1873.06.25
2.067 στίχοι · 17.083 λέξεις · 135 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 51
Τῆς 25 Ἰουνίου 1873.
(Δευτέρα).
(Ὥρα 9 Π. Μ.)
Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3Δ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Ἔχω ἀντίῤῥησιν, κ. πρόεδρε. Εἰς τὰ πρακτικὰ εἶναι γραμμένον ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνήρεσε τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Σωτηροπούλου· δὲν ἠμπορεῖ ποτὲ νὰ τεθῇ ἀνήρεσε, δὲν συνᾴδει αὐτό.
§4ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ (Γραμματεύς). Ἀνήρησε τοὺς ἰσχυρισμούς.
§5Λ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Ἀντέλεξεν ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ, ὄχι ἀνήρησε.
§6ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως θέλουν ἂς τὸ γράψουν, ἀντέλεξεν, ἀντέκρουσε.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ διορθωθέντα. — Μία ἀναφορὰ τοῦ κ. Γούδα πρὸς τὴν Βουλήν.
§8ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν νὰ σταλῇ, διότι ἔχει πολλά.
§9ΤΙΝΕΣ. Περίληψιν δὲν ἔχει;
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§11ΒΟΤΣΑΡΗΣ (Γραμματεύς). Ἀναγινώσκει. «Πρὸς τὴν Βουλήν. Εὐγνωμονῶν δι’ ἣν παρέσχεν ἡ Βουλὴ συνδρομὴν εἰς τὰ ἔργα μου, μετὰ λύπης ἀναγκάζομαι νὰ ἀναγγείλω, ὅτι αὕτη κινδυνεύει νὰ ἀποβῇ ἄχρηστος. Συγγραφεύς τις, φθονῶν φαίνεται τὰ πλούτη μου, στερουμένου σήμερον καὶ γραφείου καὶ χθὲς πωληθείσης τῆς περιουσίας μου ἐπὶ ἀναγκαστικοῦ πλειστηριασμοῦ, κατέσχεν εἰς τὸ Κεντρικὸν ταμεῖον καὶ αὐτὴν τὴν ἀνεπαρκῆ συνδρομὴν τοῦ δημοσίου πρὸς ἐκτύπωσιν τοῦ Δʹ. καὶ Εʹ. τόμου τοῦ συγγράμματός μου, ἐπὶ λόγῳ ὅτι τῷ ὀφείλω δῆθεν. Καὶ οἱ μὲν τόμοι οὗτοι οὐδὲν ἧττον ἐδημοσιεύθησαν· περὶ δὲ τοῦ ἐγκύρου τῆς κατασχέσεως καὶ περὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως θὰ ἀποφασίσωσι τὰ δικαστήρια, εἰς ἃ πρὸ πολλοῦ εἰσήχθη καὶ σήπεται. Ἂν ὅμως ἡ Βουλὴ δὲν κηρύξῃ μὴ κατασχέσιμον τὴν συνδρομὴν ταύτην, ὡς διδομένην καὶ μὴ ἐπαρκοῦσαν μάλιστα πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργου ἐνδιαφέροντος τὸ δημόσιον, αὐτὸ τοῦτο, ὅπερ κωλύει ἀπὸ διετίας ἤδη τὴν τύπωσιν τοῦ 6 καὶ 7 τόμου, περιεχόντων ἀνὰ δώδεκα βίους ἐνδόξων πολιτικῶν ἀνδρῶν, θὰ συμβαίνῃ πάντοτε, καὶ οὕτω θὰ ματαιωθῇ διὰ παντὸς ὁ ἐπιδιωκόμενος διὰ τοῦ ἔργου μου τούτου σκοπός. Ἀνεπαρκεστάτης δὲ οὔσης τῆς συνδρομῆς ταύτης, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀρκεσθῇ (μὲ τὸ αὐτὸ χορηγούμενον κατ’ ἔτος ποσὸν πρὸς τύπωσιν δύο τόμων) νὰ τυπώνω τοῦ λοιποῦ ἕνα μόνον κατ’ ἔτος. Πλὴν τοῦ ποσοῦ τῶν 400 ἀντιτύπων, ἅπερ κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς δίδω ἐξ ἑκάστου τόμου εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, ὅπερ ἄριστα τὰ διαθέτει πρὸς κοινὴν ὠφέλειαν, ἐπιτραπήτω μοι νὰ ὑποβάλω εὐσεβάστως ὅτι μείζονα τούτου ἀριθμὸν ἐδωρησάμην αὐτοπροσώπως κατὰ τὰς πολλὰς περιοδείας μου εἰς τὰς ἑλληνικὰς κοινότητας καὶ σχολὰς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ κατ’ ἐγγράφους ἀποδείξεις· ἐπιτραπήτω μοι πρὸς τούτοις νὰ ἀναμνήσω ὅτι πρόκειται περὶ δημοσιεύσεως τῶν βίων τῶν πατέρων ἡμῶν, τῶν ἀπελευθερωσάντων τὴν πατρίδα, καὶ ὅτι ἵνα ἐκπληρώσω τὸ καθῆκον τοῦτο εὐσεβῶς καὶ καταστήσω τὸ ἔργον ἧττον ἀτελές, ἠναγκάσθην νὰ ἐπιχειρήσω ἓξ μακρὰς καὶ δαπανηρὰς περιοδείας, αἵτινες δὲν ἀπέβησαν ἴσως πάντη ἀλυσιτελεῖς καὶ εἰς τὰς γιγνομένας σήμερον παρ’ ἡμῖν διὰ τοῦ συνεταιρισμοῦ κοινωφελεῖς ἐπιχειρήσεις. Ἄλλως, ἡ Βουλὴ εἰς ἕτερον συγγραφέα, τὸν κ. Σάθαν, ψηφίζει κατ’ ἔτος ὅ,τι ἐγὼ θερμῶς ἐξικετεύω ἤδη, χωρὶς νὰ ἐπιβάλῃ αὐτῷ οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν. Καὶ τὸ μὲν χρήσιμον καὶ τῶν ἔργων τούτου πρῶτος ἐγὼ ἀνομολογῶ, τῇ Βουλῇ δὲ ἀπόκειται νὰ κρίνῃ κατὰ πόσον τὰ ἐμὰ ἔργα εἰσὶν ὑποδεέστερά τε καὶ ἧττον δαπανηρὰ ἢ κατὰ πόσον καθυστέρησα ἄχρι τοῦδε εἰς τὴν ἐκ τῶν ἐνόντων εὐσυνείδητον ἐκτέλεσιν τούτων. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 25 Ἰουνίου 1873.
Ὑποσημειοῦμαι μετὰ σεβασμοῦ
ΑΝΑΣΤ. Ν. ΓΟΥΔΑΣ.»
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γούδας σήμερον, ἐγχειρίζων μοι αὐτὴν τὴν ἀναφορὰν, μοὶ ἔφερε καὶ τὸ πρωτότυπον ὅπερ ἔχει ἕτοιμον πρὸς ἔκδοσιν τοῦ 6ου τόμου, ὅστις περιέχει τοὺς βίους πολλῶν ἀνδρῶν τῆς νέας ἱστορίας, καὶ παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφασίσῃ ὥστε τὴν συνδρομὴν, ἥτις δίδεται, νὰ μὴ ἔχῃ κἀνεὶς τὸ δικαίωμα ἐκ τῶν δανειστῶν του νὰ τὴν κατάσχῃ. Λοιπὸν τί ἀποφασίζει ἡ Βουλή;
§13ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει λοιπὸν σταλῆ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§15ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατόπιν παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω δύω λέξεις.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μία ἀναφορὰ Δέσπως, συζύγου Ἀργύρη Γκορίτση, θυγατρὸς Νάνου Βεῤῥοίου, κατοίκου Ἀταλάντης. Ἐπειδὴ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ ἀγῶνος δὲν ἀπεφάσισε περὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν ἀγωνιστῶν, ζητεῖ νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ὅσον τάχιον περὶ τῆς τύχης της. Ἔχει ἐπισυνημμένον καὶ τὸ ἑξῆς ἀποδεικτικόν. «Ἡ ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος ἐπιτροπὴ, τμῆμα Στρατιωτικόν. Ὁ κληρονόμος τοῦ εἰς Ψαρὰ φονευθέντος ἀρχηγοῦ Νάνου Βεῤῥοίου ἐκ Μακεδονίας, ὑποβαλὼν τὰ ἀποδεικνύοντα τοὺς ἀγῶνας καὶ θυσίας του ἔγγραφα, καὶ συζητηθείσης τῆς αἰτήσεως, ἐτάχθη εἰς τὴν τετάρτην τάξιν τῶν ἀξιωματικῶν, λαχὼν ἀριθμοῦ μητρώου τρεῖς χιλιάδας διακόσια ἐννενήκοντα ἐννέα, ἀριθ. 3299. Ἀθῆναι, τῇ 3 Μαΐου 1873. Ὁ γραμματεὺς τοῦ Στρατιωτικοῦ τμήματος Ἀλέξανδρος Ἀθ. Σταματάκης». Τί ἀποφασίζει ἡ Βουλή; νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν;
§17ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ λογιστικοῦ.
§19Δ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Ἅμα εἶναι διὰ τοὺς ἀγωνιστὰς, τοὺς στέλλομεν διὰ τὸν ἄλλον κόσμον.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἡ ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπὴ, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν 1) ὅτι ἐνῷ κατὰ τοὺς κανονισμοὺς τῆς Βουλῆς ἡ ἀντιμισθία τοῦ διορθωτοῦ τῶν ἐντύπων εἶναι ἐνιαυσία, ἐν τῷ ἐπιψηφισθέντι προϋπολογισμῷ της δὲν ἐχορηγήθη κατὰ παραδρομὴν ἡ ἀναγκαία πίστωσις πρὸς τοῦτο, παραλειφθείσης πενταμήνου πιστώσεως ἐκ δραχ. 1200. 2) Ὅτι, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Βουλῆς σχετικῶν ἐγγράφων, καθυστερεῖται ἡ μισθοδοσία τοῦ κλητῆρος τῆς Βουλῆς Ι. Μαντζουράνη ἀπὸ 1 Ἀπριλίου μέχρι 5 Ἰουνίου τοῦ ἔτους 1869 ἐκ δραχ. 130, καὶ γ) Ὅτι ἐπίσης δίκαιον νὰ πληρωθῶσιν οἱ κατὰ τὸ ἔτος 1870 ἐπὶ τῆς προεδρείας τοῦ κ. Λομβάρδου ὑπηρετήσαντες κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ τότε Διευθυντοῦ τοῦ γραφείου καὶ τοῦ προσωπικοῦ αὐτοῦ, τὰς καθυστερουμένας μισθοδοσίας των Χαρ. Ἀναγνωστόπουλος, Ἰω. Γιαννουλάτος καὶ Κωνστ. Προεσόπουλος, κλητῆρες, ἀνὰ δραχ. (60) ἕκαστος, καὶ οὐχὶ ἀνὰ 115, ὡς διὰ τῆς ἀπὸ 30 τοῦ μηνὸς ἀναφορᾶς των ἐξαιτοῦνται. Γνωμοδοτεῖ διὰ τοὺς προεκτεθέντας λόγους νὰ ψηφισθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὰ ἀνωτέρω ποσὰ ἐκ δραχμῶν χιλίων πεντακοσίων δέκα (1510) ὡς νόμιμα καὶ δίκαια. Ἀθῆναι, 21 Ἰουνίου 1873. Ὁ Πρόεδρος Γ. Λάπας. Ὁ εἰσηγητὴς Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος.» Λοιπὸν τί ἀποφασίζει ἡ Βουλή;
§21ΤΙΝΕΣ. Νὰ δοθοῦν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§23ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§25ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγείρω, κύριοι, κραυγὴν παραπόνου δικαίου κατὰ τῆς βραδύτητος τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἀποφάσεων τοῦ Σώματος ὡς πρὸς τὴν τύπωσιν προτάσεών μου τινῶν, τὰς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐνώπιόν σας, καθόσον ἐκ τούτου προέκυψαν ἀγενεῖς παρεξηγήσεις, καὶ δολοφόνοι τῆς ὑπολήψεώς μου. Ἐξηγοῦμαι. Πρό τινων ἡμερῶν, κύριοι, ἤτοι μίαν ἡμέραν μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς συμβάσεως περὶ Λαυρίου καὶ τῆς εἰσαγωγῆς πρὸς συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἔλαβον τὸ θάῤῥος νὰ φέρω ἐνώπιόν σας ἐπὶ τῶν δύω τούτων ἀντικειμένων καὶ νὰ παρακαταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ, ἵνα μὴ κατατρίβω τὸν χρόνον ἀγόνως τῆς Βουλῆς, ἀποστῶ νὰ ἀναγνώσω τὰς προτάσεις ταύτας, τὰς ὁποίας καὶ ἤδη ἀκόμη μήπω τυπωθείσας ἀνὰ χεῖρας λαμβάνω. Ἡ πρώτη εἶναι γνωστὴ περὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Λαυρίου, ὅπως σᾶς εἶπον τότε, καὶ διατετυπωμένη ἐν ἄρθροις τέσσαρσι. Ἡ δευτέρα εἶναι πρότασις περὶ οἰκονομιῶν ἐπὶ τοῦ εἰσαχθέντος προϋπολογισμοῦ τοῦ 1873, τὴν ὁποίαν ἀπέχω καὶ ἤδη ν’ ἀναγνώσω πάλιν διὰ τὸν λόγον ἵνα τελειώσω σύντομα· ἡ τρίτη εἶναι συναφὴς μετὰ τῆς περὶ Λαυρίου προτάσεώς μου, ἡ ἀκόλουθος· ταύτην ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω, διότι ἐκ ταύτης ἐγεννήθησαν κατὰ τῆς ὑπολήψεώς μου σκόπιμοι παρεξηγήσεις, περὶ τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ θέλει πεισθῆ ἔκ τε τῆς ἀναγνώσεως αὐτῆς καὶ ἐκ τῶν γραφέντων περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης εἰς τὸν τύπον. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ τὴν ἀναγνώσω.
§26ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§27ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ἀναγινώσκει). «Πρὸς τὴν Βουλήν. Περὶ ἀμοιβῆς τῶν ὑπὲρ τοῦ Λαυρίου ἐργασθέντων ἰδιωτῶν καὶ δημοσιογράφων. Ἐπὶ ὑποθέσεων τὴν κοινωνικὴν καὶ δημοσίαν εὐημερίαν ἐγγυωμένων (καὶ τοιαύτη ἦν ἡ τοῦ Λαυρίου) ἕκαστος ὑπηρετεῖ τὴν πατρίδα ὡς δύναται. Καὶ ὁ μὲν βουλευτὴς ἢ ὁ ὑπουργὸς καθῆκον ἁπλοῦν τελεῖ μένων ἐφ’ ᾧ ἐτάχθη, καὶ μοχθῶν καὶ συνηγορῶν. Ἀλλ’ ὁ ἁπλοῦς ἰδιώτης, ὁ τοιαύτην γενναίαν, ἔκθυμον καὶ ἀφιλοκερδῆ προσπάθειαν ἐνδεικνύμενος, ἐπαίνου καὶ ἀμοιβῆς ἄξιος δικαίως. Ἐφ’ ᾧ ἡ σωτηρία τοῦ Λαυρίου (ἐὰν τοῦτο ἐσώθη, ὅπερ καὶ δὲν τὸ πιστεύω καθὼς δὲν τὸ ἐπίστευον ὅταν ἐκάμαμεν τὸν νόμον τοῦ 1871), δὲν ὀφείλεται μήτε εἰς τὸν κ. Σωτηρόπουλον (τὸν τοῦτο χθὲς ἐκφρασθέντα), μήτε τὸν κ. Χρηστίδην ἤ τινα ἕτερον, ἀλλ’ εἰς τὸν λαὸν αὐτὸν τῶν Ἀθηνῶν, καὶ μάλιστα τοὺς ἐνταῦθα κατονομαζομένους πολίτας καὶ δημοσιογράφους, ὧν ἐγὼ τὰς ὑπηρεσίας καὶ τὸν ζῆλον ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους καθῆκον δικαιοσύνης ἐκπληρῶ ἀνομολογῶν, καὶ τὴν ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν ἀμοιβὴν αὐτῶν εἰς τὴν Βουλὴν συνιστῶν, παντὸς ἄλλου ἁρμοδιώτερον πρὸς τοῦτο ἐμαυτὸν ἡγούμενος. Εἰσὶ δὲ οὗτοι, μεταξὺ μὲν τῶν ἰδιωτῶν οἱ πρώτιστοι· Βασίλειος Βενδεβῆς, Παναγιώτης Τσερτόλιας, Γεώργιος Μπέσας, ὁ ἐμπειροπράγμων Ταμπουράκης, ὁ Θ. Ἀρνόπουλος, ὁ Γ. Μαντσούνης, ὁ Θ. Βλάχος καὶ εἴτις ἕτερος τῶν πολιτῶν διαφεύγει μου τῆς μνήμης, πλεῖστοι δὲ καὶ ἄξιοι γόνοι ἐκ τῆς σπουδαζούσης νεολαίας. Ἐκ δὲ τῶν δημοσιογράφων μάλιστα αὐτοὶ οὗτοι, οἱ Τσερτόλιας καὶ Βλάχος, οἱ κύριοι Ν. Κορέσης, Γ. Νικολόπουλος καὶ Σοφ. Καρύδης. — Διὸ προτείνω· — Ἵνα ἀπονείμῃ μὲν ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν ἀμοιβὴν τοῖς πρώτοις ἡ Βουλὴ, ἠθικὴν δὲ μόνον τοῖς δευτέροις, ὅπως βραβεύουσα τὸν πατριωτισμόν, ἐνισχύσῃ τὸ αἴσθημα τῶν θυσιῶν καὶ τὴν ἅμιλλαν τῆς αὐταπαρνήσεως εἰς τὰς ψυχὰς καὶ ἄλλων.
Ὁ βουλευτὴς
Α. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ.»
Αὐτὸ εἶναι, κύριοι, τὸ μέγα ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον ἔπραξα ἐνώπιόν σας! Ἀπέναντι λοιπὸν τῆς τόσον ἀθῴας αὐτῆς προτάσεώς μου, τὴν ὁποίαν μάλιστα μετὰ πολλῆς δυσκολίας ἔφερα εἰς τὴν Βουλὴν, ἰδοὺ, κύριοι, ποῖα ἤκουσα ἀπὸ τὸν φατριασμόν, διὰ νὰ μὴ εἴπω τίποτε περισσότερον. Ἓν οὐτιδανὸν καὶ μίσθιον ἐφημεριδάριον ἰδοὺ ποῖα γράφει, καὶ κρίνατε ἐὰν ἔχω δίκαιον νὰ τὸ ἀποκαλέσω διὰ τῶν λέξεων τούτων· διότι, κύριοι, σκοπὸς τῶν τοιούτων δυσφημιῶν τῶν ὑπολήψεων τῶν ἄλλων δὲν εἶναι παρὰ νὰ συμψηφίσουν τὰς ὑπολήψεις ὅλων μὲ τὴν ὑπόληψιν τῶν πατρώνων των. Ἡ ἐφημερὶς εἶναι ὁ λεγόμενος «Ἑλληνικὸς Λαός»· ἀκούσατε τὶ γράφει, καὶ ἐὰν εὕρητε ὅτι ἡ πρότασίς μου εἶναι ὁποίαν τὴν χαρακτηρίζει, τότε καὶ σεῖς νὰ μὲ κατακρίνετε· καὶ ἐὰν ἴδητε ὅτι ἡ πρότασίς μου πᾶν ἄλλο ἐσκόπει.... τότε ἀπόδοτε δικαιοσύνην.
§28Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, κύριε Μιχαλόπουλε, νὰ σᾶς διακόψω;
§29ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§30Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἄλλοτε ἔγεινεν αὐτὴ ἡ κατάχρησις· ἦλθον καὶ ἀνέγνωσαν διάφορα ἄρθρα ἐφημερίδων πρὸς ὑποστήριξιν ἢ πρὸς ἀντίκρουσιν προτάσεων· νομίζω, ὅτι εἰς τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς δὲν ἁρμόζει ν’ ἀναγινώσκωνται τὰ τοιαῦτα. Βεβαίως ὅλοι περιεφρονήσαμεν ὅσα ἐγράφησαν· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καθιερώσωμεν τὴν κατάχρησιν ταύτην χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ βήματος Περιορισθῆτε μόνον εἰς ὅσα εἴπατε καὶ ἡ Βουλὴ θὰ σᾶς δικαιώσῃ.
§31ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμιᾶς δικαιώσεως ἀναζήτησιν ἔχω. Καὶ βεβαίως, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς παρεξηγήσεως, καὶ μόνον παραμορφώσεως τῶν πραγμάτων ἐκτὸς τοῦ βουλευτηρίου τούτου, οὐδέποτε ἤθελον λάβει τὸν λόγον, ἔστω καὶ ἂν ἐπρόκειτο περὶ ἐμαυτοῦ. Ἀλλ’ ἐνταῦθα, κύριοι, γίνεται παραμόρφωσις τῶν ἐπισήμων πράξεων τῆς Βουλῆς.
§32Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Μὴ τὸ ἀναγινώσετε, κ. Μιχαλόπουλε, σᾶς παρακαλῶ.
§33ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διαγωγή μου εἶνε σταθερά. Πρέπει ὅμως νὰ τὸ ἀναγνώσω, ἵνα πεισθῇ ὁ κόσμος περὶ τῶν ἀγενῶν μέσων τῆς συκοφαντίας, τῆς σκοπίμου δυσφημίας καὶ τῶν τερατωδῶν παραμορφώσεων.
§34Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Παρεξηγήσατε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον· σᾶς λέγω, ὅτι ἡ ὑπόληψίς σας δὲν προσβάλλεται καθόλου ὑφ’ ὁποιουδήποτε λιβέλλου τοιούτου.
§35ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδαμῶς βέβαια· ἀλλ’ ἐκ τούτου θὰ ἴδητε τὸ σκόπιμον (ἀναγινώσκει τὸ φύλλον τοῦ «Ἑλληνικοῦ Λαοῦ»). «Ὁ κ. Α. Μιχαλόπουλος, βουλευτὴς Αἰγιαλείας, ὑπέβαλε χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νομοσχεδίου, δι’ οὗ ὁρίζεται ἰσόβιος σύνταξις εἰς τοὺς ὑπὲρ τοῦ Λαυρίου ἐργασθέντας· καὶ οὗτοι εἶναι οἱ ἑξῆς· πρῶτος ὁ ἴδιος βουλευτὴς Μιχαλόπουλος, ὅστις διὰ τὰς ἐν τῇ Βουλῇ ἀγορεύσεις του πρέπει νὰ λάβῃ 150 δραχμὰς κατὰ μῆνα, βʹ) οἱ κύριοι Βενδεθῆς, Θεμιστ. Ἀνδρικόπουλος καὶ λοιποὶ δραχμὰς 50 κατὰ μῆνα διὰ τὰς ἐν τοῖς καφενείοις ὑπὲρ τοῦ Λαυρίου ζωηρὰς ἀγορεύσεις των, καὶ γʹ) ὁ Γ. Μπέσας, δι’ ὅσα ἔγραψεν εἰς τὸν «Κεραυνὸν» δραχμὰς 25. Νὰ βουλευτὴς, νὰ μάλαμμα! Φροντίζει διὰ τὸ πουγγί του, ἀναισχύντως προτείνων ἀποζημίωσιν ὑπὲρ ἑαυτοῦ κλπ., διότι εἰργάσθη ὑπὲρ τοῦ Λαυρίου! Ὡς νὰ μὴν εἶχες καθῆκον ἱερὸν καὶ ὡς βουλευτὴς καὶ ὡς ἰδιώτης, ἔντιμε βουλευτὰ, νὰ ἐργασθῇς ὑπὲρ τῆς εὐημερίας τῆς πατρίδος σου! Αἶσχος, αἶσχος!» Κύριοι, δὲν ἔπρεπε νὰ γίνωνται ἐδῶ, διὰ τὰ ἐντὸς τῆς Βουλῆς, αἱ τοιαῦται παραμορφώσεις. Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἔχω ἄλλο νὰ εἴπω· γνωρίζω τὴν διαγωγὴν ἐκείνου, ὅστις τὰ γράφει, ἀλλὰ πρέπει νὰ δώσητε ἓν μάθημα. Ἔπρεπε νὰ ἔλθω καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ ἀναγνώσω τὴν πρότασίν μου καὶ τὰ κατ’ ἐμοῦ γραφόμενα, διὰ νὰ σχηματίσῃ καὶ ὁ κόσμος ἰδέαν τῶν σκοπίμων αὐτῶν δολοφονιῶν τῶν ὑπολήψεων τῶν εἰλικρινῶς καὶ δικαίως ἐργασθέντων ἀνθρώπων. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι εἶναι ἄνθρωπος τῶν θυσιῶν· ἐὰν ἤθελον νὰ κάμω συμφέροντα, ἤξευρον νὰ τὰ κάμω ὅπως καὶ ἄλλοι. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸ Προεδρεῖον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπισήμων γεγονότων νὰ διαψευσθοῦν τὰ κατ’ ἐμοῦ γραφέντα.
