1873.06.23
1.445 στίχοι · 12.062 λέξεις · 172 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 50
Τῆς 23 Ἰουνίου 1873.
(Σάββατον).
Ὥρα 9 π. μ.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε πρόεδρε, πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, σᾶς ἐρωτῶ ἂν ὑπάρχουν ἄλλα ἔγγραφα ἀφορῶντα τὸ Λαυριωτικὸν ζήτημα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐτυπώθησαν· διότι προχθὲς διενεμήθη ἓν τεῦχος περιέχον ἔγγραφα τοιαῦτα, ἀλλὰ τὸ τεῦχος τοῦτο δὲν περιέχει ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ τυπωθῶσιν· ὑποθέτω δὲ ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἕτερα, διότι τὸ βιβλίον ὅπερ διενεμήθη φέρει τὸ στοιχεῖον βʹ. καὶ διὰ τοῦτο ὑποθέτω ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἄλλα. Ἐπειδὴ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ὡς φαίνεται, κατετέθησαν εἰς τὴν Βουλήν, ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριε πρόεδρε, ἐὰν ὑπάρχουν ἕτερα ἔγγραφα καὶ ἂν ταῦτα τυποῦνται.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσα κατετέθησαν εἰς τὴν Βουλὴν ἐτυπώθησαν, ἄλλα δὲν ὑπάρχουν.
§3Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Λοιπὸν τότε θὰ ἀπαιτήσω παρὰ τοῦ ὑπουργείου νὰ καταθέσῃ ὅλα τὰ ἔγγραφα τὰ ἀποβλέποντα τὴν ὑπόθεσιν ταύτην· διότι τὸ τεῦχος, ὅπερ διενεμήθη, περιέχει τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀντηλλάγησαν μετὰ τὴν εἴσοδον τοῦ κ. Δεληγεώργη εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἢ τοὐλάχιστον ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς μορφώσεως τοῦ νέου ὑπουργείου· ἡ ὑπόθεσις ὅμως αὕτη περιέχει πολλὰ ἄλλα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ παραδοθῶσιν εἰς τὴν δημοσιότητα, διότι πρέπει τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος νὰ λάβῃ γνῶσιν περὶ τῆς ἐνεργείας ἑκάστης κυβερνήσεως. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶναι τόσον σπουδαία καὶ συνετάραξε καὶ συνεκίνησεν ἐπὶ τρία ὁλόκληρα ἔτη τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκρυβῇ οὐδὲν ἔγγραφον· πρέπει λοιπόν, ἐὰν δὲν κατετέθησαν τὰ ὑπολειπόμενα ἔγγραφα, νὰ σπεύσῃ τὸ ὑπουργεῖον νὰ τὰ καταθέσῃ διὰ νὰ ἐκτυπωθῶσι. Νομίζω δὲ ὅτι πρέπει νὰ κατατεθῶσιν ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ πρώτου νομοσχεδίου περὶ τῶν ἐκβολάδων, καὶ ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου τοῦ 1871. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἶναι σπουδαιότατα, διότι εἶναι γνωστὴ εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἡ σπουδαιότης, τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐπερατώθη δραματικῶς διά τινος συμβάσεως, ἡ ὁποία κατέστρεψε τὸν περίφημον ἐκεῖνον νόμον τοῦ 1871.
§4ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ τὸ τεῦχος, τὸ ὁποῖον διενεμήθη, ἔχει τὸ στοιχεῖον βʹ. δὲν ἀρχίζει δὲ ἀπὸ τὴν σελίδα πρώτην· θὰ εἴπῃ ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλος τόμος.
§5ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ἡ κυβέρνησις, κύριε πρόεδρε, κατέθεσεν ἐκ τῶν διπλωματικῶν ἐγγράφων τὰ ἔγγραφα μιᾶς περιόδου, καὶ ταῦτα κατέθεσε πλήρη. Ἡ περίοδος ἄρχεται ἀπὸ τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰσῆλθεν ἡ παροῦσα κυβέρνησις εἰς τὰ πράγματα, καὶ λήγει εἰς τὴν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν δραματικῶς, κατὰ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Καλαβρύτων, ἐτελείωσε τὸ ζήτημα ἐκεῖνο διὰ μιᾶς συμβάσεως καταστρεπτικῆς τοῦ νόμου 1871, ἴσως ἐννοεῖ καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου.
§6ΖΑΪΜΗΣ. Αὐτὸ θὰ τὸ ἐξετάσωμεν, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα.
§7ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καλὸν λοιπὸν εἶναι νὰ λέγωνται τὰ πράγματα ὅταν θὰ ἐξετασθῶσιν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤδη ἐπιθυμῇ νὰ τυπωθῶσι καὶ τὰ ἔγγραφα τῶν ἄλλων περιόδων, ἡ κυβέρνησις προθύμως θέλει τὰ καταθέσει. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὰς σελίδας καὶ τὴν ἀλφαβητικὴν τάξιν τοῦ τυπωθέντος τεύχους, παρατηρῶ, ὅτι τὰ κατατεθέντα ἔγγραφα ἀποτελοῦσι τὸ δεύτερον τεῦχος τῆς βίβλου τῆς πολιτικῆς, τὸ δὲ πρῶτον μέρος τὸ κατέχει ἑτέρα ὑπόθεσις, ἡ ὑπόθεσις τῆς Ἰβραΐλας. Τὰ ἔγγραφα εἶναι τυπωμένα, ἀλλ’ ἡ κυβέρνησις αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐνόμισεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ τὰ καταθέσῃ καὶ διὰ τοῦτο κατέθεσε τὸ δεύτερον μέρος.
§8ΖΑΪΜΗΣ. Ἡμεῖς ἐπιμένομεν εἰς τὴν κατάθεσιν ὅλων τῶν ἐγγράφων.
§9ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§10ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριοι, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις εἰς ἀπάντησιν τῆς μεγάλης καὶ ἐκτεταμένης ὁμιλίας τοῦ κυρίου Σωτηροπούλου. Ἀλλὰ πρὸ τούτου θὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν μικρὸν νομοσχέδιον καὶ τοπικόν, ἔχον ὅμως μεγάλην ἀξίαν διὰ τὸν τόπον, τὸν ὁποῖον ἀφορᾷ, καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἐπιθυμοῦσαν νὰ συντρέχῃ παντοῦ τὰ καλά. Εἰς τὴν Ἑρμούπολιν, κύριοι, κατὰ τὸ 1841 ἢ 1842, δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἐσώζετο ἀκόμη ὁ βράχος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐχρησίμευε προσωρινῶς ὡς λοιμοκαθαρτήριον· ἀφοῦ ἀνηγέρθη τὸ νέον λοιμοκαθαρτήριον, αὐτὸ ἔπαυσε, διότι δὲν ἦτο λοιμοκαθαρτήριον, ἀλλὰ μία μπαράκα, καθὼς ἐνθυμοῦνται ὅσοι εἶδον αὐτὸ τὸ μέρος κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχήν. Ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ ἐκείνης τῆς πόλεως, τῆς ὁποίας εἶναι γνωστὰ τὰ περὶ τὰ καλὰ αἰσθήματα, διότι μὲ μεγάλας δαπάνας κατώρθωσεν ἐκεῖνον τὸν ἔρημον βράχον νὰ τὸν καταστήσῃ μίαν ἔνδοξον πόλιν, ἐζήτησε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην νὰ τῆς παραχωρηθῇ αὐτὸς ὁ βράχος διὰ νὰ τὸν περικοσμήσῃ καὶ τὸν καταστήσῃ χρήσιμον καὶ ἀνάλογον μὲ τὴν κατάστασιν τὴν ὑλικὴν τοῦ τόπου, προοδεύοντος καθεκάστην. Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν δὲν ἐδίστασε νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν παραχώρησιν, ἀλλ’ ὑπὸ ἕνα ὅρον, καὶ ἀπορῶ διατί! νὰ πληρόνῃ τουτέστιν ὁ δῆμος εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος 200 δραχμὰς κατ’ ἔτος. Ἠξεύρετε, ὅτι ἀκόμη τότε ἴσχυε τὸ ταμιευτικὸν πνεῦμα, οὐχὶ τὸ πνεῦμα τῆς φειδοῦς. Ὁ δῆμος ὅμως τῆς Ἑρμουπόλεως δὲν ἐδυσκολεύθη νὰ παραδεχθῇ καὶ αὐτὴν τὴν πρότασιν. Ἡ Κυβέρνησις ἐπέβαλεν εἰς αὐτὸν τὸ χρέος νὰ ἐναποθέτῃ ἐκεῖ ὅλας τὰς ξυλείας, ὅλας τὰς καυστικὰς ὕλας, ἵνα σώσῃ τὴν πόλιν ἀπὸ ἐνδεχομένας πυρκαϊὰς καὶ διὰ νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὸ μέσον τὰς ἀκαθαρσίας, αἱ ὁποῖαι ἠσχήμιζον τὸν τόπον. Καὶ τῷ ὄντι, ἤρχισεν ὁ δῆμος νὰ δαπανᾷ εἰς τὸ νὰ ἄρῃ τὰς ἀκαθαρσίας, οὐ μόνον, ἀλλ’ ἐπροχώρησεν ὥστε νὰ δαπανήσῃ 75,000 δραχμῶν οὐχὶ ἀπὸ τὸ ταμεῖον τοῦ λιμένος, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ ταμεῖον τοῦ δήμου, καὶ ἐξωμάλυνεν αὐτὸν τὸν βράχον, οὐ μόνον, ἀλλὰ καὶ περιέβαλε μὲ προκυμαίαν λαμπράν, μὲ κρηπιδώματα, καὶ ἤρχισε νὰ κατασκευάζῃ πακτωτήριον, τὸ ὁποῖον εἶναι τόσον χρήσιμον, ἀπαραίτητον μάλιστα εἰς αὐτὸν τὸν τόπον διὰ τὰ πλοῖα.
§11Ι. ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τί σημαίνει πακτωτήριον;
§12ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὁ κύριος Βαλασόπουλος τὸ γνωρίζει βεβαίως. Πακτωτήριον εἶναι τὸ μέρος ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον τὰ πλοῖα στηρίζονται καὶ ἐπισκευάζονται καὶ κατραμόνονται· ἡ λέξις παράγεται ἐκ τοῦ ῥήματος πακτόω–ῶ. Ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ τῆς Ἑρμουπόλεως κατεσκεύασεν ἑξήκοντα μέτρα εἰς τὴν θάλασσαν καὶ μένουν ἄλλα τόσα καὶ πλειότερα διὰ νὰ καλύψουν ὅλον τὸν μυχὸν ἐκείνου τοῦ μέρους τῆς θαλάσσης· ἐδῶ ἔχω καὶ τὸ διάγραμμα καὶ τὸ βλέπει ὅστις ἀμφιβάλλει. Ὅτε ἐπροχώρησεν εἰς τὰ ἔργα ταῦτα ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ, συνῆψε μετὰ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας σύμβασιν, δυνάμει τῆς ὁποίας ἀνήγειρεν ἡ ἑταιρία ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τούτου τὸ μέγα ἐκεῖνο σιδηρουργικὸν κατάστημα, καὶ τὸ μέρος ὅπου ἀνελκύονται εἰς τὴν ξηρὰν τὰ πλοῖα, καὶ κατασκευάζονται δὲ καὶ διάφορα ἄλλα ἔργα. Αἴφνης πρὸ δύω ἐτῶν, δὲν ἠξεύρω πῶς, ἐπῆλθεν εἰς τὸν νοῦν τῆς Κυβερνήσεως τῆς οἰκονομικῆς καὶ ἀπῄτησε νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ σύμβασις καὶ ἤγειρεν ἀξιώσεις τινὰς ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ μέρους, τὸ ὁποῖον ἐθεώρησεν ἐθνικόν, χωρὶς νὰ συλλογισθῇ ὅτι κατέστρεφεν ἓν ἔργον κοινῆς ὠφελείας, καὶ δεύτερον, ὅτι ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ εἶχε δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἀποζημιώσεις διὰ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα κατεσκεύασεν ἐκεῖ καλῇ τῇ πίστει. Ἐλθὼν εἰς τὸ ὑπουργεῖον εὗρον προηγουμένην ἀναφορὰν τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς παραπονουμένης, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἡ ὁποία εἰς ἄλλας πόλεις ἔκαμε τοσαύτας παραχωρήσεις, τοσαύτας θυσίας, εἰς αὐτὸν τὸν βράχον ἠρνήθη νὰ κάμῃ, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ κάμῃ οὐχὶ τοσαύτας, ἀλλὰ πολὺ πλειοτέρας. Καὶ πραγματικῶς εἰς ἐκείνην τὴν νῆσον, ἡ ὁποία εἶναι κεντρικὴ διὰ τὸ ἐμπόριον καὶ εἶναι ἤδη καὶ ἑστία τις μικρᾶς βιομηχανίας προαγομένης καθ’ ἑκάστην, ἡ Κυβέρνησις ὤφειλεν οὐχὶ νὰ ἀφαιρέσῃ ἀλλὰ νὰ αὐξήσῃ τὰς χορηγίας της. Ἠρώτησα τὸν δικαστικὸν σύμβουλον, ἂν δυνάμεθα τοὐλάχιστον νὰ ἀφαιρέσωμεν αὐτὸ τὸ μέρος διοικητικῶς, καὶ μὲ εἶπεν, ὅτι δυνάμεθα, διότι ἔγεινε μὲ μόνην ὑπουργικὴν διαταγήν· δικαστικῶς ὅμως δύναται ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ νὰ ζητήσῃ ἀποζημιώσεις, αἱ δὲ ἀποζημιώσεις εἶναι μέγισται, χωρὶς ἐντεῦθεν νὰ προσγίνεται κἀμμία ὠφέλεια εἰς τὸ δημόσιον, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας βλάβη μεγίστη, διότι ἀφ’ ὅτου ἐσταμάτησαν τὰ ἔργα τοῦ πακτωτηρίου, ὁ δὲ μῶλος ὅστις εἶχε προχωρήσει κάμποσον ἀργεῖ (διότι ἔπρεπε νὰ ἐκταθῇ περισσότερον), πολλὰ πλοῖα ἐξ αὐτῆς τῆς Σύρου καταφεύγουν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ νὰ κάμουν αὐτὰς τὰς τόσον ἀναγκαίας διὰ τὴν ἐπισκευήν των ἐργασίας. Ἐνόμισα, κύριοι, ὅτι ἀνταποκρίνομαι εἰς τὸ πνεῦμα τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους καὶ εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἔχει πρὸς ὑποστήριξιν αὐτῶν τῶν καλῶν ἔργων, νὰ φέρω νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως αὐτοῦ τοῦ βράχου εἰς τὸν δῆμον τῆς Ἑρμουπόλεως. Καταθέτω λοιπὸν εἰς τὸ γραφεῖον τὰ διαγράμματα καὶ τὸ νομοσχέδιον, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὸ θεωρήσῃ ὡς ἔργον σπουδαῖον καὶ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἀπόφασίν της.
§13ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται περὶ καταλήψεως ἐθνικῆς περιουσίας ἀπὸ τὸν δῆμον;
§14ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Εἶναι κατάληψις πρὸ τριακονταετίας γενομένη καὶ διὰ τὴν ὁποίαν κατεβλήθησαν χιλιάδες δραχμῶν.
§15ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐννοῶ νὰ ἔρχεται ἡ Βουλὴ νὰ κυρόνῃ διὰ τῆς ὑπογραφῆς της τὰς καταλήψεις τῆς ἐθνικῆς περιουσίας παρὰ τῶν δήμων.
§16ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι κατάληψις αὐθαίρετος, ἐγένετο κατὰ διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως.
§17ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι μία κατὰ παράκλησιν κατοχή.
§18ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν ἠξεύρω. Ἔρχομαι ἤδη, κύριοι, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις εἰς ἀπάντησιν τοῦ χολωθέντος φίλου μου κ. Σωτηροπούλου.
§19ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§21ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς ὑπέβαλε νομοσχέδιον· τώρα εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· διὰ τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ὑποβάλω μίαν παρατήρησιν. Ἡ Βουλή, κ. πρόεδρε, προνοοῦσα διὰ τὸ συμφέρον της ἐπὶ τῶν ἐπαναληφθεισῶν ἐκλογῶν, ἐξέλεξε μίαν ἐπιτροπήν, τὴν ὁποίαν ἔστειλεν ἐκεῖ· ἐπειδὴ δὲ ἤδη ἡ Βουλὴ ἐν τῇ εὐθυδικίᾳ αὐτῆς ἠκύρωσε τὴν ἐκλογὴν Μεσσήνης ὡς πρὸς τοὺς δύω δήμους Παμίσου καὶ Ἀνδανίας, ἀναγκαία συνέπεια εἶναι ὅπως ἐκλέξῃ καὶ ἀποστείλῃ ἐπιτροπὴν νέαν, ἐποπτεύσουσαν τὰς ἐπαναληφθησομένας ἐκλογάς, διότι ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου εὑρέθη. Προτείνω λοιπὸν ὅπως προσδιορισθῇ ἡμέρα τῆς ἐκλογῆς, ὡς τοιαύτη δὲ προτείνω νὰ ὁρισθῇ ἡ Δευτέρα.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι καλλίτερον σήμερον; τελειόνομεν μίαν ἡμέραν ἀρχήτερα.
§23ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Σᾶς ἐρωτῶ ὡς βουλευτὴς νὰ μοὶ εἴπητε ἂν ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε καὶ τί ἀπεφάσισεν. Ὅταν σᾶς ὁμιλοῦν οἱ βουλευταί, παρακαλῶ μὲ περισσοτέραν προσοχὴν νὰ ἀπαντᾶτε (θόρυβος).
§24ΤΙΝΕΣ. Μετὰ τὸν κύριον ὑπουργόν.
§25ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἤθελον σᾶς παρακαλέσει, ἂν εἶναι δυνατὸν, νὰ ἀναγνωσθῇ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν ἡ πρότασίς μας περὶ τοῦ Γυμνασίου Ἠλείας.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ δὲν ἀναγινώσκεται.
§27ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς τὸ ἀνεγνώσατε, κύριε πρόεδρε.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι γραμμένον.
§29ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ πῶς τὸ ἀνεγνώσατε; (θόρυβος).
§30ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἂν δέχηται τὴν πρότασίν μου.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι πρὸ ἑνὸς λεπτοῦ εἶπεν ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κυρίου Χρηστίδου.
§32ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Μὰ αὐτὴ ἡ ἀγόρευσις ἀφορᾷ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐρωτήσατε τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου· δέχεται νὰ ὁρισθῇ ὡς ἡμέρα ἡ Δευτέρα;
§33ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Λέγω ὅτι ἡ τοιαύτη πρότασις μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ, καὶ κατὰ τὴν πεποίθησίν μου παράδειγμα ἔχομεν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἄρτι σταλείσης ἐπιτροπῆς εἰς Μεσσήνην. Δὲν ἐννοῶ νὰ κατακρίνω κἀνένα ἐκ τῶν ἐντίμων ἐποπτῶν, θέλω ὅμως νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ὅτι οὐδὲν χρήσιμον θὰ περιμείνῃ, ἂν δὲν ὁρίσῃ τὰ καθήκοντα καὶ τὴν δικαιοδοσίαν αὐτῶν. Τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἀποκλίνῃ εἰς ἀποστολὴν ἐπιτροπῆς, πάντες τὸν ἐννοοῦμεν, καὶ περιορίζομαι ἤδη νὰ εἴπω ὅτι ἐν μόνῃ τῇ ἀκριβεῖ ἐκτελέσει τοῦ σκοποῦ δύναται νὰ τηρηθῇ ἡ ἀξία τῆς τοιαύτης ὑψηλῆς λειτουργίας.
