2Τῆς 18 Μαΐου 1871.
3(Τρίτη).
4Ὥρα 3 παρὰ 20|60 Μ. Μ.
5Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθέν-
6των παρόντων τῶν ἑξῆς βουλευτῶν.
56Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς 79 συνεδριάσεως, τῆς 15
57Μαΐου καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
58§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζαχαριάδης ἐξαιτεῖται ν’ ἀπαλλαγῇ τῶν
59ὑπὸ τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου καταλογισθέντων αὐτῷ 16,000
60δραχμῶν.
61§2ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν οἰκονομικῶν.
62§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφοροι βουλευταὶ παρουσιάζουν πρότασιν
63νόμου περὶ γυμνασιαρχῶν καὶ καθηγητῶν γυμνασίων. Θὰ τυ-
64πωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. Ἔχει δὲ ὡς ἕπεται.
65ΠΡΟΤΑΣΙΣ ΝΟΜΟΥ
66Ἄρθρον 1. Οἱ γυμνασιάρχαι καὶ οἱ καθηγηταὶ τῶν γυμνασίων
67ἔχουσι βαθμὸν ἐφέτου καὶ μηνιαῖον μισθὸν οἱ μὲν γυμνασιάρχαι
68δραχμῶν τριακοσίων, οἱ δὲ καθηγηταὶ δραχμῶν διακοσίων πεν-
69τήκοντα, αὐξανόμενον κατὰ πενταετίαν ἀνὰ δραχ. πεντήκοντα
70κατὰ μῆνα μέχρι τῆς συμπληρώσεως δραχ. 450 διὰ τοὺς γυ-
71μνασιάρχας καὶ δραχ. 400 διὰ τοὺς καθηγητάς.
72Ἄρθρον 2. Τὸ χρονικὸν διάστημα τῆς μέχρι τοῦδε ὑπηρεσίας
73τῶν ἐν αὐτῇ διατελούντων ἤδη γυμνασιαρχῶν καὶ καθηγητῶν
74λογίζεται εἰς τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν κατὰ τὸ
75προηγούμενον ἄρθρον.
76Ἐν Ἀθήναις, τὴν 17 Μαΐου 1871.
77Οἱ Βουλευταὶ
78Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Ἰω. Καπιτσίνης,
79Κ. Θεοδώρου, Γ. Μ. Βαλλιάνος,
80Σπ. Νοταρᾶς, Ἰω. Βαλασόπουλος.
81Ἐνταῦθα ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤ-
82ῥήσεως διὰ δευτέραν φορὰν τὰ ἑξῆς. 1) Νομοσχέδιον περὶ δυ-
83νάμεως τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης διὰ τὸ 1871. 2) Ὅμοιον
84περὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς. 3) Πρότασις περὶ κατασκευῆς
85κατὰ προτίμησιν τῆς ἀπὸ Σπάρτης εἰς Τρίπολιν ἀγούσης
86ἐθνικῆς ὁδοῦ. 4) Ὁμοία περὶ κατασκευῆς προκυμαίας εἰς τὸν
87ἐν Μάνῃ ὅρμον «Γερολιμάνι». 5) Ὁμοία περὶ παρατάσεως
88τῆς ἰσχύος τοῦ περὶ συνοικισμοῦ Σπάρτης Β. Διατάγματος
89καὶ 6) Νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ Κυ-
90βερνήσεως καὶ τῆς Ἑλλ. ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας.
91§4ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν
92νὰ παρακαταθέσῃ τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὸ ἀντικεί-
93μενον αὐτὸ, ἰδίως τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν λογαριασμῶν, ἡ ὁποία
94ἐγένετο ἂν δὲν ἀπατῶμαι ἐπὶ τῆς ὑπουργείας τοῦ κ. Ζαΐμη.
95§5ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ὅλα κατετέθησαν.
96§6ΜΠΡΑΤΣΙΚΑΣ. Παρακαλῶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν 3 ἀνάγνω-
97σιν τῆς προτάσεώς μου περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς
98κρατήσεως.
99§7ΤΙΝΕΣ. Εἶναι εἰς 3 ἀνάγνωσιν· δὲν ἠμποροῦμεν.
100§8Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ τελειώσουν αἱ πιστώσεις καὶ
101ὁ προϋπολογισμὸς πρῶτον καὶ κατόπιν βλέπομεν.
102§9ΜΠΡΑΤΣΙΚΑΣ. Νὰ ὁρισθῇ μία ἡμέρα.
103§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ νὰ προβῶμεν εἰς ἀνάγ-
104νωσιν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν;
105§11ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
106§12ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ πιστώ-
107σεως 4,800,000 τί γίνεται, κύριε πρόεδρε;
108§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη.
109§14ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν
110τοῦ προϋπολογισμοῦ.
111§15ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια, κύριε πρόεδρε.
112§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.— ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις ἐπὶ
113τῶν πιστώσεων τοῦ 1869 καὶ 1870. Εἶναι ἐγγεγραμμένος
114ὁ κ. Παππαζαφειρόπουλος.........
115§17ΤΙΝΕΣ. Εἶναι ἀπών.
116§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δαγρές.
117§19ΔΑΓΡΕΣ. Οὐχὶ εἷς λόγος, κύριοι, ἀλλὰ πολλοὶ, ἐκτὸς τοῦ
118καθήκοντος τὸ ὁποῖον ἔχω εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν μὲ
119ὑποχρεώνει νὰ σᾶς ἐπασχολήσω ἐπὶ καιρὸν καὶ σᾶς παρακαλέ-
120σω νὰ μὲ ἀκούσητε, πρῶτον διότι εἶχον τὴν ἀτυχίαν ν’ ἀπο-
121τελῶ μέρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὴν ὁποίαν
122ὑμεῖς ἐξελέξατε.
123§20ΤΙΝΕΣ. Διατί τὴν ἀτυχίαν;
124§21ΔΑΓΡΕΣ. Δεύτερον διότι ἔκαμα τὴν ἀνοησίαν κατά τινα
125λαβὼν εἰς προηγουμένην συζήτησιν τὸν λόγον καὶ ἰδίως ἐπὶ
126τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ μνησθῶ τὰς
127ὑπὸ συζήτησιν πιστώσεις καὶ παραστήσω αὐτὰς ὡς ἱκανὰς νὰ
128ματαιώσωσι τὴν ἐξέτασιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ ἐτησίου προϋ-
129πολογισμοῦ. Διὰ τὴν πρώτην ἰδιότητά μου ἠλέγχθην καὶ κατεκρί-
130θην παρὰ πολλῶν τῶν λαλησάντων καθ’ ὅσον ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ
131ἐξετάζουσα τὰς διαφόρους καὶ δυσαριθμήτους πιστώσεις κατέ-
132κρινε τινας συστήσασα εἰς τὴν Βουλὴν τὴν αὐστηρὰν ἐξέλεγ-
133ξιν αὐτῶν, καὶ ἐγνωμοδότησε ὅπως ποσά τινα ἀδικαιολογή-
134τως δαπανηθέντα ῥιφθῶσιν εἰς βάρος τῶν δαπανησάντων ἢ
135προκαλεσάντων αὐτά. Κατεκρίθη ἡ ἐπιτροπὴ ὡς ἄδικος, ὡς
136ἐμπαθὴς κατεκρίθη καὶ ὡς μεταχειρισθεῖσα λεκτικὸν αὐστηρὸν,
137καὶ ἀκόμη ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἐπεξεργασθεῖσα τὸν προϋπολο-
138γισμὸν μὲ πνεῦμα τσιφούτικο.
139§22ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ ἀνεκλήθη.
140§23ΔΑΓΡΕΣ. Μήπως ἐγὼ ζητῶ ἀποδοκιμασίαν;—Κατεκρίθησαν
141οἱ λαβόντες τὸν λόγον ὡς κατακρίναντες τὰς ἀδικαιολογή-
142τους δαπάνας αἱ ὁποῖαι ἑκάστοτε λαμβάνουν χώραν ἐν ἀπου-
143σίᾳ ὑμῶν, κατεκρίθησαν οἱ ἐπιῤῥίπτοντες ἑκάστοτε μομφὰς
144κατὰ τῶν διαχειρισθέντων τὰ κοινὰ, κατεκρίθησαν ὡς ἄνθρω-
145ποι μὴ ἀποδίδοντες οὐδὲν δίκαιον, μὴ ἀναγνωρίζοντες οὐδε-
146μίαν ἀρετὴν εἰς τοὺς μέχρι τοῦδε διαχειρισθέντας τὰ κοινά.
147Ἀκόμη, κύριοι, κατεκρίθην μεταξὺ τῶν ἄλλων ὡς ἀναλαβὼν
148οὕτως εἰπεῖν, ἔργα τυμβωρύχου, διότι τὰς εἰσπράξεις καὶ τὰ
149ἔργα τῶν κεκοιμημένων ἐφέρομεν ὑπὸ συζήτησιν, ἠλέγξαμεν
150αὐτοὺς, δὲν τοὺς ἀφήσαμεν μὲ ἄλλας λέξεις νὰ ἀπολαμβάνωσι
151τὴν ἡσυχίαν τοῦ κεκοιμημένου. Ἀφίνω δὲ ὅτι καὶ ἐξυβρίσθημεν
152ἄλλοτε ὡς κατακρίναντες τοὺς ἱερομάρτυρας τοὺς καθημένους
153εἰς τὰς ἕδρας τῶν μαρτύρων ὑπουργῶν ἡμεῖς οἱ λαλήσαντες
154κατὰ τῆς διαχειρίσεως τῆς ἐξουσίας τὴν ὁποίαν οἱ κείμενοι
155νόμοι καὶ αἱ καθεστηκυῖαι ἀρχαὶ ἀνέθεσαν εἰς τοὺς κατὰ και-
156ρὸν κυβερνήσαντας. Μᾶς κατακρίνουν, κύριοι, ὡς νὰ μὴν ἀνα-
157γνωρίζωμεν καὶ ἐνθυμούμεθα τὴν συμβουλήν των ἣν ἄλλοτε
158μᾶς εἶπον, ὅτι ἂν κακὰ γίνωνται, ἂν κακῶς δαπανῶνται, σεῖς
159εἶσθε ὑπεύθυνοι, διότι σεῖς τὰ ψηφίζετε· ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐπανει-
160λημμένως σᾶς ἀπευθύνθη τοῦτο καὶ οὐχὶ παρ’ ἑνὸς μόνου. Μὲ
161κατέκριναν ὡσὰν νὰ μὴν προεγνωρίζομεν ὅτι καὶ ἄλλοτε εἶναι
162ἐνδεχόμενον νὰ μᾶς ῥιφθῇ ἡ αὐτὴ μομφὴ καὶ κατάκρισις, καὶ
163ἀμφιβάλλω ἂν εἰς τὸ μέλλον γενησομένης συζητήσεως περὶ
164χρημάτων τοῦ δημοσίου, δὲν θὰ μᾶς ἐπαναληφθῇ ἡ παρατή-
165ρησις αὐτὴ αὐστηρότερον. Μᾶς κατέκριναν, κύριοι, ὄχι μᾶς
166κατέκριναν, ἀλλ’ ὡς παῖδας τοῦ σχολείου μᾶς μεταχειρίσθησαν
167καὶ θαυμάζω πῶς καὶ εἰς τὸν φάλαγκα δὲν μᾶς ἔβαλον ἐκεῖνοι
168οἱ ὁποῖοι τοῦτο κατέκριναν αὐστηρῶς ἄλλοτε. Καί, κύριοι, ἂν
169δὲν πρέπῃ ἡ Βουλή, ἂν δὲν πρέπῃ ὁ βουλευτὴς νὰ ἐγκύψῃ εἰς
170τὴν μελέτην τῶν ὑπὸ συζήτησιν πιστώσεων, δὲν μὲ λέγετε
171σᾶς παρακαλῶ ποῖον εἶναι τὸ κύριον ἔργον τοῦ βουλευτοῦ,
172ποῖον εἶναι τὸ καθῆκόν του; καὶ δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε, ὅτι σᾶς
173παρέξαμεν καὶ τὴν ψῆφόν μας καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην μας εἰς
174τὰ καθαρῶς κυβερνητικὰ ἔργα σας; Καὶ τί σᾶς εἴπομεν, κύριοι,
175καὶ τί ἐπεζήτησεν ἡ ἐπιτροπή; ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὰς προκειμένας
176πιστώσεις εἰργάσθη μετὰ πολλῆς ἀνοχῆς καὶ γενναιότητος· ὀλί-
177γας πιστώσεις ἐκ τῶν πολλῶν κατέδειξεν ὡς ἐσφαλμένας καὶ
178κακῶς γενομένας καὶ ἐπέστησε τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς
179ἵνα συζητήσῃ μετὰ προσοχῆς διὰ νὰ μὴ ἐπαναληφθῶσιν τὰ ἴδια
180εἰς τὸ μέλλον. Ἀλλά, κύριοι, οἱ ἀναλαβόντες τὴν συζήτησιν
181καὶ κατάρτισιν τῶν προκειμένων πιστώσεων, νομίζετε, ὅτι δὲν
182εὐθύνονται, εἰς ποίαν θέσιν τίθενται; νομίζετε ὅτι δὲν ἐννοοῦν
183ὅτι λαμβάνουσι μίαν θέσιν ὅλως ἄνισον; καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη ἄλ-
184λων παραδειγμάτων νὰ σᾶς ἀναφέρω, ἀρκεῖ ὅτι τίθενται ἀπέ-
185ναντι τῶν κεκοιμημένων, ζώντων καὶ ἀναστηθησομένων· καὶ ἀ-
186πέναντι τῆς ἑνώσεως, συμπράξεως τούτων ὅλων, φαντασθῆτε
187τί ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ ὁ πτωχὸς βουλευτὴς Δωρίδος, ὁ πτωχὸς
188βουλευτὴς Καλαμῶν, καὶ ὁ πτωχὸς βουλευτὴς Παρνασίδος κ.
189Καραλίβανος ὡς καὶ ἄλλοι ὅμοιοι ἡμῶν, ὁποίαν δύναμιν, ὁποῖα
190μέσα καὶ ποίαν θέσιν ἔχουν οὗτοι ἵνα καταπολεμήσουν πράξεις
191ὅλως κατὰ τὴν ἰδέαν των ἀντικειμένας εἰς τοὺς νόμους! Οὐδὲν
192ἄλλο ἢ τὴν ἀλήθειαν καὶ τὸ δίκαιον. Μᾶς ἤλεγξαν ἐπαναλαμ-
193βάνω, κύριοι, ὅτι ἀείποτε ἐπιῤῥίπτομεν μομφὰς κατὰ τῶν κυ-
194βερνησάντων τὸν τόπον τοῦτον, ὅτι μεμφόμεθα τάξεις τινῶν ὑ-
195παλλήλων καὶ πᾶσαν εὐκαιρίαν ἐπωφελοῦνται ὅπως ἀναλάβουν
196τὴν ὑπεράσπισιν τῶν παρ’ ἡμῶν κατηγορουμένων, θέλοντες νὰ
197ἐκθέσωσιν ἡμᾶς εἰς τὴν δυσμένειαν καὶ καταδρομὴν τῶν ὀργά-
198νων των. Καὶ τί εἴπομεν, κύριοι; καὶ τί ἐπανελάβομεν ἐδῶ
199χθές; Ὅτι δὲν ἀρνούμεθα τὰ μέσα τὰ ἀναγκαῖα διὰ τὴν διοί-
200κησιν τοῦ τόπου, τὰ δίδομεν μεθ’ ὅλης τῆς γενναιότητος, θέλο-
201μεν ὅμως νὰ γνωρίζωμεν πῶς καὶ ποῦ δαπανῶνται. Καὶ πότε ἡ
202Βουλὴ ἠρνήθη, κύριοι, ὅταν ἐζητήθησαν εὔλογοι καὶ ἀναγκαῖαι εἰς
203τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου δαπάναι; οὐδέποτε. Ποία δὲ εἶναι ἡ
204τακτικὴ τῶν ἑκάστοτε διοικούντων; ἂς μὲ συγχωρηθῇ νὰ ὁμι-
205λήσω ἐν γένει καὶ οὕτως πράττων ἐννοῶ εἰς ποίαν θέσιν τί-
206θεμαι, ἀλλὰ τὸ καθῆκόν μου θέλω ἐκπληρώσει καὶ τὸ ἐκπληρῶ
207οὕτω, διότι οὕτω πρέπει ἀδιαφορῶν ὅλως διὰ τὰ ἐνδεχόμενα. Ἐν
208τίνι δικαιώματι, κύριοι, ἐν τῇ ἀπουσίᾳ τῆς βουλῆς ἔρχεσθε καὶ
209δαπανᾶτε χρήματα ἄνευ ἀπολύτου ἀνάγκης ἐναντίον καὶ παρὰ
210τοὺς κειμένους νόμους; Ἐπειδὴ ἐδαπάνησαν ἄλλοι ἐδαπάνησα
211καὶ ἐγὼ ἀπαντοῦν. Αὐτὴ εἶναι ἡ στερεότυπος, ἡ τακτικὴ δι-
212καιολογία. Σᾶς εἶπον, κύριοι, ἄλλοτε ἓν παράδοξον φαινόμενον
213μὲ φέρει εἰς τὴν ἀνάγκην, νὰ ἀπευθύνω ἐρώτησίν τινα· ταύτην
214ἐπαναλαμβάνω καὶ πρὸς τοὺς κεκοιμημένους, τοὺς ζῶντας καὶ
215τοὺς ἀναστηθησομένους. Πῶς ἐν Ἑλλάδι ἡ ἀτομικὴ ἐνέργεια, ἡ
216προσωπικὴ κίνησις τοῦ Ἕλληνος ἐν γένει φέρει εὐάρεστον ἀπο-
217τέλεσμα, διότι τὰ ἰδιωτικὰ κεφάλαια ἀναπτύσσονται ἐντὸς καὶ
218ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἡ διανοητικὴ πρόοδος, καὶ ἐνῷ προο-
219δεύουν τὰ ἄτομα θαυμασίως καὶ ἐκπλήττουν τὸν μετ’ ἀκριβείας
220ἐξετάζοντα τὴν πρόοδον τοῦ ἔθνους, πῶς, ἀφοῦ ἡ ἀτομικὴ ἐ-
221νέργεια προοδεύῃ οὕτως, ὀπισθοδρομοῦμεν διοικητικῶς, πολιτι-
222κῶς, κυβερνητικῶς; καὶ δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς ἀπευ-
223θύνωμεν τὴν ἐρώτησιν ταύτην, καὶ δὲν δικαιούμεθα τὴν ἀντί-
224στροφον ταύτην πορείαν ν’ ἀποδώσωμεν εἰς τὴν κακὴν χρῆσιν τῆς
225ἐξουσίας; καὶ νομίζετε κ. βουλευταὶ, ὅτι οἱ ἐντολεῖς μας δὲν ἔχουν
226τὸ δικαίωμα νὰ εἴπουν πρὸς ἡμᾶς, σᾶς ἐστείλαμεν ἀντιπροσώπους,
227εἰς τὶ κατέληξαν αἱ ἐργασίαι σας; καὶ κύριοι, μὲ λύπην μου θὰ
228σᾶς εἴπω ὅτι δὲν ἔχετε τίποτε ν’ ἀπαντήσητε, διότι εἰς ὅλα τὰ
229ἔργα σας ἅτινα ὀφείλω νὰ παραδεχθῶ ὡς σπουδαῖα τίποτε
230ἄλλο δὲν ἐκάματε, τίποτε ἄλλο παρὰ ἀπὸ τὸν λαὸν ν’ ἀφαι-
231ρῆτε καὶ εἰς τὸ δημόσιον νὰ ἐναποθηκεύητε, καὶ ὅλα τὰ δρακόν-
232τεια μέτρα καὶ νόμους ἐψηφίσατε καὶ ἐδώσατε εἰς τὴν κυβέρ-
233νησιν ἐναντίον τοῦ λαοῦ, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι γρήγορα θ’ ἀφαι-
234ρεθῇ παρ’ αὐτοῦ πᾶσα οὐσία. Ἐφροντίσατε, κύριοι, κυβερνήσαν-
235τες μέχρι τοῦδε τὸν τόπον, νὰ ἐμπνεύσητε ἄλλο ἐλατήριον
236εἰς τὸν ὑπάλληλον, εἴτε τὸν στρατιωτικὸν εἴτε τὸν πολιτικὸν,
237πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός του; οὐδὲν ἄλλο παρὰ παν-
238τοῦ καὶ πάντοτε τὸ δέλεαρ τοῦ ὑπαλλήλου εἶναι ἡ δαπάνη, ἡ
239σπατάλη τῶν δημοσίων χρημάτων καὶ ἡ κατάχρησις. Ἤλθατε
240χθὲς εἰς ἓν μέτρον, εἰς μίαν οἰκονομίαν καὶ ἡ οἰκονομία ἦτον
241ν’ ἀφαιρέσητε τὰ ἔξοδα τῆς μεταβάσεως τῶν μαρτύρων, διὰ νὰ
242ψωφοῦν τῆς πείνας ὅταν καταναγκάζωνται νὰ παρουσιασθῶσιν
243ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ διὰ νὰ σᾶς δείξωσιν τὸν ἐγκληματή-
244σαντα κατὰ τῆς κοινωνίας. Σᾶς ἐζητήθη ἄλλοτε νὰ ἐξασφαλί-
245σητε τοὺς φορολογουμένους ἀπὸ τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματά
246σας εἰς τὰ ὁποῖα δίδετε μισθοὺς, ἐπιμίσθια, πρώτην καὶ δευ-
247τέραν, ἴσως καὶ τρίτην φορὰν, καὶ τοῦτο τὸ ἠρνήθητε. Σᾶς ἐζη-
248τήθη ἄλλοτε νὰ χορηγήσητε ἓν ποσὸν διὰ νὰ χρησιμεύσῃ εἰς
249σύστασιν γεωργικῶν τραπεζῶν ὅπως δανείζωνται αἱ παραγω-
250γικαὶ τάξεις τοῦ λαοῦ ἐπὶ μικρῷ τόκῳ, καὶ τοῦτο τὸ ἠρνήθητε.
251Τὰ πάντα συνεκεντρώσατε εἰς τὸ κεντρικὸν ταμεῖον. Ἔστω· δύ-
252νανται δι’ ἑνὸς νόμου νὰ συγκεντρωθῶσιν ὅλα εἰς τὸ κεντρικὸν
253ταμεῖον, διότι ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρχῃ ἓν σχέδιον εἰς ἐκπλή-
254ρωσιν ἑνὸς μεγάλου σκοποῦ δι’ ὅπερ ἀπαιτοῦνται καὶ πρέπει
255νὰ ὑπάρχουν πολλὰ χρήσιμα. Ἀλλὰ, κύριοι, ὅταν ἐρχώμεθα καὶ
256σᾶς λέγωμεν, θέσατε φραγμοὺς εἰς τὰς ὑπερβολικὰς δαπάνας
257ταύτας, νομίζω ὅτι λίαν ἄδικοι θὰ ἦσθε δεικνύοντες ἁπλῶς ὅτι
258δὲν παραιτεῖσθε, καὶ ἐδῶ βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ συμβιβα-
259σθῶμεν· ποία δὲ ἡ ἀπάντησίς σας; ἔλεγχος, ἐπίκρισις τιμω-
260ρία. Κύριοι, δὲν θέλω ἔμβει εἰς λεπτομερείας εἰς τὰς πιστώσεις
261αὐτάς· ἐν γένει θέλω ὁμιλήσει καὶ θέλω σᾶς ἐξηγήσει ἐν πρώτοις
262τὸ πνεῦμα τῆς ἐπιτροπῆς τὸ ὁποῖον τὴν ὡδήγησε νὰ προβῇ εἰς
263τὴν σύνταξιν τῶν ἐκθέσεων τὰς ὁποίας ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας. Ἡ
264ἐπιτροπὴ ἐξέτασε τὸ ζήτημα ὑπὸ δύο ἐπόψεις, ὑπὸ τὴν ἔποψιν
265τὴν ὁποίαν ὁ νόμος διατάσσει, τὴν διὰ πιστώσεων δαπάνην, καὶ
266ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν ἀντιστρατευομένην εἰς τὸν νόμον. Καὶ τὰς
267μὲν πρώτας πιστώσεις ἐξήτασε κατ’ οὐσίαν διότι δὲν ἠδύνατο
268ν’ ἀρνηθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐν ἀπουσίᾳ τῆς βουλῆς νὰ δαπα-
269νήσῃ ὅταν τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὴν δαπάνην δὲν προβλέπων-
270ται ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν ἢ ἐξηντλήθησαν. Δευτέρα κατη-
271γορία εἶναι, κύριοι, αἱ πιστώσεις αἱ ὁποῖαι κατὰ παράβασιν
272καὶ ἀθέτησιν τῶν νόμων καὶ αὐτοῦ τοῦ συντάγματος ἐξεδόθη-
273σαν καὶ ἐδαπανήθησαν, καὶ διὰ νὰ γίνω καταληπτὸς παρακα-
274λῶ νὰ προσέξητε, τί ἐσεῖς ψηφίζετε κατ’ ἔτος, καὶ ἂν εὕρητε
275τὰς πιστώσεις περὶ τῶν ὁποίων γίνεται λόγος ἀναφερομένας εἰς
276τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον κατ’ ἔτος ψηφίζετε καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐ-
277πιτρέπετε νὰ δαπανῶνται ἐν ἀπουσίᾳ ὑμῶν, τότε ἔχετε δικαίω-
278μα οὐ μόνον νὰ μᾶς ἐπικρίνετε, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν φάλαγγα νὰ
279μᾶς βάλετε! Τί λέγει, παρακαλῶ, ὁ ἐτήσιος νόμος ὅστις τί-
280θεται ἐν τέλει τοῦ οἰκονομικοῦ νόμου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ; Ἀ-
281κούσατε! Αἴ, κύριοι, ηὕρατε εἰς μίαν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς νὰ
282ψέγῃ τὰς πιστώσεις τὰς ἐν τῷ ἀναγνωσθέντι νόμῳ ἀναφερομέ-
283νας, μόνον τὴν τῆς δημοσίου ἀσφαλείας τὴν ὁποίαν οὐσιαστι-
284κῶς ἐξετάζει, διότι ἐπείσθη ὅτι κακῶς καὶ ὡς μὴ ὤφειλεν ἐδα-
285πανήθησαν ποσά τινα.
286Καὶ ὅταν ἔχετε νόμον, ὁ ὁποῖος ὁρίζει πῶς καὶ πόθεν πρέ-
287πει νὰ λαμβάνωνται αἱ πιστώσεις ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς,
288εἶναι δεδικαιολογημέναι αἱ ἐπιτιμήσεις τοῦ ὅτι κακῶς ἡ ἐπι-
289τροπὴ σκληρῶς καὶ ἐμπαθῶς καὶ τσιφούτικα ἐξέτασε τὰς πι-
290στώσεις ταύτας καὶ ἰδίως τῶν 191 χιλιάδων δραχμῶν; Εἰς
291τὸν νόμον δὲν ἀνεφέρεται ὑπουργεῖον Ναυτικῶν, Ἐκκλησιαστικῶν
292καὶ Στρατιωτικῶν καὶ ὅμως φέρονται πιστώσεις ἱκανῶν ποσῶν,
293ἀναγομένων εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν
294Ναυτικῶν, καὶ ποσὰ κατ’ οὐσίαν ἀδικαιολόγητα· καὶ ὅμως ἡ
295ἐπιτροπὴ πολλὰ τούτων ἐσιώπησε ἵνα μὴ θεωρηθῇ ὡς αὐστηρὰ
296καὶ φατριάζουσα. Τὴν πίστωσιν τῶν 190,000 δὲν ἠδύνατο ἡ
297ἐπιτροπὴ νὰ τὴν παρίδῃ, διότι ἤθελε θεωρηθῆ ἀναξία τῆς ἀπο-
298στολῆς της καὶ ἐμπιστοσύνης ὑμῶν νὰ καλύψῃ ταύτην διὰ τῆς
299σιωπῆς καὶ νὰ προτείνῃ τὴν παραδοχήν της. Καὶ ἂν λάβετε,
300κύριοι, τὴν καλωσύνην νὰ ἐξετάσητε τὰς πιστώσεις, τί θέλετε
301ἰδεῖ; ὅτι εἷς ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἰσῆλθεν εἰς τὸ δημό-
302σιον ταμεῖον ὡς εἰσέρχεται κατακτητὴς εἰς ξένην περιουσίαν,
303δαπανᾷ ἀπὸ ὅλα καὶ δι’ ὅλα. Μήπως παρουσιάζεται ὑπέρβασις
304δαπανῶν εἰς ἓν κεφάλαιον ἢ εἰς ἓν ἄρθρον, ἢ εἰς ἕνα κλάδον
305ὑπηρεσίας, ὅπως πιστεύσῃ τις, ὅτι ἀνάγκη ἀπόλυτος τὸν ἠνάγ-
306κασεν εἰς τὰς δαπάνας αὐτάς; εἰς ὅλα τὰ κεφάλαια παρουσιά-
307ζονται ὑπερβάσεις· διεύθυνε τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ὡς
308εἷς κατακτητὴς, ὁ ὁποῖος ἅμα εἰσέλθῃ εἰς μίαν πόλιν σκέπτε-
309ται νὰ κατεδαφίσῃ τὸ ἓν μέρος, νὰ οἰκονομήσῃ τὸ ἄλλο, νὰ
310ἀγοράσῃ τοῦτο, νὰ πωλήσῃ ἐκεῖνο. Καὶ σημειώσατε τοῦτο, ὅτι ὁ
311ὑπουργὸς οὗτος τῶν Ναυτικῶν μόλις ἐξεφύτρωνε εἰς τὸν πολι-
312τικὸν κύκλον, ἐνῷ πιστεύω ὅτι, οὐδέποτε ἐσυλλογίσθη περὶ διοι-
313κήσεως, καί, πολιτευόμενος, λαμβάνει τὸν πέλεκυν καὶ ἀπολύει
314μίαν τάξιν ὑπαλλήλων ὁλόκληρον καὶ διαδίδει δὲ εἰς τὰς ἐφη-
315μερίδας, ὅτι εὗρεν ὑπέρβασιν καὶ κατάχρησιν εἰς τὴν τάξιν ταύ-
316την, τὸν λιμενικὸν κλάδον, ἥτις ἐγένετο ὡς ἐκ τῶν ἀδικαιολο-
317γήτων συστάσεων τῶν βουλευτῶν· κατήγγειλε λοιπὸν ταύτας
318εἰς τὸ κοινὸν καὶ ἐπῆλθεν ἐκ τούτου οἰκονομία ὡς διέδωσε,
319δὲν ἠξεύρω πόσων χιλιάδων δραχμῶν. Τί δ’ ἀποδεικνύεται ἤδη;
320Ὅτι αὐτὸς ὁ ὑπουργὸς ἔκαμεν ὑπέρβασιν 7,000 δραχμῶν, εἰς
321αὐτὸ τὸ κεφάλαιον τοῦ λιμενικοῦ κλάδου, ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον
322κατέκρινεν, ἦλθεν ὁ ἴδιος καὶ τὸ ἔπραξεν, ὅπως ἱκανοποι-
323ήσῃ πρόσωπα χωρὶς νὰ ἔχῃ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας
324συνήθως ἔχουν οἱ ὑπουργοὶ, οἵτινες τὸ πρὶν ἀνήκουσιν εἰς πολι-
325τικὰ κόμματα. Σᾶς ἐρωτῶ, προβλέπει ὁ νόμος τὴν δαπάνην αὐ-
326τήν; Δὲν δύνασθε νὰ μὲ εἴπετε ναὶ, «πληρώματα τῶν βασιλι-
327κῶν πλοίων 90,000» ἡ δαπάνη αὕτη εἶναι ὅλως ἀδικαιολόγη-
328τος καὶ προεκλήθη χάριν προσώπων. Τοῦ ἐπῆλθε δ’ ἡ διάθεσις
329νὰ ἐπισκευάσῃ καὶ πλοῖα καὶ ἐδῶ καθ’ ὑπέρβασιν ἐξώδευσε
330Βλέπετε, ὅτι ἐδῶ ἐτησίως σημειοῦνται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν
331ἔξοδα ὁδοιπορικὰ διὰ τὰς μεταθέσεις τῶν ἀξιωματικῶν 12,000
332νομίζω, τὸ ὁποῖον ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω
333πῶς πληρόνονται ὁδοιπορικὰ δι’ ἀξιωματικοὺς, οἱ ὁποῖοι μετα-
334βαίνουν ἀπὸ ἓν πλοῖον εἰς ἄλλο καὶ ἐδῶ εἰς τὰ ὁδοιπορικὰ ἔξοδα
335κατώρθωσεν ἵνα γείνῃ ὑπέρβασις 3,000 δραχ. Κατ’ ἔτος εἰς τὸν
336προϋπολογισμὸν σημειοῦται καὶ προβλέπεται ποσὸν διὰ τοὺς
337ναυαγοῦντας καὶ ἐνταῦθα ἔκαμεν ὑπέρβασιν 2½ χιλ. δραχμῶν.
