1872.06.19
2.113 στίχοι · 17.295 λέξεις · 218 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 28
τῆς 19 Ἰουνίου 1872.
(Δευτέρα).
Ὥρα 8 Π. Μ. Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ γενομένης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις.
Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὂχι, ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρα ἐγκρίνονται.
§4ΔΥΟΒΟΥΝΙΩΤΗΣ. Κύριε πρόεδρε, δύο λέξεις, νὰ ὑποβάλω μίαν πρότασιν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀγάλια, ἀγάλια.
§6Α. ΡΟΥΚΗΣ (γραμματεύς). (ἀναγινώσκει ἀναφορὰν τοῦ βουλευτοῦ Σκαλτσοδήμου, ζητοῦντος εἰκοσαήμερον ἄδειαν ἀπουσίας).
§7ΠΟΛΛΟΙ. Τότε θὰ φύγωμεν ὅλοι.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ δὲν παραδέχεται.
§9ΤΙΝΕΣ. Ἔχομεν πολλοὶ τοιαύτας αἰτήσεις νὰ καταθέσωμεν.
§10ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω, κύριοι, εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ τρέχοντος ἔτους ὡς εἶχεν αὐτὸν ὑποβεβλημένον καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν, μέ τινας τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπηνέχθησαν εἰς αὐτὸν τόσον ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα ὅσον καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα. Ὁ παρὰ τοῦ προκατόχου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κυρίου Δηλιγιάννη ὑποβληθεὶς προϋπολογισμὸς περιεῖχεν ἔσοδα 33,269,200 δραχ. ἔξοδα δὲ 36,378,675, ἑπομένως ἐπαρουσίαζεν ἔλλειμμα 3,109,475 δραχ. τὸ ὁποῖον ὅμως ἔμελλε νὰ ἐπιβαρυνθῇ—ἕνεκα τῆς συγχωνεύσεως τοῦ ταμείου τῶν πολιτικῶν συντάξεων, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸς τότε ἐπρότεινεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω ἤδη νὰ προτείνω, ὑποβάλλων περὶ τούτου μετ’ ὀλίγον εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, -ἔμελλε λέγω νὰ ἐπιβαρυνθῇ καὶ δι’ ἑτέρων δρ. 200.000, ὥστε τὸ ὅλον τοῦ ἐλλείμματος ἤθελεν ἀναβιβασθῆ εἰς δραχ. 3,309,475. Ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου ἐπηνέχθησαν ὑπὸ τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως αἱ ἑξῆς μεταβολαί· α) τὰ ἔσοδα ὑπολογίζονται εἰς δρ. 35.695,357, ἤτοι ἐπὶ πλέον κατὰ δρ. 2,426,157 μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν δραχμῶν 27,000 διὰ τὰ μερίσματα τῆς Τραπέζης τοῦ 1872, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ λάβῃ τὸ δημόσιον κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, διότι αἱ μετοχαὶ ἐξεποιήθησαν· βʹ.) τὰ ἔξοδα προϋπολογίζονται εἰς δραχ. 37, 739,805 50/0, ἤτοι ἐπὶ πλέον κατὰ δραχ. 1,361,130 50|00· ἑπομένως τὸ ἔλλειμμα περιορίζεται ἀπὸ δραχ. 3,109,475 κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ προκατόχου ὑπουργείου εἰς δραχ. 2,044,448, δηλαδὴ διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον κατὰ δραχ. 1,065,027, ἐνῷ μετὰ τὰς γενομένας αὐξήσεις εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων ἐκ δραχμῶν 1,361,130 50|00, ὡς προεῖπον, τὸ ἔλλειμμα ἔπρεπε νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς 4,470,605 Ἀλλ’ ἐπειδὴ ηὐξήθησαν τὰ ἔσοδα κατὰ δραχμὰς 2,426,157, διὰ τοῦτο τὸ ἔλλειμμα ἠλαττώθη εἰς τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 2,044,448. Ὅταν ὑπέβαλε τὸν προϋπολογισμὸν ὁ προκάτοχός μου εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν, ἐξέθηκε διὰ μακρᾶς ἀγορεύσεώς του, ἥτις ἀποτελεῖ μέρος τοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβαλλομένου ἤδη προϋπολογισμοῦ, τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους. Ἑπομένως ἤθελεν εἶσθαι ματαιοπονία νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι τότε ἐῤῥέθη ἐν τῇ Βουλῇ καὶ εἶναι σήμερον ὑπ’ ὄψιν τῶν ΚΚ. βουλευτῶν.
§11ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι δὲν ἦτο τίποτε ἀληθὲς καὶ δὲν τὸ δεχόμεθα.
§12ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν θὰ ἐξετασθοῦν τὰ πράγματα καὶ θὰ ἐξευρεθῇ ἡ ἀλήθεια.
§13ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ σημειωθῇ αὐτό.
§14ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τούτοις ὁπωσδήποτε ὑπάρχει ἤδη ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς μία ἔκθεσις τοῦ προκατόχου ὑπουργοῦ καὶ ἐν καιρῷ τῆς συζητήσεως θὰ ἀποδειχθῇ ἐὰν ᾖναι ἀκριβὴς ἢ ὄχι. Ἐπαναλέγω δὲ ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ὅσα ὁ προκάτοχός μου ἐξέθηκεν. Ὁ προϋπολογισμὸς συνωδεύετο καὶ τότε, συνοδεύεται δὲ καὶ τώρα μὲ συγκριτικὸν πίνακα τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1867 μέχρι τοῦ 1870, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ὑπελογίσθησαν τὰ ἔσοδα τοῦ 1872 ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου εἰς τὸ ποσὸν τῶν 33,269,200, μὲ προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ 1870, μὲ πίνακα τῶν καθυστερούντων ἐσόδων τοῦ 1870 κατὰ ταμεῖον, καὶ μὲ προσωρινὴν κατάστασιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ 1871 ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι 31 Δεκεμβρίου τοῦ 1871. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα βεβαίως θὰ βοηθήσωσι τόσον τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὅσον καὶ τὴν Βουλὴν εἰς τὴν ἀκριβῆ ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι δι’ αὐτῶν χορηγοῦνται ἀποχρῶσαι καὶ ἀναγκαῖαι πληροφορίαι. Εἶπον ὅτι ἀνεβιβάσθησαν τὰ ἔσοδα εἰς δρ. 35,695,357, ἐνῷ εἶχον προϋπολογισθῆ εἰς δρ. 33,269,200, διότι ὅταν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1872 συνετάχθη ἀπὸ τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον, τὰ πάντα ἐσημειώθησαν καθ’ ὑπολογισμόν· ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν οἱ ὑπολογισμοὶ οἱ ὁποῖοι ἔγιναν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην νὰ ᾖναι ἀκριβεῖς· σήμερον, ὅτε ὑποβάλλεται ὁ προϋπολογισμὸς, πολλὰ τῶν δημοσίων ἐσόδων διετέθησαν ἤδη, ὅσα δὲ δὲν διετέθησαν εἰσέτι, τούτων εἶναι γνωστὴ ἡ κατάστασις καὶ κατὰ συνέπειαν ἀσφαλέστερα δύνανται νὰ προϋπολογισθῶσιν. Ἐξετάσας ὅθεν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων μετ’ ἀκριβείας, λαβὼν ὑπ’ ὄψιν μου τ’ ἀποτελέσματα τῶν μέχρι τοῦδε βεβαιωθέντων ἐσόδων, καὶ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἔχω περὶ τῶν μελλόντων, ἐπείσθην ὅτι ἡ αὔξησις τὴν ὁποίαν προτείνω ἐκ δραχ. 2,153,157 ὄχι μόνον δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὑπερβολικὴ, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας μάλιστα ἔχω πλείστας ἐλπίδας, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ θ’ ἀναβιβασθῇ εἰς μεγαλείτερον ἔτι. Αἱ γενόμεναι αὐξήσεις εἰσὶν αἱ ἑξῆς. Ηὔξησα τὸ πρῶτον κεφάλαιον τῶν ἀμέσων φόρων κατὰ 709000 δραχμ., διότι προσέθηκα εἰς αὐτὸ 100,000 δραχ. ἀπὸ δημητριακοὺς καρποὺς, ἐνῷ εἶναι ἐλπιζόμενον νὰ ὑπερβῇ ἡ αὔξησις τὸ ποσὸν τοῦτο, ἐὰν κρίνῃ τις ὑπὸ τοῦ μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματος τῶν ἐνοικιάσεων· ἐπίσης προσέθηκα εἰς τὴν πρόσοδον τοῦ ἐλαίου 200,000, δρ., διότι ἡ ἐφετεινὴ εὐφορία εἶναι ἀληθῶς μοναδικὴ καὶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι ἐξησφαλίσθη ἡ ἐσοδεία αὕτη, καθόσον αἱ ἀτμοσφαιρικαὶ περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπειλοῦν τὸν ἐλαιόκαρπον, παρῆλθον ἤδη· προσέθηκα εἰς τὸν φόρον τῆς σταφίδος 120,000 δρ., διότι καθ’ ὅλους τοὺς ὑπολογισμοὺς τὸ ἐξαχθησόμενον ποσὸν θὰ ὑπερβῇ τὰ 110,000,000, ἐνῷ τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον εἶχε σημειώσει ὡς ποσὸν ἐξαχθησόμενον 100 ἑκατομμ. μόνον. Γνωρίζετε, ὅτι τὸ μέγα Ἀμερικανικὸν ἔθνος παρεδέχθη ἐσχάτως τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου τῆς σταφίδος ἀπὸ 150 δρ. εἰς 60 μόνον τὴν χιλιάδα ἑνετικῶν λιτρῶν. Ἡ ἐλάττωσις αὕτη βεβαίως θὰ ἀναπτύξῃ μεγάλως τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ τούτου προϊόντος εἰς τὴν Ἀμερικὴν, καὶ ἑπομένως, ἐνῷ ἄλλοτε ἔμενε σταφιδόκαρπος, ὅστις δὲν ἐξήγετο ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ἐφέτος εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι δὲν θὰ μείνῃ τοιοῦτος, ἀφοῦ παρέχεται ἡ τοιαύτη μεγάλη εὐκολία. Συνεπείᾳ τῆς μεταβολῆς, τὴν ὁποίαν ἐπέφερα εἰς τὸ φορολογικὸν σύστημα τῆς βεβαιώσεως τῶν οἴνων διαφόρων ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, κατὰ τὸ ὑποβληθὲν παρ’ ἐμοῦ φορολογικὸν νομοσχέδιον, ηὔξησα τὸν φόρον τῶν οἴνων κατὰ 75,000· ἐπίσης διὰ τὸν ἴδιον λόγον, δηλαδὴ τῆς μεταβολῆς τοῦ φορολογικοῦ συστήματος καὶ ἐπὶ τῶν καπνῶν τῶν νομῶν Φθιωτιδοφωκίδος καὶ Αἰτωλοακαρνανίας, ηὔξησα τὸ ποσὸν τοῦ φόρου τούτου κατὰ 214,000 δραχμῶν. Ἐπὶ τοῦ Κεφαλ. β. ἐπέφερα αὔξησιν κατὰ 300,000 δραχ. διότι αἱ τελωνειακαὶ εἰσπράξεις μέχρι 31 Μαΐου ὑπερέβησαν τὰς εἰσπράξεις τῶν ἀντιστοιχούντων μηνῶν τοῦ παρελθόντος ἔτους κατὰ 209,000 δραχμῶν· ἑπομένως ηὔξησα τὸ ποσὸν τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων κατὰ 200,000 μόνον δραχμὰς, ἂν καὶ ὑποτίθεται ἀσφαλῶς, ὅτι ἡ αὔξησις θέλει εἶσθαι ἀνωτέρα. Κατὰ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἔλαβον ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, ἡ κατανάλωσις τοῦ χαρτοσήμου θὰ ὑπερβῇ τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν κατὰ 200,000 δραχμὰς, ἀλλ’ ἐγὼ τὴν αὔξησιν ταύτην περιώρισα εἰς δραχ. 100,000 μόνον. Τὸ ποσὸν τοῦ Κεφ. δʹ. ηὔξησα κατὰ δραχ. 416,000, διότι ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον λαμβάνει τὸ δημόσιον ἀπὸ τὸν μόλυβδον, ἐσημειώθη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εἰς 220,000 δραχ. ἐνῷ κατὰ τὰς ἐπισήμους πληροφορίας τὸ ποσὸν αὐτὸ θὰ ὑπερβῇ τὰς 250,000, καὶ ἑπομένως ηὔξησα τὸ κονδύλιον τοῦτο κατὰ 30,000 δρ.
§15ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οὔτε λόγος ἔπρεπε νὰ γίνῃ.
§16ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ γίνεται λόγος καὶ περὶ ἄλλων μικροτέρων αὐξήσεων, διὰ τοῦτο γίνεται λόγος καὶ περὶ τῆς αὐξήσεως ταύτης· δὲν ἔχει ὅμως οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὸ ζήτημα τοῦ Λαυρίου. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τῆς τιμῆς τῶν ἁλάτων· ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἐκτιμήσει δεόντως τοὺς λόγους τοὺς ὑπαγορεύσαντας τὴν πρότασιν ταύτην καὶ θέλει παραδεχθῇ τὸ νομοσχέδιον, ηὔξησα τὸ ποσὸν τῶν ἁλάτων κατὰ 200,000 δραχμῶν διὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον, διότι τὸ ἐτήσιον ὑπολογίζεται εἰς δραχμὰς 400,000· ηὔξησα δὲ τὴν ἐκ δασῶν πρόσοδον κατὰ δραχμὰς 20,000· τὴν ἐξ ἐθνικῶν ἐλαιώνων κατὰ δραχμὰς 36,000· τὴν ἐξ ἐθνικῶν σταφιδώνων καὶ ἀμπελώνων κατὰ δραχμὰς 110,000, τὴν ἐξ ἐθνικῶν περιβολίων καὶ ἄλλων κτημάτων κατὰ δραχμὰς 10,000 καὶ τὴν ἐκ δημοσίων κτιρίων καὶ ἐργοστασίων ἐπίσης κατὰ δραχμὰς 10,000. Τὸ ποσὸν τοῦ ἑ. κεφαλαίου ηὔξησα κατὰ δραχμὰς 370,000 διότι εἰς μὲν τὰ ἀνανεωθέντα ἐκ προικοκτησιῶν χρέη προσέθηκα δραχμὰς 70,000· εἰς δὲ τὰς προκαταβολὰς ἐκ τῆς ἐφαρμογῆ τῶν νόμων περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς καὶ τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων φυτειῶν προσέθηκα δραχμὰς 300,000, διότι ἐνῷ εἰς τὸν παρὰ τοῦ προκατόχου μου ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν ἡ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων τούτων πρόσοδος προϋπελογίσθη δι’ ὅλον τὸ ἔτος εἰς δραχμὰς 400,000, εἰσεπράξαμεν μέχρι τέλους Μαΐου, ἤτοι διὰ τοὺς πέντε μῆνας, δραχμὰς 409,000· ὥστε ἀσφαλέστατα δύναται νὰ ὑπολογισθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὸ διπλάσιον τοῦ προϋπολογισθέντος, ἀλλ’ ἐγὼ περιωρίσθην ν’ αὐξήσω τὴν πρόσοδον ταύτην, ὡς προεῖπον, μόνον κατὰ δραχμὰς 300,000. Εἰς τὸ κεφ. ΣΤ. ἐγένετο αὔξησις ἐκ δραχμῶν 452,186 διότι τὸ σχετικὸν ἄρθρον περὶ τῶν τυχηρῶν εἰσοδημάτων ηὐξήθη κατὰ δραχμὰς 225,686, ἐξ ὧν τὸ μὲν ποσὸν τῶν δραχμῶν 210,000 προέρχεται ἐκ τῆς εἰς τὸ δημόσιον μεταβιβαζομένης περιουσίας τοῦ καταργουμένου καὶ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον συγχωνευομένου ταμείου τῶν πολ. συντάξεων, τὸ δὲ ἕτερον ποσὸν τῶν δραχμῶν 15,686 πηγάζει ἐκ διαφόρων ἐσόδων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γνωστῶν ἤδη ἀποτελεσμάτων καὶ διότι ἐκποιηθεισῶν καὶ τῶν ἄλλων 151 μετοχῶν τοῦ Δημοσίου, τὰς ὁποίας εἴχομεν εἰς τὴν Τράπεζαν, εἰσεπράξαμεν ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως αὐτῶν δραχμ. 226,500, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐνεγράφη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὡς ἔσοδον. Τὸ κεφάλαιον Ζʹ. ηὐξήθη κατὰ δραχ. 22,000 κατὰ τὰ γνωστὰ ἤδη ἀποτελέσματα. Τὰ ἀποσυρθέντα παλαιὰ χάλκινα νομίσματα ἐξεποιήθησαν καὶ τὸ ἀντίτιμον αὐτῶν ἐκ δραχμῶν 183,971 ἐσημειώθη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὡς δημόσιον ἔσοδον εἰς τὸ κεφάλαιον Ηʹ. «ἔσοδα κεκλεισμένων χρήσεων», διότι εἶχεν ἐγγραφῆ ὡς τακτικὸν ἔσοδον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869. Καὶ ταῦτα καθόσον ἀφορᾷ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων. — Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων. Διὰ νὰ μὴ ἀναγκασθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ μέτρον τῶν πιστώσεων, πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς συνήθως συμβαίνει παρ’ ἡμῖν, τὸ ὑπουργεῖον ἐνόμισεν ἀναγκαῖον ἀντὶ νὰ ἐλαττώσῃ τὰ ἔξοδα νὰ αὐξήσῃ αὐτὰ κατὰ λόγον τῶν ἀναγκῶν ἑκάστης ὑπηρεσίας. Ἑπομένως, ἀφοῦ τὰ διάφορα ὑπουργεῖα ἐμελέτησαν ἕκαστον τὸν οἰκεῖον προϋπολογισμόν, ἐπέφεραν τὰς ἑξῆς αὐξήσεις. Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν προτείνει αὔξησιν 4,625 δραχμῶν· τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης προτείνει αὔξησιν 54,572 δραχμῶν· τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀφ’ ἑνὸς προτείνει αὔξησιν 51,362 50|00, ἀφ’ ἑτέρου προτείνει ἐλάττωσιν 15,000 δρ., ἑπομένως ἡ αὔξησις περιορίζεται εἰς 36,362 50|00· τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν προτείνει αὔξησιν 57,676 δραχμῶν· τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν προτείνει αὔξησιν 166,422 δραχμῶν· τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν προτείνει αὔξησιν 187,918 δραχμῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐλάττωσιν 1,500 δραχμ., ἑπομένως ἡ αὔξησις περιορίζεται εἰς 186,418 δραχμάς· τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν προτείνει αὔξησιν δαπανῶν εἰς μὲν τὸ Κεφάλ. ΙΒʹ. τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ 138,514 δραχ., εἰς δὲ τὸ Κεφ. ΙΓʹ. «ἔξοδα διοικήσεως ἐπιστασίας καὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων» 161,721 δραχμῶν, καὶ ἐπὶ τοῦ Κεφ. ΙΕ. «ἀποζημιώσεις» πρὸς ἐκτέλεσιν δικαστικῶν ἀποφάσεων καὶ πληρωμὴν δικηγορικῶν δικαιωμάτων 100,000 δραχμῶν. Περιπλέον προσέθηκα εἰς τὸ Κεφ. Βʹ. τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ δραχ. 25,000 διὰ τὸ τῶν προσωρινῶν δανείων καὶ εἰς τὸ Κεφ. Γ. «Συντάξεις» δρ. 430,000, αἵτινες θὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν προϋπολογισμὸν ὡς ἐκ τῆς συγχωνεύσεως τοῦ ταμείου τῶν πολ. συντάξεων, ἀλλ’ ἐκ τῶν ὁποίων δραχ. 210,000 θὰ ληφθῶσιν ἀπὸ τὴν περιουσίαν τοῦ ταμείου τούτου δι’ ὃν λόγον καὶ ἐσημειώθησαν ὡς ἔσοδον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, καθὰ ἀνωτέρω ἐξέθηκα. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν τῶν λοιπῶν ὑπουργείων, ἐν καιρῷ τῆς συζητήσεως τῶν οἰκείων προϋπολογισμῶν οἱ ἁρμόδιοι ὑπουργοὶ θὰ δώσωσι τὸν λόγον τῆς τοιαύτης αὐξήσεως, ἥτις ἐμπεριέχεται ἄλλως τε καὶ εἰς τὰ φύλλα τῆς λεπτομερείας, τὰ ὁποῖα μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑποβάλλονται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ ὁποῖα θὰ τυπωθῶσι καὶ θὰ διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς κυρίους βουλευτάς. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ προτείνω εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ δραχ. 855,235, ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν, α) ἀκριβῆ ἔκθεσιν εἰς τὴν ὁποίαν ἀναφέρεται ὁ λόγος καὶ τὸ ποσὸν τῆς αἰτουμένης αὐξήσεως ἑκάστης δαπάνης καὶ β) πίνακα λεπτομερῆ τῶν προϋπολογισθέντων ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου ἐξόδων καὶ τῶν παρ’ ἐμοῦ ζητουμένων αὐξήσεων· ἑπομένως κρίνω περιττὸν νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν κάμνων πλειοτέραν ἀνάπτυξιν. Παρατηρῶ μόνον ὅτι ἅπασαι αἱ προτεινόμεναι αὗται αὐξήσεις ἀφορῶσιν ἢ ἱκανοποίησιν ἀπαιτήσεων ἐκκαθαρισμένων, διὰ τὰς ὁποίας τὸ δημόσιον πληρώνει τόκους, καὶ ἐνόμισα συμφέρον νὰ προΐδω περὶ τῆς ἐξοφλήσεως αὐτῶν, τὸ μὲν διὰ ν’ ἀπαλλαγῇ τὸ δημόσιον τοῦ πληρωνομένου τόκου, τὸ δὲ διὰ νὰ μὴ παραπονῶνται οἱ πολῖται οἱ στερούμενοι τῶν δικαιωμάτων των, ἢ τὴν κατασκευὴν δημοσίων καταστημάτων καὶ ἄλλων ἔργων ἀφορώντων τὰ δημόσια εἰσοδήματα· μικρὸν δὲ ποσὸν ἀφορᾷ ἔξοδα μισθοδοσίας προσωπικοῦ. Ἡ ἀνάγνωσις τῆς ἐκθέσεως περὶ τῶν αὐξήσεων τούτων ἐλπίζω ὅτι θέλει πείσει τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἀνάγκης ταύτης. Μετὰ τὰς συντόμους ταύτας παρατηρήσεις νομίζω καλὸν νὰ συμπληρώσω τὰς πληροφορίας τοῦ προκατόχου ὑπουργοῦ, τὰς ὁποίας ἔδωκε κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 18 βρίου παρελθόντος ἔτους ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ 1871. Κατὰ τὰς ἐπισήμους πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔλαβον ἀπὸ τὸ γενικὸν λογιστήριον, τὰ προϋπολογισθέντα ἔξοδα τοῦ 1871 συνίστανται εἰς 34,498, 262· ἐχορηγήθησαν πιστώσεις δι’ εἰδικῶν νόμων καὶ διὰ διαταγμάτων 5,035, 662· μετεφέρθησαν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1871 ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1869 δραχ. 1,640,519· ὁμοίως τῷ 1870 δραχμαὶ 130,000 ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν αὐτῆς συνεδρίασιν πιστώσεις εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1871 δραχμῶν 198,000 διὰ τοὺς εἰδικοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ὑπουργείων Δικαιοσύνης καὶ Ἐσωτερικῶν· 276,000 δὲ δραχμῶν διὰ τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν· ἑπομένως τὸ ὅλον τῶν δαπανῶν τοῦ 1871 συγκεφαλαιοῦται εἰς 41,778,739 δραχμάς. Ἐκ τῶν δαπανῶν τούτων ἐπραγματοποιήθησαν μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1871 δραχμαὶ 35,262, 511 κατὰ φαινόμενον, ἀλλὰ πραγματικὸν ποσὸν δραχμαὶ 31,389,038, διότι ἀπὸ τὰς πληρωμὰς ταύτας ἀφαιρεῖται τὸ διὰ τὴν προκαταβολὴν τῶν τριῶν δυνάμεων σημειούμενον κατὰ τύπον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἀλλὰ μὴ πληρωνόμενον ποσὸν ἐκ 3,873, 473 δραχμῶν· αἱ πραγματοποιηθεῖσαι λοιπὸν δαπάναι μέχρι τέλους τοῦ 1871 ἀνέρχονται, ὡς εἶπον, εἰς δραχ. 31,389,038. Ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Μαΐου ε. ε. ἐπραγματοποιήθησαν προσέτι δαπάναι 4,433,864 δραχμῶν· τὸ ὅλον τῶν μέχρι τῆς 31 Μαΐου ε. ε. πραγματοποιηθεισῶν δαπανῶν δραχ. 35,822,902· ἑπομένως ὑπολείπεται πρὸς ἐξόφλησιν τῶν προϋπολογισθεισῶν δαπανῶν ἓν ποσὸν ἐκ 5,955,837 δραχμῶν. Καὶ ταῦτα μὲν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔξοδα. Ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα παρατηρῶ ὅτι τὰ μὲν προϋπολογισθέντα εἶναι δρ. 33,991,000, τὰ δὲ βεβαιωθέντα μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 31,588,226, καὶ τὰ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι 31 Μαΐου ε. ε. βεβαιωθέντα δραχ. 3,166,475· ἑπομένως τὸ ὅλον τῶν μέχρι 31 Μαΐου βεβαιωθέντων ἐσόδων ἀνέρχεται εἰς 37,754,701. Εἰσεπράχθησαν ἐξ αὐτῶν μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1871 δραχμαὶ 30,499,249 94· ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι 31 Μαΐου 3,127,214· τὸ ὅλον μέχρι 31 Μαΐου 33,626,463 94, καὶ καθυστεροῦνται ἐκ τῶν βεβαιωθέντων δραχ. 4,128,237:6, οἵτινες εἶναι ἐλπιζόμενον νὰ εἰσπραχθῶσιν ἂν οὐχὶ καθ’ ὁλοκληρίαν, βεβαίως ὅμως κατὰ μέγα μέρος πρὶν ἢ κλείσῃ ἡ χρῆσις τοῦ 1871. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν τούτων θέλει μάθει εὐχαρίστως ἡ Βουλὴ, ὅτι τὰ βεβαιωθέντα ἔσοδα τοῦ 1871 ὑπερέβησαν τὰ προϋπολογισθέντα κατὰ δραχ. 3,763, 701. Αὐτὴ εἶναι ἡ προσωρινὴ κατάστασις τοῦ 1871, τὴν ὁποίαν ἐν περιλήψει ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ὁ προκάτοχος ὑπουργὸς, ὅτε ὑπέβαλε τὸν προϋπολογισμὸν, ὑπέβαλε τοιαύτην προσωρινὴν κατάστασιν μόνον ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα, καὶ ταύτην μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 1871. Μετὰ τὰς πληροφορίας ταύτας, τὰς ἀφορώσας τὴν χρῆσιν τοῦ 1871, ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἕτερον περὶ κυρώσεως τῶν ἐξόδων τοῦ 1872 ἔτους· αἱ ἐπενεχθεῖσαι τροποποιήσεις τυποῦνται ἤδη εἰς τὸ ἐθνικὸν τυπογραφεῖον καὶ ἐλπίζω ἐντὸς τῆς τρεχούσης ἑβδομάδος νὰ διανεμηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς εἰς τοὺς κ. βουλευτάς· μάλιστα δὲ ἐλπίζω ἐντὸς τῆς αὔριον ἢ μεθαύριον τὸ πολὺ νὰ γίνῃ τοῦτο. Μετὰ τὸν προϋπολογισμὸν ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ συγχωνεύσεως τοῦ ταμείου τῶν πολιτικῶν συντάξεων εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον· τοιοῦτο νομοσχέδιον εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν καὶ ὁ προκάτοχος ὑπουργός. Τὴν ἀνάγκην ταύτην, ἐκ τῆς ὁποίας ὑπηγορεύθη νὰ λάβῃ τὸ μέτρον τοῦτο ὁ προκάτοχός μου, ἀνεγνώρισα κἀγὼ καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐδίστασα νὰ ἐπαναφέρω τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν μὲ τὴν θερμὴν παράκλησιν νὰ ἐπιψηφίσῃ αὐτὸ, διότι μία μεγάλη τάξις συμπολιτῶν μας ὡς ἐκ τῆς κακῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ ταμείου τούτου ἀναξιοπαθεῖ πενομένη καὶ στερουμένη τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου· οἱ λόγοι οἱ προκαλοῦντες ἢ μᾶλλον ἐπιβάλλοντες τὸ καθῆκον τοῦτο εἴς τε τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν ἐκτίθενται ἀκριβῶς εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ προκατόχου ὑπουργοῦ καὶ εἰς τὴν ἰδικήν μου, τὴν συνοδεύουσαν τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον. Ἐκ τῶν ἐκθέσεων τούτων θὰ παρατηρήσῃ ἡ Βουλὴ ὅτι τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συνταξιούχων, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ τὸ εἴπω, ἀδικεῖται ὑπὸ τὸ δημόσιον, τὸ ὁποῖον ἐπέβαλεν εἰς βάρος αὐτοῦ δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ ἱκανοποιηθῶσιν ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ οὐχὶ ἀπὸ ἰδιαίτερον, ὁποῖον εἶναι τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συνταξιούχων. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν ἕτερον νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως ἐθνικῶν ἀδιαθέτων γαιῶν εἰς μεταλλευτικὰς ἑταιρίας πρὸς ἀνίδρυσιν καταστημάτων διὰ τὰς μεταλλουργικὰς καὶ βιομηχανικὰς αὐτῶν ἐργασίας. Οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔπεισαν νὰ λάβω τὸ μέτρον τοῦτο, ἐκτίθενται ἐμπεριστατωμένως ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τῇ συνοδευούσῃ τὸ νομοσχέδιον, καὶ θεωρῶ περιττὸν ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπαναλαμβάνων αὐτούς· κατὰ τὴν συζήτησιν, ἐὰν παρουσιασθῇ ἀνάγκη, θὰ γείνῃ ἡ προσήκουσα ἀνάπτυξις. Ὑποβάλλω ἕτερον νομοσχέδιον περὶ ἑκατονταδράχμου ἐπιμισθίου τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν μεταλλείων, συνοδευόμενον μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἐν ᾗ ἐκτίθενται ἐν συνόψει οἱ λόγοι οἱ ὑπαγορεύσαντες τὸ μέτρον τοῦτο. Μίαν μόνον παρατήρησιν ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πρὸ ὀλίγου χρόνου, ὅτε ἐπαρουσιάσθη ἀνάγκη νὰ φέρωμεν ἐνταῦθα ἐκ Γερμανίας ὀρυκτολόγους διὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Λαυρίου, ἐπληρόνομεν εἰς ἕκαστον κατὰ μῆνα δύο χιλιάδας φράγκων· ὁ ἡμέτερος ἐπιθεωρητὴς τῶν μεταλλείων, ὅστις προσφέρει ὑπηρεσίας πολλὰς εἰς τὸ Δημόσιον, λαμβάνει τὸν εὐτελῆ μισθὸν τῶν 400 δραχμῶν περίπου· διὰ τοῦτο ἐνόμισα ἀναγκαῖον καὶ δίκαιον νὰ χορηγήσωμεν εἰς αὐτὸν ἓν ἐπιμίσθιον, στηριζόμενον μάλιστα εἰς τὸν νόμον περὶ μεταλλείων τοῦ 1861, ὅπως ἱκανοποιήσωμεν καὶ τὴν φιλοτιμίαν του, θεραπεύσωμεν δὲ καὶ τὰς ἀνάγκας του, ὑποβαλλομένου ἑκάστοτε εἰς δαπάνας δι’ ἐκτάκτους ἀποστολάς. Τελευταῖον, κύριοι, ὑποβάλλω νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ ἱκανοποιηθῶσιν ἱεραὶ ἀπαιτήσεις. Νομίζω δὲ ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἐκπληροῖ ἓν τῶν σπουδαιοτέρων καὶ ἱερωτέρων αὑτῆς καθηκόντων. Αἱ ἀπαιτήσεις καὶ αἱ θυσίαι τῶν τριῶν ναυτικῶν Νήσων, ὁ ἡρωϊσμὸς καὶ πατριωτισμὸς τῶν ὁποίων συνετέλεσε κατὰ μέγα μέρος, διότι δὲν δύναμαι βεβαίως νὰ εἴπω κατὰ τὸ ὅλον, εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς μικρᾶς Ἑλλάδος καὶ κατὰ συνέπειαν εἰς τὴν ὕπαρξιν τοῦ κοινοβουλίου τούτου, εἶναι ἀπαιτήσεις τὰς ὁποίας ὅλαι αἱ κατὰ καιροὺς κυβερνήσεις ἀνεγνώρισαν ὡς ἀναμφισβητήτους. Μόλις ἦλθεν ὁ ἀείμνηστος Κυβερνήτης εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀμέσως ἔλαβε πρόνοιαν ὅτε, ὅτε ἦσαν ἀκόμη πρόσφατα τὰ γεγονότα, νὰ ἐκκαθαρισθῶσιν αἱ ἀπαιτήσεις αὗται. Συνέστησε λοιπὸν ἐπιτροπὴν, ἥτις μετ’ ἀκριβείας καὶ θρησκευτικῆς εὐλαβείας ἐξήτασεν αὐτὰς καὶ προσδιώρισε τὸ ποσὸν αὐτῶν εἰς εἴκοσιν ἑκατομμύρια δραχμῶν διὰ τὰς τρεῖς Νήσους. Πάντοτε ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν ἀπαιτήσεων τούτων, ἀλλ’ ἕνεκα διαφόρων λόγων δὲν ἐλήφθη πρόνοια εἰμὴ μόνον κατὰ τὸ 1853, ὅτε ἐθεωρήθη εὔλογον νὰ χορηγηθῇ ἓν ἐλαχιστημόριον ἀπέναντι τοῦ μεγάλου ποσοῦ τῶν 20,000,000 εἰς τοὺς δικαιούχους, τοὐτέστιν ἓν ἑκατοστὸν, τὸ ὁποῖον ἐξακολουθεῖ νὰ πληρόνεται κατ’ ἔτος. Ἀλλ’ ἡ ἱερὰ αὕτη ὑπόθεσις δὲν ἔπρεπε καὶ δὲν πρέπει νὰ μένῃ ἐπὶ πλέον ἐκκρεμὴς καὶ ἀναποφάσιστος, διότι κατατρύχονται ὑπὸ τῆς πείνης αἱ οἰκογένειαι ἐκείνων, οἵτινες ἀφιέρωσαν τὴν περιουσίαν των διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς καὶ ἐχρησίμευσεν εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς πατρίδος μας. Στόλος ἐξ ἱστιοφόρων πλοίων ἐσχηματίσθη ἀπὸ τὰς τρεῖς νήσους καὶ ἀντετάχθη ἐναντίον στόλου ἐχθρικοῦ πολεμικοῦ καλῶς κατηρτισμένου, ἐξωπλισμένου καὶ γεγυμνασμένου, καὶ ἔφερε τὰ θαυμάσια ἐκεῖνα ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα πάντες γνωρίζομεν, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα μᾶς ἐθαύμασεν ὅλος ὁ κόσμος. Καὶ δὲν κατηρτίσθη μόνον ὁ στόλος διὰ τῶν πλοίων τῶν εἰρημένων νήσων, ἀλλὰ κατετέθησαν καὶ μεγάλα κεφάλαια χρηματικὰ διὰ νὰ συντηρηθῇ ὁ στόλος οὗτος, καὶ περιπλέον κατετέθησαν τοιαῦτα κεφάλαια, χρησιμεύσαντα καὶ πρὸς ἄλλους σκοποὺς ἀφορῶντας τὸν ἱερὸν ἐκεῖνον ἀγῶνα τῆς ἐνδόξου ἐκείνης ἐποχῆς. Τούτου ἕνεκα ἡ κυβέρνησις ἐθεώρησε καθῆκόν της νὰ μὴ ἀφήσῃ ἐπὶ πλέον ἐκκρεμῆ τὴν ἐθνικὴν ταύτην ὑπόθεσιν, καὶ διὰ τοῦτο ὑποβάλλει δι’ ἐμοῦ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναγνωρίζεται ὡς δημόσιον χρέος τὸ ποσὸν τῶν εἴκοσιν ἑκατομμυρίων δραχμῶν, πληρωτέων τοῖς δικαιούχοις δι’ ἐκδόσεως ἀνωνύμων ὁμολογιῶν, κατὰ τὸ σύστημα τῆς συνθέτου χρεωλυσίας, μὲ τόκον 3% καὶ χρεώλυτρον 1%. Ἔκθεσις αἰτιολογικὴ, ἐν ᾗ ἐκτίθενται ἀκριβῶς ὅσον τὸ δυνατὸν οἱ λόγοι οἵτινες συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου, ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν μετ’ ἐκθέσεων τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἀγῶνος καὶ μετὰ τριῶν πινάκων, οἵτινες ἐμφαίνουσι τὰ εἰς ἑκάστην νῆσον ὀφειλόμενα ποσὰ, κατὰ τὴν γενομένην, ὡς εἶπον, ἐκκαθάρισιν ὑπὸ τῆς ἐπὶ τοῦ ἀοιδίμου Κυβερνήτου συστηθείσης ἐπιτροπῆς. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει θεωρήσει τὸ ἔργον τοῦτο σπουδαῖον καὶ ἱερὸν ὡς πράγματι εἶναι, καὶ θέλει ἐπιψηφίσει μετὰ προθυμίας τὸ νομοσχέδιον τοῦτο (τὸ καταθέτει εἰς τὸ προεδρεῖον).
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν.
§18ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἡ κατάστασις τοῦ ναυτικοῦ, κύριοι βουλευταί, τὸ ὁποῖον, ὡς μοὶ ὤφελε, πρὸ χρόνου πολλοῦ εἶναι ἐῤῥιμμένον ὥς τι ῥάκος ἄχρηστον εἰς γωνίαν τινὰ, χρῄζει τῆς συντόνου προσοχῆς τῆς τε Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, κύριοι βουλευταὶ, ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν ἐπιψήφισιν ὑμῶν νομοσχέδιά τινα, διὰ τῶν ὁποίων ἐλπίζω νὰ προληφθῶσι τὰ κακῶς ἔχοντα ἐν τῷ ναυτικῷ τῆς Ἑλλάδος. Διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀπασχολήσω τὴν στιγμὴν ταύτην, κύριοι, περιορίζομαι μόνον νὰ σᾶς ἀριθμήσω τὰ ὑποβαλλόμενα νομοσχέδια καὶ σᾶς ἀναγνώσω τὴν περίληψιν καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτῶν ἐλπίζω ἡ πεφωτισμένη κρίσις τῆς Βουλῆς νὰ συμπληρώσῃ ὅ,τι κενὸν ὑπάρχει εἰς αὐτὰ, καθ’ ὅσον δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν ὅτι ὅ,τι ὑποβάλλω εἶναι τέλειον καὶ δὲν χρῄζει διορθώσεως. Πρῶτον, περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ ναυτικῆς ἀπογραφῆς νόμου ΣΚʹ. τῆς 20 Ἀπριλίου 1867. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, κύριοι βουλευταί, ἡ Βουλὴ θέλει ἀποδώσει, πρῶτον, τὸ ναυτικὸν εἰς τὴν Ἑλλάδα, δεύτερον θέλει διορθώσει τὸ ἐμπορικὸν ναυτικὸν, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνάγκην μεγάλης διορθώσεως, καὶ τρίτον θέλει ἀπαλλαγῆ τὸ δημόσιον ἀπὸ τὸ σμῆνος τῶν συνταξιούχων. Βλέπετε ὅτι ἐσυμβίβασα τὴν ἀνάγκην τῆς βελτιώσεως τοῦ ναυτικοῦ μὲ τὴν ἀνάγκην τῆς οἰκονομίας τοῦ δημοσίου. Καὶ ταῦτα περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι ἐν τῇ ἐκθέσει μου θέλει παρατηρήσει ἡ Βουλὴ τὰς λεπτομερείας. Δεύτερον, περὶ ἐκπαιδεύσεως τῶν δοκίμων τοῦ τακτικοῦ ναυτικοῦ. Ἡ ἐκπαίδευσις τῶν δοκίμων, ὅπως σήμερον γίνεται, εἶναι ἀτελὴς καὶ διὰ τοῦτο κατὰ δυστυχίαν, ἀναγκάζομαι νὰ τὸ εἴπω μετὰ παῤῥησίας, οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο μέχρι τοῦδε διὰ τῶν προηγουμένων μέτρων, κατὰ τὴν ἐκπαίδευσίν των ἦσαν ἀτελεῖς καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ἔχουν τὰς ἀπαιτουμένας γνώσεις, τὰς ὁποίας σήμερον ἀπαιτεῖ ἡ ἐπιστήμη. Τρίτον, περὶ διαλύσεως τοῦ παρὰ τῷ Βασιλικῷ Ναυτικῷ σώματος τοῦ λόχου τῶν πρεσβυτῶν. Ὁ λόχος οὗτος συνέστη εἰς τὴν ἔναρξιν τοῦ Βασιλείου, ὅτε ἦτον ἀνάγκη νὰ ἱκανοποιηθῶσιν οἱ ἀπόμαχοι τοῦ ἀγῶνος· ἔκτοτε οὗτοι ἐξέλιπον, καὶ ἐν τούτοις ἐξακολουθεῖ ἡ κατάστασις ἡ αὐτὴ, χωρὶς νὰ ἐκπληροῦται ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθέτου, καὶ εἰσῆλθον εἰς αὐτὸν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν ἀνάγκην τῆς προστασίας ταύτης. Διὰ τοῦτο προτείνω τὴν διάλυσιν τοῦ λόχου τούτου ὡς ἀχρήστου. Τέταρτον, περὶ προσόντων τῶν ἐπιτάκτων ἀξιωματικῶν τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ. Ἠξεύρετε ὅτι ὑπάρχει τοιοῦτον σῶμα. Ἐπειδὴ ὁ μακαρίτης Μιαούλης δὲν εἶχε θέσει προσόντα διὰ τὴν μέλλουσαν κατάστασιν αὐτοῦ, ἐγένοντο πολλὰ ἄτοπα, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὰ ἀριθμήσω, διότι εἶναι γνωστὰ εἰς τὴν κοινωνίαν, καὶ διὰ τοῦτο θέλω νὰ κλείσω αὐτὴν τὴν θύραν τῶν καταχρήσεων διὰ παντός. Πέμπτον, περὶ προβιβασμοῦ τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν τοῦ τακτικοῦ ναυτικοῦ. Τὸ σῶμα τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων εἶναι ἐκεῖνο διὰ τοῦ ὁποίου τελεῖται ἅπασα ἡ λογιστικὴ καὶ γραφικὴ ὑπηρεσία ἐν τῷ ὑπουργείῳ, ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, ἐν τοῖς πλοίοις καὶ ἐν τοῖς λιμεναρχείοις τοῦ Κράτους. Δυστυχῶς πολλὰ ἄτοπα συνέβησαν, διότι ὁ Νομοθέτης ἀφῆκε τὸν νόμον ἄνευ προσόντων καὶ φραγμοῦ τινὸς, καὶ δι’ αὐτὸ ἔγειναν πολλαὶ παραβιάσεις καὶ καταχρήσεις, ὥστε σήμερον συγκροτεῖται ἀπὸ ἀμαθεῖς πολλοὺς, ἐξαιρουμένων ὀλιγίστων. Λοιπὸν ὁρίζω τὰ προσόντα διὰ τοῦ Νομοσχεδίου τοῦ ἤδη ὑποβαλλομένου. Ἕκτον, περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ ἀριθμοῦ τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν τοῦ τακτικοῦ ναυτικοῦ νόμου ΤΞΔ. τῆς 24 Σεπτεμβρίου 1856. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τροποποιῶ τὴν κατάστασιν τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν, συμβιβαζομένην πρὸς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην τῆς προαγωγῆς καὶ μὲ τὴν ὠφέλειαν τοῦ δημοσίου. Ἕβδομον, περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ προβιβασμοῦ τῶν ναυτικῶν ἀξιωματικῶν νόμου. Ὄγδοον, περὶ συστάσεως ταμείου ἀποστρατεύτων ἀξιωματικῶν τοῦ Βασιλικοῦ ναυτικοῦ καὶ ἔννατον, περὶ τῆς ναυτικῆς δυνάμεως διὰ τὸ 1872. Αὐτὰ τὰ καταθέτω εἰς τὸ γραφεῖον, καὶ ὅταν ἔλθῃ ὁ καιρὸς τῆς συζητήσεως, θὰ κάμω τὴν ἀνάπτυξιν τὴν λεπτομερῆ καὶ θὰ δώσω πάντα λόγον ὅστις ζητηθῇ (καταθέτει τὰ νομοσχέδια εἰς τὸ προεδρεῖον).
§19ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε ὑπουργὲ, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ δώσητε εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς ἕνα κατάλογον ὅλων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ μὲ τὰς διαφόρους καταστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἕκαστος εὑρίσκεται.
§20ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ναυτικῶν.). Ἐπερώτησις εἶναι;
§21Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι, πρὸς πληροφορίαν τῆς Βουλῆς νὰ καταθέσητε ἕνα κατάλογον, καὶ τοιούτους καταλόγους θὰ ἔχῃ τὸ ὑπουργεῖόν σας πολλοὺς, περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν διαφόρων καταστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας οἱ ἀξιωματικοὶ εὑρίσκονται. Δὲν εἶναι ἐπερώτησις.
§22ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ναυτικῶν.). Δι’ αὐτὸ σᾶς ἠρώτησα ἂν ᾖναι ἐπερώτησις. Πολὺ καλὰ, θὰ σᾶς φέρω τὸν κατάλογον. Ἀναπληρώνων, κύριοι, προσωρινῶς τὸν ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς θέσεως ἑνὸς γραμματέως πρώτης τάξεως ἐκ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ προσθήκης ἑνὸς τμηματάρχου πρώτης ἢ δευτέρας τάξεως, ὅστις νὰ προΐσταται τοῦ λογιστικοῦ. Ἡ ἔκθεσις εἶναι ἀρκετὰ δικαιολογημένη, καὶ θέλει σᾶς πείσει. Κατὰ τὴν συζήτησιν θὰ δοθῇ πᾶσα διασάφησις. (Καταθέτει τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸ προεδρεῖον).
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Διοβουνιώτης.
§24ΔΥΟΒΟΥΝΙΩΤΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον ἀφορῶν τὸν καθαρισμὸν τῆς κοίτης τοῦ Σπερχειοῦ ποταμοῦ, καὶ παρακαλῶ τὸ σῶμα ὅπως ἐπισπεύσῃ τὴν συζήτησιν καὶ θεωρήσῃ τὸ ἔργον ὡς κατεπεῖγον καὶ σπουδαῖον. Ἐπειδὴ εἰς τὴν συνοδεύουσαν ἔκθεσιν ἀναφέρονται οἱ λόγοι, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, περιττὸν κρίνω νὰ ἀπασχολήσω ἤδη τὴν Βουλήν· κατὰ τὴν συζήτησιν θέλω ἀναπτύξει τοὺς λόγους. (Καταθέτει τὴν πρότασίν του εἰς τὸ προεδρεῖον).
§25ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Αὐτὸ ἀφορᾷ δαπάνην καὶ δὲν ὑποβάλλεται ἀπὸ βουλευτὴν (θόρυβος).
§26Ι. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, τῷ ὄντι ἡ εὔφορος πεδιὰς τῆς Φθιώτιδος διασχίζεται ὑπὸ τοῦ Σπερχειοῦ ποταμοῦ, ὅστις ἀπὸ ἀρχικὴν πηγὴν παραγωγῆς πλούτου καθίσταται πολλάκις καταστρεπτικὸς, διότι κατακλύζει περιοδικῶς μέγα μέρος τοῦ φθιωτικοῦ πεδίου, τὸ ὁποῖον ἀπὸ εὐθαλῆ λειμῶνα παριστᾷ τῷ ὄντι λειμῶνα καταστρεπτικὸν, ἐπιφέροντα ἀνυπολογίστους ζημίας εἴς τε τὴν ἐκεῖ ἐργαζομένην κοινωνίαν καὶ εἰς τὸ δημόσιον. Κατὰ σύμπτωσιν φέρω καὶ ἐγὼ ὡς καὶ ὁ κύριος Δυοβουνιώτης περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου νομοσχέδιον (θόρυβος). Περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου ἡ Βουλὴ τῆς Γʹ. περιόδου, ἐπιληφθεῖσα τῆς προτάσεως τοῦ τότε βουλευτοῦ Φθιώτιδος καὶ πατρός μου, παρεδέχθη ἐκείνην κατὰ δύω ἀναγνώσεις. Ἐσκέφθην καὶ ἐγὼ ὅπως καὶ ὁ κ. Διοβουνιώτης καὶ κατὰ σύμπτωσιν φέρομεν τὸ αὐτὸ νομοσχέδιον. (Καταθέτει τὴν πρότασίν του εἰς τὸ προεδρεῖον).
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σέρβος.
§28ΣΕΡΒΟΣ. Εἶναι ἓν κατεπεῖγον ἀντικείμενον, πρόκειται περὶ τῆς ἀνανεώσεως τῶν ἐγγραφῶν κατὰ τὰς Ἰονίους νήσους. Ἐγένετο εἷς νόμος, ὁ ὁποῖος παρεχώρησε μίαν μικρὰν προθεσμίαν. Ἐπειδὴ δὲν ἤρκεσε, ζητῶ τὴν παράτασιν αὐτῆς τῆς προθεσμίας. Λοιπὸν περὶ παρατάσεως προθεσμίας τῆς ἀνανεώσεως τῶν ἀγράφων καὶ ἐγγεγραμμένων ὑποθηκῶν εἰς τὰς Ἰονίους Νήσους. (Καταθέτει τὴν πρότασίν του εἰς τὸ προεδρεῖον).
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πολυλᾶς.
§30ΠΟΛΥΛΑΣ. Ὑποβάλλω πρότασιν νόμου περὶ διανομῆς τῆς περιουσίας τῶν δήμων Κερκύρας (τὴν καταθέτει εἰς τὸ προεδρεῖον.)
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τὸν λόγον;
§32ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Ἔχω ἐγὼ, κύριε πρόεδρε. Μετ’ εὐχαριστήσεως ἤκουσα, κύριε πρόεδρε, τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἀναγνώσαντα ἓν νομοσχέδιον περὶ ἀποδόσεως δικαιωμάτων εἰς τὰς τρεῖς ναυτικὰς νήσους· καὶ τῷ ὄντι πρέπει νὰ ἀπονεμηθῇ δικαιοσύνη εἰς τοὺς μεγάλους ἐκείνους ἄνδρας, οἵτινες ἐθυσίασαν οὐ μόνον τὴν περιουσίαν των, ἀλλὰ καὶ τὸν ἑαυτόν των. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν θὰ ἀντιταχθῶ κατ’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ παρακαλῶ τὸ ὑπουργεῖον νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν ἂν ἔλαβε πρόνοιαν ἢ θὰ λάβῃ καὶ περὶ τῶν ἐν τῇ ξηρᾷ ἀγωνιστῶν, οἱ ὁποῖοι ἐθυσίασαν τὴν ζωήν των καὶ περιουσίαν των· μεταξὺ δὲ αὐτῶν ὑπάρχουν 143 ἥρωες τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ ἀφοῦ ἀνεγνωρίσθησαν τα δίκαιά των ἀπὸ ὅλας τὰς συστηθείσας ἐπιτροπὰς, μέχρι τοῦδε δὲν ἀπεδόθη δικαιοσύνη εἰς αὐτούς Λοιπὸν παρακαλῶ τὸ ὑπουργεῖον νὰ εἴπῃ ἂν πρόκειται νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ περὶ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐθυσίασαν τὴν ζωήν των καὶ τὴν περιουσίαν των κατὰ τὴν μεγάλην ἐπανάστασιν τοῦ 1821 (θόρυβος). Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ αὐτοῦ τοῦ πράγματος καὶ πρέπει νὰ φέρῃ νομοσχέδιον καὶ δι’ αὐτὰς τὰς ἀπαιτήσεις, καὶ θέλω νὰ συστηθῇ ἀπὸ μέρους τῆς Βουλῆς ἐντὸς τῆς συνόδου αὐτῆς νὰ φέρῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§33ΥΠΟΥΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Πληροφορῶ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία πρὸ πολλῶν ἐτῶν εἶναι συστημένη διὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν δικαίων τοῦ ἀγῶνος, ἀσχολεῖται μετὰ δραστηριότητος εἰς τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἔργου. Δύναμαι δὲ νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι μέχρι τέλους τοῦ προσεχοῦς Αὐγούστου θέλει παραδώσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ ἔργον ἀποπερατωμένον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις θέλει σκεφθῆ καὶ ὑποβάλει πᾶν μέτρον τὸ ὁποῖον θέλει τείνει εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τῶν δικαίων τούτων ἀπαιτήσεων. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀγωνιστὰς, περὶ τῶν ὁποίων μνείαν ἰδιαιτέραν ἔκαμεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν ὅτι ἐλήφθη ἡ δέουσα πρόνοια καὶ θὰ ἱκανοποιηθῶσι σύμφωνα μὲ τοὺς κειμένους νόμους.
§34ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νομοσχεδίου (θόρυβος).
