1873.06.29
2.893 στίχοι · 24.110 λέξεις · 201 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 55
Τῆς 29 Ἰουνίου 1873.
(Παρασκευή).
(Ὥρα 9 π. μ.)
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Διαμαντόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§2ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἐπεισοδίου· ἂς προηγηθῇ ἄλλος.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπούμπουλης ἔχει τὸν λόγον.
§4ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι ἐδῶ ἄλλος.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μίλησης.
§6ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὅπως ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπεν, ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους εἶναι ἐν γένει τὸ καταλληλότατον πεδίον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἀντιπολίτευσις πρέπει νὰ ἐλέγχῃ τὴν πολιτικὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, ζητοῦσα παρ’ αὐτῆς εὐθύνας διὰ τὴν διοίκησιν, διὰ τὰ κυβερνητικὰ ἔργα, καὶ ἐν γένει διὰ τὴν νόμιμον καὶ προσήκουσαν διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας, μὲ τὴν ὁποίαν εἶναι ἐπιφορτισμένη. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις ζητῇ ἀπὸ τοῦ Κοινοβουλίου τὰς ἀναγκαίας πιστώσεις πρὸς διοίκησιν τοῦ τόπου, φυσικὸν καὶ εὔλογον φαίνεται τῳόντι νὰ ἐξετάζεται τότε καὶ ἐλέγχεται ἡ διοίκησις καθ’ ὅλας αὐτῆς τὰς σχέσεις καὶ ἀναφοράς, ὅπως ἀποδειχθῇ ἂν ᾖναι ἀξία τῆς θυσίας, τὴν ὁποίαν ζητεῖ ἀπὸ τῆς Ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Τοῦτο λαμβάνει χώραν ἐν Ἀγγλίᾳ, ἥτις εἶναι ἡ μήτηρ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ἐνῷ εἰς τὰ ἄλλα συνταγματικὰ κράτη τῆς ἠπειρωτικῆς Εὐρώπης ὁ τοιοῦτος ἔλεγχος τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς διοικήσεως τῶν ὑπουργῶν γίνεται ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Δὲν εἶναι, κύριοι, τοῦ παρόντος καιροῦ νὰ ἐξετάσωμεν ποῖον τῶν δύο τούτων συστημάτων εἶναι ὀρθότερον καὶ πρακτικώτερον· ἄλλως δὲ τὸ κύριον εἶναι νὰ γίνεται ὁ γενικὸς οὗτος ἔλεγχος τῆς πολιτικῆς τῶν κυβερνώντων, τὸ δὲ ζήτημα τοῦ προσήκοντος χρόνου πρὸς ἐνέργειαν αὐτοῦ εἶναι ἁπλῶς δευτερεῦον. Παρ’ ἡμῖν ἡ περὶ τούτου κοινοβουλευτικὴ πεῖρα δὲν ἐστερεώθη εἰσέτι, διότι ὁτὲ μὲν ἠκολουθήσαμεν τὴν ἠπειρωτικὴν Εὐρώπην, ὁτὲ δὲ τὴν Ἀγγλίαν. Ἂς μοι ἐπιτραπῇ ὅμως νὰ παρατηρήσω ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ πεδίον τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑποδεικνύεται ὑπ’ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, ὡς τὸ καταλληλότερον πρὸς ἔλεγχον τῆς καθόλου πολιτικῆς τοῦ ὑπουργείου. Καὶ τῳόντι ὁ προϋπολογισμὸς εἰσάγεται καὶ πρόκειται νὰ συζητηθῇ, ἀφοῦ ἤδη ἔληξεν ἡ πρώτη ἑξαμηνία τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους τῆς διαχειρίσεως, τοὐτέστιν ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι μᾶλλον μεθυπολογισμὸς, ὅπως εὐφυῶς τὸν ἐχαρακτήρισέ τις τῶν δημοσιογράφων. Ὅταν ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἀπέναντι τοιαύτης σπουδαίας οἰκονομικῆς ἀνωμαλίας, δὲν τῇ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ μὴ ἐξετάσῃ τὰ πολιτικὰ αἴτια αὐτῆς· ἑπομένως κατὰ λογικὴν ἀνάγκην εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐξετάσωμεν ὅλα τὰ πολιτικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, πρὸς δὲ τούτοις τὴν πολιτικὴν πορείαν καὶ τὰ ἔργα αὐτῆς, τὰ ὁποῖα ἀναγκαίως συνδέονται μὲ τὴν τοιαύτην οἰκονομικὴν κατάστασιν. Πῶς ἀνῆλθεν ἡ κυβερνῶσα μερὶς εἰς τὴν ἐξουσίαν, πῶς διατηρεῖται ἐν αὐτῇ καὶ ποῖα τὰ ἔργα καὶ ἡ ἐν γένει διοίκησις αὐτῆς, ἰδοὺ, κύριοι, οἱ σταθμοὶ, οὓς θέλω διατρέξει, ἐλέγχων καὶ κατακρίνων τὴν Κυβέρνησιν. Θὰ ἀποφύγω, ἐστὲ βέβαιοι, νὰ πληγώσω ἢ νὰ μεμφθῶ πρόσωπα· διότι οὐδὲν ὑπάρχει ἐν ἐμοὶ, γεννῶν ἔχθραν ἢ ἀντιπάθειαν πρὸς οὐδένα τῶν πολιτευομένων. Ἂν ἐκφράζω τὰς ἰδέας μου μετὰ θερμότητος, ἂν τὰς ὑποστηρίζω πολλάκις μετὰ πάθους, τοῦτο προέρχεται ἁπλῶς ἐκ τῆς ἀφοσιώσεως, ἣν ἔχω πρὸς τὰς πεποιθήσεις μου, ἴσως δὲ καὶ ἐκ τῆς ἰδιοσυγκρασίας μου, οὐδέποτε ὅμως ἐξ ἀνευλαβείας πρὸς τὰ πρόσωπα. Πολεμῶ ἀδυσωπήτως τὰς ἰδέας, ὅσας θεωρῶ ἐσφαλμένας, ἀλλ’ εὐλαβοῦμαι πάντοτε τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δι’ ἐμὲ μένουσι πάντοτε ἐκτὸς τῆς πάλης. Δὲν ἀπομιμοῦμαι κατὰ τοῦτο τὸν ἔντιμον πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅστις συνειθίζει νὰ ἀναμιγνύῃ συνεχῶς καὶ argumenta ad hominem κατὰ τῶν ἀντιπάλων του. Μοὶ φαίνεται ὅτι συζήτησις, στρεφομένη περὶ τὰ μεγαλείτερα συμφέροντα τοῦ Ἔθνους, ὅταν μένῃ ἀλλοτρία τῶν προσωπικοτήτων, εἶναι ἀξία τότε καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ σκοποῦ, ὅστις δι’ αὐτῆς ἐπιδιώκεται. Φρονῶ, κύριοι, ἀδιστάκτως ὅτι ἡ κυβερνῶσα μερὶς παρανόμως ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ παρανόμως διατηρεῖται εἰς αὐτὴν μέχρι σήμερον, τοῦτ’ ἔστιν ὅτι ἐναντίον τοῦ πνεύματος τοῦ θεμελιώδους νόμου καὶ κατέλαβε τὴν ἐξουσίαν καὶ διαχειρίζεται αὐτήν· εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι θέλω μεταδόσει καὶ εἰς ὑμᾶς τὴν τοιαύτην πεποίθησιν, ἐὰν μὲ ἀκροασθῆτε μετ’ εὐμενείας. Πέρυσι, κύριοι, ἀκριβῶς κατὰ τὴν παροῦσαν ὥραν τοῦ ἔτους, τὸ ἐνθυμεῖσθε, πλήρης ἁρμονία ὑπῆρχε μεταξὺ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ προκατόχου ὑπουργείου Βούλγαρη. Ὁμολογῶ ὅτι παράπονα, κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον βάσιμα, ἠκούοντο ἐξωδίκως ἀπό τινας τῶν φίλων καὶ ὀπαδῶν τοῦ ὑπουργείου· ἀλλὰ τὰ παράπονα ἐκεῖνα δὲν εἶχον λάβει νόμιμον ὑπόστασιν, δὲν εἶχον ἔλθει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, οὔτε εἶχον διατυπωθῆ εἰς ἐπίσημον ἀποχώρησιν τῶν παραπονουμένων ἀπὸ τοῦ ὑπουργείου. Μ’ ὅλα τὰ παράπονα ταῦτα ἡ Βουλὴ ἐξηκολούθει συμπράττουσα μετὰ τοῦ ὑπουργείου καὶ ὑποστηρίζουσα αὐτό· οὐδὲν δὲ μέτρον, οὐδεμία ἀπόφασις αὐτῆς ὑπεδείκνυεν, ὅτι εἶχεν ἀπολέσει τὴν πρὸς αὐτὸ ἐμπιστοσύνην της. Δὲν ἀποκρύπτω ὡσαύτως ὅτι τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη ἐπάλαιε πρὸς μίαν μεγίστην κυβερνητικὴν δυσκολίαν, τὴν τοῦ Λαυριωτικοῦ ζητήματος· δὲν δυσκολεύομαι δὲ ἀκόμη νὰ ἀναγνωρίσω ὅτι ἤθελεν ἐπὶ τέλους ὑποκύψει ὑπὸ τὸ βάρος τοῦ ἀπαισίου τούτου ζητήματος, διότι ἡ δημοσία γνώμη εἶχε βαθέως δηλητηριασθῆ ἐκ τῶν κραυγῶν καὶ συκοφαντιῶν τῆς δημοκοπίας, καὶ οἱ πολιτικοὶ φίλοι αὐτοῦ δὲν ᾐσθάνοντο ἱκανὴν τόλμην, ὅπως ἀκολουθήσωσι τὴν κυβέρνησιν εἰς τὸ μέτρον τῆς ἐξαγορᾶς, τὸ ὁποῖον ἐθεώρει τότε ὁ κ. Βούλγαρης καὶ τὰ πράγματα ἀπέδειξαν κατόπιν, σύμφωνον πρὸς τὰ ἀληθῆ συμφέροντα τοῦ τόπου. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἑπομένως δὲν ἔλαβεν ἡ Βουλὴ ἀφορμὴν νὰ ἀποφανθῇ περὶ αὐτοῦ, οὔτε νὰ ἔλθῃ εἰς διάστασίν τινα οἱανδήποτε πρὸς τὴν κυβέρνησιν. Τοὐναντίον, ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη εἶχεν ἀποφασίσει νὰ ἀναβάλῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐπί τινα χρόνον, μὲ τὴν εὔλογον ἐλπίδα ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο καὶ ἡ κοινὴ γνώμη ἠδύνατο ψυχρότερον νὰ σκεφθῇ περὶ τῶν ἀληθῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, καὶ οἱ φίλοι τῆς βουλευταὶ ἠδύνατο νὰ ἀντλήσωσι μεγαλείτερον θάῤῥος πρὸς ὑποστήριξιν τῶν πεποιθήσεών των, καὶ αἱ ἀξιώσεις ἴσως τῶν ἐνδιαφερομένων Δυνάμεων ἠδύναντο νὰ μετριασθῶσι κατά τι μέτρον δικαιότερον, καὶ οὕτω νὰ ἐπέλθῃ λύσις τις ζητήματος, δεινῶς συνταράσσοντος τήν τε πολιτείαν καὶ τὴν κοινωνίαν. Δὲν ἐξετάζω, κύριοι, ἂν ἤθελεν ἐπιτύχει τὸ μέτρον τοῦτο τῆς ἀναβολῆς· λέγω μόνον ταῦτα, διὰ ν’ ἀποδείξω ὅτι ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη δὲν ἦλθεν εἰς οὐδεμίαν διάστασιν πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ἐξηκολούθει ἀπολαύουσα μέχρι τέλους τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς. Διὰ τί λοιπὸν ἔπεσε; διατί ἀπεμακρύνθη ἀπὸ τῆς διευθύνσεως τῶν δημοσίων; διότι, ὡς ἐβεβαίωσεν ἡ ἰδία ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εὑρέθη εἰς διαφωνίαν πρὸς τὸν ἡγεμόνα, φρονοῦντα ἐν τῇ συνέσει του, ὅτι τὸ Λαυριωτικὸν ζήτημα, εἰς ἣν εἶχε περιέλθει θέσιν, δὲν ἦτο δεκτικὸν οὐδεμιᾶς ἀναβολῆς, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ λυθῇ ἀμέσως καὶ κατεπειγόντως. Καὶ τοῦτο μὲν ἴσως, κύριοι, δὲν εἶναι τόσον παράδοξον, διότι ὁ ἡγεμὼν καὶ ἐν τῷ συνταγματικῷ πολιτεύματι δύναται νὰ ἔχῃ ἐνίοτε ἐπὶ σπουδαίων ἐθνικῶν ζητημάτων ἰδίας γνώμας, ἀντιθέτους πρὸς τὰς πεποιθήσεις τῶν νομίμων συμβούλων του. Ἀλλὰ τὸ παράδοξον, τὸ ἀνεξήγητον εἶναι ὅτι διεδέχθη τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη ἡ μερὶς τοῦ κ. Δεληγεώργη. Ποῖος λόγος ἔφερε τὴν μερίδα ταύτην εἰς τὴν ἐξουσίαν; Κοινοβουλευτικός; βεβαίως ὄχι· διότι ἡ μερὶς αὕτη διετέλει ἐν μεγίστῃ μειονότητι ἐντὸς τῆς Βουλῆς· ἦτο κατ’ ἀριθμὸν ἡ τελευταία, ἡ ἀσθενεστάτη πασῶν. Πολιτικός; προδήλως ὄχι· διότι ἡ μερὶς τοῦ κ. Δεληγεώργη ἦτον οὐχὶ ἁπλῶς ἡ ἀναβολή, ἀλλ’ ἡ ἐντελὴς ἄρνησις τοῦ Λαυριωτικοῦ ζητήματος· αὕτη εἶχε γράψει εἰς τὴν σημαίαν της «Λαυριωτικὸν ζήτημα δὲν ὑπάρχει.» Εἰσεπήδησε λοιπὸν ὁ κ. Δεληγεώργης εἰς τὴν πολιτικὴν σκηνὴν αἰφνιδίως, ἐξ ἀπροόπτου, χωρὶς κἀνεὶς νὰ τὸν περιμένῃ, ὡς θεὸς ἀπὸ μηχανῆς. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ ἀναζητήσω ἐν τῷ σκότει τὰ ἀπόκρυφα ἐλατήρια, τὰ ὁποῖα ἡ ἀδιάκριτος περιέργεια ὑπέδειξεν ὡς ἐπαγαγόντα τὸ ἀπροσδόκητον τοῦτο φαινόμενον. Ἐπιθυμῶ νὰ διατηρήσω τὴν συζήτησιν εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν αὐτῇ σοβαρότητα καὶ ἀξιοπρέπειαν. Λέγω ὅμως καὶ βεβαιῶ ἄνευ δισταγμοῦ, ὅτι τοιαύτη κατάληψις τῆς ἐξουσίας ἀντιστρατεύεται φανερὰ κατὰ τοῦ θεμελιώδους νόμου τῆς πολιτείας. Ὁ νοῦς, κύριοι, ἡ ἀρχή, ἡ οὐσία τοῦ Συντάγματος ὑπαγορεύει, ὅτι πρέπει νὰ διαχειρίζεται τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἡ πολιτικὴ ἐκείνη μερίς, ἡ διαθέτουσα τὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ δυναμένη νὰ συμβαδίζῃ καὶ συμπράττῃ μετ’ αὐτῆς.
§7ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ. Ἀφοῦ παρῃτήθη ἡ κυβέρνησις του Βούλγαρη, τί ἔμελλε νὰ γείνῃ;
§8ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτετε, ἀφήσατε νὰ τελειώσῃ.
§9ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἂν εἴχετε ὀλίγην ὑπομονήν, θὰ τὸ ἐμανθάνετε, κ. Πυλαρινέ. — Τὸ Σύνταγμα, κύριοι, οὐδὲν ἄλλο εἶναι κατ’ οὐσίαν εἰμὴ ἡ ἁρμονικὴ σύμπραξις τῶν μεγάλων ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους πρὸς ἕνα κοινὸν σκοπόν. Κατὰ τὸ πολίτευμα τοῦτο, οὐδαμοῦ ἑδρεύει τὸ ἀπόλυτον, τὸ ἀποκλειστικόν, τὸ αὐθαίρετον· οὐδεμία τοῦ Κράτους ἐξουσία εἶναι αὐτάρκης, ἀποκλειστική, αὐτοκυρίαρχος, ἀλλ’ ἡ κυριαρχία ἑδρεύει εἰς πάσας ὁμοῦ, καὶ ἅπασαι ὁμοῦ συλλειτουργοῦσι, συνεφάπτονται καὶ συμμετριάζονται ὑπ’ ἀλλήλων, καὶ διὰ τοῦτο τὸ Σύνταγμα λέγεται καὶ εἶναι συγκερασμένη πολιτεία. Οἱ ἀποχωρίζοντες τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τοῦ Κοινοβουλίου, οἱ ἀποκρούοντες πᾶσαν σχέσιν καὶ πάντα σύνδεσμον μεταξὺ τῶν δύο τούτων μεγάλων ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους, προσβάλλουσι τὸ Σύνταγμα εἰς αὐτὰς τὰς βάσεις του, καὶ ἐγκαθιδρύουσι δεσποτισμὸν τόσῳ μᾶλλον ὀλέθριον, καθ’ ὅσον ἐνεργεῖ οὗτος ὑπὸ ψευδεῖς κοινοβουλευτικοὺς τύπους, καταστρέφοντας καὶ αὐτὸ τὸ τελευταῖον στοιχεῖον τῆς εὐθύνης. Ἡ ἀρετή, ἡ ἀξία τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος, κεῖται εἰς τοῦτο κυρίως, ὅτι ἡ κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή, καίτοι διακεκριμέναι ἀπ’ ἀλλήλων, συνδέονται ὅμως καὶ συμπράττουσιν ἀμφότεραι ἐν τῇ πολιτείᾳ, καὶ ἡ μὲν ἐκτελεῖ τοὺς νόμους, ἡ δὲ ἐπιτηρεῖ καὶ ἐλέγχει τὴν πορείαν αὐτῆς. Ἀλλὰ πῶς δύναται νὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη ἁρμονία καὶ σύμπραξις, ὅταν τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ζῇ ἐν τῇ συνειδήσει τῆς Βουλῆς, οὐδ’ ἐκπροσωπῇ τὸ φρόνημα καὶ τὰς ἰδέας αὐτῆς; Ποίαν δὲ ἀξίαν ἔχει ὁ ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν πράξεων ἔλεγχος, ὅταν μένῃ ἄνευ κυρώσεως, ὅταν δὲν μεταβάλλῃ, οὔτε τροποποιῇ ἢ ἐπηρεάζῃ παντάπασι τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ δύναται νὰ λαμβάνεται αὕτη εἴτε ἐκ τῆς μειονοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου εἴτε καὶ ἔξωθεν αὐτοῦ; Βλέπετε, κύριοι, ὅτι τὸ νὰ σχηματίζωνται αἱ κυβερνήσεις ἐκ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου δὲν στηρίζεται ἁπλῶς εἰς ἔθιμα καὶ παραδόσεις συνταγματικὰς, ἀλλ’ ἀποῤῥέει ὡς ἀναγκαία καὶ ἀπαραίτητος συνέπεια ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως, ἐξ αὐτῆς τῆς ἐννοίας τοῦ Συντάγματος. Βεβαίως τὸ σύστημα τοῦτο, ὡς πάντα τὰ ἀνθρώπινα ἔργα, ἔχει τὰς ἐλλείψεις του· ἀλλ’ αἱ ἐλλείψεις αὗται δὲν εἶναι ἄξιαι λόγου καὶ προσοχῆς, παραβαλλόμεναι πρὸς τὰς ἐλλείψεις τοῦ ἀντιθέτου συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐξαρτᾷ τὸν σχηματισμὸν τῶν κυβερνήσεων ἐκ τῆς φρενοτροπίας ἑνὸς μόνου ἀνθρώπου, καὶ ταύτης διαρκοῦς καὶ ἀθεραπεύτου. Αἱ πλειονοψηφίαι δυνατὸν νὰ ἀποτυφλῶνται ἐνίοτε ἐκ παθῶν ἢ συμφερόντων κομματικῶν, δυνατὸν ἐπί τινος ζητήματος νὰ μὴ ἐκπροσωπῶσι τὸ ἀληθὲς φρόνημα τοῦ Ἔθνους, νὰ μὴ ἐξυπηρετῶσι τὰ πραγματικὰ τοῦ τόπου συμφέροντα. Ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ αὕτη ἀνωμαλία, ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶναι σπανία ἕνεκα τῆς ἀκαταπαύστου καὶ σωτηρίου συναφείας τῆς Βουλῆς μετὰ τῆς δημοσίας γνώμης, εἶναι καὶ ἐφήμερος καὶ παροδική· διότι διὰ τῆς ἐπερχομένης ἐκλογῆς καὶ ἡ ἀνωμαλία καταπαύει καὶ ἐκτραπέντες βουλευταὶ εὑρίσκουσι τὴν δικαίαν τιμωρίαν των ἐν τῇ ἀρνητικῇ ψήφῳ τῶν ἐντολέων των. Περιπλέον δὲ, ἐὰν τὸ ἐθνικὸν συμφέρον, καθ’ οὗ ἀντιστρατεύεται τυχὸν ἡ πλειονοψηφία, ᾖναι μέγα καὶ κατεπεῖγον, ἀπαιτοῦν ταχεῖαν καὶ ἄμεσον ἱκανοποίησιν, εὑρίσκεται καὶ τοῦ ἐξαιρετικοῦ τούτου κακοῦ ἡ ἐξαιρετικὴ θεραπεία διὰ τῆς ἐκ μέρους τοῦ ἡγεμόνος ἐκκλήσεως πρὸς τὸν λαόν. Εἶναι, κύριοι, ἄξιον παρατηρήσεως ὅτι ὁ κύριος Δεληγεώργης δὲν κατέφυγεν εἰς τὴν ἐξαίρεσιν ταύτην, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὸν σχηματισμὸν τῆς κυβερνήσεώς του· δὲν ἐφαντάσθη, οὔτε ὑπεστήριξεν ἐν ἀρχῇ, ὅτι ἡ προκάτοχος Βουλὴ ἀντεστρατεύετο πρὸς τὸ φρόνημα καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, ἢ ὅτι διίστατο τοὐλάχιστον πρὸς τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἰδέας τῆς κυβερνήσεώς του. Τοὐναντίον ὁ κ. Δεληγεώργης, ἐμφανισθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν ἐκείνην καὶ προσκληθεὶς νὰ δικαιολογήσῃ τὴν εἰς τὴν ἐξουσίαν ἄνοδόν του, ἰσχυρίσθη ὅτι ἡ πρὸ αὐτοῦ κυβέρνησις τοῦ Βούλγαρη εἶχεν ἀπολέσει τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ ὑπέδειξεν εἰς τὸν ἡγεμόνα τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν. Εἶναι, κύριοι, λυπηρὸν ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκείνη δὲν ἔδειξε τότε τὴν ἀπαιτουμένην πολιτικὴν εὐστάθειαν. Ἐσιώπησε, καὶ διὰ τῆς σιωπῆς της ἐφάνη ἀναγνωρίζουσα καὶ ἀποδεχομένη ἰσχυρισμὸν ἐκ διαμέτρου ἀντίθετον καὶ πρὸς τὰ πράγματα καὶ πρὸς τὴν ἀλήθειαν· τὸ δὲ λυπηρότερον, ὅτι ἐντὸς δύω ὡρῶν ἐπεψήφισε καὶ ἔδωκεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Δεληγεώργη τόν τε προϋπολογισμὸν καὶ τοὺς φορολογικοὺς νόμους. Ἡ ἀνεξήγητος αὕτη πολιτικὴ δειλία καὶ ταπεινοφροσύνη ἐχρησίμευσεν ὡς πρόσθετος λόγος διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἐκ μέρους αὐτῶν ἐκείνων, οἵτινες ὠφελήθησαν ἐξ αὐτῆς καὶ οἵτινες δημοσίᾳ λέγουσι σήμερον ὅτι κατεδέχθησαν νὰ συμπράξωσι μετὰ τοιαύτης Βουλῆς. Ἂς χρησιμεύσῃ τοῦτο ὡς διδακτικὸν μάθημα εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους. Μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν φορολογικῶν νόμων οἱ βουλευταὶ ἀνεχώρησαν ἐντεῦθεν, καὶ ἡ Βουλὴ ἔπαυσεν ἐργαζομένη, διότι ὡς γνωστὸν, κατὰ τὴν ὥραν ταύτην τοῦ ἔτους, οἱ βουλευταὶ ἀποχωροῦσι πάντοτε δι’ ἰδιαιτέρους λόγους εἰς τὰς ἐπαρχίας των, ἡ δὲ Βουλὴ ἀργεῖ ἐπὶ δύω περίπου μῆνας. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς τοιαύτης ἀπραξίας εἶχε συμπληρωθῆ ὁ ἀνώτατος χρόνος τῆς βουλευτικῆς Συνόδου, ἡ Κυβέρνησις Δεληγεώργη δὲν ἐδίστασε νὰ κάμῃ χρῆσιν καὶ ἑτέρας βασιλικῆς προνομίας, κηρύξασα διὰ Διατάγματος τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου. Πᾶς τις, κύριοι, λογικῶς σκεπτόμενος, βλέπων τὸν κ. Δεληγεώργην οὕτω πολιτευόμενον πρὸς τὴν Βουλὴν, δίδοντα εἰς αὐτὴν εὐθύνας περὶ τῆς ἀνόδου του εἰς τὴν ἐξουσίαν, ζητοῦντα καὶ λαμβάνοντα παρ’ αὐτῆς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τοὺς φορολογικοὺς νόμους, κηρύττοντα τὴν λῆξιν τῆς συνόδου τακτικῶς καὶ κανονικῶς διὰ τῆς χρήσεως τῆς ἐπὶ τούτῳ βασιλικῆς προνομίας, πᾶς τις, λέγω, συμβουλευόμενος τὸν ὀρθὸν λόγον, ἐπίστευεν ὅτι ὁ κ. Δεληγεώργης κάθε ἄλλο ἐμελέτα καθ’ ἑαυτὸν καὶ κάθε ἄλλο ἐσκόπευεν ἢ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Ἄν τῷ ὄντι τοιαύτην εἶχεν ἰδέαν, ἂν τοιοῦτον ἐδίωκε σκοπὸν, ἡ διαγωγή του ἦτο προδιαγεγραμμένη καὶ καθαρά. Ὤφειλε νὰ ἐμφανισθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ εἴπῃ εἰς αὐτὴν μετὰ παῤῥησίας «Κύριοι, εἶμαι ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ μειονοψηφῶν, καὶ ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ διοικήσω τὸ Κράτος, διότι αἱ πλειονοψηφίαι διοικοῦσιν εἰς τὰς συνταγματικὰς καὶ ἐλευθέρας πολιτείας. Ἀλλὰ κατ’ ἐξαίρεσιν μὲ ἔφερεν εἰς τὴν ἐξουσίαν αὐτὸ τὸ ὡρισμένον ἐθνικὸν ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου διαφωνῶ μετὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἡγεμόνος, τοῦ ὁποίου ἡ ἐμπιστοσύνη μὲ ἐκάλεσεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, νομίζω δὲ ὅτι συμφωνῶ καὶ μετὰ τοῦ λαοῦ, ὅστις θέλει κληθῆ νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τούτου. Δηλῶ λοιπὸν ὅτι θὰ διαλύσω τὴν Βουλὴν, καὶ θὰ κάμω ἔκκλησιν εἰς τὸν λαόν. Ἐν τούτοις σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τοὺς φορολογικοὺς νόμους, ἵνα εἰσπράττω καὶ δαπανῶ νομίμως μέχρι τῆς ἐλεύσεως τῆς νέας Βουλῆς.» Τοιοῦτόν τι δὲν ἔπραξεν ὁ κ. Δεληγεώργης, καὶ δὲν τὸ ἔπραξε, κύριοι, διότι δὲν εἶχε νὰ δείξῃ κἀνὲν ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ ἀντεστρατεύετο ἡ Βουλὴ ἐκείνη πρὸς τὸ φρόνημα καὶ τὸ συμφέρον τοῦ τόπου, ἢ ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ διεφώνει πρὸς τὰς ἀγνώστους ἀρχὰς καὶ τὴν ἄγνωστον πολιτικὴν τῆς νέας κυβερνήσεως. Ἐπροτίμησε λοιπὸν νὰ κρύψῃ τοὺς διαλογισμούς του, νὰ συμπράξῃ μετὰ τῆς Βουλῆς, νὰ δικαιολογηθῇ ἐνώπιόν της, νὰ ζητήσῃ τὸ κῦρός της πρὸς διοίκησιν τοῦ τόπου, νὰ φανῇ ὅτι ἀναγνωρίζει αὐτὴν διὰ παντὸς μέσου καὶ δι’ αὐτῆς ἔτι τῆς χρήσεως τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας. Καὶ ὅμως, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις ἡ οὕτω πολιτευομένη καὶ ταῦτα πράττουσα, μετὰ παρέλευσιν πέντε σχεδὸν μηνῶν δὲν διστάζει νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν, καὶ τὸ χείριστον δὲν διστάζει νὰ ὁμολογήσῃ ἤδη ὅτι ἐξ ἀρχῆς εἶχε τὴν ἀπόφασιν τῆς διαλύσεως, ὅτι δὲν ἦτο πλειονοψηφία, ὡς ἐπαρουσιάσθη τὸ πρῶτον, ἀλλὰ μειονοψηφία, οἰκονομήσασα τὰ πράγματα μέχρις οὗ ἐπέστη ἡ κατάλληλος ὥρα νὰ ἀποκαλυφθῇ καὶ διαλύσῃ τὴν Βουλήν! Δὲν ἀμφισβητῶ, κύριοι, τὴν χρησιμότητα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ὡς μέτρου ἐξαιρετικοῦ. Εἶπον ἤδη ὅτι ὑπάρχουν περιστάσεις, σπανιώταται ὅμως σήμερον ἕνεκα τῆς ἐνδελεχοῦς κοινωνίας τοῦ λαοῦ μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων του, καθ’ ἃς ἡ Βουλὴ παραφέρεται ἐπὶ ὡρισμένου ζητήματος, καθ’ ἃς φθείρει καὶ χαλᾷ τὴν ἐν τῇ πολιτείᾳ ἁρμονίαν διὰ πορείας αὐθαιρέτου καὶ ἀνοικονομήτου, καθ’ ἃς ἀντίκειται πρὸς τὸ φρόνημα τοῦ τόπου καὶ διακυβεύει μεγάλα συμφέροντα αὐτοῦ. Κατὰ τὰς περιστάσεις ταύτας οὐδεὶς ἀρνεῖται ὅτι ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς εἶναι μέτρον ἀναγκαῖον καὶ σωστικὸν, διότι ἐπαναφέρει τὴν χαλασθεῖσαν ἁρμονίαν, διότι συντελεῖ εἰς τὴν ἐπικράτησιν τοῦ δημοσίου φρονήματος καὶ εἰς τὴν ἀσφάλισιν τῶν κινδυνευόντων ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῆς διαγωγῆς τοῦ παρόντος Ὑπουργείου, ἣν δὲν θέλω νὰ χαρακτηρίσω, ἀπευθύνομαι εἰς τὴν συνείδησίν σας, κύριοι, καὶ σᾶς ἐρωτῶ, ὑπῆρχε κατὰ τὴν διάλυσιν τῆς προηγουμένης Βουλῆς ἴχνος τι παρομοίας ἐκτάκτου περιστάσεως, σκιά τις παρομοίας πολιτικῆς ἀνωμαλίας; Ἡ Βουλὴ ἐκείνη, τὸ ἐνθυμεῖσθε, δὲν ἐπρόφθασε νὰ ἐκδηλώσῃ μήτε τὰς ἀρχάς, μήτε τὰ δόγματα, μήτε τὰς τάσεις, μήτε τὰς κλίσεις καὶ ἐπιθυμίας της. Δὲν ὑπέβαλεν εἰς αὐτὴν ἡ κυβέρνησις ἔργον τι καὶ ἐκείνη τὸ ἐπολέμησεν ἐκ τοῦ τυφλοῦ φατριασμοῦ· δὲν ἀνέπτυξε πρὸς αὐτὴν τὴν πολιτικήν της καὶ ἐκείνη τὴν κατέκρινεν ἢ τὴν ἀπεδοκίμασεν, ὡς ἀντίθετον πρὸς τὸ πολιτικόν της φρόνημα. Τῆς ἐζητήθη ὁ προϋπολογισμός, καὶ ἐκείνη ἔσπευσε νὰ δώσῃ καὶ αὐτὸν καὶ τοὺς φορολογικοὺς νόμους μὲ κλειστοὺς ὀφθαλμούς, καὶ χωρὶς κἂν νὰ σκεφθῇ· ἀνεπτύχθη ἐνώπιόν της ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐσχηματίσθη τὸ παρὸν ὑπουργεῖον, καὶ ἐκείνη ἔκλινε τὴν κεφαλὴν καὶ ἐσιώπησε, χωρὶς νὰ ἐκφέρῃ τὴν παραμικρὰν παρατήρησιν. Οὐδέποτε Βουλὴ ἐδείχθη εὐμενεστέρα, ἵνα μὴ εἴπω ταπεινοτέρα, πρὸς τὴν κυβέρνησιν. Διατί λοιπὸν τὴν διέλυσαν; Ποῦ στηριζόμενοι κατέφυγον εἰς τὸ ἔκτακτον, εἰς τὸ ἐξαιρετικὸν μέτρον τῆς διαλύσεως; Εἶναι περίεργον, κύριοι, καὶ διδακτικὸν ἅμα νὰ ἐξετάσῃ τις τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, ὅπερ δίδει τὸ μέτρον τῆς εἰλικρινείας τῶν κυβερνώντων πρὸς τοὺς καθεστῶτας κοινοβουλευτικοὺς θεσμούς. Ὁ κ. Δεληγεώργης, διαλύσας τὴν Βουλὴν καὶ ἀποπέμψας τοὺς νομίμους ἐντολοδόχους τοῦ λαοῦ, ἀπηξίωσε ν’ ἀπευθυνθῇ διὰ προγράμματος πρὸς τὸν λαὸν τοῦτον, καὶ νὰ δικαιολογήσῃ ἐνώπιόν του μέτρον τόσον ἔκτακτον καὶ τόσον σοβαρόν· οὐδέποτε, κύριοι, οὐδεμία κυβέρνησις παρέλειψε νὰ κάμῃ τὸ διάβημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῆς κοινοτέρας συναισθήσεως τῶν πρὸς τὸ Ἔθνος καθηκόντων. Ἀντὶ τούτου ὁ κ. πρωθυπουργὸς περιωρίσθη νὰ ἀναγγείλῃ ἁπλῶς εἰς τοὺς νομάρχας δι’ ἐγκυκλίου τὴν διάλυσιν, ὡς κοινὸν μέτρον τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας, ὡς μίαν τῶν πολλῶν πράξεων τῆς κοινῆς διοικήσεως. Ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ δὲ ἐκείνῃ κατεδέχθη νὰ προσθέσῃ ἐν παρόδῳ καὶ ὀλίγας λέξεις ὑπὲρ τοῦ μέτρου τῆς διαλύσεως, καὶ ἐκεῖθεν ἠδυνήθη νὰ μάθῃ τὸ Ἔθνος τοὺς λόγους, δι’ οὓς διελύθη ἡ Βουλή, δι’ οὓς ἀπεπέμφθησαν οἱ ἀντιπρόσωποί του. Ἐννοεῖτε, κύριοι, ὅτι ἐκεῖθεν θὰ ἀντλήσωμεν καὶ ἡμεῖς τοὺς λόγους τῆς διαλύσεως, διότι ἄλλην πηγὴν δὲν ἔχομεν. «Διελύσαμεν τὴν Βουλήν, ἔγραφε πρὸς τοὺς νομάρχας ὁ πρωθυπουργὸς καὶ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διότι ἤμεθα ἐν αὐτῇ μειονοψηφία, εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς δὲ καὶ ἐλευθέρας πολιτείας κυβερνῶσιν αἱ πλειονοψηφίαι, καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ τὸν οὐσιώδη χαρακτῆρα τῆς αὐτοδιοικήσεως τῶν λαῶν.» Δὲν εἶναι, νομίζω, ἀνάγκη νὰ σᾶς παραστήσω, κύριοι, ὅτι ὁ φαινόμενος οὗτος λόγος εἶναι ἁπλῶς τρόπος τοῦ λέγειν, κενὸς παντὸς περιεχομένου ἢ ὅπως κοινῶς καλεῖται petitio principii. Ὅταν λέγετε ὅτι ἦσθε μειονοψηφία, καὶ διὰ τοῦτο ἐδικαιοῦσθε νὰ διαλύσητε τὴν Βουλήν, λύετε τὸ ζήτημα διὰ τοῦ ζητήματος· διότι ἀκριβῶς τοῦτο ἐρωτᾶται, τοῦτο ζητεῖται καὶ τοῦτο πρέπει νὰ δικαιολογηθῇ, πῶς δηλονότι καὶ διὰ τίνα λόγον ἡ μειονοψηφία ὑπεσκέλισε τὴν πλειονοψηφίαν καὶ κατέλαβε τὴν ἀρχήν· πῶς καὶ διὰ τίνα λόγον παρεβιάσθη ἡ θεμελιώδης ἀρχὴ τῶν κοινοβουλευτικῶν καὶ ἐλευθέρων πολιτειῶν, καθ’ ἣν κυβερνῶσιν αἱ πλειονοψηφίαι, καὶ ἐπεκράτησεν ἡ ἐξαίρεσις, καθ’ ἣν κυβερνῶσιν αἱ μειονοψηφίαι διαλύουσαι τὰς Βουλάς. Αὐτὸς ὁ λόγος ζητεῖται, καὶ σεῖς ἀντὶ νὰ ἐξηγήσητε ἢ ὑποδείξετε αὐτόν, προβάλλετε αὐτὴν τὴν ἀνωμαλίαν ὡς λόγον, τουτέστι δικαιολογεῖτε τὴν ἀνωμαλίαν διὰ τῆς ἀνωμαλίας καί, ὡς προεῖπον, λύετε τὸ ζήτημα διὰ τοῦ ζητήματος. Ἰδοὺ ὁ πρῶτος λόγος· ὁ δεύτερος δὲ καὶ τελευταῖος εἶναι ἀκόμη χειρότερος. Δὲν ἔχω, κύριοι, ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐγκύκλιον, διὰ νὰ ἀκούσετε τὸ ἐπιχείρημα μὲ αὐτὰς τὰς λέξεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀλλ’ οὐχ ἧττον κατ’ οὐσίαν ἔχει τοῦτο ὡς ἑξῆς. «Κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, ἐξ ὧν προῆλθεν ἡ Βουλή, προήδρευσε τὸ ἔγκλημα, καὶ κατὰ τὰς ἐξελέγξεις αὐτῶν ἡ παρανομία· οὕτω δὲ ἡ Βουλὴ δὲν ἦτον ἱκανὴ νὰ ἀναβιβάσῃ εἰς τὰ συμβούλια τοῦ Στέμματος τὰς εὐχὰς καὶ τοὺς πόθους τοῦ λαοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ διαλυθῇ.» Ῥίπτεται, ὡς βλέπετε, κατὰ πρόσωπον τῆς Βουλῆς τὸ ὄνειδος, ὅτι ἦτο προϊὸν τοῦ ἐγκλήματος καὶ τῆς παρανομίας. Ἀλλ’ ἐρωτῶ μετὰ τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, τίς ἔδωκεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐλέγχῃ καὶ ἐπιτιμᾷ τὴν καταγωγὴν καὶ τὴν νόμιμον συγκρότησιν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας; Πόθεν λαβοῦσα ἐξασκεῖ ἡ Κυβέρνησις παρόμοιον δικαίωμα, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ στηριζομένη διαλύει τὴν Βουλήν; Λησμονοῦσι πολὺ εὐκόλως, κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι σῶμα κυρίαρχον, ὁμοταγὲς καὶ ἰσήγορον πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅτι ἑπομένως πᾶς οἱοσδήποτε ἔλεγχος τῆς καταγωγῆς, τοῦ καταρτισμοῦ καὶ τῆς ἐννόμου λειτουργίας αὐτῆς εἶναι καθ’ ἑαυτὸν παράλογος, αὐθαίρετος καὶ ἀνατρεπτικὸς αὐτῆς τῆς βάσεως τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Τόσον οὐσιώδης καὶ πολύτιμος ἐθεωρήθη, κύριοι, ἡ πλήρης ἀνεξαρτησία τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὴν νόμιμον ὕπαρξιν καὶ ἐνέργειάν της καὶ τόσον παράλογος πᾶς οἱοσδήποτε ἐπ’ αὐτῆς ἔλεγχος, ὥστε ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις ἐπὶ τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν προετίμησε νὰ παραβιάσῃ τὴν καθολικὴν τοῦ δικαίου ἀρχὴν, καθ’ ἣν οὐδεὶς δύναται νὰ γείνῃ δικαστὴς τῆς ἰδίας ἑαυτοῦ ὑποθέσεως, προετίμησε νὰ καταπατήσῃ τὸ ἀξίωμα τοῦτο τοῦ δικαίου μᾶλλον, ἢ νὰ ὑπαγάγῃ τὴν συγκρότησιν καὶ ὕπαρξιν τῆς Βουλῆς εἰς τὴν κρίσιν καὶ ἀπόφασιν ἄλλης ἀρχῆς, ἐκτὸς αὐτῆς κειμένης. Ἀλλ’ ὅταν, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὴν νόμιμον ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, μετὰ τὴν νόμιμον συγκρότησιν τῆς Βουλῆς κατὰ τοὺς καθεστῶτας θεσμοὺς καὶ τύπους, μετὰ τὴν νόμιμον λειτουργίαν αὐτῆς ἐν τῇ πολιτείᾳ, τὴν σταματᾷ αἴφνης εἰς τὴν πορείαν της, καὶ ἐξελέγχῃ καὶ ἐπιτιμᾷ ἀποτόμως καὶ τὰς ἐκλογὰς καὶ τὰς ἐξελέγξεις αὐτῶν καὶ τὴν ἐν γένει συγκρότησιν καὶ νομιμότητα τῆς Βουλῆς, δὲν ἐπεμβαίνει ἁπλῶς εἰς ἀλλότρια καθήκοντα, ἀλλ’ ἀρνεῖται ἐντελῶς τὴν κυριαρχίαν, τὸ ἀξίωμα, αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τοῦ Κοινοβουλίου, ὡς πολιτικῆς ἐξουσίας ἐκπροσωπούσης τὸ ἔθνος. Ἀγωνίζονται, κύριοι, νὰ ἀποδείξουν ὅτι ἱκαναὶ ἐκλογαὶ ἐνεργήθησαν τότε παρανόμως καὶ ἐξελέγχθησαν φατριαστικῶς. Δὲν ἐξετάζω οὐδὲ ἀρνοῦμαι τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον. Ὁμολογῶ ὅτι κατὰ τὴν προηγουμένην περίοδον καὶ ἐκλογαί τινες μὴ νόμιμοι ἐπαρουσιάσθησαν καὶ ἡ ἐπ’ αὐτῶν ἐξέλεγξις τῆς Βουλῆς δὲν ἐγένετο πάντοτε μετὰ τῆς προσηκούσης δικαιοσύνης καὶ ἀμεροληψίας. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἦσθε δίκαιοι, πρέπει νὰ ὁμολογήσετε καὶ σεῖς, ὅτι οὐδεμία Βουλὴ δύναται νὰ καυχηθῇ παρ’ ἡμῖν, ὅτι εἶναι ἐντελῶς καθαρὰ, μὴ φέρουσα τὴν ἐλαχίστην κηλῖδα, τὸν ἐλάχιστον ῥῦπον παρανομίας. Αἱ ἐκλογαί, κύριοι, παρ’ ἀνθρώπων ἐνεργοῦνται καὶ αἱ Βουλαὶ ἐξ ἀνθρώπων συνίστανται· οἱ ἄνθρωποι δὲ ὡς ὄντα ἀτελῆ, ὑπόκεινται εἰς πάθη, εἰς πλάνας, εἰς παρεκτροπάς. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν ἀποκτᾷ ὁ τυχὼν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπανορθώσῃ τὰς πλάνας καὶ τὰς παρεκτροπάς. Ἐν πολιτείᾳ εὐνομουμένῃ ἢ μᾶλλον ἐν πάσῃ ἀνθρωπίνῃ πολιτείᾳ ὁ νόμιμος ἔλεγχος τῆς ἀληθείας καὶ τοῦ δικαίου ἐξασκεῖται ὑπὸ ὡρισμένης ἀρχῆς, ἔχει δὲ καὶ αὐτὸς ὁ ἔλεγχος ἓν τέρμα, διότι ἄλλως ἡ πολιτεία θὰ ἐσαλεύετο καθ’ ἑκάστην περιπίπτουσα εἰς τὴν παραλυσίαν καὶ τὸ χάος. Καὶ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, κύριοι, ὑπ’ ἀνθρώπων διαχειριζομένη, δύναται νὰ περιπέσῃ εἰς σφάλματα καὶ παρεκτροπὰς ἐν τῇ ἀπονομῇ τῆς δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ὅμως ἡ τελευταία αὐτῆς ἀπόφασις, ἡ κατὰ τοὺς καθεστῶτας τύπους συντεταγμένη, θεωρεῖται ὡς ἀλήθεια, τέμνουσα ὁριστικῶς τὴν διαφοράν· δύναταί τις μὲν νὰ ἐπικρίνῃ τὴν ἀπόφασιν θεωρητικῶς ὡς ἀντιβαίνουσαν πρὸς τὸ δίκαιον, ἀλλ’ οὐδέποτε ὅμως νὰ τὴν καταστρέψῃ ἢ νὰ τὴν τροποποιήσῃ ἐν ὀνόματι τῆς παραβιασθείσης δικαιοσύνης, μήτε νὰ στηρίξῃ ἐπὶ τῆς καταργήσεως τῆς ἀποφάσεως πρᾶξιν ἔννομον καὶ ἔγκυρον. Συμφέρον, κύριοι, ὑπέρτατον τῆς πολιτείας καὶ τῆς κοινωνίας εἶναι καὶ ἡ ἐλέγχουσα ἑκάστην παρανομίαν ἀρχὴ νὰ ᾖναι ὡρισμένη, καὶ αὐτὸς ὁ ἔλεγχος νὰ μὴ ᾖναι διηνεκὴς καὶ ἀτελεύτητος, καθιστῶν ἀβέβαια καὶ προβληματικὰ τὰ ἐν τῇ πολιτείᾳ δικαιώματα. Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος περὶ δικαστικῆς ἐξουσίας, ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κρίσιν σας καὶ ἓν ἄλλο ἐπιχείρημα κατὰ τῆς ἀξιώσεως τῆς Κυβερνήσεως τοῦ νὰ ἐλέγχῃ καὶ καταμέμφηται τὴν συγκρότησιν τῆς Βουλῆς. Εἶναι φανερὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐξελέγχουσα τὰς ἐκλογὰς, ἐνεργεῖ οὐχὶ ὡς νομοθετικὸν ἢ πολιτικὸν σῶμα, ἀλλ’ ὡς δικαστήριον, εἰδικῶς τεταγμένον πρὸς τοῦτο. Ἡ ἀπονομὴ ὅμως τῆς δικαιοσύνης, αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν θεωρουμένη, εἶναι πρᾶξις ἀνεπίδεκτος παντὸς ἐλέγχου, πάσης ἐπικρίσεως πρὸς ματαίωσιν αὐτῆς. Οὐδεὶς ἄνθρωπος, οὐδεμία ἀρχὴ δύναται νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ δικαστοῦ, νὰ τὴν ἐλέγξῃ, νὰ τὴν ἐπιτιμήσῃ, ὅπως ματαιώσῃ τὴν ἀπόφασίν του. Ἐν τίνι λοιπὸν δικαιώματι ἐπεμβαίνουν εἰς τὴν συνείδησιν τῆς κυριάρχου Βουλῆς, δικαζούσης, καὶ ἐλέγχουσι καὶ κατακρίνουσι καὶ ποδοπατοῦσι καὶ σχίζουσι τὰς ἀποφάσεις της; Εἶναι τάχα ἡ Βουλὴ, ὡς δικαστήριον, κατωτέρα καὶ αὐτοῦ τοῦ εἰρηνοδίκου τοῦ Κράτους, ἡ δὲ συνείδησις καὶ ἡ ἀπόφασις αὐτῆς μένουσιν ἐκτεθειμέναι εἰς τὴν αὐθαίρετον κατάκρισιν τοῦ τυχόντος, μηδὲν κῦρος φέρουσαι καὶ μηδεμίαν ἀσφάλειαν παρέχουσαι εἰς τὰ δικαιώματα, τὰ δι’ αὐτῶν κανονιζόμενα; Ἰδοὺ, κύριοι, ποῦ καταντῶσι, μεταφέροντες τὸν ἔλεγχον ὅπου ἔλεγχος δὲν χωρεῖ. Εἶναι ἆράγε ἀνάγκη νὰ σᾶς παραστήσω τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ προκύψουν ἐκ τῆς καινοφανοῦς ταύτης θεωρίας, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγε παρ’ ἡμῖν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Δεληγεώργη; Ἕκαστος βλέπει, ἕκαστος ἐννοεῖ ὅτι ὁ ἔλεγχος συνεπάγεται ἀντίθετον ἔλεγχον καὶ ἡ ἄρνησις ἀντίθετον ἄρνησιν. Οὕτω δὲ ἀντὶ τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἁρμονίας μεταξὺ τῶν μεγάλων ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους, ἥτις διακρίνει πρὸ πάντων τὴν συνταγματικὴν πολιτείαν, εἰσάγεται μεταξὺ αὐτῶν ἡ διχόνοια, ὁ ἐμφύλιος πόλεμος, ὅστις ἀδύνατον νὰ μὴ φθείρῃ καὶ καταστρέψῃ ἐπὶ τέλους τὴν πολιτείαν. Ἄλλως δὲ ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦτο τῆς ἀμοιβαίας ἀρνήσεως καὶ τῆς διηνεκοῦς πάλης ἡ ἰδέα τῆς νομιμότητος καθόλου φθείρεται καὶ ἐξαφανίζεται, διότι πᾶσα ἔννομος πρᾶξις θὰ σαλεύῃ εἰς αὐτὴν τὴν βάσιν της, ὅταν ἐλέγχηται διηνεκῶς καὶ ἀμφισβητῆται αὐτὴ ἡ νόμιμος καταγωγὴ τῆς ἀρχῆς, ἥτις ἀμέσως ἢ ἐμμέσως τὴν ἐνήργησε. Ποῦ μένει τότε, κύριοι ἡ ἔννομος τάξις, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζονται ὅλα τὰ δικαιώματα τά τε πολιτικὰ καὶ τὰ ἀστικά; Λυποῦμαι, κύριοι, διότι οἱ ἔντιμοι ἐκ Καλαβρύτων βουλευταὶ κύριοι Ζαΐμης καὶ Πετιμεζᾶς ἐπιχείρησαν νὰ δικαιολογήσουν τοιαύτην θεωρίαν, ἀνατρέπουσαν τὰς βάσεις πάσης ὑγιοῦς πολιτείας. Ὁ κ. Ζαΐμης ἐζήτησε νὰ σώσῃ τὴν θεωρίαν ταύτην, ἐπικαλούμενος τὴν κοινὴν γνώμην. «Ὑπεράνω, εἶπε, τῶν καθεστηκυιῶν ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους ὑπάρχει ἡ κοινὴ γνώμη, ὡς ὑπέρτατος δικαστὴς τῆς πορείας καὶ τῶν πράξεων αὐτῶν.» Ἡ κοινὴ δὲ γνώμη εἶχε καταδικάσει τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν, ὡς προϊὸν παρανομιῶν καὶ ἐγκλημάτων, καὶ ἡ Κυβέρνησις, διερμηνεύουσα τὸ δημόσιον φρόνημα, εὐλόγως καὶ νομίμως διέλυσε τοιαύτην Βουλήν.» Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω πρὸ πάντων, ὅτι ἡ ἑκάστοτε προσφυγὴ εἰς τὴν κοινὴν γνώμην ὡς ὑπέρτατον λόγον, ἐξελέγχει συνήθως ἀπορίαν καὶ ἔλειψιν οὐσιαστικῶν λόγων καὶ ἐπιχειρημάτων· ὅταν ἐξαντλήσῃ τις ὅλους τοὺς πραγματικοὺς λόγους, ἡ ἐπίκλησις τῆς κοινῆς γνώμης καὶ ἡ παρέμβασις αὐτῆς κατὰ τὴν συζήτησιν εἶναι συνήθως, ἂν οὐχὶ πάντοτε, μέσον ὑπεκφυγῆς καὶ σωτηρίας, καὶ οὐδὲν πλέον. Ἔπειτα, κύριοι, τὸ τοιοῦτον ἐπιχείρημα εἶναι καθ’ ἑαυτὸ ἀκροσφαλὲς καὶ ἐπικίνδυνον, διότι ἡ κοινὴ γνώμη εἶναί τι ἀόριστον, ἄληπτον, μὴ ὑποπῖπτον εἰς ἀκριβῆ ἔλεγχον, ἀλλ’ ὑποκείμενον κατὰ πᾶσαν στιγμὴν εἰς ἀμφισβήτησιν· διὰ τοῦτο πάντες ἐπικαλοῦνται τὴν κοινὴν γνώμην ὡς σύμμαχον ἕκαστος τῆς ἰδίας ἑαυτοῦ πεποιθήσεως, καὶ οὕτως ἡ κοινὴ γνώμη καταντᾷ γενικὸν καταφύγιον πάντων τῶν πολιτευομένων καὶ κοινὸν δοχεῖον πάντων τῶν πολιτικῶν φρονημάτων καὶ ἀξιώσεων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων εἶναι φανερόν, ὅτι ὁ κ. Ζαΐμης μετατρέπει τοὺς ὅρους τοῦ ζητήματος, καὶ οὕτω συγχύζει ἀντὶ νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα. Ἡ κοινὴ γνώμη, κύριοι, εἶναι ὁ δικαστὴς τῆς διαλύσεως, οὐχὶ δὲ ὁ λόγος αὐτῆς· ἐνώπιον τοῦ δικαστοῦ τούτου σᾶς προσκαλοῦμεν νὰ φέρετε τὸν λόγον, δι’ ὃν διελύθη ἡ προηγουμένη Βουλή, καὶ σεῖς δεικνύετε τὸν δικαστήν. Τοῦτο ἀποδεικνύει σύγχυσιν ἰδεῶν, προερχομένην ἐκ τούτου, ὅτι δὲν ἔχετε πραγματικὸν λόγον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ στηρίζετε τὴν διάλυσιν. Εὐτυχέστερος δὲν ὑπῆρξεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς, θελήσας καὶ οὗτος νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῆς κοινῆς γνώμης, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν διάλυσιν. Ὁ φίλος μου κ. Πετιμεζᾶς διῄρεσε δίχα τὴν Βουλήν, εἰς νομοθετικὸν καὶ πολιτικὸν σῶμα. «Ὡς πολιτικὸν σῶμα, εἶπεν, ἡ Βουλὴ ἔχει ἀνάγκην νὰ στηρίζηται πάντοτε ἐπὶ τῆς ἠθικῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν ἀρύεται ἐκ τῆς κοινῆς γνώμης· ὅταν δὲ στερῆται τῆς δυνάμεως ταύτης, ἡ Βουλὴ εἶναι διαλυτέα.» Ἀλλ’ ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἐλησμόνησε, νομίζω, ὅτι καὶ ὡς νομοθετικὸν σῶμα ἀνάγκην ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ ἀρύεται τὴν ἠθικὴν αὑτῆς δύναμιν καὶ τὸ κῦρος ἐκ τῆς συνειδήσεως τοῦ λαοῦ....
§10Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, κύριε Μίληση, μίαν ἐρώτησιν;
§11ΜΙΛΗΣΗΣ. Διατί ὄχι; εὐχαρίστως.
§12Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγώ, κύριε Μίληση, δὲν εἶπον αὐτό· εἶπον, ἐὰν ἔχετε ἐνώπιόν σας μίαν Βουλὴν παράνομον, καὶ αὐτὴ νομοθετῇ, τὰ νομοθετήματά της εἶναι ἰσχυρὰ ἐν παντὶ καιρῷ καὶ τόπῳ· ἀλλ’ ἡ Βουλή, ὡς πολιτικὸν σῶμα, ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς ἠθικῆς δυνάμεως. Δὲν εἶπον ὅτι πρέπει νὰ λείπῃ ἡ ἠθικὴ δύναμις ἀπὸ τὸ νομοθετικὸν σῶμα, ἀλλὰ κατ’ οὐδένα λόγον πρέπει νὰ ἐλλείπῃ ἀπὸ τὴν Βουλήν, ὡς πολιτικὸν σῶμα· σᾶς ἀνέφερα δὲ καὶ ἓν παράδειγμα τῆς Βουλῆς τοῦ Ὄθωνος.
§13ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐὰν εἰς ἑκατέραν τῶν ἰδιοτήτων αὐτῆς ἡ Βουλὴ ἔχῃ ἀνάγκην τῆς ἐκ τοῦ ἔθνους ἠθικῆς δυνάμεως, δὲν ἐννοῶ τότε οὔτε τὸν λόγον τῆς τοιαύτης διακρίσεως, οὔτε τὴν ἀξίαν τοῦ ἐπιχειρήματος, τὸ ὁποῖον στηρίζετε ἐπ’ αὐτῆς.—Καὶ βεβαίως, κύριοι, ἡ Βουλή, ὡς νομοθετικὴ ἐξουσία, ἀντλεῖ τὴν ἠθικὴν δύναμίν της ἐκ τῆς συνειδήσεως τοῦ ἔθνους, διότι οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους θέτει, δὲν εἶναι καθαρὰ ἀπόῤῥοια τοῦ ὀρθοῦ λόγου, ἀλλ’ ἀποῤῥέουσι κυρίως ἐκ τῆς περὶ τοῦ δικαίου συνειδήσεως τοῦ ἔθνους, τὴν ὁποίαν διατυπόνει ἡ Βουλή, ὡς πιστὴ αὑτῆς εἰκὼν καὶ τελεία ἔκφρασις. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν νομοθετοῦσα, περιβάλλεται πάντοτε, ἢ μᾶλλον ἐκπροσωπεῖ πάντοτε καὶ ἐκφράζει τὴν ἠθικὴν τοῦ ἔθνους δύναμιν.
§14Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν τὸ ἐπολέμησα αὐτὸ ἐγώ.
§15ΜΙΛΗΣΗΣ. Τότε, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἐννοῶ τὴν σημασίαν τῆς διακρίσεως τῆς Βουλῆς εἰς σῶμα νομοθετικὸν καὶ πολιτικόν.—Ἡ βάσις, κύριοι, τοῦ ἐπιχειρήματος τοῦ κ. Πετιμεζᾶ εἶναι ἡ αὐτὴ μὲ τὴν τοῦ κ. Ζαΐμη. Ἀμφότεροι ἐπικαλοῦνται τὴν δημοσίαν γνώμην καὶ τὴν ἐξ αὐτῆς ἠθικὴν δύναμιν· ἀλλ’ ἐλησμόνησαν ὅτι οὐδέποτε οὐδεμία κυβέρνησις ἠρύσθη λόγον διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἐκ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης συγκροτήσεως αὐτῆς, ἀλλὰ πάντοτε ἐκ τῶν πράξεων, ἐκ τῆς πορείας, ἐκ τῆς πολιτείας αὐτῆς, καὶ ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐπικαλοῦνται, καὶ ἀληθὴς ἂν ἦτο, δὲν ἠδύνατο νὰ μεταβάλῃ τὴν φύσιν αὐτῶν τῶν πραγμάτων, οὔτε τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν πρὸς ἀλλήλας σχέσιν τῶν μεγάλων ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους. Παρατηρεῖτε, κύριοι, ὅτι ὁ λόγος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, διαλύουσα τὴν Βουλήν, ἀπολύτως καὶ καθ’ ἑαυτὸν ἐξεταζόμενος, ἐξελέγχεται ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν σαθρὸς καὶ ἀνυποστήρικτος. Ἂς μοὶ συγχωρηθῇ δὲ νὰ προσθέσω, ὅτι ὑπάρχουν καὶ εἰδικαί τινες περιστάσεις, αἵτινες καθιστῶσι τὸν λόγον τοῦτον ἔτι μᾶλλον σαθρὸν καὶ ἀνυποστήρικτον, καὶ αἵτινες ἀποδεικνύουν ἀριδήλως, ὅτι καὶ ἂν ἄλλη Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τοιούτου λόγου διαλύουσα τὴν Βουλήν, ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Δεληγεώργη κατ’ οὐδένα τρόπον ἠδύνατο νὰ τὸ πράξῃ. Καὶ ἀληθῶς, κύριοι, ἂν τὸ ἔγκλημα τῆς παρελθούσης Βουλῆς ἦτον ἡ μὴ νόμιμος συγκρότησις αὐτῆς, εἰς τὸ ἔγκλημα τοῦτο συνέπραξαν οἱ κυβερνῶντες, εἴτε ὡς πολιτικὴ μερίς, εἴτε ὡς ἄτομα. Τίς ἀγνοεῖ ὅτι εἰς τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Αἰγίνης, ἥτις ἦτον ἡ πρώτη ἀφετηρία τῶν παρανόμων ἐξελέγξεων, ὅπως τὰς χαρακτηρίζουν σήμερον, ἐψήφισαν αὐτοὶ οἱ κυβερνῶντες ἐν σώματι; Τίς δὲν ἐνθυμεῖται ὅτι κατόπιν καὶ φίλοι πολιτικοὶ τῆς νῦν Κυβερνήσεως, καὶ ὑπουργοὶ μάλιστα σήμερον, ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς ἐπικυρώσεως τῶν ἐκλογῶν, τὰς ὁποίας χαρακτηρίζουν σήμερον παρανόμους καὶ ἐγκληματικάς; Εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς φέρω παραδείγματα; Προχθὲς ὁ ἀξιότιμος κ. Παπαμιχαλόπουλος σᾶς ὑπέμνησεν εἰδικῶς, ἐμπεριστατομένως πῶς ἐψήφισαν ἐφ’ ἑκάστης τῶν κατηγορηθεισῶν ἐκλογῶν ἐκεῖνοι, οἵτινες παρουσιάζονται σήμερον ἀμείλικτοι καὶ ἀδυσώπητοι αὐτῶν κατήγοροι. Ἀξία ἰδίως περιεργείας καὶ πολλῆς προσοχῆς εἶναι ἡ ἀπόλυτος σιωπὴ, τὴν ὁποίαν ἐτήρησε κατὰ τὰς τότε ἐξελέγξεις ἡ κυβερνῶσα μερίς. Ποῦ ἦταν τότε, κύριοι, οἱ φοβεροὶ αὐτοὶ κατήγοροι τῶν ἐκλογῶν; Διατί δὲν ὕψωσαν φωνήν; Διατί δὲν διεμαρτυρήθησαν κατὰ τοῦ διαπραττομένου ἐνώπιόν των ἐγκλήματος; Διατί δὲν ἐπολέμησαν μίαν κἂν ἐκλογήν, ἀλλ’ ἔμενον ἄφωνοι εἰς τὴν πλευρὰ ταύτην (δεικνύει τὴν πρὸς τὰ δεξιὰ αὐτοῦ), ὑπερψηφίζοντες μάλιστα ἐν μέρει ὑπὲρ τῶν παρανόμων ἐκλογῶν;
§16ΧΑΛΙΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε μίαν παρατήρησιν. Ἐλησμονήσατε τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Δεληγεώργη καὶ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ ἐπὶ τῆς ἀκλογῆς Πατρῶν, καὶ τοῦτο διότι λέγετε ὅτι καμμία φωνὴ δὲν ὑψώθη.
§17ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἦτον ἀνάγκη νὰ μοὶ ὑπομνήσητε τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πετμεζᾶ. Ἔπρεπε νὰ μοὶ ἀναφέρητε τίς τῶν φίλων σας ἠγόρευσεν τότε καὶ κατὰ τίνος ἐκλογῆς.
§18Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μᾶς ἀπεκλείσατε.
§19ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁμιλῶ περὶ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ φίλων σας, οἵτινες ὤφειλον νὰ διαμαρτυρηθοῦν κατὰ τοῦ ἀποκλεισμοῦ, ἂν τοιοῦτος ὑπῆρχε. — Προχωρῶ, κύριοι, περαιτέρω. Ἡ κυβερνῶσα μερὶς οὐ μόνον ἐσιώπησε κατὰ τὰς ἐξελέγξις, οὐ μόνον ἐψήφισε κατὰ μέρος ὑπέρ τινων ἐκ τῶν κατηγορουμένων ἐκλογῶν, ἀλλὰ καὶ συνειργάσθη ὡς ἐξουσία μετὰ τῆς Βουλῆς ἐκείνης, ἥτις ὠνομάσθη κατόπιν συναγωγὴ παρανόμων. Εἰς αὐτὴν ἔδωκεν εὐθύνας, ἀπὸ τῶν χειρῶν της ἔλαβε τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τοὺς φορολογικοὺς νόμους...
§20ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὄχι, ὄχι.
§21ΜΙΛΗΣΗΣ. Πῶς ὄχι; Δὲν ἐπαρουσιάσθητε εἰς τὴν Βουλὴν ἐκείνην καὶ ἐδικαιολογήσατε πρὸς αὐτὴν τὴν ἀνάβασίν σας εἰς τὴν ἐξουσίαν; Δὲν σᾶς ἔδωκεν ἡ Βουλὴ ἐκείνη τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τοὺς φορολογικοὺς νόμους; Δὲν ἐκηρύξατε τακτικώτατα τὴν λῆξιν τῆς συνόδου αὐτῆς διὰ τῆς χρήσεως τῆς ἐπὶ τούτῳ βασιλικῆς προνομίας; Καὶ τί ἄλλο λοιπὸν ἀπῃτεῖτο διὰ νὰ ἀναγνωρίσητε ἐπισήμως καὶ πανηγυρικῶς τὴν νόμιμον ὕπαρξιν τῆς Βουλῆς ἐκείνης;
§22ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Εἶχον τὴν πλειονοψηφίαν, ἀλλὰ δὲν κατεδέχθησαν νὰ συνεργασθῶσι μετ’ αὐτῆς.
§23ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὤ! δὲν κατεδέχθησαν νὰ συμπράξουν! Καὶ ὅμως εἰς τὴν σύμπραξιν ταύτην ὀφείλουν τὰ μέσα τῆς νομίμου διοικήσεως τοῦ τόπου. Ἄνευ τῆς Βουλῆς ἐκείνης, ἄνευ τῆς ψήφου αὐτῆς παρανόμως ἐδιοίκησαν τὸν τόπον οἱ κύριοι ὑπουργοί, παρανόμως εἰσέπραξαν φόρους καὶ παρανόμως ἐδαπάνησαν τὰ δημόσια χρήματα.
§24Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἔῤῥιψαν τὴν παρανομίαν καὶ τὴν καλπονόθευσιν.
§25ΜΙΛΗΣΗΣ. Λυποῦμαι διότι νέος νομομαθὴς, ὡς ὁ φίλος μου κ. Δημητριάδης, μὲ κάμνει τοιαύτην παρατήρησιν μετὰ τὰς ἐξηγήσεις μάλιστα, τὰς ὁποίας ἔδωκα ἤδη περὶ τούτου. Πᾶσα παρανομία, φίλε Δημητριάδη, ἐλέγχεται ὑπὸ ὡρισμένης ἀρχῆς, ἐχούσης τὴν πρὸς τοῦτο νόμιμον ἐξουσίαν. Ὅταν ἄλλη ἀρχὴ ἀντιποιῆται αὐθαιρέτως τοιαύτην ἐξουσίαν, πράττει μεγαλειτέραν παρανομίαν ὑπὸ τὴν πρόφασιν νὰ διορθώσῃ παρανομίαν μικροτέραν, καὶ ἂν τοιαύτη πράγματι ὑπάρχῃ (θόρυβος).
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριοι, δὲν εἶναι τρόπος συζητήσεως αὐτός.
§27ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁ θόρυβος καὶ αἱ διακοπαὶ οὔτε συζήτησις εἶναι, οὔτε ἀπάντησις. Ἐξακολουθῶ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἰδικῶν περιστάσεων, αἵτινες καθιστῶσι βαρυτέραν καὶ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἀδικαιολόγητον τὴν διάλυσιν τῆς τελευταίας Βουλῆς. Ἡ διάλυσις, κύριοι, τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ἐπερχομένη ἔκκλησις πρὸς τὸν λαὸν ἀποτελεῖ μίαν δίκην πολιτικὴν μεταξὺ τῶν δύο μεγάλων ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους· ἡ δίκη δὲ ὑποθέτει ἀμφισβήτησιν, καὶ ἡ ἀμφισβήτησις ἀντικείμενον ἢ θέμα, περὶ τὸ ὁποῖον στρέφεται. Ἀλλὰ πότε ἦλθεν εἰς ἀμφισβήτησιν ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις πρὸς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλήν; Ποῖον τὸ θέμα, ποῖον τὸ ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐδιχογνώμησαν αἱ δύω αὗται ἐξουσίαι, καὶ ἐκλήθη ὁ κυρίαρχος λαὸς νὰ ἀποφανθῇ μεταξὺ αὐτῶν; Τὴν πολιτικὴν τοῦ ὑπουργείου οὔτε ἡ Βουλὴ, οὔτε ἄλλος τις ἐγνώριζε, διότι ἡ πολιτικὴ αὕτη δὲν ἀνεπτύχθη οὔτε διὰ προγράμματος, οὔτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Τὴν πολιτικὴν ὡσαύτως πορείαν τῆς Βουλῆς οὔτε ἡ κυβέρνησις, οὔτε ἄλλος τις ἐγνώριζε, διότι ἡ Βουλὴ ἐκείνη δὲν ἔλαβε καιρὸν μήτε νὰ ἐργασθῇ, μήτε κἂν νὰ σκεφθῇ περὶ τῶν δημοσίων πραγμάτων τῆς πατρίδος. Ἐπί τίνος λοιπὸν ζητήματος ἐκλήθη ὁ λαὸς νὰ ἀποφανθῇ κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς; Προδήλως ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος, ἂν ὁ τόπος πρέπει νὰ διοικηθῇ ἀπὸ τοὺς ἓξ ἢ ἑπτὰ ὑπουργοὺς, οἵτινες κατώρθωσαν νὰ διαλύσουν τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο λοιπόν, κύριοι, ἀνεγράφη εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ὑπηρετῇ ἑκάστοτε τὰ συμφέροντα τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ κόμματος; Ἐπιμένω, κύριοι, πολὺ εἰς τὴν ἐπίκρισιν τῆς τελευταίας διαλύσεως, διότι κατ’ ἐμὲ ἡ κατάχρησις τῆς βασιλικῆς ταύτης προνομίας καὶ τῶν ἄλλων σχετικῶν προνομιῶν εἶναι τὸ πρώτιστον καὶ κυριώτατον κεφάλαιον τῶν κατὰ τοῦ ὑπουργείου κατηγοριῶν. Ἡ βασιλικὴ ἐξουσία, κύριοι, ἔχει ὑψηλὴν, σπουδαιοτάτην ἀποστολὴν ἐν τῇ συνταγματικῇ πολιτείᾳ, διότι ἱσταμένη ὑπεράνω τῶν κομμάτων εἶναι κεκλημένη νὰ συντηρῇ διὰ τῶν προνομιῶν της τὴν μεταξὺ τῶν μεγάλων ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους ἁρμονίαν καὶ νὰ ἐπαναφέρῃ αὐτὴν, ἅμα ἐκλείψῃ δι’ οἱανδήποτε αἰτίαν. Εἶναι λοιπὸν ἡ βασιλικὴ ἀρχὴ τὸ στοιχεῖον τῆς συντηρήσεως, τὸ ὁποῖον μένει ἀσάλευτον καὶ ἤρεμον, ἐν ᾧ μακρὰν αὐτῆς τὰ πάντα κινοῦνται καὶ ἀγωνίζονται καὶ μεταβάλλονται καὶ ἀνανεοῦνται ὑπὸ τὴν ἀδιάλειπτον ὤθησιν τῆς προόδου. Εἶναι τὸ ἕρμα τῆς πολιτείας, τὸ ὁποῖον σώζει αὐτὴν ἀπὸ τῆς ὑπερβολικῆς καὶ ἀτάκτου καὶ ἐπικινδύνου κινήσεως. Διὰ τοῦτο καιρίως προσβάλλει τὴν πολιτείαν ἡ κυβέρνησις ἐκείνη, ἥτις καταχρᾶται πρὸς ἰδίους σκοποὺς καὶ συμφέροντα τὰς προνομίας τοῦ βασιλέως. Διὰ τῆς τοιαύτης καταχρήσεως ἡ βασιλεία καταβιβάζεται ἀπὸ τοῦ ὕψους της, ῥίπτεται εἰς τὴν καυστικὴν κονίστραν τῶν κομμάτων, ὅπου τυφλὰ πάθη, τυφλῶς ἐνεργοῦντα, δύνανται νὰ τὴν παραγνωρίσουν, νὰ τὴν ἀντιμετωπίσουν καὶ οὕτω νὰ πάθῃ ἡ βασιλεία ὅ,τι ἔπαθεν ἡ Ἀφροδίτη τοῦ Ὁμήρου, ἡ καταλιποῦσα τὰ Ὀλύμπια δώματα καὶ καταβᾶσα νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὰς μάχας τῶν θνητῶν. Ὅταν δέ, κύριοι, ἡ βασιλικὴ ἐξουσία περιέλθῃ εἰς τοιαύτην θέσιν, ποία τύχη περιμένει τὴν πολιτείαν; Ἰδοὺ διατί θεωρῶ ὀλέθριον τὸ σύστημα τῶν συχνῶν καὶ ἀδικαιολογήτων διαλύσεων, ὅπερ ἐγκαθιδρύθη παρ’ ἡμῖν ἐπὶ τῆς δευτέρας δυναστείας· ἰδοὺ διατί πρέπει νὰ ὑψώσωμεν ὅλοι φωνὴν κατὰ τοῦ συστήματος τούτου, τοῦ τυφλῶς παραφθείροντος τὴν βασιλικὴν ἐξουσίαν καὶ παρασκευάζοντος μεγάλας συμφορὰς διὰ τὸν τόπον. Οὐδεμία Βουλὴ διήνυσεν ἐπὶ τῆς νέας δυναστείας τὴν τετραετῆ περίοδόν της, διότι τοὺς κυβερνῶντας κατέλαβεν ἀκατάσχετος μανία διαλύσεων, ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον ἀδικαιολογήτων, ἀποτόμων, αὐθαδῶν (ψιθυρισμοί). Γνωρίζω, κύριοι, νὰ σέβωμαι ὅ,τι ὀφείλω νὰ σεβασθῶ, δὲν ἐλέγχω ὅ,τι εἶναι ἀνεξέλεγκτον, οὐδ’ ἐπικρίνω ὅ,τι εἶναι ἀνεύθυνον. Ἐλέγχω τὴν ὑπεύθυνον διαχείρισιν τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας· ἐπικρίνω καὶ ἐπιτιμῶ τοὺς ὑπευθύνους ὑπουργοὺς διὰ τὴν κακήν, τὴν ἀσυνείδητον κατάχρησιν τῶν βασιλικῶν προνομίων. — Οὐδεμία, κύριοι, τῶν μέχρι τοῦδε διαλύσεων ἦτον ἐντελῶς δικαιολογημένη, ἀλλ’ ὑπῆρχε τοὐλάχιστον εἰς τὰς προηγουμένας αἰτία τις, ἀφορμή τις, κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον βάσιμος καὶ εὐπρόσδεκτος, μία τις φαινομένη πολιτικὴ ἀνάγκη, ἐπιβαλλομένη ὑπὸ τῶν περιστάσεων. Εἰς τὴν προτελευταίαν ὅμως ἤρχισε νὰ ἐξασθενῆται καὶ ἡ φαινομένη αὕτη αἰτία, εἰς δὲ τὴν τελευταίαν ἐξέλιπεν ἐντελῶς· ἡ τελευταία ἦτον ἀπότομος, ἀπροκάλυπτος ἄρνησις τῆς κυριαρχίας τῆς Βουλῆς. Ἂν δὲ δὲν ἀποφασίσετε νὰ θέσητε τέρμα εἰς τὴν δυστυχῆ ταύτην τάσιν τῶν κυβερνώντων, ἐστὲ βέβαιοι ὅτι πικρῶς θὰ μεταμεληθῆτε μίαν ἡμέραν.
§28ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ. Ὅταν ἡ πλειονοψηφία δὲν παρέχει κυβέρνησιν;
§29ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐὰν ἡ πλειονοψηφία ἀφεθῇ εἰς ἑαυτὴν, σχεδὸν πάντοτε κατορθόνει μετά τινας ἀποπείρας καὶ ἀποτυχίας νὰ συγκεντρωθῇ καὶ δώσῃ διαρκῆ καὶ ἰσχυρὰν κυβέρνησιν. Τοῦτο μαρτυροῦσι καθ’ ἑκάστην τὰ πράγματα. Εἰς τὴν σπανίαν δὲ περίστασιν, καθ’ ἣν δὲν κατορθωθῇ τοῦτο, τότε ἀλλὰ μόνον τότε δύναται νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλή, ἵνα ἐξέλθῃ ἡ πολιτεία ἀπὸ θέσεως ἀμηχάνου καὶ ἀνοικονομήτου. Ἡμεῖς δὲν πολεμοῦμεν τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως καθ’ ἑαυτὸ καὶ ἀπολύτως· πολεμοῦμεν τὸ σύστημα τοῦ νὰ διαλύωνται αἱ Βουλαὶ ἄνευ λόγου, πρὶν λάβουν καιρὸν νὰ σκεφθῶσιν ἁπλῶς ἐπὶ τῶν δημοσίων πραγμάτων, πρὶν προφθάσουν νὰ γνωρίσουν οἱ βουλευταὶ ἀλλήλους, καὶ τοῦτο πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ὑπηρετῶνται ἑκάστοτε τὰ ἐφήμερα συμφέροντα τῶν κομμάτων. Αὐτὸ τὸ σύστημα πολεμοῦμεν, αὐτὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀποκαλύπτεται ὁσημέραι ἀποτομώτερον καὶ εἰδεχθέστερον. Παρατηρήσατε δέ, κύριοι, ὁποίαν δηλητηριώδη ἐπιῤῥοὴν ἐξασκεῖ παρ’ ἡμῖν τὸ τοιοῦτον σύστημα. Προχθὲς ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου, ὁμιλῶν δημοσίᾳ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν ἐδίστασε νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν συνεχῆ διάλυσιν τῆς Βουλῆς ὡς ἀλάνθαστον τεκμήριον τῆς ἐπικρατήσεως τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν.