§36ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπώσητε τὰς προτάσεις, κ. Πρόεδρε.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ προτάσεις τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Αἰγιαλείας θὰ τυπωθῶσιν ὁμοῦ μὲ τὰς συμβάσεις τοῦ Λαυριωτικοῦ ζητήματος, ἡ δὲ πρότασίς του ἐπὶ τῆς τροποποιήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ λέγει μόνον νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1850· αὕτη θὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, διότι ἀκόμη δὲν ἐμβήκαμεν εἰς τὰ καθέκαστα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. Καστικόπουλος δὲν εἶναι ἐδῶ· λοιπὸν ὁ κ. Πυλαρινὸς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§38ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ. Ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ἐξακολουθῶν τὴν διακοπεῖσαν ὡς ἐκ τῆς προκεχωρηκυίας ὥρας ὁμιλίαν μου, θέλω προσπαθήσει νὰ συντέμνω αὐτὴν, καὶ τοῦτο καθόσον αἱ ὧραι ἡμῶν σὺν τοῖς ἄλλοις εἰσὶ πολύτιμοι. Κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν ὁμιλίαν μου διέτρεξα τὰ ὅσα ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Τριφυλίας μᾶς ἐξέθεσαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς καλύψεως τοῦ ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν περισσευμάτων, τὰ ὁποῖα κατὰ πᾶσαν βουλευτικὴν περίοδον, ἔτι δὲ καὶ κατὰ πᾶσαν σύνοδον οἱ διαχειριζόμενοι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους προθύμως ἀναγγέλλουσιν, ἠρώτησα ποῦ ὑπάρχουσι τὰ περισσεύματα ταῦτα, ἠρώτησα μήπως εὑρίσκονται εἰς ἑλληνικήν τινα Bastille, μὴ καὶ εὑρίσκονται εἴς τι εἰδικὸν ταμεῖον (Caisse d’ amortissement) πρὸς βαθμιαίαν ἐξόφλησιν τοῦ δημοσίου χρέους· ἐρωτῶ μὴ καὶ ἐκ τῶν περισσευμάτων ἡ κυβέρνησις ἡ παροῦσα, ἢ αἱ προκάτοχοι κυβερνήσεις ἔπραξαν πᾶν ὅ,τι κατ’ αὐτὰς ἔπραξεν ἡ Πρωσσία, ἥτις, ἐπιθυμοῦσα νὰ αὐξήσῃ τὰς ναυτικὰς αὐτῆς δυνάμεις, ἐζήτησε πίστωσιν παρὰ τοῦ κοινοβουλίου, τούτου δὲ ἀρνηθέντος, ἡ Πρωσσικὴ Κυβέρνησις, ἴδια ἀποταμιεύματα χρησαμένη, ἀνέπτυξε τὸ ναυτικὸν αὐτῆς ἄνευ πιστώσεως τοῦ κοινοβουλίου, παρὰ τὴν θέλησίν του. Παρετήρησα πρὸς δὲ κατὰ τὴν λῆξιν τῆς ὁμιλίας μου τίνι τρόπῳ τὰ ἐλλείμματα ἐν Εὐρώπῃ καλύπτονται παρὰ τῶν ὑπόπτων κυβερνήσεων· νῦν ἐξακολουθῶ. Ἡ δευτέρα μέθοδος συνίσταται εἰς τὸ νὰ μὴ καταγγέλλεται καθαρῶς τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους, καὶ νὰ μὴ ζητῶνται δάνεια ἢ φόροι, ἀλλὰ τοὐναντίον νὰ ἀναγγέλλεται πλήρης ἰσοῤῥοπία· διορθοῦσι δὲ προσωρινῶς τὰ πράγματα ἄλλως πῶς. Τὴν δευτέραν ταύτην μέθοδον ἀκολουθοῦσί τινες κυβερνήσεις τῶν κατ’ ἐξοχὴν ἐλευθέρων λαῶν, οἵτινες φόρους ἢ δάνεια δυσκόλως ἀνέχονται, κυβερνήσεις ἡμερόβιοι φοβούμεναι καθ’ ἑκάστην τὴν πτῶσίν των. Οὕτως οἱ παρ’ ἡμῖν ἑκάστοτε διαχειρισταὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ κράτους, ὅπως καλύψωσι τὸ ἔλλειμμα, ἀναγγέλλουσιν ἐπίπλαστον ἰσοῤῥοπίαν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, συγχρόνως δὲ καὶ περίσευμα· ἀλλ’ αἱ μισθοδοσίαι τῶν δυστυχῶν ὑπαλλήλων κατακρατοῦνται, αἱ συντάξεις δὲν χορηγοῦνται, αἱ δικαστικαὶ ἀποζημιώσεις δὲν ἀποδίδονται, βαρυνομένου τοῦ δημοσίου μὲ τόκους 12%, 18 καὶ 24% διὰ τῶν καθ’ ἑξαμηνίαν νέων ἐπιταγῶν τῶν δικηγόρων· σύγχυσις τῶν χρήσεων γίνεται, μεταγενέστεραι εἰδικαὶ πιστώσεις ζητοῦνται, ἔξοδα κλεισμένων χρήσεων δὲν εἰσάγονται εἰς ἐπιψήφισιν, καὶ ταῦτα πάντα μόνον καὶ μόνον ὅπως ἱκανοποιηθῇ ἡ ὑπερφιλαυτία καὶ ἀποφύγωσι τὰς δύω ἐπιφόβους προτάσεις, — φόροι, δάνεια. Ἀνέφερα, κύριοι, τοὺς πολυπαθεῖς τῆς Ἑλλάδος ὑπαλλήλους, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι μίαν μικρὰν παρέκβασιν· ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνήθης παρακράτησις ἐπὶ τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν. Οἱ ὑπάλληλοι τῶν ἄλλων κρατῶν ἔχουσι νὰ παλαίσωσι κατὰ τῶν κόπων τῆς ὑπηρεσίας, κατὰ τῶν διαβολῶν, ἔχουσι νὰ παλαίσωσι κατὰ τῶν ἀδίκων ἀπολύσεων καὶ μεταθέσεων· εἰς τὴν τὴν αὐτὴν πάλην ἀποδύονται καὶ οἱ ἡμέτεροι ὑπάλληλοι, ἀλλὰ μὲ τὴν προσθήκην καὶ ἑτέρου τινὸς ἀγῶνος· ἔχουσι νὰ παλαίσωσι, κύριοι, καὶ κατά τινος ἄλλου πολεμίου δεινοτέρου ὅλων, ἔχουσι νὰ παλαίσωσι καὶ κατὰ τῆς ἀπορίας, διὸ καὶ τὸ ταχύτερον πρέπει νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς τύχης των. Λοιπὸν ἐπὶ τὸ προκείμενον, ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς καλύψεως τοῦ ἐλλείμματος οἱ ἄρχοντες ἀλλαχοῦ μὲν μετῆλθον τὸν δόλον, ἐν Ἑλλάδι δὲ ἓν ἄδολον ἄθυρμα ὑπερφιλαυτίας, παρέχοντες εἰς ἡμᾶς ὀμματογιάλια τῆς ἐκλογῆς των. Νῦν, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, μεταβαίνω ἐπὶ τοῦ δημοσίου χρέους τοῦ κράτους. Ὡς κάλλιον ἐμοῦ γινώσκετε, πάντες οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν εὐρωπαϊκῶν κρατῶν φέρουσι ποσὸν ὑπέρογκον, μέγα εἰς τοὺς τόκους τοῦ δημοσίου χρέους, ἅμα δὲ καὶ εἰς τὰς δαπάνας τῆς ἐνόπλου δυνάμεως ἐν γένει ἀναφερόμενον· τὸ ποσὸν τοῦτο ἀποῤῥοφᾷ μέγα μέρος τῶν προϋπολογισμῶν, κατά τινας δ’ ἐποχὰς καὶ κατὰ τινα κράτη καὶ πέραν τοῦ ἡμίσεος τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπεῤῥόφα. Ἐκ τοῦ δημοσίου χρέους κράτους τινὸς δύναται ὁ δεξιὸς παρατηρητὴς νὰ ἀνακαλύψῃ τὴν θέσιν τοῦ ἔθνους οὐ μόνον ἐνώπιον τοῦ παρόντος, ἀλλὰ καὶ ἐνώπιον τοῦ μέλλοντος. Πρὸ ἡμισείας ἑκατονταετηρίδος οἱ οἰκονομολόγοι ἐν αὐτῷ τῷ προϋπολογισμῷ τῆς Πρωσσίας ἐξετάζοντες τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τοῦ κράτους τούτου, ἀνήγγειλαν εἰς τοὺς διπλωμάτας τῆς Εὐρώπης τὸ προσεχὲς αὐτοῦ μεγαλεῖον, ἀλλ’ οἱ πολιτικοὶ, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δὲν εἶναι οἱ πρῶτοι, οἵτινες πείθονται εἰς τὰς οἰκονομολογικὰς θεωρίας, ᾤκτειρον τοὺς θεωρητικούς. Πρὸ ἡμισείας ἑκατονταετηρίδος οἱ μόνοι τόκοι, οἱ πληρωνόμενοι διὰ τὸ δημόσιον χρέος τῆς Γαλλίας, ἐκάλυπταν τὸ ἥμισυ τῆς προσόδου τοῦ γαλλικοῦ κράτους, ἐν Ἀγγλίᾳ τὸ τρίτον τῶν δημοσίων προσόδων, εἰς τὰς ἡνωμένας πολιτείας τῆς Ἀμερικῆς οἱ ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς σημειούμενοι τόκοι τοῦ δημοσίου χρέους ἐκάλυπτον τὸ τέταρτον τῶν προσόδων τοῦ κράτους, εἰς τὴν Αὐστρίαν τὸ πέμπτον, εἰς τὴν Πρωσσίαν.... ἴσως, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, θὰ περιμείνητε ν’ ἀκούσητε τὸ ἕκτον ἢ τὸ ἕβδομον· οὐχί, τὸ δέκατον τρίτον μόλις τῶν προσόδων τοῦ κράτους ἀφιεροῦτο εἰς τοὺς τόκους τοῦ δημοσίου χρέους. Ἰδοὺ τίνος ἕνεκα εἶπον, ὅτι οἱ οἰκονομολόγοι καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς προϋπολογισμοῖς τῆς Πρωσσίας προέβλεπον τὸ προσεχὲς μεγαλεῖον αὐτῆς. Τί ἀπεπειράθησαν οἱ ἡμέτεροι πρὸς ἐλάττωσιν τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τοῦ τραχήλου τῶν φορολογουμένων ἐπιῤῥιπτόμενα ἐξακολουθοῦν νὰ πιέζουν αὐτοὺς πρὸς πληρωμὴν τόκων 8½ ἑκατομμυρίων τοῦ παγίου χρέους τῆς Ἑλλάδος; Ὡς πρὸς τοὺς τόκους τοῦ ἀσταθοῦς χρέους σιγῶμεν, διότι εἰσὶν ἄγνωστοι. Δὲν πρόκειται λόγος, προβιβάζοντες τὴν δημοσίαν πίστιν ἡμῶν μόνον καὶ μόνον νὰ μένωμεν ἐν ἀναπαύσει καὶ ἀνενόχλητοι παρὰ τῶν δανειστῶν μας, ἀλλὰ πρόκειται οὕτω καὶ νὰ ἀνυψώσωμεν τὸ ἡμέτερον κράτος εἰς τὴν θέσιν τῶν εὐρωπαϊκῶν κρατῶν, καὶ οὐχὶ νὰ τὸ ἐγκαταλείψωμεν εἰς ἣν θέσιν τυγχάνει σήμερον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς δημοσίας πίστεως, δηλονότι εἰς τὴν θέσιν τῶν ἀσιατικῶν κρατῶν, καθόσον ἀπὸ μόνα τ’ ἀσιατικὰ κράτη ἀπαιτοῦσιν οἱ μέλλοντες νὰ δανείσωσι ἐνέχυρα καὶ ἐγγυήσεις τραπεζικῶν καταστημάτων. Ἐν Εὐρώπῃ θεωροῦσι πάντα Ἕλληνα ὀφειλέτην 153 φράγκων, πάντα δὲ Βόρειον Γερμανὸν μόλις 18 φράγκων. Ἐφ’ ὅσον τὸ δημόσιον χρέος ἐλαττοῦται καὶ ἐφ’ ὅσον ἐκπληροῦνται καὶ αὐταὶ αἱ ἀμφίβολοι ὑποχρεώσεις ἡμῶν, ἐπὶ τοσοῦτον ἔχομεν βασίμους ἐλπίδας ὅτι ἐν κρισίμῳ καιρῷ, ἂν ἡ Ἑλλὰς λάβῃ τὴν ἀνάγκην καὶ θελήσῃ νὰ ἀποταθῇ πρὸς δανειστάς, θέλει εὕρει αὐτοὺς προθύμους. Ἂν πάντα τὰ κράτη δὲν ἀπέβλεπον εἰς τὸ μέλλον, ἡ ἐξόφλησις τῶν χρεῶν των ἦτο λίαν εὔκολος, ὁ τρόπος τῆς ἐξοφλήσεως αὐτῶν ἦτο λίαν πρόχειρος, ἡ χρεωκοπία. Τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα εἶναι ζητήματα πρώτης τάξεως εἰς οἱανδήποτε χώραν. Ἓν οἰκονομικὸν ζήτημα ἔφερε τὴν φοβερὰν ῥῆξιν τῆς βορείου Ἀμερικῆς μετὰ τῆς μητροπόλεώς της· πεντήκοντα περίπου ἑκατομμυρίων ἔλλειμμα ἔδωκεν ἀφορμὴν ἐν Γαλλίᾳ εἰς τὴν φοβερωτέραν καὶ αἱματωδεστέραν ἐπανάστασιν, τὴν ὁποίαν ἡ ἱστορία μνημονεύει· ἓν οἰκονομικὸν ζήτημα ὑπηγόρευσε τοῖς Γάλλοις τὴν ἄφρονα ἐκστρατείαν τοῦ Μεξικοῦ. Εὐτυχῶς ἡ Ἑλλὰς οὐδὲν ἀπευκταῖον φοβεῖται, διότι δὲν τυγχάνει καὶ εἰς λίαν δυσχερῆ οἰκονομικὴν θέσιν, ἀλλ’ ἕνεκα τούτου δὲν ὀφείλομεν ἆρα καὶ νὰ προΐδωμεν τὸ μέλλον, ἐργαζόμενοι πρὸς πλήρη ἀνύψωσιν τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως; Ἐσκέφθησάν ποτε σπουδαίως περὶ τούτου οἱ στομφολογοῦντες, ἐπιτραπήτω μοι ἡ λέξις, ἡμέτεροι διαχειρισταὶ τῶν οἰκονομικῶν μας; Ὑπέδειξάν ποτε εἰς τὰς βουλὰς τὰ πρὸς τοῦτο ἡρωϊκὰ ἢ συνήθη τοὐλάχιστον φάρμακα; ὑπέδειξαν δευτερεύοντά τινα μέτρα, ἅτινα πᾶσα σώφρων κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ψῆφον αὐτῆς; προὐτάθησαν ἆρα νέοι πόροι ἐκ τῶν εὐπορωτέρων ἰδίως τάξεων ἀντλούμενοι; ἐπροτάθη δόκιμος τρόπος ἀντικαταστάσεως τῆς ἀποδεκατώσεως; ὑπεστηρίχθη ὁ σχηματισμὸς εἰδικοῦ ἐξοφλητικοῦ ταμείου (caisse d'amortissement) κατὰ τρόπον παρέχοντα τὰς ἀποχρώσας ἐγγυήσεις, βαθμηδὸν δὲ καὶ κατ’ ὀλίγον τοῦ δημοσίου χρέους μειουμένου νὰ μειοῦνται συγχρόνως καὶ τὰ 8½ ἑκατομμύρια τῶν τόκων, ἅτινα ἀποῤῥοφοῦν τὸ μέγα μέρος τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν; Τίς ἀγνοεῖ τί ἔπραξε κατὰ τὸ 1852 ἡ Γαλλία, ἥτις ἐπέβαλεν εἰς τοὺς κατόχους τῶν χρεωγράφων της τὴν ἔκπτωσιν ½%, ἐκ τοῦ ἡμίσεος δὲ τούτου τοῖς ἑκατὸν ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Γαλλίας ἐλαφρύνθη κατ’ ἔτος ἐπὶ 17 περίπου ἑκατομμύρια τόκων; Οἱ διαχειρισθέντες τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους ἠδύναντο νά μοι ἀπαντήσωσιν, ὅτι τὸ ἐν Γαλλίᾳ πραχθὲν ἐγένετο ἐπὶ δανείου ἀποφέροντος rente perpetuelle· ἀλλ’ ἡ νομικὴ μορφὴ τοῦ δανείου ἐκείνου παρίστατο ὡς κώλυμα, καθόσον τὸ κράτος δὲν εἶχε τὴν ἀνάγκην μόνον νὰ ὑπερβῇ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, ἀλλὰ καὶ τὸ νομικόν, ἀμφιβόλου ὄντος τοῦ ζητήματος ἂν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ πράξῃ τὸ κράτος πᾶν ὅ,τι ἔπραξε. Τίς ἀγνοεῖ τὰ δραστικὰ οἰκονομικὰ φάρμακα, ὧν ἐχρήσαντο αἱ τῆς Ὁλλανδίας κυβερνήσεις καὶ δι’ ὧν ἐσώθη ἡ μᾶλλον κατάχρεως ἄλλοτε χώρα; Μὴ ἴσως εὑρίσκομεν δυσχερὲς καὶ ἀκατάβλητον πᾶν κώλυμα ὡς ἐκ τῆς νομικῆς μορφῆς, ἣν ἡ ἀνάγκη καὶ ἡ ἐπιπολαιότης ἀπέδωκαν εἰς τὰ δημόσια ἡμῶν δάνεια; ἀλλ’ ἀπετάθημεν ἆρά γε εἰς τὴν φιλοπατρίαν τῶν Ἑλλήνων καὶ ἀπετύχαμεν; ἐπροσπαθήσαμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν πολυπλασίασιν τῶν κληρώσεων, ὅπως ἡμέραν τινὰ ἐπαισθητῶς ἐλαφρυνθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, ἐνῷ αἱ περιστάσεις εἰσὶ σήμερον εὐνοϊκώτεραι πρὸς συνομολόγησιν ἐπωφελῶν δανείων; ἐφροντίσαμεν ὅπως ἱκανοποιήσωμεν καὶ αὐτοὺς τοὺς ἀρχαιοτέρους ἡμῶν δανειστὰς διὰ τῆς ὑπὸ δικαίους ὅρους ἀποσβέσεως καὶ μιᾶς φυσικῆς, ὡς εἰπεῖν, ἐνοχῆς; Οὐδὲν τούτων, κύριοι, ἐπράξαμεν· αἱ οἰκονομίαι τῶν ἑκάστοτε προϋπολογισμῶν συνίστανται, ἀτυχῶς, εἰς ἐπιθεωρήσεις ἄρθρων τινῶν καὶ ἐδαφίων, καὶ εἰς τὴν αὐξομείωσιν ἀριθμῶν τινων τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, εἰς ἀπόσβεσιν δαπάνης μικρᾶς ἐπ’ ὀλίγον βοηθούσης τὸ κράτος, καὶ τὴν ὁποίαν ἄλλως τε ὁ φορολογούμενος λαὸς οὐδέποτε ᾐσθάνθη. Ἂν πιστεύσωμεν τὴν θεωρίαν, ἣν ἐξέθηκεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσάγων τὸν προϋπολογισμόν, ὅτι τουτέστιν, ἡ δημοσία καὶ ἡ ἰδιωτικὴ οἰκονομία εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό, ὀφείλοντες, ὡς εἶπε, νὰ μιμηθῶμεν τοὺς ἰδιώτας, τότε ὁ ἀξιότιμος κ. Χρηστίδης, διὰ νὰ ᾖναι συνεπής, πρέπει νὰ παραδώσῃ τὸ χαρτοφυλάκιόν του εἰς τὸν κ. Σκουζὲν, ὃν ἀνέφερεν, διότι ἐν τῇ ἰδιωτικῇ οἰκονομίᾳ ὁ κ. Σκουζὲς πολὺ ὑπέρτερος ἀνεδείχθη τοῦ κ. Χρηστίδου. Αἱ οἰκονομίαι τοῦ παρόντος προϋπολογισμοῦ εἶναι ὅ,τι αἱ οἰκονομίαι τῶν παρελθόντων. Θέλω σᾶς ἀναφέρει γεγονός τι, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν περιποιεῖ ὑψίστην τιμὴν εἰς τοὺς ἐργάτας τῆς πράξεως· πρό τινων ἐτῶν κυβέρνησίς τις τῆς Ἑλλάδος ἐνόμισεν ὅτι ὑπηρετεῖ τὰ δημόσια συμφέροντα, καὶ μεγάλως, προβαίνουσα εἰς ποίαν οἰκονομίαν νομίζετε, κύριοι; εἰς τὸ νὰ καταργήσῃ μίαν μόνην ὑπάρχουσαν ἐν Ἑλλάδι ἀκαδημαϊκὴν ἕδραν τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας! Ὑπουργός τις τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ τοῦ συναδέλφου του, τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, οὕτως εἰργάσθησαν πρὸς βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ κράτους! Τὸ ἀπεφάσισαν, κύριοι, τὸ διάταγμα τῆς ἀπολύσεως ἐγένετο, ἀλλὰ .... .... (Ψιθυρισμοὶ) παρακαλῶ θερμῶς περὶ χρόνου καὶ προσώπων μὴ μ’ ἐρωτήσητε. Ἐζήτησα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ κράτους, ἐμφορούμενος, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τὸ εἴπω, κύριοι βουλευταί, ἀπὸ ὑψηλοτέρας ἰδέας. Τὸ νὰ αὐξομειώσῃ τις ἁπλῶς ποσά τινα τῶν πινάκων αὐτοῦ δὲν εἶναι ἡρωϊκὸν τὸ ἔργον, ἀλλ’ οὐδὲ μεγαλεπήβολον· καὶ ὑπάλληλός τις τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο. Τὴν ἐν Ἑλλάδι ἐφαρμογὴν μεθόδου φορολογικῆς εἰσπράξεως ἀνταποκρινομένης ἂν ὄχι εἰς ὅλους τοὺς κανόνας, οὓς οἱ σύγχρονοι οἰκονομισταὶ μᾶς παρέχουσι, ἀλλὰ τοὐλάχιστον πρὸς τοὺς Σμὶθ καὶ τοῦ Σαίη, τὴν ἁπλοποίησιν τῆς ὑπηρεσίας, τὴν περὶ μειώσεως τῶν χρεῶν καὶ τῶν 8½ ἑκατομμυρίων τόκων φροντίδα, ἀνακούφισιν ἀληθῆ τῶν ἀπόρων τάξεων, ἐπέκτασιν τῶν φόρων καὶ ἐπὶ τῆς κινητῆς περιουσίας, ἥτις μέχρι τοῦ νῦν τυγχάνει προνομιοῦχος, τὴν αὐστηρὰν τῶν χρήσεων διάκρισιν, τὴν ἀπόσβεσιν ἢ μεταποίησιν τῶν βαρέων ἀσταθῶν χρεῶν, ἰδοὺ τίνα ἐζήτουν νὰ ἀνεύρω ἀποτελέσματα ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς ἡμῶν, ἀλλὰ δυστυχῶς, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, οὐδέποτε, καθ’ ὅσον ἐγὼ γνωρίζω, τοιοῦτόν τι ἐγένετο. Ἐντεῦθεν, ἀπολύτως λαλῶν, τὸ ἔργον τῆς παρούσης κυβερνήσεως τὸ εὑρίσκω μικρὸν καὶ πενιχρόν, ἔτι δὲ ἀτελεστέρους καὶ πλημμελεῖς εὑρίσκω, τῶν αὐτῶν ἕνεκα λόγων, τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν προκατόχων κυβερνήσεων· δὲν δύναμαι ὅμως καὶ νὰ καταψηφίσω τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἔργον, καθόσον σχετικῶς τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἄλλων ἐτῶν, θεωρῶ τὸν παρόντα ἧττον ἀτελῆ καὶ ἧττον πενιχρόν. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους τούτου κατ’ οὐδὲν ὑστερεῖ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν προγενεστέρων ἐτῶν, καὶ ὄχι μόνον δὲν ὑστερεῖ, ἀλλὰ σχετικῶς ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἰδιωτικῆς οἰκονομίας καθ’ ἣν ἐσυνηθίσαμεν νὰ καταρτίζωμεν τοὺς ἐν Ἑλλάδι προϋπολογισμούς, τὸ συζητούμενον ἔργον ἔχει καὶ τὰς ἀρετάς του.
§39ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸ ὁποῖον κατεκρίνατε.
§40ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ. Κατ’ ἀρχὴν βεβαίως, ἀλλὰ πρόκειται νῦν περὶ συγκρίσεως προϋπολογισμῶν, περὶ παραθέσεως αὐτῶν, εὔχομαι δὲ κατόπιν οἱ διαχειριζόμενοι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους νὰ ἐμπνευσθῶσιν ὑπὸ ὑψηλοτέρων ἰδεῶν καὶ φρονημάτων καὶ νὰ μᾶς ὑποβάλωσιν ἔργα τελειότερα καὶ ἀντάξια τῆς ἐποχῆς ἐν ᾗ ζῶμεν· στέργω σχετικῶς τὰ κρείττονα, ἀξιῶν ὅμως ἐν τῷ μέλλοντι τὰ βέλτιστα. Ἐν τῷ μέσῳ τῆς ὁμιλίας μου εἶχον παρατηρήσει εἰς τὸν βουλευτὴν Τριφυλίας κ. Σωτηρόπουλον, ὅτι κατόπιν θ’ ἀποδώσω αὐτῷ δικαιοσύνην, καὶ οὐ μόνον αὐτῷ ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους συναδέλφους τοὺς διαχειρισαμένους τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους, οὓς παρὰ τὴν θέλησίν μου ἴσως κατά τι ἐψύχρανα· ἤδη μετ’ εὐχαριστήσεως πράττω τοῦτο. Τίς ὁ λόγος τῆς καταστάσεως ταύτης; τίνος ἕνεκα δὲν ἐφρόντισαν οἱ ἑκάστοτε τὰ δημόσια διαχειρισθέντες νὰ φέρωσι ῥιζικὰς καὶ εὐεργετικὰς μεταῤῥυθμίσεις εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους; Δι’ ἔλλειψιν ἱκανότητος; ἄπαγε! δι’ ἔλλειψιν καλῆς θελήσεως καὶ φιλοπατρίας; ποσῶς! Ἀλλαχοῦ ἐμφιλοχωρεῖ τὸ ἀπόῤῥητον τοῦ οἰκονομικοῦ φαινομένου· τὸν λόγον τούτου μᾶς τὸν παρέχει ὁ βαρῶνος Louis, Γάλλος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν κατὰ τὴν παλινόρθωσιν τοῦ 1830· «Donnez-moi, εἶπε, de la bonne politique, et je vous ferai de bonnes finances». Προηγεῖται, ὡς βλέπετε, ἡ τοῦ κράτους πολιτικὴ ὡς πρόξενος αἰτία τῆς κανονικῆς ἢ ἀνωμάλου λειτουργίας τοῦ πολιτειακοῦ μηχανισμοῦ. Κατὰ τὰς μεταβολὰς τὰς κυβερνητικὰς τῆς Ἑλλάδος, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, δὲν ἔχομεν διαδοχὴν ἐξουσίας, ἀλλὰ κατάκτησιν ἐξουσίας· μ’ ὅλην τὴν καλὴν πρόθεσιν τῶν ἡμετέρων ἀνδρῶν τῶν ἐνασχολουμένων καὶ ἐνασχοληθέντων εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους, οὐδὲν ἀληθῶς μέγα ἔργον ἐπιτελεῖται, καθόσον οὔτε ὁ ὑλικὸς καιρὸς παρέχεται οὔτε ἀναψυχή τις δίδεται ὅπως ἐμβριθῶς σκεφθῶσι νὰ φέρωσι ῥιζικὰς καὶ εὐεργετικὰς μεταῤῥυθμίσεις ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ δημοσίου· ἐντεῦθεν μὴ ἀπολύτως αὐτῶν μεμφώμεθα· ὁ βαρῶνος Louis, καθὼς προεῖπον, κἄπως δικαιολογεῖ αὐτοῖς. Οὐ μόνον ἐν καταστάσει πολέμου αἱ εὔστοχοι οἰκονομικαὶ μεταῤῥυθμίσεις εἰσὶν ἀνέφικτοι, ἀλλὰ καὶ ἐν καταστάσει ἐνόπλου εἰρήνης, πλὴν καὶ αὐτὴ ἡ ἄοπλος εἰρήνη δὲν ἀρκεῖ μόνη· αἱ διεθνεῖς πολιτικαὶ δυσχέρειαι, καθ’ ὧν ἀδιαλείπτως παλαίομεν, ὁ πυρετός, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, τῶν ἡμετέρων πολιτικῶν παθῶν, αἱ συνταγματικαὶ ἐλευθερίαι αἱ μὴ προκόπτουσαι ἐφ’ ὅσον ἐπιθυμοῦμεν, ὁ ἀδιάλειπτος σάλος τῶν κυβερνητικῶν μεταβολῶν, ἀπαρτίζουσι κατάστασιν πραγμάτων ἥκιστα πρόσφορον εἰς τὰς οἰκονομικὰς ἡμῶν μεταῤῥυθμίσεις. Ἀδικαιολόγητοι ὅμως οἱ ἡμέτεροι τυγχάνουσι μόνον καθόσον δὲν ὁμολογοῦσιν ἐνώπιον τοῦ ἔθνους τ’ ἀληθῆ, ἀλλ’ ἀξιοῦσι νὰ κολακεύωσιν ἑκάστοτε τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους, πιστεύοντες ὅτι δὲν ζημιοῦσι παριστῶντες τὸ κράτος ἐπὶ ῥόδων. Ἐπιτραπήτω μοι νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὸ ἔθνος δὲν ἀποστέλλει ἡμᾶς ἐνταῦθα διὰ νὰ βλέπωμεν πᾶν ὅ,τι φαίνεται, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ βλέπωμεν πᾶν ὅ,τι δὲν φαίνεται· (ψιθυρισμοί). Ἔχουσιν οἱ ἡμέτεροι ἐρείσματα, ἔχουσι δικαιολογήσεις, ὡς ὡμολόγησα τοῦτο ἐν τοῖς ἡγουμένοις, πλὴν, ἀντὶ νὰ προσφύγωσιν εἰς ταύτας παριστῶντες συγχρόνως καὶ τὰ πράγματα εἰς τὴν ἀληθῆ αὑτῶν θέσιν, συμφολογοῦσιν ἐπὶ τῇ εὐεργετικῇ αὐτῶν πρὸς τὸ ἔθνος ὑπηρεσίᾳ. Οἱ κατὰ καιροὺς διαχειρισθέντες τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους, ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσι, καταβαίνων τοῦ βήματος, ἱλαρῶς νὰ τοῖς παρατηρήσω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἔρχωνται ἐνώπιον τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους ζητοῦντες δίπλωμα οἰκονομολόγου, ἅμα δὲ καὶ δίπλωμα εὐεργέτου, διότι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον, προθύμως τὸ παραχωροῦμεν αὐτοῖς, ἀλλὰ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον, ἂς μᾶς ἐπιτραπῇ οὐχὶ νὰ τὸ ἀρνηθῶμεν, ἀλλ’ ἔτι ν’ ἀναβάλωμεν τοὐλάχιστον τὴν ἔκδοσίν του.
