 857, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι βεβαιοῦσιν ὅτι οἱ ὑπὸ τοὺς ἀριθμοὺς 325 καὶ 772 ἐσημειώθησαν κατὰ λάθος ὡς ψηφοφορήσαντες. Γενομένης δὲ διαλογῆς, εὑρέθησαν σφαιρίδια πλεονάζοντα εἰς μὲν τὴν κάλπην τοῦ Ἀντωνοπούλου 2, εἰς τὴν τοῦ Θεοδ. Δηλιγιάννη 2 καὶ εἰς τὴν τοῦ Γεωργίου Πλαπούτα 2, ἔλειπον δὲ ἀπὸ μὲν τὴν κάλπην τοῦ Ἀναστασιάδου 1, ἀπὸ τὴν τοῦ Ἰω. Δεληγιάννη 3, ἀπὸ τὴν τοῦ Θεοδ. Κολοκοτρώνη 1, ἀπὸ τὴν τοῦ Λαδοπούλου 1, ἀπὸ τὴν τοῦ Νικολοπούλου 2 καὶ ἀπὸ τὴν τοῦ Κωνσταντίνου Πλαπούτα 2. Ὁ δὲ ἀντιπρόσωπος τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς εἰς μὲν τὰς πράξεις τῆς ἀπαριθμήσεως τῶν ψήφων τῶν ἓξ πρώτων ὑποψηφίων ὑπέγραψε, εἰς δὲ τὰς ἑτέρας ἓξ καὶ τὴν τελευταίαν τῆς γενικῆς διαλογῆς δὲν ὑπέγραψε, σημειώσας ὅτι ἔπραξεν οὕτως, ἐπειδὴ αἱ διαλογαὶ τῶν πρώτων καλπῶν τὸν ἔπεισαν ὅτι εἶχε λάβει χώραν καλπονόθευσις. Βʹ. Δῆμος Μυλάοντος. Εἰς τὸν δῆμον αὐτὸν ἀναβληθεῖσα ἡ ἐκλογὴ ἐπὶ μίαν ἡμέραν ἤρξατο τὴν δεκάτην καὶ ἔληξε τὴν δεκάτην τρίτην τοῦ αὐτοῦ μηνός, παραταθεῖσα ἐπὶ μίαν ἡμέραν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀνῆκεν εἰς τοὺς ἀποτυχόντας. Οὐδεμία δὲ ἔνστασις κατὰ τῆς ἐκλογῆς ὑπάρχει ἐν τοῖς πρακτικοῖς. Οἱ ψηφοφορήσαντες εἰς τὸν δῆμον αὐτὸν εἰσὶ 736, ἀλλὰ κατὰ τὴν διαλογὴν εὑρέθησαν εἰς ὅλας τὰς κάλπας πλεονάζοντα σφαιρίδια ὀλίγιστα μὲν εἰς τὰς τῶν ἀποτυχόντων, πολλὰ ὅμως εἰς τὰς τῶν ἐπιτυχόντων· ἤτοι εἰς μὲν τὴν κάλπην τοῦ Ἀναστασιάδου 7, εἰς τὴν τοῦ Γεωργιάδου 4, εἰς τὴν τοῦ Γόντικα 2, εἰς τὴν τοῦ Κολοκοτρώνη 6, εἰς τὴν τοῦ Κορομάντζου 4, καὶ εἰς τὴν τοῦ Κωνσταντίνου Πλαπούτα 3, εἰς δὲ τὴν τοῦ Ἀντωνοπούλου 23, εἰς τὴν τοῦ Θεοδώρου Δηλιγιάννη 60, εἰς τὴν τοῦ Ἰωάννου Δεληγιάννη 41, εἰς τὴν τοῦ Λαδοπούλου 28, εἰς τὴν τοῦ Νικολοπούλου 29 καὶ εἰς τὴν τοῦ Γεωργίου Πλαπούτα 24. Εἰς μὲν τὸν δῆμον Τρικολώνων ἔλαβον ψήφους οἱ ὑποψήφιοι ὡς ἑξῆς·

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Στέφανος Ἀναστασιάδης 455
Ἀντώνιος Ἀντωνόπουλος 360
Κωνσταντῖνος Γεωργιάδης486
Ἀθαν. Γόντικας 468
Θεόδωρος Δηλιγιάννης 412
Ἰωάννης Δηλιγιάννης 372
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης 522
Γεώργ. Λαδόπουλος 385
Θεμ. Κορομάντζος 471
Βασίλ. Νικολόπουλος 327
Κωνσταντῖνος Πλαπούτας 441
Γεώργιος Πλαπούτας 408

Εἰς δὲ τὸν δῆμον Μυλάοντος ἔλαβον ψήφους οἱ ὑποψήφιοι ὡς ἑξῆς·

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Στέφανος Ἀναστασιάδης 598
Ἀντ. Ἀντωνόπουλος 163
Κωνστ. Γεωργιάδης 620
Ἀθαν. Γόντικας 645
Θεόδωρος Δηλιγιάννης 88
Ἰωάννης Δεληγιάννης 103
Θεοδ. Κολοκοτρώνης 485
Θεμ. Κορομάντζος 550
Γεώργ. Λαδόπουλος 97
Βασίλ. Νικολόπουλος 128
Κωνσταντῖτος Πλαπούτας591
Γεώργιος Πλαπούτας 166

Μετὰ δὲ τὴν ἀνακήρυξιν τῶν ἀναδειχθέντων βουλευτῶν, ἐδόθησαν τὴν 17 Ἰουνίου ε. ε. παρὰ τοῦ Κωνσταντίνου Πλαπούτα ἐνστάσεις ἐναντίον τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Τρικολώνων, καὶ ὁ ἔπαρχος Γορτυνίας ἀρωγὸς ἐρχόμενος τῶν ἀποτυχόντων φίλων τοῦ ὑπουργείου, προσπαθεῖ νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὰς βλέπων μὲν τὴν μικρὰν καὶ ἀσήμαντον διαφορὰν τοῦ συνόλου τῶν ψήφων, προελθοῦσαν ἕνεκα τοῦ ὅτι ἐσημειώθησαν κατὰ λάθος ὡς ψηφοφορήσαντες δύω πλείονες τῶν πράγματι ψηφοφορησάντων, ἀλλ’ εἰς τὰ πλεῖστα, ἅτινα εὑρέθησαν πλεονάζοντα εἰς τὰς ἐν τῷ δήμῳ Μυλάοντος κάλπας τῶν ἐπιτυχόντων, ἀμβλυωπεῖ, διότι ἔχουν καὶ οἱ φιλικοὶ ὑποψήφιοι ὀλίγιστα πλεονάζοντα. Οἱ δὲ παρὰ τοῦ Κωνστ. Πλαπούτα προβαλλόμενοι τυπικοὶ καὶ οὐσιαστικοὶ λόγοι κατὰ τοῦ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Τρικολλώνων εἰσὶν οἱ ἑξῆς· 1) Ὅτι ἐναντίον τοῦ Κεφαλαίου Γʹ. τῶν ὁδηγιῶν τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὰ πρωτόκολλα τῆς ψηφοφορίας δὲν φέρουσι τὴν σφραγῖδα τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, οὔτε ἔντυπον τὸν αὔξοντα ἀριθμόν· ἀλλ’ εἶναι ἐσφραγισμένα, μονογραφημένα καὶ ἀριθμημένα παρὰ τοῦ νομάρχου Ἀρκαδίας καὶ τοῦ ἐπάρχου Γορτυνίας. 2) Διότι παρεβιάσθησαν αἱ ὑπὸ τοῦ προγράμματος προσδιορισθεῖσαι ὧραι τῆς ψηφοφορίας, ἀρξαμένης τῆς ψηφοφορίας κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν ἀπὸ τῆς δευτέρας μετὰ μεσημβρίαν ὥρας. 3) Διότι εἰς οὐδὲν πρακτικὸν τῆς ἀπαριθμήσεως τῶν ψήφων εἶναι σημειωμένον ὅτι διὰ τοῦ ἄβακος ἐγένετο ἡ ἀρίθμησις τῶν ψήφων. 4) Διότι ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς δὲν ὑπέγραψεν εἰς τὰς πράξεις τῆς διαλογῆς τῶν ἓξ τελευταίων ὑποψηφίων, οὔτε εἰς τὴν πρᾶξιν τῆς γενικῆς διαλογῆς. Κατ’ οὐσίαν δὲ 1) διότι ἔλαβε χώραν καλπονόθευσις, ὅπερ ἐξάγει ἐκ μετατοπίσεως δῆθεν τῶν καλπῶν. 2) Διότι ὁ συνδυασμὸς τῶν ἐπιτυχόντων ἐξώδευσε χιλιάδας δραχμῶν τριάκοντα πρὸς διαφθορὰν τῆς συνειδήσεως τῶν ἐκλογέων. Ἐπειδὴ συνήθως συμβαίνει εἰς ἁπάσας τὰς ἐκλογὰς νὰ μὴ γίνεται ἡ ἔναρξις τῆς ψηφοφορίας ἅμα τῇ ὡρισμένῃ διὰ τοῦ προγράμματος ὥρᾳ, ἕνεκα τοῦ δαπανωμένου χρόνου πρὸς ἐπιθεώρησιν, τοποθέτησιν καὶ σφράγισιν τῶν καλπῶν καὶ πρὸς καταχώρισιν ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῶν ἀπαιτουμένων πράξεων· οἱ δὲ ἐκλογεῖς πάντοτε κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν, τυχοῦσαν μάλιστα ἐργάσιμον, βραδύνουν νὰ παρουσιασθῶσιν εἰς ψηφοφορίαν, καὶ ὀλίγιστοι ψηφοφοροῦν· ἑπομένως ἡ βραδεῖα ἔναρξις τῆς ψηφοφορίας ἕνεκα ἐλλείψεως ψηφοφόρων δὲν δύναται νὰ ᾖναι λόγος ἀκυρότητος· ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπίτηδες ἀνέβαλε τὴν ἔναρξιν τῆς ψηφοφορίας, βεβαίως δὲν θὰ ἔπραξε τοῦτο πρὸς βλάβην τῆς φιλικῆς της μερίδος Κολοτοτρώνη, χάριν τῆς ὁποίας ἐσημείωσεν ἐν τῇ ὑπ’ ἀριθ. 3 πράξει της ὅτι «πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ψηφοφορίας ἑτεροδημόται μετὰ τῶν φυγοδίκων εἶχον καταλάβει οἰκίας δεσποζούσας τοῦ τόπου τῆς ἐκλογῆς καὶ ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ ἐφρόντισε ν’ ἀναχωρήσουν, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ οὐδεμίαν βεβαιότητα ἔχει ἂν ἀνεχώρησαν», ὅπερ καὶ παράδοξον εἶναι, διότι, ἂν ἦσαν ἐπὶ οἰκιῶν δεσποζουσῶν τὸν τόπον τῆς ἐκλογῆς, βεβαίως θὰ ἦσαν πλησιέστατα αὐτοῦ φανεροὶ καὶ ἀπειλητικοί, καθ’ ὅσον κεκρυμμένοι δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ δεσπόζουν, καὶ διαψεύδεται ὑπὸ τοῦ κυρίου ἀνακριτοῦ, ὅστις ἐν τῇ ἐκθέσει του περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου τούτου πρὸς τὸν εἰσαγγελέα πλημελειοδικῶν Τριπόλεως (οὐδόλως ἀναφέρει ὅτι ἦσαν συγκεντρωμένοι εἰς οἰκίας δεσπούζας τὸν τόπον τῆς ἐκλογῆς), λέγει ὅτι οἱ προκαλέσαντες τοὺς ἐνόπλους τῷ ὑπεσχέθησαν τὴν ἀναχώρησίν των, καὶ ἀνεχώρησαν· ἐβεβαίωσε δὲ περὶ τούτου τὴν ἐπιτροπήν, «ἡ πλειονοψηφία ὅμως αὐτῆς ἀνήκουσα εἰς τὴν μερίδα Κολοκοτρώνη ἐπέμεινε δημιουργοῦσα κινδύνους ἀνυπάρκτους, οὓς ἀνεύρισκε πρὸς ἀναβολὴν τῆς ἐκλογῆς ἢ τῆς ψηφοφορίας καὶ ἐδέησε νὰ κάμω εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ζωηρὰς καὶ ἐντόνους παραστάσεις, εἰς ἃς ἡ ἐπιτροπή, ὑπὸ φιλονόμου διαθέσεως ἐμπνεομένη, ἐκήρυξε τὴν ἔναρξιν τῆς ψηφοφορίας·» ὥστε καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι εὐθὺς ἅμα τῇ τοποθετήσει τῶν καλπῶν ὑπῆρχον ψηφοφόροι ἕτοιμοι πρὸς ψηφοφορίαν, ἡ βραδύτης τῆς ἐνάρξεως τῆς ψηφοφορίας, γινομένη παρὰ τῆς φίλης τῶν ἀποτυχόντων ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, πρὸς ὠφέλειαν τῶν ἀποτυχόντων ἐγένετο. Ἐπειδὴ ὁ ἐν τῇ ὑπ’ ἀριθ. 9 πράξει ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς σημειωθεὶς ἰσχυρισμὸς ὅτι ὁ πρόεδρος τῆς ἐφορ. ἐπιτροπῆς ἐβράδυνε ψηφοφορῶν εἰς τὴν κάλπην Λαδοπούλου (ἥτις, ὡς καὶ ἡ κάλπη τοῦ Γόντικα, ἐπιθεωρηθεῖσαι παρὰ τοῦ ἀνακριτοῦ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς σφραγίσεως καὶ τῆς ψηφοφορίας εὑρέθησαν πλημμελεῖς καὶ ἐλαττωματικαί), ἡ δὲ βραδύτης εἶχε δῆθεν σκοπὸν τὴν καλπονόθευσιν, ἐκτὸς τοῦ ὅτι δὲν ὑποστηρίζεται ὑπ’ οὐδενὸς περιστατικοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀποκρούεται ὑπὸ τοῦ προέδρου τῆς ἐφορ. ἐπιτροπῆς σημειώσαντος εὐθὺς ὑπὸ τὴν πρᾶξιν τῆς πλειονοψηφίας, ὅτι σκοπίμως ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτὸς ἐσημειώθη, καί τις ἐκ τῶν ἀντιθέτων ἐπίτηδες διὰ νὰ λάβῃ ἡ πλειονοψηφία εὐλογοφανῆ πως δικαιολογίαν τοῦ ἰσχυρισμοῦ της, ἔσυρεν αὐτὸν ἐκ τῆς χειρός, λέγων «τί βραδύνεις;» ὁ δὲ ἀνακριτὴς βεβαιοῖ τὸ ἀδύνατον τῆς καλπονοθεύσεως διὰ τῶν ἑξῆς· «Τὴν τετάρτην ἡμέραν ἡ αὐτὴ νομιμότης ἐπεκράτησεν· ἐνῷ δὲ μετέβην νὰ γευματίσω περὶ τὴν μεσημβρίαν, μικρά τις καὶ στιγμιαία ταραχὴ ἔλαβε χώραν ἐν τῷ τόπῳ τῆς ψηφοφορίας, διότι ὁ δικηγόρος Γ. Ῥοϊλὸς ψηφοφορῶν ἐβράδυνε τὴν χεῖρά του πλέον τῆς συνήθους ὥρας εἰς τὰς κάλπας Γόντικα καὶ Κολοκοτρώνη· ἐνήργησα παραχρῆμα ἀνάκρισιν· ἀλλ’ οὐδ’ ὑπόνοια καλπονοθεύσεως ἐξήχθη. Τόσον ὁ πρόεδρος τῆς ἐφορ. ἐπιτροπῆς ἀνήκων εἰς τὴν μερίδα Δηλιγιάννη, ὅσον καὶ ὁ Γ. Ῥοϊλὸς ἀνήκων εἰς τὴν μερίδα Κολοκοτρώνη καὶ ἂν ἤθελον νὰ μεταφέρουν σφαιρίδια εἰσάγοντες τὴν χεῖρα αὑτῶν διὰ τοῦ στομίου τῶν καλπῶν, μετὰ δυσκολίας δύω ἢ τρία ἠδύναντο νὰ μεταφέρωσι, καθόσον ὡς ἐκ τοῦ στενοχώρου τῶν ὀπῶν δύω δάκτυλοι μόλις δύνανται νὰ εἰσδύσουν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ καλύμματος τῶν σακκιδίων· οὗτοι δὲ λεπτὸν τῆς ὥρας μόλις ἐβράδυναν· καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ψηφοφορίας καὶ καθ’ ὅλας τὰς ἡμέρας ἤμην ἐντὸς τοῦ Ναοῦ, ἀντελήφθην ἰδίαις αἰσθήσεσι τὴν νομιμότητα ἡσυχίαν καὶ τάξιν.» Ἐπειδὴ καθ’ ἑκάστην ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῶν ἀντιπροσώπων ἐβεβαιοῦτο τὸ ἀλύμαντον τῶν σφραγίδων καὶ οὐδεμία ὑπάρχει ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἔνστασις ἢ πρᾶξις περὶ ἀλλαγῆς τῆς τάξεως, καθ’ ἣν ἀπ’ ἀρχῆς εἶχον τεθῆ ἐν τοῖς κιβωτίοις αἱ κάλπαι, φανερὸν εἶναι ὅτι ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ κατὰ λάθος δὲν ἐσημειώθησαν καθ’ ἣν τάξιν εἶχον τοποθετηθῆ· εἶναι μὲν 857 ὁ αὔξων ἀριθμὸς, ἐνῷ πράγματι 855 ἐψηφοφόρησαν, ἀλλ’ ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ τῆς ψηφοφορίας βεβαιοῦται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῶν ἀντιπροσώπων, ὅτι οἱ ὑπὸ τοὺς ἀριθμοὺς 325 καὶ 772 «ἐσημειώθησαν κατὰ λάθος, καὶ δὲν ἐψηφοφόρησαν.» Ἐπειδὴ ἡ διαφορὰ ἐπὶ πλέον ἢ ἔλλατον ἑνὸς ἢ δύω ψήφων εἰς ὅλας τὰς κάλπας εἶναι περίστασις τυχαία καὶ ὅλως ἀσήμαντος, προελθοῦσα ἐξ ἀπροσεξίας ἢ ἀμαθείας, ὅπερ βεβαιοῦται καὶ ὑπὸ τοῦ ἀνακριτοῦ λέγοντος, «καθόσον ὡς ἐκ τοῦ στενοχώρου τῶν ὀπῶν δύω δάκτυλοι μόλις εἰσδύουν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ καλύμματος τῶν σακκιδίων καὶ πολλάκις ἀμαθεῖς χωρικοὶ καὶ ἄπειροι ἐβράδυναν ψηφοφοροῦντες μὴ δυνάμενοι οὐδὲ κατανοοῦντες πῶς καὶ ποῦ νὰ ῥίψουν τὸ σφαιρίδιον.» Ἐπειδὴ ἡ ἔνστασις ὅτι δραχμῶν χιλιάδες τριάκοντα ἐξωδεύθησαν ὑπὸ τῶν ἐπιτυχόντων πρὸς ἀγορὰν 360 ψήφων εἶναι γελοία, καθόσον μάλιστα ὁ τελευταῖος ἐκ τῶν ἐπιτυχόντων ὡς πρὸς τὰς ψήφους τῶν ἑτέρων ἐννέα δήμων τῆς ἐπαρχίας ὑπερέβαινε τὸν πρῶτον τῶν ἀποτυχόντων κατὰ 667 ψήφους. Ἐπειδὴ τυπικὴ ἡ παράβασις καὶ οὐδόλως προσβάλλουσα οὐσιαστικῶς τὴν ἐκλογὴν τοῦ νὰ ᾖναι τὰ βιβλία αὐτῆς ἐσφραγισμένα, μονογραφημένα καὶ ἀριθμημένα παρὰ τοῦ νομάρχου καὶ ἐπάρχου ἀντὶ νὰ φέρωσι τὴν σφραγίδα τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς αἱ τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὁδηγίαι περὶ ἐκλογῶν παραγγέλλουσιν. Ἐπειδὴ ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε λεχθέντων ἀποδεικνύεται ὅτι οὐδὲν ὑπῆρχε πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς περὶ καλπονοθεύσεως, ὃν ἐφεῦρε, μὴ θέλων νὰ ὑπογράψῃ εἰς τὰς τῶν ἓξ τελευταίων καλπῶν πράξεις διαλογῆς, ἵνα οὕτω παρέξῃ λόγον ἀκυρώσεως εἰς τοὺς φίλους του, περὶ τῆς ἀποτυχίας τῶν ὁποίων εἶχε πεισθῆ διὰ τῆς διαλογῆς τῶν ἓξ πρώτων καλπῶν· ἡ ὁποία πρόθεσίς του ἀποδεικνύεται ὡς ἐκ τῶν ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ ἀνακριτοῦ, ἐξ ἧς ἀποσπῶμεν τάδε «ἐκεῖνο ὅπερ μὲ ἐξέπληξεν εἶναι ἡ διαλογὴ ἐνεργηθεῖσα ὑπό τινος Ταγκοπούλου ὀνόματι, ἀντιπροσώπου τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς. Οὗτος εἰσέβαλε μᾶλλον εἰς τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας, ἄγρια βλέμματα ῥίπτων πανταχοῦ, καὶ διατάσσει ὅπως ἐξέλθουν ὁ ἀνακριτὴς καὶ οἱ ἐπόπται· εἰς τὸ παράδοξον τοῦτο ἄκουσμα τοσοῦτον ἐξεπλάγην, ὥστε δὲν τὸ ἐπίστευον καὶ ἠρώτησα τὸν παράδοξον ἀντιπρόσωπον ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς ὅ,τι ἤκουσα· οὗτος δὲ τὸ ἐπανέλαβε προσθέτων ὅτι ἔχει ἀνωτέρας τοιαύτας διαταγάς. Ἀλλὰ τὸ φοβερώτερον διὰ τὸ ὑπάλληλον τοῦτον, ὅπερ μ’ ἔκαμε νὰ σιγήσω ἐξ αἰδοῦς, διότι ἐλέγετο ὑπάλληλος, ἦτο τὸ ἑξῆς· μετὰ τὴν διαλογὴν τῶν καλπῶν τοῦ πρώτου κιβωτίου μετέβη μόνος ὅπως ἐπιληφθῇ τοῦ ἑτέρου κιβωτίου ἔνθα ἦτον ἡ κάλπη τοῦ Θεοδ. Δηλιγιάννη· τὸν παρηκολούθησα ὄπισθέν του, τὸν εἶδον δὲ παραχρῆμα νὰ θέσῃ τὸν δάκτυλόν του εἰς τὴν σφραγίδα τῆς σιδηρᾶς ῥάβδου, καὶ τὸν ἤκουσα εἰπόντα ὅτι δὲν εἶναι ἀλύμαντοι.» Οὕτω τὴν πρᾶξιν εἶχε τελειώσει καὶ τὴν φράσιν μόνον ἐτελείωνεν, ὅτε μὲ εἶδεν ἐξ ὄπισθέν του· ἅμα ἰδών με εἶπεν ὅτι καλαὶ εἶναι αἱ σφραγίδες καὶ ἐξηκολούθησε τὸ λέργον του.» Καὶ ἐπειδὴ ἐπιβλεπόντων τῶν ἐποπτῶν καὶ τοῦ ἀνακριτοῦ ἐγένετο ἡ διαλογὴ, μάλιστα παρόντος καὶ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς καὶ εὐθὺς μετὰ τὴν διαλογὴν ὑπογράψαντος μετὰ τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς ἀπόσπασμα τῆς γενικῆς διαλογῆς, ἡ μὴ ὑπογραφὴ τῶν ἓξ πράξεων διαλογῆς καλπῶν καὶ τῆς πράξεως τῆς γενικῆς διαλογῆς καθίσταται ἁπλῶς καὶ κατ’ ἐπιφάνειαν τυπικὴ ἔλλειψις, οὐδόλως προσβάλλουσα τὴν διαλογήν. Ἐπειδὴ οὐδεμία ἔνστασις ὑπάρχει κατὰ τοῦ τρόπου τῆς ἀριθμήσεως τῶν ψήφων ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ἡ μὴ σημείωσις αὐτοῦ ἐκ παραδρομῆς προελθοῦσα, εἶναι ἔλλειψις τυπικὴ οὐδεμίαν μομφὴν κατὰ τῆς ἐκλογῆς ἐπιφέρουσα. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Μυλάοντος οὐδεμία ὑπάρχει ἔνστασις, διὰ ταῦτα θεωροῦμεν ἔγκυρον τὴν ἐκλογὴν καὶ νομίμους βουλευτὰς τῆς ἐπαρχίας Γορτυνίας τοὺς Γεώργιον Δ. Πλαπούταν, Θεόδωρον Δηλιγιάννην, Βασίλειον Νικολόπουλον, Ἰωάννην Δηληγιάννην, Γεώργιον Λαδόπουλον καὶ Α. Ἀντωνόπουλον.

Ὁ Πρόεδρος

Μ. Κ. ΚΑΝΑΡΗΣ.

Τὰ μέλη Π. Β. Κωσταντᾶς, Δ. Σαῤῥιγιάννης, Δ. Ι. Κουνουπιώτης, Θ. Θερμογιάννης, Ἰω. Νέγκας, Γ. Μπούμπουλης, Α. Α. Κοντόσταυλος, Φίλιππος Π. Βάρβογλης, Α. Βαρβαρίγος, Ε. Βιρβίλης, Πέτρος Μαυρομιχάλης, Ἰω. Σ. Χαλκιᾶς.»

§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαυρομαρᾶς ἔχει τὸν λόγον.

§46ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Καὶ ἄλλοτε, εἶπόν τινες τῶν προλαλησάντων, ἔλαβον τὸν λόγον εἰς παρελθοῦσαν Βουλὴν, διότι ἔβλεπον χωλαίνουσαν τὴν λειτουργίαν τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν καὶ τὰς ἐλευθερίας τῆς πατρίδος αὑτῶν κινδυνευούσας, καὶ ἤδη προοιμιάσθησαν μὲ τὸ αὐτὸ προοίμιον, λέγοντες ὅτι τὸν αὐτὸν κίνδυνον διορῶσι καὶ ὅτι θέλουσιν ἐκθέσει τὰς πεποιθήσεις των, τὰς ἀμφιβολίας των καὶ τοὺς φόβους των, ἀδιαφοροῦντες διὰ τὸ ἀποτέλεσμα, ὅπερ θὰ ἐπέλθῃ ἀπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Συγκεφαλαιοῦσι δὲ εἰς δύο μεγάλας αἰτιάσεις τοὺς φόβους αὑτῶν, ὧν ἕνεκα ἐμβλέπωσι κινδύνους εἰς τὴν τακτικὴν λειτουργίαν τῆς συνταγματικῆς μηχανῆς. Ἕτερος δέ τις προσῆλθεν, ὅστις προσέθηκεν καὶ τρίτην αἰτίασιν καὶ εὗρε τὰ πάντα μαῦρα καὶ σκοτεινά. Θέλω προσπαθήσει, κύριοι, ν’ ἀποδείξω, ὅτι οὐδεὶς ἐκ τούτων εἶχε δίκαιον, καὶ ὅτι δύναται νὰ ἦναι εὐγενὴς ἡ φιλοτιμία καὶ ἡ συναίσθησις τοῦ καθήκοντος, ὅταν βλέπῃ τις κινδύνους ἐπιπροσθοῦντας εἰς τοὺς θεσμοὺς τῆς πατρίδος του, νὰ μεριμνᾷ περὶ σωτηρίας αὑτῶν, ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως οἱ κίνδυνοι δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν οὐδεμίαν ὑπόστασιν. Ὡς ἐκ μηχανῆς θεὸς, εἶπέ τις τῶν προλαλησάντων, ἦλθεν ἡ παροῦσα κυβέρνησις εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων τῆς πολιτείας, ἀλλὰ διὰ νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον ἔχει δίκαιον πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ὅλην τὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος μας τὴν νεωτάτην. Πρὶν ὅμως ἔμβω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ἱστορίας αὐτῆς, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ θέσω μίαν μεγάλην ἀρχήν. Ἐν τῇ συνταγματικῇ πολιτείᾳ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἶναι ὁ μόνιμος ἐπόπτης ὄχι μόνον τοῦ πολιτισμοῦ, τῶν φώτων καὶ τῆς εὐημερίας τοῦ τόπου, ἀλλὰ ἀκόμη μόνη αὕτη ἐξ ὅλων τῶν ἄλλων ἐξουσιῶν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ βλέπῃ διαρκέστερον ὅλας τὰς ἀνάγκας τῆς πολιτείας, νὰ εἰσακούῃ ὅλας τὰς εὐχάς της, νὰ προλαμβάνῃ τὰς ἀνάγκας της καὶ πολλάκις νὰ διορθόνῃ καὶ τὰ λάθη της. Ἀνώτερος δὲ ἐπόπτης εἶναι ὁ ἀνώτατος ἄρχων, διότι μετέχει ὅλων τῶν ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους. Ἐὰν θέσωμεν ταύτην τὴν βάσιν, τότε θέλομεν εἰδεῖ ὅτι ὄχι μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ ὑπέρτατον καθῆκον ἐπιβάλλεται εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα νὰ μὴ ἀφήνῃ οὐδέποτε τὸν τόπον ἀκυβέρνητον. Καὶ ποῖος, κύριοι, εἶναι ὁ λόγος δι’ ὃν κατὰ τὸ 1867, ἐνῷ ὑφίστατο κυβέρνησις ἔχουσα πλειοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ, ὁ ἀνώτατος ἄρχων ἐσκέφθη ἄλλως καὶ ἐκάλεσε εἰς τὰ πράγματα τῆς πατρίδος τὴν μειοψηφίαν τῆς Βουλῆς ἐκείνης; Ὁ ἀνώτατος ἄρχων ἐν τῇ συνέσει αὑτοῦ διεῖδεν ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης δὲν συνεῖδε πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς πολιτείας καὶ τῆς πατρίδος, καὶ θέλων νὰ ἀποσοβήσῃ πάντα κίνδυνον, ἐκάλεσεν ἐν τῇ συνέσει αὑτοῦ ἐκ τῆς μειοψηφίας τὸν κ. Βούλγαρην νὰ σχηματίσῃ ὑπουργεῖον. Ἐρωτῶ τὸν κ. Μίλησην, ἦλθεν ὁ κ. Βούλγαρης ὡς ἐκ μηχανῆς θεός; Οὐχὶ βεβαίως. Ἐὰν ἀρνηθῆτε εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα τὸ δικαίωμα νὰ καλῇ καὶ τὴν μειοψηφίαν εἰς τὰ πράγματα, ὅταν βλέπῃ ὅτι τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας εἶναι εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὴν πολιτικὴν, ἥτις ἐπικρατεῖ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, τότε, κύριοι, ἐπέρχεται τὸ χάος καὶ θέλετε νὰ ἐπιφέρετε τὴν καταστροφὴν τῆς κοινωνίας. Λοιπὸν ἔγκειται εἰς τὴν φύσιν αὐτὴν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος καὶ εἰς τὰς ἐξουσίας, τὰς ὁποίας ἐδώκατε εἰς τὸν ἡγεμόνα, νὰ ἔχῃ αὐτὸ τὸ δικαίωμα, διότι ὀφείλει ὁ ἀνώτατος ἄρχων νὰ μὴ ἀφήσῃ τὸν τόπον ἀκυβέρνητον οὐδέποτε. Ὁ κ. Βούλγαρης λοιπὸν τότε ἦλθεν ἐκ τῆς μειοψηφίας καὶ ἐσχημάτισε Κυβέρνησιν. Παρῆλθεν ἓν ἔτος καὶ ἡ κυβέρνησις ἐκείνη παρῃτήθη καὶ ἐκλήθη ἄλλος νὰ σχηματίσῃ κυβέρνησιν, καὶ ἐκλήθη ἐκ τῆς μειοψηφίας, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ἄλλως γενέσθαι, καθόσον ὁ τόπος εἶχε ἀνάγκην Κυβερνήσεως. Λοιπὸν καὶ ἡ πρώτη καὶ ἡ δευτέρα κυβέρνησις ἦλθον ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν κυβέρνησις ἐκ τῆς μειοψηφίας νὰ μὴ ἔλθῃ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς διαλύσεως. Ἀλλὰ καὶ ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ἔπεσε καὶ τὴν διεδέχθη ἑτέρα, καὶ αὐτὴν ἄλλη, καὶ ἐκείνη ἔπεσε, καὶ πάλιν ὁ ἀνώτατος ἄρχων ἠναγκάσθη νὰ καλέσῃ ἐκ τῆς μειοψηφίας τῆς τρίτης Βουλῆς ἄλλον νὰ σχηματίσῃ κυβέρνησιν. Ἰδοὺ καὶ τρίτον παράδειγμα ἐπενεγκὼν τὴν αὐτὴν λύσιν. Ἀλλὰ καὶ ἡ κυβέρνησις ἐκείνη διαφωνήσασα πρὸς τὸν ἡγεμόνα καὶ ἀπολέσασα τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτοῦ παρῃτήθη, καὶ πάλιν ὁ Βασιλεὺς ἐν τῇ συνέσει αὑτοῦ, ἵνα μὴ ἀφήσῃ τὸν τόπον ἀκυβέρνητον, ἐκάλεσεν ἐκ τῆς μειοψηφίας τῆς Βουλῆς ἕτερον νὰ σχηματίσῃ κυβέρνησιν καὶ οὗτος ἐννοεῖται δὲν ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ παρὰ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς διαλύσεως αὐτῆς. Δὲν εἶναι λοιπὸν ζήτημα ὅτι ὁ κ. Δεληγεώργης ἦλθεν ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς διαλύσεως, καὶ μόνον ὅσοι θέλουν νὰ ἀμφισβητήσουν καὶ τὴν φαεινοτέραν ἀλήθειαν θὰ ἀμφισβητήσουν καὶ τὴν ἀλήθειαν ταύτην, διότι λέγουν, ἐλάβετε παρὰ τῆς Βουλῆς ἐκείνης τὸν προϋπολογισμόν. Ἀλλ’ ὁ κ. Μίλησης εἶπεν ὅτι μόνον εἰς μίαν περίστασιν δύναμαι νὰ εὕρω δικαιολόγησιν τῆς διαλύσεως, τὴν περίστασιν καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ ἀποῤῥίπτουσα νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία θεωρεῖ ὠφέλιμον διὰ τὴν κοινωνίαν, ἀναγκάζει τὸν Βασιλέα νὰ κάμῃ ἔκκλησιν εἰς τὸν λαὸν, διὰ νὰ ἴδῃ τὶς εἶχε δίκαιον. Ἀλλὰ πολλάκις δὲν ἐπανέλαβεν ὁ ἀνώτατος ἄρχων τὸ πείραμα καὶ ἐκάλεσε τὴν ἑτέραν μερίδα, καὶ οὐδέποτε ἠδυνήθη νὰ σχηματίσῃ κυβέρνησιν δυναμένην νὰ κυβερνήσῃ τὸν τόπον; Ἀλλ’ ὅταν τις κληθῇ ἐκ τῆς μειοψηφίας, τί ἄλλο θὰ πράξῃ παρὰ νὰ ζητήσῃ νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλή; Ἡ ἀνάγκη λοιπὸν ἡ ἀκαταμάχητος ὑπαγορεύει νὰ ἔρχηται καὶ ἡ μειοψηφία, νὰ ἔρχηται εἰς τὰ πράγματα, ἀλλὰ πάντοτε ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς διαλύσεως, διότι εἶναι παραδεδεγμένη ἡ ἀρχὴ εἰς τὰ συνταγματικὰ πολιτεύματα, ὅτι αἱ πλειοψηφίαι πρέπει νὰ κυβερνῶσι τὰ πράγματα, καὶ διὰ τοῦτο γίνεται ἡ διάλυσις, ἵνα ἔλθῃ Βουλὴ σύμφωνος μὲ τὰς ἰδέας τῆς κυβερνήσεως. Ἀλλά, λέγετε, κύριοι, εἰς αὐτὸ τὸ κακὸν πρέπει νὰ τεθῇ φραγμός, τὸ θεωρεῖτε κακὸν, ἐξετάζετε ἐὰν ὑφίσταται τοιοῦτον δικαίωμα ἀλληλοδιαδόχων διαλύσεων καὶ ἐὰν δὲν πρέπει νὰ τεθῇ φραγμός. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημά σας. Ἠκούσατε χθὲς μίαν θεωρίαν, ἡ ὁποία σᾶς εἶπεν ὅτι τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἶναι ἀνεξέλεγκτον. Ἀλλ’ ὑμεῖς δὲν ἀρκεῖσθε εἰς αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν, ὑμεῖς λέγετε, θέλομεν εὐθύνην· ἀλλ’ ἐκεῖ ὁποῦ τὴν ζητεῖτε, δὲν δύνασθε νὰ τὴν ἀποδώσητε, καὶ ἔρχεσθε παρακατιὸν καὶ λέγετε ὅτι τὴν εὐθύνην θέλομεν νὰ ἀποδώσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἐδῶ πλανᾶσθε. Μία σχολὴ ὑπάρχει, ἥτις πρεσβεύει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Δημητριάδης, ὅτι τὸ δικαίωμα αὐτὸ καὶ ἡ χρῆσίς του εἶναι ἀνεξέλεγκτος, καὶ αὐτὴ ἡ σχολὴ εἶναι τοῦ Rengamin Constent.

§47ΡΑΛΛΗΣ. Βλασφημεῖτε, κ. Μαυρομαρᾶ, νὰ ἀποδίδετε εἰς τὸν Rengamin Constent τοιαύτας ἀρχάς.

§48ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Διαβάσατέ τον καὶ θὰ ἴδητε· θὰ ἰδῆτε, ὅτι ὁ Rengamin Costant ἀναβιβάζει εἰς τετάρτην δύναμιν τῆς πολιτείας τὰ ἡγεμονικὰ ταῦτα δικαιώματα ἤτοι τὰς προνομίας. Ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς προέρχεται ἐκ τῆς πρωτοβουλίας τοῦ ἡγεμόνος καὶ ὁ ἡγεμὼν εἶναι ἀνεξέλεγκτος, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἡ δεχομένη ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς διαλύσεως δὲν ἔχει παρὰ ἠθικὴν εὐθύνην ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, δὲν ἔχει ὅμως οὔτε πολιτικὴν εὐθύνην, οὔτε νομικήν. Ἔχει μόνον ἠθικὴν εὐθύνην, διότι τὴν πρᾶξιν θὰ κρίνῃ ἡ ἱστορία, δὲν ἔχει πολιτικήν, διότι ἡ διάλυσις δὲν ἀνήκει εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰς πράξεις αὐτῆς καὶ διότι δὲν ἔγκειται ἡ πρᾶξις αὕτη εἰς Κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον· δὲν ἔχει νομικήν, διότι δὲν παραβαίνει κἀνένα νόμον, εἶναι δικαίωμα προερχόμενον ἀπὸ τὸν Βασιλέα. Ἀλλά, κύριοι, ζητεῖτε τί μέλλει γενέσθαι, ἐὰν ἀλληλοδιαδόχως ἐπέρχωνται αἱ διαλύσεις; Καὶ διατί δὲν ζητεῖτε τὰ αἴτια τῶν διαλύσεων; Τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο προέρχεται ἐκ τῆς καταστάσεως τῶν ἡμετέρων Κοινοβουλίων. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἄλλοτε ὁ ἡγεμὼν δὲν ἤθελε νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως καὶ ἐκάλεσε ἐπανειλημμένως ὅλα τὰ κόμματα εἰς τὴν κυβέρνησιν, καὶ μολαταῦτα ἀλληλοδιαδόχως ἔπιπτον ἡμέραν παρ’ ἡμέραν καὶ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ σταθῇ.

§49ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ὅμως ἐγένετο πλειοψηφία.

§50ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐγένετο πλειοψηφία τεχνητὴ, τῆς ὁποίας τὰ ἀποτελέσματα θὰ σᾶς ἐκθέσω παρακατιόν. Εἴθε νὰ μὴ ἐγείνετο ἡ πλειονοψηφία ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀφῆκε τόσα κακὰ εἰς τὴν κυβέρνησιν τοῦ τόπου.

§51ΜΠΟΥΚΑΟΥΡΗΣ. Ἐκείνη ἡ διάλυσις ἐπέφερεν ὅλα τὰ κακά.

§52ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ζητεῖτε τί εἶναι τὸ συμφερώτερον, τὸ μὴ διαλύειν παντελῶς τὴν Βουλὴν ἢ τὸ διαλύειν συνεχῶς. Τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν δύνασθε νὰ λύσητε κατὰ γενικὴν ἀρχὴν, διότι ἐξαρτᾶται πάντοτε ἀπὸ τὴν κατάστασιν ἑκάστης συνταγματικῆς κοινωνίας.

§53ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὄχι τὸ μὴ διαλύειν παντελῶς.

§54ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐὰν ἐπολιτεύεσθε, ὅπως οἱ Ἄγγλοι, βεβαίως σπανίως ὁ ἡγεμὼν ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως· ἀλλὰ δυστυχῶς δι’ ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας εἶναι παντελῶς ξένη ἡ μετριοπάθεια, καὶ ἐνόσῳ ἡμεῖς δὲν κατέχομεν τὴν ἐξουσίαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῶμεν τὸν ἀντίπαλον ἡμῶν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Πρώτη λοιπὸν ἡμῶν ἀφετηρία εἶναι νὰ πολεμήσωμεν ἑκάστην ἐξουσίαν. Ἐκ τούτου γεννᾶται ἡ ἀνάγκη, γεννῶνται ὅλαι αὗται αἱ συμφοραὶ αἱ κοινοβουλευτικαί, ὧν ἕνεκα ἐπέρχεται ἡ ἑτέρα ἀνάγκη τοῦ νὰ διαλύωνται τὰ Κοινοβούλια παρ’ ἡμῖν. Ἀλλά, κύριοι, σεῖς θέλετε τὸ ἀδιάλυτον τῶν Βουλῶν· πολὺ καλά, τὸ δέχομαι.

§55ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν τὸ ἐννοεῖ κἀνείς.

§56ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Δὲν θέλετε τὴν διάλυσιν, δὲν θέλετε τὸ ἀδιάλυτον· τί θέλετε λοιπόν;

§57ΡΑΛΛΗΣ. Λογικὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τούτου.

§58ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ποία εἶναι ἡ λογικὴ ἐνάσκησις;

§59ΡΑΛΛΗΣ. Ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα.

§60ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ὅταν σὲ καλῇ καὶ κάμνῃς Κυβέρνησιν ἐκ τῆς πλειοψηφίας καὶ ὕστερον καταῤῥέῃς μόνος σου, τί θέλεις νὰ σοῦ κάμῃ ὁ ἡγεμών; Νὰ ἀφήσῃ τὸν τόπον ἀκυβέρνητον;

§61ΖΑΛΩΝΗΣ. Οὐδεὶς εἶναι κατὰ τοῦ ἡγεμόνος.

§62ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Οὐδεὶς σᾶς κατηγορεῖ ὅτι εἶσθε κατὰ τοῦ ἡγεμόνος, ἀλλὰ λέγετε, ὅτι ἡ χρῆσις τῆς διαλύσεως πρέπει νὰ γίνηται λογικῶς. Νὰ μοὶ εὕρητε τὸν λόγον τὸν ὀρθόν, καὶ ὅταν σεῖς δὲν στέκεσθε εἰς τὴν λογικὴν, τί θέλετε νὰ πράξῃ ὁ ἄλλος διὰ νὰ σᾶς ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν λογικήν; Ἠξεύρετε τί συνεπείας ἔχει τὸ ἀδιάλυτον;

§63ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ δὲν τὸ καθιεροῦμεν.

§64ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Τὸ ἀδιάλυτον δὲν θὰ ἔχῃ ἄλλην συνέπειαν, εἰμὴ νὰ καθιερώσητε τὴν μεγαλειτέραν τυραννίαν τῶν πολλῶν ἀπέναντι τοῦ ἑνός. Ἡ νομοθετικὴ συνέλευσις τῆς Γαλλίας, κύριοι, τοῦ 1818 εἶχε τὸ δικαίωμα τοῦ ἀδιαλύτου· ἀλλὰ διατί; διότι εἶχεν ὑπεύθυνον πρόεδρον. Λοιπὸν θέλετε τὸ ἀδιάλυτον; τότε πρέπει νὰ εἴπητε καθαρὰ θέλομεν Δημοκρατίαν, δὲν θέλομεν ἄρχοντα ἀνεύθυνον, θέλομεν ὑπεύθυνον, ἄλλως δὲν δύνασθε ποτὲ νὰ συμβιβάσητε τὸ ἀνεύθυνον τοῦ ἡγεμόνος μὲ τὸ ἀδιάλυτον, τὸ ὁποῖον ζητεῖτε. Ἀλλά, κύριοι, φρονεῖτε, ὅτι δὲν καλεῖται συνεχῶς ὁ λαὸς εἰς τὴν ἐξάσκησιν τοῦ δικαιώματος τούτου, ὅτι τοῦτο εἶναι ἐναντίον τῶν ἐλευθεριῶν. Πλανᾶσθε ὅμως, διότι τοῦτο εἶναι ἐναντίον τῆς ἰδέας σας, διότι ἐλευθερώτερον πολίτευμα εἶναι ἡ Δημοκρατία ἀπὸ τὴν συνταγματικὴν μοναρχίαν, καὶ μόλα ταῦτα εἰς τὰς δημοκρατίας οἱ λαοὶ καλοῦνται λίαν συνεχῶς εἰς τὴν ἐξάσκησιν τοῦ ἐκλογικοῦ αὐτῶν δικαιώματος.

§65ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὄχι ὅμως διὰ διαλύσεων.

§66ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐκεῖ δὲν εἶναι ἡγεμὼν ἀνεύθυνος νὰ διαλύῃ, ἐκεῖ εἶναι πρόεδρος ὑπεύθυνος. Κατηγορούμεθα ὅμως, κύριοι, παρ’ ὑμῶν, ὅτι εἴμεθα ὀπαδοὶ τοῦ προσωπικῆς κυβερνήσεως· ἡμεῖς ὀπαδοὶ τῆς προσωπικῆς κυβερνήσεως! ἡμεῖς ὄργανα τυραννίδος!! Διατί, κύριοι; διότι καὶ ἡμεῖς ἐκλήθημεν ἅπαξ νὰ κάμωμεν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Λοιπὸν οἱ πρὸ ἡμῶν διαλύσαντες δὲν ἦσαν ὄργανα τυραννίδος, ἀλλὰ καὶ ὑπηρέται τῆς προσωπικῆς κυβερνήσεως. Ἦτον ἀνάξιον, κύριοι, νὰ ἀπαντήσῃ τις εἰς τοιαύτην αἰτίασιν, διότι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἔχει εἴτε μέγαν εἴτε μικρὸν πολιτικὸν βίον καὶ παρελθόν· ἀλλὰ ἐνθυμηθῆτε, κύριοι, ὅτι ἡμεῖς καὶ ἂν ἐζητήσαμεν τὴν ἐξουσίαν ὡς νόμιμον δικαίωμα, δὲν ἠσεβήσαμεν ὅμως ὅπως σεῖς, οἱ κατηγοροῦντες ἡμᾶς, ἠσεβήσατε ἄλλοτε πρὸς τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν. Ὑπῆρχεν ἄλλοτε ἐνταῦθα σῶμα κυρίαρχον, τοῦ ὁποίου οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ τὴν διάλυσιν καὶ τὸ ὁποῖον μόνον εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ διαλυθῇ ἀφ’ ἑαυτοῦ, καὶ ὅμως σεῖς ἐζητήσατε, ἐπιβληθέντες, τὴν διάλυσιν αὐτοῦ. Ἡμεῖς, κύριοι, ὄργανα τυραννίδος! ἐξ ὧν οἱ πλεῖστοι ἀγνοοῦμεν καὶ αὐτὸν τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα προσωπικῶς! Καὶ ποῖοι, κύριοι, μᾶς κατηγοροῦσιν; Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν τὰ τυφλότερα ὄργανα τοῦ Σπόνεκ. Ἀλλά, κύριοι, καί τοι τινὲς ἐκ τῶν κατηγορησάντων τὴν κυβέρνησιν ὡμολόγησαν, ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἐπέκριναν αὐτὴν, διότι δὲν ἔκαμε χρῆσιν τοῦ τοιούτου δικαιώματος ἀμέσως. Ἐνταῦθα νὰ μοὶ συγχωρήσῃ ὁ κ. Ζαΐμης νὰ διαφωνήσω πρὸς αὐτὸν, πρῶτον διότι ἐλησμόνησεν ἑαυτὸν, καὶ δεύτερον διότι δὲν ἐξήτασε τὸ πρᾶγμα βαθύτερον. Ἂς ἐνθυμηθῇ ὁ κύριος Ζαΐμης, ὅτι κληθεὶς τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1869 εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος, ἐδέχθη τὴν ἐντολὴν τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος νὰ σχηματίσῃ κυβέρνησιν καὶ ἐδέχθη τὴν ἐντολὴν, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Ἔκαμε χρῆσιν εὐθὺς ἀμέσως τοῦ τοιούτου δικαιώματος; Ὄχι· ἡ κυβέρνησις ἐκείνη μετὰ δύω μῆνας διέλυσε τὴν Βουλήν.

§67ΣΑΡΑΒΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς κάμω μίαν παρατήρησιν. Τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης τὸ ἀνεγνώσατε. Ἡ Κυβέρνησις εἶπεν, ὅτι ἀνέλαβε τὴν κυβέρνησιν τοῦ Κράτους ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν, ὅπως ὁ λαὸς ἀποφασίσῃ περὶ τῆς Κυβερνήσεως· τὸ εἶπεν ἀμέσως.

§68ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Δὲν τὴν μέμφομαι διὰ τοῦτο, ἀλλὰ πότε ἔκαμε χρῆσιν; μετὰ δύω μῆνας.

§69ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν παρουσιάσθη ὅμως τότε ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ προϋπολογισμόν.

§70ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Δὲν μέμφομαι τὸν κ. Ζαΐμην, ἐφέρθη πολὺ σωφρόνως· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ τις εἰς τὴν κυβέρνησιν καὶ νὰ θελήσῃ, ὥστε ἀμέσως αἱ ἰδέαι του νὰ ᾖναι ἐφαρμόσιμοι· διότι οὔτε τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως, οὔτε τὰ ὄργανα τῆς ἐμπιστοσύνης, οὔτε ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων εἶναι πάντοτε πρόχειρος, ὥστε νὰ κυβερνήσῃ ἐπιτυχῶς. Λοιπὸν ἡ αἰτίασις τοῦ κ. Ζαΐμη, ὅτι ὁ κ. Δεληγεώργης κακῶς ἔπραξε νὰ μὴ διαλύσῃ ἀμέσως τὴν Βουλὴν, δὲν εἶναι δικαία, διότι οὔτε αὐτὸς ὁ κ. Ζαΐμης δὲν ἔκαμε χρῆσιν τοῦ τοιούτου δικαιώματος ἀμέσως. Εἶπα δὲ, ὅτι καὶ πράγματι δὲν ἔχει δίκαιον εἰς τὴν αἰτίασιν αὐτὴν, διότι ἑκάστη κυβέρνησις, ὅταν ἀναλαμβάνῃ τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων, δὲν εὑρίσκεται πάντοτε ἐπὶ ῥόδων. Ὅτε ὁ κύριος Δεληγεώργης ἦλθεν, ἡ δημοσία ἀσφάλεια δὲν ἦτον ἐντελῶς παγιωμένη· καὶ μολονότι κατὰ τὸ 1870 ὅλοι οἱ φυγόδικοι τῆς Πελοποννήσου ἦσαν εἰς τὰς φυλακὰς, ἤρκεσαν δύω ἔτη διὰ νὰ ἐπανέλθουν πάλιν εἰς τοὺς κόλπους τῆς κοινωνίας καὶ νὰ ταράξουν τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Ἡ κατάστασις λοιπὸν τῶν πραγμάτων ἐδεῖτο προπαρασκευῆς σπουδαίας· ἑπομένως ἦτο δικαίωμα τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης καὶ ὑποχρέωσις μάλιστα νὰ μὴ διαλύσῃ ἀμέσως τὴν Βουλὴν. Ἔρχεται, κύριοι, ἡ ἑτέρα αἰτίασις, ἔρχεται ἡ αἰτίασις ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρηνόμησε διακόψασα τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Διατί παρηνόμησεν ἡ κυβέρνησις; Μήπως τὸ δικαίωμα τῆς διακοπῆς δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένον ἐν τῷ Συντάγματι; Ἀλλὰ λέγουσι, δὲν ἐδύνατο ἡ Κυβέρνησις, πρὶν καταρτισθῇ τὸ προεδρεῖον, νὰ κάμῃ τὴν διακοπὴν αὐτήν. Καὶ ποῦ εὑρίσκετε αὐτὴν τὴν διάταξιν ἀναγεγραμμένην;

§71ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς παραδόσεις.

§72ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ποίας;

§73ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἰς τὴν Γαλλίαν, κ. Μαυρομαρᾶ, ἀπὸ τὰ 1830 ἕως τὰ 1848, ἐπὶ Φιλίππου, μία καὶ μόνη διακοπὴ ἐγένετο τῆς Βουλῆς εἰς διάστημα 18 ἐτῶν.

§74ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Λοιπὸν εἰς διάστημα ὀκταετὲς συνταγματικοῦ βίου παρ’ ἡμῖν ἔχουν γείνει τρεῖς διακοπαὶ, μία ὑπὸ τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου εἰς τὰ 1865, μία ὑπὸ τοῦ κυρίου Ζαΐμη, καὶ μία αὐτή.

§75ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἐξελέγχομεν τὸ παρελθὸν, ἀλλὰ ζητοῦμεν εὐθύνας ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὴν σημερινήν.

§76ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Λοιπὸν ζητεῖτε νομολογίαν οὐχὶ ἐπὶ τοῦ ἑαυτοῦ σας· σεῖς λοιπὸν εἶσθε ἀναμάρτητοι καὶ ἀνεύθυνοι.

§77ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ σεῖς εἶσθε οἱ ἀναμορφωταὶ τοῦ τόπου.

§78ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ποῦ λοιπὸν εὑρίσκετε τὴν διάταξιν ὅτι δὲν δὲν δύναται νὰ διακοπῇ ἡ Βουλὴ, πρὶν ἀκόμη καταρτισθῇ τὸ προεδρεῖον;

§79ΜΙΛΗΣΗΣ. Φέρετέ μας ἓν παράδειγμα.

§80ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Θὰ σᾶς φέρω. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ κ. Βούλγαρης εἰς τὰ 1857 ἔπραξαν τὸ αὐτὸ ἐπὶ Ὄθωνος. Ἀλλὰ πόθεν ἐξάγετε ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς διακοπῆς, πρὶν καταρτισθῇ τὸ προεδρεῖον; Νομίζετε, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ὑφίσταται ὡς πολιτικὸν σῶμα, ἀφοῦ κηρυχθῇ ἡ ἔναρξίς της; Πλανᾶσθε, κύριοι. Καὶ διατὶ κάμνει ἀποφάσεις καὶ ἐξελέγχει ἐκλογάς; Λοιπὸν εἶναι Σῶμα πολιτικὸν, ἔχον ζωὴν, ἔχον ἡλικίαν, ἔχον ὕπαρξιν. Πῶς λογίζεται, κύριοι, ὁ χρόνος τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς; Ὁ ἐλάχιστος ὅρος παρ’ ἡμῖν ἑκάστης συνόδου εἶναι τριῶν μηνῶν, ὁ ἀνώτατος ἕξ· ἡ προθεσμία τῶν τριῶν μηνῶν ἢ τῶν ἓξ ἀπὸ πότε λογίζεται; ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Βουλῆς. Λοιπὸν εἶναι ἢ ὄχι πολιτικὸν σῶμα; Καὶ ὅταν ὁ Βασιλεὺς ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀναβολῆς, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς διακοπῆς; Ποῦ λοιπὸν εὑρίσκετε τὸ ἀντισυνταγματικόν, τὸ παράνομον τῆς πράξεως αὐτῆς; Διατί νὰ γείνῃ χρῆσις τοῦ δικαιώματος τούτου; Ἐνθυμηθῆτε, κύριοι, τὶ σᾶς εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ὅτι ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἀνώτατος ἐπόπτης τῶν ἀναγκῶν τῆς κοινωνίας, καὶ ὅτι ἔγκειται ἐν τῇ συνέσει καὶ κρίσει αὐτοῦ νὰ κάμνῃ ἢ ὄχι χρῆσιν ἑνὸς δικαιώματος ἐξ ὅσων τῷ παρέχει τὸ Σύνταγμα· ὅπως λοιπὸν ὁ Βασιλεὺς δὲν δύναται νὰ ἐξελέγξῃ τὴν διαγωγὴν τὴν ἰδικήν σας διὰ τὰς πράξεις σας καὶ τὰς σκέψεις σας, οὕτω καὶ σεῖς δὲν δύνασθε νὰ κρίνητε τὸ δικαίωμα αὐτὸ καὶ τὴν χρῆσιν αὐτοῦ.

§81ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκ τοῦ παραδείγματος, τὸ ὁποῖον ἐφέρατε προτήτερα τοῦ 1857...

§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι, νὰ τελειώσῃ.

§83ΡΑΛΛΗΣ. Εἴπατε ὅτι οἱ κύριοι Βούλγαρης καὶ Κουμουνδοῦρος ἐνήσκησαν τὸ δικαίωμα.....

§84ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐσᾶς δὲν σᾶς διακόπτει κἀνεὶς, ἀφήσατε τὸν ἀγορεύοντα νὰ ἐκφράσῃ τὰς ἰδέας του καὶ νὰ τελειώσῃ· θέλομεν νὰ ἀκούσωμεν καὶ ἡμεῖς.

§85ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τὰ 1857 δὲν ὑπῆρξε, νομίζω, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ὑπὸ τὸν Βούλγαρην.

§86ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Δὲν ἔζης φαίνεται εἰς τὴν Ἑλλάδα, θὰ ἦσο παιδί.

§87ΡΑΛΛΗΣ. Μετ’ αὐτὸν προσεκλήθη ὁ κ. Μιαούλης καὶ εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο εἶχε λάβει μέρος καὶ ὁ πατήρ μου μετὰ τῶν κ. Κουμουνδούρου καὶ Ζαΐμη.

§88ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἦτον ὑπὸ τὴν πρωθυπουργίαν τοῦ κ. Βούλγαρη ἀπὸ τὰ 1850 ἕως τὰ 1857, ὁπότε ἔπεσεν ὁ κ. Βούλγαρης.

§89ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε Μαυρομμαρᾶ, ἐπειδὴ ἔγεινεν ἡ μικρὰ διακοπὴ, μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς ἐρωτήσω διὰ νὰ φωτισθῶμεν καὶ ἡμεῖς ἐὰν ἔγεινε τότε ἡ διακοπὴ, πρὶν συγκροτηθῇ τὸ προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἐκείνης.

§90ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Πρὶν, μάλιστα.

§91ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Λοιπὸν αὐτὸ εἶναι γεγονός.

§92ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ 1856, ὅτε ἐνήργησε τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη ἐκλογὰς, δὲν ἔκαμε διακοπὴν, ἀλλὰ ἀναβολὴν, καὶ ἑπομένως ἀντὶ νὰ ἀρχίσῃ ἡ Βουλὴ τὰς ἐργασίας της τὴν πρώτην Νοεμβρίου ἤρχισε τὴν 10 Δεκεμβρίου 1856, καὶ διήρκεσαν αὗται ἕως τὸν Ἰούνιον τοῦ 1857. Ἔκτοτε κἀμμία διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς δὲν ἐγένετο. Κατόπιν μίαν διακοπὴν ἔκαμεν εἰς τὰ 1865 τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου· ἑτέραν τὸ ὑπουργεῖον Μωραϊτίνη τὴν 22 Δεκεμβρίου 1867 ἐπὶ τεσαράκοντα ἡμέρας, καὶ τρίτην διακοπὴν ἔκαμε τὸ ὑπουργεῖον Ζαΐμη τὴν πρώτην Νοεμβρίου 1871· ἐκτὸς τῶν διακοπῶν τούτων ἐγένοντο καὶ δύω ἄλλαι ἀναβολαὶ, ἡ μία τὸ ἔτος 1866, πρωθυπουργοῦντος τοῦ κ. Βούλγαρη, καὶ ἡ ἑτέρα τὸ 1870, πρωθυπουργοῦντος τοῦ κ. Δεληγεώργη. Αὐτὴ εἶναι ὅλη ἡ ἱστορία τῶν διακοπῶν καὶ ἀναβολῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.

§93ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Αὐτὰ εἴπετε εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. Πέτρου Μαυρομιχάλη, ὅστις λέγει ὅτι δὲν ἔχομεν παραδόσεις. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι, ἐκτὸς τῶν δύω τούτων αἰτιάσεων οἱ κατηγοροῦντες τὴν Κυβέρνησιν εὗρον αὐτὴν ἁμαρτήσασαν καὶ εἰς τὴν λοιπὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους· ἀλλὰ κατηγορίαν κἀμμίαν δὲν ἔφεραν καὶ κατέφυγαν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐκλογῶν. Καὶ πολλοὶ μὲν ὡμολόγησαν ὅτι αἱ ἐκλογαὶ διεξήχθησαν νομίμως, ἄλλοι ὅμως δὲν εὗρον εἰμὴ ἓν καὶ μόνον παράδειγμα διὰ νὰ κατηγορήσουν τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ἐκλογὴν Μεσσήνης. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι εἰς τὴν ἐκλογὴν Μεσσήνης ἐγὼ αὐτὸς ἔλαβον τὸν λόγον, καί τοι φίλος τῆς κυβερνήσεως, καὶ ἐζήτησα τὴν ἀκύρωσιν αὐτῆς καὶ ἡ ἐκλογὴ ἐκείνη ἠκυρώθη. Ἡ ἐκλογὴ ἐπαναλήφθη, καὶ πάλιν ἡ Βουλὴ ἠκύρωσε τὴν ἐκλογὴν αὐτήν. Κύριοι, μόλον ὅτι τὸ δεδικασμένον εἶναι σεβαστὸν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑμεῖς αὐτοὶ ἐνταῦθα ἐξετάζοντες τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐκρίνατε πολλὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, αἵτινες φέρουσι τὴν ἰσχὺν τοῦ δεδικασμένου, διὰ τοῦτο μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὅτι εἶναι ζήτημα, ἐὰν ἡ δευτέρα ἀκύρωσις τῆς ἐκλογῆς Μεσσήνης ἦτον ἢ δὲν ἦτο νόμιμος ἢ δικαία.

§94ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριε πρόεδρε, τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς δὲν τὴν ὑπερασπίζετε τώρα....

§95ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Μήπως σεῖς, κατακρίνοντες τὴν σύμβασιν τῶν σιδηροδρόμων, δὲν προσβάλλετε τὸ δεδικασμένον;

§96ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἄλλο τὸ ἓν καὶ ἄλλο τὸ ἄλλο.

§97ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Καὶ νομίζετε, ὅτι δεδικασμένον εἶναι ἄλλον παρὰ τυπικὴ ἀλήθεια καὶ ὅτι ἡ τυπικὴ ἀλήθεια δὲν εἶναι καὶ αὐτὴ ἡ πραγματικὴ ἀλήθεια; Ἄρα ἡ τυπικὴ ἀλήθεια, δὲν εἶναι ἀλήθεια, εἶναι ἀλήθεια ὑποχρεωτικὴ μόνον, δὲν εἶναι ἡ ζῶσα ἀλήθεια, ἡ αἰώνιος ἀλήθεια. Λοιπὸν εἶναι ζήτημα, κύριοι, ἐὰν ἡ ἀπόφασις ἐκείνη ἦτο δικαία, καὶ ἐὰν δὲν ἐπεβάλλετε εἰς μίαν ἐπαρχίαν νὰ ἀποφασίζῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὡς εἶπον, ἐκείνη δὲν ἤθελε νὰ ἀποφασίσῃ. Ὁ κύριος Πετιμεζᾶς ἀναζητῶν τὴν νόμιμον ἢ μὴ ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, ὡμολόγησεν τὴν ἀλήθειαν, καὶ ὡμολόγησε μὲν ὅτι ἐν τῇ ἰδίᾳ αὑτοῦ πατρίδι ἐγένετο ἐλευθέρα χρῆσις τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος, ἀλλ’ ὅτι ὑπῆρξε καὶ ἐξαίρεσις· κυρίως ὅμως τὴν ἐλευθέραν καὶ νόμιμον ἐξάσκησιν τῆς ἐκλογῆς τῆς πατρίδος του δὲν ἀπέδωκεν εἰς τὰς ὁδηγίας καὶ τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ εἰς τὸν διευθυντὴν τῆς στρατιωτικῆς ἐκεῖ δυνάμεως, τὸν ὁποῖον ἐπῄνεσε. Νομίζω ὅμως ὅτι ὅσον ἀξιαίπενος καὶ ἂν ᾖναι ἐκεῖνος ὁ ἀξιωματικὸς καὶ ὅσον ἀκριβῶς καὶ ἐὰν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του, τὸ τοιοῦτον δίδει ἓν ἐπιχείρημα ἐναντίον τοῦ κ. Πετιμεζᾶ καὶ ὄχι ὑπὲρ αὐτοῦ· διότι, κύριοι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νὰ ἐνεργήσῃ παρανόμους ἐκλογάς, τότε δὲν ἤθελε φερθῇ, ὅπως ἐφέρθη εἰς τὴν ἐκλογὴν Καλαβρύτων, καὶ ὁ κ. Πετιμεζᾶς δὲν ἤθελεν εὑρεθῇ εἰς τὴν εὐτυχίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη.

§98ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι ἡ Τῆνος Καλάβρυτα.

§99ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Νὰ μάθετε, κ. Πετιμεζᾶ, ὅτι πᾶσα Κυβέρνησις, ὅταν θέλῃ νὰ κάμῃ χρῆσιν παρανόμων μέτρων, δύναται νὰ ἐπιβληθῇ εἰς πάντας.

§100ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. ... (θόρυβος).

§101ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἰς τὰ Καλάβρυτα δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπιβληθῇ.

§102ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Διατί ὁ Ὄθων ἐπεβάλλετο εἰς τὰ Καλλάβρυτα; Πλανᾶσθε, ἂν νομίζητε ὅτι ἐν Ἑλλάδι εἶναί τις ἀκαταμάχητος.

§103ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶναι καὶ ἐπαρχίαι, ὅπου ἡ ἐξουσία δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ.

§104ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς κατηγορῶν τὴν Κυβέρνησιν δὲν εὗρεν οὐδεμίαν πρᾶξιν ἱκανὴν διὰ νὰ τὴν ἐπαινέσῃ, εὗρε Κυβέρνησιν στάσιμον, ἄπειρον καὶ ἀνίκανον. Ἐπειδὴ ἡ μορφὴ αὕτη εἶναι κυρίως προσωπικὴ ῥιπτομένη ἐνώπιον τῶν ὑπουργῶν, δὲν ἐπιβάλλεται εἰς ἐμὲ τὸ καθῆκον, νὰ ἀναλάβω τὴν ὑπεράσπισιν ἐπὶ τοιούτου ζητήματος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἀφήσω ἀπαρατήρητον μίαν ἀντίφασιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Κεχαγιᾶς νομίζει ὅτι εὗρεν ἐπὶ ἑνὸς λόγου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ἑνὸς ἄρθρου μιᾶς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς εἶπεν ὅτι εἶναι θιασώτης τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ λέγει ὅτι δὲν εὗρε σύμφωνον μίαν διάταξιν αὐτῆς πρὸς τὰς ἐπαγγελίας τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ· διότι ὁ μὲν κύριος Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη φέρει τὴν καινοτομίαν ὅτι πάντοτε ὑποχρεόνει τὴν Τράπεζαν νὰ δανείζῃ διὰ μετρητῶν, ἐνῷ εἰς τὰ πράγματα δὲν ἔχει οὕτως. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριοι, νὰ ἀναγνώσω τὸ ἄρθρον τῆς συμβάσεως ἐκείνης. «Ἄρθρον 7. Τὰ ἐνυπόθηκα δάνεια θέλουσι πραγματοποιεῖσθαι τοῖς μετρητοῖς. Ὁ πληρωτέος τόκος αὐτῶν δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰ 8% κατ’ ἔτος, τὸ δὲ δι’ ἔξοδα διοικήσεως δικαίωμα τὸ 1%. Δύναται δὲ ἡ Τράπεζα νὰ δανείζῃ καὶ διὰ τῶν κτηματικῶν ὁμολογιῶν, ἐὰν ἐπραγματοποίησεν εἰς δάνεια ἐπὶ ὑποθήκῃ ἢ πρὸς τὸ δημόσιον, τοὺς νομούς, τὰς ἐπαρχίας ἢ τοὺς δήμους, τὰ ἐκ τῆς πωλήσεως ἢ προπωλήσεως τῶν κτηματογράφων αὑτῆς εἰσπραχθέντα μετρητά.» Ἐὰν αὐτὸ τὸ ἄρθρον τὸ ἐξετάσητε καλῶς καὶ τὸ συνδυάσητε μὲ τὰς παρακατιούσας διατάξεις, θέλετε ἰδεῖ ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Κεχαγιᾶς, δὲν εἶναι ἀληθές. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ θέτει τὸν κανόνα ὅτι ἡ Τράπεζα εἶναι πάντοτε ὑπόχρεως νὰ δανείζῃ τοῖς μετρητοῖς, ἐπιφέρει ὅμως μίαν ἐξαίρεσιν, καὶ ταύτην ἐξαρτωμένην ἐκ τοῦ ἐκλεκτικοῦ δικαιώματος τοῦ δανειζομένου. Ἀλλὰ διὰ νὰ φθάσῃ ἡ Τράπεζα εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ νὰ δανείσῃ καὶ διὰ κτηματογράφων, πρέπει νὰ ἐκπληρώσῃ προτήτερα ὅλους τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλει ἡ σύμβασις· τοὐτέστι κατά τι ἄλλο ἄρθρον δὲν δύναται νὰ ἐκδώσῃ οὐδὲν κτηματόγραφον ά. ἢ βʹ. σειρᾶς, ἂν δὲν δανείσῃ ἐπὶ ὑποθήκῃ διὰ μετρητῶν 12,000,000 δραχμῶν. — Κατ’ ἄλλην διάταξιν, δὲν δύναται νὰ ἐκδώσῃ κτηματόγραφα, ἂν δὲν ἔχῃ πραγματοποιήσῃ ἰσαξίους ὑποθήκας εἰς τὸ χαρτοφυλάκιόν της. Ἔγκειται ὅμως εἰς τὸ συμφέρον ἑκάστης Τραπέζης, ἂν πραγματοποιήσῃ 12 ἑκατομμύρια τοὐλάχιστον δραχμῶν, νὰ ἐκδώσῃ κτηματόγραφα τῆς ά. σειρᾶς ἑτέρων 12 ἑκατομμυρίων. Διὰ νὰ δανείσῃ δὲ διὰ κτηματογράφων, πρέπει νὰ πραγματοποιήσῃ εἰς νέα δάνεια τὰ μετρητά, τὰ ὁποῖα εἰσέπραξεν ἐκ τῆς πωλήσεως ἢ προπωλήσεως τῶν ὁμολογιῶν. Ὁ ἀνώτατος λοιπὸν ὅρος τῶν κτηματογράφων τῆς ά. σειρᾶς τῆς πρώτης ἐκδόσεως δὲν δύναται νὰ ᾖναι πέραν τῶν 12 ἑκατομμυρίων, τῆς δὲ δευτέρας πέραν τῶν 17 ἑκατομμυρίων· θέλομεν ἔχει λοιπὸν 17 καὶ 12=29 καὶ 12=41 ἑκατομμύρια. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅμως ὅτι δὲν ἐκδίδει καθόλου ὁμολογίας τῆς βʹ. σειρᾶς, θὰ ἐκδώσῃ τῆς ά. ἔχει λοιπὸν 12 καὶ 12=24 ἑκατομμύρια· πρέπει νὰ δανείσῃ καὶ τὰ ἕτερα 12 ἑκατομ. Μόνον ἐὰν δὲν ἔχῃ χρήματα εἰς τὰ ταμεῖά της, τότε μόνον δύναται νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς δανειζομένους, ἐπραγματοποίησα, ἐξήντλησα τὰ χρήματά μου, δὲν ἔχω πρόχειρα, καὶ ἂν θέλετε δύνασθε νὰ δανεισθῆτε διὰ κτηματογράφων. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀντίφασις; ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν θέλησιν τοῦ δανειζομένου. Δὲν βλέπω λοιπὸν ποῦ εἶναι ἡ ἀντίφασις τοῦ κανόνος, ὅστις τίθεται μὲ τὴν ἐξαίρεσιν, ἡ ὁποία θὰ ᾖναι σπανία. Πολλά, κύριοι, ἐῤῥέθησαν καὶ περὶ τοῦ λαυωριτικοῦ ζητήματος. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τούτου τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον πάντως θέλει εἶσθαι ἀντικείμενον ἑτέρας συνεδριάσεως, ἀλλὰ λέγω τοῦτο μόνον ὅτι αἱ μομφαί, τὰς ὁποίας ὁ κ. Μίλησης ἐζήτησε νὰ ἐπιῤῥίψῃ κατὰ τῆς παρούσης κυβερνήσεως, ἦσαν ὅλαι ἄδικοι καὶ ἀνυπόστατοι, διότι αἱ ἀξιώσεις τῆς ἑταιρίας Ῥοῦ καὶ Σερπιέρη προϋπῆρχον καὶ τοῦ νόμου αὐτοῦ, τὸν ὁποῖον ἄλλη Βουλὴ συνέταξε καὶ ἀνεγνώρισε καὶ καθιέρωσε τὰς διατάξεις αὐτοῦ, ὅπως περιέχονται εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον. Ἂς ἐνθυμηθῶσι δὲ οἱ κατήγοροι τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἄλλη Κυβέρνησις, θεωροῦσα λελυμένον τὸ ζήταμα τῆς ἰδιοκτησίας ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας Ῥοῦ καὶ Σερπιέρη, ἔφερε νόμον οὐχὶ περὶ διαθέσεως, ἀλλὰ περὶ φορολογίας τῶν ἐκβολάδων ὑπὲρ αὐτῆς. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὁ κ. Δεληγεώργης παραίτιος τοῦ διπλωματικοῦ ζητήματος, καὶ θὰ ᾖναι ἡ μεγαλειτέρα ἀδικία, καὶ ἡ μεγαλειτέρα συκοφαντία νὰ ἀρνῆταί τις πράγματα, τὰ ὁποῖα ἡ ὑφήλιος ὁλόκληρος ὁμολογεῖ καὶ ἀναγνωρίζει. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, ὅτι ἄπειρα νομοσχέδια ἡ Κυβέρνησις τότε τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἔφερε περὶ φορολογίας τῶν ἐκβολάδων, καὶ ἡ Βουλὴ ἐκείνη τὰ ἀπέῤῥιψε· καὶ διατί; Διότι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὴν ἐσφαλμένην ἰδέαν ὅτι ἡ ἑταιρία Ῥοῦ καὶ Σερπιέρη ἔχει δικαιώματα ἀναμφισβήτητα ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων. Καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι, ἐν γένει ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, καὶ ἀκόμη καὶ εἰς τὴν ἰδιαιτέραν αὐτῆς τὴν διοικητικὴν ἐνέργειαν, ὀλίγην πρόνοιαν εἶχε περὶ τοῦ ἐθνικοῦ αὐτοῦ πλούτου. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι τότε ἤμην δικηγόρος εἰς τὰς ὑποθέσεις τῆς μονῆς Πεντέλης· ἡ μονὴ Πεντέλη ἔχει ἓν μέγα κτῆμα εἰς τὰ Λεγραινὰ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπὶ τοῦ Σουνίου. Ἡ ἑταιρία Ῥοῦ εἶχεν ἐνοικιάσει ἐπὶ 8 ἔτη τὰς σκωρίας τὰς ἐν τῷ κτήματι τῆς μονῆς ἐκείνης· ἀλλ’ ἡ προθεσμία παρῆλθε καὶ ἡ ἑταιρία ἐκείνη ἐπέμενε νὰ ἐκκαμινεύῃ τὰς ἐν τῷ χωρίῳ σκωρίας παρανόμως. Ἐκτὸς ὅμως τῶν σκωριῶν, κύριοι, ἡ ἑταιρία ἐκείνη ἐξεκαμίνευε τὰς ἐν τῷ κτήματι ἐκβολάδας. Διὰ νὰ προφυλάξωμεν τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου, διότι εἶχεν ἐπέλθει ὁ νόμος ἐκεῖνος περὶ ἐκβολάδων, ἀνεφέρθημεν εἰς τὸ δημόσιον νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τοῦ ἐθνικοῦ αὐτοῦ πλούτου, τὸν ὁποῖον ἡ ἑταιρία ἥρπαζεν ἐκ τοῦ κτήματος τούτου. Τί νομίζετε, κύριοι, ὅτι ἔπραξε τότε ὁ κ. Σωτηρόπουλος; Δὲν ἔπραξε, κύριοι, τίποτε· ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἠρκέσθη νὰ δεχθῇ χώματα τυχαῖα, καὶ νὰ τὰ ὑποβάλῃ εἰς μίαν ἐπιτροπὴν νὰ τὰ ἀναλύσῃ· ἡ δὲ ἐπιτροπὴ ἀναλύσασα αὐτὰ, τὰ εὗρε κοινὰ χώματα. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, καίτοι τῆς ἐπιτροπῆς εὑρούσης αὐτὰ κοινὰ χώματα, διέταξε τὸν γενικὸν ἔφορον Λαυρίου νὰ μὴ ἐμποδίσῃ τὴν ἑταιρίαν νὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν χωμάτων αὐτῶν καὶ νὰ τὰ ἐκκαμινεύῃ. Ἀλλὰ τὰ χώματα ἐκεῖνα, κύριοι, ἦσαν ἐκβολάδες. Καὶ δὲν ἦσαν κοινὰ χώματα, διότι αὐτὰ ταῦτα τὰ χώματα μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἠναγκάσθη ὑπὸ τῆς τότε Βουλῆς ὁ κ. Σωτηρόπουλος νὰ τὰ παραδεχθῇ ὡς ἐκβολάδας, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἰδία ἀναλύσασα αὐτὰ τὰ ἀληθῆ χώματα καὶ οὐχὶ τὰ ψευδῆ, ἠνάγκασε τὸν κ. Σωτηρόπουλον νὰ φέρῃ ἐπὶ τέλους ἄλλο νομοσχέδιον περὶ διαθέσεως αὐτῶν καὶ νὰ παραδεχθῇ ὅτι δὲν ἦσαν κοινὰ χώματα. Διὰ νὰ μὴ νομίζῃ δὲ κἀνεὶς ὅτι συκοφαντῶ κἀνένα, φέρω τὸ ἔγγραφον αὐτὸ τοῦ ἰδίου ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον διεύθυνε τότε ὁ κύριος Σωτηρόπουλος, διὰ νὰ ἴδητε πόσον ἐπεμελεῖτο τὰ τοῦ δημοσίου πλούτου. Πρὶν δὲ ἀναγνώσω τὸ ἔγγραφον, θὰ σᾶς ἐκθέσω καθαρώτερα πῶς ἐγένετο τὸ τοιοῦτον. Μετὰ τὴν αἴτησιν τῆς Μονῆς ὅτι τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου διαρπάζονται, διότι περιέχονται ἐκβολάδες, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ τῶν συμφερόντων τῆς Μονῆς, ὁ κ. Σωτηρόπουλος, καθ’ ἃ ἐξάγεται ἐκ τοῦ ἐγγράφου τούτου, λέγει ὅτι ὑπέβαλεν εἰς τὴν ἐξέτασιν εἰδικῆς ἐπιτροπῆς τὰ χώματα ἐκεῖνα, καὶ ὅτι τὰ εὗρε κοινά· καὶ μ’ ὅλα ταῦτα αὐτὰ ταῦτα τὰ χώματα ἐξηκολούθει ἡ ἑταιρία Ῥοῦ νὰ τὰ μεταφέρῃ ἀπὸ τὸ κτῆμα τῆς μονῆς εἰς τὴν θέσιν Μπερτζέκα, διότι αὐτὰ ταῦτα τὰ χώματα ἦσαν ἐκβολάδες, καὶ αὐτὴ ἡ ἰδία ἐπιτροπὴ ἔκαμε μετ’ ὀλίγον ἐξέτασιν αὐτῶν τῶν χωμάτων κατ’ ἐπιταγὴν τῆς Βουλῆς ἐκείνης, καὶ τὰ εὗρε πλούσια, μεταλλοῦχα, τὰς καλλιτέρας ἐκβολάδας, ἀφ’ ὅσας ὑπάρχουν εἰς τὸ Λαύριον.