§35ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καθυπέβαλεν ὁ κύριος Πολυλᾶς, εἶναι νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ σύμπασα ἡ Κέρκυρα νὰ ἐπιψηφισθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, διότι σπουδαῖα συμφέροντα τῶν φορολογουμένων κατοίκων εὑρίσκονται εἰς ἀνώμαλον κατάστασιν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπισπεύσωμεν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἐπωφελοῦς διὰ τὴν Κέρκυραν αὐτοῦ νομοσχεδίου. Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὸ ζήτημα αὐτὸ περὶ ἀποζημιώσεως τῶν οἰκογενειῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἐθυσιάσθησαν ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς πατρίδος, εἶμαι σύμφωνος μὲ μίαν μόνην παρατήρησιν, ὅτι πρέπει νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ ἐκεῖναι τῶν Ἑπτανησίων, αἵτινες ἐθυσίασαν καὶ ζωὴν καὶ περιουσίαν εἰς τὸν βωμὸν τῆς πατρίδος, ὑποστᾶσαι παρὰ τῆς ξενοκρατίας ἀληθῆ μαρτύρια διὰ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς μητρός των Ἑλλάδος· καὶ ὄχι μόνον δὲν ἐλήφθη πρόνοια ὑπὲρ αὐτῶν, ἀλλ’ ἀπεναντίας βλέπομεν ὅτι δι’ ἀπαιτήσεως πάντοτε τῆς Ἀγγλικῆς πρεσβείας, ἥτις συμφέρον ἔχει πάντοτε ὅπως διὰ τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων πιέζῃ τὸν ζῶντα ἐν Ἑπτανήσῳ Ἑλληνισμόν, ἀποδεικνύουσα οὕτω δι’ αὐτοῦ εἰς τὸν πεπολιτισμένον κόσμον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἀναξία νὰ προσαρτήσῃ καὶ ἄλλους Ἑλλ. λαούς, οἵτινες πιέζονται σήμερον ὑπὸ τὸν βάρβαρον καὶ ἀφόρητον τουρκικὸν ζυγόν, ὅτι ἀντεμείφθησαν καὶ ἐστεφανώθησαν διὰ τῶν ἐθνικῶν παρασήμων αὐτοὶ ἐκεῖνοι οἵτινες οὐ μόνον δὲν ἠθέλησαν νὰ ᾖναι Ἕλληνες, ἀλλὰ καὶ ἐπρότειναν τὸν ἀποικισμὸν τῆς Κερκύρας καὶ τῶν Παξῶν εἰς τὴν Ἀγγλίαν.
§36ΤΙΝΕΣ. Τίνες εἶναι ἐκεῖνοι;
§37ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Εἶμαι πράγματι ἑλληνόφρων καὶ δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ τοὺς ὀνομάσω μετὰ παῤῥησίας, ἀφοῦ μὲ προκαλεῖτε· εἶναι ὁ Κουρκουμέλης, ὁ Καροῦσος, καὶ ἄλλοι. Καταβαίνων λοιπὸν τοῦ βήματος παρακαλῶ ὅπως πρὸς τὸ συμφέρον καὶ τὴν τιμὴν αὐτοῦ τοῦ σώματος ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ ἐκείνων τῶν οἰκογενειῶν, αἵτινες διὰ τὴν ἕνωσιν δυστυχῶς σήμερον λιμοκτονοῦσι.
§38ΛΕΚΚΑΣ. Κύριοι, αἱ πληροφορίαι τὰς ὁποίας ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν πρὸ ὀλίγου ἔδωκεν, αἱ ἀφορῶσαι τὰς ἐργασίας τῆς λεγομένης ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀποδόσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀγῶνος, λέγω λεγομένης, διότι δυστυχῶς αἱ ἐργασίαι της βαίνουν πρὸς τὴν αἰωνιότητα, μ’ εὐχαρίστησαν ἐγκαρδίως· ὕστερον ὅμως ἀπὸ τὰς πληροφορίας τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ὅτι ἐντὸς τοῦ ἐρχομένου Αὐγούστου κλείουν αἱ ἐργασίαι καὶ ἐνεργηθήσονται τὰ δέοντα, δὲν ἐννόησα καθόλου οὔτε τὴν ἔννοιαν τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, οὔτε τὴν ἑτέραν ἐξαίρεσιν τῶν ἑκατὸν τεσσαράκοντα ὀνομάτων· ἂν ἀρχίσωμεν σήμερον μὲ μίαν ἐξαίρεσιν διὰ τὰς ναυτικὰς νήσους, αὔριον διὰ τὰ 140 ὀνόματα, μεθαύριον διὰ τὴν Ἀττικήν, ὕστερον διὰ τὴν Φθιώτιδα, ἠξεύρετε τί θὰ γίνῃ; ὅ,τι μέχρι τοῦδε ἐγένετο, πλῆθος ἀποζημιώσεων θὰ δοθῶσι παρ’ ἀξίαν. Καὶ ἄλλοτε εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἰς τὴν μικρὰν Ἑλλάδα ἦτο πολὺ νὰ δώσῃ τόσους βαθμοὺς ὅσους ἔδωκε, καὶ μόλον τοῦτο οἱ ἄνθρωποι τοῦ πραγματικοῦ ἀγῶνος παρηγκωνίσθησαν. Λοιπὸν οὐδεμία ἐξαίρεσις, μέχρις ὅτου ἔλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἴδωμεν ἡ Ἑλλὰς τί δύναται νὰ διαθέσῃ. Ἀκούω ὅτι ἀνέρχονται εἰς ἑκατομμύρια δραχμῶν τὰ δικαιώματα· ὅταν εἰς μίαν ἐξαίρεσιν δώσωμεν σήμερον δέκα καὶ αὔριον δὲν θὰ εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ δώσωμεν οὔτε τρία ἑκατομμύρια εἰς ἄλλην, ποία θυσία θὰ γείνῃ διὰ τὰ χυθέντα αἵματα; Λοιπὸν ἂς τελειώσουν αἱ ἐργασίαι καὶ ἕκαστος τότε ἂς λάβῃ τὴν ἀναλογίαν του, ἄλλως τε νὰ κάψωμεν τὰ χαρτιὰ αὐτὰ καὶ νὰ συγχωρήσωμεν τοὺς ἄνδρας ἐκείνους οἵτινες ἐθυσιάσθησαν ὑπὲρ πατρίδος διὰ νὰ μᾶς φέρωσιν εἰς τὴν θέσιν εἰς ἣν εὑρισκόμεθα.
§39ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἤρχισεν ἡ συζήτησις ἡ οὐσιαστικὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου;
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί νὰ κάμω ἐγώ, ἀφοῦ ζητοῦν τὸν λόγον;
§41ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ὅ,τι λέγεται ἐν τῇ Βουλῇ δὲν δύναται νὰ μείνῃ ἀπαρατήρητον, καὶ διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ὁ ἀμέσως καταβὰς τοῦ βήματος, ὁρμώμενος ἀπὸ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν, ὅτι δῆθεν δὲν εἶναι δυνατὸν τὰ ταμεῖα τῆς πατρίδος ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἤκουσεν ὅτι πρόκειται νὰ φέρῃ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ ἀγῶνος, συμπεριέλαβεν εἰς τὴν ἀγόρευσίν του καὶ ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ὅλως διόλου ξένον καὶ ἔπρεπε ν’ ἀφήσῃ. Τὸ ζήτημα τῶν 143 ἀξιωματικῶν εἶναι ζήτημα συναπτόμενον μετὰ τῆς συστάσεως τῆς φάλαγγος, καὶ εἶναι ὅλως διόλου ἀδικία ν’ ἀρνούμεθα τὴν ἀμοιβὴν εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἔχυσαν τὸ αἷμά των εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν, ἐνῷ οἱ ἐπιζήσαντες ἀπολαμβάνουν τοὺς καρποὺς τῆς θυσίας ἐκείνων, καὶ εἶναι μαύρη ἀχαριστία εἰς ἐκείνους, οἵτινες ὑποστάντες τὸν ἔσχατον τῶν κινδύνων ἐστερήθησαν μετὰ τῆς ζωῆς των καὶ τῆς εὐχαριστήσεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς σήμερον ἀπολαμβάνομεν, τοῦ νὰ ἴδωσι τὴν πατρίδα των ἐλευθέραν. Μὴ νομίσῃ τις, κ. πρόεδρε, ὅτι λέγω τοῦτο, διότι μεταξὺ τῶν 143 ἐκείνων πρωταγωνιστῶν συμπεριλαμβάνεται καὶ τὸ ὄνομα τοῦ πατρός μου. Εἶμαι πρόθυμος νὰ παραιτηθῶ πρῶτος πάσης ἀποζημιώσεως καὶ διὰ τὸν βαθμόν του καὶ διὰ τὰς θυσίας του.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτὰ, νομίζω χρέος μου νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὁ πατὴρ τοῦ λαλήσαντος πρὸ ἡμῶν ἐφονεύθη ἐπίσης ἐν πολέμῳ. Λοιπὸν δὲν πρόκειται περὶ τούτου· ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, εἰπέτε καὶ τὰ ὑπὲρ καὶ τὰ κατά. Τοῦτο δὲν τὸ λέγω διὰ νὰ ὑπερασπισθῶ τὸν προλαλήσαντα, ἀλλὰ τὸ λέγω καθ’ ὅσον εἶμαι ζῶσα ἱστορία τοῦ ἀγῶνος. Δὲν πρόκειται περὶ ἄλλου παρὰ ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων· ὥστε ὅλα αὐτὰ ἦσαν περιττά.
§43ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν λοιπὸν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Λομβάρδος ἔχει τὸν λόγον. Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Λέκας.
§45ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριοι βουλευταί! πολλάκις ἄχρι τοῦδε εὐτυχῶς ἢ δυστυχῶς ἀνέβην τὸ βῆμα τοῦτο, οὐδέποτε ὅμως εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην τοσοῦτον, ὅσον σήμερον, ἵνα ἐπικαλεσθῶ τὴν ἐπιείκειάν σας, τὴν ἀνοχήν σας. Ἔρχομαι ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις, καίτοι πρώτην φορὰν λαβὼν ὡς ὑπουργὸς τὸν λόγον, ἔδειξεν ὁποία Ἀγαμεμνόνειος πράγματι σύνεσις, ὁποία Ἀχίλλειος ῥύμη καὶ ῥώμη λόγου καὶ ῥητορικῆς δεινότητος καλύπτεται ὑπὸ τὰς φρένας του. Αἰσθάνομαι τὸ δύσκολον τῆς θέσεώς μου. Ἐπικαλοῦμαι νὰ μὲ βοηθήσῃ τὴν ἐπιείκειάν σας, τὴν ἀνοχήν σας, καὶ ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ μοὶ τὴν ἀρνηθῆτε. Βλέπετε πρὸς ποῖον ἀντιπαλαίω. Βλέπετε πρὸς ποῖον ἀνταγωνιστὴν πεπρωμένον μοὶ ἦτο ν’ ἀντιπαραταχθῶ. Ἓξ ἡμέραι παρῆλθον ἀπὸ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κυρ. ὑπουργοῦ καὶ αἱ ἐντυπώσεις της πόῤῥω ἀπέχουν, οὐχὶ νὰ ἐξαλειφθῶσιν, ἀλλ’ οὔτε κἂν νὰ ἐλαττωθῶσιν. Αἱ ἐντυπώσεις τοιούτων ἀγορεύσεων δὲν ἐλαττοῦνται τόσον εὐκόλως. Συγχαίρω ἀπὸ καρδίας τὸν κύριον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης· τὸν συγχαίρω, οὐχὶ μόνον δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν, ἀλλὰ διὰ τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον ἠδυνήθη νὰ κρατηθῇ καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ἀγορεύσεώς του, χωρὶς πουθενὰ νὰ σκοντάψῃ, χωρὶς πουθενὰ νὰ καταπέσῃ. Ἡ ἀγόρευσις ἐκείνη θὰ μένῃ ὡς πρότυπον ὑπουργικῆς ἀγορεύσεως, — ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσι τὴν παρατήρησιν ταύτην, ἂς μὴ φθονήσωσιν ὅσοι ὑπουργοὶ ἀνεβοκαταβαίνουσι τὸ βῆμα τοῦτο· αὐτὴ εἶναι ἡ πεποίθησίν μου· — ἡ ἀγόρευσις ἐκείνη τοῦ κυρ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης θὰ μείνῃ πρότυπον ὑπουργικῆς ἀγορεύσεως, προτύπου ὑπουργοῦ, ἐν προτύπῳ βασιλείῳ, τὸ ὁποῖον πρότυπον Βασίλειον δύναται ἤδη νὰ αἰσθανθῇ ὡς ἐξ ὄνυχος τὸν λέοντα, τί ἔχει νὰ περιμείνῃ, τί νὰ ἐλπίσῃ, τί νὰ φοβηθῇ ἀπὸ τὸν πρότυπον τοῦτον ὑπουργὸν, ἐὰν ὁ ὑπουργὸς οὗτος διὰ μερικὸν ἀκόμη καιρὸν μείνῃ ἐπικαθήμενος ἐπὶ τῆς ῥάχεως τοῦ προτύπου τούτου Βασιλείου. Μίαν μόνην παρατήρησιν ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ Κος ὑπουργὸς νὰ ἐκφράσω περὶ τῆς ἀγορεύσεώς του ἐκείνης, τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἦτο, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, ὡς λέγουσιν οἱ Γάλλοι, ὅλως διόλου deplacee· ἡ ἀγόρευσις ἐκείνη ἦτο καλή, ἀμίμητος εἰς τὸν ἑαυτόν της, ἀλλ’ ὄχι ἀνάλογος εἰς τὸ ἀντικείμενον· οὐχὶ προκαλουμένη· οὐχὶ εἰς τὴν θέσιν της. Περὶ τίνος ἐπρόκειτο καὶ διατί ἀνέβη ὁ Κος ὑπουργὸς νὰ λαλήσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος; Ἀνήγγειλα εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ καθῆκόν μου τὰ διαδοθέντα ἐν Ἀμερικῇ, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν ἀδιάφορα, καὶ ἡ ὁμόψηφος ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἔδειξεν, ὅτι οὕτως ὅλη ἡ Βουλὴ τὰ ἐξέλαβε· τὰ ἀνήγγειλα ὅπως ὁ Κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης λάβῃ αἰτίαν νὰ τὰ διαψεύσῃ. Ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ διαψευσθῶσι τὸ ἀπέδειξεν, ἐπαναλέγω, ἡ ὁμόψηφος ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Ἐπειδὴ δὲ περὶ χαρίτων κακούργων ἐπρόκειτο, οἱ ὁποῖοι δῆθεν ἀπεστέλλοντο ὡς ἐμπόρευμα εἰς Ἀμερικὴν, ὅπως ἔτι μᾶλλον ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν ἦσαν ἀληθῆ ὅσα ἐλέγοντο, ὅπως μὴ δυνηθῇ νὰ εἴπῃ τις, ὅτι οἱ κακοῦργοι οὗτοι δὲν ἠλευθερώθησαν μὲν ἀπὸ τὰς φυλακὰς Κερκύρας, ἀλλ’ ἴσως ἀπὸ ἄλλας φυλακὰς τοῦ κράτους, εἶπα νὰ κατατεθῇ ὁ κατάλογος τῶν ὅλων χαρίτων, ὅσας ἐπροκάλεσεν ὁ κ. ὑπουργός. Ἀφοῦ ἐξέθεσα τὰ τῆς Ἀμερικῆς, εἶπον· (ἀναγινώσκει ἐκ τῶν στενογραφημένων πρακτικῶν). «Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἐνάσκησις τοῦ δικαιώματος τῆς χάριτος τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης συζητεῖται ἐν τῇ ἀπομεμακρυσμένῃ ἐπικρατείᾳ ἐκείνῃ, ζητῶ καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῆς ἐνεργείας ταύτης τοῦ ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης, καὶ ζητῶ νὰ καταθέσῃ ὁ ὑπουργὸς ὅλας τὰς χάριτας τὰς ὁποίας ἐνήργησε, καὶ τοὺς καταλόγους τῶν καταδίκων τοὺς ὁποίους ἀπηλευθέρωσε καὶ τοὺς λόγους τῆς ἀπελευθερώσεώς των.» Τοῦτο ἐζήτησα, κύριοι, περὶ τούτου ἐπρόκειτο. Ἔρχεται ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὲ ἀπαντήσῃ ἐκ τοῦ προχείρου· φαίνεται, δὲν ἐγνώριζε τί ἐν τῇ Ἀμερικῇ ἐλέχθη, τί ἐν τῇ Ἀμερικῇ συνέβαινε, διότι τὴν στιγμὴν ἐκείνην μοὶ ἐζήτησε πληροφορίας, μοὶ ἐζήτησε τὰς ἐφημερίδας, τὰς ὁποίας εἶχον ἀνὰ χεῖρας. Ἀποκρούει τὰ διαδοθέντα ἐν Ἀμερικῇ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος δὲ τῶν χαρίτων, τὰς ὁποίας ἐζήτησα νὰ καταθέσῃ μὲ ἀπαντᾷ· «Ἔδωκα τέσσαρας χάριτας, τὰς ὁποίας μοὶ ἐζήτησας σύ.» Τὸν παρατηρῶ ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ ἔκφρασίς του· μοὶ φέρει μάρτυρα τὸν ποτὲ συνάδελφόν μας, τὸν μακαρίτην Λεονταράκην, ὅτι δῆθεν ἐπῆγα ἐπὶ τούτου μετ’ αὐτοῦ εἰς τὸ ὑπουργεῖον· τὸν λέγω ὅτι μετὰ τὰς ἐκλογὰς οὐδέποτε ἐπάτησα τὸ γραφεῖον τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ, ἀλλ’ οὗτος ἐπιμένει. Μὴ νομίσητε ὅτι θέλω νὰ κατατρίψω τὸν καιρόν σας εἰς πράγματα, τὰ ὁποῖα φαίνεται ὅτι δὲν ἔχουν σημασίαν ἢ εἶναι προσωπικά· πρόκειται σήμερον περὶ ζητήματος λίαν γενικοῦ, πρόκειται περὶ ζητήματος οὐχὶ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ περὶ ζητήματος μεταξὺ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ. Ἐνόμισα τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὅτι ὁ κύριος ὑπουργὸς ἦτο τεταραγμένος. Μετὰ δύω ἡμέρας, ἀφοῦ ἤδη ἐσκέφθη, ἀφοῦ ἤδη εἶχε τὸν καιρὸν νὰ ἐξετάσῃ καὶ νὰ πληροφορηθῇ καὶ νὰ μελετήσῃ πῶς ἔπρεπε νὰ λαλήσῃ, ἔρχεται καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διαψεύδει (καὶ καλῶς ἔπραξε καὶ οὕτως ἔπρεπε νὰ πράξῃ) τὰ ὅσα διεδόθησαν περὶ τῶν κακούργων, λέγων, ὅτι τοιοῦτοι κακοῦργοι οὐδέποτε ἠλευθερώθησαν οὔτε ἀπὸ τὴν Κέρκυραν, οὔτε ἀπὸ κανὲν δεσμωτήριον τοῦ κράτους· παρεπονέθη δὲ κατ’ ἐμοῦ, ὅτι δῆθεν δὲν ἐννόησα ὅτι ἦτο ψεῦδος, ὡς νὰ μὴ τὸ ἐδήλωσα ἤδη ἀπ’ ἀρχῆς. Ἀπὸ τοῦ πρώτου ζητήματος ἔρχεται εἰς τὸ δεύτερον, εἰς τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων τῶν χαρίτων, τὰς ὁποίας ἀπένειμε, καὶ ἀντὶ νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ νὰ εἴπῃ, ἰδοὺ αἱ χάριτες, τὰς ὁποίας ἐζητήσατε, ἐκφέρει ἓν κατηγορητήριον πλῆρες κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τοῦ 1867. Ἀφοῦ ἔπαυσε λαλῶν, τὸν ἐρωτῶ, διατί δὲν ἀπετελείωσε τὸν λογαριασμόν μας τῆς προτεραίας συνεδριάσεως ἐπὶ τῶν αἰτήσεων, τὰς ὁποίας εἶπεν ὅτι τοῦ ἔκαμα περὶ χαρίτων, καὶ ἐπιμένει ὅτι εἶπε τὴν ἀλήθειαν, ἐπιμένει ἀναφέρων καὶ πάλιν τὸ ὄνομα τοῦ μακαρίτου Λεονταράκη, προτείνει δὲ καὶ μάρτυρα ζῶντα τὸν ἀξιότιμον κ. Κρασσᾶν, προσθέτων, ὅτι καὶ εἷς τῶν συναδέλφων μου, ὁ κ. Νέγκας, ἐπῆγε καὶ τοῦ ἐζήτησε χάριτα, τὴν ὁποίαν ὅμως δὲν ἐπρότεινεν. Ὅτι ὁ κ. Λεονταράκης ᾐσθάνετο φιλίαν καὶ ἀγάπην πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἴσως πολὺ περισσοτέραν ἀφ’ ὅ,τι ᾐσθάνετο δι’ ἐμὲ, δὲν εἶναι λόγος· ὅτι καὶ ἂν ὅλος ὁ κόσμος ἐγείρετο, ἵνα ταράξῃ τὴν μνήμην τοῦ μακαρίτου Λεονταράκη, πρῶτος καὶ τελευταῖος ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔπρεπε νὰ τὴν ὑπερασπίσῃ καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ τὴν ἀφήσῃ ἥσυχον, καὶ περὶ τούτου δὲν εἶναι λόγος. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Λεονταράκης σᾶς ἐζήτησε χάριτά τινα, διατί τὸν λογαριασμόν σας θέλετε νὰ τὸν ἀποδώσητε εἰς ἐμέ;
§46ΜΕΤΑΞΑΣ (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲ εἶπον ἔτσι.
§47ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ δὲ κ. Κρασσᾶς, τὸν ὁποῖον ἀνεφέρατε καὶ περὶ τοῦ ὁποίου δὲν εἶχον δισταγμὸν ὅτι λανθασμένως τὸν ἀνεφέρατε, ἐρωτηθεὶς παρ’ ἐμοῦ ἐνώπιον τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μας κ. κ. Βασιλάκη καὶ Λούντζη, ἐὰν γνωρίζῃ ὅτι ἐγὼ ἐζήτησά ποτε χάριτα, ἢ ἔκαμες ἕνεκα ἐμοῦ χάριτα παρανόμως, μὲ ἐξουσιοδότησε νὰ ἐπαναλάβω ἐνώπιον τοῦ σώματος ὅτι μία μόνη χάρις Ζακυνθίου ἐγένετο ἀπὸ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἀνέφερες, τοῦ Πομώνη, ἀλλ’ ἐγένετο μᾶλλον, διότι ἐνδιεφέρετο ὁ κύριος Λεονταράκης. Τί ἐζητοῦσε νὰ ἐξάξῃ φέρων τὸ ὄνομα τοῦ κυρίου Νέγκα ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀφοῦ ἐσκέφθη δύω ἡμέρας; Νομίζει, ὅτι φέρει ὄνειδος εἰς ἕνα βουλευτὴν νὰ πλησιάσῃ τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης; Νομίζει ὅτι εἶναι ἄξιος ἐπιπλήξεως ἕνας βουλευτὴς, ἐὰν ἴσως παρουσιασθῇ εἰς τὸν κύριον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ παραστήσῃ τι ὡς δίκαιον; Τί εἶχε νὰ κάμῃ ὁ κύριος Νέγκας ἐν τῇ συνδιαλέξει, ἡ ὁποία ἔτρεξε μεταξὺ ἐμοῦ καὶ σοῦ, κύριε ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης; Ἔπρεπε νὰ σεβασθῇς τὸν χαρακτῆρα τοῦ βουλευτοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν μέχρις ἐκεῖ προβαίνῃ, κύριοι, ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι ἅπαξ μόνον τὸν εἶδον, ὡς ὁ κύριος Νέγκας, καὶ ἠκούσατε διατί τὸν εἶδε, προετοιμασθῆτε ἀπὸ τοῦδε, τὶ ἴσως θ’ ἀκούσετε σεῖς, οἱ ὁποῖοι περισσοτέρας ἔχετε σχέσεις μαζί του· καὶ ἐὰν ταῦτα ἀπὸ τοῦ βήματος λέγωνται, δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν, τί ἄλλα ἀλλοῦ κρύφα εἰμπορεῖ νὰ μεταβιβάζωνται. Ἀποκρούω, κύριοι, ἀποκρούω, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, μετ’ ἀγανακτήσεως τὴν εἰς τὴν μνήμην τοῦ Λεονταράκη ἀπονεμηθεῖσαν μομφὴν, ὅτι ἦτο ὁ πράκτωρ μου. Οὔτε ἐζήτησα, οὔτε θὰ ζητήσω, οὔτε ἔλαβα, οὔτε θὰ λάβω ποτὲ πράκτορας, ἐζήτησα καὶ ζητῶ συναδέλφους. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν ὁ μακαρίτης Λεονταράκης νὰ ἀκούσῃ τί μετὰ τὸν θάνατόν του ἐδῶθεν πρὸς τὴν μνήμην του ἀπευθύνθη, ὤ, ἐστὲ βέβαιοι ἤθελε λυπηθῇ πάρα πολὺ, καὶ κάμνω τὰς παρατηρήσεις ταύτας, διότι ἐὰν μόνον τὴν πρώτην ἡμέραν ἀνεφέρετο τὸ ὄνομα τοῦ Λεονταράκη ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅπως ἐπίκρισίς τις κατ’ αὐτοῦ ἀπευθυνθῇ, δὲν ἤθελα εἴπει τι· ἀλλὰ καὶ τὴν δευτέραν ἡμέραν τῆς συζητήσεως ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν ἔλαβε τὸν λόγον, ἀφοῦ ἀρκούντως ἐμελέτησε καὶ ἐσκέφθη, πάλιν ῥίπτει τὸ ὄνομα τοῦ Λεονταράκη, μὲ τὴν λέξιν, ὅτι ἦτο πράκτωρ μου. Ἦτο φίλος μου, συνάδελφός μου, ναί· ἀλλ’ εἶχε τὰς πεποιθήσεις του, καθὼς ἔχω καὶ ἐγὼ τὰς ἰδικάς μου, οὔτε ἐκεῖνος εὐθύνετο διὰ τὰς πράξεις μου, οὔτε ἐγὼ διὰ τὰς ἰδικάς του. Ἦλθεν εἰς τὴν κατηγορίαν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τοῦ 1867 ὁ νῦν ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης· ἀλλὰ διατί; Ἐγὼ δὲν ἠμποροῦσα νὰ σᾶς ἀπαντήσω περὶ τούτου, καθὼς δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διατί ἦλθε νὰ ἀναφέρῃ τὸ ὄνομα τοῦ Λεονταράκη ἐδῶ μέσα· τὸ διατί ὅμως μᾶς τὸ ἐξήγησεν ὁ ἴδιος· μᾶς εἶπεν ὅτι ἐνόμισε νὰ βλέπῃ κατ’ αὐτοῦ ἀπευθυνομένην ἢ προετοιμαζομένην κατηγορίαν διὰ τὴν ἐνάσκησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε τοῦ δικαιώματος τῆς προτάσεως περὶ χαρίτων. Ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν διάνοιάν μου; Ἐκ τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἀπήγγειλα ἐδῶ, καὶ τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, ἐξήγαγέ τι, τὸ ὁποῖον νὰ ἐμφαίνῃ μίαν κατηγορίαν, ἢ μίαν τάσιν κατηγορίας κατ’ αὐτοῦ; Εἶπα μάλιστα ῥητῶς, ὅτι ὑποθέτω, ὅτι ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔκαμε τὴν ἀπαιτουμένην χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῶν χαρίτων ἐντὸς τοῦ πρέποντος, τοῦ καθήκοντος· ἀνέφερα καὶ τὴν αἰτίαν, ἡ ὁποία μ’ ἔκαμε νὰ κάμω τὴν ἐπερώτησιν. Ἔστω ὅτι εἶχα εἰς τὸν νοῦν μου νὰ φέρω πρότασιν κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης· ἔστω ὅτι εἶχα κατὰ νοῦν νὰ φέρω κατηγορίαν. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὤφειλε νὰ περιμείνῃ, τόσῳ μᾶλλον νὰ περιμείνῃ ἀτάραχος καταθέτων τὰ ἔγγραφα, καθ’ ὅσον ὁ ἴδιος εἶπεν ὅτι τὰ πάντα ἐνήργησεν ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ δικαίου καὶ τοῦ νόμου· ἐὰν δὲ ἤρχετο ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως τῆς κατηγορίας, νὰ μεταχειρισθῇ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα εἶχε νὰ μεταχειρισθῇ. Πρὶν ὅμως τοῦ ἀπευθυνθῇ κατηγορία ἢ παρατήρησις, κατηγόρησε τὸν προκάτοχόν του ὑπουργὸν καὶ τὸν κατηγόρησε καθὼς ἐντὸς ὀλίγου θὰ ἴδωμεν. Δὲν εἶναι προσβολὴ καὶ αὐτῆς τῆς ἀβροφροσύνης καὶ τῆς ἁβρότητος, τὴν ὁποίαν οἱ ὑπουργοὶ τοῦ Κράτους ὀφείλουν μεταξὺ των νὰ τηρῶσιν, οἱ κατέχοντες τὴν θέσιν πρὸς τοὺς προκατόχους των; Τί ἤθελε τὸν χρησιμεύσει ἡ κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ 1867 κατηγορία; ἔστω ὅτι κατηγορεῖτο ὁ νῦν Κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης· ἔστω, ὅτι ὁ πρὸ αὐτοῦ, τὸν ὁποῖον κατηγόρει, ἦτο δεκάκις, ἑκατοντάκις, χιλιάκις, μυριάκις χειρότερος ἀπ’ αὐτόν· ἐὰν ἐπηρωτᾶτο ὁ κύριος ὑπουργὸς νὰ δικαιολογηθῇ διὰ τὴν διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἔχει εἰς χεῖράς του, θὰ τὸν ἀπήλλαττε τῆς εὐθύνης ἡ κατὰ τοῦ προκατόχου του τοῦ 1867 κατηγορία; Μὴ θέλων, μὴ πειρώμενος νὰ εἰσέλθω καὶ ἐγὼ αὐθαιρέτως εἰς τὴν διάνοιαν τοῦ Κου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι δὲν θέλω νὰ μοὶ ἀπευθύνῃ τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου τοῦ ἀπηύθυνα, ἐρωτῶν διατί ἔφερε τὴν κατηγορίαν ἐκείνην, πρέπει νὰ ἐξηγήσω τὸν νοῦν του κατ’ αὐτὰ τὰ ὁποῖα αὐτὸς εἶπεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀπρόκλητος ὁ Κος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠθέλησεν αὐτὸς ἀφ’ ἑαυτοῦ νὰ θέσῃ ἐνώπιόν σας περὶ ἑαυτοῦ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, ἐγείρων ζήτημα περὶ τῆς διαχειρίσεώς του καὶ προκαλῶν τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ. Αὐτὸς ἀφ’ ἑαυτοῦ σᾶς προκαλεῖ ἐπὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης. Δι’ αὐτὸ, καὶ ἀφοῦ προκαλούμεθα παρ’ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὀφείλομεν νὰ τὸν ἀκολουθήσωμεν, καὶ νὰ τὸν ἀκολουθήσωμεν, κύριοι, οὐχὶ μόνον εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ ἐπιχειρήματα διὰ τῶν ὁποίων τὸ ζήτημα τοῦτο συνώδευσε. Διότι εἰμπορεῖ τις ἐν τῇ ἐνασκήσει ἐξουσίας τινος, ἐν τῇ διαχειρίσει περιουσίας τινος, νὰ διαχειρίζηται τιμίως, ἀνεπιλήπτως, ἀλλ’ ἂν τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζεται, κύριοι, ὅπως πείσῃ ὅτι τῳόντι τοιοῦτος εἶναι, ἐὰν ᾖναι τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα προσβάλλουσι τοὺς νόμους τῆς ἠθικῆς, τοῦ καθήκοντος, δὲν εἰμπορεῖτε νὰ τ’ ἀνεχθῆτε, καὶ ἐξηγοῦμαι. Ἐὰν ἕνας διαχειριστὴς μέρους ἢ τοῦ ὅλου τῆς περιουσίας σας, τίμιος, δίκαιος, ἀνεπίληπτος, θέλων νὰ σᾶς πείσῃ ὅτι τῳόντι εἶναι τοιοῦτος, ἔρχεται ἐνώπιόν σας οὐχὶ μὲ τὰ κατάστιχά του, οὐχὶ μὲ τὴν διαχείρισιν τὴν ἰδικήν του, ἀλλὰ μὲ ἔγγραφα πλαστογραφημένα, τὶ θὰ εἰπῆτε; Ὅσον καὶ ἂν ᾖναι καλὸς καὶ τίμιος, ὅταν βλέπετε ὅτι ζητεῖ διὰ πλαστογραφιῶν καὶ διὰ παραμορφώσεως τῆς ἀληθείας νὰ δικαιολογηθῇ, τοῦτο ἀρκεῖ νὰ σᾶς πείσῃ, ὅτι ἂν ἕως τώρα τὸν ἐμπιστευθῆτε, δὲν πρέπει νὰ τὸν ἐμπιστευθῆτε καὶ ἀκολούθως.
§48ΜΕΤΑΞΑΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἐξηγηθῆτε, κ. Λομβάρδε.
§49ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐξηγοῦμαι. Ὁ κ. ὑπουργὸς μὲ προκαλεῖ. Ἀλλὰ θὰ ἐξακολουθήσω νὰ ἐξηγοῦμαι γενικῶς καὶ ἀφηρημένως, χωρὶς νὰ ἐννοήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς ἀκόμη, ὅτι τὰ ἐφαρμόζω δι’ αὐτὸν, ἐξηγοῦμαι ὅπως διασαφηνίσω τὴν ἰδέαν μου. Ὑποθέσατε, ὅτι ἕνας ὑπουργὸς, διαχειριστὴς καὶ αὐτὸς περιουσίας καὶ διαχειριστὴς περιουσίας τῆς πλέον πολυτίμου, τῶν πολιτικῶν σας δικαιωμάτων, εἶναι καλὸς διαχειριστὴς, ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν του, —καθόλου δὲν τὸ ἐφαρμόζω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης· ἐπαναλαμβάνω, ὅτι διασαφηνίζω τὴν ἰδέαν μου,— ἀλλ’ ἐὰν παρουσιάζηται ἐνώπιόν σας, χωρὶς σεῖς νὰ τὸν προκαλέσητε, ἵνα σᾶς πείσῃ ὅτι αὐτὸς εἶναι τίμιος καὶ καλὸς καὶ δίκαιος διαχειριστὴς τῆς περιουσίας τὴν ὁποίαν ἔχει εἰς χεῖράς του, καὶ θέλων νὰ σᾶς πείσῃ περὶ τούτου τρέχει εἰς συκοφαντίας, κατηγορεῖ, καὶ κατηγορεῖ διὰ παραμορφώσεως τῶν γεγονότων, τῶν ἐγγράφων, διὰ πλαστογραφίας.... συγχωρήσατέ μοι, δὲν τὸ ἐφαρμόζω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὸ λέγω γενικῶς....
§50ΜΕΤΑΞΑΣ (ὑπουργ. Δικαιοσ.). Τὸ εἶπον αὐτὸ, κ. Λομβάρδε;
§51ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν τὸ λέγω διὰ σᾶς, ἐπαναλαμβάνω.—Ἐπειδὴ μοὶ ἐξέφυγεν ἡ λέξις πλαστογραφία, ἐρωτῶ, ποῖος εἶναι χειρότερος πλαστογράφος;—βλέπετε, θέλω νὰ θέσω γενικὰ ζητήματα, ζητήματα ἀνώτερα τῶν ἀτόμων καὶ τῶν προσώπων· ποῖος εἶναι χειρότερος πλαστογράφος; ὁ συμβολαιογράφος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἰς τὸ συμβολαιογραφικόν του γραφεῖον σᾶς παραμορφόνει ἓν συμβόλαιον, ὁ δήμαρχος, ὁ ὁποῖος ἐν τῷ δημοτικῷ γραφείῳ ἐκδίδει ψευδὲς πιστοποιητικὸν, ἢ ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ναὶ μὲν δὲν ἐκδίδει ἔγγραφα, ἀλλ’ ἐν τῇ ὑψηλῇ ἰδιότητι τοῦ ὑπουργοῦ, ἐν τῇ ἰδιότητι τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ Βασιλέως παρουσιάζεται ἐνώπιον τοῦ ἀνωτάτου Σώματος τοῦ κράτους, τοῦ κοινοβουλίου, ἀναγγέλλει ψευδῆ πράγματα, οὐ μόνον ἀνύπαρκτα, ἀλλὰ διαστρέφει καὶ τὰ ὑπάρχοντα, οὐ μόνον ἀνύπαρκτα, ἀλλὰ μαχόμενα πρὸς ἐπίσημα ἔγγραφα ἐν τῇ κατοχῇ του ὑπάρχοντα, ποῖος εἶναι μεγαλείτερος πλαστογράφος, ὁ δήμαρχος ἐκεῖνος, ἢ ὁ ὑπουργὸς οὗτος; Δὲν λέγω ὅτι τὸ ἔκαμεν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Θὰ ἔλθω νὰ ἐξετάσω ἂν τὸ ἔκαμεν, ἀφοῦ διασαφήσω τὴν ἰδέαν μου. Κατηγόρησεν ὅπως δικαιολογηθῇ ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς, ὁ νῦν τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τοῦ 1867, θέλων νὰ ὑποκινήσῃ ζήτημα ἐξετάσεως ἐν τῇ Βουλῇ τῆς διαγωγῆς τοῦ ὑπουργοῦ τούτου. Ἀνεξαρτήτως τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἔθιξα πρότερον, ἀνεξαρτήτως τῆς ἀβροφροσύνης, τὴν ὁποίαν ἕκαστος ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ τηρῇ πρὸς τὸν προκάτοχόν του, λέγω πρὸς τὸν νῦν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, σὺ ἀξιότιμε ὑπουργὲ, ὅστις ἔρχεσαι νὰ θέσῃς ὑπὸ συζήτησιν ἐντὸς τῆς Βουλῆς ταύτης τὴν διαγωγὴν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τοῦ 1867, δὲν εἶσαι σὺ ἐκεῖνος ὅστις, ὅταν ἐζητήθη παρὰ σοῦ νὰ καταθέσῃς τὰ ἔγγραφα τῶν χαρίτων, εἶπες ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν χαρίτων, τὸ ὁποῖον εἶναι ζήτημα προνομίας βασιλικῆς, δὲν ἔχει ἡ Βουλὴ ἀπόλυτον δικαίωμα ἐξελέγξεων; δὲν μᾶς εἶπες, σκεφθῆτε ποῦ τρέχετε; Καὶ ὅταν σὺ ἔλεγες τοῦτο, ἦτο ὁ ἐν ἐνεργείᾳ ὑπουργὸς, ὁ καθήμενος ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου παρὰ τοῦ ὁποίου περιμένεις νὰ ἀκούσῃς ἂν ἔχῃς ἢ ὄχι τὴν ἐμπιστοσύνην του· ἦσο ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος δὲν ἔδωκες λόγον εἰσέτι τῶν πράξεών σου, ὁ δὲ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τοῦ 1867 εἶναι ὁ ὑπουργὸς ὁ ὁποῖος σήμερον δὲν ὑπάρχει, εἶναι περιπλέον ὁ ὑπουργὸς ὁ ὁποῖος ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τρὶς ἔδωκε λόγον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§52ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μοὶ εἶπαν νὰ φέρω κατάλογον ἀπὸ τὸ 1865, καὶ ἑπομένως ἔπραξα κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§53ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν τὸν ἐζήτησα ἐγώ.
§54ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἡ βουλὴ εἶναι ἀνωτέρα.
§55ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἐσκέφθης, κύριε ὑπουργὲ, ὅτι σὺ ὁ ὑπουργὸς, ὁ προκαλέσας ζήτημα ἐξετάσεως ὑπουργοῦ μὴ ὑπάρχοντος πλέον, ὅπως δικαιολογήσῃς τὴν πρᾶξίν σου, ὅτι ἔμελλες νὰ δώσῃς λόγον τῶν πράξεών σου; Πῶς λοιπὸν ἦλθες νὰ ὑποκινήσῃς ζήτημα κατὰ ὑπουργοῦ, ὅστις ἤδη ἔδωκε λόγον; Ἡ θεωρία ἡ ἐμὴ, κύριε ὑπουργὲ, ἀντίθετος τῆς ἰδικῆς σου, εἶναι ὅτι ἡ Βουλὴ δικαιοῦται πάντοτε, καὶ ὁσάκις θέλει, νὰ ἐξετάζῃ τὰς πράξεις τῶν ὑπευθύνων ὑπουργῶν, καὶ ἐπειδὴ σὺ ὡς ὑπουργὸς ἔφερες τὸ ζήτημα τοῦτο ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἐγὼ οὐχὶ ὡς ὑπουργὸς τοῦ 1867, ἀλλ’ ὡς βουλευτὴς, σοὶ λέγω, κύριε ὑπουργὲ, καλῶς ὥρισες· ὡς βουλευτὴς θὰ ἐξετάσω μετὰ σοῦ τὰς πράξεις καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τοῦ 1867. Ἡ Βουλὴ κατ’ ἐμὲ δὲν περιορίζεται ποτὲ εἰς τὸ νὰ ἐξετάσῃ τὴν διαγωγὴν ἑνὸς ὑπουργοῦ, καὶ ἐὰν ἐξετάσθη ἄλλοτε, δὲν ἕπεται ὅτι μία ἄλλη Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ ἐκ νέου, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι ἡ νέα αὕτη ἐξέτασις γίνεται en conversation, δὲν δύναται νὰ φέρῃ ψῆφον, ἐν ᾧ ἡ ἐξέτασις τῆς διαγωγῆς τῆς ἰδικῆς σου προκαλεῖ ψῆφον.
§56ΜΕΤΑΞΑΣ. Δὲν ἀπέφυγον τὸν ἔλεγχον, ἀλλὰ καὶ ὑμεῖς ὑπεσχέθητε ἄλλοτε νὰ φέρητε κατάλογον, ἀλλὰ δὲν ἐφέρετε.
§57ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ὁ ὑπουργὸς τοῦ 1867 ἦτο ἔνοχος, τοῦτο ἀπαλλάσσει ὑμᾶς ἀπὸ τὴν κατηγορίαν;
§58ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τοῦ 1867 ἔφερε κατάλογον καὶ τὸν κατέθεσε, καὶ σύγκρισις ἐγένετο τῶν χαρίτων τῆς ἐποχῆς τοῦ 1867 πρὸς τὰς χάριτας ἄλλης ἐποχῆς. Εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τοῦ 1867 τότε, ὅτι κατὰ τὰς τρεῖς ἡμέρας, κατὰ τὰς ὁποίας δίδονται συνήθως αἱ χάριτες, 200 χάριτες ἐδόθησαν, καὶ ἐπρόσθεσεν ὅτι ἀναλόγως εἶναι ὀλιγώτεραι τῶν τῶν ἄλλων ὑπουργῶν· ἐὰν ταῦτα εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τοῦ 1867, ἐὰν δὲν εἶναι ἀληθῆ, σὺ δὲν εἶσαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος νὰ τὸν ἐπικρίνῃς καὶ νὰ τὸν κατηγορήσῃς καὶ νὰ τὸν δικάσῃς, διότι ἡ Βουλὴ τὸν ἐδίκασεν· ἐὰν δὲ ὑπάρχουν ἀποδείξεις, ὅτι ὅσα εἶπε τότε εἶναι ψευδῆ, τότε καὶ ἐγὼ θὰ ἑνώσω τὴν ψῆφόν μου κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ 1867, διότι ἐπιθυμῶ νὰ ἀρχίσῃ νὰ γίνεται ἔλεγχος, καὶ ἂς ἀρχίσῃ καὶ ἀπὸ ἐμέ.
§59ΜΕΤΑΞΑΣ. Τὰ πρακτικὰ τὸ λέγουν.
§60ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τί λέγουν; διότι ἠμπορεῖ νὰ μὴ τὰ ἐδιάβασες· (θόρυβος). Δέχομαι ὡς βουλευτὴς καὶ μετὰ χαρᾶς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν πράξεων τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὸ 1867, ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ δὲν πρόκειται σήμερον, δὲν ὡρίσθη ἡ σημερινὴ συνεδρίασις διὰ τὴν ζήτησιν καὶ ἀνεύρεσιν τῶν ἐγγράφων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα, ὅσον καὶ ἂν δὲν ἠμπορέσατε νὰ τὰ εὕρητε, καθὼς λέγετε, ὑπάρχουν γραφεῖα ἐντὸς τῶν ὁποίων εἶναι κατατεθειμένα. Σήμερον, μ’ ὅλον τοῦτο, θέλω σὲ ἀκολουθήσει εἰς ὅσα εἶπες περὶ τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ 1867, ἵνα σοὶ ἀποδείξω ὅτι μὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπας τὸν ἠδίκησας τὸν ταλαίπωρον, ὅστις δὲν εἶναι ἐδῶ διὰ νὰ ὑπερασπισθῇ. Χάριτες 253, κατὰ τὸν κ. ὑπουργὸν, εὑρέθησαν ἐντὸς 14 διαταγμάτων, αἵτινες ἐπροτάθησαν καὶ ἐδόθησαν ἄνευ προτάσεως δικαιολογητικῶν ἐγγράφων κατὰ τὸ 1867.
§61ΜΕΤΑΞΑΣ. Ὄχι ὅλαι.
§62ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τινὲς ἐξ αὐτῶν; καὶ εἶναι, εἶπες, εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὰ ἔγγραφα τῶν εἰσαγγελέων, καὶ ἀφηρπάγη ἡ ὑπογραφὴ τοῦ πρίγκηπος Ἰωάννου, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα δὶς καὶ τρὶς ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπρόφερε μετὰ συγκινήσεως, ὡς νὰ σᾶς ἔλεγεν, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τοῦ 67 ἐκεῖνον τὸν ἀγαθὸν ἄνδρα τὸν ἠπάτησε καὶ τοῦ ἐπῆρε τὴν ὑπογραφὴν χωρὶς νὰ τοῦ καθυποβάλῃ μίαν δικαιολογητικὴν ἔκθεσιν.
§63ΜΕΤΑΞΑΣ. Δὲν τὸ εἶπον ἐγὼ αὐτό.
§64ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σᾶς βεβαιῶ, κύριε ὑπουργὲ, ὅτι σᾶς συμφέρει νὰ μὴ μὲ διακόπτετε· ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, ὅταν καὶ ἐγὼ ἀπεικόνισα πρὸ ὀλίγου τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔκαμεν ὁ λόγος σας, καὶ ἐφάνην ὅτι τὸν ἐπήνουν, τὸ ἐπιστεύσατε; τὸ ἐπήρατε διὰ μετρητά;
§65ΜΕΤΑΞΑΣ. Ὄχι βέβαια.
§66ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τί θέλετε τώρα; νὰ κάμητε ἐπίδειξιν τῆς ῥητορικῆς σας;
§67ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὅταν θέλετε νὰ σᾶς σέβωνται οἱ ἄλλοι, πρέπει νὰ σέβησθε καὶ ὑμεῖς τοὺς ἄλλους· ὅταν θέλετε νὰ σέβωνται τὴν θέσιν σας, πρέπει νὰ σέβησθε καὶ ὑμεῖς τὴν θέσιν τῶν ἄλλων. Δὲν εἴπατε βεβαίως, κύριε, ὅτι ἐγὼ ἀφήρπασα τὴν ὑπογραφὴν τοῦ πρίγκηπος Ἰωάννου, δὲν εἴπατε ὅτι ἠπάτησα τὸν πρίγκηπα Ἰωάννην διὰ νὰ ὑπογράψῃ τὰ διατάγματα ἐκεῖνα· ἡ ἐντύπωσις ὅμως ἣν ἐπροξένησεν ἡ ἔκφρασίς σας ἦτο τοιαύτη (θόρυβος). Μὴ διακόπτετε, ἀκούσατε μὲ ὑπομονήν· ἡ ἐντύπωσις πῆς ἐκφράσεώς σας οὐχὶ μόνον ἐντὸς ἐδῶ, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς, ὅπου περιῆλθον οἱ λόγοι σας, ἦτο τοιαύτη, καὶ εἰς ὅλας τὰς Ἀθήνας ἀπὸ στόματος εἰς στόμα δὲ ἠκούετο τὰς ἡμέρας ταύτας ἄλλο παρὰ αἱ 200 χάριτες τὰς ὁποίας ἔκαμεν ἐπὶ πρίγκηπος Ἰωάννου ὁ ὑπουργὸς τοῦ 1867 ἄνευ δικαιολογητικῶν ἐγγράφων· οὐχὶ λέγω ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐντὸς αὐτῆς τῆς Βουλῆς, ὅπου ἀπ’ εὐθείας σὲ ἤκουσαν, ἐπροξένησε τοιαύτην ἐντύπωσιν ἡ ἀγόρευσίς σου, καὶ ἰδοὺ τὶ ἀνήγγειλεν ὁ βουλευτὴς Θερμογιάννης διὰ τῆς ἐφημερίδος του (ἀναγινώσκει). «Ἀλλ’ εἰς τὸ προκείμενον. Ὁ ὑπουργὸς κ. Μεταξᾶς ἠρίθμησε τὰς χάριτας τοῦ κ. Λομβάρδου, καὶ ἐγένοντο πολλαὶ καὶ ἐγένοντο εἰς ἔκπληξιν τῶν τε βουλευτῶν καὶ τῶν ἐν τοῖς θεωρείοις ἀκροατῶν. Καὶ οἱ ἄλλοι οἱ κατὰ καιροὺς ὑπουργοὶ ἀπένειμαν χάριτας, ἴσως ὄχι ἐν πλήρει εὐσυνειδησίᾳ καὶ δικαιοσύνῃ ἁπάσας, ἴσως δὲ καὶ διὰ νὰ εὐχαριστήσωσι καὶ οὗτοι τὰς ἀπαιτήσεις τῶν φίλων καὶ οἰκείων των, ἀλλ’ ὅμως οὐδεὶς τόσῳ ἀσυστόλως περιεφρόνησε τὸν νόμον καὶ τὴν ὑπηρεσίαν καθὼς τὸν κ. Λομβάρδον. Οἱ ἄλλοι ὑπουργοὶ ἐλάμβανον ὑπ’ ὄψιν γνωμοδοτήσεις, συνέτασσον ἐκθέσεις, ἐμνημόνευον ἐν αὐταῖς τοῦ εἴδους τοῦ ἀδικήματος καὶ τῆς ποινῆς τοῦ καταδίκου, ἑνὶ λόγῳ συνησθάνοντο τὴν ἀνάγκην νὰ περιβάλωσι τὴν χρῆσιν δικαιώματος τόσῳ μεγάλου καὶ λαμπροῦ διὰ πλειόνων ἐγγυήσεων, αἵτινες εὑρέθησαν εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ ὑπουργείου. «Ἀλλ’ ὁ κ. Λομβάρδος οὐδένα κανόνα ἐτήρησεν εἰς τὰς ἀφθόνους ἀπονομὰς χαρίτων, ἐφ’ αἷς ἐλάμβανε τόσῳ εὐχερῶς τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀντιβασιλέως Ἰωάννου. Ἀπὸ τὰ σωζόμενα ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης διατάγματα, τὰ ὑπ’ αὐτοῦ προκληθέντα καὶ ὑπὸ τοῦ νῦν ὑπουργοῦ προσαχθέντα εἰς τὴν Βουλὴν, ἄλλα στηρίζονται εἰς ἁπλᾶς ἀναφορὰς τῶν καταδίκων καὶ ἄλλα εἰς τὴν ὑπουργικὴν αὐθαιρεσίαν. Οὔτε προτάσεις ἢ γνωμοδοτήσεις εἰσαγγελέων ἢ προέδρων ἢ ἐπιτροπῶν ὑπάρχουσιν, ἀλλ’ οὔτε αὗται αἱ ἐκθέσεις τοῦ ὑπουργοῦ εὑρέθησαν. Ἀπόδειξις τρανὴ, ὅτι διελάμβανον ψεύδη πρὸς ἐξαπάτησιν τοῦ ἀντιβασιλέως καὶ διὰ τοῦτο ἀφῃρέθησαν ἐγκαίρως ὅπως μὴ ἴδωσι τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος. Τοιαῦτα πρόκεινται τὰ κατορθώματα τῆς ὑπουργείας τοῦ κ. Λομβάρδου, τοῦ ἀξιοῦντος τὴν ἐπικράτησιν τῶν ἰδεῶν του καὶ τοῦ κόμματός του πρὸς ἠθικοποίησιν τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας. «Ἀλλ’ ὁ ἔλεγχος ἀπέδειξε καί τι ἄλλο χειρότερον καὶ ἐκτρωματικώτερον διὰ τὴν ἱστορίαν τῶν συνταγματισμένων Κρατῶν. Δὲν ἠρκέσθη ὁ κ. Λομβάρδος νὰ χαρίσῃ ποινὰς εἰς καταδίκους βδελυρῶν καὶ ἀναξίων ἐπιεικείας ἐγκληματικῶν πράξεων, δὲν ἠρκέσθη νὰ ἐξαγάγῃ ἐκ τῶν φυλακῶν κακούργους συμπατριώτας του καὶ ἀνήκοντας εἰς τὸ κόμμα τὸ ὁποῖον τυφλῶς καὶ ἄνευ συνειδήσεως ὑπηρέτει κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἀλλ’ ἀπένειμε χάριτας καὶ εἰς φυγοδίκους.» Ἔπειτα ἀκολουθεῖ ἕνας ἑξάψαλμος, ὁ ὁποῖος ἀφορᾷ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον.
§68ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τί μὲ μέλει τί λέγει ὁ Θερμογιάννης;
§69ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μέλει ἐμέ, διότι μὲ μέλει διὰ τὸν σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον ὀφείλουσι πάντες πρὸς τὸ βῆμα, καὶ πρέπει νὰ μᾶς μέλῃ διὰ τὰς συκοφαντίας, αἱ ὁποῖαι ἐξέρχονται ἐντεῦθεν, καὶ ὅταν τοιαῦται ἐντυπώσεις γεννῶνται ἀπὸ τοὺς λόγους σας, κύριε ὑπουργὲ, πρέπει νὰ ὑποφέρῃς ν’ ἀκούσῃς τὴν ἀνασκευήν των. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ νῦν ὑπουργὸς ἐν ἐνεργείᾳ τοῦ Βασιλέως, δὲν ᾐσθάνετο τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχε, νὰ μὴ ἐκθέσῃ εἰς ἐπίκρισιν ἢ εἰς παρατήρησιν τὸ ὄνομα τοῦ θείου τοῦ Βασιλέως, τοῦ πράγματι εὐγενοῦς ἐκείνου ξένου; Καὶ ἂν ἄλλοτε πολλάκις ἤκουσα εἰς τοὺς ξένους νὰ προτάσσωσι τινὲς τὸ ἐπίθετον εὐγενὴς, βεβαίως τὸ ἐπίθετον τοῦτο ἰδίως ἀξίζει ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὸν πρίγκηπα Ἰωάννην.
