1872.06.20
1.919 στίχοι · 16.201 λέξεις · 142 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 29
Τῆς 20 Ἰουνίου 1872.
(Τρίτη).
Ὥρα 8 Π. Μ. Ἐκφωνηθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ γενομένης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις. Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ἐμπειρῖκος ἔχει νομοσχέδιον νὰ ὑποβάλῃ.
§4Κ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, χθὲς ὑπεβλήθησάν τινα νομοσχέδια περὶ χορηγήσεως διαφόρων ποσῶν. Ἂν καὶ δὲν εἶμαι ἐναντίος αὐτῶν τῶν νομοσχεδίων, μάλιστα εἶμαι ὑπὲρ ἐκείνου τῶν ναυτικῶν νήσων, διότι λιμώττουσι πολλαὶ οἰκογένειαι τῶν ἀγωνιστῶν, καὶ ὑπὲρ παντὸς ἄλλου ἀφορῶντος ἐν γένει ἀγωνιστὰς τῆς πατρίδος, οὐχ ἧττον ὅμως ἐπειδὴ καὶ δὲν μᾶς ὑπέδειξαν καὶ τοὺς πόρους διὰ τῶν ὁποίων θὰ πληρόνωμεν τὰς χορηγήσεις ταύτας, διὰ τοῦτο ὑποβάλλω καὶ ἐγὼ ἕτερον νομοσχέδιον, ἰδίως ἔχον σχέσιν μὲ τὰ χθὲς ὑποβληθέντα νομοσχέδια, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συζητήσῃ καὶ παραδεχθῇ πρῶτον τοῦτο, διότι ἄνευ τῆς ἐπιψηφίσεως τούτου καθίσταται περιττὴ ἡ ἐπιψήφισις τῶν ἄλλων νομοσχεδίων τῶν ἀφορώντων τὰς χορηγήσεις, ὡς μὴ ὑπαρχόντων τῶν μέσων τῆς ἐκτελέσεως.
§5ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἀδείας πρὸς ἐκποίησιν ἀκινήτων κτημάτων ἀνηκόντων εἰς τὴν νῆσον Ζάκυνθον. Διὰ νόμου τοῦ παρελθόντος ἔτους ἐπετράπη ἡ διανομὴ τῆς κοινῆς περιουσίας τῆς Ζακύνθου εἰς τοὺς δήμους τῆς νήσου ταύτης. Ἀλλ’ ὁ νόμος οὗτος δὲν ἠδύνατο καὶ δὲν δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ πρὶν ἢ ὁ δῆμος ἀποτίσει τὰ ὀφειλόμενα εἰς διαφόρους. Κατὰ τὸν κανόνα, περιουσία δὲν ὑφίσταται ἐὰν δὲν πληρωθῶσι τὰ χρέη· τὴν ἀνάγκην ταύτην ἔρχεται νὰ θεραπεύσῃ τὸ ὑποβαλλόμενον εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον. Σύγκειται δὲ ἐκ 2 ἄρθρων, τὸ πρῶτον εἶναι ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν ἀρχὴν, τὴν διέπουσαν τὴν κοινὴν περιουσίαν, νὰ ἐκποιήσῃ ἐξ αὐτῆς ἀνάλογον ποσὸν, ὑποχρεοῖ δὲ αὐτὴν ἕτερον ἄρθρον ἵνα τὸ ἐκπλειστηρίασμα, τὸ ὁποῖον θὰ παραχθῇ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 1082 καὶ ἑπόμενα τῆς πολιτικῆς δικονομίας, χρησιμεύσῃ ἀποκλειστικῶς πρὸς ἀπότισιν τῶν χρεῶν· τὸ δὲ ἀπολειπόμενον νὰ διανεμηθῇ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ψηφισθέντος ἤδη κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὑπὸ τῆς Βουλῆς νόμου καὶ ὑπὸ τοὺς ἤδη προτεινομένους ὁρισμούς. Ὑποβάλλεται ἕτερον νομοσχέδιον περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ὁπλοφορίας· εἰς πάντα θελήσαντα νὰ ἐγκύψῃ εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου μας πιστεύω ὅτι θὰ ἐμορφώθη ἡ ἰδέα ὅτι τὸ πλεῖστον, καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ θεωρηθῶ ὑπερβολικῶς, ἐὰν εἴπω τὰ τρία τέταρτα τῶν ἐγκλημάτων προέρχονται οὐχὶ ἐκ διεφθαρμένης καὶ κακοτρόπου θελήσεως τῶν πλημμελούντων, ὡς παρατηρεῖται ἔν τισιν ἄλλαις χώραις, ἀλλ’ ἐξ ἐρεθισμοῦ, ἐκ διαπληκτισμῶν καὶ τῶν τοιούτων. Ἡ πολιτεία καθῆκον ἔχει ἐν τοιαύταις περιπτώσεσι νὰ μεριμνήσῃ ἢ νὰ φιλοσοφήσῃ πῶς δυνάμεθα νὰ προστατεύσωμεν τὴν ζωὴν τῶν πολιτῶν, πῶς νὰ ἄρωμεν τὰ ἐλατήρια ἐκεῖνα ἢ τὰ πρόχειρα μέσα τὰ ὠθοῦντα τοὺς πολίτας εἰς ἐγκλήματα. Τὸ πρῶτον τὸ ὁποῖον ἐθεωρήσαμεν ὅτι ὠθεῖ τοὺς πολίτας εἰς ἐγκλήματα εἶναι ἡ δυστυχῶς ἐπικρατοῦσα πλήρης χρῆσις εἰς τὸ ὁπλοφορεῖν. Βλέπει τις εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν ἐπαρχιῶν, ἐν τοῖς καφενείοις, ἐν τοῖς δημοσίοις τόποις τὴν χρῆσιν τῶν ὅπλων· ἐκεῖ οἱ ἄνθρωποι, καὶ μάλιστα ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες ὅπου εἴμεθα ὑπὸ ἕνα οὐρανὸν καθαρὸν, ὑπὸ μεσημβρινὸν θερμὸν κλίμα, ἐρεθιζόμεθα εὐκόλως, διαπληκτιζόμεθα καὶ ἐντεῦθεν συμβαίνουν ἐκ τῆς προχείρου χρήσεως τῶν ὅπλων δυστυχήματα. Ὅστις, ἐπαναλαμβάνω, ἠσχολήθη ἐπὶ μικρὸν εἰς τὴν στατιστικὴν τῶν δικαστηρίων μας ἀνακαλύπτει αὐτὴν τὴν ἰδέαν. Τὸ πλεῖστον τῶν ἐγκλημάτων εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, στιγμιαίων παραφορῶν· ἐθεωρήσαμεν λοιπὸν ὅτι φέρομεν καταστολήν τινα εἰς τὴν τάσιν ταύτην διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου. Ἐν αὐτῷ ὑπάρχει καὶ διάταξις ὅτι ἐν καιρῷ τῶν ἐκλογῶν ἐντελῶς ἀπαγορεύεται ἡ ὁπλοφορία, ἐπιβάλλεται δὲ καί τις φόρος εἰς τοὺς ὁπλοφοροῦντας· ἐμπεριέχονται δὲ καί τινες ἄλλαι διατάξεις, ὡς ἐκτίθεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει. Ὑποβάλλω δὲ καὶ ἕτερον νομοσχέδιον περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς πυρίτιδος ἐν ταῖς πόλεσι καὶ κωμοπόλεσι. Πάντες γινώσκομεν τὸ ἐσχάτως λαβὸν χώραν ἐν Τριπόλει, ἐν Λαμίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ δυστύχημα ὡς ἐκ τῆς ἀκηδείας τῶν ἐμπορευομένων τὴν πυρίτιδα· ἐκπληροῦμεν, νομίζω, καθῆκον πρώτιστον ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τῆς κοινωνίας εἰς ἡμᾶς νὰ κανονίσωμεν τὰ πρὸς ἀπαγόρευσιν αὐτῆς τῆς πυρίτιδος. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον τὸν σκοπὸν τοῦτον ἔχει, νὰ ἀπαγορεύσῃ τὴν ἐπισώρευσιν ἢ τὴν ἀποταμίευσιν τῆς πυρίτιδος ἐν πόλεσι, χωρίοις καὶ κωμοπόλεσιν, ἐπιβάλλει δὲ τὸ καθῆκον εἰς τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν νὰ φροντίσῃ μακρὰν τῆς πόλεως, τῆς κωμοπόλεως ἢ τοῦ χωρίου νὰ ἐγείρῃ οἰκίσκον τινὰ, ἐντὸς τοῦ ὁποίου νὰ ἀποταμιεύεται ἡ πυρίτις. Ὑποχρεοῖ ἀφ’ ἑτέρου τοὺς ἐμπορευομένους μέχρι τίνος ποσότητος δύνανται νὰ ἔχουν εἰς τὰ καταστήματά των καὶ διὰ τίνος τρόπου νὰ τὴν ἐξασφαλίσουν· ἐπιβάλλει δὲ ποινὰς εἰς τοὺς παραβαίνοντας τὴν διάταξιν ταύτην· ὑποχρεοῖ ἐπίσης τοὺς ἐμπορευομένους, ὅτι ἄνευ ἀδείας τῆς ἀρχῆς δὲν δύνανται νὰ μετέλθουν αὐτὸ τὸ ἐμπόριον καὶ ὅτι πρέπει νὰ πληρόνουν φόρον τινὰ, λαμβάνοντες τὴν πρὸς τοῦτο ἄδειαν. Αὐτὴν τὴν ἀνάγκην προτίθεται νὰ θεραπεύσῃ τὸ νομοσχέδιον. Ὑποβάλλω ἕτερον νομοσχέδιον περὶ ἐξευρέσεως πόρων ἐν τοῖς δήμοις τῆς νήσου Κεφαλληνίας. Ἡ κατάστασις τῶν δημοτικῶν ἐν Ἑπτανήσῳ εἶναι γνωστὴ, νομίζω, εἰς τοὺς πλείστους τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν, ἰδίως δὲ εἰς τοὺς κυρίους βουλευτὰς τῆς Ἑπτανήσου· ἐφηρμόσθη ἡ νομοθεσία μας ἐκεῖ, ἀλλ’ ἡ νομοθεσία μας, ἰδίως ὁ νόμος τοῦ 1848, προβλέπει φόρους πρὸς συντήρησιν αὐτῶν τῶν δήμων. Ὁ νόμος οὗτος δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, διότι ἔχει ἄλλοιον σύστημα φορολογίας ἰσχύον παρ’ ἡμῖν, ὅπερ ἐν Ἑπτανήσῳ δὲν ἰσχύει. Ἐντεῦθεν λοιπὸν οἱ πλεῖστοι δῆμοι τῆς Ἑπτανήσου ἦλθον, δὲν διστάζω νὰ τὸ εἴπω, εἰς ἀποσύνθεσιν, ἰδίως οἱ τῆς Κεφαλληνίας. Ἡ κατάστασις αὕτη περιῆλθεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύνατο νὰ μείνῃ ἀνάλγητον. Συνεννοήθην λοιπὸν μετὰ τῶν ἀξιοτίμων κυρίων βουλευτῶν Κεφαλληνίας περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου καὶ σπεύδω νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ μέτρον, διὰ τοῦ ὁποίου νομίζω ὅτι δύναται νὰ θεραπευθῇ ἡ ἀνάγκη. Τὸ μέτρον συνίσταται εἰς ἐπιβολὴν φόρων δυναμένων νὰ εἰσπραχθοῦν, φόρων οἱ ὁποῖοι, ὅσον ἠδυνήθημεν νὰ ὑπολογίσωμεν, δύνανται νὰ θεραπεύσωσι τὰς ὑφισταμένας ἀνάγκας τῆς Κεφαλληνίας, ἐξαιρέσει τοῦ δήμου τῆς πρωτευούσης, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐν καταστάσει καλλιτέρᾳ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑποβάλλων εἰς τὴν Βουλὴν, παρακαλῶ αὐτὴν νὰ σπεύσῃ νὰ μελετήσῃ καὶ νὰ ἐπιψηφίσῃ αὐτὸ διὰ νὰ προλάβῃ τὴν ἀποσύνθεσιν τῆς δημοτικῆς καταστάσεως ἐν τοῖς δήμοις τῆς Κεφαλληνίας.
§6ΑΝΝΙΝΟΣ ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ζητήσητε τὸ κατεπεῖγον, διότι οἱ δῆμοι τῆς Κεφαλληνίας θὰ ἔλθουν εἰς ἀποσύνθεσιν.
§7ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δυσκολεύομαι νὰ ὑποστηρίξω καὶ ἐγὼ αὐτὸ, καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀπομένει νὰ κηρύξῃ αὐτὸ κατεπεῖγον, ἂν ἐγκρίνῃ, διότι φόροι δὲν δύνανται νὰ εἰσπραχθοῦν.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἐπροτάθη, ὡς εἴδατε, τὸ κατεπεῖγον.
§9ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἀντιτείνω ὡς Κεφαλλὴν, διότι ἡμεῖς ἀγνοοῦμεν τὰ πάντα καὶ ἐπιμένομεν νὰ λάβῃ τὴν κανονικὴν πορείαν· εἶναι σοβαρὸν τὸ ἀντικείμενον.
§10ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Νὰ ἔλθῃ πρῶτα εἰς ἀνάγνωσιν καὶ ἔπειτα θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ συζητηθῇ.
§11ΔΙΒΑΡΗΣ. Κύριε πρόεδρε, δύο λέξεις· παρακαλῶ νὰ ἔχῃ ἡ Βουλὴ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐκτὸς τῶν λόγων τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἡ μεροληψία, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλο τι, δημάρχων τινῶν ἰδίως τῆς ἐπαρχίας μας μᾶς ὑπεχρέωσε νὰ προκαλέσωμεν σύστασιν πρὸς ἀναστολὴν τῶν δημοτικῶν φόρων, καὶ αὕτη ἐξεπληρώθη. Ἐὰν λοιπὸν δὲν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοσχέδιον, οἱ δῆμοι θὰ παραλύσουν. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νὰ τὸ θεωρήσῃ ἡ Βουλὴ κατεπεῖγον, καὶ ἐὰν δὲν ᾖναι ὑπέρβασις κανονισμοῦ, νὰ θεωρηθῇ σήμερον ὡς πρώτη ἀνάγνωσις.
§12ΣΑΡΑΒΑΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ὡς πρὸς τὸ κατεπεῖγον, ἀλλὰ πρέπει νὰ μείνωμεν μὲ τὸν κανονισμόν· τὸ κατεπεῖγον δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀποφασισθῇ παρὰ ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον τυπωθῇ.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ δὲν παραδέχεται τὸ κατεπεῖγον. Ἐτυπώθησαν διάφορα νομοσχέδια, τὸ περὶ γενικοῦ προξένου εἰς τὴν Νέαν Ὑόρκην καὶ διάφορα οἰκονομικὰ ἐτυπώθησαν καὶ διενεμήθησαν· νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω εἰς τὰς διαφόρους ἐπιτροπάς, ὅτι χρεωστοῦν νὰ ἐργασθοῦν καὶ νὰ φέρουν τὴν ἐργασίαν των διὰ νὰ προχωρήσῃ ἡ Βουλὴ· παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν, ὁσάκις τυποῦνται καὶ διανέμονται, νὰ συνέρχωνται αὐτοδικαίως αἱ ἐπιτροπαὶ καὶ νὰ ἐργάζωνται.
§14Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, οἱ κάτοικοι μιᾶς κωμοπόλεως τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου εἰς τὸν δῆμον Ἀβίας πρὸ πολλῶν ἐτῶν εἶχον οἰκοδομήσει ναὸν δι’ ἰδίων των δαπανῶν· κατόπιν ἐφημέριός τις, ὁ ὁποῖος ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἱερούργει, ἐγκατέλιπεν ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν του διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ ναοῦ. Ἀπὸ τὰ εἰσοδήματα τοῦ μικροῦ αὐτοῦ ναοῦ διατηρεῖται ὁ ναὸς καὶ δημοτικὸν σχολεῖον, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ περὶ φθαρτῶν κτημάτων νόμου, ὑπεβλήθη καὶ ὁ ναὸς ἐκεῖνος, καί τοι ἐνοριακός, καθὼς καὶ ἡ μικρὰ αὐτοῦ περιουσία εἰς τὸν νόμον αὐτὸν ἐθεωρήθη ὡς μονὴ καὶ ὡς τοιαύτη διελύθη. Οἱ κάτοικοι τῆς κωμοπόλεως αὐτῆς ὑποβάλλουν ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ παρακαλοῦν αὐτὴν τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἡ περιουσία δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐπιφέρῃ ὠφέλειαν εἰς τὸ δημόσιον, διότι ὑπολογίζεται εἰς 500 δραχμὰς κατ’ ἔτος, διὰ τῶν ὁποίων κατορθοῦται νὰ μισθοδοτῆται καὶ ὁ δημοδιδάσκαλος καὶ νὰ συντηρῆται ὁ ναός. Ἐπειδὴ τὸ ζήτημα τοῦτο ἀφορᾷ δαπάνην καὶ κατὰ συνέπειαν ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον, διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ τὴν ἀναφορὰν αὐτῶν εἰς τὸν ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν κοινότητα αὐτὴν, ἡ ὁποία ἄνευ τούτου δὲν δύναται νὰ συντηρηθῇ, διότι ἐὰν τὸ ζήτημα αὐτὸ παραταθῇ ἀνάγκη νὰ ἀποικήσουν οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἠξεύρετε ὅτι εἶναι ἀρκετὰ πτωχοί.
§15ΤΙΝΕΣ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ ἐγένετο παράπονον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κοινοποιήσω, ὅτι τινὲς τῶν βουλευτῶν ζητοῦν εἰσιτήρια διὰ τὴν θέσιν τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων καὶ ὅτι δὲν γίνεται καλὴ χρῆσις αὐτῶν. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους βουλευτὰς νὰ προσέχουν εἰς τὴν διανομὴν τῶν εἰσιτηρίων, ὥστε νὰ γίνεται καλλιτέρα χρῆσις. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§17ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριοι βουλευταὶ, θέλω ἀπαντήσει μετ’ ἀπαθείας εἰς τὰς μομφὰς τὰς ὁποίας ἐξέφερεν ὁ ἀξιότιμος κ. Λομβάρδος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὰς μομφὰς ἐκείνας ἃς μοὶ ἀπέδωκεν ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον εἶχον νὰ προκαλέσω χάριτας κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἓξ μηνῶν, καθ’ ὃ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν νὰ μὲ ἀκούσετε μεθ’ ὑπομονῆς, θέλω δὲ προσπαθήσει νὰ ᾖμαι συντομώτατος. Ἐννοεῖται ὅτι ἀποκρούων τὰς κατ’ ἐμοῦ μομφὰς τοῦ κ. Λομβάρδου, δὲν θέλω ἀπαντήσει εἰς τὰς εἰρωνείας, εἰς τὰ σκώμματα καὶ εἰς τὰς ὕβρεις, τὰς ὁποίας ἐξέφερεν ὁ κ. Λομβάρδος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Αἱ ὕβρεις, τὰ σκώμματα καὶ αἱ εἰρωνεῖαι ἀντανακλοῦν εἰς ἐκεῖνον ὅστις τὰς ἐκφέρει, πρὸ πάντων ὅταν αὗται ἐκφέρωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Θέλω περιορισθῆ ἑπομένως μόνον ν’ ἀπαντήσω μετριοπαθῶς εἰς τὰς μομφὰς, τὰς ὁποίας μοὶ ἀπέδωκεν ἀδίκως καὶ μετὰ πρωτοφανοῦς πάθους ὁ κ. Λομβάρδος. Ὁ κ. Λομβάρδος μὲ ἐμέμφθη, ὅτι, ἐνῶ ἐπηρώτησε διὰ τὰς χάριτας τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ἡ ἐφημερὶς ὁ Χρόνος τῆς Ἀγγλίας καί τις ἄλλη τῆς Νέας Ὑόρκης διὰ τοὺς ἐλευθερωθέντας κακούργους, οἵτινες μετέβησαν δῆθεν εἰς Ἀμερικὴν, σᾶς εἶπεν ὅτι ἀντὶ ν’ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐπερώτησιν περὶ τῶν χαρίτων τῶν καταδίκων τούτων, κακῇ πίστει ἔφερον κατηγορητήριον κατὰ τοῦ κ. Λομβάρδου ὡς ὑπουργοῦ τοῦ ἔτους 1867. Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, κύριοι βουλευταὶ, τὸν σκοπὸν τοῦ ἐπερωτήσαντος καὶ τὸ εἶδος τῆς ἐπερωτήσεως, καὶ τότε πιστεύω θέλετε μὲ δικαιώσει, ἐὰν κατὰ τὴν ἀπάντησίν μου εἰς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην ὑπερέβην κατά τι τὰ ὅρια τῆς ἀπολογίας καὶ ἐὰν ἀνέφερα πράγματα καὶ ζητήματα ἀφορῶντα τὸν ὑπουργὸν τοῦ 1867. Ὁ κ. Λομβάρδος ἀπὸ τοῦ βήματος εἶπεν, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προεκάλεσε χάριτας διὰ κακούργους, οἱ ὁποῖοι, ὡς ἀνέφερον αἱ ἐφημερίδες ἐκεῖναι, εἰργάζοντο εἰς τὰ λατομεῖα τῆς Κερκύρας, ὅτι σιδηροδέσμιοι ἐπεβιβάσθησαν εἰς τὸ ἀτμόπλοιον παρόντων πολλῶν πολιτῶν, καὶ ὅτι ἔλαβον χάριν ἐπὶ τῷ ὅρῳ νὰ μεταβῶσιν εἰς Ἀμερικὴν πρὸς ἀποικισμόν. Ὡς διηγήθη τὰ πράγματα ὁ κύριος Λομβάρδος, ὁ τρόπος του, ὁ τόνος τῆς φωνῆς του, ἐπρόδωκαν τὸν σκοπόν του καὶ τὸν στοχασμόν του, καὶ ἕκαστος ἠννόησεν ὅτι ὁ ἐπερωτήσας ἤθελε νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι τῷ ὄντι ἀπενεμήθησαν αἱ ἐν λόγῳ χάριτες. Ἐνθυμεῖσθε μὲ ποῖον τρόπον σκωπτικὸν ἀνέφερε τὸ ὄνομα τοῦ ἀτμοπλοίου, ὅπερ μετέφερε τοὺς φαντασιώδεις ἐκείνους κακούργους εἰς τὴν Ἀμερικήν. Ἀτυχῶς δὲ δι’ ἐμὲ τὸ πλοῖον εἶχε τὸ κύριον ὄνομά μου. Τὸ ὄνομα δὲ τοῦτο μετὰ μεγάλης εἰρωνίας ἐπρόφερε μεγαλοφώνως ὁ κ. Λομβάρδος.
§18ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐσὺ δὲν ἦσο ἐδῶ.