§105ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τί πταίει ὁ ὑπουργὸς, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ ἄλλοτε ἔλεγεν ὅτι ἦσαν κοινὰ χώματα, καὶ ἄλλοτε μεταλλοῦχα;

§106ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Πταίει ὁ ὑπουργὸς, διότι δὲν ἐφρόντισε νὰ ἴδῃ, ἦσαν ἢ ὄχι ἐξ ἐκείνου τοῦ μέρους, διότι ὁ ὑπουργὸς διὰ τῆς ἀμελοῦς διαγωγῆς του ἔδωκε καιρὸν εἰς τὴν ἑταιρίαν νὰ ἀφαιρέσῃ ὅλον τὸν πλοῦτον ἐκεῖνον ἐκ τοῦ κτήματος τῆς Μονῆς· ἄλλως, ἂν ἦσαν κοινὰ χώματα, τί ἐχρησίμευον εἰς τὴν ἑταιρίαν; καὶ διατί ὁ ὑπουργὸς διὰ κοινὰ χώματα νὰ διατάξῃ τὸν γενικὸν ἔφορον Λαυρίου νὰ μὴ ἐμποδίζῃ τὴν ἑταιρίαν ἀπὸ τοῦ νὰ τὰ ἀφαιρῇ; Τί σημαίνουσιν ὅλα ταῦτα; Τί δὲ λέγει τὸ ἔγγραφον; Ἀπαντᾷ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἡμεῖς ὑπεβάλομεν τὴν αἴτησιν. «Ἀριθ. πρωτ. 42389. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 21 Αὐγούστου 1871. Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν Πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἐγκλείστως λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ ἐπιστρέψωμεν τὴν ὑπ’ ἀριθ. 6141 ἀπὸ 20 τοῦ λήγοντος ἤδη ὑμετέραν ἐπισημείωσιν μὲ τὴν παρατήρησιν ὅτι κατὰ τὴν ἔγγραφον γνωμοδότησιν τῆς παρὰ τῶν εἰδημονεστέρων καὶ τῶν παρ’ ἡμῖν ἐπιστημόνων συστηθείσης ἐπιτροπῆς «αἱ κατὰ τὰς θέσεις Λεγραινᾶ, Σούνιον, Πουνταλίζες ὑπάρχουσαι σκωρίαι δὲν εἶναι ἀναμεμιγμέναι, καθόσον γνωρίζει ἡ ἐπιτροπή, μὲ ἐκβολάδας· ἀπεφήνατο ἑπομένως ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ὅτι ἡ ἑταιρία Ῥοῦ καὶ Σα δύναται νὰ λαμβάνῃ ἀκωλύτως τὰ μὲ τὰς εἰς τὰς ῥηθείσας θέσεις ὑπαρχούσας σκωρίας μεμιγμένα χώματα.» Συνεπείᾳ τῆς γνωμοδοτήσεως ταύτης διετάξαμεν τὸν γενικὸν ἔφορον Λαυρίου νὰ μὴν ἀπαγορεύσῃ τὴν εἰς Μπερτζέκαν μετάθεσιν τῶν μετὰ τῶν εἰς τὰς ῥηθείσας θέσεις Λεγρανᾶ κλπ. ὑπαρχουσῶν σκωριῶν μεμιγμένων χωμάτων, ἀφοῦ ταῦτα εἶναι κοινὰ χώματα, καὶ οὐχὶ ἐκβολάδες· ἀρκεῖ ἡ τοποθέτησις των εἰς Μπερτζέκα νὰ γίνηται κατὰ τὴν γνωμοδότησιν τῆς ἐπιτροπῆς εἰς μέρος, ὅπου δὲν ὑπάρχουσιν ἐκβολάδες. Ἑπομένως ἐὰν ἡ ἱερὰ Μονὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Παναγίας Πεντέλης εὑρίσκῃ τὴν πρᾶξιν ταύτην τῆς ἑταιρίας ὡς ἀντικειμένην εἰς τὸ μετ’ αὐτῆς συμβόλαιον καὶ νομίζῃ ὅτι βλάπτονται ἐξ αὐτῆς τὰ συμφέροντά της ἢ τὰ δικαιώματά της, ἁρμόδιον νὰ παρέξῃ τὴν συνδρομήν του εἰς τὴν ἱερὰν Μονὴν δὲν εἶναι τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τὸ ἀντιπροσωπεῦον τὸ δημόσιον καὶ διαχειριζόμενον τὴν περιουσίαν τοῦ δημοσίου, ἀλλ’ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, εἰς ἣν παρακαλεῖσθε νὰ παραπέμψητε τοὺς ἁγίους πατέρας τῆς Μονῆς.

Ὁ ὑπουργὸς

Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ.»

Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ἄλλοι εἶναι οἱ ὀλιγωρήσαντες ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ δημοσίου πλούτου, καὶ ὄχι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἔθεσε μίαν ἀρχὴν, ὅτι αἱ ἐκβολάδες αὗται εἶναι ἐθνικὴ περιουσία, πρέπει νὰ διατεθῶσιν ὑπὲρ τοῦ ἔθνους· καὶ μ’ ὅλην τὴν περιπλοκὴν, τὴν ὁποίαν ἐγέννησεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἡ ὁποία ἠθέλησε νὰ προστατεύσῃ δικαιώματα ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπῆρχον, ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἦλθεν, ἐνήργησεν, ἔλυσε τὸ ζήτημα, καὶ αἱ ἐκβολάδες σήμερον εἶναι τοῦ δημοσίου.

§107ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Περὶ τῆς συμβάσεως δὲν μᾶς λέγετε;

§108ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Δὲν εἶμαι εἰδικὸς διὰ τὴν σύμβασιν.

§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Χατζίσκος.

§110ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, κατὰ τὴν πολυσήμαντον τῳόντι καὶ ποικίλην συζήτησιν ταύτην, καθ’ ἣν ἐξετυλίχθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς σπουδαῖα οἰκονομικά τε ἅμα καὶ πολιτικὰ ζητήματα, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ λάβω τὸν λόγον· πρὸ πάντων, διότι μέλος ὢν καὶ ἐγὼ τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, εἰς ἣν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ καταταχθῶ διὰ τῆς ὑμετέρας ψήφου, μόλις ἀρξαμένης τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, ἐθεώρησα πρέπον, ἀποτεινόμενος πρὸς αὐτὴν, νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν πρέπει ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους νὰ παρέλθῃ ἐν σιωπῇ τὴν περίστασιν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς εἰσάγεται, μεσοῦντος ἤδη τοῦ 1873 ἔτους, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ πρόκειται. Καὶ δὲν πρέπει νὰ παρέλθῃ, εἶπον, ἐν σιωπῇ, διότι ἡ Κυβέρνησις, εἰσαγαγοῦσα τὸν προϋπολογισμὸν, ἐκπροθέσμως, οὕτως εἰπεῖν, καὶ ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ καταστατικοῦ ἡμῶν νόμου, εἶναι ὑπαίτιος τοῦ ὅτι ἐδαπάνησεν ἄνευ νόμου, ἀφοῦ εἰσέπραξε φόρους ἐπίσης ἄνευ νόμου. Καὶ εὑρέθη μὲν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πράξῃ πάντα ταῦτα, καίτοι μὴ ὑπάρχοντος νόμου· ἀλλ’ εἶναι ὑπαίτιος καὶ τῆς ἀνάγκης αὐτῆς, διότι ἡ Κυβέρνησις εἶναι αὐτὴ, ἥτις ἐδημιούργησε τὴν ἀνάγκην τούτων διὰ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς καὶ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, ἄνευ λόγου. Εἶπον λοιπὸν, ὅτι ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους, ἐκπληροῦσα τὴν ἀποστολήν της, ὀφείλει νὰ ἐκφράσῃ ἐπὶ τούτῳ δυσπιστίαν πρὸς τὸ ὑπουργεῖον. Εἰς τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς μοὶ ἐγένετο ἀντιπαρατήρησις περὶ τοῦ προώρου αὐτῶν, καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦτο, ἀλλὰ τῆς Βουλῆς. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω πλέον τὸ μὴ βάσιμον καὶ τὸ ἐσφαλμένον τῆς ἰδέας ταύτης. Ἐπειδὴ ὅμως ἤδη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς σεβαστὸς ἀνὴρ, ὁ σεβαστός μοι φίλος κ. Ζαΐμης, ἔθετο ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ζήτημα πολιτικὸν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ κατὰ συγκυρίαν συμπίπτει ἡ γνώμη μου, ἣν ἐξέφρασα ἤδη, μὲ τὴν πρότασιν, ἣν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων ἐξέθεσε, θεωρῶ καθῆκόν μου ν’ ἀναπτύξω τὸ θέμα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑπαίτιος καὶ ὀφείλει εὐθύνας, ὡς διοικήσασα ἄνευ προϋπολογισμοῦ τὸ Κράτος, καὶ ἑπομένως ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους ὀφείλει, κατὰ τὴν κρίσιν μου, νὰ ἄρῃ τὴν πρὸς αὐτὴν ἐμπιστοσύνην της. Οὕτω θὰ προβῶ εἰς τὸ ἐκπρόθεσμον τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἀκολούθως θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν αὐτοῦ, καθόσον τὸ ἐκπρόθεσμον ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν συνεπάγεται τὸ ἀπαράδεκτον, ἀλλ’ ἐγείρει μόνον τὸ πολιτικὸν ζήτημα. Τὸ ἐκπρόθεσμον, κύριοι, τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν προῆλθεν ἀφ’ ἑαυτοῦ, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀνάγκης, ἣν ἐπροκάλεσε καὶ ἐδημιούργησεν ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ διὰ τῆς μὴ ἐλλόγου διαλύσεως τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τῆς μὴ ἐλλόγου ἐπίσης καὶ ἀπροσδοκήτου διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Ἐνῷ ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ λάβῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ μετ’ ὀλίγον ἀρξομένου ἔτους, καὶ ἀκολούθως νὰ σκεφθῇ περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς, τοὐναντίον, διέλυσε τὴν Βουλὴν κατὰ τὰς τελευταίας στιγμὰς τοῦ φθίνοντος ἐπίσης ἔτους 1872, χωρὶς νὰ ἔχῃ προϋπολογισμὸν, διέκοψε τὰς ἐργασίας αὐτῆς, ἐπίσης μὴ ἔχουσα τὸν προϋπολογισμόν. Ἐπειδὴ δὲ, ἥ τε διάλυσις καὶ ἡ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, μὴ ἐλλόγως γενόμεναι, ἐπήνεγκον τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ διοικηθῇ τὸ Κράτος ἄνευ προϋπολογισμοῦ, οὕτω δὲ ἡ πολιτικὴ ὡδήγησε τὸ παρὸν ὑπουργεῖον εἰς τὴν γενομένην διάλυσιν, καὶ εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν διακοπὴν, ἡ πολιτικὴ τοῦ ὑπουργείου ἐτέθη ὑπεράνω τῶν νόμων τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο θεωρῶ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἀνεκτὸν πλέον τοιοῦτον ὑπουργεῖον. Προβαίνων ἤδη, κύριοι, εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἰδέας μου ταύτης, ἐρωτῶ πρῶτον, τί ἐστὶ καθεστὼς, εἰς τὴν στενὴν σημασίαν τῆς λέξεως. Καὶ μὴν ἀπορῆτε διὰ τὴν ἐρώτησίν μου ταύτην. Ποῦ εὕρηται ἡ οὐσία τῆς ἡμετέρας Πολιτείας, ἡ ἐν πάσῃ μεταβολῇ ἡ αὐτὴ διαμένουσα; Τὸ καθεστὼς, κύριοι, πρὸ πάντων εὕρηται ἐν μιᾷ ἀρχῇ ἀκραδάντῳ, ἀρχῇ, ἣν οὐδεὶς δύναται νὰ παρασαλεύσῃ, ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ Ἀνευθύνου. Τὸ ἀνεύθυνον εἶναι τὸ κατ’ ἐξοχὴν καθεστώς. Ὅπου ἂν εὕρωμεν τὸ ἀνεύθυνον, ἀποκαλύψωμεν τὴν κεφαλὴν ἡμῶν. Καὶ λοιπὸν, ἐνώπιον τοῦ ἀνευθύνου τοῦ Βασιλέως, ἐνώπιον τῆς Μεγαλειότητός του, πρῶτος ἐγὼ ἀποκαλύπτω τὴν κεφαλήν μου. Ἀλλ’ ἀποκαλύψατε πάντες ἐπίσης τὴν κεφαλήν σας, ἐνώπιον τοῦ ἀνευθύνου τῆς Βουλῆς, ἀποκαλύψατε αὐτὴν ἐνώπιον αὐτῆς τῆς Βουλῆς. Ὅπου ὑπάρχει τὸ ἀνεύθυνον, ἐκεῖ ἔγκειται ἡ βάσις τῆς Πολιτείας, τὸ εἶναι τῆς Πολιτείας, ἡ οὐσία αὐτῆς. Τὸ ἀνεύθυνον δὲ, κύριοι, παράγει τὸ Ὑπεύθυνον, εἴτε ἀμέσως, εἴτε ἐμμέσως. Τὸ δὲ ὑπεύθυνον, εἶναι ὑπεύθυνον, ἐνώπιον τοῦ ἀνευθύνου, ὡς παραγόμενον τούτου. Ἐκ τούτου προκύπτει, ὅτι οἱ τιθέμενοι λειτουργοὶ τῶν νόμων, ἤτοι τὸ ὑπουργεῖον, εἶναι ἐκτελεσταὶ τῆς βουλήσεως τοῦ ἀνευθύνου, διατετυπωμένης εἰς νόμον τοῦ Κράτους· διὸ καὶ τὸ ὑπουργεῖον εἶναι ὑπεύθυνον καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἡγεμόνος καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· ἤτοι τὸ ὑπεύθυνον, καὶ ὡς ὑπεύθυνον, ἐνώπιον τοῦ ἀνευθύνου. Αἱ ἀρχαὶ αὗται εἶναι ἀκράδαντοι, κατὰ τούτων δὲ δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις, διότι, κύριοι, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶναι φύσει ἀνεύθυνος, καὶ αἱ ἐνασκοῦσαι τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Βασιλεία, εἰσὶν ἀνεύθυνοι· ὑπεύθυνος δὲ ἡ Κυβέρνησις, ἤτοι ἡ ἐκτελεστικὴ δύναμις· διότι ἐκτελεῖ τὰς διαταγὰς τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας· διότι ἐκτελεῖ τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς καὶ ὀφείλει νὰ τὰς ἐκτελῇ, κατὰ τὴν βούλησιν αὐτῆς. Τὸ ὑπουργεῖον, κύριοι, ἐρωτῶ, εἶναι ὑπεύθυνον διὰ τὴν κύρωσιν, ἢ μὴ τῶν νόμων παρὰ τῆς Βασιλείας; Ὄχι· τὸ ὑπουργεῖον δὲν φέρει κἀμμίαν εὐθύνην διὰ τὴν κύρωσιν τῶν νόμων παρὰ τοῦ Βασιλέως ἢ διὰ τὴν μὴ κύρωσιν αὐτῶν, διότι αὕτη κέκτηται καθαρῶς νομοθετικὸν χαρακτῆρα. Ἡ εὐθύνη τοῦ ὑπουργείου ὁρίζεται εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων. Ἐρωτῶ ἤδη, κύριοι, ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, προκαλουμένη διὰ Β. Διατάγματος, ἡ διακοπὴ τῆς Βουλῆς, προκαλουμένη διὰ Β. Διατάγματος, εἶναι νομοθέτησις ἢ εἶναι ἐκτέλεσις Νόμου; Εἶναι ἀναντιῤῥήτως ἐκτέλεσις νόμου. Εὐθύνεται λοιπὸν ἡ προκαλοῦσα ἐξουσία τὴν ἐκτέλεσιν ταύτην τοῦ νόμου· εὐθύνεται τὸ ὑπουργεῖον ἑπομένως διὰ τὴν διάλυσιν καὶ διὰ τὴν διακοπὴν τῆς Βουλῆς. Καὶ δὲν εἶναι ἀληθὲς, τὸ παρ’ ἄλλων ῥηθὲν, πῶς δύνασθε νὰ κρίνητε τὴν βασιλικὴν προνομίαν; Πλανῶνται οἱ τοιοῦτοι· δὲν ἀμφισβητοῦμεν τὰς βασιλικὰς προνομίας, κρίνομεν μόνον περὶ τῆς ἐλλόγου ἐνασκήσεως αὐτῶν παρὰ τῆς ὑπευθύνου ἐξουσίας, ὡς κρίνομεν, καὶ δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν, περὶ ἐκτελέσεως τῶν νόμων· διότι περὶ τούτου πρόκειται, δὲν πρόκειται περὶ κυρώσεως νόμου, ὅτε τὸ ὑπουργεῖον εἶναι ἀνεύθυνον. Πρόκειται, ἐπαναλαμβάνω, περὶ ἐκτελέσεως νόμου, καὶ εἰς τὸ στάδιον τῆς ἐκτελέσεως εὐθύνεται ἡ ἐξουσία. Ἀλλὰ διὰ ν’ ἀναγνωρίσητε μᾶλλον τὸ ἀκριβὲς τῶν λόγων μου, συγχωρήσατέ μοι νὰ φέρω συγκρίσεις δικαιωμάτων καὶ προνομίων· διότι αἱ συγκρίσεις τῶν ἰδεῶν καθιστῶσι καταληπτοτέρας τὰς ἐννοίας. Ἀποκαλοῦσι τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως προνόμιον, ἔστω· ἀρέσκει ὅμως εἰς ἐμὲ κάλλιον τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, λέγον, «δικαίωμα διαλύσεως.» Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ὁποῖα δικαιώματα εἶναι ἡ χάρις καὶ ἡ ἀμνηστεία; Ἡ χάρις, κύριοι, εἶναι δικαίωμα μέγα τοῦ Βασιλέως καὶ ἐπιφέρει τὴν ἀναστολὴν τῶν νομίμων ἀποφάσεων τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας· εἶναι δικαίωμα κολοσσιαῖον. Ἡ ἀμνηστεία μέγα δικαίωμα ἐπίσης, διότι ἐπιφέρει τὴν ἀναστολὴν τῶν Νόμων κατὰ πολιτικῶν ἐγκλημάτων. Ποῖα ἄλλα δικαιώματα εἶναι μείζονα τούτων; Οὐδέν. Καὶ ὅταν, κύριοι, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ζακύνθου κ. Λομβάρδος ἔθετο πέρυσι σπουδαίαν ἐπερώτησιν περὶ χαρίτων, οὐδεὶς ἐφαντάσθη νά τῷ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ. Καὶ ἐγὼ ἔλαβον ἐνεργὸν μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ εἶχον ἐναντίαν ἰδέαν, καὶ ὑπερασπίσθην τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ μετ’ ἐμὲ, ὁ κ. Δεληγεώργης, ἀναβὰς τὸ βῆμα, ἀντέκρουσε πάντας τοὺς ὑπερασπισθέντας τὸν τότε ὑπουργόν· καὶ ὅμως οὐδεὶς ἐφαντάσθη νὰ τῷ εἴπῃ, ὅτι ἀρνεῖται τὸ προνόμιον τοῦ Βασιλέως. Τί ἔπραξεν ὁ κ. Δεληγεώργης καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ καταψηφίσαντες τότε; Ἠμφισβήτησαν τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος; Ὄχι· τὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς χάριτος παρέστησαν, ὡς κατάχρησιν, καὶ ὡς μὴ ἐλλόγως γενομένην τότε. Σήμερον εὑρισκόμεθα εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν. Καὶ ἐγὼ σήμερον δὲν ἀμφισβητῶ τὸ προνόμιον τοῦ Βασιλέως, ἀλλ’ ἀμφισβητῶ τὴν λογικὴν χρῆσιν τοῦ προνομίου τούτου ἐπὶ τῆς γενομένης διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Τὸ ὑπουργεῖον δὲ εἶναι ὑπεύθυνον, διὰ τὴν μὴ λογικὴν χρῆσιν τοῦ προνομίου, οὐδ’ ἀληθὲς εἶναι τὸ πρό τινος παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Τάνου ὑποστηριχθὲν, ὅτι ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, ὡς ἀνήκουσα εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ Βασιλέως, ἀπαλλάττει τὸ ὑπουργεῖον. Διότι ἁπλῶς παρεδέχθη τὸ ὑπουργεῖον τὴν διάλυσιν, εἶναι ὑπεύθυνον ἐπ’ αὐτῇ. Ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἀνεύθυνος, καὶ πρῶτοι ἡμεῖς ἀποκαλύπτομεν τὴν κεφαλήν μας, ἐνώπιον αὐτοῦ, ὡς τοιούτου. Δὲν πρόκειται ὅμως περὶ τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν βασιλικῶν δικαιωμάτων, ἀλλὰ περὶ τῆς λογικῆς χρήσεως αὐτῶν παρὰ τοῦ ὑπευθύνου ὑπουργείου. Καὶ ἐπειδὴ ἡ χρῆσις αὐτῶν ἀποτελεῖ ἐκτέλεσιν νόμου, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἶναι ὑπεύθυνος ἀκριβῶς ἐπὶ τούτῳ. Προβαίνω περαιτέρω, κύριοι. Τὸ ὑπουργεῖον τοῦ ἀξιοτίμου καὶ σεβασμίου γέροντος κ. Βούλγαρη παρῃτήθη πέρυσι, τότε δὲ προσεκλήθη ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς νῦν κυβερνήσεως κ. Δεληγεώργης νὰ σχηματίσῃ ὑπουργεῖον. Ἦτο δικαίωμα τοῦ Βασιλέως νὰ προσκαλέσῃ οἱονδήποτε ἔκρινε κατάλληλον· δὲν ἀμφισβητῶ τοῦτο. Ἀλλ’ ἡ καταρτισθεῖσα Κυβέρνησις ἀνῆκεν εἰς τὴν μειονοψηφίαν. Εἶχεν αὕτη δικαίωμα νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν; Δέχομαι, κύριοι, καὶ αὐτὸ, ὅτι ἡ μειονοψηφία, προσκαλουμένη εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν· διότι ἄλλως δὲν δύναται νὰ διατηρηθῇ ἐν αὐτῇ. Ἀλλ’ ἔκαμε χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου; Ὁ κ. Δεληγεώργης, εἶναι ὁμολογούμενον, ὅτι δὲν διέλυσε τὴν Βουλήν· εἰσῆλθεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ ἐκείνη τῷ ἔδωκε τὸν προϋπολογισμόν. Τί ἔδειξε διὰ τούτου, κύριοι; Ὅτι ἔχει ἀναμφιβόλως ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν ἐννοῶ διαφορετικὰ τὰ πράγματα. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἔδωκε τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὸ ἐνεστὼς ὑπουργεῖον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως πρὸς αὐτὸ, ἕπεται, ὅτι ἠνέχθη τὸ παρὸν ὑπουργεῖον ἡ περυσινὴ Βουλή. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω ἂν ὡς ἔργον τοῦ προκατόχου ὑπουργείου παρίστατο ὁ προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος. Ἀρκεῖ, ὅτι ἠνέχθη τὸ ὑπουργεῖον ἡ Βουλή. Τί εἴχετε λοιπὸν, κύριε πρωθυπουργὲ καὶ κύριοι ὑπουργοὶ, ἐνώπιόν σας; Βουλὴν, ἀνεχθεῖσαν ὑμᾶς. Ἤλθετε λοιπὸν εἰς τὴν ἐξουσίαν, εἰργάσθητε μετὰ τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ μετὰ ταῦτα διελύσατε τὴν Βουλὴν, χωρὶς νὰ ἀντιπράξῃ εἰς τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως. Ποῖος λοιπὸν λόγος διαλύσεως τῆς τοιαύτης Βουλῆς ὑφίστατο; Ἀπαύστως μᾶς ἀντιτάσσουσι τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος· «Ἡ Βουλὴ διαλύεται παρὰ τοῦ Βασιλέως.» Καὶ ἡμεῖς τότε ἀνταπαντῶμεν μὲ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος· «Οἱ βουλευταὶ ἐκλέγονται κατὰ τετραετίαν.» Ἐπιμένοντες λοιπὸν ἐρωτῶμεν, διατί διελύσατε τὴν Βουλήν; Ἐνταῦθα ἔγκειται ἡ ἀπορία, κύριοι. Ἓν διάταγμα ἐξεδόθη, περὶ οὗ ἤκουον καὶ δὲν τὸ ἐπίστευον, ἂν δὲν τὸ ἀνεγίνωσκον εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, διατάσσον, ὅτι διαλύεται ἡ Βουλή. Καὶ ἐὰν δὲν ὑπάρξῃ σύγκρουσις μεταξὺ Βουλῆς καὶ Κυβερνήσεως, εἶναι δυνατὸν νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλή; Δὲν τὸ ἐννοῶ. Τότε βεβαίως ἡ νομοθεσία περιέχει τὸν ἐχθρὸν ἑαυτῆς ἐντὸς ἑαυτῆς. Ἡ Βουλὴ εἶναι τετραετὴς, κατὰ τοὺς θεσμοὺς τοῦ πολιτεύματός μας· δὲν δύνασθε νὰ ἀμφισβητήσητε τὴν τετραετῆ περίοδον. Ἄνευ λόγου ὅμως ἐνασκουμένου τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως, καταργεῖται προφανῶς ἡ διάταξις τῆς τετραετοῦς περιόδου. Τότε ἡ διάταξις αὕτη εἶναι χάρτης ἄγραφος, δὲν ἐννοῶ πλέον τί σημαίνει. Ἀλλ’ ἡ νομοθεσία δὲν περιλαμβάνει, οὔτε δύναται νὰ περιλαμβάνῃ τὸν ἐχθρὸν ἐντὸς ἑαυτῆς. Ἄλλως τε, πῶς λέγετε, ὅτι εἴχετε τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως, ἐνῷ δὲν εἴχετε οὐδένα λόγον πρὸς τοῦτο; Ἀνοίξατε λοιπὸν τὰς φυλακὰς δι’ ἑνὸς Διατάγματος χάριτος· ὅλοι θὰ ἐξέλθουν αὐτῶν, διότι τὸ Διάταγμα ἰσχύει. Ἀλλὰ τίς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἡ τοιαύτη ἐνάσκησις τοῦ βασιλικοῦ προνομίου τούτου δὲν θὰ ἦτο παράλογος; Δύνασθε ἐπίσης νὰ ἀμνηστεύσητε πάντα τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα· ἀλλὰ πρέπει νὰ ᾖναι λογικὴ ἡ χρῆσις τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, οὔτε δύνασθε νὰ ποιῆσθε χρῆσιν τοιούτου δικαιώματος ἀεννάως. Ἠξεύρετε πότε δύνασθε νὰ κάμητε χρῆσιν; ἐκτάκτως μόνον, διὰ νὰ ῥίψητε βάλσαμον εἰς τὰς τυχὸν ἀναφαινομένας πολιτικὰς πληγάς, ἢ ὅταν κινδυνεύῃ τὸ πολιτικὸν οἰκοδόμημα ἀμνηστεύσατε, διὰ νὰ σώσητε καὶ πάλιν αὐτό. Οὕτω μόνον ἡ νομοθεσία δι’ ἀντιθέτων διατάξεων σώζει ἑαυτήν. Ἄλλως, ἡ νομοθεσία, ἐπαναλαμβάνω, περιέχει τὸν ἐχθρόν της ἐντὸς ἑαυτῆς, ὅπερ δὲν εἶναι λογικόν, οὔτε δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν. Λοιπὸν διελύσατε τὴν Βουλήν, κύριοι ὑπουργοί, διὰ ποῖον λόγον; Πλειοψηφίαν εἴχετε. Δὲν παραδέχομαι, ὅτι εἶσθε μειονοψηφία, ἀφοῦ πλέον ἡ Βουλὴ εἶπε, σᾶς δίδω τὸν προϋπολογισμόν, ὅ,τι ἂν θέλετε, ἀφοῦ σᾶς ἠνέχθη καὶ ἀπῆλθεν. Ἡ Βουλὴ ἀνέχεται, ἐπιδοκιμάζει ἢ ἀποδοκιμάζει ὑπουργεῖα· ὁ Βασιλεὺς διορίζει αὐτά. Ἡ Βουλὴ σᾶς ἠνέχθη, διορισθέντας. Τί εἴχετε λοιπὸν κατ’ αὐτῆς; Ἀλλ’ ἡ ἐγκύκλιός σας πρὸς τοὺς νομάρχας λέγει, ὅτι διαλύεται ἡ Βουλὴ παρὰ τῆς μειοψηφίας, καλουμένης εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ὠφείλατε ὅμως νὰ πράξητε τοῦτο ἀμέσως· δὲν τὸ ἐπράξατε, καὶ ἀνεδείχθητε ἐν τῇ Βουλῇ πλειοψηφία. Οὕτω δὲν εἴχετε πλέον τὸ δικαίωμα νὰ τὴν διαλύσητε. Ἀλλά, λέγετε συγχρόνως, ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἦτο νόθος, ἀποτέλεσμα ἀνελευθέρων ἐκλογῶν. Τοιαῦται ἰδέαι ἀνεπτύχθησαν ὑπὸ πολλῶν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων Κ. Ζαΐμης ἐπέμεινε, χαρακτηρίζων τὴν Βουλὴν ἐκείνην νόθον. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ν’ ἀντιπαρατηρήσω, δὲν συμφωνῶ πρὸς τὰς ἰδέας ταύτας. Οὐδείς, κύριοι, δύναται νὰ εἴπῃ, καὶ μάλιστα ἡ ἐξουσία, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι νόθος. Προβαίνω δὲ καὶ ἐπέκεινα τούτου· δὲν δύναται νὰ εἴπῃ οὔτε δημοσιογράφος, οὔτε πολίτης, οὔτε βουλευτής, οὔτε οὐδείς...

§111ΤΙΝΕΣ. Ἄ, ἄ, ἄ. Τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν.

§112ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Μὴ ταράττεσθε, κύριοι. Ἡ Βουλὴ παρ’ οὐδενὸς δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ νόθος. Πρέπει νὰ διακρίνωμεν δὲ μεταξὺ Βουλῆς καὶ μεταξὺ ἐκλογῶν· δύνασθε νὰ εἴπητε, αἱ δεῖνα ἐκλογαὶ δὲν ἦσαν γνήσιαι· περὶ Βουλῆς ὅμως λαλοῦντες, Βουλῆς καταρτισθείσης, ἐξελεγχθείσης παρ’ ἑαυτῆς, νομοθετούσης καὶ πολιτικῶς ὑφισταμένης, δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε πλέον, «Βουλὴ νόθος.» Δύναμαι νὰ παραδεχθῶ καὶ ἐγώ, ὅτι ἡ δεῖνα ἐκλογὴ δὲν ἦτο γνησία, π. χ. ἡ ἐκλογή, ἔστω, τῶν Πατρῶν, δὲν ἦτο γνησία, ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ἐξάγεται συμπέρασμα, ὅτι ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος ἦτο νόθος· διότι τότε οὐδεμία Βουλὴ εἶναι γνησία, ἐὰν ἀρκῇ πρὸς τοῦτο ἡ ἐλαχίστη ἔλλειψις νὰ ὑπάρχῃ. Οὕτω καταστρέφετε τὴν Βουλήν. Τότε μόνον δύνασθε ν’ ἀποκαλέσητε μίαν Βουλὴν νόθον, ὅταν, μόλις συνελθοῦσα, χωρὶς νὰ προβῇ εἰς τὰς ἐξελέγξεις, εἰσέρχεται εὐθὺς εἰς τὰ ἔργα της μὲ ἓν ψήφισμα, δι’ οὗ κηρύσσει περιττὰς τὰς ἐξελέγξεις· τὴν διάκρισιν δὲ ταύτην θεωρῶ σπουδαίαν. Οὐδέποτε ὅμως δυνάμεθα νὰ ἀποκαλέσωμεν τὴν Βουλήν, ὡς Βουλήν, νόθον. Ἀλλά, κύριοι, ἔστω πρὸς στιγμήν, ἂς παραδεχθῶμεν, ὅτι ὁ δημοσιογράφος ἢ ὁ πολίτης δύναται νὰ χαρακτηρίσῃ μίαν Βουλὴν νόθον. Ἐρωτῶ, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἥτις ὑπογράφει ἓν διάταγμα διαλύσεως, δύναται νὰ στηρίξῃ τὸν λόγον τῆς διαλύσεως εἰς τὸ νόθον τῆς Βουλῆς; Δὲν ἐπεμβαίνει τοιουτοτρόπως ἡ ἐξουσία εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν τῆς Βουλῆς, ὅπερ βεβαίως δὲν εἶναι δικαίωμά της; Ἀφοῦ λοιπὸν λόγος διαλύσεως τῆς Βουλῆς δὲν ὑπάρχει, ἐρωτῶ πάλιν, διατί τὴν Βουλὴν διελύσατε; Διελύσατε αὐτὴν χάριν ἁπλῶς πολιτικῆς ἀνάγκης ἐδικῆς σας, χωρὶς νὰ σκεφθῆτε, ὅτι δὲν εἴχετε προϋπολογισμόν, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἰσπράξητε καὶ νὰ ἐξοδεύσητε ἄνευ νόμου. Ἐντεῦθεν, κύριοι, ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ Ἔθνους ὀφείλει νὰ ἐκφράσῃ ῥητῶς, ὅτι αἴρει τὴν πρὸς τὸ ὑπουργεῖον ἐμπιστοσύνην της, καί τοι προβαίνουσα εἰς τὰ καθέκαστα τοῦ προϋπολογισμοῦ· διότι κυρίως καὶ μάλιστα εἰσέπραξε καὶ ἐξώδευσεν ἄνευ νόμου. Καὶ δὲν ἤρκεσε μόνη ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐπῆλθε καὶ ἡ διακοπὴ αὐτῆς. Πρὸς τί καὶ ἡ διακοπή; Ποῖος ὁ λόγος; Βεβαίως δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι λόγῳ τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα ἔγεινε τοῦτο, ὅπως τόσῳ εὐχερῶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν ὡς σπουδαῖον. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠμφισβήτησεν εἰς ὑμᾶς τοὺς ἀντιδοξοῦντας τὴν συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ. Καὶ πῶς κρίνετε περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς διακοπῆς, μᾶς εἶπε; Μόνον εἰς μίαν περίπτωσιν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ περὶ αὐτῆς, εἰς τὴν δευτέραν διακοπήν, ἥτις δὲν δύναται νὰ ἐπακολουθήσῃ ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς Βουλῆς. Πῶς δύνασθε ὅμως νὰ κρίνητε περὶ τῆς πρώτης διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου; Τοιοῦτόν τι εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὸ ἤκουσα, καὶ ἐπειδὴ πᾶν ὅ,τι λέγεται ἐνταῦθα θεωρεῖται σπουδαῖον, καὶ μάλιστα ἀπὸ Πρωθυπουργὸν, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἀπαντήσω. Ἐὰν, κύριε πρωθυπουργὲ, περὶ δευτέρας διακοπῆς δὲν δύνασθε νὰ σκεφθῆτε ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς Βουλῆς, τοῦτο δὲν συνεπάγεται, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ εὐθύνας παρ’ ὑμῶν περὶ τῆς πρώτης διακοπῆς. Σημαίνει τοῦτο μόνον, ὅτι ἐὰν ἐκδώσητε Διάταγμα διακοπῆς δευτέρας, ὅπερ ἀδύνατον, ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς Βουλῆς, τὸ διάταγμά σας δὲν ἰσχύει. Δύνασθε νὰ ἐκδώσητε ὅσα ἂν θέλητε τοιαῦτα Διατάγματα· ἡμεῖς θὰ ἔλθωμεν νὰ συνεδριάσωμεν, καὶ δὲν θὰ σᾶς ἀκούσωμεν. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ τούτου· πρόκειται ἐὰν ἡ πρώτη διακοπὴ ἦτο λογική. Καὶ ὅταν δὲν ἔχητε λόγον, στηριζόμενον εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος, κακῶς ἐπράξατε νὰ διακόψητε τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Καὶ διατί τὰς διεκόψατε; Διὰ νὰ ἀναβάλητε βεβαίως τὸ ζήτημα τοῦ προέδρου, καὶ οὐχὶ, ὅπως τόσον εὐχερῶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς, «ἕνεκα τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα.» Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔθεσε τότε τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ προέδρου, ἡ δὲ Βουλὴ, ἀποῤῥίψασα αὐτὴν, ὥρισε τὴν ἐπιοῦσαν πρὸς ἐκλογήν· ἐνῷ δ’ ἐπρόκειτο νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, Διάταγμα διακοπῆς ἀναστέλλει αὐτήν. Πῶς θεωρεῖτε τοῦτο, κύριοι; Δὲν πείθεσθε, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἀντεστρατεύθη εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς; Ἡ δὲ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς οὐδέποτε ἀναστέλλεται διὰ διακοπῆς, ἀλλὰ μόνον ἐκκαλεῖται ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων διὰ διαλύσεως. Ἑπομένως κακῶς ἔπραξε τὸ ὑπουργεῖον διαλύσαν τὴν Βουλὴν ἐκείνην, ἀνεχθεῖσαν αὐτό· διότι ὁ Τόπος διὰ τῶν ἀντιπροσώπων του δὲν ἀπεφάνθη τότε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις, ἄνευ συγκρούσεως μεταξὺ αὐτῆς καὶ τοῦ Κοινοβουλίου, δὲν ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν. Οὐδέποτε δὲ προσεδόκων, κύριοι, ὅτι τὸ παρὸν ὑπουργεῖον ἐπεθύμει τὴν διατήρησίν του, μόνον διὰ διαλύσεων καὶ διακοπῶν. Ἀπορῶ δὲ πρὸς τοῦτο μάλιστα διὰ τοὺς γέροντας, οἵτινες εὑρίσκονται εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν.

§113ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ ἀπορῶ διὰ τοὺς νέους, ὄχι διὰ τοὺς γέροντας.

§114ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Οὔτε λοιπὸν ἡ διάλυσις, οὐδὲ ἡ διακοπὴ τῆς Βουλῆς στηρίζονται, κύριοι, εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ πολιτεύματος. Βεβαίως τὰ βασιλικὰ προνόμια ὑφίστανται ἀκέραια, ἀναμφισβήτητα· ἀλλ’ οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐν τῇ συνειδήσει των ἄλλην γνώμην παρὰ ταύτην, ὅτι δηλαδὴ ἐγένετο κακὴ χρῆσις αὐτῶν παρὰ τῆς ὑπευθύνου ἐξουσίας. Ἀλλ’ ἐνῷ, κύριοι, ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ὑπουργείου, καὶ ἐνῷ ἀξιότιμοι ῥήτορες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνήφερον, ὅτι οὐ μόνον ταῦτα ἐγένοντο, ἀλλὰ νέα ἀπειλὴ διαλύσεως διαδίδεται παρὰ βραχνῶν τινων ὀργάνων τοῦ παρόντος ὑπουργείου, ὅπερ ἐγὼ δὲν πιστεύω, ὁ κ. πρωθυπουργός, λαβὼν τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ, εἶπεν, «ὁ Ὄθων ἐτυράννησε τὸν τόπον διὰ τῶν μὴ διαλύσεων.» Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ὡς ἄτομον ἔλεγε τοιοῦτόν τι, βεβαίως δὲν ἤθελα τῷ ἀπαντήσει, ὄχι δι’ ἄλλον τινὰ λόγον, ἀλλὰ διότι οὔτε ἤθελα τὸν πείσει, οὔτε ἤθελε μὲ πείσει. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὡς πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος ὡμίλησε περὶ τοῦ πρώτου βασιλέως τῆς πατρίδος μας, τὸν ὁποῖον βεβαίως ἐδέχθη ἐπὶ τέλους ξένος τόπος, θὰ ἀπαντήσω ἐγώ, διότι νομίζω, ὅτι ἡ ἁβροφροσύνη ἀπῄτει ἀπὸ τὸν πρωθυπουργὸν τοῦ Βασιλέως, νὰ μὴ ταράξῃ τὸν ὕπνον οὐδὲ τὴν σκιὰν τοῦ πρὸ ὀλίγου κοιμηθέντος πρώτου Βασιλέως τῆς πατρίδος, τόσον σκληρῶς καὶ ἀδίκως, ἀφοῦ μάλιστα καὶ διὰ τοῦ θανάτου του ἐπέταξε ἡμῖν: Εἰρήνη ὑμῖν.» Ἐγὼ λοιπόν, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς πατρίδος μας θέλων νὰ καθησυχάσω τὴν σκιὰν τοῦ ἀειμνήστου Βασιλέως Ὄθωνος, κλίνω τὸ γόνυ ἐνώπιον τῆς λάρνακος Αὐτοῦ, ἥτις ξενίζεται σήμερον ἐν τῇ πρωτευούσῃ πόλει τοῦ πρώτου καὶ μεγάλου φιλέλληνος Βασιλέως Λουδοβίκου, ὅστις διάδοχος ὢν τοῦ θρόνου ἔγραφεν, ὅτε ἡ Ἑλλὰς ἀφυπνίσθη, «κάλλιον πολίτης Ἕλλην παρὰ βασιλέως θρόνος.» Κλίνω, λέγω, τὸ γόνυ ἐνώπιον τῆς λάρνακος τοῦ υἱοῦ τοῦ Λουδοβίκου καὶ τριακονταετοῦς Βασιλέως τῆς ἀναγεννηθείσης πατρίδος μας, καὶ ἀποτείνω πρὸς αὐτὸν τὸν ἀσπασμὸν τῆς εὐγνωμοσύνης, ὡς Ἕλλην καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους μας (βαθεῖα σιγὴ καὶ συγκίνησις). Καὶ ἐὰν τὴν στιγμὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἔλεγεν, ὅτι ὁ Ὄθων ἐτυράννησε τὸν τόπον διὰ τῶν μὴ διαλύσεων τῶν Βουλῶν, ἦτο παρὼν ὁ εὐγενὴς καὶ σεβαστὸς ἡμῶν Βασιλεὺς Γεώργιος, ἤθελεν εἰπεῖ πρὸς τὸν πρωθυπουργόν του, «σκληρὰ καὶ ἄδικος ἡ γλῶσσά σου.» Ναί, κύριε πρωθυπουργὲ, ὅταν ἐσκόπεις νὰ κατακρίνῃς τὸ παρελθὸν, ὤφειλες μᾶλλον, ἔχων γλῶσσαν συνταγματικὴν, νὰ ἀποταθῇς πρὸς τοὺς συναδέλφους σου καὶ γέροντας συνυπουργούς σου, κυρίους Χρηστίδην καὶ Καλλιφρονᾶν, ὑπουργοὺς καὶ τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος, οἵτινες καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 ἦσαν ἐπίσης ὑπεύθυνοι (εὖγε), καὶ νὰ μὴ ῥίπτῃς, ὡς πρωθυπουργὸς Βασιλέως, εὐθύνας εἰς τοὺς Βασιλεῖς (εὖγε).

§115ΤΙΝΕΣ. Τὸ ἔθνος ἀπεφάσισε τὴν 10 Ὀκτωβρίου.

§116ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Θέλετε νὰ ἐννοήσητε τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγράφη τὴν 10 Ὀκτωβρίου; Τίς ἀρνεῖται τὸ γεγονός; Τίς ἀρνεῖται τὴν νέαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων; Καὶ ἐγὼ σέβομαι αὐτὴν, καὶ ἀποκαλύπτω τὴν κεφαλήν μου ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως Γεωργίου· παρατηρῶ μόνον, ὅτι δὲν ἔπρεπεν ὁ κ. Δεληγεώργης ν’ ἀποδώσῃ εὐθύνας εἰς τοὺς Βασιλεῖς. Σέβομαι μὲν τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἔθνους μας, ἀλλ’ αἰσθάνομαι καὶ εὐγνωμοσύνην πρὸς ὅλους τοὺς ὑπηρετήσαντας τὴν πατρίδα μας κατὰ τὸ παρελθόν. Συμφωνῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι ἔπταισε τὸ παρελθὸν, καὶ ἔπταισε μάλιστα εἰς τὰς ἐκλογάς· ἔπταισαν ὅμως οἱ ὑπουργοί. Δὲν πρόκειται ν’ ἀποφανθῶ, δὲν ἀποφαίνομαι περὶ τοῦ καλοῦ ἢ κακοῦ τῆς μεταβολῆς τῆς 10 Ὀκτωβρίου. Ἡ ἱστορία θὰ κρίνῃ καὶ λαὸν καὶ Βασιλέα. Σέβομαι τὰ πάντα· οὐδὲ ἀρνοῦμαι, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν δὲν ἐγένοντο αἱ ἐκλογαὶ πανταχοῦ γνήσιοι. Τίς δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὰ γεγονότα; Καὶ διὰ τοῦτο τὸ παρελθὸν μέμφονται πάντοτε οἱ κατακριταί του. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, διὰ τῶν συχνῶν διαλύσεων, ὁποῖον τὸ ἀποτέλεσμα; Σήμερον ἔχομεν ὁμολογουμένως ἐθνικὸν Κοινοβούλιον, ἔχομεν ἐλευθέρας ἐκλογάς. Ἀλλὰ δὲν δύνασθε ν’ ἀπειλῆτε καθεκάστην τὸ Κοινοβούλιον, διὰ τῶν συχνῶν διαλύσεων· διότι τότε θέλομεν φθάσει εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, ἤτοι εἰς τὴν μὴ εἰλικρινῆ ἐφαρμογὴν τοῦ Συντάγματος. Λέγω λοιπόν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐξώδευσε καὶ εἰσέπραξε φόρους ἄνευ νόμου, εὑρεθεῖσα εἰς τὴν ἀνάγκην ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐπειδὴ τὴν ἀνάγκην ταύτην ἐδημιούργησεν αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις, διὰ τῆς διαλύσεως καὶ τῆς διακοπῆς, συμπεραίνω, ὅτι ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους, κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην τοῦ προϋπολογισμοῦ, πρέπει νὰ ἄρῃ τὴν ἐμπιστοσύνην της ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τούτῳ. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ συγχρόνως ὁ πολιὸς καὶ σεβαστὸς φίλος μου κ. Χρηστίδης νὰ εἰσέλθω ὀλίγον εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ προϋπολογισμὸς, κύριοι, δὲν εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς, ὅτι περιέχει ἀρετάς· καὶ ἐὰν εὑρεθῇ ὅτι περιέχει ἀρετὰς, χειροκροτήσατε. Ὁ προϋπολογισμὸς ὅμως οὐδεμίαν ἀρετὴν περιέχει· καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὴν σκληρὰν ταύτην ἔκφρασιν, στηριζομένην εἰς τὴν ὁμολογίαν του. Δὲν θὰ σκληρυνθῇ διὰ τοῦτο ἐναντίον μου· αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς ἐν ἀρχῇ τοῦ εἰσαγωγικοῦ του λόγου, εἶπε ῥητῶς ὅτι οὐδεμίαν ἀρετὴν περιέχει ὁ προϋπολογισμὸς του ἄλλην ἢ τὸ ἰσοζύγιον. Ἀλλ’ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι θὰ μοὶ ἀντείπῃ «διαιρεῖς τὴν ὁμολογίαν μου· ἐγὼ εἶπον, ὅτι οὐδεμίαν ἄλλην ἀρετὴν ἔχει εἰμὴ τὸ ἰσοζύγιον.» Ἀλλ’ ἐὰν ἀποδείξω, ὅτι οὔτε ἰσοζύγιον ὑπάρχει, τότε βεβαίως εἶναι σύμφωνος μαζῆ μου, ὅτι οὐδεμία ἀρετὴ ἐνυπάρχει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Τὸ ἰσοζύγιον, κύριοι, δὲν ὑφίσταται ἄλλως ἢ διὰ τῆς ἐκκοπῆς δαπανῶν. Ὅταν τις ἐκκόπτῃ δαπάνας, ἰσοζύγιον ἐπέρχεται. Καὶ ἂν τὸ ὑπουργεῖον προβῇ διὰ τοῦ συστήματος τούτου νὰ ἐκκόψῃ π. χ. τὸ ἥμισυ τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων, θὰ ἦτο καὶ περίσσευμα. Εὐκολώτατον ἦτο τὸ ἰσοζύγιον, ὅταν βλέπετε ὅτι ἐκκόπτεται ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ ποσὸν διακοσίων χιλιάδων δραχμῶν διὰ τὴν ἀντιπροσώπευσιν τοῦ ἔθνους εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Σήμερον καὶ τὸ Μαυροβοῦνι καὶ ἡ Σερβία καὶ ἡ Βλαχία καὶ ὅλαι αἱ ἡμικυρίαρχαι ἐπικράτειαι ζητοῦν τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὸ νὰ ἔχωσιν διπλωματικοὺς πράκτορας. Ἡ Ἑλλὰς, τῆς ὁποίας βεβαίως τὸ μεγαλεῖον εἰς τὸ μέλλον εἶναι μέγα, ἡ Ἑλλὰς, κύριοι, ὁ πυρὴν τῆς Ἀνατολῆς, δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ σήμερον εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἀντιπροσωπείαν, διὰ νὰ ἐπέλθῃ τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ της; Φαντασθῆτε τὸν σκοπὸν καὶ τὴν στέρησιν, καὶ συγκρίνατε.

§117ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν βλέπετε κἀμμίαν διαφορὰν εἰς τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἐφέρατε σχετικῶς πρὸς τὴν Ἑλλάδα; Δὲν βλέπετε, ὁποία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ ἔθνους ἡμικυριάρχου, τὸ ὁποῖον περιπαθῶς ζητεῖ τὸ δικαίωμα, καὶ ἔθνους κυριάρχου, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἀλλὰ σκέπτεται περὶ τῶν λοιπῶν συμφερόντων του;

§118ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Βλέπω τὴν διαφορὰν, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ ὁποῖον ἔχει, πρέπει νὰ τὸ ἐξασκῇ ἀξιοπρεπῶς, καὶ ἡ ἐθνικὴ φωνὴ καὶ ὑπερηφάνεια πρέπει νὰ ᾖναι ἐνεργὸς καὶ οὐχὶ σιωπηρὰ, δι’ οἰκονομίαν 200,000 δραχμῶν.

§119ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἔχετε νὰ παραπονεθῆτε ὡς πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας.

§120ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Προσβάλλεται ἡ ἀξιοπρέπειά μας, ἂν δὲν ἔχωμεν πρέσβεις εἰς τὸ ἐξωτερικόν.

§121ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ εἶναι μικροφιλοτιμία.

§122ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη διαφορὰ, ὅτι τὰ ἡμικυρίαρχα κράτη, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν τὸ κυριαρχικὸν τοῦτο δικαίωμα, ἀγωνίζονται διὰ πάσης θυσίας νὰ τὸ ἀποκτήσουν· ἡμεῖς δὲ οἱ ὁποῖοι τὸ ἔχομεν, τὸ θυσιάζομεν εἰς οἰκονομίας διακοσίων χιλιάδων δραχμῶν.

§123ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἀγνοεῖτε βεβαίως, ὅτι τὴν κυριαρχίαν δὲν τὴν ἀκολουθεῖ τὸ δίκαιον τῆς ἀντιπροσωπεύσεως. Ἐκεῖνοι ζητοῦν νὰ τὸ ὑπερπηδήσουν, ὅπως ἡμεῖς διὰ τοῦ ἀγῶνος μας τὸ ἀπεκτήσαμεν.

§124ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν κάμετε ὅμως χρῆσιν.

§125ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁπόταν θέλομεν, δυνάμεθα, ὅπως ὑμεῖς ὁπόταν θέλετε μεταχειρίζεσθε τὸ παλαιόν σας καπέλον, ὁπόταν θέλετε τὸ καινούριο.

§126ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Χαίρω, κύριοι, διότι ἡ γνώμη αὕτη, τοῦ νὰ ὑπάρχῃ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ὑπεστηρίχθη καὶ παρ’ ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων. Τὴν ἰδέαν ταύτην ὑπεστήριξα πρῶτος καὶ μόνος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἔλθῃ τὸ ἰσοζύγιον, ἡ Κυβέρνησις ἔφερεν προϋπολογισμὸν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀφήρεσε 280 χιλιάδας δραχμῶν, τὰς ὁποίας ὀφείλει εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν, ἐνῷ νόμος τοῦ Κράτους ὑποχρεοῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δίδῃ τὸ ποσὸν τοῦτο κατ’ ἔτος. Καὶ ὅμως τὸ ποσὸν δὲν ἐνεγράφη εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Διατί; διὰ νὰ ἔλθῃ τὸ ἰσοζύγιον.

§127ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ μὴν τὸ βάλωμεν.

§128ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοὶ λέγει, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ μὴ τὸ ἐγγράψωσι· καὶ ἐννοῶ τὸν λόγον· διότι ζήτημα ἀνεφύη ἂν ὑπάρχῃ ὑποχρέωσις ἢ οὐχί, ἐὰν ὑπάρχῃ δηλονότι νόμος ἢ οὔ. Κατ’ ἐμὲ, κύριοι, τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα. Τῳόντι ἠγέρθη ἡ ἑξῆς ἀμφιβολία ἐν τῇ Κυβερνήσει, τοῦ ὅτι νόμος, καί τοι κυρωθεὶς ἐντὸς δύω μηνῶν, μὴ δημοσιευθεὶς ὅμως ἐντὸς τῆς προθεσμίας ταύτης, ἂν ᾖναι νόμος. Τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα, ἐπαναλαμβάνω, διότι καὶ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος εἰσὶ καθαρὰ, σαφῆ καὶ πρόδηλα. Τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι ὁ Βασιλεὺς κυροῖ καὶ δημοσιεύει τοὺς νόμους· ἐὰν δὲ μὴ ἐπέλθῃ ἡ κύρωσις ἐντὸς δύω μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου, ὁ νόμος ἀκυροῦται. Πρῶτον, τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος διακρίνει τὴν κύρωσιν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως. Περὶ δημοσιεύσεως ὅμως οὐδεὶς λόγος γίνεται, ὅταν τὸ Σύνταγμα ὁρίζῃ, ὅτι ἡ μὴ κύρωσις τοῦ νόμου, ἐντὸς δύω μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς συνόδου ἐπιφέρει ἀκύρωσιν. Διότι ἡ κύρωσις, κύριοι, εἶναι νομοθετικὴ ἐνέργεια, καὶ ἀπόφασις τοῦ Βασιλέως· ἡ δημοσίευσις δὲ, ἡ publicatio δὲν εἶναι νομοθέτησις sanctio legis, ἀλλ’ ἔναρξις ἐκτελέσεως. Τὸ δὲ Σύνταγμα πραγματεύεται κυρίως ἐνταῦθα περὶ σιωπηροῦ veto, ὡς ἐκ τοῦ χρόνου προερχομένου. Διὰ τὴν κύρωσιν δὲν εὐθύνεται ἡ Κυβέρνησις· διὰ τὴν δημοσίευσιν ὅμως εὐθύνεται, διότι ἀποτελεῖ αὕτη ἐκτέλεσιν. Ἑπομένως ἂν ᾖναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ δημοσίευσις, μὴ γενομένη ἐντὸς δύω μηνῶν, ἐπιφέρει τὴν ἀκύρωσιν, τότε ἕπεται, ὅτι δύναται ἓν ὑπουργεῖον νὰ μὴ δημοσιεύσῃ νόμον, καί τοι κυρωθέντα, καὶ νὰ μηδενίσῃ τὴν νομοθετικὴν δύναμιν τοῦ Βασιλέως. Τὴν γνώμην δὲ ταύτην παρεδέχθησαν καὶ τὰ δικαστήρια εἰς τὸν περὶ χαρτοσήμου νόμον, ὃν, καί τοι κυρωθέντα ἐντὸς δύω μηνῶν, ἀλλὰ μὴ δημοσιευθέντα ἐννόμως, δὲν ἐφήρμοσαν ἀμέσως, ἀλλὰ δημοσιευθέντα μετὰ πέντε μῆνας ἐφήρμοσαν τὸν νόμον, ὡς ἰσχυρόν. Λοιπὸν ὅταν ἡ Κυβέρνησις διαγράφῃ τὸ ποσὸν τοῦτο, εἰς ὃ ὑποχρεοῦται διὰ νόμου, οὐ μόνον παραλείπει τὰς ἐννόμους ὑποχρεώσεις της, ἀλλὰ συγχρόνως παραλείπει καὶ τὴν συγκοινωνίαν καθ’ ὁλοκληρίαν παρ’ ἡμῖν, ἔνθα τὰ πελάγη εἰσέρχονται εἰς τὰ σπλάγχνα τῆς ἡμετέρας χώρας.

§129ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ διὰ πράξεώς της ἀνεγνώρισε τὸ ἔγκυρον τοῦ νόμου τούτου.

§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ νόμου σήμερον· μὴ διακόπτετε.

§131ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Λυποῦμαι ἐπὶ τέλους, κύριοι, διότι ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸν εἰσαγωγικόν του λόγον, εἰπὼν, ὅτι θὰ δεχθῇ καὶ ἄλλας οἱασδήποτε ἐλαττώσεις, δὲν ἐμνημόνευσεν, ὅτι θέλει δεχθῆ καὶ προσθήκας. Λυποῦμαι δὲ, λέγω, διότι θεωρῶ καθῆκόν μου ἀπὸ τοῦδε, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Φθιώτιδος, τῆς ὁποίας ἀντιπροσωπεύω καὶ τὰς ἀνάγκας καὶ τὴν φωνὴν, ὡς καὶ οἱ λοιποὶ ἔντιμοι συνάδελφοί μου, νὰ παραπονεθῶ, ὅτι δὲν βλέπω δαπάνας ἀναγκαίας, ἐξ ἐκείνων αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Δὲν βλέπω νὰ περιέχωνται αὗται σήμερον εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ὁ δὲ Σπερχειὸς ποταμὸς ἀπειλήσει καὶ πάλιν νὰ καταπλημμυρύσῃ τὸ φθιωτικὸν πεδίον, καὶ νὰ παραβλάψῃ σπουδαῖα κοινωνικὰ καὶ δημόσια συμφέροντα. Ἀπὸ τοῦδε δ’ ἐκφράζω τὴν λύπην μου, διότι ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ φέρῃ προσθήκας, διότι δὲν δέχεται παρὰ μόνον ἐλαττώσεις. Παρακαλῶ ὅμως τὴν Βουλὴν ἐν δέοντι νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ πρότασίν μου, περὶ διευθετήσεως τῆς κοίτης τοῦ Σπερχειοῦ ποταμοῦ, περὶ γεφυρώσεως αὐτοῦ, κατὰ τὸ μεταξὺ Λαμίας καὶ Ὑπάτης μέρος, ὡς καὶ περὶ συστάσεως τηλεγράφου, κατὰ τὸν δῆμον Μακρακώμης, χάριν τῆς δημοσίου ἀσφαλείας. Ἐνταῦθα περαίνω τὸν λόγον μου, κύριοι, συμφώνως πρὸς τοὺς προαγορεύσαντας, προτείνω, ὅπως ἡ Βουλὴ, πρὶν προβῇ εἰς τὰ καθ’ ἕκαστα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐκφράσῃ τὴν ἄρσιν τῆς πρὸς τὸ ὑπουργεῖον ἐμπιστοσύνης της.

§132ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ χαρίσητε τὴν προσοχήν σας.

§133ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ γίνομεν τότε ἀπρόσεκτοι.

§134ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ σεῖς, κύριε Ῥάλλη, νὰ μὴ μὲ διακόπτητε, διότι καὶ ἐγὼ οὐδέποτε διακόπτω τινά. Προλαμβάνω δὲ νὰ εἴπω ὅτι θέλω περιορισθῆ εἰς ὀλίγα, καὶ ἐννοεῖται, δὲν θέλω ἐπαναλάβει ὅσα παρ’ ἄλλων ἤδη ἐλέχθησαν. Ἀρχόμενος τοῦ λόγου, δὲν δύναμαι εἰμὴ νὰ ἐκφράσω ἀπορίαν τινὰ, ἡ ὁποία μὲ κατέχει. Ἐτέθη, κύριοι, ζήτημα ἐμπιστοσύνης· τὸ ζήτημα τὸ ἔθεσεν ὁ κύριος Ζαΐμης· ἂν τὸ προεκάλεσεν ὁ κύριος Βαλασόπουλος, ἂν ἔῤῥιψε λέξεις τινὰς καὶ ἐξ αὐτῶν προεκλήθη τὸ ζήτημα, ἀδιάφορον, ὁ κύριος Ζαΐμης τὸ ἔθεσεν· ἀλλ’ ἡ συνέπεια τῆς λύσεως τοῦ τοιούτου ζητήματος ὁποία ἔσεται; ἂν λυθῇ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, θὰ διαδεχθῇ ἡ ἀντιπολίτευσις τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ τοιαύτη πρότασις λοιπὸν προϋποθέτει τὴν ἀντιπολίτευσιν ἡνωμένην, μετὰ προηγηθεῖσαν συνεννόησιν, προηγηθεῖσαν ἀπόφασιν καὶ μὲ σύστημα ἀρχῶν ὡρισμένον. Ἀλλὰ τί βλέπομεν καθ’ ὅλας τὰς ἡμέρας, καθ’ ἃς συζητοῦμεν τὸ προκείμενον ζήτημα; ἐκ μέρους μὲν τῆς Κυβερνήσεως βλέπομεν ἑνότητα, τὰς αὐτὰς ἀρχὰς, ἓν καὶ μόνον σύστημα μεταξὺ αὐτῆς καὶ φίλων της, τὴν ὑποστήριξιν τῶν πράξεών της, τὴν δικαιολόγησιν αὐτῶν· ἐκ μέρους δὲ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τῆς θεσάσης τὸ ζήτημα, ἐξεναντίας, βλέπομεν ἀμοιβαίας ἐγκλήσεις, ἀντεγκλήσεις ἀντιθέτους καὶ συγκροτουμένας ἀρχὰς καὶ ἰδέας, δηλώσεις διαφόρους, περιέργους καὶ ἀντιφατικὰς πρὸς τὸ ζήτημα. Προτοῦ λάβῃ τὸν λόγον ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, οὐδεὶς ἠδύνατο ν’ ἀμφιβάλλῃ ὅτι ὁ κ. Ζαΐμης, ὡς ἀρχηγὸς τῷ ὄντι τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἔθεσε τὸ ζήτημα τῆς ζωῆς ἢ θανάτου τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ἡ ἐπιοῦσα μετέβαλε τὰ πάντα, ὁ λόγος τοῦ κυρίου Παπαμιχαλοπούλου καὶ κατόπιν τοῦ κυρίου Ζαΐμη ἐπήνεγκον τὴν μεταβολήν. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, ἐν ὀνόματι τῆς ἐντίμου μερίδος, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει, ἐκήρυξεν ὅτι αὕτη δὲν θέλει λάβει μέρος εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος περὶ ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ θέλει περιορισθῆ κατόπιν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν καθέκαστα τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ὑποβάλει παρατηρήσεις εἰς κονδύλιά τινα· μετὰ τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον ἦλθεν εἰς τὸ βῆμα ὁ κ. Ζαΐμης, ὅστις λησμονήσας τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔθεσε τὴν προτεραίαν, μετέβαλε τὸ πᾶν, καὶ οὕτω ἡ ἀντιπολίτευσις διχάζεται· δὲν ὡμίλησεν ὡς τὴν προτεραίαν, δὲν ἐκήρυξεν ὅτι ἐπιμένει εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, ἀλλ’ ἄλλην τινὰ δήλωσιν ἔκαμε, τὴν δήλωσιν ὅτι θέλει εἶσθαι ἀντιπολιτευόμενος μετριοπαθὴς, θὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τῶν καλῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, θὰ μεμφθῇ καὶ θὰ πολεμήσῃ τὰς κακὰς, καὶ ὅτι δὲν ἐπιδιώκει τὴν ἐξουσίαν· ῥητῶς, καθαρῶς εἶπε τοῦτο ὁ κ. Ζαΐμης πρὸς τιμήν του. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν μετὰ τοιαύτην δήλωσιν τοῦ φαινομένου ἀρχηγοῦ τῆς ἀντιπολιτεύσεως νὰ ἐπιζητῆται ἡ πτῶσις τῆς Κυβερνήσεως; Θέλετε ἴσως σεῖς οἱ ἀντιπολιτευόμενοι τὸν τόπον ἀκυβέρνητον ἢ ὑπουργεῖα ἐφήμερα καὶ ἄχροα; Καὶ διὰ τοῦ τρόπου τούτου δὲν θὰ ἦσθε σεῖς οἱ προκαλοῦντες τὰς διαλύσεις; Πῶς θὰ δυνηθῆτε νὰ μεμφθῆτε εἴτε τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα, εἴτε τὴν ἰδίαν Κυβέρνησιν, εἴτε τὴν δημοσίαν γνώμην τοῦ τόπου, ἂν κηρύξωσιν εἰς τὸ πανελλήνιον ὅτι τοιαύτη ἀντιπολίτευσις δὲν εἶναι ἀξία νὰ διαδεχθῇ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, καὶ ἂν πλειοψηφήσῃ πρέπει νὰ διαλυθῇ καὶ αὐτὴ εἰς τὰ ἐξ ὧν συνετέθη; Κύριοι, μεταξὺ ἀντιπολιτεύσεως, καὶ εὐγνωμονῶ διὰ τοῦτο, σιγὴ τηρεῖται ἐπὶ τοῦ παρόντος· ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἐξηγήσεως προκλητικῆς ὑπῆρχε βεβαίως περίπτωσις νὰ μοὶ γείνῃ διακοπή τις ἢ ἀπάντησις (θόρυβος εἰς τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα).

§135ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐὰν σιωπῶμεν, ἀντλεῖτε ἐπιχειρήματα ἐκ τῆς σιωπῆς μας, ἐὰν ὁμιλῶμεν παραπονεῖσθε· ἔπειτα σεῖς εἴπατε νὰ μὴ σᾶς διακόψωμεν (θόρυβος).

§136ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω, κύριοι, ὅτι εἶσθε εὔκολοι εἰς τὰς θορυβώδεις διακοπάς, ἀλλὰ δὲν προεκάλεσα θορυβώδεις διακοπάς· ἐγὼ ἠννόουν τοῦτο. Ἐὰν ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ζαΐμη δὲν ἦτον ἀκριβὴς, ὡς τὴν ὑπέλαβον, καὶ ἀληθὴς, ὤφειλεν ὁ κ. Ζαΐμης νὰ μοὶ εἴπῃ ὅτι ἐπαναφέρει τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης.

§137ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν γνωρίζετε τὶ θὰ εἴπω ὅταν θὰ ὁμιλήσω.

