1872.06.14
1.127 στίχοι · 9.118 λέξεις · 152 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 26
Τῆς 14 Ἰουνίου 1872.
(Τρίτη).
Ὥρα 8 Π. Μ.
Τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου κατέχει ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Λέκας.
Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν. Ἀναβαίνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ πρόεδρος κύριος Σπ. Μήλιος.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, κατὰ τὸ ἄρθρον 51 τοῦ κανονισμοῦ, «οὐδεὶς βουλευτὴς δύναται νὰ ᾖνε μέλος 3 ἐπιτροπῶν». Ὁ κ. Ἀντύπας εἶναι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν καὶ τῶν ἀναφορῶν. Ὁ κύριος Ἄννινος Καβαλλιεράτος εἶναι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν οἰκονομικῶν, ἐκπαιδεύσεως καὶ γεωργίας. Πρέπει νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν μίαν ἐξ αὐτῶν καὶ νὰ ἐκλεχθῇ ἄλλος.
§2ΤΙΝΕΣ. Ἂς δηλώσουν ἀπὸ ποίαν παραιτοῦνται.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται, κύριοι, ἡ προσφώνησις πρὸς τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα καὶ ἡ ἀντιφώνησις τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος.
§4ΤΙΝΕΣ. Δυνατά, δυνατά.
§5ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Γραμματεύς). Δυνατὰ, ὥστε θὰ ἀκούσητε ὅλοι. Βασιλεῦ! «Τὸ προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τῶν Ἀντιπροσώπων, ἐμφανιζόμενον μετὰ βαθυτάτου σεβασμοῦ πρὸς τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα, ἀναγγέλλει τὴν συγκρότησιν τῆς Βουλῆς. Εὔχεται δὲ ἵνα ὁ Ὕψιστος διαφυλάττῃ ὑπὸ τὴν ἁγίαν Αὐτοῦ σκέπην τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα, τὴν Βασίλισσαν καὶ τοὺς Βασιλόπαιδας, ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Πατρίδος». Ἀντιφώνησις τῆς Α. Μεγαλειότητος. «Χαίρω βλέπων ἐνώπιόν Μου τὸ προεδρεῖον τῆς νέας Βουλῆς, ἐλπίζω δὲ ὅτι θέλετε ἐκπεραιώσει ταχέως τὰ σπουδαῖα ἐκκρεμῆ ζητήματα ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς πατρίδος. Πρὶν ἢ καταρτισθῇ ἔτι ἡ Βουλὴ, Μοὶ εἶχον ὑποβληθῆ πολλὰ παράπονα κατὰ τῶν ἐκλογῶν. Ἐλπίζω ὅτι ἀνεκοινώθησαν τὰ περὶ αὐτῶν σχετικὰ ἔγγραφα κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν, καὶ ὅτι αὕτη ἐπεραιώθη μὲ τὴν προσήκουσαν δικαιοσύνην».
§6ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ ἐκ νέου ὁ δεύτερος παράγραφος: «Ἐλπίζω κ. τ. λ.»
§7ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. (Γραμματεύς) Ἀπὸ ποῖον μέρος;
§8ΤΙΝΕΣ. Ἀναγνώσατέ το ὅλον ἐκ νέου.
§9ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Γραμματεύς). Ἰδού. (Ἀναγινώσκει τὴν ἀντιφώνησιν ὁλόκληρον).
§10ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δὲν εἶναι καμμία ....
§11ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πῶς εἴπατε, κύριε Καλλιφρονᾶ; Νομίζω πῶς κἄτι θέλετε νὰ εἴπητε.
§12ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὄχι.
§13ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριοι, καὶ ὁ Βασιλικὸς λόγος ὁ ἀπαγγελλόμενος κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνόδου, καὶ ἡ ἀντιφώνησις τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος πρὸς τὸ προεδρεῖον τῆς Βουλῆς εἶναι ἔγγραφα ὑπουργικά· ὡς τοιαῦτα ἀνακοινοῦνται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βουλὴ καταγίνεται ἐπ’ αὐτῶν. Ἐν τῷ ὑπουργικῷ ἐγγράφῳ, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἀνεγνώσθη εἰς ἀπάντησιν πρὸς τὴν προσφώνησιν τοῦ προεδρείου, παρατηρῶ κἄτι τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητον, οὐχὶ ὅπως ὑποκινήσω ἐγὼ τώρα πολιτικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι μακρὰν ἀπὸ τὴν διάνοιαν μου, ἀλλ’ ὅπως μὴ καθιερωθῇ προηγούμενον, τὸ ὁποῖον ἀργότερα μᾶς φέρῃ περαιτέρω. Ἐλπίζει, λέγει τὸ ἔγγραφον, ἐλπίζει, ὅτι καθυπεβλήθησαν τὰ ἔγγραφα τ’ ἀφορῶντα τὰς ἐκλογὰς καὶ τὰ ἐμπεριέχοντα τὰ παράπονα τὰ κατὰ τῶν ἐκλογῶν, καὶ ὅτι (πρὸς τὸν πρόεδρον) πῶς λέγει τὸ ἔγγραφον, παρακαλῶ; καὶ ὅτι ἐπεραιώθη ἡ ἐξέλεγξις μὲ τὴν προσήκουσαν δικαιοσύνην. Τὸ ἐλπίζω, κύριοι, ἐπὶ γεγονότος παρελθόντος, ἐπὶ γεγονότος δημοσίου, ἐπὶ γεγονότος, τὸ ὁποῖον πίπτει ὑπὸ τὰς ὄψεις παντὸς, τὸ ἐλπίζω, λέγω, ἐπὶ τοιούτου παρελθόντος γεγονότος, εἶναι κἄτι τι, τὸ ὁποῖον, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, ἐμφαίνει ἀντίφασιν λογικήν. Δὲν ἐλπίζει τις εἰμὴ διὰ τὸ μέλλον. Τὸ ἐλπίζω ἐπὶ τοῦ παρελθόντος, ἐὰν δὲν θελήσῃ τις νὰ τὸ χαρακτηρίσῃ ὅτι ἔχει μίαν τοιαύτην ἀντίφασιν, δὲν εἶναι παρὰ μία πλαγία ἐπίκρισις τῆς διαγωγῆς τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν ἐξελέγξεων. Δὲν θέλω, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ὑποκινήσω πολιτικὸν ζήτημα· δὲν θέλω καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπαναφέρω τὸ ζήτημα τῶν ἐξελέγξεων, ἀλλ’ ἐὰν ἤθελα νὰ ἐπιστήσω ἐν ἐκτάσει τὴν προσοχήν μου ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου τούτου, ἤθελα εἴπει, ὅτι ἡ μερὶς ἐκείνη, ἡ ὁποία κατὰ τὰς ἐξελέγξεις ἐμειοψήφησε πάντοτε σταθερῶς, εἴτε ἐν τῇ ἐπικυρωτικῇ εἴτε ἐν τῇ ἀκυρωτικῇ αὑτῆς ψήφῳ, δὲν ἔχει ἡ μερὶς ἐκείνη εἰμὴ νὰ ἐκφράσῃ ἐν οὐσίᾳ τὰς εὐχαριστίας της πρὸς τὸ ὑπουργικὸν ἔγγραφον, διότι βλέπει ὅτι συμφωνεῖ πληρέστατα μὲ τὴν ψῆφόν της, μὲ τὴν διαγωγήν της. Ἀλλ’ ἔρχεται, κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦ τύπου. Ἡ Βουλὴ κατὰ τὰς ἐξελέγξεις ἐνεργεῖ ἐλευθέρως· ἔστω ὅτι δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ ἔγγραφον ἰδέα ἐπικρίσεως, ἔστω ὅτι ὑπάρχει ἰδέα ἐπαίνου. Λέγω ὅτι ἡ κυβέρνησις οὐδὲν δικαίωμα ἔχει οὔτε νὰ ἐπαινέσῃ τὴν Βουλὴν διὰ τὰς ἐξελέγξεις, οὔτε νὰ τὴν ἐπικρίνῃ. Δὲν ἐπεκτείνομαι περισσότερον, διότι δὲν θέλω νὰ εἰπωθῇ, ὅτι ἐγὼ θέλω νὰ δώσω αἰτίαν εἰς ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἴσως ἠμπορεῖ νὰ πολυπλεχθῇ. Εἶναι μακρὰν ἀπὸ τὸν νοῦν μου νὰ ὑποκινήσω ζήτημα πολιτικὸν τὴν στιγμὴν ταύτην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ὤφειλα νὰ κάμω κατὰ τὴν πεποίθησίν μου καὶ κάμνω τὰς παρατηρήσεις ταύτας, ὅπως μὴ παρέλθῃ ἀπαρατήρητον ἓν τοιοῦτον γεγονὸς καὶ θεωρηθῇ εἰς τὸ μέλλον ὡς προηγούμενον, τὸ ὁποῖον ἀγνοῶ καὶ ἐγὼ ποῦ δύναται νὰ μᾶς φέρῃ. Δὲν ἔχω νὰ εἴπω περισσότερα.
§14Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Κύριε πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. —Μετὰ τὰ ὅσα, κύριοι, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ζακύνθου, ἐπέστησα τὴν προσοχήν μου εἰς τὴν ἀναγνωσθεῖσαν προσφώνησιν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην ν’ ἀνακαλύψω τι οὔτε ὑπὲρ, οὔτε κατὰ τῆς Βουλῆς ἐν τῇ προσφωνήσει, ἥτις ἐθεωρήθη ὡς πρᾶξις κυβερνητικὴ, ὅπερ καὶ ἀποδέχομαι. Δὲν ἔχει τις τὸ δικαίωμα νὰ ἐξελέγξῃ τὴν Βουλὴν. Τὸ σύνταγμα, ὡς εἶπεν ὁ προαγορεύσας, δίδει τῇ Βουλῇ τὸ κυριαρχικὸν δικαίωμα νὰ ἐξελέγξῃ τὰ πληρεξούσια, δικάζουσα τὰς γενομένας ἐνστάσεις. Ἐν τῇ προσφωνήσει τῇ ἀναγνωσθείσῃ ἀναφέρεται, ὅτι κατὰ τὰς ἐκλογὰς πολλὰ ἀπηυθύνθησαν παράπονα. Τὸ Σύνταγμα ἔδιδε τοῖς παραπονουμένοις τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι. Ἡ ἀπάντησις τί λέγει; περιῆλθον πολλὰ παράπονα καὶ πιστεύω ὅτι ἔλαβεν αὐτὰ ἡ Βουλὴ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ ἐδίκασεν ἐν δικαιοσύνῃ καὶ εὐθύτητι. Τὸ ἐλπίζω ἴσως ἐτέθη ἀντὶ τοῦ πιστεύω. Τί λέγει π. χ. εἷς ὑπουργὸς, ὅταν τῷ ὑποβάλληται μία δικαστικὴ ἀπόφασις; πιστεύω ὅτι τὸ δικαστήριον ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του ὅλα τὰ ἔγγραφα καὶ παράπονα τῶν διαδίκων· τίς ἄλλος σεβασμὸς μεγαλείτερος παρὰ τοῦτον; Νομίζω, λέγει ἡ προσφώνησις, ὅτι ἐδικάσθησαν τὰ παράπονα ἐν δικαιοσύνῃ καὶ εὐθύτητι. Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, προκειμένου περὶ δικαστικῆς ἀποφάσεως περί τινος ὑποθέσεως, λέγει ὅτι πιστεύω ὅτι εἶναι δικαία ἡ ἀπόφασις· δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι δικαία ἢ ἄδικος, διότι δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ ἐπιληφθῇ τῆς οὐσίας. Δὲν βλέπω ἑπομένως ποῦ ἔγκειται τὸ ἀπᾷδον· περιττὸν δὲ νὰ προσθέσω, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην ταύτην τῶν ἐν τῇ προσφωνήσει, καὶ μάταιον θεωρῶ νὰ προσθέσω πλείονα περὶ τούτου.
§15ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§16ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι ὅλοι εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Λομβάρδου, ὅτι οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς ἐπικρίνῃ.
§17Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Οὐδεὶς βεβαίως ἐξέφρασεν, ὡς προεῖπον, τί κατὰ τῆς Βουλῆς.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν, κύριοι, εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον.
§19ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ. Ὑποβάλλω, κύριοι, νομοσχέδιον «περὶ μεταβολῶν εἰς τὸ τελωνειακὸν δασμολόγιον.» Διὰ τῶν μεταβολῶν αὐτῶν χορηγοῦνται εὐκολίαι τινὲς εἰς τὴν βιομηχανίαν καὶ εἰς τὸ ἐμπόριον· οἱ λόγοι ἐκτίθενται ἀκριβῶς ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ θέλει ἀναγνώσει καὶ ἐκτιμήσει προσηκόντως. Ἕτερον νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς νόμου». Ἕτερον νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ ἐμφυτεύσεων ἐπὶ ἐθνικῶν, ἐπισκοπικῶν ἢ μοναστηριακῶν γαιῶν νόμου». Ἕτερον νομοσχέδιον «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τῶν νόμων περὶ τῶν ἐπὶ ἐθνικῆς ἢ ἐκκλησιαστικῆς γῆς αὐθαιρέτως οἰκοδομησάντων», διὰ τοῦ ὁποίου χορηγεῖται προθεσμία εἰς τοὺς οἰκοδομήσαντας μέχρι τέλους Ἰουνίου. Νομοσχέδιον «περὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ ἐγγείου φόρου διὰ τὸ 1872», διὰ τοῦ ὁποίου κυρόνεται τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ κυβέρνησις νὰ προκαλέσῃ, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐδόθη ἰσχὺς εἰς τοὺς φορολογικοὺς νόμους τοῦ παρελθόντος ἔτους. Διὰ τοῦ παρόντος γίνονται τροποποιήσεις τινὲς εἰς τὸν περυσινὸν νόμον, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ καὶ οἴνου διαφόρων ἐπαρχιῶν καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν φορολογίαν τῶν κίτρων πρὸς ἐμψύχωσιν τῆς ἐθνικῆς βιομηχανίας καὶ τοῦ ἐμπορίου, ἰδίως ὡς πρὸς τὴν νῆσον Νάξον. Νομοσχέδιον ἕτερον «περὶ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου περὶ ἐλαττώσεως τῶν ἐπιμισθίων τῶν ὑπαλλήλων διὰ τὸ 1872». Νομοσχέδιον «περὶ καταργήσεως δύο ταμείων ἐν Ἑπτανήσῳ ὡς πάντη περιττῶν καὶ περὶ συστάσεως δύο τοιούτων ἐν Ξηροχωρίῳ καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεσσήνης». Οἱ λόγοι οἱ προκαλέσαντες τὴν κατάργησιν τῶν ταμείων τούτων ἐκτίθενται εἰς τὴν ἔκθεσιν. Νομοσχέδιον «περὶ συστάσεως οἰκονομικῶν Ἐφοριῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Μεσσήνης καὶ Ἄργους» διὰ τοῦ ὁποίου συσταίνονται νέαι Ἐφορίαι· οἱ λόγοι ἐκτίθενται ἀκριβῶς ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει. Νομοσχέδιον «περὶ διαιρέσεως τοῦ δασονομείου Ἁγίας Ἄννης.»