§41ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί. Δὲν θέλω ἀναμιχθῆ εἰς τὴν μονομαχίαν, ἣν συνῆψεν ὁ φίλος μου βουλευτὴς Τριφυλίας κ. Σωτηρόπουλος μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· ὁ Σερτώριος ἐκεῖνος εἶναι ἱκανὸς νὰ πολεμήσῃ τὸν Μάξιμον, τὸν ὁποῖον ὠνόμασε γραῦν. Δὲν θέλω παρακολουθήσει τὸν πρὸ ὀλίγου καταβάντα ἀπὸ τοῦ βήματος εἰς τὸν λαβύρινθον τῆς περιλήψεως τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας, ἣν ἐπεχείρησεν εἰς δύω συνεδριάσεις νὰ κάμῃ. Ὁ κ. Πυλαρινὸς εἶναι θαυμαστὸς ὡς ὁ Ἀριόστος, ὁ ὁποῖος ἔγραψε τὸν Orlando Furioso μὲ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε μόνος ἐκεῖνος ἠμποροῦσε νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὸν λαβύρινθον, τὸν ὁποῖον κατεσκεύασεν. Ὁ κ. Πυλαρινὸς ἤρχισεν ἀπὸ τὰ συστήματα τὰ φορολογικὰ, ἐπέκρινεν ὅλα τὰ συστήματα, ἀποποιηθεὶς νὰ εἴπῃ ποῖον εἶναι τὸ ἀγαπητόν του.
§42ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μεταῤῥυθμίσεις εἶπε.
§43ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον κατέληξεν εἰς τὰ δημόσια χρέη καὶ εἰς τὴν καλὴν πολιτείαν. Κύριοι, σᾶς βεβαιῶ, τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν ἠμπόρεσα νὰ ἐννοήσω ποία ἦτον ἡ γνώμη του ἐπὶ ὅλων αὐτῶν τῶν ζητημάτων· ἔθιξεν ὅλα τὰ ζητήματα τὰ οἰκονομολογικὰ χωρὶς νὰ φέρῃ γνώμην ἐπ’ αὐτῶν, ἔκαμε δηλ. ἓν μάθημα τῆς ἱστορίας τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας.
§44ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὄχι δὰ, ἔφερε γνώμην τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας.
§45ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ. Σᾶς εὐγνωμονῶ διότι μὲ ἀντικαθιστᾶτε.
§46ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω περιορισθῆ, κύριοι, νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς οἰκονομίας τῆς χρησιμευούσης εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ παρόντος προϋπολογισμοῦ τοῦ 1873. Κατόπιν θέλω εἴπει βραχέα τινα περὶ ἐκείνων, ἃ ὁ κύριος Χρηστίδης καταστρέφων τὸν λόγον του ὡμίλησε περὶ τῆς παρούσης κοινοβουλευτικῆς καταστάσεως. Τὸν κ. Χρηστίδην ἐγνώρισα πρὸ εἴκοσιν ἐτῶν· ἔκτοτε τὸν εἶδον πολλάκις ἀναβάντα ἐπὶ τοῦ ὑπουργικοῦ σκίμποδος, πάντοτε τὸν εἶδον πλέκοντα ἱερεμιάδας περὶ τῆς ἀπεγνωσμένης καὶ κακῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος· ἐζωγράφιζε μὲ τὰ μελανώτερα, μὲ τὰ ζοφερώτερα χρώματα τὴν οἰκονομικὴν μας κατάστασιν· πρὸ χρόνων παρίστανεν ἐγγίζουσαν, κρούουσαν τὴν θύραν τοῦ ταμείου τὴν χρεωκοπίαν τοῦ δημοσίου. Εὐτυχῶς ὅμως, κύριοι, πολλὰ παρῆλθον ἔτη ἄνευ τῆς πραγματοποιήσεως τῆς προῤῥήσεως ταύτης, καὶ ἐνῷ αὐτὰ ἔλεγεν ὅτε ὁ προϋπολογισμὸς ἀνέβαινεν εἰς 18 ἑκατομ., ἐπέζησεν ὁ κύριος Χρηστίδης νὰ ὑποβάλῃ προϋπολογισμὸν μὲ 36 ἑκατομμυρίων ἔσοδα καὶ μὲ 35½ ἔξοδα. Δὲν εἶδον ποτὲ τὸν κ. Χρηστίδην φέροντα μεταῤῥύθμισίν τινα ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ κράτους· πάντοτε τὸν ἤκουσα ἐπικρίνοντα τὰς μεταῤῥυθμίσεις, τὰς ὁποίας οἱ ἄλλοι ἔφερον· ἐνθυμοῦμαι μάλιστα τὴν πάλην ἐκείνην, ἣν συνῆψεν εἰς τὴν γερουσίαν ὑπὲρ τῆς κλίμακος. Τότε ἔλεγεν, ἐὰν καταργήσετε τὴν κλίμακα, θέλετε καταστρέψει τὴν γεωργίαν. Μάντις πάντοτε κακῶν καὶ τὰ ἀπαίσια προλέγων, οὐδέποτε εὐτυχῶς ἐπέτυχε. Κατηργήθη ἡ κλίμαξ καὶ ἡ γεωργία ἀντὶ νὰ ὀπισθοδρομήσῃ ἐπροώδευσεν. Εἶδον τὸν κ. Χρηστίδην ἀγωνιζόμενον εὐγενῶς εἰς τὸ νὰ λύσῃ τὸ κατ’ αὐτὸν ἄλυτον ζήτημα τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ δι’ αὐτὸ εἶπεν ὅτι καὶ ἔπαθε καὶ ἐχλευάσθη καὶ ἐταπεινώθη, διότι ἐπροσπάθει ἀνενδότως νὰ λύσῃ αὐτὸ τὸ ἄλυτον κατ’ αὐτὸν ζήτημα. Ἀλλ’ εὐτυχῶς ὁ κ. Χρηστίδης δύναται σήμερον νὰ εἴπῃ τὸ τοῦ Συμεῶνος· Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου, ὅτι εἶδον τὸ σωτήριόν σου. Ἔλυσε δηλονότι τὸ ζήτημα τοῦ τετραγωνισμοῦ τοῦ κύκλου τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας. Ἔφερε προϋπολογισμὸν οὐ μόνον μὲ ἰσοζύγιον, ἀλλὰ καὶ μὲ περίσσευμα· ἔφερε προϋπολογισμόν, οὐχὶ ἑτεροσκελῆ προϋπολογισμὸν, ἀλλὰ ἀμφισκελῆ. Πλὴν φοβοῦμαι μήπως ὁ κ. Χρηστίδης ἔπαθεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐν τῇ φυσικῇ λέγεται ἀντικατοπτρισμός. Ἠξεύρετε ὅτι εἰς τὴν φυσικὴν οἱ ἐπιθυμοῦντες δύσκολα ἢ ἀδύνατα πράγματα βλέπουσιν ἐνίοτε ἐν ὀπτασίᾳ τὰ ποθητὰ πράγματα· οἱ ταξειδεύοντες ἐν τῇ ἐρήμῳ βλέπουσιν ὀάσεις, βλέπουσι τὰς πατρίδας των. Φοβοῦμαι λοιπόν, κύριοι, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον αὐτὸ φαίνεται μόνον ἐν ἀντικατοπτρισμῷ, οὐχὶ πραγματικῶς. Ἐλέχθη πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ εἶναι ἄκαμπτοι, ὅτι δὲν εἶναι φιλάρεσκοι. Ἐγὼ νομίζω ὅμως, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ εἶναι λίαν φιλάρεσκοι, ὅτι ἠμποροῦν πολλάκις νὰ κολακεύωσι τὰς μεγαλειτέρας ἀδυναμίας τῶν ἀνθρώπων. Γνωρίζετε ὅτι, κατὰ τὴν ἀριθμητικὴν, ἐὰν ἔμπροσθεν τῶν σημαντικῶν ἀριθμῶν θέσωμεν μηδενικὰ, αὐξάνομεν τὴν ποσότητα ὅσον θέλομεν· ἐὰν ἀφαιρέσωμεν μηδενικὰ, ἐλαττόνομεν τὴν ποσότητα κατὰ θέλησιν. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον. Ἠξεύρετε πόσον ἐλαστικὸς εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ εἰς τὰ ἔσοδα καὶ εἰς τὰ ἔξοδα, πρὸ πάντων εἰς τὰ ἔσοδα, διότι οὐδὲν σταθερὸν ἔσοδον ἔχομεν. Ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ ὅτι τὰ ἔσοδα τῆς Ἑλλάδος δὲν ἔχουν οὐδεμίαν σταθερὰν βάσιν· αἱ καιρικαὶ περιστάσεις, αἱ ἀτμοσφαιρικαὶ μεταβολαὶ αὐξάνουν ἢ ἐλαττόνουν κατὰ πολὺ τὰ εἰσοδήματα τοῦ κράτους. Ὁ θέλων λοιπὸν νὰ κάμῃ ἰσοζύγιον αὐθαίρετον εὐκόλως δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο, ἐξογκόνων μὲν τὴν στήλην τῶν ἐσόδων, ἐλαττόνων δὲ τὴν στήλην τῶν ἐξόδων καὶ φέρων εἰς ἰσοζύγιον κατὰ φαντασίαν. Τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ κ. Χρηστίδου δὲν εἶναι συνεπὲς μὲ τὸ ἐξαγόμενον τῶν σκέψεων αὐτοῦ, αἱ ὁποῖαι ἐκτίθενται εἰς τὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ τε καὶ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ λογιστηρίου. Διὰ νὰ μεγαλώσῃ δὲ τὴν ἀξίαν τοῦ κατορθώματός του λέγει· εὗρον τὸ κράτος ἔχον μηδαμινοὺς πόρους 30–32 ἑκατομμυρίων, 3½ καθυστερήματα, 3½ ἐνιαύσια ἐλλείμματα· εἰς τὰ 1869 μάλιστα τὸ ἔλλειμμα ἀνέβη μέχρι 5. Εὗρον ἑτέρωθεν τὰς ἀνάγκας τοῦ κράτους μεγάλας. Αἱ ἀπαιτήσεις τῆς βιομηχανίας, ἡ ὁποία προώδευσεν, αἱ ἀπαιτήσεις τῆς γεωργίας, ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη, αἱ ἀπαιτήσεις τοῦ ἐμπορίου, τὸ ὁποῖον ἐξετάθη, ἡ ἐπιμιξία τῶν εὐρωπαίων, ἡ ὁποία ἐπολλαπλασιάσθη, ὅλα αὐτὰ ἐπιβάλλουν ὑποχρεώσεις εἰς μίαν κυβέρνησιν· καὶ ἂν αὐτὴ ἡ κυβέρνησις δὲν θέλῃ νὰ γείνῃ ἀπόκληρος τῆς ἀλληλεγγύης τῶν ἄλλων ἐθνῶν, ὀφείλει νὰ ἱκανοποιήσῃ αὐτὰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς κοινωνίας. Καὶ ἰδοὺ, ὁ κ. Χρηστίδης ἐπαγγέλλεται νὰ ἱκανοποιήσῃ ταύτας πάσας. Ἀλλά, κύριοι, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος τῳόντι, ὡς ἡ γραφὴ ἀτόμου τινος ἀναδείκνυσι τὴν κατάστασιν τοῦ πνεύματός του, δεικνύει τὸ πνεῦμα καὶ τὰς ἰδέας τῆς κυβερνήσεως, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον ἐξεπλήρωσε καμμίαν τῶν ἐπαγγελιῶν αὐτῶν, τὰς ὁποίας προφέρει; Οὐδεμίαν βλέπω εἰς αὐτὸν τὸν προϋπολογισμὸν ἐξ αὐτῶν τῶν μεγάλων ἰδεῶν πραγματοποιουμένην. Τοῦτο μόνον εἶδον, ὅτι εἰς μίαν γωνίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἔνθα ἦτον ἐγγεγραμμένη μικρὰ, εὐτελὴς καὶ γλίσχρος ποσότης παραγωγικὴ, καὶ αὐτὴν τὴν ἐξήλειψεν ὁ κ. Χρηστίδης. Ἠξεύρετε, κύριοι, τὴν ἀθλίαν κατάστασιν τῶν δικαστηρίων μας· αὐτοὶ οἱ ναοὶ τῆς Θέμιδος εἶναι οἰκοδομὴ ἐρειπωμένη, κινδυνεύουσα νὰ πέσῃ νὰ πλακώσῃ τοὺς δικαζομένους, τοὺς δικηγόρους καὶ τοὺς δικαστάς. Τὰ ἀπηρχαιωμένα ἐκεῖνα οἰκήματα, διὰ τὰ ὁποῖα πληρώνομεν ποσὰ ἁδρότατα, πολλαὶ κυβερνήσεις ἐσκέφθησαν νὰ ἀντικαταστήσουν διὰ καταστημάτων καταλλήλων καὶ ἀξίων τοῦ ὀνόματος τοῦ ναοῦ τῆς Θέμιδος· ἐνέγραψαν δὲ ποσότητας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διὰ νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν ἔγερσιν τῶν καταστημάτων τούτων. Αὐτὴν λοιπὸν τὴν μικρὰν ποσότητα, ἡ ὁποία πέρυσιν ἦτον ἐγγεγραμμένη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἐκ 40,000 δραχμῶν, αὐτὴν τὴν παραγωγικὴν δαπάνην ἐξήλειψεν ὁ κ. Χρηστίδης, ἐνῷ λέγει εἰς τὴν ἔκθεσίν του «ἤλθομεν νὰ πραγματοποιήσωμεν μεγάλας ἰδέας, ἤλθομεν νὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς κοινωνίας». Τοιαύτη εἶναι ἡ ἀποστολὴ τῶν μεγάλων ἀνδρῶν, τοιαύτη εἶναι ἡ ἐκπλήρωσις τῶν ἐπαγγελιῶν τῆς προόδου! Ἦλθον, λέγει, καὶ εὗρον τὰ οἰκονομικά μας ἄθλια· 32 ἑκατομμύρια τὰ εἰσοδήματα, 3½ τὰ καθυστερούμενα καὶ ἰσάριθμα τὰ ἐλλείμματα, καὶ ὅμως ὀφείλομεν νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας· θέλομεν ἐπιβάλει φόρους, θέλομεν κάμει δάνεια θέλομεν κάμει οἰκονομίας, ἀλλὰ πρὶν δανεισθῶμεν, πρὶν ἐπιβάλωμεν φόρους, ὀφείλομεν νὰ ἐξαντλήσωμεν τὸν ἠθικώτατον, τὸν εὐγενέστατον πόρον, τὸν τῆς οἰκονομίας. Προχωρῶν δ’ ἐπιλέγει, ὅτι τὰ εἰσοδήματα εὐτυχῶς ἔλαβον τροπὴν ἀπὸ δύω ἐτῶν, ὅτι δύνανται νὰ ἀναβιβασθῶσιν, ὅτι ἀνεβιβάσθησαν εἰς 34,000 000· καὶ ὅμως ἐνῷ ἡ ἔκθεσίς του λέγει, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ὦσι πλείονα τῶν 34,000,000, ἐνῷ εἰς τὴν ἀνάλυσίν του ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ λογιστηρίου ἀποδεικνύει ὅτι δὲν δύνανται νὰ ὑπερβῶσι τὰ 34,000,000, μ’ ὅλα ταῦτα ὑποβάλλει προϋπολογισμὸν μὲ 36,000,000 εἰσοδήματα, αὐτὸς ἑαυτὸν ἀναιρῶν. Τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1873 ἐστήριξε, λέγει, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1871 καὶ 1872. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1871 ἔχει 33,993,000 ἔσοδα, καὶ ὅμως ὁ τοῦ 1873 φέρει 36,000,000. Ἡ προσωρινὴ κατάστασις τοῦ 1872 παρουσιάζει εἰσπραχθέντα μὲν μέχρι 31 Δεκεμβρίου 30,000,000 δραχμῶν, βεβαιωθέντα δὲ 34,000,000· προσθέτει ὅτι θέλομεν εἰσπράξει εἰσέτι 5,261,000 διὰ τὸ 1872. Ἀλλὰ διὰ νὰ εἰσπραχθῶσι 5,261,000 εἶναι ἀνάγκη νὰ βεβαιωθῶσιν ἀκόμη 4,000,000· πρέπει καὶ νὰ φθάσῃ ἡ βεβαίωσις εἰς 38,000,000, ἐκ τῶν ὁποίων ἀφοῦ ἀφαιρέσητε 2½ ἕως 3 ἑκατομμύρια τὰ καθυστερήματα, θέλει μείνει τὸ ποσὸν τῶν 35 ἑκατομμυρίων εἰσπράξεων. Ἕως ποῦ δὲ φθάνει ἡ μέχρι σήμερον βεβαίωσις δὲν μᾶς εἶπε, διότι ἕως τώρα ὅλοι οἱ φόροι τῆς χρήσεως τοῦ 1872 εἶναι βεβαιωμένοι. Ὤφειλε νὰ μᾶς φέρῃ τοὐλάχιστον τὸ ποσὸν τῆς βεβαιώσεως, διὰ νὰ ἤμεθα ἐν γνώσει ἐὰν ἡ βάσις, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1873, εἶναι βάσις ἀσφαλὴς, βάσις βεβαία. Δὲν δύναμαι λοιπὸν κατὰ τὴν ἔκθεσίν του καὶ κατὰ τὴν ἀνάλυσίν του νὰ παραδεχθῶ ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ 1873 θέλουν εἶσθαι ἀνώτερα τῶν 34,000,000. Προσθέσατε εἰς αὐτὰ τὰ ἔκτακτα ἔσοδα ἐκ τῶν προκαταβολῶν 500,000 δραχμῶν, προσθέσατε ἔτι τὴν αὔξησιν τοῦ ἐκ τῶν σκωριῶν φόρου ἐκ 460,000 δραχ. καὶ θέλομεν ἔχει ἔσοδα 35 τὸ πολὺ ἑκατομμύρια. Ἐξώγκωσεν ἑπομένως τὸ κεφάλαιον τῶν ἐσόδων κατὰ 1 ἑκατομμύριον, ἡ δ’ ἐξόγκωσις ἐγένετο εἰς 2 ἢ 3 κεφάλαια. Οἱ ἄμεσοι φόροι φαίνονται ἐξωγκωμένοι, διότι, καθὼς ἠξεύρετε, ἓν ἀπὸ τὰ μεγάλα ποσὰ τῶν ἀμέσων φόρων εἶναι καὶ ὁ φόρος τῆς σταφίδος. Δὲν πιστεύω ὅτι κατὰ τὸ 1873 ἡ σταφὶς ἡ παραχθησομένη θέλει ἐξαχθῆ ὁλόκληρος, διότι κατὰ τὸν περυσινὸν χρόνον ἡ σταφὶς ὑπερτιμηθεῖσα ἔφερε μεγάλας ζημίας εἰς τοὺς ἐμπόρους καὶ ἕνεκα τούτου μένει πολλὴ ἐναποταμιευμένη εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Λονδίνου.
§47ΧΑΛΙΚΙΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τρεῖς χιλ. τόνοι ὀλιγώτερον εἶναι σήμερον.
§48ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἔχω διαφορετικὰς πληροφορίας. Εἶναι λοιπὸν πιθανὸν ὅτι τὸ μέγα ἐναποταμίευμα τῆς σταφίδος θέλει ἐμποδίσει νὰ ἐξαντληθῇ ἡ ἐξαγωγὴ τῆς σταφίδος· ἄλλως τε, ὁ σκώληξ, ὁ ὁποῖος ἀπὸ πέρυσι καὶ προπέρυσιν ἐφάνη, δύναται κατὰ πολὺ νὰ ἐλαττώσῃ τὸ ποσὸν τῆς παραγωγῆς. Ἠξεύρετε ὅτι αἱ νόσοι τῶν φυτειῶν, ὅταν ἅπαξ ἀρχίσωσι, δυσκόλως ἀπαλλάττουσι τοὺς κατοίκους ἀπὸ τὰ δυστυχῆ ἀποτελέσματά των, διότι ἡ θεραπεία τῶν φυτικῶν νοσημάτων εἶναι πολὺ δύσκολος καὶ ἀπαιτεῖ μακρὰν πεῖραν· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διὰ τὸν ἕνα λόγον εἴτε διὰ τὸν ἄλλον ἡ ἐξαγωγὴ τῆς σταφίδος κατὰ τὸ 1873 θὰ ᾖναι πολὺ μικροτέρα. Εἰς τοὺς ἐμμέσους φόρους ἐπίσης πιστεύω ὅτι ἐξωγκώθη τὸ ποσὸν τὸ ἐγγεγραμμένον. Ἠξεύρετε τὴν τροπὴν, ἣν ἔλαβον τὰ κεφάλαια. Τὰ κεφάλαια ἐτράπησαν εἰς ἐπιχειρήσεις ἐπισφαλεῖς, εἰς ἐπιχειρήσεις μεταλλευτικάς. Ἠξεύρετε πόσον τὸ ἐμπόριον εἶναι νεκρωμένον, ὁποία ἀπραξία μεγάλη κυριεύει τὸ ἐμπόριον τῆς Ἑλλάδος. Εἶναι λοιπὸν φόβος ἕνεκα τῆς τροπῆς τῶν κεφαλαίων ἡ εἰσαγωγὴ τῶν ἐμπορευμάτων νὰ μὴ ᾖναι ὅσον ἠδύνατο νὰ ᾖναι. Ἑκατομμύρια πολλὰ εἰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις κατετέθησαν, ὡς π. χ. 5 ἑκατομμύρια εἰς τὸ Λαύριον κατὰ τὴν πρώτην δόσιν, 5 ἄλλα κατὰ τὴν δευτέραν δόσιν, ἐκτὸς πολλῶν ἄλλων ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπησχολημένα καὶ εἰς διαφόρους ἄλλας μεταλλευτικὰς καὶ ἄλλας ἑταιρίας. Αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια εἶναι ἱκανὰ νὰ ἐλαττώσουν κατὰ πολὺ τὰς προσόδους τῶν τελωνείων· ἡ νέκρωσις τοῦ ἐμπορίου εἶναι μέγα καὶ ἀλάνθαστον σημεῖον ὅτι θὰ ἐλαττώσῃ τὰς προσόδους τοῦ κράτους Προβλέπω δὲ ὅτι ἡ δευτέρα ἑξαμηνία θέλει ἀποδείξει πολὺ ἠλαττωμένον τὸ ποσὸν τῶν ἐμμέσων φόρων. Ἐκτὸς δὲ δὲ τούτου εἰς τὸ ἄρθρον τὸ πραγματευόμενον περὶ τῶν τελῶν τῶν εἰσαγομένων σιτηρῶν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠξίωσε νὰ ἐλαττώσῃ τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη μόνον κατὰ 160,000 δραχμῶν· προλέγω ὅμως ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ τῶν σιτηρῶν ἕνεκα τῆς ἀφθόνου παραγωγῆς θέλει εἶσθαι πολὺ ἠλαττωμένη, ὄχι κατὰ 500,000 κοιλῶν, ὡς ὑπολογίζει ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ κατὰ τριπλάσιον καὶ πλέον, καὶ τότε θέλετε αὐξήσει τὸ σημειωθὲν ποσὸν κατὰ τριπλάσιον ποσόν· ἀντὶ 160,000 δραχμῶν θέλετε θέσει 500,000. Αὐτὴν τὴν διαφορὰν τῆς εἰσαγωγῆς τῶν σιτηρῶν βλέπετε καὶ κατὰ τὸ 1870 καὶ κατὰ τὸ 1871. Κατὰ τὸ 1871 εἰσήχθησαν σιτηρὰ 3,756,000, κατὰ τὸ 1870 ἡ εἰσαγωγὴ περιωρίσθη εἰς 2,500,000 κοιλά, ὅ ἐστὶν ἦτο διαφορὰ κατὰ 1,200,000 κοιλῶν. Ἐφέτος δὲ, ὅτε ἡ ἀφθονία προαγγέλλεται μεγάλη ὡς χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνήγγειλεν, εἶναι πιθανώτατον ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ θέλει ἐλαττωθῇ κατὰ 1,500,000. Ηὔξησεν ἐπίσης, κύριοι, τὰ ἔσοδα κατὰ 200,000 ἕνεκα τῆς προβλεθείσης αὐξήσεως τῆς τιμῆς τοῦ ἅλατος. Ἀρκετὰ σᾶς εἶπεν ὁ κύριος Σωτηρόπουλος, ὅτι οὐδὲν ἀποφέρει εἰς τὸ δημόσιον· ἐὰν τεθῇ εἰς ἐνέργειαν, θέλει μὲν εὐεργετήσει τὸν λαὸν, ἀλλὰ οὐδεμίαν ὠφέλειαν θὰ φέρῃ εἰς τὸ δημόσιον, ἠναγκασμένον νὰ συστήσῃ ἀποθήκας εἰς μεσογείους ἐπαρχίας. Καθὼς δὲ γνωρίζω ἐκ τῆς ὁμιλίας, τὴν ὁποίαν μετὰ διαφόρων συναδέλφων ἔκαμα, ὁ νόμος οὗτος οὐδόλως θέλει ἐπιψηφισθῆ. Ἔχομεν λοιπὸν ἐκ τῶν εἰσοδημάτων 1 ἑκατομμύριον περισσότερον τοῦ δέοντος ἐγγεγραμμένον εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ἔρχομαι εἰς τὰ ἔξοδα. Τὰ ἔξοδα ἀνεβίβασεν ὁ κ. Χρηστίδης εἰς 35,440,000 δραχμῶν, ἀφοῦ ἀφῄρεσεν ἐκ τῶν παρελθόντων προϋπολογισμῶν 1,197,000 δι’ ἐλάττωσιν τόκων καὶ μετάθεσιν εἰς τὸ μέλλον χρεωλυσίων τῶν δανείων τῶν 6,500,000. Ἐπειδὴ, κύριοι, ἡ βάσις αὐτῆς τῆς ἐλαττώσεως δὲν εἶναι ποσῶς πιθανὸν ὅτι θὰ πραγματοποιηθῇ, διότι, ὡς πάντες γνωρίζετε, αἱ συμβάσεις αὗται αἱ ἐπαχθεῖς, ὡς πολλαπλασιάζουσαι τὰ γραμμάτια τῶν Τραπεζῶν καὶ καταστρέφουσαι οὕτω τὰς Τραπέζας, δὲν θέλουν ψηφισθῆ, ἡ ἐλάττωσις αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εἶναι ἰδανικὴ καὶ δέον εἰς τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων τῶν 35,440,000 νὰ προσθέσωμεν 1,197,000 δραχ. Ἓν ἄλλο κονδύλιον ὑποχρεωτικὸν διὰ τὴν κυβέρνησιν, τὸ κονδύλιον τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας ἐκ 280,000 δραχ., διέγραψεν ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὸ καταλογίζει εἰς τὰς οἰκονομίας. Ἐπιστήσατε μικρὸν τὴν προσοχήν σας εἰς τὴν ἱστορίαν αὐτοῦ τοῦ κονδυλίου, καὶ πιστεύω νὰ πεισθῆτε ὅτι καὶ οὐσιαστικῶς καὶ τυπικῶς εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώσωμεν αὐτὸ τὸ κονδύλιον. Ἠξεύρετε ποία ἀνάγκη ὑφίστατο ὅταν κατ’ ἀρχὰς ἠθέλησεν ἡ κυβέρνησις νὰ συστήσῃ τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν· ἠξεύρετε πόσα ἐθυσίασεν ἡ κυβέρνησις διὰ νὰ ἀποκαταστήσῃ αὐτὴν τὴν ἑταιρίαν, ἥτις εἶναι ἀναγκαιοτάτη διὰ τὴν συγκοινωνίαν τῶν νήσων καὶ τῶν παραλίων μερῶν τῆς Ἑλλάδος, τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ 9/10 τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν, κύριοι, τὰ ἄλλα ἔθνη, πρὸ πάντων δὲ ἡ Αὐστρία, ἡ ὁποία δὲν ἔχει παρὰ ἕνα μόνον λιμένα, τὴν Τεργέστην, δὲν ἔχει παρὰ μίαν μικρὰν γλῶσσαν θαλάσσης, τὸν Ἀδρίαν, (Ἀδριατικὸν κόλπον), μεγάλα ποσὰ πληρόνῃ εἰς ἀποζημιώσεις καὶ εἰς συνδρομὰς τῆς ἑταιρίας Λόϋδ, πόσον μᾶλλον ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀνάγκην νὰ πληρώσῃ διὰ νὰ ἔχῃ συγκοινωνίαν τῶν νήσων; Εἶχεν ἐγγυηθῆ τὸ δημόσιον εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν 5% ἐπὶ τοῦ ἀρχικοῦ κεφαλαίου ὡς συνδρομήν. Ἀλλὰ τὸ προνόμιον ἐκεῖνο ὡς καὶ ἡ ἐγγύησις ἔληξαν, καὶ μία σύμβασις ἐπὶ τῆς ὑπουργείας τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἐγένετο μεταξὺ τῆς κυβερνήσεως καὶ τῆς ἑταιρίας, δι’ ἧς συνετέθη ἀντὶ τῆς ἐγγυήσεως ἐκείνης νὰ πληρόνῃ τὸ δημόσιον 280,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος κατ’ ἀποκοπὴν ὡς συνδρομὴν πρὸς τὴν ἑταιρίαν· ἐξ ἄλλου δὲ μέρους εἰς τὴν ἑταιρίαν ἀνετέθη ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία τοῦ κράτους καὶ ἡ συγκοινωνία τῶν νήσων, αἵτινες οὐδεμίαν συγκοινωνίαν ἔχουσι τακτικήν, ἐὰν ἡ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία δὲν ὑπάρξῃ.