338Περὶ ὅλων τούτων προβλέπει ὁ λογιστικὸς νόμος καὶ περιορίζει
339τὸν ὑπουργὸν εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ὄχι μόνον 17,000 ὡς ὁ
340κύριος Χρηστίδης χθὲς σᾶς εἶπεν, ὅτι ἀδικαιολογήτως ἐδαπα-
341νήθησαν, ἀλλὰ 17 λεπτὰ δὲν δύναται νὰ δαπανήσῃ τις παρὰ
342τοὺς νόμους.
343Ἡ ἐπιτροπὴ ἐζήτησε πληροφορίας καὶ τὰς πληροφορίας
344ἃς ἔλαβεν τὰς ἐξέθετε χθὲς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Παρ-
345νασσίδος· κατὰ τὰς πληροφορίας ταύτας, ἡ πίστωσις οὐ
346μόνον ἀντιβαίνει εἰς τοὺς καθεστῶτας νόμους, ἀλλ’ εἶναι
347καὶ κἄπως ἐγκληματική, διότι κατὰ τὸν περὶ δημοσίου
348λογιστικοῦ νόμον ὁσάκις εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην ἓν ὑπουργεῖον
349νὰ δαπανήσῃ ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς προκαλεῖ πρακτικὸν τοῦ
350ὑπουργικοῦ συμβουλίου καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ προκαλεῖ τὸ
351βασιλικὸν Διάταγμα· ἀλλ’ εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις, αἵτινες,
352ὡς ἀνωτέρω σᾶς ἐξέθεσα, ἀναφέρονται ἐν ἀρχῇ τοῦ προϋπολογι-
353σμοῦ τοῦ ἔτους· εἰς τὴν περίπτωσιν ὅμως ταύτην καὶ τὸν ἡγε-
354μόνα ἐξηπάτησε, διότι ὡς πρόφασιν ἔφερε τὴν δημοσίαν ἀσφά-
355λειαν καὶ οὕτω κατώρθωσε τὸν ἐξοπλισμὸν τεσσάρων πλοίων,
356ἅτινα ἤθελον ἐξοπλισθῆ μὲ τὰ πληρώματα τῶν ὑπαρχόντων,
357τουτέστι, δὲν ἤθελε γείνει ὑπέρβασις καὶ ὅμως ἐξακολουθοῦσαν
358νὰ διατηροῦνται ἀφωπλισμένα καθ’ ὅλον τὸ ἔτος καὶ αἱ δαπάναι
359κατεβλήθησαν. Ἐρωτῶ τοὺς αὐστηροὺς κριτάς μου, οἱ ὁποῖοι
360μᾶς εἶπον ὅτι ἐφάνημεν σκληροὶ κατὰ τῶν διαχειριζομένων τὰ
361κοινά, πῶς ὀνομάζεται ἡ πίστωσις αὕτη; πῶς χαρακτηρίζεται;
362Ποίαν προσωνυμίαν δύνασθε νὰ τῆς δώσητε; Καὶ ποῦ, κύριοι, δὲν
363εὑρίσκετε ὑπέρβασιν καὶ ἀθέτησιν τῶν νόμων; Ἐξετάσατε τὰς
364πιστώσεις τὰς ἀναγκαίας εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν
365καὶ θέλετε πεισθῆ, διότι θὰ ἴδητε ὅτι αἱ δαπάναι κατ’ ἀρχὰς
366περιορίζονται, ἀλλὰ κατόπιν ἐξογκοῦνται δι’ ἀδικαιολογήτων
367πιστώσεων. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν προσέθεσε Καθηγη-
368τὰς εἰς τὴν Στρατιωτικὴν σχολὴν ἐναντίον τοῦ προϋπολογισμοῦ
369ἡ δαπάνη αὐτῶν ἀναβαίνει εἰς 25 χιλιάδας. Ἐγεννήθη ἡ ἐπι-
370θυμία εἰς τὸν αὐτὸν ὑπουργὸν νὰ δώσῃ ἐργασίαν εἰς τοὺς φί-
371λους του ἀξιωματικοὺς καὶ διὰ διατάγματος σχηματίζει μίαν
372ἀρχὴν ὀνομάσας ἐπιτροπὴν χωρογραφικὴν καὶ δαπανᾷ χρή-
373ματα· αὐτὸ καὶ πολλὰ ἄλλα προβλέπονται ἀπὸ τὸν νόμον; Ἐὰν
374προβλέπωνται, ἐγὼ ζητῶ συγγνώμην. Ὅτι δὲ ἐδικαιοῦτο νὰ με-
375ταχειρισθῇ τὴν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν μεταχειρίσθη ἡ ἐπιτροπὴ
376σας τὸ ὡμολόγησαν αὐτοὶ οἱ ὑπεύθυνοι οἵτινες σᾶς εἶπον, ὅτι αἱ
377πιστώσεις εἶναι παράνομοι· χθὲς ὁ κ. Χρηστίδης σᾶς ὡμο-
378λόγησεν ὅτι ἐδαπανήθησαν παρὰ τὸν νόμον ἀλλ’ οὐχὶ 191
379χιλιάδες, 17 μόνον χιλιάδες. Τοῦτο δὲν εἶναι ὁμολογία
380τοῦ ὑπευθύνου παρὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖτε καὶ ὀφείλετε νὰ ζη-
381τήσητε λόγον; Καὶ δύνασθε σεῖς χωρὶς ν’ ἀρνηθῆτε τὴν ἀπο-
382στολήν σας, χωρὶς νὰ παραβλέψητε τὸ καθῆκόν σας, νὰ ἐγκρίνετε
383τὰς πιστώσεις αὐτάς; Καὶ τί σᾶς εἶπον οἱ ἄλλοι οἱ λαβόντες
384τὸν λόγον οἱ ἐπικρίναντες ἡμᾶς; ναὶ ἔλαβε χώραν τοιαύτη ἀτα-
385ξία, ἀλλὰ τοιαῦτα ἔλαβον χώραν καὶ ἄλλοτε, καὶ σᾶς ἐζήτησαν
386τὴν ἐπιψήφισιν τῶν πιστώσεων τούτων ἐν ὅλῳ· ὅτε ἐγὼ
387ἐζήτησα τὴν κεχωρισμένην καὶ χωριστὴν συζήτησιν αὐτῶν
388καὶ ψηφοφορίαν, διότι ὑπάρχουσι καὶ πιστώσεις περὶ τῶν
389ὁποίων δὲν ἐπιτρέπεται συζήτησις, ἀλλ’ ὑπάρχουσιν, ὡς βλέπετε
390καὶ τινες ἐφ’ ὧν πρέπει νὰ γίνῃ καὶ συζήτησις καὶ ψηφοφορία·
391ἀδιάφορον δι’ ἐμὲ ποῖον θὰ ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα· ἐπεθύμουν
392εἰς τοιαύτας συζητήσεις πάντες οἱ δυνάμενοι, νὰ λάβωσι τὸν
393λόγον, διότι οὕτως ἐκθέτει ἕκαστος τὰς ἰδέας του, τὰς ἀρχάς
394του καὶ ἄν ποτε ἔλθῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν δὲν δύναται νὰ τὰς πα-
395ραβιάσῃ. Τὸ ποσὸν τῶν ζητουμένων πιστώσεων ἀναβαίνει εἰς 3.
396ἑκατομμύρια μὲ τὰς 685,000· ἀλλ’ ἀδιάφορον ὡς πρὸς τὸ
397ποσόν. Ἓν ἔθνος δὲν θὰ λογαριάσῃ 50 καὶ 100 χιλιάδας δραχ-
398μὰς διὰ τὰς ἀνάγκας του. Ἀλλ’ ἂν τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι ψηφί-
399ζονται κατ’ ἔτος σέβωνται οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν ἐκτέλε-
400σιν αὐτῶν, ἂν ἡ περιουσία, ἥτις τίθεται εἰς τὴν διαχείρισιν
401αὐτῶν, διεχειρίζετο ὡς σεῖς οἱ ἴδιοι ἀπεφασίσετε, τότε βε-
402βαίως δὲν θὰ εἴχαμεν ἀντιῤῥήσεις· ἵνα σᾶς ἀποδείξω ὅτι δὲν
403ἔχουν δίκαιον οἱ ζητήσαντες τὴν ἐν ὅλῳ συζήτησιν τῶν πιστώ-
404σεων, ἓν παράδειγμα θὰ σᾶς φέρω. Χθὲς σᾶς ἔφερεν ἡ Κυβέρ-
405νησις πρότασιν περὶ δαπάνης 5 ἑκατομμυρίων περίπου, ἵνα
406πληρωθῶσιν ὀφειλόμενα ἐκ παλαιῶν χρήσεων, ἐξ ὧν 1,240,000
407ὀφείλομεν εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν. Διὰ τὴν ἑταιρίαν δὲ
408ταύτην σᾶς σημειῶ, ὅτι ἐδόθησαν 300 χιλιάδες δραχμῶν,
409δι’ ἃς ἡ ἐπιτροπή σας συνιστᾷ τὴν παραδοχὴν, καὶ ἐπιτρέψατέ
410μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω, πῶς ἐκκαθαρίζονται οἱ λογαριασμοὶ τῆς
411ἑταιρίας μετὰ τῆς κυβερνήσεως.
412(ἀναγινώσκει).
413Τὸ διοικητικὸν συμβούλιον τῆς ἑλληνικῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑ-
414ταιρίας ἐζητήσατο παρὰ τοῦ δημοσίου ὅπως τῷ πληρώσῃ δραχ.
4151,576,600.26|00, ὀφειλομένας αὐτῷ ἐκ διαφόρων λόγων. Ἐπὶ
416τῆς αἰτήσεως ταύτης τὸ ὑπουργεῖον διώρισεν ἐπιτροπὴν, συγ-
417κειμένην ἐκ τῶν Δ. Λεβίδου, Ἰω. Σούτσου, Δ. Χαραλάμπους,
418Γ. Τομπάζη καὶ Δ. Δρόσου, ἥτις ἐκκαθαρίσασα τοὺς λογαρια-
419σμοὺς τῆς ἑταιρίας περιώρισε διὰ τῆς ἀπὸ 17 Σεπτεμβρίου
4201869 ἐκθέσεώς της πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐσωτερικῶν τὸ
421πληρωτέον ποσὸν εἰς δραχ. 749,611.72, τὸ δὲ ὑπουργεῖον τῶν
422Ἐσωτερικῶν διὰ τῆς ἀπὸ 2 Δεκεμβρίου 1869 ἀναφορᾶς του
423πρὸς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον ἐθεώρησεν, ὅτι αἱ ἐκκαθαρισμέ-
424ναι ἀπαιτήσεις τῆς ἑταιρίας, μετὰ τὸν συμψηφισμὸν τῶν παρ’
425αὐτῆς εἰς τὸ δημόσιον ὀφειλομένων, ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς
426658, 311.08 καὶ ἐπρότεινε τὴν ἐπὶ τοῦ παρόντος πληρωμὴν
427300,000 δραχμῶν πρὸς ἀνακούφισιν τῶν κατεπειγουσῶν ἀ-
428ναγκῶν τῆς ἑταιρίας. Τὴν 3 Δεκεμβρίου 1869 τὸ ὑπουργικὸν
429συμβούλιον ἀπεφάσισε νὰ δοθῇ τὸ ἄνω ποσὸν τῶν 300,000
430δραχμῶν εἰς τὴν ἑταιρίαν ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ χορηγήσῃ
431αὕτη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὑποθήκην πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ κεφα-
432λαίου καὶ τῶν τόκων ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ δὲν
433ἤθελεν ἐγκρίνει κατ’ οὐσίαν ἢ κατὰ τύπον τὴν πληρωμὴν τοῦ
434ποσοῦ. Κοινοποιηθείσης τῆς ἀποφάσεως ταύτης τοῦ ὑπουργικοῦ
435συμβουλίου εἰς τὴν ἑταιρίαν, αὕτη παρεκάλεσεν αὐτὸ νὰ μὴ
436ἐπιμείνῃ εἰς τὸν κλονίζοντα τὴν πίστιν της ὅρον τῆς ὑποθήκης
437καὶ τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς 6 Δε-
438κεμβρίου 1869 θεωρῆσαν εὔλογον τὴν παρατήρησιν ταύτην τῆς
439ἑταιρίας, καὶ ὅτι οὐδένα διέτρεχον κίνδυνον τὰ συμφέροντα τοῦ
440δημοσίου ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῆς τοιαύτης ὑποθήκης, συνῄ-
441νεσε νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἀπαίτησιν τῆς ὑποθήκης, καὶ
442ἐνέκρινε νὰ ὁμολογηθῇ διὰ γραπτῆς ὑποσχέσεως τοῦ διοικητι-
443κοῦ συμβουλίου ἡ ὑποχρέωσις τῆς ἑταιρίας νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς
444τὸ δημόσιον ταμεῖον τὰς 300,000 δραχμὰς μετὰ τοῦ τόκου
445των πρὸς 8% ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ δὲν
446ἤθελεν ἐγκρίνει τὴν πληρωμήν.
447Οἱοσδήποτε ὑπουργὸς ἔκαμε τὴν ὑπόσχεσιν αὐτὴν δὲν
448ἦτο ἐπιτετραμμένον, οὔτε εἰς ἐμὲ οὔτε εἰς τὴν ἐπι-
449τροπὴν νὰ τὴν ἀναιρέσῃ. Ἔπρεπε νὰ ἐπαινέσω τὴν πρᾶ-
450ξιν ταύτην, διὰ τοῦτο δὲν ἐθεωρήθη περιττὴ ἡ γνώμη
451καὶ συγκατάθεσις τῆς Βουλῆς καὶ ἡ σύμπραξίς της μετὰ τῆς
452Κυβερνήσεως· ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἀπέβλεψε εἰς τὸ συμφέρον
453τῆς ἑταιρίας καὶ εἶπεν, ὅτι ὅπως συντηρηθῇς, σοὶ δίδω τὰς 300
454χιλ. δραχμὰς, ἀλλὰ πάντοτε ἔχε ὑπ’ ὄψιν σου ὅτι θὰ εὑρεθῶ
455ἐνώπιον τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους καὶ θὰ δώσω λόγον
456τῶν πράξεών μου, καὶ ἂν οἱ ἀντιπρόσωποι δὲν ἐπικυρώσουν
457τὴν πρᾶξίν μου ταύτην ὀφείλεις νὰ ἐπιστρέψῃς, τὸ ποσὸν αὐτὸ,
458ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔπραξαν οἱ ὑπουργοὶ τῶν στρατιωτικῶν καὶ
459τῶν ναυτικῶν· οὗτοι ἀφειδῶς καὶ μετὰ πλείστης γενναιότητος
460ἐδαπάνησαν τὰ χρήματα τοῦ δημοσίου εἴτε εἰς πρόσωπα, εἴτε
461εἰς πράγματα. Δυστυχῶς ὅμως κατὰ τὸ ⅒ εἶναι εἰς πράγ-
462ματα, τὰ λοιπὰ εἰς πρόσωπα· καὶ ὅταν ψηφίζεται ὁ προϋπολο-
463γισμὸς, οὗτινος δυστυχῶς βάσις εἶναι τὸ προσωπικὸν μισθολό-
464γιον καὶ αἱ πιστώσεις ἔρχονται καθυπέρβασιν, ἀφοροῦν καὶ αὗται
465πρόσωπα, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγξωμεν τοὺς τὰ κοινὰ
466διαχειριζομένους, διότι περὶ οὐδενὸς μεριμνῶσιν ἢ περὶ προσώ-
467πων· καὶ δὲν ἠνόησα ποτὲ, ὅτι δύναται τις τόπος νὰ κυβερ-
468νηθῇ ἄνευ προσώπων, καὶ διὰ τοῦτο ἀπαντῶ εἰς ἐκείνους, οἱ
469ὁποῖοι θὰ μὲ ἐλέγξωσι, ὅτι ἄνευ προσώπων οὔτε διοίκησις
470οὔτε Κράτος δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Ὁμιλῶν πάντοτε περὶ προσώ-
471πων ἠνόησα καὶ ἐννοῶ τὰ περιττὰ, τὰ μὴ προσφέροντα ὑπη-
472ρεσίαν, διότι δυστυχῶς πλεῖστα τοιαῦτα μισθοδοτοῦνται. Ἐνθυ-
473μεῖσθε, κύριοι, πρὸ πόσου καιροῦ σᾶς παρεκάλεσα νὰ ἐπιμείνητε
474εἰς τὸ νὰ ὑποβληθῇ ἡ διαχείρισις τοῦ ὑπουργείου τῶν στρα-
475τιωτικῶν καὶ τῶν ναυτικῶν ὑπὸ τὸ κράτος τῶν καθεστώτων
476νόμων καὶ τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Καὶ οἱ Κ. ὑπουργοὶ
477τότε μοὶ εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ἐνῷ σᾶς εἶπον χθὲς, ὅτι
478δὲν ἐγένετο καμμία ἀπαίτησις παρὰ τοῦ ὑπουργείου ἀπὸ
479τὰ 61, μοὶ φαίνεται ὅμως ὅτι ὄχι ἀπὸ τὰ 61, ἀλλ’ οὐδέ-
480ποτε ἐζήτησαν λογαριασμούς. Κύριοι, εἶσθε πρακτικοὶ ἄν-
481θρωποι, εἶσθε οἰκοκυραῖοι, ἔχετε κτήματα καὶ εἰς τὰ
482κτήματα αὐτὰ ἔχετε ἐπιστάτας, σᾶς ἐρωτῶ ποῖος ἐξ ὑμῶν
483ἔδωσεν εἰς αὐτοὺς χρήματα καὶ δὲν ἐζήτησεν λογαριασμὸν
484ποτὲ, τοὐλάχιστον κατ’ ἔτος; Καὶ ἂν τοῦτο ὡς ἰδιῶται δὲν
485πράττετε, νομίζετε, ὅτι σᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ
486μὴ τὸ πράξητε ὡς πολιτευόμενοι; Ὁ ἐπιμελούμενος τὰ ἴδια
487δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ ἐπιμελῆται καὶ τὰ κοινὰ, καὶ ἂς μοὶ
488συγχωρηθῇ νὰ ἐκφράσω ἐνταῦθα τὴν ῥῆσιν ἑνὸς ἀρχαίου φιλο-
489σόφου, ὁ ὁποῖος εἶπεν· ἵνα ἀναθέσῃ ἡ πολιτεία τὴν διαχείρισιν
490τῶν κοινῶν εἰς ἕνα πολιτικὸν ἄνδρα, πρέπει νὰ ἐξετάσῃ, ἂν
491προήγαγε τὰ ἴδια καὶ πῶς τὰ προήγαγε. Δὲν σᾶς εἶναι λοιπὸν
492ἐπιτετραμμένον νὰ μὴ ζητῆτε λόγον καὶ νὰ ἐπικυρώσητε πιστώ-
493σεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι παρὰ τὸν λογιστικὸν νόμον, καὶ ἄνευ ἀνάγ-
494κης πραγματικῆς, διότι ἀρνεῖσθε τὴν ἀποστολήν σας, καὶ ἂν πρά-
495ξητε τοῦτο, τότε περιττὸν νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ
496προϋπολογισμοῦ, περιττὸν, ὡς σᾶς εἶπον καὶ ἄλλοτε, νὰ συντάσ-
497σετε προϋπολογισμὸν κατὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα· δώσατε ἓν
498ποσὸν εἰς ἕκαστον ὑπουργὸν, καὶ οὕτω θὰ ἔχετε ἀσφαλεστέραν
499διαχείρισιν, καθόσον οὗτοι θὰ συναισθάνωνται τὴν εὐθύνην των
500καὶ θὰ ἔχετε ὀλιγωτέρους λογιστικοὺς ὑπαλλήλους· καὶ ἡ
501διαχείρισις θὰ ᾖναι καλλιτέρα τῆς παρούσης. Ὁ Κ. Χρηστίδης
502ἢ ὁ Κ. Δεληγεώργης σᾶς εἶπον ὅτι τὸ σύστημα τοῦ ὑπευθύνου
503ἐξετάζεται καὶ ἡ τιμιότης τοῦ προσώπου.
504§24ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἐγὼ εἶπον δὲν πρέπει νὰ ἐξετάζετε τοὺς
505τύπους καὶ ν’ ἀφίνετε τὴν οὐσίαν, διότι ἕνας ἐπιτήδειος ὑπουρ-
506γὸς δύναται νὰ διατηρήσῃ τοὺς τύπους καὶ νὰ καταστρέψῃ τὴν
507οὐσίαν.
508§25ΔΑΓΡΕΣ. Ἡ προκληθεῖσα πίστωσις διὰ τὰ πλοῖα εἶναι
509παράνομος καὶ ὁ προκαλέσας αὐτὴν κατεπάτησε τοὺς νό-
510μους καὶ ἐξηπάτησε τὸν ἡγεμόνα· τί μὲ λέγετε λοιπὸν νὰ ἔμβω
511εἰς τὴν οὐσίαν; ἀδιαφορῶ διὰ τὸ ποσὸν ἂν ᾖναι, ὡς λέγετε,
51217,000 ἢ 3 ἢ 4,000. Ἀφοῦ λέγετε, ὅτι αὐτὴ ἡ πίστωσις
513καίτοι παρὰ τὸν νόμον πρέπει νὰ ἐγκριθῇ, τίς δύναται νὰ κατα-
514κρίνῃ αὔριον τὸν κύριον Σωτηρόπουλον, ἂν ἅμα ἀναχωρήσῃ ἡ
515Βουλὴ συνομολογήσῃ δάνειον καὶ πληρώσῃ τὰ ὀφειλόμενα ἐκ
516προηγουμένων χρήσεων καὶ δαπανήσῃ κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῷ;
517Ὁ κύριος Σωτηρόπουλος βεβαίως δὲν θὰ τὸ κάμῃ, ἀλλὰ δύναται
518νὰ τὸ κάμῃ ἕτερος ὑπουργός· γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι ἔχετε ἤδη
519ὑποθηκευμένους ὅλους τοὺς κυριωτέρους πόρους τοῦ κράτους· ἂν
520ἤδη ἀποφασίσητε, ὅτι ὅ,τι ἐδαπανήθη παρὰ τοὺς νόμους, καλῶς
521ἐδαπανήθη, βεβαιωθῆτε, ὅτι αὔριον θὰ ὑποθηκεύσητε καὶ τὰ δη-
522μόσια κτίρια, ἵνα δυνηθῆτε νὰ ζήσητε ὡς ἔθνος.
523Ἔρχομαι νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ καὶ ὡς πρὸς τὴν πίστωσιν τὴν
524ἐπιγραφομένην δημοσία ἀσφάλεια, καὶ τὴν ὁποίαν ἐδαπάνησεν ὁ
525κύριος Δεληγεώργης. Ἐπιθυμῶ δὲ νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν, ἵνα
526μὴ παρεξηγηθῶ παρὰ τῶν συναδέλφων μου μελῶν τῆς ἐπιτρο-
527πῆς, ὅτι δὲν ὑπέγραψα τὴν ἔκθεσιν ταύτην ὡς καὶ τοῦ προϋπο-
528λογισμοῦ· καθόσον ἀφορᾷ τὴν πρώτην ἐνθυμεῖσθε, ὅτι εἰς μίαν
529προηγουμένην συζήτησιν ἀτυχῶς ἐκ μιᾶς ἐκφράσεως τοῦ κυρίου
530Δεληγεώργη μὴ ἀκριβοῦς, ἐγεννήθη ἔρις μεταξὺ ἡμῶν καὶ αὐτοῦ
531καὶ ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἐκ προσωπικῶν λόγων
532ὑπέγραψα εἰς τὴν ἔκθεσιν, ἥτις ἀφωροῦσεν αὐτόν· τότε, κύριοι,
533τῳόντι κατηνέχθην κἄπως αὐστηρότερον κατὰ τοῦ κυρίου Δελη-
534γεώργη ἀφ’ ὅ,τι ἔπρεπε, ἀλλ’ ἂς μοὶ συγχωρήσῃ καὶ αὐτὸς καὶ
535οἱ λοιποὶ νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου καὶ αὖθις δι’ αὐτὸ καὶ
536νὰ δικαιολογήσω, διὰ τί κατηνέχθην οὕτως τότε, καὶ λυποῦμαι
537καὶ σήμερον, διότι παρὰ τοῦ κυρίου Δεληγεώργη ἐπερίμενα ἓν
538σύστημα κυβερνητικὸν, διοικητικὸν, πολιτικὸν ἐν γένει συνεπέστε-
539ρον καὶ εὐθύτερον τοῦ τῶν ἀντιπάλων του, οὐχὶ τῶν ἤδη, ἀλλὰ
540τῶν πρὸ καὶ μετά. Ὁ κύριος Δεληγεώργης χθὲς μὲ ὅλην τὴν
541εἰλικρίνειαν ἐφρόντισε νὰ δικαιολογηθῇ πράγματι ὡς ὑπεύθυνος
542ἐνώπιον βουλῆς παριστάμενος σᾶς εἶπε· δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἐγέ-
543νοντο δαπάναι καθ’ ὑπέρβασιν, ἀλλ’ αὗται οὔτε πλειότεραι τῶν
544πρὸ ἐμοῦ οὔτε τῶν μετ’ ἐμὲ εἶναι· σᾶς ἐπρόσθεσε δὲ ὅτι καὶ
545αὐτὴν τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ὁμιλοῦμεν γίνονται περισσότεραι,
546ἀνέφερε μάλιστα καὶ ποσὰ διδόμενα εἰς ἐφημερίδας, τὰς ὁποίας
547οὔτε ἀνέφερε, οὔτε τοῦ ἐζήτησαν οἱ πρὸς οὓς ἀπευθύνετο νὰ τὰς
548ἀναφέρῃ· σᾶς εἶπε περὶ τοῦ ἐκτάκτου προσωπικοῦ, ὅτι ἐννέα εἶχεν
549εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ σήμερον εἶναι τετράκις περισσότεροι·
550ἂς μοι συγχωρήσῃ ὅμως ὁ ἀξιότιμος κύριος Δεληγεώργης νὰ τοῦ
551ἐκφράσω καὶ αὖθις τὴν λύπην μου, διότι ὤφειλε νὰ φανῇ
552κρείττων ἐκείνων, ὧν τὴν διαχείρισιν κατέκρινε ἄλλοτε.
553§26ΛΕΚΚΑΣ. Εἶπεν, ἴσως.
554§27ΔΑΓΡΕΣ. Ἂν εἶπεν ἴσως, τότε ἐγὼ ἀνακαλῶ. Ὁ κύριος Δε-
555ληγεώργης μεθ’ ὅσης εἰλικρινείας μετὰ τοσαύτης τόλμης ἐπέῤ-
556ῥιψε μομφὰς κατὰ τῶν πρὸ αὐτοῦ καὶ κατὰ τῶν μετ’ αὐτὸν,
557ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ παρατρέξω τὴν περίστασιν ταύτην, διότι
558καὶ οὗτος οὐδὲν δικαιολόγημα σπουδαῖον παρουσίασε παρὰ τὸ
559τυπικὸν, τὸ σύνηθες, ὅτι καὶ ἄλλοτε ἐγένοντο παρατυπίαι καὶ
560δαπάναι καθ’ ὑπέρβασιν καὶ ὅτι τώρα ἐξακολουθοῦν νὰ γίνωνται
561καὶ κατὰ τὸν κύριον τοῦτον εἶναι ἀδύνατον νὰ σταματήσῃ τὸ
562κακόν· ἄρα πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὸν πλημμελῆ δρόμον,
563πρέπει νὰ περιστρεφώμεθα εἰς τὸν πλημμελῆ κύκλον τῆς ἀταξίας,
564διὰ νὰ μὴ εἴπω περισσότερον; Ἐνῷ εὐχαριστήθην ἐκ τῆς εἰλι-
565κρινοῦς ἐξηγήσεως τοῦ κυρίου Δεληγεώργη καὶ τῆς τολμηρᾶς
566ἐκφράσεώς του, ἀφ’ ἑτέρου ἂς μὲ συγχωρήσῃ νὰ εἴπω, ὅτι ἠκο-
567λούθησεν ἄλλην γλῶσσαν ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ
568ἀκολουθήσῃ, διότι εἶναι νεώτερος καὶ ἄνθρωπος ἐμπνεόμενος ὑπὸ
569τῆς ἰδέας τῆς μεταβολῆς, ἥτις εἶχε μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ
570τὸν σκοπὸν τῆς ἠθικοποιήσεως τῆς κοινωνίας καὶ τὴν περικοπὴν
571τῶν περιττῶν δαπανῶν, αἵτινες πληρόνουν πρόσωπα. Ὁ κύριος
572Δεληγεώργης λοιπὸν ἠκολούθησε τὸ σύστημα τῶν πρὸ αὐτοῦ
573καὶ μετ’ αὐτόν· ἄρα κατ’ οὐδὲν τούτων διαφέρει. Ἐλάμβανον
574χώραν, σᾶς εἶπον οἱ ἀντίθετοι ἡμῶν, κύριοι, καὶ πρότερον καὶ
575πάντοτε καὶ πρὸ 10 ἐτῶν τὰ τοιαῦτα, δὲν δύναται, δὲν πρέπει
576νὰ σταματήσῃ τὸ κακὸν, δώσατε ἀμνηστείαν, καλύψατέ τα.