§19ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἤθελε διὰ τούτων ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ὄχι μόνον ἐπίστευσεν, ὅτι αἱ χάριτες ἐδόθησαν, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἦτο εὐτυχὴς σύμπτωσις νὰ ἔχῃ τὸ πλοῖον καὶ τὸ ὄνομα τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ προκαλέσαντος ταύτας. Ὁ Κύριος Λομβάρδος ἠδύνατο πρὶν φέρῃ τὴν ἐπερώτησιν ταύτην ἐν τῇ Βουλῇ νὰ ἐρωτήσῃ τοὺς συναδέλφους καὶ φίλους του βουλευτὰς ἐκ Κερκύρας, οἱ ὁποῖοι βεβαίως ἤθελον γνωρίζει ἐὰν τοιοῦτόν τι ἔλαβε χώραν ἐν Κερκύρᾳ, ἐὰν ὑπάρχουν ἐκεῖσε λατομεῖα, καὶ ἐὰν κατάδικοι ἀπελύθησαν καὶ σιδηροδέσμιοι ὡδηγήθησαν εἰς τὸ ἀτμόπλοιον. Ἐὰν δὲ οἱ βουλευταὶ Κερκύρας τὸν ἐβεβαίουν ὅτι συνέβη τὸ τοιοῦτον, τότε ἠδύνατο νὰ φέρῃ τὴν ἐπερώτησιν. Ὁ κ. Λομβάρδος εἶχε πεποίθησιν ὅτι εἶναι μῦθοι τὰ γραφέντα, ἑπομένως δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἐξετάσῃ. Ὅτι δὲ ὁ κ. Λομβάρδος ἐπροσποιήθη, ὅτι πιστεύει τὸ γεγονὸς τοῦτο ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τῆς δευτέρας ἐπερωτήσεως τὴν ὁποίαν ἔφερε, ζητήσας νὰ προσάξῃ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ Βουλῇ κατάλογον τῶν προκληθεισῶν παρ’ αὐτοῦ χαρίτων διὰ νὰ γίνῃ ἐξέλεγξις ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐὰν ὁ κύριος Λομβάρδος δὲν ἤθελεν ὑποδείξει ὅτι πιστεύει ὅσα ἐγράφησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας τῆς Ἀμερικῆς καὶ τοῦ Λονδίνου, δὲν ἤθελε βεβαίως ζητήσει τὴν ἐξέλεγξιν τῶν χαρίτων τὰς ὁποίας ἐγὼ ἐπροκάλεσα. Κύριοι βουλευταὶ, ὅταν προχθὲς ἐγένετο ἡ ἐπερώτησις, ὡς μέλος τῆς κυβερνήσεως καὶ ὡς βουλευτὴς ἐξέφρασα τὴν ἰδέαν μου ὅτι δὲν εἶναι ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς τοῦ ἐξελέγχειν τὰς χάριτας, διότι ἡ ἀπονομὴ τῶν χαρίτων εἶναι κατὰ τὸ πολίτευμά μας προνομία Βασιλική. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ προσάξω κατάλογον τῶν ὀνομάτων τῶν καταδίκων ἐκείνων, εἰς οὓς ἀπενεμήθη Βασιλικὴ χάρις· ἅμα ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε τοῦτο, βεβαίως ὤφειλον νὰ σεβασθῶ τὴν ἀπόφασιν ταύτην· ἵνα δὲ ὁ ἔλεγχος τῶν πράξεών μου ἐπὶ τῶν χαρίτων γίνῃ ἀκριβής, προσήγαγον ὄχι τὸν κατάλογον τῶν ὀνομάτων, διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελεν ἐννοήσει τίποτε ἐξ αὐτοῦ, οὐδεὶς ἔλεγχος ἠδύνατο νὰ γίνῃ καὶ ὁ κ. Λομβάρδος ἠδύνατο μόνον νὰ ἴδῃ ἂν περιείχοντο τὰ ὀνόματα ἐκεῖνα τῶν φανταστικῶν ἀπολυθέντων καταδίκων ἐν Κερκύρᾳ· ἐπιθυμῶν ἑπομένως ἀκριβῆ τὸν ἔλεγχον, ἔφερον τὰ Β. διατάγματα, ἅτινα ἐγὼ προεκάλεσα μεθ’ ἁπάντων τῶν σχετικῶν ἐγγράφων, καὶ πρὸς τούτοις κατάλογον ὀνομαστικὸν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1865, διότι τοιαύτην ἐξέφρασεν ἐπιθυμίαν ἡ Βουλή. Ἅμα μετέβην εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἀμέσως διέταξα τοὺς ὑπαλλήλους νὰ καταγίνωσιν ἀνενδότως εἰς τὸ ἔργον τοῦτο, νὰ κάμουν τὸν ὀνομαστικὸν κατάλογον, ἀλλὰ μοὶ εἶπον ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἐντὸς 24 ὡρῶν νὰ πράξουν τοῦτο· ἠναγκάσθημεν ἑπομένως νὰ κάμωμεν ἁπλοῦν πίνακα, ἀριθμοῦντα τοὺς καταδίκους τοὺς λαβόντας χάριν ἀπὸ τοῦ 1865 μέχρι τοῦ ἔτους 1871, πίνακα δὲ τούτων ὑπέβαλα εἰς τὴν Βουλὴν πρό τινων ἡμερῶν. Κατὰ τὴν γενομένην δὲ ἔρευναν καὶ κατὰ τὴν καταγραφὴν τῶν ἀριθμῶν τῶν καταδίκων, ἥτις ἐγένετο ἐν τῷ ὑπουργείῳ ἐπὶ τῶν διαταγμάτων ἀπὸ τοῦ 1865, εὑρέθησάν τινα διατάγματα προκληθέντα κατὰ τὰ 1867, ἐντὸς τῶν ὁποίων δὲν εὑρέθησαν σχετικὰ ἔγγραφα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, 13 ἢ 14. Ἀμέσως διέταξα τοὺς ὑπαλλήλους, καὶ ἰδίως τὸν κ. Θανόπουλον, ὅστις εἰργάζετο τότε εἰς τὸ τμῆμα τὸ ποινικὸν, νὰ ἐξετάσῃ εἰς τὸ ἀρχεῖον ἀκριβῶς πάσας τὰς θυρίδας πρὸς ἀνεύρεσιν τῶν σχετικῶν συστάσεων, καθόσον φρονῶ ὅτι εἶναι ἀδύνατον Β. διατάγματα περιέχοντα περὶ τὰ 200 ὀνόματα νὰ μὴ ἐσυνοδεύοντο μὲ συστατικὰ ἔγγραφα. Ὁ κύριος Θανόπουλος μοὶ προσέθηκεν ὅτι, ἂν καλῶς ἐνθυμεῖται, εἰς πάντα τὰ διατάγματα ἐπεσυνάπτοντο αἱ συστάσεις, τοῦτο ὅμως δὲν ἠδύνατο καὶ νὰ τὸ βεβαιώσῃ, τοὐτέστιν ἐξέφρασε δισταγμούς· εὑρέθη δὲ καὶ ἕτερον διάταγμα ἄλλου ὑπουργοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ὑπῆρχον σχετικὰ ἔγγραφα· κατὰ τὴν διαταγήν μου δὲ οἱ ὑπάλληλοι ἤρχισαν τὴν ἔρευναν, ἀλλὰ δὲν εἶχον τὸν ὑλικὸν καιρὸν ἐντὸς 24 ὡρῶν νὰ ἐξετάσωσιν ὅλας τὰς θυρίδας διὰ τὰς συστάσεις τοῦ 1866 καὶ 1867, εὑρέθησαν δὲ μόνον τινὲς κατάλογοι, 5 ἢ 6, οἵτινες κατετέθησαν ἤδη εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς, ἀφορῶντες καταδίκους τῆς περιφερείας ἐφετῶν Ναυπλίας. Οἱ ὑπάλληλοι δὲ δὲν ἠδυνήθησαν ἄλλα ἔγγραφα νὰ εὕρωσιν ἐντὸς τῶν 24 ὡρῶν. Ἐπειδὴ, κύριοι βουλευταὶ, ὁ κ. Λομβάρδος ἐξέφρασε δισταγμοὺς περὶ τῶν προκληθεισῶν παρ’ ἐμοῦ χαρίτων, ὑπέβαλα εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς ἅπαντα τὰ διατάγματα τὰ ὑπ’ ἐμοῦ προκληθέντα, συνάμα δὲ προσήγαγον ἅπαντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα τῶν χαρίτων τοῦ ἔτους 1867, ἵνα εἰς τὸν κατήγορόν μου ἀποδείξω ὅτι αὐτὸς προεκάλεσεν ἀδίκους χάριτας, τοῦτο δὲ ἔπραξα πρὸς ἰδίαν μου ὑπεράσπισιν. Κατηγορίαν δὲν ἔφερον κατὰ τοῦ κ. Λομβάρδου, ἀλλὰ καταθέτων τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἔκαμα ἁπλῆν ἱστορικὴν ἀφήγησιν ὅτι εὑρέθησαν ἄνευ σχετικῶν ἐγγράφων. Δὲν ἀνέφερα λεπτομερείας, οὐδὲ ὅτι εἰς τὸν δεῖνα ἢ δεῖνα ἀπενεμήθη χάρις παρ’ ἀξίαν· τοὐναντίον εἶπον ὅτι εἶναι δικαίωμα τοῦ ὑπουργοῦ κατὰ τὴν κρίσιν του νὰ προκαλῇ χάριτας· δύναταί τις δὲ μόνον νὰ μεμφθῇ ὑπουργόν τινα ὅτι παρέλειψε τὰς εἰθισμένας διατυπώσεις. Κατηγορίαν δὲν ἐμπεριεῖχεν ἡ ἀγόρευσίς μου ἐκείνη, ἀλλ’ ὑπεράσπισιν κατὰ τοῦ κατηγόρου μου. Ὁ κ. Λομβάρδος σᾶς εἶπεν ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνέφερα τὸ σεβαστὸν ὄντως ὄνομα τοῦ μακαρίτου Λεονταράκη καὶ ὅτι τοῦτο ἦτο ὕβρις κατὰ τῆς μνήμης του· ὁ μακαρίτης Λεονταράκης ἦτο φίλος μου, τὸν ἐσεβόμην, καὶ, ἂν ἐπεκαλέσθην τὸ ὄνομά του δι’ ἓν γεγονὸς, δὲν ἦτον βεβαίως ὕβρις. Μὲ ἠρώτησεν ὁ κύριος Λομβάρδος ἂν προεκάλεσα χάριν τινα διὰ Ζακύνθιον τῇ συστάσει αὐτοῦ· τῷ εἶπεν ὅτι ὁ μακαρίτης Λεονταράκης καὶ ἐξ ὀνόματος τοῦ κ. Λομβάρδου μοὶ ἐσύστησε χάριτάς τινας, ἐξ αὐτῶν δὲ μίαν προεκάλεσα διότι εἶχον σύστασιν, τὰς ἄλλας δὲ ἀπεποιήθην νὰ προτείνω διότι δὲν εἶχον. Σᾶς εἶπεν ὅτι ἠθέλησα νὰ προσβάλω τὸν κύριον Νέγκαν, διότι ἀνέφερα ὅτι μεταξὺ τῶν χαρίτων, τὰς ὁποίας μοὶ ἐσύστησεν ὁ μακαρίτης Λεονταράκης, ἦτο καί τις περὶ ἑνὸς συγγενοῦς τοῦ κ. Νέγκα· τὸ τοιοῦτον δὲν ἦτον ὕβρις, διότι εἶναι φιλάνθρωπον, ὅταν πάσχῃ εἰς τὰς φυλακὰς ὁ συγγενὴς τινὸς, νὰ ζητῇ οὗτος τὸ ἔλεος τοῦ Βασιλέως διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ. Καγὼ, κύριοι, ἂν εἶχον συγγενῆ εἰς τὰς φυλακὰς, ἤθελον τὸ πράξει λόγῳ φίλτρου καὶ φιλανθρωπίας· οὐδὲ εἶναι ὕβρις διά τινα, ἐὰν συγγενής του πράξῃ ἓν ἔγκλημα, οὐδεὶς δὲ εὐθύνεται, ἔστω καὶ διὰ τὰς πράξεις τοῦ ἀδελφοῦ του. Ὥστε ἀδίκως μὲ ἐμέμφθη ὁ κ. Λομβάρδος, ὅτι ἀνέφερα τὸ ὄνομα τοῦ κ. Νέγκα μὲ πρόθεσιν νὰ κατηγορήσω αὐτόν. Ὅτι δὲ ὁ μακαρίτης Λεονταράκης ἦτο πράκτωρ καὶ φίλος τοῦ κυρίου Λομβάρδου καὶ πανταχοῦ ἐπαρουσιάζετο ὡς τοιοῦτος διὰ τὰς συστάσεις τῶν συμπατριωτῶν του εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστὸν, τοῦτο δὲ δὲν εἶναι ὕβρις· δύναμαι νὰ εἴπω κἀγὼ τὸ αὐτὸ ὅτι ὁ συνάδελφός μου Σδρίνιας, φροντίζει διὰ τὰς διαφόρους ὑποθέσεις τῶν φίλων μας ἀντ’ ἐμοῦ, ἔχοντος νῦν πολλὰς ἄλλας ἀσχολίας. Εἶνε τοῦτο ὕβρις δι’ ἐμέ ἢ διὰ τὸν Σδρίνιαν;
§20ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἂν ὁ κύριος Σδρίνιας εἶναι πράκτωρ σας, ἐγὼ ἀποκρούω ἀπὸ τὴν μνήμην τοῦ κυρίου Λεονταράκη ὅτι ἦτο ἰδικός μου πράκτωρ.
§21ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἰδοὺ, κύριοι, μία ἐπιστολὴ τοῦ μακαρίτου Λεονταράκη. «ἀνέγνωσα εἰς τὸν κύριον Λομβάρδον τὴν περικοπὴ τῆς ἐπιστολῆς σου καὶ μὲ παρεκάλεσε νὰ σᾶς γράψω νὰ προσφέρητε τοὺς ἀσπασμούς του εἰς τὸν κ. Ἀγαμέμνονα. Ταῦτα ἔγραφε τὴν 18 Ἰανουαρίου 1872.
§22ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ.......
§23ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἀλλὰ μετὰ τὸ γνωστόν του πρόγραμμα ὁ κ. Λομβάρδος δὲν ἔχει πλέον φίλους (ἐξακολουθεῖ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐπιστολῆς) «καὶ νὰ τῷ ἐκφράσητε τὰς εὐχαριστήσεις μου διὰ τὰς δικαίας πράξεις τὰς ἐπαινεθείσας παρ’ ὅλων ἐνταῦθα κτλ.».
§24ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Διατί δὲν τελειώνετε τὴν ἀνάγνωσιν;
§25ΜΕΤΑΞΑΣ. Τὰ περαιτέρω τῆς ἐπιστολῆς δὲν ἀφορῶσιν ὑμᾶς, ἀναφέρονται εἰς ἕτερον ἀντικείμενον. Ὁ κύριος Λομβάρδος προχθὲς ἀνέφερεν ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν παρέστησα ψευδῆ καὶ πλαστὰ πράγματα ὅπως ἐξαπατήσω ὑμᾶς καὶ ἵνα κατηγορήσω τὸν κ. Λομβάρδον· σᾶς εἶπεν ὅτι ἐγὼ ψευδῶς ἀνέφερα ὅτι ὅλα τὰ διατάγματα τοῦ 67 ὑπεγράφησαν παρὰ τοῦ κυρίου Λομβάρδου, ἐνῷ σᾶς εἶπεν ὅτι τινὰ διατάγματα ὑπεγράφησαν παρὰ τοῦ Χριστοπούλου. Ἐγὼ, κύριοι, ἀγνοοῦσα τὰ διατάγματα τοῦ ἔτους 1867 τὰ ἀφορῶντα ἀπονομὴν χαρίτων· ἂν ὑπεγράφησαν δὲ ἀπὸ τὸν μὲν ἢ τὸν δὲ, εἶναι ἀδιάφορον, ἀρκεῖ ὅτι ἐγένοντο ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Λομβάρδου. Σᾶς εἶπεν ὅτι ἐγὼ ἀνέφερα τὸ ὄνομα τοῦ σεβαστοῦ ἀντιβασιλέως Ἰωάννου καὶ τὸ ἀνέφερα δολίως· ἠθέλησε νὰ ἐμβάλῃ εἰς τὴν διάνοιάν μου πράγματα τὰ ὁποῖα οὐδόλως διενοήθην, διότι ἁπλῶς εἶπον ὅτι τὰ διατάγματα, τὰ προσκληθέντα κατὰ τὸ 67, ὁ ἀριθμὸς τῶν ὁποίων φθάνει εἰς 65, τινὰ μὲν εἶναι ὑπογεγραμμένα ἀπὸ τὸν βασιλέα Γεώργιον, τινὰ δὲ ἀπὸ τὸν Ἰωάννην. Τὰ πρακτικὰ τὰ ἀνέγνωσεν ὁ κύριος Λομβάρδος, ὡς καὶ τὴν ἀγόρευσίν μου, οὐδὲ λέξις δὲ ἀναφέρεται ἐν αὐτοῖς περὶ τούτου· ἐὰν μὲ παρεξήγησεν, ἐγὼ δὲν πταίω εἰς τοῦτο. Ὁ κύριος Λομβάρδος μὲ ἐμέμφθη ὅτι ἐσύστησα ἐπιτροπὴν διὰ νὰ ἀποφύγω τὴν εὐθύνην. Βεβαίως ἐσύστησα τοιαύτην, ὡς καὶ οἱ προκάτοχοί μου, κύριοι, Μωραϊτίνης καὶ Κοντόσταυλος. Γνωρίζετε κάλλιστα ὅτι τὸ πολυάσχολον τῶν ὑπουργῶν δὲν τοῖς ἐπιτρέπει νὰ καταγίνωσιν εἰς τὴν μελέτην τῶν διαφόρων συστάσεων καὶ ἐγγράφων, ἐθεωρήθη δὲ ἀναγκαῖον καὶ ὡς μέτρον κυβερνητικὸν νὰ προκληθῶσι τινὲς χάριτες διὰ τοὺς καταδίκους τῆς Μεσοβασιλείας, καὶ δι’ ἄλλους οὓς εἶχον συστήσει τὰ δικαστήρια τῶν συνέδρων καὶ οἱ εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους. Συνέστησα λοιπὸν ἐπιτροπὴν ἥτις εἰργάσθη, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέβαλα τοὺς διαφόρους καταλόγους τῶν Εἰσαγγελέων καὶ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, καὶ ἐπρότεινα νὰ δοθῶσι χάριτες εἰς 180 καταδίκους, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἃς καὶ προεκάλεσα. Βεβαίως ἐγὼ φέρω ὅλην τὴν εὐθύνην καὶ οὐχὶ ἡ ἐπιτροπή· ἐσύστησα δὲ τὴν ἐπιτροπὴν μόνον πρὸς εὐκολίαν καὶ ἵνα αἱ χάριτες ὦσιν ὅσον τὸ δυνατὸν δεδικαιολογημέναι, καθόσον, ὡς εἶπον, δὲν ἠδυνάμην δι’ ἔλλειψιν χρόνου ν’ ἀναγνώσω ὅλα τὰ ἔγγραφα καὶ τὰς σχετικὰς προτάσεις. Ἡ μομφὴ λοιπὸν, τὴν ὁποίαν ἐξετόξευσε κατ’ ἐμοῦ ὁ κ. Λομβάρδος, εἶναι ὅλως ἄδικος, διότι οὐδέποτε διὰ τῆς συστάσεως τῆς ἐπιτροπῆς ἠθέλησα ν’ ἀποφύγω τὴν εὐθύνην. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲ ἐπρότεινε ν’ ἀπονεμηθῶσι χάριτες οὐ μόνον ὑπὲρ ἐγκληματιῶν τῆς Μεσοβασιλείας, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλους καταδίκους ἐν συνόλῳ ὑπὲρ 180 περίπου, ὡς προεῖπον. Ὁ κ. Λομβάρδος ἀρυόμενος πάντοτε τὰς πληροφορίας του ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας, μοὶ ἀπέδωκε καὶ ἄλλην μομφὴν, ὅτι τὴν ἀπαγγελίαν τῶν χαρίτων διέταξα νὰ γίνεται εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ὄχι εἰς τὰ δικαστήρια. Ὅσοι εἶσθε νομομαθεῖς γνωρίζετε ὅτι ἡ ἡμετέρα νομοθεσία δὲν ὁρίζει ῥητῶς ποῦ πρέπει ν’ ἀπαγγέλλωνται αἱ χάριτες, εἰς τὰ δικαστήρια ἢ ἀλλαχοῦ, κατὰ συνήθειαν δὲ ἐπεκράτησε ν’ ἀπαγγέλλωνται εἰς τὰ δικαστήρια. Ἠθέλησα νὰ τηρήσω τὴν συνήθειαν ταύτην, ἀλλ’ ὅταν ἡμέραν τινα ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν χαρίτων, ὁ κ. Ἐμμανουὴλ συνεβούλευσεν ὅτι αἱ ἀπονεμηθησόμεναι χάριτες κατὰ τὴν 25 Μαρτίου, ἐπειδὴ θὰ ὦσι πολλαὶ, καλὸν εἶναι νὰ ἀπαγγελθῶσιν εἰς τὰς φυλακὰς, καθόσον προσέθεσεν ὅτι εἶναι πολυδάπανος ἡ ἀπαγγελία αὐτῶν εἰς τὰ δικαστήρια, διότι πολλαὶ φυλακαὶ εἶναι μακρὰν τῶν ἑδρῶν τῶν δικαστηρίων, ἀπαιτοῦνται ἔξοδα καὶ συμβαίνουν συχνὰ ἀποδράσεις τῶν καταδίκων (θόρυβος)· τὰ δὲ ἄλλα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ὁ κ. Προβελέγγιος καὶ ὁ κ. Βάλβης, ἀπεφάνθησαν καὶ οὗτοι ὅτι τοῦτο εἶναι ἐντὸς τοῦ νόμου καὶ συνεφώνησαν ν’ ἀπαγγελθῶσιν εἰς τὰς φυλακὰς αἱ χάριτες· εἶναι καὶ τοῦτο, κύριοι, ἀντικείμενον μομφῆς κατ’ ἐμοῦ; Ὁ κ. Λομβάρδος μοὶ ἀπέδωκε καὶ ἑτέραν μομφὴν, ὅτι δῆθεν σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν ὑπάρχουν τὰ συστατικὰ ἔγγραφα ἐντὸς τῶν διαταγμάτων, προσέθηκε δὲ ὅτι ἤθελον νὰ κρύψω τὴν ἀλήθειαν, ἐνῷ οἱ ὑπάλληλοί μου μὲ ἐβεβαίωσαν ὅτι ὑπάρχουν. Ἂν ἀνεγνώσατε, κύριοι, τὰ πρακτικὰ, θέλετε παρατηρήσει ὅτι δὲν εἶπον ὅτι δὲν ὑπάρχουν τὰ ἔγγραφα, ἀλλ’ ὅτι δὲν εὑρέθησαν, καίτοι ἐγένετο ἀκριβὴς ἔρευνα. Ἴσως ὁ κ. Λομβάρδος ἔμαθε παρὰ τῶν ὑπαλλήλων μου, ὅτι καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος κατέγεινα εἰς τοῦτο, ὅτι εἶχον 4 ὑπαλλήλους ἐργαζομένους ἐνώπιόν μου, καὶ ὅτι εἰς ὅλας τὰς θυρίδας ἠρευνήσαμεν, ἀλλ’ ἀδύνατον νὰ εὕρωμεν τὰ ἔγγραφα. Πάντα ταῦτα ὁ κ. Λομβάρδος καλῶς γνωρίζει, καὶ ἐν τούτοις τί λέγει; ὅτι ψευδῶς εἶπον ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν, ἐνῷ ἀνέφερα ὅτι δὲν εὑρέθησαν, καὶ βεβαίως μέχρι σήμερον δὲν εὑρέθησαν. Ἐξακολουθεῖ, κύριοι, ἡ ἔρευνα, καὶ θέλει ἐξακολουθήσει. Πρὸς ὑποστήριξιν δὲ τῆς μομφῆς κατ’ ἐμοῦ σᾶς ἀνέγνωσεν ἐπιστολὰς τινῶν ὑπαλλήλων, ἤτοι μίαν τοῦ κ. Θανοπούλου, ὅστις ἦτον ὁ μόνος ἁρμόδιος, διότι τότε εἰργάζετο εἰς τὸ τμῆμα τὸ ποινικὸν μετὰ τοῦ κ. Μεσαλᾶ, τὸν ὁποῖον εἶχεν ὁ κ. Λομβάρδος διορίσει· ὁ κ. Θανόπουλος εἰς τὴν ἐπιστολὴν πρὸς τὸν κ. Λομβάρδον λέγει ὅτι, ὡς ἐνθυμεῖται, ἐστάλησαν τὰ διατάγματα εἰς τὰ Ἀνάκτορα μετὰ τῶν συστατικῶν, δὲν λέγει ὅμως ἀκριβῶς ποῖα καὶ πόσα, τὰ αὐτὰ δὲ εἶπε καὶ πρὸς ἐμέ. Προεκάλεσε κατόπιν ἑτέραν ἐπιστολὴν ἀπὸ τὸν Νικολαΐδην, ὑπάλληλον ἐπὶ τῆς διεκπεραιώσεως, ἀλλ’ οὗτος δὲν εἶναι ἁρμόδιος, διότι αὐτὸς μόνον διεκπεραιόνει τὰ διατάγματα, δὲν ἔχει δὲ ἐντολὴν νὰ παρατηρῇ ἂν τὰ διατάγματα ταῦτα περιέχουσιν συστάσεις καὶ ὁπόσας καὶ ἂν αἱ χάριτες ἀντιστοιχοῦσι πρὸς τὰς συστάσεις. Προεκάλεσε πρὸς τούτοις ἄλλην ἐπιστολὴν ἀπὸ τὸν κ. Σαπουντζάκην, ὅστις ἐπαύθη παρ’ ἐμοῦ ἀπὸ τὴν θέσιν τοῦ ἀντεισαγγελέως, καὶ ὅστις βεβαιοῖ, ὅτι ἐστάλησαν ἐν ἔτει 1867 τὰ διατάγματα μετὰ τῶν συστάσεων, ἀλλὰ καὶ οὗτος δὲν εἶναι ἁρμόδιος, διότι ἦτον τότε ἁπλοῦς γραφεὺς καὶ εἰργάζετο εἰς τὴν διεκπεραίωσιν. Σᾶς ἀνέγνωσεν ἑτέραν ἐπιστολὴν τοῦ γενικοῦ γραμματέως κ. Γεωργιάδου, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν ἁπλῆν ἐφορείαν ἐπὶ τῆς ὅλης ἐργασίας τοῦ ὑπουργείου, δὲν εἶναι δὲ ἁρμόδιος νὰ γνωρίζῃ περὶ τῆς ὑπάρξεως ἢ μὴ τῶν ἐγγράφων, διότι ἐν ἔτει 1867 εἰδικοὶ ὑπάλληλοι ἦσαν ὁ κ. Θανόπουλος καὶ ὁ κ. Μεσαλᾶς, οἵτινες ἀποκλειστικῶς εἰργάζοντο ἐπὶ τῶν χαρίτων. Δι’ ὅλων αὐτῶν ἤθελε νὰ ὑποστηρίξῃ ὁ κ. Λομβάρδος τὴν μομφήν του κατ’ ἐμοῦ, ὅτι εἶπον ψεύδη, ἐνῷ ἁπλῶς ἀνέφερα εἰς τὴν Βουλὴν ὄχι ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἔγγραφα, ἀλλ’ ὅτι δὲν εὑρέθησαν. Ἀφοῦ ἔγραψαν οἱ ὑπάλληλοι τὰς ἐπιστολὰς ταύτας πρὸς τὸν κ. Λομβάρδον, μοὶ εἶπον ὅτι τοῦτο ἐπράξαμεν, καὶ μοὶ ἀνέγνωσαν καὶ ἀντίγραφα τῶν ἐπιστολῶν των· τοῖς εἶπον ὅτι εἶναι παράδοξον νὰ πιστοποιήσωσιν οὗτοι ταῦτα, καὶ ἐν τούτοις νὰ μὴ δύνανται νὰ ἀνεύρωσι τὰ ἔγγραφα· τοῖς εἶπον, καλῶς ἐπράξατε, ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπιστοποιήσατε ὅτι ὑπῆρχον τότε τὰ ἔγγραφα, νὰ τὰ εὕρητε, διότι σεῖς εὐθύνεσθε εἰς τοῦτο, ὡς ὑπάλληλοι τοῦ ὑπουργείου. Ἀπήτησα λοιπὸν καὶ πάλιν νὰ γίνῃ ἀκριβεστάτη ἔρευνα, διότι ἐπιθυμῶ νὰ ἦμαι καλῆς πίστεως πρὸς τὸν κ. Λομβάρδον. Κατέγεινα λοιπὸν αὐτοπροσώπως μετὰ τεσσάρων ὑπαλλήλων ἐπὶ δύο ἡμέρας, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθημεν νὰ εὕρωμεν ἢ ὀλίγα ἔγγραφα καὶ συστάσεις· μετὰ τὴν ἐργασίαν δὲ ταύτην ὁ κ. Θανόπουλος ὁ διευθύνων σήμερον τὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὸ ὑπουργεῖον μοὶ ἀφῆκε τὸ ἑξῆς ἔγγραφον· «Ἐν Ἀθήναις, τῇ 17 Ἰουνίου 1872. Κύριε ὑπουργέ. Καθ’ ἣν ἐδώκατε διαταγὴν εὐθὺς μετὰ τὴν γενομένην ἐν τῇ Βουλῇ ὑπὸ τοῦ κ. Λομβάρδου ἐπερώτησιν, παρηγγέλθησαν τέσσαρες ὑπάλληλοι, οἱ δύο ἐπὶ τοῦ ἀρχείου Ἁγ. Κλεομένης καὶ Σ. Τυρταῖος, καὶ οἱ ἐν τῷ τμήματι τῶν χαρίτων ἐργαζόμενοι γραμματεῖς Δημητρακόπουλος καὶ Κλεώπας ν’ ἀνεύρωσι πάντα τὰ ἀπὸ τοῦ 1865 καὶ ἐντεῦθεν μέχρι τοῦδε Β. Διατάγματα, δι’ ὧν ἀπενεμήθησαν χάριτες εἰς διαφόρους καταδίκους, καὶ τὰ ταῦτα συνοδεύσαντα δικαιολογητικὰ ἔγγραφα. Ἐκ τῶν διαταγμάτων τοῦ ἔτους 1867 δεκατέσσαρα εὑρέθησαν ἄνευ τῶν συνοδευόντων αὐτὰ δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, ἐρεύνης δὲ γενομένης πρὸς ἀνεύρεσιν τούτων ἐν τῷ ἀρχείῳ, εὑρέθησαν μόνον ἓξ πίνακες τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐφετῶν Ναυπλίου, οἵτινες μετὰ τῶν Διαταγμάτων ἀπεστάλησαν ἤδη καὶ κατετέθησαν ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Βουλῆς. Ἐπειδὴ δὲ μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξετασθῶσιν ἀκριβέστερον ἅπαντες οἱ φάκελλοι, ἐν οἷς ἦτο δυνατὸν νὰ ὦσι τεθειμένα τὰ διάφορα ἔγγραφα τῶν εἰσαγγελέων καὶ προέδρων τῶν συνέδρων, καί τοι τεσσάρων πρὸς τοῦτο ἀκαμάτως δι’ ὅλης τῆς ἡμέρας ἀσχολουμένων ὑπαλλήλων, ἐξηκολούθησεν ἡ ἔρευνα δι’ ὅλης τῆς δυνατῆς ἀκριβείας μέχρι σήμερον τῆς 12 τῆς μεσημβρίας ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν ἐμοῦ καὶ ὑπὸ τὴν ὑμετέραν ἀκόμη ἐπιστασίαν, τὰ δὲ ἀνευρεθέντα ἐν τοῖς διαφόροις φακέλλοις μετὰ τὴν νέαν ἔρευναν ἔγγραφα ἀπεστάλησαν καὶ ταῦτα εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς καὶ παρεδόθησαν διὰ τακτικοῦ πρωτοκόλλου. Εὐπειθέστατος
Ὁ Τμηματάρχης
Γ. Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ.
