1872.06.21
1,208 rows · 10,452 words · 45 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 30
Τῆς 21 Ἰουνίου 1872.
(Τετάρτη).
Ὥρα 9.
Κατέχει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος Ζέγγελης.
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως ἔχομεν τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἐκ Ζακύνθου βουλευτοῦ.
§2ΠΑΠΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ἐπιτροπῆς (ἀναγινώσκει).
§3ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. Ὁ μετὰ τὸν κ. Βελιανίτην ζητήσας τὸν λόγον εἶναι ὁ κ. Τρικούπης, ὅστις ἔχει καὶ τὸν λόγον. (Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν του ὁ πρόεδρος).
§5ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. «Οἱ θρασεῖς εἶναι καὶ ἄνανδροι», ἐπανέλαβε πολλάκις ἐν τῇ χθεσινῇ ἀγορεύσει του ὁ κ. Βελιανίτης. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω ποίους ὑπαινιττόμενος ἔλεγε ταῦτα, ἀλλὰ μετὰ τοὺς λόγους δι’ ὧν ἐπεσφράγισε τὴν ἀγόρευσίν του, μετὰ τὴν ἐπίκλησιν ἣν ἔκαμε στυγερᾶς συκοφαντίας, τῆς στυγερωτέρας τῶν συκοφαντιῶν, τὰς ὁποίας ποτὲ ἐξύφανον πολιτικὰ πάθη κατὰ ὑπουργοῦ, νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ παρ’ οὐδενὶ ἐξ ὑμῶν ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία ποῖος εἶναι ὁ θρασὺς, ποῖος εἶναι ὁ ἄνανδρος. Πέντε ἔτη παρῆλθον ἀφοῦ κακούργημα συνέβη ἐν Ζακύνθῳ καὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἴς τινας πολιτικοὺς ἀντιπάλους ἑνὸς τῶν ὑπουργῶν τοῦ 1867 νὰ θεωρήσωσιν αὐτὸ ὡς εὕρημα καὶ νὰ τὸ μεταχειρισθῶσιν ὡς μέσον διὰ νὰ διασώσωσι τὴν ὑπόληψιν ἀνδρὸς, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο μόνον καύχημα τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου, ἀλλὰ καὶ καύχημα τῆς Ἑπτανήσου καὶ καύχημα τῆς Ἑλλάδος.
§6ΤΙΝΕΣ. Εὖγε, εὖγε.
§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔπεσε τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1867, παρῆλθε πολὺς χρόνος ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, παρῆλθεν ὁ σκοπὸς τῆς ἐπιθέσεως, παρῆλθον τὰ πάθη, ἅτινα ἔπλασαν καὶ ὑπεστήριξαν τὴν συκοφαντίαν. Σκεπτόμενοι περὶ αὐτῆς σήμερον ἐν ψυχρῷ αἵματι οἱ διαδόσαντες αὐτὴν τότε ἐρυθριῶσι διὰ τὴν μετοχὴν των. Ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐρυθριῶσι, καὶ ἐπέπρωτο χθὲς ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ νὰ ἴδωμεν ἀναμοχλευομένην τὴν συκοφαντίαν, καὶ ἀναμοχλευομένην ἐν ἀγορεύσει, ἡ ὁποία ἐπηγγέλλετο ὅτι σκοπὸν εἶχε νὰ ἀφαιρέσῃ τὸν προσωπικὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον ἄλλοι δῆθεν ἔδωκαν εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην. Ἔρχομαι καὶ ἐγὼ, κύριοι, ἀληθῶς ἵνα προσπαθήσω νὰ ἀφαιρέσω ἀπὸ τῆς συζητήσεως ταύτης τὸν προσωπικὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον ἔδωκαν εἰς αὐτὴν διὰ τῶν ἀγορεύσεών των ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης καὶ ὁ βουλευτὴς Παξῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἀποστρέφω τὸ πρόσωπον ἐν περιφρονήσει ἀπὸ τῶν λεχθέντων κατὰ τὸ τέλος τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως, καὶ εὔχομαι μόνον νὰ ᾖναι ἐκείνη ἡ τελευταία φορά, καθ’ ἣν τοιοῦτοι λόγοι μολύνουσι τὸ βῆμα τοῦτο. Δύο, κύριοι, ζητήματα μᾶς ἀπασχολοῦσιν· πρῶτον τὸ ζήτημα ἐὰν ὑπὸ τὴν εὐθύνην τοῦ νῦν ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ὑπουργοῦ ἐνησκήθη ἀνεπιλήπτως ἡ προνομία τῆς ἀπονομῆς τῶν χαρίτων, καὶ δεύτερον τὸ ζήτημα, ἐὰν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης ἐξετέλεσεν ἐν εἰλικρινείᾳ τὴν δοθεῖσαν πρὸς αὐτὸν παρὰ τῆς βουλῆς ἐντολὴν τοῦ νὰ προσαγάγῃ εἰς αὐτὴν πάσας τὰς πληροφορίας τὰς ἀναγομένας εἰς τὰς χάριτας τὰς ἀπονεμηθείσας εἴτε ἐπὶ τῆς ὑπουργείας αὐτοῦ, εἴτε ἐπὶ ὑπουργείων ἄλλων προκατόχων, ἀπὸ τοῦ 1865. Τὸ πρῶτον ζήτημα προεκλήθη ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ κυρίου Λομβάρδου· τὸ δεύτερον ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης. Ἀμφότερα τὰ ζητήματα ταῦτα εἶναι λίαν σπουδαῖα καὶ ἀπαιτοῦσιν ἐξέτασιν ἐπισταμένην. Πρέπει νὰ ἴδωμεν εἰς ποῖον σημεῖον ἔφθασεν ἡ συζήτησις, διὰ νὰ ὁδηγηθῶμεν εἰς τὴν περαιτέρω πορείαν αὐτῆς καὶ εἰς τὴν ἀπόφασιν, ἣν θέλομεν λάβει. Καὶ κατὰ πρῶτον ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ἐγένετο, τῇ συμβουλῇ καὶ τῇ προσυπογραφῇ τοῦ νῦν ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης, ἡ ἀπονομὴ τῶν χαρίτων. Τρεῖς μῆνας, μᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Παξῶν, συνεδριάζει ἡ Βουλὴ, μόλις δὲ ἤδη ἐπιλαμβάνεται τῶν κυρίων αὐτῆς ἔργων καὶ ἀμέσως βλέπομεν αὐτὴν νὰ κατατρίβῃ τὸν χρόνον εἰς ἀγόνους καὶ ποταπὰς συζητήσεις. Καὶ ἐπὶ τῶν τριῶν μηνῶν αἱ συζητήσεις ὑπῆρξαν, κατὰ τὸν κ. Βελιανίτην, ὅλως ἄσκοποι. Ἡ πορεία τοῦ κ. Λομβάρδου καὶ τῶν πολιτικῶν ἡμῶν φίλων ἐπὶ τῶν ἐξελέγξεων περιφρόνησιν καὶ οἶκτον μόνον ἐμπνέουν εἰς τὸν κ. Βελιανίτην, ὅστις καθ’ ὅλην τὴν ἀγόρευσιν αὑτοῦ, ὄχι μόνον διὰ λόγων, ἀλλὰ καὶ διὰ μορφασμῶν ἠθέλησε νὰ ἐκφράσῃ τὴν τοιαύτην πρὸς τὴν νομιμότητα καὶ πρὸς τοὺς νομιμόφρονας ἰδέαν του. Ἀλλ’ ὁ κ. Βελιανίτης ἄλλην εἶχεν ἰδέαν, ὅταν ἦλθεν ἐκ Παξῶν. Ἐπερίμενα μετὰ περιεργείας νὰ ἴδω τὴν διαγωγήν του, διότι τὸν εἶχον συνάδελφον ἐν τῇ Ἐθνικῇ Συνελεύσει καὶ ἐγνώριζον τὴν ἱκανότητά του. Ἐπεθύμουν νὰ τὸν ἴδω συντασσόμενον μεθ’ ἡμῶν, καὶ τὸν εἶδον, τῷ ὄντι, νὰ θέσῃ τὴν ὑπογραφὴν αὑτοῦ μετὰ τῶν ὑπογραφῶν τῶν φίλων ἡμῶν εἰς τὰς ἐκθέσεις τῶν μειονοψηφιῶν τῶν τμημάτων ἐπὶ τῶν ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν τῶν ἐπαρχιῶν Κυνουρίας καὶ Αἰγίνης. Ἀλλὰ ταχέως προώδευσεν ὁ κ. Βελιανίτης εἰς τὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ἐνταῦθα χθὲς, τοὐτέστι τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ σχηματισθῇ διὰ τῶν ἐξελέγξεων βουλευτικὴ πλειονοψηφία, τοῦ νὰ ἔχῃ ἡ ἐξέλεγξις τῶν ἐκλογῶν ὡς σκοπὸν τὴν ἑδραίωσιν κυβερνήσεως ἰσχυρᾶς, ὑποκαθισταμένης δι’ αὐτῆς τῆς θελήσεως ἡμῶν εἰς τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ. Ταχείας, λέγω, ἔκαμε προόδους ὁ κ. Βελιανίτης, καὶ διὰ τοῦτο, ἐνῷ μεθ’ ἡμῶν ἐψήφιζεν ἐν τῷ τμήματι ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν Αἰγίνης καὶ Κυνουρίας, προκειμένου περὶ τῶν αὐτῶν ἐκλογῶν ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν τὸν βλέπω πλέον ψηφίζοντα μεθ’ ἡμῶν· φεύγει ἢ ἀρνεῖται. Μᾶς ἦλθε νομιμόφρων ἐν Παξῶν, ἀλλ’ ὀλίγων ἡμερῶν Ἀθηναϊκὴ διδασκαλία τὸν κατέστησε βαθὺν πολιτικὸν, τὰ δὲ ὑψηλὰ τῆς πολιτικῆς διδάγματα μετέδωκε καὶ εἰς ἡμᾶς χθές. Τὸ κατ’ ἐμὲ, κύριοι, δὲν δύναμαι παρὰ νὰ προτιμῶ τὸν βουλευτὴν Παξῶν ὁποῖος μᾶς ἔφθασεν ἐκ Παξῶν, ἐξακολουθῶ δὲ, καὶ μετὰ τὴν διδασκαλίαν, ἣν χθὲς ἤκουσα, ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν, νὰ ᾖμαι κατὰ τοῦτο Παξινός. Ναὶ, κύριοι, κατὰ τὰς ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν δὲν κατετρίψαμεν τὸν χρόνον εἰς μάτην. Ἐμειονοψηφήσαμεν κατὰ τὸ πλεῖστον, νομίζω ὅμως, ὅτι μετά τινα ἐσχάτως συμβάντα πείθεσθε πάντες, ὅτι εὐχῆς ἔργον διὰ τὴν βουλὴν καὶ δι’ ὑμᾶς θὰ ἦτο νὰ ἐμειονοψηφοῦμεν κατὰ τὰς ἐξελέγξεις ὀλιγώτερον. Δὲν θέλω νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ ἀντικειμένου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὅλοι ἔχομεν συμφέρον, καὶ ἡ βουλὴ καὶ τὸ ἔθνος, νὰ μὴ γίνηται συζήτησις. Ἀλλά, πιστεύω, αὐτὰ ταῦτα τὰ συμβάντα, τὰ ὁποῖα ὑπαινίττομαι, σᾶς ἀφήρεσαν πάντα δισταγμόν, ὅτι ἡ ἐργασία ἡμῶν κατὰ τὰς ἐξελέγξεις δὲν ἐνεπνεύσθη ὑπὸ προσωπικῶν ἢ κομματικῶν λόγων, ἀλλ’ ὑπὸ τῆς μόνης ὑγιοῦς ἰδέας νὰ ἴδωμεν τὴν βουλὴν ἀνυψουμένην, ὅπως δύνηται νὰ ἵσταται εἰς παράλληλον σημεῖον πρὸς τὴν ἄλλην ἐξουσίαν. Ἐὰν ἐτίθετο εἰς σημεῖον κατώτερον, ἡ ἑτέρα ἐξουσία θὰ κατεῖχεν ἐν τῇ πολιτείᾳ θέσιν ἥτις, κατὰ τὸν θεμελιώδη ἡμῶν νόμον, δὲν ἀνήκει εἰς αὐτὴν καὶ θὰ ἐταράττετο ἡ ἁρμονικὴ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος. Οὐδετέρας τῶν ἐξουσιῶν θέλομεν τὴν ἐπικράτησιν· ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ κατορθωθῇ ὅπως κατέχῃ ἡ βουλὴ τὴν ἁρμόζουσαν αὐτῇ θέσιν, ἂν δὲν ἔχῃ τὰς ῥίζας αὑτῆς ἐν τῇ θελήσει τοῦ ἔθνους, ἂν ἡ συνείδησις τοῦ ἔθνους δὲν τὴν ἀναγνωρίζῃ ὡς τὸ προϊὸν τῆς ἐννόμου ψήφου τοῦ λαοῦ. Ἰσχυρὰν κυβέρνησιν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν μόνον δι’ ἰσχυρᾶς βουλῆς, ἰσχυρὰν δὲ βουλὴν μόνον διὰ νομίμων ἐκλογῶν καὶ νομίμων ἐξελέγξεων. Ἂν αἱ κατὰ τὰς ἐξελέγξεις προσπάθειαι ἡμῶν δὲν ἐπέτυχον, τοῦτο δὲν εἶναι λυπηρὸν δι’ ἡμᾶς μόνους. Ἴσως διά τινας εἶναι εὐχάριστον· δὲν πιστεύω ὅμως νὰ ᾖναι εὐχάριστον δι’ ὑμᾶς. Ἀλλὰ διήλθομεν τὸ στάδιον τῶν ἐξελέγξεων καὶ ἀμέσως ἐδώκαμεν ἀποδείξεις, ὅτι δὲν θέλομεν νὰ κατατρίβωμεν τὸν χρόνον εἰς ἐπουσιώδη. Εἰς ζητήματα, τὰ ὁποῖα πάντοτε ἐν Ἑλλάδι ἐθεωρήθησαν ζητήματα ὑπουργικὰ, ἀπέσχομεν νὰ δώσωμεν ὑπουργικὸν χαρακτῆρα. Καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογῆς τοῦ προέδρου τῆς βουλῆς τοῦτο ἐπράξαμεν, καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον ἀπέσχομεν νὰ προκαλέσωμεν συζητήσεις, καὶ οὕτως ἀβρόχοις ποσὶν ἐπεψηφίσθη ἐν ἡμισείᾳ ὥρᾳ. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῆς διατί ἀπρακτεῖ ἡ βουλή; Οὐδεμία πρότασις εἶναι ὥριμος πρὸς συζήτησιν. Ἐν μέσῳ τῆς ἀπραξίας ἡμῶν ἠγέρθη τὸ ζήτημα, περὶ οὗ ἤδη πρόκειται· ἀλλὰ καὶ σήμερον, πλὴν τοῦ ζητήματος τούτου, ἡ ἡμερησία διάταξις δὲν φέρει ἄλλο τι, καὶ ἐν τούτοις ἔρχεται καὶ παραπονεῖται ὁ κ. Βελιανίτης ὄχι διὰ τὴν ἐργασίαν, ἀλλὰ διὰ τὴν ἀργίαν τῆς βουλῆς, τὴν ὁποίαν ἡ προκειμένη συζήτησις διακόπτει. Ἀλλὰ, κύριοι, ἡ ἀργία τῆς βουλῆς εἶναι ποθητὴ εἴς τινας, τοὺς ὁποίους, ὅταν ἐργαζώμεθα, βλέπω φωνάζοντας, ὅτι κατατρίβομεν τὸν χρόνον καὶ προσπαθοῦντας νὰ περιστέλλωσι καὶ νὰ ἐμποδίζωσι τὰς συζητήσεις· ὅταν δὲ πρόκειται περὶ ἀναβολῆς, περὶ ἀργίας, εἶναι πάντοτε πρόθυμοι. Δὲν παραπονοῦνται διότι κατατρίβομεν τὸν χρόνον τῆς ἐργασίας, ἀλλὰ διότι διακόπτομεν τὴν ἀργίαν τῆς βουλῆς, ἥτις καθιστᾷ αὐτὴν ὀλιγώτερον ἐπίφοβον. Ἡμεῖς φρονοῦμεν ὅτι μόνον διὰ τῆς ἐργασίας, τουτέστι διὰ τῶν συζητήσεων, δύναται ἡ βουλὴ νὰ καθέξῃ τὴν ἀνήκουσαν αὐτῇ θέσιν καὶ ὅτι δι’ αὐτῶν ἐκπληροῖ τὸν προορισμὸν αὑτῆς, ἡ δὲ ἀργία καὶ ἡ σιγὴ τοῦ βήματος τούτου εἶναι ἄρνησις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βίου. Πρεσβεύομεν ὅτι αἱ συζητήσεις πρέπει νὰ ᾖναι εὐρεῖαι, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει μόνον καθῆκον νὰ ψηφίζῃ, πρέπει διὰ τῆς συζητήσεως καὶ ἑαυτὴν νὰ φωτίζῃ καὶ τὸ κοινὸν νὰ φωτίζῃ. Τοῦτο ἠθελήσαμεν νὰ πράξωμεν καὶ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν ἀπονομὴν τῶν χαρίτων. Ἡ τριήμερος συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου νομίζω, ὅτι ἐν τῇ συνειδήσει οὐδενὸς ἐξ ὑμῶν δὲν θέλει θεωρηθῇ ὡς ἀνωφελής. Ποῖος θέλει πιστεύσει, ὅτι οἱ μέλλοντες ὑπουργοὶ τῆς δικαιοσύνης ἀποβλέποντες εἰς τὸν ἔλεγχον, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπεβλήθησαν αἱ πράξεις τοῦ νῦν ὑπουργοῦ, δὲν θέλουσι προβῆ μετὰ πλειοτέρας περισκέψεως καὶ εὐλαβείας εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῆς πολυτιμοτέρας τῶν προνομιῶν, αἵτινες ὑπὸ τοῦ συντάγματος ἐδόθησαν εἰς τὸ στέμμα; Ἠπόρησα ὅτε εἶδον, προταθέντος τοῦ ζητήματος τούτου, νὰ ἐκφρασθῶσιν ἀμφιβολίαι περὶ τοῦ ἀπολύτου δικαιώματος τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ὡς πρὸς τὴν ἐνάσκησιν τῆς προνομίας τῆς χάριτος, παρ’ ἀνδρός, τὸν ὁποῖον εἰς ἄκρον σέβομαι Διὰ τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν ἱκανότητα, τῶν ὁποίων ἔχω ἄμεσον γνῶσιν ὡς ἐκ τῆς μετ’ αὐτοῦ συνεργασίας μου, ὅπως ἔχω πλήρη γνῶσιν καὶ τῶν πολιτικῶν αὐτοῦ πεποιθήσεων, αἵτινες εἶναι εἰλικρινῶς κοινοβουλευτικαί, ἠπόρησα, λέγω, ὅτε εἶδον αὐτὸν ἐκφράζοντα ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς βουλῆς νὰ ἐπιληφθῇ τοιαύτης συζητήσεως· δὲν ἠπόρησα ὅμως, ὅταν ἤκουσα τοιαῦτα παρὰ τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης. Ἀπορίαν μοὶ ἐπροξένησεν ἄλλο τι. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης ἀναβὰς ἐπὶ τὸ βῆμα μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν θεωρεῖ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου τῆς βουλῆς ὡς πρὸς τὴν ἀπονομὴν τῶν χαρίτων ἀπόλυτον, ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ βουλὴ ἄλλως ἀποφασίζει, ὑπακούει εἰς αὐτήν. Πῶς πράττεις τοῦτο, κύριε ὑπουργέ; Παρίστασαι ἐν τῇ Βουλῇ ὡς ἄτομον, ἢ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Βασιλέως; Καθὸ ἀντιπρόσωπος τοῦ Βασιλέως καθῆκον ἔχεις νὰ προασπίζῃς τὰ δικαιώματα τοῦ στέμματος, καὶ ἀφοῦ πεποίθησιν ἔχεις ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς προσκρούει εἰς τὰ δικαιώματα ταῦτα, ὀφείλεις νὰ σεβασθῇς τὴν πεποίθησίν σου καὶ νὰ ὑποστηρίξῃς αὐτήν. Αἱ προνομίαι τοῦ στέμματος εἶναι πολύτιμοι ὄχι μόνον διὰ τὸν Βασιλέα, ἀλλ’ ἐπίσης καὶ διὰ τὴν Βουλήν. Δὲν μάχονται πρὸς ἀλλήλας, ἀλλὰ συμπληροῦνται ἀμοιβαίως, αἱ προνομίαι τοῦ στέμματος καὶ τοῦ κοινοβουλίου. Ἡ ἀκεραία τήρησις τῶν δικαιωμάτων τοῦ στέμματος εἶναι ἐγγύησις καὶ διὰ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς τηρήσεως τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς. Καὶ ὁ Βασιλεὺς καὶ ἡ Βουλὴ ἄμεσον ἐνδιαφέρον ἔχουσιν ὅπως οἱ ὑπουργοὶ ὑποστηρίζωσι τὰς πεποιθήσεις αὑτῶν περὶ τῶν προνομιῶν ἑκατέρας τῶν ἐξουσιῶν παρὰ τῇ ἄλλῃ. Ὅταν φρονῇ ὁ ὑπουργός, ὅτι ἡ Βουλὴ καταπατεῖ προνομίαν τοῦ στέμματος, καθῆκον αὐτοῦ εἶναι, καὶ καθῆκον τοῦ νῦν ὑπουργοῦ ἔχοντος τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἐξέφρασεν, εἶναι νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι τοιαύτην ἔχων πεποίθησιν δὲν δύναται παρὰ νὰ ἀφήσῃ εἰς ἄλλον τὸ ἔργον νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αὐτὸς θεωρεῖ, ὅτι θὰ γίνῃ καθ’ ὑπέρβασιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς. Ἐὰν ὑπακούσῃ ἄλλος δυνάμενος νὰ πράξῃ τοῦτο συμφώνως πρὸς τὰς πεποιθήσεις του, οὐδὲν γεννᾶται παράπονον· ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἐκεῖνον, ὅστις κατήγγειλεν ὡς προσβαλλομένας διὰ τῆς προτάσεως τὰς προνομίας τοῦ Στέμματος, νὰ παραιτήσῃ τὰς πεποιθήσεις του καὶ νὰ γίνῃ συνεργὸς τῆς κατ’ αὐτὸν αὐθαιρεσίας. Οὐδὲν παράδοξον ὅμως, κύριοι, ἐὰν βλέπωμεν τὴν ἀξίωσιν ταύτην περὶ προνομιῶν τοῦ στέμματος οὕτως εὐκόλως ἐγκαταλειπομένην, ὡσανεὶ ἐπρόκειτο περὶ προδικαστικῆς ἐνστάσεως, τῆς ὁποίας ἀποῤῥιφθείσης, μεταβαίνει ὁ δικηγόρος εἰς τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης διὰ τῆς χθεσινῆς ἀγορεύσεώς του ἀπέδειξεν, ὅτι οὐδένα ἔχει σεβασμὸν πρὸς τὰς προνομίας τοῦ στέμματος. Ἔχω συνήθειαν νὰ μὴ διακόπτω τοὺς ἀγορεύοντας, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ κρατηθῶ χθές, ὅταν ἤκουσα τὸν ὑπουργὸν ἐπικαλούμενον τὴν ἀτομικὴν πεποίθησιν περί τινων καταδίκων, τὴν ὁποίαν ἐμόρφωσεν ὁ Βασιλεὺς κατὰ τὴν ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις περιοδείαν του, ὅπως δι’ αὐτῆς προασπίσῃ τὴν πολύτιμον εὐθύνην τοῦ ὑπουργοῦ προτάττων αὐτῆς ἐν τῇ Βουλῇ τὸ ἀνεύθυνον ὄνομα τοῦ Βασιλέως. Ἐνῷ καθῆκον καὶ ἀποστολὴ τοῦ ὑπουργοῦ εἶναι νὰ παρεμβάλλῃ τὴν ἰδίαν εὐθύνην μεταξὺ Βασιλέως καὶ Βουλῆς, ὅπως καλύπτῃ οὕτω τὸ ἀνεύθυνον τοῦ Βασιλέως, χθὲς εἴδομεν ὑπουργὸν προτάξαντα τὸ ἀνεύθυνον τοῦ Βασιλέως, διὰ νὰ καλύψῃ ὄπισθεν αὐτοῦ τὴν ἰδίαν εὐθύνην. Τοῦτο εἶναι, κύριοι, ἀσέβεια πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ ἀσέβεια πρὸς τὴν Βουλήν. Ἠσέβησεν ὁ ὑπουργὸς πρὸς τὸν Βασιλέα, διότι ἔφερε τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐντὸς τῆς κοινοβουλευτικῆς παλαίστρας, ἠσέβησε πρὸς τὴν Βουλὴν, διότι ἠθέλησε νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν γνώμην καὶ τὴν ψῆφον αὐτῆς διὰ τῆς ἐπικλήσεως ὑψηλῆς καὶ ἀνευθύνου γνώμης. Ἐν τῷ κοινοβουλίῳ ἄλλου κράτους, τὸ ὁποῖον θεωρεῖται ὡς ὑπόδειγμα περὶ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, εἰξεύρετε ὁποίας βαρείας ποινὰς συνεπάγεται τοιαύτη πρᾶξις, εἴτε ὑπουργὸς εἴτε βουλευτής εἶναι ὁ παραβάτης. Ἡμεῖς ὅμως ἔχομεν ἓν δικαίωμα, τὸ δικαίωμα τῆς ἀποδοκιμασίας, καὶ ἐλπίζω, ὅτι τοῦ δικαιώματος τούτου θέλομεν κάμει χρῆσιν. Ἀλλὰ δὲν ὑπῆρξεν αὕτη ἡ μόνη περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ἀσεβῆ χρῆσιν ὁ ὑπουργὸς τοῦ ὀνόματος τοῦ βασιλέως. Ὁ κύριος ὑπουργὸς θέλων νὰ αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν κατὰ τοῦ κ. Λομβάρδου κατηγοριῶν, τοσούτῳ μᾶλλον ὅσῳ αἱ πρότερον προσαχθεῖσαι ἀνεσκευάσθησαν ἅπασαι, καὶ μὴ εὑρίσκων ἐν τῷ γραφείῳ του ἄλλα στοιχεῖα, ἐφ’ ὧν νὰ στηρίξῃ νέους ἐνδοιασμοὺς δυναμένους νὰ δώσωσιν ἀφορμὴν εἰς μομφὰς, προσέτρεξεν εἰς τὸ ἀνακτορικὸν γραφεῖον, καὶ εὗρεν ἓν ἔγγραφον, ὅπερ προσήγαγεν εἰς τὴν Βουλήν. Ὁμιλῶ περὶ τοῦ περιεχομένου τοῦ ἐγγράφου καὶ λέγω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ὑπουργὸν νὰ ἀνακοινώνῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς μεταξὺ τοῦ βασιλέως καὶ τῶν προκατόχων ὑπουργῶν συζητήσεις καὶ διαπραγματεύσεις, καὶ ἂν ἐπληροφορήθη περὶ αὐτῶν ἐκ τῶν ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ ὑπουργείου ἐγγράφων. Περὶ τῶν ὑπ’ εὐθύνην τῶν ὑπουργῶν ἐνεργουμένων βασιλικῶν πράξεων ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ κάμνωμεν λόγον καὶ νὰ προκαλῶμεν συζητήσεις καὶ πληροφορίας, ἀλλὰ πράξεις ἀτελεῖς, αἵτινες εὑρίσκοντο ὑπὸ διαπραγμάτευσιν μεταξὺ ὑπουργοῦ καὶ βασιλέως, ὑπουργικαὶ προτάσεις μὴ τυχοῦσαι τῆς βασιλικῆς ὑπογραφῆς πῶς προσάγονται εἰς συζήτησιν ἐνταῦθα; Ταῦτα εἶναι φύσει ἀπόῤῥητα καὶ ὁ παραβιασμὸς τοῦ ἀποῤῥήτου αὐτῶν ἔχει δεινὰς συνεπείας. Ἐὰν ἔχετε ὑμεῖς τὸ δικαίωμα νὰ δημοσιεύσητε τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας μᾶς ἀνεκοινώσατε, δὲν ἔχω ἆρα καὶ ἐγὼ τὸ δικαίωμα, ὡς φυσικὴν συνέπειαν τοῦ ὑμετέρου, νὰ σᾶς ἐρωτήσω, διατί δὲν ὑπεγράφησαν παρὰ τοῦ βασιλέως τὰ ὑποβληθέντα παρὰ τοῦ προκατόχου σας διατάγματα; καὶ ποῖος εἶχε δίκαιον; καὶ ποῖος εἶχεν ἄδικον; ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐπρότεινεν, ἢ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δὲν ὑπέγραψε; Δὲν ἔχω ἄρα τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς ἐρωτήσω, ἐὰν καὶ ἄλλαι ἐγένοντο καὶ ἀπεῤῥίφθησαν προτάσεις παρ’ ἄλλων ἐκ τῶν προκατόχων σας, καὶ διατί ἀπεῤῥίφθησαν; ἐὰν ὑμεῖς ὑπεβάλετε τοιαύτας προτάσεις μὴ γενομένας ἀποδεκτάς; ἐὰν σήμερον δὲν εὑρίσκωνται ἐν τῷ ἀνακτορικῷ γραφείῳ τοιαῦται προτάσεις ὑμῶν; ἐὰν δὲν ὑπεγράφησαν παρὰ τοῦ βασιλέως καὶ διὰ ποῖον λόγον δὲν ὑπεγράφησαν; καὶ ποῖος ἔχει δίκαιον καὶ ποῖος ἔχει ἄδικον; Καὶ τί ἄλλο θὰ ἦτο τοῦτο παρὰ νὰ φέρωμεν εἰς συζήτησιν ἐν τῷ κοινοβουλίῳ τὸ ἀνεύθυνον ὄνομα τοῦ βασιλέως; Αὐτὸς εἶναι ὁ ὑπουργὸς, ὅστις τὸ πολύτιμον δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου ἠθέλησε νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι δὲν τὸ ἔχομεν ἀπόλυτον. Ἔχομεν ὅμως κατ’ αὐτὸν τὸ δικαίωμα, ὅταν εὑρισκώμεθα ἐν τῷ ὑπουργείῳ, νὰ ἀναδιφίζωμεν τὸ γραφεῖον τῶν ἀνακτόρων, νὰ εὑρίσκωμεν ὅ,τι δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ἐναντίον ἀντιπάλου προκατόχου μας καὶ νὰ τὸ ῥίπτωμεν εἰς τὴν δημοσιότητα, χωρὶς τοῦ φόβου τῆς διαψεύσεως, διότι ὁ προκάτοχος οὗτος δὲν ἔχει τὴν ἄδειαν ν’ ἀνακοινώνῃ ὅ,τι δύναται νὰ τὸν δικαιολογήσῃ. Ἐνῷ τοιουτοτρόπως ἐργάζεται ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης, ἐνῷ τοιαῦτα λέγει ὁ βουλευτὴς Παξῶν, τολμοῦν νὰ ἐπιῤῥίπτουν τὴν μομφὴν εἰς τὸν βουλευτὴν Ζακύνθου, ὅτι αὐτὸς δίδει προσωπικὸν χαρακτῆρα εἰς τὴν συζήτησιν! Τί ἔπραξεν ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου; Ἔμαθεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς συκοφαντεῖται, εἶδε τὰς συκοφαντίας ἐν ταῖς ἐφημερίσι τῆς Ἀμερικῆς καὶ ἐν ταῖς ἐφημερίσι τῆς Ἀγγλίας. Τὰς εἶδεν ἐν ταῖς ἐφημερίσι τῆς Ἀμερικῆς, «τοῦ ἄλλου κόσμου», ὅπως εἶπε περιφρονητικῶς ὁ κύριος Βελιανίτης....
§8ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν τὸ εἶπον περιφρονητικῶς.
§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦ ἄλλου κόσμου, ὅστις μᾶς ἐπεδαψίλευσε τὰς παροχὰς καὶ τὰ χρήματά του ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἀγῶνος...
§10ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν εἶχον τοιαύτην ἔννοιαν οἱ λόγοι μου, ὁποίαν τοῖς ἀποδίδετε.
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁμιλοῦντες περὶ Ἀμερικῆς εἴχετε ὕφος σκωπτικόν.
§12ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἔσκωψα τὴν Ἀμερικὴν, ἀλλὰ τὸν λαλοῦντα κύριον Λομβάρδον, ὅστις ἠθέλησε....
§13ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τώρα δύναται νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἰδέαν του, διότι πρόκειται περὶ Ἀμερικῆς, ἥτις......
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι συζήτησις τώρα, κύριοι, αὐτή;
§15ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Βελιανίτης δὲν ὡμίλησε κατὰ τῆς Ἀμερικῆς, ἀλλὰ μόνον κατὰ τοῦ κυρίου Λομβάρδου.
