1872.06.12
793 στίχοι · 6.494 λέξεις · 71 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 25
Τῆς 12 Ἰουνίου 1872.
(Δευτέρα.)
Ὥρα 8.
Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Ὁ ἀντιπρόεδρος Κύριος Λέκας). Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον. (Ἀναβαίνει τὸ βῆμα). Κύριοι βουλευταὶ, τὸ τελευταῖον ταχυδρομεῖον ἐξ Ἀμερικῆς μᾶς ἔφερε τὴν εἴδησιν, ὅτι ἡ ἐπικράτεια τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν ἦλθεν εἰς κάποιαν κίνησιν, ἕνεκα τῆς εἰδήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ ὑποβρύχιος τηλέγραφος διεβίβασεν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Πολιτείας ἐκείνης, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τῆς Ἑλλάδος ἠλευθέρωσε κακούργους κλεισμένους εἰς τὰς φυλακὰς τῆς Κερκύρας καὶ τοὺς ἠλευθέρωσεν ὑπὸ τὴν ῥήτραν τοῦ νὰ μετακομισθῶσιν εἰς Ἀμερικήν. Τὴν εἴδησιν ταύτην κατεχώρισε τὸ ἐπίσημον φύλλον τῆς Πολιτείας ἐκείνης. Ἡ εἴδησις αὕτη ἔκαμε τοιαύτην ἐντύπωσιν, ὥστε ὁ Πρόεδρος παρήγγειλε τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μεταβιβάσῃ διαταγὴν εἰς τὴν τελωνιακὴν ἀρχὴν τοῦ λιμένος, εἰς τὸν ὁποῖον ἐπρόκειτο ν’ ἀποβιβασθῶσιν οἱ κακοῦργοι, ἵνα μὴ τοὺς δεχθῶσιν. Ἰδοὺ τί περὶ τούτου γράφει ὁ Χρόνος τῆς Νέας Ὑόρκης ὑπὸ ἡμερομηνίαν 28 Μαΐου. «Ἐννέα ἐκ τῶν χειρίστων Ἑλλήνων κακούργων, ἐν οἷς τέσσαρες λῃσταὶ καὶ δύω δολοφόνοι, ἠλευθερώθησαν ἐσχάτως δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἕλληνος ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τὴν ἐν τῇ νήσῳ Κερκύρᾳ ἀποικίαν τῶν καταδίκων, ἐπὶ τῷ ὅρῳ τοῦ ν’ ἀποικήσωσιν εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας, ἔρχονται δὲ ἤδη εἰς τὴν χώραν ταύτην. Τῇ 24 Ἀπριλίου ἐπεβιβάσθησαν σιδηροδέσμιοι ἀπὸ τῶν λατομείων τῆς Κερκύρας ἐπὶ τοῦ Ἰταλικοῦ πλοίου «Ἀγαμέμνων», τὸ ὁποῖον μετὰ δύω ἡμέρας ἔμελλε ν’ ἀποπλεύσῃ εἰς Φάλμουθ τῆς Ἀγγλίας καὶ ἀφοῦ ἀπεβίβαζεν εἰς τὸν λιμένα ἐκεῖνον μέρος τοῦ φορτίου του, ἔμελλε ν’ ἀποπλεύσῃ εἰς Νέαν Ὀρλεάνην. Τὰ ὀνόματά των καὶ τὰ ἐγκλήματα, ἐφ’ οἷς κατεδικάσθησαν εἶναι τὰ ἑξῆς· Cleomenes Papacousi, ἓν τῶν διασήμων μελῶν τῆς λῃστρικῆς συμμορίας, ἥτις ἐλήστευσε τοὺς Ἄγγλους περιηγητὰς εἰς Μαραθῶνα, καταδικασθεὶς εἰς εἴκοσι καὶ πέντε ἐτῶν δεσμά, Aristos Dicastri, τριάκοντα δύω ἐτῶν, ἐξ Ἀλβανίας, καταδικασθεὶς ἐπὶ δολοφονίᾳ δύω προσώπων εἰς Zenphi καὶ καταδικασθεὶς εἰς ἰσόβια δεσμὰ εἰς τὰ λατομεῖα, Pietro Sanphros, Σικελός, καταδικασθεὶς ἐπὶ πειρατείᾳ εἰς δεκαεξαετῆ δεσμά, Lalos Castroplos, κλέπτης Ἀθηναῖος, καταδικασθεὶς εἰς ὀκταετῆ δεσμά, Thooles Falta, δολοφόνος, καταδικασθεὶς εἰς ἰσόβια δεσμά, Marcos Dacordatos, κλέπτης, καταδικασθεὶς εἰς ἓξ ἐτῶν δεσμά, Menados Bithuros, Theobulos Percasuros καὶ Philippus Ewandrinos, λῃσταὶ καταδικασθέντες εἰς τὰ λατομεῖα ἐπὶ δεκαπέντε, εἴκοσι καὶ τριάκοντα ἔτη. Πλῆθος ἀνθρώπων συνηθροίσθη ἵνα ἴδῃ τοὺς κακούργους τούτους, οἵτινες μετὰ σιδήρων βαρέων ἐφέροντο ὑπὸ τῶν φυλάκων των εἰς τὴν ἀποβάθραν, ὅθεν εἰσελθόντες εἰς λέμβον, ἐπεβιβάσθησαν ἐπὶ τοῦ «Ἀγαμέμνονος». Ὁ δὲ ἀνταποκριτὴς τοῦ Χρόνου τοῦ Λονδίνου ἐκ Φιλαδελφείας γράφει ὑπὸ ἡμερομηνίαν τῆς 19)31 Μαΐου 1872. «Μεγάλην αἴσθησιν ἐπροξένησε κατὰ τὴν ἑβδομάδα ταύτην ἡ εἴδησις ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος ἐξαπέστειλεν εἰς Ἀμερικὴν ἀριθμόν τινα κακούργων, οἵτινες εἶχον καταδικασθῆ ἐν Ἑλλάδι ἐπὶ ἀτιμωτικοῖς ἐγκλήμασιν, ἐν οἷς καί τινας τῶν λῃστῶν τῶν ἐνόχων τοῦ νωποῦ κακουργήματος κατὰ τῶν Ἄγγλων ὁδοιπόρων ἐν Ἑλλάδι. Κατὰ τὴν εἴδησιν ταύτην ἐπεβιβάσθησαν ἐπὶ τοῦ Ἰταλικοῦ πλοίου «Ἀγαμέμνονος», τὸ ὁποῖον ἀπέπλευσεν ἐκ Κερκύρας τὴν 27 Ἀπριλίου, ἔμελλον δὲ ν’ ἀποβιβασθῶσιν εἰς Νέαν Ὀρλεάνην, ἀφοῦ πρῶτον τὸ πλοῖον ἀπεβίβαζεν εἰς Φάλμουθ τῆς Ἀγγλίας μέρος τοῦ φορτίου του. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἐξαγωγὴ αὕτη ξένων κακούργων εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας κατετάραξε τὴν χώραν, ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τῇ ἐντολῇ τοῦ Προέδρου, ἔπεμψε πάραυτα τηλεγράφημα εἰς τὸν ἐν Νέᾳ Ὀρλεάνῃ τελώνην, ἵνα ἐμποδίσῃ τὴν ἀποβίβασιν τῶν κακούργων ἅμα τῇ ἀφίξει τοῦ «Ἀγαμέμνονος» καὶ ν’ ἀναγγείλῃ τὰς λεπτομερείας τῆς ὑποθέσεως εἰς Οὐασιγκτῶνα. Τούτου γενομένου, χθὲς ἐδημοσιεύθη ἐπιστολὴ ὑπὸ τοῦ κυρίου Δ. Ν. Βότασση, τοῦ ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ προξένου τῆς Ἑλλάδος, δι’ ἧς οὗτος διαψεύδει τὴν εἴδησιν, ἀνακηρύσσει αὐτὴν ὡς πλάσμα, ἀρνεῖται ὅτι ὑπάλληλος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ ἐξάγῃ κακούργους· λέγει δὲ ὅτι οἱ λῃσταὶ οἱ προσβαλόντες τοὺς Ἄγγλους ὁδοιπόρους ἢ ἐκαρατομήθησαν ἔκτοτε ἢ ἔφυγον μεταβάντες εἰς Τουρκίαν, οὐδεὶς δὲ αὐτῶν μένει ἐγκαθειργμένος ἐν Ἑλλάδι· προσθέτει δὲ ὅτι ἔχει εἰδήσεις καὶ ἐφημερίδας ἐξ Ἑλλάδος ὑπὸ χρονολογίαν 9 Μαΐου, ἐν αἷς οὐδὲ λέξις ἀναφέρεται περὶ τοιαύτης ἐξαγωγῆς. Εὔχομαι ἡ εἴδησις νὰ μὴ ᾖναι ἀληθής, οὕτω δὲ μεγάλως θέλει καταπραϋνθῇ ἡ ἀνησυχία τῶν Ἀμερικανῶν, τοὺς ὁποίους ἀρκούντως ἤδη ἐθορύβησε ἡ εἴδησις αὕτη». Ἀδιαφοροῦμεν βεβαίως, κύριοι, διὰ τὰς ὅσας συκοφαντίας γράφει ἐναντίον τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους ὁ Χρόνος τοῦ Λονδίνου καὶ ὁ ἐξ Ἀθηνῶν ἀνταποκριτὴς αὐτοῦ, διότι ὁ κόσμος τὸ γνωρίζει, ὅτι αὐτοὶ ἀνέλαβον, δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον λόγον, τὴν ἀποστολὴν νὰ μᾶς συκοφαντῶσιν· ἀλλ’ ἡ μικρὰ Ἑλλάς, ἡ ὁποία γνωρίζει, ὅτι ἡ μεγάλη δημοκρατία τῆς Ἀμερικῆς μᾶς ἔδειξε καὶ δεικνύει πάντοτε ζωηροτάτας συμπαθείας, δὲν δύναται νὰ ἀδιαφορήσῃ ἐὰν τοιαύτη συκοφαντία ἁπλοῦται εἰς αὐτὴν τὴν ἐπικράτειαν. Αἰσθάνομαι τὸ ψεῦδος ἑνὸς μέρους τῆς εἰδήσεως ταύτης, καθὼς γνωρίζω, καὶ γνωρίζει καὶ τοῦτο ὁ πρόξενος ἡμῶν ἐν Ἀμερικῇ, ὅτι ἐκ τῶν συμμοριτῶν τοῦ Τάκου δὲν εὑρίσκετο κανείς, οὔτε εἰς τὰς φυλακάς, οὔτε ἀλλοῦ τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου καὶ σεῖς βλέπετε τόσας λεπτομερείας ἐνταῦθα· βλέπετε τὰ ὀνόματα τῶν κακούργων, βλέπετε τὰς ἐγκληματικὰς αὐτῶν πράξεις, βλέπετε σημειουμένην ἀκριβῶς τὴν διάρκειαν τῆς ποινῆς, τὸ πλοῖον, τὴν ἡμέραν τῆς ἀναχωρήσεως, καὶ τὸν λιμένα τῆς Ἀγγλίας, εἰς ὃν ἤθελον προσορμισθῇ. Πείθεσθε λοιπὸν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἀφήσωμεν ἀπαρατήρητον· ἑπομένως ζητῶ νὰ προσκληθῇ ἀμέσως (καὶ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει αἰσθανθῆ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη), ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ νὰ μᾶς δώσῃ αὐτὰς τὰς πληροφορίας, ἤγουν ἂν ἠλευθέρωσεν ἐκ Κερκύρας κακούργους, πόσους, ποίους καὶ διατί.