Ἐκ τοῦ ἐγγράφου τούτου πείθεσθε, ὅτι τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἐνήργησα, καὶ ἂν δὲν εὑρέθησαν μέχρι σήμερον τὰ σχετικὰ συστατικὰ ἔγγραφα τοῦ ἔτους 1867, δὲν εὐθύνομαι καὶ ἀδίκως καὶ παραλόγως ὁ κ. Λομβάρδος μὲ ἐμέμφθη. Ὁ κ. Λομβάρδος σᾶς εἶπεν, ὅτι ἅμα εἶδον τὰ διατάγματα ταῦτα ἄνευ σχετικῶν ἐγγράφων, ὤφειλον νὰ παρουσιασθῶ πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ νὰ τῷ εἴπω διατί ὑπέγραψες διατάγματα ἄνευ σχετικῶν ἐγγράφων; δηλ. νὰ ἐξελέγξω τὰς πράξεις τοῦ προκατόχου ὑπουργοῦ, ἐνῷ προηγουμένως μὲ ἐμέμφθη ὁ κ. Λομβάρδος, διότι ἔθιξα ἁπλῶς τὰ διατάγματα τοῦ 1867. Δὲν ἔπραξα τοῦτο, κύριοι, διότι ἦτον ἄτοπον, ἀλλ’ ἔπεμψα τὸν κ. Νικολαΐδην, ὑπάλληλον τῆς διεκπεραιώσεως, εἰς τὰ Ἀνάκτορα ἵνα ἐξετάσῃ ἐὰν φάκελλός τις ἐγγράφων τοῦ ἔτους 1867 ἔμενεν εἰσέτι κατὰ λάθος εἰς τὸ γραφεῖον τὸ ἀνακτορικόν, ἀλλ’ οὐδ’ ἐκεῖ εὑρέθησαν τὰ ζητούμενα ἔγγραφα. Ἐνήργησα λοιπὸν καὶ κατὰ τοῦτο ὅ,τι ἠδυνάμην, ἀδίκως δὲ μὲ ἐμέμφθη ὁ κ. Λομβάρδος. Προχθὲς, κύριοι, κατὰ τὴν ἀφήγησιν, ἣν ἔκαμα, δὲν ἀνέφερα τὰ καθέκαστα· εἶπον μόνον, ὅτι εἰς τὰ Βασ. διατάγματα τοῦ ἔτους 1867 τῆς περιφερείας Ναυπλίας ὑπάρχουν 5 ἢ 6 κατάλογοι τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐφετῶν, καὶ ὅτι εἰς τὰ διατάγματα τῆς περιφερείας Πατρῶν καὶ Ἀθηνῶν ἦσάν τινα μόνον ἔγγραφα, ἰδιαιτέρως δὲ εἰς τὰ τῆς περιφερείας τῆς Ἑπτανήσου δὲν ὑπῆρχον σχετικὰ, καὶ ὅτι πλέον τῶν 160 ὀνομάτων ἀναφέρονται εἰς τὰ διατάγματα ἄνευ συστάσεως· δὲν εἰσῆλθον λοιπὸν, ὡς ὁ κ. Λομβάρδος, εἰς τὰ καθέκαστα, δὲν ἠθέλησα κἂν ν’ ἀναφέρω τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν χάριν τῶν φυγοδίκων, ἀλλὰ τῇ προκλήσει βουλευτοῦ τινὸς ἀνέφερα τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, εἰπὼν ὅτι ἐντὸς αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει σύστασίς τις, τοὐναντίον ἔκ τινος ἀναφορᾶς καὶ ἐκ τῆς ἀποφάσεως προκύπτει ὅτι οἱ ἀναφερόμενοι εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἦσαν φυγόδικοι, καὶ ἐν τούτοις ἀπενεμήθη εἰς αὐτοὺς χάρις, προσέθηκα δὲ ὅτι ἡ πρᾶξις ἦτο προφανῶς παράνομος. Χθὲς ὁ κ. Λομβάρδος, θέλων τεχνηέντως ν’ ἀποφύγῃ τὴν οὐσίαν, ἔῤῥιψεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ δύω ἔγγραφα ταῦτα· σᾶς εἶπεν ὅτι ψευδῶς ἀνέφερα ἓν ὄνομα ἀναφορογράφου, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα δὲν ἠδυνάμην ν’ ἀναγνώσω, ἠθέλησε δὲ διὰ τοιούτων πλαγίων μέσων ν’ ἀποφύγῃ τὴν οὐσίαν· σᾶς εἶπεν ὅτι ἀνέφερα εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι οἱ φυγόδικοι οὗτοι κατεδικάσθησαν διὰ τραῦμα ἐκ προμελέτης, ἐνῷ ἦτο τραῦμα ἄνευ προμελέτης· τοῦτο, κύριοι, εἶναι μία ἀπροσεξία ἐδική μου, μία παραδρομὴ, ἀλλὰ, κύριοι, πρὸς Θεοῦ εἶσθε σεῖς δικασταὶ διὰ νὰ ἐφαρμόσητε τὴν ποινήν; Τί σχέσιν ἔχει τὸ ζήτημα τοῦτο πρὸς τὸ ζήτημα, ἂν ἐπιτρέπεται εἰς ὑπουργὸν νὰ δώσῃ χάριτα εἰς φυγόδικον; Δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἐπιβολῆς ποινῆς, δὲν εἶσθε δικαστήριον διὰ νὰ σᾶς ἐξαπατήσω ἀναφέρων ἄλλον χαρακτῆρα τῆς πράξεως. Ὁ κ. Λομβάρδος ἔκαμε μέγαν θόρυβον καὶ λίαν ἐντέχνως ἀπέφυγε τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας, διότι βεβαίως δὲν τὸν ἐσύμφερε, καθόσον θ’ ἀποδείξω τρανῶς ὅτι ἡ πρᾶξις ἐκείνη εἶναι παράνομος καὶ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους καὶ κατὰ τοὺς ἰσχύοντας ἐν Ἑπτανήσῳ· κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, διότι παρ’ ἡμῖν δὲν ἀπονέμεται χάρις παρὰ μόνον ὅταν ἡ ποινὴ ἐπεβλήθη δι’ ἀποφάσεως τελεσιδίκου, καὶ οὐδεὶς ἠμφισβήτησε τοῦτο μέχρι σήμερον, διότι ἄλλως ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς λίαν δυσάρεστον θέσιν ὁ κ. Σαράβας κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ δράματος τοῦ Δήλεσι, ἐὰν ἐγνώριζον ὅτι ὑπῆρξεν ὑπουργὸς, ὅστις προεκάλεσε χάριν ὑπὲρ φυγοδίκων. Κατὰ τὸ ἄρθρον 39 τοῦ Συντάγματος, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ δοθῇ χάρις παρὰ μόνον μετὰ τὴν τελεσίδικον ἀπόφασιν· τὸ ἄρθρον 549 τῆς Ποιν. Δικονομίας διαγράφει ὅτι παραγράφονται αἱ δικαστικαὶ ποιναὶ καὶ ἀποφάσεις τῶν κακουργιοδικῶν μετὰ 20 ἔτη, ἀφοῦ κατασταθῶσιν τελεσίδικοι. Κατὰ τὴν νομοθεσίαν δὲ τῆς Ἑπτανήσου, τὰ αὐτὰ περίπου ἐπικρατοῦν· οὐδέποτε ἐδόθη χάρις εἰς φυγοδίκους ἐν Ἑπτανήσῳ, καὶ ἂν ἐδόθη εἰς τὸν Γεώργ. Μεταξᾶν, ὅστις κατηγορεῖτο διὰ τὴν στάσιν τοῦ 1848, ἐγένετο τοῦτο διότι ἐπρόκειτο περὶ πολιτικοῦ ἀδικήματος καὶ ἠμνηστεύθη· ἠρώτησα πολλοὺς Ἑπτανησίους, οἱ ὁποῖοι μὲ ἐβεβαίωσαν ὅτι δὲν ἐδόθη ποτὲ χάρις εἰς φυγοδίκους.
§26ΣΕΡΒΟΣ. Ἡ ἀπόφασις τοῦ 52 δὲν ἦτο κατὰ τὰ 67 τελεσίδικος, τὸ ὑποθέτετε τοῦτο;
§27Α. ΜΕΤΑΞΑΣ. Θέλω ἐξετάσει τοῦτο ἀμέσως καὶ θέλω σᾶς ἀναγνώσει καὶ τὴν γνωμοδότησιν τριῶν ἢ τεσσάρων σπουδαίων εἰσαγγελέων, διότι τὸ 1867, ὅτε ἐπρόκειτο ν’ ἀπονεμηθῶσι τινὲς χάριτες ὑπὲρ φυγοδίκων, προσεκλήθη ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ ἐκφράσῃ γνώμην, αὐτὸς δὲ ἔπεμψεν ἔκθεσιν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἐν τῇ ὁποίᾳ δεδικαιολογημένως ἀναφέρονται οἱ λόγοι δι’ οὓς δὲν εἶναι νόμιμον ν’ ἀπονεμηθῇ χάρις εἰς φυγοδίκους. Τοῦτο ἐβεβαίωσε προχθὲς ὁ κ. Προβελέγγιος, εἰπὼν πρὸς ἐμὲ ὅτι δύναμαι νὰ κάμω χρῆσιν τῶν λόγων του, δυστυχῶς ὅμως δὲν ἀνεῦρον τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἐν τῷ ὑπουργείῳ. (Ἐνταῦθα ἀναγινώσκει ἄρθρα τινὰ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας καὶ τοῦ Ποιν. νόμου τῆς Ἑπτανήσου πρὸς ὑποστήριξιν ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ δοθῇ χάρις εἰς φυγοδίκους καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν ποινικὴν νομοθεσίαν τῆς Ἑπτανήσου). Ὥστε, κύριε Σέρβε, δὲν ὑπάρχει, ὡς ἀπέδειξα, παραγραφὴ καὶ καθόσον ἡ ἐν λόγῳ ἀπόφασις εἶναι τοῦ ἔτους 1852.
§28ΣΕΡΒΟΣ. Θὰ σοὶ ἀποδείξω ὅτι ὑπάρχει παραγραφὴ καὶ θὰ ὁμιλήσω.
§29ΜΕΤΑΞΑΣ. Δυνατὸν νὰ κάμνω λάθος εἰς τὴν χρονολογίαν τῆς ἀποφάσεως καὶ τότε θέλει εἴπει καὶ πάλιν ὁ κ. Λομβάρδος ὅτι ἀνέφερα ψεύδη. Ὁ κύριος Λομβάρδος σᾶς εἶπε προχθὲς, ὅτι ἐγὼ ἀπέφυγα ἢ ἤθελα νὰ ἀποφύγω τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεών μου ἐπὶ τῆς προκλήσεως τῶν χαρίτων, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο ἀτομικῶς πρὸς ἐμέ· τοὐτέστι νὰ μὴ ἀναμιχθῇ ποσῶς τὸ πολιτικὸν ζήτημα τῶν ἰδικῶν μου πράξεων μὲ τὴν εὐθύνην ὁλοκλήρου τοῦ ὑπουργείου. Ἐὰν θέλητε, Κύριοι, νὰ ἐξετάσητε τὴν ἀτομικήν μου γνώμην, διότι οὐδέποτε ἀπέφυγα τὸν ἔλεγχον, σᾶς λέγω, ὅτι ἐπιθυμῶ τὸ ἐπ’ ἐμοὶ νὰ περιορισθῇ ἡ μομφὴ μόνον ἐναντίον μου, διότι λέγω, ὅτι οἱ συνάδελφοί μου δὲν εἶχον βεβαίως γνῶσιν τῶν ὀνομάτων τῶν καταδίκων δι’ οὓς προεκάλεσα τὴν χάριτα. Μόνον ἅπαξ ἔλαβον γνῶσιν ὅτι πρόκειται νὰ γίνωσι χάριτες, ὅτε κατὰ τὸν Φεβρουάριον εἶπον ἐν τῷ ὑπουργικῷ συμβουλίῳ, ὅτι αἱ ἐνέργειαι τοῦ προκατόχου μου κ. Παπαζαφειροπούλου, ὡς ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος μοὶ ἐγνωστοποίησεν, ἀπεδείκνυον ὅτι ἐσκόπει νὰ προκαλέσῃ χάριτάς τινας διὰ τοὺς καταδίκους τῆς Μεσοβασιλείας, καὶ ὅτι σκοπεύω νὰ συστήσω ἐπιτροπὴν, ἥτις θέλει καταγίνει εἰς τοῦτο λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰ σχετικὰ ἐν τῷ ὑπουργείῳ ἔγγραφα. Ὁ κύριος Νικολόπουλος προσέθηκεν, ὅτι γέμουσιν αἱ φυλακαὶ καὶ ὡς κυβερνητικὸν μέτρον πρέπει νὰ δοθῶσι τινὲς χάριτες, πρὸς τὸν σκοπὸν δὲ τοῦτον θέλει συστήσει καὶ ἐπαρχιακὰς ἐπιτροπὰς ἀπὸ τὸν νομάρχην, τὸν εἰσαγγελέα, τὸν φρούραρχον, τὸν ἔπαρχον, τὸν ἰατρόν· πρὸς τοῦτο δὲ ἀπέστειλεν ἐγκύκλιον εἰς τὰς ἀρχὰς ταύτας ὅπως γνωμοδοτήσωσι τίνες τῶν καταδίκων θεωροῦνται ἄξιοι χάριτος· ἐκεῖνοι, δὲ οὓς ἐσύστησαν αἱ ἐπιτροπαὶ αὗται εἶναι πλέον τῶν 950. Τὸ ἥμισυ, κύριοι, ἐξ αὐτῶν ἐὰν ἐξετέλουν αἱ παρ’ ἐμοῦ προκληθεῖσαι χάριτες, ἤθελον ἀνέρχεσθαι σήμερον εἰς 800 καὶ οὐχὶ 305 ἃς ἐπροκάλεσα, καὶ τότε βεβαίως ἤθελον πλησιάσει εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν χαρίτων ἃς ἐπροκάλεσε τὸ 1867 ὁ κ. Λομβάρδος.
§30ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὀκτακοσίας ἔκαμον ἐγώ!!
§31ΜΕΤΑΞΑΣ. Καθότι ὁ κ. Λομβάρδος 800 περίπου χάριτας ἐπροκάλεσεν, ὡς θέλω σᾶς ἀποδείξει μετ’ ὀλίγον. Ἀλλ’ ὁ κ. Λομβάρδος θέλει νὰ χωρίσῃ τὴν εὐθύνην ἐμοῦ ἀπὸ τὴν τῶν ἄλλων ὑπουργῶν· τὸν σκοπόν του δὲν τὸν ἐξετάζω. Ἐπιθυμῶ, κ. Λομβάρδε, ἡ εὐθύνη νὰ περιορισθῇ μόνον εἰς ἐμὲ, διότι ἔχω πεποίθησιν ὅτι οὐδὲν παράνομον ἔπραξα. Οὐχ ἧττον ὅμως παρατηρῶ, ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος εἶναι εἰς ἀντίφασιν πρὸς ὅσα ἄλλοτε ἐξέφρασεν. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτε ἐγένετο ἡ ἐξέλεγξις τῶν πράξεων τοῦ ὑπουργείου Κουμουνδούρου ἐν ἔτει 1867, τότε ἐξητάσθησαν ὅλα ὁμοῦ τὰ ζητήματα καὶ ὁ κ. Λομβάρδος, ὅστις προσεβλήθη δεινῶς ἀπὸ τὸν κ. Βαλασόπουλον, ἀπήντησεν, ὅτι πολλὰ ὀλίγαι χάριτες ἐδόθησαν, ὅτι 200 περίπου ἐδόθησαν μέχρι τῆς 19 Νοεμβρίου 1867, καθ’ ἣν ἐποχὴν ὡμίλει εἰς τὴν Βουλὴν, ἐνῷ εἶχον προκληθῆ 437, ὡς ἀποδεικνύει τοῦτο ἡ ἡμερομηνία τῶν Β. Διαταγμάτων, πλὴν ἑνὸς μόνου ὅπερ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, προεκλήθη τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1867. Τότε, κύριοι, τὸ ζήτημα δὲν ἐχωρίσθη, ἡ λογοδοσία τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου ἐδόθη πλήρης, καὶ ἡ εὐθύνη ἐθεωρήθη κοινὴ δι’ ὅλους τοὺς ὑπουργοὺς, διότι συνταγματικῶς ἡ κυβέρνησις εἶναι ἑνιαία καὶ ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη δὲν χωρίζεται.
§32ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶπε τὸν λόγον ὁ κ. Λομβάρδος, διότι τὸ σημερινὸν ὑπουργεῖον εἶναι μικτόν.
§33ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἅμα συμπράττουν δύο κόμματα ἐν τῇ αὐτῇ Κυβερνήσει, ἐννοεῖται, ὅτι συμφωνοῦν καὶ εἰς ὅλας τὰς πράξεις τὰς κυβερνητικάς, ἄλλως δὲν ὑφίσταται ἑνότης.
§34ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἰπέτε, κ. Μεταξᾶ, ὅτι καὶ τότε ἦτο συμμαχία.
§35ΜΕΤΑΞΑΣ. Ὁ κ. Λομβάρδος, πλὴν τῆς κατηγορίας τῶν πράξεών μου ἐπὶ τῆς ἀπονομῆς τῶν χαρίτων, μὲ ἐμέμφθη ἐν μέρει καὶ διὰ τὴν διαχείρισίν μου ἐν τῷ ὑπουργείῳ· σᾶς εἶπεν ὅτι μετέθεσα δικαστάς, ὅτι διώρισα δικαστὰς παυθέντας ἄλλοτε, ὅτι διώρισα εἰρηνοδίκην κακοῦργον. Ναί, κύριοι· μετέθεσα δικαστάς, διότι τοῦτο εἶναι δικαίωμα τοῦ ὑπουργοῦ, οὐδὲ δύναται νὰ τὸ ἐξελέγξῃ ὁ κ. Λομβάρδος, ἐκτὸς ἐὰν ἔχῃ ν’ ἀποδείξῃ ὅτι τοῦτο ἐγένετο εἴτε διὰ νὰ ἀδικηθῇ τις πολίτης, ἢ διὰ νὰ ματαιωθῇ ἡ πορεία τῆς δικαιοσύνης, ἢ ἐν γένει διὰ φατριασμόν. Σᾶς εἶπεν, ὅτι διώρισα δικαστάς, οἵτινες ἐπαύθησαν παρ’ ἄλλων· καὶ ἄλλοι ὑπουργοὶ δὲν ἔπραξαν τοῦτο; πρώτην φορὰν ἔγεινε τοῦτο; Καὶ εἰς τοῦτο ἐκδηλοῦται ἡ ἐμπάθεια τοῦ κ. Λομβάρδου. Πρόκειται περὶ τοῦ δικαστοῦ Ἀλεξάκη, κύριοι, ὃν ἐπροβίβασα ἀπὸ τὴν θέσιν τοῦ ἀντεισαγγελέως εἰς ἣν τὸν διώρισεν ὁ κ. Κοντόσταυλος, ἕνεκα δὲ τούτου εἶχε σπουδαίως δυσαρεστηθῆ ὁ κ. Λομβάρδος, καθότι ἄλλοτε ἐκατηγόρησεν ὁ Ἀλεξάκης τὸν κ. Λομβάρδον δι’ ἓν ἀδίκημα τοῦ τύπου καὶ ἔκτοτε πνέει μένεα κατ’ αὐτοῦ. Εἰς τοῦτο καὶ μόνον ἀπέβλεπεν ἡ ἐξέτασις τῆς διαχειρίσεώς μου, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν διορισμὸν τῶν δικαστῶν. Οἱ λόγοι λοιπὸν τῆς ἐξετάσεως ταύτης εἰσὶ καταφανεῖς. Ἀποτείνομαι εἰς τοὺς βουλευτὰς Μαντινείας καὶ Μεγαλοπόλεως, ἐὰν ὁ Ἀλεξάκης ἐπὶ ἓν ἔτος, καθ’ ὃ διατελεῖ δικαστικὸς ὑπάλληλος εἰς Τρίπολιν, δὲν ἐξετέλεσε καὶ δὲν ἐκτελῇ εἰλικρινῶς καὶ πιστῶς τὸ καθῆκόν του.
§36ΒΑΡΝΑΚΙΩΤΗΣ. Ὁ Ἀλεξάκης δὲν ἐπαύθη ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν· ὑπάρχει ἔκθεσις τοῦ ἐπόπτου.
§37ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τί θὰ εἴπῃ ἐπόπτης; δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν αὐτό.
§38ΒΑΡΝΑΚΙΩΤΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐπαύθη συνεπεία ἐκθέσεως τοῦ ἐπόπτου.
§39ΜΕΤΑΞΑΣ. Πολλοὶ ἐπαύθησαν συνεπεία τοιούτων ἐκθέσεων, ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐδιορίσθησαν παρ’ ἄλλων ὑπουργῶν· εἶναι ἀτομικὴ τοῦ ὑπουργοῦ πεποίθησις ὁ διορισμὸς δικαστοῦ τινος. Ἐκθέσεις τοιαύτας δὲν εἶδον, οὐδὲ γνωρίζω ἐὰν ὑπάρχουν. Σᾶς εἶπεν, ὅτι διώρισα εἰρηνοδίκην κακοῦργον εἰς Κεφαλληνίαν, καὶ μάλιστα πρὸ ἡμερῶν ἠπειλούμην ὅτι θέλει γείνει ἐπερώτησις περὶ τοῦ εἰρηνοδίκου τούτου· ἐπὶ τούτῳ δὶς ἢ τρὶς ἔφερα τὰ ἔγγραφα, διὰ νὰ εὑρεθῶ ἕτοιμος πρὸς ἀπάντησιν.
§40ΤΙΝΕΣ. Δυνατώτερα, κ. ὑπουργέ, δὲν ἀκούομεν.
§41ΜΕΤΑΞΑΣ. Ὁμιλῶ δυνατά, ἀλλὰ δὲν μὲ ἀκούετε, διότι δὲν ὑπάρχει ἡσυχία. Ὁ εἰρηνοδίκης περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται εἶναι ὁ Δ. Δελλαδέτσιμος, δικηγόρος, ὅστις ὑπέπεσεν εἰς ἓν ἔγκλημα, καὶ ὅστις ἐσυστήθη πρὸς τὸν κ. Λομβάρδον ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς Μιλιαρέσση, καὶ διὰ τὸν ὁποῖον τότε πολλοὶ βουλευταὶ Ἑπτανήσιοι παρεκάλεσαν τὸν κύριον Κοντόσταυλον ἵνα τὸν διορίσῃ εἰς δικαστικήν τινα θέσιν.
§42ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὄχι ἐγώ.
§43ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Λομβάρδος ὄχι.
§44ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ Κύριος Κοντόσταυλος λέγει ὄχι.
§45ΜΕΤΑΞΑΣ. Οἱ ἀδελφοὶ Μιλιαρέσση δὲν εἶναι φίλοι σας;
§46ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Φίλοι μου, καὶ τὸ καυχῶμαι, διότι εἶναι τίμιοι ἄνθρωποι καὶ εὐϋπόληπτοι.
§47ΜΕΤΑΞΑΣ. Δὲν λέγω τὸ ἐναντίον· ἴσα ἴσα διατείνομαι ὅτι ἐσυστήθη ὁ Δελλαδέτσιμος ἀπὸ τιμίους ἀνθρώπους.
§48ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰπέτε, κύριε Κοντόσταυλε, νὰ τὸ ἀκούσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς καθαρά. Νὰ γείνῃ ἡσυχία, κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀκούσωμεν τὶ θὰ εἴπῃ ὁ κ. Κοντόσταυλος.
§49ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐνθυμηθῶ λεπτομερῶς τίς περὶ ἑκάστης ὑποθέσεως μοὶ ὡμίλησε· περὶ αὐτῆς ὅμως τῆς ὑποθέσεως, ὡς ἐνθυμοῦμαι, μοὶ ὡμίλησεν ὁ κύριος Μεταξᾶς καὶ ἄλλοι βουλευταὶ, καὶ πολλάκις μοὶ ἔκαμον σύστασιν περὶ αὐτοῦ. Ὁ κύριος Λομβάρδος δὲν ἦτο ποτὲ παρών.
§50ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σᾶς συμβουλεύω διὰ τὸ συμφέρον σας, κύριε ὑπουργὲ, νὰ περιορισθῆτε καὶ νὰ μὴ δίδητε αἰτίαν, καὶ νὰ λέγητε μόνον ἐὰν ᾖναι ἀληθῆ ὅσα εἶναι.
§51ΜΕΤΑΞΑΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὴν συμβουλήν. Ὁ κ. Δελλαδέτσιμος ἐκατηγορήθη δι’ ἐξαφάνισιν ἐγγράφων· πρώτην φορὰν ὑπέπεσεν εἰς ἐγκληματικὴν πρᾶξιν. Ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς διαθήκης, δι’ ἧς περιήρχετο ἡ περιουσία εἰς τὸν πρῶτον ἀδελφόν του λόγῳ πρωτοτοκίας. Ἠγέρθη δίκη, ἐδικάσθη καὶ πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἐπεραιώθη· ὑπάρχουν πλεῖστα ἀντίγραφα αὐτῆς τῆς διαθήκης· οὗτος ἀνεγνώρισεν αὐτὴν ἐπὶ δικαστηρίου, ἀγωγὴ δὲν ὑπάρχει πλέον καὶ εἰς τὰ κτήματα πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἐγκαταστάθη ὁ ἀδελφὸς τοῦ εἰρηνοδίκου. Οὗτος ἡμέραν τινὰ ἐξετάζων ἔγγραφα εἰς τὸ ἀρχειοφυλακεῖον, συνήντησε τὴν διαθήκην ταύτην, ἥτις ἐστέρησε τὸν ἄρτον ἀπὸ αὐτόν· ἐν τῇ ἀγανακτήσει του ἠθέλησε νὰ τὸ ἐξαφανίσῃ, νομίσας βεβαίως ὅτι δὲν πράττει ἐγκληματικὴν πρᾶξιν, διότι οὔτε αὐτὸς ἠδύνατο νὰ ὠφεληθῇ, οὔτε ὁ ἀδελφὸς ἠδύνατο τὸ παράπαν νὰ βλαφθῇ εἰς τὰ συμφέροντά του, διότι ἡ ὑπόθεσις ἦτο περαιωμένη πρὸ πολλῶν ἐτῶν. Οὐχ ἧττον ὅμως τὸ δικαστήριον τὸν παρέπεμψε, διότι κατὰ τύπους ἔγινεν ἐξαφάνισις· ἐδικάσθη ἡ ὑπόθεσις καὶ κατεδικάσθη εἰς 2½ ἐτῶν φυλάκισιν, τουτέστι κατεδικάσθη δι’ ἐξαφάνισιν ἐγγράφου, καὶ γνωρίζετε ὅσοι εἶσθε νομικοὶ, ὅτι ἡ ποινὴ αὕτη καὶ ἡ πρᾶξις τῆς ἐξαφανίσεως δὲν συνεπάγεται τὴν στέρησιν τῶν πολιτικῶν ἢ δημοσίων δικαιωμάτων. Ἐπομένως τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων ἀμέσως συνέταξε πρᾶξιν καὶ τὸν ἐσύστησεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης πρὸς ἀπονομὴν χάριτος, ἥτις προεκλήθη πλήρης τὸ 1869 ἀπὸ τὸν μακαρίτην Πετσάλην. Τὸ πρακτικὸν δὲ τοῦτο εἶναι αὐτὸ (ἀναγινώσκει). «Πρὸς τὸ Σεβαστὸν ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ Διονύσιος Δαλλαδέτσιμας δι’ ἀποφάσεως ὑπ’ ἀριθ. 27 ε. ε. τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνταῦθα συνέδρων κατεδικάσθη κατόπιν τῆς ἐτυμηγορίας τῶν ἐνόρκων ἐπὶ ἐξαφανίσει δημοσίου ἐγγράφου, τῇ βάσει τῶν ἄρθρων 424–428 ἐδαφ. 5, §. 1 καὶ 49 § 4 τοῦ ποιν. νόμου εἰς δύο ἥμισυ ἐτῶν φυλάκισιν. Ἐνῷ δὲ κατὰ τὸ ἄρθ. 424 τοῦ ποιν. νόμου κύριον στοιχεῖον τοῦ ἐγκλήματος εἶναι ἡ πρὸς βλάβην ἄλλου ἐπιχειρουμένη ἐξαφάνισις, ἐκ τῶν εἰδικῶν ἐν τῷ προκειμένῳ περιστάσεων ἀπεδείχθη ὅτι ἡ ἐξαφάνισις δὲν ἔφερε βλάβην, καθότι ὑπῆρχον ἀντίγραφα ἐπισήμως ἐπικυρωμένα τοῦ ἐξαφανισθέντος ἐγγράφου, ἅπερ κατὰ τὰ ἄρθρα 426 καὶ 427 τῆς πολιτ. δικονομίας ἔχουν πλήρη ἰσχὺν, ὅταν μάλιστα εὑρίσκωνται εἰς δημόσια γραφεῖα, ὅταν τὸ ἔγγραφον ἀπολεσθῇ ἐντελῶς, πρὸ πάντων δὲ ὅταν τὸ πρωτότυπον ἐξηφανίσθη ἐξ αἰτίας ἐκείνου, καθ’ οὗ διεξάγεται ἡ ἀπόδειξις. Ἡ ὕπαρξις δ’ αὕτη τῶν ἀντιγράφων τούτων δὲν ἦτον ἄγνωστος εἰς τὸν καταδικασθέντα. Ἀφ’ ἑτέρου ὁ δυνάμενος νὰ ὑποστῇ τὴν βλάβην μακρὰν τοῦ νὰ καταδιώξῃ τὸν ἀδελφόν του, ἐκήρυξεν ὅτι οὐδεμία τῷ ἐπῆλθε βλάβη, οὐδ’ ἠδύνατο νὰ τῷ ἐπέλθῃ, ἐνῷ σὺν τοῖς ἄλλοις κατέχει πρὸ τριάκοντα ἐτῶν τὸ ἐκ τοῦ ἐξαφανισθέντος ἐγγράφου ἀποβλεπόμενον κτῆμα, ὥστε παρέγραψε τὴν κυριότητά του διὰ τῆς κτητικῆς παραγραφῆς. Τέλος καὶ τὰ καταπιστεύματα κατηργήθησαν διὰ τοῦ 34 νόμου τῆς Βας Ἰονίου Βουλῆς, ὅθεν καὶ ὁ καταδικασθεὶς δὲν ἤθελε δυνηθῆ νὰ κινήσῃ οὐδεμίαν περὶ καταπιστεύματος ἀγωγήν. Τούτων οὕτως ἐχόντων, νομίζον τὸ δικαστήριον καὶ ἐπὶ προτάσει τοῦ εἰσαγγελέως ὅτι ὡς πρὸς τὴν εἰδικὴν ἰδιότητα τῆς προκειμένης πράξεως αὐστηρὰ τυγχάνει ἡ ἐπιβληθεῖσα ποινὴ, πρὸς ἐκπλήρωσιν ἱεροῦ καθήκοντος εὐσεβάστως δι’ ὑμῶν ὑποβάλλει πρὸς τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα τὸν Σεπτὸν ἡμῶν Βασιλέα πρότασιν περὶ μετριάσεως τῆς ποινῆς εἰς τρίμηνον φυλάκισιν. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 31 Μαΐου 1869. Οἱ Σύνεδροι Ι. Ποϊάγος, Μ. Μεταξᾶς, Μ. Ἰγγλέσης». Ἐξηκολούθησε λοιπὸν νὰ ἔχῃ τὰ πολιτικὰ δικαιώματα καὶ τὰ ἐξήσκησε καὶ εἰς τὰς βουλευτικὰς καὶ εἰς τὰς δημοτικὰς ἐκλογάς. Πρὸς τούτοις ἡ ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου τῶν συνέδρων δὲν ἀναφέρει ὅτι ἡ ποινὴ ἔχει τὰς συνεπείας τοῦ ἄρθρου 21 καὶ 22 τοῦ ποιν. ἡμῶν Νόμου. Ἔγγραφον δὲ τοῦ εἰσαγγελέως τῆς Κεφαλληνίας συσταίνει αὐτὸν νὰ λάβῃ μίαν δικαστικὴν θέσιν, νομίζω ἐπὶ τοῦ κ. Κοντοσταύλου, ὁ δὲ εἰσαγγελεὺς ἦτο βεβαίως ἐν γνώσει τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Φαίνεται δὲ ὅτι ὁ ὑπουργὸς κ. Κοντόσταυλος ἐζήτησε πληροφορίας παρ’ αὐτοῦ (ἀναγινώσκει τὸ συστατικὸν ἔγγραφον τοῦ εἰσαγγελέως Κεφαλληνίας). «Πρὸς τὸ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Σ. ὑπουργεῖον. Σχετικῶς τῷ ὑπ’ ἀριθ. 6,310 ε. ε. ἐγγράφῳ τοῦ Σ. τούτου ὑπουργείου, πληροφοροῦμεν αὐτὸ ὅτι ὁ αἰτῶν νὰ διορισθῇ συμβολαιογράφος Δ. Δελλαδέτσιμας ἔχει τὰ ἀπαιτούμενα προσόντα, τὰ ἀποβλεπόμενα παρὰ τοῦ ἄρθ. 2 τοῦ περὶ προσόντων ἐν γένει τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων σχεδίου νόμου, καθόσον οὗτος διατελεῖ δικηγόρος παρ’ ἅπασι τοῖς ἐνταῦθα δικαστηρίοις δυνάμει τοῦ ὑπ’ ἀριθμ. 3476 καὶ ἀπὸ 19 Μαρτίου 1866 ὑπουργικοῦ ἐγγράφου. Ἐν Ἀργοστολίῳ, τῇ 20 Ἀπριλίου 1871. Εὐπειθέστατος
Ὁ Εἰσαγγελεὺς
(Τ. Σ.) Φ. ΨΥΛΛΑΣ».
Ὁ κύριος Κοντόσταυλος, ὅτε πολλοὶ τῶν βουλευτῶν ἐζήτησαν τὸν διορισμὸν τοῦ Δελλαδέτσιμα, εἶχεν ἐνδοιασμοὺς διὰ νὰ τὸν διορίσῃ, ὄχι ὡς ἐκ τοῦ Νόμου, ἀλλ’ ἴσως ὡς ἐκ τῆς ἠθικῆς, διότι ἦτο πολὺ πρόσφατος ἡ καταδίκη. Προεκάλεσε δὲ τότε ὁ κ. Κοντόσταυλος τὴν γνωμοδότησιν τριῶν νομομαθῶν, ἤτοι τοῦ ἀντεισαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου Τυπάλδου, τοῦ κυρίου Χοϊδᾶ, ὅστις εἰσαγγέλευεν ἐν Κεφαλληνίᾳ κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῆς δίκης ταύτης καὶ ὑπεστήριξεν ὅτι δὲν ὑπῆρξε βλάβη ἢ ὠφέλεια, καὶ τοῦ κ. Κρασσᾶ, τμηματάρχου, ἵνα ἐκφέρωσι τὴν γνώμην των δι’ ἐκθέσεως. Ἡ ἔκθεσις δὲ τὴν ὁποίαν συνέταξαν οἱ κύριοι οὗτοι ἔχει ὡς ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει). «Πρὸς τὸ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργεῖον. Λαβόντες ὑπ’ ὄψιν τὸ πρὸς ἡμᾶς ὑπ’ ἀριθ. 6687 τῆς 11 Μαΐου ε. ε. ἔγγραφον τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, δι’ οὗ ἀπηύθυνεν ἡμῖν νὰ γνωμοδοτήσωμεν ἂν ὑπάρχῃ νόμιμόν τι κώλυμα, ὅπως ὁ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ’ 27 τῆς 15 Μαΐου 1869 ἀποφάσεως τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐν Κεφαλληνίᾳ συνέδρων εἰς δύο ἥμισυ ἐτῶν φυλάκισιν ἐπὶ ἐξαφανίσει δημοσίων ἐγγράφων καταδικασθεὶς Διονύσιος Δελλαδέτσιμας διορισθῇ συμβολαιογράφος ἐν Κεφαλληνίᾳ, ἂν οὗτος τοὐτέστι συνεπεία τῆς ἣν ὑπέστη καταδίκης ἀπώλεσε καὶ τὴν ἱκανότητα τοῦ ἀναλαβεῖν δημοσίου ὑπαλλήλου ὑπηρεσίαν ἢ μή. Ἀποφαινόμεθα. Κατὰ τὰ ἄρθρα 21 καὶ 22 τοῦ ποιν. νόμου συνεπεία ποινικῆς καταδίκης ἐκπίπτουσι πάσης δημοσίας, ἐκκλησιαστικῆς καὶ δημοτικῆς ὑπηρεσίας ὡς καὶ τῆς ἱκανότητος τοῦ ἀνακτῆσαι τοιαύτας πάντες ἀνεξαιρέτως οἱ εἰς ἐγκληματικὴν ποινὴν καταδικασθέντες, οἱ δὲ εἰς ἐπανορθωτικὴν ποινὴν καταδικασθέντες τότε μόνον πρὸς τῇ ποινῇ στεροῦνται καὶ τῆς ἱκανότητος τοῦ ἀνακτῆσαι δημοσίαν ὑπηρεσίαν, ἐὰν κατεδικάσθησαν ὡς ἔνοχοι τῶν ῥητῶς ἐν ἄρθρῳ 22 μνημονευομένων ἀξιοποίνων πράξεων, ἤτοι κλοπῆς, ὑπεξαιρέσεως, ἀπάτης, πλαστογραφίας κλπ. οὐχὶ δὲ καὶ ἐξαφανίσεως ἐγγράφου· ἑπομένως, τῆς πράξεως δι’ ἣν κατεδικάσθη ὁ Διονύσιος Δελλαδέτσιμας μὴ ἀναφερομένης ἐν ἄρθρῳ 22 μεταξὺ ἐκείνων, αἵτινες συνεπάγονται πρὸς τῇ ποινῇ καὶ τὴν ἀνωτέρω ἐκτεθεῖσαν ἀνικανότητα, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπεκτείνωμεν ταύτην καὶ ἐπὶ τῆς ἕνεκεν ἐξαφανίσεως δημοσίου ἐγγράφου καταγνωσθείσης ἐπανορθωτικῆς ποινῆς διὰ μόνον τὸν λόγον ὅτι ἐν ἄρθρῳ 424 τοῦ ποιν. νόμου ἡ ἐξαφάνισις δημοσίου ἐγγράφου ἐξισοῦται τῇ πλαστογραφίᾳ καὶ πρὸς τὴν ἐπιβλητέαν ποινὴν, καθόσον τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀνῆκον εἰς τὸν τίτλον περὶ φθορῶν καὶ βλαβῶν ξένης ἰδιοκτησίας, ἐν οἷς κατατάσσεται καὶ ἡ ἐξαφάνισις δημοσίου ἐγγράφου, οὐδόλως ἐννοεῖ ν’ ἀφομοιώσῃ καὶ κατ’ αὐτὰς ἔτι τὰς συνεπείας τῆς ποινικῆς καταδίκης τὴν ἐξαφάνισιν καὶ τὴν πλαστογραφίαν, ἥτις εἶναι πάντῃ ἀλλοίας φύσεως ἔγκλημα, ἀλλ’ ἁπλῶς μόνον ὅπως μὴ ἐπαναλάβῃ τοὺς ὅρους τῆς ἐπιβλητέας ποινῆς ἀναφέρεται εἰς τὰ περὶ πλαστογραφίας ὡρισμένα, ἄλλως τε δὲ ἐπὶ τῆς ἑρμηνείας τῶν διατάξεων τοῦ ποιν. νόμου οὐδεμία χωρεῖ κατ’ ἀναλογίαν ἐφαρμογὴ καὶ κατὰ συνέπειαν οὐδεὶς δύναται νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς ἐκ τῆς ποιν. καταδίκης συνεπείας ἐκεῖ, ὅπου ῥητῶς ὁ νομοθέτης δὲν ὥρισε τοῦτο. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 20 Μαΐου 1871. Ι. Α. Τυπάλδος, Χ. Ι. Χοϊδᾶς, Α. Κρασσᾶς.» Ὡς παρατηρεῖτε προφανῶς, οἱ νομομαθεῖς οὗτοι ἀποφαίνονται ὅτι ὁ Δελλαδέτσιμος δὲν ἀπώλεσε ποσῶς τὰ πολιτικὰ καὶ δημόσια δικαιώματά του καὶ ὅτι δύναται ἑπομένως νὰ λάβῃ πᾶσαν δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ ὁ κύριος Κοντόσταυλος, ἀγνοῶ διὰ ποῖον λόγον, δὲν τὸ ἔπραξεν. Εἶνε πτωχός, κύριοι, ἔμενε τόσον καιρὸν ἄνευ ἐργασίας καὶ ἦτο, φρονῶ, δίκαιον νὰ μεριμνήσω περὶ αὐτοῦ· ἐπὶ πέντε μῆνας διατελεῖ εἰρηνοδίκης καὶ οὐδὲν παράπονον ἠγέρθη. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἔπραξα ἔγκλημα διὰ τοῦ διορισμοῦ τούτου, τότε καταδικάσατέ με. Αὐτὴ εἶναι ἡ πολυθρύλλητος ἱστορία τοῦ εἰρηνοδίκου Δελλαδέτσιμα. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ὅταν οὗτος ἀνέγνωσε τὰ γραφέντα ἐν ταῖς ἐφημερίσι, μοὶ ἔπεμψε τὴν παραίτησίν του, διότι ἐνόμισεν ὅτι προσβάλλεται ἡ φιλοτιμία ἐμοῦ ὡς ὑπουργοῦ, ἐὰν διατηρήσω αὐτὸν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ· ἀλλ’ ἐγὼ, κύριοι, δὲν παρεδέχθην τὴν παραίτησίν του (τὴν ἐπιδεικνύει). Ἐπανέρχομαι, κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα τῶν φυγοδίκων. Πρὸ ὀλίγου σᾶς εἶπον, ὅτι καὶ ἄλλοι φυγόδικοι ἐζήτησαν νὰ ἀπαλλαχθῶσι τῆς ποινῆς διὰ χάριτος, ὡς ὁ Μηνᾶς Καμπάνης, ὁ Βερύκιος καὶ Χ. Τσουκαλᾶς· τὸ ὑπουργεῖον ἐν ἔτει 1867 ἀπετάθη εἰς τοὺς εἰσαγγελεῖς Κωνσταντόπουλον, Παπαφράγκον καὶ εἰσαγγελεύοντα ἐν Κερκύρᾳ ἐφέτην Ἱδρωμένον, πάντες δὲ οὗτοι ἐγνωμοδότησαν κατὰ τῆς χάριτος ὑπὲρ φυγοδίκων, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν προεκλήθησαν χάριτες ὑπὲρ αὐτῶν (θόρυβος).
§52ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἀκούομεν.
§53ΜΕΤΑΞΑΣ. Μετὰ τὸν ἔλεγχον ὃν ἔκαμεν ὁ κ. Λομβάρδος εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς δικαιοσύνης, καὶ μετὰ τὰς μομφὰς ἃς ἐμπαθῶς μοὶ ἀπέδωκεν, ἐξήλεγξέ τινα διατάγματα τῶν χαρίτων, τὰ ὁποῖα προεκλήθησαν παρ’ ἐμοῦ. Πρῶτον, κύριοι, μὲ ἐμέμφθη διότι προεκάλεσα χάριτας δι’ ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ καταδίκους ἐκ διαφόρων ἐπαρχιῶν, φυλακισμένους εἰς τὸ σωφρονιστήριον Κερκύρας, καὶ διότι παρατύπως καὶ κακῶς ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν μόνον τὴν ἔκθεσιν τοῦ διευθυντοῦ τοῦ σωφρονιστηρίου Κερκύρας. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι ἐν Εὐρώπῃ κυρίως ὁ διευθυντὴς τοῦ σωφρονιστηρίου εἶναι ὁ ἁρμοδιώτερος νὰ γνωμοδοτήσῃ, διότι αὐτὸς ἔχει πλήρη γνῶσιν περὶ τῆς βελτιώσεως καὶ μετανοίας τῶν καταδίκων τοῦ σωφρονιστηρίου ὅπερ διευθύνει. Ὅτι δὲ ἐν Κερκύρᾳ ὑπάρχει σωφρονιστήριον κατηρτισμένον κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον κατὰ τὸν εὐρωπαϊκὸν τρόπον δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ὑπάρχει δὲ νόμος καὶ κανονισμός, ὅστις ἰσχύει ἔτι καὶ σήμερον δυνάμει τοῦ 17 ἄρθρ. τοῦ ΡΝʹ. νόμου περὶ ἀφομοιώσεως. Ὁ κανονισμὸς δὲ οὗτος ἀναφέρει ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ σύγκειται ἀπὸ τὸν διευθυντὴν τοῦ σωφρονιστηρίου, ἀπὸ τὸν πνευματικὸν καὶ τὸν ἰατρὸν τοῦ καταστήματος, ἥτις ἐπιφέρει κατ’ ἔτος τὴν γνώμην της. Ὁ ΡΝʹ. νόμος εἰς τὸ ἄρθρον 17 ἀναφέρει σαφῶς ὅτι πάντες οἱ νόμοι καὶ οἱ κανονισμοὶ οἱ διέποντες τὰ δημόσια καταστήματα ἐν γένει ἐν Ἑπτανήσῳ εἶναι ἐν ἰσχύϊ, ἀποτείνομαι δὲ εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν κύριον Μαυροκορδάτον διὰ νὰ βεβαιώσῃ ἐὰν ὡς ἄλλοτε Νομάρχης Κερκύρας δὲν γνωρίζῃ ὅτι ἰσχύουσιν οἱ κανονισμοὶ οἱ ὁποῖοι ἀφορῶσι τὰ καταστήματα ταῦτα. Ἐν τῷ πίνακι δὲ συσταίνονται 37 ὀνόματα καταδίκων, προεκάλεσα δὲ χάριν μόνον δι’ 7 ἢ 8 καταδίκους, πρὸς οὓς καὶ ἄλλοτε ἀπενεμήθη χάρις μεταβάλλουσα τὴν ποινήν των, οὐδεὶς δὲ ἦτον ἀνάξιος ταύτης. Ὁ κύρ. Δομβάρδος σκωπτικῶς εἶπεν, ὅτι εἷς ἱερεὺς δὲν συσταίνει καταδίκους· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ ἱερέως, ἀλλὰ περὶ ἐπιτροπῆς σωφρονιστηρίου, ἥτις ὡς ἐκ τοῦ κανονισμοῦ ὀφείλει ἅπαξ τοῦ ἔτους νὰ γνωμοδοτήσῃ περὶ τοῦ σωφρονισμοῦ τῶν καταδίκων. Ἀλλ’ ὁ κύρ. Λομβάρδος διέστρεψε πάντα, καὶ αὐτὰ τὰ ἀναμφισβήτητα πράγματα, καὶ σᾶς εἶπεν ὅτι προὐκάλεσα ὑπὲρ τοῦ Λάζαρη καὶ Στρατηγοῦ χάριτα ἀπὸ ἰσόβια δεσμὰ εἰς ἀπαλλαγὴν, εἰς δὲ τὸν ἄλλον ἐλάττωσιν εἰς 10 ἔτη, ἐν ᾧ φαίνεται ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ σωφρονιστηρίου Κερκύρας, ὅτι εἰς τὸν ἕνα μόνον 5 ἔτη περίπου ἐχαρίσθησαν, εἰς δὲ τὸν ἄλλον μόλις ἓν ἔτος, οὗτος δὲ καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1869 ἔλαβε χάριν, ὡς ἐκ τοῦ αὐτοῦ πίνακος ἐμφαίνεται. — Ὁ κ. Λομβάρδος δολίως καὶ ἐν κακῇ πίστει ἀνέγνωσε μόνον ὅσα ἔγγραφα τὸν ἐσύμφερον διὰ τὰς ἀδίκους μομφάς του καὶ οὐχὶ ὅσα ὤφειλε νὰ ἀναγνώσῃ. Ἐμέμφθη, κύριοι, τὴν χάριν ἥτις ἀπενεμήθη εἰς τὸν Μιχαὴλ Ζακυνθινὸν, σᾶς εἶπεν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐλαφρυντικὸν περιστατικὸν, τὸ ὁποῖον νὰ ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ τὴν χάριν, ὅτι ἐφόνευσε γυναῖκά τινα ἐκ προμελέτης, καὶ ἄλλα τινὰ σᾶς ἐξιστόρησεν. — Ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἐξελέγχονται ἀληθῆ ἀπὸ αὐτὰ τὰ δικαστικὰ ἔγγραφα. Τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων τί λέγει; «Ἐπειδὴ κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως προέκυψαν σπουδαῖα περιστατικὰ δυνάμενα νὰ θέσωσιν ὑπὸ σκέψιν καὶ ἀμφιβολίαν ἐὰν ἡ πρᾶξις ἐξετελέσθη ἐκ προμελέτης ἢ ἐξ ἀμελείας κτλ.» (Ἀναγινώσκει τὴν ἔκθεσιν τοῦ δικαστηρίου τῶν συνέδρων ἥτις ταῦτα ἀναφέρει). Πρὸς τούτοις ὑπάρχουσι καὶ δύο ἕτεραι συστάσεις τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐφετῶν κ. Κωνσταντοπούλου, αἵτινες προτείνουσι τὸ ἔλεος τοῦ βασιλέως. Καθότι ὅταν ὁ εἰσαγγελεὺς κ. Κωνσταντόπουλος ἐγνωμοδότησε κατὰ πρώτην φορὰν ὑπὲρ τῆς μεταβολῆς τῆς ποινῆς, δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκθεσιν καὶ πρᾶξιν τῶν δικαστηρίων τῶν συνέδρων ἣν σᾶς ἀνέγνωσα, ὅταν ὅμως ἀνέγνωσεν αὐτὴν κατὰ τὴν ἐνταῦθα διαμονήν του, συνέταξε καὶ ἑτέραν πρότασιν ὑπὲρ ἀπονομῆς χάριτος. Ἄλλως τε, κύριοι, εἶναι δικαίωμα παντὸς ὑπουργοῦ, ὅταν πεισθῇ ὅτι κατάδικός τις εἶναι ἄξιος χάριτος, νὰ προκαλέσῃ τὸ Β. ἔλεος, καθόσον μάλιστα πᾶσα ἀμφιβολία κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ποιν. δικαίου κρίνεται πάντοτε ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου.
§54ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐντὸς τῆς αὐτῆς συνόδου εἶναι βέβαια.
§55ΜΕΤΑΞΑΣ. Πιστεύω ὅτι ἐντὸς τῆς συνόδου.
§56ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πόσας ἡμέρας μετὰ τὴν δίκην;
§57ΜΕΤΑΞΑΣ. 3 Ἰουλίου 1868.
§58ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ ἀπόφασις πότε ἔγινε;
§59ΜΕΤΑΞΑΣ. 17 Ἰουνίου 1868.—Δὲν ἐδίστασα, κύριοι, μετὰ τὴν δευτέραν σύστασιν τοῦ εἰσαγγελέως νὰ ὑποβάλω διάταγμα πρὸς ὑπογραφὴν ἐνώπιον τῆς Α. Μ. τοῦ βασιλέως, ὅστις καὶ κατὰ τὴν περιοδείαν του ἐν Ἑπτανήσῳ εἶχε λάβει πολλὰς ἀναφορὰς παρὰ τῶν συγγενῶν τοῦ καταδίκου καὶ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, ὅστις ἑκάστοτε τὸν ἠνώχλει δι’ αὐτῶν, καὶ εἶχεν ἐκ πληροφοριῶν κάπως πεισθῆ ὅτι αὐτὸς ὁ κατάδικος δὲν ἐξετέλεσεν αὐτὸν τὸν φόνον ἐκ προμελέτης, ἀλλ’ ἐξ ἀμελείας. Τῷ ὑπέβαλα τὸ διάταγμα, καὶ ἐξέθεσα ὅτι ὑπάρχει ἡ δευτέρα γνωμοδότησις τοῦ εἰσαγγελέως καὶ ἡ ἔκθεσις τῶν συνέδρων· τῷ προσέθεσα δὲ ὅτι οἱ ἐξ ἀμελείας φόνοι τιμωροῦνται μὲ ἁπλῆν φυλάκισιν, συνεπείᾳ δὲ τούτων ὁ βασιλεὺς δὲν ἐδίστασε νὰ ὑπογράψῃ τὸ διάταγμα· εἶπον πρὸς τούτοις τῷ βασιλεῖ, ὅτι ἀργότερον θέλω ὑποβάλει Β. διάταγμα πρὸς πλήρη ἀπαλλαγήν του, διότι ἐπείσθην ὅτι ὁ φόνος ἐγένετο ἐξ ἀμελείας.
§60ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ θέσωμεν εἰς συζήτησιν τὴν γνώμην τοῦ βασιλέως· ἡ γνώμη εἶναι ἰδική σας.