577Ἄ!, κύριοι, καὶ νομίζετε, ὅτι καλύπτονται αὐτὰ, ἀφοῦ σᾶς
578ὑπεβλήθη τὸ ζήτημα αὐτὸ; καὶ ἀφ’ οὗ ἡ ἐπιτροπή σας ἔλαβε
579τὴν τόλμην καὶ σᾶς ἐξέθεσε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν κατακρί-
580νετε, τὴν ἐθέσατε εἰς τὴν θέσιν κατηγορουμένου ἐνῷ κατεῖχε τὴν
581τοῦ κατηγόρου. Πράττετε ἔργον δίκαιον, ἐὰν, λέγουν σήμερον,
582καλύψετε μὲ τὸν πέπλον τῆς ἀνοχῆς τὰς πιστώσεις ταύτας,
583καὶ νομίζετε ὅτι δὲν θὰ ἔλθῃ ἐποχὴ καθ’ ἣν νὰ σᾶς εἴπωσιν,
584ὅτι σεῖς εἶσθε ὑπεύθυνοι, διότι τὰ ἐγκρίνατε; ἢ τέλος πάντων,
585ἐὰν μὲ πείσητε καὶ πεισθῆτε, ὅτι ἡ συζήτησις θὰ φέρῃ τὰ
586ἀποτελέσματά της εἰς τρόπον ὥστε οἱ κεκοιμημένοι σήμερον,
587οἵτινες μετ’ οὐ πολὺ θ’ ἀναστηθοῦν καὶ θὰ ἐπανέλθουν ἐν τῇ
588ζωῇ θὰ λάβουν τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου, ὅτι θ’ ἀπεκδυθοῦν
589τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον, ἐὰν πεισθῆτε εἰς τοῦτο λέγω,
590κύριοι, τότε δώσατε τὴν ψῆφόν σας καὶ ἐγκρίνατε τὴν
591πίστωσιν αὐτήν. Ἐγὼ ὅμως πιστεύω, ὅτι, ἐνόσῳ ἡ Βουλὴ
592δὲν θέσῃ ἓν τέρμα, καὶ διὰ τῆς ἐτυμηγορίας της δὲν
593ἐκδόσῃ μίαν ἀπόφασιν, ἀδύνατον εἶνε καὶ οἱ κεκοιμημένοι ν’ ἀ-
594φήσωσι τὰς παλαιὰς ἕξεις των. Εἶσθε κύριοι νὰ πράξητε ὅ,τι
595θέλετε, ἀλλὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν ἐκτὸς τῶν ἄλλων αὐστηρῶν νομο-
596θετημάτων σας καὶ τὸν νόμον ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον ἐψηφίσατε,
597ἢ κάλλιον πρόκειται νὰ ψηφίσετε, διὰ τοῦ ὁποίου ἐθέσατε ὡς
598τιμωρίαν τὴν στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων εἰς ἕνα
599φορολογούμενον, ὅστις θέλει καθυστερήσει ὀλίγα ἢ πολλά.
600§28ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετὰ κύριε Πρόεδρε.
601§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τὸν λόγον;
602§30ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Θὰ εἴπει καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέξεις (ἀναβαίνει τὸ
603βῆμα). Καὶ ὁ καιρὸς ἐπείγει, καὶ τὸ ζήτημα κατ’ ἐμὲ ἐξηντλή-
604θη, ἑπομένως ὀλίγας λέξεις θὰ προσθέσω. Ἂν ὄχι ἄλλα, κύριοι, ἡ
605συζήτησις αὕτη θὰ ἔχῃ τὸ ἑξῆς κέρδος, ὅτι προικίζονται αἱ συ-
606ζητήσεις τῆς Βουλῆς μὲ πολιτικὰ καὶ οἰκονομικὰ ἀξιώματα,
607προσέτι δὲ καὶ μὲ λίαν φιλοφρόνους ἐκφράσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ.
608Χρηστίδης φαίνεται ἔμαθεν εἰς τὸ σταυροδρόμιον τῆς Κωνσταν-
609τινουπόλεως.
610§31ΤΙΝΕΣ. Μπράβο. (Ἱλαρότης).
611§32ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἄλλοτε ὁ κύριος Χρηστίδης, ὅταν ἐπρόκειτο
612περὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βίου τῆς κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας ἀ-
613πετέλει μέρος, εἶπεν ὅτι αἱ συχναὶ διαλύσεις τῶν βουλῶν...
614§33ΛΕΚΚΑΣ. Ὁ κύριος Χρηστίδης πραγματικῶς κάτι τι εἶπε χθὲς
615ἄτοπον, ἀλλὰ τὸ ἀνεκάλεσε. (Θόρυβος).
616§34ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐὰν θεωρεῖται ὡς προσβολὴ ὁ τόπος τῆς γεν-
617νήσεώς του, τὸ ἀνακαλῶ καὶ ἐγώ.
618§35ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Μακάρι νὰ ἤσουν καὶ σὺ γεννημένος ἐκεῖ.
619§36ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἄλλοτε λέγω μᾶς εἶπεν, ὅτι αἱ συχναὶ διαλύ-
620σεις τῆς Βουλῆς ἢ ἀναβαπτίσεις συντελοῦν εἰς τὴν παγίωσιν καὶ
621τὴν ἑδραίωσιν τοῦ πολιτεύματος, καὶ μάλιστα ὅταν αἱ διαλύσεις
622δύνανται νὰ δώσωσι περισσοτέραν ζωὴν εἰς τὴν ὑπουργικὴν
623ὕπαρξιν τοῦ κυρίου Χρηστίδη· χθὲς μᾶς εἶπεν, ὅτι ὁσάκις πρό-
624κειται νὰ ἐξελέγξωμεν τὴν διαχείρισιν τιμίων Κυβερνήσεων, δὲν
625πρέπει νὰ προσέχωμεν εἰς τοὺς τύπους ἀλλὰ εἰς τὴν οὐσίαν· νέον
626οἰκονομικὸν δόγμα· λοιπὸν κατὰ τὸν κύριον Χρηστίδην περιττὴ
627ἡ λογοδοσία ἐκ μέρους τῶν τιμίων Κυβερνήσεων.
628§37ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο, τὸ διαστρέφεις.
629§38ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἶνε γραμμένον· δυστυχῶς γράφονται καὶ αἱ παρα-
630δοξολογίαι· ποῖαι δὲ αἱ τίμιαι κυβερνήσεις; βεβαίως ἐκεῖναι εἰς τὰς
631ὁποίας ἀποτελεῖ μέρος ὁ κύρ. Χρηστίδης· καὶ ποῖαι αἱ μὴ τίμιαι
632κυβερνήσεις; αἱ μὴ περιλαμβάνουσαι αὐτὸν εἰς τοὺς κόλπους των,
633ἤτοι τοῦ Βούλγαρη, τοῦ Ζαΐμη, τοῦ Κουμουνδούρου καὶ λοιπῶν·
634εἰς ταύτας ὁ κύριος Χρηστίδης ἀρνεῖται τὴν ἰδιότητα τῆς τι-
635μιότητος, καὶ ἑπομένως δι’ αὐτὰς ὁ ἔλεγχος καὶ ἡ ἐφαρμογὴ
636τῶν νόμων. Λησμονεῖ ὅμως ὁ κύριος Χρηστίδης, ὅτι ἡ πρώτη
637ἀρετὴ πάσης τιμίας κυβερνήσεως εἶναι ἡ εἰλικρίνεια καὶ ἡ
638ἀληθὴς τῶν πραγμάτων παράστασις· ἀντὶ τῶν προφάσεων
639ἔπρεπε νὰ εἴπητε εἰλικρινῶς τὴν ἀλήθειαν, ὅτι ἀνάγκαι παρου-
640σιάσθησαν ν’ αὐξήσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν πλοίων, καὶ ἑπομένως
641ὑπεβλήθημεν εἰς δαπάνας. Τὰς δαπάνας αὐτὰς κατὰ τὸν νόμον
642τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ καλύψωμεν ἀπουσια-
643ζούσης τῆς Βουλῆς, διότι αἱ ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις αἱ μὴ
644κατονομαζόμεναι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δὲν δύνανται ἐν ἀπου-
645σίᾳ τῆς Βουλῆς νὰ ληφθῶσιν ἐγκύρως. Ἀντὶ νὰ εἴπῃ οὕτω τὴν
646ἀλήθειαν, ἦλθε νὰ δικαιολογηθῇ μὲ σοφίσματα καὶ λόγους, οἱ
647ὁποῖοι δὲν ἐμπρέπουσιν εἰς ἄνδρα σπουδαῖον, οἷος ὁ κύριος Χρη-
648στίδης, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Καὶ ὅταν, κύριοι, ἡ τιμία ἐκείνη
649κυβέρνησις, ὅπως τὴν ἐχαρακτήρισεν ὁ κύριος Χρηστίδης, ἠθέ-
650λησε νὰ δικαιολογήσῃ τὰς πράξεις της, τὰς ὁποίας ἡ ἐπιτροπὴ
651κατεδίκασε, τὴν παράβασιν τῶν νόμων, τὴν δαπάνην χρημά-
652των, τὰ ὁποῖα ἦσαν προσδιωρισμένα δι’ ἄλλην ὑπηρεσίαν, κατέ-
653φυγεν εἰς τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι καὶ ἄλλαι κυβερνήσεις τὸ αὐτὸ
654ἔπραξαν· ποῦ λοιπὸν ἔγκειται ἡ μεταξὺ τῶν ἄλλων κυβερνή-
655σεων καὶ αὐτῆς διαφορά; ποῦ ἡ τιμιότης της; διὰ τί κατε-
656κρίθησαν καὶ κατακρίνονται αἱ ἄλλαι κυβερνήσεις εἰμὴ διὰ τοι-
657αύτας πράξεις; βεβαίως κατάχρησις εἶναι διὰ μίαν κυβέρνησιν
658νὰ πληρώνῃ δημοσιογράφον ἐκ τῆς διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν
659προϋπολογισθείσης πιστώσεως· κατάχρησις εἶναι ἐκ τῶν ἐξόδων
660τῆς δημοσίου ἀσφαλείας ν’ ἀνταμείβωνται ἐκτάκτως ἔμμισθοι
661δημόσιοι ὑπάλληλοι λόγῳ τοῦ ζήλου των· κατάχρησις εἶναι ἐκ
662τῶν ἐξόδων τῆς δημοσίου ἀσφαλείας νὰ δίδωνται χιλιάδες
663δραχμῶν εἰς ὑπαλλήλους καὶ πολιτευομένους λόγῳ τοῦ νὰ συν-
664τελέσωσιν εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας.
665Κύριοι, ἀναφέρω τοῦτο, ὄχι διὰ τὸ πρόσωπον, εἰς ὃ ἐγένετο
666τοιαύτη χρηματικὴ παροχὴ, ἀλλὰ διὰ τὸν πολιτικὸν σκοπόν.
667Ἐστάλη ὁ κύριος Παπακώστας εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἣν ἔχω τὴν
668τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, ὅπως εἶπεν ὁ κύριος Δεληγεώργης, διὰ
669νὰ συντελέσῃ ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἤτοι εἰς τὴν κατα-
670δίωξιν τῆς ληστείας· ἀλλὰ δὲν ἐσυλλογίσθη ὁ κ. Δεληγεώργης,
671ὅτι οἱ ἐξασκοῦντες πολιτικὴν ἐπιῤῥοὴν ἐν μιᾷ ἐπαρχίᾳ συνήθως με-
672ταχειρίζονται τὴν ἀνατιθεμένην εἰς αὐτοὺς ἐξουσίαν πρὸς αὔξησιν
673τῆς ἐπιῤῥοῆς των καὶ κατάθλιψιν τῶν ἀντιπάλων των· ἐν πάσῃ δὲ
674περιπτώσει παρεξηγοῦνται ὅλαι αἱ πράξεις των ὑπὸ τῶν ἀντιπά-
675λων των, οἵτινες τὰς ἀποδίδουν εἰς πνεῦμα φατριασμοῦ· καθ’
676ἑκάστην εἶχον, κύριοι, παράπονα ἀπὸ τοὺς συμπολίτας μου ἐν
677ὅσῳ ἔμενεν ὁ κύριος Παπακώστας ἐπὶ κεφαλῆς 80 ὁδηγῶν καὶ
678ὑφοδηγῶν καὶ ἄλλων ἐθνοφυλάκων, τοὺς ὁποίους ὅλους ἐξέλεξεν
679ἀπὸ τὸν δῆμον, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνῆκεν ὁ κύριος Παπακώστας· εἷς
680μάλιστα δήμαρχος τῶν Δωριέων μοὶ ἔγραψεν, ὅτι, ἅμα ἀφίχθη
681εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου ὁ Παπακώστας μὲ τοὺς ὁπλο-
682φόρους του, διέταξε τὸν δήμαρχον νὰ ὑπάγῃ εἰς μεμακρυσμένην
683θέσιν νὰ φυλάξῃ, μήπως περάσουν οἱ λησταὶ τὴν νύκτα· ἐκεῖνος
684δὲ ἐπῆγεν καὶ ἀνεπαύθη εἰς τὸ χωρίον. Ἐνδέχεται νὰ μὴν ἦναι
685ἀληθὲς αὐτὸ, ἀλλὰ ἐν τούτοις οὕτω πως ἐξηγοῦνται αὐτὰ τὰ
686πράγματα· ἔπρεπε δὲ ὁ κύριος Δεληγεώργης νὰ λάβῃ αὐτὰ
687ὑπ’ ὄψιν του. Εἶμαι βέβαιος ὅτι, ἐὰν μία κυβέρνησις ἔστελλεν εἰς
688τὴν ἐπαρχίαν του ἕνα πολιτικὸν ἀντίπαλόν του δῆθεν διὰ τὴν
689καταδίωξιν τῆς ληστείας καὶ τῷ ἐπέτρεπε νὰ στρατολογήσῃ
690ἐκ τῆς ἰδίας ἐπαρχίας ὁδηγοὺς καὶ ὑφοδηγοὺς, ἤθελε φυσικῷ
691τῷ λόγῳ ἀναστατωθῆ ὁ τόπος διὰ τοῦτο, καὶ ἤθελε διαμαρ-
692τυρηθῆ κατὰ τῆς κυβερνήσεως αὐτῆς τῆς μεροληπτικῆς· καὶ ἐν
693τούτοις ὁ κύριος Δεληγεώργης ἔπραξε τοῦτο εἰς τὴν Παρνασίδα.
694Ὅταν, λέγω, αὐτὴν τὴν πρᾶξιν τὴν δικαιολογῇ μὲ τὸ ἐπιχεί-
695ρημα, ὅτι καὶ αἱ προηγούμεναι κυβερνήσεις τὸ αὐτὸ ἔπραξαν,
696ποῦ στηρίζεται ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι ἡ κυβέρνησίς του ἦτο τιμία;
697ὅταν διὰ νὰ δικαιολογήσῃς τὰς πράξεις σου, ἀναφέρῃς τὰς πρά-
698ξεις τῶν φαύλων, κατὰ σὲ, κυβερνήσεων, δὲν ἔχεις πλέον τὸ
699δικαίωμα νὰ οἰκειοποιῆσαι τὴν τιμιότητα· δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς
700λόγους ἡ ἐπιτροπὴ εἶπεν, ὅτι διὰ νὰ παύσῃ τοῦ λοιποῦ ἡ κα-
701τάχρησις, τοῦ νὰ λαμβάνωνται χρήματα ἐξ ἑνὸς κεφαλαίου
702προσδιωρισμένα διὰ σκοπὸν, τὸν ὁποῖον αὐτὸς ὁ νόμος ὥρισεν,
703διὰ νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις τοῦ λοιποῦ, νὰ δοθῇ χωρισὴ
704πίστωσις, νὰ ὁρισθῇ εἰδικὸν ἄρθρον καὶ διὰ τοὺς δημοσιογρά-
705φους καὶ ἴδιον διὰ τοὺς ἐκτάκτους ὑπαλλήλους. Ἀλλά, κύριοι,
706θέλουν νὰ γίνῃ ἐξέτασις κατ’ οὐσίαν καὶ ὄχι κατὰ τύπους. Τί
707νὰ ἐξετάσωμεν κατ’ οὐσίαν; ὅταν παραβιάζεται ὁ θεμελιώδης
708νόμος, ἤτοι ὁ προϋπολογισμὸς, ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ
709ὅστις ἐτάχθη φρουρὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ βάσις ἐξασφα-
710λίζουσα τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, δὲν βλέπω πλέον τύπον
711ἀλλ’ οὐσίαν ἐν τῇ πράξει τῆς παραβιάσεως.
712Εἰς παραβίασιν τοιαύτην, ἔχουσαν σπουδαιοτάτας συνεπείας,
713πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ προσέξῃ, διότι ἄλλως δὲν θὰ ὑπάρχῃ φραγ-
714μός. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ
715παρεδέχθη τριῶν εἰδῶν πιστώσεις, ἢ μᾶλλον τεσσάρων εἰδῶν·
716πιστώσεις τακτικαὶ, πιστώσεις ἀναπληρωτικαὶ, πιστώσεις ἔκτα-
717κτοι, καὶ πιστώσεις συμπληρωτικαί. Εἰξεύρετε, κύριοι, τί θὰ
718εἰπῇ πρῶτον πίστωσις; τίποτε ἄλλο παρὰ ἄδεια διδομένη ἐκ
719μέρους τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Βασιλέως, πρὸς τὸ δαπανᾶν ὡρισμένον
720ποσὸν δι’ ὡρισμένον σκοπὸν· αὐτὸ θὰ εἰπῇ πίστωσις· ἑπομένως
721ἕκαστος ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ συνάψῃ ὑποχρέωσιν τινὰ τοῦ
722δημοσίου οὐδὲ νὰ λάβῃ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου χρήματα, χω-
723ρὶς νὰ ἔχῃ τὴν ἄδειαν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Βασιλέως,
724ἤτοι νὰ προηγηθῇ ἡ ἐπιψήφισις τακτικῆς πιστώσεως. Ἔρχον-
725ται κατόπιν αἱ ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι διαιροῦν-
726ται εἰς δύο κατηγορίας, εἰς πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐπιδε-
727κτικαὶ αὐξήσεως ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, καὶ εἰς πιστώσεις μὴ
728ἐπιδεκτικὰς αὐξήσεως ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς. Ὡς πρὸς τὰς
729τῆς πρώτης κατηγορίας, ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, ὁ βασιλεὺς
730χορηγεῖ αὐτὰς ἀλλ’ εἰς μόνον ἐκεῖνα τὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα
731τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὰ ὁποῖα κατονομάζονται εἰς τὸν τοῦ
732ἐτησίου προϋπολογισμοῦ νόμον. Ἔκτακτοι πιστώσεις χορηγοῦν-
733ται ἐπίσης ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοῦ βασιλέως δι’ ἐκτά-
734κτους καὶ κατεπειγούσας ὑπηρεσίας μὴ προβλεφθείσας ἐν τῷ προϋ-
735πολογισμῷ. Τέλος ἔρχονται αἱ συμπληρωτικαὶ πιστώσεις, αἵ-
736τινες ζητοῦνται κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ἀπολογισμοῦ τῆς οἰκείας
737χρήσεως καὶ αἵτινες ψηφίζονται ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Δὲν πρόκειται
738σήμερον, οὔτε περὶ τῶν συμπληρωτικῶν οὔτε περὶ τῶν ἐκτά-
739κτων, πρόκειται περὶ πιστώσεων ἀναπληρωτικῶν, αἵτινες χορη-
740γοῦνται μὲν καὶ ὑπὸ τοῦ βασιλέως ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀλλ’
741εἰς μόνον τὰ κεφάλαια τὰ ἐπιδεκτικὰ αὐξήσεως. Διὰ τὴν τή-
742ρησιν, κύριοι, αὐτῶν τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους θέτει ὁ νόμος περὶ
743δημοσίου λογιστικοῦ, καθιστᾶ ὑπευθύνους κυρίως δύο ὑπουργοὺς·
744ἀπορῶ δὲ πῶς χθὲς ὁ κύριος Χρηστίδης ἐπέῤῥιψε τὴν εὐθύνην
745μόνον εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν· ποία δὲ εἶναι ἡ εὐθύνη;
746ἀκούσατε τὸ ἄρθρ. 10 τοῦ Νόμου ἔχον οὕτως «οἱ ὑπουργοὶ»
747(δι’ ὅλους ἐν γένει, ἑπομένως καὶ διὰ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ναυ-
748τικῶν) «δὲν δύνανται ἐπὶ προσωπικῇ αὐτῶν εὐθύνῃ νὰ ἐξοδεύ-
749σωσιν ἐπέκεινα τῶν χορηγηθεισῶν εἰς ἕκαστον αὐτῶν πιστώ-
750σεων»· διὰ δὲ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἔθεσε καὶ ἄλλην
751ὑποχρέωσιν, ἐν τῷ ἄρθρῳ 11 «ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν
752» δύναται ἐπὶ ἰδίᾳ αὑτοῦ εὐθύνῃ νὰ ἐπιτρέψῃ πληρωμὰς ὑ-
753» ὑπερβαινούσας τὰς χορηγηθείσας εἰς ἕκαστον ὑπουργὸν πιστώ-
754» σεις»· ὥστε ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸν νόμον
755περὶ δημοσίου λογιστικοῦ εἶναι ὑπεύθυνος καὶ διὰ τὰς δαπά-
756νας, τὰς ὁποίας ἤθελε κάμει ὁ ἴδιος καθ’ ὑπέρβασιν, καὶ διὰ
757τὰς καθ’ ὑπέρβασιν δαπάνας τῶν συναδέλφων του. Ἡ συνοδεύουσα
758τὸ νομοσχέδιον τῆς πιστώσεως ἔκθεσις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυ-
759τικῶν τί λέγει; — ἀπορῶ δὲ, πῶς χθὲς ὁ κ. Χρηλίδης ἐξέφρασε
760παράπονα κατὰ τῆς ἐπιτροπῆς ὡς πρὸς τὴν ἀκρίβειαν τῶν λό-
761γων, εἰς τοὺς ὁποίους ἐστηρίχθη ἡ γνώμη της· ἐνῷ, ἐὰν εἶχε
762παράπονόν τι, ἠδύνατο τὸ παράπονον αὐτὸ νὰ ἀπευθύνῃ εἰς τὸν
763ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, διότι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν
764του συνέταξε ἡ ἐπιτροπὴ τὴν ἔκθεσιν· καὶ διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω
765ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶπε τὴν ἀλήθειαν, θέλω σή-
766μερον σᾶς εἴπει, ὅτι κατὰ λάθος καὶ ἐν ἀγνοίᾳ του ἴσως παρε-
767λείφθη καὶ ἓν ποσόν.
768§39Π. ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε, Κεχαγιᾶ....
769§40ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἔχετε ὑπομονήν. Ἀκούσατε, τί λέγει ὁ ὑπουρ-
770γὸς τῶν Ναυτικῶν. «Ἡ ναυτικὴ ὑπηρεσία εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγ-
771κην νὰ δαπανήσῃ....»
772Ἔχετε ἀντίῤῥησιν, ὅτι δὲν ἔλαβε χώραν αὐτὴ ἡ ὑπέρβασις; ἐὰν
773ἐλήφθησαν ἢ ὄχι τὰ χρήματα εἶναι χωριστὸν ζήτημα, διότι,
774ὡς σᾶς εἶπεν ἡ ἐπιτροπή, δὲν θέλει νὰ ῥίψῃ τὸ βάρος εἰς μό-
775νον τὸν ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν· ἡ ἐπιτροπὴ ἐκήρυξεν εἰς βά-
776ρος τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐκεῖνα μόνον τὰ ποσὰ, τῶν
777ὁποίων ἐπέτρεψε τὴν πληρωμὴν καθ’ ὑπέρβασιν τῶν πιστώσεων,
778ἐὰν τοιαύτη τις ἔλαβεν χώραν· ἐκτὸς τούτου ἡ εὐθύνη τοῦ ὑ-
779πουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ὑφίσταται, ἐκτὸς ἐὰν ὁ διάδοχός του
780δὲν λέγῃ τὴν ἀλήθειαν. Ὅταν ἐσυζητεῖτο ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ
7811870 διὰ νὰ πείσουν τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ πνεύ-
782ματος τῆς συντάξεώς του, μᾶς εἶπον, ὅτι ἔκαμον οἰκονομίαν
7837,000 δραχμῶν ἀπὸ τὴν λιμενικὴν ὑπηρεσίαν· ἀλλὰ ἐκ τῶν
784ὑστέρων ἐδείχθη, ὅτι δὲν εἶπον ἀλήθειαν, διατηρήσαντες τοὺς
785ὑπαλλήλους εἰς τὰς ἰδίας θέσεις, διότι λέγουν, ἡ ὑπηρεσία τὸ
786ὑπηγόρευσε. «Κεφάλ. Αʹ. ἄρθρ. 11. πληρώματα βασιλικῶν
787πλοίων.» ........ Σήμερον λαμβάνομεν πληροφορίας ὅτι
788ἀνέρχεται τὸ ποσὸν εἰς 103,000, καὶ χθὲς ὁ κ. Χρηστίδης
789εἶπεν, ὅτι ἀνέρχεται εἰς 99,000. Θὰ μᾶς ζητηθοῦν καὶ ἄλλαι,
790ὥστε ἡ ὑπέρβασις δὲν ἔγεινε μόνον διὰ τὰ πληρώματα κατὰ
791τόσας χιλιάδας, ἀλλ’ ἔτι περιπλέον, διότι, ὅταν συνέταξαν τὸ
792νομοσχέδιον δὲν εἶχε καθαρισθῆ ἡ δαπάνη αὕτη. Τί λέγει δὲ
793διὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ τῶν πιστώσεων; σαφέστατα, τὸ ὁποῖον
794οὔτε ὑμεῖς οἱ ἴδιοι δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε· «Εἰς τὸν προϋ-
795πολογισμὸν τοῦ λήγοντος ἔτους δὲν συμπεριελήφθησαν.....»
796εἶναι τοῦτο ἀληθὲς, ἢ ὄχι; Ἐθέσατε εἰς ἐνέργειαν τρία πλοῖα.
797§41ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ.....
798§42ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μὴ βιάζεσθε κ. Χρηστίδη, ὅλα θὰ τὰ καθαρίσω.
799Ἀφοῦ ἐτέθησαν εἰς ἐνέργειαν πλοῖα εἶναι δυνατὸν νὰ διϊσχυρι-
800σθῆτε ὅτι δὲν εἶναι ὑπέρβασις δαπάνης; Ἐδαπάνησες, καὶ ὁ νό-
801μος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ λέγει, ὅτι, ὅστις δαπανήσει καθ’
802ὑπέρβασιν, εἶναι ὑπεύθυνος.
803Κύριοι, ἂν τῷ ὄντι ὑπῆρχεν ἀνάγκη ὁπλισμοῦ νέων τεσσάρων
804πλοίων, δὲν ἐννοῶ διὰ τί νὰ μὴ συμμορφωθῇ ἡ κυβέρνησις μὲ
805τὸν νόμον· ὅταν ἐπαρουσιάσθη κατεπείγουσα ἀνάγκη, δὲν ἔπρεπε
806νὰ χαρακτηρίσῃ ἡ κυβέρνησις τὴν δαπάνην αὐτὴν ἔκτακτον,
807καὶ νὰ προκαλέσῃ πίστωσιν κατὰ τὸν νόμον; Ἂν παρουσιασθῇ
808ἀνάγκη νὰ πολλαπλασιάσητε τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν, δὲν
809εἶναι μία ἔκτακτος δαπάνη; Λοιπὸν ὤφειλον νὰ προκαλέσουν,
810ἂν ἦτον ἔκτακτος ἀνάγκη, βασιλικὸν διάταγμα, ἵνα ἀνοιχθῇ
811πίστωσις ἔκτακτος· διότι τοιουτοτρόπως αἱ δαπάναι γίνονται
812ἐν γνώσει καὶ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος, ὅταν ἡ Βουλὴ ἀπουσιάζῃ·
813παραλείψαντες δὲ ταῦτα, εἰξεύρετε τί ἐκάμετε τοιουτρόπως; νὰ
814τεθῆτε ἀνώτεροι καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος.
815Ἀνώτερος τοῦ νόμου, εἶπε χθὲς ὁ κύριος Χρηστίδης, μὰ τί νὰ
816κάμω; Ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν δὲν ἠμποροῦσα νὰ κάμω. Λοι-
817πὸν ἔθεσαν παρανόμως τὰς χεῖρας εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐν
818ἀγνοίᾳ καὶ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος· αὐτὸ εὗρον εὐκολώτερον
819Αἱ ἄδειαι τοῦ δαπανᾶν δίδονται μόνον ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ
820τὸν βασιλέα, ὄχι ἀπὸ κανένα ἄλλον. Κύριοι, ὁ συνάδελφός
821μας κύριος Καραλίβανος; χθὲς σᾶς ἀνέγνωσε τὸ διάταγμα, τὸ
822ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὸν βασιλέα ἀπὸ τὸν τότε ὑπουργὸν τῶν
823Ναυτικῶν κύριον Τομπάζην. Τὸ διάταγμα τοῦτο λέγει.—
824(Ἴδετε, πῶς ὁ βασιλεὺς διετέλει ἐν ἀγνοίᾳ τῆς δαπάνης). «Ἔχον-
825τες ὑπ’ ὄψιν τὸν προϋπολογισμὸν ἐπιτρέπομεν τὸν ὁπλισμὸν
826τῶν δεῖνα καὶ δεῖνα πλοίων.» Καὶ δὲν εἶπε, κύριοι, ὁ κύριος Τομ-
827πάζης ψεῦδος εἰς τὸν βασιλέα, εἶπε τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἰδοὺ
828πῶς τὴν εἶπε· ἐπεσκευάζοντο δύο πλοῖα κατ’ ἐκείνην τὴν ἐπο-
829χὴν εἰς τὸν Πόρον «ἡ Ὄλγα,» καὶ ἓν ἄλλο πλοῖον· ὁ κύριος
830Τομπάζης εἶπεν εἰς τὸν τότε πρόεδρον τῆς κυβερνήσεως κύριον
831Ζαΐμην· δύναμαι μὲ τὰ πληρώματα, τὰ ὁποῖα εἶναι διαθέσιμα
832ὡς ἐκ τῆς ἐπισκευῆς τῶν πλοίων νὰ ὁπλίσω τρία πλοῖα, τὰ
833ὁποῖα εἶναι χρήσιμα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ὁ κύριος Ζαΐμης
834τὸν ἐρωτᾷ· μήπως πρόκειται νὰ κάμωμεν ὑπέρβασιν; Ἐπὶ τῆς
835ἀποφατικῆς δὲ ἀπαντήσεώς του, ἐνεκρίθη, καὶ ὑπεβλήθη εἰς τὸν
836βασιλέα τὸ διάταγμα τοῦτο. Τὸ εἶχε δὲ μέσα εἰς τὸν νοῦν
837του ὁ κύριος Τομπάζης, ὅτι, ἀφοῦ ἐπισκευασθῶσι τὰ πλοῖα
838ἐκεῖνα, νὰ θέσῃ τὰ ἄλλα εἰς ἀργίαν. Ἤλθετε ὑμεῖς κατόπιν,
839τὰ διετηρήσατε καὶ διὰ τοῦτο ἐπῆλθεν ὑπέρβασις.
840§43ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Μὰ πῶς τὰ λέγετε αὐτά!
841§44ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Νὰ ἔλθετε νὰ τὰ ἀναιρέσητε.
842§45ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Τὰ ἀφωπλίσαμεν ὅλα.
843§46ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὅλα ἦταν εἰς ἐνέργειαν.