§70ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§71ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ ὁ ὁποῖος συνειργάσθην μετ’ αὐτοῦ, ὀφείλω νὰ μαρτυρήσω, καὶ, πιστεύω, τὴν μαρτυρίαν αὐτὴν θὰ δώσωσι καὶ οἱ ἄλλοι ὑπουργοὶ, οἱ ὁποῖοι ὡς ἐμὲ μετ’ αὐτοῦ συνειργάσθησαν, ὅτι δὲν ἀδιαφοροῦσεν εἰς ὅ,τι τοῦ ἐπαρουσιάζετο πρὸς ὑπογραφήν· δὲν ἦλθεν ἐδὼ νὰ καθήσῃ ἓξ μῆνας ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ μένῃ εἰς τὰ ἀνάκτορα ἀδιαφορῶν εἰς ὅ,τι ἐγίνετο ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως Γεωργίου. Ἐζήτει πληροφορίας καὶ πληροφορίας ἐμπεριστατωμένας. Εἰς τὸ ζήτημα ἰδίως τῶν χαρίτων ὤφειλε τὸ ὑπουργεῖον νὰ πληροφορῇ τὸν ἀντιβασιλέα ἐκεῖνον, διότι τὸ ζήτημα τῶν χαρίτων δὲν ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ μεταξὺ Βασιλέως καὶ ὑπουργείου ὡς πολιτικόν· εἴχαμεν καθῆκον νὰ φωτίσωμεν τὸν ἡγεμόνα, καὶ δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, καὶ ἐπικαλοῦμαι μάρτυρας τοὺς συναδέλφους μου ἐν τῷ ὑπουργείῳ ἐκείνῳ, ὅτι ὁ Ἰωάννης ἔσπρωχνεν ἐνίοτε τὰς πρὸς τοῦτο παρατηρήσεις του ἴσως καὶ μέχρι βαθμοῦ ὁ ὁποῖος ἐνίοτε ἦτο κατά τι σχολαστικός. Δὲν ἠπατᾶτο ὁ πρίγκηψ, δὲν ἦτο ὁ ἄνθρωπος παρὰ τοῦ ὁποίου ν’ ἁρπαγῇ ἡ ὑπογραφὴ 253 χαρίτων ἄνευ οὐδενὸς δικαιολογητικοῦ ἐγγράφου. Πρὶν ἢ ἡ ἔκφρασις αὕτη ἀπὸ τοῦ βήματος ῥιφθῇ καὶ εἷς βουλευτὴς τὴν ἁρπάσῃ καὶ τὴν δημοσιεύσῃ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, ὤφειλες νὰ τὴν σκεφθῇς. —Δὲν λέγω τι περισσότερον περὶ τοῦ ἀγαθοῦ ἐκείνου εὐγενοῦς ξένου· ἀποκρούω καὶ ὀφείλω ν’ ἀποκρούσω μεθ’ ὅλης τῆς δυνάμεως τὴν εἰς αὐτὸν, μακρὰν τοῦ τόπου μας εὑρισκόμενον, ἀπευθυνομένην μομφὴν, ὅτι τυφλῶς ὑπέγραφεν ὅ,τι τοῦ ἐπαρουσιάζετο. Ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα τῶν δικαιολογητικῶν ἐγγράφων ἐν ἀρχῇ, καὶ ἔπειτα θὰ ἔλθω εἰς τὰ καθέκαστα ἵνα ἦμαι ἀκριβής. Τὸ ζήτημα τῶν δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, τὸ ζήτημα τῆς γνωμοδοτήσεως τῶν δικαστηρίων, τῶν ἐπιτροπῶν, τῶν εἰσαγγελέων ἐπὶ τῆς ἀποδόσεως χάριτος, δὲν θεωρῶ ὑποχρεωτικὸν· εἰμπορεῖ νὰ δοθῇ χάρις περιβεβλημένη μὲ ὅλους τοὺς τύπους· εἰμπορεῖ ὑπὲρ ἑνὸς καταδίκου ν’ ἀποφανθῶσιν εἰσαγγελεῖς, δικασταὶ, ἐπιτροπαὶ, καὶ ὅμως ἡ χάρις νὰ μὴ ᾖναι δικαία κατ’ οὐσίαν· δύναται ἀφ’ ἑτέρου χάρις ἀποκρουομένη παρ’ ὅλων οὓς ἐμνημόνευσα νὰ ᾖναι δικαία. Ἐκεῖνος ὅμως ὁ ὁποῖος εἰς ἀμφοτέρας τὰς περιστάσεις θὰ ἐκτιμήσῃ, ὁ ὁποῖος φέρει τὴν εὐθύνην, εἶσθε σεῖς, κ. ὑπουργέ. Καὶ δύνασθε, κύριε ὑπουργὲ, νὰ ζητήσητε οἱανδήποτε γνωμοδότησιν παρ’ ἐπιτροπῆς ἵνα φωτισθῆτε, ἀλλὰ δὲν εἶναι συνταγματικὸν ἢ κοινοβουλευτικὸν νὰ λέγητε, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεφάνθη, ἐγὼ δὲν ἔχω εὐθύνην· ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη εἶχε δικαίωμα παραδοχῆς, ἀποῤῥίψεως, τροποποιήσεως τῶν αἰτήσεων, διότι οὕτω ἐγκαθιδρύεται ἰδιαιτέρα Καμαρίλλα ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης.
§72ΜΕΤΑΞΑΣ. Τὸ ἔκαμαν καὶ ἄλλοι.
§73ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ οὐχί. Περὶ ἄλλων δὲ ὑπουργῶν δὲν πρόκειται, ἀλλὰ περὶ ὑμῶν, τοῦ νῦν ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Περὶ τῆς χάριτος, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ὁ κ. Νέγκας, μᾶς εἶπεν, ὅτι τὴν ἀπέῤῥιψεν ἡ Ἐπιτροπή· καὶ ποῖος θὰ δώσῃ περὶ τούτου λόγον; ἡ ἐπιτροπή; Σὺ εἶσαι ὁ ὑπεύθυνος· διὰ τί ῥίπτεις τὴν εὐθύνην εἰς ἄλλους; Αὐτὴ ἦτο καὶ εἶναι ἡ γενικὴ ἰδέα μου περὶ δικαιολογητικῶν ἐγγράφων καὶ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, ὅσον ἀποβλέπει τὰς χάριτας. Ὡς πρὸς τὰ καθέκαστα λέγω, ὅτι οἱανδήποτε ἰδέαν καὶ ἂν φαντασθῆτε ὅτι ἕνας ὑπουργὸς ἔχει περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς προτάσεως τῶν χαρίτων, ἦτο δυνατὸν ποτὲ νὰ ἐπιστεύσατε σεῖς, ὅτι 253 χάριτες ἐπροτάθησαν ἄνευ δικαιολογητικῶν ἐγγράφων; καὶ εἰσῆλθε τοῦτο εἰς τὸν νοῦν σας; καὶ ἐν καλῇ τῇ πίστει τὸ ἐπιστεύσατε; Ἂν ἠδυνάμην νὰ φαντασθῶ ὅτι τὸ ἐπιστεύσατε, θὰ ἐλεεινολόγουν τὴν ἀδυναμίαν τοῦ ἀνθρωπίνου νοός, καὶ θὰ ἔμενα ἕως ἐδώ. Ἀλλὰ θὰ προβῶ περαιτέρω, διότι ἔχω πλήρη τὴν πεποίθησιν, ὅτι τοιοῦτόν τι δὲν ἐπιστεύσατε, καὶ ἔρχομαι ν’ ἀποδείξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ ἐπιχειρήματα, διὰ τὰ ὁποῖα καὶ ἡ Βουλὴ θὰ πεισθῇ ὅτι δὲν τὸ ἐπιστεύσατε, καὶ ὅτι ἐν πλήρει γνώσει δὲν λέγετε τὴν ἀλήθειαν, ἀλλ’ ὅτι ἠθελήσατε νὰ συκοφαντήσητε τὸν προκάτοχόν σας. Δὲν ἐσκέφθητε, κύριε ὑπουργὲ, ἐκτὸς τοῦ ζητήματος τοῦ τότε ἀντιβασιλεύοντος, ὅτι τὸ τότε ὑπουργεῖον τοῦ 67 δὲν ἦτο κατηρτισμένον ὡς τὸ σημερινόν; καὶ ἐξηγοῦμαι ἵνα μὴ παρεξηγηθῶ. Ἡ σημερινὴ κυβέρνησις ἕνεκα τῶν περιστάσεων, ἕνεκα τῆς ἀναποδράστου ἀνάγκης εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ὁ τόπος, εἶναι συγκεκροτημένη οὕτω πως, ὥστε δύο μερίδες πολιτικαὶ οὐχὶ συμφωνοῦσαι τὴν συγκροτοῦσι, καὶ σεῖς δύνασθε νὰ ἐνεργῆτε οὕτως, ὥστε οἱ συνάδελφοί σας νὰ μὴ εὐθύνωνται. Δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφέρῃ καθ’ ὑμῶν καταδικαστικὴν ψῆφον χωρὶς ἡ ψῆφος αὕτη νὰ ἔχῃ ἀποτέλεσμα κατὰ τῶν λοιπῶν συναδέλφων σας· τοῦτο εἶναι ἡ φύσις τῶν πραγμάτων, σολοικισμὸς ἴσως συνταγματικὸς καὶ κοινοβουλευτικὸς, ἀλλὰ τοιαύτη ἡ θέσις τῶν πραγμάτων καὶ τῶν κατεχουσῶν τὴν κυβέρνησιν μερίδων, ὅτι ἂν εἴπω τὶ κατὰ σοῦ, ἀπέχω νὰ ἐνοχοποιήσω τὴν ἄλλην κυβέρνησιν, τὰ πράγματα τὴν προφυλάττουν. Ἀλλὰ ἐπὶ τῆς κυβερνήσεως, τῶν 1867....
§74ΣΑΡΑΒΑΣ. Αὐτὴν τὴν ἰδέαν σας δὲν τὴν ἠννόησα.
§75ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὅσον καὶ ἂν θέλητε νὰ κάμητε τὸν κόσμον νὰ πιστεύσῃ ὅτι εἶσθε κουτὸς, δὲν θὰ ἠμπορέσητε νὰ τὸ κατορθώσητε, δὲν θὰ τὸ πιστεύσῃ κανείς. (γέλως).
§76ΣΑΡΑΒΑΣ. Σᾶς λέγω ἐν καλῇ τῇ πίστει, ὅτι δὲν σᾶς ἐννόησα.
§77ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀλλά, κύριοι, σᾶς λέγω ὅτι περὶ τῆς κυβερνήσεως τοῦ 1867, περὶ τοῦ ὑπουργείου τοῦ 1867 τοιοῦτόν τι δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἰπωθῇ· ὅλος ὁ κόσμος γινώσκει, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἦτον ὁμοειδὲς, ὅλος ὁ κόσμος γινώσκει, ὅτι ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ὑπουργοὶ συνυπευθύνοντο καὶ συνυπευθύνοντο διὰ τὰς πράξεις των ὁ εἷς πρὸς τὸν ἄλλον.
§78ΜΙΛΗΣΗΣ. Οἱ δὲ νῦν, ὄχι;
§79ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐξήγησα τὴν ἰδέαν μου, κ. Μίληση.
§80ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν τὴν ἐννόησα.
§81ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐννόησα νὰ εἴπω, ὅτι ἂν ἐγὼ δέχομαι τὸ ζήτημα τῆς ἐξετάσεως τῶν 1867 περὶ τοῦ ἑαυτοῦ μου, δὲν ἐννοῶ ὅτι δέχομαι ζήτημα χωριστόν· ἐπαναλαμβάνω δὲ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν νῦν ὑπουργὸν διαφέρει τὸ πρᾶγμα, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων· τὸ καταλαμβάνετε, κ. Μίληση;
§82ΜΙΛΗΣΗΣ. Τώρα τὸ ἐννόησα.
§83ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θέλετε καὶ ἄλλην ἐξήγησιν;
§84ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὄχι· τὸ ἐκατάλαβα.
§85ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Λοιπὸν λέγω, κύριε ὑπουργὲ, ὅτι δὲν εἰμποροῦσες νὰ ὑποθέσῃς, οὔτε πιστεύω ὅτι ὑπέθεσας, ὅτι 253 χάριτες ἐγένοντο κατὰ τὸ 1867 καὶ δὲν ἐγνώριζόν τι οἱ ἄλλοι συνάδελφοί μου ἢ ὅτι ἀγνοοῦσαν ὅτι ἐπρότεινα 253 χάριτας χωρὶς νὰ προσαγάγω κᾀνὲν δικαιολογητικὸν ἔγγραφον. Ἡ κατηγορία σου, λέγω, κατ’ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ 1867, τὸ γνωρίζεις ὅτι ἀπευθύνεται καθ’ ὅλης τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, καὶ ἀπευθύνεται κυρίως καὶ πρὸ πάντων κατ’ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον σήμερον ἀντιπροσωπεύεις ἐν τῷ ὑπουργείῳ, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ὀφείλεις τὴν σημερινὴν ἕδραν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης. Εἶχες κάτι τί διὰ νὰ ψέξῃς; ἔπρεπε πρῶτον νὰ ἀφήσῃς τὴν ἕδραν, ἣν κατέχεις. Ἀλλὰ δὲν ἦτο μόνον μία μομφὴ, τὴν ὁποίαν ἀπέδιδεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1867· ἀπέδιδε μομφὴν καὶ εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν τοῦ 1867. Αἱ χάριτες, κύριε ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, σήμερον, δὲν εἰξεύρω διατί, ἐν παραβύστῳ ἀνακοινοῦνται, ἀναγινώσκονται κρύφα εἰς τὰ δεσμωτήρια, χωρὶς νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν ἄλλος τις. Ἐπὶ τῆς ὑπουργείας μου ἀνεγινώσκοντο δημοσίᾳ εἰς τὰ δικαστήρια, τῶν δικαστηρίων συνεδριαζόντων. Τότε, κύριε ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ἀντιπολίτευσις, ἥτις παρίστατο ἐναντίον τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης, συνίστατο ἀπὸ ἄνδρας πραγματικῶς κατέχοντας τὸ βῆμα καὶ ἔχοντας σχέσεις εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας. Τρὶς ἐσυζητήθη, κύριε, τὸ ζήτημα τῶν χαρίτων ἐν τῇ Βουλῇ ἐκείνῃ, καὶ ἡ τοῦ 67 ἀντιπολίτευσις, πράγματι ἀντιπολίτευσις, δὲν ἠμπόρεσε ν’ ἀνακαλύψῃ ἀπὸ αὐτὰς τὰς 253, 200, 100, τὰς 50 τοὐλάχιστον καὶ νὰ τὰς φέρῃ ὀνομαστὶ εἰς τὴν Βουλήν; Ἀλλὰ διὰ δύο μόνον ὀνόματα ἐγένετο τότε συζήτησις, καὶ περὶ αὐτῶν ὄχι διότι ἐγένοντο ἄνευ ἐγγράφων, ἀλλὰ δι’ ἄλλα περιστατικὰ τὰ ὁποῖα ἀρκούντως ἐδικαιολογήθησαν. Δὲν εὑρίσκετο ἡ κυβέρνησις ἐκείνη εἰς τὴν εἰρηνικὴν, εἰς τὴν ἀπαθῆ θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν σεῖς ἕνεκα τῶν σημερινῶν περιστάσεων εὑρίσκεσθε, καὶ εἰς τὴν νῦν γαλήνην ἥτις δὲν ἐταράχθη παρὰ ἀπὸ τὸν ἐλαφρὸν βοῤῥᾶν, τὸν ὁποῖον σεῖς ἐπροκαλέσατε, ἀλλὰ ἐπαλαίσαμεν μὲ ἀντιπολίτευσιν, ἥτις, ἐπαναλέγω, συνέκειτο ἀπὸ ἄνδρας ἰσχύος κοινοβουλευτικῆς, γινώσκοντας καὶ τὸν τόπον καὶ τὰς περιστάσεις· δὲν ἠδυνήθησαν λοιπὸν νὰ ἀνακαλύψωσιν αὐτοὶ, ὅτι 253 χάριτες ἐδόθησαν ἄνευ δικαιολογητικῶν ἐγγράφων; Ἀλλὰ, κύριε ὑπουργὲ, σεῖς ὁ ὁποῖος ἤλθατε καὶ εἴπατε, ὅτι αὐτὰς τὰς 253 χάριτας τὰς ἐπρότεινεν ὄχι ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης, ἀλλ’ ὁ Λομβάρδος ὀνομαστὶ, καὶ ὅτι τὰς ἀπένειμεν ἀφαρπάσας τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀντιβασιλέως Ἰωάννου, δὲν εἶδες εἰς αὐτὰ τὰ 14 διατάγματα τὰ ὁποῖα ἐξέτασας (διότι ἀνέφερες τὸν ἐν αὐτοῖς ἀριθμὸν τῶν ὀνομάτων ἀκριβῶς, καὶ εἰς τοῦτο μόνον λέγεις ἀλήθειαν, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι ἐγὼ τὰς εὑρίσκω 255, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι τίποτε), δὲν εἶδες ὅτι ἀπὸ αὐτὰ τὰ 14 διατάγματα τὰ 7 μόνον εἶναι ὑπογεγραμμένα ἀπὸ τὸν ἀντιβασιλέα Ἰωάννην καὶ τὰ ἄλλα 7 ἀπὸ τὸν Βασιλέα μας;
§86ΜΕΤΑΞΑΣ. Τινὰ εἶπον.
§87ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶδες ὅτι τῶν διαταγμάτων αὐτῶν ἓν μέρος ἐπροτάθησαν καὶ καθυπεβλήθησαν ὑπ’ ἐμοῦ, ἓν μέρος δὲ ἀπὸ τὸν μακαρίτην Χριστόπουλον; Δὲν εἶδες ὅτι ἓν μέρος ἀπὸ τὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα καθυπεβλήθησαν ὑπ’ ἐμοῦ, ἐξετελέσθησαν ἀπὸ τὸν μακαρίτην Χριστόπουλον; Τὸ εἶδες, διότι τὸ ἀνέγνωσες. Καὶ ἐμέτρησες ἐκ τῶν 253 ἢ 255 χαρίτων πόσαι καθυπεβλήθησαν καὶ πόσαι ἐξετελέσθησαν ὑπ’ ἐμοῦ; Τὰς 98, αἱ ὁποῖαι ἐμπεριέχονται εἰς τὰ τέσσαρα διατάγματα τῶν χαρίτων, τὰς ἐπρότεινεν ὁ μακαρίτης Χριστόπουλος, (διότι τότε ἐγὼ ἀπουσίαζον), ἄλλας δὲ 97 παρ’ ἐμοῦ προταθείσας ἐξετέλεσεν ὁ κύριος Χριστόπουλος· τώρα, κύριοι, ὅσοι ἐγνωρίζατε τὸν ἐν μακαρίᾳ τῇ λήξει Χριστόπουλον, γνωρίζετε καὶ τὴν ἀκρίβειαν αὐτοῦ περὶ τὴν ὑπηρεσίαν. 180 χάριτας ἤθελε προτείνει ἢ ἐκτελέσει, ἐὰν δὲν ἤθελεν ἴδει τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα; Αὐτὰ τὰ 7 διατάγματα τὰ ὑπογραφέντα ἀπὸ τὸν ἀντιβ. Ἰωάν. 81 μόνον ὀνόματα ἐμπεριέχουν, τὰ δὲ λοιπὰ 174 ὑπεγράφησαν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Παραδέχεσθε, κύριε ὑπουργὲ τῆς δικαιοσύνης, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἡμῶν ἤθελεν ὑπογράψει χάριτας 174 χωρὶς νὰ τῷ παρουσιασθῶσι τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα; Ἔχω πολὺν καιρὸν νὰ ἐργασθῶ, κύριοι, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1867, μετὰ τῆς Α. Μ. Ἀλλὰ γνωρίζω πόσην προσοχὴν καταβάλλει μάλιστα εἰς τὰ τοιαῦτα. Θέλεις σύ, κύριε ὑπουργὲ, νὰ ῥίψῃς ἐνώπιον τῆ Βουλῆς, ὅτι 174 ἐπιληψίμους χάριτας ὑπέγραψεν ὁ Βασιλεὺς χωρὶς νὰ τῷ καθυποβληθῶσι τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα; καὶ δύνασθε νὰ ὑποθέσητε ὅτι κανεὶς πιστεύει ὅτι τὸ ἐπιστεύσατε, κύριε ὑπουργέ; Ἀλλ’ ἔχει μάρτυρα, λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς, ἔχει μάρτυρα τὸν Κ. Θανόπουλον.
§88ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν εὑρέθησαν εἰς τὰ ἔγγραφα τοῦ ὑπουργείου.
§89ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἆ! τώρα, κύριε ὑπουργὲ, νὰ εὕρωμεν τὶ εἶπες· ἐγὼ δὲν θέλω νὰ σᾶς συκοφαντήσω· θέλω νὰ εἴπω αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἴπετε, ἀλλὰ δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι εἴπετε αὐτά· μὴ βιάζεσθε, ἂς ἴδωμεν τὶ εἴπατε διὰ τὸν Θανόπουλον· (ἔπειτα βλέπετε τὶ μὲ εἶπον οἱ ὑπάλληλοι, τοὺς ὁποίους ἠρώτησα, καὶ σᾶς ἠρώτησαν περὶ τούτου.)
§90ΜΕΤΑΞΑΣ. Κατόπιν μοὶ τὸ εἶπον καὶ τοὺς εἶπα, ὅτι ἔκαμαν καλά.
§91ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἰδοὺ τὶ εἴπατε. (Ἀναγινώσκει ἐκ τῶν στενογραφημένων πρακτικῶν). «Ἐξήτασα εἰς τὸ ὑπουργεῖον τοὺς ὑπαλλήλους καὶ διέταξα ἔρευναν, ἀλλὰ δὲν εὗρον εἰσέτι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα· καὶ αὐτὸς ὁ Κ. Θανόπουλος, ὅστις ὡς τμηματάρχης εἰργάζετο τότε ἐπὶ τῶν χαρίτων, μοὶ εἶπεν ὅτι δὲν ἐνθυμεῖται ἐὰν ὑπάρχουν.»—Ἰδοὺ ὅμως τὶ σᾶς εἶπεν ὁ κύριος Θανόπουλος, κύριε ὑπουργὲ, καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι ὑπάλληλός σας καὶ εὑρίσκεται ὑπὸ τὸν πέλεκυν τῆς ἐξουσίας σας καὶ δὲν ἦλθε νὰ εἴπῃ κατὰ σοῦ ψεύματα· ἰδοὺ τὶ λέγει διὰ τῆς ὑπογραφῆς του. Ἀθῆναι, 16 Ἰουνίου 1872. Ἀξιότιμε φίλε κύριε Λομβάρδε! «Ἀπαντῶν εἰς τὴν σημερινὴν ἐπιστολήν σας, ἂν ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὸ 1867, ὅτε ὑπεβάλατε ὡς ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης προτάσεις περὶ χαρίτων εἰς τὸν Βασιλέα, τὰ διατάγματα συνωδεύθησαν καὶ μετὰ δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, καὶ τὶ γίνονται ταῦτα, σᾶς ἀπαντῶ. Πᾶσαι αἱ περὶ χαρίτων προτάσεις συνοδεύονται πάντοτε μετὰ δικαιολογητικῶν, καὶ αἱ ὑφ’ ὑμῶν ὑποβληθεῖσαι συνωδεύθησαν, ὡς ἐνθυμοῦμαι, διὰ τοιούτων ἐγγράφων· ἐνθυμοῦμαι δὲ μάλιστα, ὅτι κατάλογοί τινες τῶν Εἰσαγγελέων ἐν οἷς ἦσαν ἐγγεγραμμένα πρόσωπα καταδίκων ὑπὲρ ὧν προετείνετο χάρις συνυπεβλήθησαν. Ἐπειδὴ δὲ ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1868 δὲν εἰργάσθην πλέον εἰς τὸ Τμῆμα τῶν χαρίτων, δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὶ ἐγένοντο τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἴσως θὰ ἦναι διεσκορπισμένα ἐντὸς τοῦ ἀρχείου τοῦ ὑπουργείου, ὡς καὶ πρὸς τὸν κύριον ὑπουργὸν εἶπον.
Ὁ φίλος Σας
Γ. Σ. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ.»
Σᾶς τὸ εἶπε λοιπὸν, ὅτι ἦσαν τὰ ἔγγραφα. Ἰδοὺ τὶ λέγει ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἡμερομηνίαν ὁ ἕτερος ὑπάλληλός σας. Εἶναι ὁ Κ. Νικολαΐδης. Σεβαστέ μοι Κύριε Λομβάρδε! Ἀπαντῶν εἰς τὴν σήμερον ληφθεῖσαν ἐπιστολήν σας, πληροφορῶ ὑμᾶς ὅτι ἐνθυμοῦμαι καλῶς ὅτι ἐπὶ τῆς ὑπουργείας ὑμῶν καὶ τῶν προκατόχων σας καὶ τῶν μετέπειτα ὑπουργῶν, ἐφ’ ὅσον χρόνον διετέλουν ὡς ὑπάλληλος, οὐδέποτε ἀπενεμήθη χάρις εἰς καταδίκους ἄνευ δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, ἐξαιρέσει μεμονωμένων καὶ σπανίων περιστάσεων· εἰς ἐπίμετρον δὲ τῶν ἀνωτέρω ἐνθυμοῦμαι περίστασίν τινα σχετικὴν μὲ τὴν αἴτησίν σας, ὅτι, ὅτε κατὰ τὸ 1867 εἶσθε ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐκάματε πολλὰ διατάγματα χαρίτων, εἴς τινα δὲ τούτων τῶν διαταγμάτων ὑπῆρχον πολλὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα καὶ ἕνεκεν τῆς πληθύος αὐτῶν ἠναγκάσθημεν νὰ τὰ πέμψωμεν τότε εἰς τὴν Α. Μ. τὸν βασιλέα χωριστὰ τὰ διατάγματα καὶ χωριστὰ τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, καθόσον ἦτον ἀδύνατος ἡ ἔγκλεισις τούτων ἐντὸς τῶν διαταγμάτων.
Ὅλος πρόθυμος
Ι. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ.»
Δὲν δύνασθε λοιπὸν νὰ εἴπητε ὅτι δὲν σᾶς τὸ εἶπον αὐτὸ οἱ ὑπάλληλοί σας.
§92ΜΕΤΑΞΑΣ. Καὶ ἐπήγαμεν μάλιστα εἰς τὰ ἀνάκτορα διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν ὑπάρχωσιν ἐκεῖ.
§93ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἂν δὲν εὑρέθησαν· πρόκειται περὶ τοῦ ὅτι εἴπατε ὅτι ἐδόθησαν 253 χάριτες ἄνευ δικαιολογητικῶν ἐγγράφων.
§94ΜΕΤΑΞΑΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ εἶπον.
