1873.05.31
1.312 στίχοι · 10.779 λέξεις · 124 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31
τῆς 31 Μαΐου 1873.
(Πέμπτη).
Ὥρα 9½ Π. Μ. Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, προχθὲς παρουσιάσθη ἡ μεγάλη πρεσβεία τῆς Βουλῆς μετὰ τοῦ προεδρείου εἰς τὴν Α. Μ. καὶ ἔδωκε τὴν ἀπάντησιν τῆς Βουλῆς εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, πρὸς ἣν ἀντεφώνησεν ὁ Βασιλεύς· «Λίαν εὐχαρίστως ἤκουσα ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῆς ἀπαντήσεως τὰς κρίσεις τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν σπουδαίων ἀντικειμένων, περὶ ὧν θέλει ἀποφανθῆ κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον. Εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι συντόνως περὶ αὐτὰ θέλει ἐνασχοληθῆ χάριν τοῦ κοινοῦ συμφέροντος.» Αἱ ἐπιτροπαὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν, συνελθοῦσαι ἀπὸ κοινοῦ, κατέθεσαν τὴν ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν συμβάσεων μετὰ τῆς Ἐθνικῆς καὶ τῆς Πιστωτικῆς τραπέζης. Ἡ ἔκθεσις θὰ τυπωθῇ· ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ γείνῃ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις σήμερον (θόρυβος).
§2ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Παρακαλῶ δύω λέξεις. Προχθὲς παρεδέχθη ἡ Βουλὴ εἰς τὴν αὐτὴν ἐπιτροπὴν νὰ παραπεμφθῶσι καὶ αἱ προτάσεις τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης εἶναι καλὸν νὰ τυπωθῶσι καὶ αὐταὶ, διότι θὰ συζητήσωμεν καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν (διάλογοι θορυβώδεις).
§3ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐννοεῖτε νὰ θεωρηθῇ πρώτη ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου σήμερον;
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§5ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Αὐτὸ ἀντίκειται εἰς τὸν κανονισμὸν καὶ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ὁρίζει τρεῖς συζητήσεις καὶ ὄχι τρεῖς ἀναγνώσεις. Καὶ πρώτη ἀνάγνωσις θὰ γείνῃ, καὶ πρώτη συζήτησις καὶ πρώτη ψηφοφορία· καὶ δευτέρα συζήτησις καὶ δευτέρα ψηφοφορία· καὶ τρίτη συζήτησις καὶ τρίτη ψηφοφορία. Ἑπομένως νὰ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις αὐτὴ, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ προσδιορισθῇ ἡ ἡμέρα πρὸς πρώτην συζήτησιν καὶ πρώτην ψηφοφορίαν.
§6ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ μικρῶν πραγμάτων, ἀλλὰ περὶ σπουδαίων συμφερόντων.
§7ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πρόκειται περὶ ἑκατομμυρίων· τὸ Σύνταγμα δὲν τὰς ἀνέγραψεν ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε τὰς τρεῖς συζητήσεις καὶ τὰς τρεῖς ψηφοφορίας.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπίσης ὑπεβλήθη καὶ ἡ ἔκθεσις τῶν ἐπιτροπῶν διὰ τὸν σιδηρόδρομον ἀπὸ Πόρτο–Ῥάφτι μέχρι Βονίτσης.
§9ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῶσιν αἱ ἐκθέσεις καὶ νὰ τυπωθῶσι σύμφωνα μὲ τὸν κανονισμόν. (Ἀναγινώσκονται αὗται ἔχουσαι ὡς ἕπονται). «Πρὸς τὴν Βουλήν. Αἱ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπαὶ τῆς Βουλῆς, συγκείμεναι ἐκ τῶν κάτωθι ὑπογεγραμμένων μελῶν, συνελθοῦσαι ἀπὸ κοινοῦ ἐν τῷ ὡρισμένῳ τοῦ βουλευτηρίου δωματίῳ καὶ ἐπεξεργασθεῖσαι μετ’ ἐπιστασίας τὸ ἀπὸ 23 Μαΐου ε. ε. νομοσχέδιον περὶ ἐγκρίσεως τῶν μετὰ τῆς Γενικῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ 2 Νοεμβρίου 1872 καὶ 17 Μαΐου 1873 συμβάσεων, ὡς καὶ τῆς ἀπὸ 18 Μαΐου ὁμοίας μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἐκθέτουσι, ά) ὅτι ἡ ἀπὸ 2 Νβρίου 1872 σύμβασις, ἀφορῶσα τὴν Γενικὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν, περιλαμβάνει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκδίδειν τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπὶ τῷ ὅρῳ τοῦ νὰ καταβάλῃ αὕτη ὁλόκληρον τὸ κεφάλαιον αὐτῆς ἐκ δεκατεσσάρων ἑκατομμυρίων δραχμῶν, νὰ μὴ δύναται νὰ εἰσπράττῃ τόκον πλέον τῶν 7% καὶ τέλος νὰ χορηγήσῃ τῷ δημοσίῳ ἀνοικτὸν λογαριασμὸν ἴσον τῷ πέμπτῳ τοῦ μετοχικοῦ αὐτῆς κεφαλαίου ἐπὶ τόκῳ κατὰ 1% κατωτέρῳ τοῦ παρ’ αὐτῆς εἰσπραττομένου (ἄρθρον 13)· βʹ) ἡ ἀπὸ 17 Μαΐου ε. ε. ἑτέρα σύμβασις, ἀφορῶσα τὴν αὐτὴν τράπεζαν, περιλαμβάνει τροποποίησην τῶν ἄρθρων 15 καὶ 16 τῆς ἀπὸ 2 Νβρίου προγενεστέρας συμβάσεως, περιορίζουσα τὴν πρὸς τὸ δημόσιον πίστωσιν εἰς δραχμὰς τέσσαρα ἑκατομμύρια καὶ ὁρίζουσα τοὺς τόκους καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τοῦ Ἰονίου Κράτους εἰς 7% μὲ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῆς κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων μέχρι τοῦ 1891, μὴ ἀποκλειομένης καὶ τῆς ὑφισταμένης Ἰονικῆς Τραπέζης τοῦ δικαιώματος τούτου (ὅρα ἄρθρ. 4 τῆς συμβάσεως ταύτης) καὶ γʹ) ἡ ἀπὸ 18 Μαΐου τρίτη σύμβασις, συνομολογηθεῖσα μετὰ τῆς ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τῆς κυβερνήσεως, περιέχει τὴν τροποποίησιν τῶν νόμων τοῦ 1843 καὶ 1861 περὶ τῆς ἀποκλειστικῆς κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων, καθ’ ἣν ἐπεκτείνεται τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῆς εἰρημένης τραπέζης τοῦ νὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν τοιαῦτα γραμμάτια καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, πλὴν τῆς Ἑπτανήσου, ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ ἔχῃ ἐγκαθιδρυμένα καὶ διατηρῇ 22 τοὐλάχιστον καταστήματα ἐντὸς τῶν ἐπαρχιῶν, πλὴν τῆς Ἑπτανήσου, ἀναδεχομένη 1) τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀνοίξῃ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ἀνοικτὸν λογαριασμὸν 3,000,000 φράγκων ἐπὶ τόκῳ 6% ἀντὶ 9½%, ὅπως μέχρι τοῦδε ἐγένετο· 2) ἐπίσης τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ πληρωθῇ εἰς αὐτὴν τὸ ἐκ δραχμ. 6,489,840 χρέος τοῦ δημοσίου μετὰ τῶν δεδουλευμένων τόκων, προερχόμενον ἐκ τοῦ δανείου τῶν 9,000,000 φράγκων τοῦ 1869 ἔτους καὶ 3) τὴν ἑτέραν ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ συγχωνευθῶσι τρία διάφορα δάνεια εἰς ἓν, συμποσούμενον εἰς δραχμὰς 3,850,000, περιοριζομένου τοῦ τόκου ἀπὸ 8 εἰς 7% κλπ. Αἱ ἐπιτροπαὶ σκεπτόμεναι ὅτι τῆς συστάσεως πιστωτικῆς τραπέζης οὔσης προφανῶς ὠφελίμου ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ ὑποσχομένης τὴν παροχὴν χρηματικῶν εὐκολιῶν πρὸς τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν, ὁμοφώνως ἀποφαίνονται ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τῆς περὶ ταύτης συμβάσεως. Διεφώνησαν δὲ δύω ἐκ τῶν μελῶν, οἱ κύριοι Ν. Παπαμιχαλόπουλος καὶ Ν. Τσώκρης, ὡς πρὸς τὴν χορήγησιν τοῦ προνομίου τῆς ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων ἐν Ἑπτανήσῳ ἐπὶ τόκῳ 7%, διατεινόμενα ὅτι, τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης προσφερομένης δι’ ἀναφορᾶς της πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐλαττώσῃ τοὺς τόκους πρὸς 6 καὶ 5%, αἱ ἀνάγκαι τῆς κοινωνίας θεραπεύονται οἰκονομικώτερον, ἐὰν χορηγηθῇ τὸ προνόμιον πρὸς αὐτήν· δὲν φαίνεται δὲ οὔτε λυσιτελὲς οὔτε ὀρθὸν καὶ συμφέρον ἐν τῇ κοινωνίᾳ εἰς τὸν αὐτὸν τόπον νὰ ἱδρυθῶσι δύω ἀντίθετα τραπεζικὰ καταστήματα μὲ τὸ προνόμιον καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως τραπεζικῶν γραμματίων δύο διαφόρων τραπεζικῶν καταστημάτων, καὶ ἑπομένως προτείνουσιν ἤδη τὸ ἀπαράδεκτον τῆς περὶ χορηγήσεως τοῦ προνομίου τούτου πρὸς τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν σχετικῆς συμβάσεως· ἑτέρου δὲ μέλους, τοῦ κ. Ἰωάννου Παπαζαφειροπούλου, ἐπιφυλαττομένου ν’ ἀποφανθῇ μετὰ τὰς δοθησομένας ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διασαφήσεις περὶ τῶν προτάσεων τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης. Τὰ δὲ λοιπὰ τῶν ἐπιτροπῶν μέλη, σκεπτόμενα ὅτι ἅπασαι αἱ συμβάσεις περιέχουσι διατάξεις συμφερούσας εἴς τε τὸ δημόσιον καὶ τὴν κοινωνίαν, διότι πρόκειται ἐπὶ μικροτέροις τόκοις νὰ τεθῶσιν εἰς κυλοφορίαν σημαντικὰ κεφάλαια πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀναγκῶν τῆς κοινωνίας, καὶ νὰ εὐκολυνθῶσι διὰ τῶν χορηγητέων πρὸς τὸ δημόσιον δανείων κοινωφελῆ δημόσια ἔργα ὑποσχόμενα μέλλον ἀγαθὸν εἰς τὸν τόπον· ὅτι τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης μὴ ἀποκλειομένης ἐπὶ ἴσοις ὅροις ν’ ἀποκτήσῃ τὸ προνόμιον τῆς κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων καὶ ἐπὶ τόκῳ ἐλάσσονι τῶν 7%, διότι ἡ προκειμένη σύμβασις τάττουσα ἀνώτατον ὅρον τοῦ τόκου πρὸς 7% καὶ ἐπιφυλάττουσα δικαίωμα εἰς τὴν Ἰόνιον Τράπεζαν ἀποκτήσεως τοῦ αὐτοῦ προνομίου, δὲν ἀποκλείει τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου, ἥτις ἄλλως τε διεπομένη ἀπὸ τοῦ νόμου τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως τῶν κεφαλαίων δὲν δύναται νὰ μείνῃ ἀμετάβλητος καὶ σταθερὰ, καὶ τέλος ὅτι ὁ τῆς Ἰονικῆς καὶ τῆς γενικῆς τραπέζης ἐνδεχόμενος συναγωνισμὸς, δυνάμενος νὰ συντελέσῃ εἰς πλειοτέραν ἐξυπηρέτησιν τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν, δὲν περιέχει τι τὸ δυνάμενον νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀπαγόρευσιν, ἀποφαίνονται περὶ τῆς καθ’ ὁλοκληρίαν παραδοχῆς καὶ ἐπιψηφίσεως τῶν εἰρημένων συμβάσεων καὶ τῶν περιεχομένων ἐν αὐτοῖς ἄρθρων. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 29 Μαΐου 1873.
Ὁ Πρόεδρος
ΑΝ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ,
Ὁ εἰσηγητὴς Α. Δημητριάδης, Τὰ μέλη Ι. Γ. Ἀνδρίτσου, Ι. Δ. Τζιώτης, Ε. Πεταλλᾶς, Ι. Μαυρομιχάλης, Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Γ. Μαυρομαρᾶς, Εὐσ. Δ. Ἡλιόπουλος, Δ. Ζέγγελης, Χαρ. Κανελλόπουλος, Ἀρ. Μεντσελόπουλος, Ν. Δ. Τσώκρης, Στ. Στεφανόπουλος, Σπ. Ζερβός». «Πρὸς τὴν Βουλήν. Αἱ ἐπιτροπαὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν, λαβοῦσαι ὑπ’ ὄψιν τὴν ὑποβληθεῖσαν σύμβασιν περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου ἀπὸ Πόρτο Ῥάφτι τῆς Ἀττικῆς μέχρι Πατρῶν καὶ Ῥίου καὶ ἀπὸ Ἀντιῤῥίου μέχρι τῆς ἀντικρὺ τῆς Πρεβέζης ἀκτῆς, καὶ ἐκτιμήσασαι τὴν ὑπὸ τοῦ προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν γενομένην εἰσήγησιν· Παρατηροῦσιν ὅτι ἡ εὐκολία καὶ ἡ ταχύτης τῆς συγκοινωνίας ἀναμφισβητήτως προάγει τὰ ἔθνη ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, ὁ προκείμενος ὅμως σιδηρόδρομος ἔχει προσέτι δι’ ἡμᾶς καὶ τοῦτο τὸ πλεονέκτημα, ὅτι συνδέει ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν τὴν Δύσιν μετὰ τῆς Ἀνατολῆς. Ἂν δὲ διὰ τῆς συμβάσεως ὑποβαλλώμεθα εἰς ὑποχρεώσεις καὶ παραχωρήσεις σπουδαίας, ἄλλως τε ἀναποφεύκτους διὰ τὴν γεωγραφικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου μας, δὲν πρέπει νὰ ἐπηρεασθῶμεν ἐκ τούτου, καθόσον αἱ παραχωρήσεις αὗται πρέπει μᾶλλον νὰ θεωρηθῶσιν ὡς κεφάλαιον παραγωγικὸν, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων ὠφελειῶν, τὰς ὁποίας ἡ πραγματοποίησις τοῦ ἔργου ἐγγυᾶται. Ἑπομένως αἱ ἐπιτροπαὶ συνιστῶσι τὴν ἔγκρισιν καὶ ἐπικύρωσιν, κατὰ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, τῆς προκειμένης συμβάσεως. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 30 Μαΐου 1873.»
§10ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καθὼς ἐθεωρήθη τοῦ πρώτου σιδηροδρόμου τὸ νομοσχέδιον ὡς κατεπεῖγον, νὰ θεωρηθῇ καὶ αὐτὸ καὶ νὰ ἀναγνωσθῇ σήμερον διὰ πρώτην φοράν.
§11ΖΩΧΙΟΣ. Ἐκεῖ ἦτο ὡρισμένη προθεσμία, καὶ ἔληγε μετ’ ὀλίγας ἡμέρας· ἐδῶ δὲν εἶναι τὸ αὐτό.
§12ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ. Δὲν πειράζει τίποτε νὰ γείνῃ πρώτη ἀνάγνωσις σήμερον.
§13ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Νὰ γείνῃ πρώτη ἀνάγνωσις· ἐρωτήσατε τὴν Βουλὴν, κ. Πρόεδρε.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν πρέπει νὰ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις καὶ νὰ διανεμηθῇ· ἑπομένως, ἀφοῦ ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀναγνωσθῇ, διότι τοῦτο εἶναι ἐναντίον τοῦ κανονισμοῦ.