§138ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀμφισβητῶ τὸ δικαίωμά σας νὰ εἴπητε ὅ,τι θέλετε καὶ ὅταν θέλετε· προχωρῶ. Ἐγένετο πολὺς λόγος περὶ προνομίων βασιλικῶν καὶ πολλὰ ἑκατέρωθεν ἐλέχθησαν· τίς δύναται ὅμως ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι, ὑπαρχούσης διαφωνίας μεταξὺ Βουλῆς καὶ Κυβερνήσεως, ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει κἀνένα ἄλλον ὁδηγὸν εἰς τὰς ἐνεργείας του εἰμὴ τὴν θέλησίν του, καὶ κἀνένα κριτὴν εἰμὴ τὴν συνείδησίν του; Ἀποκαλεῖτέ τινες τὴν Βουλὴν κυρίαρχον· ἀλλ’ ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ εἴπω ὅτι λανθάνεσθε, ἴσως ἄλλην ἔννοιαν δίδετε εἰς τὴν λέξιν αὐτὴν τῆς κυριαρχίας. Κυρίαρχον εἶναι μόνον τὸ ἔθνος, μόνον ἀπὸ τὸ ἔθνος πηγάζουσιν ὅλαι αἱ ἐξουσίαι, ἡ δὲ Βουλὴ εἶναι καὶ αὐτὴ μία τῶν ἐξουσιῶν, ἥτις ἔχει ἴσα δικαιώματα πρὸς τὰς ἄλλας, ἰδίως μὲ τὴν ἐξουσίαν τοῦ Βασιλέως, τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ σέβηται πᾶσαν ἄλλην ἐξουσίαν συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα. Πάνυ κακῶς, κύριοι, ἐννοοῦμεν τὸ ὅτι ἡ Βουλὴ ἀντιπροσωπεύει τὸ ἔθνος· ναὶ, εἴμεθα ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ ὑπὸ τοὺς περιορισμοὺς, τοὺς ὁποίους ἔθεσεν αὐτὸ τὸ Σύνταγμα· ἐκτὸς τῶν ὁρίων τούτων δὲν εἴμεθα τίποτε. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ ἀμφισβητήσητε τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως, τοῦ ὁποίου ἐγένετο χρῆσις; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μεμφθῆτε τὴν γενομένην διακοπήν; Δύνασθε τὸ πολὺ νὰ εἴπητε ὅτι τὸ ὑπουργεῖον, ἀναδεχθὲν νὰ συμπράξῃ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν τοιούτων βασιλικῶν δικαιωμάτων, ἔχει εὐθύνην ἠθικὴν, οὐδέποτε ὅμως εὐθύνην πολιτικὴν, τοιαύτην ὥστε ν’ ἀναγκάσῃ σᾶς, ὡς προβλέποντας δῆθεν κίνδυνον κατὰ τοῦ Συντάγματος, διὰ διαδόσεων, διὰ σπερμολογιῶν διὰ θεωριῶν ἐπικινδύνων, καταστρεπτικῶν τῶν βάσεων τοῦ Συντάγματος, νὰ θέλετε ν’ ἀφαρπάσητε ἓν ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Τὴν ἠθικὴν εὐθύνην ἡ σημερινὴ κυβέρνησις οὐδέποτε τὴν ἠρνήθη, ἀλλ’ οὐδ’ εἰς τοιαύτην ἔδωκεν ἀφορμήν. Τρέμετε...

§139ΡΩΜΑΙΟΣ. Ὄχι δά.

§140ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι διὰ σᾶς καὶ διὰ τὸν διακόψαντά με, ἀλλὰ τρέμετε χάριν τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος, διὰ τὸν κίνδυνον τὸν ἐπικείμενον ἐκ τῶν ἀλλεπαλλήλων διαλύσεων! Οἱ φόβοι σας, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ εἴπω, εἶναι ὅλως διόλου ἀνυπόστατοι. Καλῶς ἔπραξεν ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰπὼν ὅτι αἱ Βουλαὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ ἀειμνήστου Ὄθωνος ἐχρησίμευσαν εἰς τὴν κατάστασιν τὴν ἐπικρατήσασαν τότε. Ἐὰν ἡ κατάστασις ἐκείνη ἦτο τυραννικὴ ἢ ὄχι, εἶναι ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω. Τὴν κατάστασιν ἐκείνην εὑρίσκω τυραννικὴν καὶ ἐγὼ, μόνον καθ’ ὅσον ὁμολογουμένως ἐλεύθεραι ἐκλογαὶ δὲν ἐγίνοντο.

§141ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠνοίγοντο καὶ ἐπιστολαί.

§142ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠνοίγοντο καὶ ἐπιστολαί, μάλιστα· ἔχεις δίκαιον κ. Ἀναστασόπουλε· ἀλλὰ δὲν ἐννοεῖς αὐτὰ τὰ πράγματα, συμβουλεύθητι τὸν κ. Ζαΐμην, τὸν κ. Δηλιγιάννην, τὸν κ. Σωτηρόπουλον καὶ ἄλλους ἐὰν ἔχῃς ὄρεξιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου νὰ φωτισθῆτε.

§143ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶναι πολὺ δύσκολον τὸ ζήτημα τοῦτο.

§144ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι περασμένα πράγματα.

§145ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι περασμένα πράγματα, ὑπάρχουν καὶ ἀναδέχομαι τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών μου· ἡ πρᾶξίς μου ἐγένετο πρὸς περιστολὴν τῆς γενομένης καταχρήσεως ἐν καιρῷ ἀνωμάλων περιστάσεων. Λοιπὸν, κύριοι, εἶχε δίκαιον ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ ἀείμνηστος βασιλεὺς Ὄθων ἐτυράννησε διὰ τῆς μὴ διαλύσεως τῶν Βουλῶν. Ὁ Κωλέτης διέλυσε, καὶ ἡ πρᾶξις ἐκείνη, καθὼς χθὲς παρετηρήθη παρά τινος τῶν ἀγορευσάντων, ἐθεωρήθη κακὴ καὶ ἀξία μομφῆς· ἀλλὰ διατί; ὄχι διὰ τὴν διάλυσιν, διότι ἦτο δικαίωμα βασιλικὸν, κατὰ τοῦ ὁποίου δὲν ἠδύνατό τις νὰ ἀντείπῃ, ἀλλὰ διὰ τὰς ἐκλογὰς τὰς κατόπιν γενομένας, τρόπῳ τῳόντι Κωλετικῷ, ὡς εἶπέ τις· ἐξ ἐναντίας, ἀφ’ ὅτου ἤρχισαν αἱ διαλύσεις ἐπὶ Ὄθωνος, ἔκτοτε δύναται νὰ εἴπῃ τις ἀνέκυψε τὸ Σύνταγμα, διότι ἡ τελευταία διάλυσις προεκάλεσε τὸ Ἔθνος εἰς τὴν ἔκφρασιν τῶν ἐλευθέρων αἰσθημάτων του.

§146ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Μάλιστα.

§147ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἔχει δίκαιον ὁ ἀγορεύων, ἐκ τῆς ὑπερβολῆς τοῦ κακοῦ προκύπτει τὸ καλὸν, διότι καὶ τὸ καλὸν καὶ τὸ κακὸν ἐκ τῆς αὐτῆς φύονται ῥίζης· τὸ λέγει ὁ Πλάτων.

§148ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τί λέγετε, κύριε Μίληση, τί εἶπον ἄλλοι; Αἱ ἀλλεπάλληλοι διαλύσεις θ’ ἀποθαῤῥύνουν τὸ Ἔθνος, καὶ αἱ Βουλαί μας θὰ ἦναι τοῦ λοιποῦ πειθήνιοι. Αὐτὸ λέγετε σεῖς. Ἐγὼ θὰ σᾶς διαψεύσω καὶ ἰδίως διὰ τοῦ παραδείγματος τῆς Ἑπτανήσου. Ὅταν μετὰ μίαν διάλυσιν γίνωνται ἐκλογαὶ παράνομοι, καὶ σεῖς, ὄχι ἡμεῖς, εἴπατε ὅτι ἔγειναν παρ’ ἡμῖν, βεβαίως αἱ ἐπανειλημμέναι διαλύσεις μετὰ ἐπανειλημμένων παρανόμων ἐκλογῶν φέρουν τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον φοβεῖσθε· ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ εἴπητέ τι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοῦτο τὸ ἀντικείμενον, κατὰ τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως, διότι ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις ἔδωκε τὸ πρῶτον παράδειγμα, τίνι τρόπῳ πρέπει νὰ ἐνεργῶνται αἱ ἐκλογαί.

§149ΤΙΝΕΣ. Τὸ πρῶτον;

§150ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴν τὴν πεποίθησιν ἔχω ἐγώ. Βεβαίως ἂν διαλύεται ἡ Βουλὴ καὶ ἐνεργοῦνται κατόπιν ἐκλογαὶ νόθοι καὶ διὰ βίας καὶ ἐν ἀποτυχίᾳ ἐπαναλαμβάνεται ἡ διάλυσις, καὶ δεύτεραι ἐκλογαὶ ἐνεργοῦνται κατὰ τὸν αὐτὸν παράνομον τρόπον, θὰ φθάσωμεν εἰς τοιοῦτον κακὸν ἀποτέλεσμα. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἦναι περιττὸν νὰ ἐκτιθέμεθα· πρέπει ἢ νὰ κύψωμεν τὸν αὐχένα ἢ νὰ λάβωμεν ἡρωϊκόν τι μέτρον. Ἀλλὰ εἰς ποῖον λέγετε τὰ ἐναντία, δυσπιστοῦντες; Μήπως τὰ λέγετε εἰς ὑμᾶς αὐτούς; Τότε ἔχεται δίκαιον. Εἰς τὴν παροῦσαν ὅμως Κυβέρνησιν δὲν δύνασθε νὰ εἴπητέ τι. Ἡ παροῦσα Βουλὴ εἶναι ἁγνή. Ποῦ εὑρίσκετε νοθεύσεις; Ποῦ εὑρίσκετε παραβιάσεις; εὑρίσκετε εἰς τὴν Μεσσήνην, εἰς τὴν Γορτυνίαν, καὶ ὅμως οἱ ἐκλεχθέντες, καὶ τοὺς ὁποίους θεωρεῖτε ὡς γνησίους βουλευτὰς, παρακάθηνται σήμερον ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Λέγετε ὅτι ἔλαβον χώραν ἐπεμβάσεις εἰς τὴν Μεσσήνην, καὶ ὅμως τῆς Μεσσήνης οἱ βουλευταὶ ἀκόμη ἐδῶ δὲν παρακάθηνται, διότι ὑπάρχει Βουλὴ τοιαύτη, ἡ ὁποία καὶ ἐπὶ ἁπλῇ ὑποψίᾳ ἐδέχθη δὶς τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς. Δὲν δύνασθε λοιπὸν νὰ προσάψητε εἰς κὴν παροῦσαν Βουλὴν τὸ παραμικρόν.

§151ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἡμεῖς ἠκυρώσαμεν τὴν ἐκλογήν· ἐὰν ἐξηρτᾶτο ἀπὸ ὑμᾶς ἠθέλατε τὴν ἐπικυρώσει.

§152ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς τίς ἔφερεν ἐδῶ; σᾶς ἔφερεν ἡ ἐλευθέρα θέλησις τοῦ λαοῦ. Λοιπὸν ἡ ἐλευθέρα θέλησις τοῦ Ἔθνους δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνεχθῇ παρανόμως διεξαχθείσας ἐκλογὰς, καὶ ἂν ὑπῆρχον τοιαῦται ἔπεσαν· ἀλλ’ ἐὰν ἀνθ’ ὑμῶν ἐξελέγοντο ἄλλοι παρανόμως, τί ἠδύνατο νὰ συμβῇ; ὅ,τι καὶ ἄλλοτε. Λοιπὸν ἡ παροῦσα Βουλὴ ἀναμφισβητήτως εἶναι παρὰ πᾶσαν ἄλλην ἁγνοτάτη.

§153ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Συμφωνῶ.

§154ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ.

§155ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Διὰ τὴν Ἑπτάνησον τί ἐλέγετε;

§156ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Ἑπτάνησον ὑπῆρχεν ἡ προστασία, ὑπῆρχον οἱ Ἄγγλοι, οἱ ὁποῖοι ἐπεθύμουν νὰ ἐπιβάλλουν τὴν θέλησίν των εἰς τὸ Ἔθνος, στενοχωροῦντες καὶ πιέζοντες αὐτό. Τὰς ἐκλογὰς τῶν Βουλῶν ὅμως ἀφῆκαν πάντοτε ἐλευθέρας. Ἀμφιβάλλετε ὅτι καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἂν ἐγίνετο χρῆσις τοῦ παρανόμου μέτρου, τοῦ ὁποίου ἐγένετο παρ’ ἡμῖν ἄλλοτε, διὰ νὰ σχηματίζωνται Βουλαὶ τοῦ χεργιοῦ τῆς ἐξουσίας, ἐὰν ἐγίνοντο αἱ ἐκλογαὶ τοῦ Κωλέτου, καὶ ἂς μοὶ συγχωρηθῇ ἂν ἐγγίζω τὴν μνήμην ἑνὸς ἀνδρὸς ἐνδόξου, τὸν ὁποῖον ὅμως σεῖς μοὶ ἐνθυμίσατε, ἐὰν μετεχειρίζετο ἡ ἀγγλικὴ προστασία μέσα, ὁποῖα ἐδοκίμασαν καὶ κατὰ τὸ 1843 κατὰ τὰς πρώτας ἐκλογὰς, ἀμφιβάλλετε, λέγω, κύριε Λομβάρδε, ὅτε οὔτε σεῖς ἠθέλατε ἐπανειλημμένως εἰσέλθει εἰς τὰς Βουλὰς, οὔτε οἱ λοιποὶ ἔνδοξοι σύντροφοί σας, οὔτε ἤθελεν εὐδοκιμήσει ἡ ὑπόθεσις τῆς Ἑπτανήσου; Ἀλλ’ ἡ ἐλευθερία τῶν ἐκλογῶν ἐκείνων σᾶς ἔκαμε νὰ θριαμβεύσητε κατὰ τῶν ἐπανειλημμένων διαλύσεων. Εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ ἢ ὄχι;

§157ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.

§158ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, μὴ φοβεῖσθε τὰς διαλύσεις, ἀλλὰ προσπαθήσατε νὰ μὴ δίδετε ἀφορμὴν εἰς διαλύσεις (θόρυβος ἀριστερά). Νὰ μὴ δίδωμεν ἔστω. Εἰσί τινες ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ οἱ κακίζοντες ὅλας τὰς γενομένας διαλύσεις· εἰς ἐμὲ ἂς συγχωρηθῇ νὰ εἴπω, ὅτι καμμία ἐξ αὐτῶν εἶναι ἀδικαιολόγητος. Δὲν ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, τὰς περιστάσεις τοῦ 1865, τὸν ἀλλεπάλληλον ἐκεῖνον σχηματισμὸν τῶν ὑπουργείων;

§159ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν διελύθη τότε.

§160ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου, ὑπουργεῖον Δεληγεώργη, Βούλγαρη, πάλιν Κουμουνδούρου, πάλιν δεληγεώργη, Ῥούφου καὶ δεύτερον Ῥούφου, ἀνασχηματισμὸς ὑπουργείων, προσθῆκαι κατὰ διαφόρους ἐποχὰς προσώπων κεχρωματισμένων καὶ ἀχρωματίστων καὶ τὰ τοιαῦτα (θόρυβος ἀριστερά).

§161ΜΑΚΡΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἂς γείνῃ ἡ παρατήρησις ὅτι ἐὰν τοιουτοτρόπως φέρωνται, δὲν θὰ ἀφήσωμεν πλέον κἀνένα νὰ ὁμιλήσῃ.

§162ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ 1866 καὶ 1867 τὰ ἴδια, ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου, ὑπουργεῖον Μωραϊτίνη, διακοπὴ τῆς Βουλῆς ὑπ’ αὐτοῦ, ὑπουργεῖον Βούλγαρη, διάλυσις τῆς Βουλῆς. Ἐπόμενον ἦτον ἡ διάλυσις. Δύναται δὲ εὐλόγως νὰ εἴπῃ τις καὶ ὅτι κατὰ τι τὸ σύστημα τῆς ἐποχῆς τοῦ Ὄθωνος ἐπενήργησε καὶ αὐτὸ εἰς τὴν ὑπουργικὴν μεταβολὴν καὶ τὴν ἀπαραίτητον καταστᾶσαν διάλυσιν. Εἰς τὰ 1869, κύριοι, ἡ διάλυσις δὲν ἦτο δεδικαιολογημένη δὲν ἦτο τοὐλάχιστον δεδικαιολογημένη καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον ἀκόμη, καὶ ἀπορῶ, σεῖς, πῶς τὸν ἐλησμονήσατε! Ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἦτον ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὁ κ. Λομβάρδος· θὰ συμφωνήσητε ὅτι τότε ἦτο καλὴ ἡ διάλυσις· ἀλλ’ ὄχι, ὁ κ. Λομβάρδος καὶ ἐκείνην τὴν πολεμεῖ. Δὲν ἠξεύρω τί θὰ εἴπῃ σήμερον ἀλλ’ ἀνέγνωσα προσλαλιὰν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ἐν Ζακύνθῳ πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς του, δι’ ἧς προσβάλλει ἁπάσας τὰς διαλύσεις. Κατόπιν ἀνάγκη νέας διαλύσεως παρουσιάζεται, καὶ διατί, κύριοι; Διότι συνεταιρισμοὶ ἀνειλικρινεῖς καὶ πρόσκαιροι, οἱ συνεταιρισμοὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προκαλοῦν τὰς διαλύσεις, οἱ συνεταιρισμοὶ οἱ ὅμοιοι τῷ τωρινῷ συνεταιρισμῷ τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Πῶς ἦτο δυνατὸν, κύριοι, νὰ συμβιβασθῇ τὸ κόμμα τοῦ κυρίου Ζαΐμη καὶ τὸ κόμμα τοῦ κ. Κουμουνδούρου; Καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ συμβιβασθῶσιν ἐπ’ ὀλίγον, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συμβιβασθῶσιν ἐπὶ πολὺ, εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε τῷ ὄντι νὰ δυνηθῇ τὸ ὑπουργεῖον αὐτῶν νὰ προκόψῃ, νὰ προβῇ, νὰ πραγματοποιήσῃ τὰ σχέδια τὰ ἐθνικὰ, τὰ ὁποῖα, ἐν εἰλικρινείᾳ τὸ λέγω, δὲν εἶναι δυνατὸν ποτε νὰ παραδεχθῶ, ὅτι δὲν ἔχουν εἰς τὴν καρδίαν των καὶ εἰς τὸν νοῦν των· ἀλλὰ τὸ μέτρον τοῦ συνεταιρισμοῦ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ δὲν θὰ ἀφήσῃ αὐτοὺς ποτὲ νὰ κάμουν βῆμα. Διὰ τοῦτο δὲν δύναμαι εἰμὴ νὰ ὑποστηρίξω καὶ ἐγὼ τὴν ἐνεστῶσαν κυβέρνησιν, διότι προΐσταται αὐτῆς ἄνθρωπος ὅστις ἀπεσκοράκισε πάντοτε τοὺς συνεταιρισμοὺς (θόρυβος δεξιά). Ὅτε ὁ κ. Ζαΐμης ἐσχάτως παρῃτήθη, ἐκλήθησάν τινες ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἐκλήθησαν τρεῖς ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι.

§163ΖΑΪΜΗΣ. Διατί παρῃτήθην; Παρῃτήθην, διότι ἤμην ἀπέναντι ἑνὸς συνεταιρισμοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἦτον ὁ κ. Δεληγιώργης.

§164ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ σπεύδετε· θὰ εἴπω καὶ περὶ τούτου τὰ δέοντα. Ὁ Βασιλεὺς ἐκάλεσεν εἰς τὰ ἀνάκτορα τρεῖς, τοὺς λεγομένους ἀρχηγοὺς τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως σχηματίσωσι Κυβέρνησιν νέαν.—Εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, ἢ ὄχι;

§165ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.

§166ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ σύστημα αὐτὸ δὲν ἐπιδοκιμάζω, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ χαρακτηρίσω καὶ αὐτὸ ὡς πλημμελὲς, ὡς περιέχον ἐν αὑτῷ τὸ σπέρμα τῆς διαιρέσεως. Διατί διελύετο ἡ Βουλή; διότι δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἐκ τῶν τεσσάρων διεστωσῶν πολιτικῶν μερίδων μία μόνη ἵνα διοικήσῃ, ἀλλ’ ὅμως ἐκλήθησαν τρεῖς ν’ ἀναδεχθοῦν τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων, οἱ κύριοι Βούλγαρης, Κουμουνδοῦρος καὶ Δεληγιώργης· ὁ κ. Δεληγιώργης ἐδήλωσε τότε· «Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ μετ’ ἄλλων, ἀντεπολιτεύθην ἐξ ἀρχῆς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Ζαΐμη, ἔμεινα εἰς τὸ σημεῖόν μου, εἰς οὐδεμίαν συνεννόησιν ἦλθον μετὰ τῶν ἄλλων, αὐτοὶ κατόπιν προσετέθησαν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν·» καὶ ἀληθῶς κληθεὶς νὰ συμπράξῃ εἰς τὸν σχηματισμὸν Κυβερνήσεως μελλούσης νὰ διοικήσῃ τὸν τόπον, καλῶς ἔπραξεν ἀρνηθεὶς, διότι τὸ μέτρον τῆς μικτῆς Κυβερνήσεως δὲν ἦτο τὸ κατάλληλον ὡς προεξέθεσα. Ἤθελον ὁμοῦ διοικήσει ἕνα μῆνα, δύω μῆνας, κατόπιν ἤθελον ἀρχίσει αἱ μεταξὺ των ἔριδες, ἐνταῦθα, ἐν τῇ Κυβερνήσει καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, καὶ ἐξ ἀνάγκης ἤθελε καταστῆ ἀδύνατος ἡ διοίκησις, καὶ ἤθελεν ἐπέλθει ταχύτερον, ὡς ἐπῆλθεν, ἡ νέα διάλυσις. Καὶ δὲν ἐννοεῖτε, κύριοι, ὅτι εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον ὠθεῖτε τὰ πράγματα καὶ σήμερον; Τὴν ἀνάγκην τῆς διαλύσεως τὴν γεννᾶτε σεῖς· ἀποτελεῖτε διαφόρους μερίδας πράγματι ἐχθρικὰς πρὸς ἀλλήλας, καὶ κατ’ ἐμὴν γνώμην δὲν δύνασθε ν’ ἀποτελέσητε ἓν σύνολον ἔχον μίαν θέλησιν, μίαν ἀπόφασιν, ἓν σύστημα δυνάμενον νὰ διοικήσῃ τὸν τόπον διαρκῶς καὶ ἐπιτυχῶς, ἀφοῦ διαφωνεῖτε καὶ εἰς τὰ ἐλάχιστα, ἀφοῦ αἱ ἀρχαὶ τοῦ ἑνὸς προσβάλλονται ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἄλλου, ἀφοῦ ὅ,τι λέγει ὁ εἷς ἄσπρο, ὁ ἄλλος τὸ λέγει μαῦρο, ἀφοῦ εἰς τὰς ἐπαρχίας οἱ φίλοι σας εἶναι διῃρημένοι καὶ ἕκαστος τῶν φίλων σας ἔχει τὸ συμφέρον νὰ δεσπόζῃ αὐτὸς μόνος.

§167ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς ἐν τῷ ὑπουργείῳ εἶσθε ὁμονοοῦντες εἰς τὰς ἐπαρχίας;

§168ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ· καὶ ἔπειτα ἀπὸ ὅλα αὐτὰ προσβάλλετε τὸ ὑπουργεῖον ὡς ἀπειλοῦν τὴν Βουλὴν διὰ διαλύσεως; Πότε ἔπραξε τοῦτο τὸ ὑπουργεῖον; Ὁποία πρᾶξις αὐτοῦ ἀποδεικνύει τὴν τοιαύτην αἰτίασιν;

§169ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἐπίσημα φύλλα σας.

§170ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρετε τίς ὁ κ. Δεληγεώργης εἶναι; Ὁ κ. Δεληγεώργης κατηγορεῖται ἴσα ἴσα διὰ τὴν ἐχεμύθειάν του, διὰ τὸν μυστικισμόν του, διὰ τὴν ὑπερηφάνειάν του μέχρι βαθμοῦ, ὥστε τὸν ἀποκαλεῖτε σεῖς ἐγωϊστὴν καὶ οἰηματίαν. Ἀπὸ τὰ χείλη λοιπὸν τοῦ κ. Δεληγεώργη οὔτε ὅτε ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἡ γενομένη διάλυσις, οὔτε τώρα ποτὲ ἐξῆλθε δήλωσίς τις ἢ ἔκφρασίς τις, ἢ πρᾶξίς τις ἐνηργήθη δυναμένη νὰ προδώσῃ τοιαύτην ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἢ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος διάθεσιν. Ἀλλά, κύριοι, ὁ τύπος γράφει, λέγετε σεῖς. Ἀλλὰ τί εἶναι ὁ τύπος;

§171ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ μισθωτὸς τύπος.

§172ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅ,τι καὶ ἂν εἴπητε, κ. Ῥάλλη, περὶ μισθωτοῦ τύπου, δὲν δύνασθε ποτὲ νὰ εἰπῆτε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Δεληγεώργη εἶναι χειροτέρα τῶν ἄλλων Κυβερνήσεων· καὶ ἂν ἀποδειχθῇ ἀκόμη ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Δεληγεώργη ἔχει μισθωτὸν τύπον, θὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν εἶναι κατακριτέα διὰ τοῦτο, διότι ἐὰν κατὰ τοῦτο ἡ Κυβέρσις θεωρηθῇ ἀξία μομφῆς, ἄλλαι Κυβερνήσεις προλαβοῦσαι πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ἄξιαι σταυρώσεως. Λοιπὸν τὸν τύπον δὲν πρέπει νὰ ὑβρίζωμεν ὡς ὠνητόν, ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε, πρέπει νὰ τὸν σεβώμεθα, καὶ σεῖς μάλιστα οἱ ὁποῖοι διδάσκεται νὰ σεβώμεθα τὰς ἐλευθερίας μας........

§173ΡΑΛΛΗΣ. Μὴ κάμετε δημοκοπίας. Κατηγορῶ τὰς ἐφημερίδας ἐκείνας αἱ ὁποῖαι πληρόνονται ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἓν φύλλον, τὸ ὁποῖον πληρόνεται ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὅπως ὑβρίζῃ μόνον, ἀντιπροσωπεύει τὸν πάτρωνά του καὶ οὐδένα ἄλλον.

§174ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σέβεσθε τὸν τύπον, δὲν λέγετε ἀλήθειαν.

§175ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ κ. Ῥάλλης ὁμιλεῖ περὶ μιᾶς καὶ μόνης ἐφημερίδος, ὄχι περὶ τύπου.

§176ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρκεῖ ὅτι ὁμιλεῖ περὶ ἐφημερίδων. Δὲν εἶναι μία ἐφημερίς, εἶναι πολλαί, εἶναι καὶ αἱ ἐπαρχίαι, αἱ ὁποῖαι ἐκφράζουν τὴν αὐτὴν γνώμην...............

§177ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξακολουθῶ τὸν λόγον, μου. Φρονῶ ὅτι ὡς ἐκ τοῦ σχηματισμοῦ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὡς ἐκ τῶν ἀμοιβαίως συγκρουομένων ἰδεῶν αὐτῆς, ὡς ἐκ τῶν προθέσεών της κατέστη εἰς τὸ ἔθνος ἀντιδημοτική· σεῖς ἔχετε ἄλλην γνώμην, ἀλλ’ ὁ τύπος καὶ ὁ τόπος, ὡς ἐκ τῶν ὅσα προεξέθεσα, μορφόνει τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ διαλυθῇ, ἐὰν ἡ ἀντιπολίτευσις ὑπερισχύσῃ· τί δὲ κοινὸν μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ τόπου; Ἡ Κυβέρνησις δὲν θεωρεῖται ὑπεύθυνος δι’ ἐκδηλώσεις εἴτε τοῦ τύπου, εἴτε τῶν ἰδιωτῶν, εἴτε τῶν ἐπαρχιῶν (διάλογοι καὶ ψιθυρισμοί). Ἀφίνω τὸ περὶ ἀπειλῆς τῆς διαλύσεως, φέρω δὲ τὸν λόγον περὶ τῆς τελευταίας διαλύσεως, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις διέλυσε καλῶς τὴν Βουλὴν ἐκείνην μετὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας μῆνας. Περὶ τούτου ἔχομεν καὶ ἄλλα προηγούμενα, καὶ λέγων τοῦτο δὲν ἐννοῶ νὰ μεμφθῶ τὰς Κυβερνήσεις ἐκείνας, ἀλλὰ τὸ ἀναφέρω διὰ ν’ ἀποδείξω ὅτι ὡς δὲν εἶναι ἀξιοκατάκριτοι ἐκεῖναι, οὕτω δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀξία μομφῆς καὶ ἡ παροῦσα· ἀλλὰ διατί λησμονεῖτε, κύριοι, καὶ τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο τὸ Κράτος ἀμέσως μετὰ τὴν διάλυσιν; Ἐλησμονήσατε, κύριοι, τὰ μετὰ ταῦτα ἀπαραίτητα καταστάντα ἔργα τῆς παρούσης Κυβερνήσεως; Λησμονεῖτε, κύριε Ζαΐμη καὶ κύριε Πετιμεζᾶ, λησμονεῖτε ὅτι ἄνευ μέτρων τινῶν δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνεργήσωσιν ἐκλογὰς οὔτε ἐν Καλαβρύτοις;

§178ΖΑΪΜΗΣ. Εἶσθε ἠπατημένος.

§179ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσω ...

§180ΖΑΪΜΗΣ. Εἴχετε σεῖς ἀνάγκην ἐκ τῆς παρατάσεως εἰς Πάτρας, ἡμεῖς δὲν εἴχομεν ἀνάγκην εἰς τὰ Καλάβρυτα. Ἐπιθυμῶ νὰ μὴ μοῦ δίδετε ἀφορμὴν νὰ σᾶς διακόπτω.

§181ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Μεσσήνην, κύριοι, παρακαλῶ....

§182ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλησμονήσατε τὸν συνάδελφόν των κύριον Σωτήριον Πετιμεζᾶν.

§183ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τῶν πρὸ τῆς διαλύσεως γεγονότων.

§184ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὴν ἐκλογήν.

§185ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἂν ἡ Κυβέρνησις κακῶς διέλυσε τὴν Βουλὴν βραδέως· καὶ πρὸς τί τάχα ἀναφέρετε τὴν εἰς τὸ ὑπουργεῖον πρόσληψιν τοῦ κ. Σ. Πετιμεζᾶ; Ὁ κ. Σ. Πετιμεζᾶς εἶναι πρόσωπον, τὸ ὁποῖον προσεφέρθη νὰ ἀποτελέσῃ μέρος τῆς μερίδος τοῦ Δεληγεώργη· δὲν προσεφέρθη ὡς ἀνήκων καὶ ἐμμένων εἰς ἄλλο κόμμα, καθὼς προσεφέρθησαν ἄλλοτε ἄλλοι ἐκ τῶν ἀντιπάλων του, καὶ δὲν ἐγένοντο δεκτοί· θέλετε ἴσως νὰ εἴπητε ὅτι ὁ κ. Σ. Πετιμεζᾶς μετέσχε παραβιάσεων καὶ νοθεύσεων κατὰ τὴν προηγουμένην ἐκλογήν του. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐνθυμήθητε τὴν ἐκλογὴν Κλειτορίας.

§186ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Ἀρκετά.

§187ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τέλος πάντων εἴτε ὑπῆρχε λόγος εἴτε δὲν ὑπῆρχε τῆς διαλύσεως, καὶ ἂν ἔγεινε βραδέως, τὸ βασιλικὸν δικαίωμα εἶναι ἀναμφισβήτητον· μόνον εἰς τοῦτο ἔπρεπε νὰ προσέξητε, νὰ γείνουν αἱ ἐκλογαὶ ἐλευθέρως, ὡς ἔγειναν. Περὶ τῆς διακοπῆς δὲν ἐπαναλαμβάνω ὅσα εἶπον οἱ ἄλλοι, μίαν μόνον παρατήρησιν ἐπιφέρω, ὅτι τὰ βασιλικὰ δικαιώματα τῆς ἀναβολῆς, τῆς διακοπῆς καὶ τῆς διαλύσεώς εἰσιν ὅμοια· διαφορὰ μεταξὺ αὐτῶν δὲν ὑπάρχει, ἡ δὲ Βουλὴ δὲν καταρτίζεται διὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ προέδρου, ἀλλ’ ἅμα αἱ ἐκλογαὶ ἐξελεγχθῶσιν, ἡ Βουλὴ εἶναι κατηρτισμένη, ὡς ἀποδεικνύει τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος· διαφορὰ μεταξὺ ἀναβολῆς καὶ διακοπῆς δὲν ὑπάρχει, εἰμὴ κατὰ τοῦτο, ὅτι εἰς μὲν τὴν μίαν εἶναι ἡ Βουλὴ παροῦσα, εἰς δὲ τὴν ἄλλην ἀποῦσα· ὅθεν ἕπεται ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι κατηρτισμένη καὶ ἂν πρόεδρος δὲν ὑπάρχῃ διότι ἐὰν ἦτον ἀπαραίτητος ἡ ἐκλογὴ τοῦ προεδρείου ἔπρεπε, προκειμένου περὶ ἀναβολῆς, νὰ καλεῖται ἡ Βουλὴ προηγουμένως πρὸς τοῦτο, καὶ ἀκολούθως νὰ ἀναβάλλεται· τὸ αὐτὸ παρατηρῶ καὶ ὡς πρὸς τὴν διάλυσιν, ἀπούσης τῆς Βουλῆς.

§188ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Νέον συνταγματικὸν δίκαιον αὐτό.

§189ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Σύνταγμα τί λέγει; εἰς τὴν ἔναρξιν ἑκάστης συνόδου ἡ Βουλὴ ἐκλέγει τὸν πρόεδρον, τοὺς ἀντιπροέδρους καὶ τοὺς γραμματεῖς (ἄρθρον 74). Ἡ διάρκεια τῆς Βουλῆς εἶναι τὸ πολὺ ἑξάμηνος (ἄρθρον 54). Παρελθούσης ἑξαμήνου προθεσμίας, προεδρεῖον δὲν ὑπάρχει, ὑπάρχει ὅμως Βουλὴ μὴ ἔχουσα πρόεδρον, ἀντιπροέδρους κλπ. καὶ οὕτω ἔχουσα δύναται νὰ ἀναβληθῇ, νὰ διαλυθῇ. Προσέτι δεικνύετε ὅτι φρονεῖτε, ὅτι ἡ διακοπὴ δὲν εἶναι δικαίωμα κυβερνητικόν. Διατί δὲν δίδετε εἰς αὐτὸ τὴν ἀληθῆ σημασίαν του; Νομίζετε ἴσως ὅτι ἡ διακοπὴ εἶναι ἁπλῆ περιποίησις πρὸς τὴν Βουλήν; ὄχι, καὶ τὸ ἠξεύρεται· ἡ διακοπὴ εἶναι δικαίωμα, τοῦ ὁποίου δύναται νὰ γείνῃ χρῆσις, ὅταν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία βλέπει ἐκ τῶν προτέρων τὴν Βουλὴν ὅπως δήποτε διατεθειμένην κατὰ τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν ἀγαθῶν σκοπῶν τῆς Κυβερνήσεως (θόρυβος).

§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, παρακαλῶ ἡσυχάσατε.

§191ΤΙΝΕΣ. Ὡραῖον, ὡραῖον.

§192ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριοι, λέγω τὴν ἀλήθειαν.

§193ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Εὐχαριστοῦμεν.

§194ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνῷ τὴν διακοπὴν κυρόνει ἡ βασιλικὴ ὑπογραφὴ δυνάμει τοῦ βασιλικοῦ δικαιώματος, πῶς ἐγείρεσθε κατὰ τοῦ τοιούτου δικαιώματος καὶ ἐπιῤῥίπτετε μομφὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, μόνον καὶ μόνον διότι φρονοῦσα ὅτι θὰ διοικήσῃ καλῶς ἐθεώρησε ἀναγκαῖον νὰ προτάξῃ ἓν μέτρον τοιοῦτον; Περιμείνατε, ἔχετε ὑπομονὴν, προσβάλλετε τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰ τῆς διοικήσεως καὶ διὰ τὰς πράξεις της, οὐχὶ διὰ τὴν ἁπλῆν χρῆσιν τοῦ βασιλικοῦ προνομίου. Ἐὰν σᾶς ᾖναι δυνατὸν, καταδείξατε ὅτι διὰ τῶν ἔργων τῆς ἡ Κυβέρνησις ἐπεβουλεύθη τὸ Σύνταγμα ἢ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἢ τέλος πάντων καθὼς κατηγόρησεν αὐτὴν ὁ κ. Κεχαγιᾶς, εἴπατε ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι στάσιμος, ἄπειρος καὶ ἀνίκανος· δὲν εἴπετε τοῦτο, κ. Κεχαγιᾶ;

§195ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Βέβαια.

§196ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διατί εἶναι ἀνίκανος; Διατί εἶναι ἄπειρος; Διατί εἶναι στάσιμος; Ὑποτεθείσθω ὅτι ἀπολύτως δὲν ἔπραξέ τι νέον καλόν. Καὶ τί περισσότερον σεῖς ἐπράξατε; Εἰς ποῖα καλὰ δὲν σᾶς ἐμιμήθη ἡ Κυβέρνησις αὐτή; Δύνασθε νὰ εἴπητε «ἐμιμήθη ἡμᾶς» ἀλλά μιμουμένη ὑμᾶς, εἶναι ἀνίκανος, εἶναι στάσιμος, εἶναι ἄπειρος; Δὲν ὑβρίζετε οὕτω ἑαυτούς;

§197ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶναι, διότι δὲν προχωρεῖ, ὅπως προχωρεῖ ὁ χρόνος.

§198Α. ΡΟΥΚΗΣ. Ὅταν ἔλθετε ἐσεῖς, τότε θὰ ἴδωμεν τὴν πρόοδόν σας.

§199ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσα κακὰ προῆλθον ἐξ αἰτίας τῆς ἀνικανότητος τῶν κυβερνησάντων καὶ πόσα καλὰ καταστραφέντα; Ἡ Κυβέρνησις ἡ ἐνεστῶσα ἐξ ἐναντίας, ἐπροσπάθησε καὶ προσπαθεῖ νὰ βελτιώσῃ τὰ πράγματα, καὶ ἔχομεν λόγους ἀποχρῶντας νὰ πιστεύωμεν, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος της πόθος· τί δύνασθε νὰ εἴπητε, κύριοι, περὶ τῆς καταστολῆς τῆς φυγοδικίας, περὶ τῆς καταστροφῆς τῆς ληστείας; Εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκετο τὸ Ἔθνος ὡς ἐκ τῆς ληστείας καὶ τῆς φυγοδικίας; ὅσοι ἀνήκουν εἰς τὴν ἐμπορικὴν πόλιν τῶν Πατρῶν γνωρίζουν περισσότερον ἀπὸ ἄλλους ποία ἦτον ἡ κατάστασις τῆς Μεσσήνης. Πρὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὴν Ἠλείαν ἦτον ἀδύνατον νὰ γείνῃ δικαστικὴ ἐπίδοσις, δὲν ἐτόλμων οἱ κλητῆρες, ἀπῃτοῦντο μεγάλα μέσα· καὶ αὐταὶ αἱ ἐπιδόσεις ἐχρησίμευον ὡς ῥοσφέτια. Εἰς δὲ τὴν Μεσσήνην ἀδύνατος ἀπέβαινε ἡ ἐκτέλεσις τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων· πολλοὶ εἰς τὰς Πάτρας ἔχοντες ἀποφάσεις ἐρήμην κατὰ Μεσσηνίων ὀφειλετῶν των, οὐδέποτε ὡς ἐκ τῆς ἀφοβίας προσερχομένων εἰς τὰ δικαστήρια, ἔχοντες, λέγω, ἀποφάσεις τοιαύτας, ἦτον ἀδύνατον νὰ ἐκτελέσωσιν αὐτὰς, καὶ μέχρι πότε κύριοι; μέχρι τῶν πρώτων ἡμερῶν τοῦ ὑπουργείου τούτου. Οἱ Πατρεῖς πάντοτε παρεπονοῦντο, ἀπαντῶντες τοιαῦτα προσκόμματα· τινὲς μὲ συνεβουλεύθησαν περὶ τούτου, ἐπὶ τοῦ ἐνεστῶτος ὑπουργείου, τοῖς εἶπον νὰ ἐπιχειρήσουν τὴν ἐκτέλεσιν καὶ ἂν ἀπαντήσουν δυσκολίας νὰ τηλεγραφήσουν εἰς τὸ ὑπουργεῖον· οὕτως ἔπραξαν, καὶ τῷ ὄντι αὐστηραὶ διαταγαὶ ἐδόθησαν καὶ ἐξετελέσθησαν αἱ ἀποφάσεις καὶ ἔκτοτε ἀκωλύτως ἐκτελοῦνται· πρότερον ἴσχυε τὸ δίκαιον τοῦ ἰσχυροτέρου, ἡ ἰσχὺς τῶν φυγοδίκων. Ταῦτα εἶναι, κύριοι, ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ. Ἠρώτησα κατοίκους πολλῶν ἐπαρχιῶν καὶ χωρικοὺς καὶ ἐκ τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων, ἀνήκοντας καὶ εἰς τὴν ἀντίθετον τοῦ ὑπουργείου μερίδα, καὶ ἐξ Ἠλείας καὶ πάντες μοὶ εἶπον ὅτι δὲν δύνανται ν’ ἀρνηθῶσι τὴν σημερινὴν διαφορὰν, τὴν σημερινὴν εὐάρεστον κατάστασιν τοῦ τόπου ὡς πρὸς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ τάξιν.

§200ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι σαθρὰ τὰ ἐπιχειρήματά σας.

§201ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ᾖναι σαθρὰ, θὰ μὲ κρίνῃ τὸ κοινὸν, θὰ μὲ κρίνουν οἱ ἀκούοντες.

§202ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε λῃστὰς, οὔτε φυγοδίκους ἔχομεν.

§203ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχομεν τώρα βέβαια· ἀλλὰ δὲν ὡμίλησα διὰ σᾶς.

§204ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπατε διὰ τὰ Καλάβρυτα.

§205ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὰ Καλάβρυτα σεῖς ὁ ἴδιος, κύριε Διαμαντόπουλε, ἐν Πάτραις μοὶ ἐκάματε παράπονα κατὰ φυγοδίκων, μὴ τὸ λησμονεῖτε, καὶ ἐζητήσατε τὴν μεσολάβησίν μου πρὸς καταδίωξίν των, σᾶς εἶπον δὲ καὶ ἐτηλεγραφήσατε.

§206ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τί μοὶ ἔκαμεν ἡ μεσολάβησίς σας;

§207ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν βλέπω λοιπὸν, κύριοι, ποῦ ἠμπορεῖτε νὰ προσβάλλητε τὴν Κυβέρνησιν, καὶ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν μάλιστα, ὥστε νὰ τὴν παραστήσετε ὡς ἀναξίαν νὰ κυβερνᾷ. Ὁ κύριος Κεχαγιᾶς εὑρῆκε καὶ ἄλλο τι νὰ προσάψῃ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, φαίνεται δι’ ὅσα αἱ ἐφημερίδες ἔγραψαν ὑπὲρ αὐτῆς διὰ τὴν αἰφνιδίαν τωρινὴν πρόοδον τοῦ τόπου, διότι ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸ ἐλάττωμα νὰ μὴ καυχᾶται· ἄλλοι δὲ πάλιν κατέφυγον εἰς μικρολογίας περὶ ἀναφορῶν καὶ πράξεων δημοτικῶν συμβουλίων. Ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ εἶναι ἐξ ἐκείνων, αἵτινες δὲν ἠθέλησάν ποτε νὰ ἀρύωνται τὴν ἰσχὺν αὑτῶν ἀπὸ τὰ τοιαῦτα· ἵστανται ἀρκετὰ ὑψηλὰ, τοῦ προέδρου δὲ ἡ ἀγερωχία εἶναι γνωστὴ, καὶ δὲν καταδέχεται τοιαῦτα μέσα. Ἀλλὰ τί λέγει ὁ κ. Κεχαγιᾶς; «ἐκαυχήθη ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Δεληγεώργη ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς της ἀνέκυψεν ἡ δημοσία πίστις, προήχθη ὁ τόπος, συνεκεντρώθησαν κεφάλαια, ἦλθον ὁμογενεῖς, ἀνακαινοῦνται αἱ Ἀθῆναι, αἱ Πάτραι»... καὶ τὴν πρόοδον μὲν ταύτην ὁ κ. Κεχαγιᾶς δὲν ἀρνεῖται, ἀλλὰ λέγει ὅτι ἀνεπτύχθη ἡ πίστις, (λεπτοτάτη ἡ ἰδέα αὐτοῦ, ἀλλὰ συνήθως αἱ εὐφυεῖς καὶ λεπταὶ ἰδέαι δὲν εἶναι ἀληθεῖς), ἀνεπτύχθη ἡ πίστις, καὶ οὕτω ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἡ Κυβέρνησις ἤρχισε νὰ ἐκπληροῖ τὰς ὑποχρεώσεις της προῆλθον τὰ καλά. Καὶ ποία εἶναι ἡ ἐποχὴ ἐκείνη; εἶναι ἡ ἐποχὴ, λέγει, ἀφ’ ἧς τακτικῶς πληρόνονται οἱ τόκοι τῶν δημοσίων χρεωγράφων. Τὰ δάνεια ὅμως αὐτὰ καὶ τὸ τελευταῖον εἶναι παλαιᾶς ἐποχῆς, ἐνῷ ἡ πρόοδος εἶναι σημερινή. Τὰ δάνεια ἐγένοντο ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τῇ συστάσει καὶ μεσολαβήσει τῆς Τραπέζης, καὶ τοῦτο δεικνύει τὴν ταπεινὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκοντο αἱ Κυβερνήσεις τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὴν σύστασιν τῶν δανείων· ἐστερεῖτο τότε πίστεως ἡ Ἑλλάς.

§208ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Ἡλιόπουλε, μὲ συγχωρεῖτε· ὅταν μία Κυβέρνησις δίδει τὰ τελωνεῖα εἰς ὑποθήκην διὰ νὰ κάμῃ ἕνα σιδηρόδρομον, πίστις εἶναι αὐτή; Χρειάζεται νὰ λέγῃ τις τὰ πράγματα ὅπως εἶναι.

§209ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἴπατε.

§210ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἦτον ἀληθὴς ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, ἐὰν ἔλεγεν ὅτι τῳόντι ἡ Ἑλλὰς δανεισθεῖσα ἐφάνη ἀκριβὴς εἰς τὰς πληρωμάς της, καὶ ἀνεπτύχθη οὕτω ἡ πίστις, ἀλλὰ δανεισθεῖσα δι’ ἐνεχυριάσεως τῶν τελωνείων της καὶ διὰ τῆς μεσολαβήσεως ἑνὸς ἄλλου, τῆς Τραπέζης, δεικνύεται ἀναξιόχρεως.

§211ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν ἐμεσολάβησεν ἡ Τράπεζα.

§212ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Τράπεζα ἀνέλαβε πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν δανειστῶν ὄχι τὴν ὑποχρέωσιν, ἀλλὰ τὴν καλωσύνην νὰ πληρόνῃ τοὺς τόκους· καὶ πῶς; μετὰ τὴν ἐνεχυρίασιν τῶν τελωνείων.

§213ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι τὴν ὑποχρέωσιν.

§214ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι λέγω καὶ ἐγώ.

§215ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἶναι ὡς εἷς τραπεζίτης, ὅστις εἰσπράττει καὶ πληρόνει εἰς λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου.

§216ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διατί, κύριε Κεχαγιᾶ, μεσολαβεῖ ἡ Τράπεζα;

§217ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι ἐγγύησιν.

§218ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, ὄχι, ἀλλὰ ἡ μεσολάβησίς της ἀπῃτήθη, διότι αἱ θύραι τῆς Τραπέζης εἶναι πάντοτε ἀνοικταί· διότι ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἡ ἐγγύησις τῆς Τραπέζης, ὑπάρχει ἄλλη ἐγγύησις, ἡ ἐνεχυρίασις τῶν τελωνείων. Εὑρῆκε λοιπὸν ὁ κ. Κεχαγιᾶς τὸν λόγον, ἀλλὰ κρίνατε σεῖς ἐὰν αὐτὸς ᾖναι ὁ λόγος, ὅστις ἐπήνεγκε τὴν παροῦσαν εὐάρεστον κατάστασιν. Ὁ προϋπολογισμὸς, εἶπόν τινες, εἶναι ψευδὴς, δὲν φέρει τὸ ἰσοζύγιον, καὶ κατὰ τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου ὡμίλησαν καὶ θὰ ὡμιλήσουν ἄλλοι· ἀλλ’ ἔστω. Δύνασθε ὅμως νὰ εἴπητε ὅτι εἶναι χειρότερος τῶν προλαβόντων προϋπολογισμῶν; Ζητεῖτε λοιπὸν, κύριοι, τὴν κεφαλὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ πίνακι διὰ ποῖον λόγον; διότι δὲν ἐφάνη ἀνωτέρα τῶν προλαβουσῶν Κυβερνήσεων, διότι ἔφερε προϋπολογισμὸν ὅμοιον τοῖς προϋπολογισμοῖς τοῦ παρελθόντος; Εἷς λόγος σπουδαῖος αὐτός; Δὲν ἔπραξέ τι δὲν ἐπενόησέ τι, δὲν μετεῤῥύθμισε τὸ φορολογικὸν σύστημα, δὲν ἐφεῦρε νέα μέσα παραγωγικά· καὶ ποῖοι τὰ λέγουν αὐτά; Καὶ διὰ παραλείψεις θέλετε νὰ μεμφθῆτε τὴν Κυβέρνησιν; Ἀλλὰ τότε τί γίνονται αἱ προλαβοῦσαι Κυβερνήσεις; Πῶς, κύριοι, δι’ ὅσα καὶ σεῖς δὲν ἠδυνήθητε νὰ πράξητε, θεωρεῖτε τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν ἀξίαν κατακρίσεως; Περὶ Λαυρίου δὲν λέγω εἰμὴ ὅτι τὰ ἔγγραφα περὶ τῶν ὁποίων πολὺς λόγος ἔγεινε χθὲς, καὶ τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσεν ὁ κ. Μίλησης, εἶναι ἡ ἔκθεσις τῶν ὅσων ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Δεληγεώργη εἶπεν ὅτι τὸ Λαυριωτικὸν ζήτημα δὲν εἶναι ζήτημα. Ὁ κ. Δεληγεώργης μετὰ τῶν φίλων του ἰσχυρίσθη πάντοτε ὅτι ὁ λαυριωτικὸς πλοῦτος εἶναι δημόσιος, κατ’ οὐδὲν δὲ ἀπεμακρύνθη τῆς ἰδέας ἐκείνης, καὶ διὰ τῶν ἀπαντήσεών του καὶ διὰ τοῦ ὑπομνήματός του τὸ αὐτὸ ὑπεστήριξεν. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔπαυσε λέγουσα ὅτι ἡ περιουσία τοῦ Λαυρίου εἶναι περιουσία ἐθνικὴ, καὶ ἔχει δίκαιον νὰ καυχᾶται ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν της ἀπεδείχθη ὅτι τῷ ὄντι ζήτημα λαυριωτικὸν οὔτε ὑπῆρξεν, οὔτε ὑπάρχει· αἱ πρεσβεῖαι ἔπαυσαν νὰ μᾶς κατακρίνουν, καὶ αἱ Δυνάμεις φιλικώτατα διάκεινται πρὸς ἡμᾶς. Καὶ ὅμως προσβάλλεται ἡ Κυβέρνησις διότι ἐπολέμησε κατὰ τῶν ξένων; διότι ἀντετάχθη εἰς τὰ ἐπιχειρήματα καὶ τὰς ἀξιώσεις των διὰ θελήσεως ἰσχυρᾶς, σιδηρᾶς· αἱ περιστάσεις δὲ ἀπέδειξαν ὅτι διὰ τῆς ὑπομονῆς της ἔλαβεν ἡ ὑπόθεσις τὴν λύσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὴ πάντοτε ἀπ’ ἀρχῆς προσεδόκα· ἀπεδείχθη ὅτι δὲν ὑπάρχει ζήτημα.

§219ΡΑΛΛΗΣ. Σεῖς τὸ ἐγεννήσατε·

§220ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις δὲν τὸ ἐγέννησεν, οὔτε ὁ κ. Δεληγιώργης, σεῖς ὑπηγορεύσατε τὰς ξενικὰς διακοινώσεις.

§221Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Σεῖς κατεκρίνετε τοὺς ἄλλους, ἐνῷ αἱ διακοινώσεις ἦτο συνέπεια τῶν γνωμοδοτήσεών σας;

§222ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ αἱ διακοινώσεις οὐδεμίαν ἔφερον βλάβην. Δύνασθε νὰ μεμφθῆτε τὸν Δεληγιώργην διότι δὲν συμμερίζεται τὴν γνώμην πολλῶν ἐξ ὑμῶν, οἵτινες ἔχουν τὴν γνώμην τοῦ κ. Μίληση, ἀγορεύσαντος ἄλλοτε ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τοῦ κ. Σερπιέρη κατὰ τῶν ἀξιώσεων δὲ τοῦ δημοσίου; Κἂν ἐκρεμὲς ἦτο τὸ ζήτημα, ἐστὲ βέβαιοι ὅτι ἤθελε στραφῆ κατ’ ἐκείνων, μεθ’ ὧν συμφωνεῖ ὁ κ. Μίλησης, οὐχὶ δὲ κατὰ τῶν ἀντιπάλων των τῶν διασωσάντων τὸν Λαυριωτικὸν πλοῦτον. Δυνάμεθα σήμερον ὅπως θέλωμεν νὰ διαθέσωμεν αὐτόν· ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν θέλησιν τοῦ ἔθνους νὰ τὸν παραχωρήσῃ ἢ μή· ἡ δὲ Ἑλλὰς εὑρίσκεται εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν τὴν ἔθεσεν ὁ κ. Δεληγεώργης ἀπέναντι τῶν ξένων, διότι τὰ δικαστήρια δύνανται νὰ ὦσιν ἡ μόνη προσφυγὴ τῶν ἐκδοχέων τοῦ Σερπιέρη. Ἐγένετο ὅμως σύμβασις ἐπωφελὴς, θὰ ἴδωμεν ἂν αἱ νέαι προσφοραὶ ἦναι σπουδαῖαι καὶ δὲν ἦναι αἱ ἀποῤῥιφθεῖσαι παλαιαί.

§223ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ δὲ νόμος τί γίνεται;

§224ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τί γίνεται ὁ νόμος, κύριε Κεχαγιᾶ· ἤθελεν εἶσθαι τὸ ὁποῖον εἴπετε ὀρθότατον, ἂν ἡ Κυβέρνησις συνεβάλλετο μετὰ τῆς ἑταιρίας, χωρὶς νὰ φέρῃ νόμον· μὴ λησμονήσετε δὲ ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1871 ὁμιλεῖ ἐν γένει περὶ ἐκβολάδων καὶ δὲν ἀφορᾷ μόνον τὰς ἐκβολάδας τοῦ Λαυρίου, ἀλλὰ τὰς κειμένας εἰς οἱονδήποτε μέρος τοῦ Κράτους. Ἑπομένως δὲν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις, ὡς εἴπετε προχθὲς, νὰ ὑποβάλῃ προηγουμένως νέον νόμον ὅπως τροποποιήσῃ τὸν νόμον ἐκεῖνον περὶ ἐκβολάδων, καὶ καταργήσῃ ἀπολύτως τὸν συναγωνισμὸν, διότι ἡ τοιαύτη κατάργησις ἤθελεν ἐπιφέρει τὴν κατάργησιν τοῦ συναγωνισμοῦ διὰ πάσας τὰς ἐκβολάδας τὰς κειμένας καὶ εἰς τὰ ἄλλα μέρη τοῦ Κράτους· ἀλλ’ ἐγένετο περὶ τῶν ἐκβολάδων Λαυρίου ἡ σύμβασις· ἂν αὐτὴ φανῇ ἐπωφελὴς καὶ τὴν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ, τότε βεβαίως θέλει παραδεχθῇ αὕτη τὸν ἐξαιρετικὸν σὺν τῇ συμβάσει ὑποβληθέντα νόμον· ἂν τοῦτο γείνῃ, δὲν θὰ ὑπάρχῃ νόμος τροποποιῶν τὸν πρῶτον· ἂν τὸ νομοσχέδιον ἀποῤῥιφθῇ, οὐδεμίαν τὸ ὑπουργεῖον θὰ φέρῃ εὐθύνην, διότι ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐγκρίσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας συνήφθη ἡ σύμβασις (θόρυβος). Ἀλλὰ διὰ παντὸς τρόπου ζητεῖτε νὰ πέσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ δὲν σταθμίζετε δεόντως τοὺς λόγους σας, ἀνυπόμονοι ὄντες νὰ τὴν διαδεχθῆτε (θόρυβος). Πρὸς τούτοις δὲν ἠμπορῶ νὰ παρασιωπήσω ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς περὶ τῆς Βουλῆς· «ἂς ἀνυψωθῇ, εἶπεν, ἡ Βουλὴ, ἂς μὴ κυλίεται εἰς τὸν βόρβορον, καὶ τότε θέλετε ἰδεῖ ὅτι θὰ ᾖναι ἰσχυρὰ καὶ ἀπρόσβλητος.» Αὐτὸ καὶ ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω, ἀνυψώσατε τὴν Βουλὴν, καταστήσατε αὐτὴν σεβαστὴν διὰ τῶν πράξεών σας, καὶ βεβαιωθῆτε ὅτι θὰ ἐνισχύσητε αὐτὴν, ὅπως ἐπιβάλλῃ τὴν θέλησίν της κατὰ παντὸς, ὅστις ἤθελε παρεμβάλλει προσκόμματα εἰς τὰς πατριωτικὰς ἐνεργείας της. Ηὐχόμην, κύριοι, ὅτε κατὰ πρῶτον συνήλθομεν, ἡ ἕνωσις τῶν συνιστώντων τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα νὰ ἦτον εἰλικρινὴς καὶ διαρκὴς, ηὐχόμην συγχώνευσιν τῶν κομμάτων των. Ἐὰν τοῦτο ἐγίνετο, ἐσώζετο τὸ ἔθνος, ἠθέλομεν εἰσέλθει εἰς ἕνα τακτικὸν δρόμον. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἀποφεύγει τὰς ἑνώσεις· μόνος ἄνευ συνεταιρισμῶν θὰ ὑπάρξῃ, ἄλλως ἐπανέρχεται εὐχαρίστως εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον καὶ τὴν πολιτικὴν ἀνυπαρξίαν. Σεῖς, ἡ ἀντιπολίτευσις, ἐξ ἐναντίας, ἀσπάζεσθε τὰς ἑνώσεις· πολὺ καλὰ, ἀλλ’ ἑνωθῆτε πράγματι, συγχωνευθῆτε εἰς ἓν κόμμα, ἐκλέξατε τὸν ἀρχηγόν σας, ὑποταχθῆτε εἰς τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ, συνασπισθῆτε εἰλικρινῶς καὶ διαρκῶς καὶ ἀναδειχθῆτε οὕτω ἀντιπολίτευσις ἠθικὴ, ὄντως ἐθνικὴ, μὴ ἔχουσα ἄλλο τι ὑπ’ ὄψιν εἰμὴ τὴν πρόοδον τοῦ Κράτους. Τότε, κύριοι, θέλετε ἐξαγάγει τῷ ὄντι τὴν Βουλὴν ἀπὸ τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν τὴν θεωρεῖ ὁ κ. Πετιμεζᾶς κυλιομένην· ἀνορθώσατε τὴν ὑπόληψίν της. Ἐὰν δὲν πράξητε οὕτω, καὶ ἀπειλὰς πρέπει νὰ φοβῆσθε καὶ μομφὰς τῆς κοινῆς γνώμης, καὶ διαλύσεις καὶ κἄτι περισσότερον· θὰ θεωρηθῶμεν ἐπὶ τέλους ὡς ἐκ τῆς διαγωγῆς σας καὶ ἀνάξιοι συνταγματικῶν θεσμῶν. Ἐκτιμῶ τὸν κ. Λομβάρδον διότι εἶναι πάντοτε εἷς καὶ ὁ αὐτὸς, καὶ διαφωνεῖ πρὸς σᾶς ὅλους. Ἔχει ἀρχὰς καὶ ἐπιμένει εἰς αὐτὰς, τὰς ὁποίας ἐξ ἀρχῆς ἐκήρυξε· δὲν συμμερίζομαι καὶ ἀποκρούω, ἐννοεῖται, τὰς ἀρχάς του, ἀλλὰ τὸν ἐκτιμῶ διότι εἶναι ὁ αὐτὸς, δὲν ἔρχεται εἰς ἀντίφασιν πρὸς ἑαυτόν. Σεῖς ὅμως οἱ ἄλλοι ἀντιφάσκετε ὁσημέραι πρὸς ἀλλήλους· τὸ παραμικρὸν κίνημα τοῦ ἑνὸς, ἡ παραμικρὰ ἔκφρασις παρεξηγεῖται ἀπὸ τὸν ἄλλον τὸν παρακαθήμενον. Ταχθῆτε τοὐλάχιστον ὑπὸ τὴν σημαίαν τοῦ κ. Λομβάρδου, τότε σᾶς ἐννοῶ· ἀλλὰ καὶ σεῖς πιστεύω δὲν συμμερίζεσθε τὰς ἀρχάς του, τοὐλάχιστον εἰς τὸ φανερόν· ἢ ἂς ταχθῇ ὁ κ. Λομβάρδος ὑπὸ τὴν σημαίαν τοῦ κ. Ζαΐμη, ἢ ταχθῆτε πάντες ὑπὸ τὴν σημαίαν τοῦ κ. Βούλγαρη, τότε πάλιν σᾶς ἐννοῶ· τότε δύναμαι εἰπεῖν θὰ κάμετε πρᾶξιν πατριωτικὴν, τότε πιστεύω θὰ σᾶς σεβασθῇ ὁ κόσμος, διότι θὰ ἀποτελέσετε ἓν κόμμα ἀληθῶς κοινοβουλευτικὸν καὶ θὰ φθάσητε εἰς ἀποτέλεσμα εὐάρεστον τῇ πατρίδι. Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ ἡμᾶς, ἀκολουθοῦμεν τὸν κύριον Δεληγεώργην καὶ τὸν ὑποστηρίζομεν, καὶ ὑπ’ αὐτὸν τὸν ὅρον καὶ ἐγὼ ἐργάζομαι τὸ κατὰ δύναμιν ὑπὲρ τῆς μερίδος του, διότι αὐτὸς ἀποκρούει τοὺς συνεταιρισμοὺς καὶ μένει μόνος ἀντιμέτωπος ὑμῶν ὅπως ἀνορθωθῇ ἡ ὑπόληψις τῆς Βουλῆς διὰ τοῦ σχηματισμοῦ δύω μόνων κομμάτων ἀντιθέτων καὶ εὐδοκιμήσῃ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον κηρύττετε κινδυνεῦον. Ἀλλὰ πόθεν φοβεῖσθε τὰς ἐνέδρας καὶ κινδύνους κατὰ τοῦ Συντάγματος; Ἐκπίπτετε εἰς μικρολογίας «συνηντήθης μετὰ τοῦ δεῖνος· ἐκαλημέρησες τὸν ἄλλον» ἰδοὺ οἱ κίνδυνοι τοῦ πολιτεύματος· καὶ τίνες λέγουσιν αὐτά; αὐτοὶ ἐκεῖνοι οἵτινες ἔπιπτον εἰς τοὺς πόδας τῶν τοιούτων καὶ ἐσχημάτισαν ὑπουργεῖα μετ’ αὐτῶν, ἐκεῖνοι οἵτινες καὶ τίτλους ἀπένειμαν καὶ ἄσυλα καὶ ἀγήματα ἐπενόησαν. Ναὶ αὐτοί· δύνασθε νὰ ἀντείπητε εἰς ταῦτα; εἶναι ἀλήθεια πικρά· ἀλλ’ ἐξερχόμενα τοῦ στόματός μου ἴσως δὲν ἔχουν τὴν βαρύτητα, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχον ἂν ἐξήρχοντο τοῦ στόματος ἄλλων, τῶν καυχομένων ὅτι κατέχουν τὴν πρώτην θέσιν ἐν τῇ πολιτείᾳ. Λυποῦμαι διότι ἐγὼ δευτερεύων εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τοῖς ὑπομνήσω τὰ τοιαῦτα. Τελειόνων τὸν λόγον μου, ἀνακεφαλαιῶ αὐτὸν λέγων, ὅτι, προκειμένου περὶ πολιτικοῦ ζητήματος, πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἀντίθετος μερίς, νὰ ὑπάρξῃ ἀντιπολίτευσις συγκεχωνευμένη εἰς ἓν, ὁμοειδὴς καὶ ἀδιαίρετος, ἱκανὴ νὰ διαδεχθῇ τὴν ὑπάρχουσαν Κυβέρνησιν. Ἂν ἦσθε ὑμεῖς ἕτοιμοι πρὸς τοῦτο, ἔλθετε. Ἀλλά, κύριοι, αἱ ἐξηγήσεις σας, αἱ ἐκθέσεις σας, αἱ ἀντιμαχόμεναι ἀρχαί σας εἰς οὐδένα γεννοῦν αὐτὴν τὴν πεποίθησιν· ἂν τοιαύτη πεποίθησις ἐγεννᾶτο, βεβαιωθῆτε ὅτι θὰ ἤμην σύμφωνος μαζῆ σας, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἴδω καὶ μίαν ἄλλην μερίδα συσσωματωμένην διαρκῶς ἡνωμένην καὶ δυσκαταμάχητον, τὸ ὅλον μερίδας δύω ἀντιθέτους. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη πεποίθησις οὔτε εἰς σᾶς ὑπάρχει, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον εἰς τὴν κοινωνίαν μας (θόρυβος). Πολλοὶ συνηγορήσατε ὑπὲρ τοῦ κ. Κουμουνδούρου, εἴπετε ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀπεκλείσθη τῆς Βουλῆς ἀπ’ αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν.

§225ΤΙΝΕΣ. Πάλιν τὰ ἴδια;

§226ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι περισσότερον ἐπιθυμοῦμεν ἡμεῖς τὴν ἔλευσιν τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἐν τῇ Βουλῇ, διότι αὐτὸς ἔχει τοὺς φίλους του ἐν αὐτῇ· μίαν δὲ μόνην ψῆφον θὰ προσθέσῃ καθ’ ἡμῶν ἡ παρουσία του, παρ’ ὅσον τὴν ἐπιθυμεῖτε τινὲς μεταξὺ ὑμῶν. Ναί, πολλοὶ μεταξὺ ὑμῶν εἶναι οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν τὴν εἴσοδον τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἀναφέρομαι εἰς τὴν συνείδησίν σας.

§227ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν Δευτέραν, κ. Πρόεδρε, τὴν Δευτέραν· παρῆλθεν ἡ ὥρα.

§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τί ἐσηκωθήκατε; καθήσατε, παρακαλῶ.

§229ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν πλέον, παρῆλθεν ἡ ὥρα.

§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε πρῶτον, σᾶς παρακαλῶ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς κάμω μίαν μικρὰν παρατήρησιν· βλέπετε ὅτι πλησιάζει ὁ καιρὸς ὅπου ὅλοι μας θὰ φύγωμεν· ἔχομεν ἀκόμη σπουδαιότατα ἔργα· ἂν θέλετε, νὰ σᾶς τὰ ἀπαριθμήσω ἓν πρὸς ἕν.

§231ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.

§232ΕΤΕΡΟΙ. Τὰ ἠξεύρομεν.

§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καταγινόμεθα μίαν ἑβδομάδα ὁλόκληρον, καὶ ὁ θεὸς νὰ μᾶς φυλάξῃ ἂν ἴσως καὶ τὴν ἄλλην ἑβδομάδα δὲν τὴν ἐξαντλήσωμεν ὅλην εἰς τὰς ὁμιλίας, χωρὶς ἀποτέλεσμα διότι καὶ ἀπὸ τὰς ὁμιλίας τῶν μὲν καὶ τῶν δὲ, ὡς φαίνεται, δὲν θὰ ἐπέλθῃ ἀποτέλεσμα. Δὲν εἶναι ἄδικον; Εἶμαι φίλος τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου ὅπως καὶ σεῖς. Τέλος πάντων πρέπει νὰ ἀποφανθῶμεν ὁριστικῶς πότε θὰ τελειώσωμεν ἀπ’ αὐτό.

§234ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀπόφασις ὁριστικὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ, διότι τὸ ἐμποδίζει ῥητῶς ὁ κανονισμός· ὅλοι οἱ ἐγγεγραμμένοι θὰ ὁμιλήσουν.

§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι καὶ εἷς ἂν μείνῃ δύναται νὰ κρατήσῃ τὸ ζήτημα· ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἀδικεῖ τὸν ἑαυτόν της, διότι μένουν τόσα νομοθετήματα ἐκκρεμῆ, καὶ αὔριον θὰ ᾖναι ἠναγκασμένη νὰ φύγῃ.

§236ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀφ’ οὗ τελειώσουν οἱ 6 μῆνες, θὰ φύγῃ.

§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν 6 μηνῶν. Ἀλλὰ διὰ τὰς ἐργασίας σας δὲν θὰ φύγετε; Λοιπὸν δὲν θὰ ᾖναι Βουλὴ τότε.

§238ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λοιπὸν τί ὁρίζετε νὰ κάμωμεν; Νὰ συντομεύσουν καὶ ἀπὸ τὸ ἓν μέρος καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα.

§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἂς καθήσωμεν δύω καὶ τρεῖς ὥρας νὰ τελειώσωμεν.

§240ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Εἴμεθα ἀπὸ τὰς 7 ἐδῶ, καὶ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ μείνωμεν πλέον· ἂς ἔρχωνται καὶ ἄλλοι ἀπὸ τὰς 7, τὴν κανονισμένην ὥραν.

§241ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Ἂς ἀναγνωσθοῦν τὰ ἀντικείμενα τὰ νομοθετικὰ τὰ ἐκκρεμῆ.

§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ γνωρίζουν.

§243ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ ἀναγνώσατέ τα. Δὲν πρόκειται οὔτε περὶ ἡμερησίας διατάξεως, οὔτε περὶ κανονισμοῦ, ἀλλὰ περὶ κοινοῦ συμφέροντος καὶ τῶν μὲν καὶ τῶν δέ.

§244ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὰ γνωρίζομεν, διότι εἶναι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ ὅπου εἶναι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν δὲν εἶναι τίποτε.

§246ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ὅλον, ἂν τὸ ἔχετε αὐτοῦ.

§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῦ νομοσχεδίου τῆς ὁδοποιΐας, ἡ συζήτησις τῶν συμβάσεων, ἐν γένει τῶν λοιπῶν.

§248ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Περὶ Τραπεζῶν.

§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις περὶ τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης, τῆς Γεωργικῆς ἑταιρίας, ἡ σύμβασις τοῦ Λαυρίου, τῶν σιδηροδρόμων.

§250ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἐτυπώθησαν ἀκόμη.

§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἐκκρεμῆ.

§252ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ προβῶμεν εἰς τὸν προϋπολογισμόν.

§253ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἀλλὰ περὶ κοινοῦ συμφέροντος, εἰς τὸ ὁποῖον ἐνδιαφερόμεθα ἅπαντες· καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ ἐνδιαφερόμεθα εἰμὴ μόνον, ὅταν καταφρονήσωμεν τὴν φιλοτιμίαν καὶ τὸ συμφέρον τοῦ τόπου μας. Λοιπὸν νὰ ἀναγνωσθοῦν αὐτὰ τὰ ἀντικείμενα, διότι ἡ σπουδαιότης των εἶναι ἀνωτέρα πάσης ἐπικρίσεως· δὲν θὰ εὑρεθῇ κἀνεὶς νὰ εἴπῃ ὅτι ἔχομεν ἐνώπιόν μας νομοσχέδια τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα καὶ ἂν μείνουν καὶ εἰς τὴν ἑπομένην Σύνοδον, δὲν πειράζει, διότι δῆθεν τὸ ἔθνος δὲν περιμένει τίποτε ἐξ αὐτῶν. Διὰ τοῦτο εἶπα ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ ἀντικείμενα, τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκκρεμῆ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.

§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ οὐσιώδη.

§255ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰ ὁποῖα πρῶτον εἶναι μεγίστης καὶ πρωτίστης ἀξίας, ὡς μέλλοντα νὰ ἐξασκήσωσιν ἄμεσον καὶ μεγίστην ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν συμφερόντων τῆς κοινωνίας· καὶ δεύτερον διότι εἶναι ἀρκετὰ πολλὰ διὰ τὴν ὥραν τοῦ ἔτους, καθ’ ἣν εὑρισκόμεθα. Ἑπομένως ἂς σκεφθῶμεν ἐδῶ ὡς ἀδελφοὶ, ἐὰν ἦναι ἢ δὲν ἦναι ἀληθὲς ὅτι ἕνεκα τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἐργασιῶν καὶ συμφερόντων, τὰ ὁποῖα ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ὡς μέλος τῆς κοινωνίας ἔχει, δὲν θὰ συμβῇ ὅ,τι συμβαίνει ἀείποτε, μετά τινας ἡμέρας ἡ Βουλὴ νὰ μὴ συνεδριάζῃ. Αὐτὸ εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστόν. Πιστεύω λοιπὸν, ὅτι ἂν ἐρωτήσῃ ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, ὅλοι ἐκ συμφώνου θὰ θελήσωμεν νὰ μὴ φανῶμεν ὑστεροῦντες εἰς καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν τόσον γενικά.

§256ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Εἴμεθα σύμφωνοι.

§257ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ· καὶ ἐπειδὴ εἴμεθα σύμφωνοι, ἂς προβῶμεν. Ἤρχισεν ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, δύω ἑβδομάδας ἤδη.

§258ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Ἀπὸ τὴν Δευτέραν.

§259ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τότε ἤρχισεν ἡ πολιτικὴ συζήτησις, ἀλλ’ ἡ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι δύω ἑβδομάδες.

§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν, καὶ Παρασκευὴν χθὲς, εἶναι 9–10 ἡμέραι.