§49ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Ὅλης τῆς Ἑλλάδος.
§50ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴν τὴν σύμβασιν ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Σωτηρόπουλος τὴν ὑπέβαλεν εἰς κύρωσιν εἰς τὸν Βασιλέα ἐντὸς τῆς διμήνου προθεσμίας τῆς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προσδιωρισμένης, ἀλλὰ ἐδημοσίευσεν αὐτὴν μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν δύο μηνῶν. Ὅταν ἔμελλε νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ σύμβασις, ἠγέρθη τὸ ζήτημα ἐὰν ᾖναι νόμος τοῦ κράτους ἐκτελεστός, ἐὰν ᾖναι νομίμως κεκυρωμένος, διότι ἐκυρώθη μὲν ἐντὸς δύω μηνῶν, δὲν ἐδημοσιεύθη δὲ ἐντὸς τῆς διμήνου προθεσμίας. Συνέστη δὲ ἐπιτροπὴ ἀπὸ τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον πρὸς ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος τούτου· μέρος δὲ ταύτης τῆς ἐπιτροπῆς εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ καὶ ἐγώ, ἦτο δὲ ἐν αὐτῇ καὶ ὁ κ. Προβελέγιος. Οὗτος ὁ κύριος ὑπεστήριξεν ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη δὲν εἶναι νόμος τοῦ κράτους, διότι δὲν ἐδημοσιεύθη ἐντὸς διμήνου προθεσμίας ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεως, καὶ ὅτι, διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἔγκυρος νόμος, πρέπει νὰ δημοσιεύηται καὶ κυροῦται ἐντὸς τῶν δύω μηνῶν. Αὐτὴ ὅμως ἡ γνώμη δὲν ἐφάνη εἰς πολλοὺς ἀρεστή, καὶ διὰ τοῦτο συνεκροτήθη ἄλλο συμβούλιον ἐκ πολλῶν νομομαθῶν, οἱ ὁποῖοι ἔφερον ἐναντίαν γνώμην. Εἶπον ῥητῶς, ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται ἡ δημοσίευσις ἐντὸς τῶν δύω μηνῶν, ἀλλ’ ἡ κύρωσις· διότι ἡ μὲν κύρωσις ἀνήκει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἡ δὲ δημοσίευσις εἶναι ἐκτέλεσις, εἶναι διοικητικὸν ἔργον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐνεργήσῃ, ὅταν θέλῃ, τὸ ὑπουργεῖον. Συνεπεία αὐτῆς τῆς δευτέρας γνωμοδοτήσεως, ἡ ὁποία ἦτον ἐπικρατεστέρα διότι ἦτον ἀπόῤῥοια τῶν καλλιτέρων νομομαθῶν τῆς Ἑλλάδος, τὸ προκάτοχον Ὑπουργικὸν Συμβούλιον συνέταξε πρωτόκολλον, ἐν ᾧ ἀπεφασίσθη ὅτι ἡ κυβέρνησις εἶναι ὑπόχρεως νὰ ἐκτελέσῃ αὐτὴν τὴν σύμβασιν καὶ νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν. Ὑπέβαλε κατὰ συνέπειαν ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ συγχρόνως ἐπῆλθεν ἡ κρίσις καὶ τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἀπεχώρησε καὶ ἔμεινεν ἐκκρεμὴς ἡ ὑπόθεσις. Ἡ κυβέρνησις ἡ παροῦσα, καὶ πρὸ πάντων ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἤθελε νὰ κλείσῃ ἔστω καὶ μικρὰν θύραν δαπάνης, ἢ μᾶλλον νὰ παραιτήσῃ τὴν ἐκπλήρωσιν ὑποχρεώσεων (θόρυβος), δὲν ἐγγράφω, εἶπε, τὴν ποσότητα αὐτήν, διότι ἔχω δισταγμούς. Ἀλλά, κύριοι, τὸ ἔθνος ἔχει μεγάλην ἀνάγκην τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν παρέχει ἡ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία· ἔχει δὲ χρέος, ἀφοῦ ὑπηρετεῖται, νὰ ἀποζημιώσῃ τὴν προσφερομένην ὑπηρεσίαν. Ἡ ἑταιρία, ὡς ἠξεύρετε, ἐκπληροῖ τὴν ὑποχρέωσίν της, ἐκτελοῦσα τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν καὶ διατηροῦσα τὰς γραμμάς· ἡμεῖς δὲ νὰ μὴ θέλωμεν νὰ πληρώσωμεν τὴν συνδρομήν, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν καὶ τὴν ὁποίαν δικαιοῦται νὰ ἀπαιτήσῃ δικαστικῶς ἀπὸ ἡμᾶς, εἶναι παράλογον καὶ ὠθοῦμεν αὐτὴν νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια. Ἐν ὅσῳ ἡ ἑταιρία ὑπηρετεῖ τὸ δημόσιον, πῶς τολμᾷς, κύριε ὑπουργέ, νὰ εἴπῃς ὅτι δὲν ἠμπορεῖς ν’ ἀποδώσῃς ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀπέκτησεν ἡ ἑταιρία; Ἀφοῦ ἡ ἑταιρία δύναται νὰ μᾶς ἐνάξῃ εἰς τὸ δικαστήριον, εἶναι ἀνόητον νὰ ἀρνηθῶμεν νὰ ἐγγράψωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τὴν δαπάνην αὐτὴν. Ἰδοὺ λοιπὸν ἓν μέγα ποσὸν, τὸ ὁποῖον διὰ μιᾶς μονοκονδυλιᾶς ἀφήρεσε, διὰ νὰ φέρῃ αὐτὸ τὸ χιμαιρικὸν ἰσοζύγιον, αὐτὸν τὸν ἰσοσκελῆ προϋπολογισμὸν. Ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι εἰς μίαν ἄλλην ἐποχὴν, ἐπὶ τοῦ τελευταίου ὑπουργείου τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ἦλθε τὸ ζήτημα, τί πρέπει νὰ κάμῃ τὸ ὑπουργεῖον ὅπως ἐξοφλήσῃ τὰς δικαστικὰς ἀποζημιώσεις· ἠρώτα ἐκεῖνο τὸ ὑπουργεῖον, εἶναι καλὸν ἡ κατάστασις αὕτη νὰ ἐξακολουθήσῃ; νὰ ἀφήσῃ τὸν δανειστὴν νὰ αἰτιᾶται τὴν κακὴν πίστιν τοῦ δημοσίου, ἢ πρέπει νὰ πληρώσωμεν; Καλὸν νὰ ἀφήσωμεν τοὺς δανειστὰς νὰ λαμβάνωσι τόκον 12% κατ’ ἔτος καὶ ν’ ἀνατοκίζωσιν αὐτὰ καθ’ ἑξαμηνίαν κοινοποιοῦντες ἐπιταγὰς, ἢ πρέπει νὰ πληρώσωμεν αὐτὰ τὰ χρέη, νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὸ κοινὸν, ἀπὸ τοὺς πιστωτὰς τὴν δικαίαν μομφὴν; Ἀπεφάσισε τότε ἡ Βουλὴ, κύριοι, νὰ συνάψῃ ἡ κυβέρνησις ἓν δάνειον 4,000,000 διὰ νὰ ἐξοφλήσῃ ὅλας αὐτὰς τὰς ἀπαιτήσεις· τὸ δάνειον συνήφθη, ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου δὲν εἶχε προφθάσει νὰ ἐξοφλήσῃ ὅλας τὰς δικαστικὰς ἀποζημιώσεις. Ἦλθε τὸ ἄλλο ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἓν ἑκατομμύριον, δὲν ἠξεύρω πόσον, μετεχειρίσθη εἰς ἄλλας ἀνάγκας, καὶ διὰ τοῦτο ἔμειναν 469 χιλιάδες ἀνεξόφλητοι ἐξ ἀπαιτήσεων ἀποζημιώσεων δικαστικῶν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εὑρὼν αὐτὸ τὸ χρέος, τὸ διαγράφει, τὸ παραπέμπει a Calendas Graecas· τὸ μετέφερε εἰς τὰς ἐπινοηθείσας διαγεγραμμένας χρήσεις. Νομίζω ὅτι τὸ χρέος τοῦτο εἶναι βάρος, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ ἐξοφλήσωμεν· ἡ ἐξόφλησις αὐτοῦ εἶναι συμφέρουσα εἰς τὸ δημόσιον, ἔστω καὶ ἂν δανεισθῇ διὰ νὰ πληρώσῃ αὐτὸ τὸ χρέος, διότι θὰ εὕρῃ δάνειον πρὸς 8%· τοιουτοτρόπως θὰ κερδήσῃ 4%. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ἐγγραφῇ αὐτὸ τὸ ποσὸν τῶν 469,000 εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ἀκόμη, κύριοι, μία ἐλάττωσις αὐθαίρετος, ἡ τῶν ἀποζημιώσεων τῶν δικηγόρων, ἐκ δραχ. 50,000· ἐν ᾧ οὔτε 150,000 δραχ. φθάνουν εἰς ἀποζημίωσιν τῶν δικηγόρων, ἠλάττωσεν ὁ κ. ὑπουργὸς καὶ αὐτὸ τὸ ποσὸν, εἰς 100 χιλιάδας περιορίσας αὐτό· ἡ ἐλάττωσις αὕτη εἶναι αὐθαίρετος. Εἶπεν ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου του ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐπεθύμησε νὰ κάμῃ τοὺς ἀριθμοὺς λίαν φιλαρέσκους καὶ τὸ κατώρθωσε. Δὲν ἐνέγραψε προσέτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν 77,000, τὰς ὁποίας ἐψήφισε ἡ Βουλὴ διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῆς ἐκτάκτου συνόδου τοῦ 1866. Ἀπέκοψεν αὐθαιρέτως ἀπὸ τὰ ἔξοδα τῆς δημοσίου ἀσφαλείας 100,000 δραχ., ἐνῷ μακρὰ σειρὰ ἐτῶν ἀποδεικνύει ὅτι τὰ ἔξοδα τῆς ἀσφαλείας ποτὲ δὲν κατῆλθον εἰς 80,000 δραχμὰς, ἀλλ’ ὑπερέβαιναν τὰς 200,000 καὶ τὰς 250,000· ἄνω πάντοτε τῶν 150 χιλ. ἐδαπανήθησαν εἰς ἔξοδα τῆς δημοσίου ἀσφαλείας. Ἀλλὰ τοῦτο, λέγει, ἀποδεικνύει τὴν καλὴν κατάστασιν τῆς δημοσίου ἀσφαλείας. Δὲν ἀγνοεῖ ὅμως ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἡ δημόσιος ἀσφάλεια εἶναί τι ἐφήμερον, ἄστατον, καὶ ἂν σήμερον ὑπάρχῃ ἀσφάλεια, αὔριον δύναται ν’ ἀνατραπῇ ἢ νὰ διαταραχθῇ· καὶ ἂν σήμερον κοιμῶνται αἱ λῃστρικαὶ συμμορίαι εἰς τὰ μεθόρια ἐντὸς τῆς Τουρκίας, αὔριον ἠμποροῦν νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν χώραν μας· ἀπόδειξις ἡ αἰχμαλωσία, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐσχάτως εἰς τὰ μεθόρια τῆς Φθιώτιδος. Οὐδὲν ἀσταθέστερον τῆς δημοσίου ἀσφαλείας. Ἀλλὰ τὰ ἔξοδα τῆς δημοσίου ἀσφαλείας εἶναι ἐξ ἐκείνων, διὰ τὰ ὁποῖα μοὶ χορηγεῖ ὁ λογιστικὸς νόμος τὴν ἐξουσίαν νὰ ζητήσω πίστωσιν παρὰ τοῦ Βασιλέως, καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος τῆς ἐλαττώσεως. Ἂν δὲ συνάψητε αὐτὰ τὰ ποσὰ, θέλετε ἰδεῖ ὅτι 2,100,000 ἀπεκόπησαν ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων· προσθέτατε καὶ τὸ ἑκατομμύριον, τὸ ὁποῖον καθ’ ὑπέρβασιν ἐνεγράφη εἰς τὰ ἔσοδα, καὶ θέλετε ἔχει ἀντὶ περισσεύματος ἐλάττωσιν ἓν ἔλλειμμα 3,100,000. Ἰδού, κύριοι, τὸ ἰσοζύγιον, ὁ τετραγωνισμὸς τοῦ κύκλου τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας, τὸν ὁποῖον ἔλυσεν ὁ κ. Χρηστίδης. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καταστρέφων τὸν λόγον, προσέθηκε: τί εἶπεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος; ὅτι ἡμεῖς στεκόμεθα ἐδῶ μὲ μισὴν ψῆφον, μὲ μίαν ψῆφον· δὲν θέλομεν νὰ φροντίσωμεν περὶ τοῦ ἀριθμοῦ, περιφρονοῦμεν τοὺς ἀριθμούς, δὲν μᾶς μέλει περὶ τούτων, περὶ ἄλλου πρόκειται· ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὡς ὁ Ἐπαμινώνδας, ὅτι κρατοῦμεν τὴν βοιωταρχίαν παρὰ τοὺς νόμους τῆς πολιτείας, διότι κατεπονήσαμεν τοὺς Λακεδαιμονίους, ἐταπεινώσαμεν τὴν ὀφρῦν τῆς Σπάρτης. Δύναται νὰ εἴπῃ τοῦτο τὸ σημερινὸν ὑπουργεῖον, κρατοῦν τὴν ἀρχὴν μὲ μισὴν, μὲ καμμίαν ψῆφον, μειοψηφοῦν τέλος, διότι διεπράξατο μεγάλα πράγματα, κατώρθωσε μεγάλα κατορθώματα;
§51ΜΑΚΡΗΣ, ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Φέρετέ το λοιπὸν, φέρετέ το· τί τὰ λέγετε αὐτά;
§52ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀγάλια ἀγάλια θὰ τὸ φέρωμεν. Δὲν ἠμπορῶ, κύριοι, νὰ ἐννοήσω αὐτὸ τὸ ὑπουργεῖον· πότε λέγει ἀλήθειαν; ὅταν εἰς τὴν ἐγκύκλιόν του δογματίζει, ὅτι αἱ μειοψηφίαι δὲν πρέπει νὰ διοικοῦν, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, ἢ ὅταν λέγει ὁ ὑπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δὲν ἀποβλέπομεν εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, ἀρκεῖ ὅτι κάμνομεν καλὰ πράγματα διὰ τὸ ἔθνος; Ποία λοιπὸν εἶναι ἡ ἀλήθεια; ἡ ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκφραζομένη ἢ ἡ ἐγγεγραμμένη εἰς τὴν ἐγκύκλιον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν πρὸ τῶν ἐκλογῶν δημοσιευθεῖσαν; (διακοπαὶ ἀριστερόθεν). Ἀποδείξατε διὰ τῶν πραγμάτων, λέγει ὁ κ. Μακρῆς. Σεῖς, κύριοι, ἐπλειοψηφήσατε κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ προέδρου, ἀλλὰ τοὺς ἀντιπροέδρους καὶ γραμματεῖς ἐλάβομεν ἡμεῖς.
§53ΜΑΚΡΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Τοῦ προέδρου εἶναι τὸ ζήτημα· ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ἰδέαν ὅτι ἔχομεν παμψηφίαν (θόρυβος).
§54Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ· ἔχομεν παμψηφίαν ἢ δὲν ἔχομεν, ἐδῶ εἶναι συζήτησις· ὁ λόγος τοῦ κ. Βαλασοπούλου ἔρχεται εἰς πολιτικὴν συζήτησιν. Πρέπει νὰ ἔχουν ὑπομονὴν οἱ κύριοι νὰ ἀκούσουν καὶ ν’ ἀπαντήσουν δι’ εἰρηνικῆς συζητήσεως· ὅλος ὁ θόρυβος εἶναι ἐντελῶς περιττός.
§55ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν παραξενεύομαι, κύριοι, διὰ τὴν συνήθειαν αὐτὴν τῆς κυβερνήσεως, ὅταν ὁ πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος εἶπεν, ὅτι εἰσῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν διότι ἡ προκάτοχος ἐξουσία ἀπώλεσε τὴν πλειοψηφίαν, ἡ δὲ διάδοχος ἦτο τῆς πλειψηφίας τέκνον, μετὰ τῆς ὁποίας συνειργάσθη ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἔλαβε τὸν προϋπολογισμόν· ὅταν κηρύττει τὴν λῆξιν τῆς συνόδου τὴν ἐπιοῦσαν, καθ’ ἣν ἔληγεν ἡ ἑξαμηνία· ὅταν διαλύει μετ’ ὀλίγους μῆνας τὴν Βουλὴν, ἧς ἔχαιρεν, ὡς ἔλεγε, τὴν πλειοψηφίαν. Τί λέγει εἰς τὴν ἐγκύκλιόν του τὴν δημοσιευθεῖσαν πρὸ τῶν ἐκλογῶν; ὅτι αἱ μειονοψηφίαι δὲν διοικοῦσι· πάλιν ἀντιστρόφως χθὲς εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι εἶναι μὲν μειονοψηφία, ἀλλὰ μένει διὰ νὰ κάμῃ μεγάλα πράγματα. Αἱ ἀσυνέπειαι αὗται ἐπισήμως καὶ δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπηγγέλθησαν. Θέλετε λοιπὸν νὰ ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτὴν τὴν κυβέρνησιν; Ἀλλ’ ἀφήσατέ μας, λέγουν, νὰ διοικήσωμεν, θὰ κάμωμεν μεγάλα καὶ καλὰ πράγματα. Ἐκάμαμεν, λέγουν, τὸν σιδηρόδρομον ἀπὸ Πειραιῶς εἰς Λαμίαν· ἀλλὰ αὐτὸ δὲν εἶναι παρὰ δευτέρα ἔκδοσις καὶ οὐδὲν ἄλλο, δὲν εἶναι δὲ ἐπηυξημένη ἀλλ’ ἠλαττωμένη, διότι πληρόνομεν περισσότερα. Ἀλλά, κύριοι, καὶ τοῦτο τὸ ἔργον διὰ μιᾶς ἄλλης πράξεως προσπαθοῦμεν νὰ τὸ καταστρέψωμεν· ἐψηφίσθη καὶ ἄλλος σιδηρόδρομος ἀπὸ τὸ ἴδιον σημεῖον τοῦ Πειραιῶς καὶ διὰ τὴν μετὰ τῆς Εὐρώπης συγκοινωνίαν ὁρισθεὶς· δύω δὲ σιδηρόδρομοι, καθὼς ἀπέδειξα ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀπὸ τὸ ἴδιον σημεῖον ἀναχωροῦντες καὶ εἰς τὸ ἴδιον καταλήγοντες, θέλουν καταστραφῆ ἀμοιβαίως. Ἓν μόνον εὔχομαι καὶ ἐλπίζω, ὅτι ὁ δεύτερος δὲν θέλει πραγματοποιηθῆ· εἰς τὴν φρόνησιν τῶν ἐπιχειρηματιῶν καὶ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῶν ἐμπόρων στηρίζω ταύτην τὴν ἐλπίδα· εἰς δὲ τὴν ἀποτυχίαν τοῦ σιδηροδρόμου τούτου θέλει χρεωστεῖ ὁ πρῶτος σιδηρόδρομος τὴν ὕπαρξίν του, τὴν συντήρησίν του, ἄλλως, θέλει καταστραφῆ καὶ ὁ μὲν καὶ ὁ δέ. Ἐφέραμεν Τραπέζας, λέγουν· ἡ Τράπεζα ἡ πιστωτικὴ ἦτο γενομένη ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Βούλγαρη, καὶ ἡ σημερινὴ σύμβασις τείνει νὰ καταστρέψῃ αὐτὴν τὴν Τράπεζαν, διότι ἡ παραχώρησις τοῦ προνομίου τῆς ἐκδόσεως τῶν γραμματίων εἰς δύω Τραπέζας εἶναι μέσον καταστρεπτικὸν δι’ αὐτὰς, ὡς ἀπεδείχθη· ἐκ τούτου ἠναγκάσθησαν αἱ Τράπεζαι νὰ συγχωνευθῶσιν. Ἡ συγχώνευσις αὕτη ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ σύμβασις ἤθελε καταστρέψει τὰς Τραπέζας· ἡ ψήφισις τῆς συμβάσεως ἤθελε καταστρέψει ἔργον, τὸ ὁποῖον εὗρε, καὶ οὐχὶ ν’ ἀνορθώσῃ. Νομίζω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ἀπέδειξα τὸ ψευδὲς, τὸ εἰκονικὸν ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπὶ πλέον ἀπέδειξα ὅτι ἡ παροῦσα κυβέρνησις δὲν ἔπραξέ τι μέχρι σήμερον ἐξ’ ὅσων ἐπηγγέλθη, οὔτε πιστεύω ὅτι θέλει πράξει. Ἐλησμόνησα νὰ κάμω λόγον καὶ περὶ τῆς Κτηματικῆς τραπέζης· αὐτὴ ἦτον ἀπὸ καιροῦ, ὡς γνωρίζετε, ἀποφασισμένη, εἶναι ἔργον τῆς Συνελεύσεως τῆς Ἑλλάδος· δὲν εἶναι λοιπὸν πρωτοφανές τι, ἀλλὰ μία ἐπανάληψις καὶ μία καθαρὰ ἔκδοσις τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης τοῦ 1863.
§56ΔΡΟΣΟΣ (ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Αἱ ἀγορεύσεις τῶν λαλησάντων περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ διαιροῦνται εἰς τρία μέρη· τὸ πρῶτον ἀποβλέπει εἰς τὴν ὑπεράσπισιν τῆς διοικήσεως τοῦ 1871, τὸ δεύτερον εἰς τὰς μεταῤῥυθμίσεις τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, καὶ τὸ τρίτον εἰς τὴν ἐπίκρισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1873· ἐπ’ αὐτῶν θέλω φέρει μὲ συντομίαν τὰς παρατηρήσεις μου. Εἴδετε ὅτι ὑπάρχει ἀμφισβήτησις μεταξὺ τοῦ κατὰ τὸ 1871 ὑπουργοῦ κ. Σωτηροπούλου καὶ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γεν. Λογιστηρίου περὶ τοῦ ἀποτελέσματος τοῦ προσωρινοῦ ἀπολογισμοῦ τῆς χρήσεως ἐκείνης· ἡ ἀμφισβήτησις αὕτη συνίσταται εἰς τὸ ἑξῆς, ὅτι εἰς τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν δὲν συμπεριελήφθησαν ὡς τακτικὰ ἔσοδα δύω ποσὰ, τὸ ἐκ τῆς ἐκποιήσεως τῶν μερίδων τῆς κυβερνήσεως ἐκ δραχ. 500,000, καὶ τὸ τῆς προκαταβολῆς ἐκ δραχ. 960,000 ἀπέναντι ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν. Δὲν θὰ σταθῶ εἰς τοῦτο· εὔκολον εἶναι νὰ ἐξετάσητε ἐὰν αὐτὰ τὰ δύω ποσὰ ἠμποροῦν νὰ καταλογισθοῦν μεταξὺ τῶν τακτικῶν εἰσοδημάτων ἢ ὡς ἔκτακτα ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὰς εἰσπράξεις. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1871 εἰσέπραξε περισσότερα ἀπὸ τὴν χρῆσιν τοῦ 1870, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὁ κ. Σωτηρόπουλος δὲν δικαιοῦται νὰ καυχᾶται διὰ τοῦτο, καθὼς καὶ ὁ κ. Χρηστίδης δὲν ἠμπορεῖ νὰ καυχηθῇ, ὅτι ἐφέτος ἀπὸ τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς θὰ εἰσπράξῃ τοὐλάχιστον 200,000 κοιλὰ περισσότερα ἀπὸ τὸ 1871 καὶ 1872· αὐτὰ προέρχονται ἀπὸ τυχαίας περιστάσεις. Εὐνοϊκαὶ περιστάσεις διὰ τὸ 1871 ἦσαν αἱ ἑξῆς· ά) παρήχθη καὶ ἐξήχθη σταφὶς τὸ 1871 περισσότερα τοῦ 1870 ἑκατομμύρια 48, βʹ) ἐξήχθησαν σῦκα περισσότερα ἀπὸ τὸ 1870 καντάρια 58,000, γʹ) εἰσήχθησαν τὸ 1871 περισσότερα ἀπὸ τὸ 1870 κοιλὰ σίτου 1,030,000 καὶ ἐφορολογήθησαν. Ἐξήχθησαν τὸ 1871, πλέον τοῦ 1870, 92,000 βαρέλαις ἐλαίου, καὶ 10,400,000 σταφὶς τῆς Ἑπτανήσου.