§15ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πενῆντα χρόνια ἐζήσαμεν χωρὶς αὐτὸν τὸν σιδηρόδρομον. Τί βία εἶναι; Βουλεύεσθε ταχέως, καὶ ἐκτελεῖτε βραδέως.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Δανόπουλε, θὰ γείνῃ ὅπως διατάττει ὁ κανονισμός. Τώρα ἔχομεν εἰς δευτέραν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ΚΗʹ. νόμου περὶ ἐλαττώσεως τῶν μισθῶν καὶ ἐπιμισθίων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. «Ἄρθρον μόνον. Ἡ ἰσχὺς τοῦ ἀπὸ 31 Ἰανουαρίου 1864 ὑπὸ στοιχ. ΚΗʹ. νόμου περὶ ἐλαττώσεως τῶν μισθῶν καὶ ἐπιμισθίων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων παρατείνεται καὶ δι’ ὅλον τὸ ἔτος 1873.»
§17ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει νὰ εἰσαχθῇ νόμος, ὁρίζων σταθερῶς καὶ διαρκῶς τὴν μισθοδοσίαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἵνα παύσῃ αὐτὸ τὸ σύστημα τῆς μακρᾶς προσωρινότητος, διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν νὰ γελῶμεν ἡμᾶς αὐτούς. Ἂν τὸ κράτος δὲν ᾖναι εἰς θέσιν νὰ πληρόνῃ εἰς τοὺς δημοσίους λειτουργοὺς τοὺς κανονισμένους μισθοὺς, προτιμότερον εἶναι νὰ ἔλθῃ εἷς νόμος ὁριστικὸς, ὁρίζων τὴν μισθοδοσίαν κατ’ αὐτὴν τὴν ἐλάττωσιν, ἢ νὰ παρατείνεται τὸ ψευδὲς τοῦτο σύστημα.
§18ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι τῳόντι εἶναι καιρὸς νὰ παύσῃ ἡ ἐλάττωσις τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων· εἶναι καιρὸς ἤδη, ὅτε κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν, ὅστις ὑπεβλήθη, οὐ μόνον ἐπετεύχθη τὸ ἰσοζύγιον, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ πλεόνασμα. Εἶναι ἀντίθεσις, ὅταν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὁμολογῶμεν πλεόνασμα, νὰ προσφεύγωμεν εἰς τὸ ἔσχατον μέσον τῆς ἐλαττώσεως τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων ἐπὶ τῷ λόγῳ τῶν ἀναγκῶν τοῦ κράτους. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τοῦ ἰσοζυγίου, καὶ χωρὶς νὰ ἐξετάσω τὸ παρελθὸν, μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ ἐλάττωσις τῶν νομίμων ἀποδοχῶν τῶν δημοσίων λειτουργῶν εἶναι ἀποτέλεσμα ἐσχάτης ἀνάγκης, ῥιζικῶς ἄδικον. Ἐννοῶ τὴν αὔξησιν τῶν φόρων, τὴν προσφυγὴν εἰς ἐπιβολὴν φόρων ἐκτάκτων, τὴν ἐξεύρεσιν πόρων πρὸς πλήρωσιν ἀναγκῶν, ἀλλὰ τὴν ἐλάττωσιν τῶν μισθῶν, ὅταν τὸ ἔσχατον μέτρον ἐλήφθη εἰς προσδιορισμὸν αὐτῶν, τὴν θεωρῶ ὄχι δικαίαν. Ἡ μισθοδοσία τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων τῆς Γαλλίας, ἥτις προσδιωρίσθη πρὸ τριακονταετίας ἢ τεσσαρακονταετίας, πολλάκις ἐλήφθη πρόνοια ὅπως αὐξηθῇ· ἀρκεῖ νὰ εἴπω ὅτι, προκειμένου περὶ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἀπὸ τοῦ 48 μέχρι τοῦ 55 κατὰ ἓξ ἑκατομμύρια πεντακοσίας χιλιάδας φράγκων ηὐξήθη ἡ μισθοδοσία μόνον αὐτοῦ τοῦ κλάδου· διατί; διότι ηὐξήθησαν, κύριοι, αἱ κοινωνικαὶ ἀνάγκαι καὶ οἱ ὑπάλληλοι πληρόνονται ἀναλόγως τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν· καθ’ ὅσον αὐξάνουν αἱ κοινωνικαὶ ἀνάγκαι, κατὰ τοσοῦτον πρέπει νὰ παρέχωνται τὰ μέσα τοῦ εὖ ζῇν. Δὲν ἐννοῶ ὅτι πρέπει νὰ παρέχωνται τὰ μέσα τῆς πυλυτελείας, ἀλλὰ πρέπει νὰ παρέχωνται τὰ μέσα τῆς ζωῆς, τῆς πρώτης ἀνάγκης. Πρέπει δὲ νὰ τὰ παράσχωμεν, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν πλήρη, ὅτι ἂν κατά τι νοσῇ ἡ κοινωνία, αἰτία εἶναι καὶ ἡ κατάστασις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Καὶ ἡ κατάστασις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἶναι τοιαύτη, διότι δὲν παρέχομεν τὰ μέσα τοῦ εὖ ζῇν εἰς αὐτοὺς, διότι ἐλλείπουσιν οἱ δύω οὐσιωδέστατοι ὅροι πρὸς μόρφωσιν ἱκανῶν ὑπαλλήλων, ἡ μονιμότης καὶ τὰ ἀρκοῦντα πρὸς εὐζωΐαν μέσα, καὶ πρὸ πάντων εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον, ὅστις ἀπονέμει τὴν δικαιοσύνην, ἥτις εἶναι ἡ βάσις τῆς κοινωνίας· ἄνευ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης δὲν εἶναι ζήτημα ὅτι κοινωνία δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Χαρίζω ὅλα τὰ ἄλλα δικαιώματα, καὶ δότε μοι τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης ἀνεξάρτητον καὶ πεφωτισμένην, καὶ ἂν τοῦτο γείνῃ, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι θὰ ἔχωμεν τὰς πολιτικὰς ἐλευθερίας ἐντελεῖς. Τί βλέπετε σήμερον εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον; Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης· μὲ τὸν φανὸν τοῦ Διογένους καὶ αὐτὸς καὶ ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ζητοῦν δικαστὰς καὶ ἀνθρώπους δὲν εὑρίσκουν.
§19ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Διὰ τὴν Κέρκυραν εὑρίσκουν (θόρυβος).
§20ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐν διαστήματι ὀλίγων μηνῶν δύω δικαστικαὶ ἱκανότητες ἐγκατέλειψαν τὸν Ἄρειον Πάγον· ὁ εἰσαγγελεὺς, ὅστις ἦτο τὸ καύχημα τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας, καὶ τοῦτο δέον ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὸ ἀνεπαρκὲς τῶν μέσων τῆς συντηρήσεως. Δὲν θέλω νὰ δώσωμεν τὰς μισθοδοσίας, τὰς ὁποίας τοὺς δίδουν αἱ ἰδιωτικαὶ ἐπιχειρήσεις, ἀλλὰ μὲ τὸ τρίτον ἂν ἐμισθοδοτοῦντο, ἤθελον μείνει εἰς τὴν θέσιν των. Ἀντικατεστάθη, καὶ θαυμάζω πῶς εὑρέθη ὁ ἀντικαταστάτης. Ἕτερον μέλος τοῦ Ἀρείου Πάγου, καύχημα ἐπίσης τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, ἠναγκάσθη νὰ παραιτήσῃ τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν καὶ νὰ προσφύγῃ ποῦ; εἰς τὰς ἰδιωτικὰς ἐπιχειρήσεις, εἰς τὴν ἐξάσκησιν ἐλευθέρου ἐπαγγέλματος. Πρό τινος ἕτερος Ἀρεοπαγίτης παρῃτήθη, καὶ σήμερον ὁ Ἄρειος Πάγος συγκροτεῖται ἀπὸ τὸ ἥμισυ σχεδὸν τῶν μελῶν του. Νομοσχέδιον σᾶς ὑπεβλήθη, αὐξάνον τὸν ἀριθμὸν τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀναγκαιότατον, κατεπεῖγον, ἀλλ’ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῶσιν ἄνθρωποι νὰ ὑπηρετήσουν. Ἡ κατάστασις τῶν ἐφετείων ἔτι χείρων παρουσιάζεται. Γνωρίζω μέλη τῶν δικαστηρίων τούτων ἱκανώτατα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ ἑταιριῶν ὅπως παραιτήσωσι τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Μὲ μισθὸν 310 καὶ 320 δραχμῶν εἶναι ἀδύνατον νὰ εὕρητε ἐφέτας, σήμερον, ὅπως ἀνεπτύχθησαν αἱ κοινωνικαὶ ἀνάγκαι. Τίς δὲ εἶναι ἡ μισθοδοσία τοῦ δυστυχοῦς πρωτοδίκου; 200 δραχμαί, εὐτελεστάτη· 210 εἶναι τὸ ὅλον. Θέλετε ἕνα οἰκογενειάρχην νὰ ἐπαρκέσῃ μὲ τὸ εὐτελὲς αὐτὸ μισθάριον; Καὶ τί ζητεῖτε ἀπ’ αὐτούς; Τιμιότητα ἄκραν, ἱκανότητα ἄπειρον, ἐγκατάλειψιν πάσης ἰδιωτικῆς ἐπιχειρήσεως· τοῦτο ἐπιβάλλει ὁ ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων, νὰ ἀπομακρυνθῇ τῆς κοινωνίας, νὰ καταγείνῃ εἰς τὴν ἐπιστήμην, εἰς τὴν μελέτην, καὶ αὐτὰς τὰς σχέσεις τὰς κοινωνικὰς νὰ τὰς διακόψῃ. Τί λοιπὸν παρέχετε εἰς αὐτὸν τὸν δικαστικὸν ὑπάλληλον, ὅστις ἀπονέμει τὴν δικαιοσύνην, εἰς τοῦ ὁποίου τὰς χεῖρας εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ τιμή μας, ἡ ἰδιοκτησία μας, ἡ προσωπική μας ἐλευθερία; Τί λοιπὸν τῷ δίδετε; 200 εὐτελεῖς, εὐτελεστάτας δραχμάς. Εἶναι δυνατὸν, ἐρωτῶ, νὰ εὕρητε ὅλα αὐτὰ τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ζητεῖτε, εἰς αὐτὸν τὸν δικαστικὸν ὑπάλληλον, εἰς χεῖρας τοῦ ὁποίου, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ τιμή σας, ἡ ὕπαρξίς σας, ἡ περιουσία σας; Λαλῶ ἐν γένει κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ οὐχ ἧττον περιορίζομαι νὰ εἴπω ὅτι ἂν αἱ οἰκονομικαὶ ἀνάγκαι τοῦ κράτους δὲν ἐπιτρέπουν τὴν πληρωμὴν πλήρους μισθοδοσίας εἰς ὅλους τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, τοὐλάχιστον νὰ γείνῃ καθόσον ἀφορᾷ τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους. Ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μοὶ δώσῃ σημείωσιν εἰς πόσον ποσὸν ἀναβαίνει ἡ ἐλάττωσις, καὶ κατὰ τὴν σημείωσιν τὴν ὁποίαν ἔχω ἐδῶ, ἀνέρχεται ἐν συνόλῳ εἰς 104,073 δραχμὰς, ἂν δεχθῆτε τὴν τροπολογίαν καὶ ἀπὸ τῆς ά. Ἰουνίου πληρόνεται ἡ μισθοδοσία τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων κατὰ τὸν καταστατικὸν νόμον.
§21ΠΟΛΛΟΙ. Ὅλων! ὅλων!
§22ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὅλων λέγω καὶ ἐγώ· ἀλλὰ ἂν δὲν ᾖναι δυνατὸν ὅλων, πρὸ πάντων τῶν δικαστικῶν.
§23ΛΑΠΑΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι παρὰ στρατιωτικὸς, ἀλλὰ βλέπω ὅτι μόνον διὰ τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους πρέπει νὰ γείνῃ αὐτό (θόρυβος).
§24ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅλων· ἀλλ’ ἂν αἱ οἰκονομικαὶ ἀνάγκαι τοῦ κράτους δὲν ἐπιτρέπουν τὴν ἀπονομὴν τῆς τακτικῆς μισθοδοσίας εἰς πάντας, τότε προτείνω νὰ γείνῃ ὅσον ἀφορᾷ μόνον τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους. Προτείνω λοιπὸν τροπολογίαν, ὅτι ἀπὸ πρώτης Ἰουνίου δὲν ἰσχύει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἀλλ’ ὁ νόμος ὁ τακτικὸς ὁ ἀπονέμων πλήρη μισθοδοσίαν εἰς τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους.
§25ΤΙΝΕΣ. Ποία ἡ αὔξησις;
§26ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. 52,000 δραχ. Ἐὰν δὲ ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰουλίου δεχθῆτε νὰ ἰσχύῃ ὁ τακτικὸς μισθὸς ὅλων τῶν ὑπαλλήλων, 300,000 δραχ. μόνον θὰ προσθέσετε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν.
§27ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ τοῦ χρόνου;
§28ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τὸ ἄλλο ἔτος ἔχομεν τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θὰ ἔχῃ περίσσευμα περισσότερον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ τότε σὺν Θεῷ δὲν θὰ ἤμεθα πλέον εἰς δυσκολίαν. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν ἐσυζητήθη αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον, καὶ μάλιστα ὁ κύριος Πεταλλᾶς ὑπεστήριξε τὴν ἐν γένει προσθήκην· ἐὰν ὅμως δὲν θέλετε δι’ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους, δεχθῆτε μόνον διὰ τοὺς δικαστικοὺς καὶ ἡ αὔξησις εἶναι μόνον 54,000 δρ. Ἀρκοῦμαι εἰς τοῦτο καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὸ ἐπιψηφίσῃ· παρακαλῶ πρὸ πάντων τὴν κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ κυβέρνησις, κύριοι, καλλίτερον ἐννοεῖ ἐμοῦ, ὅτι πρὸ πάντων πρέπει νὰ φροντίσωμεν πρὸς μόρφωσιν ὑπαλλήλων. Τὰ καλλίτερα νομοσχέδια, τὰ καλλίτερα νομοθετικὰ μέτρα τὰ ὁποῖα θὰ λάβητε θὰ ναυαγήσουν, ἐν ὅσῳ δὲν γείνῃ φροντὶς περὶ μορφώσεως ὑπαλληλίας. Περὶ μορφώσεως τῆς διοικήσεως (καὶ διοίκησιν ἐννοῶ ὅλους τοὺς κλάδους τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας), ὅσην καὶ ἂν θέλητε νὰ ἔχητε τὴν διάθεσιν, ὅσον καὶ ἂν ἔχῃ ζῆλον ἡ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ τὸ καλὸν, πιστεύσατε ὅτι θὰ ναυαγήσῃ, ὅταν δὲν ἔχομεν καλὴν ὑπαλληλίαν πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νομοθετημάτων. Εἶναι βέβαιον ὅτι δὲν τοὺς μορφόνει ὁ μισθὸς, ἀλλὰ τέλος, ὅταν ὑπάρχουν αὐτοὶ οἱ οὐσιώδεις ὅροι, ἡ μονιμότης καὶ τὸ ἐπαρκὲς τῆς μισθοδοσίας, εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρωμεν ὑπαλλήλους. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν μονιμότητα, εἶναι ἡ εὐχὴ ὅλων τῶν Συνελεύσεων, πασῶν τῶν Βουλῶν· ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἐρχόμεθα φαίνεται εἰς αὐτὴν, ἐλπίζω δὲ καὶ εὔχομαι ὅτι ἡ κυβέρνησις εἰς τὴν παροῦσαν σύνοδον θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον γενικῆς τῶν ὑπαλλήλων μονιμότητος, καθὼς ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ μονιμότητος διὰ τὴν ἀτυχῆ αὐτὴν τάξιν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, τοὺς εἰρηνοδίκας. Εὐγνωμονῶ διὰ τοῦτο εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης καὶ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς κυβερνήσεως, ὅστις εἶναι ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐλπίζω λοιπὸν ἡ Βουλὴ νὰ δεχθῇ τὴν πρότασίν μου νὰ πληρωθοῦν οἱ ὑπάλληλοι ἐν γένει, ἄλλως, τοὐλάχιστον μόνοι οἱ δικαστικοί.
§29Ν. ΣΟΥΤΣΟΣ. Ἄλλως, μόνον οἱ στρατιωτικοί.