§30Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κάτι ἄλλο εἶπε.
§31ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὐτὴ ἦτον ἡ ἔννοια τῶν λόγων του. Δὲν θέλω, εἶπε, νὰ ἐξετάσω τὰ αἴτια καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς διαλύσεως, ἐνῷ τοῦτο ὤφειλε νὰ πράξῃ, ἀλλ’ ἀπευθύνομαι εἰς τὴν συνείδησίν σας, καὶ ἐρωτῶ ἂν τὸ συνεχὲς τῶν διαλύσεων ἢ ἡ σπάνις αὐτῶν συντελῇ εἰς τὴν κραταίωσιν τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν.
§32ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶπεν αὐτὸ ὁ πρωθυπουργός.
§33ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἴσως δὲν μετεχειρίσθη τὰς αὐτὰς ἀπαραλλάκτως λέξεις, ἀλλ’ αὐτὸ εἶπε, καὶ τὸ ἔχω σημειωμένον, εἶναι δὲ καὶ γραμμένον εἰς τὰ στενογραφημένα πρακτικά·—ὁ Ὄθων, προσέθηκε, διὰ τῆς μὴ διαλύσεως τῶν Βουλῶν ἐτυράννησε τὸ ἔθνος (θόρυβος).—Διατί θορυβεῖτε, κύριοι, διότι ἀνέφερα αὐτὰς τὰς λέξεις τοῦ πρωθυπουργοῦ;—Δὲν εἶναι ἔργον ἐμοῦ νὰ κρίνω ἂν ὁ χρηστὸς ἐκεῖνος βασιλεὺς ἐτυράννησε τὸν τόπον· περὶ τούτου ἐξεφράσθη ἤδη ἡ συνείδησις τοῦ ἔθνους, ὁριστικῶς δὲ καὶ ἀμετακλήτως θὰ ἀποφανθῇ μετ’ ὀλίγον ἡ ἱστορία.
§34ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκράτησεν ὅμως ὁ Ὄθων τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ἀκεραίαν. Ἡ ἀντιπροσωπεία ἦτον ὑψηλὰ τότε, δὲν ἦτον, ὡς σήμερον, εἰς τὸν βόρβορον.
§35ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, ἂν ὁ μακαρίτης Ὄθων, ὅστις μίαν μόνην εἶχεν ἀδυναμίαν, νὰ μὴν ἀναγνωρίζῃ ἐκτὸς ἑαυτοῦ κέντρον ἄλλο πολιτικῆς δυνάμεως, ἐτυράννησεν ἐν γένει τὸν τόπον· ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ μόνον νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ ἰδέα τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, καθ’ ἣν ὁ Ὄθων ἐτυράννησε διὰ τῆς μὴ διαλύσεως τῶν Βουλῶν, εἶναι καθαρὰ παραδοξολογία, ἥτις ἀποδεικνύει μέχρι τίνος βαθμοῦ εἶναι μεμολυσμένη ἡ πολιτικὴ ἡμῶν ἀτμοσφαῖρα. Ἀληθῶς, κύριοι, ἐπὶ τῆς πρώτης δυναστείας ἡ Βουλὴ δὲν διελύετο συνεχῶς καὶ ἀδιαλείπτως, ὅπως σήμερον· ἀλλὰ διατί; διότι ἤρκεσε τότε μία μόνη διάλυσις, ἡ ἐπὶ Κωλέτου γενομένη κατὰ τὸ 1847, ἵνα καταστήσῃ πειθήνιον καὶ ὑποχείριον τὴν Βουλήν. Τὸ ἔθνος ἐπάλαισεν ἐν ἀρχῇ καὶ διὰ στάσεων μάλιστα, ἀλλὰ κατόπιν ὑπέκυψε καὶ ἀπέστελλεν ἀντιπροσώπους τοὺς ὑποδεικνυομένους ἐντεῦθεν ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε κυβερνήσεων. Ὁ σκοπὸς λοιπὸν ἐπετεύχθη τότε διὰ μιᾶς μόνης διαλύσεως· ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ἀφωπλίσθη, ἐθυσίασε τὰ δικαιώματά της, καὶ ἔζη ἐν ἁρμονίᾳ μετὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, μέχρις οὗ ἐπῆλθεν ἡ καταστροφή. Σήμερον τὸ ἔθνος παρουσιάζεται δυσκαμπτότερον καὶ μᾶλλον σκληροτράχηλον, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη τετάρτης καὶ πέμπτης καὶ ἕκτης ἴσως διαλύσεως, ἵνα ἀηδιάσῃ ὁ λαὸς τὰς ἐκλογὰς, ἵνα ἀποκάμωσι καὶ ἐξαντληθῶσιν οἱ πολιτευόμενοι, καὶ κατορθωθῇ οὕτω νὰ ὑποχωρήσωσιν οἱ πάντες, καὶ ἔλθῃ πάλιν Βουλὴ πειθήνιος καὶ ὑποχείριος εἰς τὰ νεύματα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ποῖον δὲ θὰ ᾖναι τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον θὰ προέλθῃ ἐντεῦθεν, ταχύτερον ἢ βραδύτερον ἀδιάφορον; Τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο καὶ ὁ ὀρθὸς λόγος ὑπαγορεύει καὶ ἡ καθημερινὴ πεῖρα ἀδιακόπως ἐπιμαρτυρεῖ. Ὅταν κατορθώσητε νὰ ἀφαιρέσητε τὸ ἀξίωμα, τὴν ἀνεξαρτησίαν, τὴν θέλησιν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ὅταν κατορθώσητε νὰ ἀπομακρύνητε αὐτὴν ἀπὸ πάσης συμμετοχῆς εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν δημοσίων, νὰ τὴν ἀποῤῥοφήσητε ἐν τῇ ἐκτελεστικῇ ἐξουσίᾳ, καὶ νὰ μὴ ἀφήσητε αὐτὴν εἰμὴ μόνον σκιὰν ἐν τῇ πολιτείᾳ, θὰ ἔχετε βεβαίως ἐπί τινα χρόνον φαινομένην τινὰ ἡσυχίαν καὶ τάξιν, ἀλλ’ ἡ ἀντίδρασις θὰ ἐπέλθῃ κατόπιν ἀφεύκτως, τόσῳ μᾶλλον ἰσχυρὰ καὶ ἀκατάσχετος, ὅσῳ μείζων θὰ ᾖναι ἡ ταπείνωσις καὶ ἡ μηδένισις τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Ὁ νόμος τῆς ἀντιδράσεως εἶναι, κύριοι, καθολικὸς, ἰσχύει εἰς πᾶσαν ἐποχὴν καὶ εἰς πάντα λαὸν, ἡ δὲ ἱστορία εἰς πᾶσαν αὐτῆς σελίδα μαρτυρεῖ τὸν ἀπόλυτον καὶ ἀπαράβατον τοῦτον νόμον, ὅστις ἐπικρατεῖ ἐν τῷ ἠθικῷ κόσμῳ, ὅπως καὶ ἐν τῷ φυσικῷ. Διὰ τοῦτο δίκαιον εἶχεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων κ. Ζαΐμης, εἰπὼν προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἐπιδιώκει διακαῶς τὴν ἑδραίωσιν τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν, τὴν ἐξασφάλισιν τῶν νομίμων δικαιωμάτων τοῦ κοινοβουλίου, διότι ἐπιθυμεῖ ν’ ἀπαλλάξῃ τὸν τόπον ἀπὸ μελλουσῶν περιπετειῶν, καὶ νὰ διέλθῃ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ βίου του, ἀποκλίνοντος ἤδη εἰς τὸ γῆρας, ἐν ἡσυχίᾳ καὶ ἀνέσει. Καὶ τῳόντι, κύριοι, ἡ ἀληθὴς συντήρησις κεῖται μόνον εἰς τὴν διατήρησιν τῆς ἐννόμου, τῆς σώφρονος ἐλευθερίας, οὐχὶ δὲ εἰς τὴν τυφλὴν, εἰς τὴν ἀσύνετον κατάπνιξιν αὐτῆς, ἀποτελούσης ὅρον ἀναγκαῖον καὶ ἀπαραίτητον τῆς τάξεως· ἀληθῶς δὲ συντηρητικοὶ δὲν εἶναι οἱ ζητοῦντες τὴν ἐκμηδένισιν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας καὶ τὴν συγκέντρωσιν ἀλλοτρίων δικαιωμάτων ἐν τῇ ἐκτελεστικῇ ἐξουσίᾳ, ἥτις ἐπὶ τέλους ὑποκύπτει ὑπὸ τὸ βάρος αὐτῶν, ἀλλ’ οἱ ζητοῦντες τὴν ἀπαραμείωτον διατήρησιν ἑκάστης τῶν ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους, τὴν πρὸς ἀλλήλας εὐλάβειαν τῶν ἐξουσιῶν τούτων, αἵτινες εἶναι ἐπίσης ἀναγκαῖαι εἰς τὴν πολιτείαν, καὶ τὴν μετ’ ἀλλήλων ἁρμονικὴν σύμπραξιν πρὸς ἕνα κοινὸν σκοπόν. Τοιαύτη, κύριοι, εἶναι ἡ τελευταία διάλυσις καὶ τοιοῦτον τὸ σύστημα τῶν συνεχῶν διαλύσεων, ὅπερ ἀνεβίβασεν εἰς δόγμα ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις, καὶ φανερὰ ὑπεστήριξεν αὐτὸ ἐνώπιόν μας. Ἀφίνω τὴν κοινὴν συνείδησιν νὰ κρίνῃ περὶ τούτου, καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς μετὰ τὴν διάλυσιν πολιτικῆς πορείας τοῦ ὑπουργείου, Ἐλέχθη, κύριοι, καὶ ἐπανελήφθη πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι αἱ τελευταῖαι ἐκλογαὶ ἐνηργήθησαν ἐλευθέρως καὶ ἀνεπηρεάστως. Δὲν θέλω νὰ ἀρνηθῶ ἐν μέρει τὴν ἀξίωσιν ταύτην, οὔτε ἔχω διάθεσιν καὶ καιρὸν νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερῆ ἔλεγχον τῶν ἐκλογῶν, ἀναλύων τὰς πρὸ αὐτῶν καὶ ἐπ’ αὐτῶν πράξεις τῆς κυβερνήσεως. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ὅμως νὰ κάμω ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου μίαν μόνην παρατήρησιν. Ἂν ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου δὲν ἐλησμόνει μίαν προγενεστέραν ἐποχὴν, τὴν τοῦ 1865, ἂν ἐσυμβουλεύετο τὴν πολιτικὴν φρόνησιν μᾶλλον ἢ τὴν πολιτικὴν ἐμπάθειαν, δὲν θὰ συνέβαινον ὅσα συνέβησαν ἐν Μεσσήνῃ καὶ Γορτυνίᾳ, τὰ ὁποῖα ἀσχημίζουν....
§36Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὸς ὁ ἴδιος συνετέλεσεν εἰς τὴν ἀκύρωσιν αὐτῶν.
§37ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι κατὰ πάντα ἀκριβές.— Δὲν ἠξεύρω, κύριοι, πόθεν ὁρμώμενος ἢ τί σκεπτόμενος ὁ κ. Δεληγεώργης, ὅστις ὁμολογουμένως εἶναι ἀξιόμαχος παλαιστὴς, ἐνόμισεν ὅτι τὸ πολιτικὸν συμφέρον του ἔκειτο εἰς τὸν ἀποκλεισμὸν ἑνὸς περιφανοῦς πολιτικοῦ ἀντιπάλου του, πολλάκις καὶ ἐπιτυχῶς διοικήσαντος τὰ δημόσια πράγματα τῆς πατρίδος....
§38ΣΤ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀπεκλείσθη ὁ Κουμουνδοῦρος, ἀπέτυχεν.
§39ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Κύριε πρόεδρε, νὰ μὴ διακόπτῃ ὁ κ. Οἰκονομόπουλος.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κ. Οἰκονομόπουλε.
§41ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ δέχομαι ὅτι ἀπεκλείσθη.
§42Α. Π. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Οἰκονομόπουλος ἔχει ἀτομικὰ πάθη καὶ θέλει νὰ τὰ διεκδικήσῃ ἐδῶ.
§43ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι δὲν ἀπεκλείσθη.
§44ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ δὲ ἰδική μου γνώμη, κ. Οἰκονομόπουλε, εἶναι ὅτι ἀπεκλείσθη. Μεταξὺ δὲ τῆς ἰδικῆς μου γνώμης καὶ τῆς ἰδικῆς σας ὑπάρχει διαφορά τις, τὴν ὁποίαν καλὸν θὰ ἦτον, ἐὰν δὲν τὴν ἐλησμονεῖτε. Ἡ ἰδική μου γνώμη ἔχει νόμιμον βάσιν, διότι στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἥτις ἠκύρωσε τὴν πρώτην ἐκλογὴν Μεσσήνης διὰ τὸν λόγον ὅτι διὰ καλπονοθεύσεως ἀπεκλείσθη ὁ κ. Κουμουνδοῦρος...
§45Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, εἶναι ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ κ. Ζαΐμη, ὅστις εἶπεν ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν ἐπεμβῆκεν εἰς τὴν ἐκλογήν.
§46Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καλέσατέ τον εἰς τὴν τάξιν, κ. πρόεδρε. Ὅστις ἔχει ἐναντίαν ἰδέαν, ἂς ἀναβῇ κατόπιν εἰς τὸ βῆμα νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ, καὶ νὰ ἀντικρούσῃ τὸν ἀγορεύοντα.
§47ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀκούωμεν τὰ παραμύθια τὰ ἰδικά σας, κ. Πετιμεζᾶ (θόρυβος).
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Δημητριάδη, μὴ διακόπτετε.
§49ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε Μίληση, ἐκτὸς τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν τὸ δικαστήριον τῶν ἐν Καλάμαις πλημελειοδικῶν ἐδίκασε καὶ κατεδίκασε τὰ μέλη τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς εἰς ἓξ μηνῶν φυλάκισιν.
§50ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὴν περυσινὴν ἐκλογὴν, ὄχι διὰ ἐφετεινὴν (θόρυβος).
§51ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἂν δὲν συμφωνοῦμεν διὰ τὴν πρώτην ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ συμφωνήσωμεν διὰ τὴν δευτέραν. Ἡ Βουλὴ ἠκύρωσε καὶ δεύτερον τὴν ἐκλογὴν Ἀνδανίας καὶ Παμίσου, λόγῳ ὅτι ἡ στρατιωτικὴ δύναμις ἐπεμβῆκεν εἰς τὴν ἐκλογὴν καὶ ἀπέκλεισε τὸν κ. Κουμουνδοῦρον...
§52ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, ὄχι.
§53ΜΙΛΗΣΗΣ. Πῶς ὄχι; Δὲν ἠκυρώθη ἡ δευτέρα ἐκλογὴ τῆς Μεσσήνης διὰ τὸν λόγον τῆς στρατιωτικῆς ἐπεμβάσεως; Καὶ ἠδύνατο νὰ γείνῃ τοιαύτη στρατιωτικὴ ἐπέμβασις, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ καὶ νὰ θέλῃ αὐτὴ ἡ ἐξουσία; Δύνασθε νὰ ἔχετε τὴν γνώμην σας, δύνασθε νὰ φρονῆτε ἐν πεποιθήσει, ὅτι ἡ συγκέντρωσις διακοσίων περίπου στρατιωτῶν εἰς δύω μόνον δήμους οὐδόλως ἐπηρέασε τὴν ἐκλογὴν, ἥτις ἦτο νομιμωτάτη· ἀλλ’ ἡ Βουλὴ, βλέπετε, ἐσχημάτησε ἄλην γνώμην καὶ ἠκύρωσε τὴν ἐκλογὴν ὡς παράνομον. Δικαιοῦται λοιπόν τις μοὶ φαίνεται νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως ταύτης καὶ νὰ ἐξαγάγῃ ἐξ αὐτῆς τὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ὑπαγορεύει ὁ ὀρθὸς λόγος (θόρυβος). Τὰς διακοπὰς βλέπω διεδέχθη ἤδη ὁ θόρυβος· ἀλλ’ εἰς τὸν θόρυβον τί νὰ ἀπαντήσῃ τις; Παραιτῶ, κύριοι, τὸ μέρος τοῦτο τῆς ὁμιλίας μου, διὰ νὰ ἐπαναφέρω τὴν γαλήνην εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ προχωρῶ. Ἀφοῦ ἐξεπεραιώθησαν αἱ ἐκλογαὶ, τὸ ὑπουργεῖον ἰδὸν ὅτι ἀπέκλεισε τὸν ἐπιτηδειότερον τῶν ἀντιπάλων του καὶ ὑποθέτον ὅτι θὰ εἶχε πλειονοψηφίαν ἐν τῇ νέᾳ Βουλῇ, διέδωκε τὸ εὐχάριστον καὶ ἔκτακτον τοῦτο συμβὰν εἰς τὰ τέσσαρα ἄκρα τοῦ κόσμου, τὰ δὲ ὄργανα αὐτοῦ ἐξεθείαζον τὸν θεσμὸν τῆς πλειοψηφίας, ὡς τὸν μόνον κανόνα, ὅστις πρέπει νὰ καθοδηγῇ τὰς κυβερνήσεις τῶν ἐλευθέρων λαῶν.
§54ΗΛ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν;
§55ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐκουράσθηκα ἀπὸ τὰς διακοπὰς, αἵτινες οὐδόλως ὠφελοῦσι τὴν συζήτησιν. Δὲν δέχομαι λοιπὸν κἀμμίαν ἐρώτησιν, καὶ σᾶς παρακαλῶ μὴ μὲ διακόπτετε.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτὰ, ὁ ἀγορεύων δὲν δέχεται νὰ τὸν ἐρωτήσητε· δὲν σᾶς δίδω τὸν λόγον.
§57ΗΛ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Τὸν κ. Κουμουνδοῦρον τὸν ἐπολέμησεν ἀπ’ αὐτοῦ. Πῶς τώρα εἶναι καλὸς ἄνθρωπος;
§58ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπὶ τούτου θὰ δώσω ἄλλοτε τὴν δέουσαν ἐξήγησιν. Τώρα δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐκτραπῇ ἡ σπουδαία αὕτη συζήτησις εἰς ἀλλότρια θέματα.— Συνῆλθε, κύριοι, ἡ νέα Βουλὴ, τὸ δὲ ὑπουργεῖον, σπεῦδον νὰ ἀσφαλίσῃ ἐν αὐτῇ τὴν φαντασιώδη πλειονοψηφίαν του, δὲν ἐδίστασε νὰ καταβῇ εἰς τὸ στάδιον τῶν ἐξελέγξεων, καὶ εἰς αὐτὰς ἔτι τὰς ἀρχαιρεσίας τῶν τμημάτων ἀναμιχθέν. Ἂν τὸ ὑπουργεῖον ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ἐξέλεγξις τῶν ἐκλογῶν εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, οἰκογενειακὴ πρᾶξις τῆς Βουλῆς, ἤθελεν ἀπόσχει ἀπὸ πᾶσαν τοιαύτην ἀνάμιξιν, φειδόμενον τῆς ἰδίας του ἀξιοπρεπείας καὶ τῆς τοῦ Κοινοβουλίου (διακοπαὶ). Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριοι, νὰ μὴ μὲ διακόπτετε. Εἶναι τῷ ὄντι δυστύχημα, ὅτι δὲν βλέπομεν τὰ πράγματα κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, καὶ ὅτι δὲν συμπίπτουν αἱ περὶ αὐτῶν κρίσεις καὶ πεποιθήσεις ἡμῶν. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ὅτι διΐστανται τῶν ἀνθρώπων αἱ γνῶμαι καὶ αἱ πεποιθήσεις, καθιερώθη καὶ εἶναι ἀναγκαία ἡ δημοσία συζήτησις, διὰ τῆς ὁποίας ἐλέγχεται ἡ ἀλήθεια ἢ τὸ ψεῦδος ἑκάστης γνώμης. Ἔχετε λοιπὸν ὑπομονήν· ἀκούσατε μετ’ ἀνοχῆς τὰς ἀντιθέτους ἰδέας καὶ κρίσεις, διὰ νὰ ἔχετε κατόπιν τὴν εὐχαρίστησιν νὰ τὰς ἀντικρούσετε, ἐμοῦ ἀκούοντος ἐν ἡσυχίᾳ καὶ μεταπειθομένου μάλιστα, ἐὰν ἔχητε δίκαιον.— Μ’ ὅλην, κύριοι, τὴν ἀνάμιξίν του εἰς τὰς ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν, τὸ ὑπουργεῖον παρετήρησεν, ὅτι δὲν κατώρθωσε νὰ σχηματίσῃ ὑπὲρ ἑαυτοῦ πλειονοψηφίαν, καὶ ὅτι ἡ ἐξουσία ἐκινδύνευε νὰ φύγῃ ἀπὸ τὰς χεῖράς του. Τότε ἐνθυμήθη πάλιν τὴν βασιλικὴν ἐξουσίαν, καὶ ὄπισθεν αὐτῆς ἐζήτησε νὰ σωθῇ, ἀδιαφοροῦν ἂν κατασωτεύῃ αὐτὴν ἀφειδῶς καὶ ἀσυνειδήτως. Πρὶν ἢ καταρτισθῇ ἡ Βουλή, πρὶν ἢ ἐκλέξῃ τὸ προεδρεῖόν της, διὰ τοῦ ὁποίου κοινωνεῖ καὶ μετὰ τῆς βασιλείας καὶ μετὰ τῶν λοιπῶν ἀρχῶν τοῦ Κράτους, διακόπτεται ἐπὶ τεσσαράκοντα ἡμέρας. Τοιαύτη διακοπὴ Βουλῆς, μήπω καταρτισθείσης, εἶναι φαινόμενον μοναδικὸν εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθνῶν. Πῶς δὲ τὴν ἐδικαιολόγησαν; Ποῖον λόγον ἐπεκαλέσθησαν κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ διατάγματος; ἔρχονται, μᾶς εἶπον, αἱ ἑορταὶ τοῦ Πάσχα, καὶ οἱ βουλευταί, ὡς καλοὶ χριστιανοί, ὀφείλουν νὰ ἐκπληρώσουν καὶ τὰ χριστιανικά των καθήκοντα, διὰ τοῦτο ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ διακοπῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς! Προσετέθη, ὡς βλέπετε, ἡ χλεύη καὶ ὁ μυκτηρισμός. Προτιμότερον θὰ ἦτον, ἂν μᾶς ἔλεγον ἀπροκαλύπτως, ἀποτόμως «ἐκάμαμεν χρῆσιν τῆς βασιλικῆς προνομίας τῆς διακοπῆς, διότι οὕτως ἠθέλομεν, διότι τοῦτο ὑπηγόρευον τὰ συμφέροντά μας,» ἢ ἂν ἐσιώπων ἐντελῶς, ἀφίνοντες νὰ ἐπινοήσωμεν ἡμεῖς τὸν λόγον καὶ τὸν σκοπὸν τῆς διακοπῆς. Καὶ ἀληθῶς, κύριοι, ὑπάρχουσί τινες δικαιολογίαι, αἵτινες εἶναι πολὺ χειρότεραι τῆς σιωπῆς καὶ αὐτῆς ἔτι τῆς ἀποτόμου ἀποκαλύψεως τῆς ἀληθείας. Τί δ’ ἔπραξαν κατὰ τὸ τεσσαρακονθήμερον τοῦτο διάστημα τῆς διακοπῆς; Ἀκούσατε, κύριοι. Ἐπείσθησαν ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ διοικήσωσι τὸν τόπον μετὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Ἀπέπτυσαν λοιπὸν τὸν θεσμὸν τῆς πλειονοψηφίας, ὅστις ἔπαυσε πλέον νὰ ᾖναι ὁ χαρακτὴρ τῶν κοινοβουλευτικῶν καὶ ἐλευθέρων πολιτειῶν, καὶ εἰσήγαγον νέον πολιτικὸν δόγμα, καθ’ ὃ λαός, κυβέρνησις καὶ βασιλεὺς διαπράττουσιν ἐκ συμφώνου τὰ τῆς πολιτείας, ὁδηγοῦντες τὸ ἔθνος εἰς νέαν περίοδον εὐνομίας καὶ εὐημερίας, ἡ δὲ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία δὲν λαμβάνεται παντάπασιν ὑπ’ ὄψιν, διότι διὰ τοῦ ἀριθμοῦ δὲν δίδεται ἡ ἀπάντησις εἰς τὴν ἐθνικὴν φωνήν, οὐδὲ λύονται τὰ ἐθνικὰ ζητήματα. Τὸ δόγμα τοῦτο, κύριοι, δὲν εἶναι νέον, διότι εἰς αὐτὸ κατέφυγε πανταχοῦ καὶ πάντοτε πᾶσα ἐξουσία, τείνουσα πρὸς τὴν αὐταρχίαν. Εἶχεν ὅμως ἀνάγκην μέσων τινῶν πρὸς ἐπιτυχίαν καὶ θρίαμβον αὐτοῦ, καὶ τὰ μέσα ταῦτα παρεσκεύασαν οἱ κυβερνῶντες μετ’ ἐκτάκτου ζήλου καὶ προθυμίας, διαρκούσης τῆς διακοπῆς. Προεκάλεσαν πρὸ πάντων πόλεμον ἀκήρυκτον κατὰ τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους, πόλεμον ὕβρεων, λοιδοριῶν καὶ συκοφαντιῶν. Ἅπαντα τὰ ὑπουργικὰ ὄργανα καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος ἔγραψαν ἐκ συνθήματος τοιαύτας καὶ τηλικαύτας ὕβρεις καὶ λοιδορίας, οἷαι οὐδ’ ἐγράφησαν, οὐδ’ ἐδημοσιεύθησάν ποτε ἐν τῷ τύπῳ. Τούτων δὲ προεξῆρχε τὸ αὐθεντικὸν ὄργανον, τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν τόλμην νὰ ὀνομάσῃ τὴν Βουλὴν «σκηνὴν ἠθοποιῶν, ὀργιαζόντων δι’ ἴδια καὶ φατριαστικὰ συμφέροντα.» Παραλλήλως πρὸς τὰς ὕβρεις τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ἔβαινον οἱ διθύραμβοι ὑπὲρ τῆς πατριωτικῆς Κυβερνήσεως. Ἀπὸ τοῦ Βορυσθένους μέχρι τοῦ Εὐφράτου καὶ μέχρι τοῦ ἄλλου ἡμισφαιρίου συγχαρητήρια προεκλήθησαν ἐκ μέρους τῶν ἑλληνικῶν κοινοτήτων ὑπὲρ τῆς κυβερνήσεως, ἥτις διὰ τῆς ἔμφρονος καὶ ἀνδρικῆς διαγωγῆς της ἔλυσε πατριωτικῶς τὸ ἐθνικὸν ζήτημα τοῦ Λαυρίου, διὰ δὲ τῆς ἀγαθῆς διοικήσεώς της ἔφερε τὸν χρυσοῦν αἰῶνα εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα, τοῦθ’ ὅπερ ἐνόησαν καὶ ᾐσθάνθησαν πρὸ πάντων αὐτοὶ οἱ μακρὰν τῆς Ἑλλάδος ζῶντες. Ἀπαξιῶ, κύριοι, τὸ ἐννοεῖτε βεβαίως, νὰ καταβῶ εἰς τὴν ἀνακίνησιν τῶν ὕβρεων καὶ λοιδοριῶν κατὰ τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ τῆς πλειονοψηφίας αὐτῆς· ἂν ἐμνημόνευσα αὐτὰς, τὸ ἔπραξα διὰ νὰ δείξω μέχρι τίνος βαθμοῦ ἐπροχώρησαν οἱ κατὰ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ἐργαζόμενοι. Ὄρεξιν ὡσαύτως δὲν ἔχω νὰ ἐξελέγξω τὰ αὐθόρμητα καὶ ἀθῶα συγχαρητήρια τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἡμετέρων ὁμογενῶν. Εἶναι γνωστὸν πῶς ἐκδίδονται καὶ ὑπογράφονται τοιαῦτα συγχαρητήρια, μεθ’ ὅλην δὲ τὴν κωμικὴν προθυμίαν, τὴν ὁποίαν φαίνεται ἀποδεικνύων ἔν τινι ἀναφορᾷ ὁ ἀξιόλογος διδάσκαλος τοῦ Βουρνόβα τῆς Σμύρνης, ὅστις ἀξιοῖ μὲ τὰ σωστά του, ὅτι εἰς αὐτὸν ὀφείλεται ἡ πρωτοβουλία τοῦ μεγάλου ἔργου τῶν συγχαρητηρίων τῆς κοινότητος ἐκείνης, δὲν θὰ εὑρεθῇ, ὑποθέτω, σπουδαῖος ἄνθρωπος, ὅστις νὰ δώσῃ πίστιν εἰς τὴν ἄκακον ἐκείνην διαβεβαίωσιν, διότι ὅλος ὁ κόσμος γνωρίζει, τίς συνέλαβε τὴν πρωτοβουλίαν τῶν συγχαρητηρίων, τίνες συνέταξαν τὰς ἀναφορὰς καὶ τίνι τρόπῳ ὑπεγράφησαν αὗται. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι, κύριοι, νὰ παρατρέξω ἓν ἄλλο μέσον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ καταφύγῃ ἡ κυβέρνησις, ἀποφασίσασα νὰ εἰσέλθῃ εἰς πάλην πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Προεκάλεσε καὶ πράξεις τῶν δημοτικῶν συμβουλίων, ἐπιδοκιμαζούσας τὴν πολιτικὴν πορείαν καὶ τὴν διοίκησιν αὐτῆς. Τὸ δυστυχὲς τοῦτο μέτρον δὲν ἐπέτυχε βεβαίως, χάρις εἰς τὴν πολιτικὴν εὐστάθειαν τῶν πλείστων δημοτικῶν συμβουλίων τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἡ ἀπόπειρα ἐγένετο, ἀπόπειρα ὀλεθρία....
§59ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Δὲν μᾶς ἀναφέρετε ἓν δημοτικὸν συμβούλιον τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον ἠδύναντο νὰ ἐπηρεάσουν οἱ φίλοι τῆς κυβερνήσεως νὰ κάμῃ τοιαύτας ἀποφάνσεις; (θόρυβος).
§60ΜΙΛΗΣΗΣ. Καὶ δὲν γνωρίζετε σεῖς, κ. Κατσίνα, ὅτι ὑπῆρξαν δημοτικὰ συμβούλια τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα συνέταξαν καὶ ἐδημοσίευσαν πράξεις ἐπιδοκιμαζούσας τὴν πολιτικὴν καὶ τὴν διοίκησιν τῆς κυβερνήσεως, ἰδίως δὲ τὴν λύσιν τοῦ Λαυριωτικοῦ ζητήματος; Ἐπιθυμεῖτε νὰ σᾶς ὀνομάσω τὰ συμβούλια ταῦτα;
§61ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Ἀφ’ ἑαυτῶν, τὸ ἐννοῶ, ὑπάρχουν πολλά.
§62ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὄχι δὰ τόσον πολλά, κατ’ εὐτυχίαν εἶναι ὀλίγιστα. Ἐὰν δὲ αἱ πράξεις τῶν συμβουλίων τούτων ἦσαν αὐθόρμητοι, ὅπως ἰσχυρίζεσθε, ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον οὔτε προεκάλεσεν, οὔτε ἐγίνωσκεν αὐτὰς, σᾶς ἐρωτῶ, τί ἔπραξε καὶ τίνα μέτρα ἔλαβε κατὰ τῶν δημοτικῶν τούτων συμβουλίων, ὅτε ἐδημοσιεύθησαν καὶ ἐκοινοποιήθησαν αἱ πράξεις αὐτῶν;
§63ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν ἔδωκε κἀμμίαν προσοχήν.
§64ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἔδωκε κἀμμίαν προσοχήν; Ἀλλ’ ἐὰν ἄλλα δημοτικὰ συμβούλια ἐφαντάζοντο νὰ κατακρίνωσι τὴν πολιτικὴν πορείαν τῶν ὑπουργῶν, νὰ ἀποδοκιμάσωσι τὴν διοίκησίν των καὶ νὰ στιγματίσωσι τὴν λύσιν τοῦ Λαυριωτικοῦ ζητήματος ὡς ἀντεθνικὴν, τί ἤθελε πράξει τότε τὸ ὑπουργεῖον;
§65ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Τίποτε.