§261ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πολὺ καλὰ, 10 ἡμέραι· ἀφήσαμεν τὸν προϋπολογισμὸν καὶ εὑρισκόμεθα εἰς συζήτησιν πολιτικοῦ ζητήματος, καὶ ἐτέθη ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Λοιπὸν παρακαλῶ τὴν ἀντιπολίτευσιν νὰ ἀποφασίσῃ νὰ λύσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα, διότι δὲν ἔχει τὸ συμφέρον οὐδὲ αὐτὴ, καθόσον θὰ εὑρεθῇ αὔριον εἰς τὴν ἐξουσίαν, νὰ ἀφίνῃ τὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ ἐκκρεμότητα, νὰ τὴν ἀφίνῃ ὑπὸ κατηγορίαν καὶ νὰ μὴ φέρῃ ψῆφον ὁριστικήν. Ἂν δύναται, ἂς ὑπερισχύσῃ, ἐὰν δὲ δὲν δύναται, νὰ πέσῃ ἡ πρότασίς της. Δὲν ἐννοῶ ποῖος εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἠμποροῦμεν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ συμφωνήσωμεν. Ἠμπορεῖ νὰ θέλῃ τις νὰ εἴπῃ, ἔχομεν ἀκόμη νὰ ὁμιλήσωμεν· ἀλλὰ τέλος πάντων ἀφοῦ ἑπτὰ ἡμέρας πολλὰ λέγονται καὶ ἐῤῥέθησαν, μοὶ φαίνεται ὅτι εὐλόγως δὲν δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἔμειναν τὰ οὐσιώδη ὥστε χάριν αὐτῶν γαία μιχθήτω πυρί. Βεβαίως ἔχομεν ἕνα Κανονισμὸν, ὅστις δὲν δίδει λαβὴν ἵνα φθάσωμεν εἰς αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα, διότι ἐν ὅσῳ ὑπάρχουν ῥήτορες ἐγγεγραμμένοι χρεωστεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ὑπομένῃ· ἀλλ’ ὅταν ἐτέθη αὐτὴ ἡ διάταξις εἰς τὸν Κανονισμὸν, ἐτέθη διὰ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν κατάχρησιν τοῦ ἐναντίου συστήματος· κἀνεὶς ὅμως δὲν ἐνόησεν ὅτι τὸ νέον σύστημα τοῦτο δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀποβῇ εἰς κατάχρησιν· καὶ συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι εἴμεθα ἤδη εἰς κατάχρησιν κατ’ αὐτὴν τὴν συζήτησιν καθὼς καὶ εἰς ἄλλα ζητήματα. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου. Διὰ τοῦτο ἀνέφερα προτήτερα ὅτι ἔχομεν ἐκκρεμῆ ἔργα ἔχοντα μεγίστην ἐπιῤῥοὴν εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, καὶ εἶναι πολλὰ, τὰ ὁποῖα ἐξ ἀνάγκης θὰ παρατείνουν τὰς συνεδριάσεις μας ἐπὶ πολὺ, καὶ θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ τὰ ἐγκαταλείψωμεν καὶ θὰ ἀναδεχθῶμεν εὐθύνην ἐνώπιον τοῦ τόπου. Διὰ τοῦτο εἶπα νὰ συννενοηθῶμεν ἡ συμπολίτευσις πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν πότε θέλει νὰ τὰ ψηφίσῃ. Ἡ ἀντιπολίτευσις εἶναι πάντοτε ἓν σῶμα καθὼς καὶ ἡ Κυβέρνησις. Δὲν εἶναι διόλου δύσκολον εἰς αὐτὴν, ἔπειτα ἀπὸ συζήτησιν ἓξ, ἑπτὰ ἡμερῶν, νὰ εἴπῃ, ὅτι μίαν ἡμέραν ἀκόμη θὰ συζητήσωμεν, καὶ νὰ ὁμιλήσῃ εἷς ἢ δύω ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ, ἂς ὁμιλήσῃ εἷς ἢ δύω ἐκ τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶναι περιορισμὸς τοῦτο τοῦ λόγου, ἀλλ’ ἐπικαλοῦμαι τὴν συνεννόησιν αὐτῶν τῶν δύω ὁμάδων ὡς πολιτικῶν κομμάτων, τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὑποθέτω ὅτι σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀξιοῦτε νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῆς ψήφου τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἓν πολιτικὸν ἀποτέλεσμα, πρέπει νὰ ἀναγνωρίσητε ὅτι ὀφείλετε νὰ προσέξητε ὡς πολιτικὸν κόμμα καθὼς ὀφείλει καὶ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὅτι οὔτε σεῖς, οὔτε ἡ Κυβέρνησις ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ ὅτι ἀξιοῖ τὰ ἠθικῶς ἀδύνατα, δηλονότι τὴν ἐγκατάλειψιν τῶν πλέον προφανῶν συμφερόντων τοῦ τόπου.

§262ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε πρόεδρε, αἰσθάνομαι καθὼς ὅλοι μας, ὅτι ἴσως ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν ἔρχεται ἡ φυσικὴ ὥρα τοῦ ἔτους, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συνεδριάσῃ καὶ ἴσως μείνωσιν ἐκκρεμῆ, ἀσυζήτητα ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ συζητηθῶσιν. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι εἰς τοῦτο δὲν πταίομεν ἡμεῖς.

§263ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁρίστε, κύριε λομβάρδε.

§264ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἐχάσαμεν τὸν καιρόν μας ἡμεῖς, καθόσον, ἐὰν ἐφθάσαμεν εἰς αὐτὴν τὴν ὥραν τοῦ ἔτους, αἰτία εἶναι ἡ διακοπὴ τῶν 40 ἡμερῶν καὶ ἡ βραδεῖα πρόσκλησίς μας. Συμφωνῶ ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις εἶναι ἓν σῶμα πολιτικὸν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπίσης ἓν σῶμα πολιτικὸν, καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν πρόκειται περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, τὰ δύω αὐτὰ σώματα πρέπει νὰ ἑνωθῶσι, καὶ ἂν τυχὸν ἐγένετο κατάχρησις λόγου, καθὼς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως, πρέπει καὶ τὸ ἓν μέρος καὶ τὸ ἄλλο νὰ συναισθανθοῦν τὴν κατάχρησιν καὶ νὰ τὴν περιστείλωσι· καὶ ἐὰν συμφωνοῦμεν μὲ τὸν κ. πρόεδρον ὅτι ἐγένετο κατάχρησις λόγου ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, δὲν συμφωνοῦμεν ὅμως ὅτι ἐγένετο κατάχρησις λόγου εἰς τὰ διοικητικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα συζητοῦνται ἐν τῇ παρούσῃ συζητήσει· δὲν πρόκειται περὶ ἁπλοῦ ζητήματος ἐμπιστοσύνης. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ζαΐμης, ὅστις τὸ ζήτημα τοῦτο ἔθηκε, καὶ ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις τὸ ζήτημα τοῦτο ἐδέχθη, πῶς τὸ ἔθεσαν; Δὲν τὸ ἔθεσαν ἁπλῶς μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως· ἀλλὰ καὶ ὁ μὲν κατηγόρησε τὴν Κυβέρνησιν ὡς ἐνεργοῦσαν ἐκτὸς καὶ κατὰ τοῦ Συντάγματος, καὶ ὁ δὲ κατηγόρησε τὴν ἀντιπολίτευσιν ὡς ἐπαναστάτην· εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν ἀκόμη καὶ ἡ μία μερὶς καὶ ἡ ἄλλη ἐννοοῦν καὶ αὐτὸν ὅστις ἔθετε, καὶ αὐτὸν ὅστις ἐδέχθη τὸ ζήτημα.

§265ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι τρόπος τοῦ λέγειν περὶ αὐτῶν τὰ ὁποῖα εἴπομε, ἄλλως εἴμεθα εἰς τὴν ὁμαλὴν κατάστασιν.

§266ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐκεῖ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ λόγου σας, ὁ Ζαΐμης ἐπαναστάτης, ἡ Κυβέρνησις ἀντιπράττουσα κατὰ τοῦ πολιτεύματος· σεῖς μᾶς εἴπατε ὅτι φερόμεθα καὶ ὑποστηρίζομεν διαγωγὴν ἐπαναστατικήν· τὸ ζήτημα, ὅπερ τίθεται κατὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, δὲν ἦλθε παρ’ ἅπαξ μόνον ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ ἀφ’ ὅτου Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον ὑπάρχει· δὲν εἶναι ἁπλοῦν ζήτημα. Τρὶς ἴσως ἦλθεν, ἂν ἴσως θελήσῃ τις τὴν πρώτην ἐμφάνησιν κατὰ τὸ 1869 νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ τότε ἢ δὲν ἐπενοήθη ἢ δὲν εἶχον τὴν δύναμιν νὰ κάμουν νὰ τοὺς ἐννοήσωσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὸ ὑπεκίνησαν, διότι ἔμειναν δύω μόνον. Καθ’ ἑαυτὸ ὑπεκινήθη τὸ ζήτημα τοῦτο κατὰ τὸ 1871 πρώτην φορὰν καὶ δευτέραν φορὰν σήμερον, καὶ σήμερον ἐν πολλῇ μεγαλειτέρᾳ διαστάσει, μὲ μεγαλείτερα ἐπιχειρήματα, καὶ ἐὰν θελήσητε νὰ παραδεχθῆτε, ἀξιότιμε πρόεδρε τῆς κυβερνήσεως, ὅτι ἐγένετο κατάχρησις λόγου ἀπ’ αὐτὸ τὸ μέρος τῆς Βουλῆς (δεικνύει τὴν δεξιὰν πτέρυγα), δὲν θέλω νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ τὸ αὐτό· ἀλλὰ μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ἐρωτήσω, κύριε πρόεδρε, δὲν ἐγένετο κατάχρησις λόγου καὶ ἀπὸ τούτου τοῦ μέρους (δεικνύει τὴν ἀριστεράν); Ἀπὸ αὐτὴν (τὴν δεξιάν) δὲν ὡμίλησαν ἀκόμη ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἴσως προκαλοῦνται νὰ ὁμιλήσωσι καὶ ἐπροκλήθησαν μὲ πολλὰς ἀποτάνσεις πρὸς αὐτούς. Ἔπειτα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο ἀπὸ τὴν πτέρυγα ταύτην (τὴν ἀριστερὰν), πρὸς αὐτὴν (τὴν δεξιὰν), ὕστερον ἀπὸ τὰς σημερινὰς ἀγορεύσεις, νομίζετε ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ τελειώσωμεν σήμερον; Ὄχι, κύριε πρόεδρε. Τὴν διάταξιν ἐκείνην τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ ὁποία ἀφίνει ἐλεύθερον τὸν λόγον, ὀφείλωμεν νὰ τὴν τηρήσωμεν. Ἐὰν ὁ τόπος ἐνδιαφέρεται διὰ νομοσχέδια ἰδίου συμφέροντος, μείνατε βέβαιοι ὅτι ἐνδιαφέρεται πολὺ περισσότερον νὰ μάθῃ ποῖος εἶναι ἐπαναστάτης ἐναντίον τοῦ πολιτεύματος ἡμεῖς ἢ ὑμεῖς ἢ οὐδείς.

§267ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔξω ἀπὸ τὸ Κοινοβούλιον δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἰδέα.

§268ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τοιαῦτα καὶ ἡμεῖς καὶ σεῖς τὰ εἴπατε.

§269ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐδῶ τὰ εἴπαμεν.

§270ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ὅσα λέγονται ἀπ’ ἐδῶ, τὰ ἀκούει καὶ τὰ σκέπτεται ὅλη ἡ Ἑλλάς.

§271ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰ ἀκούει, ἀλλὰ δὲν τὰ φρονεῖ.

§272ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θὰ ἴδωμεν ἂν τὰ φρονῇ καὶ ἂν τὰ φρονῆτε καὶ σεῖς ὁ ἴδιος. Ἐκτὸς τούτου προσθέτω ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἐννοεῖ νὰ ἀφήσῃ τὸ ζήτημα ἐκκρεμὲς ἐπὶ πολὺ, ἀλλὰ ἐννοεῖ νὰ τὸ συζητήσῃ καθὼς ἄχρι τοῦδε ἐμβρυθῶς καὶ σοβαρῶς, ἐννοεῖ νὰ ἔλθῃ εἰς ψηφοφορίαν διὰ νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὴν βάσιν τῆς Κυβερνήσεως κυρίως, διότι περὶ τοῦ ἀποτελέσματος πρόκειται· περὶ τῆς ψηφοφορίας ἀδιαφορεῖ, ἀδιαφορῶ καὶ ἐγὼ, καθὼς εἶπε πολὺ καλὰ καὶ ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ἀλλὰ διὰ νὰ φανῇ ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τάσσονται μὲ μίαν γνώμην καὶ ποῖοι μὲ τὴν ἄλλην· ἡ ψηφοφορία θὰ δείξῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιθυμεῖ ὁ κ. Ἡλιόπουλος νὰ ἴδῃ, ἐὰν καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις ὑποστηρίζῃ καὶ μάχηται ὑπὲρ μιᾶς ἰδέας, ἢ ἐὰν ᾖναι διατετμημένη εἰς τὰ τμήματα ἐκεῖνα εἰς τὰ ὁποῖα τὴν παρέστησεν ὅτι εἶναι διατετμημένη ὑπὲρ ἰδέας, ἀξιότιμε πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως καὶ βουλευτὰ Πατρῶν, ἡ ὁποία εἶναι αὐτὴ καὶ ἡ ὁποία ἐτέθη ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν τῶν ἐργασιῶν μιᾶς κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως ἢ προσωπικῆς! Σεῖς ὑποστηρίζητε, ὅτι εἶσθε κοινοβουλευτικοὶ, ἡμεῖς σᾶς τὸ ἀρνούμεθα. Ἰδοὺ τί πρόκειτε νὰ συζητήσωμεν ὅπως μάθῃ ὁ κόσμος....

§273ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἰσχυρίζεσθε σεῖς ὅτι εἴμεθα προσωπικὴ κυβέρνησις; Ἡμεῖς οἵτινες σᾶς ἐκυβερνήσαμεν τετράκις ὡς αὐτοτελὴς Κυβέρνησις καὶ σᾶς ἀντεπολιτεύθημεν σταθερῶς ὡς πλήρης, κοινοβουλευτικὴ καὶ ἐθνικὴ ἀντιπολίτευσις; διότι αὐτὸ θὰ εἰπῇ προσωπικὴ Κυβέρνησις· θὰ εἴπῃ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν εἶναι πολιτικὸν κόμμα· ἡ δὲ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἶναι πολιτικὸν κόμμα, ποτὲ δὲν εἶναι προσωπική.

§274ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Προσωπικὴ Κυβέρνησις θὰ εἴπῃ κατ’ ἐμὲ, κύριε πρόεδρε, — καὶ σᾶς εὐχαριστῶ διότι ἐθίξατε τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ νὰ συνεννοηθῶμεν,—προσωπικὴ Κυβέρνησις, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἔρχεται, διατηρεῖται, καὶ προσπαθεῖ νὰ διατηρηθῇ διὰ τῶν δικαιωμάμων, τῶν προνομιῶν τῶν ἐξουσιῶν, ὅπως θέλετε, τὰς ὁποίας ἀπονέμει τὸ Σύνταγμα εἰς ἓν καὶ μόνον πρόσωπον· προσωπικὴ Κυβέρνησις, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἔρχεται, διατηρεῖται καὶ προσπαθεῖ νὰ διατηρεῖται καὶ διατηρεῖται οὐχὶ διὰ τῆς ἐκπεφρασμένης, καθαρᾶς, πλήρους, ἀνεξαρτήτου ἐκφράσεως ἐμπιστοσύνης πρὸς αὐτὴν τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλ’ ἐπαναλέγω προσπαθεῖ νὰ διατηρεῖται διὰ τῆς ἐνασκήσεως τῶν προνομίων, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα ἀποδίδει εἰς ἓν καὶ μόνον ἄτομον καὶ τὰ ὁποῖα ἐνασκοῦνται ὑπὸ τὴν εὐθύνην ὑμῶν.

§275ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διατί ἐδόθησαν αὐτὰ τὰ δικαιώματα; Νὰ μὴν ἐξασκῶνται;

§276ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θὰ τὸ ἐξετάσωμεν.

§277ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐκτὸς τούτου, σᾶς παρακαλῶ· διότι δὲν ἀνέχομαι ὡς Κυβέρνησις νὰ λέγητε ὅτι εἴμεθα Κυβέρνησις μειονοψηφοῦσα.

§278ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Αὐτὸ συζητεῖται.

§279ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ναὶ, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀληθές· διότι δείξατέ μας μίαν ψηφοφορίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἡττήθημεν· συζητεῖτε θεωρίας συνταγματικὰς μόνον, ἀλλὰ περὶ τοῦ πράγματος δὲν εἴπατε τίποτε. Δείξατέ μας ἂν ἐχάσαμεν τὴν δεῖνα ψηφοφορίαν ἔχουσαν σημασίαν πολιτικὴν, ὅπου ἐπρόκειτο νὰ χωρισθῇ ποῦ εἶναι ἡ πλειοψηφία καὶ ποῦ ἡ μειονοψηφία· τὰς τοιαύτας ψηφοφορίας τὰς ἐχάσατε σεῖς καὶ ἡττήθητε. Ὅταν τοῦτο σᾶς λείπει, πῶς μᾶς λέγετε ὅτι εἴμεθα προσωπικὴ Κυβέρνησις;

§280ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θὰ σᾶς τὸ εἴπωμεν, καὶ θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξωμεν.

§281ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔχετε ἑπτὰ ἡμέρας· ἐν τούτοις ἐπαναλαμβάνεται πάντοτε τὸ θά.

§282ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἐλάβαμεν ἀκόμη τὸν λόγον.

§283ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχομεν ἑπτὰ ἡμέρας, ἀλλὰ δὲν ἐρχόμεθα ἀπὸ τὰς ἑπτὰ ἡ ὥρα τὸ πρωῒ νὰ ἐργασθῶμεν. Ἡμεῖς μερικοὶ ἐρχόμεθα εἰς τὴν συνεδρίασιν ἀπὸ τὰς ἑπτά. Τώρα ἕως εἰς τὰς δύω ὅπου καθήμεθα ἠμποροῦμεν νὰ ἐργασθῶμεν περισσότερον;

§284ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ εἶπαν ἀπ’ ἐδῶ ὅτι «ἠξεύρομεν, κύριοι ὑπουργοὶ, ὅτι ἂν σᾶς δώσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν θὰ λήξετε τὴν σύνοδον καὶ δὲν σᾶς τὸν δίδομεν.» Δὲν τὸ εἶπε εἷς ἀπ’ ἐδῶ; Δὲν θέλω νὰ τὸν ὀνομάσω.

§285ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶπεν αὐτό.

§286ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ εἶπε, καὶ μάλιστα εἷς ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων.

§287ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἄλλο εἶπε (θόρυβος), μείνατε βέβαιοι. Λοιπὸν θὰ προσπαθήσωμεν νὰ τελειώσωμεν μίαν ὥραν ἀρχήτερα, ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν ὅτι θὰ τελειώσωμεν σήμερον.

§288Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἔργα ἀφορῶντα εἰς τὸ δημόσιον καλὸν νὰ μὴ μείνωσιν ἐκκρεμῆ· ἀλλὰ τὸ λάθος, ὡς πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Λομβάρδος, δὲν κεῖται εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἀλλ’ εἰς τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον διέκοψε τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ ἐργασθῇ πολὺ καλλίτερον· τοῦτο φέρει κατὰ μέγα μέρος τὴν εὐθύνην. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀντιπολίτευσιν, εἶσθε μάρτυς ὅτι τακτικῶς ἔρχεται, ἔτι καὶ τὰς ἑορτὰς, καὶ χθὲς καὶ σήμερον. Ἄλλοτε αἱ ἀντιπολιτεύσεις, εἰς ἃς ἀνῆκεν ὁ κ. Δεληγεώργης, δὲν ἤθελον νὰ προσέλθουν εἰς ἑορτὴν νὰ ἐργασθοῦν· ἡμεῖς ὅμως ἀπὸ τὰς 8 εἴμεθα ἐδῶ. Πρόθεσις παρατάσεως τῶν συζητήσεων δὲν ὑπάρχει, ἀλλ’ ἦτον ἡ φυσικὴ συνέπεια τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον προεκάλεσεν μὲν τὸ ὑπουργεῖον, ἔθηκα δὲ ἐγώ. Καὶ κατὰ τὴν ὁμιλίαν μου τότε εἶπον, ὅτι εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν θέλει ἀναπτυχθῇ ὁλόκληρος ὁ βίος καὶ ἡ πολιτικὴ τοῦ ὑπουργείου, καὶ τοῦτο θέλει ἀπαντήσει, ὥστε νὰ μὴ φωτισθῇ μόνον ἡ Βουλὴ, ἀλλὰ καὶ τὸ κοινὸν φρόνημα. Ἂν λοιπὸν αἱ συζητήσεις παρετάθησαν, δὲν παρετάθησαν ἀπὸ πρόθεσίν τινα πλαγίαν, ὡς εἶπον, παρετάθησαν ἕνεκα τῆς φυσικῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, καὶ τὰς συζητήσεις δὲν τὰς παρέτεινε μόνον ἡ ἀντιπολίτευσις· ἂν αἱ συζητήσεις παρετάθησαν, παρετάθησαν βεβαίως καὶ ἕνεκα βουλευτῶν τῆς δεξιᾶς, οἱ ὁποῖοι ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα, ἀνέπτυξαν θεωρίας, τὰς ὁποίας ἡ ἀριστερὰ πτέρυξ δὲν ἠδύνατο νὰ παραδεχθῇ. Σήμερον ἀκόμη, κύριοι, ὁ κ. Ἡλιόπουλος ἐπροκάλεσε συζητήσεις, τὰς ὁποίας εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀφήσωμεν ἄνευ ἀπαντήσεως. Τὰ δόγματα, αἱ προσβολαὶ τοῦ κ. Ἡλιοπούλου εἶναι ἀδύνατον νὰ παρέλθωσι μετὰ σιωπῆς. Πρέπει λοιπὸν ἐξ ἀνάγκης εἷς ἐκ τῶν ἀντιπολιτευομένων ν’ ἀπαντήσῃ καὶ εἰς τὰ δόγματα τούτου καὶ εἰς ἄλλα δόγματα, ἅτινα ἐξετέθησαν περὶ συνταγματικοῦ πολιτεύματος καὶ τὰ ὁποῖα ἔφερον μίαν ὀπισθοδρόμησιν ἴσως 70 ἐτῶν ὡς πρὸς τὰς θεωρίας περὶ Συντάγματος. Ἐλπίζω βεβαίως ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἰδίως ὁ κ. Δεληγεώργης, δὲν συμμερίζεται τοιαῦτα δόγματα τῶν φίλων αὐτῆς, ἀλλ’ ἴσως εἶναι ἀνάγκη διὰ τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἴσως εἶναι ἀνάγκη διὰ τὸ ἔθνος, νὰ μάθῃ ἂν ὁ προϊστάμενος τῆς Κυβερνήσεως συμμερίζεται τὰ τοιαῦτα δόγματα, καὶ ἴσως εἶναι ἀνάγκη ὁ κ. Δεληγεώργης νὰ ἐξηγηθῇ. Θὰ ἦτον ἁπλῆ μάχη περὶ Κυβερνήσεως, ἂν ἐπρόκειτο νὰ πέσῃ ὁ κ. Δεληγεώργης καὶ ἔλθῃ ἄλλος. Εἶναι συζήτησις ἀποβλέπουσα τὴν ἑδραίωσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἐν Ἑλλάδι, καὶ τὸ συμφέρον εἶναι κοινὸν μεταξὺ ἀντιπολιτεύσεως καὶ συμπολιτεύσεως, διότι μετ’ ὀλίγον καιρὸν εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ εὑρεθῇ εἰς τὰς τάξεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ εὑρεθῇ μεθ’ ἡμῶν. Δὲν εἶναι λοιπὸν τὸ ζήτημα τόσον ἁπλοῦν, ὥστε μὲ 2, 3 συνεδριάσεις νὰ τελειώσῃ. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν κ. πρόεδρον τοῦ ὑπουργείου, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις οὐδεμίαν διάθεσιν ἔχει ν’ ἀρνηθῇ τὸν προϋπολογισμόν. Μετὰ τὴν περαίωσιν τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, ἡ ἀντιπολίτευσις θὰ μείνῃ εἰς τὴν θέσιν της, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις νικήσῃ, θὰ τῇ χορηγήσῃ ὅλα τὰ μέσα νὰ ζήσῃ, διότι δὲν θέλομεν, οὔτε ἀσπαζόμεθα ἀντιπολίτευσιν ἀρνουμένην τὰ μέσα, δι’ ὧν δύναται νὰ ζήσῃ. Ἐπομένως σήμερον βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περαιωθῇ ἡ συζήτησις αὕτη. Θὰ προσπαθήσωμεν ὅμως ὥστε τὴν προσεχῆ Δευτέραν, εἰ δυνατόν, πολλοὶ ἐκ τῶν φίλων ἡμῶν, οἵτινες εἶναι ἐγγεγραμμένοι, νὰ παραιτηθῶσιν ἀπὸ τοὺς λόγους, ὥστε νὰ ἀφήσωσιν ἕνα ἢ δύω τῶν ἀντιπολιτευομένων νὰ ὁμιλήσωσι. Τοῦτο βεβαίως, ἂν τὸ κατορθώσωμεν, θέλει συντομεύσει κατὰ πολὺ τὴν συζήτησιν· ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ἂς προσπαθήσῃ καὶ ἡ δεξιὰ νὰ μὴ δίδῃ ἀφορμὰς καὶ ἀναπτύσσῃ δόγματα, ἅτινα προκαλοῦσι συζητήσεις καὶ ἀνταπαντήσεις. Περὶ τῶν λοιπῶν νομοσχεδίων βεβαίως εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω ὅτι ὅσα ἀποβλέπουν εἰς δημόσια καλά, θὰ τ’ ἀποδεχθῶμεν μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως καὶ ἄνευ ἴσως οὐδεμιᾶς συζητήσεως· ἐπὶ τούτων εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.

§289ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅλα εἶναι τοιαῦτα, κύριοι, ἐσεῖς τὸ εἴπατε.

§290ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅλα θὰ τὰ ψηφίσωμεν.

§291ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εὔχομαι καὶ αὐτὸ ζητῶ.

§292ΖΑΪΜΗΣ. Ἄρνησις προϋπολογισμοῦ δὲν θὰ ὑπάρξῃ.

§293ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Χρεωστῶ ν’ ἀπαντήσω καὶ εἰς τὸν κύριον Λομβάρδον καὶ εἰς τὸν κύριον Ζαΐμην ὡς πρὸς ἓν ζήτημα καὶ μόνον. Εἶπαν ὅτι ἡ βραδύτης προῆλθεν ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἔκαμε τὴν τεσσαρακονθήμερον διακοπήν. Ἐν πρώτοις θαυμάζω πῶς ἀρνοῦνται ὅτι αἱ διακοπαὶ ἤθελον ἐπέλθει αὐτομάτως, ἔστω ἐπὶ 30 ἡμέρας· διότι βουλευτής, ὅστις ἀναχωρῶν ἕνεκα τοῦ Πάσχα καὶ μίαν ἑβδομάδα πρὸ τοῦ Πάσχα, πηγαίνει εἰς τὴν πατρίδα του καὶ εὑρίσκει τὰς ὑποθέσεις του ὅπως καταντῶσι μετὰ σάλον ἐκλογικόν, παρακαλῶ, πότε εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐπιστρέψῃ;

§294ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πέρισυ δὲν εἴχομεν Πάσχα καὶ ἐκαθήσαμεν; (θόρυβος).

§295ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ὁ κ. Ζαΐμης ὡμίλει καὶ ἔλεγε περὶ εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως, κἀνεὶς δὲν ἀντέκρουε, τώρα διατί ἀντικρούετε;

§296ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι, βλέπετε, αὐτὴ ἡ βάσις ὅλου τοῦ οἰκοδομήματος. Βλέπετε αὐτὸ τὸ σύστημα, ὅπερ κατὰ τοὺς ἀντιπάλους μας ἀντιπροσωπεύομεν ἡμεῖς, τῆς ἐπιβουλῆς τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς καταστροφῆς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ συστήματος θεμελιοῦται ἐπάνω εἰς αὐτὴν τὴν τρίχα, δηλονότι τὴν διακοπήν, καὶ διὰ τοῦτο τόσον πολὺ παρενείρουν τὸ περὶ διακοπῆς ὅπως ἀρνηθῶσι πράγματα τόσον πασιφανῆ. Ἀλλὰ περιπλέον, κύριοι, ἡμεῖς συνεκαλέσαμεν τὴν Βουλὴν 15 ἡμέρας πρὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν τὴν συνεκάλεσαν ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις.

§297ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἦτο τὸ κατάστημα χαλασμένον.

§298ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἄ! εὕρατε καὶ ἄλλο ἐπιχείρημα. Ἐπήρατε αὐταῖς ταῖς κολόνες (δεικνύει τὰς στηριζούσας τὴν αἴθουσαν) διὰ νὰ ὑποστηρίξητε οἰκοδόμημα (θόρυβος). Τὸ κοινοβούλιον τὸ παρελάβομεν τῳόντι ἀπὸ τοὺς προκατόχους σαθρὸν καὶ τὸ ἐπεσκευάσαμεν. — Λοιπὸν ὅλαι αἱ κυβερνήσεις συνεκάλουν ἕνα μῆνα μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν ἐκλογῶν τὴν Βουλὴν, ἡμεῖς ἐνηργήσαμεν τὰς ἐκλογὰς εἰς τὰς 27 Ἰανουαρίου, τὴν 1 Φεβρουαρίου ἐγένετο ἡ διαλογὴ καὶ τὴν 14 Φεβρουαρίου ἔπρεπε νὰ ᾖναι καὶ ἦτον ἐδῶ ἡ Βουλὴ, δηλ. 15 ἡμέρας πρίν. Λοιπὸν ἡ διακοπὴ δύναται ὑπὸ τοῦ φατριασμοῦ νὰ κατακριθῇ ὡς προσβαλοῦσα τὸ Σύνταγμα, ὅπερ τὴν καθιέρωσεν, ἀλλ’ ὡς ἀπώλεια χρόνου οὐδέποτε.

§299Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Ὅταν συνεκλήθη ἡ Βουλὴ, ἦσαν αἱ ἀποκρέω, καὶ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπουργεῖον, ὅτι οἱ βουλευταὶ δὲν ἠδύναντο κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν ἀποκρέω ν’ ἀφήσουν τὰς οἰκίας των.