§30ΠΕΤΑΛΑΣ. Συμφώνως μὲ τὴν γνωμοδότησιν, τὴν ὁποίαν ἔφερα ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, συμφωνῶ καθ’ ὁλοκληρίαν μὲ τὸν προλαλήσαντα καὶ μ’ ὅλας τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ἀντικειμένου ἐπέφερεν. Ὡς πρὸς τὴν ἐξαίρεσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν, ἔχω νὰ παρατηρήσω, ὄχι ὅτι οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι δὲν πρέπει νὰ προτιμῶνται, δὲν πρέπει νὰ πληρόνωνται ἁδρῶς καὶ ἀναλόγως τῆς σπουδαίας ὑπηρεσίας μεθ’ ἧς εἶναι περιβεβλημένοι, ἀλλ’ ὅτι εἶναι σπουδαιότατοι καὶ ἄλλοι κλάδοι ὑπηρεσίας, οἵτινες πρέπει νὰ πληρόνωνται ἀναλόγως τῆς σπουδαιότητός των, καὶ φέρω ὡς παράδειγμα τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου. Ἄνευ εἰσπράξεων, κύριοι, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν οὔτε δικαστήρια, οὔτε στρατὸν, οὔτε ἄλλο τι· εἶναι σπουδαιότατον ἀντικείμενον ἡ καλὴ πληρωμὴ τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων. Καθὼς εἶπεν ὁ προλαλήσας, δὲν πρόκειται νὰ πλουτίσωμεν τοὺς ὑπαλλήλους, ἀλλὰ νὰ τοῖς δώσωμεν ἕνα μισθὸν ἀνάλογον τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς Κυβερνήσεώς μας, καὶ ἂν ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν δυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν εἰς τὴν μισθοδοσίαν των, μισθοδοσίαν κανονισμένην πρὸ πολλῶν ἐτῶν, ὅτε, καθὼς ὁ προλαλήσας καλῶς ὑπεστήριξεν, ὅλαι αἱ κοινωνικαὶ ἀνάγκαι ἦσαν πολὺ μικρότεραι ἀφ’ ὅ,τι εἶναι σήμερον, τοὐλάχιστον νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸ νὰ μὴ ἀδικήσωμεν αὐτοὺς ἐλαττόνοντες τὴν μικρὰν αὐτῶν μισθοδοσίαν, καὶ νὰ ἀφήσωμεν ἐν ἰσχύϊ τὸν νόμον.
§31ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Πυλίας εἶναι ὀρθοτάτη, στηρίζεται εἰς τὸν πόθον τῆς βελτιώσεως τῆς διοικήσεως ἐν γένει καὶ κύριον θέμα εἶχε τὸ οἰκονομικὸν τῆς ὑπαλληλίας ἐν γένει, τὸ ὁποῖον ὁμολογουμένως ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῆς ὑπηρεσίας· γνωρίζει δὲ καὶ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας καθὼς καὶ ἡ Βουλὴ, ὅτι ἡ διοίκησις ἐν Ἑλλάδι δὲν ἔχει ἀνάγκην ταύτης μόνον τῆς βελτιώσεως ἀλλὰ πλείστων· ἑπομένως δυνάμεθα ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας νὰ συζητήσωμεν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ πολλοὶ ῥήτορες νὰ ἀγορεύσωσι μακροὺς λόγους καταγινόμενοι εἰς τὸ θέμα τοῦτο τῆς βελτιώσεως τῆς διοικήσεως τῶν διαφόρων κλάδων. Κατὰ τῶν τοιούτων συζητήσεων ἑπομένως καὶ ἐναντίον τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐπρότεινε πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πυλίας, οὔτε ἐγὼ, οὔτε οὐδὲν τῶν μελῶν τοῦ ὑπουργείου ἔχομεν σκοπὸν νὰ ἀντιταχθῶμεν· ἀναγκαζόμεθα ὅμως μετὰ θλίψεως νὰ ἀποκρούσωμεν τὴν παραδοχὴν τῶν προτάσεων τούτων τὴν στιγμὴν ταύτην. Αὐτὴ δὲ ἡ ἰδέα εἶμαι ὑπερβέβαιος ὅτι κατέχει τὸν νοῦν ἁπάντων τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουν σπουδαίως νὰ σκέπτωνται περὶ τῶν κοινῶν, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουν σπουδαίως νὰ ἐρευνῶσι τὰ οἰκονομικὰ καὶ μετὰ πολλῆς προτοχῆς νὰ ἐπιφέρωσιν εἰς αὐτὰ οἰκονομίας, διότι πρὸ παντὸς ἄλλου ἀντιπροσωπεύοντες τὸν φορολογούμενον λαὸν πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ βάρη αὐτοῦ· παρεκτὸς δὲ τούτου, διότι οὐδεὶς τῶν κυρίων βουλευτῶν, εἶναι βέβαιος, ἐννοεῖ ὅτι δύνανται νὰ προαχθῶσι διὰ μιᾶς τὰ οἰκονομικὰ ἑνὸς κράτους δι’ οὐδενὸς μέτρου, οὐδὲ δι’ αὐτῆς τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας, ἡ ὁποία δὲν αὐξάνει τὰς προσόδους τοῦ κράτους εἰμὴ κατὰ τὸ φαινόμενον μόνον, ὅταν εἶναι ὑπερβολική. Πάντες, εἶμαι βέβαιος, γνωρίζετε ὅτι τὰ οἰκονομικὰ ἑνὸς κράτους συναυξάνουσι μετὰ τοῦ πλούτου τοῦ λαοῦ, μετὰ τοῦ πλούτου τοῦ ἐθνικοῦ· ἑπομένως αὔξησις τῶν δημοσίων προσόδων δὲν δύναται νὰ στηριχθῇ εἰμὴ ἐπὶ ἑνὸς συστήματος καλῶς μεμελετημένου, καλῶς ὠργανισμένου καὶ καλῶς ἐφηρμοσμένου, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προάξῃ τὴν ἐθνικὴν περιουσίαν· ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ κάμωσι τὴν ἐλαχίστην ἐντύπωσιν εἰς τὸ κοινοβούλιον τὰ ἰσοζύγια τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἀπὸ μέτρα διοικητικά. Εἶναι βεβαίως εὐάρεστον, εὐαρεστότατον νὰ μὴ παρουσιάζωνται προϋπολογισμοὶ ἑτεροσκελεῖς, ὡς ὠνόμασεν αὐτοὺς ἄλλοτε ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μας κύριος Χρηστίδης, καὶ νὰ ὑπάρχῃ προϋπολογισμὸς στηριζόμενος ἐπὶ ἰσοζυγίου, ἀλλ’ ἡ φροντὶς καὶ τῶν κυβερνήσεων καὶ τῶν Βουλῶν πρέπει νὰ ᾖναι ἡ προαγωγὴ τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου καὶ ἐπὶ ταύτης τῆς προαγωγῆς καὶ ἀναπτύξεως τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου νὰ τεθῇ τὸ θεμέλιον τῆς προαγωγῆς τῶν δημοσίων ἐσόδων. Διὰ νὰ προάξετε ὅμως τὸν πλοῦτον τοῦ λαοῦ, ἔχετε ἀνάγκην θυσιῶν, καὶ ἐπειδὴ ὀφείλετε ὡς προεῖπον εἰς αὐτὸ ἰδίως νὰ προσέξητε, εἰς τὴν προαγωγὴν τῶν δημοσίων ἐσόδων διὰ τῆς προαγωγῆς τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, πρέπει νὰ φροντίσητε νὰ ἔχετε περίσσευμα εἰς τοὺς προϋπολογισμούς, διὰ νὰ ἔλθετε ἀμέσως εἰς ἐπικουρίαν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου. Ἐὰν δὲ τοῦτο τὸ κατορθώσητε, τότε μόνον σᾶς ἀνοίγεται εὐρὺ στάδιον ὅπως διορθωθῶσι τὰ τῆς διοικήσεώς σας καὶ μεταξὺ ἄλλων λάβητε πρόνοιαν περὶ αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων. Ἐὰν δὲ ἀκολουθήσητε τὸ ἐναντίον σύστημα κατὰ τὴν πρώτην στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν παρουσιάζεται προϋπολογισμὸς μὲ ἐλπίδα ἰσοζυγίου, ἐὰν θελήσετε νὰ ἐπιβαρύνητε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον, ὥστε τὸ ἰσοζύγιον νὰ καταστραφῇ, τότε καὶ ἰσοζύγιον δὲν ἔχετε, καὶ πολὺ ὀλιγώτερον περισσεύματα, διὰ νὰ ἔλθητε πρὸς πραγματοποίησιν τῆς ἀληθοῦς ἰδέας, ἐφ’ ἧς πρέπει νὰ στηρίζωνται αἱ ἐλπίδες τῆς αὐξήσεως τῶν δημοσίων προσόδων. Τί συνέβη εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν, κύριοι; Ἡ κυβέρνησις εὗρεν ἐνώπιόν της προϋπολογισμὸν ἑτεροσκελῆ, κατέγεινεν ἀπόνως ὅπως κατορθώσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα νὰ τὸν καταστήσῃ ἐν ἰσοῤῥοπίᾳ, κατέστρεψε συμφέροντα προσωπικά, κατέστρεψε συμφέροντα σωματίων, προσέβαλεν ἰδέας αἱ ὁποῖαι εἰς τὸν νοῦν πολλῶν θεωροῦνται ἱεραί, ἠλάττωσε τὸν στρατὸν, ἠλάττωσε τὸ ναυτικὸν, ἔπαυσε τὴν ἐξωτερικὴν ἀντιπροσωπείαν, ἐνήργησε διαφόρους ἄλλας οἰκονομίας διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ κάμῃ τὸ πρῶτον τουλάχιστον βῆμα πρὸς τὴν τακτοποίησιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων καὶ φέρῃ τὴν ἰσοῤῥοπίαν μεταξὺ αὐτῶν τῶν δύω κλάδων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ συγχρόνως, ἐμφορουμένη ὑπὸ τῶν ἰδεῶν τὰς ὁποίας προηγουμένως σᾶς ἐξέθεσα, ὅτι δὲν προάγεται ὁ δημόσιος πλοῦτος ἐὰν δὲν προαχθῇ ὁ ἐθνικὸς, ἔλαβε τὴν πρωτοβουλίαν νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ψῆφον αὐτῆς ὑπὲρ διαφόρων μέτρων, τὰ ὁποῖα παρ’ ὅλοις τοῖς ἔθνεσιν εἶναι παραδεδεγμένα ὡς τὰ πρῶτα καὶ τὰ δραστηριώτατα πρὸς τὸν εἰρημένον σκοπὸν, καὶ πρὸς τοῦτο ἐζήτησε παρ’ ὑμῶν θυσίας χρηματικάς. Τὸ καλὸν δὲν πρέπει ποτὲ νὰ συγκρίνηται πρὸς τὸ καλὸν, διότι προτιμότερον εἶναι νὰ ἔχωμεν δύω καλὰ παρὰ ἕν· δὲν εἶναι ὅμως ὀρθὸς ὁ συλλογισμὸς ὅτι ἡ σύγκρισις αὕτη δὲν πρέπει ποτὲ νὰ γείνῃ. Ὑπάρχουν περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ γίνηται σύγκρισις τοιαύτη, καὶ ἡ περίστασις εἶναι ὅταν ἄνευ τούτου δὲν θὰ ἔχητε οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο. Ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἶναι ὁμολογουμένως καλή, εἶναι μέσον πρὸς βελτίωσιν τῆς διοικήσεως· ἀλλ’ ἐὰν καταστρέψητε τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ σας, ἐὰν ἀναγκασθῆτε νὰ στερήσητε αὐτὸν τὸν ἴδιον λαὸν ἐν τῇ ἐργασίᾳ του καὶ ἐν τῇ προόδῳ του, ἐὰν τὸν στερήσητε τῶν μέσων νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν πρόοδόν του καὶ τὸν πλοῦτόν του, εἶναι προτιμότερον αὐτὴν τὴν βελτίωσιν νὰ τὴν ἐγκαταλείψητε· καὶ εἶναι προτιμότερον, ὅσον δὲν πρόκειται νὰ τὴν ἐγκαταλείψητε διὰ παντός, πρόκειται νὰ τὴν ἐγκαταλείψητε προσκαίρως καὶ νὰ τὴν ἐγκαταλείψητε χάριν ἑνὸς ἄλλου καλοῦ, τὸ ὁποῖον αὐτὸ θὰ τὴν διευκολύνῃ. Οὐδεὶς θὰ μᾶς ἀδικήσῃ, κύριοι, ἀποδίδων ἡμῖν τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ διατηρήσωμεν εἰς ἣν ὑπάρχουν σήμερον κατάστασιν οἱ μισθοὶ τῆς τοῦ δημοσίου ὑπαλληλίας, διότι ἡμεῖς οἱ ἴδιοι δοκιμάζομεν ἐν ταῖς δαπάναις ἡμῶν τὴν αὔξησιν τὴν βαθμιαίαν, ἡ ὁποία διὰ τοῦ χρόνου ἐπέρχεται, καὶ ὅ,τι εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς παρατηροῦμεν χρεωστοῦμεν νὰ τὸ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι συμβαίνει καὶ εἰς τὴν δημόσιον ὑπαλληλίαν· δυσκολεύομαι ὅμως νὰ πιστεύσω, ὅτι δύνανται νὰ ὑπάρχουν ἀρκετὰ ἰσχυρὰ ἐπιχειρήματα ὅπως θεωρηθῇ μᾶλλον κατεπείγουσα ἡ ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, παρὰ ἡ ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν τοῦ ἑτέρου κλάδου· ὅλοι ἐκτελοῦσι δημόσιον ὑπηρεσίαν καὶ ὑπηρεσίαν πολύτιμον. Σᾶς ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ὁ βουλευτὴς Ἰθάκης, μίαν παρατήρησιν πολλοῦ λόγου ἀξίαν, καὶ ἐρωτῶ ἕκαστον ν’ ἀποκριθῇ, ἐὰν τῳόντι, ὡς ἐκεῖνος εἶπεν, οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι διαχειρίζονται τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, δὲν εἶναι ἀνάγκη πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ μὴ ἔχουν ἀνάγκας οἰκονομικάς. Τοῦτο λέγων δὲν ἐννοῶ, ὅτι ὁ δικαστὴς ὁ ὁποῖος ἐπίσης διαχειρίζεται τὴν περιουσίαν τοῦ πολίτου καὶ τὴν τιμήν του, ὅτι αὐτὸς δὲν πρέπει νὰ εὑρίσκηται εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν τοῦ νὰ μὴ ἔχῃ ἀνάγκας οἰκονομικάς, ἀλλὰ διστάζω ν’ ἀποφασίσω ἐὰν πρέπει νὰ θυσιάσωμεν τὴν μίαν ἀνάγκην χάριν τῆς ἄλλης. Ὅταν ἐσκεπτόμεθα, κύριοι, ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ καταργήσωμεν τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἀποδοχῶν τοῦ στρατοῦ, καὶ κατ’ ἀρχὰς τὸ ἀπεφασίσαμεν, ἀλλ’ ἔπειτα τὸ παρελείψαμεν. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι, ἐὰν θελήσητε τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται σήμερον νὰ τὸ μεταῤῥυθμίσητε, ἐὰν ἠμπορῆτε χάριν ἄλλου τινὸς κλάδου νὰ κάμητε τὰς μεταῤῥυθμίσεις παραλείποντες τὸν κλάδον τοῦ στρατοῦ. Βλέπετε ὅτι ἔχομεν ἐνώπιόν μας τρεῖς κλάδους, τῶν Οἰκονομικῶν, τῆς Δικαιοσύνης, τῶν Στρατιωτικῶν, περὶ ὧν δυσκόλως δύναταί τις ν’ ἀποφανθῇ κατὰ προτίμησιν. Ὥστε ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Πυλίας, ἀρίστη ἀπολύτως, τὴν στιγμὴν αὐτὴν νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ δεκτή, κατὰ μείζονα ὅμως λόγον δὲν πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ ἑτέρα ἰδέα, ἡ ὁποία δὲν διετυπώθη νομίζω ἀκόμη, ἡ πρότασις τοῦ ὅτι πρέπει ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον ν’ ἀποῤῥιφθῇ ὅπως ἀπὸ 1ης Ἰουλίου ὁλόκληρος ἡ μισθοδοσία ὅλων τῶν ὑπαλλήλων δοθῇ εἰς αὐτούς, διότι ἡ αὔξησις τῶν ἐξόδων κατὰ 300,000 δραχμῶν εἰς τὸ διάστημα τῆς ἑξαμηνίας καὶ κατὰ 600,000 δραχμῶν δι’ ἓν ὁλόκληρον ἔτος ἤθελεν εἶσθαι σημαντικὴ καινοτομία ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ κράτους, καὶ δὲν πρέπει νὰ γείνῃ δεκτή, ἐὰν ἡ Βουλή, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, θὰ φροντίσῃ καὶ αὐτὴ ἡ ἰδία νὰ συντελέσῃ τὸ καθ’ ἑαυτὴν εἰς τὸ ἰσοζύγιον καὶ εἰς τὴν τακτοποίησιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ κράτους. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει ἐξετάσει τὰ ζητήματα μεμονωμένως καὶ κεχωρισμένως, πεποιθυῖα ὅτι τὰ σοβαρὰ ἔργα τῶν νομοθετικῶν σωμάτων πρέπει νὰ ᾖναι συστηματικά. Ἡ Βουλὴ βεβαίως πρέπει νὰ ἔχῃ καρδίαν, ἀλλὰ ὁ νοῦς πρέπει νὰ προέχῃ πάντοτε, διότι μόνον δι’ αὐτοῦ δύνανται νὰ γείνωσιν ἔργα στερεὰ ἀκίνητα, σκόπιμα. Καὶ διὰ τοῦτο καὶ Βουλαὶ καὶ κυβερνήσεις πολλάκις δυσαρεστοῦν καὶ πολλάκις παραλείπουν ἀνάγκας τὰς ὁποίας ἀναγνωρίζουν, διότι βλέπουν ἄλλας ὑπερτέρας. Ἐὰν δὲ τοιαύτη σταθερότης καὶ τοιοῦτος νοῦς δὲν ὑπάρχῃ εἰς τὰς κυβερνήσεις καὶ εἰς τὰς Βουλάς, τότε βεβαίως τὰ ἔργα αὐτῶν εἶναι πολὺ κατώτερα τῶν ἀξιώσεων, αἱ ὁποῖαι περὶ αὐτῶν ὑπάρχουν.