§66ΜΙΛΗΣΗΣ. Τίποτε; Ἀλλὰ δὲν ἐννοεῖτε, κύριοι, ὅτι αὕτη εἶναι παράλειψις καθήκοντος σπουδαιοτάτου; Ὅταν, κύριοι, τὰ δημοτικὰ συμβούλια ἐξέρχωνται τῆς νομίμου δικαιοδοσίας των, ὅταν ἐγκαταλείπωσι τὰ ἀντικείμενα τῆς ἐπιτοπίου διοικήσεως, μὲ τὰ ὁποῖα εἰσὶν ἐπιφορτισμένα ὑπὸ τοῦ νόμου, καὶ ἐπεμβαίνοντα εἰς τὴν καθόλου πολιτικὴν καὶ τὴν καθόλου διοίκησιν τοῦ Κράτους, ἀντιποιοῦνται καθήκοντα, ἀνατεθειμένα εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, ὅταν ἐπιδοκιμάζουν ἢ ἀποδοκιμάζουν τὴν κυβέρνησιν, καὶ ἐγκρίνουν ἢ κατακρίνουν τὴν πορείαν καὶ τὰς πράξεις αὐτῆς, δὲν ἐννοεῖτε ὅτι κυβέρνησις συναισθανομένη τὴν ἀξίαν ἑαυτῆς καὶ τὴν ἔκτασιν τῶν καθηκόντων της, ὀφείλει νὰ καταστείλῃ διὰ παντὸς νομίμου μέσου τοιαύτην παρεκτροπήν, ἐμβάλλουσαν εἰς πλήρη ἀναρχίαν τὴν πολιτείαν; Ἀλλ’ ὅμως ἡ κυβέρνησις οὐδὲν ἔπραξεν, οὐδὲν μέτρον ἔλαβε κατὰ τῶν παρεκτραπέντων δημοτικῶν συμβουλίων· διατί; διότι ἐπεδίωκε κυρίως καὶ πρὸ πάντων τὸ πολιτικὸν συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἐνόμιζεν ὅτι ἠρύετο ἐκ τῶν πράξεων αὐτῶν. Οὕτω λοιπὸν, κύριοι, συστηματικὴ ἐξύβρισις καὶ ἐξευτελισμὸς τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, συγχαρητήρια ἐκ μέρους τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ὁμογενῶν, γνωμοδοτήσεις ἐκ μέρους τῶν δημοτικῶν συμβουλίων, ἰδοὺ τὰ τρία μέσα, δι’ ὧν ὑπεστηρίζετο τὸ νέον πολιτικὸν δόγμα, ἐπεσκιάζετο δὲ ἡ νόμιμος ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία. Ἀλλ’ εἰς τὰ μέσα ταῦτα προσετέθη καὶ τέταρτον, πρακτικώτερον τοῦτο καὶ δραστικώτερον τῶν λοιπῶν. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς διακοπῆς ὑπέγραψεν ἡ κυβέρνησις καὶ ἐδημοσίευσε τὴν σύμβασιν, δι’ ἧς παραχωροῦνται αἱ ἐκβολάδες εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου, οὕτω δὲ προσεταιρίσατο ὅλους τοὺς μετόχους τῆς ἑταιρίας ταύτης. Καὶ ἐννοεῖτε, κύριοι, πόσον πιστοὶ εἶναι οἱ νέοι οὗτοι σύμμαχοι, τῶν ὁποίων τὰ συμφέροντα, τινῶν δὲ καὶ αὐτὴ ἡ ὕπαρξις, ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς συμβάσεως. Οἱ ἄνθρωποι οὗτοι εἶναι ἱκανοὶ νὰ ἀντεπεξέλθουν καὶ κατὰ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας καὶ κατὰ παντὸς πολεμίου τῆς συμμάχου κυβερνήσεως. Ὁμολογήσατε, κύριοι, ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν ἄφησε νὰ παρέλθῃ εἰς μάτην ὁ πολύτιμος χρόνος τῆς διακοπῆς, εἰργάσθη μετὰ ζήλου, ἀπέκτησε συμμάχους καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐπαρουσιάσθη ἐκ νέου εἰς τὴν Βουλὴν μὲ τὴν ἀξίωσιν, ὅτι χαίρει τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ, καὶ ἐκεῖθεν ἀρύεται τὴν πραγματικὴν δύναμίν της. Διὰ τοῦτο ἔκτοτε δὲν δίδει, ὡς βλέπετε, μεγάλην προσοχὴν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Πολλάκις εἰς πολλὰ ζητήματα ἀπώλετε τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ ὅταν ἀκόμη ἐφάνη πλειονοψηφοῦσα κατὰ μίαν ἢ δύω ψήφους, ἡ πλειονοψηφία αὕτη ἐσχηματίζετο ἐκ τῶν ἰδίων ὑπουργῶν. Καὶ ὅμως οὔτε ἐφαντάσθη, οὔτε φαντάζεται διὰ τοῦτο νὰ παραιτηθῇ. Πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Ὁ λαὸς εἰς αὐτὴν μόνην ἔχει ἐμπιστοσύνην, εἰς τὴν φωνὴν δὲ τοῦ λαοῦ δὲν ἀπαντᾷ ὁ ἁπλοῦς ἀριθμὸς, τουτέστιν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς. Τοὐναντίον, ἀντὶ νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, αὐτὴ ἀπειλεῖ ἀμέσως μὲν διὰ τῶν δημοσίων ὀργάνων της, ἐμμέσως δὲ διὰ τῶν λόγων της ἐνταῦθα, ὅτι θὰ κάμῃ δευτέραν χρῆσιν τῆς προνομίας τῆς διαλύσεως, ἥτις δὲν ἐπιδέχεται κἀνένα περιορισμὸν, ἀλλὰ δύναται νὰ ἐξασκηθῇ ἐπ’ ἄπειρον, ἐφ’ ὅσον ἀπαιτοῦσι τοῦτο τὰ συμφέροντα τοῦ κόμματος! Τοιαύτη, κύριοι, ἡ πολιτικὴ τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως Ἦλθεν ἀντισυνταγματικῶς καὶ ὡς ἀπὸ μηχανῆς, κατεχράσθη τὴν βασιλικὴν ἐξουσίαν, ὡς οὐδέποτε οὐδεμία ἄλλη κυβέρνησις παρ’ ἡμῖν, καὶ μετῆλθε πᾶν μέσον κυβερνητικὸν, διὰ νὰ ἐκμηδενίσῃ τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν καὶ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν πολιτείαν παρὰ τὴν θέλησιν καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς. Θὰ ἐξετάσω τώρα τὰς πράξεις της, πρὸ πάσης δ’ ἄλλης ἐκείνην, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει ὡς πολύτιμον τίτλον εἰς τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ ἔθνους καὶ, οὕτως εἰπεῖν, ὡς ἀδάμαντα τῆς πολιτικῆς της, τουτέστι τὸ Λαυριωτικὸν ζήτημα. Ἐννοεῖται, κύριοι, ὅτι δὲν θέλω ἐξετάσει τὴν οὐσίαν τῆς περὶ τῶν ἐκβολάδων συμβάσεως, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν τελειωτικὴν λύσιν τοῦ Λαυριωτικοῦ ζητήματος. Περὶ αὐτῆς ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω ἐν ἐκτάσει κατὰ τὴν εἰδικὴν συζήτησιν, καθ’ ἣν θέλω ἐκφράσει καὶ τὴν γνώμην μου. Ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲ θὰ ἐξετάσω τὴν πολιτικὴν διεξαγωγὴν τοῦ ζητήματος τούτου, τουτέστι πῶς ἐγεννήθη καὶ πῶς διεξήχθη τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ποίαν διαγωγὴν ἔδειξεν ἐπ’ αὐτοῦ ἡ νῦν κυβερνῶσα μερὶς καὶ ἐκτὸς καὶ ἐντὸς τῆς ἐξουσίας. Εἶναι γνωστά, κύριοι, τὰ συμβάντα, ἐξ ὧν προέκυψε τὸ ζήτημα τοῦ Λαυρίου· ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς τὰ ὑπομνήσω μὲ δύω λέξεις. Τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ 1871 νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπεβάλλετο εἰς τὰς ἰδιοκτήτους ἐκβολάδας φόρος δέκα τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου· ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς ἐθνικάς, τούτων ἡ διάθεσις ἐπεφυλάσσετο νὰ κανονισθῇ κατόπιν δι’ ἰδιαιτέρου νόμου. Μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἡ Βουλὴ, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐξαιρετικὴν σπουδαιότητα αὐτοῦ, ἐξελέξατο εἰδικὴν ἐπιτροπὴν ἐξ εἴκοσι μελῶν, ἵνα προβασανίσῃ καὶ προπαρασκευάσῃ τὸ ἔργον μετὰ τῆς ἀπαιτουμένης ἀκριβείας. Μεταξὺ δὲ τῶν μελῶν αὐτῆς ἠριθμοῦντο καὶ οἱ κύριοι Δεληγεώργης καὶ Χρηστίδης· ἀλλ’ ὁ μὲν τελευταῖος ἔλαβε μέρος εἰς τὰς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς, διευθύνας μάλιστα ὡς πρόεδρος τὰς συνεδριάσεις της, ὁ δὲ κ. Δεληγεώργης ἀπέσχε νὰ πράξῃ τοῦτο, ἄλλα καθ’ ἑαυτὸν βουλευόμενος καὶ σκοπεύων, ὅπως τὰ πράγματα ἀπέδειξαν ἀκολούθως. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη, μετὰ μακρὰν καὶ ἐπισταμένην ἔρευναν τοῦ πράγματος ἀπεδέχθη κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον τῆς κυβερνήσεως, ἀλλ’ ηὔξησε τὸν ἐπὶ τῶν ἰδιοκτήτων ἐκβολάδων φόρον εἰς 30%· ἡ δὲ κυβέρνησις Κουμουνδούρου δὲν ἐδίστασε ν’ ἀποδεχθῇ καὶ υἱοθετήσῃ τὴν τροποποίησιν ταύτην, διότι ῥητῶς εἶχε δηλώσει, ὅτι περιέμενε νὰ φωτισθῇ καὶ αὕτη ἐκ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεων, πρόθυμος νὰ ἀποδεχθῇ πᾶσαν ὀρθὴν καὶ ἔλλογον τροποποίησιν τοῦ νομοσχεδίου της. Ἐὰν, κύριοι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐγίνετο κατ’ ἀρχὴν παραδεκτὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς μὲ τὴν τροποποίησιν τῆς ἐπιτροπῆς ἢ μὲ πᾶσαν ἄλλην εὔλογον τροποποίησιν, τὸ ζήτημα ἤθελε λυθῆ ἔκτοτε κανονικῶς, χωρὶς νὰ ἀναφυῇ οὐδεμία δυσχέρεια· διότι ἡ Βουλή, ἐπιβάλλουσα οἱονδήποτε φόρον, τὸν ὁποῖον αὐτὴ θεωρεῖ δίκαιον καὶ νόμιμον, ἐνεργεῖ κυριαρχικῶς ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς νομίμου αὐτῆς ἐξουσίας, οὐδεμία δὲ παρ’ οὐδενὸς ἐδύνατο νὰ ἐγερθῇ ἀξίωσις κατὰ τῆς τοιαύτης νομοθετικῆς διατάξεώς της. Ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν ὁ κ. Δεληγεώργης καὶ οἱ πολιτικοὶ φίλοι καὶ ὁπαδοί του ἐξανέστησαν ἀμείλικτοι καὶ φοβεροὶ πολέμιοι κατὰ τῆς ἀρχῆς, κατὰ τῆς βάσεως αὐτῆς τοῦ νομοσχεδίου. Θεωροῦντες παράλογον, τερατῶδες, ἀδύνατον πᾶν δικαίωμα ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων, ἐγκατέλειψαν ἐντελῶς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ὡς ἄχρηστον, καὶ ἠξίουν νὰ περιορισθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὸ νὰ ἀνακηρύξῃ κυριαρχικῶς, ὅτι τὸ δημόσιον, καὶ οὐχὶ ἄλλος τις οἱοσδήποτε, εἶναι κύριον τῶν ἐν Λαυρίῳ ἐκβολάδων. Τίς δὲν ἐνθυμεῖται, κύριοι, τὰς πυρετώδεις, τὰς πολυταράχους ἐκείνας συζητήσεις, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἔμενον ἀλλότριαι καὶ αἱ ἔξωθεν παραφοραί; Εἶναι τῳόντι περίεργον, κύριοι, ὅτι διὰ τῆς ἀμέτρου τόλμης καὶ τῶν ἀλογίστων παραφορῶν κατωρθώθη νὰ λησμονηθῇ ἐντελῶς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, νὰ ἐκτραπῇ δὲ καὶ συγκεντρωθῇ ὅλη ἡ συζήτησις εἰς τὴν δικανικὴν ἔρευναν τοῦ ζητήματος, τίς ὁ νόμιμος κύριος τῶν ἐκβολάδων; Οὕτω δὲ μετεβλήθη ἡ Βουλὴ εἰς δικαστήριον, καὶ κατεδικάσθη νὰ ἀκούῃ μεθ’ ὑπομονῆς παραδόξου τὴν ἑρμηνείαν νόμων καὶ νομοδιδασκάλων, μηδ’ αὐτοῦ τοῦ Κορανίου ἐξαιρουμένου. Εὑρέθησαν ὅμως καὶ ἄνθρωποι ἐν τῇ Βουλῇ ἐκείνῃ, οἵτινες ἠγωνίσθησαν νὰ ἐπαναφέρωσι τὴν συζήτησιν εἰς τὴν φυσικὴν καὶ λογικὴν αὐτῆς θέσιν, μεταξὺ δὲ αὐτῶν ὑπῆρχε καὶ ὁ ἔχων ἤδη τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ ἐνώπιόν σας. Συγχωρήσατέ μοι, κύριοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἓν μέρος τῆς ἀγορεύσεώς μου, ἣν ἐν τῷ μέσῳ τῆς τότε παραφορᾶς ἀπήγγειλα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
§67ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁλόκληρον.
§68ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἔχω κἀνένα λόγον νὰ μὴ ἐπιθυμήσω τὴν ἀνάγνωσιν ὁλοκλήρου τῆς τότε ἀγορεύσεώς μου. Πολὺ θὰ μὲ εὐχαριστήσῃ ὅστις ἀναγνώσῃ αὐτὴν ὁλόκληρον, καὶ διὰ τοῦτο ἀφίνω τὸ βιβλίον τῶν στενογραφημένων πρακτικῶν ἐπὶ τοῦ προεδρείου διὰ νὰ ᾖναι πρόχειρον. Ἐγὼ θὰ περιορισθῶ νὰ ἀναγνώσω μόνον ἓν μέρος αὐτῆς, σχέσιν ἔχον πρὸς ὅ,τι λέγω καὶ ὑποστηρίζω σήμερον. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ πιστεύσῃ, ὅτι μνημονεύων σήμερον τὴν τότε ἀγόρευσίν μου, δὲν ὁρμῶμαι παντάπασιν ἐξ ἀτομικῆς ματαιότητος, ἀλλὰ ἐκ μόνου τοῦ συμφέροντος τῆς ἀληθείας, ἥτις πρέπει νὰ ἀποκαλυφθῇ ὁλόκληρος καὶ καθαρὰ, ἵνα ἀποδοθῇ οὕτως ἡ εὐθύνη εἰς ὅν τινα ἀνήκει. Ἐπιθυμῶ νὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ, νὰ πεισθῇ τὸ ἔθνος, νὰ πεισθῇ ὅλος ὁ κόσμος, ὅτι ἐγένετο ἐγκαίρως ἀπόπειρα τοῦ ν’ ἀποτραπῇ ἡ Βουλὴ ἀπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐκείνης αὐθαιρεσίας, ἥτις ἔκλειε τυφλῶς καὶ ἀσυνεπῶς τὰ ἑλληνικὰ δικαστήρια. Ἐπιθυμῶ νὰ λάβῃ ἕκαστος τὴν δικαίαν, τὴν ἀνήκουσαν αὐτῷ μερίδα τῆς εὐθύνης, ὅπως ἔλαβε τὴν μερίδα τῶν ἐπαίνων ἢ τῶν λοιδοριῶν. Εἶναι νῦν καιρὸς ἐλέγχου, καθ’ ὅν πρέπει νὰ κρατήσῃ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ δικαιοσύνη. Ἰδοὺ διατὶ τολμῶ ν’ ἀναγνώσω ἐνώπιον ὑμῶν καὶ ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ τὴν τότε ἀγόρευσίν μου. Ἀκούσατέ την. «... Θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ προσπαθήσω ν’ ἀποτρέψω τὴν Βουλὴν ἀπὸ συζητήσεως, ἥτις ἀλλοιόνουσα τὸν χαρακτῆρά της, μεταβάλλει αὐτὴν εἰς δικαστήριον, ἥτις τὴν παρορμᾷ εἰς ἐπεμβάσεις ἐπ’ ἀλλότρια καθήκοντα, καὶ δύναται νὰ τὴν ὠθήσῃ καὶ μέχρι τοῦ ἀνοσιουργήματος τῆς δημεύσεως. «Περιττὸν, κύριοι, θεωρῶ νὰ εἴπω πρὸς εἰδότας ποῖα τὰ καθήκοντα, ποῖον τὸ ἔργον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ κατὰ τί διακρίνεται αὕτη τῆς δικαστικῆς. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔργον ἢ καθῆκον ἔχει νὰ καθιεροῖ γενικὰς διατάξεις, κανονιζούσας τὰς ἐννόμους σχέσεις καὶ τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν καθόλου. Ὁ χαρακτὴρ λοιπὸν τῶν νομοθετικῶν διατάξεων εἶναι κυρίως ἡ γενικότης. Βεβαίως οἱ νόμοι εἰς δεδομένας τινὰς περιστάσεις δὲν ἀφορῶσιν εἰς τὸ σύνολον τῶν πολιτῶν, ἀναφέρονται ὅμως πάντοτε εἰς τάξιν τινὰ αὐτῶν καὶ εἰς κατηγορίαν τινὰ πράξεων ἐννόμων σχέσεων, οὕτω δὲ διατηροῦσι πάντοτε τὸν ἀπαραίτητον τύπον τῆς γενικότητος, ἄνευ τοῦ ὁποίου τὸ ἴδιον συμφέρον ἢ πάθος ἤθελε παραφθείρει τὴν ἔννοιαν τῆς δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι εἰσὶ κεκλημένοι νὰ ἐκφράζουν ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Τῆς δὲ δικαστικῆς ἐξουσίας ἔργον ἢ καθῆκον εἶναι τὸ ἐφαρμόζειν τὰς γενικὰς ταύτας διατάξεις εἰς ἰδίαν ἑκάστοτε καὶ συγκεκριμένην περίστασιν, τὸ ἀπονέμειν ἑκάστῳ τὸ προσῆκον σύμφωνα μὲ τοὺς κειμένους νόμους, τὸ ἀνακηρύττειν ἑκάστοτε τί τὸ μὸν καὶ τί τὸ σὸν, κατὰ τοὺς νόμους τούτους. «Ἰδοὺ τὸ ἔργον ἑκάστης τῶν δύω τούτων μεγάλων ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους. Σημειώσατε δὲ ὅτι οὐδετέρα τῶν δύω τούτων ἐξουσιῶν δικαιοῦται νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων τῆς ἑτέρας· διότι ἀμφότεραι εἶναι ἐξουσίαι ἰσήγοροι καὶ λειτουργοῦσιν ἑκάστη ἐν τῇ ἰδίᾳ αὐτῆς σφαίρᾳ ἀνεξαρτήτως καὶ κυριαρχικῶς. «Τὸ κοινοβούλιον εἶναι παντοδύναμον» σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου βουλευτής. Παντοδύναμον ναί, ἀλλ’ ἐντὸς τῆς σφαίρας τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα διαγράφει αὐτῷ τὸ Σύνταγμα· πέραν αὐτῶν δὲν ἔχει κἀμμίαν ἰσχύν. Εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν, δι’ οὐδένα λόγον δύναται τὸ κοινοβούλιον νὰ δικάζῃ, ἐφαρμόζον ἐπὶ εἰδικῆς περιστάσεως τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους αὐτὸ τὸ ἴδιον θέτει, ὅπως εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν δι’ οὐδένα λόγον ἐπιτρέπεται εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν νὰ νομοθετῇ, ἀναβιβάζουσα τὰς εἰδικὰς αὑτῆς ἀποφάσεις εἰς γενικοὺς ἀφορισμούς. Ἐὰν πραχθῇ εἴτε τὸ ἓν εἴτε τὸ ἕτερον, ἐὰν εἴτε ἡ Βουλὴ ἐπιδράμῃ ἐπὶ τὰ καθήκοντα τῶν δικαστηρίων, εἴτε ταῦτα ἐπὶ τὰ καθήκοντα τῆς Βουλῆς, ἡ τάξις τῆς πολιτείας καταστρέφεται, ἡ βάσις διασαλεύεται, καὶ ἀντὶ πολιτείας κανονικῆς καὶ ὑγειοῦς, ἔχετε τὴν ἀναρχίαν παραπαίουσαν τυφλῶς δεξιὰ καὶ ἀριστερά, ἔχετε ἀρχὰς ἀκανονίστους, συγκρουομένας εἰς πᾶν βῆμα πρὸς ἀλλήλας, καὶ ἐνεργούσας εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε, κατὰ τὰς αὐθαιρέτους ὑπαγορεύσεις τῆς στιγμῆς. «Ἡ διάκρισις λοιπὸν τῆς νομοθετικῆς ἀπὸ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἔγκειται, κύριοι, εἰς αὐτὴν τὴν φύσιν τῶν καθηκόντων ἑκατέρας, καὶ ἀποτελεῖ μίαν τῶν θεμελειωδῶν βάσεων τοῦ δημοσίου δικαίου, διότι ἀναφέρεται εἰς τὴν ὕπαρξιν αὐτὴν τῆς πολιτείας. Ἀλλὰ ποῖος ὁ χαρακτὴρ, ποῖον τὸ πνεῦμα τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἀντιτάσσουν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τῆς κυβερνήσεως καὶ κατὰ τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ τὴν ὁποίαν μετὰ τόσης θερμότητος ὑποστηρίζουν ἐπὶ δύω ἤδη ἡμέρας; Τί ζητοῦν ἀπὸ τὴν Βουλὴν οἱ εἰσηγηταὶ καὶ ὑπερασπισταὶ αὐτῆς; Εἶναι πρόδηλον ὅτι ζητοῦν νὰ μεταβληθῶμεν εἰς δικαστήριον, νὰ δικάσωμεν ἐπὶ εἰδικῆς καὶ συγκεκριμένης περιστάσεως, καὶ νὰ εἴπωμεν ἐν τῇ ἀπεριορίστῳ ἡμῶν κυριαρχίᾳ καὶ παντοδυναμίᾳ, ὅτι τὸ τάδε κτῆμα, ἤτοι αἱ ἐν Λαυρίῳ ἐκβολάδες ἀνήκουσιν εἰς τοῦτον καὶ οὐχὶ εἰς ἐκεῖνον, δηλαδὴ νὰ ἀπονείμωμεν τὸ δίκαιον εἰς ὡρισμένον πρόσωπον ἐπὶ ὡρισμένης περιστάσεως. Εἶναι δὲ ἀδιάφορον, ἂν τὸ πρόσωπον τοῦτο ᾖναι τὸ δημόσιον, καὶ οὐχὶ ἁπλοῦς ἰδιώτης, διότι καὶ τὸ δημόσιον, εἰς τὰς ἀστικάς του σχέσεις τίθεται ἐν ἴσῃ μοίρᾳ, καὶ ἔχει τὰ αὐτὰ δικαιώματα καὶ τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις μὲ πάντα οἱονδήποτε ἰδιώτην. «Παρατηρεῖτε, κύριοι, ὅτι διὰ τῆς προτάσεως ταύτης ἐπεμβαίνομεν φανερά, ἀποτόμως εἰς ἀλλότρια καθήκοντα. Ἡ ἐπέμβασις δ’ αὕτη καθίσταται ἔτι μᾶλλον καταφανὴς καὶ ἀπότομος, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι περὶ τοῦ ἀντικειμένου, ἐφ’ οὗ προσκαλούμεθα σήμερον νὰ δικάσωμεν νομοθετικῶς, ἂν ᾖναι ἐπιτετραμμένη ἡ ἀλλόκοτος αὕτη φράσις, ὑπάρχουσιν ἤδη ἐκκρεμεῖς δίκαι ἐνώπιον τῶν τακτικῶν δικαστηρίων. Εἶναι γνωστόν, ὅτι τὰ δικαστήρια τῆς πρωτευούσης ἐπελήφθησαν ἤδη πρὸ χρόνων τῆς τε κατοχῆς καὶ τῆς κυριότητος τῆς Λαυριωτικῆς χώρας, δίκαι δὲ ἐκκρεμεῖς ἐνώπιών των ὑπάρχουσι περὶ τούτου μεταξὺ τῆς κοινότητος Κερατέας καὶ τοῦ δημοσίου, μεταξὺ τούτου καὶ τοῦ Σερπιέρη καὶ ἄλλων ἰδιωτῶν κλπ. «Ἂν λοιπὸν παραδεχθῶμεν τὴν συζητουμένην πρότασιν, θὰ κόψωμεν αὐθαιρέτως τὸν δικαστικὸν δεσμόν, θὰ σταματήσωμεν τὰ δικαστήρια, καὶ ἄνευ δικαιώματος, ἄνευ ἁρμοδιότητος θὰ εἴπωμεν «ἡ ἐπίδικος Λαυριωτικὴ χώρα ἢ αἱ ἐπ’ αὐτῆς ἐκβολάδες δὲν ἀνήκουν οὔτε εἰς τὴν κοινότητα Κερατέας, οὔτε εἰς τὸν Σερπιέρην, οὔτε εἰς ἄλλον τινὰ ἰδιώτην, ἀλλ’ εἶναι κτῆμα τοῦ δημοσίου. Τῇ ἀληθείᾳ ἰδοὺ ἁπλούστατος τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ δημόσιον δύναται διὰ μίαν μόνην ἡμέραν ν’ ἀποῤῥοφήσῃ πᾶσαν ἰδιωτικὴν περιουσίαν!» Ῥητῶς, ὡς βλέπετε, κύριοι, σαφῶς καὶ καθαρῶς παρέστησα ὅτι ἡ Βουλὴ σπεύδουσα νὰ ἐπιδικάσῃ τὴν κυριότητα τῶν ἐκβολάδων εἰς τὸ δημόσιον, ἐξήρχετο τοῦ κύκλου τῶν ἐννόμων αὐτῆς καθηκόντων, καὶ ἐπενέβαινεν αὐθαιρέτως εἰς τὰ καθήκοντα ἄλλης ἐξουσίας, ὁμοταγοῦς καὶ κυριάρχου. Ἂν οἱ λόγοι μου ἠκούοντο τότε, εἶναι φανερὸν ὅτι ζήτημα Λαυριωτικὸν δὲν θὰ ὑπῆρχε, διότι δὲν ἤθελε γεννηθῇ. Οὐδεὶς ἤθελε τολμήσει νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν νομοθετικὴν πρᾶξιν τῆς Βουλῆς, ἐπιβαλλούσης φόρον οἱονδήποτε ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων, οὐδεὶς δὲ ὡσαύτως ἤθελε φαντασθῆ ν’ ἀρνηθῇ τὸ κῦρος τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, λυούσης εἰδικῶς τὸ ζήτημα τῆς κυριότητος τῶν ἐκβολάδων· ὁποία δὲ θὰ ἦτο κατ’ οὐσίαν ἡ δικαστικὴ αὕτη λύσις, τὰ πράγματα τὸ ἀπέδειξαν κατόπιν, βεβαιώσαντα ὅτι καὶ ὑλικῶς δὲν ἠθέλομεν ζημιωθῆ, μένοντες ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς νομίμου ἐξουσίας. Ἀλλὰ τίς ἐπολέμησε, κύριοι, τότε τοὺς λόγους μου; Τίς ἀντετάχθη εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς προτάσεώς μου; Ὁ κύριος Δεληγεώργης καὶ οἱ πολιτικοὶ φίλοι καὶ ὀπαδοί του. Ὁ κύριος Δεληγεώργης ἀπαντῶν, ἐπροσποιήθη ὅτι δὲν ἠννόει τί εἶχον νὰ ἀναμιχθῶσι τὰ δικαστήρια εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Τὸ ἐνόησε κατόπιν πολὺ καλά, καὶ ἐζήτησε καταφύγιον εἰς τὰ δικαστήρια, ἀλλ’ ἦτο πολὺ ἀργά. Ἐκτὸς ἐμοῦ, περιορισθέντος εἰς τὴν θεωρητικὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Παρνασσίδος κ. Κεχαγιᾶς ἐδοκίμασε διὰ πρακτικωτέρου τρόπου νὰ ἀποτρέψῃ τὴν Βουλὴν ἀπὸ νομοθετικῆς πράξεως, αὐθαιρέτου καὶ ἀδικαιολογήτου. «Θέλετε, εἶπε, ν’ ἀποφανθῆτε ὅτι αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουν εἰς τὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου. Ἔχει καλῶς. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀρκεῖ· ὀφείλετε νὰ μᾶς εἴπητε προσέτι τί θὰ τὰς κάμετε, τίνι τρόπῳ θὰ τὰς ἐκμεταλλευθῆτε ἢ θὰ τὰς διαθέσητε. Ἡ κυβέρνησις καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ὁρίζουσιν ἕνα τρόπον διαθέσεως καὶ ἐκμεταλλεύσεως· ὁρίσατε καὶ σεῖς τὸν εἰδικὸν σας τρόπον, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ κάμωμεν τὴν σύγκρισιν, καὶ πεισθῶμεν ἐκ τῶν πραγμάτων, ποῦ κεῖται τὸ ἀληθὲς συμφέρον τοῦ δημοσίου.» Ἀλλὰ καὶ τὸ πρακτικὸν τοῦτο ἐπιχείρημα ἀπέτυχεν. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἀπήντησεν ἐμφαντικῶς, ὅτι τὸ κύριον, τὸ οὐσιῶδες δὲν εἶναι ἡ διάθεσις καὶ ἐκμετάλλευσις τῶν ἐκβολάδων, ἀλλ’ ἡ ἐπίσημος, ἡ αὐθεντικὴ ἀναγνώρισις καὶ διασφάλισις τῆς ἐπ’ αὐτῶν κυριότητος τοῦ δημοσίου. Ἡ διάθεσις δὲ θὰ κανονισθῇ κατόπιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ταῦτα πάντα, κύριοι, βεβαιοῦνται, ὑπὸ τῶν πρακτικῶν, τὰ ὁποῖα ἔχω ὑπ’ ὄψιν καὶ τῶν ὁποίων ἀπέχω νὰ ἀναγνώσω τὰ σχετικὰ μέρη· ἐπιφυλάσσομαι ὅμως νὰ τὸ πράξω ἀκολούθως, ἂν δοκιμάσουν τυχὸν ν’ ἀμφισβητήσουν τὴν ἀκρίβειαν τῶν λόγων μου. Οὐδέν, κύριοι, ἐπιχείρημα σπουδαῖον, οὐδεὶς λόγος ἄξιος προσοχῆς ἀντετάχθη, οὔτε ἠδύνατο ν’ ἀντιταχθῇ κατὰ τῆς προτάσεως ἡμῶν τοῦ νὰ ἀφεθῇ ἡ λύσις τῆς κυριότητος τῶν ἐκβολάδων εἰς τὴν κρίσιν καὶ τὴν ἀπόφασιν τῶν ἑλληνικῶν δικαστηρίων, νὰ λυθῇ οὕτω μία κοινὴ ἰδιωτικὴ διαφορὰ διὰ τῆς κοινῆς καὶ συνήθους ὁδοῦ, χωρὶς νὰ προκαλέσῃ τὸν ἐλάχιστον θόρυβον, τὴν ἐλαχίστην δυσχέρειαν. Ἀλλά, ἂν δὲν εἶχον οὐσιαστικὰ ἐπιχειρήματα, εἶχον ὅμως ἄλλα μέσα δραστικώτερα καὶ ἀποτελεσματικώτερα. Ἐδηλητηρίασαν τὴν δημοσίαν γνώμην, ὕβρισαν, ἐλοιδόρησαν, ἐσυκοφάντησαν τοὺς ἀντιπάλους των καὶ διὰ τῶν πατριωτικῶν τούτων μέσων κατώρθωσαν νὰ πνίξουν τὴν φωνήν των, κατώρθωσαν νὰ ἐγκαταλειφθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ διὰ νομοθετικῆς ἀποφάσεως νὰ ἀπαγορευθῇ εἰς τὴν ἑταιρίαν Σερπιέρη ἡ περαιτέρω ἐκκαμίνευσις τῶν ἐκβολάδων ὡς ἀνηκουσῶν εἰς τὸ δημόσιον. Τὸ δυστυχὲς τοῦτο κατόρθωμα ὀφείλεται μὲν ἐν μέρει εἰς τὴν ἄμετρον τόλμην τῶν ἐπιδιωξάντων αὐτό, ἀλλὰ κυρίως καὶ πρὸ πάντων ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι παρ’ ἡμῖν δὲν ἐμορφώθησαν εἰσέτι πολιτικὰ ἤθη, ἐπιβάλλοντα ἐλεύθερον καὶ ἀνδρικὸν φρόνημα εἰς τοὺς διαπράττοντας τὰ δημόσια καὶ ὑπαγορεύοντα εἰς αὐτοὺς εὐγενῆ καὶ γενναίαν ἀντίστασιν εἰς πᾶσαν ἐπιβολήν, εἴτε ἄνωθεν εἴτε κάτωθεν ἐπερχομένην. Αὐτὸς δὲ εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἀκολούθως μετὰ τὸν πρῶτον τοῦτον θρίαμβον κατώρθωσαν νὰ εἰσαχθῇ καὶ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ὁ περὶ κυριότητος καὶ διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων νόμος τῆς 27 Μαΐου 1871, δι’ οὗ ἀπεκλείσθησαν ὁριστικῶς τὰ ἑλληνικὰ δικαστήρια τοῦ ν’ ἀποφανθῶσιν ἐπὶ τῆς κυριότητος αὐτῶν, τουτέστιν ἔνθεν μὲν τόλμη καὶ ἐμπάθεια, ἔνθεν δὲ ἀνανδρία καὶ ἀστασία. Ὁ νόμος οὗτος, κύριοι, διὰ τὸν ὁποῖον οἱ ἐργάται καὶ δημιουργοὶ αὐτοῦ ἤκουσαν τόσους ἐπαίνους καὶ εὐλογίας καὶ διθυράμβους, ὁ δυστυχὴς οὗτος νόμος ὑπῆρξεν ἡ πηγὴ τοῦ ἀπαισίου ζητήματος τοῦ Λαυρίου. Ἀφοῦ ἀσυνέτως ἐκλείσαμεν τὴν θύραν τῶν ἡμετέρων δικαστηρίων, ἀφοῦ ζήτημα ἁπλούστατον ἰδιωτικῆς διαφορᾶς μετεβάλομεν εἰς ζήτημα νομοθετικὸν, καὶ τοῦτο ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ἀνάγκης, φυσικὸν ἑπόμενον ἦτο νὰ μεταβάλωσιν αὐτὸ οἱ ἐνδιαφερόμενοι εἰς διπλωματικόν. Ἐφ’ ὅσον Κράτους τινὸς αἱ ἀρχαὶ λειτουργοῦσιν ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα διαγράφουσιν εἰς αὐτὰς οἱ κείμενοι νόμοι, ἐφ’ ὅσον τὰ δικαστήρια μένουσιν ἀνοικτὰ πρὸς ἀνόρθωσιν πάσης προσβολῆς κατὰ τῶν ἐννόμων δικαιωμάτων, οἱ ξένοι ὑπήκοοι, οἱ ἐν αὐτῷ διαμένοντες καὶ εἰς τοὺς νόμους καὶ τὰς ἀρχὰς αὐτοῦ ἑκουσίως ὑποταχθέντες, οὐδέποτε δικαιοῦνται νὰ καταφύγωσιν εἰς τὰς οἰκείας Δυνάμεις καὶ ζητήσωσι τὴν παρέμβασιν αὐτῶν χάριν τῶν ἰδίων συμφερόντων. Ἀλλ’ ὅταν ἐξουσία τις, ἐξερχομένη τοῦ κύκλου τῶν καθηκόντων της, ἐνεργῇ αὐθαιρέτως, ὅταν οἱ ξένοι ὑπήκοοι δὲν δύνανται νὰ ζητήσουν τὴν ἐπανόρθωσιν τῆς ἀδικίας των, πραγματικῆς ἢ νομιζομένης, διότι εὑρίσκουσι τὰ δικαστήρια κεκλεισμένα, τότε ἡ καθαρὰ παρανομία καὶ ἡ ἀρνησιδικία, παραβλάπτουσα κοινόν τι μεταξὺ τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν παραδεδεγμένον δίκαιον, δίδει εἰς τοὺς ξένους ὑπηκόους τὸ δικαίωμα καὶ ἐπιβάλλει εἰς τὰς οἰκείας Δυνάμεις τὸ καθῆκον ἐκεῖνοι μὲν νὰ ζητήσουν συνδρομὴν, αὗται δὲ νὰ τὴν χορηγήσουν, δίδουσαι εἰς τὴν ὑπόθεσιν διπλωματικὸν χαρακτῆρα. Ὅτι δὲ, κύριοι, οὔτε τὰ πράγματα διαστρέφω, οὔτε εἰς κενὰ καὶ ἀνυπόστατα συμπεράσματα ἐξαντλοῦμαι, περὶ τούτου θὰ σᾶς φέρω ἀμέσως αὐθεντικὴν ἀπόδειξιν. Μεταξὺ τῶν σχετικῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κατέθεσεν εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς ἡ κυβέρνησις, ὑπάρχει καὶ ἡ ἀπὸ 13/25 Σεπτεμβρίου 1872 ὁμοιόμορφος διακοίνωσις τῶν πρέσβεων τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἰταλίας, δι’ ἧς ἀπήντησαν οὗτοι εἰς τὸ κοινοποιηθὲν αὐτοῖς ὑπόμνημα τοῦ ὑπουργείου. Ἰδοὺ τί ἀναγινώσκω ἐν τῇ διακοινώσει ταύτῃ. «Ἄν ἡ διαφορὰ αὕτη εἶχεν ἀκολουθήσει τὸν φυσικὸν ῥοῦν τὸν ὑπὸ τῶν νόμων τῆς χώρας ὁριζόμενον, ἡ κυβέρνησις ἤθελεν ἐναγάγει τὴν ἑταιρίαν Σερπιέρη ἐνώπιον τῶν ἑλληνικῶν δικαστηρίων, ἅτινα ἤθελον ἀποφασίσει ἂν ἡ ἰδιοκτησία τῶν μεταλλούχων χωμάτων ἦτον ἢ δὲν ἦτο διάφορος τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ ἐδάφους. Ἀλλ’ ἀντὶ τῆς πορείας ταύτης τῆς ἁπλῆς καὶ φυσικῆς, ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις ἐῤῥίφθη μεθ’ ὁρμῆς εἰς τὴν ὁδὸν τῶν ἐκτάκτων μέτρων, καὶ τῶν δικαστικῶν πραξικοπημάτων. Οὐχὶ ἁπλῆ διοικητικὴ διαταγὴ, ἀλλὰ νόμος, ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς ἑλληνικῆς Βουλῆς τὴν εἰκοστὴν Μαρτίου 1871, ἀπηγόρευσεν ἐντελῶς καὶ ἀπολύτως πᾶσαν χρῆσιν τῶν ἐκβολάδων. Ὁ δὲ πασίγνωστος νόμος τῆς 27 τοῦ ἑπομένου Μαΐου ἀπένειμεν αὐτὰς ὁριστικῶς εἰς τὸ Κράτος, λύσας οὕτω διὰ προδήλου σφετερισμοῦ τῆς ἐξουσίας τοῦ δικαστοῦ, ζήτημα κυριότητος, ὅπερ μόνα τὰ ἑλληνικὰ δικαστήρια ἦσαν ἁρμόδια νὰ λύσωσιν. Ἐκ τῶν τοιούτων ὑπερβάσεων ἐξουσίας, ἐκ τῆς διαδικασίας ταύτης, τῆς ἀτάκτου συνάμα καὶ ἐμπαθοῦς, ἀπέῤῥεεν ἀναγκαίως διὰ τὰς 2 Δυνάμεις τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐπεμβῶσιν. Αἱ κυβερνήσεις τῆς Γαλλίας καὶ Ἰταλίας δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ ταῖς ὑπομνήσῃ τις τοὺς κανόνας τοῦ διεθνοῦς δικαίου, δὲν ἔχουσι ποσῶς τὴν ἀξίωσιν νὰ ἐξαιρέσωσι τοὺς ὁμοεθνεῖς των ἀπὸ τῆς δικαιοδοσίας τῶν ἑλληνικῶν δικαστηρίων, ἀλλ’ ὀφείλουσιν αὐτοῖς βοήθειαν καὶ συνδρομὴν, ὁσάκις ἐξουσία τις οἱαδήποτε, εἴτε ἡ ἐκτελεστικὴ εἴτε ἡ νομοθετικὴ, προσβάλλει ἐν τῷ προσώπῳ αὐτῶν μίαν τινὰ τῶν ἀρχῶν ἐκείνων τοῦ δικαίου, αἵτινες ἀποτελοῦσι τὸν κοινὸν τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν νόμον. Τὸ καθῆκον τοῦτο τῆς συνδρομῆς καθίσταται ἔτι ἐπιτακτικώτερον, ὅταν προδήλως φαίνεται ὅτι ἐνώπιον τῆς καταχρήσεως τῆς ἐξουσίας πᾶσα ἐπανορθωτικὴ προσφυγὴ κλείεται εἰς τὸ παραβλαπτόμενον δικαίωμα. Αἱ κυβερνήσεις ὀφείλουσι τότε ν’ ἀναλάβωσι τὴν προστασίαν τῶν μοεθνῶν των καὶ ν’ ἀντικαταστήσωσι τὴν ἰδίαν ἑαυτῶν ἐνέργειαν εἰς τὴν τοῦ λοιποῦ ἀνίσχυρον ἐνέργειαν τῶν ἐνδιαφερομένων, οὕτω δὲ βλέπομεν καθ’ ἑκάστην ζητήματα καθαρῶς ἰδιωτικὰ νὰ μεταβάλλωνται ἐξ αὐτῆς τῆς ῥοπῆς τῶν πραγμάτων εἰς ζητήματα ἔθνους πρὸς ἔθνος. Τοιαύτη ἐπακριβῶς εἶναι ἡ θέσις τῶν κυβερνήσεων τῆς Γαλλίας καὶ Ἰταλίας ἐν τῷ ζητήματι τῶν ἐκβολάδων.............. «Ποίαν προσφυγὴν ὁ νόμος τῆς 27 Μαΐου 1871 ἀφῆκεν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ἐκβολαδικῶν γαιῶν καὶ ἰδίως εἰς τὴν ἑταιρίαν Σερπιέρη; Οὐδεμίαν. Ἀπέναντι νόμου λύοντος κυριαρχικῶς διὰ τὸ παρὸν ὡς καὶ διὰ τὸ μέλλον τὸ περὶ κυριότητος ζήτημα, εἶναι τοῦ λοιποῦ ἀπηγορευμένον εἰς τὰ ἑλληνικὰ δικαστήρια, ὅσον ὑψηλὴν καὶ ἂν κατέχωσι θέσιν, ὅσης ἀνεξαρτησίας καὶ ἂν ἀπολαύωσι, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ἀκόμη ὅτι ἤθελον εἶναι ὡς ἡμεῖς ἀπολύτως πεπεισμένα περὶ τῆς διαπραχθείσης ὑπερβάσεως ἐξουσίας διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1871, ν’ ἀποφανθῶσιν ἄλλως ἢ ὅπως οὗτος ὁ νόμος καὶ ν’ ἀπονείμωσιν εἰς ἰδιώτας ἔστω καὶ ἐλάχιστον τεμάχιον ἐκβολαδικῆς γῆς.» Σαφέστερον, καθαρώτερον δὲν ἠδύναντο οἱ πρέσβεις νὰ παρατηρήσωσι τὴν αἰτίαν τῆς διπλωματικῆς ταύτης διενέξεως, τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον αἱ κυβερνήσεις των ἐθεώρησαν καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον ἑαυτῶν ν’ ἀναδεχθῶσι τὴν διὰ τῆς διπλωματικῆς ὁδοῦ προστασίαν τῶν δικαιωμάτων τῆς ἑταιρίας Ῥοὺ–Σερπιέρη ἀπέναντι τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως. Ἀλλὰ ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ περὶ τούτου σκιά τις ἀμφιβολίας, ταύτην διασκεδάζει ὁ πρώην ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὁμολογῶν ἔν τινι πρὸς τοὺς πρέσβεις ἐγγράφῳ του τὸ ἑξῆς. «Ἂν ἡ διένεξις αὕτη (ἡ περὶ τῶν ἐκβολάδων δηλονότι) εἶχεν ἀκολουθήσῃ τὸν φυσικὸν ῥοῦν, τὸν ὑποδεικνυόμενον ὑπὸ τῶν νόμων τῆς χώρας, ἔδει νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὰ δικαστήρια, εἰς τὰ ὁποῖα ἀπέκειτο νὰ ἀποφανθῶσι περὶ αὐτῆς, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐγένετο.» Δὲν ἐπιτρέπεται λοιπὸν, κύριοι, νὰ ἀμφιβάλῃ τις, ὅτι παραίτιοι τῆς διπλωματικῆς διενέξεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἐνεπλάκη ἡ ἀδύνατος Ἑλλὰς πρὸς δύω τῶν μεγάλων Δυνάμεων τῆς Εὐρώπης, εἶναι ἐκεῖνοι οἵτινες ἐξώθησαν τὴν Βουλὴν νὰ ἐπεμβῇ εἰς ἀλλότρια καθήκοντα, οἵτινες ἔκλεισαν τὰ δικαστήρια καὶ ἔδωκαν νομοθετικὸν καὶ πολιτικὸν χαρακτῆρα εἰς διαφορὰν καθαρῶς ἰδιωτικὴν καὶ δικαστικήν. Τοιοῦτοι δὲ εἶναι οἱ ἔνθερμοι πρωθυπουργοὶ καὶ ὑποστηρικταὶ τοῦ νόμου τῆς 27 Μαΐου 1871. Διδακτικὸν, κύριοι, θὰ ἦτο νὰ διατρέξῃ τις ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τὰς διαφόρους περιπετείας τῆς δυστυχοῦς ταύτης διπλωματικῆς διενέξεως, διὰ νὰ ἴδῃ ὅλην τὴν ἠθικὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέστημεν ἐξ αὐτῆς· ἀλλ’ ἐξέτεινα ὑπερμέτρως τὴν ὁμιλίαν μου καὶ σπεύδω νὰ τελειώσω. Σταματῶ λοιπὸν μόνον εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο τὸ ζήτημα τοῦτο ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Βούλγαρη. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο στενοχωρούμενον ὑπὸ τῶν δύω Δυνάμεων καὶ ἐπιθυμοῦν νὰ δώσῃ ἓν τέλος εἰς τὴν διπλωματικὴν διένεξιν, προετίμησε νὰ συμβιβασθῇ ἀπευθείας μετὰ τῆς ἑταιρίας Ῥοὺ–Σερπιέρη ἐξαγοράζον ἅπαντα τὰ ἐν Λαυρίῳ δικαιώματα καὶ τὴν περιουσίαν αὐτῆς ὑπὲρ τοῦ δημοσίου. Ὁ συμβιβασμὸς οὗτος καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἔθνους θὰ ἔσωζεν, ὅσον ἦτο δυνατὸν, καὶ εἰς τὸ δημόσιον δὲν θὰ ἦτον ἐπιζήμιος, ὡς ἀπέδειξαν κατόπιν τὰ πράγματα. Ἀλλ’ ὁ κ. Δεληγεώργης καὶ οἱ φίλοι του ἤγειραν φοβερὸν πόλεμον κατὰ τοῦ τοιούτου συμβιβασμοῦ, ὅστις ἐχαρακτηρίσθη προδοσία καὶ ἐπιβουλὴ τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους. Ἐδειλίασαν καὶ τότε οἱ δυνάμενοι νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν συμβιβαστικὴν ταύτην λύσιν, καὶ οὕτως ἐξωμαλύνθη ἡ ὁδὸς, διὰ τῆς ὁποίας ὁ κ. Δεληγεώργης ἀνῆλθεν αἰφνιδίως καὶ ἐξ ἀπροόπτου εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν δημοσίων....