844§47ΥΠΟΥΡ. ΝΑΥΤΙΚ. Καὶ ἡ Ὄλγα καὶ ἡ Κρήτη.
845§48ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἔ, λοιπόν; (γέλως).
846§49ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἡ Ὄλγα ὑπῆρχε διαλελυμένη.
847§50ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἰδοὺ μία κατάστασις τοῦ ὑπουργείου τῶν
848Ναυτικῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν φαίνονται ὀνομαστὶ ὅλα τὰ ἐν
849ἐνεργείᾳ πλοῖα διὰ τὴν τετάρτην τριμηνίαν, δηλ. ὅταν ἦσθε
850ὑμεῖς «ἀ. Γεώργιος, βʹ. Ὄλγα, γʹ. Ἀμφιτρίτη, δʹ. Ἕνωσις,
851ἐ. Σαλαμινία. ϛʹ. Κρήτη, ζʹ. Πάραλος, ἡ. Σύρος, θʹ. Πλη-
852ξαύρα, ί. Ἀφρόεσσα, ιαʹ. Ναύπλιον, ιβʹ. Ναυτίλος, ιγʹ. Κύθνος,
853ιδʹ. Μεθώνη, ιέ. Σαπφώ, ιϛʹ. Αὔρα, ιζʹ. Γλαῦκος, ιή. Ἱέραξ, ιθʹ.
854Πολυδεύκης, καὶ κʹ. Βασιλικὴ λέμβος.» Ποῖα λοιπὸν ἐθέσατε
855εἰς ἀργίαν; Ἔχομεν ἄλλα πλοῖα ἀπ’ αὐτά; Ὁλόκληρος ὁ στό-
856λος μας ἐν ἐνεργείᾳ. Σᾶς εἶπον, κύριοι, ὅτι διὰ τοῦ δια-
857τάγματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐπροκάλεσεν ὁ κύριος Τομπάζης
858ὡπλίσθησαν 3 πλοῖα «ἡ Ἕνωσις, ἡ Κρήτη καὶ ἡ Αὔρα.»
859Ὁ κύριος Τομπάζης, ὅπως εἶπεν ὁ κύριος Ζαΐμης καὶ ὅπως
860φαίνεται ἐκ τοῦ διατάγματος, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε εἰς τὸν
861βασιλέα, ὑπελόγιζεν, ὅτι δὲν ἤθελε ὑπερβῆ τὸν προϋπολογισμὸν,
862ἐκτὸς ἂν ὑποθέσωμεν πρόθεσιν ἐξαπατήσεως, διότι λέγει, «ἔ-
863χοντες ὑπ’ ὄψιν τὸν προϋπολογισμὸν ἐπιτρέπομεν τὸν ὁπλι-
864σμὸν». Θὰ μὲ εἰπῆτε, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὁπλισθῶσι, χωρὶς
865νὰ γίνῃ ὑπέρβασις; Ἰδοὺ τὶ εἶπεν· εἶχε διαθέσιμα δύω πλοίων
866πληρώματα, ἠλάττωσε μάλιστα καὶ τὰ πληρώματα τῶν δύω
867μεγάλων πλοίων, τῆς Ὄλγας καὶ τοῦ Γεωργίου καὶ μὲ αὐτὰ ὥ-
868πλισε τ’ ἄλλα. Ἐσκέφθη λοιπὸν, ὅτι ἦτον ἐντὸς τοῦ προϋπολο-
869γισμοῦ, ὅταν ὅμως ἐπεσκευάσθησαν καὶ τὰ ἄλλα καὶ ἐχρειάσθη-
870σαν νέα πληρώματα, ἤρχισε τότε ἡ ὑπέρβασις. Κρίνατε τώρα,
871τίς ἐκ τῶν δύω πταίει.
872§51ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ποῖος σᾶς τὰ εἶπεν αὐτά;
873§52ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πρὸ ὀλίγου ὁ διευθυντὴς τοῦ λογιστηρίου τοῦ
874ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὁ κ. Γεωργαντᾶς.
875§53ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τότε βεβαίως ὁ κ. Γεωργαντᾶς προδίδει
876τὴν ὑπηρεσίαν.
877§54ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Διατὶ προδίδει τὴν ὑπηρεσίαν;
878§55ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διότι ὅλα αὐτὰ εἶναι ψευδῆ.
879§56ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Συκοφαντεῖτε τὴν ὑπηρεσίαν.
880§57ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν τὸ πιστεύω. Σᾶς λέγω
881λοιπὸν, ὅτι ὁ κ. Τομπάζης ἐκτὸς τῶν πλοίων, τὰ ὁποῖα ἀνεφέ-
882ρατε εἶχε χωρὶς προϋπολογισμὸν εἰς ἐνέργειαν τὸ Μεσολόγγιον
883μέχρι τέλους Ἰουνίου καὶ τὸν Ἀτμοδρόμωνα, δηλαδὴ δύο
884πλοῖα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐμνημονεύσατε. Δὲν ἀπαιτεῖται ὅμως νὰ
885ᾖναι τις ναυτικὸς διὰ νὰ ἐννοήσῃ, ὅταν μανθάνῃ, ὅτι 5 πλοῖα
886ἦσαν εἰς ἐνέργειαν παρὰ τὸν προϋπολογισμόν, ὅτι ἀδίκως ζητεῖ
887νὰ δικαιολογήσῃ, ὅτι λαμβάνων 5 ἀπὸ ἐδῶ, καὶ τόσα ἀπὸ ἐκεῖ
888δύναται νὰ πληρώσῃ τὰ πληρώματά των· δὲν γίνονται αὐτά,
889καὶ ἀπορῶ πῶς ὑμεῖς, τόσον πολύπειρος ἄνθρωπος τὸ ἐπιστεύ-
890σατε, ἔστω καὶ ἐὰν σᾶς τὸ εἶπεν ὁ κ. Γεωργαντᾶς.
891§58ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Λοιπὸν τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον καθυπέβαλε εἰς
892τὸν Βασιλέα, τὸ ὑπέβαλε διὰ νὰ ἐξαπατήσῃ; εἰς αὐτὸ τὸ συμ-
893πέρασμα ἔρχεσθε, διότι ἐγὼ στηρίζομαι εἰς τὸ περιεχόμενον αὐ-
894τοῦ τοῦ Β. Διατάγματος, δηλ. ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογι-
895σμοῦ θὰ πληρώσῃ, ἑπομένως δὲν ἀναιρεῖτε ἐμὲ τότε ἀλλ’ αὐτόν.
896§59ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν μεταχειρίζεσθε καὶ διὰ τὸν κ. Δρόσον
897τὸν ἴδιον συλλογισμόν· ἀλλ’ ἐξεναντίας τὸν κατηγορεῖτε δριμύ-
898τατα· διατί πρὸς τὸν Τομπάζην φέρεσθε ἄλλως; ὅταν
899βλέπετε, ὅτι αἱ πράξεις τοῦ κ. Τομπάζη πρὸς τὸ διάτα-
900γμα ἐναντιοῦνται, δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ ἐρωτήσητε τὸν κ. Το-
901μπάζην. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς προσθέσω, ἀφοῦ μέχρι τοῦδε μοὶ
902ἐπετρέψατε νὰ σᾶς κάμω, ὅσας ἔκαμον παρατηρήσεις, ὅτι ὅταν
903ἀνεχώρησεν ὁ Βασιλεύς, ὁ κ. Τομπάζης ὥπλισε τὴν Ὄλγαν καθ’
904ὁλοκληρίαν, ἵνα τὸν συνοδεύσῃ καὶ παρέμεινε παρὰ τῷ βασιλεῖ
905μὲ πληρέστατα πληρώματα· ὥστε τὸ πλήρωμα τῆς Ὄλγας τὸ
906συνεπλήρωσε....
907§60ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὅταν ἤλθατε καὶ εὕρετε αὐτὴν τὴν κατάστασιν
908διατί δὲν ἀφωπλίζατε τὰ πλοῖα;
909§61ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἰδοὺ τὶ ἐκάμομεν. Διετάξαμεν νὰ ἐπανέλ-
910θῃ ὁ Ἀτμοδρόμων ἐκ Τεργέστης εἰς τὴν Ἑλλάδα· ἅμα δὲ ἔφθα-
911σε τὸν ἀφωπλίσαμεν. Ἡ δὲ Κρήτη τὸν συνώδευσε ἀπὸ τὴν Τερ-
912γέστην μέχρι τοῦ Πόρου. Ἡ Κρήτη ἐπειδὴ ἐπαρουσιάσθη ἡ ἀ-
913νάγκη τοῦ ἅλατος δὲν διελύθη. Ἡ Ἕνωσις διελύθη. Τὸ Μεσο-
914λόγγιον ἦτο πρό τινων ἡμερῶν διαλελυμένον. Τῆς Ὄλγας διετά-
915χθη ἡ διάλυσις, ἀλλ’ ἐβράδυνε· διότι εὑρίσκετο εἰς τὴν Κέρκυραν.
916Ἠγέρθη δὲ τὸ ζήτημα ἂν ἠδύνατο νὰ ὁδοιπορήσῃ, διότι ἔκαμνε
917νερά· εἶχον φθάσει δὲ τὰ νερὰ εἰς 30 ἕως 35 δακτύλους, μοὶ
918φαίνεται, κατὰ 24 ὥρας. Ἐπροκαλέσαμεν τὴν γνωμοδότησιν εἰ-
919δημόνων ἀξιωματικῶν· ὁ κ. Τομπάζης αὐτὸς ὁ ἴδιος διωρίσθη
920πρὸς τοῦτο, καὶ ὁ κ. Τομπάζης μετέβη εἰς Κέρκυραν καὶ ἀπε-
921φάνθη ὅτι ἡ Ὄλγα δύναται νὰ ταξειδεύσῃ μέχρι τοῦ Πόρου. Ἀ-
922πεφασίσαμεν νὰ ἐκτελέσωμεν τὴν γνώμην τοῦ κ. Τομπάζη,
923καὶ οὕτω τὴν ἔφερεν αὐτὸς ὁ ἴδιος μέχρι τοῦ Πόρου, ὅπου
924διετάξαμεν τὴν διάλυσίν της· ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι
925ἀφ’ ἧς στιγμῆς διατάξητε τὴν διάλυσιν ἑνὸς πληρώματος μέ-
926χρι τῆς παραδόσεως θὰ παρέλθωσι τοὐλάχιστον δύο μῆνες. Καὶ
927σᾶς προσθέτω, ὅτι ἡ διάλυσις, ἡ ὁποία γίνεται μὲ τόσην εὐκολί-
928αν, εἶναι ἄδικος· ὁ ναύτης ἐγγράφεται διὰ 4 ἔτη, καὶ δὲν δύ-
929νασθε νὰ τὸν ἀποπέμψητε χωρὶς νὰ θέλῃ. Ἄλλοτε ἔδιδον μισθὸν
930ἀργίας τὸ ἥμισυ τοῦ μισθοῦ ἢ περισσότερον· ἐδῶ ἡ δυσκολία δὲν
931παρουσιάσθη. Ἂν βάλλητε ὅμως εἰς διαθεσιμότητα 4 πλοίων
932πληρώματα, φαντασθῆτε τὶ γίνεται. Μολαταῦτα διετάχθη ὁ ἀ-
933φοπλισμός· ἀλλ’ ἀπὸ τῆς διαταγῆς τοῦ ἀφοπλισμοῦ μέχρι τῆς
934παραδόσεως χρειάζονται δύο μῆνες τοὐλάχιστον.
935§62ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἂν ἤρχεσθε νὰ εἴπητε τὴν ἀλήθειαν, ὅτι εὑρέθη-
936μεν εἰς τὴν ἀνάγκην διὰ τὸν δεῖνα λόγον νὰ συντηρήσωμεν πε-
937ρισσότερα πλοῖα, καὶ ὡς ἐκ τούτου νὰ ὑπερβῶμεν τὰ ὅρια τῆς
938πιστώσεως;...
939§63ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰ εὕρομεν ἡμεῖς ἐλαττώσαμεν. Μάλιστα,
940ἂν μὲ συγχωρῆτε, σᾶς προσθέτω ὅτι ὁ κ. Δρόσος ἔκαμε καὶ ἄλ-
941λας οἰκονομίας. Εὗρεν Ἐπικούρους ἐν τῷ Ναυστάθμῳ διὰ τοὺς
942ὁποίους ἐδαπανῶντο 4,000 δραχμῶν κατὰ μῆνα καὶ τοὺς κα-
943τήργησεν· εὗρεν ὑπεραρίθμους βοηθοὺς καὶ τοὺς κατήργησεν· εὗ-
944ρε τάξεις μισθοδοσιῶν τῶν βοηθῶν καὶ τὰς κατήργησεν· καὶ ἔ-
945καμε καὶ ἐκ τούτων πολλὰς οἰκονομίας.
946§64ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριε δεληγεώργη, εἴπατε πολλὰ προτερήματα
947τοῦ κ. Δρόσου, τὰ ὁποῖα καὶ ἐγὼ ἀναγνωρίζω, ἀλλὰ δὲν ἐδικαι-
948ολογήσατε τὴν ὑπέρβασιν διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν γαιανθράκων ἄνευ
949ἀνάγκης. Θὰ εἴπητε ὅτι ἡ ὑπέρβασις δι’ αὐτὸ δὲν ἦτο τίποτε, θὰ
950εἴπητε ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἐξετάσητε τοὺς τύπους κατὰ τὸν
951κ. Χρηστίδην ἀλλὰ τὴν οὐσίαν. Ἂν, λέγω, ἐλέγετε εἰς τὴν Βου-
952λὴν, ὅτι αὐτοὶ οἱ λόγοι μᾶς ἠνάγκασαν....
953§65ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὄχι· οὔτε τὸ εἴπομεν, οὔτε τὸ λέγομεν οὔτε
954θὰ τὸ εἴπωμεν.
955§66ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μὴ τὸ λέγητε, ἀλλὰ τὶ σημαίνει; ὑπέρβασις
956ὑπάρχει. Ἀφήσατε, σᾶς παρακαλῶ κ. Χρηστίδη νὰ τελειώσω,
957καὶ ἔλθετε νὰ μὲ ἀναιρέσητε. Τί μᾶς εἴπατε; ὅτι ἡμεῖς δὲν ὑπε-
958ρέβημεν τὸ ποσὸν τῆς πιστώσεως. Πόσα ἐντάλματα ἐπληρώθη-
959σαν; 37, 19 διὰ τὰ πληρώματα καὶ 18 διὰ τοὺς διεθασίμους
960ἀξιωματικούς· τὰ ἄλλα δὲν τὰ ἐπληρώσαμεν ἡμεῖς, ἀλλὰ οἱ δι-
961άδοχοί μας, διὰ τοῦτο ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ὑπόλογοι. Ὁ κ. Χρη-
962στίδης ἠδύνατο νὰ τὸ εἴπῃ τοῦτο, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν εὐθύνην
963του, διότι ἐπέτρεψε τὴν πληρωμὴν ἐνταλμάτων καθ’ ὑπέρβασιν·
964ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅστις ὑπέβαλε τὸ δημόσιον εἰς
965τὰς δαπάνας δὲν εὐθύνεται; Οἱ ὑπουργοὶ τῶν Ναυτικῶν λέγω,
966διὰ νὰ σᾶς εὐχαριστήσω, διότι ἡμεῖς δὲν ἀνεφέραμεν πρόσωπα,
967εἰμὴ μόνον τοὺς δαπανήσαντας καθ’ ὑπέρβασιν, πρέπει νὰ ὑπο-
968βληθῶσιν εἰς ἀποζημίωσιν. Μὴ λοιπὸν χωρίζετε τὴν ἰδικήν σας
969εὐθύνην ἀπὸ τὴν τῶν ἄλλων. Διὰ τὴν πληρωμὴν, κύριοι, τῶν
970ἐνταλμάτων τῶν ἐκδοθέντων καθ’ ὑπέρβασιν τῶν πιστώσεων
971καὶ πληρωθέντων, εἰξεύρετε ποία πρᾶξις ἔλαβε χώραν; μία
972πρᾶξις ἐγκληματική. Διότι ὁ ταμίας κατὰ τὸν νόμον δὲν δύ-
973ναται νὰ πληρώσῃ ἔνταλμα μὴ θεωρηθὲν ἀπὸ τὸν Διευθυντὴν
974τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ὁ τα-
975μίας κατάστασιν τῶν διαθεσίμων πιστώσεων ἑνὸς ἑκάστου κεφα-
976λαίου· ἁρμόδιος εἰς τοῦτο εἶναι ὁ διευθυντὴς τοῦ Λογιστηρίου.
977Αὐτὸς λοιπὸν θεωρῶν βεβαιοῖ τὸν ταμίαν, ὅτι εἶναι ἐντὸς τῶν
978πιστώσεων καὶ ἑπομένως πληρωτέον. Ἀλλ’ ἐν τούτοις 39,000
979δραχμῶν ἐντάλματα ἐθεωρήθησαν ἐπὶ ψευδεῖ πιστοποιήσει τοῦ
980Λογιστηρίου διὰ νὰ ἐξαπατήσουν τὸν ταμίαν, ὅτι εἶναι ἐντὸς
981τῆς πιστώσεως. Αὐτὴ ἡ πρᾶξις πῶς χαρακτηρίζεται κύριοι;
982Κατὰ τύχην δὲ ἀπήντησα τὸν τότε διευθυντὴν τοῦ λογιστηρί-
983ου· ἡ πρᾶξις μοὶ ἔκαμε τὴν χειροτέραν ἐντύπωσιν· ἐξεπλάγην,
984ὅταν εἶδον ἐντάλματα πληρωνόμενα καθ’ ὑπέρβασιν. Τὸν ἐρω-
985τῶ πῶς ἐθεώρησεν ἐντάλματα καθ’ ὑπέρβασιν; Μὲ διέταξεν ὁ
986προϊστάμενός μου, μοὶ ἀπήντησεν. Ἂν μὲ εἶπε τὴν ἀλήθειαν δὲν
987ἠξεύρω.
988§67ΤΙΝΕΣ. Ποῖος διευθυντής;
989§68ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ πρώην.
990§69ΤΙΝΕΣ. Ὁ Χρηστοφῆς.
991§70ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἂν ἦσαν πληρωμαὶ τοιαῦται, ὑπέρβασις δὲν ὑ-
992πάρχει· ἐθεωρήθησαν τὰ ἐντάλματα, διότι οὕτω μὲ διέταξε ὁ
993προϊστάμενός μου. Τότε, κύριοι, βλέπετε, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ
994ψηφίσητε προϋπολογισμὸν, εἶναι περιττὸν νὰ ψηφίσητε πιστώ-
995σεις, διότι δύνανται ἐν ἀπουσίᾳ σας, ἐν ἀγνοίᾳ σας, καὶ τῇ ἀ-
996γνοίᾳ καὶ αὐτοῦ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος νὰ θέσουν χεῖρα εἰς
997τὸ δημόσιον ταμεῖον. Τοιαύτην διαχείρισιν, κύριοι, πρέπει νὰ
998τὴν τιμωρήσητε μὲ τὴν μεγαλειτέραν αὐστηρότητα, διότι ἐννοῶ
999νὰ ἔλθουν οἱ ὑπουργοὶ νὰ σᾶς εἴπουν· ἔχομεν ἀνάγκην νὰ δαπα-
1000νήσωμεν εἰς τὴν δεῖνα καὶ δεῖνα ὑπηρεσίαν, νὰ εἴπουν εἰς τὸν
1001ἀνώτατον ἄρχοντα· ἔχομεν ἀνάγκην νὰ δαπανήσωμεν εἰς τοῦτο
1002καὶ εἰς ἐκεῖνο, ἀλλὰ μόνοι νὰ θέτουν τὴν χεῖρα εἰς τὸ δημόσιον
1003ταμεῖον, εἶναι ἔγκλημα καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ τὸ κατέκρι-
1004νε, καὶ δὲν ἠδύνατο ἄλλως πως νὰ πράξῃ. Ἐὰν καθιερώσητε ἓν
1005τοιοῦτον προηγούμενον, μὴ νομίσητε πλέον, ὅτι ἔχουν ἀνάγκην
1006τῆς ψήφου σας οἱ ὑπουργοί· ὄχι, μόνοι τους θὰ λαμβάνουν τὰ
1007χρήματα. Μεταξὺ τῶν ἄλλων, κύριοι, δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω
1008μίαν ἐπίκρισιν τοῦ κ. Χρηστίδου κατὰ τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ εἶ-
1009ναι αὕτη. Σᾶς παρακαλῶ προσέξατε, διότι ἐγὼ, ὅσον καὶ ἂν
1010ἐσκέφθην, δὲν ἠδυνήθην νὰ εὕρω τὸν ἐλάχιστον συνδυασμὸν, τὴν
1011ἐλαχίστην σχέσιν τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσεν, μὲ τὸ προ-
1012κείμενον ζήτημα. Τί μᾶς εἶπεν; ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸ
10139 ἄρθρον τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει οὕτω·
1014«πᾶσα αἴτησις πιστώσεως δι’ ἔξοδον μὴ προβλεφθὲν ἐν τῷ οἰκο-
1015»νομικῷ νόμῳ πρέπει νὰ καταδεικνύῃ καὶ τὸν χρηματικὸν πόρον,
1016»ἐκ τοῦ ὁποίου θέλει πληρωθῆ». Ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ προ-
1017κείμενον ζήτημα, διὰ νὰ κάμῃ λόγον ἡ ἐπιτροπή; ἀπεναντίας ἂν
1018θέλετε, τοῦτο ἐπιβαρύνει ἔτι περισσότερον τὸ ὑπουργεῖον Δεληγε-
1019ώργη, τοῦ ὁποίου ἀπετέλει μέρος ὁ κ. Χρηστίδης. Ὅταν παρου-
1020σιάζηται ἀνάγκη ἐκτάκτου πιστώσεως καὶ ἀπουσιάζῃ ἡ Βουλὴ,
1021γίνεται πρακτικὸν τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, καὶ ἐπὶ τῇ βά-
1022σει αὐτοῦ προκαλεῖται βασιλικὸν διάταγμα καὶ δίδεται ἡ ἄδεια.
1023Ἀλλ’ ἂν ἤθελε νὰ ἐφαρμόσῃ ὁ κ. Χρηστίδης τὴν διάταξιν τοῦ
1024ἄρθρου 9 τοῦ νόμου, ἡ ὁποία ἔμεινε δυστυχῶς εἰς ἀχρηστίαν, καὶ
1025δι’ αὐτὸ ὑπάρχουν καὶ ἐλλείμματα, ἔπρεπε νὰ καταδείξῃ καὶ
1026τὸν χρηματικὸν πόρον, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ πληρωθῇ ἡ ἔκτακτος
1027δαπάνη· ὁσάκις ζητῆται ἀναπληρωματικὴ καὶ συμπληρωματικὴ
1028πίστωσις, πρέπει ὡσαύτως νὰ ἀναφέρηται, ὅτι θὰ πληρωθῇ ἀπὸ
1029τὸν δεῖνα πόρον· ἡ διάταξις αὕτη εἶναι σαφὴς, διότι θέλει νὰ
1030μὴ ἀφίσῃ τὸ ταμεῖον εἰς ἀνέχειαν· ἂν ἔχῃ πόρους χρηματικοὺς
1031ὑπερβαίνοντας τὰς ψηφισθείσας τακτικὰς πιστώσεις, τότε μόνον
1032πρέπει νὰ προκαλῶνται καὶ ἔκτακτοι. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ὡς
1033ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς ἔφερε μίαν πίστωσιν δραχμῶν 5,
1034000,000 δι’ ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων, ἀλλ’ ἐξέθεσε καὶ τίνι
1035τρόπῳ θὰ τὰ πληρώσωμεν· δὲν ἔχω ἔσοδα, λέγει, ἔχω ἀνάγκην
1036νὰ δανεισθῶ, ἑπομένως ἐνῷ ψηφίζετε τὴν δαπάνην τῶν 5,000,
1037000, μὲ δίδετε συγχρόνως καὶ τὴν ἄδειαν νὰ δανεισθῶ ἴσον
1038ποσὸν διὰ νὰ πληρώσω. Αὐτὸ λέγει καὶ τὸ ἄρθρον 9 τοῦ νόμου
1039περὶ δημοσίου λογιστικοῦ· ἀπορῶ δὲ πῶς τὸ ἐσχέτισεν ὁ κ. Χρη-
1040στίδης καὶ ἤλεγξε τὴν ἐπιτροπὴν, ὅτι δὲν τὸ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν,
1041προκειμένου περὶ ὑπερβάσεων.
1042Κύριοι, ἀρκετὰ ἐκουράσθητε, δι’ αὐτὸ παύω. Θέλω σᾶς κάμει
1043μίαν πρότασιν, ἡ ὁποία, ὡς νομίζω, εἶναι συμβιβαστική. Ἀκού-
1044σατέ την καὶ, ἂν τὴν κρίνετε ὀρθὴν, παραδεχθῆτέ την, ἄλλως
1045ἀποῤῥίψατέ την (διακοπαὶ). Βλέπω, ὅτι δὲν εἶσθε πρὸς τοῦτο
1046διατεθειμένοι, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν μ’ ἐμποδίζει· καὶ ἐγὼ δὲν τὸ ἐπι-
1047θυμῶ νὰ καταλογίσωμεν εἰς βάρος τῶν ὑπολόγων τὰς ὑπερβά-
1048σεις αὐτὰς, διότι δυστυχῶς ἐπικαλοῦνται τὰ προηγούμενα, ἀλ-
1049λὰ τοῦτο θέλει εἶσθαι ἀτελεύτητον. Περιορίζομαι εἰς τοῦτο, νὰ
1050ἀποδοκιμάσωμεν πρῶτον τὰς ὑπερβάσεις τῶν ψηφισμένων πι-
1051στώσεων καὶ δεύτερον τὴν χρῆσιν τῶν πιστώσεων πρὸς ἄλλας
1052ἀνάγκας καὶ σκοποὺς παρὰ τὸν ἀρχικὸν προορισμὸν ἑκάστου
1053κεφαλαίου καὶ ἄρθρου. Μετὰ δὲ τὴν ἀποδοκιμασίαν αὐτὴν
1054ἡ Βουλὴ ἐπιεικῶς φερομένη, ὡς ἐκ τῶν προηγουμένων ὁμοίου
1055εἴδους, διὰ τελευταίαν φορὰν νὰ ἐγκρίνῃ τὰς πιστώσεις αὐτάς.
1056§71ΤΙΝΕΣ. Ἂν ᾖναι παρανομία, εἶναι παρανομία· τὶ εἶναι αὐτά;
1057§72ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Οὔτε νὰ τὰ καταλογίσητε θέλετε, ἀλλ’ οὔτε
1058καὶ νὰ ἀποδοκιμάσητε τὴν πρᾶξιν! ἡ Βουλὴ δύναται ν’ ἀποφα-
1059σίσῃ ὡς ἐγκρίνει.
1060§73ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, κύριε πρόεδρε.
1061§74Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν καταδικάζω κανένα, διότι δὲν
1062ἔμεινεν ἔνοχος δι’ αὐτὸ τὸ ὁποῖον κατηγορεῖται. Εἰς τὸν κ. Κε-
1063χαγιᾶν ὅμως ἐνθυμίζω τὸ 1867.
1064§75ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Νὰ φέρῃς ῥητῶς πράξεις, ὄχι ἀορίστως.
1065§76Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὅταν τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν
1066καὶ τῆς Δικαιοσύνης ἔκαμον ὑπέρβασιν δὶς, ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προ-
1067ϋπολογισμοῦ εἰς τὴν ὁποίαν εἶχε μέρος ὁ κ. Σωτηρόπουλος, κα-
1068τεδίκασε, καὶ ἡ Βουλὴ κατεψήφισε διὰ νὰ τὰ πληρώσουν.
1069§77ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν ἐννοεῖτε δυστυχῶς τὴν λέξιν ὑπέρβασιν.
1070§78Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος εἶναι μάρτυς, διότι
1071ἦτο μέλος τῆς ἐπιτροπῆς.
1072§79ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦτο τοῦ 1867, ἀλλὰ τοῦ 1866 ὑ-
1073πέρβασις...
1074§80ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν ἦτο συνυπουργὸς καὶ ὁ κ. Κεχαγιᾶς;
1075§81ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἦτο ὑπέρβασις τοῦ 1866.
1076§82ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ νῦν πρωθυπουργὸς ἦτο καὶ τότε, καὶ
1077ἐσηκώθη καὶ ὡμίλησεν, ὅτι δὲν ἦτο βλάβη εἰς τὴν οὐσίαν, ὥστε
1078δὲν θαυμάζω ἂν ἡ ἐπιτροπὴ εὗρε τώρα ἐλαττώματα (θόρυβος).
1079Ὁ κ. Κεχαγιᾶς δὲν ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἐξιππάζεται διότι ἡ Βουλὴ
1080τότε δὲν ἀπεδοκίμασε· πῶς τώρα φέρει ἡ ἐπιτροπὴ ἀποδοκι-
1081μασίας;
1082§83ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἂν ἦτο μετριόλογος ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἤθελα
1083τὸν συγχωρήσει, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ γλῶσσα πρέπει νὰ τιμωρῆται.
1084(γέλως).
1085§84ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον τσιφούτικα.
1086§85ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἂν εἶπον τσιφούτικα, ἐννοοῦσα τὴν πρᾶξιν,
1087διότι εἶπεν, ἂν δὲν ὑπερέβησαν τὰς 191 χιλιάδας, ὑπερέβησαν
1088ὅμως τὰς 2 τὰς 3· εἶπον λοιπὸν τότε, ὅτι αὐτὰ εἶναι τσιφού-
1089τικα παζάρια, καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. πρόεδρος εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ
1090μοὶ παρατηρήσῃ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκφρασθῶ οὕτως, ἀμέσως
1091εἶπον, ὅτι δὲν προσέβαλον κανένα, ἀλλ’ ἐὰν νομίζῃ κανεὶς τοῦτο,
1092ἀνακαλῶ τὴν λέξιν· μία φράσις λοιπὸν ἡ ὁποία ἀνακαλεῖται,
1093κύρ. Κεχαγιᾶ, δὲν ἐπαναλαμβάνεται· ἠθέλησες νὰ εἴπῃς, ποῦ
1094ἐγεννήθην ἐγώ· ἀλλὰ δὲν μὲ λέγεις, ποῦ ἐγεννήθης σύ; ποῦ
1095ἐγεννήθης, ἀδελφέ;
1096§86ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰς τὰ Σάλωνα.
1097§87ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Καὶ ἀνετράφης δὲν ἠξεύρω ποῦ καὶ ποῦ ἐσπού-
1098δασες μίαν γλῶσσαν οὐχὶ κοινοβουλευτικήν! (θόρυβος). Εἶναι ἀλη-
1099θὲς, ὅτι ἐνίοτε ῥίπτω καμμίαν λέξιν, ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι ἅλας, ὡς
1100τὴν ὀνομάζει ὁ κύριος Σαράβας· εἶναι ἓν εἶδος ἀστειότητος, ἡ
1101ὁποία ἐπιτρέπεται εἰς ὅλα τὰ κοινοβούλια· πηγαίνετε εἰς τὴν
1102Ἀγγλίαν, διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι ὁ Δισραέλης δὲν κάμνει δέκα λε-
1103πτῶν ὁμιλίαν χωρὶς νὰ εἴπῃ καὶ τρεῖς ἀστειότητας. Ποτὲ ὅμως
1104δὲν ἐνόησα νὰ προσβάλω οὕτω κανένα· ἑπομένως ἡ φράσις τοῦ
1105κ. Κεχαγιᾶ, διὰ τῆς ὁποίας ἠθέλησε νὰ εἴπῃ ὅτι ἐγεννήθηκα
1106εἰς τὸ Σταυροδρόμι ἐν ᾧ οὐδὲ τὸ χωρίον μου γνωρίζει, καὶ ὄχι
1107τόσον διότι εἶπε ποῦ ἐγεννήθην, ἀλλ’ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον
1108τὸ εἶπε, ἡ φράσις λέγω αὕτη, καταδικάζεται ὑπὸ τῆς ἠθικῆς
1109καὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἕξεων.