§32ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω διόλου ὅτι καὶ εἰς τὸν νοῦν τῆς κυβερνήσεως ἦλθεν ἡ ἰδέα τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας, ὁριστικώτερον, τῆς ἀπονομῆς τῆς τακτικῆς μισθοδοσίας, καὶ ὅτι τὴν διάθεσιν εἶχε πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ. Ἐπίστευον ἐν τούτοις, ὅτι τὴν διάθεσιν ἐκείνην ἤθελε τὴν ἐξωτερικεύσει, ὅταν καὶ ἐν τῷ κοινοβουλίῳ εὑρίσκετο ἡ αὐτὴ εὐχὴ καὶ ὁ αὐτὸς πόθος. Εἶμαι ἀτυχὴς διότι δὲν ἠδυνήθην νὰ πείσω τὸν κ. πρόεδρον τῆς κυβερνήσεως περὶ τῆς ἀνάγκης, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω. Δὲν ἀποτείνομαι, κύριοι, διόλου εἰς τὴν καρδίαν σας, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ κ. πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως; ἀποτείνομαι πρὸ πάντων καὶ κυρίως εἰς τὸν νοῦν καὶ ὑμῶν καὶ τῆς κυβερνήσεως, καὶ αἱ σκέψεις καὶ ὑμῶν καὶ τῆς κυβερνήσεως θὰ σᾶς ὁδηγήσουν ἀσφαλῶς εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς προτάσεώς μου. Ἡ ἀρχὴ ἡ καθιερωθεῖσα, ὅτι οἱ μισθοὶ πρέπει νὰ κανονίζωνται ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τοῦ κράτους, εἶναι ἀρχὴ ἐσφαλμένη. Ἡ ἀρχὴ τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ὑποστηρίζει ἐν τῇ ἐκθέσει του, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους πρέπει νὰ ῥυθμίζωνται ὅπως ῥυθμίζονται τὰ οἰκονομικὰ τῶν ἐμπόρων, εἶναι ἀρχὴ ἐσφαλμένη. Διὰ τοῦτο, κύριοι, πρὸ πάντων ψηφίζονται τὰ ἔξοδα καὶ ἔπειτα τὰ ἔσοδα· διότι τὰ ἔσοδα τῶν κρατῶν πρέπει νὰ κανονίζωνται ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν. Ὅταν ἡ κοινωνία εὑρεθῇ εἰς ἀνάγκας, ὑπερτάτη πρέπει νὰ καταβληθῇ φροντὶς δι’ ἄλλων πόρων νὰ οἰκονομήσῃ τὸ ἔλλειμμά της. Εἶναι τῳόντι μέτρον τι καὶ ἡ κατάργησις τῶν περιττῶν θέσεων, ἀλλ’ οὐδέποτε δύναμαι νὰ δεχθῶ ὡς μέτρον οἰκονομικὸν τὸν περιορισμὸν τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων, διότι βάσιν ἔχει ἡ μισθοδοσία τῶν ὑπαλλήλων ὅ,τι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον. Ἐὰν ἡ μισθοδοσία ᾖναι μισθοδοσία πρὸς τὸ εὖ ζῆν τοῦ ὑπαλλήλου, δὲν δύνασθε νὰ τὴν ἐλαττώσητε χωρὶς νὰ ἐπιβάλητε τὸν ἐπαχθέστατον τῶν φόρων. Διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῆς μισθοδοσίας δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι δὲν ἐπιβάλλετε φόρον· ἐπιβάλλετε φόρον εἰς τὴν ἀτυχεστέραν τάξιν, τὴν τάξιν τῶν ὑπαλλήλων, φορολογεῖτε τὸν μισθὸν τοῦ πενομένου ὑπαξιωματικοῦ, φορολογεῖτε τὸν μισθὸν τοῦ οἰκογενειάρχου ἀνθυπασπιστοῦ, φορολογεῖτε τὸν μισθὸν τοῦ δυστυχοῦς πρωτοδίκου. Εἶναι τὸ ἴδιον ὡς νὰ εἰπῆτε, ἐπιβάλλω φόρον 10% ἐπὶ τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων, καὶ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ὁ φόρος αὐτὸς ᾖναι εὔλογος, ᾖναι δίκαιος. Ἂς ᾖναι λοιπὸν μακρὰν ἀπὸ ἡμᾶς ἡ σκέψις, ὅτι ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ἴσως βέβαιον τὸ ἰσοζύγιον, δὲν πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν ἔκαμον, ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, κύριοι, τέλος πάντων καὶ ἂν δὲν πραγματοποιηθῇ, (διότι τῳόντι εἶναι ἐλπὶς μόνον νὰ ἐπέλθῃ τὸ ἰσοζύγιον καὶ ἡ αὔξησις, τὴν ὁποίαν προμαντεύει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν) δὲν πρόκειται εἰμὴ περὶ 300,000 δραχμῶν μόνον καὶ πρέπει νὰ γείνῃ ἀρχή. Καὶ κύριοι, ὁμολογῶ, ὅτι προκειμένου περὶ τῶν μέτρων αὐτῶν, προκειμένου περὶ ἀνορθώσεως τῆς διοικήσεως, δὲν πρέπει νὰ μᾶς διέπῃ καμμία πολιτικὴ σκέψις. Ἐὰν γίνεται αὐτὴ ἡ πρότασις, γίνεται πρὸς ἐνίσχυσιν αὐτῆς τῆς κυβερνήσεως. Συνήθως, κύριοι, τὰ μέτρα αὐτὰ προτείνονται ἐκ τῆς κυβερνήσεως, διότι ὅταν παρέξωμεν ἀφθονώτερα τὰ μέσα εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἐνισχύομεν τὴν κυβέρνησιν. Τώρα, πρόκειται περὶ 300,000 δραχμῶν· ἐμερίκευσα τὴν πρότασιν ὑπὸ τὸν ὅρον ἐὰν δὲν δέχεσθε τὸ ὅλον, ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ δεχθῆτε τὸ ὅλον. Νὰ γείνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, διότι τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἐνέργεια ἀρχίζει ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου καὶ πρέπει πάντοτε νὰ γείνῃ δεκτόν, ἀλλὰ μὲ τὴν τροπολογίαν, ὅτι ἰσχύει μέχρι τῆς πρώτης Ἰουλίου, δηλ. ὅτι ὁ νόμος περὶ ἐλαττώσεως τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων ἰσχύει μέχρι 1 Ἰουλίου τρ. ἔτους. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τί θὰ ἔχητε; θὰ ἔχητε προσθήκην 300,000 δραχμῶν. Δὲν θὰ πάθῃ τὸ ἰσοζύγιον, δὲν θὰ καταστραφῇ τὸ ἰσοζύγιον Ἐὰν ὅμως γείνῃ ἡ προσθήκη, θὰ βελτιωθῇ ἐν γένει ἡ τάξις τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἰδίως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, διότι, σᾶς εἶπον προηγουμένως, καὶ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἡ ἀνάγκη εἶναι ἐπείγουσα. Δὲν εἶπον, ὅτι δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ· ἀπεναντίας θλίβομαι, εἶπον ὅμως ὅτι εἶναι ἐπείγουσα, διότι προκειμένου περὶ δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἔχομεν κἄτι τι περιπλέον, τὸ ὁποῖον ὑπὲρ ἐμὲ γνωρίζει ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκθεσιν τοῦ 1831, μοὶ φαίνεται τοῦ κ. Θιέρς, τότε ἐσυζητεῖτο τὸ μισθολόγιον τῆς Γαλλίας τὸ πρῶτον ὑπὸ τὴν νέαν κυβέρνησιν, καὶ ἐγένετο μακρὰ ἀνάλυσις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ Θιέρς ἦτο εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἐκεῖ ἐπροσδιορίσθησαν ἐν γένει οἱ μισθοὶ καὶ ἀνελύθησαν ἀπὸ 10–100, ἀπὸ 100–1000, ἀπὸ 1,000– 10,000· θὰ ἰδῆτε τὰς βάσεις τὰς δικαίας τοῦ κανονισμοῦ τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων. Τῶν δικαστικῶν τὸ ἐπάγγελμα εὑρίσκει πανταχοῦ πόρον, εἶναι ἐπάγγελμα τὸ ὁποῖον εὑρίσκει στάδιον εὐρὺ ἐξασκήσεως. Ἐὰν λοιπὸν θελήσητε νὰ στρέψητε τὰς ἱκανότητας πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν, πρέπει νὰ παραδεχθῆτε τῆς αὐξήσεως τὸ μέτρον. Ἀκούσατε θλιβερὰν προφητείαν, τὴν ὁποίαν σᾶς κάμνω· θὰ ἰδῆτε, ὅτι ἐντὸς τοῦ ἔτους θὰ χάσητε ἀκόμη δικαστικοὺς ὑπαλλήλους· καὶ μὴ νομίσετε ὅτι εἶναι ἀτύχημα μικρὸν, εἶναι ἀτύχημα παμμέγιστον, τὸ ὁποῖον θὰ αἰσθανθῶμεν ὅλοι καὶ θὰ μεταμεληθῶμεν πικρῶς, βλέποντες τὴν ἔκπτωσιν τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας. Τὴν πρότασίν μου αὐτήν, κύριοι, δὲν διέπει κἀνεὶς πλάγιος σκοπός. Ὁ πόθος μου εἶναι νὰ ἐνισχύσω τὰ μέσα τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς διοικήσεως.
§33Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Νὰ μᾶς εἴπετε τοὺς πόρους.
§34ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τοῦτο ἐγὼ δὲν τὸ ἐξετάζω· εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ κάμετε, πρέπει νὰ τὸ κάμετε. Δεύτερον, λέγω, ὅτι προκειμένου περὶ 300,000 δραχμῶν, καὶ ἂν ἦναι ἀσφαλὲς τὸ περίσσευμα τὸ ὁποῖον παρέστησεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, δὲν πρέπει νὰ ὑποχωρήσωμεν· πιστεύω τοὐλάχιστον, ὅτι διὰ 300,000 δραχμὰς θὰ ὑπάρξῃ περίσσευμα.
§35ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει.
§36ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τότε προτείνω ἐσχάτην πρότασιν, ν’ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον μέχρις ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ, ὅταν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀνάγκας, θὰ δυνηθῇ νὰ κάμῃ ἐλαττώσεις. Δύναται νὰ κόψῃ τὰ ποσὰ τοῦ θεάτρου, τοῦ Συλλόγου τῶν κυριῶν, τῆς σκοποβολῆς καὶ τόσας ἄλλας περιττὰς δαπάνας, ἵνα συμπληρώσῃ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται πρὸς συμπλήρωσιν τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων.
