Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period Γ · Session Β› Sitting 74

1871.05.10

3,533 rows · 29,508 words · 2 tables · 151 turns

Date
1871.05.10
Presidency
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΛΟΜΒΑΡΔΟΥ
Period
Γ
Session
Β
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, VOLUME Β (1871)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 74.

Τῆς 10 Μαΐου 1871.

Δευτέρα.

Ὥρᾳ 2 μ. μ.

Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, παρόντων τῶν ἑξῆς βουλευτῶν·

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Κ. Μ. Θεοδώρου. Δ. Τσιτσάρας.
Α. Κ. Μιχαλόπουλος. Κ. Γιολδάσης.
Α. Ζαΐμης. Π. Μανωλίδης.
Δ. Δανόπουλος. Εὐθ. Γουβέλης.
Ἰω. Λέκας. Κ. Λομβάρδος.
Δημ. Καλλιφρονᾶς. Α. Γαΐτας Φωσκάρδης.
Σκαρλ. Σοῦτσος. Σ. Π. Δεονταράκης.
Στυλ. Κολιάτσος. Ἰω. Σούλης Βάρκας.
Α. Μαγγίνας. Ἀνδρ. Αὐγερινός.
Κ. Πλαπούτας. Δ. Κρεστενίτης.
Α. Α. Ἀντωνόπουλος. Α. Πετραλιᾶς.
Χ. Ῥηγόπουλος. Δ. Κλίμακας.
Ἰω. Ῥοϊλός. Ἀναγ. Δημητρίου.
Ἰω. Σαφάκας. Γ. Μ. Βαλλιάνος.
Ν. Κατσικαπῆς. Κ. Δ. Πεταλᾶς.
Ἀριστ. Διδωρίκης. Μ. Παΐζης.
Γ. Μίλησης. Θρ. Ζαΐμης.
Α. Σ. Μήτσας. Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς.
Γ. Παπαδαῖος. Κ. Κρίσπης.
Γ. Πεῤῥώττης. Κωστ. Εὐθυμιόπουλος.
Κ. Δαγρές. Ἀλέξ. Πετσάλης.
Ἰω. Φλέσσας. Δ. Σαράβας.
Α. Κοντόσταυλος. Δ. Καπετανάκης.
Γ. Παπανικολάου. Μιχ. Καπετανάκος.
Ἰω. Μπαλάφας. Ζαχ. Ζαρειφόπουλος.
Ν. Μ. Κοζαδίνης. Α. Παπαλέξης.
Ν. Ἀγγελίδης. Π. Κωσταντᾶς.
Ι. Πολυλᾶς. Θ. Ῥωμαῖος.
Ἀνδρ. Νοταρᾶς. Μ. Χαριτᾶτος.
Σπυρ. Νοταρᾶς. Εὐθ. Κεχαγιᾶς.
Ἀν. Δημητριάδης. Λ. Καραλίβανος.
Α. Μεταξᾶς. Περ. Καλαμογδάρτης.
Δ. Ῥαπτάκης. Θ. Κανακάρης.
Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος.Γ. Πράτζικας.
Κ. Πανάρετος. Α. Μισυρλῆς.
Α. Καρδαρᾶς. Γ. Δελλαπόρτας.
Γ. Βακαλόπουλος. Ἰω. Δεστούνης.
Ν. Βαρβιτζιώτης. Κ. Ἐπιφανίου.
Ἰω. Βλασόπουλος. Γ. Κούτσης.
Ν. Θ. Λεώπουλος. Μ. Ε. Παρίσης.
Α. Κορφιωτάκης. Δ. Πονηρόπουλος.
Φ. Ι. Φίλωνος. Ἀθ. Γρηγοριάδης.
Γερ. Σέρβος. Ν. Πιπῖνος.
Α. Σταματόπουλος. Ἰω. Καλογιάννης.
Δ. Τσαμόπουλος. Θ. Γκίκας.
Ἰω. Ταμπακόπουλος. Δ. Τσιριμῶκος.
Χ. Χρηστόπουλος. Γ. Κ. Ζουλούμης.
Γ. Μαλέας. Δ. Κριεζώτης.
Ν. Καρύδης. Δ. Οἰκονόμου.
Ἐπ. Δεληγεώργης. Κ. Πετσάλης.
Γ. Γουλιμῆς. Μ. Ἀβέρωφ.
Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος. Κ. Νικόδημος.
Ἰω. Προβελέγιος. Ἰω. Κοτσιᾶς.

Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κούτσης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ ἀπομαχικοῦ ναυτικοῦ ταμείου· θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.

«ΠΡΟΤΑΣΙΣ ΝΟΜΟΥ.

1. Ὁ πρόεδρος τοῦ ναυτικοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου θέλει ἐκλέγεσθαι παρὰ τοῦ Βασιλέως, εἴτε ἐξ ἀξιωματικῶν τοῦ Β. ναυτικοῦ, εἴτε ἐξ ἁπλῶν πολιτῶν προσλαμβανόμενος· ἄλλα δὲ τέσσαρα μέλη θέλουν ἐκλέγεσθαι κατ’ ἔτος ἀπὸ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον ἑκάστου τῶν τεσσάρων κεντρικῶν ναυτικῶν τόπων, ἤτοι τῆς Σύρου, Σπετσῶν, Ὕδρας καὶ Γαλαξειδίου. Τὰ μέλη ταῦτα εἰς ὡρισμένην ἐποχὴν ἑκάστου ἔτους, οὐχὶ ἔλαττον τῶν τριῶν μηνῶν θὰ συνεδριάζωσιν ἐν Ἀθήναις, καὶ θ’ ἀποτελῶσι τὴν πενταμελῆ ἐπιτροπὴν, ἔργον τῆς ὁποίας θέλει εἶσθαι ἡ γενικὴ ἐξέλεγξις τῶν διαφόρων αἰτήσεων συντάξεων, καὶ ἄλλων παρὰ τοῦ ταμείου ἀπαιτήσεων, ὡς καὶ ἡ ἐξέλεγξις τῶν λογαριασμῶν τοῦ ταμείου. Ἡ δὲ λοιπὴ ὑπηρεσία θέλει ἐκτελεῖται παρὰ τοῦ προέδρου ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων κανονισμῶν. 2. Διὰ Βασιλικοῦ διατάγματος θέλει κανονισθῆ ἐπὶ τὸ βέλτιον ἡ ὑπηρεσία τοῦ ναυτικοῦ ταμείου ἥ τε κεντρικὴ καὶ ἡ κατ’ ἐπαρχίας· ἐπίσης θέλει κανονισθῆ καὶ ἀνάλογος ἀμοιβὴ διὰ τὰ 4 μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, διὰ δὲ τὸν πρόεδρον κανονικὴ μισθοδοσία, ἐὰν ἦναι ἁπλοῦς πολίτης. 3. Σύνταξιν ἐκ τοῦ ναυτικοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου θέλουσι λαμβάνει ἅπαντες· 1) οἱ ὁπωσδήποτε ἐκ τῆς ὑπηρεσίας καθιστάμενοι ἀνίκανοι ἢ ἀνάπηροι ναυτικοὶ, ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸ μητρῷον τῆς θαλάσσης ἐργατῶν, 2) αἱ χῆραι καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν ὁπωσδήποτε ἀποθνησκόντων ἐγγάμων ναυτικῶν ἐν ὑπηρεσίᾳ ἢ μὴ, 3) οἱ γονεῖς καὶ αἱ ἄγαμοι ἀδελφαὶ τῶν ἀποθνησκόντων ἀγάμων ναυτικῶν, ὅταν ἀποδειχθῇ ὅτι παρ’ αὐτοῦ ἐπροστατεύετο ἡ οἰκογένεια, 4) οἱ μετὰ 25 ἐτῶν πραγματικὴν ναυτικὴν ὑπηρεσίαν ἀποκτῶντες τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 10 Μαΐου 1871.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ. ΙΩ. ΚΟΥΤΖΗΣ.

§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως εἰς τὸν δῆμον Ἄνδρου τῆς πρώην Καϊρείου σχολῆς. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ ψηφίζεται κατά τε τὰ καθέκαστα καὶ τὸ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ὡς ἑξῆς.)

«ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ

Περὶ παραχωρήσεως εἰς τὸν δῆμον Ἄνδρου τοῦ καταστήματος τῆς πρώην Καϊρείου σχολῆς. Ἄρθρον 1. Παραχωρεῖται δωρεὰν εἰς τὸν δῆμον Ἄνδρου τὸ ἐν Ἄνδρῳ κατάστημα τῆς πρώην Καϊρείου σχολῆς μετὰ τῆς συνεχομένης περιοχῆς, ἵνα χρησιμεύσῃ μετὰ προηγουμένην δαπάνην τοῦ δήμου ἐπισκευὴν διὰ δημοτικὰ καὶ Ἑλληνικὸν σχολεῖον. Ἄρθρον 2. Τὰ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον παραχωρούμενα εἰς τὸν δῆμον ἐπανέρχονται ἄνευ δικαστικῆς μεσολαβήσεως καὶ ἄνευ ἀποζημιώσεως εἰς τὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου, ἐὰν πρὸς ἄλλον ἢ τὸν προσδιορισθέντα σκοπὸν χρησιμεύσωσιν, ὡς καὶ ἐὰν ἐντὸς δύω ἐτῶν δὲν ἐπισκευασθῇ ἡ οἰκοδομή.»

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν παρὰ τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ ἑρμηνείας τοῦ νόμου περὶ παραχωρήσεως κτημάτων εἰς τὸν νεοφώτιστον Μέτον, καθὼς καὶ τὸ περὶ ἀτελείας τῶν εἰσαγομένων πρὸς κατεργασίαν βάμβακος καὶ σιτηρῶν. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.) Ἔχομεν ἤδη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὴν πρότασιν περὶ συνοικισμοῦ τῶν Κορινθίων. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτή.)

§4ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ τοιοῦτος νόμος, ὅπως δὲ ἐφαρμοσθῇ εὐκολώτερον, φέρω τροπολογίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ συνταχθῇ. Αὕτη ἔχει ὡς ἕπεται· «Ἄρθρον 1. Οἱ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ ἀπὸ 10 Μαΐου 1858 ΥΞΘʹ. νόμου περὶ συνοικισμοῦ τῶν Κορινθίων κάτοικοι Π. Κορίνθου καὶ Ἑξαμιλίων λαβόντες ἐν τῷ συνοικισμῷ τῆς Ν. Κορίνθου πλειότερα τοῦ ἑνὸς οἰκόπεδα, καὶ κατασκευάσαντες εἰς ἓν τούτων τελείαν οἰκοδομὴν, θεωροῦνται ὅτι ἐξεπλήρωσαν τὰς παρὰ τοῦ νόμου καὶ τοῦ πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ ἐκδοθέντος Β. Διατάγματος ἐπιβαλλομένας αὐτοῖς ὑποχρεώσεις, καὶ δύνανται νὰ διαθέσωσι κατ’ ἰδίαν βούλησιν τὰ δοθέντα αὐτοῖς ἕτερα οἰκόπεδα. Ἄρθρον 2. Εἰς τοὺς κατοίκους τῆς Π. Κορίνθου καὶ τῶν Ἑξαμιλίων, ὅσοι δὲν ἠδυνήθησαν μέχρι τοῦδε νὰ οἰκοδομήσωσιν ἐπὶ τῶν παραχωρηθέντων πρὸς αὐτοὺς οἰκοπέδων, χορηγεῖται τριετὴς προθεσμία ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών των κατὰ τὰ ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ὁρισθέντα. Παρελθούσης τῆς προθεσμίας ταύτης, τὰ οἰκόπεδα ἐπανέρχονται διοικητικῶς καὶ ἄνευ δικαστικῆς μεσολαβήσεως εἰς τὴν κατοχὴν καὶ τὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου, καὶ διατίθενται κατὰ τὰ περὶ φθαρτῶν κτημάτων νόμιμα. Ἄρθρον 3. Εἰς πάντα μὴ κάτοικον Π. Κορίνθου καὶ Ἐξαμιλίων ἐπιθυμοῦντα νὰ ἀποκατασταθῇ εἰς τὸν συνοικισμὸν τῆς Ν. Κορίνθου δύναται νὰ παραχωρηθῇ δωρεὰν ἓν ἐθνικὸν οἰκόπεδον ἐκτάσεως 500 μέτρων, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὀφείλει νὰ ἐγείρῃ τελείαν οἰκοδομὴν ἀξίας δισχιλίων δραχμῶν κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ἐντὸς τῆς ὑπὸ τοῦ προηγουμένου ἄρθρου ταχθείσης προθεσμίας, ἐφαρμοζομένων καὶ ἐνταῦθα τῶν διατάξεων τοῦ ἰδίου ἄρθρου κατ’ ἐκείνου, ὅστις δὲν ἤθελεν ἐκπληρώσει ἐμπροθέσμως τὰς ὑποχρεώσεις του. Αἱ εἰς τὴν ἀνωτέρω παράγραφον ἀναφερόμεναι παραχωρήσεις θέλουν ἐξακολουθήσει ἐπὶ δύο ἔτη λογιζόμενα ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου.»

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῇ. Ἔχομεν ἤδη τὴν σύμβασιν μεταξὺ τῆς κυβερνήσεως καὶ τῆς ἐν Λίβερπουλ ἑταιρίας Μπίμπη, εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.

§6ΠΕΤΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Σᾶς ὑποβάλλω, κύριοι, νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῆς διαρκείας τῶν ναυτιλιακῶν ἐγγράφων. Ἥ τε ἔκθεσις καὶ τὸ νομοσχέδιον ἔχουσιν ὡς ἕπονται· «Πρὸς τὴν Βουλήν. Κατὰ τὰ παρ’ ἡμῖν κείμενα περὶ ἐμπορικῆς ναυτιλίας, εἰς πᾶν πλοῖον ἑλληνικὸν ἐκδίδεται παρὰ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν διὰ τῆς λιμενικῆς ἀρχῆς ἓν ἔγγραφον καλούμενον δίπλωμα ναυτιλιακὸν, ἰσχύον ἓν ἔτος, μετὰ δὲ τὴν λῆξιν τοῦ ἔτους χορηγοῦνται ὑπὸ τῶν προξένων τῆς Ἑλλάδος δύο παρατάσεις· ἔτι δὲ καὶ τρίτη παράτασις διὰ τὰ ἐν Κωνσταντινουπόλει εὑρεθέντα πλοῖα μ’ ἐκπρόθεσμα διπλώματα. Αἱ παρατάσεις αὗται, ὧν ἑκάστη χορηγεῖται ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐπ’ ἀόριστον χρόνον, ἐφ’ ὅσον χρόνον δηλαδὴ ἤθελε διαρκέσει καὶ ἕκαστον τοῦ πλοίου ταξείδιον, συμπληροῦσιν ἓν ἕτερον ἔτος, πολλάκις δὲ καὶ πλέον τοῦ ἔτους. Ὅθεν μετὰ παρέλευσιν δύο ἐτῶν τὸ φέρον ἐκπρόθεσμον ναυτιλιακὸν δίπλωμα πλοῖον διατάττεται ὑπὸ τοῦ νόμου ἵνα καταπλεύσῃ εἰς Ἑλληνικὸν λιμένα πρὸς τακτοποίησιν τῶν ναυτιλιακῶν ἐγγράφων καὶ ἐκπλήρωσιν ὑποχρεώσεων τοῦ πλοιάρχου πρὸς τοὺς κυρίους τοῦ πλοίου καὶ πρὸς τοὺς δανειστὰς κατὰ τὸν ἐμπορικὸν νόμον. Τὸ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβείας ἐμπορικὸν γραφεῖον, παρ’ οὗ ἐκδίδονται τῶν πλείστων Ἑλληνικῶν πλοίων αἱ παρατάσεις, ὑπέβαλε πολλάκις παράπονα ἐμποροπλοιάρχων, ἅμα δὲ καὶ ἰδιοκτητῶν πλοίων, οἵτινες ἐν Κωνσταντινουπόλει προσορμιζόμενοι μὲ τὰ πλοῖά των καὶ ἐκπρόθεσμα φέροντες διπλώματα, βαρυθυμοῦσι καὶ γογγύζουν κατὰ τῆς κυβερνήσεως, ὡς ζημιούσης, κατ’ αὐτοὺς, τὰ συμφέροντα τῶν πλοίων, ὑποχρεουμένων ὑπὸ τῶν προξένων νὰ καταπλεύσωσιν εἰς λιμένας ἑλληνικοὺς πρὸς ἀνανέωσιν τῶν ἐκπροθέσμων ἐγγράφων των. Ἀφ’ ἑτέρου ὑπάρχουν καὶ πλεῖστοι ἰδιοκτῆται πλοίων, ζητοῦντες τἀναντία τῶν παραπονουμένων· ζητοῦν ὅπως οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ πρόξενοι ἐκβιάζωσι τὸν πλοίαρχον νὰ ἐπανέρχηται τοὐλάχιστον ἅπαξ τοῦ ἔτους εἰς τὴν Ἑλλάδα μετὰ τοῦ πλοίου ἵνα δίδῃ λόγον τῆς διαχειρίσεώς του πρὸς τοὺς κυρίους τοῦ πλοίου· τοῦτο ἐζήτησαν δι’ ὑπομνήματος μάλιστα πρὸ τριῶν ἐτῶν οἱ ἐν Σύρῳ κύριοι τῶν πλοίων, ἐκφράσαντες καὶ τὴν γνώμην τὸ νὰ θεωρῆται ὡς ἔνοχος ναυταπάτης ὁ ἀρνούμενος νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὸν νόμον πλοίαρχος. Ἐν τοιαύτῃ πραγμάτων ἀντιφάσει, τῶν μὲν δηλαδὴ δυσανασχετούντων κατὰ τοῦ περὶ ναυτιλίας νόμου, τῶν δὲ τὴν αὐστηρὰν αὐτοῦ ἐφαρμογὴν ἐπιζητούντων, ἀλλὰ καὶ τούτων καὶ ἐκείνων ὄντων πλοιάρχων καὶ κυρίων πλοίων, καὶ τὰ αὐτὰ ἐχόντων συμφέροντα, ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ ζητηθῶσι καὶ αἱ γνῶμαι τῶν ἐμπορικῶν ἐπιμελητηρίων, εἰς τὴν σκέψιν τῶν ὁποίων ὑποβαλὸν τὰ ὡς ἀνωτέρω ἐκτεθέντα τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, συνώδευσεν αὐτὰ καὶ μετὰ τῶν ἑξῆς δύο ἐρωτήσεων· ά. Συμφέρει ἢ οὔ εἰς τὴν ἡμετέραν ναυτιλίαν καὶ εἰς τοὺς κυρίους τῶν πλοίων νὰ πλέωσιν ἐλεύθεροι καὶ νὰ προσορμίζωνται εἰς λιμένας ἑλληνικοὺς, ὅτε καὶ ὅπως οἱ πλοίαρχοι βούλωνται πρὸς τακτοποίησιν τῶν ἐγγράφων των καὶ ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών των; ἢ βʹ. Πόση διάρκεια χρόνου εἶναι ἀρκοῦσα νὰ ὁρισθῇ διὰ τὴν ἰσχὺν τοῦ ναυτιλιακοῦ διπλώματος, μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ὁποίας νὰ καταπλέῃ ἀνυπερθέτως καὶ ἀπροφασίστως ὁ πλοίαρχος μὲ τὸ ὑπὸ τὴν κυβέρνησίν του πλοῖον εἰς ὃν εἶναι ἐγγεγραμμένον λιμένα; Τὰ ἐπιμελητήρια ἀπήντησαν· ἅπαντα δὲ συμφωνοῦσι κατ’ ἀρχὴν, ὅτι ὁ νόμος δέον νὰ τηρηθῇ αὐστηρῶς, ὑποχρεουμένων τῶν πλοιάρχων νὰ προσεγγίζωσιν ἐν ὡρισμένῳ χρόνῳ εἰς τοὺς οἰκείους λιμένας· τὸ ἐπιμελητήριον μάλιστα τῶν Πατρῶν, ἐπίσης καὶ τὸ τῆς Σύρου, τοῦ ἐμπορικοῦ τούτου καὶ πρώτου ναυτικοῦ λιμένος τῆς Ἑλλάδος, σφοδρότερον τῶν ἄλλων ἐπιμελητηρίων ἔγραψαν, ἐγνωμοδότησαν δὲ νὰ παύσωσιν αἱ παρατάσεις τῶν διπλωμάτων, ὡς διδοῦσαι χώραν εἰς καταχρήσεις. Τῷ ὄντι αἱ παρατάσεις καθ’ ὃν τρόπον ζητοῦνται νὰ χορηγοῦνται ἐν Κωνσταντινουπόλει, ὁ περὶ ἐμπορικῆς ναυτιλίας νόμος προφανῶς παραβιάζεται· καὶ ἐπιτρέπει μὲν ὁ νόμος οὗτος (ἄρθρον 21) εἰς τὴν προξενικὴν ἀρχὴν νὰ παρατείνῃ τὴν διάρκειαν τοῦ ναυτιλιακοῦ διπλώματος, ἀλλ’ «ἀφοῦ προηγουμένως ἐξετάσει ἀκριβῶς καὶ πεισθῇ ὅτι ὁ πλοίαρχος, ἢ ὁ ἰδιοκτήτης πρὸ τῆς παύσεως τῆς ἰσχύος τοῦ διπλώματος εἶχε συνάψει συμφωνίας ὑποχρεούσας αὐτὸν εἰς ἐπιχείρησιν νέου διάπλου.» Ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου δυστυχῶς οὐδέποτε ἐτηρήθη ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ὁ πλοίαρχος προσπαθῶν νὰ δικαιολογήσῃ διὰ παντὸς τρόπου τὴν πρὸς τὸν νόμον ἀπείθειάν του καταθέτει περιστατικὰ καὶ κωλύματα μὴ στηριζόμενα εἰς τὴν ἀλήθειαν· ἀείποτε δὲ ἰσχυρίζεται, ὅτι ἄνεμοι ἐναντίοι κατέστησαν ἀνέφικτον τὴν εἰς ἑλληνικὸν λιμένα προσέγγισίν του· ἡ δὲ προξενικὴ ἀρχὴ, ἀρκουμένη εἰς διαβεβαιώσεις ἥκιστα συμβιβαζομένας μὲ τὰ πράγματα καὶ τὴν ἀλήθειαν, ἐνδίδει εἰς τὰς παρανόμους ἀπαιτήσεις, καὶ χορηγεῖ ἀλλεπαλλήλως πρώτην, δευτέραν καὶ τρίτην παράτασιν· ἐν ἑκάστῃ δὲ τῶν παρατάσεων ἐπιβάλλεται ῥητῶς ἡ ὑποχρέωσις εἰς τὸν πλοίαρχον «μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ ταξειδίου του νὰ φέρῃ τὸ πλοῖον εἰς τὸν οἰκεῖον λιμένα διὰ τὴν κατὰ νόμον ἀνανέωσιν τῶν ἐκπροθέσμων ναυτιλιακῶν ἐγγράφων του.» Αἱ λέξεις ὅμως αὗται καὶ αἱ ὑποχρεώσεις τυπικῶς μόνον γράφονται ἐπὶ τοῦ διπλώματος τοῦ πλοίου· ὁ πλοίαρχος παραβιάζων τὸν νόμον διέρχεται τὴν ἑλληνικὴν θάλασσαν, τρὶς καὶ τετράκις καταβαίνων καὶ ἀναβαίνων τὸν Ἑλλήσποντον, ἐνίοτε δὲ καὶ παραπλέει οὐ μακρὰν ἑλληνικῶν λιμένων, ἀλλὰ δὲν προσεγγίζει ἵνα λάβῃ νέα ἔγγραφα, καί τοι ὑποσχεθεὶς νὰ πράξῃ τοῦτο, ἐπειδὴ εἶναι βέβαιος ὅτι ἀφιχθεὶς εἰς Κωνσταντινούπολιν θέλει κατορθώσει διὰ τῶν ἐκπροθέσμων ἐγγράφων του, προσάγων καὶ φορτωτικὴν, μὴ συνταχθεῖσαν ὅτε καὶ ὅπως ὁ νόμος ὥρισε, νὰ παρατείνῃ τὴν παρανομίαν. Τοιαύτη ἔκνομος κατάστασις, ζημιοῦσα τὰ συμφέροντα τῆς ναυτιλίας καὶ τὴν ὑπόληψιν τῆς ἐθνικῆς σημαίας, εἶναι ἐπάναγκες νὰ παύσῃ. Κατὰ τὴν γνώμην τῶν ἐμπορικῶν ἐπιμελητηρίων καὶ τὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, δέον νὰ παύσῃ τῶν παρατάσεων ἡ ἔκδοσις, ἀντ’ αὐτῶν δὲ νὰ νομοθετηθῇ μεγαλειτέρα διάρκεια τῆς ἰσχύος τοῦ διπλώματος τοῦ πλοίου· ἀρκοῦσα δὲ διάρκεια καὶ πληρέστατα ἱκανοποιοῦσα τοὺς ναυτικοὺς καὶ τὸ ἐμπόριον τῆς Ἑλλάδος, θεωρεῖται ἡ τῶν δεκαοκτὼ μηνῶν· ἐν τῷ χρονικῷ τούτῳ διαστήματι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ μὴ εὐκολυνθῇ τὸ πλοῖον νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν ἑλληνικὸν λιμένα, ἔνθα εἶναι ἐγγεγραμμένον, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐφοδιασθῇ μὲ νέον δίπλωμα καὶ νὰ δώσῃ λόγον τῆς διαχειρίσεώς του ὁ πλοίαρχος πρὸς τοὺς συμμετόχους τοῦ πλοίου. Ἐν Κωνσταντινουπόλει ὑπάρχουν ἀπὸ πολλῶν ἤδη ἐτῶν ἀτμόπλοια μικρὰ ῥυμουλκοῦντα ἄνω καὶ κάτω τοῦ Βοσπόρου τὰ ἱστιοφόρα πλοῖα, ὅτε οἱ ἄνεμοι δὲν εἶναι βοηθητικοί. Τὰ ἀτμόπλοια ταῦτα, δυνάμεως 50 ἕως 60 ἵππων, ἀνῆκον ἀπ’ ἀρχῆς εἰς ξένους, ἰδίως δὲ εἰς Ἄγγλους· ἀλλὰ βαθμηδὸν διὰ τῆς δραστηριότητος αὐτῶν καὶ τῆς λιτότητος ἐπεκράτησαν οἱ ἡμέτεροι ναυτικοί, ὥστε ἐκ 57 ῥουμουλκῶν ἀτμοπλοίων, ἐργαζομένων σήμερον ἐν Βοσπόρῳ, τὰ τεσσαράκοντα ἀνήκουν εἰς Ἕλληνας μὲ πληρώματα ναυτῶν Ἑλλήνων καὶ μὲ μηχανικοὺς Ἕλληνας, ὧν τινες προσῆλθον ἐκ τῶν ἐργοστασίων τῆς Σύρου, τινὲς δὲ καὶ ἐκ θερμαστῶν ἀνεδείχθησαν μηχανικοί. Καὶ ὅμως πάντα ταῦτα τὰ ἀτμόπλοια φέρουν σημαίαν ξένην, διότι δὲν συμφέρει εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας αὐτῶν, ἀνεξαρτήτως καὶ τοῦ ἐνδεχομένου κινδύνου, εἰς ὃν ἤθελον ἐκτεθῆ τὰ μικρὰ ταῦτα σκάφη, νὰ τὰ ἐξαποστείλωσι εἰς τὴν Ἑλλάδα πρὸς ἐγγραφὴν εἰς ἑλληνικὸν λιμένα καὶ ἀναγνώρισίν των ὡς ἐθνικῶν, καθὰ ὁ νόμος διατάττει, ἐπειδὴ διὰ τὸν ἀμφοτεράπλουν αὐτῶν ἀπαιτοῦνται τοὐλάχιστον λίραι ἑκατὸν πεντήκοντα, δαπάνη ἐπιζήμιος, εἰς ἣν δὲν στέργουν νὰ ὑποβληθῶσιν οἱ κύριοι τῶν ἀτμοπλοίων, ὑπολογίζοντες πρὸς τούτοις καὶ ἑτέραν ζημίαν, ἤτοι τὴν ἐκ τοῦ χρονικοῦ διαστήματος τῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπουσίας τῶν ἀτμοπλοίων, ἐντὸς τοῦ ὁποίου δυνατὸν νὰ παρουσιασθῶσιν ἐν Βοσπόρῳ ἐργασίαι ῥυμουλκίας λίαν ἐπικερδεῖς. Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐνδίδον εἰς τὰς δικαίας ἐν μέρει παρατάσεις ταύτας τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν ἀτμοπλοίων, ὑποστηριζομένας καὶ παρὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλληνικῆς Πρεσβείας, ἐπέτρεψε κατὰ διαφόρους περιστάσεις νὰ ὑψωθῇ μὲν προσωρινῶς ἡ ἑλληνικὴ σημαία εἴς τινα τῶν ἐν λόγῳ ἀτμοπλοίων, νὰ ὑποχρεωθῶσι δὲ οἱ κύριοι αὐτῶν νὰ ἐξαποστείλωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα πρὸς ἐγγραφήν των καὶ ἐκπλήρωσιν τῶν διατάξεων τοῦ ναυτιλιακοῦ νόμου· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐπραγματοποιήθη· τὸ νὰ διακόψωσι τὰς ἐργασίας των ἐν Βοσπόρῳ καὶ νὰ κατέλθωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὰ ἐν λόγῳ ἀτμόπλοια ἐθεωρήθη ὑπὸ τῶν κυρίων αὐτῶν λίαν ἐπιζήμιον εἰς τὰ συμφέροντά των. Κατὰ τὸν περὶ ἐμπορικῆς ναυτιλίας νόμον (ἄρθρον 6) «Πᾶς Ἕλλην ἰδιοκτήτης ἐμπορικοῦ πλοίου ὀφείλει νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν ναυτικὴν ἀρχὴν τοῦ λιμένος, εἰς ὃν θέλει νὰ κατατάξῃ τὸ πλοῖόν του, καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναγνώρισίν του ὡς ἐθνικοῦ καὶ τὴν καταχώρισίν του εἰς τὸ νηϊολόγιον, παραδίδων καὶ τὸ ἐπίσημον ἔγγραφον, δι’ οὗ ἀποδεικνύονται οἱ τίτλοι τῆς ἰδιοκτησίας του κτλ.» Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 7, «ἀφοῦ αἱ παρουσιασθεῖσαι ἀποδείξεις ἀναγνωρισθῶσιν ἰσχυραὶ καὶ ἀφοῦ δοθῇ ὁ ἀπαιτούμενος ὅρκος, ὁ προϊστάμενος τῆς ναυτικῆς ἀρχῆς ὑπάλληλος μεταβαίνει ἐπὶ τοῦ πλοίου καὶ ἐξετάζει ἀκριβῶς ποία ἡ ποιότης του, ἂν ἡ κατασκευὴ αὐτοῦ ᾖναι καλὴ καὶ ἀσφαλὴς καὶ εἰς ποῖον εἶδος πλοίων ἀνάγεται· ἐνταὐτῷ δὲ μετρᾶται τὸ πλοῖον καὶ προσδιορίζεται ἡ χωρητικότης του» Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 9 τοῦ αὐτοῦ νόμου· «Δὲν συγχωρεῖται εἰς κανὲν πλοῖον μὴ ἀναγνωρισθὲν ὡς ἐθνικὸν καὶ μὴ καταχωρηθὲν εἰς τὸ νηϊολόγιον ἑνὸς λιμένος τοῦ Βασιλείου, νὰ φέρῃ τὴν ἑλληνικὴν σημαίαν, ἢ νὰ ἀπολαμβάνῃ τὰ ἐκ τούτου προνόμια καὶ τὰς ὠφελείας.» Εἰ καὶ ὁ νομοθέτης δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του ῥυμουλκὰ ἀτμόπλοια, ἀλλ’ οὔτε καὶ δυνατὸν ἦτο νὰ προνοήσῃ περὶ ῥυμουλκῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀτμοπλοίων νόμος ναυτιλιακὸς τῆς Ἑλλάδος, ἐκδοθεὶς πρὸ τριάκοντα τεσσάρων ἐτῶν (τὴν 15 Νοεμβρίου 1836), μολαταῦτα καὶ ἐκ τοῦ πνεύματος τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τούτου, ἃ ἀνωτέρω ἐσημείωσα, δὲν συνάγεται, κατ’ ἐμὴν κρίσιν, ὅτι εἰς ὅλως ἔκτακτον καὶ ἐξαιρετικὴν περίστασιν, οἵα παρουσιάζεται ἡ τῶν ῥυμουλκῶν ἐν Βοσπόρῳ ἀτμοπλοίων, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναγνωρίσωμεν αὐτὰ ὡς ἑλληνικὰ καὶ νὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ καλυφθῶσι μὲ τὴν σημαίαν τὴν ἑλληνικὴν, ἀπαλλάττοντες τοὺς ἰδιοκτήτας αὐτῶν Ἕλληνας τῆς ἐπιζημίου μεταφορᾶς τῶν ἀτμοπλοίων εἰς τὴν Ἑλλάδα· ἡ ἀναγνώρισις αὐτῶν ὡς ἑλληνικῶν δὲν ἀντίκειται οὐσιωδῶς εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου· δύναται δηλαδὴ ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει παρὰ τῇ ἑλληνικῇ Πρεσβείᾳ λιμενάρχης νὰ ἐνεργῇ κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 6, 7 καὶ 9 τοῦ νόμου, ἀπαραλλάκτως καθ’ ὃν τρόπον ἐνεργεῖ αὐτὰς ἐν Ἑλλάδι καὶ ὁ λιμενάρχης· τουτέστιν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ καὶ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ὁ νόμος ἀκριβῶς καὶ κατὰ γράμμα τηρεῖται, μένει δὲ μία μόνη τυπικὴ καὶ ἐπουσιώδης ἐκτέλεσις, τουτέστι νὰ σταλῶσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα παρὰ τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει λιμενάρχου πάντα τὰ ἔγγραφα, ὅσα ὁ νόμος ὁρίζει διὰ τὸ παρ’ αὐτοῦ νομίμως ἀναγνωρισθὲν ῥυμουλκὸν ἀτμόπλοιον ὡς ἑλληνικόν, πρὸς τὸν λιμενάρχην τοῦ ἑλληνικοῦ λιμένος, ἔνθα ὁ κύριος τοῦ ἀτμοπλοίου ἐπιθυμεῖ νὰ κατατάξῃ αὐτό· ἡ δὲ ἐν Ἑλλάδι λιμενικὴ ἀρχή, λαβοῦσα τὰ ἔγγραφα καὶ ἐγγράψασα εἰς τὸ νηολόγιον τὸ ῥυμουλκὸν (ῥυμουλκὸν πάντοτε) ἀτμόπλοιον, ἐκδίδει τὸ ἔγγραφον τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τὸ ναυτιλιακὸν δίπλωμα, τὰ δὲ ἔγγραφα ταῦτα λαμβάνει ὁ κύριος τοῦ ἀτμοπλοίου δι’ ἐπιτρόπου του, πληρωνομένων ἐν Ἑλλάδι τῶν νενομισμένων δικαιωμάτων. Μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἰσχύος τοῦ οὕτως ἐκδοθέντος ναυτιλιακοῦ διπλώματος, ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει λιμενάρχης ἐνεργεῖ καὶ τότε τὰ νόμιμα καὶ ἀποστέλλει τὸ ἐμπρόσθετον ναυτιλιακὸν δίπλωμα πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ λιμένος, ἔνθα ἐνεγράφη ἀπ’ ἀρχῆς τὸ ἀτμόπλοιον ἵνα ἐκδοθῇ νέον δίπλωμα. Καὶ ταῦτα περὶ τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει ῥυμουλκῶν ἀτμοπλοίων. Ἀλλ’ ὑπάρχουν ἐν τῷ Ἴστρῳ ποταμῷ καὶ ἄλλα πλοῖα Σλέπια καὶ Κιρλάτσια καλούμενα, ὧν οὐ μικρὸς ἀριθμὸς ἀνήκει εἰς Ἕλληνας· τὰ πλοῖα ταῦτα μόνον διὰ τὸ μετακομιστικὸν ἐμπόριον τῶν σιτηρῶν χρησιμεύοντα ἐντὸς τοῦ ποταμοῦ, εἶναι ἀδύνατον ὡς ἐκ τῆς ἰδιοτρόπου αὐτῶν κατασκευῆς νὰ πλεύσωσι τὸν Εὔξεινον καὶ νὰ ἔλθωσι καὶ ταῦτα καὶ ἐγγραφῶσιν εἰς ἑλληνικοὺς λιμένας· οἱ τῶν πλοίων τούτων κύριοι ἐξέφρασαν πολλάκις τὴν ἐπιθυμίαν των διὰ τῶν ἐν Βραΐλᾳ καὶ Γαλατσίῳ προξένων τῆς Ἑλλάδος, ἵνα καλύψωσι τὰ πλοῖά των μὲ τὴν σημαίαν τῆς Ἑλλάδος, ἧς εἶναι πολῖται. Καὶ εἰς τὰ πλοῖα ταῦτα, ὅσα ὁμολογουμένως εἶναι ἰδιοκτησία πολιτῶν ἑλλήνων, φρονῶ ὅτι δυνάμεθα νὰ χορηγήσωμεν τὴν ἑλληνικὴν σημαίαν, συμμορφουμένων τῶν κυρίων τῶν πλοίων μὲ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ ἐνεργουμένων καὶ ἐν τῷ Ἴστρῳ, καθ’ ὃν τρόπον καὶ ἐν Κωνσταντινουπόλει, τῶν διατάξεων τῶν περὶ ἀστυνομίας τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας νόμων ὑπὸ ἑνὸς λιμενάρχου, ἔχοντος τὴν ἕδραν του ἐν Γαλατσίῳ. Ὅθεν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον περὶ διαρκείας τῆς ἰσχύος τοῦ ναυτιλιακοῦ διπλώματος, καὶ περὶ ἀναγνωρίσεως ὡς ἑλληνικῶν τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει ῥυμουλκῶν ἀτμοπλοίων καὶ τῶν ἐν Ἴστρῳ ποταμοπλοίων, ὧν οἱ κύριοι εἰσιν Ἕλληνες. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἰσχὺς τοῦ ναυτιλιακοῦ διπλώματος ὁρίζεται τοῦ λοιποῦ εἰς μῆνας δεκαοκτώ, ἕπεται ὅτι καὶ τὸ ἐπὶ τοῦ διπλώματος πάγιον τέλος τοῦ χαρτοσήμου πρέπει κατ’ ἀναλογίαν ν’ αὐξήσῃ κατὰ τὸ ἥμισυ. Ἀλλὰ τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου τῆς τάξεως, εἰς ὃ χαρτόσημον ὑπάγονται κατὰ τὸν νόμον τὰ τοιαῦτα ἔγγραφα, δὲν ἐπιτρέπει νὰ τηρηθῇ ἀκριβὴς εἰς τὴν αὔξησιν ἀναλογία. Ὅθεν μὴ ὑπάρχοντος τέλους τοῦ χαρτοσήμου τάξεως δραχμῶν 1½ διὰ τὰ μέχρι τοῦδε πληρόνοντα πλοῖα δραχμὴν μίαν κατ’ ἔτος, οὔτε δραχμῶν 4½, οὔτε δραχμῶν 9 διὰ τὰ πληρόνοντα 3 καὶ 6 δραχμὰς κατ’ ἔτος, ἐσημείωσα δρ. 2, 5 καὶ 10, τὸ ἀμέσως ἀνώτερον τέλος τοῦ χαρτοσήμου τῆς τάξεως· τοῦ τέλους αὕτη ἡ διαφορὰ εἶναι μικρὰ καὶ οὐδόλως ἐπαισθητὴ εἰς τὴν ναυτιλίαν, ὠφελουμένην σπουδαίως ἐκ τοῦ νέου νόμου. Ἐξῄρεσα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὰ ἀπὸ 15 τόνων καὶ κατωτέρω πλοῖα, ἅτινα τὸ ἀκτοπλοϊκὸν μετερχόμενα ἐμπόριον καὶ τὴν ἁλιείαν ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ εἰς τὰ γειτνιάζοντα τῇ Ἑλλάδι παράλια τῆς Τουρκίας, ἀνάγκην μείζονος διαρκείας τοῦ διπλώματος δὲν ἔχουσιν. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 9 Μαΐου 1871.

Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν

Π. Α. ΠΕΤΡΑΚΗΣ.»

«ΣΧΕΔΙΟΝ ΝΟΜΟΥ

Ἄρθρον 1. Δίπλωμα ναυτιλιακὸν ἐμπορικοῦ πλοίου ἐλάσσονος τῶν 15 τόνων ἰσχύει ἐπὶ ἓν ἔτος· μείζονος δὲ ἐπὶ 18 μῆνας. Ἄρθρον 2. Τὰ τοῦ ναυτιλιακοῦ διπλώματος τέλη ὁρίζονται κατὰ χωρητικότητα τόνων ὡς ἑξῆς·

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
αʹ)Μέχρι 15τόνωνδραχ. 1.
βʹ)ἀπὸ 16—60» » 2.
γʹ)» 61—150» » 5.
δʹ)πλέον τῶν 151» » 10.

Ἄρθρον 3. Παράτασις ἰσχύος ναυτιλιακοῦ διπλώματος δίδεται μόνον παρὰ τοῦ προξενείου ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ ὁποίου καταπλεύσει πλοῖον ὑπὸ φορτίον πρὸς ἐκφόρτωσιν, ἐὰν μετὰ τὴν φόρτωσιν ἤθελεν ἐκπνεύσει ἡ δεκαοκτάμηνος τοῦ ναυτιλιακοῦ διπλώματος ἰσχύς. Ἡ παράτασις αὕτη ἰσχύει μόνον διὰ τὴν ἐπάνοδον τοῦ πλοίου εἰς ὃν ἀνήκει λιμένα πρὸς ἀνανέωσιν τῶν ναυτιλιακῶν ἐγγράφων. Ὁ παραβάτης πλοίαρχος ἢ κυβερνήτης στερεῖται τοῦ διπλώματός του ἀπὸ ἑνὸς μέχρι δύω ἐτῶν δι’ ἀποφάσεως τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ἐὰν πρὸ τῆς δεκαοκταμήνου προθεσμίας πλοῖον ἤθελε καταπλεύσει εἰς τὸν οἰκεῖον ἑλληνικὸν λιμένα, δύναται νὰ λάβῃ νέα ναυτιλιακὰ ἔγγραφα δεκαοκταμήνου διαρκείας. Ἄρθρον 4. Τὰ παρ’ Ἑλλήνων ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀγοραζόμενα καὶ ἐν τῷ Βοσπόρῳ ὡς ῥυμουλκὰ χρησιμεύοντα ἀτμόπλοια ἀναγνωρίζονται ἑλληνικὰ, ἐὰν ὁ ἰδιοκτήτης αὐτῶν ἐνεργήσῃ τὰ διὰ τῶν ἄρθρων 6, 7, 9 κλ. τοῦ ἀπὸ 15 Νοεμβρίου 1836 νόμου ὁριζόμενα παρὰ τῷ λιμενάρχῃ Κωνσταντινουπόλεως, ὅστις ὑποβάλλει τὴν αἴτησιν μετὰ τῶν σχετικῶν ἐγγράφων πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Τοῦτο, ἐὰν παραδεχθῇ τὴν αἴτησιν, διατάσσει τὴν οἰκείαν λιμενικὴν ἀρχὴν τοῦ Κράτους νὰ ἐγγράψῃ τὸ ῥυμουλκὸν ἀτμόπλοιον ἐν τῷ νηϊολογίῳ καὶ ἐκδώσῃ τὸ ναυτιλιακὸν δίπλωμα. Ὁ λιμενάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἐνεργεῖ καὶ τὰ περὶ χωρητικότητος τῶν ἀτμοπλοίων τούτων. Ἄρθρον 5. Τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 ὁριζόμενα ἰσχύουσι καὶ διὰ τὰ ἐν τῷ Ἴστρῳ ῥυμουλκὰ καὶ Ἕλλησιν ἀνήκοντα ἀτμόπλοια. Ὁ οἰκεῖος λιμενάρχης ἐνεργεῖ τὰ δέοντα ὡς ἐν ἄρθρῳ 4. Ἄρθρον 6. Τὰ ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ Ἴστρῳ ῥυμουλκὰ ὑποβάλλονται εἰς δικαίωμα ἀναγνωρίσεως μὲν δραχ. 10, διπλώματος δὲ δραχμῶν 20. Ταῦτα εἰσπράττονται παρὰ τῆς ἐκδιδούσης τὰ ἔγγραφα ἐν τῷ Κράτει λιμενικῆς ἀρχῆς ἐπὶ τῇ βάσει διπλοτύπου τοῦ λιμενάρχου Κωνσταντινουπόλεως ἢ τῶν ἐν Ἴστρῳ. Ἄρθρον 7. Πᾶσα ἐναντία διάταξις τοῦ παρόντος νόμου καταργεῖται. Οἱ ὑπουργοὶ

Ὁ τῶν οἰκονομικῶν

Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ.

τῶν Ναυτικῶν

Π. ΠΕΤΡΑΚΗΣ.»

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Μεταβαίνομεν ἤδη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Πολυλᾶς ἐζήτησε πρῶτος τὸν λόγον.

§8ΠΟΛΥΛΑΣ. Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοῦ σπουδαίου καὶ ἐθνικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐπὶ δύω ἤδη πολυώρους συνεδριάσεις ἐπασχολεῖ τὴν Βουλήν. Ἐνόμισα, ὅτι τὸ καθῆκον πρὸς τὴν γενικὴν πατρίδα καὶ πρὸς τὴν ἐπαρχίαν, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύω, μοὶ ἐπιβάλλει νὰ μὴ τηρήσω τὴν συνήθη σιωπήν μου, προκειμένου περὶ μεγάλου καὶ ἐθνικοῦ ζητήματος. Ἤκουσα μετὰ θρησκευτικῆς προσοχῆς τὰς ἀγορεύσεις τῶν ἐντίμων ῥητόρων, οἱ ὁποῖοι ἀνέπτυξαν τὸ ζήτημα εἰς τὰς προηγουμένας συνεδριάσεις. Παρετήρησα μετά τινος ἀπορίας, ὅτι οὐδεὶς τῶν ῥητόρων τῆς Βουλῆς ἔλαβε τὸν λόγον ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἐκτὸς τριῶν τῶν ὑψηλοτέρων προσώπων τῆς Βουλῆς, ἅτινα κατὰ περίεργον σύμπτωσιν εἶναι καὶ οἱ τρεῖς πρωθυπουργοί· ἀλλὰ τοῦτο ἴσως δὲν εἶναι παράδοξον, διότι τὸ ζήτημα τοῦ νομοσχεδίου τῆς χήρας Λόϋδ ἐγκυμονήθη ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου τοῦ κυρίου Ζαΐμη, ἐγεννήθη ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου τοῦ κυρίου Δεληγεώργη, υἱοθετήθη δὲ παρὰ τοῦ νῦν ὑπουργείου τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου, καὶ οὕτως υἱοθετημένον παρουσιάσθη ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας μᾶς ἔδωκεν εἰς τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου κύριος Δεληγεώργης, νομίζω ὅτι ὑπολείπεται νὰ προστεθῇ τι πρὸς διαφώτισιν τοῦ ζητήματος. Εἶναι δὲ καλὸν νὰ ἐξετάσωμεν πόθεν ἡ ἀπαίτησις τῆς Ἀγγλίας ἔλαβε τὴν γέννησίν της, καὶ εἰς ποίαν θέσιν εὑρίσκεται σήμερον ἀπέναντι τοῦ ἔθνους. Τὸ ζήτημα τοῦτο διῆλθεν, ὡς προεῖπον, τρία στάδια· τὸ πρῶτον παρατηρεῖται, (καὶ νὰ μοὶ συγχωρήσητε διὰ τὴν ἔκφρασιν, τὴν ὁποίαν θέλω ἐξηγήσει κατόπιν,) εἰς τὸ μυστικοσυμβούλιον τῆς ἑλληνικῆς πολιτείας, ἐπὶ τῆς κυβερνήσεως τοῦ κυρίου Ζαΐμη, τὸ δεύτερον εἰς τὸ ἀνακτοβούλιόν μας ἐπὶ τῆς ὑπουργείας τοῦ κυρίου Δεληγεώργη καὶ τὸ τρίτον διεξάγεται σήμερον ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου. Τῷ ὄντι πρώτην φορὰν ἐγένετο λόγος περὶ βοηθήματος πρὸς τὴν χήραν Λόϋδ ἐπὶ τῆς ὑπουργείας τοῦ κ. Ζαΐμη· κατά τι ἔγγραφον τοῦ πρεσβευτοῦ κυρίου Ἔρσκιν, ἡ Αὐτοῦ Μεγαλειότης ὑπεδήλωσε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ χορηγηθῇ βοήθειά τις πρὸς τὴν χήραν Λόϋδ· σᾶς παρακαλῶ νὰ προσέξητε εἰς τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ μεταφράζω ἐκ τοῦ Ἀγγλικοῦ. Ἦτο τῆς 28 Ἀπριλίου, ὀλίγον μετὰ τὸ θλιβερὸν δυστύχημα. «Ἡ Αὐτοῦ Ἑλληνικὴ Μεγαλειότης ἐπεσκέφθη τὴν κυρίαν Λόϋδ, ἵνα τῇ ἐκφράσῃ τὴν λύπην μεθ’ ἧς ἔμαθε τὴν χηρείαν της, καὶ τίποτε δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὴν ἀγαθότητα καὶ τὴν συμπάθειαν, ἣν ὁ Βασιλεὺς ἐξεδήλωσε πρὸς πάντας ὅσοι ἔπαθον ἐκ τοῦ φρικτοῦ τούτου συμβάντος. «Ἐξ ὅσων ἡ Α. Μ. εἶπε πρός τε ἐμὲ καὶ πρὸς τὴν κυρίαν Λόϋδ εἰκάζω, ὅτι ἡ Α. Μ. ἔχει τὴν πρόθεσιν νὰ προνοήσῃ δαψιλῶς περὶ τῆς οἰκογενείας τοῦ μακαρίτου Λόϋδ, εἶμαι δὲ λίαν εὐχαριστημένος, διότι δύναταί τις ἀσφαλῶς νὰ ἀναθέσῃ τῇ Α. Μ. τὴν φροντίδα νὰ ἐξεύρῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἡ πρόθεσις αὕτη δύναται κάλλιον νὰ πραγματοποιηθῇ.» Ἦτο μία ἁπλῆ ὑποδήλωσις, ὡς εἶπον, τῆς ἐπιθυμίας τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος νὰ βοηθηθῇ ἡ χήρα Λόϋδ. Κατόπιν ἐπίσημον ἔγγραφον τοῦ αὐτοῦ πρεσβευτοῦ πρὸς τὸν Κ. Κλαρενδῶνα λέγει· «διαβεβαιοῦμαι παρὰ τοῦ κυρίου Βαλαωρίτου, ὅτι ὅσον δήποτε ποσὸν ἂν ὁρισθῇ ἐπὶ τέλους λόγῳ συντάξεως πρὸς τὴν Κυρ. Λόϋδ, νομοσχέδιον θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἔγκρισιν τοῦ συμβιβασμοῦ τούτου. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελε κάμῃ δυσκολίαν τινὰ ὡς πρὸς τὸ ποσὸν, ἡ Α. Μ. κατὰ πᾶσαν περίπτωσιν θέλει φροντίσει ὥστε ἡ Κυρ. Λόϋδ νὰ λάβῃ γενναίαν χορήγησιν». Οἱ τρεῖς προλαλήσαντες πρωθυπουργοί, καίτοι ὑποστηρίζοντες τὴν παραδοχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἐσυμφώνησαν, ὅτι ἡ ἀπαίτησις αὕτη εἶναι ἀνυπόστατος καὶ ἄδικος, ἀλλ’ ὁ μὲν ὁ κύριος Ζαΐμης ἐσύστησεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι τοιαύτην ἀπόφασιν μᾶς ἐπιβάλλει τὸ δόγμα, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ζαΐμη, ἐπικρατεῖ νῦν εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι πρέπει νὰ ὑπακούῃ ὁ ἀσθενέστερος εἰς τὸν ἰσχυρότερον. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἶπεν, ὅτι ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἀπαιτήσεως ἐπιβαλλομένης παρὰ τῆς Ἀγγλίας, ἐνόμιζεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐνδώσωμεν, ἀλλ’ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἀλλὰ περὶ φιλανθρωπίας, καὶ ἔθιξε τὰς εὐγενεστέρας χορδὰς τῆς καρδίας μας· ὁ κ. Δεληγεώργης, ὅστις εἶχε δεχθῇ τὴν ἀπαίτησιν, ἰσχυρίσθη, ὅτι τὴν ἐδέχθη εἰς τρόπον ἐμφαίνοντα, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις αὐθορμήτως προέβη εἰς τὴν γενναιοδωρίαν ταύτην, ἀντιφωνῶν δὲ πρὸς τὸν κ. πρωθυπουργὸν, μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀπαιτήσεως τῆς Ἀγγλίας, οὔτε περὶ ὑποχρεώσεως ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ περὶ γενναιοδωρίας· οὐχ ἧττον ἰσχυρίσθη, ὅτι ὅσοι ἐξ ἡμῶν πιστεύουσιν, ὅτι πρόκειται περὶ ὑποχρεώσεως τῆς Ἑλλάδος, περὶ ἀπαιτήσεως ἐκ μέρους τῆς Ἀγγλίας, ἐκεῖνοι ἔχουσι καθῆκον νὰ καταψηφίσωσι τὸ νομοσχέδιον. Ἔρχομαι εἰς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης ταύτης τοῦ κ. Δεληγεώργη, διότι φρονῶ, ὅτι πρόκειται καθαρῶς περὶ ἀπαιτήσεως καὶ ἀπαιτήσεως ἐπιτακτικῆς ἐκ μέρους τῆς Ἀγγλίας. Μετὰ τὸ πρῶτον στάδιον, τὸ ὁποῖον διῆλθε τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὸ μυστικοσυμβούλιον, λέγω, τῆς Ἑλληνικῆς πολιτείας, διότι τὰ γεγονότα, περὶ τῶν ὁποίων σᾶς κάμνω μνείαν, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Ζαΐμη, ἔμειναν πάντῃ ἄγνωστα εἰς τὴν κυβέρνησίν του.....

§9ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐνήργησεν ὁ ἁρμόδιος ὑπουργός.

§10ΠΟΛΥΛΑΣ. Τότε ἔπρεπε νὰ τὰ μάθῃ τοὐλάχιστον ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ ἐπρόκειτο περὶ χρημάτων.

§11ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ τοιαῦτα πράγματα.

§12ΠΟΛΥΛΑΣ. Ὁ κ. Βράϊλας βεβαιοῖ, κατόπιν ὁδηγιῶν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἔκαμε πρὸς τὸν κ. Κλαρενδῶνα τὴν δήλωσιν περὶ συντάξεως πρὸς τὴν χήραν Λόϋδ, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσαν χθὲς οἱ κύριοι Μίλησης καὶ Λομβάρδος, καὶ χθὲς ὁ κ. Ζαΐμης μᾶς εἶπεν, ὅτι ἀγνοοῦσεν ὅλως διόλου τὰ διατρέξαντα ἐπὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως.

§13ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν εἶπον τοιαῦτα πράγματα, καὶ δὲν σᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ μοὶ ἀποδίδητε πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶπον.

§14ΠΟΛΥΛΑΣ. Κύριε Ζαΐμη, χθὲς ὡμολογήσατε, ὅτι πρωθυπουργὸς ὢν ἠγνοεῖτε τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Βράϊλα, καὶ περὶ τούτου δὲν ἀμφιβάλλω, ἀφοῦ ὑμεῖς τὸ διαβεβαιοῖτε, ἀλλὰ τοῦτο βεβαίως δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν ἑξῆς περικοπὴν τῆς ἐπιστολῆς τοῦ συνυπουργοῦ σας κ. Βαλαωρίτου· ἃ καθόσον ἀφορᾷ τὸν δεύτερον λόγον τῆς παραιτήσεώς σας, ὅτι δηλαδὴ παρῆλθον συνεχεῖς ἑβδομάδες, καθ’ ἃς, καίτοι ὑπαρχούσης ἐκκρεμοῦς ἐξωτερικῆς περιπλοκῆς....».

§15ΖΑΪΜΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἔγγραφον ἐγράφη τὸν Ἰούλιον.