§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοιαύτας καταγγελίας, τοιαύτας συκοφαντίας βλέπων ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου διαδιδομένας ἐν τῷ φιλελληνικῷ κράτει τῆς Ἀμερικῆς δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ συνταραχθῇ, νὰ μὴ λάβῃ τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατ’ αὐτὸν ἦσαν τὰ μόνα κατάλληλα πρὸς ἀποτελεσματικὴν ἀνασκευὴν αὐτῶν. Κατὰ τὸν κύριον Βελιανίτην, κατάλληλον μέτρον ἦτο νὰ τρέξῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον, νὰ λάβῃ ἐν τῷ σκότει πληροφορίας καὶ νὰ ἀφήσῃ εἰς τὴν συκοφαντίαν ἐλευθέραν τὴν κυκλοφορίαν. Κατὰ τὸν κύριον Λομβάρδον, ἔχοντα κοινοβουλευτικὰς ἕξεις, ὁ ἀληθὴς τρόπος πρὸς ἐξαφάνισιν τοῦ ψεύδους ἦτο ἡ δημοσίευσις ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς τοῦ ψεύδους καὶ τῆς ἀληθείας. Αὐτὴ ἡ δημοσίευσις, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ὁ κύριος Λομβάρδος, ἔπρεπε νὰ ἀρκέσῃ εἰς τὸν κύριον Βελιανίτην διὰ νὰ μὴ ἐκφέρῃ τοὺς ὑπαινιγμούς του. Ὅταν ὁ κύριος Λομβάρδος ἔρχηται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ λέγῃ, ὅτι δὲν πιστεύω εἰς τὰ διαδοθέντα, τὰ θεωρῶ συκοφαντίας καὶ προκαλῶ τὸν ὑπουργὸν νὰ φέρῃ τὰς ἐκ τοῦ ἀρχείου τοῦ ὑπουργείου πληροφορίας, ἐξ ὧν θὰ καταφαίνηται τὸ ἀνυπόστατον αὐτῶν, πῶς δὲν ἐνόησεν ὁ βουλευτὴς Παξῶν, ὅτι ὁ ὑπαινιγμὸς περὶ σκευωριῶν πρὸς τὸν ζητοῦντα τοιαύτην δημοσιότητα δὲν χωρεῖ, ἀφοῦ αἱ σκευωρίαι τρέφονται ἐν τῷ σκότει; Τί ἐζήτησεν ὁ κύριος Λομβάρδος; ἐζήτησε πληροφορίας αὐθεντικὰς περὶ τοῦ γεγονότος, τὸ ὁποῖον ἦτο τὸ ἄμεσον ἀντικείμενον τῆς συκοφαντίας, τοὐτέστι νὰ δοθῇ δημοσία ἀπάντησις ἐπὶ πραγμάτων στηριζομένη καὶ ἀνασκευάζουσα τὰ ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ἀναφερόμενα. Ἀλλ’ ἔχων πρὸ ὀφθαλμῶν ὅτι πρόκειται περὶ ἔθνους, τὸ ὁποῖον γνωρίζει τὴν ἀξίαν τῶν κοινοβουλευτικῶν συζητήσεων καὶ τὸ ὁποῖον ἐκτιμᾷ τοὺς ἐλευθέρους θεσμοὺς καὶ παρ’ ἑαυτῷ καὶ παρὰ τοῖς ἄλλοις ἔθνεσιν, ἠθέλησε νὰ ἀποδείξῃ ὅτι τὸ κοινοβούλιον τὸ ἑλληνικὸν ἠξεύρει νὰ ἐργάζηται ἐπὶ τοιούτων ἀντικειμένων, νὰ ἐνασκῇ τὰ δικαιώματα καὶ νὰ ἐκτελῇ τὰ καθήκοντα αὐτοῦ. Προκειμένου περὶ ἀπονομῆς χάριτος, δὲν ἠθέλησεν ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου νὰ φανῇ ὅτι ἠρκέσθημεν στρεψοδίκως νὰ ζητήσωμεν ὅπως διαψευσθῶσι μόνον τὰ τῶν χαρίτων, περὶ ὧν ἐν Ἀμερικῇ ἐγένετο λόγος, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ ἀποδείξῃ εἰς τὸν λαὸν τῆς Ἀμερικῆς καὶ εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι ἐν Ἑλλάδι αἱ χάριτες ἀπονέμονται ἀνεπιλήπτως, καὶ ἐὰν γένῃ κατάχρησις, ἕτοιμος εἶναι ἡ Βουλὴ νὰ φέρῃ τὸν πέλεκυν τῆς τιμωρίας. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ πρόθεσις τοῦ κυρίου Λομβάρδου, οὐδεμία δὲ ἄμεσος πρόθεσις κατηγορίας. Ἂν δὲ ὁ κύριος ὑπουργὸς διεῖδε πρόθεσιν κατηγορίας, φαίνεται ὅτι προῆλθε τοῦτο ἐκ τοῦ ὅτι δὲν εἶχε τὴν συνείδησιν ἐλευθέραν. Διὰ τοῦτο εἴδομεν τὸν ὑπουργὸν ἀντὶ πληροφοριῶν ἀμερολήπτων φέροντα κατηγορίαν, καὶ τὸν ἴδιον ἐξηγοῦντα χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἠναγκάσθη νὰ φέρῃ κατηγορίαν, διότι διεῖδεν ἐν τῇ προτάσει τοῦ κυρίου Λομβάρδου πρόθεσιν κατηγορίας. Ἐθνικὴ λοιπὸν ὄντως ὑπῆρξεν ἡ πρόθεσις τοῦ κυρίου Λομβάρδου. Ἀλλὰ τοῦτο ἰδίως ἐτάραξε τὸν κύριον Βελιανίτην. Ἐν τίνι δικαιώματι, λέγει πρὸς τὸν βουλευτὴν Ζακύνθου, σὺ ἀξιοῖς νὰ ἐργάζησαι περισσότερον ὑπὲρ τοῦ ἔθνους παρὰ ἐκεῖνοι τῶν ὁποίων οἱ γονεῖς ἔχυσαν τὰ αἵματα αὐτῶν ὑπὲρ τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Ἑλλάδος;
§17ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὄχι.
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἤκουσα τὴν φράσιν καὶ τὴν ἐσημείωσα, καὶ ἐκίνησε τὴν ἀγανάκτησίν μου.
§19ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Θέλετε νὰ ἀκούσητε;
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι. Αἱ τοιαῦται διακρίσεις μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους δὲν θὰ γίνωσι ποτὲ δεκταὶ παρὰ τῆς ἑλληνικῆς Βουλῆς. Ἄφθονον ἐχύθη τὸ αἷμα τῶν ἑπτανησίων κατὰ τὸν ἑλληνικὸν ἀγῶνα, καὶ ἡ δόξα τοῦ 1821 εἶναι κτῆμα τῆς Ἑπτανήσου, ὅπως εἶναι κτῆμα τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος, ὅπως εἶναι κτῆμα ὁλοκλήρου τοῦ ἑλληνισμοῦ. Ἀλλ’ ὁ κύριος Λομβάρδος ηὐτύχησε νὰ ἐργασθῇ καὶ εἰς ἄλλον ἀγῶνα, παρακολούθημα τοῦ πρώτου ἀγῶνος. Οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ τῷ ἀρνηθῇ τὴν τιμὴν ἥτις τῷ ἀνήκει ὡς ἐκ τῆς ἐνεργείας του ἐν τῷ ἀγῶνι ἐκείνῳ. Δὲν εἶναι ἔργον ἐμὸν νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερῆ συζήτησιν ἐπὶ τῶν διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα προσυπέγραψεν ὁ ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ὑπουργὸς σχετικῶς πρὸς τὰς ὑπ’ εὐθύνην αὐτοῦ ἀπονεμηθείσας χάριτας· τοῦτο ἔπραξαν ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἄμεσον γνῶσιν τῶν γεγονότων, περὶ τῶν ὁποίων ἐκεῖνοι ὡμίλησαν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζω εἶναι τί προέκυψεν ὡς πρὸς αὐτὰ ἐκ τῆς συζητήσεως, καὶ προέκυψεν, ὅτι οὐδεμία τῶν κατηγοριῶν, τὰς ὁποίας ὁ κ. Λομβάρδος ἐστήριξεν ἐπὶ τῶν διαταγμάτων, δὲν ἀνεσκευάσθη· ὅλαι ἔμειναν ἀκέραιαι. Ὁ κ. Βελιανίτης χθὲς σᾶς εἶπε πρὸς δικαιολόγησιν τῆς χάριτος πρὸς τὸν φονέα τῆς ἀτυχοῦς συζύγου τῆς ἐν Λευκάδι δολοφονηθείσης καὶ περὶ τῆς ὁποίας δὲν εἶχε λόγους ἵνα ἐκφράσῃ πόσον εὐτελὲς ἐθεώρει τὸ θέμα τοῦτο καὶ πόσον ἀνάξιον τῆς μερίμνης τῆς βουλῆς, σᾶς εἶπεν, ὅτι ἀρκοῦσα δικαιολόγησις διὰ τὸν ὑπουργὸν εἶναι μία γνωμοδότησις συνέδρων, καὶ ὅτι ἀπέναντι τῆς γνωμοδοτήσεως ἐκείνης εὐθύνη ὑπουργικὴ δὲν ὑπάρχει. Ἡ βουλὴ, κύριοι, γνωρίζει μόνον εὐθύνην ὑπουργικήν. Ὁ ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ καλυφθῇ ὄπισθεν οὐδενὸς ἀνευθύνου, ὅπως ἐζήτησε χθὲς ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης νὰ καλυφθῇ ὄπισθεν τοῦ ἀνευθύνου τοῦ βασιλέως.
§21ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης.). Δὲν τὸ εἶπον αὐτό.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τυπωμένον εἶναι.
§23ΜΕΤΑΞΑΣ. Δὲν τὸ εἴδατε ἀκόμη.
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν τὸ μετεβάλετε, ἄλλο πρᾶγμα.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι, σᾶς παρακαλῶ.
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀνεύθυνον λοιπὸν εἶναι τὸ δικαστήριον καὶ ἡ γνώμη αὐτοῦ εἶναι ἐπιτακτική. Καὶ ὅταν ἡ γνώμη αὕτη ἄντικρυς ἀντιστρατεύεται πρὸς τὴν λογικὴν, ὅταν ἔχωμεν γεγονὸς πασίδηλον, τὸ ὁποῖον ἐν αὐτῇ τῇ ἀποφάσει ἀναγνωρίζεται, τουτέστιν ὅτι ἐγένετο φόνος προσώπου, κατὰ τοῦ ὁποίου ὡδήγησε τὴν δολοφόνον χεῖρα πάθος ἐρωτικόν, πῶς δύνασθε νὰ πιστεύσητε ὅτι ὁ φόνος οὗτος ἐγένετο ἐξ ἀμελείας; Ἐπιτρέπει ἡ λογικὴ τοιαύτην σκέψιν; καὶ ἀπέναντι τῆς λογικῆς θὰ προτιμήσω γνώμην ἄλλου οἱουδήποτε; Ὅταν ἔχω ἀπέναντί μου ὑπεύθυνον ὑπουργὸν παραδεχόμενον παράλογον πρότασιν, θὰ εἴπω ὅτι εἶναι ἀνεύθυνος, διότι ἡ ἀπόφασις ἐφ’ ἧς ἐστηρίχθη προέρχεται ἀπὸ δικαστηρίου συνέδρων; — Μετέβη κατόπιν ὁ κ. Βελιανίτης εἰς τοὺς ἀπολυθέντας ἀπὸ τοῦ σωφρονιστηρίου Κερκύρας· καὶ ἐκεῖ ἐνόμιζα, ὅτι θὰ ἦτο ἀκριβέστερος, διότι καθὸ κάτοικος Κερκύρας, γνωρίζει τὰ κατ’ αὐτὴν, τὰ κατὰ τὸν κανονισμὸν τοῦ σωφρονιστηρίου καὶ τὰ ἐπικρατοῦντα ἔθιμα. Τί μᾶς εἶπε πρὸς ἀπόκρουσιν τῶν ἰσχυρισμῶν τοῦ κυρίου Λομβάρδου; Ἐνῷ ὁ κύριος Λομβάρδος διατείνεται ὅτι ὄχι μόνον κατ’ οὐσίαν κακῶς, ἀλλὰ καὶ παρατύπως ἐδόθησαν αἱ χάριτες, διότι ἡ πρότασις προῆλθε παρ’ ἀρχῆς, ἢ ὀρθότερον παρὰ προσώπων, ἅτινα δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ ὑποβάλωσι τοιαύτην πρότασιν, ὁ κύριος Βελιανίτης μᾶς λέγει, ὅτι κατὰ τὸν Ἰόνιον νόμον, τὸν ἰσχύοντα καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν, αὐτὰ τὰ πρόσωπα εἶχον δικαίωμα νὰ γνωμοδοτήσουν. Ὁ νόμος ὁ ἑπτανησιακὸς, ὅπως ὁ κύριος Βελιανίτης ὤφειλε νὰ γινώσκῃ, δὲν ἰσχύει ὡς πρὸς τὸ σωφρονιστήριον Κερκύρας. Ἀλλὰ πρὶν ἢ σᾶς καταδείξω τοῦτο, θέλω ἐξετάσει, ἂν καὶ ἰσχύοντος τοῦ νόμου ἐκείνου, θὰ εἶχε δίκαιον ὁ κύριος Βελιανίτης ἐν τῷ ἰσχυρισμῷ αὐτοῦ. Καὶ ἰδοὺ τί εὑρίσκω ἐν τῷ ἑπτανησιακῷ νόμῳ· εὑρίσκω ὅτι τὸ ἔργον τοῦτο, τουτέστιν ἡ πρότασις περὶ ἀπονομῆς χάριτος, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κύριος Βελιανίτης ὅτι ἀνατίθεται κατὰ τὸν κανονισμὸν τοῦ σωφρονιστηρίου εἰς τὸν ἱερέα, τὸν ἰατρὸν καὶ τὸν ἐπιστάτην τῆς φυλακῆς, ἀνατίθεται εἰς ἄλλην ἐπιτροπὴν συγκειμένην ἐκ τοῦ ὑπάρχου, ἤδη τοῦ νομάρχου, ἐκ τοῦ διευθυντοῦ τῆς ἀστυνομίας καὶ τοῦ ἰατροῦ· ἄλλη λοιπὸν καὶ κατὰ τὸν Ἰόνιον νόμον εἶναι ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν περὶ ἀπονομῆς χάριτος. Ἀλλὰ, κύριοι, ἡ ἐπιτροπὴ, διὰ τῆς γνωμοδοτήσεως τῆς ὁποίας ἠθέλησεν ὁ κύριος ὑπουργὸς νὰ δικαιολογήσῃ τὸ διάταγμα, δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ὑποβάλῃ τοιαύτην γνωμοδότησιν καὶ δι’ ἄλλον σπουδαιότατον λόγον, διότι ὁ νόμος τῆς ἀφομοιώσεως ἀφῄρεσε τὰ τοῦ κανονισμοῦ τοῦ σωφρονιστηρίου Κερκύρας ἀπὸ τῆς προϋπαρχούσης νομοθεσίας, καὶ ἐφήρμοσεν ὡς πρὸς αὐτὰ τὴν ἑλληνικὴν νομοθεσίαν. Τὸ σχέδιον, κύριοι, τοῦ νόμου τῆς ἀφομοιώσεως περιεῖχε, τῳόντι, ἐξαίρεσιν ὡς πρὸς τὰ σωφρονιστήρια τῶν Ἰονίων νήσων, καθ’ ἣν διετηροῦντο ἐν ἰσχύϊ οἱ ὑφιστάμενοι πρὸ τῆς ἑνώσεως κανονισμοὶ, καὶ καθὼ συντάξας ἐγὼ τὸ νομοσχέδιον, ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπὶ τῆς ἀφομοιώσεως ἐπιτροπῆς, κάλλιστα ἐνθυμοῦμαι τὰ κατ’ αὐτό· ἀλλ’ ἔχω ἐδῶ καὶ τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου. «Ἀριθ. 18. Οἱ περὶ ὁδοποιΐας, σωφρονιστικῶν φυλακῶν κ.λ.π. νόμοι καὶ κανονισμοὶ δὲν καταργοῦνται διὰ τοῦ παρόντος νόμου.» Ταῦτα λέγει τὸ νομοσχέδιον. Τί ἔχομεν κατόπιν; Ἀναγινώσκω ἐν τοῖς στενογραφημένοις πρακτικοῖς τῆς Βουλῆς. «Βαλάνος. — Ἐγὼ προτείνω τὴν ἀπάλειψιν τῆς φράσεως σωφρονιστικῶν φυλακῶν, διότι ὁ ἡμέτερος ποινικὸς νόμος ἔχει καλλιτέρας διατάξεις.» Ἡ πρότασις αὕτη τοῦ κ. Βαλάνου ἐγένετο δεκτὴ, καὶ ἐν τῷ νόμῳ δὲν ὑπάρχει ἡ φράσις σωφρονιστικῶν φυλακῶν, τοῦτο δὲ βεβαιοῦσι καὶ τὰ ἐπίσημα πρακτικά. Ὅθεν κατ’ ἀπόφασιν τῆς βουλῆς εἰς τὰς σωφρονιστικὰς φυλακὰς τῆς Ἑπτανήσου δὲν ἐφαρμόζονται πλέον οἱ οἰκεῖοι προϋπάρχοντες κανονισμοὶ, ἀλλ’ ὁ ἑλληνικὸς νόμος. Ὅσα λοιπὸν εἶπε χθὲς ὁ κύριος Βελιανίτης περὶ τούτου ἦσαν ἄτοπα, δὲν στηρίζονται εἰς τὸν σήμερον ἰσχύοντα νόμον, ὅστις καὶ τὰ σωφρονιστήρια ἀφωμοίωσε πληρέστατα πρὸς τὰς λοιπὰς ἐν Ἑλλάδι φυλακὰς, ὡς πρὸς τὰ ἀναγόμενα εἰς τὰς περὶ ἀπονομῆς χαρίτων προτάσεις. Ἐγένετο τέλος ὑπεράσπισις καὶ τῆς ἄλλης χάριτος τὴν ὁποίαν προεκάλεσεν ὁ κύριος ὑπουργὸς ὑπὲρ τοῦ ἐπιστάτου τοῦ Φωκᾶ. Ὁ ἴδιος ὑπουργὸς ὡμολόγησεν ὅτι ἡ χάρις αὕτη κακῶς ἐδόθη, ἀλλ’ ἐδικαιολογήθη εἰπὼν ὅτι ἐδόθη κατὰ λάθος, ὅτι ἐνόμισεν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς τῶν λεμβούχων, εἰς τοὺς ὁποίους δικαίως ἀπενέμετο ἡ χάρις, ὅτι, ἐνῷ τέσσαρες ἦσαν οἱ λεμβοῦχοι, ὁ γραφεὺς ἔθεσεν ἐν τῷ διατάγματι πέντε ὀνόματα, καὶ ὅτι ἂν καὶ συγγενὴς τοῦ Φωκᾶ, δὲν ἐγνώριζεν ὅμως τὸ ὄνομα τοῦ ἐπιστάτου αὐτοῦ. Ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὑπουργὸς ὡμολόγησεν ὅτι ἔσφαλε, δὲν θέλω προκαλέσει συζήτησιν, οὐδὲ δύναμαι νὰ συζητήσω, ἐὰν αἱ δικαιολογήσεις τὰς ὁποίας φέρει ἔχουσιν ὅπως λέγει. Ἀφοῦ ταῦτα λέγει, ἀφίνω αὐτὰ ὑπ’ εὐθύνην αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ ἀφήσω νὰ διέλθῃ ἀπαρατήρητον, εἶναι ὁ τρόπος διὰ τοῦ ὁποίου ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι τὸ κακὸν προελήφθη, ὅτι ἡ χάρις αὐτὴ δὲν ἐκτελεῖται, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν ἀπεδόθη εἰς τὴν κοινωνίαν, ὅτι ἑπομένως ἡ πόλις τῶν Πατρῶν δὲν θέλει ἀναστατωθῇ βλέπουσα αὐτὸν ἐπανερχόμενον εἰς τοὺς κόλπους αὐτῆς. Μᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς Πατρῶν λαβὼν τὸ διάταγμα τῆς χάριτος ἔσπευσε νὰ τὸν εἰδοποιήσῃ περὶ τοῦ γενομένου λάθους καὶ αὐτὸς ἀμέσως ἐπροκάλεσε τὴν ἔκδοσιν ἑτέρου διατάγματος ἀνακαλοῦντος τὸ πρῶτον. Ἀναζητήσατε, κύριοι, ἐν τῷ συντάγματι διὰ νὰ εὕρητε τὴν διάταξιν τὴν χορηγοῦσαν τὸ δικαίωμα εἰς τὸ στέμμα νὰ ἐκδίδῃ διατάγματα ἀνακαλοῦντα διατάγματα χάριτος. Καὶ δὲν ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐκινήθη χθὲς ἐν τῇ Βουλῇ, ἂν ἐξετελέσθη ἢ οὐ τὸ διάταγμα τῆς χάριτος, ἂν ἡ κοινοποίησις πρὸς τὸν εἰσαγγελέα εἶναι ἐκτέλεσις, ἢ ἂν ἀπαιτῆται νὰ προβῇ ὁ εἰσαγγελεὺς εἰς ἄλλην κοινοποίησιν διὰ νὰ θεωρηθῇ τὸ διάταγμα ἐκτελεσθέν. Ἡ ἔκδοσις διατάγματος ἀνακαλοῦντος τὸ πρῶτον εἶναι ἀπόδειξις τῆς ὑπάρξεως τούτου. Καὶ ἂν δὲν εἶχε δημοσιευθῆ, διὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νέου διατάγματος λαμβάνει δημοσιότητα. Ὁ εἰς ὃν ἀπονέμεται ἡ χάρις ἔχει ἐπίσημον γνῶσιν αὐτοῦ ὡς ὑπάρξαντος, καὶ τῶν συνεπειῶν τῆς ὑπάρξεως τοιούτου διατάγματος οὐδεὶς δύναται νὰ τὸν ἀποστερήσῃ. Δυνάμει τοῦ πρώτου διατάγματος, τοῦ ὁποίου ἡ ὕπαρξις ἀποδεικνύεται διὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δευτέρου, ἂν ὄχι καὶ ἄλλως, θέλει οὗτος ἐξέλθει τῶν φυλακῶν. Ἐκτὸς ὅμως τοῦ ζητήματος τῶν παρὰ τοῦ κυρίου ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ὑπουργοῦ προκληθεισῶν χαρίτων, ἠγέρθη καὶ ἄλλο ζήτημα, περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ὁ κύριος ὑπουργὸς ἐξετέλεσε τὴν δοθεῖσαν αὐτῷ παρὰ τῆς βουλῆς ἐντολὴν τοῦ νὰ καθυποβάλῃ εἰς αὐτὴν ἀμερολήπτως πληροφορίας περὶ ὅλων τῶν ἀπονεμηθεισῶν χαρίτων ἀπὸ τοῦ 1865 καὶ μέχρι σήμερον. Τὴν ἐντολὴν ταύτην ἐθεώρησεν ὁ κύριος ὑπουργὸς ὅτι ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιήσῃ ὡς μέσον προσβολῆς κατὰ ἀντιπάλου. Ὁ προκάτοχος αὐτοῦ κ. Λομβάρδος δὲν διευθύνει σήμερον τὸ ὑπουργεῖον τῆς δικαιοσύνης· τὰ ἀρχεῖα τοῦ ὑπουργείου δὲν εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν αὐτοῦ, ἑπομένως ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔπρεπε νὰ ἀναλογισθῇ ὅτι εἶχε καθήκοντα ὄχι μόνον ἁβροφροσύνης πρὸς αὐτὸν, προκειμένου περὶ δικαιολογίας του, ἀλλ’ εἶχε καθήκοντα στοιχειώδους δικαιοσύνης καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἀδικήσῃ τινὰ τῶν προκατόχων του. Ὅταν ἐν τῷ ὑπουργείῳ εὑρίσκῃ διατάγματα ἀπονέμοντα 253 χάριτας καὶ δὲν εὑρίσκῃ προσηρτημένα τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, ἦτο δυνατὸν ἄνθρωπος ἔχων τὸν κοινὸν νοῦν, ὄχι εἰδικὸς ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διατελέσας ἐπὶ πολὺ ἐν τῇ δικαστικῇ ὑπηρεσίᾳ, νὰ πιστεύσῃ ὅτι τοιαῦται προτάσεις ὑπεβλήθησαν παρατύπως παρ’ ὑπουργοῦ πρὸς βασιλέα, καὶ πρὸς βασιλέα, ὁποῖος ὁ βασιλεὺς ἡμῶν, ὅστις ἠξεύρετε πόσον εἶναι αὐστηρὸς εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῆς προνομίας τῆς χάριτος. Ὁ κύριος ὑπουργὸς εἶχεν ἐνώπιόν του ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ ὑπουργείου, καὶ ἠξεύρετε ἤδη ἐξ ἐγγράφων μαρτυριῶν, ἐὰν ὅσα τῷ εἶπον ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε νὰ δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὁ ἐλάχιστος ἐνδοιασμὸς εἰς ἄνθρωπον εἰλικρινῶς ζητοῦντα τὴν ἀλήθειαν, ὅτι εἶχον ἐπισυναφθῆ εἰς τὰ διατάγματα ὅλα τὰ κατὰ νόμον δικαιολογητικά. Ἀλλὰ τί λέγει ὁ ὑπουργός; ὅτι ἀρκεῖ ὅτι δὲν εὑρέθησαν τὰ ἔγγραφα, ἵνα ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ ὅτι ὑφίσταντο ἐνδοιασμοὶ περὶ τῆς ὑπάρξεως αὐτῶν. Ἐπὶ τοιούτων δὲ καὶ οὕτω μορφωθέντων ἐνδοιασμῶν στηρίζει κατηγορίαν καὶ πλάττει μομφὴν καθ’ ἑνὸς ἀντιπάλου. Εἶναι αὕτη διαγωγὴ ὑπουργοῦ; εἶναι αὕτη δικαιολόγησις; Ὁ ὑπουργὸς δὲν ἐργάζεται ἐν τῷ ὑπουργείῳ ἐν ἰδίῳ δικαιώματι, ἀλλὰ κατ’ ἐντολὴν ἄλλων· τὸ ἀρχεῖον τοῦ ὑπουργείου δὲν εἶναι κτῆμά του· ἀναζητῶν δὲ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ κ. Λομβάρδου εἰργάζετο ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ κ. Λομβάρδου καὶ ὤφειλε πιστῶς νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἐντολὴν ταύτην. Ἤδη μετὰ τὴν τελευταίαν ἀγόρευσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ, δὲν ὑφίσταται πλέον ζήτημα ἂν τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα ὑπῆρχον. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἀπεδείχθη ὅτι ὑπῆρχον, ὁ δὲ ὑπουργὸς δικαιολογεῖται μόνον, ἢ μᾶλλον προσπαθεῖ νὰ δικαιολογήσῃ ἑαυτὸν, ἰσχυριζόμενος ὅτι ἠδύνατο νὰ πιστεύσῃ ὅτι δὲν ὑπῆρχον. Ἂν ὁ κ. ὑπουργὸς θέλῃ νὰ παραστήσῃ ἑαυτὸν τοσοῦτον ἀδαῆ, δὲν ὀφείλομεν ἡμεῖς διὰ τοῦτο νὰ παραστήσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς τοσοῦτον ἁπλοῦς, ὥστε νὰ πιστεύωμεν τοιαῦτα. Ὅσοι κατέχουσιν ἢ δύνανται νὰ καθέξωσιν ὑπουργικὰς ἕδρας ἂς συλλογισθῶσιν, ἂν παρέλθῃ ἀτιμωρητὶ τοιαύτη πρᾶξις, εἰς τί ἐκτίθενται, ἂν ἀτυχήσωσι, προκειμένου περὶ δικαιολογίας αὐτῶν, νὰ ἔχωσι διάδοχον ἀκολουθοῦντα τὸ σύστημα τοῦ νῦν ὑπουργοῦ. Ὥστε ἡ μομφὴ κατὰ τοῦ κ. Λομβάρδου, ὅτι παρατύπως προεκάλεσε διατάγματα χαρίτων, ἐντελῶς ἀπεκρούσθη. Ἀπεκρούσθη προσέτι καὶ τὸ ὅτι προεκάλεσε χάριτας κατ’ οὐσίαν ἐπιληψίμους. Ἐκ τῶν ὀλίγων, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀναφέρει ὡς τοιαύτας ἐν τῇ πρώτῃ ἀγορεύσει του ὁ κ. ὑπουργὸς, μίαν μόνον ἠκούσαμεν ἐπαναλαμβανομένην ἐν τῇ χθεσινῇ συζητήσει· ὡς πρὸς τὰς ἄλλας δὲν ἀπεκρούσθησαν οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ κ. Λομβάρδου, δικαιολογήσαντος αὐτὰς πληρέστατα. Πλήρης ὑπῆρξεν ἡ δικαιολογία καὶ ὡς πρὸς τὴν χάριν τὴν δοθεῖσαν εἰς φυγοδικοῦντα ἑπτανήσιον, περὶ ἧς ἐγένετο πάλιν λόγος χθές. Ὁ κ. Σέρβος μετὰ τοσαύτης σαφηνείας ἀνέπτυξεν ὁποία ἦτο ἡ ἔννοια τοῦ ἑπτανησιακοῦ νόμου, ὁποῖα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ συνδυασμοῦ τῶν ἑπτανησιακῶν νόμων ἐπὶ ποινικῶν πρὸς τὸν κατόπιν ἐφαρμοσθέντα ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις ἑλληνικὸν νόμον, ὥστε ἠπόρησα, τῳόντι, ὅταν εἶδα τὸν κ. Βελιανίτην θέλοντα νὰ ἀνασκευάσῃ τὰς ἐπὶ τοῦ κειμένου τῶν νόμων στηριζομένας ταύτας δοξασίας τοῦ κ. Σέρβου. Τί σᾶς εἶπεν ὁ κ. Σέρβος; Πρῶτον ἀπέδειξεν ὅτι εἶχε παραγραφῆ ἡ ποινὴ τοῦ φυγοδικοῦντος, περὶ οὗ πρόκειται, καὶ τοῦτο, νομίζω, δὲν τὸ ἀντέκρουσεν ὁ κ. Βελιανίτης. Ἡ χάρις λοιπὸν ἦτο δικαιολογημένη κατ’ οὐσίαν· ἀλλὰ καὶ κατὰ τύπους ἐδόθη ὀρθῶς, διότι, καθὰ ἀνέπτυξεν ὁ κ. βουλευτὴς Λευκάδος, ἀποδεικνύεται τρανῶς ὅτι ὁ ἑπτανησιακὸς νόμος ἄλλην ἔχει θεωρίαν τῆς τοῦ ἡμετέρου νόμου ὡς πρὸς τὰς καταδίκας τὰς ἐρήμην γενομένας, ὅτι κατὰ τὴν θεωρίαν τοῦ ἑπτανησιακοῦ νόμου, οἱ ἐρήμην καταδικαζόμενοι μετὰ παρέλευσιν ἡμερῶν τινῶν εἶναι τελεσιδίκως καταδικασμένοι. Δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς, ὅπως κατὰ τὸν ἑλληνικὸν νόμον, καὶ ὅπερ ἀφαιρεῖ ἀπὸ τῆς ἐρήμην ἐκδιδομένης ἀποφάσεως τὴν τελεσιδικίαν. Ἡ σύλληψις ἢ ἡ ἑκουσία προσέλευσις τοῦ ἐρήμην καταδικασθέντος ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀκύρωσιν τῆς καταδίκης, πλήρη μὲν καὶ ὡς πρὸς τὸ μέλλον καὶ ὡς πρὸς τὸ παρελθὸν, ἂν γίνῃ πρὸ τῆς παρελεύσεως πενταετίας, ἀτελῆ δὲ, τοὐτέστιν οὐχὶ καὶ ὡς πρὸς τὸ παρελθὸν, καθ’ ὅσον ἀφορᾶ εἰς τὴν συνεπεία τῆς ποινῆς στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Ἀλλὰ διατί ἐπέμενεν ὁ κύριος Βελιανίτης εἰς τοῦτο; Ὄχι διότι ἤλπιζε ν’ ἀποδείξῃ μὴ ἔχοντα βάσιν ὅσα ἰσχυρίσθη ὁ κύριος Σέρβος, ἀλλὰ διότι ἠθέλησε νὰ λάβῃ ἀφορμὴν νὰ ῥίψῃ καὶ ἄλλον βόρβορον ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν. Εἶχεν ἐνώπιόν του τὸ κακούργημα τοῦ Δήλεσι καὶ ἐνόμισεν, ὅτι ἐδύνατο κἄπως νὰ μεταχειρισθῇ καὶ αὐτὸ κατὰ τοῦ κυρίου Λομβάρδου. Ἂν καὶ ἄσχετον ἐντελῶς, ἠθέλησεν ὅμως νὰ τὸ ἀναφέρῃ ὁπωσδήποτε, προκειμένου περὶ τῆς ὑπουργείας τοῦ κυρίου Λομβάρδου. Ποίαν σχέσιν ἔχει τὸ κακούργημα τοῦ Δήλισι πρὸς τὴν χάριν τὴν ἀπονεμηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ 1867; Οἱ κακοῦργοι τοῦ Δήλισι ἐζήτουν τὴν χάριν δι’ ἔγκλημα διαπραχθὲν ἐν Ἑπτανήσῳ ὑπὸ τὸ κράτος ἄλλου νόμου; ἐπρόκειτο περὶ ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι εἶχον παραγράψει τὴν ποινήν των; Οὐδὲν κοινὸν, οὐδεμία ἀναλογία ὑπάρχει, οὐδὲ δύναται ν’ ἀνευρεθῇ, ἀλλὰ λέξιν μόνον βορβορώδη, τὸ Δήλισι, ἠθέλησεν ὁ κ. Βελιανίτης νὰ περιλάβῃ ἐν τῷ κατὰ τῆς ὑπουργείας τοῦ κ. Λομβάρδου κατηγορητηρίῳ του. Δὲν ἦτο ἄσκοπος ἡ ἰδέα, οὐδ’ ἦτο ὁ σκοπὸς ἁπλοῦς καὶ περιωρισμένος. Ἡ ὅλη κατὰ τῆς ὑπουργείας τοῦ κ. Λομβάρδου ἐπίθεσις εἶχεν εὐρυτέραν τὴν ἔννοιαν. Καὶ αὐτὸς ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης ὡμολόγησεν, ὅτι κατηγορῶν τὸν ὑπουργὸν τοῦ 1867 δὲν ἀπέβλεπε μόνον εἰς τὸν κύριον Λομβάρδον, ἀλλ’ εἰς ὅλους τοὺς ὑπουργοὺς τοῦ 1867. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης λίαν ὀρθῶς εἶπεν, ὅτι ἀλληλεγγύη ὑπῆρχε μεταξὺ ὅλων τῶν ὑπουργῶν τῆς κυβερνήσεως τοῦ 1867, καὶ παραδέχομαι ἐγὼ πληρέστατα τὴν ἀλληλεγύην ταύτην. Ναί, κύριοι, ὑπερηφάνως ἐνθυμοῦμαι τὴν σύμπραξίν μου μετὰ τῶν συναδέλφων μου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ἰδίως μετὰ τοῦ τότε πρωθυπουργοῦ, ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅπως ἐγὼ ἀναγνωρίζω τὴν ἀλληλεγγύην διὰ πᾶσαν πρᾶξιν ἐκείνων, τοιουτοτρόπως καὶ ἐκεῖνοι ἀναγνωρίζουσι τὴν ἀλληλεγγύην διὰ τὰς πράξεις μου. Οὐδεμία σπουδαία ὑπουργικὴ ἐνέργεια ἐγίνετο τότε ἄνευ συζητήσεως καὶ ἀμοιβαίας συνεννοήσεως, εἴτε ἐν ὑπουργικῷ συμβουλίῳ εἴτε οἰκογενειακῶς, καὶ διὰ τοῦτο δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἰς πᾶσαν πρᾶξιν ἡμῶν ἐνέκειτο ἡ ἀλληλεγγύη τῶν συναδέλφων. Ἐλπίζω ὅτι καὶ ὁ τότε πρωθυπουργὸς συμμερίζεται πληρέστατα τὰς ἰδέας μου.