§37Ι. ΤΖΙΩΤΗΣ. Ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τῶν οἰκονομικῶν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν πάντα τὰ νομοσχέδια τὰ ἀφορῶντα τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους. Ἐνόμιζον ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πυλίας τὴν πρότασίν του ἔφερεν ὡς εὐχὴν εἰς τὴν Βουλὴν ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὸ μέλλον. Ὅταν εἶδον ὅτι μετ’ ἐπιμονῆς ὑπεστήριξε τὴν παραδοχὴν τῆς προτάσεως, ἔκρινα καλὸν νὰ ἐκθέσω τὰς σκέψεις μου ἐπὶ τῆς προτάσεώς του. Διαφωνῶ δὲ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ὡς πρὸς αὐτὰς τὰς ἀρχὰς τὰς ὁποίας ἐξέθεσε. Τὸ ὅλον εἶναι τὸ κράτος, οἱ δὲ ὑπάλληλοι εἶναι πολῖται, οἱ ὁποῖοι προσφέρουν τὴν ἐργασίαν των ἐπ’ ἀμοιβῇ. Ὅλοι ἔχουν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑπηρετοῦν τὸ κράτος καὶ νὰ λαμβάνουν μέρος εἰς τὴν διοίκησιν, ἐνόσῳ τὸ κράτος δύναται νὰ τοὺς ἀποζημιώσῃ. Τὸ κράτος δὲν ἀνήκει εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, ἀλλ’ οἱ ὑπάλληλοι εἰς τὸ κράτος. Ὅστις ἀναδέχεται ὑπηρεσίαν, νομίζει δὲ ὅτι ἡ μισθοδοσία του εἶναι εὐτελής, δύναται νὰ παραιτηθῇ· πρώτιστον καθῆκον τοῦ ὑπαλλήλου εἶναι νὰ ἐργασθῇ, καὶ δεύτερον ἡ ἀποζημίωσις τὴν ὁποίαν λαμβάνει. Ἐὰν, κύριοι, λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα, θὰ ἰδῆτε ὅτι αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας τὸ κράτος ὀφείλει νὰ κάμνῃ, πρέπει νὰ ᾖναι τοιαῦται, ὥστε νὰ μὴ βαρύνωσι πολὺ τὸν φορολογούμενον λαόν, τοὐτέστι τὸ ὅλον τοῦ ἔθνους. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πρὸς συντήρησιν τῆς ὑπαλληλίας ὀφείλει νὰ συνεισφέρῃ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ αἰσθάνεται τὰ ἀγαθὰ τῆς διοικήσεως χωρὶς νὰ συνεισφέρῃ τὸ ὅλον προϊὸν τῆς ἐργασίας του. Ἀνάγκαι οἰκονομικαὶ ὑπηγόρευσαν τὴν ἐλάττωσιν τοῦ μισθοῦ. Ἀλλὰ μήπως αἱ ἀνάγκαι ἐκεῖναι ἐξέλιπον; μήπως ἡ κατάστασις τοῦ κράτους δὲν εἶναι ἡ αὐτή; Ἀλλάσσει τὸ ἓν ζήτημα ἀπὸ τὸ ἄλλο; ἀλλάσσει ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι ἐπειδὴ δὲν δίδομεν μεγάλους μισθοὺς, δὲν εὑρίσκομεν καὶ καλοὺς ὑπαλλήλους; Ἂν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ εὕρῃ καλλιτέρους ὑπαλλήλους, ἂς νομοθετήσῃ μεγαλείτερα προσόντα, ἂς ὁρίσῃ τὰς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων, καὶ τότε συνεπείᾳ τῶν προσόντων ἂς ἀποφασίσωμεν τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας· τότε οἱ ὑπάλληλοι θὰ προσέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν ὅτι θὰ πληρωθῶσι συνεπείᾳ τοῦ προσδιορισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐγένετο ἐπὶ τῆς μισθοδοσίας. Ἐν ὅσῳ δὲν φαίνεται τοιοῦτόν τι, ἐνόσῳ ὑπάλληλοι μένουν οἱ αὐτοὶ, ἐνόσῳ νέα προσόντα δὲν κανονίζονται, τὰ δὲ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους μένουν εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν, δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον τοῦ νὰ ἐκλείψῃ ἡ ἐλάττωσις καὶ νὰ βαρύνεται τὸ κράτος μὲ περισσοτέρας δαπάνας. Πῶς θὰ οἰκονομήσωμεν τὸ ἔλλειμμα; νὰ θέσωμεν νέους φόρους; οἱ φόροι εἶναι τόσον ἐπαχθεῖς, ὥστε ὁ λαὸς μόλις καὶ μετὰ βίας δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν πληρωμήν των. Ὅταν ἀποφασίσωμεν ν’ αὐξηθῇ ἡ τιμὴ τοῦ ἅλατος, δὲν ἠξεύρω τίς ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἐπαρχίαν του καὶ δὲν θὰ ἀκούσῃ ἄπειρα παράπονα ἐκ μέρους τῶν γεωργῶν. Ὅταν ἐπέλθῃ βελτίωσις, τότε θὰ ἱκανοποιηθῶσιν αἱ ἀπαιτήσεις· σήμερον ὅμως ὀφείλομεν ν’ ἀνταμείψωμεν τοὺς ὑπαλλήλους ἐφ’ ὅσον τὸ ἐπιτρέπουν οἱ πόροι τοῦ κράτους. Ἀφοῦ δὲ σήμερον οἱ πόροι τοῦ κράτους δὲν τὸ ἐπιτρέπουν, δὲν ἐννοῶ διατὶ νὰ αὐξήσωμεν τὴν μισθοδοσίαν, διότι τότε θὰ αὐξηθῶσι καὶ οἱ φόροι. Ἡ διοίκησις ἀποβλέπει τὸν λαόν· ὅταν ὁ λαὸς εἶναι ἐν κακῇ καταστάσει, τότε τίνα θὰ διοικήσῃ; Οἱ ὑπάλληλοι εἶναι ἐν καλῇ καταστάσει, ἐνόσῳ ὁ πολίτης ἔχει τὴν ἀσφάλειαν τῆς ζωῆς, τῆς τιμῆς καὶ τῆς περιουσίας του καὶ ἀπολαμβάνει τοὺς ἱδρῶτας τῆς ἐργασίας του· ἅμα στενοχωρεῖται καὶ ἀναγκάζεται νὰ συνεισφέρῃ εἰς τὴν διοίκησιν ὅλην τὴν ἐργασίαν του, τότε τίνα θὰ ὑπηρετήσῃ ἡ διοίκησις; Ἡ τάξις τῶν ὑπαλλήλων δὲν εἶναι προνομιοῦχος, οὔτε δύναται νὰ στηριχθῇ εἰς προνόμια. Δὲν πρόκειται περὶ ἀγωνιστῶν τοῦ 21, οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν τὸν τόπον αὐτὸν, ὅπως σκεφθῶμεν περὶ συντάξεών των καὶ ἄλλων εὐεργεσιῶν· πρόκειται περὶ τῶν ὑπαλλήλων οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται, καὶ ὀφείλουν νὰ δεχθῶσιν ὡς ἀμοιβὴν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τὸ κράτος δύναται νὰ συνεισφέρῃ ὑπὲρ αὐτῶν· ὅταν δὲ τὰ οἰκονομικὰ βελτιωθῶσι, τότε δύνανται νὰ ἱκανοποιηθῶσι προσηκόντως. Δὲν δύνανται νὰ εἴπουν, ὅτι ἐπειδὴ δὲν ἀποζημιούμεθα προσηκόντως, θὰ ἀποσυρθῶμεν· ὀφείλει ἕκαστος πολίτης νὰ ἐργασθῇ ὑπὲρ τοῦ τόπου του, φρονῶ δὲ ὅτι ὅταν τὸ ἔθνος εὑρίσκεται ἐν ἀνάγκῃ, ὀφείλει νὰ ὑπηρετήσῃ καὶ ἀμισθὶ μέχρις οὗ ἡ κατάστασις τοῦ τόπου του βελτιωθῇ. Συμπληρῶν τὸν λόγον μου λέγω, ὅτι ἐπειδὴ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους εἶναι τὰ αὐτὰ, ἐπειδὴ οἱ λόγοι οἱ προκαλέσαντες τὴν ἐλάττωσιν ὑφίστανται καὶ κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος, εἶναι δίκαιον νὰ μὴ ἐπιβαρυνθῇ ὁ τόπος μὲ νέους φόρους, οἱ ὁποῖοι ἀρκετὰ ἐπιβαρύνουσι τὸν λαόν.
§38ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Οἱ προγενέστερον προαγορεύσαντες, καὶ οἱ ἀξιότιμοι βουλευταὶ καὶ ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως, ἀπετάθησαν καὶ εἰς τὴν καρδίαν μας καὶ εἰς τὸν νοῦν μας. Ἐξίσου μᾶς συνεκίνησαν καὶ εἰς τὰ δύω· τοὐλάχιστον ἡ ἰδική μου καρδία καὶ ὁ ἰδικός μου νοῦς ἐξίσου συνεκινήθησαν καὶ ἀπὸ τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ τὴν ἀγόρευσιν καὶ ἀπὸ τὰς τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν. Λέγω τοῦτο διὰ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα πολιτικὸν, δὲν εἶναι ζήτημα συμπολιτεύσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως· εἶναι ζήτημα οἰκονομικὸν, καὶ κάτι τι περισσότερον, εἶναι ζήτημα καλῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἂν ὀφείλωμεν νὰ δείξωμεν εὐγνωμοσύνην πρὸς τοὺς ἀνθρώπους τοῦ 1821, ὡς εἶπεν ὁ πρὸ μικροῦ καταβὰς τοῦ βήματος, τὴν εὐγνωμοσύνην ταύτην δὲν δυνάμεθα νὰ δείξωμεν καλλίτερον, εἰμὴ προσέχοντες ὅπως τὸ ἔργον ἐκείνων κραταιωθῇ ἔτι μᾶλλον· δὲν δύναται δὲ νὰ κραταιωθῇ ἄνευ δημοσίου καλῆς ὑπηρεσίας εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως. Ὅσον καὶ ἂν θέλωμεν ἂς λέγωμεν, ὅτι ἐπιδιώκομεν τὴν καλὴν διοίκησιν· τὴν ἐπιθυμοῦμεν καὶ τὴν ἐπιδιώκομεν ὅλοι, ἀλλ’ ἄνευ καλῶν ὀργάνων διοικήσεως οὐδέποτε θὰ ἐπέλθῃ καλὴ διοίκησις· τότε δὲ θὰ εὕρωμεν καλὰ ὄργανα, ὅταν τοῖς ἐξασφαλίσωμεν τὴν ὕπαρξιν. Ἠμπορεῖ ν’ ἀπαιτήσῃ ὁ ἔντιμος προαγορεύσας χάριν τῆς πατρίδος οἱ ὑπάλληλοι νὰ ὑπηρετήσουν καὶ ἀμισθί· ὁ ἄνθρωπος ὅμως εἶναι ἄνθρωπος, καὶ ἡ κοιλία του εἶναι κοιλία, ὁ δὲ Ναπολέων ἔλεγεν ὅτι ἡ κοιλία κυβερνᾷ τὸν κόσμον. Ὅσον πατριωτισμὸν καὶ ἂν ἔχητε, ἂν σᾶς εἴπῃ τις νὰ ὑπηρετήσετε ἀμισθὶ καὶ νὰ ἐγκαταλείψετε τὴν οἰκογένειάν σας, τὰ συμφέροντά σας, θὰ εἴπητε, τοιαύτην θυσίαν δὲν δύναμαι νὰ τὴν κάμω, καὶ συμφωνῶ καὶ ἐγὼ μαζῆ σας. Ἡ καρδία μας συνεκινήθη ἀπὸ τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται οἱ ὑπάλληλοι ἐν Ἑλλάδι, ἀδιακρίτως δικαστικοὶ, στρατιωτικοὶ, διοικητικοί. Οἱ μισθοὶ τοὺς ὁποίους τοῖς δίδομεν εἶναι ἀδύνατον νὰ τοὺς διατηρήσωσι, διότι οἱ μισθοὶ ὑπελογίσθησαν κατὰ τὸ 1833 ἀναλόγως τῶν ἐξόδων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης· ἔκτοτε ὅμως τὰ ἔξοδα ἐδεκαπλασιάσθησαν καὶ ἀπὸ τοὺς μισθοὺς ἐκείνους πρόκειται νὰ τοὺς ἀφαιρεθῇ 10% διότι δὲν πρόκειται περὶ ἐπαυξήσεως μισθῶν, ἂς ἐκφρασθῶμεν μὲ τὴν ἀληθῆ ἔκφρασιν, ἀλλὰ περὶ τῆς διατηρήσεως αὐτῶν ὅσον προσδιωρίσθησαν κατὰ τὰ 1833, ὅτε δὲν ὑπῆρχον αἱ ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσι σήμερον.
§39Σ. ΜΑΚΡΗΣ. Οἱ μισθοὶ κατὰ τὸ ἔτος 1859 ηὐξήθησαν κατὰ 20% καὶ ἐπὶ τούτων γίνεται ἡ ἐλάττωσις, οὐχὶ ἐπὶ τῶν μισθῶν τοῦ 1833.
§40ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔστω, ἔκτοτε ἕως σήμερον ἤλλαξαν αἱ ἀνάγκαι καὶ ἡ ὄψις ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἡ δαπάνη, ἡ ὁποία ἤρκει τότε, ἔστω κατὰ τὰ 1859, δι’ ἕνα μῆνα, σήμερον δὲν ἀρκεῖ οὐδὲ διὰ τὸ ἥμισυ. Ἡ καρδία μας συνεκινήθη διὰ τὴν κατάστασιν τῶν ὑπαλλήλων ἐν γένει, συνεκινήθη δὲ καὶ ὁ νοῦς μας, διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πυλίας, ὅτι ἡ κυβέρνησις θὰ ζητήσῃ μὲ τὸν φανὸν ἀνθρώπους καὶ δὲν θὰ εὕρῃ οὔτε διὰ τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν, οὔτε διὰ τὴν διοικητικὴν, τοῦτο συμβαίνει πρὸ πολλοῦ, καὶ ἐνθυμεῖται ὁ κ. Καράπαυλος, ὅτι ἕτερος ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης ἔτρεξεν εἰς τὸ Ναύπλιον νὰ τὸν εὕρῃ καὶ νὰ τὸν παρακαλέσῃ νὰ ἔλθῃ εἰς ὑπηρεσίαν δημοσίαν, ὁ δὲ κ. Καράπαυλος εἶπε, δὲν δύναμαι νὰ ἐγκαταλείψω τὸ ἔργον μου· καὶ δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἁπλοῦ δικαστοῦ, ἀλλὰ περὶ εἰσαγγελέως ἐφετῶν. Δὲν θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἔχωμεν ὑπηρεσίαν καὶ καλὴν διοίκησιν ἐνόσῳ οἱ ὑπάλληλοι οἱ ἐργαζόμενοι, ὅπως τὰ οἰκονομικὰ καὶ τοὺς ἄλλους κλάδους καλλιτερεύσωσι, δὲν ἔχουσι τὸν ζῆλον νὰ ὑπηρετήσωσι. Καὶ τί πρόκειται νὰ προσθέσωμεν, κύριοι; 300,000 δραχμῶν μέχρι τέλους τοῦ ἔτους. Δὲν δύναμαι νὰ κάμω τοιοῦτον ἄδικον εἰς τὸν πεπειραμένον οἰκονομολόγον μας κ. Χρηστίδην, εἰς τὸν πατριάρχην τοῦτον τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης ἐν Ἑλλάδι, ὅτι τοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξοικονομήσῃ 300,000 δραχμῶν δι’ ἓξ μῆνας. Ἄλλοι ὑπουργοὶ τῶν οἰκονομικῶν εἶχον ἐνώπιόν των τὴν πατρίδα εἰς περιστάσεις πολὺ δυσχερεστέρας, ἔλαβον ἀνάγκην ἑκατομμυρίων καὶ δισεκατομμυρίων καὶ ἠμπόρεσαν νὰ τὰ ἀναπληρώσουν, καὶ ὁ νῦν ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ Χρηστίδης, δὲν θὰ ἠμπορέσῃ ν’ ἀναπληρώσῃ 300,000 δραχμῶν ἵνα δώσῃ εἰς τὸν ὑπάλληλον νὰ ζήσῃ, μὴ ἀφαιρῶν τὰ 10%; Εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἠμπορέσῃ νὰ εὕρῃ μέσα καὶ νὰ εὑρεθῶσιν ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ κυβερνήσεως καὶ Βουλῆς. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι, ἐπαναλέγω, πολιτικόν. Ἄν ἦτο ἡ γʹ. συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, ἴσως δὲν ἤθελε λάβω τὸν λόγον, διότι δὲν ἤθελον νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου φέρω πολιτικὸν ζήτημα· ἀλλ’ εἶναι ἡ βʹ. συζήτησις· ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἐτελείωσε τὸ ἔργον της, καὶ ὡς δὲν δύναμαι ν’ ἀδικήσω τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι δὲν θὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἐξοικονομήσῃ 300,000 δραχμῶν, οὕτω δὲν ἠμπορῶ νὰ εἴπω ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν δύναται νὰ ἀνεύρῃ τὰς 300,000. Ἰδοὺ τὶ λέγει ὁ νοῦς μας, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ θεραπευθῇ τὸ πρᾶγμα· ἡ δὲ καρδία μας, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀδικήσωμεν αὐτοὺς τοὺς ὑπαλλήλους. Ἡ πρότασις δὲ τοῦ κ. Καραπαύλου δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ τῆς τε κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, καὶ ὀφείλομεν, κύριοι, νὰ φροντίσωμεν οὐχὶ διὰ τὸ εὖ ζῇν ἀλλὰ διὰ τὸ ζῇν τῶν ὑπαλλήλων. Δὲν θέλομεν νὰ ἐξέρχεται ὁ ἐφέτης καὶ νὰ πηγαίνῃ νὰ βλέπῃ ποῦ εἶναι εὐθηνὸ τὸ ψωμὶ διότι δὲν ἔχει τὰ μέσα νὰ διατηρῇ ὑπηρέτην, ἀλλὰ νὰ ἀσχολῆται εἰς τὸ ὑψηλὸν ἔργον του, εἰς τὸ ὁποῖον ἐκλήθη. Δὲν πρόκειται, κύριοι, ἐπαναλέγω, περὶ ἑκατομμυρίων· πρόκειται περὶ μόνον 300,000 δραχμῶν, πρόκειται περὶ τῶν ὑπαλλήλων, εἰς τὰς χεῖρας τῶν ὁποίων ἐμπιστεύεται ἡ πατρὶς τὰ πάντα καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται ἡ καλλιτέρευσις τῆς διοικήσεως. Ἂν λέγωμεν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξοικονομηθῶσι 300,000 δραχμῶν, ἂς παύσωμεν νὰ κηρύττωμεν ὅτι εἴμεθα ἄξιοι νὰ κυβερνήσωμεν τὸν τόπον. Προτείνω ἑπομένως νὰ σταματήσῃ ἡ συζήτησις ἕως ἐδῶ καὶ νὰ μὴ ζητηθῇ ἡ γʹ. ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου ἕως οὗ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀποπερατώσῃ τὰς ἐργασίας της. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐκείνῃ, μετὰ τὰς γενομένας ἐνταῦθα συζητήσεις, θὰ εὑρεθῇ ὁ τρόπος τῆς ἐξοικονομήσεως τῶν 300,000 δραχμῶν. Προτείνω ἑπομένως τὴν ἀναβολὴν τῆς γʹ. συζητήσεως ἕως οὗ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀποπερατώσῃ τὸ ἔργον της καὶ πεισθῶμεν καὶ ἡμεῖς καὶ πάντες ὅτι εἶναι ἢ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξοικονομηθῶσιν αἱ 300,000.
§41ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. (ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). Ἀνάγκη καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις οὐχὶ ὅπως πολεμήσω τοὺς προλαλήσαντας, οὐχὶ ὅπως προτιμήσω τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους μᾶλλον τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ τούτους μᾶλλον τῶν στρατιωτικῶν, διότι, ἂν καὶ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Πυλίας εἶπε καὶ πιστεύει ὅτι οἱ δικαστικοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐγγυῶνται τὴν τιμήν μας, τὰ πλούτη καὶ τὰ λοιπά, ἐγὼ προσθέτω, ὅτι ἄνευ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως χανόμεθα, διότι αὐτὴ μᾶς ἐξασφαλίζει τὴν ζωήν.