§16ΠΟΛΥΛΑΣ. «Οὐδεμία τῶν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν μεταδιδομένων πληροφοριῶν ἀνεκοινώθη ὑμῖν, λυποῦμαι ὅτι ὁ λόγος οὗτος δὲν εἶναι σπουδαιότερος τῶν ἄλλων. Ὄχι μόνον μετέδιδον ὑμῖν πάντοτε πᾶσαν σπουδαίαν πληροφορίαν, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἐπίδοσιν τῆς παραιτήσεώς μου, καὶ ἀφοῦ μάλιστα ἔπαυσα νὰ συμπράττω μεθ’ ὑμῶν καὶ νὰ λαμβάνω μέρος εἰς τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον, δὲν ἔπαυσα ἀνακοινόνων ὑμῖν πᾶσαν σπουδαίαν πληροφορίαν καὶ πᾶν τηλεγράφημα διὰ τοῦ γενικοῦ γραμματέως». Ἐγὼ δὲν λέγω, ὅτι ἀμφιβάλλω εἰς τὴν διαβεβαίωσίν σας, ἀλλὰ λέγω ὅτι προκειμένου περὶ τοῦ ἐγγράφου, δι’ οὗ ὁ κ. Βράϊλας ἐκτίθησι πρὸς τὴν κυβέρνησίν του, ποίαν ἐντύπωσιν ἔκαμον τὰ συλλυπητήρια τῆς Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως πρὸς τὸν κ. Κλαρενδῶνα ἕνεκα τοῦ δυστυχήματος τοῦ Δήλου, εἶναι τῳόντι ἀκατανόητον πῶς τοιοῦτον ἔγγραφον ἔμεινεν ἄγνωστον εἰς τὸν πρωθυπουργόν· διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς χήρας Λόϋδ ἐκυοφορήθη ἐν τῷ ἡμετέρῳ μυστικοσυμβουλίῳ. Ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις, ὅμως οὖσα πολὺ καλλίτερον πληροφορημένη ἀφ’ ὅ,τι ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις, ἐπὶ τῶν ὑποσχέσεων τούτων ἐστήριξεν ἐν μέρει τὴν ἀπαίτησίν της περὶ ἀποζημιώσεως πρὸς τὴν χήραν Λόϋδ, μ’ ὅλον ὅτι, ὡς φρονῶ, ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις δὲν εἶχεν ἀνάγκην ὑποσχέσεως, οὐχ ἧττον ὠφελήθη ἀπὸ τὴν βασιλικὴν ὑπόσχεσιν, ὡς φαίνεται καὶ ἐκ τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνεν εἰς τὸν κ. Δεληγεώργην. Καὶ λέγω, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις δὲν ἐνόμιζεν ἀναγκαῖον ἴσως νὰ λάβῃ τὴν ὑπόσχεσιν, διότι ὁ πρωθυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας κ. Γλάδστων εἶπεν εἰς τὸ κοινοβούλιον· «ὁ Σὶρ Μποῦλβερ ἐρωτᾷ ποίαν ἱκανοποίησιν θὰ ζητήσωμεν. Δὲν ἀγνοεῖ ὅτι ὑπὲρ τῆς κατ’ ἐξοχὴν παθούσης χήρας κ. Λόϋδ θὰ ἀπαιτήσωμεν ἱκανοποίησιν χρηματικήν». Ὁ πρωθυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας, ὡς βλέπετε, λέγει ὅτι πρόκειται περὶ χρηματικῆς ἱκανοποιήσεως. Δύω ἡμέρας μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Γλάδστωνος ἀπηυθύνθη πρὸς τὸ ὑπουργεῖόν μας τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον γνωρίζετε καὶ ἐξ αὐτοῦ καταφαίνεται, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐθεωρεῖτο παρὰ τῆς Ἀγγλικῆς κυβερνήσεως ὡς ζήτημα ἤδη ἐκκρεμὲς, τοῦ ὁποίου πρόκειται ἡ λύσις, ὅτι ἐγένοντο ἤδη διαπραγματεύσεις, ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς ἐγένετο λόγος περὶ συντάξεως, καὶ σήμερον ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις προτείνει συμβιβασμὸν, τουτέστι σύνταξις νὰ μὴ δοθῇ, ἀλλὰ νὰ δοθῶσιν ἐφάπαξ 10,000 λίραι. Ὅτι δὲ τὸ ἔγγραφον περιέχει ἐπιτακτικὴν ἀπαίτησιν, τοῦτο δὲν ἐπιδέχεται ἀμφιβολίαν, διότι ἐν αὐτῷ ἐκφράζεται ἡ πεποίθησις τῆς Ἀγγλικῆς κυβερνήσεως, ὅτι ὁ προτεινόμενος συμβιβασμὸς θέλει ἐκτελεσθῆ ἄνευ ἀναβολῆς. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἐδέχθη τὴν αἴτησιν τῆς Ἀγγλικῆς κυβερνήσεως, ἀλλὰ καθὼς εἶπεν ἐν τῷ ἐγγράφῳ του, καὶ καθὼς μᾶς ἐξήγησεν εἰς τὴν ἀγόρευσίν του, ἐξήρτησεν ἀπολύτως τὸ ζήτημα ἀπὸ τὴν ψῆφον τοῦ κοινοβουλίου. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀμφιβολία, ὅτι πρόκειται περὶ χρηματικῆς ἀποζημιώσεως. Οἱ προαγορεύσαντες σᾶς κατέδειξαν τὸ ἄδικον, τὸ παράνομον, τὸ βίαιον τοιαύτης ἀπαιτήσεως. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐνδιατρίψω εἰς τοῦτο· ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, διότι νομίζω, ὅτι ἔχομεν συμφέρον, τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ ἐξετασθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ἐκτενέστερον, καὶ τὸ δίκαιόν μας νὰ πιστοποιηθῇ διὰ πολλῶν λόγων ὅσον τὸ δυνατὸν ἰσχυρότερον, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν γνώμην ἐφημερίδος σπουδαίας, ὄργανον τῆς Ἰταλικῆς κυβερνήσεως. Καὶ προκειμένου λόγου περὶ τῆς Ἰταλικῆς κυβερνήσεως, νομίζω καθῆκόν μου νὰ ἐκφράσω ὡς Ἕλλην τὴν βαθεῖαν συναίσθησιν τῆς εὐγνωμοσύνης μου διὰ τὴν μετριοπαθῆ διαγωγὴν, τὴν ὁποίαν ἡ κυβέρνησις ἐκείνη καὶ ὁ λαὸς τῆς Ἰταλίας ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος ἐτήρησαν, ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος, μολονότι ἐξ ἴσου ἔπαθον ἐκ τοῦ στυγεροῦ κακουργήματος τοῦ Δήλεσι. Ἡ «Καρτερία» ὄργανον ἡμιεπίσημον τῆς Ἰταλικῆς κυβερνήσεως ἐπανειλημμένως ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος, ἰδίως δὲ εἰς τὸ προκείμενον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον πραγματεύεται ἐν συντόμῳ, ἀλλὰ μετὰ μεγάλης ἐμβριθείας τὴν θέσιν τοῦ διεθνοῦς δικαίου. «Ἐν τῷ πεδίῳ τοῦ διεθνοῦς δικαίου οὐδόλως φαίνεται ὅτι ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Ἰταλία ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἀπαιτήσωσιν ἀποζημίωσιν ἢ ἱκανοποίησιν παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, παρὰ τῆς ὁποίας δὲν δύναται ν’ ἀπαιτηθῇ ὥστε νὰ ἐξασφαλίζῃ τὴν ζωὴν τῶν ξένων περισσότερον παρ’ ὅτι ἐξασφαλίζει τὴν τῶν ἰδίων πολιτῶν της. Ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις βεβαίως ποτὲ δὲν ἐδέχθη ὅτι εἶχε τοιαύτην τινὰ ὑποχρέωσιν πρὸς τοὺς ἀλλοδαπούς. Οὔτε ἡ διπλωματικὴ ἰδιότης τοῦ συμπατριώτου μας (τοῦ Boyl), καὶ ἑνὸς τῶν Ἄγγλων θυμάτων μεταβάλλουσι καθόλου τὴν θέσιν, ἢ δημιουργοῦσι κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εὐθύνην, ἣν ἄλλως δὲν ἤθελεν ἔχει. Ἀπεναντίας ὡς ἐκ τῆς θέσεώς των οἱ δύο διπλωμάται ἔπρεπε νὰ γινώσκουν κάλλιον ἢ ἄλλοι ἀλλοδαποὶ, τὴν ἄτακτον κατάστασιν τοῦ τόπου, ὥστε ἔπρεπε νὰ ᾖναι οἱ τελευταῖοι εἰς τὸ νὰ ἐπιχειρήσωσι τοιαύτην ἐκδρομήν. Οὔτε ὠφελεῖ νὰ εἴπῃ τις ὅτι οἱ ὑπουργοὶ ἐρωτηθέντες ἀπήντησαν, ὅτι ὁ δρόμος ἦτο ἀσφαλής. Ἐνεδέχετο νὰ ἦσαν οὗτοι ἠπατημένοι, ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ἡ πολιτεία εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ πληρώσῃ ἕνεκα τῆς ἀπάτης των. Καὶ ἂν ἠρνήθησαν νὰ χορηγήσουν ἀμνηστείαν καὶ κατεδίωξαν τοὺς λῃστὰς ἀντὶ νὰ τοὺς ἀφήσουν ἀνενοχλήτους, βεβαίως δὲν ἐξέθετον μὲ τοῦτο τὴν πολιτείαν εἰς τιμωρίαν. Πᾶσα κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐννοῇ τὴν ἀξιοπρέπειάν της κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῇ, καὶ νὰ ἀκολουθῇ κατὰ τὴν καταδίωξιν τῶν κακούργων οἵους κανόνας νομίσῃ τελεσφόρους καὶ προτιμοτέρους. Ἤθελεν εἶσθαι ἀδύνατον, χωρὶς νὰ καταχρασθῇ τις τῆς ἰσχύος του, νὰ ἀπαιτήσῃ παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὅ,τι δὲν ἤθελέ τις ἀπαιτήσει παρ’ ἄλλης κυβερνήσεως ἀρκούντως ἰσχυρᾶς ὅπως τὸ ἀποποιηθῇ. Εἶναι δὲ ἄνανδρον νὰ ἐξαναγκάσῃ τις τοὺς ἀσθενεῖς, ἐνῷ εἶναι ταπεινὸς ἐνώπιον τῶν ἰσχυρῶν.» Ἀλλ’ ἔχω κῦρος ἀνώτερον· ἔχομεν τὴν γνώμην Ἄγγλου πρωθυπουργοῦ, μεγάλου διπλωμάτου, τοῦ Κ. Ῥῶσσελ. Ἰδοὺ τί γράφει πρὸς τὸν Χρόνον τοῦ Λονδίνου τὴν 26 Ἀπριλίου 1870 ὁ Κ. Μόενς Ἄγγλος. «Μετὰ μεγίστης ἀγανακτήσεως ἤκουσα τὴν βάρβαρον καὶ αἱμοχαρῆ ἐκδίκησιν τῶν Ἑλλήνων λῃστῶν· φρονῶ δὲ ὅτι ἡ Ἑλλ. Κυβέρνησις πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὑπεύθυνος τῆς σφαγῆς τῶν ἡμετέρων πατριωτῶν. Ἐὰν μὴ συμβῇ τοῦτο, πᾶς Ἄγγλος περιηγούμενος τὰς ἡμιβαρβάρους ἐν Εὐρώπῃ χώρας τῆς Τουρκίας, τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἰταλίας, ἔνθα αἱ λεγόμεναι Κυβερνήσεις καὶ οἱ λῃσταὶ διανέμονται τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου, δὲν θὰ ᾖναι ἀσφαλὴς, ἡμεῖς δὲ ἀδιακόπως θὰ ἀκούωμεν παρομοίας σπαραξικαρδίους εἰδήσεις. Ἐὰν αἱ κυβερνήσεις ἠναγκάζοντο νὰ πληρώσωσι τὰ λύτρα, νὰ παράσχωσιν ἱκανοποίησιν τῶν παθημάτων, καὶ νὰ ὑποστῶσι διπλῆν τιμωρίαν ἐν περιπτώσει θανάτου, βεβαίως ἡ ζωὴ τῶν δυστυχῶν αἰχμαλώτων θὰ ἦτο ἀσφαλὴς, αἱ δὲ καθόλου μάταιαι καὶ ἀπαίσιοι ἀπόπειραι τοῦ ἐξαλεῖψαι τὴν λῃστείαν δὲν θὰ ἐγίνοντο μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῶν συλλαμβανομένων. Τὸ μέτρον τοῦτο πάντοτε σχεδὸν ἐφαρμόζεται ὁσάκις συλλαμβάνονται ἐγχώριοι ὑπὸ τῶν λῃστῶν. Ἡ περίπτωσις τοῦ εὐλαβεστάτου Ι. Κ. Μώῤῥαϋ Ἀϋνσλέϋ καὶ ἐμοῦ ὁμοιάζει ἀκριβῶς πρὸς τὰ ἐν Ἑλλάδι διαδραματισθέντα ὡς πρὸς τὴν διαγωγὴν τῶν οἰκείων κυβερνήσεων, ἀλλὰ κατ’ ἐμὴν εὐτυχίαν ἀπέληξαν ἧττον ἀπαισίως· αʹ.) Ἐπορεύθημεν εἰς Παῖστον ἐν πλήρει γνώσει καὶ συγκαταθέσει τῶν Ἰταλικῶν ἀρχῶν, ὑπὸ τὴν προστασίαν φυλακῆς, ἣν δὲν ἐζητήσαμεν καὶ ἥτις ἀκολουθήσασα μέχρι τῶν Τέμπλων ἀπὸ τοῦ Σαλέρνου ἐγκατέλιπεν ἡμᾶς αὐτόθι χωρὶς νὰ μᾶς δώσῃ τὴν ἐλαχίστην νύξιν, ὅτι αἱ ὁδοὶ ἦσαν ἐπισφαλεῖς, καί περ ἄλλως γινώσκουσα, ὅτι λῃσταὶ διέτριβον ἐν τοῖς ἐγγυτάτοις περιχώροις καὶ ὅτι αἱ ἀρχαὶ εἶχον ἀποσύρει τὸν στρατὸν κατ’ αὐτὴν ἐκείνην τὴν ἡμέραν ὅπως τοῖς ἀποδοθῇ λύτρον. βʹ) Ἡμεῖς ᾐχμαλωτίσθημεν πλησίον τοῦ Σαλέρνου ἐπὶ τῆς ἀνωφεροῦς νοτίου ὁδοῦ, ἀμέσως δὲ προητοιμάσαμεν ἐξ ἰδίων πόρων τὰ ὅλα ἀπαιτηθέντα λύτρα. γʹ) Ἡ Ἰταλικὴ κυβέρνησις πρὸς τούτοις ἀδιακόπως παρῃνεῖτο, ὅτι ἐγὼ θὰ ἐφονευόμην ἐὰν μὴ ἀνεκαλεῖτο ὁ στρατός· ἐν τούτοις 12,000 στρατοῦ μετὰ τοῦ στρατηγοῦ των ἐῤῥίφθησαν εἰς τὴν ἐπαρχίαν καὶ ἐκώλυον πᾶσαν συγκοινωνίαν περὶ τῶν λύτρων, ἀφῆκαν δὲ ἐμὲ εἰς τὸν κίνδυνον νὰ φονευθῶ, νὰ λιμοκτονήσω ἢ ἀποθάνω ἐπὶ τρεῖς ὅλους καὶ ἥμισυ μῆνας ἕως οὗ διεκόπη ἡ ματαία καταδίωξις τοῦ στρατοῦ. Ἀμέσως μετὰ τοῦτο ἐγὼ ἀπελύθην πληρώσας ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ αἰδεσίμου Ἀϋνσλέϋ 5,900. Ἡ αὐτὴ συμμορία συνέλαβε καί τινας Ἑλβετοὺς παρ’ ὧν ἔλαβε 8,000 λιρῶν, ἀφοῦ τοὺς ἐκράτησε πεντάμηνον. Ἡμεῖς, φυσικῷ τῷ λόγῳ, ἀπῃτήσαμεν παρὰ τῆς Ἰταλικῆς κυβερνήσεως τὸ ποσὸν, ὅπερ ἥρπασεν ἡμᾶς ἔνοπλος συμμορία, ἐπιτραπεῖσα νὰ ὑπάρχῃ ἐπὶ πολλὰ ἔτη καὶ εἰσέτι ὑπάρχουσα ὑπὸ ἕτερον ἀρχιλῃστὴν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ τοῦ Σαλέρνου. Ἡ τότε Κυβέρνησις τοῦ Κυρ. Ῥῶσσελ ἠρνήθη νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἡμετέραν αἴτησιν, εἶπε δὲ πρὸς τὸν ἐν Λονδίνῳ πρεσβευτὴν τῆς Ἰταλίας πρὶν ἡμεῖς ποιήσωμεν τὴν αἴτησιν, ὅτι δὲν ἔχομεν περισσότερον δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσωμεν ἀποζημίωσιν παρὰ τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως παρ’ ὅσον αὐτὸς θὰ εἶχε δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ ἀποζημίωσιν παρὰ τοῦ Ἀγγλικοῦ ἔθνους, ἐὰν τὸ βαλάντιόν του ἐκλέπτετο παρὰ τὴν γέφυραν τοῦ Λονδίνου. Τοιαύτην ἀποφαινομένης γνώμην τῆς τότε κυβερνήσεως, σφόδρα φοβοῦμαι ὅτι ἡ νῦν Κυβέρνησις θὰ πράξῃ τὸ αὐτό». (Εἰς τοῦτο ἠπατᾶτο ὁ ἐπιστολογράφος) «μεθ’ ὅλην δὲ τὴν μεγάλην ἀγανάκτησιν ἐπὶ τῇ σφαγῇ τῶν Ἄγγλων ἐν χώρᾳ φιλικῇ οὐδὲν οὐδαμῶς γενήσεται, ἐὰν μὴ αὐτὸ τὸ ἔθνος ὑψώσῃ τὴν φωνήν του διὰ τῆς ὑμετέρας ἐφημερίδος, καὶ ἐπιμόνως ἀπαιτήσῃ τὴν προσήκουσαν ἱκανοποίησιν». Ὁ Χρόνος ὅμως δὲν εἰσήκουσε τὴν παράκλησιν τοῦ κ. Μόεν, μὴ δυνάμενος νὰ καταπολεμήσῃ τὴν ὀρθὴν θεωρίαν τοῦ κ. Ῥῶσσελ.

§17ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠξεύρετε, ὅτι ἡ Ἰταλικὴ κυβέρνησις ἐκήρυξεν ἑαυτὴν ἀνεύθυνον δι’ ὅ,τι συμβῇ εἰς τοὺς περιηγουμένους τὴν Ἰταλίαν;

§18ΠΟΛΥΛΑΣ. Σκοπός μου ἦτο νὰ ἀναφέρω τὴν γνώμην τοῦ Ῥῶσσελ ἐπὶ ζητήματος τὸ ὁποῖον ταυτίζεται μὲ τὸ προκείμενον ζήτημα. Οἱ ἔντιμοι προαγορεύσαντες ἀπέδειξαν πρὸς τούτοις, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις δὲν πταίει οὔτε διὰ τὴν αἰχμαλωσίαν, οὔτε διὰ τὴν σφαγὴν τῶν ξένων. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ προσθέσω μόνον τοῦτο, ὅτι καθόσον ἀφορᾷ τὴν σφαγὴν, ἡ ὁποία ἀποδίδεται εἰς τὴν διεύθυνσιν, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ὄχι μόνον ὁ κ. Ἔρσκιν εἶναι ὑπόλογος διὰ τοῦτο, ἀλλά τις ἀνώτερος τοῦ κ. Ἔρσκιν, εἶναι ὁ πρωθυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας, ὁ ὁποῖος εἰς τὸ κοινοβούλιον εἶπεν «ἐὰν μετηρχόμεθα κατὰ τῶν λῃστῶν ἀδρανῆ πολιτικὴν, οἱ λῃσταὶ ἐπὶ τῇ προφάσει τοῦ ἐξασφαλίσαι τὴν σωτηρίαν των, θὰ ἔσυρον τοὺς αἰχμαλώτους τῇνδε κακεῖσε καὶ τοὺς ἐξέθετον εἰς μυρίας στερήσεις καὶ ταλαιπωρίας· οὕτω θὰ ἐπέβαλλον αὐτοῖς θάνατον φοβερώτερον ἐκείνου τὸν ὁποῖον ἔπαθον». Ἐνῷ τοσοῦτον ἀποδεδειγμένη εἶναι ἡ ἰδιοτροπία τῆς ἀγγλικῆς κυβερνήσεως εἰς τὸ νὰ ἐπιμείνῃ νὰ ἀποδίδῃ πταῖσμα εἰς τὴν κυβέρνησίν μας καὶ εἰς τὸν τόπον διὰ τὸ κακούργημα τοῦ Δήλεσι, ἐνῷ εἶναι ὁμολογουμένως ἄδικος ἡ ἀπαίτησις, ἠπόρησεν ὁ κ. Δεληγεώργης πῶς τὸ κακούργημα τοῦ Δήλεσι ἐπροξένησεν εἴς τε τὴν Ἀγγλίαν καὶ εἰς τὴν Εὐρώπην τὴν ἀπαισίαν ἐκείνην ἐντύπωσιν, ἐντύπωσιν δυσανάλογον μὲ τὴν φύσιν τοῦ ἐγκλήματος, τὸ ὁποῖον βεβαίως εἶναι ἐκ τῶν ἀσυνήθων, εἶναι ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα συμβαίνουν καὶ εἰς ἄλλα μέρη. Τὸ κατ’ ἐμέ, κύριοι, ὁσάκις ἐμελέτησα τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐσκέφθην, ὅτι, ἐὰν θὰ ἐξετάσωμεν τὸν λόγον τῆς ἀγανακτήσεως καὶ τῆς δυσμενείας τῆς ἀγγλικῆς κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἀγγλικοῦ ἔθνους, ἀκόμη καὶ τὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εἰσέτι εὑρίσκεται τὸ δημόσιον πνεῦμα ἐν Ἀγγλίᾳ καθ’ ἡμῶν ἕνεκα τοῦ ζητήματος τούτου, ἀνευρίσκομεν τὸν λόγον τοῦτον εἰς τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὡς μῦθον ἐχαρακτήρισεν ὁ κ. Ζαΐμης εἰς τὴν συκοφαντίαν κατά τινων προεξαρχόντων πολιτικῶν τῆς Ἑλλάδος, ὡς ὀργανιζόντων τὴν ληστείαν ἐν Ἑλλάδι καὶ ὡς λαβόντων ἐνεργὸν μέρος, καὶ κύριον μέρος, εἰς τὴν αἰχμαλωσίαν τῶν ξένων, καὶ ἀκόμη εἰς τὴν σφαγὴν, ἕνεκα τῆς ἀποποιήσεως τῆς ἀμνηστείας. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι ὁ μῦθος οὗτος ἐπλάσθη ἐκ παρενοήσεως, διότι δὲν ἔχω λόγον ν’ ἀμφιβάλλω περὶ τῆς εἰλικρινείας τοῦ κ. Ζαΐμη. Ὁ κ. Ζαΐμης ἔσπευσεν ἅμα ἐδημοσιεύθη τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Ἔρσκιν νὰ τὸ διαψεύσῃ. Ἀλλ’ ἡ διάψευσις τοῦ κυρίου Ζαΐμη δὲν ἴσχυσε, μάλιστα τολμῶ νὰ εἴπω, ὅτι ἡ διάψευσις αὕτη κατέστησεν αὐτὸν τὸν κ. Ζαΐμην ὕποπτον πρὸς τὴν ἀγγλικὴν κυβέρνησιν, καθότι ἐπὶ τῆς κυβερνήσεώς του ἀπῄτησεν ἡ ἀγγλικὴ κυβέρνησις ὥστε νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὴν ἀνάκρισιν, μὴ ἐμπιστευομένη εἰς τὴν κυβέρνησίν μας, διότι ἀδιστάκτως ἐπίστευσεν εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Ἔρσκιν, ὅστις δὲν παρεδέχθη παρὰ ἀτελῶς τὴν διάψευσιν τοῦ κ. Ζαΐμη. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον, τὸ ἀρχέκακον ἐκεῖνο ἔγγραφον τοῦ κ. Ἔρσκιν ν’ ἀναγνωσθῇ, διότι δὲν ἀνεγνώσθη εἰσέτι εἰς τὸ κοινοβούλιον τοῦτο, ὅπως μείνῃ καταχωρισμένον εἰς τὰ πρακτικά. Μεταφράζω ἀπὸ τὸ ἀγγλικόν. «16 Ἀπριλίου. Ὁ Ἔρσκιν πρὸς τὸν κόμητα Κλάρενδων.» «Οἱ ἀποσταλέντες παρὰ τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὅπως διαπραγματευθῶσι μετὰ τῶν λῃστῶν ἐπανῆλθον χθὲς τὴν πρωΐαν, μὴ δυνηθέντες νὰ τοὺς πείσωσι νὰ ἀπολύσωσι τοὺς αἰχμαλώτους των. Ἐφαίνοντο διὰ μίαν στιγμὴν διατεθειμένοι νὰ δεχθῶσι λύτρα ἐξ 22,000 λιρῶν, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ τοῖς δοθῶσιν ὅμηροι, ὅπως ἐξασφαλισθῇ ἡ ἀνενόχλητος μετάβασίς των εἰς τὰ μεθόρια· ἀλλὰ κατὰ τὸ διάστημα τῆς νυκτὸς ἐπεσκέφθησαν αὐτοὺς ἄνθρωποι ἐξ Ἀθηνῶν, οἵτινες, καθὼς πιστεύει ὁ κ. Ζαΐμης, ἀπεστάλησαν παρά τινων τῶν προεξαρχόντων μελῶν (leading members) τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ οἵτινες κατέπεισαν τοὺς λῃστὰς νὰ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν ἀπεριόριστον ἀμνηστείαν, οὐ μόνον ὑπὲρ ἑαυτῶν, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ πάντων τῶν συντρόφων των τῶν νῦν ἐν τοῖς δεσμωτηρίοις, τοῦ ὑποτιθεμένου σκοποῦ ὄντος νὰ βιάσωσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ συγκαλέσῃ ἐκτάκτως τὴν Βουλὴν καὶ παράσχωσιν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν ἄμεσον εὐκαιρίαν νὰ κτυπήσῃ καὶ νὰ ῥίψῃ τὸ ὑπουργεῖον.» Ἀπάντησις τοῦ κόμητος Κλαρενδῶνος. «Ἐκείνη ἡ ἐπιστολή σας (16 Ἀπριλίου) παρέσχεν ὕλην εἰς σπουδαιοτάτην σκέψιν καὶ ἀναζήτησιν. Ὑποβάλλει, ἐπὶ τῇ βάσει αὐθεντίας προδήλως ἀρίστης, ὅτι προεξάρχοντές τινες πολιτικοὶ τῶν Ἀθηνῶν ἐπιδιώκοντες τὸ ἑαυτῶν μεγαλεῖον ἦλθον εἰς συγκοινωνίαν μετὰ τῶν λῃστῶν, ἐνῷ οὗτοι εἶχον εἰς χεῖράς των τοὺς αἰχμαλώτους, καὶ τελεσφόρως τοὺς παρεκίνησαν νὰ ἐπιμείνωσιν εἰς ὅρους, τοὺς ὁποίους ἦτο καλῶς γνωστὸν ὅτι ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις δὲν ἤθελε παραδεχθῆ....... Τώρα αὕτη εἶναι ὑπόθεσις λίαν σπουδαία, καὶ τοιαύτης φύσεως, ὥστε ἡ Κυβέρνησις τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος ἤθελεν, ἐὰν τοῦτο κριθῇ ἀναγκαῖον, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ νά λάβῃ περὶ τούτου πληροφορίαν πλήρη, λεπτομερῆ, τὴν ὁποίαν ὅμως ἡ κυβέρνησις τῆς Α. Μ. πέποιθεν ὅτι ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις ἔσεται ἑτοίμη καὶ πρόθυμος νὰ δώσῃ. Ὁ κ. Ζαΐμης βεβαίως δὲν ἤθελε σᾶς ἀνακοινώσει ὅ,τι προδήλως σᾶς ἀνεκοίνωσεν, εἰ μὴ εἶχε βάσιν τινὰ πρὸς τοῦτο, ἡ τιμὴ δὲ τοῦ βασιλέως Γεωργίου, τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως, καὶ δὴ τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους ἐπιτακτικῶς ἀπαιτεῖ συντονωτάτην ἔρευναν εἰς ὑπόθεσιν τοσοῦτον σοβαράν. Θέλετε εἴπει τοῦτο τῷ κυρίῳ Ζαΐμῃ, θέλετε δὲ προσφέρει πᾶσαν δυνατὴν συνδρομὴν ὅπως καθαρισθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο.» Αὗται εἶναι αἱ ὁδηγίαι τοῦ κόμητος Κλαρενδῶνος ἐπὶ τῶν ὁποίων βασίζεται ὅλη ἡ πορεία τῆς ἀγγλικῆς κυβερνήσεως μέχρι τῆς σήμερον, ἐὰν δὲν σφάλλω, διότι ἡ ἀνάκρισις καὶ τὴν σήμερον ἐξακολουθεῖ. Καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν, κύριοι, ὁ κ. Κλάρενδων νὰ πιστεύσῃ εἰς τὴν διάψευσιν τοῦ κ. Ζαΐμη, ὁπότε ὁ κ. Ἔρσκιν εἴς τινα ἐπιστολὴν πρὸς τὸν ἀτυχῆ Ἔρβερτ ἔγραφε. «Νὰ εἴπῃς τοῦ Τάκου νὰ μὴ φοβῆται καὶ ὅτι σᾶς ἐγγυῶμαι ὅτι δὲν θέλει καταδιωχθῆ, ὅτι τῷ ἐγγυῶμαι τοῦτο καθ’ ὅσον δύναμαι νὰ ἐγγυηθῶ περὶ ὑποσχέσεως δοθείσης μοι παρ’ ἕλληνος ὑπουργοῦ.» Ὅθεν δὲν ἠδύνατο βεβαίως ἡ ἀγγλικὴ κυβέρνησις νὰ πιστεύσῃ εἰς τὴν διάψευσιν ἕλληνος ὑπουργοῦ. Ἀκράδαντος ἦτο, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι εἰσέτι, ἡ πεποίθησις, ὅτι ὁ μῦθος ἐκεῖνος ἦτο ἀλήθεια, καὶ τοῦτο σᾶς τὸ ἀποδεικνύουν δύο λόγοι τοῦ κ. Γλάδστωνος, τοὺς ὁποίους εἰς δύο διαφόρους ἐποχὰς ἀπήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν τῶν κοινοτήτων. Τὸν Μάϊον τί ἔλεγεν ὁ κ. Γλάδστων; «Αἱ ἐπικρατήσασαι κρύφιαι καὶ μυστικαὶ συνεννοήσεις τῶν λῃστῶν καὶ τῶν ἐν Ἀθήναις εἶναι σπουδαιοτάτη καὶ καιριωτάτη ὄψις τῆς ὅλης ὑποθέσεως. Εἰς ταύτην τὴν πρᾶξιν τοῦ οἰκτροῦ δράματος ἀνακαλύπτομεν ἐλλείμματα πολιτικοῦ ὀργανισμοῦ ἀσυνήθη, ἀνήκουστα καὶ χρῄζοντα ἑπομένως νέας τινὸς ἐμβριθεστέρας καὶ ἀκριβεστέρας ἐρεύνης περὶ τῆς ἀληθοῦς καταστάσεως τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας καὶ τῆς ἑλληνικῆς πολιτικῆς.» «Σημειωτέον ὅτι μία μερὶς τῶν σχέσεων τούτων δὲν ὑπάρχει τοσοῦτον σκοτεινὴ οὐδὲ παρέχει τοσοῦτον ἀνυπερβλήτους δυσκολίας ὅσον ἡ ἑτέρα· ἐννοῶ τὰς σχέσεις τὰς μεταξὺ τῶν λῃστῶν καὶ τῶν ἀγροτῶν καὶ τῶν ἐπιτοπίων ἀρχῶν· αἱ σχέσεις αὗται οὔτε ἀκατανόητοι φαίνονταί μοι οὔτε αἰσχύνην προξενοῦσιν εἰς τοὺς λαβόντας αὐτὰς, διότι ἐν χώρᾳ ἐχούσῃ ἐκτελεστικὴν ἀρχὴν ἀσθενῆ καὶ κακῶς ὠργανισμένην, ὁ ἐπιτόπιος ἄρχων ὁ δεχόμενος ἐπίσκεψιν τοιούτων λῃστῶν ὑπόκειται ἀπολύτως εἰς ἀνάγκην καὶ οὐδαμῶς ἐκτίθεται ἢ ἁμαρτάνει ἀκούων τὰς γενομένας πρὸς αὐτὸν ἀνακοινώσεις. Ἀλλ’ οἱαδήποτε ἀξίαν καὶ ἂν ἔχῃ ἡ παρατήρησίς μου αὕτη, βεβαίως οὐδαμῶς συνέχεται πρὸς τὰς ἄλλας σχέσεις ἢ συγκοινωνίας τὰς μεταξὺ παρανόμων κακούργων, καὶ τῶν Ἀθήνῃσι πρακτόρων των, οἵτινες εἴτε ἀνήκοντες εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν προεξαρχόντων τῆς ἐν Ἑλλάδι ἀντιπολιτεύσεως, εἴτε ἐξ ἐπαγγέλματος χορηγήσαντες βοήθειαν τοῖς λῃσταῖς, παρίστανται ὡς τὰ ζοφερώτερα καὶ σπουδαιότερα στοιχεῖα τοῦ κακοῦ, ἅτινα πρέπει νὰ ἐξακριβώσωμεν πρὶν ἢ ἐξενέγκωμεν κρίσιν τελικήν». Ἰδοὺ πάλιν τὶ ἔλεγεν ἐν τῷ κοινοβουλίῳ ὁ πρωθυπουργὸς κ. Γλάδστων, προχωρούσης ἐνταῦθα τῆς ἀνακρίσεως, τὴν 2 Αὐγούστου παρελθόντος ἔτους. «Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ ἀποφανθῶμεν ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶναι ἀθώα ἐν τῇ νῦν περιπτώσει· ἀληθεύει μὲν ὅτι ἐν Ἑλλάδι κατεῖχον ἐσχάτως ὑψηλὴν θέσιν ἄνδρες οἵτινες, καθ’ ὅσον γινώσκομεν, παρέσχον δραστικὴν βοήθειαν εἰς τὴν γενομένην ἀνάκρισιν»—διακρίνει, ὡς βλέπετε, μέλος τι τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Ζαΐμη—«σκοπουμένου ὅμως τοῦ συνόλου τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, εἶναι καθόλου ἀδύνατον νὰ ἀποφανθῶμεν τοιαύτην γνώμην ἕως οὗ δὲν λήγει ἡ ἔρευνα. Ἡ ἀναβολὴ τοῦ τέλους τῆς ἀνακρίσεως ἐνδέχεται νὰ ἐμβάλῃ εἰς ὑποψίας· ἀλλὰ δὲν νομίζω ὀρθὸν τὸ λέγειν ὅτι δὲν ἔληξεν εἰσέτι, διότι ἡμεῖς ἀνεμίχθημεν εἰς αὐτήν. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι ὅσῳ πλειότερον ἐφανεροῦντο τὰ πράγματα καὶ αἱ περιστάσεις, τοσούτῳ μᾶλλον κατεφαίνετο πᾶν ὅ,τι λυπηρὸν, αἰσχρὸν ἐν τῇ καταστάσει τῆς Ἑλλάδος· ταῦτα λέγων δὲν ἐννοῶ νὰ ἀποδώσω εἰς ὅλον τὸ ἔθνος τὰ ἁμαρτήματα τῶν ὀλίγων. Τὰ ἐξ Ἑλλάδος ἄγρια πνεύματα τὰ συμμετασχόντα τῶν ἐν Κρήτῃ ταραχῶν ἐπανήγαγον εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν διάθεσιν τοῦ ἐνασμενίζεσθαι εἰς παρανόμους ἐπιχειρήσεις· ὑπάρχουσιν ὅμως ἄνευ ἀμφιβολίας μυστικὰ νήματα, διακλαδώσεις τείνουσαι ἵνα συνδυάσωσι τοὺς ἀνθρώπους τούτους μετ’ ἀνδρῶν κατεχόντων ὑψηλὰς θέσεις· ἔργον δὲ δυσχερέστατον ὑπῆρξεν ἡ ἐπίμονος ζήτησις πάντων τῶν νημάτων, τῶν ῥᾳδιουργιῶν, τῶν ἀνακοινώσεων, δι’ ὧν ἐτελέσθη ὁ προειρημένος συνδυασμός». Ἄρα ἀποδεδειγμένον εἶναι, ὅτι ἡ ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ἀδιάσειστον πεποίθησιν, ὅτι τὸ δρᾶμα τοῦ Δήλεσι πρέπει ν’ ἀποδοθῇ εἰς πολιτικὴν ἐνέργειαν, καὶ εἰς διακεκριμένα πρόσωπα ἐν Ἑλλάδι. Ὄχι, δὲν πρόκειται πλέον περὶ λῃστῶν· καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὸν ἐναρκτήριον λόγον τῆς βασιλίσσης τῆς Ἀγγλίας ἐῤῥέθη ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀνακρίσεως δὲν ὑπῆρξαν εὐάρεστα· διότι εἰς τὸ τέλος τῆς ἀνακρίσεως ἔπρεπε, κατὰ τὴν πεποίθησιν τῆς ἀγγλικῆς κυβερνήσεως, νὰ σηκωθῇ τὸ παραπέτασμα καὶ νὰ φανῶσιν οἱ κακοῦργοι πολιτικοὶ τῆς Ἑλλάδος. Αὐτὸ ἐπερίμενε, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν συνέβη· ὁ δὲ Χρόνος τοῦ Λονδίνου ἔν τινι ἄρθρῳ ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶπεν ὅτι θὰ ἦναι ἀδύνατον νὰ μάθωμέν ποτε τὴν ἀλήθειαν. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἕνεκα τῆς διαθέσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ δημόσιον πνεῦμα ἐν Ἀγγλίᾳ, καθὼς ἐκδηλοῦται καὶ ἀπὸ τὴν δημοσιογραφίαν καὶ ἀπὸ τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, δὲν δύναμαι νὰ κρύψω τὴν ἀπορίαν μου πῶς ἦλθεν εἰς ὑποστήριξιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον δι’ ἀριθμῶν ἐκφράζει τὴν ἐνοχήν μας, ἐκφράζει τὴν ἀναγνώρισιν τῆς ἐνοχῆς τῆς Ἑλλάδος, πῶς, λέγω, ἦλθε πρῶτος εἰς ὑποστήριξιν ὁ ἔντιμος κύριος Ζαΐμης, ὁ συκοφαντηθεὶς ὅτι ἐσυκοφάντησε τοὺς ἀντιπάλους του ἐπὶ συνεργείᾳ μετὰ τῶν λῃστῶν, ἔρχεται δὲ εἰς ὑποστήριξιν τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου ὁ νῦν ἀρχηγὸς τῆς κυβερνήσεως, ὅστις ἦτο ἀρχηγὸς ἐκείνης τῆς πολιτικῆς ἀποχρώσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπεδόθη τίποτε ὀλιγώτερον παρὰ ἡ συνέργεια μετὰ τῶν λῃστῶν. Εἶναι βεβαίως τοῦτο μεγάλη αὐταπάρνησις τὴν ὁποίαν ὅμως ὁμολογῶ ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω. Τὸ καθ’ ἡμᾶς, κύριοι, φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τοὺς ἀκολουθήσωμεν καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀκούσωμεν τὴν συμβουλὴν τῶν, οἱοιδήποτε εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι τοῖς ὑπηγόρευσαν νὰ μᾶς συστήσωσι τὴν παραδοχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς μέχρι τοῦδε ἐξηγόρασεν ἀρκούντως ἀκριβὰ τὸ ἔγκλημα τῶν ξένων κακούργων· ἡ ὑπόληψις τῆς Ἑλλάδος διεσύρθη· μολονότι ἡ Ἑλλὰς προσεπάθησε ν’ ἀποδείξῃ διὰ παντοίου τρόπου τὴν λύπην της, καὶ τὴν κατέκρινον ὅτι εἶναι ἔνοχος, διότι οἱ βασιλεῖς παρηκολούθησαν τὴν νεκρικὴν τελετὴν τῶν θυμάτων· καὶ τοῦτο, κύριοι, ἐθεωρήθη ὡς ὁμολογία ἐνοχῆς· καὶ μία ἀγγλικὴ ἐφημερὶς εἶπεν «ἡ διαγωγὴ τοῦ ἡγεμόνος δὲν ἀρκεῖ ὅπως ἐξαγνίσῃ τὸ ἔγκλημα τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους.» Ὁ λαὸς τῆς πρωτευούσης, κύριοι, εἶδε τὸ βάρβαρον καὶ ἔκτακτον θέαμα, τὰς κεφαλὰς τῶν λῃστῶν ἀνηρτημένας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, νομίζω, δὲν περιποιεῖ τιμὴν εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἥτις τότε ἐκυβερνοῦσε τὸν τόπον· διότι ἀναρτῶσι τὰς κεφαλὰς τῶν κακούργων οἱ θέλοντες νὰ δώσωσι παραδειγματισμὸν εἰς τὸν λαὸν, καὶ τὸ ἐπιδεικτικὸν ἐκεῖνο θέαμα ἐφαίνετο ὅτι εἶχε τὸν σκοπὸν νὰ ἀποδώσῃ ἐνοχὴν εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαόν. Τίποτε λοιπὸν, κύριοι, δὲν δύναται νὰ ἐξιλεώσῃ τὴν δυσμένειαν τοῦ ἀγγλικοῦ λαοῦ, οὔτε συμφωνῶ μὲ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Μεσολογγίου, ὅστις ἐξηγῶν τὴν διάνοιαν τῆς κυβερνήσεώς του ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, μᾶς εἶπεν ὅτι ὁ μόνος κατάλληλος τρόπος πρὸς ἐξιλέωσιν ἦτο νὰ ἐμποδίσωμεν ὥστε ἡ ἀπωρφανισμένη οἰκογένεια τοῦ Λόϋδ νὰ περιφέρεται ἐνθυμίζουσα εἰς τὸν κόσμον τὸ δρᾶμα τοῦ Δήλεσι.

§19ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶπον νὰ ἐξιλεώσωμεν, ἀλλὰ νὰ ἄρωμεν ἐκ τοῦ μέσου.

§20ΠΟΛΥΛΑΣ. Πολὺ καλά. Ἀλλὰ μένουν δύο ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀρκούντως ἀνεσκευάσθησαν. Νὰ ἐνδώσωμεν, εἶπεν ὁ κύριος Ζαΐμης, διότι πρόκειται περὶ βίας· ναὶ μὲν ἡ ἀπαίτησις εἶναι ἄδικος, ἀλλὰ μᾶς ἐπιβάλλεται παρὰ τοῦ ἰσχυροτέρου. Κύριοι, ἐγὼ ἔλαβον τὴν τιμὴν ν’ ἀνήκω κατὰ τὰ 1869 εἰς τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου κατεπολέμησε τὴν πολιτικὴν τῶν προσχωρήσεων, ἑπομένως δὲν δύναμαι παρὰ νὰ εἶμαι σύμφωνος μὲ τὰς ἀρχάς μου· δὲν θέλω μὲ τοῦτο νὰ κατακρίνω τοὺς ἐναντία φρονοῦντας, διότι καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἐν τῇ πατρίδι μου εἶχον ἄλλοτε ἄλλο φρόνημα, προκειμένου περὶ τῆς τύχης τῆς Ἑπτανήσου· ἐθαύμαζον τὸν μέγαν πατριωτισμὸν, τὸ μέγα θάῤῥος, τὴν μεγάλην αὐταπάρνησιν καὶ τὰς μεγάλας θυσίας τῶν ῥιζοσπαστῶν· ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι πολλάκις ἐφοβήθην μήπως ὁ πατριωτισμός των ἤθελεν ἐμποδίσει τὴν ποθητὴν ἡμέραν τῆς ἑνώσεως καὶ διὰ τοῦτο ὁμολογῶ (δὲν ἤμην ἐκ τῶν πολιτευομένων, οὐδὲν ἧττον ἐσκεπτόμην ὡς πᾶς πολίτης περὶ τῆς πατρίδος) ὁμολογῶ ὅτι κατέκρινα τὴν μερίδα ἐκείνην ὡς πρὸς τὸν ἀπότομον τρόπον τῆς διεξαγωγῆς τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος ἀπέναντι τῆς Ἀγγλίας. Ἀλλ’ ἐκ τῶν ὑστέρων ἐπείσθην ὅτι ἡ πορεία ἐκείνη ἦτο ὄχι μόνον πατριωτικὴ, ἀλλὰ ὑπῆρξε καὶ ἡ μόνη συνετὴ καὶ τελεσφόρος πορεία· διότι, ἐὰν ἠθέλαμεν ἀκολουθήσει ἄλλην πορείαν, δὲν ἠθέλαμεν ἔχει τὴν τιμὴν νὰ παρακαθήσωμεν σήμερον ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου τούτου. Συνεπὴς ἑπομένως πρὸς τὴν ἀρχὴν ταύτην, κύριοι, δὲν ἠδυνάμην παρὰ νὰ συμφωνήσω μετὰ τῶν ἐντίμων κκ. Μίληση καὶ Λομβάρδου, οἱ ὁποῖοι σᾶς συνεβούλευσαν νὰ μὴ ἐνδώσητε εἰς τὴν βίαν, ἢ τοὐλάχιστον, ἐὰν πρόκηται νὰ ἐνδώσητε, νὰ ἐνδώσητε εἰς τὴν βίαν ἐνεργοῦσαν, ὄχι προϋποτιθεμένην. Δὲν πιστεύω, κύριοι, ἐπὶ τοῦ ἐνεστῶτος αἰῶνος ἡ νῦν θαλασσοκράτωρ νὰ θελήσῃ νὰ μιμηθῇ θαλασσοκράτορας ἄλλης ἐποχῆς, οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦ συστήματος τῆς βίας καὶ τῆς αὐθαιρεσίας ἔφερον τὴν ἑαυτῶν καταστροφήν. Δυστυχῶς, κύριοι, ἡ ἐποχὴ τῶν προγόνων μας ἦτο ἐποχὴ καθ’ ἣν ἐπεκράτει ἡ πολιτικὴ τῆς βίας, τὴν ὁποίαν μετῆλθον οἱ Ἀθηναῖοι ἰδίως κατὰ τῶν δυστυχῶν Μηλίων, τοὺς ὁποίους ἐξηνδραπόδισαν καὶ ἔσφαξαν. Καὶ ποῖαι ἦσαν αἱ ἀρχαὶ τῶν Ἀθηναίων; Μᾶς τὸ λέγει ὁ Θουκυδίδης. «δίκαια μὲν ἐν ἀνθρωπείῳ λόγῳ ἀπὸ τῆς ἴσης ἀνάγκης κρίνεται, δυνατὰ δὲ οἱ προὔχοντες πράσσουσι καὶ οἱ ἀσθενεῖς συγχωροῦσι». Δηλαδὴ προσχωροῦσιν, ὡς λέγομεν σήμερον.

§21ΣΑΡΑΒΑΣ. Γνωρίζετε ποῖος τοὺς παρέσυρεν εἰς αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν τότε;

§22ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἀδιάφορον.

§23ΣΑΡΑΒΑΣ. Σᾶς τὸ λέγω ἐγὼ, ὁ Κλέων.

§24ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἦτο ἡ πολιτική των· δὲν ἐξετάζω ἄλλο.

§25ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸν αὐτὸν χαρακτῆρα ἔχει, ὅθεν δήποτε καὶ ἂν ἔλθῃ.

§26ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἀπαντῶσιν οἱ δυστυχεῖς Μήλιοι· «Ὅμως πιστεύομεν τῇ μὲν τύχῃ ἐκ τοῦ θείου μὴ ἐλασσώσεσθαι, ὅτι ὅσιοι πρὸς οὔ δικαίους ἱστάμεθα.» Ἀπήντησαν οἱ Ἀθηναῖοι. «Ἡγούμεθα γὰρ τό τε θεῖον δόξῃ τὸ ἀνθρώπειόν τε σαφῶς διὰ παντὸς ὑπὸ φύσεως ἀναγκαίας, οὗ ἂν κρατῇ, ἄρχειν.» (Ἐκεῖ πρέπει νὰ ἄρχῃ ὅπου ἔχει τὴν δύναμιν). «Καὶ ἡμεῖς οὔτε θέντες τὸν νόμον οὔτε κειμένῳ πρῶτοι χρησάμενοι, ὄντα δὲ παραλαβόντες καὶ ἐσόμενον ἐς ἀεὶ καταλείψοντες χρώμεθα αὐτῷ, εἰδότες καὶ ὑμᾶς καὶ ἄλλους ἐν τῇ αὐτῇ δυνάμει ἡμῖν γενομένους δρῶντας ἂν αὐτό.» Ἐνόμιζον οἱ Ἀθηναῖοι, ὅτι ὁ νόμος τῆς βίας θὰ ἰσχύσῃ πάντοτε, σήμερον δὲ ὁ κ. Ζαΐμης μᾶς λέγει, ὅτι πρέπει νὰ τὸν σεβασθῶμεν.

§27ΖΑΪΜΗΣ. Διαμαρτύρομαι, διότι μοὶ ἀποδίδονται λέξεις καὶ φράσεις, τὰς ὁποίας ἐγὼ δὲν εἶπον· ὄχι, ὅτι πρέπει νὰ ὑπερισχύῃ ἡ δύναμις τοῦ ἰσχυροτέρου· εἶπον, ὅτι ἡ σημερινὴ κατάστασις ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ δύναμις τοῦ ἰσχυροτέρου ἐπικρατεῖ.

§28ΠΟΛΥΛΑΣ. Δὲν ἠνόησα, κύριε Ζαΐμη, νὰ εἴπω, ὅτι θεωρεῖτε τὸ δόγμα τοῦτο ὡς δίκαιον, ἀλλὰ ὅτι νομίζετε ὅτι ὁ ἀδύνατος πρέπει νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὴν βίαν, καὶ ὅτι τὸ σύστημα τῆς βίας διέπει σήμερον τὸν κόσμον. Ἔρχομαι εἰς τὸ αἰσθηματικὸν πλάσμα, διότι, ἐὰν ὑπάρχῃ πλάσμα νομικὸν fiction légale, ὑπάρχει καὶ αἰσθηματικὸν πλάσμα, ἐννοῶ τὸ ἐπιχείρημα τῆς φιλανθρωπίας· δὲν εἶναι ὑποχρέωσις, εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργός, εἶναι φιλανθρωπία. Δὲν ἐννοῶ, κύριοι, τὴν φιλανθρωπίαν, ἡ ὁποία ἐνεργεῖται κατόπιν διακοινώσεως μιᾶς μεγάλης δυνάμεως, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον αὐτὴν πλάσμα αἰσθηματικόν. Ἐπὶ τέλους λυποῦμαι, ὅτι εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα ἐῤῥίφθη τὸ ὄνομα τοῦ ἀνωτάτου Ἄρχοντος· ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν πταίω ἐγώ, καὶ ὀφείλω, μ’ ὅλον τὸ σέβας καὶ τὴν συμπάθειαν, τὴν ὁποίαν ἔχω πρὸς τὸν κ. πρωθυπουργόν, νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, διότι ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ ῥίψῃ ἐν τῷ μέσῳ τὸ ὄνομα τοῦ ἀνωτάτου Ἄρχοντος, εἰπών, ἐὰν τὸ ἠθικὸν τοῦτο καθῆκον δὲν ἐκπληρώσητε σεῖς, θέλει τὸ ἐκπληρώσει ἡ Α. Μ. Κύριοι, δι’ ἡμᾶς εἶναι πάντη ἀδιάφορον, ἐὰν αἱ δέκα χιλιάδες λίραι δοθῶσιν ἐκ τοῦ βασιλικοῦ ταμείου· ἐὰν ἡ Βουλὴ αἰσθανθῇ τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ὑποχρέωσιν, ἢ ἐὰν παραδεχθῇ αὐτὴν ὡς ἠθικὸν ἁπλῶς καθῆκον (ἐκ τῶν ὁποίων οὔτε τὸ ἕν, οὔτε τὸ ἄλλο παραδέχομαι) τότε δύναται νὰ τὸ πράξῃ. Ἀλλὰ ἐὰν νομίζητε, ὅτι δὲν ἔχετε κανὲν καθῆκον οὔτε πρὸς τὴν χήραν, οὔτε πρὸς τὴν Ἀγγλίαν, ὀφείλετε νὰ ἀποῤῥίψητε τὸ νομοσχέδιον, ἡ δὲ σημασία τῆς ἀρνήσεώς σας δὲν μεταβάλλεται βεβαίως, οἱανδήποτε ἀπόφασιν λάβῃ ὁ ἀνώτατος Ἄρχων, ὁ ὁποῖος δὲν πράττει παρὰ πρᾶξιν ἰδιωτικήν, περὶ τῆς ὁποίας δὲν ἥρμοζε νὰ κάμῃ λόγον ὁ κύριος πρωθυπουργὸς ἐν τῷ κοινοβουλίῳ. Σᾶς ἐκούρασα παραπολύ.

§29ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Εἶμαι ἐγώ, κ. Μίληση.

§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κατσικαπῆς.

§31ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἡ πρότασις, κύριοι, περὶ περιθάλψεως εἰς τὴν χήραν Λοῦδ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς παρατεταμένας συζητήσεις. Τινὲς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἀνέλαβον τὸν εὐγενῆ ἀγῶνα νὰ ἀποκρούσωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὰς κατὰ τῆς Ἑλλάδος ἐκτοξευθείσας ἀπὸ μέρους τῶν τε πολιτικῶν καὶ τῆς δημοσιογραφίας ὡς καὶ τοῦ κοινοῦ τῆς Ἀγγλίας αἰτιάσεις, νομίζοντες ὅτι οὕτως ὑπηρετοῦσι τ’ ἀληθῆ τῆς πατρίδος συμφέροντα, καὶ ὅτι οὕτως ὑπερασπίζονται τὴν τιμὴν τοῦ τόπου· ἡ πρόθεσίς των ὑπῆρξε τῳόντι εὐγενής, ἀλλὰ τὰ μέσα, δι’ ὧν ἠθέλησαν νὰ φθάσουν εἰς τὴν ἀγαθὴν αὐτὴν προαίρεσιν, δὲν μοὶ φαίνονται, κύριοι, ὅτι ἦταν τὰ καταλληλότερα. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἐξεφράσθησαν οἵ τε πολιτευόμενοι ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἡ δημοσιογραφία των κατὰ τῆς Ἑλλάδος σχετικῶς μὲ τὸ λυπηρὸν δρᾶμα τοῦ Δηλίου ὑπῆρξε σκληρὸς, διότι καὶ ὕβρισαν καὶ ἠπείλησαν τὴν Ἑλλάδα καὶ ὁ τρόπος οὗτος δίδει εἰς ἡμᾶς ἀφορμὴν νὰ παραπονεθῶμεν ἐναντίον τῶν μομφῶν καὶ τῶν ὕβρεων, ἃς προσῆψαν ἡμῖν. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ φρονῶ, ὅτι ποσῶς δὲν ἐπιτυγχάνομεν τὸν σκοπόν μας, ὅταν πράττωμεν ἡμεῖς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θέλομεν νὰ κατακρίνωμεν. Παραπονούμεθα καὶ δικαίως ὅτι παραπολὺ σκληρῶς μᾶς ἔκριναν, καὶ ὅμως τί κάμνομεν ἐδῶ; ἔτι σκληρότερον κρίνομεν περὶ αὐτῶν. Παραπονούμεθα ὅτι μᾶς ἠδίκησαν, καὶ ὅμως τί κάμνομεν ἡμεῖς; περισσότερον ἀδικοῦμεν αὐτοὺς ἤδη.

§32ΜΙΛΗΣΗΣ. Τίνι τρόπῳ;

§33ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἀκούσατε τὸν τρόπον. — Παραπονούμεθα, κύριοι, ὅτι προσῆψαν εἰς ἡμᾶς μομφὴν ἢ μομφὰς, καὶ ὅμως τί πράττομεν ἡμεῖς ἐδῶ; Προσάπτομεν εἰς αὐτοὺς ἴσας μομφάς. Τοῦτο εἶναι τῳόντι, κύριοι, ἓν μέσον διὰ τοῦ ὁποίου ὑπερασπιζόμεθα τὸν τόπον μας καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου; ἐγὼ νομίζω ὄχι. Καταλαμβάνω, κύριοι, ὅτι εἰς τοιαῦτα δημοτικὰ ζητήματα ἡ θέσις τοῦ θέλοντος νὰ λαλήσῃ σύμφωνα πρὸς τὰ αἰσθήματα τῆς καρδίας του εἶναι δυσκολωτέρα. Βεβαίως δυσκολώτερα θὰ πράξῃ τοῦτο ἀκόμη ἐκεῖνος, ὅστις θελήσει νὰ δικαιολογήσῃ καί τινα σφάλματα τῆς ἑαυτοῦ πατρίδος, χωρὶς νὰ ἐπιτίθεται πρὸς ἐπίδειξιν πατριωτισμοῦ κατὰ ἰσχυρῶν τῆς γῆς, ὡς προσβαλόντων δῆθεν τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος του.

§34ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπειδὴ εἶμαι εἷς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν ἐναντίον, δὲν μοὶ λέγετε κατὰ τίνων ἐπετέθην ἐγώ;

§35ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐπιφυλαχθῆτε εἰς τὸ τέλος.

§36ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὅλῳ ἐπιφυλάσσομαι.

§37ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Εἰδοποιῶ ἅπαξ διὰ παντὸς ὅτι δὲν ἐπιτρέπω διακοπὰς, θέλω νὰ λαλήσω ὅπως αἰσθάνομαι, θέλω νὰ κανονίσω τὴν ὁμιλίαν μου κατὰ τὸ αἴσθημα καὶ τὰ φρονήματα τὰ ἰδικά μου καὶ ἀφίνω εἰς τὸ μέλλον νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ τίς ἐξ ἡμῶν ὑπηρετεῖ κάλλιον τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου μας. Κύριοι! Δὲν ὑπῆρξεν Ἕλλην, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ᾐσθάνθη τὴν αὐτὴν ἐκείνην ἀγανάκτησιν τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθησαν οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἦλθον ἀπὸ τοῦ βήματος ν’ ἀποκρούσωσι τὰς αἰτιάσεις τῶν Ἄγγλων, καὶ δὲν ὑπῆρξε κανεὶς ὅστις νὰ μὴ ᾐσθάνθη καὶ νὰ μὴ ἐλυπήθη, διότι ἡ Ἑλλὰς εὑρέθη εἰς θέσιν ν’ ἀκούσῃ τὰς αἰτιάσεις ταύτας. Ἐπανελάβομεν, κύριοι, τοὺς λόγους τῶν Ἄγγλων τῶν τε πολιτευομένων καὶ τοῦ δημοσίου τύπου καὶ τοῦ κοινοῦ ἀκόμη τῆς Ἀγγλίας καὶ ἐκρίναμεν αὐτοὺς τόσον αὐστηρῶς χωρὶς νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὰς αἰτίας, αἱ ὁποῖαι ὑπεγόρευσαν τοὺς λόγους των. Ἐγὼ δὲν ἤθελον ἰσχυρισθῆ ποτε ὅτι ἡ Ἀγγλία κατ’ οὐσίαν εἶχε δίκαιον νὰ εἴπῃ ὅ,τι εἶπε καθ’ ἡμῶν, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου δὲν θέλω ἰσχυρισθῆ ὅτι οἱ λόγοι ἐκεῖνοι οἱ ψυχροὶ δὲν εἶχον καμμίαν ὑπόστασιν. Ναὶ, εἶχον τῳόντι μίαν τινὰ ὑπόστασιν, οὐχὶ βεβαίως σταθερὰν, οὐχὶ ἀδιαφιλονείκητον, ἀλλὰ πάντοτε μία αἰτία ὑπῆρξεν, ἥτις ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὰς κατακρίσεις ἐκείνας· μία τῶν αἰτιῶν τούτων, κύριοι, εἶναι ἡ κατὰ φυσικὸν λόγον ἐξεγερθεῖσα ἀγανάκτησις διὰ τὸ ἔγκλημα καὶ τὸ δυστύχημα τὸ ὁποῖον συνέβη, ἀγανάκτησις τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθημεν καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ καὶ πολλάκις ἐν τῇ ἀγανακτήσει μας κατεκρίναμεν καὶ κατεδικάσαμεν ἀδίκως ἴσως πρόσωπα ἢ ἀρχὰς τὰ ὁποῖα οὐδόλως ἔσφαλον. Ὅτε ὁ νῦν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς κ. Σωτηρόπουλος διετέλει αἰχμάλωτος παρὰ τοῖς λῃσταῖς, ὅτε διετέλει εἰς κίνδυνον ἡ ζωὴ καὶ ἡ περιουσία του, δὲν ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, τί ἔγραφε καὶ τί ἔλεγε τότε κατὰ τῶν ἀρχῶν; Δὲν ἐνθυμεῖσθε πόσας αἰτιάσεις ἐξέφρασε κατὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦσαν βεβαίως σωσταὶ, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι ὑπηγορεύθησαν ἀπὸ τὸ αἴσθημα τῆς ἀγανακτήσεως; Καὶ κατὰ τοσοῦτον μάλιστα αἱ ὑπόνοιαί του προέβησαν, ὥστε ὑπώπτευσεν ὅτι ἐργάζονται πρὸς τὴν καταστροφήν του, ἐνῷ ποσῶς δὲν ἦτο ἀληθὲς τοῦτο. Δευτέρα αἰτία, κύριοι, ὑπαγορεύσασα τὰς αἰτιάσεις καὶ τὰς μομφὰς κατὰ τῆς Ἑλλάδος ἡ ὁμολογουμένως ὄχι τόσον ὁμαλὴ κατάστασις τοῦ τόπου μας. Ἐγὼ ἀποκρούω βεβαίως, κύριοι, καὶ ἀποκρούω εἰλικρινῶς καὶ ἐκ πεποιθήσεως τὴν αἰτίασιν, ὅτι οἱ πολιτευόμενοι ἐν Ἑλλάδι ἔχουν συνάφειάν τινα μὲ τοὺς κακούργους σκεπτόμενοι περὶ αὐτῶν ἀλλὰ τέλος πάντων τοῦτο δὲν συντελεῖ ποσῶς εἰς τὸ νὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ μιᾶς τινος μομφῆς διότι ἡ κατάστασίς μας, τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, καθ’ ὃν ἐγένετο ἡ αἰχμαλωσία καὶ σφαγὴ τῶν Ἄγγλων, καὶ πρὸ αὐτῆς καὶ ἀπὸ τὰ 1862 καὶ ἐντεῦθεν μέχρι πρὸ ὀλίγου σχεδὸν, ἡ κατάστασίς μας ἦτο ἀξία μομφῆς· ἡ δημόσιος ἀσφάλεια εἰς τὸν τόπον μας ἦτο προβληματικὴ, αἰχμαλωσίαι καὶ σφαγαὶ καὶ λεηλασίαι ἐλάμβανον χώραν συχνὰ καὶ ἐάν τις ἐλάμβανεν ἀνὰ χεῖρας ὅλας τὰς Ἑλληνικὰς ἐφημερίδας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὡς καὶ τῆς πρὸ αὐτῆς, ἤθελεν εὑρεῖ γεγραμμένον ἐν αὐταῖς ὅ,τι σχεδὸν ἔλεγον οἱ Ἄγγλοι καθ’ ἡμῶν. Ποία ἐφημερὶς, ποίας ἀποχρώσεως τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἡ ληστεία ἤκμαζεν ἐν Ἑλλάδι, δὲν ἀπέδωκεν ἄδικον μομφὴν κατὰ τῶν πολιτικῶν καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ ὑποστηρίξῃ ἐνοχὴν τῶν πολιτικῶν; Ἐὰν δὲν ἀρκῇ τοῦτο, κύριοι, ἤθελον ἐπικαλεσθῆ μίαν ἄλλην περίστασιν, διὰ ν’ ἀποδείξω, ὅτι ἡ κατάστασίς μας δὲν ἦτο τόσον ἀνθηρὰ, ὥστε νὰ δικαιούμεθα ἤδη παραπονούμενοι κατὰ τῶν Ἄγγλων, καὶ ἀντεγκαλοῦντες καὶ ἀνθυβρίζοντες αὐτούς. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὰς κατὰ τῶν ἐκλογῶν γενομένας ἐνστάσεις· τὶ θὰ εὕρητε ἐν αὐταῖς; θέλετε εὑρεῖ τὰ αὐτὰ, ὅ,τι μέχρι τοῦδε σᾶς εἶπον, δηλοῦντα, ὅτι ἡ δημόσιος ἀσφάλεια τοῦ τόπου μας δὲν ἦτο παγιωμένη.