§69ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ἐδειλιάσαμεν παντελῶς.
§70ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὄχι σεῖς. Σεῖς δὲν συνειθίζετε νὰ δειλιᾶτε.
§71ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα, θὰ ἴδωμεν ποῖος ἐδειλίασεν. Ἡμεῖς δὲν ἐδειλιάσαμεν ποτὲ ἀπέναντι τῶν πεποιθήσεών μας.
§72ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶπον, νομίζω, ὅτι δὲν ἐννοῶ σᾶς, ἀλλ’ ἐκείνους, οἵτινες ὤφειλον νὰ ὑποστηρίξουν τὸ ἔργον σας. Ὑποθέτω ὅτι ὁμιλῶ καθαρῶς.—Ὅταν, κύριοι, ὁ κόσμος εἶδε τὸν κύριον Δεληγεώργην εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐπείσθη ὅτι ὁ περὶ κυριότητος καὶ διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων νόμος ἠσφαλίσθη ἐντελῶς, μηδένα τοῦ λοιποῦ διατρέχων κίνδυνον. Πῶς ὄχι; Ὁ νόμος οὗτος ἦτον ὁ πολυτιμότερος τίτλος τοῦ νέου πρωθυπουργοῦ εἰς τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ ἔθνους· ἦτο τὸ σέμνωμα, τὸ ἀγλάϊσμά του, διότι ἕνεκεν αὐτοῦ εἶχε λάβει πανταχόθεν ζωηρὰ συγχαρητήρια, ἀνακηρυττόμενος σωτὴρ τοῦ Λαυρίου καὶ τῆς πατρίδος. Πῶς λοιπὸν ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ σχίσῃ τοιοῦτον τίτλον; Πῶς ἤθελε δεχθῇ νὰ ἀφήσῃ ἔρημον καὶ ἔκθετον, νὰ θυσιάσῃ εἰς τὴν ἐφήμερον πολιτικὴν ἀνάγκην, ἔργον περιφανές, διὰ τὸ ὁποῖον τόσοι ἀγῶνες κατεβλήθησαν, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον τόσαι ἐθνικαὶ ἀνευφημίαι καὶ εὐλογίαι ἐπηκολούθησαν; Καὶ ὅμως ὅ,τι οὐδεὶς ἐπίστευεν, ὅ,τι οὐδεὶς ἐφαντάζετο, τοῦτο συνέβη. Ὁ νέος πρωθυπουργός, καταλαβὼν τὴν ἐξουσίαν καὶ μελετήσας ἐγγύτερον τὰ πράγματα, ἐπείσθη ὅτι ἡ μόνη αἰτία τῆς διπλωματικῆς διενέξεως ἦτον ὁ περίφημος ἐκεῖνος νόμος, τὸν ὁποῖον μετὰ τόσου ζήλου εἶχε προκαλέσει καὶ ὑποστηρίξει ὡς ἀντιπολιτευόμενος. Συνέλαβε λοιπὸν τὴν ἀπόφασιν νὰ τὸν ἐξαφανίσῃ διὰ τῆς ἑρμηνείας (θόρυβος ἀριστερά). Τῇ ἀληθείᾳ δὲν ἐννοῶ τὸν θόρυβον. Ἄν τις φρονῇ ἐν πεποιθήσει ὅτι ὁ κ. Δεληγεώργης ὑπεστήριξε τὸν νόμον τοῦ 1871, θὰ ἦμαι περίεργος νὰ τὸν ἀκούσω κατόπιν, διὰ νὰ ἴδω ποῦ στηρίζει τὴν τοιαύτην πεποίθησιν. Ὅστις διεξῆλθεν ἁπλῶς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου ἐκείνου, ἀδύνατον νὰ μὴ ἐπείσθη ὅτι ὁ κύριος, ὁ οὐσιώδης σκοπὸς τοῦ νόμου ἦτο νὰ καθιερώσῃ τὴν ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων κυριότητα τοῦ δημοσίου, οὐ μόνον, ἀλλὰ καὶ νὰ διασφαλίσῃ αὐτὴν ἀπὸ πάσης δικαστικῆς ἑρμηνείας καὶ νὰ ἀναγάγῃ μάλιστα αὐτὴν καὶ εἰς τὸ παρελθὸν, ὡς δικαίωμα ἀείποτε ὑπάρχον καὶ ἀπαράγραπτον.
§73Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι οὕτω.
§74ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὐτὴ εἶναι μία ἄρνησις αὐθαίρετος, ἀντικειμένη πρὸς αὐτὰ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, πρὸς αὐτοὺς τοὺς λόγους τοῦ κ. Δεληγεώργη, ἁπλοῦ τότε βουλευτοῦ Μεσολογγίου δὲν ἐπιχειρῶ ν’ ἀναγνώσω τὰ σχετικὰ τεμάχια, διότι τοῦτο θὰ μὲ ἔφερε πολὺ μακράν· ὑπενθυμίζω ὅμως τὰς περιφήμους ἐκείνας θεωρίας περὶ βασιλικῶν νομημάτων καὶ περὶ διαδοχῆς τοῦ ἑλληνικοῦ δημοσίου εἰς τὴν ἀστικὴν ἐξουσίαν τοῦ Σουλτάνου, καθὼς καὶ τὰς γενναίας ἐκείνας ἐκδρομὰς πρὸς ἔρευναν τῶν περὶ μεταλλείων νομοθεσιῶν ὅλου τοῦ κόσμου. Αἱ νομικαὶ ἐκεῖναι θεωρίαι καὶ ἔρευναι καὶ πραγματεῖαι δὲν εἶχον βέβαια σκοπὸν νὰ κανονίσουν τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων, ἀλλ’ ἐσκόπουν ν’ ἀποδείξουν καὶ καθιερώσουν τὸ δικαίωμα τῆς κυριότητος, ὅπερ ἐπρόκειτο ν’ ἀναγνωρίσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὸ Δημόσιον διὰ τοῦ συζητουμένου νόμου. Αὐτὸ λοιπὸν ἦτο τὸ κύριον, τὸ οὐσιῶδες ἀντικείμενον τοῦ νόμου τῆς 27ης Μαΐου 1871. Λέγω δὲ ὅτι αὐτὸ ἀκριβῶς ἐζήτησε νὰ διαγράψῃ ἐκ τοῦ νόμου ἐκείνου ὁ κ. Δεληγεώργης, κηρύξας καὶ ὑποστηρίξας διὰ τῶν ἐγγράφων του, ὅτι ἡ ἐν τῷ νόμῳ ἀνακήρυξις τῆς κυριότητος τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων ἦτον ἁπλῆ γνώμη τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, μηδένα ὑποχρεοῦσα, μήτε δεσμεύουσα ποσῶς τὰ δικαστήρια, δυνάμενα νὰ παραδεχθῶσιν ἀντίθετον ἑρμηνείαν. Εἶναι, κύριοι, ἀρκετὰ περίεργον νὰ ἀκούῃ τις σήμερον ὅτι γνώμη τις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, διατετυπωμένη εἰς νόμον, δὲν ὑποχρεόνει οὔτε τὰ δικαστήρια εἰς τὰς ἀποφάσεις των, οὔτε τοὺς πολίτας εἰς τὰς ἐννόμους σχέσεις των. Εἶναι ὅμως περιεργοτέρα ἀκόμη ἡ θεωρία, διὰ τῆς ὁποίας κατεδίκασαν εἰς θάνατον τὸν νόμον κατὰ τὸ οὐσιῶδες αὐτοῦ μέρος, δυναμένη νὰ ἁμιλλᾶται πρὸς τὰς ἄλλας θεωρίας, διὰ τῶν ὁποίων τὸν ἐγέννησαν καὶ τὸν ἔφερον εἰς τὴν ζωήν. Ἡ θεωρία αὕτη εἶναι ὅτι μέρος τι συστατικὸν τοῦ νόμου, κατ’ ἐκλογὴν βέβαια τοῦ ἑρμηνευτοῦ, δύναται νὰ χαρακτηρίζεται ἑκάστοτε ὡς λόγος τοῦ νόμου (ratio legis), καὶ ἑπομένως νὰ θεωρῆται ὡς ἀθώα καὶ ἀβλαβὴς γνώμη, παρεισφρύσασα εἰς τὸ κείμενον. Πρὸς ὑποστήριξιν τῆς καινοφανοῦς ταύτης θεωρίας ἐπεκαλέσθησαν τὸν μακαρίτην Σαβινὺ, καὶ τὸν ἐπεφόρτισαν νὰ μαρτυρήσῃ καὶ βεβαιώσῃ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον αὐτὸς βέβαια οὔτε κἂν ἐφαντάσθη ποτέ. Ὁ λόγος τοῦ νόμου, κύριοι, εἶναι εἴτε ἡ ἀρχὴ τοῦ καθόλου δικαίου, ἣν ὁ νομοθέτης διατυπόνει, εἴτε ὁ σκοπὸς, ὃν διώκει, τοὐτέστι τὸ ποιητικὸν ἢ τελικὸν αἴτιον τοῦ νόμου. Ἐν τῇ ἀρχαιότητι ὁ λόγος τοῦ νόμου ἐτίθετο πάντοτε ὡς προοίμιον αὐτοῦ, σήμερον δὲ τοῦτο λαμβάνει χώραν συνήθως μόνον ἐπὶ τῶν διαταγμάτων, ἐπὶ δὲ τῶν νόμων ὁ λόγος αὐτῶν ἐκτίθεται εἰς τὰς εἰσηγητικὰς ἐκθέσεις τῶν ὑπουργῶν καὶ τῶν βουλευτικῶν ἐπιτροπῶν καὶ εἰς τὰς προφορικὰς συζητήσεις ἐνώπιον τῶν νομοθετικῶν σωμάτων. Οὐδέποτε ὅμως οὔτε ἐγράφη, οὔτε ἐλέγχθη, οὔτε ἠκούσθη, ὅτι ὁ λόγος τοῦ νόμου δύναται νὰ τεθῇ εἰς τὸ κείμενον αὐτοῦ, καὶ ἑπομένως νὰ καταδικασθῇ ἓν μέρος τοῦ κειμένου εἰς ἀργίαν. Εἶναι, κύριοι, ὁμολογουμένως δυσκολώτατον πρᾶγμα νὰ οἰκονομῇ καὶ συμβιβάζῃ τις τὰς ἀνάγκας καὶ ἀπαιτήσεις δύω ἀντιθέτων θέσεων. Καὶ αὐτὸς ὁ ἐπιτηδειότατος καὶ εὐφυέστατος τῶν ἀνθρώπων, καὶ τοιοῦτος ὁμολογουμένως εἶναι ὁ κ. Δεληγεώργης, ναυαγεῖ εἰς τοιοῦτον ἐπιχείρημα. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει ἔβλεπε διαφόρως τὰ πράγματα καὶ διαφόρως ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει ἐθεώρει τὸν νόμον τοῦ 1871, ὡς θρίαμβον, ἐν δὲ τῇ ἐξουσίᾳ τῷ ἐπαρουσιάζετο ὡς δυσχέρεια. Ἐπιχείρησε νὰ συμβιβάσῃ τὰ διεστῶτα, ἑρμηνεύων τὸν νόμον τοιουτοτρόπως, ὥστε κατ’ οὐσίαν μὲν ἐξηφανίζετο οὗτος καὶ ἤρετο ἡ δυσχέρεια, κατὰ τὸ φαινόμενον δὲ ἔμενε καὶ ἐσώζετο ἡ προσωπικὴ φιλοτιμία· ἀλλὰ τὸ ἐπιτήδειον τοῦτο ἐπιχείρημα ἀπέτυχεν. Οἱ πρέσβεις δὲν ἐδέχοντο κατ’ οὐδένα τρόπον τὴν τοιαύτην ἑρμηνείαν, μὴ πειθόμενοι ὅτι δι’ αὑτῆς ἠσφαλίζοντο τὰ συμφέροντα, τῶν ὁποίων εἶχον ἀναδεχθῆ τὴν ὑπεράσπισιν. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἠναγκάσθη τότε νὰ κάμῃ καὶ ἄλλο βῆμα παραχωρήσεως, ὑποσχεθεὶς νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐκείνην δηλαδὴ τὴν παράνομον, πρότασιν ἐπικυροῦσαν τὴν τοιαύτην ἑρμηνείαν τῆς κυβερνήσεως καὶ ἑπομένως παραδίδουσαν εἰς τὴν λήθην τὸν περὶ τῶν ἐκβολάδων νόμον, ὡς ἄχρηστον νῦν καὶ ἀλυσιτελῆ (θόρυβος ἀριστερά). Μὴ θορυβεῖτε, κύριοι. Δὲν ἐννοῶ ὁλόκληρον τὸν νόμον· ἐννοῶ τὸ μέρος αὐτοῦ, τὸ κηρῦττον τὰς ἐκβολάδας ὡς ἐθνικάς· τὸ ἄλλο μέρος περὶ τῆς διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων θὰ ἔμενε σῶον καὶ ἀβλαβὲς, μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν νὰ ἀκυρωθῇ κατόπιν καὶ τοῦτο διὰ συμβάσεως πρὸς ἑταιρίαν τινὰ μεταλλευτικήν (θόρυβος ἀριστερά). Τώρα πλέον ἔπαυσα τοῦ νὰ ἐννοῶ τὴν αἰτίαν τοῦ θορύβου.—Λέγω, κύριοι, καὶ ἐκ τῶν διπλωματικῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ κ. πρωθυπουργὸς ὑπεσχέθη νὰ προκαλέσῃ καὶ αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν τοῦ περὶ ἐκβολάδων νόμου· ἀλλ’ αἱ Δυνάμεις δὲν ἱκανοποιήθησαν οὔτε μὲ τὴν τοιαύτην παραχώρησιν, καὶ ἐπέμενον ἀπαιτοῦσαι ἀδυσωπήτως ἢ συμβιβασμὸν μετὰ τῆς ἑταιρίας Ῥοῦ–Σερπιέρη ἢ ξένην διαιτησίαν. Ὅλοι οἱ ἀγῶνες τῆς κυβερνήσεως ἀπέβαινον μάταιοι· εἰς ποῖον δὲ σημεῖον εἶχε περιέλθει διπλωματικῶς τὸ ζήτημα, μᾶς τὸ δεικνύει ἡ κυανόλευκος αὕτη βίβλος. Ἐξ αὐτῆς μανθάνομεν ὅτι ὁ ἐν Παρισίοις πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος κ. Ῥαγκαβῆς ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν κυβέρνησιν τηλεγραφικῶς τὴν 31 Ἰανουαρίου ε. ε. τὰ ἑξῆς. «Ἂν δὲν δεχθῶμεν τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ ἡ Αὐστρία, οἱ λιμένες τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἰταλίας θέλουσι κλεισθῆ δι’ ἡμᾶς.» Ποία δὲ ἦτον, κύριοι, ἡ λύσις τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ἡ Αὐστρία; ἡ διαιτησία.
§75ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω ὅτι ἀφοῦ δὲν ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἰδέα τῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου, ἐπροτάθη ῥητῶς ἡ κατάργησις αὐτοῦ.
§76Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ ἑρμηνεία.
§77ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἐπροτάθη ῥητῶς ἡ κατάργησις τοῦ νόμου.
§78Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὸ νὰ τὸ ἀποδείξητε.
§79ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θὰ λάβω τὸν λόγον, καὶ θὰ τὸ ἰδῆτε.
§80ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ ἑρμηνεία οὐδὲν ἄλλο ἦτον εἰμὴ κατάργησις τοῦ νόμου κατ’ εὐφημισμόν. Ἀφοῦ διεγράφετο ἐξ αὐτοῦ ἡ ἰδέα τῆς κυριότητος τοῦ δημοσίου ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων, ποίαν ἀξίαν εἶχε πλέον ὁ νόμος; Κατηργεῖτο πράγματι· καὶ δὲν βλέπω τὸν λόγον, δι’ ὃν ἤθελον δυσκολευθῆ νὰ δεχθοῦν καὶ τὴν ῥητὴν αὐτοῦ κατάργησιν. — Τὸ κατόρθωμα λοιπὸν, διὰ τὸ ὁποῖον δύναται νὰ καυχηθῇ ἡ κυβέρνησις Δεληγεώργη, εἶναι ὅτι διὰ τῶν διπλωματικῶν ἐνεργειῶν της εἶχε σπρώξει τὴν ὑπόθεσιν μέχρι τοῦ σημείου τῆς ἀναγκαστικῆς διαιτησίας, καὶ εἶχε παρασκευάσει εἰς τὴν Ἑλλάδα θέσιν ἀληθῶς ἐπίζηλον, νὰ δικασθῇ δηλονότι ὑπὸ ξένου δικαστηρίου ἐκ παραλλήλου πρὸς ἕνα ἰδιώτην καὶ δι’ ἰδιωτικὴν διαφοράν.
§81Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἔργον σας.
§82ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶναι ἔργον μας, διότι ἐπράχθη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας. Ἐξαίρετα! — Ἂν εὑρέθη εἷς ἄνθρωπος ἔξυπνος, ἐπιχειρηματίας, ὅστις ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, τῆς ὁποίας ἡ πίστις εἶχεν ἤδη ἑδραιωθῆ, ὡς ὀρθῶς εἶπε προχθὲς ὁ κ. Κεχαγιᾶς διὰ τῆς τακτικῆς πληρωμῆς τῶν τόκων τῶν δημοσίων δανείων, ἦλθεν ἐνταῦτα ἵνα διαθέσῃ καὶ χρησιμοποιήσῃ τὰ κεφάλαιά του, ἐξήτασε τὴν ἐπιχείρησιν τῶν σκωριῶν καὶ ἐκβολάδων τοῦ Λαυρίου, καὶ πεισθεὶς ὅτι αὕτη εἶναι ἐπικερδὴς, ἠγόρασε τὰ δικαιώματα καὶ τὴν περιουσίαν τῆς ἑταιρίας Ῥοῦ–Σερπιέρη, καὶ ἀπήλλαξε τὸν τόπον ἀπὸ τῆς ξενικῆς ἐπεμβάσεως, τί ἔχετε ν’ ἀναμιχθῆτε σεῖς εἰς τὴν τοιαύτην λύσιν ἢ ἀπαλλαγήν; Αὕτη δύναται νὰ καταλογισθῇ εἰς τὸ λελογισμένον συμφέρον, εἰς τὸν πατριωτισμὸν, ἂν θέλετε, ἑνὸς ἰδιώτου, ἀλλ’ οὐδέποτε εἰς ὑμᾶς......
§83ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἡ ἀνδρικὴ ἐπιμονή.
§84ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἶναι τὰ 12 ἑκατομμύρια.
§85ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἰς ὑμᾶς δύναται νὰ καταλογισθῇ ἡ διὰ νομοθετικῆς αὐθαιρεσίας μεταβολὴ ἁπλῆς ἰδιωτικῆς διαφορᾶς εἰς σκολιὸν διπλωματικὸν ζήτημα. Εἰς ὑμᾶς δύναται νὰ καταλογισθῇ ἡ πτῶσις μιᾶς κυβερνήσεως δι’ οὐδένα κοινοβουλευτικὸν λόγον, ἀλλὰ μόνον ἕνεκα τοῦ ζητήματος τοῦ Λαυρίου. Εἰς ὑμᾶς δύναται νὰ καταλογισθῇ ἡ διάλυσις μιᾶς Βουλῆς δι’ οὐδένα πολιτικὸν λόγον, ἀλλὰ πάλιν ἕνεκα αὐτοῦ τοῦ ἰδίου ζητήματος. Εἰς ὑμᾶς δύνανται νὰ καταλογισθῶσιν ὅλαι αἱ περιπέτειαι, τὰς ὁποίας διήλθομεν, καὶ ὅλοι οἱ ἐξευτελισμοὶ, τοὺς ὁποίους ὑπέστημεν εἰς τὸν διπλωματικὸν κόσμον ἕνεκα τοῦ ἀπαισίου τούτου ζητήματος, δεῖγμα δὲ τῶν ἐξευτελισμῶν τούτων παρέχουσιν αὐτὰ τὰ ὑπ’ ὄψιν μας διπλωματικὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα πολλάκις ἀποπνέουσι βαρεῖαν περιφρόνησιν. Εἰς ὑμᾶς δύναται νὰ καταλογισθῇ ὁ θεατρισμὸς, τὸν ὁποῖον ὑπέστη ἡ Ἑλλὰς ἐνώπιον τῆς δημοσίας γνώμης τῆς Εὐρώπης, χαρακτηρισθεῖσα ὡς δύναμις κακῆς πίστεως, ὡς δύναμις αὐθαίρετος καὶ δημευτικὴ τῆς περιουσίας τῶν ξένων, καὶ τοῦτο ἄνευ λόγου, ἄνευ αἰτίας τινός, ἀλλὰ μόνον ὅπως ἱκανοποιηθῶσι πάθη καὶ συμφέροντα κομματικά.
§86ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἴσχυσεν ἡ Ἑλλάς, ὄχι περιεφρονήθη· αὐτὸ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα.
§87ΜΙΛΗΣΗΣ. Περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, βλέπετε, ὁμιλῶ καὶ ἐγώ, κ. ὑπουργέ. — Εἰς ὑμᾶς ἐπὶ τέλους ἀνήκει καὶ πρέπει νὰ καταλογισθῇ ἡ ἐκμετάλλευσις καὶ αὐτῆς ἔτι τῆς λύσεως, τὴν ὁποίαν σᾶς ἐπαρουσίασεν ἡ τύχη, ἡ κερδοσκοπία ἢ καὶ ὁ πατριωτισμὸς ἑνὸς ἰδιώτου. Ἀναμιχθέντες κατόπιν εἰς τὴν λύσιν ταύτην, εἰργάσθητε οὕτως, ὥστε μετεβάλετε τὴν Ὡραίαν Ἑλλάδα, εἰς Χαβιαρόχανον, ἐκλονίσατε ἐκ θεμελίων τὰς οἰκονομικὰς σχέσεις τοῦ τόπου, ἐδηλητηριάσατε τὴν οἰκονομικὴν ζωήν του, καὶ ἐγείνατε παραίτιοι νὰ γυμνωθῶσι τόσοι δυστυχεῖς οἰκογενειάρχαι ἐν μέσῃ ἀγορᾷ. Ταῦτα πάντα ἀνήκουν εἰς ὑμᾶς, τὸ ἀναγνωρίζομεν καὶ σᾶς τὸ παραχωροῦμεν εὐχαρίστως. Μὴ ἀντιποιεῖσθε ὅμως τὴν λύσιν τοῦ Λαυριωτικοῦ ζητήματος. Αὐτὴ δὲν εἶναι ἰδική σας εἶναι ἐντελῶς ἀλλοτρία τῆς διοικήσεως, τῶν ἐνεργειῶν καὶ αὐτῶν τῶν σκέψεων ὑμῶν. Εἴδομεν, κύριοι, τὴν ἀξίαν τοῦ μόνου τίτλου, τὸν ὁποῖον προβάλλουσιν, ἀξιοῦντες νὰ κυβερνῶσι τὸν τόπον ἐναντίον τῆς θελήσεως τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας.....
§88ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἔχομεν καὶ ἄλλους.
§89ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐὰν ἔχετε καὶ ἄλλους, δείξατέ τους εἰς τὸ κοινόν, διὰ νὰ τοὺς ἐκτιμήσῃ. Δείξατε τί ἐπράξατε διὰ τὸν τόπον τοῦτον, τοῦ ὁποίου ἐπὶ ἓν ἤδη ἔτος διευθύνετε τὴν τύχην. Καυχᾶσθε ὅτι ἱκανοποιήσατε ἐθνικὰς ἀνάγκας, αἵτινες ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἔμειναν ἀνικανοποίητοι, ὅτι ἐλύσατε τὰ ἐκκρεμῆ ζητήματα, τῶν ὁποίων ἐκουράσθη τὸ Ἔθνος περιμένον τὴν λύσιν. Καὶ ἐν τούτοις σεῖς δὲν ἠξεύρετε, δὲν ὑποπτεύεσθε κἂν ποῖαι εἶναι αἱ ἀληθεῖς ἐθνικαὶ ἀνάγκαι, αἵτινες πρέπει νὰ ἱκανοποιηθοῦν καὶ ποῖα τὰ ἐκκρεμῆ ἐθνικὰ ζητήματα, τῶν ὁποίων ἡ λύσις κατεπείγει. Καιρὸς ἦτο νὰ σκεφθῆτε περὶ προσηκούσης ἀναδιοργανώσεως τῆς δημοσίας παιδείας, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν εὐρεῖαν καὶ ἀσφαλῆ βάσιν τῆς δόξης, τοῦ μεγαλείου καὶ τῆς δυνάμεως τῶν ἐθνῶν. Ἐλησμονήσατε ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ διατηρήσῃ τὴν ὑπέροχον θέσιν της ἐν τῇ Ἀνατολῇ, οὐχὶ καθισταμένη κέντρον χρηματιστικῶν καὶ κερδοσκοπικῶν πράξεων καὶ ἐπιχειρήσεων, ἀλλὰ μένουσα διαρκῶς κέντρον πνευματικῆς ἀναπτύξεως καὶ προόδου καὶ φάρος πολιτικῆς ἐλευθερίας καὶ εὐνομίας δι’ ἅπαντας τοὺς λαοὺς τῆς Ἀνατολῆς (εὖγε ἐκ δεξιῶν). Τί ἐπράξατε σεῖς πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς μεγάλης ταύτης ἐθνικῆς ἀνάγκης; ποῖα τὰ ὑπὲρ τῆς παιδείας ἔργα σας; Οὐδὲν ἔχετε νὰ προβάλετε. Τί σκέπτεσθε τοὐλάχιστον περὶ αὐτῆς; Ποῖαι εἶναι αἱ περὶ αὐτῆς ἰδέαι σας; οὐδεὶς οὐδὲν περὶ τούτου γινώσκει.
§90ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ (ὑπουργὸς Παιδείας). Τί καθυστερήσαμεν;
§91ΜΙΛΗΣΗΣ. Τίποτε, ὅλα εἶναι ἐν τάξει, καὶ τοῦτο μάλιστα ἀποδεικνύει ὅτι αἰσθάνεσθε πληρέστατα τὴν τοιαύτην ἐθνικὴν ἀνάγκην. — Καιρὸς ἦτο νὰ γείνῃ μία ἀνακάθαρσις γενικὴ ὅλων τῶν ὀργανικῶν νόμων, μάλιστα δὲ τῶν δικαστικῶν, ἵνα τεθῶσιν οὗτοι εἰς πλήρη ἁρμονίαν μὲ τὰς διατάξεις τοῦ καθεστῶτος πολιτεύματος. Ἔπρεπε νὰ ἴδητε τὴν τοιαύτην ἀνωμαλίαν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ, νὰ ἐννοήσητε ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ κυριωτέρα αἰτία, δι’ ἣν ἀνακόπτεται ἡ πολιτικὴ πρόοδος τοῦ ἔθνους, καὶ διατελεῖ τοῦτο εἰς διηνεκῆ πολιτικὴν καχεξίαν, καὶ νὰ σπεύσητε εἰς τὴν θεραπείαν τῆς μεγάλης ταύτης ἐθνικῆς ἀνάγκης, ὁδηγὸν ἔχοντες τὴν μεγάλην καὶ σωτήριον ἀρχὴν τῆς ἐν λογικῷ μέτρῳ ἀποκεντρώσεως, δι’ ἧς θέλει παύσει ἡ ἀπόλυτος κηδεμονία καὶ τυραννία τῆς κεντρικῆς κυβερνήσεως, ἡ ταπεινοῦσα τὸ φρόνημα καὶ περιορίζουσα τὴν διάνοιαν τῶν διοικουμένων καὶ θέλει ἀναπτυχθῆ ἡ πρωτοβουλία, ἡ διακρίνουσα τοὺς ἀληθῶς ἐλευθέρους λαούς. Τί ἐπράξατε σεῖς ἐπὶ τούτου; ποῖα εἶναι τὰ ἔργα σας ἢ ποῖαι εἶναι αἱ σκέψεις καὶ αἱ ἰδέαι σας; Σεῖς εὑρισκόμενοι ἐν μέσῳ ἀφθόνου τρυγητοῦ, περιορίζεσθε σταχυολογοῦντες καὶ προτείνοντες τὴν τροποποίησιν ἄρθρου τινὸς τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ὡς τὴν μόνην ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται τὸ ἔθνος, καὶ τῆς ὁποίας ἐκουράσθη περιμένον τὴν λύσιν. Δὲν ἔχετε λοιπὸν οὔτε συνείδησιν τῶν ἀληθῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου· δὲν γνωρίζετε κἂν τὰ ἐκκρεμῆ ἐθνικὰ ζητήματα, τῶν ὁποίων ἡ λύσις κατεπείγει. Θέλετε καὶ ἄλλην ἀπόδειξιν; ὅλος ὁ κόσμος ἀναγνωρίζει τὸ πλημμελὲς τοῦ ὑπάρχοντος συστήματος τῆς ἐγγείου φορολογίας καὶ ἐπιζητεῖ μετὰ πόθου σύστημα ἄλλο, σύμφωνον πρὸς τὰς ἀνάγκας καὶ τὴν πρόοδον τοῦ τόπου. Τὴν μεταῤῥύθμισιν ταύτην ἐπιβάλλει εἰς ὑμᾶς πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ ὁ πολιτικὸς λόγος τῆς οἰκονομικῆς συγχωνεύσεως τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος. Καὶ ἐν τούτοις σεῖς οὐ μόνον τοιαύτην μεταῤῥύθμισιν δὲν παρουσιάζετε, οὐ μόνον δὲν σκέπτεσθε περὶ αὐτῆς, ἀλλ’ ὑποστηρίζετε μάλιστα τὸ ἐπικρατοῦν σύστημα τῆς ἐγγείου φορολογίας, ὡς τὸ ὀρθότερον καὶ τελειότερον πάντων τῶν λοιπῶν συστημάτων. Ἔχετε καὶ σεῖς τὰ ἔργα σας, καὶ τοιαῦτα εἶναι οἰκονομικά τινα μέτρα ἢ σχεδιάσματα, εἰς τὰ ὁποῖα συνεκεντρώσατε ὅλην τὴν δραστηριότητα, ὅλας τὰς σκέψεις, καὶ ὅλην τὴν προσοχήν σας. Ἰδοὺ δὲ ἡ ἀξία τῶν μέτρων τούτων. Εὑρήκατε ἕνα σιδηρόδρομον, τὸν τῆς Λαμίας, καὶ παραλλήλως αὐτοῦ ἐφροντίσατε νὰ κατασκευασθῇ ἄλλος σιδηρόδρομος, διερχόμενος διὰ Μεσολογγίου καὶ ἀπολήγων εἰς Βόνισταν· διὰ τοῦ τρόπου δὲ τούτου δὲν ἐξυπηρετήσατε μὲν τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, κινδυνεύοντος νὰ ἴδῃ καὶ τοὺς δύω σιδηροδρόμους ματαιουμένους, ἐξυπηρετήσατε ὅμως τὸ ἰδιαίτερον συμφέρον πολιτικῆς ματαιοδοξίας, τὸ ὁποῖον κυρίως καὶ πρὸ πάντων εἴχετε ὑπ’ ὄψιν. Εὑρήκατε μίαν Τράπεζαν, τὴν Ἐθνικὴν, ἐν πλήρει ἀκμῇ καὶ δυνάμει καὶ μὲ ὑπόληψιν ἑδραίαν καὶ γενικὴν, εὐεργετοῦσαν τὴν Ἑλλάδα διὰ τῶν πιστώσεών της· εὑρήκατε ὡσαύτως μίαν ἄλλην Τράπεζαν, τὴν Ἰόνιον, ἐν πλήρει καὶ ταύτην ἀκμῇ καὶ δυνάμει καὶ εὐλογουμένην ὑπὸ τοῦ λαοῦ τῆς Ἑπτανήσου· εὑρήκατε ἐπὶ τέλους ἀποφασισμένην διὰ νόμου, ἀλλὰ μήπω συστημένην, τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν. Ἠδύνασθε μετὰ τὴν πραγματικὴν σύστασιν τῆς Πιστωτικῆς νὰ φροντίσητε καὶ περὶ Κτηματικῆς Τραπέζης, ἥτις εἶναι ἀναγκαιοτάτη εἰς τὴν γεωργίαν, ὡς παρέχουσα προχείρως εἰς τοὺς γεωργοὺς τὰ ἀναγκαῖα, διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων των χρήματα. Ἀλλὰ σεῖς τί ἐπράξατε; ἀπεφασίσατε νὰ δώσητε εἰς τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν τὸ προνόμιον τοῦ ἐκδίδειν τραπεζικὰ γραμμάτια ἐν Ἑπτανήσῳ καὶ ὅπου τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος ἡ Ἐθνικὴ δὲν ἔχει συστήσει ἀκόμη ὑποκατάστημα, τοὐτέστιν ἐζητήσατε ἐν Ἑπτανήσῳ μὲν νὰ συστήσητε δύω προνομιούχους Τραπέζας, τὴν μίαν ἀντιμέτωπον τῆς ἄλλης, ἐν Ἑλλάδι δὲ νὰ παρεισαγάγητε τὴν Πιστωτικὴν εἰς γωνίαν τινὰ, ὅπου τότε ἦτο δυνατόν. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου συνεταράξατε τὰς σχέσεις καὶ τῶν τριῶν Τραπεζῶν καὶ ἐβλάψατε οἰκονομικῶς τὸν τόπον, ἀντὶ νὰ τὸν ὠφελήσετε. Τὴν δὲ Κτηματικὴν ἐσχεδιάσατε μὲν, διότι εὕρετε ἕτοιμον τὴν πρὸς τοῦτο ἐργασίαν ὑπὸ τῶν προκατόχων σας, ἀλλὰ μετεμελήθητε κατόπιν διὰ αὐτὸ τὸ μόνον καλὸν ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐπράξατε, καὶ προσπαθεῖτε τώρα ν’ ἀποφύγετε τὴν ἐπιψήφισίν της (γέλως ἀριστερά). Οἱ κύριοι ὑποθέτουν ὅτι διὰ τοῦ γέλωτος ἀπαντῶσι καὶ ἀναιροῦσι τὰ πράγματα (ἱλαρότης δεξιά). Ἡ ἀντιπολίτευσις ἐζήτησε, τὸ γνωρίζετε, νὰ γείνῃ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου, του ἀφορῶντος τὴν Κτηματικὴν Τράπεζαν, ὑποσχομένη νὰ μὴ εἰσέλθῃ εἰς οὐδεμίαν συζήτησιν κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, ἀλλὰ σεῖς ἠρνήθητε ἐπιμόνως, προέβητε μέχρι ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως καὶ κατωρθώσατε νὰ ματαιώσητε τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν. Δὲν εἶναι τοῦτο ἀληθές; Ὅ,τι κυρίως διακρίνει τὰ περίφημα οἰκονομικὰ μέτρα σας, τὰ ὁποῖα λίαν προσφυῶς ἀπεκάλεσε δοκίμια ἀπειρίας ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Παρνασσίδος, εἶναι ἡ τυφλὴ, ἡ ἀλόγιστος τάσις πρὸς σύστασιν πολλῶν Τραπεζῶν πρὸς αὔξησιν τοῦ πιστωτικοῦ νομίσματος, πρὸς σύστασιν ἑταιριῶν, σκορπιζουσῶν εἰς τὸ κοινὸν μετοχὰς ἄνευ μέτρου καὶ προσδιορισμοῦ τινος οἱουδήποτε, πρὸς πολλαπλασιασμὸν ἐν γένει τῶν χαρτίων. Ὥστε ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας τὸ ἐλεύθερον Ἑλληνικὸν βασίλειον κινδυνεύει νὰ καταντήσῃ ἀληθὲς χαρτοβασίλειον. Καὶ σεῖς μὲν ἴσως ὑπολαμβάνετε καλῇ τῇ πίστει, ὅτι διὰ τοῦ μέσου τούτου ὠφελεῖτε τὸν τόπον, συντελοῦντες καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου καὶ εἰς τὴν ὑλικὴν ἀνάπτυξιν καὶ εὐημερίαν τοῦ λαοῦ· ἀλλὰ τὰ πράγματα δὲν θὰ ἀργήσουν ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι βλάπτετε καὶ δὲν ὠφελεῖτε τὸν τόπον. Τὰ μέτρα σας, ἐὰν εὐωδοθοῦν, θὰ ἔχουν τὰ ἑξῆς ἄφευκτα ἀποτελέσματα· τὰ χρηματικὰ κεφάλαια τοῦ τόπου θὰ ἀποσυρθῶσιν ἀπὸ ὅλας τὰς λοιπὰς ἐπιχειρήσεις, καὶ θὰ συγκεντρωθῶσιν ἀποκλειστικῶς εἰς ἓν μόνον εἶδος ἐπιχειρήσεως, καὶ τοῦτο τυχηρὸν καὶ οὐχὶ παραγωγικὸν, ἀλλ’ ἁπλῶς μεταβιβαστικὸν ἀξιῶν ἀπὸ χειρὸς εἰς χεῖρα. Ὁ λόγος τῆς τοιαύτης συγκεντρώσεως τῶν κεφαλαίων εἶναι εὐνόητος, διότι τὸ εἶδος τοῦτο τῶν τυχηρῶν ἐπιχειρήσεων σύρει τὰ κεφάλαια διὰ τῆς ἀπατηλῆς ὑποσχέσεως κερδῶν μεγάλων καὶ ἀκόπων. Εὐνόητα δὲ εἶναι καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς συγκεντρώσεως, διότι αἱ ἄλλαι ἐπιχειρήσεις, καὶ μάλιστα αἱ παραγωγικαὶ, ἐξ ὧν ἀπαρτίζεται ὁ ἐθνικὸς πλοῦτος, θὰ μαρανθῶσι δι’ ἔλλειψιν κεφαλαίων, ὁ τόκος τῶν χρημάτων θὰ αὐξήσῃ, ἡ ἀξία ὅλων ἐν γένει τῶν πραγμάτων θὰ ὑπερτιμηθῇ, καὶ ὁ τόπος θὰ εἰσέλθῃ εἰς ἀνώμαλον καὶ ἄτακτον οἰκονομικὸν βίον, ὅστις πανταχοῦ καὶ πάντοτε ὑπῆρξεν ὁ πρόδρομος ὀλεθρίων καὶ φοβερῶν οἰκονομικῶν κρίσεων. Τοιαύτη οἰκονομικὴ ἀνωμαλία ἀδύνατον νὰ μὴ ἐπιδράσῃ ὀλεθρίως καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ἠθικὸν χαρακτῆρα τοῦ ἔθνους. Ἡ κανονικὴ, ἡ εὔρυθμος ὑλικὴ ἀνάπτυξις, ἥτις προέρχεται ἐκ τῆς ἐργασίας καὶ τῆς οἰκονομίας, μορφόνει, κύριοι, καὶ ἠθικοποιεῖ τὸν λαόν· ἀλλ’ ἡ ἀκανόνιστος, ἡ πυρετώδης, τὴν ὁποίαν γεννῶσιν ἐπιχειρήσεις καθαρῶς τυχηραὶ μηδὲν κοινὸν ἔχουσαι μὲ τὴν ἐργασίαν, αὐτὴ διαφθείρει τοὐναντίον, αὐτὴ ἐξαχριοῦει τὸν ἠθικὸν τοῦ λαοῦ χαρακτῆρα. Λαὸς ὁρμῶν ἀκαθέκτως εἰς ἀπόκτησιν κερδῶν τυχηρῶν, συνειθίζει νὰ μὴ δίδῃ τὴν προσήκουσαν ἀξίαν εἰς τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον κερδίζει καὶ χάνει δι’ ἁπλῆς ἰδιοτροπίας τῆς τύχης, οὕτω δὲ περιπίπτει συνήθως εἰς τὴν ὀκνηρίαν, τὴν ἀσωτίαν καὶ εἰς ὅλας τὰς παρεπομένας κακίας, τουτέστιν διαφθείρεται καὶ ἐξαχρειοῦται ἠθικῶς. Διὰ τοῦτο πανταχοῦ καὶ πάντοτε θέλετε παρατηρήσει τοιαύτην ἠθικὴν ἐξαχρείωσιν, συμβαδίζουσαν ἐκ παραλλήλου πρὸς τὸν πυρετώδη καὶ ἀκανόνιστον οἰκονομικὸν βίον τῶν λαῶν. Ποία δὲ θὰ ᾖναι, κύριοι, ἡ τύχη τῆς πολιτείας ὑπὸ τοιαύτην οἰκονομικὴν καὶ ἠθικὴν παραλυσίαν; ὑποθέτετε, ὅτι ἡ πολιτεία δύναται νὰ λειτουργῇ τότε ἐλευθέρως καὶ ἀνεξαρτήτως, ἐκπληροῦσα τὸν γενικὸν αὑτῆς σκοπόν; Ὄχι, κύριοι. Ἡ πολιτεία θὰ περιέλθῃ εἰς τὴν δουλείαν ἰδιαιτέρων ὑλικῶν συμφερόντων, καὶ συμφερόντων τυφλῶν, παραφόρων, ἀποπτυσάντων πάντα χαλινὸν καὶ ὑπερβάντων πᾶν μέτρον· τὰ γενικὰ δὲ συμφέροντα τοῦ ἔθνους θὰ παραμεληθῶσι, πιεζόμενα καὶ παραγκωνιζόμενα ὑπὸ τῶν ἰδιωτικῶν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς φέρω ξένα παραδείγματα; Καὶ δὲν βλέπετε, κύριοι, ὅτι ἤρχισαν ἤδη ἐπιφαινόμενα παρ’ ἡμῖν συμπτώματα τοιαύτης πολιτικῆς καχεξίας καὶ δουλοφροσύνης; Τίς σκέπτεται σήμερον περὶ τοῦ πολιτικοῦ μέλλοντος τοῦ τόπου τούτου, ὅπερ χθὲς ἔτι ἀπησχόλει ζωηρῶς τοὺς πάντας; Τίς σκέπτεται σήμερον περὶ τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν, αἵτινες ἄλλοτε ἀπετέλουν τὸ κυριώτατον ἡμῶν μέλημα; Ἡ πολιτικὴ τοῦ ἔθνους ζωὴ ἐμαράνθη, ἐσβέσθη καὶ κινδυνεύει νὰ ἐκλείψῃ ἐντελῶς. Περὶ ἑνὸς μόνου πράγματος σκέπτονται οἱ πάντες καὶ μεριμνῶσι σήμερον, περὶ τῆς συμβάσεως τῶν ἐκβολάδων. Θὰ ἐπικυρωθῇ ἢ ὄχι ἡ σύμβασις; Ἰδοὺ τὸ μόνον ἡμῶν ἐνασχόλημα, τὸ μόνον ἡμῶν μέλημα. Ἡ κυβέρνησις πρέπει νὰ πέσῃ ἢ νὰ μείνῃ καθ’ ὅσον ὑποστηρίζει ἢ ὄχι τὴν σύμβασιν· ἡ ἀντιπολίτευσις πρέπει νὰ προσκληθῇ εἰς τὴν ἐξουσίαν ἢ νὰ μείνῃ μακρὰν αὐτῆς, καθ’ ὅσον υἱοθετεῖ ἢ ὄχι τὴν σύμβασιν.....