§42ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Εἶπον ἐγὼ ν’ αὐξήσῃ καὶ ἡ τῶν στρατιωτικῶν.
§43ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Μὴ βιάζεσθε, κύριε Καράπαυλε· ὁ κ. Καράπαυλος εἶπεν ὅτι δὲν ὁμιλεῖ ἀπὸ καρδίας, καὶ ἄνευ καρδίας, κύριε Καράπαυλε, τίποτε δὲν ὑπάρχει εἰς αὐτὸν τὸν κόσμον. Παντοῦ πρέπει νὰ προηγῆται ἡ καρδία· πρέπει νὰ ἔχῃ τις καρδίαν ἵνα ὑπηρετήσῃ τὴν πατρίδα του, πρέπει νὰ ἔχῃ καρδίαν διὰ νὰ ὑπάγῃ νὰ σκοτωθῇ· ὁ στρατηγός, ὁ ὁποῖος ἐμβαίνει εἰς τὴν μάχην καὶ φονεύεται, ἄνευ καρδίας δὲν τὸ πράττει. Μὴ λέγετε λοιπὸν, ὅτι ὁ ἕνας ὁμιλεῖ μὲ τὸν νοῦν καὶ ὁ ἕτερος μὲ τὴν καρδίαν, καὶ τὰ δύω συντρέχουν. Δὲν εἶμαι ὅθεν ἐναντίος ἐγὼ, ὁ γεννηθεὶς καὶ ἀνατραφεὶς ἐν τῇ ὑπαλληλία, εἰς τὴν μισθοδοσίαν τῶν ὑπαλλήλων· πρῶτος ἀναγνωρίζω, ὅτι αὐτοὶ οἱ μισθοὶ εἶναι ὀλίγοι καὶ ἑπομένως πρώτη ἡ ψῆφος ἡ ἰδική μου εἶναι ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως. Ἠξεύρετε ἀπὸ ποίας ἐποχῆς οἱ ὑπάλληλοι τῆς Ἀγγλίας ἐγένοντο τίμιοι; ἀφ’ ἧς ἡμέρας συζητουμένου τοῦ κακοῦ τῶν καταχρήσεων, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν εἰς ἐκεῖνον τὸν τόπον, καὶ προτεινομένων διαφόρων μέσων ἐν τῷ κοινοβουλίῳ θεραπείας, ἐσηκώθη ἕνας γέρων πολύπειρος καὶ εἶπε· κύριοι, θέλετε τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ; διπλασιάσατε, τριπλασιάσατε τοὺς μισθούς.
§44ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἦτο νέος, ὄχι γέρων (ἱλαρότης).
§45ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἵνα μὴ μακρηλογῶ θὰ εἰπῶ ὀλίγας λέξεις εἰς ἀπάντησιν τῶν προαγορευσάντων. Ἡ βάσις ἐφ’ ἧς ἐστηρίχθησαν οἱ προαγορεύσαντες εἶναι σαθρὰ, εἶναι ψευδὴς καὶ ἐσφαλμένη· τί εἴπατε ὅλοι; ὑπάρχει περίσσευμα, νὰ τὸ φᾶμε (ἱλαρότης), νὰ μὴ ἀφήσωμεν οὔτε σταγόνα· ἀλλὰ ποῦ εἶναι αὐτὸ τὸ περίσσευμα;
§46ΖΩΧΙΟΣ. Σεῖς τὸ εἴπατε, ὅτι ὑπάρχει.
§47ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν τὸ εἶπον ἐγώ· προσέξατε καλλίτερον εἰς ὅσα γράφω. Ἐγὼ σᾶς εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἀπεφασίσαμεν νὰ ἐξαλείψωμεν τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀφίνει κανένα πολιτικὸν νὰ ζήσῃ καὶ νὰ σκεφθῇ περὶ τοῦ μέλλοντος τῆς πατρίδος· ἀλλὰ μὲ ὅλας τὰς προσπαθείας μας, εὕρομεν ἐπὶ τέλους ὅτι ἔμεινεν ἔλλειμμα 1,660,000· καὶ τί προσθέτω ἐνταῦθα; ὅτι ἐῤῥίφθημεν εἰς τὰς οἰκονομίας, καὶ τί ἐκάμαμεν; ἐξησθενίσαμεν τὸν στρατὸν, ἀφωπλίσαμεν τὰ πλοῖα, δὲν ἔχομεν ἕνα μέγα πλοῖον νὰ ἔβγῃ νὰ κάμῃ μίαν ἐπίσκεψιν εἰς τὰ παράλια τῆς Ἀσίας, ἵνα ἰδῇ τὴν κατάστασιν τοῦ ἐμπορίου καὶ τὰ λοιπά· τοῦτο ἡμεῖς ὀνομάζομεν περίσσευμα.
§48ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Καταργήσατε περιττὰς δαπάνας.
§49ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἐγὼ λέγω ἑπομένως, ὅτι πρέπει νὰ περιμείνωμεν νὰ ἴδωμεν τὴν λειτουργίαν τοῦ στρατοῦ, ἂν, ἀφοῦ ἀπεμακρύναμεν 2,000 ἄνδρας, δύναται νὰ λειτουργήσῃ καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ συμφέροντά μας. Ἀφήσατε νὰ ἰδῶμεν, ἂν μὲ 10 βάρκας θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ σταθῶμεν χωρὶς νὰ ἔχωμεν μεγάλα πλοῖα ἐφωπλισμένα. Μὴ σπεύδωμεν λοιπόν· πρέπει νὰ ἴδωμεν ἂν μέχρι τίνος, ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας, αἱ ἐπενεχθεῖσαι οἰκονομίαι δὲν θὰ παραβλάψωσι τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ τότε ἐγὼ πρῶτος θὰ λάβω ἀπὸ τὰς χεῖρας τὸν κύριον Καράπαυλον καὶ τὸν πατριώτην κύριον Λομβάρδον καὶ θὰ ἔλθω νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ καταργήσῃ αὐτὴν τὴν ἐλάττωσιν, ἥτις ἐλαττόνει τὸ εὖ ζῇν τῶν ὑπαλλήλων. Μήπως νομίζετε, κύριε Καράπαυλε, ὅτι ἕνας ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ἐργαζόμενος νυχθημερὸν ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὸ λεπτὸν τῆς χήρας, δύναται μὲ 700 δραχμὰς ν’ ἀνταμειφθῇ; Εἰς τὰ 40 καὶ 45 ἐλάμβανεν ὁ ὑπουργὸς 1000 δραχμὰς, ὁπότε ἡ δραχμὴ ἡ σημερινὴ ἦτο δεκάρα.
§50ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Αὐτὰ εἶπον καὶ ἐγὼ, εἴμεθα σύμφωνοι.
§51ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Μὴ λησμονήσετε τὴν βάσιν τῆς ὁμιλίας μου, ὅτι εἰσέτι δὲν ὑπάρχει περίσσευμα· ὅταν μετὰ τὰς οἰκονομίας, ἃς ἐπεφέραμεν, ἴδωμεν λειτουργοῦσαν τὴν ὑπηρεσίαν, τότε ἐγὼ πρῶτος, ἐὰν ᾖμαι ὑπουργὸς ἢ βουλευτὴς, θὰ ζητήσω νὰ δοθῇ πλήρης ὁ μισθὸς εἰς τὸν στρατιώτην καὶ εἰς τὸν ὑπάλληλον καὶ νὰ προστεθῇ καὶ κἄτι τι. Πράγματι δὲ, κύριοι, ἕνας ἀρειοπαγίτης μὲ 460 δραχμὰς, ἕνας νομάρχης μὲ 350 εἶναι ἀδύνατον νὰ σταθῇ. Ἀλλ’ ἡ κατάστασις τοῦ τόπου μας εἶναι τοιαύτη. Βλέπετε ὅτι ἐγὼ ἔφερα ἕνα νομοσχέδιον δανεισθεὶς αὐτὸ ἀπὸ ἄλλον ὑπουργόν, καὶ ἤκουσα νὰ μουρμουρίζουν οἱ κ. βουλευταὶ διὰ μίαν προσθήκην 5 λεπτῶν! Ἠμποροῦμεν νὰ προσθέσωμεν φόρους;
§52ΜΑΚΡΗΣ. Ἀπηλείφθη εἰς τὴν συζήτησιν.
§53ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Οἱ πλούσιοι νὰ πληρόνουν. Εἰς τὰ τῆς πολυτελείας νὰ προστίθεται ὁ φόρος· ἀλλοῦ πληρόνουν φόρον καὶ στὰ σκυλιά.
§54ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Τὴν δύναμιν, κ. Καράπαυλε, ἑκάστου φόρου τὴν γνωρίζω καλλίτερα ὑμῶν, καθὼς ὑμεῖς γνωρίζετε καλλίτερα ἐμοῦ τὰ δικαστικά. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ σπεύσετε νὰ περάσωμεν καὶ ἐφέτος διὰ νὰ ἴδωμεν, ἐπαναλαμβάνω, κατὰ πόσον ἡ λειτουργία τῆς ὑπηρεσίας θὰ εὑρίσκεται εἰς ἁρμονίαν μετὰ τὰς ἐπενεχθείσας τρομερὰς ἐλαττώσεις, διότι χθὲς ἀκόμη εἴχομεν αὐτὸ τὸ ἔλλειμμα καὶ ἀκόμη ἐκεῖ στεκόμεθα, κύριοι, καὶ θὰ σᾶς φέρω καθυστερουμένας δαπάνας, τὰς ὁποίας δὲν ἐπληρώσαμεν. Εἶναι, κύριοι, δαπάναι ὀφειλόμεναι ἀπὸ τὰ 62, 63, 64, 65, καὶ τὰς ἔχω ἐπίτηδες αὐτὰς τὰς σημειώσεις, διὰ νὰ πεισθῆτε ὅτι ὀφείλομεν δικαστικὰς ἀποφάσεις ἀπὸ τὰ 62–70. Λοιπὸν πρὶν λάβωμεν αὐτὸ τὸ μέτρον, ἂς περιμείνωμεν ὀλίγον, καὶ τότε νομίζω ὅτι, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοῦτο, δὲν θὰ κερδήσωσιν αὐτοὶ περισσότερον ἀπὸ ἐμὲ, διότι ὁ κόσμος ὅλος γνωρίζει ὅτι τοὺς ὑπαλλήλους ἐγὼ τοὺς ἀγαπῶ, τοὺς πονῶ· ἀλλὰ ἐὰν δώσωμεν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους χρήματα πλειότερα, θὰ πλουτίσωμεν ἔξω τοὺς τοκογλύφους· καὶ ἐκεῖ πωλοῦν τὰς ἀποδείξεις των, διότι τὸ ταμεῖον δὲν θὰ ἔχῃ χρήματα· καὶ ἐκεῖ ποῦ θὰ πληρόνουν ἄλλοι 10 ἢ 12%, αὐτοὶ θὰ πληρόνουν 23 ἢ 25%.
§55ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὡς ἔγραψες, δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἔλλειμμα.
§56ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἡμεῖς δὲν ἀρχίσαμεν ἀκόμη. Ἡ γνώμη μου εἶναι, κύριοι, αὕτη· ἡ Βουλὴ ἂς ἀποφασίσῃ ὅ,τι θέλει.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι περαιωμένη ἡ συζήτησις. Εἶναι ἡ πρότασις τοῦ κ. Λομβάρδου.
§58ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μέχρι τῆς ἀποπερατώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§59Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἴμεθα 15 καὶ κατὰ τὸν κανονισμὸν ὀφείλετε νὰ κάμετε ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§60ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κ. πρόεδρε.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀνομαστικὴν κλῆσιν θέλετε, ὀνομαστικὴ κλῆσις ἂς γείνῃ.—Προσέξατε, κύριοι. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Λομβάρδου περὶ ἀναβολῆς μέχρι τῆς ἀποπερατώσεως τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ λέγουσι ναὶ, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.
§62ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ἀναστάσεως, κύριε πρόεδρε.
§63ΤΙΝΕΣ (ἐγειρόμενοι). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κ. πρόεδρε.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι 15. Δύω ψηφολέκται. Κύριε Λεράνδε, κύριε Ῥούκη.
§65ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ν’ ἀναβληθῇ διὰ νὰ παρατηρήσωμεν ἂν ᾖναι δυνατὸν νὰ οἰκονομηθῶσιν αἱ 300,000 δραχ., τουτέστιν ἕως οὗ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀποπερατώσῃ τὴν συζήτησιν, διότι πιστεύω καὶ βεβαίως ἡ ἐπιτροπὴ θὰ παρακαλέσῃ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παρίσταται κατὰ τὰς συζητήσεις της, καὶ ἂν ἀποδειχθῇ ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ οἰκονομηθῶσιν αἱ 300,000 δραχμαὶ, ὅπως ἐγὼ ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀποκόψωμεν καὶ περισσοτέρας τῶν 300,000, τότε ἂς γείνῃ.
§66ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Κύριε πρόεδρε, δὲν ἔχω νὰ κάμω κἀμμίαν παρατήρησιν πρὸς ἀπόκρουσιν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Λομβάρδου περὶ ἀναβολῆς μέχρις οὗ εἴτε ἡ ἐπιτροπὴ εἴτε ἡ Βουλὴ ἀποπερατώσῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ὑπενθυμίζω μόνον ὅ,τι ἐγὼ πρῶτος εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, ὅτι ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει συντελέσει ὑπὲρ τοῦ ἰσοζυγίου, καὶ αὐτὴν τὴν πεποίθησιν ἔχω, διότι πρέπει νὰ γνωρίζετε, καὶ τὸ γνωρίζετε, ὅτι μερικὰ πράγματα εἶναι ἀνώτερα τῶν δυνάμεων καὶ τῆς κυβερνήσεως καὶ τῶν Βουλῶν. Παρατηρῶ ὅμως ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐξηγήσω διατί ἐπιμένετε ἰδίως εἰς αὐτὴν τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν τοῦ κράτους, ἐνῶ ἡ ἐλάττωσις αὕτη εἶναι συνέπεια ἀποφάσεως ἑνὸς σώματος, τὸ ὁποῖον εἶχε βεβαίως πολὺ μεγαλειτέραν δύναμιν. Ἡ Συνέλευσις ἀπεφάσισεν, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, διπλασίαν κράτησιν, ὑπ’ ὄψιν ἔχουσα τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους. Ἐνόμισεν ὅτι ἐκεῖ πρέπει νὰ φέρῃ τὴν οἰκονομίαν, καὶ τὴν ἔφερε δραστηρίως, ἰσχυρῶς, ὅλαι δὲ αἱ Κυβερνήσεις μετὰ ταῦτα, μετὰ τὸν περιορισμὸν τῶν μισθοδοσιῶν, ἠκολούθησαν τὰς διαταγὰς τῆς Συνελεύσεως, καὶ νομίζω ὅτι τῳόντι διαταγαὶ εἶναι αἱ ἀποφάσεις τοῦ σώματος ἐκείνου, διότι τὸ πνεῦμα τῆς Συνελεύσεως ἀκολουθοῦντες, πρέπει νὰ φροντίζωμεν πάντοτε νὰ ὑπάρχῃ πρόοδος καὶ αὔξησις τῶν ἐσόδων καὶ περιορισμὸς τῶν ἐξόδων. Ὅλαι λοιπὸν αἱ Κυβερνήσεις αἱ μετὰ τὴν ἀπόφασιν ταύτην τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ἡ μία κατόπιν τῆς ἄλλης, ἐξηκολούθουν νὰ προτείνωσιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὅλαι αἱ Βουλαὶ νὰ παραδέχωνται τὸ μέτρον ἐκεῖνο. Ἤδη, κύριοι, ἐπιμένουσιν ὅτι καὶ ἂν δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ κάμῃ πλείονας ἐλαττώσεις, αὗται νὰ στραφῶσι πρὸς ὠφέλειαν τῆς ὑπαλληλίας· ὑποθέτω ὅτι θὰ γείνουν τοιαῦται ἐλαττώσεις· αὐτὴ ἡ ἰδία Βουλὴ θέλει ἴδει ὅτι ἐπίσης πρέπει νὰ φροντίσῃ καὶ δι’ ἄλλας ὑπηρεσίας· λοιπὸν εἶναι περιττὴ ἡ ψηφοφορία.
§67ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παρατηρῶ ὅτι ἡ ἰδία Συνέλευσις ἠλάττωσε τὸν φόρον τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας, ἡ δὲ Βουλὴ κατόπιν τὸν ηὔξησε.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται ἡ τρίτη ἀνάγνωσις μέχρις ὅτου ἡ ἐπιτροπὴ ἀποπερατώσῃ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§69ΤΙΝΕΣ. Ἡ δευτέρα ἀνάγνωσις ἔγεινε;
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, μένει μόνον ἡ τρίτη ἀνάγνωσις.