§34ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπειδὴ ὁ κύριος Ζέγγελης δὲν γνωρίζει ποῖα εἶναι τὰ καθήκοντα εἴτε τῶν ἀποσταλέντων εἴτε τῶν ἀποσταλησομένων ἐποπτῶν, εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην ὄχι νὰ τοῦ τὰ διδάξω, ἀλλὰ νὰ τὰ εἴπω εἰς τὸν κύριον Ζέγγελην καὶ πιστεύω ὅτι θέλει εὑρεθῆ σύμφωνος μαζῆ μου. Τὰ καθήκοντα μιᾶς ἐπιτροπῆς ἀποστελλομένης ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ ἐποπτεύσῃ ὁποία εἶναι ἡ διαγωγὴ ὅλων τῶν ὀργάνων, ἅτινα λαμβάνουν μέρος κατὰ τὴν διάρκειαν μιᾶς ἐκλογῆς, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν εἶχε κἀμμίαν ἀνάγκην νὰ κάμῃ νόμον κανονίζοντα εἰδικῶς τὰ καθήκοντα ταῦτα, καθόσον, ἀφοῦ ἅπαξ ἀποφασίζει νὰ ἀποστείλῃ βουλευτὰς ὡς ἀντιπροσώπους ἡ Βουλὴ, οὗτοι ἔχουσιν ὡς ἐκ τῆς ὑπάρξεως αὐτῶν καθῆκον νὰ κρατῶσιν αὐστηρὸν ἔλεγχον ὅλων τῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα λαμβάνουν μέρος κατὰ τὴν διάρκειαν μιᾶς ἐκλογῆς. Εἶμαι σύμφωνος ὅτι δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ σήμερον ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Χατζίσκου· ὁ κύριος Χατζίσκος νὰ διατυπώσῃ τὴν πρότασίν του, νὰ τυπωθῇ, νὰ διανεμηθῇ, καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως. Κατ’ ἐκείνην δὲ τὴν ἡμέραν πάλιν θὰ λάβω τὸν λόγον διὰ νὰ ἀποκριθῶ ἐν ἐκτάσει εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κύριος Ζέγγελης.
§35ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Μετ’ εὐχαριστήσεως λέγω εἰς τὸν κύριον Πετιμεζᾶν, ὅτι αὐτὴν τὴν ἀρχὴν ἀσπάζομαι, ἡ ὁποία εἶναι ὀρθοτάτη· εὑρίσκω δὲ ὅτι ὑπάρχουσι λόγοι διὰ νὰ ἐξηγηθῇ σαφέστερον καὶ εὐρύτερον ἡ ἰδέα αὕτη, τὴν ὁποίαν δὲν ἠθέλησα νὰ ἐξηγήσω, καὶ τοῦτο ἵνα μὴ ἀποδώσῃ τις εἰς τοὺς λόγους μου ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν ἐνόησα νὰ δώσω.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χρηστίδης ἔχει τὸν λόγον.
§37ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κατ’ οὐσίαν εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κύριον Πετιμεζᾶν, τοῦ νὰ διατυπώσω τὴν πρότασιν καὶ τὴν διατυπῶ ἀμέσως· δύναται σήμερον νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ τὴν Δευτέραν.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν τυπωθῇ, θὰ ἀκολουθήσῃ τὰς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ, ὥστε δὲν ἠμπορεῖ ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ ὅτι θὰ συζητηθῇ τὴν Δευτέραν.
§39ΜΙΛΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται ὅτι τὴν Δευτέραν θὰ συζητηθῇ.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεφάνθη, σεῖς ἀποφαίνεσθε.
§41ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἐρωτήσατε τὴν Βουλήν.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κανονισμὸς λέγει, ὅτι πᾶσα πρότασις τυποῦται καὶ διανέμεται....
§43ΜΙΛΗΣΗΣ. Λοιπὸν τότε, κατ’ αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν δίδετε εἰς τὸν κανονισμὸν, ὑποβάλλετε καὶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ζέγγελη εἰς τὴν διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν ὁρίζει ὁ κανονισμός. Πᾶσα πρότασις νόμου, ἐννοεῖ ὁ κανονισμὸς, ἀκολουθεῖ αὐτὴν τὴν διαδικασίαν, ὄχι ἡ κανονιστική. Πᾶσα ἰδέα, κατὰ τὴν γνώμην σας, εἶναι μία πρότασις· λοιπὸν πᾶσαν ἰδέαν θὰ τὴν ὑπαγάγετε εἰς τὰς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ; (θόρυβος).
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι νὰ συζητηθῇ τὴν Δευτέραν ἡ πρότασις τοῦ κ. Χατζίσκου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πολλοί).
§45ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Παρεδέχθη.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν παρεδέχθη. Θέλετε καὶ τὸ ἀντίθετον; Οἱ μὴ παραδεχόμενοι νὰ συζητηθῇ τὴν Δευτέραν, ἀλλὰ νὰ ἀκολουθήσῃ τὰ τοῦ κανονισμοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πολλοί). Παρεδέχθη.
§47ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Δηλαδὴ νὰ συζητηθῇ τὴν Δευτέραν ἡ πρότασις τοῦ κ. Χατζίσκου.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ λάθος ἔχετε.
§49ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§50ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ προεδρεῖον παρατηρῶ ὅτι εὑρίσκεται εἰς διαρκῆ παροξυσμὸν ὀργῆς.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σεῖς εἶσθε εἰς διαρκῆ παροξυσμόν (θόρυβος).
§52ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Εἰς ὅλας τὰς προτάσεις δίδετε τὸν πολιτικὸν χαρακτῆρα.
§53ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἂν μὲ συγχωρῆτε, θὰ ἐρωτήσω περὶ τίνος πρόκειται, διότι ἔτυχε νὰ ᾖμαι ἀπών.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζίσκος ἔφερε μίαν πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀποσταλῇ ἐπιτροπὴ κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῆς ἐκλογῆς τῆς Μεσσήνης· ὁ κύριος Πετιμεζᾶς εἶπε νὰ τυπωθῇ κατὰ τὸν κανονισμὸν καὶ νὰ διανεμηθῇ· ἡ μία πτέρυξ ἔλεγεν ὅ,τι εἶπε καὶ ὁ κύριος Πετιμεζᾶς, ἡ ἄλλη ὅτι ἔπρεπε νὰ συζητηθῇ τὴν Δευτέραν· λοιπὸν ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν....
§55ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παρακαλῶ, διὰ νὰ ᾖναι ἡ πληροφορία πλήρης. Ὅταν τὸ προεδρεῖον ἐπὶ ψηφοφορίας δι’ ἀναστάσεως ἀποφαίνεται ὅτι οὕτως ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ, ἡ ἔκφρασις αὐτὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ εἰς ἀμφιβολίαν εἰμὴ ὑπὸ 15 βουλευτῶν, οἵτινες νὰ εἴπουν ζητοῦμεν ὀνομαστικὴν κλῆσιν· ἡ ἔκφρασις πρέπει νὰ μείνῃ σταθερά. Ὅταν ἀποφαίνεται τὸ προεδρεῖον, δὲν ἔχει κανεὶς δικαίωμα νὰ ἀμφιβάλλῃ, ἐξέρχεται τῶν δικαιωμάτων του καὶ τῶν καθηκόντων του. Ἐγὼ εἶπον, ἂς ἐρωτηθῇ καὶ τὸ ἀντίστροφον· τίθεται καὶ λέγετε ὅτι δὲν παρεδέχθη· ἐξ ἀνάγκης φέρετε τὴν Βουλὴν εἰς θέσιν νὰ εἴπῃ, θέλω ὀνομαστικὴν κλῆσιν. Ὅταν τὸ προεδρεῖον ἐκ συμφώνου λέγει, ὅτι αὕτη εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, δὲν ἔχει κανεὶς δικαίωμα νὰ ἀμφισβητήσῃ τοῦτο. Τοιαύτη εἶναι ἡ θέσις τοῦ ζητήματος, κ. πρόεδρε τῆς κυβερνήσεως.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ προεδρεῖον εἶπεν, ὅτι δὲν παρεδέχθη· κατόπιν ἐκαλέσατε τοὺς βουλευτὰς νὰ ἐξέλθωσι τῶν δωματίων καὶ νὰ ψηφοφορηθῇ τὸ ἐναντίον· εἰς τὴν δευτέραν ὑπῆρξεν ἀμφιβολία, εἰς τὴν πρώτην δὲν ὑπῆρξε καμμία ἀμφιβολία.
§57ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τέλος τὸ προεδρεῖον, διὰ νὰ οἰκονομήσῃ τὸν χρόνον, νομίζω ὅτι ἠμπορεῖ κάλλιστα νὰ εἴπῃ, ἂς τεθῇ καὶ τὸ ἀντίστροφον πρὶν καταντήσωμεν εἰς ὀνομαστικὴν κλῆσιν. Τέλος, ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἐγὼ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαία οὔτε ἡ πρότασις, οὔτε ἡ συζήτησις.
§58ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸ ζήτημα ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν, δὲν ἠμπορεῖ τώρα....
§59ΠΟΛΛΟΙ. Μὴ διακόπτεις.
§60ΡΑΛΛΗΣ. Ἐνίσταμαι ὅτι ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ γείνῃ. Ἡ συζήτησις ἐπεραιώθη.
§61ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω λοιπὸν ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ οὔτε ἀντικείμενον προτάσεως πρέπει νὰ ὑπάρξῃ, οὔτε ἀντικείμενον συζητήσεως, οὔτε πρέπει νὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα, οὔτε ψηφοφορία νὰ γείνῃ. Ἐπικρατεῖ συνήθεια εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀποστέλλῃ ἐπιτροπὴν ὁσάκις πρόκειται περὶ ἐκλογῆς ἀκυρωθείσης· διατί θὰ γείνῃ ἐξαίρεσις εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν; δὲν τὸ ἐννοῶ αὐτό.
§62ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Λοιπὸν εἴμεθα σύμφωνοι.
§63ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν οὔτε πρότασις, οὔτε συζήτησις, οὔτε λόγος πρὸς ψηφοφορίαν, οὔτε τίποτε. Ἐπὶ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα διεγείρουν θερμὰς συζητήσεις, βεβαίως συμβαίνει, ὅταν ταῦτα ἐπαναφέρωνται πάλιν, νὰ ἀναπτύσσεται ἡ θέρμη καὶ ὁ πυρετός, καὶ δὲν εἶναι παράξενον νὰ ἐγένετο ἀντίῤῥησις, ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν δὲν δύναται κἀμμία ἐκ τῶν μερίδων νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι πρέπει, ἀπὸ τῆς ἐκλογῆς Μεσσήνης ἀρχόμενοι, νὰ καθιερώσωμεν τὸ ἀντίθετον.
§64ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε, πρὸς δικαιολογίαν ἡμῶν λέγω ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐπροτείναμεν νὰ ἀποφασισθῇ ἡ ἀποστολὴ ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ νὰ ἐκλεχθῶσι τὰ μέλη αὐτῆς, ὑποθέτοντες ὅτι κατ’ ἀρχὴν τὸ ζήτημα τοῦτο ἦτο λελυμένον· ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Ζέγγελης ἔσχε τὴν καλωσύνην νὰ πολεμήσῃ τὴν ἀρχὴν, κατὰ τὴν συζήτησιν ἠθέλαμεν ἀντιτάξει καὶ ἡμεῖς τὴν διαρκῆ καὶ ἀδιάκοπον κοινοβουλευτικὴν πεῖραν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος. Ἀφοῦ ὅμως ὁ κύριος πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως ἐθεώρησε περιττὴν τὴν ἐπὶ τούτου συζήτησιν, δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ τὸν εὐχαριστήσωμεν καὶ νὰ ζητήσωμεν νὰ προσδιορισθῇ ἡ ἡμέρα πρὸς ἐκλογὴν τῶν ἐποπτῶν.
§65ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅποτε θέλετε· τὴν Τετάρτην (διάλογοι).
§66ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ πρότασίς μας περὶ τοῦ γυμνασίου Ἠλείας.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κ. βουλευτά.
§68ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν θὰ γείνῃ ἀντίῤῥησις ἀπὸ κἀνένα. (θόρυβος).
§69ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Παρακαλῶ, κ. πρόεδρε, νὰ μὲ πληροφορήσητε, διότι δὲν ἐνόησα τί ἀπεφάνθη ἡ Βουλή.
§70ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπανειλημμένως παρακαλῶ τὸν κ. πρόεδρον νὰ προκαλέσῃ τὴν Βουλὴν ἵνα ὁρίσῃ ἡμέραν πρὸς ἐκλογὴν τῶν ἐποπτῶν.
§71ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶπον, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεμία δυσκολία· ὁπόταν θέλετε.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ σᾶς εἶπον πρὸ μικροῦ, καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἂν θέλητε νὰ γείνῃ ἡ ψηφοφορία.
§73ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν Τετάρτην (διάλογοι θορυβώδεις).
§74ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Κύριε πρόεδρε, σεῖς εἴχετε τὴν καλωσύνην νὰ φέρετε εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὴν πρότασίν μας....
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ τώρα ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§76ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Δὲν ἔχει κἀνεὶς ἀντίῤῥησιν.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχω ἐγώ.
§78ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε νὰ ἐγκαταλείψετε τὴν θέσιν σας (θόρυβος).
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ὁ κ. Δημητριάδης ἀντίῤῥησιν.
§80Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μάλιστα (διάλογοι θορυβώδεις).
§81ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἂν θέλῃ νὰ προταχθῇ ἡ ἀνάγνωσις τῆς προτάσεως τῶν βουλευτῶν Ἠλείας.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε, κύριε Δημητριάδη.
§83Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσάγουν οἱ βουλευταὶ Ἠλείας, διατίθεται δημοσία περιουσία, ἀπαιτεῖται μία ποσότης χρημάτων καὶ προσφέρεται ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως· δεύτερον, παραχωροῦνται γαῖαι ἐθνικαί. Λοιπὸν δὲν εἶναι ζητήματα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα μὲ μίαν ἀνάγνωσιν πρέπει νὰ τὰ διέλθωμεν· πρέπει νὰ ἤμεθα προσεκτικοί. Εἶναι λοιπὸν δικαίωμα καὶ συμφέρον τῆς Βουλῆς νὰ παραπέμψῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν πρότασιν διὰ νὰ βασανισθῇ, καὶ ὅ,τι ἀποφασίσωμεν νὰ τὸ ἀποφασίσωμεν ἐν πληρεστάτῃ γνώσει. Ὅλοι θέλομεν νὰ ὑπάρχῃ ἐκπαίδευσις τελεία εἰς ὅλα τὰ μέρη, ἀλλ’ ὄχι ἐν ἀγνοίᾳ νὰ ἀποφασίσωμεν. Ἐζητήσατε καὶ ἄλλοτε χρήματα ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου καὶ τὰ ἐδώκατε... πρέπει νὰ ἤμεθα προσεκτικοί.
§84ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ὁ λίαν εὐφυὴς φίλος μου κ. Δημητριάδης νομίζω ὅτι συγχύζει τὰ πράγματα, λέγων χρήματα τοῦ δημοσίου· Τὰ χρήματα εἶναι ἰδιωτικὰ, συνεισφέρουν οἱ δῆμοι, ὁ λαὸς, ἵνα κάμουν τὸν λιμένα. Σήμερον αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην νὰ κάμωμεν ἓν Γυμνάσιον ἀπὸ τὰ χρήματα αὐτά· λοιπὸν εἶναι δημόσια; ... Ἄλλως τε, τὸ μέρος τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου παραχωροῦνται δέκα στρέμματα γῆς, ἂν θέλετε, νὰ τὸ ἀφαιρέσωμεν.
§85ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐξαλείφομεν αὐτό.
§86ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κ. πρόεδρε, νὰ φέρητε τὸ νομοσχέδιον νὰ ἀναγνωσθῇ, καθόσον δὲν ἔφερε κἀνεὶς κἀμμίαν σπουδαίαν ἀντίῤῥησιν.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πῶς! Θ’ ἀνοίξωμεν συζήτησιν;
§88ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ σπουδαιότερα ἄλλα ζητήματα ὁ κύριος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ἐπιφυλαχθῆτε νὰ κάμητε τὰς ἀντιῤῥήσεις σας εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν καὶ ἀφήσατε νὰ γείνῃ ἡ πρώτη καὶ ἡ δευτέρα ἀνάγνωσις· διὰ αὐτὸ δὲ τὸ τόσον μικρὸν ζήτημα, διατί νὰ ἐμποδίζεται ἡ πρώτη ἢ ἡ δευτέρα ἀνάγνωσις;
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι βουλευτὴς καὶ ἔχει τὴν γνώμην του.
§90ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ χρήματα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ γείνῃ τὸ Γυμνάσιον εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῆς Ἠλείας, ὑπάρχουν· οἱ κάτοικοι φορολογοῦνται ἁδρῶς τέσσαρας δραχμὰς κατὰ χιλιάδα πρόσθετον φόρον εἰς τὸν σταφιδόκαρπον· ὁ φόρος ἐξακολουθεῖ, πληρόνουν 200,000 πρόσθετον φόρον κατ’ ἔτος· περισσεύουν χρήματα ἑξακόσιαι, ἑπτακόσιαι χιλιάδες, καὶ μένουν νεκρά. Λοιπόν, ἐκπληροῦντες τὴν ἐντολὴν τῶν συμπατριωτῶν μας, ζητοῦμεν τὴν ἵδρυσιν ἑνὸς Γυμνασίου τὸ ὁποῖον ὑπάρχει, ἀλλὰ θέλομεν νὰ τὸ νομιμοποιήσωμεν. Θέλομεν νὰ σπουδάζουν καὶ οἱ πτωχοὶ, ὄχι μόνον οἱ πλούσιοι, καὶ νὰ λείψουν τὰ δίδακτρα. Οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ἀποδέχονται τοῦτο, καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ηὐχήθη καὶ αἱ ἄλλαι ἐπαρχίαι νὰ μιμηθοῦν τὸ ἔργον αὐτό. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ τὸ ἀναγνώσητε εἰς δευτέραν συζήτησιν καὶ εἰς τὴν τρίτην ἂς γείνῃ εὐρυτέρα συζήτησις.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δημητριάδης ἐπιμένει.
§92ΤΙΝΕΣ. Παραιτεῖται.
§93Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν παραιτοῦμαι.