§95ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἄλλος, κύριοι, ὑπάλληλος, ὁ κ. Σαπουντζάκης, ἰδοὺ τί μοῦ γράφει. Ἀθῆναι, τῇ 17 Ἰουνίου 1872. Ἀξιότιμε κύριε Λομβάρδε! «Ἔλαβον τὴν ὑμετέραν ἐπιστολὴν, δι’ ἧς ζητεῖτε νὰ σᾶς γνωστοποιήσω ἐὰν καθὸ διατελέσας ὑπάλληλος τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργείου καθ’ ἣν ἐποχὴν, ἐν ἔτει 1867, ὑμεῖς εἶσθε ὑπουργὸς, ἐνθυμοῦμαι καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅτι πάντα τὰ πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν βασιλέα ὑποβαλλόμενα διατάγματα περὶ ἀπονομῆς χαρίτων συνωδεύοντο διὰ τῶν δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, ἤτοι τῶν ἐκθέσεων τῶν ἁρμοδίων δικαστηρίων καὶ τῶν γνωμοδοτήσεων τῶν εἰσαγγελέων. Ἀπαντῶν κατὰ καθῆκον εἰς τὴν ἐπιστολὴν ὑμῶν ταύτην, δὲν δύναμαι ἢ νὰ ὁμολογήσω, χάριν τῆς ἀληθείας, ὅτι τόσον ἐπὶ τῶν ἡμερῶν ὑμῶν, ὡς καὶ πάντων ἐν γένει τῶν πρὸ ὑμῶν καὶ μεθ’ ὑμᾶς χρηματισάντων ὑπουργῶν κατὰ τὸ πενταετὲς σχεδὸν διάστημα, καθ’ ὃ διετέλεσα ὑπάλληλος ἐν τῷ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργείῳ τὰ εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Α. Μ. ὑποβαλλόμενα ἑκάστοτε διατάγματα χαρίτων συνωδεύοντο μεθ’ ὅλων τῶν σχετικῶν δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, ἐφ’ ὧν ἐστηρίζετο ἡ προτεινομένη μείωσις τῆς ποινῆς τῶν καταδίκων ἢ ἡ τελεία ἐξ αὐτῆς ἀπαλλαγὴ τούτων, ὀλίγισται δὲ καὶ ὅλως ἐξαιρετικαὶ ἦσαν, ὡς καλῶς ἐνθυμοῦμαι, αἱ περιστάσεις καθ’ ἃς κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης ὑπηρεσίας μου ἔτυχε νὰ ὑποβληθῶσιν ὑπὸ τῶν κατὰ καιροὺς ὑπουργῶν καὶ τύχωσι τῆς βασιλικῆς ἐγκρίσεως διατάγματα περὶ ἀπονομῆς χάριτος, χωρὶς νὰ ὑπάρχωσι δικαιολογητικὰ ἔγγραφα. Κατὰ συνέπειαν πόῤῥω τῆς ἀληθείας ἀπέχει τὸ λεχθὲν ὅτι τὰ διατάγματα ἐκεῖνα, τρία ἢ τέσσαρα τὸν ἀριθμὸν, ἂν δὲν μ’ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, δι’ ὧν ὡς ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης προεκαλέσατε τὴν ἀπονομὴν βασιλικῆς χάριτος ἐπὶ πολλοὺς συγχρόνως καταδίκους, δὲν συνωδεύθησαν διὰ τῶν ἀπαιτουμένων δικαιολογητικῶν ἐγγράφων. — Δὲν ἐξηλείφθη εἰσέτι ἐκ τῆς μνήμης μου ἡ ἐντύπωσις τοῦ ὁρμαθοῦ τῶν ἐγγράφων, δι’ ὧν συνωδεύθησαν τὰ διατάγματα ἐκεῖνα· ὡς ἐργασθεὶς δὲ κἀγὼ μετὰ τῶν λοιπῶν τότε συναδέλφων μου εἰς τὴν προπαρασκευὴν καὶ σύνταξιν αὐτῶν, εἰμὶ εἰς θέσιν νὰ προσθέσω ὅτι ἀφοῦ διὰ πολλοῦ κόπου καὶ μεγάλης φροντίδος ἐγένετο ἡ κατάταξις τῶν πολυκρίθμων ἐκείνων ἐγγράφων, διῃρημένων κατὰ περιφερείας Ἐφετῶν, ἐδέησεν εἶτα νὰ δεθῶσι διὰ σχοινίων καὶ τεθῶσιν εἰς ἰδιαιτέρους καὶ χωριστοὺς φακέλλους ὅπως ἀποσταλῶσιν εἰς τ’ ἀνάκτορα. Καὶ οὐ μόνον τὰ διατάγματα ἐκεῖνα συνωδεύοντο δι’ ἐπισήμων δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, ἀλλὰ πρὸς τούτου, ὡς καλῶς ἐνθυμοῦμαι, ὑπεβλήθησαν ἀκόμη καὶ ἰδιαίτεροι κατάλογοι, συνταχθέντες ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων παρ’ Ἐφέταις εἰσαγγελέων, ἐν οἷς περιείχοντο ἐν περιλήψει καὶ κατατάξει οἱ λόγοι οἱ αἰτιολογοῦντες τὴν ἀπονομὴν τῆς βασιλικῆς χάριτος εἰς ἕκαστον τῶν ἐν αὐτοῖς ἀναφερομένων προσώπων. Πάντα δὲ τὰ ἔγγραφα ταῦτα θὰ εὑρίσκωνται βεβαίως ἤδη κατατεταγμένα εἰς τὰς οἰκείας θυρίδας τοῦ ἀρχείου τοῦ ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ὑπουργείου. Ἀνακοινώσας ὑμῖν, καθ’ ὃ εἶχον καθῆκον, πανθ’ ὅσα ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐγίνωσκα, περαίνω τὴν παροῦσάν μου καὶ δράττομαι τῆς εὐκαιρίας νὰ ἐκφράσω ὑμῖν τὸ σέβας καὶ τὴν ὑπόληψιν, μεθ’ ὧν διατελῶ ἀείποτε
Ὅλος πρόθυμος
Μ. Β. ΣΑΠΟΥΝΖΑΚΗΣ.»
Ὁ δὲ τότε γενικὸς γραμματεὺς κ. Γεωργιάδης ἰδοὺ τί γράφει καὶ αὐτός. «Φίλε μου! Ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπιστολήν σας, λέγω, ὅτι ἐνθυμοῦμαι ἄνευ οὐδενὸς δισταγμοῦ, ὅτι, ὅταν ἐπὶ τῆς ὑπουργείας σας ἀπεφασίσθη νὰ δοθῶσι χάριτες, ὑπεχρεώθη ὁ κ. Θανόπουλος νὰ συλλέξῃ ὅλα τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα· ἀποπερατωθείσης δὲ τῆς ἐργασίας ταύτης, ἐγὼ μετὰ τοῦ ἰδίου κ. Θανοπούλου ἐμελετήσαμεν τὰ ἔγγραφα ταῦτα καὶ ἐσχηματίσαμεν τὰς πεποιθήσεις μας, ἅς τινας ὑπεβάλαμεν πρὸς ὑμᾶς, ὑμεῖς δὲ λαβόντες ὑπ’ ὄψιν τὰ αὐτὰ ἔγγραφα διετάξατε νὰ συνταχθῶσι μέ τινας τροποποιήσεις τὰ ἀναγκαῖα διατάγματα· μετὰ τὴν σύνταξιν δὲ καὶ ὑπογραφὴν αὐτῶν ἐπεστάτησα ἐγὼ αὐτὸς ὅπως ὅλα τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα τεθῶσι κατὰ τὴν αὐτὴν τάξιν, καθ’ ἣν ἦσαν τεθειμένα καὶ τὰ ὀνόματα τῶν καταδίκων ἐν τοῖς διατάγμασι· καὶ ἀφ’ οὗ ἐτέθησαν οὕτως, ἐσχηματίσθησαν ὀγκώδεις σωροὶ ἐγγράφων, ἅτινα περιδεθέντα καλῶς ἐστάλησαν μετὰ τῶν ἐν τοῖς ὡρισμένοις φακέλλοις τεθέντων διαταγμάτων εἰς τὰ ἀνάκτορα. Οὕτως ἐνηργήθη ἡ αὐτὴ ὑπηρεσία καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις τοῦ μακαρίτου Χριστοπούλου. Ὅλα δὲ τ’ ἀνωτέρω εἶμαι βέβαιος ὅτι καλῶς ἐπίσης ἐνθυμοῦνται καὶ οἱ κκ. Θανόπουλος, Νικολαΐδης καὶ Σαπουντσάκης, ὑπάλληλοι ἐν τῇ ἐποχῇ ἐκείνῃ. Μίαν μόνην παρατήρησιν κάμνω περὶ δύο ἢ τριῶν καταδίκων, ἐξ ὧν ἐνθυμοῦμαι τὸν Νεράντζην καί τινα Ζακύνθιον, καταδεδικασμένον εἰς 4 μηνῶν φυλάκισιν· προεκλήθη καὶ ἐδόθη χάρις ἄνευ δικαιολογητικῶν ἐγγράφων ἕνεκεν ἐξαιρετικῶν λόγων, οὓς πιστεύω ὅτι καλῶς ἐνθυμεῖσθε. Ἀθήνῃσι, τῇ 16 Ἰουνίου 1872. Τῷ κυρίῳ κυρίῳ Κ. Λομβάρδῳ.
Ὁ φίλος σας
Κ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ.»
Βλέπετε λοιπὸν, κύριε ὑπουργὲ, ὅτι οἱ ὑπάλληλοί σας σᾶς τὸ ὑπενθύμισαν, ὅτι τὰ ἔγγραφα ὑπῆρχαν. Ἀλλὰ καὶ ὅλα αὐτὰ ἐὰν δὲν ἦσαν, αὐτὴ ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου δὲν σοῦ ἐδείκνυεν ὅτι ὑπάρχουν τὰ ἔγγραφα; Αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐπαρουσίασες, αὐτοὶ οἱ κατάλογοι τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν τί σοῦ λέγουν, κύριε ὑπουργέ;
§96ΜΕΤΑΞΑΣ. Τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν τῆς Ναυπλίας εἶναι μόνον.
§97ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τί σοῦ λέγουν; μὴ βιάζεσαι, ἓν πρὸς ἓν.
§98ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἓν μόνον πρᾶγμα, ὅτι ἐπαρουσιάσθησαν τὰ χαρτιὰ τῆς περιφερείας τοῦ δικαστηρίου Ναυπλίας. Ἐγὼ δὲ εἶπον μόνον, ὅτι εἰς 18 ὀνόματα, τὰ ὁποῖα ἐκήρυξεν ἀνάξια χάριτος, ἐδώκατε χάριτας.
§99ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀλλὰ τί σᾶς λέγουν; Ἐδῶ εἶναι ὁ κατάλογος τὸν ὁποῖον ἔστειλεν ὁ Εἰσαγγελεὺς, εἰς τὸν ὁποῖον δι’ ἕκαστον ὄνομα σημειούμενον ὑπάρχει «ἡ ἔκθεσις εἰς τὸ ὑπουργεῖον ὑπεβλήθη ...»... ὑπεβλήθη ...»... ὑπεβλήθη κλπ.» Εἰς ὅλα τὰ ὀνόματα σημειοῖ ὁ Εἰσαγγελεὺς ὅτι ἐστάλησαν τὰ ἔγγραφα, καὶ τότε πῶς ἐκηρύξατε ὅτι ἐπιστεύσατε, ὅτι ἔγγραφα δὲν ὑπάρχουν; ὅτι ἐδόθησαν 253 χάριτες ἄνευ δικαιολογητικῶν ἐγγράφων;
§100ΜΕΤΑΞΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν τριῶν ἐκείνων διαταγμάτων, πρόκειται περὶ τῶν διαταγμάτων τῆς περιφερείας Πατρῶν, Ἀθηνῶν καὶ Κερκύρας.
§101ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶναι μόνον οἱ κατάλογοι οὗτοι, κύριε ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι καὶ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα σᾶς λέγουν, ὅτι ὅμοιοι κατάλογοι ὑπάρχουν καὶ διὰ τὴν περιφέρειαν τῶν Ἀθηνῶν καὶ διὰ τὴν περιφέρειαν τῶν Πατρῶν καὶ διὰ τὴν περιφέρειαν τῆς Κερκύρας. Καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχον κατάλογοι, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχον ὑπάλληλοι μαρτυροῦντες, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν οὐδὲν τοιοῦτον, πῶς τολμᾶτε νὰ εἰπῆτε ὅτι δικαιολογητικὰ δὲν ὑπῆρχον, σεῖς, ὁ εἰδικὸς ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, σεῖς, ὁ ὑφηγητὴς τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, σεῖς, ὁ συγγραφεὺς ἢ μεταφραστὴς ποινικῶν συγγραμμάτων, καλῶς ἢ κακῶς ἀγνοῶ, σεῖς, ὅστις γνωρίζετε, ὅτι εἰς τὴν λῆξιν ἑκάστης συνόδου ἑκάστου κακουργιοδικείου διαβιβάζουν τὰς ὑποθέσεις τὰς περαιωθείσας καὶ ὅλα τὰ ἔγγραφα μὲ τὰς ἐκθέσεις των οἱ εἰσαγγελεῖς καὶ τὰς γνωματεύσεις ἑαυτῶν καὶ τῶν προέδρων, ἐκθέσεις αἵτινες ἐξ ἀνάγκης ἦλθον καὶ ὑπάρχουν εἰς τὸ γραφεῖόν σας; Ἀλλὰ καὶ ὅλα αὐτὰ ἐὰν δὲν ὑπῆρχον, πρὶν εἴπῃς ὅσα εἶπες εἰς τὴν Βουλὴν, εἶδες τὰ διατάγματα, εἶδες ὅτι ὑπάρχει εἰς 174 ὀνόματα ἡ ὑπογραφὴ τοῦ βασιλέως, καὶ δὲν ἠθέλησας μίαν στιγμὴν νὰ τὸν ἐρωτήσῃς περὶ αὐτοῦ τοῦ σοβαροῦ πράγματος καὶ νὰ εἴπῃς πρὸς αὐτόν· «τοῦτο ἀνεκάλυψα;» Ὁ βασιλεὺς μεταξὺ τῶν ἄλλων προτερημάτων, διὰ τὰ ὁποῖα διακρίνεται, ἔχει καὶ τὸ προτέρημα τῆς ἰσχυρᾶς μνήμης. Δὲν ἐλησμόνησε τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο τοῦ 1867, τὸ ἐνθυμεῖται καὶ θὰ ἐνθυμῆται ἂν 174 χάριτας ὑπέγραψεν ἄνευ ἐγγράφων. Δὲν ἐπῆγες. Ἂν εἶχες τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἦτον ἀληθὲς τοῦτο, ἤθελες βαδίσει τρέχων νὰ τὸ ἀναγγείλῃς· ἀλλ’ εἶχες τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὑπῆρχον τὰ ἔγγραφα, ὅτι ὁ βασιλεὺς ἐνθυμεῖται ὅτι δὲν ὑπέγραψε διατάγματα ἄνευ δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, καὶ διὰ τοῦτο ἦλθες ἐν τῇ Βουλῇ νὰ ῥίψῃς αὐτὴν τὴν συκοφαντίαν, σὺ ὁ ἐν ἐνεργείᾳ ὑπουργὸς πρὸς τὸν προκάτοχόν σου! Ἡ ἐπιστολὴ, κύριοι, τοῦ γενικοῦ γραμματέως, ἣν πρὸ ὀλίγου σᾶς ἀνέγνωσα, ἀναφέρει τὴν ἀπονεμηθεῖσαν χάριτα εἰς τὸν Νεράντζην χωρὶς δικαιολογητικῶν ἐγγράφων. Διατί δὲν ἀνέφερεν ὁ κύριος ὑπουργὸς αὐτὴν τὴν χάριν; διατί δὲν ἔφερε καμμίαν ἄλλην ὀνομαστὶ παρὰ τὴν τοῦ Δεστούνη Φωτάκια;
§102ΜΕΤΑΞΑΣ. Περὶ τῶν φυγοδίκων μόνον εἶπον.
§103ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔπρεπε νὰ τὰ φέρῃς ὡρισμένως. Δὲν εἰξεύρω διατὶ δὲν ἔφερε τὸ ὄνομα τοῦ Νεράντζη, διότι ἦτον καὶ πρώτη ἐξ ὅσων χαρίτων ἐπρότεινα, κύριοι, καὶ τὴν ἐπρότεινα οὐ μόνον ἄνευ δικαιολογητικῶν, ἀλλὰ καὶ ἐναντίον τῆς συνειδήσεώς μου. Ἴσως μὲ ἐρωτήσετε, διατὶ τὴν χάριν ταύτην ἐπρότεινα οὐ μόνον ἄνευ δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, ἀλλὰ καὶ ἐναντίον τῆς συνειδήσεώς μου; (ὡς τοιαύτην δὲ τὴν ἐπαρουσίασα καὶ εἰς τὸν βασιλέα). Ἐπρόκειτο περὶ τοῦ Νεράντζη ἐκείνου, ὅστις ἀπεπειράθη νὰ δολοφονήσῃ τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον ἐξερχόμενον τῆς οἰκίας του καὶ μέλλοντα νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ βουλευτήριον. Ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος μόλις ἐσχηματίσθη τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1867 μοὶ ἔθεσεν ὡς ζήτημα ὑπάρξεως τῆς Κυβερνήσεως ἢ μὴ τὴν πρότασιν τῆς χάριτος ἐκείνης. Ἦτον ἐναντία ἡ συνείδησίς μου, διότι εἴξευρα, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς κατεδικάσθη ὡς μονομανιακός· ὅσα καὶ ἂν εἶπα τῷ κυρίῳ Κουμουνδούρῳ, ὅτι δὲν εἶναι πρὸς τοῖς ἄλλοις φρόνιμον νὰ γίνῃ τοῦτο ὑπὲρ ἐκείνου ὅστις εὑρίσκεται, ἂν ὄχι ἄλλο, ὑπὸ τὴν ὑποψίαν τρέλας, ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος ἐπέμενε καὶ μοὶ ἔλεγε «δὲν στέκει εἰς ἐμὲ νὰ ἦμαι πρωθυπουργὸς καὶ νὰ τὸν ἔχω φυλακισμένον· ἢ θὰ παρουσιάσῃς τὴν πρότασιν τῆς χάριτος ἢ παραιτοῦμαι.» Τὸ εἶπα τοῦ Βασιλέως, ὅτε τῷ καθυπέβαλα τὴν πρότασιν, ὅτι ἦτο ἐναντίον τῆς συνειδήσεώς μου. Ὁ βασιλεὺς ἐξετίμησε τὴν γενναιότητα τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου καὶ ὑπέγραψε τὸ διάταγμα. Εἶναι δεύτερον διάταγμα δύο Ζακυνθίων, οἱ ὁποῖοι καὶ αὐτοὶ ἀπηλευθερώθησαν ἄνευ προτάσεως, ἀλλὰ εἰξεύρετε, κύριοι, περὶ τίνος ἐπρόκειτο; περὶ πλημμελήματος διὰ τὸ ὁποῖον κατεδικάσθησαν εἰς τεσσάρων μηνῶν φυλάκισιν. Ἐζήτησαν ἀναίρεσιν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον· ἡ ἀπόῤῥιψις τῆς ἀναιρέσεως ἐξεδόθη ἀφοῦ ἤδη αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶχον διανύσει τέσσαρας μῆνας καὶ ἓξ ἡμέρας εἰς τὰς φυλακάς. Δὲν εἶχα ἀνάγκην νὰ ζητήσω πληροφορίας, ἐὰν ἔπρεπε νὰ προτείνω ἢ ὄχι τὴν χάριτα ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων τούτων. Ἀλλὰ ἓν ἄλλο γεγονὸς ἀνέφερεν ὁ κ. ὑπουργὸς διὰ νὰ σᾶς προλάβῃ καὶ μὲ κατακρίνῃ πολὺ (καὶ αὐτὸ τὸ λέγω οὐχὶ διὰ νὰ ὑπερασπισθῶ τὸν ὑπουργὸν τοῦ 1867· τὸ λέγω μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι σεῖς, κ. ὑπουργὲ, ἐνῷ εἶσθε ἐν γνώσει, παρεμορφώσατε τὴν ἀλήθειαν· εἰξεύρατε, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθῆ ὅσα ἐλέγετε καὶ ὅμως τὰ ὑποστηρίζετε. Καθ’ ὅσον δὲ ἀποβλέπει τοὺς 18, σᾶς λέγω ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι εἰς τὸν κατάλογον τοιοῦτόν τι, ἀλλὰ τὰ μετὰ ταῦτα ἔγγραφα, αἱ κυρίως προτάσεις ἤθελον δειχθῆ διαφορετικαί. Βγάλε τὰ χαρτιά· ἐνόσῳ δὲν ἔχεις ἐδῶ τὰ ἔγγραφα, σὺ ὁ ὑπουργὸς, δὲν σοῦ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ψέγῃς τὸν προκάτοχόν σου). Ἔφερε, λέγω, κύριοι, ἕτερον γεγονὸς ὁ κ. ὑπουργὸς, τὸ ὁποῖον εἶπεν, ὅτι θὰ κάμῃ αἴσθησιν ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ τοιαύτην αἴσθησιν τοῦ ἔκαμεν, ὥστε ἐσβέσθη ἡ φωνή του· ἐκεῖνο εἶναι... (μὲ συγχωρεῖτε νὰ τὸ εὕρω) ἦτον, ὅτι ἐγὼ ἔδωκα χάριτα εἰς δύο φυγοδίκους. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι ὅλον τὸ ἔγκλημά μου ἦτον, διότι ἐβασίσθην εἰς τὸ ἔγγραφον περὶ τοῦ ὁποίου εἶπεν, ὅτι ἔφερε τὴν ὑπογραφὴν Λούντζη, Λούζη, καὶ τέλος εἶπε «δὲν τὸ ἐννοῶ, δὲν τὸ ἀναγινώσκω.» Ἀλλὰ, κ. ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἀναμίξῃς τὸ ὄνομα τοῦ συναδέλφου μου....
§104ΜΕΤΑΞΑΣ. Δὲν εἶπον Λούντζη.
§105ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶπες Λούντζη, λούζη, ἔτσι εἶπες· — διατί νὰ τὸ ἀναμίξῃς εἰς ἓν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον φέρει καθαρὰ τὸ ὄνομα Κολποδῖνος; Ἴδετε, κύριοι, ἂν ἦτο δυνατὸν κανεὶς νὰ στοχασθῇ εἰς αὐτὴν τὴν ὑπογραφὴν τὸ ὄνομα τοῦ συναδέλφου μου. Ὅταν, κύριοι, ἕνας ὑπουργὸς ἔρχεται καὶ πλαστογραφεῖ διὰ τοῦ στόματός του τὰ ὀνόματα καὶ ἔγγραφα, σημειώσατε ποῦ εὑρισκόμεθα. Ἐδῶ ἡ ὑπογραφὴ εἶναι Κολποδῖνος καθαρὰ καὶ πλατειά· παρατηρήσατε, κύριοι. (Δίδει τὸ ἔγγραφον εἰς τοὺς βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι τὸ παρατηροῦν.)
§106ΜΕΤΑΞΑΣ. Δὲν εἶχα συμφέρον νὰ ἀναμίξω τὸ ὄνομα τοῦ κ. Λούντζη, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο τότε φίλος σας.
§107ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἐμβαίνω εἰς τὸν νοῦν σας, κ. ὑπουργὲ, ἂν εἴχατε ἢ ὄχι συμφέρον, ἐμβαίνω εἰς τὰς πράξεις σας· (διάφοροι βουλευταὶ παρατηροῦσι τὸ ἔγγραφον). Ἐπέστησα, κύριοι, τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τούτου διὰ νὰ σᾶς ἀπευθύνω τὴν ἐρώτησιν, ποῖον εἶναι χειρότερον; ἐὰν ἕνα παιδί, ἕνας νέος, ἕνας ἀδιάφορος ἄνθρωπος διὰ τῆς γραφίδος του παραλλάσσῃ τὴν ὑπογραφὴν ἑνὸς ἀνθρώπου, ἢ ὁ ὑπουργὸς διὰ τοῦ στόματός του ἐνώπιον τῆς Βουλῆς;
§108ΤΙΝΕΣ. Εἶναι φανερὸν τὸ ἔγγραφον.
§109ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀλλὰ, κύριοι, αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς κάμῃ συναίσθησιν, ποῖον εἶναι; σᾶς τὸ εἶπεν ὁ κ. ὑπουργός· μίαν στιγμὴν νὰ τὸ εὕρωμεν. Τὸ ἔγγραφον παρακαλῶ νὰ ἐπανέλθῃ, κύριοι. Ἰδοὺ τὸ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ σᾶς κάμῃ αἴσθησιν, καὶ παρακαλῶ νὰ προσέξητε, Κ. Σαράβα, διότι εἶναι ζήτημα νομικόν· κατεδικάσθησαν, εἶπεν ὁ ὑπουργὸς, διὰ τραῦμα θανατηφόρον, διὰ μαχαίρας «ἐκ προμελέτης» καταδικάζεται ὁ μὲν εἰς ἓξ ἥμισυ ἐτῶν φυλάκισιν, εἱρκτὴν, ὅπως θέλετε, ὁ δὲ εἰς τριῶν ἐτῶν. Τραῦμα θανατηφόρον ἐκ προμελέτης.
§110ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἔτσι τὸ λέγει ἡ ἀπόφασις ἡ ἑπτανησιακή.
§111ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πολὺ καλά· διὰ μαχαίρας καὶ ἐκ προμελέτης καταδικάζεται μόνον εἰς ἓξ ἥμισυ ἔτη ὁ ἕνας καὶ τρία ὁ ἄλλος; δὲν σᾶς φαίνεται ὅτι κἄτι λείπει; εἶναι δυνατὸν εἰς τὰ δικαστήρια τῆς προστασίας, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχαν ἐνόρκους, θανατηφόρον τραῦμα ἐκ προμελέτης καὶ διὰ μαχαίρας πραχθὲν νὰ τιμωρηθῇ μὲ αὐτὴν τὴν ποινήν; δὲν σᾶς φαίνεται ὅτι κἄτι τι λείπει; Λείπει ἡ ἀλήθεια καὶ ἐδῶ, ἡ ἀλήθεια ἡ ἀναγνωσθεῖσα παρὰ τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ ἐν τῇ ἀποφάσει ταύτῃ, καὶ περὶ τῆς ὁποίας τὴν στιγμὴν ταύτην ὁ κ. ὑπουργὸς σᾶς ἐγγυᾶται. Ἀλλ’ εἰς αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν τί φαίνεται; Ὅταν τὰ πλέον ἐπίσημα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀναγινώσκονται ἐνώπιόν σας, τὰ ὁποῖα ἀναγινώσκει αὐτὸς ὁ ὑπουργός, (καὶ εὐτυχῶς τὸ ἔγγραφον τοῦτο κεῖται πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν σας, ἀλλ’ ἐὰν ἔλλειπεν;) ἔρχεται ὁ ὑπουργὸς, ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Βασιλέως καὶ σᾶς τὰ πλαστογραφεῖ διὰ τοῦ στόματός του τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, ποῦ εἴμεθα τότε; ποῦ θὰ φθάσωμεν;
§112ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἀναγινώσκετε τὸ ἔγγραφον, νὰ ἴδωμεν τί λέγει;
§113ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐδῶ εἶναι.
§114ΜΕΤΑΞΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ ἐγκλήματος...
§115ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σεῖς εἴπατε, ὅτι ἡ ἀπόφασις φέρει προμελέτην.
§116ΜΕΤΑΞΑΣ. Τὸ λέγει.
§117ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ λέγει! τὸ λέγεις ἀκόμη;
§118ΤΙΝΕΣ. Ἀναγνώσατέ το.
§119ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀναγινώσκω, ἀκούσατε· «Ἐπειδὴ ὅμως ἐκ τῆς δικογραφίας δὲν προκύπτει διδόμενόν τι ὅπως ἐξαχθῇ ἡ περίστασις τῆς προμελέτης κατὰ τοὺς ὅρους τῶν ἄρθρων 694 καὶ 695». Ἐλᾶτε, κύριοι, διαβάσατέ το· δὲν ἠμπορεῖ τις νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι δυσανάγνωστον· δὲν προκύπτει προμελέτη, καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς σᾶς ἐγγυᾶται ὅτι πρόκειται περὶ προμελέτης.