§71ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομ.). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Ἐγκαίρως ἔρχομαι, κύριοι, διὰ νὰ σᾶς ἀναγγείλω ὅτι ἀπαιτοῦνται χρήματα πολὺ περισσότερα εἰς μίαν ὑπόθεσιν ὅλως ἐθνικὴν καὶ οἰκονομικωτάτην διὰ τὸν λαόν. Κύριοι, ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶναι ἡ τῆς διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς καὶ τῶν φυτειῶν, ἥτις ἀπησχόλησε σπουδαίως τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Οἱ κάτοχοι τῶν γαιῶν καὶ τῶν φυτειῶν ἔσπευσαν νὰ συμμορφωθῶσι μὲ τὸ κήρυγμα τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν κατέβαλον τὸν ὀβολόν των κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ νόμου καὶ ἐδήλωσαν τὰς γαίας των καὶ τὰς φυτείας των. Μεθαύριον περαιοῦται τῶν δύω ἐτῶν ἡ προθεσμία, τὴν ὁποίαν ὥρισεν ὁ νόμος, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ καταβαλόντες τὸν ὀβολόν των ἔχουν δικαίωμα νὰ λάβουν τὰ παραχωρητήριά των, καὶ ν’ ἀνταλλάξουν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας μὲ μίαν δόσιν τιμήματος. Δὲν ἠδυνήθην, κύριοι, νὰ μάθω ἐὰν αὐτὴ ἡ ἐτησία δόσις τοῦ τιμήματος θέλει εἶναι ἀνταξία τῆς ἐπικαρπίας, μὲ τὴν ὁποίαν θὰ ἀνταλλάξωμεν τὸ τίμημα· φοβοῦμαι μήπως ἡ ἐπικαρπία θὰ ᾖναι μεγαλειτέρα. Ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, θὰ χρειασθοῦν χρήματα διὰ νὰ συστήσωμεν γεωμέτρας, διὰ νὰ προσλάβωμεν βοηθητικὸν προσωπικὸν εἰς τὴν συγκρότησιν τοῦ γραφείου, τὸ ὁποῖον θὰ διευθύνῃ αὐτὴν τὴν μεγάλην ὑπόθεσιν, τοσοῦτον μᾶλλον, καθ’ ὅσον δυστυχῶς εἰς τὴν ἐφαρμογὴν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν ὁ νόμος περιεπλέχθη τοιουτοτρόπως, ὥστε θὰ χρειασθοῦν μεγάλοι κόποι διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ἓν ὁποιονδήποτε ἀποτέλεσμα. Δὲν ἐδυνήθην, κύριοι, νὰ μάθω μετὰ διαφόρους ὑπολογισμούς, τοὺς ὁποίους ἔκαμα, ποία θὰ ᾖναι αὐτὴ ἡ πρόσοδος, ἡ ὁποία μέλλει νὰ ἀντικαταστήσῃ τὴν πρόσοδον τῆς ἐπικαρπίας. Μέχρι τοῦδε, εἶπα προχθὲς ἐν παρόδῳ, ὅτι ἐδηλώθησαν γαῖαι 600,000, φυτεῖαι 235,000. Πιστεύω ὅμως ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἕτεροι κάτοχοι μὴ δηλώσαντες· ὅπως δήποτε, ἔγεινε λάθος καὶ εἰς τὸν νόμον καὶ εἰς τὰ μέτρα τῆς ἐκτελέσεως, διότι ὁ νόμος λέγει (ἄρθρον 10ον)· «Ἅμα ἐκδοθῇ αὐτὸς ὁ νόμος, ἔρχονται οἱ κάτοχοι καὶ δηλόνουν τὰς κατοχάς των.» Ἀλλοῦ ἔτρεξαν οἱ κάτοχοι καὶ ἐδήλωσαν, ἀλλοῦ δὲν προηγήθη ἡ δήλωσις τῶν γαιῶν, δὲν προηγήθη πρὸ πάντων ἡ ἐκτίμησις, ἑπομένως δὲν ἠξεύρομεν εἰς ποῖον μέρος ἐδήλωσαν, πόσοι ἐδήλωσαν εἰς τὸ Α. πόσοι εἰς τὸ Β. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν νὰ ὑπολογίσωμεν τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν τῶν δηλώσεων. Ἔλαβα πολλὰ μέτρα, πολλὰ σχέδια, ἓν ἐκ τῶν ὁποίων περιέχει ἡ ἔκθεσίς μου, τὴν ὁποίαν συνιστῶ εἰς τοὺς κυρίους βουλευτὰς νὰ ἀναγνώσωσι, διὰ νὰ ἴδωσι τί ἔτρεξεν εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν· λέγω μόνον ὅτι εἶναι σπουδαία αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις καὶ δὲν ἠξεύρω ἂν προφθάσωμεν ἡμεῖς ἢ ἄλλοι νὰ τὴν φέρωσιν εἰς πέρας, διότι λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἡμέραν ἐκείνην, καθ’ ἣν θὰ ἀρχίσῃ ἡ παραχώρησις, πόσα γραφεῖα χρειάζονται, πόσοι γεωμέτραι, πόσα ἔξοδα. Ἐπειδὴ δὲ φρονῶ ὅτι ἔγειναν αὐτὰ τὰ λάθη καὶ πολλοὶ φρόνιμοι ἄνθρωποι δὲν ἐδήλωσαν μὴ γνωρίζοντες τὴν τιμὴν, τὴν ὁποίαν θὰ πληρώσουν, ἀκόμη τὸ ἥμισυ τῶν ἐπαρχιῶν δὲν ἐξετιμήθη, διότι εἶναι ἡ ὑπόθεσις δυσκολωτάτη καὶ δὲν ἠδυνήθησαν παντοῦ οἱ ἔφοροι νὰ συντελέσουν εἰς τοῦτο, διότι ἔχουν καὶ ἄλλας ἐργασίας σπουδαιοτέρας, βεβαίωσιν τῶν φόρων καὶ τῶν ἄλλων προσόδων. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν νὰ γενῇ φροντὶς περὶ συστάσεως προσωπικοῦ σπουδαιοτάτη, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς ἐκδόσεως τῶν παραχωρητηρίων. Πότε δὲ πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν τὰ παραχωρητήρια; ἀφοῦ συμπληρωθοῦν τὰ δύω ἔτη· τὰ δύω ἔτη συμπληροῦνται τὸν Ἰούλιον. Ἀλλὰ σημειώσατε ὅτι ὅλοι δὲν ἐδήλωσαν τὸν Ἰούνιον. Ὅταν ἦλθον εἰς τὸ ὑπουργεῖον, εἶδον δηλωμένας 400,000 γαιῶν καὶ ἐπροσπάθησα νὰ γείνουν 600,000, καὶ φυτείας 160,000 καὶ παρεκίνησα καὶ ἐδήλωσαν καὶ ἄλλας καὶ ἀνέβησαν εἰς 235,000. Οἱ προκάτοχοί μου τὴν προθεσμίαν αὐτὴν τὴν παρέτειναν, διότι ἐγνώριζαν ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν παράτασιν αὐτὴν, καὶ ἔφεραν νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἤθελε παραδεχθῇ, ἀλλ’ οὐδὲ τοῦτο ἐγένετο. Δὲν ἠδυνήθην ἐγὼ νὰ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην τοῦ νὰ διακόψω τὴν περαιτέρω δήλωσιν, ἓν τόσον σοβαρὸν ἔργον. Ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀνατεθῇ τοῦτο εἰς μόνην τὴν Βουλὴν, ἥτις νὰ δώσῃ τὴν ἀπόφασίν της περὶ τῆς ὑστάτης προθεσμίας· θεωρῶ ὅμως ἀναγκαῖον, ὅτι μία ὑστάτη προθεσμία πρέπει νὰ δοθῇ μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1873.
§72Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν θὰ ᾖναι ἐπαρκής.
§73ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κύριοι, ἀφοῦ ἀναγνώσατε τὴν ἔκθεσίν μου, ἀφοῦ μελετήσετε τὸ ζήτημα, εἰς ὑμᾶς ἀνήκει νὰ ἀποφασίσητε ὁριστικῶς, διότι πρέπει νὰ ἀποφασίσητε τὴν τελευταίαν ἡμέραν, καθ’ ἣν εἶναι δεκτὴ ἡ δήλωσις τῶν κατόχων, μετὰ δὲ τὴν τελευταίαν ἡμέραν ἀνάγκη πᾶσα νὰ ἔλθῃ καταστροφὴ τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν καὶ αὐτὸ βεβαίως ἕνας ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ τὸ ἀποφασίσῃ. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ νόμος λέγει, ὅτι μετὰ τὸ πέρας τῶν 6 μηνῶν οἱ κάτοχοι στεροῦνται τοῦ δικαιώματος τῆς δηλώσεως, καὶ ἐγὼ εἶχον αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ προθεσμία αὕτη ἦτο πολὺ μικρὰ, διότι ἀπεδείχθη ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν αὐτῆς ἐδήλωσαν μόνον 200,000 καὶ δὲν εἶναι παράξενον νὰ ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι 200,000 ἀκόμη, καὶ τὸ ζήτημα τῶν κατόχων δὲν εἶναι μικρόν· δι’ αὐτὸ τοῦτο μία παράτασις προθεσμίας ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως νὰ μείνῃ ἡ Βουλὴ εἰς αὐτὴν τὴν προθεσμίαν, εἶναι ἀναγκαία, ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι, καὶ ἄν οἱ κάτοχοι δὲν παρουσιασθοῦν, ἂς ὄψωνται. Λοιπὸν καταθέτω δύω νομοσχέδια.
ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ
Ἐπὶ τοῦ Νόμου περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς. «Ἄρθρον 1. Ἡ διὰ τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ ΥΛΑʹ. νόμου περὶ διανομῆς καὶ διαθέσεως τῶν ἐθνικῶν, τῶν ἐπισκοπικῶν καὶ τῶν εἰς τὰς διαλελυμένας μονὰς ἀνηκουσῶν γαιῶν προθεσμία παρατείνεται μέχρι τέλους Δεκεμβρίου ε. ε. ἀπὸ δὲ τῆς ἐκθέσεως τοῦ βιβλίου τῶν δηλώσεων, κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 12 καὶ 24 τοῦ ἀνωτέρω νόμου, ἄρχονται αἱ ἄλλαι προθεσμίαι, περὶ ὧν διαλαμβάνουσι τὰ ἄρθρα 20 καὶ 26 τοῦ νόμου τούτου. Αἱ δοθεῖσαι δηλώσεις τῶν κατόχων μετὰ τὴν ἔκπνευσιν τῆς ἑξαμήνου προθεσμίας, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ μνησθέντος νόμου, εἰσὶν ἔγκυροι. Ἄρθρον 2. Εἰς τοὺς δηλώσαντας ἐθνικάς, ἐκκλησιαστικὰς ἢ ἐπισκοπικὰς γαίας, διὰ τὰς ὁποίας ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων δίκαι, ἐὰν τὸ δημόσιον ἡττηθῇ καὶ αἱ γαῖαι περιέλθωσιν ὁριστικῶς εἰς τρίτους, ἐπιστρέφεται ἀτόκως ἡ προκαταβολὴ καὶ αἱ ἐτήσιαι δόσεις, ὅσας ἐπλήρωσαν εἰς τὸ δημόσιον, καὶ ἀκυροῦνται αἱ χρεωστικαὶ ὁμολογίαι τῶν ὑπολειπομένων δόσεων. Ἄρθρον 3. Τὰ ὑπὸ τῶν ἄρθρων 14, 21 καὶ 24 τοῦ νόμου περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς ἀνατεθειμένα εἰς τὸν ἔπαρχον καθήκοντα, ὅπου τοιοῦτος δὲν ὑπάρχει, ἢ ὅταν κωλύηται αὐτός τε καὶ ὁ γραμματεὺς αὐτοῦ, ἐκπληροῖ ὁ εἰρηνοδίκης τοῦ τόπου, ἔνθα ἑδρεύει ἡ Ἐφορία, ὁ δὲ δήμαρχος τοῦ αὐτοῦ δήμου ἀναπληροῖ τὸν εἰρηνοδίκην εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ ἄρθρου 22, ὅταν ὁ εἰρηνοδίκης ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντα τοῦ ἐπάρχου. Ἄρθρον 4. Τὰ ἀνακαλυφθησόμενα ἀρχαῖα ἐντὸς τῶν παραχωρουμένων ἐθνικῶν γαιῶν ἀνήκουσιν εἰς τὸ δημόσιον ἄνευ ἀποζημιώσεως τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς γῆς. Ἐὰν δὲ πρόκειται περὶ ἀρχαιοτήτων μὴ μετακινουμένων, ἢ ὧν ἡ μετακίνησις ἤθελεν ἀποβῆ ἐπιβλαβὴς καὶ πολυδάπανος, διαλύεται τὸ τῆς παραχωρήσεως συνάλλαγμα καὶ ἐπιστρέφεται τῷ δηλώσαντι ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ ἄρθρου 2 τὸ καταβληθὲν τίμημα. Ἄρθρον 5. Αἱ ἐντὸς τῶν ἐθνικῶν ἢ ἐκκλησιαστικῶν λειβαδίων ὡς καὶ αἱ πέριξ αὐτῶν γαῖαι, ὅσαι ἀνέκαθεν χρησιμεύουσι διὰ ποιμνιοστάσια καὶ διὰ καλύβας τῶν ποιμένων, δὲν παραχωροῦνται. Ἄρθρον 6. Αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 27 τοῦ ἀπὸ 26 Μαΐου 1835 Νόμου περὶ προικοδοτήσεως τῶν Ἑλληνικῶν οἰκογενειῶν καὶ αἱ διατάξεις τοῦ ἀπὸ 12 8βρίου 1869 ΤΠΣΤʹ. Νόμου περὶ παραχωρήσεως ἐθνικῶν οἰκοπέδων καὶ γηπέδων εἰς τοὺς δήμους ἰσχύουσι. Πᾶσα προλαβοῦσα διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὸν παρόντα Νόμον καταργεῖται.
Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
Δ. ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ».
ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ
Περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ ἐμφυτεύσεων ἐπὶ ἐθνικῶν, ἐπισκοπικῶν ἢ μοναστηριακῶν γαιῶν Νόμου. «Ἄρθρον 1. Ἡ ἐν τῷ ἄρθρῳ 7 τοῦ ΤΠΣΤʹ. Νόμου ὁριζομένη τρίμηνος προθεσμία περὶ δηλώσεως τῶν φυτειῶν παρατείνεται μέχρι τέλους Δεκεμβρίου ε. ε. αἱ δὲ δοθεῖσαι δηλώσεις μετὰ τὴν ἔκπνευσιν τῆς τριμήνου προθεσμίας εἰσὶν ἔγκυροι. Ἡ δίμηνος προθεσμία πρὸς δήλωσιν τῶν ἐνυποθήκων δανειστῶν, κατὰ τὸ ἄρθρον 10 τοῦ ἀνωτέρω νόμου, λογίζεται μέχρι τέλους Φεβρουαρίου 1874 ἔτους. Ἄρθρον 2. Τὰ μέχρι τοῦδε χρησιμεύοντα διὰ τὰς σταφιδαμπέλους ἁλώνια δηλοῦνται καὶ παραχωροῦνται ὡς σταφιδάμπελοι. Ἄρθρον 3. Εἰς τοὺς δηλώσαντας ἐθνικὰς ἢ ἐκκλησιαστικὰς ἢ ἐπισκοπικὰς φυτείας, διὰ τὰς ὁποίας ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς δίκαι ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἐὰν τὸ Δημόσιον ἡττηθῇ καὶ αἱ γαῖαι περιέλθωσιν ὁριστικῶς εἰς τρίτους, ἐπιστρέφεται ἀτόκως ἡ προκαταβολὴ καὶ αἱ ἐτήσιαι δόσεις, ὅσας ἐπλήρωσαν εἰς τὸ δημόσιον, καὶ ἀκυροῦνται αἱ χρεωστικαὶ ὁμολογίαι τῶν ὑπολειπομένων δόσεων. Ἄρθρον 4. Τὰ ἀνακαλυφθησόμενα ἀρχαῖα ἐντὸς τῶν παραχωρουμένων φυτειῶν ἀνήκουσιν εἰς τὸ δημόσιον ἄνευ ἀποζημιώσεως τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς φυτείας· ἐὰν δὲ πρόκειται περὶ ἀρχαιοτήτων μὴ μετακινουμένων ἢ ὧν ἡ μετακίνησις ἤθελεν ἀποβῆ ἐπιβλαβὴς ἢ πολυδάπανος, διαλύεται τὸ τῆς παραχωρήσεως συνάλλαγμα καὶ ἐπιστρέφεται τῷ δηλώσαντι ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ ἄρθρου 3 τὸ καταβληθὲν τίμημα. Πᾶσα προλαβοῦσα διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὸν παρόντα Νόμον καταργεῖται.
Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
Δ. ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ.
§74ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίους φόρους πρέπει νὰ πληρώσουν ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων ἡ προθεσμία ἔληξε;
§75ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κατὰ τὸν κείμενον νόμον, ὅποιος δὲν ἔχει παραχωρητήριον πρὸ τοῦ Ἀπριλίου, πληρόνει δικαίωμα ἐπικαρπίας.
§76ΜΑΚΡΗΣ. Ὅσοι ἐπλήρωσαν ὑποθέτετε ὅτι ἀπέκτησαν δικαίωμα;
§77ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἡ συζήτησις θὰ τὰ φέρῃ αὐτά.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἦλθεν ἀκόμη ἡ συζήτησις, ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅσοι κατέλαβον, αὐτοὶ σύμφωνα μὲ τὸν νόμον δὲν θὰ πληρώσουν ἐπικαρπίαν. Λοιπὸν, κύριοι, αὐτὰ θὰ σταλῶσιν εἰς τὰς δύω ἐπιτροπὰς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν.
§79ΤΙΝΕΣ. Τῶν Οἰκονομικῶν μόνον.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἔμεινεν ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ κ. Σαφάκα.
§81Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ μείνῃ αὐτὸ, διότι δύναται νὰ ἔλθῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἔλθωμεν εἰς ἓν τέλος.
§83Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ ἔχω νὰ ὁμιλήσω· ἂν θέλετε, ὁμιλῶ καὶ τώρα.
§84ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἡ Βουλὴ παροῦσα.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις θὰ γείνῃ.
§86Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Σαφάκαν νὰ παραιτηθῇ τῆς ἀπαιτήσεώς του.
§87ΣΑΦΑΚΑΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ παραιτηθῶ, παραιτοῦμαι· δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ κλέψω. Δικαιοῦμαι ἢ δὲν δικαιοῦμαι;
§88Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω ὅτι δὲν δικαιοῦσαι, διότι δὲν ὑπηρέτησες ὡς βουλευτής. Ἐπιθυμεῖς νὰ μὴ γείνῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις; παραιτήσου.
§89ΣΑΦΑΚΑΣ. Ἠμπορεῖς νὰ λάβῃς τοὺς καταλόγους καὶ τὰ πρακτικὰ διὰ νὰ ἴδῃς ἂν εἰργάσθην.
§90Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἰδοὺ τί τρέχει εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν. Ὁ κ. Σαφάκας ἐπροβιβάσθη τὴν 16 Μαρτίου 1867 ἀπὸ τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου εἰς τὴν ἐνεργὸν φάλαγγα. Ἡ Βουλὴ προσεκλήθη εἰς τὴν τρίτην σύνοδον κατὰ τὸ 1867 τὴν 25 Σεπτεμβρίου. Ὅτε ἡ Βουλὴ συνεκαλεῖτο, ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ τότε εἶχε διατάξει τὴν ἐπανάληψιν τῆς βουλευτικῆς ἐκλογῆς, διότι ἐνόμιζεν ὅτι ὁ προβιβασμὸς τοῦ κ. Σαφάκα ἔπρεπε νὰ τὸν ὑποβάλῃ εἰς νέαν ἐκλογὴν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνόδου παρουσιάσθη τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἡ Βουλὴ συνῆλθε, καθὼς σᾶς εἶπον, τὴν 25 Σεπτεμβρίου 1867, τὴν δὲ 8 Ὀκτωβρίου ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν της ὅλα αὐτὰ τὰ γεγονότα καὶ παρεδέχθη ὅτι ὁ προβιβασμὸς τοῦ κ. Σαφάκα τὸν ὑπεχρέονε νὰ ὑποβληθῇ εἰς νέαν ἐκλογήν· ἑπομένως ὁ κ. Σαφάκας, δεχθεὶς τὸν προβιβασμὸν, ἔπαυσεν ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης νὰ ᾖναι βουλευτής. Ἠξεύρετε, κύριοι, ποῖος πρέπει νὰ πληρωθῇ κατὰ τὴν γνώμην μου; ὁ κ. Κονδύλης· διότι ἐπαναληφθείσης τῆς ἐκλογῆς, ἀνεδείχθη βουλευτὴς ὁ κ. Κονδύλης. Ἰδοὺ τί λέγουν τὰ πρακτικὰ τῆς 8 Ὀκτωβρίου. «Ὁ προβιβασμὸς......» Ἡ ἐπανάληψις τῆς ἐκλογῆς διετάχθη καὶ ἀνεδείχθη πλειοψηφῶν καὶ ἔλαβε τὸ εἰσιτήριον καὶ ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κύριος Κονδύλης.
§91ΣΑΦΑΚΑΣ. Πότε ἦλθεν; ἀφοῦ διελύθη ἡ Βουλή.
§92Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα, ἦλθεν εἰς τὰς Ἀθήνας, ἦλθαν τὰ χαρτιά του εἰς τὸ προεδρεῖον, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ διελύθη καὶ δὲν ἐπρόφθασε νὰ ἐξετάσῃ ἂν ἦτο νόμιμος ἡ ἐκλογή του. Αὐτὸς ἦλθε νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντά του, ἀλλὰ μία ἄλλη δύναμις τοῦ εἶπε, πήγαινε εἰς τὴν δουλειά σου. Ἂν ᾖναι δίκαιον, πρέπει νὰ πληρωθῇ ἐκεῖνος, ὅστις ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντά του, ἀλλὰ μία ἄλλη δύναμις ἀνεξαρτήτως τῆς θελήσεώς του τοῦ εἶπεν φύγε, δὲν σὲ ἀφίνω νὰ ἐκπληρώσῃς τὰ καθήκοντά σου.
§93Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁ κύριος Σαφάκας λέγει ὅτι ὑπηρέτησε.
§94Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη—ἔχω ἐδῶ τὰ πρακτικὰ—ὅτι ἀπὸ 16 Μαρτίου 1867 ὁ κ. Σαφάκας, δεχθεὶς τὸν προβιβασμόν του, δὲν ἦτο βουλευτὴς, δηλαδὴ ἔχασε τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ πρὸ ἓξ μηνῶν· ἀλλ’ ἐπειδὴ Βουλὴ δὲν ὑπῆρχε, τὸ ἀπεφάσισε τὴν 8 Ὀκτωβρίου, δηλαδὴ ὅταν ὁ Σαφάκας ἦλθεν ἐδῶ, εἶχε χάσει τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ πρὸ ἓξ μηνῶν. Ἐμισθοδοτήθη ἀπὸ 16 Μαρτίου 1867 μέχρις 8 Ὀκτωβρίου 1867 μὲ τὸν μισθὸν τοῦ ταγματάρχου· ἡ ἀποδοχὴ τοῦ βαθμοῦ τί ἀποτέλεσμα ἔχει, κ. Δημητριάδη;
§95Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μὰ δὲν ἠξεύρομεν ἂν ἐδέχθη (διάλογοι θορυβώδεις).
§96Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἢ δὲν ἐξηγήθην καλῶς νὰ μὲ ἐννοήσετε ἢ κακὴν ἰδέαν ἔχετε περὶ τοῦ ζητήματος. Ὁ κύριος Σαφάκας ἐπροβιβάσθη τὴν 16 Μαρτίου 1867, ἔτσι λέγει τὸ διάταγμα· ἡ Βουλὴ συνεκλήθη διὰ τὴν γʹ. σύνοδον τὴν 25 Σεπτεμβρίου 1867, κατηρτίσθη τὸ προεδρεῖον, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα πρότερον, ἅμα δὲ κατηρτίσθη τὸ προεδρεῖον ἐφέρθη τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἂν ὁ Σαφάκας ἦτο ἢ δὲν ἦτο βουλευτὴς ἀφοῦ προεβιβάσθη· ἡ Βουλὴ εἶπεν, ὅτι ἀφοῦ ἀπεδέχθη τὸν προβιβασμὸν καὶ ἐμισθοδοτήθη, δὲν ἠδύνατο νὰ ᾖναι βουλευτὴς καὶ ἐνηργήθη νέα ἐκλογή. Λοιπὸν τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ τὴν ἔχασεν ὁ κ. Σαφάκας ἀπὸ 16 Μαρτίου 1867· δὲν εἶναι πλέον ζήτημα.
§97Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μὰ λέγει ὅτι δὲν ἐδέχθη τότε, ἀλλ’ ὕστερα μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πιστεύω ὅτι ὁ κ. Σαφάκας ἀποσύρει τὴν αἴτησίν του.
§99ΣΑΦΑΚΑΣ. Βέβαια· ἀφοῦ οἱ κύριοι δὲν θέλουν, ἔχουν ἀντίῤῥησιν, ὑπάγω εἰς τὰ δικαστήρια.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀποσύρεται ἡ πρότασις. Κύριοι, διὰ μιᾶς ἀναφορᾶς του ὁ Μιχαὴλ Οἰκονόμου ζητεῖ τὴν συνδρομὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς ἱστορίας του περὶ τοῦ ἀγῶνος τῆς Ἑλληνικῆς ἀνεξαρτησίας· ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἂν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ νὰ δώσῃ τὴν συνδρομήν της, νὰ σημειωθῇ τὸ ποσόν.
§101ΤΙΝΕΣ. Πόσον ζητεῖ;
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (ἀναγινώσκει τὴν αἴτησιν). Δὲν λέγει τίποτε, ὅ,τι θέλετε νὰ δώσητε.
§103ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω πῶς ἔχει ἀγγελίαν· πόση εἶναι ἡ τιμή;
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀκτὼ δραχμαί.
§105ΡΑΛΛΗΣ. Ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι σημειωμένον ποσὸν 400,000 δραχμῶν καὶ μέχρι σήμερον ἐπεψηφίσθησαν 437,000....
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ παρετηρήσατε καλά· ἔχετε λάθος, διότι ἔπρεπε νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι ἐδῶ λέγει τόσοι βουλευταὶ, ὅσοι εἶναι, ἀνὰ 2,000 δρ. ἕκαστος, ἀλλὰ δὲν παίρνουν καὶ τὰς 2,000 ὅλοι, διότι πολλοὶ μισθοδοτοῦνται ὡς στρατιωτικοὶ (διάλογοι θορυβώδεις).
§107ΡΑΛΛΗΣ. Συνήθως αἱ τοιαῦται αἰτήσεις ἀπευθύνονται πρὸς τὰ διάφορα ὑπουργεῖα, τὰ ὁποῖα σημειόνουν ἓν ποσὸν ἕκαστον εἰς τὸν προϋπολογισμόν του. Ἄλλοτε εἴχομεν «παραλλήλους βίους,» ἄλλοτε ἄλλα καὶ ἄλλοτε μᾶς τυπόνουν καὶ αὐτὸν τὸν κανονισμόν μας καὶ ἔρχονται καὶ μᾶς τὸν πωλοῦν ἀκριβὰ ἀκριβά.
§108ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Συγγραφὴ ἀπὸ συγγραφὴν διαφέρει. Ὅλοι γνωρίζομεν τὸν Μιχ. Οἰκονόμου· εἶναι ἐκ τῶν ἀρχαιοτέρων ἀγωνιστῶν, ἠκολούθησε τοὺς σπουδαιοτέρους ἄνδρας κατὰ τὴν ἐπανάστασιν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ τὸ σύγγραμμα τὸ ὁποῖον θὰ κάμῃ νὰ ᾖναι σπουδαῖον. Ὁ Οἰκονόμος, ὁ γνωστὸς διὰ τὰς γνώσεις, τὴν ἠθικὴν καὶ τὴν πολυετῆ ὑπηρεσίαν του εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φενακίσῃ καὶ νὰ θέλῃ δι’ ἑνὸς πονήματος νὰ ὠφεληθῇ. Εἶμαι βέβαιος ὅτι τὸ ἔργον θὰ ᾖναι ἄξιον λόγου, διότι σὺν τοῖς ἄλλοις δὲν ἔλλειψεν οὐδέποτε ἀπὸ πλησίον τοῦ ἀοιδίμου Κολοκοτρώνη· ἦτο εἰς ὅλας τὰς συνελεύσεις καὶ ὅλας τὰς περιστάσεις παρὼν, ἔχει συλλογὴν ἐγγράφων σπουδαίων. Μία συνδρομὴ ἀπὸ μέρους τῶν βουλευτῶν, ἕκαστος νὰ λάβῃ ἀπὸ ἓν σῶμα, νὰ τοῦ δοθῇ, καὶ ἐγὼ δηλώνω ὅτι ἓν σῶμα τὸ παίρνω.
§109ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα, ὄχι ἡ Βουλὴ, οἱ βουλευταί.
§110ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕκαστος τῶν βουλευτῶν νὰ λάβῃ ἀπὸ ἓν σῶμα καὶ ἡ Βουλὴ 50 100.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον, δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ φέρω εἰς τὴν Βουλὴν· τὸ δεύτερον, μάλιστα. Κύριοι βουλευταὶ, ὁ κ. Δανόπουλος ἐπρότεινε νὰ δώσῃ ἡ Βουλὴ συνδρομὴν διὰ 100 σώματα.
§112ΠΕΤΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐδῶ ὑπάρχει καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μία τάξις· ὁσάκις ἔρχεται μία αἴτησις, ὑποβάλλεται προδικαστικῶς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν διὰ νὰ μᾶς φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της· καὶ βεβαίως ἡ Βουλὴ ἐμφορουμένη ἀπὸ τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι ἐπικρατοῦν διὰ τὴν ἱστορίαν τοῦ 1821, βεβαίως δὲν πρέπει νὰ σιγήσῃ· ἀλλ’ ὑπάρχει εἷς κανονισμὸς καὶ πρέπει νὰ τὸν σεβώμεθα, διότι ἐὰν δώσωμεν τοιοῦτον παράδειγμα, πολλοὶ ἄλλοι θὰ ἔλθουν νὰ ζητοῦν συνδρομάς. Πρέπει ἡ Βουλὴ ἅπαξ καὶ διὰ παντὸς νὰ μὴ δώσῃ παράδειγμα τοιοῦτον, ἀλλὰ σεβομένη τὸν κανονισμὸν νὰ πέμψῃ τὴν αἴτησιν εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ συζητεῖται ὁ προϋπολογισμὸς, ἦλθεν ἡ αἴτησις ὡς σχετική· θέλει ἡ Βουλὴ νὰ τὴν στείλῃ εἰς τὴν ἐπιτροπήν; ἂς τὴν στείλῃ.
§114ΠΕΤΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Καθ’ ἑκάστην θὰ σᾶς φέρουν τοιαύτας αἰτήσεις.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ ᾖναι ὁ προϋπολογισμὸς ὑπὸ συζήτησιν καθ’ ἑκάστην. Τέλος πάντων ἡ Βουλὴ δὲν παραδέχεται τὴν αἴτησιν;
§116ΠΕΤΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀποφανθῶμεν τώρα· ὄχι, δὲν παραδεχόμεθα τὴν αἴτησιν.
§117ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Μαυρομιχάλη, ὑποστηριζομένη καὶ ἀπὸ τὸν κύριον Μαυροκορδάτον, εἶναι νὰ σταλῇ ἡ αἴτησις εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Παραδέχεται ἡ Βουλή;
§119ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, εἶναι ἐκκρεμὴς ἡ παραίτησις τοῦ κυρίου Ῥάλλη ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ γραμματέως· ἢ νὰ γείνῃ δεκτὴ ἢ νὰ τὴν ἀποσύρῃ.
§121ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν εἶναι Βουλὴ τώρα, δὲν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ.
§122ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχω λόγους διὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς παραιτήσεώς μου, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ ἀκούσῃ τοὺς λόγους, θὰ τοὺς ἐκθέσω· θέλει τώρα; θέλει αὔριον; μοὶ εἶναι ἀδιάφορον.
§123ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν εἶναι καιρὸς τώρα.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τέλος πάντων μένει ἐκκρεμὴς ἡ ὑπόθεσις. Λύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρᾳ 12 παρὰ 10|60).