§38ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶναι ἐντροπὴ νὰ λέγετε αὐτὰ, κ. Κατσικαπῆ.

§39ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Καὶ ἐνῷ ταῦτα οὕτως ἔχουσιν, οἱ ἀναλαβόντες τὴν ὑπεράσπισιν τῆς τιμῆς καὶ τῶν συμφερόντων τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐδίστασαν νὰ παραλληλίσουν τὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν τῆς Ἀγγλίας καὶ ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἡ δημόσιος ἀσφάλεια ἐν Ἀγγλίᾳ εἶναι πολὺ χειροτέρα ἀπὸ ἐκείνην εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ δημόσιος ἀσφάλεια ἐν Ἑλλάδι· ὁ ἀξιότιμος κύριος Μίλησης ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἴσως παρασκευαζόμενος νὰ ὁμιλήσῃ καὶ ἀναθεωρήσας ὅλας τὰς ἐφημερίδας καὶ ὅλα τὰ περιοδικὰ συγγράμματα τῆς Εὐρώπης, ἔφερε πολλὰ παραδείγματα ἐνταῦθα διὰ νὰ ἐνισχύσῃ τὸν ἰσχυρισμόν του αὐτὸν τοῦτον· μεταξὺ δὲ αὐτῶν ἔφερε καὶ δύω τὰ σπουδαιότερα, ὅτι ὑπάρχει συστηματοποιημένη ἡ κακουργία ἐν Ἀγγλίᾳ εἰς τὴν ὁμάδα τῶν Φαινιάνων, καὶ ὅτι ἐν τῇ πόλει τοῦ Λονδίνου ὑπάρχουν συνοικίαι κατὰ τὴν διάβασιν τῶν ὁποίων οὐδεμίαν ἀσφάλειαν ἔχει εἴτε ξένος εἴτε ἐντόπιος διαβάτης.

§40Γ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κατὰ τῆς Ἑλλάδος ὁμιλεῖτε;

§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ.

§42ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Νομίζετε ὅτι εἶναι πατριωτισμὸς νὰ λέγητε ταῦτα; Καὶ τὸ μὲν πρῶτον τῶν παραδειγμάτων τούτων κατέστρεψεν εὐθὺς ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου του ὁ κύριος Λομβάρδος εἰπὼν, ὅτι οἱ Φαινιᾶνες ὑπηρετοῦν μίαν ἰδέαν εὐγενῆ· ἐγὼ παραδέχομαι τὴν ἐξήγησιν αὐτὴν, ἂν καὶ δὲν συμφωνῶ, ὅτι καὶ εὐγενεῖς πατριωτικαὶ ἰδέαι ὑπηρετοῦνται καθ’ ὃν τρόπον οἱ κύριοι Φαινιᾶνες ὑπηρετοῦσι τὰς ἰδικάς των, τοῦ δὲ δευτέρου παραδείγματος ποιοῦμαι λόγον, διότι ὁ κύριος Μίλησης προσέθηκεν ὅτι τόσῳ εἶναι βέβαιον, ὅτι αἱ συνοικίαι ἐκείνων δὲν παρέχουν κᾀμμίαν ἀσφάλειαν εἰς τοὺς διαβάτας, ὥστε αἱ ἀρχαὶ τοῦ Λονδίνου εἰδοποιοῦσιν αὐτοὺς νὰ ἀπέχωσι τοῦ νὰ διέρχωνται τὰς συνοικίας αὐτὰς, διότι οὐδεμία ἐγγύησις περὶ τῆς ἀσφαλείας αὐτῶν ὑπάρχει· ἐκ τούτου ἐξάγεται, ὅτι ἡ Ἀγγλία οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχει νὰ ὁμολογήσῃ τὴν ἀδυναμίαν της ἐκεῖ ὅπου τὴν αἰσθάνεται ἀπέναντι τοῦ κοινοῦ· ἡ Ἑλλὰς δὲ ἡ ταπεινὴ, ἡ πτωχὴ, ἡ μικρὰ Ἑλλὰς αἰσθάνεται ἐντροπὴν νὰ ὁμολογήσῃ τὴν θέσιν της τὴν ἀληθινὴν, τὴν ἀδυναμίαν της ἀπέναντι τοῦ κακοῦ. Εἶπον, κύριοι, καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ὑπηρετοῦμεν τ’ ἀληθῆ συμφέροντα καὶ τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος μας, ὁσάκις ὑβρίζομεν εὐγενεῖς ξένους, ὁσάκις ὑβρίζομεν ἓν ἔθνος, ὡς τὸ Ἀγγλικὸν, εἰς τὸ ὁποῖον χρεωστοῦμεν πολὺ μέρος τῆς τωρινῆς ὑπάρξεώς μας.

§43ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν σοὶ ἐπιτρέπω, κ. Κατσικαπῆ, νὰ διαστρέφῃς τοὺς λόγους τοῦ συναδέλφου σου καὶ νὰ ἔλθῃς ἐνώπιον κοινοβουλίου νὰ λέγῃς τοιαῦτα.

§44ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ ὑβρίζῃς. Ἐγένετο, κύριοι, εἷς ἀτυχὴς παραλληλισμὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, μεταξὺ τοῦ πρωθυπουργοῦ τῆς Ἀγγλίας καὶ τοῦ λῃστάρχου Τάκου, καὶ μετὰ τὸν παραλληλισμὸν τοῦτον τολμᾷ ὁ κ. Μίλησης καὶ πᾶς τις ἄλλος νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ὑβρίζομεν;

§45ΔΑΓΡΕΣ. Τώρα ἀντιπροσωπεύεις τοὺς ὑπουργοὺς τῆς Ἀγγλίας; ...

§46Γ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Σέβομαι τὸ Ἀγγλικὸν ἔθνος, ἀλλὰ τὰς πράξεις του τὰς ἐξετάζω.

§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ.

§48ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ὁμιλῶ διὰ τὸν κ. Λομβάρδον.

§49ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰπέτε τα, εἰπέτε τα καθαρά.

§50ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Καὶ ἐὰν πᾶς τις ἄλλος δέχεται νὰ συζητῇ, ὅτι ἐξ ὀνόματός του ὑβρίσθη ὁ πρωθυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας, ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τοῦτο καὶ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἔχω ἀποστολὴν, δὲν νομίζω, ὅτι ὑπηρετῶ τὰ συμφέροντα καὶ τὴν τιμὴν τῆς παρίδος μου ἐρεθίζων κατὰ τοῦ τόπου μου, κατὰ τῆς Ἑλλάδος, ἔθνος μέγα, ὡς τὴν Ἀγγλίαν, φαινόμενος ἀγνώμων πρὸς μίαν δύναμιν εὐεργέτιδα καὶ τιθέμενος εἰς καθαρὰν ἐχθρικὴν θέσιν, ἀπέναντι τέλος πάντων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι, ὅπως ἄλλοτε ἦσαν εἰς θέσιν νὰ ὠφελήσωσιν, οὕτω εἶναι εἰς θέσιν σήμερον νὰ βλάψωσι τὴν δυστυχῆ, τὴν μικρὰν αὐτὴν Ἑλλάδα. Ταράσσονται οἱ πολλοὶ εἰς τὴν ἐξήγησιν ταύτην· ἐννοῶ, ὅτι προσβάλλεται τὸ εὐγενέστερον τῶν αἰσθημάτων τοῦ πατριωτισμοῦ, ἀλλ’ ἂς μοί ἐπιτρέψωσι νὰ εἴπω, ὅτι τὸ αἴσθημα ἐνοικεῖ κατὰ διαφόρους βαθμοὺς εἰς τὴν καρδίαν ἑνὸς ἑκάστου· ἴσως εἰς τὸν μὲν εἶναι ἰσχυρότερον, εἰς τὸν ἄλλον ἀσθενέστερον· χαίρω, διότι εἰς αὐτὴν ἰδίως τὴν περίστασιν τὸ ἐν τῇ καρδίᾳ μου αἴσθημα εἶναι ἀσθενέστερον καὶ δὲν μὲ παρασύρει πέραν τῶν ἐσκαμμένων. Ἀπειράκις κατ’ ἐπανάληψιν ἐφώναξεν ὁ κ. Μίλησης ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Αἴ! Καὶ ἕως πότε θὰ ὑφίστανται οἱ λογαριασμοὶ οὗτοι μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Ἀγγλίας; Καὶ μήπως ἅμα ἀποδεχθῶμεν τὴν πρότασιν αὐτὴν κλείομεν τοὺς λογαριασμούς; Ἠδυνάμην καὶ τότε, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν συνειθίζω νὰ διακόπτω, ὅπως ἄλλοι πράττουσιν, ἐπεφυλάχθην ν’ ἀπαντήσω ἀπὸ τοῦ βήματος, ἠδυνάμην καὶ τότε νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Μίλησην, αἴ! καὶ τί προτείνεις πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ τούτου; Εἶναι εἰς καιρὸν ὁ κ. Μίλησης ἢ πᾶς τις ἄλλος, νὰ εἴπῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Βίσμαρκ μετὰ τοῦ Γουλλιέλμου εἰς τὴν Γαλλίαν. Διότι ἄλλως οἱ λογαριασμοὶ μεταξὺ τῶν ἐθνῶν δὲν κλείουν παρὰ εἰς τὸ πεδίον τῆς τιμῆς. Καὶ ἐνόσῳ δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ κάμωμεν αὐτὴν τὴν πρότασιν, καὶ ἐνόσῳ θὰ ἦτο κἄτι τι περισσότερον ἀπὸ φαντασιοπληξίαν εἰς ἡμᾶς νὰ φρονῶμεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ κλείσωμεν αὐτοὺς τοὺς λογαριασμοὺς κατ’ ἄλλον τρόπον οἱ ὁποῖοι ὑφίστανται τῷ ὄντι κατὰ τὸν κ. Μίλησην, τότε τί θὰ πράξωμεν; ὅ,τι ἡ φρόνησις ὑπαγορεύει· τί δὲ ὑπαγορεύει ἡ φρόνησις; ὑπαγορεύει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀνεπτύχθη ἐντεῦθεν ἀπὸ τίνας; ἀπὸ τρεῖς πρώην καὶ νῦν πρωθυπουργοὺς τῆς Ἑλλάδος. Βεβαίως, ὅσον ἰσχυρὸς καὶ ἂν ᾖναι ὁ ἐγωϊσμὸς εἰς ἡμᾶς, ποτὲ δὲν δύναται νὰ μᾶς παρασύρῃ, ὥστε νὰ πιστεύωμεν, ὅτι καὶ σκεπτόμεθα καλλίτερον καὶ πατριωτισμὸν μεγαλείτερον ἔχομεν ἀπὸ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἔχει ὁ κ. Ζαΐμης, Κουμουνδοῦρος καὶ Δεληγεώργης. Ἂς συγκατατεθῶμεν τοὐλάχιστον εἰς τὸ ὅτι ὁ πατριωτισμὸς ὁ ἐμὸς ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ἴσος μὲ τὸν πατριωτισμὸν ἐκείνων, ἀλλ’ ἂς ὁμολογήσωμεν ὅτι ἄνδρες ἐντριβεῖς περὶ τὴν πολιτικὴν, διοικήσαντες καὶ διοικοῦντες τὴν Ἑλλάδα, ἔχοντες τὴν συναίσθησιν καὶ τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς εὐθύνης, ὡς οἱ κύριοι οὗτοι, δὲν ἐδύναντο ν’ ἀποδεχθῶσί ποτε πρότασιν προσβάλλουσαν ἢ ἐξευτελίζουσαν τὴν Ἑλλάδα· διὰ νὰ ἀποδεχθῶσι δὲ αὐτοὶ καὶ ὑποστηρίξωσι τὴν πρότασιν αὐτὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς βεβαίως φέρουν μαζύ των τὴν πεποίθησιν ὅτι οὐδόλως προσβάλλεται ἡ τιμὴ, τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, καὶ ὅτι πρὸ πάντων οὐδόλως προσβάλλεται ἡ φιλοτιμία αὐτῶν τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πολυλᾶς ἠθέλησε νὰ ἐρεθίσῃ. Πρόκειται ἡ πραγματοποίησις ἑνὸς αἰσθήματος φιλανθρωπίας, καὶ τοῦτο πολεμοῦν· δὲν πρόκειται, ἰσχυρίζεται ἄλλος, περὶ πραγματοποιήσεως αἰσθήματος φιλανθρωπίας, ἀλλὰ βίας, καὶ αὐτὸ τὸ πολεμοῦν. Θέλομεν βίαν, βίαν ἐνεργοῦσαν, λέγει ὁ κ. Πολυλᾶς, θέλομεν νὰ ἴδωμεν δευτέραν φορὰν τὸν Πάρκερ εἰς Πειραιᾶ, τὰ πλοῖά μας δεσμευμένα καὶ συρόμενα κατόπιν τῶν Ἀγγλικῶν πλοίων, θέλομεν ἴσως νὰ ἴδωμεν στρατιωτικοὺς περιπάτους ξενικοῦ στρατοῦ, θέλομεν, κύριος οἶδε τί θέλομεν, θέλομεν νὰ ἴδωμεν τοῦτο.

§51ΚΟΥΤΣΗΣ. Θέλει πειρατὰς νὰ λάβῃ, ἠξεύρει ποῦ ὑπάγει, δὲν ἔρχεται εἰς τὸν Πειραιᾶ.

§52ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἀλλ’ οἱ λέγοντες τοῦτο ἠρώτησαν τὴν ναυτιλίαν τοῦ ἔθνους, τὸ ἐμπόριον τοῦ ἔθνους, τὴν βιομηχανίαν τοῦ ἔθνους, ἐὰν τὸ θέλουν; ἐὰν τὸ ἔθνος θέλῃ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον οἱ κύριοι οὗτοι ζητοῦν; Ὑπῆρξε καὶ καλὰ, ἐπαναλαμβάνουν λέγοντες, ἀπαίτησις, ὑπῆρξε καὶ καλὰ μία τις ἀπειληθεῖσα βία· αἴ, ἂς τὸ παραδεχθῶμεν τέλος πάντων διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν τέλος. Ὑπῆρξε λέγω καὶ ἐγὼ βία, ἀπειληθεῖσα βία, καὶ τὴν ἀπειλὴν αὐτὴν ἠδύνατο ν’ ἀκολουθήσῃ καὶ πραγματικὴ βία, καὶ ἂν ὑπῆρχεν ἡ πραγματικὴ βία καὶ μᾶς ἐξηνάγκαζε νὰ πράξωμεν ὅ,τι σήμερον ἡ φρόνησις καὶ ἡ φιλανθρωπία μᾶς ὑπαγορεύουν, τί ἠθέλαμεν κερδήσει; Ἠθέλομεν κερδήσει τὰς συμπαθείας τοῦ κόσμου, λέγουν, ἠθέλομεν κερδήσει τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὑπόληψιν ἐν τῇ ἱστορίᾳ. Αἴ! ἐὰν τοῦτο ἦτο ἀληθὲς, δὲν ἠθέλομεν ἔχει τὰ ἀποτελέσματα τοῦ κέρδους τοῦ 1849; Δὲν μοὶ φέρουν οἱ κύριοι οὗτοι νὰ ἀποδείξουν τί ἐκερδήσαμεν τότε, ὅτε ἀντέστημεν καὶ ὅταν ἐπροκαλέσαμεν τὴν βίαν ἢ τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἀπειλῆς μὲ πᾶσάν μας ζημίαν καὶ καταισχυνὴν καὶ βλάβην τῶν ναυτικῶν καὶ ἐμπορικῶν μας συμφερόντων; Ἂς ἀποδείξουν τοῦτο, καὶ τότε ἐγὼ ἤθελα τοὺς ἀκολουθήσει καὶ ἐγὼ ἤθελα συμβουλεύσει καὶ συμφωνήσει μετὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς, διότι βεβαίως ἐπερίμενα ἓν κέρδος μεγαλείτερον ἀπὸ τὴν πραγματοποίησιν τῆς βίας. Δὲν πταίομεν, λέγουν, ἡμεῖς, ἐὰν ὑπάρχῃ ληστεία εἰς τὸν τόπον μας· βεβαίως καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν πταίομεν ἡμεῖς· πταίουν τὰ ὅριά μας, ἐπαναλαμβάνουν ἄλλοι, καὶ ἐγὼ τὸ ἴδιον λέγω. Ἀλλὰ τέλος πάντων δι’ αὐτὸ τὸ κακὸν τὸ ὁποῖον εἶναι πρὸ τόσου καιροῦ ὑπ’ ὄψιν μας, καὶ ἐπάθαμεν πολλὰ, καὶ, κύριος οἶδε, πόσα θὰ πάθωμεν ἀκόμη, τί ἐπράξαμεν μέχρι τοῦδε; τί ἐπράξαμεν ἢ παρεσκευάσαμεν εἴτε ὑλικῶς εἴτε ἠθικῶς διὰ νὰ ἀρθῇ ἐκ τοῦ μέσου ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ; διότι καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μὲ τοὺς κυρίους τούτους, ἡ ληστεία θὰ ὑφίσταται ἐν ὅσῳ ὑφίσταται ἡ ἰδία ὁροθέτησις τῆς Ἑλλάδος· καὶ πᾶς ὁ πιστεύων τὸ ἐναντίον πλανᾶται, καὶ πλανᾶται πλάνην μεγάλην. Τί ἐπράξαμεν λοιπὸν διὰ νὰ ἄρωμεν ἐκ τοῦ μέσου τὸ αἴτιον αὐτοῦ τοῦ κακοῦ, μία τῶν συνεπειῶν τοῦ ὁποίου ἦτο καὶ τὸ λυπηρὸν δρᾶμα τοῦ Δηλίου καὶ τοῦ σήμερον συζητουμένου; Ἐδαπανήσαμεν 800 ἑκατομμύρια περίπου δραχμὰς ἀφ’ ὅτου συνεστήθημεν κράτος ἀνεξάρτητον· πόσα τῶν ἑκατομμυρίων τούτων διεθέσαμεν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἄρωμεν ἐκ τοῦ μέσου τὴν αἰτίαν, ἡ ὕπαρξις τῆς ὁποίας δὲν θὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ ποτὲ τοῦ κακοῦ τῆς λῃστείας; καὶ ἂν δὲν ἐκάμαμεν τοῦτο ὑλικῶς, τί ἐπράξαμεν ἠθικῶς; διότι τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ πρέπει νὰ στηρίζωμεν ἢ εἰς τὴν ἰδίαν ἡμῶν δύναμιν, ἢ εἰς τὴν συνδρομὴν τῶν ἰσχυρῶν δυνάμεων· ἀφοῦ δὲν συνεκεντρώσαμεν εἰς ἑαυτοὺς δύναμιν τοιαύτην, ὁποίαν ἀπαιτεῖ ἡ θεραπεία τοῦ κακοῦ τούτου, ποίας συμπαθείας ὑπὲρ ἡμῶν συνεκεντρώσαμεν, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην διὰ τὴν ἀπαλλαγήν μας, ἂν ὄχι διὰ κανὲν ἄλλο, ἀπὸ τῶν κακῶν αὐτῶν, διὰ τὴν ἐπέκτασιν τῶν ὁρίων μας, διὰ τὴν καλλιτέραν ὁροθέτησιν τοῦ τόπου μας; ποίας συμπαθείας ἐπροκαλέσαμεν; Καὶ ἂν σήμερον κλίνωμεν προσκαίρως εἰς τὴν εὔνοιαν μιᾶς δυνάμεως, πάντοτε δυστυχῶς ἐστάθημεν ἀκριτόμυθοι, εἰς τρόπον ὥστε προεκαλέσαμεν τὴν δυσμένειαν τῆς ἄλλης. Ὑπῆρξαν πολλὰ παραδείγματα, πολλαὶ περιστάσεις, καθ’ ἃς αὐτή μας ἡ γλῶσσα, αὐτός μας ὁ τρόπος προὐκάλεσε τὴν δυσμένειαν ἰσχυρᾶς δυνάμεως καὶ ἐπέφερεν εἰς τὸν τόπον μεγάλας ζημίας. Ἐμνήσθησάν τινες καὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ 1862, καὶ τῶν ζητωκραυγῶν καὶ ἀφοσιώσεως πρὸς μίαν δύναμιν, πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν σήμερον προπηλακίζομεν. Ἀλλὰ δὲν ἐμνήσθησαν συνάμα καὶ τοῦ προπηλακισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔλαβε παρ’ ἡμῶν μία ἑτέρα δύναμις, δὲν ἐμνήσθησαν τῆς ὑποθέσεως τοῦ Σουλιὲ, καθ’ ἣν οὕτως ἐνόμιζον καί τινες τότε, ὅτι ὑπηρέτουν καὶ τὴν τιμὴν καὶ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος των, ὑβρίζοντες καὶ προπηλακίζοντες μίαν μεγάλην καὶ εὐεργέτιδα δύναμιν.

§53ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ προπηλακίζοντες μὴ τὸ μεταχειρίζεσαι.

§54ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Δὲν ἐπείσθητε ἐκ τῆς ἱστορίας ὅτι ἡ γλῶσσα ἐκείνη ἡ δριμεῖα, ἡ μὴ μετρημένη, ἐπέφερε πολλὰ εἰς τὸν τόπον κακὰ καὶ πολλὰς ζημίας· ἀλλὰ τέλος πάντων, τὸ μεγαλείτερον τῶν παραπόνων μας ὑπῆρξεν, ὅτι ὕβρισαν οἱ Ἄγγλοι τοὺς πολιτικούς μας. Ἐνταῦθα, κύριοι, μὲ συγχωρεῖτε νὰ κάμω μίαν παρέκβασιν· ἰδίως ὁ κ. Λομβάρδος κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἀγορεύσεώς του ἔκαμε δύο τρεῖς παρεκβάσεις, ἐγὼ θὰ κάμω μίαν μόνον. Ἤκουσα, κύριοι, ἰδίοις ὠσὶ ἕνα μακαρίτην Σοφιανόπουλον ἐκ Σωποτοῦ τῶν Καλαβρύτων, ἰατρὸν, κατηγοροῦντα πικρῶς τὸν ἀοίδιμον Κωλέττην, διότι δὲν τῷ ἔδωκεν εἰς μίαν περίστασιν ῥουσφέτι, ὅπως δυστυχῶς συμβαίνει πάντοτε. Δυσαρεστημένος λοιπὸν ὁ Σοφιανόπουλος κατὰ τοῦ Κωλέττη ἤρχισεν εἰς δημόσιόν τινα τόπον νὰ τὸν ὑβρίζῃ φοβερὰ, καὶ νὰ τὸν ἀποκαλῇ κακοῦργον, ἀγύρτην καὶ ἐθνοκτόνον· κύριός τις παρευρισκόμενος ἐκεῖ, ἐπανέλαβε τὰς αὐτὰς ἐκφράσεις πρὸς χάριν τοῦ κυρίου Σοφιανοπούλου, λέγων ὅτι τῷ ὄντι ὁ Κωλέττης εἶναι τοιοῦτος ὁποῖον τὸν παρέσταινεν ὁ κ. Σοφιανόπουλος. Ἀλλὰ τότε τί συμβαίνει; Ὁ κ. Σοφιανόπουλος ἀποτεινόμενος λέγει πρὸς τοῦτον· ποῖος σοῦ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ὑβρίζῃς τὸν μεγάλον ἄνδρα, τὸν σωτῆρα τῆς Ἑλλάδος, τὸν εὐεργέτην τοῦ τόπου; Ἐγὼ, τῷ ἀπαντᾷ ὁ τρίτος, δὲν εἶπον ἄλλο τι, ἀλλὰ μόνον ἐπανέλαβα ὅσα σὺ εἶπες. Μάλιστα, τῷ λέγει, ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω δικαίωμα νὰ τὸν κατακρίνω, ὄχι ἄλλος. Τοῦτ’ αὐτὸ συμβαίνει εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν· ἡμεῖς ἔχομεν δικαίωμα νὰ συκοφαντῶμεν καὶ διαβάλλωμεν τοὺς πολιτικούς μας, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπομεν εἰς ἄλλους νὰ ἐπαναλάβουν τὰς ἐκφράσεις μας. Οἱανδήποτε ἐφημερίδα καὶ ἂν λάβητε ἀνὰ χεῖρας οἱασδήποτε ἀποχρώσεως, θὰ ἴδητε ὁπόσα καὶ ὁποῖα ἐῤῥέθησαν κατὰ τῶν πολιτικῶν μας, ὁπόσαι καὶ ὁποῖαι κατηγορίαι διετυπώθησαν, σχέσιν ἔχουσαι μὲ τὸ ἀντικείμενον τῆς δημοσίας ἀσφαλείας· ἀφίνω δὲ τὰ κατὰ τὰς ἐκλογὰς λαβόντα χώραν, τὰ ὁποῖα καὶ πρὸ ὀλίγου ἐμνημόνευσα· πρὸ ὀλίγου, κύριοι εὑρέθησαν ἐν Ἑλλάδι ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι μὴ σεβόμενοι τὰς πεποιθήσεις τῶν ἄλλων ἐνόμισαν ὅτι πράττουν κανὲν κακὸν εἰς τὸν τόπον, ἐπιῤῥίπτοντες καὶ διὰ ζώσης φωνῆς καὶ διὰ τοῦ τύπου συκοφαντίας σοβαρὰς κατὰ τῶν ἐνταῦθα βουλευομένων, ὅτι οἱ Ἰουγοῦρθοι εἰσῆλθον ἐν Ἑλλάδι, ὅτι οἱ θησαυροὶ τοῦ Serpieri ἐξηγόρασαν τὰς πεποιθήσεις τῶν βουλευτῶν!!! Καὶ νομίζετε ὅτι ἡ συκοφαντία αὕτη, ἢ οἱαδήποτε συκοφαντία καθ’ οἱουδήποτε ἀτόμου μένει ἄνευ ἀποτελέσματος καὶ δὲν ἀφίνει ἐντυπώσεις κακάς; Καὶ δὲν εἶναι εὔκολον αὐταὶ αἱ ἐντυπώσεις νὰ ἐξαλειφθοῦν. Τοῦτ’ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν, καὶ δὲν βλέπω ποῦ κεῖται τὸ μέγα κακὸν τὸ ὁποῖον ἔπραξαν οἱ Ἄγγλοι. Εὑρέθη εἷς ἀνταποκριτής των ἐδῶ· ὁ ἀνταποκριτής των αὐτὸς κακῶς ἠννόησε μίαν ἔκφρασιν ἢ καὶ ἀλλαχόσε ἔλαβε πληροφορίας, διότι ἠμποροῦν νὰ ὑπάρχουν ἄνθρωποι, καὶ τὸ βούλευμα ἀποδεικνύει ὅτι ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι οὐχὶ κοινοί, οὐχὶ ἰδιῶται, ἀλλὰ δημόσιοι ὑπάλληλοι μάλιστα ἐργαζόμενοι νὰ ἀποδείξωσιν ἔνοχον τὴν Ἑλλάδα. Τίς δὲν ἐνθυμεῖται τὰ ὀνόματα δύο εἰρηνοδικῶν, ἀναφερομένων εἰς τὸ βούλευμα αὐτό, οἱ ὁποῖοι εἰργάζοντο ἐκ παντὸς τρόπου νὰ ἀποδείξουν ἐνόχους πολιτικούς; Καὶ δὲν εἶναι πιστευτὸν ὅτι τοιοῦτοι ἄνθρωποι ἔδωκαν πληροφορίας εἰς τὸν Ἔρσκιν, ὅστις καθὼς ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων δὲν ἦτο καὶ κανένας ἔκτακτο νοῦς, καὶ ἐῤῥίφθη εἰς τὸ μέσον ἡ ἰδέα ἐκείνη ἡ μὴ ἀληθής, ἡ χαλκευθεῖσα, ἥτις ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς παρεξηγήσεις; Ἀλλά, κύριοι, ὅταν ἡμεῖς ἔχωμεν ἐν ἡμῖν τὴν πεποίθησιν τῆς ἀθωότητός μας, καὶ ὅταν ὁ χρόνος ὅστις εἶναι ὁ μᾶλλον ἀλάνθαστος μάρτυς ἀπέδειξε τοῦτο, δὲν βλέπω διὰ τί δικαιούμεθα σήμερον νὰ θέλωμεν νὰ ἀνταποδίδωμεν ἡμεῖς ἰδέας καὶ μομφὰς ἐκεῖ, ὅπου ἐγὼ νομίζω ὅτι καὶ τὸ συμφέρον καὶ ἡ τιμή μας ἀπαιτεῖ νὰ ἀποδίδωμεν κἄποιον σεβασμόν. Μά, ἐὰν παραδεχθῶμεν, διατείνονται οἱ κύριοι ἀντιλέγοντες εἰς τὴν πρότασιν αὐτὴν, καθιεροῦμεν εἰς τὸν τόπον μας ἓν προηγούμενον πολὺ κακόν, διότι ἠμπορεῖ ἔξαφνα αὔριον νὰ συμβῇ τοιοῦτόν τι, καὶ ἡ Ἑλλὰς θὰ εἶναι ἐκ τῶν προτέρων ὑποχρεωμένη εἰς ἀποζημιώσεις. Ἐγὼ ὅμως φρονῶ, κύριοι, ὅτι καὶ ἂν ἐπρόκειτο ὡς πρόστιμον, ὡς ποινὴν νὰ πληρώσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο, ἔπρεπε νὰ τὸ πληρώσωμεν, διὰ νὰ ἤμεθα μᾶλλον ἐξυπνότεροι, μᾶλλον προσεκτικώτεροι εἰς τὸ μέλλον, ὥστε νὰ μὴ συμβῇ πλέον τοιοῦτόν τι, καὶ διὰ νὰ μὴ συμβῇ τοιοῦτόν τι, πρέπει νὰ φροντίζωμεν νὰ μὴ ὑπάρχῃ λῃστεία εἰς τὸν τόπον μας. Πρέπει νὰ φροντίζωμεν νὰ μὴ ὑπάρχῃ λῃστεία, καὶ διὰ νὰ φροντίζωμεν νὰ μὴ ὑπάρχῃ λῃστεία, πρέπει νὰ φέρωμεν μεγαλειτέραν εὐθύνην.

§55ΓΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Νὰ φροντίσῃ ἡ Τουρκία· ἡμεῖς ἐφροντίσαμεν καὶ φροντίζομεν πάρα πολὺ καὶ πολλὰ ἐδαπανήσαμεν καὶ δαπανῶμεν.

§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἐναντίος εἰς αὐτὸ ὁ κ. Κατσικαπῆς· μὴ διακόπτετε.

§57ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Λέγων τοῦτο, κύριοι, δὲν τὸ λέγω ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε, δὲν εἶναι ἁπλῆ θεωρία, εἶναι πράγματα καὶ δύναμαι νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἡ συναίσθησις αὐτὴ ἔφερε τὰ ἀποτελέσματά της. Ποτὲ τῳόντι δὲν ἔπαυσεν ἡ αὐστηρὰ καταδίωξις κατὰ τῆς λῃστείας εἰς τὰς ἡμέρας καμμιᾶς κυβερνήσεως· τὰ μέτρα κατὰ τῆς λῃστείας δὲν ἦσαν μέτρια, χαλαρὰ, μήτε ἀκατάλληλα, ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν δὲν ἔφεραν κανὲν ἢ μικρὰ ἀποτελέσματα ἔφεραν, μετὰ τὸ δρᾶμα τοῦ Δήλεσι ὅμως, τὰ κατὰ τῆς λῃστείας ἀποτελέσματα ὑπῆρξαν φοβερά, ὑπῆρξαν μεγάλα. Αἴ, καὶ εἶναι ἐντροπὴ νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι κοντὰ εἰς τ’ ἄλλα συνετέλεσε καὶ εἰς τὸ πνεῦμα τῆς ἐξουσίας καὶ εἰς τὸ κοινὸν, ἐκτὸς τῆς προσβληθείσης φιλοτιμίας τοῦ Ἕλληνος, ἐκτὸς τῆς ἀγανακτήσεως, ἡ ὁποία ἐξηγέρθη, ἀλλὰ καὶ μικρός τις φόβος, ὅτι ἐνδεχόμενον νὰ πάθῃ προσβολήν τινα ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τὰς προστάτιδας δυνάμεις, καὶ ὅτι τοῦτο συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ πολλαπλασιάσῃ τὸν ζῆλον καὶ τὴν θέλησιν κατὰ τῆς ἐξοντώσεως τῶν ληστῶν; καὶ βλέπετε εἰς πόσον εὐάρεστα ἀποτελέσματα προῆλθεν ἡ καταδίωξις ἐκείνη ἡ ὁποία κοντὰ εἰς τὰ ἄλλα παρωτρύνετο καὶ ἀπὸ τὸ αἴσθημα τοῦτο. Δὲν βλέπω λοιπὸν, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἓν προηγούμενον κακόν· ἐν τῇ πεποιθήσει μου, ἐν τῇ συνειδήσει μου φρονῶ, ὅτι ἠμπορεῖ μᾶλλον νὰ ᾖναι ἓν προηγούμενον καλόν. Καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ἓν προηγούμενον καλὸν, διότι τοῦτο θέλει μᾶς κρατεῖ εἰς τὸν ἀένναον φόβον, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ προστιμηθῶμεν πάλιν ἕνεκα ἀδιαφορίας εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας.

§58ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἐπιτρέπεται νὰ σᾶς κάμω μίαν ἐρώτησιν;

§59ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Τί τὰς θέλετε τὰς ἐρωτήσεις; ἐγὼ ἐκφράζομαι καθαρῶς.

§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε· εἶπεν ἐξ ἀρχῆς ὅτι ἐρωτήσεις δὲν δέχεται.

§61ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἐπ’ αὐτῆς τῆς βάσεως στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον;

§62ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Μεταξὺ τῶν σκέψεων τῶν ἰδικῶν μου εἶναι μία καὶ αὐτή.

§63ΑΛΕΞ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Περὶ τῆς παραδοχῆς ἢ μὴ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ νὰ ἐκφράσητε τὰς ἰδέας· περὶ αὐτοῦ πρόκειται.

§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, μὴ διακόπτετε· (θόρυβος.)

§65ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι δὲν φθάνει ἡ χείρ μου μέχρι τοῦ Λονδίνου, νὰ φονεύσω καὶ τὸν Γλάδστωνα καὶ τοὺς πολιτικοὺς ὅλους τῆς Ἀγγλίας διὰ νὰ προκαλέσω χειροκροτήματα καὶ εὐχαριστήσω τοὺς κυρίους· (γέλως.) Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, κύριοι, τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, ὡρισμένως ἰδοὺ τί ἔχω νὰ εἴπω. Ὅλοι ἠξεύρομεν πῶς ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, δὲν ἐπεριμέναμεν βέβαια νὰ τὸ μάθωμεν ἤδη, καὶ πρὸ τῆς ὑποβολῆς του εἴμεθα ἐν γνώσει τῶν αἰτίων, τὰ ὁποῖα ὑπηγόρευσαν καὶ τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Δεληγεώργη δοθεῖσαν ὑπόσχεσιν καὶ τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Κουμουνδούρου ὑποβολὴν τοιούτου νομοσχεδίου. Συζητουμένου τοιούτου ἀντικειμένου, ἐγὼ νομίζω, ὅτι μήτε συμφέρον μήτε πρέπον εἶναι νὰ ἐκτίθενται ἀκριβῶς οἱ λόγοι, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὴν ὑποβολὴν καὶ πολὺ μᾶλλον καὶ τὴν ἐπιψήφισίν του, διότι βεβαίως τοιαύτη πρότασις συνδέεται μὲ τόσα πράγματα, ὥστε δὲν δύνανται νὰ ἐκτυλιχθοῦν ἐντεῦθεν ἄνευ κινδύνων τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους· ἀλλὰ νομίζω ὅτι εὐχῆς ἔργον ἤθελεν εἶσθαι, ἂν ἡ συζήτησις ἐσταμάτα μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, καὶ προηρχόμεθα ἀμέσως εἰς μίαν ψηφοφορίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀδιάφορον ποῖον θὰ ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα· ἐντούτοις ἠθέλαμεν ψηφοφορήσει ἐπὶ προτάσεως, ἡ ὁποία κατὰ τὴν ἐπίσημον ἐξήγησιν τῆς κυβερνήσεως δὲν φέρει κανένα ἄλλον χαρακτῆρα, παρὰ τὸν τῆς φιλανθρωπίας.

§66ΜΙΛΗΣΗΣ. Σεῖς ἕως τώρα μᾶς ἀνεπτύξατε τόσα πράγματα......

§67ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Πόσον ἄδικος εἶσθε, κύριε Μίληση. Ἐγὼ σᾶς ἤκουσα ἐπὶ τόσας ὥρας λαλοῦντα, καὶ σεῖς δὲν ἔχετε τὴν ὑπομονὴν νὰ μ’ ἀκούσητε ἐπ’ ὀλίγον.

§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τοῦτο ἔχει δίκαιον ὁ ἀγορεύων· ὀλίγην ὥραν κατέχει τὸ βῆμα, καὶ ἐντούτοις δὲν ἔχετε τὴν ὑπομονὴν νὰ τὸν ἀκούσητε (γέλως). Παρακαλῶ μὴ διακόπτητε.

§69ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Κύριοι, δὲν ἐξέθηκα ἐδῶ ὅσα ἐξέθηκα μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἠμπορῶ νὰ πείσω κανένα· εἶμαι ἤδη πεπεισμένος, ὅτι αἱ πεποιθήσεις ἑνὸς ἑκάστου εἶναι ἐσχηματισμέναι· δὲν πιστεύω οὔτε ὁ κ. Μίλησης οὔτε ὁ κ. Λομβάρδος νὰ ἦλθον μὲ τὸν σκοπὸν αὐτὸν ἐδῶ, ἀλλ’ ἦλθον ἐδῶ διὰ νὰ ἐκθέσωσι τὰ ἴδιά των αἰσθήματα. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι πλὴν τῶν αἰσθημάτων τούτων εἶχον καὶ ὑποχρέωσιν, καὶ τελευτῶν ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους ἐναντίον τῶν ὅσων εἶπον οἱ κύριοι προλαλήσαντες κατ’ ἀνωτέρων λειτουργῶν τῆς Ἀγγλίας καὶ ἄλλων ἀτόμων, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν ἄξια τῶν μομφῶν, αἱ ὁποῖαι τοῖς ἀπεδόθησαν.

§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, σᾶς κάμνω τὴν παρατήρησιν ὅτι θὰ ἐκκενώσω τὰ ἀκροατήρια (θόρυβος).

§71Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι, αἱ ἰδέαι καὶ αἱ θεωρίαι, τὰς ὁποίας ἐξέφρασεν ἐν τῷ βουλευτηρίῳ τῆς Ἑλλάδος ὁ προλαλήσας, εἶναι ἰδέαι καὶ θεωρίαι, αἱ ὁποῖαι ἁρμόζουν εἰς ἀντιπροσώπους ὄχι ἀνεξαρτήτου κράτους, ἀλλὰ δούλου λαοῦ.

§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτὰ, σᾶς κάμνω τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἕκαστος εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐκφράσῃ τὰς ἰδέας του....... (θόρυβος).

§73ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐγὼ ἐπρόλαβα νὰ ἐκφράσω τὴν θλίψιν μου ὅτι δὲν δύναμαι ν’ ἁπλώσω τὴν χεῖρά μου μέχρι τοῦ Λονδίνου νὰ φονεύσω τὸν Γλάστωνα διὰ νὰ προκαλέσω χειροκροτήματα καὶ σᾶς εὐχαριστήσω.

§74Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἔπρεπε νὰ γνωρίζητε, ὅτι ἔθνος, τὸ ὁποῖον δέχεται νὰ προστιμίζεται ἀπὸ ἔθνος ἄλλο, ἀπ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν παύει νὰ ᾖναι αὐτόνομον καὶ ἀνεξάρτητον. Διὰ τοῦτο ἀποκρούω ὡς βλάσφημα ὅσα ὑπὸ τοῦ προλαλήσαντος ἐῤῥέθησαν μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς συνειδήσεώς μου. Κύριοι, θέλω περιορισθῆ εἰς τὸ ζήτημα τὸ κύριον, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπασχολεῖ, θέλω ἀπομακρύνει ὅλα τὰ παρεμπίπτοντα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὴν διαγωγὴν τῶν πρῴην κυβερνήσεων, καὶ τῶν αἰτίων, τὰ ὁποῖα ἠνάγκασαν αὐτὰς νὰ διεξαγάγωσι τὴν δυστυχῆ ὑπόθεσιν τοῦ Δήλιου, οὕτως, ὅπως τὴν διεξήγαγον, διότι ἔχω μίαν ἰδέαν καθολικὴν, κύριοι, ὅτι ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἠξιώθησαν ν’ ἀναβοῦν εἰς τὸ κορυφαῖον ἀξίωμα τῆς πολιτείας, δὲν πρέπει νὰ ἐξευτελίζωνται καὶ ταπεινοῦνται διὰ προσωπικῶν προσβολῶν ἀπὸ τὸ βουλευτήριον τοῦτο, διότι πᾶσα προσβολὴ εἶναι ζημία τοῦ ἔθνους (διακοπή). Ἡ Ἑλλὰς, κύριοι, ὀλίγους ἀνθρώπους ἱκανοὺς ἔχει σήμερον. Πρέπει λοιπὸν νὰ φειδώμεθα τῆς ὑπολήψεώς των· ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ νὰ μὴ ἐξελέγξωμεν, ἂν ἡ διαγωγὴ, τὴν ὁποίαν ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ἔδειξεν, ἦτον ἀδεξία, ἂν δὲν πρέπει νὰ ἀποδοθῇ τὸ ἀποτέλεσμα ἐκεῖνο εἰς τοὺς τότε κυβερνῶντας. Καὶ ὁμολογῶ κατὰ μέγα μέρος ὅτι τὸ ἀπαίσιον ἀποτέλεσμα ἀποδόθητω εἰς αὐτοὺς, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ ὅτι τὸ ἔθνος εὐθύνεται ἀπέναντι τῆς Ἀγγλίας, διότι τὰ πάντα ὑπηγορεύθησαν καὶ ἐνηργήθησαν τῇ πρωτοβουλίᾳ καὶ τῇ γνώσει καὶ τῇ εἰδήσει τοῦ ἀντιπροσώπου της. Ἀπέναντι τῆς Ἀγγλίας οὐδεμίαν εὐθύνην ἔχομεν· ἠμπορεῖ τὸ ἔθνος νὰ ζητήσῃ λόγον, ἀλλ’ ἡ Ἀγγλία οὐδένα λόγον, οὐδεμίαν μομφὴν νὰ ῥίψῃ ὡς πρὸς τὴν διεξαγωγὴν ἐκείνην. Κατακρίνω ὡς ἀδεξίαν τὴν κυβέρνησιν, διότι ἐνῷ παρεδέξατο τὸ σύστημα τῶν ὑποχωρήσεων πρὸς σωτηρίαν τῶν αἰχμαλώτων, αἰφνιδίως μετέβαλεν αὐτὸ εἰς σύστημα ἐπιθέσεως ἐν γνώσει τῶν κινδύνων, κατὰ τῆς ἀσφαλείας τῶν αἰχμαλώτων. Κύριοι, τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπασχολεῖ συνίσταται εἰς τοῦτο· εἶναι ἀξιοπρεπὲς, εἶναι συμφέρον διὰ τὴν Ἑλλάδα νὰ παραδεχθῇ καὶ ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον; Αὐτὸ διὰ τῆς ἀποζημιώσεώς του ἀναγνωρίζει παραχώρησιν δικαιωμάτων προσβαλόντων τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ αὐτονομίαν του, δύναται νὰ ἔχῃ συνεπείας εἰς τὸ μέλλον. Αὐταὶ εἶναι αἱ σκέψεις τὰς ὁποίας πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν πρὶν τὸ παραδεχθῶμεν. Ἐγὼ δὲ δὲν διστάζω νὰ ἐκφράσω παῤῥησίᾳ τὴν γνώμην μου, ὅτι εἶμαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἔθεσε σαφῶς τὸ ζήτημα· εἶπεν ὅτι ἂν νομίζετε, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἀποζημίωσις ζητεῖται ὡς ὑποχρέωσις ἔννομος, καταναγκαστικὴ, τότε πρέπει ἕκαστος τῶν βουλευτῶν, ὅστις ἐσχημάτισε τοιαύτην ἰδέαν, νὰ τὸ καταψηφίσῃ· ἂν ὅμως ἐξ ἐναντίας καμμία ὑποχρέωσις δὲν ἐπιβάλλεται εἰς τὸ ἔθνος καταναγκαστικῶς, ἀλλὰ ζητεῖται χάριν φιλανθρωπίας ὡς μία συνδρομὴ δι’ ἐκείνην, ἡ ὁποία ἔπαθε ἀπὸ τὴν καταστροφὴν τοῦ Δηλίου, τότε πρέπει νὰ τὸ ψηφίσητε. Καὶ ἵνα μὴ σᾶς ἀποκρύψω τὴν ἀλήθειαν, μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ εἶχον κλονισθῆ τοσοῦτον, ὥστε ἐνῷ ἤμην ἀποφασισμένος νὰ τὸ καταψηφίσω, ἐδίσταζον, ἀλλ’ ἀφοῦ ἤκουσα τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Δεληγεώργη ἐπείσθην, ὅτι ὁ χαρακτὴρ τῆς ζητουμένης βοηθείας εἶναι τῆς ἀναγκαστικῆς ἀποζημιώσεως, εἶναι ἐπιβλητικός. Ἐκ τῆς συζητήσεως ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου τῆς Ἀγγλίας, ἧς ἔκαμε χρῆσιν καὶ ὁ Γλάδστων, ἐπροκλήθη, κύριοι, ἀπὸ βουλευτὰς διὰ νὰ ἐξηγήσῃ τὶ διανοεῖται νὰ πράξῃ κατὰ τῆς Ἑλλάδος, τὶ ἀπαιτήσεις ἔχει νὰ ὑποβάλῃ, καὶ εἰς ἀπάντησιν ἐδήλωσεν ὡς πρώτην ἀπαίτησιν, ὅτι θὰ ἀπαιτήσῃ τὴν ἀποζημίωσιν τῆς χήρας Λόϋδ. Ἀφοῦ λοιπὸν ἔχω τοιαύτην αὐθεντικὴν ἀπόδειξιν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ συνδρομῆς λόγῳ φιλανθρωπίας, ἀλλὰ περὶ ἀποζημιώσεως ὀφειλομένης, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ νομοσχεδίου ἐκ τῆς πρωτοβουλίας τῆς κυβερνήσεως, ἐξ ἰδίας ὁρμῆς, ἐξ ἰδίου αἰσθήματος, ἀλλὰ προκαλεῖται ἀπὸ ξένην δύναμιν ὡς ἀναγκαστικὴ, ὡς ὑποχρεωτικὴ, δὲν δύναμαι, κύριοι, νὰ τὸ παραδεχθῶ· διότι ἔπρεπεν ἡ Ἑλλὰς νὰ ᾖναι ἔνοχος εἰς τὴν ληστείαν ἐμμέσως ἢ ἀμέσως νὰ δύναται κατὰ τῆς Ἑλλάδος νὰ καταγνωσθῇ ἀμέλειά τις, ἥτις νὰ τὴν καθιστᾷ συνένοχον εἰς τ’ ἀποτελέσματα, τότε καὶ μόνον ἡ Ἀγγλία καὶ πᾶσα ἄλλη δύναμις ἤθελεν ἔχει δικαίωμα ἀπαιτήσεως. Ἐκτὸς τούτου, κύριοι, δὲν ὑπάρχει μόνον ἡ συζήτησις ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου τῆς Ἀγγλίας, ἔχομεν καὶ ἄλλην ἀπόδειξιν αὐθεντικὴν, ὅτι ἐπιδιώκεται ἡ ἐπιψήφισις ὡς ὑποχρέωσις ἀναγκαστικὴ, τὸ ἔγγραφον τοῦ ἀξιοτίμου πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας ἐν Ἑλλάδι μὲ τὸ ὁποῖον συνοδεύεται τὸ νομοσχέδιον· καὶ ἐκεῖ βλέπω, ὅτι ὡς ἀναγκαστικὴν ἀπαίτησιν ἀπαιτεῖ τὴν ἐπιψήφισιν. Καὶ πρὸς τοῦτο, κύριοι, προσθέτει καὶ ἄλλον λόγον, μίαν δοθεῖσαν ὑπόσχεσιν τοῦ Ἡγεμόνος. Ὁ κ. Δεληγεώργης, ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, προκληθεὶς, ἐπελάβετο νὰ δώσῃ τὴν ἑρμηνείαν ἑνὸς ἐγγράφου διὰ τοῦ ὁποίου ἐπροσφέρετο ὑπὲρ μιᾶς συνδρομῆς τῆς κυρίας Λόϋδ καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι αὐτὸς δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ποσῶς τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Πρέσβεως, ἀλλ’ ἐξ ἰδίας ὁρμῆς καὶ πρωτοβουλίας προσέφερεν αὐτὴν τὴν ὑπόσχεσιν καὶ ἄφησεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν τελευταῖον λόγον, ν’ ἀποφασίσῃ ἂν πρέπῃ νὰ δοθῇ ἢ ὄχι· ὥστε οὐδεμία εὐθύνη τὸν ἐπιβαρύνει· διότι ἡ Βουλὴ εἶναι ἐλευθέρα νὰ δώσῃ τὸν ἁρμόζοντα χαρακτῆρα καὶ νὰ ἐπιψηφίσῃ ἢ νὰ καταψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον. Ἠμπορῶ, κύριοι, νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν, δεχόμενος τὰς ἐξηγήσεις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ, ὅτι πάντοτε ὅμως, ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι μία ὑπόσχεσις δοθεῖσα ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν, φέρει κἄποιαν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν καὶ εὐθύνην εἰς αὐτήν. Ἂν λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον, κύριοι, προήρχετο ἁπλῶς καὶ καθαρῶς ἐκ τῆς πρωτοβουλίας τῆς Κυβερνήσεως, ἂν χάριν φιλανθρωπίας, χωρὶς νὰ ὑπάρχουν τὰ προηγούμενα, τὰ ὁποῖα μόνα δίδουν τὸν ἀληθῆ χαρακτῆρα, μήτε ἐγὼ ἤθελα ἀρνηθῆ τὴν ψῆφόν μου εἰς αὐτό· ἀλλ’ ὡς εἰσηγητὴς, κύριοι, δὲν δύναμαι νὰ τὸ καταψηφίσω· διότι εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ὑπάρχει καὶ μία ὑπολανθάνουσα τοῦ ἔθνους ὑπαιτιότης, τὴν ὁποίαν δύναται ἐχθρά τις τῆς Ἑλλάδος νὰ μεταχειρισθῇ ὡς ὅπλον κατ’ αὐτῆς καὶ ὡς ἔμμεσον ἀναγνώρισιν. Δὲν πρόκειται, κύριοι, περὶ χρημάτων, διότι τὰ φιλότιμα ἔθνη οὐδόλως φείδονται χρημάτων, ἀλλ’ οὐδέποτε θυσιάζουν τὴν τιμήν των. Ἂν θέλουν χρήματα, δώσατέ τα· ἂς διαπραγματευθῇ τὸ ζήτημα ἰδιαιτέρως ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἂν ζητοῦν 300 δώσατε 500,000, ἀλλὰ μὴ θέλετε νὰ καταδικάσῃ τὸ ἔθνος διὰ τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος τὴν τιμὴν καὶ τὰ δικαιώματά του.

§75ΤΙΝΕΣ. Ἄνευ νόμου νὰ δοθοῦν; (θόρυβος).