§92ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ ποῖοι δὲν εἶναι ἀνακατωμένοι; θὰ εἴπωμεν ὅλα τὰ ἄτομα, διότι θὰ ὑπάγωμεν πολὺ ὑψηλὰ δυστυχῶς.
§93ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν ἀτόμων· ὁμιλῶ περὶ τῆς ἐν γένει πολιτικῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν μᾶς παρεσκεύασαν τὰ μέτρα τῶν κυβερνώντων. — Πᾶσαι αἱ πράξεις τῆς Βουλῆς, πᾶσαι αἱ ἀποφάσεις, πάντα τὰ μέτρα αὐτῆς ἐγκρίνονται ἢ κατακρίνονται, καθ’ ὅσον συντελοῦσιν εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς συμβάσεως ἢ τὴν ἀπόκρουσιν αὐτῆς. Ἅμα δὲ τελειώσῃ ἡ σύμβασις, τὴν θέσιν της θὰ κοταλάβῃ ἄλλη τῆς αὐτῆς φύσεως ἐπιχείρησις. Κατήντησαν, κύριοι, τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα δευτέραν ἔκδοσιν τοῦ Χαβιαροχάνου, πολιτευομένην δουλικῶς κατὰ τὰ ἑκάστοτε συμφέροντα τῶν ἐν τῇ πρωτευούσῃ χρηματιστῶν καὶ κερδοσκοπῶν, καὶ ἔπειτα ἔχουσι τὴν γενναιότητα νὰ καυχῶνται διὰ τὸ μέγα τοῦτο κατόρθωμα.....
§94ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἀριστερόθεν). Αἱ ἐπαρχίαι.
§95ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἐπαρχίαι δὲν ἐπῆραν μετοχάς.
§96ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶχον σκοπὸν, κύριοι, νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ καὶ περὶ τῆς διοικήσεως τοῦ παρόντος ὑπουργείου· ἀλλ’ ἐκουράσθην καὶ πρέπει νὰ παραιτήσω τὸ ἔργον τοῦτο εἰς ἄλλους. Τελειόνω λοιπὸν συμπεραίνων, ὅτι ἡ κυβέρνησις Δεληγεώργη ἀντισυνταγματικῶς ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ὅτι κατεχράσθη τὰς βασιλικὰς προνομίας καὶ μετῆλθε πᾶν ἔκνομον κυβερνητικὸν μέσον, ὅπως ἐκμηδενίσῃ τὸ Κοινοβούλιον καὶ παρὰ τὴν θέλησιν τούτου διατηρήσῃ τὴν ἐξουσίαν, ὅτι ἡ γέννησις τοῦ Λαυριωτικοῦ ζητήματος καὶ ἡ ἀνύψωσις αὐτοῦ εἰς σκολιὰν διπλωματικὴν ἔριδα ὀφείλεται εἰς μόνον τὸν κ. Δεληγεώργην καὶ τοὺς φίλους του, ὅτι ἡ κυβέρνησις Δεληγεώργη διεξήγαγε τὸ ζήτημα τοῦτο ἀνεπιτηδείως καὶ πρὸς βλάβην ἠθικὴν τοῦ ἔθνους, ὅτι καὶ αὐτὴν τὴν λύσιν, ἥτις ἐπῆλθε διὰ τῆς τυχαίας παρεμβάσεως ἑνὸς ἰδιώτου, ἐξεμεταλλεύθη πρὸς διατήρησιν τῆς ἐξουσίας, ὅτι ἐπὶ ἓν ἔτος διοικοῦσα τὸν τόπον, οὐδὲν μέτρον προέτεινε πρὸς θεραπείαν τῶν μεγάλων ἀναγκῶν τοῦ ἔθνους, τῶν ὁποίων οὔτε συνείδησιν κἂν ἔχει, καὶ ὅτι τὰ οἰκονομικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπιδεικνύει ὡς μόνον αὐτῆς κατόρθωμα, εἶναι κατ’ οὐσίαν ἁπλᾶ δοκίμια ἀπειρίας, παρασκευάζοντα δεινὰς συνεπείας διὰ τὸν τόπον. Διὰ ταῦτα πάντα ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει σπεύσει νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τοιαύτην διοίκησιν τοῦ τόπου, ἀποδοκιμάζουσα τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς ψήφου της. (Ἐπιδοκιμασία δεξιά).
§97Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δύω, κύριοι βουλευταί, εἶναι τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἐπασχολοῦσι πρὸ ἡμερῶν τὴν Βουλήν· τὸ πρῶτον εἶναι ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους τοῦ τρέχοντος ἔτους, τὸ δεύτερον εἶναι τὸ θέμα τὸ παρεμπίπτον, τὸ ἀναγόμενον εἰς τὴν ἄρνησιν τῆς πρὸς τὸ ὑπουργεῖον ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Περὶ τοῦ πρώτου θέματος ὀλίγιστα μετὰ μεγίστης ψυχρότητος καὶ ἀπαθείας ἐῤῥέθησαν, διότι ὁ προϋπολογισμός, καίτοι σπουδαῖον ἔργον, σπουδαίως ἐνδιαφέρον τὴν πολιτείαν, δὲν ἐξετάζεται ὅμως προσηκόντως καὶ ἐμβριθῶς. Τὸ δεύτερον ὅμως ζήτημα, κύριοι, ἐθεωρήθη τόσον σπουδαῖον, ὥστε πολλῶν ἠρέθισε τὸν λάρυγγα, ἄλλων ἐτόρνευσε τὴν γλῶσσαν καὶ ἄλλων ἐφούσκωσε τοὺς πνεύμονας· καὶ πάντες οἱ λαβόντες τὸν λόγον ἵδρωσαν, ἐκοπίασαν καὶ ἐπὶ πολλὰς ὥρας ἐμόχθησαν ἵνα ἀποδείξωσιν ὅτι, ἂν ᾖναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ κυβέρνησις ὀλεθρία, κακὴ καὶ προδοτικὴ, ὑπάρχει ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις. Εἶναι δύσκολον, κύριοι, εἰς ἐμὲ νὰ ἀκολουθήσω τὰ ἐπιχειρήματα ὅλων τῶν λαλησάντων τόσον περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅσον καὶ περὶ τοῦ παρεμπίπτοντος πολιτικοῦ ζητήματος ἀκριβῶς. Θέλω προσπαθήσει ὅμως μὲ ψυχρότητα καὶ ἀπάθειαν, ἐφ’ ὅσον μοὶ εἶναι δυνατὸν, νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ, διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν γνώμην μου, διότι δὲν ἔχω σκοπὸν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ δώσω συμβουλὰς, διότι δὲν εἶμαι δεξιὸς περὶ τοῦτο, καὶ ἄλλως δὲν ἐλπίζω ὅτι ὅστις δίδει συμβουλὰς γίνεται πιστευτὸς, διότι ὁ τὰς συμβουλὰς δίδων ἢ ἐννοεῖ νὰ ἐπιδιώξῃ κενὸν σκοπὸν ἢ ἐννοεῖ νὰ πεισθῇ χωρὶς νὰ πείσῃ ἄλλους. Κατὰ τὴν γνώμην μου, κύριοι, τὸ σπουδαιότερον ἔργον εἶναι ὁ προϋπολογισμός· ὡς τοιοῦτον πάντοτε ἔπρεπε νὰ κρίνεται, διότι δι’ αὐτοῦ εἰκονίζεται ἡ ὅλη οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς ἐπικρατείας, ἡ εὐεξία ἢ καχεξία τοῦ ἔθνους, ἡ πρόοδος ἢ ὀπισθοδρόμησις αὐτοῦ, αἱ δυνάμεις αἱ ὑλικαὶ, τὸ μέλλον, ἡ βελτίωσις αὐτοῦ. Καὶ ὅπως ἔλεγε διάσημος πολιτικὸς τῆς Γαλλίας, τοιαύτη εἶναι ἡ σπουδαιότης τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ὥστε ἂν ἐκ θείας ὀργῆς ἐπήρχετό ποτε κατακλυσμὸς ὅμοιος τῶν κατακλυσμῶν τοῦ Δευκαλίωνος ἢ τοῦ Νῶε, καὶ μόνον διεσώζετο εἴς τινα κορυφὴν ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Γαλλίας, οἱ μεταγενέστεροι ἤθελον εὕρει ὁλόκληρον τῆς Γαλλίας τὴν εἰκόνα ἀκριβεστάτην. Ἀλλ’ οἱ προϋπολογισμοὶ τῆς Ἑλλάδος ηὐτύχησάν ποτε, κύριοι, ν’ ἀποκτήσωσι τὴν σπουδαιότητα ἐκείνην, ἡ ὁποία ἁρμόζει καὶ ἐμπρέπει εἰς προϋπολογισμόν; Καὶ ἀφ’ ὅτου συνέστη τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, καὶ ἀφ’ ὅτου ἡ Ἑλλὰς ἔγεινε συνταγματικὴ, οὐδὲν ἄλλο βλέπομεν, εἰμὴ πλάκας τοῦ Μωϋσέως, ἤτοι προϋπολογισμοὺς ὁμοίους, ἀντίγραφα παρελθόντων προϋπολογισμῶν. Τῷ ὄντι, κύριοι, οἱ τελευταῖοι ὑπουργοὶ ἀντιγράφουν τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν δύω προηγουμένων ἐτῶν καὶ ἀγωνίζονται τίς νὰ φανῇ ὅτι εἶναι οἰκονομικώτερος, τίς ν’ ἀποδείξῃ περισσότερον περίσσευμα, τίς εἶναι ἀκριβέστερος ἀντιγραφεὺς, λησμονοῦν δὲ ὁλόκληρον τὸ μέγα παρελθὸν καὶ τὰ πρωτότυπα· τὰ δὲ ἀντίγραφα, τὰ ὁποῖα φέρουσιν, οὐδόλως διαφέρουσι τῶν πλακῶν τοῦ Μωϋσέως. Πότε, κύριοι, συνεζητήθη ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Ἑλλάδος δύω μῆνας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ διοικητικοῦ ἔτους; Πότε συνετάχθησαν αὐτοτελεῖς προϋπολογισμοί; Πότε συνεζητήθησαν μὲ πάντα τὰ στοιχεῖα τῆς ἐξελέγξεως αὐτῶν; Δὲν ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, ποτὲ δύω μῆνας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους νὰ συζητηθῇ εἰς τὸ Κοινοβούλιον προϋπολογισμὸς, κατὰ τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος.
§98ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰς τὰ 1867 καὶ 1868 συνεζητήθησαν σύμφωνα μὲ τὸ Σύνταγμα δύω μῆνας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ διοικητικοῦ ἔτους.
§99ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τοῦτο εἶναι τόσον σπάνιον, ὥστε δὲν δύναται νὰ ὠφελήσῃ· τὸ ἀπεῤῥόφησαν αἱ ἐξαιρέσεις καὶ δὲν δύναται νὰ ᾖναι κανών. — Τί περιέχει λοιπὸν ὁ προϋπολογισμὸς, ὅστις ἀφορᾷ τὸ κύριον θέμα; δύω πίνακας, ἕνα ἐσόδων καὶ ἕνα ἐξόδων· ἐσόδων μὲν προϋπολογισμένων ἐπὶ τῇ βάσει νόμων ὑπαρχόντων καὶ μελλόντων, ἐξόδων δὲ νενομοθετημένων ὑπηρεσιῶν. Ἡ ἀμφισβήτησις, ἡ ὁποία γίνεται τοῦ πίνακος τῶν ἐσόδων, δὲν ὑπάρχει σπουδαία, δὲν διετυπώθη ὡρισμένως, οὔτε εἶναι ἤδη δεκτικὴ συζητήσεως· διότι τί ἀληθῶς ἐῤῥέθη, τί ἀνεπτύχθη ὡς ἔλλειψις τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως ἐπὶ τούτου; ἡ ἔλλειψις οἰκονομικοῦ συστήματος φορολογικοῦ τελειοτέρου τῶν συστημάτων, τὰ ὁποῖα ἔκειντο εἰς τὸ πρόγραμμα προγενεστέρας Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὅτε συνεζητεῖτο ὁ φορολογικὸς νόμος, ἡ ἀντιπολίτευσις προέτεινε τελειότερον φορολογικὸν σύστημα ἢ εἶπεν ὅτι εἶχεν ἕτοιμον ἢ ἐξέφερε παράπονα κατὰ τοῦ ὑπάρχοντος ἤδη; Ἐὰν ἔλειπε, κύριοι, ἐκ τῆς Βουλῆς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυπαρισσίας βουλευτὴς καὶ φίλος μου κ. Σωτηρόπουλος, ἠδυνάμην νὰ εἴπω ὅτι λείπει τὸ οὐσιῶδες, λείπει ὁ πατὴρ τῆς οἰκονομικῆς ἀναμορφώσεως, λείπει ἐκεῖνος, ὅστις πολλάκις ἐπανέλαβεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἄλλοτε ὅτι προτίθεται καὶ ἔχει παρεσκευασμένον νὰ ὑποβάλῃ νέον φορολογικὸν σύστημα καὶ ὅστις ἐπεφορτίσθη μάλιστα κατὰ τὸ 1867 νὰ εἰσαγάγῃ τοιοῦτον νομοσχέδιον· ἀλλ’ εὐτυχῶς ἦτο παρὼν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὅστις κατὰ τὸ 1871 ὑπεσχέθη ῥητῶς κατὰ τὴν ἑπομένην σύνοδον νὰ ὑποστηρίξῃ ἓν ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐκόστισε καὶ εἰς τὸ ἔθνος καὶ εἰς αὐτόν. Ἐκόστισεν εἰς τὸ ἔθνος διότι τῷ ἔδωκεν 6,000 δραχμὰς καὶ τὸν ἀπέστειλεν εἰς τὴν Εὐρώπην νὰ σπουδάσῃ τὰ οἰκονομικὰ συστήματα, ἐκόστισεν εἰς αὐτὸν διότι «πολλῶν εἶδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω» μεταβὰς εἰς πολλὰ μέρη καὶ ἰδίως εἰς τὴν Ῥωμουνίαν, ὅπου ἐπεσκέφθη τοὺς μουζίκους καὶ ἦλθε καὶ μᾶς ἔφερεν ἓν νομοσχέδιον. Ἤλπιζον δικαίως οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους νὰ ἴδωσι μίαν ἡμέραν ἕνα ἀγαθὸν ἐπίσκοπον εἰς τὴν φορολογίαν μας, ἀλλ’ ἠπατήθησαν οἰκτρῶς, εἶδον ἕνα κατῆν (γέλως). Ἔφερεν ἓν σχέδιον ὁ κ. Σωτηρόπουλος καὶ τί μᾶς εἶπεν; ἐὰν μελετήσωμεν αὐτὸ ἐπισταμένως, θά τὸ εὕρωμεν ἀνταποκρινόμενον πρὸς τοὺς σκοποὺς τῆς κοινωνίας καὶ θὰ ἀποφασίσωμεν νὰ τὸ ἐπιψηφίσωμεν. Κατὰ τὸ 1871 ὅμως, ὅτε ἦλθεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἔθεσεν εἰς τὸ στόμα τοῦ ἡγεμόνος μίαν ἄλλην ὑπόσχεσιν περὶ μεταβολῆς καὶ τοῦ συστήματος αὐτοῦ. Ἐπηγγέλθη νὰ φέρῃ βοϊδιάτικα καὶ φορολογίαν ἐξαγίων εἰς τοὺς μύλους ἐπὶ τῶν ἀλεύρων, ἵνα ἐλευθερώσῃ τοὺς φορολογουμένους ἀπὸ τοὺς ἐνοικιαστὰς, τοὺς μυσαροὺς αὐτοὺς εἰς τὴν κοινωνίαν, διανοούμενος νὰ μεταφέρῃ τοὺς ἐνοικιαστὰς ἀπὸ τοῦ ἅλωνος εἰς τοὺς μύλους διὰ νὰ φορολογῶσι τὰ ἄλευρα, καὶ αὐτὸ μᾶς εἶπεν εἶναι τὸ τελειότερον καὶ καλλίτερον ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντα συστήματα. Τοῦτο ἠνάγκασε τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ εἴπῃ προχθὲς, ὅτι ἐνώπιον τοιούτων συστημάτων προτιμότερον εἶναι τὸ σύστημα τῆς δεκάτης (θόρυβος) ὡς χριστιανικόν· δὲν εἶναι χριστιανικὸν διότι εἶναι ἐφεύρημα τῶν Ἰουδαίων, καὶ πολλὰ τῶν Ἰουδαίων ἔργα εὗρεν ὁ χριστιανισμὸς καὶ δὲν τὰ κατήργησεν, εἶναι σύστημα τῶν Ἰουδαίων, τὸ ὁποῖον ἐπῆρεν ἡ Τουρκία καὶ τὸ ἔφερεν εἰς τὴν Ἑλλάδα· ἔφυγεν ἡ Τουρκία, τὸ κατήργησεν εἰς τὸν τόπον της καὶ πρὸς αἶσχος τῆς ἀνθρωπότητος τὸ διατηροῦμεν ἡμεῖς. Εἶμαι καὶ θὰ ᾖμαι ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ συστήματος τῆς ἀποδεκατώσεως. Λοιπὸν κἀνεὶς οὐσιώδης λόγος δὲν ἐγένετο κατὰ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος καὶ τοῦ πίνακος τῶν ἐσόδων, ἐκτός τινων παρατηρήσεων τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Λακεδαίμονος, πρώην ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, περιστρεφομένων μόνον εἰς περιορισμόν τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ὑπελογίσθη τῆς εἰσαγωγῆς σιτηρῶν, ἕνεκα τῆς ἐφετεινῆς εὐφορίας· κατὰ τὰ ἄλλα ὁ πίναξ τῶν ἐσόδων οὐδεμίαν ὑπέστη οὐσιώδη ἀντίῤῥησιν. Ὥστε ἐν τῇ πράξει ταύτῃ τίποτε δὲν ἐῤῥέθη, οὔτε προτείνεται κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἀξίας μομφῆς. Ἔρχεται ὁ πίναξ τῶν ἐξόδων. Τί περιλαμβάνουν εἰς ὅλα τὰ πολιτισμένα Κράτη οἱ πίνακες τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους; κονδύλια περὶ ἐκπληρώσεως τῶν παλαιῶν ὑποχρεώσεων τοῦ ἔθνους, διότι τὸ ἔθνος ἔζησε καὶ ἔχει ὑποχρεώσεις· κονδύλιον περὶ θεραπείας τῶν ὑφισταμένων ἀναγκῶν, διότι ζῇ καὶ ἔχει παρούσας ἀνάγκας τὸ ἔθνος· καὶ κονδύλιον πρὸς παρασκευὴν μέλλοντος, διότι θὰ ζήσῃ καὶ θ’ ἀναπτυχθῇ. Τί περιέχει ὁ προϋπολογισμὸς ὁ ὑπὸ συζήτησιν; ἔχει 10 ἑκατομμύρια 800 τόσας χιλιάδας διὰ τόκους καὶ χρεώλυτρα. Ἦλθε κἀνεὶς ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς τῆς παρελθούσης ἐποχῆς νὰ εἴπῃ εἰς τὸ ἔθνος πόθεν προκύπτουν αὐτὰ τὰ χρεώλυτρα καὶ οἱ τόκοι; Πότε ἐγεννήθησαν, ποῖος τὰ ἐγέννησε, ποίας ἀνάγκας ἐθεράπευσαν; (θόρυβος). Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐδημοσίευσε, λέγουν, εἰδικὴν ἔκθεσιν, διότι δὲν ἐδανείσθη αὐτὸς, διότι δὲν ἐπεβαρύνετο, διότι δὲν εἶναι παραίτιος τοῦ ἐλλείμματος. Ἐδημοσίευσε τοιαύτην ἔκθεσιν καὶ ὁ κ. Χρηστίδης, διότι καὶ αὐτὸς δὲν ἐπιβαρύνεται· ἴσως καὶ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἔπραξε τὸ αὐτὸ, διότι καὶ αὐτὸς δὲν ἐπιβαρύνεται. Ἀπὸ τοῦ 1862 ἕως τοῦ 1871 κἀνεὶς δὲν ἦλθεν ἄλλος νὰ μᾶς εἴπῃ, τόσα ἐλλείμματα ἔχομεν, τόσα δάνεια συνωμολογήσαμεν, τόσα ὀφείλει τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τὴν περιουσίαν του πρέπει νὰ πληρώσῃ· κἀνεὶς δὲν μᾶς τὸ εἶπεν, ἀλλὰ λαμβάνει ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἀνὰ χεῖρας τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ κ. Χρηστίδη καὶ κραυγάζει· ἐζηλοτύπησας, τῷ λέγει, τολμήσας νὰ προσβάλῃς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1871, ν’ ἀρνηθῇς τὰ κονδύλια καὶ νὰ παραστήσῃς ὅτι ὑπέπεσα εἰς ἔλλειμμα κατὰ τὸ 1871, ὅτι παρεβίασα τοὺς νόμους εἰς τὴν κατάταξιν τῶν ἐσόδων, ἐνῷ ἔχω περίσσευμα, ἐπώλησα τὰς μετοχὰς τῆς Τραπέζης, ἔλαβον ἑκατομμύρια, ἔλαβον τὰς προκαταβολὰς ἀπὸ τὰς φυτείας καὶ τὰς γαίας καὶ ἰδοὺ ὅτι ἔχω ἓν περίσσευμα! Ὄχι, φωνάζει ὁ κ. Χρηστίδης· ἐὰν ἔχῃς σὺ περίσσευμα, διατί νὰ μὴν ἔχω ἐγὼ, ὅστις σὲ ἀντέγραψα, καὶ μάλιστα ἀφαιρέσας μερικὰ ἐκ τῶν ἐξόδων; ἐὰν ἠμπορῇς νὰ ἔχῃς περίσσευμα σύ, πῶς ἠμπορεῖς νὰ κατηγορήσῃς ἐμὲ ὅστις σὲ ἀντέγραψα; (ἱλαρότης). Κἀνεὶς λοιπὸν δὲν ἦλθε καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ νὰ μᾶς διαφωτίσῃ περὶ τῶν οὐσιωδεστέρων, πάντων ἐλπιζόντων ἀπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ τί νὰ σᾶς κάμῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; Σεῖς ἐδημιουργήσατε αὐτὴν τὴν κατάστασιν, σεῖς ἐξωγκώσατε τοὺς φόρους τοῦ ἔθνους, σεῖς ἐψηφίσατε τοὺς περισσοτέρους καταπιεστικοὺς νόμους, διὰ τοὺς ὁποίους καυχᾶσθε, καὶ μάλιστα ὁ κ. Κεχαγιᾶς.
§100ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀλλὰ σὺ ἦσο βουλευτὴς καὶ ἐψηφοφόρησας.
§101ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τώρα θὰ ἰδῇς ὅτι δὲν σοῦ ἔδωκα ψῆφον ποτέ (θόρυβος)· τὴν ἰδίαν ἔχω, εἶχα καὶ θὰ ἔχω γνώμην περὶ τούτου τοῦ νόμου σου, διότι ἔχω πεποιθήσεις, καὶ ἔχω σταθερότητα εἰς τὴν πεποίθησίν μου ὅπως σεῖς δὲν ἔχετε· διότι φρονῶ ὅτι, ὅστις δὲν ἔχει πεποιθήσεις, ἐὰν μὲν ᾖναι βασιλεὺς, εἶναι χαμένος, ἐὰν δὲ ᾖναι ἄνθρωπος, εἶναι οὐτιδανός. Πρέπει νὰ ἔχῃ πεποιθήσεις ὁ ἄνθρωπος (θόρυβος). Σᾶς λέγω λοιπὸν ὅτι σεῖς ἐδημιουργήσατε τὰς ἀνάγκας, σεῖς ἐνεχυριάσατε τὸ μέλλον διὰ νὰ συντηρήσητε τὸ ἐνεστώς· δὲν ἤλθατε νὰ μᾶς εἴπητε τὰ χρέη, τὰ ὁποῖα συνωμολογήσατε, διότι δὲν πρέπει νὰ γείνωσι γνωστά.
§102ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Νὰ τὰ εἴπητε.
§103ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Νὰ τὰ φέρετε σεῖς καὶ σᾶς προκαλοῦμεν νὰ τὰ φέρετε. Κατὰ τὸ 1862 τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος δὲν εἶχε παρὰ ἓν ἥμισυ ἑκατομμύριον ἔλλειμμα, ἀπὸ δὲ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι σήμερον ὑπερβαίνουν τὰ ἐλλείμματα καὶ τὰ δάνεια τὰ 10,000,000. Ποῖος τὸ ἐγέννησεν αὐτὸ τὸ βάρος; ποῖος διεχειρίσθη περισσότερον χρόνον τὸ Κράτος;
§104ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ποῖος ψηφίζει τοὺς προϋπολογισμούς;
§105ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ Βουλὴ, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἐλλειμμάτων καὶ δανείων (θόρυβος). Πόσα καθυστερήματα ὑπάρχουν; 85,000,000, καὶ ἂν τὰ ἔχωμεν ἢ δὲν τὰ ἔχωμεν εἶναι τὸ ἴδιον, καὶ ὅμως πληρόνομεν τόκους, πληρόνομεν χρεώλυτρα. Ἂν εἴχετέ ποτε, κύριοι, σύστημα οἰκονομικὸν, εἴχετε τὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας· ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, κατὰ τὸ 1867 πράγματι ἀνέπτυξε τόσην εὐφυΐαν καὶ δραστηριότητα, ὅσην κἀνεὶς τῶν ἄλλων ὑπουργῶν. Τί ἔπραξε τότε; μετέβαλεν αὐτὸ τὸ Κοινοβούλιον εἰς ἐργοστάσιον φορολογικὸν, κατήντησεν ἐργοστασιάρχης ἔχων βοηθοὺς τοὺς συντρόφους του ὑπουργοὺς καὶ ταπεινοὺς ἐργάτας τὴν Βουλὴν, καὶ ἐν διαστήματι δύω μηνῶν οὐδὲν ἄλλο ἔπραττεν εἰμὴ νὰ ἐπιβάλλῃ φόρους μὲ τὸν πέλεκυν εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαόν.
§106ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Καὶ μὲ αὐτοὺς ζῆτε σήμερον.
§107ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ζῶμεν κατάχρεοι. Οὐδόλως ἤθελε τότε ν’ ἀκούσῃ ὁ πατριώτης οὗτος ὑπουργὸς ὅτι μὲ αὐτοὺς τοὺς φόρους πτωχύνει τὸν λαὸν καὶ ἐλαττόνει τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους! Τίποτε, κύριοι· ὑπῆρξεν ἀνάλγητος, ἐπίμονος καὶ προέβαινε· καὶ ὅλοι αὐτοὶ οἱ νόμοι οἱ καταπιεστικοὶ εἶναι ἐκεῖνοι οἵτινες ἐψηφίσθησαν τότε. Ἔχουσιν ἄπειρα τὰ ἐλαττώματά των. Ἀλλὰ τὸν χειρότερον νόμον, τὸν ὁποῖον ἐπεψήφισε τότε, δὲν θέλει νὰ τὸν εἴπῃ. Καὶ ἠξεύρετε ποῖος εἶναι ὁ νόμος οὗτος; Εἶναι ὁ νόμος τῶν σκωριῶν τοῦ Λαυρίου. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἐστάλη ἐπιτροπὴ, κύριοι, τῆς Βουλῆς νὰ ἐξετάσῃ τὰ περὶ σκωριῶν, ἐπανῆλθεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη, ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της καὶ ἐβεβαίωσε τὰ μεγάλα κέρδη τῆς ἑταιρίας Σερπιέρη. Τί ἔκαμεν ὁ κύριος Κεχαγιᾶς, ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, ὁ μέγας φύλαξ τῆς περιουσίας τοῦ ἔθνους, ὁ κέρβερος οὗτος αὐτῆς, πρὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ ἁρπάσουν τὴν περιουσίαν; ἔφερε τὸ νομοσχέδιον μὲ 10%.
§108ΚΕΧΑΓΙΑΣ. 30%, τὰ ὁποῖα λαμβάνει σήμερον ἡ Κυβέρνησις.
§109ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τώρα θὰ ἰδῆτε. Μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων ἑκάστου τόννου μένει καθαρὸν κέρδος δραχ. 230 περίπου. Σεῖς ἐπροτείνατε καὶ κατωρθώσατε νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ δι’ ἔγγειον φόρον 10% καὶ δι’ ἐπικαρπίαν 20%, καὶ ἡμεῖς ἐζητήσαμεν δι’ ἔγγειον 16% καὶ δι’ ἐπικαρπίαν 32%.
§110ΚΕΧΑΓΙΑΣ. 74 δραχμὰς λαμβάνει ἡ Κυβέρνησις δι’ ἕκαστον τόννον.
§111ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τί ἐζητοῦμεν ἡμεῖς; (θόρυβος) 16 καὶ 16% κάμνουν 32 (θόρυβος) δι’ ἐπικαρπίαν, καὶ 16 δι’ ἔγγειον· ποῖος φόρος εἶναι μεγαλείτερος;
§112ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Θὰ ἴδητε ὅτι ἦτο περισσότερον τῶν ἄλλων (θόρυβος).
§113ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τί μᾶς ἔλεγον, κύριοι, τότε; (θόρυβος).
§114ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ πειράζεται ὁ κύριος Κεχαγιᾶς καὶ διακόπτει.
§116ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μᾶς ἔλεγον, δὲν ἐμάθατε τὴν πολιτικήν· πράγματι εἶσθε ἄπειροι, λέγουν, (θόρυβος) κατεστρέψατε τὸ ἔθνος μὲ τὰς θεωρίας σας, μὲ τὰς ἐνστάσεις σας, διότι δὲν ἀφήσατε τὴν σύμβασιν περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, ἤδη πολεμεῖτε τὸν νόμον περὶ τῶν σκωριῶν. Καὶ ταῦτα ἔλεγον μὲ γνώμην ἰσχυρὰν, μὲ ἐπιμονὴν, καὶ ἐπεκαλοῦντο τὸν περὶ μεταλλείων νόμον τοῦ 1861, ὅτι ἐπέτυχον τὸν νόμον περὶ φορολογίας τοῦ 1867· ἀλλὰ ποῖος ἀληθὴς φόρος προέρχεται ἀπ’ αὐτὸν τὸν νόμον; ἀφίνω εἰς τὸν ἴδιον κ. Κεχαγιὰν νὰ εἴπῃ, διότι ἠξεύρει καὶ τοὺς λογαρίθμους, καὶ ἂν ἀμφιβάλλῃ, ἂς ἐρωτήσῃ τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον, ὁποία διαφορὰ προκύπτει· ἂς προσθέσῃ καὶ τοὺς τόκους τῆς διαφορᾶς καὶ ἂς εἴπῃ ἐν συνειδήσει ὁ κ. Κεχαγιᾶς καὶ πάντες, ποῖοι ἐζήτουν τὸ ὠφελιμώτερον. Καὶ πότε ἐγένοντο αὐτά; εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ὅλος ὁ κόσμος ἐξηγέρθη ἐναντίον τῆς ἑταιρίας, ὅτι ἁρπάζει τὴν περιουσίαν τοῦ ἔθνους· εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν, ἀντὶ ἐλλείμματος ὑπάρχοντος εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ὅλοι ἐσκέπτοντο πῶς νὰ αὐξήσουν τοὺς φόρους. Λοιπὸν ἂς εἴπῃ ποῖοι ἦσαν εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἄπειροι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐγνώριζον τὸ συμφέρον τῆς Ἐπικρατείας καὶ ποῖοι δὲν εἰργάσθησαν περισσότερον ὑπὲρ τῆς Ἐπικρατείας.
§117ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὸ droit régalien ἐπὶ τῶν σκωριῶν δὲν ἐπαρουσιάσθη· ὕστερον εἰς τὰς ἐκβολάδας ἐπαρουσιάσθη.