1110Ἤκουσα τὸν ἐκ Παρνασσίδος βουλευτὴν ὁμιλήσαντα· εἶπεν
1111ὅτι ποτὲ δὲν ᾐσθάνθην τόσην ἀταξίαν ψυχῆς παρ’ ὅταν συν-
1112έταξα τὴν ἔκθεσιν τὴν καταδικάζουσαν τὰς ὑπερβάσεις τοῦ
1113ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Κύριοι! ἀπὸ τὴν ὁμιλίαν ἣν ἔκαμε
1114σήμερον, ἐννοήσατε τὶ ὑπάρχει ἐν αὐτῇ τῇ ἐκθέσει· ἠξεύρετε
1115ποῖον εἶναι τὸ μέγα ἀντικείμενον; Ὁ Παπακώστας· διὰ τὶ νὰ
1116δοθοῦν 1000 δραχμαὶ εἰς τὸν Παπακώσταν; διὰ τὶ νὰ δοθῇ
1117εἰς αὐτὸν ἐπιῤῥοή;
1118§88ΔΑΓΡΕΣ. Αὐτὰ εἶναι κοινοβουλευτικά; Λησμονεῖτε, ὅτι τὴν
1119ἔκθεσιν ὑπέγραψαν καὶ ἄλλοι ἄνθρωποι;
1120§89ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὁμιλῶ διὰ τὸν κ. Κεχαγιᾶν· αὐτὸς εἶναι ὁ
1121πρόεδρος, εἰς αὐτὸν ἀποδίδονται καὶ τὰ καλὰ καὶ τὰ κακά!
1122Εἶπον καὶ χθὲς, κύριοι, καὶ ἐπαναλαμβάνω σήμερον, ὅτι δὲν
1123θέλομεν τὴν συγκατάβασιν τῆς Βουλῆς, διότι δὲν εἴμεθα ἔνο-
1124χοι. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου καὶ φίλος μου κ. Δε-
1125ληγεώργης σᾶς εἶπεν εἰλικρινέστατα καὶ καθαρῶς, ποία ἐστάθη
1126ἡ διαχείρισίς μας· εἶπεν ἐνώπιόν σας· συμμερίζομαι τὴν εὐθύ-
1127νην τοῦ φίλου μου κ. Δρόσου διὰ τὴν δαπάνην τῶν 17,000,
1128διότι ὡρμήθη ἐκ τοῦ δικαίου, τὸ ὁποῖον εἰς αὐτὸν ἐνυπάρχει,
1129τοῦ νὰ μὴ ἀφήσῃ πεινῶντας τοὺς ἀνθρώπους, ὅπερ ἀπῄτει καὶ
1130ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸς ὡς μέ-
1131λος αὐτῆς ὤφειλε νὰ τηρήσῃ παντοῦ, ὅπου ἡ τοιαύτη ἀνάγκη
1132ἐπαρουσιάζετο. Ἠξεύρετε, κύριοι, πόσον εἶναι λυπηρὸν νὰ κατα-
1133τρίβῃ τις τὸν καιρόν του ἐργαζόμενος ὑπὲρ τῶν δημοσίων, οὐχὶ
1134κατ’ ἐξαίρεσιν τῶν ἄλλων, ἀλλ’ ὅπως ὅλοι, καὶ νὰ μὴ αἰσθά-
1135νεται εἰς ἑαυτὸν οὐδένα ἔλεγχον, οὐδεμίαν εὐθύνην! πόσον εἶναι,
1136λέγω, πικρὸν νὰ ἐξελέγχηται δημοσίᾳ καὶ νὰ λέγηται εἰς αὐτὸν·
1137ζήτησε συγγνώμην! καὶ ἔνοχος ἂν ἤμην, δὲν ἐζήτουν συγγνώ-
1138μην· ἤθελον ἀντὶ τούτου ἔλθει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ θὰ ἔλεγον·
1139ἔπραξα τοῦτο, καὶ διὰ τί νὰ μὴ τὸ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν; ἡ
1140Βουλὴ σύγκειται ἀπὸ ἀντιπροσώπους ὅλου τοῦ ἔθνους· περιέχει
1141τοὺς καλλιτέρους ἀνθρώπους τῆς πατρίδος, καὶ αὐτὴ ἡ Βουλὴ καὶ
1142ἡ ἄλλη καὶ ἡ ἄλλη, διότι οὐδεὶς ἐκλέγεται εἰς τὰς ἐπαρχίας ἂν δὲν
1143ἔχῃ ὑπόληψιν· ἤθελον ἔλθει λοιπὸν εἰς αὐτὸ τὸ Σῶμα, ὅπερ ἔχει
1144περισσοτέραν δόσιν νοημοσύνης παρ’ ὅσον εἷς ἄνθρωπος ὁποιοσδή-
1145ποτε, ἐὰν ᾐσθανόμην ἐν ἐμαυτῷ τὸν παραμικρὸν ἔλεγχον τῆς συν-
1146ειδήσεως καὶ ἤθελον εἴπει ἔπραξα τοῦτο δι’ αὐτὸν καὶ δι’ αὐτὸν τὸν
1147λόγον καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἤθελον εὕρει δικαιοσύνην. Ἀλλ’
1148ὅμως ἤδη οὐ μόνον δὲν ἔπραξά τι, ἀλλ’ ἦλθον νὰ ὑπερασπίσω ἕνα
1149συνάδελφον ἀπόντα, ὁ ὁποῖος εἶδον νὰ κατακρίνηται ἀδίκως.
1150Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ζητήσῃ εἰς τὸ
1151ὑπουργεῖον καὶ θὰ εὕρῃ εἰς ὅλους τοὺς κλάδους μίαν ἡμερησίαν
1152διαταγὴν ἐκδοθεῖσαν παρ’ ἐμοῦ διὰ τῆς ὁποίας διέταττον ὅλους
1153τοὺς τμηματάρχας νὰ προσέξουν νὰ μὴ μὲ φέρουν νὰ ὑπογρά-
1154ψω ἐντάλματα καθ’ ὑπέρβασιν· διότι ἄλλως πᾶσαν ὑπέρβασιν
1155ἐννοῶ εἰς βάρος αὐτῶν. Ὅτε εἰς τὰ 1852 συνέταττον τὸν ἀπο-
1156λογισμὸν τοῦ 1851, εἰς τὴν σύνταξιν αὐτοῦ παρετήρησα ὑπέρ-
1157βασιν 700 μόνον δραχμῶν, καὶ μόλον τοῦτο ἐκάθισα καὶ
1158ἔκλαυσα, βλέπετε, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ εἶπον ὡς ἔγγιστα·
1159ἥμαρτον ἐνώπιόν σου· τὸ ἔπραξα ὡς τίμιος ἄνθρωπος· δὲν εἶναι
1160δυνατόν, εἶπον καὶ λέγω νὰ μοὶ διαφύγῃ λεπτὸν· ἀλλ’ ἐνδέχε-
1161ται κανεὶς τμηματάρχης νὰ μοὶ παρουσίασεν ἔνταλμα καθ’ ὑπέρ-
1162βασιν καὶ διὰ τοῦτο ἔκαμα τὴν ἡμερησίαν διαταγὴν· τὸ λά-
1163θος, κύριοι, συμβαίνει εἰς ὅλους τοὺς ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι, ἂν
1164δὲν ἔχουν πιστοὺς τμηματάρχας, ἠμποροῦν νὰ πλανηθοῦν· καὶ
1165θὰ εὕρητε εἰς ὅλους τοιαύτας μικρὰς ὑπερβάσεις ἀναλόγως
1166πάντοτε τῆς τιμιότητος, ὄχι τιμιότητος, διότι ὅλοι εἶναι τί-
1167μιοι, ἀλλὰ τῆς ἱκανότητος, τῆς προσοχῆς τῶν τμηματαρχῶν.
1168Λοιπὸν, κύριοι, ὅταν τοιαύτην διαγωγὴν ἐτήρησα, μοὶ φαίνε-
1169ται παράδοξον νὰ ἔρχεται ὁ φίλος κ. Κεχαγιᾶς καὶ νὰ μοὶ
1170λέγῃ· ζήτησε συγνώμην. Τί ἔπραξα; παρέβης τὸν προϋπο-
1171λογισμὸν· ποῦ; πέρυσι κἄποιος ἔβηξε καὶ πταίεις σύ.
1172Ἦλθε καὶ σᾶς ἀνέγνωσε πρὸ ὀλίγου τὰ ἄρθρα τοῦ περὶ δη-
1173μοσίου λογιστικοῦ νόμου, τὰ ὁποῖα ὀνομάζει ῥιζικὰ, καὶ
1174ὅταν ἔφθασεν εἰς τὸ 9ον ἄρθρον ἐθεώρησε παράδοξον, ἐθε-
1175ώρησε κακόζηλον ἑρμηνείαν ἐκείνην, ἣν ἔδωκα ἐγώ. Ὁ κ.
1176Κεχαγιᾶς ἔχει ἐπιτηδειότητα εἰς τὰ λογιστικὰ καὶ ἰδίως
1177εἰς τὰ τραπεζικά· ἔχω ὅμως τὴν τιμὴν νὰ τῷ παρατηρήσω,
1178ὅτι καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν ἀξίωσιν καὶ τὴν ἀπαίτησιν νὰ ἐννοῶ
1179καλλίτερα ἀπὸ αὐτὸν τὸν περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμον,
1180διότι ἐκάθησα 5 μῆνας ἡμέραν καὶ νύκτα ἐργαζόμενος καὶ τὸν
1181συνέταξα, ἔπρεπε νὰ τὸ εἴπω τοῦτο, διότι ὅταν κανεὶς γη-
1182ράσῃ πρέπει ὅλα νὰ τὰ λέγῃ, διότι ἀποθνήσκει καὶ χάνονται.
1183Τὸν νόμον αὐτὸν, κύριοι, πρώτην φορὰν εἶχεν ὁ κύριος Δρόσος
1184μεταφράσει ἀπὸ τὸ διάταγμα περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, τὸ
1185ὁποῖον ἴσχυεν ἐν Γαλλίᾳ. Διὰ τοῦτο εἶπον χθὲς, ὅτι ἦτο ἀδύ-
1186νατον ὁ κύριος Δρόσος νὰ κάμῃ τοιοῦτον λάθος· ἀφοῦ συνέταξα
1187αὐτὸν τὸν νόμον, ἐζήτησα κατόπιν ἕνα ἀπὸ τοὺς δοκίμους λο-
1188γιστικοὺς ὑπαλλήλους νά μοὶ συντάξωσι τὴν συνοδεύουσαν τὸ
1189νομοσχέδιον ἔκθεσιν, διότι, κύριοι, εἰς τὰς ἐκθέσεις τὰς συνο-
1190δευούσας τὰ νομοσχέδια πρέπει νὰ δίδηται μεγάλη προσοχὴ,
1191διότι εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα πρᾶξις ἡ συνοδεύουσα ἕνα νό-
1192μον, δι’ αὐτῆς ἑρμηνεύονται συνήθως τὰ ἀσαφῆ μέρη τοῦ
1193νόμου, ἀλλ’ οὐδεὶς ἠδυνήθη νὰ τὴν συντάξῃ ὡς ἔδει· ἐκάθισα
1194λοιπὸν 19 ἡμερόνυκτα καὶ συνέταξα μόνος τὴν ἔκθεσιν, ἡ ὁ-
1195ποία εἶναι σπουδαία, μολονότι σύγκειται ἀπὸ δύω ἢ τρεῖς σε-
1196λίδας· θὰ μοὶ συγχωρήσῃ λοιπὸν ὁ κύριος Κεχαγιᾶς νὰ τοῦ
1197εἴπω, ὅτι τὸ 9 ἄρθρον ἀνέφερον διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον,
1198ὅτι ἡ προκειμένη ὑπέρβασις μηνολογεῖται ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐτέ-
1199θησαν τὰ 5 πλοῖα εἰς ἐνέργειαν· ὁ προϋπολογισμὸς εἶχε προ-
1200νοήσει διὰ δεκαπέντε πλοῖα, πῶς εἶναι δυνατὸν δὲ νὰ βγάζῃ
1201ἀπὸ τὸ ἕνα πλοῖον ναύτας καὶ νὰ καταρτίζῃ τὸ πλήρωμα τοῦ
1202ἄλλου πλοίου; αἱ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πιστώσεις τῶν δύω τε-
1203λευταίων μηνῶν τῶν δεκαπέντε πλοίων, αἵτινες ἔλλειψαν,
1204κατηναλώθησαν, κύριοι, ἀπὸ τὰ πρόσθετα πληρώματα· λέγω
1205λοιπὸν, ὅτι τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς ὑπέβαλεν
1206εἰς τὸν Βασιλέα τὴν αἴτησιν νὰ θέσῃ εἰς ἐνέργειαν τὰ πλοῖα,
1207ὤφειλε συγχρόνως νὰ καταδείξῃ καὶ τὸν πόρον τῆς πιστώσεως,
1208ἐξ ἧς ἔμελλον νὰ τραφῶσι τὰ νέα πληρώματα· δὲν ἠδύνατο
1209ποτὲ νὰ εἴπῃ· Μεγαλειότατε, ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ
1210εὕρωσι τρόπον καὶ μισθοδοσίαν καὶ αὐτὰ τὰ νέα πληρώματα·
1211ἄρα ταῦτα εἶχον πίστωσιν μικροτέραν ἀπὸ ὅσην ἔπρεπε νὰ
1212λάβωσι. Λοιπὸν ἡ ὑπέρβασις πηγάζει ἀπὸ τὴν παράβασιν ἐ-
1213κείνου τοῦ ἄρθρου καὶ οὐχὶ ἐξ ἄλλης ἀφορμῆς. Ἀλλ’ ὁ κύριος
1214Κεχαγιᾶς ἠθέλησεν ἐπὶ τέλους νὰ σταθῇ κάπου, ἀφοῦ εἶδε τὸν
1215κατήφορον δὲν ἤξευρε ποῦ νὰ σταθῇ, πῶς νὰ δικαιολογηθῇ, καὶ
1216διὰ τοῦτο δὲ ἠθέλησε ν’ ἀναφέρῃ τὸ ἄρθρον 9· ἀλλ’ ἔρχεται
1217εἰς ἄλλον ἰσχυρισμὸν, ἐπίσης ἐσφαλμένον· λέγει, ὁ προκάτοχος
1218ἔκαμε τὸ λάθος νὰ ἐξοπλίσῃ τὰ πλοῖα, πῶς σεῖς, ἅμα ἤλ-
1219θετε, δὲν τὰ ἀφωπλίσατε; Πρέπει ἆρά γε νὰ ἀπαντήσω, κύ-
1220ριοι, καὶ εἰς τὸ σαθρότατον τοῦτο ἐπιχείρημα; Σᾶς εἶπεν ὁ
1221ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου πολὺ ὀρθῶς, ὅτι ἡ ἀφόπλισις
1222τῶν πλοίων δὲν γίνεται, ὡς γίνεται ἡ ἀλλαγὴ τοῦ ὑποκαμίσου.
1223Ὁ κύριος Κεχαγιᾶς ἐστάθη πολλάκις ὑπουργὸς, συνεδριάζει καθ’
1224ἑκάστην μὲ τοὺς ὑπουργοὺς καὶ ἑπομένως γνωρίζει, ὅτι διὰ νὰ
1225ἀλλάξῃ τις τὸ προσωπικὸν ἑνὸς μικροῦ ταμείου καὶ ν’ ἀντικα-
1226ταστήσῃ ἕτερον ἀπαιτεῖται ἱκανὸς καιρὸς, διότι πρέπει νὰ σταλῇ
1227ἄλλη διαταγὴ ἐδῶ, ἄλλη ἐκεῖ· πρέπει νὰ γένῃ παράδοσις καὶ
1228διὰ νὰ γένουν ὅλαι αὗται αἱ ἐργασίαι, ἀπαιτοῦνται τοὐλάχιστον
1229δύω μῆνες· διὰ τί δὲν λέγει τὴν ἀλήθειαν, ὅτι ἡ ὑπέρβασις
1230ἄρχεται ἀπὸ ἐκεῖ, ὅπου ἐγεννήθη ἡ ἀνάγκη τῆς δαπάνης καὶ
1231ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἦλθον κατόπιν εἶναι εὐτυχεῖς, διότι κα-
1232τώρθωσαν νὰ ἀφοπλίσουν τὰ πλοῖα τὸ ἓν κατόπιν τοῦ ἄλλου;
1233Ὁ κύριος Κεχαγιᾶς δὲν ἔπρεπε ν’ ἀποδώσῃ ὄχι μομφὴν, ὄχι
1234αἰτίασιν, ἀλλ’ ἔπρεπεν ἀπ’ ἐναντίας νὰ ἐπαινέσῃ τὴν προθυ-
1235μίαν, τὴν ταχύτητα, μεθ’ ἧς τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἦλθε
1236κατόπιν, ἐξετέλεσε τὸν ἀφοπλισμὸν τῶν πλοίων. Ἡ Βουλὴ δὲν
1237δύναται νὰ ἀποφασίσῃ περὶ καταδίκης χωρὶς νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν
1238κατηγορίαν προσωπικὴν, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τὸν βαθμὸν τοῦ
1239ἐγκλήματος· αὐτὸ ἀπαιτεῖ ἡ εἰλικρίνεια. Ἔχετε ὑπογράψει,
1240μᾶς λέγουν· ἐγὼ λέγω ὄχι. Ἰδοὺ τί συνέβη, καθὼς μοὶ εἶπεν
1241ὁ διευθυντὴς τοῦ λογιστηρίου κ. Χρηστοφῆς· τὸν ἠρώτησα πῶς
1242ἔκαμεν ὑπέρβασιν; ἠξεύρετε τί μοῦ εἶπεν; ὁ κύριος Κεχαγιᾶς
1243σᾶς εἶπεν, τὸν ἠρώτησε καὶ ἐκεῖνος ἀπεκρίθη, ὅτι μὲ διέταξεν,
1244ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀκριβές· ἐγὼ ἐπροσκάλεσα τὸν κύριον Χρη-
1245στοφῆν, τοῦ εἶπον· σὺ εἶπες αὐτὰ τὰ πράγματα; μοὶ εἶπεν
1246ὄχι· μὲ ἐφορτώθηκεν εἰς τὸν δρόμον καὶ τοῦ εἶπον, ὅταν δια-
1247τάττωνται οἱ μικροὶ τί νὰ κάμουν; πῶς ἐπέτρεψες, τοῦ ἐπρό-
1248σθεσε, νὰ ὑπογραφῇ τὸ καθ’ ὑπέρβασιν ἔνταλμα ἀπὸ τὸ λογι-
1249στήριον; Μοὶ εἶπεν, ὅτι ἦλθεν ὁ κύριος Γεωργαντᾶς ἀπὸ τὸ ὑ-
1250πουργεῖον τῶν Ναυτικῶν μίαν ἡμέραν ἐσπευσμένως καὶ μοὶ εἶπε,
1251κύριε Χρηστοφῆ, σᾶς παρακαλῶ νὰ θεωρήσητε αὐτὸ τὸ ἔνταλμα·
1252ἀφοῦ εἶπε· δὲν τὸ θεωρῶ, διότι εἶναι καθ’ ὑπέρβασιν, οὗτος δὲ
1253προσέθηκεν ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔρχεται ἀπὸ τὸ ὑπουργικὸν
1254συμβούλιον ὅπου συντάσσεται πρᾶξις περὶ τούτου, ἡ ὁποία μετ’
1255ὀλίγον θὰ ἔλθῃ. Πρόφθασε νὰ δώσωμεν ἄρτον εἰς τοὺς διαθε-
1256σίμους. (θόρυβος). Λοιπὸν ὑπέγραψα ἐν ἀγνοίᾳ μου, διότι ἂν
1257τὸ ἤξευρα ἤθελα τὸν διώξει ἔξω ἀπὸ τὸ γραφεῖον, δὲν εἶχον
1258τὴν παραμικρὰν εἴδησιν· ἐγὼ δὲν ἐπέτρεπον διὰ τὴν ἰδικήν
1259μου ὑπηρεσίαν νὰ γίνῃ ὑπέρβασις, καὶ ὅταν ἦλθεν ἡ ὑπόθεσις
1260τοῦ ἅλατος ἔτρεξα καὶ ἐπῆρα ἔκτακτον πίστωσιν· καὶ πῶς ἤ-
1261θελον συγχωρήσει ὑπέρβασιν πληρωμῶν διὰ μίαν ἄλλην ὑπηρε-
1262σίαν; Συμμερίζομαι ὅμως τὴν πρᾶξιν τοῦ συναδέλφου μου, ἵνα
1263μὴ φανῇ ὅτι εἶμαι ἐγωϊστής· φροντίζω διὰ τὸν ἑαυτόν μου,
1264ἀλλὰ δὲν ἐγκαταλείπω τοὺς ἄλλους. Ἔρχομαι εἰς τὴν δευτέραν
1265πρᾶξιν· ὁ κύριος Δρόσος ὑπέγραψε τὴν 2 Δεκεμβρίου ἓν ἔν-
1266ταλμα διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν πληρωμάτων 17,000 δραχ-
1267μάς. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐρευνήσητε, κύριε ὑπουργὲ, ἂν ἡ πί-
1268στωσις αὕτη ἐπληρώθη μετὰ ταῦτα, διότι θέλω νὰ βεβαιωθῶ,
1269ἂν ὁ διευθυντὴς τοῦ λογιστηρίου ἔπραξέ τι ἐν ἀγνοίᾳ μου. Πῶς
1270ἠδυνάμην ἐγὼ νὰ δώσω ἄδειαν ὑπερβάσεως, ἵνα πληρωθοῦν τὰ
1271πληρώματα, ἐνῷ ἡ ἀτομική μου εὐθύνη εἶναι περιπεπλεγμένη
1272κατὰ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ λογιστικοῦ νόμου; Μέχρις ὀβολοῦ,
1273κύριοι, δὲν ὑπάρχει εἰς ἐμὲ ἐνοχὴ, διὰ τοῦτο ἔχω τὸ θάῤῥος
1274καὶ τὴν παῤῥησίαν νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ τιμωρήσῃ
1275αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι ἔκαμον ὑπερβάσεις ὁποιοιδήποτε καὶ ἂν ἦναι·
1276ἐγὼ δὲν ἐπεκαλέσθην τὰ κακὰ προηγούμενα, ὡς ἰσχυρίζεται
1277ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Παρνασσίδος· ἀπ’ ἐναντίας κατακρίνω τὰ
1278κακὰ προηγούμενα πάντοτε, διότι ἐπεζήτησα καὶ ἐπιζητῶ τὴν
1279ἀκεραίαν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ὅστις
1280εἶναι ἡ μόνη ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν ἔχομεν διὰ τὰ οἰκονομικὰ
1281τοῦ κράτους· καὶ ἵνα βεβαιωθῆτε τοῦτο, ἀναγνώσατε τὴν ἔκ-
1282θεσιν τὴν συνοδεύουσαν τὸν νόμον τοῦτον, ἵνα ἴδητε ὅτι εἰργά-
1283σθην μεθ’ ὅλου τοῦ ἐνδιαφέροντος· διὰ τοῦτο καὶ μετὰ τρεῖς
1284μόνον ἡμέρας τῆς ψηφίσεώς του εἶχον τότε πόλεμον μὲ τὸν
1285ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος ἔστειλεν εἰς τὸ ὑπουρ-
1286γεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δεκαὲξ διατάγματα, ἅτινα ὑπέγραψεν ὁ
1287Βασιλεὺς ἐν ἀγνοίᾳ μου καὶ ὅμως ἐγὼ τὰ ἔστειλα ὀπίσω
1288ἀνεκτέλεστα.
1289Λοιπὸν ἐπιθυμῶ, κύριοι, μέχρι τριχὸς νὰ ἐξετάσητε αὐτὴν
1290τὴν ὑπόθεσιν, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἰς τὸ παραμι-
1291κρὸν δὲν ἐνέχεται ἡ κυβέρνησις τῆς ὁποίας ἀπετέλουν μέρος.
1292Ἐπιθυμῶ ὥστε αὐτὸ τὸ ἔνταλμα τῶν 17,000 δραχμῶν, τὸ
1293ὁποῖον ἀφορᾷ τὰ πληρώματα, νὰ ἐξετασθῇ καὶ νὰ μοὶ εἴπῃ
1294ἐντὸς τῆς Βουλῆς ὁ Κ. ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης, ἐὰν ὁ ἁρμό-
1295διος ὑπάλληλος τὸ ἐθεώρησε ἐν ἀγνοίᾳ μου, διότι θὰ προκα-
1296λέσω τὴν τιμωρίαν του. Δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ μένῃ τὰς χεῖ-
1297ρας ἐσταυρωμένας, ἐὰν οἱ ὑπάλληλοι ἔκαμον σφάλματα ἐν
1298ἀγνοίᾳ τοῦ ὑπουργοῦ, μὴ σεβόμενοι τὸν νόμον. Σᾶς παρακαλῶ,
1299κύριε ὑπουργὲ, λάβετε γνῶσιν ἐὰν αὐτὸ τὸ ἔνταλμα ἐθεωρήθη
1300πρὸ τῆς 2 Δεκεμβρίου ἢ μετὰ ταῦτα.
1301§90ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν παρετήρησα.
1302§91ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐξετάσητε καὶ εἴπητε ἐντὸς
1303τῆς Βουλῆς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξετάσεως διὰ νὰ φανῇ ὅτι ἐν
1304ἀληθείᾳ σᾶς λέγω, ὅτι δὲν εἶμαι ἔνοχος μέχρι τριχός, καὶ λυ-
1305ποῦμαι πολὺ διὰ τί νὰ τὸ πράξῃ τοῦτο ὁ ὑπάλληλος, ἂν τὸ
1306ἔπραξεν, ὡς δὲν τὸ πιστεύω· διατί νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν παρά-
1307νομον πρᾶξιν, ἂν τὴν ἔπραξεν· εἶμαι δὲ σύμφωνος νὰ φανῇ ἡ
1308Βουλὴ αὐστηρά· καὶ πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ᾖναι αὐστηρά· καὶ
1309σᾶς λέγω κρεμάσατε ὅλους, δὲν μὲ μέλει· ἐμὲ δὲν θὰ μὲ κρε-
1310μάσουν βεβαίως, διότι οὐδέποτε παρέβην τὸν νόμον· λέγω λοι-
1311πὸν ἀπὸ σήμερον νὰ ἀρχίσωμεν.
1312§92ΚΕΧΑΓΙΑΣ. (Πλησιάζει εἰς τὸν Κ. Χριστίδην καὶ δεικνύει
1313ἕνα λογαριασμὸν τοῦ γενικοῦ λογιστηρίου).
1314§93ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν δίδω πίστιν εἰς αὐτὰ τὰ
1315ἐντάλματα, ἐὰν δὲν ἐπεθεωρήθησαν ἀπὸ τὸ λογιστήριον, καὶ
1316διὰ τοῦτο διϊσχυρίζομαι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν
1317ἡμεῖς μίαν τοιαύτην ὑπέρβασιν.
1318Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Κεχαγιᾶν νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ὁ
1319γεννηθεὶς ἐν Σταυροδρομίῳ, καθὼς λέγει, καὶ ἀνατραφεὶς ἐν τῇ
1320μεγάλῃ ἐκείνῃ πόλει, καὶ ἀγωνισθεὶς εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ 50
1321ἔτη κατὰ συνέχειαν ἐντίμως, δὲν ἔκαμε ἔγκλημα εἰς τὸ ὁμοού-
1322σιον, διότι εἶπεν, ὅτι αὐταὶ αἱ προτάσεις εἶναι τσιφούτικαι·
1323δὲν εἶπεν τσιφούτην κανένα, ἀλλά τσιφούτικαι, τουτέστι τὰς
1324ἐκάλεσε μικρολόγους· δὲν μὲ δίδεις 200 δραχμὰς, δός μοι 30,
1325δός μοι 2.
1326§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λομβάρδος.
1327§95ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπ’ ὀλίγον, κύριοι βουλευταὶ, θὰ σᾶς ἀπασ-
1328χολήσω· ἤθελον ἐγκαταλείψει καὶ τὰ ὀλίγα ταῦτα, ἐὰν δὲν
1329ᾐσθανόμην ἐν ἐμοὶ τὴν ἀνάγκην νὰ δείξω, ὅτι ἡ ἕδρα τοῦ προέ-
1330δρου δὲν μὲ ἔκαμε νὰ σιωπήσω, δὲν μὲ ἔκαμε νὰ κρύψω τὴν
1331ἰδέαν μου, τὴν πεποίθησίν μου καὶ εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα. Καὶ
1332σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐνθυμηθῆτε ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς τῆς συνόδου σᾶς
1333εἶπον, ὅτι ἐδῶ ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου δὲν ἀντιπροσωπεύω,
1334παρὰ τὴν πεποίθησίν μου, τὰς ἰδέας μου, καὶ ὅτι οἱαιδήποτε
1335καὶ ἂν ᾖναι αἱ ἰδέαι μου δὲν ἐνοχοποιοῦν παρὰ μόνον ἐμέ.
1336Καὶ αἰσθάνομαι, ὅτι καὶ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ὀφείλω
1337νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, καθ’ ὅσον τὸ συζητούμενον,
1338κύριοι, ζήτημα τὸ θεωρῶ τὸ σπουδαιότερον, ἢ τοὐλάχιστον ἓν
1339τῶν σπουδαιοτέρων, τὸ σπουδαιότατον, ἀφ’ ὅσα ἡ Βουλὴ αὕτη
1340ἐσυζήτησεν εἰς τὴν ἤδη λήγουσαν σύνοδον.