§94Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κατ’ ἀρχὴν περὶ συστάσεως γυμνασίων δὲν εἴμεθα ἐναντίοι, εἴμεθα ὑπὲρ, διότι γνωρίζετε ὅτι εἰς τὰ γυμνάσια τῆς πρωτευούσης καταφεύγουν τόσον πολλοὶ, ὥστε καταντᾷ νὰ παραπέμπωνται μαθηταὶ εἰς ἄλλα γυμνάσια, διὰ τὸν λόγον ὅτι συσσωρεύονται πολλοί· καὶ μάλιστα ἐχωρίσθησαν εἰς διπλάσια καὶ τριπλάσια τμήματα ἑκάστη τάξις. Ἠμποροῦν 5 νὰ ᾖναι οἱ καθηγηταὶ, διότι αἱ τάξεις εἶναι τέσσαρες, ἀλλ’ ἔγειναν 10. Διὰ τοῦτο δὲν εἴμεθα ἐναντίοι τῆς συστάσεως καὶ ἑτέρων γυμνασίων, μάλιστα ὅταν προσφέρουν αἱ ἐπαρχίαι, καθὼς διὰ τὸ παρόν· ἀλλὰ εἰς τὰ καθέκαστα ὑπάρχουσιν ἀντιῤῥήσεις, μάλιστα εἰς τὴν παραχώρησιν τῶν στρεμμάτων, καὶ πρέπει αἱ ἀντιῤῥήσεις ν’ ἀκουσθοῦν.
§95Ν. ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι δικαιολογημένη ἡ ἐπιμονὴ αὕτη, κύριε πρόεδρε, νὰ γείνῃ συζήτησις εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν· ὅταν ἔγεινε μακρὰ συζήτησις περὶ σπουδαιοτάτου ἀντικειμένου, τῶν συμβάσεων τῶν Τραπεζῶν, ἡθέλησάν τινες καὶ τότε νὰ εἴπουν, ὅτι ἦτο περιττὴ ἡ συζήτησις κατὰ τὴν πρώτην καὶ δευτέραν ἀνάγνωσιν, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ συζήτησις κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν· διότι εἴς τινας περιστάσεις ἐγένετο τοῦτο, ὡς παραδείγματος χάριν ἐπὶ νομοσχεδίων δευτερευούσης σημασίας, ἀλλ’ ὄχι ἀποβλεπόντων ἰδιωτικὰ συμφέροντα. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, νομίζω, εἶναι καλῶς κατηρτισμένον. Πρόκειται περὶ ἐπαρχίας μεγάλης καὶ σπουδαίας· ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον παραχωρεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἶναι ἐλάχιστον ἀπέναντι τῶν ὠφελειῶν, ἃς τὸ κράτος ἀπολαμβάνει. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἐδυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ἐὰν ὑπάρχῃ σπουδαία ἀντίῤῥησις, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὁ κύριος Στεφανόπουλος λέγει, ὅτι δὲν ἔχουσι κἀμμίαν δυσκολίαν νὰ ἀποσύρωσι τὸ περὶ παραχωρήσεως στρεμμάτων. Προτείνω λοιπὸν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς παραιτηθῇ ὁ κ. Δημητριάδης.
§97ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἐρωτήσατε τὴν Βουλὴν ἂν ὑπάρχῃ τις ὁ ἀντιλέγων.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, ἅμα ἀρχίσει, λέγει ὁ ἄλλος ζητῶ τὸν λόγον· τότε τί κάμνομεν;
§99ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ὅταν σᾶς ζητεῖται μεταβολὴ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὀφείλετε νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν, καὶ ἅμα ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ, ὀφείλετε νὰ ὑποκύψητε.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ παραιτηθοῦν.
§101ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ὁ κ. Δημητριάδης παραιτεῖται.
§102ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα ἄλλο παρὰ νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν· δὲν θέλει ἡ Βουλὴ νὰ τὸ παραπέμψῃ; ἂς κάμῃ ὅ, τι θέλει.
§103ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ, κύριε πρόεδρε, εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλ’ ἐὰν ζητήσῃ τις τὸν λόγον;
§105ΜΑΚΡΗΣ. Δὲν ζητεῖ κἀνείς. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ νομοσχέδιον περὶ τελειοποιήσεως τοῦ ἐν Πύργῳ τῆς Ἠλείας Γυμνασίου.
§106ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ἡ τρίτη ἀνάγνωσις νὰ γείνῃ τὸ ἐρχόμενον σάββατον.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠξεύρει ἡ Βουλὴ πότε θὰ γείνῃ.
§108ΠΕΤΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὅταν ὑπάρχουν, κύριοι, προτάσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι σωτήριοι διὰ τὸ κράτος καὶ φέρουσι γενικὸν χαρακτῆρα, νομίζω, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ προεδρεῖον πρέπει νὰ προτάσσῃ αὐτὰς πάσης ἄλλης ἐργασίας. Ἀφοῦ λοιπὸν σήμερον ἡ Βουλὴ πολὺ ἐμβριθῶς καὶ ἐμφρόνως ἀπεφήνατο διὰ τὰ συμφέροντα τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας, καθόσον μάλιστα διὰ τὴν σύστασιν Γυμνασίου τὸ δημόσιον τὸ παράπαν δὲν παραβλάπτεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, νομίζω, μετὰ τὴν συζήτησιν προτάσεως μὴ θεωρηθείσης κατεπειγούσης ἀπέναντι ἄλλων προτάσεων θεωρηθεισῶν κατεπειγουσῶν, ὅτι ἐντὸς τοῦ κανονισμοῦ καὶ ἐντὸς τῆς ἡμερησίας διατάξεως κεῖται ὅπως ἡ συζήτησις τῶν προτάσεων τῶν θεωρηθεισῶν κατεπειγουσῶν προτάσσηται πάσης ἄλλης. Αὐτὴ ἡ πρότασις εἶναι ἐκείνη, ἣν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸ δέκα ἡμερῶν ὑπὸ τὴν συζήτησιν καὶ τὴν μελέτην τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ ὁμοθύμως ἐν μιᾷ φωνῇ εἶπεν, ὅτι εἶναι κατεπείγουσα ἡ πρότασίς μου καὶ κατεχωρίσθη εἰς τὸ πινάκιον τῆς ἡμερησίας διατάξεως καὶ ἀνεγνώσθη ἅπαξ καὶ δίς· δὲν ὑπολείπεται παρὰ ἡ τρίτη συζήτησις, ἥτις ποσῶς δὲν θὰ ἀπασχολήσῃ τὰς στιγμὰς τῆς Βουλῆς, καθότι μετ’ εὐχαριστήσεως παρατηρῶ, ὅτι ἡ ἰδέα τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι ὥριμος εἰς τὴν συνείδησιν τῶν κυρίων βουλευτῶν, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ κυρίου προέδρου νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν συζήτησιν.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι δύω ἀντιῤῥήσεις· πρῶτον, ἐδόθησαν τροπολογίαι, καὶ δεύτερον, ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι ἔχει ἕτοιμον νομοσχέδιον νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τότε ἡ Βουλὴ εἶπεν ὅτι ἀναβάλλει τὴν συζήτησιν. Τότε τί θέλετε;
§110ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Αἱ τροπολογίαι ὑπάρχουσι πρὸ πέντε ἓξ ἡμερῶν.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις καὶ σᾶς λέγει ὅτι ἔχει ἕτοιμον νομοσχέδιον;
§112ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Περὶ τίνος;
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τοῦ ἰδίου ἀντικειμένου.
§114ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται;
§115ΜΙΛΗΣΗΣ. Δηλαδὴ ἐκάματε λάθος, κύριε πρόεδρε.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σεῖς λέγετε περὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Χατζοπούλου, ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτό.
§117ΜΙΛΗΣΗΣ. Τότε παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μᾶς εἴπῃ πότε θὰ ὑποβάλῃ παρόμοιον νομοσχέδιον.
§118ΧΑΛΙΚΙΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα.
§119ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ὅλως ξένη μὲ τὴν πρότασιν, ἣν ὑπέβαλα ἐγώ· ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης λέγει μετὰ μίαν ἑβδομάδα, ἡ δὲ ἰδική μου πρότασις ἐθεωρήθη κατεπείγουσα, ἀνεγνώσθη ἅπαξ καὶ δὶς, ἐγένοντο ἐπ’ αὐτῆς τροπολογίαι, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιμένω νὰ συζητηθῇ σήμερον.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέλετε νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν;
§121ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μάλιστα.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ συζητηθῇ σήμερον εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ἡ πρότασις τοῦ κ. Μαυρομιχάλη περὶ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἐκ τῶν μεταλλευτικῶν ἑταιριῶν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν, (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἀπεῤῥίφθη. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§123Δ. ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι, ὕστερον ἀπὸ μίαν διακοπὴν τόσον μακρὰν, προϊούσης καὶ τῆς θέρμης τῆς ἡμέρας, στοχασθῆτε ἂν ᾖμαι εἰς κατάστασιν νὰ ὁμιλήσω· θὰ προσπαθήσω ὅμως νὰ εἴπω ὀλίγα διὰ νὰ εὐχαριστήσω καὶ διὰ νὰ ἡσυχάσω τὸν φίλον μου κ. Σωτηρόπουλον. Ὅσον καὶ ἂν ἐπάσχισα νὰ ἀποφύγω τὰς ἐπιδείξεις, διὰ νὰ μὴ ἐγείρω τὴν φωνὴν πολλῶν ἐνδιαφερομένων εἰς τὰ οἰκονομικὰ καὶ ἰδίως εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ἐστάθη, βλέπετε, ἀδύνατον. Δύω μακροὺς λόγους μᾶς ἔκαμεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Κυπαρισσίας διὰ νὰ σᾶς πείσῃ τὸ ἐναντίον. Ὁ ἄνθρωπος δυστυχῶς ἔχει πολλὰ πάθη, καὶ μικρὰ καὶ μεγάλα, καὶ εἶναι ἀδύνατον, καὶ μικρὰν χορδὴν ἂν τοῦ ἐγγίξετε, νὰ μὴ ἀναστατωθῇ ὁλόκληρος. Ἐνθυμεῖσθε ὅταν ἤρχετο εἰς τὴν Ἑλλάδα εἷς ξένος, σπουδαῖος κατὰ τὰ ἄλλα ἀνὴρ, καὶ ὅμως καὶ οὗτος ἐτρόμαξε μήπως ἐννοοῦμεν νὰ τὸν ἐπισκιάσωμεν, ὡς ἔλεγε. Τὸ γεγονὸς τοῦτο εἶναι εἰς ἐπίσημα ἔγγραφα. Τόσον τρομερὰ πράγματι εἶναι ἡ εὐαισθησία τοῦ ἀνθρώπου, καὶ μάλιστα τοῦ νέου, τοῦ ἔχοντος μὲν ἰδέαν τοῦ ὡραίου, κατὰ τὸν κ. Σωτηρόπουλον, μὴ ἔχοντος ὅμως πεῖραν μακρὰν κατ’ ἐμέ. Κύριοι, θέλω προσπαθήσει ἐν πρώτοις νὰ ἐξαλείψω τὴν ἰδέαν τοῦ φίλου μου κ. Σωτηροπούλου, τὴν ὁποίαν ἐπροσπάθησε νὰ μεταδώσῃ εἰς ὅλην τὴν Βουλήν. Ποίαν; ὅτι ἄλλα ὑπεσχέθην καὶ ἄλλα ἔπραξα. Μὰ τὴν ἀλήθειαν δὲ, δὲν ἀλήθευσεν. Εἶπον εἰς τὸ προοίμιον τοῦ λόγου μου, καὶ τὸ εἶπον ἐν ὅλῃ τῇ εἰλικρινείᾳ, καὶ τὸ εἶπον διότι ἤξευρα ὅτι εἶχον νὰ κάμω μὲ μίαν Βουλὴν συγκειμένην ἀπὸ 200 πρόσωπα, ἔχοντα καὶ ἀφορμὰς εὐμενείας καὶ ἀφορμὰς δυσμενείας, εἶπον ὅτι δὲν θέλω θίξει κατὰ τὸ παραμικρὸν οὔτε παρελθόντα, οὔτε φιλοτιμίας, καὶ τὸ ἔπραξα, κύριοι· ἀλλὰ ἕνας χαρακτηρισμὸς ἐῤῥίφθη ἐν εἴδει ἀττικοῦ ἅλατος εἰς τὸ τέλος τῆς ὁμιλίας καὶ ἀνεστάτωσε τὸν φίλον μου κ. Σωτηρόπουλον· καὶ ὅσοι ἠξεύρετε γράμματα, καὶ ἠξεύρετε πολλοί, τὸ πολὺ σπουδαῖον, τίθεται ὁλόκληρον ἢ ἀναγγέλλεται ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ λόγου· «Μῆνιν ἄοιδε, θεὰ» μᾶς εἶπεν ὁ Ὅμηρος πρὶν ἀκόμη ἀρχίσῃ, πρὶν μᾶς εἴπῃ τί θέλει καὶ ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ λόγου του ἦτον ἡ μῆνις τοῦ Ἀχιλλέως, ἡ ὁποία ἐπέφερε τόσα μεγάλα κακά. Ἀλλ’ ἂν αὐτὸ δὲν σᾶς πείθῃ, κύριοι, πεισθῆτε, καὶ θὰ ὁμολογήσητε ὅλοι ὅτι πείθεσθε, πεισθῆτε ὅτι, ἐὰν εἶχον τοιοῦτον σκοπὸν, ἠδυνάμην νὰ ἐκτραπῶ ἐν τοῖς νομοσχεδίοις, τὰ ὁποῖα ἔφερα ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ ἅτινα ἀφορῶσι τὴν διάθεσιν τῶν ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, τῶν ὁποίων πρωτουργὸς, πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, εἶναι ὁ κ. Σωτηρόπουλος. Ἀναγνώσατε, σᾶς παρακαλῶ, τὴν ἔκθεσιν ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, διὰ νὰ ἴδητε ἂν ὑπάρχῃ κἀμμία ὑπαίνιξις. Ἐν εἰλικρινείᾳ ἀπεφάσισα νὰ τρέξω αὐτὸν τὸν ὁμαλὸν δρόμον μὲ μόνον τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐγκαινιασθῶσιν ἐν τῷ τόπῳ μας πράγματα ἄνευ κλονισμοῦ, ἄνευ διαπληκτισμῶν, ἄνευ ἐγκλήσεων καὶ ἀντεγκλήσεων. Διατρέξατε ὅλους τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους καὶ προφορικῶς ἀπήγγειλα καὶ ἐγγράφως κατέθεσα εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι ὅλον μου τὸ σχέδιον ἐστάθη νὰ πραγματευθῶ ὅσα ἡ θέσις μου μοὶ ἀνέθηκεν, ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ, ἐν πάσῃ εἰρήνῃ, διότι ἐπείσθην, κύριοι, ἀπὸ μίαν μακρὰν πεῖραν ὅτι ἐκ τῶν δυσμενῶν συζητήσεων ποτὲ δὲν προέκυψε κἀνεὶς καρπὸς ὠφέλιμος εἰς τὴν πατρίδα. Καθὼς δὲ τὸ εἶπον καὶ τότε, τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ τώρα, ὅτι μοναδικὸς καρπὸς αὐτῶν ὑπῆρξεν ἡ ἀντίδρασις, ἕνεκα τῆς ὁποίας δὲν ἠδυνήθη τὸ ἐλεύθερον πολίτευμα νὰ καταβάλῃ ῥίζας εἰς τὸν τόπον μας. Ἐκ τούτου πείθεσθε, ὅτι οὐδένα σκοπὸν εἶχεν ἡ ὁμιλία μου κατ’ οὐδενὸς, καὶ πολὺ ὀλιγώτερον κατὰ τοῦ φίλου μου κ. Σωτηροπούλου· καὶ ὅμως ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἐχολώθη, ὕψωσε φωνὰς καὶ κραυγὰς, καὶ ἐγὼ, ὅσον προσεκτικῶς καὶ ἂν τὸν ἠκροώμην, δὲν ἠδυνήθην ἐν τούτοις, καὶ τὸ ὁμολογῶ, νὰ πρωτοκολλήσω ὅλους τοὺς λόγους, ὅλας τὰς ἰδέας, διότι δὲν λέγω ὅτι ἦσαν αἱ πλεῖσται ἀντιφατικαὶ, ἀλλὰ δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον ἦσαν ἀκατανόητοι. Σκοπὸς αὐτοῦ ἦτον ὄχι νὰ παραπονεθῇ, ἀλλὰ νὰ φέρῃ εἰς φῶς τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας ἐγὼ νομίζει ὅτι ἤθελα νὰ ἐπισκιάσω· σκοπός του ἦτο νὰ παραστήσῃ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ἡ διοίκησις τοῦ 1871 ἦτο κἄτι τι ἔκτακτον φαινόμενον εἰς τὸν ἑλληνικὸν ὁρίζοντα. Τί ἤθελες νὰ εἴπῃς, ὅτι φέρεις τὸ ἰσοζύγιον; Λέγει ἐν ἄλλαις λέξεσιν· Ἐγὼ τὸ ἔφερα μόνος χωρὶς νὰ κοπιάσω, χωρὶς νὰ κάμω τὸ παραμικρὸν, καὶ ὄχι μόνον ἔλλειμμα δὲν ἀφῆκα ἀλλ’ ἀφῆκα καὶ πλεόνασμα. Κύριοι, δυστυχῶς διὰ τὸν κ. Σωτηρόπουλον αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθές· ἐγκύψατε εἰς τὰ πράγματα, εἰς τοὺς λογαριασμοὺς αὐτοὺς, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι δὲν ἐδανείσθημεν ἡμεῖς εἰς τὰ 1870, ἀλλ’ αὐτὸς εἰς τὰ 1871, καὶ ἐδανείσθη σκληρὰ, καὶ ἐδανείσθη πολλά· καὶ ἐὰν αὐτὸς δὲν ἐδανείζετο, κύριοι, τί ἀνάγκην εἶχον ἐγὼ ν’ ἀναγκάσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ κάμῃ θυσίας; Ἤθελον κληρονομήσει φυσικὰ, ἄνευ κἀνενὸς κλονισμοῦ, τὴν κληρονομίαν τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος φίλος μου μοὶ ἄφινεν. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος δὲν ἐπρόσεξεν ὅταν εἶπεν, «ἤλθατε καὶ ἀνηγείρατε ἔλλειμμα καὶ αὐτὰ δὲν ὑπάρχουν εἰμὴ εἰς τὴν φαντασίαν σας», δὲν ἐπρόσεξε θελήσας νὰ διαψεύσῃ πράγματα. Εἴπομεν ὅτι εἰς τὰ 1869 ὑπῆρχεν ἓν ἔλλειμμα ἐκ πέντε ἑκατομμυρίων δραχμῶν· δὲν ἠξεύρω πῶς τὰ ἔβγαλεν 6. Εἴπομεν, ὅτι τὸ 1870 θὰ ἀφήσῃ ἔλλειμμα 4 ἑκατομμύρια καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1870 εἶναι 3 ἑκατομμύρια 600 χιλιάδες. Εἴπομεν, ἐὰν δὲν ληφθῶσι μέτρα, τὸ 1871 θέλει ἔλθει εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν. Κατεξανίσταται ὁ ἔντιμος φίλος μου κύριος Σωτηρόπουλος, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς, δὲν ἔλαβε χώραν. Λοιπὸν κακῶς προεφητεύταμεν; Ἂς ἴδωμεν· 4 ἑκατομμύρια ἐπέτρεψεν εἰς τὸν Κ. Σωτηρόπουλον ἡ Κυβέρνησις, ἡ Βουλὴ νὰ πραγματοποιήσῃ εἰς δάνεια καὶ νὰ πληρώσῃ ὡρισμένα χρέη τοῦ δημοσίου. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἐδιοίκησε μόνον τὴν διαχείρισιν καὶ ὄχι τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους ἐκείνου. Κατὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ 1871 ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἐδαπάνησεν ἐκ τῶν 4 ἑκατομ. 2 ἑκατομμύρια 400 χιλιάδας μόνον. Εἰς τὸ δεύτερον μέρος τῆς χρήσεως δὲν ἦτον ὁ ἴδιος, ἦτον ὁ διαδοχός του ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος· ἐδαπάνησε καὶ αὐτὸς 598 χιλιάδας· ἐν ὅλῳ 2 ἑκατομμύρια 998 χιλιάδες δι’ ὅλην τὴν χρῆσιν, καὶ διὰ τὸ πρῶτον καὶ διὰ τὸ δεύτερον ἔτος τῆς χρήσεως. Ἀπηλλοτρίωσε λοιπὸν ὁ κ. Σωτηρόπουλος 3 ἑκατομμύρια 598 χιλιάδας, καὶ ὅμως ἐπραγματοποίησαν ἐξ αὐτῶν τῶν ὁμολογιῶν πρὸς τὸν σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον ἔλαβε τὰ χρήματα, διοικοῦντος τοῦ ἰδίου, 2 ἑκατομμύρια 400 χιλιάδας, τοῦ διαδόχου του 598 χιλιάδας, δὲν τοῦ μένουν δὲ εἰς ὄφελος τῆς χρήσεως παρὰ 591 χιλιάδες. Δὲν εἶναι δάνειον ἐρωτῶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐξωδεύθη ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 4 ἑκατομμυρίων εἰς ὄφελος τοῦ ἀπολογισμοῦ; Μολονότι δὲν ἦτον ὅλη ἡ διαχείρισις ἰδική του καὶ ἠδυνάμεθα κάλλιστα νὰ τοῦ ζητήσωμεν λόγον διὰ τὸ ποσὸν ὁλόκληρον τῶν 3 ἑκατομμυρίων πεντακοσίων τόσων χιλιάδων, τὰς ὁποίας αὐτὸς ἐξώδευσεν, εἴμεθα ἐπιεικεῖς, καὶ ἐπειδὴ εὑρίσκομεν ὅτι ἐδαπανήθησαν ἐξ αὐτῶν καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς χρήσεως 2 ἑκατομμύρια 998 χιλιάδες, περιωρίσθημεν ἁπλῶς νὰ τὰ εἴπωμεν. Ἀλλὰ τὸ περίσσευμα αὐτὸ τί ἔγεινε; τὸ περίσσευμα τῶν 591 χιλιάδων; Τὸ περίσσευμα τῶν 591,000, τοὐτέστι 600,000, βεβαίως, κύριοι, δὲν τὸ ἔβαλεν εἰς τὴν τσέπην του.