§57ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Συγκρίνετε τὸ 1870 καὶ 1871 ὡς πρὸς τὴν ἐξαγωγήν· δὲν ἠμπορεῖτε νὰ συγκρίνητε αὐτά.
§58ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πρέπει ἐν εἰλικρινείᾳ....
§59ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὴν ὑβρίζετε, εἶναι ὑπουργὸς αὐτός.
§60ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι σπουδαῖον πρᾶγμα.
§61ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀκούσατε πρῶτον· εἶσθε σπουδαῖοι καὶ οἱ δύω καὶ δὲν ἔχετε δίκαιον, νομίζω, διότι ἔτσι ἐκάματε τὴν σύγκρισιν τοῦ 1870 πρὸς τὸ 1871· ἀλλὰ πρὸ πάντων μὴν ὑβρίζετε.
§62ΔΡΟΣΟΣ. Ἡ σύγκρισις ἐγένετο μεταξὺ τοῦ 1870 καὶ 1871, καὶ ἐγὼ ἀποδεικνύω πόθεν προῆλθεν ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ, ἥτις δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν δραστηριότητα ἢ τὴν καλὴν διοίκησιν τοῦ 1871. Τί μᾶς εἶπεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος ὅτι ἔκαμε; νόμον περὶ καταδιώξεως τῶν καθυστερούντων. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερε δὲν προέρχονται ἀπὸ τὴν αὐστηρὰν καταδίωξιν τῶν καθυστερούντων, διότι εἶναι ἔσοδα, τὰ ὁποῖα εἰσπράττονται χωρὶς ν’ ἀφήσουν καθυστερήματα. Μεταβαίνω εἰς τὸ βʹ. μέρος. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἐκήρυξε πόλεμον κατὰ τοῦ συστήματος τῆς ἐγγείου φορολογίας, ἔγραψε καὶ εἶπε πολλὰ πολλάκις· ποτὲ δὲν ἐγένετο σπουδαία ἀντίῤῥησις, διότι οὐδεὶς ἐφοβήθη, ὅτι ἠδύνατο νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ τοιοῦτον μέτρον· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπαναλαμβάνεται πάλιν, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ τὸ ἀποκρούσω. Διὰ νὰ δυσφημήσουν τὸ σύστημα τὸ ἐνεστὼς, ἀποκαλοῦν αὐτὸ βάρβαρον, τουρκικόν· ἀλλ’ οἱ Τοῦρκοι δὲν τὸ ἐδημιούργησαν, τὸ εὗρον, ὡς τὸ εὗρε καὶ ὁ Χριστὸς ὅταν ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον· εἶναι πανάρχαιον, καὶ ἠμπορεῖ μᾶλλον νὰ ὀνομασθῇ Χριστιανικὸν, διότι ὁ Χριστιανισμὸς τὸ μετέδωκε καὶ εἰς πολλὰ μέρη τοῦ κόσμου. Δὲν λέγω ὅτι δὲν ἔχει ἁμαρτήματα τοῦτο· ἔχει καὶ αὐτὸ τὰ ἁμαρτήματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν ὅλα τὰ φορολογικὰ συστήματα· πιστεύω ὅμως, ὅτι δὲν εἶναι περισσότερον ἁμαρτωλὸν ἀπὸ τ’ ἄλλα. Διὰ νὰ τὸ κρίνωμεν ὅμως πρέπει νὰ τὸ συγκρίνωμεν μὲ ἐκεῖνο τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον προτείνουν πρὸς ἀντικατάστασιν. Θέλουν νὰ τὸ ἀντικαταστήσουν διὰ τοῦ διανεμητικοῦ συστήματος, ἀλλὰ, κύριοι, παρατηρῶ ὅτι ἡ διανομὴ δὲν ἀποτελεῖ σύστημα· ἡ διανομὴ εἶναι καταλογισμὸς τοῦ φόρου. Ὁ ἀληθὴς χαρακτηρισμὸς αὐτῶν εἶναι ὁ ἑξῆς· τὸ μὲν ἐνεστὼς σύστημα φορολογεῖ τὴν πρόσοδον, ἥτις μεταβάλλεται, τὸ δὲ σύστημα, τὸ ὁποῖον προτείνουν πρὸς ἀντικατάστασιν, φορολογεῖ τὸ κτῆμα, εἴτε παράγει εἴτε δὲν παράγει, εἴτε πολλὰ εἴτε ὀλίγα παράγει. Μία ἀπὸ τὰς μεγαλειτέρας κατηγορίας κατὰ τοῦ ἐνεστῶτος συστήματος εἶναι ὅτι φορολογεῖ τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον· ἡ κατηγορία ὅμως αὕτη δὲν εἶναι σπουδαία, διότι ἠμπορεῖ καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἕτερον σύστημα νὰ φορολογῇ τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον ἢ τὴν καθαρὰν, ἂν ἀφαιρεθῶσι τὰ ἔξοδα τῆς παραγωγῆς. Μόνη οὐσιώδης διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύω συστημάτων εἶναι ἡ ἑξῆς, ὅτι τὸ μὲν ἐνεστὼς σύστημα φορολογεῖ τὴν πρόσοδον καὶ εἶναι φόρος προοδευτικὸς, ἐνῷ, κατὰ τὸ ἄλλο σύστημα, ὁ φόρος εἶναι ἀμετάβλητος, εἶναι φόρος ἀναλογικός. Αὐτὴ εἶναι οὐσιώδης διαφορὰ καὶ περὶ αὐτῆς δὲν θέλω λαλήσει ἐγὼ, θέλω σᾶς φέρει ἄλλους, οἱ ὁποῖοι εἶναι μᾶλλον ἀξιοπιστότεροι.
§63ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Προοδευτικὸν φόρον εἴπετε; (θόρυβος).
§64ΔΡΟΣΟΣ. Τώρα θὰ τὸ ἰδῆτε.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι.
§66ΔΡΟΣΟΣ. Διὰ νὰ μὴ εἴπητε, κ. Κεχαγιᾶ, πάλιν ὅτι συκοφαντοῦμεν τοὺς συγγραφεῖς, ἀναφέρω τὰς λέξεις αὐτῶν τὰς ἰδίας. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ Σαίη· «Ἡ πρόσοδος εἶναι ἡ ἀληθὴς φορολογικὴ ὕλη, διότι ἀδιακόπως ἀναγεννᾶται· ὁ φόρος πρέπει νὰ ᾖναι ἀκριβῶς ἀνάλογος πρὸς τὴν πρόσοδον, διότι ἡ πρὸς τὸν φορολογούμενον ὑπηρεσία (la cervice rendu) εἶναι τόσον πλέον σημαντικὴ, ὅσῳ μεγαλειτέρα εἶναι ἡ πρόσοδός του. «Ἡ ἁπλῆ ἀναλογικὴ φορολογία (simblement proportionelle) ἐπιβαρύνει περισσότερον τὸν πτωχὸν ἀπὸ τὸν πλούσιον. Καὶ θὰ ἦτον ἄδικον ὁ ἄνθρωπος, ὅστις παράγει τὸν ἀναγκαῖον ἄρτον πρὸς διατροφὴν τῆς οἰκογενείας του, νὰ συνεισφέρῃ ἀκριβῶς κατὰ τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν μὲ ἐκεῖνον, ὅστις διὰ τῶν διακεκριμένων γνώσεών του, διὰ τῶν ἀπείρων κτημάτων του, διὰ τῶν μεγάλων κεφαλαίων του, ὄχι μόνον ἀπολαύει καὶ χορηγεῖ εἰς τοὺς οἰκείους του πάσας τὰς ἀπολαύσεις τῆς πολυτελείας, ἀλλὰ προσέτι αὐξάνει κατ’ ἔτος τὴν περιουσίαν του. Οἱ κατὰ τῆς προοδευτικῆς φορολογίας (impôt progréssif) παριστάνουν αὐτὴν ὡς ἀποθαῤῥύνουσαν πᾶσαν αὔξησιν πλούτου καὶ πᾶσαν τελειοποίησιν, ὡς βραβεύουσαν τὴν ῥᾳθυμίαν καὶ τὴν ὀκνηρίαν καὶ τιμωροῦσαν τὴν ἐπιτυχίαν.» Αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα ἔφερε καὶ ὁ κ. Σωτηρόπουλος εἰς ὑποστήριξιν τοῦ συστήματος του. «Ὁ Μοντέσκιος (ἐξακολουθεῖ ὁ Σαίη) παραδέχεται τὴν προοδευτικὴν φορολογίαν ὡς τὴν μόνην δικαίαν· ὡσαύτως καὶ ὁ Ἀδὰμ Σμίθ, ὅστις εἶχεν ἰδέας πολὺ δικαιοτέρας περὶ τῶν ἀληθῶν συμφερόντων τῶν κοινωνιῶν.»
§67ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μοῦ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν;
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκολούθως.
§69ΔΡΟΣΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ θεωρητικὸν μέρος· ἂς ἐξετάσωμεν τώρα καὶ τὸ πρακτικόν. Διὰ νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τῶν κτημάτων, πρέπει πρῶτον νὰ ἐξακριβώσωμεν τὴν ἰδιοκτησίαν ἑκάστου, καὶ δεύτερον, τὴν παραγωγὴν ἤτοι τὴν πρόσοδον ἑκάστης ἰδιοκτησίας· μὲ ἄλλας λέξεις, νὰ κάμωμεν κτηματολόγιον. Κρίνατε ὑμεῖς ἐὰν ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχει ἡ Ἑλλάς. Εἰς τὴν Γαλλίαν ὑπάρχει κτηματολόγιον καὶ τὸ καταρᾶται ἡ Γαλλία, καθὼς οἱ ἡμέτεροι μεταῤῥυθμισταὶ καταρῶνται τὴν ἀποδεκάτωσιν. Περὶ κτηματολογίου ἰδοὺ ἄλλος οἰκονομολόγος τί λέγει, ὁ Coquelin· «Κτηματολόγιον, περιλαμβάνον ὅλας τὰς διαιρέσεις τῆς ἰδιοκτησίας τῆς σχετικῆς πρὸς ὅλα τὰ τεμάχια ἀξίας, ὅλας τὰς γενομένας μεταβολὰς κατά τε τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ τὴν ἀξίαν τῶν κτημάτων, εἶναι ἔργον δαπανηρότατον, δυσκολώτατον καὶ ἴσως ἀδύνατον.» Εἰς τὴν Γαλλίαν ἐδαπάνησαν 150 ἑκατομμύρια καὶ 50 ἐτῶν κόπους ἵνα κάμωσι κτηματολόγιον· καὶ τὸ κτηματολόγιον τοῦτο ἠξεύρετε πῶς τὸ χαρακτηρίζει εἷς ἀπεσταλμένος τῆς Αὐστρίας, ὁ ὁποῖος μετέβη εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ ἐσπούδασε τὰ οἰκονομικὰ αὐτῆς, ὁ Χόκ, τοῦ ὁποίου τὸ σύγγραμμα ἀνέγνωσεν ὁ κύριος Σωτηρόπουλος; Τὸ ἐξωμοίωσε μὲ τὸν ἱστὸν τῆς Πηνελόπης, «ξηλόνουν καὶ ῥάπτουν ἀδιακόπως». Αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον μᾶς συσταίνουν. Θὰ σᾶς εἰπῶ καὶ ἕτερόν τι, τὸ ὁποῖον πρό τινων ἐτῶν ἐγένετο εἰς τὴν Ἑλβετίαν· ἐτέθη εἰς διαγωνισμὸν (βλέπετε ὅτι πανταχοῦ ἀκόμη ἀναζητεῖται ἔτι τὸ καταλληλότερον καὶ δικαιότερον φορολογικὸν σύστημα), ἡ ἀνεύρεσις τοῦ τελειοτέρου καὶ καταλληλοτέρου συστήματος τῆς ἐγγείου φορολογίας, καὶ ἠξεύρετε ποῖον σύστημα ἐβραβεύθη; ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς ἐφαρμόζεται εἰς τὴν Ἑλλάδα· ὁ συγγράψας δὲ ἦτον ὁ δημοκράτης Frudaut. Μεταβαίνων εἰς τὸ γʹ. μέρος. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος κατέκρινε τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καθόσον ἀφορᾷ τὰ ἔσοδα· ἡ κατάκρισις μοὶ φαίνεται παράξενος, διότι εἰς ὅλον τὸν κόσμον, ὡς καὶ παρ’ ἡμῖν, οἱ συντάσσοντες τὸν προϋπολογισμὸν λαμβάνουν τὰ στοιχεῖα τῶν εἰσπράξεων ἑνὸς ἢ δύω παρελθόντων ἐτῶν. Τοῦτο ἐγένετο καὶ ἤδη· ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1871 καὶ 72, καθ’ ὅσον τοῦ τελευταίου ἔτους ἦσαν βεβαιωμένα καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἐστηρίχθησαν οἱ ὑπολογισμοί. Ὁ σήμερον ἀγορεύσας κ. Βαλασόπουλος ἀμφιβάλλει ἂν θὰ πραγματοποιηθῶσιν αἱ προσδοκίαι τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· ἂς ἀφήσωμεν κατὰ μέρος πᾶσαν φιλοτιμίαν καὶ πάντες ἂς εὐχηθῶμεν νὰ πραγματοποιηθῶσι καὶ ὑπεράνω μάλιστα τῶν προσδοκιῶν. Καὶ δὲν ἀμφιβάλλω περὶ τούτου, διότι ἔχομεν ἤδη ἀπὸ τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς πολὺ περισσότερον ποσὸν τοῦ προϋπολογισθέντος.
§70ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ αἱ τιμαὶ εἶναι μικρότεραι.
§71ΔΡΟΣΟΣ. Ὑπελογίσθησαν 110 ἑκατομμύρια σταφίδος, καὶ ὅμως θὰ παραχθῶσιν ἕως 150 ἑκατομμύρια. Ὁ κ. Βαλασόπουλος ἀμφιβάλλει ἂν τὰ τελωνεῖα θὰ δώσουν τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν, ἐγὼ δὲ πιστεύω ὅτι θὰ δώσουν περισσότερον, διότι καὶ ὁ πληθυσμὸς καὶ ὁ πολιτισμὸς καὶ ἡ παραγωγὴ καὶ ἡ κατανάλωσις αὐξάνουν καὶ πάντοτε θὰ ἔχωμεν αὔξησιν τελωνειακῶν εἰσπράξεων. Αὐξάνουν ὅμως καὶ τὰ ἔξοδα, καὶ ἡ αὔξησις αὐτῶν χρεωστεῖται καὶ εἰς τὸ 1871 καὶ εἰς τὸ 1872 καὶ εἰς τὸ 1873· προέρχεται δὲ ἀπὸ τὰ νέα δάνεια, διὰ τὰ ὁποῖα πληρόνομεν τόκον καὶ χρεωλύσιον, καὶ ὅσον δανειζόμεθα τόσῳ ἐπιβαρύνομεν τὸν προϋπολογισμὸν, ἀπὸ τὰς συντάξεις, ἀπὸ τὴν νόμιμον αὔξησιν τῶν μισθῶν τῶν καθηγητῶν καὶ διδασκάλων, ἥτις γίνεται κατὰ πᾶν πέμπτον ἔτος, ἀπὸ τὰς αὐξήσεις τῶν τηλεγραφικῶν γραμμῶν, αἱ ὁποῖαι μάλιστα κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος ἔλαβον μεγίστην ἀνάπτυξιν. Καὶ μολαταῦτα ἐκάμαμεν τόσας ἐλαττώσεις, ὥστε καὶ αὐτὰς τὰς αὐξήσεις ἐκαλύψαμεν, καὶ ἂν δὲν θὰ ἔχωμεν περίσσευμα, ἔλλειμμα ὅμως δὲν θὰ ἔχωμεν. Μᾶς ἐμέμφθησαν διότι ἠλαττώσαμεν τὰ ἔξοδα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας· αὐτὸς εἶναι περιορισμὸς, τὸν ὁποῖον εἰς ἑαυτὴν θέτει ἡ κυβέρνησις, διότι, ὡς γνωρίζετε, τῆς πιστώσεως ταύτης ἐγίνετο εὐρυτάτη χρῆσις. Εἶναι ὀλίγαι τῳόντι 80,000 δραχμαὶ, καὶ εἶναι ὀλίγαι, διότι ἐξακολουθεῖ ἀκόμη νὰ δίδεται ἐπιμίσθιον ἐκ 12 λεπτῶν εἰς τοὺς μεταβατικοὺς στρατιώτας, καὶ αὐτὸ ἀναβαίνει εἰς 60,000 περίπου δραχμάς. Εὔχομαι δὲ νὰ μὴ παρουσιασθῶσιν ἔκτακτοι περιστάσεις, ὥστε νὰ χρειασθῶμεν μεγαλείτερον ποσόν. Ἐμέμφθησαν τὴν κυβέρνησιν διότι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δὲν συμπεριέλαβε ποσὸν πρὸς οἰκοδόμησιν δικαστηρίων. Εἰς τοὺς προηγουμένους προϋπολογισμοὺς ἐσημειοῦτο ποσὸν δι’ αὐτὴν χωρὶς οὐδέποτε νὰ γείνῃ χρῆσις. Εἶναι ἀνάγκη, τὸ ὁμολογῶ, νὰ οἰκοδομηθῶσι τοιαῦτα καταστήματα καὶ πρέπει νὰ ληφθῇ περὶ αὐτῶν ἰδιαιτέρα πρόνοια. Εἰμπορεῖ νὰ γίνῃ δάνειον καὶ ἡ κυβέρνησις ν’ ἀναδεχθῇ εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸν τόκον καὶ τὸ χρεώλυτρον αὐτοῦ· ἐσυστήθη μάλιστα εἰς τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους νὰ μελετήσωσι τὸ πρᾶγμα. Κατηγορήθη τὸ ὑπουργεῖον διὰ τὴν καθυστέρησιν τῶν διὰ δικαστικῶν ἀποφάσεων ὀφειλομένων· τῳόντι μέγα ποσὸν ὀφείλεται, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν τὸ ὀφείλει ἡ χρῆσις τοῦ 1873, τὸ ὀφείλουν πολλαὶ προηγούμεναι χρήσεις. Εἶμαι σύμφωνος ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, διότι εἶναι ἄδικον νὰ πληρόνωμεν 12% κατ’ ἔτος, ἐνῷ σήμερον ὁ τόκος εἶναι 7%· προτιμότερον ἑπομένως εἶναι νὰ κάμωμεν δάνειον καὶ νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν προϋπολογισμὸν μὲ 7%, διὰ νὰ πληρώσωμεν τὰ ἐκ τῶν ἀποφάσεων χρέη. Περὶ τούτου ὅμως θὰ ληφθῇ ἰδιαιτέρα πρόνοια. Ἑτέρα κατηγορία εἶναι διὰ τὴν παράλειψιν τοῦ ποσοῦ τοῦ προσδιωρισμένου διὰ τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν. Ὑπάρχουν, κύριοι, ἀμφισβητήσεις περὶ τῆς ἰσχύος τῆς συμβάσεως· ἡ κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε νὰ προβῇ εἰς τὴν λύσιν τῆς ἀμφιβολίας καὶ ἀφῆκε νὰ λυθῇ ἐν τῇ Βουλῇ. Διὰ τοῦτο ἐνόμισε καλὸν νὰ μὴ σημειώσῃ κἀνὲν ποσὸν εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
§72ΜΙΛΗΣΗΣ. Κυβέρνησις θὰ εἰπῇ λύσις παντὸς σπουδαίου κυβερνητικοῦ ἔργου.
§73ΔΡΟΣΟΣ. Δὲν λέγω, ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν ἔχει γνώμην· ὅταν ἔλθῃ ἡ στιγμὴ, θὰ τὴν ἐκφράσῃ (θόρυβος). Ὁ κ. Βαλασόπουλος ἐλησμόνησεν ὅτι ἦτο σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Προβελεγίου, ὅτι ἡ σύμβασις ἐκείνη δὲν ἔχει ἰσχύν· εἶναι μάλιστα ὑπογεγραμμένος εἰς τὴν γνωμοδότησιν.
§74ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι· ὁπόταν ὅμως νομομαθέστεροι ἐμοῦ ἄνδρες ἀπέδειξαν ὅτι εἶναι ὀρθὸν, δὲν ἠδυνάμην παρὰ νὰ παραδεχθῶ τὰς ἐξηγήσεις των.
§75ΔΡΟΣΟΣ. Ἔκαμα αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, διότι ὁ κ. Βαλασόπουλος ἔχει σήμερον ἐναντίαν γνώμην ἐκείνης, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἄλλοτε ἐκφέρει. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ πολιτικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν εἰς τὸ τέλος ὁ προαγορεύσας, θὰ μοὶ συγχωρήσετε νὰ σιωπήσω. Περὶ αὐτοῦ ἐπιθυμητὸν εἶναι ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ σκεφθῇ ὡριμώτερον καὶ νὰ φέρῃ οἱονδήποτε θέλει ζήτημα· ἡμεῖς δὲν τὸ ἀποφεύγομεν. Θέλετε νὰ ἐπέλθῃ λύσις τις; φέρετε πρότασιν καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ δεχθῶμεν τὴν συζήτησιν.
§76Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸς τὸν ὁποῖον ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω ἄπειρον ὑπόληψιν καὶ διὰ τὴν πολυπειρίαν του καὶ διὰ τὰς προσενεχθείσας ὑπὲρ τοῦ τόπου ὑπηρεσίας του κατὰ τὸ μακρὸν στάδιον τοῦ βίου του, εἰς τὴν τελευταίαν ὁμιλίαν του κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον ἔθηκε τὸ πολιτικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον σήμερον προεκάλεσεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Ὁ κ. Χρηστίδης εἶπεν εἰς τὴν τελευταίαν ὁμιλίαν του πρὸς τοὺς ἀντιπολιτευομένους «ἀναμείνατε ὀλίγον καὶ θέλετε ἴδει τὴν τύχην σας».
§77ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Λάθος. Ἐγὼ εἶπον τοῦτο· ἀνήκει εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἀντιπολιτεύσεως νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος καὶ οὐχὶ εἰς τὸν κ. Σωτηρόπουλον· προσέθεσα ἔτι, ὅτι ὁ κ. Σωτηρόπουλος βιάζεται νὰ ἴδῃ τὴν τύχην του.
§78Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Ἀποδέχομαι τὴν ἐπανόρθωσιν ταύτην.....
§79ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἐπανόρθωσις, ἀλλ’ ὡς εἶπον.