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί θέλει ἡ Βουλὴ ἐπ’ αὐτῶν;
§21ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῶσι καὶ παραπεμφθῶσιν ἕκαστον εἰς τὰς ἁρμοδίας ἐπιτροπάς.
§22Α. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Προχθές, κύριοι, διὰ βραχέων ἀπήντησα εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ζακύνθου ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀπελευθέρωσιν καταδίκων καὶ τὴν ἀποστολὴν αὐτῶν εἰς Ἀμερικὴν πρὸς ἀποικισμὸν ....
§23ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἀκούομεν διόλου.
§24ΜΕΤΑΞΑΣ. Διὰ βραχέων, λέγω, ἀπήντησα, καθ’ ὅσον δὲν εἶχον τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας· ἅμα ὅμως ἐξήτασα ἀκριβῶς τὰ διάφορα διατάγματα, διὰ τῶν ὁποίων προεκλήθησαν Βασιλικαὶ χάριτες ὑπὸ ἄλλων ὑπουργῶν, εἶδον ὅτι τὰ ἀναφερόμενα ὀνόματα ἐν ταῖς ἐφημερίσιν Ἀμερικῆς καὶ Λονδίνου δὲν περιέχονται εἰς τοὺς καταλόγους τοὺς ὑπάρχοντας ἐν τῷ ὑπουργείῳ. Ὅθεν παρίσταμαι σήμερον ἐπισήμως νὰ ἀνακοινώσω, ὅτι ὅσα ἐγράφησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας τῆς Νέας Ὑόρκης καὶ εἰς τὸν Χρόνον τοῦ Λονδίνου εἶναι αὐτόχρημα μῦθοι καὶ μαύρη συκοφαντία κατ’ ἐμοῦ, κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἔθνους· οὐδέποτε ἀπελύθησαν κατάδικοι ἀπὸ τὴν Κέρκυραν ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μεταβῶσιν εἰς Ἀμερικὴν· οὐδέποτε, κύριοι, ἀνεχώρησεν ἀτμόπλοιον, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἀτυχῶς δι’ ἐμὲ τὸ ὄνομα «Ἀγαμέμνων,» καὶ καταδίκους ὅπως μεταβῶσιν εἰς Ἀμερικήν· ἀπορῶ δὲ πῶς ὁ κύριος Λομβάρδος, ὅστις εἶναι ἀρκετὰ νοήμων, ἅμα ἀνέγνωσε τὰς ἐφημερίδας ταύτας δὲν ἐπείσθη, ὅτι εἶναι τῳόντι μῦθος· διότι, κύριοι, ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἐπεβιβάσθησαν οἱ κατάδικοι οὗτοι εἰς τὸ πλοῖον καὶ ὁ ὅρος τῆς ἀπελευθερώσεώς των ἤθελε δώσει εἰς ἕκαστον ἐνδόσιμον εὐκόλως νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι εἶναι μῦθος καὶ αὐτόχρημα συκοφαντία κατ’ ἐμοῦ καὶ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἅμα ἔλαβον τὰς ἐπισήμους ταύτας πληροφορίας ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον, παρεκάλεσα τὸν ἀξιότιμον πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐπισήμως νὰ ἀνακοινώσῃ ταῦτα πρὸς τὸν ἐνταῦθα πρέσβυν τῆς Ἀμερικῆς καὶ νὰ διαψεύσῃ δι’ ἐπισήμου τρόπου ὅσα ἐγράφησαν ἐν ταῖς ἐφημερίσι τοῦ Λονδίνου καὶ τῆς Ἀμερικῆς. Ταῦτα, κύριοι, σχετικῶς πρὸς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κυρίου Λομβάρδου. Συνεπείᾳ δευτέρας ἐπερωτήσεως τοῦ κυρίου Λομβάρδου, ζητοῦντος προχθὲς νὰ κατατεθῇ εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς κατάλογος τῶν ὀνομάτων τῶν καταδίκων, ὅσοι ἔλαβον χάριν παρ’ ἐμοῦ προκληθεῖσαν, ἔφερα τινάς ἀντιῤῥήσεις, διότι ἐθεώρησα καὶ θεωρῶ, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀπονέμειν τὰς χάριτας εἶναι προνομία βασιλικὴ, καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τῆς ἐξελέγξεως τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς τοιαύτης προνομίας. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν, ὑπείκω· δὲν φέρω δὲ μόνον ἁπλοῦν κατάλογον τῶν ὀνομάτων τούτων, διότι βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ τι ἀπὸ τὸν κατάλογον τοῦτον, καὶ μόνον ἁπλῶς τὰ ὀνόματα, ἀλλὰ φέρω προσέτι αὐτὰ τὰ διατάγματα, διὰ τῶν ὁποίων προεκάλεσα τὰς χάριτας ταύτας. Ἐντὸς δὲ τῶν διαταγμάτων τούτων ὑπάρχουν ἅπαντα τὰ στοιχεῖα καὶ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, δυνάμει τῶν ὁποίων προεκάλεσα τὰς χάριτας. Πρὸς τούτοις ἐντὸς τούτων ὑπάρχουσι καὶ ἐκθέσεις ἐμοῦ πρὸς τὴν Α. Μ. Περὶ τὰς 300 χάριτας, κύριοι βουλευταὶ, προεκάλεσα εἰς τὸ διάστημα τῶν ἓξ μηνῶν, καθ’ ὃ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης· ἅπασαι σχεδὸν, ἐκτὸς δύο ἢ τριῶν, βασίζονται εἰς τὰ δικαιολογητικὰ, τὰ ὁποῖα ἐπισυνάπτονται, 128 ἢ 127 ἀνήκουσιν εἰς τὰ ἀδικήματα τῆς Μεσοβασιλείας. Ἐπροκάλεσα δὲ τὰς χάριτας ταύτας, διότι ἀπὸ τὸ τμῆμα τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης ....
§25ΤΙΝΕΣ. Δυνατώτερα, δὲν ἀκούομεν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ, τί νὰ σᾶς κάμῃ;
§27ΜΕΤΑΞΑΣ. Δὲν εἶμαι βροντόφωνος. Ἐπαναλαμβάνω, διότι ἀπὸ τὸ τμῆμα τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης τοῦ ὑπουργείου ἔμαθον ὅτι ὁ κύριος Παπαζαφειρόπουλος ἐπροκάλεσε πρᾶξιν τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου τοῦ ὑπουργείου Ζαΐμη πρὸς σύνταξιν καταλόγων παρ’ ὅλων τῶν εἰσαγγελέων περὶ τῶν καταδίκων τῆς Μεσοβασιλείας· ἐσκόπει δὲ κατ’ ἀπόφασιν τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου νὰ προκαλέσῃ πολλὰς χάριτας, καθ’ ὅσον εἶναι γνωσταὶ ὑμῖν, κύριοι, αἱ περιστάσεις καθ’ ἃς ἐγκλημάτισα οἱ κατάδικοι οὗτοι. Τὸ ὑπουργεῖον Ζαΐμη παρῃτήθη, ἑπομένως ὁ κύριος Παπαζαφειρόπουλος δὲν ἐπρόφθασε νὰ πράξῃ ὅ,τι ἐσκόπει. Ὅτε δὲ ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, εὗρον τοὺς καταλόγους τούτους, οἵτινες περιεῖχον 2,000 σχεδὸν ὀνόματα, εὗρον περὶ τὰς 600 εἰδικὰς συστάσεις τῶν εἰσαγγελέων τῶν ἐφετῶν καὶ πρωτοδικῶν πρὸς ἀπονομὴν χαρίτων, καὶ ἄλλους καταλόγους προηγουμένους, ἀποσταλέντας παρὰ τῶν εἰσαγγελέων τοῦ Κράτους. Εὗρον ὡσαύτως καὶ ἄλλας ἀναφορὰς καταδίκων, τὰς ὁποίας διηύθυνα κατὰ τὸν Ἰανουάριον εἰς τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς πρὸς γνωμοδότησιν περὶ ἀπονομῆς χάριτος. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν ὑπαρχόντων συστατικῶν ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης προεκάλεσα τινὰς χάριτας κατὰ τὸν Ἰανουάριον ε. ε. αἱ χάριτες δὲ αὗται δικαιολογοῦνται πληρέστατα. Κατόπιν ὑπέβαλον εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον ὅσα εἶχον μάθει ἀπὸ τὸ τμῆμα τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, τοὐτέστιν ἀνέφερον ὅτι εἶχε ληφθῆ τὸ μέτρον ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Ζαΐμη νὰ δοθῶσι τινὲς χάριτες καταδίκων τῆς Μεσοβασιλείας. Τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον ἀπεφάσισεν ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ δοθῶσι τοιαῦται χάριτες· πρὸς τοῦτο μάλιστα κατ’ ἀπόφασιν τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν καὶ ἐγὼ συνεστήσαμεν ἐπιτροπὰς εἰς τὰς διαφόρους ἐπαρχίας καὶ εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν ἐκ τῶν εἰσαγγελέων καὶ τῶν προέδρων τῶν Πρωτοδικῶν, τῶν Φρουράρχων καὶ τῶν Ἰατρῶν τῶν νομῶν, ὅπως ὑποβάλωσι τὴν γνώμην των περὶ τῶν καταδίκων τῶν κρατουμένων εἰς τὰς διαφόρους φυλακὰς τοῦ κράτους. Αἱ ἐπιτροπαὶ αὗται ἐνήργησαν ὅσα διέταξε τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἀπέστειλαν ἤδη πρὸ δύο μηνῶν διαφόρους πίνακας, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἀναφέρονται τὰ ὀνόματα τῶν καταδίκων, οἵτινες θεωροῦνται ἄξιοι χάριτος, συνιστῶνται δὲ πλέον τῶν 850 προσώπων, ἐκ τῶν ὁποίων ἐντούτοις μέχρι σήμερον εἰς οὐδένα ἀπενεμήθη Β. χάρις. Πρὸς τούτοις ὑπάρχουσιν ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης τέσσαρες κατάλογοι τῶν διαφόρων εἰσαγγελέων τῶν ἐφετῶν, δι’ ὧν συνιστῶνται πλέον τῶν 1000 προσώπων διὰ νὰ ἀπονεμηθῇ αὐτοῖς Β. χάρις. Αὐτά, κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπονομὴν τῶν χαρίτων τῶν καταδίκων τῆς Μεσοβασιλείας· διὰ νὰ λυθῇ δὲ τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅπερ καὶ κυβερνητικὸν ἐθεωρήθη, καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶχον τὸν ὑλικὸν καιρὸν νὰ καταγίνω καὶ ἐξετάσω αὐτοπροσώπως τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, καὶ νὰ ἀναγνώσω τὰς διαφόρους ἀποφάσεις κτλ, διότι γνωρίζετε, κύριοι, τὰς ἀσχολίας τῶν ὑπουργῶν, διὰ τοῦτο, ὅπως ἀπονεμηθῶσι δικαίως αἱ χάριτες, συνέστησα ἐπιτροπὴν συγκειμένην ἐκ τοῦ προέδρου καὶ τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ τῶν ἐφετῶν, οἵτινες μετὰ προσοχῆς εἰργάσθησαν καὶ ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τοὺς καταλόγους τῶν εἰσαγγελέων καὶ τὰ διάφορα στοιχεῖα τὰ ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης ὑπάρχοντα, καὶ διὰ πράξεώς των ἐπρότειναν τὴν ἀπονομὴν χαρίτων εἰς 128 καταδίκους τῆς Μεσοβασιλείας. Συνεπείᾳ λοιπὸν τῆς προτάσεως ταύτης τῆς ἐπιτροπῆς προεκάλεσα τὰς Β. χάριτας τὴν 25 Μαρτίου ε. ε. Ἐνταῦθα (δεικνύει τὸν σχετικὸν φάκελλον) ὑπάρχουσι τὰ Β. διατάγματα, ἐφ’ ὧν στηρίζονται αἱ χάριτες αὗται, καὶ συγχρόνως ἐπισυνάπτεται καὶ ἡ πρᾶξις τῆς ῥηθείσης ἐπιτροπῆς. Διὰ τὰ λοιπὰ Β. διατάγματα, ἅτινα προσάγω, ὑπάρχουσι πάντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, καθ’ ἃ προεκάλεσα τὰς Β. χάριτας. Μόνον διὰ 2 ἢ 3 ὀνόματα καταδίκων δὲν ὑπάρχουσι συστάσεις, ἤτοι κυρίως διὰ πλημμελήματα, ἢ δι’ ἐλάχιστον χρόνον φυλακίσεως, καὶ περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐκρίθη παρ’ ἐμοῦ ἀναγκαῖον νὰ προκληθῇ σύστασις· ὡσαύτως διὰ τὸν Ν. Σπετσερόπουλον δὲν ἔκρινα καλὸν νὰ ἀποταθῶ πρὸς τὸν εἰσαγγελέα, ὡς ἐκ τοῦ εἴδους τοῦ ἀδικήματος, ἐνῶ αὐτὸς ὁ Βασιλεὺς μοὶ ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ νὰ ἀποδώσῃ ἔλεος καὶ νὰ ἐπιδαψιλεύσῃ εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Ν. Σπετσεροπούλου τὰ φιλάνθρωπα Αὑτοῦ αἰσθήματα· τοῦτο δὲ ἐμφαίνεται καὶ ἐκ τῆς πρὸς τὸν Βασιλέα ἐκθέσεώς μου. Εἰς τὰς ἐφημερίδας ἀνέγνων ἀρθρίδια ἀνωνύμων λιβελλογράφων, ὅτι ἐγὼ προεκάλεσα εἰς πλείστους κακούργους Κεφαλλῆνας χάριτας. Σᾶς εἶπον, κύριοι, ὅτι ἅπασαι αἱ χάριτες ἐκτὸς 2 ἢ 3 στηρίζονται εἰς συστάσεις, τὰς ὁποίας σᾶς ἀνέφερον, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γνωματεύσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις εἰργάσθη καὶ ἐφ’ ὅλων τῶν χαρίτων τὰς ὁποίας προεκάλεσα, ἐντὸς δὲ τῶν Β. διαταγμάτων ὑπάρχουσιν ὅλα τὰ συστατικά. Διὰ δὲ καταδίκους τῆς ἐπαρχίας μου ὑπάρχουσιν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἐντὸς τοῦ καταλόγου, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Νομάρχου καὶ λοιπῶν ἀρχῶν, συστάσεις, καὶ ἐν τούτοις κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο τῶν 6 μηνῶν προὐκάλεσα 7 μόνον χάριτας ὑπέρ τινων καταδίκων τῆς ἐπαρχίας ἐν ᾗ πολιτεύομαι· τοῦ Μαγδαληνοῦ, τῇ συστάσει τοῦ εἰσαγγελέως καὶ τοῦ προέδρου τῶν Συνέδρων, εἰς ἕνα Βλάχον, ὅστις εἶχεν ἀποτίσει τὸ πλεῖστον μέρος τῆς ποινῆς του καὶ μόνον 8 μῆνες ἔλειπον, εἰς τὸν Κασσανδριανὸν, ὅστις κατηγορεῖτο, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἐπὶ δωροδοκίᾳ, καὶ εἰς δύω ἄλλους καταδίκους ἐπὶ πλημμελήματι. Πρὸς τούτοις εἰς τὸν Π. Ἀποστολάτον, καὶ τοῦτο συνεπείᾳ διοικητικῆς ἀνακρίσεως, ἥτις ἐνηργήθη ὄχι σήμερον, ἀλλ’ ἐπὶ ἄλλου ὑπουργοῦ· ἑπτὰ τὸ ὅλον, ἐξ αὐτῶν δὲ αἱ δύο σπουδαιότεραι Β. χάριτες τὰς ὁποίας προεκάλεσα εἰσὶν ἡ τοῦ Σταμούλη.