§61ΜΕΤΑΞΑΣ. Συνεζήτησα, κύριε Λομβάρδε, μετὰ τοῦ βασιλέως τὴν ἐν λόγῳ χάριν.
§62ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ Ναπολέοντος, ἀλλὰ περὶ συνταγματικοῦ βασιλέως.
§63ΜΕΤΑΞΑΣ. Ὁ κύριος Λομβάρδος ἐμέμφθη πρὸς τούτοις ἓν ἄλλο διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ἀπαλλαγὴν τεσσάρων λεμβούχων οἱ ὁποῖοι εἶχον καταδικασθῆ ὡς συνεργοὶ τῆς λῃστείας τοῦ υἱοῦ τοῦ Φωκᾶ ἐν Πάτραις· ἔκαμε δὲ πολὺν λόγον, ὅτι ἡ Εὐρώπη θὰ κλονισθῇ διὰ τὴν χάριν ταύτην, ἐνῷ πρὸ δύο μηνῶν ἐγένετο αὕτη καὶ ἡ Εὐρώπη εὐτυχῶς ἐτήρησεν ἄκραν σιγὴν, τοὐναντίον δὲ αἱ τῶν Πατρῶν ἐφημερίδες, αἵτινες δὲν διάκεινται φιλικῶς πρὸς τὴν κυβέρνησιν, οὐδὲ λέξιν ἔγραψαν ὑπὲρ τῆς χάριτος ταύτης, διότι ἦτο δικαία καὶ φιλάνθρωπος. Δὲν ἦσαν δὲ Πατραῖοι οἱ κατάδικοι.
§64ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κεφαλλῆνες.
§65ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἐκ τῆς ἐπαρχίας Πάλλης. Ἰδοὺ ἡ ἐνέργειά μου ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἔγγραφόν τι τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐφετῶν Πατρῶν λέγει ῥητῶς, ὅτι οἱ κατάδικοι οὗτοι εἶναι ἀθῷοι, ὅτι εἶναι ἄδικον νὰ μένουν εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ὅτι ἡ κοινὴ συνείδησις ἐν Πάτραις ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς ἀθῳότητος τῶν λεμβούχων καταδίκων.
§66ΤΙΝΕΣ. Ποῖος Εἰσαγγελεὺς εἶναι;
§67ΜΕΤΑΞΑΣ. Ὁ κ. Χατζῆ Πανάγος. Συνεπείᾳ τῆς προτάσεως ταύτης τοῦ Εἰσαγγελέως τῷ ἀπήντησα· «ἐπιστρέφεται τῷ κυρίῳ εἰσαγγελεῖ ὅπως ἐνεργήσῃ διοικητικὴν ἀνάκρισιν καὶ ἐξετάσῃ τὰ σπουδαῖα καὶ ἔντιμα πρόσωπα, ἅτινα ἐβεβαίωσαν τὴν ἀθῳότητα τῶν λεμβούχων»· δὲν εἶναι δὲ ἀμφιβολία ὅτι πολλάκις προεκλήθησαν τοιαῦται διοικητικαὶ ἀνακρίσεις, ἔχομεν δὲ πολλὰ παραδείγματα. Ὁ εἰσαγγελεὺς προσεκάλεσε τοὺς δύο ἱερεῖς καὶ πνευματικοὺς καὶ λοιπὰ ἔντιμα πρόσωπα, ἅτινα κατέθεσαν ὑπὲρ τῆς ἀθῳότητος τῶν λεμβούχων, πολλάκις δὲ τοῦτο ἐγένετο, ὡς ἐβεβαιώθην ἐκ τοῦ γραφείου τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Ἐν ταῖς καταθέσεσιν ἀναφέρεται ὅτι μετὰ τὴν ἐξομολόγησιν τῶν καρατομηθέντων αὐτουργῶν οἱ ἱερεῖς τὴν ἐπιοῦσαν ἀνέφεραν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐφετῶν Δυοβουνιώτην, ὅτι οἱ καρατομηθέντες ἐν τῇ ἐξομολογήσει των εἶπον, ὅτι οἱ τέσσαρες λεμβοῦχοι ἦσαν ἀθῷοι καὶ ὅτι ἄλλοι τοὺς μετέφεραν διὰ πλοίου εἰς τὴν Στερεάν.
§68ΤΙΝΕΣ. Πῶς ὀνομάζονται;
§69ΜΕΤΑΞΑΣ. Γρηγόριος ἱερεὺς Σιγάλας καὶ ἱερεὺς Κωστούλης. Ἐὰν δὲ δὲν πιστεύωμεν εἰς τὰς καταθέσεις τῶν ἱερέων, βεβαίως, κύριοι, τότε εἶναι ἀπελπισία διὰ τὴν κοινωνίαν· ἀπορῶ δὲ πῶς ἄνθρωποι δοξάζουσιν ὅτι δὲν πρέπει νὰ πιστεύωμεν εἰς τοὺς πνευματικοὺς, οἵτινες ἐξομολογοῦσιν ἀνθρώπους, οἵτινες μετὰ πέντε λεπτὰ θὰ δώσουν λόγον ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ Θεοῦ. Οὐδέποτε, κύριοι, δύναμαι νὰ φαντασθῶ, ὅτι εἷς πνευματικὸς δύναται νὰ καταθέσῃ ψευδῆ πράγματα πρὸς τὸ συμφέρον ἑνὸς καταδίκου· ἐξετάσθησαν δὲ πρὸς τούτοις ἄλλοι 5– 6 ἔμποροι καὶ εὐϋπόληπτοι πολῖται. Τί ἐδυνάμην νὰ πράξω ὡς ὑπουργὸς, ὅταν ἡ ἀνάκρισις περιῆλθεν εἰς χεῖράς μου, καὶ ὅταν ἐσυνοδεύετο αὕτη μὲ νέον ἔγγραφον τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐφετῶν, ὅστις ἐπαναλαμβάνει τὰ αὐτὰ ἐκφραζόμενος ὅτι πρέπει ν’ ἀποδοθῇ πλήρης χάρις; Ἀλλὰ μὲ ἐμέμφθη ὁ κύριος Λομβάρδος, διότι εἰς τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον προεκάλεσα διὰ τὰς χάριτας ταύτας, προσελήφθη κατὰ λάθος καὶ ὁ Κοτσινόπουλος, ὅστις ἦτο ὁ ἐπιστάτης τοῦ Φωκᾶ, ὅστις παρέδωκε τὸν νέον εἰς τοὺς λῃστάς. Πιστεύω ὅτι ὁ κύριος Λομβάρδος καὶ ἡ Βουλὴ θέλει πιστεύσει, ὅτι τὸ ὄνομα τοῦ Κοτσινοπούλου ἐτέθη κατὰ λάθος, ἐκληφθέντος καὶ τούτου παρὰ τοῦ ὑπαλλήλου ὡς λεμβούχου. Ὑπέγραψα, κύριοι, τὸ διάταγμα καλῇ τῇ πίστει, διότι ἐνόμιζον, ὅτι εἶναι καὶ αὐτὸς ναύτης. Ἐστάλη δὲ εἰς Πάτρας τὸ διάταγμα πρὸς ἐκτέλεσιν. Ἀλλ’ αἴφνης μετὰ 2 ἢ 3 ἡμέρας λαμβάνω τηλεγράφημα παρὰ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐφετῶν, δι’ οὗ μὲ εἰδοποιεῖ ὅτι ἡ χάρις αὐτὴ, ἐὰν κοινοποιηθῇ, θὰ κάμῃ τὴν χείριστην ἐντύπωσιν, διότι πρόκειται περὶ τοῦ ἐπιστάτου, ὅστις παρέδωκε τὸν υἱὸν τοῦ Φωκᾶ. Ἔμεινα ἔκπληκτος, ὅτε ἀνέγνων τὸ τηλεγράφημα καὶ ἰδοὺ τί ἀπήντησα αὐθωρεί. «Εἰσαγγελέα ἐφετῶν, Πάτρας. Βεβαίως κατὰ παραδρομὴν ἐξελήφθη Κοτσινόπουλος ὡς ναύτης, ἀναστείλατε τὴν ἐκτέλεσιν καὶ πέμψατε τὸ ἔγγραφον πρὸς ἀνάκλησιν τοῦ Β. διατάγματος. Εἰδοποιήσατέ με περὶ τῆς παραλαβῆς παρόντος τηλεγραφήματος». Τὴν ἐπιοῦσαν χωρὶς νὰ περιμένω τὴν ἀπάντησιν τοῦ εἰσαγγελέως ἀνεκάλεσα τὸ διάταγμα, συνέταξα δὲ ἔκθεσιν πρὸς τὸν Βασιλέα, δι’ ἧς ἔλεγον, ὅτι κατὰ λάθος ἐδόθη χάρις εἰς αὐτὸν, ἐνῷ δὲν ἦτον εἷς ἐκ τῶν λεμβούχων. Ἓν λάθος δὲ ἀθῷον δὲν δύναται νὰ ἐκληφθῇ ὡς ἔγκλημα, ὡς φρονεῖ ὁ κ. Λομβάρδος.
§70ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ δὲν ἠμπορούσατε νὰ ἀνακαλέσητε τὸ διάταγμα, διότι ὑπάρχει ἐκτέλεσις, ἐκοινοποιήθη εἰς τὸν εἰσαγγελέα, (θόρυβος). Μὲ συγχωρεῖτε, αὐτὴ εἶναι ἐκτέλεσις (θόρυβος). Δὲν σᾶς κατηγορῶ, κύριε ὑπουργὲ, διατὶ τὸ ἀνεκαλέσατε, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἐπράξατε μίαν παρανομίαν.
§71ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ, εἶχε λάβει γνῶσιν ὁ κατάδικος;
§72ΜΕΤΑΞΑΣ. Βεβαίως ὄχι, διότι δὲν εἶχεν ἐκτελεσθῇ παρὰ τοῦ εἰσαγγελέως, ὡς μοὶ ἐτηλεγράφησε.
§73ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐὰν δὲν εἶχε λάβει γνῶσιν, ἠμποροῦσε νὰ ἀνακληθῇ.
§74ΜΕΤΑΞΑΣ. Δὲν εἶχεν ἐκτελεσθῆ καὶ ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ἠδύνατο ν’ ἀνακληθῇ. Τοῦτο δὲ ἐγένετο καὶ ἄλλοτε.
§75ΒΑΡΝΑΚΙΩΤΗΣ. Δὲν ἦτον ἀνάγκη νὰ γνωστοποιηθῇ εἰς τὸν κατάδικον.
§76ΜΕΤΑΞΑΣ. Μόνον μετὰ τὴν ἀπαγγελίαν φρονῶ ὅτι θεωρεῖται ὡς ἐκτελεσθὲν τὸ Β. διάταγμα.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι, κρατήσατε σημειώσεις καὶ κατόπιν ὁμιλεῖτε.
§78ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἰδοὺ τί ἔγραφεν ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν κ. Πετιμεζᾶς περὶ τοῦ καταδίκου Κοτσινοπούλου, ὅταν μοὶ ἐπέστρεψε κατὰ διαταγήν μου τὰ ἔγγραφα. (Ἀναγινώσκει τὴν ἔκθεσιν τοῦ εἰσαγγελέως Πετιμεζᾶ, ὅστις συνίστα τὴν μεταβολὴν τῆς ποινῆς τοῦ Κοτσινοπούλου ἀπὸ ἰσόβια δεσμὰ εἰς 15 ἐτῶν πρόσκαιρα).
§79Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
§80ΜΕΤΑΞΑΣ. Ὁ εἰσαγγελεὺς Πετιμεζᾶς συσταίνει τὸν Κοτσινόπουλον, δι’ ὃν ἀνεκλήθη τὸ διάταγμα, ὅτι εἶναι φιλάνθρωπον νὰ μεταβληθῇ ἡ ποινή του εἰς 15 ἐτῶν πρόσκαιρα δεσμὰ ἀπὸ ἰσόβια.
§81Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐκεῖνος, διὰ τὸν ὁποῖον ἀνεκλήθη τὸ διάταγμα;
§82ΜΕΤΑΞΑΣ. Μάλιστα.
§83Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ ἀνάκλησις ἐγένετο οἴκοθεν ἐκ τοῦ ὑπουργείου;
§84ΜΕΤΑΞΑΣ. Τὸ εἶπον πρότερον. Φαίνεται δὲ ὅτι δὲν εἶσθε ἐδῶ.
§85Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐδῶ εἶμαι, ἀλλὰ δὲν ἀκούω.
§86ΜΕΤΑΞΑΣ. Τὰς ἀνωτέρω δύο ἢ τρεῖς χάριτας ἐμέμφθη ὁ κ. Λομβάρδος. Δύναμαι νὰ πράξω τὸ αὐτὸ, ἠδυνάμην δὲ κἀγὼ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἐδόθησαν πολλαὶ χάριτες ἄνευ συστάσεως καὶ παρὰ τὸ δίκαιον· δὲν τὸ πράττω, ὄχι διότι δὲν ἔχω ἀποδείξεις, διότι ἔχω σημειώσεις ἀκριβεῖς περὶ τούτου, ἀλλὰ δὲν τὸ πράττω διὰ νὰ μὴ φέρω σκάνδαλα εἰς τὴν Βουλήν. Μίαν μόνην ἐρώτησιν θέλω κάμει εἰς τὸν κύριον Λομβάρδον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ἐλπίζω νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ.
§87ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νὰ τὴν ἀκούσω.
§88ΜΕΤΑΞΑΣ. Μάλιστα· σᾶς ἐρωτῶ, ἐὰν πρὸ τῆς παραιτήσεώς σας ἐκ τοῦ ὑπουργείου κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ ἔτους 1867 ὑπεβάλατε εἰς τὸν Βασιλέα διατάγματα χαρίτων, πόσα, καὶ διὰ πόσους καταδίκους;
§89ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πότε;
§90ΜΕΤΑΞΑΣ. Τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1867.
§91ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω.
§92ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μὲ εἴπητε, διότι ἔχω ἔγγραφόν τι ν’ ἀναγνώσω....
§93ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Διαβάσετέ το.
§94ΜΕΤΑΞΑΣ. Σᾶς εἶπεν ὁ κύριος Λομβάρδος, ὅτι ἔκαμε 437 χάριτας μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου μηνός· ἀπὸ τὸ γραφεῖον τοῦ ὑπουργείου ἔμαθον, ὅτι ὁ κύριος Λομβάρδος εἶχεν ὑποβάλει Β. διάταγμα περιέχον τὸν ἀριθμὸν 355 ὀνομάτων. Διὰ δύο λόγους ἐξεπλάγην· πρῶτον, διότι ὁ ἀριθμὸς εἶναι μέγας, καὶ διότι οὐδέποτε ἄλλος προκάτοχος ὑπουργὸς ὑπέβαλε διὰ μιᾶς τοσαύτας χάριτας, καὶ πρὸ πάντων ὅτε ὑπῆρχεν ὑπουργικὴ κρίσις. Προχθὲς δὲ μεταξὺ τῶν διαφόρων ἐγγράφων εὗρον σχέδιον ἐκθέσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τοῦ 1868, κυρίου Μωραϊτίνη καὶ πρωθυπουργοῦ, γεγραμμένης ἀπὸ τὸν τμηματάρχην, ἥτις ὅμως δὲν ἔφερεν οὔτε τὴν χρονολογίαν, οὔτε τὴν μονογραφὴν τοῦ ὑπουργοῦ, ἐὰν ἔφερον δὲ τὸ σχέδιον τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, ἠδύνατο ὁ κ. Λομβάρδος νὰ δισχυρισθῇ ὅτι ἦτον ψευδὲς καὶ πλαστόν. Ἐζήτησα λοιπὸν ἀπὸ τὸ Ἀνακτορικὸν γραφεῖον καὶ μοὶ ἔδωκαν τὸ ἀντίγραφον ὅπερ παρουσιάσθη εἰς τὸν Βασιλέα καὶ τὸ ὁποῖον φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Μωραϊτίνη· τοῦτο δὲ ἀναφέρει τὰ ἑξῆς.
§95ΤΙΝΕΣ. Ἂς τὸ ἀναγνώσῃ ὁ γραμματεὺς δυνατά.
§96ΑΡ. ΡΟΥΚΗΣ. (Γραμματεύς). Ὅλον, κύριε Μεταξᾶ;
§97ΜΕΤΑΞΑΣ. Μάλιστα. (Ἀναγινώσκεται ἡ ἐν λόγῳ ἔκθεσις Μωραϊτίνη.)
§98ΑΡ. ΡΟΥΚΗΣ. «Μεγαλειότατε! Τὰς περὶ ἀπονομῆς χαρίτων προτάσεις, τὰς εἰς τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα ὑποβληθείσας ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου ὑπουργοῦ καὶ ἐπιστραφείσας μοι, ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλω εἰς ἐξέτασιν ἐπιτροπῆς, συγκειμένης ὑπὸ τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου κ. Κων. Προβελεγγίου, ὑπὸ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐνταῦθα ἐφετῶν κ. Δημ. Ἐμμανουὴλ καὶ ὑπὸ τοῦ τμηματάρχου τοῦ ὑπ’ ἐμὲ ὑπουργείου κ. Γεωρ. Θανοπούλου. Ἡ ἐπιτροπὴ φιλοπόνως ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐργασθεῖσα ὑπέβαλέ μοι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐργασίας της· κατὰ δὲ ταύτην, ἀπονέμεται χάρις εἰς καταδίκους ἐπὶ κακουργήματι, τῆς μὲν περιφερείας τοῦ ἐφετείου Ναυπλίου 94 ἀντὶ τῶν ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου ὑπουργοῦ προταθέντων 185, τῆς δὲ περιφερείας τοῦ ἐφετείου Πατρῶν εἰς 43 καταδίκους ἀντὶ τῶν ὑπὸ τοῦ προκατόχου προταθέντων 80. Διὰ τοὺς καταδίκους τῶν περιφερειῶν τῶν ἐφετείων Ἀθηνῶν καὶ Κερκύρας ἡ ἐπιτροπὴ παρεδέχθη τὰς ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων προέδρων καὶ εἰσαγγελέων γενομένας προτάσεις. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκ μὲν τῶν προτάσεων τῶν προέδρων καὶ εἰσαγγελέων τῶν συνέδρων δὲν παρεδέχθη πολλάς, διότι ἐθεώρησε τινὰς μὲν τούτων μὴ ἀρκούντως δεδικαιολογημένας, ἄλλας δὲ καὶ προώρους, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν προκληθῇ Β. χάρις. Ἐκ δὲ τῶν προτάσεων τῶν εἰσαγγελέων τῶν ἐφετῶν, τῶν οἴκοθεν γενομένων καὶ ἀφορωσῶν τινὰς τῶν ἐν ταῖς καταστάσεσιν ἢ τοῖς πίναξι σημειουμένων καταδίκων, δὲν παρεδέχθη ἐπίσης πολλάς, τὸ μὲν διότι ἐθεώρησε λίαν ἐπιεικεῖς τὰς γενομένας προτάσεις καὶ μάλιστα δι’ ἐγκλήματα σπουδαῖα, τὸ δὲ διότι προώρως ἐγένοντο τοιαῦται, ἀφοῦ εἰς πολλοὺς καταδίκους, ὑπὲρ ὧν ἐπροτείνετο ἡ ἀπονομὴ χάριτος, εἶχεν ἐπιδαψιλευθῆ τὸ Β. ἔλεος κατὰ τὴν 13 Φεβρουαρίου ἢ τὴν 22 Ἀπριλίου ε. ε. Ἐκ τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ προκατόχου ὑπουργοῦ διατάγματος περὶ ἀπονομῆς χαρίτων εἴς τινας παρὰ διαφόρων τοῦ κράτους πλημμελειοδικείων καταδικασθέντας, ἡ ἐπιτροπὴ ἀπέῤῥιψεν ἑπτά, διότι τινὲς μὲν διήνυσαν ἤδη τὴν ποινήν των, ἄλλοι κατεδικάσθησαν διὰ τραύματα, τὸν θάνατον ἐπενεγκόντα, καὶ κατὰ συνέπειαν ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ ἐκτίσωσιν ἅπασαν τὴν ἐπιβληθεῖσαν αὐτοῖς ποινήν. Ὥστε ὑπὲρ ἕνδεκα μόνον τοιούτων καταδίκων προτείνεται χάρις. Τὰς προτάσεις τῆς ἐπιτροπῆς ἐξετάσας, παρεδέχθην ὡς εἶχον, ἀφοῦ ἐζήτησα τὴν γνώμην τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τούτων συνέταξα τὰ ἔγκλειστα σχέδια Β. Διαταγμάτων, ἅτινα λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος, καθ’ ἃ προτείνεται ἡ ἀπονομὴ πλήρους μὲν χάριτος εἰς 37 ἄτομα, μεταβολῆς δὲ ἢ μετριάσεως τῆς ποινῆς εἰς 188, ἀντὶ τῶν ὑπὸ τοῦ προκατόχου ὑπουργοῦ γενομένων προτάσεων πλήρους μὲν χάριτος δι’ ἄτομα 77, μεταβολῆς δὲ ἢ μετριάσεως τῆς ποινῆς δι’ ἄτομα 278. Τὰ ὑποβαλλόμενα διατάγματα συνοδεύονται καὶ μετὰ σχετικῶν πινάκων, ἐν οἷς ἐκτίθενται περιληπτικῶς οἱ δικαιολογητικοὶ λόγοι, οἱ ὑπαγορεύοντες τὴν ἀπονομὴν χάριτος, ὁ χρόνος τῆς καταδίκης ἑνὸς ἑκάστου τῶν καταδίκων, τὸ ἔγκλημα δι’ ὃ κατεδικάσθη, καὶ ἂν ἀπενεμήθη καὶ πότε Β. χάρις, ἵνα ἡ Ὑμετέρα Μεγαλειότης δυνηθῇ ἐκ πρώτης ὄψεως νὰ ἐκτιμήσῃ ἐν πλήρει γνώσει τὴν ἀξίαν τῶν προτάσεων. Ἐὰν δὲ ἡ Ὑμετέρα Μεγαλειότης θεωρῇ ἀναγκαῖον νὰ ὑποβληθῶσι καὶ τὰ διάφορα σχετικὰ ἔγγραφα, εἰμὶ ἕτοιμος νὰ ὑποβάλω ταῦτα εὐθὺς ὡς μοὶ δηλωθῇ ἡ ἐπιθυμία αὕτη τῆς Ὑμ. Μεγαλειότητος. Τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος εὐπειθέστατος ὑπήκοος καὶ πιστότατος θεράπων. Ἀθῆναι, τῇ 3 Ἰανουαρίου 1868.
Ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργὸς
Α. ΜΩΡΑΪΤΙΝΗΣ.»
§99ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ἀναγνώσατε καὶ πάλιν τὴν περικοπὴν ταύτην.
§100ΑΡ. ΡΟΥΚΗΣ. Τὸ ἐδιάβασα· θέλετε ἄλλην μίαν φοράν;
§101ΜΕΤΑΞΑΣ. Ὄχι, δὲν τὸ ἐπρόσεξα, ὅτι τὴν ἀνεγνώσατε.
§102ΑΡ. ΡΟΥΚΗΣ. «............................»
§103ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Αὐτὴ ἡ ἔκθεσις δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ γραφεῖον;
§104ΜΕΤΑΞΑΣ. Ὑπάρχει σχέδιον, ὡς σᾶς εἶπον, ἀλλὰ δὲν εἶχεν οὔτε ἡμερομηνίαν οὔτε μονογραφήν. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο φέρει ἡμερομηνίαν 3 Ἰανουαρίου 1868· ὥστε παρατηρεῖτε, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος εἶναι ἡ αἰτία τῆς συστάσεως τῶν ἐπιτροπῶν, τὴν ὁποίαν σύστασιν κατηγόρησε χθὲς, προεκάλεσε δὲ διὰ μιᾶς πλέον τῶν 355 χαρίτων, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, πλὴν τῶν 437, αἵτινες εἶχον ὑπογραφῆ μέχρι τέλους νοεμβρίου 1867.
§105Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τί ἔννοιαν ἔχετε μ’ αὐτό; ἤκουσα τὸ ἔγγραφον.
§106ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἐννοῶ ὅτι ὁ κύριος Λομβάρδος κατηγόρησε τὴν σύστασιν τῶν ἐπιτροπῶν, ἐκ δὲ τοῦ ἐγγράφου τούτου παρατηρεῖτε ὅτι ἕνεκα τῶν προτάσεων τοῦ κ. Λομβάρδου ἠναγκάσθη ὁ κ. Μωραϊτίνης νὰ κάμῃ ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν χαρίτων τοῦ δεκεμβρίου τοῦ 1867 τῶν παρὰ τοῦ κ. Λομβάρδου προταθεισῶν, αἵτινες δὲν ὑπογράφησαν εἴτε ἐκ τοῦ ποσοῦ καὶ τοῦ ἀκαταλλήλου αὐτῶν, εἴτε ἐκ τῆς ὑπουργικῆς κρίσεως, ἥτις τότε ὑφίστατο. Ὥστε ἂν ὑπολογίσωμεν 355 καὶ 437, τὸ ὅλον ποσὸν φθάνει τὰς 800 περίπου χάριτας, ἃς ἐπροκάλεσεν ὁ κ. Λομβάρδος ἐν ἔτει 1867. Ταῦτα ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν, μένει δὲ εἰς ὑμᾶς, κύριοι βουλευταί, ν’ ἀποφασίσητε.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σέρβος ἔχει τὸν λόγον.
§108ΣΕΡΒΟΣ. Κύριοι, ὀλίγα ἔχω νὰ εἴπω ὑπὸ τὴν ἔποψιν μόνον ἑνὸς νομικοῦ ζητήματος· διότι φρονῶ, καθὼς καὶ προχθὲς ἐξέφρασα ἐν ὀλίγαις λέξεσιν, ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος ὡς ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου οὐ μόνον ἔπραξεν ἔργον φιλανθρωπίας, ἀλλὰ συνάμα καὶ δικαιοσύνης. Διὰ νὰ κατανοήσωμεν τὴν θέσιν τοῦ κ. Λομβάρδου πρέπει νὰ γνωρίζωμεν διατάξεις τινὰς τοῦ ἰονίου κώδικος, τὰς ὁποίας δὲν ἀπαντῶμεν εἰς τὸν ἑλληνικόν. Ἡ καταδικαστικὴ ἀπόφασις δυνάμει τοῦ ἑλληνικοῦ νόμου εἶναι ἀλήθεια ἀείποτε σεβαστή· κατὰ τὰς διατάξεις ὅμως τοῦ ἰονίου, ἐπερχομένου νέου νόμου, ἡ καταδικαστικὴ ἀπόφασις μετεβάλλετο ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ καταδίκου. Τὸ σύστημα τοῦτο ἔχει ὀπαδοὺς φιλοσόφους, παραδέχεται ἀπό τινας νομοθεσίας, δὲν παραδέχεται ἀπὸ ἄλλας· ἀλλ’ εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ νομοθεσία ἡ ἰόνιος καὶ αὐτὴ εἶναι ἐφαρμοστέα δι’ ὅσους κατεδικάσθησαν ὑπὸ τὸ κράτος αὐτῆς. Ὅστις κατεδικάσθη ἐπὶ μιᾶς νομοθεσίας, ἔχει κεκτημένα δικαιώματα δυνάμει τοῦ νόμου ὅστις τὸν κατεδίκασε, καὶ τὰ δικαιώματα ταῦτα οὐδεὶς νόμος δύναται νὰ τοῦ τὰ ἀφαιρέσῃ. Τί ἔχετε ἐδῶ; Δύω ἄνθρωποι ἐρήμην κατεδικάσθησαν, ὁ εἷς εἰς ἑπτὰ ἐτῶν εἱρκτὴν καὶ ὁ ἄλλος εἰς τριῶν, ὡς δῆθεν δευτερεύων συνεργός· ὡς πρὸς τὸν τελευταῖον, ἂν ἐπρόκειτο νὰ δικασθῇ σήμερον, ἠθέλομεν τὸν ἀπαλλάξει, διότι δευτερεύοντα συνεργὸν δὲν ἀναγνωρίζει ἡ ἑλληνικὴ νομοθεσία. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου ποία εἶναι ἡ θέσις τῶν καταδικασθέντων; εἶναι ἔνοχοι δι’ ἁπλοῦν τραῦμα, διότι καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς παραδέχεται νῦν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ τραύματος ἐν βρασμῷ ψυχικῆς ὁρμῆς, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπήνεγκεν οὔτε στρέβλωσιν, οὔτε παραλυσίαν· ἡ ποινὴ τοῦ ἑλληνικοῦ νόμου εἶναι μέχρις ἓξ μηνῶν φυλάκισις.