§76ΚΩΝΣΤ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι, ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη κατὰ πόσον ἡ ἀπαίτησις αὕτη εἶναι καὶ ἔννομος. Οἱ ξένοι, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται εἰς ξένον κράτος δὲν δύνανται νὰ ἀπαιτήσουν μεγαλειτέρας ἀσφαλείας καὶ ἐγγυήσεις παρ’ ὅσας παρέχει εἰς τοὺς ὑπηκόους τοῦ τὸ ἴδιον κράτος· εἶναι ἐλεύθεροι οἱ ξένοι νὰ ἔλθουν· μάλιστα πολλὰ ἔθνη ἀπαγορεύουν καὶ τὴν εἴσοδον τῶν ξένων· ἡ Ἑλλὰς τοὺς δέχεται, ἀλλὰ δὲν δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτοῦν μεγαλειτέρας ἀσφαλείας καὶ μεγαλειτέρας ἐγγυήσεις. Ἂν ζημιωθῶσιν οἱ ξένοι, ἂν βλαφθῶσιν, ἄλλο δικαίωμα δὲν ἔχουν, εἰμὴ νὰ ἀπαιτήσουν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου νὰ καταδιώξῃ τοὺς βλάψαντας, τοὺς κακούργους καὶ τίποτε περισσότερον. Καὶ ὅταν παραλείψῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ καταδιώξῃ αὐτοὺς καὶ καθίσταται τρόπον τινὰ διὰ τῆς ἀμελείας της συνένοχος, τότε τὸ διεθνὲς δίκαιον οὐδὲν δίδει δικαίωμα εἰς τὸ ξένον κράτος νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ Βάτελ· καὶ ἠξεύρετε τίς εἶναι αὐτός; Εἶναι ἐκεῖνος, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν γνώμην ἐστήριξεν ὁ Ῥῶσσελ τὴν ἐκδοθεῖσαν ἐπὶ τῆς Ἰταλικῆς ἐπαναστάσεως, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν διαγωγὴν τῶν ὑπαλλήλων ὑπὲρ τῶν ἐπαναστατῶν τῆς Ἰταλίας, ἐγκύκλιόν του. Τοιαύτην αὐθεντίαν ἐξασκεῖ εἰς τὴν Εὐρώπην ὁ ἡγεμών, ὅστις ἀποποιεῖται νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν ἐπενεχθεῖσαν ζημίαν παρὰ τοῦ ὑπηκόου του, ἢ νὰ τιμωρήσῃ τὸν ἔνοχον ἢ τέλος πάντων νὰ τὸν παραδώσῃ, καθίσταται τρόπον τινὰ συνένοχος τῆς ὕβρεως καὶ ἐντεῦθεν γίνεται ὑπεύθυνος· ἀλλ’ ἂν παραδώσῃ ἢ τὴν περιουσίαν τοῦ ὑπευθύνου εἰς ἀποζημίωσιν, εἰς τὰς περιπτώσεις τὰς ἐπιδεκτικὰς τοιαύτης ἱκανοποιήσεως, ἢ τὸ πρόσωπον αὐτοῦ διὰ νὰ ἀποτίσῃ τὴν ποινὴν τοῦ ἐγκλήματός του, ὁ προσβληθεὶς δὲν δύναται τίποτε πλέον νὰ ζητήσῃ. «Τοῦ βασιλέως Δημητρίου παραδόντος εἰς τοὺς Ῥωμαίους τοὺς φονεῖς τῶν πρέσβεών των, ἡ Γερουσία τοὺς ἀπέπεμψε, σκοποῦσα νὰ διαφυλάξῃ τὴν ἐλευθερίαν, νὰ τιμωρήσῃ ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ ἓν τοιοῦτον κακούργημα κατὰ τοῦ βασιλέως αὐτοῦ, ἢ κατὰ τῆς ἐπικρατείας του. Ἐὰν οὕτως εἶχε τὸ πρᾶγμα, ἐὰν ὁ βασιλεὺς οὐδεμίαν μετοχὴν εἶχεν εἰς τὴν δολοφονίαν τοῦ Ῥωμαίου πρέσβεως, ἡ διαγωγὴ τῆς Γερουσίας ἦτον ἀδικωτάτη καὶ ἀξία ἀνθρώπων, οἵτινες ζητοῦν ἀφορμὰς εἰς τὰς φιλοδόξους ἐπιχειρήσεις των (Vattel droit des Gens §. 77).» Τίποτε λοιπὸν δὲν ἐχρεωστούσαμεν εἰς τὴν Ἀγγλίαν παρὰ νὰ καταδιώξωμεν τοὺς λῃστάς, νὰ τοὺς τιμωρήσωμεν. Καὶ δὲν ἔχει κανένα λόγον, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν κατέβαλε πᾶσαν προσπάθειαν, ὅτι τὸ ἔθνος δὲν ἐξηγέρθη ὡς ἓν ἄτομον πρὸς σύλληψιν καὶ τιμωρίαν τῶν λῃστῶν, ὅτι δὲν ἔπραξεν ὅ,τι ἄνθρωπος ἐδύνατο νὰ πράξῃ. Ποῦ λοιπὸν δύναται νὰ στηριχθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως; Ἂν ἡ Ἀγγλία δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν, δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ αὐτὴν ἀπὸ τὴν Τουρκίαν· ἐκεῖ ἐσυστήθη ἡ συμμορία, ἐκεῖθεν ἐξώρμησε κατὰ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἂν ὑπέφερεν ἡ Ἀγγλία, ἐμμέσως ἔπαθε πρώτη ἡ Ἑλλάς. Ἂν ἡ Ἀγγλία ἔχῃ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἀπὸ ἡμᾶς ἀποζημίωσιν, ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὴν Τουρκίαν (Θόρυβος). Αὐτὸ εἶναι ἄνω ποταμῶν, εἶναι παράλογον καὶ ἄδικον. Κύριοι, συνέπεια τῆς ἀνεξαρτησίας τῶν ἐθνῶν εἶναι ἡ ἰσότης αὐτῶν, καὶ ὁ οὐσιώδης χαρακτὴρ τῆς ἀνεξαρτησίας συνίσταται εἰς τοῦτο, ὅτι κανὲν ἔθνος δὲν δύναται ν’ ἀπαιτήσῃ νὰ κάμῃ καμμίαν παραχώρησιν εἰς ἓν ἄλλο, χωρὶς τοῦτο νὰ ᾖναι ὑπόχρεων εἰς τὴν αὐτὴν παραχώρησιν. Ἠμπορεῖ ἓν ἔθνος, κύριοι, καὶ δύναται νὰ ᾖναι ἰσχυρότερον τοῦ ἄλλου, ἀλλ’ ἡ ἰσχύς του οὐδὲν δικαίωμα τοῦ περιποιεῖ διὰ ν’ ἀπαιτήσῃ ὑποχρεώσεις, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ὑποβάλλεται τὸ ἴδιον καὶ αἱ ὁποῖαι εἶναι ἄδικοι. Δύνασθε νὰ παραδεχθῆτέ ποτε, ὅτι ἡ Ἀγγλία, κύριοι, σήμερον, ἐκβιάζουσα τὴν Ἑλλάδα νὰ ἀναγνωρίσῃ ἓν δικαίωμα ἀποζημιώσεως, αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν ἐννοεῖ νὰ τὴν ἐπιβάλῃ καὶ εἰς τὸν ἑαυτόν της; Δύνασθε νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι θέλει νὰ καθιερώσῃ μίαν τοιαύτην ἀρχὴν, ὅτι αἱ κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι κατ’ οὐδὲν εἶναι πολιτικῶς ὑπεύθυνοι ὡς πρὸς τὰς βλάβας, ἢ ζημίας, τὰς ὁποίας τυχὸν ἐν τῷ κράτει των ὑπέστησαν ἀλλοδαποί, αὗται αἱ κυβερνήσεις εἶναι ὑπόχρεοι πρὸς ἀποζημίωσιν, ἀφοῦ κατέβαλον πᾶσαν προσπάθειαν πρὸς τιμωρίαν τῶν κακούργων; Ἐγὼ εἶμαι βέβαιος, κύριοι, ὅτι ἂν οἱ ὑπουργοὶ τῆς Ἑλλάδος δὲν ἤθελον εἶσθαι τόσον εὔκολοι εἰς παραχωρήσεις καὶ ἀναγνωρίσεις δικαιωμάτων, εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ Ἀγγλία ἤθελε, κύριοι, εἰσακούσει τὸ δίκαιον· καὶ ἔχω πρόσφατον παράδειγμα· ἡ Ἰταλία ἐζήτησε τὴν αὐτὴν ὑποχώρησιν ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν κυβέρνησιν, οἵα ἐγένετο καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν, νὰ ἐπιτηρῇ τὴν ἀνάκρισιν, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις γενναίως ἀντετάχθη, καίτοι τοιούτου προηγουμένου παρὰ τὸ διεθνὲς δίκαιον ὑπάρχοντος. Νομίζω ὅτι πρωθυπουργὸς ἦτο ὁ κύριος Δεληγεώργης, ὅστις ἀπήντησεν, ὅτι προτιμῶ νὰ παραιτηθῶ παρὰ ν’ ἀναγνωρίσω ἓν τοιοῦτον δικαίωμα, ὅπερ ἀντίκειται εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν αὐτονομίαν τῆς, ὑποβαλλομένης εἰς τὸν ξένον ἔλεγχον τῆς ἀνακρίσεως, ἐνῷ τὸ Σύνταγμά μας οὔτε εἰς τὰς ἄλλας ἐξουσίας δὲν ὑποβάλλει τὴν ἐνέργειαν τῶν δικαστηρίων· κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἀποτελεῖ τρίτην ἐξουσίαν ἐν τῷ κράτει· ἡ δὲ Ἰταλία, ἀναγνωρίσασα τὴν ἰσχὺν καὶ τὸ δίκαιον τῶν λόγων, ἀπέσυρε τὴν πρότασίν της. Εἶμαι βέβαιος, κύριοι, ὅτι καὶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἂν οἱ ὑπουργοὶ τῆς Ἑλλάδος ἤθελον κάμει παρατηρήσεις, ἡ Ἀγγλία θὰ ὑπεχώρει. Τὰ ἔθνη, ὅταν πρόκηται περὶ παραχωρήσεως δικαιωμάτων οὔτε συμπαθείας λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν, οὔτε εὐγνωμοσύνας· δὲν ἀναγνωρίζουν δικαιώματα, τὰ ὁποῖα προσβάλλουν τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ αὐτονομίαν των. Καὶ ἐγὼ, κύριοι, ἐκφράζω τὴν ἄπειρον εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τὸ Ἀγγλικὸν ἔθνος καὶ πρὸς ὅλας τὰς προστάτιδας δυνάμεις δι’ ὅσα ἔπραξαν ἄλλοτε καὶ ἐξακολουθοῦσι νὰ πράττωσιν ὑπὲρ ἡμῶν, ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν εἰμπορῶ νὰ παραχωρήσω οὔτε κεραίαν ἐκ τῶν δικαιωμάτων τῶν ἀπολύτων τοῦ ἔθνους. Ἐγὼ, κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἡ Ἀγγλία οὐδέποτε, καταχρωμένη τῆς δυνάμεώς της, δύναται νὰ μεταχειρισθῇ τὴν βίαν διὰ νὰ μᾶς ὑποχρεώσῃ εἰς ἄδικον ὑποχρέωσιν, ἀντιβαίνουσαν εἰς τὸ διεθνὲς δίκαιον, καὶ ὅσα θέλει ἂς λέγῃ ὁ κ. Ζαΐμης, ὅτι σήμερον τὸ διεθνὲς δίκαιον δὲν ἰσχύει, καὶ ὅτι ἡ δύναμις τοῦ ἰσχυροτέρου εἶναι τὸ δίκαιον, διότι ὅσον μία δύναμις εἶναι ἰσχυροτέρα, τόσῳ, χάριν τῆς ὑπολήψεώς της, χάριν τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἠθικὴν, δὲν δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτῆς, καὶ ὁσάκις ἔκαμε χρῆσιν, ἐπρότεινε εὔλογον ἀφορμὴν, ἢ τοὐλάχιστον εὐπρόσωπον. Καὶ τοῦ Πατσιφίκου τὸ παράδειγμα δὲν ἔχει σχέσιν, διότι ἡ Ἀγγλία ἐδικαιολογήθη, διότι οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐξουσίας δὲν ἔπραξαν τὸ καθῆκόν των εἰς τὸ νὰ ἐμποδίσωσι τὴν διαρπαγὴν, ἐνῷ ἦσαν παρόντες· ἀλλὰ σήμερον τί ἀφορμὴν ἔχει; Ἔστω, ὅτι ἔχει ἀπόφασιν νὰ μεταχειρισθῇ καὶ τὴν βίαν, πρὶν ὅμως ἐκδηλώσῃ αὐτὴν δὲν δύναται τὸ ἔθνος νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις της· ὁ κύριος ὑπουργὸς μᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι οὐδὲν σημεῖον, οὐδὲν σύμπτωμα μέχρι τοῦδε ὑπάρχει δεικνῦον τὴν τοιαύτην προδιάθεσιν. Ἂς μὴ μιμηθῶμεν τὸν δειλὸν ἐκεῖνον πλοίαρχον, ὅστις ἐπὶ τῇ ὑπονοίᾳ τρικυμίας ῥίπτει τὸ φορτίον διὰ νὰ προλάβῃ τὸν κίνδυνον, ἀντὶ νὰ προσπαθήσῃ νὰ τὸ σώσῃ, εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ τὸ πλοῖον εἰς τὴν ἀκτήν· (θόρυβος). Ἀλλ’ ἔστω, ὅτι δύναται νὰ μετέλθῃ τὴν βίαν· ἀλλὰ τὸ ἔθνος, πρὶν ἢ φθάσῃ εἰς τὴν ἐξάσκησιν τῆς βίας, προτάσσει ἓν τελεσίγραφον· ἂς ἀφήσωμεν νὰ ἔλθῃ καὶ νὰ ζητῇ δι’ αὐτοῦ ἡ Ἀγγλία τὴν πληρωμήν· διότι τότε σώζεται ἡ τιμὴ τοῦ ἔθνους (θόρυβος.) Δὲν πιστεύω δὲ ἡ Ἀγγλία νὰ ἐκτραχηλισθῇ εἰς τοιαῦτα μέτρα, ἵνα νομιμοποιήσῃ μίαν ἄδικον ἀπαίτησιν, αὐτὴ ἡ ὁποία φαίνεται ὁ προστάτης τοῦ δικαίου, τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς τιμῆς τῶν μικρῶν καὶ ἀδυνάτων ἐθνῶν. Χωρὶς ἑνὸς τελεσιγράφου δὲν δύναμαι ν’ ἀναγνωρίσω ὑποχρέωσιν, ἡ ὁποία ἀντιβαίνει εἰς τὴν αὐτονομίαν τῆς πατρίδος μου, καὶ μὲ τὴν γλῶσσαν καὶ μὲ τὰς χεῖράς μου, καὶ μὲ τοὺς ὀφθαλμούς μου θέλω τὴν ἀποκρούσει. Εἶδον, κύριοι, εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας (καὶ ἐδῶ ὑπάρχει ζήτημα συνταγματικὸν, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ παρέλθῃ ἐν σιωπῇ, διότι δύναται νὰ καθιερώσῃ προηγούμενα·) ἐδόθη, λέγει, καὶ ὑπόσχεσις.

§77ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Περὶ τούτου ἐλέχθησαν πολλὰ, τίς ἡ ἀνάγκη νὰ ἐπαναλαμβάνωνται τὰ ἴδια.

§78ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ἐκφράσω τὴν ἰδέαν μου. Διὰ τὴν εὐτυχίαν τῆς Ἑλλάδος, ὁ ἡγεμὼν παρέχει τὸ πρωτότυπον παράδειγμα τοῦ πρὸς τὸ πολίτευμα σεβασμοῦ καὶ τῶν συνταγματικῶν ἀρχῶν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐννοῶ διόλου, καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ παρεξηγηθῶ, λέγω μόνον, ὅτι οἱ βασιλεῖς καὶ ἡγεμόνες τῶν συνταγματικῶν κρατῶν δὲν δύνανται νὰ διαγράφωσι κανόνα ἀτομικῆς συμπεριφορᾶς, τὸν ὁποῖον οἱ σύμβουλοι τοῦ στέμματος εἰσὶν ὑπόχρεοι νὰ σεβασθοῦν καὶ νὰ μὴ διαταράξουν διὰ τῆς γνώμης των. Αὐτοί, κύριοι, κυβερνοῦνται διοικοῦν διὰ τῶν ὑπευθύνων ὑπουργῶν, καὶ οἱ ὑπουργοὶ ὡς πρὸ τὰ ζητήματα τῆς πολιτικῆς δὲν δύνανται παρὰ νὰ ζητοῦν πάντοτε τὴν γνώμην των, ὥστε ἂν δὲν εὑρίσκωνται σύμφωνοι μὲ τὸν ἡγεμόνα χρεωστοῦν ἢ νὰ παραιτήσουν τὴν πολιτικήν των ἢ τὸ χαρτοφυλάκιον, διότι ὁ ἡγεμὼν παραδίδων τὴν σφραγίδα τῆς ἐξουσίας εἰς ὑπουργοὺς, παραδίδει καὶ τὴν συνείδησίν του. Κύριοι, λυποῦμαι πολὺ διὰ τὴν κακὴν ἐκτίμησιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ζακύνθου ἔκαμε τοῦ χαρακτῆρος τοῦ Κλαρενδῶνος καὶ τοῦ Γλάδστωνος, καὶ διὰ τὰς κατ’ αὐτῶν ἀναξίας συγκρίσεις· ἡ παραφορὰ αὕτη δύναται νὰ συγχωρηθῇ, ἂν ἀποδοθῇ εἰς τὸ πάθος τῆς ἀγανακτήσεως διὰ τὰς πικροτάτας καὶ μέχρις ἐξευτελισμοῦ προφερθείσας ὕβρεις, καθ’ ἅπαντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν τῷ κοινοβουλίῳ τῆς Ἀγγλίας, ἀλλ’ ἂν εὑρέθησαν ὑβρισταὶ κατὰ τοῦ ἑλληνισμοῦ, οὐδὲν δικαίωμα ἔχομεν νὰ λαλῶμεν κατὰ τοῦ ἀποθανόντος Κλαρενδῶνος ἢ τοῦ Γλάδστωνος μὲ τοιαύτην περιφρόνησιν.

§79ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Περὶ ζώντων δὲν ὡμίλητα.

§80ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Διότι ἡ Ἑλλὰς εἰς ἀμφοτέρους χρεωστεῖ χάριτας, διότι καὶ οἱ δύο ἐφάνησαν φιλλέληνες, καὶ διότι ἐτέθησαν ὡς ἀσπὶς κατὰ τῆς ἐξηγριωμένης ἀδίκως κοινῆς γνώμης τῆς Ἀγγλίας καὶ ἀντετάχθησαν κατὰ τῆς ζητουμένης νέας κατὰ τῆς Ἑλλάδος σταυροφορίας. Ἐγὼ, κύριοι, μακαρίζω ἐκεῖνα τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα ηὐτύχησαν νὰ ἔχωσιν ἄνδρας ὡς τὸν Γλάδστωνα καὶ τὸν Κλαρενδῶνα καὶ θεωρῶ τὴν ἔλλειψιν αὐτῶν ὡς ἓν δυστύχημα τῆς ἀνθρωπότητος καὶ διὰ τὰς πολιτικὰς καὶ διὰ τὰς ἀτομικάς των ἀρετάς. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὁ μακαρίτης Κλαρενδὼν περὶ τῆς ἀμνηστείας ὑπεστήριξε, εἶναι ζήτημα λίαν ἀμφίβολον, ὥστε δὲν ἔπρεπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ζακύνθου νὰ λάβῃ αὐτὸ ὡς ἀφετηρίαν τοῦ λόγου του. Τὸ σύνταγμα ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα τῆς ἀμνηστείας ὡς προνόμιον βασιλικὸν, ἀλλὰ τὸ περιορίζει ὡς πρὸς τὰ ἐγκλήματα τὰ πολιτικὰ, τὸ ἀφῄρεσε δὲ ὡς πρὸς τὰ ἐγκλήματα τὰ κοινὰ καὶ ἰδίως διὰ τὴν ληστείαν. Ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ τις νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἡ Συνέλευσις, ἡ ὁποία ἐπέφερε τὸν περιορισμὸν, ὅτι ἐνόησε ν’ ἀφαιρέσῃ τὸ δικαίωμα ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν διὰ νόμου νὰ τὴν δίδῃ, διότι ἤθελε περιορίσει τὴν ἐνέργειαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐν τῷ μέλλοντι, παρὰ τὴν φύσιν αὐτῆς. (θόρυβος).

§81Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος.

§82ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶναι ζητήματα ἀφορῶντα τὴν πολιτικὴν, καὶ πρέπει ἐντεῦθεν νὰ συζητῶνται. Ἀλλὰ λέγω, ὅτι καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ γνώμη τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Ἀγγλίας δὲν εἶναι ὀρθὴ ἐπὶ ζητήματος ἀμφισβητουμένου, δὲν ἔχει τις δικαίωμα νὰ τὸν κατακρίνῃ πικρῶς διὰ τὴν γνώμην του, ἣν ἐξέφρασε. Κύριοι, ἔρχομαι νὰ κάμω καὶ ἑτέραν παρατήρησιν, ἀφορῶσιν ἄλλο πρόσωπον ἀδίκως ἐπιβαρυνθέν. Εἶμαι φίλος τοῦ κ. Νόελ καὶ ὑπῆρξα ὑπερασπιστής του· τὸ κατ’ αὐτοῦ βούλευμα οὐδεμίαν κατηγορίαν προσῆπτεν αὐτῷ ἐπὶ συνεργείᾳ ληστείας (θόρυβος) ἡ μόνη μομφὴ, ἡ ὁποία ἀπεδόθη εἰς αὐτὸν εἶναι ὅτι ὑπέθαλψε τὴν περὶ ἀμνηστείας ἰδέαν (θόρυβος). Μὴ ταράττεσθε· αἱ βουλαὶ τῆς Ἀγγλίας, λέγει ἡ ἱστορία, ὅτι ἤκουον μετὰ προσοχῆς καὶ ἀνοχῆς, οὐχὶ ὀρθὰς παρατηρήσεις ὡς τὰς ἰδικάς μου, ἀλλὰ καὶ τοὺς μεγαλειτέρους παραλογισμούς (θόρυβος). Λέγω, ὅτι ἀπὸ πλάνην τὸ συμβούλιον τῶν πλημμελειοδικῶν καὶ παρὰ τὸ δίκαιον, ὡς ἐβεβαιώθη κατόπιν ἀπὸ τὸ βούλευμα τοῦ ἐφετείου καὶ ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα τῶν ἐφετῶν, τὸν ἐνοχοποίησε· καὶ τὸ βούλευμα τοῦ Πλημμελειοδικείου δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ, εἰμὴ ὡς μυθιστόρημα, διότι ἄλλως δὲν δύναται ν’ ἀποδοθῇ, εἰμὴ εἰς τὴν παραμόρφωσιν τῶν γεγονότων καὶ εἰς τὴν δημιουργίαν ἀνυπάρκτων· ἑπομένως δὲν ἦτο δίκαιον νὰ καταφερθῇ ὁ κ. Λομβάρδος. Δὲν λέγω τίποτε ἐπὶ τούτου περισσότερον. Ἀλλ’ ἔχομεν ἀκόμη μικρὸν λογαριασμὸν μετὰ τοῦ κ. Ζαΐμη. Νομίζω, κύριοι, ὅτι μὲ πολλὴν εὐκολίαν ὁ ἀξιότιμος κύριος Ζαΐμης ἀνεδέχθη τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ κ. Βράϊλα. Ἐγώ, κύριοι, φρονῶ, ὅτι ὁ Βράϊλας οὐ μόνον ἠθικῶς εἶναι ὑπεύθυνος, ἀλλὰ καὶ ποινικῶς. Ὅταν εἷς πρέσβυς, κύριοι, διαβάλλῃ καὶ καταδικάζῃ τὸ πολίτευμα τοῦ τόπου του, ὅταν διασύρῃ αὐτὸ ἐνῷ ὡρκίσθη νὰ τὸ ὑποστηρίξῃ, δὲν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ, ὅτι δῆθεν ἐποιήσατο χρῆσιν τῶν πεποιθήσεών του, διότι αὐτὸς ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως ἀπεφάνθη καὶ ὄχι ὡς ἄτομον. Κάμνει σύγκρισιν ὁ κ. Ζαΐμης τοῦ ἀτόμου μὲ τὸ πρόσωπον τοῦ πρέσβεως. Καὶ πότε, κύριοι, διέβαλε τὸ πολίτευμα; Ὅτε ἡ ὕπαρξις τοῦ πολιτεύματος καὶ αὐτῆς τῆς Ἑλλάδος ἐτίθετο εἰς δίκην καὶ ἐζητεῖτο ἡ ἐπέμβασις διὰ νὰ μᾶς ὑποχρεώσουν νὰ μεταβάλλωμεν τὸ πολίτευμα· ἐνῷ ἦτο ἐπίδικον τὸ πολίτευμα καὶ ἐμελετῶντο σχέδια ἀποτρόπαια κατὰ τῆς Ἑλλάδος, ἀποδόσας ὁ Βράϊλας τὰς συμφορὰς τοῦ Δείλησι εἰς τὸ πολίτευμα, ὡς δημοκρατικόν, προσθείς, ὅτι αὐτὸς προεῖδε τὰ κακά, ἐξελέγχεται ἐπίβουλος κατὰ τοῦ ἔθνους του. Δὲν ἐννοῶ, κύριοι, νὰ περιορίσω τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς συνειδήσεως καὶ τῆς κρίσεως, ὄχι· ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φρονῇ ὅ,τι θέλει, ἀλλὰ ὁ κ. Βράϊλας ἐξεφράσθη ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους. Τὸ τοιοῦτον, κύριοι, ἦτον ἔγκλημα θανάσιμον· ἦτον ἔγκλημα ἐσχάτης προδοσίας. Καὶ ἐὰν, κύριοι, τὰ ἀνθρώπινα δημόσια ἔργα δὲν εἶναι τέλεια, διὰ τοῦτο δὲν ἀπόκειται εἰς ἓν ἄτομον νὰ ἀναδέχηται τὴν ἐξουσίαν νὰ διορθώσῃ αὐτά, πολὺ ὀλιγώτερον προκειμένου λόγου περὶ πολιτεύματος· ἀπορῶ μάλιστα διὰ τὴν ἀνοχὴν τοῦ Σώματος τούτου, τὴν ὁποίαν δεικνύει εἰς τοιαύτην ἀξιοκατάκριτον διαγωγήν, ἐνῷ περιέχει εἰς τοὺς κόλπους του τοὺς περισσοτέρους πληρεξουσίους. Χρεωστεῖτε, κύριοι, ν’ ἀποδοκιμάσητε μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τοῦ λόγου τοιαύτην διαγωγήν, πρὸς παραδειγματισμὸν τῶν ἄλλων. Τὸ σύνταγμα, ὡς ἔργον ἀνθρώπινον, δύναται νὰ ἔχῃ ἀτελείας, ἀλλὰ κανεὶς ὡς ἄτομον δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καταδικάζῃ αὐτό. Τὸ ἔθνος ἐπρονόησε τὸν τρόπον τῆς διορθώσεως τῶν ἐλλείψεών του, καὶ μέχρι ποίων διατάξεων ἐκτείνεται ἡ διόρθωσις, καὶ τοιοῦτον δικαίωμα εἰς οὐδὲν ἄτομον ἀνεγνώρισε. Τὸ ἄριστον, κύριοι, τῶν συνταγμάτων εἶναι τὸ ἡμέτερον, διότι στηρίζεται εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ φυσικοῦ δικαίου, καθιεροῖ τὴν ἰσότητα τὴν πολιτικήν, καθιεροῖ τὴν ἰσότητα τὴν ἀστικήν, καθιεροῖ ὅλας τὰς ἐλευθερίας, τὰς ὁποίας ὅλα τὰ ἄλλα ἔθνη διὰ ἀγώνων μακρῶν, δοκιμασιῶν καὶ αἱμάτων δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἀποκτήσωσι. Καὶ ἂν δὲν ἀρέσῃ λοιπὸν τὸ πολίτευμα αὐτὸ εἰς τὸν κ. Βράϊλαν, οὐδὲν πολίτευμα δὲν δύναται νὰ τῷ ἀρέσῃ· ἴσως ἐπιθυμεῖ κανὲν πολίτευμα δεσποτικὸν, ὅπου τὸ ἔθνος νὰ μὴ ἔχῃ τὴν φωνήν του καὶ τὴν συμμετοχήν του; Τὸ κατ’ ἐμὲ οὐδεμίαν ἔλλειψιν εὑρίσκω εἰς τὸ σύνταγμα, καὶ ἂν ὑπάρχωσιν ἐλλείψεις ἀφορῶσιν τοὺς ὀργανικοὺς νόμους, μὴ δυναμένους νὰ ἀσφαλίσωσι τὴν καλὴν ἐφαρμογήν του, ἀφοροῦν, ὡς καὶ ἡ πεῖρα κατέδειξε, τὸν ἐκλογικὸν νόμον. Ταῦτα εἶχα νὰ παρατηρήσω.

§83ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ θέσις μου, Κύριοι, εἶναι τῇ ἀληθείᾳ δύσκολος, διότι ἀνέρχομαι τὸ βῆμα πρὸς ὑποστήριξιν γνώμης, ἣν ἀνέπτυξαν καὶ ἀνέλυσαν δύω ἐκ τῶν ἐντίμων συναδέλφων μετὰ πολλῆς ἐπιτυχίας. Ἐπερίμενα ν’ ἀκούσω σπουδαίαν τινὰ καὶ λογικὴν ἀπάντησιν εἰς τοὺς λόγους τῶν ἐντίμων βουλευτῶν Κερκύρας καὶ Καρυστίας, ἀλλ’ ἀντὶ ταύτης ἤκουσα πράγματα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν δύναταί τις, σεβόμενος ἑαυτὸν, νὰ δώσῃ ἄλλην ἀπάντησιν, εἰμὴ τὴν ἀπάντησιν τῆς σιωπῆς. Ὁ Κ. Κατσικαπῆς ἀνέλαβε τὸ ἄχαρι ἔργον, ἵνα μή τι χεῖρον εἴπω, νὰ παραστήσῃ δημοσίᾳ συναδέλφους καὶ φίλους του ὡς ὑβρίσαντας, συκοφαντήσαντας καὶ προπηλακίσαντας μάλιστα τὴν Ἀγγλίαν. Ἀλλ’ ὁποίαν ὕβριν ἤκουσεν ἀπὸ τοῦ στόματός μου ὁ Κ. Κατσικαπῆς, διὰ νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς ἑαυτὸν τοιούτους λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν θέλω νὰ χαρακτηρίσω; ...

§84ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Δὲν εἶπον διὰ σᾶς.

§85ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἂν σεῖς ἐλησμονήσατε τοὺς λόγους σας, ἐγὼ ὅμως καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ κοινὸν τοὺς ἠκούσαμεν καὶ τοὺς ἐνθυμούμεθα καλῶς. Ὁ Κ. Κατσικαπῆς ἐθεώρησεν ὕβριν, συκοφαντίαν καὶ προπηλακισμὸν κατὰ τῆς Ἀγγλίας τὴν εὐπρεπῆ, τὴν ἀνδρικὴν ὑπεράσπισιν τῶν δικαιωμάτων τῆς πατρίδος του, καὶ παρέστη αὐτὸς, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, αὐτεπάγγελτος ὑπερασπιστὴς τῆς ὑβριζομένης, τῆς ἀδικουμένης Ἀγγλίας! Δὲν ἀνεμέτρησε τὸ βάρος τῆς φοβερᾶς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἀνελάμβανεν, ὅτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἔῤῥιπτε τόσον τολμηροὺς λόγους, οἵτινες ποτὲ δὲν ἔπρεπε νὰ ἀκουσθῶσιν ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, οὐδ’ ἐσυλλογίσθη ποῖον τίτλον διεξεδίκει διὰ τὸν ἑαυτόν του, ὅτε ἔδιδε τὸν τίτλον τῶν ὑβριστῶν καὶ συκοφαντῶν εἰς τοὺς προστατεύοντας τὰ δίκαια τῆς πατρίδος του, ἀληθῶς ὑβριζομένης, συκοφαντουμένης καὶ προπηλακιζομένης....

§86ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Αὐτὸς δὲν εἶναι τρόπος συζητήσεως· εἴπατε ἐλευθέρως τὰς ἰδέας σας· εἶχον καὶ ἐγὼ δικαίωμα νὰ ἐκφράσω τὰς ἐδικάς μου (θόρυβος).