§4ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§5ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐὰν ὑπάρχουν ταῦτα τὰ ὀνόματα.
§6ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Βεβαίως. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἐνάσκησις τῆς χάριτος τοῦ δικαιώματος τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης συζητεῖται ἐν τῇ ἀπομεμακρυσμένῃ ἐπικρατείᾳ ἐκείνῃ, ζητῶ καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῆς ἐνεργείας ταύτης τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ζητῶ νὰ καταθέσῃ ὁ ὑπουργὸς ὅλας τὰς χάριτας, τὰς ὁποίας ἐνήργησε, καὶ καταλόγους τῶν καταδίκων τῶν ὁποίων ἀπηλευθέρωσε, καὶ τοὺς λόγους τῆς ἀπελευθερώσεώς των.
§7ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ τοῦτο.
§8ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ.
§9ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πρῶτον λοιπὸν, ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ἀμέσως ἐὰν συνέβη τὸ τοιοῦτον, ὅπερ ἀνέφερα, δεύτερον δὲ νὰ μᾶς καταθέσῃ κατάλογον τῶν καταδίκων, τοὺς ὁποίους ἀπηλευθέρωσε.
§10ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ προεδρεῖον, κύριοι, φρονεῖ, ὅτι ἐπειδὴ δὲν ἠκούσθη ἀντίστασις οὐδεμία.........
§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, εἴμεθα βεβαίως ὅλοι σύμφωνοι νὰ προσκληθῇ ὁ ὑπουργὸς νὰ δώσῃ πληροφορίας ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως· δὲν εἴμεθα ὅμως σύμφωνοι, τοὐλάχιστον ἐγὼ δὲν εἶμαι καθ’ ὁλοκληρίαν σύμφωνος, ὅτι ὁ ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ παρουσιάσῃ κατάλογον τῶν χαρίτων, τὰς ὁποίας ἐπροκάλεσε, ὁ ὁποῖος νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν ἔλεγχον ἢ εἰς τὴν ἀποδοκιμασίαν τῆς Βουλῆς. Ἐπειδὴ αὐτὸ εἶναι ζήτημα σπουδαῖον νὰ τὸ ἀναβάλωμεν καὶ νὰ μὴ τὸ συζητήσωμεν εἰς τὴν πρώτην συνεδρίασιν καὶ νὰ μὴ ἀποφασίσωμεν περὶ αὐτοῦ σήμερον, διότι νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι τοῦτο τὸ καθῆκόν μας.
§13ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Πρέπει ἀμέσως νὰ τὸ συζητήσωμεν.
§14ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Κολιάτσε, πρὸ πολλοῦ ἔπρεπε νὰ δείξῃς αὐτὴν τὴν φιλονομίαν.
§15ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Τὴν ἔδειξα πάντοτε, κύριε Κουμουνδοῦρε, ὄχι ὅπως σεῖς.
§16ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ζήτημα τῆς ἐπιδοκιμασίας καὶ τοῦ ἐλέγχου εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν· εἶναι ζήτημα ἀρκετὰ σπουδαῖον, ἐὰν τῳόντι ἡ Βουλὴ θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ στάδιον τῆς ἐξετάσεως καὶ τῆς ἀποδοκιμασίας τῆς πράξεως αὐτῆς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, διότι ἀπὸ τὴν τυχὸν πέραν τοῦ νόμου ἐπέκτασιν τῶν προνομίων καὶ δικαιωμάτων τῶν διαφόρων σωμάτων καὶ ἀπὸ τὴν μὴ καλὴν διεξαγωγὴν τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, δύναται νὰ ἐπέλθῃ σύγχυσις, βλάβη, καὶ κακόν. Ἰδοὺ διατί λέγω, ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα ἐμβριθῶς καὶ νὰ μὴ ἐπισπεύσωμεν· ὡς πρὸς τὸ ἄλλο εἶμαι σύμφωνος.
§17ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἡ Βουλὴ μόλις σήμερον ἄρχεται τῶν τακτικῶν ἐργασιῶν αὐτῆς καὶ δύναται νὰ συζητήσῃ περὶ πολιτικῶν ζητημάτων, διότι προχθὲς ἐπεραιώσαμεν τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, πρὸ τῆς ὁποίας ἀπηγορεύετο πᾶσα πολιτικὴ συζήτησις. Κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν ἔδειξα ἐγὼ τὴν νομιμότητα ἢ φιλονομίαν ὄχι ὅπως ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, ὁ ὁποῖος εἰς τὰς ἐκλογὰς τὰς ἰδικάς του, ὅπου ἐνεδιεφέροντο δηλαδὴ οἱ φίλοι του, εἰργάζετο ὡς ἀρχηγὸς κόμματος, ἐψηφοφόρει καὶ τὸν παρηκολούθουν καὶ οἱ φίλοι του· εἰς τὰς ἄλλας δὲ ἐκλογὰς ἐψηφοφόρει αὐτὸς ὑπὲρ τῆς νομιμότητος, οἱ δὲ φίλοι του δὲν τὸν παρηκολούθουν, τυχαίως ἴσως· π. χ. εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς Κυνουρίας, ὅπου ἐνεδιαφέροντο οἱ φίλοι του, ἐβλέπατε τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον ὅτι εἰργάζετο ὑπὲρ τῆς νομιμότητος, ὅπως τὴν ἠννόει· εἰς δὲ τὰς ἐκλογὰς Πατρῶν καὶ λοιπὰς δὲν ἔπραξε τοῦτο. Ἐνῶ ἐγὼ ἐψηφοφόρησα καθ’ ὅλας τὰς ἐκλογὰς ὑπὲρ τῆς νομιμότητος καὶ ἐζήτησα τὴν ἀκύρωσιν ἐκλογῶν, ἐν αἷς ἐνεδιαφέροντο καὶ φίλοι μου. Αὐτὰ ἀπαντῶ εἰς τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον εἰς ὅσα ὡμίλησε περὶ τῆς νομιμότητος. Νομίζω δὲ ὅτι ἔσφαλλεν ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, ὅστις πρεσβεύει τὰς ἀρχὰς τῆς αὐτοδιοικήσεως, ἀμφισβητήσας εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα νὰ γνωρίζῃ ἐὰν ἐδόθησαν χάριτες εἰς κακούργους, εἰς τίνας καὶ διὰ τίνα λόγον. Χθές, κύριοι, ἀνέγνωσα ἔν τινι ἐφημερίδι, ὅτι ἐδόθησαν χάριτες εἰς Κεφαλῆνας καταδίκους ἀδικαιολογήτως· θέλω δὲ νὰ μάθω ἂν τοῦτο ἔχηται ὑποστάσεως· ὅταν δὲ κατατεθέσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τὸν κατάλογον τῶν ὀνομάτων, τότε θὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἐδόθησαν αἱ χάριτες· ἀλλὰ νὰ ἀμφισβητῇ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος τὸ δικαίωμα τοῦτο πρὸς τὴν Βουλὴν, αὐτὸ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι πολὺ νόμιμον, εἶναι δὲ καὶ ἀνάρμοστον, λεγόμενον ἀπὸ τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον, ὅστις διατελέσας πρωθυπουργὸς ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σαράβας ἔχει τὸν λόγον.