§109ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὑπεράσπισιν κάμνετε; Δὲν καταλαμβάνω πρὸς τί αἱ τοιαῦται δικηγορικαὶ συζητήσεις.
§110ΣΕΡΒΟΣ. Καταλαμβάνουν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦν. Συγχωρεῖτε, κ. Καλκάνη. Τούτου δεδομένου, ἀφοῦ ἐγένετο ὁ νόμος περὶ ἀφομοιώσεως καὶ ἑπομένως ἐφηρμόσθη καὶ εἰς τὸ Ἰόνιον κράτος ἡ ἑλληνικὴ νομοθεσία, αὐτοὶ εἶχον δικαίωμα καὶ ἀπέναντι τοῦ δεδικασμένου νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ὑπὲρ αὐτῶν αἱ διατάξεις τοῦ ἑλληνικοῦ νόμου, ὅ ἐστὶ νὰ ζητήσωσι νέαν ἀπόφασιν, ἐπιδικάζουσαν δεκαπέντε ἡμέρας μέχρις ἓξ μηνῶν. Τὸ πρᾶγμα φαίνεται κατά τι παράδοξον, ὥστε εἶναι ἀνάγκη νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ νόμου. — Ἄρθρον 3. τοῦ ποιν. Ἰονίου κώδικος. Οἱ ποινικοὶ νόμοι διατάττουσι μόνον περὶ τοῦ μέλλοντος ἀλλ’ ἂν ὁ κατὰ τὸν χρόνον τοῦ ἀδικήματος ἰσχύων ποινικὸς νόμος καὶ ὁ ἰσχύων κατὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως, ἢ ἐν τῷ μεταξὺ ἰσχύσας, ὁρίζωσι διαφόρους ποινὰς, ἐφαρμόζεται ἑκάστοτε ὁ ἧττον αὐστηρὸς νόμος.» Αὐτὰς τὰς διατάξεις τὰς ἔχομεν καὶ εἰς τὸν ἑλληνικόν· μεταξὺ δύω διαφόρων νόμων ἐπερχομένων καὶ συγκρουομένων ἐφαρμόζεται ὁ ἧττον αὐστηρός. — Ἐδάφιον Βʹ. Ὁ ἐπελθὼν μετὰ τελεσίδικον καταδίκην ποινικὸς νόμος ὠφελεῖ τὸν καταδικασθέντα ὡς πρὸς τὴν ποινὴν, τὴν ὁποίαν δὲν ὑπέστη εἰσέτι, ἥτις περιστέλλεται ἀναλόγως τῶν διατάξεων τοῦ νέου νόμου.» Καὶ λοιπὸν κατ’ αὐτὴν τὴν διάταξιν, αὐτοὶ ἐδικαιοῦντο νὰ καταδικασθῶσιν εἰς ἡμέρας 15 μέχρις 6 μηνῶν συμφώνως πρὸς τὸν ἑλληνικὸν νόμον. Ἡ ἀπόφασις ἐξεδόθη κατὰ τὸ 1852· ἐν τῷ διαστήματι 15 ἐτῶν ἕως τὰ 1867 ὑπέστησαν τὰ μαρτύρια τῆς ἐξορίας· αὐτοὶ, ἀνεξαρτήτως τοῦ νομικοῦ ζητήματος, ὑπέστησαν τὰ βάσανα 15 ἐτῶν· δὲν ἀπέσβεσαν τὴν ποινὴν, δὲν ἐδικαίωσαν τὴν κοινωνίαν δι’ αὐτὸ τὸ μικρὸν παράπτωμα; Ὁ ὑπουργὸς, ὅστις ἐπρόκειτο νὰ δώσῃ δικαιοσύνην, ἔπρεπε νὰ τὸ κάμῃ μετὰ 15 ἔτη; Διότι κατὰ μὲν τὸν ἰόνιον νόμον, ἡ παραγραφὴ τῶν ποινῶν τῶν πλημμελημάτων παραγράφεται εἰς τριπλοῦν χρόνον τῆς ἐπιβληθείσης ποινῆς τῶν ἓξ μηνῶν, δηλαδὴ παραγράφεται εἰς 18, καὶ ἐδῶ παρῆλθον 15 ἔτη. Κατὰ τὸν Ἑλληνικὸν, παραγράφεται εἰς 5 ἔτη· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐρωτῶ, αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶχον καταφύγει εἰς τὴν Ἑλλάδα ὡς εἰς ἄσυλον, καὶ ἑπομένως ἐδικαιοῦντο νὰ μὴ ὑποφέρωσι τὴν ποινήν· γίνεται ἡ ἕνωσις, ἥτις ἔπρεπε νὰ διατηρήσῃ τὰ κεκτημένα δικαιώματα καὶ οὐχὶ νὰ ἐπέλθῃ ὡς μιαιφόνος μάχαιρα, καὶ τοῦτο ἀπαιτεῖ ἡ δικαιοσύνη καὶ ὁ παλμὸς ὑπὲρ τοῦ ἑλληνισμοῦ. Ἂν ἐμόχθησαν 15 χρόνους ἕως οὗ ἐπιτύχῃ ἡ ἕνωσις, δὲν πρέπει νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν φυλακήν. Ὅταν ἔγεινεν ἡ προσάρτησις τῆς Νικαίας καὶ Σαβοΐας μετὰ τῆς Γαλλίας, νομίζετε, ὅτι οἱ εὑρισκόμενοι Γάλλοι ἐκεῖ εἰσῆλθον ἐν τῇ φυλακῇ; Ὄχι, ἐγένετο Βασιλικὸν διάταγμα καὶ ἐδόθη χάρις εἰς ἅπαντας. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἡ παραγραφὴ, ὡς προεῖπον, καὶ ἡ παραγραφὴ ἐξήλειψε πᾶν στοιχεῖον ἐγκλήματος καὶ ποινῆς· ἐγὼ αὐτὸς ὑπερασπιζόμενος μετὰ τὴν ἀφομοίωσιν νέον, ὅστις εἶχε καταδικασθῆ ἐρήμην εἰς δύο ἔτη, καὶ ἐν τούτοις γενομένης τῆς ἀφομοιώσεως, εὑρισκόμενος ἐνταῦθα σπουδαστὴς τῆς ἰατρικῆς ἐζητήθη νὰ φυλακισθῇ, ὑπεστήριξα τὴν παραγραφὴν συνεπεία καὶ τοῦ Ἰονίου καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ νόμου, καὶ τὸ δικαστήριον ἀπεφάνθη ὑπὲρ αὐτοῦ· τὸ δικαστήριον ἐνόησεν ὅτι ὁ νόμος ἦτο ὑπὲρ αὐτοῦ, ὅτι τὸν ἀπολύει, καὶ ἀπελύθη. Ἀλλὰ, κύριοι, δύναταί τις ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἀλήθειαν ταύτην, ἐνῷ ἔχομεν πεντήκοντα ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ προστασίας ἐδικάσθησαν ὡς φυγόδικοι καὶ ἔλαβον τὴν χάριν; Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι κατεδικάσθησαν εἰς τὰ 1840 ἢ ἀκολούθως, καὶ ἀφοῦ διήνυσαν ἓν διάστημα εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν 15, 20 ἐτῶν καὶ ἐξήλειψαν πᾶν ἴχνος τοῦ ἁμαρτήματος, ἡ Γερουσία ἐπὶ παραστάσει τῶν εἰσαγγελέων ἢ τῶν προέδρων ἀπένειμε τὴν χάριν εἰς αὐτοὺς, διότι δὲν ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἐξαιρετικὸν μέτρον. Διὰ νὰ κάμῃ τοῦτο ἡ Γερουσία εἶχε νόμον, εἶχε λόγον, δὲν ἐπελαμβάνετο τῆς ἀμνηστείας· οὐχὶ βεβαίως, ἡ ἀπόφασις ἦτο τελεσίδικος δυνάμει διατάξεως τῆς Ἰονίου δικονομίας, «ἄρθρον 202». «Ἂν ἀπαγγελθῇ καταδικαστικὴ ἀπόφασις, (ἐννοεῖται κατὰ τοῦ φυγοδίκου) κοινοποιεῖται κατὰ τὸ ἄρθρον 191, καὶ παρελθουσῶν δεκαπέντε ἡμερῶν, ἐκτελεῖται». Ἐκτελεῖται λοιπὸν ἡ ἀπόφασις ἡ καταδικαστικὴ κατὰ φυγοδίκων, καὶ φυσικῷ τῷ λόγῳ διότι εἶναι τελεσίδικος· τί δὲ λέγε ὅταν ἐμφανίζεται κατὰ τὰ πέντε ἢ μετὰ τὰ πέντε ἔτη; «Ἂν ἐμφανισθῇ εἴτε ἑκουσίως εἴτε ἀκουσίως, ἡ ἀπόφασις εἶναι ἄκυρος.» Μεταγενέστερον γεγονὸς ἐπέφερε τὴν ἀκύρωσιν ὑπὲρ τοῦ καταδικασθέντος, μέ τινα διαστολὴν ὡς πρὸς τὰ πολιτικὰ ἀποτελέσματα. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἐγὼ συμμερίζομαι τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Λομβάρδου, ὅτι ἐξετέλεσε δικαιοσύνην. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὀλίγα καὶ περὶ τοῦ Μιχαὴλ Ζακυνθινοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κύριος ὑπουργός, ὅστις ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ τὸ μέτρον ἐπὶ τῇ βάσει γνωμοδοτήσεως τῶν συνέδρων, διὰ τῆς ὁποίας ἀπεφάνθησαν, ὅτι εἶναι ἀμφίβολον ἂν ὁ φόνος ἐξετελέσθη ἐξ ἀμελείας· αὐτὴ εἶναι ἡ ῥῆσις τοῦ πρακτικοῦ, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσε. Μὲ ὅλον τὸν σεβασμόν, τὸν ὁποῖον ἔχω πρὸς τοὺς ἀπονομεῖς τῆς δικαιοσύνης, μὲ ὅλον τὸν σεβασμόν, τὸν ὁποῖον ἔχω εἰς τὰ ἄτομα τὰ διορισθέντα εἴτε ὑπὸ τοῦ νῦν εἴτε ὑπὸ τῶν προκατόχων ὑπουργῶν, τολμῶ νὰ εἴπω, ὅτι ἡ γνωμοδότησις αὕτη προσβάλλει πᾶσαν ἀρχὴν λογικότητος καὶ δικαιοσύνης καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ τὴν ἀκολουθήσῃ ὁ κύριος ὑπουργός.
§111ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν πρᾶξιν τῶν δικαστηρίων ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης;
§112ΣΕΡΒΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Συζητεῖται τὸ ἀντικείμενον καὶ οἱ ὁρκωτοὶ ἀποφαίνονται, ὅτι ὑπάρχει φόνος ἐκ προμελέτης. Παρεμβάλλονται ἀμφιβολίαι; ἀλλ’ ὡς πρὸς τί; Ἂν ὑπῆρχεν ἀμφιβολία μεταξὺ ἀναιρέσεως καὶ φόνου, τὸ ἐννοῶ πολὺ καλά, διότι ὁ εἷς βαθμὸς συνάπτεται μὲ τὸν ἄλλον. Ἀλλ’ ἂν μὲ εἴπητε, ὅτι ἀντὶ φόνου ἐκ προμελέτης, ὡς ἐδικάσθη, πρόκειται περὶ φόνου ἐξ ἀμελείας, αὐτὸ εἶναι ἀνυπόφορον, διότι ἐν ὑποθέσει τοιαύτῃ ὑπεχρεοῦτο τὸ δικαστήριον νὰ μὴ ἐκτελέσῃ ἐκείνην τὴν ἀπόφασιν, ἀλλὰ νὰ τὴν παραπέμψῃ εἰς ἄλλην σύνοδον, ἂν πράγματι ἐπρόκειτο περὶ φόνου ἐξ ἀμελείας. Ἀλλὰ τί ἔχετε περαιτέρω; Ἡ σύστασις ἐγένετο μετὰ τὸ τέλος τῆς συνόδου, ἐνῷ ἐὰν πράγματι ἔλαβε τοιαύτην ἀντίληψιν τὸ δικαστήριον ἐκ τῆς συζητήσεως, ἔπρεπε νὰ ἀκυρώσῃ ἀμέσως τὴν ἀπόφασιν τῶν ὁρκωτῶν. Λοιπὸν δὲν ἔλαβε τοιαύτην ἀντίληψιν ἐκ τῆς συζητήσεως. Ἔρχεται ἀκολούθως ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν καὶ λέγει· ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀμφιβολία τις, ἂν ἔλαβε χώραν φόνος ἐκ προμελέτης (ὄχι φόνος ἐξ ἀμελείας), δι’ αὐτὸ προτείνω τὴν μεταβολὴν τῆς ποινῆς εἰς ἰσόβια δεσμά. Καὶ διὰ νὰ φθάσῃ εἰς αὐτὸ τὸ συμπέρασμα ἀναφέρει, ὅτι ὁ ὑπόδικος ἠράσθη τῆς γυναικός, ὅτι αὕτη δὲν ἐνέδωκεν εἰς τὰς ἀσελγεῖς ὁρμάς του καὶ ἕνεκα τούτου τὴν ἐφόνευσε. Σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσητε φόνον ἐξ ἀμελείας μετὰ τοιαύτην ἀφήγησιν; Καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς ἠδύνατο νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι πρόκειται περὶ πράξεως ἐξ ἀμελείας; Ἐγὼ δὲν μετρῶ τὰς χάριτας ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ ἢ τοῦ ποσοῦ, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποιοῦ καὶ τῆς σπουδαιότητος αὐτῶν. Καὶ, κύριοι, σᾶς λέγω, ὅτι τὸ πρᾶγμα ἦτο λίαν σπουδαῖον· κακοῦργος φονεύει τὴν γυναῖκα, ἀφοῦ δὲν ἠμπόρεσε νὰ τὴν ἀτιμάσῃ, μείνασαν πιστὴν εἰς τὸν σύζυγον, καὶ ἐν τούτοις ἐνῷ κατεδικάσθη εἰς θάνατον, ἐντὸς ἓξ ἐτῶν παρουσιάζεται εἰς τὴν κοινωνίαν διὰ νὰ καταπατήσῃ τὸ ἀχνίζον αἷμα καὶ ἐξυβρίσῃ τὸν σύζυγον καὶ τὰ τέκνα. Εἰς ποίαν κατάστασιν θὰ εὑρεθῇ ὁ σύζυγος καὶ τὰ τέκνα, βλέποντες οὐχὶ τὴν μεταβολὴν τῆς ποινῆς, ἔστω εἰς εἴκοσι ἔτη, ἀλλὰ μετὰ ἓξ ἔτη ἀφινόμενον ἐλεύθερον τὸν φονέα διὰ νὰ φέρῃ ἕτερα κακὰ ἀποτελέσματα; Αἱ ἐντυπώσεις τῆς κοινωνίας τῆς Λευκάδος εἶναι λίαν λυπηραὶ περὶ τοιαύτης χάριτος· καὶ μόλον τοῦτο ἐγὼ ἤθελον συγχωρήσει τὸ πρᾶγμα, διότι ὡς ἄνθρωποι εἴμεθα ὑποκείμενοι νὰ σφάλωμεν καὶ πιθανῶς ἔσφαλεν ἐξ ἀπερισκεψίας καὶ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ συγχρόνως μὲ τοῦτο ἔχω ἄλλα δύο γεγονότα, τὰ ὁποῖα παρήγαγον ἐν Λευκάδι τρομερὰν ἐντύπωσιν· ἀντὶ τοῦ εὐπαιδεύτου προέδρου τῶν πρωτοδικῶν κ. Πογάγου, τὸν ὁποῖον μνημονεύω μετὰ πολλοῦ σεβασμοῦ, διώρισεν ὁ κ. ὑπουργὸς κάποιον Μαράτον, ἀδελφὸν ἄλλου Μαράτου, νυμφευθέντος ἐκεῖ καὶ ἔχοντος πολλὰς σχέσεις· ἀντὶ τοῦ εὐπαιδεύτου καὶ αὐστηροῦ Δόλιου διώρισεν εἰσαγγελέα τὸν Κ. Βλάχον, ἱκανὸν μὲν καὶ τίμιον ἀλλὰ νυμφευθέντα ἐν τῇ νήσῳ ἐκείνῃ, λαβόντα πολλὰς σχέσεις καὶ ὡς ἐκ τούτου μετατεθέντα ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν Κοντόσταυλον εἰς ἕτερον δικαστήριον· καὶ ἐν τούτοις εἰς τὴν Λευκάδα ἀντὶ τῶν πρώτων ἔχομεν λειτουργοὺς ἐνδιαφερομένους λόγῳ συγγενικῶν σχέσεων.
§113ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Κατ’ αἴτησίν του.
§114ΣΕΡΒΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ· ἤθελε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸν τόπον του καὶ τὸν διωρίσατε.
§115ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Ὄχι· ἤθελα νὰ εἴπω πῶς δὲν τὸ ἔκαμον ἐπίτηδες διὰ νὰ πειράξω σᾶς.
§116ΣΕΡΒΟΣ. Αὐτὸ ὅμως τὸ ἀποτέλεσμα ἐπῆλθε κατὰ τοῦ τόπου καὶ εἰς τὸ κακουργιοδικεῖον προτείνεται ἐξαίρεσις διὰ τὸ ἥμισυ τῶν ὑποθέσεων, ὥστε οἱ ἄνθρωποι ἐσκέφθησαν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ δικαστηρίου ἀλλὰ περὶ συγγενικοῦ συμβουλίου. Ἕνεκα τῶν τοιούτων μετὰ λύπης ἔφερα τὰς παρατηρήσεις αὐτὰς καὶ θέλω ψηφίσει ὑπὲρ τῆς προτάσεως. Ἐπανέρχεται εἰς τὴν ἕδραν του ὁ κύριος Πρόεδρος Σπυρομίλιος.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Βελιανίτης ἔχει τὸν λόγον.
§118ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐδίστασα κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης δευτέρας νὰ λάβω τὸν λόγον ἕνεκα μιᾶς μόνης ἐντυπώσεως ἡ ὁποία διῆλθε τοῦ νοός μου, ὅτι τουτέστιν λαμβάνων τὸν λόγον καὶ ἀπεκδύων εἰς ὅλην τὴν γυμνότητα αὐτῆς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Λομβάρδου, ἐνδεικνύων τὴν ἀσχημίαν της καθ’ ὅλας αὐτῆς τὰς διαστάσεις, ἤθελον ὑποληφθῆ, ὅτι ἔπραττα τοῦτο λόγῳ ποταπῆς ἀντεκδικήσεως. Ἡ ἰδέα αὕτη μὲ ἐσταμάτησε καὶ δὲν ἤθελον εἰσέτι λάβει τὸν λόγον, ἂν δὲν ἐλάμβανεν ἡ πρότασις ἐκείνη τὴν διάστασιν, ἥτις μᾶς ἀπασχολεῖ ἐπὶ δύο ἡμέρας εἰς τὰ πρῶτα βήματα τῆς ἐνεργείας τὴν ὁποίαν περιμένει μετὰ τρίμηνον περίπου ἀσχολίαν τὸ ἔθνος παρ’ ἡμῶν. Τρεῖς παρῆλθον σχεδὸν μῆνες διὰ νὰ ἑτοιμασθῶμεν καὶ καταρτισθῶμεν, εἴμεθα εἰς τὰ πρόθυρα τῆς βουλευτικῆς μας ἐνεργείας καὶ ῥίπτεται εἰς τὸ μέσον μὲ τὸ ἔνδυμα τοῦ ἐθνισμοῦ πρότασις σκανδαλώδης, πρότασις ἐμβάλλουσα διαστάσεις καὶ μετατρέπουσα τὴν Βουλὴν εἰς κονίστραν προσωπικοτήτων.
§119ΤΙΝΕΣ. Εὖγε!