§27ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαιότατα.
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μετὰ λύπης ὅμως ἤκουον χθὲς, ὅταν ὁ κύριος Βελιανίτης ἐξετόξευε τοιαύτας καταγορίας κατὰ συναδέλφου ἡμῶν, ψιθυρισμούς τινας ἐπιδοκιμασίας παρὰ τῶν πέριξ τοῦ ἄλλοτε πρωθυπουργοῦ καθημένων· ἀλλ’ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἀγανάκτησις κατελάμβανε τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον διὰ τὴν διαγωγὴν ταύτην τῶν φίλων του καὶ ὅτι ἡ ψῆφός του θέλει μαρτυρήσει τὴν ἀγανάκτησίν του ταύτην. Ἀλλὰ δύνανται νὰ μᾶς εἴπωσι, τὴν ἀλληλεγγύην παραδέχεσθε καὶ ἐπικαλεῖσθε δι’ ἑαυτοὺς καὶ δὲν τὴν παραδέχεσθε διὰ τοὺς νῦν ὑπουργούς; Βεβαίως δὲν τὴν παραδέχομαι εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν, διότι αὕτη εἶναι ὅλως διάφορος. Τὴν παραδέχομαι δι’ ἡμᾶς, διότι ἐν γνώσει διετελοῦμεν ὅλων τῶν πράξεων τῶν συναδέλφων ἡμῶν καὶ ἐπιδοκιμάζομεν αὐτάς. Ἐὰν εἴχομεν καὶ ἡμεῖς συνάδελφον ἐνεργοῦντα ὅπως ὁ νῦν ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης, ὅστις χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος ὡμολόγησεν ὅτι ἐν ἀγνοίᾳ τῶν συναδέλφων του προεκάλεσεν ὅλας τὰς ἀπονεμηθείσας χάριτας, πλὴν μιᾶς, νομίζω, εἶπεν.....
§29ΜΕΤΑΞΑΣ. Ὄχι.
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν εἴχομεν συνάδελφον οὕτως ἐργαζόμενον, ὅστις ἤθελεν ἔλθει εἰς τὸ βῆμα τοῦτο καὶ ἤθελεν ἐξυφάνει ἀνυποστάτους ἐνδοιασμοὺς κατὰ ἀντιπάλου προκατόχου του, βεβαίως δὲν ἠθέλαμεν παραδεχθῇ τὴν ἀλληλεγγύην, καὶ ὄχι μόνον ἡμεῖς ἠθέλομεν τὴν ἀποκρούσει, ἀλλ’ οὐδὲν κοινοβουλευτικὸν ὑπουργεῖον ἤθελε τὴν ἀναγνωρίσει. Ἡ ἀλληλεγγύη τῶν μελῶν κοινοβουλευτικῆς κυβερνήσεως δὲν εἶναι ἀρχὴ ἀπόλυτος, ἀλλ’ ἀρχὴ πηγάζουσα ἐκ τῶν πραγμάτων, ἐκ τῆς φύσεως τῶν ὑπουργικῶν πράξεων καὶ ἐκ τοῦ τρόπου τοῦ πολιτεύεσθαι τῶν ὑπουργῶν. Ἐν αὐτῇ τῇ Ἀγγλίᾳ, τὴν ὁποίαν πάλιν ἀναφέρω, κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη εἴδομεν περιστάσεις καθ’ ἃς δὲν ἀνεγνωρίσθη ἡ ἀλληλεγγύη πρὸς ὑπουργὸν παρὰ τῶν συναδέλφων αὑτοῦ. Ἐν Ἑλλάδι, τὸ πρῶτον συνταγματικὸν ὑπουργεῖον, κατὰ τὸ 1844, δὲν ἀνεγνώρισε τὴν ἀλληλεγγύην ὡς πρός τινας πράξεις ἑνὸς τῶν ὑπουργῶν, αἵτινες ἐγένοντο ἐν ἀγνοίᾳ τῶν συναδέλφων αὐτοῦ. Τοιαύτη εἶναι ἡ κοινοβουλευτικὴ ἀρχή. Ὡς ἐκ τοῦ τρόπου λοιπὸν, καθ’ ὃν ἐνηργήθησαν παρὰ τοῦ νῦν ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης αἱ πράξεις, αἵτινες κατηγγέλθησαν ἐνώπιον ὑμῶν, λέγω ὅτι αἱ πράξεις αὗται δὲν εὐθύνουσι τὴν ὅλην κυβέρνησιν. Δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὴν γενίκευσιν τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἐζήτησε χθὲς ὁ κ. Βελιανίτης, ὅστις μᾶς εἶπεν ὅτι μὴ γενικεύοντες τὸ ζήτημα ἀποδεικνυόμεθα ἔχοντες πλαγίους σκοπούς. Ἀπ’ ἐναντίας δὲν γενικεύομεν τὸ ζήτημα, διότι δὲν ἔχομεν πλαγίους σκοπούς, διότι πλειότερον τοῦ κυρίου Βελιανίτου ἐπιθυμοῦμεν τὴν ἑδραίωσιν τῆς κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο εἰς πρᾶξιν εὐθύνουσαν ἀτομικῶς ἕνα ὑπουργὸν δὲν θέλομεν νὰ δοθῶσι διαστάσεις δυνάμεναι νὰ ἐπηρεάσουν τὴν θέσιν ὅλου τοῦ ὑπουργείου. Ἐὰν ἡ κυβέρνησις, εἴτε ἐκ λόγων κακῶς ἐννοουμένης ἁβροφροσύνης πρὸς συνάδελφον, εἴτε ἐξ ἄλλων λόγων, θελήσῃ ν’ ἀναδεχθῇ εὐθύνην, ἥτις δὲν τῇ ἀνήκει, καὶ νὰ κλονίσῃ τὴν πεποίθησιν τοῦ κοινοῦ εἰς αὐτὴν, παρισταμένη ὡς συνεργὸς ἀτομικῶν παρεκτροπῶν ἑνὸς ὑπουργοῦ, ἡ τοιαύτη ἀπόφασις θέλει ἔχει ἐπιζημίους διὰ τὸν τόπον συνεπείας. Τοιαύτην ἀπόφασιν οὐ μόνον δὲν προκαλῶ, ἀλλὰ καταδικάζω αὐτὴν ἐκ προοιμίων. Ἑπομένως θέλω ψηφίσει τὴν πρότασιν, ἥτις σᾶς ὑπεβλήθη χθὲς, τουτέστι ν’ ἀποφανθῶμεν, ὅτι δὲν ἔχομεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν κύριον ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης ἀτομικῶς, διότι δὲν ἐξετέλεσεν εἰλικρινῶς τὴν δοθεῖσαν αὐτῷ ἐντολὴν εἰς προσαγωγὴν πληροφοριῶν περὶ τῶν ἀπὸ τοῦ 1865 καὶ μέχρι τῆς σήμερον ἀπονεμηθεισῶν χαρίτων, διότι ὑπ’ εὐθύνην αὐτοῦ ἐνησκήθη ἡ προνομία τῆς ἀπονομῆς χαρίτων διὰ τρόπου, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἀποδοκιμάζει, καὶ τέλος, διότι ἔκαμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀσεβῆ χρῆσιν τοῦ ὀνόματος τοῦ Βασιλέως.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§32ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, εἶμαι ἠναγκασμένος, ὡς βλέπετε, νὰ εἴπω ὀλίγα τινά. Ἤμην ὑπόχρεως νὰ ὁμιλήσω πρῶτος κατόπιν τοῦ κ. Λομβάρδου, διότι μὲ ἐπροκάλεσε προχθές· πολὺ περισσότερον δὲ σήμερον μετὰ τὸν κ. Τρικούπην ὀφείλω καὶ ἐγὼ νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου καὶ ἐπὶ τοῦ παρελθόντος καὶ ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἀφοῦ καὶ πάλιν προεκλήθην. Θέλετε δὲ μοὶ ἐπιτρέψει ὅπως ἵνα ἐξηγήσω τὴν γνώμην μου ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀλληλεγγύης κάμω παρεκδρομήν τινα σύντομον μὲν, ἀλλὰ χρήσιμον· οὕτω θέλει ἐξετασθῆ ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἦτο κακὸς καὶ συνταγματικῶς σόλοικος ὁ σχηματισμὸς τοῦ παρόντος ὑπουργείου, εἶπεν ὁ κ. Λομβάρδος, διότι συνεκροτήθη ἀπὸ δύο ἀντιθέτους μερίδας· ἦτο τοῦτο ῥιζικὴ ἔλλειψις τοῦ ὑπουργείου, κατακριτέα. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἐξηγήσω ὅτι ἡ τοιαύτη συγκρότησις τοῦ ὑπουργείου εἶναι, ἐκτὸς μικρᾶς ἐξαιρέσεως, ἡ συνήθης κατάστασις τοῦ σχηματισμοῦ τῶν ὑπουργείων ἐν Ἑλλάδι ἀπὸ τῆς τελευταίας μεταβολῆς. Ὅταν κατὰ πρῶτον τὸ 1865 προσεκλήθην νὰ μορφώσω ὑπουργεῖον, ἤρχισα ἀπὸ μίαν συμμαχίαν μερικὴν μὲν καὶ ἀτομικὴν, πολὺ σπουδαίαν ὅμως· ᾐσθάνθην τότε ὅτι ἀνάγκη ἦτο νὰ λάβῃ μέρος καὶ ἡ Ἑπτάνησος εἰς τὴν Κυβέρνησιν· εἶχε δικαίωμα νὰ λάβῃ μέρος, καὶ ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦτο· ἔπρεπεν ἄλλως οὐχὶ μόνον νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὰ δικαιώματά της, ἀλλὰ καὶ νὰ βοηθηθῶμεν ἀπὸ τὰς γνώσεις καὶ τὴν πεῖραν τῶν ἀνδρῶν της περὶ τῆς καταστάσεως καὶ τῶν ἀναγκῶν αὐτῆς. Δύο σπουδαίους ἄνδρας διακρινομένους διὰ τὴν ἱκανότητά των καὶ τὸν χαρακτῆρά των μεταξὺ τῶν ἀνδρῶν τῆς Ἑπτανήσου εὕρισκον τότε, ἀντιθέτους ὅμως κατὰ δυστυχίαν, τὸν κ. Λομβάρδον καὶ τὸν κ. Βράϊλαν, οἵτινες διῃροῦντο δι’ ἀρχῶν ῥιζικῶς ἀντιθέτων. Ὁ εἷς ἀνῆκεν εἰς τοὺς ῥιζοσπάστας, ὁ ἕτερος εἰς τοὺς μεταῤῥυθμιστάς, ὡς τοὺς ἀπεκάλουν, καὶ ὅμως ἡ παρουσία των ἦτον ἀναγκαία διὰ τὴν εὐόδωσιν τῶν πραγμάτων μας· τοὺς παρεκάλεσα ἐπιμόνως νὰ συμπράξωσι καὶ εἶδον ἐπὶ τέλους μὲ εὐχαρίστησιν ὅτι ὁ πατριωτισμὸς ὑπερίσχυσε τῆς διαφωνίας καὶ τὸ ὑπουργεῖον ἐσχηματίσθη μὲ τὴν μερικὴν αὐτὴν συμμαχίαν. Ἐγώ, κύριοι, ἐναβρύνομαι, καὶ ὁ κ. Λομβάρδος νομίζω ἐπίσης, διὰ τὸν ὑπουργικὸν τότε βίον μας καὶ διὰ τὴν διεξαγωγὴν τὴν καλήν, κατὰ τὰς πεποιθήσεις μας, τῶν ὑποθέσεων· ἦτον αὐτὴ ἔργον τοῦ συμμαχικοῦ ἐκείνου ὑπουργείου. Τὸ ὑπουργεῖον ὅμως ἐκεῖνο δὲν διετηρήθη ἐπὶ πολύ, ὡς γνωρίζετε. Ἡ διήγησίς μου, κύριοι, δὲν ἔχει κανένα πλάγιον σκοπόν, σᾶς τὸ βεβαιῶ· θέλω μόνον νὰ ἐξάξω συμπεράσματα, νὰ ἐξηγήσω τὰς ἀρχὰς τὰς ὁποίας πρεσβεύω. Τὸ ὑπουργεῖον ἔπεσεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ ἀντιπολίτευσις ὑπερίσχυσεν, ἡμεῖς ἀπεσύρθημεν· ἀτυχῶς ὅμως ἡ ἀντιπολίτευσις ἰσχυρὰ νὰ καταστρέψῃ, ἦτο ἀνίσχυρος νὰ οἰκοδομήσῃ. Ἡ ἀντιπολίτευσις διῃρέθη, καὶ ἐνθυμεῖσθε τί συνέβη τότε· ἐντὸς 2 μηνῶν πέντε ὑπουργεῖα διεδέχθησαν τὸ ἓν τὸ ἄλλο. Προσεκλήθη ὁ κ. Δεληγεώργης, ὅστις παρέλαβε τὸν κ. Χρηστίδην καὶ τὸν κ. Ζαΐμην· μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης οὐδεὶς ἦτο σύμφωνος μετ’ αὐτοῦ· ὁ κ. Χρηστίδης ἀνῆκεν εἰς τὸ κόμμα τῶν ὀρεινῶν· ὁ κ. Δεληγιώργης ποτὲ δὲν συνεφώνησε μὲ αὐτό· ὁ κ. Βούλγαρης καὶ ἐγὼ ἐπολεμήσαμεν τὸν κ. Δεληγεώργην, ὅστις ἀπεσύρθη. Προσεκλήθη ὁ κ. Βούλγαρης, ἐσχημάτισεν ὑπουργεῖον καὶ συμπεριέλαβε δύο ὀθωνιστάς, οἱ ὁποῖοι ἀπήρτιζον καὶ πρὶν καὶ κατόπιν ἰδιαίτερον κόμμα. Ὁ κ. Δεληγεώργης καὶ ἐγὼ ἐπολεμήσαμεν τὸν κ. Βούλγαρην, καὶ ὁ κ. Βούλγαρης ἀπεσύρθη (διακοπή). Κατὰ δυστυχίαν ὑπουργεῖον δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ, τοιαύτη ὑπῆρχεν ἡ διαίρεσις τῶν κομμάτων· ἀλλ’ αὐτὸ ἔβλαπτε τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου· διὰ τὴν κατάστασιν αὐτὴν ὅλοι ἤμεθα ὑπεύθυνοι καὶ πρὸ πάντων ὅσοι συνετέλεσαν ὁπωσδήποτε εἰς τὴν μεταβολήν. Ἦτο ἀνάγκη ν’ ἀποδείξωμεν ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἠδύνατο νὰ δώσῃ κυβέρνησιν, ἀλλὰ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἔπρεπε νὰ παραβλέψωμεν, νὰ θέσωμεν ἐκποδῶν ὅλα τὰ κομματικὰ συμφέροντα, ὅλας τὰς προσωπικὰς προκαταλήψεις, ὅλας τὰς ἀτομικὰς συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας· ἔπρεπε νὰ πράξωμεν θυσίας διὰ νὰ ἀποδείξωμεν ὅτι ὁ τόπος μας δὲν εἶναι ἀκυβέρνητος μὲ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον καθιερώσαμεν, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ αὐτοκυβερνηθῶμεν καὶ αὐτὸ ἐκάμαμεν ἐπὶ τέλους. Ὁ κ. Βούλγαρης καὶ ἐγὼ ἀπεφασίσαμεν συμπράττοντες νὰ δώσωμεν καὶ ὑποστηρίξωμεν κυβέρνησιν εἰς τὸν τόπον καὶ κυβέρνησις τότε ἐσχηματίσθη ἀπὸ κοινοῦ· οὔτε ὁ κ. Βούλγαρης ἔλαβε μέρος προσωπικῶς, οὔτε ἐγώ. Ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ἔζησε καὶ ὑπεστηρίχθη παρ’ ἡμῶν ἐνόσῳ ἦτον ἀπόλυτος ἀνάγκη, ἅμα ἡ ἀνάγκη ἐξέλιπεν, ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ἀπεσύρθη· λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Κεχαγιᾶς δὲν εἶναι παρὼν ἵνα σᾶς εἴπῃ, ὅτι οὔτε ἐγώ, οὔτε ὁ κ. Βούλγαρης ἠθελήσαμεν νὰ σχηματίσωμεν ζητηθέντες κυβέρνησιν, ἀφοῦ ἡμεῖς ἐδώκαμεν κυβέρνησιν ἀπὸ κοινοῦ, ἵνα μὴ μείνῃ ἀκυβέρνητος ὁ τόπος, ὄχι διὰ νὰ διοικήσωμεν ἡμεῖς· τὴν κυβέρνησιν αὐτὴν διεδέχθη ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Ῥούφου. Περιστάσεις σπουδαῖαι, κύριοι, ἔφεραν τὸν Βασιλέα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μεταβάλῃ τὴν κυβέρνησιν ἐκείνην· ἡ ἀνάγκη ἐκείνη δὲν ἦτο κοινοβουλευτική. Ἡ Α. Μ. εὐηρεστήθη νὰ προσκαλέσῃ, ἐνθυμεῖσθε, τὸν κ. Βούλγαρην, τὸν κ. Δεληγεώργην καὶ ἐμέ, καὶ νὰ μᾶς ἐπιφορτίσῃ νὰ σχηματίσωμεν κυβέρνησιν, δὲν ἠδυνήθημεν ὅμως· ἐγὼ διεφώνησα, ὁ κ. Δεληγεώργης καὶ ὁ κ. Βούλγαρης ἔμειναν σύμφωνοι, πλὴν δὲν εὕρομεν τότε τὸν σχηματισμὸν ὑπουργείου ἐξ ὅλων τῶν μερίδων, ἤτοι συμμαχικῶς, σόλοικον συνταγματικῶς καὶ οὐδεὶς ἀπεσύρθη διὰ τοῦτο· ὁ κ. Δεληγεώργης καὶ ὁ κ. Βούλγαρης, οἵτινες ἐδιῃροῦντο πρίν, ἀπετέλεσαν ἓν ὑπουργεῖον, καὶ ἀφοῦ τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἀπεσύρθη, ἔμεινεν ἕκαστος εἰς τὴν θέσιν του κεχωρισμένος. Μετὰ τοῦτο, κύριοι, ἦλθε τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1867, καὶ αὐτὸ ὑπῆρξε συμμαχικόν. Εἰς τοῦτο εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συμπράξω μετὰ τοῦ κ. Τρικούπη ὅστις πρότερον δὲν ἦτο φίλος μας καὶ τοῦ κ. Λομβάρδου· εἴχομεν λάβει συναδέλφους δύο ὀθωνιστὰς, τὸν μακαρίτην Βότσαρην καὶ τὸν μακαρίτην Χριστόπουλον· καὶ ἡ συμμαχία αὕτη δὲν εἶχεν αὐτὸν τὸν γενικὸν χαρακτῆρα μόνον, ἀλλὰ καὶ ἕτερον μερικὸν πλέον σπουδαῖον. Ἀδιάλλακτος διαφωνία ὑπῆρχε μεταξὺ Βότσαρη καὶ Γρίβα, καὶ ὅμως ἠσθάνθησαν ἀμφότεροι τὴν ἀνάγκην τῆς παρουσίας των εἰς τὴν κυβέρνησιν τότε καὶ τὴν χρησιμότητά των εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς πατρίδος.....