§19ΣΑΡΑΒΑΣ. Συμφωνῶ, κύριε πρόεδρε, καθολοκληρίαν πρὸς ὅσα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς εἶπεν ὡς πρὸς τὴν συκοφαντίαν, ἡ ὁποία ἐπεῤῥίφθη δι’ ἑνὸς ὑπουργοῦ, καὶ ἡ ὁποία ὁμολογουμένως ἀντανακλᾷ εἰς ὅλον τὸ ἔθνος. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ τις ἐξ ὑμῶν, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ διάφορον ἰδέαν περὶ τούτου, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ θεωρῇ τὴν εἴδησιν ἥτις κατεχωρήθη εἰς τὰς ἐφημερίδας, τὰς ὁποίας ἀνέγνωσεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς, ὡς μίαν στυγερὰν συκοφαντίαν, οὐδὲ νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέσω τι εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος οὗτος βουλευτὴς, ὅπως ἐκφράσω τὸ φρόνημά μου τοῦτο. Ἐὰν ἔλαβον τὸν λόγον, ἔπραξα τοῦτο, ὅπως εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τῆς παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσήνης βουλευτὴς ὑπέβαλε σχετικῶς πρὸς τὴν ἑτέραν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Ζακύνθου βουλευτοῦ. Ὁ κύριος Λομβάρδος ὠφελούμενος ἐκ τῆς εὐκαιρίας τοῦ παρουσιαζομένου ζητήματος, ἠθέλησε νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν συζήτησιν καὶ νὰ προκαλέσῃ τὸν ἔλεγχον τοῦ κοινοβουλίου ἐπὶ ὅλων τῶν χαρίτων, αἱ ὁποῖαι ἀπενεμήθησαν ἀπὸ τὸν νῦν ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης· εἰς δὲ τὴν πρότασιν ταύτην ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσήνης βουλευτὴς ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ φέρῃ ἀντίῤῥησιν, ἀμφιβάλλων ἂν κατὰ τὸ πολίτευμά μας ὁ ἔλεγχος τοῦ κοινοβουλίου ἐκτείνεται καὶ ἐπὶ τῶν χαρίτων. Ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης νὰ μὴ συμφωνήσω μετ’ αὐτοῦ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀμφιβολίαν τὴν ὁποίαν ἐξέφρασε, μηδὲ νὰ φρονῶ, ὅτι περὶ τοιούτου ζητήματος εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναβάλῃ ἡ Βουλὴ τὴν συζήτησιν διὰ νὰ τὸ μελετήσῃ καλλίτερα· διὰ νὰ τὸ συζητήσωμεν σπουδαίως δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἀναβολή, διότι εἰς πᾶσαν στιγμὴν δυνάμεθα νὰ τὸ συζητήσωμεν σπουδαίως. Δὲν συμμερίζομαι, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, τοὺς ἐνδοιασμοὺς τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου, οὔτε τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναβολῆς· διότι νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι τόσον προφανές, ὥστε ἀπορῶ πῶς εὑρίσκεται εἰς ἀμφιβολίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσήνης βουλευτής. Κατὰ τὸ σύνταγμά μας, κύριοι, οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Βασιλέως ἰσχύει ἄνευ τῆς προσυπογραφῆς τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ, ὅστις οὕτω καθίσταται ὑπεύθυνος. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν οὐδεμία πρᾶξις κατ’ ἐμὴν ἰδέαν,—ἴσως μάλιστα δύναται νὰ ἐπεκταθῇ ἡ εὐθύνη τῶν ὑπουργῶν καὶ εἰς ἓν ἄλλο ἀντικείμενον, ἀλλ’ αὐτὰ θὰ τὰ συζητήσωμεν ἄλλοτε—οὐδεμία πρᾶξις φέρουσα τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ὑπουργοῦ ἥτις νὰ διαφεύγει τὸν ἔλεγχον τοῦ κοινοβουλίου. Τοῦτο εἶναι τόσον ῥητῶς ἐκπεφρασμένον εἰς τὸ πολίτευμα, ὥστε ἀπορῶ πῶς δύναται νὰ γεννηθῇ ἀμφιβολία. Δύναται ἴσως νὰ γεννηθῇ ἡ ἀμφιβολία ἀλλοῦ, ὅπου ἡ Ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν ἀποῤῥέει ἀπὸ τὸ ἔθνος, ὅπου δὲν εἶναι ἀνακεκηρυγμένη ἡ ἀρχή, ἥτις ὑπάρχει εἰς τὸ πολίτευμά μας «πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ ἔθνους» καὶ δὲν ἔχουσι ἄλλας προνομίας παρὰ ἐκείνας τὰς ὁποίας ῥητῶς τὸ σύνταγμα ἀπένειμεν.» Ἀλλὰ κατὰ τὸ δημοκρατικώτατον πολίτευμά μας, καθ’ ὃ ὅλαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἀπὸ τὸ ἔθνος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ οὐδ’ ἐπὶ μίαν στιγμὴν ἀμφιβολία, ἂν πρᾶξίς τις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, προσυπογεγραμένη ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ, διαφεύγῃ τὸν ἔλεγχον τοῦ κοινοβουλίου. Τοὐλάχιστον τὸ πολίτευμά μας, τὸ σύνταγμα, δὲν μᾶς δίδει οὐδεμίαν ἀφορμὴν εἰς τοιαύτας ἀμφιβολίας· οὐδὲ μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἔχωμεν τὸν ἐλάχιστον δισταγμόν. Καί, κύριοι, εἶναι σωστόν, εἶναι λογικόν, ἡ σπουδαιοτάτη τῶν πράξεων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἡ πρᾶξις διὰ τῆς ὁποίας ἐξουδετεροῦνται τ’ ἀποτελέσματα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας διὰ τῆς καταργήσεως τῶν ποινῶν, εἶναι σωστόν, εἶναι λογικόν, ὅταν αὗται αἱ ἀποφάσεις μιᾶς ἐξουσίας ἀνεξαρτήτου τροποποιῶνται ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, αἱ πράξεις αὗται νὰ διαφεύγουν τὸν ἔλεγχον τοῦ κοινοβουλίου; δὲν τὸ παραδέχομαι. Καὶ ἐὰν μάλιστα ἠμποροῦσε νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ἐγὼ ἤθελον κλίνει ὑπὲρ τοῦ ἀπολύτου ἐλέγχου τοῦ κοινοβουλίου, παρὰ τῆς ἀπολύτου θελήσεως τοῦ ὑπουργοῦ, τοῦ νὰ δύναται δηλονότι νὰ τροποποιῇ τὰς ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων χωρὶς ἐλέγχου. Διὰ τοῦτο συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Ζακύνθου, ὅτι δὲν εἶναι ἀλλότριον τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς νὰ προκαλέσῃ τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῆς ἀπονομῆς τῶν χαρίτων.
§20ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις διὰ νὰ ἔλθω εἰς ἐπικουρίαν τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου. Περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ῥητῶς ἔγεινε λόγος ἐν τῇ συνελεύσει, τῇ τελευταίᾳ ἐδῶ, καὶ ὁ κ. Διομήδης Κυριακοῦ, ὅστις πιστεύω ὅτι ἦτον εἰσηγητὴς τοῦ συντάγματος, ἠθέλησε νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ὑπάρχουσι τινὲς προνομίαι. Ὁ κ. Διομήδης, ἐπαναλέγω, ὡς εἰσηγητὴς ἠθέλησε νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ὑπάρχουν τινὲς προνομίαι, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι τὴν οὐσίαν τῶν κυβερνήσεων καὶ οὐχὶ τὴν μορφὴν, καὶ αὗται εἶναι τέσσαρας ἢ πέντε· εἶναι ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, εἶναι αἱ χάριτες αἱ διδόμεναι ὑπὸ τοῦ ἡγεμόνος κτλ. Ἡ Συνέλευσις ἐταράχθη· ἐγὼ ἔλαβα τὸν λόγον καὶ ἐπολέμησα τὴν ἀρχὴν, καὶ ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη τὴν γνώμην μου καὶ τοῦτο ὁπότε συνετάσσετο τὸ σύνταγμα, τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει τὴν σήμερον καὶ τοῦ ὁποίου αἱ ἀρχαὶ εἶναι πολὺ δημοκρατικώτεραι τοῦ προηγουμένου· καὶ ὅμως εἰς τὰ 1849 ῥητῶς ἐπὶ τῆς χάριτος τῆς δοθείσης εἰς τὸν λῃστὴν Καβουρῖνον ἐγένετο μεγάλη συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ὁ ὑπουργὸς ἠναγκάσθη νὰ δώσῃ λόγον· καὶ κατεκρίθη τότε, κατὰ τὸ 1850 καὶ οὐχὶ τὸ 1849 ὡς προεῖπον, ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διότι ἔδοσε χάριν εἰς τοιοῦτον λῃστήν· ὥστε σήμερον δὲν βλέπω τί μᾶς ἐμποδίζει νὰ ἐξελέγξωμεν τὸν ὑπουργὸν μέχρι τριχὸς εἰς πᾶσαν πρᾶξιν, ὅπου εἶναι τεθειμένη ἡ ὑπογραφή του. Εἶναι τῷ ὄντι ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ αὐτὸς ὁ κατάλογος καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ ὑπουργὸς διατὶ ἔδοσε χάριν εἰς τοῦτον ἢ ἐκεῖνον. Αἱ χάριτες ἐπηρεάζουν πολὺ καὶ τὰ συμφέροντα καὶ τὰ αἰσθήματα τῆς κοινωνίας, φέρουσιν ὑπόληψιν ἢ ἀνυποληψίαν εἰς τὴν κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ ὁποία ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐξελέγξεως. Εἶναι λοιπὸν δικαίωμα ἀναφαίρετον καὶ ἀναμφισβήτητον τῆς Βουλῆς νὰ ἐξετάσῃ πᾶσαν πρᾶξιν τοῦ ὑπουργείου, καὶ ἰδίως ὅταν πρόκειται περὶ χάριτος. Δὲν βλέπω δὲ διὰ ποῖον λόγον νὰ σταθῶμεν καὶ νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν δύναται νὰ ἐξασκηθῇ ἓν καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐνυπάρχει ῥητῶς ἐγγεγραμμένον εἰς τὸ σύνταγμα, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο καὶ ἄλλοτε συζήτησις καὶ καθιερώθη ἡ ἀρχὴ πληρέστατα.
§21ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Δὲν ἤμουν ἐδῶ, ὅταν ὁ κ. Λομβάρδος ἔφερεν ἐπερώτησιν περὶ τῶν κακούργων, οἵτινες λέγουσιν ὅτι ἀπεστάλησαν εἰς τὴν Ἀμερικήν. Τὰ ὀνόματα ταῦτα εἶναι πάντῃ ἄγνωστα εἰς τὸ ὑπουργεῖον, θέλω ὅμω ἐξετάσει ἐὰν ἐδόθησαν χάριτες εἰς τοιαῦτα πρόσωπα καὶ ἐάν ὑπάρχωσι. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὡς πρὸς τὴν ἀπονομὴν τῶν χαρίτων ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἁρμοδία νὰ φέρῃ ἐξέλεγξιν, καθόσον τὸ ζήτημα τῆς ἐπιεικείας ἢ τῆς αὐστηρότητος εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν κρίσιν τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου. Ἐγὼ ἐπροκάλεσα χάριτας συνεπεία τῶν συστάσεων τῶν Εἰσαγγελέων καὶ τῶν Συνέδρων· ἐσχημάτισα δὲ ἐπιτροπὴν εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέβαλα τὰς συστάσεις ταύτας· ἂν ἡ Βουλὴ ἐπιμένῃ νὰ παρουσιάσω τὰς συστάσεις ταύτας, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίῤῥησιν.