§300ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 1 καὶ ½ μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 56
2Τῆς 30 Ἰουνίου 1873.
3(Σάββατον).
4Ὥρᾳ 9 Π. Μ.
5Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρε-
6θείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ
7τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
9§2ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ. Πρὸ τούτου ὀλίγας λέξεις νὰ σᾶς εἴπω περὶ
10ἐπείγοντός τινος μέτρου ὅπως σώσωμεν μίαν μικρὰν ἑταιρίαν.
11Πρό τινων ἡμερῶν εἰσήχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς σύμβασις ἀτμο-
12πλοϊκῆς ἑταιρίας, ἥτις θὰ μετέλθῃ τὸ ἔργον τῆς μεταβιβάσεως
13τῶν ἐπιβατῶν μεταξὺ δύω πόλεων, Κεφαλληνίας καὶ Ληξου-
14ρίου, συγχρόνως δὲ ὑπῆρχε καὶ μία ἄλλη μικρὰ ἑταιρία ἀτμο-
15πλοϊκή. Ὁ εἷς ἐκ τῶν τῆς μιᾶς ἑταιρίας, μᾶλλον τα-
16χύπους, ἦλθεν εἰς Ἀθήνας καὶ κατήρτισε σύμβασιν προνομίου
17μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ὑπεβλήθη καὶ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν
18ἡ κυβέρνησις, ἐγίνωσκεν ὅτι ὑπῆρχε καὶ ἑτέρα ἑταιρία πρὸς τὸν
19αὐτὸν σκοπὸν, ἥτις ἐδαπάνησεν ἀγοράσασα ἀτμόπλοια, ἄνθρα-
20κας, κατασκευάσασα παραπήγματα καὶ τὰ λοιπὰ, δὲν θὰ προέ-
21βαινεν εἰς τὸν καταρτισμὸν αὐτῆς τῆς συμβάσεως· καθόσον αἱ
22συμβάσεις χορηγοῦνται, ὅταν αἱ ἑταιρίαι δὲν ἤρχισαν τὴν ἐπι-
23χείρησίν των, διότι ὅταν δύω ἢ τρεῖς ἑταιρίαι ἀρχίσωσι κα-
24λῇ τῇ πίστει διὰ τοῦ ἐλευθέρου συναγωνισμοῦ καὶ κατόπιν δο-
25θῇ εἰς τὴν μίαν προνόμιον, τοῦτο εἶναι αὐτόχρημα ἁρπαγὴ τῆς
26περιουσίας τῆς μιᾶς ἑταιρίας, καὶ ἀπόδοσις εἰς τὴν ἄλλην.
27Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ
28ἀντικειμένου τούτου· παρακαλῶ μόνον νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυ-
29βέρνησιν, ὥστε νὰ προσενεχθῇ μετὰ δικαιοσύνης καὶ ἰσότητος εἰς
30ἀμφοτέρας τὰς ἑταιρίας, τουτέστιν ἐπειδὴ πρό τινων ἡμερῶν
31ἀπήλλαξε τὴν μίαν αὐτῶν ἀπὸ τῆς καταβολῆς τῶν λιμενικῶν
32δικαιωμάτων, τοῦτο νὰ πράξῃ προσωρινῶς καὶ διὰ τὴν ἄλλην·
33κατόπιν δὲ ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ἀντικειμένου καὶ
34λύσῃ ὅπως θέλῃ τὸ ζήτημα.
35§3ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἀμφιβάλλετε περὶ τῶν διαθέσεων τῆς Κυβερ-
36νήσεως;
37§4ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Σεῖς ὑποστηρίζετε τὴν Κυβέρνησιν.
38§5ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ σύστασις εἶναι ἔργον δικαιο-
39σύνης.
40§6ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν πεποίθησιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν
41δύναται παρὰ νὰ φερθῇ εἰς τὰς ἑταιρίας ἐξίσου μέχρις οὗ ἐπι-
42ληφθῇ ἡ Βουλὴ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.
43§7ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί εἶναι ἀπηλλαγμένη ἡ ἑταιρία ἡ
44μία τῶν λιμενικῶν δικαιωμάτων;
45§8ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ. Προσωρινῶς ἀπηλλάχθη μέχρις ὅτου ἀπο-
46φανθῇ ἡ Βουλή· τοῦτο θέλομεν νὰ γείνῃ καὶ διὰ τὴν ἄλλην ἑται-
47ρίαν, καθόσον οὐδεὶς λόγος δικαιολογεῖ σήμερον τὴν διάκρισιν.
48§9ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τί θέλετε τώρα νὰ κάμῃ ἡ Βουλή;
49Ζητήσατε ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν λόγον.
50§10ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ. Ἐγὼ ἐννοῶ ἁπλῶς νὰ κάμῃ μίαν σύστασιν.
51§11ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Εἰς παρελθοῦσαν συνεδρί-
52ασιν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἄνδρου κ. Μαυροκορδάτος ἐζήτησε
53τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων τῶν ἀφορώντων τὸν ἐν Νεαπόλει
54ναὸν Πέτρου καὶ Παύλου. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἀπὸ τῆς ἐποχῆς
55καθ’ ἣν ἡ ὑπόθεσις ἤρχισε μέχρι τῆς σήμερον συγκεντρωθέντα
56καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ὁ βουλόμενος λάβῃ γνῶσιν.
57§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαλασόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
58§13ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι ἐδῶ.
59§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζωχιός.
60§15ΖΩΧΙΟΣ. Ἐσκόπευον, κύριοι, νὰ μὴ λαλήσω.
61§16ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Θὰ ἔκαμνες καλά.
62§17ΖΩΧΙΟΣ. Θὰ ἰδῆτε ὅτι κάμνω καλὰ νὰ λαλήσω. Ἐσκόπευον
63δὲ νὰ μὴ λαλήσω, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι δὲν εἶναι
64εὔκολον νὰ εὐδοκιμήσῃ τις, λαλῶν περὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος,
65περὶ οὗ ἐλάλησαν πολλοὶ ἄλλοι, ἀριστεῖς μάλιστα. Ἀλλ’ ὁ ἔν-
66τιμος πρωθυπουργὸς, διὰ τῆς σκληρότητος τῆς γλώσσης αὐτοῦ,
67μὲ ἠνάγκασεν ἑκόντα ἄκοντα νὰ ἀναβῶ τὸ βῆμα. Ἐνθυμεῖσθε
68δὲ τὶ προχθὲς ὁ πρωθυπουργὸς εἶπεν. Ἔγραψα, εἶπε, καὶ ὑπέγρα-
69ψα τὴν σύμβασιν τὴν περὶ ἐκβολάδων, διότι δὲν ἤθελον νὰ ἀ-
70φήσω ὀπίσω μου ἐλευθέραν τὴν διαχείρισιν τοῦ ἐθνικοῦ αὐτοῦ
71πλούτου. Οὗτοι δὲ οἱ λόγοι τοῦ πρωθυπουργοῦ ἐπάνω κάτω ση-
72μαίνουν, ὅτι ἐκτὸς αὐτοῦ ὅλοι οἱ ἄλλοι δὲν ἔχουσι τὰς χεῖρας
73ἁγνάς.
74§18ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ πρακτικὰ σημειοῦσι τοῦ λόγους του.
75§19ΖΩΧΙΟΣ. Πρακτικὰ εἶναι τὰ αὐτιά μου. Μοὶ ἔδωκε δὲ ὁ
76Θεὸς δύω, ὥστε ὅταν σφάλλῃ ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν τῶν στενογράφων,
77ἔχω τὸν ἄλλον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐν τοῖς ἀναγκαιοτάτοις, κατά τι
78λόγιον ἀρχαῖον, «χρὴ βραχυλογεῖν», δι’ ὀλίγων θὰ ἐλέγξω τὰς
79πράξεις τῆς κυβερνήσεως, διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου.
80Πρῶτον δὲ ἄρχομαι ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, διότι καὶ
81ὅλοι οἱ ἄλλοι ἀπ’ αὐτῆς ἤρχισαν. Διϊσχυρίζομαι ὅμως ὅτι ἡ
82Βουλὴ ἦτο διαλελυμένη, ὅταν ὁ ἔντιμος πρωθυπουργὸς ἦλθεν
83εἰς τὰ πράγματα. Ἴσως δὲ σᾶς φανῇ τοῦτο παράδοξον, ἐγὼ ὅ-
84μως νομίζω αὐτὸ ἀληθές.
85Δὲν ἐξετάζω τὴν καταγωγὴν τῆς Βουλῆς ἐκείνης, διότι δὲν
86ἔχω τὸ δικαίωμα· ἠξεύρω δὲ μόνον τοῦτο, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκείνη
87ἐῤῥαπίσθη, καὶ ἔστερξε τὸ ῥάπισμα. Βουλὴ δὲ, ἡ ὁποία δὲν ἔχει
88σκυλόδοντα, καὶ ἂν δὲν ἀπέθανε, πρέπει νὰ ἀποθάνῃ.
89Τὸ χρυσόμαλλον δέρας, λέγει ὁ μῦθος, τὸ ἐφρούρει δράκων.
90Χρυσόμαλλον δὲ δέρας εἰς τὴν πολιτείαν εἶναι τὸ Σύνταγμα·
91δράκων δὲ εἶναι ἡ Βουλή. Φαντασθῆτε δὲ ὅτι ὁ Ἰάσων, ἀντὶ
92νὰ μεταχειρισθῇ τὰ γνωστὰ ἐκεῖνα τῆς Μηδείας μαγγανεύμα-
93τα, ἔπαιρνεν ἕνα ματσοῦκι, καὶ ὅτι ὁ δράκων τὸ ἔστεργε. Δρά-
94κων θὰ ἦτον ἐκεῖνος;
95Ὁ πολυόμματος Ἄργος ἐφρούρει τὴν Ἰώ. Ὁ Ἑρμῆς ὑπῆγε
96νὰ τοῦ τὴν πάρῃ, ἀλλ’ ὑπῆγε μὲ φλογέρα, καὶ τὸν ἐκοίμησεν.
97Ἐὰν ἀντὶ φλογέρας ἐλάμβανεν ὁ Ἑρμῆς ματσοῦκα, ὁ Ἄργος δὲ
98τὸ ἔστεργεν, ὁ Ἄργος ἦτον Ἄργος;
99Τουτέστι τὸ ὑπουργεῖον ἦλθεν ἀπὸ τῆς μειονοψηφίας, ἀλλὰ
100δὲν εὗρε Βουλὴν ζῶσαν. Ἂν ἦτο ζῶσα, θὰ ἐδάγκανε, καὶ ὁ νέος
101πρωθυπουργὸς δὲν θὰ τὴν διέλυεν· ἀλλ’ ἦτον διαλελυμένη, καὶ
102διὰ τοῦτο δὲν ἐδάγκασεν. Ἦλθε δὲ ἡ νέα κυβέρνησις καὶ ἐζήτησεν
103ἀπὸ τῆς Βουλῆς τὸν προϋπολογισμόν, ἡ δὲ Βουλὴ, καθὼς ὠνό-
104μασαν αὐτὴν οἱ φίλοι της, ἡ Βουλὴ ἡ συντηρητικὴ, ἡ κατ’ ἐμὲ
105ὅμως μὴ συντηρητικὴ, ἀλλὰ δουλικὴ, ἔδωκε τὸν προϋπολογι-
106σμὸν ἐν διαστήματι ὀλίγων ὡρῶν, ἔδωκε δηλαδὴ τὸν κεστόν
107της. Βουλὴ δὲ, ἡ ὁποία δίδει τὸν κεστόν της, οὐχὶ εἰς φίλους
108της, ἀλλὰ εἰς τὸν ἐχθρόν της, δὲν εἶναι Βουλή. Ἐδέχθη δὲ ἡ
109Βουλὴ ἐκείνη ἀναβάτην νέον, οὐχὶ φίλον, ἀλλ’ ἐχθρὸν, καὶ ἔπρεπε
110νὰ μένῃ ζῶσα;
111Βλέπετε ὅτι περὶ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἔχω γνώμην
112ἐναντίαν καὶ τῆς γνώμης πολλῶν φίλων μου. Ἡ Βουλὴ ἔπρεπε,
113κατ’ ἐμὲ, νὰ διαλυθῇ, διότι δὲν ἦτον ἀξία νὰ συνεδριάζῃ ἐντὸς
114τοῦ ἐθνικοῦ βουλευτηρίου.
115Τοῦτο ὅμως λέγων, δὲν δέχομαι ὅτι δύναται ὁ καθεὶς νὰ
116διαλύῃ τὰς Βουλὰς, ὅταν θέλῃ. Εἶπον δέ τινες ὅτι τὸ δι-
117καίωμα τοῦ διαλύειν τὴν Βουλὴν εἶναι δικαίωμα τοῦ Βασιλέως·
118ἀλλὰ τίς τὸ ἀρνεῖται; Δὲν ἔχει ὅμως, λέγουσιν αὐτοὶ, πε-
119ριορισμὸν τὸ δικαίωμα αὐτὸ τοῦ Βασιλέως. Ἀλλὰ πόθεν δῆλον;
120Ὁ διαλύων τὴν Βουλὴν ἐρχόμενος ἀπὸ τὴν μειονοψηφίαν, διότι
121ἄλλη περίστασις διαλύσεως δὲν ὑπάρχει, ὀφείλει νὰ καταρτίσῃ
122Κυβέρνησιν, Κυβέρνησιν μάλιστα αὐτάρκη· ὀφείλει δηλαδὴ νὰ
123καλέσῃ Βουλὴν ἄλλην, καὶ ὄχι μόνον νὰ ἔχῃ τὴν πλειονοψη-
124φίαν, ἀλλὰ διὰ μόνης τῆς συμπολιτεύσεως ν’ ἀποτελῇ ἀπαρ-
125τίαν. Διότι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις δὲν δύναται νὰ ᾖναι αὐτάρκης,
126δὲν εἶναι Κυβέρνησις, διότι οἱ πολεμοῦντες αὐτὴν δύνανται ἐν
127παντὶ καιρῷ νὰ ἀποχωρῶσι καὶ νὰ ἀφίνουν αὐτὴν ἐν μὴ ἀπαρ-
128τίᾳ· βεβαίως δὲ τότε δὲν δύναται νὰ κυβερνήσῃ. Δὲν λέγω δὲ
129τοῦτο διὰ τὴν Κυβέρνησιν μόνον, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἀντιπο-
130λίτευσιν, ἥτις προτοῦ ἀποφασίσῃ νὰ λάβῃ τὸ βάρος τῶν πραγ-
131μάτων, πρέπει νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν δύναται νὰ ἀποτελέσῃ Κυβέρ-
132νησιν μόνη.
133Ὅτι δὲ τὸ δικαίωμα τοῦ διαλύειν τὴν Βουλὴν ἔχει κἄποιον
134περιορισμὸν, βεβαιοῦται καὶ ἐκ τῶν ἑξῆς. Ἡ Βουλὴ βεβαίως
135εἶναι κυρία τοῦ ἐθνικοῦ βαλαντίου, ἂν οὐχὶ ἄλλου τινός. Διατί
136δὲ καλεῖται κατ’ ἔτος; Διότι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν,
137καὶ αὐθαίρετος ἂν ᾖναι, νὰ ἐπικρατήσῃ ἓν μόνον ἔτος, καὶ οὐχὶ
138πλέον. Ἡ Βουλὴ δὲ ψηφίζει κατ’ ἔτος τοὺς φορολογικοὺς νό-
139μους, τοὺς στρατιωτικοὺς, τὸν προϋπολογισμόν. Ἀλλ’ ἂς ἐξε-
140τάσω τὸ πρᾶγμα καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν.
141Λέγεται ὅτι ὁ Βασιλεὺς τῆς Γαλλίας Φίλιππος, ὁσάκις τῷ
142ὑπέβαλλον πρὸς ὑπογραφὴν διάταγμα ἐκτελέσεως θανατικῆς
143ποινῆς, ἐκείνην τὴν νύκτα δὲν ἐκοιμᾶτο, διότι κατὰ τὸν νόμον
144ἦτο κύριος τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου τοῦ καταδικασθέντος ὑπὸ
145τῶν δικαστηρίων. Ἀνεδίφει δὲ ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀναγόμενα
146εἰς τὴν δίκην, καὶ μετὰ πόνου πολλοῦ ὑπέγραφεν, ὅταν ἔβλεπεν
147ὅτι τὸ δημόσιον συμφέρον ὑπηγόρευε τὴν καταδίκην. Νομίζω
148δὲ ὅτι οἱ Βασιλεῖς, καὶ ὁσάκις πρόκειται νὰ διαλύσουν Βουλὴν,
149εὑρίσκονται εἰς τὴν αὐτὴν δυσάρεστον θέσιν, εἰς ἣν ὁ Βασιλεὺς
150τῶν Γάλλων Φίλιππος. Μένουν δὲ μόνοι χωρὶς συμβούλου, χω-
151ρὶς βοηθοῦ, εἶναι δὲ οἱονεὶ αὐταρχοῦντες, εἶναι δηλαδὴ κύριοι
152νὰ ἀποφασίσουν νὰ τραποῦν πρὸς τὰ δεξιὰ ἢ πρὸς τὰ ἀριστερὰ,
153ἀπὸ τῆς ἀποφάσεως δὲ αὐτῶν ἐξαρτᾶται τὸ μέλλον τοῦ τόπου.
154Εἶναι δὲ οἱ Βασιλεῖς οἱ συνταγματικοὶ ἀνεύθυνοι· ἀλλὰ δίδουν
155εὐθύνας εἰς τὴν ἱστορίαν διὰ τὰς διαλύσεις τῶν Βουλῶν. Ἐκεῖ-
156νοι δὲ οἱ Βασιλεῖς εὐδοκιμοῦσι καὶ ἐπικρατοῦσιν, ὅσοι κάμνουν
157ὀλιγωτέραν χρῆσιν τῆς τοιαύτης αὐταρχίας αὐτῶν.
158Ὁ ἔντιμος πρωθυπουργὸς μᾶς ἀνέφερε παράδειγμα ἐγχώριον,
159ὅτι ὁ Βασιλεὺς Ὄθων δὲν διέλυε τὰς Βουλὰς, καὶ διὰ τοῦτο τὴν
160ἔπαθεν. Ἀλλὰ ἐκ τῆς μὴ διαλύσεως τῶν Βουλῶν δὲν ἐξάγεται
161τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον ὁ πρωθυπουργὸς θέλει νὰ πορισθῇ.
162Κατ’ ἐμὲ δὲ, ἐὰν δὲν παρετείνετο τὸ ὑπουργεῖον τοῦ μακαρίτου
163Μιαούλη, ὁ Βασιλεὺς ἐκεῖνος δὲν ἔπιπτε.
164§20ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ θέμα μου δὲν ἦτο περὶ τῆς πτώσεως
165τοῦ Ὄθωνος.
166§21ΖΩΧΙΟΣ. Τὸ παρενείρατε.
167§22ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε·
168εἶπον μόνον, ὅτι ἐὰν ἡ ἐπανάστασις τῆς δεκάτης Ὀκτωβρίου
169ἦτο μία ἀλήθεια, ἔπεται ὅτι ὁ Ὄθων ἐτυράννησε χωρὶς νὰ κάμῃ
170χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως. Θέλω δὲ μὲ τοῦτο νὰ
171εἴπω, ὅτι καὶ τὰ δύω συστήματα δύνανται νὰ φέρουν εἰς τὸ
172αὐτὸ κακόν.
173§23ΖΩΧΙΟΣ. Ἐλησμονήσατε ὅτι τότε ὑπῆρχε καὶ ἄλλη Βουλὴ,
174ἐν ᾗ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε δόντια τρομερὰ, καὶ ἂν
175ἔπεσεν ὁ Βασιλεὺς, τὸν ἔῤῥιψεν ἡ Γερουσία, ἡ ὁποία ἦτο πολὺ
176χειροτέρα ἀπὸ τὴν Βουλήν.
177§24ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐξετάζω τὰ αἴτια τῆς πτώσεως, διότι
178εἶναι πολλά.
179§25ΖΩΧΙΟΣ. Πολὺ καλά. Δὲν πρόκειται δὲ νὰ γράψωμεν ἱστο-
180ρίαν.
181Ἐγένετο δὲ λόγος καὶ περὶ κοινῆς γνώμης, ἐμνήσθη δὲ αὐ-
182τῆς καὶ ὁ κύριος Ζαΐμης καὶ ὁ κύριος Μακρῆς. Κοινὴ ὅμως
183γνώμη κοινῆς γνώμης διαφέρει. Τὸν Χριστὸν, εἰσελθόντα ἐν
184θριάμβῳ εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ, ὑπεδέχθη ὁ λαὸς μετὰ βαΐων καὶ
185κλάδων. Δὲν παρῆλθον ὅμως πολλαὶ ἡμέραι, καὶ οἱ αὐτοὶ ἄν-
186θρωποι, οἱ ὁποῖοι ὑπεδέχθησαν αὐτὸν, εἶπον τὸ ἆρον, ἆρον
187σταύρωσον αὐτόν. Ἡ κοινὴ γνώμη εἶναι ἔδαφος σαλεῦον, ὡς
188ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς δημιουργεῖ ὁ κύριος πρωθυπουργὸς, ὅταν
189κατορθόνωμεν νὰ σταθῶμεν μίαν στιγμὴν ὀρθοί. Εἶναι δίστομος
190μάχαιρα ἡ κοινὴ γνώμη, κόπτουσα καὶ ἀπὸ τὰ δύω μέρη. Καλὴ
191δὲ, ὀρθὴ κοινὴ γνώμη εἶναι μόνη ἡ πεφωτισμένη, οὐχὶ δὲ ἡ ἐπὶ
192μισθῷ χειροκροτοῦσα.
193Βεβαίως δὲ ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καλέσῃ ἀνθρώ-
194πους εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀπὸ τὴν μειονοψηφίαν· ἀλλ’ αὐτοὶ
195κἄτι πρέπει νὰ κάμουν. Ἂν δὲ καλῶνται ἁπλῶς νὰ καταλάβουν
196τὰς θέσεις διὰ νὰ λέγωνται κυβερνῆται, δὲν πρέπει νὰ ἔρχων-
197ται. Ἐλθοῦσα δὲ ἡ νέα Κυβέρνησις δὲν εἶπεν εἰς τὸ ἔθνος τί
198διανοεῖται, τί μελετᾷ, τί ζητεῖ, τί θέλει. Ὅτε δὲ διελύθη ἡ
199Βουλὴ, ἐκήρυξεν ἡ Κυβέρνησις πλαγίῳ τῷ τρόπῳ, ὅτι ἦλθε νὰ
200διαλύσῃ μὲν τὴν Βουλὴν, διότι ἦτον ἁμαρτωλὴ, νὰ καλέσῃ δὲ
201ἄλλην δικαίαν. Ἔπρεπε δὲ κατὰ τῶν ὑπουργῶν τὴν γνώμην
202νὰ γείνῃ ἀπόπειρα, ἂν ἠδύνατο ἡ Ἑλλὰς νὰ πραγματοποιήσῃ
203νομίμους ἐκλογὰς καὶ νὰ ἀποστείλῃ ἀντιπροσώπους τῆς θελή-
204σεως τοῦ λαοῦ.
205Συνελθόντες δὲ μετὰ τὰς ἐκλογὰς ἐνταῦθα, κατ’ ἀρχὰς μὲν
206ἐφάνημεν καλοί, μετ’ ὀλίγον ὅμως ἐκρίθημεν ὄχι τόσον καλοί.
207Ἐξαρτᾶται δὲ ἀπὸ τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου
208θὰ φέρωμεν, διὰ νὰ μᾶς εἴπωσιν, εἶσθε καλοί, εἶσθε κακοί,
209δεῦτε οἱ εὐλογημένοι, πορεύεσθε ἀπὸ ἡμῶν οἱ κατηραμένοι.
210Δὲν πρόκειται δὲ διὰ τῶν ἐκλογῶν νὰ ἀποτελεσθῇ μόνον
211Βουλή, ἀλλὰ πρόκειται νὰ διορθωθῶσι τὰ χωλαίνοντα ἐν πολ-
212λοῖς πράγματά μας. Νομίζω δὲ ὅτι ταῦτα εἶναι εἰς τὴν αὐτὴν
213κατάστασιν, εἰς ἣν ἦσαν ἐπὶ Ὄθωνος, καὶ ἴσως καὶ κἄτι χειρό-
214τερα. Κατὰ τοῦτο τοὐλάχιστον εἶναι χειρότερα, ὅτι τώρα
215χρεωστοῦμεν πολὺ περισσότερα ἢ τότε. Ἐπεθύμουν δὲ νὰ μάθω
216ποῖον σύστημα μεταῤῥυθμίσεων ἔφερεν ἡ νέα Κυβέρνησις ἐν τῷ
217μέσῳ, πῶς διωργάνισε τὰ τοῦ στρατοῦ, τὰ τῆς παιδείας, τὰ
218τῆς Ἐκκλησίας. Περὶ οὐδενὸς ἐξ ὅλων αὐτῶν ἐφρόντισε, τὸ
219μόνον δὲ κατόρθωμα αὐτῆς εἶναι ἡ ἐξίσωσις τοῦ προϋπολογι-
220σμοῦ, ἥτις ἂν ἦτον ἀληθής, θὰ ἦτον ἄξιον λόγου πρᾶγμα,
221ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀληθὴς, τοῦτο δὲ ἀποδεικνύει αὐτὸς ὁ προϋπο-
222λογισμὸς, ὅστις δὲν διαφέρει ἀπὸ τοὺς προϋπολογισμοὺς τοὺς
223ἐπὶ Ὄθωνος.
224Ὁ κύριος πρωθυπουργὸς μοῦ εἶπεν ὅτι εἰς τὰ τοῦ προϋπολο-
225γισμοῦ ἐπῆρα τὸν κατήφορον· ἀλλ’ ἐγὼ τὸν βεβαιῶ ὅτι γνω-
226ρίζω πῶς γίνονται οἱ προϋπολογισμοί. Τὴν τρίτην Σεπτεμβρίου
227ὁ προϋπολογισμὸς διέθεσε 4 ἑκατομμύρια διὰ νὰ παραδοθῶσιν
228εἰς τοὺς συμμάχους, τοὺς ὁποίους προσεπάθει ἡ Κυβέρνησις
229ν’ ἀποτινάξῃ ἀπὸ τὴν ῥάχην της. Εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ προϋ-
230πολογισμοῦ ἐκείνου ἔλαβον μέρος καὶ ἐγώ. Διωρίσθη δὲ τότε
231ἐπιτροπὴ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, εἰς ἣν ἐστάλησαν
232καὶ οἱ διευθυνταὶ τῶν ὑπουργείων· ἔκοψε δὲ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη
233ἀπ’ ἐδῶ, ἔκοψεν ἀπὸ ἐκεῖ, καὶ περιώρισε τὸν προϋπολογισμὸν
234εἰς δέκα ἑκατομμύρια. Ἦλθε κατόπιν τὸ ὑπουργεῖον Κωλέτου
235καὶ Μεταξᾶ, καὶ ἐγένετο δεύτερος προϋπολογισμός, παρόντων
236τῶν ὑπουργῶν καὶ ὅλων τῶν διευθυντῶν τῶν ὑπουργείων. Ἀπῄ-
237τησε δὲ ὁ μακαρίτης ὁ Μεταξᾶς νὰ ἐλαττωθῇ κατὰ ἓν ἑκατομ-
238μύριον, διότι ἕνεκα τῆς ἐπαναστάσεως εἶχεν αὐξήσει. Ἠλατ-
239τώθη δὲ καὶ περιωρίσθη εἰς ἕνδεκα ἑκατομμύρια. Νομίζω δὲ,
240κύριε πρωθυπουργέ, ὅτι τότε μὲ τὰ ἕνδεκα ἑκατομμύρια εἴχο-
241μεν πλειοτέρας δυνάμεις, ἢ σήμερον μὲ τὰ ἑκατομμύρια τὰ
242ἀναρίθμητα.
243§26ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὲ παρεξηγήσατε, νομίσαντες ὅτι σᾶς ἔ-
244καμα τὴν παρατήρησιν διὰ τὸν προϋπολογισμόν (θόρυβος).
245§27ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε πρωθυπουργὲ, ἀφοῦ ἐλάβετε μέρος εἰς μίαν
246σπουδαίαν μεταβολὴν, νομίζω ὅτι σήμερον ὅπου εἶσθε κύριος
247τῶν πραγμάτων, ἔπρεπε νὰ κατορθώσετε νὰ γείνῃ κἄτι τι τε-
248λειότερον.
249Μεταβαίνω εἰς τὰ τῆς διακοπῆς, καὶ τὸ περὶ αὐτῆς δικαίω-
250μα τοῦ Βασιλέως δὲν τὸ ἀρνοῦμαι· ἀλλ’ ἂς μᾶς ἔλεγον τοὐλάχι-
251στον τὴν ἀλήθειαν! Ἂς μᾶς ἔλεγον, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ σκε-
252φθῶμεν· καὶ τῷ ὄντι ἐσκέφθησαν. Ἀλλὰ μᾶς ἀπέπεμψαν, λέ-
253γοντες, ἔφθασαν αἱ ἑορταί, κατευόδιόν σας.
254Οἱ Βασιλεῖς ἄλλοτε εἶχον τὸ δικαίωμα τῆς ζωῆς καὶ τοῦ
255θανάτου, ἐθανάτοναν δὲ χωρὶς νὰ δώσουν λόγον εἰς κἀνένα. Ὁ
256Ἀλέξανδρος ὁ μέγας ἐθανάτωσε τὸν Κλεῖτον· ὄχι δὲ μόνον εἶχε
257τὸ δικαίωμα, ἀλλ’ εἶχε καὶ δίκαιον νὰ τὸν θανατώσῃ, διότι
258τοῦ ἔλεγε καθ’ ἑκάστην· «ἂν ἔγεινες Ἀλέξανδρος, ἐγὼ σὲ ἔκα-
259μα.» Μετ’ ὀλίγον ὅμως μετενόησε· φιλόσοφός τις δὲ, Ἀνάξαρ-
260χος τὸ ὄνομα, τοῦ ἔλεγεν, «ὡς Βασιλεὺς εἶχες τὸ δικαίωμα
261νὰ τὸν θανατώσῃς· τί σκανδαλίζεσαι; Διὰ τοῦτο ὁ Ζεὺς ἔχει
262παρέδρους τὴν Θέμιδα καὶ τὴν Δίκην, διὰ νὰ ἐπικυρόνουν
263ὅ,τι ἂν κάμῃ, ὡς καλὰ καμωμένον.» Ἀλλὰ ἔπιασαν κατόπιν
264τὸν φιλόσοφον αὐτὸν εἰς τὴν Σαλαμῖνα τῆς Κύπρου, καὶ τὸν
265ἐβασάνισαν δυνάμει τοῦ δικαιώματος, ὅπερ ὑπερασπίζετο. Εὔ-
266χομαι δὲ ὁ κύριος πρωθυπουργὸς νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν θέσιν τοῦ
267φιλοσόφου, ὅταν αὔριον θὰ λέγῃ τὰ ἐναντία.
268Τὸ ἰσοζύγιον δὲ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπεδίωκε πρὸ πάντων
269ἡ Κυβέρνησις, τοῦτο δὲ φαίνεται καὶ εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον.
270Διὰ νὰ γείνῃ ὅμως τὸ ἰσοζύγιον, ἐξελήφθησαν ὡς ἀπαραίτητοι
271συμβάσεις τινὲς μετὰ τῶν δύω Τραπεζῶν, τῆς ἐθνικῆς καὶ τῆς
272Πιστωτικῆς, καὶ ἐγένοντο συμβάσεις μετ’ αὐτῶν τρεῖς. Ἐπειδὴ
273δὲ ἐλάλησα ἤδη περὶ αὐτῶν κατά, ἀναγκάζομαι νὰ λαλήσω
274καὶ σήμερον κατὰ ἐν ὀλίγοις.
275Εἰς τὸν τόπον τοῦτον ἦλθον πλούσιοί τινες καὶ ἐσύστησαν
276δύω Τραπέζας ἀντιφερομένας. Μετὰ ταῦτα ὅμως παρετήρησαν,
277ὅτι ἡ μία Τράπεζα δύναται νὰ βλάψῃ τὴν ἄλλην, καὶ συνεφώ-
278νησαν ν’ ἀποτελέσωσι μίαν, τὴν λεγομένην Πιστωτικήν. Αὐτοὶ
279δὲ οἱ κύριοι ἔχουν νοῦν περισσότερον ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ δὲν ἀγα-
280ποῦν τὰς πολλὰς Τραπέζας· εἶδον δὲ ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν χω-
281ροῦν δύω Τράπεζαι, ἐκτὸς τῆς Ἐθνικῆς. Αἱ δύω πρῶται Τρά-
282πεζαι δὲν ἐζήτησαν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκδίδειν γραμμάτια·
283ὅταν ὅμως συνεχωνεύθησαν εἰς μίαν, ἐνεθυμήθησαν ὅτι τὰ γραμ-
284μάτια συμφέρουσιν εἰς αὐτάς, καὶ δι’ αὐτὸ παρένειραν τὸ
285πρᾶγμα ἐντὸς τοῦ καταστατικοῦ των. Ἡ Κυβέρνησις, σοφῶς
286ποιοῦσα, εἶπε πρὸς τὴν Πιστωτικήν, δὲν σοῦ δίδω τὸ δικαίωμα
287τοῦ ἐκδίδειν γραμμάτια, διότι δὲν δύναμαι, καὶ ἡ Πιστωτικὴ
288ἤρχισε τὰς ἐργασίας της. Μετὰ ταῦτα ἡ Κυβέρνησις, ἐπιδιώκου-
289σα τὸ ἰσοζύγιον, συνεφώνησε μετὰ τῆς Πιστωτικῆς νὰ δανεισθῇ
2905,600,000 πρὸς 6%. Θεάρεστον τὸ ἔργον· ἀλλ’ ἰδοὺ ἡ
291Ἐθνικὴ Τράπεζα — εὐτυχῶς δὲ ὁ κ. Κεχαγιᾶς δὲν εἶναι παρὼν
292καὶ δὲν μὲ ἀκούει—ἠναγκάσθη νὰ συστήσῃ παντοῦ πρακτορεῖα.
293Τοῦτο δὲ τὴν περιέπλεξε, καὶ ἐζήτει κατὰ πάντα τρόπον νὰ
294ἀποφύγῃ τὰ πολλὰ ὑποκαταστήματα. Μετὰ τὴν ἀπόλυσιν μά-
295λιστα τῶν ἐφέδρων, δὲν εὕρισκε στρατιώτας πρὸς φρούρησιν
296τῶν χρημάτων της. Εἰς τὰ σχέδιά της δὲ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα
297εὗρε πρόθυμον τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἐπιδιώκουσα τὴν ἐξίσωσιν
298τοῦ προυπολογισμοῦ, ἐζήτει ἐλάττωσιν χρεωλύτρου καὶ τόκων.
299Τί δὲ ἔδωκεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν; Ἐ-
300πέτρεψεν ἀπὸ 49 νὰ περιορίσῃ εἰς 22 τὰ ὑποκαταστήματά
301της, νὰ προσθέσῃ 1,000,000 δεκαδράχμων, καὶ νὰ ἐκδώσῃ
302χαρτονομίσματα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν χρεωγράφων τῆς Κυβερνή-
303σεως. Ἄλλοτε ἐγὼ ἔδωκα ὑπέγγυα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν
304χρεώγραφα, ἀξίας 1,000,000, καὶ δὲν τὰ ἐδέχθη. Φαντασθῆτε
305ὅτι εἰς τὰ χρεώγραφα θὰ στηριχθοῦν χαρτονομίσματα, ἤτοι
306χαρτιὰ ἐπὶ χαρτιῶν, ὅλα δὲ ταῦτα παρεχωρήθησαν διὰ νὰ μὴ
307πληρώσωμεν τὸ χρεώλυτρον, καὶ διὰ νὰ λάβωμεν 250,000
308δραχμῶν δι’ ὀλίγα ἔτη. Εἶναι ἀντάξιαι αἱ παραχωρήσεις τῆς
309Κυβερνήσεως πρὸς τὸ ὄφελος τοῦ δημοσίου; Δὲν ἀρκεῖ ὅμως
310τοῦτο, ἀλλ’ ὠφελήθη τῆς περιστάσεως καὶ ἡ ἄλλη Τράπεζα,
311ἡ Πιστωτική, καὶ ἐζήτησε καὶ αὐτὴ μέρος ἀνάλογον. Τί δὲ
312ἔδωκαν εἰς αὐτήν; Ἄλλα προνόμια· καὶ προκαλῶ τὴν Κυβέρ-
313νησιν, ὡς ἄλλοτε, καὶ ἤδη, νὰ μοὶ εἴπῃ, τί ἔδωκεν ἡ Πιστω-
314τικὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὡς ἀντάλλαγμα τῶν παραχωρήσεων,
315ἃς ἔκαμεν πρὸς αὐτὴν τὸ δημόσιον; Τίποτε. Μοὶ λέγει ὁ κύριος
316Πρωθυπουργὸς νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ ὑπουργείου· ἀλλὰ δὲν δύ-
317ναμαι, διότι προσῆλθεν ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα, ἥτις θὰ ἐδάνειζε
318πρὸς 5 καὶ 6%, καὶ ἀπεβλήθη. Αὐτὰ μὴ τὰ ἐξετάζεις, μοῦ
319εἶπον, ἐξέτασον δὲ μόνον ἂν πρέπει νὰ ὑπάρχουν μία, δύω ἢ
320δέκα Τράπεζαι. Μετὰ συζητήσεις δὲ πολλὰς, ἠναγκάσθημεν
321ν’ ἀναβάλλωμεν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος μέχρις οὗ συμβι-
322βασθῶσιν αἱ Τράπεζαι.
323Σᾶς εἶπε δὲ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὁ
324προϋπολογισμός μας εἶναι ἀρτίπους· ἀλλ’ ἐγὼ θὰ ἀποδείξω
325τὴν πλάνην του δι’ ἑνὸς ἀνεκδότου. Τὸν Λύσανδρον, ὄχι τὸν
326Βιλαέτην (γέλως), ἀλλὰ τὸν στρατηγὸν, διεδέχθη εἰς τὴν
327στρατηγίαν τοῦ στόλου ἄλλος Σπαρτιάτης, δικαιότατος
328καὶ ἐπίσημος, ὁ λεγόμενος Καλλικρατίδας. Ὅτε δὲ οὗτος
329ὑπῆγε νὰ παραλάβῃ τὸν στόλον, τοῦ λέγει ὁ Λύσανδρος, σοῦ
330παραδίδω τὸν στόλον θαλασσοκρατοῦντα. Ἀλλ’ ὁ Καλλικρα-
331τίδας τοῦ ἀπεκρίθη, «Ἐλθὲ νὰ παραπλεύσωμεν τὴν Σάμον, με-
332ταβαίνοντες ἐξ Ἐφέσου εἰς Μίλητον παρὰ τὸ στρατόπεδον
333»τῶν Ἀθηναίων.» Ἐλθὲ λοιπὸν καὶ σὺ, κύριε ὑπουργὲ, νὰ
334μοῦ παραδώσῃς τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὴν θύραν τοῦ κεντρικοῦ
335ταμείου. Ἀλλ’ εἶναι κεκλεισμένη (γέλως). Τότε, κύριε ὑπουρ-
336γὲ, ὁ προϋπολογισμὸς θὰ ᾖναι ἀρτίπους, ὅταν αἱ θύραι τοῦ κεν-
337τρικοῦ ταμείου ἀνοίξουν.
338Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Λαυρίου.
339Τὸ ζήτημα τοῦ Λαυρίου ἐλύθη, καὶ μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’
340ἣν ἀντεκατέστησε τὴν ἑταιρίαν τὴν ξένην ἡ ἑταιρία ἡ ἑλλη-
341νικὴ, τὰ πράγματα καλῶς εἶχον, διότι δὲν μᾶς ἐπίεζον πλέον
342οἱ ξένοι. Ἀντὶ τῆς μιᾶς ἑταιρίας ἐπενέβη ἡ ἄλλη. Ἐνθυμοῦμαι
343μάλιστα ὅτι ἔκαμα λόγον καὶ μὲ τὸν κ. πρωθυπουργὸν τὴν ἡ-
344μέραν, καθ’ ἣν ἀνηγγέλθη ἡ λύσις τοῦ ζητήματος. Τὸν ἠρώτη-
345σα δὲ, λέγων, «Κύριε πρωθυπουργὲ, καὶ περὶ ἐκβολάδων; Οὐ-
346»δεὶς λόγος·» μοὶ ἀπεκρίθη. «Μὴ φέρετε νόμον περὶ ἐκβολάδων,
347»εἶπον πρὸς αὐτὸν, διότι καὶ οἱ φίλοι σας θὰ περιπλεχθῶσι, καὶ
348»σεῖς. Ἂν δὲ θὰ φέρετε νόμον, μιμηθῆτε τὸ ἀγγλικὸν ὑπουρ-
349»γεῖον, τὸ ὁποῖον, προκειμένου περὶ μεταβολῆς τοῦ πολιτεύμα-
350»τος τῶν Ἰνδιῶν, ἐπαρουσιάσθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἶπεν· ἐ-
351»γὼ προτάσεις ἁπλᾶς φέρω, σεῖς δὲ συμπληρώσατε τὰ ἐλλεί-
352»ποντα, ἀπὸ κοινοῦ δὲ ἂς καταρτίσωμεν τὸν νόμον.» Ἀλλὰ
353κατὰ τὸ συμβόλαιον τῆς πωλήσεως τοῦ Λαυρίου, ἡ Ἑλληνικὴ
354ἑταιρία, ἢ μᾶλλον ὁ Συγγρὸς, ἠγόρασε καὶ τὰς ἐκβολάδας· μά-
355λιστα ἡ τῶν ἐκβολάδων ἀγορὰ μνημονεύεται εἰς δύω ἄρθρα.
356Ἐν ᾧ δὲ γίνεται λόγος καί περὶ ἐκβολάδων εἰς τὸ συμβόλαιον,
357ἡ Κυβέρνησις ἐπέτρεψε τὴν σύστασιν τῆς ἑταιρίας, χωρὶς οὐδὲ
358κὰν νὰ μνημονεύσῃ τὰς ἐκβολάδας. Ἠγοράσθη δὲ τὸ Λαύριον
359ἀντὶ 11,500,000 φράγκων. Ἠξεύρετε δὲ πῶς ἠγοράσθη; Εἰς
360τὰ στραβά. Ποῖος τὸ λέγει; Τὸ συμβόλαιον. Ἠγοράσθη τὸ
361Λαύριον δυνάμει ἀπογραφῆς συνταχθησομένης ἐντὸς προθεσμίας
362ὁρισθησομένης ὑπὸ τοῦ ἀγοραστοῦ. Δηλαδὴ πρὸ τῆς ἀγορᾶς οὐ-
363δεμία ἐγένετο ἐξέτασις τῶν ἀγορασθησομένων πραγμάτων. Σεῖς
364ὅμως ἂν σπουδάζοντες ἠθέλατε ν’ ἀγοράσετε τὸ Λαύριον, θὰ
365ἐφροντίζετε νὰ μάθετε τί ἀγοράζετε, θὰ ἐκαλούσατε ἕνα ξένον
366διὰ νὰ σᾶς εἴπῃ πόσα ἔπρεπε νὰ δώσητε ἑκατομμύρια. Ἀλλ’
367ὁ κ. Σκαλτσούνης ἰδοὺ τί λέγει· «Κατέκρινάν τινες τὴν ἀγορὰν
368»τῶν λαυριωτικῶν κτήσεων ὡς ἀσύμφορον καὶ ἐπιζήμιον· ἀλλ’
369»οἱαδήποτε χρηματικὴ θυσία πρέπει νὰ θεωρηθῇ μηδαμινὴ, ἀ-
370»πέναντι τῆς διασώσεως τῆς ἐθνικῆς τιμῆς.» Ποῖοι ὅμως εἶσθε
371σεῖς, οἵτινες ἐσώσατε τὴν ἐθνικὴν τιμήν; Ἡμεῖς ἔχομεν Βασι-
372λέα, ἔχομεν Κυβέρνησιν, ἔχομεν Βουλὴν, ὅλοι αὐτοὶ δὲν ἦσαν
373ἄξιοι νὰ σώσωσι τὴν ἐθνικὴν τιμήν; Διατί δὲν ἐλέγετε εἰς τὸν
374λαόν; «Μὴ ἀγοράζετε μετοχὰς, διότι πρόκειται ὄχι περὶ κέρ-
375»δους, ἀλλὰ περὶ διασώσεως τῆς ἐθνικῆς τιμῆς. Ἐπειδὴ δὲ
376»καμμία Κυβέρνησις δὲν τὴν ἔσωσεν, εὑρέθημεν ἡμεῖς οἱ καλοὶ
377»χριστιανοὶ καὶ τὴν ἐσώσαμεν μὲ τόσα ἑκατομμύρια.» Πραγ-
378ματικῶς δὲ τὸ Λαύριον δὲν ἀξίζει τόσα ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ἡ
379Κυβέρνησις ἐπέτρεψε τὸν σχηματισμὸν τῆς ἑταιρίας, καὶ κατ’ ἐμὲ
380αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλειτέρα ἐνοχὴ αὐτῆς, ὄχι διότι ἔλαβε μέρος
381εἰς τὰς μετοχὰς, ἀλλὰ διότι ἐκοιμήθη καὶ ἀφῆκεν αὐτοὺς τοὺς
382ἀνθρώπους νὰ βόσκουν.
383Καὶ ἐπέτρεψε μὲν ἡ Κυβέρνησις τὴν σύστασιν τῆς ἑταιρίας,
384ἀλλ’ εἶπεν· «Ἐπιφυλάσσομαι νὰ διορίσω παρὰ τῇ ἑταιρίᾳ βασι-
385»λικὸν ἐπίτροπον.» Διατί; Εἶχεν ὑποψίας· καὶ ἂν διώριζε τὸν βα-
386σιλικὸν ἐπίτροπον ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, δὲν θὰ συνέβαινον
387ὅ,τι συνέβη. Διατί δὲν τὸν διώρισεν ἀμέσως; Καλλίτερον ἦτον
388ἂν ἐξώδευεν 600 δραχμὰς κατὰ μῆνα παρὰ νὰ συμβοῦν ὅσα
389συνέβησαν.
390Ἐφρόντισε δὲ ἡ Κυβέρνησις διὰ τὰς σκωρίας, διὰ τὰς ἐκβο-
391λάδας δὲ ἔμεινε τὸ πρᾶγμα μετέωρον. Ἂν ἠπατήθησαν δὲ οἱ
392ἀγορασταὶ τοῦ Λαυρίου, ἠπατήθησαν μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ λά-
393βουν τὰς ἐκβολάδας. Ἐπ’ αὐτῆς δὲ τῆς ἐλπίδος στηριζόμενος
394ὁ κόσμος, ἐτρελάθη καὶ ἐνόμισεν, ὅτι εὗρε τὴν Καλλιφορνίαν, καὶ
395ὅτι ἂν ἀγοράσῃ μετοχὰς θὰ καταπλουτήσῃ. Ὁ Συγγρὸς δὲ
396ὅστις ἔχει τέσσαρα μάτια, εὑρῆκε καὶ τὸν καιρὸν καὶ ἐπώλησε
397τὰ χαρτιά του. Τὸ ζήτημα δὲ τὸ ἔλυσεν· ἀλλ’ ἀντὶ 5,000,000
398ἐπῆρε 15. Ἤδη δὲ ἐπίκεινται δύω χρημάτων δόσεις, ἡ πρὸς
399τὴν Πιστωτικὴν, καὶ ἡ πρὸς τὴν λαυριωτικὴν ἑταιρίαν, ποῦ δὲ
400θὰ εὑρεθοῦν πέντε, ἓξ ἑκατομμύρια;
401§28ΡΑΛΛΗΣ. Δέκα.
402§29ΖΩΧΙΟΣ. Τόσῳ τὸ χειρότερον. Μᾶς εἶπον δὲ ὅτι αὐτὰ ἔγει-
403ναν, διὰ νὰ ἔλθουν χρήματα ἔξωθεν· ἔγεινεν ὅμως καὶ τοῦτο
404ἀνάποδα. Ἀλλ’ εἶναι ὁμογενεῖς, λέγουσί τινες. Τὸ ἠξεύρω. Ἔ-
405στωσαν δὲ καὶ ἀδελφοί· καλλίτερον ὅμως εἶναι νὰ ἔχω ἐγὼ τὰ
406χρήματα παρὰ ὁ ἀδελφός μου.
407§30ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΤΙΣ. Αὐτὸ λέγεται ἰδιοτέλεια.
408§31ΖΩΧΙΟΣ. Καὶ ὁ Χριστὸς ἦτον ἰδιοτελής. Τὸν ἀπήντησε μία
409Χαναναία καὶ τὸν παρεκάλεσε νὰ τὴν ἐλεήσῃ· αὐτὸς δὲ τῆς ἀ-
410»πεκρίθη λέγων, «Δὲν πρέπει νὰ πέρνῃ τις τὸ ψωμὶ ἀπὸ τὸ
411»στόμα τῶν παιδιῶν του, καὶ νὰ τὸ δίδῃ εἰς τοὺς σκύλους.»
412(Εὖγε). Ἂν δὲ ὁ Χριστὸς εἶχε αὐτὴν τὴν ἰδέαν, μὲ συγχωρεῖτε
413νὰ τὴν ἔχω καὶ ἐγώ (θόρυβος). Βλέπετε ὅτι ὁμιλῶ μὲ τοῦ Χρι-
414στοῦ τὴν γλῶσσαν. Ἀφ’ οὗ δὲ τὴν ὠνόμασε σκύλαν, καὶ ποῖος;
415ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, αὐτὴ ἡ κακομοίρα, εἶπε, «Καὶ τὰ σκυλάκια,
416»Κύριε, τρώγουν ἀπὸ τὰ ψιχία, τὰ πίπτοντα ἀπὸ τῆς τραπέ-
417»ζης τῶν κυρίων αὐτῶν.» Διὰ τούτων δὲ τῶν λόγων ἡ Χανα-
418ναία ἐτέθη εἰς τὴν θέσιν τοῦ σκύλου, τότε δὲ ὁ Κύριος τὴν εὐηρ-
419γέτησεν. Ἀλλ’ οἱ λεγόμενοι ὁμογενεῖς τίθενται εἰς τὴν θέσιν
420τοῦ Ἀγᾶ.
421§32ΡΑΛΛΗΣ. Τοῦ εὐεργέτου.
422§33ΖΩΧΙΟΣ. Ναί, τοῦ εὐεργέτου.
423Καὶ ἠξεύρετε ποῖος εἶπεν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ διασώσεως τῆς
424ἐθνικῆς τιμῆς; Ἐκεῖνος, ὅστις ἐπῆρε χρήματα καὶ ἀπὸ τὸ ἀ-
425πομαχικὸν ταμεῖον, ἐνῷ δὲν ἦτο συγχωρημένον νὰ πάρῃ.
426§34ΡΑΛΛΗΣ. Πῶς; (θόρυβος).
427§35ΖΩΧΙΟΣ. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἡ ἀγορὰ τῶν Ἀθηνῶν δὲν εὑ-
428ρίσκεται εἰς καλὴν κατάστασιν, καὶ κἄποιος πταίει. Ἐγὼ δὲν
429πταίω. Τουλάχιστον ἡ ὀλιγωρία τῆς Κυβερνήσεως ἔφερε τὴν
430θλιβερὰν ταύτην κατάστασιν.
431Εἶπον, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ὅτι θὰ σᾶς εἴπω ὀλίγα λόγια·
432νομίζω ὅμως ὅτι σᾶς εἶπα περισσότερα ἀπὸ ὅ,τι ἔπρεπεν. Ὅ-
433θεν ἔρχομαι εἰς τὸ συμπέρασμα.
434Οἱ Μιτυληναῖοι εἶχον ἀποστατήσει κατὰ τῶν Ἀθηναίων, ὄ-
435χι τῶν σημερινῶν, ἀλλὰ τῶν παλαιῶν. Οἱ Ἀθηναῖοι τοὺς ἐνί-
436κησαν, καὶ διὰ πλειονοψηφίας μιᾶς ψήφου τοὺς κατεδίκασαν
437εἰς σφαγήν. Συνηθροίσθη τὴν ἐπιοῦσαν ἡ μειονοψηφία, τὴν ὁ-
438ποίαν ἀπετέλουν οἱ φρονιμώτεροι τῶν πολιτῶν, καὶ ἐγένετο
439πρότασις, παρὰ τὸν κανονισμὸν, νὰ ἐπανέλθῃ ὑπὸ συζήτησιν τὸ
440ψηφισθὲν ζήτημα· ἔκαμε δὲ τὴν πρότασιν χρηστός τις πολίτης,
441λεγόμενος Διόδοτος. Ἐπειδὴ δὲ τοῦ ἐφώναζεν ἡ πλειονοψηφία
442ὅτι δὲν τὸ ἐπιτρέπει ὁ κανονισμὸς, αὐτὸς εἶπεν· «Ὁ μὴ δεχό-
443»μενος τοὺς λόγους ὡς διδασκάλους τῶν πραγμάτων, εἶναι ἢ
444μωρὸς, ἢ κατεργάρης.» Ψηφοφορίας δὲ γενομένης, ἐγλύτωσαν οἱ
445Μιτυληναῖοι. Διατί;
446Ὁ Διόδοτος ἔθεσεν οὕτω πως τὸ ζήτημα· «Δὲν ἐξετάζω
447»ποῖα δίκαια ἔχουν κατὰ τῶν Μιτυληναίων οἱ Ἀθηναῖοι, ἀλλ’
448»ἐξετάζω τί συμφέρει εἰς τοὺς Ἀθηναίους.» Νὰ σᾶς εἴπω δὲ καὶ
449ἐγὼ, ὄχι τὰ δίκαια τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ τί συμφέρει εἰς
450τὴν ἀντιπολίτευσιν;
451Νὰ ὑπομείνωμεν ὀλίγον ἀκόμη χρόνον, καὶ ὁ κ. πρωθυπουρ-
452γὸς θὰ ἔλθῃ νὰ συνταχθῇ μαζῆ μας, διότι μετ’ ὀλίγον θὰ γείνῃ
453καὶ αὐτὸς ἀντιπολιτευόμενος (γέλως). Μὴ γελᾶτε· ἡ αὐτὴ αἰ-
454τία, ἥτις μᾶς ἔκαμεν ἀντιπολιτευομένους, θὰ κάμῃ καὶ αὐτὸν
455ἀντιπολιτευόμενον. Ἐγὼ δὲ θὰ μείνω ἀντιπολιτευόμενος, ὄχι
456μόνον τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ τὴν κατόπιν αὐτῆς·
457διότι δὲν δύναμαι νὰ συνταχθῶ μὲ κἀμμίαν Κυβέρνησιν, ἥτις νὰ
458ἐξαγοράζῃ τὴν θέσιν της διὰ δημοσίων φιλοδωρημάτων· μὲ
459κἀμμίαν Κυβέρνησιν, ἥτις νὰ δανείζεται πακτόνουσα τὰ τε-
460λωνεῖα· μὲ κἀμμίαν Κυβέρνησιν, ἥτις νὰ μὴ θέλῃ νὰ κυβερνᾷ
461αὐτὴ, ἀλλὰ νὰ δέχεται καὶ ἄλλον νὰ ἐμβάλλῃ τὸν πόδα του
462εἰς τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν.
463§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. εἰσηγητὴς τοῦ τμήτατος κατέθεσε τὴν
464ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Γορτυνίας.
465§37ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
466§38ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀκούσωμεν τὶ συμπεραίνει.
467§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς τοῦ
468δήμου Μυλάοντος οὐδεμία ὑπάρχει ἔνστασις, διὰ ταῦτα θεωροῦ-
469μεν ἔγκυρον τὴν ἐκλογὴν καὶ νομίμους βουλευτὰς τῆς ἐπαρ-
470χίας Γορτυνίας τοὺς Γ. Πλαποῦταν, Θ. Δηλιγιάννην, Β. Νικο-
471λόπουλον, Ι. Δεληγιάννην, Γ. Λαδόπουλον καὶ Α. Ἀντωνό-
472πουλον.»
473§40ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σύμφωνον εἶναι τὸ τμῆμα;
474§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠξεύρω.
475§42ΡΑΛΛΗΣ. Μᾶς ἀνεγνώσατε ἔκθεσιν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ δή-
476μου Μυλάοντος· εἶναι καὶ δῆμος Τρικολλώνων.
477§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἦναι καὶ περὶ δήμου Τρικολλώνων μέσα.
478§44ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ τυπωθῇ σήμερον καὶ
479νὰ ἔλθῃ τὴν δευτέραν.
480Ἡ ἔκθεσις αὕτη ἔχει ὡς ἕπεται·
481«ΕΚΘΕΣΙΣ
482Περὶ τῆς ἐπαναληπτικῆς βουλευτικῆς ἐκλογῆς ἐν τοῖς
483δήμοις Τρικολλώνων καὶ Μυλάοντος τῆς
484Ἐπαρχίας Γορτυνίας.
485Πρὸς τὴν Βουλήν.
486Τὸ ϛʹ. Τμῆμα συνεδριάσαν τὴν 29 Ἰουνίου 1873, διεξελθὸν
487τά τε βιβλία καὶ ἔγγραφα διὰ τὴν ἐκλογὴν αὐτὴν, ὑποβάλλει
488τὰ ἑξῆς·
489Αʹ. Ὡς πρὸς τὸν δῆμον Τρικολλώνων.
490Ἡ ἔναρξις τῆς ἐκλογῆς, ὡς ἐν τῇ ὑπ’ ἀριθ. 3 πράξει τῆς
491ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς ἀναφέρεται, ἐγένετο κατὰ τὴν διὰ τοῦ
492προγράμματος ὁρισθεῖσαν ὥραν καὶ μετὰ τὴν ἐπιθεώρησιν, το-
493ποθέτησιν καὶ σφράγισιν τῶν καλπῶν καὶ τὴν καταχώρισιν
494τῶν πρὸς ἔναρξιν τῆς ψηφοφορίας πράξεων, ἤρξατο κατὰ τὴν
4952 μ. μ. ὥραν ὡς συνήθως συμβαίνει εἰς ἁπάσας τὰς ἐκλογὰς νὰ
496παρουσιάζωνται πρὸς ψηφοφορίαν οἱ ἐκλογεῖς. Εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ.
4974 πρᾶξιν ἡ μὲν πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἀναφέρει ὅτι «πρὸ
498τῆς ψηφοφορίας ἔνοπλοι ἑτεροδημόται μετὰ φυγοδίκων ἀγνώ-
499στων αὐτῇ εἶχον καταλάβει οἰκίας δεσποζούσας τοῦ τόπου τῆς
500ἐκλογῆς καὶ ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ ἐφρόντισεν ὅπως ἀναχω-
501ρήσωσι πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ψηφοφορίας· ἡ δὲ μειονοψηφία
502τῆς ἐπιτροπῆς λέγει ὅτι τ’ ἀνωτέρω σκοπίμως σημειωθέντα
503δὲν ἔλαβον χώραν. Ἐν δὲ ταῖς πράξεσι 13 καὶ 14 ἅπασα ἡ
504ἐπιτροπὴ καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ὑποψηφίων ἐκφράζουσι πρὸς
505τὸν ὑπομοίραρχον Πετιμεζᾶν καὶ τὸν ἐπιλοχίαν Ἰωάν. Νικολό-
506πουλον τὴν πλήρη εὐαρέσκειάν των διὰ τὴν παρὰ τῆς στρα-
507τιωτικῆς ἐξουσίας τήρησιν πλήρους τάξεως καὶ ἡσυχίας καθ’ ὅ-
508λην τὴν διάρκειαν τῆς ἐκλογῆς. Ἐν δὲ τῇ ὑπ’ ἀριθ. 9 πράξει
509ἡ ἀνήκουσα εἰς τοὺς ἀποτυχόντας πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς
510σημειοῖ ὅτι ὁ πρόεδρος αὐτῆς ἐβράδυνε ψηφοφορῶν, ἡ δὲ βρα-
511δύτης του σκοπὸν εἶχε νὰ τὸ ῥίψῃ ἀπὸ τὸ ναὶ εἰς τὸ ὄχι τῶν
512καλπῶν ὅσα σφαιρίδια ἤθελεν εἶσθαι ἐπὶ τοῦ καλύμματος τῶν
513καλπῶν.
514Τὰ ἐκλογικὰ βιβλία ἀμφοτέρων τῶν δήμων εἰσὶ μονογρα-
515φημένα, ἀριθμημένα καὶ ἐσφραγισμένα ὑπὸ τοῦ νομάρχου Ἀρκα-
516δίας καὶ Ἐπάρχου Γορτυνίας, ὁ δὲ αὔξων ἀριθμὸς δὲν εἶναι
517ἔντυπος.
518Εἰς τὸν δῆμον αὐτὸν ἐψηφοφόρησαν 855, ἀλλ’ ὁ αὔξων ἀ-
519ριθμὸς τῆς ψηφοφορίας εἶναι 857, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ καὶ οἱ ἀντι-
520πρόσωποι βεβαιοῦσιν ὅτι οἱ ὑπὸ τοὺς ἀριθμοὺς 325 καὶ 772
521ἐσημειώθησαν κατὰ λάθος ὡς ψηφοφορήσαντες. Γενομένης δὲ
522διαλογῆς, εὑρέθησαν σφαιρίδια πλεονάζοντα εἰς μὲν τὴν κάλπην
523τοῦ Ἀντωνοπούλου 2, εἰς τὴν τοῦ Θεοδ. Δηλιγιάννη 2 καὶ εἰς
524τὴν τοῦ Γεωργίου Πλαπούτα 2, ἔλειπον δὲ ἀπὸ μὲν τὴν κάλ-
525πην τοῦ Ἀναστασιάδου 1, ἀπὸ τὴν τοῦ Ἰω. Δεληγιάννη 3, ἀπὸ
526τὴν τοῦ Θεοδ. Κολοκοτρώνη 1, ἀπὸ τὴν τοῦ Λαδοπούλου 1,
527ἀπὸ τὴν τοῦ Νικολοπούλου 2 καὶ ἀπὸ τὴν τοῦ Κωνσταντίνου
528Πλαπούτα 2.
529Ὁ δὲ ἀντιπρόσωπος τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς εἰς μὲν τὰς πρά-
530ξεις τῆς ἀπαριθμήσεως τῶν ψήφων τῶν ἓξ πρώτων ὑποψηφίων
531ὑπέγραψε, εἰς δὲ τὰς ἑτέρας ἓξ καὶ τὴν τελευταίαν τῆς γενι-
532κῆς διαλογῆς δὲν ὑπέγραψε, σημειώσας ὅτι ἔπραξεν οὕτως, ἐπει-
533δὴ αἱ διαλογαὶ τῶν πρώτων καλπῶν τὸν ἔπεισαν ὅτι εἶχε λά-
534βει χώραν καλπονόθευσις.
535Βʹ. Δῆμος Μυλάοντος.
536Εἰς τὸν δῆμον αὐτὸν ἀναβληθεῖσα ἡ ἐκλογὴ ἐπὶ μίαν ἡμέ-
537ραν ἤρξατο τὴν δεκάτην καὶ ἔληξε τὴν δεκάτην τρίτην τοῦ αὐ-
538τοῦ μηνός, παραταθεῖσα ἐπὶ μίαν ἡμέραν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀνῆκεν
539εἰς τοὺς ἀποτυχόντας. Οὐδεμία δὲ ἔνστασις κατὰ τῆς ἐκλογῆς
540ὑπάρχει ἐν τοῖς πρακτικοῖς.
541Οἱ ψηφοφορήσαντες εἰς τὸν δῆμον αὐτὸν εἰσὶ 736, ἀλλὰ
542κατὰ τὴν διαλογὴν εὑρέθησαν εἰς ὅλας τὰς κάλπας πλεονά-
543ζοντα σφαιρίδια ὀλίγιστα μὲν εἰς τὰς τῶν ἀποτυχόντων, πολλὰ
544ὅμως εἰς τὰς τῶν ἐπιτυχόντων· ἤτοι εἰς μὲν τὴν κάλπην τοῦ
545Ἀναστασιάδου 7, εἰς τὴν τοῦ Γεωργιάδου 4, εἰς τὴν τοῦ Γόν-
546τικα 2, εἰς τὴν τοῦ Κολοκοτρώνη 6, εἰς τὴν τοῦ Κορομάντζου
5474, καὶ εἰς τὴν τοῦ Κωνσταντίνου Πλαπούτα 3, εἰς δὲ τὴν
548τοῦ Ἀντωνοπούλου 23, εἰς τὴν τοῦ Θεοδώρου Δηλιγιάννη 60,
549εἰς τὴν τοῦ Ἰωάννου Δεληγιάννη 41, εἰς τὴν τοῦ Λαδοπούλου
55028, εἰς τὴν τοῦ Νικολοπούλου 29 καὶ εἰς τὴν τοῦ Γεωργίου
551Πλαπούτα 24.
552Εἰς μὲν τὸν δῆμον Τρικολώνων ἔλαβον ψήφους οἱ ὑποψή-
553φιοι ὡς ἑξῆς·
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
554Στέφανος Ἀναστασιάδης 455
555Ἀντώνιος Ἀντωνόπουλος 360
556Κωνσταντῖνος Γεωργιάδης486
557Ἀθαν. Γόντικας 468
558Θεόδωρος Δηλιγιάννης 412
559Ἰωάννης Δηλιγιάννης 372
560Θεόδωρος Κολοκοτρώνης 522
561Γεώργ. Λαδόπουλος 385
562Θεμ. Κορομάντζος 471
563Βασίλ. Νικολόπουλος 327
564Κωνσταντῖνος Πλαπούτας 441
565Γεώργιος Πλαπούτας 408
566Εἰς δὲ τὸν δῆμον Μυλάοντος ἔλαβον ψήφους
567οἱ ὑποψήφιοι ὡς ἑξῆς·
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
568Στέφανος Ἀναστασιάδης 598
569Ἀντ. Ἀντωνόπουλος 163
570Κωνστ. Γεωργιάδης 620
571Ἀθαν. Γόντικας 645
572Θεόδωρος Δηλιγιάννης 88
573Ἰωάννης Δεληγιάννης 103
574Θεοδ. Κολοκοτρώνης 485
575Θεμ. Κορομάντζος 550
576Γεώργ. Λαδόπουλος 97
577Βασίλ. Νικολόπουλος 128
578Κωνσταντῖτος Πλαπούτας591
579Γεώργιος Πλαπούτας 166
580Μετὰ δὲ τὴν ἀνακήρυξιν τῶν ἀναδειχθέντων βουλευτῶν, ἐδό-
581θησαν τὴν 17 Ἰουνίου ε. ε. παρὰ τοῦ Κωνσταντίνου Πλα-
582πούτα ἐνστάσεις ἐναντίον τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Τρικολώνων,
583καὶ ὁ ἔπαρχος Γορτυνίας ἀρωγὸς ἐρχόμενος τῶν ἀποτυχόντων
584φίλων τοῦ ὑπουργείου, προσπαθεῖ νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὰς βλέπων
585μὲν τὴν μικρὰν καὶ ἀσήμαντον διαφορὰν τοῦ συνόλου τῶν ψή-
586φων, προελθοῦσαν ἕνεκα τοῦ ὅτι ἐσημειώθησαν κατὰ λάθος ὡς
587ψηφοφορήσαντες δύω πλείονες τῶν πράγματι ψηφοφορησάντων,
588ἀλλ’ εἰς τὰ πλεῖστα, ἅτινα εὑρέθησαν πλεονάζοντα εἰς τὰς ἐν
589τῷ δήμῳ Μυλάοντος κάλπας τῶν ἐπιτυχόντων, ἀμβλυωπεῖ,
590διότι ἔχουν καὶ οἱ φιλικοὶ ὑποψήφιοι ὀλίγιστα πλεονάζοντα.
591Οἱ δὲ παρὰ τοῦ Κωνστ. Πλαπούτα προβαλλόμενοι τυπικοὶ
592καὶ οὐσιαστικοὶ λόγοι κατὰ τοῦ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς τοῦ δή-
593μου Τρικολλώνων εἰσὶν οἱ ἑξῆς·
5941) Ὅτι ἐναντίον τοῦ Κεφαλαίου Γʹ. τῶν ὁδηγιῶν τοῦ ὑπουρ-
595γικοῦ Συμβουλίου, τὰ πρωτόκολλα τῆς ψηφοφορίας δὲν φέρουσι
596τὴν σφραγῖδα τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, οὔτε ἔντυπον
597τὸν αὔξοντα ἀριθμόν· ἀλλ’ εἶναι ἐσφραγισμένα, μονογραφη-
598μένα καὶ ἀριθμημένα παρὰ τοῦ νομάρχου Ἀρκαδίας καὶ τοῦ
599ἐπάρχου Γορτυνίας.
6002) Διότι παρεβιάσθησαν αἱ ὑπὸ τοῦ προγράμματος προσ-
601διορισθεῖσαι ὧραι τῆς ψηφοφορίας, ἀρξαμένης τῆς ψηφοφορίας
602κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν ἀπὸ τῆς δευτέρας μετὰ μεσημβρίαν
603ὥρας.
6043) Διότι εἰς οὐδὲν πρακτικὸν τῆς ἀπαριθμήσεως τῶν ψήφων
605εἶναι σημειωμένον ὅτι διὰ τοῦ ἄβακος ἐγένετο ἡ ἀρίθμησις τῶν
606ψήφων.
6074) Διότι ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς δὲν ὑπέ-
608γραψεν εἰς τὰς πράξεις τῆς διαλογῆς τῶν ἓξ τελευταίων ὑπο-
609ψηφίων, οὔτε εἰς τὴν πρᾶξιν τῆς γενικῆς διαλογῆς.
610Κατ’ οὐσίαν δὲ 1) διότι ἔλαβε χώραν καλπονόθευσις, ὅπερ
611ἐξάγει ἐκ μετατοπίσεως δῆθεν τῶν καλπῶν.
6122) Διότι ὁ συνδυασμὸς τῶν ἐπιτυχόντων ἐξώδευσε χιλιάδας
613δραχμῶν τριάκοντα πρὸς διαφθορὰν τῆς συνειδήσεως τῶν ἐκ-
614λογέων.
615Ἐπειδὴ συνήθως συμβαίνει εἰς ἁπάσας τὰς ἐκλογὰς νὰ μὴ
616γίνεται ἡ ἔναρξις τῆς ψηφοφορίας ἅμα τῇ ὡρισμένῃ διὰ τοῦ
617προγράμματος ὥρᾳ, ἕνεκα τοῦ δαπανωμένου χρόνου πρὸς ἐπι-
618θεώρησιν, τοποθέτησιν καὶ σφράγισιν τῶν καλπῶν καὶ πρὸς
619καταχώρισιν ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῶν ἀπαιτουμένων πράξεων·
620οἱ δὲ ἐκλογεῖς πάντοτε κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν, τυχοῦσαν
621μάλιστα ἐργάσιμον, βραδύνουν νὰ παρουσιασθῶσιν εἰς ψηφοφορίαν,
622καὶ ὀλίγιστοι ψηφοφοροῦν· ἑπομένως ἡ βραδεῖα ἔναρξις τῆς ψη-
623φοφορίας ἕνεκα ἐλλείψεως ψηφοφόρων δὲν δύναται νὰ ᾖναι λό-
624γος ἀκυρότητος· ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπίτη-
625δες ἀνέβαλε τὴν ἔναρξιν τῆς ψηφοφορίας, βεβαίως δὲν θὰ ἔπρα-
626ξε τοῦτο πρὸς βλάβην τῆς φιλικῆς της μερίδος Κολοτοτρώνη,
627χάριν τῆς ὁποίας ἐσημείωσεν ἐν τῇ ὑπ’ ἀριθ. 3 πράξει της ὅτι
628«πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ψηφοφορίας ἑτεροδημόται μετὰ τῶν φυ-
629γοδίκων εἶχον καταλάβει οἰκίας δεσποζούσας τοῦ τόπου τῆς
630ἐκλογῆς καὶ ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ ἐφρόντισε ν’ ἀναχωρήσουν, ἡ
631δὲ ἐπιτροπὴ οὐδεμίαν βεβαιότητα ἔχει ἂν ἀνεχώρησαν», ὅπερ
632καὶ παράδοξον εἶναι, διότι, ἂν ἦσαν ἐπὶ οἰκιῶν δεσποζουσῶν
633τὸν τόπον τῆς ἐκλογῆς, βεβαίως θὰ ἦσαν πλησιέστατα αὐτοῦ
634φανεροὶ καὶ ἀπειλητικοί, καθ’ ὅσον κεκρυμμένοι δὲν θὰ ἠδύ-
635ναντο νὰ δεσπόζουν, καὶ διαψεύδεται ὑπὸ τοῦ κυρίου ἀνακρι-
636τοῦ, ὅστις ἐν τῇ ἐκθέσει του περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου
637τούτου πρὸς τὸν εἰσαγγελέα πλημελειοδικῶν Τριπόλεως (οὐδό-
638λως ἀναφέρει ὅτι ἦσαν συγκεντρωμένοι εἰς οἰκίας δεσπούζας τὸν
639τόπον τῆς ἐκλογῆς), λέγει ὅτι οἱ προκαλέσαντες τοὺς ἐνόπλους
640τῷ ὑπεσχέθησαν τὴν ἀναχώρησίν των, καὶ ἀνεχώρησαν· ἐβεβαί-
641ωσε δὲ περὶ τούτου τὴν ἐπιτροπήν, «ἡ πλειονοψηφία ὅμως αὐ-
642τῆς ἀνήκουσα εἰς τὴν μερίδα Κολοκοτρώνη ἐπέμεινε δημιουρ-
643γοῦσα κινδύνους ἀνυπάρκτους, οὓς ἀνεύρισκε πρὸς ἀναβολὴν τῆς
644»ἐκλογῆς ἢ τῆς ψηφοφορίας καὶ ἐδέησε νὰ κάμω εἰς τὴν ἐπι-
645»τροπὴν ζωηρὰς καὶ ἐντόνους παραστάσεις, εἰς ἃς ἡ ἐπιτροπή,
646»ὑπὸ φιλονόμου διαθέσεως ἐμπνεομένη, ἐκήρυξε τὴν ἔναρξιν τῆς
647ψηφοφορίας·» ὥστε καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι εὐθὺς ἅμα τῇ τοποθε-
648τήσει τῶν καλπῶν ὑπῆρχον ψηφοφόροι ἕτοιμοι πρὸς ψηφοφο-
649ρίαν, ἡ βραδύτης τῆς ἐνάρξεως τῆς ψηφοφορίας, γινομένη παρὰ
650τῆς φίλης τῶν ἀποτυχόντων ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, πρὸς ὠφέ-
651λειαν τῶν ἀποτυχόντων ἐγένετο.
652Ἐπειδὴ ὁ ἐν τῇ ὑπ’ ἀριθ. 9 πράξει ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας
653τῆς ἐπιτροπῆς σημειωθεὶς ἰσχυρισμὸς ὅτι ὁ πρόεδρος τῆς ἐφορ.
654ἐπιτροπῆς ἐβράδυνε ψηφοφορῶν εἰς τὴν κάλπην Λαδοπούλου (ἥ-
655τις, ὡς καὶ ἡ κάλπη τοῦ Γόντικα, ἐπιθεωρηθεῖσαι παρὰ τοῦ ἀνα-
656κριτοῦ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς σφραγίσεως καὶ τῆς ψηφοφορίας
657εὑρέθησαν πλημμελεῖς καὶ ἐλαττωματικαί), ἡ δὲ βραδύτης εἶχε
658δῆθεν σκοπὸν τὴν καλπονόθευσιν, ἐκτὸς τοῦ ὅτι δὲν ὑποστηρί-
659ζεται ὑπ’ οὐδενὸς περιστατικοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀποκρούεται ὑπὸ
660τοῦ προέδρου τῆς ἐφορ. ἐπιτροπῆς σημειώσαντος εὐθὺς ὑπὸ τὴν
661πρᾶξιν τῆς πλειονοψηφίας, ὅτι σκοπίμως ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτὸς
662ἐσημειώθη, καί τις ἐκ τῶν ἀντιθέτων ἐπίτηδες διὰ νὰ λάβῃ ἡ
663πλειονοψηφία εὐλογοφανῆ πως δικαιολογίαν τοῦ ἰσχυρισμοῦ της,
664ἔσυρεν αὐτὸν ἐκ τῆς χειρός, λέγων «τί βραδύνεις;» ὁ δὲ ἀνα-
665κριτὴς βεβαιοῖ τὸ ἀδύνατον τῆς καλπονοθεύσεως διὰ τῶν ἑξῆς·
666«Τὴν τετάρτην ἡμέραν ἡ αὐτὴ νομιμότης ἐπεκράτησεν· ἐνῷ δὲ
667»μετέβην νὰ γευματίσω περὶ τὴν μεσημβρίαν, μικρά τις καὶ
668»στιγμιαία ταραχὴ ἔλαβε χώραν ἐν τῷ τόπῳ τῆς ψηφοφορίας,
669»διότι ὁ δικηγόρος Γ. Ῥοϊλὸς ψηφοφορῶν ἐβράδυνε τὴν χεῖρά
670»του πλέον τῆς συνήθους ὥρας εἰς τὰς κάλπας Γόντικα καὶ Κο-
671»λοκοτρώνη· ἐνήργησα παραχρῆμα ἀνάκρισιν· ἀλλ’ οὐδ’ ὑπόνοια
672»καλπονοθεύσεως ἐξήχθη. Τόσον ὁ πρόεδρος τῆς ἐφορ. ἐπιτρο-
673»πῆς ἀνήκων εἰς τὴν μερίδα Δηλιγιάννη, ὅσον καὶ ὁ Γ. Ῥοϊλὸς
674»ἀνήκων εἰς τὴν μερίδα Κολοκοτρώνη καὶ ἂν ἤθελον νὰ μετα-
675»φέρουν σφαιρίδια εἰσάγοντες τὴν χεῖρα αὑτῶν διὰ τοῦ στο-
676»μίου τῶν καλπῶν, μετὰ δυσκολίας δύω ἢ τρία ἠδύναντο νὰ
677»μεταφέρωσι, καθόσον ὡς ἐκ τοῦ στενοχώρου τῶν ὀπῶν δύω δά-
678»κτυλοι μόλις δύνανται νὰ εἰσδύσουν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ
679»καλύμματος τῶν σακκιδίων· οὗτοι δὲ λεπτὸν τῆς ὥρας μόλις
680»ἐβράδυναν· καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ψηφοφορίας καὶ καθ’
681»ὅλας τὰς ἡμέρας ἤμην ἐντὸς τοῦ Ναοῦ, ἀντελήφθην ἰδίαις αἰ-
682»σθήσεσι τὴν νομιμότητα ἡσυχίαν καὶ τάξιν.»
683Ἐπειδὴ καθ’ ἑκάστην ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῶν ἀντιπρο-
684σώπων ἐβεβαιοῦτο τὸ ἀλύμαντον τῶν σφραγίδων καὶ οὐδεμία
685ὑπάρχει ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἔνστασις ἢ πρᾶξις περὶ ἀλλαγῆς
686τῆς τάξεως, καθ’ ἣν ἀπ’ ἀρχῆς εἶχον τεθῆ ἐν τοῖς κιβωτίοις αἱ
687κάλπαι, φανερὸν εἶναι ὅτι ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ κατὰ λάθος δὲν
688ἐσημειώθησαν καθ’ ἣν τάξιν εἶχον τοποθετηθῆ· εἶναι μὲν 857 ὁ
689αὔξων ἀριθμὸς, ἐνῷ πράγματι 855 ἐψηφοφόρησαν, ἀλλ’ ἐν τῷ
690πρωτοκόλλῳ τῆς ψηφοφορίας βεβαιοῦται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ
691τῶν ἀντιπροσώπων, ὅτι οἱ ὑπὸ τοὺς ἀριθμοὺς 325 καὶ 772
692«ἐσημειώθησαν κατὰ λάθος, καὶ δὲν ἐψηφοφόρησαν.»
693Ἐπειδὴ ἡ διαφορὰ ἐπὶ πλέον ἢ ἔλλατον ἑνὸς ἢ δύω ψήφων
694εἰς ὅλας τὰς κάλπας εἶναι περίστασις τυχαία καὶ ὅλως ἀσή-
695μαντος, προελθοῦσα ἐξ ἀπροσεξίας ἢ ἀμαθείας, ὅπερ βεβαιοῦται
696καὶ ὑπὸ τοῦ ἀνακριτοῦ λέγοντος, «καθόσον ὡς ἐκ τοῦ στενο-
697»χώρου τῶν ὀπῶν δύω δάκτυλοι μόλις εἰσδύουν εἰς τὴν ἐπιφά-
698»νειαν τοῦ καλύμματος τῶν σακκιδίων καὶ πολλάκις ἀμαθεῖς
699»χωρικοὶ καὶ ἄπειροι ἐβράδυναν ψηφοφοροῦντες μὴ δυνάμενοι
700»οὐδὲ κατανοοῦντες πῶς καὶ ποῦ νὰ ῥίψουν τὸ σφαιρίδιον.»
701Ἐπειδὴ ἡ ἔνστασις ὅτι δραχμῶν χιλιάδες τριάκοντα ἐξω-
702δεύθησαν ὑπὸ τῶν ἐπιτυχόντων πρὸς ἀγορὰν 360 ψήφων εἶ-
703ναι γελοία, καθόσον μάλιστα ὁ τελευταῖος ἐκ τῶν ἐπιτυχόν-
704των ὡς πρὸς τὰς ψήφους τῶν ἑτέρων ἐννέα δήμων τῆς ἐπαρχίας
705ὑπερέβαινε τὸν πρῶτον τῶν ἀποτυχόντων κατὰ 667 ψήφους.
706Ἐπειδὴ τυπικὴ ἡ παράβασις καὶ οὐδόλως προσβάλλουσα οὐ-
707σιαστικῶς τὴν ἐκλογὴν τοῦ νὰ ᾖναι τὰ βιβλία αὐτῆς ἐσφραγι-
708σμένα, μονογραφημένα καὶ ἀριθμημένα παρὰ τοῦ νομάρχου καὶ
709ἐπάρχου ἀντὶ νὰ φέρωσι τὴν σφραγίδα τοῦ ὑπουργείου τῶν
710Ἐσωτερικῶν, ὡς αἱ τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὁδηγίαι περὶ
711ἐκλογῶν παραγγέλλουσιν.
712Ἐπειδὴ ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε λεχθέντων ἀποδεικνύεται ὅτι
713οὐδὲν ὑπῆρχε πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ τοῦ ἀντιπροσώ-
714που τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς περὶ καλπονοθεύσεως, ὃν ἐφεῦρε, μὴ
715θέλων νὰ ὑπογράψῃ εἰς τὰς τῶν ἓξ τελευταίων καλπῶν πρά-
716ξεις διαλογῆς, ἵνα οὕτω παρέξῃ λόγον ἀκυρώσεως εἰς τοὺς φί-
717λους του, περὶ τῆς ἀποτυχίας τῶν ὁποίων εἶχε πεισθῆ διὰ τῆς
718διαλογῆς τῶν ἓξ πρώτων καλπῶν· ἡ ὁποία πρόθεσίς του ἀπο-
719δεικνύεται ὡς ἐκ τῶν ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ ἀνακριτοῦ, ἐξ ἧς ἀπο-
720σπῶμεν τάδε «ἐκεῖνο ὅπερ μὲ ἐξέπληξεν εἶναι ἡ διαλογὴ ἐνερ-
721»γηθεῖσα ὑπό τινος Ταγκοπούλου ὀνόματι, ἀντιπροσώπου τῆς
722»διοικητικῆς ἀρχῆς. Οὗτος εἰσέβαλε μᾶλλον εἰς τὸν τόπον τῆς
723»ψηφοφορίας, ἄγρια βλέμματα ῥίπτων πανταχοῦ, καὶ διατάσσει
724»ὅπως ἐξέλθουν ὁ ἀνακριτὴς καὶ οἱ ἐπόπται· εἰς τὸ παράδο-
725» ξον τοῦτο ἄκουσμα τοσοῦτον ἐξεπλάγην, ὥστε δὲν τὸ ἐπί-
726» στευον καὶ ἠρώτησα τὸν παράδοξον ἀντιπρόσωπον ἐὰν ᾖναι
727» ἀληθὲς ὅ,τι ἤκουσα· οὗτος δὲ τὸ ἐπανέλαβε προσθέτων ὅτι
728» ἔχει ἀνωτέρας τοιαύτας διαταγάς. Ἀλλὰ τὸ φοβερώτερον
729» διὰ τὸ ὑπάλληλον τοῦτον, ὅπερ μ’ ἔκαμε νὰ σιγήσω ἐξ
730» αἰδοῦς, διότι ἐλέγετο ὑπάλληλος, ἦτο τὸ ἑξῆς· μετὰ τὴν
731» διαλογὴν τῶν καλπῶν τοῦ πρώτου κιβωτίου μετέβη μόνος
732» ὅπως ἐπιληφθῇ τοῦ ἑτέρου κιβωτίου ἔνθα ἦτον ἡ κάλπη τοῦ
733» Θεοδ. Δηλιγιάννη· τὸν παρηκολούθησα ὄπισθέν του, τὸν
734» εἶδον δὲ παραχρῆμα νὰ θέσῃ τὸν δάκτυλόν του εἰς τὴν σφρα-
735» γίδα τῆς σιδηρᾶς ῥάβδου, καὶ τὸν ἤκουσα εἰπόντα ὅτι δὲν
736» εἶναι ἀλύμαντοι.» Οὕτω τὴν πρᾶξιν εἶχε τελειώσει καὶ τὴν
737» φράσιν μόνον ἐτελείωνεν, ὅτε μὲ εἶδεν ἐξ ὄπισθέν του· ἅμα
738» ἰδών με εἶπεν ὅτι καλαὶ εἶναι αἱ σφραγίδες καὶ ἐξηκολούθησε
739» τὸ λέργον του.» Καὶ ἐπειδὴ ἐπιβλεπόντων τῶν ἐποπτῶν καὶ
740τοῦ ἀνακριτοῦ ἐγένετο ἡ διαλογὴ, μάλιστα παρόντος καὶ τοῦ
741ἀντιπροσώπου τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς καὶ εὐθὺς μετὰ τὴν δια-
742λογὴν ὑπογράψαντος μετὰ τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς ἀπόσπα-
743σμα τῆς γενικῆς διαλογῆς, ἡ μὴ ὑπογραφὴ τῶν ἓξ πράξεων
744διαλογῆς καλπῶν καὶ τῆς πράξεως τῆς γενικῆς διαλογῆς καθί-
745σταται ἁπλῶς καὶ κατ’ ἐπιφάνειαν τυπικὴ ἔλλειψις, οὐδόλως
746προσβάλλουσα τὴν διαλογήν.
747Ἐπειδὴ οὐδεμία ἔνστασις ὑπάρχει κατὰ τοῦ τρόπου τῆς ἀριθ-
748μήσεως τῶν ψήφων ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ἡ μὴ σημείωσις αὐτοῦ
749ἐκ παραδρομῆς προελθοῦσα, εἶναι ἔλλειψις τυπικὴ οὐδεμίαν
750μομφὴν κατὰ τῆς ἐκλογῆς ἐπιφέρουσα.
751Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Μυλάον-
752τος οὐδεμία ὑπάρχει ἔνστασις, διὰ ταῦτα θεωροῦμεν ἔγκυρον
753τὴν ἐκλογὴν καὶ νομίμους βουλευτὰς τῆς ἐπαρχίας Γορτυνίας
754τοὺς Γεώργιον Δ. Πλαπούταν, Θεόδωρον Δηλιγιάννην, Βασίλειον
755Νικολόπουλον, Ἰωάννην Δηληγιάννην, Γεώργιον Λαδόπουλον καὶ
756Α. Ἀντωνόπουλον.
757Ὁ Πρόεδρος
758Μ. Κ. ΚΑΝΑΡΗΣ.
759Τὰ μέλη
760Π. Β. Κωσταντᾶς, Δ. Σαῤῥιγιάννης, Δ. Ι. Κουνουπιώτης,
761Θ. Θερμογιάννης, Ἰω. Νέγκας, Γ. Μπούμπουλης, Α. Α. Κοντό-
762σταυλος, Φίλιππος Π. Βάρβογλης, Α. Βαρβαρίγος, Ε. Βιρ-
763βίλης, Πέτρος Μαυρομιχάλης, Ἰω. Σ. Χαλκιᾶς.»
764§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαυρομαρᾶς ἔχει τὸν λόγον.
765§46ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Καὶ ἄλλοτε, εἶπόν τινες τῶν προλαλη-
766σάντων, ἔλαβον τὸν λόγον εἰς παρελθοῦσαν Βουλὴν, διότι ἔ-
767βλεπον χωλαίνουσαν τὴν λειτουργίαν τῶν συνταγματικῶν θε-
768σμῶν καὶ τὰς ἐλευθερίας τῆς πατρίδος αὑτῶν κινδυνευούσας,
769καὶ ἤδη προοιμιάσθησαν μὲ τὸ αὐτὸ προοίμιον, λέγοντες ὅτι τὸν
770αὐτὸν κίνδυνον διορῶσι καὶ ὅτι θέλουσιν ἐκθέσει τὰς πεποιθήσεις
771των, τὰς ἀμφιβολίας των καὶ τοὺς φόβους των, ἀδιαφοροῦντες
772διὰ τὸ ἀποτέλεσμα, ὅπερ θὰ ἐπέλθῃ ἀπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βου-
773λῆς. Συγκεφαλαιοῦσι δὲ εἰς δύο μεγάλας αἰτιάσεις τοὺς φόβους
774αὑτῶν, ὧν ἕνεκα ἐμβλέπωσι κινδύνους εἰς τὴν τακτικὴν λει-
775τουργίαν τῆς συνταγματικῆς μηχανῆς. Ἕτερος δέ τις προσῆλ-
776θεν, ὅστις προσέθηκεν καὶ τρίτην αἰτίασιν καὶ εὗρε τὰ πάντα
777μαῦρα καὶ σκοτεινά. Θέλω προσπαθήσει, κύριοι, ν’ ἀποδείξω,
778ὅτι οὐδεὶς ἐκ τούτων εἶχε δίκαιον, καὶ ὅτι δύναται νὰ ἦναι
779εὐγενὴς ἡ φιλοτιμία καὶ ἡ συναίσθησις τοῦ καθήκοντος, ὅταν
780βλέπῃ τις κινδύνους ἐπιπροσθοῦντας εἰς τοὺς θεσμοὺς τῆς πα-
781τρίδος του, νὰ μεριμνᾷ περὶ σωτηρίας αὑτῶν, ἐπὶ τοῦ προκει-
782μένου ὅμως οἱ κίνδυνοι δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν οὐδεμίαν ὑπό-
783στασιν. Ὡς ἐκ μηχανῆς θεὸς, εἶπέ τις τῶν προλαλησάντων, ἦλθεν
784ἡ παροῦσα κυβέρνησις εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων τῆς
785πολιτείας, ἀλλὰ διὰ νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον ἔχει δίκαιον πρέπει
786νὰ ἐξετάσωμεν ὅλην τὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος μας τὴν νεω-
787τάτην. Πρὶν ὅμως ἔμβω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ἱστορίας αὐτῆς,
788αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ θέσω μίαν μεγάλην ἀρχήν. Ἐν τῇ
789συνταγματικῇ πολιτείᾳ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἶναι ὁ μόνιμος
790ἐπόπτης ὄχι μόνον τοῦ πολιτισμοῦ, τῶν φώτων καὶ τῆς εὐη-
791μερίας τοῦ τόπου, ἀλλὰ ἀκόμη μόνη αὕτη ἐξ ὅλων τῶν
792ἄλλων ἐξουσιῶν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ βλέπῃ διαρκέστερον
793ὅλας τὰς ἀνάγκας τῆς πολιτείας, νὰ εἰσακούῃ ὅλας τὰς εὐχάς
794της, νὰ προλαμβάνῃ τὰς ἀνάγκας της καὶ πολλάκις νὰ διορ-
795θόνῃ καὶ τὰ λάθη της. Ἀνώτερος δὲ ἐπόπτης εἶναι ὁ ἀνώτατος
796ἄρχων, διότι μετέχει ὅλων τῶν ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους. Ἐὰν
797θέσωμεν ταύτην τὴν βάσιν, τότε θέλομεν εἰδεῖ ὅτι ὄχι μόνον
798δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ ὑπέρτατον καθῆκον ἐπιβάλλεται εἰς τὸν
799ἀνώτατον ἄρχοντα νὰ μὴ ἀφήνῃ οὐδέποτε τὸν τόπον ἀκυβέρνητον.
800Καὶ ποῖος, κύριοι, εἶναι ὁ λόγος δι’ ὃν κατὰ τὸ 1867, ἐνῷ ὑ-
801φίστατο κυβέρνησις ἔχουσα πλειοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ, ὁ ἀνώ-
802τατος ἄρχων ἐσκέφθη ἄλλως καὶ ἐκάλεσε εἰς τὰ πράγματα τῆς
803πατρίδος τὴν μειοψηφίαν τῆς Βουλῆς ἐκείνης; Ὁ ἀνώτατος
804ἄρχων ἐν τῇ συνέσει αὑτοῦ διεῖδεν ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς κυβερ-
805νήσεως ἐκείνης δὲν συνεῖδε πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς πολιτείας
806καὶ τῆς πατρίδος, καὶ θέλων νὰ ἀποσοβήσῃ πάντα κίνδυνον, ἐ-
807κάλεσεν ἐν τῇ συνέσει αὑτοῦ ἐκ τῆς μειοψηφίας τὸν κ. Βούλ-
808γαρην νὰ σχηματίσῃ ὑπουργεῖον. Ἐρωτῶ τὸν κ. Μίλησην, ἦλθεν