§87ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἴχατε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράσητε τὰς ἰδέας σας καὶ τὰς ἐξεφράσατε, ἀλλὰ λησμονεῖτε, ὅτι ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὸ δικαίωμα νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὰς τὸν ἀληθῆ χαρακτῆρα καὶ τὴν ἀληθῆ ἠθικὴν ἀξίαν.—Ἐννοεῖτε, Κύριοι, ὅτι δὲν θέλω ἐπιχειρήσει νὰ παρακολουθήσω τὸν Κ. Κατσικαπῆν εἰς τὴν γενναίαν ἐκδρομὴν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὑπερασπιζόμενος αὐτὸς τὴν τιμὴν τῆς προσβληθείσης Ἀγγλίας. Δὲν ἔχω ὄρεξιν ν’ ἀνασκευάζω κενολογίας, ματαιολογίας καὶ ἀερολογίας· ἐσυνείθισα νὰ σπουδάζω, ὅταν πρόκηται περὶ σπουδαίων, εἰς οὐδένα δὲ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ λέγῃ ὅ,τι φθάσῃ, ὅταν μάλιστα πρόκηται περὶ τόσον σοβαρᾶς ὑποθέσεως, καὶ ὁμιλῇ ἐνώπιον σπουδαίου Σώματος καὶ εἰς ἐπήκοον τοῦ κοινοῦ. Παραιτῶ τὸν Κ. Κατσικαπῆν καὶ ἔρχομαι εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος ἐθεώρησε πρέπον νὰ καταβῇ προχθὲς εἰς προσωπικοὺς ὑπαινιγμοὺς, εἰς τοὺς ὁποίους ὀφείλω νὰ δώσω βραχεῖαν ἀπάντησιν. Ἡ Βουλὴ, ἥτις μὲ ἤκουσε προχθὲς μετ’ εὐμενείας ἐπὶ τέσσαρας ὅλας ὥρας, ἀναπτύσσοντα τὰς ἰδέας μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, θὰ μοὶ ἀποδώσῃ, εἶμαι βέβαιος, δικαιοσύνην, ἀναγνωρίζουσα ὅτι τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον εἰς τὴν κρίσιν της, δὲν ἐνέπνευσεν οὔτε κακὴ πρόθεσις, οὔτε πλάγιος καὶ ταπεινὸς σκοπὸς ἐπιθέσεως κατ’ οὐδενὸς τῶν πολιτευομένων, ἥκιστα δὲ πάντων κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν αἱ σκέψεις μου ἦσαν πολλάκις δυσμενεῖς, ἂν ἐνίοτε ἦσαν πικραί, δὲν πταίω ἐγώ, πταίουν τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα μοὶ τὰς ἐπέβαλον ἀναγκαίως, ἀδυσωπήτως. Ἐλέγχων τὸ σύστημα τῶν θυσιῶν καὶ παραχωρήσεων, τὰς ὁποίας ἐκάμαμεν εἰς τὴν ἀξιοθρήνητον ὑπόθεσιν τοῦ Δηλίου καὶ ἀποδεικνύων διὰ τῶν πραγμάτων οὐ μόνον τὸ ἄδικον καὶ ἐξευτελιστικόν, ἀλλὰ καὶ τὸ ἄσκοπον καὶ μάταιον αὐτῶν, ἔφθασα, ὡς ἐνθυμεῖσθε, καὶ εἰς τὴν τελευταίαν ἀπαίτησιν τῆς Ἀγγλίας περὶ ἐπαναλήψεως τῆς ἀνακρίσεως. Ἐνόμισα δὲ, ὅτι θὰ παρεβίαζον τὸ πρὸς ἐμαυτὸν, τὸ πρὸς τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν πατρίδα μου καθῆκον, ἂν δὲν ἐξέφραζον μετὰ παῤῥησίας καὶ εἰλικρινείας τὴν γνώμην μου περὶ τῆς διαγωγῆς τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἂν δὲν κατέκρινον τὸ σύστημα τῶν θυσιῶν καὶ παραχωρήσεων, τὸ ὁποῖον καὶ ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις ἠσπάσθη καὶ ἐφήρμοσε. Δὲν ἔλλειψα ν’ ἀναγνωρίσω ἀσμένως καὶ νὰ ὁμολογήσω παῤῥησίᾳ ἐνώπιόν σας, ὅτι ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις ἀπέκρουσε καὶ ἐπέτυχε νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ ἡ ἀνάκρισις ἐπὶ τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα εἶχον ἤδη ἐξαντληθῆ διὰ τοῦ βουλεύματος τοῦ συμβουλίου τῶν ἐφετῶν, δὲν ἐδίστασα νὰ τῇ ἀπονείμω πανδήμως διὰ τοῦτο τὸν δίκαιον ἔπαινον, τοῦ ὁποίου ἐθεώρησα αὐτὴν ἀξίαν, ἀλλ’ ὤφελον ἐπίσης νὰ ὑψώσω, κύριοι, τὴν φωνήν μου, ὤφειλον νὰ κατακρίνω μὲ ἴσην ἀμεροληψίαν καὶ τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως τὰς ὑποχωρήσεις, τὰς ὁποίας ἐθεώρησα ἐπικινδύνους εἰς τὴν τιμὴν καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ᾖμαι ἀντιπρόσωπος· ὤφειλον νὰ κατακρίνω, μετὰ δριμύτητος μάλιστα περισσοτέρας ἢ ὅσον τὸ ἔπραξα, τὸ σύστημα τοῦ μυστικισμοῦ, ὄπισθεν τοῦ ὁποίου ὠχυρώθη καὶ ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις, ἀπαξιώσασα νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ δημοσιεύσῃ εἰς τὸ κοινὸν τὰ διπλωματικὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὴν ἐπανάληψιν τῆς ἀνακρίσεως, τὰ ὁποῖα μένουν τεθαμμένα εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐξωτερικῶν· ὤφειλον δὲ τοσοῦτον μᾶλλον νὰ τὸ πράξω, καθόσον χθὲς ἔτι εἰς τὰς τάξεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως κατεπολέμησα μετὰ τοῦ κυβερνῶντος κόμματος τὸ ὀλέθριον τοῦτο σύστημα τοῦ μυστικισμοῦ· χθὲς ἔτι ἐγράφομεν, καὶ ἐκηρύττομεν καὶ ἐδημοσιεύομεν, ὅτι μυστικισμὸς καὶ κοινοβουλευτικὸν σύστημα, τοῦ ὁποίου τὴν σημαίαν εἶχεν ἀνυψώσει τόσον ὑψηλὰ τὸ νῦν κυβερνῶν κόμμα, εἶναι δύω ἰδέαι ἐκ διαμέτρου ἀντίθετοι, ἐκ διαμέτρου ἀντικείμεναι ἡ μία πρὸς τὴν ἄλλην. Ὤφειλον νὰ κατακρίνω, πικρότερον ἢ ὅσον τὸ ἔπραξα, τὴν εἰς Ναύπλιον μετάθεσιν τοῦ εἰσαγγελέως Παπαῤῥάγκου, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλεν ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις, ὡς ποινὴν, καὶ τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη καὶ ἐξετέλεσεν ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις, καίτοι ἔχουσα τὴν ἐνδόμυχον πεποίθησιν, ὅτι ἡ διαγωγὴ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκείνου εἰσαγγελέως πολὺ ἀπεῖχε τοῦ νὰ ᾖναι ἀξιόμεμπτος, διότι ἀξιόμεμπτος δὲν εἶναι, δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἡ διαγωγὴ δικαστικοῦ ὑπαλλήλου, ἐκτελοῦντος ἐνόρκως τὸ καθῆκόν του καὶ μὴ παρασυρομένου ὑπὸ λόγων καὶ συμφερόντων πολιτικῶν, ξένων ἐντελῶς καὶ ἀλλοτρίων πρὸς τὴν δικαιοσύνην. Ὤφειλον νὰ μεμφθῶ—ἰταμώτερον ἢ ὅσον τὸ ἔπραξα—τὴν εἰς τὸ ἐνταῦθα ἐφετεῖον μετάθεσιν τοῦ ἀντεισαγγελέως Κ. Χοϊδᾶ, τὴν ὁποίαν ὑπηγόρευσεν ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας, διότι ἀνεξαρτήτως τῆς προσωπικῆς ἀξίας τοῦ κ. Χοϊδᾶ, ἡ μετάθεσίς του, ὑπαγορευθεῖσα ὑπὸ τῆς ἰδέας τοῦ νὰ διευθύνῃ καὶ ἐποπτεύῃ τὴν νέαν ἀνάκρισιν, ἦτο ἄδικος προσβολὴ κατὰ δύω ἀνωτέρων δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἀξίων καὶ ὑπολήψεως καὶ ἐμπιστοσύνης, καὶ ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ Ἀγγλία ἤρχισεν ἤδη νὰ μᾶς ἐπιβάλλῃ καὶ αὐτοὺς τοὺς ἀνωτέρους δικαστικοὺς ὑπαλλήλους. Ὤφειλον τέλος πάντων νὰ καταδείξω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸ κοινὸν, ὅτι ἡ ἀγγλικὴ κυβέρνησις κρατεῖ μετέωρον τὴν ἀπόφασίν της ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἀνακρίσεων, ὅτι τὴν περὶ τούτου ἀπόφασίν της διετύπωσε ῥητῶς καὶ κατηγορητικῶς, καὶ ὅτι ἄτοπον ἑπομένως καὶ ἀνεξήγητον εἶναι, πῶς ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνεκοινώθη ἐπισήμως ἡ τοιαύτη ἀπόφασις, εὗρε λόγον νὰ φανῇ τόσον πολὺ εὐχαριστημένος ἐνώπιον τοῦ κ. Ἔρσκιν διὰ τὴν μετριοπάθειαν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Τὰς σκέψεις ταύτας, ὅσον δυσμενεῖς καὶ ἂν ὑποτεθῶσι, δὲν ἐπενόησα, κύριοι, διὰ τῆς φαντασίας μου, ἀλλ’ ἐστήριξα ἐπὶ γεγονότων ἐπισήμων, ἐξηγμένων ἐκ διπλωματικῶν ἐγγράφων, περὶ τοῦ κύρους τῶν ὁποίων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἡ παραμικρὰ ἀμφιβολία. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἠδύνατο ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ κῦρος τοῦτο, ὅπου ἐνόμιζεν ὅτι ἡ τοιαύτη ἀμφισβήτησις τῷ ἦτο ἐπιτετραμμένη ὑπὸ τῆς ἀληθείας· ἠδύνατο νὰ ἐλέγξῃ τὴν ὀρθότητα τῶν σκέψεων, τὰς ὁποίας ἐστήριξα ἐπὶ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, καὶ νὰ σμικρύνῃ τὸ μέγεθος τῶν παρ’ αὐτοῦ γινομένων θυσιῶν καὶ παραχωρήσεων· ἠδύνατο τέλος πάντων νὰ συζητήσῃ. Ἀλλ’ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, αἰσθανόμενος, φαίνεται, τὸ ὀλισθηρὸν τῆς θέσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐπάλαιεν, ἐθεώρησεν ἄξιον ἑαυτοῦ, ἄξιον τῆς ὑψηλῆς θέσεως, ἣν κατέχει καὶ τῆς σοβαρότητος τῆς ὑποθέσεως, ἥτις μᾶς ἀπασχολεῖ, νὰ καταφύγῃ εἰς προσωπικοὺς ὑπαινιγμοὺς διὰ νὰ μυκτηρίσῃ τὸν ἀντίπαλόν του. «Ἂν, εἶπεν, εἶχον τὴν εὐτυχίαν νὰ ἔχω παρ’ ἐμοὶ τὸν κ. Μίλησην, ἤθελε μοὶ ἐμπνεύσει περισσοτέραν τόλμην, καὶ ἤθελον ἀπαντήσει εἰς τὸν πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας, ὅτι δὲν ἐνδίδομεν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησίς του δὲν μετέλθει καθ’ ἡμῶν ὑλικὴν βίαν». Τὴν ἀπάντησιν δὲ ταύτην, τὴν ὁποίαν ἤθελε τῷ ἐμπνεύσει ὁ Μίλησης, ἐχαρακτήρισε μὲ ὅλην τὴν κοινοβουλευτικὴν λεπτότητα μωρίαν. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, διότι μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ θέσῃ ἐπὶ μίαν στιγμὴν πλησίον του, ἔστω καὶ καθ’ ὑπόθεσιν· ὀφείλω ὅμως νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι ὑπῆρξεν ἐποχή, ὄχι πολὺ μακρυνὴ τῆς σημερινῆς, καθ’ ἣν ὁ νῦν τόσον φρόνιμος καὶ ἐφεκτικὸς πολιτικὸς ἤστραπτ’ ἐβρόντα, ξυνεκύκα τὴν Ἑλλάδα καὶ σύμπασαν τὴν Ἀνατολὴν διὰ πολιτικῆς τολμηρᾶς, ἐκπεφρασμένης, διὰ πολιτικῆς πυρὸς καὶ σιδήρου, τὴν ὁποίαν μετ’ ἐμφάσεως ἀνεκήρυττεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐναντίον ὁλοκλήρου τῆς Εὐρώπης. Κατὰ τὴν ἐποχὴν δ’ ἐκείνην ὁ Μίλησης δὲν ἦτο πλησίον του διὰ νὰ τῷ ἐμπνεύσῃ θάῤῥος καὶ τόλμην. Λυποῦμαι, ὅτι τὸ πῦρ ἐκεῖνο ἐσβέσθη τόσον ταχέως, ὅτι ἡ ἔκτακτος ἐκείνη τόλμη ἐξητμίσθη ἐντελῶς, χαρακτηριζομένη μάλιστα ὡς μωρία, καὶ σήμερον ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀδυνατεῖ ν’ ἀντλήσῃ ἐκ τοῦ παρελθόντος του τὸ κοινὸν θάῤῥος, νὰ διεκδικήσῃ ἀπέναντι τῶν ξένων δικαιώματα στενῶς συνδεδεμένα μὲ αὐτὴν τὴν αὐτονομίαν, μὲ αὐτὴν τὴν τιμὴν τοῦ ἔθνους! Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος δὲν ἠρκέσθη εἰς τὸν σαρκασμὸν τὸν ὁποῖον ἠκούσατε, ἀλλ’ εὐηρεστήθη νὰ ἐνθυμηθῇ, ὁμιλῶν περὶ ἐμοῦ, ὅτι οἱ πρόγονοί μας ἀπεθέωσαν τὸ ἐλάττωμα τοῦ μέμφεσθαι τὰ πάντα καὶ τοὺς πάντας, δηλ. καθαρώτερον, μὲ ἀπεκάλεσεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος μῶμον, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κοινοῦ. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ δηλητηριάσω τὴν προσωπικήν μου ταύτην διένεξιν πρὸς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον. Μίαν μόνην παρατήρησιν θὰ τῷ κάμω καὶ ἐγὼ πανδήμως. Ἐὰν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος θελήσῃ νὰ ἐξετάσῃ ἀμερολήπτως τὸ παρελθόν, ἐὰν ἀποφασίσῃ νὰ καταβῇ μίαν φορὰν ἀπαθῶς εἰς τὸ βάθος τῆς συνειδήσεώς του, θὰ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι ἔχω ἀληθῶς ἓν ἐλάττωμα, ἀλλ’ ἐκ διαμέτρου ἀντίθετον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον μοὶ ἀπέδωκε, δηλ. τὸ ἐλάττωμα ν’ ἀνυψῶ, νὰ ἐκποιητικίζω καὶ νὰ θεοποιῶ κοινὰ προτερήματα καὶ κοινοὺς ἀνθρώπους. (συγκίνησις). Κλείω τὸ προσωπικὸν τοῦτο ἐπεισόδιον καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ θέμα. Δὲν θέλω, κύριοι, ἐπιχειρήσει ν’ ἀναλύσω ἐπιχειρήματα ξένα τοῦ προκειμένου, τὰ ὁποῖα οἱ προαγορεύσαντες ἀνέμιξαν μὲ τὴν προκειμένην συζήτησιν. Οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ ἀξία τῶν ἐπιχειρημάτων τούτων, μοὶ φαίνεται ὅτι πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν ἐπιμελῶς νὰ τὰ ἀναμίξωμεν μὲ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, διότι περισπῶσι τὴν προσοχὴν ἡμῶν ἀπὸ τοῦ κυρίου ἀντικειμένου καὶ ἐπισκοτίζουσι τὴν κρίσιν τῶν ἁπλουστέρων. Δὲν θέλω λοιπὸν συζητήσει μὲ τὸν καλόν μου φίλον κ. Λομβάρδον τὴν θεωρίαν περὶ τῶν βασιλικῶν προνομίων, ἥτις τὸν ἐσκανδάλισεν ὀλίγον, ἐνῷ γινώσκει ἀπὸ πότε χρονολογεῖται ἡ τοιαύτη περὶ τῶν βασιλικῶν προνομίων θεωρία μου. Πολὺ ὀλιγώτερον θέλω συζητήσει μὲ τὸν ἐπίσης καλὸν φίλον μου κ. Πετσάλην τὸ σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος, διότι τοῦτο τὸ ἐσυζήτησα ἄλλοτε μετ’ αὐτοῦ ὡς πληρεξούσιος ἐν τῇ ἐθνικῇ συνελεύσει. Θέλω παραλείψει ὡσαύτως νὰ χαρακτηρίσω σήμερον τὴν διαγωγὴν τοῦ κ. Βράϊλα, ὅστις ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἑλλάδος, εἰς ἐπίσημον συνέντευξιν μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας, ἐθεώρησε πρέπον νὰ ἐπιῤῥίψῃ εἰς βάρος τοῦ συντάγματος τὴν κακὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος, ἀκριβῶς μάλιστα, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ ὕπαρξις τοῦ συντάγματος εἶχε κατασταθῆ ἀντικείμενον διπλωματικῶν διαπραγματεύσεων· δὲν εἶναι τοῦ παρόντος καιροῦ νὰ ἐξετάσω τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, καὶ ἑπομένως δὲν λαμβάνω μέρος εἰς τὴν περὶ τούτου πάλην μεταξὺ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων κυρίων Ζαΐμη καὶ Πετσάλη. Περιττὸν θεωρῶ νὰ ἀπαριθμήσω τὰ λοιπὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα θεωρῶ ξένα τοῦ προκειμένου· ὅλοι τὰ γνωρίζετε, ὅλοι τὰ ἐνθυμεῖσθε καὶ ὅλοι ἀναγνωρίζετε, ὅτι ταῦτα ἥκιστα συνδέονται μὲ τὸ ζήτημα, ἂν πρέπῃ νὰ πληρώσωμεν τὴν ζητουμένην ἀποζημίωσιν τῆς χήρας Λόϋδ. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ παραμερίσωμεν τὰ ξένα ταῦτα στοιχεῖα, νὰ καθαρίσωμεν τὸ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἱστάμεθα, διὰ νὰ δυνηθῶμεν οὕτω νὰ σχηματίσωμεν κρίσιν δικαίαν καὶ ἀσφαλῆ περὶ τοῦ πρακτέου. Ἐκτὸς τοῦ γενικοῦ τούτου καθαρισμοῦ, ἀνάγκη, κύριοι, νὰ θέσωμεν ἐκ μέσου καὶ τὰ θέματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συνδέονται μὲν μὲ τὸ συζητούμενον ζήτημα, ἀλλὰ δὲν ἀμφισβητοῦνται κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἀλλ’ εἶναι οὕτως εἰπεῖν στοιχεῖα κεκτημένα ἤδη διὰ τῆς συζητήσεως, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ παραμερισθῶσιν ὡς ἀναμφισβήτητα, διὰ νὰ συγκεντρωθῇ ὁλόκληρος ἡμῶν ἡ προσοχὴ εἰς μόνα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀκόμη ἀμφισβητοῦνται. Διὰ τοῦ μέσου τούτου θὰ δυνηθῶμεν, κύριοι, ν’ ἀποφύγωμεν τὴν σύγχυσιν, ἥτις σκοπίμως ῥίπτεται εἰς τὸ μέσον, καὶ θὰ κατορθώσωμεν νὰ κατανοήσωμεν ἀκριβῶς καὶ ἀνενδοιάστως ποῦ εὑρισκόμεθα, τί ἀπεκτήσαμεν μέχρι τοῦδε καὶ εἰς ποῖον ὡρισμένον σημεῖον ὀφείλομεν νὰ συγκεντρώσωμεν ὅλην ἡμῶν τὴν προσοχὴν, διὰ νὰ συμπληρώσωμεν πεποίθησιν δικαίαν καὶ κατὰ πάντα ἀσάλευτον. Ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε λοιπὸν συζητήσεως εἶναι κεκτημένα διὰ τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς στοιχεῖα. ά.) Ὅτι ἡ ἀπαίτησις τῆς χήρας Λόϋδ, τὴν ὁποίαν διεκδικεῖ καθ’ ἡμῶν ἡ Ἀγγλία, ἀντιστρατεύεται φανερὰ καὶ ἀποτόμως πρὸς πᾶσαν ἀρχὴν δικαίου καὶ νομίμου. Τοῦτο ὡμολόγησαν καὶ ὁ κ. πρωθυπουργὸς καὶ οἱ κύριοι βουλευταὶ Καλαβρύτων καὶ Μεσολογγίου. Περὶ τοῦ ἀδίκου λοιπὸν τῆς ἀποζημιώσεως οὐδεμία παρ’ οὐδενὸς ὑπάρχει τὴν στιγμὴν ταύτην ἀμφισβήτησις. βʹ.) Εἶναι ἐπίσης κεκτημένον ἐκ τῆς συζητήσεως, ὅτι βίαν δὲν ἠπείλησεν, οὔτε διανοεῖται ν’ ἀπειλήσῃ ἡ Ἀγγλία πρὸς ἐκβίασιν τῆς ἐν λόγῳ ἀπαιτήσεως. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Ζαΐμης ἐν ἀρχῇ τῆς προκειμένης συζητήσεως ἔῤῥιψεν εἰς τὸ μέσον τὸν λόγον τῆς ἀνωτέρας βίας, καὶ μὲ ἠνάγκασε νὰ τὸν ἀποκρούσω διὰ μακρῶν, ἀλλὰ κατόπιν καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης καὶ ὁ κ. πρωθυπουργὸς ῥητῶς καὶ κατηγορητικῶς μᾶς ἐβεβαίωσαν, ὅτι οὐδεὶς τοιοῦτος κίνδυνος ὑπάρχει, διότι οὔτε ἀπειλὴ διετυπώθη ὑπὸ τῆς Ἀγγλίας, οὔτε ἰδέα ἁπλῶς συνελήφθη ποτὲ περὶ τούτου. Τίθεται λοιπὸν ἐκ μέσου καὶ ὁ φόβος τῆς ἀνωτέρας βίας, ὅστις τόσον πολὺ ἐτρόμαξε τὸν ἀγαθὸν συνάδελφόν μας κ. Κατσικαπῆν, ὥστε δὲν ἔβλεπε πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἰμὴ πλοῖα Ἀγγλικὰ ἐπερχόμενα κατὰ τῆς Ἑλλάδος, καὶ διὰ ν’ ἀποσοβήσῃ τὸν φοβερὸν αὐτὸν κίνδυνον ἐκραύγαζεν ὁ εὐλογημένος μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῶν πνευμόνων του, ὅτι ἡ Ἀγγλία ἔχει δίκαιον, ὅτι πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ πληρώσωμεν τὴν ἀποζημίωσιν καὶ ὅτι ἡμεῖς οἱ ἀντιφρονοῦντες ὑβρίζομεν ἀπρεπῶς καὶ συκοφαντοῦμεν τὴν Ἀγγλικὴν κυβέρνησιν καὶ τὸ Ἀγγλικὸν ἔθνος. Ὁ κύριος Κατσικαπῆς εἶναι τώρα εἰς θέσιν νὰ καταπαύσῃ τοὺς παλμοὺς τῆς καρδίας του (ἱλαρότης). γʹ.) Εἶναι τέλος κεκτημένον ἐκ τῆς συζητήσεως, ὅτι ἡ ζητουμένη ἀποζημίωσις δὲν δύναται νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Βασιλέως, διότι ὁ κύριος Ζαΐμης μᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς, ἂν ἔδωκε τοιαύτην ὑπόσχεσιν, ἐνόει νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ ἴδιον αὑτοῦ ταμεῖον καὶ οὐχὶ τὸ δημόσιον. Ὁ κ. Πετσάλης λοιπὸν δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ συμβουλευθῇ κανένα συγγραφέα τοῦ δημοσίου δικαίου, διὰ νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, ποίαν ἐπιῤῥοὴν ἔχει ἡ ὑπόσχεσις τοῦ Βασιλέως, ὅταν ἀναφέρηται εἰς πληρωμὴν συντάξεως ἢ ἀποζημιώσεως. Ἐπὶ τέλους δὲ ὡμολογήθη, ὅτι τῆς κυβερνήσεως ἡ ὑπόσχεσις οὐδόλως δεσμεύει τὴν Βουλήν. Ποῖον λοιπὸν θέμα, ποῖον στοιχεῖον μένει ἀκόμη ἀμφισβητούμενον; Ὅτι ἡ ἀποζημίωσις τῆς χήρας Λόϋδ στηρίζεται ἐπὶ ἠθικοῦ καθήκοντος, τοῦ καθήκοντος τῆς φιλανθρωπίας καὶ οὐχὶ ἐπὶ δικαιώματος ἐξαναγκαστικοῦ, ἀποῤῥέοντος ἐξ οἱασδήποτε ἐννόμου αἰτίας, ὅτι ἡ Ἀγγλία ζητεῖ διὰ τὴν χήραν Λόϋδ φιλανθρωπίαν, ἔλεος, καὶ οὐχὶ ἐκπλήρωσιν νομίμου ὑποχρεώσεως. Παρήτησαν, ὡς βλέπετε, ἓν πρὸς ἓν ὅλα τὰ λοιπὰ ὀχυρώματα, καὶ ἀπεσύρθησαν εἰς τὸ ἔσχατον, προσπαθοῦντες ἐναγωνίως νὰ κρατηθῶσιν εἰς αὐτὸ καὶ νὰ σώσωσι τὴν ἀπαίτησιν τῆς Ἀγγλίας, ἥτις ὑπὸ πᾶσαν ἄλλην ἔποψιν ἐξελέγχεται αὐθαίρετος καὶ ἀδικαιολόγητος. Ἀπηυθύνθησαν εἰς τὸ εὐγενέστερον τῶν αἰσθημάτων, εἰς τὴν συμπάθειαν πρὸς τοὺς ἀδυνάτους καὶ πάσχοντας, ἐπροσπάθησαν νὰ σᾶς συγκινήσουν καὶ ὑπὸ τὸ κράτος συγκινήσεως στιγμιαίας νὰ ἀποσπάσουν τὴν ψῆφόν σας ὑπὲρ τῆς ζητουμένης πιστώσεως. Καὶ ὁ μὲν κ. Δεληγεώργης σᾶς εἶπεν, ὅτι πρόκειται περὶ ἠθικοῦ καθήκοντος φιλανθρώπου κυβερνήσεως καὶ φιλανθρώπου Βουλῆς, καὶ μὲ ὑποτρέμουσαν φωνὴν σᾶς παρεκάλεσε νὰ μὴ καταδεχθῆτε ν’ ἀφήσετε τὴν χήραν Λόϋδ περιφέρουσαν ἐν Λονδίνῳ τὸν δίσκον τοῦ ἐλέους, ὁ δὲ κ. πρωθυπουργὸς ἐζήτησε νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι ἡ Ἀγγλία θέτει ὑπὸ τὴν φιλάνθρωπον προστασίαν σας τὴν δυστυχῆ χήραν μετὰ τῶν τέκνων της, τῆς ὁποίας τὸ μόνον στήριγμα αἱματοκυλίσθη ἐν Ἑλλάδι ὑπὸ τῶν λῃστῶν. Ὁ τελευταῖος δὲ οὗτος, μὴ ἔχων, φαίνεται, πολλὴν πεποίθησιν εἰς τὸν αἰσθηματικόν του λόγον, καὶ φοβούμενος μήπως καὶ τὸ ἔσχατον τοῦτο ὀχύρωμα ἐξελεγχθῇ εὐάλωτον διὰ τῆς λογικῆς συζητήσεως, ἀνύψωσεν ἐπ’ αὐτοῦ καὶ τὴν σημαίαν τῆς ἐθνικῆς τιμῆς, ζητήσας νὰ πείσῃ ἑαυτὸν, ὅτι οἱ ὁμογενεῖς, οἱ τόσον φιλοτίμως συνδραμόντες τὴν ἔντιμον ταύτην χήραν, σκοπὸν εἶχον νὰ καλύψουν τὴν τιμὴν τοῦ ἔθνους ἀπέναντι τῆς Εὐρώπης, ἡ δὲ Βουλὴ, ψηφίζουσα τὸ ποσὸν τῶν 10 χιλιάδων λιρῶν, θὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸ καθολικὸν αἴσθημα τοῦ ἑλληνισμοῦ. Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι τὸ στρατήγημα ἦτο πολὺ τεχνικὸν καὶ ἐπιτήδειον, τόσον τεχνικὸν, ὥστε καὶ αὐτὸς ὁ εὐφυὴς φίλος μου κ. Λομβάρδος ἐπείσθη, ὡς ἠκούσατε, κατὰ τὸ ἥμισυ, εὐχῆς δὲ ἔργον ὑπῆρξεν, ὅτι δὲν ἐπείσθη κατὰ τὸ ὅλον, διότι ἄλλως δὲν θὰ εἴχομεν τὴν εὐχαρίστησιν ν’ ἀκούσωμεν τὴν τόσον εὐφραδῆ καὶ ζωηρὰν ἀγόρευσίν του. Τὸ στρατήγημα εἶναι τόσον μᾶλλον περίεργον καὶ ἄξιον θαυμασμοῦ, καθ’ ὅσον ἐγὼ, προβλέπων ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἄλλη διέξοδος, ἐφρόντισα ἐν ἀρχῇ τῆς προχθεσινῆς μου ὁμιλίας νὰ παραστήσω σαφῶς τὸν νομικὸν χαρακτῆρα τῆς ἀπαιτήσεως τῆς χήρας Λόϋδ· εἶχον λοιπὸν φράξει τὴν ὁδὸν πρὸς τὸ ὀχύρωμα, καὶ ἐπίστευον ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταφύγωσιν εἰς αὐτὸ μετὰ τόσου πατάγου καὶ θορύβου καὶ ἐπιδείξεως. Ἀλλ’ ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, ὅστις ἔβλεπε πολὺ καλά, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἄλλη ἐλπὶς σωτηρίας διὰ τὴν πίστωσιν, ἐτράπη ἄλλην ὁδόν· ἐπροσποιήθη, ὅτι οὐδὲν ἤκουσε περὶ τοῦ νομικοῦ χαρακτῆρος τῆς ἀποζημιώσεως, οὕτω δ’ ἐκάλυψε τὴν ὑποχώρησιν διὰ τῆς σιωπῆς, σιωπῆς προσπεποιημένης καὶ σκοπίμου, καὶ διὰ τῆς πλαγίας ταύτης ὁδοῦ ὑπεχώρησεν, ὡς ἐπιτήδειος παλαιστής, εἰς τὸ ὀχύρωμα τῆς φιλανθρωπίας, ὕψωσεν ἐπ’ αὐτοῦ τὴν σημαίαν τῆς ἐθνικῆς τιμῆς, καὶ ῥίπτων ἐφ’ ἡμᾶς τοὺς ἀντιπάλους βλέμμα ὑπερήφανον νικητοῦ, ἀνεφώνησε θριαμβευτικῶς· «ὅλοι οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἀνεπτύξατε, εἶναι ξένοι πρὸς τὴν ὑπόθεσιν· τὰ ὅπλα σας δὲν μᾶς φθάνουν. Οὐδὲν ἀντετάξατε μέχρι τοῦδε κατὰ τῆς ἀληθοῦς βάσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἡμεῖς στηρίζομεν τὴν ζητουμένην ἀπαίτησιν· ἡ βάσις αὕτη εἶναι ἡ φιλανθρωπία, τὴν ὁποίαν ὑπαγορεύει ἡ ἐθνικὴ τιμή.» Βλέπετε, κύριοι, ὅτι εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἐξετάσωμεν ἐγγύτερον τὸν λόγον τῆς φιλανθρωπίας, τὸν μόνον λόγον, ὅστις ὑπολείπεται σήμερον, καὶ πρέπει νὰ τὸ πράξωμεν καὶ μὲ τὸν κίνδυνον αὐτὸν νὰ ἐπαναλάβωμεν ὅσα ἤδη διὰ μακρῶν ἀνεπτύξαμεν περὶ τούτου. Ἀναγνωρίζω, ὅτι ἡ ἐπανάληψις εἶναι πάντοτε ὀχληρά, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ θέλει βεβαίως ἐκτιμήσει τὴν ἀνάγκην αὐτῆς, θέλει μᾶς ἐπιτρέψει νὰ ὑπομνήσωμεν τὰ προῤῥηθέντα, νὰ τὰ συμπληρώσωμεν, εἰ δυνατόν, διὰ νέων παρατηρήσεων, νὰ καταστήσωμεν ἐναργῆ, κατάδηλον, ψηλαφητὸν τὸν χαρακτῆρα τῆς ἀποζημιώσεως, τὴν ὁποίαν μᾶς ζητεῖ ἡ Ἀγγλία, διὰ νὰ μὴ μείνῃ ἡ ἐλαχίστη περὶ τούτου ἀμφιβολία εἰς κανένα, διὰ νὰ πεισθοῦν, ὅσοι θέλουν νὰ πεισθοῦν, ὅσοι δὲν ἔχουν συμφέρον νὰ καλύψουν τὴν ἀλήθειαν. Εἶπον προχθές, κύριοι, ὅτι ὁ χαρακτὴρ τοῦ ἠθικοῦ καθήκοντος, ὁ διαχωρίζων αὐτὸ ἀπὸ τὴν ἔννομον ἀπαίτησιν, συνίσταται εἰς τοῦτο, ὅτι ἀποῤῥέει ἐκ τῆς συνειδήσεως, ἐκ τῆς προαιρέσεως τοῦ ὑποκειμένου, ἑπομένως δὲν ἔχει ἀντίστοιχον δικαίωμα, οὔτε εἶναι ἐπιδεκτικὸν ἐξωτερικοῦ ἐξαναγκασμοῦ οἱουδήποτε. Τὸ καθῆκον ἀναγνωρίζει ὁ ἄνθρωπος μόνος καὶ τὸ ἐκτελεῖ αὐτοπροαιρέτως, ἐνῷ ἡ ἔννομος ὑποχρέωσις ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὸν κατά τε τὴν ἀναγνώρισιν καὶ τὴν ἐκτέλεσίν της. Ὁ ἀναγνωρίζων οἱονδήποτε καθῆκον καὶ ἐκτελῶν αὐτὸ ὑπὸ ξένην πίεσιν, εἶναι ἀνελεύθερος, εἶναι δοῦλος· ὁ δὲ μετερχόμενος τὴν πίεσιν πρὸς ἀναγνώρισιν ἢ ἐκτέλεσιν ἁπλοῦ καθήκοντος, εἶναι δεσπότης, εἶναι τύραννος, ἂν δὲν ᾖναι κοινὸς κακοῦργος. Ὁ χαρακτὴρ οὗτος τοῦ ἠθικοῦ καθήκοντος εἶναι κοινὸς καὶ καθολικός, διότι εὑρίσκεται εἰς τὸ βάθος τῆς συνειδήσεως παντὸς ἀνθρώπου, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ πνευματική του ἀνάπτυξις, ἐγκεχαραγμένος ὑπ’ αὐτῆς τῆς χειρὸς τοῦ πλάστου. Ἀλλὰ τοιοῦτος ἆρά γε εἶναι, κύριοι, ὁ χαρακτὴρ τῆς ἀποζημιώσεως, τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκει ἡ Ἀγγλία; Ὑποδεικνύει ἆρά γε εἰς ἡμᾶς ἡ Ἀγγλία φιλικῶς τὴν ἐκπλήρωσιν ἑνὸς ἠθικοῦ καθήκοντος, ἢ ἐπιβάλλει τὴν ἀποζημίωσιν ὡς ἀνάγκην καὶ ὑποχρέωσιν; Ἰδοὺ τὸ ζήτημα καθαρῶς τεθειμένον. Διὰ νὰ τὸ λύσωμεν δέ, δὲν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ποῖον χαρακτῆρα ἔδωκεν ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις εἰς τὸ διάβημα τῆς Ἀγγλίας, ἀλλὰ ποῖον χαρακτῆρα δίδει εἰς αὐτὸ ἡ ἰδία Ἀγγλία. Ὅθεν ἄσκοπον καὶ ἀνωφελὲς θεωρῶ νὰ ἐκτιμήσω τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου, διὰ τῶν ὁποίων ἠγωνίσθη ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ὑπῆρξε πρόεδρος, ἐδέχθη κατ’ ἀρχὴν τὴν ἀποζημίωσιν τῆς χήρας Λόϋδ, ὡς ἁπλῆν πρᾶξιν φιλανθρωπίας· ὀφείλω μᾶλλον νὰ ἐξετάσω, καὶ θὰ ἐξετάσω, ποῖον χαρακτῆρα δίδει εἰς τὴν ἀποζημίωσιν τῆς χήρας Λόϋδ αὐτὴ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, ἥτις τὴν ἐπιδιώκει· ἂν ζητῇ παρ’ ἡμῶν φιλανθρωπίαν καὶ ἔλεος διὰ τὴν χήραν Λόϋδ, ἢ τὴν ἐκτέλεσιν ἐννόμου ὑποχρεώσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ ἐνδώσωμεν. Πρὸ πάντων, κύριοι, ὀφείλω νὰ ἐπαναλάβω τὴν λίαν εὔστοχον παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἠκούσατε ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Κερκύρας κ. Πολυλᾶν· Ἡ ἀποζημίωσις τῆς χήρας Λόϋδ κατέστη, ὡς γνωστόν, ἀντικείμενον διπλωματικῆς διαπραγματεύσεως μεταξὺ τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἀγγλικῆς. Πῶς συμβιβάζεται ἡ διπλωματικὴ αὕτη διαπραγμάτευσις μὲ τὸ αὐτόβουλον καὶ αὐτοπροαίρετον τοῦ ἠθικοῦ καθήκοντος; Σημειώσατε δέ, Κύριοι, ὅτι ἐν τῇ διπλωματικῇ ταύτῃ διαπραγματεύσει, ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἀγγλίας δὲν περιορίζεται νὰ ὑποδείξῃ ἁπλῶς εἰς τὴν ἡμετέραν τὸ ἠθικὸν τοῦτο καθῆκον, δὲν ἐπικαλεῖται τὸ ἔλεος καὶ τὴν φιλανθρωπίαν ὑπὲρ τῆς χήρας Λόϋδ, ὄχι· ἀλλὰ διεκδικεῖ τὴν ἀποζημίωσιν αὐτῆς, καθ’ ὃν τρόπον διεκδικοῦνται πάντοτε μεταξὺ τῶν Κυβερνήσεων δικαιώματα ἀναντίῤῥητα τῶν ὑπηκόων των· καὶ τὸ χείριστον πάντων, τὸ ἐπιδιωκόμενον δικαίωμα στηρίζει ἐπὶ ἐνοχῆς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ κακούργημα τοῦ Δηλίου. Θέλετε, κύριοι, νὰ πεισθῆτε περὶ τούτου ἀνενδοιάστως; Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐπαναλάβω σήμερον ἐν ὀλίγοις ὅ,τι προχθὲς διὰ μακρῶν ἀνέπτυξα. Ὁ κ. Ἔρσκιν εἰς τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον προχθὲς σᾶς ἀνέγνωσα, ἐπικαλεῖται, ὡς ἐνθυμεῖσθε, δύω λόγους, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζει τὴν ἀποζημίωσιν τῆς χήρας Λόϋδ, τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ Βασιλέως καὶ τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ἀπεβίωσεν ὁ κ. Λόϋδ. Παραλείπω τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ Βασιλέως, διότι αὕτη ἀπεδείχθη μὴ ἀληθής, τοὐλάχιστον ἀναφορικῶς πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ ἐξετάζω τὰς ἰδιαιτέρας περιστάσεις, αἵτινες συνώδευσαν τὸν θάνατον τοῦ κ. Λόϋδ. Ποῖαι εἶναι, κύριοι, αἱ περιστάσεις αὗται, καὶ διατί τὰς ἐπικαλεῖται ἡ Ἀγγλία; Συνιστῶσιν ἆρά γε ἰδιαιτέρως τὴν πρὸς τὴν χήραν φιλανθρωπίαν, ἢ συνιστῶσιν ὑπαιτιότητα καὶ ἐνοχὴν τῆς Ἑλλάδος κατ’ ἐξαίρεσιν τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου; Ἡ Ἀγγλία ἐπικαλεῖται τὰς περιστάσεις ταύτας διὰ νὰ παραστήσῃ, ὅτι ὑπάρχει ἰδιάζουσα φιλανθρωπία διὰ τὴν χήραν Λόϋδ, ἢ διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ὑπάρχει ἰδιαιτέρα ἐνοχὴ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ κακούργημα τοῦ Δηλίου δι’ οἱονδήποτε λόγον; Διὰ νὰ πληροφορηθῆτε περὶ τούτου, δὲν ἔχετε εἰμὴ ν’ ἀνοίξητε τὸ φυλλάδιον, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάρχουν τυπωμένα τὰ σχετικὰ διπλωματικὰ ἔγγραφα, καὶ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰ εἰς τὰς Ἀγγλικὰς Βουλὰς ὑποβληθέντα περὶ τούτου ἔγγραφα, ν’ ἀναπολήσητε τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξεφώνησαν ἐν αὐταῖς ῥήτορες πάσης πολιτικῆς ἀποχρώσεως, τὰς ἀπαντήσεις τῶν ἁρμοδίων ὑπουργῶν καὶ ὅ,τι ἀνάγεται εἰς τὴν δυστυχῆ ταύτην ὑπόθεσιν· καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ σᾶς μείνῃ οὔτε σκιὰ ἀμφιβολίας, ὅτι αἱ ἰδιαίτεραι αὗται περιστάσεις ἀναφέρονται εἰς ἐνοχὴν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ κακουργήματος τοῦ Δηλίου καὶ εἰς οὐδὲν ἄλλο. Συγχωρήσατέ μοι νὰ θίξω ἁπλῶς γεγονότα τινά, διὰ νὰ σᾶς δώσω ἀφορμὴν νὰ τὰ ἀναπολήσητε ὅλα καὶ σχηματίσητε οὕτω πεποίθησιν ἀσφαλῆ καὶ ἀδιάσειστον ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Σᾶς εἶπον, κύριοι, προχθές, ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τῆς ἀπαισίας ὑποθέσεως τοῦ Ὠρωποῦ ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις ἠγωνίσθη νὰ ἐπινοήσῃ, συγχωρήσατέ μοι τὴν φράσιν, ἰδιαιτέρας περιστάσεις, διὰ νὰ στηρίξῃ ἐπ’ αὐτῶν τὴν ἐνοχὴν τῆς ἑλλην. κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἑλλην. ἔθνους, διότι ἐγίνωσκεν, ὅτι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου τοιαύτη ἐνοχὴ ἦτον ἐντελῶς ἀνυποστήρικτος. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἅμα συνελήφθησαν οἱ εὐγενεῖς αἰχμάλωτοι, ὁ Κ. Ἔρσκιν ἐν τῷ πρώτῳ ἐγγράφῳ, τὸ ὁποῖον ἐπέδωκεν εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἔσπευσε νὰ παραστήσῃ, ὅτι τὸ δυστυχὲς ἐκεῖνο συμβὰν ὠφείλετο εἰς ἀδικαιολόγητον ὀλιγωρίαν τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν ἀρχῶν καὶ ὅτι ἑπομένως δύσκολον θὰ ἦτο νὰ ἀποφύγῃ τὴν εὐθύνην ἡ ἑλλην. Κυβέρνησις. Συγχρόνως ὁ μακαρίτης λόρδος Κλάρενδων ῥητῶς καὶ καθαρῶς εἶπεν εἰς τὸν Κ. Βράϊλαν, ὅτι τὸ κακούργημα τοῦ Δηλίου παρεσκευάσθη ἐνταῦθα ἐν Ἀθήναις, καὶ ὅτι τὰ λύτρα ἤθελον διανεμηθῆ μεταξὺ τῶν λῃστῶν καὶ τῶν ἐν Ἀθήναις συντρόφων των! Ὀλίγον μετὰ ταῦτα παρερμηνεύθη μία φράσις τοῦ προέδρου τῆς τότε κυβερνήσεως Κ. Ζαΐμη, καὶ παρεστάθησαν διακεκριμένα πρόσωπα τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὡς ἐνισχύσαντα τοὺς λῃστὰς νὰ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν ἀμνηστείαν διὰ κομματικὰ συμφέροντα· μ’ ὅλην δὲ τὴν ἐπίσημον διάψευσιν τοῦ Κ. Ζαΐμη, ἡ μαύρη ἐκείνη συκοφαντία οὐχ ἧττον ἐδημοσιεύθη καὶ διελαλήθη εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Ἐπὶ τέλους ὁ Κ. Ἔρσκιν τῇ ἐντολῇ τῆς κυβερνήσεώς του ἐπροσπάθησε νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν ἐνοχὴν εἰς τοὺς ὑπουργοὺς τῶν ἐσωτερικῶν καὶ στρατιωτικῶν τῆς τότε κυβερνήσεως, καθὼς καὶ εἰς τὸν τότε Νομάρχην τῆς Εὐβοίας διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους ὅλοι ἐγνωρίζετε ἤδη, καὶ τῶν ὁποίων τὸ κενὸν καὶ ἀνυπόστατον ἀπεδείχθη τρανώτατα. Τὰς περιστάσεις ταύτας, κύριοι, δὲν στηρίζω ἐπὶ ἁπλῶν εἰκασιῶν, οὔτε ἐπινοῶ αὐτὰς αὐθαιρέτως, ἀλλὰ τὰς ἀντλῶ ἐξ ἐγγράφων ἐπισήμων, ἐν οἷς εἶναι διατετυπωμέναι ῥητῶς, σαφῶς καὶ καθ’ ὅλας τὰς λεπτομερείας. Ἐκτὸς τούτου αἱ περιστάσεις αὗται ἐπιμαρτυροῦνται δι’ ὅλων τῶν συζητήσεων, αἵτινες ἐγένοντο περὶ τῶν Δηλιακῶν ἔν τε τῇ ἄνω καὶ τῇ κάτω Βουλῇ τῆς Ἀγγλίας. Πάντες οἱ ῥήτορες, ὅσον ἔλαβον τὸν λόγον, εἰς τὰς ἰδιαιτέρας ταύτας περιστάσεις στηρίζονται, ταύτας ἀναλύουν, ταύτας κρίνουν καὶ ἐξελέγχουν, καὶ δι’ αὐτῶν προσπαθοῦν ν’ ἀποδείξουν, ὅτι τὸ κακούργημα τοῦ Δηλίου δὲν εἶναι σύνηθες ἔγκλημα, ἀλλ’ ἔχει πολιτικὴν τὴν καταγωγὴν, καὶ ὅτι ἡ διαγωγὴ τῆς Ἑλλ. Κυβερνήσεως καὶ τῶν ὀργάνων αὐτῆς ὑπῆρξεν ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος. Οἱ λόγοι, Κύριοι, τοῦ Ῥάουνδελ Πάλμερ, τοῦ Ἑῤῥίκου Βοῦλβερ καὶ τοῦ Κάβε ἐν τῇ Βουλῇ τῶν κοινοτήτων, τοῦ λόρδου Κάρναβων, τοῦ Ῥέδκληφ καὶ αὐτοῦ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς συντηρητικῆς μερίδος Μαρκησίου Σαλισβουρίας ἐν τῇ Βουλῇ τῶν λόρδων εἰς οὐδὲν ἄλλο στρέφονται εἰμὴ εἰς τὰ γεγονότα ταῦτα, οὐδὲν ἄλλο ἐπιχειροῦσι νὰ παραστήσωσιν εἰμὴ, ὅτι καὶ τῆς λῃστείας ἐν γένει καὶ τοῦ κακουργήματος τοῦ Δηλίου ἰδίᾳ, ἔνοχος εἶναι ἡ κυβέρνησις καὶ ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος. Μόνον ὡς πρὸς τὴν τραχύτητα τῆς ἐκφράσεως ὑπάρχει διαφορά τις μεταξὺ τῶν ἐντίμων ῥητόρων, ὁμολογητέον δὲ ὅτι εἰς τοῦτο προεξάρχουσιν ὁ Κ. Βοῦλβερ ἐν τῇ Βουλῇ τῶν κοινοτήτων καὶ ὁ Κ. Κάρναβων ἐν τῇ Γερουσίᾳ· διότι ὁ μὲν πρῶτος δὲν ἐδίστασε νὰ εἴπῃ ἀποτόμως: «ἡ Ἑλλ. Κυβέρνησις καὶ οἱ πράκτορες αὐτῆς εἶναι πράγματι οἱ φονεῖς τῶν συμπατριωτῶν μας» ὁ δὲ λόρδος Κάρναβων, ἀφοῦ ἐδικαιολόγησε τὸν Κ. Ἔρσκιν, ὅστις εὑρέθη μόνος καὶ ἀβοήθητος ἐν μέσῳ λαοῦ ἡμιβαρβάρου, ἐστήριξε τὴν ἐνοχὴν τῆς ἑλλ. κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ἁπλουστάτου καὶ ἀκαταμαχήτου συλλογισμοῦ: «Ἂν ἡ ἑλλ. κυβέρνησις δὲν παρεῖχεν εἰς τοὺς περιηγητὰς διαβεβαιώσεις ἀσφαλείας, ἢ ἂν ἐχορήγει τὴν ἀμνηστείαν εἰς τοὺς λῃστὰς, ἢ ἂν δὲν ἀπέστελλε στρατεύματα εἰς Ὠρωπὸν, ἡ καταστροφὴ αὕτη δὲν θὰ συνέβαινεν». Θαυμάσια!. Τίς δύναται νὰ μὴ πεισθῇ ἀπὸ τοιαῦτα ἐπιχειρήματα; Ἂν, Κύριοι, δὲν εἶχε παραταθῆ ὑπερμέτρως ἡ προκειμένη συζήτησις, ἤθελον σᾶς ἀναγνώσει ὁλόκληρα τεμάχια ἐκ τῶν λόγων τούτων, διὰ ν’ ἀκούσετε ἀπὸ τοῦ στόματος τῶν Ἄγγλων ῥητόρων καὶ μὲ τὴν συνήθη Ἀγγλικὴν τραχύτητα ποία ἡ ἔννοια, ποία ἡ σημασία τῶν ἰδιαιτέρων περιστάσεων, τὰς ὁποίας ὁ Κ. Ἔρσκιν ἐπικαλεῖται εἰς τὸ ἔγγραφόν του. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι καὶ ὁ λόρδος Κλάρενδων ἐν τῇ ἄνω βουλῇ καὶ ὁ Σὶρ Γλάδστων ἐν τῇ βουλῇ τῶν Κοινοτήτων ἠγωνίζοντο πάσῃ δυνάμει νὰ καταστείλωσι τὸν ἄμετρον ζῆλον τῶν ῥητόρων, ὅστις παρέφερεν αὐτοὺς εἰς ὕβρεις κατὰ τοῦ Ἑλλ. Ἔθνους, εἰς προτάσεις περὶ κατοχῆς, περὶ ἀποστολῆς διοικητικοῦ ἐπιτρόπου, περὶ καταργήσεως τοῦ Συντάγματος κτλ. ἀλλ’ οὐχ ἧττον καὶ αὐτοὶ, Κύριοι, ἀνεγνώριζον, ὅτι τὸ κακούργημα τοῦ Δηλίου παρουσιάζει ἰδιαιτέρας τινας περιστάσεις, ἐπιβαρυνούσας τὴν Ἑλλάδα. Οὕτως ὁ Κ. Γλάδστων, ὁμιλῶν ἐν τῇ βουλῇ τῶν Κοινοτήτων περὶ τῶν σχέσεων καὶ τῆς συνεννοήσεως τῶν ἐν Ἀθήναις πολιτικῶν μετὰ τῶν λῃστῶν, εἶπε πρὸς τοῖς ἄλλοις τὰ ἑξῆς· «Εἰς τὸ μέρος τοῦτο τῆς πενθίμου τραγῳδίας προσκρούομεν εἰς ἐλαττώματα τοῦ πολιτικοῦ καὶ κοινωνικοῦ τῆς χώρας διοργανισμοῦ, τὰ ὁποῖα ἀνυψοῦσι τὸ ἔγκλημα ὑπεράνω τῆς κατηγορίας συνήθους τινὸς καὶ μεμονωμένου συμβάντος». Ἰδοὺ, Κύριοι, αἱ ἰδιαίτεραι περιστάσεις, τὰς ὁποίας θέτουν ὡς δικαιολογητικὴν βάσιν τῆς ἀποζημιώσεως τῆς χήρας Λόϋδ. «Ἔνεκα τῶν ἰδιαιτέρων περιστάσεων, γράφει ὁ Κ. Ἔρσκιν πρὸς τὴν ἡμετέραν κυβέρνησιν, καθ’ ἃς ἀπεβίωσεν ὁ Κ. Λόϋδ, ἐκφράζω τὴν ζωηρὰν ἐλπίδα τῆς κυβερνήσεώς μου, ὅτι ἡ ζητουμένη ἀποζημίωσις θὰ πληρωθῇ.» Ἀφοῦ δὲ θέτει οὕτω τὸν νόμιμον λόγον τῆς ἀπαιτήσεως, τὴν ὁποίαν μᾶς ἀπευθύνει, ὁρίζει τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ διατεθῶσι τὰ χρήματα τῆς ἀποζημιώσεως, προσθέτει, ὅτι μετὰ πολλὰς συνδιασκέψεις τῆς Ἀγγλικῆς κυβερνήσεως μετὰ τῆς Κ. Λόϋδ συνεβιβάσθησαν μεταξὺ των νὰ ζητήσωσιν ἀπὸ τὴν Ἑλλ. κυβέρνησιν, ἀντὶ ἐτησίας συντάξεως, ἄμεσον ἀποζημίωσιν ἐκ 10 χιλιάδων λιρῶν, καὶ συμπεραίνει παρακελεύων τὴν Ἑλλ. κυβέρνησιν νὰ ἐκτελέσῃ τὸν συμβιβασμὸν τοῦτον ἄνευ ἀναβολῆς. Οὕτω, κύριοι, ὁμιλεῖ, οὕτω γράφει, οὕτως ἐπιτάττει ὁ ἐπικαλούμενος τὴν φιλανθρωπίαν τοῦ ἄλλου, ὁ ζητῶν ἔλεος καὶ φιλανθρωπίαν; Τί ἤθελεν εἴπει ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως ἂν παρουσιάζετό τις εἰς τὴν οἰκίαν του καὶ τῷ ἔλεγε τὰ ἑξῆς· «Διὰ τὴν δεῖνα καὶ δεῖνα περίστασιν ὑπῆρξες αἰτία νὰ πάθω τὴν δεῖνα ζημίαν ἢ καταστροφήν· μοὶ ὑπεσχέθης νὰ μοὶ δίδῃς διὰ τοῦτο 200 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ἀλλ’ ἐγὼ σκεφθεὶς μετὰ τῶν οἰκείων ἀπεφάσισα μετ’ αὐτῶν νὰ ζητήσω ἀντὶ τούτου ἄμεσον ἀποζημίωσιν ἐκ δραχμῶν 20 χιλιάδων, καὶ σὲ παρακαλῶ νὰ μοὶ πληρώσῃς τὸ ποσὸν τοῦτο ἄνευ ἀναβολῆς;» Ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἔλεος καὶ φιλανθρωπίαν θὰ τοῦ ἐζήτει, ἢ ἐκπλήρωσιν ἐννόμου ὑποχρεώσεως, στηριζομένης ἐπὶ ἐνοχῆς; Ἂν δὲ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔσπευδε νὰ πληρώσῃ τὴν ζητουμένην ἀποζημίωσιν ἤθελεν ἆρά γε πείσει ἑαυτὸν καὶ τὸν κόσμον, ὅτι συνεκινήθη ἐκ τῆς καταστάσεως τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἐκ φιλανθρωπίας τὸν συνέδραμε διὰ νὰ μὴ τὸν ἴδῃ περιφέροντα τὸν δίσκον τοῦ ἐλέους, ἢ ἤθελε θεωρηθῆ παρὰ πάντων, ὅτι ἀνεγνώρισεν ἐμμέσως καὶ καθαρῶς τὴν ἰδίαν του ἐνοχὴν διὰ τῆς πληρωμῆς; Τῇ ἀληθείᾳ, κύριοι, ἢ ἐγὼ ἀπώλεσα ἐντελῶς τὴν ἔννοιαν τοῦ καθήκοντος καὶ δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ διακρίνω αὐτὸ ἐντελῶς ἀπὸ τῆς ἐννόμου ἀπαιτήσεως, ἢ ὅσα ἀκούω νὰ λέγωνται περὶ τούτου ἀπὸ σπουδαίους ἀνθρώπους εἶναι ἀνεξήγητα καὶ ἀκατάληπτα. Φιλανθρωπία! Ὡραία, μαγευτικὴ λέξις! Δίδετε λοιπὸν σημαντικὸν μέρος τοῦ προϋπολογισμοῦ σας εἰς ξένην Κυρίαν, τῆς ὁποίας ὁ ἀνὴρ ἔτυχε νὰ ἔλθῃ μίαν ἡμέραν εἰς τὴν Ἑλλάδα, νὰ κάμῃ ἐκδρομὴν μετ’ ἄλλων εἰς τὸν Μαραθῶνα, νὰ μὴ λάβῃ καμμίαν προφύλαξιν εἰς τὸν δρόμον καὶ νὰ πέσῃ θῦμα τοιούτου διασκεδαστικοῦ κινδύνου· συγκινεῖσθε διὰ τὴν θέσιν τῆς ἀξιοτίμου ταύτης χήρας, τὴν ὁποίαν θέτει εἰς τὴν φιλάνθρωπον προστασίαν σας ἡ Ἀγγλία· δὲν καταδέχεσθε νὰ τὴν βλέπετε περιφέρουσαν τὸν δίσκον τοῦ ἐλέους εἰς τὰς πόλεις τῆς Εὐρώπης, καὶ κάμνετε τόσον γενναίαν θυσίαν ὑπὲρ αὐτῆς χωρὶς νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν σας. Ἀλλ’ ἀφοῦ, κύριοι, εἶσθε τόσον γενναῖοι πρὸς τὴν ξένην ταύτην χήραν, διατὶ δὲν ἔχετε ἀνάλογον γενναιότητα πρὸς χήρας καὶ ὀρφανὰ ἐνδόξων ἀγωνιστῶν, οἵτινες ἐδημιούργησαν αὐτὸ τὸ Κράτος; Τὶ δίδετε εἰς τὰ δυστυχῆ ταῦτα ὄντα, τὰ ὁποῖα περιφέρονται μὲ τὸν δίσκον ἀνὰ χεῖρας ἐπαιτοῦντα τὸν πικρὸν τῆς ζωῆς ἄρτον, ὄχι εἰς τὰς πόλεις τῆς Εὐρώπης, ἀλλὰ πρὸ τῶν ἰδίων ὀφθαλμῶν σας; Τὶ δίδετε εἰς ἄλλα ἔρημα καὶ δυστυχισμένα ὄντα, τὰ ὁποῖα ἀπωρφάνισαν οἱ λῃσταὶ, καὶ τὰ ὁποῖα μένουν εἰς τοὺς τέσσαρας δρόμους, συντηρούμενα ὑπὸ τοῦ κοινοῦ ἐλέους; Πῶς συμβιβάζεται αὐτὴ ἡ μεγάλη, ἡ ὑψηλὴ γενναιοδωρία, ἡ θυσιάζουσα τόσον εὐκόλως ἱκανὸν μέρος τῶν δημοσίων προσόδων πρὸς τὴν ταπεινὴν, τὴν ἄκαμπτον γλισχρότητα, τὴν μὴ θυσιάζουσαν οὔτε ἓν λεπτόν; Ποῖον θὰ πείσετε, ὅτι πληρόνεται 300,000 δραχμῶν πρὸς ξένην γυναῖκα ἑκουσίως, αὐτοπροαιρέτως, χάριν ἁπλῆς φιλανθρωπίας, ὅτε παραγνωρίζετε καθ’ ἑκάστην τὰ ἱερώτερα τῶν καθηκόντων, καὶ πνίγετε τὰ τρυφερώτερα τῶν αἰσθημάτων χάριν τῆς οἰκονομίας, ἥτις ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς σήμερον ὡς ἀπόλυτος καὶ ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη; Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ μείνῃ οὔτε σκιὰ ἀμφιβολίας περὶ τοῦ ἀληθοῦς χαρακτῆρος τῆς ἀποζημιώσεως τῆς χήρας Λόϋδ, ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ τοῦ πρωθυπουργοῦ τῆς Ἀγγλίας, τοῦ Σὶρ Γλάδστωνος. Κατὰ τὴν τελευταίαν συζήτησιν, ἥτις ἐγένετο πέρυσιν ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Κοινοτήτων περὶ τῶν Δηλιακῶν, ὁ Σὶρ Ἐῤῥῖκος Βοῦλβερ συμπεραίνων ἔθηκε τὸ ζήτημα ὡς ἑξῆς· «Ἂν ὁ ἔντιμος φίλος μου νομίζῃ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις οὐδεμιᾶς μομφῆς κατέστη ἀξία, ἂς τὸ εἴπῃ εἰλικρινῶς καὶ ἀναφανδόν· ἀλλ’ ἂν φρονῇ ὅτι ἐπολιτεύθη ἐνόχως, τότε παρακαλῶ αὐτὸν νὰ εἴπῃ τίνα ἱκανοποίησιν σκοπεύει νὰ ζητήσῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ τὸ αἷμα τῶν ἡμετέρων συμπολιτῶν». Τί δὲ ἀπαντᾷ εἰς ταῦτα ὁ κύριος Γλάδστων; Ἀκούσατε, κύριοι· «Ὁ εὐγενὴς φίλος μου ἐρωτᾷ, ποίαν ἱκανοποίησιν θὰ ζητήσωμεν παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως; Ἐν πρώτοις καθῆκον ἡμῶν εἶναι νὰ ἐπιτύχωμεν παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως χρηματικὴν ἀποζημίωσιν ὑπὲρ τῆς χήρας Λόϋδ. Ὁ θάνατος τοῦ λόρδου Κλαρενδῶνος ἀνέβαλεν ἐπ’ ὀλίγον τὴν αἴτησιν ἀποζημιώσεως· οὐχ ἧττον τὸ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργεῖον ἐπελήφθη αὖθις τοῦ ζητήματος». Εἶναι δὲ περίεργον, κύριοι, ὅτι ὁ κ. Ἔρσκιν ἀρχίζει τὸ ἔγγραφόν του πρὸς τὴν Κυβέρνησίν μας ἀπὸ τῶν τελευταίων τούτων λέξεων τοῦ κ. Γλάδστωνος· «Ἕνεκα, γράφει, τοῦ θανάτου τοῦ κόμητος Κλαρενδῶνος καὶ τῶν ἀσχολιῶν, αἵτινες ἐπεβάρυνον τὸν κόμητα Γρανβὶλ, ἀναλαβόντα τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργείου, ἡ Κυβέρνησις τῆς Α. Μ. ἀνέβαλε τὸ ζήτημα περὶ συντάξεως ἀπονεμητέας τῇ κυρίᾳ Λόϋδ κτλ.». Εἶναι σαφές; Βλέπετε τώρα καθαρῶς, ψηλαφητῶς, τὴν πηγὴν, ἐξ ἧς ἀποῤῥέει ἡ ἀποζημίωσις τῆς χήρας Λόϋδ; Καὶ εἶναι λοιπὸν ἐπιτετραμμένον ἐναντίον πανδήμων καὶ καθαρῶν διακηρύξεων τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἀγγλίας, ἐναντίον ἐπισήμων ἐγγράφων, εἰς τὸ πεῖσμα τῆς ἀληθείας, εἰς τὸ πεῖσμα τῶν πραγμάτων καὶ αὐτοῦ τοῦ ὀρθοῦ λόγου, νὰ ἐπιμένωμεν ἡμεῖς θέλοντες νὰ πείσωμεν ἑαυτοὺς καὶ τοὺς ἄλλους, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἐννόμου ὑποχρεώσεως, δὲν πρόκειται περὶ ἱκανοποιήσεως, ἀλλὰ περὶ ἁπλοῦ καθήκοντος φιλανθρώπου κυβερνήσεως καὶ φιλανθρώπου Βουλῆς, ἐνῷ οἱ Ἄγγλοι, οἱ ὁποῖοι ἀπαιτοῦν τὴν ἀποζημίωσιν φανερὰ, ἄνευ ἀποσιωπήσεων καὶ περιστροφῶν διακηρύτουν, ὅτι τὴν ἀπαιτοῦν ὡς ἱκανοποίησιν διὰ τὴν ἐνοχὴν τῆς Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως; Ἀλλ’ ὄχι· σεῖς οἱ ἴδιοι δὲν πιστεύετε εἰς ὅσα θέλετε νὰ κάμετε τοὺς ἄλλους νὰ πιστεύσωσιν. Ἡ ἐνδόμυχος πεποίθησίς σας ἐξεδηλώθη, μ’ ὅλην τὴν προσπάθειαν, τὴν ὁποίαν κατεβάλετε νὰ τὴν ἀποκρύψητε. Καὶ τῳόντι, κύριοι, τὸ ἐνθυμεῖσθε· ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως, ἀφοῦ ἐζήτησε νὰ σᾶς συγκινήσῃ διὰ τοῦ αἰσθήματος τῆς φιλανθρωπίας, δὲν ἔλλειψε νὰ προσθέσῃ καὶ τὰς ἑξῆς λίαν ἐκφραστικὰς λέξεις· «Θέλετε, εἶπε, νὰ μᾶς δείξωσι τὴν μάστιγα διὰ νὰ ἐνδώσωμεν;......»

§88ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σεῖς τὸ εἴπατε καὶ τὸ εἴπαμεν καὶ ἡμεῖς.

§89ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡμεῖς τὸ εἴπαμεν πολεμοῦντες τὸν λόγον τῆς βίας· ἀλλὰ σεῖς, οἵτινες προβάλλετε τὴν φιλανθρωπίαν, σεῖς πῶς ἐνθυμήθητε τὴν μάστιγα; ὡραία ἀληθῶς φιλανθρωπία, ἥτις περιφέρεται οὐχὶ πλέον μὲ τὸν δίσκον, ἀλλὰ μὲ τὴν μάστιγα ἀνὰ χεῖρας! Ἡ μαστιγοφόρος αὕτη φιλανθρωπία τόσον πολὺ συμβιβάζεται μὲ τὴν ἀληθῆ φιλανθρωπίαν, ὅσον συμβιβάζεται ἡ ἐξευτελιστικὴ πρᾶξις τῆς πληρωμῆς τῶν δέκα χιλιάδων λιρῶν, δι’ ἧς ἀνακηρύττεται πανδήμως ἡ ἐνοχὴ ἡμῶν εἰς τὸ ἀποτρόπαιον κακούργημα τοῦ Δήλεσι, μὲ τὴν ἐθνικὴν τιμὴν, τὴν ὁποίαν δὲν ὤκνησε νὰ ἐπικαλεσθῇ ὁ ἀξιότιμος κύριος πρωθυπουργός. Ὄχι, κύριοι· καμμίαν σχέσιν δὲν ἔχει, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ φιλανθρωπία μὲ τὴν μάστιγα, οὔτε ἡ πάνδημος ἀναγνώρισις τῆς ἐνοχῆς μὲ τὴν τιμὴν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος τὴν ἀναγνωρίζει, ὅταν μάλιστα δὲν ᾖναι ἔνοχος. Συγκλώθετε τὰ ἀσύγκλωστα συνδέετε τὰ ἀσύνδετα, συνεξομοιοῦτε τὰ ἀνόμοια καὶ τὰ ἀντίθετα, Διατί; διὰ νὰ πείσητε τοὺς ἁπλουστέρους, ὄχι τὸν ἑαυτόν σας, διότι σεῖς ἔχετε ἐναντίαν πεποίθησιν, διὰ νὰ πείσητε τὸν κόσμον, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀναγνωρίσεως ἐνοχῆς, οὔτε περὶ ἐξωτερικῆς πιέσεως, οὔτε περὶ ἐνόμου ἀπαιτήσεως, ἄπαγε! ἀλλὰ περὶ εὐγενοῦς αἰσθήματος συμπαθείας, περὶ ἁπλοῦ καθήκοντος φιλανθρωπίας ὑπὲρ δυστυχοῦς χήρας, ἀξίας τῆς περιθάλψεως ἡμῶν! Ἀλλὰ λησμονεῖτε, ὅτι οὕτω πολιτευόμενοι προσβάλλετε τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, τοῦ ὁποίου τὰς ἀρχὰς φέρετε πάντοτε ἀνὰ στόμα, τοῦ ὁποίου τὴν σημαίαν χθὲς ἔτι εἴχετε τόσον ὑψηλὰ ἀναπεπταμένην· κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα θὰ εἴπῃ παῤῥησία, εἰλικρίνεια, εὐθύτης εἰς πᾶσαν πρᾶξιν τῆς ἐξουσίας· ἄλλως καθίσταται ἀδύνατος ὁ ἔλεγχος τῆς Βουλῆς καὶ τῆς δημοσίας γνώμης ἐπὶ τῶν πράξεων τῆς διοικήσεως. Λησμονεῖτε ὅτι ζητοῦντες ν’ ἀποκρύψητε τὸν ἀληθῆ λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ὑποβάλλετε καὶ ὑποστηρίζετε τὴν προκειμένην πίστωσιν, ἐπαυξάνετε τὴν ταπείνωσιν καὶ τὸν ἐξευτελισμὸν, τὸν ὁποῖον ὑφίσταται τὸ ἔθνος διὰ τῆς πληρωμῆς τῆς τοιαύτης ἀποζημιώσεως. Δὲν εἶναι, κύριοι, ἄξιον τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι ἄξιον τῆς κυβερνήσεως, δὲν εἶναι ἄξιον τοῦ ἔθνους νὰ ζητῶμεν νὰ κρυφθῶμεν ὑπὸ τοιαύτας ἐλεεινὰς προφάσεις, εἰς τὰς ὁποίας κανεὶς δὲν πιστεύει, ὀλιγώτερον δὲ πάντων ἡμεῖς οἱ ἴδιοι. Προτιμότερον, ἀξιοπρεπέστερον θὰ ἦτον ἂν ἡ κυβέρνησις, προσερχομένη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κοινοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἐξωμολογεῖτο εἰλικρινῶς ὅλην τὴν ἀλήθειαν, ἂν μᾶς ἐφανέρωνε τὸν πραγματικὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον φρονεῖ, ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ν’ ἀποτίσωμεν τὴν ὀφειλομένην ἀποζημίωσιν. Οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦτο ὁ λόγος οὗτος, ὅσον δήποτε πικρὰ καὶ ἂν ἦτο ἡ ἀλήθεια, εὐπρεπέστερον θὰ ἦτο καὶ δι’ ἡμᾶς καὶ διὰ τὸ ἔθνος νὰ ἐνδώσωμεν ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων καὶ τῆς ἀληθείας, καὶ νὰ μὴ προσθέσωμεν δι’ ἀναξίων ὑπεκφυγῶν εἰς τὸν ἐξευτελισμὸν, ὅστις μᾶς ἐπιβάλλεται. Λυποῦμαι, διότι τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἐξετίμησε δεόντως τὴν θέσιν καὶ τὸ καθῆκόν του ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος· λυποῦμαι, διότι ἐπροσπάθησεν ἐκ παντὸς τρόπου νὰ κρυφθῇ, νὰ ὑπεκφύγῃ, νὰ μὴ ὁμολογήσῃ τὴν ἀλήθειαν, ἀλλὰ νὰ προβάλῃ προφάσεις καὶ ἐπιχειρήματα, περὶ τῆς ἀξίας τῶν ὁποίων οὔτ’ αὐτὸ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τὴν ἐλαχίστην πεποίθησιν. Τοσοῦτον δὲ προέβη, κύριοι, εἰς τὸ σύστημα τοῦτο τῆς ἀποσιωπήσεως καὶ ὑπεκφυγῆς, ὥστε ἔῤῥιψε τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, χωρὶς κἂν νὰ τὸ συνοδεύσῃ μὲ μίαν δικαιολογητικὴν ἔκθεσιν.....

§90ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς πόσα νομοσχέδια ἔχετε δικαιολογητικὴν ἔκθεσιν;

§91ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἰς ὅλα τὰ σπουδαῖα· ἢ μὴ τυχὸν, κύριε πρόεδρε, ἐθεωρήσατε τὸ παρὸν νομοσχέδιον μὴ σπουδαῖον καὶ ἀνάξιον νὰ τὸ δικαιολογήσητε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ κοινόν; Οὕτως ὑποβάλλονται νομοσχέδια θίγοντα τὴν τιμὴν τοῦ ἔθνους, χωρὶς νὰ συνοδεύωνται μὲ μίαν τοὐλάχιστον δικαιολογητικὴν ἔκθεσιν; Κύριοι, προδότης τῆς πατρίδος, εἶπε προχθὲς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, θὰ ἦναι ἐκεῖνος ἐξ ἡμῶν, ὅστις, ἔχων τὴν πεποίθησιν ὅτι πρόκειται περὶ ἐννόμου ὑποχρεώσεως, θὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τῆς ζητουμένης πιστώσεως. Ἀλλ’ ὑπάρχει κανεὶς μεταξὺ ὑμῶν, ὅστις τὴν στιγμὴν ταύτην ἀμφιβάλλει εἰλικρινῶς περὶ τούτου; Δὲν θέλω, δὲν δύναμαι ν’ ἀδικήσω κἀνένα· μοὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποθέσω, ὅτι ὑπάρχει τις ἐξ ἡμῶν, ὅστις θεωρεῖ σπουδαίαν τὴν πρόφασιν, ὅτι πρόκειται περὶ φιλανθρωπίας, καὶ ὅστις νὰ μὴ ἦναι ἐνδομύχως πεπεισμένος, ὅτι ἡ ἀποζημίωσις τῆς Λόϋδ μᾶς ἐπιβάλλεται ὡς ὑποχρέωσις, ὡς ἱκανοποίησις διὰ τὸ κακούργημα τοῦ Δηλίου, εἰς τὸ ὁποῖον μᾶς θεωροῦν συνενόχους. Ἀπέναντι λοιπὸν τῆς φοβερᾶς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἀπέδειξεν εἰς ἡμᾶς αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, ἐλπίζω, κύριοι, ὅτι θὰ σιγήσῃ πᾶσα ἄλλη δευτερεύουσα σκέψις, ὅτι θὰ ἐξαφανισθῇ πᾶς ἄλλος πλάγιος λόγος, ὅτι οὐδὲν αἴσθημα ταπεινῆς προσωπικῆς φιλοτιμίας, ἢ ταπεινοτέρων ἔτι κομματικῶν συμφερόντων, θέλει ἐπισκοτίσει κατὰ τὴν κρίσιμον ταύτην στιγμὴν τὴν συνείδησιν καὶ ἀπόφασίν σας, ἀλλ’ ὁμόφωνος ἡ Βουλὴ θέλει ἀποκρούσει μετ’ εὐγενοῦς ἀγανακτήσεως ἀπαίτησιν, καταπατοῦσαν τοὺς νόμους τῆς πολιτείας καὶ καθυβρίζουσαν τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος. (Εὖγε, χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).

§92ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σᾶς ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω ὡς σύστημα πολιτικῆς, ἄξιον καὶ τοῦ ζητήματος, ἄξιον καὶ τοῦ Κοινοβουλίου, τὴν γνώμην τῶν λίαν ἐντίμων συναδέλφων μας, οἱ ὁποῖοι ἠγόρευσαν ἐναντίον τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν συζητεῖτε, διότι παρετήρησα, ὅτι περὶ οὐδενὸς ἄλλου ἐφρόντισαν εἰμὴ μόνον νὰ μετέλθωσι πᾶν μέσον, νὰ ἐξαντλήσωσι ὅλην αὑτῶν τὴν εὐγλωττίαν διὰ ν’ ἀποδείξωσιν ὅτι πρόκειται περὶ ἀπαιτήσεως, καὶ νὰ καταστρέψωσι τὸ εὐγενὲς τῆς ὑποθέσεως, ὅτι δηλ. πρόκειται περὶ βοηθήματος προερχομένου ἀπὸ εὐσπλαγχνίαν καὶ ἀπὸ αἴσθημα φιλανθρωπίας. Μὲ ἄλλας λέξεις κατέγειναν νὰ κλείσωσι μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τοῦ πνεύματός των μίαν θύραν, ἡ ὁποία εἶναι ἀνοικτὴ, χωρὶς νὰ δυνηθῶσι, κύριοι, νὰ μᾶς παρουσιάσωσι ἓν σχέδιον, νὰ μᾶς παρουσιάσωσιν μίαν πρότασιν, νὰ μᾶς παρουσιάσωσι μίαν διέξοδον· διότι ὅλοι οἱ ἀγορεύσαντες εἰς τοῦτο κατέληξαν πάντοτε, «βία δὲν ἐπίκειται»· καὶ ἤντλησαν τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην ἐκ τῶν λόγων ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπεστηρίξαμεν τὴν πρότασιν. Ἀφήσατε, κράζουσι, νὰ ἔλθῃ ἡ βία, ἀφήσατε τὴν βίαν νὰ πλησιάσῃ, καί τις τῶν ῥητόρων εἶπε «νὰ ἴδωμεν τὸ τελεσίγραφον καὶ τότε ἐνδίδομεν.» Ἤθελον τοὺς ἐννοήσει ἐὰν ἤρχοντο μὲ σύστημα πολιτικὸν, ἐὰν ἐπαρουσίαζον μίαν διέξοδον καὶ παραβάλλοντες τὴν δόξαν, τὴν ὁποίαν ἐπρότειναν πρὸς τὴν δόξαν, τὴν ὁποίαν ἔχουν οἱ πολεμοῦντες αὐτὴν, παραβάλλοντες τὰς ἀρετὰς τῆς μιᾶς πρὸς τὰς τῆς ἄλλης, ἤθελον πείσει, ὅτι ἡ μὲν γνώμη αὐτῶν εἶναι νόμιμος ὀρθὴ, καὶ λογικὴ, αὐτοὶ δὲ εὐφυεῖς καὶ φιλοπάτριδες, ἐκπληροῦντες καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς περιστάσεις ἐκτάκτους. Ἀλλὰ νὰ ἐξαντλῶνται μόνον διὰ νὰ δείξωσι διέξοδον, ὁποίαν δεικνύουσι, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀξία αὐτῶν, δὲ τοὺς τιμᾷ πολύ. Δὲν εἶναι ἄξιον αὐτῶν νὰ εἴπωσιν εἰς τὴν βουλὴν, περιμένετε νὰ ἔλθῃ ἡ βία καὶ νὰ δοθῇ τὸ τελεσίγραφον καὶ τότε ἐνδίδετε». Ἐν ᾧ, ἐὰν ἠκολουθῆτε τοὺς πατέρας ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι οὔτε εἰς βίαν, οὔτε εἰς τελεσίγραφον, οὔτε εἰς κανένα κίνδυνον ἀπεφάσισαν ἐπὶ τοῦ ἀγῶνος νὰ ἐνδώσωσι. Τοιαῦτα μέτρα ἤθελον τὰ ἐννοήσει, ἤθελον καταλάβει, ὅτι ἀπεφασίσαμεν ν’ ἀκολουθήσωμεν ἓν πολιτικὸν σύστημα. Τοιαύτας ἰδέας τὰς εἴδομεν πολλάκις νὰ τὰς ἐγκολπωθῶσι τὰ ἔθνη· ἀλλὰ ἰδέαι καὶ προτάσεις, ὁποίας μᾶς ἐπρότειναν καθ’ ὅλας τὰς ἡμέρας ταύτας, δὲν εἶναι ἄξιαι τῶν ἐθνῶν. Ἀλλὰ τὸ περιεργότατον, κύριοι, πάντων εἶναι ὅτι μὲ τὸ ἐντελέστερον μικροσκόπιον ἐπροσπάθησαν νὰ εὕρουν εἰς βάθος βαθὺ τὸν χαρακτῆρα τῆς ἀπαιτήσεως ἐν τῇ συστάσει τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τῆς χήρας Λόϋδ· ἂς μὲ συγχωρήσουν ὅμως νὰ τοὺς εἴπω ὅτι ματαίως ἐκοπίασαν. Λέγουν, ὅτι «ἡ ὑπόθεσις ἡ σημερινὴ ἔχει τὸν χαρακτῆρα τῆς ἀπαιτήσεως, καὶ μὴν ἀκούετε τὸν κύριον πρωθυπουργὸν, μὴν ἀκούετε τὸν πρώην πρωθυπουργὸν, ὅλοι αὐτοὶ θέλουν νὰ ὀχυρωθοῦν ὄπισθεν σοφισμάτων διὰ νὰ λάβουν τὴν ψῆφόν σας». Καὶ τί συμφέρον ἔχομεν, κύριοι, νὰ ὀχυρωθῶμεν ὄπισθεν σοφισμάτων, ζητοῦντες τὴν ψῆφον κανενός; Θέλετε νὰ μᾶς ταπεινώσητε εἰς τόσον βαθμὸν ὡς μᾶς ἐξευτέλισαν ὑβρισταὶ τῆς Ἑλλάδος, εἰπόντες ὅτι οἱ πολιτικοὶ αὐτῆς κεῖνται τόσον χαμηλὰ καὶ φρονοῦσι τόσον ταπεινά; Καὶ ποῖον συμφέρον ἀντλήσωμεν ἐκ τῶν σοφισμάτων; καὶ ὁποῖον συμφέρον θὰ εὕρωμεν κρυπτόμενοι; Θὰ χάσῃ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ἐὰν χάσῃ τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν κινδυνεύει ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ χάσῃ; Θὰ ζητήσω δὲ ἐγὼ τί παρ’ ὑμῶν ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας εὑρισκόμενος καὶ οὐδεμίαν ἐπιθυμίαν κολακεύων; Ἀπόδειξις εἶναι ὅτι τρεῖς ἡμέρας συζητοῦμεν καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς λύσιν· ἡ δὲ λύσις θὰ ἔλθῃ διὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς βουλῆς. Ἀποκρούομεν λοιπὸν τὰς αἰτιάσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ σᾶς χρησιμεύσωσι καὶ νὰ σᾶς ὑποστηρίξωσιν, ὄχι ὅμως προτείνοντας σωτήριον ἰδέαν, ἀλλὰ θέλοντας τῳόντι διὰ σοφισμάτων νὰ ἐπιβάλετε τὴν ἰδικήν σας ὡς αὐθαίρετον. Τί ἠθέλατε, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, τί ἠθέλατε νὰ ματαιοπονήσητε τρεῖς ἡμέρας; Τί ἠθέλατε καὶ κατεγίνεσθε ν’ ἀποδείξητε τὰ ἄτοπα τῆς ἀπαιτήσεως καὶ τὰ κακὰ τῆς ὑποχωρήσεως, ἀφοῦ οὔτε περὶ ἀπαιτήσεως πρόκειται, οὔτε περὶ ὑποχωρήσεως πρόκειται; Τὴν ἔκαμαν ὅμως τὴν ἀπαίτησιν, λέγουν, φανερὰν ἐν τοῖς ἐγγράφοις καὶ εἰς τὰς συζητήσεις τὰς ἀγγλικάς· καὶ τὸ φῶς τοῦτο, εἶπέν τις ἐκ τῶν ἀγορευσάντων, τὸ χρεωστοῦμεν εἰς τὴν ὁμιλίαν τοῦ κυρίου Δεληγεώργη. Πρῶτον ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὁ ἀξιότιμος ἐκεῖνος συνάδελφος νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι δὲν ἐπίστευον ποτὲ, ἀφοῦ ἡ Ἑλλὰς ἐξηυτελίζετο, ἀφοῦ διετρέχομεν τὸν πλέον δεινὸν κίνδυνον, ὅτι αἱ συζητήσεις τοῦ κοινοβουλίου δὲν ἦσαν γνωσταὶ εἰς τὴν βουλὴν μας, καὶ εἰς τοὺς ἔχοντας τὴν ἀξίωσιν νὰ διδάσκωσι τὴν βουλήν· ἑπομένως οὐδὲν ἔγκλημα ἔκαμα, ἐὰν ἔφερα αὐτὰ εἰς τὸ μέσον.

§93ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν εἴπομεν ὅτι ἐκάματε κανὲν ἔγκλημα, σᾶς εὐχαριστήσαμεν μάλιστα.