§120ΜΕΤΑΞΑΣ. Παραδέχεται...
§121ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τί παραδέχεται; Ὅταν ἔρχεσαι ἐδῶ νὰ προσβάλῃς ἀνθρώπους ἐνδεδυμένους μὲ τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους, ὅταν ἔρχεσαι ὡς ὑπουργὸς, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ βασιλέως καὶ παραμορφόνεις ἀποφάσεις, ποῦ θὰ φθάσωμεν; ποῦ θὰ προχωρήσωμεν; ποῦ θὰ καταντήσωμεν, κύριοι, ἂν σήμερον δὲν θελήσητε νὰ σταματήσητε αὐτὴν τὴν ῥοπήν; Ποῦ θὰ καταντήσῃς σὺ ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης, ἂν ἕνας, (δὲν πιστεύω κανεὶς νὰ μιμηθῇ τὸ παράδειγμά σου), ἀλλὰ ἂν ἕνας ἄλλος ἔλθῃ νὰ ἀφαιρέσῃ διάταγμα, μὲ τὸ ὁποῖον ἔκαμες διορισμοὺς ἢ παύσεις, καὶ σοῦ ὑποκινήσῃ μίαν κατηγορίαν ὅτι σὺ ἄνευ διαταγμάτων ἐκοινοποιοῦσες διορισμοὺς ἢ ἀπέλυες κακούργους, ποῦ θὰ καταντήσῃς σύ; Ὤφειλες σὺ ὁ ἴδιος νὰ ἔλθῃς ἐπὶ τοῦ βήματος νὰ εἴπῃς, δόσετέ μου μίαν τιμωρίαν, δόσετε τὸ παράδειγμα ὅτι εἶσθε αὐστηροὶ τιμωροὶ τῶν τοιούτων πράξεων. Μὴ ἐπιτρέψετε πλέον νὰ ἐπαναληφθῇ (δὲν θέλω νὰ τὴν χαρακτηρίσω) ἡ πρᾶξις αὕτη ἀπὸ ἀντιπρόσωπον τοῦ βασιλέως. Δὲν εἶναι λοιπὸν προμελέτη· περὶ τίνος δὲ ἐπρόκειτο; περὶ τραύματος ἐν βρασμῷ ψυχῆς· 6½ ἔτη ἦτο ἡ καταδίκη ἐρήμην, καταδίκη ἐφαρμοσθεῖσα κατὰ τὸν ἀνώτατον ὅρον ἐρήμην· 15 ἔτη ἔλειπεν ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἀπὸ τὴν πατρίδα του· 3 ἔτη κατεδικάσθη ὁ ἄλλος, ἐπίσης ὡς τὸν πρῶτον φυγόπατρις. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, κύριοι, ἂν ἦναι δηλαδὴ ἐπιτετραμμένον νὰ ἀπονέμηται χάρις εἰς φυγοδίκους, κατὰ τῶν ὁποίων εἶναι ἐκδεδομένη ἀπόφασις ἐρήμην, γνωρίζετε καλλίτερά μου ὅτι διχογνωμοῦσιν οἱ νομικοί. Οἱ μὲν παραδέχονται ὅτι τοῦτο οὐδέποτε ἐπιτρέπεται, (τὰ γνωρίζω, κύριοι, καὶ ἐγώ, ὄχι διότι ἐσπούδασα τὰ τοιαῦτα, ἀλλ’ ὡς ἐκ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν καθεῖξα εἰς τὰ 1867, ἠναγκάσθην ν’ ἀκούσω δύω λέξεις πρὸς φωτισμόν μου ὡς ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης τότε)· οἱ δὲ ἄλλοι λέγουν ὅτι χάρις δὲν δύναται νὰ γείνῃ εἰς τὸν καταδικασθέντα ἐρήμην, διότι ἡ ἀπόφασις δὲν εἶναι ὁριστική· ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ φυγόδικος οὗτος εἶναι ὑπὲρ αὐτοῦ, ὅταν δὲ....(δὲν ἐπεμβαίνω ποία γνώμη εἶναι ὀρθή· μὴ μὲ κυττάζεις, κ. Σαράβα, δὲν ἐμπερδεύομαι, ὄχι), ὅταν δὲ ὁ φυγόδικος οὗτος δι’ ἀναφορᾶς του ζητῇ χάριν, ὅταν δηλαδὴ παραιτῆται τοῦ δικαιώματος τῆς ἀνακοπῆς, ἡ ἀπόφασις γίνεται ὁριστικὴ καὶ ἡ κυβέρνησις ἠμπορεῖ νὰ ἀπονείμῃ χάριτα. Μεταξὺ τῶν δύο τούτων διαφόρων γνωμῶν ἐν Ἑπτανήσῳ ὑπῆρχεν ἡ δικονομία, ὅτι οἱ ἐρήμην καταδικασθέντες φυγόδικοι ἠδύναντο νὰ λάβωσι χάριτα, καὶ τοῦτο δὲν ἠμπορεῖ νὰ μοῦ τὸ ἀρνηθῇ ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης, καίτοι προχθὲς εἶπεν ὅτι καὶ ἐδῶ καὶ ἐκεῖ ὑπάρχει ὁ αὐτὸς νόμος· τοῦ ἀναφέρω δὲ μεταξὺ ἄλλων παραδείγματα συμπολιτῶν του Κεφαλλήνων, οὐχὶ Ἑπτανησίων, τὰ ὁποῖα γνωρίζει, τὸ παράδειγμα τῶν ἀδελφῶν Λούτζο, Μεταξᾶ καὶ τῶν συντρόφων των, οἱ ὁποῖοι κατεδικάσθησαν εἰς θάνατον, εὑρίσκοντο δὲ εἰς τὰς ἡγεμονίας καὶ ἐκεῖ ἔλαβον τὴν χάριτα καὶ ἐπανῆλθον.
§122ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἦτο πολιτικὸν ἔγκλημα αὐτό.
§123ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὄχι· ἡ χάρις ἐδόθη ἀπὸ τὴν Γερουσίαν. Οἱ ἄνθρωποι λοιπὸν οὗτοι ἐγκλημάτισαν καὶ ἐγκλημάτισαν διὰ πρᾶξιν, διὰ τὴν ὁποίαν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας δυνάμει τῶν νόμων μας δὲν θὰ ἐλάμβανον τιμωρίαν πλέον τῶν 6 μηνῶν ἢ ἑνὸς ἔτους, καί τοι ἐγκληματίσαντες ὑπὸ τοὺς νόμους ἐκείνους, εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθῶσι τὴν ἐφαρμογὴν τῆς νομολογίας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐγώ, πρῶτος ὑπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἐφήρμοζα, τὴν ὁποίαν μετὰ τὴν ἕνωσιν, κύριε ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, τὴν ἐφήρμοσαν ὅλοι οἱ ὑπουργοὶ πρὸ ἐμοῦ δι’ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν ἐν Ἑπτανήσῳ, διαρκούσης τῆς προστασίας, ἀπὸ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἔλειπον 15 καὶ 20 ἔτη (θόρυβος). Ἦτο λοιπὸν τοιαύτη ἡ χάρις αὕτη, ὥστε νὰ φέρῃ τὴν αἴσθησιν τὴν ὁποίαν ὁ κ. ὑπουργὸς ἐνόμιζεν ὅτι θὰ φέρῃ; δυστυχῶς δὲν τὴν ἔφερε, διότι δὲν εἶδα κανένα νὰ λειποθυμήσῃ.
§124ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἐλειποθύμησε κανεὶς τώρα;
§125ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐτελείωσα, κύριοι, τὸ μέρος τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει τὴν προσβολὴν τοῦ νῦν ὑπουρ. τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τοῦ τῶν 1867· εἶπα ὅτι δὲν εἰσῆλθα εἰς τὴν συζήτησιν ὡς ὑπουργὸς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, διότι δὲν ὑπάρχει ὁ ὑπουρ. τῆς Δικαιοσύνης τοῦ 1867, ἀλλ’ εἰσῆλθον ὡς βουλευτὴς ὅστις εἶμαι ἕτοιμος νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου καὶ κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ ἐκείνου, ἂν ἀποδειχθῇ κατά τι ἔνοχος. Δὲν δύναται ὅμως νὰ γίνῃ ἐξέλεγξις τῶν πράξεων τοῦ ὑπουργοῦ ἐκείνου, ὅταν ἐλλείπουσιν ὅλα τὰ συστατικά. Εἰσῆλθον εἰς τὴν ἐξέτασιν ταύτην ὅπως ἀποδείξω ὅτι ὅλα, ὅσα καὶ περὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τοῦ 1867 εἶπεν ὁ νῦν ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἦσαν ὅλα μεμακρυσμένα τῆς ἀληθείας, παραμόρφωσις τῶν γεγονότων, παραμόρφωσις τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα εἶχε πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν του ὁ νῦν ὑπουργὸς καὶ τὰ ὁποῖα παρουσίασεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἦσαν ψευδῆ· καὶ ἐκ τούτου προτείνω νὰ μεμφθῇ ἡ Βουλὴ τὸν κ. ὑπουργὸν διὰ τὴν διαγωγὴν του ταύτην καὶ εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν πράξεων τῶν ἰδικῶν του, εἰς τὸ ζήτημα ἐὰν ἠμπορῇ νὰ ἔχῃ ἢ ὄχι τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς.—Ἐπὶ μόνου τοῦ ἀντικειμένου τῶν χαρίτων, τὸ ὁποῖον ἔθεσεν ὁ κύριος ὑπουργὸς, τὸν ἀκολουθῶ, διότι ἐὰν ἤθελα ἐγὼ νὰ φέρω ζητήματα ἐμπιστοσύνης κατὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ἤθελα περιορισθῶ εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο. Ἤθελα ἐξετάσει τὴν ὅλην διαγωγὴν του ὡς ὑπουργοῦ, ἤθελα ἀναλύσει τὴν περίφημον ἐκείνην ἐγκύκλιόν του καὶ τοὺς διορισμοὺς τοὺς ὁποίους ἔκαμε· μετὰ τοῦτο ἤθελα τὸν ἐρωτήσει ποῖα εἶναι τὰ ἐγκλήματα τὰ ὁποῖα ἐζήτησε τότε νὰ τιμωρήσῃ, καὶ τὶ ἔκαμε διὰ νὰ τὰ τιμωρήσῃ· ἤθελα τὸν ἐρωτήσει διατὶ ἀνακριτὰς μετέθετε καὶ εἰσαγγελεῖς διὰ νὰ ἔχῃ τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο ἀποτέλεσμα· ἤθελα τὸν ἐρωτήσει διατί τὸν θεσμὸν ἐκεῖνον τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν, τὸν ὁποῖον ἡ ἐθνοσυνέλευσις ἐψήφισε πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς δικαίας καὶ ἀμερολήπτου διανομῆς τῆς δικαιοσύνης, τὸν ἐθεώρησεν τοιοῦτον ὁ κύριος ὑπουργὸς, ὥστε δικαστὰς παυθέντας κατὰ τὴν παραμονὴν τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ἐπρόκειτο νὰ καθιερωθῇ ἡ ἰσοβιότης τῶν πρωτοδικῶν, δικαστὰς παυθέντας συνεπεία ἐκθέσεως ἀνωτέρων δικαστικῶν ὑπαλλήλων, σταλέντων ἐπίτηδες ὅπως γνωματεύσωσιν ἐπὶ τῶν διαφόρων πρωτοδικῶν, δικαστὰς λέγω παυθέντας συνεπεία τοιούτων ἐκθέσεων ὡς φατριαστὰς ἢ ἀνικάνους, δικαστὰς κατὰ τῶν ὁποίων ὑπάρχουσιν εἰς τὸ γραφεῖόν του ἐκθέσεις ὅλων τῶν προέδρων, ὅλων τῶν εἰσαγγελέων ὑπὸ τοὺς ὁποίους οἱ δικασταὶ οὗτοι ὑπηρέτησαν, τοὺς δικαστὰς αὐτοὺς τοὺς ὁποίους ὁ προκάτοχός του ἔπαυσεν ἐπὶ τοιούτων δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, αὐτὸς τοὺς ἐπανέφερεν εἰς τὴν ἰσοβιότητα· ἤθελα τὸν ἐρωτήσει ἐπὶ ποῖον λόγον διώρισε δικαστὴν, τουτέστιν εἰρηνοδίκην, ἄνδρα καταδικασμένον ἐπὶ δύο ἢ 2½ ἔτη εἰς τὰς φυλακὰς, διότι ἐξηφάνισε διαθήκην ἀπὸ τὸ χαρτοφυλάκιον· ἤθελα τὸν ἐρωτήσει μὲ ποῖον δικαίωμα, ἀπολογούμενος διὰ τὸν διορισμὸν τοῦτον, ὑπῆγε μὲ τὴν ὑπογραφὴν του ὡς ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ νὰ ὑπερασπισθῇ εἰς τὴν ἐφημερίδα τῶν δικαστηρίων καὶ εἶπεν ὅτι τὸν ἄνθρωπον τοῦτον τὸν ἐσύστησαν αἱ Κεφαλλῆνες καὶ οἱ Ζακύνθιοι βουλευταὶ ἄλλοτε εἰς τὸν κ. Κοντόσταυλον.
§126ΜΕΤΑΞΑΣ. Μάλιστα.
§127ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ ἤθελα ἐπικαλεσθῆ τὸν κύριον Κοντόσταυλον, τὸν ὁποῖον σήμερον ἠρώτησα ὑποπτεύων μήπως καλῶς δὲν ἐνθυμοῦμαι, καὶ ἤθελα τὸν παρακαλέσει, τὸν κ. Κοντόσταυλον, νὰ εἴπῃ ἐὰν ποτὲ ἐγὼ ἐπαρουσιάσθην νὰ τοῦ εἴπω τι περὶ τούτου.
§128ΔΙΒΑΡΗΣ (Γραμματεύς). Θὰ σᾶς ἐρωτήσω, διὰ ποίους Κεφαλλῆνας λέγει;
§129ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται ἀπὸ τῆς θέσεώς σας τοῦ γραμματέως.
§130ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰπέτε τα εἰς τὸν κύριον ὑπουργὸν αὐτὰ, ἀλλὰ δὲν ἐννοεῖ σᾶς, ἀλλὰ τοὺς Κεφαλλῆνας βουλευτὰς τῆς ἄλλης περιόδου.— Ἤθελα φέρει διάφορα ἄλλα ζητήματα ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ βασίσω τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν τὸ ὑπεκίνησα· σεῖς δὲν τὸ ὑποκινεῖτε· ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑποκινεῖ τὸ ζήτημα τοῦτο σήμερον, καὶ σᾶς προκαλεῖ νὰ τοῦ εἴπητε ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἀπένειμε τὰς χάριτας. Καὶ τί σᾶς λέγει; ὅτι διὰ τὰς χάριτας, τὰς ὁποίας ἐπεδαψίλευσε, διὰ τὰς χάριτας τὰς ὁποίας ἔδοσε, ἔγιναν παντοῦ συστάσεις εἰσαγγελέων.
§131ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἐκτὸς ὀλίγων ἐξαιρέσεων, τριῶν ἢ τεσσάρων.
§132ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μάλιστα. Ὅτι τὰς χάριτας, τὰς ὁποίας ἐπρότεινεν ἢ ἀπένειμεν, ἀπενεμήθησαν διὰ τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς, τὴν ὁποίαν λέγει ὅτι ἔχει συστήσει εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
§133ΜΕΤΑΞΑΣ. Ὄχι ὅλαι, ἀλλὰ 180 μόνον.
§134ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπίτηδες παρεκάλεσα νὰ μοῦ δώσουν ἐκ τοῦ τυπογραφείου αὐτὰ τὰ δοκίμια τοῦ λόγου σου διὰ νὰ μὴν ἀλλάξω τίποτε, κύριε ὑπουργέ.
§135ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἑκατὸν ὀγδοήκοντα, τὰ δύο τρίτα.
§136ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγετε (ἀναγινώσκει). «Ἅπασαι αἱ «χάριτες (εἶναι οἱ λόγοι, κύριοι, τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δι«καιοσύνης) ἐκτὸς δύο ἢ τριῶν στηρίζονται εἰς συστάσεις τὰς «ὁποίας σᾶς ἀνέφερα καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γνωμοτεύσεως τῆς «ἐπιτροπῆς, ἥτις εἰργάσθη ἐφ’ ὅλων τῶν χαρίτων τὰς ὁποίας «ἐπρακάλεσα».
§137ΜΕΤΑΞΑΣ. Ὄχι δά;
§138ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μὰ, κύριε ὑπουργὲ, αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος σας, τὸν ὁποῖον σᾶς τὸν ἔστειλαν εἰς τὸ σπῆτί σας καὶ τὸν ἐπεθεωρήσατε, καὶ κατόπιν τὸν ἔστειλες εἰς τὸ τυπογραφεῖον καὶ ἰδού τον! τυπωμένον.
§139ΜΕΤΑΞΑΣ. Σᾶς εἶπα διὰ τὰ κατόπιν τῆς Μεσοβασιλείας.
§140ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἰδοὺ, εἶναι ἀπὸ τὸ τυπογραφεῖον ὁ λόγος σας, εἶναι ἀπὸ τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ, τὰ ὁποῖα σᾶς ἔστειλαν εἰς τὸ σπῆτί σας, τὰ ἐπεθεωρήσατε, καὶ τὰ ἐδιορθώσατε.
§141ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἔχω τὸν κατάλογον ἐδῶ. Εἶναι τῆς Μεσοβασιλείας.
§142ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἰδοὺ ἀκόμη τί λέγετε (ἀναγινώσκει). «Εἰς τὰς ἐφημερίδας......»
§143ΜΕΤΑΞΑΣ. Ὄχι ὅλα.
§144ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θέλεις νὰ ἀναιρέσῃς τὸν ἑαυτόν σου; Σεῖς τὸ λέγετε εἰς τὴν ἀγόρευσίν σας.
§145ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἔπειτα δὲν ἔχει σημασίαν μεγάλην αὐτό.
§146ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἔχει; Εἴπατε ὅτι δύο ἢ τρεῖς χάριτες εἶναι ἄνευ συστάσεως· πάει καλά· ὅτι ἐσύστησες ἐπιτροπὴν ἀπὸ φρουράρχους, δὲν ἠξεύρω ποίους.....
§147ΜΕΤΑΞΑΣ. Ὄχι ἐγώ.
§148ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μαζὺ μὲ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ ὁποία ἔκαμε προτάσεις διὰ διαφόρους, ἀλλ’ οὐδεμίαν τῶν συστάσεων τούτων ἐδέχθης.
§149ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἐκτὸς ἐὰν συμπέσῃ νὰ συναντῶνται μὲ ἄλλα ἔγγραφα.
§150ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ τὰ τέσσαρα δὲν εἶναι ἀληθῆ καὶ εἶναι ἐδὼ τὰ ἔγγραφά του, τὰ ὁποῖα δὲν ἔλαβα καιρὸν, κύριοι, νὰ ἐξετάσω ὅλα.—Ἡ ἀναφορὰ τοῦ κ. Κολποδίνου ποῦ εἶναι;
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδῶ εἶναι.
§152ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παρακαλῶ, δόσετέ μέ την. Δὲν ἦτο καιρὸς νὰ ἐξετάσω ὅλα τὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διότι ὁ ὑλικὸς καιρὸς ἔλειπεν· ἐξέτασα μόνον τρία. Ἀκούσατε. Ἔχομεν ἐνώπιόν μας ἓν πρῶτον διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἀπονέμει χάριτας εἰς ἐννέα, νομίζω, καταδίκους ἐντὸς τοῦ σωφρονιστηρίου Κερκύρας· τὸ διάταγμα τοῦτο δὲν βασίζεται εἰς κανὲν ἄλλο ἔγγραφον, παρὰ εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἕνας ἁπλοῦς κατάλογος, τὸν ὁποῖον ἔστειλεν ἐδῶ μὲ προτάσεις καὶ γνωματεύσεις.....
§153ΜΕΤΑΞΑΣ. Μάλιστα, μὲ προτάσεις καὶ γνωματεύσεις· ποῖοι εἶναι ὑπογεγραμμένοι;
§154ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶναι ὁ ἱερεὺς τοῦ καταστήματος Σκορδίλης, ὁ Διευθυντὴς τοῦ Σωφρονιστηρίου Δούκας καὶ ὁ ἰατρός· ἔχει ἡμερομηνίαν 17 Ἰανουαρίου 1872.
§155ΜΕΤΑΞΑΣ. Τοιαύτην ἐπιτροπὴν ἐπροκάλεσεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐκ τοῦ Φρουράρχου, Εἰσαγγελέως.... (θόρυβος) Εἶναι ἓν σύστημα φυλακῶν... (θόρυβος) ἑπομένως δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν....
§156ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἔλαβες ὑπ’ ὄψιν, πάει καλά, ἐκείνην τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις τοὐλάχιστον εἶχεν ἕνα Εἰσαγγελέα, καὶ ἕνα πρόεδρον δικαστηρίου.
§157ΜΕΤΑΞΑΣ. Εἶναι ἄλλος πίναξ αὐτός.
§158ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ συζήτησις ἔτσι, κύριε πρόεδρε.
§159ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐδῶ εἶναι, κύριοι, ἕνας ἱερεὺς, ἕνας ἰατρὸς καὶ ὁ ἐπιστάτης ἢ ὁ διευθυντὴς τοῦ σωφρονιστηρίου, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται νὰ προτείνωσι χάριτας, διατί; διότι λέγουν ὁ μὲν ἢ ὁ δὲ δὲν εὐθύνεται εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἐγκλήματος, δὲν συνήργησεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν· καὶ δι’ ἄλλον, ὅτι δὲν ἐφηρμόσθη καλῶς ὁ νόμος. Ὁ ἱερεὺς καὶ ὁ ἰατρὸς ἐπικρίνουν τὰς ἀποφάσεις καὶ προτείνουν τὴν κατάργησιν τῆς ἀποφάσεως, διότι ὁ κατάδικος τὸ ὁποῖον ἔχουν αὐτοὶ εἰς χεῖράς των δὲν συνήργησε, λέγουν, εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἐγκλήματος, καὶ λαλοῦσι δι’ ἀνθρώπους καταδικασθέντας ἐπὶ ληστείᾳ οἱ δύο εἰς ἰσόβια δεσμὰ, καὶ ὁ ἄλλος εἰς δέκα τρία ἔτη, καὶ ὁ ἱερεὺς καὶ ὁ ἰατρὸς καὶ ὁ διευθυντὴς τοῦ σωφρονιστηρίου γνωμοτεύουν ὅτι κακῶς ἐφηρμόσθη ὁ νόμος!
§160ΜΕΤΑΞΑΣ. Περὶ τῆς διαγωγῆς των λέγουν.
§161ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγουν (ἀναγινώσκει)· «διότι ἡ πρᾶξις κακῶς ἐχαρακτηρίσθη ἀπὸ τὸ δικάσαν δικαστήριον»! Καὶ εἶνε, κύριοι, ὁ ἱερεὺς Σκορδίλης, ἀξιότιμος, εὐλαβέστατος ἱερεὺς, ἡ εὐχή του μὲ ἡμᾶς, καὶ ἡ εὐλογία του μὲ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης (γέλως), ἀλλ’ αὐτὸς θὰ λύσῃ τὸ νομικὸν ζήτημα εἶνε ὁ ἰατρός ....
§162ΜΕΤΑΞΑΣ. Εἶναι δευτέρα φορὰ, εἶχε δοθῆ πρὶν χάρις.
§163ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶναι ὁ ἰατρὸς, καὶ οὗτος ἀξιόλογος ἰατρός· γνωρίζει τὸν σφιγμὸν βέβαια καλλίτερα ἀπὸ ἐμέ· ἀλλὰ ἐπρόκειτο τάχα νὰ ἐφαρμόσῃ ἐκδόρια ἢ κλυστήρια ἢ βδέλλας; Ἐπρόκειτο νὰ γνωμοδοτήσῃ περὶ ἀποφάσεως ἐπὶ πράξεως ληστρικῆς, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη προτείνει εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ τοὺς ἀπελευθερώσῃ, καί τοι καταδικασμένους εἰς ἰσόβια δεσμά.
§164ΜΕΤΑΞΑΣ. Εἶναι ἁρμόδιος ὁ διευθυντὴς τοῦ σωφρονιστηρίου νὰ προτείνῃ χάριτας.
§165ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶναι ἁρμόδιος νὰ συστήσῃ χάριτας ἕνας παπᾶς;
§166ΜΕΤΑΞΑΣ. Εἶναι ἁρμόδιος.
§167ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σιώπα, κύριε ὑπουργὲ, μὴ μὲ διακόπτεις. Κύριε πρόεδρε, ἐπιβάλετέ του σιωπήν. Μπά! Ἠκούσατε τὴν ὁμολογίαν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἕνας ἰατρὸς καὶ ἕνας παπᾶς εἶναι ἁρμόδιοι νὰ γνωμοδοτήσωσιν ὅπως ἀπαλλάξωσι τῆς ποινῆς τῶν ἰσοβίων δεσμῶν ἀνθρώπους καταδικασθέντας ἐπὶ ληστείᾳ, ἐπὶ λόγῳ, ὅτι κακῶς ἐφηρμόσθη ὁ νόμος! Τοῦτο μόνον, κύριοι, δὲν σᾶς ἀρκεῖ νὰ σᾶς κάμῃ νὰ ἀποφασίσητε, ἂν ἠμπορῆτε νὰ ἐμπιστευθῆτε ἐπὶ πλέον τὴν ἀπονομὴν χάριτος εἰς τοιαύτας χεῖρας;
§168ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια, βέβαια.
§169ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἕνας παπᾶς! καὶ ἕνας ἰατρός! Περὶ τίνος ἐπρόκειτο, κύριε ὑπουργέ; εὑρέθητε τάχα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σᾶς διαβάσουν τοὺς ἐξορκισμοὺς τοῦ ἁγίου Βασιλείου περὶ βασκανίας καὶ ἐνεπιστεύθητε εἰς αὐτὸν μᾶλλον ἢ εἰς τοὺς ἱερεῖς τῶν Ἀθηνῶν; (γέλως). Ἐπρόκειτο, κύριε, ἐδῶ μὲν νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι κακῶς ἐχαρακτηρίσθη ἡ πρᾶξις ληστεία ἀπὸ τὸ δικαστήριον, καὶ ἐκεῖ σᾶς λέγει ἀκόμη, ὅτι δὲν συνήργησεν εἰς τὴν πρᾶξιν;
§170Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔτσι λέγουν; ὅτι δὲν συνήργησε;
§171ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μάλιστα.
§172Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι δά!
§173ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Βεβαίως. Ὁ κατάδικος αὐτὸς ὀνομάζεται Ἰωάννης Καταπόδης· ἰδοὺ τί περὶ αὐτοῦ λέγουν (ἀναγινώσκει· «καὶ διότι δὲν συνήργησεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἐγκλήματος» Μία ἀπόφασις κακουργιοδικείου τὸν καταδικάζει, καὶ ἕνας παπᾶς, καὶ ἕνας ἰατρὸς σοῦ λέγουν, δὲν συνήργησε, καὶ τὸν ἀπελευθερόνει.
§174Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἴσως τὸ ἔμαθεν ἀπὸ τὴν ἐξομολόγησιν.