§28ΤΙΝΕΣ. Δυνατώτερα· δὲν ἀκούομεν τίποτε.
§29ΜΕΤΑΞΑΣ. Μεταβολὴ ἀπὸ 18 εἰς 12 ἐτῶν δεσμὰ, καὶ δὴ συνεπείᾳ γνωμοδοτήσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς φαίνεται ἐκ τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν ἐπισυνάπτω εἰς τὸ Β. διάταγμα. Προσέτι εἰς τὸν Δεσάντην, ὅστις εἶχε καταδικασθῆ εἰς ἰσόβια δεσμὰ ὡς πρὸς δὲ τοῦτον πρὸ 3 ἢ 4 μηνῶν ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐφετῶν Κερκύρας ἐπρότεινε τὴν Β. χάριν, καὶ ἑπομένως μετεβλήθη ἡ ποινή του εἰς πρόσκαιρα 20ετῆ δεσμά· ἦτο δὲ ἄξιος μετριάσεως τῆς ποινῆς του, καθότι εἰς τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων ὑπεβλήθη ἀπὸ τοὺς ἐνόρκους τὸ ζήτημα ἐὰν ὡς ἐκ τῆς νεαρᾶς ἡλικίας του διέπραξε τὸ ἔγκλημα μετὰ διακρίσεως ἢ ὄχι. Αὐταὶ εἶναι πᾶσαι αἱ σπουδαιότεραι καὶ δεδικαιολογημέναι χάριτες, τὰς ὁποίας προεκάλεσα εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἐν ᾗ πολιτεύομαι. Προχθὲς, τινὲς τῶν βουλευτῶν ἀπῄτησαν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ κατάλογον πασῶν τῶν ἀπονεμηθεισῶν χαρίτων ἀπὸ τοῦ ἔτους 1865. Εἰργάσθησαν ἐν τῷ ὑπουργείῳ οἱ ὑπάλληλοι καὶ κατήρτισαν κατάλογον ἀκριβέστατον, ὅστις ἔχει ὡς ἑξῆς. Ἄρχεται δὲ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1865 μέχρι σήμερον. (Ἀναγινώσκει τοὺς ἀριθμοὺς ὅλων τῶν ἐτῶν).
§30ΤΙΝΕΣ. Τὸ ὅλον;
§31ΜΕΤΑΞΑΣ. 2900 περίπου εἰς πλημμελήματα, κακουργήματα κλπ. Ὁ κ. Ἀνδρέας Λόντος, ὅστις διετέλεσεν ὑπουργὸς ὀλίγας ἡμέρας, προεκάλεσε χάριτας 23, Κρεστενίτης 43, Καλλιγᾶς, διατελέσας ὑπουργὸς ἐπὶ ἕνα μῆνα, 14, ὁ κ. Δεληγεώργης χάριτας 2· ἅπασαι δὲ αἱ χάριτες αὗται στηρίζονται ἐπὶ τῶν διαφόρων συστάσεων τῶν εἰσαγγελέων καὶ λοιπῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα εὗρον ἐπισυνημμένα εἰς τὰ Β. διατάγματα.
§32ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. 6 μῆνας.
§33ΜΕΤΑΞΑΣ. Ὀλίγας ἡμέρας ἐν ἔτει 1865.
§34ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἄ! λέγετε εἰς τὰ 1865, ἡμέρας 15.
§35ΜΕΤΑΞΑΣ. Ῥοῦφος 275. Ὁ κύριος φορέστης 187 διὰ πλημμελήματα καὶ κακουργήματα. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἐν ἔτει 1866 χάριτας 64, αἱ ὁποῖαι στηρίζονται ἐπὶ διαφόρων συστατικῶν ἐγγράφων τῶν εἰσαγγελέων κτλ. Ὁ κύριος Λομβάρδος τὸ 1867 προεκάλεσε χάριτας 437.
§36ΤΙΝΕΣ. Εἰς πόσον διάστημα;
§37ΜΕΤΑΞΑΣ. 10 ἢ 11 μηνῶν· ἀλλὰ γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι συνήθως αἱ χάριτες προκαλοῦνται εἰς τὸ πρῶτον ἑξάμηνον τοῦ ἔτους, διότι τότε συμπίπτουσιν αἱ βασιλικαὶ καὶ ἐθνικαὶ ἑορταί. Ὁ κύριος Μωραϊτίνης 182 εἰς 50 περίπου ἡμέρας.
§38ΣΑΡΑΒΑΣ. Νὰ διακριθῶσιν αἱ ἀφορῶσαι ἐγκλήματα τῆς Μεσοβασιλείας.
§39ΜΕΤΑΞΑΣ. Ὀλίγαι χάριτες ἐδόθησαν μέχρι τοῦ 1867 διὰ τὰ ἐγκλήματα τῆς Μεσοβασιλείας, διότι γνωρίζετε ὅτι κυρίως κατὰ τὸ ἔτος 1866 ἐδικάσθησαν αἱ πλεῖσται ποιν. δίκαι τῶν ἐπὶ Μεσοβασιλείας ἐγκλημάτων. Σημειωτέον δὲ, ὅτι ὁ κύριος Μωραϊτίνης ἐπροκάλεσεν ἐπιτροπὴν, ἥτις εἰργάσθη καὶ ἐπρότεινε τὰς χάριτας ταύτας. Ὁ μακαρίτης Βάρβογλης προεκάλεσε χάριτας 717, ἐντὸς δὲ τῶν διαταγμάτων αὐτῶν ἐπισυνάπτονται ὅλα τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, πλέον δὲ τῶν 200 χαρίτων τούτων ἀφορῶσιν ἐγκλήματα τῆς Μεσοβασιλείας. Ὁ κύριος Σπήλιος Ἀντωνόπουλος 10 μόνον. Ὁ μακαρίτης Πετσάλης, ὅστις δὲν εἶχε συστήσει ἐπιτροπὴν, προεκάλεσε 284 χάριτας, ὀλιγίστας δὲ ὑπὲρ τῶν καταδίκων τῆς Μεσοβασιλείας. Ὁ κ. Σαράβας 44, ἅπασαι δὲ ἀφορῶσιν ἐγκλήματα τῆς Μεσοβασιλείας.
§40ΤΙΝΕΣ. Εἰς διάστημα πόσον;
§41ΜΕΤΑΞΑΣ. 5 ἢ 5½ μηνῶν. Ὁ κ. Λεώπουλος οὐδεμίαν χάριν προεκάλεσεν εἰμὴ μόνον 18 μεταβολὰς θανατικῶν ποινῶν, διότι εὑρέθησαν τότε εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἐκκρεμεῖς πολλαὶ θανατικαὶ ἐκτελέσεις. Ὁ κύριος Κοντόσταυλος συνέστησεν ἐπιτροπὴν ἐκ τοῦ προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐφετῶν, καὶ ἐπροκάλεσε χάριτας 287, πλεῖσται δὲ ἐξ αὐτῶν ἀναφέρονται εἰς ἀδικήματα τῆς Μεσοβασιλείας. Ὁ κύριος Παπαζαφειρόπουλος εἰς διάστημα ὀλίγων ἡμερῶν 15. Ἐγὼ δὲ, κύριοι, διὰ πλημμελήματα, κακουργήματα, μεταβολὰς θανατικῶν ποινῶν καὶ διὰ συστάσεως διοικητικῆς ἐπιτροπῆς προεκάλεσα Β. χάριτας 305· ἐξ αὐτῶν 128 ἀναφέρονται εἰς ἀδικήματα τῆς Μεσοβασιλείας, αἱ δὲ λοιπαὶ εἰς ἕτερα ἀδικήματα, συμβάντα μετὰ τὴν ἄφιξιν τῆς Α. Μ. τοῦ βασιλέως. Εὑρίσκονται δὲ εἰς τὸ ὑπουργεῖον πλέον τῶν 45 ἢ 50 ἀποφάσεων τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν χαρίτων, καὶ τὰς ὁποίας δὲν προεκάλεσα εἰσέτι. Ἔχω δὲ καὶ ἄλλας 900 περίπου συστάσεις, τὰς ὁποίας ἔπεμψαν αἱ ἐπιτροπαὶ τῶν ἐπαρχιῶν, ὡς σᾶς εἶπον πρὸ ὀλίγου. Δὲν πιστεύω δὲ ἄλλοι ὑπουργοὶ νὰ εὑρέθησαν περιστοιχισμένοι ἀπὸ τοσαύτας συστάσεις· ἐὰν τὰς λάβω ὑπ’ ὄψιν μου, ὀφείλω νὰ προκαλέσω τοὐλάχιστον 1000 χάριτας· σημειώσατε δὲ, ὅτι κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη ἦσαν μόνον 2000 κατάδικοι, ἐνῷ σήμερον εἰσὶ περὶ τοὺς 4000· τούτου ἕνεκα συμβαίνουσιν ἐπιδημίαι εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ ὡς κυβερνητικὸν μέτρον ἐθεωρήθη ἡ ἀπονομὴ τινῶν Βασ. χαρίτων.
§42ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐλάβατε χάριτας εἰς φυγοδίκους;
§43ΜΕΤΑΞΑΣ. Ὅταν ἐξήτασα, κύριοι, τὰ διάφορα Β. διατάγματα, δυνάμει τῶν ὁποίων προεκλήθησαν Βασιλ. χάριτες ἀπὸ τὰ 1865 καὶ ἐντεῦθεν, εὗρον ἐπισυνημμένα εἰς ἅπαντα τὰ συστατικὰ καὶ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα κατὰ τὴν τάξιν τῆς ὑπηρεσίας. Εἴς τινα μόνον λείπουσιν αἱ ἐκθέσεις πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα. Ἀλλ’ εἴς τινα Β. διατάγματα, ἐν ἔτει 1867 ἐπὶ τῆς ὑπουργείας τοῦ κ. Λομβάρδου, εἰς 13 ἢ 14 παρετήρησα, ὅτι εἰς τὰ διατάγματα ταῦτα, τὰ πλεῖστα ὑπογεγραμμένα ὑπὸ τοῦ ἀντιβασιλέως Ἰωάννου, καθόσον ὁ Βασιλεὺς ἡμῶν τότε ἀπεδήμει εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, δὲν ἦσαν ἐπισυνημμένα τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, οὐδὲ αἱ ἐκθέσεις, δυνάμει τῶν ὁποίων προεκλήθησαν αἱ Β. χάριτες. Μόνον εἰς 3 διατάγματα, ἐν οἷς ἀναφέρονται πλέον τῶν 140 ὀνομάτων, ὑπάρχει εἷς κατάλογος τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐφετῶν Ναυπλίας, ὅστις ἀναφέρει ἐν συνόψει τὴν γνώμην του, ἥτις βεβαίως ἐστηρίζετο εἰς τὰς ἀποφάσεις καὶ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εἶχεν εἰς τὴν εἰσαγγελίαν. Ἀλλὰ παρετήρησα, ὅτι εἰς 71 καταδίκους, εἰς τοὺς ὁποίους ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν προτείνει νὰ μεταβληθῇ ἡ ποινὴ οὕτως ἢ ἄλλως, ὁ κ. Λομβάρδος δὲν ἐτήρησε τὰς συστάσεις ταύτας, ὅπερ βεβαίως ἦτο δικαίωμά του, διότι, εἶπον καὶ προχθὲς, ὅτι πᾶς ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ἀκολουθῇ τὴν γνώμην τοῦ εἰσαγγελέως ἢ τῶν δικαστηρίων, ἀλλ’ ὑπερέβη αὐτάς.