§33ΓΡΙΒΑΣ. Διότι εἶχε ῥιφθῆ ἐν τῷ μέσῳ μία ἄλλη ὑπόθεσις σπουδαιοτέρα...
§34ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅλοι οἱ συμπράξαντες κατὰ διαφόρους περιστάσεις εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν συνέπραξαν χάριν τῆς ἐξουσίας· ὅταν ἡ τιμὴ καὶ τὸ καθῆκον ἀπῄτει, ἐδέχθησαν τὴν ἐξουσίαν, τὴν παρῄτησαν, ὅταν ἐνόμιζον ὅτι ἔπρεπε νὰ τὴν παραιτήσωσιν· ἀλλ’ ὅταν ἡ ὑπηρεσία τῆς πατρίδος ἀπῄτει νὰ συμπράξωσι, τότε ἐπροσπάθησαν νὰ πράξωσιν ὅ,τι εἶναι δυνατὸν, τὸ δὲ δυνατὸν νὰ πραχθῇ εἶναι καὶ τὸ φρονιμώτερον. Δὲν λέγω λοιπὸν ταῦτα διὰ νὰ προσβάλω οὐδένα, οὔτε πρὸς οὐδένα ἄλλον σκοπὸν εἰμὴ διὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι ὅτε ἅπαντες οὗτοι ἠσθάνθησαν τὴν ἀνάγκην νὰ δώσουν κυβέρνησιν εἰς τὸν τόπον, καὶ ἕνεκα τούτου νὰ λάβωσι καὶ προσωπικῶς μέρος, ἀπεφάσισαν νὰ ὑποκύψουν εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτὴν καὶ νὰ λησμονήσουν ἐπὶ καιρὸν τὰς διαφωνίας. Λοιπὸν ὑπῆρξαν, κύριοι, καθ’ ὅλας τὰς ἐποχὰς ἐκείνας συμμαχικαὶ αἱ κυβερνήσεις, καὶ οὐδεμία ἐξ αὐτῶν ἐσυλλογίσθη ποτὲ νὰ μερίσῃ τὴν εὐθύνην. Ποτὲ, κύριοι, δὲν ὑπέθεσαν ὅτι ἀλληλεγγύη μεταξὺ αὐτῶν δὲν ὑπάρχει· εἶναι ἀδιάφορον ὁποῖα τὰ σχηματίζοντα τὴν κυβέρνησιν στοιχεῖα· ὅταν λείπῃ ἡ ἀλληλεγγύη, ὅταν αὕτη δὲν ᾖναι πλήρης, τότε παύει νὰ ᾖναι κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις, ἔχουσα ἕνα κοινὸν σκοπὸν καὶ πρὸς αὐτὸν βαδίζουσα, εἶναι κυβέρνησις προσωπική. Καὶ δὲν εἶναι, κύριοι, ὀρθὸν νὰ ἀρνούμεθα τὴν ἀλληλεγγύην αὐτὴν προτείνοντες τὴν ἄγνοιαν πράξεώς τινος, διότι ἡ ἄγνοια εἶναι ἄγνωστος εἰς τὸ κοινόν· ἡ κυβέρνησις ὀφείλει ἅμα θεωρήσῃ σεσηπὸς ἓν μέλος της, νὰ τὸ ἀπομακρύνῃ ἀμέσως. Δὲν ἠμπορῶ, καθὼς δὲν ἠμποροῦν καὶ οἱ κύριοι νὰ διαιρέσουν τὴν εὐθύνην, νὰ τὴν ἐκτείνω, οὔτε σκοπεύω τοῦτο· ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὸ εἴπῃ· ἀλλ’ ἡ θεωρία εἶναι ὅτι Κυβέρνησις κοινοβουλευτικὴ δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ ἄνευ ἀλληλεγγύης· ὅταν ἡ ἀλληλεγγύη παύσῃ, κυβέρνησις δὲν ὑπάρχει, μόνον ὑπουργοὶ ἁπλῶς. Προτείνεται, κύριοι, ὅ,τι συνέβαινεν ἐπὶ τοῦ Ὄθωνος τοῦ μακαρίτου, ὅτε κυβέρνησις κοινοβουλευτικὴ δὲν ὑπῆρχεν, ἀλλ’ ὑπουργοί· ἐνθυμοῦμαι, ὅταν ἡμεῖς ἐν τῇ Βουλῇ ἐκείνῃ ἐπολεμοῦμεν τινὰ τῶν ὑπουργῶν, ὁ ἀνδρεῖος ἀγωνιστὴς, ὁ καλὸς πολίτης, ὁ ἔντιμος ἀνὴρ, ὁ μακαρίτης Κριεζῆς, πρωθυπουργὸς τότε, δὲν ἐταράσσετο· ἂς ἀπέλθωσιν ὑπουργοὶ ὅσοι θέλουν, μᾶς ἔλεγε, μένω ἐγὼ καὶ φέρνω ἄλλους· τοῦτο δὲν βλάπτει. Ἡ καταφορὰ κατὰ τῶν συναδέλφων του ἦτο διαφορὰ ξένη ὅλως πρὸς αὐτὸν, ἀλλὰ κυβέρνησις τότε δὲν ἦτο, ἦσαν ἁπλοῖ ὑπουργοί. Ἰδοὺ τί μᾶς συνέβη καὶ κατὰ τὸ 1867. Ἡ ἐμπιστοσύνη τότε μιᾶς τῶν ἐξουσιῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν ὁποίων ὑπάρχουσιν αἱ κυβερνήσεις, ἔλειψεν ἀπὸ δύω ἐξ ἡμῶν καὶ ὄχι διὰ κυβερνητικοὺς λόγους. Οἱ συνάδελφοι ἡμῶν, κατὰ τῶν ὁποίων δυσπιστία ἐγεννήθη, ἅμα μαθόντες τοῦτο ἐπέμενον ν’ ἀποσυρθῶσιν, ἡμεῖς ἠναγκάσθημεν νὰ τοὺς παρακαλέσωμεν νὰ μετατρέψωσι τὴν ἀπόφασίν των καὶ ἀπεφασίσαμεν νὰ μὴ χωρισθῶμεν ἀπὸ συναδέλφους, εἰς τοὺς ὁποίους εὕρομεν τιμὴν, εἰλικρίνειαν καὶ πατριωτισμόν· δὲν δυνάμεθα, εἴπομεν, ν’ ἀποχωρισθῶμεν, ἢ ὅλοι, ἢ οὐδείς· δὲν ἐχωρίσαμεν τὴν εὐθύνην, διότι οὕτω πράττουν οἱ ἄνθρωποι οἱ τίμιοι· κοινὴν ἐννοούσαμεν τὴν εὐθύνην καὶ πλήρη τὴν ἀλληλεγγύην, καὶ οἱ σύμμαχοι μάλιστα, διότι ἦσαν συμμαχίαι, ὡς εἶπον, δὲν ἐχώρισαν τὴν εὐθύνην των πιστεύω δὲ ὅτι ὁ κόσμος μᾶς ἐπήνεσε διὰ τοῦτο· ἐπράξαμεν ὅ,τι ἔπρεπε νὰ πράξωσι τίμιοι ἄνθρωποι. Κύριοι, ἐγὼ δὲν παραπονοῦμαι κατὰ τοῦ κυρίου Μεταξᾶ, διότι ἔφερε τοὺς καταλόγους τῶν χαρίτων τοῦ 1867, τὸν εὐχαριστῶ μάλιστα, ἂν τοὺς ἔφερε κατὰ τὰ κοινῶς εἰθισμένα, διὰ νὰ ἀντιταχθῇ πρὸς τὸν κύριον Λομβάρδον καὶ ζητήσῃ ἴσην δικαιοσύνην, τὴν αὐτὴν ὅση ἀπεδόθη καὶ εἰς προκατόχους· ἂν τοὺς ἔφερε διὰ νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτὸν, ἔπραξεν ὅ,τι ἄνθρωπος κατηγορούμενος ἐνόμισεν ὅτι δύναται νὰ πράξῃ πρὸς ὑπεράσπισίν του· ἂν τὸ ἔπραξε διὰ νὰ ὑποβάλῃ εἰς νέαν συζήτησιν τὸ 1867, τὸν εὐχαριστῶ καὶ πάλιν ἐκ καρδίας, διότι νομίζω ὅτι καὶ ἀπὸ τὴν συζήτησιν αὐτὴν θὰ ἐξέλθῃ τὸ 1867 ὅπως καὶ ἄλλοτε νικητής· ἐνηργήσαμεν καὶ τότε νομίμως καὶ ἐντὸς τῶν καθηκόντων, τοῦτο ἀπεδείχθη πάντοτε. Ἠδύνατο ὁ κύριος Λομβάρδος νὰ εἴπῃ, δὲν δέχομαι τὴν συζήτησιν, δὲν δύναμαι νὰ συζητήσω, δὲν εἶμαι ὑπουργὸς ἤδη, δὲν ἔχω τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεως, ἄλλως ἡ πολιτικὴ λογοδοσία ὑπόκειται εἰς παραγραφήν· ὅταν ἀπεφάνθη ἅπαξ ἡ Βουλὴ, δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ τὸ ζήτημα, ἐκτὸς ἂν πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ κατηγορία. Καὶ ὅμως ὁ κύριος Λομβάρδος δὲν ἔπραξε τοῦτο, καὶ καλῶς ἔπραξε, διότι καὶ ἀπὸ τὴν συζήτησιν αὐτὴν ἀπεδείχθη ὅ,τι καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἀπεδείχθη τὸ 1867· ὅ,τι ἤθελεν ἀποδειχθῇ ὡς τότε ἀποδέχομαι καὶ ἤδη πᾶσαν εὐθύνην· συνειργαζόμην καὶ συνέπραττον μετ’ ἀνθρώπων εὐσυνειδήτως ἐκπληρούντων τὸ καθῆκόν των, πατριωτικῶς καὶ εἰλικρινῶς προσπαθούντων νὰ ὠφελήσωσι τὴν πατρίδα των· πάντοτε εἶμαι πρόθυμος νὰ δεχθῶ τὴν εὐθύνην ὁποιασδήποτε κυβερνητικῆς πράξεως. Νομίζω ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην (ἂν πλανῶμαι, ὁ κύριος Λομβάρδος παρακαλῶ νὰ μὲ διορθώσῃ), αἱ χάριτες δὲν ἐσυζητοῦντο εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον.
§35ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὄχι ὅλαι. Συνηρχόμεθα δὲ τότε δύω φοραῖς τὴν ἡμέραν καὶ ἐλέγαμεν τί ἤθελε κάμει ὁ ἕνας καὶ ὁ ἄλλος.