809ὁ κ. Βούλγαρης ὡς ἐκ μηχανῆς θεός; Οὐχὶ βεβαίως. Ἐὰν ἀρ-
810νηθῆτε εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα τὸ δικαίωμα νὰ καλῇ καὶ
811τὴν μειοψηφίαν εἰς τὰ πράγματα, ὅταν βλέπῃ ὅτι τὸ συμφέρον
812τῆς κοινωνίας εἶναι εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὴν πολιτικὴν, ἥτις ἐπι-
813κρατεῖ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, τότε, κύριοι, ἐπέρχεται τὸ χάος καὶ
814θέλετε νὰ ἐπιφέρετε τὴν καταστροφὴν τῆς κοινωνίας. Λοιπὸν
815ἔγκειται εἰς τὴν φύσιν αὐτὴν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος
816καὶ εἰς τὰς ἐξουσίας, τὰς ὁποίας ἐδώκατε εἰς τὸν ἡγεμόνα, νὰ
817ἔχῃ αὐτὸ τὸ δικαίωμα, διότι ὀφείλει ὁ ἀνώτατος ἄρχων νὰ
818μὴ ἀφήσῃ τὸν τόπον ἀκυβέρνητον οὐδέποτε.
819Ὁ κ. Βούλγαρης λοιπὸν τότε ἦλθεν ἐκ τῆς μειοψηφίας καὶ
820ἐσχημάτισε Κυβέρνησιν. Παρῆλθεν ἓν ἔτος καὶ ἡ κυβέρνησις ἐ-
821κείνη παρῃτήθη καὶ ἐκλήθη ἄλλος νὰ σχηματίσῃ κυβέρνησιν, καὶ
822ἐκλήθη ἐκ τῆς μειοψηφίας, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ἄλλως γε-
823νέσθαι, καθόσον ὁ τόπος εἶχε ἀνάγκην Κυβερνήσεως. Λοιπὸν καὶ ἡ
824πρώτη καὶ ἡ δευτέρα κυβέρνησις ἦλθον ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς δια-
825λύσεως τῆς Βουλῆς, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν κυβέρνησις ἐκ τῆς
826μειοψηφίας νὰ μὴ ἔλθῃ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς διαλύσεως. Ἀλλὰ
827καὶ ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ἔπεσε καὶ τὴν διεδέχθη ἑτέρα, καὶ
828αὐτὴν ἄλλη, καὶ ἐκείνη ἔπεσε, καὶ πάλιν ὁ ἀνώτατος ἄρχων
829ἠναγκάσθη νὰ καλέσῃ ἐκ τῆς μειοψηφίας τῆς τρίτης Βουλῆς
830ἄλλον νὰ σχηματίσῃ κυβέρνησιν. Ἰδοὺ καὶ τρίτον παράδειγμα
831ἐπενεγκὼν τὴν αὐτὴν λύσιν. Ἀλλὰ καὶ ἡ κυβέρνησις ἐκείνη
832διαφωνήσασα πρὸς τὸν ἡγεμόνα καὶ ἀπολέσασα τὴν ἐμπιστο-
833σύνην αὑτοῦ παρῃτήθη, καὶ πάλιν ὁ Βασιλεὺς ἐν τῇ συνέσει
834αὑτοῦ, ἵνα μὴ ἀφήσῃ τὸν τόπον ἀκυβέρνητον, ἐκάλεσεν ἐκ τῆς
835μειοψηφίας τῆς Βουλῆς ἕτερον νὰ σχηματίσῃ κυβέρνησιν καὶ
836οὗτος ἐννοεῖται δὲν ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ παρὰ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς
837διαλύσεως αὐτῆς. Δὲν εἶναι λοιπὸν ζήτημα ὅτι ὁ κ. Δεληγεώρ-
838γης ἦλθεν ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς διαλύσεως, καὶ μόνον ὅσοι θέλουν
839νὰ ἀμφισβητήσουν καὶ τὴν φαεινοτέραν ἀλήθειαν θὰ ἀμφισβη-
840τήσουν καὶ τὴν ἀλήθειαν ταύτην, διότι λέγουν, ἐλάβετε παρὰ τῆς
841Βουλῆς ἐκείνης τὸν προϋπολογισμόν. Ἀλλ’ ὁ κ. Μίλησης εἶπεν
842ὅτι μόνον εἰς μίαν περίστασιν δύναμαι νὰ εὕρω δικαιολόγησιν
843τῆς διαλύσεως, τὴν περίστασιν καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ ἀποῤῥίπτουσα
844νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία θεωρεῖ ὠφέλιμον
845διὰ τὴν κοινωνίαν, ἀναγκάζει τὸν Βασιλέα νὰ κάμῃ ἔκκλησιν
846εἰς τὸν λαὸν, διὰ νὰ ἴδῃ τὶς εἶχε δίκαιον. Ἀλλὰ πολλάκις δὲν
847ἐπανέλαβεν ὁ ἀνώτατος ἄρχων τὸ πείραμα καὶ ἐκάλεσε τὴν ἑ-
848τέραν μερίδα, καὶ οὐδέποτε ἠδυνήθη νὰ σχηματίσῃ κυβέρνησιν
849δυναμένην νὰ κυβερνήσῃ τὸν τόπον; Ἀλλ’ ὅταν τις κληθῇ ἐκ
850τῆς μειοψηφίας, τί ἄλλο θὰ πράξῃ παρὰ νὰ ζητήσῃ νὰ διαλυθῇ
851ἡ Βουλή; Ἡ ἀνάγκη λοιπὸν ἡ ἀκαταμάχητος ὑπαγορεύει νὰ
852ἔρχηται καὶ ἡ μειοψηφία, νὰ ἔρχηται εἰς τὰ πράγματα, ἀλλὰ
853πάντοτε ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς διαλύσεως, διότι εἶναι παραδεδεγ-
854μένη ἡ ἀρχὴ εἰς τὰ συνταγματικὰ πολιτεύματα, ὅτι αἱ πλειο-
855ψηφίαι πρέπει νὰ κυβερνῶσι τὰ πράγματα, καὶ διὰ τοῦτο γί-
856νεται ἡ διάλυσις, ἵνα ἔλθῃ Βουλὴ σύμφωνος μὲ τὰς ἰδέας τῆς
857κυβερνήσεως.
858Ἀλλά, λέγετε, κύριοι, εἰς αὐτὸ τὸ κακὸν πρέπει νὰ
859τεθῇ φραγμός, τὸ θεωρεῖτε κακὸν, ἐξετάζετε ἐὰν ὑφίστα-
860ται τοιοῦτον δικαίωμα ἀλληλοδιαδόχων διαλύσεων καὶ
861ἐὰν δὲν πρέπει νὰ τεθῇ φραγμός. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημά σας. Ἠ-
862κούσατε χθὲς μίαν θεωρίαν, ἡ ὁποία σᾶς εἶπεν ὅτι τὸ δικαίωμα
863αὐτὸ εἶναι ἀνεξέλεγκτον. Ἀλλ’ ὑμεῖς δὲν ἀρκεῖσθε εἰς αὐτὴν τὴν
864ἐξήγησιν, ὑμεῖς λέγετε, θέλομεν εὐθύνην· ἀλλ’ ἐκεῖ ὁποῦ τὴν
865ζητεῖτε, δὲν δύνασθε νὰ τὴν ἀποδώσητε, καὶ ἔρχεσθε πα-
866ρακατιὸν καὶ λέγετε ὅτι τὴν εὐθύνην θέλομεν νὰ ἀποδώσωμεν
867εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἐδῶ πλανᾶσθε. Μία σχολὴ ὑπάρ-
868χει, ἥτις πρεσβεύει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Δημητριάδης, ὅτι
869τὸ δικαίωμα αὐτὸ καὶ ἡ χρῆσίς του εἶναι ἀνεξέλεγκτος, καὶ
870αὐτὴ ἡ σχολὴ εἶναι τοῦ Rengamin Constent.
871§47ΡΑΛΛΗΣ. Βλασφημεῖτε, κ. Μαυρομαρᾶ, νὰ ἀποδίδετε εἰς τὸν
872Rengamin Constent τοιαύτας ἀρχάς.
873§48ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Διαβάσατέ τον καὶ θὰ ἴδητε· θὰ ἰδῆτε, ὅτι
874ὁ Rengamin Costant ἀναβιβάζει εἰς τετάρτην δύναμιν τῆς
875πολιτείας τὰ ἡγεμονικὰ ταῦτα δικαιώματα ἤτοι τὰς προνομίας.
876Ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς προέρχεται ἐκ τῆς πρωτοβουλίας τοῦ
877ἡγεμόνος καὶ ὁ ἡγεμὼν εἶναι ἀνεξέλεγκτος, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἡ
878δεχομένη ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς διαλύσεως δὲν ἔχει παρὰ ἠθικὴν
879εὐθύνην ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, δὲν ἔχει ὅμως οὔτε πολιτι-
880κὴν εὐθύνην, οὔτε νομικήν. Ἔχει μόνον ἠθικὴν εὐθύνην, διότι
881τὴν πρᾶξιν θὰ κρίνῃ ἡ ἱστορία, δὲν ἔχει πολιτικήν, διότι ἡ
882διάλυσις δὲν ἀνήκει εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰς
883πράξεις αὐτῆς καὶ διότι δὲν ἔγκειται ἡ πρᾶξις αὕτη εἰς Κοινο-
884βουλευτικὸν ἔλεγχον· δὲν ἔχει νομικήν, διότι δὲν παραβαίνει
885κἀνένα νόμον, εἶναι δικαίωμα προερχόμενον ἀπὸ τὸν Βασιλέα.
886Ἀλλά, κύριοι, ζητεῖτε τί μέλλει γενέσθαι, ἐὰν ἀλληλοδιαδόχως
887ἐπέρχωνται αἱ διαλύσεις; Καὶ διατί δὲν ζητεῖτε τὰ αἴτια τῶν
888διαλύσεων; Τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο προέρχεται ἐκ τῆς καταστά-
889σεως τῶν ἡμετέρων Κοινοβουλίων. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἄλλοτε ὁ
890ἡγεμὼν δὲν ἤθελε νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς δια-
891λύσεως καὶ ἐκάλεσε ἐπανειλημμένως ὅλα τὰ κόμματα εἰς τὴν
892κυβέρνησιν, καὶ μολαταῦτα ἀλληλοδιαδόχως ἔπιπτον ἡμέραν
893παρ’ ἡμέραν καὶ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ σταθῇ.
894§49ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ὅμως ἐγένετο πλειοψηφία.
895§50ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐγένετο πλειοψηφία τεχνητὴ, τῆς ὁποίας
896τὰ ἀποτελέσματα θὰ σᾶς ἐκθέσω παρακατιόν. Εἴθε νὰ μὴ ἐγεί-
897νετο ἡ πλειονοψηφία ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀφῆκε τόσα κακὰ εἰς τὴν
898κυβέρνησιν τοῦ τόπου.
899§51ΜΠΟΥΚΑΟΥΡΗΣ. Ἐκείνη ἡ διάλυσις ἐπέφερεν ὅλα τὰ κακά.
900§52ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ζητεῖτε τί εἶναι τὸ συμφερώτερον, τὸ μὴ
901διαλύειν παντελῶς τὴν Βουλὴν ἢ τὸ διαλύειν συνεχῶς. Τοῦτο
902εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν δύνασθε νὰ λύσητε κατὰ γενικὴν
903ἀρχὴν, διότι ἐξαρτᾶται πάντοτε ἀπὸ τὴν κατάστασιν ἑκάστης
904συνταγματικῆς κοινωνίας.
905§53ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὄχι τὸ μὴ διαλύειν παντελῶς.
906§54ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐὰν ἐπολιτεύεσθε, ὅπως οἱ Ἄγγλοι, βεβαίως
907σπανίως ὁ ἡγεμὼν ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμῃ χρῆ-
908σιν τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως· ἀλλὰ δυστυχῶς δι’ ἡμᾶς
909τοὺς Ἕλληνας εἶναι παντελῶς ξένη ἡ μετριοπάθεια, καὶ ἐνόσῳ
910ἡμεῖς δὲν κατέχομεν τὴν ἐξουσίαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνε-
911χθῶμεν τὸν ἀντίπαλον ἡμῶν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Πρώτη λοιπὸν ἡμῶν
912ἀφετηρία εἶναι νὰ πολεμήσωμεν ἑκάστην ἐξουσίαν. Ἐκ τούτου
913γεννᾶται ἡ ἀνάγκη, γεννῶνται ὅλαι αὗται αἱ συμφοραὶ αἱ κοι-
914νοβουλευτικαί, ὧν ἕνεκα ἐπέρχεται ἡ ἑτέρα ἀνάγκη τοῦ νὰ δια-
915λύωνται τὰ Κοινοβούλια παρ’ ἡμῖν. Ἀλλά, κύριοι, σεῖς θέλετε
916τὸ ἀδιάλυτον τῶν Βουλῶν· πολὺ καλά, τὸ δέχομαι.
917§55ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν τὸ ἐννοεῖ κἀνείς.
918§56ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Δὲν θέλετε τὴν διάλυσιν, δὲν θέλετε τὸ ἀ-
919διάλυτον· τί θέλετε λοιπόν;
920§57ΡΑΛΛΗΣ. Λογικὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τούτου.
921§58ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ποία εἶναι ἡ λογικὴ ἐνάσκησις;
922§59ΡΑΛΛΗΣ. Ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα.
923§60ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ὅταν σὲ καλῇ καὶ κάμνῃς Κυβέρνησιν ἐκ
924τῆς πλειοψηφίας καὶ ὕστερον καταῤῥέῃς μόνος σου, τί θέλεις νὰ
925σοῦ κάμῃ ὁ ἡγεμών; Νὰ ἀφήσῃ τὸν τόπον ἀκυβέρνητον;
926§61ΖΑΛΩΝΗΣ. Οὐδεὶς εἶναι κατὰ τοῦ ἡγεμόνος.
927§62ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Οὐδεὶς σᾶς κατηγορεῖ ὅτι εἶσθε κατὰ τοῦ
928ἡγεμόνος, ἀλλὰ λέγετε, ὅτι ἡ χρῆσις τῆς διαλύσεως πρέπει νὰ
929γίνηται λογικῶς. Νὰ μοὶ εὕρητε τὸν λόγον τὸν ὀρθόν, καὶ ὅταν
930σεῖς δὲν στέκεσθε εἰς τὴν λογικὴν, τί θέλετε νὰ πράξῃ ὁ ἄλλος
931διὰ νὰ σᾶς ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν λογικήν; Ἠξεύρετε τί συνεπείας
932ἔχει τὸ ἀδιάλυτον;
933§63ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ δὲν τὸ καθιεροῦμεν.
934§64ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Τὸ ἀδιάλυτον δὲν θὰ ἔχῃ ἄλλην συνέπειαν,
935εἰμὴ νὰ καθιερώσητε τὴν μεγαλειτέραν τυραννίαν τῶν πολλῶν
936ἀπέναντι τοῦ ἑνός. Ἡ νομοθετικὴ συνέλευσις τῆς Γαλλίας, κύριοι,
937τοῦ 1818 εἶχε τὸ δικαίωμα τοῦ ἀδιαλύτου· ἀλλὰ διατί; διότι
938εἶχεν ὑπεύθυνον πρόεδρον. Λοιπὸν θέλετε τὸ ἀδιάλυτον; τότε
939πρέπει νὰ εἴπητε καθαρὰ θέλομεν Δημοκρατίαν, δὲν θέλομεν
940ἄρχοντα ἀνεύθυνον, θέλομεν ὑπεύθυνον, ἄλλως δὲν δύνασθε ποτὲ
941νὰ συμβιβάσητε τὸ ἀνεύθυνον τοῦ ἡγεμόνος μὲ τὸ ἀδιάλυτον,
942τὸ ὁποῖον ζητεῖτε. Ἀλλά, κύριοι, φρονεῖτε, ὅτι δὲν καλεῖται
943συνεχῶς ὁ λαὸς εἰς τὴν ἐξάσκησιν τοῦ δικαιώματος τούτου,
944ὅτι τοῦτο εἶναι ἐναντίον τῶν ἐλευθεριῶν. Πλανᾶσθε ὅμως, διότι
945τοῦτο εἶναι ἐναντίον τῆς ἰδέας σας, διότι ἐλευθερώτερον πολί-
946τευμα εἶναι ἡ Δημοκρατία ἀπὸ τὴν συνταγματικὴν μοναρχίαν,
947καὶ μόλα ταῦτα εἰς τὰς δημοκρατίας οἱ λαοὶ καλοῦνται λίαν
948συνεχῶς εἰς τὴν ἐξάσκησιν τοῦ ἐκλογικοῦ αὐτῶν δικαιώματος.
949§65ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὄχι ὅμως διὰ διαλύσεων.
950§66ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐκεῖ δὲν εἶναι ἡγεμὼν ἀνεύθυνος νὰ διαλύῃ,
951ἐκεῖ εἶναι πρόεδρος ὑπεύθυνος.
952Κατηγορούμεθα ὅμως, κύριοι, παρ’ ὑμῶν, ὅτι εἴμεθα ὀπαδοὶ
953τοῦ προσωπικῆς κυβερνήσεως· ἡμεῖς ὀπαδοὶ τῆς προσωπικῆς
954κυβερνήσεως! ἡμεῖς ὄργανα τυραννίδος!! Διατί, κύριοι; διότι καὶ
955ἡμεῖς ἐκλήθημεν ἅπαξ νὰ κάμωμεν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς
956διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Λοιπὸν οἱ πρὸ ἡμῶν διαλύσαντες δὲν
957ἦσαν ὄργανα τυραννίδος, ἀλλὰ καὶ ὑπηρέται τῆς προσωπικῆς
958κυβερνήσεως. Ἦτον ἀνάξιον, κύριοι, νὰ ἀπαντήσῃ τις εἰς τοι-
959αύτην αἰτίασιν, διότι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἔχει εἴτε μέγαν εἴτε
960μικρὸν πολιτικὸν βίον καὶ παρελθόν· ἀλλὰ ἐνθυμηθῆτε, κύριοι,
961ὅτι ἡμεῖς καὶ ἂν ἐζητήσαμεν τὴν ἐξουσίαν ὡς νόμιμον δικαί-
962ωμα, δὲν ἠσεβήσαμεν ὅμως ὅπως σεῖς, οἱ κατηγοροῦντες ἡμᾶς,
963ἠσεβήσατε ἄλλοτε πρὸς τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν. Ὑπῆρχεν ἄλ-
964λοτε ἐνταῦθα σῶμα κυρίαρχον, τοῦ ὁποίου οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ
965ζητήσῃ τὴν διάλυσιν καὶ τὸ ὁποῖον μόνον εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ
966διαλυθῇ ἀφ’ ἑαυτοῦ, καὶ ὅμως σεῖς ἐζητήσατε, ἐπιβληθέντες, τὴν
967διάλυσιν αὐτοῦ. Ἡμεῖς, κύριοι, ὄργανα τυραννίδος! ἐξ ὧν οἱ
968πλεῖστοι ἀγνοοῦμεν καὶ αὐτὸν τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα προσω-
969πικῶς! Καὶ ποῖοι, κύριοι, μᾶς κατηγοροῦσιν; Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι
970ἦσαν τὰ τυφλότερα ὄργανα τοῦ Σπόνεκ. Ἀλλά, κύριοι, καί τοι
971τινὲς ἐκ τῶν κατηγορησάντων τὴν κυβέρνησιν ὡμολόγησαν, ὅτι
972εἶχε τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἐπέκριναν αὐτὴν,
973διότι δὲν ἔκαμε χρῆσιν τοῦ τοιούτου δικαιώματος ἀμέσως.
974Ἐνταῦθα νὰ μοὶ συγχωρήσῃ ὁ κ. Ζαΐμης νὰ διαφωνήσω πρὸς αὐ-
975τὸν, πρῶτον διότι ἐλησμόνησεν ἑαυτὸν, καὶ δεύτερον διότι δὲν
976ἐξήτασε τὸ πρᾶγμα βαθύτερον.
977Ἂς ἐνθυμηθῇ ὁ κύριος Ζαΐμης, ὅτι κληθεὶς τὸν Ἰανουάριον
978τοῦ 1869 εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος, ἐ-
979δέχθη τὴν ἐντολὴν τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος νὰ σχηματίσῃ κυ-
980βέρνησιν καὶ ἐδέχθη τὴν ἐντολὴν, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς δια-
981λύσεως τῆς Βουλῆς. Ἔκαμε χρῆσιν εὐθὺς ἀμέσως τοῦ τοιούτου
982δικαιώματος; Ὄχι· ἡ κυβέρνησις ἐκείνη μετὰ δύω μῆνας διέ-
983λυσε τὴν Βουλήν.
984§67ΣΑΡΑΒΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς κάμω μίαν παρατήρησιν.
985Τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης τὸ ἀνεγνώσατε. Ἡ
986Κυβέρνησις εἶπεν, ὅτι ἀνέλαβε τὴν κυβέρνησιν τοῦ Κράτους ὑπὸ
987τὸν ὅρον νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν, ὅπως ὁ λαὸς ἀποφασίσῃ περὶ
988τῆς Κυβερνήσεως· τὸ εἶπεν ἀμέσως.
989§68ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Δὲν τὴν μέμφομαι διὰ τοῦτο, ἀλλὰ πότε
990ἔκαμε χρῆσιν; μετὰ δύω μῆνας.
991§69ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν παρουσιάσθη ὅμως τότε ἡ Κυβέρνησις νὰ ζη-
992τήσῃ προϋπολογισμόν.
993§70ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Δὲν μέμφομαι τὸν κ. Ζαΐμην, ἐφέρθη πολὺ
994σωφρόνως· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ τις εἰς τὴν κυβέρνησιν καὶ
995νὰ θελήσῃ, ὥστε ἀμέσως αἱ ἰδέαι του νὰ ᾖναι ἐφαρμόσιμοι·
996διότι οὔτε τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως, οὔτε τὰ ὄργανα τῆς ἐμ-
997πιστοσύνης, οὔτε ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων εἶναι πάντοτε
998πρόχειρος, ὥστε νὰ κυβερνήσῃ ἐπιτυχῶς. Λοιπὸν ἡ αἰτίασις τοῦ
999κ. Ζαΐμη, ὅτι ὁ κ. Δεληγεώργης κακῶς ἔπραξε νὰ μὴ διαλύσῃ
1000ἀμέσως τὴν Βουλὴν, δὲν εἶναι δικαία, διότι οὔτε αὐτὸς ὁ κ.
1001Ζαΐμης δὲν ἔκαμε χρῆσιν τοῦ τοιούτου δικαιώματος ἀμέσως.
1002Εἶπα δὲ, ὅτι καὶ πράγματι δὲν ἔχει δίκαιον εἰς τὴν αἰτίασιν
1003αὐτὴν, διότι ἑκάστη κυβέρνησις, ὅταν ἀναλαμβάνῃ τὴν διεύθυν-
1004σιν τῶν πραγμάτων, δὲν εὑρίσκεται πάντοτε ἐπὶ ῥόδων. Ὅτε ὁ κύ-
1005ριος Δεληγεώργης ἦλθεν, ἡ δημοσία ἀσφάλεια δὲν ἦτον ἐντελῶς
1006παγιωμένη· καὶ μολονότι κατὰ τὸ 1870 ὅλοι οἱ φυγόδικοι τῆς
1007Πελοποννήσου ἦσαν εἰς τὰς φυλακὰς, ἤρκεσαν δύω ἔτη διὰ νὰ ἐ-
1008πανέλθουν πάλιν εἰς τοὺς κόλπους τῆς κοινωνίας καὶ νὰ τα-
1009ράξουν τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Ἡ κατάστασις λοιπὸν τῶν
1010πραγμάτων ἐδεῖτο προπαρασκευῆς σπουδαίας· ἑπομένως ἦτο
1011δικαίωμα τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης καὶ ὑποχρέωσις μάλιστα νὰ
1012μὴ διαλύσῃ ἀμέσως τὴν Βουλὴν.
1013Ἔρχεται, κύριοι, ἡ ἑτέρα αἰτίασις, ἔρχεται ἡ αἰτίασις ὅτι ἡ Κυ-
1014βέρνησις παρηνόμησε διακόψασα τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Διατί
1015παρηνόμησεν ἡ κυβέρνησις; Μήπως τὸ δικαίωμα τῆς διακοπῆς δὲν
1016εἶναι ἐγγεγραμμένον ἐν τῷ Συντάγματι; Ἀλλὰ λέγουσι, δὲν ἐδύ-
1017νατο ἡ Κυβέρνησις, πρὶν καταρτισθῇ τὸ προεδρεῖον, νὰ κάμῃ τὴν
1018διακοπὴν αὐτήν. Καὶ ποῦ εὑρίσκετε αὐτὴν τὴν διάταξιν ἀνα-
1019γεγραμμένην;
1020§71ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς παραδόσεις.
1021§72ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ποίας;
1022§73ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἰς τὴν Γαλλίαν, κ. Μαυρο-
1023μαρᾶ, ἀπὸ τὰ 1830 ἕως τὰ 1848, ἐπὶ Φιλίππου, μία καὶ μόνη
1024διακοπὴ ἐγένετο τῆς Βουλῆς εἰς διάστημα 18 ἐτῶν.
1025§74ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Λοιπὸν εἰς διάστημα ὀκταετὲς συνταγμα-
1026τικοῦ βίου παρ’ ἡμῖν ἔχουν γείνει τρεῖς διακοπαὶ, μία ὑπὸ τοῦ κυ-
1027ρίου Κουμουνδούρου εἰς τὰ 1865, μία ὑπὸ τοῦ κυρίου Ζαΐμη,
1028καὶ μία αὐτή.
1029§75ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἐξελέγχομεν τὸ παρελθὸν, ἀλλὰ ζητοῦμεν εὐ-
1030θύνας ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὴν σημερινήν.
1031§76ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Λοιπὸν ζητεῖτε νομολογίαν οὐχὶ ἐπὶ τοῦ ἑ-
1032αυτοῦ σας· σεῖς λοιπὸν εἶσθε ἀναμάρτητοι καὶ ἀνεύθυνοι.
1033§77ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ σεῖς εἶσθε οἱ ἀναμορφωταὶ τοῦ
1034τόπου.
1035§78ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ποῦ λοιπὸν εὑρίσκετε τὴν διάταξιν ὅτι δὲν
1036δὲν δύναται νὰ διακοπῇ ἡ Βουλὴ, πρὶν ἀκόμη καταρτισθῇ τὸ
1037προεδρεῖον;
1038§79ΜΙΛΗΣΗΣ. Φέρετέ μας ἓν παράδειγμα.
1039§80ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Θὰ σᾶς φέρω. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ
1040κ. Βούλγαρης εἰς τὰ 1857 ἔπραξαν τὸ αὐτὸ ἐπὶ Ὄθωνος. Ἀλ-
1041λὰ πόθεν ἐξάγετε ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ χρῆσιν
1042τοῦ δικαιώματος τῆς διακοπῆς, πρὶν καταρτισθῇ τὸ προεδρεῖον;
1043Νομίζετε, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ὑφίσταται ὡς πολιτικὸν σῶμα, ἀφοῦ
1044κηρυχθῇ ἡ ἔναρξίς της; Πλανᾶσθε, κύριοι. Καὶ διατὶ κάμνει ἀ-
1045ποφάσεις καὶ ἐξελέγχει ἐκλογάς; Λοιπὸν εἶναι Σῶμα πολιτικὸν,
1046ἔχον ζωὴν, ἔχον ἡλικίαν, ἔχον ὕπαρξιν. Πῶς λογίζεται, κύριοι,
1047ὁ χρόνος τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς; Ὁ ἐλάχιστος ὅρος παρ’ ἡ-
1048μῖν ἑκάστης συνόδου εἶναι τριῶν μηνῶν, ὁ ἀνώτατος ἕξ· ἡ
1049προθεσμία τῶν τριῶν μηνῶν ἢ τῶν ἓξ ἀπὸ πότε λογίζεται;
1050ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Βουλῆς. Λοιπὸν εἶναι ἢ ὄχι πολιτικὸν
1051σῶμα; Καὶ ὅταν ὁ Βασιλεὺς ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀναβολῆς,
1052δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς διακοπῆς; Ποῦ λοιπὸν εὑρίσκετε τὸ
1053ἀντισυνταγματικόν, τὸ παράνομον τῆς πράξεως αὐτῆς; Διατί
1054νὰ γείνῃ χρῆσις τοῦ δικαιώματος τούτου; Ἐνθυμηθῆτε, κύριοι,
1055τὶ σᾶς εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ὅτι ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἀνώ-
1056τατος ἐπόπτης τῶν ἀναγκῶν τῆς κοινωνίας, καὶ ὅτι ἔγκειται
1057ἐν τῇ συνέσει καὶ κρίσει αὐτοῦ νὰ κάμνῃ ἢ ὄχι χρῆσιν ἑνὸς δι-
1058καιώματος ἐξ ὅσων τῷ παρέχει τὸ Σύνταγμα· ὅπως λοιπὸν ὁ
1059Βασιλεὺς δὲν δύναται νὰ ἐξελέγξῃ τὴν διαγωγὴν τὴν ἰδικήν
1060σας διὰ τὰς πράξεις σας καὶ τὰς σκέψεις σας, οὕτω καὶ σεῖς δὲν
1061δύνασθε νὰ κρίνητε τὸ δικαίωμα αὐτὸ καὶ τὴν χρῆσιν αὐτοῦ.
1062§81ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκ τοῦ παραδείγματος, τὸ ὁποῖον ἐφέρατε προτή-
1063τερα τοῦ 1857...
1064§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι, νὰ τελειώσῃ.
1065§83ΡΑΛΛΗΣ. Εἴπατε ὅτι οἱ κύριοι Βούλγαρης καὶ Κουμουνδοῦρος
1066ἐνήσκησαν τὸ δικαίωμα.....
1067§84ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐσᾶς δὲν σᾶς διακόπτει κἀνεὶς, ἀφήσατε
1068τὸν ἀγορεύοντα νὰ ἐκφράσῃ τὰς ἰδέας του καὶ νὰ τελειώσῃ·
1069θέλομεν νὰ ἀκούσωμεν καὶ ἡμεῖς.
1070§85ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τὰ 1857 δὲν ὑπῆρξε, νομίζω, ὁ κ. Κουμουν-
1071δοῦρος ὑπὸ τὸν Βούλγαρην.
1072§86ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Δὲν ἔζης φαίνεται εἰς τὴν Ἑλλάδα, θὰ ἦσο
1073παιδί.
1074§87ΡΑΛΛΗΣ. Μετ’ αὐτὸν προσεκλήθη ὁ κ. Μιαούλης καὶ εἰς τὸ
1075ὑπουργεῖον ἐκεῖνο εἶχε λάβει μέρος καὶ ὁ πατήρ μου μετὰ τῶν
1076κ. Κουμουνδούρου καὶ Ζαΐμη.
1077§88ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἦτον ὑπὸ τὴν πρω-
1078θυπουργίαν τοῦ κ. Βούλγαρη ἀπὸ τὰ 1850 ἕως τὰ 1857, ὁπότε
1079ἔπεσεν ὁ κ. Βούλγαρης.
1080§89ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε Μαυρομμαρᾶ, ἐπειδὴ ἔγεινεν ἡ μικρὰ
1081διακοπὴ, μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς ἐρωτήσω διὰ νὰ φωτισθῶμεν
1082καὶ ἡμεῖς ἐὰν ἔγεινε τότε ἡ διακοπὴ, πρὶν συγκροτηθῇ τὸ προ-
1083εδρεῖον τῆς Βουλῆς ἐκείνης.
1084§90ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Πρὶν, μάλιστα.
1085§91ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Λοιπὸν αὐτὸ εἶναι γεγονός.
1086§92ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ 1856, ὅτε ἐνήργησε τὸ
1087ὑπουργεῖον Βούλγαρη ἐκλογὰς, δὲν ἔκαμε διακοπὴν, ἀλλὰ ἀνα-
1088βολὴν, καὶ ἑπομένως ἀντὶ νὰ ἀρχίσῃ ἡ Βουλὴ τὰς ἐργασίας της
1089τὴν πρώτην Νοεμβρίου ἤρχισε τὴν 10 Δεκεμβρίου 1856, καὶ
1090διήρκεσαν αὗται ἕως τὸν Ἰούνιον τοῦ 1857. Ἔκτοτε κἀμμία
1091διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς δὲν ἐγένετο. Κατόπιν μίαν
1092διακοπὴν ἔκαμεν εἰς τὰ 1865 τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου·
1093ἑτέραν τὸ ὑπουργεῖον Μωραϊτίνη τὴν 22 Δεκεμβρίου 1867
1094ἐπὶ τεσαράκοντα ἡμέρας, καὶ τρίτην διακοπὴν ἔκαμε τὸ ὑπουρ-
1095γεῖον Ζαΐμη τὴν πρώτην Νοεμβρίου 1871· ἐκτὸς τῶν διακο-
1096πῶν τούτων ἐγένοντο καὶ δύω ἄλλαι ἀναβολαὶ, ἡ μία τὸ ἔτος
10971866, πρωθυπουργοῦντος τοῦ κ. Βούλγαρη, καὶ ἡ ἑτέρα τὸ 1870,
1098πρωθυπουργοῦντος τοῦ κ. Δεληγεώργη. Αὐτὴ εἶναι ὅλη ἡ ἱστο-
1099ρία τῶν διακοπῶν καὶ ἀναβολῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.
1100§93ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Αὐτὰ εἴπετε εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. Πέτρου
1101Μαυρομιχάλη, ὅστις λέγει ὅτι δὲν ἔχομεν παραδόσεις. Ἀλλ’
1102ἐκτὸς τούτου, κύριοι, ἐκτὸς τῶν δύω τούτων αἰτιάσεων οἱ κατη-
1103γοροῦντες τὴν Κυβέρνησιν εὗρον αὐτὴν ἁμαρτήσασαν καὶ εἰς τὴν
1104λοιπὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους· ἀλλὰ κατηγορίαν κἀμμίαν δὲν
1105ἔφεραν καὶ κατέφυγαν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐκλογῶν. Καὶ πολ-
1106λοὶ μὲν ὡμολόγησαν ὅτι αἱ ἐκλογαὶ διεξήχθησαν νομίμως, ἄλ-
1107λοι ὅμως δὲν εὗρον εἰμὴ ἓν καὶ μόνον παράδειγμα διὰ νὰ κα-
1108τηγορήσουν τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ἐκλογὴν Μεσσήνης. Ἐνθυμεῖ-
1109σθε, κύριοι, ὅτι εἰς τὴν ἐκλογὴν Μεσσήνης ἐγὼ αὐτὸς ἔλαβον
1110τὸν λόγον, καί τοι φίλος τῆς κυβερνήσεως, καὶ ἐζήτησα τὴν
1111ἀκύρωσιν αὐτῆς καὶ ἡ ἐκλογὴ ἐκείνη ἠκυρώθη. Ἡ ἐκλογὴ ἐπα-
1112ναλήφθη, καὶ πάλιν ἡ Βουλὴ ἠκύρωσε τὴν ἐκλογὴν αὐτήν.
1113Κύριοι, μόλον ὅτι τὸ δεδικασμένον εἶναι σεβαστὸν, ἀλλ’ ἐπειδὴ
1114ὑμεῖς αὐτοὶ ἐνταῦθα ἐξετάζοντες τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως
1115ἐκρίνατε πολλὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, αἵτινες φέρουσι τὴν
1116ἰσχὺν τοῦ δεδικασμένου, διὰ τοῦτο μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ
1117εἴπω καὶ ἐγὼ ὅτι εἶναι ζήτημα, ἐὰν ἡ δευτέρα ἀκύρωσις τῆς
1118ἐκλογῆς Μεσσήνης ἦτον ἢ δὲν ἦτο νόμιμος ἢ δικαία.
1119§94ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριε πρόεδρε, τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς
1120δὲν τὴν ὑπερασπίζετε τώρα....
1121§95ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Μήπως σεῖς, κατακρίνοντες τὴν σύμβασιν
1122τῶν σιδηροδρόμων, δὲν προσβάλλετε τὸ δεδικασμένον;
1123§96ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἄλλο τὸ ἓν καὶ ἄλλο τὸ ἄλλο.
1124§97ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Καὶ νομίζετε, ὅτι δεδικασμένον εἶναι ἄλ-
1125λον παρὰ τυπικὴ ἀλήθεια καὶ ὅτι ἡ τυπικὴ ἀλήθεια δὲν εἶναι
1126καὶ αὐτὴ ἡ πραγματικὴ ἀλήθεια; Ἄρα ἡ τυπικὴ ἀλήθεια,
1127δὲν εἶναι ἀλήθεια, εἶναι ἀλήθεια ὑποχρεωτικὴ μόνον, δὲν εἶναι
1128ἡ ζῶσα ἀλήθεια, ἡ αἰώνιος ἀλήθεια. Λοιπὸν εἶναι ζήτημα, κύ-
1129ριοι, ἐὰν ἡ ἀπόφασις ἐκείνη ἦτο δικαία, καὶ ἐὰν δὲν ἐπεβάλ-
1130λετε εἰς μίαν ἐπαρχίαν νὰ ἀποφασίζῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὡς
1131εἶπον, ἐκείνη δὲν ἤθελε νὰ ἀποφασίσῃ. Ὁ κύριος Πετι-
1132μεζᾶς ἀναζητῶν τὴν νόμιμον ἢ μὴ ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν,
1133ὡμολόγησεν τὴν ἀλήθειαν, καὶ ὡμολόγησε μὲν ὅτι ἐν τῇ ἰδίᾳ
1134αὑτοῦ πατρίδι ἐγένετο ἐλευθέρα χρῆσις τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώ-
1135ματος, ἀλλ’ ὅτι ὑπῆρξε καὶ ἐξαίρεσις· κυρίως ὅμως τὴν ἐλευθέ-
1136ραν καὶ νόμιμον ἐξάσκησιν τῆς ἐκλογῆς τῆς πατρίδος του δὲν
1137ἀπέδωκεν εἰς τὰς ὁδηγίας καὶ τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως,
1138ἀλλ’ εἰς τὸν διευθυντὴν τῆς στρατιωτικῆς ἐκεῖ δυνάμεως, τὸν
1139ὁποῖον ἐπῄνεσε. Νομίζω ὅμως ὅτι ὅσον ἀξιαίπενος καὶ ἂν ᾖναι
1140ἐκεῖνος ὁ ἀξιωματικὸς καὶ ὅσον ἀκριβῶς καὶ ἐὰν ἐξετέλεσε τὸ
1141καθῆκόν του, τὸ τοιοῦτον δίδει ἓν ἐπιχείρημα ἐναντίον
1142τοῦ κ. Πετιμεζᾶ καὶ ὄχι ὑπὲρ αὐτοῦ· διότι, κύριοι, ἐὰν ἡ Κυ-
1143βέρνησις ἤθελε νὰ ἐνεργήσῃ παρανόμους ἐκλογάς, τότε δὲν ἤ-
1144θελε φερθῇ, ὅπως ἐφέρθη εἰς τὴν ἐκλογὴν Καλαβρύτων, καὶ ὁ κ.
1145Πετιμεζᾶς δὲν ἤθελεν εὑρεθῇ εἰς τὴν εὐτυχίαν, εἰς τὴν ὁποίαν
1146εὑρέθη.
1147§98ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι ἡ Τῆνος Καλάβρυτα.
1148§99ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Νὰ μάθετε, κ. Πετιμεζᾶ, ὅτι πᾶσα Κυβέρ-
1149νησις, ὅταν θέλῃ νὰ κάμῃ χρῆσιν παρανόμων μέτρων, δύναται
1150νὰ ἐπιβληθῇ εἰς πάντας.
1151§100ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ.... (θόρυβος).
1152§101ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἰς τὰ Καλάβρυτα δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπιβληθῇ.
1153§102ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Διατί ὁ Ὄθων ἐπεβάλλετο εἰς τὰ Καλ-
1154λάβρυτα; Πλανᾶσθε, ἂν νομίζητε ὅτι ἐν Ἑλλάδι εἶναί τις ἀ-
1155καταμάχητος.
1156§103ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶναι καὶ ἐπαρχίαι, ὅπου ἡ ἐξουσία δὲν δύναται
1157νὰ ἐπιβληθῇ.
1158§104ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς κατηγορῶν τὴν Κυβέρ-
1159νησιν δὲν εὗρεν οὐδεμίαν πρᾶξιν ἱκανὴν διὰ νὰ τὴν ἐπαινέσῃ,
1160εὗρε Κυβέρνησιν στάσιμον, ἄπειρον καὶ ἀνίκανον. Ἐπειδὴ ἡ
1161μορφὴ αὕτη εἶναι κυρίως προσωπικὴ ῥιπτομένη ἐνώπιον τῶν
1162ὑπουργῶν, δὲν ἐπιβάλλεται εἰς ἐμὲ τὸ καθῆκον, νὰ ἀναλάβω τὴν
1163ὑπεράσπισιν ἐπὶ τοιούτου ζητήματος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ
1164δὲν δύναμαι νὰ ἀφήσω ἀπαρατήρητον μίαν ἀντίφασιν, τὴν ὁ-
1165ποίαν ὁ κ. Κεχαγιᾶς νομίζει ὅτι εὗρεν ἐπὶ ἑνὸς λόγου τοῦ κ.
1166Πρωθυπουργοῦ καὶ ἑνὸς ἄρθρου μιᾶς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ὑ-
1167πέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς εἶπεν ὅτι εἶναι θια-
1168σώτης τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ λέγει ὅτι δὲν εὗρε
1169σύμφωνον μίαν διάταξιν αὐτῆς πρὸς τὰς ἐπαγγελίας τοῦ κυ-
1170ρίου Πρωθυπουργοῦ· διότι ὁ μὲν κύριος Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι
1171ἡ σύμβασις αὕτη φέρει τὴν καινοτομίαν ὅτι πάντοτε ὑποχρεό-
1172νει τὴν Τράπεζαν νὰ δανείζῃ διὰ μετρητῶν, ἐνῷ εἰς τὰ πράγ-
1173ματα δὲν ἔχει οὕτως. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριοι, νὰ ἀνα-
1174γνώσω τὸ ἄρθρον τῆς συμβάσεως ἐκείνης. «Ἄρθρον 7. Τὰ
1175ἐνυπόθηκα δάνεια θέλουσι πραγματοποιεῖσθαι τοῖς μετρητοῖς.
1176Ὁ πληρωτέος τόκος αὐτῶν δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰ 8%
1177κατ’ ἔτος, τὸ δὲ δι’ ἔξοδα διοικήσεως δικαίωμα τὸ 1%. Δύ-
1178ναται δὲ ἡ Τράπεζα νὰ δανείζῃ καὶ διὰ τῶν κτηματικῶν ὁμο-
1179λογιῶν, ἐὰν ἐπραγματοποίησεν εἰς δάνεια ἐπὶ ὑποθήκῃ ἢ πρὸς
1180τὸ δημόσιον, τοὺς νομούς, τὰς ἐπαρχίας ἢ τοὺς δήμους, τὰ ἐκ
1181τῆς πωλήσεως ἢ προπωλήσεως τῶν κτηματογράφων αὑτῆς εἰσ-
1182πραχθέντα μετρητά.» Ἐὰν αὐτὸ τὸ ἄρθρον τὸ ἐξετάσητε καλῶς
1183καὶ τὸ συνδυάσητε μὲ τὰς παρακατιούσας διατάξεις, θέλετε ἰδεῖ
1184ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Κεχαγιᾶς, δὲν εἶναι ἀληθές. Τὸ
1185ἄρθρον αὐτὸ θέτει τὸν κανόνα ὅτι ἡ Τράπεζα εἶναι πάντοτε
1186ὑπόχρεως νὰ δανείζῃ τοῖς μετρητοῖς, ἐπιφέρει ὅμως μίαν ἐξαί-
1187ρεσιν, καὶ ταύτην ἐξαρτωμένην ἐκ τοῦ ἐκλεκτικοῦ δικαιώματος
1188τοῦ δανειζομένου. Ἀλλὰ διὰ νὰ φθάσῃ ἡ Τράπεζα εἰς τὴν χρῆ-
1189σιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ νὰ δανείσῃ καὶ διὰ κτηματογράφων,
1190πρέπει νὰ ἐκπληρώσῃ προτήτερα ὅλους τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους
1191ἐπιβάλλει ἡ σύμβασις· τοὐτέστι κατά τι ἄλλο ἄρθρον δὲν δύνα-
1192ται νὰ ἐκδώσῃ οὐδὲν κτηματόγραφον ά. ἢ βʹ. σειρᾶς, ἂν δὲν
1193δανείσῃ ἐπὶ ὑποθήκῃ διὰ μετρητῶν 12,000,000 δραχμῶν. —
1194Κατ’ ἄλλην διάταξιν, δὲν δύναται νὰ ἐκδώσῃ κτηματόγραφα, ἂν
1195δὲν ἔχῃ πραγματοποιήσῃ ἰσαξίους ὑποθήκας εἰς τὸ χαρτοφυλά-
1196κιόν της. Ἔγκειται ὅμως εἰς τὸ συμφέρον ἑκάστης Τραπέζης, ἂν
1197πραγματοποιήσῃ 12 ἑκατομμύρια τοὐλάχιστον δραχμῶν, νὰ
1198ἐκδώσῃ κτηματόγραφα τῆς ά. σειρᾶς ἑτέρων 12 ἑκατομμυρίων.
1199Διὰ νὰ δανείσῃ δὲ διὰ κτηματογράφων, πρέπει νὰ πραγματο-
1200ποιήσῃ εἰς νέα δάνεια τὰ μετρητά, τὰ ὁποῖα εἰσέπραξεν ἐκ
1201τῆς πωλήσεως ἢ προπωλήσεως τῶν ὁμολογιῶν. Ὁ ἀνώτατος
1202λοιπὸν ὅρος τῶν κτηματογράφων τῆς ά. σειρᾶς τῆς πρώτης ἐκ-
1203δόσεως δὲν δύναται νὰ ᾖναι πέραν τῶν 12 ἑκατομμυρίων, τῆς
1204δὲ δευτέρας πέραν τῶν 17 ἑκατομμυρίων· θέλομεν ἔχει λοιπὸν
120517 καὶ 12=29 καὶ 12=41 ἑκατομμύρια. Ἂς ὑποθέσωμεν
1206ὅμως ὅτι δὲν ἐκδίδει καθόλου ὁμολογίας τῆς βʹ. σειρᾶς, θὰ ἐκ-
1207δώσῃ τῆς ά. ἔχει λοιπὸν 12 καὶ 12=24 ἑκατομμύρια· πρέπει
1208νὰ δανείσῃ καὶ τὰ ἕτερα 12 ἑκατομ. Μόνον ἐὰν δὲν ἔχῃ χρήμα-
1209τα εἰς τὰ ταμεῖά της, τότε μόνον δύναται νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς δα-
1210νειζομένους, ἐπραγματοποίησα, ἐξήντλησα τὰ χρήματά μου, δὲν
1211ἔχω πρόχειρα, καὶ ἂν θέλετε δύνασθε νὰ δανεισθῆτε διὰ κτημα-
1212τογράφων. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀντίφασις; ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν
1213θέλησιν τοῦ δανειζομένου. Δὲν βλέπω λοιπὸν ποῦ εἶναι ἡ ἀντί-
1214φασις τοῦ κανόνος, ὅστις τίθεται μὲ τὴν ἐξαίρεσιν, ἡ ὁποία θὰ
1215ᾖναι σπανία.
1216Πολλά, κύριοι, ἐῤῥέθησαν καὶ περὶ τοῦ λαυωριτικοῦ ζητήματος.
1217Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τούτου τοῦ ζητή-
1218ματος, τὸ ὁποῖον πάντως θέλει εἶσθαι ἀντικείμενον ἑτέρας συνε-
1219δριάσεως, ἀλλὰ λέγω τοῦτο μόνον ὅτι αἱ μομφαί, τὰς ὁποίας ὁ
1220κ. Μίλησης ἐζήτησε νὰ ἐπιῤῥίψῃ κατὰ τῆς παρούσης κυβερνήσεως,
1221ἦσαν ὅλαι ἄδικοι καὶ ἀνυπόστατοι, διότι αἱ ἀξιώσεις τῆς ἑται-
1222ρίας Ῥοῦ καὶ Σερπιέρη προϋπῆρχον καὶ τοῦ νόμου αὐτοῦ, τὸν
1223ὁποῖον ἄλλη Βουλὴ συνέταξε καὶ ἀνεγνώρισε καὶ καθιέρωσε τὰς
1224διατάξεις αὐτοῦ, ὅπως περιέχονται εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον. Ἂς
1225ἐνθυμηθῶσι δὲ οἱ κατήγοροι τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἄλλη Κυβέρνη-
1226σις, θεωροῦσα λελυμένον τὸ ζήταμα τῆς ἰδιοκτησίας ὑπὲρ τῆς
1227ἑταιρίας Ῥοῦ καὶ Σερπιέρη, ἔφερε νόμον οὐχὶ περὶ διαθέσεως, ἀλλὰ
1228περὶ φορολογίας τῶν ἐκβολάδων ὑπὲρ αὐτῆς. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὁ
1229κ. Δεληγεώργης παραίτιος τοῦ διπλωματικοῦ ζητήματος, καὶ θὰ
1230ᾖναι ἡ μεγαλειτέρα ἀδικία, καὶ ἡ μεγαλειτέρα συκοφαντία νὰ
1231ἀρνῆταί τις πράγματα, τὰ ὁποῖα ἡ ὑφήλιος ὁλόκληρος ὁμο-
1232λογεῖ καὶ ἀναγνωρίζει. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, ὅτι ἄπειρα νομοσχέ-
1233δια ἡ Κυβέρνησις τότε τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἔφερε περὶ
1234φορολογίας τῶν ἐκβολάδων, καὶ ἡ Βουλὴ ἐκείνη τὰ ἀπέῤ-
1235ῥιψε· καὶ διατί; Διότι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἀνεχώρησεν ἀπὸ
1236τὴν ἐσφαλμένην ἰδέαν ὅτι ἡ ἑταιρία Ῥοῦ καὶ Σερπιέρη
1237ἔχει δικαιώματα ἀναμφισβήτητα ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων. Καὶ διὰ
1238τοῦτο, κύριοι, ἐν γένει ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις
1239ἐκείνη, καὶ ἀκόμη καὶ εἰς τὴν ἰδιαιτέραν αὐτῆς τὴν διοικητικὴν
1240ἐνέργειαν, ὀλίγην πρόνοιαν εἶχε περὶ τοῦ ἐθνικοῦ αὐτοῦ πλού-
1241του. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι τότε ἤμην δικηγόρος εἰς τὰς ὑποθέσεις
1242τῆς μονῆς Πεντέλης· ἡ μονὴ Πεντέλη ἔχει ἓν μέγα κτῆμα εἰς
1243τὰ Λεγραινὰ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπὶ τοῦ Σουνίου. Ἡ ἑταιρία Ῥοῦ
1244εἶχεν ἐνοικιάσει ἐπὶ 8 ἔτη τὰς σκωρίας τὰς ἐν τῷ κτήματι
1245τῆς μονῆς ἐκείνης· ἀλλ’ ἡ προθεσμία παρῆλθε καὶ ἡ ἑταιρία
1246ἐκείνη ἐπέμενε νὰ ἐκκαμινεύῃ τὰς ἐν τῷ χωρίῳ σκωρίας πα-
1247ρανόμως. Ἐκτὸς ὅμως τῶν σκωριῶν, κύριοι, ἡ ἑταιρία ἐκείνη
1248ἐξεκαμίνευε τὰς ἐν τῷ κτήματι ἐκβολάδας. Διὰ νὰ προφυλά-
1249ξωμεν τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου, διότι εἶχεν ἐπέλθει ὁ νό-
1250μος ἐκεῖνος περὶ ἐκβολάδων, ἀνεφέρθημεν εἰς τὸ δημόσιον νὰ
1251λάβῃ πρόνοιαν περὶ τοῦ ἐθνικοῦ αὐτοῦ πλούτου, τὸν ὁποῖον ἡ
1252ἑταιρία ἥρπαζεν ἐκ τοῦ κτήματος τούτου. Τί νομίζετε, κύριοι,
1253ὅτι ἔπραξε τότε ὁ κ. Σωτηρόπουλος; Δὲν ἔπραξε, κύριοι, τί-
1254ποτε· ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἠρκέσθη νὰ δεχθῇ χώματα τυχαῖα,
1255καὶ νὰ τὰ ὑποβάλῃ εἰς μίαν ἐπιτροπὴν νὰ τὰ ἀναλύσῃ· ἡ δὲ
1256ἐπιτροπὴ ἀναλύσασα αὐτὰ, τὰ εὗρε κοινὰ χώματα. Καὶ μ’ ὅλα
1257ταῦτα, καίτοι τῆς ἐπιτροπῆς εὑρούσης αὐτὰ κοινὰ χώματα, διέ-
1258ταξε τὸν γενικὸν ἔφορον Λαυρίου νὰ μὴ ἐμποδίσῃ τὴν ἑταιρίαν
1259νὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν χωμάτων αὐτῶν καὶ νὰ τὰ ἐκκαμινεύῃ.
1260Ἀλλὰ τὰ χώματα ἐκεῖνα, κύριοι, ἦσαν ἐκβολάδες. Καὶ δὲν
1261ἦσαν κοινὰ χώματα, διότι αὐτὰ ταῦτα τὰ χώματα μετ’ ὀλίγας
1262ἡμέρας ἠναγκάσθη ὑπὸ τῆς τότε Βουλῆς ὁ κ. Σωτηρόπουλος νὰ
1263τὰ παραδεχθῇ ὡς ἐκβολάδας, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἰδία ἀναλύ-
1264σασα αὐτὰ τὰ ἀληθῆ χώματα καὶ οὐχὶ τὰ ψευδῆ, ἠνάγκασε
1265τὸν κ. Σωτηρόπουλον νὰ φέρῃ ἐπὶ τέλους ἄλλο νομοσχέδιον
1266περὶ διαθέσεως αὐτῶν καὶ νὰ παραδεχθῇ ὅτι δὲν ἦσαν κοινὰ
1267χώματα. Διὰ νὰ μὴ νομίζῃ δὲ κἀνεὶς ὅτι συκοφαντῶ κἀνένα,
1268φέρω τὸ ἔγγραφον αὐτὸ τοῦ ἰδίου ὑπουργείου τῶν Οἰκονομι-
1269κῶν, τὸ ὁποῖον διεύθυνε τότε ὁ κύριος Σωτηρόπουλος, διὰ νὰ
1270ἴδητε πόσον ἐπεμελεῖτο τὰ τοῦ δημοσίου πλούτου. Πρὶν δὲ
1271ἀναγνώσω τὸ ἔγγραφον, θὰ σᾶς ἐκθέσω καθαρώτερα πῶς ἐγένε-
1272το τὸ τοιοῦτον. Μετὰ τὴν αἴτησιν τῆς Μονῆς ὅτι τὰ δικαιώ-
1273ματα τοῦ δημοσίου διαρπάζονται, διότι περιέχονται ἐκβολάδες,
1274καὶ ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ τῶν συμφερόντων
1275τῆς Μονῆς, ὁ κ. Σωτηρόπουλος, καθ’ ἃ ἐξάγεται ἐκ τοῦ ἐγγρά-
1276φου τούτου, λέγει ὅτι ὑπέβαλεν εἰς τὴν ἐξέτασιν εἰδικῆς ἐπιτρο-
1277πῆς τὰ χώματα ἐκεῖνα, καὶ ὅτι τὰ εὗρε κοινά· καὶ μ’ ὅλα
1278ταῦτα αὐτὰ ταῦτα τὰ χώματα ἐξηκολούθει ἡ ἑταιρία Ῥοῦ νὰ
1279τὰ μεταφέρῃ ἀπὸ τὸ κτῆμα τῆς μονῆς εἰς τὴν θέσιν Μπερτζέκα,
1280διότι αὐτὰ ταῦτα τὰ χώματα ἦσαν ἐκβολάδες, καὶ αὐτὴ ἡ ἰδία
1281ἐπιτροπὴ ἔκαμε μετ’ ὀλίγον ἐξέτασιν αὐτῶν τῶν χωμάτων κατ’
1282ἐπιταγὴν τῆς Βουλῆς ἐκείνης, καὶ τὰ εὗρε πλούσια, μεταλ-
1283λοῦχα, τὰς καλλιτέρας ἐκβολάδας, ἀφ’ ὅσας ὑπάρχουν εἰς τὸ
1284Λαύριον.
1285§105ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τί πταίει ὁ ὑπουργὸς, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ
1286ἄλλοτε ἔλεγεν ὅτι ἦσαν κοινὰ χώματα, καὶ ἄλλοτε μεταλ-
1287λοῦχα;
1288§106ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Πταίει ὁ ὑπουργὸς, διότι δὲν ἐφρόντισε νὰ
1289ἴδῃ, ἦσαν ἢ ὄχι ἐξ ἐκείνου τοῦ μέρους, διότι ὁ ὑπουργὸς διὰ τῆς
1290ἀμελοῦς διαγωγῆς του ἔδωκε καιρὸν εἰς τὴν ἑταιρίαν νὰ ἀφαι-
1291ρέσῃ ὅλον τὸν πλοῦτον ἐκεῖνον ἐκ τοῦ κτήματος τῆς Μονῆς·
1292ἄλλως, ἂν ἦσαν κοινὰ χώματα, τί ἐχρησίμευον εἰς τὴν ἑταιρίαν;
1293καὶ διατί ὁ ὑπουργὸς διὰ κοινὰ χώματα νὰ διατάξῃ τὸν γενι-
1294κὸν ἔφορον Λαυρίου νὰ μὴ ἐμποδίζῃ τὴν ἑταιρίαν ἀπὸ τοῦ νὰ
1295τὰ ἀφαιρῇ; Τί σημαίνουσιν ὅλα ταῦτα; Τί δὲ λέγει τὸ ἔγ-
1296γραφον; Ἀπαντᾷ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὸ ὑ-
1297πουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἡμεῖς ὑπεβάλο-
1298μεν τὴν αἴτησιν.
1299«Ἀριθ. πρωτ. 42389.
1300Ἐν Ἀθήναις, τῇ 21 Αὐγούστου 1871.
1301Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν
1302Πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς
1303Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως.
1304Ἐγκλείστως λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ ἐπιστρέψωμεν τὴν
1305ὑπ’ ἀριθ. 6141 ἀπὸ 20 τοῦ λήγοντος ἤδη ὑμετέραν ἐπιση-
1306μείωσιν μὲ τὴν παρατήρησιν ὅτι κατὰ τὴν ἔγγραφον γνωμοδό-
1307τησιν τῆς παρὰ τῶν εἰδημονεστέρων καὶ τῶν παρ’ ἡμῖν ἐπιστημό-
1308νων συστηθείσης ἐπιτροπῆς «αἱ κατὰ τὰς θέσεις Λεγραινᾶ, Σούνιον,
1309»Πουνταλίζες ὑπάρχουσαι σκωρίαι δὲν εἶναι ἀναμεμιγμέναι,
1310»καθόσον γνωρίζει ἡ ἐπιτροπή, μὲ ἐκβολάδας· ἀπεφήνατο ἑπο-
1311»μένως ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ὅτι ἡ ἑταιρία Ῥοῦ καὶ Σα δύναται νὰ
1312»λαμβάνῃ ἀκωλύτως τὰ μὲ τὰς εἰς τὰς ῥηθείσας θέσεις ὑπαρ-
1313»χούσας σκωρίας μεμιγμένα χώματα.»
1314Συνεπείᾳ τῆς γνωμοδοτήσεως ταύτης διετάξαμεν τὸν γενι-
1315κὸν ἔφορον Λαυρίου νὰ μὴν ἀπαγορεύσῃ τὴν εἰς Μπερτζέκαν με-
1316τάθεσιν τῶν μετὰ τῶν εἰς τὰς ῥηθείσας θέσεις Λεγρανᾶ κλπ.
1317ὑπαρχουσῶν σκωριῶν μεμιγμένων χωμάτων, ἀφοῦ ταῦτα εἶναι
1318κοινὰ χώματα, καὶ οὐχὶ ἐκβολάδες· ἀρκεῖ ἡ τοποθέτησις των
1319εἰς Μπερτζέκα νὰ γίνηται κατὰ τὴν γνωμοδότησιν τῆς ἐπι-
1320τροπῆς εἰς μέρος, ὅπου δὲν ὑπάρχουσιν ἐκβολάδες. Ἑπομένως
1321ἐὰν ἡ ἱερὰ Μονὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Παναγίας Πεντέλης εὑρί-
1322σκῃ τὴν πρᾶξιν ταύτην τῆς ἑταιρίας ὡς ἀντικειμένην εἰς τὸ
1323μετ’ αὐτῆς συμβόλαιον καὶ νομίζῃ ὅτι βλάπτονται ἐξ αὐτῆς τὰ
1324συμφέροντά της ἢ τὰ δικαιώματά της, ἁρμόδιον νὰ παρέξῃ
1325τὴν συνδρομήν του εἰς τὴν ἱερὰν Μονὴν δὲν εἶναι τὸ ὑπουργεῖον
1326τῶν Οἰκονομικῶν τὸ ἀντιπροσωπεῦον τὸ δημόσιον καὶ διαχει-
1327ριζόμενον τὴν περιουσίαν τοῦ δημοσίου, ἀλλ’ ἡ δικαστικὴ ἐξου-
1328σία, εἰς ἣν παρακαλεῖσθε νὰ παραπέμψητε τοὺς ἁγίους πατέρας
1329τῆς Μονῆς.
1330Ὁ ὑπουργὸς
1331Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ.»
1332Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ἄλλοι εἶναι οἱ ὀλιγωρήσαντες
1333ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ δημοσίου πλούτου, καὶ ὄχι ἡ παροῦσα Κυβέρ-
1334νησις. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἔθεσε μίαν ἀρχὴν, ὅτι αἱ ἐκβολά-
1335δες αὗται εἶναι ἐθνικὴ περιουσία, πρέπει νὰ διατεθῶσιν ὑπὲρ τοῦ
1336ἔθνους· καὶ μ’ ὅλην τὴν περιπλοκὴν, τὴν ὁποίαν ἐγέννησεν ἡ Κυ-
1337βέρνησις ἐκείνη, ἡ ὁποία ἠθέλησε νὰ προστατεύσῃ δικαιώματα
1338ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπῆρχον, ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἦλθεν, ἐνήργησεν,
1339ἔλυσε τὸ ζήτημα, καὶ αἱ ἐκβολάδες σήμερον εἶναι τοῦ δημοσίου.
1340§107ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Περὶ τῆς συμβάσεως δὲν μᾶς λέγετε;
1341§108ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Δὲν εἶμαι εἰδικὸς διὰ τὴν σύμβασιν.
1342§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Χατζίσκος.
1343§110ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, κατὰ τὴν πο-
1344λυσήμαντον τῳόντι καὶ ποικίλην συζήτησιν ταύτην, καθ’ ἣν
1345ἐξετυλίχθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς σπουδαῖα οἰκονομικά τε
1346ἅμα καὶ πολιτικὰ ζητήματα, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ λάβω
1347τὸν λόγον· πρὸ πάντων, διότι μέλος ὢν καὶ ἐγὼ τῆς ἐπὶ τοῦ
1348προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, εἰς ἣν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ κατατα-
1349χθῶ διὰ τῆς ὑμετέρας ψήφου, μόλις ἀρξαμένης τῶν ἐργασιῶν
1350τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, ἐθεώρησα πρέπον, ἀποτεινόμενος πρὸς
1351αὐτὴν, νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν πρέπει ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ
1352ἔθνους νὰ παρέλθῃ ἐν σιωπῇ τὴν περίστασιν, ὅτι ὁ προϋπολο-
1353γισμὸς εἰσάγεται, μεσοῦντος ἤδη τοῦ 1873 ἔτους, περὶ τοῦ
1354ὁποίου καὶ πρόκειται. Καὶ δὲν πρέπει νὰ παρέλθῃ, εἶπον, ἐν
1355σιωπῇ, διότι ἡ Κυβέρνησις, εἰσαγαγοῦσα τὸν προϋπολογισμὸν,
1356ἐκπροθέσμως, οὕτως εἰπεῖν, καὶ ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ
1357καταστατικοῦ ἡμῶν νόμου, εἶναι ὑπαίτιος τοῦ ὅτι ἐδαπάνη-
1358σεν ἄνευ νόμου, ἀφοῦ εἰσέπραξε φόρους ἐπίσης ἄνευ νόμου. Καὶ
1359εὑρέθη μὲν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πράξῃ πάντα ταῦτα, καίτοι μὴ
1360ὑπάρχοντος νόμου· ἀλλ’ εἶναι ὑπαίτιος καὶ τῆς ἀνάγκης αὐ-
1361τῆς, διότι ἡ Κυβέρνησις εἶναι αὐτὴ, ἥτις ἐδημιούργησε τὴν
1362ἀνάγκην τούτων διὰ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς καὶ τῆς δια-
1363κοπῆς τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, ἄνευ λόγου. Εἶπον λοιπὸν, ὅτι ἡ
1364ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους, ἐκπληροῦσα τὴν ἀποστολήν της, ὀ-
1365φείλει νὰ ἐκφράσῃ ἐπὶ τούτῳ δυσπιστίαν πρὸς τὸ ὑπουργεῖον.
1366Εἰς τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς μοὶ
1367ἐγένετο ἀντιπαρατήρησις περὶ τοῦ προώρου αὐτῶν, καὶ ὅτι
1368δὲν εἶναι ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦτο,
1369ἀλλὰ τῆς Βουλῆς. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω πλέον τὸ μὴ βάσι-
1370μον καὶ τὸ ἐσφαλμένον τῆς ἰδέας ταύτης. Ἐπειδὴ ὅμως ἤδη
1371ἐνώπιον τῆς Βουλῆς σεβαστὸς ἀνὴρ, ὁ σεβαστός μοι φίλος κ.
1372Ζαΐμης, ἔθετο ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ζήτημα πολιτικὸν πρὸς
1373τὴν Κυβέρνησιν, καὶ κατὰ συγκυρίαν συμπίπτει ἡ γνώμη μου,
1374ἣν ἐξέφρασα ἤδη, μὲ τὴν πρότασιν, ἣν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς
1375Καλαβρύτων ἐξέθεσε, θεωρῶ καθῆκόν μου ν’ ἀναπτύξω τὸ θέμα,
1376ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑπαίτιος καὶ ὀφείλει εὐθύνας, ὡς διοι-
1377κήσασα ἄνευ προϋπολογισμοῦ τὸ Κράτος, καὶ ἑπομένως ἡ ἀν-
1378τιπροσωπεία τοῦ ἔθνους ὀφείλει, κατὰ τὴν κρίσιν μου, νὰ ἄρῃ
1379τὴν πρὸς αὐτὴν ἐμπιστοσύνην της. Οὕτω θὰ προβῶ εἰς τὸ ἐκ-
1380πρόθεσμον τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἀκολούθως θὰ εἰσέλθω εἰς
1381τὴν οὐσίαν αὐτοῦ, καθόσον τὸ ἐκπρόθεσμον ἐπὶ τοῦ προκειμένου
1382δὲν συνεπάγεται τὸ ἀπαράδεκτον, ἀλλ’ ἐγείρει μόνον τὸ πολι-
1383τικὸν ζήτημα.
1384Τὸ ἐκπρόθεσμον, κύριοι, τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν προῆλθεν
1385ἀφ’ ἑαυτοῦ, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀνάγκης, ἣν ἐπροκάλεσε καὶ ἐδημιούρ-
1386γησεν ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ διὰ τῆς μὴ ἐλλόγου διαλύσεως τῆς
1387Βουλῆς, καὶ διὰ τῆς μὴ ἐλλόγου ἐπίσης καὶ ἀπροσδοκήτου δια-
1388κοπῆς τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Ἐνῷ ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ
1389φέρῃ τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ λάβῃ τὸν
1390προϋπολογισμὸν τοῦ μετ’ ὀλίγον ἀρξομένου ἔτους, καὶ ἀκο-
1391λούθως νὰ σκεφθῇ περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς, τοὐναν-
1392τίον, διέλυσε τὴν Βουλὴν κατὰ τὰς τελευταίας στιγμὰς τοῦ
1393φθίνοντος ἐπίσης ἔτους 1872, χωρὶς νὰ ἔχῃ προϋπολογισμὸν,
1394διέκοψε τὰς ἐργασίας αὐτῆς, ἐπίσης μὴ ἔχουσα τὸν προϋπολο-
1395γισμόν. Ἐπειδὴ δὲ, ἥ τε διάλυσις καὶ ἡ διακοπὴ τῶν ἐργα-
1396σιῶν τῆς Βουλῆς, μὴ ἐλλόγως γενόμεναι, ἐπήνεγκον τὴν ἀνάγ-
1397κην τοῦ νὰ διοικηθῇ τὸ Κράτος ἄνευ προϋπολογισμοῦ, οὕτω
1398δὲ ἡ πολιτικὴ ὡδήγησε τὸ παρὸν ὑπουργεῖον εἰς τὴν γενομέ-
1399νην διάλυσιν, καὶ εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν διακοπὴν, ἡ πολιτικὴ τοῦ
1400ὑπουργείου ἐτέθη ὑπεράνω τῶν νόμων τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο
1401θεωρῶ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἀνεκτὸν πλέον τοιοῦτον ὑ-
1402πουργεῖον.
1403Προβαίνων ἤδη, κύριοι, εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἰδέας μου
1404ταύτης, ἐρωτῶ πρῶτον, τί ἐστὶ καθεστὼς, εἰς τὴν στενὴν ση-
1405μασίαν τῆς λέξεως. Καὶ μὴν ἀπορῆτε διὰ τὴν ἐρώτησίν μου
1406ταύτην. Ποῦ εὕρηται ἡ οὐσία τῆς ἡμετέρας Πολιτείας, ἡ ἐν
1407πάσῃ μεταβολῇ ἡ αὐτὴ διαμένουσα; Τὸ καθεστὼς, κύριοι, πρὸ
1408πάντων εὕρηται ἐν μιᾷ ἀρχῇ ἀκραδάντῳ, ἀρχῇ, ἣν οὐδεὶς δύ-
1409ναται νὰ παρασαλεύσῃ, ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ Ἀνευθύνου. Τὸ ἀνεύ-
1410θυνον εἶναι τὸ κατ’ ἐξοχὴν καθεστώς. Ὅπου ἂν εὕρωμεν τὸ
1411ἀνεύθυνον, ἀποκαλύψωμεν τὴν κεφαλὴν ἡμῶν. Καὶ λοιπὸν,
1412ἐνώπιον τοῦ ἀνευθύνου τοῦ Βασιλέως, ἐνώπιον τῆς Μεγαλειό-
1413τητός του, πρῶτος ἐγὼ ἀποκαλύπτω τὴν κεφαλήν μου. Ἀλλ’
1414ἀποκαλύψατε πάντες ἐπίσης τὴν κεφαλήν σας, ἐνώπιον τοῦ
1415ἀνευθύνου τῆς Βουλῆς, ἀποκαλύψατε αὐτὴν ἐνώπιον αὐ-
1416τῆς τῆς Βουλῆς. Ὅπου ὑπάρχει τὸ ἀνεύθυνον, ἐκεῖ ἔγ-
1417κειται ἡ βάσις τῆς Πολιτείας, τὸ εἶναι τῆς Πολιτείας, ἡ
1418οὐσία αὐτῆς. Τὸ ἀνεύθυνον δὲ, κύριοι, παράγει τὸ Ὑπεύ-
1419θυνον, εἴτε ἀμέσως, εἴτε ἐμμέσως. Τὸ δὲ ὑπεύθυνον, εἶναι
1420ὑπεύθυνον, ἐνώπιον τοῦ ἀνευθύνου, ὡς παραγόμενον τού-
1421του. Ἐκ τούτου προκύπτει, ὅτι οἱ τιθέμενοι λειτουρ-
1422γοὶ τῶν νόμων, ἤτοι τὸ ὑπουργεῖον, εἶναι ἐκτελεσταὶ
1423τῆς βουλήσεως τοῦ ἀνευθύνου, διατετυπωμένης εἰς νόμον τοῦ
1424Κράτους· διὸ καὶ τὸ ὑπουργεῖον εἶναι ὑπεύθυνον καὶ ἐνώπιον
1425τοῦ Ἡγεμόνος καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· ἤτοι τὸ ὑπεύθυνον, καὶ
1426ὡς ὑπεύθυνον, ἐνώπιον τοῦ ἀνευθύνου. Αἱ ἀρχαὶ αὗται εἶναι
1427ἀκράδαντοι, κατὰ τούτων δὲ δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις,
1428διότι, κύριοι, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶναι φύσει ἀνεύθυνος, καὶ αἱ
1429ἐνασκοῦσαι τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Βασιλεία,
1430εἰσὶν ἀνεύθυνοι· ὑπεύθυνος δὲ ἡ Κυβέρνησις, ἤτοι ἡ ἐκτελεστικὴ
1431δύναμις· διότι ἐκτελεῖ τὰς διαταγὰς τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας·
1432διότι ἐκτελεῖ τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς καὶ ὀφείλει νὰ τὰς ἐκτελῇ,
1433κατὰ τὴν βούλησιν αὐτῆς. Τὸ ὑπουργεῖον, κύριοι, ἐρωτῶ, εἶναι
1434ὑπεύθυνον διὰ τὴν κύρωσιν, ἢ μὴ τῶν νόμων παρὰ τῆς Βασι-
1435λείας; Ὄχι· τὸ ὑπουργεῖον δὲν φέρει κἀμμίαν εὐθύνην διὰ τὴν
1436κύρωσιν τῶν νόμων παρὰ τοῦ Βασιλέως ἢ διὰ τὴν μὴ κύρω-
1437σιν αὐτῶν, διότι αὕτη κέκτηται καθαρῶς νομοθετικὸν χαρακτῆρα.
1438Ἡ εὐθύνη τοῦ ὑπουργείου ὁρίζεται εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νό-
1439μων. Ἐρωτῶ ἤδη, κύριοι, ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, προκαλου-
1440μένη διὰ Β. Διατάγματος, ἡ διακοπὴ τῆς Βουλῆς, προκαλουμένη
1441διὰ Β. Διατάγματος, εἶναι νομοθέτησις ἢ εἶναι ἐκτέλεσις Νόμου;
1442Εἶναι ἀναντιῤῥήτως ἐκτέλεσις νόμου. Εὐθύνεται λοιπὸν ἡ προ-
1443καλοῦσα ἐξουσία τὴν ἐκτέλεσιν ταύτην τοῦ νόμου· εὐθύνεται
1444τὸ ὑπουργεῖον ἑπομένως διὰ τὴν διάλυσιν καὶ διὰ τὴν διακοπὴν
1445τῆς Βουλῆς. Καὶ δὲν εἶναι ἀληθὲς, τὸ παρ’ ἄλλων ῥηθὲν, πῶς δύ-
1446νασθε νὰ κρίνητε τὴν βασιλικὴν προνομίαν; Πλανῶνται οἱ τοι-
1447οῦτοι· δὲν ἀμφισβητοῦμεν τὰς βασιλικὰς προνομίας, κρίνομεν
1448μόνον περὶ τῆς ἐλλόγου ἐνασκήσεως αὐτῶν παρὰ τῆς ὑπευθύ-
1449νου ἐξουσίας, ὡς κρίνομεν, καὶ δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν, περὶ ἐκ-
1450τελέσεως τῶν νόμων· διότι περὶ τούτου πρόκειται, δὲν πρόκει-
1451ται περὶ κυρώσεως νόμου, ὅτε τὸ ὑπουργεῖον εἶναι ἀνεύθυνον.
1452Πρόκειται, ἐπαναλαμβάνω, περὶ ἐκτελέσεως νόμου, καὶ εἰς τὸ
1453στάδιον τῆς ἐκτελέσεως εὐθύνεται ἡ ἐξουσία.
1454Ἀλλὰ διὰ ν’ ἀναγνωρίσητε μᾶλλον τὸ ἀκριβὲς τῶν λόγων
1455μου, συγχωρήσατέ μοι νὰ φέρω συγκρίσεις δικαιωμάτων καὶ
1456προνομίων· διότι αἱ συγκρίσεις τῶν ἰδεῶν καθιστῶσι καταλη-
1457πτοτέρας τὰς ἐννοίας. Ἀποκαλοῦσι τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως
1458προνόμιον, ἔστω· ἀρέσκει ὅμως εἰς ἐμὲ κάλλιον τὸ γράμμα τοῦ
1459Συντάγματος, λέγον, «δικαίωμα διαλύσεως.» Ἀλλ’ ἐρωτῶ,
1460ὁποῖα δικαιώματα εἶναι ἡ χάρις καὶ ἡ ἀμνηστεία; Ἡ χάρις,
1461κύριοι, εἶναι δικαίωμα μέγα τοῦ Βασιλέως καὶ ἐπιφέρει τὴν
1462ἀναστολὴν τῶν νομίμων ἀποφάσεων τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας·
1463εἶναι δικαίωμα κολοσσιαῖον. Ἡ ἀμνηστεία μέγα δικαίωμα ἐπί-
1464σης, διότι ἐπιφέρει τὴν ἀναστολὴν τῶν Νόμων κατὰ πολιτικῶν
1465ἐγκλημάτων. Ποῖα ἄλλα δικαιώματα εἶναι μείζονα τούτων;
1466Οὐδέν. Καὶ ὅταν, κύριοι, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ζακύνθου κ.
1467Λομβάρδος ἔθετο πέρυσι σπουδαίαν ἐπερώτησιν περὶ χαρίτων,
1468οὐδεὶς ἐφαντάσθη νά τῷ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ συζήτη-
1469σις ἐπ’ αὐτοῦ. Καὶ ἐγὼ ἔλαβον ἐνεργὸν μέρος εἰς τὴν συζήτη-
1470σιν, καὶ εἶχον ἐναντίαν ἰδέαν, καὶ ὑπερασπίσθην τὸν ὑπουργὸν
1471τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ μετ’ ἐμὲ, ὁ κ. Δεληγεώργης, ἀναβὰς
1472τὸ βῆμα, ἀντέκρουσε πάντας τοὺς ὑπερασπισθέντας τὸν τότε
1473ὑπουργόν· καὶ ὅμως οὐδεὶς ἐφαντάσθη νὰ τῷ εἴπῃ, ὅτι ἀρνεῖται
1474τὸ προνόμιον τοῦ Βασιλέως. Τί ἔπραξεν ὁ κ. Δεληγεώργης καὶ
1475οἱ ἄλλοι, οἱ καταψηφίσαντες τότε; Ἠμφισβήτησαν τὸ δικαίω-
1476μα τῆς χάριτος; Ὄχι· τὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς χά-
1477ριτος παρέστησαν, ὡς κατάχρησιν, καὶ ὡς μὴ ἐλλόγως γενομέ-
1478νην τότε. Σήμερον εὑρισκόμεθα εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν. Καὶ ἐγὼ
1479σήμερον δὲν ἀμφισβητῶ τὸ προνόμιον τοῦ Βασιλέως, ἀλλ’ ἀμφι-
1480σβητῶ τὴν λογικὴν χρῆσιν τοῦ προνομίου τούτου ἐπὶ τῆς γενο-
1481μένης διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Τὸ ὑπουργεῖον δὲ εἶναι ὑπεύθυνον,
1482διὰ τὴν μὴ λογικὴν χρῆσιν τοῦ προνομίου, οὐδ’ ἀληθὲς εἶναι
1483τὸ πρό τινος παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Τάνου ὑποστηριχθὲν,
1484ὅτι ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, ὡς ἀνήκουσα εἰς τὴν πρωτοβουλίαν
1485τοῦ Βασιλέως, ἀπαλλάττει τὸ ὑπουργεῖον. Διότι ἁπλῶς παρε-
1486δέχθη τὸ ὑπουργεῖον τὴν διάλυσιν, εἶναι ὑπεύθυνον ἐπ’ αὐτῇ.
1487Ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἀνεύθυνος, καὶ πρῶτοι ἡμεῖς ἀποκαλύπτομεν
1488τὴν κεφαλήν μας, ἐνώπιον αὐτοῦ, ὡς τοιούτου. Δὲν πρόκειται
1489ὅμως περὶ τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν βασιλικῶν δικαιωμάτων,
1490ἀλλὰ περὶ τῆς λογικῆς χρήσεως αὐτῶν παρὰ τοῦ ὑπευθύνου ὑ-
1491πουργείου. Καὶ ἐπειδὴ ἡ χρῆσις αὐτῶν ἀποτελεῖ ἐκτέλεσιν νό-
1492μου, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἶναι ὑπεύθυνος ἀκριβῶς ἐπὶ τούτῳ.
1493Προβαίνω περαιτέρω, κύριοι. Τὸ ὑπουργεῖον τοῦ ἀξιοτίμου
1494καὶ σεβασμίου γέροντος κ. Βούλγαρη παρῃτήθη πέρυσι, τότε δὲ
1495προσεκλήθη ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς νῦν κυβερνήσεως κ. Δε-
1496ληγεώργης νὰ σχηματίσῃ ὑπουργεῖον. Ἦτο δικαίωμα τοῦ Βα-
1497σιλέως νὰ προσκαλέσῃ οἱονδήποτε ἔκρινε κατάλληλον· δὲν ἀμ-
1498φισβητῶ τοῦτο. Ἀλλ’ ἡ καταρτισθεῖσα Κυβέρνησις ἀνῆκεν εἰς
1499τὴν μειονοψηφίαν. Εἶχεν αὕτη δικαίωμα νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν;
1500Δέχομαι, κύριοι, καὶ αὐτὸ, ὅτι ἡ μειονοψηφία, προσκαλουμένη
1501εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν·
1502διότι ἄλλως δὲν δύναται νὰ διατηρηθῇ ἐν αὐτῇ. Ἀλλ’ ἔκαμε
1503χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου; Ὁ κ. Δεληγεώργης, εἶναι
1504ὁμολογούμενον, ὅτι δὲν διέλυσε τὴν Βουλήν· εἰσῆλθεν εἰς τὴν
1505Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ ἐκείνη τῷ ἔδωκε τὸν προϋπολογισμόν.
1506Τί ἔδειξε διὰ τούτου, κύριοι; Ὅτι ἔχει ἀναμφιβόλως ἐμπι-
1507στοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν ἐννοῶ διαφορετικὰ τὰ πράγ-
1508ματα. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἔδωκε τὸν προϋπολογισμὸν
1509εἰς τὸ ἐνεστὼς ὑπουργεῖον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως πρὸς αὐτὸ, ἕπε-
1510ται, ὅτι ἠνέχθη τὸ παρὸν ὑπουργεῖον ἡ περυσινὴ Βουλή. Δὲν
1511θέλω νὰ ἐξετάσω ἂν ὡς ἔργον τοῦ προκατόχου ὑπουργείου πα-
1512ρίστατο ὁ προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος. Ἀρκεῖ, ὅτι ἠνέχθη τὸ ὑ-
1513πουργεῖον ἡ Βουλή. Τί εἴχετε λοιπὸν, κύριε πρωθυπουργὲ καὶ
1514κύριοι ὑπουργοὶ, ἐνώπιόν σας; Βουλὴν, ἀνεχθεῖσαν ὑμᾶς. Ἤλ-
1515θετε λοιπὸν εἰς τὴν ἐξουσίαν, εἰργάσθητε μετὰ τοῦ Κοινοβου-
1516λίου, καὶ μετὰ ταῦτα διελύσατε τὴν Βουλὴν, χωρὶς νὰ ἀντι-
1517πράξῃ εἰς τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως. Ποῖος λοιπὸν λόγος
1518διαλύσεως τῆς τοιαύτης Βουλῆς ὑφίστατο;
1519Ἀπαύστως μᾶς ἀντιτάσσουσι τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος·
1520«Ἡ Βουλὴ διαλύεται παρὰ τοῦ Βασιλέως.» Καὶ ἡμεῖς τότε ἀν-
1521ταπαντῶμεν μὲ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος· «Οἱ βουλευταὶ
1522ἐκλέγονται κατὰ τετραετίαν.» Ἐπιμένοντες λοιπὸν ἐρωτῶμεν,
1523διατί διελύσατε τὴν Βουλήν; Ἐνταῦθα ἔγκειται ἡ ἀπορία,
1524κύριοι. Ἓν διάταγμα ἐξεδόθη, περὶ οὗ ἤκουον καὶ δὲν τὸ ἐπί-
1525στευον, ἂν δὲν τὸ ἀνεγίνωσκον εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνή-