§120ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἠδυνάμην λοιπὸν νὰ ἀνθέξω καὶ ἂς μὲ δικάσῃ ἕκαστος, ἂν οἱ λόγοι καὶ αἱ παρατηρήσεις μου κατὰ τῆς προτάσεως ἐκείνης περὶ τῆς διαστάσεως τὴν ὁποίαν ἔλαβεν, ἂν ὑπαγορεύωνται ἀπὸ προσωπικότητα κατὰ τοῦ Λομβάρδου, διότι εἶχε λάβει τὸν λόγον εἰς τὴν ἐκλογὴν τὴν ἀφορῶσαν ἐμέ. Ἂς εἴπῃ ἕκαστος ὅ,τι θέλει, κύριοι. Σᾶς πληροφορῶ καὶ σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι μόνον καὶ μόνον ἀπὸ τὸ αἴσθημα αὐτὸ τῆς διαστάσεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ πρότασις αὐτὴ, καὶ τῆς μεταβολῆς ἥτις ἔγεινεν εἰς τὸ σῶμα τοῦτο, συνέλαβον τὴν πρώτην ἐντύπωσιν, ἥτις μοὶ ὑπηγόρευσε νὰ λάβω τὸν λόγον· ἀλλ’ ἐσταμάτησα καὶ διὰ νὰ τὴν ἐκτιμήσητε δεόντως ὀφείλω ἐξ ἀνάγκης ν’ ἀνατρέξω εἰς ὅ,τι ἔλαβε χώραν, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς πράγματα, τὰ ὁποῖα ἴσως παρῆλθον ἀπαρατήρητα, ἀλλ’ ὁ συνδυασμὸς τῶν ὁποίων ἐμφαίνει καθ’ ὅλην τὴν γυμνότητά της ἐκείνην τὴν ἀσχημίαν, τὴν ὁποίαν ἀντελήφθην κατὰ πρῶτον. Τί ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸ ἀκανθῶδες καὶ περισπούδαστον τοῦτο ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἤδη μᾶς ἀπασχολεῖ τόσας ἡμέρας; Εἴδησις ἢ μᾶλλον εἰπεῖν φύλλον τι τῆς ἐφημερίδος τῆς Ν. Ὑόρκης τοῦ ἄλλου κόσμου, μετατυπωμένον εἰς τὸν χρόνον τῆς Ἀγγλίας, ἄλλον κόσμον, ἀναφέρει δυσάρεστον διὰ πάντα Ἕλληνα γεγονὸς, ἀναφέρει εἴδησιν ψευδῆ, ὡς καὶ ὁ ἴδιος Λομβάρδος εἶπεν, ἀλλ’ ἤκουσε τὸν θόρυβον τῆς συκοφαντίας καὶ τῆς ἀτιμίας κατὰ τοῦ ἔθνους ἡμῶν, τῆς συκοφαντίας καὶ τῆς ἀτιμίας κατὰ τῆς κυβερνήσεως ἡμῶν, ἥτις ἔχει ἐπὶ κεφαλῆς τὸν ἄνδρα τῆς μεταπολιτεύσεως. Ἡ εἴδησις αὕτη ἔπρεπε καὶ τοὺς ἀναισθητοτέρους τῶν Ἑλλήνων, ἔπρεπε καὶ ἐκείνους, εἰς τὰς φλέβας τῶν ὁποίων ῥανὶς μόνον ἑλληνικοῦ αἵματος διατρέχει, νὰ σύρῃ, καὶ πρῶτον ἐξ ἁπάντων τῶν Ἑλλήνων τὸν Λομβάρδον ἔσυρεν ἐδῶ διὰ νὰ τὴν καταθέσῃ καὶ γίνῃ ἀντικείμενον βουλευτικῆς συζητήσεως. Ἀλλὰ παρῆλθεν ἀπαρατηρητεὶ ἓν σπουδαῖον γεγονός, ὅτι τουτέστι δὲν εἶχε φθάσει εἰς Νέαν Ὑόρκην ἡ εἴδησις αὕτη οὐρανόθεν· μία Ἰταλικὴ ἐφημερίς, λέγει τὸ φύλλον τῆς Νέας Ὑόρκης, μία Ἰταλικὴ ἐφημερὶς ἐδημοσίευσε πρώτη τὴν εἴδησιν ταύτην. Αὐτὴ ἡ Ἰταλικὴ ἐφημερὶς δημοσιεύουσα πρώτη τὴν εἴδησιν ταύτην, ἥτις ἔφθασεν εἰς τὰ πέρατα, εἰς τὸν ἄλλον κόσμον, αὐτὴ ἡ Ἰταλικὴ ἐφημερὶς ἔφερεν ἐν πλήρει λεπτομερείᾳ καὶ ἀκριβείᾳ καὶ τὸ ὄνομα τοῦ πλοίου, τὸ ὁποῖον μετέφερε τοὺς κακούργους διὰ νὰ τοὺς μεταβιβάσῃ εἰς τὸν νέον κόσμον, καὶ τὸ ὄνομα συνέπεσε νὰ ᾖναι Ἀγαμέμνων. Κύριοι, σταματήσατε μίαν στιγμὴν ἐνταῦθα, συνδέσατε τὴν Ἰταλικὴν ἐφημερίδα μὲ τὸ ὄνομα Ἀγαμέμνων καὶ ἐξάξατε τὰ συμπεράσματά σας! Δύναμαι ἆρα νὰ πιστεύσω τὸ θρύλλημα, ὅτι τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο μετεβιβάσθη εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Ἀγκώνης ἐκ Κερκύρας; Σταματῶ, κύριοι, νὰ τὸ πιστεύσω, ἀλλ’ ἐν τούτοις εἶναι βέβαιον, ὅτι πρώτη ἔῤῥιψεν εἰς τὴν δημοσιότητα τὴν εἴδησιν ἐκείνην, ἥτις μᾶς ἀπασχολεῖ, Ἰταλικὴ ἐφημερὶς καὶ ἐκείνη ἀνεῦρεν, ὅτι καὶ τὸ πλοῖον, τὸ ὁποῖον μετέφερεν αὐτοὺς τοὺς κακούργους, εἶχε κατὰ σύμπτωσιν τὸ ὄνομα τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης! Ἆ, κύριοι, πρέπει βεβαίως, ἀφοῦ μᾶς κάμουν δικαστὰς ἵνα ὑπερασπισθῶμεν τὴν ἐθνικὴν φιλοτιμίαν, τόσον ἀδίκως συκοφαντουμένην, νὰ σταματῶμεν διὰ νὰ ἐμβαθύνωμεν, καθόσον, κύριοι, ἡ θρασύτης ἔχει πάντοτε σύντροφον καὶ τὴν δειλίαν. Ὁ θρασὺς φύσει εἶναι καὶ δειλός. Τώρα ἐξηγοῦμαι. Ἀλλ’ ἔχομεν ἄλλο γεγονὸς ἐκτὸς τῶν δύο τούτων, τὸ ὁποῖον ἔρχεται εἰς ἀρωγὴν τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν κατ’ ἀρχὰς συνέλαβον ὡς πρὸς τὴν ἀσχημίαν καὶ τὸν ὑποκρυπτόμενον σκοπὸν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Λομβάρδου. Ἡ εἴδησις, ὡς εἶπα, κατὰ πρῶτον ἐδόθη εἴτε ἐδημοσιεύθη παρὰ Ἰταλικῆς ἐφημερίδος· μετέβη ἡ εἴδησις εἰς τὸν νέον κόσμον· ἔκαμε φυσικῷ τῷ λόγῳ ἐντύπωσίν τινα· ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἔτρεξεν ἀλληλογραφία μεταξὺ τῆς κυβερνήσεως τῆς Νέας Ὑόρκης καὶ τοῦ ἐκεῖ ἀντιπροσώπου τοῦ ἡμετέρου βασιλείου, καὶ ἐνθυμεῖσθε κάλλιστα, ὅτι ὁ ἐκεῖ γενικὸς πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ἐρωτηθεὶς διέψευσε τὸ θρύλλημα. Σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι, ποία ἦτο ἡ φυσικωτέρα ὁδὸς εἰς πάντα Ἕλληνα, ὅστις εἶδε προσβαλλομένην τόσον πικρῶς τὴν ἐθνικήν του φιλοτιμίαν ἕνεκα γεγονότος τοιούτου; ποία ἦτο ἡ φυσικωτέρα ὁδὸς, ἡ φυσικωτέρα πορεία; Νὰ μεταβῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἵνα βεβαιωθῇ ἐὰν πραγματικῶς ἐκ τοῦ γενικοῦ προξένου εἰς Ἀμερικὴν εἶχε λάβει εἴδησίν τινα περὶ τῶν διατρεξάντων μεταξὺ τῆς κυβερνήσεως τῆς Νέας Ὑόρκης καὶ τοῦ ἡμετέρου προξένου. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ ὁδὸς παρελείφθη καὶ τὸ φύλλον τὸ ὁποῖον ἐμπεριελάμβανε τὴν εἴδησιν τῆς Ἰταλικῆς ἐφημερίδος καὶ τὸ φύλλον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶχε θέσει τὸν Ἀγαμέμνονα, ὑπουργὸν, ὡς ὄνομα εἰς τὸ πλοῖον τὸ μεταφέρον τοὺς λῃστὰς, ἡ ἐφημερὶς ἐκείνη πρῶτον ἀπὸ ὅλην τὴν Ἑλληνικότητα περιέρχεται εἰς τὰς χεῖρας τοῦ κυρίου Λομβάρδου καὶ σπεύδει ὁ κύριος Λομβάρδος νὰ κάμῃ ἐπερώτησιν· ἀλλὰ δὲν σταματᾷ ἕως ἐδῶ, προβαίνει καὶ ζητεῖ νὰ ἔλθωσιν ὅλαι αἱ χάριτες αἱ ἀπονεμηθεῖσαι παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ πρὸς τί; ἵνα ἴδῃ ἐὰν ἀληθεύουν τὰ ἐν τῇ Ἰταλικῇ ἐφημερίδι δημοσιευθέντα. Δὲν ἠρκέσθη εἰς μίαν διάψευσιν ἐκ μέρους τοῦ προέδρου τῆς κυβερνήσεως ἢ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ μόνου ἁρμοδίου νὰ βεβαιώσῃ. Ἀφοῦ παρελείφθη ἡ ἄλλη ὁδὸς τὴν ὁποίαν εἶπον, δὲν ἠρκέσθη εἰς τὴν διαβεβαίωσιν, λέγω, ἀλλὰ ἠθέλησε νὰ ἔλθωσιν ὅλαι αἱ χάριτες. Πρὸς τὶ αἱ χάριτες, κύριοι, ἐὰν σκοπὸς δὲν ἦτο ἵνα τὸ ζήτημα τὸ περὶ χαρίτων γίνῃ ἀντικείμενον τῆς σπουδαίας ἐκείνης συζητήσεως ἡ ὁποία σήμερον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν; καὶ διατί δὲν ἔχεις τὸ θάῤῥος, ἀφοῦ τόσον ἐπολέμησες τὴν σύστασιν μιᾶς ἑδραίας καὶ μονίμου κυβερνήσεως κατὰ τὸ ἐξελεγκτικὸν διάστημα τῆς Βουλῆς, νὰ προσβάλῃς ἀμέσως μίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία θέλει νὰ θέσῃ τὰ θεμέλια τακτικῆς καὶ μονίμου διοικήσεως ἐν τῷ τόπῳ; διατί δὲν ἔχεις τὸ θάῤῥος νὰ εἴπῃς, θέλω νὰ τὴν προσβάλω μὲ τὸ ζήτημα τῶν χαρίτων, ἀλλὰ φέρεις ἐμπρὸς τὴν εἴδησιν τὴν ψευδῆ, τὴν ὁποίαν καὶ σὺ ὁμολογεῖς, Ἰταλικῆς ἐφημερίδος, τὴν περιβάλλεις μὲ τὸ ἔνδυμα τοῦ ἐθνισμοῦ, τὸ ὁποῖον σὺ μόνος ἔκαμες κτῆμά σου καὶ ἔρχεσαι εἰς τὴν Βουλὴν ἵνα δι’ αὐτοῦ ἀναῤῥιπίσῃς προσωπικότητας, ἀντεγκλήσεις, μομφὰς ἢ ἀντιμομφὰς, καὶ νὰ προκαλέσῃς ψῆφον, ὥστε νὰ φέρῃς ῥῆγμα εἰς τὰς τάξεις ἐκείνων, οἵτινες ἐμφορούμενοι ὑπὸ ὑψηλοτέρων αἰσθημάτων καὶ ἰδεῶν, ἐργάζονται ἵνα ἴδωσι τὸν τόπον καὶ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τακτικῶς καὶ ἑδραίως ὑφισταμένην, ἐνῷ βλέπουσι τὴν ἀτομικὴν ἐνέργειαν τοῦ τόπου προοδεύουσαν, ἀπαιτοῦσαν δὲ τοῦτο καὶ μόνον, τὴν ἑδραίωσιν, τὴν ἐξασφάλισιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, τὴν ἀνάπτυξιν τῆς δημοσίας πίστεως, ἔρχεσαι δὲ σὺ, κύριε, δι’ ἐμμέσων προτάσεων ἵνα προσβάλῃς αὐτοὺς, ἵνα προσβάλῃς καὶ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, καὶ δῆθεν διαχωρίζεις τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς προσωπικότητος τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τῆς προσωπικότητος τοῦ κυρίου Μεταξᾶ; Ὄχι, ἔπρεπε νὰ ἔχῃς τὸ θάῤῥος νὰ εἴπῃς, αἱ χάριτες αἱ ὁποῖαι ἀπενεμήθησαν κακῶς ἀπενεμήθησαν, νὰ προτείνῃς ἵνα ἡ Βουλὴ ἐπιληφθῇ μιᾶς ἐξελέγξεως· ἀλλὰ νὰ ἔρχεσαι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἐνώπιον τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ κυρίαρχου λαοῦ νὰ λέγῃς, μᾶς ὕβρισε τὸ ἔθνος μία ἐφημερὶς τῆς Νέας Ὑόρκης καὶ ἑπομένως θέλω νὰ διεκδικήσω ἐγὼ τὴν προσβολὴν κατὰ τοῦ ἔθνους, καὶ δι’ αὐτῆς τῆς προτάσεως νὰ εἰσέρχησαι εἰς τὸ περὶ χαρίτων ζήτημα, κύριοι, συγχωρήσατέ μοι νὰ τὸ εἴπω, εἶναι πρότασις, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔλεγον, ὅτι ἡ θρασύτης ἔχει σύντροφον τὴν δειλίαν.
§121ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σεῖς εἶσθε γενναῖος, ἀλλ’ εἶσθε δικηγόρος.
§122ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τοῦτο ἔμαθον, ἴσως εἶναι δυστύχημα δι’ ἐσᾶς, ὅτι εἶμαι δικηγόρος, δὲν σᾶς συμφέρει καὶ πρέπει νὰ σιωπᾶτε.
§123ΠΟΛΥΛΑΣ.................
§124ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν θέλω τίποτε νὰ μείνῃ ἄνευ ἀπαντήσεως. Δὲν ἔχω οὔτε τὴν πρόθεσιν, οὔτε τὴν διάθεσιν νὰ ἠθικοποιήσω οὐδένα· ἐγὼ ἀπήγγειλα τὰς ἀρχάς μου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅταν ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἐκλογῆς μου· τὰς ἐπανέλαβον καὶ σήμερον ἐν ὀλίγοις· ἠθικῆς διδάγματα δὲν εἶμαι ὁ κατάλληλος νὰ δώσω· ἐὰν ἄλλοι διὰ τῆς ἐφημερίδος των ἢ διὰ τῆς νομιμοφροσύνης ἢ δι’ ἄλλου τρόπου νομίζουν νὰ ἠθικοποιήσουν τὸν λαὸν, δὲν τοὺς ζηλεύω, ἀλλὰ δὲν τοὺς μιμοῦμαι (ἱλαρότης). Ὅταν ὅμως, κύριοι, προέβη ἡ δυσάρεστος αὕτη συζήτησις καὶ ἔλαβε μίαν πρώτην διάστασιν συνεπείᾳ τῆς προτάσεως, μοὶ φαίνεται, τοῦ κυρίου Μπούτου, ἵνα κατατεθῶσι καὶ τὰ ἔγγραφα τῶν ἄλλων χαρίτων τῶν προηγουμένων, τουτέστιν ἀπὸ τοῦ 1865, τότε, κύριοι, ἔχομεν μίαν δευτέραν φάσιν τοῦ ζητήματος. Ὁ κύριος Λομβάρδος διεμαρτυρήθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δὲν ἔφερε κατηγορίαν κατὰ τοῦ κ. Μεταξᾶ, καὶ θέλει, ἐν ἄλλαις λέξεσι, πάλιν νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ ὑποκρύψῃ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν, τὸν σκοπὸν τῆς προτάσεώς του διὰ πλαγίων μέσων, καὶ μετεχειρίσθη τὴν εἴδησιν τῆς Νέας Ὑόρκης. Διὰ νὰ τὴν εἰσαγάγῃ πάλιν ἔρχεται διὰ δευτέρου πλαγίου μέσου καὶ λέγει, δὲν θέλω κατηγορίαν, καὶ οὐχ ἧττον σᾶς ἔκαμε πρότασιν χθὲς, προτείνων νὰ ἀποδοκιμασθῇ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Τῇ ἀληθείᾳ δὲν ἠξεύρω ποῦ εὑρίσκομαι· ὁ κατηγορῶν λέγει, δὲν φέρω κατηγορίαν, καὶ οὐχ ἧττον προτείνει χθὲς τὴν καταδίκην, τὴν καρατομίαν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἕως πότε, κύριοι, θὰ ἀνεχώμεθα μίαν τοιαύτην κατάστασιν πραγμάτων, ἥτις μᾶς ἐκνευρίζει καὶ μᾶς ἀποσπᾷ τοῦ σκοποῦ μας! Περιβάλλεται κατὰ πρῶτον ἡ εἰσαγωγὴ τῆς προτάσεως διὰ τοῦ ἐνδύματος τοῦ ἐθνισμοῦ, ὁ ὁποῖος, ὡς εἶπον, φαίνεται ὅτι εἶναι κτῆμα εἰς μόνον τὸν κύριον Λομβάρδον καὶ ὄχι εἰς σᾶς, τῶν ὁποίων οἱ πατέρες μὲ τὸ αἷμά των ἐζύμωσαν τὴν γῆν ταύτην. Προβαίνει ἡ πρότασις καὶ λαμβάνει διαστάσεις, καὶ τότε ὀπισθοχωρεῖ μικρὸν ὁ κύριος Λομβάρδος· δὲν κατηγορῶ, λέγει, ἔρχεται εἰς τὸ συμπέρασμα καὶ προτείνει καταδίκην. Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, νὰ μὲ εἰπῆτε, τί ἀποδεικνύει αὐτὴ ἡ διαγωγή; Τουλάχιστον, συγχωρήσατέ μοι διὰ τὴν ἔκφρασιν, ὅσον καὶ ἂν ᾖναι φίλος μου ὁ κ. Λομβάρδος, συγχωρήσατέ μοι τὴν ἔκφρασιν τὴν πικρὰν, δὲν ὑπηρετοῦνται οὕτω τὰ ἀληθῆ συμφέροντα τοῦ ἔθνους μὲ τὴν εἰλικρίνειαν ἐκείνην, ἥτις ἀπαιτεῖται εἰς τὰς σπουδαίας ἐργασίας, τὰς ὁποίας ἐπιζητεῖ τὸ ἔθνος παρ’ ἡμῶν, καὶ ὄχι νὰ ἔρχεται σήμερον τὸ ἀκροατήριον ὄχι μόνον τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλὰ καὶ ὅλος ὁ ἑλληνικὸς κόσμος, ἵνα βλέπῃ ἡμᾶς ἐγκαλουμένους καὶ ἀντεγκαλουμένους ἐπὶ τῶν παρελθουσῶν πράξεων, αἵτινες δύνανται μὲν νὰ ἔχουν ἐπιῤῥοὴν καὶ ὀφείλουν νὰ ἔχουν καὶ νὰ ῥυθμίζουν τὸ μέλλον ἡμῶν, ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ καταντῶσι νὰ γίνωσιν ἀντικείμενα συζητήσεων σπουδαίων, αἱ ὁποῖαι ῥίπτονται εἰς τὴν δημοσιότητα, μεταβαίνουσι καὶ εἰς αὐτὸν τὸν νέον κόσμον, ἀφ’ ὅπου ἠρύσθη αὐτὴ ἡ πρώτη ψευδὴς εἴδησις τοῦ κ. Λομβάρδου, ἥτις ἔδωκεν ἀφορμὴν ἵνα δίδωμεν, κύριοι, ἡμεῖς τὸ παράδειγμα οὐχὶ σπουδαίων ἀνθρώπων. Ἐπερίμενε λοιπὸν, ἀφοῦ ὁ κ. Λομβάρδος ἔκαμεν αὐτὴν τὴν διαδήλωσιν, ὅτι δὲν ἔφερε κατηγορίαν οὐδὲ κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ὅτι ἁπλῶς καὶ μόνον ἐζήτησε νὰ ἐξελεγχθῇ, ἐὰν ἡ εἴδησις τῆς Νέας Ὑόρκης ἦν ἀληθὴς ἢ ὄχι· ἐπερίμενε, λέγω, τὰς χάριτας; Ἔπρεπε τῇ ἀληθείᾳ νὰ σταματήσῃ ἐδῶ τουλάχιστον, ἀλλ’ ἔλαβε μεγάλας ἔτι διαστάσεις, καὶ ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ἔτι τὸ εἰρωνικὸν ὕφος τοῦ προοιμίου τοῦ κυρίου Λομβάρδου κατὰ τὴν χθεσινὴν ἀγόρευσίν του ἐναντίον τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης· αἱ περιπαθέσταται ἐκφράσεις του, ὅταν ἐπρόκειτο διὰ τὸ ζήτημα τοῦ Ζακυνθίου καὶ τῆς Σοφίας ἐκ Λευκάδος, τοῦ αἵματος τοῦ ἀχνίζοντος αὐτῆς τῆς Σοφίας, τὰ ἐπιχειρήματά του (ἐν συνόλῳ) τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθη ἵνα ἐπιβαρύνῃ τὴν θέσιν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἄλλο δὲν δεικνύουν ἐν ὅλῃ αὐτῶν τῇ εἰλικρινείᾳ, εἰμὴ ὅτι ὁ κύριος Λομβάρδος σκοπὸν ἀπ’ ἀρχῆς προέθετο νὰ πλήξῃ, συγχωρήσατέ με διὰ τὴν φράσιν καὶ ἂς μὲ συγχωρήσῃ καὶ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νὰ πλήξῃ τὸ ἀδυνατώτερον ἴσως μέλος τῆς νῦν κυβερνήσεως ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν ἀπομάκρυνσίν του καὶ κατόπιν νὰ ἐπαναληφθῇ, καὶ οὕτω νὰ ἐπέλθῃ τὸ ποθούμενον· καὶ τοῦτο προδίδουσιν αἱ ἐπανειλημμέναι διαδηλώσεις ὅτι χωρίζει τὸν Μεταξᾶν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον.
§125ΜΕΤΑΞΑΣ. Δὲν εἶναι αὐτὸ μόνον.
§126ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κατ’ ἐμὲ, αὐτό. — Ἀλλὰ, κύριοι, ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεων τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τῶν χαρίτων ἵνα ἴδωμεν, ὑπάρχει ἤδη, ὑπῆρξε ποτὲ ὕλη τοιαύτη. Κύριοι, καθόσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἐξελέγξεως τῶν πράξεων τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὸ περὶ χαρίτων ἀντικείμενον, θέλω ταχθῆ πρὸς στιγμὴν μὲ τὴν ψῆφον ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἀμφισβητοῦσιν αὐτὸ τὸ δικαίωμα ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ὡς ἐτάχθη καὶ ὁ κ. ὑπουργός· ἠδυνάμην, κύριοι, νὰ ὑποστηρίξω καὶ ν’ ἀναφέρω πολλὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ἴσως εἴτε καταπολεμοῦσιν εἴτε μετριάζουσιν αὐτὸ τὸ δικαίωμα, ὅταν τουλάχιστον αὐτὸ δὲν ἔχῃ ἢ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἓν ἀποτέλεσμα· ἀλλὰ, κύριοι, ἀπέχω τῆς ἐξετάσεως ταύτης διὰ νὰ μὴ μακρύνω ἐπὶ πολὺ τὸν λόγον μου. Ποῖα εἶναι, κύριοι, τὰ κατηγορούμενα κεφάλαια ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τῶν χαρίτων κατὰ τοῦ νῦν ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης; Ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνέφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅτι ἀπένειμε 305 χάριτας, ἐὰν δὲν λανθάνωμαι ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν, ὅτι ἐξ αὐτῶν 128 ἀφορῶσιν ἐγκλήματα τῆς Μεσοβασιλείας, ὅτι ὅλα ταῦτα, τουτέστι τὰ σχετικὰ διατάγματα, ἐπιστηρίζονται ἐπὶ τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις συνέστη ὡς πρὸς τὰ ἐγκλήματα τὰ λαβόντα τότε χώραν, καὶ ὡς πρὸς ταῦτα, κύριοι, οὐδὲν ἠδυνήθη οὔτε ὁ ἔντιμος κύριος Λομβάρδος νὰ εἴπῃ· ἐν τῇ συνειδήσει ἡμῶν ὑπάρχει ἢ δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία ὅτι ἐγένετο κατάχρησις τοῦ δικαιώματος τῆς χάριτος καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐγκλήματα ταῦτα; Ὁ κύριος Λομβάρδος συζητῶν εἶπεν ἐν ἀρχῇ, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι αἱ διάφοροι συστάσεις εἴτε τῶν ἐπιτροπῶν εἴτε τῶν εἰσαγγελέων δὲν χρησιμεύουσιν ἵνα δικαιολογήσωσιν ἕνα ὑπουργὸν, ὅταν δίδῃ χάριτας, διότι πολλάκις δύναται νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, καὶ δύναται νὰ ᾖναι ἀληθὲς τὸ ἐναντίον τῆς προτάσεως εἴτε ἐπιτροπῆς εἴτε εἰσαγγελέως, καὶ οὐχ ἧττον ἡ χάρις ἀποβαίνει δικαία. Ἀλλὰ, κύριοι, τοὐλάχιστον δὲν εἶναι πρωτοφανὲς τὸ νὰ συσταίνηται ἐπιτροπὴ ἢ νὰ περιμένηται ἡ γνωμάτευσις καὶ ἡ σύστασις ἁρμοδίων τινῶν ἀρχῶν, δὲν εἶναι πρωτοφανὲς λέγω τοῦτο· ὅλα τὰ προηγούμενα ὑπουργεῖα τὸ αὐτὸ σύστημα ἠκολούθησαν καὶ εἶναι ἀναντίῤῥητον ὅτι εἶναι τρεῖς περίπου χιλιάδες χαρίτων, αἱ ὁποῖαι ἀπενεμήθησαν ἀπὸ τὸ ἔτος 1865, ἐξαιρέσει ὀλίγων ἀφορωσῶν ἐγκλήματα μικροῦ λόγου ἄξια· δὲν ὑπάρχει διάταγμα τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ὑποστηρίζῃ αὐτὰς τὰς χάριτας μὲ τὰ σχετικὰ δικαιολογητικὰ, συστατικὰ ἔγγραφα τῶν διαφόρων ἐπιτροπῶν, ἢ ἀμέσως τῶν δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα συνέστησαν τοὺς καταδικασθέντας, εἴτε συνεπείᾳ διοικητικῶν ἀνακρίσεων αἵτινες ἐγένετο μετὰ τὴν δικαστικὴν ἀπόφασιν. Τρεῖς μόνον χάριτες, κύριοι, ἐπέστησαν τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Λομβάρδου, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν δύο χάριτες, ἡ πρώτη, ἡ δοθεῖσα εἰς τὸν ἐπιστάτην τοῦ κυρίου Φωκᾶ ἐκ Πατρῶν ἐν τῇ περιπτώσει τῶν δικασθέντων ὡς συνεργῶν τῆς ἁρπαγῆς τοῦ υἱοῦ τοῦ Φωκᾶ, καὶ ἡ χάρις τοῦ Ζακυνθινοῦ τῆς Λευκάδος, περὶ τῆς ὁποίας ὁ προλαλήσας κύριος Σέρβος ἔκαμε μέγαν πάταγον. Ἠδύνατο ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, χωρὶς νὰ δυνηθῇ οὐδεὶς νὰ τῷ κάμῃ ἀντίῤῥησιν σπουδαίαν, νὰ περιχαρακωθῇ ὄπισθεν τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον ἔχει ἀναντιῤῥήτως ἡ βασιλεία καὶ νὰ εἴπῃ, ἠθέλησεν ἡ Αὐτοῦ Μεγαλειότης νὰ χαρίσῃ τὴν ποινὴν εἰς αὐτὰς τὰς δύο περιπτώσεις, δὲν ἔχω νὰ δώσω λόγον περισσότερον. Ἀλλὰ, κύριοι, τί σᾶς λέγει ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; Καθόσον ἀφορᾷ τὸν ἐπιστάτην τοῦ κυρίου Φωκᾶ, σᾶς λέγει ὅ,τι πραγματικῶς ἔλαβε χώραν, ὅτι τουτέστι κατὰ λάθος τοῦ γραφείου περιελήφθη αὐτὸς μεταξὺ τῶν χαρίτων, ἐνῷ ἡ ἔγκρισις ἡ διαταχθεῖσα ἀπέβλεπεν ἀποκλειστικῶς τοὺς ναύτας, ὅτι ἀμέσως ἔσπευσε, μόλις ἔλαβε τὴν περὶ τούτου εἴδησιν, ν’ ἀνακαλέσῃ καὶ ἀνεκάλεσε τὸ διάταγμα αὐτό. Τί δὲ σᾶς εἶπε περὶ τοῦ φόνου τῆς Σοφίας τοῦ ἐν Λευκάδι Ζακυνθινοῦ; Σᾶς ἔφερεν ἔγγραφον τῆς ἁρμοδίας δικαστικῆς ἀρχῆς, τὸ ὁποῖον θέτει τοὐλάχιστον εἰς ἀμφιβολίαν, καὶ ἀρκοῦσιν αἱ ἀμφιβολίαι, ἐννοεῖται οἴκοθεν, περὶ δικαστικῆς ὑποθέσεως, ἵνα ἀποφανθῇ τις πάντοτε ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου) τὸ ὁποῖον θέτει εἰς ἀμφιβολίαν καὶ λέγει, ὅτι γεγονότα σπουδαῖα ἐπέστησαν τὴν προσοχὴν αὐτῆς τῆς δικαζούσης ἀρχῆς ὅτι ὁ φόνος δὲν ἐγένετο ἐκ προμελέτης ἀλλ’ ὅτι ἦτο ἀποτέλεσμα μᾶλλον ἀμελείας. Ἀλλ’ ἐνταῦθα ὁ Κύριος Σέρβος ἔκαμε πολὺν πάταγον. Κύριοι, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου νὰ παρατηρήσω ὅτι ἀπέναντι ἑνὸς ἐγγράφου τοσοῦτον σπουδαίου, ὁποῖον εἶναι τὸ ἔγγραφον τὸ ὁποῖον ἐξῆλθεν ἐξ αὐτῆς τῆς ἰδίας δικαστικῆς ἀρχῆς, ἥτις ἀντελήφθη τὰ γεγονότα ἀμέσως, ἥτις ἐξήτασεν, ἔκρινε καὶ ἔλαβε γνῶσιν καὶ τῶν ἐλαχίστων περιστατικῶν, κύριοι, πᾶς λόγος, πᾶσα ἐπίκρισις εἶναι τόλμη, τόλμη ἀσυγχώρητος. Πρέπει, κύριοι, νὰ προγράψωμεν ἀπὸ τὸ Κράτος ἡμῶν ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους, νὰ μὴ ἐμπιστευώμεθα πλέον οὔτε τοὺς ὑπουργοὺς, οὔτε τοὺς λειτουργοὺς τῆς Θέμιδος, ὅταν δυνάμεθα νὰ ἀμφιβάλλωμεν εἰς τοιαύτας πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐξέρχονται ἐπισήμως ἀπὸ αὐτὰς τὰς ἰδίας ἀρχάς· ποῦ θὰ σταματήσῃ τὸ κακόν, καὶ τί ἔχετε κατὰ τοῦ ἐντίμου δικαστοῦ Μαράτου, ὅστις ἐπὶ δεκαπενταετίαν ἤδη διήνυσε τὸ μεγαλεῖτερον μέρος τοῦ δικαστικοῦ του βίου ἐν Κερκύρᾳ μὲ τιμήν; ἔνθα διὰ δύο ἔτη ἐκάθησεν ὡς ἀντιπρόεδρος ἐπαξίως; Τί ἔχετε νὰ εἴπητε, ὅταν τὸ ὄνομά του τὸ ἐῤῥίψατε διὰ νὰ ἐγείρητε ἀμφιβολίας, ὅτι δῆθεν διωρίσθη παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ Κυρίου Μεταξᾶ ἵνα ὑπηρετήσῃ ἴσως τὸν Ζακυνθινόν; Περὶ τοῦ ἄλλου δικαστοῦ ἀγνοῶ, ἀλλὰ καθόσον ἀφορᾷ τὸν κύριον Μαράτον, καθὸ δικηγόρος ἐξασκῶν πρὸ 16 ἐτῶν τὸ ἐπάγγελμά μου ἐν Κερκύρᾳ, δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅτι ἐκεῖ ηὐτύχησε.