§36ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα. Ἀλλ’ ἐμὲ δὲν μὲ ἔμελε καὶ διότι ἐγένοντο ἀπὸ μόνον τὸν ὑπουργόν· συνειργάσθην μὲ τὸν κύριον Λομβάρδον ὀκτὼ ἔτη, ὡς φίλος, περισσότερον παρὰ φίλος, ἂν ᾖναι δυνατὸν νὰ ᾖναί τις ἀνώτερος βαθμὸς σχέσεως τοῦ φίλου, ἐγνώρισα κατὰ βάθος τὸν κύριον Λομβάρδον ὡς ἄνθρωπον δυνάμενον νὰ πλανηθῇ, ποτὲ ὅμως νὰ ὑποπέσῃ ἐν γνώσει εἰς παράπτωμα. Εἶχον, κύριοι, καὶ ἔχω πλήρη τὴν πεποίθησιν καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ δεχθῶ πᾶσαν εὐθύνην διὰ τὰ παραπτώματά του, διότι ἤμην βέβαιος, ὅτι δὲν ἤθελε πταίσει ἐν γνώσει. Ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ ἀμφισβητούμενον ζήτημα τῶν ἐνεργειῶν μας κατὰ τὸ 1867; Ὡς πρὸς τὰς συστάσεις ἐκ μέρους τῶν ἀρχῶν ἀξίαν μεγάλην δὲν δίδω, ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ὁ ὑπουργὸς καὶ ἄνευ αὐτῶν νομίμως δύναται νὰ ἐνεργήσῃ, καὶ μάλιστα ὅπως γίνονται αἱ συστάσεις σήμερον· διατί νὰ μὴ εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν; ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν τύπων λοιπὸν μοὶ εἶναι ἀδιάφορον· συμφωνεῖ ἄλλως καὶ ὁ κ. Λομβάρδος καὶ ὁ κ. Μεταξᾶς καὶ ἀπορῶ διατὶ ἐγένετο κρότος μέγας, διότι ὁ κ. Μεταξᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν εὗρε τὰ δικαιολογητικὰ ὅλα, ἀφοῦ ἦσαν μάταια καὶ περιττὰ κατὰ τὴν γνώμην ὅλων· ἀλλὰ καὶ τοὺς τύπους αὐτοὺς ἐτήρησαν κατὰ τὸ 1867. Ἓν μένει ζήτημα ἀμφισβητήσιμον, πιστεύω δὲ ὅτι καὶ αὐτὸ ἐλύθη εἰς τὴν πεποίθησιν ὅλων ὑπὲρ ἡμῶν· πρόκειται περὶ ἑνὸς φυγοδίκου, ὅστις ὑπέστη τὴν ποινὴν τῆς ὑπερορίας 15 ὁλόκληρα ἔτη καὶ ἐξήλειψε πᾶν ἴχνος ἁμαρτήματος καὶ ἐγκλήματος ἐν τῇ σκληροτάτῃ αὐτῇ ποινῇ· ὅλοι οἱ εἰς ὁμοίας κατηγορίας ὑπαγόμενοι Ἑπτανήσιοι ἀπεστάλησαν εἰς τὰς οἰκίας των ἐλεύθεροι, τοῖς ἐδόθη χάρις· οὐδεὶς ἀμφίβαλλεν ὅτι καὶ ὁ ἄνθρωπος οὗτος δικαίως ἔπρεπε νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τοὺς κόλπους τῆς κοινωνίας, διότι ἀρκετὰ ὑπέφερε καὶ πλέον τοῦ δέοντος κατὰ τὴν νομοθεσίαν μας. Τοιαῦται σκέψεις μᾶς κατεῖχον, ὅταν νομικοὶ διάφοροι ὡς τὸν κ. Σέρβον, τοῦ ὁποίου οὔτε τὴν τιμὴν, οὔτε τὰς γνώσεις δυνάμεθα νὰ ἀμφισβητήσωμεν, ἰσχυρίζοντο ὅτι ἡ ἀπόφασις ἐξετελέσθη, ὅτι τὸ δικαίωμα εἴχομεν νὰ δώσωμεν χάριτα· λοιπὸν δὲν ἐδυσκολεύθημεν νὰ τὸ πράξωμεν, ἀλλὰ καὶ ἐὰν ὑπῆρχε τὸ ζήτημα ἀμφισβητούμενον μεταξὺ τῶν ὀπαδῶν Σέρβου καὶ Βελιανίτου, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπικαλεσθῶμεν ὑπὲρ τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ χάριν; καὶ τὴν ἀμφιβολίαν ἔπρεπε νὰ ἐξηγήσωμεν κατ’ ἀνθρώπου, ὅστις οὔτε στιγμὴν ἔπρεπε νὰ μένῃ εἰς τὰς φυλακάς; Ἐνεργήσαμεν παρανόμως ἡμεῖς; δεχόμεθα τὴν εὐθύνην· ἐπράξαμεν κακῶς, διότι τὴν γνώμην μιᾶς μερίδος νομικῶν ἐπροτιμήσαμεν; Ἂν ἐσφάλλαμεν διὰ τοῦτο, δεχόμεθα νὰ μᾶς καταδικάσετε καὶ ἤδη. Ἐπανέρχομαι. Ὅταν, κύριοι, παρῃτήθη τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Βούλγαρη καὶ προσεκλήθη ὁ κ. Ζαΐμης, ἀπὸ τὴν ἰδέαν τοῦ νὰ σχηματισθῇ καὶ πάλιν κυβέρνησις ὑπεσχέθημεν τὴν συνδρομήν μας, ὅταν δὲ ἐπείσθημεν ὅτι καὶ ἄνευ ἡμῶν κυβέρνησις βιώσιμος ἠδύνατο νὰ σχηματισθῇ, ἠρνήθημεν νὰ λάβωμεν μέρος εἰς τὴν κυβέρνησιν ἐκείνην, ἐναντίον τῆς ἐπιθυμίας τοῦ κ. Ζαΐμη· ἂν ὁ κύριος Ζαΐμης ἦτον ἐδῶ, ἤθελεν ὁμολογήσει, ὅτι ἐζήτησε φίλους μας, ἀλλ’ ἡμεῖς εἴπομεν, ἀφοῦ ὁ σκοπός μας νὰ ὑπάρξῃ κυβέρνησις βιώσιμος ἐπραγματοποιεῖτο καὶ ἄνευ τῆς παρουσίας ἡμῶν, δὲν λαμβάνομεν μέρος εἰς τὴν κυβέρνησιν. Τὰ κατόπιν καὶ τὰ μέχρι τῆς πτώσεως ἡμῶν τὰ ἠξεύρετε. Ἡ Βουλὴ εὑρέθη καὶ τότε εἰς τὴν ἰδίαν κατάστασιν τοῦ 1865· κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ σχηματισθῇ, καὶ ἐν τούτοις ὁ τόπος ἔπρεπε νὰ κυβερνηθῇ. Ἰδοὺ διατὶ ἐγκρίνοντος καὶ τοῦ κκ. Λομβάρδου καὶ Τρικούπη, ἀπεφασίσαμεν καὶ πάλιν νὰ συμπράξωμεν καὶ συντρέξωμεν τὸν κ. Βούλγαρην, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν ὁμολογίαν του, ἂν δὲν τὸν παρεκαλέσαμεν καὶ τότε νὰ σχηματίσῃ ἰδίαν κυβέρνησιν, ὑποσχόμενοι τὴν συνδρομήν μας ἀφιλοκερδῶς, καὶ ἂν καὶ μετὰ τὴν συγκρότησιν τῆς κυβερνήσεως, δὲν ἐπανελάβαμεν τὴν παράκλησιν αὐτήν· διότι πάντοτε ἀπὸ μίαν ἰδέαν ἐμφορούμεθα, νὰ ἔχῃ κυβέρνησιν ὁ τόπος, καὶ ἂς μὴ κυβερνῶμεν οἱ ἴδιοι. Ἐξετάσατε τὴν διαγωγήν μας καὶ τὰς πράξεις μας, θέλετε ἴδει ὅτι τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἐνέργειά μας πάντοτε. Ὅταν ἠδύνατο νὰ σχηματισθῇ κυβέρνησις ἄνευ τῆς προσωπικῆς συνδρομῆς μας, ὑπεστηρίζομεν τὴν κυβέρνησιν ἐκείνην· ὅταν ὅμως ἄλλως δὲν ἐγίνετο, ἐλαμβάνομεν μέρος, ἀλλ’ ἐν ὅσῳ ἡ παρουσία μας ἦτο ἀναγκαία, ἐμένομεν ἐν τῇ κυβερνήσει. Καθ’ ὅλον τὸ διάστημα λοιπὸν αὐτὸ τῶν κυβερνήσεων ἡ θεωρία τῆς διαιρέσεως τῆς εὐθύνης δὲν παρουσιάσθη, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Λομβάρδος παρουσιάζει αὐτὴν σήμερον. ἀπορῶ, λέγω, κύριοι, διότι ὁ κ. Λομβάρδος, εἰς τὴν Βουλὴν δὲν κάμνει παιγνίδια, ὁ κύριος Λομβάρδος, τὸ ὁμολογῶ εἰλικρινῶς, σπουδαιολογεῖ πάντοτε, ὁ κ. Λομβάρδος δὲν εἶναι θρασὺς, ὁ κ. Λομβάρδος δὲν εἶναι δειλὸς, ἔχει τὸ θάῤῥος τῶν πεποιθήσεών του καὶ ἐνίοτε, ἄς μὲ συγχώρησῃ τὴν ἔκφρασιν, οὔτε μέχρι περισκέψεως. Ἀπορῶ λοιπὸν πῶς ὁ κ. Λομβάρδος ἔκαμεν αὐτὴν τὴν πρότασιν, διότι ὁ κ. Λομβάρδος ποτὲ δὲν ἠκολούθησε τὴν θεωρίαν τῆς διαιρέσεως τῆς εὐθύνης ἡ ὁποία εἶναι ἐντελῶς ἀντικοινοβουλευτικὴ· δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὸν κ. Λομβάρδον τὴν θεωρίαν αὐτὴν νὰ ὑποστηρίξῃ ὡς βουλευτής. Ἐννοῶ τὸ πολὺ ὅτι ἡ κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ παρουσιασθῇ, ἐὰν εἶχε λόγους σπουδαίους, οἱ ὁποῖοι τὴν ἐδικαιολόγουν, ἢ ἐὰν ἦτο ἠναγκασμένη νὰ θυσιάσῃ τὸν ἕνα ὑπὲρ τῶν πολλῶν, καὶ νὰ εἴπῃ, ἐδῶ κοινὴ ἐνέργεια δὲν ὑπάρχει, ὁ ὑπουργὸς ἐνήργησε μονομερῶς καὶ κακῶς, χωρίζω τὴν εὐθύνην μου. Ὁ κ. Λομβάρδος ὅμως δὲν δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ τοῦτο, σφάλλει καὶ ὡς πρὸς τοῦτο. Κύριοι, ζητεῖται σήμερον νὰ κρίνωμεν ἐὰν ἡ ἐνάσκησις τοῦ δικαιώματος τοῦ προνομίου τῆς χάριτος ἐγένετο καλῶς καὶ πρόκειται νὰ δώσῃ λόγον ἀναντιῤῥήτως ὁ κύριος ὑπουργὸς, ἐὰν αὐτὸς συνεβούλευσε καλὴν χρῆσιν αὐτοῦ ἢ ἐὰν ἐδολιεύθη καὶ διὰ ψευδῶν παραστάσεων καὶ διὰ τῆς ἀποκρύψεως τῆς ἀληθείας ἀπεπλάνησε τὴν πεποίθησιν τοῦ βασιλέως, καὶ τοιουτοτρόπως ἐπροκάλεσε χάριν ἐναντίαν τοῦ Νόμου ἢ βλάπτουσαν. Βλέπετε ὅτι οἱ τύποι εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν εἶναι ἐντελῶς ἢ σχεδὸν δευτερεύοντα ζητήματα· ἡ οὐσία εἶναι, ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παρεβίασε νόμον προκαλέσας τὴν χάριν, ἢ ἐπλάνησε τὸν βασιλέα καὶ τοιουτοτρόπως ἔδωκε χάριν ὅπου δὲν ἔπρεπε καὶ ὅπως δὲν ἔπρεπεν; Ὅταν, κύριοι, ἀποδειχθῇ αὐτὸ, τότε ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κακῶς ἔπραξε. Ἡ ἐκτεταμένη συζήτησις, ἡ ὁποία δύω ὁλοκλήρους ἡμέρας διαρκεῖ, δὲν κατέληξεν εἰς τίποτε ἄλλο, εἰμὴ εἰς προσωπικότητας καὶ ἀντεγκλήσεις αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ λείψουν, διότι προσωπικότητας καὶ ἀντεγκλήσεις ἐπαναλαμβάνουσι πάντοτε οἱ ἀδύνατοι, οἱ μὴ ἔχοντες πεποίθησιν εἰς τὸν ἑαυτόν των καὶ ζητοῦντες διὰ τῆς καταστροφῆς τῶν ἄλλων νὰ ἀνορθώσωσιν ἑαυτοὺς, ὄχι οἱ ἔντιμοι ἄνθρωποι. Διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν νὰ λείψουν ἅπαξ διὰ παντὸς ἀπὸ τὴν Βουλὴν ταῦτα. Μετὰ δύω ἡμερῶν συζήτησιν λοιπὸν, ἡ ὁποία εἰς τίποτε σπουδαίως δὲν περιεστρέφετο, ἐμείναμεν τελευταῖον σπουδαίως συζητοῦντες τὴν χάριν τὴν δοθεῖσαν εἰς τὸν φονέα τῆς Σοφίας ἢ Μαρίας, δὲν ἐνθυμοῦμαι.
§37Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ εἰς μίαν ἄλλην τοῦ Κατσικοπούλου ἢ Κοτσινοπούλου, τοῦ ἐπιστάτου τοῦ Φωκᾶ.
§38ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ὡς πρὸς τὸν Κοτσινόπουλον αὐτὸν διαφωνῶ μετὰ τοῦ φίλου μου κυρίου Τρικούπη. Νομίζω ὅτι ἐκτέλεσις τοῦ διατάγματος τῆς χάριτος—καὶ ἀρχὴ ἐκτελέσεως ὑπάρχει ὅταν τὸ διάταγμα ἀναγνωσθῇ ἐπὶ δικαστηρίου· πρὶν τούτου δὲν ὑπάρχει διάταγμα, κατ’ ἐμὲ—λοιπὸν ἐκτέλεσις εἰς τὴν περίστασιν ταύτην καμμία δὲν ὑπάρχει καὶ ἑπομένως διάταγμα νομικῶς δὲν ὑπάρχει ὑπὲρ τοῦ καταδίκου, ἀφοῦ τὸ διάταγμα ἔφθασε μέχρις εἰσαγγελίας μόνον, ἤτοι ἔμεινεν ἐντὸς τῶν γραφείων. Ἰδοὺ εἰς τί διαφωνῶ μετὰ τοῦ κυρ. Τρικούπη, ὅθεν πρᾶξις δὲν ἔλαβεν ὕπαρξιν, δὲν ὑφίσταται ἐν τῷ κόσμῳ· τί πρόκειται νὰ δικάσωμεν; πρόκειται νὰ δικάσωμεν καὶ καταδικάσωμεν τὰς πράξεις τοῦ Κου ὑπουργοῦ καὶ οὐδὲν ἄλλο. Διαφωνῶ ἀκόμη μὲ τὸν κ. Λομβάρδον καὶ καθ’ ἕτερόν τι· ἠθέλησε νὰ καθιερώσωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ἀνάκρισιν τῶν λόγων ἑκάστου ἡμῶν. Ἀποδοκιμάσατε, εἶπε, τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι ὁ τρόπος του ἢ τὰ ἐπιχειρήματά του ἦσαν τοιαῦτα ἢ τοιαῦτα. Ὅταν καὶ τοῦτο καθιερώσητε, ἐὰν λογοκρισίαν καθιερώσητε ἐπὶ τῶν λεγομένων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἕκαστος ἡμῶν ὑπόκειται εἰς ἐπιδοκιμασίαν ἢ ἀποδοκιμασίαν ὄχι δι’ ὅσα εἶπε προσβάλλων, ἀλλὰ δι’ ὅσα εἶπε κατὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον τρόπον, τότε τὸ βῆμα αὐτὸ πρέπει νὰ κρημισθῇ, οὐδεὶς δύναται ν’ ὁμιλήσῃ, ὅταν ἠξεύρῃ ὅτι ἠμπορεῖ νὰ καταδικασθῇ, διότι οὕτω ὡμίλησε καὶ ὄχι οὕτω, διότι ὁ τρόπος δὲν ἀρέσκει εἰς τὴν πλειονοψηφίαν. Ἐννοῶ λοιπὸν ὡς πρὸς τὸν κατάδικον Κοτσινόπουλον, ἐὰν προφέρω κακῶς τὸ ὄνομα, πιστεύω δὲν θὰ μὲ ἐλέγξητε— ὅτι τίποτε δὲν ἐγένετο· τὸ διάταγμα δὲν ἐξετελέσθη, ἑπομένως ἀνάκρισις καὶ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει. Μένει, κύριοι, τὸ ζήτημα.
§39ΒΑΡΝΑΚΙΩΤΗΣ. Φαίνεται, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς ὁ ἴδιος χθὲς ἀνέφερεν αὐτὴν τὴν ἀρχήν.