§44ΤΙΝΕΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν ἀκούομεν.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι.
§46ΜΕΤΑΞΑΣ. Πρὸς τούτοις εἰς τὸν κατάλογον τοῦτον τοῦ εἰσαγγελέως Ναυπλίας ἀναφέρονται 18 ἢ 19 πρόσωπα, ἅτινα περιέλαβεν ὁ κ. Λομβάρδος εἰς τὰ Β. διατάγματα καὶ προεκάλεσε Β. χάριτας, ἐνῷ ταῦτα κηρύσσονται ἀπὸ τὸν αὐτὸν εἰσαγγελέα τῶν ἐφετῶν ὡς ἀνάξια χάριτος. Ἐπαναλαμβάνω δὲ νὰ εἴπω, ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ δώσῃ καὶ πλήρη χάριν, λέγω δὲ μόνον, ὅτι δὲν ἐτήρησε διατυπώσεις. Εἶναι ἕτερα 10 Β. διατάγματα, ἐν οἷς ἀναφέρονται 113 ὀνόματα, καὶ ἐντὸς τῶν ὁποίων δὲν εὑρέθησαν οὔτε κατάλογοι, οὔτε δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, οὐδὲ ἔκθεσίς τις πρὸς τὸν Βασιλέα, καὶ μόνον αἱ κοινοποιήσεις. Ἐξήτασα εἰς τὸ ὑπουργεῖον τοὺς ὑπαλλήλους καὶ διέταξα ἔρευναν, ἀλλὰ δὲν εὗρον εἰσέτι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, καὶ αὐτὸς ὁ κ. Θανόπουλος, ὅστις ὡς τμηματάρχης εἰργάζετο τότε ἐπὶ τῶν χαρίτων, μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ἐνθυμεῖται ἐὰν ὑπάρχουν ἕτερα συστατικὰ, ἐξακολουθοῦν δὲ οἱ ὑπάλληλοι ἐξετάζοντες εἰς τὸ ἀρχεῖον.
§47Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἀκούομεν τίποτε.
§48ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἓν μόνον μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν καὶ, πιστεύω, θέλει προξενήσει αἴσθησιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι δὲ τὸ ἑξῆς. Τὸ διάταγμα τῆς 28 Ἀπριλίου 1867, ὑπογεγραμμένον ὑπὸ τοῦ ἀντιβασιλέως Ἰωάννου, ἀναφέρει, ὅτι ἀπαλλάσσει τὸν Διονύσιον Δεστούνην καί τινα ἄλλον ἀπὸ τῆς ποινῆς τῶν δημοσίων ἔργων.
§49ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Λέγετε, ὅτι εἶναι πράγματα τὰ ὁποῖα θὰ κάμουν αἴσθησιν· δὲν τὰ λέγετε δυνατὰ τοὐλάχιστον;
§50ΜΕΤΑΞΑΣ. Θέλω τὰ εἴπει ἐφ’ ὅσον δύναμαι δυνατά. Εἰς τὸ διάταγμα τοῦτο ὑπάρχει μόνον ἐπισυνημμένη ἀναφορὰ τινὸς— τὸ ὄνομα εἶνε δυσανάγνωστον — ὅστις ἐν ὀνόματι δύω ἄλλων φυγοδίκων ἀναφέρεται εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐξαιτεῖται τὴν χάριν ὑπὲρ αὐτῶν, ἐπισυνάπτων συνάμα καὶ τὴν ἀπόφασιν, δυνάμει τῆς ὁποίας οἱ δύο οὗτοι φυγόδικοι κατεδικάσθησαν διὰ τραῦμα θανατηφόρον καὶ ἐκ προμελέτης. Ἡ ἀναφορὰ δὲ ἔχει ὡς ἑξῆς. Ἀναγινώσκει τὴν ἀναφοράν.
§51ΚΑΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦσαν εἰς τὰς φυλακὰς αὐτοί;
§52ΜΕΤΑΞΑΣ. Ὄχι, ἦσαν φυγόδικοι.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι.
§54ΣΕΡΒΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ, σᾶς λέγω ἐκ τῶν προτέρων ὅτι θὰ ἦτο ἀδικώτατος καὶ ἀφιλάνθρωπος ὁ κ. Λομβάρδος, ἐὰν δὲν τὸ ἔκαμνε· καὶ ἡ εὐγενεία σας, ἐὰν τοὺς ἐγνωρίζατε, ἠθέλατε τὸ κάμει.
§55ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μὴ τὸν διακόπτετε.
§56ΜΕΤΑΞΑΣ. Ὑποβάλλω λοιπὸν τὰ ἔγγραφα κατὰ τὴν ὑπόσχεσίν μου· δύναται δὲ νὰ τὰ παρατηρήσῃ ὅστις ἐκ τῶν κυρίων βουλευτῶν ἐπιθυμεῖ.
§57ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Εἴπατε ὅτι παρεκαλέσατε τὸν πρέσβυν τῆς Ἀμερικῆς νὰ διαψεύσῃ ἐπισήμως τὰς εἰδήσεις ἐκείνας. Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀρκετόν· ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ παραγγείλητε τὸν ἀντιπρόσωπόν μας ἐν Λονδίνῳ νὰ καταγγείλῃ τὸν συντάκτην τοῦ Χρόνου ἐπὶ συκοφαντίᾳ (ἱλαρότης).
§58ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε ὑπουργὲ, νὰ συμπληρώσητε τὴν ἔκθεσίν σας εἰς ἣν θὰ ἀπαντήσωμεν, ἀφοῦ ἴδωμεν τὰ στενογραφήματα, διότι δὲν ἠκούσαμεν σχεδὸν τίποτε ἐξ ὅσων εἴπατε. Ἀλλ’ ἐξ ὅσων ἤκουσα κατεγίνατε μόνον περὶ τὸ 1867, περὶ τοῦ ὁποίου σᾶς λέγω ἐν παρενθέσει ὅτι ἤδη ἐδόθη ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος, διότι τὸ ζήτημα ἦλθεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ δὲν εἶδα νὰ συμπληρώσητε τὴν ἔκθεσίν σας αὐτὴν διασαφηνίζοντες ἓν πρόσφατον γεγονὸς, προχθεσινὸν, τὸ ὁποῖον ἔτρεξε μεταξὺ ἐμοῦ καὶ ὑμῶν. Εἴπατε μεθ’ ὅλου τοῦ στόμφου, συγχωρήσατέ μοι τὴν ἔκφρασιν, ὅτι σᾶς ἐζήτησα καὶ ἀπενείματε χάριν εἰς τέσσαρα ἄτομα· σᾶς ἀπήντησα ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς τὸ τοιοῦτον· ἐπανελάβετε ὑποστηρίζοντες τὴν ἔκφρασίν σας· σᾶς ἀπήντησα ὅτι οὐδέποτε ἐπάτησα εἰς τὸ γραφεῖόν σας· ἐλαλήσατε δὲ περὶ τοῦ μακαρίτου Λεονταράκη. Βλέπετε εἰς ποίαν θέσιν εὑρισκόμεθα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· ἢ ἐγὼ ἢ σεῖς δὲν λέγετε τὴν ἀλήθειαν. Σᾶς παρακαλῶ νὰ εἰπῆτε ποῖα εἶναι τὰ ὀνόματα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐγὼ σᾶς ἐζήτησα νὰ δώσητε χάριν καὶ πόσα εἶναι;
§59ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἢ 5 ἢ 6 φορὰς ἤλθετε εἰς τὸ ὑπουργεῖον μὲ τὸν κ. Λεονταράκην καὶ μοὶ ἐζητήσατε τὴν χάριν ἑνὸς Ἰωάννου Παγώνη, τὴν ὁποίαν καὶ ἔδοσα διότι εἶχε συστάσεις.
§60ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὄχι.
§61ΜΕΤΑΞΑΣ. Πομώνη· ὄχι Παγώνη. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν σεῖς ἐζητήσατε τὴν χάριν ἢ ὁ μακαρίτης ὁ Λεονταράκης· ἀλλ’ ὁ Λεονταράκης ἦτον ὁ πράκτωρ σας. Πρό τινων ἡμερῶν, ὄχι σεῖς ἀτομικῶς, ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός σας Νέγκας, ἦλθε καὶ ἐζήτησε τὴν χάριν τοῦ ἀδελφοῦ του, ὁ ὁποῖος κατεδικάσθη φόνῳ, καὶ τοῦ εἶπον, εὐχαρίστως τὸ κάμνω, ἀλλὰ θὰ τὸ ὑποβάλω εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Τὸ ὑπέβαλον λοιπὸν καὶ ἀπεῤῥίφθη.
§62ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νὰ σημειωθῇ λοιπὸν ὅτι ἐγὼ δὲν εἶμαι ὁ προκαλῶν τὸ ὄνομα τοῦ Λεονταράκη ἀπὸ τὸν τάφον.
§63ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἔχω καὶ μάρτυρας ἐκτὸς τοῦ κ. Λεονταράκη τὸν κ. Κρασσᾶν.
§64ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀφοῦ τὸν ἀναφέρετε τὸν Κρασσᾶν, τὸν ἐπικαλοῦμαι καὶ ἐγώ· ἀλλὰ σᾶς ἐπαναλέγω ὅτι μετὰ τὰς ἐκλογὰς δὲν ἐπάτησα εἰς τὸ γραφεῖόν σας.
§65ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Κύριε πρόεδρε, αὐτὰ εἶνε προσωπικά. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἀκούῃ τοὺς διαπληκτισμούς των.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέλετε νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§67ΜΕΤΑΞΑΣ. Σεῖς, κύριε Λομβάρδε, ἐφέρατε μομφὴν προχθὲς διότι ἔκαμον κατάχρησιν τῆς χάριτος. Εἴπατε ὅτι θὰ κάμητε λόγον καὶ ἠθέλατε νὰ μὴ ἐξετάσω ἐκ τοῦ προχείρου διὰ νὰ ἰδῶ ἂν σεῖς τοὐλάχιστον ἐτηρήσατε τὰς διατυπώσεις; Διότι ἂν σεῖς ζητῆτε εὐθύνας ἀπὸ ἐμὲ διὰ πράξεις τὰς ὁποίας ἐπροκάλεσα δυνάμει τῶν στοιχείων τῶν ἀναγκαίων, τί θὰ εἴπω διὰ σᾶς;
§68ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νὰ ἐξετάσωμεν πρῶτον εἰς τὰ στενογραφήματα τί εἴπατε, καὶ ἔπειτα ἀπαντῶμεν, διότι δὲν ἀκούομεν τί λέγετε.
§69ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἀρκετὰ, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§70ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε, πρόκειται νὰ ὁρίσωμεν ἡμέραν συζητήτεως. Ἐγὼ λέγω τὸ Σάββατον, ἄλλοι λέγουν τὴν δευτέραν.
§71ΣΕΡΒΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ διανομῆς καὶ διαθέσεως τῆς ἐγχωρίου περιουσίας τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος.
§72ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρὸ τῆς ἀπαντήσεως δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν τίποτε.
§73ΣΕΡΒΟΣ. Μὰ κατετέθησαν νομοσχέδια καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ αὐτό.
§74ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐὰν ἠρκέσθη εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ Κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἡ περαιτέρω συζήτησις δὲν εἶναι ἀναγκαία.
§75ΣΕΡΒΟΣ. Εἶναι ἀναγκαία.
§76ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐὰν ἠρκέσθη εἰς τὰ λεχθέντα, διότι αὐτὰ εἶναι προσωπικά.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι· ἀφ’ ἑνὸς μὲν λέγετε νὰ ζητήσω τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς ἐὰν ἠρκέσθη εἰς τὰ λεχθέντα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ μοὶ ἐζητήθη νὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα συζητήσεως.
§78ΤΙΝΕΣ. Τί νὰ συζητήτωμεν;
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τότε θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἠρκέσθη εἰς ὅσα εἶπεν ὁ Ὑπουργός.
§80ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νομίζετε, κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ εἴπῃ ὅτι θεωρεῖ ἀνάξια προσοχῆς αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ Κύρ. Ὑπουργός; Καμμία πρότασις καὶ μάλιστα περὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν ἐγένετο ἕως τώρα.
§81ΜΕΤΑΞΑΣ. Σεῖς ἐμέμφθητε προχθὲς πλαγίως.
§82ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐὰν δὲν μὲ ἐννοῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐγὼ δὲν πταίω. Ἐὰν ὅμως δὲν μὲ ἐννοῇ, ἂς ἀναγνώσῃ τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ νὰ ἴδῃ τί εἶπον. Ὁ κύρ. Ὑπουργὸς ἦλθε σήμερον καὶ ἔκαμε μίαν μομφὴν ἀπ’ εὐθείας εἰς ἐμὲ, πλαγίως δὲ καθ’ ὅλων τῶν προκατόχων του.