§22Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι αἱ χάριτες προκαλοῦνται ἀφοῦ προηγηθῶσι πράξεις τινὲς τῶν δικαστηρίων, τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν καὶ τὰ λοιπά. Λοιπὸν θὰ εἴπῃ ὅτι αὐτὸ τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἐξασκεῖ ἡ Βασιλεία, πρὸς τὸ ἴδιον συμφέρον τὸ ἐξασκεῖ ἐπὶ τῇ βάσει πράξεων τῶν δικαστηρίων καὶ τῆς κυβερνήσεως. Λοιπὸν θέλετε αὐταὶ αἱ πράξεις νὰ μὴ ἐξελεγχθῶσι; Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ δικαιώματος· ὁ βασιλεὺς δύναται νὰ δώσῃ ἢ νὰ μὴ δώσῃ· πρόκειται περὶ τῆς εὐθύνης τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ ὑπουργὸς ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου. Ἐγὼ φρονῶ, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα ἦλθεν εἰς συζήτησιν, πρέπει νὰ ἔλθουν ὄχι μόνον τὰ ἔγγραφα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ὁ ὑπουργὸς, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔλθωσι καὶ τὰ ἔγγραφα ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη νὰ μὴ δοθῇ χάρις. Ἐπεκτείνατε περισσότερον τὸ δικαίωμα, ἵνα ἴδωμεν ἂν αἱ πράξεις ἔχουν ἕνα κανόνα, διότι ὅλαι αἱ πράξεις μας πρέπει νὰ διέρχωνται ἀπὸ κανόνας. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι ἅμα τὸ ζήτημα πέσῃ εἰς τοιαύτην ἐξέλεγξιν, ἡ ἐξέλεγξις πρέπει νὰ ᾖναι πλήρης.
§23ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὡς πρὸς τὴν πρώτην πρότασιν δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίῤῥησις· ὡς πρὸς τὴν δευτέραν ὅμως βλέπω ὅτι ἐγένετο ἀντίῤῥησις. Ἂς μοι ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι ἐπερίμενα μίαν ἀντίῤῥησιν, ὄχι ὅμως ἀπὸ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον. Δὲν ἤθελον ἔχει διόλου οὔτε τὴν διάθεσιν, οὔτε τὴν τόλμην νὰ συμπλακῶ ἐπὶ συνταγματικοῦ ζητήματος μετὰ ὁποιουδήποτε σπουδάσαντος ἰδιαιτέρως τὴν ἐπιστήμην ταύτην· πολὺ δὲ ὀλιγώτερον μετὰ τοῦ ἐντριβοῦς περὶ τὰ ζητήματα ταῦτα ἀξιοτίμου κυρίου Κουμουνδούρου. Δὲν ἐσπούδασα εἰδικῶς τὰ ζητήματα ταῦτα· αἱ σπουδαί μου ὑπῆρξαν ἄλλαι· τολμῶ ὅμως νὰ ἀντιτάξω τὴν γνώμην μου εἰς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου κ. Κουμουνδούρου, διότι, πράττων τοῦτο, ἀντιτάσσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον κύριον Κουμουνδοῦρον τὰ μαθήματα τὰ ὁποῖα παρ’ αὐτοῦ ἔλαβον ἐν διαστήματι 8 ἐτῶν, καθ’ ἃ συνειργάσθημεν καὶ ἤμεθα σύμφωνοι· ἂν δὲ σήμερον διαφωνῶμεν, δὲν πταίω ἐγὼ ὁ ὁποῖος ἐμμένω εἰς τὰ μαθήματα τὰ ὁποῖα ἔλαβον. Τὸ πρώτιστον τῶν μαθημάτων, τὸ ὁποῖον ἐδιδάχθην ἀπὸ τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον ἐπὶ τοῦ συνταγματικοῦ τούτου ζητήματος, εἶναι ὅτι ἡ ἐξέλεγξις τοῦ κοινοβουλίου ἐπὶ τῶν πράξεων τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς εἶναι ἀπόλυτος, ἀπεριόριστος, ὅτι δὲν ὑπάρχει προνομία ἡ ὁποία τίθεται ἄνωθεν τῆς ἐξελέγξεως ταύτης, διότι δὲν ὑπάρχει κανὲν δικαίωμα, κἀμμία προνομία βασιλικὴ, ἡ ὁποία νὰ δύναται νὰ ἐξασκηθῇ, ὡς ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Σαράβας, ἄνευ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ ὑπευθύνου ὑπουργοῦ, ὁ δὲ ὑπουργὸς εἶναι ὑπεύθυνος διὰ πᾶσαν πρᾶξιν. Τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος εἶναι προνομία βασιλική. Δὲν πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ ἐξελέγξῃ τὴν ἐξάσκησιν ἢ τὴν μὴ ἐξάσκησιν ἢ ν’ ἀναιρέσῃ τὴν γενομένην πρᾶξιν· ἡ πρᾶξις ἐτελέσθη, ἡμεῖς δικαίωμα ἔχομεν καὶ καθῆκον νὰ εἴπωμεν ἂν καλῶς ἢ κακῶς, καὶ ὀφείλομεν νὰ τὸ πράξωμεν, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐξασκήσωμεν τὰ δικαιώματά μας καὶ νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν ὑπουργὸν δὲν ἔχεις τὴν ἐμπιστοσύνην μας, ἂν τυχὸν εἶναι ἡ περίπτωσις αὕτη. Ἡ ἄρνησις ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς εἰς ἕνα ὑπουργὸν ἢ εἰς τὴν κυβέρνησιν ὁλόκληρον ποῦ πρέπει νὰ βασισθῇ παρὰ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν πράξεών του; Δὲν θέλω δὲ ἐκ τούτου νὰ ἐξαγάγω ἀμέσως τὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς κακῶς ἐνήσκησε τὸ δικαίωμα τοῦτο ἕως ὅτου δὲν ἔχω τὴν ἀπόδειξιν τοῦ ἐναντίου· ὀφείλω νὰ εἴπω μάλιστα ὅτι ἐνησκήθη ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ πρέποντος, τοῦ καθήκοντος καὶ τοῦ δικαίου. Ἀλλὰ ἀφ’ οὗ συζητεῖται ἡ ἐνάσκησις τοῦ δικαιώματος τούτου ἐν τῇ δημοκρατίᾳ τῆς Ἀμερικῆς, ποῦ θὰ εὑρεθῶμεν ἂν δὲν ζητήσωμεν πόσους ἀπηλευθέρωσεν ἀπὸ τὰς φυλακὰς ὁ ὑπουργός μας δυνάμει τοῦ προνομίου τῆς χάριτος τῆς βασιλικῆς; Δὲν πιστεύω, κύριοι, νὰ ᾖναι ἀντικείμενον συζητήσεως τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς, τὸ καθῆκον τὸ ὁποῖον ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὰς πράξεις ὅλας τοῦ ὑπουργείου· ἐπαναλαμβάνω δὲ νὰ εἴπω ὅτι μὴ νομίσῃ τις ὅτι ὡς ἐκ τούτου θέλω νὰ ἐξαγάγω νῦν ἀμέσως συμπεράσματα κατὰ τῆς πράξεως τοῦ ὑπουργείου· δὲν ἤθελον διστάσει νὰ εἴπω ὅτι ἔχω πλήρη τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς ἐνήργησεν ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ πρέποντος καὶ τοῦ καθήκοντος, ἀλλὰ φοβοῦμαι μήπως περιπλεχθῶ εἰς κἄτι τι ἄλλο ὡς ἄλλοτε, ὅτε ἐπῄνεσα μίαν ἐγκύκλιον τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὴν ὠνόμασα ἀνδρικὴν, ἄλλως δὲ ἦλθε καὶ μὲ ἐπέπληξε καὶ μὲ εἶπεν ὅτι κακῶς τὴν ὠνόμασα ἀνδρικὴν, ἔπρεπε νὰ τὴν ὀνομάσω ἄνανδρον· σᾶς ὁμολογῶ δὲ ὅτι τὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα ἐξετυλίχθησαν ἐνώπιόν μου ἀπὸ τὸν πρῶτον ἐκεῖνον λόγον τοῦ ἀντιπροσώπου ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε μόνον ἡ φυσικὴ ἐκείνη περιστολὴ εἰς ἐμὲ, τὴν ὁποίαν ἔχει καθεὶς νὰ μὴ ὁμολογήσῃ ὅτι ἠπατήθη, μὲ ἔκαμε καὶ ἐσιώπησα, ὅτε ὁ κ. βουλευτὴς μοὶ ἀπηύθυνε τὸν ἔλεγχον τοῦτον. Δὲν λέγω λοιπὸν ὅτι καλῶς ἐνήργησε πρὶν ἢ ἐξετάσωμεν τὰ ἔγγραφα, εἰς τὴν κατάθεσιν τῶν ὁποίων ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν ἔφερε κἀμμίαν ἀντίῤῥησιν. Ὡς πρὸς ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον λέγεται, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λέγωμεν περισσότερα παρ’ ὅσα πρέπει, προκειμένου περὶ ἐνασκήσεως τῶν δικαιωμάτων μας, καὶ ὅτι ἐπεμβαίνομεν εἰς τὰ δικαιώματα τῆς ἄλλης ἐξουσίας, ἐνῷ εὑρισκόμεθα ὑπὸ κάποιαις παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἠξεύρετε ὅλοι, πρέπει νὰ εἴμεθα βεβαίως προσεκτικοὶ καὶ ἐννοοῦμεν νὰ μένωμεν ἐντὸς τῶν αὐστηρῶν ὅρων τοῦ δικαίου. Ἡ συζήτησις λοιπὸν παύει, ἀφ’ οὗ ὁ κ. ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι δὲν ἔχει δυσκολίαν νὰ καταθέσῃ τὸν κατάλογον τῶν δοθεισῶν χαρίτων.