§80Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Ὅταν ὁ κ. Χρηστίδης τὸ διαβεβαιοῖ ὅτι τὸ εἶπε τοιοῦτον, ὁποῖον σήμερον τὸ διετύπωσεν. Ἀλλὰ καὶ πάλιν λέγω, ὅτι ὁ κ. Χρηστίδης διὰ τῆς ἀποστροφῆς ταύτης πρὸς τὸν κ. Σωτηρόπουλον, μέλος σπουδαῖον τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἔθηκε τὸ πολιτικὸν ζήτημα. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νομίζω, ὅτι ἔπραξεν ὀρθότατα προκαλέσας σήμερον τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου τοῦ πολιτικοῦ, τὸ ὁποῖον πρὸ 4 μηνῶν μένει ἐκκρεμές. Πρέπει ἀναμφιβόλως ὁ τόπος νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὴν ἀνώμαλον ταύτην κατάστασιν. Εἴτε ἔχει, εἴτε δὲν ἔχει σήμερον τὴν πλειονοψηφίαν τὸ ὑπουργεῖον, δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς τὸ ἔργον του, δὲν δύναται νὰ κυβερνήσῃ πρὶν ἢ ἐπέλθῃ λύσις οἱαδήποτε, ἀρκεῖ ἡ λύσις νὰ ᾖναι σύμφωνος πρὸς τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα καὶ νὰ μὴ ἀνατρέπῃ τὸν θεμελιώδη νόμον τοῦ κράτους. Ἡ ἀντιπολίτευσις ἀποδέχεται ἑπομένως νὰ λύσῃ τὸ πολιτικὸν ζήτημα κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· καὶ δὲν εἶναι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, πρώτη φορά, καθ’ ἣν τὸ πολιτικὸν ζήτημα λύεται ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ ἄλλοτε, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ᾖμαι ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ὑπουργείου κατὰ τὸ 1869, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπροκάλεσα τὴν ἀντιπολίτευσιν κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, δίς, τρίς, τετράκις, πεντάκις νὰ θέσῃ ἓν ζήτημα πολιτικὸν διὰ νὰ ἐξέλθῃ ὁ τόπος ἀπὸ τὴν ἀνώμαλον καὶ ἐκκρεμῆ ἐκείνην κατάστασιν. Θεωρῶ δὲ καὶ πάλιν κατάλληλον τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἵνα τεθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι κατ’ αὐτὴν δὲν ἐξετάζονται μόνον οἱ ἀριθμοί, ἀλλ’ ὅλος ὁ βίος, ὅλη ἡ πολιτεία τοῦ ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον παρουσίασε τὸ προϋπολογισμόν. Τοῦτο θὰ πράξωμεν ἤδη προκαλοῦντες ἐκτεταμένην συζήτησιν· ἐπιθυμοῦμεν ν’ ἀκούσωμεν οὐ μόνον τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἀλλὰ καὶ τὸ ὑπουργεῖον, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ ἐν γνώσει· καὶ οὐ μόνον ἡ Βουλή, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπεράνω τῆς Βουλῆς ὑπάρχει τὸ κοινὸν φρόνημα τοῦ ἔθνους, ἐπιθυμοῦμεν καὶ τοῦτο νὰ σχηματίσῃ πεποίθησιν ἑδραίαν, ἂν τὸ ὑπουργεῖον ἢ ἡ ἀντιπολίτευσις ἔχῃ δίκαιον. Διὰ τοῦτο, κύριοι, εἰς τὴν συζήτησιν τὴν γενικὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τῶν αἰτιάσεων κατὰ τοῦ ὑπουργείου ἡ ἀντιπολίτευσις θέλει θέσει πολιτικὸν ζήτημα, ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τοῦ ὁποίου ὁ τόπος δύναται νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὴν ἀνώμαλον ταύτην κατάστασιν. Ἐγὼ κύριοι, πρὸ παντὸς ἄλλου ὀφείλω νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου καὶ τὴν διαγωγήν μου, ἀπέναντι τοῦ ὑπουργείου, ἰδίως ἀπέναντι τοῦ κ. Δεληγεώργη, διότι ὅτε ὁ κ. Δεληγεώργης ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἐγὼ καὶ οἱ φίλοι μου μετ’ ἀγαλλιάσεως ἀπεδέχθημεν τὴν ἄνοδον αὐτοῦ, καὶ ἐξηκολουθήσαμεν ἐπὶ πολὺν χρόνον παρασχόντες εἰς τὸ ὑπουργεῖον τὴν ἀσθενῆ συνδρομήν μας· ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθημεν ἐπὶ πολὺν χρόνον νὰ τὴν ἐξακολουθήσωμεν, καὶ διὰ τοῦτο ὀφείλομεν ἡμεῖς περισσότερον νὰ δικαιολογήσωμεν τὴν νέαν πορείαν μας, παρὰ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐξ ἀρχῆς ἔστρεψαν τὰ βέλη των κατὰ τοῦ ὑπουργείου Δεληγεώργη. Θέλω δὲ πράξει τοῦτο μεθ’ ὅλης τῆς ἁβρότητος, διότι, ἂν καὶ σήμερον εἰς ἀντίθετον θέσιν εὑρίσκομαι πρὸς τὸν κ. Δεληγεώργην καὶ τοὺς συναδέλφους του, δὲν ἠρνήθην οὐδὲ ἀρνοῦμαι ὅτι ἡ ἄνοδος τοῦ κ. Δεληγεώργη μοὶ παρέσχε πολλὰς προσδοκίας περὶ τῆς βελτιώσεως τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος μας. Εἶχον πεποίθησιν εἰς τὰ προηγούμενα τοῦ ἀξιοτίμου προέδρου τοῦ ὑπουργείου. Ἤλπιζον ὅτι ἤθελε μείνει σταθερὸς καὶ ἀδιάσειστος εἰς ὅσα ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας προεκήρυττε, καὶ ἤλπιζον ὅτι ἀνερχόμενος ἐπ’ αὐτὴν, δὲν ἤθελε παρεκτραπῆ διόλου τῆς γραμμῆς, τὴν ὁποίαν προεχάραξεν. Ὅτε, κύριοι, τὸ ὑπουργεῖον τῆς 8 Ἰουλίου ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ὑπῆρχεν ἄλλη Βουλή. Ὡς πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκείνην σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τηρῶ ἀκεραίαν τὴν πεποίθησίν μου· οὐδόλως δὲ ἡ θέσις μου σήμερον μετέβαλε τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν εἶχον τότε. Ἡ πεποίθησίς μου εἶναι γνωστὴ εἰς ὅλους· ἐφρόνουν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκείνη δὲν ἠδύνατο νὰ διατηρηθῇ, διότι ἐθεώρουν, ὅτι δὲν ἀντεπροσώπευε τὴν ἁγνὴν τῶν ἐκλογέων θέλησιν. Τὴν αὐτὴν γνώμην διετήρει καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης. Ἀλλ’ ὁ κ. Δεληγεώργης, ἀνελθὼν εἰς τὴν ἐξουσίαν, συνειργάσθη μετὰ τῆς Βουλῆς ἐκείνης· καὶ οὐ μόνον συνειργάσθη, ἀλλ’ ἔλαβε καὶ τὴν σπουδαιοτέραν ὑποστήριξιν, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε κατὰ τὸν συνταγματικὸν βίον τῆς Ἑλλάδος ἀπαντῶ. Ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἐντὸς δύω ὡρῶν ἐψήφισεν ὅ,τι ἐζήτησεν ὁ κ. Δεληγεώργης, ἐντὸς δύω ὡρῶν ἐχορήγησεν εἰς τὸν κ. Δεληγεώργην τὸν προϋπολογισμὸν ἐκ 38,000,000. Ἡ σύμπραξις τοῦ κ. Δεληγεώργη μετὰ τῆς Βουλῆς ἐκείνης ἦτον ἀναίρεσις τῶν προηγουμένων πεποιθήσεών του· ἀλλὰ τέλος πάντων ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου ἠδύνατο νὰ φέρῃ δικαιολογίαν τινὰ ὡς πρὸς τὴν διαγωγήν του ἐκείνην, καὶ τὴν ὁποίαν δύναμαι ν’ ἀποδεχθῶ ἐν μέρει· ἀλλ’ ὅ,τι, κύριοι, δὲν ἐννοῶ εἶναι ἡ παράτασις τῆς καταστάσεως ἐκείνης. Ὁ κ. Δεληγεώργης ὁμολογουμένως ἀνῆκε τότε εἰς τὴν μειονοψηφίαν. Δὲν ἀρνοῦμαι, κύριοι, τὸ δικαίωμα τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος τοῦ νὰ καλῇ τὴν μειονοψηφίαν εἰς τὴν ἐξουσίαν· εἶναι δικαίωμά του, ἀλλ’ ὑπάρχει εἷς περιορισμός. Ἐξηγοῦμαι. Ὅταν ἔκ τινος κοινοβουλίου καλῆται ἐπὶ τὸ ὑπουργεῖον ἡ μειονοψηφία, τὸ ἀναδεχόμενον τὴν ἐξουσίαν ὑπουργεῖον ὀφείλει ἐντὸς συντομωτάτης προθεσμίας νὰ ἐρωτήσῃ τὸν λαὸν, ἵνα ἀποφανθῇ διὰ νέων ἐκλογῶν, ἂν τὸ ὑπουργεῖον τῆς μειονοψηφίας ἔχῃ τὴν ὑποστήριξιν τοῦ λαοῦ. Τοῦτο δὲ ἐν συνταγματικῷ κράτει πρέπει νὰ γίνηται ταχύτατα, διότι ἡ κυβέρνησις τῆς μειονοψηφίας δὲν εἶναι ὁ κανὼν ὁ γενικὸς, ὅστις διέπει καὶ πρέπει νὰ διέπῃ τὰ κατὰ σύνταγμα πολιτεύματα. Ὁ κανὼν εἶναι ὁ ἀκόλουθος· ὅτι τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα εἶναι τὸ πολίτευμα τῆς πλειονοψηφίας καὶ ὤφειλεν ὁ κ. Δεληγεώργης συντομώτατα νὰ καλέσῃ τὸ ἔθνος ν’ ἀποφανθῇ, καὶ οὐχὶ νὰ ὑπάρξῃ παράτασις 6 ὁλοκλήρων μηνῶν καὶ νὰ κρατῇ τὴν ἐξουσίαν, ἀγνοῶν ἂν τὸ ἔθνος τὸν ὑποστηρίζῃ ἢ ὄχι. Ἐὰν δὲ τὸ ἔθνος διὰ τῶν νέων ἐκλογῶν, ἐὰν διὰ τῶν νέων ἀντιπροσώπων αὑτοῦ ἀπέδειξε τὴν ὑποστήριξίν του πρὸς τὴν νέαν κυβέρνησιν, ἡ νέα κυβέρνησις πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ διέπουσα τὴν τύχην τοῦ τόπου· ἐὰν ὅμως τὸ ἔθνος ἀπεφάνθη, ὅτι δὲν ὑποστηρίζει τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἐπροκάλεσε τὴν ἀπόφασιν αὑτοῦ, τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο πρέπει νὰ ἀποσυρθῇ. Αὐτὰ, κύριοι, εἶναι στοιχειωδέσταται ἀρχαὶ τοῦ κατὰ σύνταγμα πολιτεύεσθαι, τὰς ὁποίας βεβαίως ἦτον ὅλως περιττὸν νὰ ἐπαναλάβῃ τις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐὰν δὲν ἔβλεπε διὰ τῆς ὑπάρξεως τοῦ ὑπουργείου τούτου τὰς στοιχειώδεις αὐτὰς ἀρχὰς τοῦ κατὰ σύνταγμα πολιτεύεσθαι παραβιαζομένας. Ἦλθε, κύριοι, ἡ νέα Βουλή· ἡ νέα Βουλὴ, εἶναι ἀναμφισβήτητον, δὲν ἐφάνη εὐμενὴς πρὸς τὸ ὑπουργεῖον. Εἶναι περιττὸν ν’ ἀνακαλέσω εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν τὰ λαβόντα χώραν κατὰ τὰς ἐξελέγξεις· εἰς τὸ στάδιον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν εἶναι πολιτικὸν, ἀλλ’ εἰς τὸ στάδιον αὐτὸ ἐφάνησαν καθαραὶ ἀποδείξεις, ὅτι ἡ νέα Βουλὴ δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ χορηγήσῃ τὴν ὑποστήριξίν της πρὸς τὸ ὑπουργεῖον. Τὸ ὑπουργεῖον, κύριοι, τὸ ἐνθυμεῖσθε καλῶς, κατέφυγεν εἰς τὴν χρῆσιν προνομίου βασιλικοῦ. Κατὰ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν τὸ κοινοβούλιον εἶχεν ἀποφασίσει νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ προέδρου αὑτοῦ, ὁ κύριος πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως ἀνέγνω διάταγμα τεσσαρακονθημέρου διακοπῆς. Ἴσως ἠδύνατό τις νὰ ὑποστηρίξῃ, στηριζόμενος εἰς πολλὰ ἐπιχειρήματα, ὅτι ἡ διακοπὴ αὕτη δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰς θεμελιώδεις ἀρχὰς τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν· ἀλλὰ δὲν ἐμμένω εἰς τοῦτο τὸ θέμα· ὅ,τι ὅμως εἶναι ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι ἡ διακοπὴ ἦτο πρᾶξις μὴ πολιτικὴ, ἡ διακοπὴ ἦτο προσβολὴ καιρία κατὰ τῶν δικαιωμάτων τοῦ κοινοβουλίου. Μόλις κατηρτίσθη ἡ Βουλὴ, καὶ ἐὰν τὴν ὑποθέσητε ἐντελῶς κατηρτισμένην ἄνευ ἀρχαιρεσιῶν, τὸ ὑπουργεῖον βλέπον ὅτι δὲν ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν, ἐζήτησε διὰ τῆς χρήσεως ἑνὸς προνομίου βασιλικοῦ ν’ ἀποκτήσῃ τοιαύτην. Ἀλλὰ τῶν προνομίων τῶν βασιλικῶν πρέπει νὰ γίνηται σπανιωτάτη ἡ χρῆσις. Τῶν προνομίων τῶν βασιλικῶν πρέπει ἡ χρῆσις τότε μόνον νὰ γίνηται, ὅταν κατεπείγουσα, μεγάλη ὑπόθεσις, ἀποβλέπουσα εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ κράτους, ἐμφιλοχωρῇ· ἀλλὰ διὰ τὴν ἀπόκτησιν πλειονοψηφίας ἡ χρῆσις τοῦ βασιλικοῦ προνομίου δὲν εἶναι προωρισμένη. Ἡ πολιτεία, κύριοι, τοῦ κ. Δεληγεώργη ἔκτοτε δὲν μοὶ ἐφάνη σύμφωνος πρὸς τὰ προηγούμενά του. Τὸν κ. Δεληγεώργην ἐγνώριζα ὀπαδὸν ἔνθερμον τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν καὶ τῶν συνταγματικῶν παραδόσεων. Εἰς τὰ ὦτά μου πάντοτε ἔναυλος θέλει ἀντηχεῖ ἡ εὔγλωττος φωνὴ τοῦ κυρίου Δεληγεώργη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπὲρ τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν καὶ παραδόσεων· ἀλλ’ ἡ διακοπὴ τῆς Βουλῆς, κύριοι, μὲ ἔθλιψε, διότι κατέδειξεν ὅτι ὁ κ. Δεληγεώργης δὲν ἐτήρησεν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ τὴν εὐλάβειαν πρὸς τὸ σύνταγμα, ἣν ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας ἐτήρει πάντοτε ἀκεραίαν. Παρῆλθε τέλος πάντων τὸ στάδιον τῆς διακοπῆς· ἐπανέλαβεν ἡ Βουλὴ τὰς ἐργασίας της· ἡ πλειονοψηφία ἐφαίνετο ἀσταθής· ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσητε ὅτι εἰς τὴν ἀρχὴν ἦτον ὑπὲρ τοῦ ὑπουργείου, ἡ πλειονοψηφία, κύριοι, ἦτον τοιαύτη, ὥστε ἐπ’ αὐτῆς δὲν ἠδύνατο τὸ ὑπουργεῖον νὰ βασισθῇ. Ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον ἐπέμεινε νὰ κρατήσῃ τὴν ἐξουσίαν. Τότε ἐξῆλθον καθ’ ὅλην τὴν πρωτεύουσαν ἀπειλαὶ, καὶ ταύτας διέδιδον, διὰ τῶν ἐφημερίδων τοῦ ὑπουργείου, περὶ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Αὐτὸ τὸ σῶμα, (καὶ ὅταν λέγω, κύριοι, αὐτὸ τὸ σῶμα, δὲν ἐννοῶ οὔτε τὴν ἀριστερὰν, οὔτε τὴν δεξιὰν πτέρυγα, σᾶς ἐννοῶ, κύριοι, ὅλους), αὐτὸ τὸ σῶμα, τὸ ὁποῖον τὸ σύνταγμα κατέστησε τὸ μεγαλείτερον πολιτικὸν σῶμα ἐν τῷ τόπῳ, τὸ κατέστησαν ἀντικείμενον χλεύης καὶ εἰρωνείας, αὐτὸ τὸ σῶμα τὸ μετεχειρίσθησαν ὄχι πλέον ὡς κοινοβούλιον τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ὥς τινα σύλλογον ἀνθρώπων συνδεομένων δι’ οὐδενὸς ἠθικοῦ δεσμοῦ. Ἐνόμισαν ὅτι αἱ ἀπειλαὶ κατὰ τοῦ κοινοβουλίου, αἱ ἀπειλαὶ τῆς διαλύσεως ἤθελον κλονίσει τὰς πεποιθήσεις. «Σᾶς διαλύομεν» ἀπ’ ἐδῶ, «σᾶς διαλύομεν» ἀπ’ ἐκεῖ, «σᾶς διαλύομεν» ἐκεῖθεν, ἰδοὺ αἱ καθημεριναὶ διαδόσεις. Διαλύσατέ μας, κύριοι· ἀλλ’ ὁ τόπος πρέπει νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ αὐτὴν τὴν κατάστασιν, τὸ κοινοβούλιον πρέπει νὰ ἀνυψωθῇ εἰς τὴν ὑπόληψιν τοῦ τόπου· δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ κοινοβούλιον τοῦτο νὰ τὸ μεταχειρίζεσθε ὡς τὸ τελευταῖον δημοτικὸν συμβούλιον τοῦ τελευταίου δήμου τοῦ κράτους. Τί εἶναι αὐτὴ ἡ καθημερινῶς ἀντηχοῦσα ἀπειλὴ τῆς διαλύσεως; Ἐὰν ἐνόμισαν ὅτι διὰ τῆς διαλύσεως θὰ πτοήσουν τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἀπατῶνται. Οὐδεὶς πτοεῖται ὑπὸ τῆς διαλύσεως. Πρέπει μόνον νὰ σκεφθῶσι καλῶς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἐγείρωσιν ἐπανάστασιν κατὰ τοῦ πολιτεύματος τοῦ τόπου· ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν πτοεῖται, ἀναμένει τὴν διάλυσιν. Ἀλλὰ, κύριοι, ἀπὸ τὸν κ. Δεληγεώργην τὸν ἐπὶ κεφαλῆς σήμερον τοῦ ὑπουργείου, τίς ἀνέμενε τοιαύτην πολιτείαν; Ὁ κ. Δεληγεώργης ὤφειλε πρῶτος νὰ ἐξεγερθῇ κατὰ τῶν ἀπειλῶν αὐτῶν καὶ ὄχι νὰ ἐπιτρέπῃ νὰ διαδίδωνται· αἱ ἀπειλαὶ αὗται, κύριοι, εἶναι ὁ τελευταῖος ἐξευτελισμὸς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος· ἡμεῖς δὲ θέλομεν τὸ πολίτευμα τὸ συνταγματικὸν νὰ ῥιζοβολήσῃ καὶ καρποφορήσῃ. Ἴσως, κύριοι, οἱ πολιτευόμενοι διέπραξαν λάθη, καὶ δὲν ἐξαιρῶ τὸν ἑαυτόν μου· ὁ ἀναμάρτητος πρῶτος βαλέτω τὸν λίθον· ἀλλὰ πρέπει, καὶ ἐὰν ἐπράχθησαν λάθη, νὰ τὰ ἀνομολογήσωμεν, διότι μόνη ἡ ὁμολογία τῶν σφαλμάτων τῶν πολιτευομένων δύναται νὰ τὰ διορθώσῃ.
§81ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐὰν τὰ εἴπωμεν καὶ τὰ ὁμολογήσωμεν ὅλοι
§82Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς εἶναι προνόμιον βασιλικὸν, ἀλλὰ τοῦ προνομίου τούτου ἐγένετο πολλάκις χρῆσις, καὶ ἡ χρῆσις αὕτη ἐπεβάρυνε βεβαίως τοὺς πολιτευομένους. Ἀλλ’ οἱ πολιτευόμενοι πρέπει νὰ τὸ ἴδωσι τέλος πάντων, ὅτι αἱ συνταγματικαὶ ἐλευθερίαι εἰς τόπον τινὰ δὲν δύνανται νὰ ῥιζοβολήσωσι καὶ καρποφορήσωσι διὰ τῶν ἀδιακόπων διαλύσεων τοῦ κοινοβουλίου. Ἐγὼ ὁ λαλῶν εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προκαλέσω τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς· ὁ τόπος, δύναμαι νὰ τὸ εἴπω μετὰ θάῤῥους, ὁ τόπος ἐνέκρινε τὴν πρᾶξιν ἐκείνου τοῦ ὑπουργείου· δὲν θέλω ὅμως νὰ τὴν δικαιολογήσω ἤδη· ἀφίνω τοῦτο εἰς τὴν ἱστορίαν. Ἀλλὰ βλέπων ἔκτοτε τὰς ἐπελθούσας διαλύσεις, φρονῶ, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις ὀφείλει νὰ ἐγγράψῃ εἰς τὴν σημαίαν της, «ὅτι οὐδέποτε θέλει διαλύσει τὴν Βουλὴν καὶ ἐὰν ἀνερχομένη εἰς τὴν ἐξουσίαν ἀπολέσῃ τὴν πλειονοψηφίαν.»
§83ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Βέβαια, βέβαια.
§84Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Ἐὰν ἀπολέσῃ τὴν πλειονοψηφίαν, ὀφείλει νὰ ἀποσυρθῇ ἀπέναντι τῆς πλειονοψηφίας, καὶ νὰ ἀναμένῃ· οὐδέποτε ὅμως νὰ καταφύγῃ καὶ προκαλέσῃ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Πρέπει τέλος πάντων, κύριοι, νὰ τεθῇ ἓν τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν αὐτήν. Ἡ ἀπειλὴ λοιπὸν τῆς διαλύσεως διέσεισε τὴν πεποίθησίν μου καὶ τὴν ὑπόληψιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον πρωθυπουργόν. Τὸ λέγω δὲ μετὰ λύπης. Πιστεύσατε ὅτι κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶμαι κατακυριευμένος ὑπὸ μεγίστης θλίψεως, διότι οὐδέποτε ἐφοβούμην παρὰ τοῦ κ. Δεληγεώργη πορείαν τοιαύτην. Ἰδοὺ, κύριοι, εἷς ἐκ τῶν λόγων, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀναγκάζομαι νὰ τροποποιήσω τὴν ἀρχικὴν διαγωγήν μου ὡς πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Δεληγεώργη, καὶ ἐπισήμως νὰ ὁμολογήσω τοῦτο καὶ ν’ ἀρνηθῶ τὴν ψῆφον τῆς ὑποστηρίξεώς μου. Ἔχω, κύριοι, καὶ ἄλλους λόγους. Ἡ διαγωγὴ τοῦ κ. Δεληγεώργη ὡς πρὸς τὸ λαυριωτικὸν ζήτημα ἐπίσης μὲ κατέθλιψε. Δὲν θέλω νὰ παροξύνω τὴν συζήτησιν· δὲν θέλω νὰ τὴν τραχύνω. Ἀλλ’ ὅλοι ἐνθυμεῖσθε ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ ποία σημαία ὑψώθη ὑπὲρ τοῦ Λαυρίου ὑπὸ τοῦ κ. Δεληγεώργη. Τὸ ζήτημα τοῦτο διετάραξεν ὁλόκληρον τὴν ἑλληνικὴν κοινωνίαν ἐπὶ τρία ὅλα ἔτη. Κατέληξε τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς ἕνα νόμον, εἰς τὸν νόμον τοῦ 1871. Οὐδέποτε ἐπίστευον, ὅτι τοῦ νόμου τούτου ἡ κατάργησις ἤθελε προταθῆ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· καὶ μ’ ὅλα ταῦτα τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀληθὲς, καὶ διὰ νὰ πεισθῆτε δὲν ἔχετε ἀνάγκην παρὰ ν’ ἀναγνώσητε ἔγγραφόν τι, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς τὸ τεῦχος τετυπωμένον.
§85ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ ἀρνεῖται αὐτὸ ὁ κ. πρωθυπουργός.
§86Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Ἡ ἔκφρασις εἶναι τόσον καθαρὰ, ὥστε εὔχομαι ὁ κ. Δεληγεώργης ἀπαντῶν εἰς ἐμὲ νὰ μὲ πείσῃ, ὅτι δὲν ἐννοεῖ τοῦτο· ἀλλ’ αἱ λέξεις, αἱ φράσεις εἶναι τόσον καθαραὶ, ὥστε εἰς τὴν διάνοιαν οὐδενὸς ἀφίνουσιν ἀμφιβολίαν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὁ νόμος αὐτὸς δὲν κατηργήθη ἐπισήμως, ἐπῆλθεν ὅμως σύμβασίς τις ἀνατρέπουσα τὸν νόμον τοῦτον. Ὁ νόμος, ὡς ἐνθυμεῖσθε, καθιέρωσε τὸν ἐλεύθερον συναγωνισμὸν, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ διέπῃ πάντοτε ὅλας τὰς ὑποθέσεις, αἵτινες ἔχουσι σχέσιν πρὸς ὑλικὰ συμφέροντα. Ἡ σύμβασις τῆς 29 Ἀπριλίου κατέῤῥιψε τὴν ἀρχὴν τοῦ νόμου τούτου. Ἀσυνέπεια, κύριοι, θλιβερὰ, ἡ ὁποία ὄφειλε νὰ κλονίσῃ ἐπίσης τὴν πεποίθησίν μου. Ἰδοὺ, κύριοι, ἐν συντόμῳ, χωρὶς νὰ θελήσω νὰ ἐπέλθω εἰς λεπτομερείας τῆς διοικήσεως, τὸ ὁποῖον θέλουσι πράξει ἔντιμοι συνάδελφοί μου, ἰδοὺ οἱ λόγοι, οἱ κυριώτεροι, διὰ τοὺς ὁποίους ἀρνοῦμαι τὴν ψῆφον τῆς ὑποστηρίξεως εἰς τὸ ὑπουργεῖον. Ἀλλ’ ὁ ἀξιοσέβαστος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀντικρούων τὸν κ. Σωτηρόπουλον εἶπεν, ἤλθομεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ ἐφέραμεν μίαν ἰδέαν, καὶ ἡ ἰδέα αὕτη τοῦ κ. Χρηστίδου εἶναι τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοὐλάχιστον κατὰ τὸν κ. Χρηστίδην, εἶναι τὸ μέγα ἔργον, τὸ ὁποῖον κατώρθωσε τὸ ὑπουργεῖον τῆς 8 Ἰουλίου. «Ἐφέραμεν τὸ ἰσοζύγιον καὶ σᾶς ἀφήσαμεν καὶ πλεόνασμα». Ἐμελέτησα ὅσον ἠδυνήθην τὸν προϋπολογισμὸν αὐτόν· δὲν εἶδον ἐν αὐτῷ οὐδεμίαν νέαν ἰδέαν, οὐδὲν νέον σύστημα, οὐδεμίαν πρωτοβουλίαν, ἐφ’ οἷς δύναται νὰ καυχηθῇ ἓν ὑπουργεῖον. Ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι προϋπολογισμὸς τοῦ 1872, τοῦ 1871, τοῦ 1870, καὶ ὅμως, κύριοι, ἔπρεπε ν’ ἀναμένῃ τις καὶ ν’ ἀπαιτήσῃ παρὰ τοῦ ὑπουργείου τούτου μετὰ θάῤῥους νέον σύστημα, ὄχι μόνον διότι τὸ προεκήρυξεν, ὄχι μόνον διότι ἀνεπέτασε τὴν σημαίαν τῶν ἀναμορφώσεων, ἐπιῤῥῖπτον καθ’ ὅλων τῶν προηγουμένων Κυβερνήσεων τὰς χειροτέρας μομφὰς, ἀλλὰ διότι καὶ τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ ἐπεχείρησε πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦσι βεβαίως δαπάνας καὶ δαπάνας μεγάλας. Ἔπρεπε λοιπὸν, κύριοι, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1873, ἂν ὄχι ἄλλο, τοὐλάχιστον νὰ διατυπωθῶσι τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ πληρωθῶσιν αἱ δαπάναι αὗται· ἔπρεπεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς καταδείξῃ τοὺς νέους πόρους, οἵτινες θέλουσι συντελέσει εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποσχέσεων αὐτῶν. Ἀλλ’ οὐδεμία, κύριοι, τοιαύτη ἰδέα ἀναφέρεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. «Κατωρθώσαμεν μέγα ἔργον, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἐτόλμησεν, — εἶπε προχθὲς ὁ σεβαστὸς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· — ἐφέραμεν τὸ ἰσοζύγιον». Ἀλλὰ, κύριοι, νομίζετε ὅτι τὸ ἰσοζύγιον ἑνὸς προϋπολογισμοῦ εἶναι δύσκολον ἔργον, ὅταν πρόκειται ἀδιακρίτως ν’ ἀφαιρέσωμεν δαπάνας; Εἶναι τότε, κύριοι, εὐκολώτατον. Ἔχετε ἔλλειμμά τι; ἀφαιρέσατε δύο δικαστήρια· καταστρέψατε τὸ πανεπιστήμιον· καταργήσατε ἓν μέρος τοῦ στρατοῦ, ἰδοὺ, τὸ ἰσοζύγιον ἔρχεται. Λοιπὸν τὸ ἰσοζύγιον, οὕτως ἐρχόμενον, δὲν εἶναι ἔργον, ἐπὶ τῷ ὁποίῳ δύναται νὰ καυχηθῇ τις.
§87ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δὲν ἔγεινεν οὕτω.
§88Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν ἔγεινεν οὕτω, μοὶ λέγει ὁ κ. Καλλιφρονᾶς· τῷ ἀπαντῶ ὅτι κατ’ ἐμὴν ἰδέαν κατὰ μέγα μέρος οὕτως ἐγένετο. Ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων παραγωγικαὶ δαπάναι διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐπέλθῃ τὸ ἰσοζύγιον τοῦτο. Ὀνομάζω δὲ παραγωγικὴν δαπάνην ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πᾶσαν δαπάνην, ἡ ὁποία εἶναι ἀναγκαία εἴτε διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ τόπου, εἴτε διὰ τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, εἴτε διὰ πᾶσαν ἀναπόφευκτον ἀνάγκην τοῦ κράτους. Τὰς τοιαύτας δαπάνας, κύριοι, ὀνομάζω παραγωγικάς· καὶ παραγωγικὰς δαπάνας, κύριοι, ἀφῄρεσαν, ὅταν ἀφῄρεσαν ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1873 280,000 δραχμάς, προωρισμένας διὰ τὴν συγκοινωνίαν, οὐχὶ τῶν νήσων, ἀλλ’ ὅλης τῆς Ἑλλάδος. Ἔ! κύριοι, ἐὰν σήμερον ἀποκόψητε τὰς 280,000 δραχμῶν, δὲν εἶναι πιθανὸν νὰ διακόψῃ τοὺς πλοῦς της ἡ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία;
§89ΖΑΛΩΝΗΣ. Βεβαιότατα.