§94ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ ἀπαίτησις εἶναι φανερὰ, λέγουν, ἐκ τοῦ ἐγγράφου πρὸς τὸν κύριον Δεληγεώργην. Τὸ ἔγγραφον λέγει ῥητῶς ὅτι, αἱ περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι συνώδευσαν τὸ ἔγκλημα εἶναι εἷς τῶν λόγων, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ χήρα Λόϋδ πρέπει νὰ τύχῃ περιθάλψεως. Ἀλλ’ ἂς μᾶς συγχωρήσουν νὰ τοὺς παρατηρήσω, ὅτι ἐπιβάλλουν εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦτο τὰς ἰδικάς των ἰδέας, δὲν ἀντλοῦν ἰδέας ἐξ αὐτοῦ. Ὅταν τὸ ἔγγραφον λέγῃ «αἱ ἰδιαίτεραι περιστάσεις» δὲν ἐννοεῖ τίποτε ἄλλο, εἰμὴ τὴν κρεουργίαν, ἐννοεῖ τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν καὶ τὰ μαρτύρια τὰ ὁποῖα ἐδοκίμασαν οἱ θυσιασθέντες ἐν Δηλίῳ, Τοῦτο εἶναι τόσον φανερόν! διότι ἐν τῷ ἐγγράφῳ ἐκείνῳ οὔτε ὁ ἐλάχιστος ὑπαινιγμὸς περὶ ἀπαιτήσεως ὑπάρχει. Ἐπεκαλέσθησαν ὡς ἀπόδειξιν καὶ τὴν ἰδιαιτέραν ὑπόσχεσιν τοῦ Βασιλέως, ἣν μνημονεύει τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο· ἀλλ’ ἐξ αὐτῆς τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Βασιλέως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι εἶναι ἀπαίτησιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὸ στάδιον τῆς ἀπαιτήσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἐπῆλθεν ἡ ὑπόσχεσις τοῦ Βασιλέως· ἂν ἠθέλαμεν εἰσέλθει εἰς τὸ στάδιον τῆς ἀπαιτήσεως καὶ δὲν ἠθέλαμεν προλάβει ἤθελον μᾶς ἐνθυμίσει τὴν εὐθύνην μας, ὄχι τὴν ὑπόσχεσιν, ἥτις εἶναι ἄσχετος μὲ τὴν εὐθύνην καὶ χρησιμεύει εἰς τὸν μὴ δυνάμενον ἢ μὴ θέλοντα νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῆς εὐθύνης. Θέλω τοῖς ἐνθυμίσει ἀμέσως, κύριοι, ὅτι σφάλλουν εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἐγγράφων. Θέλω πληροφορήσει αὐτοὺς ὁποῖον θὰ ἦτο τὸ ἔγγραφον, ἐὰν ἐπήγαζεν ἐκ τῆς πηγῆς εἰς τὴν ὁποίαν τὸ ἀποδίδουν. Ἀναμφισβήτητον, κύριοι, εἶναι ὅτι, ὅταν οἱ ὑπήκοοι τινὸς ἔθνους πάθωσι, διαμένοντες εἰς ἑτέραν ἐπικράτειαν, δὲν ὑπάρχει ἡ ἐλαχίστη ἐνοχὴ εἰς τὸ κράτος· ἐπιζητοῦνται οἱ ἔνοχοι καὶ τιμωροῦνται οἱ πράξαντες τὸ ἔγκλημα· οὐδὲν ἄλλο δικαίωμα ἤθελε προκύψει, καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο, καὶ ἐὰν οἱ βλαφθέντες ἦσαν ἐκ τῶν ἐπισήμων ἀντιπροσώπων μιᾶς ξένης ἐπικρατείας. Ἀλλὰ τί ὑποθέτουσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοί μας; Ὅτι τὴν ἀρχὴν ταύτην τοῦ Δικαίου τὴν ἀγνοεῖ ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις; Ἡ Ἀγγλία ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην δύναμιν συνετέλεσεν εἰς τὴν μόρφωσιν τοῦ δικαίου τῶν ἐθνῶν, καὶ γνωρίζει κάλλιστα νὰ ὑποστηρίζῃ τὰ δικαιώματά της κατὰ τὸ δίκαιον τοῦτο. Ἡ Ἀγγλία ἐπληγώθη τοσοῦτον βαρέως καὶ τοσοῦτον σκληρῶς ἐκ τῶν συμβάντων εἰς τὸν Ὠρωπὸν, ὥστε δὲν παρέλειψε μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς ν’ ἀφιερώσῃ μέγα μέρος τῆς κυβερνητικῆς προσοχῆς της εἰς τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν γεγονότων. Ἐὰν ἀναπολήσητε τὰς πρώτας συζητήσεις τοῦ Ἀγγλικοῦ κοινοβουλίου, τὰς γενομένας κατὰ τὸν Μάϊον, θέλετε ἐνθυμηθῆ μὲ πόσην προσοχὴν καὶ λεπτομέρειαν ἔθεσεν ὁ κ. Γλάδστων τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης τῆς Ἑλλάδος. «Αʹ. Ζήτημα. Λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν (εἶπεν ὁ Γλάδστων) τοῦ συμβεβηκότος τούτου κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ περίοδον ἀναφύεται τὸ ζήτημα: ἂν ἡ Ἑλλ. κυβέρνησις παρέσχε πρὸς τοὺς περιηγουμένους, θεωρουμένους ὡς περιηγητὰς, ἢ ὡς διπλωματικοὺς πράκτορας τὴν προστασίαν ἧς ἐδικαιοῦντο ν’ ἀπολαύσωσι. Νομίζω πρὸς τούτοις, ὅτι δὲν εἴμεθα ἐν καταστάσει νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην τινὰ οὐδ’ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ κεφαλαίου τῆς πρὸ τῆς αἰχμαλωσίας προοιμιώδους προστασίας. «Βʹ. Ζήτημα. Ἐφ’ ὅσον δὲ προβαίνομεν περαιτέρω εἰς τὰ μετὰ τὴν αἰχμαλωσίαν τῶν ἡμετέρων συμπατριωτῶν συμβάντα ἐπὶ τοσοῦτον αὐξάνουσι καὶ αἱ περιπλοκαί. Τοῦτο εἶναι τῇ ἀληθείᾳ τὸ σκοτεινότερον τοῦ ὅλου, καθόσον αἱ μυστικαὶ καὶ σκότιαι σχέσεις αἵτινες φαίνονται ὑπάρξασαι μεταξὺ τῶν λῃστῶν καὶ τῶν ἐν Ἀθήναις κομμάτων, εἶναι ἴσως ἡ σπουδαιοτέρα καὶ σοβαρωτέρα τῆς ὅλης ἱστορίας σελίς. Ἐν τούτῳ τῷ σημείῳ βλέπομεν, ὅτι ἀνευρίσκομεν πᾶν ὅ,τι συνδέει τὴν λυπηρὰν τραγῳδίαν μετὰ ἐλλείψεων πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς διοργανώσεως, αἵτινες ἀποκλείουσι αὐτὴν ὁλοτελῶς τῆς κατηγορίας τῶν κοινῶν καὶ μεμονωμένων συμβάντων καὶ καθιστῶσιν αὐτὴν ζήτημα ἀπαιτοῦν βαθυτέραν ἔρευναν. Ἀλλ’ οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖ ἡ ἀξία τῆς παρατηρήσεως ταύτης (ἤτοι ἡ δικαιολογία τῶν χωρικῶν καὶ ποιμένων λῃσταποδόχων), εἶναι κατάδηλον, ὅτι οὐδόλως δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὰς σχέσεις καὶ τὰς συνεννοήσεις, αἵτινες πιθανὸν ὑπῆρχον μεταξὺ τῶν κακούργων ἐκείνων καὶ τῶν ἐν Ἀθήναις πρακτόρων των, οἵτινες, εἴτε ἀνήκουσιν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν κοινοβουλευτικῶν ἀρχηγῶν, εἴτε ἐπιστημονικὴν μόνον βοήθειαν προσέφερον, πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἓν τῶν σημαντικωτέρων στοιχείων τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ὅπερ δέον νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ αὐστηρὰν ἔρευναν πρὶν ἢ φθάσωμεν εἰς ὁριστικήν τινα ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀπόφασιν». «1). Ζήτημα. Ἐφθάσαμεν ἤδη εἰς τὴν τρίτην περίοδον τῆς θλιβερᾶς ἱστορίας, ἤτοι τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ληφθέντων πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῶν αἰχμαλώτων μέτρων. Ὅθεν θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ ἐξετάσωμεν τὰ ἑξῆς ζητήματα. ά.) ἐλήφθησαν τὰ μέτρα ταῦτα ἐν καλῇ τῇ πίστει; βʹ.) ἦσαν σύμφωνα πρὸς τοὺς κανόνας τῆς λογικῆς; γʹ.) ἀπέτυχον ἕνεκα τοῦ ὁρμητικοῦ χαρακτῆρος ἢ σφάλματος τῶν κακούργων, ἢ ἀπέτυχον ἕνεκα λάθους ἢ ἀπάτης ἐκ μέρους τῶν πρακτόρων τῆς Ἑλλ. κυβερνήσεως;» Τοιοῦτον ὑπῆρξε τὸ σχέδιον τῶν ἐρευνῶν καὶ τῶν ἀνακρίσεων τοῦ κ. Γλάδστωνος. Ὀφείλω δὲ, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω δύω λέξεις περὶ τῆς σημασίας, τὴν ὁποίαν ἔχουσι τὰ ζητήματα ταῦτα, διὰ νὰ ἐννοήσῃ ἕκαστος ὁποῖος εἶναι πρῶτον ὁ σκοπὸς τῆς Ἀγγλικῆς κυβερνήσεως καὶ δεύτερον, πῶς τῳόντι αὐτὸς ὁ σκοπὸς ἔτεινεν εἰς ἐκεῖνο τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι ὑποθέτουσιν ὅτι ἐστάθη ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις, ὅταν μᾶς ἐζήτησε τὴν περίθαλψιν περὶ ἧς πρόκειται. Ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις, κύριοι, διὰ τῆς ἐρεύνης, τὴν ὁποίαν ἔκαμε, διὰ τῆς ἐξετάσεως, τὴν ὁποίαν ἐνήργησεν, ἤθελε νὰ φθάσῃ εἰς ἐχθρικὴν θέσιν ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὸ διεθνὲς δίκαιον· εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν τῇ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ πράξῃ κατ’ αὐτῆς. Δὲν ἐζήτει βεβαίως ἡ Ἀγγλία, οὔτε νὰ συκοφαντήσῃ, οὔτε διὰ πλαγίων μέσων νὰ διαστρέψῃ τὸ ἀληθές, οὔτε ἀφορμὴν εἶχε νὰ κακώσῃ ἀδίκως. Αὐτὴ εἶναι ἡ πεποίθησίς μου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐκ τῶν κυβερνήσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι χαρίζουν. Ἤθελε λοιπὸν διὰ τῶν ἀνακρίσεων τούτων νὰ φθάσῃ εἰς ἓν συμπέρασμα· καὶ εἰ μὲν δὲν ὑπῆρχε καμμία εὐθύνη, βεβαίως δὲν εἶχε καὶ κανὲν δικαίωμα· τὸ διεθνὲς δίκαιον δὲν τῇ ἔδιδε στάδιον νὰ ἐξασκήσῃ τὸ τῆς ἱκανοποιήσεως δικαίωμα· ἐὰν ὅμως αἱ ἀνακρίσεις καὶ αἱ ἔρευναι αὗται ἤθελον λήξει εἰς τὰ γεγονότα ἐκεῖνα ἐκ τῶν ὁποίων τὸ διεθνὲς δίκαιον χαρακτηρίζει τὴν ἐχθρικὴν κατάστασιν τῶν ἐθνῶν, τότε ἤθελε ζητήσει τὴν ἱκανοποίησίν της. Ἐν δυσὶ λέξεσι χαρακτηρίζεται ἡ ἐχθρικὴ κατάστασις τῶν ἐθνῶν· εἶναι ἀναγκαιότατον νὰ τὸ ἀκούσητε. «Ἡ ἐχθρικὴ κατάστασις τῶν ἐθνῶν ἀφορμὴν ἔχει τὴν βλάβην οἱουδήποτε δικαιώματος, ἐπελθοῦσαν ἢ ἐπικειμένην· τὰ δίκαια τῶν ἐθνῶν παραβλάπτονται καθ’ ὃν τρόπον καὶ τὰ τῶν ἀτόμων, δηλονότι ἀμέσως ἢ ἐμμέσως. Ἀμέσως μὲν, ἐὰν ἡ βλάβη ἐπηνέχθη κατὰ τοῦ Κράτους· ἐμμέσως δὲ, ἐὰν ἐβλάφθησαν ὑπήκοοι αὐτοῦ, εἴτε ὑπὸ τοῦ ξένου Κράτους, εἴτε ὑπό τινων ὑπηκόων αὐτοῦ, ἐὰν εἰς τὴν τελευταίαν ταύτην περίπτωσιν ἡ κυβέρνησίς των συνέπραξε καθ’ οἱονδήποτε τρόπον εἰς τὴν βλάβην ταύτην». Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν ταύτην, κύριοι, ἐννοεῖτε πολὺ καλὰ, ὁποῖος ἦτον ὁ σκοπὸς τῆς ἀναζητήσεως καὶ τῆς ἐρεύνης τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα σᾶς προανέφερα, καὶ τὰ ὁποῖα ἐξῆλθον ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ προέδρου τῆς Ἀγγλικῆς κυβερνήσεως. Ἐπανερχόμενος ἤδη νὰ ἐρωτήσω τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, τῶν ὁποίων ἐπαινῶ τὸν ζῆλον, ἀλλὰ τῶν ὁποίων, καθὼς προεῖπον, δὲν ἠμπόρεσα νὰ ἐννοήσω τὸ σύστημα, τοὺς ἐρωτῶ ἂν περὶ ἀπαιτήσεως πρόκειται, κύριοι, αὐτὸ εἶναι τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἡ Ἀγγλία ἤθελε μᾶς ἀπευθύνει; Πρέπει τις οὐδέποτε νὰ ἀνέγνωσε τοιοῦτον ἔγγραφον ἄλλων ἐθνῶν, πρέπει νὰ μὴ ἔχῃ τὴν ἐλαχίστην πεῖραν τῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία διευθύνει τὰς διεθνεῖς σχέσεις, διὰ νὰ ὑποθέσῃ ὅτι διὰ τοιαύτας πράξεις, αἱ ὁποῖαι τοσοῦτον ἐπλήγωσαν τὴν Ἀγγλίαν μετὰ τὰς μακρὰς ἐρεύνας, καὶ μετὰ τὰς μακρὰς καὶ ἐπιμόνους ἐνασχολήσεις τῆς Ἀγγλίας ὅπως φθάσῃ εἰς ἓν ἀληθὲς συμπέρασμα, πεισθεῖσα ἐπὶ τέλους περὶ τοῦ δικαίου τῆς καὶ ἑπομένως περὶ τοῦ δικαιώματος νὰ ζητήσῃ ἱκανοποίησιν, ἤθελεν ἀπευθύνει τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἔχετε ἐνώπιόν σας, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἀναμιμνήσκει μόνον τὰς συμπαθείας, τὰς ὁποίας ἔδειξε τὸ ἔθνος, τὰς συμπαθείας, καὶ τὰς ὑποσχέσεις τοῦ Βασιλέως περὶ περιθάλψεως τῆς γυναικὸς τοῦ Λόϋδ, καὶ τὰς συμφορὰς τῆς γυναικὸς αὐτῆς διὰ τὸν θάνατον τοῦ ἀνδρός της ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἡ σφαγὴ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ τίποτε περιπλέον; Ἀντὶ τούτου θὰ εἴχατε ἔγγραφον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς ἔλεγε, παρακαλῶ τὴν Ἑλληνικὴν κυβέρνησιν νὰ ἀποζημιώσῃ τὴν χήραν Λόϋδ, διότι ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν ὑποχρέωσίν της, ἀφοῦ ἔπραξε τοῦτο, ἐπλημμέλησεν ἐκεῖνο καὶ ἡ ἐνοχή της εἶναι ἀναμφισβήτητος, διότι συνετέλεσεν, εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως, διὰ τοὺς λόγους τούτους ἢ ἐκείνους, συνετέλεσεν εἰς τὴν καταστροφὴν μιᾶς οἰκογενείας, ἣν ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προστατεύω. Αὐτὴ εἶναι ἡ γλῶσσα τῶν Κρατῶν, καὶ μάλιστα τῶν τοσοῦτον ὑψηλὰ καθημένων, ἀπέναντι τῶν κυβερνήσεων εἰς τὰς ὁποίας θέλουν νὰ εἴπωσιν, ἀπαιτῶ. Χρειάζεται ἑπομένως μία μεγάλη ὑπόληψις εἰς τὴν ἰδίαν ἑαυτοῦ γνώμην ἢ ἓν ἰσχυρὸν πνεῦμα διαστροφῶν διὰ νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι τὸ ἔγγραφον τὸ ὁποῖον ἔχομεν, ἀντικαθιστᾷ τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἠθέλαμεν ἔχει.

§95ΜΙΛΗΣΗΣ. Θὰ ἦτο διάῤῥηξις τῶν διπλωματικῶν σχέσεων.

§96ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παντάπασιν· ἡ ἐχθρικὴ κατάστασις δὲν ἐπιφέρει τὴν διάῤῥηξιν. Ἡ ἐχθρικὴ κατάστασις ἔχει πολλὰ στάδια πρὸ τῆς διαῤῥήξεως. Μάλιστα τὸ στάδιον τῆς ἀπαιτήσεως εἶναι πολὺ πρίν. Ἡ ἐχθρικὴ κατάστασις εἰς τὴν ἀρχὴν δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ τὸ δίκαιον τῆς ἀπαιτήσεως· ἡ μὴ ἱκανοποίησις αὐτοῦ φέρει τὰς ἐχθροπραξίας· καὶ πρὸ τοῦ πολέμου καὶ πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων ὑπάρχουν ἐχθροπραξίαι, διότι ὑπάρχει ἡ ἀνταπόδοσις, εἰς ἄλλας βεβαίως περιστάσεις, ὄχι ἐδῶ. Ἀλλά, κύριοι, δὲν ἀρκεῖ νὰ ἐξετάσητε μόνον ὑπὸ τὴν μίαν ἔποψιν τὸ ζήτημα, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἄλλην. Σᾶς χωρίζω διὰ μίαν στιγμὴν τὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον θέλετε νὰ ἀποδώσητε εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας· ὑποθέτω ὅτι ἐντὸς αὐτῶν τῶν λέξεων καὶ τῶν φράσεων, τὰς ὁποίας ὑμεῖς σχολιάζετε καὶ ἑρμηνεύετε ὅπως θέλετε, ὑπάρχει τὸ πνεῦμα τῆς ἀπαιτήσεως· ἀλλ’ ὁποίαν ἀπάντησιν ἔλαβε παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως; Ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν, εἶναι ὅτι, «πρὶν μοῦ κοινοποιήσητε τὸ ἔγγραφον, ἀφ’ ἧς στιγμῆς συνεκροτήθη τὸ σημερινὸν ὑπουργεῖον, ἐγένετο ἡ ἀπόφασις νὰ δώσωμεν χρηματικὴν συνδρομὴν λόγῳ βοηθήματος εἰς τὴν χήραν Λόϋδ, καὶ τὸ ἔγγραφον ἐτέθη ἐκποδών. Διὰ τοῦ ἐγγράφου του ὁ κ. Ἔρσκιν ὡμίλουσε περὶ λεπτομερειῶν καὶ περὶ συντάξεως, ἀλλὰ ποῦ εἶναι ἡ σύνταξις καὶ αἱ λεπτομέρειαι; Οὐδαμοῦ, διότι οὔτε τὴν ἀρχὴν τῆς συντάξεως ἐδέχθημεν οὔτε συζήτησιν. Καὶ ἂν ὑπῆρχεν ὁ χαρακτὴρ τῆς ἀπαιτήσεως ἐν τῷ ἐγγράφῳ ἐκείνῳ τοῦ κ. Ἔρσκιν, ὁ χαρακτηρισμός, ὅστις ἐδόθη ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν κυβέρνησιν εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ἥτις ἐχαρακτηρίσθη ἁπλῆ καὶ καθαρὰ συμπάθεια, ἡ ὁποία ἐχαρακτηρίσθη ὡς θυσία ἐκ συμπαθειῶν, τὰς ὁποίας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ κράτους ἀπέδειξε πρὸς αὐτὴν τὴν οἰκογένειαν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, καὶ τῶν συμπαθειῶν τὰς ὁποίας ἔδειξε καὶ ἡ προκάτοχος κυβέρνησις καὶ ὁ Βασιλεύς.

§97ΜΙΛΗΣΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν; Παρέλειψα νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν ὁμιλίαν μου, ὅτι τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς ἀπαιτήσεως δὲν δίδει ὁ πληρώνων, ἀλλ’ ὁ ἀπαιτῶν· ὥστε δὲν ἐπηρεάζει διόλου τὸ ζήτημα τῆς ἀπαιτήσεως αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐπράξατε ὑμεῖς, ὑμεῖς ἐπράξατε τὸ καθῆκόν σας. Ἡ βουλὴ θέλει νὰ μάθῃ ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ, διὰ ποῖον λόγον ἀπαιτεῖ, καὶ ἡ Ἀγγλία δὲν ζητεῖ ἐλεημοσύνην, ἀλλὰ χρέος ὀφειλόμενον.

§98ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀξιότιμε συνάδελφε, σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι ἡ λέξις ἐλεημοσύνη ποτὲ δὲν θὰ σταθῇ εἰς τὸ στόμα τῆς Ἀγγλίας, οὐδέποτε· ἡ λέξις ἐλεημοσύνη εἶναι διὰ τὰ ἄτομα, ἀλλὰ διὰ τὰς κυβερνήσεις καὶ μάλιστα τὰς κολοσσιαίας, αὐτὴ ἡ λέξις δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ λεξικόν· ὑπάρχει ὅμως ἄλλη λέξις, ἡ ἐκφράζουσα τὴν ἔννοιαν καὶ τὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον ἔχει αὐτὸ τὸ ἔγγραφον, ὅπερ ἀπηύθυνεν ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Θὰ ἦτο δυστύχημα, κ. Μίληση, ἂν μεταξὺ τῶν ἐθνῶν δὲν ἐδύναντο εἰς παρομοίας περιστάσεις νὰ ἀνταλάσσωνται ἄλλα ἔγγραφα παρὰ περὶ ἀπαιτήσεων καὶ σφάλλετε πολὺ, ἂν νομίζητε, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις, λίαν φυσικῶς, δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἀποταθῇ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν καὶ νὰ συστήσῃ τὴν οἰκογένειαν τοῦ Λόϋδ. Ἀλλὰ, κύριοι, προσθέτω εἰς ἀπάντησιν τῶν τελευταίων λόγων τοῦ κ. Μίληση, ὅστις εἶπεν, ὅτι οὐχὶ τὸ ἔγγραφον τοῦ ἀπαιτῶντος, ἀλλὰ τὸ ἔγγραφον τοῦ προτείνοντος χαρακτηρίζει τὴν ὑπόθεσιν. Τὸ πρᾶγμα εἶναι σόλοικον καὶ εἰς τὸν κοινωνικὸν βίον καὶ εἰς τὸν πολιτικόν. Ἀλλὰ περιπλέον ἐρωτῶ, αὐτὸ τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις διεβίβασεν εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἔγεινεν ἢ δὲν ἔγεινε δεκτὸν ἀπὸ τὴν Ἀγγλικὴν κυβέρνησιν; Δὲν ἀγνοεῖτε, ὅτι ἡ ἀπάντησις τῆς Ἑλλ. κυβερνήσεως ἔγινε δεκτὴ παρὰ τῆς Ἀγγλικῆς. Ἂν λοιπὸν ἀποδίδετε εἰς τὸ ἔγγραφον τῆς Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως τὸν χαρακτῆρα, ὄχι παραδοχῆς ἀπαιτήσεως, ἀλλὰ βοηθείας καὶ συνδρομῆς πρὸς ἀναξιοπαθοῦσαν οἰκογένειαν, ἀφ’ οὗ ἔχετε ἔγγραφον τὴν ἀπάντησιν τῆς Ἀγγλικῆς κυβερνήσεως, ἀποδεχομένης τὸ ἔγγραφόν μας, διὰ τί διστάζετε περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς πράξεως, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν σήμερον;

§99ΜΙΛΗΣΗΣ. Μ’ ἐρωτᾶτε; Συγχωρήσατέ μοι νὰ ἀπαντήσω.

§100ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν θὰ κάμωμεν διαλόγους.

§101ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ὄχι μόνον, κύριοι, ἡ ἀπάντησίς μας ἦτο τοιαύτη, καὶ ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις εὐχαριστήθη εἰς αὐτὴν, ἀλλὰ περιπλέον δὲν ἔλαβε παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως ἡ Ἀγγλικὴ ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ ἀξιώσῃ νὰ λάβῃ· διότι ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις, ἤτοι τὸ ὑπουργεῖον τῆς 9 Ἰουλίου, εἶπεν εἰς τὴν Ἀγγλικήν· «τὸ σημερινὸν ὑπουργεῖον αἰσθάνεται αὐτὰς τὰς ἰδίας συμπαθείας, τὰς ὁποίας καὶ τὸ προκάτοχόν του, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὴν συνταγματικὴν ἐξουσίαν νὰ τὰς πραγματοποιήσῃ.» Τοῦτο ὅμως δὲν ἦτο ἀληθὲς, κύριοι. Τὸ ὑπουργεῖον ἔχει συνταγματικὴν ἐξουσίαν· τὴν ἔχει διότι προκαλεῖ ἔκτακτον πίστωσιν καὶ πληρώνει· ἀναδέχεται τὴν εὐθύνην ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου καὶ προβαίνει. Τοῦτο εἶναι λίαν συνταγματικὸν καὶ εἰς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις λίαν ἀναγκαῖον. Ἀλλ’ ἐν τούτοις ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις ἀπήντησεν πρὸς τὴν Ἀγγλίαν, ὅτι καί τοι ἔχω ταύτην τὴν συμπάθειαν πρὸς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Λόϋδ, δὲν ἔχω τὸ συνταγματικὸν δικαίωμα νὰ τὴν πραγματοποιήσω καὶ θέλω περιμείνει τὴν ψῆφον τῆς βουλῆς· μὲ ἄλλας λέξεις εἶπε, δὲν ἀναδέχομαι τὴν εὐθύνην. Ποῦ εἶναι, κύριοι, ἀπαίτησις; Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἀπαιτήσεως, δὲν ἀπαιτῶσι τοιουτοτρόπως αἱ κυβερνήσεις, ἢ ἐὰν ἀπαιτήσωσι, λαμβάνουσιν ἓν ῥάπισμα παρὰ τοῦ ἰσχυροτέρου, ὅταν ἀπαιτῇ. Καὶ ὄχι μόνον ἐδέχθησαν τοιαύτην ἀπάντησιν, ἀλλὰ περιμένουν 10 ἤδη μῆνας τὴν ἀπάντησιν τῆς Βουλῆς. Ὅταν ἡ Ἀγγλία, ὃ μὴ γένοιτο, ἤθελε φθάσει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα τι, ὥραι δίδονται· ὡρῶν προθεσμίαν ἤθελε δώσει, ἢ ἔστω καὶ ἑβδομάδων. Ποῦ εὑρίσκετε λοιπὸν τὸν χαρακτῆρα τῆς ἀπαιτήσεως; Καὶ δεῖξατέ μοι ἀκόμη τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχετε καὶ ἐπιμένετε εἰς τοῦτο; Δεῖξατέ μοι τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετε νὰ ἀποδείξητε, θέλοντες καὶ μὴ θέλοντες, ὅτι τῷ ὄντι πρόκειται περὶ ἀπαιτήσεως. Οἱ λόγοι σας ὑπῆρξαν οὐράνιοι, λίαν ἀξιοπρεπεῖς, καὶ τὸ αἴσθημα καὶ ὁ πατριωτισμός σας· ἀλλ’ ἐπιφυλαχθῆτε. Τὸ εἶπα καὶ προχθές, τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ὅτι μοί εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστον, ἂν ἡ Ἀγγλία μετὰ τὴν ἀπόῤῥιψιν αὐτῆς τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν, θέλει μεταβάλει τὴν σύστασιν εἰς ἀπαίτησιν· μοί εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστον, ἐπειδὴ ὅμως εἶναι καὶ ἐνδεχόμενον, λέγω, ἐπιφυλαχθῆτε· διότι ἐὰν ᾖναι προωρισμένον ἡ σύστασις αὐτὴ νὰ μεταβληθῇ εἰς ἀπαίτησιν, θὰ ἔλθουν ὅλα τὰ ζητήματα, περὶ τῶν ὁποίων ἐκάματε λόγον, πρὸς συζήτησιν. Καὶ ἴσα ἴσα, κύριοι, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρετὴ τῆς ἀπαντήσεως, ἡ ὁποία ἔγεινεν εἰς τὴν Ἀγγλίαν, «νὰ θέσῃ τὴν βουλὴν εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε νὰ εἴπῃ καὶ τὸ ναὶ καὶ τὸ ὄχι λίαν ἐλευθέρως». Διὰ τί λέγω λίαν ἐλευθέρως; Λέγουσα τὸ ναὶ δὲν ἐνδίδει εἰς ἀπαίτησιν, ἀλλ’ ἀποφαίνεται συμφώνως μὲ τὴν θεωρίαν τοῦ ὑπουργείου τῆς 9 Ἰουλίου, ὅτι ἡ βουλὴ θεωρεῖ, ὅτι δὲν ἐξηντλήθη τὸ αἴσθημα τῆς φιλανθρωπίας, τὸ ὁποῖον ἔδειξεν ἀπ’ ἀρχῆς τὸ ἔθνος. Τὸ δ’ ἐκ τοιαύτης ἐλευθεριότητος προερχόμενον Ναί, εἶναι ἀπόφασις ἐντελῶς ἐλευθέρα. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ κυβέρνησις δὲν ἤθελε δώσει, ἣν ἔδωκεν ἀπάντησιν, ἡ βουλὴ τὴν σήμερον ἤθελε πιθανῶς εὑρίσκεται ἀπέναντι μιᾶς Ἀγγλικῆς ἀπαιτήσεως, καὶ τὸ Ναὶ δὲν θὰ ἦτο ἐλευθεριότης. Ἐὰν δὲ ἡ βουλὴ εἴπῃ τὸ ὄχι, ὑποθέτει ὅτι ἐξηντλήθη ἡ φιλανθρωπία. Δύναται δὲ ν’ ἀποφανθῇ λίαν ἐλευθέρως. Εἶναι λίαν ἐνδεχόμενον, κύριοι, ἐὰν εἴπῃ ἡ βουλὴ τὸ ὄχι, νὰ μὴ ἔχῃ καμμίαν συνέπειαν τὸ ὄχι· τοῦτο ἠμπορεῖ ὅμως τὸ ὄχι νὰ μεταβληθῇ εἰς ἀπαίτησιν. Ἐὰν ἔχῃ ἀρετὴν ἡ ἀπάντησίς μας, εἶναι αὕτη, ὅτι τὴν σήμερον εἴμεθα εἰς θέσιν ἁρμοδιωτέραν νὰ σκεφθῶμεν, διότι ἐπεραιώθησαν αἱ ἀνακρίσεις· τὸ λέγω δὲ τοῦτο δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, καὶ μὲ ὅλας τὰς συζητήσεις, δὲν θέλουν νὰ πεισθοῦν ἀκόμη, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀπαιτήσεως. Δὲν θέλουν νὰ ἐννοήσουν, ὅτι, ἂν πρὸ 10 μηνῶν ἐλέγαμεν ὄχι, θὰ εἴχαμεν ἴσως ἀμέσως τὴν ἀπαίτησιν· ἐνῷ τὴν σήμερον γνωρίζωμεν τοὺς ὑπευθύνους τῆς σφαγῆς καὶ τοὺς γνωρίζει καὶ ἡ Ἀγγλία. Καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἡ θέσις εἶναι πολὺ πλέον εὔκολος· τὸ βλέπετε πόσον ἐβελτιώθη. Τέλος, κύριοι, θὰ ἐδυνάμεθα οἱ ἔχοντες τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξα, νὰ ἔλθωμεν εἰς μακροτέρας συζητήσεις μετὰ τῶν ἀντιφρονούντων, ἐὰν εἶχον ἓν σύστημα· ἀλλ’ ὑπενθυμίζω εἰς τὸ τέλος τῆς ὁμιλίας μου ὅ,τι εἶπον εἰς τὴν ἀρχήν· δὲν βλέπω τὸ σύστημά των· αὐτὸ τὸ ὁποῖον μᾶς συμβουλεύουν δὲν εἶναι σύστημα, δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀκολουθήσωμεν. Καὶ ποῖον εἶναι τὸ σύστημα, ἡ συμβουλή, ἡ ἰδέα; «περιμείνατε τὴν βίαν! Βία δὲν ὑπάρχει εἰσέτι, οὔτε τελεσίγραφον ἐπεδόθη». Καὶ τοῦτο μὲν ἤθελα τὸ ἐννοήσει, ἐὰν συνωδεύετο μὲ μίαν παρακίνησιν πρὸς ἄρνησιν, ἀλλ’ ἡ παρακίνησις εἶναι πρὸς παραδοχήν, «ἐὰν μᾶς βιάσουν, τότε ἐνδίδομεν!» Διὰ τοῦτο, κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἀδιστάκτως πρέπει νὰ προέλθωμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν, μὴ ἀμφιβάλλοντες περὶ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ πράγματος· ἡ πεποίθησις εἶναι ἄλλο πρᾶγμα χωριστὸν, ἀλλ’ ὁ χαρακτὴρ τοῦ ζητήματος εἶναι βεβαίως ἀναμφισβήτητος. Παρακαλῶ δὲ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, τοὺς ἔχοντας τὴν ἐναντίαν γνώμην, νὰ μὴ ἐπιμείνουν εἰς τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο. Δύνανται νὰ ὑποστηρίξουν, ὅτι ἡ χήρα Λόϋδ δὲν εἶναι ἀξία πλειοτέρων συμπαθειῶν· αὐτὸ τὸ ἐννοῶ, θὰ ᾖναι μία ἀντίῤῥησις προσήκουσα εἰς τὸ νομοσχέδιον· ἀλλ’ ὁ χαρακτὴρ τὸν ὁποῖον θέλουν νὰ δώσουν εἰς αὐτό, εἶναι ξένος τῆς προτάσεως, ἐπιβάλλεται εἰς αὐτήν.

§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ κύριος Λομβάρδος.

§103ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἂς ὁμιλήσῃ ὁ κ. Πετσάλης.

§104ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, ἀρκετά.

§105ΑΛΕΞ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δύω λέξεις θὰ εἴπω μόνον, κύριοι, διότι θεωρῶ τὸ ζήτημα ἐξηντλημένον. Μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοσούτων σπουδαίων ῥητόρων, οἵτινες ἐσχημάτισαν τὴν θέσιν των ἐν τε τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, μετὰ τὴν ὁμιλίαν τόσων νομομαθῶν οἵτινες ἐπραγματεύθησαν τὸ σπουδαῖον τοῦτο ζήτημα ἀναλυτικώτερον, ἤθελεν εἶσθαι ὅλως περιττὸν νὰ λάβω κἀγὼ τὸν λόγον. Ἀλλ’ ἡ λέξις, ὅτι δὲν ἔχομεν σύστημα, ὑποστηρίζοντες τὴν ἰδέαν μας, οἱ λόγοι τοῦ κυρίου Δεληγεώργη, αὐτοὶ μὲ ἐρέθισαν ὥστε νὰ μὲ κάμουν νὰ ἐξηγήσω τὸ σύστημα τῆς πολεμικῆς μας. Τὸ σύστημα, κύριε Δεληγεώργη, κύριε πρώην πρωθυπουργὲ καὶ κύριε βουλευτὰ, εἶναι, ὅτι δὲν θέλομεν νὰ ψηφίσωμεν νόμον, ὅστις νὰ δώσῃ δικαιώματα αἰωνίων ἀπαιτήσεων. Καὶ ἡμεῖς ἀκολουθοῦντες τὰς εὐγενεῖς ἀρχὰς ὑμῶν, θέλομεν νὰ δώσωμεν τὸ ποσὸν, ἀλλ’ ὄχι βιαζόμενοι παρὰ νόμου. Ἠδύνατο πολὺ καλὰ ἡ κυβέρνησις νὰ τὸ περιλάβῃ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, εἰς τὸ κονδύλιον τῶν βοηθημάτων, ὄχι ὅμως νὰ μᾶς παρουσιάσῃ νόμον, νὰ δώσωμεν διὰ τοῦ νόμου νέα δικαιώματα, διότι, κατ’ ἐμὲ, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, εἰς τὸ κονδύλιον τῶν βοηθημάτων ὑπάρχει πράγματι ἡ ἰδέα τῆς φιλανθρωπίας, ἐνῷ εἰς τὸ παρουσιαζόμενον νομοσχέδιον ἐγκαθιδρύεται νόμιμος ἀπαίτησις, ὅπερ θέλομεν ν’ ἀποφύγωμεν. Εἶναι ὡραία ἰδέα, μὰ τὸν Θεὸν, διότι ὁ κύριος πρωθυπουργὸς τῆς νῦν κυβερνήσεως καὶ ὁ κύριος Δεληγεώργης ἔρχονται καὶ μᾶς λέγουσι, φρονοῦμεν ἀναγκαῖον νὰ δώσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο χάριν φιλανθρωπίας, δηλαδὴ ἀφήσατε προηγούμενον, τὸ ὁποῖον θὰ μεταβιβασθῇ εἰς τὰς μετερχομένας γενεᾶς, ἴχνος γελοίας διαβάσεως, ἐγείρατε νομίμους ἀπαιτήσεις χάριν οἴκτου! Αὐτὸ τὸ σύστημα δὲν τὸ ἐννοῶ· ἐγὼ δὲν ἐννοῶ τὸ σύστημά σας κύριοι! Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ ἐξετάσω, ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κυρίου Ζαΐμη ἢ τοῦ κυρίου Δεληγεώργη ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως ἔδειξαν τὴν διπλωματικὴν ἐκείνην περίνοιαν, τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλα κράτη ἐπὶ τῶν αὐτῶν ζητημάτων ἔδειξαν. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι κατὰ 1849, ὅτε πολλοὶ ὑπήκοοι Ἄγγλοι καὶ Γάλλοι ἐζημιώθησαν καὶ πολλοὶ ἐθανατώθησαν, καὶ ἐκεῖ ἡ Ἀγγλία ἐζήτησεν ἀποζημίωσιν, ἂν καὶ ἦτο ἓν μικρὸν χωρίον, ἡ Τοσκάνη, καὶ ἐκεῖ ἡ γενναιόφρων Ἀγγλία ἤγειρεν ἀπαιτήσεις. Ἀλλὰ τότε ἡ Ἰταλία, συναισθανομένη τὸ ἄδικον τῶν ἀπαιτήσεων τῆς Ἀγγλίας, καὶ λαβοῦσα τὴν γνώμην αὐτῆς τῆς κυβερνήσεως τῆς Αὐστρίας, προεκάλεσε τὴν γνώμην τοῦ τότε κόμητος Νέσσελρωδ. Ὁ Κόμης Νέσσελρωδ διετύπωσε τὴν γνώμην, «ὅτι δὲν δύνανται οἱ ξένοι ὑπήκοοι νὰ χαίρωσι περισσότερα προνόμια παρ’ ὅσα οἱ λοιποὶ ὑπήκοοι τοῦ κράτους». Τότε καὶ ὁ Πάλμεστρων ὑπέκυψεν εἰς τὸ δίκαιον καὶ ἀκαταμάχητον τοῦ ὁρισμοῦ τούτου καὶ ἔκτοτε ἔπαυσεν ἡ Ἀγγλία ἐπὶ ἐκείνου τοῦ ἀντικειμένου τὰς ἀδίκους ἀπαιτήσεις της. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς, κύριοι, νὰ παραδεχθῶμεν μίαν ἀρχὴν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ὡρισμένη ἀπὸ τὸ δίκαιον, καὶ ἡ ὁποία θὰ γεννήσῃ ἀποζημιώσεις, τῶν ὁποίων τὸν ἀριθμὸν δὲν δυνάμεθα νὰ προΐδωμεν σήμερον; Διὰ ταῦτα οἱ καταψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον δὲν καταψηφίζομεν τὸ ποσὸν, διότι περὶ χρημάτων δὲν πρόκειται σήμερον. Ἐὰν αὔριον ἡ κυβέρνησις τὸ θέσῃ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἡμεῖς οἱ ἀντιφρονοῦντες δυνάμεθα νὰ τὸ παραδεχθῶμεν, σήμερον ὅμως δὲν τὸ παραδεχόμεθα, ἀποκρούοντες ἀρχὴν, ἧς τὰς ὀλεθρίας συνεπείας, καθόσον ἀφορᾷ τὰς γεννηθησομένας ἀδίκους εἰς ταυτοειδεῖς ἀπαιτήσεις, δὲν δυνάμεθα νὰ προΐδωμεν· (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).

§106ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, ἀρκετά!

§107ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, κ. πρόεδρε, αὔριον!

§108ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι, ὄχι· τώρα, τώρα, νὰ τελειώσωμεν.

§109ΛΑΠΑΣ. Τί αὔριον, αὔριον; τώρα νὰ τελειώσωμεν.

§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθίσατε, κύριοι, παρακαλῶ· ἡσυχία νὰ ἀκούσωμεν· ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Λομβάρδος.

§111ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὅσον τὸ δυνατόν, θὰ ἦμαι, κύριοι, σύντομος. Ἐννοεῖτε πολὺ καλά, ὅτι προκαλοῦμαι νὰ ἀναβῶ τὸ βῆμα.

§112ΤΙΝΕΣ. Διόλου.

§113ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶχα τὴν ὄρεξιν καὶ ἐγώ, μάλιστα· ἀλλ’ οὐδὲν ἧττον προκαλοῦμαι. Εἶναι ἀξιοπαρατήρητον εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρετήρησε προηγουμένως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κύριος Πολυλᾶς. Τρεῖς πρωθυπουργοί, εἷς κατόπιν τοῦ ἄλλου, ἐπῆλθον πρὸς ὑποστήριξιν· δὶς οἱ δύο ἐξ αὐτῶν ἀνέβησαν ἐπὶ τοῦ βήματος, ὁ ἕτερος ὑποθέτω ὅτι ἐπιφυλάσσεται.

§114ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Βέβαια.

§115ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σωστά. — Ἑπομένως, φίλοι ὁμόφρονες, οἷον δήποτε εἶναι τὸ ἐξαγόμενον ἢ ἡ τύχη τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζομεν δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ μᾶς εὐχαριστήσῃ. Ἐάν, ὅπερ τὸ εὔχομαι, κερδίσῃ, θέλει εἶσθαι τιμὴ καὶ δόξα εἰς τὴν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν ὑπεστηρίξαμεν, ἥτις θὰ δειχθῇ ὅτι ἦτο τόσον δυνατή, ὥστε νὰ κατισχύσῃ καὶ τῆς ἀντιδράσεως τριῶν πρωθυπουργῶν· ἐὰν ἡ ἰδέα μας ἀποῤῥιφθῇ, πάλιν τιμὴ καὶ δόξα εἰς αὐτήν, διότι θὰ εἴπῃ ὅτι τὸ δίκαιον καὶ ἡ ἀλήθεια ἐν αὐτῇ ἦσαν τοσοῦτον ἰσχυρά, ὥστε διὰ νὰ καταβληθοῦν ἔπρεπε νὰ δώσωσιν ἀλλήλοις τὰς χεῖρας καὶ νὰ σφικταγκαλιασθῶσιν οἱ τρεῖς ἐν τῇ Βουλῇ πρωθυπουργοὶ καὶ εἰς τὸ ἀγκάλιασμα τοῦτο νὰ πνιγῇ ἡ ἰδέα μας. Λυποῦμαι, ὅτι τὴν ὡραίαν αὐτὴν εἰκόνα (διότι κατ’ ἐμέ, κύριοι, εἶναι ὡραιότατον θέαμα καὶ εὐτύχημα νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ πρὸς ἀλλήλους ὄρεξις τῶν χειρῶν τῶν τριῶν πρωθυπουργῶν εἰς ὅλα τὰ ζητήματα) λυποῦμαι, λέγω, ὅτι τὴν ὡραίαν αὐτὴν εἰκόνα, ὁπωσοῦν, ὄχι ταράττει, ἀλλὰ ποικίλλει ἡ παρεισαγωγὴ ἐν τῇ συζητήσει αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ φίλου μου κ. Κατσικαπῆ, ὅστις μὲ βιάζει νὰ τοῦ ἀπαντήσω διὰ νὰ τῷ διασαφήσω μέρος τι τοῦ λόγου μου, τὸ ὁποῖον, ὑποθέτω, δὲν ἦτο ἐδῶ νὰ τὸ ἀκούσῃ, διότι ἄλλως δὲν ἤθελε δώσει τὴν παρεξήγησιν, ἃς μοῦ συγχωρηθῇ ἡ ἔκφρασις, τὴν ὁποίαν ἔδωσε, καὶ τὴν ὁποίαν ἐπίσης ἔδωσε καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Πετσάλης, ὁ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ὅμως ἀγορεύσας, καὶ οἵτινες τοσοῦτον παρενόησαν, ὥστε ὁ μὲν κ. Κατσικαπῆς, ὁμιλῶν περὶ τοῦ κ. Κλαρενδῶνος, ἐνόμισεν ὅτι ὁμιλεῖ περὶ ζῶντος ὑπουργοῦ τῆς Ἀγγλίας, ὁ δὲ κ. Πετσάλης ὁμιλῶν περὶ Γράμβιλ, ἐνόμισεν ὅτι ὁμιλεῖ περὶ ἀποθαμμένου. Ἂς τελειώσω τοὺς λογαριασμούς μου μὲ τοὺς ἀξιοτίμους βουλευτάς, ὅπως τεθῶ καὶ ἐγὼ ὑπὸ τὴν σκιὰν τοῦ ἀγκαλιάσματος τῶν τριῶν πρωθυπουργῶν· δὲν θέλω πλησιάσει ὅμως πολύ, διότι φοβοῦμαι τὸ σφικταγκάλιασμα ἐκεῖνο. Ὁ κ. Κατσικαπῆς διεμαρτυρήθη ἐναντίον μου καὶ ἔληξε τὸν λόγον του μὲ μίαν διαμαρτύρησιν διὰ τὰ ὅσα, κατ’ αὐτόν, εἶπον ὑβριστικὰ κατὰ τοῦ ἀτόμου τοῦ λόρδου Κλαρενδῶνος.

§116ΜΙΛΗΣΗΣ. Τοῦ μακαρίτου.