§24ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐμμένω ἀναποσπάστως εἰς τὴν ἀρχὴν εἰς τὴν ὁποίαν ἔκτοτε εἶμαι προσκεκολλημένος, ὅτι δηλαδὴ τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς εἶναι ἀπόλυτον ὡς πρὸς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν κυβερνητικῶν πράξεων· λυποῦμαι ὅμως, διότι πολλάκις ἐπαναλαμβάνονται ἀπὸ τοῦ βήματος ἰδέαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπεστηρίχθησαν, ὅταν κυρίως ἐπρόκειτο περὶ αὐτῶν Ἐπαναλαμβάνεται σήμερον ἡ ἰδέα τοῦ προνομίου, καὶ ὅμως ὅτε ἄλλοτε ἐφέρθη τὸ ζήτημα τοῦτο, κατὰ δυστυχίαν σιωπὴ ἄκρα ἐπεκράτησεν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ οὐδεὶς ἐτόλμησε τότε, ἢ μᾶλλον οὐδεὶς ἠθέλησε, διότι ὅλοι τολμοῦν, νὰ εἴπῃ τι.
§25ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰς ποίαν περίστασιν;
§26ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν κατὰ τὸ παρελθὸν εἷς βουλευτὴς ὡμίλησε περὶ προνομίων καὶ δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἠρνήθην.
§27ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν σᾶς ἐννοῶ.
§28ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ὑπεστηρίχθησαν προνόμια ἀνεπίδεκτα ἐξελέγξεως, ἐγὼ τὰ ἠρνήθην καὶ οὐδεὶς μὲ ὑπεστήριξε. Αὐτὸ τὸ δικαίωμα λοιπὸν, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, δὲν ἠθελήσαμεν νὰ τὸ ἐξασκήσωμεν μέχρι τοῦδε, ἴσως διὰ νὰ μὴ τρέξωμεν πλέον τοῦ δέοντος· ἐγὼ ἔκτοτε πρεσβεύω τὴν ἀρχὴν τῶν εὐρυτάτων δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς· δὲν ἠδυνήθην νὰ διακρίνω τί οἱ ἄλλοι ἐσκέπτοντο, ἢ ποῦ ἐστήριζον τὴν σιωπήν των. Ἀλλὰ πρὸς αὐτὸ τὸ δικαίωμα ἐγὼ ἀναγνωρίζω καὶ ἕτερον ὑπέρτατον δικαίωμα, τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον ἑκάστου νὰ μένῃ ἐντὸς τῶν καθηκόντων, ἐντὸς τοῦ κύκλου, τὸν ὁποῖον τὸ σύνταγμα καὶ οἱ νόμοι περιέγραψαν, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον τῶν καθηκόντων, ἡ πρώτη τῶν ἀρχῶν ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν θέλω νὰ μακρυνθῶ· καὶ ἂν διαφωνήσω μὲ τὸν κ. Λομβάρδον, δὲν θέλω λυπηθῆ ὅταν σήμερον ἦλθε τὸ ζήτημα περὶ οὗ πρόκειται, τὸ ζήτημα περὶ ἐξασκήσεως εἴδους τινὸς δικαστικῆς ἐξουσίας, διότι ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἢ ὁ Βασιλεὺς ἀντλοῦσι τὸ δικαίωμα εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν οὐχὶ ἀπὸ τὴν ἐπιείκειαν ἀλλ’ ἀπὸ τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιδιορθώσεως ἐσφαλμένης τυχὸν δικαστικῆς ἀποφάσεως. Μ’ ἐγεννήθη ἀμφιβολία τις καὶ ἐζήτησα ἀναβολὴν, ἠθέλησαν νὰ μὲ ἀποδείξουν διὰ τοῦτο ἀντιφάσκοντα εἶπον ὅτι ἔχω ἀνάγκην σκέψεως· αὐτὸ δὲν ἦτον ἄρνησις οὐδενὸς δικαιώματος· ἡ σκέψις ποτὲ δὲν βλάπτει, ἡ σκέψις δὲν δίδει δικαιώματα καὶ παρεξηγήσεις· ἐνόμισα ὅτι τὸ ζήτημα ὄντως εἶναι ἄξιον σκέψεως, τὸ ζήτημα περὶ προνομίων δὲν ἐλύθη καὶ δὲν ἀπεφασίσθη ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ πρόκειται περὶ αὐτοῦ σήμερον. Ἡ Βουλὴ θέλει νὰ ἔμβῃ εἰς νέαν ὁδόν; εἰς τὴν ἀληθῆ ὁδόν; ἂς σκεφθῇ, ἂς μελετήσῃ δεόντως. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἄρνησις, οὔτε ἀντίφασις, ἀλλ’ ἀναβολὴ ὅπως σκεφθῶμεν πρὸς τὸν σκοπὸν ν’ ἀποφύγωμεν κατόπιν ἀντιφάσεις. Εἶδον πολλὰς τοιαύτας. Ἀλλ’ ἀναβολὴ αὐτομάτως ἐπῆλθε, διότι ὁ κατάλογος δὲν θὰ ἔλθῃ αὔριον· ἴσως μετὰ δύω ἡμέρας, ὅτε ἕκαστος ἐσκεμμένως θὰ ἔλθῃ ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς ἰδέας του Ἂν ἤδη θέλουν ἐκ παρεξηγήσεων νὰ ἐξαγάγουν ἐπιχειρήματα, οἷα θέλουν, εἶναι ἐλεύθεροι· ἐγὼ ὡμίλησα εὐκρινῶς καὶ καθαρῶς, διότι δὲν αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ δικαιολογοῦμαι.
§29ΜΕΤΑΞΑΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Σᾶς εἶπον, κύριοι, ὅτι εἶμαι ἕτοιμος νὰ ὑποβάλω τὰ ἔγγραφα, ἂν ἡ Βουλὴ τὸ ἀποφασίσῃ. Νομίζω ὅμως, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς ἐξελέγξεως τοιούτων πράξεων δὲν εἶναι ἀπόλυτον, καὶ μάλιστα ὅταν πρόκειται περὶ τῶν προνομίων τοῦ Βασιλέως. Βεβαίως αἱ χάριτες ἀπονέμονται συνεπείᾳ τῶν συστάσεων τῶν εἰσαγγελέων, τῶν προέδρων τῶν συνέδρων καὶ ἄλλων ἐξωδίκων πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας λαμβάνει τὸ ὑπουργεῖον· ὁ ὑπουργὸς ὅμως δύναται καὶ ἄνευ τῶν συστάσεων τούτων νὰ προκαλέσῃ χάριτα, ὅταν ὑποθέσῃ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως μιᾶς ἀποφάσεως, ὅτι τὸ ἔγκλημα ἐπράχθη ὑπὸ τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα περίστασιν· τοῦτο εἶναι δικαίωμα τοῦ ὑπουργοῦ καὶ προνομία βασιλικὴ, ὥστε δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Λομβάρδον, ὅτι εἶναι ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τῆς ἐξελέγξεως εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Λομβάρδος ἔκαμε τὴν ἐπερώτησιν, διότι ἐνόμισεν, ὅτι ἐγὼ ἔκαμα κατάχρησιν τῆς χρήσεως τοῦ δικαιώματος τούτου ἅμα ὑποβάλω τὰ ἔγγραφα, θέλει πληροφορηθῇ, ὅτι καὶ ἄλλα ὑπουργεῖα προγενέστερα εἶχον παραδεχθῆ ὡς κυβερνητικὸν μέτρον τὴν ἀπονομὴν χαρίτων εἰς πολλοὺς καταδεδικασμένους, ὧν ὁ ἀριθμὸς ἀναβαίνει εἰς 4,000. Ὅταν ἦλθον εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἔμαθα τοῦτο καὶ ἠθέλησα ἐν μέρει νὰ πράξω τι, καθόσον μάλιστα ἀπέβλεπε τὰ ἐγκλήματα ἐπὶ Μεσοβασιλείας. Ἐσχημάτισα ἐπιτροπὴν, ὑπέβαλα αὐτῇ τὰς συστάσεις τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν· ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεφάσισε ν’ ἀπονεμηθῶσι τινὲς χάριτες, ἀλλὰ μόνον διὰ μεταβολὴν τῆς ποινῆς· πλεῖσται ἄλλαι ἀποφάσεις τῆς ἐπιτροπῆς ὑπάρχουν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐξετελέσθησαν· ὥστε τὸ πνεῦμα τῆς ὁμιλίας τοῦ κυρίου Λομβάρδου, ὅτι ἐγὼ ἔκαμα κατάχρησιν, δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἀληθείας. Οἱ φίλοι τοῦ κ. Λομβάρδου μοὶ ἐζήτησαν τοιαύτας χάριτας, καὶ ἐγὼ χαριζόμενος ὄχι εἰς αὐτοὺς, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐπιείκειαν καὶ τὰ ἔγγραφα τῶν εἰσαγγελέων, παρεχώρησα χάριτα. Βεβαίως περιμένω πολλὰς ἐπερωτήσεις ὅσον ἀφορᾷ ἐμὲ καὶ εἶμαι ἕτοιμος ν’ ἀπαντήσω, εἶμαι δὲ ἕτοιμος ν’ ἀπαντήσω καὶ διὰ τὴν ἐγκύκλιον τὴν πολιτικὴν ἣν ἐπροκάλεσα καὶ θ’ ἀποδείξω ὅτι ἦτον ἔγγραφον ὑπηρεσίας, δὲν ἦτο δὲ οὔτε ἀνδρικὸν, οὔτε ἄνανδρον, καὶ οὔτε ἀντίφασις εἰς τὴν ἐγκύκλιον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι ἂν τινὲς στρατιωτικοὶ ἔκαμαν παραπτώματα, θὰ τιμωρηθῶσι.
§30ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς παραδέχεται ὅτι τὸ ἔγγραφον ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι συζητήσιμον καὶ ἐπιφυλασσόμεθα· ἐγὼ δὲ δὲν τοῦ ἐζήτησα, ὡς εἶπεν, οὐδέποτε χάριτα διὰ κανένα.
§31ΜΕΤΑΞΑΣ. Ὁ κύριος Λεονταράκης ἐζήτησεν, ὁ ὁποῖος ἦτο φίλος σας.
§32ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ διακηρύττω, ὅτι οὐδέποτε ἐπάτησα εἰς τὸ γραφεῖόν σας μετὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς.