§124ΤΙΝΕΣ. Κ. πρόεδρε, κάμετε ἡσυχίαν· τὰ δωμάτια νὰ κλείσουν.
§125ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Εἶναι μία ἀναγκαία ἐξήγησις, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ μὲ εὐχαριστήσῃ καὶ ὁ φίλος μου Σωτηρόπουλος, διότι ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ εἰμὴ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1871, τὸν ὁποῖον δὲν ὑπέγραψα ἐγὼ, ἀλλὰ τὸ λογιστήριον· κάμνω δὲ τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν κ. Σωτηρόπουλον, ὅτι δὲν τὸν ὑπέγραψα, διότι δὲν εἶναι ὁριστικὸς ἀπολογισμὸς, καθόσον οἱ προϋπολογισμοὶ καὶ ἀπολογισμοὶ εἶναι εἰς τὰ 1868 μόνον, ἀλλὰ εἶναι ἕνας προσωρινὸς ἀπολογισμὸς ἐξηγμένος ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον· τὸν ἔφερα δὲ ἐδὼ, διότι ὤφειλεν ὁ ὑπουργὸς νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅλας τὰς πληροφορίας, καὶ πρὸ πάντων τοὺς ἀπολογισμοὺς, διὰ νὰ φωτίζηται ἡ Βουλὴ, τί γίνονται, πῶς διατίθενται αἱ πιστώσεις, οἱ φόροι τοὺς ὁποίους ἔδωκεν, ἂν ἔγεινε χρῆσις αὐτῶν πρὸς τὸν σκοπὸν δι’ ὃν ἐδόθησαν ἢ ἐὰν ἡ χρῆσις αὐτῶν ἤλλαξεν. Εἶναι πολὺ σημαντικὸν, κύριοι, κοινοβουλευτικῶς κρίνοντες, εἶναι πολὺ σπουδαῖον νὰ μάθωμεν, ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον, οἱονδήποτε, πραγματοποιῇ τὰς πιστώσεις, τὰς ὁποίας τοῦ δίδει ὁ προϋπολογισμὸς, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ οὐχὶ κατ’ ἰδίαν ἀρέσκειαν. Εὑρέθην, κύριοι, εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ ἐμβῆκα εἰς ὁμιλίαν ἐκτενῆ μὲ τὸν τότε ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν φούλδ, καὶ αὐτὸς ἤθελε νὰ μοῦ ὑψώσῃ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις τότε, καὶ τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὅτι εἶναι μία ἐλευθερία λογιστικὴ, τὴν ὁποίαν χαρίζει εἰς τὸν τόπον· ὑπεσχέθη νὰ μὴ κάμῃ δαπάνην, οὔτε ἀναπληρωτικὴν, οὔτε ἔκτακτον, ἀλλὰ μόνον νὰ λάβῃ τὸ δικαίωμα νὰ κάμνῃ μεταφοράς. Τὸ εἶχεν αὐτὸ διὰ καύχημα. Ἐγὼ ἔλαβα τὴν τόλμην νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. φούλδ, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι καύχημα, διότι ὑπάρχουν πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν πραγματοποιοῦνται, καὶ ὅταν τὸ ὑπουργεῖον συντάττῃ τὸν προϋπολογισμὸν, ἐὰν ἔχῃ ἐπιῤῥοὴν, καθὼς κάθε ὑπουργεῖον τὸ ὁποῖον στέκεται ἔχει ἐπιῤῥοὴν, προσθέτει δαπάνας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι χρήσιμοι, καὶ ὅταν ἀναχωρήσῃ ἡ Βουλὴ, κάμνει ἓν virement, καθὼς λέγουν αὐτοὶ, μεταφέρει τὰς πιστώσεις καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ κάμῃ συμπληρωματικὰς καὶ ἀναπληρωτικὰς πιστώσεις. Εἰς ἕνα προϋπολογισμὸν ἐκ 2,200,000,000 δύσκολον εἶναι νὰ εἰσαγάγῃ πλέον τῆς ἀνάγκης 200,000,000 καὶ 300,000,000 καὶ νὰ τὰ μεταχειρισθῇ ὅπου θελήσῃ; Παρετήρησα λοιπὸν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν ὅτι αὐτὴ εἶναι μία εὐκολία τῆς κυβερνήσεως, οὐχὶ μία ἐλευθερία χαριζομένη εἰς τὸν λαὸν, διότι ἡ μεταφορὰ θὰ ἐξετασθῇ ἀπὸ τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον, ἐνῷ πᾶσα πίστωσις, κατὰ τὸ ἄρθ. 15 τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου, εἰς τὴν προσεχῆ σύνοδον τῆς Βουλῆς θὰ ἐξελεγχθῇ, διότι πρέπει νὰ μεταβληθῇ εἰς νόμον, καὶ θὰ ὑψωθοῦν μεγάλαι φωναὶ ὄχι μόνον διὰ τὸ ποσὸν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν oportunitée, καταλληλότητα. Δὲν εἶσθε κύριοι ὁπόταν εὐαρεστῆσθε νὰ κάμητε αὐτὰς τὰς πιστώσεις, οὐδεὶς ὅμως ὁμιλεῖ ὅταν πρόκειται νὰ μεταφέρῃς ποσὰ ἀπὸ τὸ ἓν εἰς τὸ ἄλλο κεφάλαιον. Ἀφοῦ τοῦ ἔκαμον μερικὰς παρατηρήσεις, μοὶ φαίνεται ὅτι ἐπείσθη καὶ ὑπὸ φωτὶ μὲ παρέπεμψεν, ἤγουν μὲ ἔβγαλεν ἀπὸ τὸ σπίτι το ἑσπέρας ὑπὸ φωτί. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν ἡ Βουλὴ, ὅταν συζητῇ ἕνα προϋπολογισμὸν, νὰ ἔχῃ ὅσον ἔνεστι τὸν πληρέστερον προϋπολογισμὸν ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἔφερον αὐτὸ τὸ ἔγγραφον τὸ σπουδαῖον ὑπὸ τὰς ὄψεις τῆς Βουλῆς. Δὲν τὸ ὑπέγραψα, διότι δὲν εἶναι ὁ ὁριστικὸς ἀπολογισμὸς οὗτος, εἶναι ὅμως ἀληθής. Ἰδοὺ λοιπὸν ἓν δάνειον μικρὸν, τὸ ὀλιγώτερον 600,000 δρ. τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ὁ φίλος μου κ. Σωτηρόπουλος. Ἄλλο δάνειον, κύριοι, δάνειον ἀρκετὰ καλὸν, 951,000 δραχ. τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἀπὸ τὰς μετοχάς. Εἶναι ἔσοδον αὐτὸ, κύριοι, τακτικὸν, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ θεωρήσῃ τις ἔσοδον καὶ νὰ λέγῃ, δὲν ἔκαμα δάνειον; Αὐταὶ αἱ 500 μετοχαὶ δὲν μᾶς ἔδιδον ἓν ἔσοδον κατ’ ἔτος; Πόσον εἶναι, κ. Κεχαγιᾶ;
§126Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. 100,000.
§127ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Καὶ λέγει, δὲν ἔκαμα δάνειον, ἐνῷ πληρόνομεν δι’ αὐτὸ κατ’ ἔτος 100,000 δραχ.;
§128ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν πληρόνετε, ἐστερήθη τὸ δημόσιον.
§129ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι, δὲν πειράζει.
§130ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δύω δάνεια ἕως τώρα. Τρίτον δάνειον ἔχομεν 969,000 ἀπὸ προκαταβολάς. Αὐτὸ δὲν εἶναι δάνειον, λέγει· θαυμάζω!! Πῶς δὲν εἶναι δάνειον, κ. Σωτηρόπουλε; Αὐτὰς τὰς δραχμὰς δὲν θὰ τὰς πληρώσωμεν; Δὲν ἠμπορεῖ νὰ κατατεθῇ τὸ τίμημα τὸ ἐτήσιον τοῦ δικαιούχου, τοῦ κατόχου, ἐὰν πρότερον δὲν ἀφαιρέσῃ καὶ πάρῃ ὀπίσω ὅλας τὰς προκαταβολάς. Λοιπὸν εἶναι δάνειον τρομερόν. Ἄλλο μικρὸν δάνειον, κύριοι. Δὲν κατέθεσεν εἰς τὴν τράπεζαν 201,000 δραχ., τὸ ἀνάλογον τῆς ὁδοποιΐας, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ καταθέσῃ· δὲν εἶναι δάνειον τοῦτο;... Γράφει, γράφει (δεικνύει τὸν κ. Σωτηρόπουλον). Ἔρχεται ἔπειτα καὶ λέγει, ἐσεῖς ἐδανείσθητε· ἀλλὰ τί ἐκάμαμεν ἡμεῖς; εἰς τὰ 1870 ἤλθαμεν διαβατικῶς, καθὼς μᾶς ὠνόμασε διαβατικοὺς, καὶ βεβαίως δὲν εἴμεθα ἔνοχοι διὰ πᾶσαν ἔλλειψιν κτηματικῆς, χρηματικῆς, πολιτικῆς· ἤλθομεν, πραγματικῶς, καὶ ἀπήλθομεν. Τότε ἐπρόκειτο περὶ τῆς παύσεως τῆς καταναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων. Τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον εἶχε προβλέψει πόθεν θὰ πληρωθῇ, ἀπὸ τὸ ποσὸν ἔλειπον ὅμως 200,000 δραχμαὶ, τὰς ὁποίας ἐδανείσθημεν καὶ ἐπληρώσαμεν. Αὐταὶ λοιπὸν αἱ 200,000 ὠφείλοντο καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ καμμία ἀναβολή· δὲν ἠξεύρω ἐὰν ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἐννοῇ καὶ αὐτό· διότι ἔπρεπεν ἀμέσως νὰ πληρώσωμεν, ἀλλ’ οὐχ ἧττον 200,000 ἔμειναν εἰς βάρος μας.
§131Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Ἐπληρώθησαν αὐταί; δὲν ἐπληρώθησαν τότε;
§132ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Αὐτὰ ποῦ σοῦ λέγω, κ. Σωτηρόπουλε, εἶναι μαργαρίται (ἱλαρότης).
§133ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω σκοπὸν οὔτε νὰ τὰ φιλονεικήσω. Εἶναι ἀληθῆ.
§134ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Μᾶς εἴπατε, ὅτι ἡμεῖς ἐδανείσθημεν καὶ ὅτι σεῖς εἶσθε ἀδάνειστοι. Δύω ἥμισυ ἑκατομμύρια ἔχομεν ἕως τώρα.
§135ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ ταῦτα θὰ τὸ ἴδωμεν.
§136ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν θέλεις 2½ ἑκατομμύρια, εἶναι 3½. Λοιπὸν αὐτὴ ἡ διαχείρισις τοῦ 1870 τοῦ ἄφησεν εἰς τὰ ταμεῖα 1 ἑκατομμύριον, καὶ τὸ λέγει μόνος του εἰς τὴν ἔκθεσίν του· ἄφησεν 1,400,000, ἐξ ὧν δὲν ἔθιξεν οὔτε ὀβολόν, ἤγουν τὰς εἰσπράξεις τοῦ ἐλαίου· ἦλθεν ἔπειτα καὶ ὁ Θεὸς καὶ τοῦ ἔδοσεν ἄφθονον καρπόν, καὶ εἰς αὐτὸ δὲν τὸν φθονῶ, διότι δὲν εἶναι ἰδικόν του ἔργον, μολονότι εἶναι τῆς τύχης του. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, τοὺς πίνακας, οἵτινες ἐξήρχοντο ἐκ τοῦ γραφείου τοῦ κ. Σωτηροπούλου, καὶ ἀνήγγελλον εἰς τὸν κόσμον: Ἴδετε· ἰδοὺ πῶς ῥέει ὁ πλοῦτος· ἦλθον χεῖρες ἐπιδέξιοι καὶ ἔφερον τὸν πλοῦτον! Ἐὰν, κύριοι, ἤθελα νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν λεπτομερῆ ἀνάκρισιν, τὴν ὁποίαν λογιστικοὶ ἄνδρες καλλίτεροι ἐμοῦ εἰς τὰ λογιστικὰ ἔκαμον, ἠθέλατε εὕρει, ὅτι ὁ κ. Σωτηρόπουλος εὐτύχησε νὰ λάβῃ πλειότερα ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους 4,500,000 δραχμάς. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀλήθεια ὅτι ἀδάνειστος διῆλθε τὸ στάδιόν του ὁ κ. Σωτηρόπουλος, οὔτε ὅτι τὸ 1871 ἦτο τὸ ἔτος ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἐγκαινιάσθη τὸ ἰσοζύγιον· καὶ ἀπόδειξις τὸ ὅτι ἐλθόντες ἡμεῖς δὲν ἠμπορέσαμεν νὰ κάμωμεν τὸ ἰσοζύγιον, μολονότι δὲν ηὐξήσαμεν καμμίαν δαπάνην, δὲν ἐκάμαμεν κανὲν κακόν, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ Θεὸς ἤθελε μᾶς ἐγκαταλείψει, καὶ ἠναγκάσθημεν, κύριοι, αὐτὸ τὸ ἰσοζύγιον νὰ τὸ κατορθώσωμεν δι’ οἰκονομιῶν σπουδαίων, τὰς ὁποίας δὲν ἤθελεν ἔχει τὸ θάῤῥος ὁ κ. Σωτηρόπουλος νὰ θίξῃ. Εἶναι περίεργος, ὅταν ἦλθεν εἰς αὐτὸ τὸ μέρος, ὁ κ. Σωτηρόπουλος. Τί εἶναι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐκάματε; λέγει· Ποῖον; ἐκόψατε τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας τὰ χρήματα. Τί εἶναι αὐτὸ τὸ ἄλλο τὸ ὁποῖον ἐκάματε; ἠλαττώσατε τὰ ἔξοδα τῆς ἀσφαλείας; Τί εἶναι αὐτὸ τὸ ἄλλο τὸ ὁποῖον ἐκάματε; Τί; ἠλαττώσατε, μοὶ φαίνεται, τὰ ἔξοδα τῆς δικαιοσύνης. Ἀλλὰ περὶ τῶν ἄλλων σπουδαίων κονδυλίων οὐδὲ λέξις· ἀπορία ψάλτου βήξ. Ἄνευ αὐτῶν τῶν οἰκονομιῶν, κύριε Σωτηρόπουλε, δὲν ἐγίνετο ἰσοζύγιον. Καὶ ὅμως καὶ σήμερον λέγουν 5 ἢ 6 μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτε ὑπάρχει ἰσοζύγιον, ὅτι πρέπει νὰ προστεθοῦν καὶ ἄλλα χρήματα ἕως 800,000.
§137ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας καὶ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος. Αὐτὰ πρέπει νὰ προστεθοῦν.— Σημειώσατέ με, κ. πρόεδρε. Ἐνταῦθα ἀναλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Παραμυθιώτης.