§83ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς εἶναι κυρία· παρακαλῶ νὰ ἐρωτήσητε, κύρ. Πρόεδρε.
§84ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀφοῦ ὁ κύρ. Ἐμπειρῖκος ὑπέφερεν ἐπὶ τόσην ὥραν ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν, πρέπει νὰ ἀκούσῃ καὶ τὴν ἀπάντησιν, ἀλλ’ ἡ πλειοψηφία εἶναι κυρία νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει· δὲν πιστεύω ὅμως νὰ εὕρῃ ὀρθὴν τὴν ἰδέαν τοῦ κυρ. Ἐμπειρίκου. Ἤδη εἶναι ὡρισμένον τὸ ἀντικείμενον, ἤδη ὁ Κύρ. Ὑπουργὸς κατέθεσεν ἁπλῶς καὶ μόνον τὰ ἔγγραφα, διὰ νὰ πληροφορηθῇ ἡ Βουλή. Ἀφοῦ ὁ κύρ. Ἐμπειρῖκος πρῶτος, ἀφοῦ οἱ ἄλλοι βουλευταὶ κατόπιν ἴδωσι τὰ ἔγγραφα καὶ λάβωσι καιρὸν νὰ ἀναγνώσουν ἐκ τῶν στενογραφημάτων τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κυρ. Ὑπουργοῦ, τὴν ὁποίαν ἐπαναλαμβάνω ὅτι πολλὰ ὀλίγον ἠκούσαμεν, τότε ἡ Βουλὴ ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ εἰς μίαν ἄλλην συνεδρίασιν, τὴν Δευτέραν π. χ. εἴδομεν τὰ ἔγγραφα, εἴδομεν ὅσα εἶπεν ὁ Κ. Ὑπουργὸς καὶ νομίζομεν καλὸν νὰ μὴ προβῶμεν περαιτέρω. Ἀλλ’ ἂν τώρα ὁ κύριος Ἐμπειρῖκος θέλῃ νὰ φράξῃ τὸ στόμα τῶν βουλευτῶν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ κάμῃ, διότι ῥητὸν ἄρθρον τοῦ κανονισμοῦ μας ἀπὸ τὰ 1862 καὶ ἐδῶ, κύρ. Ἐμπειρῖκε, λέγει ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις οἵου δήποτε ἀντικειμένο ἕως ὅτου δὲν λαλήσουν ὅλοι ὅσοι ζητήσουν ἢ ἐζήτησαν τὸν λόγον.
§85ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Λαλήσατε.
§86ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶναι καὶ ἄλλοι πολλοί, οἱ ὁποῖοι θὰ λαλήσουν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, ἀλλὰ σήμερον εἶναι προσδιωρισμένον μόνον νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, καὶ παρακαλῶ πολὺ τὸν ἀξιότιμον Κύρ. Ἐμπειρῖκον ἐν τῇ Βουλῇ τῇ σημερινῇ νὰ λησμονήσῃ τὰς ἕξεις τὰς πρὸ τοῦ 1862.
§87ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Τὸ ἠξεύρω ἐγὼ καλλίτερον τὸ 1862, ὅτε διεξήγοντο αἱ συζητήσεις καλλίτερον ἀπὸ τώρα.
§88ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὑποβάλλω Νομοσχέδιον περὶ συστάσεως θέσεως ὑπουργικοῦ Γραμματέως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ περὶ συστάσεως Γεν. Προξενείου ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ συζήτησις θὰ γίνῃ τὴν Δευτέραν.
§90ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἀφοῦ προσδιωρίσθη ἡ συζήτησις διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν, θὰ ἦτο καλὸν, νομίζω, νὰ τυπωθῇ τοὐλάχιστον ὁ κατάλογος, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κύρ. Ὑπουργός.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ τυπωθῇ ὁ κατάλογος;
§92ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§93ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι.
§94ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι ὅλως περιττὴ ἡ αἴτησις τοῦ κυρίου Σαράβα, διότι οἱ ἀριθμοὶ εἰς τὴν δικαιοσύνην δὲν ἀποδεικνύουν τίποτε. Ἕνας Ὑπουργὸς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔδωκε τρεῖς μόνον χάριτας εἰς ἓν ἔτος, καὶ αὗται αἱ τρεῖς χάριτες νὰ ᾖναι ἀδικαιολόγητοι, καὶ ἕνας ἄλλος ὁ ὁποῖος ἐξήντλησεν ὅλας τὰς αἰτήσεις δύναται νὰ ἔδωκεν ἑκατοντάδας χαρίτων καὶ νὰ ᾖναι ἐντὸς τῆς δικαιοσύνης.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τί θέλει ἡ Βουλή;
§96ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ μὴ τυπωθῇ.
§97ΣΑΡΑΒΑΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Κοντόσταυλος εἶναι ὀρθὸν, ἔπρεπεν ὅμως νὰ τὸ εἴπῃ ὅταν ὁ κ. Μποῦτος ἐπροκάλεσε τὴν προσαγωγὴν αὐτοῦ τοῦ καταλόγου, ὅπως μάθῃ ἡ Βουλὴ πόσαι χάριτες ἀπενεμήθησαν ἀπὸ τὸ ἔτος 1862 καὶ ἐντεῦθεν.
§98ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι νὰ τυπωθῇ ὁ κατάλογος, ἀλλὰ πρέπει νὰ τυπωθῇ πλήρης, νὰ περιέχῃ δηλαδὴ τὸ εἶδος τῶν ἐγκλημάτων, τὸν χρόνον καὶ τοὺς λόγους, διότι τότε θὰ ἐννοήσωμεν ἂν καλῶς ἐδόθησαν ἢ ὄχι, διότι ἄλλως ἡ δημοσίευσις δύναται νὰ βλάψῃ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπταισαν· ἑπομένως πρέπει νὰ δημοσιευθῶσι τὰ ὀνόματα, τὸ εἶδος τοῦ ἐγκλήματος καὶ ὅλα τὰ παρεπόμενα.
§99ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν μᾶς εἶπεν ἂν εἰς τὸν κατάλογον ὑπάρχουν τὰ ὀνόματα τῶν καταδίκων, τὰ ἔτη εἰς τὰ ὁποῖα κατεδικάσθησαν, τὸ εἶδος τοῦ ἐγκλήματος καὶ ἡ πατρίς.
§100ΜΕΤΑΞΑΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὁ κατάλογος περιέχει μόνον τοὺς ἀριθμοὺς, ὄχι τὰ ὀνόματα, διότι δὲν ἠδυνάμην ἐντὸς 24 ὡρῶν νὰ γράψω τὸν κατάλογον πλήρη.
§101ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ, ἀπαιτοῦμεν νὰ συνταχθῇ ὁ κατάλογος πλήρης μὲ τὸ εἶδος τοῦ ἐγκλήματος, τὰ ὀνόματα κλπ.
§102ΜΕΤΑΞΑΣ. Μάλιστα.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρχίζει ἡ συζήτησις τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον.
§104ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει τὸ σχέδιον τοῦ κειμένου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον).
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ κἀνεὶς τὸν λόγον;
§106ΔΡΟΣΟΣ. Ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ δὲν ἔχω παρατήρησιν, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ τοῦ λεκτικοῦ (θόρυβος).
§107ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Παρακαλῶ τὴν ἐπιτροπὴν νὰ διορθώσῃ τὸ λεκτικὸν· π. χ. εἰς τὴν τετάρτην παράγραφον λέγει ὅτι ἡ βελτίωσις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας εὐελπίζει ἡμᾶς ὅτι θέλει παγιωθῆ ἡ δημοσία ἀσφάλεια· αὐτὰ τὰ Ἑλληνικὰ ἐγὼ δὲν τὰ καταλαμβάνω.
§108ΔΡΟΣΟΣ. Εἰς τὴν πρώτην παράγραφον ἀντὶ τοῦ «οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους μετ’ ἀγαλλιάσεως εἶδον» νὰ τεθῇ εἴδομεν, διότι εἰς τὰς ἄλλας παραγράφους ἡ Βουλὴ ὁμιλεῖ εἰς πληθυντικὸν ἀριθμὸν· ἐπίσης εἰς τὴν τετάρτην παράγραφον ἡ ἐπανάληψις τῶν λέξεων τῆς δημοσίας ἀσφαλείας πρέπει νὰ λείψῃ, δύναται δὲ νὰ τεθῇ ὡς ἑξῆς· «ἡ δημοσία ἀσφάλεια τηρηθεῖσα ἀσάλευτος εὐελπίζει ἡμᾶς.... ὅτι θέλει παγιωθῇ εἰς τὸ κράτος». Εἰς τὴν ἑπομένην παράγραφον «θέλομεν ἀσχοληθῆ, Βασιλεῦ, μετὰ ζήλου κλπ» νὰ σταθῶμεν εἰς τὸ βουλευτικῶν ἔργων, κατόπιν δὲ νὰ προσθέσωμεν «ἡ διακοπὴ αὕτη ὑπέβαλεν εἰς τὴν ἀνάγκην τὴν κυβέρνησιν κλπ». Εἰς τὴν ἑπομένην παράγραφον, τὸ καθ’ ὅσον οἱ πόροι τοῦ κράτους ἐπιτρέπουσιν, ἐὰν ἀνάγεται εἰς τὰ τῆς δημοσίας πίστεως, ἔχει καλῶς, ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ ἕπεται καὶ ὄχι νὰ προηγῆται, διότι ἐὰν μείνῃ ὡς ἔχει, θὰ ἀναφέρεται καὶ εἰς τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν, τὴν ὁποίαν τὸ περὶ πόρων τοῦ κράτους δὲν ἐμποδίζει.
§109ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὡς πρὸς τὴν ἀπάντησιν ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἀφ’ οὗ ἐλήφθη τὸ μέτρον παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἀφ’ οὗ, καθὼς φαίνεται, εἶναι ἡ γνώμη τῶν πλειόνων νὰ γίνῃ τυπικὴ ἀπάντησις χωρὶς νὰ ὑποκινηθῇ κἀνὲν ζήτημα συγκεκριμένον, δὲν εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι θὰ ὑποκινήσωμεν πλατύτερα ζητήματα. Ἀφ’ οὗ οὕτω θέλει νὰ βαδίσῃ ἡ Βουλὴ, σεβόμεθα τὸν δρόμον αὐτὸν· ψηφίζομεν ὅμως τὸ σχέδιον αὐτὸ μὲ τὴν δήλωσιν, ὅτι οὐδεμία ὑποχρέωσις δύναται νὰ προέλθῃ ὡς ἐκ τῆς ψήφου ταύτης ἵνα ἐπηρεάσῃ συζήτησιν οἱωνδήποτε ζητημάτων, τὰ ὁποῖα μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς ἀπαντήσεως ἔχουσι νὰ συζητηθῶσι. Πολὺ δὲ περισσότερον οὐδεμία ὑποχρέωσις δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς ψήφου ταύτης καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὸ ζήτημα τῆς βελτιώσεως τῆς δημοσίας πίστεως· ἐν ἀρχῇ εἴμεθα σύμφωνοι ὅτι οἷον δήποτε μέτρον τείνει πρὸς καλλιτέραν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν θέλομεν τὸ ὑποστηρίξει ἀφ’ οὗ τὸ ἴδωμεν καὶ τὸ ἐξετάσωμεν, καθ’ ὅσον ἀκούω πολλὰ περὶ συμβάσεων, αἱ ὁποῖαι συνωμολογήθησαν καὶ τὰς ὁποίας θὰ ἐξετάσωμεν ἐν πλήρει ἀνεξαρτησίᾳ καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ὑποχρεώσεως.
§110ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουρ. Οἰκονομικῶν). Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου ἦτον ὅλως διόλου περιττὴ· δὲν εἶναι ζήτημα ὅτι ὅταν ὑποβληθῶσιν ἔργα οἷα δήποτε εἰς τὴν Βουλὴν, ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ αὐτὰ ὅπως αὐτῷ δόξῃ καὶ ἀποφασίσῃ καὶ ὅ,τι νομίζει ὅτι εἶναι συμφερώτερον. Οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι τὰ ὑποβληθησόμενα νομοσχέδια μὲ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, ὥστε ἦτον ὅλως διόλου περιττὴ καὶ ματαία ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου ἔκαμε.