1526σεως, διατάσσον, ὅτι διαλύεται ἡ Βουλή. Καὶ ἐὰν δὲν ὑπάρξῃ
1527σύγκρουσις μεταξὺ Βουλῆς καὶ Κυβερνήσεως, εἶναι δυνατὸν νὰ
1528διαλυθῇ ἡ Βουλή; Δὲν τὸ ἐννοῶ. Τότε βεβαίως ἡ νομοθεσία
1529περιέχει τὸν ἐχθρὸν ἑαυτῆς ἐντὸς ἑαυτῆς. Ἡ Βουλὴ εἶναι τετραε-
1530τὴς, κατὰ τοὺς θεσμοὺς τοῦ πολιτεύματός μας· δὲν δύνασθε
1531νὰ ἀμφισβητήσητε τὴν τετραετῆ περίοδον. Ἄνευ λόγου ὅμως
1532ἐνασκουμένου τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως, καταργεῖται
1533προφανῶς ἡ διάταξις τῆς τετραετοῦς περιόδου. Τότε ἡ διάταξις
1534αὕτη εἶναι χάρτης ἄγραφος, δὲν ἐννοῶ πλέον τί σημαίνει.
1535Ἀλλ’ ἡ νομοθεσία δὲν περιλαμβάνει, οὔτε δύναται νὰ περιλαμ-
1536βάνῃ τὸν ἐχθρὸν ἐντὸς ἑαυτῆς. Ἄλλως τε, πῶς λέγετε, ὅτι
1537εἴχετε τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως, ἐνῷ δὲν εἴχετε οὐδένα λό-
1538γον πρὸς τοῦτο; Ἀνοίξατε λοιπὸν τὰς φυλακὰς δι’ ἑνὸς Δια-
1539τάγματος χάριτος· ὅλοι θὰ ἐξέλθουν αὐτῶν, διότι τὸ Διάταγμα
1540ἰσχύει. Ἀλλὰ τίς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἡ τοιαύτη ἐνάσκη-
1541σις τοῦ βασιλικοῦ προνομίου τούτου δὲν θὰ ἦτο παράλογος;
1542Δύνασθε ἐπίσης νὰ ἀμνηστεύσητε πάντα τὰ πολιτικὰ ἐγκλή-
1543ματα· ἀλλὰ πρέπει νὰ ᾖναι λογικὴ ἡ χρῆσις τοῦ δικαιώ-
1544ματος αὐτοῦ, οὔτε δύνασθε νὰ ποιῆσθε χρῆσιν τοιούτου δι-
1545καιώματος ἀεννάως. Ἠξεύρετε πότε δύνασθε νὰ κάμητε χρῆσιν;
1546ἐκτάκτως μόνον, διὰ νὰ ῥίψητε βάλσαμον εἰς τὰς τυχὸν ἀνα-
1547φαινομένας πολιτικὰς πληγάς, ἢ ὅταν κινδυνεύῃ τὸ πολιτικὸν
1548οἰκοδόμημα ἀμνηστεύσατε, διὰ νὰ σώσητε καὶ πάλιν αὐτό. Οὕτω
1549μόνον ἡ νομοθεσία δι’ ἀντιθέτων διατάξεων σώζει ἑαυτήν.
1550Ἄλλως, ἡ νομοθεσία, ἐπαναλαμβάνω, περιέχει τὸν ἐχθρόν της
1551ἐντὸς ἑαυτῆς, ὅπερ δὲν εἶναι λογικόν, οὔτε δυνατὸν νὰ παρα-
1552δεχθῶμεν. Λοιπὸν διελύσατε τὴν Βουλήν, κύριοι ὑπουργοί, διὰ
1553ποῖον λόγον; Πλειοψηφίαν εἴχετε. Δὲν παραδέχομαι, ὅτι εἶσθε
1554μειονοψηφία, ἀφοῦ πλέον ἡ Βουλὴ εἶπε, σᾶς δίδω τὸν προϋπο-
1555λογισμόν, ὅ,τι ἂν θέλετε, ἀφοῦ σᾶς ἠνέχθη καὶ ἀπῆλθεν. Ἡ
1556Βουλὴ ἀνέχεται, ἐπιδοκιμάζει ἢ ἀποδοκιμάζει ὑπουργεῖα· ὁ
1557Βασιλεὺς διορίζει αὐτά. Ἡ Βουλὴ σᾶς ἠνέχθη, διορισθέντας. Τί
1558εἴχετε λοιπὸν κατ’ αὐτῆς;
1559Ἀλλ’ ἡ ἐγκύκλιός σας πρὸς τοὺς νομάρχας λέγει, ὅτι δια-
1560λύεται ἡ Βουλὴ παρὰ τῆς μειοψηφίας, καλουμένης εἰς τὴν ἐξου-
1561σίαν. Ὠφείλατε ὅμως νὰ πράξητε τοῦτο ἀμέσως· δὲν τὸ ἐπρά-
1562ξατε, καὶ ἀνεδείχθητε ἐν τῇ Βουλῇ πλειοψηφία. Οὕτω δὲν εἴχετε
1563πλέον τὸ δικαίωμα νὰ τὴν διαλύσητε.
1564Ἀλλά, λέγετε συγχρόνως, ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἦτο νόθος, ἀπο-
1565τέλεσμα ἀνελευθέρων ἐκλογῶν. Τοιαῦται ἰδέαι ἀνεπτύχθησαν
1566ὑπὸ πολλῶν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευ-
1567τὴς Καλαβρύτων Κ. Ζαΐμης ἐπέμεινε, χαρακτηρίζων τὴν Βου-
1568λὴν ἐκείνην νόθον. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ν’ ἀντιπαρατηρήσω,
1569δὲν συμφωνῶ πρὸς τὰς ἰδέας ταύτας. Οὐδείς, κύριοι, δύναται
1570νὰ εἴπῃ, καὶ μάλιστα ἡ ἐξουσία, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι νόθος.
1571Προβαίνω δὲ καὶ ἐπέκεινα τούτου· δὲν δύναται νὰ εἴπῃ οὔτε
1572δημοσιογράφος, οὔτε πολίτης, οὔτε βουλευτής, οὔτε οὐδείς...
1573§111ΤΙΝΕΣ. Ἄ, ἄ, ἄ. Τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν.
1574§112ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Μὴ ταράττεσθε, κύριοι. Ἡ Βουλὴ παρ’ οὐδε-
1575νὸς δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ νόθος. Πρέπει νὰ διακρίνωμεν δὲ
1576μεταξὺ Βουλῆς καὶ μεταξὺ ἐκλογῶν· δύνασθε νὰ εἴπητε, αἱ δεῖ-
1577να ἐκλογαὶ δὲν ἦσαν γνήσιαι· περὶ Βουλῆς ὅμως λαλοῦντες,
1578Βουλῆς καταρτισθείσης, ἐξελεγχθείσης παρ’ ἑαυτῆς, νομοθετού-
1579σης καὶ πολιτικῶς ὑφισταμένης, δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε πλέον,
1580«Βουλὴ νόθος.» Δύναμαι νὰ παραδεχθῶ καὶ ἐγώ, ὅτι ἡ δεῖνα
1581ἐκλογὴ δὲν ἦτο γνησία, π. χ. ἡ ἐκλογή, ἔστω, τῶν Πατρῶν,
1582δὲν ἦτο γνησία, ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ἐξάγεται συμπέρασμα,
1583ὅτι ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος ἦτο νόθος· διότι τότε οὐδεμία Βουλὴ
1584εἶναι γνησία, ἐὰν ἀρκῇ πρὸς τοῦτο ἡ ἐλαχίστη ἔλλειψις νὰ
1585ὑπάρχῃ. Οὕτω καταστρέφετε τὴν Βουλήν. Τότε μόνον δύνασθε
1586ν’ ἀποκαλέσητε μίαν Βουλὴν νόθον, ὅταν, μόλις συνελθοῦσα,
1587χωρὶς νὰ προβῇ εἰς τὰς ἐξελέγξεις, εἰσέρχεται εὐθὺς εἰς τὰ ἔργα
1588της μὲ ἓν ψήφισμα, δι’ οὗ κηρύσσει περιττὰς τὰς ἐξελέγξεις·
1589τὴν διάκρισιν δὲ ταύτην θεωρῶ σπουδαίαν. Οὐδέποτε ὅμως δυ-
1590νάμεθα νὰ ἀποκαλέσωμεν τὴν Βουλήν, ὡς Βουλήν, νόθον.
1591Ἀλλά, κύριοι, ἔστω πρὸς στιγμήν, ἂς παραδεχθῶμεν, ὅτι ὁ
1592δημοσιογράφος ἢ ὁ πολίτης δύναται νὰ χαρακτηρίσῃ μίαν Βου-
1593λὴν νόθον. Ἐρωτῶ, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἥτις ὑπογράφει ἓν
1594διάταγμα διαλύσεως, δύναται νὰ στηρίξῃ τὸν λόγον τῆς δια-
1595λύσεως εἰς τὸ νόθον τῆς Βουλῆς; Δὲν ἐπεμβαίνει τοιουτοτρόπως
1596ἡ ἐξουσία εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν τῆς Βουλῆς, ὅπερ βε-
1597βαίως δὲν εἶναι δικαίωμά της;
1598Ἀφοῦ λοιπὸν λόγος διαλύσεως τῆς Βουλῆς δὲν ὑπάρχει, ἐρω-
1599τῶ πάλιν, διατί τὴν Βουλὴν διελύσατε; Διελύσατε αὐτὴν χάριν
1600ἁπλῶς πολιτικῆς ἀνάγκης ἐδικῆς σας, χωρὶς νὰ σκεφθῆτε, ὅτι
1601δὲν εἴχετε προϋπολογισμόν, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἰσπράξητε καὶ νὰ
1602ἐξοδεύσητε ἄνευ νόμου. Ἐντεῦθεν, κύριοι, ἡ ἀντιπροσωπεία
1603τοῦ Ἔθνους ὀφείλει νὰ ἐκφράσῃ ῥητῶς, ὅτι αἴρει τὴν πρὸς τὸ
1604ὑπουργεῖον ἐμπιστοσύνην της, καί τοι προβαίνουσα εἰς τὰ κα-
1605θέκαστα τοῦ προϋπολογισμοῦ· διότι κυρίως καὶ μάλιστα εἰσέ-
1606πραξε καὶ ἐξώδευσεν ἄνευ νόμου.
1607Καὶ δὲν ἤρκεσε μόνη ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐπῆλθε
1608καὶ ἡ διακοπὴ αὐτῆς. Πρὸς τί καὶ ἡ διακοπή; Ποῖος ὁ λόγος;
1609Βεβαίως δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι λόγῳ τῶν ἑορτῶν τοῦ
1610Πάσχα ἔγεινε τοῦτο, ὅπως τόσῳ εὐχερῶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυ-
1611πουργός. Τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν ὡς σπουδαῖον.
1612Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠμφισβήτησεν εἰς
1613ὑμᾶς τοὺς ἀντιδοξοῦντας τὴν συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ. Καὶ πῶς
1614κρίνετε περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς διακοπῆς, μᾶς εἶπε; Μόνον
1615εἰς μίαν περίπτωσιν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ περὶ
1616αὐτῆς, εἰς τὴν δευτέραν διακοπήν, ἥτις δὲν δύναται νὰ ἐπακο-
1617λουθήσῃ ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς Βουλῆς. Πῶς δύνασθε ὅμως
1618νὰ κρίνητε περὶ τῆς πρώτης διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνό-
1619δου; Τοιοῦτόν τι εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὸ ἤκουσα, καὶ
1620ἐπειδὴ πᾶν ὅ,τι λέγεται ἐνταῦθα θεωρεῖται σπουδαῖον, καὶ μά-
1621λιστα ἀπὸ Πρωθυπουργὸν, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἀπαντήσω.
1622Ἐὰν, κύριε πρωθυπουργὲ, περὶ δευτέρας διακοπῆς δὲν δύνασθε
1623νὰ σκεφθῆτε ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς Βουλῆς, τοῦτο δὲν συνε-
1624πάγεται, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ εὐθύνας παρ’
1625ὑμῶν περὶ τῆς πρώτης διακοπῆς. Σημαίνει τοῦτο μόνον, ὅτι
1626ἐὰν ἐκδώσητε Διάταγμα διακοπῆς δευτέρας, ὅπερ ἀδύνατον,
1627ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς Βουλῆς, τὸ διάταγμά σας δὲν ἰσχύει.
1628Δύνασθε νὰ ἐκδώσητε ὅσα ἂν θέλητε τοιαῦτα Διατάγματα·
1629ἡμεῖς θὰ ἔλθωμεν νὰ συνεδριάσωμεν, καὶ δὲν θὰ σᾶς ἀκούσωμεν.
1630Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ τούτου· πρόκειται ἐὰν ἡ πρώτη δια-
1631κοπὴ ἦτο λογική. Καὶ ὅταν δὲν ἔχητε λόγον, στηριζόμενον
1632εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος, κακῶς ἐπράξατε νὰ διακόψη-
1633τε τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Καὶ διατί τὰς διεκόψατε; Διὰ νὰ
1634ἀναβάλητε βεβαίως τὸ ζήτημα τοῦ προέδρου, καὶ οὐχὶ, ὅπως
1635τόσον εὐχερῶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς, «ἕνεκα τῶν
1636ἑορτῶν τοῦ Πάσχα.» Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν
1637ἔθεσε τότε τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ προ-
1638έδρου, ἡ δὲ Βουλὴ, ἀποῤῥίψασα αὐτὴν, ὥρισε τὴν ἐπιοῦσαν
1639πρὸς ἐκλογήν· ἐνῷ δ’ ἐπρόκειτο νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς
1640Βουλῆς, Διάταγμα διακοπῆς ἀναστέλλει αὐτήν. Πῶς θεωρεῖτε
1641τοῦτο, κύριοι; Δὲν πείθεσθε, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἀντεστρατεύθη
1642εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς; Ἡ δὲ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς
1643οὐδέποτε ἀναστέλλεται διὰ διακοπῆς, ἀλλὰ μόνον ἐκκαλεῖται
1644ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων διὰ διαλύσεως. Ἑπομένως κακῶς ἔπραξε
1645τὸ ὑπουργεῖον διαλύσαν τὴν Βουλὴν ἐκείνην, ἀνεχθεῖσαν αὐτό·
1646διότι ὁ Τόπος διὰ τῶν ἀντιπροσώπων του δὲν ἀπεφάνθη τότε
1647κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις, ἄνευ συγ-
1648κρούσεως μεταξὺ αὐτῆς καὶ τοῦ Κοινοβουλίου, δὲν ἠδύνατο νὰ
1649προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν. Οὐδέποτε δὲ προσεδόκων, κύριοι, ὅτι τὸ
1650παρὸν ὑπουργεῖον ἐπεθύμει τὴν διατήρησίν του, μόνον διὰ δια-
1651λύσεων καὶ διακοπῶν. Ἀπορῶ δὲ πρὸς τοῦτο μάλιστα διὰ τοὺς
1652γέροντας, οἵτινες εὑρίσκονται εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν.
1653§113ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ ἀπορῶ διὰ τοὺς νέους, ὄχι διὰ τοὺς
1654γέροντας.
1655§114ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Οὔτε λοιπὸν ἡ διάλυσις, οὐδὲ ἡ διακοπὴ τῆς
1656Βουλῆς στηρίζονται, κύριοι, εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ πολιτεύματος.
1657Βεβαίως τὰ βασιλικὰ προνόμια ὑφίστανται ἀκέραια, ἀναμφι-
1658σβήτητα· ἀλλ’ οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους δὲν δύνανται νὰ
1659ἔχωσιν ἐν τῇ συνειδήσει των ἄλλην γνώμην παρὰ ταύτην, ὅτι
1660δηλαδὴ ἐγένετο κακὴ χρῆσις αὐτῶν παρὰ τῆς ὑπευθύνου ἐξουσίας.
1661Ἀλλ’ ἐνῷ, κύριοι, ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ὑπουργείου, καὶ ἐνῷ
1662ἀξιότιμοι ῥήτορες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνήφερον, ὅτι οὐ
1663μόνον ταῦτα ἐγένοντο, ἀλλὰ νέα ἀπειλὴ διαλύσεως διαδίδεται
1664παρὰ βραχνῶν τινων ὀργάνων τοῦ παρόντος ὑπουργείου, ὅπερ ἐ-
1665γὼ δὲν πιστεύω, ὁ κ. πρωθυπουργός, λαβὼν τὸν λόγον ἐπ’ αὐ-
1666τοῦ, εἶπεν, «ὁ Ὄθων ἐτυράννησε τὸν τόπον διὰ τῶν μὴ διαλύ-
1667σεων.» Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ὡς ἄτομον ἔλεγε τοιοῦ-
1668τόν τι, βεβαίως δὲν ἤθελα τῷ ἀπαντήσει, ὄχι δι’ ἄλλον τινὰ
1669λόγον, ἀλλὰ διότι οὔτε ἤθελα τὸν πείσει, οὔτε ἤθελε μὲ πείσει.
1670Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὡς πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος ὡμίλησε περὶ τοῦ
1671πρώτου βασιλέως τῆς πατρίδος μας, τὸν ὁποῖον βεβαίως ἐδέχθη
1672ἐπὶ τέλους ξένος τόπος, θὰ ἀπαντήσω ἐγώ, διότι νομίζω, ὅτι
1673ἡ ἁβροφροσύνη ἀπῄτει ἀπὸ τὸν πρωθυπουργὸν τοῦ Βασιλέως, νὰ
1674μὴ ταράξῃ τὸν ὕπνον οὐδὲ τὴν σκιὰν τοῦ πρὸ ὀλίγου κοιμηθέν-
1675τος πρώτου Βασιλέως τῆς πατρίδος, τόσον σκληρῶς καὶ ἀδί-
1676κως, ἀφοῦ μάλιστα καὶ διὰ τοῦ θανάτου του ἐπέταξε ἡμῖν: Εἰ-
1677ρήνη ὑμῖν.» Ἐγὼ λοιπόν, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, ἀπὸ
1678τοῦ βήματος τῆς πατρίδος μας θέλων νὰ καθησυχάσω τὴν σκιὰν
1679τοῦ ἀειμνήστου Βασιλέως Ὄθωνος, κλίνω τὸ γόνυ ἐνώπιον τῆς
1680λάρνακος Αὐτοῦ, ἥτις ξενίζεται σήμερον ἐν τῇ πρωτευούσῃ πό-
1681λει τοῦ πρώτου καὶ μεγάλου φιλέλληνος Βασιλέως Λουδοβίκου,
1682ὅστις διάδοχος ὢν τοῦ θρόνου ἔγραφεν, ὅτε ἡ Ἑλλὰς ἀφυπνί-
1683σθη, «κάλλιον πολίτης Ἕλλην παρὰ βασιλέως θρόνος.» Κλίνω,
1684λέγω, τὸ γόνυ ἐνώπιον τῆς λάρνακος τοῦ υἱοῦ τοῦ Λουδοβίκου
1685καὶ τριακονταετοῦς Βασιλέως τῆς ἀναγεννηθείσης πατρίδος μας,
1686καὶ ἀποτείνω πρὸς αὐτὸν τὸν ἀσπασμὸν τῆς εὐγνωμοσύνης, ὡς
1687Ἕλλην καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους μας (βαθεῖα σιγὴ καὶ
1688συγκίνησις). Καὶ ἐὰν τὴν στιγμὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν ὁ κ. πρωθυ-
1689πουργὸς ἔλεγεν, ὅτι ὁ Ὄθων ἐτυράννησε τὸν τόπον διὰ τῶν μὴ
1690διαλύσεων τῶν Βουλῶν, ἦτο παρὼν ὁ εὐγενὴς καὶ σεβαστὸς
1691ἡμῶν Βασιλεὺς Γεώργιος, ἤθελεν εἰπεῖ πρὸς τὸν πρωθυπουργόν
1692του, «σκληρὰ καὶ ἄδικος ἡ γλῶσσά σου.» Ναί, κύριε πρωθυ-
1693πουργὲ, ὅταν ἐσκόπεις νὰ κατακρίνῃς τὸ παρελθὸν, ὤφειλες μᾶλ-
1694λον, ἔχων γλῶσσαν συνταγματικὴν, νὰ ἀποταθῇς πρὸς τοὺς
1695συναδέλφους σου καὶ γέροντας συνυπουργούς σου, κυρίους Χρηστί-
1696δην καὶ Καλλιφρονᾶν, ὑπουργοὺς καὶ τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος, οἵ-
1697τινες καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 ἦσαν ἐπίσης ὑπεύθυνοι
1698(εὖγε), καὶ νὰ μὴ ῥίπτῃς, ὡς πρωθυπουργὸς Βασιλέως, εὐθύνας
1699εἰς τοὺς Βασιλεῖς (εὖγε).
1700§115ΤΙΝΕΣ. Τὸ ἔθνος ἀπεφάσισε τὴν 10 Ὀκτωβρίου.
1701§116ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Θέλετε νὰ ἐννοήσητε τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο, τὸ
1702ὁποῖον ἐγράφη τὴν 10 Ὀκτωβρίου; Τίς ἀρνεῖται τὸ γεγονός;
1703Τίς ἀρνεῖται τὴν νέαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων; Καὶ ἐγὼ
1704σέβομαι αὐτὴν, καὶ ἀποκαλύπτω τὴν κεφαλήν μου ἐνώπιον τοῦ
1705Βασιλέως Γεωργίου· παρατηρῶ μόνον, ὅτι δὲν ἔπρεπεν ὁ κ. Δε-
1706ληγεώργης ν’ ἀποδώσῃ εὐθύνας εἰς τοὺς Βασιλεῖς. Σέβομαι μὲν
1707τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἔθνους μας, ἀλλ’ αἰσθάνομαι καὶ εὐγνωμοσύ-
1708νην πρὸς ὅλους τοὺς ὑπηρετήσαντας τὴν πατρίδα μας κατὰ τὸ
1709παρελθόν. Συμφωνῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι ἔπταισε τὸ παρελθὸν, καὶ
1710ἔπταισε μάλιστα εἰς τὰς ἐκλογάς· ἔπταισαν ὅμως οἱ ὑπουργοί.
1711Δὲν πρόκειται ν’ ἀποφανθῶ, δὲν ἀποφαίνομαι περὶ τοῦ καλοῦ
1712ἢ κακοῦ τῆς μεταβολῆς τῆς 10 Ὀκτωβρίου. Ἡ ἱστορία θὰ κρίνῃ
1713καὶ λαὸν καὶ Βασιλέα. Σέβομαι τὰ πάντα· οὐδὲ ἀρνοῦμαι, ὅτι
1714κατὰ τὸ παρελθὸν δὲν ἐγένοντο αἱ ἐκλογαὶ πανταχοῦ γνήσιοι. Τίς
1715δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὰ γεγονότα; Καὶ διὰ τοῦτο τὸ παρελθὸν
1716μέμφονται πάντοτε οἱ κατακριταί του. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, διὰ τῶν
1717συχνῶν διαλύσεων, ὁποῖον τὸ ἀποτέλεσμα; Σήμερον ἔχομεν ὁμο-
1718λογουμένως ἐθνικὸν Κοινοβούλιον, ἔχομεν ἐλευθέρας ἐκλογάς.
1719Ἀλλὰ δὲν δύνασθε ν’ ἀπειλῆτε καθεκάστην τὸ Κοινοβούλιον, διὰ
1720τῶν συχνῶν διαλύσεων· διότι τότε θέλομεν φθάσει εἰς τὸ αὐτὸ
1721ἀποτέλεσμα, ἤτοι εἰς τὴν μὴ εἰλικρινῆ ἐφαρμογὴν τοῦ Συντάγ-
1722ματος.
1723Λέγω λοιπόν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐξώδευσε καὶ εἰσέπραξε φό-
1724ρους ἄνευ νόμου, εὑρεθεῖσα εἰς τὴν ἀνάγκην ἕνεκα τῆς ἐλλεί-
1725ψεως τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐπειδὴ τὴν ἀνάγκην ταύτην ἐδημιούργη-
1726σεν αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις, διὰ τῆς διαλύσεως καὶ τῆς διακο-
1727πῆς, συμπεραίνω, ὅτι ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους, κατὰ τὴν
1728συζήτησιν ταύτην τοῦ προϋπολογισμοῦ, πρέπει νὰ ἄρῃ τὴν ἐμ-
1729πιστοσύνην της ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τούτῳ.
1730Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ συγχρόνως ὁ πολιὸς καὶ σεβαστὸς φί-
1731λος μου κ. Χρηστίδης νὰ εἰσέλθω ὀλίγον εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ
1732προϋπολογισμοῦ. Ὁ προϋπολογισμὸς, κύριοι, δὲν εἶπεν ὁ κ. ὑ-
1733πουργὸς, ὅτι περιέχει ἀρετάς· καὶ ἐὰν εὑρεθῇ ὅτι περιέχει ἀρε-
1734τὰς, χειροκροτήσατε. Ὁ προϋπολογισμὸς ὅμως οὐδεμίαν ἀρετὴν
1735περιέχει· καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
1736νομικῶν τὴν σκληρὰν ταύτην ἔκφρασιν, στηριζομένην εἰς τὴν
1737ὁμολογίαν του. Δὲν θὰ σκληρυνθῇ διὰ τοῦτο ἐναντίον μου· αὐτὸς
1738ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς ἐν ἀρχῇ τοῦ εἰσαγωγικοῦ του λόγου, εἶπε
1739ῥητῶς ὅτι οὐδεμίαν ἀρετὴν περιέχει ὁ προϋπολογισμὸς του ἄλ-
1740λην ἢ τὸ ἰσοζύγιον. Ἀλλ’ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι θὰ μοὶ ἀντεί-
1741πῃ «διαιρεῖς τὴν ὁμολογίαν μου· ἐγὼ εἶπον, ὅτι οὐδεμίαν ἄλ-
1742»λην ἀρετὴν ἔχει εἰμὴ τὸ ἰσοζύγιον.» Ἀλλ’ ἐὰν ἀποδείξω, ὅτι
1743οὔτε ἰσοζύγιον ὑπάρχει, τότε βεβαίως εἶναι σύμφωνος μαζῆ μου,
1744ὅτι οὐδεμία ἀρετὴ ἐνυπάρχει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Τὸ ἰσοζύ-
1745γιον, κύριοι, δὲν ὑφίσταται ἄλλως ἢ διὰ τῆς ἐκκοπῆς δαπανῶν.
1746Ὅταν τις ἐκκόπτῃ δαπάνας, ἰσοζύγιον ἐπέρχεται. Καὶ ἂν τὸ ὑ-
1747πουργεῖον προβῇ διὰ τοῦ συστήματος τούτου νὰ ἐκκόψῃ π. χ.
1748τὸ ἥμισυ τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων, θὰ ἦτο καὶ περίσσευμα.
1749Εὐκολώτατον ἦτο τὸ ἰσοζύγιον, ὅταν βλέπετε ὅτι ἐκκόπτεται
1750ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ ποσὸν διακοσίων χιλιάδων δραχμῶν διὰ
1751τὴν ἀντιπροσώπευσιν τοῦ ἔθνους εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Σήμερον καὶ
1752τὸ Μαυροβοῦνι καὶ ἡ Σερβία καὶ ἡ Βλαχία καὶ ὅλαι αἱ ἡμικυ-
1753ρίαρχαι ἐπικράτειαι ζητοῦν τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὸ νὰ ἔχωσιν
1754διπλωματικοὺς πράκτορας. Ἡ Ἑλλὰς, τῆς ὁποίας βεβαίως τὸ
1755μεγαλεῖον εἰς τὸ μέλλον εἶναι μέγα, ἡ Ἑλλὰς, κύριοι, ὁ πυρὴν
1756τῆς Ἀνατολῆς, δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ σήμερον εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἀν-
1757τιπροσωπείαν, διὰ νὰ ἐπέλθῃ τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ
1758της; Φαντασθῆτε τὸν σκοπὸν καὶ τὴν στέρησιν, καὶ συγκρίνατε.
1759§117ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν βλέπετε κἀμμίαν διαφορὰν εἰς τὸ πα-
1760ράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἐφέρατε σχετικῶς πρὸς τὴν Ἑλλάδα; Δὲν
1761βλέπετε, ὁποία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ ἔθνους ἡμικυριάρχου,
1762τὸ ὁποῖον περιπαθῶς ζητεῖ τὸ δικαίωμα, καὶ ἔθνους κυριάρχου,
1763τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο,
1764ἀλλὰ σκέπτεται περὶ τῶν λοιπῶν συμφερόντων του;
1765§118ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Βλέπω τὴν διαφορὰν, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦτο
1766τὸ ὁποῖον ἔχει, πρέπει νὰ τὸ ἐξασκῇ ἀξιοπρεπῶς, καὶ ἡ ἐθνικὴ
1767φωνὴ καὶ ὑπερηφάνεια πρέπει νὰ ᾖναι ἐνεργὸς καὶ οὐχὶ σιωπη-
1768ρὰ, δι’ οἰκονομίαν 200,000 δραχμῶν.
1769§119ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἔχετε νὰ παραπονεθῆτε ὡς πρὸς τὴν
1770ἀξιοπρέπειαν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας.
1771§120ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Προσβάλλεται ἡ ἀξιοπρέπειά μας, ἂν δὲν ἔχω-
1772μεν πρέσβεις εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
1773§121ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ εἶναι μικροφιλοτιμία.
1774§122ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη διαφορὰ, ὅτι τὰ ἡμικυ-
1775ρίαρχα κράτη, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν τὸ κυριαρχικὸν τοῦτο δι-
1776καίωμα, ἀγωνίζονται διὰ πάσης θυσίας νὰ τὸ ἀποκτήσουν· ἡμεῖς
1777δὲ οἱ ὁποῖοι τὸ ἔχομεν, τὸ θυσιάζομεν εἰς οἰκονομίας διακο-
1778σίων χιλιάδων δραχμῶν.
1779§123ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἀγνοεῖτε βεβαίως, ὅτι τὴν κυριαρχίαν
1780δὲν τὴν ἀκολουθεῖ τὸ δίκαιον τῆς ἀντιπροσωπεύσεως. Ἐκεῖνοι
1781ζητοῦν νὰ τὸ ὑπερπηδήσουν, ὅπως ἡμεῖς διὰ τοῦ ἀγῶνος μας
1782τὸ ἀπεκτήσαμεν.
1783§124ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν κάμετε ὅμως χρῆσιν.
1784§125ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁπόταν θέλομεν, δυνάμεθα, ὅπως ὑμεῖς ὁπό-
1785ταν θέλετε μεταχειρίζεσθε τὸ παλαιόν σας καπέλον, ὁπόταν θέ-
1786λετε τὸ καινούριο.
1787§126ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Χαίρω, κύριοι, διότι ἡ γνώμη αὕτη, τοῦ νὰ
1788ὑπάρχῃ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ὑπεστηρίχθη
1789καὶ παρ’ ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων. Τὴν ἰδέαν ταύτην ὑπε-
1790στήριξα πρῶτος καὶ μόνος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολο-
1791γισμοῦ.
1792Ἀλλὰ διὰ νὰ ἔλθῃ τὸ ἰσοζύγιον, ἡ Κυβέρνησις ἔφερεν προϋ-
1793πολογισμὸν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀφήρεσε 280 χιλιάδας δραχμῶν,
1794τὰς ὁποίας ὀφείλει εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν, ἐνῷ νόμος
1795τοῦ Κράτους ὑποχρεοῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δίδῃ τὸ ποσὸν τοῦτο
1796κατ’ ἔτος. Καὶ ὅμως τὸ ποσὸν δὲν ἐνεγράφη εἰς τὸν προϋπολο-
1797γισμόν. Διατί; διὰ νὰ ἔλθῃ τὸ ἰσοζύγιον.
1798§127ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ μὴν τὸ βάλωμεν.
1799§128ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοὶ λέγει,
1800ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ μὴ τὸ ἐγγράψωσι· καὶ ἐννοῶ τὸν λό-
1801γον· διότι ζήτημα ἀνεφύη ἂν ὑπάρχῃ ὑποχρέωσις ἢ οὐχί, ἐὰν
1802ὑπάρχῃ δηλονότι νόμος ἢ οὔ. Κατ’ ἐμὲ, κύριοι, τοῦτο δὲν
1803εἶναι ζήτημα. Τῳόντι ἠγέρθη ἡ ἑξῆς ἀμφιβολία ἐν τῇ Κυβερ-
1804νήσει, τοῦ ὅτι νόμος, καί τοι κυρωθεὶς ἐντὸς δύω μηνῶν, μὴ δη-
1805μοσιευθεὶς ὅμως ἐντὸς τῆς προθεσμίας ταύτης, ἂν ᾖναι νόμος.
1806Τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα, ἐπαναλαμβάνω, διότι καὶ τὸ γράμμα
1807καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος εἰσὶ καθαρὰ, σαφῆ καὶ πρόδη-
1808λα. Τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι ὁ Βασιλεὺς κυροῖ καὶ δημοσιεύει
1809τοὺς νόμους· ἐὰν δὲ μὴ ἐπέλθῃ ἡ κύρωσις ἐντὸς δύω μηνῶν
1810ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου, ὁ νόμος ἀκυροῦται. Πρῶτον, τὸ
1811γράμμα τοῦ Συντάγματος διακρίνει τὴν κύρωσιν ἀπὸ τῆς
1812δημοσιεύσεως. Περὶ δημοσιεύσεως ὅμως οὐδεὶς λόγος γίνε-
1813ται, ὅταν τὸ Σύνταγμα ὁρίζῃ, ὅτι ἡ μὴ κύρωσις τοῦ νόμου,
1814ἐντὸς δύω μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς συνόδου ἐπιφέρει ἀκύρω-
1815σιν. Διότι ἡ κύρωσις, κύριοι, εἶναι νομοθετικὴ ἐνέργεια, καὶ
1816ἀπόφασις τοῦ Βασιλέως· ἡ δημοσίευσις δὲ, ἡ publica-
1817tio δὲν εἶναι νομοθέτησις sanctio legis, ἀλλ’ ἔναρξις ἐκτελέ-
1818σεως. Τὸ δὲ Σύνταγμα πραγματεύεται κυρίως ἐνταῦθα περὶ
1819σιωπηροῦ veto, ὡς ἐκ τοῦ χρόνου προερχομένου. Διὰ τὴν κύρω-
1820σιν δὲν εὐθύνεται ἡ Κυβέρνησις· διὰ τὴν δημοσίευσιν ὅμως εὐ-
1821θύνεται, διότι ἀποτελεῖ αὕτη ἐκτέλεσιν. Ἑπομένως ἂν ᾖναι
1822ἀληθὲς, ὅτι ἡ δημοσίευσις, μὴ γενομένη ἐντὸς δύω μηνῶν, ἐπι-
1823φέρει τὴν ἀκύρωσιν, τότε ἕπεται, ὅτι δύναται ἓν ὑπουργεῖον νὰ
1824μὴ δημοσιεύσῃ νόμον, καί τοι κυρωθέντα, καὶ νὰ μηδενίσῃ τὴν
1825νομοθετικὴν δύναμιν τοῦ Βασιλέως. Τὴν γνώμην δὲ ταύτην
1826παρεδέχθησαν καὶ τὰ δικαστήρια εἰς τὸν περὶ χαρτοσήμου
1827νόμον, ὃν, καί τοι κυρωθέντα ἐντὸς δύω μηνῶν, ἀλλὰ μὴ δη-
1828μοσιευθέντα ἐννόμως, δὲν ἐφήρμοσαν ἀμέσως, ἀλλὰ δημοσιευθέντα
1829μετὰ πέντε μῆνας ἐφήρμοσαν τὸν νόμον, ὡς ἰσχυρόν. Λοιπὸν ὅ-
1830ταν ἡ Κυβέρνησις διαγράφῃ τὸ ποσὸν τοῦτο, εἰς ὃ ὑποχρεοῦται
1831διὰ νόμου, οὐ μόνον παραλείπει τὰς ἐννόμους ὑποχρεώσεις της,
1832ἀλλὰ συγχρόνως παραλείπει καὶ τὴν συγκοινωνίαν καθ’ ὁλοκλη-
1833ρίαν παρ’ ἡμῖν, ἔνθα τὰ πελάγη εἰσέρχονται εἰς τὰ σπλάγχνα τῆς
1834ἡμετέρας χώρας.
1835§129ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ διὰ πράξεώς της ἀνεγνώρισε
1836τὸ ἔγκυρον τοῦ νόμου τούτου.
1837§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ νόμου σήμερον· μὴ
1838διακόπτετε.
1839§131ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Λυποῦμαι ἐπὶ τέλους, κύριοι, διότι ὁ ἀξιό-
1840τιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸν εἰσαγωγικόν του λό-
1841γον, εἰπὼν, ὅτι θὰ δεχθῇ καὶ ἄλλας οἱασδήποτε ἐλαττώσεις,
1842δὲν ἐμνημόνευσεν, ὅτι θέλει δεχθῆ καὶ προσθήκας. Λυποῦμαι
1843δὲ, λέγω, διότι θεωρῶ καθῆκόν μου ἀπὸ τοῦδε, ὡς ἀντιπρό-
1844σωπος τῆς Φθιώτιδος, τῆς ὁποίας ἀντιπροσωπεύω καὶ τὰς ἀνάγ-
1845κας καὶ τὴν φωνὴν, ὡς καὶ οἱ λοιποὶ ἔντιμοι συνάδελφοί μου,
1846νὰ παραπονεθῶ, ὅτι δὲν βλέπω δαπάνας ἀναγκαίας, ἐξ ἐκείνων
1847αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Δὲν βλέπω νὰ πε-
1848ριέχωνται αὗται σήμερον εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ὁ δὲ Σπερ-
1849χειὸς ποταμὸς ἀπειλήσει καὶ πάλιν νὰ καταπλημμυρύσῃ τὸ
1850φθιωτικὸν πεδίον, καὶ νὰ παραβλάψῃ σπουδαῖα κοινωνικὰ καὶ
1851δημόσια συμφέροντα. Ἀπὸ τοῦδε δ’ ἐκφράζω τὴν λύπην μου,
1852διότι ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ φέρῃ προσθήκας, διότι
1853δὲν δέχεται παρὰ μόνον ἐλαττώσεις. Παρακαλῶ ὅμως τὴν Βου-
1854λὴν ἐν δέοντι νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς
1855τοῦ προϋπολογισμοῦ πρότασίν μου, περὶ διευθετήσεως τῆς κοί-
1856της τοῦ Σπερχειοῦ ποταμοῦ, περὶ γεφυρώσεως αὐτοῦ, κατὰ τὸ
1857μεταξὺ Λαμίας καὶ Ὑπάτης μέρος, ὡς καὶ περὶ συστάσεως τη-
1858λεγράφου, κατὰ τὸν δῆμον Μακρακώμης, χάριν τῆς δημοσίου
1859ἀσφαλείας.
1860Ἐνταῦθα περαίνω τὸν λόγον μου, κύριοι, συμφώνως πρὸς
1861τοὺς προαγορεύσαντας, προτείνω, ὅπως ἡ Βουλὴ, πρὶν προβῇ εἰς
1862τὰ καθ’ ἕκαστα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐκφράσῃ τὴν ἄρσιν τῆς
1863πρὸς τὸ ὑπουργεῖον ἐμπιστοσύνης της.
1864§132ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ χαρίσητε τὴν προσο-
1865χήν σας.
1866§133ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ γίνομεν τότε ἀπρόσεκτοι.
1867§134ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ σεῖς, κύριε Ῥάλλη, νὰ μὴ μὲ διακόπτητε,
1868διότι καὶ ἐγὼ οὐδέποτε διακόπτω τινά. Προλαμβάνω δὲ νὰ εἴπω
1869ὅτι θέλω περιορισθῆ εἰς ὀλίγα, καὶ ἐννοεῖται, δὲν θέλω ἐπανα-
1870λάβει ὅσα παρ’ ἄλλων ἤδη ἐλέχθησαν. Ἀρχόμενος τοῦ λόγου, δὲν
1871δύναμαι εἰμὴ νὰ ἐκφράσω ἀπορίαν τινὰ, ἡ ὁποία μὲ κατέχει.
1872Ἐτέθη, κύριοι, ζήτημα ἐμπιστοσύνης· τὸ ζήτημα τὸ ἔθεσεν ὁ
1873κύριος Ζαΐμης· ἂν τὸ προεκάλεσεν ὁ κύριος Βαλασόπουλος, ἂν
1874ἔῤῥιψε λέξεις τινὰς καὶ ἐξ αὐτῶν προεκλήθη τὸ ζήτημα, ἀδιά-
1875φορον, ὁ κύριος Ζαΐμης τὸ ἔθεσεν· ἀλλ’ ἡ συνέπεια τῆς λύσεως
1876τοῦ τοιούτου ζητήματος ὁποία ἔσεται; ἂν λυθῇ κατὰ τῆς Κυ-
1877βερνήσεως, θὰ διαδεχθῇ ἡ ἀντιπολίτευσις τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ τοι-
1878αύτη πρότασις λοιπὸν προϋποθέτει τὴν ἀντιπολίτευσιν ἡνωμέ-
1879νην, μετὰ προηγηθεῖσαν συνεννόησιν, προηγηθεῖσαν ἀπόφασιν
1880καὶ μὲ σύστημα ἀρχῶν ὡρισμένον. Ἀλλὰ τί βλέπομεν καθ’ ὅλας
1881τὰς ἡμέρας, καθ’ ἃς συζητοῦμεν τὸ προκείμενον ζήτημα; ἐκ
1882μέρους μὲν τῆς Κυβερνήσεως βλέπομεν ἑνότητα, τὰς αὐτὰς ἀρ-
1883χὰς, ἓν καὶ μόνον σύστημα μεταξὺ αὐτῆς καὶ φίλων της, τὴν
1884ὑποστήριξιν τῶν πράξεών της, τὴν δικαιολόγησιν αὐτῶν· ἐκ
1885μέρους δὲ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τῆς θεσάσης τὸ ζήτημα, ἐξε-
1886ναντίας, βλέπομεν ἀμοιβαίας ἐγκλήσεις, ἀντεγκλήσεις ἀντιθέ-
1887τους καὶ συγκροτουμένας ἀρχὰς καὶ ἰδέας, δηλώσεις διαφόρους,
1888περιέργους καὶ ἀντιφατικὰς πρὸς τὸ ζήτημα. Προτοῦ λάβῃ τὸν
1889λόγον ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, οὐδεὶς ἠδύνατο ν’ ἀμφιβάλλῃ
1890ὅτι ὁ κ. Ζαΐμης, ὡς ἀρχηγὸς τῷ ὄντι τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἔ-
1891θεσε τὸ ζήτημα τῆς ζωῆς ἢ θανάτου τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ἡ
1892ἐπιοῦσα μετέβαλε τὰ πάντα, ὁ λόγος τοῦ κυρίου Παπαμι-
1893χαλοπούλου καὶ κατόπιν τοῦ κυρίου Ζαΐμη ἐπήνεγκον τὴν
1894μεταβολήν. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, ἐν ὀνόματι τῆς ἐντί-
1895μου μερίδος, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει, ἐκήρυξεν ὅτι αὕτη δὲν θέ-
1896λει λάβει μέρος εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ
1897καὶ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος περὶ ἐμπιστοσύνης, ἀλ-
1898λὰ θέλει περιορισθῆ κατόπιν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν καθέκαστα
1899τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ὑποβάλει παρατηρήσεις εἰς κονδύλιά
1900τινα· μετὰ τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον ἦλθεν εἰς τὸ βῆμα ὁ κ.
1901Ζαΐμης, ὅστις λησμονήσας τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔθεσε τὴν
1902προτεραίαν, μετέβαλε τὸ πᾶν, καὶ οὕτω ἡ ἀντιπολίτευσις διχά-
1903ζεται· δὲν ὡμίλησεν ὡς τὴν προτεραίαν, δὲν ἐκήρυξεν ὅτι ἐπι-
1904μένει εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, ἀλλ’ ἄλλην τινὰ δή-
1905λωσιν ἔκαμε, τὴν δήλωσιν ὅτι θέλει εἶσθαι ἀντιπολιτευόμενος
1906μετριοπαθὴς, θὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τῶν καλῶν πράξεων τῆς Κυβερ-
1907νήσεως, θὰ μεμφθῇ καὶ θὰ πολεμήσῃ τὰς κακὰς, καὶ ὅτι δὲν ἐ-
1908πιδιώκει τὴν ἐξουσίαν· ῥητῶς, καθαρῶς εἶπε τοῦτο ὁ κ. Ζαΐμης
1909πρὸς τιμήν του. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν μετὰ τοιαύτην δήλωσιν
1910τοῦ φαινομένου ἀρχηγοῦ τῆς ἀντιπολιτεύσεως νὰ ἐπιζητῆται ἡ
1911πτῶσις τῆς Κυβερνήσεως; Θέλετε ἴσως σεῖς οἱ ἀντιπολιτευόμενοι
1912τὸν τόπον ἀκυβέρνητον ἢ ὑπουργεῖα ἐφήμερα καὶ ἄχροα; Καὶ διὰ τοῦ
1913τρόπου τούτου δὲν θὰ ἦσθε σεῖς οἱ προκαλοῦντες τὰς διαλύσεις;
1914Πῶς θὰ δυνηθῆτε νὰ μεμφθῆτε εἴτε τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα, εἴτε
1915τὴν ἰδίαν Κυβέρνησιν, εἴτε τὴν δημοσίαν γνώμην τοῦ τόπου, ἂν
1916κηρύξωσιν εἰς τὸ πανελλήνιον ὅτι τοιαύτη ἀντιπολίτευσις δὲν
1917εἶναι ἀξία νὰ διαδεχθῇ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, καὶ ἂν πλειο-
1918ψηφήσῃ πρέπει νὰ διαλυθῇ καὶ αὐτὴ εἰς τὰ ἐξ ὧν συνετέθη;
1919Κύριοι, μεταξὺ ἀντιπολιτεύσεως, καὶ εὐγνωμονῶ διὰ τοῦτο,
1920σιγὴ τηρεῖται ἐπὶ τοῦ παρόντος· ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἐξη-
1921γήσεως προκλητικῆς ὑπῆρχε βεβαίως περίπτωσις νὰ μοὶ γείνῃ
1922διακοπή τις ἢ ἀπάντησις (θόρυβος εἰς τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα).
1923§135ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐὰν σιωπῶμεν, ἀντλεῖτε ἐπιχειρήματα ἐκ τῆς
1924σιωπῆς μας, ἐὰν ὁμιλῶμεν παραπονεῖσθε· ἔπειτα σεῖς εἴπατε νὰ
1925μὴ σᾶς διακόψωμεν (θόρυβος).
1926§136ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω, κύριοι, ὅτι εἶσθε εὔκολοι
1927εἰς τὰς θορυβώδεις διακοπάς, ἀλλὰ δὲν προεκάλεσα θορυβώδεις
1928διακοπάς· ἐγὼ ἠννόουν τοῦτο. Ἐὰν ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ζαΐμη δὲν
1929ἦτον ἀκριβὴς, ὡς τὴν ὑπέλαβον, καὶ ἀληθὴς, ὤφειλεν ὁ κ. Ζαΐ-
1930μης νὰ μοὶ εἴπῃ ὅτι ἐπαναφέρει τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης.
1931§137ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν γνωρίζετε τὶ θὰ εἴπω ὅταν θὰ ὁμιλήσω.
1932§138ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀμφισβητῶ τὸ δικαίωμά σας νὰ εἴπητε
1933ὅ,τι θέλετε καὶ ὅταν θέλετε· προχωρῶ. Ἐγένετο πολὺς λόγος
1934περὶ προνομίων βασιλικῶν καὶ πολλὰ ἑκατέρωθεν ἐλέχθησαν·
1935τίς δύναται ὅμως ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι, ὑπαρχούσης διαφωνίας
1936μεταξὺ Βουλῆς καὶ Κυβερνήσεως, ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει κἀνένα
1937ἄλλον ὁδηγὸν εἰς τὰς ἐνεργείας του εἰμὴ τὴν θέλησίν του, καὶ
1938κἀνένα κριτὴν εἰμὴ τὴν συνείδησίν του;
1939Ἀποκαλεῖτέ τινες τὴν Βουλὴν κυρίαρχον· ἀλλ’ ἂς μοὶ συγ-
1940χωρηθῇ νὰ εἴπω ὅτι λανθάνεσθε, ἴσως ἄλλην ἔννοιαν δίδετε εἰς
1941τὴν λέξιν αὐτὴν τῆς κυριαρχίας. Κυρίαρχον εἶναι μόνον τὸ ἔ-
1942θνος, μόνον ἀπὸ τὸ ἔθνος πηγάζουσιν ὅλαι αἱ ἐξουσίαι, ἡ δὲ
1943Βουλὴ εἶναι καὶ αὐτὴ μία τῶν ἐξουσιῶν, ἥτις ἔχει ἴσα δικαιώ-
1944ματα πρὸς τὰς ἄλλας, ἰδίως μὲ τὴν ἐξουσίαν τοῦ Βασιλέως,
1945τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ
1946σέβηται πᾶσαν ἄλλην ἐξουσίαν συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα.
1947Πάνυ κακῶς, κύριοι, ἐννοοῦμεν τὸ ὅτι ἡ Βουλὴ ἀντιπροσωπεύει
1948τὸ ἔθνος· ναὶ, εἴμεθα ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ ὑπὸ
1949τοὺς περιορισμοὺς, τοὺς ὁποίους ἔθεσεν αὐτὸ τὸ Σύνταγμα· ἐκτὸς
1950τῶν ὁρίων τούτων δὲν εἴμεθα τίποτε. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν
1951νὰ ἀμφισβητήσητε τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως, τοῦ ὁποίου ἐ-
1952γένετο χρῆσις; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μεμφθῆτε τὴν γενομένην
1953διακοπήν; Δύνασθε τὸ πολὺ νὰ εἴπητε ὅτι τὸ ὑπουργεῖον, ἀνα-
1954δεχθὲν νὰ συμπράξῃ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν τοιούτων βασιλικῶν
1955δικαιωμάτων, ἔχει εὐθύνην ἠθικὴν, οὐδέποτε ὅμως εὐθύνην πο-
1956λιτικὴν, τοιαύτην ὥστε ν’ ἀναγκάσῃ σᾶς, ὡς προβλέποντας δῆ-
1957θεν κίνδυνον κατὰ τοῦ Συντάγματος, διὰ διαδόσεων, διὰ σπερ-
1958μολογιῶν διὰ θεωριῶν ἐπικινδύνων, καταστρεπτικῶν τῶν βά-
1959σεων τοῦ Συντάγματος, νὰ θέλετε ν’ ἀφαρπάσητε ἓν ζήτημα
1960ἐμπιστοσύνης. Τὴν ἠθικὴν εὐθύνην ἡ σημερινὴ κυβέρνησις οὐδέ-
1961ποτε τὴν ἠρνήθη, ἀλλ’ οὐδ’ εἰς τοιαύτην ἔδωκεν ἀφορμήν. Τρέ-
1962μετε...
1963§139ΡΩΜΑΙΟΣ. Ὄχι δά.
1964§140ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι διὰ σᾶς καὶ διὰ τὸν διακόψαντά με,
1965ἀλλὰ τρέμετε χάριν τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος, διὰ τὸν
1966κίνδυνον τὸν ἐπικείμενον ἐκ τῶν ἀλλεπαλλήλων διαλύσεων! Οἱ
1967φόβοι σας, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ εἴπω, εἶναι ὅλως διόλου ἀνυ-
1968πόστατοι. Καλῶς ἔπραξεν ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰπὼν
1969ὅτι αἱ Βουλαὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ ἀειμνήστου Ὄθωνος ἐχρησίμευσαν
1970εἰς τὴν κατάστασιν τὴν ἐπικρατήσασαν τότε. Ἐὰν ἡ κατάστα-
1971σις ἐκείνη ἦτο τυραννικὴ ἢ ὄχι, εἶναι ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον
1972δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω. Τὴν κατάστασιν ἐκείνην εὑρίσκω τυραν-
1973νικὴν καὶ ἐγὼ, μόνον καθ’ ὅσον ὁμολογουμένως ἐλεύθεραι ἐκλο-
1974γαὶ δὲν ἐγίνοντο.
1975§141ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠνοίγοντο καὶ ἐπιστολαί.
1976§142ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠνοίγοντο καὶ ἐπιστολαί, μάλιστα· ἔχεις
1977δίκαιον κ. Ἀναστασόπουλε· ἀλλὰ δὲν ἐννοεῖς αὐτὰ τὰ πράγματα,
1978συμβουλεύθητι τὸν κ. Ζαΐμην, τὸν κ. Δηλιγιάννην, τὸν κ. Σω-
1979τηρόπουλον καὶ ἄλλους ἐὰν ἔχῃς ὄρεξιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου
1980τούτου νὰ φωτισθῆτε.
1981§143ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶναι πολὺ δύσκολον τὸ ζήτημα τοῦτο.
1982§144ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι περασμένα πράγματα.
1983§145ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι περασμένα πράγματα, ὑπάρχουν
1984καὶ ἀναδέχομαι τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών μου· ἡ πρᾶξίς μου
1985ἐγένετο πρὸς περιστολὴν τῆς γενομένης καταχρήσεως ἐν καιρῷ
1986ἀνωμάλων περιστάσεων. Λοιπὸν, κύριοι, εἶχε δίκαιον ὁ πρόεδρος
1987τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ ἀείμνηστος βασιλεὺς Ὄθων ἐτυ-
1988ράννησε διὰ τῆς μὴ διαλύσεως τῶν Βουλῶν. Ὁ Κωλέτης διέ-
1989λυσε, καὶ ἡ πρᾶξις ἐκείνη, καθὼς χθὲς παρετηρήθη παρά τινος
1990τῶν ἀγορευσάντων, ἐθεωρήθη κακὴ καὶ ἀξία μομφῆς· ἀλλὰ διατί;
1991ὄχι διὰ τὴν διάλυσιν, διότι ἦτο δικαίωμα βασιλικὸν, κατὰ τοῦ
1992ὁποίου δὲν ἠδύνατό τις νὰ ἀντείπῃ, ἀλλὰ διὰ τὰς ἐκλογὰς τὰς
1993κατόπιν γενομένας, τρόπῳ τῳόντι Κωλετικῷ, ὡς εἶπέ τις· ἐξ
1994ἐναντίας, ἀφ’ ὅτου ἤρχισαν αἱ διαλύσεις ἐπὶ Ὄθωνος, ἔκτοτε δύ-
1995ναται νὰ εἴπῃ τις ἀνέκυψε τὸ Σύνταγμα, διότι ἡ τελευταία
1996διάλυσις προεκάλεσε τὸ Ἔθνος εἰς τὴν ἔκφρασιν τῶν ἐλευθέρων
1997αἰσθημάτων του.
1998§146ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Μάλιστα.
1999§147ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἔχει δίκαιον ὁ ἀγορεύων, ἐκ τῆς ὑπερβολῆς τοῦ
2000κακοῦ προκύπτει τὸ καλὸν, διότι καὶ τὸ καλὸν καὶ τὸ κακὸν
2001ἐκ τῆς αὐτῆς φύονται ῥίζης· τὸ λέγει ὁ Πλάτων.
2002§148ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τί λέγετε, κύριε Μίληση, τί εἶπον ἄλλοι;
2003Αἱ ἀλλεπάλληλοι διαλύσεις θ’ ἀποθαῤῥύνουν τὸ Ἔθνος, καὶ αἱ
2004Βουλαί μας θὰ ἦναι τοῦ λοιποῦ πειθήνιοι. Αὐτὸ λέγετε σεῖς.
2005Ἐγὼ θὰ σᾶς διαψεύσω καὶ ἰδίως διὰ τοῦ παραδείγματος τῆς
2006Ἑπτανήσου. Ὅταν μετὰ μίαν διάλυσιν γίνωνται ἐκλογαὶ παρά-
2007νομοι, καὶ σεῖς, ὄχι ἡμεῖς, εἴπατε ὅτι ἔγειναν παρ’ ἡμῖν, βε-
2008βαίως αἱ ἐπανειλημμέναι διαλύσεις μετὰ ἐπανειλημμένων πα-
2009ρανόμων ἐκλογῶν φέρουν τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον φοβεῖσθε·
2010ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ εἴπητέ τι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοῦτο τὸ ἀν-
2011τικείμενον, κατὰ τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως, διότι ἡ ἐνεστῶσα
2012Κυβέρνησις ἔδωκε τὸ πρῶτον παράδειγμα, τίνι τρόπῳ πρέπει νὰ
2013ἐνεργῶνται αἱ ἐκλογαί.
2014§149ΤΙΝΕΣ. Τὸ πρῶτον;
2015§150ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴν τὴν πεποίθησιν ἔχω ἐγώ. Βεβαίως
2016ἂν διαλύεται ἡ Βουλὴ καὶ ἐνεργοῦνται κατόπιν ἐκλογαὶ νόθοι
2017καὶ διὰ βίας καὶ ἐν ἀποτυχίᾳ ἐπαναλαμβάνεται ἡ διάλυσις, καὶ
2018δεύτεραι ἐκλογαὶ ἐνεργοῦνται κατὰ τὸν αὐτὸν παράνομον τρό-
2019πον, θὰ φθάσωμεν εἰς τοιοῦτον κακὸν ἀποτέλεσμα. Ἐν τοιαύτῃ
2020περιπτώσει θὰ ἦναι περιττὸν νὰ ἐκτιθέμεθα· πρέπει ἢ νὰ κύψω-
2021μεν τὸν αὐχένα ἢ νὰ λάβωμεν ἡρωϊκόν τι μέτρον. Ἀλλὰ εἰς
2022ποῖον λέγετε τὰ ἐναντία, δυσπιστοῦντες; Μήπως τὰ λέγετε εἰς
2023ὑμᾶς αὐτούς; Τότε ἔχεται δίκαιον. Εἰς τὴν παροῦσαν ὅμως Κυ-
2024βέρνησιν δὲν δύνασθε νὰ εἴπητέ τι. Ἡ παροῦσα Βουλὴ εἶναι
2025ἁγνή. Ποῦ εὑρίσκετε νοθεύσεις; Ποῦ εὑρίσκετε παραβιάσεις; εὑρί-
2026σκετε εἰς τὴν Μεσσήνην, εἰς τὴν Γορτυνίαν, καὶ ὅμως οἱ ἐκλεχ-
2027θέντες, καὶ τοὺς ὁποίους θεωρεῖτε ὡς γνησίους βουλευτὰς, πα-
2028ρακάθηνται σήμερον ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Λέγετε ὅτι ἔλαβον χώ-
2029ραν ἐπεμβάσεις εἰς τὴν Μεσσήνην, καὶ ὅμως τῆς Μεσσήνης οἱ
2030βουλευταὶ ἀκόμη ἐδῶ δὲν παρακάθηνται, διότι ὑπάρχει Βουλὴ
2031τοιαύτη, ἡ ὁποία καὶ ἐπὶ ἁπλῇ ὑποψίᾳ ἐδέχθη δὶς τὴν ἀκύρω-
2032σιν τῆς ἐκλογῆς. Δὲν δύνασθε λοιπὸν νὰ προσάψητε εἰς κὴν πα-
2033ροῦσαν Βουλὴν τὸ παραμικρόν.
2034§151ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἡμεῖς ἠκυρώσαμεν τὴν ἐκλογήν· ἐὰν ἐξηρτᾶτο
2035ἀπὸ ὑμᾶς ἠθέλατε τὴν ἐπικυρώσει.
2036§152ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς τίς ἔφερεν ἐδῶ; σᾶς ἔφερεν ἡ ἐλευθέρα
2037θέλησις τοῦ λαοῦ. Λοιπὸν ἡ ἐλευθέρα θέλησις τοῦ Ἔθνους δὲν ἦτο
2038δυνατὸν ν’ ἀνεχθῇ παρανόμως διεξαχθείσας ἐκλογὰς, καὶ ἂν ὑπῆρ-
2039χον τοιαῦται ἔπεσαν· ἀλλ’ ἐὰν ἀνθ’ ὑμῶν ἐξελέγοντο ἄλλοι παρα-
2040νόμως, τί ἠδύνατο νὰ συμβῇ; ὅ,τι καὶ ἄλλοτε. Λοιπὸν ἡ παροῦσα
2041Βουλὴ ἀναμφισβητήτως εἶναι παρὰ πᾶσαν ἄλλην ἁγνοτάτη.
2042§153ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Συμφωνῶ.
2043§154ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ.
2044§155ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Διὰ τὴν Ἑπτάνησον τί ἐλέγετε;
2045§156ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Ἑπτάνησον ὑπῆρχεν ἡ προστασία,
2046ὑπῆρχον οἱ Ἄγγλοι, οἱ ὁποῖοι ἐπεθύμουν νὰ ἐπιβάλλουν τὴν θέ-
2047λησίν των εἰς τὸ Ἔθνος, στενοχωροῦντες καὶ πιέζοντες αὐτό.
2048Τὰς ἐκλογὰς τῶν Βουλῶν ὅμως ἀφῆκαν πάντοτε ἐλευθέρας.
2049Ἀμφιβάλλετε ὅτι καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἂν ἐγίνετο χρῆσις τοῦ
2050παρανόμου μέτρου, τοῦ ὁποίου ἐγένετο παρ’ ἡμῖν ἄλλοτε, διὰ
2051νὰ σχηματίζωνται Βουλαὶ τοῦ χεργιοῦ τῆς ἐξουσίας, ἐὰν ἐγί-
2052νοντο αἱ ἐκλογαὶ τοῦ Κωλέτου, καὶ ἂς μοὶ συγχωρηθῇ ἂν ἐγ-
2053γίζω τὴν μνήμην ἑνὸς ἀνδρὸς ἐνδόξου, τὸν ὁποῖον ὅμως σεῖς μοὶ
2054ἐνθυμίσατε, ἐὰν μετεχειρίζετο ἡ ἀγγλικὴ προστασία μέσα,
2055ὁποῖα ἐδοκίμασαν καὶ κατὰ τὸ 1843 κατὰ τὰς πρώτας ἐκλο-
2056γὰς, ἀμφιβάλλετε, λέγω, κύριε Λομβάρδε, ὅτε οὔτε σεῖς ἠθέ-
2057λατε ἐπανειλημμένως εἰσέλθει εἰς τὰς Βουλὰς, οὔτε οἱ λοιποὶ
2058ἔνδοξοι σύντροφοί σας, οὔτε ἤθελεν εὐδοκιμήσει ἡ ὑπόθεσις τῆς
2059Ἑπτανήσου; Ἀλλ’ ἡ ἐλευθερία τῶν ἐκλογῶν ἐκείνων σᾶς ἔκαμε
2060νὰ θριαμβεύσητε κατὰ τῶν ἐπανειλημμένων διαλύσεων. Εἶναι
2061ἀληθὲς αὐτὸ ἢ ὄχι;
2062§157ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
2063§158ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, μὴ φοβεῖσθε τὰς διαλύσεις,
2064ἀλλὰ προσπαθήσατε νὰ μὴ δίδετε ἀφορμὴν εἰς διαλύσεις (θό-
2065ρυβος ἀριστερά). Νὰ μὴ δίδωμεν ἔστω. Εἰσί τινες ἐν τῷ περι-
2066βόλῳ τούτῳ οἱ κακίζοντες ὅλας τὰς γενομένας διαλύσεις· εἰς
2067ἐμὲ ἂς συγχωρηθῇ νὰ εἴπω, ὅτι καμμία ἐξ αὐτῶν εἶναι ἀδι-
2068καιολόγητος. Δὲν ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, τὰς περιστάσεις τοῦ 1865,
2069τὸν ἀλλεπάλληλον ἐκεῖνον σχηματισμὸν τῶν ὑπουργείων;
2070§159ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν διελύθη τότε.
2071§160ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου, ὑπουργεῖον Δε-
2072ληγεώργη, Βούλγαρη, πάλιν Κουμουνδούρου, πάλιν δεληγεώργη,
2073Ῥούφου καὶ δεύτερον Ῥούφου, ἀνασχηματισμὸς ὑπουργείων, προσ-
2074θῆκαι κατὰ διαφόρους ἐποχὰς προσώπων κεχρωματισμένων καὶ
2075ἀχρωματίστων καὶ τὰ τοιαῦτα (θόρυβος ἀριστερά).
2076§161ΜΑΚΡΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἂς γείνῃ ἡ παρατήρησις ὅτι ἐὰν
2077τοιουτοτρόπως φέρωνται, δὲν θὰ ἀφήσωμεν πλέον κἀνένα νὰ
2078ὁμιλήσῃ.
2079§162ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ 1866 καὶ 1867 τὰ ἴδια, ὑπουργεῖον
2080Κουμουνδούρου, ὑπουργεῖον Μωραϊτίνη, διακοπὴ τῆς Βουλῆς ὑπ’
2081αὐτοῦ, ὑπουργεῖον Βούλγαρη, διάλυσις τῆς Βουλῆς. Ἐπόμενον
2082ἦτον ἡ διάλυσις. Δύναται δὲ εὐλόγως νὰ εἴπῃ τις καὶ ὅτι κατὰ
2083τι τὸ σύστημα τῆς ἐποχῆς τοῦ Ὄθωνος ἐπενήργησε καὶ αὐτὸ
2084εἰς τὴν ὑπουργικὴν μεταβολὴν καὶ τὴν ἀπαραίτητον καταστᾶ-
2085σαν διάλυσιν.
2086Εἰς τὰ 1869, κύριοι, ἡ διάλυσις δὲν ἦτο δεδικαιολογημένη
2087δὲν ἦτο τοὐλάχιστον δεδικαιολογημένη καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον
2088ἀκόμη, καὶ ἀπορῶ, σεῖς, πῶς τὸν ἐλησμονήσατε! Ἐκτὸς τῆς
2089Βουλῆς ἦτον ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὁ κ. Λομβάρδος· θὰ συμφω-
2090νήσητε ὅτι τότε ἦτο καλὴ ἡ διάλυσις· ἀλλ’ ὄχι, ὁ κ. Λομβάρ-
2091δος καὶ ἐκείνην τὴν πολεμεῖ. Δὲν ἠξεύρω τί θὰ εἴπῃ σήμερον
2092ἀλλ’ ἀνέγνωσα προσλαλιὰν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ἐν Ζακύνθῳ
2093πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς του, δι’ ἧς προσβάλλει ἁπάσας τὰς διαλύ-
2094σεις. Κατόπιν ἀνάγκη νέας διαλύσεως παρουσιάζεται, καὶ διατί,
2095κύριοι; Διότι συνεταιρισμοὶ ἀνειλικρινεῖς καὶ πρόσκαιροι, οἱ συν-
2096εταιρισμοὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προκαλοῦν τὰς διαλύσεις, οἱ συνε-
2097ταιρισμοὶ οἱ ὅμοιοι τῷ τωρινῷ συνεταιρισμῷ τῆς ἀντιπολιτεύ-
2098σεως. Πῶς ἦτο δυνατὸν, κύριοι, νὰ συμβιβασθῇ τὸ κόμμα τοῦ
2099κυρίου Ζαΐμη καὶ τὸ κόμμα τοῦ κ. Κουμουνδούρου; Καὶ ἂν ἦτο
2100δυνατὸν νὰ συμβιβασθῶσιν ἐπ’ ὀλίγον, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ
2101συμβιβασθῶσιν ἐπὶ πολὺ, εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε τῷ ὄντι
2102νὰ δυνηθῇ τὸ ὑπουργεῖον αὐτῶν νὰ προκόψῃ, νὰ προβῇ, νὰ πραγ-
2103ματοποιήσῃ τὰ σχέδια τὰ ἐθνικὰ, τὰ ὁποῖα, ἐν εἰλικρινείᾳ τὸ
2104λέγω, δὲν εἶναι δυνατὸν ποτε νὰ παραδεχθῶ, ὅτι δὲν ἔχουν
2105εἰς τὴν καρδίαν των καὶ εἰς τὸν νοῦν των· ἀλλὰ τὸ μέτρον τοῦ
2106συνεταιρισμοῦ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ δὲν θὰ ἀφήσῃ αὐτοὺς ποτὲ νὰ
2107κάμουν βῆμα. Διὰ τοῦτο δὲν δύναμαι εἰμὴ νὰ ὑποστηρίξω καὶ
2108ἐγὼ τὴν ἐνεστῶσαν κυβέρνησιν, διότι προΐσταται αὐτῆς ἄνθρω-
2109πος ὅστις ἀπεσκοράκισε πάντοτε τοὺς συνεταιρισμοὺς (θόρυβος
2110δεξιά). Ὅτε ὁ κ. Ζαΐμης ἐσχάτως παρῃτήθη, ἐκλήθησάν τινες
2111ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἐκλήθησαν τρεῖς ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι.
2112§163ΖΑΪΜΗΣ. Διατί παρῃτήθην; Παρῃτήθην, διότι ἤμην ἀπέναν-
2113τι ἑνὸς συνεταιρισμοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἦτον ὁ κ. Δεληγιώργης.
2114§164ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ σπεύδετε· θὰ εἴπω καὶ περὶ τούτου τὰ
2115δέοντα. Ὁ Βασιλεὺς ἐκάλεσεν εἰς τὰ ἀνάκτορα τρεῖς, τοὺς λε-
2116γομένους ἀρχηγοὺς τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως σχηματί-
2117σωσι Κυβέρνησιν νέαν.—Εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, ἢ ὄχι;
2118§165ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
2119§166ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ σύστημα αὐτὸ δὲν ἐπιδοκιμάζω, ἂς μοὶ
2120συγχωρηθῇ νὰ χαρακτηρίσω καὶ αὐτὸ ὡς πλημμελὲς, ὡς πε-
2121ριέχον ἐν αὑτῷ τὸ σπέρμα τῆς διαιρέσεως. Διατί διελύετο ἡ
2122Βουλή; διότι δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἐκ τῶν τεσσάρων διε-
2123στωσῶν πολιτικῶν μερίδων μία μόνη ἵνα διοικήσῃ, ἀλλ’ ὅμως
2124ἐκλήθησαν τρεῖς ν’ ἀναδεχθοῦν τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων,
2125οἱ κύριοι Βούλγαρης, Κουμουνδοῦρος καὶ Δεληγιώργης· ὁ κ. Δε-
2126ληγιώργης ἐδήλωσε τότε· «Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ μετ’
2127»ἄλλων, ἀντεπολιτεύθην ἐξ ἀρχῆς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Ζαΐμη,
2128»ἔμεινα εἰς τὸ σημεῖόν μου, εἰς οὐδεμίαν συνεννόησιν ἦλθον
2129»μετὰ τῶν ἄλλων, αὐτοὶ κατόπιν προσετέθησαν εἰς τὴν ἀντι-
2130πολίτευσιν·» καὶ ἀληθῶς κληθεὶς νὰ συμπράξῃ εἰς τὸν σχημα-
2131τισμὸν Κυβερνήσεως μελλούσης νὰ διοικήσῃ τὸν τόπον, καλῶς
2132ἔπραξεν ἀρνηθεὶς, διότι τὸ μέτρον τῆς μικτῆς Κυβερνήσεως δὲν
2133ἦτο τὸ κατάλληλον ὡς προεξέθεσα. Ἤθελον ὁμοῦ διοικήσει ἕνα
2134μῆνα, δύω μῆνας, κατόπιν ἤθελον ἀρχίσει αἱ μεταξὺ των ἔριδες,
2135ἐνταῦθα, ἐν τῇ Κυβερνήσει καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, καὶ ἐξ ἀνάγ-
2136κης ἤθελε καταστῆ ἀδύνατος ἡ διοίκησις, καὶ ἤθελεν ἐπέλθει
2137ταχύτερον, ὡς ἐπῆλθεν, ἡ νέα διάλυσις. Καὶ δὲν ἐννοεῖτε, κύριοι,
2138ὅτι εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον ὠθεῖτε τὰ πράγματα καὶ σήμερον; Τὴν
2139ἀνάγκην τῆς διαλύσεως τὴν γεννᾶτε σεῖς· ἀποτελεῖτε διαφό-
2140ρους μερίδας πράγματι ἐχθρικὰς πρὸς ἀλλήλας, καὶ κατ’ ἐμὴν
2141γνώμην δὲν δύνασθε ν’ ἀποτελέσητε ἓν σύνολον ἔχον μίαν θέ-
2142λησιν, μίαν ἀπόφασιν, ἓν σύστημα δυνάμενον νὰ διοικήσῃ τὸν
2143τόπον διαρκῶς καὶ ἐπιτυχῶς, ἀφοῦ διαφωνεῖτε καὶ εἰς τὰ ἐλά-
2144χιστα, ἀφοῦ αἱ ἀρχαὶ τοῦ ἑνὸς προσβάλλονται ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ
2145ἄλλου, ἀφοῦ ὅ,τι λέγει ὁ εἷς ἄσπρο, ὁ ἄλλος τὸ λέγει μαῦρο,
2146ἀφοῦ εἰς τὰς ἐπαρχίας οἱ φίλοι σας εἶναι διῃρημένοι καὶ ἕκαστος
2147τῶν φίλων σας ἔχει τὸ συμφέρον νὰ δεσπόζῃ αὐτὸς μόνος.
2148§167ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς ἐν τῷ ὑπουργείῳ εἶσθε ὁμονοοῦντες
2149εἰς τὰς ἐπαρχίας;
2150§168ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ· καὶ ἔπειτα ἀπὸ ὅλα
2151αὐτὰ προσβάλλετε τὸ ὑπουργεῖον ὡς ἀπειλοῦν τὴν Βουλὴν
2152διὰ διαλύσεως; Πότε ἔπραξε τοῦτο τὸ ὑπουργεῖον; Ὁποία
2153πρᾶξις αὐτοῦ ἀποδεικνύει τὴν τοιαύτην αἰτίασιν;
2154§169ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἐπίσημα φύλλα σας.
2155§170ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρετε τίς ὁ κ. Δεληγεώργης εἶναι;
2156Ὁ κ. Δεληγεώργης κατηγορεῖται ἴσα ἴσα διὰ τὴν ἐχεμύθειάν
2157του, διὰ τὸν μυστικισμόν του, διὰ τὴν ὑπερηφάνειάν του μέ-
2158χρι βαθμοῦ, ὥστε τὸν ἀποκαλεῖτε σεῖς ἐγωϊστὴν καὶ οἰηματίαν.
2159Ἀπὸ τὰ χείλη λοιπὸν τοῦ κ. Δεληγεώργη οὔτε ὅτε ἐπρόκειτο
2160νὰ γείνῃ ἡ γενομένη διάλυσις, οὔτε τώρα ποτὲ ἐξῆλθε δήλω-
2161σίς τις ἢ ἔκφρασίς τις, ἢ πρᾶξίς τις ἐνηργήθη δυναμένη νὰ προ-
2162δώσῃ τοιαύτην ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἢ τοῦ ἀνωτάτου
2163ἄρχοντος διάθεσιν. Ἀλλά, κύριοι, ὁ τύπος γράφει, λέγετε σεῖς.
2164Ἀλλὰ τί εἶναι ὁ τύπος;
2165§171ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ μισθωτὸς τύπος.
2166§172ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅ,τι καὶ ἂν εἴπητε, κ. Ῥάλλη, περὶ μι-
2167σθωτοῦ τύπου, δὲν δύνασθε ποτὲ νὰ εἰπῆτε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις
2168τοῦ κ. Δεληγεώργη εἶναι χειροτέρα τῶν ἄλλων Κυβερνήσεων·
2169καὶ ἂν ἀποδειχθῇ ἀκόμη ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Δεληγεώργη
2170ἔχει μισθωτὸν τύπον, θὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν εἶναι κατακριτέα
2171διὰ τοῦτο, διότι ἐὰν κατὰ τοῦτο ἡ Κυβέρσις θεωρηθῇ ἀξία
2172μομφῆς, ἄλλαι Κυβερνήσεις προλαβοῦσαι πρέπει νὰ θεωρηθῶ-
2173σιν ἄξιαι σταυρώσεως. Λοιπὸν τὸν τύπον δὲν πρέπει νὰ ὑβρί-
2174ζωμεν ὡς ὠνητόν, ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε, πρέπει νὰ τὸν σεβώ-
2175μεθα, καὶ σεῖς μάλιστα οἱ ὁποῖοι διδάσκεται νὰ σεβώμεθα τὰς
2176ἐλευθερίας μας........
2177§173ΡΑΛΛΗΣ. Μὴ κάμετε δημοκοπίας. Κατηγορῶ τὰς ἐφημε-
2178ρίδας ἐκείνας αἱ ὁποῖαι πληρόνονται ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον.
2179Ἓν φύλλον, τὸ ὁποῖον πληρόνεται ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον,
2180ὅπως ὑβρίζῃ μόνον, ἀντιπροσωπεύει τὸν πάτρωνά του καὶ οὐ-
2181δένα ἄλλον.
2182§174ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σέβεσθε τὸν τύπον, δὲν λέγετε ἀλή-
2183θειαν.
2184§175ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ κ. Ῥάλλης ὁμιλεῖ περὶ μιᾶς καὶ μόνης ἐ-
2185φημερίδος, ὄχι περὶ τύπου.
2186§176ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρκεῖ ὅτι ὁμιλεῖ περὶ ἐφημερίδων. Δὲν εἶναι
2187μία ἐφημερίς, εἶναι πολλαί, εἶναι καὶ αἱ ἐπαρχίαι, αἱ ὁποῖαι
2188ἐκφράζουν τὴν αὐτὴν γνώμην...............
2189§177ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξακολουθῶ τὸν λόγον, μου. Φρονῶ ὅτι ὡς
2190ἐκ τοῦ σχηματισμοῦ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὡς ἐκ τῶν ἀμοι-
2191βαίως συγκρουομένων ἰδεῶν αὐτῆς, ὡς ἐκ τῶν προθέσεών της
2192κατέστη εἰς τὸ ἔθνος ἀντιδημοτική· σεῖς ἔχετε ἄλλην γνώμην,
2193ἀλλ’ ὁ τύπος καὶ ὁ τόπος, ὡς ἐκ τῶν ὅσα προεξέθεσα, μορ-
2194φόνει τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ διαλυθῇ, ἐὰν ἡ ἀντιπο-
2195λίτευσις ὑπερισχύσῃ· τί δὲ κοινὸν μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ τό-
2196που; Ἡ Κυβέρνησις δὲν θεωρεῖται ὑπεύθυνος δι’ ἐκδηλώσεις
2197εἴτε τοῦ τύπου, εἴτε τῶν ἰδιωτῶν, εἴτε τῶν ἐπαρχιῶν (διάλο-
2198γοι καὶ ψιθυρισμοί). Ἀφίνω τὸ περὶ ἀπειλῆς τῆς διαλύσεως,
2199φέρω δὲ τὸν λόγον περὶ τῆς τελευταίας διαλύσεως, ἐὰν ἡ Κυ-
2200βέρνησις διέλυσε καλῶς τὴν Βουλὴν ἐκείνην μετὰ τρεῖς ἢ τέσ-
2201σαρας μῆνας. Περὶ τούτου ἔχομεν καὶ ἄλλα προηγούμενα, καὶ
2202λέγων τοῦτο δὲν ἐννοῶ νὰ μεμφθῶ τὰς Κυβερνήσεις ἐκείνας,
2203ἀλλὰ τὸ ἀναφέρω διὰ ν’ ἀποδείξω ὅτι ὡς δὲν εἶναι ἀξιοκατά-
2204κριτοι ἐκεῖναι, οὕτω δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀξία μομφῆς καὶ
2205ἡ παροῦσα· ἀλλὰ διατί λησμονεῖτε, κύριοι, καὶ τὴν κατάστα-
2206σιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο τὸ Κράτος ἀμέσως μετὰ τὴν διά-
2207λυσιν; Ἐλησμονήσατε, κύριοι, τὰ μετὰ ταῦτα ἀπαραίτητα
2208καταστάντα ἔργα τῆς παρούσης Κυβερνήσεως; Λησμονεῖτε,
2209κύριε Ζαΐμη καὶ κύριε Πετιμεζᾶ, λησμονεῖτε ὅτι ἄνευ μέ-
2210τρων τινῶν δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνεργήσωσιν ἐκλογὰς οὔτε
2211ἐν Καλαβρύτοις;
2212§178ΖΑΪΜΗΣ. Εἶσθε ἠπατημένος.
2213§179ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσω ...
2214§180ΖΑΪΜΗΣ. Εἴχετε σεῖς ἀνάγκην ἐκ τῆς παρατάσεως εἰς
2215Πάτρας, ἡμεῖς δὲν εἴχομεν ἀνάγκην εἰς τὰ Καλάβρυτα. Ἐπι-
2216θυμῶ νὰ μὴ μοῦ δίδετε ἀφορμὴν νὰ σᾶς διακόπτω.
2217§181ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Μεσσήνην, κύριοι, παρακαλῶ....
2218§182ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλησμονήσατε τὸν συνάδελφόν των κύ-
2219ριον Σωτήριον Πετιμεζᾶν.
2220§183ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τῶν πρὸ τῆς διαλύσεως
2221γεγονότων.
2222§184ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὴν ἐκλογήν.
2223§185ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἂν ἡ Κυβέρνησις κα-
2224κῶς διέλυσε τὴν Βουλὴν βραδέως· καὶ πρὸς τί τάχα ἀναφέρετε
2225τὴν εἰς τὸ ὑπουργεῖον πρόσληψιν τοῦ κ. Σ. Πετιμεζᾶ; Ὁ κ.
2226Σ. Πετιμεζᾶς εἶναι πρόσωπον, τὸ ὁποῖον προσεφέρθη νὰ ἀποτε-
2227λέσῃ μέρος τῆς μερίδος τοῦ Δεληγεώργη· δὲν προσεφέρθη ὡς
2228ἀνήκων καὶ ἐμμένων εἰς ἄλλο κόμμα, καθὼς προσεφέρθησαν ἄλ-
2229λοτε ἄλλοι ἐκ τῶν ἀντιπάλων του, καὶ δὲν ἐγένοντο δεκτοί·
2230θέλετε ἴσως νὰ εἴπητε ὅτι ὁ κ. Σ. Πετιμεζᾶς μετέσχε παρα-
2231βιάσεων καὶ νοθεύσεων κατὰ τὴν προηγουμένην ἐκλογήν του.
2232Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐνθυμήθητε τὴν ἐκλογὴν Κλειτορίας.
2233§186ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Ἀρκετά.
2234§187ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τέλος πάντων εἴτε ὑπῆρχε λόγος εἴτε δὲν