§138ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἐπέταξε καὶ μίαν ἐν παρόδῳ καὶ εἰς τὴν ἔξαψιν, εἰς τὴν ὀργήν του, ναὶ, ἐπέταξε καὶ μίαν ἰδέαν. Ἐσεῖς τί ἐκάματε, εἶπε μετ’ ὀργῆς, εἰς αὐτὸν τὸν τόπον ἐπειδὴ εἶναι ὁ καιρὸς, εἰς τὸν ὁποῖον γίνονται αἱ ἐξετάσεις εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, παρακαλῶ τὸν κύριον Σωτηρόπουλον ἐκεῖ νὰ ὑπάγῃ νὰ προτείνῃ αὐτὴν τὴν ἐρώτησιν. Ὅταν ὅμως εὑρίσκεται ἐν τῷ μέσῳ μιᾶς πολιτικῆς ὁμηγύρεως, καὶ ἀποτείνεται πρὸς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι ἔτρεξαν ἓν μακρὸν στάδιον, δὲν δύναται νὰ ἀποτείνῃ τοιαύτας... πῶς νὰ τὰς ὀνομάσω; Θοῦ, Κύριε, φυλακὴν τῷ στόματί μου! (ἱλαρότης). Κ. Σωτηρόπουλε, ἄνθρωπος πολιτευθεὶς ἐπὶ ἥμισυ αἰῶνα, καὶ κἄτι περισσότερον, καὶ καλῶς καθήμενος ἐπὶ τοῦ ἑδωλίου ἑνὸς ὑπουργοῦ διαπράττει μεγάλα· καὶ ὅμως σὺ ἔλαβες τὸ θάῤῥος νὰ εἴπῃς, καὶ δὲν τὸ εἶπες καὶ καλά.... (ἱλαρότης). Τουλάχιστον νὰ τὸ ἔλεγες ὅπως τὸ εἶπεν ὁ μέγας Περικλῆς εἰς τὴν γυναῖκα ἐκείνην, ἥτις ἐπέμεινε διὰ νὰ λάβῃ ἕνα ῥοσφέτιον, γραῦς εἶ ὥστε τοιαῦτα πρᾶξαι!... Μοὶ εἶπεν, ὅτι εἶμαι μία γραῖα γυναῖκα (δεικνύει ἑαυτὸν) καὶ ὅτι ἐφθόνησα αὐτὴν τὴν νέαν (δεικνύει τὸν κύριον Σωτηρόπουλον) (ἱλαρότης). Ποῖον ὀργανισμὸν φέρετε σεῖς, καὶ ποῖον ὅρον συγκρίσεως; Φέρει ἑαυτὸν καὶ λέγει Ἔφερα τὸν νόμον περὶ καταδιώξεως, καὶ νομίζει ὅτι αὐτὸς εἶναι ἀριστούργημα! Εἶπον κἄτι τι καὶ ἐγὼ πρὸς ἔπαινον, διὰ νὰ μὴ θυμώσῃ, αὐτοῦ τοῦ νόμου· ἀλλὰ εἶναι ἆρά γε αὐτὸς ὁ νόμος ἀριστούργημα; περικλείει ὅλας τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ἐνομοθέτησαν οἱ ἀρχαῖοι νομοθέται μας, ἢ ἔχει νεωτέρας αὐτὸς ὁ περὶ καταδιώξεως νόμος; Αὐτὰ τὰ ἴδια μέτρα εἶχαν καὶ ἐκεῖνοι, καὶ ὅλοι ἐφωνάζομεν, σκληρὸς ὁ νόμος. Ἐγὼ τὸν εὑρίσκω καὶ σκληρὸν, τὸν εὑρίσκω καὶ σκαιόν. Ἀλλὰ τί ἐκαινοτόμησεν αὐτὸς ὁ νόμος; Ἠξεύρετε; ἀφῄρεσε τὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τὰς διοικητικὰς ἀρχὰς καὶ τὴν μετέφερεν εἰς τὰς ταμιακάς. Ὁ ταμίας σήμερον εἶναι ὁ αὐτοκράτωρ τῆς ληψοδοσίας, τῆς ὀφειλῆς. Αὐτὸς σὲ βάζει εἰς τὴν φυλακὴν, αὐτὸς .... αὐτὸς εἶναι τὸ πᾶν. Τί εἶναι προτιμότερον; Ὑπῆρχεν ἡ ἀρχὴ ἡ διοικητικὴ, εἰς ἣν συνήθως ἀποδίδεται πνεῦμα ἐπιεικὲς, καὶ αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν τὴν ἀφῄρεσεν· αὐτὸ εἶναι τὸ μέγα ἀριστούργημα αὐτοῦ τοῦ νόμου, καὶ ὅμως μὲ αὐτὸν τὸν ἴδιον νόμον του τί εἰσέπραξεν; Κύριοι, ἦλθα εἰς τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τοῦ 1872 ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἤρχισα τὸ ἔργον μου μὲ τοὺς κειμένους νόμους, καὶ ἐννοεῖται καὶ μὲ τὸν νόμον, διὰ τὸν ὁποῖον καυχᾶται ὁ κύριος Σωτηρόπουλος. Θέλετε νὰ ἰδῆτε μίαν μικρὰν σύγκρισιν, διὰ νὰ μάθετε ὅτι εἰς χεῖρας ἐπιτηδείας δὲν χρειάζεται μία μεγάλη, μία ὑπέρογκος ἐξουσία διὰ νὰ κάμῃ ἓν καλὸν ἀποτέλεσμα; Ὁ κ. Σωτηρόπουλος μὲ αὐτὸ τὸ ῥόπαλον εἰς χεῖρας εἰσέπραξε κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τοῦ 1871 εἰς λογαριασμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1870, τοὺς τέσσαρας μῆνας, διότι τοσοῦτον διαρκεῖ, Ἰούλιον, Αὔγουστον, Σεπτέμβριον καὶ Ὀκτώβριον, εἰσέπραξε 1,089,000· κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1872 εἰσέπραξα ἐγὼ εἰς λογαριασμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1871 μὲ τὰ αὐτὰ μέσα 1,464,000, ἀφαιρουμένων τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων, εἰς τὰ ὁποῖα παντάπασι δὲν συντρέχει ἡ καταδίωξις, καθόσον δὲν εἶναι ταμιακὸν ἔργον αὐτό. Ἐξαιρουμένων λοιπὸν τῶν ἐκτάκτων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι χρέη ἐκ μεταλλείων καὶ ὀρυκτῶν, κυρίως τῆς σμύριδος, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν γίνεται καταδίωξις, δὲν ἀναμιγνύεται τὸ ταμεῖον, ἐξαιρουμένου τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ ἀπὸ τὰ ἄλλα, ἐν ὅλῳ τὸ 1872 εἰσέπραξε περιπλέον 1,497,000. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος εἰσέπραξεν ὀλιγώτερα, καὶ ταῦτα ὁπόταν τὰ καθυστεροῦντα τοῦ 1870 εἶναι πλειότερα, τὰ δὲ καθυστεροῦντα τοῦ 1871 εἶναι ὀλιγώτερα. Καὶ ἠξεύρετε, ἀπὸ μίαν μεγάλην ποσότητα εὐκόλως εἰσπράττονται περισσότερα, ἀπὸ μίαν μικρὰν βεβαίως ὀλιγώτερα. Δὲν εἶναι λοιπὸν αὐτὴ ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ περὶ καταδιώξεως νόμου μία μεγάλη ἀρετὴ, διὰ τὴν ὁποίαν καυχᾶται ὁ κ. Σωτηρόπουλος· ἄλλως τε τὰ στοιχεῖα τοῦ νόμου τούτου προϋπῆρχον ἐν τῷ ὑπουργείῳ. Ἀλλ’ ὁ κ. Σωτηρόπουλος λέγει, ἐγὼ ἔκαμα καὶ ἓν ἄλλο πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον σεῖς δὲν ἐκάμετε· ἔφερα νομοσχέδιον περὶ διανεμητικοῦ συστήματος καὶ ἂς ὄψεται αὐτὴ ἡ Βουλὴ, ἥτις δὲν τὸ παρεδέχθη. Κύριοι, ὁ τόπος δὲν εἶναι ἐνταῦθα διὰ νὰ συζητήσωμεν τὸ ἀντικείμενον τοῦτο· πρόκειται ἁπλῶς περὶ προϋπολογισμοῦ καὶ περὶ τῶν στοιχείων, ἐκ τῶν ὁποίων αὐτὸς συνετάχθη. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος λέγει, ὁ περὶ καταδιώξεως νόμος ἔκαμε καὶ ἓν ἄλλο καλόν· ἔπαυσε τὰ ψευδῆ διπλότυπα. Καὶ ἐὰν ὑπῆρχεν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ταύτῃ ἓν τοιοῦτον ἄτοπον, τίς πταίει; Μόνοτου εἶπεν, ὅτι σεῖς δὲν ἐκάματε παρὰ διάβασιν μεταβατικὴν, ἤλθατε καὶ ἀπήλθατε. Ὅλα λοιπὸν τὰ ἐσφαλμένα εἰς τὴν διοίκησιν τὴν οἰκονομικὴν ἀνήκουσιν εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐδιοίκησαν. Ἐφέραμεν, λέγει, αὐτὸ τὸ ἄλλο νομοσχέδιον, δὲν τὸ ἐδέχθη ἡ Βουλὴ, ἀλλ’ εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ φέρωμεν καὶ ἄλλο. Δὲν εἶναι, σᾶς εἶπον, καιρὸς νὰ ἔμβω εἰς αὐτὸ τὸ στάδιον· διότι πρέπει νὰ γείνῃ ἀνάπτυξις πολὺ μεγάλη, διότι πρέπει νὰ μάθωμεν ὅτι αὐτὸ τὸ καταραμένον σύστημα, ὅπως τὸ ἀποκαλοῦμεν, δὲν εἶναι τόσον κακόν, ὅταν ἀπομακρυνθοῦν αἱ καταπιέσεις. Ἀλλὰ καὶ ἐγὼ, διὰ νὰ ἀπομακρύνω τὰς καταπιέσεις, λέγει ὁ κ. Σωτηρόπουλος, φέρω τὸ διανεμητικὸν σύστημα. Πρῶτον, ποῦ θὰ τὸ καθίσῃς, τοῦ λέγω καὶ ἐγώ, καὶ δεύτερον, δὲν θὰ μεταχειρισθῇς μέσα βίαια διὰ τὴν εἴσπραξιν; Νομίζεις ὅτι θὰ ἔλθῃ ὁ φορολογούμενος μόνος νὰ προσφέρῃ τὸ δωδεκατημόριον κατὰ μῆνα; Ἡ καταπίεσις ἡ μεγάλη γίνεται εἰς τὴν εἴσπραξιν καὶ σήμερον καὶ αὔριον, διότι δὲν πληρόνουν δυστυχῶς οἱ πλειότεροι τῶν φορολογουμένων αὐθορμήτως καὶ ἀναγκάζεται ἡ ἐξουσία νὰ στείλῃ στρατιωτικὴν δύναμιν, καὶ αὐτὴ ἡ στρατιωτικὴ δύναμις θέλει νὰ φάγῃ. Ἐδῶ εἶναι ἡ καταπίεσις, κύριοι· ἀλλὰ σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν εἶναι τοῦ παρόντος καιροῦ νὰ συζητήσωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα. Δὲν τὸ ἐδέχθη ἡ Βουλή, λέγει· πολὺ καλά· ἔχω ἄλλο ὅμως ἐγὼ, καὶ κατ’ αὐτὸ τὸ ἄλλο ἐννοεῖ νὰ φορολογηθῇ ὁ οἶνος, νὰ φορολογηθῇ δὲν ἠξεύρω τι ἄλλο, καὶ προπάντων οἱ ἀροτῆρες βόες. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὁ ὁποῖος ἠξεύρει κάμποσα γράμματα, δὲν ἐνθυμεῖται τὸν πρόγονόν μας τὸν Ἀριστοτέλην εἰπόντα, ὅτι κατὰ τὰ ἤθη τὰ παλαιὰ, ὁποῖα εἶναι καὶ τὰ νέα, αἱ οἰκογένειαι πρέπει νὰ συγκροτοῦν οἶκον μὲν πρώτιστα, γυναῖκά τε, βοῦν τε ἀροτῆρα;» Εἶναι μέλος τῆς οἰκογενείας ὁ βοῦς, καὶ νομίζεις ὅτι ἀπαλλάττεις ἀπὸ τὰς ἐνοχλήσεις τὸν κόσμον καὶ παύεις τὰς καταπιέσεις, ὅταν ὑπάγῃς νὰ φορολογήσῃς τὸν βοῦν! Καὶ ὅταν δὲν πληρώσῃ ὁ βοῦς, δὲν θὰ τὸν βάλῃς εἰς τὴν φυλακήν; Καὶ αὐξάνεις οὕτω τὴν γεωργίαν; Ἐπαναλαμβάνω, τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι σπουδαῖον, καὶ ὀλίγον ἂν προσέξῃ τις εἰς ὅσα γράφει ἕνας πολύπειρος οἰκονομολόγος, ὁ Σαί, ὅστις λέγει ὅτι ἀπ’ ὅλα τὰ συστήματα τὸ καλλίτερον εἶναι ἡ δεκάτη, ἐὰν ἀφαιρέσῃς ἀπὸ αὐτὸ τὰς ἐνοχλήσεις, τὰς καταπιέσεις, διότι πληρόνει ὁ φορολογούμενος ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παράγει....
§139ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κάποιος ἄλλος θὰ ἦναι.
§140ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὁ Σαί, σᾶς τὸν φέρω ἐδῶ καὶ βλέπετε. Εἰς τὴν φορὰν τοῦ λόγου του ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Τριφυλίας, θέλων νὰ ἐξάρῃ τὰ ἔργα του καὶ νὰ ἐλαττώσῃ ἢ μᾶλλον νὰ μηδενίσῃ τὰ τῶν ἄλλων, λέγει· ἤλθατε διαβατικοί· τί ἀφήσατε ὄπισθεν ὑμῶν; Ἡμεῖς ὁσάκις ἤλθομεν, λέγει, ἐφέραμεν τὸ σύστημά μας· δὲν τὸ ἐδέχθησαν, θὰ τὸ φέρωμεν πάλιν καὶ αἱ βάσεις εἶναι αἱ αὐταί. Σεῖς ἤλθετε μίαν φορὰν καὶ σᾶς ἔδιωξεν ἡ Βουλὴ εἰς τὰ 1866, ἤλθετε εἰς τὰ 1870 καὶ δὲν ἠμπορέσατε νὰ σταθῆτε καὶ τώρα στέκεσθε μὲ μίαν ψῆφον. Τῷ ὄντι αὐτὴ ἡ ἰδέα πρέπει νὰ γεννήσῃ τὴν ἱλαρότητα. Λέγω εἰς τὸν φίλον μου Σωτηρόπουλον, ὅτι αὐτὸς ὁ μέγας λόγος δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξέλθῃ παρ’ αὐτοῦ· ἕνας ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἠδύνατο νὰ τὸν εἴπῃ, διότι ἐκεῖνος σκέπτεται τὰς συνεπείας. Βεβαίως αὐτὸ εἶναι μία κατάστασις διαβατικὴ, un temps d’ arrêt. Μὴ στενοχωρεῖσαι, μὴ βιάζεσαι καὶ ἡ κρίσις ὑπάρχει, ἔρχεται.
§141ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι διαθήκη αὐτό.
§142ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι διαθήκη, ὀπίσω εἶναι ἡ διαθήκη.
§143ΕΤΕΡΟΣ. Πρόγραμμα λοιπόν.