§111ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι σπουδαῖον ν’ ἀκριβολογήσῃ τις τὸ λεκτικὸν· ἂν ποῦ τις δύναται νὰ πράξῃ καὶ τοῦτο, δὲν διαφωνῶ. Ἀντὶ τῆς λέξεως εἶδον νὰ τεθῇ εἴδομεν δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίῤῥησιν· καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν γνώμην τοῦ κ. Δρόσου, ἐὰν παραδεχθῶμεν αὐτὴν, δὲν ὑπάρχει ἡ ἔννοια τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ θέλει νὰ διατυπώσῃ περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ διὰ τοῦτο διαφωνῶ πρὸς τὴν γνώμην του· ἐπίσης ὀρθὸν μοὶ φαίνεται ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. εἰσηγητὴς ἐπὶ τῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. Λομβάρδου· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἴσως ἤθελεν εἶσθαι ἀνάγκη διὰ νὰ κατασταθῇ πλήρης ἡ ἔννοια τῆς Βουλῆς νὰ προστεθῇ εἰς τὴν πέμπτην παράγραφον «θέλομεν ἀσχοληθῆ, Βασιλεῦ κλπ.» μετὰ τὴν λέξιν ἡ ἀνάγκη ἡ λέξις καὶ τὸ καθῆκον ἐπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Προτείνω λοιπὸν νὰ προστεθῇ ἡ λέξις αὕτη. Διὰ τῆς προσθήκης ταύτης θέλομεν διεξηγήσει τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἐν περιστάσεσιν ὁμοίαις εἰς ἃς εὑρέθη ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, οὐ μόνον κατ’ ἀνάγκην ἠδύνατο διὰ διαταγμάτων νὰ προνοήσῃ περί τε τῶν ἀναγκαίων διὰ τὴν διοίκησιν δαπανῶν καὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων, ἀλλ’ ὤφειλε καὶ νὰ πράξῃ οὕτως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν σχετικῶν φορολογικῶν νόμων τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ὁ κ. Λέκας, ἀντιπρόεδρος, διαδέχεται τὸν κ. πρόεδρον εἰς τὴν ἕδραν.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κύριοι, ἀρχίζομεν τὴν ἐπιψήφισιν κατὰ παράγραφον. Ἐνταῦθα ἡ Βουλὴ ἐπεψήφισε τοὺς ἑπομένους παραγράφους ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. «Μεγαλειότατε! Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους μετ’ ἀγαλλιάσεως εἶδον ἐν τῷ μέσῳ αὑτῶν τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα, ΗΣ ἡ πατρικὴ μέριμνα ἐγγυᾶται τὴν προαγωγὴν τῆς εὐημερίας τοῦ λαοῦ. «Ἡ ἀπόκτησις νέου βασιλόπαιδος κατηύφρανε τὸ ἔθνος. Εὐχόμεθα δὲ, Μεγαλειότατε, ὅπως ὁ Ὕψιστος διαφυλάττῃ ὑπὸ τὴν Ἁγίαν Αὑτοῦ σκέπην καὶ τὸν νέον τοῦτον βλαστὸν τῆς Βασιλικῆς Σου οἰκογενείας. «Μετ’ εὐχαριστήσεως μανθάνομεν ὅτι αἱ σχέσεις τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος μετὰ τῶν ξένων δυνάμεων εἰσὶ φιλικαί. «Ἡ βελτίωσις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, τηρηθείσης καὶ κατ’ αὐτὸν τὸ σάλον τῶν ἐκλογῶν, εὐελπίζει ἡμᾶς ὅτι τῇ συντόνῳ ἐνεργείᾳ τῆς Κυβερνήσεώς Σου καὶ τῇ συμπράξει τοῦ λαοῦ θέλει παγιωθῆ ἡ δημοσία ἀσφάλεια.»
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη τὴν πέμπτην παράγραφον. «Θέλομεν ἀσχοληθῆ, Βασιλεῦ, μετὰ ζήλου εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν ἐνιαυσίων φορολογικῶν νόμων τοῦ τρέχοντος ἔτους, ἀναβληθεῖσαν ἕνεκα τῆς διακοπῆς τῶν βουλευτικῶν ἔργων, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας ἡ ἀνάγκη ἐπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησίν Σου ἵνα διὰ Β. Διαταγμάτων δαπανήσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὸ τρέχον ἔτος ὑποβληθέντος καὶ μήπω ἐπιψηφισθέντος προϋπολογισμοῦ καὶ εἰσπράξῃ φόρους συμφώνως μὲ τοὺς κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ψηφισθέντας φορολογικοὺς νόμους.
§114ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνταῦθα νὰ προστεθῇ ἡ λέξις καθῆκον.
§115ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἡ ἀνάγκη ἀποκλείει τὸ καθῆκον.
§116ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ὁ κ. Σαράβας λανθάνεται· μία Κυβέρνησις ὅταν εὑρίσκεται εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτὰς εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθη ἡ παροῦσα, ἔχει τὸ καθῆκον νὰ πολιτευθῇ ὅπως ἡ σημερινή.
§117ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον καὶ ἐνιστάμεθα· ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἀνάγκη, δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι δικαιολογημένη. Ἂν προτεθῇ κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ζέγγελη, καὶ ἡ λέξις καθῆκον, θὰ ὑποτεθῇ ὅτι ὑπάρχει δικαιολόγησις καὶ πέραν τῆς ἀνάγκης· δὲν δυνάμεθα ὅμως ἡμεῖς νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ὑπάρχει ἄλλη δικαιολόγησις ἢ μόνη ἡ τῆς ἀνάγκης ἐν τῇ στενοτέρᾳ τῆς λέξεως σημασίᾳ.
§118ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Τὸ καθῆκον ὁρίζεται ἀπὸ τὸν νόμον· ὅταν ἐπέρχονται ἔκτακτοι περιστάσεις ἐναντίον τοῦ νόμου, δὲν εἶναι καθῆκον, εἶναι ἀνάγκη, καὶ θὰ ᾖναι παραλογία νὰ εἴπωμεν ἐνταῦθα καθῆκον· τὸ καθῆκον ἔγκειται εἰς τὸν νόμον, ἀλλὰ διατί δὲν ἐκπληρώθη; δὲν ἐκπληρώθη, διότι παρέστη ἀνάγκη ἀναπόδραστος, ὥστε ἡ παράγραφος αὕτη ἔχει ὀρθῶς.
§119ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Τὸ ἓν εἶναι διακεκριμένον τοῦ ἄλλου· βεβαίως μὴ ὑπαρχούσης Βουλῆς, δὲν ἠδύνατο μία Κυβέρνησις νὰ κυβερνήσῃ εἰ μὴ δαπανῶσα διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων. Λέγω ὅμως, ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ ἕνεκα τῆς τοιαύτης ἀνάγκης δὲν ἔχει ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα, οὕτως εἰπεῖν, νὰ κυβερνήσῃ κατὰ τὸ δοκοῦν καὶ μὴ προνοήσῃ περὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων· τοὐναντίον ἔχει καὶ καθῆκον νὰ κανονίσῃ ἀμφότερα αὕτη, ὡς ἔπραξεν ἡ παροῦσα. Ἰδοὺ ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἐπιμένω εἰς τὴν διόρθωσιν.
§120ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ εἴπω δύο λέξεις. Δὲν γνωρίζω ὁποίαν ἰδέαν ἔχει ὁ ἀξιότιμος κ. Ζέγγελης περὶ τοῦ καθήκοντος· ἐγὼ δὲν νομίζω ὅτι μία Κυβέρνησις ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν της, ὅταν παραβαίνῃ τοὺς νόμους τῆς πατρίδος, καὶ πολὺ ὀλιγώτερον ὅταν παραβαίνῃ τὸ Σύνταγμα. Τὸ Σύνταγμα δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ εἰσπράττῃ φόρους ἄνευ νόμου, οὐδὲ νὰ ἐξοδεύῃ λεπτὸν ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς· τίποτε δὲν δύναται νὰ τὴν δικαιολογήσῃ, ἐὰν πράξῃ τὸ ἐναντίον, εἰμὴ ἡ ἀναπόδραστος ἀνάγκη. Ὁσάκις οἱαδήποτε Κυβέρνησις εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ παραβῇ τοὺς κειμένους νόμους ἢ τὸ πολίτευμα, ἔρχεται καὶ ζητεῖ ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὸ λεγόμενον bill d'indemnité, τὴν ἀμνήστευσιν δηλονότι τῶν πεπραγμένων. Τοῦτο θέλει νὰ ἐκφράσῃ ἡ παράγραφος τῆς ἀπαντήσεως, ὡς ἔχει, ὅτι δηλ. ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ παραβῇ ῥητὰς διατάξεις τῶν νόμων τῆς πολιτείας, ἡ δὲ Βουλὴ ἀναγνωρίζουσα τὴν ἀνάγκην ταύτην ἀμνηστεύει τὴν παράβασιν. Τί κοινὸν ἑπομένως μεταξὺ τῆς ἀνάγκης καὶ τοῦ καθήκοντος; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ παράγραφος αὕτη ἔχει καλῶς.
§121ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὰ γεγονότα, κύριοι, εἶνε τόσον πρόσφατα, ὥστε δὲν θὰ χρειασθῇ βεβαίως πολὺς κόπος διὰ νὰ ὑπομνήσῃ τις εἰς τὴν Βουλὴν ὅ,τι πρὸ ὀλίγου ἔλαβε χώραν. Ὅταν ἐκλήθη ἡ παροῦσα κυβέρνησις εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν, παρέστη εἰς τὸν Βασιλέα καὶ εἶπεν αὐτῷ, ὅτι δὲν δύναται νὰ κυβερνήσῃ μὲ τὴν τότε Βουλὴν· ὁ Βασιλεὺς ἐν τῇ ὑψηλῇ αὐτοῦ συνέσει ἐνέκρινε νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς προνομίας ἥτις χορηγεῖται αὐτῷ ὑπὸ ποῦ Συντάγματος καὶ ἀπεφάσισε τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς ἐκείνης. Ἡ κυβέρνησις μετὰ τὴν βασιλικὴν ταύτην ἀπόφασιν ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου καὶ ἐξεδήλωσε τὴν ἀπόφασιν ταύτην τοῦ Βασιλέως, παρεκάλεσε δὲ τὸ κοινοβούλιον πρῶτον νὰ ψηφίσῃ τοὺς φορολογικοὺς νόμους διὰ τὸ 1872 καὶ δεύτερον νὰ χορηγήσῃ πίστωσιν, δυνάμει τῆς ὁποίας ἤθελε κάμει τὰς δαπάνας τοῦ κράτους μέχρι τῆς συγκαλέσεως τῆς νέας Βουλῆς· ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἐκείνη σκεφθεῖσα ἄλλως, ἠρνήθη νὰ χορηγήσῃ τὰς συνταγματικὰς ταύτας εὐκολίας εἰς τὴν κυβέρνησιν. Μετὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶνε γνωστὸν εἰς πάντας, ἡ κυβέρνησις βεβαίως δὲν ἠδύνατο νὰ δέσῃ τὰς χεῖράς της καὶ ἀφήσῃ τὸν τόπον ἀκυβέρνητον· καὶ ἀκυβέρνητος ἤθελε μείνει, ἂν ἡ κυβέρνησις δὲν προέβαινεν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ἀπαιτουμένων δαπανῶν διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου καὶ εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, διότι πᾶσα βραδύτης εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ τελευταίου τούτου, δηλαδὴ τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων, ἤθελε παραλύσει τὰ νεῦρα τῆς διοικήσεως. Ἡ ἀνάγκη λοιπὸν ἐπέβαλεν εἰς τὴν κυβέρνησιν τὸ καθῆκον νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξε. Τὰ καθήκοντα, κύριοι, δὲν ἐπιβάλλονται ὑπὸ τῶν νόμων μόνον ἀλλ’ ὑπαγορεύονται καὶ ὑπὸ τῶν ἀναγκῶν. Εἰς τοιαύτην ἀνάγκην εὑρεθεῖσα ἡ κυβέρνησις, εἶχε καθῆκον, ἐπαναλαμβάνω, νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξε. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον τὸν ἁπλούστατον φρονῶ, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Ζέγγελη περὶ προσθήκης ἐν τῇ πρὸς τὸν Β. λόγον ἀπαντήσει τῆς λέξεως «καθῆκον» εἶναι πρότασις ἡ ὁποία δὲν ὑπόκειται εἰς καμμίαν ἀμφισβήτησιν, καὶ ἂς μοι ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου διὰ τὴν ἀντίῤῥησιν τὴν ὁποίαν ἔφερον οἱ ἀξιότιμοι βουλευταὶ Μεσολογγίου καὶ Οἰτύλου κατὰ τῆς προσθήκης ταύτης. Ἂν ἡ κυβέρνησις δὲν ἐξετέλεσε καθῆκον ἐπιβαλλόμενον αὐτῇ ὑπὸ τῆς ἀνάγκης, τότε ἐνήργησεν ἐκτὸς τοῦ νόμου· ὅτι δὲ κατὰ τύπον ἐκτὸς τοῦ νόμου ἐνήργησε δὲν εἶναι περὶ τούτου ἀμφιβολία, ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη ἐπέβαλλεν εἰς τὴν κυβέρνησιν τὸ καθῆκον νὰ ἐνεργήσῃ παρὰ τὸν νόμον, καὶ ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς κυβερνήσεως εἶναι δεδικαιολογημένη ὑπὸ τοῦ καθήκοντος τὸ ὁποῖον εἶχε τοῦ νὰ κυβερνήσῃ τὸν τόπον· καὶ τοσοῦτον μᾶλλον εἶναι δεδικαιολογημένη, καθόσον παρέστη, ὡς προεξέθηκα, ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου καὶ ἐδήλωσεν ὅτι πρόκειται νὰ διαλυθῇ τοῦτο καὶ παρεκάλεσεν αὐτὸ νὰ μὴ τὴν ἀφήσῃ νὰ ἐνεργήσῃ ἐκτὸς τοῦ νόμου· ἀλλὰ τὸ κοινοβούλιον ἐκεῖνο ἠρνήθη νὰ ἐκπληρώσῃ καθῆκον συνταγματικὸν καὶ ἑπομένως ἡ κυβέρνησις ἐξεπλήρωσε καθῆκον ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τῆς ἀνάγκης, διότι ἀνάγκη ἀναπόδραστος ἐπέβαλλεν εἰς αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δαπανήσῃ καὶ νὰ εἰσπράξῃ φόρους διὰ Β. Διαταγμάτων. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Ζέγγελη προταθεῖσα προσθήκη καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ αὐτὴν, τὴν ὁποίαν καὶ ἡ κυβέρνησις ὑποστηρίζει καὶ θεωρεῖ λίαν ἀναγκαίαν.