§127ΜΕΤΑΞΑΣ. Δὲν ἔλαβε μέρος, δὲν ἦτο πρόεδρος ὁ Μαράτος.
§128ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐὰν ηὐτύχησεν ἡ Κύρκυρα νὰ λάβῃ, ὡς πάντοτε ἔλαβεν, ἐντίμους καὶ ἀμερολήπτους δικαστὰς, εἷς τούτων καὶ πρωτεύων εἶναι καὶ ὁ κύριος Μαράτος. Ἀκούω ἤδη ὅτι οὔτε ἔλαβε μέρος εἰς τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων, ὅπου ἐγένετο αὕτη ἡ πρᾶξις ἡ ὁποία θέτει τὰς ἀμφιβολίας περὶ τῆς ποιότητος τοῦ ἀδικήματος τῆς Σοφίας. Ἐννοῶ, ὅτι εἰς ἓν σύστημα ἀνθρώπων τὰ πάντα ἦναι θεμιτὰ, ἡ δυσπιστία κατὰ τῶν ἀρχῶν, ἡ προσβολὴ κατὰ τῶν νόμων, ἡ δυσπιστία κατὰ τῶν προσώπων, καὶ ἔχω πρόσφατον παράδειγμα τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1871, ὅτε ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη ἠθέλησε νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν της ἐν Ζακύνθῳ· ἔχω πρόσφατον παράδειγμα, ὅτι τότε ἐκεῖ ἀντέστη ἡ ὀχλοκρατία ἵνα ἐμποδίσῃ τὴν λαιμητόμον νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον τῆς δικαιοσύνης· ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, ὑπάρχουν συστήματα τὰ ὁποῖα θέτουσιν εἰς ἀμφιβολίαν τὰ πάντα, καὶ αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τῆς θεότητος, ἀλλά, κύριοι, μετὰ τῶν συστημάτων τούτων ἐγὼ οὐδέποτε συγκατελογίσθην, οὔτε συγκαταλέγομαι.
§129ΝΕΓΚΑΣ. Εἰς ποίαν ἐποχὴν ἀντέστη ἡ ὀχλοκρατία Ζακύνθου εἰς τὴν ἐκτέλεσιν καρατομίας;
§130ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1871.
§131ΝΕΓΚΑΣ. Ἠξεύρετε ποῖος ἦτο ὁ εἰσαγελεὺς; Ἦτο ὁ κ. Χοϊδᾶς καὶ ὁ κ. Χοϊδᾶς δύναται περὶ τούτου νὰ μαρτυρήσῃ καὶ περὶ τούτου δὲν λέγετε τὴν ἀλήθειαν.
§132Ε. ΚΑΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Χοϊδᾶς χθὲς ἐνώπιον πολλῶν ἄλλων βουλευτῶν μᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ λαὸς ἐξηγέρθη εἰς τὴν καρατόμησιν.
§133ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὸ 1871, ἐννοεῖτε, κύριε Νέγκα, δὲν ἦτο 1867. Δὲν βλέπω λοιπὸν, κύριοι, οὐδὲν τὸ ἐπιλήψιμον οὔτε εἰς τὴν ποσότητα, οὔτε εἰς τὴν ποιότητα τῶν χαρίτων τῶν ἀπονεμηθεισῶν παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν δύναμαι δὲ νὰ κλείσω τὸν περὶ τούτου λόγον χωρὶς ν’ ἀναφέρω τὴν ἄλλην ὑπαιτίασιν, ἥτις ἐδόθη εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καθόσον ἀφορᾷ τὰς χάριτας, τὰς στηριζομένας ἐπὶ τῶν διαφόρων γνωμοδοτήσεων τοῦ ἐν Κερκύρᾳ σωφρονιστηρίου· αἱ χάριτες αὗται ἀπενεμήθησαν νομίμως, ἐτηρήθησαν οἱ τύποι, τοὺς ὁποίους ἡ κοινωνία νομίζει ὅτι δύναται νὰ μεταχειρίζηται πρὸς ἀπονομὴν κατὰ τοῦτο δικαίαν καὶ πρὸς φραγμόν τινα εἰς τὴν χρῆσιν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος, καθόσον ἀφορᾷ τοὺς ὑπουργούς· ἐτηρήθησαν πιστῶς. Ναί, κύριοι, δυνάμει, ὡς εἶπεν ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς, τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ ΡΝ. νόμου τῆς ἀφομοιώσεως, ὅστις ἔθετο ἐν Ἑπτανήσῳ εἰς ἐνέργειαν ὅλην τὴν λοιπὴν νομοθεσίαν, καθόσον δὲν ἀντίκειται εἰς τὸν Ἰόνιον ἀστικὸν κώδικα, ἐτηρήθησαν ἐν ἰσχύϊ οἱ κανονισμοὶ τοῦ ἐνεχυροδανειστηρίου, τοῦ πτωχοκομείου, τοῦ ἐκθετοτροφείου, καὶ πάντες οἱ ἀφορῶντες τὰ ἄλλα παραπλήσια ἐν Ἑπτανήσῳ ἱδρύματα. Ἓν δὲ τῶν ἱδρυμάτων τούτων εἶναι καὶ τὸ ἐν Κερκύρᾳ σωφρονιστήριον, τὸ ὁποῖον ἔχει κανονισμὸν, ὅστις εἶναι τὸ ἀπαύγασμα τῆς μελέτης τῶν σοφωτέρων ποινικολόγων τῆς Εὐρώπης, ὁ δὲ πρώην διευθυντὴς αὐτοῦ τὸ προήγαγε μέχρι τοῦ βαθμοῦ, ὥστε πᾶς ξένος ὁ ἐπισκεπτόμενος τὴν Κέρκυραν νὰ ἐκπλήττεται βλέπων τὸ σωφρονιστήριον τοῦ ἀειμνήστου Ἰ. Κοτζίρη τοῦ ἔχοντος ἀνταπόκρισιν ἄμεσον μὲ τὸν σοφὸν Mittermeier. Κατὰ τὸ παραδεδεγμένον σύστημα, οἱ μόνοι ἁρμόδιοι εἶναι αὐτὸς ὁ ἱερεὺς Σκορδύλης, αὐτὸς ὁ ἰατρὸς, αὐτὸς ὁ διευθυντὴς, κύριε Λομβάρδε· ἔχεις νόμον εἰς τὴν πατρίδα σου, καὶ τὸν νόμον αὐτὸν ὀφείλεις νὰ σεβασθῇς· κατ’ αὐτὸν δὲ, ἡ ἐπιτροπὴ εἶναι ἁρμοδία ἐπὶ τῶν χαρίτων νὰ γνωμοδοτῇ, καὶ εἶναι μάλιστα ὑποχρεωμένη ἐπὶ τῶν χαρίτων νὰ δίδῃ γνωμοδότησιν κατ’ ἔτος, ὥστε αἱ εἰρωνεῖαι σου περὶ ἱερέων καὶ τόσων ἄλλων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκσφενδονισθεῖσαι, δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἦσαν ἄσκοποι καὶ ἄστοχοι. Ἑπομένως ἀδιαφορῶ καὶ πρέπει νὰ ἀδιαφορήσῃ πᾶς τις ἔχων φρένας, ἂν εἰς τὰς διαφόρους αὐτὰς γνωμοδοτήσεις, τὰς ὁποίας αὐτὴ ἡ παρὰ τοῦ νόμου ἀναγνωριζομένη ἐπιτροπὴ ἀνέφερεν, ἐκτὸς ἄλλων λόγων, καί τινας ἐνδοιασμοὺς αὐτῆς ὡς πρὸς τὴν διάπραξιν τοῦ ἀδικήματος· καὶ ἂν ᾖναι αὐτουργὸς ἢ ὄχι ὁ καταδικασθεὶς, βεβαίως δὲν ἦτον ἁρμοδία εἰς τοῦτο νὰ ἀποφανθῇ, οὔτε μονομερῶς ὁ ἱερεὺς, ἢ ὁ ἰατρὸς ἢ ὁ διευθυντὴς, οὔτε συλλήβδην καὶ οἱ τρεῖς, ἀλλὰ δὲν ἀνέφερε μόνον τὸν λόγον τοῦτον ἡ ἐπιτροπὴ, διὰ τὸν ὁποῖον κρίνεται ὁ δεῖνα ἄξιος συστάσεως. Ὡς ἠκούσατε, κατὰ τὸ σύστημα τὸ ἀπομονωτικὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι παραδεδεγμένον ἐν τῷ σωφρονιστηρίῳ Κερκύρας, ἡ ἐνδελεχὴς μέριμνα καὶ προσοχὴ καὶ ἡ προσπέλασις τοῦ ἱερέως μετὰ τοῦ καταδίκου, ἱερέως θεολόγου, ἱερέως ἐκ τῶν ἠθικωτέρων καὶ ἐξοχωτέρων τῆς νήσου ἐκείνης, ἱερέως ὅστις τιμᾷ τὸν τόπον καὶ χαίρει τὴν κοινὴν ὑπόληψιν, ὅστις συνηγωνίζετο νὰ γείνῃ πρὸ μικροῦ ἐπίσκοπος Κερκύρας καὶ νὰ καθέξῃ τὴν θέσιν, ἣν καθεῖξεν ὁ νῦν Ἀντώνιος, ἱερεὺς ὁποῖος ὁ Σκορδύλης, ὅστις ἀνέλαβε τὸ φιλάνθρωπον ἔργον νὰ ἠθικοποιήσῃ τοὺς ἀτυχεῖς κακούργους, ὅσους πέμπει καὶ ἡ πατρὶς ἡμῶν καὶ ἡ λοιπὴ βασιλεία εἰς τὸ σωφρονιστήριον ἐκεῖνο, ἡ προσπέλασις αὐτὴ τοῦ ἀξιοτίμου καὶ ἐναρέτου τούτου ἀνδρὸς, ἡ ἐπιτήρησις ἡ συνεχὴς τοῦ διευθυντοῦ, ἡ ἐπιτήρησις τοῦ ἰατροῦ, ὅστις ἕνεκα τῶν φυσικοϊατρικῶν γνώσεών του, κατὰ τὰς γνώμας τῶν σοφῶν ποινικολόγων τῶν συγγραψάντων ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τοῦ ἀπομονωτικοῦ συστήματος, καὶ ἕνεκα τῶν ἄλλων φυσιολογικῶν του παρατηρήσεων δύναται νὰ συμπεράνῃ εὐστόχως καὶ περὶ τῆς ἠθικῆς τροπῆς τοῦ κακούργου. Αὐτὴ, λέγω, ἡ ἐπιτροπὴ ἀπαρτίζει κατ’ ἔτος τὸ ἐξαγόμενον τῶν ὡρίμων σκέψεων, τὰς ὁποίας κάμνει καθ’ ὅλον τὸ διάστημα ὡς πρὸς τὴν διαγωγὴν καὶ τὰς τάσεις ἑκάστου κακούργου, καὶ ἔρχεται εἰς τὸ συμπέρασμα ἄξιος ἢ μὴ ἄξιος χάριτος. Ὁποία μεγαλειτέρα ἐγγύησις, ὁποῖον ἀσφαλέστερον ἐχέγγυον, συγχωρήσατέ μοι νὰ τὸ εἴπω, καὶ εἰς αὐτὴν τὴν βασιλείαν, ὅταν περιχαρακώνεται ὄπισθεν τοιαύτης γνωμοδοτήσεως! Καὶ ἐγκλημάτισεν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης Μεταξᾶς, ἂν περιεχαρακώθη ὄπισθεν αὐτῆς; Ὁ κύριος Μεταξᾶς μετεχειρίσθη τὸ μέσον ἑνὸς ἱερέως, ὁ ὁποῖος εἶναι καλὸς νὰ ἐξομολογῇ ὅταν πηγαίνῃ κανεὶς εἰς τὸν ᾅδην, κατὰ τὸν κύριον Λομβάρδον; ἢ μετεχειρίσθη τὸ μέσον τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον εἶναι νομίμως παραδεδεγμένον καὶ δύναται ἑκάστοτε νὰ θέσῃ φραγμὸν εἰς πᾶσαν παρεκτροπήν; Ἠδυνάμην ἐδῶ νὰ σταματήσω, διότι δὲν θέλω νὰ φέρω τὴν συζήτησιν ἐκεῖ ὅπου τὴν ἔσπρωξαν, τουτέστιν νὰ ἐξετάσω τὸ παρελθὸν τοῦ κυρίου Λομβάρδου· ὤφειλον νὰ τὸ συμπληρώσω, ἀλλὰ συμβουλεύω τὸν κύριον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ σταματήσῃ καὶ αὐτὸς ἐνταῦθα.
§134ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἀνέφερα τίποτε.
§135ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Καὶ νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ ὅρια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπροκάλεσεν ἡ ἐξέλεγξις τῶν τελευταίων χαρίτων, ἡ τόσον ἀστόχως καὶ μὴ εἰλικρινῶς ἐλεγχθεῖσα ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν. Συγχωρήσατε ὅμως, κύριε ὑπουργὲ, νὰ εἴπω ὅτι ἡ γενναιότης εἶναι τὸ ἰσχυρότερον ὅπλον κατὰ τοῦ συκοφάντου. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν δύναμαι νὰ παρέλθω χωρὶς μίαν παρατήρησιν ἓν ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον κἄπως ἦλθεν εἰς ἐπαφὴν μὲ ἄλλο δυσάρεστον συμβάν, τὸ ὁποῖον κατεσπάραξε καὶ κατελύπησε πᾶσαν ἑλληνικὴν καρδίαν, τὸ συμβὰν τοῦ Δήλεσι· δὲν δύναμαι νὰ παραλείψω τὸ περὶ χαρίτων εἰς φυγοδίκους, καθόσον εἰς τοῦτο, ὡς καὶ ὁ προλαλήσας κύριος Σέρβος εἶπε, εἶδε τὸ τρωτὸν μέρος καὶ ἠθέλησε νὰ ἐνισχύσῃ ὁπωσοῦν δι’ ἐπιχειρημάτων νομικῶν τὴν νομιμότητα, τὴν δικαιοσύνην τῶν χαρίτων, αἱ ὁποῖαι ἀπενεμήθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Λομβάρδου. Συγχωρήσατε λοιπὸν ὡς πρὸς τοῦτο νὰ συνταχθῶ μὲ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες ὑποστηρίζουσιν ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ λάβῃ χώραν χάρις (καὶ δὲν ἐξετάζω τὸ ζήτημα κατ’ οὐσίαν) χωρὶς νὰ τηρηθῶσιν ἐκεῖνοι οἱ τύποι, οἱ ὁποῖοι δεσμεύουσι καὶ τὸν ὑπουργόν. Δὲν ἦτο ἡ ἀπόφασις κατὰ τὸ Ἰόνιον Δίκαιον τελεσίδικος· κύριε Σέρβε, ἡ ἐρήμην ἀπόφασις κατὰ τὰ συνδυασμένα ἄρθρα 212 καὶ 213 τῆς Ἰονίου Ποιν. Δικον. δύο εἶχε τὰ στάδια, ἀνακοπὴν πρὸ πενταετίας καὶ ἀνακοπὴν μετὰ πενταετίαν· ἐννοεῖται ὅτι κατὰ τὰ δύο στάδια ἂν δὲν ἤθελεν ἐπέλθει παραγραφὴ τῆς ἀποφάσεως τῶν ἐγκλημάτων ἐκείνων τὰ ὁποῖα, εἴτε καλῶς εἴτε κακῶς, (δὲν ἀνήκει εἰς ἡμᾶς νὰ κρίνωμεν) ὁ Ἰόνιος Νόμος ὁ πρῴην χαρακτηρίζει ὡς κακουργήματα, καὶ διὰ νὰ ἐπιβάλῃ ποινὴν 6½ ἐτῶν δεσμῶν διὰ τὸν μὲν τῶν καταδικασθέντων καὶ 3 ἐτῶν διὰ τὸν ἕτερον ἠδύνατο νὰ γίνῃ λόγος περὶ χάριτος. Δὲν ἦτο δὲ ἐνταῦθα ἡ περίπτωσις οὔτε τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Ποιν. Νόμου, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπαναλαμβάνει εἰμὴ τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ Δικαίου, ὅτι ὅταν ἐπέλθῃ ἐπιεικέστερος Νόμος, ὠφελεῖ τὸν καταδικασθέντα, καὶ ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ μέρους, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κύριος Σέρβος, ἦτο déplacée, ἵνα μεταχειρισθῶ τὴν φράσιν τοῦ κυρίου Λομβάρδου, ἦτον ἀκατάλληλος. Πρόκειται περὶ τούτου· ὑπάρχει τελεσίδικος ἀπόφασις, ἵνα γείνῃ λόγος περὶ χάριτος; Ἡ ἀπόφασις, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ἐρήμην, ἡ ἐκδοθεῖσα κατὰ τὸ 1852 δὲν καθίσταται τελεσίδικος, εἰμὴ μετὰ τὴν ἀνακοπὴν καὶ κατὰ συνέπειαν νέας ἀποφάσεως, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ ἐπαναληφθῇ μετὰ τὴν ἐμφάνισιν τοῦ ἐρήμην δικασθέντος, ἢ ὁπότε ἤθελε συμπληρωθῆ ἡ πρὸς παραγραφὴν αὐτῆς προθεσμία, ὁπότε κατηργεῖτο καὶ ἡ ποινὴ καὶ δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη χάριτος. Τελεσίδικος ἀπόφασις δὲν ὑπάρχει οὔτε πρὸ, οὔτε μετὰ τὴν πενταετίαν. Ὡς πρὸς τὴν ἀνακοπὴν τὴν πρὸ ἢ μετὰ τὴν πενταετίαν, ἦτον ἄσκοπος ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ διάκρισις, διότι ὅταν ἡ ἀνακοπὴ εἰσάγεται πρὸ τῆς πενταετίας, ἀνατρέπει καὶ τ’ ἀποτελέσματα τὰ πολιτικὰ τῆς ἐρήμην, ἐνῷ ἀπεναντίας ἐὰν εἰσάγηται μετὰ τὴν πενταετίαν, ὅσα ἀποτελέσματα πολιτικὰ εἶχον γίνει, αὐτὰ κηρύσσονται σεβαστά· ἡ φράσις ἐκτελεῖται ἡ ἀπόφασις, ἐκ τῆς ὁποίας ἠρύσθη συμπεράσματα ὁ κύριος Σέρβος, δὲν τὸν ὠφελεῖ, διότι πρόκειται περὶ ἀποφάσεως ἐρήμην, ὁ δὲ νόμος λέγει ὅτι τὰ πολιτικὰ ἀποτελέσματα μένουσιν εἰς τὴν θέσιν των, ἄλλως ἤθελεν εἶσθαι ματαία ἡ διάκρισις μεταξὺ τοῦ πρώτου σταδίου καὶ τοῦ δευτέρου· πολιτικὸν ἀποτέλεσμα εἶνε ἡ φυλάκισις; πολιτικὸν ἀποτέλεσμα εἶνε ἡ τελεσίδικος ἀπόφασις;
§136ΣΕΡΒΟΣ. Ἐκτελεῖται, λέγει τὸ ἄρθρον.
§137ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τώρα· τώρα θέλετε νὰ σᾶς δώσω μαθήματα. Ἐκτελεῖται ἡ ἀπόφασις, ἄρα ὅταν ἐκτελῆται καὶ κατὰ τοῦ ἀτόμου τοῦ μὴ παρόντος, ὡς φρονεῖτε, τότε εἶνε τελεσίδικος ἀλλὰ ποία ἀπόφασις ἐκτελεῖται; ἐκείνη ἡ ὁποία εἶνε τελεσίδικος. Πλὴν, κύριοι, λέγουν, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ νομοθέτης μετεχειρίσθη τὴν λέξιν ταύτην, δὲν ἐννοοῦσε νὰ χορηγήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς· ἀλλὰ συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν ἐννοεῖτε τὴν λέξιν «ἐκτελεῖται» καὶ δὲν κάμετε διάκρισιν μεταξὺ τῶν πολιτικῶν ἀποτελεσμάτων καὶ τῆς σωματικῆς ἐκτελέσεως· ὡς πρὸς τὴν σωματικὴν ταύτην ἐκτέλεσιν, τουτέστι, τὴν ποινὴν τῶν δεσμῶν, κύριε Σέρβε, δὲν ὑπῆρχε κατὰ τὸ 1867 συμπληρωμένη ἡ παραγραφή, διότι κατὰ τὸν ἰδικόν μας ποιν. νόμον, τὸν ὁποῖον ἡ ἀφεντιά σου εἶχες εἰς τὴν Ἁγίαν Μαύραν καὶ ἐγὼ εἰς τὴν Κέρκυραν, ὤφειλε νὰ παρέλθωσι 19½ ἔτη ἵνα καταργηθῇ ἡ ἀπόφασις διὰ τῆς παραγραφῆς. Ἠδύναντο λοιπὸν αὐτοί, τῶν ὁποίων ἡ καρδία ἔπαλλε διὰ τὴν ἕνωσιν, κατὰ τὸ 1867 νὰ παρουσιασθῶσιν μόνοι των ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης διὰ νὰ εἴπωσιν, ὅτι καθόσον ἀφορᾷ τὰ πολιτικὰ ἀποτελέσματα, δὲν ἦτο τελεσίδικος ἡ ἀπόφασις, καὶ ἐπειδὴ ἐπῆλθεν ὁ εὐεργετικὸς νόμος ὁ ὁποῖος ὁρίζει ἐλαφροτέραν ποινὴν, νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς αὐτὸν καὶ νὰ ἐξέλθωσι τὴν τελευταίαν ἡμέραν. Ἀπεναντίας τί βλέπομεν; εἰς τὰ 1867 ἕνα Κολποδῖνον, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἔκαμε κρότον, διότι ἐσυγχύζετο μετὰ τοῦ Λούντζη, ὁ ὁποῖος ἔκαμεν ἀναφορὰν καὶ ὁ ὁποῖος ἔλεγεν ὅτι εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, εἰς τὴν Βλαχίαν, μοὶ φαίνεται.
§138ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὰς Πάτρας.
§139ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τόσον καλλίτερον· ἀφοῦ εὑρίσκετο εἰς τὰς Πάτρας, διατί νὰ μὴ προκαλέσητε τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως, ἀλλὰ νὰ τοῦ δώσητε χάριτα; (ἱλαρότης). Ἐγὼ εἶπον νὰ μὴ ἀρχίσω ἀπὸ αὐτὸ τὸ μέρος καὶ νὰ μὴ μοῦ δώσητε ἀφορμήν.
§140ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σεῖς εἴχατε δικαίωμα νὰ τὸ ἐγγίξητε αὐτὸ τὸ θέμα ὡς βουλευτὴς, ὄχι ὅμως καὶ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος δὲν ἐφάνη ἁβρόφρων.
§141ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τί θέλετε; νὰ σὲ καταδικάσωμεν δι’ ὅ,τι ἔκαμες εἰς τὰ 67; Δὲν ἔχει σκοπὸν ἡ καταδίκη, ἐγὼ ἀπαντῶ εἰς τὸ κύριον Σέρβον. Ἑπομένως, εἰς τοὺς φυγοδίκους αὐτοὺς δὲν ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ χάρις, καὶ παρεβιάσθησαν ὅλοι οἱ τύποι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἐὰν ἤξευραν ὅτι ἠδύναντο νὰ παραβιασθῶσιν, ἤθελον τοὺς παραβιάσει εἰς τὸ λυπηρὸν δρᾶμα τοῦ Δήλεσι· καὶ ὅμως ἐπιτροπὴ τῶν πλέον νομομαθῶν τῆς Ἑλλάδος ἐσταμάτησεν εἰς τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, διότι ἡ χάρις ἐκείνη ἤθελεν ἰσοδυναμεῖ μὲ ἀμνηστίαν, ἀφ’ οὗ ἡ ἀπόφασις ἐκείνη δὲν ἦτο τελεσίδικος καὶ ἠδύνατο ν’ ἀνακοπῇ καὶ ἑπομένως νὰ ἔλθῃ εἰς νέαν συζήτησιν τὸ ἀντικείμενον. Εἰς τοῦτο τὸ μέρος εἶναι ἀναπολόγητος πᾶς ἐναντίος ἰσχυρισμός· ἐκτὸς τούτου, κύριοι, ἂν ἡ θεωρία τοῦ Κ. Σέρβου, ἡ βασιζομένη ἐπὶ τῆς γνώσεως τῆς Ἰονικῆς νομοθεσίας, ἦτο βάσιμος βεβαίως, μὴ ἀδικήσετε τοὺς ἄλλους εἰσαγγελεῖς, τὸν κύριον Ἱδρωμένον, τὸν κύριον Παπαφράγκον, τὸν κύριον Κωνσταντόπουλον, εἰς τοὺς ὁποίους ὑπεβλήθησαν παρόμοια ζητήματα, ὅτι δὲν εἶχον γνῶσιν τῆς Ἰονικῆς Νομοθεσίας, καὶ ὅτι ἐβλασφήμησαν εἰπόντες ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ δοθῇ χάρις, ἐνῷ ἐπρόκειτο περὶ τοῦ αὐτοῦ. Ὑπεβλήθησαν καὶ ἄλλαι αἰτήσεις περὶ ἑνὸς Τσουκαλᾶ, περὶ ἑνὸς Μπαμπάση. Ἡ γνώμη αὕτη ὑπεστηρίχθη καὶ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅστις εἶπεν ὅτι κατὰ τὸ σύστημα τῆς Ἰονίου Δικονομίας αἱ ἐρήμην ἀποφάσεις δὲν εἶναι τελεσίδικοι καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ δοθῇ χάρις. Ἀξιοσπούδαστος, κύριοι, εἶναι ἡ ἀπόφασις αὐτὴ τοῦ 1852, ἡ ἀφορῶσα τοὺς φυγοδίκους τούτους καὶ μ’ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, συγχωρήσατέ μοι νὰ τὸ εἴπω, λυπηρὰν, διότι διατρέχων αὐτὴν εἶδον ἓν ὄνομα, τοῦ ὁποίου ἡ ἀνάμνησις μοὶ ἐγείρει βαθεῖαν λύπην, τὸ ὄνομα τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου Ἀντωνίου Γαΐτα, τότε εἰσαγγελέως ὄντος καὶ ὑποστηρίξαντος τὴν κατηγορίαν, περὶ τῆς ὁποίας ἡ ἀπόφασις ἀπηγγέλθη, μὲ τὴν λύπην δὲ ταύτην κατέρχομαι τοῦ βήματος.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ εἶναι καὶ ἄλλοι νὰ ὁμιλήσουν, ἀναβάλλεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον. Ὥρα 2 Μ. Μ.