§144ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Οὔτε πρόγραμμα.—Ὁμιλῶ ἀπ’ ἐμαυτοῦ. Ὁσάκις ἤλθομεν, κ. Σωτηρόπουλε, ἤλθομεν ἔχοντες μίαν ἰδέαν· δὲν ἀναφέρω τὰ ἐπίλοιπα, τὰ ἀφίνω δι’ ἄλλον καιρόν· λέγω μόνον, ὅτι δὲν ἤλθομεν ἄγονοι, ἄκαρποι αὐτὴν τὴν φορὰν, καὶ ἂν ἡ ψῆφός σας δὲν μᾶς συντρέχῃ, ἡμεῖς εἴμεθα δυστυχεῖς, ἀλλὰ δὲν πράττεις τὰ δίκαια, σοὶ λέγω, δὲν πράττεις τὰ ὠφέλιμα, βιάζεσαι νὰ μάθῃς τὴν τύχην σου, μὴ παραβιάζεσαι ὅμως. Ἤλθομεν λοιπὸν πάντοτε μὲ μίαν ἰδέαν, καὶ σήμερον μὲ μίαν ἰδέαν ἤλθομεν, καὶ τὸ στάδιόν μας τὸ διετρέξαμεν ἐντίμως καὶ τακτικῶς· καὶ ἐὰν ἡ σημερινὴ ἡμέρα ἦναι ἡ τελευταία, ἠμποροῦμεν νὰ ἀποχωρήσωμεν λίαν εὐχαριστημένοι, διότι δὲν ἀφήσαμεν καμμίαν εὐκαιρίαν νὰ λείψῃ, δὲν ἀφήσαμεν καμμίαν πρότασιν νὰ πέσῃ. Εἰς τὴν Βουλὴν ἀνήκει νὰ μᾶς κρίνῃ, νὰ κρίνῃ δηλαδὴ τὰς πράξεις μας· δὲν θὰ μᾶς ἐξελέγξῃ ὅμως, ἐὰν ἀριθμητικῶς δὲν εὑρέθημεν χθὲς, προχθὲς, σήμερον ἰσόπαλοι ἢ ἀνώτεροι. Ἡ ἐξουσία δι’ ἡμᾶς, τοὐλάχιστον δι’ ἐμὲ, δὲν ὁμιλῶ διὰ τοὺς συναδέλφους μου, εἶναι ἓν μέσον διὰ νὰ πράξῃ τις τὸ καλὸν εἰς τὴν πατρίδα. Ἀρκετῆς δόξης ἠξιώθην εἰς αὐτὸν τὸν τόπον καὶ δὲν θέλω παύσει μεριμνῶν ὑπὲρ τῆς εὐδαιμονίας του· καὶ ἂν ποτὲ ἔσφαλον, ὁμολογῶ ὅτι τοῦτο ἔπραξα ἐξ ἀγνοίας καὶ πολλάκις ἐλυπήθην διότι δὲν ἔπραξα ἓν καλὸν, δυνάμενος. Μὴ σκέπτεσαι λοιπὸν περὶ τῶν ψήφων, κ. Σωτηρόπουλε, ἀλλὰ νὰ σκέπτεσαι πῶς νὰ ῥίψῃς ὅλα αὐτὰ τὰ σχέδια, τὰ ὁποῖα ἔχεις εἰς τὴν τσέπην σου, τὰ ὁποῖα εἶναι μηδὲν, καὶ νὰ φροντίσῃς, τί νεώτερον νὰ φέρῃς εἰς τὴν πατρίδα σου, τίνα νεωτέραν ἰδέαν, ἡ ὁποία νὰ καρποφορήσῃ καὶ ὑπάρχοντος σοῦ καὶ μετὰ σέ. Ἡ κυρία ἰδέα, ἡ ὁποία μᾶς κρατεῖ αὐτὴν τὴν στιγμὴν, ἡ ὁποία μᾶς ἠκολούθησε καθ’ ὅλον μας τὸ στάδιον, ἐμὲ πάντοτε, ἦτο ἡ ἰσοῤῥοπία μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Ὁ ἄνθρωπος ὁ πολιτευόμενος δὲν δύναται νὰ κοιμηθῇ, ἐνόσῳ ὑπάρχει ἓν μικρὸν ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον τὸν καταδιώκει, εἰς τόπον, ὅπου ἀκόμη ἡ πίστις δὲν εἶναι ἐμπεδωμένη τοιουτοτρόπως, ὥστε νὰ δύναται ἡ κυβέρνησις πᾶσαν στιγμὴν νὰ λαμβάνῃ πιστώσεις εἰς τὰ διάφορα πιστωτικὰ καταστήματα. Ἐγὼ οὕτως ἐσυνείθισα, οὕτως ἔζησα εἰς μίαν παλαιοτέραν ἐποχήν. Τὸ 1850, 1851 ἕως τὸ 1853 εἶχα πλῆρες ἰσοζύγιον, καὶ ὅταν ἄφισα τὴν ἐξουσίαν, τὴν ἄφισα καταπλουτισμένην. Τὸ ἰσοζύγιον εἶναι μία ἰδέα μεγάλη· αὐτὸ κάμνει ἀνεξάρτητον μίαν κυβέρνησιν· τότε ἔχει καιρὸν μία ἐξουσία νὰ ἐνασχοληθῇ εἰς βελτιώσεις, εἰς μεταῤῥυθμίσεις, ὅταν ἠξεύρῃ, ὅτι εἰς τὰς 29 τοῦ μηνὸς οἱ ὑπάλληλοί της ὅλοι πληρόνονται καὶ οἱ δανεισταὶ τοῦ δημοσίου λαμβάνουν τοὺς τόκους των, λαμβάνουν τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας πρὸς αὐτοὺς ἔκαμε τὸ δημόσιον. Αὐτὸ τὸ ἔργον τὸ ἐπληρώσαμεν, καὶ ἐὰν εἴδετε ὅτι κατεφύγαμεν καὶ εἰς τὸ ἅλας, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔχυσες, κ. Σωτηρόπουλε, δάκρυα (σὲ ἐλυπήθην τῇ ἀληθείᾳ, ὅταν σὲ ἔβλεπον νὰ δακρύῃς, διότι αὐτὸν τὸν πτωχὸν λαὸν ἦλθον ἐγὼ νὰ τὸν φορολογήσω καὶ τὸν ἐπιβαρύνω, χωρὶς νὰ ἐνθυμηθῇς, ὅτι ἐκείνην τὴν στιγμὴν σὺ ἐφορολογοῦσες τὸ μέλος τῆς οἰκογενείας τοῦ Ἀριστοτέλους, τὸν βοῦν), τοῦτο ἐγένετο ὅπως ἐπιτευχθῇ τὸ ἰσοζύγιον. Διὰ νὰ κάμω λοιπὸν τὸ ἰσοζύγιον, ἔῤῥιψα καὶ αὐτὴν τὴν μικρὰν πρόσοδον εἰς τὸ μέσον, καὶ ὅταν ἐτελειώσαμεν μίαν σύμβασιν μετὰ τῆς Τραπέζης, εὐχαρίστησα τὸν Θεὸν διότι μᾶς ἀπήλλαξεν ἀπὸ πολλοὺς κόπους. Καὶ ἤξευρα τὰς μεμψιμοιρίας, τὰς ὁποίας πολλοὶ ἤθελον κάμει διὰ τὸ ἅλας· ἀλλὰ πιστεύσατε, ὅτι αὐτὴ ἡ τιμὴ εἶναι ἡ μικροτέρα, ἡ ὠφελιμωτέρα διὰ τὸν λαόν. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἔῤῥιψε δύω ἀποθήκας εἰς ἐκεῖνον τὸν ἔρημον τόπον τῆς γεννήσεώς του καὶ τὰς ἐσεβάσθην, ὅταν ἦλθον, διότι πολλάκις ἐκεῖ ἠγόρασαν τὸ ἅλας 30 λεπτὰ καὶ 40. Δὲν εἶναι ὁ φόρος λοιπὸν, ἢ μᾶλλον ἡ τιμὴ δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ σὲ κάμῃ νὰ χύσῃς δάκρυα, κ. Σωτηρόπουλε. Ἀλλ’ αὐτὰ τὰ δάκρυα, τίς ἀρνεῖται ὅτι δὲν εἶναι μία ὑπερβολὴ, ἓν μέσον, ἓν ἐπιχείρημα, ἓν στρατήγημα, διὰ νὰ κερδίσῃς τοὺς ἀκούοντας; Ὀλίγον διέτριψες ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ μου δυστυχῶς, διότι εἶπες, καὶ τὰ κόμματα ποιοῦν ἀνάκρισιν. Ἠξεύρεις τὶ θὰ εἴπῃ ἀνάκρισις; Ἀνάκρισις θὰ εἴπῃ τοῦτο, θὰ εἴπῃ ἐκεῖνο! Εἶναι κάτι πράγματα, συγχωρήσατέ μοι τὴν ἔκφρασιν, σχολαστικὰ, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδυνάμην νὰ καταπιῶ. Ἔκρινες, κ. Σωτηρόπουλε, ἐὰν ἠδυνάμην, νὰ βάλω φόρους ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν τὸ ἰσοζύγιον ἄλλως δὲν ἐπετυγχάνετο, καὶ ὅταν ἦλθεν ἡ στιγμὴ καὶ εἶδον, ὅτι οἱ συνάδελφοί μου ἐσκέφθησαν πατριωτικώτατα καὶ προετίμησαν νὰ θυσιάσουν μέρος τῆς δημοτικότητός των, εὐχαρίστησα τὸν Θεὸν καὶ ἀμέσως ἠσπάσθην αὐτὸ τὸ μέτρον. Ἐὰν σᾶς φαίνεται μικρὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον σᾶς λέγω, ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν αὐτὸν παρουσιάζονται οἰκονομίαι, σᾶς παραπέμπω εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ Say τὸν ὁποῖον βλέπω ὅτι πολλοὶ γνωρίζουν. Τί λέγει αὐτὸς ὁ Say Διαφωνῶν δῆθεν πρὸς ἑαυτὸν ἐρωτᾷ· ποῖος εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς ὁ καλλίτερον συντεταγμένος; καὶ αὐτὸς ἀπαντᾷ· c'est celui qui sait faire les moindres dépenses· ὁ προϋπολογισμὸς ὁ ὁποῖος ἐλαττόνει τὰ ἔξοδα, αὐτὸς εἶναι ὁ καλλίτερος· καθὼς εἰς ἓν ἄλλο μέρος ὁ ἴδιος συγγραφεὺς λέγει· ποῖος εἶναι ὁ καλλίτερος φόρος; Le plus petit. Ἀδιάφορον ποῖον φόρον θέλετε νὰ βάλετε εἰς τὴν κοινωνίαν· νὰ ἐκλέξῃς τὸν μικρότερον, νὰ μὴ εἴπῃς 10%, ἀλλὰ νὰ εἴπῃς ½, ¼· αὐτὸς ὁ φόρος εἶναι ὁ καλλίτερος. Ἠδίκησες λοιπὸν τὸν συντάκτην τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι τὸν ἐθεώρησες ὑπὸ ἔποψιν, πάλιν θὰ εἴπω, σχολαστικήν. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1873 εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ σταθῇ παραδεκτὸς ὑπὸ τῆς Βουλῆς· τροποποιήσεις ἀναμφιβόλως δύναται νὰ κάμῃ, ἡ βάσις ὅμως θὰ μένῃ. Ποτὲ δὲν πιστεύω ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ· δὲν θέλω τὰς οἰκονομίας εἰς τὸ στρατιωτικὸν, δὲν θέλω τὰς οἰκονομίας εἰς τὸ ναυτικόν· ἀλλὰ θὰ τὰς ἀσπασθῇ καὶ θὰ εὐχηθῇ νὰ αὐξήσουν, νὰ γίνουν πλειότεραι. Αὐτὴ ἡ εὐχὴ εἶναι καὶ ἰδική μου, κύριοι, καὶ λέγω, ὅτι εἴμεθα εἰς καιρὸν, εἰς τὴν παροῦσαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων νὰ ἐλαττώσωμεν αὐτὰς τὰς δαπάνας· καὶ ἐὰν ὁ Θεὸς μᾶς δώσῃ περισσότερα προϊόντα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προϋπολογίζομεν, νὰ τὰ μεταχειρισθῶμεν εἰς ἄλλας ἀνάγκας. Ἔχω σήμερον νὰ σᾶς ἀναγγείλω μίαν χαροποιὰν εἴδησιν, ὅτι ἡ πρόσοδος τῶν δημητριακῶν καρπῶν θὰ μᾶς δώσῃ πλειότερα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προϋπελογίσαμεν· προϋπελογίσαμεν περισσότερα ἀπὸ τὰ περυσινὰ, καὶ ὅμως θὰ πάρωμεν ἴσως, ἴσως 150,000 κοιλὰ περισσότερα.
§145ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσας χιλιάδας κοιλὰ ἐν ὅλῳ;
§146ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Τὸ προϋπολογισθὲν εἶναι 1,150,000, θὰ πάρωμεν 150,000 περισσότερον.
§147ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν ἐλπίζετε ν’ ἀναβῇ εἰς 1,300,000 κοιλὰ, κ. ὑπουργέ;
§148ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Μάλιστα!
§149ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ 1872, τὸ τόσον εὔφορον, ἦτο 1,087,000 μόνον.
§150ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἐκουράσθηκα· θὰ σᾶς παρακαλέσω, ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ εὐχαριστηθῆτε νὰ μὲ ἀκούσητε.
§151ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ. Τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κανονισμὸς λέγει, ὅτι τὸν ὁμιλοῦντα διαδέχεται ὁ ἀντιλέγων.
§153ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ. Ἔχω ν’ ἀντείπω.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλὰ, ἔχετε τὸν λόγον.
§155ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ. Λαμβάνων τὸν λόγον, ἀξιότιμοι συνάδελφοι κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ κράτους, παρακαλῶ θερμῶς νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ἐλευθέρα ἡ ἔκφρασις τοῦ φρονήματος. Ἴσως προσκρούσω πρὸς τοὺς μέχρι τῆς σήμερον διαχειρισθέντας τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους, λυποῦμαι πολύ· ἂς ἀναλογισθῶμεν ὅμως ὅτι καὶ αἱ πεποιθήσεις εἰσὶ σεβασταὶ καὶ τὰ δόγματα τῆς ἐπιστήμης προσκρούουν ἐνίοτε εἰς τὰς κυβερνήσεις, εἰς τοὺς μονάρχας, καθὼς καὶ εἰς τὰς προλήψεις, ἀλλ’ οὐδὲν ἧττον πάντων δεσπόζουσι. Προοιμιαζόμενος παρατηρῶ ὅτι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους, τὴν πολιτικὴν ὅλως ἀλλοτρίαν ὑπολαμβάνω. Ἐμφοροῦμαι ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας τοῦ νὰ ἴδω ἐφαρμοζομένας καὶ παρ’ ἡμῖν τὰς ἀληθεῖς ἀρχὰς τῆς ἐπιστήμης· τοῦτο δὲ λέγων, ὁμολογῶ ὅτι ἐδανείσθην τὴν ἔκφρασιν παρά τινος τῶν προαγορευσάντων, παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Παρνασσίδος κ. Κεχαγιᾶ. Θέλω προσπαθήσει ὅμως νὰ μὴ ὑποπέσω καὶ ἐγὼ εἰς ἀντινομίας, νὰ μὴ εἴπω φέρ’ εἰπεῖν ὅτι ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν ἀνταλλακτικῶν ὀργάνων δὲν συντελεῖ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν συναλλαγῶν· θέλω προσπαθήσει νὰ μὴ ὑποπέσω κἀγὼ εἰς ἀντινομίας, καθ’ ὅσον ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι εἰσερχόμενοι ἐν τῷ βουλευτηρίῳ, ἐγκαταλείπομεν τὰς οἰκονομολογικὰς ἡμῶν πεποιθήσεις εἰς τὴν θύραν τῆς εἰσόδου. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσάγων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ κράτους, προέταξεν εἰσαγωγήν τινα· ἐν αὐτῇ δὲ δύω τινὰ σπουδαῖα παρετήρησα· πρῶτον, τὴν χαρμόσυνον, ἐὰν θέλετε, ἀγγελίαν, ὅτι κατόπιν ἀγώνων ἠδυνήθη νὰ φέρῃ τὴν ἰσοῤῥοπίαν μεταξὺ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων τοῦ κράτους, συγχρόνως δὲ παρετήρησα ὅτι ἠθέλησε νὰ μᾶς ὑποδείξῃ καὶ τὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν ἐβάδισεν ὅπως φθάσῃ εἰς τὸ προσφιλὲς τοῦτο ἀποτέλεσμα. Ὡς πρὸς τὴν ἰσοῤῥοπίαν θὰ λαλήσω κατόπιν, ὡς πρὸς δὲ τὴν μέθοδον, ἣν μετεχειρίσθη ὁ κ. ὑπουργός, ἔχω νὰ κάμω παρατηρήσεις τινάς. Καθὼς γινώσκετε κάλλιον ἐμοῦ, ἀρχή τις θεωρητικὴ δὲν εἶναι ἓν ἁπλοῦν νοολογικὸν ἄθυρμα, ἀλλὰ φέρει ἀναγκαίως εἰς πρακτικὰς συνεπείας, αἵτινες ἐπηρεάζουν τὸ εὖ εἶναι τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως ἑνὸς κράτους. Εἶπεν ἡμῖν ἐν τῷ προοιμίῳ του ὁ σεβαστὸς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὅπως φέρῃ τὸ σκοπούμενον ἀποτέλεσμα τῆς ἰσοῤῥοπίας μεταξὺ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ κράτους, καὶ ὅπως καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα, οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν εἰμὴ νὰ μιμηθῇ τοὺς ἰδιώτας, τοὺς τραπεζίτας, κηρύξας καὶ τὴν πλήρη ταυτότητα τῆς δημοσίας οἰκονομίας μετὰ τῆς ἰδιωτικῆς. «Καὶ ἂς μὴ ἔλθῃ κἀνείς, εἶπεν ὁ κ. Χρηστίδης, νὰ μὲ εἴπῃ ὅτι ἡ ἰδιωτικὴ οἰκονομία δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τὸ δημόσιον. Ἡ ἀλήθεια μία εἶναι κτλ» Τοιαῦται τινὲς ἀρχαὶ ῥιπτόμεναι παρ’ ἑνὸς ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ κράτους, ἐπαναλαμβάνω, δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἁπλοῦν ἄθυρμα νοολογικὸν ἢ οἰκονομολογικόν· τοιαύτη τις ἀρχὴ καθιερουμένη κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν προϋπολογισμῶν, δὲν εἶναι, κύριοι βουλευταί, ἀκίνδυνος. Ὁ ἀναχρονισμὸς πλέον, εἰς ἣν κατάστασιν προοδευτικὴν τυγχάνει ἡ Ἑλλάς, εἶναι ἀσυγχώρητος. Ἐκτὸς τῶν πολλῶν καὶ σπουδαίων ἀντιθέσεων, αἵτινες ὑπάρχουσι μεταξὺ δημοσίας καὶ ἰδιωτικῆς οἰκονομίας, ἃς, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, κάλλιον ἐμοῦ γινώσκετε, ἰδίως κατὰ τὰς εἰσπράξεις καὶ δαπάνας ὑπάρχει ἡ μεγίστη αὕτη διαφορά, ὅτι ἂν ἀκολουθήσῃ τις τοὺς ἰδιώτας καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν τῶν πόρων τοῦ κράτους, θὰ ὑποπέσῃ εἰς τὸ λάθος, εἰς ὃ ὑπέπιπτον ἐποχῶν ἀπωτέρων ὑπουργοί, ἐμφορούμενοι κατὰ τὴν διαχείρισιν ἀπὸ πνεύματος ταμιευτικοῦ μόνον καὶ ἀποκλειστικῶς (esprit de fiscalité). Ὁ ἰδιώτης σπεύδει ν’ αὐξήσῃ τοὺς προσόδους αὑτοῦ, ἀδιαφορῶν ἐντελῶς διὰ τὰς προσόδους τῶν συμπολιτῶν του, ἐνῷ εἰς τὸν κυβερνῶντα δὲν ἐπιτρέπεται ν’ αὐξήσῃ τοὺς πόρους τοῦ κράτους, ἐὰν συγχρόνως δὲν σκεφθῇ καὶ περὶ τῆς ἀνακουφίσεως τοῦ θυλακίου τοῦ λαοῦ. Ὁ ἰδιώτης, ὅπως βελτιώσῃ τὴν παθητικὴν αὑτοῦ θέσιν, θὰ προβῇ εἰς δύω μέτρα· ἢ θὰ ἐλαττώσῃ τὰς δαπάνας αὑτοῦ ἢ θὰ αὐξήσῃ τοὺς πόρους του. Πρὸς βελτίωσιν ὅμως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ κράτους, κατ’ ἐξαίρεσιν μόνον ἀκολουθεῖται τοιαύτη τις μέθοδος· ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῆς ἀκινήτου περιουσίας τοῦ κράτους, ὅταν κατέχῃ τοιαύτην, καὶ ἡ συνομολόγησις μὴ ἐπαχθῶν δανείων κρίνονται προσφορώτερα μέσα, διὸ καὶ οἱ διαχειριζόμενοι τὴν πολιτειακὴν οἰκονομίαν προσφεύγουσιν εἰς ταῦτα κατὰ προτίμησιν. Ὁ εἰς οἰκονομικὴν δυσχέρειαν τυγχάνων ἰδιώτης, ὅταν ἡ πρόσοδος τοῦ κεφαλαίου του δὲν ἀρκεῖ διὰ τὴν καταβολὴν τῶν ὀφειλομένων τόκων τῶν ἰδίων χρεῶν, ἀναγκάζεται, ὅπως μείνῃ ἀνενόχλητος ἢ ὅπως μὴ ἐπιβαρύνῃ ἐπὶ πλέον τὸ παθητικόν του, νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ κεφάλαιόν του εἰς τὸν δανειστήν· εἷς ὑπουργὸς ὅμως τῶν Οἰκονομικῶν δὲν δύναται νὰ τραπῇ τὴν αὐτὴν ὁδὸν καὶ νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ ἐθνικὸν κεφάλαιον, δηλ. τὴν χώραν εἰς τοὺς δανειστάς. Ἄλλοι οἱ ὅροι τῆς χρεωκοπίας παρ’ ἰδιώταις καὶ ἄλλοι οἱ τῶν κρατῶν, ἄλλαι αἱ οἰκονομικαὶ ἐπιχειρήσεις τῶν πολιτῶν, ἄλλαι αἱ τοῦ δημοσίου κτλ. Εὐτυχῶς ὁ κ. ὑπουργὸς κατεδείχθη ἀσυνεπὴς εἰς τὰς τεθείσας παρ’ αὐτοῦ ἀρχὰς, ἄλλως ὤφειλε διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ ζητήσῃ νέους πόρους εἰς τὰ οὖρα τῶν πολιτῶν καὶ εἰς τὴν ἀγαμίαν των, ὡς οἱ Ῥωμαῖοι ἔπραξαν. Εἶπεν ἡμῖν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ ἀλήθεια εἶναι μία· συμφωνῶ· ἀλλ’ ἀφῃρημένων, κύριοι, φιλόσοφός τις δύναται νὰ τὸ εἴπῃ, ἀλλ’ εἷς οἰκονομολόγος ὡς κ. Χρηστίδης ποτέ Ἔχομεν ἀληθείας οἰκονομολογικὰς, ἐφαρμοζόμεναι ὅμως αὗται εἰς δεδομένας περιστάσεις, ἢ εἰς δεδομένην χώραν, μεταποιοῦνται εἰς ψεύδη οἰκονομολογικά· ἔχομεν, φερ’ εἰπεῖν, τὴν οἰκονομολογικὴν ἀλήθειαν, ὅτι ἡ ἀγοραία τιμὴ τῶν προϊόντων τείνει πάντοτε νὰ ἰσοῤῥοπήσῃ μετὰ τῆς πραγματικῆς τιμῆς, ἡ δὲ πρόσκαιρος ἀνισοῤῥοπία μεταξὺ ἀγοραίας καὶ πραγματικῆς τιμῆς ἀναγκαίως αἴρεται· πλὴν ἐν ᾗ χώρᾳ δεσπόζουσι τὰ μονοπώλια τοιαύτη τις ἀλήθεια ἀναγνωρίζεται ὡς ψεῦδος. Ἔχομεν ἀλήθειαν οἰκονομολογικὴν, ὅτι αἱ μηχανικαὶ δυνάμεις παρέχουσι τὸ εὐεργέτημα τῆς ἐλαττώσεως τῶν παραγωγικῶν δαπανῶν, ἀλλ’ εἰς χώρας, ἐν αἷς τὸ τίμημα τῆς ἐργασίας εἶναι μικρὸν, ἐν αἷς αἱ φυσικαὶ δυνάμεις ὑπάρχουσιν ἄφθονοι, καὶ μάλιστα αἱ φυσικαὶ δυνάμεις τῶν κτηνῶν, ἐν αἷς χώραις αἱ τέχναι δὲν ἀλληλοβοηθοῦνται, οὐδέποτε θέλει εὐδοκιμήσει ἡ εἰσαγωγὴ τῶν μηχανικῶν δυνάμεων, μᾶλλον ἐπιβαρυνομένων ἐντεῦθεν τῶν παραγωγικῶν δαπανῶν. Ἔχομεν μίαν ἀριθμητικὴν ἀλήθειαν, ὅτι δύω καὶ δύω κάμνουσι τέσσαρα· ἀλλ’ ἐὰν αὐτὴν τὴν ἀριθμητικὴν ἀλήθειαν, ὡς ἔξοχός τις ἀνὴρ λέγει, τὴν ἐφαρμόσωμεν εἰς οἰκονομικὰ ζητήματα, καὶ μάλιστα εἰς τὴν ἀριθμητικὴν τὴν τελωνειακὴν, θέλομεν μάθει κατά τινας περιστάσεις, ὅτι τὰ δύω καὶ δύω δὲν κάμνουσι τέσσαρα, ἀλλ’ ἕν. Οὕτως ἡ Ἀγγλία κατὰ τὸ 1804, ὅταν ἀνάγκη ἐξωτερικὴ ὑπηγόρευσεν εἰς αὑτὴν νὰ αὐξήσῃ τοὺς πόρους τοῦ δημοσίου, ἐσυλλογίσθη ὅτι φθάνει εἰς αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ τέλους τῆς ζακχάρεως· ὑψώθη λοιπὸν τὸ τέλος κατὰ 20%, ἀλλὰ τὸ σύνολον τῶν εἰσπράξεων ἐκ τῆς μεταῤῥυθμίσεως ταύτης τῆς οἰκονομικῆς ἀληθῶς ηὔξησε κατὰ 20%; Ὄχι· κατόπιν ἀπεδείχθη ὅτι κατὰ τὴν τελωνειακὴν ἀριθμητικὴν δύω καὶ δύω δὲν κάμνουν τέσσαρα. Βέβαιον ἐντεῦθεν, ὅτι ἡ ἀλήθεια ὑπὸ τὴν οἰκονομολογικὴν ἔποψιν λαμβάνει μεταμορφώσεις· ἡ οἰκονομικὴ ἐπιστήμη, ὡς γνωρίζετε, κύριοι, ἀπολύτους ἀρχὰς δὲν ἔχει, ἀλλὰ σχετικὰς, ἐφαρμοζομένου, πρὸ πάντων εἰς τὰ οἰκονομολογικὰ, τοῦ παραγγέλματος τοῦ Πασχὰλ, «ἀλήθεια ἐντεῦθεν τῶν Πυρηναίων, ψεῦδος ἐκεῖθεν αὐτῶν.» Ἠναγκάσθην, κύριοι βουλευταὶ, παρὰ τὴν θέλησίν μου νὰ προβῶ εἰς τὰς ὀχληρὰς ταύτας παρατηρήσεις, φρονῶν ὅτι πλημμελεῖς, ἅμα δὲ καὶ ἐπικίνδυνοι δόξαι ἐν Ἑλλάδι τὴν σήμερον πρέπει νὰ καταγγέλλωνται, ὁσάκις μάλιστα ὑποστηρίζονται μετ’ ἐπισημότητος, καὶ νὰ κηρύττωνται ἀναχρονισμός. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ εὐεργέτημα τῆς ἰσοῤῥοπίας τοῦ προϋπολογισμοῦ μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων αὐτοῦ, ἔχομεν ἐν τῷ σώματι ἡμῶν ἄνδρας, ἄλλως τε παντὸς σεβασμοῦ ἀξίους, οἵτινες πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνήγγειλαν εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους, ὅτι κατόπιν ἀγώνων ἔφθασαν νὰ καλύψωσι τὸ ἔλλειμμα τῶν προϋπολογισμῶν· τοὐτέστιν, ὅ,τι εἶπεν ἡμῖν ὁ σεβαστὸς κ. Χρηστίδης εἰς τὴν παροῦσαν σύνοδον, ἀνήγγειλαν ἄλλοτε εἰς ἄλλας περιόδους καὶ οἱ προκάτοχοί του. Κατὰ τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὄχι μόνον ὑπάρχει ἰσοῤῥοπία μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ κράτους, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ περίσσευμα· οὕτω καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Τριφυλίας προχθὲς μᾶς εἶπεν ἐπίσης, ὅτι καὶ ὁ τοῦ 1870 προϋπολογισμὸς, ὁ παρ’ αὐτοῦ συνταχθεὶς, καὶ αὐτῆς ἔφερεν εἰς τὸ προσφιλὲς ἀποτέλεσμα τῆς ἰσοῤῥοπίας καὶ τῆς καλύψεως ἑπομένως τοῦ ἐλλείμματος· οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλ’ ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος ἄφινε συγχρόνως καὶ περίσσευμα. Ἐπομένως παραδόξως πως ἀλλὰ καὶ εὐχαρίστως βλέπομεν οὐ μόνον εἰς τὴν περίοδον αὐτὴν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὰς ἄλλας περιόδους, ὅτι οἱ ἑκάστοτε διαχειριζόμενοι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους συνέταξαν τῷ ὄντι προτύπους προϋπολογισμούς, καθόσον, κύριοι βουλευταί, ἀλλαχοῦ εἶναι σπάνια τὰ τοιαῦτα οἰκονομολογικὰ κατορθώματα ἄνευ αὐξήσεως φόρων, ἄνευ δανείων ἢ ἄνευ μεγάλων οἰκονομικῶν μεταῤῥυθμίσεων. Ἔχομεν ὅμως νῦν πλῆρες δικαίωμα νὰ ἐρωτήσωμεν αὐτοὺς τί ἄρα ἔγειναν αὐτὰ τὰ περισσεύματα; Μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Ἑῤῥίκου Δʹ. κατόπιν τῶν οἰκονομικῶν μεταῤῥυθμίσεων τοῦ περιφανοῦς Sully εὑρέθη τεθαμμένον ἀποταμίευμα εἰς τὴν Bastille τριάκοντα ἑκατομμυρίων· ἐπίσης ὁ Ναπολέων Αʹ. ἐγκατέλιπε περίσσευμα, τὸ ὁποῖον εὑρέθη εἰς τὸν Κεραμεικόν. Τῶν ἡμετέρων ὅμως τὰ περισσεύματα ποῦ εὑρίσκονται; Εὐτυχεῖς αἱ μεταγενέστεραι γενεαὶ, αἵτινες θὰ τ’ ἀνεύρωσιν! Ἐὰν εἴχομεν τὸ καθῆκον τυφλοῖς ὄμμασι νὰ πιστεύωμεν τὰς ἀναγγελίας, αἵτινες ἐκ πεπλανημένων ὑπολογισμῶν βεβαίως πολλάκις μᾶς δίδονται, ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν καὶ τὴν ἀξίωσιν σήμερον ἢ αὔριον νὰ ἀνεύρωμεν εἰς τὸ κεντρικὸν ταμεῖον σπουδαῖον ἀποταμίευμα, διότι τὴν χαρμόσυνον ἀγγελίαν ὅτι ἐκαλύφθησαν τὰ ἐλλείμματα τῶν προϋπολογισμῶν καὶ ὅτι μένει καὶ περίσσευμα, τὴν λαμβάνει ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους κατὰ διαφόρους ἐκδόσεις· ἐν τούτοις μακρὰν τοῦ νὰ ἴδωμεν ὅ,τι εἶδον οἱ Γάλλοι, τουτέστιν ἀποταμίευμα εἰς τὴν Βαστίλλην καὶ Τουλλερί, δὲν εἶναι ἀδύνατον ἡμέραν τινὰ νὰ ἴδωμεν εἰς τὸ κεντρικὸν ταμεῖον τὴν ἐπιγραφὴν, ἣν ἄλλοτε ἔθεσαν οἱ δημοκρατικοὶ Γάλλοι εἰς τὸ προμετώπιον τῆς Βαστίλλης «maison a louer». Πρὸς ῥύθμισιν καὶ βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν μας πραγμάτων, καὶ πρὸς σύνταξιν ἑνὸς προϋπολογισμοῦ ἱκανοποιοῦντος τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας, τέσσαρες ὅροι ἀπαιτοῦνται· ἀναγκαίως καλὸν φορολογικὸν σύστημα, εὔστοχος μέθοδος εἰσπράξεως τῶν φόρων, πιστὴ καὶ τιμία διαχείρισις τῶν πόρων τοῦ κράτους, καὶ τέταρτον, ἀναγκαῖαι κατ’ ἐποχὰς μεταῤῥυθμίσεις. Τὸ φορολογικὸν ἡμῶν σύστημα οὐδεμιᾶς χρῄζει μεταβολῆς, καθόσον ἐν γένει εἶναι τὸ ἄμεσον· ἀλλ’ ἡ μέθοδος τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐγγείων φόρων, ἡ παρατεινομένη ἀποδεκάτωσις καταγγέλλει τὴν ἡμετέραν πρόοδον λίαν βραδεῖαν, ὅπως μή τι ἄλλο εἴπω, οἱ δὲ πολυπαθεῖς φορολογούμενοι μάτην περιμένουσιν σωτηρίαν παρὰ τῶν Σωτηροπούλων! Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Τριφυλίας κ. Σωτηρόπουλος μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ προγενεστέρα κυβέρνησις, ἧς ἦτο μέλος, εἶχε σκεφθῇ περὶ τῆς ἄρσεως τῶν φορολογικῶν δυσχερειῶν, διὸ καὶ εἶχεν ἀποφασίσει νὰ ἐγκαθιδρύσῃ φορολογίας τρόπον ἱκανοποιοῦντα τὰς ἀξιώσεις τοῦ τόπου καὶ τῆς ἐποχῆς, καὶ τοῦτο διὰ τῆς καθιερώσεως τῆς διανεμητικῆς μεθόδου, ἑτοιμάσασα καὶ τὸν πρὸς τοῦτο νόμον· ἀλλ’ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Τριφυλίας, ὅτι δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἐπιτύχωμεν τοῦτο, καθ’ ὅσον εἴδομεν ἀποκρουστικὰς διαθέσεις ἐκ μέρους τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, διότι δὲν ἦτο τὸ ἔθνος ἀκόμη ὥριμον ὅπως ἀποδεχθῇ τὰς μεγάλας ταύτας καὶ ῥιζικὰς μεταῤῥυθμίσεις. Ἀλλ’ ἄς μοι ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Τριφυλίας νὰ παρατηρήσω, ὅτι μία κυβέρνησις πεφωτισμένη ἠγνόει ἆρά γε ἂν τὸ ἔθνος ἦτον εἰς κατάστασιν ὥριμον νὰ ἀποδεχθῇ ἢ ν’ ἀποκρούσῃ τὴν ῥιζικὴν ταύτην μεταῤῥύθμισιν; Ἐπετρέπετο αὐτῇ ν’ ἀγνοῇ τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ἐπιθυμίας τοῦ τόπου; Ἂν εἶχε τὴν πεποίθησιν ὅτι ὑπηρετεῖ τὸ ἔθνος διὰ τῆς εὐστόχου ἄρσεως τῶν φορολογικῶν παθημάτων, διατί νὰ μὴν εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἔργον αὑτῆς καὶ ἀποτελεσματικῶς νὰ μὴν ὑποστηρίξῃ τοῦτο ἐνώπιον τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους; Δὲν τὸ ἤθελον, λέγει· προκειμένου περὶ τοιούτου ζωτικοῦ ζητήματος, εἴχετε τὸ καθῆκον νὰ ἐπιμείνητε. Δὲν ἀγνοῶ τίνας δυσκολίας ἐμέλλομεν νὰ ὑπερβῶμεν πρὸς ἐγκαθίδρυσιν τοῦ διανεμητικοῦ τρόπου τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων. Ἡ κυβέρνησις ἐκείνη, λαβοῦσα τὴν ἀπόφασιν, θὰ ἐσκέφθη βεβαίως περὶ τοῦ κτηματολογίου, θὰ εὗρε κατορθωτὴν τὴν ἐφαρμογὴν τούτου ἐν Ἑλλάδι. Γνωρίζομεν ὅτι ἡ Γαλλία μετὰ θυσίας ὑπερόγκους δὲν κατώρθωσεν ἐντελῶς νὰ κτηματογραφηθῇ. Ἡ Αὐστρία μόνον προέβη πλέον τῆς Γαλλίας, ἀλλὰ καὶ αὕτη ἔχει ἐπαρχίας, ἐν αἷς κτηματολόγιον δὲν ὑπάρχει. Ὁ Ναπολέων Αʹ. ἐνώπιον τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας ἀνήγγειλεν, ὅτι εἰς τὸν ἐπιτυγχάνοντά ποτε νὰ κτηματογραφήσῃ τὴν Γαλλίαν πρέπει εἰς ὅλας τὰς πόλεις νὰ ἀνεγείρωσι τὸν ἀνδριάντα του· ὡς βλέπετε, ἡ τοῦ κόσμου κατάκτησις ἐφαίνετο αὐτῷ προχειροτέρα ἢ ἡ κτηματογράφησις τῆς Γαλλίας. Ἔπειτα, καὶ τοῦ κτηματολογίου κατορθωτοῦ ὑποτιθεμένου, ἡ περιοδικὴ τούτου ἀναθεώρησις ἀνυπέρβλητον παρ’ ἡμῖν ἤθελε παρεμβάλλει κώλυμα. Ἴσως ὅμως ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἀπέφυγε τὰς ἀνυπερβλήτους δυσχερείας διὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, εἴτε δι’ ἄλλου τινὸς τρόπου ἔτι προσφορωτέρου, τὸν ὁποῖον ἀγνοοῦμεν. Τοῦτο μόνον θέλω νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Τριφυλίας, ὅτι ἀφοῦ ἅπαξ ἡ κυβέρνησις εἶχεν ἀποφασίσει νὰ εἰσαγάγῃ τὴν διανεμητικὴν μέθοδον τῆς εἰσπράξεως, ὤφειλε νὰ τὴν εἰσαγάγῃ καὶ νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ εὐσταθῶς ἐνώπιον τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους· ἀλλὰ δὲν τὴν ἤθελε, λέγει ὁ κύριος Σωτηρόπουλος· ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνετε, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ ἐκείνη, σωτήριον τοιοῦτόν τι ἔργον δὲν ἤθελεν ἀποδεχθῇ, τότε ἀξιοπρεπῶς φερομένη ἡ κυβέρνησις ἐκείνη, ἔμελλε νὰ διακόψῃ πᾶσαν σχέσιν αὑτῆς μετὰ τῆς ἀνθισταμένης Βουλῆς. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος δευτερεύοντος ἢ ἐπουσιώδους, αἱ δὲ προλήψεις δέον νὰ ὑποχωρῶσιν εἰς τὸν ὀρθὸν λόγον. Αἱ πεποιθήσεις τῶν κυβερνώντων πρέπει νὰ ἄρχωσι καὶ νὰ δεσπόζωσιν· ἡ θέλησις αὐτῶν πρέπει νὰ ᾖναι θέλησις ἰσχυρὰ, ἄλλως, οἱ κυβερνῶντες ἂς γίνωνται κυβερνώμενοι. Καὶ μετὰ τὸν τιμαριωτισμὸν ἐν Εὐρώπῃ ἀνθίσταντο εἰς τὴν ἀναμόρφωσιν ὁ ἐμπειρισμὸς καὶ αἱ προλήψεις, ἀλλὰ διὰ τοῦ ὀρθοῦ λόγου καὶ τῆς ἰσχυρᾶς τῶν κυβερνώντων θελήσεως τ’ ἀληθῆ κοινωνικὰ συμφέροντα ἐπεβλήθησαν. Τὸ ἄμεσον φορολογικὸν σύστημα εἶναι καλὸν, εἶναι τὸ ἄριστον, τὸ μόνον τὸ ὁποῖον ἁρμόζει εἰς τὸν ἐλεύθερον πολίτην ἢ εἰς τὰ ἐλεύθερα πολιτεύματα, καθ’ ὅσον οἱ ἐλεύθεροι πολῖται καὶ αὐτῆς τῆς ἐσχάτης κοινωνικῆς τάξεως ἀναγκαίως πρέπει νὰ γινώσκωσι τὰς δοσοληψίας αὑτῶν μετὰ τῆς κυβερνήσεώς των. Δὲν πρόκειται λοιπὸν ἢ περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἐπαχθοῦς καὶ ἀποβλητέου τρόπου τῆς κρατούσης εἰσπράξεως τῶν φόρων. Μὴ αἰσθανόμενοι τὸ θάῤῥος νὰ ὑποστηρίξωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν διανεμητικὴν μέθοδον, εἶπεν ἡμῖν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Τριφυλίας, ἐφρόντισαν ἄλλως πως νὰ ἀντικαταστήσωσι ταύτην, διὰ τῆς ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τῶν ζευγαρίων, ἐπὶ τῶν καπνῶν, ἐπὶ τοῦ οἴνου καὶ ἐπὶ τῶν ἀλεσμάτων.
§156ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐν ἀνάγκῃ, ἐπὶ τῶν μύλων.