§33ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ καθήκοντος τῆς Βουλῆς, περὶ τοῦ δικαιώματος αὐτῆς τὸ ὁποῖον ἔχει.
§34ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλεῖται ὁ κ. Καλλιφρονᾶς ν’ ἀναβῇ ἐπὶ τοῦ βήματος, διότι δὲν ἀκούομεν ἐκ τῆς θέσεώς του, οὔτε οἱ στενογράφοι ἠμποροῦν νὰ γράψουν.
§35ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κατὰ τὸ πολίτευμά μας, οὐδεμία πρᾶξις τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας δύναται ν’ ἀποφύγῃ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, διότι εἰς πᾶσαν πρᾶξιν ἀπαιτεῖται ἡ προσυπογραφὴ τῶν ὑπευθύνων ὑπουργῶν, οἵτινες φέρουν τὴν εὐθύνην, τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος ὄντος ἀνευθύνου· τὸ ὑπεύθυνον τῆς ὑπογραφῆς τοῦ ὑπουργοῦ φέρει συνεπῶς τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, ὅταν τοιαύτη ἀνάγκη παραστῇ· ἡ Βουλὴ μετὰ τῆς δεούσης ἁβροφροσύνης συνεζήτησε πάντοτε, ὁσάκις ἀνάγκη παρέστη, τὰς ἐνεργείας τῶν ἁρμοδίων ὑπευθύνων ὑπουργῶν εἰς τὰς βασιλικὰς προνομίας· μετὰ τῆς αὐτῆς ἁβροφροσύνης θέλει καὶ ἤδη συζητήσει καθόσον ἡ ἀνάγκη τὸ ἀπαιτήσῃ, ἐπειδὴ προέκυψεν ἀμφισβήτησις ἂν ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία ν’ ἐξετάσῃ περὶ τῶν χαρίτων, γενομένων δυνάμει τῆς βασιλικῆς προνομίας· λέγω ἡ βασιλικὴ προνομία εἶναι σεβαστὴ καὶ τὸ ἀνεύθυνον τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος ἱερὸν καὶ ἀναμφισβήτητον, ἀλλ’ ἡ ἐκτέλεσις τῆς προνομίας διὰ τοῦ ὑπευθύνου ὑπουργοῦ ἐξελέγχεται, ὁσάκις ἀνάγκη παραστῇ, καὶ οὐδεμία ἐξαιρεῖται τοῦ νομίμου ἐλέγχου διὰ τὸν ἁπλούστατον καὶ ἀφιλονείκητον λόγον, ὅτι τὸ Σύνταγμα οὐδεμίαν ἐπέγραψεν ἐξαίρεσιν.
§36Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ προσδιορισθῇ ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα (θόρυβος·)
§37ΜΠΟΥΤΟΣ. Μετὰ τὴν ὁμόφρονα ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς τοῦ νὰ παρουσιασθῇ ὁ κατάλογος τῶν χαρίτων εἰς μίαν τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων προτείνω, καὶ πιστεύω καὶ ἡ Βουλὴ θὰ συμφωνήσῃ μετ’ ἐμοῦ, νὰ παρακληθῇ ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς τοῦ ἵνα παρουσιασθῇ ὁ κατάλογος ὅλων τῶν χαρίτων τῶν δοθεισῶν μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ τελευταίου συντάγματός μας (θόρυβος). Ἐπιμένω εἰς τοῦτο, διότι μετὰ τὸ σύνταγμα μας ἐξελέχθην βουλευτὴς καθ’ ὅλας τὰς ἐκλογὰς ἐκτὸς τῆς τοῦ 1868, τῆς ὁποίας ὅμως περιόδου ἀνέγνωσα τὰ πρακτικὰ καὶ παρετήρησα ὅτι οὐδέποτε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἦλθε τὸ ζήτημα αὐτό. Ἑπομένως δὲν ἀποκλειόμεθα ἤδη, ζητοῦντες νὰ μάθωμεν πόσαι χάριτες ἐδόθησαν ἀπὸ τὸ 65 μέχρι τοῦ 71· τοῦτο δὲ ζητοῦμεν, διότι θέλομεν μὲ τὸ αὐτὸ μέτρον νὰ μετρήσωμεν ὅλας τὰς κυβερνήσεις. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω ἵνα ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς φέρῃ κατάλογον τῶν δοθεισῶν χαρίτων ἀπὸ τὸ ἔτος 65 μέχρι τοῦδε.
§38ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Παρετηρήθη, κύριε πρόεδρε, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία προεκαλέσθη ἀπό τινα ἀγγελίαν ἀρκετὰ δυσάρεστον διὰ τὸν τόπον μας καὶ ἥτις σχετίζεται μὲ τὴν διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας τῆς κυβερνήσεως, ἐλέχθησαν καὶ ἐπροτάθησαν ἄλλα θέματα ὅπως ἐξουδετερωθῇ τὸ κύριον θέμα· τοῦτο δὲ εἶναι ἡ τακτικὴ ἑνὸς πολιτικοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἀρχὴν ἢ ὅλα ἢ τίποτε. Λυποῦμαι πολὺ, ὅτι ἡ τελευταία ἀγόρευσις τοῦ ἐντίμου ἐκ Μεσσήνης βουλευτοῦ μοι ὑπενθύμισε τὴν τακτικὴν ἐκείνην. Ἡ Βουλὴ, κύριοι, δὲν ἦλθεν ἐξ ἐπαγγέλματος νὰ συζητήσῃ οὔτε τοῦ Βασιλέως, οὔτε τῆς κυβερνήσεως τὰ δικαιώματα· ἡ Βουλὴ μετὰ μίαν τοιαύτην ἀγγελίαν ἠθέλησε νὰ ἐπιληφθῇ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, προσεκάλεσε τὸς ἁρμόδιον ὑπουργὸν νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ ἂν τὰ γραφέντα εἰς εὐρωπαϊκὰς ἐφημερίδας ἔχωσιν ἀληθείας ἢ ὄχι. Πράγματι ὁ ὑπουργὸς παρουσιάσθη καὶ ἱκανοποίησε τὴν ἀνησυχίαν τοῦ σώματος, ἀναγγείλας ὅτι ταῦτα δὲν εἶναι ἢ ἀληθὴς συκοφαντία. Ἐγεννήθη δεύτερον ζήτημα, ἂν ἐξ αὐτῆς τῆς περιστάσεως, ἡ ὁποία θ’ ἀποδειχθῇ ἐκ τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων ἂν εἶναι ἀληθὴς ἢ ὄχι, τὸ ὑπουργεῖον ἔκαμε καλὴν ἢ κακὴν χρῆσιν· τώρα, κύριοι, προέταξαν ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ πρέπει νὰ ἔλθῃ κατόπιν ὅλων τῶν χαρίτων, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν ἀπὸ τὰ 1865· λυποῦμαι πολὺ ὅτι δὲν ἐζήτησαν τὸν κατάλογον ἀπὸ τὰ 1833.
§39ΜΠΟΥΤΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε.
§40Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἔχω τὸ ἀξίωμα, ὅτι διὰ νὰ ὑπάρξῃ Βουλὴ ἀληθὴς καὶ διὰ νὰ ᾖναι ἀναγκαία ἡ ὕπαρξίς της, πρέπει νὰ ἔχῃ ἀπολύτως τὸ δικαίωμα τῆς ἐξελέγξεως· οἱ ὑπουργοὶ δύνανται νὰ τὸ ἀρνοῦνται, ἀλλὰ καὶ ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἀρνῆται τὴν ἐμπιστοσύνην της· ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι σήμερον δύνασθε νὰ καθιερώσητε ἀρχὰς τοιαύτας, ἀφοῦ ὁ ἐκ Σύρου βουλευτὴς σᾶς εἶπεν ὅτι ἄλλοτε, ὅτε τὸ σύνταγμα ἦτο περιωρισμένον, ἡ Βουλὴ ἀπεδοκίμαζεν ὑπουργοὺς, ἐὰν κακῶς εἶχον δώσει χάριν; Κύριοι, ἀναγράψαντες δικαιώματα εἰς τὸ πολίτευμά μας, σκοπὸν εἴχομεν νὰ ἐμμείνωμεν ἐντὸς τῶν ὁρίων τούτων. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐμμείνωμεν ἀκριβῶς ἐντὸς τῶν ὁρίων τούτων ἀπαιτεῖται μία ἐπιτήρησις· ἄνευ αὐτῆς αἱ ἐξουσίαι θὰ συγχυσθῶσιν, αἱ ἐξουσίαι θὰ ζητήσωσιν ἡ μία νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰ καθήκοντα τῆς ἄλλης, ἐν ᾧ διὰ τῆς ἐπιτηρήσεως κατορθοῦται νὰ ὑπάρξῃ ἁρμονία. Αὐτὸς ὁ Κύριος Ὑπουργὸς, Κύριοι, καὶ λυποῦμαι πολὺ ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου δὲν ἔχει πλήρεις τὰς πεποιθήσεις του, ἀφοῦ κατ’ ἀρχὰς ἀνεγνώρισεν ὅτι πρέπει νὰ φέρῃ τὸν κατάλογον, ἀφ’ ἑτέρου ἔδειξεν ἐνδοιασμὸν περὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς. Κύριοι, δὲν ἀποκλείω πᾶσαν ἔρευναν δυναμένην νὰ διαφωτίσῃ, ἀλλὰ δὲν παραδέχομαι τοῦτο ὡς τακτικὴν πρὸς ἐξουδετέρωσιν ἄλλων ζητημάτων. Ὁ Κύριος ὑπουργὸς κατ’ αἴτησιν τοῦ ἐπερωτήσαντος ὀφείλει νὰ φέρῃ τὸν κατάλογον τῶν χαρίτων, τὰς ὁποίας ἀπένειμεν αὐτός· εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν προαγορεύσαντα νὰ διαταχθῇ ἡ τύπωσις ὅλων τῶν καταλόγων· ἀλλὰ μία ἐργασία, ἥτις θὰ ἐπεκταθῇ ἐπὶ ἕνα ἢ δύω μῆνας, δὲν μᾶς ἐμποδίζει νὰ λύσωμεν τὸ συγκεκριμένον αὐτὸ ζήτημα. Λυποῦμαι δὲ πολὺ, Κύριοι, διότι αὐτὸ τὸ σύστημα τὸ νὰ ἐξουδετεροῦνται τὰ ζητήματα, λαμβάνοντα διαστάσεις ἀπείρους, ἔρχεται ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, τὸ ὁποῖον δικαίως ἀνησύχησε τὴν Βουλὴν καὶ τὴν ἠνάγκασε νὰ ζητήσῃ πληροφορίας. Διὰ ταῦτα, κύριοι, συμπεραίνων, λέγω, ὅτι τὰς χάριτας τὰς ὁποίας ἐνήργησεν ὁ κύριος ὑπουργὸς νὰ τὰς ὑποβάλῃ λίαν προσεχῶς· καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὰς χάριτας εἴτε ἀπὸ τοῦ 1865 εἴτε ἀπὸ τοῦ 1833, ἂς ἐνεργήσῃ ὁ ὑπουργὸς αὐτὸς τὴν τύπωσιν τῶν καταλόγων, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν πρέπει νὰ συγχυσθῇ μὲ τὸ παρόν.