§175ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔπειτα θὰ ἔλθωμεν καὶ εἰς τὴν ἐξομολόγησιν.—Καὶ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν καταδικασμένοι εἰς αὐτὰς τὰς βαρείας ποινὰς, καὶ ἐξῆλθον εἰς τὴν κοινωνίαν, τί κάμνουν ὅλο ἓν ἐν Κερκύρᾳ; Τὸ ἐξετάσατε, κύριε ὑπουργέ; Περιφέρονται ἀπὸ καφενεῖον εἰς καφενεῖον, καὶ ἀπὸ οἰνοπωλεῖον εἰς οἰνοπωλεῖον καὶ φωνάζουν, ζήτω ὁ Κουρκουμέλης, καὶ προκαλοῦσι τὴν κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς ἐπιτυχοῦσαν μερίδα, καὶ προχθὲς ἐχρειάσθη νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν ἡ ἀστυνομία....
§176ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Δυνάμει αὐτῆς τῆς ἐκθέσεως τῶν τριῶν ἀπενεμήθησαν καὶ χάριτες εἰς Κερκυραίους· ὁ κύριος Πολυλᾶς τὸ ἠξεύρει.
§177ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶναι Κερκυραῖοι ὁ Κασταμονίτης, ὁ Ζαχαρίας Ἠλίας καὶ εἷς ἄλλος, οἱ ἐπίλοιποι εἶναι Λευκάδιοι.
§178ΠΟΛΥΛΑΣ. Εἶναι ἕνας Στρατηγὸς, ἕνας Ἠλίας....
§179ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Ἤλθατε εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ ἐπήρατε τὰ ὀνόματα.
§180ΠΟΛΥΛΑΣ. Ψεύδεσθε, κύριε ὑπουργέ· σᾶς τὸ λέγω ἑκατοντάκις ὅτι ψεύδεσθε (θόρυβος μέγας), καὶ ὡς ὑπουργὸν καὶ ὡς ἄτομον σᾶς τὸ λέγω.
§181ΔΕΛΑΠΟΡΤΑΣ. Τὶ θέλετε, κ. Πολυλᾶ; ἐδὼ εἶμαι· ξεύρεις ἐσύ.
§182ΚΑΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει ν’ ἀνακαλέσῃ τὰς ἀπρεπεῖς λέξεις ὁ κύριος Πολυλᾶς (διάλογοι θορυβώδεις).
§183ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐπιμένω ὡς βουλευτὴς ν’ ἀνακαλέσῃ τὰς ἀπρεπεῖς λέξεις, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνε, πρὶν ἀποφασίσει ἡ Βουλὴ, διότι αὗται δὲν ἀντανακλοῦν κατὰ τοῦ κυρίου Μεταξᾶ, ἀλλὰ καὶ καθ’ ἡμῶν.
§184ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ ἀποδοκιμασθῇ, ἄν δὲν ἀνακαλέσῃ τὰς ἀπρεπεῖς φράσεις του.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὰς ἀνακαλεῖτε, κύριε Πολυλᾶ;
§186ΠΟΛΥΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν δύναμαι ν’ ἀνακαλέσω τὴν ἀλήθειαν· ἡ ἀλήθεια δὲν ἀνακαλεῖται. Ὁ κύριος ὑπουργὸς μὲ εἶπεν ὅτι ἐζήτησα χάριτας, εἶπον ὅτι δὲν εἶναι ἀληθές.
§187ΥΠΟΥΡΓ. ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Ὄχι ὅτι ἐζήτησες χάριτας· σὲ ἠρώτησα ἂν ἐδόθησαν εἰς Κερκυραίους, καὶ ἂν ἦλθες εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ ἐζήτησες τὰ ὀνόματα αὐτῶν διὰ νὰ τὰ στείλῃς εἰς τὴν Κέρκυραν.
§188ΠΟΛΥΛΑΣ. Δὲν ἐκατάλαβα.
§189ΤΙΝΕΣ. Ἔπρεπε νὰ καταλάβῃς καὶ ἔπειτα νὰ ὁμιλῇς (θόρυβος).
§190ΠΟΛΥΛΑΣ. Δὲν ἠννόησα ἀκόμη περὶ τίνος πρόκειται.
§191ΤΙΝΕΣ. Νὰ τὸ ἀνακαλέσῃ, κύριε πρόεδρε.
§192ΠΟΛΥΛΑΣ. Δὲν ἀνακαλῶ ἐγὼ εὔκολα. Παρακαλῶ, κύριε ὑπουργὲ, τὶ εἴπατε;
§193ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Ἂν ἠξεύρετε ἂν ἀπενεμήθησαν χάριτες εἰς Κερκυραίους, καὶ ἂν ὅταν ἐμάθατε τοῦτο, δὲν ἤλθατε καὶ ἠρωτήσατε τὸν Κλεώπαν ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ ὀνόματα, διὰ νὰ τὰ στείλετε εἰς τὴν Κέρκυραν.
§194ΠΟΛΥΛΑΣ. Αὐτὸ μάλιστα.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πολυλᾶ, τὰ ἀνακαλεῖτε τώρα;
§196ΠΟΛΥΛΑΣ. Κύριε πρόεδρε, νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι ἐπειδὴ συνάδελφός τις κακῶς μοὶ διεβίβασεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κύριος ὑπουργὸς μὲ χαμηλὴν φωνὴν, καὶ ἐγὼ ἐνόμισα ὅτι ἔλεγεν ὅτι ἐζήτησα χάριτας, ἐγὼ εἶπον ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο· ἀλλ’ ἐπειδὴ τοιαύτη δὲν ἦτον ἡ ἔννοια τοῦ ὑπουργοῦ, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπα δὲν ἔχουν τόπον.
§197ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Οἱ τρεῖς λοιπὸν εἶναι Κερκυραῖοι. Σᾶς εἶπα ὅτι οἱ δύο κατεδικάσθησαν διὰ ληστείαν εἰς ἰσόβια δεσμά, ὁ ἄλλος ἐπίσης διὰ ληστείαν εἰς δέκα τρία ἔτη. Τῇ προτάσει αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς ἐπικρίνονται αἱ ἀποφάσεις τοῦ δικαστηρίου, ἡ μὲν ὅτι κακῶς ἐφήρμοσε τὸν νόμον, καὶ ἡ ἄλλη ὅτι δὲν ἦτο ὁ καταδικασθεὶς συνεργός, καὶ ἀποδίδονται οὗτοι εἰς τοὺς κόλπους τῆς κοινωνίας. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γνωμοδοτήσεως τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης δίδεται χάρις καὶ εἰς ἑπτὰ Λευκαδίους. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ἰδία ἐπιτροπὴ ἐπρότεινε χάριτα δι’ ἕνα ἄλλον ἕνεκα τοῦ γήρατος, καὶ διότι τὸ ἔγκλημά του ἦτο πλημμέλημα καὶ διὰ τὴν τιμὴν τῆς θυγατρός του, καὶ διότι τοῦ ἀπέθανεν ὁ μονογενὴς υἱός του· καὶ ὅμως χάριτα δὲν ἔλαβε.
§198ΚΑΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐδόθη ἄλλη προηγομένη χάρις;
§199ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Ἰδού· Μιχαὴλ Λάζαρης, διότι εἶναι φθισικὸς κτλ. Σπυρίδων Στρατηγὸς, ἠλαττώθη εἰς δεκαετῆ εἱρκτὴν διὰ τοῦ ἀπὸ 21 Μαΐου 1869 Β. Διατάγματος. Ζαχαρίας Ἠλίας ἠλαττώθη καὶ αὐτοῦ εἰς πενταετῆ εἱρκτὴν διὰ τοῦ αὐτοῦ διατάγματος.
§200ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔρχεται δεύτερον διάταγμα, Κύριοι. Γνωρίζετε πολὺ καλὰ τὸν θόρυβον, ὁ ὁποῖος ἐγένετο οὐ μόνον ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῇ ἁρπαγῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Φωκᾶ ἀπὸ τὰς Πάτρας. Ἐνθυμεῖσθε πόσον ἐθορυβήθη καὶ ὁ ἔξω κόσμος δι’ αὐτὴν τὴν πρᾶξιν. Εἷς ἐπιστάτης, ὁ ὁποῖος ἔζη πολλὰ ἔτη ἐντὸς αὐτῆς τῆς οἰκογενείας τοῦ Φωκᾶ καὶ ὁ ὁποῖος ἐθεωρεῖτο ὡς μέλος αὐτῆς, τοῦ πέρνει τὸ παιδί του εἰς περίπατον καὶ τὸ δίδει εἰς χεῖρας δὲν ἠξεύρω τίνος ἀρχιληστοῦ, νομίζω, τοῦ Κωνσταντέλου, τὸ κρατοῦν μῆνας· ἐλευθεροῦται διὰ χιλιάδων δραχμῶν καὶ μετὰ ταῦτα ἀποθνήσκει ὁ ἀτυχὴς πατήρ. Κατεδικάσθησαν εἰς ἰσόβια δεσμὰ οἱ τέσσαρες λεμβοῦχοι, οἵτινες τὸ ἐπέρασαν εἰς τὴν ἀντίπερα στερεὰν, ἐπίσης καὶ ὁ προδόσας ἐπιστάτης.
§201ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν νὰ δώσητε εἰς τὸν Γραμματέα ν’ ἀναγνώσῃ τὰ ἔγγραφα.
§202ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τώρα θὰ ἔλθω εἰς τὰ ἔγγραφα. — Ἐγένετο πρότασις ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως, ὅτι οἱ δύο νεώτεροι λεμβοῦχοι, ὡς ὑπείκοντες εἰς τὰς διαταγὰς τῶν ἀνωτέρων των, δὲν εἶναι ἐξ ἴσου ὡς ἐκεῖνοι ὑπεύθυνοι, καὶ ἐπρότεινε νὰ ἐλαττωθῇ ἡ ποινή των εἰς εἰκοσαετῆ δεσμά. Τότε βλέπω μίαν ἔκθεσιν τοῦ Κ. Προβελεγγίου, ὅστις λέγει νὰ ἀποῤῥιφθῇ ἡ πρότασις αὕτη. Ἔρχεται ἔπειτα ἑτέρα πρότασις τοῦ ἀντεισαγγελέως τῶν ἐν Πάτραις ἐφετῶν ἵνα ἐλαττωθῇ ἡ ποινὴ εἰς εἴκοσιν ἐτῶν δεσμὰ τοῦ ἐπιστάτου τοῦ Φωκᾶ, καὶ αὐτὴ ἀπεῤῥίφθη. Πρὸ ὀλίγου καιροῦ, πρὸ ὀλίγων ἑβδομάδων, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ἔρχεται μία ἔκθεσις ἀπὸ τὸν ἀντεισαγγελέα Πατρῶν, δυνάμει τῆς ὁποίας ἄλλος παπᾶς (βλέπετε, ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης ἔπεσεν εἰς χεῖρας τῶν παπάδων, βλέπετε δὲν ἀπολύονται οἱ κατάδικοι κατόπιν ἐμβριθοῦς μελέτης καὶ ἀκριβοῦς ἐξετάσεως ἀπὸ μέρους τῶν κυρίων ὑπουργῶν, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν εὐλογίαν τοῦ περιτραχηλίου.) Ἔρχεται, λέγω, μία ἔκθεσις τοῦ ἀντεισαγγελέως τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν, διὰ τῆς ὁποίας λέγει ὅτι ὁ παπᾶς, ὅστις ἐξωμολόγησε τοὺς λῃστὰς, ἤκουσεν ἀπ’ αὐτοὺς ὅτι οἱ λεμβοῦχοι δὲν ἦσαν ἔνοχοι. Σημειώσατε ὅτι λέγει ὁ ἱερεὺς, ὅτι τὸ εἶπε τοῦτο τὴν ἐπιοῦσαν εἰς τὴν εἰσαγγελίαν, διεβιβάσθη τότε ἀλλὰ δὲν ἐγένετο τίποτε. Ἐπομένως ὁ εἰσαγγελεὺς βασιζόμενος τώρα εἰς τοῦτο καὶ εἰς ἄλλα, τὰ ὁποῖα εἰς τοὺς δρόμους ἠκούοντο, προτείνει τὴν ἀθώωσιν. Ὁ Κ. ὑπουργὸς διέταξε νὰ γείνῃ διοικητικὴ ἀνάκρισις ἐκ τῆς ὁποίας προκύπτει....
§203ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀπὸ παπάδες;
§204ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔχετε δίκαιον· διὰ νὰ ὑπάγῃ τακτικὰ ἡ ὑπόθεσις ἔπρεπε νὰ ὑπάγῃ πρῶτον εἰς τὸν Μητροπολίτην, ὁ ὁποῖος νὰ διατάξῃ τοὺς ἱερεῖς· ὅμως ἐνήργησεν ὁ εἰσαγγελεὺς καὶ οἱ ἱερεῖς τῷ εἶπον, ὅτι ἄλλοι ἦσαν οἱ ἔνοχοι λεμβοῦχοι. Φαίνεται ὅτι ἄλλοι δύο τρεῖς καταθέτουν τὸ ἴδιον· ὅλαι αἱ καταθέσεις εἶνε ὑπὲρ τῶν τεσσάρων λεμβούχων, ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ εὑρεθοῦν καὶ ὑπὲρ τοῦ ἐπιστάτου τοῦ Φωκᾶ· εὑρίσκεται λοιπὸν ἕνας λοχίας ὅστις ἔρχεται καὶ καταθέτει, ὅτι εἶπε πρὸ πολλοῦ ἕνας παπᾶς εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ὅτι εἶδε τὸν ἀρχιλῃστὴν καὶ αὐτὸς τοῦ εἶπεν ὅτι ὁ ἐπιστάτης δὲν πταίει διὰ τὴν ἁρπαγὴν τοῦ παιδός. Καὶ διὰ τῆς καταθέσεως τοῦ λῃστοῦ πρὸς τὸν παπᾶν, τοῦ παπᾶ πρὸς τὸν λοχίαν, τοῦ λοχίου πρὸς τὸν εἰσαγγελέα, τοῦ Εἰσαγγελέως πρὸς τὸν ὑπουργὸν καὶ τοῦ ὑπουργοῦ εἰς τὸν Βασιλέα ὑπογράφεται ἡ χάρις πλήρης εἰς τοὺς τέσσαρας λεμβούχους καὶ εἰς τὸν ἐπιστάτην, οἵτινες δὲν εἶχον ἀποτίσει εἰμὴ μόλις τρία ἔτη τῆς ἰσοβίου ποινῆς των. Δὲν δικάζω, Κύριοι, μὲ προκατάληψιν τὸν κύρ. Ὑπουργόν. Καὶ ἐγὼ, ἂν εὑρισκόμην εἰς τὴν θέσιν του, θὰ ἔλεγον, μὴ τῷ ὄντι εἶναι ἀθῶοι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι; Διότι ἂν πράγματι ᾖναι ἀθῶοι, εἶνε φρικῶδες νὰ ᾖναι εἰς ἰσόβια δεσμά· ἤθελον ὅμως ζυγίσει τὰ πράγματα, ἴσως ἤθελε μοῦ ἔλθει ὑπόνοια (διότι ἐνώπιον τοιούτων πραγμάτων δὲν ἠμπορεῖ νὰ σχηματισθῇ πεποίθησις) μήπως εἶνε ἀθῶοι· ἀλλ’ ἤθελον εἴπει, οἱ ἄνθρωποι οὗτοι εἶνε κατάδικοι διὰ τοιαύτην λῃστείαν. Τί θὰ εἴπουν οἱ ἐχθροὶ τῆς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι μᾶς προσάπτουσι πρὸς τοῖς ἄλλοις, ὅτι ἡμεῖς οἱ πολιτευόμενοι ἐν Ἀθήναις εἴμεθα μεριδιοῦχοι εἰς τὰ τῆς λῃστείας, ἂν ἐγὼ ἐπὶ τῇ καταθέσει ἑνὸς λοχίου ἢ ἑνὸς ἱερέως τοὺς ἐλευθερώσω; Ἡ σκέψις αὕτη ἤθελε μὲ κάμει νὰ τρομάξω καὶ νὰ εἴπω, ὅτι ἔστω νὰ ᾖναι ἀθῶοι, ἀλλ’ ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος μοὶ ἐπιβάλλει νὰ μὴ τρέξω, τοὐλάχιστον ἕως οὗ εἶναι νωπὸν τὸ ἔγκλημα· οὕτως ἤθελον σκεφθῆ ἐγώ. Ὁ κύρ. Ὑπουργὸς ἐσκέφθη ἀλλέως. Ἀπένειμε πλήρη χάριτα καὶ στέλλει τὸ διάταγμα εἰς Πάτρας, ὅπου εἶχεν ἤδη ἀναλάβει τὴν διεύθυνσιν τῆς ἐκεῖ εἰσαγγελίας ὁ κύριος Γεώρ. Πετιμεζᾶς. Βλέπει ὁ Πετιμεζᾶς τὸ διάταγμα, τὸ ἀκούει ὁ κόσμος, καὶ ἀναστατόνεται· τηλεγραφεῖ ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν εἰς Ἀθήνας· «Κύριε Ὑπουργὲ, τί εἶναι αὐτά; Καλὰ ὅλα, ἀλλὰ καὶ ὁ ἐπιστάτης ὁ προδόσας τὸ τέκνον τοῦ αὐθέντου του, καὶ αὐτὸς ἀκόμη νὰ ἐλευθερωθῇ;» Συνέρχεται ὁ κύριος ὑπουργὸς εἰς ἑαυτὸν καὶ διὰ τηλεγραφήματος λέγει πρὸς τὸν εἰσαγγελέα «ἔχεις δίκαιον, ἔσφαλα» καὶ ἓν ἄλλο διάταγμα παρουσιάζεται εἰς τὸν Βασιλέα καὶ τοῦ λέγει· «Βασιλεῦ, κατὰ λάθος σοῦ ἐπρότεινα νὰ ἐξέλθῃ τῶν φυλακῶν ὁ ἐπιστάτης τοῦ Φωκᾶ». Ὁ Θεὸς ἐβοήθησε καὶ δὲν ὑπήκουσεν εἰς τὸ πρῶτον διάταγμα ὁ εἰσαγγελεὺς (καὶ τὸ καθῆκόν του ἦτο νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ ἀνωτέρου του), ἀλλέως θὰ ἦτο τώρα ἐλεύθερος καὶ ὁ ἐπιστάτης. Δὲν ἠξεύρω δὲ ἂν καὶ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δευτέρου διατάγματος τοῦ ἀποσύραντος, ἀλλὰ πιστοποιοῦντος τὴν ἔκδοσιν τοῦ πρώτου, δι’ οὗ ἀπενεμήθη ἡ χάρις, δὲν ἠξεύρω, λέγω, ἂν ἠμπορῇ πλέον νὰ κρατηθῇ εἰς τὰς φυλακὰς ὁ ἐπιστάτης. Ἠμπορεῖτε νὰ ἐμπιστευθῆτε περαιτέρω τὴν διαχείρισιν τῆς δικαιοσύνης εἰς τοιαύτην, ἂν οὐχὶ ἄλλο, τοὐλάχιστον ἀπερισκεψίαν;
§205ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔγεινεν νέον διάταγμα;
§206ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μάλιστα νέον. — Ἔχω ἓν ἄλλο διάταγμα, Κύριοι, ἐνώπιόν μου εἰς τὸ ὁποῖον περὶ τίνος πρόκειται; κἄποιος Μιχαὴλ Ζακυνθινὸς, οὐχὶ τὴν πατρίδα ἀλλὰ τὸ ἐπώνυμον, ἄνθρωπος ἔγγαμος, 38 ἐτῶν, ἐρᾶται γυναικός τινος ὑπάνδρου, προσπαθεῖ νὰ τὴν φέρῃ εἰς τὰς ὀρέξεις του, αὐτὴ δὲν πείθεται, ἐνεδρεύει καὶ τὴν δολοφονεῖ. Καταδικάζεται εἰς θάνατον ἀπὸ τὸ κακουργιοδικεῖον.....
§207ΤΙΝΕΣ. Ποῦ συνέβη ἡ πρᾶξις αὐτή;
§208ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰς τὴν Λευκάδα.— Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν γράφει· «Ἐκ τῆς μελέτης ταύτης ἐξήγαγον ὅτι ὁ κατάδικος οὗτος ὥριμος ἤδη εἰς ἡλικίαν καὶ ἔγγαμος, προέβη εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ φόνου ἐξ ἐρωτικοῦ πάθους, τὸ ὁποῖον ἡ δυστυχὴς παθοῦσα, πιστὴ εἰς τὰ συζυγικὰ αὐτῆς καθήκοντα, ἠρνήθη νὰ εὐχαριστήσῃ καὶ ἐδολοφονήθη»—Οὐδὲν ἧττον διὰ τὸν λόγον ὅτι ἄλλοτε δὲν ἐγκλημάτισε, τοῦ ἀπενεμήθη ἡ βασιλικὴ χάρις, μεταβληθείσης τῆς ποινῆς εἰς ἰσόβια δεσμά.
§209ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν λέγει ἐκεῖ ὅτι εἶχεν ἀπολεσθῆ ἡ ἔκθεσις τοῦ δικαστηρίου τῶν συνέδρων;
§210ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μὴ συγχύζεσθε, Κ. ὑπουργὲ, εἶναι ἡ πρώτη, θὰ ἔλθω κ’ ἐκεῖ. — Ἔστω Κύριοι, νὰ μὴ καρατομηθῇ ὁ ἄνθρωπος οὗτος, ἀλλὰ νὰ μείνῃ εἰς τὰς φυλακὰς, διότι ἂν ἐξέλθῃ εἰς τὸν δρόμον, κύριοι, ἂν τὰ τέκνα, ἂν ὁ σύζυγος τῆς δολοφονηθείσης τὸν ἴδουν ἐνώπιόν τους, ποῖα τὰ ἀποτελέσματα;
§211ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ πολλαπλασιασθῶσι τὰ κακουργήματα.
§212ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Οὐδὲν ἧττον ἐφέτος ὁ ὑπουργὸς ἐνέδωκεν εἰς μίαν ἔκθεσιν τοῦ εἰς Ἀθήνας εὑρεθέντος Εἰσαγγελέως, ὅστις «ἀπαντῶν εἰς τὴν προφορικὴν ὑμῶν ἐρώτησιν, κύριε ὑπουργὲ,» (καὶ ὅλοι γνωρίζεται τί θὰ εἰπῇ τοῦτο) λέγει ὅτι εἶναι περίπτωσις νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ πάλιν τὸ βασιλικὸν ἔλεος εἰς αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον τὸν διατελοῦντα εἰς ἰσόβια δεσμὰ δι’ αὐτὴν τὴν πρᾶξιν, δὲν λέγει ὅμως καὶ νὰ τοῦ δώσῃς χάριτα, ἥτις θὰ τὸν στείλῃ νὰ περιφέρεται ἐν Λευκάδι ἐνώπιον τοῦ συζύγου, ἐνώπιον τῶν τέκνων τῆς δολοφονηθείσης. Καὶ δὲν ᾐσθάνθης, κ. ὑπουργὲ, ὅτι τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἔβαπτες τὸ κονδύλιον εἰς τὸ μελανοδοχεῖον, τὸ ἔβαπτες εἰς τὸ αἷμα αὐτῆς; Δὲν ᾐσθάνθης τί θὰ ᾐσθάνετο ὁ σύζυγος, τὰ τέκνα τῆς δολοφονηθείσης διὰ τὴν τιμήν των, βλέποντες τὸν δολοφόνον ἐνώπιόν των; Ποῖον καθῆκον, ποῖος λόγος ἔκαμε τὸν ὑπουργὸν νὰ ἀπονείμῃ τὴν χάριτα ταύτην; Ἂν αἴτησις ἠμποροῦσε νὰ ἔλθῃ διὰ τὴν μετὰ δεκαπενταετίαν ἐπάνοδον εἰς τὴν πατρίδα του τοῦ ἐπενεγκόντος εἰς βρασμὸν ψυχῆς ἓν τραῦμα, δὲν ἔρχεται μεγαλειτέρα δι’ ἕνα ὅστις ἀπετόλμησεν, ἔγγαμος, τριάκοντα ὀκτὼ ἐτῶν, νὰ δολοφονήσῃ μίαν γυναῖκα, διότι δὲν ὑπέκυψεν εἰς τὰς ὀρέξεις του; ἄνθρωπον καταδικασθέντα διὰ τοῦτο εἰς θάνατον καὶ διατελοῦντα ἤδη εἰς ἰσόβια δεσμὰ, μετὰ δὲ ἓξ μόλις ἔτη νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τοὺς κόλπους τῆς κοινωνίας τῆς Λευκάδος; καὶ δὲν ἐσκέφθης ὅτι ὑπογράφων τὸ διάταγμα τῆς χάριτος ταύτης προϋπέγραφες ἐν αὐτῷ τὴν διαταγὴν, δι’ ἧς μετ’ ὀλίγον θὰ μεταφερθῇ ἡ λαιμητόμος εἰς Λευκάδα; (Συγκίνησις.) Δὲν προχωρῶ περαιτέρω. Σᾶς εὐχαριστῶ, Κύριοι, διὰ τὴν ὑπομονήν σας, δὲν θέλω νὰ σᾶς κουράσω περισσότερον· δὲν ἐξετάζω τὰ ἄλλα διατάγματα· τὰ ἤδη ἐξετασθέντα ἀρκοῦν νὰ σᾶς πείσωσιν ὅτι αἱ δι’ αὐτῶν ἀπονεμηθεῖσαι χάριτες εἶναι τοιαῦται, ὥστε σᾶς προκαλοῦν νὰ σκεφθῆτε ἂν ἠμπορῆτε νὰ ἐμπιστευθῆτε νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Κ. Μεταξᾶ, εἶναι τοιαῦται, ὥστε σᾶς δεικνύουσιν ὅτι ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν Εἰσαγγελέων, τῶν Προέδρων, τῶν ὑπουργῶν μεταβιβάζεται τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἱερέων καὶ τῶν ἰατρῶν· τότε πρὸς τί αἱ ἐπιτροπαί; πρὸς τί τὰ δικαστήρια; πρὸς τί οἱ κώδικες; πρὸς τί ὁ ὑπουργός; ἂς θέσωμεν ἕνα ἱερέα εἰς τὴν θέσιν των καὶ ἁπλοποιοῦμεν τὴν ὑπηρεσίαν. Προτείνω λοιπὸν, πρῶτον· νὰ ἐκφράσῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἀποδοκιμασίαν της πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν διὰ τὰς συκοφαντίας τὰς ὁποίας ὑπεστήριξε κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ 1867, δεύτερον... ἀλλὰ συνδυάζω καὶ τὰ δύο.
§213ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι, χωριστά.
§214ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὄχι, μαζύ· αὐτὰ εἶναι ἐπιχειρήματα· ἐκεῖνος ὅστις θὰ ἐκφράσῃ τὴν ἀποδοκιμασίαν θὰ τὴν ἐκφράσῃ, τὸ ἴδιον εἶναι. Λοιπὸν προτείνω τὸ ἑπόμενον θέμα· «ἀρκεσθεῖσα ἡ Βουλὴ εἰς τὰ λεχθέντα ἐκφράζει τὴν ἀποδοκιμασίαν της πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»
§215ΠΟΛΛΟΙ (ἐγειρόμενοι). Αὔριον, κύριε πρόεδρε.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖος ἔχει τὸν λόγον;
§217Α. ΜΕΤΑΞΑΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἐγώ.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις δι’ αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρα 12.