2235ὑπῆρχε τῆς διαλύσεως, καὶ ἂν ἔγεινε βραδέως, τὸ βασιλικὸν
2236δικαίωμα εἶναι ἀναμφισβήτητον· μόνον εἰς τοῦτο ἔπρεπε νὰ
2237προσέξητε, νὰ γείνουν αἱ ἐκλογαὶ ἐλευθέρως, ὡς ἔγειναν. Περὶ
2238τῆς διακοπῆς δὲν ἐπαναλαμβάνω ὅσα εἶπον οἱ ἄλλοι, μίαν
2239μόνον παρατήρησιν ἐπιφέρω, ὅτι τὰ βασιλικὰ δικαιώματα τῆς
2240ἀναβολῆς, τῆς διακοπῆς καὶ τῆς διαλύσεώς εἰσιν ὅμοια· δια-
2241φορὰ μεταξὺ αὐτῶν δὲν ὑπάρχει, ἡ δὲ Βουλὴ δὲν καταρτίζε-
2242ται διὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ προέδρου, ἀλλ’ ἅμα αἱ ἐκλογαὶ ἐξε-
2243λεγχθῶσιν, ἡ Βουλὴ εἶναι κατηρτισμένη, ὡς ἀποδεικνύει τὸ
2244κείμενον τοῦ Συντάγματος· διαφορὰ μεταξὺ ἀναβολῆς καὶ δια-
2245κοπῆς δὲν ὑπάρχει, εἰμὴ κατὰ τοῦτο, ὅτι εἰς μὲν τὴν μίαν
2246εἶναι ἡ Βουλὴ παροῦσα, εἰς δὲ τὴν ἄλλην ἀποῦσα· ὅθεν ἕπεται
2247ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι κατηρτισμένη καὶ ἂν πρόεδρος δὲν ὑπάρχῃ
2248διότι ἐὰν ἦτον ἀπαραίτητος ἡ ἐκλογὴ τοῦ προεδρείου ἔπρεπε,
2249προκειμένου περὶ ἀναβολῆς, νὰ καλεῖται ἡ Βουλὴ προηγουμέ-
2250νως πρὸς τοῦτο, καὶ ἀκολούθως νὰ ἀναβάλλεται· τὸ αὐτὸ πα-
2251ρατηρῶ καὶ ὡς πρὸς τὴν διάλυσιν, ἀπούσης τῆς Βουλῆς.
2252§188ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Νέον συνταγματικὸν δίκαιον αὐτό.
2253§189ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Σύνταγμα τί λέγει; εἰς τὴν ἔναρ-
2254ξιν ἑκάστης συνόδου ἡ Βουλὴ ἐκλέγει τὸν πρόεδρον, τοὺς ἀντι-
2255προέδρους καὶ τοὺς γραμματεῖς (ἄρθρον 74). Ἡ διάρκεια τῆς
2256Βουλῆς εἶναι τὸ πολὺ ἑξάμηνος (ἄρθρον 54). Παρελθούσης ἑξα-
2257μήνου προθεσμίας, προεδρεῖον δὲν ὑπάρχει, ὑπάρχει ὅμως Βουλὴ
2258μὴ ἔχουσα πρόεδρον, ἀντιπροέδρους κλπ. καὶ οὕτω ἔχουσα δύ-
2259ναται νὰ ἀναβληθῇ, νὰ διαλυθῇ. Προσέτι δεικνύετε ὅτι φρονεῖ-
2260τε, ὅτι ἡ διακοπὴ δὲν εἶναι δικαίωμα κυβερνητικόν. Διατί δὲν
2261δίδετε εἰς αὐτὸ τὴν ἀληθῆ σημασίαν του; Νομίζετε ἴσως ὅτι ἡ
2262διακοπὴ εἶναι ἁπλῆ περιποίησις πρὸς τὴν Βουλήν; ὄχι, καὶ τὸ
2263ἠξεύρεται· ἡ διακοπὴ εἶναι δικαίωμα, τοῦ ὁποίου δύναται νὰ
2264γείνῃ χρῆσις, ὅταν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία βλέπει ἐκ τῶν προ-
2265τέρων τὴν Βουλὴν ὅπως δήποτε διατεθειμένην κατὰ τῶν ἰδεῶν
2266καὶ τῶν ἀγαθῶν σκοπῶν τῆς Κυβερνήσεως (θόρυβος).
2267§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, παρακαλῶ ἡσυχάσατε.
2268§191ΤΙΝΕΣ. Ὡραῖον, ὡραῖον.
2269§192ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριοι, λέγω τὴν ἀλήθειαν.
2270§193ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Εὐχαριστοῦμεν.
2271§194ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνῷ τὴν διακοπὴν κυρόνει ἡ βασιλικὴ ὑπο-
2272γραφὴ δυνάμει τοῦ βασιλικοῦ δικαιώματος, πῶς ἐγείρεσθε κατὰ
2273τοῦ τοιούτου δικαιώματος καὶ ἐπιῤῥίπτετε μομφὴν κατὰ τῆς
2274Κυβερνήσεως, μόνον καὶ μόνον διότι φρονοῦσα ὅτι θὰ διοικήσῃ
2275καλῶς ἐθεώρησε ἀναγκαῖον νὰ προτάξῃ ἓν μέτρον τοιοῦτον; Πε-
2276ριμείνατε, ἔχετε ὑπομονὴν, προσβάλλετε τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰ
2277τῆς διοικήσεως καὶ διὰ τὰς πράξεις της, οὐχὶ διὰ τὴν ἁπλῆν
2278χρῆσιν τοῦ βασιλικοῦ προνομίου. Ἐὰν σᾶς ᾖναι δυνατὸν, κατα-
2279δείξατε ὅτι διὰ τῶν ἔργων τῆς ἡ Κυβέρνησις ἐπεβουλεύθη τὸ
2280Σύνταγμα ἢ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἢ τέλος πάντων κα-
2281θὼς κατηγόρησεν αὐτὴν ὁ κ. Κεχαγιᾶς, εἴπατε ὅτι ἡ Κυβέρνη-
2282σις εἶναι στάσιμος, ἄπειρος καὶ ἀνίκανος· δὲν εἴπετε τοῦτο, κ.
2283Κεχαγιᾶ;
2284§195ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Βέβαια.
2285§196ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διατί εἶναι ἀνίκανος; Διατί εἶναι ἄπει-
2286ρος; Διατί εἶναι στάσιμος; Ὑποτεθείσθω ὅτι ἀπολύτως δὲν ἔ-
2287πραξέ τι νέον καλόν. Καὶ τί περισσότερον σεῖς ἐπράξατε; Εἰς
2288ποῖα καλὰ δὲν σᾶς ἐμιμήθη ἡ Κυβέρνησις αὐτή; Δύνασθε
2289νὰ εἴπητε «ἐμιμήθη ἡμᾶς» ἀλλά μιμουμένη ὑμᾶς, εἶναι ἀ-
2290νίκανος, εἶναι στάσιμος, εἶναι ἄπειρος; Δὲν ὑβρίζετε οὕτω ἑαυτούς;
2291§197ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶναι, διότι δὲν προχωρεῖ, ὅπως προχωρεῖ ὁ
2292χρόνος.
2293§198Α. ΡΟΥΚΗΣ. Ὅταν ἔλθετε ἐσεῖς, τότε θὰ ἴδωμεν τὴν πρό-
2294οδόν σας.
2295§199ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσα κακὰ προῆλθον ἐξ αἰτίας τῆς ἀνικα-
2296νότητος τῶν κυβερνησάντων καὶ πόσα καλὰ καταστραφέντα;
2297Ἡ Κυβέρνησις ἡ ἐνεστῶσα ἐξ ἐναντίας, ἐπροσπάθησε καὶ προσπα-
2298θεῖ νὰ βελτιώσῃ τὰ πράγματα, καὶ ἔχομεν λόγους ἀποχρῶντας
2299νὰ πιστεύωμεν, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος της πόθος· τί δύνασθε
2300νὰ εἴπητε, κύριοι, περὶ τῆς καταστολῆς τῆς φυγοδικίας, περὶ
2301τῆς καταστροφῆς τῆς ληστείας; Εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκετο
2302τὸ Ἔθνος ὡς ἐκ τῆς ληστείας καὶ τῆς φυγοδικίας; ὅσοι ἀνή-
2303κουν εἰς τὴν ἐμπορικὴν πόλιν τῶν Πατρῶν γνωρίζουν περισσότε-
2304ρον ἀπὸ ἄλλους ποία ἦτον ἡ κατάστασις τῆς Μεσσήνης. Πρὸ
2305τῆς παρούσης Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὴν Ἠλείαν ἦτον ἀδύνατον
2306νὰ γείνῃ δικαστικὴ ἐπίδοσις, δὲν ἐτόλμων οἱ κλητῆρες, ἀπῃ-
2307τοῦντο μεγάλα μέσα· καὶ αὐταὶ αἱ ἐπιδόσεις ἐχρησίμευον ὡς
2308ῥοσφέτια. Εἰς δὲ τὴν Μεσσήνην ἀδύνατος ἀπέβαινε ἡ ἐκτέλε-
2309σις τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων· πολλοὶ εἰς τὰς Πάτρας ἔχον-
2310τες ἀποφάσεις ἐρήμην κατὰ Μεσσηνίων ὀφειλετῶν των, οὐδέ-
2311ποτε ὡς ἐκ τῆς ἀφοβίας προσερχομένων εἰς τὰ δικαστήρια,
2312ἔχοντες, λέγω, ἀποφάσεις τοιαύτας, ἦτον ἀδύνατον νὰ ἐκτελέ-
2313σωσιν αὐτὰς, καὶ μέχρι πότε κύριοι; μέχρι τῶν πρώτων ἡμε-
2314ρῶν τοῦ ὑπουργείου τούτου. Οἱ Πατρεῖς πάντοτε παρεπονοῦντο,
2315ἀπαντῶντες τοιαῦτα προσκόμματα· τινὲς μὲ συνεβουλεύθησαν
2316περὶ τούτου, ἐπὶ τοῦ ἐνεστῶτος ὑπουργείου, τοῖς εἶπον νὰ ἐπι-
2317χειρήσουν τὴν ἐκτέλεσιν καὶ ἂν ἀπαντήσουν δυσκολίας νὰ τη-
2318λεγραφήσουν εἰς τὸ ὑπουργεῖον· οὕτως ἔπραξαν, καὶ τῷ ὄντι
2319αὐστηραὶ διαταγαὶ ἐδόθησαν καὶ ἐξετελέσθησαν αἱ ἀποφάσεις
2320καὶ ἔκτοτε ἀκωλύτως ἐκτελοῦνται· πρότερον ἴσχυε τὸ δίκαιον
2321τοῦ ἰσχυροτέρου, ἡ ἰσχὺς τῶν φυγοδίκων. Ταῦτα εἶναι, κύριοι,
2322ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ. Ἠρώτησα κα-
2323τοίκους πολλῶν ἐπαρχιῶν καὶ χωρικοὺς καὶ ἐκ τῆς ἐπαρχίας
2324Καλαβρύτων, ἀνήκοντας καὶ εἰς τὴν ἀντίθετον τοῦ ὑπουργείου
2325μερίδα, καὶ ἐξ Ἠλείας καὶ πάντες μοὶ εἶπον ὅτι δὲν δύνανται
2326ν’ ἀρνηθῶσι τὴν σημερινὴν διαφορὰν, τὴν σημερινὴν εὐάρεστον
2327κατάστασιν τοῦ τόπου ὡς πρὸς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ
2328τάξιν.
2329§200ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι σαθρὰ τὰ ἐπιχειρήματά σας.
2330§201ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ᾖναι σαθρὰ, θὰ μὲ κρίνῃ τὸ κοινὸν, θὰ
2331μὲ κρίνουν οἱ ἀκούοντες.
2332§202ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε λῃστὰς, οὔτε φυγοδίκους ἔ-
2333χομεν.
2334§203ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχομεν τώρα βέβαια· ἀλλὰ δὲν ὡμί-
2335λησα διὰ σᾶς.
2336§204ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπατε διὰ τὰ Καλάβρυτα.
2337§205ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὰ Καλάβρυτα σεῖς ὁ ἴδιος, κύριε Δια-
2338μαντόπουλε, ἐν Πάτραις μοὶ ἐκάματε παράπονα κατὰ φυγοδί-
2339κων, μὴ τὸ λησμονεῖτε, καὶ ἐζητήσατε τὴν μεσολάβησίν μου
2340πρὸς καταδίωξίν των, σᾶς εἶπον δὲ καὶ ἐτηλεγραφήσατε.
2341§206ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τί μοὶ ἔκαμεν ἡ μεσολάβησίς σας;
2342§207ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν βλέπω λοιπὸν, κύριοι, ποῦ ἠμπορεῖτε
2343νὰ προσβάλλητε τὴν Κυβέρνησιν, καὶ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν μά-
2344λιστα, ὥστε νὰ τὴν παραστήσετε ὡς ἀναξίαν νὰ κυβερνᾷ.
2345Ὁ κύριος Κεχαγιᾶς εὑρῆκε καὶ ἄλλο τι νὰ προσάψῃ κατὰ
2346τῆς Κυβερνήσεως, φαίνεται δι’ ὅσα αἱ ἐφημερίδες ἔγραψαν ὑπὲρ
2347αὐτῆς διὰ τὴν αἰφνιδίαν τωρινὴν πρόοδον τοῦ τόπου, διότι ὁ
2348πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸ ἐλάττωμα νὰ μὴ καυχᾶται·
2349ἄλλοι δὲ πάλιν κατέφυγον εἰς μικρολογίας περὶ ἀναφορῶν καὶ
2350πράξεων δημοτικῶν συμβουλίων. Ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
2351σεως καὶ ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ εἶναι ἐξ ἐκείνων, αἵτινες δὲν ἠθέλη-
2352σάν ποτε νὰ ἀρύωνται τὴν ἰσχὺν αὑτῶν ἀπὸ τὰ τοιαῦτα· ἵσταν-
2353ται ἀρκετὰ ὑψηλὰ, τοῦ προέδρου δὲ ἡ ἀγερωχία εἶναι γνωστὴ,
2354καὶ δὲν καταδέχεται τοιαῦτα μέσα. Ἀλλὰ τί λέγει ὁ κ. Κεχα-
2355γιᾶς; «ἐκαυχήθη ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Δεληγεώργη ὅτι ἀπὸ τῆς
2356ἐποχῆς της ἀνέκυψεν ἡ δημοσία πίστις, προήχθη ὁ τόπος, συν-
2357εκεντρώθησαν κεφάλαια, ἦλθον ὁμογενεῖς, ἀνακαινοῦνται αἱ Ἀ-
2358θῆναι, αἱ Πάτραι»... καὶ τὴν πρόοδον μὲν ταύτην ὁ κ. Κεχα-
2359γιᾶς δὲν ἀρνεῖται, ἀλλὰ λέγει ὅτι ἀνεπτύχθη ἡ πίστις, (λεπτο-
2360τάτη ἡ ἰδέα αὐτοῦ, ἀλλὰ συνήθως αἱ εὐφυεῖς καὶ λεπταὶ ἰδέαι
2361δὲν εἶναι ἀληθεῖς), ἀνεπτύχθη ἡ πίστις, καὶ οὕτω ἀφ’ ἧς ἐποχῆς
2362ἡ Κυβέρνησις ἤρχισε νὰ ἐκπληροῖ τὰς ὑποχρεώσεις της προῆλθον
2363τὰ καλά. Καὶ ποία εἶναι ἡ ἐποχὴ ἐκείνη; εἶναι ἡ ἐποχὴ, λέγει,
2364ἀφ’ ἧς τακτικῶς πληρόνονται οἱ τόκοι τῶν δημοσίων χρεωγρά-
2365φων. Τὰ δάνεια ὅμως αὐτὰ καὶ τὸ τελευταῖον εἶναι παλαιᾶς
2366ἐποχῆς, ἐνῷ ἡ πρόοδος εἶναι σημερινή. Τὰ δάνεια ἐγένοντο ἐκ
2367μέρους τῆς Κυβερνήσεως τῇ συστάσει καὶ μεσολαβήσει τῆς Τρα-
2368πέζης, καὶ τοῦτο δεικνύει τὴν ταπεινὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν
2369εὑρίσκοντο αἱ Κυβερνήσεις τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὴν σύστασιν τῶν
2370δανείων· ἐστερεῖτο τότε πίστεως ἡ Ἑλλάς.
2371§208ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Ἡλιόπουλε, μὲ συγχωρεῖτε· ὅταν μία Κυ-
2372βέρνησις δίδει τὰ τελωνεῖα εἰς ὑποθήκην διὰ νὰ κάμῃ ἕνα σι-
2373δηρόδρομον, πίστις εἶναι αὐτή; Χρειάζεται νὰ λέγῃ τις τὰ
2374πράγματα ὅπως εἶναι.
2375§209ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἴπατε.
2376§210ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἦτον ἀληθὴς ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Κεχα-
2377γιᾶ, ἐὰν ἔλεγεν ὅτι τῳόντι ἡ Ἑλλὰς δανεισθεῖσα ἐφάνη ἀκρι-
2378βὴς εἰς τὰς πληρωμάς της, καὶ ἀνεπτύχθη οὕτω ἡ πίστις,
2379ἀλλὰ δανεισθεῖσα δι’ ἐνεχυριάσεως τῶν τελωνείων της καὶ διὰ
2380τῆς μεσολαβήσεως ἑνὸς ἄλλου, τῆς Τραπέζης, δεικνύεται ἀνα-
2381ξιόχρεως.
2382§211ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν ἐμεσολάβησεν ἡ Τράπεζα.
2383§212ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Τράπεζα ἀνέλαβε πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν
2384δανειστῶν ὄχι τὴν ὑποχρέωσιν, ἀλλὰ τὴν καλωσύνην νὰ πλη-
2385ρόνῃ τοὺς τόκους· καὶ πῶς; μετὰ τὴν ἐνεχυρίασιν τῶν τελω-
2386νείων.
2387§213ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι τὴν ὑποχρέωσιν.
2388§214ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι λέγω καὶ ἐγώ.
2389§215ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἶναι ὡς εἷς τραπεζίτης, ὅστις εἰσπράττει καὶ
2390πληρόνει εἰς λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου.
2391§216ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διατί, κύριε Κεχαγιᾶ, μεσολαβεῖ ἡ Τρά-
2392πεζα;
2393§217ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι ἐγγύησιν.
2394§218ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, ὄχι, ἀλλὰ ἡ μεσολάβησίς της ἀπῃτήθη,
2395διότι αἱ θύραι τῆς Τραπέζης εἶναι πάντοτε ἀνοικταί· διότι ἐὰν
2396δὲν ὑπάρχῃ ἡ ἐγγύησις τῆς Τραπέζης, ὑπάρχει ἄλλη ἐγγύησις,
2397ἡ ἐνεχυρίασις τῶν τελωνείων. Εὑρῆκε λοιπὸν ὁ κ. Κεχαγιᾶς τὸν
2398λόγον, ἀλλὰ κρίνατε σεῖς ἐὰν αὐτὸς ᾖναι ὁ λόγος, ὅστις ἐπή-
2399νεγκε τὴν παροῦσαν εὐάρεστον κατάστασιν. Ὁ προϋπολογισμὸς,
2400εἶπόν τινες, εἶναι ψευδὴς, δὲν φέρει τὸ ἰσοζύγιον, καὶ κατὰ
2401τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου ὡμίλησαν καὶ θὰ ὡμιλήσουν ἄλλοι· ἀλλ’
2402ἔστω. Δύνασθε ὅμως νὰ εἴπητε ὅτι εἶναι χειρότερος τῶν προλα-
2403βόντων προϋπολογισμῶν; Ζητεῖτε λοιπὸν, κύριοι, τὴν κεφα-
2404λὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ πίνακι διὰ ποῖον λόγον; διότι δὲν ἐ-
2405φάνη ἀνωτέρα τῶν προλαβουσῶν Κυβερνήσεων, διότι ἔφερε προ-
2406ϋπολογισμὸν ὅμοιον τοῖς προϋπολογισμοῖς τοῦ παρελθόντος; Εἷς
2407λόγος σπουδαῖος αὐτός; Δὲν ἔπραξέ τι δὲν ἐπενόησέ τι, δὲν
2408μετεῤῥύθμισε τὸ φορολογικὸν σύστημα, δὲν ἐφεῦρε νέα μέσα πα-
2409ραγωγικά· καὶ ποῖοι τὰ λέγουν αὐτά; Καὶ διὰ παραλείψεις θέ-
2410λετε νὰ μεμφθῆτε τὴν Κυβέρνησιν; Ἀλλὰ τότε τί γίνονται αἱ
2411προλαβοῦσαι Κυβερνήσεις; Πῶς, κύριοι, δι’ ὅσα καὶ σεῖς δὲν ἠδυ-
2412νήθητε νὰ πράξητε, θεωρεῖτε τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν ἀξίαν
2413κατακρίσεως;
2414Περὶ Λαυρίου δὲν λέγω εἰμὴ ὅτι τὰ ἔγγραφα περὶ τῶν ὁποί-
2415ων πολὺς λόγος ἔγεινε χθὲς, καὶ τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσεν ὁ κ. Μίλησης,
2416εἶναι ἡ ἔκθεσις τῶν ὅσων ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Δεληγεώργη εἶπεν
2417ὅτι τὸ Λαυριωτικὸν ζήτημα δὲν εἶναι ζήτημα. Ὁ κ. Δεληγεώργης
2418μετὰ τῶν φίλων του ἰσχυρίσθη πάντοτε ὅτι ὁ λαυριωτικὸς
2419πλοῦτος εἶναι δημόσιος, κατ’ οὐδὲν δὲ ἀπεμακρύνθη τῆς ἰδέας
2420ἐκείνης, καὶ διὰ τῶν ἀπαντήσεών του καὶ διὰ τοῦ ὑπομνήμα-
2421τός του τὸ αὐτὸ ὑπεστήριξεν. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔπαυσε λέγου-
2422σα ὅτι ἡ περιουσία τοῦ Λαυρίου εἶναι περιουσία ἐθνικὴ, καὶ ἔ-
2423χει δίκαιον νὰ καυχᾶται ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν της ἀπεδείχθη
2424ὅτι τῷ ὄντι ζήτημα λαυριωτικὸν οὔτε ὑπῆρξεν, οὔτε ὑπάρχει· αἱ
2425πρεσβεῖαι ἔπαυσαν νὰ μᾶς κατακρίνουν, καὶ αἱ Δυνάμεις φιλικώ-
2426τατα διάκεινται πρὸς ἡμᾶς. Καὶ ὅμως προσβάλλεται ἡ Κυβέρνη-
2427σις διότι ἐπολέμησε κατὰ τῶν ξένων; διότι ἀντετάχθη εἰς τὰ
2428ἐπιχειρήματα καὶ τὰς ἀξιώσεις των διὰ θελήσεως ἰσχυρᾶς, σι-
2429δηρᾶς· αἱ περιστάσεις δὲ ἀπέδειξαν ὅτι διὰ τῆς ὑπομονῆς της
2430ἔλαβεν ἡ ὑπόθεσις τὴν λύσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὴ
2431πάντοτε ἀπ’ ἀρχῆς προσεδόκα· ἀπεδείχθη ὅτι δὲν ὑπάρχει
2432ζήτημα.
2433§219ΡΑΛΛΗΣ. Σεῖς τὸ ἐγεννήσατε·
2434§220ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις δὲν τὸ ἐγέννησεν, οὔτε ὁ κ. Δε-
2435ληγιώργης, σεῖς ὑπηγορεύσατε τὰς ξενικὰς διακοινώσεις.
2436§221Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Σεῖς κατεκρίνετε τοὺς ἄλλους, ἐνῷ αἱ διακοι-
2437νώσεις ἦτο συνέπεια τῶν γνωμοδοτήσεών σας;
2438§222ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ αἱ διακοινώσεις οὐδεμίαν ἔφερον βλά-
2439βην. Δύνασθε νὰ μεμφθῆτε τὸν Δεληγιώργην διότι δὲν συμμερί-
2440ζεται τὴν γνώμην πολλῶν ἐξ ὑμῶν, οἵτινες ἔχουν τὴν γνώμην τοῦ
2441κ. Μίληση, ἀγορεύσαντος ἄλλοτε ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τοῦ κ.
2442Σερπιέρη κατὰ τῶν ἀξιώσεων δὲ τοῦ δημοσίου; Κἂν ἐκρεμὲς ἦτο
2443τὸ ζήτημα, ἐστὲ βέβαιοι ὅτι ἤθελε στραφῆ κατ’ ἐκείνων, μεθ’
2444ὧν συμφωνεῖ ὁ κ. Μίλησης, οὐχὶ δὲ κατὰ τῶν ἀντιπάλων των
2445τῶν διασωσάντων τὸν Λαυριωτικὸν πλοῦτον. Δυνάμεθα σήμερον
2446ὅπως θέλωμεν νὰ διαθέσωμεν αὐτόν· ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν θέλη-
2447σιν τοῦ ἔθνους νὰ τὸν παραχωρήσῃ ἢ μή· ἡ δὲ Ἑλλὰς εὑρίσκεται
2448εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν τὴν ἔθεσεν ὁ κ. Δεληγε-
2449ώργης ἀπέναντι τῶν ξένων, διότι τὰ δικαστήρια δύνανται νὰ
2450ὦσιν ἡ μόνη προσφυγὴ τῶν ἐκδοχέων τοῦ Σερπιέρη. Ἐγένετο
2451ὅμως σύμβασις ἐπωφελὴς, θὰ ἴδωμεν ἂν αἱ νέαι προσφοραὶ ἦ-
2452ναι σπουδαῖαι καὶ δὲν ἦναι αἱ ἀποῤῥιφθεῖσαι παλαιαί.
2453§223ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ δὲ νόμος τί γίνεται;
2454§224ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τί γίνεται ὁ νόμος, κύριε Κεχα-
2455γιᾶ· ἤθελεν εἶσθαι τὸ ὁποῖον εἴπετε ὀρθότατον, ἂν ἡ Κυ-
2456βέρνησις συνεβάλλετο μετὰ τῆς ἑταιρίας, χωρὶς νὰ φέρῃ
2457νόμον· μὴ λησμονήσετε δὲ ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1871 ὁμιλεῖ ἐν
2458γένει περὶ ἐκβολάδων καὶ δὲν ἀφορᾷ μόνον τὰς ἐκβολάδας
2459τοῦ Λαυρίου, ἀλλὰ τὰς κειμένας εἰς οἱονδήποτε μέρος τοῦ Κρά-
2460τους. Ἑπομένως δὲν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις, ὡς εἴπετε προχθὲς,
2461νὰ ὑποβάλῃ προηγουμένως νέον νόμον ὅπως τροποποιήσῃ τὸν
2462νόμον ἐκεῖνον περὶ ἐκβολάδων, καὶ καταργήσῃ ἀπολύτως τὸν
2463συναγωνισμὸν, διότι ἡ τοιαύτη κατάργησις ἤθελεν ἐπιφέρει τὴν
2464κατάργησιν τοῦ συναγωνισμοῦ διὰ πάσας τὰς ἐκβολάδας τὰς
2465κειμένας καὶ εἰς τὰ ἄλλα μέρη τοῦ Κράτους· ἀλλ’ ἐγένετο
2466περὶ τῶν ἐκβολάδων Λαυρίου ἡ σύμβασις· ἂν αὐτὴ φανῇ ἐπω-
2467φελὴς καὶ τὴν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ, τότε βεβαίως θέλει παραδε-
2468χθῇ αὕτη τὸν ἐξαιρετικὸν σὺν τῇ συμβάσει ὑποβληθέντα νό-
2469μον· ἂν τοῦτο γείνῃ, δὲν θὰ ὑπάρχῃ νόμος τροποποιῶν τὸν πρῶ-
2470τον· ἂν τὸ νομοσχέδιον ἀποῤῥιφθῇ, οὐδεμίαν τὸ ὑπουργεῖον θὰ
2471φέρῃ εὐθύνην, διότι ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐγκρίσεως τῆς νομοθετι-
2472κῆς ἐξουσίας συνήφθη ἡ σύμβασις (θόρυβος). Ἀλλὰ διὰ παν-
2473τὸς τρόπου ζητεῖτε νὰ πέσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ δὲν σταθμίζετε
2474δεόντως τοὺς λόγους σας, ἀνυπόμονοι ὄντες νὰ τὴν διαδεχθῆτε
2475(θόρυβος). Πρὸς τούτοις δὲν ἠμπορῶ νὰ παρασιωπήσω ὅ,τι
2476εἶπεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς περὶ τῆς Βουλῆς· «ἂς ἀνυψωθῇ, εἶπεν,
2477»ἡ Βουλὴ, ἂς μὴ κυλίεται εἰς τὸν βόρβορον, καὶ τότε θέλετε
2478»ἰδεῖ ὅτι θὰ ᾖναι ἰσχυρὰ καὶ ἀπρόσβλητος.» Αὐτὸ καὶ ἐγὼ
2479ἐπαναλαμβάνω, ἀνυψώσατε τὴν Βουλὴν, καταστήσατε αὐτὴν
2480σεβαστὴν διὰ τῶν πράξεών σας, καὶ βεβαιωθῆτε ὅτι θὰ ἐνι-
2481σχύσητε αὐτὴν, ὅπως ἐπιβάλλῃ τὴν θέλησίν της κατὰ παντὸς,
2482ὅστις ἤθελε παρεμβάλλει προσκόμματα εἰς τὰς πατριωτικὰς
2483ἐνεργείας της.
2484Ηὐχόμην, κύριοι, ὅτε κατὰ πρῶτον συνήλθομεν, ἡ ἕνωσις τῶν
2485συνιστώντων τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα νὰ ἦτον εἰλικρινὴς καὶ διαρ-
2486κὴς, ηὐχόμην συγχώνευσιν τῶν κομμάτων των. Ἐὰν τοῦτο
2487ἐγίνετο, ἐσώζετο τὸ ἔθνος, ἠθέλομεν εἰσέλθει εἰς ἕνα τακτικὸν
2488δρόμον. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἀποφεύγει τὰς ἑνώσεις· μόνος ἄνευ
2489συνεταιρισμῶν θὰ ὑπάρξῃ, ἄλλως ἐπανέρχεται εὐχαρίστως εἰς
2490τὸν ἰδιωτικὸν βίον καὶ τὴν πολιτικὴν ἀνυπαρξίαν. Σεῖς, ἡ ἀν-
2491τιπολίτευσις, ἐξ ἐναντίας, ἀσπάζεσθε τὰς ἑνώσεις· πολὺ καλὰ,
2492ἀλλ’ ἑνωθῆτε πράγματι, συγχωνευθῆτε εἰς ἓν κόμμα, ἐκλέξατε
2493τὸν ἀρχηγόν σας, ὑποταχθῆτε εἰς τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ, συνα-
2494σπισθῆτε εἰλικρινῶς καὶ διαρκῶς καὶ ἀναδειχθῆτε οὕτω ἀντι-
2495πολίτευσις ἠθικὴ, ὄντως ἐθνικὴ, μὴ ἔχουσα ἄλλο τι ὑπ’ ὄψιν
2496εἰμὴ τὴν πρόοδον τοῦ Κράτους. Τότε, κύριοι, θέλετε ἐξαγάγει
2497τῷ ὄντι τὴν Βουλὴν ἀπὸ τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν τὴν θεω-
2498ρεῖ ὁ κ. Πετιμεζᾶς κυλιομένην· ἀνορθώσατε τὴν ὑπόληψίν της.
2499Ἐὰν δὲν πράξητε οὕτω, καὶ ἀπειλὰς πρέπει νὰ φοβῆσθε καὶ
2500μομφὰς τῆς κοινῆς γνώμης, καὶ διαλύσεις καὶ κἄτι περισσότε-
2501ρον· θὰ θεωρηθῶμεν ἐπὶ τέλους ὡς ἐκ τῆς διαγωγῆς σας καὶ
2502ἀνάξιοι συνταγματικῶν θεσμῶν. Ἐκτιμῶ τὸν κ. Λομβάρδον
2503διότι εἶναι πάντοτε εἷς καὶ ὁ αὐτὸς, καὶ διαφωνεῖ πρὸς σᾶς ὅ-
2504λους. Ἔχει ἀρχὰς καὶ ἐπιμένει εἰς αὐτὰς, τὰς ὁποίας ἐξ ἀρ-
2505χῆς ἐκήρυξε· δὲν συμμερίζομαι καὶ ἀποκρούω, ἐννοεῖται, τὰς
2506ἀρχάς του, ἀλλὰ τὸν ἐκτιμῶ διότι εἶναι ὁ αὐτὸς, δὲν ἔρχεται
2507εἰς ἀντίφασιν πρὸς ἑαυτόν. Σεῖς ὅμως οἱ ἄλλοι ἀντιφάσκετε
2508ὁσημέραι πρὸς ἀλλήλους· τὸ παραμικρὸν κίνημα τοῦ ἑνὸς, ἡ
2509παραμικρὰ ἔκφρασις παρεξηγεῖται ἀπὸ τὸν ἄλλον τὸν παρα-
2510καθήμενον. Ταχθῆτε τοὐλάχιστον ὑπὸ τὴν σημαίαν τοῦ κ. Λομ-
2511βάρδου, τότε σᾶς ἐννοῶ· ἀλλὰ καὶ σεῖς πιστεύω δὲν συμμερί-
2512ζεσθε τὰς ἀρχάς του, τοὐλάχιστον εἰς τὸ φανερόν· ἢ ἂς ταχθῇ
2513ὁ κ. Λομβάρδος ὑπὸ τὴν σημαίαν τοῦ κ. Ζαΐμη, ἢ ταχθῆτε
2514πάντες ὑπὸ τὴν σημαίαν τοῦ κ. Βούλγαρη, τότε πάλιν σᾶς
2515ἐννοῶ· τότε δύναμαι εἰπεῖν θὰ κάμετε πρᾶξιν πατριωτικὴν,
2516τότε πιστεύω θὰ σᾶς σεβασθῇ ὁ κόσμος, διότι θὰ ἀποτελέσετε
2517ἓν κόμμα ἀληθῶς κοινοβουλευτικὸν καὶ θὰ φθάσητε εἰς ἀπο-
2518τέλεσμα εὐάρεστον τῇ πατρίδι. Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ ἡμᾶς,
2519ἀκολουθοῦμεν τὸν κύριον Δεληγεώργην καὶ τὸν ὑποστηρί-
2520ζομεν, καὶ ὑπ’ αὐτὸν τὸν ὅρον καὶ ἐγὼ ἐργάζομαι τὸ κατὰ
2521δύναμιν ὑπὲρ τῆς μερίδος του, διότι αὐτὸς ἀποκρούει τοὺς συνε-
2522ταιρισμοὺς καὶ μένει μόνος ἀντιμέτωπος ὑμῶν ὅπως ἀνορθωθῇ
2523ἡ ὑπόληψις τῆς Βουλῆς διὰ τοῦ σχηματισμοῦ δύω μόνων
2524κομμάτων ἀντιθέτων καὶ εὐδοκιμήσῃ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον
2525κηρύττετε κινδυνεῦον. Ἀλλὰ πόθεν φοβεῖσθε τὰς ἐνέδρας καὶ
2526κινδύνους κατὰ τοῦ Συντάγματος; Ἐκπίπτετε εἰς μικρολο-
2527γίας «συνηντήθης μετὰ τοῦ δεῖνος· ἐκαλημέρησες τὸν ἄλλον»
2528ἰδοὺ οἱ κίνδυνοι τοῦ πολιτεύματος· καὶ τίνες λέγουσιν αὐτά;
2529αὐτοὶ ἐκεῖνοι οἵτινες ἔπιπτον εἰς τοὺς πόδας τῶν τοιούτων καὶ
2530ἐσχημάτισαν ὑπουργεῖα μετ’ αὐτῶν, ἐκεῖνοι οἵτινες καὶ τί-
2531τλους ἀπένειμαν καὶ ἄσυλα καὶ ἀγήματα ἐπενόησαν. Ναὶ αὐ-
2532τοί· δύνασθε νὰ ἀντείπητε εἰς ταῦτα; εἶναι ἀλήθεια πικρά·
2533ἀλλ’ ἐξερχόμενα τοῦ στόματός μου ἴσως δὲν ἔχουν τὴν βαρύ-
2534τητα, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχον ἂν ἐξήρχοντο τοῦ στόματος ἄλλων,
2535τῶν καυχομένων ὅτι κατέχουν τὴν πρώτην θέσιν ἐν τῇ πο-
2536λιτείᾳ. Λυποῦμαι διότι ἐγὼ δευτερεύων εὑρίσκομαι εἰς τὴν
2537ἀνάγκην νὰ τοῖς ὑπομνήσω τὰ τοιαῦτα. Τελειόνων τὸν λόγον
2538μου, ἀνακεφαλαιῶ αὐτὸν λέγων, ὅτι, προκειμένου περὶ πολιτι-
2539κοῦ ζητήματος, πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἀντίθετος μερίς, νὰ ὑπάρξῃ
2540ἀντιπολίτευσις συγκεχωνευμένη εἰς ἓν, ὁμοειδὴς καὶ ἀδιαίρε-
2541τος, ἱκανὴ νὰ διαδεχθῇ τὴν ὑπάρχουσαν Κυβέρνησιν. Ἂν ἦσθε
2542ὑμεῖς ἕτοιμοι πρὸς τοῦτο, ἔλθετε. Ἀλλά, κύριοι, αἱ ἐξηγήσεις
2543σας, αἱ ἐκθέσεις σας, αἱ ἀντιμαχόμεναι ἀρχαί σας εἰς οὐδένα
2544γεννοῦν αὐτὴν τὴν πεποίθησιν· ἂν τοιαύτη πεποίθησις ἐγεν-
2545νᾶτο, βεβαιωθῆτε ὅτι θὰ ἤμην σύμφωνος μαζῆ σας, πρὸς τὸν
2546σκοπὸν τοῦ νὰ ἴδω καὶ μίαν ἄλλην μερίδα συσσωματωμένην
2547διαρκῶς ἡνωμένην καὶ δυσκαταμάχητον, τὸ ὅλον μερίδας δύω
2548ἀντιθέτους. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη πεποίθησις οὔτε εἰς σᾶς ὑπάρχει,
2549πολὺ δὲ ὀλιγώτερον εἰς τὴν κοινωνίαν μας (θόρυβος). Πολλοὶ
2550συνηγορήσατε ὑπὲρ τοῦ κ. Κουμουνδούρου, εἴπετε ὅτι ὁ κ.
2551Κουμουνδοῦρος ἀπεκλείσθη τῆς Βουλῆς ἀπ’ αὐτὴν τὴν Κυ-
2552βέρνησιν.
2553§225ΤΙΝΕΣ. Πάλιν τὰ ἴδια;
2554§226ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι περισ-
2555σότερον ἐπιθυμοῦμεν ἡμεῖς τὴν ἔλευσιν τοῦ κ. Κουμουνδούρου
2556ἐν τῇ Βουλῇ, διότι αὐτὸς ἔχει τοὺς φίλους του ἐν αὐτῇ· μίαν
2557δὲ μόνην ψῆφον θὰ προσθέσῃ καθ’ ἡμῶν ἡ παρουσία του, παρ’
2558ὅσον τὴν ἐπιθυμεῖτε τινὲς μεταξὺ ὑμῶν. Ναί, πολλοὶ μεταξὺ
2559ὑμῶν εἶναι οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν τὴν εἴσοδον τοῦ κ. Κουμουν-
2560δούρου ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἀναφέρομαι εἰς τὴν
2561συνείδησίν σας.
2562§227ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν Δευτέραν, κ. Πρόεδρε, τὴν Δευτέραν· παρῆλ-
2563θεν ἡ ὥρα.
2564§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τί ἐσηκωθήκατε; καθήσατε, παρακαλῶ.
2565§229ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν πλέον, παρῆλθεν ἡ
2566ὥρα.
2567§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε πρῶτον, σᾶς παρακαλῶ. Θὰ μοῦ ἐπι-
2568τρέψητε νὰ σᾶς κάμω μίαν μικρὰν παρατήρησιν· βλέπετε ὅτι
2569πλησιάζει ὁ καιρὸς ὅπου ὅλοι μας θὰ φύγωμεν· ἔχομεν ἀ-
2570κόμη σπουδαιότατα ἔργα· ἂν θέλετε, νὰ σᾶς τὰ ἀπαριθμήσω
2571ἓν πρὸς ἕν.
2572§231ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
2573§232ΕΤΕΡΟΙ. Τὰ ἠξεύρομεν.
2574§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καταγινόμεθα μίαν ἑβδομάδα ὁλόκληρον, καὶ
2575ὁ θεὸς νὰ μᾶς φυλάξῃ ἂν ἴσως καὶ τὴν ἄλλην ἑβδομάδα δὲν
2576τὴν ἐξαντλήσωμεν ὅλην εἰς τὰς ὁμιλίας, χωρὶς ἀποτέλεσμα
2577διότι καὶ ἀπὸ τὰς ὁμιλίας τῶν μὲν καὶ τῶν δὲ, ὡς φαίνεται,
2578δὲν θὰ ἐπέλθῃ ἀποτέλεσμα. Δὲν εἶναι ἄδικον; Εἶμαι φίλος τῆς
2579ἐλευθερίας τοῦ λόγου ὅπως καὶ σεῖς. Τέλος πάντων πρέπει νὰ
2580ἀποφανθῶμεν ὁριστικῶς πότε θὰ τελειώσωμεν ἀπ’ αὐτό.
2581§234ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀπόφασις ὁριστικὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ,
2582διότι τὸ ἐμποδίζει ῥητῶς ὁ κανονισμός· ὅλοι οἱ ἐγγεγραμμένοι
2583θὰ ὁμιλήσουν.
2584§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι καὶ εἷς ἂν μείνῃ δύναται νὰ
2585κρατήσῃ τὸ ζήτημα· ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἀδικεῖ τὸν ἑαυτόν της, διότι
2586μένουν τόσα νομοθετήματα ἐκκρεμῆ, καὶ αὔριον θὰ ᾖναι ἠναγ-
2587κασμένη νὰ φύγῃ.
2588§236ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀφ’ οὗ τελειώσουν οἱ 6 μῆνες, θὰ
2589φύγῃ.
2590§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν 6 μηνῶν. Ἀλλὰ διὰ
2591τὰς ἐργασίας σας δὲν θὰ φύγετε; Λοιπὸν δὲν θὰ ᾖναι Βουλὴ
2592τότε.
2593§238ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λοιπὸν τί ὁρίζετε νὰ κάμωμεν; Νὰ
2594συντομεύσουν καὶ ἀπὸ τὸ ἓν μέρος καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο, διὰ νὰ
2595φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα.
2596§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἂς καθήσωμεν δύω καὶ τρεῖς ὥρας νὰ
2597τελειώσωμεν.
2598§240ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Εἴμεθα ἀπὸ τὰς 7 ἐδῶ, καὶ δὲν ἠμπο-
2599ροῦμεν νὰ μείνωμεν πλέον· ἂς ἔρχωνται καὶ ἄλλοι ἀπὸ τὰς 7,
2600τὴν κανονισμένην ὥραν.
2601§241ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Ἂς ἀναγνωσθοῦν τὰ ἀν-
2602τικείμενα τὰ νομοθετικὰ τὰ ἐκκρεμῆ.
2603§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ γνωρίζουν.
2604§243ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ ἀναγνώσατέ τα. Δὲν πρόκειται
2605οὔτε περὶ ἡμερησίας διατάξεως, οὔτε περὶ κανονισμοῦ, ἀλλὰ
2606περὶ κοινοῦ συμφέροντος καὶ τῶν μὲν καὶ τῶν δέ.
2607§244ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὰ γνωρίζομεν, διότι εἶναι εἰς τὴν ἡμε-
2608ρησίαν διάταξιν.
2609§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ ὅπου εἶναι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν
2610δὲν εἶναι τίποτε.
2611§246ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ὅλον, ἂν τὸ ἔχετε αὐτοῦ.
2612§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῦ νομο-
2613σχεδίου τῆς ὁδοποιΐας, ἡ συζήτησις τῶν συμβάσεων, ἐν γένει
2614τῶν λοιπῶν.
2615§248ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Περὶ Τραπεζῶν.
2616§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις περὶ τῆς Κτηματικῆς Τρα-
2617πέζης, τῆς Γεωργικῆς ἑταιρίας, ἡ σύμβασις τοῦ Λαυρίου, τῶν
2618σιδηροδρόμων.
2619§250ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἐτυπώθησαν ἀκόμη.
2620§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἐκκρεμῆ.
2621§252ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ προβῶμεν εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
2622§253ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἀλλὰ περὶ κοι-
2623νοῦ συμφέροντος, εἰς τὸ ὁποῖον ἐνδιαφερόμεθα ἅπαντες· καὶ δὲν
2624δυνάμεθα νὰ μὴ ἐνδιαφερόμεθα εἰμὴ μόνον, ὅταν καταφρονή-
2625σωμεν τὴν φιλοτιμίαν καὶ τὸ συμφέρον τοῦ τόπου μας. Λοιπὸν
2626νὰ ἀναγνωσθοῦν αὐτὰ τὰ ἀντικείμενα, διότι ἡ σπουδαιότης των
2627εἶναι ἀνωτέρα πάσης ἐπικρίσεως· δὲν θὰ εὑρεθῇ κἀνεὶς νὰ εἴπῃ
2628ὅτι ἔχομεν ἐνώπιόν μας νομοσχέδια τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα καὶ ἂν
2629μείνουν καὶ εἰς τὴν ἑπομένην Σύνοδον, δὲν πειράζει, διότι δῆ-
2630θεν τὸ ἔθνος δὲν περιμένει τίποτε ἐξ αὐτῶν. Διὰ τοῦτο εἶπα ν’
2631ἀναγνωσθῶσι τὰ ἀντικείμενα, τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι
2632ἐκκρεμῆ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
2633§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ οὐσιώδη.
2634§255ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰ ὁποῖα πρῶτον εἶναι μεγίστης καὶ πρω-
2635τίστης ἀξίας, ὡς μέλλοντα νὰ ἐξασκήσωσιν ἄμεσον καὶ μεγί-
2636στην ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν συμφερόντων τῆς κοινωνίας· καὶ δεύτε-
2637ρον διότι εἶναι ἀρκετὰ πολλὰ διὰ τὴν ὥραν τοῦ ἔτους, καθ’ ἣν
2638εὑρισκόμεθα. Ἑπομένως ἂς σκεφθῶμεν ἐδῶ ὡς ἀδελφοὶ, ἐὰν
2639ἦναι ἢ δὲν ἦναι ἀληθὲς ὅτι ἕνεκα τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἐργα-
2640σιῶν καὶ συμφερόντων, τὰ ὁποῖα ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ὡς μέλος τῆς
2641κοινωνίας ἔχει, δὲν θὰ συμβῇ ὅ,τι συμβαίνει ἀείποτε, μετά τινας
2642ἡμέρας ἡ Βουλὴ νὰ μὴ συνεδριάζῃ. Αὐτὸ εἶναι τοῖς πᾶσι γνω-
2643στόν. Πιστεύω λοιπὸν, ὅτι ἂν ἐρωτήσῃ ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, ὅλοι
2644ἐκ συμφώνου θὰ θελήσωμεν νὰ μὴ φανῶμεν ὑστεροῦντες εἰς κα-
2645θήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν τόσον γενικά.
2646§256ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Εἴμεθα σύμφωνοι.
2647§257ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ· καὶ ἐπειδὴ εἴμεθα σύμφω-
2648νοι, ἂς προβῶμεν. Ἤρχισεν ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ,
2649δύω ἑβδομάδας ἤδη.
2650§258ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Ἀπὸ τὴν Δευτέραν.
2651§259ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τότε ἤρχισεν ἡ πολιτικὴ συζήτησις, ἀλλ’
2652ἡ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι δύω ἑβδομάδες.
2653§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν, καὶ Παρασκευὴν
2654χθὲς, εἶναι 9–10 ἡμέραι.
2655§261ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πολὺ καλὰ, 10 ἡμέραι· ἀφήσαμεν τὸν
2656προϋπολογισμὸν καὶ εὑρισκόμεθα εἰς συζήτησιν πολιτικοῦ ζη-
2657τήματος, καὶ ἐτέθη ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
2658Λοιπὸν παρακαλῶ τὴν ἀντιπολίτευσιν νὰ ἀποφασίσῃ νὰ λύσῃ αὐτὸ
2659τὸ ζήτημα, διότι δὲν ἔχει τὸ συμφέρον οὐδὲ αὐτὴ, καθόσον θὰ
2660εὑρεθῇ αὔριον εἰς τὴν ἐξουσίαν, νὰ ἀφίνῃ τὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ ἐκ-
2661κρεμότητα, νὰ τὴν ἀφίνῃ ὑπὸ κατηγορίαν καὶ νὰ μὴ φέρῃ
2662ψῆφον ὁριστικήν. Ἂν δύναται, ἂς ὑπερισχύσῃ, ἐὰν δὲ δὲν
2663δύναται, νὰ πέσῃ ἡ πρότασίς της. Δὲν ἐννοῶ ποῖος εἶ-
2664ναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἠμποροῦμεν εἰς τὸ ζήτημα
2665τοῦτο νὰ συμφωνήσωμεν. Ἠμπορεῖ νὰ θέλῃ τις νὰ εἴπῃ,
2666ἔχομεν ἀκόμη νὰ ὁμιλήσωμεν· ἀλλὰ τέλος πάντων ἀφοῦ ἑπτὰ
2667ἡμέρας πολλὰ λέγονται καὶ ἐῤῥέθησαν, μοὶ φαίνεται ὅτι
2668εὐλόγως δὲν δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἔμειναν τὰ οὐσιώδη
2669ὥστε χάριν αὐτῶν γαία μιχθήτω πυρί. Βεβαίως ἔχομεν ἕνα
2670Κανονισμὸν, ὅστις δὲν δίδει λαβὴν ἵνα φθάσωμεν εἰς αὐτὸ τὸ
2671ἀποτέλεσμα, διότι ἐν ὅσῳ ὑπάρχουν ῥήτορες ἐγγεγραμμένοι
2672χρεωστεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ὑπομένῃ· ἀλλ’ ὅταν ἐτέθη αὐτὴ ἡ διάτα-
2673ξις εἰς τὸν Κανονισμὸν, ἐτέθη διὰ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν κατάχρησιν
2674τοῦ ἐναντίου συστήματος· κἀνεὶς ὅμως δὲν ἐνόησεν ὅτι τὸ
2675νέον σύστημα τοῦτο δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀποβῇ εἰς κατάχρη-
2676σιν· καὶ συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι εἴμεθα ἤδη εἰς
2677κατάχρησιν κατ’ αὐτὴν τὴν συζήτησιν καθὼς καὶ εἰς ἄλλα
2678ζητήματα. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου. Διὰ τοῦτο ἀνέφερα προ-
2679τήτερα ὅτι ἔχομεν ἐκκρεμῆ ἔργα ἔχοντα μεγίστην ἐπιῤῥοὴν εἰς
2680τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, καὶ εἶναι πολλὰ, τὰ ὁποῖα ἐξ ἀνάγ-
2681κης θὰ παρατείνουν τὰς συνεδριάσεις μας ἐπὶ πολὺ, καὶ θὰ ἀ-
2682ναγκασθῶμεν νὰ τὰ ἐγκαταλείψωμεν καὶ θὰ ἀναδεχθῶμεν εὐ-
2683θύνην ἐνώπιον τοῦ τόπου. Διὰ τοῦτο εἶπα νὰ συννενοηθῶμεν ἡ
2684συμπολίτευσις πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν πότε θέλει νὰ τὰ
2685ψηφίσῃ. Ἡ ἀντιπολίτευσις εἶναι πάντοτε ἓν σῶμα καθὼς καὶ
2686ἡ Κυβέρνησις. Δὲν εἶναι διόλου δύσκολον εἰς αὐτὴν, ἔπειτα
2687ἀπὸ συζήτησιν ἓξ, ἑπτὰ ἡμερῶν, νὰ εἴπῃ, ὅτι μίαν ἡμέραν
2688ἀκόμη θὰ συζητήσωμεν, καὶ νὰ ὁμιλήσῃ εἷς ἢ δύω ἐκ τῆς
2689ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ, ἂς ὁμιλήσῃ
2690εἷς ἢ δύω ἐκ τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶναι περιορισμὸς τοῦτο
2691τοῦ λόγου, ἀλλ’ ἐπικαλοῦμαι τὴν συνεννόησιν αὐτῶν τῶν δύω
2692ὁμάδων ὡς πολιτικῶν κομμάτων, τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ
2693τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὑποθέτω ὅτι σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀξιοῦτε νὰ
2694ἐξέλθῃ ἐκ τῆς ψήφου τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἓν πολιτικὸν ἀποτέ-
2695λεσμα, πρέπει νὰ ἀναγνωρίσητε ὅτι ὀφείλετε νὰ προσέξητε ὡς
2696πολιτικὸν κόμμα καθὼς ὀφείλει καὶ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὅτι οὔτε
2697σεῖς, οὔτε ἡ Κυβέρνησις ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ ὅτι ἀξιοῖ τὰ ἠθικῶς
2698ἀδύνατα, δηλονότι τὴν ἐγκατάλειψιν τῶν πλέον προφανῶν συμ-
2699φερόντων τοῦ τόπου.
2700§262ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε πρόεδρε, αἰσθάνομαι καθὼς ὅλοι μας,
2701ὅτι ἴσως ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν ἔρχεται ἡ φυσικὴ ὥρα τοῦ ἔτους,
2702καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συνεδριάσῃ καὶ ἴσως μείνωσιν
2703ἐκκρεμῆ, ἀσυζήτητα ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ συζητη-
2704θῶσιν. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι εἰς τοῦτο δὲν πταίομεν
2705ἡμεῖς.
2706§263ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁρίστε, κύριε λομβάρδε.
2707§264ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἐχάσαμεν τὸν καιρόν μας ἡμεῖς, καθόσον,
2708ἐὰν ἐφθάσαμεν εἰς αὐτὴν τὴν ὥραν τοῦ ἔτους, αἰτία εἶναι ἡ δια-
2709κοπὴ τῶν 40 ἡμερῶν καὶ ἡ βραδεῖα πρόσκλησίς μας. Συμφω-
2710νῶ ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις εἶναι ἓν σῶμα πολιτικὸν καὶ ἡ Κυβέρ-
2711νησις ἐπίσης ἓν σῶμα πολιτικὸν, καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν πρό-
2712κειται περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, τὰ δύω αὐτὰ σώμα-
2713τα πρέπει νὰ ἑνωθῶσι, καὶ ἂν τυχὸν ἐγένετο κατάχρησις λόγου,
2714καθὼς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως, πρέπει καὶ
2715τὸ ἓν μέρος καὶ τὸ ἄλλο νὰ συναισθανθοῦν τὴν κατάχρησιν καὶ
2716νὰ τὴν περιστείλωσι· καὶ ἐὰν συμφωνοῦμεν μὲ τὸν κ. πρόεδρον
2717ὅτι ἐγένετο κατάχρησις λόγου ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τὸ ὁποῖον
2718συζητοῦμεν, δὲν συμφωνοῦμεν ὅμως ὅτι ἐγένετο κατάχρησις
2719λόγου εἰς τὰ διοικητικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα συζητοῦνται ἐν
2720τῇ παρούσῃ συζητήσει· δὲν πρόκειται περὶ ἁπλοῦ ζητήματος
2721ἐμπιστοσύνης. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ζαΐμης, ὅστις τὸ ζήτημα τοῦτο
2722ἔθηκε, καὶ ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις τὸ ζή-
2723τημα τοῦτο ἐδέχθη, πῶς τὸ ἔθεσαν; Δὲν τὸ ἔθεσαν ἁπλῶς με-
2724ταξὺ Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως· ἀλλὰ καὶ ὁ μὲν κα-
2725τηγόρησε τὴν Κυβέρνησιν ὡς ἐνεργοῦσαν ἐκτὸς καὶ κατὰ τοῦ Συν-
2726τάγματος, καὶ ὁ δὲ κατηγόρησε τὴν ἀντιπολίτευσιν ὡς ἐπανα-
2727στάτην· εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν ἀκόμη καὶ ἡ μία μερὶς καὶ ἡ ἄλλη
2728ἐννοοῦν καὶ αὐτὸν ὅστις ἔθετε, καὶ αὐτὸν ὅστις ἐδέχθη τὸ ζή-
2729τημα.
2730§265ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι τρόπος τοῦ λέγειν περὶ αὐτῶν τὰ
2731ὁποῖα εἴπομε, ἄλλως εἴμεθα εἰς τὴν ὁμαλὴν κατάστασιν.
2732§266ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐκεῖ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ λόγου σας, ὁ Ζαΐμης
2733ἐπαναστάτης, ἡ Κυβέρνησις ἀντιπράττουσα κατὰ τοῦ πολιτεύ-
2734ματος· σεῖς μᾶς εἴπατε ὅτι φερόμεθα καὶ ὑποστηρίζομεν διαγωγὴν
2735ἐπαναστατικήν· τὸ ζήτημα, ὅπερ τίθεται κατὰ τῆς παρούσης Κυβερ-
2736νήσεως, δὲν ἦλθε παρ’ ἅπαξ μόνον ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ
2737ἀφ’ ὅτου Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον ὑπάρχει· δὲν εἶναι ἁπλοῦν ζή-
2738τημα. Τρὶς ἴσως ἦλθεν, ἂν ἴσως θελήσῃ τις τὴν πρώτην ἐμ-
2739φάνησιν κατὰ τὸ 1869 νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ τότε ἢ δὲν
2740ἐπενοήθη ἢ δὲν εἶχον τὴν δύναμιν νὰ κάμουν νὰ τοὺς ἐννοήσωσιν
2741ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὸ ὑπεκίνησαν, διότι ἔμειναν δύω μόνον.
2742Καθ’ ἑαυτὸ ὑπεκινήθη τὸ ζήτημα τοῦτο κατὰ τὸ 1871 πρώ-
2743την φορὰν καὶ δευτέραν φορὰν σήμερον, καὶ σήμερον ἐν πολλῇ
2744μεγαλειτέρᾳ διαστάσει, μὲ μεγαλείτερα ἐπιχειρήματα, καὶ ἐὰν
2745θελήσητε νὰ παραδεχθῆτε, ἀξιότιμε πρόεδρε τῆς κυβερνήσεως,
2746ὅτι ἐγένετο κατάχρησις λόγου ἀπ’ αὐτὸ τὸ μέρος τῆς Βουλῆς
2747(δεικνύει τὴν δεξιὰν πτέρυγα), δὲν θέλω νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ τὸ
2748αὐτό· ἀλλὰ μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ἐρωτήσω, κύριε πρόεδρε, δὲν ἐγέ-
2749νετο κατάχρησις λόγου καὶ ἀπὸ τούτου τοῦ μέρους (δεικνύει
2750τὴν ἀριστεράν); Ἀπὸ αὐτὴν (τὴν δεξιάν) δὲν ὡμίλησαν ἀκόμη
2751ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἴσως προκαλοῦνται νὰ ὁμιλήσωσι καὶ ἐπρο-
2752κλήθησαν μὲ πολλὰς ἀποτάνσεις πρὸς αὐτούς. Ἔπειτα ἀπὸ ἐκεῖ-
2753να τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο ἀπὸ τὴν πτέρυγα
2754ταύτην (τὴν ἀριστερὰν), πρὸς αὐτὴν (τὴν δεξιὰν), ὕστερον ἀπὸ
2755τὰς σημερινὰς ἀγορεύσεις, νομίζετε ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ τελειώ-
2756σωμεν σήμερον; Ὄχι, κύριε πρόεδρε. Τὴν διάταξιν ἐκείνην τοῦ
2757Κανονισμοῦ, ἡ ὁποία ἀφίνει ἐλεύθερον τὸν λόγον, ὀφείλωμεν νὰ
2758τὴν τηρήσωμεν. Ἐὰν ὁ τόπος ἐνδιαφέρεται διὰ νομοσχέδια ἰδίου
2759συμφέροντος, μείνατε βέβαιοι ὅτι ἐνδιαφέρεται πολὺ περισσότερον
2760νὰ μάθῃ ποῖος εἶναι ἐπαναστάτης ἐναντίον τοῦ πολιτεύματος
2761ἡμεῖς ἢ ὑμεῖς ἢ οὐδείς.
2762§267ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔξω ἀπὸ τὸ Κοινοβούλιον δὲν ὑπάρχει
2763αὐτὴ ἡ ἰδέα.
2764§268ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τοιαῦτα καὶ ἡμεῖς καὶ σεῖς τὰ εἴπατε.
2765§269ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐδῶ τὰ εἴπαμεν.
2766§270ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ὅσα λέγονται ἀπ’
2767ἐδῶ, τὰ ἀκούει καὶ τὰ σκέπτεται ὅλη ἡ Ἑλλάς.
2768§271ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰ ἀκούει, ἀλλὰ δὲν τὰ φρονεῖ.
2769§272ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θὰ ἴδωμεν ἂν τὰ φρονῇ καὶ ἂν τὰ φρονῆτε
2770καὶ σεῖς ὁ ἴδιος. Ἐκτὸς τούτου προσθέτω ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις
2771δὲν ἐννοεῖ νὰ ἀφήσῃ τὸ ζήτημα ἐκκρεμὲς ἐπὶ πολὺ, ἀλλὰ ἐννοεῖ
2772νὰ τὸ συζητήσῃ καθὼς ἄχρι τοῦδε ἐμβρυθῶς καὶ σοβαρῶς, ἐννοεῖ
2773νὰ ἔλθῃ εἰς ψηφοφορίαν διὰ νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὴν βάσιν τῆς Κυ-
2774βερνήσεως κυρίως, διότι περὶ τοῦ ἀποτελέσματος πρόκειται·
2775περὶ τῆς ψηφοφορίας ἀδιαφορεῖ, ἀδιαφορῶ καὶ ἐγὼ, καθὼς εἶπε
2776πολὺ καλὰ καὶ ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ἀλλὰ διὰ νὰ φανῇ ποῖοι εἶναι
2777ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τάσσονται μὲ μίαν γνώμην καὶ ποῖοι μὲ τὴν
2778ἄλλην· ἡ ψηφοφορία θὰ δείξῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιθυμεῖ ὁ κ.
2779Ἡλιόπουλος νὰ ἴδῃ, ἐὰν καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις ὑποστηρίζῃ καὶ
2780μάχηται ὑπὲρ μιᾶς ἰδέας, ἢ ἐὰν ᾖναι διατετμημένη εἰς τὰ τμή-
2781ματα ἐκεῖνα εἰς τὰ ὁποῖα τὴν παρέστησεν ὅτι εἶναι διατετμη-
2782μένη ὑπὲρ ἰδέας, ἀξιότιμε πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως καὶ βουλευ-
2783τὰ Πατρῶν, ἡ ὁποία εἶναι αὐτὴ καὶ ἡ ὁποία ἐτέθη ἀπὸ τὴν
2784πρώτην ἡμέραν τῶν ἐργασιῶν μιᾶς κοινοβουλευτικῆς Κυβερνή-
2785σεως ἢ προσωπικῆς! Σεῖς ὑποστηρίζητε, ὅτι εἶσθε κοινοβουλευ-
2786τικοὶ, ἡμεῖς σᾶς τὸ ἀρνούμεθα. Ἰδοὺ τί πρόκειτε νὰ συζητήσω-
2787μεν ὅπως μάθῃ ὁ κόσμος....
2788§273ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἰσχυρίζεσθε σεῖς ὅτι εἴμεθα προσωπικὴ
2789κυβέρνησις; Ἡμεῖς οἵτινες σᾶς ἐκυβερνήσαμεν τετράκις ὡς αὐτο-
2790τελὴς Κυβέρνησις καὶ σᾶς ἀντεπολιτεύθημεν σταθερῶς ὡς πλήρης,
2791κοινοβουλευτικὴ καὶ ἐθνικὴ ἀντιπολίτευσις; διότι αὐτὸ θὰ
2792εἰπῇ προσωπικὴ Κυβέρνησις· θὰ εἴπῃ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν
2793εἶναι πολιτικὸν κόμμα· ἡ δὲ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἶναι πολι-
2794τικὸν κόμμα, ποτὲ δὲν εἶναι προσωπική.
2795§274ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Προσωπικὴ Κυβέρνησις θὰ εἴπῃ κατ’ ἐμὲ, κύ-
2796ριε πρόεδρε, — καὶ σᾶς εὐχαριστῶ διότι ἐθίξατε τὸ ζήτημα τοῦτο
2797διὰ νὰ συνεννοηθῶμεν,—προσωπικὴ Κυβέρνησις, κατ’ ἐμὲ, εἶναι
2798ἐκείνη ἡ ὁποία ἔρχεται, διατηρεῖται, καὶ προσπαθεῖ νὰ διατη-
2799ρηθῇ διὰ τῶν δικαιωμάμων, τῶν προνομιῶν τῶν ἐξουσιῶν, ὅπως
2800θέλετε, τὰς ὁποίας ἀπονέμει τὸ Σύνταγμα εἰς ἓν καὶ μόνον πρό-
2801σωπον· προσωπικὴ Κυβέρνησις, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἔρχε-
2802ται, διατηρεῖται καὶ προσπαθεῖ νὰ διατηρεῖται καὶ διατηρεῖται
2803οὐχὶ διὰ τῆς ἐκπεφρασμένης, καθαρᾶς, πλήρους, ἀνεξαρτήτου ἐκ-
2804φράσεως ἐμπιστοσύνης πρὸς αὐτὴν τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλ’ ἐπα-
2805ναλέγω προσπαθεῖ νὰ διατηρεῖται διὰ τῆς ἐνασκήσεως τῶν προ-
2806νομίων, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα ἀποδίδει εἰς ἓν καὶ μόνον ἄτο-
2807μον καὶ τὰ ὁποῖα ἐνασκοῦνται ὑπὸ τὴν εὐθύνην ὑμῶν.
2808§275ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διατί ἐδόθησαν αὐτὰ τὰ δικαιώματα; Νὰ
2809μὴν ἐξασκῶνται;
2810§276ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θὰ τὸ ἐξετάσωμεν.
2811§277ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐκτὸς τούτου, σᾶς παρακαλῶ· διότι δὲν
2812ἀνέχομαι ὡς Κυβέρνησις νὰ λέγητε ὅτι εἴμεθα Κυβέρνησις μειο-
2813νοψηφοῦσα.
2814§278ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Αὐτὸ συζητεῖται.
2815§279ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ναὶ, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀληθές· διότι δείξατέ
2816μας μίαν ψηφοφορίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἡττήθημεν· συζητεῖτε θεω-
2817ρίας συνταγματικὰς μόνον, ἀλλὰ περὶ τοῦ πράγματος δὲν εἴ-
2818πατε τίποτε. Δείξατέ μας ἂν ἐχάσαμεν τὴν δεῖνα ψηφοφορίαν
2819ἔχουσαν σημασίαν πολιτικὴν, ὅπου ἐπρόκειτο νὰ χωρισθῇ ποῦ
2820εἶναι ἡ πλειοψηφία καὶ ποῦ ἡ μειονοψηφία· τὰς τοιαύτας ψη-
2821φοφορίας τὰς ἐχάσατε σεῖς καὶ ἡττήθητε. Ὅταν τοῦτο σᾶς λεί-
2822πει, πῶς μᾶς λέγετε ὅτι εἴμεθα προσωπικὴ Κυβέρνησις;
2823§280ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θὰ σᾶς τὸ εἴπωμεν, καὶ θὰ σᾶς τὸ ἀποδεί-
2824ξωμεν.
2825§281ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔχετε ἑπτὰ ἡμέρας· ἐν τούτοις ἐπαναλαμ-
2826βάνεται πάντοτε τὸ θά.
2827§282ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἐλάβαμεν ἀκόμη τὸν λόγον.
2828§283ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχομεν ἑπτὰ ἡμέρας, ἀλλὰ δὲν ἐρχό-
2829μεθα ἀπὸ τὰς ἑπτὰ ἡ ὥρα τὸ πρωῒ νὰ ἐργασθῶμεν. Ἡμεῖς με-
2830ρικοὶ ἐρχόμεθα εἰς τὴν συνεδρίασιν ἀπὸ τὰς ἑπτά. Τώρα ἕως
2831εἰς τὰς δύω ὅπου καθήμεθα ἠμποροῦμεν νὰ ἐργασθῶμεν περισ-
2832σότερον;
2833§284ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ εἶπαν ἀπ’ ἐδῶ ὅτι «ἠξεύρομεν, κύριοι
2834ὑπουργοὶ, ὅτι ἂν σᾶς δώσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν θὰ λήξετε
2835τὴν σύνοδον καὶ δὲν σᾶς τὸν δίδομεν.» Δὲν τὸ εἶπε εἷς ἀπ’
2836ἐδῶ; Δὲν θέλω νὰ τὸν ὀνομάσω.
2837§285ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶπεν αὐτό.
2838§286ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ εἶπε, καὶ μάλιστα εἷς ἐκ τῶν σπου-
2839δαιοτέρων.
2840§287ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἄλλο εἶπε (θόρυβος), μείνατε βέβαιοι. Λοιπὸν
2841θὰ προσπαθήσωμεν νὰ τελειώσωμεν μίαν ὥραν ἀρχήτερα, ἀλ-
2842λὰ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν ὅτι θὰ τελειώσωμεν σήμερον.
2843§288Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος μετὰ
2844τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἔργα ἀφορῶντα εἰς τὸ δη-
2845μόσιον καλὸν νὰ μὴ μείνωσιν ἐκκρεμῆ· ἀλλὰ τὸ λάθος, ὡς πολὺ
2846ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Λομβάρδος, δὲν κεῖται εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν,
2847ἀλλ’ εἰς τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον διέκοψε τὰς ἐργασίας τῆς
2848Βουλῆς εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ ἐργασθῇ πολὺ
2849καλλίτερον· τοῦτο φέρει κατὰ μέγα μέρος τὴν εὐθύνην. Καθ’ ὅ-
2850σον ἀφορᾷ τὴν ἀντιπολίτευσιν, εἶσθε μάρτυς ὅτι τακτικῶς ἔρ-
2851χεται, ἔτι καὶ τὰς ἑορτὰς, καὶ χθὲς καὶ σήμερον. Ἄλλοτε
2852αἱ ἀντιπολιτεύσεις, εἰς ἃς ἀνῆκεν ὁ κ. Δεληγεώργης, δὲν ἤ-
2853θελον νὰ προσέλθουν εἰς ἑορτὴν νὰ ἐργασθοῦν· ἡμεῖς ὅμως ἀπὸ
2854τὰς 8 εἴμεθα ἐδῶ. Πρόθεσις παρατάσεως τῶν συζητήσεων δὲν
2855ὑπάρχει, ἀλλ’ ἦτον ἡ φυσικὴ συνέπεια τοῦ ζητήματος, τὸ
2856ὁποῖον προεκάλεσεν μὲν τὸ ὑπουργεῖον, ἔθηκα δὲ ἐγώ. Καὶ κατὰ
2857τὴν ὁμιλίαν μου τότε εἶπον, ὅτι εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν θέλει
2858ἀναπτυχθῇ ὁλόκληρος ὁ βίος καὶ ἡ πολιτικὴ τοῦ ὑπουργείου,
2859καὶ τοῦτο θέλει ἀπαντήσει, ὥστε νὰ μὴ φωτισθῇ μόνον ἡ Βουλὴ,
2860ἀλλὰ καὶ τὸ κοινὸν φρόνημα. Ἂν λοιπὸν αἱ συζητήσεις παρετά-
2861θησαν, δὲν παρετάθησαν ἀπὸ πρόθεσίν τινα πλαγίαν, ὡς εἶπον,
2862παρετάθησαν ἕνεκα τῆς φυσικῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, καὶ
2863τὰς συζητήσεις δὲν τὰς παρέτεινε μόνον ἡ ἀντιπολίτευσις· ἂν αἱ
2864συζητήσεις παρετάθησαν, παρετάθησαν βεβαίως καὶ ἕνεκα βου-
2865λευτῶν τῆς δεξιᾶς, οἱ ὁποῖοι ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα, ἀνέπτυξαν
2866θεωρίας, τὰς ὁποίας ἡ ἀριστερὰ πτέρυξ δὲν ἠδύνατο νὰ πα-
2867ραδεχθῇ. Σήμερον ἀκόμη, κύριοι, ὁ κ. Ἡλιόπουλος ἐπροκάλεσε
2868συζητήσεις, τὰς ὁποίας εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀφήσωμεν ἄνευ ἀπαν-
2869τήσεως. Τὰ δόγματα, αἱ προσβολαὶ τοῦ κ. Ἡλιοπούλου εἶναι
2870ἀδύνατον νὰ παρέλθωσι μετὰ σιωπῆς. Πρέπει λοιπὸν ἐξ ἀνάγ-
2871κης εἷς ἐκ τῶν ἀντιπολιτευομένων ν’ ἀπαντήσῃ καὶ εἰς τὰ
2872δόγματα τούτου καὶ εἰς ἄλλα δόγματα, ἅτινα ἐξετέθησαν
2873περὶ συνταγματικοῦ πολιτεύματος καὶ τὰ ὁποῖα ἔφερον μίαν
2874ὀπισθοδρόμησιν ἴσως 70 ἐτῶν ὡς πρὸς τὰς θεωρίας περὶ Συντάγ-
2875ματος. Ἐλπίζω βεβαίως ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἰδίως ὁ κ. Δεληγεώρ-
2876γης, δὲν συμμερίζεται τοιαῦτα δόγματα τῶν φίλων αὐτῆς, ἀλλ’
2877ἴσως εἶναι ἀνάγκη διὰ τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἴσως εἶναι ἀνάγκη διὰ
2878τὸ ἔθνος, νὰ μάθῃ ἂν ὁ προϊστάμενος τῆς Κυβερνήσεως συμμε-
2879ρίζεται τὰ τοιαῦτα δόγματα, καὶ ἴσως εἶναι ἀνάγκη ὁ κ.
2880Δεληγεώργης νὰ ἐξηγηθῇ. Θὰ ἦτον ἁπλῆ μάχη περὶ Κυβερνήσεως,
2881ἂν ἐπρόκειτο νὰ πέσῃ ὁ κ. Δεληγεώργης καὶ ἔλθῃ ἄλλος. Εἶ-
2882ναι συζήτησις ἀποβλέπουσα τὴν ἑδραίωσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ
2883πολιτεύματος ἐν Ἑλλάδι, καὶ τὸ συμφέρον εἶναι κοινὸν μεταξὺ
2884ἀντιπολιτεύσεως καὶ συμπολιτεύσεως, διότι μετ’ ὀλίγον καιρὸν
2885εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ εὑρεθῇ εἰς τὰς τάξεις τῆς ἀντιπολιτεύ-
2886σεως καὶ εὑρεθῇ μεθ’ ἡμῶν. Δὲν εἶναι λοιπὸν τὸ ζήτημα τόσον
2887ἁπλοῦν, ὥστε μὲ 2, 3 συνεδριάσεις νὰ τελειώσῃ. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου
2888δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν κ. πρόεδρον τοῦ ὑπουργείου, ὅτι ἡ ἀν-
2889τιπολίτευσις οὐδεμίαν διάθεσιν ἔχει ν’ ἀρνηθῇ τὸν προϋπολογι-
2890σμόν. Μετὰ τὴν περαίωσιν τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, ἡ ἀντι-
2891πολίτευσις θὰ μείνῃ εἰς τὴν θέσιν της, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις νι-
2892κήσῃ, θὰ τῇ χορηγήσῃ ὅλα τὰ μέσα νὰ ζήσῃ, διότι δὲν θέ-
2893λομεν, οὔτε ἀσπαζόμεθα ἀντιπολίτευσιν ἀρνουμένην τὰ
2894μέσα, δι’ ὧν δύναται νὰ ζήσῃ. Ἐπομένως σήμερον βε-
2895βαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περαιωθῇ ἡ συζήτησις αὕτη.
2896Θὰ προσπαθήσωμεν ὅμως ὥστε τὴν προσεχῆ Δευτέραν, εἰ δυνα-
2897τόν, πολλοὶ ἐκ τῶν φίλων ἡμῶν, οἵτινες εἶναι ἐγγεγραμμένοι,
2898νὰ παραιτηθῶσιν ἀπὸ τοὺς λόγους, ὥστε νὰ ἀφήσωσιν
2899ἕνα ἢ δύω τῶν ἀντιπολιτευομένων νὰ ὁμιλήσωσι. Τοῦτο
2900βεβαίως, ἂν τὸ κατορθώσωμεν, θέλει συντομεύσει κατὰ πολὺ
2901τὴν συζήτησιν· ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ἂς προσπαθήσῃ καὶ ἡ δε-
2902ξιὰ νὰ μὴ δίδῃ ἀφορμὰς καὶ ἀναπτύσσῃ δόγματα, ἅτινα προ-
2903καλοῦσι συζητήσεις καὶ ἀνταπαντήσεις.
2904Περὶ τῶν λοιπῶν νομοσχεδίων βεβαίως εἶναι περιττὸν νὰ
2905εἴπω ὅτι ὅσα ἀποβλέπουν εἰς δημόσια καλά, θὰ τ’ ἀποδε-
2906χθῶμεν μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως καὶ ἄνευ ἴσως οὐδεμιᾶς
2907συζητήσεως· ἐπὶ τούτων εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος μὲ τὴν γνώ-
2908μην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
2909§289ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅλα εἶναι τοιαῦτα, κύριοι, ἐσεῖς τὸ εἴ-
2910πατε.
2911§290ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅλα θὰ τὰ ψηφίσωμεν.
2912§291ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εὔχομαι καὶ αὐτὸ ζητῶ.
2913§292ΖΑΪΜΗΣ. Ἄρνησις προϋπολογισμοῦ δὲν θὰ ὑπάρξῃ.
2914§293ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Χρεωστῶ ν’ ἀπαντήσω καὶ εἰς τὸν κύριον
2915Λομβάρδον καὶ εἰς τὸν κύριον Ζαΐμην ὡς πρὸς ἓν ζήτημα καὶ
2916μόνον. Εἶπαν ὅτι ἡ βραδύτης προῆλθεν ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις
2917ἔκαμε τὴν τεσσαρακονθήμερον διακοπήν. Ἐν πρώτοις θαυμάζω πῶς
2918ἀρνοῦνται ὅτι αἱ διακοπαὶ ἤθελον ἐπέλθει αὐτομάτως, ἔστω ἐπὶ
291930 ἡμέρας· διότι βουλευτής, ὅστις ἀναχωρῶν ἕνεκα τοῦ Πάσχα
2920καὶ μίαν ἑβδομάδα πρὸ τοῦ Πάσχα, πηγαίνει εἰς τὴν πατρίδα
2921του καὶ εὑρίσκει τὰς ὑποθέσεις του ὅπως καταντῶσι μετὰ
2922σάλον ἐκλογικόν, παρακαλῶ, πότε εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ
2923ἐπιστρέψῃ;
2924§294ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πέρισυ δὲν εἴχομεν Πάσχα καὶ ἐκαθήσα-
2925μεν; (θόρυβος).
2926§295ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ὁ κ. Ζαΐμης ὡμίλει καὶ ἔλεγε περὶ εὐθύ-
2927νης τῆς Κυβερνήσεως, κἀνεὶς δὲν ἀντέκρουε, τώρα διατί ἀντι-
2928κρούετε;
2929§296ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι, βλέπετε, αὐτὴ ἡ βάσις ὅλου τοῦ οἰ-
2930κοδομήματος. Βλέπετε αὐτὸ τὸ σύστημα, ὅπερ κατὰ τοὺς ἀν-
2931τιπάλους μας ἀντιπροσωπεύομεν ἡμεῖς, τῆς ἐπιβουλῆς τοῦ Συν-
2932τάγματος καὶ τῆς καταστροφῆς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ συστή-
2933ματος θεμελιοῦται ἐπάνω εἰς αὐτὴν τὴν τρίχα, δηλονότι τὴν
2934διακοπήν, καὶ διὰ τοῦτο τόσον πολὺ παρενείρουν τὸ περὶ δια-
2935κοπῆς ὅπως ἀρνηθῶσι πράγματα τόσον πασιφανῆ. Ἀλλὰ περι-
2936πλέον, κύριοι, ἡμεῖς συνεκαλέσαμεν τὴν Βουλὴν 15 ἡμέρας πρὸ
2937τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν τὴν συνεκάλεσαν ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις.
2938§297ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἦτο τὸ κατάστημα χαλασμένον.
2939§298ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἄ! εὕρατε καὶ ἄλλο ἐπιχείρημα. Ἐπήρατε
2940αὐταῖς ταῖς κολόνες (δεικνύει τὰς στηριζούσας τὴν αἴθουσαν)
2941διὰ νὰ ὑποστηρίξητε οἰκοδόμημα (θόρυβος). Τὸ κοινοβούλιον
2942τὸ παρελάβομεν τῳόντι ἀπὸ τοὺς προκατόχους σαθρὸν καὶ τὸ
2943ἐπεσκευάσαμεν. — Λοιπὸν ὅλαι αἱ κυβερνήσεις συνεκάλουν ἕνα
2944μῆνα μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν ἐκλογῶν τὴν Βουλὴν, ἡμεῖς
2945ἐνηργήσαμεν τὰς ἐκλογὰς εἰς τὰς 27 Ἰανουαρίου, τὴν 1 Φεβρου-
2946αρίου ἐγένετο ἡ διαλογὴ καὶ τὴν 14 Φεβρουαρίου ἔπρεπε νὰ
2947ᾖναι καὶ ἦτον ἐδῶ ἡ Βουλὴ, δηλ. 15 ἡμέρας πρίν. Λοιπὸν ἡ
2948διακοπὴ δύναται ὑπὸ τοῦ φατριασμοῦ νὰ κατακριθῇ ὡς προσ-
2949βαλοῦσα τὸ Σύνταγμα, ὅπερ τὴν καθιέρωσεν, ἀλλ’ ὡς ἀπώλεια
2950χρόνου οὐδέποτε.
2951§299Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Ὅταν συνεκλήθη ἡ Βουλὴ, ἦσαν αἱ ἀποκρέω,
2952καὶ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπουργεῖον, ὅτι οἱ
2953βουλευταὶ δὲν ἠδύναντο κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν ἀποκρέω ν’ ἀφή-
2954σουν τὰς οἰκίας των.
2955§300ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
2956Ὥρα 1 καὶ ½ μ. μ.