§41ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§42Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Διὰ ταῦτα τὸν μὲν ἕνα τῶν καταλόγων νὰ τὸν φέρῃ αὔριον, καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸν ἄλλον κατάλογον, ἂς διατάξῃ ὁ κύριος ὑπουργὸς μίαν ἐργασίαν, διότι πραγματικῶς φρονῶ ὅτι αἱ πράξεις τῶν ὑπουργῶν δὲν παραγράφονται, ὅτι αἱ δοθεῖσαι χάριτες κατὰ τὸ 1865, 1866 καὶ 1867 ἐὰν ἐδόθησαν, δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν λόγον ἀπὸ ἐκείνους οἵτινες τὰς ἔδωκαν, ἀλλὰ τὰ τοιαῦτα ζητήματα δὲν πρέπει νὰ ἐξουδετερώνουν τὸ παρὸν ζήτημα.
§43ΜΠΟΥΤΟΣ. Ὀφείλω, κύριε Πρόεδρε, νὰ λάβω καὶ ἐκ δευτέρου τὸν λόγον, διότι ὁ ἔντιμος ἐξ Οἰτύλου βουλευτὴς, λαβὼν ἀφορμὴν ἀπὸ τὴν παράκλησιν τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα πρὸς τὴν Βουλὴν τοῦ νὰ φέρῃ ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς κατάλογον τῶν χαρίτων ἀπὸ τοῦ 1865 μέχρι τοῦδε, ἠθέλησε νὰ μεμφθῇ ὄχι τὴν ἰδικήν μου πρότασιν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει σκοπὸν ν’ ἀναβάλῃ τὴν παρουσίασιν τοῦ καταλόγου τῶν χαρίτων, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ὁ ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς, ἀλλὰ νὰ μεμφθῇ ὁλόκληρον πολιτικὴν μερίδα, ὡς θέλουσαν πάντοτε νὰ παρεμβάλλῃ προσκόμματα καὶ νὰ ἐξουδετερώνῃ τὴν λύσιν πολλῶν ζητημάτων, δι’ ὑπεκφυγῶν, ζητοῦσα ἢ τὸ ὅλον ἢ τίποτε. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ὁ προαγορεύσας ἔφερε μίαν συγκεκριμένην περίστασιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν τῳόντι ν’ ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ πολιτικὴ μερὶς τὴν ὁποίαν ἐμέμφθη καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω ἔχει αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, βεβαίως ἤθελον τὸν ἀπαντήσει. Ἀλλὰ νὰ ἔρχηταί τις χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀπόδειξιν ὡρισμένην καὶ ἄνευ ῥητῶν γεγονότων νὰ κατηγορῇ μίαν ὁλόκληρον μερίδα, μοὶ φαίνεται ὅτι αὐτὸ, ἐὰν δὲν εἶναι ἄλλο τι, εἶναι τοὐλάχιστον ἀντικοινοβουλευτικὸν, καὶ διὰ τοῦτο ἀφίνω τὴν εὐθύνην αὐτὴν εἰς τὸν προαγορεύσαντα. Ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα· ἡ πρότασίς μου εἶχε σκοπὸν νὰ ἀναβάλῃ τὴν παρουσίασιν τοῦ καταλόγου; Ὄχι βεβαίως· οὐδὲ ἠθέλησα νὰ περιλάβῃ ὁ κ. ὑπουργὸς εἰς τὸν ἴδιον κατάλογον τὰς χάριτας ἀπὸ τοῦ 65 καὶ ἐντεῦθεν. Ἐπειδὴ ὅμως, καθὼς προεῖπον, κύριε πρόεδρε, ἐδόθησαν πολλαὶ χάριτες καὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν ἦλθεν, ὅπως εἶπε καὶ ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, εἰς τὴν Βουλὴν, δυνάμεθα καὶ δικαιούμεθα νὰ ζητήσωμεν γενικὸν κατάλογον τῶν χαρίτων· διὰ τοῦτο παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν εἰπὼν ὅτι, ἐκτὸς τοῦ καταλόγου τῶν χαρίτων, ἃς ἔδωκεν ὁ νῦν ὑπουργὸς, τὸν ὁποῖον θὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ φέρῃ καὶ ἕτερον κατάλογον τῶν χαρίτων ἀπὸ τοῦ 65 μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἦλθεν οὗτος εἰς τὸ ὑπουργεῖον.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ προεδρεῖον, κύριοι, φρονεῖ ὅτι ἠννόησε τὴν διάθεσιν τῆς Βουλῆς. Ἡ διάθεσις τῆς Βουλῆς εἶναι ὅτι ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν πρώτην μετὰ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον συνεδρίασιν τὸν κατάλογον αὐτόν.
§45ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὄχι, κύριε πρόεδρε, διότι ἴσως ἡ συζήτησις αὕτη δώσῃ αἰτίαν νὰ προστεθῇ παράγραφός τις ἐν τῇ ἀπαντήσει πρὸς τὸν Βασιλικὸν λόγον.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ὁρίσωμεν αὔριον, θὰ ᾖναι μεγάλη στενοχωρία.
§47ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐντὸς μιᾶς ὥρας γίνεται· ὁ κατάλογος εἶναι ἕτοιμος, καὶ ἡ ἀντιγραφή του ἐντὸς μιᾶς ὥρας τελειόνει.
§48ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἐὰν δι’ αὐτὴν τὴν ἐργασίαν, κατὰ τὸν κύριον Λομβάρδον, δὲν ἀπαιτεῖται ἢ μία ὥρα, ἡ ἄλλη ἐργασία τὴν ὁποίαν ζητῶ ἐγὼ δύναται νὰ γίνῃ εἰς μίαν ἡμέραν· καὶ ἐπειδὴ ἀπὸ σήμερον μέχρι τῆς προσεχοῦς συνεδριάσεως θὰ μεσολαβήσῃ μία ἡμέρα, τότε ὁ ὑπουργὸς ἠμπορεῖ νὰ φέρῃ καὶ αὐτὸν τὸν κατάλογον.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ προεδρεῖον φρονεῖ ὅτι εἶνε μεγάλη στενοχωρία αὐτή. — Κύριε ὑπουργὲ, ὅπως ἀπαντήσητε ποίαν ἡμέραν θέλετε;
§50ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἕως τὴν Τετάρτην.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ καθόσον ἀφορᾷ τὰ παρόντα, κύριε ὑπουργέ· κατόπιν θὰ φέρητε καὶ τὴν ἄλλην σημείωσιν.
§52ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπειδὴ συνέβη ἓν ἱστορικὸν λάθος, δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀφήσωμεν καὶ νὰ μὴ τὸ ἀναιρέσωμεν. Ἐῤῥέθη ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν ἦλθεν ἄλλοτε. Λέγω λοιπὸν ὅτι ἦλθε καὶ ἐγένετο ἐκτεταμένη συζήτησις καὶ κατὰ τὰ 1867.