§90Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Καὶ τότε, σᾶς παρακαλῶ, ἕως ὅτου γείνωσιν οἱ ἑπτὰ σιδηρόδρομοι, οἱ ἐπαγγελλόμενοι, πῶς θὰ συγκοινωνῇ ἡ Ἑλλάς; λοιπὸν ἀφῃρέθη δαπάνη, ἥτις εἶναι παραγωγικωτάτη, διότι εἶναι ἀναγκαία διὰ τὴν ὕπαρξιν, τὴν ἀναπνοὴν τῆς Ἑλλάδος. Ἀφῃρέθησαν 200,000 δραχμαὶ διὰ τὰς πρεσβείας. Ἐγὼ δὲν τὸ ἐγκρίνω τοῦτο. Πρὸ 24 ἐτῶν διατρέχων τὸ πολιτικὸν στάδιον ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ, ἀδιακόπως ὑπεστήριξα τὸ χρήσιμον τῶν πρεσβειῶν. Ἐὰν λάβητε τὴν ὑπομονὴν νὰ διέλθητε τὰ πρακτικὰ τοῦ κοινοβουλίου, θέλετε μὲ ἴδει συνηγοροῦντα ὑπὲρ τῶν πρεσβειῶν. Τὰς θεωρῶ ἀναγκαιοτάτας. Εἷς τόπος, ὡς ἡ Ἑλλάς, ἥτις ἔχει ἀπαιτήσεις, καὶ ἀπαιτήσεις δικαίας, νὰ καταλάβῃ ἐν τῇ Ἀνατολῇ θέσιν ἐξαιρετικὴν καὶ ἐμπρέπουσαν αὐτῇ, ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται ἐν ταῖς μεγάλαις πρωτευούσαις τῶν ἐθνῶν, ἐν αἷς ἀποφασίζονται αἱ τύχαι τῶν ἐθνῶν, δὲν δύναται, λέγω, νὰ μένῃ ἄνευ ἀντιπροσωπεύσεως, διότι λησμονεῖται. Ἐὰν ἄλλοτε αἱ πρεσβεῖαι ἐθεωροῦντο ἀναγκαῖαι διὰ τὰ μεγάλα κράτη, αἱ πρεσβεῖαι εἶναι πολὺ ἀναγκαιότεραι διὰ τὰ μικρὰ κράτη, διότι ἐπὶ τέλους τὰ μεγάλα κράτη ἔχουν τὸ κανόνι, τὸ ὁποῖον λύει τὰς διαφοράς. Ἀλλὰ τὰ μικρὰ κράτη δὲν ἔχουσι παρὰ μόνον ἀντιπροσωπείαν διὰ νὰ προστατεύωσι τὰ δικαιώματά των. Λοιπὸν ἡ ἀφαίρεσις τῶν πρεσβειῶν νομίζετε ὅτι εἶναι μέγα κατόρθωμα; Εἶναι ὁ ἐξευτελισμὸς τῆς Ἑλλάδος, ἡ ταπείνωσις αὐτῆς. Ἐνόμισαν ὅτι διὰ 200,000 δραχμῶν θέλουσι κατορθώσει μέγα ἔργον· καὶ μάλιστα ὅταν βλέπωμεν κράτη μὴ αὐτόνομα ἐπιζητοῦντα διὰ παντὸς τρόπου τὴν ἀντιπροσωπείαν των, θέλετε ἡ Ἑλλὰς διὰ 200,000 δραχμὰς νὰ στερηθῇ τῆς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἀντιπροσωπεύσεώς της; Οἱ Ῥωμοῦνοι ἐσχάτως ἐζήτησαν ἐν Ἀθήναις νὰ ἱδρύσωσιν ἴδιον διπλωματικὸν πράκτορα. Λοιπὸν τί μᾶς ἔκαμαν; Μᾶς ἔφεραν τὸ ἰσοζύγιον διὰ τῆς καταστροφῆς τῆς συγκοινωνίας, καὶ ἴσως καὶ τῆς καταστροφῆς τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας. Μᾶς ἔφεραν τὸ ἰσοζύγιον διὰ τῆς καταστροφῆς τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Ἑλλάδος. Μᾶς ἔφεραν τὸ ἰσοζύγιον ἀφαιρέσαντες τελευταῖον ποσά τινα, τὰ ὁποῖα εἶναι ὡρισμένα διὰ δημόσια καταστήματα καὶ κοινωφελῆ ἔργα. Εἶναι ἰσοζύγιον αὐτό, κύριοι; Καὶ ὁ τελευταῖος ὑπάλληλος τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δύναται νὰ τὸ κάμῃ. Εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη, ὅταν θέλωσι νὰ κάμωσι τὸ ἰσοζύγιον, προσπαθοῦν νὰ μὴ καταστρέψωσιν οὐδεμίαν παραγωγικὴν δαπάνην, ἀλλ’ ἐκείνας τὰς δαπάνας, αἵτινες εἶναι τῆς πολυτελείας καὶ περιτταί. Ἐὰν ὁ κ. Χρηστίδης κατώρθονε τοῦτο, ἤθελον τὸν ἐπαινέσει· ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν κατωρθώθη τοῦτο, καὶ διὰ τοῦτο καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ ἐκ τῶν εἰπόντων, ὅτι ἔφερε τὸ ἰσοζύγιον τὸ ὑπουργεῖον, δὲν εἶπον ἀκριβῆ πράγματα, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἄλλην λέξιν. Ὥστε, κύριοι, δὲν βλέπω οὐδένα λόγον, ὁ ὁποῖος ὤφειλε νὰ μὲ ὑποχρεώσῃ νὰ χορηγήσω τὴν ὑποστήριξίν μου πρὸς τὴν κυβέρνησιν. Καὶ μὴ νομίσετε, καὶ μὴ νομίσουν οἱ κύριοι ὑπουργοί, ὅτι ἁπλῆ φιλαρχία μὲ ὠθεῖ εἰς τοῦτο· καὶ ἂν ὑπῆρξε καὶ ἂν ὑπάρχῃ εἰς τοὺς πολιτευομένους ἡ ἐπιθυμία τῆς ἀνόδου εἰς τὴν ἐξουσίαν, δὲν εἶναι τοῦτο ἔγκλημα· ὀφείλουσιν ἴσως νὰ ἔχωσι τὸ αἴσθημα τοῦτο τῆς ἀνόδου εἰς τὴν ἐξουσίαν, ὅταν ἔχουν νὰ πραγματοποιήσουν ἰδέας καὶ πεποιθήσεις τινάς. Ἄλλως, κύριοι, δὲν δύναται νὰ κατακριθῇ ὅστις θέλει νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν· οὐδὲ κατέκρινέ τις τὸν κ. Δεληγεώργην, διότι ὑπέστη πολὺν καὶ μέγαν ἀγῶνα ἕως οὗ φθάσῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον· ὄχι. Ἀλλ’ ἐμὲ δὲν μὲ ὠθεῖ ἡ φιλαρχία, διότι, σᾶς τὸ βεβαιῶ, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἔλθω εἰς τὴν ἐξουσίαν· ἐπιθυμῶ ὅμως εἰς τὴν πατρίδα μου, δι’ ἣν εἰργάσθην ἐπὶ πολλὰ ἔτη, καὶ εἰργάσθην εἰκοσαετίαν ἀτομικῶς, νὰ καθιερωθῇ ἐλευθέρα καὶ καθαρὰ ἡ λειτουργία τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Οὐδεὶς ἕτερος λόγος, κύριοι, μὲ ὑποχρεοῖ εἰς τοῦτο· ἐπιθυμῶ δὲ τὴν ἵδρυσιν καὶ τὴν εὐόδωσιν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος· ἐπιθυμῶ ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ᾖναι πλέον βωβὸν καὶ ἄφωνον σῶμα, ὡς ἄλλοτε· ἐπιθυμῶ νὰ ἔχῃ τὴν ψῆφόν της ἐπὶ τῆς πολιτικῆς, καὶ τὸ ἐπιθυμῶ διότι εἶμαι συντηρητικός· τὸ ἐπιθυμῶ διότι τὴν ἑδραίωσιν τῆς τάξεως καὶ τῆς ἡσυχίας εἰς τὸν τόπον τοῦτον τὴν βλέπω μόνον εἰς τὴν καθαρὰν καὶ ἀκώλυτον λειτουργίαν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος· πᾶσα δὲ νόθευσις παρουσιάζει κίνδυνον, κατὰ τὴν γνώμην μου, μέγαν· ἐπιθυμῶ δὲ ἤδη, ὅτε ὁ θάνατος ἤρχισε νὰ χαράττῃ τὰ πρῶτά του βήματα ἐπὶ τοῦ μετώπου μου, ἐπιθυμῶ τὰ γηρατεῖά μου νὰ τὰ διέλθω ἐν ἀναπαύσει. Δὲν ἐπιθυμῶ κλονισμούς, δὲν ἐπιθυμῶ διαταράξεις, ἐπιθυμῶ τὴν ἑδραίωσιν τῆς δημοσίας τάξεως, τὴν ἑδραίωσιν τῆς δυναστείας, ὑπὲρ ἧς καὶ ἐγὼ εἰργάσθην. Ἀλλά, διὰ νὰ γείνῃ τοῦτο, πρέπει τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ν’ ἀφεθῇ ἐλεύθερον νὰ λειτουργῇ.
§91ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον!
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπω, κύριοι, πῶς ἡ ὥρα ἐπροχώρησε· θὰ παρακαλέσω καὶ τὸν κ. πρωθυπουργὸν ν’ ἀφήσῃ δι’ αὔριον ν’ ἀπαντήσῃ.
§93ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μολονότι πάσχω ὑπὸ κώλικος καὶ συγχρόνως ὑπὸ πυρετοῦ, φρονῶ ὅμως ὅτι εἶναι καθῆκόν μου καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸν τόπον νὰ μὴ ἀφήσω νὰ παρέλθωσιν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντικρούσεως καὶ ἀντιλογίας τινὲς τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καλαβρύτων. Καὶ ἐν πρώτοις παρατηρῶ πρὸς αὐτόν, ὅτι δὲν εἶχον ἀνάγκην τῆς σημερινῆς δηλώσεώς του διὰ νὰ ἐννοήσω τὴν ἔχθραν, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸ στῆθός του ἐναντίον ἡμῶν· τὴν ἐγνώρισα ἀπὸ τὸν καιρὸν τῶν ἐξελέγξεων, ἀπὸ τὸν καιρὸν καθ’ ὃν ἠρχίσαμεν τὶς προκαταρκτικὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, καὶ οὐδεμίαν εὐμένειαν εἶδον ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς πρὸς τὸ ὑπουργεῖον, πρὸς ὃ ἐξέφρασεν ἤδη ὅτι εἶχε δῆθεν συμπαθείας· τὴν ἐγνώρισα εἰς αὐτὰ ἀκόμη τὰ ζητήματα τοῦ καθαροῦ δικαίου καὶ τῆς καθαρᾶς νομιμότητος. Ἡ ἀφετηρία τοῦ λόγου τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καλαβρύτων ὑπῆρξε σήμερον ἡ ἑξῆς· δὲν προκαλοῦμεν ἡμεῖς κρίσιν πολιτικήν, εἶπε, τὴν προκαλεῖ ἡ κυβέρνησις, καὶ ὡσανεὶ ἐπανελάμβανε διὰ τῆς σιωπῆς του τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἕτερος ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ κ. Μαυροκορδάτος, εἶπεν εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, μᾶς ἀφῆκε νὰ ἐννοήσωμεν ὅτι ἠναγκάσθησαν νὰ κατέλθωσιν εἰς τὸ ἔργον τοῦτο προκληθέντες, καὶ τὸ σφάλμα ἂς ἐπιπέσῃ ἐπὶ τὰς κεφαλὰς τῶν προκαλούντων. Καὶ εἰ μὲν εἶχε δίκαιον ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων, οὐδὲν εἶχον δικαίωμα νὰ ἀντείπω· ἀλλ’ ἄντικρυ πρὸς τὴν ἀλήθειαν ἀντίκειται ὁ ἰσχυρισμός του. Ἐν πρώτοις, ἐνῷ εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν λανθάνει αὐτὸν τὸ ἐν τοῖς εὐρωπαϊκοῖς κοινοβουλίοις γινόμενον, καὶ ὁ τρόπος τοῦ συμπεριφέρεσθαι εἰς αὐτά, (διότι καὶ πολλὰ ἐσπούδασε καὶ ἐξακολουθεῖ, εἶμαι βέβαιος, νὰ σπουδάζῃ, μολαταῦτα παρετήρησα ὅτι πάντα ταῦτα τὰ παραδείγματα παρῄτησε κατὰ μέρος εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν. Ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ κυβέρνησις διατηρεῖται ἄνευ πλειονοψηφίας, καὶ προσθέτουσιν ὅτι τοῦτο δὲν ἐπερίμεναν ποτὲ παρ’ ἀνθρώπων καυχωμένων ὅτι ὑπῆρξαν ὀπαδοὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν καὶ φιλελευθέρων ἀρχῶν. Καὶ ἄλλοτε πλαγίως ἐγένετο παρόμοιος ὑπαινιγμὸς καὶ ἀντηλλάγησαν ἑκατέρωθεν παρατηρήσεις. Ἡ κυβέρνησις ἀπὸ τότε ἐδήλωσεν, οὐχὶ πρὸς ἔκπληξιν τῶν ἐναντίων, ὅτι εἰς ὅλα τὰ πολιτικὰ ζητήματα, ἅτινα εἶχον χαρακτῆρα σπουδαιότητος, ἡ κυβέρνησις ἔσχε τὴν πλειονοψηφίαν, καί τοι ἡ ἀντιπολίτευσις ὅπως ἐπικρατήσῃ οὐδὲν μέσον ἐκ τῶν ἐπιτετραμμένων αὐτῇ παρεῖδεν. Ἀλλ’ οἱ κύριοι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς γνωρίζουσιν ὅτι δὲν δύνανται νὰ παρουσιάσωσι κἀνὲν παράδειγμα, καθ’ ὃ ἡ κυβέρνησις ἡττήθη εἰς πολιτικόν τι ζήτημα, καὶ ἴσως διὰ τοῦτο, διότι τὸ γνωρίζουσι, παρεμβάλλουσιν ἄλλο τι. Διατί δὲν προκαλεῖτε σεῖς κυβέρνησις, μᾶς λέγουσι, διατί δὲν προκαλεῖτε τὴν λύσιν τῆς κρίσεως; Ἀγνοεῖ τάχα ὁ κ. Ζαΐμης ὅτι αἱ ἀντιπολιτεύσεις ποτὲ δὲν προσφεύγουσιν εἰς τοιαῦτα ἐπιχειρήματα; ὅτι τὰ ζητήματα τῆς ἐμπιστοσύνης τίθενται παρὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ὅτι αἱ ἀντιπολιτεύσεις εἰς τὰ εὐρωπαϊκὰ κοινοβούλια δὲν ἐξετάζουσι κἂν πόσας ψήφους δύνανται νὰ συγκεντρώσωσιν, ἀλλ’ ἐὰν συμφέρῃ ν’ ἀνατρέψωσι τὸ ὑπουργεῖον; Καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἴδομεν κυβερνήσεις λίαν κοινοβουλευτικάς, καί τοι δυναμένας ν’ ἀνατραπῶσιν ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, διατηρουμένας εἰς τὰ πράγματα καὶ ἐπὶ μακρὸν χρόνον; Ἐκεῖ δὲν ἔχουν τόσον εὐτελῆ ἰδέαν περὶ συνταγματισμοῦ καὶ τοῦ καθήκοντός των· δὲν νομίζουσιν ὅτι εἰς οὐδὲν ἄλλο συνίσταται τὸ καθῆκόν των καὶ ὅτι ἐντολὴν ἄλλην δὲν ἔχουσιν, εἰμὴ ὅταν συγκεντρώσωσι μίαν ἢ δύω ἢ πλείονας τῆς κυβερνήσεως ψήφους ὑπὲρ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι τὸ σύνταγμα ἀπαιτεῖ νὰ συνάψωσι μάχην πρὸς ἀνατροπήν. Ἐκεῖ δὲν λησμονοῦν αἱ ἀντιπολιτεύσεις οὔτε τὸ ἀληθὲς συμφέρον τοῦ τόπου, οὔτε τοῦ συντάγματος τὸν σκοπόν, οὔτε τὰ ἐπιβαλλόμενα ὑπ’ αὐτοῦ ἑκάστῳ καθήκοντα. Διαβεβαιῶ δὲ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Καλαβρύτων ὅτι πάντοτε μετὰ τῶν φίλων μου συνδιελέχθην καὶ συναπεφασίσαμεν εἰς πρώτην περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἡ ἀντιπολίτευσις ἤθελε δείξει εἰς ζήτημά τι ἔχον τινὰ ἀξίαν πολιτικὴν ὅτι ὑπερέχει ἡμῶν, νὰ ζητήσωμεν ῥητῶς καὶ καθαρῶς τὴν ψῆφον τῆς ἐμπιστοσύνης· ἀλλὰ δὲν ἐνομίσαμεν ἕως τώρα πρέπον νὰ τὸ προκαλέσωμεν· τὸ μὲν, διότι τοιαύτη περίπτωσις οὐδέποτε παρουσιάσθη, τὸ δὲ, διότι ἄνευ ταύτης ἡ πρόκλησις ἐκ μέρους μας εἰς τί ἐδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ, ὅταν ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἔχει μόνον τὴν ἐντολὴν νὰ νικᾷ, ἀλλὰ καὶ νὰ διαδεχθῇ τὴν κυβέρνησιν; Παρεκτὸς, κύριοι, τοῦ λόγου ὅτι οὐδέποτε εἴδομεν τὴν ἀντιπολίτευσιν εἰς ζήτημα ἔχον τινὰ ἀξίαν πολιτικὴν ὑπερέχουσαν ἡμῶν, ὑπῆρχεν ἕτερος λόγος, ὅστις δὲν μᾶς ἐπέτρεπε νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις ποθεῖ τὸν ἀγῶνα τοῦτον, καὶ ποθεῖ νὰ ἀνατρέψῃ τὴν παροῦσαν κυβέρνησιν· διότι μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἔλαβε τὸν λόγον ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων, δὲν εἶχεν ἀπευθυνθῇ ἐναντίον μας οὐδεμία αἰτίασις ἐξ ἐκείνων, αἵτινες ἠδύναντο νὰ δικαιολογήσωσιν ἓν τοιοῦτον διάβημα ἐκ μέρους ἀντιπολιτεύσεως ὁπωσοῦν τοὐλάχιστον σοβαρᾶς. Τὸ πείραμα ὅμως τῶν ἀντιπολιτευομένων, ὅπερ σήμερον ἐποιήσαντο, εἶναι πλέον εὐάρεστον καὶ εὐφρόσυνον ἡμῖν, ἢ ὅτι ἔσται αὐτοῖς· διότι καί τοι ὁ πρώτιστος τῶν προεχόντων ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει ὡς πρὸς τὴν δύναμιν τοῦ λόγου καὶ οὕτως εἰπεῖν ὁ ἔχων τὴν ἐντολὴν ἐν ὀνόματι τῆς ἀντιπολιτεύσεως νὰ φέρῃ σοβαρὰν κατηγορίαν ἐναντίον τῆς κυβερνήσεως, δικαιολογοῦσαν τὸν ἀγῶνα τὸν ὁποῖον ἀνοίγει, δὲν ἠδυνήθη μολαταῦτα νὰ προτείνῃ τίποτε ἔχον ἀξίαν, στηριζόμενον ἐπὶ τῆς ἀληθείας καὶ ἔχον τὴν δύναμιν νὰ ἐμποιήσῃ εἴτε εἰς τὸν Βασιλέα, εἴτε εἰς τὸν λαὸν, εἴτε εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, εἴτε ὁπουδήποτε τὸ αἴσθημα, ὅπερ ὁ ἴδιος αἰσθάνεται. Προσωπικῶς κατ’ ἐμοῦ καταφερόμενος εἶπεν ὅτι παλινῴδησα, ὅτι ἐγκατέλειψα τὰς ἀρχάς μου καὶ ὅτι θρηνεῖ ἐπὶ τούτῳ ὁ ἀξιότιμος φίλος μου! Ἀλλ’ εἰς τί συνίσταται ἡ παλινῳδία μου; Ἐκλήθην, λέγει, εἰς τὰ πράγματα ἐνῷ ὑπῆρχε Βουλὴ, ἥτις κατὰ τὴν πεποίθησίν του ἦτον ἀξία διαλύσεως, καὶ μολαταῦτα δὲν διελύθη ἀμέσως. Εἶναι τὸ πρῶτον τοῦτο σημεῖον, εἰς ὃ στρέφω τὸ ἐπιχείρημά του ἐναντίον του, καὶ τὸν ἐρωτῶ, ἐὰν τῳόντι ἦτον εἰς αὐτὸν ἐπιτετραμμένον, τοιαῦτα φρονοῦντα περὶ τῆς Βουλῆς ἐκείνης, νὰ εἴπῃ περὶ ἐμοῦ, ὅστις συνηγόρησα ὑπὲρ τῆς διαλύσεώς της καὶ ὑπῆρξα τὸ ὄργανον τῆς διαλύσεως αὐτῆς, ὅ,τι ὤφειλε νὰ εἴπῃ μόνον πρὸς ἑαυτὸν, ὅστις πρόθυμος εἶναι ἤδη τὴν αὐτὴν ἐκείνην κατάστασιν ἐκ νέου νὰ ἐπαναφέρῃ;
§94ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν ἐννοῶ.
§95ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ προσέθηκεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων, ἡ παλινῳδία τοῦ πρωθυπουργοῦ συνίσταται εἰς τοῦτο, ὅτι διέλυσε μὲν, ἀλλ’ ἀφοῦ συνειργάσθη μετὰ τῆς Βουλῆς ἐκείνης τὴν ὁποίαν αὐτὸς καταδικάζει. Ἐθεώρησε δηλονότι ἔγκλημα διὰ τὸν παρελθόντα βίον μου τὴν πρᾶξιν ταύτην· ἐθεώρησε παλινῳδίαν ἀξίαν μνήμης κατ’ αὐτὴν τὴν ἐπίσημον στιγμὴν τὸ ὅτι ἐγὼ κατεδέχθην νὰ συνεργασθῶ μετὰ τῆς Βουλῆς ἐκείνης.
§96ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννόησεν αὐτὸ ὁ κ. Ζαΐμης (θόρυβος).
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε· ἔρχεσθε κατόπιν καὶ τὸν ἀντικρούετε.
§98ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Παρεξηγεῖ τοὺς λόγους τῶν ἄλλων.
§99ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ τὸ κατηγορητήριον, κύριοι, εἶναι οὕτω σφαλερῶς ὠργανισμένον, ὥστε κατὰ πᾶσαν κατ’ ἐμοῦ αἰτίασιν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων περιέπιπτε τῳόντι εἰς ἀντίφασιν, διὰ νὰ μὴ κάμω χρῆσιν τῆς λέξεως, ἣν μοὶ ἀπέδωκεν. Ἀλλ’ ἔστω, εἶπε, δὲν ἔπραξε μόνον τοῦτο τὸ σφάλμα, ὅτι συνειργάσθη μετὰ τοιαύτης Βουλῆς καὶ ἐπέτυχε παρ’ αὐτῆς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅστις, καθ’ ἃ γνωρίζει ὁ κ. Ζαΐμης, ὑπῆρξε κατ’ ἐξοχὴν πρᾶξις ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς ἐκείνης, ἀλλὰ περὶ πλέον ἡ ἀντίφασις καὶ παλινῳδία ὑπῆρξεν εἰς τὸ περιστατικὸν ὅτι δὲν διέλυσε τὴν Βουλὴν ἀμέσως, ἐν ᾧ ὡς ἐκ τῆς μειονοψηφίας ληφθεὶς δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ διοικήσῃ ἐπὶ τέσσαρας μῆνας. Ἀλλ’ ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς ὅτι συνέπραξα μετὰ τῆς Βουλῆς τοῦ 1872, ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς ὅτι μὲ ὑπεστήριξε, καὶ μὲ ὑπεστήριξεν εἰς τὰ κύρια, ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκείνη οὐδὲν πρόσκομμα ἠθέλησε νὰ φέρῃ εἰς τὴν πορείαν τῆς κυβερνήσεως, εἰς τί συνίσταται ἡ αἰτίασις τῆς παλινῳδίας, ἂν ἡ κυβέρνησις πρὸ τῶν 4 ἢ τῶν 5 μηνῶν δὲν ἐνόμισε πρέπον νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν ἐκείνην; (ψιθυρισμοί.) Ἀκούω ψιθυρισμοὺς καὶ χαρὰν ἴσως συγχρόνως, ὅτι συνέλαβον μίαν πλάνην ἐκ τῶν χειλέων μου· πλανῶνται αὐτοὶ, καὶ πλανῶνται ἕνεκα τῶν ἀρχῶν τὰς ὁποίας πρεσβεύουσι. Διατί λοιπὸν διέλυτες Βουλὴν, ἥτις σὲ ὑπεστήριζε; Νομίζουσιν ὅτι ὁ μόνος σκοπὸς τῶν κυβερνήσεων εἶναι τὸ νὰ ὑπάρχωσιν εἰς τὰ πράγματα, νὰ ὑπάρχωσιν ἐφ’ οἱῳδήποτε ὅρῳ· ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν φρονοῦμεν τοῦτο.
§100ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε.
§101ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡμεῖς φρονοῦντες τὰ αὐτὰ οἷα καὶ ὁ κ. Ζαΐμης, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἠδυνάμεθα, ὅπως καὶ ὁ ἴδιος ἤθελε πράξει, νὰ μὴ καλέσωμεν τὸν λαὸν εἰς ἐκλογὴν νέας Βουλῆς ἀντιπροσώπων· εἰς ἡμᾶς δὲν ἤρκει ὅτι ἡ Βουλὴ μᾶς ὑπεστήριξεν. Ἄλλως τε, τὸ τελευταῖον τοῦτο ζήτημα περὶ τοῦ χρόνου, ὅστις κατὰ τὰς συνταγματικὰς διατάξεις ἀπαιτεῖται νὰ μεσολαβῇ μεταξὺ τῆς συγκροτήσεως ἑνὸς ὑπουργείου καὶ τῆς στιγμῆς τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἐσυζητήθη τῷ 1870, καὶ ἡ συζήτησις ἐκείνη μοὶ ἀναμιμνήσκει μίαν παλινῳδίαν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μας κ. Ζαΐμη. Τῷ 1870 ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Παρνασσίδος ἤγειρε κρατερὸν πόλεμον ἐναντίον ἡμῶν, παραιτηθέντων, ἐπὶ τῇ αὐτῇ παρεκτροπῇ· καὶ τότε δηλαδὴ μᾶς αἰτιάθησαν, ὅτι ἐλθόντες ἐκ τῆς μειονοψηφίας, δὲν διελύσαμεν παραυτίκα τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ἐπροτείναμεν τοῦτο τῷ βασιλεῖ τέσσαρας ἢ πέντε μῆνας μετὰ τὴν εἰς τὴν κυβέρνησιν ἄνοδόν μας· ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων, ὁ τόσον ἐντριβὴς περὶ τὰ κοινοβουλευτικὰ, δὲν ἠξίωσε νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν πρότασιν ἐκείνην· ἡ ψῆφος καὶ ἡ γνώμη του ἦτο τότε ἐναντία.
§102ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν ἀνεμίχθην τελείως.