§122ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐνόμιζον ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἤθελεν ἀντικρούσει τὴν πρότασίν μου περὶ μὴ προσθήκης τῆς λέξεως καθῆκον, διότι ὅσα εἶπεν ἀποδεικνύουν ὅτι δὲν θέλει νὰ δώσῃ εἰς τὴν ἔκφρασιν τὴν περιεχομένην ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἀπαντήσεως ἔννοιαν εὐρυτέραν ἐκείνης τὴν ὁποίαν δίδομεν καὶ ἡμεῖς εἰς αὐτήν. Ἡμεῖς ὅμως φρονοῦμεν, ὅτι ἡ φράσις λαμβάνει ἔννοιαν ἄλλην διὰ τῆς προσθήκης ταύτης, παρὰ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ζητεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ τῇ δώσῃ. Ἡ ἀνάγκη εἶναι τί καθ’ οὗ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀντιστῇ· εἶναι νόμος ἀνώτερος, ὅστις ἐπικρατεῖ τῶν ἀνθρωπίνων νόμων καὶ τῶν ἐκ τούτων παραγομένων καθηκόντων· δὲν γεννᾷ ἡ ἀνάγκη καθήκοντα, ἀλλὰ δικαιολογεῖ τὴν παράβασιν τῶν καθηκόντων. Ὅθεν προσθέτοντες εἰς τὴν λέξιν ἀνάγκη τὴν λέξιν καθῆκον, δὲν συμπληροῦμεν μόνον τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ἐκφράζει ἡ λέξις ἀνάγκη, ἀλλὰ παρεισάγομεν καὶ ἔννοιαν ἀλλοτρίαν. Καὶ τὴν παρεισαγωγὴν δὲ νέας ἐννοίας καὶ τὴν συμπλήρωσιν τῆς ἐγκειμένης ἐν τῇ λέξει ἀνάγκη δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, διότι τὰς συνεπείας τῆς ἀνάγκης ἀναγνωρίζομεν μόνον ἐντὸς στενοτάτων ὁρίων. Ἅμα γίνῃ προσθήκη τις εἰς τὴν παράγραφον τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως, ἕπεται ὅτι δικαιολόγησιν τῶν γενομένων διὰ Β. διαταγμάτων δὲν παρέχει μόνη ἡ ἀνάγκη, ἀλλὰ καί τι ἄλλο τὸ ὁποῖον ἀποκρούομεν, καθόσον αἱ πράξεις, εἰς τὰς ὁποίας ἡ κυβέρνησις προέβη συνεπείᾳ τῆς ἀνάγκης, ἔχουσι χρείαν τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπικυρώσεως, ἡ δὲ παρεισαγομένη λέξις σκοπεῖ νὰ καταστήσῃ περιττὴν τὴν ἐπικύρωσιν ταύτην. Τοιαύτη, πιστεύω, εἶναι ἡ πρόθεσις τοῦ προτείναντος, ἀλλ’ ὁ σκοπὸς αὐτοῦ δὲν ἐπιτυγχάνεται. Καὶ μετὰ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν συνταχθῇ αὕτη, θὰ ζητηθῇ ὡς πρὸς τὰ Β. διατάγματα, περὶ ὧν πρόκειται, ἡ ἐπικύρωσις τῆς Βουλῆς, ἥτις δίδεται διὰ τοῦ λεγομένου bill d'indemnité. Τοῦτο θὰ ὑποβληθῇ καὶ θὰ συζητηθῇ κατόπιν, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ φράσις, τὴν ὁποίαν θὰ μεταχειρισθῶμεν ἐν τῇ ἀπαντήσει. Ἂν ἡ διὰ Β. διαταγμάτων νομοθεσία ἦτο καθῆκον τῆς κυβερνήσεως ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιβαλλόμενον, ὅπως τὸ ἐννοεῖ ὁ κ. Ζέγγελης, θὰ ἦτο περιττὸν τοῦτο, διότι ὅταν ἡ κυβέρνησις ἐκτελῇ τὸ καθῆκόν της, δὲν ἔχει ἀνάγκην ἑνὸς bill d'indemnite διὰ νὰ ἐπικυρώσῃ τὴν πρᾶξίν της.
§123ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς οἰκονομικῶν.). Ἀπαντῶ εἰς τὴν τελευταίαν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Τρικούπη ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὅλαι αἱ πράξεις τῆς Κυβερνήσεως θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ κοινοβουλίου· ἑπομένως δὲν ἐννοοῦμεν ν’ ἀποκλεισθῇ τὸ κοινοβούλιον τοῦ δικαιώματος ὅπερ ἔχει τοῦ νὰ ἐξελέγξῃ ὅλας τὰς πράξεις τῆς κυβερνήσεως, ἀλλ’ οὐδὲν ἧττον ἐπιμένομεν εἰς τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ ἀνάγκη μᾶς ἐπέβαλε νὰ ἐκπληρώσωμεν ἓν καθῆκον ἀπαραίτητον, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὄχι μόνον οἱ νόμοι ἀλλὰ καὶ αἱ ἀνάγκαι καὶ αἱ διάφοροι περιστάσεις ἐπιβάλλουσι καθήκοντα, καὶ εἰς τοιαύτας περιστάσεις καὶ ἀνάγκας εὑρέθημεν καὶ ἠναγκάσθημεν νὰ ἐνεργήσωμεν ὅπως ἐνηργήσαμεν· ἑπομένως χωρὶς ν’ ἀποκλεισθῇ ἡ Βουλὴ δικαιώματός της τινος νὰ ἐξελέγξῃ κατόπιν τὰς πράξεις τῆς κυβερνήσεως, πρέπει νὰ παραδεχθῇ τὴν προσθήκην τοῦ καθήκοντος.
§124ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι αὐτὴ ἡ συζήτησις ἢ μᾶλλον εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν ἀπεπλανήθημεν, διότι δὲν ἔχομεν ἴσως ὅλοι ἀκριβῆ τὴν ἰδέαν τοῦ καθήκοντος. Καθῆκον, κύριοι, εἶναι τὸ μέρος τῆς ἐξουσίας, τὸ ὁποῖον ἔχει μία ἀρχὴ ὁποία δήποτε, μικρὰ ἢ μεγάλη, καὶ τὴν ἐξουσίαν ταύτην τὴν λαμβάνει ἀπὸ ἕνα νόμον ἢ ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ θεμελιώδης νόμος. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὲ εἴπῃ εἰς ποῖον νόμον εἶναι γεγραμμένη αὐτὴ ἡ ἐξουσία, τὴν ὁποίαν μᾶς ζητεῖ· διότι ἅμα εἴπωμεν καθῆκον πρέπει νὰ εἴπωμεν καὶ τὸν νόμον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον πηγάζει.
§125ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). Ἀπὸ τὴν ἀνάγκην, εἶπον.
§126ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἡ ἀνάγκη, κύριοι, δὲν ἐκφράζει καθῆκον· ἀπεναντίας, ἂν ἦτο καθῆκον, δὲν εἴχετε ἀνάγκην νὰ καλῆτε εἰς ἐπικουρίαν τὴν ἀνάγκην· φρονῶ λοιπὸν ὅτι ἡ λέξις καθῆκον καταστρέφει τὴν ἰδέαν τῆς ἀνάγκης. Εἰπέτε μας ὅτι ἔχετε ἓν τοιοῦτον καθῆκον, καὶ θέλω τὸ ὑπογράψει, ἀρκεῖ νὰ δηλώσητε εἰς ποῖον νόμον τὸ εὑρίσκετε καθιερωμένον.
§127ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Εἰς τὴν ἀνάγκην.
§128ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἡ ἀνάγκη δὲν εἶναι καθῆκον, ἐπαναλαμβάνω, τὸ καθῆκον δὲν εἶναι ἀνάγκη· ἡ ἀνάγκη δὲν ἐπιβάλλει καθήκοντα, ἀλλ’ ἐπιβάλλει πράξεις ἐξηναγκασμένας, δὲν ἠξεύρω πῶς νὰ τὰς ὀνομάσω. Διὰ τοῦτο ἂς εὐχαριστηθῶμεν εἰς τὴν σύνταξιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ ἐπιτροπὴ καὶ τὴν ὁποίαν θεωρῶ καταλληλοτέραν. Ἐγὼ, κύριοι, ἂν δὲν ἠνοίγετο αὐτὴ ἡ συζήτησις, δὲν θὰ ἔλεγον μήτε αὐτὰς τὰς ὀλίγας λέξεις· ἐπειδὴ ὅμως ἔγεινε λόγος, θὰ μὲ συγχωρήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσθέσω καὶ μίαν ἄλλην παρατήρησιν, ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ εἶναι σπουδαία. Ὁ κύριος ὑπουργὸς ἢ τὸ ὑπουργεῖον ὁλόκληρον ἔλαβε χρείαν νὰ ζητήσῃ μίαν πίστωσιν διὰ διατάγματος (καὶ ὅταν λέγω πίστωσιν διὰ διατάγματος, κύριοι, πιστεύσατε τὸ τρομάζω· ὅταν δὲν πηγάζῃ τὸ διάταγμα ἀπὸ ἕνα νόμον, εἶναι φρικτὸν, κύριοι, εἶναι κατάστασις ἀναρχίας, εἶναι κατάστασις αὐθαιρεσίας). Ὅταν λοιπὸν εὑρέθη τὸ ὑπουργεῖον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ διὰ διατάγματος μίαν πίστωσιν, ἢ μᾶλλον νὰ δημιουργήσῃ μίαν πίστωσιν διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ κράτους, πίστωσιν ἔστω ἀναγκαιοτάτην, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τὴν ὁποίαν μεταχειρίζεται τὸ ὑπουργεῖον, ποῦ ἔπρεπε νὰ καταφύγῃ, κύριοι; Ἔπρεπε βεβαίως νὰ καταφύγῃ εἰς ἓν προηγούμενον· ἂν δὲν εἶχε προηγούμενον, εἶναι ἄλλος ὁ λόγος· ἀλλ’ ὑπῆρχε προηγούμενον, ὑπῆρχεν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1871. Ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου ἔπρεπεν ὁ ὑπουργὸς νὰ ζητήσῃ πίστωσιν διὰ τοῦ βασιλικοῦ διατάγματος, ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ἐζήτησε τὴν πίστωσιν ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς σχεδίου προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ ὑπουργὸς ὁ τότε τὴν ἡμέραν τῆς παραιτήσεώς του, ὑπουργὸς δεκαήμερος, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτον εἰς κατάστασιν νὰ μελετήσῃ κατὰ βάθος ὅλας τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας καὶ νὰ τὰς προβλέψῃ ἐν αὐτῷ τῷ προϋπολογισμῷ· εἰς ἓν σχέδιον, λέγω, προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε κανὲν ἔνδυμα νομιμότητος, διότι δὲν τὸ εἶχεν υἱοθετήσει ἡ Βουλὴ, ἐνῷ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1871 ἦτο πρᾶξις τῆς Βουλῆς συζητηθεῖσα καὶ ἐγκριθεῖσα κατὰ τὰς νομίμους διατυπώσεις. Ἀλλὰ σᾶς λέγει ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὰς νέας ἀνάγκας, τὰς ὁποίας γεννᾷ καθ’ ἑκάστην ἡ ὑπηρεσία, καὶ τὰς περιστάσεις, πῶς ἤθελε τὰς θεραπεύσει; Αὐτὸ, κύριοι, δὲν εἶναι σπουδαῖον· πῶς θεραπεύονται, ἐρωτῶ, αἱ ἀνάγκαι αἱ ἀναφαινόμεναι κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἰσχύοντος προϋπολογισμοῦ, αἱ ἀνάγκαι αἱ μὴ συμπεριλαβόμεναι εἰς τὸν προϋπολογισμόν; Ἔχετε δύω ἄρθρα, κύριοι, εἰς τὸν περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμον, τὰ ὁποῖα σᾶς δίδουν ὅλα τὰ μέσα πληρέστατα. Πρόκειται περὶ μιᾶς ἀναπληρωτικῆς δαπάνης; ἔρχεται τὸ ἄρθρον 15, τὸ ὁποῖον σᾶς ἐνισχύει νὰ πάρετε νομίμως ὅσα θέλετε. Ὑπάρχει ἀνάγκη, ἥτις δὲν προβλέπεται; ἔρχεται τὸ ἄρθρον 18. — Πᾶσαν λοιπὸν δαπάνην μὴ ἐμπεριεχομένην εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1871 ἠδύνασθε δι’ αὐτῶν τῶν ἄρθρων νὰ τὴν συμπληρώσητε. Ἄλλωτε, κύριοι, ἂν ὁ προϋπολογισμὸς, ἢ μᾶλλον τὸ σχέδιον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1872 περιελάμβανε δαπάνας νέας, νομίζετε ὅτι, διότι περιείχοντο εἰς τὸν προϋπολογισμὸν αὐτὸν, ἦτον νόμιμον νὰ κάμητε χρῆσιν αὐτῶν; Ὄχι, κύριοι· πᾶσα δαπάνη καταρτίζεται ἀπὸ δύω στοιχεῖα, τὸ στοιχεῖον τῆς πιστώσεως καὶ τὸ στοιχεῖον τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ὅπερ ὀνομάζεται autorisation. Δὲν ἀρκεῖ, κύριοι, νὰ πάρετε μίαν πίστωσιν· καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ἐπροβλέφθη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διὰ μίαν νέαν ἀνάγκην μία πίστωσις, δὲν σᾶς χρησιμεύει, διότι πρέπει νὰ ἔχητε τὴν ἐξουσιοδότησιν· π. χ. ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἀνεγείρητε οἰκοδομήν τινα, πρέπει νὰ ἔχητε καὶ νόμον χορηγοῦντα τὴν ἔγκρισιν ἐπὶ τῆς οἰκοδομῆς (διακοπή). Εἶχον σκοπὸν, κύριοι, νὰ κάμω αὐτὴν τὴν παρατήρησιν ὡς πρὸς τὴν βάσιν, τὴν ὁποίαν παρεδέχθη τὸ ὑπουργεῖον· ἀλλ’ ἐπειδὴ εἴπομεν ὅτι ἔπρεπε νὰ περάσωμεν ἄνευ συζητήσεως τὸν Β. λόγον, διὰ τοῦτο δὲν ὡμίλησα. Ἀφοῦ ὅμως ἔγινε μία ὁμιλία περὶ τοῦ ἀναγκαίου καὶ τοῦ καθήκοντος, ἐνόμισα καλὸν νὰ προσθέσω τὰ περὶ τούτου. Βεβαίως σήμερον δὲν ἠμποροῦμεν ν’ ἀπαιτήσωμεν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν· ἀλλ’ αὐτὴ ἡ παρατήρησις εἶναι ἀναγκαία διὰ νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ὁμοίαν περίστασιν εἰς τὸ μέλλον. Κύριοι, εὔχομαι νὰ μὴ συμβῇ ἡ αὐτὴ περίστασις ἄλλοτε, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐνδέχεται νὰ συμβῇ, λέγω τότε, κύριοι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει τὸ ὑπουργεῖον νὰ καταφεύγῃ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ προηγουμένου ἔτους· ἄλλως τε ἡ ἀρχὴ αὕτη εἶναι πολιτογεγραμμένη εἰς τὴν νομοθεσίαν μας. Ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι διὰ τοὺς προϋπολογισμοὺς τοὺς δημοτικοὺς ὑπάρχει μία διάταξις, μοὶ φαίνεται, ἐν ἄρθρῳ 8 τοῦ νόμου τοῦ 1847 τῆς 22 Δεκεμβρίου, ἡ ὁποία ὡς ἔγγιστα λέγει, ἂν δὲν προφθάσῃ νὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ νέου ἔτους, ἰσχύει ὁ παλαιὸς μὲ μίαν ἐξαίρεσιν, ὅτι αἱ πιστώσεις καὶ αἱ εἰσπράξεις δὲν ἰσχύουν διὰ τὰ ἔργα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁλοσχερῶς ἀπεπερατώθησαν. Διατί, κύριοι, αὐτὴν τὴν καλὴν ἀρχὴν νὰ μὴ τὴν φυλάττωμεν καὶ ὅταν πρόκειται περὶ προϋπολογισμοῦ τοῦ κράτους; ὅταν παρουσιάζετα ἡ ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν ὀνομάζουν τινὲς ἀναπόδραστον, ἄλλοι ἀπαραίτητον, ὡς νὰ μὴ ἤρκει ἡ λέξις ἀνάγκη; Εἶπον, ὅτι περὶ τούτου δὲν ὁμιλῶ διὰ νὰ γίνῃ διόρθωσις· ἔῤῥιψα αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ἡ ὁποία, ἂν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ, δύναται νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὸ μέλλον. Καθόσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν λέξιν καθῆκον, δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω ὅπως προστεθῇ εἰς τὴν λέξιν ἀνάγκη ἂν ᾖναι ἀνάγκη, δὲν εἶναι καθῆκον.