§53ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἐν τῇ τελευταίᾳ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς εἷς τῶν κυρίων βουλευτῶν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ κ. βουλευτὴς Καλαβρύτων, ἀνέγνω μίαν ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλὴν Αἰγινητῶν τινων, παραπονουμένων ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ πιέζουσι τοὺς πολίτας· παρουσιάσθην τότε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἶπον, ὅτι διστάζω νὰ πιστεύσω τὰ ὑπὸ τῶν ἀναφερομένων λεγόμενα, καθόσον αἱ διαταγαὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐκτελοῦνται κατὰ γράμμα καὶ οὐδὲν ἐγένετο παρὰ τοὺς καθεστῶτας νόμους. Μετὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης ἔλαβον ἐπίσημον ἔγγραφον τοῦ κ. νομάρχου ἐφορεύοντος τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς Αἰγίνης, καὶ ἐν τῷ ἐγγράφῳ του μοὶ λέγει. Αἴγινα, 8 Ἰουνίου 1872. «Κύριε ὑπουργέ! Ἀφίχθην ἐνταῦθα χθὲς τὴν ἑσπέραν. Συνεννοήθην μετὰ τῶν ἐνταῦθα ἀξιωματικῶν, καὶ ἐλήφθησαν τὰ κατάλληλα πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως μέτρα. Εὐτυχῶς μέχρι τοῦδε ἐπικρατεῖ πλήρης ἡσυχία, καὶ εὐελπίζομαι ὅτι τοιαύτη θέλει ἐπικρατήσει μέχρι τοῦ πέρατος τῆς ἐκλογῆς. Πρόθυμος ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Νομάρχης).» Ἔλαβον αὐτὸ, ὅπως σᾶς εἶπον, μετὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως. Καί τοι ἔχων ἰδέαν καὶ ὡς ὑπουργὸς ὑπεύθυνος ὅτι αἱ διαταγαὶ ἐκτελοῦνται, καί τοι ἔλαβον αὐτὴν τὴν διαβεβαίωσιν, οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ ἐν τῷ κοινοβουλίῳ ἐγένετο λόγος ὅτι στρατιωτικοί τινες παρεκτρέπονται τοῦ καθήκοντός των, ἐνόμισα καθῆκόν μου πάραυτα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν εἰς αὐτὸν καὶ τοῦ εἶπον· Κύριε Νομάρχα, ἂν καὶ ἔχω πεποίθησιν ὅτι αἱ διαταγαὶ τῆς κυβερνήσεως ἐκτελοῦνται, διότι τοῦτο ἀπαιτεῖ τὸ καθῆκον, οὐχ ἧττον ἐγένετο τοῦτο καὶ τοῦτο ἐν τῇ Βουλῇ καὶ προκαλῶ τὴν προσοχήν σου νὰ μοῦ ἀναφέρῃς. Συνεπείᾳ τῶν διαταγῶν τούτων, τὰς ὁποίας ἔλαβον ἀφορμὴν ἐκ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ λεχθέντων νὰ γράψω εἰς τὸν Νομάρχην, ἔλαβον ἀπάντησιν καὶ ὀφείλω κατὰ καθῆκον νὰ τὴν ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπειδὴ αὐτὴ εἶναι οἱονεὶ ἐπερώτησις εἰς τὸ ὑπουργεῖον. Ὀφείλω λοιπὸν νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν τὶ ἐνήργησα ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, ἢ ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης, καὶ ποίαν ἀπάντησιν ἔλαβον. Ἰδοὺ λοιπόν· «Πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Αἴγινα, 10 Ἰουνίου 1872. Ὁ Νομάρχης Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας. Περὶ τῆς διαγωγῆς τῶν στρατιωτῶν. Ἀπαντῶν εἰς τὴν χθεσινὴν ὑπ’ ἀριθ. 15830 διαταγὴν τοῦ ὑπουργείου, σπεύδω νὰ τὸ πληροφορήσω ὅτι εἶναι ὅλως ἄδικα τὰ κατὰ τῶν ἐνταῦθα στρατιωτῶν ἐκφρασθέντα παράπονα ἐπὶ παραβιάσει δῆθεν τῆς ἐλευθερίας τῶν ψηφοφόρων. Ἡ διαγωγὴ τῶν τε ἀξιωματικῶν καὶ τῶν στρατιωτῶν εἶναι ἀπεναντίας ἀξία παντὸς ἐπαίνου, καὶ ἀπόδειξις ὅτι οὐ μόνον οὐδὲν μοὶ ἐγένετο παράπονον, ἀλλὰ καὶ εὐχαριστεῖαι ὑπὲρ αὐτῶν μοι ἐξεφράσθησαν ὑπὸ διαφόρων ἐνδιαφερομένων, τοὺς ὁποίους περὶ τούτου ἠρώτησα, τουτέστι συνεπεία τῆς διαταγῆς. Μάρτυς αὐτόπτης, ὀφείλω χάριν τῆς ἀληθείας νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἀμφότεροι οἱ κύριοι ἀξιωματικοὶ μετ’ ἀξιεπαίνου προθυμίας καὶ προσοχῆς ἀποφεύγουσι πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ παρερμηνευθῇ ὑπὸ τῶν ἐνδιαφερομένων εἰς τὴν ἐκλογὴν». Ἰδού, κύριοι, ποίας ἀπαντήσεις ἔλαβον ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἐζήτησα ἀπὸ τὸν Νομάρχην καὶ ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ τὰς ζητήσω ἐκ τῆς ἀναγνώσεως ἀναφορᾶς ἐν τῇ Βουλῇ. Νομίζω ὅτι τὰ κατὰ τῶν ἀξιωματικῶν λεχθέντα, κατὰ τὸ ἔγγραφον αὐτὸ τοῦ Νομάρχου, δὲν ἔχουν ὑπόστασιν.
§54ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά, ἀρκετά.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἄρχεται ἡ ψηφοφορία διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν διαφόρων ἐπιτροπῶν τῆς Βουλῆς. Γίνεται ἡ κατὰ τὸν κανονισμὸν μυστικὴ καὶ διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορία, καθ’ ἣν ψηφοφοροῦν 133.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, καθήσατε εἰς τὰς ἕδρας σας, διότι ἔχομεν μίαν ἐργασίαν. Ὁ κ. Ἀντωνόπουλος ὡς εἰσηγητὴς θὰ ἀναγνώσῃ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς διὰ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν βασ. λόγον.
§57Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν θὰ γίνῃ διαλογή;
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ γίνῃ κατόπιν ἡ διαλογή· ἂς ἀναγνωσθῇ τώρα αὐτὸ διὰ νὰ σταλῇ εἰς τὸν τύπον, διότι ἡ διαλογὴ θ’ ἀργήσῃ πολὺ καὶ κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ θὰ ἀποχωρήσουν οἱ περισσότεροι καὶ ἴσως μετὰ τὸ πέρας τῆς διαλογῆς δὲν θὰ εὑρεθῇ ἡ Βουλὴ πλήρης.
§59Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. (ἀναγινώσκει). «Πρὸς τὴν Βουλήν. Ἡ πρὸς σύνταξιν σχεδίου ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἐπιτροπή, συνελθοῦσα ἐπὶ τούτῳ καὶ συνδιασκεψαμένη, συνέταξε τὸ ἑξῆς σχέδιον. «Μεγαλειότατε! Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους μετ’ ἀγαλλιάσεως εἶδον ἐν τῷ μέσῳ αὑτῶν τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα, ΗΣ ἡ πατρικὴ μέριμνα ἐγγυᾶται τὴν προαγωγὴν τῆς εὐημερίας τοῦ λαοῦ. «Ἡ ἀπόκτησις νέου Βασιλόπαιδος κατηύφρανε τὸ ἔθνος. Εὐχόμεθα δέ, Μεγαλειότατε, ὅπως ὁ Ὕψιστος διαφυλάττῃ ὑπὸ τὴν Ἁγίαν Αὑτοῦ σκέπην καὶ τὸν νέον τοῦτον βλαστὸν τῆς Βασιλικῆς Σου οἰκογενείας. «Μετ’ εὐχαριστήσεως μανθάνομεν ὅτι αἱ σχέσεις τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος μετὰ τῶν ξένων Δυνάμεων εἰσὶ φιλικαί. «Ἡ βελτίωσις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, τηρηθείσης καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν σάλον τῶν ἐκλογῶν, εὐελπίζει ἡμᾶς ὅτι τῇ συντόνῳ ἐνεργείᾳ τῆς Κυβερνήσεώς Σου καὶ τῇ συμπράξει τοῦ λαοῦ θέλει παγιωθῆ ἡ δημοσία ἀσφάλεια. «Θέλομεν ἀσχοληθῆ, Βασιλεῦ, μετὰ ζήλου εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν ἐνιαυσίων φορολογικῶν νόμων τοῦ τρέχοντος ἔτους, ἀναβληθεῖσαν ἕνεκα τῆς διακοπῆς τῶν βουλευτικῶν ἔργων, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας ἡ ἀνάγκη ἐπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησίν Σου ἵνα διὰ Β. Διαταγμάτων δαπανήσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὸ τρέχον ἔτος ὑποβληθέντος καὶ μήπω ἐπιψηφισθέντος προϋπολογισμοῦ καὶ εἰσπράξῃ φόρους συμφώνως μὲ τοὺς κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτο, ψηφισθέντας φορολογικοὺς Νόμους. «Ἐπίσης θέλομεν προθύμως ἀσχοληθῆ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν, καθόσον οἱ πόροι τοῦ κράτους ἐπιτρέπουσι, καὶ παντὸς ἄλλου νομοθετήματος, σκοποῦντος τὴν κραταίωσιν τῆς δημοσίας πίστεως, τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν, τὴν ἐπέκτασιν τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας καὶ τὴν βελτίωσιν τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἐφ’ ὧν ὄντως ἔγκειται ἡ ἀληθὴς εὐπραγία τοῦ τόπου. «Εἴθε ὁ Ὕψιστος διαφυλάττοι τὸν Βασιλέα καὶ κρατύνοι τὸν συνταγματικὸν Θρόνον πρὸς δόξαν καὶ εὐημερίαν τῆς φιλτάτης Πατρίδος!» Ἐν Ἀθήναις, τῇ 12 Ἰουνίου 1872. Ἡ ἐπιτροπὴ Π. Δεληγιάννης. Β. Σκαλτσοδῆμος. Λ. Λαμπρυνίδης. Γ. Πεῤῥωτής. Δ. Τσιτσάρας. Α. Κοντόσταυλος. Κ. Θεοδώρου. Ἰωάν. Μεσσηνέζης. Ι. Δ. Ἀντωνόπουλος, εἰσηγητής.»
§60Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πότε θὰ τὴν συζητήσωμεν;
§61ΤΙΝΕΣ. Τὴν Τετάρτην.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ 24 ὥρας ἀφοῦ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ· ἐννοεῖται ὅτι θὰ προταχθῇ παντὸς ἄλλου ἀντικειμένου.
§63Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπειδὴ ὑποθέτω, ὅτι θὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ σήμερον, λέγω νὰ λάβωμεν πρῶτον καιρὸν νὰ τὸ μελετήσωμεν καὶ τὴν τετάρτην νὰ τὸ συζητήσωμεν (διάλογοι).
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, πότε θέλετε νὰ ὁρίσωμεν;
§65Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὴν Τετάρτην.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν Τετάρτην ἔχετε τὴν συζήτησιν εἰς τὴν ἐπερώτησίν σας πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης (θόρυβος).
§67Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἂν φέρῃ ὁ κύριος ὑπουργὸς τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἠμπορεῖ νὰ τὰ φέρῃ καὶ αὔριον, ἂν θέλῃ νὰ διευκολύνῃ τὰς ἐργασίας μας.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πότε λοιπὸν ὁρίζει ἡ Βουλή;
§69ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν Τετάρτην.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, προχωροῦμεν εἰς τὴν διαλογήν. Γίνεται ἡ διαλογή, καθ’ ἣν ἀποχωροῦν οἱ πλεῖστοι τῶν κυρίων βουλευτῶν.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι πλήρης, ἑπομένως δὲν δύναμαι τώρα ν’ ἀπαγγείλω τὸ ἀποτέλεσμα. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 12.