1341Καὶ εἶναι, κύριοι, ἀνάγκη νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, ὅτι τὸ ζή-
1342τημα τοῦτο εἶναι ἡ βάσις τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος;
1343Καὶ εἶναι ἀνάγκη, κύριοι, νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, ὅτι τὰ ἔθνη, τὰ
1344ὁποῖα ἐθυσίασαν πολλὰ διὰ ν’ ἀποκτήσωσι τὸ συνταγματικὸν πο-
1345λίτευμα, εἰς τοῦτο κυρίως καὶ πρὸ πάντων ἀπέβλεψαν, ἵνα οἱ ἀν-
1346τιπρόσωποί των κανονίζωσι τὰ εἰσοδήματα καὶ τὰς δαπάνας τοῦ
1347κράτους, ἵνα βαστῶσιν ὡς λέγουσι τὰ σχοινία τοῦ βαλαντίου τοῦ
1348κράτους; Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω ἢ ἀναπτύξω ὅτι
1349τόπος ἔχων συνταγματικὸν πολίτευμα καὶ Βουλὴν, ὅσον καὶ ἂν
1350ᾖναι μέγα τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς ταύτης, ὅσον καὶ ἂν ᾖναι
1351δημοκρατικὸν τὸ Σύνταγμα τοῦ τόπου ἐκείνου, ἅμα ἡ Βουλὴ
1352αὐτοῦ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα, εἴτε ἀφίνει νὰ χάνῃ τὸ δικαίωμά
1353της τοῦ νὰ προσδιορίζῃ καὶ ἐξελέγχῃ τὴν χρῆσιν τῶν χρημάτων
1354τοῦ δημοσίου ταμείου, ὁ τόπος αὐτὸς κατ’ οὐδὲν ὠφελεῖται ἀπὸ
1355τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα; Εἶμαι, κύριοι, φίλος τοῦ συνταγ-
1356ματικοῦ πολιτεύματος, διότι ἐν τῇ εἰλικρινεῖ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ
1357τὸ θεωρῶ τὸ καλλίτερον πάντων τῶν ἄλλων πολιτευμάτων,
1358ἐν τῇ μὴ ὅμως εἰλικρινεῖ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ τὸ θεωρῶ τὸ χειρό-
1359τερον· καὶ εἶχε δίκαιον ὁ Μονάρχης ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶπε, τὸ
1360δημοκρατικὸν ἢ τὸ μοναρχικὸν πολίτευμα τὸ ἐννοῶ, τὸ συν-
1361ταγματικὸν ὅμως δὲν τὸ ἐννοῶ, διότι ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του τὴν
1362κακὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Τί θέλετε
1363νὰ ψηφίσητε προϋπολογισμὸν κατὰ κεφάλαια καὶ κατ’ ἄρθρα,
1364εἶπον τινὲς τῶν προαγορευσάντων, ἀφοῦ δὲν ἐκτελῶνται; προσ-
1365διορίσατε ἓν ποσὸν διὰ τὰ διάφορα ὑπουργεῖα καὶ δόσατε τὴν
1366ἄδειαν νὰ ἐξοδεύσουν ἐξ αὐτῶν. Ἂς μὲ συγχωρήσωσιν οἱ ἔντιμοι
1367προαγορεύσαντες νὰ προσθέσω· ἀφοῦ ὁ προϋπολογισμὸς δὲν τη-
1368ρεῖται, πρὸς τί νὰ ὑπάρχῃ Βουλή; Ὅταν αἱ περὶ δαπανῶν ἀπο-
1369φάσεις σας δὲν ἐκτελοῦνται, ἐν πλήρει συνειδήσει τὸ λέγω,
1370βλάπτετε ἐδῶ συνερχόμενοι.
1371§96ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Αὐτὸ ἐννοοῦσα καὶ ἐγὼ, ὅταν εἶπον νὰ δώ-
1372σητε ἓν χωριστὸν ποσὸν δι’ ἕκαστον ὑπουργεῖον.
1373§97ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐν πλήρει συνειδήσει τὸ λέγω, ὅταν αἱ ἀπο-
1374φάσεις τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἐκτελῶνται,
1375τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα δὲν ὠφελεῖ τὸν τόπον· ἂς ἔλθῃ
1376τὸ μοναρχικὸν πολίτευμα, ἂς ἐπέλθουν τὰ κακά του, αὐτὰ θὰ
1377ᾖναι πολὺ ὀλιγώτερα ἀπὸ τὰ κακὰ κακῶς ἐφαρμοζομένου συν-
1378ταγματικοῦ πολιτεύματος.
1379Προσπαθῶ καὶ θὰ προσπαθήσω, κύριοι, νὰ ᾖμαι ὅσον τὸ
1380δυνατὸν σύντομος· οἱ προαγορεύσαντες ἠθέλησαν νὰ ἐξετάσωσι
1381τὰς προκειμένας πιστώσεις κατ’ οὐσίαν καὶ κατὰ τύπον· οἱ
1382περισσότεροι ἄφησαν κατὰ μέρος τὸ ποσὸν αὐτῶν. Ἐγὼ ὑποθέτω,
1383κύριοι, ὅτι αἱ πιστώσεις αὗται εἶναι νομιμώταται, ὅτι χρῆσις
1384τῶν πιστώσεων τούτων ἐγένετο παρὰ τῶν προηγουμένων κυβερ-
1385νήσεων ἐν πλήρει δικαιώματι καὶ οὐδαμῶς παρεβίασαν τοὺς
1386νόμους. Ἀλλὰ δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ, ὅτι πρόκειται
1387περὶ 3,000,000 περίπου ὑπερβάσεως τοῦ προϋπολογισθέντος
1388ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ δέκατον τοῦ ὅλου προϋπολογισμοῦ;
1389Ποῦ ἤθελεν εὑρεθῇ ἕνας ὑπουργὸς τῆς Ἀγγλίας, ἂν ἐπαρουσίαζεν
139010,000,000 λιρῶν στερλινῶν ὑπέρβασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ;
1391§98ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Καὶ ἀκόμη δὲν ἠξεύρομεν καὶ πόσα ἄλλα εἶναι.
1392§99ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τόσον τὸ καλλίτερον· εἰς τοῦτο περιορίζομαι
1393μόνον, 3, 4 ἑκατομμύρια· δὲν ἠξεύρω. Ἐὰν εἰς τὴν Ἀγγλίαν
1394ἤθελε παρουσιασθῇ ἕνας ὑπουργὸς μὲ μίαν τοιαύτην ὑπέρβασιν,
1395ποῦ ἤθελεν εὑρεθῇ ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος; Ποῖα μέτρα ἤθελε λάβει
1396ἡ Βουλὴ ἐκείνη; Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον, κύριοι· εἶναι
1397πρὸς τοῦτο καὶ ἡ φανερὰ παραβίασις τοῦ νόμου, ἣν ἀπέδειξαν
1398οἱ προαγορεύσαντες, καὶ δὲν ἐξετάζω ποῖοι ἔκαμαν ταύτην τὴν
1399παραβίασιν· σᾶς ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι, πρὶν συζητήσητε, ἀγνο-
1400οῦσα τὰ ὀνόματα τῶν ὑπολόγων ὑπουργῶν· δὲν ἐζήτησα νὰ τὰ
1401μάθω· δὲν εἶδα εἰμὴ τὴν ὑπέρογκον, ἄνομον ὑπέρβασιν καὶ εἶπα,
1402ὅτι πρέπει νὰ καταψηφίσωμεν, πρέπει νὰ κάμωμεν μίαν ἀρχήν.
1403Εἶναι, κύριοι, παράβασις τοῦ νόμου; Ὁ πρὸ ὀλίγου καταβὰς τοῦ
1404βήματος τὸ εἶπεν· ἐὰν ὑπάρχῃ, πληρωμὴ δὲν τὴν ἔκαμον ἐγώ·
1405ἡ πληρωμὴ ὑπάρχει, ἡ αὐθαίρετος χρῆσις τῶν χρημάτων τοῦ
1406κράτους ὑπάρχει. Ἀλλὰ μᾶς εἶπον, κύριοι, πρώτην φορὰν παρου-
1407σιάζεται τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, ἂς εὐχαριστηθῶμεν εἰς τὴν συ-
1408ζήτησιν, ἥτις ἐγένετο· αὐτὸ θὰ χρησιμεύσῃ ὡς μάθημα εἰς τοὺς
1409μεθ’ ἡμᾶς· διότι ἕως τώρα τοιαύτη πρότασις δὲν ἐπαρουσιάσθη
1410ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ μόνος ὁ κύριος Κρεστενίτης ἐνθύμισε τί ἔγεινε
1411κατὰ τὰ 1867.
1412§100Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἦτον ὑπουργὸς ὁ κ. Κεχαγιᾶς.
1413§101ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ ἐγὼ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ κύ-
1414ριος Κρεστενίτης πρόεδρος τῆς Βουλῆς.— Μόνος ὁ κύρ. Κρεστε-
1415νίτης ἐνεθύμισε τὰ κατὰ τὰ 1867 διατρέξαντα ἐπὶ τῶν ὑπερ-
1416βάσεων τῶν λαβουσῶν χώραν κατὰ τὸ 1866. Σᾶς εὐχαριστῶ,
1417κύριε Κρεστενίτη. Τί ἦτον εἰς τὸ 1866, ὅτε πρώτην φο-
1418ρὰν τὸ προσωπικὸν σύστημα εἰσήγετο ἐν τῇ κυβερνήσει
1419καὶ τολμηρὸν καὶ αὔθαδες ἔκαμε τὰς ὑπερβάσεις, τὰς ὁποίας
1420ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπρότεινε νὰ καταλογίσω-
1421μεν εἰς βάρος τοῦ ὑπολόγου; δίς, κύριε Κρεστενίτη, ἔγεινεν ἡ
1422συζήτησις καὶ δὶς ἐκ μέρους τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς κα-
1423τεψηφίσθη εἰς βάρος τοῦ ὑπολόγου ἡ ὑπέρβασις ἐκείνη· κατὰ
1424τὴν τρίτην συζήτησιν ὅμως ὑπερίσχυσεν ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν καὶ
1425σήμερον ὑποστηρίζετε· σταματήσατε, εἶπον· φθάνει ἕως ἐδῶ,
1426φθάνει τὸ παράδειγμα τῆς συζητήσεως, τῆς καταψηφίσεως ἐπὶ
1427δύο ψηφοφορίας, θὰ ἔχῃ καλὰ ἀποτελέσματα, θὰ χρησιμεύσῃ ὡς
1428μάθημα διὰ τὸ μέλλον. Τὸ ἐνθυμεῖσθε, κύριε Καραλίβανε; Ἤλ-
1429θομεν ὅμως εἰς τὰ 1868, καὶ ἐκυβερνώμεθα ἄνευ προϋπολογι-
1430σμοῦ, ἄνευ φορολογικῶν νόμων· εἰσεπράχθησαν φόροι ἄνευ τῆς
1431ἀδείας τῆς Βουλῆς, ἐδαπανήθησαν χρήματα ἄνευ ἐπιψηφίσεως
1432τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τί ἐγένετο καὶ τότε; ἐνῷ πρὸς τοῖς ἄλ-
1433λοις, ὄχι μόνον τοῦτο ἐγένετο, ἀλλὰ καὶ στρατῶνες καὶ στρατό-
1434πεδα ἐσυσταίνοντο καὶ ὅπλα ἄνευ λόγχης καὶ λόγχαι ἄνευ ὅ-
1435πλων παρηγγέλλοντο ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Βουλῆς· τὶ ἔγεινε καὶ τότε;
1436σταματήσατε, εἶπον, δὲν θὰ ἐπαναληφθῇ πλέον τὸ τοιοῦτον. Ἐρ-
1437χόμεθα εἰς τὰ 1869, καὶ ἔγειναν πάλιν παρατηρήσεις περὶ ὑ-
1438περβάσεων γενομένων, καὶ ὁ κύριος Ζαΐμης μᾶς εἶπε χθὲς, ὅτι
1439τότε ἔλαβεν ἐν ἑαυτῷ τὸ μάθημα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνωνται
1440τὰ τοιαῦτα, καὶ σήμερον, ὅτε ἐπαναλαμβάνονται λέγει, ὅτι πρέ-
1441πει νὰ παύσωμεν ἕως ἐδῶ, πρέπει νὰ σταματήσωμεν μέχρι τῆς
1442συζητήσεως· διότι τοῦτο θὰ χρησιμεύσῃ ὡς μάθημα διὰ τὸ
1443μέλλον.
1444§102Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κ. Πρόεδρε, τὸν λόγον.
1445§103ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ λέγω, κύριοι, ὅτι πρέπει ἐπὶ τέλους ἡ
1446Βουλὴ νὰ ἀρχίσῃ νὰ δείξῃ, ὅτι αἰσθάνεται ὅτι ἔχει δικαιώματα,
1447ἐὰν θέλῃ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς ἄλλους, ὅτι ἔχουν
1448κατέναντι αὐτῆς καθήκοντα· πρέπει ἐπὶ τέλους ν’ ἀρχίσῃ· καὶ
1449ἡ ὑπομονὴ ἀρκετὰ ἐτηρήθη καὶ ἡ παράβασις τῶν καθηκόντων
1450ἀρκετὰ ἠνέχθη παρ’ ἡμῶν καὶ ἀρκετὰ ἐσπρώχθη παρὰ τῶν ἄλ-
1451λων. Λέγων τάχα τοῦτο, κύριοι, νομίζετε ὅτι εἶμαι θῦμα καμ-
1452μιᾶς ἀπάτης καὶ ὅτι πιστεύω, ὅτι θὰ κατορθωθῇ τι; Ὄχι· τὸ
1453λέγω μόνον διὰ νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, τὸ λέγω μόνον διὰ
1454νὰ φανερώσω τί φρονῶ, τὸ λέγω μόνον διὰ νὰ μὴ ἦμαι κεκρυμ-
1455μένος. Ὅταν βλέπω τὸν ὑπόλογον νὰ τολμᾷ νὰ ἀναβαίνῃ ἐπὶ
1456τοῦ βήματος τούτου, καὶ τοὺς δικαστάς του νὰ τοὺς προσβάλλῃ
1457καὶ τοὺς δικαστάς του νὰ τοὺς ἐλέγχῃ καὶ ἐπὶ τῆς πράξεώς του
1458νὰ καυχᾶται, ὅταν βλέπω καὶ ἀκούω ἐπαναλαμβανομένην καὶ
1459ὑποστηριζομένην τὴν ἀρχὴν, ὅτι πρέπει νὰ σταματήσητε μέχρι
1460τῆς συζητήσεως, ὄχι δι’ ἄλλο, εἰμὴ διότι οἱ ὑπουργοὶ πρέπει
1461νὰ ἔχουν ἐλευθέρας τὰς χεῖρας, νὰ ἐνεργῶσιν ὅπως καὶ ἂν θέλωσιν,
1462ὦ, κύριοι, δὲν εἶμαι τόσον κοντοφούσης, ἂς μεταχειρισθῶ αὐτὴν
1463τὴν κοινὴν ἔκφρασιν, διὰ νὰ μὴ βλέπω, ὅτι ἡ ὑποστήριξις αὕτη,
1464τὴν ὁποίαν προσφέρει ἡ ἀδύνατος φωνή μου εἰς τὰ συμπερά-
1465σματα τῆς ἐπιτροπῆς, θέλει μείνει ἄνευ ἀποτελέσματος, ὅταν
1466πρὸς τοῦτο εἶδον, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ ἁπλῆ πρότασις μομφῆς, ἡ
1467προταθεῖσα ἐκ μέρους τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, δὲν ἐγένετο δεκτὴ, ὤ!
1468θὰ ἦμαι πολὺ μωρὸς νὰ πιστεύω, ὅτι ἡ πρότασις περὶ τῆς κα-
1469ταψηφίσεως θέλει εὕρει ὑποστήριξιν.
1470Τὸ σύστημα θὰ προχωρήσῃ, τὸ σύστημα θὰ βαδίσῃ ἐμπρὸς
1471καὶ διὰ νὰ πέσῃ πρέπει νὰ βαδίσῃ. Ἐνθυμοῦμαι κατὰ τὴν πα-
1472ρελθοῦσαν σύνοδον, ὅτι εἷς ἐκ τῶν ἀξιοτίμων πολιτευομένων,
1473τῶν ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ καὶ τότε καὶ νῦν εὑρισκομένων, ἀπέδω-
1474κεν ὅλα τὰ κακὰ τῆς κακῆς διοικήσεως τοῦ τόπου εἰς τὴν μὴ
1475ἠθικοποίησιν τοῦ λαοῦ, συνεβούλευσε δὲ νὰ συνεργασθῶμεν ὅλοι
1476ὅπως ὁ λαὸς ἠθικοποιηθῇ· ἕτερος ἀντέταξεν, ὅτι ἔνοχος δὲν εἶναι
1477ὁ λαὸς, ἐὰν κακῶς τὸ πολίτευμά μας καὶ ἡ διοίκησις βαδίζῃ,
1478ἔνοχοι εἶναι οἱ πολιτικοὶ καὶ ὅτι αὐτοὶ πρέπει νὰ διορθώσωσι
1479τὸν ἑαυτόν τους. Λέγω καὶ ἐγὼ, ὅτι δὲν περιμένω διόρθωσιν
1480ἐπὶ τῆς πολιτικῆς σκηνῆς, ὅταν ἡμεῖς οἱ πολιτευόμενοι (καὶ
1481λέγω ἡμεῖς διὰ νὰ μὴ ἐξαιρέσω τὸν ἑαυτόν μου, καὶ λέγω
1482ἡμεῖς διὰ νὰ μὴ νομίσῃ κανεὶς, ὅτι ὑπαινίττομαι ἄλλους ἐκ-
1483τὸς τοῦ ἑαυτοῦ μου), ὅταν ἡμεῖς οἱ πολιτευόμενοι παρουσιάζω-
1484μεν ἐν τῷ συνόλῳ ἡμῶν μίαν ἑταιρίαν, ἡ ὁποία ἀλληλοπληκτί-
1485ζεται περὶ τοῦ ποῖα τῶν μελῶν της θὰ καθέξωσι τὴν ἐξουσίαν·
1486ἀφίνομεν ὅμως τὰς ἰδέας μας, τὰς ἀντιθέτους ἀρχάς μας, τοὺς
1487ἀλληλοπληκτισμούς μας ὁσάκις πρόκειται νὰ καλύψωμεν τὰς
1488παρεκτροπὰς τῆς ἐξουσίας ταύτης καὶ δίδομεν τὰς χεῖρας ἵνα
1489τὰς καλύψωμεν. Τί πταίει ὁ λαὸς εἰς τοῦτο; Αὐτὸς ὁ λαὸς, ὅστις
1490λέγομεν ὅτι ἔχει ἀνάγκην ἠθικοποιήσεως, ἐπάλαισεν ὅπως καθιε-
1491ρώσῃ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα καὶ μετὰ μίαν πρώτην ἐπα-
1492νάστασιν κατὰ τὸ 1843 τὸ ἔλαβε, τὸ καθιέρωσεν· εἰς τὰς χεῖράς
1493μας τὸ παρέδωκε νὰ τὸ ἐκτελέσωμεν. Τί ἐπράξαμεν; Τὰ ἁ-
1494μαρτήματά μας τὰ ἀπεδώσαμεν εἰς τὴν ἀνικανότητα τοῦ τότε
1495Βασιλέως, καὶ ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1862 ἐπῆλθεν· ἂν ἔκτοτε
1496μία ἀντίδρασις ἐπαρουσιάζετο, ἡ 10 Ὀκτωβρίου δὲν θὰ ἐπήρ-
1497χετο. Ἔγεινε δευτέρα ἐπανάστασις ῥιζικωτέρα. Συνετάχθη πράγ-
1498ματι σύνταγμα, καθὼς τὸ λέγουν οἱ ξένοι, δημοκρατικόν· ἀλλὰ
1499καὶ τοῦτο, ὡς ἐπὶ τῆς πρώτης βασιλείας, κατεστράφη διὰ
1500τῆς παραβάσεως τῶν νόμων περὶ διαχειρίσεως τῶν δημοσίων
1501χρημάτων. Κατὰ τὸ 1866, ὅτε ἄρχεται ἡ παράβασις αὕτη, σᾶς
1502λέγουν, ἂς σταματήσωμεν καὶ ἂς ἀρχίσωμεν εἰς τὸ μέλλον· πα-
1503ρεδέχθημεν τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς; ὄχι· διότι ἠλπίζαμεν,
1504ὅτι κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον ἡ συζήτησις ἐπέφερε τὰ ἀποτε-
1505λέσματά της ὑπὲρ τῆς ἰδέας μας, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἐσφαλμένη
1506καί ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ τὴν ὑποστηρίζω καθ’ οἱουδήποτε, ὄχι διότι
1507πιστεύω ὅτι θὰ γείνῃ τίποτε ὑπὲρ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν
1508ὑποστηρίζω, ἀλλὰ διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ φαίνεται ὑψωμένη μία
1509σημαία καθαρὰ, σταθερὰ, ἀποφασιστική· ἀδιάφορον πόσοι θὰ
1510ταχθῶσιν ὑπὲρ τῆς πιστῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συντάγματος, ἀδιάφο-
1511ρον πόσοι ὑπὲρ τῶν δημοτικῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου θέλουν νὰ
1512ἀγωνισθῶσιν.
1513§104ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργὸς). Κύριοι, εὑρίσκομαι εἰς
1514τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω ὀλίγα τινά. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δὲν ἦλθεν
1515εἰς τὴν ἐξουσίαν, οὔτε θέλει νὰ παραμένῃ εἰς ταύτην καλύπτων
1516τὰ ἐγκλήματα τοῦ ἑτέρου· οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἔχει ἀνάγκην διὰ τοῦ
1517ἐγκλήματος νὰ ὑπάρξῃ, οὔτε διὰ τῆς σιωπῆς ὑπὲρ τῶν ἐνόχων
1518νὰ διατηρηθῇ. Καὶ ἀναντιῤῥήτως, κύριοι, εἶναι τόλμη μεγίστη
1519νὰ κηρύξῃ τις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι μεταξὺ ἡμῶν ὑ-
1520περεπλεόνασαν ἡ κακία καὶ ἡ διαφθορὰ καὶ ὅτι ἡ σωτηρία τῆς
1521πατρίδος ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰ ἁγνὰ καὶ εὐγενῆ αἰσθήματα ὀλί-
1522γων μόνον. Ἐὰν, κύριοι, ἡ ἠθικὴ τῆς κοινωνίας μέχρι τοῦ βαθ-
1523μοῦ τούτου κατήντησεν, ἀλλοίμονον! δὲν ὑπάρχει, κύριοι, τότε
1524τίς ὁ σώσων· ἀλλ’ ὁ σώσων, κύριοι, εἶναι μεταξὺ ἡμῶν καὶ
1525πολλὰ παθών.....
1526§105ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἄλλο ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία καὶ ἄλλο ἡμεῖς.
1527§106ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, τὸ κατ’ ἐμὲ, θέλω ἐπιμείνει
1528μόνον εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ κυρίου ζητήματος. Νομίζω, ὅτι τὸ
1529ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι τοιοῦτον, ὁποῖον τὸ παρέστησαν, καὶ
1530δὲν δύναται νὰ ὑψωθῇ εἰς βαθμὸν ῥιζικῆς παραβιάσεως τοῦ
1531Συντάγματος καὶ ἐπικινδύνων συνεπειῶν. Θέλω ἀποδείξει, ὅτι
1532διὰ τῶν γεγονότων, τῶν σήμερον ἐνώπιόν σας παρουσιασθέντων,
1533οὔτε τὸ σύνταγμα παραβιάζεται, οὔτε ἡ πατρὶς κινδυνεύει. Ἐ-
1534ρωτῶ πρῶτον, τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ νόμοι ἐτέθησαν κατὰ τῆς
1535κακῆς θελήσεως, ἐτέθησαν νὰ ἐμποδίσωσι καὶ τιμωρήσωσι τὰς
1536καταχρήσεις, ἢ εἶναι φραγμὸς, δεσμὸς, ἐνώπιον τῶν ὁποίων ὁ
1537ὑπεύθυνος ὑπουργὸς εἶναι ἠναγκασμένος νὰ σταματήσῃ καὶ νὰ
1538βλέπῃ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου κινδυνεύοντα; Δικαιοῦται,
1539κύριοι, ὁ ὑπουργὸς νὰ θέσῃ τὴν κεφαλήν του ὑπὸ τὴν λαιμητό-
1540μον ἀναλαμβάνων τὴν εὐθύνην καὶ μετὰ θάῤῥους νὰ ἐνεργήσῃ,
1541καὶ νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιόν σας καὶ εἴπῃ, βλέπων τὰ συμφέ-
1542ροντα τῆς πατρίδος κινδυνεύοντα, ἀνάγκας ἀπαιτούσας θεραπείαν,
1543ὤφειλον νὰ τὰς θεραπεύσω; καὶ ὅταν, κύριοι, θεραπεύωνται αἱ
1544ἀνάγκαι τοῦ τόπου ἐντίμως, καλῇ τῇ πίστει, καὶ πρὸς καλὸν,
1545καὶ ἀπομακρύνωνται οἱ κίνδυνοι κατὰ τῆς τάξεως, δύνασθε τότε
1546νὰ καταδικάσετε τὸν ὑπουργόν; Ἐγὼ ἀμφιβάλλω· δὲν θέλει εὑ-
1547ρεθῆ κανεὶς νὰ κατακρίνῃ αὐτὴν τὴν πρᾶξιν. Μοὶ φαίνεται λοι-
1548πὸν, κύριοι, ἄδικος ἡ μομφὴ κατὰ τῶν πιστώσεων· δὲν ὑπάρ-
1549χει ἴσως ἔθνος εἰς τὸ ὁποῖον πιστώσεις νὰ μὴ ὑπάρχουν· διότι
1550εἰς τὴν ἀνθρωπίνην ἀδυναμίαν ἔγκειται νὰ μὴ δύναται νὰ εὕρῃ
1551τὸ τέλειον· καὶ ἐν τούτοις τὰ ἔθνη δὲν ἠμποροῦν νὰ σταματή-
1552σουν ἕως οὗ νὰ εὕρωσι τὸ τέλειον. Καὶ ἐὰν, κύριοι, τοιαύτη ᾖναι
1553ἡ φύσις τῶν πραγμάτων, ποτὲ δὲν ἠμπορεῖτε ν’ ἀπαιτήσητε
1554ἀπὸ τὴν πρόβλεψιν τοῦ ἀνθρώπου νὰ μὴ συμβαίνωσι λάθη· ποτὲ
1555δὲν θὰ ἀποφύγητε τὰς πιστώσεις. Καὶ ποῦ, κύριοι, τῷ ὄντι πι-
1556στώσεις δὲν ἐζητήθησαν; Εἰς ποῖον ἔθνος οἱ προϋπολογισμοὶ δὲν
1557εὑρέθησαν ὀλίγον ἢ πολὺ ἐσφαλμένοι καὶ δὲν ἐζητήθησαν πι-
1558στώσεις; Ἀλλὰ τί ζητοῦμεν νὰ προλάβωμεν; Τὴν κακὴν χρῆ-
1559σιν, τὴν σπατάλην, τὴν ἀδιαφορίαν τῶν διευθυνόντων τὰ κοινά,
1560καὶ ὄχι τὰ ἐκ μιᾶς δικαιολογημένης καὶ ἀναποφεύκτου ἀνάγκης
1561προερχόμενα· διότι τότε ἐναντίον τῶν πιστώσεων αὐτῶν οὐδὲν
1562παράπονον δύναται νὰ ἐγερθῇ. Τί θέλετε, κύριοι, ὅταν πρόκει-
1563ται περὶ ζητημάτων ἀσφαλείας, ὅταν πρόκειται περὶ προμη-
1564θείας ἅλατος, περὶ τῶν ἐκ τῶν πυρκαϊῶν καταστροφῶν, ὅταν
1565πρόκειται περὶ τοιούτων ἀναγκῶν, ἠθέλατε ἡ κυβέρνησις νὰ δέσῃ
1566τὰς χεῖρας καὶ νὰ μὴ ζητήσῃ τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τού-
1567των; Καὶ ἐζήτησε τὴν θεραπείαν διὰ πιστώσεων. Αὐτὸ εἶναι
1568ἔγκλημα, καὶ διὰ τοῦτο κινδυνεύει ἡ κοινωνία, καὶ διὰ τοῦτο
1569κινδυνεύει τὸ σύνταγμα; Κύριοι, δὲν πιστεύω αὐτὸ νὰ ᾖναι
1570σπουδαῖον, καὶ νὰ δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ἐνώπιόν σας·
1571δὲν πιστεύω, κύριοι, νὰ δύναταί τις νὰ ἐπιφέρῃ καταδί-
1572κην κατὰ τῶν πιστώσεων, ὅταν, καθὼς σᾶς εἶπον, αἱ πι-
1573στώσεις εἰς τὴν βάσιν καὶ κατ’ οὐσίαν δὲν ἀμφισβητοῦνται,
1574ἡ εἰλικρίνειά των δὲν πολεμῆται, ἡ ἀναγκαιότης των δὲν ἀμ-
1575φισβητῆται. Δὲν βλέπω λοιπόν, κύριοι, διατὶ ἐξώγκωσαν ἐπὶ
1576τοσοῦτον τὰς μομφὰς κατὰ τῶν πιστώσεων περὶ τῶν ὁποίων
1577πρόκειται. Ἀλλά, λέγουν, τὸ ἄτοπον ὑπῆρξεν εἰς μίαν πίστω-
1578σιν· διότι ἐγένοντο ἔξοδα, χωρὶς νὰ προηγηθῇ ἄδεια βασιλική.
1579Κύριοι, νομίζω ἰδίως ἐπ’ αὐτῆς τῆς περιστάσεως δὲν ἔπρεπε
1580πολὺ νὰ ἐπιμένουν, διότι ἡ περίστασις αὐτὴ ἀποδεικνύει τὴν
1581εἰλικρίνειαν μὲ τὴν ὁποίαν ἐνεργήθησαν. Ἂν ἀντὶ τούτου ἐζη-
1582τεῖτο ἡ ἄδεια τοῦ βασιλέως, ἂν ἀντὶ τούτου ἐλαμβάνετο μία
1583πίστωσις ἔκτατος, ἤθελον σήμερον ἐπιμένει κηρύττοντες, ὅτι ἡ
1584μεγίστη αὕτη παρανομία ἔλαβε χώραν; Ὄχι· δὲν κατεφέρθη-
1585σαν κατὰ τῶν ἄλλων πιστώσεων τῶν ἐνεργηθεισῶν ὡς ἐκτάκτων.
1586Καὶ τί ἀποδεικνύει, κύριοι, τοῦτο; Ὅτι εἰς τὴν ἀλληλουχίαν τῶν
1587κυβερνήσεων ἐν ᾧ συνεισέφρησεν ἓν ἔξοδον, ἀτυχῶς δὲν παρετη-
1588ρήθη ἡ ἀταξία· διότι, ἂν τῷ ὄντι ἐγνωρίζετο ἐξ ἀρχῆς, ἤθελεν
1589εὐκόλως θεραπευθῇ.
1590§107ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Παρετηρήθη· τὸ λέγει ὁ κ. Χρηστίδης.
1591§108ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω λοιπόν, κύριοι, καὶ ὁμιλῶ
1592πάντοτε διὰ τὰς παρατυπίας, εἰς τὴν μεταβολὴν τῶν κυβερνή-
1593σεων οἱ τύποι δὲν ἐτηρήθησαν ἐξ ἀρχῆς καὶ διὰ τοῦτο δὲν
1594ἐπροκλήθη θεραπεία διὰ τὸ φαινόμενον αὐτὸ ἄτοπον. Ἀλλά,
1595κύριοι, ἐπαναλαμβάνω καὶ αὐτὴ ἡ ὑπέρβασις ἔβλαψεν εἴς τι, ἢ,
1596τί κακὸν καὶ ἐγκληματικὸν παρουσιάζει, ὥστε νὰ καταφερώ-
1597μεθα σήμερον καὶ ζητοῦμεν τὴν πηγὴν αὐτοῦ τοῦ κακοῦ διὰ τὸν
1598ἐξιλασμόν του; Εἶσθε πολιτικὸν Σῶμα, κύριοι, κρίνατε τοὺς λει-
1599τουργοὺς τῆς πολιτείας ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν· ἡ ἀπόφασίς σας
1600εἶναι σπουδαία λίαν, ἀποφασίζει τὴν πολιτικὴν τύχην· διὰ νὰ
1601ἐκδώσητε μίαν ἀπόφασιν τοιαύτην πρέπει νὰ ἐξετάσητε ὑφ’
1602ὅλας τὰς λεπτομερείας τὸ γεγονὸς· εὑρίσκετε μίαν κακὴν πρόθε-
1603σιν ἢ τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τῆς πολιτείας; Ἂν δὲν εὑ-
1604ρίσκετε τὸ ἔγκλημα, δὲν ἐγνοῶ ποῦ θὰ στηρίξετε τὴν ἀπόφα-
1605σιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ζητοῦν. Καί τοι προσέξας, κύριοι, πολύ,
1606δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀκούσω τίποτε, παρὰ λόγους κατὰ παραβά-
1607σεως τύπων.