§118ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, διότι μᾶς ἐπενθυμίζετε καὶ μερικά, τὰ ὁποῖα ἐλησμόνησα. Βεβαίως, κύριοι τὸ droit régalien τὸ ἐγνωρίζομεν ἡμεῖς, ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ τὸ ἐπικαλεσθῶμεν διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους· ὁ μακαρίτης Βάλβης, ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐρωτηθεὶς ἂν τὸ δημόσιον ἔχῃ ἀπαιτήσεις ἐπὶ τῶν γαιῶν τοῦ Λαυρίου, δέν ἠξεύρω πόθεν πλανώμενος, ἐδήλωσεν ἐγγράφως ὅτι καμμίαν ἀξίωσιν δὲν ἔχει· ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁμολογίας αὐτοῦ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἡ ἑταιρία ἐκείνη ἵδρυσε καταστήματα, ἔκαμεν ἀποθήκας καὶ ἐγκατεστάθη εἰς Λαύριον. Κατὰ τὸ 1865 ὁ κ. Χρηστίδης, ἐλθὼν δι’ ὀλίγον καιρὸν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν (θόρυβος) — θέλετε ἰδεῖ ὅτι ὅσα λέγω ὅλα ἀποδεικνύονται, — ὁ κ. Χρηστίδης ἀντέστη εἰς τὰς ἀξιώσεις τῆς ἑταιρίας φορτωσάσης διὰ τὸ ἐξωτερικὸν σκωρίας ἀφορολογήτους, ἀπαιτήσας νὰ τὴν ἐμποδίσῃ καὶ τὴν ἐμπόδισεν, ἀλλὰ τῷ ἐγένοντο ἀνακοινώσεις. Καὶ ποῦ ἐστηρίζοντο αἱ διακοινώσεις ἐκεῖναι; εἰς τὴν ἔγγραφον ὁμολογίαν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ φύλακος τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, ὅστις ὡμολόγει ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίωσιν ἐπὶ τῶν γαιῶν τοῦ Λαυρίου. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς ὁμολογίας, οἱ ὑπήκοοί μου, ἔλεγεν ὁ Γάλλος καὶ ὁ Ἰταλὸς πρέσβυς, ἦλθαν αὐτοῦ καὶ ἔῤῥιψαν τὴν περιουσίαν των ἐγκατασταθέντες, πῶς θὰ τοὺς ἀποδιώξητε; Συνεπείᾳ τούτων ἀπεφασίσθη νὰ ἔλθῃ καὶ ἦλθεν ὁ νόμος ἐκεῖνος περὶ φορολογίας, εἰσήχθη καὶ ἐπέρασε καὶ ἔμεινεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα τὸ κυριαρχικὸν νὰ ἐπιβάλῃ φόρον, ὄχι καταστρέφοντα, ἀλλὰ φόρον ἀνάλογον, ὅστις ἠδύνατο χωρὶς νὰ καταστρέψῃ τὴν ἑταιρίαν ἐκείνην νὰ μὴ ζημιώσῃ ὅμως, ὅπως ἐζημίωσε, τὸ δημόσιον ταμεῖον. Τί ἄλλο παράπονον ἔχουν, κύριοι, κατὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ; Κἀνέν· μόνον λέγουν, ἀφῃρέσατε τὰς δαπάνας διὰ νὰ ἀποδείξητε ὅτι ἔχετε ἰσοζύγιον, δαπάνας παραγωγικάς, τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, τῶν πρεσβειῶν καὶ ἄλλων χρεῶν, ἀλλὰ περὶ τούτων εἰς τὰ καθέκαστα θὰ λάβωσιν ἀπάντησιν καὶ θὰ εὐχαριστηθῶσιν· ἐν γένει ὁ πίναξ τῶν ἐξόδων δὲν ὑπόσχεται ἔργα κοινωφελῆ, ἀλλ’ εἶναι τελειότερος τῶν πινάκων καὶ δὲν παρουσιάζει ἔλλειμμα. Ἀλλά, κύριοι, ἂς ἀφήσωμεν τὸν προϋπολογισμόν, καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ τρυφερὸν ζήτημα τῆς μομφῆς τῆς κυβερνήσεως, καὶ ἐξετάσωμεν ἂν τῷ ὄντι ἡ κυβέρνησις ᾖναι ἀξία ἀποδοκιμασίαν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ἂν ἀληθῶς πρέπει νὰ δικάσωμεν καὶ νὰ κατακρίνωμεν τοὺς διοικοῦντας τὸ Κράτος, διότι ὁ τελευταῖον ἀγορεύσας τίποτε ὀλιγώτερον δὲν σᾶς εἶπε. Σᾶς εἶπεν, ἡ κυβέρνησις αὕτη κατέστρεψε τοὺς θεσμούς, ἐταπείνωσε τὸ Κράτος, ἐπέβαλε τόσα βάρη εἰς τὸ ἔθνος, χίλια πράγματα, καὶ ἐπεκαλέσθη μὲ φωνὴν ἰσχυρὰν τὴν ἀντίληψιν τῆς Βουλῆς, τοῦ ἔθνους διὰ νὰ κρημνίσωμεν αὐτήν. Ἂς ἐξετάσωμεν τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ἔπραξεν ἡ κυβέρνησις. Πρώτη κατηγορία εἶναι ὅτι ἦλθεν ἀντισυνταγματικῶς εἰς τὴν κυβέρνησιν τοῦ Κράτους· δευτέρα, ὅτι διέλυσεν ἀντισυνταγματικῶς τὴν Βουλὴν τοῦ 1872, καὶ τρίτη, ὅτι διέκοψε τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς τοῦ 1873. Ἀνέγνωσα, κύριοι, τὸ Σύνταγμα· δὲν ἰσχυρίζομαι ὅτι ἐχρημάτισα δημοσιογράφος, πρόξενος καὶ διπλωμάτης. Τοιοῦτον τίτλον δὲν ἔχω, ὡς κέκτηται εὐτυχῶς ὁ κ. Μίλησης· ἀλλ’ ἔμαθα νὰ ἀναγινώσκω. Ἀναγινώσκων τὸ Σύνταγμα, δὲν εὗρον αὐτὴν τὴν διάκρισιν τοῦ κ. Μίληση· εὑρῆκα διάταξιν, καθ’ ἣν ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ τοὺς ὑπουργούς του, νὰ διαλύῃ τὴν Βουλὴν, ν’ ἀναβάλλῃ ἢ νὰ διακόπτῃ τὰς ἐργασίας αὐτῆς, ἡ δὲ τῶν δικαιωμάτων τούτων ἐνάσκησις δὲν ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, οὖσα ἀπόλυτος. Καὶ ἀληθῶς ἂν ὁ Βασιλεὺς ἔχῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο, διατί γίνεται αὐτὴ ἡ ἀμφισβήτησις; Ἐὰν δὲν ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ Βασιλεὺς, πάλιν ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία νὰ εἴπῃ, διατί ὁ κύριος Δεληγιώργης, ἔχων τὰ προσόντα τοῦ πολίτου Ἕλληνος καὶ ὢν ἀρχηγὸς πολιτικῆς μερίδος, δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ πρωθυπουργός; Τί λέγει ὁ κύριος Μίλησης; Εὑρίσκει συνταγματικὰ ἔθιμα. Εἰς ποίας Βουλάς; Ὅτε ἐψήφιζε τὸ Σύνταγμα αὐτὸ, εἶχεν αὐτὰς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἐξέφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου; Διατί δὲν τὰς ὑπεστήριζεν; Ἤθελε νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀνεξέλεγκτον τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐν τῇ ἐνασκήσει του; Διατί δὲν τὸ κατεχώρει εἰς τὸ Σύνταγμα, ἐνῷ αὐτὸς ἦτον ὁ συντάκτης τοῦ Συντάγματος;
§119ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ εὐθύνη εἰς τίνα ἀνήκει;
§120ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὸ δικαίωμα αὐτὸ δὲν ἀνήκει εἰς κἀνένα· ἡ εὐθύνη ζητεῖται ἐν τῇ διαχειρίσει.
§121ΜΙΛΗΣΗΣ. Καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου δὲν ἀνήκει εἰς κἀνένα;
§122ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἔχει ἢ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ἐξελέγχῃ ἑαυτήν; Ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον τινός; Τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς Βουλῆς τοιουτοτρόπως τὸ ἐξήγησεν ὁ κ. Μίλησης· ὁ ἔλεγχος αὐτοῦ δὲν ὑπόκειται εἰς οὐδένα παρὰ τὸν κ. Μίλησην· καὶ ὅμως, προκειμένου περὶ δικαιώματος τοῦ Βασιλέως ἐν τῇ ἐνασκήσει του, ζητεῖται ὁ ἔλεγχος· ὡσαύτως τὸ δικαίωμα μιᾶς ἐπαρχίας νὰ στέλλῃ ὁποῖον ἂν θέλῃ βουλευτὴν δὲν ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον οὐδενός· ἠμπορεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἀποπέμψῃ τὸν ἀποσταλέντα, ἀλλὰ δὲν ἔπεται ἐκ τούτου ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἐπαρχίας ὑπόκειται εἰς ἔλεγχον, διότι εἶναι δικαίωμά της, χορηγηθὲν ὑπὸ τῆς συνελεύσεως τοῦ ἔθνους διὰ τῆς διατάξεως ὅτι ἑκάστη ἐπαρχία δύναται νὰ στέλλῃ ὅποιον θέλει καὶ δὲν ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον οὐδενὸς, οὔτε εἰς τὰς ἐπιτιμήσεις οὐδενός· οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ κάμῃ ἐρώτησιν, διατί ἡ ἐπαρχία Παρνασσίδος νὰ στέλλῃ πάντοτε τὸν κύριον Κεχαγιᾶν, διότι δὲν ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον οὐδενὸς, ὅπως δὲν ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς ἡ ἐνάσκησις τῶν δικαιωμάτων περὶ διορισμοῦ ὑπουργῶν, διαλύσεως Βουλῆς κλπ.
§123ΜΙΛΗΣΗΣ. Μίαν ἐρώτησιν.
§124Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὑστερώτερα. Τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ τῶν ὑπουργῶν, ὡς καὶ τὸ δικαίωμα τῆς παύσεως ὑπουργῶν δὲν ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον οὐδενὸς ἐν τῇ ἐνασκήσει του. Ἐξακολουθῶ· ὁ κύριος Μίλησης ἄλλοτε ἔλεγε, τί κυβέρνησις εἶναι αὐτή; εἶναι προσωπικὴ κυβέρνησις. Δὲν ἠξεύρω τὶ ἐνοοῦσε μὲ τοῦτο· τὴν ἤθελε πραγματικήν; (γέλως). Δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐννοήσω τὶ ἐνοοῦσεν! ἐνοοῦσε κυβέρνησιν μὴ ὁμοταγῆ, μὴ κομματικήν; ἂς τὸ εἴπῃ.
§125ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐρωτήσατέ τον νὰ σᾶς δώσῃ τὸν ὁρισμόν.
§126Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὴν συμβουλὴν μοῦ τὴν δίδετε ὕστερον (ἱλαρότης). Δὲν ἐπίστευα, κύριοι, νὰ ἀκούσω μομφὰς περὶ σταθερότητος κλπ. προσώπων εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ μάλιστα παρὰ τοῦ κυρίου Μίληση· δὲν εἶναι ὑπόχρεως, κύριοι, τὶς νὰ καρφωθῇ εἰς ἕνα τόπον (ἱλαρότης), δύναται νὰ μεταβῇ ὅπου θέλῃ. Πέρυσιν ὁ κύριος Μίλησης εἶχεν ἄλλην ἰδέαν περὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου· 15 ἔτη, ἔλεγεν, ὅτι εἶχε λάθος νὰ ὑποστηρίζῃ κοινὰ ἔργα κοινοῦ πρωθυπουργοῦ, καὶ ἤλλαξε πολιτικήν· σήμερον ὑποστηρίζει ἄλλην· ἐγὼ πιστεύω ὅτι λέγει σήμερον τὴν ἀλήθειαν, καὶ δὲν πιστεύω ὅ,τι ἔλεγε τότε· ἂν τότε ἔκαμε λάθος, δὲν εἶναι καταδικασμένος νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὸ λάθος του. Ἀλλὰ κύριοι, τὰ πρόσωπα αὐτὰ εἶναι ἄγνωστα πρὸς ἄλληλα; ὁ κύριος Χρηστίδης, ὁ κύριος Δρόσος, ὁ κύριος Καλλιφρονᾶς, ὁ κύριος Γρίβας δὲν ἐξυπηρετοῦν ὑπὸ τὸν κύριον Δεληγιώργην ἀπὸ τοῦ 1865; Καὶ ὁ κύριος Κεχαγιᾶς πρὸ τοῦ 1864 ἦτο μὲ τὸν κ. Βούλγαρην, ἀλλὰ δὲν θὰ εἴπῃ τίς ποτε ὅτι δὲν ἀπετέλει ἑνότητα μὲ τὸ κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον βραδύτερον ἀνῆκεν· ὥστε δὲν καταλαμβάνω μὲ αὐτὰ τί ἄλλο λέγετε παρὰ τὸ δὲν σᾶς θέλομεν, νὰ φύγετε καὶ θέλομεν ἡμεῖς τὴν ἐξουσίαν (ἱλαρότης). Εἴπατε καθαρὰ, δὲν θέλομεν νὰ ὑπάρχῃ ὁ κύριος Δεληγιώργης μὲ τὸν κύριον Χρηστίδην, Δρόσον, Καλλιφρονᾶν καὶ λοιπούς, οἵτινες ἐγήρασαν ὑπηρετοῦντες τὸ Κράτος (ἱλαρότης). Ναὶ, εἴπατε ὅτι θέλετε σεῖς νὰ διοικῆτε τὸ Κράτος, ὅτι ὁ ἀγὼν γίνεται διὰ τοὺς ἑπτὰ ἄρτους (ἱλαρότης). Ἀλλ’ ἑπτὰ ἄρτοι δὲν ἠμποροῦν νὰ πληρώσουν εἰμὴ ἑπτὰ κενὰς γαστέρας! Δὲν εἶναι λοιπὸν ὀρθὴ ἡ κατηγορία ὅτι ὁ κύριος Δεληγεώργης ἦλθεν ἀντισυνταγματικῶς εἰς τὴν ἐξουσίαν· διότι τί ἔπρεπε νὰ γείνῃ; παρῃτήθη ἡ κυβέρνησις τῆς πλειονοψηφίας, ἡ μειονοψηφία ἔπρεπε ν’ ἀρνηθῇ νὰ διοικήσῃ; Καὶ κατὰ τὸ 1871 ἐσυζητήσαμεν αὐτὴν τὴν θεωρίαν, ἂν ὁ ἡγεμὼν δύναται νὰ καλῇ ἀπὸ τὴν μειονοψηφίαν εἰς τὴν κυβέρνησιν, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, καὶ μόνον οἱ ἀδαεῖς τῶν συνταγματικῶν ἐθίμων ἀπεδείχθη ὅτι ἠδυνήθησαν νὰ ἀρνηθῶσι τὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως τῆς μελετηθείσης τότε ὑπὸ τοῦ κ. Δεληγιώργη (θόρυβος). Ἀπεδείχθη τότε ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ ἡγεμὼν καὶ ἡ κυβέρνησις νὰ εἴπῃ τὸν λόγον τῆς διαλύσεως, διότι ratio legis οὔτε εἰς τοὺς νόμους δὲν περιέχεται· ἄλλως, ἂς τὸ ἔγραφον εἰς τὸ Σύνταγμα (θόρυβος). Ἐγὼ λέγων ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως ἐν τῇ ἐνασκήσει του δὲν ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, ἐπικαλοῦμαι καὶ τὰς ἀγορεύσεις τοῦ κ. Ζαΐμη καὶ τοῦ μακαρίτου Πετσάλη, αἵτινες ἔγειναν εἰς τὰ 1868 καὶ 1869, καὶ τὴν γνώμην τοῦ κ. Κουμουνδούρου. Ὑποστηρίζων δὲ ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς δὲν ὑπόκειται εἰς οὐδένα ἔλεγχον, ἰσχυρίζομαι ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις ἂν ὁ βασιλεὺς ἔχῃ ἢ οὐ τὸ δικαίωμα αὐτὸ, ἐπικαλούμενος καὶ προηγούμενα.
§127ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι ὁ βασιλεὺς, τὸ ὑπουργεῖον.
§128Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ σᾶς εἶπον ὅτι τὸ Σύνταγμα αὐτὴν τὴν διάταξιν ἔχει.
§129ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι ὁ βασιλεὺς εἶναι ἀνεύθυνος, καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην πρᾶξιν εἶναι ὑπεύθυνος ὁ ὑπουργός.
§130Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ εἴπατέ μοι αὐτό.
§131Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν θὰ σᾶς εἴπω τίποτε.
§132Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Διάταγμα διαλύσεως ἄνευ τῆς ὑπογραφῆς τῶν ὑπουργῶν δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ; (θόρυβος).
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριοι.
§134Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Μᾶς προκαλεῖ.
§135Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἀπαντῶ εἰς κᾀνένα. Ἀπαντῶ εἰς τὴν Βουλήν· ἐγὼ δὲν διέκοψα κᾀνένα.
§136ΤΙΝΕΣ. Πάντοτε διακόπτεις.
§137Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι πάντοτε.
§138ΠΕΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πάντοτε διακόπτεις.
§139Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐσᾶς ποτέ. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ καὶ τῆς παύσεως τῆς κυβερνήσεως, τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς κλπ. δὲν ὑπόκεινται εἰς ἔλεγχον ἐν τῇ ἐνασκήσει των, κατὰ μείζονα δὲ λόγον δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἀντικείμενον συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ ἂν καλῶς ἢ κακῶς διελύθη ἡ Βουλὴ, διότι αὐτὸ δὲν δύναται νὰ τὸ εἴπῃ ἡ Βουλὴ, ἀλλὰ τὸ ἔθνος.
§140ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ πῶς ἀποφαίνεται τὸ ἔθνος;
§141Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, εὑρετέ το σεῖς· διότι ἐὰν ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ συζητῇ τὰ δικαιώματα τοῦ ἡγεμόνος, ἐπιτρέπεται τὸ αὐτὸ νὰ πράττῃ καὶ ὁ ἡγεμὼν, καὶ τότε ἐπέρχεται τὸ χάος, τὸ ὁποῖον φοβοῦνται. Ἀλλὰ, λέγουν, διατί νὰ μὴ διαλυθῇ ἀμέσως ἡ Βουλή; Δὲν εἶναι κᾀμμία διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι νὰ λέγῃ ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀρνηθῆ τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ ὑπουργεῖον νὰ διαλύεται ἀμέσως. Ὅτε ἐκλήθη εἰς τὴν κυβέρνησιν ὁ κ. Δεληγεώργης, δὲν ἐξητάσθη ἐὰν εἶχε μεγάλην ἢ μικρὰν φάλαγγα ἐν τῇ Βουλῇ, μ’ ὅλον ὅτι ἠκούσατε ὅτι ὁ κ. Ζαΐμης εἶπεν ὅτι αὐτὸς μὲ 4 εἶχε καταντήσει, οἱ ἄλλοι φίλοι του ἔγειναν θύματα· ὅτε ἦλθε, λέγω, ὁ κ. Δεληγεώργης εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἡ Βουλὴ δὲν ἦτον ὁλόκληρος παροῦσα, ἦσαν μόνον ἑκατὸν τόσοι Βουλευταί· εὑρῆκε τὸν προϋπολογισμὸν ἐκκρεμῆ, τὸν ὁποῖον ἡ παρελθοῦσα κυβέρνησις εἶχε συντάξει καὶ ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλήν· ἔπρεπε νὰ τὴν διαλύσῃ ἀμέσως; Καὶ ἀφοῦ δὲν τὴν διέλυσεν ἀμέσως, ἔπρεπε νὰ μὴ τὴν διαλύσῃ οὔτε ὕστερον; Αὕτη ἐψήφισε τὸν προϋπολογισμὸν τόσον ταχέως καὶ ἀσυζητητὶ, ὥστε αὐτὴ ἡ ἰδία ἔδειξεν ὅτι δὲν πολιτεύεται ὅπως πρέπει νὰ πολιτεύεται μία ὀρθοφρονοῦσα Βουλὴ, ψηφίζουσα ἄνευ συζητήσεως. Διατί νὰ μὴ κάμῃ χρῆσιν τῆς διαλύσεως, ἠρώτησεν ὁ κ. Μίλησης, ἀφοῦ ἐγίνωσκεν ὅτι δὲν εἶχε τὴν ἐμπιστοσύνην, ἀμέσως; Ἔπρεπε νὰ ἀφήσῃ νὰ διοικηθῇ τὸ Κράτος ἄνευ προϋπολογισμοῦ; Ἀλλὰ τότε θὰ ἐλέγετε διατί νὰ τὴν διαλύσῃ; Ἀφοῦ εἶχε παροῦσαν τὴν Βουλὴν, ἀφοῦ ὁ προϋπολογισμὸς δὲν εἶχε συζητηθῆ, διατί νὰ τὴν διαλύσῃ; Τότε θὰ εἴχετε σπουδαῖον καὶ φοβερὸν λόγον νὰ κατακρίνετε τὴν κυβέρνησιν· ἐδῶ θὰ ἐσυμφώνουν καὶ ἐγὼ μαζῆ σας. Λοιπὸν καλῶς ἔπραξεν ὁ κ. Δεληγεώργης μὴ διαλύσας ἀμέσως τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ διατί νὰ λήξῃ τὴν σύνοδον; Ὁ λόγος οὗτος εἶναι σπουδαῖος, διότι δὲν ἔληξεν αὕτη προώρως (θόρυβος). Ἔρχεται μία νέα κυβέρνησις, μὴ ἔχουσα πλειονοψηφίαν, δὲν πρέπει ἀμέσως νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν· ἄλλως, ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν συλλογίζεσθε ὅτι ἔπρεπε προηγουμένως νὰ καθαρίσῃ τὸ ἔδαφος ἀπὸ τοὺς φυγοδίκους; (θόρυβος). Ἔπρεπε, κύριοι, νὰ μελετήσῃ σπουδαῖα ζητήματα, τὰ ὁποῖα εὗρεν ἐκκρεμῆ καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύναντο νὰ περατωθῶσιν ἐντὸς τοῦ Ἰουλίου καὶ τοῦ Αὐγούστου· ὤφειλε προηγουμένως νὰ παραλάβῃ τὴν διοίκησιν ἀπὸ τῆς προκατόχου διοικήσεως. Τόσοι ὑπῆρξαν οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ κυβέρνησις δὲν ἔπραξεν ἔγκλημα μὴ διαλύσασα ἀμέσως τὴν Βουλήν. Λοιπὸν ποῦ θὰ στηριχθῇ ἡ κατηγορία αὕτη; Διέλυσε τὴν Βουλὴν, κύριοι, λέγουσιν ἄνευ λόγου ὡρισμένου· ποῖος, λέγουσιν, ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον τὴν διέλυσαν; Ἀλλ’ εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ ἡγεμὼν καὶ ἡ κυβέρνησις νὰ εἴπῃ ὡρισμένον λόγον διαλύσεως; Ἡ κυβέρνησις εἶπεν ἕνα· ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι αὐτὸς καὶ μόνος ὑπῆρξε, καὶ αὐτὸς καὶ μόνος δύναται νὰ ὑπάρξῃ; ἠμποροῦσε νὰ ὑπάρξουν καὶ ἄλλοι, τοὺς ὁποίους σᾶς εἶπον (θόρυβος). Ἀλλὰ καὶ ἂν ἦτον ὑποχρεωμένη καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἀποχρώντως τὴν ἐδικαιολόγησε, καὶ κἀνεὶς δὲν εἶπε τίποτε. Διεξήγαγε τὰς ἐκλογὰς, εὑρέθη κἀνεὶς νὰ εἴπῃ ὅτι κατ’ αὐτὰς παρεβιάσθησαν οἱ νόμοι, ἐξαιρέσει δύω ἐκλογῶν ἀκυρωθεισῶν ὁμοψήφως ἀπὸ τῆς Βουλῆς......
§142ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι σεῖς, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ τοὺς ἀπεμάκρυνε τοὺς παρανόμως ἐκλεχθέντας.
§143ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Σεῖς ἠγωνίσθητε ὡς φίλος τῆς Κυβερνήσεως μαζῆ μὲ τὸν Τζαμάλαν καὶ δὲν πρέπει νὰ παραπονῆσθε κατὰ τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως.
§144ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἤμουν μαζῆ, ἀλλ’ ἦλθεν ἐκεῖνος μαζῆ μου.
§145ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Πῶς τὸν ἐδέχθης; Ἐσὺ ἤσουν ὑπουργικὸς τότε καὶ διὰ τοῦτο συνέπραξας.
§146ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν ἤμουν τότε ὑπουργικός.
§147ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ αὐτὸ γνωρίζω.
§148ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰς τὰ 1868 ἤμην ὑπουργικός;
§149ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καὶ εἰς τὰ 1862 καὶ εἰς τὰ 1865 καὶ πάντοτε ἤσουν εἰς τὰς ἐκλογὰς ὑπουργικός.
§150ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰς τὰ 1868 εἶχον ἀντιπολιτευόμενον τὸν κ. Παπαχρῆστον.
§151ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Κεχαγιᾶ, δὲν θὰ σὲ ἀφήσωμεν ποτὲ νὰ ὁμιλήσῃς. — Ἡ διάλυσις, ἥτις ἐγένετο τῆς Βουλῆς τοῦ 1872, ὑπὸ σύμπαντος τοῦ ἔθνους ἐθεωρήθη ὡς δικαία, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ὁ κ. Κεχαγιᾶς εἶπεν ὅτι συμψηφίζει τὴν πρᾶξιν ταύτην καὶ δὲν ἐπιμένει κατηγορῶν, διότι καὶ ἄλλοι διέλυσαν, καὶ συμψηφίζει ταύτην πρὸς ἄλλας διαλύσεις. Λοιπὸν διατί μὲ διακόπτεις, ἀφοῦ εἶσαι σύμφωνος; Ἐνηργήθησαν αἱ ἐκλογαὶ, καὶ ὅλοι ὡμολόγησαν ὅτι αἱ ἐκλογαὶ διεξήχθησαν μετὰ πάσης τάξεως, ἡσυχίας καὶ νομιμότητος· ἦλθεν ἡ Βουλὴ καὶ ἤρξατο τὰς ἐξελέγξεις, ὄχι πλέον ὡς πολιτικὸν σῶμα, ἀλλ’ ὡς δικαστικόν· μᾶς λέγουν εἰς τοῦτο, διατί νὰ ψηφίσουν οἱ ὑπουργοί; Σᾶς λέγομεν, διότι οἱ ὑπουργοὶ εἶναι καὶ βουλευταί· δὲν ἠμπορεῖ κἀνεὶς νὰ τοὺς ἀρνηθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο· ψηφοφορήσαντες οἱ ὑπουργοί, ἐνήργησαν ἀφατριάστως, καὶ τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Γόρτυνος τὴν ἐψηφίσαμεν ἅπαντες ὁμοφώνως. Ἔρχονται περιπλέον καὶ μᾶς λέγουν, ὅτι διαρκουσῶν τῶν ἐκλογῶν ἔχασεν ἡ Κυβέρνησις τὴν πλειονοψηφίαν καὶ ὅμως δὲν παρητήθη· θέλετε νὰ καταστήσετε πολιτικὸν ζήτημα τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν; Εἶναι πρᾶξις ἀποδοκιμασίας ἀκύρωσίς τις καὶ ἐπικύρωσις ἐκλογῆς ἐναντίον τῆς γνώμης τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, πρὶν ἢ καταρτισθῇ ἡ Βουλή; Ποῖον ἔδωκε λόγον τῆς λειτουργίας ἡ Κυβέρνησις; Ὑποστηρίζετε σπουδαίως τοῦτο;
§152ΤΙΝΕΣ. Τίς τὸ εἶπε;
§153ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὸ εἶπεν ὁ κ. Μίλησης.
§154ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸ εἶπον ἐγώ!
§155ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὅλοι τὸ ἐπανελάβετε.
§156Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὸ ὑποστηρίζω ἐγὼ, διότι τὸ ὑπουργεῖον, πρὶν καταρτισθῇ ἡ Βουλή, διέκοψε τὰς συνεδριάσεις.
§157ΖΑΪΜΗΣ. Ὑπάρχει διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἥτις νὰ λέγῃ ὅτι τὸ ὑπουργεῖον διὰ νὰ μείνῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν πρέπει νὰ διακόπτῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς; Εἶναι σύμφωνον μὲ τὰς ἀρχὰς τῆς νέας σχολῆς;
§158ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀλλὰ ὑπάρχει κἀνεὶς ὅστις δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι κατὰ τὰς ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν διακρίνεται νομίμως ἡ πλειονοψηφία; Νομίζω, ὅτι ἡ ἐπιῤῥοὴ τῆς πλειονοψηφίας ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι ἄμεσος, ἀλλ’ ἔμμεσος· δὲν ὑπάρχει ῥητὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος ὅτι, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ πλειονοψηφία, ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ σταθῇ, ἀλλ’ ὑπάρχει ἡ ἄλλη διάταξις ὅτι, ἐπειδὴ ἔχει ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων — διότι ἡ εἴσπραξις ἄλλως ἀπαγορεύεται — ἐὰν δὲν ψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς, δὲν δύναται οὔτε μίαν ἡμέραν νὰ ζήσῃ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἄλλος περιορισμὸς, καὶ ὅταν μοὶ τὸ εἴπετε μὴ ἀμφιβάλλετε ὅτι θὰ σᾶς πιστεύσω. Τώρα κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν σας, διαρκουσῶν τῶν ἐξελέγξεων, δὲν εἶχε σχηματισθῇ οὔτε πλειονοψηφία, οὔτε μειονοψηφία, διότι σπουδαῖον ζήτημα δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐὰν κατὰ τὰς ἐξελέγξεις ἐῤῥέθησάν τινα κατὰ τῆς πολιτικῆς, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ πολιτικὸν ζήτημα. Λοιπὸν μέχρι τὴν σήμερον δὲν ἐπαρουσιάσθη κἀμμία ἔνδειξις ὅτι ἀπώλεσε τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς ἡ Κυβέρνησις καὶ ὅμως δὲν παρῃτήθη. Τὸ ἐναντίον πόθεν προκύπτει; Εἶναι γνώμη σας αὐθαίρετος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔζησεν ἄνευ πλειοψηφίας.
§159ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἡ ἡμερησία διάταξις ἦτον ἡ ἐκλογὴ τοῦ προέδρου.
§160Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι, μὴ οὔσης Βουλῆς κατηρτισμένης, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταδειχθῇ ἡ πλειοψηφία· ἐπρόκειτο εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ προέδρου νὰ καταδειχθῇ. Ἀλλὰ δυνάμει Βασιλ. διατάγματος διέκοψε τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἕνεκα τῶν ἐπικειμένων ἑορτῶν τοῦ Πάσχα· ὅτι εἴχατε τὴν πλειονοψηφίαν τότε, εἶναι γνώμη σας. Ἡ Κυβέρνησις διέκοψε τὰς ἐργασίας· εἶχε λόγον. Σᾶς εἶπεν ἕνα, ἐνδέχεται νὰ ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι. Τί ἠθέλατε, κύριοι, κερδήσει κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ προέδρου τότε; Τίποτε. Σᾶς λέγω ὅμως ὅτι καὶ τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῆς διακοπῆς εἶναι ἀπόλυτον ἐν τῇ ἐνασκήσει του· δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε ὅτι ἀρνεῖσθε τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὸν ἡγεμόνα, διότι ῥητῶς τὸ Σύνταγμα τὸ ἐπέτρεψε. Λοιπὸν κἀνὲν δικαίωμα δὲν ἔχετε νὰ φιλονεικήσητε τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ τὴν ἐνάσκησιν· ὑπάρχει διάταξίς τις ἐν τῷ Συντάγματι πότε πρέπει νὰ γίνεται χρῆσις αὐτοῦ καὶ πότε δὲν πρέπει νὰ γίνεται πρὸ τῆς ἐκλογῆς τοῦ προέδρου; Τὸ Σύνταγμα ἀναγνωρίζει εἰς τὸν Βασιλέα τὸ δικαίωμα νὰ ἀναβάλλῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὴν γνώμην σας, ἐγένετο ἡ ἐνάσκησις πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸς ἐπίτευξιν πλειονοψηφίας. Σεῖς τό λέγετε· ἀλλὰ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὸ εἴπητε σπουδαίως, διότι τὸ Σύνταγμα ἀπολύτως, ἄνευ ὅρου τινὸς ἐχορήγησε τῷ Βασιλεῖ τὰ δικαιώματα αὐτοῦ. Λοιπὸν οὔτε ἐκ τῆς διακοπῆς τῆς Βουλῆς δύνασθε νὰ πορισθῆτε ἐπιχείρημα ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ, παρεμποδίσασα τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, περιεφρόνησεν αὐτὴν, καὶ ἑπομένως ἦτον ἀναξία νὰ κυβερνᾷ τὸ Κράτος. Ἀλλὰ πῶς ἐπολιτεύθη, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις; (θόρυβος). Δὲν ἔχω, κύριοι, σᾶς εἶπον, τὴν πολιτικὴν πεῖραν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, οὔτε τὰς Συνταγματικὰς γνώσεις του· ἠμπορῶ νὰ καταλάβω ὅμως ποῖον εἶναι ὀρθὸν καὶ ποῖον εἶναι ἐσφαλμένον· δύναμαι νὰ ἐκφράσω ἂν ἡ οἰκοδομὴ αὕτη ᾖναι ἢ οὐ στερεά, χωρὶς νὰ ᾖμαι ἀρχιτέκτων. Ὅλα τὰ ἔργα τοῦ κ. Κεχαγιᾶ εἶναι καταστρεπτικά. Ὁ νόμος τῶν σκωριῶν εἶναι ὁ χειρότερος, αἱ κατ’ αὐτοῦ ἀραὶ θὰ τὸν ἀκολουθήσωσι πέραν τοῦ τάφου, διότι κατέστρεψε τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους διὰ τοῦ νόμου τούτου.
§161ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀντὶ 30, ἐπροτείνατε 32.
§162Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τώρα ἀποδεικνύεις ὅτι δὲν ἠξεύρεις ἀριθμητικήν. Τὰ ἐθνικὰ ἐπρόκειτο καθ’ ἡμᾶς νὰ πληρόνωσι 32 δι’ ἐπικαρπίαν καὶ 16 δι’ ἔγγειον φόρον.
§163ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τί διαφορὰ ὑπάρχει; 16 καὶ 16 γίνονται 32.
§164Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Κεχαγιᾶ, ἐπρότειναν 16 τοῖς 100 ἐπὶ τῶν ἰδιωτικῶν καὶ 32 ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν, καὶ σεῖς ἐλέγατε 10% ἐπὶ τῶν ἰδιωτικῶν καὶ 20 ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν.
§165ΚΕΧΑΓΙΑΣ. 30 λαμβάνουν τώρα. Κύριε Χρηστίδη, πόσα λαμβάνετε, δὲν λαμβάνετε 30%; Διατί δυσκολεύεσθε νὰ ἀπαντήσητε; (Ἰλαρότης).
§166Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. 30% ἐπὶ ἰδιωτικῶν καὶ ἐθνικῶν (θόρυβος). Ἂς ᾖναι, καθ’ ἡμᾶς ἔπρεπε νὰ λαμβάνῃ 40%· ὁ νόμος εἶναι στάμπα, μὴ φωνάζετε, τὸ ἠξεύρω ὅτι σᾶς ἐνοχλεῖ ὅταν λέγῃ τις τὴν ἀλήθειαν. Μάτην λοιπὸν ἔκαμε τὸν ἔπαινον, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ὁ κ. Κεχαγιᾶς τοῦ ἑαυτοῦ του· ἀλλὰ τὸν ἔπαινον αὐτὸν διατί τὸν ἔκαμε; διὰ νὰ κατηγορήσῃ τοὺς ἄλλους. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν Τραπεζῶν ὁ κ. Κεχαγιᾶς ποίαν γνώμην ἔφερεν; ἠρνήθη ψῆφον (ἱλαρότης).
§167ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐζήτησα τὸν χωρισμόν.
§168Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Διατί; διὰ νὰ ὑπερασπισθῇς τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης ὡς μέτοχος. Ἄλλην γνώμην ἔχει ὁ κ. Κεχαγιᾶς ὡς πολιτευόμενος, ἄλλην ὡς ὑποδιοικητὴς, κλπ. (ἱλαρότης) καὶ ὕστερον ἀρνεῖται ψῆφον.
§169ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐὰν ἐψήφιζον, θὰ μοὶ ἐλέγατε ὅτι εἶμαι ὑποδιοικητὴς, δὲν ἔπρεπε νὰ ψηφίσω· ἠρνήθην ψῆφον, μοὶ λέγετε διατί νὰ ἀρνηθῶ.
§170Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν θέλετε, λέγει, τὴν «Κτηματικὴν Τράπεζαν»· καὶ ποῦ τὸ ἠξεύρετε; Δὲν εἰσήχθη αὕτη εἰς τὴν Βουλήν; Δὲν τὴν ἐπεξειργάσθη ἡ ἐπιτροπή; Ἀληθῶς δὲν ὑπεβάλαμεν εἰσέτι τὴν ἔκθεσιν. Ἀλλά, λέγει, ἐγὼ ἐζήτησα τὴν συζήτησιν ταύτης πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ δὲν τὴν ἐδέχθητε. Ἀλλὰ διατί τὸ ἐκάματε; διότι θέλετε νὰ περάσετε τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ νὰ λήξητε τὴν σύνοδον. Εἶμαι προφήτης, εἶπε, καὶ τὸ ἐκατάλαβα. Πῶς τὸ κατορθόνετε νὰ κολυμβᾶτε εἰς τὰ μυαλὰ τῶν ἄλλων;
§171Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι πολὺ νερουλὰ (γέλως).
§172Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι νερουλά. Ὑποστηρίζουν, λέγει, ὅτι θὰ διαλυθῇ ἡ Βουλὴ διὰ νὰ μηδενίσωσι τὸ ἀντιπροσωπικὸν σύστημα. Λέγω ὅτι εἶναι ἀνυπόστατοι αἱ κατηγορίαι αὗται. Κύριοι, τοιουτοτρόπως ἔρχεσθε νὰ διατυπώσετε πολιτικὸν ζήτημα καὶ νὰ πολεμήσητε τὴν κυβέρνησιν, ὑποσχομένην νὰ συζητήσῃ ὅλα τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ἔργα; Δὲν ἔχω σκοπὸν, κύριοι, νὰ ἐπαινέσω τὸν ἔντιμον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διανύσαντα τὸν πολυτιμότερον χρόνον τοῦ βίου του ἐν τῷ τόπῳ αὐτῷ, ἐὰν εἴπω ὅτι ὑπῆρξεν ὁ πατὴρ τῆς ἠθικῆς καὶ πολιτικῆς ἀναπλάσεως πάντων τῶν μεταγενεστέρων. Ὑπάλληλοί του ἦσαν οἱ πλεῖστοι, οἵτινες ἀνῆλθον αὐτὰς τὰς βαθμίδας καὶ θαυμασταί του ὡς ῥήτορος τῆς γερουσίας καὶ ὡς ὑπουργοῦ. Καὶ μήπως ὁ κ. Χρηστίδης ἐπειδὴ ἔχει καὶ ἀντιθέτους γνώμας, δι’ αὐτὸ σφάλλει; Καὶ ἄλλοι πολλοὶ σοφώτεροι ἔχουσιν ἀντίθετα συστήματα, ἀλλὰ δὲν ἦλθεν ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ εἴπῃ ὅτι ποτὲ δὲν ἔκαμον τίποτε, ἀδίκως διανύσαντες τὸν βίον των. Τινὲς τὸ λέγουν ῥητῶς, ἄλλοι ἐμμέσως ὅτι θέλουν νὰ γείνωσιν ὑπουργοί. Καὶ οἱ λέγοντες τοῦτο τί ἐννοοῦν; πρέπει νὰ ἔλθουν εἰς τὴν ἐξουσίαν ἀφεύκτως. Καὶ ἀληθῶς ὑπάρχουν μερικοὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἄλλην ἰδέαν παρὰ νὰ ᾖναι εἰς τὴν ἐξουσίαν, λησμονοῦντες ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ γείνῃ πᾶς τις ὑπουργὸς· ἀλλὰ δύσκολον εἶναι νὰ ᾖναι καλὸς ὑπουργός· καὶ ἂν πρόκειται νὰ ἔλθῃ τις ὑπουργὸς διὰ νὰ ᾖναι ὑπουργὸς, προτιμότερον εἶναι κατὰ τὴν γνώμην Ἄγγλου τινὸς νὰ ᾖναι ταριχοπώλης. Τί ὠφελοῦν, κύριοι, αἱ κατακρίσεις καὶ αἱ ἐπικρίσεις ἀφηρημένως; Δὲν ἔχετε λοιπὸν λόγον οὐσιώδη καὶ ὡς πρὸς τὰς πράξεις τῆς κυβερνήσεως, διότι ὅσα ἔφερε τὸ παρὸν ὑπουργεῖον εἰς συζήτησιν εἶναι τελειότερα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐπράξατε σεῖς, διότι τὰ σημερινὰ δὲν εἶναι φόροι ἐπιβαρύνοντες τὸν ἑλληνικὸν λαὸν, ὅστις ἀκόμη αἰσθάνεται τὰ ἀποτελέσματα (θόρυβος). Ἐπισπεύδετε, λέγουν, τὴν λῆξιν τῆς συνόδου· ἀλλὰ τί ἐπράξατε σεῖς, κύριοι, εἰς τὰ 1867; Πότε διαλύσατε τὴν σύνοδον τὴν δευτέραν; Πόσον καιρὸν διήνυσεν αὕτη; δὲν διήνυσε περισσότερον ἀπὸ τέσσαρας μῆνας· καὶ ἂν ἀφαιρέσητε τὰς ἡμέρας τῶν Χριστουγέννων καὶ τὴν πρωτοχρονιάν, θὰ ἴδετε ὅτι δὲν εἰργάσθη περισσότερον ἀπὸ τρεῖς μῆνας.