§117ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ναί, πλὴν δὲν ὁμιλοῦμεν περὶ τοῦ ἀποθανόντος, ἀλλὰ περὶ τῆς γνώμης τοῦ ζήσαντος. — Ἀποκρούω τὴν λέξιν ὑβριστικὰ, δέχομαι τὴν λέξιν διαμαρτύρησιν. Ἀποκρούω τὴν λέξιν ὑβριστικά, καθότι — ἠμπορῶ ν’ ἀπατῶμαι, ἀλλ’ ἠμπορῶ νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μαρτυρίαν ὅλων ὑμῶν μεταξὺ τῶν ὁποίων εὑρίσκομαι τόσον καιρὸν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, — ὅτι ὑβριστικὰς λέξεις, οὐχὶ περὶ ἀπόντων, οὐχὶ περὶ ὑπουργῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ ἐσχάτου περὶ τοῦ ὁποίου νὰ ἐνέπεσε λόγος ἐν τῇ Βουλῇ, οὐδέποτε μετεχειρίσθην. Ἂν δὲ μοῦ ἐξέφυγέ ποτε βαρεῖά τις ἔκφρασις ἐκ τοῦ στόματος, δὲν ἔλαβα συστολὴν νὰ τὴν ἀνακαλέσω, τὸ ὁποῖον θέλω πράξει πάντοτε ὁσάκις ἴδω, ὅτι παρεξετράπην τῶν ἀρχῶν τῆς κοσμιότητος, ἐντὸς τῆς ὁποίας πρέπει νὰ περιστρέφηται πᾶσα κοινοβουλευτικὴ συζήτησις. Ἀποκρούω τὴν λέξιν ἐξηνέστη, διότι ἂν περὶ ὕβρεως ἐπρόκειτο, ἀμέσως ἤθελα τὴν ἀποσύρει· κέχρημαι δὲ τὴν λέξιν «διαμαρτύρομαι», διότι δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, ὅτε εἰς τὰς ἀσθενεῖς ἐκφράσεις μου ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τοῦ τόπου μου ἀπηυθύνθησαν διαμαρτυρήσεις ὄχι μικραὶ καὶ ἀδύνατοι, ἀλλ’ ἀρκετὰ ἰσχυραί, αἱ ὁποῖαι ὅμως δὲν εἶχον τὴν δύναμιν νὰ ἐξαλείψωσι τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου, ἂν ἦσαν ἀληθεῖς. Εἶπον προχθές, ἐξετάζων τὴν διαγωγήν, ἐξετάζων τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθη ὁ λόρδος Κλάρενδων εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Δήλεσι, ὑποστηρίζων τὴν ἰδέαν ὅτι ὤφειλεν ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις νὰ δώσῃ τὴν ἀμνηστείαν ὅπως ἀπελευθερωθῶσιν οἱ αἰχμάλωτοι, εἶπον ὅτι κατὰ περίεργον σύμπτωσιν, ἐνῷ ὁ λόρδος Κλάρενδων ἔλεγε, πρέπει νὰ δώσητε τὴν ἀμνηστείαν, ἔστω καὶ παραβιάζοντες τὸ Σύνταγμά σας, διὰ νὰ ἐλευθερωθῶσιν οἱ αἰχμάλωτοι, ἐνῷ ὁ ἕτερος Ἄγγλος, ὁ Ἔρσκιν ἔλεγεν, ὅτι τὰ συντάγματα ἔγειναν διὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ὑπὲρ αὐτῶν πρέπει νὰ χαλῶνται, ταὐτοχρόνως χωρὶς νὰ ἔχῃ γνῶσιν τῶν τοιούτων ὁ Τάκος Ἀρβανίτης εἰς τὸν Ὠρωπὸν ἔλεγεν, ὅτι ἠμπορεῖτε νὰ δώσητε τὴν ἀμνηστείαν καὶ ἂν τὴν ἐμποδίζῃ τὸ Σύνταγμα· ποῖος ἔκαμεν, εἶπε, τὸ Σύνταγμα; τὸ ἔθνος, ἀπήντησεν ὁ κ. Θεαγένης — τὸ ἔθνος αὐτὸ ἂς συγκαλεσθῇ νὰ τὸ χαλάσῃ, ἀνταπήντησεν ὁ Τάκος. Εἶπον, ὅτι ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἰς τὰς πρὸς τὸν ὅμοιόν του σχέσεις παρεκτρέπεται τῶν ἀρχῶν τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἠθικῆς καὶ περικλείεται ἐντὸς τοῦ κύκλου τοῦ αὐθαιρέτου, δὲν ὑπάρχει γραμμὴ ἡ ὁποία νὰ διαχωρίζῃ τὸν ἕνα ἀπὸ τὸν ἄλλον, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ θέσις τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, τὸ αὐθαίρετον τοὺς κάμνει ὁμοίους, τοὺς ἰσοπεδόνει· καὶ ἰδού, εἶπα, ὁ Κλάρενδων ἐν Λονδίνῳ προτείνει τὰ αὐτὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα καὶ ὁ Τάκος ἐν Ὠρωπῷ. Κατὰ τί ἐξυβρίσθη ὁ λόρδος Κλάρενδων; Ὑπεστηρίχθη ἡ ἰδέα τῆς δικαιοσύνης, προσεβλήθη ἡ ἰδέα τοῦ αὐθαιρέτου, καὶ ὅταν τὸ αὐθαίρετον ἐκεῖνο ἐπρόκειτο νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς πατρίδος, καὶ τοῦ κύρους τῶν νόμων της. Αἴ! φίλε, κύριε Κατσικαπῆ, δὲν νομίζω νὰ ἐπρόσβαλα κανένα, οὔτε ἤθελεν ἐπαινεθῆ ὁ ἀδύνατος, ὁ ὁποῖος συλλαμβάνων εἰς τοιαύτην θέσιν τὸν ἀδικοῦντα ἰσχυρόν, παραμελεῖ νὰ τὸν ἀποκαλύψῃ καὶ νὰ τὸν καταδείξῃ· ἀντιθέτως πράττων ὁ ἀδύνατος ἐκεῖνος ἤθελεν ἐγκαταλείψει ἓν καθῆκον. Παρωμοίασα τὴν πρᾶξιν πρὸς τὴν πρᾶξιν, διότι δὲν ἤμην τόσον ἀνόητος ὥστε νὰ συγχίσω τὸ ἄτομον πρὸς τὸ ἄτομον. Σήμερον ὁ κύριος Πετσάλης ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ τὸν λόρδον Κλαρενδῶνα, λέγων, ὅτι δὲν εἶπέ τι κακὸν ὁ λόρδος, ὅταν εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ἡ ἀμνηστεία, διότι κατὰ τὸν κύριον Πετσάλην ἠμποροῦσε νὰ δοθῇ ἡ ἀμνηστεία ἂν συγκαλεῖτο ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία· ἂν ἐγὼ τοῦ εἴπω, φίλε Πετσάλη, ἰδοὺ πῶς συμπίπτει ἀκριβῶς ἡ ἰδέα σας πρὸς τὴν ἰδέαν τοῦ Τάκου, θέλω τάχα νὰ συγκρίνω τὸν κ. Πετσάλην πρὸς τὸν Τάκον; (γέλως) ἤθελε μὲ εἴπει τις, ὅτι ἔχασα τὸν νοῦν μου· τὸ ἐπιχείρημα πρὸς τὸ ἐπιχείρημα συμπίπτει, ἀλλὰ δὲν ταὐτίζεται τὸ ἓν πρὸς τὸ ἄλλο ἄτομον. Ἂς τελειώσω ἐδῶ τοὺς λογαριασμούς μου μὲ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους (ἴσως ἀργότερα, ἕνεκα τῆς ἰδιαιτέρας ἀγάπης, τὴν ὁποίαν ἔχω πρὸς τὸν κύριον Κατσικαπῆν, ἐπανέλθω πρὸς αὐτόν, ὄχι περὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος), διότι ἵνα ἐπανέλθω εἰς τὴν κυρίαν συζήτησιν πρέπει νὰ τελειώσω καὶ ἕνα ἄλλον λογαριασμὸν μὲ τοὺς ἀξιοτίμους κύριον Ζαΐμην καὶ κ. Δεληγεώργην. Ὁμιλῶν προχθὲς περὶ ἀνόμου, κατ’ ἐμέ, δοθείσης ὑποσχέσεως κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς κυβερνήσεως Ζαΐμη, ἀνέγνωσα ἓν ἔγγραφον τοῦ κ. Βράϊλα. Ἐν τῷ ἐγγράφῳ ἐκείνῳ ἐνθυμεῖσθε πολὺ καλὰ τί εἶπεν ὁ πρέσβυς μας ἐκεῖνος. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ζαΐμης λαμβάνων τὸν λόγον, ἐφ’ ᾧ μᾶς εἶπεν, ὅτι περὶ τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου δὲν εἶχε γνῶσιν, (καὶ τοῦτο καὶ ἐγὼ ὑπεστήριξα, διότι δὲν ἠμποροῦσα νὰ φαντασθῶ, ὅτι ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως, λαμβάνων γνῶσιν τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου, ἤθελεν ἀφήσει ἀπαρατήρητα τὰ ἐν αὐτῷ, ἤθελε νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ κ. Βράϊλα, νὰ ἐπιπλήξῃ δὲ ἐμὲ, ὅτι συνυπουργήσας μετὰ τοῦ κ. Βράϊλα, δὲν ἔπρεπε νὰ τὸν ἐπιπλήξω διὰ τὴν ἔκφρασίν του ἐκείνην. Προσέθεσε δὲ, ὅτι ἕκαστος εἶναι αὐτεξούσιος νὰ φρονῇ ὅπως θέλῃ, καὶ ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος κ. Ζαΐμης, ὅταν ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις τοῦ Συντάγματος ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει, ἐξέφρασεν ὡς πληρεξούσιος γνώμην κατὰ τοῦ εἴδους τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ζαΐμης δὲν ἐσκέφθη μὲ ὅλον τὸ κρύον αἷμα εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, ἀλλέως δὲν ἤθελεν εἴπει ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν, ἂν ἐσκέπτετο, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἐκφράσεως δόξης ἀτόμου, φρονοῦντος οὕτως ἢ ἄλλως περὶ τοῦ Συντάγματος ἐν τῇ πατρίδι του· ἂν ἐσκέπτετο, ὅτι ὁ κύριος Βράϊλας δὲν ἐπαρουσιάζετο ὡς ἄτομον, ἀλλ’ ὡς πρέσβυς, ἐν ὅλῃ τῇ ἐπισημότητι, ἐνώπιον ξένου ὑπουργοῦ νὰ ἐκφράσῃ πρὸς αὐτὸν τὴν λύπην τῆς κυβερνήσεως διὰ τὸ συμβὰν ἐν Ἑλλάδι· ἂν ἐσκέπτετο, ὅτι εἰς τὸν πρέσβυν μας, τὸν ἀντιπρόσωπόν μας, ἀντιπροσωπεύοντα κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὴν κυβέρνησίν του, τὴν πατρίδα του, τὴν Ἑλλάδα, ὁ ξένος ὑπουργὸς τῷ ἔλεγεν «τὸ σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἔχετε ἐν Ἑλλάδι εἶναι λίαν δημοκρατικὸν, ἐξ αὐτοῦ πηγάζει ἡ κακὴ διοίκησις τῆς Ἑλλάδος, καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ συντάγματος δὲν ἠμποροῦσε οὔτε ἡ Ἀγγλία νὰ διοικηθῇ, καὶ ὅτι κατὰ συνέπειαν αἴτιον τὸ πολίτευμα διὰ τὰ τοῦ Πικερμίου καὶ Δήλεσι», ὁ δὲ πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος ν’ ἀπαντήσῃ «ναὶ, τοιοῦτον εἶναι τὸ σύνταγμα, τὸ καταδικάζω καὶ πρὸ πολλοῦ τὸ κατεδίκασα καὶ προεῖδα τὰς συνεπείας,» νὰ εἴπῃ μὲ ἄλλας λέξεις, ὅτι τὰ τοῦ Πικερμίου καὶ τοῦ Δήλεσι ἐν Ἑλλάδι εἶναι συνέπεια τοῦ συντάγματος· ἂν ταῦτα λέγω ἐσκέπτετο ὁ κ. Ζαΐμης, θὰ ἐπείθετο ὅτι ναὶ μὲν ὁ κ. Βράϊλας ἠμποροῦσε νὰ ἔχῃ ὁποιανδήποτε περὶ τοῦ συντάγματος ἰδέαν ὡς ἄτομον, ἀλλ’ ὡς πρέσβυς δὲν τοῦ ἐπετρέπετο νὰ τὴν ἐκφράσῃ εἰς τοιαύτην στιγμὴν. Καὶ νομίζετε, ἀξιότιμε κύριε Ζαΐμη, ὅτι, ἂν τυχὸν δὲν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ κ. Βράϊλα, ἀλλὰ περὶ οἱουδήποτε ἄλλου, ἔστω καὶ τοῦ στενωτέρου καὶ σεβαστοτέρου τῶν πολιτικῶν μου φίλων ἂν ἦτον, ἤθελον μεταχειρισθῆ ἄλλην γλῶσσαν ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἤδη μετεχειρίσθην; Καὶ νομίζετε, ὅτι, ἂν σεῖς ἦσθε πάντῃ ἐλεύθερος ὡς πληρεξούσιος ἐν Ἐθνοσυνελεύσει νὰ ἐκφράσητε οἱανδήποτε γνώμην περὶ τοῦ τότε συζητουμένου πολιτεύματος, σήμερον, ὅταν ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις καὶ ὡρκίσθητε νὰ τὸ τηρήσητε, ἂν σήμερον, ὡς πολίτης, ἠμπορεῖτε, ἔστω, νὰ ἐκφράσητε οἱανδήποτε γνώμην, αὔριον ὅμως ἂν γίνετε ἐκ νέου πρωθυπουργὸς, νομίζετε ὅτι σᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον ἐν τῇ ἐξασκήσει τῶν ἔργων σας νὰ ἐκφράζεσθε ἢ νὰ ἐνεργῆτε κατ’ αὐτοῦ; Καὶ ἂν οἱ ὑφ’ ὑμᾶς Νομάρχαι ἢ Ἔπαρχοι ἤθελον ἀνακαλυφθῆ, ὅτι ἐκφράζονται κατὰ τοῦ συντάγματος ἐν τῇ ἐπισήμῳ ἐνεργείᾳ των, ὡς ἐξεφράζετο ἐκεῖνος ὁ πρέσβυς σας, ἠθέλατε εἴπει, ὅτι ἐξασκοῦσι τὸ δικαίωμα τοῦ πολίτου, ἠθέλατε ἀναδεχθῆ τὴν ὑπεράσπισίν των, ἢ ἠθέλατε τοὺς τιμωρήσει; Ὁ ἀξιότιμος κ. Δεληγεώργης συνοπτικώτερον, ἐκφραστικώτερον, ἐλάλησε περὶ τοῦ κ. Βράϊλα, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς ἂν ἀνέλαβε τὴν ὑπεράσπισίν του, ἀλλ’ ὅτε ὡμιλοῦσε περὶ τοῦ ἐγγράφου τοῦ κ. Βράϊλα, τὸν ἠρώτησα, «παραδέχεσθε καὶ ὅσα περὶ συντάγματος εἶπε;» μοὶ ἀπήντησε συντομώτερον τοῦ κ. Ζαΐμη, ἀλλὰ μὲ ἀλλοίαν ἴσως ἔννοιαν, καὶ μὲ εἶπεν, «τί ἐρωτᾶτε ἐμέ; Σεῖς μετὰ τοῦ κ. Βράϊλα συνυπουργεύσατε, σεῖς ἐνθυμεῖσθε τί ἠμπορεῖ νὰ ἔτρεξε μεταξὺ σοῦ, τοῦ κ. Βράϊλα καὶ ἐμοῦ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ.» Ἂν ἀνήγειρεν, κ. Δεληγεώργη, τὴν φωνὴν ἐναντίον τῆς σχολῆς τῆς μὴ εὐαρεστουμένης εἰς τὸ ὑπάρχον σύστημα, ἂν τὴν σχολὴν ταύτην ἐπιδεικνύωμεν καὶ κατ’ αὐτῆς ἐπιτιθέμεθα, μᾶς λέγουν «πάθη ἔχετε.» Ἂν ἐνθυμῶνται τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἐτελέσθη ἡ ἕνωσις, ὅτε ἡμεῖς, ἀπόλυτοι κύριοι τοῦ πεδίου εὑρεθέντες, προσεφέραμεν ἀδελφικῶς τὴν χεῖρα πρὸς ἐκείνους πρὸς τοὺς ὁποίους ἐπολεμήσαμεν καὶ μᾶς ἐπολέμησαν πρότερον, ἐλπίσαντες, ὅτι ἐν τῇ ἐθνικῇ κολυμβήθρᾳ ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος ἤθελεν ἀναγεννηθῇ, ἀναμιμνησκόμενοι τὸ σημεῖον ἐκεῖνο τῆς ἀμνησικακίας, μᾶς ἐπικρίνετε· εἶσθε δίκαιοι; δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι εἶσθε ἄδικοι, ἀλλ’ εἶσθε ἀσυνεπεῖς. Τὸν ἀξιότιμον κ. Δεληγεώργην, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ μοῦ ὑπενθυμίσῃ τὰ 1865, τὸν παρακαλῶ, καθὼς καλὰ ἐνθυμῆται τὴν μίαν στιγμὴν ἐκείνην, νὰ ἐνθυμηθῇ καὶ μελετήσῃ τὰς πολλὰς ἄλλας, αἱ ὁποῖαι διαρκῶς ἕως τώρα τὴν διεδέχθησαν. Καὶ διὰ νὰ μὴ πολυλογῶ, τοῦ ἀναφέρω μίαν καὶ μόνην, τοῦ ἐθυμίζω τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Λευκάδος κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς παρούσης Βουλῆς. Ἴσως στιγμιαίως ἐν τῇ ἀμνησικακίᾳ μας ἠπατήθημεν, ἀλλ’ ἰδόντες τὴν ἀπάτην μας, συνεχῶς ἔκτοτε εἰδοποιήσαμεν καὶ εἰδοποιοῦμεν. Καὶ ἐπειδὴ αἱ δηλώσεις αὗται ἔτυχε νὰ συνδεθῶσι μὲ τὸ ὄνομα τοῦ κ. Βράϊλα, ὀφείλω νὰ κάμω διαστολήν τινα, ὅτι δηλαδὴ ὁ κ. Βράϊλας δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπιδιώκουσι τὸν ἀπολυτισμόν, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἐπιθυμήσει νὰ ἴδωσι κατεστραμμένον τὸ σύνταγμα· ὁ κ. Βράϊλας ἐπιθυμεῖ ἓν σύνταγμα κατὰ τὴν ἰδέαν του, καὶ πιστεύει ὅτι ἄνευ συντάγματος ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ διοικηθῇ. Ὀφείλω νὰ κάμω καὶ μίαν ἄλλην διαστολήν, διότι ὀφείλω νὰ ᾖμαι δίκαιος, ὅτι ὁ κ. Βράϊλας ὑπῆρξε μέχρι τελευταίας στιγμῆς ἐκ τῶν θερμῶν ὑποστηρικτῶν τῆς προστασίας, ἀλλ’ ἅμα ἐγένετο ἡ ἕνωσις, εἰλικρινῶς τὴν ἠσπάσθη, καὶ δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πηγαίνοντες νὰ ἐπισκεφθῶσι τὸν πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας, νομίζουν ὅτι θὰ τοὺς ἐκτιμήσῃ ὁ πρέσβυς, ἄν, κτυπῶντες τὸ μέτωπόν των, τῷ εἴπωσι τί μᾶς ἐκάματε καὶ μᾶς ἑνώσατε μὲ αὐτὸν τὸν κατηραμένον τόπον; Οἱασδήποτε καὶ ἂν πρεσβεύῃ πολιτικὰς ἰδέας ὁ κ. Βράϊλας, εἶναι ὅμως Ἕλλην. Ἂς ἔλθωμεν ὅμως, κύριοι, εἰς τὸ κύριον ζήτημα. Προστρέχετε εἰς σοφίσματα, διαστρέφετε τὰ γεγονότα, θέλοντες νὰ δείξετε, ὅτι εἰς τὸ συζητούμενον ζήτημα πρόκειται περὶ δίκης καὶ περὶ ἀπαιτήσεως, ἐνῷ πρόκειται μόνον περὶ φιλανθρωπίας, μᾶς εἶπεν ὁ πρὸ ὀλίγου καταβὰς τοῦ βήματος, εἷς ἐκ τῶν τριῶν πρωθυπουργῶν, τῶν ὑποστηριζόντων τὸ νομοσχέδιον· μετὰ τῆς γνώμης ταύτης ἐσυμφώνησεν καὶ ὁ ἕτερος ἀξιότιμος πρωθυπουργός, ὁ τὰς ἡνίας νῦν τοῦ κράτους κατέχων. Ἀλλ’ ἂν ἡμεῖς λέγωμεν σοφίσματα, λάβετε τὸν λόγον ἐπὶ τούτου σεῖς, κύριε Ζαΐμη, διότι σὺ μᾶς εἶπες, ὅτι δὲν πρόκειται οὔτε περὶ δικαιοσύνης, οὔτε περὶ φιλανθρωπίας, ἀλλ’ ὅπως ὑποκύψωμεν εἰς τὴν ἀπαίτησιν τοῦ ἰσχυροῦ εἰς τὴν ὁποίαν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἶπες, πρέπει νὰ ὑποκύψωμεν, διαμαρτυρόμενοι. Ἀδικοῦμεν τὸν ἑαυτόν μας; μᾶς εἶπεν ὁ κ. Δεληγεώργης, (καὶ εἶπεν ὅτι τὸ λέγει, διότι μᾶς ἐκτιμᾷ· τὸν εὐχαριστοῦμεν) ἀδικοῦμεν τὸν ἑαυτόν μας, θέλοντες νὰ βλέπωμεν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπαίτησιν; Ἂς μὲ συγχωρήσῃ νὰ τῷ εἴπω μὲ τὴν ἰδίαν ἐλευθερίαν καὶ εἰλικρίνειαν, ὅτι καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἀδικεῖ τὸν ἑαυτόν του, λέγων ὅτι πρόκειται περὶ φιλανθρωπίας καθαρᾶς καὶ ὄχι περὶ ἀπαιτήσεως μιᾶς δυνάμεως μεγάλης πρὸς μικρὸν καὶ ἀδύνατον κράτος. Μᾶς ἀνέγνωσε τὸ ἔγγραφον τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, καὶ τὰ ἔγγραφα τῶν ὑπουργῶν τῆς Ἀγγλίας, ἀλλὰ τὰ παρέτρεξε, πολὺ καλὰ αἰσθανόμενος, ὅτι ἤθελε κάμει πάρα πολὺ ἄδικον εἰς τὴν εὐφυΐαν καὶ τὸν νοῦν του, ἂν ἐπειρᾶτο δι’ αὐτῶν νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀπαιτήσεως· ἀνέλυσε δὲ τὸ ἔγγραφον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐστηρίχθη. Ἀλλὰ τί λέγει τὸ ἔγγραφον τοῦτο; ὅτι παραδέχεται χάριν φιλανθρωπίας. Πλὴν, καθὼς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Μίλησης, ὁ χαρακτὴρ δὲν δίδεται ἀπὸ τὸν πληρόνοντα, ἀλλ’ ἀπὸ τὸν ἀπαιτοῦντα. Καὶ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω ἑνὸς ἑκάστου τῶν συμβάντων, καὶ πρῶτον τὴν τοῦ κ. Δεληγεώργη, ἂν εἰς τὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται τὸ κράτος μας, τὸ ταμεῖόν μας, ἐνῷ ἀποθνήσκουσι πεινῶσι τόσοι καὶ τόσοι ἀγωνισταὶ καὶ τόσοι ἄλλοι ὑποφέρουσιν ἀπὸ τὴν ληστείαν, ἂν ἀπὸ αἴσθημα φιλανθρωπίας ἐδίδομεν δῆθεν πρὸς τὰς 4, 000 λίρας, ἄλλας 10,000, ἤτοι 300,000 δραχμῶν διὰ τὴν χήραν Λόϋδ Ἐρωτῶ τὴν συνείδησιν ἑνὸς ἑκάστου, εἶναι τοῦτο ἔργον φιλανθρωπίας; Δὲν εἶναι, λέγει, ἀπαίτησις, καὶ μᾶς ἐξέθεσε τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους τὸ θεωρεῖ ὄχι ὡς ἀπαίτησιν, καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι κατὰ τὴν πεποίθησίν του δὲν πρόκειται περὶ βίας καὶ ὅτι δὲν θέλουν ἔλθει συνέπειαι, ἂν ἡμεῖς ἀρνηθῶμεν. Ἀγνοῶ ἂν θὰ μᾶς εἴπῃ ὁ νῦν πρωθυπουργός, ὅτι θὰ προέλθουν συνέπειαι· ἀλλ’ ἰδοὺ μία νέα ἀντίφασις τῶν τριῶν πρωθυπουργῶν. Ἐνῷ κατὰ τὸν κ. Ζαΐμην πρόκειται εἰς τὴν βίαν νὰ ὑποκύψωμεν, ἄλλως θὰ ὑποστῶμεν τὰς συνεπείας· ὁ κ. Δεληγεώργης, ὁ τὴν ὑπόθεσιν διεξαγαγών, μᾶς βεβαιοῖ, ὅτι περὶ τούτου δὲν πρόκειται καὶ ὅτι, ἂν θέλωμεν, δυνάμεθα ν’ ἀρνηθῶμεν τώρα καὶ ν’ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν, ὅταν ἔλθῃ ἡ ἀπαίτησις. Καὶ ὅμως λέγουσιν εἴμεθα ἀνακόλουθοι ἡμεῖς, διότι δὲν παρουσιάζομεν σύστημα! Ἀλλ’ ἔστω ὅτι ἀληθὲς τοῦτο, ἔστω ὅτι δὲν παρουσιάζομεν σύστημα, ἀφοῦ ἡ συζήτησις θὰ γείνῃ, ὅταν ἔλθῃ ἡ ἀπαίτησις, ποία ἡ ἀνάγκη ἀπὸ τοῦδε συστήματος. Νὰ μιμηθῶμεν τοὺς πατέρας μας καὶ τὴν φρόνησιν τῶν πατέρων μας, εἶπεν ὁ νῦν πρωθυπουργός· τὰ μέσα τῶν πατέρων μας νὰ βάλωμεν εἰς ἐνέργειαν, μᾶς εἶπεν ὁ ἄλλος, προσθέσας, ὅτι ἂν θέλωμεν σύστημα, τοῦτο ἔπρεπε νὰ εἴπωμεν. Νὰ μιμηθῶμεν τὴν φρόνησιν τῶν πατέρων μας! Τοῦτο λέγομεν καὶ ἡμεῖς· δὲν ἀποκρούομεν ὅτι εἴμεθα μικροὶ καὶ ἔχομεν ἀνάγκην τῆς ὑποστηρίξεως τῶν ἰσχυρῶν, ἀλλὰ λέγομεν, ὅτι διὰ νὰ ἔχωμεν τὴν ὑποστήριξιν τῶν ἰσχυρῶν, πρέπει νὰ κερδίσωμεν πρῶτον τὴν ὑπόληψίν των. Καὶ οἱ πατέρες μας, διὰ νὰ κερδίσωσι τὴν ὑπόληψιν τῶν ἰσχυρῶν, δὲν ἔκαμον ὅ, τι μᾶς συμβουλεύουν σήμερον νὰ κάμωμεν, νὰ καθήμεθα νὰ κηρύττωμεν ὡς ἔργον φιλάνθρωπον μίαν ἀπαίτησιν δυναστικὴν καὶ ἄδικον ἐκ μέρους τοῦ ἰσχυροῦ, καὶ νὰ ἀτιμασθῶμεν παραδεχόμενοι αὐτήν· δὲν ἐκάθησαν νὰ ἐξετάσουν οἱ πατέρες μας τί ζητοῦν παρ’ αὐτῶν ὁ εἷς καὶ ὁ ἕτερος· ἔμενον προσηλωμένοι εἰς τὸ καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα καὶ δὲν ἠρώτων πῶς θὰ κρίνουν οἱ ἄλλοι τὰς ἐνεργείας των· ὅταν δὲ ἐκίνησαν διὰ νὰ ἐλευθερώσουν τὴν πατρίδα, δὲν ἐφρόντισαν νὰ μάθουν, ἂν θὰ τοὺς κλείσωσι τὰς θύρας οἱ ἐν συνόδῳ συνερχόμενοι βασιλεῖς, ἀλλ’ ἔπραξαν, ὅ,τι ἔπρεπε νὰ πράξωσιν, ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των καὶ οὕτω ἐκέρδισαν τὴν ὑπόληψιν καὶ τὴν ὑποστήριξιν τῶν πρῴην δυσμενῶν πρὸς αὐτοὺς ἰσχυρῶν. Εἶμαι τάχα ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦν, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τῆς ὑποστηρίξεως τῆς Ἀγγλίας; Ἂς μὲ ἀκούσῃ ὁ κ. Κατσικαπῆς νὰ τοῦ κάμω μίαν δήλωσιν ἐδῶ ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο, τὴν ὁποίαν ἀγνοῶ, ἂν εἶχε τὴν τόλμην νὰ τὴν κάμῃ αὐτός. Ἐγὼ, φίλε Κατσικαπῆ, περὶ τοῦ ὁποίου εἶπες, ὅτι ἐξύβρισα τὸν Κλαρεδῶνα ἢ ὅτι ἐπρόφερα λέξεις ὑβριστικὰς κατ’ αὐτοῦ· ἐγὼ, τὸν ὁποῖον νομίζεις, ὅτι εἶμαι ὁ μᾶλλον ἀντίπαλος τῆς Ἀγγλικῆς πολιτικῆς, ἐγὼ νὰ σοὶ εἴπω τί πιστεύω περὶ τοῦ μέλλοντος· πιστεύω, ὅτι ἡ δύναμις, ἡ ὁποία μᾶλλον πάσης ἄλλης θὰ μᾶς βοηθήσῃ, ἵνα προχωρήσωμεν ἐμπρὸς, θὰ ἦναι ἡ Ἀγγλία· ἀλλὰ ὁ δρόμος, τὸν ὁποῖον ἀκολουθοῦμεν ἀπὸ 40 χρόνους καὶ ἐντεῦθεν, ἀντὶ νὰ τὴν πλησιάσῃ, τὴν ἀπομακρύνει ἀπὸ ἡμᾶς, διότι ὁ Ἄγγλος δὲν ἀγαπᾷ παρὰ ἐλευθέρους (Εὖγε ἐν τῇ Βουλῇ· χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Ζῶν μεμαρτύρηκα καὶ ἀποθνήσκων μαρτυρήσω, ὅτι ἀπὸ τὰ 1828 πᾶσαι αἱ συμφοραὶ τῆς Ἑλλάδος ὀφείλουσιν ἀποδοθῆναι τῇ πεπλανημένῃ διπλωματίᾳ τῆς Ἀγγλίας. Μὴ νομίσῃς, φίλε Κατσικαπῆ, ὅτι τὸ λέγω ἐγώ. Οὕτως ἔγραφε πρὸς ἕνα τῶν ὑπουργῶν τῆς Ἀγγλίας καὶ διὰ τῶν ἐφημερίδων ἐδημοσίευσεν Ἄγγλος ἐν τῇ Ἑλλάδι πρὸ πολλῶν ἐτῶν ζῶν, τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος γινώσκων καὶ τὰ αἴτια τῶν δυστυχημάτων της ὀρθῶς ἐκτιμήσας, ὁ οὐχὶ ἄγνωστος παρ’ ἡμῖν Ἐδουάρδος Μάσσων. Αἱ σχέσεις μας μετὰ τῆς Ἀγγλίας ὅμως δὲν ἤρχισαν ἀπὸ τὸ 1828, ὡς λέγει ὁ κ. Μάσσων· ἀλλ’ ἕνεκα τῶν φιλελευθέρων θεσμῶν τῆς Ἀγγλίας, ἕνεκα τῶν πολιτευματικῶν ἰδεῶν της μετὰ τῶν ὁποίων συνταυτίζονται καὶ αἱ ἰδικαί μας, αἱ σχέσεις μας, ἡ κλίσις μας πρὸς τὴν Ἀγγλίαν ἤρχισαν νὰ δεικνύωνται ἀπὸ τὸ 1809. Ἔκτοτε, καὶ ἰδίως κατὰ τὰ 1815, ὁ μεγαλείτερος τῶν διπλωματῶν τῆς Ἑλλάδος, ὁ Ἰω. Καποδίστριας, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἀποφασισθῇ ἡ τύχη τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος του, ἐπέμενε νὰ μὴ δοθῇ εἰς ἑτέραν δύναμιν ἡ προστασία τῆς Ἑπτανήσου, εἰμὴ εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ εἰς τὰς ἐπιστολάς του πρὸς τοὺς Ἑπτανησίους τοὺς συνεχαίρετο, ὅτι ἐπέτυχε τὸ μέγιστον τῶν εὐτυχημάτων ἡ πατρίς των, τεθεῖσα ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Ἀγγλίας, ἡ ὁποία θὰ ὡδήγει τὴν Ἑπτάνησον εἰς τὴν ἐλευθερίαν καὶ εἰς τὴν εὐνομίαν. Ἀλλ’ ἔκτοτε ἡ ἱστορία μαρτυρεῖ, καὶ ἕνας ἄγγλος βεβαιοῖ, ὅτι ὅλαι αἱ δυστυχίαι τῆς Ἑλλάδος προῆλθον ἀπὸ τὴν πεπλανημένην διπλωματίαν τῆς Ἀγγλίας, διότι ποτὲ δὲν ἐλάβομεν τὴν τόλμην νὰ εἴπωμεν κατὰ μέτωπον εἰς τοὺς Ἄγγλους τὴν ἀλήθειαν, διότι ἐστοχάσθημεν διαρκῶς ἐπὶ τεσσαράκοντα ἔτη ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐστοχάσθη πρὸ ὀλίγου καὶ ὁ κ. Κατσικαπῆς, λαλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ὅτι δηλαδὴ θὰ ἐξεγείρωμεν τὴν Ἀγγλίαν, ἂν δὲν λέγωμεν εἰς αὐτὴν πάντοτε «ναί,» εἰς ὅ,τι αὐτὴ μᾶς λέγει. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ Ἕλληνος ἐδῶ. Ἄλλοθι ὁ Ἕλλην ἄλλην διαγωγὴν ἐτήρησε κατέναντι τῆς Ἀγγλίας. Καὶ ἐκεῖ ἀπευθύνοντο αἱ συμβουλαί, αἱ ὁποῖαι σήμερον λέγονται καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ διὰ μίαν στιγμήν, ὅτε πρὸ ὀλίγου ἠγόρευεν ὁ κ. Κατσικαπῆς, ἐνόμισα ὅτι ἐπανῆλθον ὀπίσω δεκαπέντε ἢ εἴκοσιν ἔτη, ὅτε εὑρισκόμην εἰς ἄλλον περίβολον βουλευτικόν, ἐντὸς τοῦ ὁποίου τὰ αὐτὰ μᾶς ἔλεγον καὶ μᾶς ἐπαναλάμβανον, ὅτι διὰ τῆς ἄκρας ἀντιπολιτεύσεώς μας κατὰ τῆς Ἀγγλίας καὶ τὴν Ἑπτάνησον θὰ καταστρέψωμεν καὶ τὸ λοιπὸν ἔθνος μας θὰ βλάψωμεν. Ἐκεῖ ὅμως εἰς τὴν Ἑπτάνησον ἐξετιμήθη καλλίτερα ὁ ἀγγλικὸς χαρακτήρ. Δὲν ἦτο, κύριοι, ἁπλῶς φαντασιοκοπία ὁ ἀγὼν τῆς Ἑπτανήσου, ἐγνωρίζαμεν τὸν ἀγγλικὸν χαρακτῆρα καὶ εἴπομεν ἢ θὰ φέρωμεν τὴν Ἀγγλίαν εἰς θέσιν, ὥστε νὰ μὴ δύναται παρὰ στρατιωτικῶς νὰ κυβερνήσῃ, ἢ θὰ ὑποχρεωθῇ νὰ ἐγκαταλείψῃ τὰς νήσους· τὸ πρῶτον δὲν ἠμποροῦσε νὰ κάμῃ, διότι ἀντέκειτο εἰς τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἄγγλου· τὸ δεύτερον ἐπραγματοποιήθη, καὶ ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, (συγχωρήσατέ μοι αὐτὴν τὴν παρέκβασιν εἰς ἐμὲ τὸν θεωρούμενον ὡς μισοῦντα τοὺς ἄγγλους), ἐνθυμοῦμαι ὅτε κατὰ τὰ 1862 ἦλθα εἰς Ἀθήνας εἷς τῶν τότε ὑπουργῶν μοὶ ἔλεγε, αἴ! διατί νὰ κάμετε αὐτὸ τὸ μέγα κακόν, ὅταν σᾶς ἐπρότειναν ἐπὶ Γλάδστωνος νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰς πέντε νήσους καὶ νὰ τοῖς ἀφήσητε τὴν Κέρκυραν, διατί δὲν τὸ ἐδέχεσθε; Ἂς ἐλαμβάνομεν τὰς 5 νήσους καὶ διὰ τὴν Κέρκυραν ἀργότερα εἶχεν ὁ Θεός. Δὲν τὸ ἐπράξαμεν, ἀπήντησα, διότι καθὼς ὑπεχώρησεν ἡ Ἀγγλία διὰ τὰς πέντε νήσους, ὀλίγον ἀκόμη ἂν ἐπιμένωμεν, μετὰ δύο ἢ τρία ἢ πέντε ἔτη θέλομεν ἔχει καὶ τὴν Κέρκυραν, ἐνῷ ἂν τὴν ἐγκαταλείπωμεν, θὰ τὴν ἐχάναμεν διὰ πάντοτε· ἐχαμογέλασεν, ἀλλὰ τὸ ὄνειρον ἐγένετο πρᾶγμα. Ἂς ἀποδίδουν εἰς ὁποιανδήποτε αἰτίαν θέλουν τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Ἑπτανήσου, ἡ ἱστορία ἀποδεικνύει καὶ θέλει ἀποδείξει, ὅτι ἡ Ἀγγλία δὲν ὑπέκυψεν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, εἰμὴ εἰς τὴν σταθερὰν καὶ ἀποφασιστικὴν ὑποστήριξιν τοῦ δικαίου· ὁ Ἄγγλος ἔχει μίαν μεγάλην ἀρετὴν, θέσατέ τον εἰς θέσιν νὰ αἰσθανθῇ ὅτι θὰ τὸν ἀποδείξῃς ἐνώπιον τοῦ κόσμου ἀδικοῦντα, ὑποχωρεῖ. Ὑπερψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον μᾶς παρουσιάζουσι, θὰ ἀπολαύσωμεν τὴν ὑπόληψιν τῆς Ἀγγλίας; Ἴσως, κύριοι, ἀκόμη δὲν ἐξέλιπεν ἀπὸ τὸν νοῦν τῶν ὑπουργῶν καὶ ἄλλων ἀκόμη ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ, ὅτι εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Δήλεσι ἦτο ἀναμεμιγμένα καὶ ἔξοχα πρόσωπα τῆς Ἑλληνικῆς πολιτείας· δὲν θ’ ἀργήσῃ ὅμως νὰ ἔλθῃ ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εἴπωσιν, ὅτι εἶδον τὴν ἀλήθειαν. Ποίαν ἰδέαν θὰ λάβωσι περὶ ἡμῶν, ὅταν ἴδωσιν ὅτι τόσον ὀλίγον φειδόμεθα τῆς ὑπολήψεώς μας, ὥστε διὰ τῆς ψήφου μας δίδομεν τὴν ἐξομολόγησιν, ὅτι τουλάχιστον κατά τι εἰς τὸ κακούργημα ἐνεχόμεθα; Πρέπει νὰ συζητήσωμεν μετὰ τῆς Ἀγγλίας, ὅπως δείξωμεν τὴν ἀδικίαν. Ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι ἂν ἀποῤῥίψωμεν τὸ νομοσχέδιον, δὲν θὰ προβῇ ἡ Ἀγγλία εἰς περαιτέρω βήματα, τουλάχιστον πρὶν ἢ μεθ’ ἡμῶν συζητήσῃ. Ἡμεῖς λοιπὸν προσβάλλομεν τὴν Ἀγγλίαν ἢ ἀκριβῶς οἱ ἀντιφρονοῦντες, οἱ ὁποῖοι ἐπιβεβαιοῦσιν, ὅτι θὰ ἐπέλθουν καταστροφαί, ἂν δὲν παραδεχθῶμεν ἀμέσως;—Καὶ δὲν σᾶς προτείνομεν σύστημα, κύριοι; Αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημά μας, νὰ ἀποῤῥιφθῇ τὸ νομοσχέδιον ὅπως μὴ δώσωμεν, ἔστω καὶ πόῤῥωθεν, ἀφορμὴν νὰ μᾶς εἴπωσιν, ὅτι ᾐσθάνθημεν ἐνοχήν· προτείνομεν νὰ ἀποῤῥιφθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ πλήρει πεποιθήσει, ὅτι ἡ Ἀγγλία θὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ ἄδικόν της καὶ θὰ μᾶς ἐκτιμήσῃ. Ἂν ἡ βία ἐπέλθῃ, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ὑποθέσωμεν πρὶν ἢ πιστοποιηθῇ, τότε θὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ ἐνθυμηθῶμεν τὸ τοῦ Παλμεστρῶνος, ὅτι δηλαδὴ ἡ ἀνωτέρω δύναμις, ἡ βία τοῦ ἰσχυροτέρου δὲν προσβάλλει τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἀδυνάτου, καὶ ὄχι τώρα νὰ μᾶς λέγετε, ὅτι μὲ τὸ πιστόλι εἰς τὸν λαιμὸν θὰ κάμωμεν φιλανθρωπίαν. Ἐξέφρασε βεβαίως, κύριοι, εὐγνωμοσύνας καὶ φιλοφροσύνας ὁ ὑπουργὸς τῆς Ἀγγλίας, ὅταν εἶδε τὸ ἔγγραφον τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Δεληγεώργη· ἔχω ὅμως πλήρη πεποίθησιν, ὅτι ἀργότερα ἐν τῇ ψυχῇ του, ἀντὶ νὰ συλλάβῃ ἰδέαν φιλίας καὶ σεβασμοῦ περὶ ἡμῶν, θὰ συλλάβῃ ἰδέαν περιφρονήσεως. Ποῖος ἰσχυρός, κύριοι, θὰ λάβῃ σεβασμὸν πρὸς ἡμᾶς καὶ θὰ θελήσῃ νὰ συνδέσῃ τὰ μέλλοντα σχέδιά του μὲ τὰ ἐδικά μας ὅταν ἰδῇ ὅτι δὲν ἔχει τὴν ἐγγύησιν, ὅτι ἀνώτερον παντὸς ἄλλου ἔχομεν τὸν ἐθνισμόν μας καὶ τὴν πρὸς τὴν πατρίδα ἀγάπην, ὅτι ἔχομεν τὴν τόλμην νὰ ὑπερασπιζώμεθα τὰ δικαιώματά της, καὶ ὅτι εἰς οὐδένα θέλομεν ὑποχωρήσει προκειμένου περὶ συμφέροντος καὶ τιμῆς τῆς πατρίδος, ὅταν ἴδῃ ὅτι δὲν ἔχομεν κἂν τὴν τόλμην τῆς συζητήσεως, ὅπως ἀποκρούσωμεν ἀπὸ τὸν τόπον μας καὶ τὸν ἑαυτόν μας τὴν κατηγορίαν, ὅτι εἴμεθα ἐνοχοποιημένοι εἰς τὴν λῃστείαν τοῦ Δήλεσι; Ἐρωτήσατε τὴν συνείδησίν σας ποίαν θὰ ἔχῃ σημασίαν καὶ συνεπείας ἡ ἄμεσος ἐπιψήφισις τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου καὶ τότε ἀποφασίσετε νὰ ψηφίσετε ὑπὲρ αὐτοῦ.

§118ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετά, ἀρκετά.

§119ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ἤθελον νὰ ὁμιλήσω· ἀλλ’ ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι ἐφωτίσθη καὶ ὅτι πρέπει νὰ προβῇ εἰς τὴν ψηφοφορίαν, δὲν ἐπιμένω νὰ ὁμιλήσω.

§120ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετά, ἀρκετά· ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις.

§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται ἡ συζήτησις περαιωμένη. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν ψηφοφορίαν.

§122ΔΑΓΡΕΣ. Ἡ ψηφοφορία θὰ γίνῃ μυστικῶς (θόρυβος).

§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη δὶς τὸ νομοσχέδιον διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας.

§124ΔΑΓΡΕΣ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν πᾶν ζήτημα ἀφορῶν πρόσωπα ψηφοφορεῖται διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας. Αἱ δύο πρῶται ἀναγνώσεις δὲν εἶχον κανὲν ἀποτέλεσμα.

§125ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἢ ἔπραξε σπουδαίως καὶ νομίμως ἡ Βουλὴ ὅ,τι ἔπραξεν, ἢ εἶναι παράνομον. Δὶς ἡ Βουλὴ ἐψηφοφόρησε διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας. Πρόκειται περὶ μιᾶς γενναιοδωρίας, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ θέλει νὰ κάμῃ εἰς ἕνα παθόντα (θόρυβος). Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν νομολογίαν, τὴν ὁποίαν καθιέρωσε.

§126ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἄρθρον 61 τοῦ κανονισμοῦ. Ἀλλὰ πρὶν τούτου συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου, ὅτι δὲν ἤλπιζα ποτὲ νὰ τεθῇ τοιοῦτον ζήτημα, ἂν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς χήρας Λόϋδ πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ διὰ φανερᾶς ἢ μυστικῆς ψηφοφορίας. Ἄρθρον 61 .... (θόρυβος).

§127ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σεῖς, ὡς πρόεδρος, προεκαλέσατε ψηφοφορίαν φανεράν.

§128ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἄρθρον 61· (Τὸ ἀναγινώσκει). Δὲν εἶναι δὲ ἀμφιβολία, ὅτι ἤδη πρόκειται περὶ προσωπικοῦ ζητήματος. Ὁ κύριος πρωθυπουργὸς λέγει, ὅτι δὶς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο συνεζητήθη καὶ ὅτι καὶ ἐγὼ ὡς πρόεδρος ὑπεχώρησα. Τὸ ὁμολογῶ, ἀλλ’ ἂν ἐγένετο ἓν λάθος παρὰ τῆς Βουλῆς, πρὶν φθάσῃ τὸ τέλος τοῦ ζητήματος ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ τὸ διορθώσῃ; πρέπει νὰ ἐπιμένῃ ἐν τῇ παρανομίᾳ; Ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἐγένετο, θέλετε νὰ θεωρηθῇ ὡς πρώτη, ὡς τρίτη καὶ τελευταία, ὅπως θέλετε, ἀλλὰ τρεῖς ψηφοφορίαι μυστικαὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου πρέπει νὰ γίνωσι. Δὲν πρόκειται ἤδη, κύριοι, περὶ συμβάσεως μετὰ προσώπου τινὸς ἢ περὶ συνθήκης, πρόκειται περὶ πιστώσεως χορηγητέας εἰς τὴν κυβέρνησιν, ὅπως δοθῇ εἰς ὡρισμένον πρόσωπον.

§129ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Οὕτως ἐγένετο καὶ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ Ἀσωπίου.

§130ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μάλιστα· οὕτω θὰ γίνῃ μεθαύριον καὶ διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Φιλίππου Ἰωάννου· οὕτως ἐγένετο ἄλλοτε καὶ διὰ τὴν χήραν Λεωτσάκου, Κριεζῆ κτλ. Οὕτως δὲ θὰ γίνῃ καὶ ἤδη, δὲν εἶναι ζήτημα· τόσῳ δὲ περισσότερον, ἐπειδὴ (καὶ θὰ τὸ εἴπω, διότι εἶμαι συνειθισμένος νὰ λέγω τὴν ἀλήθειαν καὶ δὲν πιστεύω, ὅτι θὰ προσβληθῇ κανεὶς) ἐδῶ εὑρισκόμεθα ὑπὸ τὴν πίεσιν ξένης δυνάμεως.

§131ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νέα συζήτησις ἀρχίζει;

§132ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὄχι· εἶμαι ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος. Θὰ σᾶς παρακαλέσω δὲ νὰ λάβητε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ ἀκούσητε, διότι ἐδῶ δὲν ἐνδιαφέρεται ἡ χήρα Λόϋδ, ἐνδιαφέρεται ἡ πρεσβεία τῆς Ἀγγλίας. Τοῦτο εἶναι ἡ ἀλήθεια, καὶ ὅστις θέλει ἂς τὴν κρύψῃ. Λοιπὸν πρῶτον δὲν πρέπει νὰ δείξωμεν ὅτι χάριν τῶν ξένων παραβιάζομεν καὶ τὸν κανονισμόν.

§133ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀφήσατε τὰ πολλὰ λόγια· τὸ ζήτημα εἶναι μυστικὴ ἢ φανερά.

§134ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε Κρεστενίτη, μὴ τρομάζετε, ἀκούσατε καὶ θὰ ἰδῆτε ὅτι ἀδύνατον νὰ ξεφύγωμεν τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν. Λέγω λοιπόν, ὅτι ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, ἐνδιαφέρονται καὶ ἄλλοι. (θόρυβος). Ἓν ἀπὸ τὰ δύο θὰ συμβῇ· ἀποφασίζοντες νὰ κάμωμεν φανερὰν ψηφοφορίαν ἢ θὰ ὑπερισχύσῃ ἡ γνώμη ἡ ἰδική μας καὶ θὰ ἀποῤῥιφθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ δὲν θέλω, διότι θὰ φανῇ ἓν εἶδος κομποῤῥημοσύνης, ἢ θὰ παραδεχθῇ, καὶ τότε θὰ παραβιάσωμεν τὸν κανονισμόν μας (θόρυβος).

§135ΛΑΠΑΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν τὸ θάῤῥος νὰ εἴπωμεν καὶ φανερὰ καὶ μυστικὰ τὴν γνώμην μας.

§136ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε Λάππα, δὲν ἔχω ἐγὼ τὸ θάῤῥος. Θέλω δὲ νὰ ψηφίσωμεν μυστικὰ, διότι αὔριον, ἂν τυχὸν προσκληθῶ νὰ γίνω ὑπουργὸς καὶ δὲν ἀρέσκεται ὁ πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας, νὰ ἠμπορῶ νὰ τοῦ εἴπω ὅτι ἐγὼ ἐψήφισα ὑπὲρ μὲ ὅ,τι καὶ ἂν εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος. (θόρυβος). Προσέξατε δὲ καὶ εἰς τοῦτο, ὅτι καὶ τὸ ζήτημα, ἂν πρέπῃ διὰ φανερᾶς ἢ μυστικῆς ψηφοφορίας νὰ ψηφίσωμεν, θὰ λυθῇ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας, διότι αἱ αὐταὶ περιστάσεις ὑπάρχουσι καὶ τὰ αὐτὰ αἴτια ἐπηρεάζουν (θόρυβος).

§137ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε Λομβάρδε, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν ἔχετε δίκαιον εἰς τοῦτο.

§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.

§139ΛΕΚΚΑΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν· παραβιάζετε τὸν κανονισμόν.

§140ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸν κανονισμὸν δὲν δύνασθε νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν· ὀφείλεται νὰ τὸν προστατεύσητε·

§141Γ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τίς ἔκαμε πρότασιν περὶ μεταβολῆς τοῦ κανονισμοῦ;

§142ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν τὸν κανονισμὸν· ἐφ’ ὅσον οὗτος ὑφίσταται καὶ δὲν τροποποιηθῇ δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, δὲν δύνασθε νὰ τὸν θέσητε εἰς ψηφοφορίαν. Τὸ ζήτημα εἶναι προσωπικὸν, ὁ κανονισμὸς διαγράφει πῶς πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ. Ἄλλως εἶναι ἀρχὴ ὀλεθρία, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ καθιερώσητε. Εἶναι ἀρχὴ ὀλεθρία νὰ ψηφίσητε τὸ ζήτημα αὐτὸ, τὸ καθαρῶς προσωπικὸν, φανερά. Τὸ ἐψηφίσαμεν εἰς τὰς δύω προηγουμένας συνεδριάσεις, διότι δὲν ἐδώσαμεν καμμίαν προσοχὴν καὶ τοῦτο δὲν εἶναι προηγούμενον. Τὸ ἀποτέλεσμα πρέπει νὰ ᾖναι ἀπόῤῥοια πεφωτισμένης κρίσεως. Δὲν σᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον, ὅταν σχηματίσητε τὴν πεποίθησιν ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι προσωπικὸν, νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν αὐτὴν τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ κανονισμοῦ. Πολὺ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ προβῆτε μετὰ τοσαύτης σπουδῆς εἰς τὴν τροποποίησιν τοῦ κανονισμοῦ σας, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ ἐγγύησις, ἡ ἀσφάλεια τῶν ἔργων σας.

§143ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.

§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι προσωπικὸν καὶ οὕτω ἐπείσθη καὶ τὸ προεδρεῖον, καθίσατε παρακαλῶ, νὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία μυστική.

§145ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἡ τρίτη ψηφοφορία θὰ ᾖναι;

§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ αὔριον ἀμφισβήτησις, ἐννοεῖ ἡ Βουλὴ ὅτι αὐτὴ ἡ ψηφοφορία θὰ ᾖναι τρίτη καὶ τελευταία;

§147ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νομοσχέδιον ῥίπτουσι σφαιρίδιον εἰς τὸ ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι εἰς τὸ ὄχι. Ἐνταῦθα γίνεται ἡ μυστικὴ διὰ σφαιριδίων ψηφοφορία, παρισταμένων ὡς ψηφολεκτῶν τῶν κυρίων Σπ. Νοταρᾶ ἀντιπροέδρου καὶ Ἀλεξάνδρου Πετσάλη.

§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 143, ἐξ αὐτῶν 92 εἰς τὸ ναὶ καὶ 51 εἰς τὸ ὄχι· ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον παρεδέχθη διὰ ψήφων 92 κατὰ 51. Αὔριον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως θέλετε νὰ ᾖναι ὁ προϋπολογισμός;