1608§109ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Νόμων.
1609§110ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ναὶ· τύπων πάντοτε. Ἀλλά, κύριοι, ἡ
1610παραβίασις αὕτη, ὅπως ἐγένετο καὶ δι’ ὅ,τι ἐγένετο, ὅπως πα-
1611ρουσιάζεται, δὲν ἐμπεριέχει τι κατὰ τὴν πεποίθησίν μου ἄξιον
1612μομφῆς. Ἑπομένως παραδεχόμενοι τὰς πιστώσεις ταύτας δὲν
1613νομίζω, ὅτι πλημμελεῖτε, οὔτε συντελεῖτε διὰ τῆς ἀποφάσεως
1614αὐτῆς εἰς τὸ νὰ ὑποστηρίξετε ἓν σύστημα, μίαν τάξιν, ἡ ὁποία
1615τείνει εἰς τὴν ἀνατροπὴν τῶν νόμων, οὔτε ὅτι συγκαλύπτετε
1616ἐγκλήματα καὶ ἐλαττώματα· διότι ἔγκλημα εἰς τὴν περίστα-
1617σιν αὐτὴν δὲν ὑπάρχει, τοὐλάχιστον δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἀπο-
1618δείξουν οἱ ἰσχυρισμοὶ τῶν πολεμησάντων τὰς πιστώσεις δὲν
1619ἀπέδειξαν, ὅτι καλύπτονται παραπτώματα εἰς βλάβην τοῦ
1620τόπου. Ἰδοὺ διατὶ νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις ἐπεραιώθη καὶ ὅτι
1621ἡ Βουλὴ θέλει παραδεχθῆ πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι θεραπεύουσιν
1622ἀνάγκας ἀληθεῖς.
1623§111Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι, ἡ ὁμιλία τοῦ ἀξιοτίμου προέδρου
1624τῆς Βουλῆς κ. Λομβάρδου μὲ ἀναγκάζει ἀκουσίως νὰ ἀναβῶ
1625ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου· διότι ἡ ὁμιλία του αὕτη δὲν ἀπέβλε-
1626πε παρὰ εἰς ἐμέ. Ἔθιξεν ὅλους τοὺς πολιτευομένους καὶ νέος
1627Φωκίων, καὶ νέος Οὐάσιγκτων ἦλθε νὰ ὑψώσῃ ἐν Ἑλλάδι ση-
1628μαίαν νέαν. Θέλομεν ἐξετάσει τὴν σημαίαν του αὐτήν. Ἀλλὰ
1629ἐγκαταλείπων συνεχῶς τὴν θέσιν του καὶ λαμβάνων μέρος εἰς
1630συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουν πρόσωπα, αἱ ὁποῖαι ἀπο-
1631βλέπουν κόμματα, ἔπρεπε διὰ μίαν στιγμὴν νὰ σκεφθῇ, ὅτι ἡ
1632θέσις τοῦ προέδρου τοῦ Βουλῆς δὲν εἶναι προωρισμένη διὰ τοι-
1633αύτας ὁμιλίας καὶ τοιαύτας ἀποστολάς.
1634§112ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε, πρόεδρε.
1635§113Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Ὁ πρόεδρος πρέπει νὰ κάθηται εἰς τὴν
1636ἕδραν ἀμερόληπτος, ἥσυχος καὶ ἤρεμος. Ἀλλὰ δυστυχῶς κατὰ
1637τὴν ἐφετεινὴν σύνοδον μᾶς ἐδόθη τὸ πρωτότυπον παράδειγμα
1638εἰς συνταγματικὰ κράτη, νὰ βλέπωμεν τὸν πρόεδρον νὰ ἀφίνῃ
1639τὴν ἕδραν του καὶ νὰ ἀναμιγνύεται εἰς ὅλας τὰς κομματικὰς ἔ-
1640ριδας, εἰς ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουν κόμματα.
1641Ὄχι· αὐτὸς ὁ ὑψῶν τὴν σημαίαν, ὡς ἄλλος Οὐάσιγκτων, ὁ ὁποῖ-
1642ος παρίσταται ὡς μόνος κοινοβουλευτικὸς ἄνθρωπος, ἔπρεπε νὰ
1643σπουδάσῃ τὴν ἱστορίαν τῶν κοινοβουλευτικῶν κρατῶν, διὰ νὰ
1644μάθῃ, πῶς ἐκεῖ κρατεῖται ἡ θέσις τοῦ προέδρου· δὲν ἀφίνεται
1645ἐκεῖ ἡ θέσις τοῦ προέδρου, διὰ νὰ καταλαμβάνεται ἡ θέσις αὑ-
1646τὴ, καὶ τοξεύωνται βέλη μετὰ πικρίας καὶ Ἱσπανικῆς χολῆς κα-
1647τὰ τῶν ἀντιπάλων. Ὄχι· τοιαύτη δὲν εἶναι ἡ ἀποστολὴ τοῦ προ-
1648έδρου. Τοῦτο, κύριοι, ἔπραξε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος
1649τῆς βουλῆς κύριος Λομβάρδος. Ἐγκαταλείψας τὴν ἕδραν του ἦλ-
1650θε μὲ φαρέτραν πλήρη καθ’ ὅλων τῶν πολιτευομένων, ἰδίως κατ’
1651ἐμοῦ, τὸν ὁποῖον ἠθέλεσε νὰ ἀποδείξῃ καὶ ἀσυνεπῆ καὶ ἀνήθι-
1652κον. Δύναται νὰ ἔχῃ ὁ ἔντιμος πρόεδρος τῆς Βουλῆς οἱανδήπο-
1653τε γνώμην θέλει περὶ ἠθικῆς· δὲν θέλω τὸν παρακολουθήσει εἰς
1654τὰς ἰδέας του ταύτας· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ διαφέρει, εἶναι, νὰ ἀ-
1655ποδείξω, ὅτι οὔτε ἀνήθικος, οὔτε ἀσυνεπὴς ἐφάνην, ἄν ἠθέλησα νὰ
1656ὑποστηρίξω πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπέβλεπον καὶ ἐμὲ καὶ ἄλλους
1657ὑπουργούς. Ὁ κ. Λομβάρδος ἀναμιμνησκόμενος λόγους τινὰς, τοὺς
1658ὁποίους χθὲς περὶ τῆς πιστώσεως τοῦ Ἁτμοδρόμονος σᾶς εἶπον,
1659εἶπεν, «ὡμολόγησεν ὁ κ. Ζαΐμης, ὅτι ἡ πίστωσις τοῦ Ἁτμοδρό-
1660μονος τὸν ἐδίδαξε ποία πρέπει νὰ ᾖναι ἡ διαγωγὴ μιᾶς κυβερ-
1661νήσεως ὡς πρὸς τὰς πιστώσεις, καὶ μολαταῦτα ἦλθε νὰ δώσῃ
1662τὰς χεῖρας εἰς ἀντιπάλους καὶ ἀμνηστεύων τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁ-
1663ποῖα μὲ αὐτοὺς ἔπραξε, σᾶς ἐπρότεινε νὰ ἐγκρίνητε τὰς πιστώ-
1664σεις». Χθὲς, κύριοι, σᾶς εἶπον, ὅτι ἐπαινῶ τὴν αὐστηρότητα τῆς
1665ἐπιτροπῆς, διότι ἡ αὐστηρὰ ἐξέλεγξις τῆς Βουλῆς θέτει χαλινοὺς
1666εἰς τὰ ὑπουργεῖα, καὶ ἀνέφερα, ὅτι ἡ περυσινὴ συζήτησις καὶ ἐ-
1667μὲ τὸν ἴδιον περιώρισε καὶ μετὰ μεγάλης δυσκολίας ἀπεφάσιζα
1668νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν Βασιλέα ἀναπληρωτικὴν ἢ ἔκτακτον πί-
1669στωσιν. Ἰδοὺ τὶ σᾶς εἶπον χθὲς. Ἀλλ’ αἱ πιστώσεις, τὰς ὁποίας
1670ὑπερασπίσθην, περιέχουν τι ἐγκληματικόν; Τί εἶναι ὅλον τὸ
1671ζήτημα, τὸ ὁποῖον δύω ἡμέρας σᾶς ἀπασχολεῖ; Ἐὰν ἔπρεπε νὰ
1672προκληθῇ βασιλικὸν διάταγμα χορηγοῦν τὴν πίστωσιν διὰ τὸ
1673ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν· οὐδεὶς ἐφιλονείκησε τὴν οὐσίαν, διότι
1674οὐδεὶς εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ εἰς μίαν κυβέρνησιν, ὅταν εἶ-
1675χες φόβους περὶ τῆς διατηρήσεως τῆς δημοσίου ἀσφαλείας ἔπρε-
1676πε νὰ δεσμεύσῃς τὰς χεῖρας· δὲν δύναται οὔτε ἡ Βουλὴ αὐτὴ,
1677οὔτε ἄλλη τις νὰ θέσῃ τοιούτους περιορισμοὺς εἰς τὴν ἐκτελε-
1678στικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλὰ ὑποστηρίζων τὰς πιστώσεις αὐτὰς, ὑπεστή-
1679ριξα ἔγκλημά τι εἴτε τοῦ κυρίου Τομπάζη, εἴτε τοῦ διαδόχου αὐτοῦ
1680ὑπουργοῦ; Ἔδωκα καμμίαν ἀμνηστείαν εἰς τὸν κ. Δεληγεώργην
1681ἢ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον ἢ ἄλλον τινὰ πολιτικόν; Κανὲν ἔγκλη-
1682μα, κύριοι, δὲν ἔπραξεν ὁ κ. Δεληγεώργης· σᾶς τὸ ἀπέδειξε τρα-
1683νώτατα, καὶ σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς τὸ ἐπανέλαβε λί-
1684αν καθαρῶς· εἴτε καλὴ εἴτε κακὴ, κύριοι, τοιαύτη ἑρμηνεία ἐδό-
1685θη εἰς τὸν λογιστικὸν νόμον καὶ αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν τὴν ἀκο-
1686λουθοῦμεν ἤδη πρὸ εἰκοσαετίας. Ἂς ἤρχετο ὁ κ. Λομβάρδος νὰ
1687φέρῃ πρότασιν μεταβολῆς τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ἀλλ’ οὐδὲν δι-
1688καίωμα εἶχε νὰ μὲ ὀνομάσῃ ἀσυνεπῆ. Ἐνθυμήθη προσέτι, διότι
1689τὸ μνημονικόν του καὶ ἡ φαντασία του εἶναι ζωηρὰ, ὅ,τι πέρυσι
1690εἶπον, ὅτι πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ ἠθικοποιηθῶμεν καὶ τὸν λαὸν νὰ
1691ἠθικοποιήσωμεν· ἀλλ’ ὅταν ἀμνηστεύητε, εἶπεν, τὰ ἐγκλήματά
1692σας δὲν ἠθικοποιεῖτε τὸν λαὸν, καὶ ἀπόδειξις εἶναι σήμερον, ὅτι
1693κλονίζεται τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, τὸ ὁποῖον αὐτὸς βλέ-
1694πει ἀπειλούμενον πότε ἀπὸ τὰς σχολὰς, πότε ἀπὸ τὰς ἀντιδρά-
1695σεις τῆς ζωηρᾶς φαντασίας του. Κύριοι, οὐδεμίαν ἀνήθικον πρᾶ-
1696ξιν ἔπραξα ὑποστηρίζων τὰς πιστώσεις διὰ νὰ δώσω τὸ δικαί-
1697ωμα εἰς τὸν κ. Λομβάρδον νὰ μοῦ δώσῃ μάθημα ἠθικῆς καὶ
1698συντάγματος· δὲν δέχομαι ἀπὸ τὸν κ. Λομβάρδον τοιοῦτον μά-
1699θημα· ἔχω εἴκοσιν ἐτῶν πολιτικὸν βίον καὶ οἱ ἀντίπαλοί μου
1700θέλουν ὁμολογήσει καὶ περὶ τῆς ἠθικῆς μου καὶ περὶ τῶν φρονη-
1701μάτων μου τῶν συνταγματικῶν, τὰ ὁποῖα δὲν ταυτίζονται μετὰ
1702τῶν τοῦ κ. Λομβάρδου, καὶ εὔχομαι μέχρις οὗ καταβῶ εἰς τὸν
1703τάφον ποτὲ νὰ μὴ ταυτισθοῦν. Αἴ, κύριοι, δὲν ἔρχονται ἀπὸ τοῦ
1704βήματος αὐτοῦ νὰ λέγουν ὅ,τι θέλουν, διότι ἔχουσι φωνὴν καὶ
1705οἱ ἄλλοι. Ἂν ὅλοι οἱ πολιτευόμενοι ἐν Ἑλλάδι, ἂν ὁ κ. Βούλγα-
1706ρης, ὁ κ. Δεληγεώργης, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὁ κ. Χρηστίδης θε-
1707ωροῦνται ἄνθρωποι διεφθαρμένοι καὶ δὲν μένῃ παρὰ ἡ σημαία τοῦ
1708κ. Λομβάρδου διὰ νὰ σώσῃ τὴν Ἑλλάδα, ἐῤῥέτω αὐτὴ ἡ Ἑλλὰς
1709(εὖγε· χειροκροτήματα). Τὸν βεβαιῶ δὲ, ὅτι τὴν σημαίαν, τὴν
1710ὁποίαν θὰ στήσῃ, ἂς ὑπάγῃ νὰ τὴν στήσῃ ἀλλοῦ· ἡ σημαία του
1711δὲν θὰ εὕρῃ παρὰ τινας ἀποπλανημένους ἀνθρώπους (χειροκροτή-
1712ματα).
1713§114ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἤλπιζα ὅτι ὁ κύριος Ζαΐμης ἤθελεν ἐρε-
1714θισθῆ τοσοῦτον· ἂς πιστεύσῃ ὅτι θέλω προσπαθήσει νὰ τηρήσω
1715ὅλην τὴν ἠρεμίαν εἰς τὴν προκαλουμένην ἀπάντησίν μου καὶ
1716δὲν θέλω ποσῶς μιμηθῆ τὴν φρασεολογίαν του. Ὡμίλησε, κύ-
1717ριοι, περὶ Φωκιώνων, περὶ Οὐασιγκτώνων· ὡμίλησε περὶ ση-
1718μαίας, τὴν ὁποίαν παντοῦ ἀλλοῦ δύναται νὰ τὴν στήσῃ τις,
1719ἐγὼ ἰδιαιτέρως, ἀλλ’ οὐχὶ ἐν Ἑλλάδι. Μᾶς θεωρεῖ λοιπὸν ἀκόμη
1720ξένους ὁ κύριος Ζαΐμης; Πιστεύει ὅτι ἀκόμη δὲν ἐτελέσθη ἡ
1721ἕνωσις τῆς Ἑπτανήσου;
1722§115ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἐννοεῖ αὐτό.
1723§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι, ἀφήσατε νὰ ὁμιλήσῃ.
1724(θόρυβος).
1725§117ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐννοεῖτε, κύριοι, πολὺ καλὰ, ὅτι εἶμαι προ-
1726σκεκλημένος, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ σταθῆτε ἥσυχοι ν’ ἀκού-
1727σητε τὴν ἀπάντησίν μου, ἡ ὁποία, μείνατε βέβαιοι, δὲν θέλει
1728ὑπερβῆ τῆς μετριοπαθείας τὰ ὅρια. — Εὐχαριστῶ τὸν κύριον
1729Ζαΐμην, διότι μοῦ δίδει αἰτίαν νὰ προβῶ εἰς μίαν ἐξήγησιν.
1730Νὰ στήσω ἀλλοῦ τὴν σημαίαν μου· ἂν μὲ τοῦτο ἐννοῇ τὴν
1731σημαίαν τῆς ὑπὸ τὴν ἰδίαν μου ἔποψιν καὶ ὑπὸ τὰς ἰδίας πε-
1732ποιθήσεις μου ὑποστηρίξεως τῶν συνταγματικῶν ἀρχῶν καὶ τῆς
1733ἐλευθερίας, ὡς ἐγὼ τὴν ἐννοῶ, τὸν ἀπαντῶ, ὅτι ἀλλοῦ καλλί-
1734τερα δὲν δύναμαι νὰ τὴν στήσω, ἢ εἰς τὰς Ἀθήνας· διότι
1735ἐδῶθεν ἐξῆλθεν, ἐδῶθεν ἐλπίζομεν ὅτι θέλει ἐξέλθει ἡ διδαχὴ
1736τῆς ἐλευθερίας εἰς τὴν σκλαβωμένην Ἀνατολὴν, ὅτι αἱ πεποι-
1737θήσεις ἑκάστου εἶναι σεβασταὶ καὶ ὅτι οὐδὲν ἄλλο δικαίωμα
1738ἔχει ν’ ἀπαιτῇ ὁ εἷς πολιτικὸς ἀπὸ τὸν ἄλλον παρὰ σεβασμὸν
1739εἰς τὰς ἰδέας καὶ πεποιθήσεις του· πολὺ δὲ περισσότερον, ὅταν
1740αὗται ἐκφράζωνται οὐχὶ κρύφα, ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
1741Ἂν ὅμως μὲ τὴν λέξιν σημαίαν μου ἐννοῇ σημαίαν κυβερνή-
1742σεως ἢ ἐξουσίας, ἂς ἀκούσῃ μίαν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν τὸν εὐ-
1743χαριστῶ ὅτι μοῦ δίδει αἰτίαν νὰ τὴν εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος
1744τούτου. Δὲν εἶμαι τόσον ἀνόητος ὥστε νὰ μὴν ἐννοῶ, ὅτι οὐχὶ
1745σήμερον, ἀλλὰ οὔτε μετὰ πέντε, οὔτε μετὰ δέκα, οὔτε μετὰ
1746εἴκοσι ἔτη, (ὅτε ἐγὼ ἴσως δὲν θὰ ὑπάρχω εἰς τὸν κόσμον τοῦ-
1747τον, ἢ δὲν θὰ ἦμαι εἰς κατάστασιν νὰ κατατρίβωμαι εἰς τὴν
1748πολιτικὴν τύρβην) οὔτε μετὰ εἴκοσιν ἔτη, λέγω, ἕνας Ἑπτα-
1749νήσιος δὲν θὰ ἠμπορῇ νὰ ἔχῃ ἀξίωσιν, ὅπως κυβερνήσῃ τὸν τό-
1750πον τοῦτον. (Διακοπή).
1751§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτητε.
1752§119ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ πεποίθησίς μου, κύριοι, πεποί-
1753θησις τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα εἰς ὅλους τοὺς συμπολίτας μου,
1754μετὰ τῶν ὁποίων εἶμαι συνδεδεμένος πολιτικῶς, καὶ τῶν ὁ-
1755ποίων ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν, καὶ εἶναι πεποίθησις οὐχὶ
1756φαντασίας, ἀλλὰ πρακτικοῦ νοός· οἱ Ἑπτανήσιοι δὲν ἐγνωρί-
1757σαμεν ἀκόμη οὔτε τοὺς ἀνθρώπους, οὔτε τὰ συστήματα, οὔτε
1758τὰς ἐπαρχίας, καὶ ἑπομένως οὔτε τὰς ἀπαιτήσεις των. Ἀφίνω
1759εἰς ἄλλους ἐξ Ἑπτανήσου, εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν ἔρχονται
1760ἐδῶ φανερὰ ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκφράζοντες τὰς ἰδέας καὶ πεποι-
1761θήσεις των, ἀφίνω εἰς αὐτοὺς νὰ πιστεύουν, ὅτι ῥαδιουργοῦν-
1762τες τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον θὰ κατορθώσουν νὰ λάβουν εἰς χεῖ-
1763ρας τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος· τοῖς λέγω σκληρῶς ἀπα-
1764τῶνται. Τοιαύτης οὔσης τῆς πεποιθήσεώς μου, ἀνευρίσκετε
1765περὶ σημαίας πολιτικῆς ἢ ἐξουσίας, ἠπατήθητε πολὺ εἰς τὰς
1766σκέψεις σας. Ἐξέφρασα, κύριοι, ζωηρὰ εἰς τὴν περίστασιν
1767ταύτην τὰς πεποιθήσεις μου καὶ τὰς ἐξέφρασα ἐν γνώσει ὅτι αἱ
1768πεποιθήσεις μου αὗται ἦσαν εἰς ἀντίθεσιν καὶ πρὸς ἐκείνων με-
1769τὰ τῶν ὁποίων ἕως τώρα εἰς ἀντίθεσιν πολιτικὴν ἐν Ἑλλάδι
1770εὑρέθην, καὶ πρὸς ἐκείνων μετὰ τῶν ὁποίων ἄχρι τῆς στιγμῆς
1771ταύτης συνειργάσθην. Τοῦτο ἦτο μάθημα Ἱσπανικῆς σχολῆς;
1772§120ΤΙΝΕΣ. Ἱσπανικῶν ἀρχῶν.
1773§121Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Χολῆς.
1774§122ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πολὺ καλὰ, πνευματωδεστέρα ἡ δευτέρα δι-
1775όρθωσις ἀπὸ τὴν πρώτην, τῶν ἀρχῶν. Ἀλλ’ εἴτε Ἱσπανικῆς
1776χολῆς, εἴτε Ἱσπανικῆς Σχολῆς, εἴτε Ἱσπανικῶν ἀρχῶν, ἂν ἤθε-
1777λον ν’ ἀκολουθήσω ἕνα ἀπὸ τὰ τρία, ἤθελον ἀκούσει τοὺς φί-
1778λους μου, οἱ ὁποῖοι πρὸ μικροῦ μ’ ἐστενοχώρησαν νὰ μὴ ὁμι-
1779λήσω· ἡ μὴ Ἱσπανικὴ ὅμως εἴτε Σχολὴ, εἴτε χολὴ εἴτε ἀρχὴ
1780μοι ἐπέβαλε νὰ μὴ τοὺς ἀκούσω καὶ ἦλθον νὰ ἐκφράσω τὴν
1781γνώμην μου καθαρά· διότι οὕτως ἐσυνήθισα καὶ δὲν ἔμαθα νὰ
1782τίθεμαι εἰς πάλην μετὰ τῆς συνειδήσεώς μου. Ἐκφράζω τὴν
1783ἰδέαν μου καθαρὰ καί τοι πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ βή-
1784ματος λαλῶν· διότι ἴσως ἡ ἁπλότης μου, κύριε Ζαΐμη, ἴσως ἡ
1785ἀνοημοσύνη μου δὲν μὲ ἔκαμε ποτὲ νὰ πιστεύσω, ὅτι ἀπὸ τοῦ
1786βήματος ὁμιλῶν χάνω τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ, διότι εἶμαι
1787πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Δὲν ἐλάβομεν τοιοῦτον παράδειγμα εἰς τὰς
1788παρελθούσας συνόδους, μᾶς εἴπατε· ἂς ἐξετάσω τὰ ἄλλα συνταγ-
1789ματικὰ ἔθνη καὶ θέλω ἴδει, ὅτι ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἵσταται
1790σιωπηλὸς καθ’ ὅλον τὸ διάστημα καὶ διευθύνει ἁπλῶς τὰς συνεδριά-
1791σεις. Ἔχω ἀνάγκην βέβαια νὰ μὲ δώσῃ συνταγματικὰ μαθήματα ὁ
1792ὁ κύριος Ζαΐμης, τὸ ὁμολογῶ· εἶνε περιττὸν νὰ μοῦ εἴπῃ ὅτι
1793δὲν εἶμαι ὁ κατάλληλος νὰ τὸν διδάξω τὸ συνταγματικὸν δί-
1794καιον· διότι κἀγὼ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν μοὶ ἔλθῃ εἰς τὸν νοῦν
1795νὰ διδαχθῶ εἰδικῶς, ἂς μένῃ ἥσυχος ὅτι δὲν θέλω προσφύγει εἰς
1796τὰς συμβουλάς του. Δὲν ἔλαβον κατὰ νοῦν νὰ ἐξετάσω τὶ κά-
1797μουν οἱ ἄλλοι πρόεδροι τῶν ἄλλων κοινοβουλίων· ἐξήτασα τὶ
1798ὀφείλω νὰ κάμω ἐγὼ καὶ ἔθεσα περὶ τούτου εἰς καλὴν πίστιν
1799καθένα. Λαμβάνων τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου εἶπα πρὸς ὑμᾶς,
1800δὲν θὰ μὲ εὕρετε παρὰ ἀνήκοντα εἰς ἕνα ἕκαστον, εἰς ὑμᾶς καὶ
1801δὲν θὰ μὲ ἰδῆτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνήκοντα, παρὰ εἰς
1802τὰς ἀρχάς μου καὶ τὰς ἰδέας μου. Δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον συ-
1803νᾴδει μὲ τὸ συνταγματικὸν δίκαιον τὸ νὰ συγχύζηται ὁ βου-
1804λευτὴς μετὰ τοῦ προέδρου· δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον εἶχε δί-
1805καιον νὰ πιστεύσῃ ποτὲ ὁ κύριος Ζαΐμης, ὅτι ὁ Λομβάρδος ἀνα-
1806βαίνων τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ἤθελε κλείσει τὸ στόμα του δι’
1807ὅλην αὐτὴν τὴν σύνοδον. Θὰ ἔχῃ βεβαίως δίκαιον νὰ μοῦ ἐν-
1808θυμίσῃ τὴν προεδρείαν, ἂν μὲ ἴδῃ νὰ παραταχθῶ, ἐν τῇ ἐξακο-
1809λουθήσει τῶν καθηκόντων τῆς προεδρείας, εἴτε ὑπὲρ τῶν φίλων
1810μου, εἴτε κατὰ τῶν ὑποτιθεμένων ἀντιπάλων. Δὲν ἔχει δὲ δι-
1811καίωμα νὰ μὲ ἀπευθύνῃ παράπονον, ὅταν ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βή-
1812ματος τούτου, ὡς πρόεδρος τῆς Βουλῆς, τὰς πεποιθήσεις μου δὲν
1813τὰς ἐξέφραζα κατέναντι πολὺ πλέον ἰσχυόντων· τὰς ἰδέας μου
1814τὰς ἐξέφρασα καὶ ἐν τῇ συνόδῳ ταύτῃ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε
1815νὰ ἦμαι βωβός· μὲ εἴδατε, τὴν ἐξέφρασα τὴν ἰδέαν μου καὶ κατὰ
1816τοῦ προέδρου τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως τοῦ μόνου ἀνθρώπου
1817μὲ τὸν ὁποῖον εἰργάσθην καὶ νομίζω ὅτι θέλω ἐξακολουθήσει νὰ
1818συνεργάζωμαι· ἂν εἶχέ τις νὰ παραπονεθῇ, ἔπρεπε νὰ παραπο-
1819νεθῇ ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, ὁ ὁποῖος πολὺ πρὶν ἀναβῶ μὲ εἶπε
1820καὶ μὲ παρεκάλεσε νὰ μὴ ὁμιλήσω· τῷ εἶπα δὲν ἠμπορῶ νὰ
1821κρύψω ὅ,τι ἔχω μέσα μου, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον στοχάζομαι, καὶ
1822εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν πολὺ ὀλιγώτερον δικαίωμα εἶχεν ὁ
1823κύριος Ζαΐμης νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὴν διάνοιάν μου, πρὸς τὸν ὁποῖον
1824λέγω καὶ ἐγὼ ὅτι καὶ ἐγὼ νὰ ὑπάγω εἰς τὸν τάφον, ἀλλὰ δὲν
1825θὰ ἀκολουθήσω τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ
1826μοὶ ὑποδείξῃ, διότι τὴν τοιαύτην πολιτικὴν, ἤγουν τὴν τοῦ
1827κυρίου Ζαΐμη, θεωρῶ ὅτι μέγιστα κακὰ θέλει φέρει ἐν Ἑλλάδι.
1828Καὶ καθὼς παρετήρησα εἰς τὸν κ. Ζαΐμην, ὅτι δὲν ἔπρεπε καὶ
1829δὲν τοῦ ἦτον ἐπιτετραμμένον νὰ συγχίσῃ τὴν θέσιν τοῦ προέ-
1830δρου μὲ τὴν τοῦ βουλευτοῦ, τὸν παρακαλῶ νὰ μὴ συγχίσῃ
1831τὰς ἰδέας μου ταύτας μὲ τὰς ἰδέας κανενὸς ἄλλου. Εἰς τὰ μι-
1832κρὰ κράτη ἰδίως, εἰς τὰ κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προσπαθοῦν νὰ
1833ἀναδειχθῶσιν, εἰς τὰ κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πανταχόθεν ἐπι-
1834βουλεύονται, πρὸ πάντων ἡ εἰλικρίνεια τῆς ἐκφράσεως (ὅταν
1835μάλιστα πρόκειται διὰ τὴν τήρησιν νόμων, καὶ νόμων οὐσιω-
1836δῶν τῆς πολιτείας) εἶναι τὸ πρώτιστον καθῆκον τοῦ πολιτευο-
1837μένου. Εἴθε, κ. Ζαΐμη, νὰ ἦμαι εἰς ἀπάτην, εἴθε ἡ πολιτικὴ ἡ
1838κεκαλυμμένη, ἡ ὕπουλος, εἴθε ἡ πολιτικὴ, ἡ ὁποία ζητεῖ τὴν
1839διόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων διὰ τῆς ἠπιότητος, διὰ τῆς ὑ-
1840ποκρίσεως, διὰ τῆς περικαλύψεως τῶν συμβαινουσῶν παρανομιῶν,
1841εἴθε νὰ ᾖναι ἡ καλλιτέρα. Τὸ λέγω ἐν πλήρει εἰλικρινείᾳ· διότι
1842ἐὰν ἡ ἰδική μου πολιτικὴ ἰδέα ᾖναι ἐσφαλμένη, κ. Ζαΐμη, κα-
1843κὸν δὲν θὰ φέρῃ, καὶ σᾶς εἶπον τὸν λόγον· ὅτι δὲν ἐλησμόνησα
1844κ. Ζαΐμη, ὅτι πρέπει νὰ παρέλθῃ μία εἰκοσαετία διὰ νὰ ἠμ-
1845πορέσῃ τις ἀπὸ τὴν Ἑπτάνησον νὰ καθήσῃ ἐπὶ τοῦ πηδαλίου
1846τῆς πολιτείας ταύτης· ἀλλ’ ἂν ἡ πολιτικὴ, φίλτατε καὶ ἀγαθὲ
1847κ. Ζαΐμη, ἡ ἰδική σας ᾖναι βλαβερά, βλάβη θὰ ἐπέλθῃ εἰς τὸν
1848τόπον τοῦτον, ἐκ τῆς ὁποίας θὰ ὑποφέρωμεν καὶ ἡμεῖς· καὶ ὅτι
1849ἡ βλάβη θὰ ἐπέλθῃ τὸ ἀποδεικνύουσι τὰ προηγούμενα. Τὰ αὐτὰ
1850αἴτια τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα φέρουν. Λυποῦμαι ὅτι τὸ μικρὸν
1851τοῦτο ἐπεισόδιον ἔδωσεν αἰτίαν εἰς τὰς ἐξηγήσεις ταύτας. Ἐλ-
1852πίζω, πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Ζαΐμης ἡσυχάζων ἀπὸ τὸν ἄδικον ἐ-
1853ρεθισμὸν, ὁ ὁποῖος τοῦ ἐπῆλθεν ἕνεκα τῆς πρώτης ἀγορεύσεώς
1854μου, θέλει εὕρει ἀρκούντως δικαιολογημένην τὴν δευτέραν. Κα-
1855ταβαίνων τοῦ βήματος τοῦ ἀπευθύνω καὶ δεύτερον τὴν ἔκφρα-
1856σιν τῆς εὐγνωμοσύνης μου, διότι μοὶ ἔδωσε τὴν αἰτίαν νὰ κά-
1857μω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου οὐχὶ πρὸς τὸν κ. Ζαΐμην, ἀλλὰ
1858πρὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι μᾶς ἀκούουν τὴν ἐξομολόγησιν ἣν ἔ-
1859καμα.