§40ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ μὲ τὴν ἰδικήν μου διάνοιαν καὶ μὲ τὴν ἰδικήν μου γλῶσσαν· ἐὰν σεῖς ὁμιλῆτε μὲ ἄλλου μυαλὰ καὶ γλῶσσαν, διαφέρει. Ἐγώ ὁμιλῶ ὅπως ὁμιλῶ, ὁ κ. ὑπουργὸς ἂς φρονῇ ὅπως θέλει. Κύριοι, ὁ κ. Τρικούπης εἶπεν ὡς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ φονέως τῆς Σοφίας, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὄχι ἀκριβῶς, τί κρύπτεσθε ὄπισθεν τοῦ ἀνευθύνου τῶν συνέδρων; τί μᾶς μέλει διὰ τοὺς συνέδρους; ἔχομεν ἐνώπιόν μας ὑπεύθυνον ὑπουργὸν, μᾶς εἶναι ἀδιάφορος ἡ εὐθύνη τῶν συνέδρων· ἑπομένως ἐὰν οἱ σύνεδροι κακῶς ἐξετίμησαν τὰ περιστατικὰ, εὐθύνεσθε σεῖς, σεῖς θὰ δώσετε λόγον. Ὁ κ. Τρικούπης ἔχει δίκαιον, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ, πρόκειται ἐπὶ τίνων πληροφοριῶν ὁ κ. ὑπουργὸς στηριχθεὶς ἐπρότεινε χάριν. Ὅταν ὑπάρχῃ πρότασις τῶν συνέδρων, κατόπιν προτάσεως τῶν ἁρμοδίων εἰσαγγελέων, δύνασαι νὰ εἴπῃς ὅτι ἀνεπαρκεῖς ἦσαν αἱ πληροφορίαι, καὶ τοῦτο δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἐπιχείρημα κατὰ, ἢ ὅτι αἱ προτάσεις αὗται ἀντίκεινται εἰς τὴν λογικὴν, ὡς λέγει ὁ κ. Τρικούπης; Ἔπρεπεν ἡ λογικὴ νὰ φωτίσῃ τὸν κ. ὑπουργὸν, λέγει ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι αἱ προτάσεις δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς, ἀληθεῖς, καὶ δὲν ἔπρεπεν ἐπ’ αὐτῶν νὰ στηρίξῃ αἴτησιν τοιαύτην μὴ συνᾴδουσαν μὲ τὴν λογικήν· ἀλλὰ, κύριοι, αὐτὸ εἶναι ἐπιχείρημα λίαν ἀκατάληπτον διὰ τοὺς κοινοὺς ἡμᾶς. Δι’ ἐμὲ ὁ ὁποῖος δὲν βλέπω, δὲν ἀκούω παρὰ διὰ τῶν ὀργάνων τῶν ἁρμοδίων, ἀπὸ τῆς γνώμης τῶν συνέδρων καὶ τῆς προτάσεως τῶν εἰσαγγελέων γνωρίζω τὰ κατὰ τὴν δίκην· ὅταν αὐτὰ ὑπάρχουν πλήρη πρὸς ὑποστήριξιν προτάσεως χάριτος καὶ πράττω τοῦτο, εἶμαι ἔνοχος διότι ἡ λογική μου ἔπρεπε νὰ ᾖναι τόσον ἐκτεταμένη, τόσον εὐρεῖα, ὥστε νὰ ἐμβαθύνῃ εἰς ὅλα, νὰ ἀνακαλύπτῃ ὅ,τι δὲν βλέπω καὶ δὲν ἀκούω; Δολίως ἢ κακῶς δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἰπῆτε, ὅτι ἔπραξεν, ὁ ὑπουργὸς λαβὼν ὡς βάσιν τὴν μόνην ἀληθῆ βάσιν εἰς τοιαύτας περιστάσεις. Ἴσως αὐτὰ τὰ ὁποῖα σᾶς λέγουν εἶναι ἀληθῆ· εἶναι ἀληθὲς ἴσως ὅτι ὁ κατάδικος εἶναι δολοφόνος, ὅτι ὅλα τὰ λεγόμενα ὡς ἐπακόλουθα ὑπάρχουν ἢ ἠμποροῦν νὰ ὑπάρξωσιν, ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς βλέπει, ὡς εἶπον, διὰ τῶν συνέδρων καὶ τῶν εἰσαγγελέων. Ἐὰν ἔσφαλεν εἴς τι, ἔσφαλον ἐκεῖνοι, ὁ ὑπουργὸς ἔπραξε τὸ καθῆκόν του, δὲν πρόκειται ἤδη νὰ ἐξετασθῇ ἡ εὐρύτης τῆς λογικῆς του. Λοιπὸν δὲν βλέπω ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργοῦ οὔτε δολιότητα καμμίαν, οὔτε κακὴν ἐνέργειαν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὁ ὑπουργὸς ἐνεργήσας, ἐνήργησεν ἐπὶ τῇ βάσει πληροφοριῶν, συστάσεων τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν ἐκείνων μάλιστα, εἰς τὴν σύστασιν τῶν ὁποίων μέχρι τοῦδε οὐδεμία ἀμφιβολία ἐπιτρέπεται· μέχρι τοῦδε ἐναντίον τοιαύτης γνωμοδοτήσεως ἰσχυρὰ ἀντίῤῥησις δὲν ἐπαρουσιάσθη· ἤδη ὄχι μόνον ἰσχυρὰ ἀντίῤῥησις παρουσιάζεται, ἀλλὰ τίθεται ὡς ἐπιχείρημα κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ, κατηγορουμένου ὡς παρανόμως ἢ μᾶλλον παραλόγως ἐνεργήσαντος. Νομίζω, κύριοι, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθόν. Μένει, καὶ εἰς τοῦτο προεκλήθην, μένει τὸ ζήτημα τῆς Κερκύρας, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς Κερκύρας εὑρισκόμεθα εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν. Ὁ κ. Λομβάρδος, καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς καὶ ὁ κ. Τρικούπης, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, οὐδεμίαν σπουδαιότητα ἔδοσαν εἰς τὰς γνωμοδοτήσεις τοιαύτην, ὥστε ν’ ἀναιροῦν τὴν γνώμην καὶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ ὑπουργοῦ. Ἀπεδείχθη ἤδη καὶ ὑπεστηρίχθη, ὅτι οἱ λαβόντες χάριν εἰς τὴν Κέρκυραν ἦσαν ἀνάξιοι; δὲν τὸ ἤκουσα· ἤκουσα μόνον, ὅτι ὑπὲρ αὐτῶν δὲν ὑπῆρχε σύστασις τοῦ εἰσαγγελέως. Κύριοι, ἀκόμη δὲν εὗρον εἰς κανένα νόμον, ὅτι σχηματίζεται κατηγορία κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ, διότι προεκαλέσθη χάρις χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ σύστασις εἰσαγγελέως. Ἐὰν ᾖναι ἔγκλημα προβλεπόμενον ἀπὸ τὸν νόμον, δὲν ἔχω τίποτε νὰ ἀντείπω· ἐὰν ὅμως τοῦτο δὲν ὑπάρχῃ, ὅπως δὲν ὑπάρχει, δὲν βλέπω πῶς θὰ χρησιμεύσῃ ὡς κατηγορία· πρόκειται περὶ ἀνθρώπων, εἰς τοὺς ὁποίους ἔδοσε χάριν ἐναντίον τῶν νόμων; Ἰδοὺ τὸ ζήτημα· νομίζω ὅτι ἡ φύσις τῶν πραγμάτων, ἡ ἀνάγκη τῆς εὑρέσεως τῆς ἀληθείας ἐπιτρέπουν, ὥστε νὰ λαμβάνωνται πληροφορίαι καὶ ἀπὸ τὰς ἐπιστατούσας τοὺς φυλακισμένους ἀρχὰς, καὶ καθὼς ἠξεύρετε, οἱ εἰσαγγελεῖς γνωμοδοτοῦντες περὶ τῆς καλῆς ἤ κακῆς διαγωγῆς τῶν καταδίκων, ἐκεῖθεν λαμβάνουν τὰς πληροφορίας των· τοὐλάχιστον εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ χάρις δὲν δίδεται μόνον πρὸς ἐπανόρθωσιν ἀδίκως ἐπιβληθείσης ποινῆς. Ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Βασιλεὺς νὰ δίδῃ χάριν, διότι ἡ ἀπόφασις εἶνε ἐσφαλμένη κατά τι· ἑπομένως ἡ χάρις ἐπανορθόνει τὸ ἐσφαλμένον τῆς ἀποφάσεως, ἀλλὰ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δίδῃ χάριν καὶ ὅταν διὰ τῆς διαγωγῆς του ὁ κατάδικος ἀποδεικνύῃ ὅτι μετεμελήθη, ὅτι ἐβελτιώθη, ὅτι ἐξαγνίσθη, τέλος πάντων ὅτι διὰ τοῦτο εἶναι ἄξιος προσοχῆς τινός, εἶναι ἄξιος βοηθείας τινὸς, ὥστε νὰ ἐπανέλθῃ ἔντιμος· εἶνε ἀνάγκη ὡς παράδειγμα νὰ χρησιμεύσῃ καὶ εἰς τοὺς ἄλλους ὁμοίους του ἐν τῇ φυλακῇ ἵνα διορθώσωσιν τὴν διαγωγήν των καὶ γίνουν, εἰ δυνατόν, καλοὶ ἄνθρωποι. Ἤμην τελευταῖον εἰς Κέρκυραν, ἐπεσκέφθην τὰς φυλακὰς, καὶ ἐὰν μὲ ἤκουεν ὁ κ. Κοντόσταυλος ὅταν ἐπέστρεψα, ἤθελεν ἐγερθῆ θόρυβος φοβερὸς σήμερον κατ’ ἐμοῦ, διότι ἡ πεποίθησις, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισα ἦτον ὅτι 50 ἔπρεπε νὰ ἐξέλθουν ἀπὸ τὰς φυλακάς. Εἶδον ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι κατεδικάσθησαν μὲ τοὺς αὐστηροὺς νόμους τῆς προστασίας καὶ ἔμενον εἰς τὰς φυλακὰς 10 ἔτη περισσότερον ἤ ὀλιγώτερον καὶ διὰ παράπτωμα πολλάκις, τὸ ὁποῖον κατὰ τοὺς νόμους μας χαρακτηρίζεται ὡς ἁπλοῦν πλημμέλημα· καὶ πληροφορίαι ὑπάρχουν, ὅτι οἱ κατάδικοι οὗτοι εἰσὶν ἐργατικοὶ καὶ διορθωθέντες, ὅτι δύνανται νὰ ἀποδοθῶσι εἰς τὴν κοινωνίαν ἀκινδύνως. Πλὴν ὁ κ. Κοντόσταυλος δὲν ἀπεσύρετο βῆμα ἀπὸ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου οὔτε ὡς πρὸς τοὺς ἁπλοῦς τύπους· οὕτω δὲν κατωρθώθη τίποτε, διότι αἱ συστάσεις δὲν ἦσαν πλήρεις· ἀλλὰ τὰς πληροφορίας αὐτὰς περὶ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λάβω ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα, ὁ ὁποῖος πρὸ ἑνὸς μηνὸς μετέβη εἰς Κέρκυραν· τὰς ἔμαθον ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πάντοτε ἐπιτηροῦν αὐτοὺς τοὺς καταδίκους καὶ δὲν ἔχουν συμφέρον νὰ ψευσθοῦν, διότι οὐδὲν συμφέρον ἔχει ὁ ἰατρὸς καὶ ὁ ἱερεὺς νὰ ψευσθῇ, ἀφοῦ ἀπὸ τὸ ψεῦδος τίποτε δὲν ὠφελεῖται. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ χάρις δὲν δίδεται μόνον διὰ τὸν πρῶτον λόγον τῆς ἐπανορθώσεως τοῦ ἀδικήματος, τὸν ὁποῖον πολλὰ ὀλίγον, νομίζω, ἐξετάζουν οἱ εἰσαγγελεῖς, ἀμφιβάλλω ἂν ὁ εἰσαγγελεὺς προτείνων νὰ δοθῇ χάρις εἰς τὸν κατάδικον πρὸ 5 ἢ 10 ἐτῶν εἰς τὰς φυλακὰς, ἐξετάζῃ τὴν δικογραφίαν, πιστεύω δὲ ὅτι δίδονται χάριτες διὰ τὸν δεύτερον μᾶλλον λόγον· κατ’ ἐμὴν πεποίθησιν, ἕνεκα τούτου ἁρμοδιώτεροι νὰ πληροφορήσουν περὶ τῆς διορθώσεως τῶν καταδίκων εἶνε οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι καθ’ ἡμέραν τοὺς ἐπιβλέπουν, τοὺς ἐπιστατοῦν, τοὺς γνωρίζουν καὶ τοὺς ἐπιτηροῦν. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν, κύριοι, τίποτε ἐπιλήψιμον καὶ ἄτακτον εἰς τὴν ἔντιμον διαχείρισιν τῆς δικαιοσύνης τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ 1867· δὲν ὑπάρχει κατὰ τὴν πεποίθησίν μου τίποτε ἐπιλήψιμον καὶ ἤδη, διότι τὸ ἐπιλήψιμον ὑφίσταται εἰς τὴν κακὴν πρόθεσιν, εἰς τὴν δολίαν ἐνέργειαν, ἢ εἰς τὴν μεγάλην ἀμέλειαν, ἂν θέλετε, τοῦ ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς πράξεώς του αὐτῆς παραβιάζει τὸν νόμον, ἢ ἀθετεῖ τοὺς τύπους διαστρέφων τὴν ἀλήθειαν καὶ κηλιδόνων τὴν εἰλικρινῆ πηγὴν τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ λαμβάνῃ. Ἐδόθη χάρις εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν ἄξιοι αὐτῆς; ὅταν ὁ ὑπουργὸς ἐνεργῇ ὅπως ἔπρεπε νὰ ἐνεργῇ, καὶ ὅπως ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνεργῇ πᾶς ἄνθρωπος, διὰ νὰ εὕρῃ τὴν ἀλήθειαν, δὲν ἐννοῶ διατί ὁ ὑπουργὸς αὐτὸς εἶναι ὑπεύθυνος, ἀφοῦ δὲν ἀπεδείχθη ὅτι χάρις δὲν ἐδόθη εἰς ὅντινα δὲν ἔπρεπε. Δὲν ἐξετάζω σήμερον ἐνώπιόν σας ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα τὰ σπουδαῖα καὶ ἐμβριθῆ τοῦ κυρίου Τρικούπη, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἀνάμιξιν τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως κτλ. Εἶναι ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐπηρεάσουν τὴν ἀπόφασίν σας τὴν σημερινὴν, διότι δὲν κρίνετε σήμερον τὴν διαγωγὴν ἐν γένει τοῦ ὑπουργοῦ, διὰ νὰ λάβητε ὅλον τὸν βίον του καὶ νὰ ἀνασκαλίσητε, ποῦ εὑρίσκετε παραπτώματα, διὰ νὰ τὰ ἐπισωρεύσητε. Ἐὰν ἐπρόκειτο τοῦτο, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐξετάσωμεν τί εἶναι ἐν γένει ὁ κύριος Μεταξᾶς, τότε ὠφείλαμεν νὰ ἐξετάσωμεν τὸν βίον του ἵνα εὕρωμεν κανὲν παράπτωμα νὰ τὸ καταλογίσωμεν. Ἀλλὰ σήμερον πρόκειται νὰ γνωμοδοτήσητε περὶ ὡρισμένων πράξεων· ἐξετάσατε λοιπὸν τὰ στοιχεῖα τὰ ἀποτελοῦντα αὐτὴν τὴν πρᾶξιν. Ὁ Μεταξᾶς δι’ αὐτὴν τὴν πρᾶξιν ἔσφαλεν ἢ ὄχι; διότι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἰπῆτε, ὅτι ὁ Μεταξᾶς ἔσφαλεν ἐνταῦθα μόνος, διότι εἰς ἄλλα ἔσφαλεν. Ἐνθυμοῦμαι ἕνα δικαστὴν εἰς τὰς Καλάμας, ὅτε κατεδικάζετο ἀθῶος ἄνθρωπος καὶ τοῦ ἔλεγον, διατί τὸν καταδικάσατε; αὐτὸς εἶναι ἀθῶος· δὲν πειράζει, ἀπεκρίνετο, ἔπταισεν εἰς ἄλλα, ἀδιάφορον ἂν ἤδη ᾖναι ἀθῶος (ἱλαρότης). Λοιπὸν ἐὰν ὁ Μεταξᾶς ἔσφαλεν εἰς ἄλλα, δὲν εἶναι διὰ τοῦτο ἀξιόπεμπος διὰ τὸ παρὸν, ἀθῶος ὢν ἐὰν ἐξετάσωμεν τὸ παρὸν, καὶ δὲν πρόκειται περὶ τῶν ἄλλων. Δὲν εἶναι κοινοβουλευτικὸν, δὲν εἶναι εἰλικρινὲς αὐτὸ, ὅπως εἶναι εἰλικρινῆ καὶ καθαρὰ τὰ φρονήματα τοῦ κυρίου Τρικούπη. Δὲν εἶναι ὅμως ὀρθὸν τὸ ἐπιχείρημα, καὶ ἀπορῶ πῶς τὸ ἐπρότεινεν ὁ κύριος Τρικούπης καὶ ζητεῖ νὰ καταδικάσωμεν τὸν κύριον Μεταξᾶν, διότι ἔσφαλε τυχὸν εἰς ἄλλα, διότι δὲν ἐξεφράσθη ὅπως ἔπρεπε νὰ ἐκφρασθῇ καὶ τὰ τοιαῦτα. Ὅλα αὐτὰ δὲν ὠφελοῦν, ζητεῖται ἐὰν ἐδόθη καλῶς ἢ κακῶς ἡ χάρις. Διὰ τοῦτο πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπὶ τέλους, ἀφοῦ ἤκουσεν ὅλα ταῦτα καὶ ἐπείσθη, ἐὰν πείθεται ὅτι οὐδὲν κακῶς ἐπράχθη, θέλει μεταβῆ ἁπλῶς εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§41ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§42ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ζητῆτε τὸν λόγον, εἶναι πρὸ ὑμῶν ἐγγεγραμμένος ὁ κύριος Καλκάνης. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον ἡ συζήτησις, διότι ἠξεύρετε, ὅτι θὰ μεταβῶμεν εἰς τὰ ἀνάκτορα.
§44ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὀλίγας λέξεις θ’ ἀναφέρω διὰ νὰ ἀντικρούσω τὸν κ. Σέρβον δι’ ὅσα εἶπε περὶ Λευκάδος. Ὁ κ. Σέρβος ἠθέλησε νὰ κάμῃ νέον κατηγορητήριον τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὰς μεταθέσεις, αἵτινες ἔλαβον χώραν ἐσχάτως εἰς τὴν πατρίδα του, διϊσχυρισθεὶς ὅτι ἐσυστήθη ἐκεῖ οἰκογενειακὸν δικαστήριον. Χάριν τῆς ἀληθείας ἀναγκάζομαι νὰ κάμω τοῦτο, καί τοι ἦλθον ἐδῶ ὄχι δι’ ἐπιδείξεις, ἐπειδὴ δὲν εἶναι τοῦτο τὸ ἔργον μου. Αἱ μεταθέσεις αὗται σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἔγειναν μὲ ὅλην τὴν εἰλικρίνειαν καὶ χωρὶς σκοπόν. Ὁ κ. Ποτάγος, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Σέρβος, εἶναι καλλίτερός μου φίλος, εἶναι παλαιός μου συμμαθητής· ἐπροκάλεσε τὴν μετάθεσίν του, ἐπειδὴ εἶχεν ἀνάγκην νὰ μεταβῇ εἰς Κεφαλληνίαν ὅπως ἐκπαιδευθῇ ὁ υἱός του καλλίτερον εἰς τὸ ἐκεῖ γυμνάσιον. Ὁ κ. Βλάχος εἶναι Ἀθηναῖος, πολλοὶ ἐξ ὑμῶν γνωρίζετε τὸν κύριον τοῦτον, τὴν ἐντιμότητά του, τὸν χαρακτῆρά του τὴν ἀνεξαρτησίαν του, καὶ τὴν ἐκπαίδευσίν του. Αὐτὸς καὶ ἄλλοτε ἐχρημάτισεν εἰσαγγελεὺς ἐν Λευκάδι, καὶ ἐζήτησεν οἴκοθεν τὴν ἐκ Λευκάδος μετάθεσίν του, (καθόσον τὸ κακὸν τοῦ κ. Βλάχου εἶναι, ὅτι ἐνυμφεύθη ἐν Λευκάδι)· αὐτὸς δὲ προὐκάλεσε τὴν εἰς Λευκάδα καὶ αὖθις ἐπάνοδόν του, χάριν τῆς ὑγείας τῆς συζύγου του, καὶ ἐγὼ ὡς ἰατρὸς δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι τῷ ὄντι χάριν τῆς ὑγείας τῆς συζύγου του ἐπροκάλεσε τοῦτο· ὥστε αὐτὸ τὸ οἰκογενειακὸν δικαστήριον τῆς Λευκάδος, βλέπετε, δὲν ἐσυστήθη κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ κ. Σέρβου. Ὁ κ. Σέρβος ἔφερεν ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴν εἰς τὴν Λευκάδα τὸ ζήτημα, μόνον διότι εἶχε σκοπὸν νὰ ἐπικρίνῃ τὸν κ. Μεταξᾶν, καὶ ἀποδεικνύεται ἴσα ἴσα ὅτι ἀφορμὴ τῆς ἐπικρίσεώς του εἰσὶν αὐταὶ αὗται αἱ μεταθέσεις.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἐπειδὴ παρῆλθεν ἡ ὥρα, ἀναβάλλεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον, ὅτι ὁ κ. Πετιμεζᾶς καὶ ὁ κ. Λομβάρδος ἔχουν τὸν λόγον. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 11 παρὰ ¼.