§129Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς οἰκονομικῶν.). Κύριοι, ἡ τελευταία παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Χρηστίδου καθόσον ἀφορᾷ τὴν πίστωσιν, τὴν ὁποίαν ἡ κυβέρνησις ἐζήτησεν εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ οὐχὶ τοῦ 1871, ἀλλὰ τοῦ 1872, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ παρατηρήσω, δὲν μοὶ φαίνεται σπουδαία. Ἡ Κυβέρνησις τωόντι ἐσκέφθη ὅταν εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτὴν τοῦ νὰ ζητήσῃ πίστωσιν διὰ διατάγματος, ἂν πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1871 ἢ τοῦ 1872. Ἐπειδὲ παρετήρησεν ὅτι οὐδεμία ἢ μικρὰ διαφορὰ ὑπῆρχε μεταξὺ τῶν δύω προϋπολογισμῶν πρῶτον· δεύτερον, ἐπειδὴ ἐσκέφθη ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1872, ὁ ὑποβληθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἀντιπροσωπεύει τὰς ἀνάγκας τοῦ ἔτους τούτου, καὶ τρίτον ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1872 ὑπάρχουν τακτικαὶ δαπάναι καὶ οὐχὶ ἔκτακτοι διὰ νὰ ἐπικαλεσθῇ τις τὸ ἄρθρον 18 τοῦ λογιστικοῦ νόμου, τὰς ὁποίας δαπάνας ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1871 δὲν ἠδύνατο νὰ προΐδῃ, ὡς τὸν τόκον π.χ. καὶ τὸ χρεώλυτρον τοῦ δανείου τῶν 4,000,000, ὅπερ ἐπεψηφίσθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν βουλευτικὴν σύνοδον, ἐσκέφθη, ὅτι ἦτο προτιμότερον νὰ ζητήσῃ πίστωσιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1872. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς σπουδαίας ταύτης δαπάνης τοῦ τόκου καὶ χρεωλύτρου τοῦ δανείου τῶν 4,000,000, καμμία ἄλλη διαφορὰ σπουδαία δὲν ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δύω προϋπολογισμῶν· ἑπομένως, ἐπειδὴ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1871 εἶχε ψηφισθῆ διὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, ὁ δὲ τοῦ 1872, καίτοι μὴ ψηφισθείς, ἀντιπροσωπεύει ὅμως τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας τοῦ τρέχοντος ἔτους, ἐπροτίμησε τοῦτον ἡ Κυβέρνησις. Λέγω λοιπὸν ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Σύρου δὲν εἶναι σπουδαία καὶ οὔτε δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἓν προηγούμενον κακὸν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐπράξαμεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ διὰ τὸ τρέχον ἔτος προϋπολογισμοῦ. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν πρότασιν τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Ζέγγελη, ἐπιμένομεν φρονοῦντες, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε καθῆκον, ἢ, ἂν δὲν ἀντηχῇ τοῦτο καλῶς εἰς τὰ ὦτά σας, προσθέτω ὅτι ὤφειλε νὰ πράξῃ ὡς ἔπραξεν ὡς ἐκ τῆς ἀνάγκης αὐτῆς.
§130ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καλὰ.
§131Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). Δὲν ἦτον μόνον ἡ ἀνάγκη, ἀλλὰ καὶ τὸ χρέος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑπακούσῃ εἰς ταύτην.
§132ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐκ τῆς ἀνάγκης παρήγετο τὸ καθῆκόν σας νὰ κάμητε ὅ,τι ἐκάματε.
§133Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). Ναί.
§134ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι. Δὲν φέρετε εἰς συζήτησιν τὸ καθῆκον ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Χρηστίδης μὲ τὴν ἀνάγκην, ἀλλὰ συνδέετε καὶ τὰς δύω ἰδέας. Κατὰ τοῦτο εἴμεθα σύμφωνοι.
§135Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). Ἡ ἀνάγκη ἡ ἀναπόδραστος ἐπέβαλε τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξε.
§136ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ναὶ, ναί.
§137Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). Καὶ λέγομεν ὅτι δὲν ἠρύσθημεν τὸ καθῆκον τοῦτο ἐκ τῶν νόμων, ἀλλὰ μᾶς τὸ ἐπέβαλεν ἡ ἀνάγκη (διάλογοι). Δὲν θέλει ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ τὸ καθῆκον; ἂς μεταχειρισθῇ τὴν ὑποχρέωσιν, ἥτις ἐπέβαλεν εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξε.
§138ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§139Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). Περὶ τούτου λοιπὸν δὲν ὑπάρχει διαφωνία, ὅτι δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην, ἥτις ἐπέβαλεν εἰς αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξε (διάλογοι). Ἑπομένως ἡ πέμπτη παράγραφος τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς· «Θέλομεν ἀσχοληθῆ, Βασιλεῦ μετὰ ζήλου εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν ἐνιαυσίων φορολογικῶν νόμων τοῦ τρέχοντος ἔτους, ἀναβληθεῖσαν ἕνεκα τῆς διακοπῆς τῶν βουλευτικῶν ἔργων, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας ἡ ἀνάγκη ἐπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησίν Σου τὴν ὑποχρέωσιν ἵνα διὰ Β. Διαταγμάτων δαπανήσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὸ τρέχοντος ἔτος ὑποβληθέντος καὶ μήπω ἐπιψηφισθέντος προϋπολογισμοῦ καὶ εἰσπράξῃ φόρους συμφώνως μὲ τοὺς κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ψηφισθέντας φορολογικοὺς νόμους». Ὁ κύριος Πρόεδρος ἐπανέρχεται εἰς τὴν ἕδραν του.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ὁ πέμπτος παράγραφος γίνεται δεκτὸς ὅπως ἐτροποποιήθη;
§141ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα· δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸν ἕκτον παράγραφον.
§143ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἐπίσης θέλομεν προθύμως ἀσχοληθῆ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν, καθόσον οἱ πόροι τοῦ κράτους ἐπιτρέπουσι, παντὸς ἄλλου νομοθετήματος, σκοποῦντος τὴν κραταίωσιν τῆς δημοσίας πίστεως, τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν, τὴν ἐπέκτασιν τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας καὶ τὴν βελτίωσιν τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἐφ’ ὧν ....»
§144ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐν οἷς, ὄχι ἐφ’ ὧν ἔγκειται.
§145ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια. (Διορθοῦται.)
§146ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. «Ἐν οἷς ἔγκειται ἡ ἀληθὴς εὐπραγία τοῦ τόπου. «Εἴθε ὁ Ὕψιστος διαφυλάττοι τὸν Βασιλέα καὶ κρατύνοι τὸν συνταγματικὸν Θρόνον πρὸς δόξαν καὶ εὐημερίαν τῆς φιλτάτης Πατρίδος!»
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὸν προτελευταῖον καὶ τὸν τελευταῖον παράγραφον;
§148ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται σχεδὸν ὅλοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ σύνολον. Ἔχει δὲ οὕτω· «Μεγαλειότατε! «Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους μετ’ ἀγαλλιάσεως εἶδον ἐν τῷ μέσῳ αὑτῶν τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα, ΗΣ ἡ πατρικὴ μέριμνα ἐγγυᾶται τὴν προαγωγὴν τῆς εὐημερίας τοῦ λαοῦ. «Ἡ ἀπόκτησις νέου βασιλόπαιδος κατηύφρανε τὸ ἔθνος. Εὐχόμεθα δέ, Μεγαλειότατε, ὅπως ὁ Ὕψιστος διαφυλάττῃ ὑπὸ τὴν Ἁγίαν αὑτοῦ σκέπην καὶ τὸν νέον τοῦτον βλαστὸν τῆς βασιλικῆς Σου οἰκογενείας. «Μετ’ εὐχαριστήσεως μανθάνομεν ὅτι αἱ σχέσεις τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος μετὰ τῶν ξένων δυνάμεων εἰσὶ φιλικαί. «Ἡ βελτίωσις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, τηρηθείσης καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν σάλον τῶν ἐκλογῶν, εὐελπίζει ἡμᾶς ὅτι τῇ συντόνῳ ἐνεργείᾳ τῆς κυβερνήσεώς Σου καὶ τῇ συμπράξει τοῦ λαοῦ θέλει παγιωθῆ ἡ δημοσία ἀσφάλεια. «Θέλομεν ἀσχοληθῆ, Βασιλεῦ, μετὰ ζήλου εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν ἐνιαυσίων φορολογικῶν νόμων τοῦ τρέχοντος ἔτους, ἀναβληθεῖσαν ἕνεκα τῆς διακοπῆς τῶν βουλευτικῶν ἔργων, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας ἡ ἀνάγκη ἐπέβαλεν εἰς τὴν κυβέρνησίν Σου τὴν ὑποχρέωσιν ἵνα διὰ Β. διαταγμάτων δαπανήσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὸ τρέχον ἔτος ὑποβληθέντος καὶ μήπω ἐπιψηφισθέντος προϋπολογισμοῦ καὶ εἰσπράξῃ φόρους συμφώνως μὲ τοὺς κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ψηφισθέντας φορολογικοὺς νόμους. «Ἐπίσης θέλομεν προθύμως ἀσχοληθῆ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν, καθόσον οἱ πόροι τοῦ κράτους ἐπιτρέπουσι, καὶ παντὸς ἄλλου νομοθετήματος, σκοποῦντος τὴν κραταίωσιν τῆς δημοσίας πίστεως, τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν, τὴν ἐπέκτασιν τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας καὶ τὴν βελτίωσιν τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἐν οἷς ὄντως ἔγκειται ἡ ἀληθὴς εὐπραγία τοῦ τόπου. «Εἴθε ὁ Ὕψιστος διαφυλάττοι τὸν Βασιλέα καὶ κρατύνοι τὸν συνταγματικὸν Θρόνον πρὸς δόξαν καὶ εὐημερίαν τῆς φιλτάτης πατρίδος!»
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα θὰ γίνῃ ἡ κλήρωσις τῆς μεγάλης πρεσβείας, ἥτις θέλει ὑποβάλει τὴν ψηφισθεῖσαν ἀπάντησιν εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα. Ἀλλὰ μέχρις οὗ ἑτοιμασθῶσι τὰ διὰ τὴν κλήρωσιν, ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν λυπηρὰν εἴδησιν τοῦ θανάτου τοῦ βουλευτοῦ Νέων Ψαρῶν κυρίου Δ. Βρατσάνου, ὅστις θὰ ταφῇ εἰς τὰς 5 Μ. Μ. Παρακαλοῦνται οἱ κύριοι βουλευταὶ νὰ συνοδεύσωσι τὸν νεκρὸν αὐτοῦ. Γενομένης κληρώσεως ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ ἀντιπροέδρου Κ. Λέκα καὶ τοῦ βουλευτοῦ Θ. Στεργίου, ἔλαχον οἱ κύριοι Α. Βάσσος, Π. Μποῦτος, Τ. Ῥούκης, Νέγκας, Ι. Παξιμάδης, Σ. Σδρίνιας, Ι. Τριβυζᾶς, Θ. Θερμογιάννης, Ε. Δεληγιώργης καὶ Δ. Βαρνακιώτης.
§151ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε, τί ἔχομεν;
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον δὲν ἔχομεν συνεδρίασιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 11 παρὰ 25/60 π. μ.