1860§123ΖΑΪΜΗΣ. Ὀλίγα θὰ ἀπαντήσω εἰς μίαν μόνην παρατήρησιν.
1861Εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ὁμιλίας του ὁ ἔντιμος πρόεδρος τῆς βουλῆς
1862εἶπεν, ὅτι ἐγὼ ἀγνοῶ εἰσέτι ἂν ἐγένετο ἡ ἕνωσις· ἐγὼ οὐδε-
1863μίαν διάκρισιν ὁμιλῶν ἔκαμα· ἐννοεῖ δὲ πολὺ καλὰ ὁ κ. Λομ-
1864βάρδος ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐρεθισθῶ, ὅταν κατηγορούμην ὡς ἀνήθικος
1865πολιτικός.
1866§124ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σεῖς τὸ εἴπατε κ. Ζαΐμη.
1867§125ΖΑΪΜΗΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ ἀναλαμβάνω διὰ τὸν ἑαυτόν μου.
1868Ἐγὼ δὲν ἀνέφερα οὔτε περὶ Ἑπτανήσου, οὔτε περὶ Πελοποννή-
1869σου, οὔτε περὶ Στερεᾶς· αἱ γνῶμαι μου, αἱ ἰδέαι μου ὡς πρὸς
1870τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι πρὸ καιροῦ γνωσταί. Ποτὲ δὲν μὲ κα-
1871τέλαβε πνεῦμα στενοκέφαλον· ὅλους τοὺς Ἕλληνας τοὺς θεωρῶ
1872ἀδελφοὺς καὶ οὐ μόνον τοὺς ἐντὸς τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, ἀλλ’
1873ὅπου λαλεῖται ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ πιστεύεται ὁ Χριστὸς
1874τοὺς θεωρῶ ὁμοίους μὲ τὸν ἑαυτόν μου.
1875§126ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετά, Ἀρκετά.
1876§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ πιστώσεις πρέπει νὰ ψηφοφορηθῶσι μία μία.
1877Ἔχομεν πρῶτον τὴν πίστωσιν 350,000 δραχμῶν· ἔχει ὡς ἑξῆς
1878τὸ νομοσχέδιον.
1879ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ.
1880Περὶ κυρώσεως ἐκτάκτων πιστώσεων ἐκ δρ. 350,000
1881Ἄρθρον 1.
1882Κυροῦνται αἱ κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ νόμου
1883περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς χορηγηθεῖσαι
1884διὰ Βασ. Διαταγμάτων τῆς 9 καὶ 22 Δεκεμβρίου 1869 ἔκτα-
1885κτοι πιστώσεις ἐκ δραχμῶν τριακοσίων πεντήκοντα χιλιάδων,
1886ἀριθ. 350,000, καταλογιζόμεναι ἐπὶ τῶν ἑξῆς κεφαλαίων τοῦ
1887εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργείου
1888τῆς χρήσεως 1869.
1894ΠΙΝΑΞ. Τῶν ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς χορηγηθεισῶν ἐκτάκτων πιστώσεων ἐπὶ τῆς χρήσεως 1869.
1906§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ αὐτῆς τῆς πιστώσεως δὲν ὑπάρχει ἀντίῤ-
1907ῥησις ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς.
1908§129ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
1909§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐγένετο δεκτή. Δευτέρα πίστωσις εἶναι
1910ἡ ἐκ δραχμῶν 426,273 ἔχουσα ὡς ἑξῆς·
1911ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ.
1912Περὶ κυρώσεως ἐκτάκτων πιστώσεων ἐκ δρ. 426,273
1913χορηγηθεισῶν εἰς διάφορα ὑπουργεῖα ἐπὶ τοῦ
1914προϋπολογισμοῦ τοῦ 1870.
1915Ἄρθρον μοναδικόν.
1916Ἐπικυροῦνται αἱ κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ νό-
1917μου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς χορηγη-
1918θεῖσαι κατὰ τὸν ἐπισυναπτόμενον πίνακα διὰ Β. Διαταγμάτων
1919ἔκτακτοι πιστώσεις δραχμῶν τετρακοσίων εἴκοσι ἓξ χιλιάδων
1920διακοσίων ἑβδομήκοντα τριῶν, ἀριθ. 426,273 καταλογιζόμεναι
1921κατὰ τὸν συναπτόμενον πίνακα ὑπὸ τὰ ἑξῆς γενικὰ κεφάλαια
1922τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1870.
1928ΠΙΝΑΞ τῶν ἐν ἀπουσίᾳ τῶν Βουλῶν χορηγηθεισῶν ἐκτάκτων πιστώσεων ἐπὶ τῆς χρήσεως 1870.
1950§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ αὐτῆς δὲν ὑπάρχει γνωμοδότησις τῆς ἐπι-
1951τροπῆς.
1952§132ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
1953§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐγένετο δεκτή. Κατόπιν ἔχομεν τὴν ἐκ
1954δραχ. 223,500. Ἔχει ὡς ἑξῆς·
1955ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ.
1956Περὶ κυρώσεως ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων ἐκ δρ. 223.500,
1957χορηγηθεισῶν εἰς διάφορα ὑπουργεῖα ἐπὶ τοῦ
1958προϋπολογισμοῦ τοῦ 1869.
1959Ἄρθρον μοναδικόν.
1960Ἐπικυροῦνται αἱ ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς
1961τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ χορηγη-
1962θεῖσαι διὰ Β. Διαταγμάτων ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις ἐκ δραχ-
1963μῶν διακοσίων εἴκοσι τριῶν χιλιάδων πεντακοσίων, ἀριθμὸς
1964223,500, καταλογιζόμεναι κατὰ τὸν συνηπτόμενον πίνακα εἰς
1965τὰ ἑξῆς γενικὰ κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως
19661869.
1967ΠΙΝΑΞ ἀναπληρ. Πιστώσεων τῆς χρήσεως 1869 χορηγηθεισῶν διὰ Β. Διαταγμάτων ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς.
1987§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ εἶναι ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς
1988πιστώσεως.
1989§135ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
1990§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτή. Κατόπιν ἔρχεται ἡ πίστωσις
1991τῶν 174,000. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει ὡς ἑξῆς.
1992ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ.
1993Περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δραχ. 174,000
1994ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς
1995χρήσεως 1870.
1996Ἄρθρον μοναδικόν.
1997Ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ὑπουργείου
1998τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως 1870 χορηγεῖται ἀναπληρωτικὴ
1999πίστωσις δραχ. ἑκατὸν ἑβδομήκοντα τεσσάρων χιλιάδων, ἀριθ.
2000174,000, καταλογιζομένη ὡς ἑξῆς.
2011§137ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
2012§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη τὴν πίστωσιν ἐκ δραχ. 50,000.
2013«Ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν
2014Ἐσωτερικῶν ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1870 χορηγεῖται ἀναπλη-
2015ρωτικὴ πίστωσις δρ. ἑβδομήκοντα χιλιάδων (ἀριθ. 70,000), κα-
2016ταλογιζομένη εἰς τὸ κεφ. 3 ἀριθ. 6 «Διατήρησις καταδίκων.»
2017§139ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ, εἰς τὴν ἀναγνωσθεῖ-
2018σαν αὐτὴν πίστωσιν, τὴν ἀποβλέπουσαν τὴν διατήρησιν κατα-
2019δίκων, παρακαλῶ νὰ προστεθῶσι 20,000 δραχ., διότι κατὰ
2020τοὺς ἀπολογισμοὺς ἐδαπανήθησαν ἔτι 20,000.
2021§140ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
2022§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη τὴν πίστωσιν τῶν 23,418.
2023«Περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δρ. 23,418 εἰς τὸ
2024ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ τῆς χρήσεως 1870.
2025Ἄρθρον μοναδικόν.
2026Ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ὑπουργείου
2027τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως 1870 χορηγεῖται ἀναπληρωτικὴ
2028πίστωσις δραχ. εἴκοσι τριῶν χιλιάδων τετρακοσίων δέκα ὀκτὼ,
2029ἀριθ. 23,418, καταλογιζομένη ὑπὸ τὸ Κεφάλ. Βʹ. ἄρθρον 5
2030«Γαιάνθρακες».
2031Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει τὰ ἑξῆς.
2032«Ἡ τετάρτη τῶν πιστώσεων δὲν εἶναι δεδικαιολογημένη, διότι,
2033ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν ἐγγράφων, δὲν ὑφίστατο ἀνάγκη ἀγορᾶς
2034γαιανθράκων, ὁ δὲ λόγος ὁ προβληθεὶς ὑπὸ τοῦ ἐνεργήσαντος
2035τὴν ἀγορὰν ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ἦσαν εὐθηνοί, δὲν εἶ-
2036ναι ἰσχυρὸς καὶ σύμφωνος μὲ τὸ ἄρθρον 15 τοῦ νόμου περὶ δη-
2037μοσίου λογιστικοῦ. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ ἀντίτιμον τῶν γαιανθρά-
2038κων ἐπληρώθη συναινέσει τῆς Βουλῆς, ἡ ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ
2039τὴν ἐπιψήφισιν τῆς πιστώσεως ταύτης, ἀφίησι δὲ εἰς τὴν Βου-
2040λὴν τὴν ἐκτίμησιν τῆς παρανόμου ταύτης πράξεως».
2041§142ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
2042§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτή. Ἑτέρα πίστωσις εἶναι ἡ τῶν
2043271,000.
2044ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ.
2045Περὶ κυρώσεως ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων ἐκ δραχ. 271,000
2046χορηγηθεισῶν εἰς διάφορα ὑπουργεῖα ἐπὶ τοῦ προϋπο-
2047λογισμοῦ τοῦ 1870.
2048Ἄρθρον μοναδικόν.
2049Κυροῦνται αἱ ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ
2050ἄρθρου 15 τοῦ Νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ χορηγηθεῖσαι
2051διὰ Β. Διαταγμάτων ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις ἐκ δραχ. δια-
2052κοσίων ἑβδομήκοντα μιᾶς χιλιάδων, λεπτομερῶς ἀναφερόμεναι
2053εἰς τὸν προσηρτημένον πίνακα καὶ καταλογιζόμεναι εἰς τὰ ἑξῆς
2054γενικὰ κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1870.
2059Πίναξ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων τῆς χρήσεως 1870 χορηγηθεισῶν διὰ Β. Διαταγμάτων ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς.
2070§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ αὐτῆς τῆς πιστώσεως ἡ ἐπιτροπὴ προτεί-
2071νει τὰ ἑξῆς·
2072«Δι’ ὅλα ταῦτα ἡ ἐπιτροπή, καίτοι βαρυθυμοῦσα, προτείνει εἰς
2073τὴν Βουλὴν τὴν ἔγκρισιν τῆς πιστώσεως καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ
2074ποσὸν τῶν 180 χιλιάδων δραχμῶν, τὸν καταψηφισμὸν δὲ εἰς
2075βάρος τοῦ διατάξαντος τὴν πληρωμὴν τῶν δραχμῶν 6,000,
2076αἵτινες ἐπληρώθησαν πλέον τοῦ πρέποντος εἰς δημοσιογραφικὰ
2077ὄργανα ἀπὸ τῆς 9 Ἰουλίου μέχρι τῆς 2 Δεκεμβρίου».
2078Οἱ παραδεχόμενοι τὴν γνωμοδότησιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ νὰ
2079καταλογισθῶσιν αἱ 6,000 εἰς βάρος τοῦ διατάξαντος, νὰ ἐκφρά-
2080σῃ δὲ ἡ Βουλὴ μομφὴν διὰ τὰ λοιπὰ ἔξοδα, παρακαλῶ νὰ ἐγερ-
2081θῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψεν αὐτήν· ἑπομένως
2082παρεδέχεται τὴν πίστωσιν ὡς ἀνεγνώσθη;
2083§145ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
2084§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τὴν πίστωσιν ἐκ δραχ. 100,060.
2085ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ.
2086Περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογι-
2087σμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν
2088τῆς χρήσεως 1870.
2089Ἄρθρον μοναδικόν.
2090Ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ὑπουργείου
2091τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1870 χορηγεῖται ἀναπληρωτικὴ
2092πίστωσις δραχμῶν ἑκατὸν χιλιάδων ἑξήκοντα, ἀριθ. 100,060,
2093καταλογιζομένη εἰς τὰ ἑξῆς κεφάλαια καὶ ἄρθρα.
2100ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ.
2101Πίναξ τῶν ἀπαιτουμένων ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων
2102ἐπὶ τῶν κατωτέρω σημειουμένων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων
2103τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσω-
2104τερικῶν ὑπουργείου τῆς χρήσ. 1870.
2140§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν φέρει παρατηρήσεις.
2141§148ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
2142§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη τὴν ἐκ δραχ. 174,000.
2143Ἄρθρον μοναδικόν.
2144Ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ὑπουργείου
2145τῆς δικαιοσύνης τῆς χρήσεως 1870 χορηγεῖται ἀναπληρωτικὴ
2146πίστωσις δραχ. ἑκατὸν ἑβδομήκοντα τεσσάρων, χιλιάδων ἀριθ.
2147174,000, καταλογιζομένη ὡς ἑξῆς·
2155§150ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
2156§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη τὴν ἐκ δραχ. 212,225. Εἰς ταύ-
2157την ὁ ὑπουργὸς ἐπρότεινε τὴν ἐλάττωσιν διαφόρων κονδυλίων
2158ὥστε ἡ πίστωσις μετεβλήθη ὡς ἑξῆς·
2159ΣΧΕΔΙΟΝ ΝΟΜΟΥ.
2160Περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δραχ. 212,225 ἐπὶ
2161τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν
2162τῆς χρήσεως τοῦ 1870.
2163Ἄρθρον μοναδικόν.
2164Ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν
2165Στρατιωτικῶν ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1870 χορηγεῖται ἀνα-
2166πληρωτικὴ πίστωσις δραχ. διακοσίων δώδεκα χιλιάδων διακο-
2167σίων εἴκοσι πέντε, ἀριθ. 212,225, καταλογιζομένη ὡς ἑξῆς·
2178§152ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
2179§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη τὴν πίστωσιν τῶν 324,241.43.
2180ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ.
2181Περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολο-
2182γισμοῦ τῆς χρήσεως 1870.
2183Ἄρθρον μοναδικόν.
2184Χορηγεῖται ἀναπληρωτικὴ πίστωσις δραχ. τριακοσίων εἴκοσι
2185τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων τεσσαράκοντα μιᾶς καὶ λεπτῶν
2186τεσσαράκοντα τριῶν, ἀριθ. 324,241.43 ἐπὶ τοῦ διὰ τὴν χρῆσιν
21871870 γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, καταλογιζομένη
2188κατὰ τὸν συναπτόμενον πίνακα εἰς τὰ ἑξῆς γενικὰ κεφάλαια·
2197§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει
2198νὰ ἐγκρίνῃ τὴν ἐκ δραχ. 191,500 πίστωσιν τοῦ ὑπουργείου τῶν
2199Ναυτικῶν, καταλογίζουσα αὐτὴν εἰς βάρος τῶν ὑπευθύνων
2200ὑπουργῶν. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς;
2201§155ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
2202§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς ἐπρότεινε
2203τὴν προσθήκην ἐκ δραχ. 3,000 ἐπὶ τοῦ κεφ. «ἔξοδα διοικήσεως
2204καὶ ἐπιστασίας»· ὁ δὲ κύριος ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τὴν αὔξη-
2205σιν διαφόρων ποσῶν τῶν διαφόρων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τοῦ
2206προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου, ἀναβιβασθέντος τοῦ μὲν ποσοῦ
2207τῶν «ἐξόδων διοικήσεως» εἰς 41,500 τοῦ δὲ προϋπολογισμοῦ
2208τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἰς δραχ. 272,120.08 Τὰ παρα-
2209δέχεται ἡ Βουλή;
2210§157ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
2211§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι....
2212§159ΔΑΓΡΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κ. πρόεδρε.
2213§160ΤΙΝΕΣ. Ἂν ᾖναι 15 (θόρυβος).
2214§161ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν εἶναι τὸ ὅλον τῆς πιστώσεως, ἓν μέρος μόνον
2215δὲν παραδέχεται ἡ ἐπιτροπή.
2216§162ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὶν φθάσωμεν εἰς τὴν δαπάνην τοῦ
2217ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, παρακαλῶ νὰ προσθέσητε 3,000 δρ.
2218εἰς τὰ ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας ὑπὸ τὸ κεφάλαιον 10,
2219ἄρθρον 3, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει τὰ ποσοστά, τὰ παραχωρού-
2220μενα εἰς τοὺς δήμους τοῦ κράτους ἀπὸ φόρους οἰκοδομῶν καὶ
2221ἐπιτηδευμάτων.
2222§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν «ὅμοια φόρου οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευ-
2223μάτων»· ὁ κύριος ὑπουργὸς ἐπρότεινεν ἀπὸ 2,000 νὰ γίνουν
22245,000.
2225§164ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
2226§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὑποστηρίζεται ἡ πρότασις τῆς ἐπιτρο-
2227πῆς, νὰ ψηφοφορηθῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως;
2228§166ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
2229§167ΠΕΡ. ΠΕΤΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Θὰ προσθέσω
2230καὶ ἐγὼ διάφορα ποσὰ ἐπὶ διαφόρων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων καὶ
2231κατὰ τὴν ἑξῆς σημείωσιν· (ἀναγινώσκει).
2250§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠκούσατε, κύριοι βουλευταί, ἀπὸ 191,500
2251ἔγινε 272,120,08.
2252§169ΠΟΛΛΟΙ. Καλὰ, καλά.
2253§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν καὶ μίαν μικρὰν πίστωσιν πρὸς ἀποζη-
2254μίωσιν τῶν εἰς Λαύριον ἀποσταλεισῶν ἐπιτροπῶν.
2255§171ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
2256«ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ
2257Περὶ χορηγίας πιστώσεως πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν μελῶν
2258τῶν εἰς Λαύριον ἀποσταλεισῶν ἐπιτροπῶν.
2259Ἄρθρον 1. Χορηγεῖται ἀναπληρωτικὴ πίστωσις ἐκ δραχμῶν
2260δώδεκα χιλιάδων ἐπὶ τοῦ Κεφαλαίου ΙΓʹ. Ἄρθρου 4 τοῦ εἰδικοῦ
2261προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὸ ἔτος
22621870.
2263Ἄρθρον 2. Τὸ ἀνωτέρω ποσὸν διανεμηθήσεται ὑπὸ τοῦ ὑπουρ-
2264γικοῦ Συμβουλίου, λόγῳ ἀποζημιώσεως, εἰς τὰ μέλη τῶν κατὰ
2265τὸ αὐτὸ ἔτος ἀποσταλεισῶν εἰς Λαύριον ἐπιτροπῶν πρὸς ἐξέ-
2266τασιν τῶν ἐκεῖ ἐκβολάδων.»
2267§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε ἀντίῤῥησιν;
2268§173ΠΟΛΛΟΙ. Οὐδεμίαν.
2269§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτή· ἑπομένως ἐτελείωσαν αἱ πι-
2270στώσεις.
2271§175ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πιστεύω, κύριοι, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ ὥρα εἶναι
2272πολὺ προχωρημένη, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν συζή-
2273τησιν τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ· ἀλλ’ οὐχ ἧττον νομίζω, ὅτι δυ-
2274νάμεθα νὰ ἐνασχοληθῶμεν ὀλίγας στιγμὰς διὰ νὰ δώσωμεν τέ-
2275λος εἰς ἓν νομοσχέδιον λίαν οὐσιῶδες, τὸ ὁποῖον ἡ κυβέρνησις
2276εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τὰς πρώτας ἡμέρας τῆς συνόδου
2277καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἐστήριξε κατὰ μέγα μέρος τὰς προσδοκίας της
2278περὶ ἰσοζυγίου μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ κράτους· ἐννοῶ τὸ
2279νομοσχέδιον περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων. Ἐνθυμεῖσθε
2280ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τὸ ἐσυζήτησεν ἡ Βουλὴ μὲ μεγάλην
2281ἀκρίβειαν, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι κατηρτίσθη ἓν νομοσχέ-
2282διον ἀρκετὰ σπουδαῖον καὶ τέλειον· ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦ-
2283το κινδυνεύει νὰ ματαιωθῇ, διότι εἷς τῶν ἐντίμων συναδέλφων
2284ἠθέλησε νὰ συγκολλήσῃ εἰς αὐτὸ πρόσθετόν τινα διάταξιν, καὶ
2285μολονότι ἐθεωρήθη αὕτη ἀπὸ τὴν Βουλὴν ὡς ἴδιον νομοσχέ-
2286διον, μ’ ὅλον τοῦτο ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς διὰ νὰ κα-
2287θησυχάσῃ τοὺς σφόδρα ὑπὲρ αὐτῆς ἐνδιαφερομένους ἀπεφά-
2288σισε νὰ προηγηθῇ ἡ ἐπιψήφισις αὐτῆς ἀπὸ τὴν ἐπιψήφισιν,
2289τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου, ἔμεινε καὶ μένει ἕως τώρα ἐκ-
2290κρεμὲς μὲ μεγάλην ζημίαν τοῦ δημοσίου. Ἐπειδὴ εὐτυχῶς ἡ
2291πρότασις τοῦ κ. Χατζίσκου ἐσυζητήθη καὶ εὑρισκόμεθα εἰς τὸ
2292στάδιον τῆς ψηφοφορίας, παρακαλῶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπι-
2293ψήφισιν τῆς προτάσεως αὐτῆς, καὶ μετὰ τοῦτο νὰ προβῶμεν
2294εἰς τὴν ἐπιψήφιν τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ.
2295§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί θέλετε, κύριοι, νὰ γείνῃ;
2296§177ΣΑΡΑΒΑΣ. Δὲν ἦναι ἀνάγκη νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν τί
2297θέλει, ἀλλὰ ὀφείλετε νὰ ἐξακολουθήσητε τὴν ψηφοφορίαν, ἡ
2298ὁποία ἔμεινεν ἐκκρεμὴς, τοὐτέστι, νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν τὸ
2299ζήτημα ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου
2300ἢ ὄχι.
2301§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ εἴπατε πρὸ ὀλίγου νὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν
2302ἓν ἀντικείμενον, ὑπάρχει δὲ καὶ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογι-
2303σμοῦ· νομίζω ὅτι τὸ προεδρεῖον ὀφείλει εἰς αὐτὰ νὰ ἐρωτήσῃ
2304καὶ νὰ λάβῃ τὴν γνώμην καὶ τὴν διάθεσιν τῆς Βουλῆς.
2305§179ΣΑΡΑΒΑΣ. Εἰξεύρετε ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ προβῇ εἰς
2306τὸ σύνολον τοῦ περὶ καταδιώξεως καθυστερούντων νόμου πρὶν
2307ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ ὁποίου ἔγινε λόγος· εἶναι
2308ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.
2309§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί θέλει ἡ Βουλὴ; νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζή-
2310τησιν τοῦ νομοσχεδίου ἢ εἰς τὸν προϋπολογισμόν;
2311§181ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολισμοῦ τῆς Βουλῆς.
2312§182ΕΤΕΡΟΙ. Αὔριον! (διάλογοι).
2313§183ΑΛΛΟΙ. Εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
2314§184ΜΕΡΙΚΟΙ. Νὰ παύσωσιν οἱ διάλογοι, κ. πρόεδρε.
2315§185ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ. Τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς, κ. πρόεδρε.
2316§186ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἄρχεται τῆς ἀναγνώσεως τοῦ προϋπολο-
2317γισμοῦ τῆς Βουλῆς.)
2318§187ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν ὀφειλετῶν
2319τοῦ δημοσίου, διότι δὲν εἴμεθα ἕτοιμοι διὰ τὸν προϋπολογισμόν.
2320§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔγεινεν ἔνστασις ὅτι δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ
2321ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς, διότι τινὲς
2322τῶν βουλευτῶν δὲν εἶναι ἕτοιμοι· ἑπομένως προχωροῦμεν εἰς
2323τὸ νομοσχέδιον..........
2324§189ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνωστὸν, κ. πρόεδρε· οἱ παραδεχό-
2325μενοι τὸν ἀποκλεισμὸν τῶν ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου ἀπὸ πάσης
2326δημοσίας ὑπηρεσίας θὰ εἴπωσι ναί.........
2327§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, κύριοι, θὰ γείνῃ ψηφοφορία δι’ ὀνο-
2328μαστικῆς κλήσεως.
2329Θέτω τὸ ζήτημα, κύριοι, διὰ νὰ ἠξεύρετε τί ψηφοφορεῖτε
2330οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν, ὅτι οἱ ὀφείλοντες εἰς τὸ δημό-
2331σιον ἀποκλείονται.......
2332§191ΤΙΝΕΣ. Ἀπὸ τοῦ 1871 καὶ ἐφεξῆς.
2333§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα—πάσης δημοσίας ὑπηρεσίας λέγουσι
2334ναί· οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.
2335§193ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν παρατήρησιν, ὅτι ἡ ψηφοφορία γίνε-
2336ται ἐπὶ τῆς ἀρχῆς· τὰ δὲ ἄρθρα μέλλουν νὰ συζητηθοῦν.
2337§194ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
2338Γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ τὴν
2339ἐπιτήρησιν ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν κκ. Σαράβα καὶ Πονηροπούλου.
2340Πρωτόκολλον ψηφοφορίας τῶν Βουλευτῶν.
2341Ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος.
2342Παραδέχεται ἡ Βουλὴ, ὅτι οἱ ὀφείλουντες εἰς τὸ δημόσιον ἀπὸ
2343τοῦ 1871 ἀποκλείονται ἀπὸ πάσης δημοσίου ὑπηρεσίας,
2344ναὶ ἢ ὄχι;
2436§195ΤΙΝΕΣ. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἐψηφοφόρησαν πρέπει νὰ θεω-
2437ρηθῶσιν ὡς παρόντες, εὑρίσκονται εἰς τὰ δωμάτια (θόρυβος).
2438§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, νὰ καθήσετε εἰς τὰς ἕδρας σας.
2439§197ΤΙΝΕΣ. Ὁ Κεχαγιᾶς, ὁ Σοῦτσος, δὲν ἐψηφοφόρησαν· εὑρί-
2440σκονται εἰς τὰ δωμάτια. (Συνέρχονται πολλοὶ βουλευταὶ περὶ
2441τὸ προεδρεῖον ἀναφέροντες διάφορα ὀνόματα βουλευτῶν, οἱ ὁ-
2442ποῖοι πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ὡς παρόντες, ὡς εὑρισκόμενοι εἰς
2443τὰ δωμάτια).
2444§198ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀρνοῦμαι, κύριε Πρόεδρε.
2445§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔκλεισεν ἡ ψηφοφορία. Δὲν ἔχει καμμίαν ση-
2446μασίαν ἡ ψῆφός σας, παρὰ μόνον ἂν ἦσθε παρὼν κατὰ τὴν ψη-
2447φοφορίαν νὰ λογισθῇς καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἀπαρτίαν.
2448§200ΣΑΡΑΒΑΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον γίνεται σήμερον δὲν ἔγεινεν εἰς
2449καμμίαν ψηφοφορίαν. Οἱ εὑρισκόμενοι εἰς τὰ δωμάτια θεωροῦν-
2450ται ὡς παρόντες μόνον διὰ τὴν ἀπαρτίαν· δὲν καταλογίζονται
2451ὅμως εἰς τοὺς ψηφοφορήσαντας.
2452§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ καθαρισθῇ, κύριοι, πόσοι εἶναι εἰς τὰ δω-
2453μάτια.
2454§202ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριοι, ἀδιάφορον ἂν τὸ ζήτημα ἔπεσεν· ἀλλὰ
2455μοῦ κακοφαίνεται πολὺ νὰ παρερμηνεύηται ἡ περὶ πλειοψηφίας
2456τῶν παρόντων διάταξις τοῦ συντάγματος.
2457§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅ,τι εἶναι παράνομον νὰ τὸ εἴπητε.
2458§204Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐκ δευτέρου ν’ ἀναγνώσητε τὸν κατάλο-
2459γον, κ. Πρόεδρε.
2460§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κ. Σαράβα, ἐπειδὴ εἶσθε ψηφολέκτης καὶ θὰ
2461ὑπογράψητε τὸν κατάλογον, σᾶς ἐρωτῶ νὰ μὲ εἴπητε ...
2462§206ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὑπογράφω, δὲν ἀμφισβητῶ τὸ ἀποτέλεσμα. Λέγω
2463μόνον ὅτι, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐγένετο δὲν εἶναι σωστόν.
2464§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ, ἐὰν ἡ βουλὴ παραδέχεται τὴν ἰδέαν
2465τοῦ κ. Σαράβα, νὰ τὸ εἴπητε.
2466§208ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
2467§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, ἐψηφηφόρησαν ἐν ὅλῳ 96, ἐξ
2468αὐτῶν 37 εἶπον Ναὶ, 51 εἶπον Ὄχι καὶ 8 ἠρνήθησαν, 6 μὲν
2469ἦσαν εἰς τὰ δωμάτια, 2 δὲ ῥητῶς ἠρνήθησαν, ἑπομένως ἡ πρό-
2470τασις τοῦ κ. Χατζίσκου ἀπεῤῥίφθη.
2471§210ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὄχι, δὲν ἀπεῤῥίφθη ἡ πρότασις τοῦ κ. Χατζίσκου,
2472ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργοῦ.
2473§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καλὰ. Ἀπεῤῥίφθη τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ διὰ
2474ψήφων 51 κατὰ 37.
2475§212ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀπεῤῥίφθη, ἀλλὰ διὰ τὴν ἑπομένην σύνοδον...
2476§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προχωροῦμεν λοιπὸν, κύριοι, εἰς τὸ σύνολον τοῦ
2477νομοσχεδίου. Ἀκούσατε τὸ σύνολον, κύριοι.
2478§214ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἄρχεται τῆς ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχε-
2479δίου περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐξόδων).
2480§215ΙΩ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπαρτία δὲν εἶναι.
2481§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ βλέπω καὶ ἐγὼ, κ. Φλέσα· ἔχετε δίκαιον.
2482Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις. ὥρᾳ 8 Μ. Μ.