§173ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀφήσαμεν κἀνὲν ἐκκρεμές;
§174Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Πολλὰ ἔμειναν.
§175ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν εἴχαμεν ἐξέλεγξιν ἐκλογῶν.
§176Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι εἴχατε πολὺν χρόνον, ἀλλὰ δὲν εἴχατε τὴν θέλησιν. Εἰς τὰ 1869 ἔληξεν ἡ σύνοδος πρὶν περαιωθῶσι τὰ ἔργα τὰ ἐπαγγελθέντα ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως. Τί προσθέτει περιπλέον ὁ κ. Κεχαγιᾶς; ποτὲ δὲν ἐμείναμεν, λέγει, ἐν τῇ ἐξουσίᾳ παρὰ τὴν θέλησιν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι, ὅτε ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον περὶ φαλαγγιτῶν, εἴχατε ἀλλοίαν γνώμην τῆς τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· ἡ γνώμη σας περιεφρονήθη ἀπὸ τὸ Κοινοβούλιον· σὺ εἶχες ὑπογράψει τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε καὶ ἄλλας διατάξεις οὐσιώδεις· τροποποιηθέντος τούτου, ἐθύμωσες, ἀνεχώρησες καὶ κατόπιν ἐδήλωσες ὅτι παρῃτήθης, ἀλλὰ κατόπιν ἦλθες ὀπίσω (ἱλαρότης).
§177ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πῶς ἦλθον δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ εἴπω, ἀλλὰ παρῃτήθην· ἀλλ’ ἐγὼ τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τῶν σκωριῶν δὲν ἤμην ἐδῶ.
§178ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ ἠξεύρω ὅτι παρῃτήθης εἰς τὰ 1867· τόσον χειρότερον διὰ σᾶς, ἀφοῦ ἡττήθητε καὶ τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἤλθατε ὑπουργός. Τότε δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ κατακρίνετε ἄλλους, οἵτινες οὐδέποτε ἡττήθησαν. Εἰς ποῖον, κύριοι, ζήτημα ἀπώλεσεν ἡ κυβέρνησις τὴν πλειονοψηφίαν; Εἰς τὸ ζήτημα τοῦ προέδρου, τὸ ὁποῖον ἐκηρύχθη πολιτικόν, ἡττήθη ἡ Κυβέρνησις; καὶ μὴ ἡττηθείσης τῆς κυβερνήσεως, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν ὑπὲρ αὐτῆς, τί ὑπέδειξαν, κύριοι; ὅτι κάλλιστα καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους διελύθη ἡ Βουλὴ καὶ ἄριστα ἐγένετο ἡ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἔρχεσθε σήμερον καὶ τί τοὺς λέγετε; νὰ ψηφίσετε ὅτι καλῶς δὲν διελύθη ἡ Βουλή. Δὲν ὑπάρχουν λόγοι, ὅτι ἡ κυβέρνησις κάκιστα διέκοψε τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς καὶ κάκιστα διῴκησε τὸ Κράτος. Ἐπιμένει ὁ κ. Μαυρομιχάλης ὅτι ἀπεκλείσθη καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος διὰ τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ στρατοῦ. Κύριοι, δὲν εἶναι ἀποδεδειγμένον τοῦτο, διότι ἠκυρώθη ἡ ἐκλογή· ὡς αἰτιολογία εἶναι, ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἄκυρος, διότι μερικὰ γεγονότα ἐπέδρασαν ἐπὶ τὴν ἐλευθέραν θέλησιν, ἀπόκειται δὲ εἰς τὴν συνείδησιν ἑκάστου ἡ ἐκτίμησις τούτων. Ἡ ἐκλογὴ ἠκυρώθη, ἀλλὰ λόγος δὲν εἶναι ἡ ἐπέμβασις τῆς ἐξουσίας· ἄλλως τε, δὲν καταλαμβάνω, ὁ κ. Μαυρομιχάλης, ὁ φίλος μου, πῶς δύναται νὰ πιστεύσῃ τοῦτο, ὅτι ἔγειναν ἐπεμβάσεις, ἀφοῦ ἐνεργοῦνται ἀνακρίσεις ἐπὶ τούτου· ἄλλως τε, φρονεῖ ὅτι αἱ λεγόμεναι ἐπεμβάσεις ἐν Μεσσήνῃ εἰσὶ σκαιότεραι τῶν ἐπεμβάσεων ἐκείνων, καθ’ ἃς εἷς νομάρχης ἐξ Ἄργους ἐπὶ ζώου καθεζόμενος ἀπεπέμφθη εἰς Ναύπλιον; Δὲν τὸ πιστεύω αὐτὸ τὸ πρᾶγμα.
§179ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὰ 1862.
§180Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μάλιστα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀρθὸν, πράγματα παρελθόντα, τὰ ὁποῖα εἶναι δεδικαιωμένα καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ κοινὴ συνείδησις ἔφερε τὴν ἀπόφασίν της, νὰ ἔρχωνται εἰς νέαν συζήτησιν· διὰ τοῦτο οὔτε διὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1872 δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ κάμω λόγον· ὅ,τι ἐγένετο τότε, ἀγένητον οὐκ ἔσται· ἂν ἐγένοντο ἐπεμβάσεις, ἡ ἐπιτίμησις τούτων ἀπόκειται ἤδη εἰς τὰ δικαστήρια· ἂν ἔκαμεν ἐπεμβάσεις καὶ ἡ κυβέρνησις ἐκείνη, τὰ εἴπαμεν ἄλλοτε (ψιθυρισμός). Δὲν βλέπω, κύριοι, ἀποχρώσας τὰς αἰτιάσεις, δι’ ἃς ζητεῖτε τὴν κεφαλὴν τῆς κυβερνήσεως. Μᾶς ἐπαναλαμβάνουσιν ὅμως, ἀγνοεῖτε πῶς ἐπολιτεύθη ἡ παροῦσα κυβέρνησις; ἔφερε τὸ χάος τῆς καταστροφῆς εἰς τὸν τόπον, μετέβαλλε τὴν ὡραίαν Ἑλλάδα ἐν Ἀθήναις εἰς χαβιαρόχανον διὰ τῆς λεγομένης τοῦ λαυριωτικοῦ ζητήματος λύσεως. Ἡ γνώμη μου ἂν ἠκούετο, εἶπεν ὁ κ. Μίλησης, κατὰ τὸ ἔτος 1871, θὰ ἐσῴζετο τὸ Κράτος, ζήτημα Λαυρίου δὲν ἐγεννᾶτο, διότι τὰ δικαστήρια ἤθελον ἐπιληφθῆ. Δὲν πρέπει, κύριοι, νὰ λησμονῶμεν τὰ λαβόντα χώραν κατὰ τὰς συζητήσεις τοῦ 1871 καὶ μετέπειτα· πρέπει νὰ ἐκθέσωμεν τὰ πράγματα ὅπως ἔτρεξαν καὶ ἔπειτα νὰ κρίνωμεν. Ὅλοι γνωρίζετε, κύριοι, πῶς ἐγεννήθη τὸ λαυριωτικὸν ζήτημα, ποῖοι ἦσαν ἐκεῖνοι οἵτινες κατὰ πρῶτον ἔδωκαν γνώμην ὅτι αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσιν εἰς τὸν κύριον τοῦ ἐδάφους. Ὁ Σερπιέρης ἦτο κύριος μεταλλείων περιελθόντων αὐτῷ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1861 δυνάμει τῆς παραχωρήσεως τοῦ 1868, 16,000 στρεμμάτων· εἶχεν ἀνακαλύψει τὰς σκωρίας τὰς παραχωρηθείσας αὐτῷ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1867· ἀνεκάλυψεν ὁμοίως ἐσχάτως καὶ τὰς ἐκβολάδας, τὰς ὁποίας δύστηκτα χώματα ἀπεκάλει. Τὸ ὑπουργεῖον ἠμφισβήτει ἂν ἀνήκουν εἰς τὸν Σερπιέρην αἱ ἐκβολάδες καὶ γνώμην εἶχε κατ’ ἀρχὰς θετικὴν κατὰ Σερπιέρη, ἀλλ’ ὅτε ἠρώτησε τοὺς σοφοὺς τοῦ τόπου, τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἄλλους, καὶ ὅλοι εἶπον ὅτι αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουν εἰς τὸν κύριον τοῦ μεταλλείου, ἐσταμάτησεν. Εἰς τὰ 1870 ἐπὶ ὑπουργείου Δεληγιώργη ἐστάλη ἐπιτροπὴ εἰς Λαύριον, ἡ ὁποία ἔκαμεν ἐρεύνας, καταμετρήσεις καὶ δοκιμὰς καὶ συνέταξε μίαν ἔκθεσιν περὶ τῶν ἐκβολάδων, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον κατὰ τὴν 28ην Νοεμβρίου ἰδίου ἔτους, καὶ ἐκ τῆς ὁποίας προέκυπτεν ὅτι μέγαν πλοῦτον ἀπετέλουν αἱ φιλονεικούμεναι αὗται ἐκβολάδες· ἀλλὰ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας παρῃτήθη τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Δεληγιώργη. Ἀνῆλθεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἰς τὴν κυβέρνησιν καὶ τὸ ζήτημα ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν δι’ ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Μιχαλοπούλου· ἡ Κυβέρνησις ἐφρόνει, ὅτι εἶναι ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως, ὅτι ὁ Σερπιέρης εἶναι κύριος 16,000 στρεμμάτων μεταλλείου.
§181ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λανθάνεσθε.
§182Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ κυβέρνησις ἐκείνη εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὰ παραχωρητήρια, εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὴν γνωμοδότησιν τῶν σοφῶν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τούτων γνώμην.
§183ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συνεμερίσθη τὴν γνώμην τῶν σοφῶν.
§184Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀδιάφορον. Τί ἔλεγον οἱ σοφοί; ὅτι εἶναι τοῦ Σερπιέρη αἱ ἐκβολάδες. Ναὶ, δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι δὲν ἠθέλατε νὰ τὰς φορολογήσητε ὡς τὰς σκωρίας πρὸς 10% καὶ 20%, ἀλλὰ δὲν ἐσταθήκατε εἰς τὴν πρώτην γνώμην· ἠλλάξατε γνώμην ὕστερον, εἰσαγαγόντες νόμον περὶ φορολογίας πρὸς 10%.
§185ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σωστόν.
§186Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐσυστήθη τότε ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία ἐπεξειργάσθη τὸ νομοσχέδιον, τῆς ὁποίας ἀπετέλει μέρος καὶ ὁ κ. Κεχαγιᾶς· ὁ κ. Κεχαγιὰς ἐπρότεινε 30%· ἐδῶ ἐδείχθη προσεκτικώτερος.
§187ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Διὰ τὰς ἰδιωτικὰς μόνον.
§188Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὅλας ἰδιωτικὰς τὰς ἔλεγον. Ἦλθε λοιπὸν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ συζήτησις, καὶ πρῶτος λαμβάνει τὸν λόγον ὁ τότε ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις στηριζόμενος εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ῥωμαϊκοῦ δικαίου, ὅτι ἥκει τὰ ἐπικείμενα τοῖς ὑποκειμένοις καὶ εἰς τὴν τοῦ μακροῦ χρόνου παραγραφὴν, ὑποστηρίζει τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐναντιώνεται ὁ κ. Δεληγιώργης καὶ ἡ μερίς του, ἰσχυριζόμενος ὅτι δὲν δεχόμεθα φορολογικὸν νομοσχέδιον, διότι αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουν εἰς τὴν ἐπικράτειαν, κατέχονται ὑπὸ τῆς ἐπικρατείας, δὲν περιῆλθόν ποτε εἰς τὴν κατοχήν τινος, οὔτε ἠδύναντο νὰ περιέλθωσι, διότι αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσιν εἰς τὰ νομήματα τῆς ἐπικρατείας καὶ δὲν ὑπόκεινται εἰς ἰδιωτικὴν κτῆσιν, αἱ δὲ ἀρχαὶ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐφαρμογήν. Ἡ συζήτησις τότε παρετάθη· τὴν δευτέραν ἡμέραν ἐπαρουσιάσθη ὁ κ. Μίλησις μὲ τὴν ἔνστασιν τῆς ἀναρμοδιότητος καὶ ὑπεστήριξεν ὅσα σᾶς εἶπε καὶ σᾶς ἀνέγνωσεν ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης. Τὸ ζήτημα δὲν τὸ ἐφέραμεν ἡμεῖς εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ ἔφερε κυβέρνησις ἀξιοῦσα νὰ ἐπιβάλῃ φόρον· ἡμεῖς ἀντέστημεν κατὰ τῆς φορολογίας, προτείνοντες ὡς ἰδιοκτῆται νὰ ἐπιβάλωμεν κανόνα, διότι εἰς φόρον δὲν ὑποβάλλομεν τὴν ἰδιοκτησίαν μας, διότι φορολογοῦντες θ’ ἀρνηθῶμεν τὸ δικαίωμα τῆς κυριότητος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν κεκτημένον πρὸ πολλοῦ δυνάμει τῶν κειμένων νόμων, τοὺς δὲ νόμους αὐτοὺς καταστρέφει ὁ νόμος περὶ φορολογίας. Μᾶς εἶπον, ποῖοι εἶναι οἱ νόμοι, καὶ τοῖς εἴπομεν ὅσα ἀναπτύσσονται εἰς τὰ πρακτικὰ τῶν τότε συζητήσεων. Ἀλλὰ τί ἐγένετο; ἡμεῖς ἐπιμείναμεν νὰ πέσῃ τὸ νομοσχέδιον, καὶ εἰς τὴν γνώμην μας προσετέθησαν καὶ ἄλλοι. Ἐλθούσης τῆς ὥρας τῆς ψηφοφορίας, ἐπροτάθησαν τροποποιήσεις, ἀλλὰ θόρυβος, ταραχαὶ καὶ συγκρούσεις ἐν τῷ βουλευτηρίῳ ἐπῆλθον, τὰ ἀκροατήρια ἐχειροκρότουν· τότε ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐπέταξε τὸν κώδωνα, ὡς δῆθεν πιεζομένης ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος διεμαρτύρετο, ὅτι νόμον ὁποῖον ἡμεῖς ἐζητήσαμεν, ἐὰν τὸν ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ, δὲν τὸν ὑποβάλλει εἰς κύρωσιν, διότι γίνεται ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς δημαγωγίας καὶ ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι εἰς τὰ θεωρεῖα, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἐπιβάλωσι τὴν γνώμην των, πωλούμενοι εὐθυνά. Ὁ κ. Ζαΐμης ἔλεγεν, ἀμφιβάλλω. Δύω λοιπὸν προτάσεις τότε διαβατικαὶ ὑπεβλήθησαν, μία πρότασις ἡμῶν, καθ’ ἣν τὰ μεταλλοῦχα χώματα τοῦ Λαυρίου, ὡς ἀνήκοντα εἰς τὸν Ἐπικράτειαν, διατίθενται πρὸς ὄφελος αὐτῆς, ἀπαγορευομένης ἤδη πάσης χρήσεως, ἑτέρα πρότασις τοῦ κ. Ταμπακοπούλου καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι τίνος ἄλλου, ἡ ὁποία ἔλεγε· «μέχρις οὗ ἐκδοθῇ εἰδικὸς νόμος, πᾶσα χρῆσις τῶν ἐκβολάδων ἀπαγορεύεται.» Ἐψηφοφορήθησαν ἀμφότεραι αἱ προτάσεις αὗται καὶ ἐπέτυχεν ἡ πρότασις τῆς ἀπαγορεύσεως, τῆς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποστηριχθείσης. Τὸ Κοινοβούλιον ἀνέβαλεν ὕστερον τὰς ἐργασίας του ἕνεκα τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα· καὶ βραδύτερον συνολθόντες ἐνταῦθα πῶς εὕρομεν τὰ πράγματα; Ἠκούομεν ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπείσθη ἀπὸ ἕνα ταξεῖδι, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν εἰς τὸ Λαύριον, ὅτι αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουν εἰς τὸ Κράτος, καὶ ὄχι, ὡς ἔλεγε πρότερον, εἰς τὸν Σερπιέρην, διότι κεῖνται ἐντὸς δασῶν, τὰ δὲ δάση ἀνήκουν εἰς τὴν Ἐπικράτειαν· καὶ ἀληθῶς τοιοῦτον νομοσχέδιον ἡτοίμασε περὶ διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων μὲ πολλὰς ἄλλας διατάξεις. Ἐπειδὴ δὲ ἐφώναζον ἐναντίον μας ὅτι ῥίπτομεν ἰδέας ἁπλῶς διὰ νὰ δημοκοπήσωμεν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ δὲν εἴχαμεν καμμίαν ὡρισμένην πρότασιν νὰ ὑποβάλλωμεν, ἐφέραμεν καὶ ἡμεῖς ἓν νομοσχέδιον περιέχον 7 ἄρθρα ὑπογεγραμμένον παρ’ ἐμοῦ, τοῦ κ. Ζέγγελη καὶ τοῦ κ. Ῥοντήρη, καὶ τὸ ἀνεγνώσαμεν μάλιστα πρὶν ἀναγνωσθῇ τὸ ὑπουργικὸν καὶ μᾶς ἤλεγξαν καὶ διὰ τοῦτο. Διὰ τούτου τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ εἶναι κατακεχωρισμένον εἰς τὰ πρακτικά, ὑπεστηρίξαμεν ὅτι αἱ ἐκβολάδες τοῦ Λαυρίου, ὡς ἀνήκουσαι εἰς τὴν ἐπικράτειαν, διατίθενται, πρὸς ὄφελος αὐτῆς, καὶ ὡρίζαμεν πῶς διατίθενται, πῶς προφυλάσσονται κτλ. ἐγγράψαντες ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ καὶ μερικὰς διατάξεις ἀστυνομικάς. Τὸ ἄλλο νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ὁποίου ἐψηφίσθησαν ὅλα τ’ ἄρθρα ἐκτὸς ἑνός, ληφθέντος ἐκ τοῦ ἰδικοῦ μας νομοσχεδίου, ἦλθεν εἰς σύγχρονον συζήτησιν. Ποίαν γνώμην εἴχετε σεῖς τότε καὶ ποίαν ἡμεῖς; κατ’ οὐσίαν ἐμείναμεν ἅπαντες σύμφωνοι καὶ ὁ νόμος ἐψηφίσθη λέγων ὅτι «αἱ ἐκβολάδες, ὡς ἀνήκουσαι εἰς τὸ Κράτος, διατίθενται κλπ.» Ὁ κ. Ζαΐμης καθαρῶς ἐδήλωσε πρὸς διάλυσιν τῆς ἔριδος, ὅτι ὁ νόμος φαίνεται δημευτικὸς καὶ ἀναδρομικός, ὅτι ὁ νόμος δὲν εἶναι δημιουργικὸς δικαιωμάτων, ἀλλ’ ἀνακηρύττει τὰ ὑπάρχοντα δικαιώματα, δὲν εἶναι διόλου δημευτικός, οὔτε ἀναδρομικός. Τί κακὸν ἐξ αἰτίας μας ἔλαβεν αὐτὸς ὁ νόμος, κύριοι; Τί κακὸν ἔκαμεν ἡ ἀντιπολίτευσις τότε, ἀναγκάσασα τὴν συμπολίτευσιν ν’ ἀναγνωρίσῃ τὴν κυριότητα τῆς Ἐπικρατείας ἐπὶ τῆς περιουσίας της; Ποῖον νομοσχέδιον ἦτο προτιμότερον, τὸ ὑπουργικὸν ἢ τὸ τῶν βουλευτῶν; Βεβαίως τὸ δεύτερον, ὡς ἀκριβέστερον περὶ τὴν ἀνακήρυξιν τοῦ δικαιώματος. Ἀλλὰ διατί ἐγεννήθη τὸ Λαυριωτικὸν ζήτημα; Τὸ λέγουν ἡ ἀναφορὰ τοῦ Σερπιέρη πρὸς τοὺς πρέσβεις, καὶ αἱ διακοινώσεις τῶν πρέσβεων πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Τί ἔλεγον αὐτοί; ἔλεγον ῥητῶς καὶ καθαρῶς, ὅτι ἔχομεν παραχωρητήριον, δυνάμει τοῦ ὁποίου εἴμεθα κύριοι 16 χιλ. στρεμμάτων τοῦ Λαυρίου, ἔχομεν γνωμοδότησιν τοῦ προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, τῶν σπουδαίων συνηγόρων καὶ ἄλλων σοφῶν, οἱ ὁποῖοι γνωμοδοτοῦν ὅτι αἱ ἐκβολάδες θεωροῦνται παραχωρηθεῖσαι μετὰ τοῦ μεταλλείου καὶ εἰσὶ παρακολουθήματα αὐτοῦ· ἔχομεν τὴν γνώμην τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ Βουλῇ εἰσαγαγόντος τὸ νομοσχέδιον καὶ εἰπόντος, «ἥκει τὰ ἐπικείμενα τοῖς ὑποκειμένοις κλπ.» ἔχομεν τὴν διαμαρτύρησιν τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅστις ἐγκατέλιπε τὴν θέσιν του, διότι δῆθεν ἡ Βουλὴ ἐπιέζετο, ἔχομεν τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Κουμουνδούρου, πρωθυπουργοῦ, ὅστις εἶπεν ὅτι ὁ νόμος περὶ ἀπαγορεύσεως πάσης χρήσεως ψηφίζεται ὑπὸ τὴν πίεσιν τοῦ ἀκροατηρίου, καὶ δὲν δύναται νὰ ὑποβάλῃ εἰς κύρωσιν αὐτὸν, ἔχομεν τὰς ἀμφιβολίας τὰς ὁποίας ἐξεδήλωσεν ὁ κ. Ζαΐμης, ὅστις ἦτο τότε ἀρχηγὸς μεγάλης πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς· ἐκ τούτων δὲ προκύπτει ὅτι ὁ Σερπιέρης εἶναι κύριος τῶν ἐκβολάδων! Ταῦτα λαβοῦσαι ὑπ’ ὄψιν αἱ Δυνάμεις Γαλλίας καὶ Ἰταλίας ἐπείσθησαν ὅτι ὁ νόμος ἦτο δημευτικὸς, εὐδοκήσασαι νὰ ῥίψωσι τὸ στίγμα, τὴν ἄσεμνον ὕβριν, εἰς τοὺς νομοθέτας τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ἠθελήσαμεν νὰ δημεύσωμεν τὰ δικαιώματα ἀνθρώπων, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐκάμαμεν τόσας θυσίας, συνδραμόντες αὐτοὺς νὰ κερδήσωσι τόσα ὅσα ἐκέρδησαν, μ’ ὅλον ὅτι καὶ τὰ κέρδη ἠμφισβήτησαν, λέγοντες ὅτι ἡμεῖς δημοκοποῦντες ἐλέγομεν ὅτι ὑπῆρχον κέρδη. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Δεληγεώργη εὗρε τὸ ζήτημα κατὰ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1872 ἐκκρεμές· τὸ ἐγέννησεν αὐτή; Τὸ ἐγέννησεν ὁ Δεληγεώργης διὰ τοῦ νομοσχεδίου μας ἐν ἔτει 1871; Κατέστησαν ἀληθῶς διὰ τοῦ νόμου τούτου ἀναρμόδια τὰ δικαστήρια; Πότε ἐψηφίσθη ἡ πρότασις; τὴν πρώτην συνεδρίασιν; ὄχι. Τὸ νομοσχέδιον περὶ Λαυρίου ἡ ἰδία Κυβέρνησις ἔφερεν εἰς τὴν Βουλὴν σύμφωνον σχεδὸν μὲ τὸ ἰδικόν μας κατ’ ἀρχὴν, ὅπερ ἐψηφίσθη ἀπὸ κοινοῦ καὶ δι’ ἀναστάσεως μάλιστα. Ἂν ἀληθῶς ἐπιέζετο τὴν πρώτην φορὰν ἡ τότε συμπολίτευσις, ἐπιέζετο καὶ τὴν δευτέραν. Πόσοι δὲν ἐλάλησαν τότε; Τί δὲν ἐπρότειναν; Ἄλλως τε διατί νὰ κυρώσωσι τὸν νόμον, ἂν ἦτο κακός; Λοιπὸν διατί ἐπιῤῥίπτετε τὴν εὐθύνην εἰς τὸν κ. Δεληγεώργην; Καὶ τί σᾶς ἔβλαψεν ὁ Δεληγεώργης διὰ τοῦτο; Διότι εἶπε, τὴν περιουσίαν τῆς Ἐπικρατείας δὲν τὴν φορολογοῦμεν, ἀλλὰ τὴν διαθέτομεν ὑπὲρ τῆς Ἐπικρατείας; Διὰ τοῦτο ἐπρόδωκε τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος καὶ ἐταπείνωσε τὴν Ἑλλάδα; Καλῶς ἐψήφισαν, λέγουν ἤδη, τὸν νόμον, ἀλλὰ τὸν κατέστρεψε· διατί; διότι εἶπεν εἰς τὰς Δυνάμεις, ὅτι δέχομαι διὰ τῆς Βουλῆς νὰ τὸν τροποποιήσω, κατ’ ἄλλους δὲ νὰ τὸν ἀνακαλέσω. Ἀφίνω ὅτι δὲν ἐπῆλθε διὰ τῆς ὁμολογίας του ταύτης, ἂν ὑποτεθῇ ἀληθής, κἀνὲν ἀποτέλεσμα οὔτε πρὸς ἑρμηνείαν, οὔτε πρὸς κατάργησιν τοῦ εἰρημένου νόμου, ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ νὰ μοὶ εἴπητε, κύριοι, ἦτο καλλίτερον νὰ παραδεχθῇ ὅτι ἦτο δημευτικὸς ὁ νόμος καὶ νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὸν συμβιβασμὸν ἢ τὴν διαιτησίαν κατὰ τὰς ἀξιώσεις τῆς διπλωματίας, λόγῳ τοῦ ὅτι ἡ ὁδὸς πρὸς τὰ δικαστήρια ἐκλείσθη; Τὸ θεωρεῖτε ἀξιοπρεπές; ἐθνικόν; εἰπέτε το. Ἐθνικὸν καὶ ἀξιοπρεπὲς ὑπῆρξε νὰ εἴπῃ ὅ,τι εἶπεν· εἴμεθα Κράτος εὐνομούμενον, εἶπεν, ἔχομεν θεσμοὺς, οἱ ὁποῖοι κανονίζουν τὰ δικαιώματά μας καὶ τὰς ὑποχρεώσεις μας, ἔχομεν δικαστήρια ἀνεξάρτητα καὶ ἰσόβια καὶ νομοθεσίαν, τὴν ὁποίαν παρελάβομεν ἀπὸ σᾶς, καὶ τὴν ὁποίαν κατεστήσαμεν μᾶλλον ἐλευθεριωτέραν, καὶ ὅπως ἔχετε σεῖς ταύτην. Ἂν νομίζετε τὸν ἑαυτόν σας ἠδικημένον, ὑπάγετε νὰ δικαιωθῆτε· ἂν σᾶς ἀδικήσωσι τὰ δικαστήρια, δύνασθε νὰ παραπονεθῆτε. Λοιπὸν ἦτο δημευτικὸς ὁ νόμος; ὄχι. Ἦτον ἀναδρομικός; Ἀπέκλειε τοὺς κεκτημένα τυχὸν ἔχοντας δικαιώματα νὰ τὰ διεκδικήσωσι; Τοιοῦτον στίγμα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ δεχθῇ ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις, διότι ὁ νόμος δὲν ἦτο δημευτικός, οὔτε ἀναδρομικός. Ἑπομένως εἰς τί εὑρίσκετε τὸ σφάλμα τῆς κυβερνήσεως καὶ θέλετε νὰ δώσετε ψῆφον καταδικαστικήν; Οὐδεὶς βλέπει τίποτε ἄλλο, παρὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον, δὲν θέλετε εἰς τὴν ἐξουσίαν τοὺς ὑπάρχοντας, εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν μας νὰ τοὺς ἀποδοκιμάσωμεν (θόρυβος).
§189ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τί ἔγεινεν αὐτὸς ὁ νόμος;
§190Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐδῶ εἶναι ἀκέραιος καὶ ἀβλαβής.
§191ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἡ σύμβασις τὸν ἐξέσχισε (διάλογοι).
§192Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, ἐπέμειναν αἱ Δυνάμεις, ἐπέμεινεν ὁ Σερπιέρης· ἐπίεσαν τὴν κυβέρνησιν καὶ ἐζήτησαν ἢ χρήματα ἢ διαιτησίαν. Δὲν ἤθελεν ἡ κυβέρνησις νὰ παραδεχθῇ. Τώρα πῶς ἐλύθη τὸ ζήτητα; Θέλετε νὰ τὸ μάθετε; Δὲν εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Μίλησις, δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἠθέλησεν ὁ κ. Συγγρὸς νὰ γείνῃ πρὸς ὄφελος τοῦ Κράτους καὶ ἐγένετο ὁ ἀγοραστής. Εἶδεν ὁ Σερπιέρης ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ τὸν βοηθήσῃ ἀποτελεσματικῶς· οὔτε ἡ Γαλλία, οὔτε ἡ Ἰταλία, οὔτε ὁ κόμης Ἀνδράσσης· ἔβλεπε μαῦρα τὰ πάντα καὶ ἀπεφάσισε νὰ πωλήσῃ τὴν περιουσίαν του· εὑρῆκεν αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον, ὅστις εἶχε κεφάλαια, καὶ τῷ ἐφάνη ὅτι θὰ ὠφεληθῇ καὶ τὰ ἐπώλησε. Τέλος ἕως ἐδῶ, τί εὑρήκατε; Ἔπαθε τὸ ἔθνος; Ἔπαθαν ἕως ἐδῶ τὰ δημόσια συμφέροντα; Ἐζητήθη καὶ ἄλλοτε, μᾶς λέγουσι, συμβιβασμός· ἀλλ’ εἶχε νὰ δώσῃ τὸ Κράτος 17 ἑκατομμύρια καὶ νὰ ἀγοράσῃ κτίρια; Ὁ κ. Συγγρὸς τὰ ἠγόρασε μὲ 13 ἑκατομμύρια· ἠγόρασε τὰ καταστήματα, τὰς σκωρίας καὶ τὰ νομιζόμενα δικαιώματα ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων, δηλαδὴ τὸ δικαίωμα νὰ ὑπάγῃ εἰς τὰ δικαστήρια. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι διὰ τὸ Κράτος ἀδιάφορον· κατὰ δὲ τὸν κ. Κεχαγιᾶν εἰπόντα ὅτι δὲν ἠγόρασεν ὁ Συγγρὸς τίποτε, δὲν ἀξίζουν τίποτε αἱ σκωρίαι, τὸ πᾶν εἶναι αἱ ἐκβολάδες, τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, ἂν ἔδιδε 19 ἑκατομμύρια, δὲν θὰ ἠγόραζε τίποτε. Ἄρα ἕως ἐδῶ δὲν ἐζημιώθη, ἀπηλλάγη τὸ Κράτος ἀπὸ μίαν ζημίαν· ἑπομένως σκληρὰ ἀδικεῖται ἡ κυβέρνησις μεμφομένη διὰ τοῦτο. Ὁ νόμος δὲν ἔπαθε τίποτε, ἡ ἐθνικὴ ἀξιοπρέπεια τίποτε, διότι ἡ κυβέρνησις δὲν ὑπέκυψεν εἰς συμβιβασμὸν μὲ ἕνα ξένον, ὅστις ἠδίκησε πολυειδῶς τὴν Ἑλλάδα, οὔτε τὴν διαιτησίαν ἐδέχθη νὰ δικάζεται μία κυβέρνησις μὲ δύω κερδοσκόπους· ὥστε ἐξῆλθε τῆς δυσκόλου θέσεως καὶ ἀπηλλάγη τῶν πειρασμῶν, εἰς οὓς ἄλλοι ἀπερισκέπτως ὤθησαν τὸ Κράτος. Ἀλλὰ συνῆψε, λέγουν, μίαν σύμβασιν, τῆς ὁποίας πρῶτον κακὸν εἶναι ὅτι ἐξέσχισε τὸν νόμον καὶ ὑπάγει νὰ χαθῇ, καὶ δεύτερον ὅτι ἐξηπάτησεν ἀθώους ἀνθρώπους, πτωχοὺς πολλοὺς νὰ ὑπάγουν ν’ ἀγοράσουν μετοχὰς μὲ ὑψωμένας τιμάς· κατὰ συνέπειαν πιέζεται ἡ Βουλὴ, καὶ ἰδίως ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἠμηχάνει τί νὰ πράξῃ· νὰ τὴν ἐπικυρώσῃ; θὰ εἰποῦν ὅτι ἐπῆρε παράδες· νὰ τὴν ἀπορίψῃ; βλάπτεται ἡ κοινωνία καὶ τὸ δημόσιον, καὶ συντρίβεται τῷ ὄντι ἡ καρδία του καὶ ὑποφέρει!! Ἐγὼ δὲν εὑρίσκω κἀμμίαν βλάβην· ὁ νόμος μένει εἰς τὴν θέσιν του καὶ μάτην συγκινεῖται ὁ κ. Κεχαγιᾶς (γέλως).
§193ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐξεσχίσθη ὁ νόμος.
§194Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἐξεσχίσθη, ὑφίσταται. Ἡ κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι πρέπει νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων, ἵνα τὰς χρησιμοποιήσῃ ἄλλως ἢ ὅπως ὁ νόμος τοῦ 1871 ὥρισεν· ἀλλ’ ἀντὶ νὰ φέρῃ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου, ἀντὶ νὰ ἔλθῃ ἀπ’ αὐτὸν τὸν δρόμον ἦλθεν ἀπ’ ἐκεῖνον, ἀντὶ νὰ φέρῃ, λέγω, νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου, συνεφώνησε μὲ μίαν ἑταιρίαν νὰ παραχωρήσῃ διὰ συμβάσεως τὰς ἐκβολάδας μὲ τελευταῖον ἄρθρον· «ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν κυρωθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ σύμβασις αὕτη, μένει ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος καὶ ὡς πρὸς αὐτὰς τὰς ἐκβολάδας», διότι μένουν καὶ ἄλλαι ἐκβολάδες, καὶ ὁ νόμος εἶναι γενικός. Ὅταν ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ σύμβασις, ἢ θὰ κυρωθῇ, καὶ τότε θὰ εἰπῇ ὅτι ἐτροποποιήθη ἐν μέρει ἐκεῖνος ὁ νόμος, ἢ δὲν θὰ κυρωθῇ, καὶ ὁ νόμος ἐκεῖνος μένει καθόλα ἄθικτος· Ἀλλὰ τί εἶπεν; ἐχάσαμεν, ἔχασε τὸ δημόσιον, ζημιούμεθα! Ἀλλὰ τώρα χάνει τὸ δημόσιον περισσότερον, ἢ ὅταν ἐψηφίζετο τὸ 10 καὶ 30%;
§195ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Καὶ σεῖς ἐπροτείνατε 32. Ἐπὶ τῶν ἰδιοκτήτων 30%, ἐκτὸς ἂν θέλωμεν νὰ τὰ λέγωμεν διὰ τὸν κόσμον. Ὁ κ. Χρηστίδης ἦτο μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἐπρότεινεν ἓν 30% ἐπὶ τῶν ἰδοκτήτων· καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ ἐθνικά, ἐπεφυλάσσετο ἡ ἐπιτροπή. Ὁ σκοπὸς ἦτο νὰ διατεθοῦν ὅπως ἀπεφάσισε κατόπιν ἡ Βουλή.
§196Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Κεχαγιᾶ, σὲ παρακαλῶ νὰ μὴ θυμόνῃς. Σᾶς λέγω καὶ πάλιν ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς οὐδεμίαν ἔπαθεν ἀλλοίωσιν, οὔτε δύναται νὰ πάθῃ εἰμὴ δυνάμει νόμου τῆς Βουλῆς, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν εἶναι τοιοῦτος ὥστε νὰ μὴ ὑπόκειται εἰς τροποποίησιν, εἶναι νόμος, ὅστις ἠμπορεῖ νὰ τροποποιηθῇ καθ’ ὃν τρόπον καὶ ἐψηφίσθη.
§197ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι διὰ συμβάσεως.
§198Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Διατί; ἡ σύμβασις εἶναι νόμος, θὰ συζητηθῇ ὡς τοιοῦτος καὶ ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ τὸν τροποποιήσωμεν. Ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἔπαθε τίποτε, ἀλλὰ ἀπεφασίσαμεν, φαίνεται, κύριε Κεχαγιᾶ, τώρα εἰς τὰ γεράματά μας νὰ γείνωμεν Πεισίστρατοι· ἀλλ’ ἀντὶ νὰ λέγωμεν ὅτι φροντίζομεν ὑπὲρ τῆς τάξεως τοῦ λαοῦ καὶ πάσχομεν, πρέπει νὰ εἴπωμεν καλλίτερα ὅτι θὰ συζητήσωμεν τὴν σύμβασιν, καὶ ἂν τὴν εὕρωμεν ὅτι συμβιβάζεται πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου θὰ τὴν ἐπικυρώσωμεν, ἄλλως θὰ τὴν ἀκυρώσωμεν, καὶ ὁ νόμος θὰ μείνῃ εἰς τὴν θέσιν του πάντοτε. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐναντίον τῆς κυβερνήσεως αἰτιάσεις. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ὅσα ἐλέγχθησαν κατ’ αὐτῆς ἐῤῥέθησαν διὰ νὰ ῥίψωσι τὴν κυβέρνησιν καὶ ὄχι νὰ σώσωσι τὸ Κράτος τῶν κινδύνων καὶ ζημιῶν. (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§199ΘΕΟΔΩΡΟΥ. Τὶ εἶναι αὐτά! Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτὴ, κύριε πρόεδρε (θόρυβος).
§200ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔσεισαν τὸ χέρι τὸ ἀκροατήριον, ὅταν τοὺς ἔλεγον διὰ τὶ χειροκροτοῦν. Δὲν τὸ λέγω διότι φοβοῦμαι, τοὺς περιφρονῶ ὅλους αὐτοὺς, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν δέχομαι ἀπὸ κἀνένα νὰ σείσῃ (θόρυβος).
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις σήμερον καὶ αὔριον ἔχομεν συνεδρίασιν. Ὥρα 1 καὶ 20|60 μ. μ.