§157ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ. Σᾶς ὁμολογῶ, ἀξιότιμε φίλε κ. Σωτηρόπουλε, ὅτι ὅταν ἤκουσα τὸν ἐπὶ τῶν ζευγαρίων φόρον, ἐξεπλάγην βλέπων τοῦτον πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ πρωτότυπον. Δὲν πρόκειται νὰ μονιμοποιήσωμεν τὸ καθεστὼς, ἀλλὰ νὰ τὸ βελτιώσωμεν, νὰ εἰσαγάγωμεν μέθοδον καλλιτέραν· πρὸς τοῦτο ὅμως πρέπει νὰ προβῶμεν πρὸς τὰ πρόσω, καὶ οὐχὶ πρὸς τὰ ὀπίσω. Ὡς πρὸς τὸν φόρον τὸν ἐπὶ τῶν ζευγαρίων δίκαιον ἔχω χαρακτηρίσας τοῦτον πρωτοτυπίαν, καθόσον τὸ εἶδος τοῦτο τοῦ φόρου δὲν ἀνευρίσκω οὐδαμοῦ ἢ εἰς τὰς χώρας τοῦ κάτω Δουνάβεως. Τῷ ὄντι, κύριοι βουλευταὶ, εἰς τὴν Μολδοβλαχίαν ὑπάρχει τοιοῦτός τις φόρος ἐπὶ τοῦ ζυγοῦ τῶν βοῶν, ὅστι καλεῖται «Ζουγαρίτ», πλὴν δὲν εἶναι τρόπος εἰσπράξεως τῶν ἐγγείων φόρων, εἶναι μικρὰ τις χρηματικὴ καταβολὴ, ἣν παρέχουσιν οἱ χωρικοὶ ἐκκόπτοντες ἐκ τῶν δασῶν ξυλείαν· καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ φορτηγὸς ἅμαξα σύρεται ἐκ πλειόνων ζευγῶν βοῶν, ἐπὶ τοσούτῳ καὶ ἡ καταβολὴ μείζων. Αὐτὴ εἶναι ἡ τοῦ ζυγοῦ καταβολὴ, καὶ οὐχὶ φόρος, ἣν ἀπαντῶμεν εἰς τὰς παραδουναβίους Ἡγεμονίας, ὅλως ἀλλοτρία τοῦ συζητουμένου ἀντικειμένου. Ἀνεξαρτήτως τῆς παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν κ. Χρηστίδης ἔκαμεν ἐπὶ τοῦ φόρου τούτου, ὅτι εἶναι ἐπαχθὴς, καὶ ἀνεξαρτήτως ἄλλων προσθέτων λόγων, ὀφείλω νὰ προσθέσω ὅτι ἀντιστρατεύεται οὗτος καὶ εἰς τὴν οἰκονομολογικὴν ἀρχὴν, ὡς προέτεινε τοῦτον ὁ κ. Σωτηρόπουλος, διότι φέρει τὴν μορφὴν φόρου ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῆς προσόδου, καὶ τὴν σήμερον ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀνάγκην, καὶ μεγίστην, νὰ προβιβάσῃ ἰδίως τὴν οἰκονομικὴν αὑτῆς νομοθεσίαν εἰς τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς ἐπιστήμης. Καθόσον ἀφορᾷ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν καπνῶν, εἶχον παρατηρήσει κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Τριφυλίας, ὅτι τοιοῦτός τις φόρος ἀποκρούεται. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Τριφυλίας κατέκρινεν εὐλόγως τὸ μέτρον τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως τοῦ νὰ ἐπιβάλῃ πρόσθετον φόρον ἐπὶ τοῦ ἅλατος· προτείνας δὲ προσθήκην φόρου ἐπὶ τῶν καπνῶν, φρονῶ ὅτι εἰς ἀσυνέπειαν περιέπεσε, διὸ καὶ ἡ κατὰ τῆς κυβερνήσεως μομφὴ αὐτοῦ εἶναι ἀδικαιολόγητος. Τὸν λόγον ὃν ἀντέταξε κατὰ τοῦ κ. Χρηστίδου ὡς πρὸς τὸ ἅλας, αὐτὸν ἀντιτάσσω κἀγὼ νῦν κατὰ τοῦ κ. Σωτηροπούλου ὡς πρὸς τὴν αὔξησιν τοῦ ἐπὶ τῶν καπνῶν φόρου· βαρύνει μᾶλλον τὰς κατωτέρας τάξεις, καθόσον ἡ τοῦ καπνοῦ χρῆσις εἶναι ἡ μόνη πολυτέλεια τοῦ ναύτου, τοῦ γεωργοῦ καὶ τοῦ πτωχοῦ ἐργάτου. Εἴχατε παρατηρήσει ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ εἶναι φόρος προαιρετικὸς, ὁ καπνὸς δὲν εἶναι ἀντικείμενον πρώτης ἀνάγκης. Ἀλλὰ ἢ εἶναι πρώτης ἀνάγκης, ἢ εἶναι προαιρετικὸς, ἓν ἐκ τῶν δύο· ἂν ᾖναι προαιρετικὸς, τότε πῶς θὰ ἀντικαταστήσετε πλουσίους τοῦ δημοσίου πόρους, ἐπιβάλλοντες φόρον ἐπὶ προϊόντος, οὗ τινος ἡ χρῆσις εἶναι, καθ’ ὑμᾶς, ἁπλῶς προαιρετική; Γνωρίζετε καλλίτερον ἐμοῦ, ἀξιότιμε κ. Σωτηρόπουλε, ὅτι οἱ φόροι οἱ ἐπιπρόσθετοι ἐπὶ προϊόντων, τῶν ὁποίων ἡ κατανάλωσις ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἁπλῆς ἐπιθυμίας τῶν φορολογουμένων, ὅτι τοιοῦτοι φόροι οὐδέποτε δύνανται ἐπαισθητῶς νὰ βελτιώσωσι τὸ βαλάντιον τοῦ δημοσίου. Ἂν δὲ θεωρηθῇ ὁ καπνὸς ὡς κατανάλωσις πρώτης ἀνάγκης, τότε αἴρεται ἡ διάκρισις, ἣν μεταξὺ καπνοῦ καὶ ἅλατος ἠθελήσατε ν’ ἀντιτάξετε.
§158ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε μίαν παρατήρησιν; Σεῖς, νομίζω, θὰ ἀναχωρῆτε ἀπὸ μίαν ἀρχὴν, ἀπὸ μίαν θεωρίαν, ἡ ὁποία εἶναι πολὺ ἐσφαλμένη κατὰ τοὺς κανόνας τῆς ἐπιστήμης, τὴν ὁποίαν, βλέπω, τόσον πολὺ καλὰ γνωρίζετε. Ὑποθέτετε δηλαδὴ ὅτι ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων, τῶν ὁποίων ἡ χρῆσις δὲν εἶναι ἀναγκαστικὴ καὶ ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν λαὸν, ἀλλὰ προαιρετικὴ, ἀρκεῖ νὰ αὐξήσητε τὸν φόρον καὶ ἡ χρῆσις αὐτῶν παύει ἀμέσως. Εἶσθε ἠπατημένος.
§159ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ. Δὲν λέγω τοῦτο.
§160ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι τῆς πρώτης ἀνάγκης, ἀλλ’ εἶναι ἐλαττώματα ἀπὸ κακὴν συνήθειαν τοῦ ἀνθρώπου, διατελοῦσιν εἰς χρῆσιν καὶ εὑρίσκεται πολὺ ῥιζωμένη εἰς τὸν τόπον ἡ χρῆσις αὐτῶν, ἐὰν αὐξήσητε τὸν φόρον, δὲν θέλει παύσει ἡ χρῆσις αὐτῶν· διὰ τοῦτο αἱ κυβερνήσεις προσέχουσι πρὸ πάντων καὶ κυρίως, καὶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν ἀντικειμένων, τῶν ὁποίων γίνεται χρῆσις εἰς ἕνα τόπον, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι τῆς πρώτης ἀνάγκης, ζητοῦν νὰ αὐξήσουν τὸν φόρον, διότι εἶναι βέβαιαι ὅτι δὲν θὰ ἐλαττωθῇ ἡ χρῆσις. Ποτὲ ὅμως δὲν καταφεύγουν εἰς τὰ ἀντικείμενα τῆς πρώτης ἀνάγκης· διότι, ἂν τοῦτο ἦτον ἀληθὲς, οὐδὲν ἄλλο ἔπρεπε νὰ φορολογῆται παρὰ τὸ ψωμὶ, ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν δύναται ὁ ἄνθρωπος νὰ ὑπάρξῃ, τὸ ἅλας, τὸ νερὸν καὶ τὰ τοιαῦτα. Παρατηρήσατε, κύριε βουλευτὰ, ὅτι εἰς πολλὰ μέρη, τῆς Εὐρώπης εἰς τὴν Γαλλίαν, π. χ. φορολογοῦν κατὰ χιλιόγραμμον τὸν καπνὸν πρὸς δέκα φράγκα. Ἐντούτοις ἕνεκα αὐτοῦ τοῦ ὑπερβολικοῦ φόρου, ὄχι μόνον δὲν ἠλαττώθη ἡ πρόσοδος τοῦ δημοσίου, ἀλλ’ ἀπὸ χρόνου εἰς χρόνον αὐξάνει.
§161ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ. Παρεξηγήθην. Ἐὰν εἶναι προϊὸν τι τῆς πρώτης ἀνάγκης, εἶναι βεβαίως ὁ σῖτος· ἀλλ’ οὐδὲν ἧττον φορολογεῖται, καὶ ὁ ἐπ’ αὐτοῦ φόρος παρέχει πλούσιον πόρον εἰς τὰ κράτη. Ὡς πρὸς τὸν καπνὸν ὡμολογήσατε, ὅτι καθ’ ἣν περίπτωσιν ἐπιβληθῇ ἐπ’ αὐτοῦ πρόσθετος φόρος, οὐχ ἧττον ἡ κατανάλωσις αὐτοῦ ἡ αὐτὴ θὰ ἐξακολουθήσῃ· ἄρα μετέχει τῆς ἀναγκαίας καταναλώσεως. Δὲν σκοπῶ ἀπολύτως ν’ ἀποδειχθῶ ὅτι πᾶς φόρος ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ προϊόντων, ὧν ἡ κατανάλωσις δὲν εἶναι πρώτης ἀνάγκης, δὲν θέλει αὐξήσει ἀπολύτως καὶ τοὺς πόρους τοῦ δημοσίου, οὐχί· ἀλλὰ λαλῶ συγκεκριμένως, προκειμένου νῦν νὰ ἀναπληρωθῇ σπουδαιότατος τοῦ δημοσίου πόρος. Ἔπειτα φρονῶ ὅτι ἐξετοπίσατε, κύριε Σωτηρόπουλε, τὸ ζήτημα· ἂν προϊόντος τινὸς ἡ κατανάλωσις εἶναι πρώτης ἀνάγκης ἢ ὄχι, δὲν εἶναι τοῦτο τὸ ὁποῖον θὰ ὁδηγήσῃ τὸν νομοθέτην, ἀλλ’ ἡ σκέψις ἂν φόρος τις δύναται νὰ τύχῃ ἀναλόγου ἐφαρμογῆς, ἐπιβαρύνων μᾶλλον τὰς εὐπορωτέρας τάξεις, καὶ οὐχὶ κατ’ ἴσον λόγον ἢ καὶ περισσότερον τὰς ἀπορωτέρας. Ἰδοὺ ἡ ἀληθὴς τοῦ ζητήματος θέσις καὶ ἰδοὺ τὶς λόγος ἔπρεπε νὰ προτρέψῃ τὸν κύριον Σωτηρόπουλον οὐ μόνον ν’ ἀπέχῃ τοῦ ἅλατος, ἀλλὰ καὶ τοῦ καπνοῦ. «Ἡ κατανάλωσις τούτου, λέγετε, εἶναι ἕν ἐλάττωμα»· σᾶς παρακαλῶ ὅμως, κύριε Σωτηρόπουλε, νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἰς τοῦτο δὲν συμφωνοῦσι πάντες μὲ ὑμᾶς, ὅστις δὲν καπνίζετε, καὶ ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, οὐδεὶς τῶν οἰκονομολόγων συμφωνεῖ μὲ ὑμᾶς καθόσον ἀφορᾷ τὴν χρῆσιν τοῦ καπνοῦ, ἀλλὰ θεωροῦσιν αὐτὸν μάλιστα διὰ τοὺς ναυτικοὺς ὡς ἀναγκαῖον ἀντίδοτον τοῦ σκουρβουτίου.
§162ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἰατροὶ ἔχουσιν ἄλλην γνώμην.
§163ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ. Οἱ οἰκονομολόγοι ὑποχωροῦν εἰς τὴν αὐθεντίαν τῶν ἰατρῶν, προκειμένου περὶ ὑγιεινῆς.
§164ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἰατροὶ κατεδίκασαν τὸν καπνὸν, καὶ ὅμως τὰ κράτη ἐξακολουθοῦν προστατεύοντα αὐτὸν διὰ τὰ συμφέροντά των.
§165ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ. Κύριε βουλευτὰ Λακεδαίμονος, ἔχω νὰ σᾶς ἀντιτάξω μίαν αὐθεντίαν, ἡ ὁποία, ἂν δὲν σᾶς πείσῃ, ἀλλὰ μὰ τὴν ἀλήθειαν θὰ σᾶς κλονήσῃ βεβαίως· ὁ Κ. Thiers οὐ μόνον δὲν θεωρεῖ τὴν χρῆσιν τοῦ καπνοῦ ὡς ἐπιβλαβῆ, ἀλλὰ προβαίνει καὶ ἔτι περαιτέρω συμβουλεύων τὴν ἐξάπλωσίν του.
§166ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει ὡς πολιτικὸς, οὐχὶ ὡς ἰατρός.
§167ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ. Μὴ ἆρα ὁ πολιτικὸς πρέπει ν’ ἀδιαφορῇ διὰ τὴν ὑγιεινήν; Ὡς πρὸς τὸ ἅλας, βεβαίως, κύριοι, τὸ προϊὸν τοῦτο ἐπιβαρύνει μᾶλλον τὴν κατωτέραν τάξιν, διότι, καθὼς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Τριφυλίας, ἡ κατωτέρα τάξις μεταχειρίζεται τὸ ἅλας οὐχὶ μόνον εἰς τὴν τροφὴν, ἀλλὰ καὶ δι’ ἕτερα βιοποριστικὰ ἔργα. Ὡς πρὸς τὰ ἀλέσματα, ἐφ’ ὧν ἐπροτείνατε φόρον, γινώσκω, κύριε βουλευτὰ Τριφυλίας, ὅτι ἐν Πρωσσίᾳ εἰσήχθη τοιοῦτός τις φόρος, εἰσήχθη δὲ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ· ἀλλ’ ἀγνοεῖ ἆρα ὁ κύριος Σωτηρόπουλος ὁποῖα παράπονα δίκαια ἐξηγέρθησαν κατὰ τοῦ φόρου τούτου ἐπὶ τῶν ἀλεσμάτων; ἐν Ἰταλίᾳ ἰδίως ἐκηρύχθη ἐξίτηλος, ἐξηγέρθη τὸ τὸ δημόσιον πνεῦμα καὶ σκέπτονται ἤδη νὰ εὕρωσι μέσον ἀντικαταστάσεως. Τοῦτο ὤφειλε νὰ γινώσκῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κάλλιον ἐμοῦ, ἀπορῶ δὲ πῶς ἀπεφάσισε νὰ προτείνῃ φόρον τοιοῦτον· πλὴν θὰ σᾶς ἀποδώσω κατόπιν δικαιοσύνην, κύριε Σωτηρόπουλε, κατόπιν περὶ τὸ τέλος. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ἔλλειμμα. Τὸ ἔλλειμμα, κύριοι, τῶν προϋπολογισμῶν εἶναι διὰ τοὺς Financiers ὅ,τι ὁ πυρετὸς διὰ τοὺς ἰατρούς· πρὸς αὐτὸ παλαίουσιν αἱ κυβερνήσεις τῶν διαφόρων ἐθνῶν συνήθως κατὰ δύω τρόπους, αἱ δύω δὲ μέθοδοι ἔχουσιν ὡς ἑξῆς. Ὑπουργεῖόν τι οὐχὶ λίαν φειδωλῶς διαχειριζόμενον τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους, ἐδημιούργησεν ἔλλειμμα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, κατόπιν εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὸ καλύψῃ. Ἐντεῦθεν τὸ ἔλλειμμα ὡς dette flottante κατηγγέλλετο ἐνώπιον τῶν Βουλῶν καὶ ἐζητεῖτο νὰ καλυφθῇ τοῦτο διὰ δανείου, δηλαδὴ ἡ dette flottante νὰ μεταποιηθῇ εἰς dette consolidée. Αἱ Βουλαὶ ἠσπάζοντο τὴν πρότασιν ταύτην, πλὴν ἐν τῷ σταδίῳ τῆς διοικήσεώς του τὸ ὑπουργεῖον ἐδημιούργει ἄλλο ἔλλειμμα· ἡ διάδοχος τούτου κυβέρνησις ἐκάλυπτε καὶ αὕτη τὸ εὑρεθὲν ἔλλειμμα, καταγγέλλουσα τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον· ἀλλὰ καὶ ἡ Κυβέρνησις αὕτη πάλιν ἀφρόνως νέον ἐδημιούργει ἔλλειμμα, ἡ διάδοχος πάλιν κατήγγελλε τοῦτο εἰς τὰς Βουλὰς ἀκολουθοῦσα τὴν αὐτὴν τακτικήν· οὕτω δὲ τὸ δημόσιον χρέος προεβιβάσθη εἰς 14 δισεκατομμύρια ἐν Γαλλίᾳ πρὸ τοῦ τελευταίου πολέμου, ἐν Ἰταλίᾳ εἰς ἑπτὰ, ἐν Ἱσπανίᾳ εἰς 6½ κτλ. Τὸ σύστημα ὅμως τοῦτο ἠκολούθησεν ἡ κατάχρησις. Ὁ δεύτερος τρόπος τῆς καλύψεως τοῦ ἐλλείμματος εἶναι ἕτερος· ὑπουργεῖα μὴ μακρόβια ἢ ὑπερφίλαυτα συστέλλονται νὰ καταγγέλλωσιν ἑκάστοτε τὸ ἔλλειμμα ἐνώπιον τῶν Βουλῶν καὶ νὰ ζητῶσι δάνειον ἢ φόρους, προτιμῶντα νὰ καλύψωσιν ἁπλῶς πρὸς τὸ θεαθῆναι τὸ ἔλλειμμα δι’ ἑτέρων μέσων, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπαγορεύει μὲν ἡ δολιότης, ἀλλὰ συνήθως ἡ μικροφιλοτιμία τῶν κυβερνώντων καὶ ὁ φόβος τῆς μὴ ἐπανόδου ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Ποῖα εἶναι τὰ μέσα ταῦτα; Ἔντεχνος ἐπιδίωξις διαφόρων εἰδῶν πιστώσεων, σύγχυσις τῶν χρήσεων, καθυστερήσεις....
§168ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· κύριε πρόεδρε, ἡ ὁμιλία τοῦ κ. βουλευτοῦ εἶναι πολὺ σπουδαία, παρῆλθε δὲ ἡ δωδεκάτη· νομίζω, ὅτι δύνασθε νὰ διαλύσητε τὴν συνεδρίασιν καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ αὔριον ὁ κύριος Πυλαρινός, διότι ἐκουράσθημεν.
§169ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δέχεται ὁ ἀγορεύων;
§170ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ. Τὸ δέχομαι, διότι ἡ ὁμιλία μου θὰ παραταθῇ ἔτι ἐπὶ πολύ.
§171ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐγειρόμενοι). Λοιπὸν τὴν δευτέραν.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 12 καὶ 20.