§103ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ γνώμη του ἦτον ἐναντία· ἐφρόνει ὅσα ὑπεστηρίξαμεν καὶ ἡμεῖς τότε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· ὅτι ἡ καθιέρωσις τοιούτου συστήματος ἤθελεν εἶσθαι κἄτι τι πλειότερον παρὰ ἡ δημοκρατία, καὶ κἄτι τι πλειότερον παρὰ ἡ ἐπανάστασις· διότι ἡ ἀρχὴ αὕτη οὔτε εἰς τὸ πρῶτον σύστημα ἀπαντᾶται, οὔτε εἰς τὸ δεύτερον. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἐνδιατρίψω εἰς ζήτημα αὐτό· μὲ δύω ὅμως λέξεις δύναμαι ν’ ἀναμνήσω τῆς συζητήσεως ἐκείνης τὴν οὐσίαν. Ὁ βασιλεὺς ὁμολογουμένως ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν τοὺς ὑπουργούς· ἀλλ’ ὁ περιορισμὸς, τὸν ὁποῖον ἐπάγουσιν, ἡ ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν ζητοῦν νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τὸν βασιλέα, τοῦ νὰ συγκαλῇ παρευθὺς τὸν λαὸν διὰ νὰ ἀκούῃ ἂν ἡ γνώμη αὐτοῦ συμφωνῇ μετὰ τῆς γνώμης τοῦ βασιλέως ὡς πρὸς τὴν συγκρότησιν τῆς κυβερνήσεως, ἤθελεν ὑποτάξει τὸ δικαίωμα τοῦ βασιλέως τοῦ διορίζειν τοὺς ὑπουργοὺς εἰς μίαν συμπλήρωσιν ὡς δικαίωμα δῆθεν ἀτελές. Ἐν τούτοις ὅσον ὀλίγον καὶ ἂν ᾖναί τις ἐντριβὴς εἰς τὰ συνταγματικὰ ζητήματα, γνωρίζει ὅτι ἡ ἐπίδρασις τοῦ κοινοβουλίου εἰς τὴν συγκρότησιν τῆς κυβερνήσεως καὶ τὴν διαμονὴν αὐτῆς ἐν τοῖς πράγμασιν εἶναι ἔμμεσος. Δὲν ὑπάρχει ὄχι δημοσιολόγος, ἀλλὰ φωνὴ, ἥτις διημφισβήτησέ ποτε τὴν ἀρχὴν ταύτην. Ὅταν ὁ βασιλεὺς ἀποφασίσῃ νὰ σχηματίσῃ κυβέρνησιν ἐκ τῆς μειοψηφίας, τὸ νὰ ἰσχυρισθῇ τις ὅτι παρευθὺς ὀφείλει νὰ προσκαλέσῃ τὸν λαὸν ὅπως ἐγκρίνῃ τὴν πρᾶξίν του, εἶναι θεωρία ἀντισυνταγματικὴ, ὡς ὑποβάλλουσα τὸ ἀφ’ ἑαυτοῦ πλῆρες δικαίωμα εἰς συμπλήρωσιν καὶ οὕτως ἐλαττοῦσα καὶ διαστρέφουσα μίαν συνταγματικὴν ἐξουσίαν, τὴν τοῦ βασιλέως.
§104ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Αὐτὸ μᾶς χωρίζει.
§105ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως δὲν ἀπορῶ μὲ τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ζακύνθου ἔκαμε πρὸ μικροῦ, ὅτι αὐτὸ μᾶς χωρίζει· διότι αὐτὸς ἦτο κατὰ τὸ 1871 μεταξὺ τῶν 18, οἵτινες ἐπολέμησαν τὴν γνώμην, ἣν σᾶς προεξέθεσα. Ἀλλὰ περιπλέον, κύριοι, καὶ κατὰ τὴν θεωρίαν τοῦ κ. Λομβάρδου δὲν ὑπάρχει ἡ περίπτωσις· διότι, ὡς ἄριστα παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ζακύνθου, ἡ Βουλὴ ἐκείνη ὑπεδέχθη τὴν κυβέρνησιν προθύμως καὶ παρέσχε τὰ μέσα αὐτῇ καὶ τὸ δικαίωμα νὰ διοικήσῃ μέχρις οὗ ἡ Βουλὴ ἐπανέλθῃ. Ἡ παραχώρησις παρά τινος Βουλῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν κυβέρνησιν τί σημαίνει; σημαίνει ἐμπιστοσύνην· σημαίνει μίαν θέλησιν νὰ διοικήσῃ ἡ κυβέρνησις αὐτὴ μέχρι τῆς νέας συνόδου. Τὰ πράγματα... (ψιθυρισμοί). Ἐρωτῶσιν ἀπ’ ἐκεῖ (δεικνύει τὴν δεξιὰν πτέρυγα), ἂν ἡ Βουλὴ ἐψήφισε καὶ τὴν διάλυσίν της συγχρόνως; Νέον ἐπαναστατικὸν δικαίωμα! τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως ἀνατίθεται εἰς τὴν Βουλήν! Αὗται, ἀξιότιμοι κύριοι, εἶναι αἱ δύω πρῶται παλινῳδίαι, ἃς μοὶ ἀπέδωκεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων. Κατῆλθεν ἔπειτα εἰς τρίτην· ὅτι κατὰ τὰς ἐξελέγξεις ἡ κυβέρνησις δὲν εἶχε τὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ. Εἶναι ἀληθές, ἀξιότιμε βουλευτὰ Καλαβρύτων, ὅτι εἶσθε ὀλίγον τι παλαιότερος ἐμοῦ φοιτητὴς τοῦ κοινοβουλίου καὶ δὲν ἠξεύρω ἂν εἰς παλαιοτέρας ἐποχὰς ἡ ὕπαρξις τῆς πλειοψηφίας κατὰ τὸν καιρὸν τῆς ἐξελέγξεως ἐθεωρεῖτο συνταγματισμός. Ἠξεύρω ὅμως ὅτι ἀπό τινων χρόνων, ἴσως 10, ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος, ὃν ἠθελήσατε νὰ μεταμορφώσητε εἰς ἀρχὴν συνταγματικὴν, ἐνῷ εἶναι ἀρχὴ προσωπικὴ καὶ χρήσιμος μόνον πρὸς αἰτίασιν κυβερνήσεως, καθ’ ἧς δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ αἰτιάσεως, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, λέγω, ἐκείνης σπάνιαι ὑπάρχουσιν αἱ περιστάσεις, καθ’ ἃς ἡ κυβέρνησις ἦγε καὶ ἔφερε κατὰ τὰς ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν. Ἐὰν δὲ ὑπῆρξαν ἐποχαὶ τοιαῦται καὶ παραδείγματα, βεβαίως κατέστρεψαν τοὺς θεσμοὺς, ἔβλαψαν εἰς ὑπερβολὴν τὴν ὑπόληψιν τοῦ κοινοβουλίου, καὶ εἶναι παραδείγματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως κἀνεὶς ἐξ ὑμῶν δὲν ἐπιθυμεῖ οὔτε νὰ μιμηθῶσιν αἱ βουλαὶ πλέον, οὔτε νὰ ἐπανίδωσι. Κυβερνητικὴ πλειονοψηφία κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν εἶναι ἄρνησις τῆς ἀρχῆς, ὅτι ἡ ἐξέλεγξις τῶν ἐκλογῶν εἶναι πρᾶξις δικαστική· εἶναι ἐγκαθίδρυσις τῆς ἀρχῆς, ὅτι ἡ ἐξέλεγξις τῶν ἐκλογῶν πρέπει νὰ παρακολουθῇ τὸ πολιτικὸν συμφέρον τοῦ ἰσχυροῦ. Ἑπομένως ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων νὰ θεωρῶ δυστύχημα ἡμῶν, ἐὰν τῳόντι ὑπῆρξε τοιαύτη περίστασις, καὶ νὰ θεωρήσω ἄξιον οὐδεμιᾶς προσοχῆς τὸν στέφανον, τὸν ὁποῖον ἐπέθηκεν ἐπὶ τῶν κυβερνήσεων ἐκείνων, αἵτινες ἦγον καὶ ἔφερον ἄλλοτε τὰς ἐξελέγξεις ἐν τῷ κοινοβουλίῳ. Ἀλλὰ μήπως μόνον ταῦτα τὰ ἐγκλήματα ἐπράξατε; μᾶς ἀποκρίνεται ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων. Δὲν εἶσθε σεῖς οἱ ὁποῖοι ἐπροκαλέσατε βασιλικὸν διάταγμα περὶ διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καὶ μὲ αὐτὸ κατεφέρατε τὸν πέλεκυν ἐναντίον τοῦ συντάγματος; Ἐν πρώτοις χρεωστῶ, διὰ νὰ μὴ ἀδικήσω τὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι βεβαίως εἶναι σήμερον κρίσιμοι, νὰ μὴ παραλείψω καὶ πάλιν ὅ,τι εἶπον εὐθὺς ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, ὅτι δηλαδὴ καὶ ἐν ταύτῃ τῇ παρατηρήσει καὶ τῇ αἰτιάσει τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καλαβρύτων ὤφειλε νὰ ἴδῃ τὴν ἰδίαν του μᾶλλον εἰκόνα παρὰ τὴν ἰδικήν μου. Δύω ἀξιότιμοι πολιτικοὶ ἄνδρες, προέχοντες τῶν κομμάτων καὶ συγκυβερνῶντες τὴν ἀντιπολίτευσιν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καλαβρύτων, ἔπραξαν κάτι τι, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν θεωρίαν τοῦ κ. Ζαΐμη εἶναι πολλῷ δεινότερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐπράξαμεν ἡμεῖς, ἐὰν τῳόντι φέρῃ τὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον ζητεῖ νὰ τοῦ ἀποδώσῃ. Εἰς ἄλλην ἐποχὴν ἀμφότεροι οἱ ἀρχηγοὶ οὗτοι ἐπροκάλεσαν βασιλικὸν διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ὄχι μόνον διέκοψαν τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς τὴν παραμονὴν τῶν φυσικῶν διακοπῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπέρχονται πάντοτε παρ’ ἡμῖν, δηλαδὴ τὴν παραμονὴν τῶν διακοπῶν τοῦ Πάσχα, ἀλλ’ ἄνευ αἰτίας τοιαύτης ἀνεγνωρισμένης, καὶ δὲν ἠξεύρω διὰ ποίαν αἰτίαν, καλὴν ἢ κακὴν, ἀνέστειλαν τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς περιόδου καὶ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐξελέγξεων. Τοῦτο εἶναι προηγούμενον, τὸ ὁποῖον οἱ σύμμαχοι τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καλαβρύτων, οἱ ἀξιότιμοι κκ. Κουμουνδοῦρος καὶ Βούλγαρης, ἔθεσαν· εἶναι πρᾶξις, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ δὲν ἐθεώρησαν ὡς ἀντισυνταγματικὴν καὶ διὰ τοῦτο ὑπέγραψαν καὶ διὰ τοῦτο τὴν προεκάλεσαν.
§106ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Πότε;
§107ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐάν τις ἀπορῇ, εἶναι εὐκολώτατον νὰ τὸ πληροφορηθῇ· θὰ τὸν παρακαλέσω δὲ ἤδη νὰ τὸ πιστεύσῃ. Πρόχειρον δὲν ἔχω τὸ ἔτος, ἴσως εἶναι τὸ 1858, ἴσως τὸ 1857· εἶναι ἡ ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν συνέπραττον ὁ μὲν ὡς πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου, ὁ δὲ ὡς ὑπουργός.
§108ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Παρεγράφη.
§109ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ, κύριοι, τι εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς διακοπῆς τῶν βουλευτικῶν ἐργασιῶν; Εἶναι δικαίωμα ἀθωότατον, τοῦ ὁποίου δὲν θέλετε εὕρει εὐκόλως κἀμμίαν συζήτησιν ἐν ταῖς συζητήσεσι τῶν δημοσιολόγων. Εἶναι δικαίωμα ἁπλούστατον καὶ ἀθωότατον, τοῦ ὁποίου γίνεται χρῆσις, ὅπως ἐγένετο ἐπὶ τοῦ προκειμένου χρῆσις, τὴν ὁποίαν ὑπαγορεύουν αἱ περιστάσεις καὶ τῆς ὁποίας ὑπαγορεύσεως τὴν ἀνακοίνωσιν πρῶτος ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων ἔκαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τότε εἰς τὴν Βουλὴν, ἀναγγείλας ὅτι τὴν ἐπιοῦσαν αἱ συνεδριάσεις θὰ διεκόπτοντο ἕνεκα τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα αὐτομάτως· εἶναι μέσον, τὸ ὁποῖον οἰκονομεῖ ἑτέρας περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἐνδιαφέρονται πάντα τὰ κόμματα, πᾶσαι αἱ ἀποχρώσεις καὶ πάντες οἱ βουλευταὶ, δηλονότι τὰς ἀνάγκας τῆς γεωργίας καὶ ἄλλα κοινωνικὰ συμφέροντα κτλ. Ἄλλως τε παρ’ ἡμῖν τὸ ζήτημα εἶναι νομοθετικῶς λελυμένον. Τὸ ἡμέτερον σύνταγμα μόνον μετὰ τὴν ἅπαξ χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου θέτει φραγμόν· οἱ δὲ ζητοῦντες νὰ θέσωσι φραγμὸν καὶ εἰς τὴν ἅπαξ χρῆσιν αὐτοῦ παραβαίνουσι τὸ σύνταγμα, ἐνῷ θέλουν νὰ κατηγορήσωσιν ἡμᾶς ἐπὶ παραβάσει. Τὸ ἡμέτερον σύνταγμα, κατὰ μίμησιν ἑνὸς καὶ μόνου συντάγματος ἐκ τῶν συνταγματικῶν ἐθνῶν, τοῦ Βελγικοῦ, καθιέρωσε τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἐπὶ δευτέρας διακοπῆς ἀπαιτεῖται νὰ συγκατατεθῇ τὸ σῶμα. Ἀλλ’ ἡ ἀντιπολίτευσις ἤδη διὰ στόματος τοῦ κ. Ζαΐμη ἀξιοῖ, ὅτι καὶ εἰς τὴν πρώτην χρῆσιν πρέπει νὰ ἐρωτᾶται ἡ Βουλή.
§110ΠΟΛΛΟΙ (Ἐκ δεξιῶν). Ὄχι!
§111ΕΤΕΡΟΙ. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ λόγος.
§112ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπαινῶ τὴν προθυμίαν τῶν ἀξιοτίμων φίλων τοῦ κ. Ζαΐμη, ἐπαινῶ τὴν προθυμίαν των, κάμνω ὅμως τὴν παρατήρησιν, ὅτι εἰς τί συνίσταται αὐτὸ τὸ ὁποῖον προσεθέσατε διὰ νὰ καλύψετε τὸ ἄτακτον τῆς γνώμης τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καλαβρύτων, τὸ συνταγματικῶς ἄτακτον; Προσεθέσατε, ὅτι ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρχῃ λόγος. Καὶ ἐὰν, κύριοι, σεῖς ἔχετε τὸ δικαίωμα ὁπόταν θελήσητε νὰ εἴπητε ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος, ἕπεται τάχα διὰ τοῦτο ὅτι δικαιοῦσθε νὰ ἐπιῤῥίψητε ἐπὶ ἀντισυνταγματισμῷ αἰτίασιν; Μὴ φεύγετε ἀπὸ τὸ στάδιον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὀφείλετε νὰ σταθῆτε. Σᾶς εἶπον, ὅτι ὁ συνταγματισμὸς περιορίζει τὸ δικαίωμα τῆς κυβερνήσεως μόνον εἰς τὴν δευτέραν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος· εἰς τὴν πρώτην ἀφίνει αὐτὴν ἐλευθέραν. Δύνασθε νὰ μὴ ἀναγνωρίσητε ὅτι ὑπάρχει λόγος εὔλογος εἰς δεδομένην τινὰ περίστασιν, ἡ κυβέρνησις δύναται ν’ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ὑπάρχει. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν νὰ φρονοῦμεν πάντοτε τὰ αὐτὰ μαζῆ σας· ἀποκρούω ὅμως τὰς αἰτιάσεις, ὅτι παρεβιάσαμεν τὸν συνταγματικὸν χάρτην, διακόψαντες τὴν Βουλὴν ἅπαξ, μάλιστα δὲ κατὰ τὸ Πάσχα, ὅτε αὐτομάτως αἱ συνεδριάσεις διακόπτονται. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων, φρονίμως ποιῶν, εὗρεν ὅτι τὰ ἐπιχειρήματά του δὲν εἶναι ἀντάξια τοῦ σκοποῦ του, καὶ διὰ τοῦτο προσέφυγεν εἰς νέα ἐπιχειρήματα, τῶν ὁποίων ἡ εὐθύνη, ὡς παρέστησε τὰ πράγματα, δὲν ἐπιπίπτει βεβαίως ἐπὶ τῆς κυβερνήσεως, πίπτει ἐπὶ ἄλλων· ἀλλὰ τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα ἐθεώρησε τόσον ἰσχυρὰ, καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ δύνανται νὰ ᾖναι τόσον εὐπρόσδεκτα, ὥστε τῷ ὄντι μεγίστη θὰ ὑπῆρχεν ἡ ἀνεπιτηδειότης τοῦ ῥήτορος, ἂν ἤθελε τὰ παραλείψει. Αἱ ἐφημερίδες, λέγει, διέδωκαν ὅτι διαλύεται ἡ Βουλή. Ἀλλ’ ἐὰν αἱ ἐφημερίδες διέδωκαν ὅτι διαλύεται ἡ Βουλὴ, ἡ ἀντιπολίτευσις ἠδύνατο νὰ ἐπερωτήσῃ τὴν κυβέρνησιν. Διότι ὅμως δὲν τὴν ἐπηρώτησε δὲν τῆς εἶναι συγκεχωρημένον, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ τὴν ἔκφρασιν, νὰ μορφώσῃ κατηγορίας θέμα. Ἔπρεπε δὲ πόσῳ μᾶλλον νὰ ἀπέχῃ τῆς θέσεως τοιούτου ζητήματος ὁ ὁμιλῶν ἐν ὀνόματι τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅσῳ ἡ ἀντιπολίτευσις, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τοῦ θέματος τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἀντεπροσώπευεν, εἶναι ὑπεύθυνος ἐνώπιον τοῦ ἔθνους διὰ τρεῖς διαλύσεις, ἐνῷ ἡμεῖς εἴμεθα μόνον διὰ μίαν (θόρυβος δεξιά).
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατί δὲν ἔρχεσθε ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ ἀντικρούσητε; Ἡσυχίαν, παρακαλῶ.
§114ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἴσως, ἴσως ὤφειλον, κύριοι, νὰ εἰσέλθω ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἂν αἱ τρεῖς αὗται διαλύσεις ἐπέτυχον· ἀλλὰ τὸ ἀφίνω ὅταν τὸ θελήσουν νὰ τὸ συζητήσωμεν.
§115ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν ἐπέτυχον.
§116ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οὔτε θέλω νὰ θέσω τὸ ἕτερον ζήτημα μεγαλαυχῶν δῆθεν, ὅτι ἡ σημερινὴ διάλυσις ὑπάρχει δικαιολογημένη καὶ διὰ τῶν αἰτίων της καὶ διὰ τῶν ἀποτελεσμάτων της, ἀλλὰ θέτω, κύριοι, ἓν ἄλλο θέμα καὶ παρακαλῶ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους νὰ τὸ κρίνωσι· θέτω τὸ θέμα, ἂν τὸ ἐκ τῆς διαλύσεως καλὸν ἢ κακὸν προέρχεται ἀπὸ τὴν σπανίαν τῆς χρήσεως, ἢ ἀπὸ τὸ ἀλλεπάλληλον τῆς χρήσεως. Ἔχω δὲ προχειρότατον παράδειγμα, καὶ δὲν ἤθελον θέσει τὸ θέμα, ἐὰν δὲν εἶχον παράδειγμα εἰς τὸν τόπον μας ἐπὶ τῆς πρώτης δυναστείας. Ἐὰν ᾖναι ἀληθὴς ἡ ἐπανάστασις τῆς 10ης Ὀκτωβρίου, ὁ Ὄθων ἐτυράννησε διὰ τῆς μὴ χρήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως (θόρυβος δεξιά). Πλειονοψηφίαι κατεσκευασμέναι διέπραττον τὸ κακὸν καὶ ποτὲ δὲν ὑπηγόρευσαν τὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου· δὶς ἐν δεκαοκταετίᾳ ἐγένετο τῳόντι χρῆσις αὐτοῦ· ἀλλ’ αὐτὸ συγχωρήσατέ μοι νὰ τὸ θεωρήσω ἀχρηστίαν, ἐνῷ συγχρόνως ἐπιτρέπω εἰς τοὺς ἀντιλέγοντας νὰ συζητήσωσι καὶ κατ’ οὐσίαν τὰς δύω ταύτας διαλύσεις, δηλονότι τὰς αἰτίας αὐτῶν καὶ τοὺς σκοπούς. Ἤθελον δὲ θαυμάσει, κύριοι, ἂν περὶ τούτου ὑπῆρχον ἀντιῤῥήσεις· διότι, ἐὰν τοῖς θέσω μίαν ἐρώτησιν, εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ ᾖναι ὑπὲρ ἐμοῦ οἱ ἀντιλέγοντες. Τί φρονοῦν, ἐρωτῶ, ἐὰν ὑπάρξῃ πλειονοψηφία, ἡ ὁποία δι’ ὁποιονδήποτε λόγον πορεύεται καὶ πολιτεύεται ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ τόπου; εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὀφείλει νὰ σταματήσῃ ἡ χρῆσις τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως; Διατί; διότι ἔγεινεν ἅπαξ ἢ δὶς χρῆσις αὐτοῦ; Τὸ σύνταγμά μας εὑρεθὲν εἰς αὐτὴν τὴν δυσκολίαν τὴν ἔλυσε, καὶ τὴν ἔλυσε καὶ αὐθεντικῶς καὶ ἄριστα. Βεβαίως, λέγει, εἰς τὸν ἀνώτατον Ἄρχοντα ἐπιτρέπω τὴν πρωτοβουλίαν, ἐπιτρέπω νὰ σκεφθῇ καὶ ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τούτου· κριτὴς ὅμως πάντοτε εἶναι ὁ λαός.
§117ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πέρυσιν ὁ λαός... (θόρυβος).
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἐξακολουθεῖτε ὁλονὲν νὰ διακόπτετε χωρὶς λόγον.
§119ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀγορεύω, κύριοι, ὑπὲρ τῆς διαλύσεως καὶ ξενίζονταί τινές;....
§120ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Οὔτε τὸν φοβούμεθα.
§121ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Κολιάτσε, ἄλλοι ὑπῆρξαν ἐκεῖνοι, μεθ’ ὧν, καὶ πάλιν μὲ λύπην ἀναγκάζομαι νὰ τὸ ἐπαναλάβω, μεθ’ ὧν θὰ ψηφοφορήσητε, οἵτινες τῳόντι ἠπείλησαν δευτέραν διάλυσιν.
§122ΖΑΪΜΗΣ. Κακὰ ἔκαμαν.
§123ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν παίρνομεν τὰς ἁμαρτίας τῶν ἄλλων εἰς τὴν ῥάχιν μας, οὔτε κατὰ διάνοιαν ἑνούμεθα μετ’ ἐκείνων.
§124ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παραιτῶ, κύριοι, καὶ τοῦτο τὸ ζήτημα, ἕτοιμος ὢν ν’ ἀπαντήσω εἰς ἐκεῖνον, ὅστις ἤθελεν ἔλθει ἐν πλείονει ἐκτάσει νὰ τὸ συζητήσῃ. Ἀποκρούω ὅμως καὶ ταύτην τὴν μομφὴν, ὡς μομφὴν ἐπίσης ἀνυπόστατον καί τι πλέον, ὡς ὑπῆρξαν καὶ ἄλλαι μομφαὶ, αἱ ὁποῖαι ἐξῆλθον ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καλαβρύτων. Ἐπιθυμῶ δὲ νὰ δείξῃ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων μίαν πρᾶξιν οἱανδήποτε, ἐμφαίνουσαν ὅτι ἡμεῖς στηριζόμεθα εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, καὶ πολὺ ὀλιγώτερον, ὅτι ἠπειλήσαμεν μὲ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς (θόρυβος δεξιά).
§125ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Θὰ κάμουν ἐπανάστασιν.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατέ τους νὰ λέγουν· αὔριον ὅμως θὰ παραπονοῦνται, ὅταν ἔλθουν εἰς τὸ βῆμα.
§127ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ ποτὲ δὲν διακόπτω.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὁμιλῶ πρὸς ἕνα, ὁμιλῶ πρὸς ὅλους.
§129ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὅπως σήμερον προστατεύετε τὸν ἀγορεύοντα, τὸ αὐτὸ πρέπει νὰ πράξητε καὶ αὔριον.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πάντοτε ἔπραξα τὸ αὐτό. Παρακαλῶ νὰ φέρετε μομφὴν ἐπὶ τῆς διαγωγῆς τοῦ προέδρου, ὁπόταν θέλετε. Δὲν θέλω νὰ κάθημαι δωρεὰν ἐνταῦθα· πάντοτε προστατεύω τὸν ἀγορεύοντα. Παρακαλῶ νὰ ἡσυχάσητε.
§131ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπὶ τέλους ὁ κ. Ζαΐμης κατῆλθεν ἐπὶ τὸ λαυριωτικὸν ζήτημα καὶ ἀνεδέχθη ν’ ἀποδείξῃ ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου καὶ τοῦ κοινοῦ, ὅτι καὶ τοῦτο ἡ κυβέρνησις διεξήγαγεν ἐναντίον τῶν νόμων· ἂν δὲ καὶ ἐναντίον τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων διεξήγαγεν αὐτὸ, μοὶ ὑπεσχέθη ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως θέλει τὸ συζητήσει. Ἔφερεν ὅμως εἰς μέσον σήμερον τὴν αἰτίασιν, ὅτι κατεστρέψαμεν τὸν νόμον τοῦ 1871, ὑπὲρ οὗ ὑπερεμαχήσαμεν καὶ ἠγωνίσθημεν. Ὁ κ. Ζαΐμης, ὡς φαίνεται, πρέπει νὰ ἐλησμόνησε πρῶτον, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐφέραμεν πρότασιν νόμου ὑπὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἡμεῖς μίαν μόνην ἀρχὴν ὑπεστηρίξαμεν, καὶ τὴν ὑπεστηρίξαμεν διὰ πάσης θυσίας, ὅτι αἱ ἐκβολάδες δυνάμει τῶν κειμένων νόμων ἀνήκουσιν εἰς τὸ κράτος· δὲν ἐδέχθημεν ὅμως τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον μετετράπη εἰς νόμον, ἀλλ’ ἐζητήσαμεν μετὰ τὴν καθιέρωσιν τῆς ἀρχῆς ταύτης νὰ γείνωσιν αἱ προσήκουσαι ἔρευναι διὰ νὰ προπαρασκευασθῇ ὁ τρόπος τῆς διαχειρίσεως καὶ ἐκμεταλλεύσεως τῶν ἐκβολάδων, ἀλλὰ δὲν κατισχύσαμεν. Ἕνεκα τούτου μίαν μόνον ἀνελάβομεν ὑποχρέωσιν, προκειμένου περὶ ἀρχῶν· νὰ ὑποστηρίξωμεν δηλονότι κατέναντι τῆς Εὐρώπης, τῆς μὲν ἀμέσως ἐνδιαφερομένης, τῆς δὲ συνηγορούσης ὑπὲρ τῶν δύω δυνάμεων, νὰ ὑποστηρίξωμεν, λέγω, ὅτι αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσιν εἰς τὸ κράτος. Ὅταν δὲ τοῦτο μετὰ μακρὸν ἀγῶνα εὐτυχῶς διεξήχθη, ὁποῖον εἶναι σήμερον τὸ ἀποτέλεσμα; Παρεδώκαμεν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὰς ἐκβολάδας ταύτας μὲ τὸ δικαίωμα νὰ τὰς διαθέσῃ ὅπως ἂν θέλῃ. Ἡ σύμβασις ἣν συνετάξαμεν εἶναι γνώμη, τὴν ὁποίαν ἠρύσθημεν ἐκ τῶν πραγμάτων, ἐκ τῶν σκέψεων καὶ ἐκ τῆς ἐμβριθοῦς μελέτης τοῦ δημοσίου συμφέροντος· ἀλλὰ δὲν ἕπεται ὅτι ἡ γνώμη μας αὕτη εἶναι γνώμη τῆς Ἑλλάδος· ἡ γνώμη αὕτη πρέπει νὰ ἐγκριθῇ παρὰ τοῦ κοινοβουλίου, ἢ ἄλλως, θὰ θεωρηθῇ ὡς οὐδέποτε ὑπάρξασα. Τί ἔχετε εἰς ταῦτα νὰ παρατηρήσητε; ποῖον εἶναι τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον ἐντεῦθεν ἐπράξαμεν; Θὰ τὸ ἀκούσωμεν καὶ διὰ τοῦτο ἀναβάλλω.
§132ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§133ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μίαν διασάφησιν, παρακαλῶ.
§134ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.