§150ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 9 Μ. Μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 74.
2Τῆς 10 Μαΐου 1871.
3Δευτέρα.
4Ὥρᾳ 2 μ. μ.
5Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρε-
6θείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, παρόντων τῶν ἑξῆς βουλευ-
7τῶν·
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
8Κ. Μ. Θεοδώρου. Δ. Τσιτσάρας.
9Α. Κ. Μιχαλόπουλος. Κ. Γιολδάσης.
10Α. Ζαΐμης. Π. Μανωλίδης.
11Δ. Δανόπουλος. Εὐθ. Γουβέλης.
12Ἰω. Λέκας. Κ. Λομβάρδος.
13Δημ. Καλλιφρονᾶς. Α. Γαΐτας Φωσκάρδης.
14Σκαρλ. Σοῦτσος. Σ. Π. Δεονταράκης.
15Στυλ. Κολιάτσος. Ἰω. Σούλης Βάρκας.
16Α. Μαγγίνας. Ἀνδρ. Αὐγερινός.
17Κ. Πλαπούτας. Δ. Κρεστενίτης.
18Α. Α. Ἀντωνόπουλος. Α. Πετραλιᾶς.
19Χ. Ῥηγόπουλος. Δ. Κλίμακας.
20Ἰω. Ῥοϊλός. Ἀναγ. Δημητρίου.
21Ἰω. Σαφάκας. Γ. Μ. Βαλλιάνος.
22Ν. Κατσικαπῆς. Κ. Δ. Πεταλᾶς.
23Ἀριστ. Διδωρίκης. Μ. Παΐζης.
24Γ. Μίλησης. Θρ. Ζαΐμης.
25Α. Σ. Μήτσας. Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς.
26Γ. Παπαδαῖος. Κ. Κρίσπης.
27Γ. Πεῤῥώττης. Κωστ. Εὐθυμιόπουλος.
28Κ. Δαγρές. Ἀλέξ. Πετσάλης.
29Ἰω. Φλέσσας. Δ. Σαράβας.
30Α. Κοντόσταυλος. Δ. Καπετανάκης.
31Γ. Παπανικολάου. Μιχ. Καπετανάκος.
32Ἰω. Μπαλάφας. Ζαχ. Ζαρειφόπουλος.
33Ν. Μ. Κοζαδίνης. Α. Παπαλέξης.
34Ν. Ἀγγελίδης. Π. Κωσταντᾶς.
35Ι. Πολυλᾶς. Θ. Ῥωμαῖος.
36Ἀνδρ. Νοταρᾶς. Μ. Χαριτᾶτος.
37Σπυρ. Νοταρᾶς. Εὐθ. Κεχαγιᾶς.
38Ἀν. Δημητριάδης. Λ. Καραλίβανος.
39Α. Μεταξᾶς. Περ. Καλαμογδάρτης.
40Δ. Ῥαπτάκης. Θ. Κανακάρης.
41Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος.Γ. Πράτζικας.
42Κ. Πανάρετος. Α. Μισυρλῆς.
43Α. Καρδαρᾶς. Γ. Δελλαπόρτας.
44Γ. Βακαλόπουλος. Ἰω. Δεστούνης.
45Ν. Βαρβιτζιώτης. Κ. Ἐπιφανίου.
46Ἰω. Βλασόπουλος. Γ. Κούτσης.
47Ν. Θ. Λεώπουλος. Μ. Ε. Παρίσης.
48Α. Κορφιωτάκης. Δ. Πονηρόπουλος.
49Φ. Ι. Φίλωνος. Ἀθ. Γρηγοριάδης.
50Γερ. Σέρβος. Ν. Πιπῖνος.
51Α. Σταματόπουλος. Ἰω. Καλογιάννης.
52Δ. Τσαμόπουλος. Θ. Γκίκας.
53Ἰω. Ταμπακόπουλος. Δ. Τσιριμῶκος.
54Χ. Χρηστόπουλος. Γ. Κ. Ζουλούμης.
55Γ. Μαλέας. Δ. Κριεζώτης.
56Ν. Καρύδης. Δ. Οἰκονόμου.
57Ἐπ. Δεληγεώργης. Κ. Πετσάλης.
58Γ. Γουλιμῆς. Μ. Ἀβέρωφ.
59Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος. Κ. Νικόδημος.
60Ἰω. Προβελέγιος. Ἰω. Κοτσιᾶς.
61Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριά-
62σεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
63§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κούτσης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ
64ἀπομαχικοῦ ναυτικοῦ ταμείου· θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
65«ΠΡΟΤΑΣΙΣ ΝΟΜΟΥ.
661. Ὁ πρόεδρος τοῦ ναυτικοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου θέλει ἐκ-
67λέγεσθαι παρὰ τοῦ Βασιλέως, εἴτε ἐξ ἀξιωματικῶν τοῦ Β. ναυ-
68τικοῦ, εἴτε ἐξ ἁπλῶν πολιτῶν προσλαμβανόμενος· ἄλλα δὲ τέσ-
69σαρα μέλη θέλουν ἐκλέγεσθαι κατ’ ἔτος ἀπὸ τὸ δημοτικὸν συμ-
70βούλιον ἑκάστου τῶν τεσσάρων κεντρικῶν ναυτικῶν τόπων, ἤτοι
71τῆς Σύρου, Σπετσῶν, Ὕδρας καὶ Γαλαξειδίου. Τὰ μέλη ταῦτα
72εἰς ὡρισμένην ἐποχὴν ἑκάστου ἔτους, οὐχὶ ἔλαττον τῶν τριῶν
73μηνῶν θὰ συνεδριάζωσιν ἐν Ἀθήναις, καὶ θ’ ἀποτελῶσι τὴν πεν-
74ταμελῆ ἐπιτροπὴν, ἔργον τῆς ὁποίας θέλει εἶσθαι ἡ γενικὴ ἐξέ-
75λεγξις τῶν διαφόρων αἰτήσεων συντάξεων, καὶ ἄλλων παρὰ
76τοῦ ταμείου ἀπαιτήσεων, ὡς καὶ ἡ ἐξέλεγξις τῶν λογαριασμῶν
77τοῦ ταμείου. Ἡ δὲ λοιπὴ ὑπηρεσία θέλει ἐκτελεῖται παρὰ τοῦ
78προέδρου ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων κανονισμῶν.
792. Διὰ Βασιλικοῦ διατάγματος θέλει κανονισθῆ ἐπὶ τὸ βέλ-
80τιον ἡ ὑπηρεσία τοῦ ναυτικοῦ ταμείου ἥ τε κεντρικὴ καὶ ἡ κατ’
81ἐπαρχίας· ἐπίσης θέλει κανονισθῆ καὶ ἀνάλογος ἀμοιβὴ διὰ τὰ
824 μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, διὰ δὲ τὸν πρόεδρον κανονικὴ μισθοδο-
83σία, ἐὰν ἦναι ἁπλοῦς πολίτης.
843. Σύνταξιν ἐκ τοῦ ναυτικοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου θέλουσι
85λαμβάνει ἅπαντες· 1) οἱ ὁπωσδήποτε ἐκ τῆς ὑπηρεσίας καθι-
86στάμενοι ἀνίκανοι ἢ ἀνάπηροι ναυτικοὶ, ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸ
87μητρῷον τῆς θαλάσσης ἐργατῶν, 2) αἱ χῆραι καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν
88ὁπωσδήποτε ἀποθνησκόντων ἐγγάμων ναυτικῶν ἐν ὑπηρεσίᾳ ἢ
89μὴ, 3) οἱ γονεῖς καὶ αἱ ἄγαμοι ἀδελφαὶ τῶν ἀποθνησκόντων
90ἀγάμων ναυτικῶν, ὅταν ἀποδειχθῇ ὅτι παρ’ αὐτοῦ ἐπροστατεύ-
91ετο ἡ οἰκογένεια, 4) οἱ μετὰ 25 ἐτῶν πραγματικὴν ναυτικὴν
92ὑπηρεσίαν ἀποκτῶντες τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως.
93Ἐν Ἀθήναις, τὴν 10 Μαΐου 1871.
94ΓΕΩΡΓΙΟΣ. ΙΩ. ΚΟΥΤΖΗΣ.
95§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως
96εἰς τὸν δῆμον Ἄνδρου τῆς πρώην Καϊρείου σχολῆς. (Ἀναγινώ-
97σκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ ψηφίζεται κατά τε τὰ καθέκαστα
98καὶ τὸ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ὡς ἑξῆς.)
99«ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ
100Περὶ παραχωρήσεως εἰς τὸν δῆμον Ἄνδρου τοῦ καταστήματος
101τῆς πρώην Καϊρείου σχολῆς.
102Ἄρθρον 1.
103Παραχωρεῖται δωρεὰν εἰς τὸν δῆμον Ἄνδρου τὸ ἐν Ἄνδρῳ
104κατάστημα τῆς πρώην Καϊρείου σχολῆς μετὰ τῆς συνεχομένης
105περιοχῆς, ἵνα χρησιμεύσῃ μετὰ προηγουμένην δαπάνην τοῦ δήμου
106ἐπισκευὴν διὰ δημοτικὰ καὶ Ἑλληνικὸν σχολεῖον.
107Ἄρθρον 2.
108Τὰ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον παραχωρούμενα εἰς τὸν δῆ-
109μον ἐπανέρχονται ἄνευ δικαστικῆς μεσολαβήσεως καὶ ἄνευ ἀπο-
110ζημιώσεως εἰς τὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου, ἐὰν πρὸς ἄλλον ἢ
111τὸν προσδιορισθέντα σκοπὸν χρησιμεύσωσιν, ὡς καὶ ἐὰν ἐντὸς
112δύω ἐτῶν δὲν ἐπισκευασθῇ ἡ οἰκοδομή.»
113§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέ-
114διον τὸ ὑποβληθὲν παρὰ τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν
115περὶ ἑρμηνείας τοῦ νόμου περὶ παραχωρήσεως κτημάτων εἰς
116τὸν νεοφώτιστον Μέτον, καθὼς καὶ τὸ περὶ ἀτελείας τῶν εἰσ-
117αγομένων πρὸς κατεργασίαν βάμβακος καὶ σιτηρῶν. (Ἀναγινώ-
118σκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.)
119Ἔχομεν ἤδη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὴν πρότασιν περὶ συνοι-
120κισμοῦ τῶν Κορινθίων. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτή.)
121§4ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ τοιοῦτος νόμος,
122ὅπως δὲ ἐφαρμοσθῇ εὐκολώτερον, φέρω τροπολογίαν, κατὰ τὴν
123ὁποίαν πρέπει νὰ συνταχθῇ. Αὕτη ἔχει ὡς ἕπεται·
124«Ἄρθρον 1. Οἱ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ ἀπὸ
12510 Μαΐου 1858 ΥΞΘʹ. νόμου περὶ συνοικισμοῦ τῶν Κοριν-
126θίων κάτοικοι Π. Κορίνθου καὶ Ἑξαμιλίων λαβόντες ἐν τῷ
127συνοικισμῷ τῆς Ν. Κορίνθου πλειότερα τοῦ ἑνὸς οἰκόπεδα, καὶ
128κατασκευάσαντες εἰς ἓν τούτων τελείαν οἰκοδομὴν, θεωροῦνται
129ὅτι ἐξεπλήρωσαν τὰς παρὰ τοῦ νόμου καὶ τοῦ πρὸς ἐκτέλεσιν
130αὐτοῦ ἐκδοθέντος Β. Διατάγματος ἐπιβαλλομένας αὐτοῖς ὑπο-
131χρεώσεις, καὶ δύνανται νὰ διαθέσωσι κατ’ ἰδίαν βούλησιν τὰ
132δοθέντα αὐτοῖς ἕτερα οἰκόπεδα.
133Ἄρθρον 2. Εἰς τοὺς κατοίκους τῆς Π. Κορίνθου καὶ τῶν
134Ἑξαμιλίων, ὅσοι δὲν ἠδυνήθησαν μέχρι τοῦδε νὰ οἰκοδομήσω-
135σιν ἐπὶ τῶν παραχωρηθέντων πρὸς αὐτοὺς οἰκοπέδων, χορη-
136γεῖται τριετὴς προθεσμία ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος
137νόμου πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών των κατὰ τὰ ἐν τῷ
138προηγουμένῳ ἄρθρῳ ὁρισθέντα. Παρελθούσης τῆς προθεσμίας
139ταύτης, τὰ οἰκόπεδα ἐπανέρχονται διοικητικῶς καὶ ἄνευ δικα-
140στικῆς μεσολαβήσεως εἰς τὴν κατοχὴν καὶ τὴν κυριότητα τοῦ
141δημοσίου, καὶ διατίθενται κατὰ τὰ περὶ φθαρτῶν κτημάτων
142νόμιμα.
143Ἄρθρον 3. Εἰς πάντα μὴ κάτοικον Π. Κορίνθου καὶ Ἐξαμι-
144λίων ἐπιθυμοῦντα νὰ ἀποκατασταθῇ εἰς τὸν συνοικισμὸν τῆς Ν.
145Κορίνθου δύναται νὰ παραχωρηθῇ δωρεὰν ἓν ἐθνικὸν οἰκόπεδον
146ἐκτάσεως 500 μέτρων, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὀφείλει νὰ ἐγείρῃ τε-
147λείαν οἰκοδομὴν ἀξίας δισχιλίων δραχμῶν κατ’ ἐλάχιστον ὅρον
148ἐντὸς τῆς ὑπὸ τοῦ προηγουμένου ἄρθρου ταχθείσης προθεσμίας,
149ἐφαρμοζομένων καὶ ἐνταῦθα τῶν διατάξεων τοῦ ἰδίου ἄρθρου
150κατ’ ἐκείνου, ὅστις δὲν ἤθελεν ἐκπληρώσει ἐμπροθέσμως τὰς
151ὑποχρεώσεις του.
152Αἱ εἰς τὴν ἀνωτέρω παράγραφον ἀναφερόμεναι παραχωρή-
153σεις θέλουν ἐξακολουθήσει ἐπὶ δύο ἔτη λογιζόμενα ἀπὸ τῆς δη-
154μοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου.»
155§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῇ. Ἔ-
156χομεν ἤδη τὴν σύμβασιν μεταξὺ τῆς κυβερνήσεως καὶ τῆς ἐν
157Λίβερπουλ ἑταιρίας Μπίμπη, εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν.
158Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.
159§6ΠΕΤΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Σᾶς ὑποβάλλω, κύριοι,
160νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῆς διαρκείας τῶν ναυτιλιακῶν
161ἐγγράφων.
162Ἥ τε ἔκθεσις καὶ τὸ νομοσχέδιον ἔχουσιν ὡς ἕπονται·
163«Πρὸς τὴν Βουλήν.
164Κατὰ τὰ παρ’ ἡμῖν κείμενα περὶ ἐμπορικῆς ναυτιλίας, εἰς
165πᾶν πλοῖον ἑλληνικὸν ἐκδίδεται παρὰ τοῦ ὑπουργείου τῶν
166Ναυτικῶν διὰ τῆς λιμενικῆς ἀρχῆς ἓν ἔγγραφον καλούμενον δί-
167πλωμα ναυτιλιακὸν, ἰσχύον ἓν ἔτος, μετὰ δὲ τὴν λῆξιν τοῦ
168ἔτους χορηγοῦνται ὑπὸ τῶν προξένων τῆς Ἑλλάδος δύο παρα-
169τάσεις· ἔτι δὲ καὶ τρίτη παράτασις διὰ τὰ ἐν Κωνσταντινουπό-
170λει εὑρεθέντα πλοῖα μ’ ἐκπρόθεσμα διπλώματα.
171Αἱ παρατάσεις αὗται, ὧν ἑκάστη χορηγεῖται ἐν τῇ ἀλλοδα-
172πῇ ἐπ’ ἀόριστον χρόνον, ἐφ’ ὅσον χρόνον δηλαδὴ ἤθελε διαρκέσει
173καὶ ἕκαστον τοῦ πλοίου ταξείδιον, συμπληροῦσιν ἓν ἕτερον ἔτος,
174πολλάκις δὲ καὶ πλέον τοῦ ἔτους. Ὅθεν μετὰ παρέλευσιν δύο
175ἐτῶν τὸ φέρον ἐκπρόθεσμον ναυτιλιακὸν δίπλωμα πλοῖον δια-
176τάττεται ὑπὸ τοῦ νόμου ἵνα καταπλεύσῃ εἰς Ἑλληνικὸν λιμένα
177πρὸς τακτοποίησιν τῶν ναυτιλιακῶν ἐγγράφων καὶ ἐκπλήρωσιν
178ὑποχρεώσεων τοῦ πλοιάρχου πρὸς τοὺς κυρίους τοῦ πλοίου καὶ
179πρὸς τοὺς δανειστὰς κατὰ τὸν ἐμπορικὸν νόμον.
180Τὸ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβείας ἐμπορικὸν γραφεῖον,
181παρ’ οὗ ἐκδίδονται τῶν πλείστων Ἑλληνικῶν πλοίων αἱ παρα-
182τάσεις, ὑπέβαλε πολλάκις παράπονα ἐμποροπλοιάρχων, ἅμα δὲ
183καὶ ἰδιοκτητῶν πλοίων, οἵτινες ἐν Κωνσταντινουπόλει προσορ-
184μιζόμενοι μὲ τὰ πλοῖά των καὶ ἐκπρόθεσμα φέροντες διπλώ-
185ματα, βαρυθυμοῦσι καὶ γογγύζουν κατὰ τῆς κυβερνήσεως, ὡς
186ζημιούσης, κατ’ αὐτοὺς, τὰ συμφέροντα τῶν πλοίων, ὑποχρεου-
187μένων ὑπὸ τῶν προξένων νὰ καταπλεύσωσιν εἰς λιμένας ἑλλη-
188νικοὺς πρὸς ἀνανέωσιν τῶν ἐκπροθέσμων ἐγγράφων των.
189Ἀφ’ ἑτέρου ὑπάρχουν καὶ πλεῖστοι ἰδιοκτῆται πλοίων, ζη-
190τοῦντες τἀναντία τῶν παραπονουμένων· ζητοῦν ὅπως οἱ ἐν τῇ
191ἀλλοδαπῇ πρόξενοι ἐκβιάζωσι τὸν πλοίαρχον νὰ ἐπανέρχηται
192τοὐλάχιστον ἅπαξ τοῦ ἔτους εἰς τὴν Ἑλλάδα μετὰ τοῦ πλοίου
193ἵνα δίδῃ λόγον τῆς διαχειρίσεώς του πρὸς τοὺς κυρίους τοῦ
194πλοίου· τοῦτο ἐζήτησαν δι’ ὑπομνήματος μάλιστα πρὸ τριῶν
195ἐτῶν οἱ ἐν Σύρῳ κύριοι τῶν πλοίων, ἐκφράσαντες καὶ τὴν γνώ-
196μην τὸ νὰ θεωρῆται ὡς ἔνοχος ναυταπάτης ὁ ἀρνούμενος νὰ
197συμμορφωθῇ μὲ τὸν νόμον πλοίαρχος.
198Ἐν τοιαύτῃ πραγμάτων ἀντιφάσει, τῶν μὲν δηλαδὴ δυσανα-
199σχετούντων κατὰ τοῦ περὶ ναυτιλίας νόμου, τῶν δὲ τὴν αὐστη-
200ρὰν αὐτοῦ ἐφαρμογὴν ἐπιζητούντων, ἀλλὰ καὶ τούτων καὶ ἐκεί-
201νων ὄντων πλοιάρχων καὶ κυρίων πλοίων, καὶ τὰ αὐτὰ ἐχόντων
202συμφέροντα, ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ ζητηθῶσι καὶ αἱ γνῶμαι τῶν
203ἐμπορικῶν ἐπιμελητηρίων, εἰς τὴν σκέψιν τῶν ὁποίων ὑποβαλὸν
204τὰ ὡς ἀνωτέρω ἐκτεθέντα τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, συνώ-
205δευσεν αὐτὰ καὶ μετὰ τῶν ἑξῆς δύο ἐρωτήσεων·
206ά. Συμφέρει ἢ οὔ εἰς τὴν ἡμετέραν ναυτιλίαν καὶ εἰς τοὺς
207κυρίους τῶν πλοίων νὰ πλέωσιν ἐλεύθεροι καὶ νὰ προσορμίζων-
208ται εἰς λιμένας ἑλληνικοὺς, ὅτε καὶ ὅπως οἱ πλοίαρχοι βούλων-
209ται πρὸς τακτοποίησιν τῶν ἐγγράφων των καὶ ἐκπλήρωσιν τῶν
210ὑποχρεώσεών των; ἢ
211βʹ. Πόση διάρκεια χρόνου εἶναι ἀρκοῦσα νὰ ὁρισθῇ διὰ τὴν
212ἰσχὺν τοῦ ναυτιλιακοῦ διπλώματος, μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ὁποίας
213νὰ καταπλέῃ ἀνυπερθέτως καὶ ἀπροφασίστως ὁ πλοίαρχος μὲ
214τὸ ὑπὸ τὴν κυβέρνησίν του πλοῖον εἰς ὃν εἶναι ἐγγεγραμμένον
215λιμένα;
216Τὰ ἐπιμελητήρια ἀπήντησαν· ἅπαντα δὲ συμφωνοῦσι κατ’ ἀρ-
217χὴν, ὅτι ὁ νόμος δέον νὰ τηρηθῇ αὐστηρῶς, ὑποχρεουμένων τῶν
218πλοιάρχων νὰ προσεγγίζωσιν ἐν ὡρισμένῳ χρόνῳ εἰς τοὺς οἰ-
219κείους λιμένας· τὸ ἐπιμελητήριον μάλιστα τῶν Πατρῶν, ἐπίσης
220καὶ τὸ τῆς Σύρου, τοῦ ἐμπορικοῦ τούτου καὶ πρώτου ναυτικοῦ
221λιμένος τῆς Ἑλλάδος, σφοδρότερον τῶν ἄλλων ἐπιμελητηρίων
222ἔγραψαν, ἐγνωμοδότησαν δὲ νὰ παύσωσιν αἱ παρατάσεις τῶν
223διπλωμάτων, ὡς διδοῦσαι χώραν εἰς καταχρήσεις.
224Τῷ ὄντι αἱ παρατάσεις καθ’ ὃν τρόπον ζητοῦνται νὰ χορη-
225γοῦνται ἐν Κωνσταντινουπόλει, ὁ περὶ ἐμπορικῆς ναυτιλίας νόμος
226προφανῶς παραβιάζεται· καὶ ἐπιτρέπει μὲν ὁ νόμος οὗτος (ἄρθρον
22721) εἰς τὴν προξενικὴν ἀρχὴν νὰ παρατείνῃ τὴν διάρκειαν τοῦ
228ναυτιλιακοῦ διπλώματος, ἀλλ’ «ἀφοῦ προηγουμένως ἐξετάσει ἀ-
229»κριβῶς καὶ πεισθῇ ὅτι ὁ πλοίαρχος, ἢ ὁ ἰδιοκτήτης πρὸ τῆς
230»παύσεως τῆς ἰσχύος τοῦ διπλώματος εἶχε συνάψει συμφωνίας
231»ὑποχρεούσας αὐτὸν εἰς ἐπιχείρησιν νέου διάπλου.» Ἀλλ’ ἡ διά-
232ταξις αὕτη τοῦ νόμου δυστυχῶς οὐδέποτε ἐτηρήθη ἐν Κωνσταν-
233τινουπόλει. Ὁ πλοίαρχος προσπαθῶν νὰ δικαιολογήσῃ διὰ παν-
234τὸς τρόπου τὴν πρὸς τὸν νόμον ἀπείθειάν του καταθέτει περι-
235στατικὰ καὶ κωλύματα μὴ στηριζόμενα εἰς τὴν ἀλήθειαν· ἀεί-
236ποτε δὲ ἰσχυρίζεται, ὅτι ἄνεμοι ἐναντίοι κατέστησαν ἀνέφικτον
237τὴν εἰς ἑλληνικὸν λιμένα προσέγγισίν του· ἡ δὲ προξενικὴ ἀρχὴ,
238ἀρκουμένη εἰς διαβεβαιώσεις ἥκιστα συμβιβαζομένας μὲ τὰ πράγ-
239ματα καὶ τὴν ἀλήθειαν, ἐνδίδει εἰς τὰς παρανόμους ἀπαιτήσεις,
240καὶ χορηγεῖ ἀλλεπαλλήλως πρώτην, δευτέραν καὶ τρίτην παρά-
241τασιν· ἐν ἑκάστῃ δὲ τῶν παρατάσεων ἐπιβάλλεται ῥητῶς ἡ ὑ-
242ποχρέωσις εἰς τὸν πλοίαρχον «μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ τα-
243»ξειδίου του νὰ φέρῃ τὸ πλοῖον εἰς τὸν οἰκεῖον λιμένα διὰ τὴν
244»κατὰ νόμον ἀνανέωσιν τῶν ἐκπροθέσμων ναυτιλιακῶν ἐγγρά-
245»φων του.» Αἱ λέξεις ὅμως αὗται καὶ αἱ ὑποχρεώσεις τυπικῶς
246μόνον γράφονται ἐπὶ τοῦ διπλώματος τοῦ πλοίου· ὁ πλοίαρχος
247παραβιάζων τὸν νόμον διέρχεται τὴν ἑλληνικὴν θάλασσαν, τρὶς
248καὶ τετράκις καταβαίνων καὶ ἀναβαίνων τὸν Ἑλλήσποντον, ἐνίοτε
249δὲ καὶ παραπλέει οὐ μακρὰν ἑλληνικῶν λιμένων, ἀλλὰ δὲν προ-
250σεγγίζει ἵνα λάβῃ νέα ἔγγραφα, καί τοι ὑποσχεθεὶς νὰ πράξῃ
251τοῦτο, ἐπειδὴ εἶναι βέβαιος ὅτι ἀφιχθεὶς εἰς Κωνσταντινούπο-
252λιν θέλει κατορθώσει διὰ τῶν ἐκπροθέσμων ἐγγράφων του, προ-
253σάγων καὶ φορτωτικὴν, μὴ συνταχθεῖσαν ὅτε καὶ ὅπως ὁ νόμος
254ὥρισε, νὰ παρατείνῃ τὴν παρανομίαν.
255Τοιαύτη ἔκνομος κατάστασις, ζημιοῦσα τὰ συμφέροντα τῆς
256ναυτιλίας καὶ τὴν ὑπόληψιν τῆς ἐθνικῆς σημαίας, εἶναι ἐπάναγ-
257κες νὰ παύσῃ.
258Κατὰ τὴν γνώμην τῶν ἐμπορικῶν ἐπιμελητηρίων καὶ τὴν
259τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, δέον νὰ παύσῃ τῶν παρατάσεων
260ἡ ἔκδοσις, ἀντ’ αὐτῶν δὲ νὰ νομοθετηθῇ μεγαλειτέρα διάρκεια
261τῆς ἰσχύος τοῦ διπλώματος τοῦ πλοίου· ἀρκοῦσα δὲ διάρκεια
262καὶ πληρέστατα ἱκανοποιοῦσα τοὺς ναυτικοὺς καὶ τὸ ἐμπόριον
263τῆς Ἑλλάδος, θεωρεῖται ἡ τῶν δεκαοκτὼ μηνῶν· ἐν τῷ χρονι-
264κῷ τούτῳ διαστήματι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ μὴ εὐκο-
265λυνθῇ τὸ πλοῖον νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν ἑλληνικὸν λιμένα, ἔνθα εἶναι
266ἐγγεγραμμένον, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐφοδιασθῇ μὲ νέον δί-
267πλωμα καὶ νὰ δώσῃ λόγον τῆς διαχειρίσεώς του ὁ πλοίαρχος
268πρὸς τοὺς συμμετόχους τοῦ πλοίου.
269Ἐν Κωνσταντινουπόλει ὑπάρχουν ἀπὸ πολλῶν ἤδη ἐτῶν
270ἀτμόπλοια μικρὰ ῥυμουλκοῦντα ἄνω καὶ κάτω τοῦ Βοσπόρου
271τὰ ἱστιοφόρα πλοῖα, ὅτε οἱ ἄνεμοι δὲν εἶναι βοηθητικοί. Τὰ
272ἀτμόπλοια ταῦτα, δυνάμεως 50 ἕως 60 ἵππων, ἀνῆκον ἀπ’
273ἀρχῆς εἰς ξένους, ἰδίως δὲ εἰς Ἄγγλους· ἀλλὰ βαθμηδὸν διὰ τῆς
274δραστηριότητος αὐτῶν καὶ τῆς λιτότητος ἐπεκράτησαν οἱ ἡμέ-
275τεροι ναυτικοί, ὥστε ἐκ 57 ῥουμουλκῶν ἀτμοπλοίων, ἐργαζομέ-
276νων σήμερον ἐν Βοσπόρῳ, τὰ τεσσαράκοντα ἀνήκουν εἰς Ἕλλη-
277νας μὲ πληρώματα ναυτῶν Ἑλλήνων καὶ μὲ μηχανικοὺς Ἕλλη-
278νας, ὧν τινες προσῆλθον ἐκ τῶν ἐργοστασίων τῆς Σύρου, τινὲς
279δὲ καὶ ἐκ θερμαστῶν ἀνεδείχθησαν μηχανικοί. Καὶ ὅμως πάντα
280ταῦτα τὰ ἀτμόπλοια φέρουν σημαίαν ξένην, διότι δὲν συμφέρει
281εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας αὐτῶν, ἀνεξαρτήτως καὶ τοῦ ἐνδεχομένου
282κινδύνου, εἰς ὃν ἤθελον ἐκτεθῆ τὰ μικρὰ ταῦτα σκάφη, νὰ τὰ
283ἐξαποστείλωσι εἰς τὴν Ἑλλάδα πρὸς ἐγγραφὴν εἰς ἑλληνικὸν
284λιμένα καὶ ἀναγνώρισίν των ὡς ἐθνικῶν, καθὰ ὁ νόμος διατάτ-
285τει, ἐπειδὴ διὰ τὸν ἀμφοτεράπλουν αὐτῶν ἀπαιτοῦνται τοὐλά-
286χιστον λίραι ἑκατὸν πεντήκοντα, δαπάνη ἐπιζήμιος, εἰς ἣν δὲν
287στέργουν νὰ ὑποβληθῶσιν οἱ κύριοι τῶν ἀτμοπλοίων, ὑπολογί-
288ζοντες πρὸς τούτοις καὶ ἑτέραν ζημίαν, ἤτοι τὴν ἐκ τοῦ χρονι-
289κοῦ διαστήματος τῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπουσίας τῶν ἀτμοπλοί-
290ων, ἐντὸς τοῦ ὁποίου δυνατὸν νὰ παρουσιασθῶσιν ἐν Βοσπόρῳ
291ἐργασίαι ῥυμουλκίας λίαν ἐπικερδεῖς.
292Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐνδίδον εἰς τὰς δικαίας ἐν μέ-
293ρει παρατάσεις ταύτας τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν ἀτμοπλοίων, ὑπο-
294στηριζομένας καὶ παρὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλληνικῆς
295Πρεσβείας, ἐπέτρεψε κατὰ διαφόρους περιστάσεις νὰ ὑψωθῇ μὲν
296προσωρινῶς ἡ ἑλληνικὴ σημαία εἴς τινα τῶν ἐν λόγῳ ἀτμο-
297πλοίων, νὰ ὑποχρεωθῶσι δὲ οἱ κύριοι αὐτῶν νὰ ἐξαποστείλωσιν
298εἰς τὴν Ἑλλάδα πρὸς ἐγγραφήν των καὶ ἐκπλήρωσιν τῶν διατά-
299ξεων τοῦ ναυτιλιακοῦ νόμου· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐπραγματοποιήθη·
300τὸ νὰ διακόψωσι τὰς ἐργασίας των ἐν Βοσπόρῳ καὶ νὰ κατέλθω-
301σιν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὰ ἐν λόγῳ ἀτμόπλοια ἐθεωρήθη ὑπὸ τῶν
302κυρίων αὐτῶν λίαν ἐπιζήμιον εἰς τὰ συμφέροντά των.
303Κατὰ τὸν περὶ ἐμπορικῆς ναυτιλίας νόμον (ἄρθρον 6) «Πᾶς
304»Ἕλλην ἰδιοκτήτης ἐμπορικοῦ πλοίου ὀφείλει νὰ παρουσιασθῇ
305»εἰς τὴν ναυτικὴν ἀρχὴν τοῦ λιμένος, εἰς ὃν θέλει νὰ κατα-
306»τάξῃ τὸ πλοῖόν του, καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναγνώρισίν του ὡς
307»ἐθνικοῦ καὶ τὴν καταχώρισίν του εἰς τὸ νηϊολόγιον, παραδί-
308»δων καὶ τὸ ἐπίσημον ἔγγραφον, δι’ οὗ ἀποδεικνύονται οἱ τί-
309»τλοι τῆς ἰδιοκτησίας του κτλ.» Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 7, «ἀ-
310»φοῦ αἱ παρουσιασθεῖσαι ἀποδείξεις ἀναγνωρισθῶσιν ἰσχυραὶ
311»καὶ ἀφοῦ δοθῇ ὁ ἀπαιτούμενος ὅρκος, ὁ προϊστάμενος τῆς ναυ-
312»τικῆς ἀρχῆς ὑπάλληλος μεταβαίνει ἐπὶ τοῦ πλοίου καὶ ἐξετά-
313»ζει ἀκριβῶς ποία ἡ ποιότης του, ἂν ἡ κατασκευὴ αὐτοῦ ᾖναι
314»καλὴ καὶ ἀσφαλὴς καὶ εἰς ποῖον εἶδος πλοίων ἀνάγεται· ἐν-
315»ταὐτῷ δὲ μετρᾶται τὸ πλοῖον καὶ προσδιορίζεται ἡ χωρητι-
316»κότης του» Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 9 τοῦ αὐτοῦ νόμου· «Δὲν συγ-
317»χωρεῖται εἰς κανὲν πλοῖον μὴ ἀναγνωρισθὲν ὡς ἐθνικὸν καὶ μὴ
318»καταχωρηθὲν εἰς τὸ νηϊολόγιον ἑνὸς λιμένος τοῦ Βασιλείου, νὰ
319»φέρῃ τὴν ἑλληνικὴν σημαίαν, ἢ νὰ ἀπολαμβάνῃ τὰ ἐκ τού-
320»του προνόμια καὶ τὰς ὠφελείας.»
321Εἰ καὶ ὁ νομοθέτης δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του ῥυμουλκὰ ἀτμό-
322πλοια, ἀλλ’ οὔτε καὶ δυνατὸν ἦτο νὰ προνοήσῃ περὶ ῥυμουλκῶν
323ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀτμοπλοίων νόμος ναυτιλιακὸς τῆς Ἑλ-
324λάδος, ἐκδοθεὶς πρὸ τριάκοντα τεσσάρων ἐτῶν (τὴν 15 Νοεμβρί-
325ου 1836), μολαταῦτα καὶ ἐκ τοῦ πνεύματος τῶν διατάξεων τοῦ
326νόμου τούτου, ἃ ἀνωτέρω ἐσημείωσα, δὲν συνάγεται, κατ’ ἐμὴν
327κρίσιν, ὅτι εἰς ὅλως ἔκτακτον καὶ ἐξαιρετικὴν περίστασιν, οἵα
328παρουσιάζεται ἡ τῶν ῥυμουλκῶν ἐν Βοσπόρῳ ἀτμοπλοίων, δὲν
329δυνάμεθα νὰ ἀναγνωρίσωμεν αὐτὰ ὡς ἑλληνικὰ καὶ νὰ ἐπιτρέψω-
330μεν νὰ καλυφθῶσι μὲ τὴν σημαίαν τὴν ἑλληνικὴν, ἀπαλλάττον-
331τες τοὺς ἰδιοκτήτας αὐτῶν Ἕλληνας τῆς ἐπιζημίου μεταφορᾶς
332τῶν ἀτμοπλοίων εἰς τὴν Ἑλλάδα· ἡ ἀναγνώρισις αὐτῶν ὡς ἑλ-
333ληνικῶν δὲν ἀντίκειται οὐσιωδῶς εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου·
334δύναται δηλαδὴ ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει παρὰ τῇ ἑλληνικῇ
335Πρεσβείᾳ λιμενάρχης νὰ ἐνεργῇ κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων
3366, 7 καὶ 9 τοῦ νόμου, ἀπαραλλάκτως καθ’ ὃν τρόπον ἐνεργεῖ
337αὐτὰς ἐν Ἑλλάδι καὶ ὁ λιμενάρχης· τουτέστιν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ
338καὶ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ὁ νόμος ἀκριβῶς καὶ κατὰ γράμμα τηρεῖ-
339ται, μένει δὲ μία μόνη τυπικὴ καὶ ἐπουσιώδης ἐκτέλεσις, του-
340τέστι νὰ σταλῶσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα παρὰ τοῦ ἐν Κωνσταντι-
341νουπόλει λιμενάρχου πάντα τὰ ἔγγραφα, ὅσα ὁ νόμος ὁρίζει διὰ
342τὸ παρ’ αὐτοῦ νομίμως ἀναγνωρισθὲν ῥυμουλκὸν ἀτμόπλοιον ὡς
343ἑλληνικόν, πρὸς τὸν λιμενάρχην τοῦ ἑλληνικοῦ λιμένος, ἔνθα
344ὁ κύριος τοῦ ἀτμοπλοίου ἐπιθυμεῖ νὰ κατατάξῃ αὐτό· ἡ δὲ ἐν
345Ἑλλάδι λιμενικὴ ἀρχή, λαβοῦσα τὰ ἔγγραφα καὶ ἐγγράψασα
346εἰς τὸ νηολόγιον τὸ ῥυμουλκὸν (ῥυμουλκὸν πάντοτε) ἀτμό-
347πλοιον, ἐκδίδει τὸ ἔγγραφον τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τὸ ναυτιλιακὸν
348δίπλωμα, τὰ δὲ ἔγγραφα ταῦτα λαμβάνει ὁ κύριος τοῦ ἀτμο-
349πλοίου δι’ ἐπιτρόπου του, πληρωνομένων ἐν Ἑλλάδι τῶν νενομι-
350σμένων δικαιωμάτων. Μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἰσχύος τοῦ οὕτως
351ἐκδοθέντος ναυτιλιακοῦ διπλώματος, ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει
352λιμενάρχης ἐνεργεῖ καὶ τότε τὰ νόμιμα καὶ ἀποστέλλει τὸ
353ἐμπρόσθετον ναυτιλιακὸν δίπλωμα πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ λιμένος,
354ἔνθα ἐνεγράφη ἀπ’ ἀρχῆς τὸ ἀτμόπλοιον ἵνα ἐκδοθῇ νέον δί-
355πλωμα. Καὶ ταῦτα περὶ τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει ῥυμουλκῶν
356ἀτμοπλοίων.
357Ἀλλ’ ὑπάρχουν ἐν τῷ Ἴστρῳ ποταμῷ καὶ ἄλλα πλοῖα Σλέπια
358καὶ Κιρλάτσια καλούμενα, ὧν οὐ μικρὸς ἀριθμὸς ἀνήκει εἰς
359Ἕλληνας· τὰ πλοῖα ταῦτα μόνον διὰ τὸ μετακομιστικὸν ἐμπό-
360ριον τῶν σιτηρῶν χρησιμεύοντα ἐντὸς τοῦ ποταμοῦ, εἶναι ἀδύ-
361νατον ὡς ἐκ τῆς ἰδιοτρόπου αὐτῶν κατασκευῆς νὰ πλεύσωσι
362τὸν Εὔξεινον καὶ νὰ ἔλθωσι καὶ ταῦτα καὶ ἐγγραφῶσιν εἰς
363ἑλληνικοὺς λιμένας· οἱ τῶν πλοίων τούτων κύριοι ἐξέφρασαν
364πολλάκις τὴν ἐπιθυμίαν των διὰ τῶν ἐν Βραΐλᾳ καὶ Γαλατσίῳ
365προξένων τῆς Ἑλλάδος, ἵνα καλύψωσι τὰ πλοῖά των μὲ τὴν
366σημαίαν τῆς Ἑλλάδος, ἧς εἶναι πολῖται. Καὶ εἰς τὰ πλοῖα
367ταῦτα, ὅσα ὁμολογουμένως εἶναι ἰδιοκτησία πολιτῶν ἑλλήνων,
368φρονῶ ὅτι δυνάμεθα νὰ χορηγήσωμεν τὴν ἑλληνικὴν σημαίαν,
369συμμορφουμένων τῶν κυρίων τῶν πλοίων μὲ τοὺς νόμους τοῦ
370Κράτους καὶ ἐνεργουμένων καὶ ἐν τῷ Ἴστρῳ, καθ’ ὃν τρόπον καὶ
371ἐν Κωνσταντινουπόλει, τῶν διατάξεων τῶν περὶ ἀστυνομίας
372τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας νόμων ὑπὸ ἑνὸς λιμενάρχου, ἔχοντος
373τὴν ἕδραν του ἐν Γαλατσίῳ.
374Ὅθεν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς
375Βουλῆς νομοσχέδιον περὶ διαρκείας τῆς ἰσχύος τοῦ ναυτιλιακοῦ
376διπλώματος, καὶ περὶ ἀναγνωρίσεως ὡς ἑλληνικῶν τῶν ἐν Κων-
377σταντινουπόλει ῥυμουλκῶν ἀτμοπλοίων καὶ τῶν ἐν Ἴστρῳ πο-
378ταμοπλοίων, ὧν οἱ κύριοι εἰσιν Ἕλληνες.
379Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἰσχὺς τοῦ ναυτιλιακοῦ διπλώματος ὁρίζεται
380τοῦ λοιποῦ εἰς μῆνας δεκαοκτώ, ἕπεται ὅτι καὶ τὸ ἐπὶ τοῦ
381διπλώματος πάγιον τέλος τοῦ χαρτοσήμου πρέπει κατ’ ἀναλο-
382γίαν ν’ αὐξήσῃ κατὰ τὸ ἥμισυ. Ἀλλὰ τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου
383τῆς τάξεως, εἰς ὃ χαρτόσημον ὑπάγονται κατὰ τὸν νόμον τὰ
384τοιαῦτα ἔγγραφα, δὲν ἐπιτρέπει νὰ τηρηθῇ ἀκριβὴς εἰς τὴν
385αὔξησιν ἀναλογία. Ὅθεν μὴ ὑπάρχοντος τέλους τοῦ χαρτοσήμου
386τάξεως δραχμῶν 1½ διὰ τὰ μέχρι τοῦδε πληρόνοντα πλοῖα
387δραχμὴν μίαν κατ’ ἔτος, οὔτε δραχμῶν 4½, οὔτε δραχμῶν 9
388διὰ τὰ πληρόνοντα 3 καὶ 6 δραχμὰς κατ’ ἔτος, ἐσημείωσα δρ.
3892, 5 καὶ 10, τὸ ἀμέσως ἀνώτερον τέλος τοῦ χαρτοσήμου τῆς
390τάξεως· τοῦ τέλους αὕτη ἡ διαφορὰ εἶναι μικρὰ καὶ οὐδόλως
391ἐπαισθητὴ εἰς τὴν ναυτιλίαν, ὠφελουμένην σπουδαίως ἐκ τοῦ
392νέου νόμου.
393Ἐξῄρεσα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὰ ἀπὸ 15 τόνων καὶ κατωτέρω
394πλοῖα, ἅτινα τὸ ἀκτοπλοϊκὸν μετερχόμενα ἐμπόριον καὶ τὴν
395ἁλιείαν ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ εἰς τὰ γειτνιάζοντα τῇ Ἑλλά-
396δι παράλια τῆς Τουρκίας, ἀνάγκην μείζονος διαρκείας τοῦ δι-
397πλώματος δὲν ἔχουσιν.
398Ἐν Ἀθήναις, τὴν 9 Μαΐου 1871.
399Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν
400Π. Α. ΠΕΤΡΑΚΗΣ.»
401«ΣΧΕΔΙΟΝ ΝΟΜΟΥ
402Ἄρθρον 1.
403Δίπλωμα ναυτιλιακὸν ἐμπορικοῦ πλοίου ἐλάσσονος τῶν 15
404τόνων ἰσχύει ἐπὶ ἓν ἔτος· μείζονος δὲ ἐπὶ 18 μῆνας.
405Ἄρθρον 2.
406Τὰ τοῦ ναυτιλιακοῦ διπλώματος τέλη ὁρίζονται κατὰ χωρη-
407τικότητα τόνων ὡς ἑξῆς·
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
408αʹ)Μέχρι 15τόνωνδραχ. 1.
409βʹ)ἀπὸ 16—60» » 2.
410γʹ)» 61—150» » 5.
411δʹ)πλέον τῶν 151» » 10.
412Ἄρθρον 3.
413Παράτασις ἰσχύος ναυτιλιακοῦ διπλώματος δίδεται μόνον
414παρὰ τοῦ προξενείου ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ ὁποίου καταπλεύσει
415πλοῖον ὑπὸ φορτίον πρὸς ἐκφόρτωσιν, ἐὰν μετὰ τὴν φόρτωσιν
416ἤθελεν ἐκπνεύσει ἡ δεκαοκτάμηνος τοῦ ναυτιλιακοῦ διπλώματος
417ἰσχύς. Ἡ παράτασις αὕτη ἰσχύει μόνον διὰ τὴν ἐπάνοδον τοῦ
418πλοίου εἰς ὃν ἀνήκει λιμένα πρὸς ἀνανέωσιν τῶν ναυτιλιακῶν
419ἐγγράφων. Ὁ παραβάτης πλοίαρχος ἢ κυβερνήτης στερεῖται τοῦ
420διπλώματός του ἀπὸ ἑνὸς μέχρι δύω ἐτῶν δι’ ἀποφάσεως τοῦ
421ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν.
422Ἐὰν πρὸ τῆς δεκαοκταμήνου προθεσμίας πλοῖον ἤθελε κατα-
423πλεύσει εἰς τὸν οἰκεῖον ἑλληνικὸν λιμένα, δύναται νὰ λάβῃ νέα
424ναυτιλιακὰ ἔγγραφα δεκαοκταμήνου διαρκείας.
425Ἄρθρον 4.
426Τὰ παρ’ Ἑλλήνων ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀγοραζόμενα καὶ ἐν
427τῷ Βοσπόρῳ ὡς ῥυμουλκὰ χρησιμεύοντα ἀτμόπλοια ἀναγνωρί-
428ζονται ἑλληνικὰ, ἐὰν ὁ ἰδιοκτήτης αὐτῶν ἐνεργήσῃ τὰ διὰ τῶν
429ἄρθρων 6, 7, 9 κλ. τοῦ ἀπὸ 15 Νοεμβρίου 1836 νόμου ὁρι-
430ζόμενα παρὰ τῷ λιμενάρχῃ Κωνσταντινουπόλεως, ὅστις ὑπο-
431βάλλει τὴν αἴτησιν μετὰ τῶν σχετικῶν ἐγγράφων πρὸς τὸ
432ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Τοῦτο, ἐὰν παραδεχθῇ τὴν αἴτησιν,
433διατάσσει τὴν οἰκείαν λιμενικὴν ἀρχὴν τοῦ Κράτους νὰ ἐγγράψῃ
434τὸ ῥυμουλκὸν ἀτμόπλοιον ἐν τῷ νηϊολογίῳ καὶ ἐκδώσῃ τὸ ναυ-
435τιλιακὸν δίπλωμα. Ὁ λιμενάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἐνεργεῖ
436καὶ τὰ περὶ χωρητικότητος τῶν ἀτμοπλοίων τούτων.
437Ἄρθρον 5.
438Τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 ὁριζόμενα ἰσχύουσι καὶ διὰ τὰ ἐν τῷ
439Ἴστρῳ ῥυμουλκὰ καὶ Ἕλλησιν ἀνήκοντα ἀτμόπλοια. Ὁ οἰκεῖος
440λιμενάρχης ἐνεργεῖ τὰ δέοντα ὡς ἐν ἄρθρῳ 4.
441Ἄρθρον 6.
442Τὰ ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ Ἴστρῳ ῥυμουλκὰ ὑποβάλλονται
443εἰς δικαίωμα ἀναγνωρίσεως μὲν δραχ. 10, διπλώματος δὲ δραχ-
444μῶν 20. Ταῦτα εἰσπράττονται παρὰ τῆς ἐκδιδούσης τὰ ἔγ-
445γραφα ἐν τῷ Κράτει λιμενικῆς ἀρχῆς ἐπὶ τῇ βάσει διπλοτύπου
446τοῦ λιμενάρχου Κωνσταντινουπόλεως ἢ τῶν ἐν Ἴστρῳ.
447Ἄρθρον 7.
448Πᾶσα ἐναντία διάταξις τοῦ παρόντος νόμου καταργεῖται.
449Οἱ ὑπουργοὶ
450Ὁ τῶν οἰκονομικῶν
451Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ.
452τῶν Ναυτικῶν
453Π. ΠΕΤΡΑΚΗΣ.»
454§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
455Μεταβαίνομεν ἤδη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Πολυ-
456λᾶς ἐζήτησε πρῶτος τὸν λόγον.
457§8ΠΟΛΥΛΑΣ. Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὀλίγας
458λέξεις ἐπὶ τοῦ σπουδαίου καὶ ἐθνικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον
459ἐπὶ δύω ἤδη πολυώρους συνεδριάσεις ἐπασχολεῖ τὴν Βουλήν.
460Ἐνόμισα, ὅτι τὸ καθῆκον πρὸς τὴν γενικὴν πατρίδα καὶ πρὸς
461τὴν ἐπαρχίαν, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύω, μοὶ ἐπιβάλλει νὰ
462μὴ τηρήσω τὴν συνήθη σιωπήν μου, προκειμένου περὶ μεγάλου
463καὶ ἐθνικοῦ ζητήματος. Ἤκουσα μετὰ θρησκευτικῆς προσοχῆς
464τὰς ἀγορεύσεις τῶν ἐντίμων ῥητόρων, οἱ ὁποῖοι ἀνέπτυξαν τὸ
465ζήτημα εἰς τὰς προηγουμένας συνεδριάσεις. Παρετήρησα μετά
466τινος ἀπορίας, ὅτι οὐδεὶς τῶν ῥητόρων τῆς Βουλῆς ἔλαβε τὸν
467λόγον ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἐκτὸς τριῶν τῶν
468ὑψηλοτέρων προσώπων τῆς Βουλῆς, ἅτινα κατὰ περίεργον σύμ-
469πτωσιν εἶναι καὶ οἱ τρεῖς πρωθυπουργοί· ἀλλὰ τοῦτο ἴσως δὲν
470εἶναι παράδοξον, διότι τὸ ζήτημα τοῦ νομοσχεδίου τῆς χήρας
471Λόϋδ ἐγκυμονήθη ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου τοῦ κυρίου Ζαΐμη, ἐγεν-
472νήθη ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου τοῦ κυρίου Δεληγεώργη, υἱοθετήθη δὲ
473παρὰ τοῦ νῦν ὑπουργείου τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου, καὶ οὕτως
474υἱοθετημένον παρουσιάσθη ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου.
475Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας μᾶς ἔδωκεν εἰς τὴν τελευ-
476ταίαν συνεδρίασιν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου κύριος
477Δεληγεώργης, νομίζω ὅτι ὑπολείπεται νὰ προστεθῇ τι πρὸς
478διαφώτισιν τοῦ ζητήματος. Εἶναι δὲ καλὸν νὰ ἐξετάσωμεν πό-
479θεν ἡ ἀπαίτησις τῆς Ἀγγλίας ἔλαβε τὴν γέννησίν της, καὶ εἰς
480ποίαν θέσιν εὑρίσκεται σήμερον ἀπέναντι τοῦ ἔθνους. Τὸ ζήτη-
481μα τοῦτο διῆλθεν, ὡς προεῖπον, τρία στάδια· τὸ πρῶτον παρα-
482τηρεῖται, (καὶ νὰ μοὶ συγχωρήσητε διὰ τὴν ἔκφρασιν, τὴν
483ὁποίαν θέλω ἐξηγήσει κατόπιν,) εἰς τὸ μυστικοσυμβούλιον
484τῆς ἑλληνικῆς πολιτείας, ἐπὶ τῆς κυβερνήσεως τοῦ κυρίου Ζαΐμη,
485τὸ δεύτερον εἰς τὸ ἀνακτοβούλιόν μας ἐπὶ τῆς ὑπουργείας τοῦ κυ-
486ρίου Δεληγεώργη καὶ τὸ τρίτον διεξάγεται σήμερον ἐνώπιον τοῦ
487κοινοβουλίου. Τῷ ὄντι πρώτην φορὰν ἐγένετο λόγος περὶ
488βοηθήματος πρὸς τὴν χήραν Λόϋδ ἐπὶ τῆς ὑπουργείας τοῦ
489κ. Ζαΐμη· κατά τι ἔγγραφον τοῦ πρεσβευτοῦ κυρίου Ἔρσκιν, ἡ
490Αὐτοῦ Μεγαλειότης ὑπεδήλωσε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ χορηγηθῇ
491βοήθειά τις πρὸς τὴν χήραν Λόϋδ· σᾶς παρακαλῶ νὰ προσέξητε
492εἰς τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ μεταφράζω ἐκ τοῦ Ἀγγλικοῦ.
493Ἦτο τῆς 28 Ἀπριλίου, ὀλίγον μετὰ τὸ θλιβερὸν δυστύχημα.
494«Ἡ Αὐτοῦ Ἑλληνικὴ Μεγαλειότης ἐπεσκέφθη τὴν κυρίαν Λόϋδ,
495» ἵνα τῇ ἐκφράσῃ τὴν λύπην μεθ’ ἧς ἔμαθε τὴν χηρείαν της,
496» καὶ τίποτε δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὴν ἀγαθότητα καὶ τὴν
497» συμπάθειαν, ἣν ὁ Βασιλεὺς ἐξεδήλωσε πρὸς πάντας ὅσοι ἔπα-
498» θον ἐκ τοῦ φρικτοῦ τούτου συμβάντος.
499«Ἐξ ὅσων ἡ Α. Μ. εἶπε πρός τε ἐμὲ καὶ πρὸς τὴν κυρίαν
500» Λόϋδ εἰκάζω, ὅτι ἡ Α. Μ. ἔχει τὴν πρόθεσιν νὰ προνοήσῃ
501» δαψιλῶς περὶ τῆς οἰκογενείας τοῦ μακαρίτου Λόϋδ, εἶμαι δὲ
502» λίαν εὐχαριστημένος, διότι δύναταί τις ἀσφαλῶς νὰ ἀναθέσῃ
503» τῇ Α. Μ. τὴν φροντίδα νὰ ἐξεύρῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἡ
504» πρόθεσις αὕτη δύναται κάλλιον νὰ πραγματοποιηθῇ.»
505Ἦτο μία ἁπλῆ ὑποδήλωσις, ὡς εἶπον, τῆς ἐπιθυμίας τῆς
506Αὐτοῦ Μεγαλειότητος νὰ βοηθηθῇ ἡ χήρα Λόϋδ. Κατόπιν ἐπί-
507σημον ἔγγραφον τοῦ αὐτοῦ πρεσβευτοῦ πρὸς τὸν Κ. Κλαρενδῶνα
508λέγει· «διαβεβαιοῦμαι παρὰ τοῦ κυρίου Βαλαωρίτου, ὅτι ὅσον
509» δήποτε ποσὸν ἂν ὁρισθῇ ἐπὶ τέλους λόγῳ συντάξεως πρὸς
510» τὴν Κυρ. Λόϋδ, νομοσχέδιον θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν
511» πρὸς ἔγκρισιν τοῦ συμβιβασμοῦ τούτου. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελε
512» κάμῃ δυσκολίαν τινὰ ὡς πρὸς τὸ ποσὸν, ἡ Α. Μ. κατὰ
513» πᾶσαν περίπτωσιν θέλει φροντίσει ὥστε ἡ Κυρ. Λόϋδ νὰ
514» λάβῃ γενναίαν χορήγησιν».
515Οἱ τρεῖς προλαλήσαντες πρωθυπουργοί, καίτοι ὑποστηρίζον-
516τες τὴν παραδοχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἐσυμφώνησαν, ὅτι ἡ ἀπαί-
517τησις αὕτη εἶναι ἀνυπόστατος καὶ ἄδικος, ἀλλ’ ὁ μὲν ὁ κύριος
518Ζαΐμης ἐσύστησεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὸ νομοσχέδιον,
519διότι τοιαύτην ἀπόφασιν μᾶς ἐπιβάλλει τὸ δόγμα, τὸ ὁποῖον,
520κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ζαΐμη, ἐπικρατεῖ νῦν εἰς τὴν Εὐρώ-
521πην, ὅτι πρέπει νὰ ὑπακούῃ ὁ ἀσθενέστερος εἰς τὸν ἰσχυρότερον.
522Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἶπεν, ὅτι ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἀπαιτήσεως
523ἐπιβαλλομένης παρὰ τῆς Ἀγγλίας, ἐνόμιζεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐν-
524δώσωμεν, ἀλλ’ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἀλλὰ περὶ
525φιλανθρωπίας, καὶ ἔθιξε τὰς εὐγενεστέρας χορδὰς τῆς καρδίας
526μας· ὁ κ. Δεληγεώργης, ὅστις εἶχε δεχθῇ τὴν ἀπαίτησιν, ἰσχυ-
527ρίσθη, ὅτι τὴν ἐδέχθη εἰς τρόπον ἐμφαίνοντα, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ
528κυβέρνησις αὐθορμήτως προέβη εἰς τὴν γενναιοδωρίαν ταύτην,
529ἀντιφωνῶν δὲ πρὸς τὸν κ. πρωθυπουργὸν, μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν
530πρόκειται περὶ ἀπαιτήσεως τῆς Ἀγγλίας, οὔτε περὶ ὑποχρεώ-
531σεως ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ περὶ γενναιοδωρίας· οὐχ
532ἧττον ἰσχυρίσθη, ὅτι ὅσοι ἐξ ἡμῶν πιστεύουσιν, ὅτι πρόκειται
533περὶ ὑποχρεώσεως τῆς Ἑλλάδος, περὶ ἀπαιτήσεως ἐκ μέρους
534τῆς Ἀγγλίας, ἐκεῖνοι ἔχουσι καθῆκον νὰ καταψηφίσωσι τὸ
535νομοσχέδιον. Ἔρχομαι εἰς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης ταύτης τοῦ
536κ. Δεληγεώργη, διότι φρονῶ, ὅτι πρόκειται καθαρῶς περὶ ἀπαι-
537τήσεως καὶ ἀπαιτήσεως ἐπιτακτικῆς ἐκ μέρους τῆς Ἀγγλίας.
538Μετὰ τὸ πρῶτον στάδιον, τὸ ὁποῖον διῆλθε τὸ ζήτημα
539τοῦτο εἰς τὸ μυστικοσυμβούλιον, λέγω, τῆς Ἑλληνικῆς πολι-
540τείας, διότι τὰ γεγονότα, περὶ τῶν ὁποίων σᾶς κάμνω μνείαν,
541κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Ζαΐμη, ἔμειναν πάντῃ ἄγνωστα εἰς
542τὴν κυβέρνησίν του.....
543§9ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐνήργησεν ὁ ἁρμόδιος ὑπουργός.
544§10ΠΟΛΥΛΑΣ. Τότε ἔπρεπε νὰ τὰ μάθῃ τοὐλάχιστον ὁ ὑπουρ-
545γὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ ἐπρόκειτο περὶ χρημάτων.
546§11ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ τοιαῦτα πράγματα.
547§12ΠΟΛΥΛΑΣ. Ὁ κ. Βράϊλας βεβαιοῖ, κατόπιν ὁδηγιῶν τοῦ
548ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἔκαμε πρὸς τὸν κ. Κλαρενδῶνα
549τὴν δήλωσιν περὶ συντάξεως πρὸς τὴν χήραν Λόϋδ, τὴν ὁποίαν
550σᾶς ἀνέγνωσαν χθὲς οἱ κύριοι Μίλησης καὶ Λομβάρδος, καὶ χθὲς
551ὁ κ. Ζαΐμης μᾶς εἶπεν, ὅτι ἀγνοοῦσεν ὅλως διόλου τὰ διατρέ-
552ξαντα ἐπὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως.
553§13ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν εἶπον τοιαῦτα πράγματα, καὶ δὲν σᾶς εἶναι
554ἐπιτετραμμένον νὰ μοὶ ἀποδίδητε πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν
555εἶπον.
556§14ΠΟΛΥΛΑΣ. Κύριε Ζαΐμη, χθὲς ὡμολογήσατε, ὅτι πρωθυ-
557πουργὸς ὢν ἠγνοεῖτε τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Βράϊλα, καὶ περὶ τού-
558του δὲν ἀμφιβάλλω, ἀφοῦ ὑμεῖς τὸ διαβεβαιοῖτε, ἀλλὰ τοῦτο
559βεβαίως δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν ἑξῆς περικοπὴν τῆς ἐπιστολῆς
560τοῦ συνυπουργοῦ σας κ. Βαλαωρίτου· ἃ καθόσον ἀφορᾷ τὸν δεύ-
561τερον λόγον τῆς παραιτήσεώς σας, ὅτι δηλαδὴ παρῆλθον συνε-
562χεῖς ἑβδομάδες, καθ’ ἃς, καίτοι ὑπαρχούσης ἐκκρεμοῦς ἐξωτε-
563ρικῆς περιπλοκῆς....».
564§15ΖΑΪΜΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἔγγραφον ἐγράφη τὸν Ἰούλιον.
565§16ΠΟΛΥΛΑΣ. «Οὐδεμία τῶν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερι-
566κῶν μεταδιδομένων πληροφοριῶν ἀνεκοινώθη ὑμῖν, λυποῦμαι
567»ὅτι ὁ λόγος οὗτος δὲν εἶναι σπουδαιότερος τῶν ἄλλων. Ὄχι
568»μόνον μετέδιδον ὑμῖν πάντοτε πᾶσαν σπουδαίαν πληροφορίαν,
569»ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἐπίδοσιν τῆς παραιτήσεώς μου, καὶ ἀφοῦ
570»μάλιστα ἔπαυσα νὰ συμπράττω μεθ’ ὑμῶν καὶ νὰ λαμβάνω
571»μέρος εἰς τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον, δὲν ἔπαυσα ἀνακοινόνων
572»ὑμῖν πᾶσαν σπουδαίαν πληροφορίαν καὶ πᾶν τηλεγράφημα διὰ
573»τοῦ γενικοῦ γραμματέως». Ἐγὼ δὲν λέγω, ὅτι ἀμφιβάλλω εἰς
574τὴν διαβεβαίωσίν σας, ἀλλὰ λέγω ὅτι προκειμένου περὶ τοῦ ἐγ-
575γράφου, δι’ οὗ ὁ κ. Βράϊλας ἐκτίθησι πρὸς τὴν κυβέρνησίν του,
576ποίαν ἐντύπωσιν ἔκαμον τὰ συλλυπητήρια τῆς Ἑλληνικῆς κυ-
577βερνήσεως πρὸς τὸν κ. Κλαρενδῶνα ἕνεκα τοῦ δυστυχήματος τοῦ
578Δήλου, εἶναι τῳόντι ἀκατανόητον πῶς τοιοῦτον ἔγγραφον ἔ-
579μεινεν ἄγνωστον εἰς τὸν πρωθυπουργόν· διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι
580τὸ ζήτημα τῆς χήρας Λόϋδ ἐκυοφορήθη ἐν τῷ ἡμετέρῳ μυστι-
581κοσυμβουλίῳ. Ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις, ὅμως οὖσα πολὺ καλλί-
582τερον πληροφορημένη ἀφ’ ὅ,τι ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις, ἐπὶ τῶν
583ὑποσχέσεων τούτων ἐστήριξεν ἐν μέρει τὴν ἀπαίτησίν της περὶ
584ἀποζημιώσεως πρὸς τὴν χήραν Λόϋδ, μ’ ὅλον ὅτι, ὡς φρονῶ, ἡ
585Ἀγγλικὴ κυβέρνησις δὲν εἶχεν ἀνάγκην ὑποσχέσεως, οὐχ ἧττον
586ὠφελήθη ἀπὸ τὴν βασιλικὴν ὑπόσχεσιν, ὡς φαίνεται καὶ ἐκ τοῦ
587ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνεν εἰς τὸν κ. Δεληγεώργην. Καὶ
588λέγω, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις δὲν ἐνόμιζεν ἀναγκαῖον ἴσως
589νὰ λάβῃ τὴν ὑπόσχεσιν, διότι ὁ πρωθυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας
590κ. Γλάδστων εἶπεν εἰς τὸ κοινοβούλιον· «ὁ Σὶρ Μποῦλβερ ἐρωτᾷ
591»ποίαν ἱκανοποίησιν θὰ ζητήσωμεν. Δὲν ἀγνοεῖ ὅτι ὑπὲρ τῆς κατ’
592»ἐξοχὴν παθούσης χήρας κ. Λόϋδ θὰ ἀπαιτήσωμεν ἱκανοποίησιν
593»χρηματικήν». Ὁ πρωθυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας, ὡς βλέπετε,
594λέγει ὅτι πρόκειται περὶ χρηματικῆς ἱκανοποιήσεως. Δύω
595ἡμέρας μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Γλάδστωνος ἀπηυθύνθη πρὸς
596τὸ ὑπουργεῖόν μας τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον γνωρίζετε καὶ ἐξ
597αὐτοῦ καταφαίνεται, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐθεωρεῖτο παρὰ τῆς
598Ἀγγλικῆς κυβερνήσεως ὡς ζήτημα ἤδη ἐκκρεμὲς, τοῦ ὁποίου
599πρόκειται ἡ λύσις, ὅτι ἐγένοντο ἤδη διαπραγματεύσεις, ὅτι ἀπ’
600ἀρχῆς ἐγένετο λόγος περὶ συντάξεως, καὶ σήμερον ἡ Ἀγγλικὴ
601κυβέρνησις προτείνει συμβιβασμὸν, τουτέστι σύνταξις νὰ μὴ
602δοθῇ, ἀλλὰ νὰ δοθῶσιν ἐφάπαξ 10,000 λίραι. Ὅτι δὲ τὸ ἔγ-
603γραφον περιέχει ἐπιτακτικὴν ἀπαίτησιν, τοῦτο δὲν ἐπιδέχεται
604ἀμφιβολίαν, διότι ἐν αὐτῷ ἐκφράζεται ἡ πεποίθησις τῆς Ἀγ-
605γλικῆς κυβερνήσεως, ὅτι ὁ προτεινόμενος συμβιβασμὸς θέλει ἐκ-
606τελεσθῆ ἄνευ ἀναβολῆς. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἐδέχθη τὴν αἴτη-
607σιν τῆς Ἀγγλικῆς κυβερνήσεως, ἀλλὰ καθὼς εἶπεν ἐν τῷ ἐγ-
608γράφῳ του, καὶ καθὼς μᾶς ἐξήγησεν εἰς τὴν ἀγόρευσίν του, ἐ-
609ξήρτησεν ἀπολύτως τὸ ζήτημα ἀπὸ τὴν ψῆφον τοῦ κοινο-
610βουλίου.
611Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀμφιβολία, ὅτι πρόκειται περὶ χρηματικῆς
612ἀποζημιώσεως. Οἱ προαγορεύσαντες σᾶς κατέδειξαν τὸ ἄδικον,
613τὸ παράνομον, τὸ βίαιον τοιαύτης ἀπαιτήσεως. Δὲν ἔχω ἀνάγ-
614κην νὰ ἐνδιατρίψω εἰς τοῦτο· ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, διότι
615νομίζω, ὅτι ἔχομεν συμφέρον, τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ ἐξετασθῇ
616ὅσον τὸ δυνατὸν ἐκτενέστερον, καὶ τὸ δίκαιόν μας νὰ πιστο-
617ποιηθῇ διὰ πολλῶν λόγων ὅσον τὸ δυνατὸν ἰσχυρότερον, θὰ μοὶ
618ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν γνώμην ἐφημερίδος σπουδαί-
619ας, ὄργανον τῆς Ἰταλικῆς κυβερνήσεως. Καὶ προκειμένου λόγου
620περὶ τῆς Ἰταλικῆς κυβερνήσεως, νομίζω καθῆκόν μου νὰ ἐκφρά-
621σω ὡς Ἕλλην τὴν βαθεῖαν συναίσθησιν τῆς εὐγνωμοσύνης μου
622διὰ τὴν μετριοπαθῆ διαγωγὴν, τὴν ὁποίαν ἡ κυβέρνησις ἐκείνη
623καὶ ὁ λαὸς τῆς Ἰταλίας ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος ἐτήρησαν,
624ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος, μολονότι ἐξ ἴσου ἔπαθον ἐκ τοῦ στυ-
625γεροῦ κακουργήματος τοῦ Δήλεσι.
626Ἡ «Καρτερία» ὄργανον ἡμιεπίσημον τῆς Ἰταλικῆς κυβερνή-
627σεως ἐπανειλημμένως ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος, ἰδίως δὲ εἰς
628τὸ προκείμενον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον πραγματεύεται ἐν συντόμῳ,
629ἀλλὰ μετὰ μεγάλης ἐμβριθείας τὴν θέσιν τοῦ διεθνοῦς δικαίου.
630«Ἐν τῷ πεδίῳ τοῦ διεθνοῦς δικαίου οὐδόλως φαίνεται ὅτι ἡ
631» Ἀγγλία καὶ ἡ Ἰταλία ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἀπαιτήσωσιν
632»ἀποζημίωσιν ἢ ἱκανοποίησιν παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως,
633»παρὰ τῆς ὁποίας δὲν δύναται ν’ ἀπαιτηθῇ ὥστε νὰ ἐξασφαλίζῃ
634»τὴν ζωὴν τῶν ξένων περισσότερον παρ’ ὅτι ἐξασφαλίζει τὴν
635»τῶν ἰδίων πολιτῶν της. Ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις βεβαίως ποτὲ
636»δὲν ἐδέχθη ὅτι εἶχε τοιαύτην τινὰ ὑποχρέωσιν πρὸς τοὺς ἀλ-
637»λοδαπούς. Οὔτε ἡ διπλωματικὴ ἰδιότης τοῦ συμπατριώτου μας
638»(τοῦ Boyl), καὶ ἑνὸς τῶν Ἄγγλων θυμάτων μεταβάλλουσι κα-
639»θόλου τὴν θέσιν, ἢ δημιουργοῦσι κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερ-
640»νήσεως εὐθύνην, ἣν ἄλλως δὲν ἤθελεν ἔχει. Ἀπεναντίας ὡς ἐκ
641»τῆς θέσεώς των οἱ δύο διπλωμάται ἔπρεπε νὰ γινώσκουν κάλ-
642»λιον ἢ ἄλλοι ἀλλοδαποὶ, τὴν ἄτακτον κατάστασιν τοῦ τόπου,
643»ὥστε ἔπρεπε νὰ ᾖναι οἱ τελευταῖοι εἰς τὸ νὰ ἐπιχειρήσωσι
644»τοιαύτην ἐκδρομήν. Οὔτε ὠφελεῖ νὰ εἴπῃ τις ὅτι οἱ ὑπουργοὶ
645»ἐρωτηθέντες ἀπήντησαν, ὅτι ὁ δρόμος ἦτο ἀσφαλής. Ἐνεδέχετο
646»νὰ ἦσαν οὗτοι ἠπατημένοι, ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ἡ πο-
647»λιτεία εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ πληρώσῃ ἕνεκα τῆς ἀπάτης των.
648»Καὶ ἂν ἠρνήθησαν νὰ χορηγήσουν ἀμνηστείαν καὶ κατεδίωξαν
649»τοὺς λῃστὰς ἀντὶ νὰ τοὺς ἀφήσουν ἀνενοχλήτους, βεβαίως δὲν
650»ἐξέθετον μὲ τοῦτο τὴν πολιτείαν εἰς τιμωρίαν. Πᾶσα κυβέρνη-
651»σις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐννοῇ τὴν ἀξιοπρέπειάν της κατὰ τὸ
652»δοκοῦν αὐτῇ, καὶ νὰ ἀκολουθῇ κατὰ τὴν καταδίωξιν τῶν κα-
653»κούργων οἵους κανόνας νομίσῃ τελεσφόρους καὶ προτιμοτέρους.
654»Ἤθελεν εἶσθαι ἀδύνατον, χωρὶς νὰ καταχρασθῇ τις τῆς ἰσχύος
655»του, νὰ ἀπαιτήσῃ παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὅ,τι δὲν
656»ἤθελέ τις ἀπαιτήσει παρ’ ἄλλης κυβερνήσεως ἀρκούντως ἰσχυ-
657»ρᾶς ὅπως τὸ ἀποποιηθῇ. Εἶναι δὲ ἄνανδρον νὰ ἐξαναγκάσῃ τις
658»τοὺς ἀσθενεῖς, ἐνῷ εἶναι ταπεινὸς ἐνώπιον τῶν ἰσχυρῶν.»
659Ἀλλ’ ἔχω κῦρος ἀνώτερον· ἔχομεν τὴν γνώμην Ἄγγλου πρω-
660θυπουργοῦ, μεγάλου διπλωμάτου, τοῦ Κ. Ῥῶσσελ. Ἰδοὺ τί γρά-
661φει πρὸς τὸν Χρόνον τοῦ Λονδίνου τὴν 26 Ἀπριλίου 1870 ὁ
662Κ. Μόενς Ἄγγλος.
663«Μετὰ μεγίστης ἀγανακτήσεως ἤκουσα τὴν βάρβαρον καὶ
664»αἱμοχαρῆ ἐκδίκησιν τῶν Ἑλλήνων λῃστῶν· φρονῶ δὲ ὅτι ἡ
665»Ἑλλ. Κυβέρνησις πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὑπεύθυνος τῆς σφαγῆς τῶν
666»ἡμετέρων πατριωτῶν. Ἐὰν μὴ συμβῇ τοῦτο, πᾶς Ἄγγλος πε-
667»ριηγούμενος τὰς ἡμιβαρβάρους ἐν Εὐρώπῃ χώρας τῆς Τουρκίας,
668»τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἰταλίας, ἔνθα αἱ λεγόμεναι Κυβερνήσεις
669»καὶ οἱ λῃσταὶ διανέμονται τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου, δὲν θὰ
670»ᾖναι ἀσφαλὴς, ἡμεῖς δὲ ἀδιακόπως θὰ ἀκούωμεν παρομοίας
671»σπαραξικαρδίους εἰδήσεις. Ἐὰν αἱ κυβερνήσεις ἠναγκάζοντο νὰ
672»πληρώσωσι τὰ λύτρα, νὰ παράσχωσιν ἱκανοποίησιν τῶν παθη-
673»μάτων, καὶ νὰ ὑποστῶσι διπλῆν τιμωρίαν ἐν περιπτώσει θανά-
674»του, βεβαίως ἡ ζωὴ τῶν δυστυχῶν αἰχμαλώτων θὰ ἦτο ἀσφα-
675»λὴς, αἱ δὲ καθόλου μάταιαι καὶ ἀπαίσιοι ἀπόπειραι τοῦ ἐξα-
676»λεῖψαι τὴν λῃστείαν δὲν θὰ ἐγίνοντο μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν
677»τῶν συλλαμβανομένων. Τὸ μέτρον τοῦτο πάντοτε σχεδὸν ἐφαρ-
678»μόζεται ὁσάκις συλλαμβάνονται ἐγχώριοι ὑπὸ τῶν λῃστῶν. Ἡ
679»περίπτωσις τοῦ εὐλαβεστάτου Ι. Κ. Μώῤῥαϋ Ἀϋνσλέϋ καὶ
680»ἐμοῦ ὁμοιάζει ἀκριβῶς πρὸς τὰ ἐν Ἑλλάδι διαδραματισθέν-
681»τα ὡς πρὸς τὴν διαγωγὴν τῶν οἰκείων κυβερνήσεων, ἀλλὰ
682κατ’ ἐμὴν εὐτυχίαν ἀπέληξαν ἧττον ἀπαισίως· αʹ.) Ἐπορεύθη-
683»μεν εἰς Παῖστον ἐν πλήρει γνώσει καὶ συγκαταθέσει τῶν Ἰτα-
684»λικῶν ἀρχῶν, ὑπὸ τὴν προστασίαν φυλακῆς, ἣν δὲν ἐζητήσα-
685»μεν καὶ ἥτις ἀκολουθήσασα μέχρι τῶν Τέμπλων ἀπὸ τοῦ Σα-
686»λέρνου ἐγκατέλιπεν ἡμᾶς αὐτόθι χωρὶς νὰ μᾶς δώσῃ τὴν ἐλα-
687»χίστην νύξιν, ὅτι αἱ ὁδοὶ ἦσαν ἐπισφαλεῖς, καί περ ἄλλως γι-
688»νώσκουσα, ὅτι λῃσταὶ διέτριβον ἐν τοῖς ἐγγυτάτοις περιχώροις
689»καὶ ὅτι αἱ ἀρχαὶ εἶχον ἀποσύρει τὸν στρατὸν κατ’ αὐτὴν ἐκεί-
690»νην τὴν ἡμέραν ὅπως τοῖς ἀποδοθῇ λύτρον. βʹ) Ἡμεῖς ᾐχμα-
691»λωτίσθημεν πλησίον τοῦ Σαλέρνου ἐπὶ τῆς ἀνωφεροῦς νοτίου
692»ὁδοῦ, ἀμέσως δὲ προητοιμάσαμεν ἐξ ἰδίων πόρων τὰ ὅλα ἀ-
693»παιτηθέντα λύτρα. γʹ) Ἡ Ἰταλικὴ κυβέρνησις πρὸς τούτοις ἀδια-
694»κόπως παρῃνεῖτο, ὅτι ἐγὼ θὰ ἐφονευόμην ἐὰν μὴ ἀνεκαλεῖτο
695»ὁ στρατός· ἐν τούτοις 12,000 στρατοῦ μετὰ τοῦ στρατηγοῦ
696»των ἐῤῥίφθησαν εἰς τὴν ἐπαρχίαν καὶ ἐκώλυον πᾶσαν συγκοι-
697»νωνίαν περὶ τῶν λύτρων, ἀφῆκαν δὲ ἐμὲ εἰς τὸν κίνδυνον νὰ
698»φονευθῶ, νὰ λιμοκτονήσω ἢ ἀποθάνω ἐπὶ τρεῖς ὅλους καὶ ἥ-
699»μισυ μῆνας ἕως οὗ διεκόπη ἡ ματαία καταδίωξις τοῦ στρα-
700»τοῦ. Ἀμέσως μετὰ τοῦτο ἐγὼ ἀπελύθην πληρώσας ἀπὸ κοινοῦ
701»μετὰ τοῦ αἰδεσίμου Ἀϋνσλέϋ 5,900. Ἡ αὐτὴ συμμορία συνέ-
702»λαβε καί τινας Ἑλβετοὺς παρ’ ὧν ἔλαβε 8,000 λιρῶν, ἀφοῦ τοὺς
703»ἐκράτησε πεντάμηνον. Ἡμεῖς, φυσικῷ τῷ λόγῳ, ἀπῃτήσαμεν
704»παρὰ τῆς Ἰταλικῆς κυβερνήσεως τὸ ποσὸν, ὅπερ ἥρπασεν ἡμᾶς
705»ἔνοπλος συμμορία, ἐπιτραπεῖσα νὰ ὑπάρχῃ ἐπὶ πολλὰ ἔτη καὶ
706»εἰσέτι ὑπάρχουσα ὑπὸ ἕτερον ἀρχιλῃστὴν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ τοῦ Σα-
707»λέρνου. Ἡ τότε Κυβέρνησις τοῦ Κυρ. Ῥῶσσελ ἠρνήθη νὰ ὑ-
708»ποστηρίξῃ τὴν ἡμετέραν αἴτησιν, εἶπε δὲ πρὸς τὸν ἐν Λονδί-
709»νῳ πρεσβευτὴν τῆς Ἰταλίας πρὶν ἡμεῖς ποιήσωμεν τὴν αἴ-
710»τησιν, ὅτι δὲν ἔχομεν περισσότερον δικαίωμα νὰ ἀπαιτή-
711»σωμεν ἀποζημίωσιν παρὰ τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως παρ’
712»ὅσον αὐτὸς θὰ εἶχε δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ ἀποζημίωσιν παρὰ
713»τοῦ Ἀγγλικοῦ ἔθνους, ἐὰν τὸ βαλάντιόν του ἐκλέπτετο πα-
714»ρὰ τὴν γέφυραν τοῦ Λονδίνου. Τοιαύτην ἀποφαινομένης γνώ-
715»μην τῆς τότε κυβερνήσεως, σφόδρα φοβοῦμαι ὅτι ἡ νῦν Κυβέρνη-
716σις θὰ πράξῃ τὸ αὐτό». (Εἰς τοῦτο ἠπατᾶτο ὁ ἐπιστολογρά-
717φος) «μεθ’ ὅλην δὲ τὴν μεγάλην ἀγανάκτησιν ἐπὶ τῇ σφαγῇ
718»τῶν Ἄγγλων ἐν χώρᾳ φιλικῇ οὐδὲν οὐδαμῶς γενήσεται, ἐὰν μὴ
719»αὐτὸ τὸ ἔθνος ὑψώσῃ τὴν φωνήν του διὰ τῆς ὑμετέρας ἐφημε-
720ρίδος, καὶ ἐπιμόνως ἀπαιτήσῃ τὴν προσήκουσαν ἱκανοποίησιν».
721Ὁ Χρόνος ὅμως δὲν εἰσήκουσε τὴν παράκλησιν τοῦ κ. Μόεν,
722μὴ δυνάμενος νὰ καταπολεμήσῃ τὴν ὀρθὴν θεωρίαν τοῦ κ. Ῥῶσσελ.
723§17ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠξεύρετε, ὅτι ἡ Ἰταλικὴ κυβέρνησις
724ἐκήρυξεν ἑαυτὴν ἀνεύθυνον δι’ ὅ,τι συμβῇ εἰς τοὺς περιηγουμέ-
725νους τὴν Ἰταλίαν;
726§18ΠΟΛΥΛΑΣ. Σκοπός μου ἦτο νὰ ἀναφέρω τὴν γνώμην τοῦ
727Ῥῶσσελ ἐπὶ ζητήματος τὸ ὁποῖον ταυτίζεται μὲ τὸ προκείμε-
728νον ζήτημα. Οἱ ἔντιμοι προαγορεύσαντες ἀπέδειξαν πρὸς τού-
729τοις, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις δὲν πταίει οὔτε διὰ τὴν αἰχ-
730μαλωσίαν, οὔτε διὰ τὴν σφαγὴν τῶν ξένων. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ
731προσθέσω μόνον τοῦτο, ὅτι καθόσον ἀφορᾷ τὴν σφαγὴν, ἡ ὁποία
732ἀποδίδεται εἰς τὴν διεύθυνσιν, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὴν ὑπόθεσιν,
733ὄχι μόνον ὁ κ. Ἔρσκιν εἶναι ὑπόλογος διὰ τοῦτο, ἀλλά τις
734ἀνώτερος τοῦ κ. Ἔρσκιν, εἶναι ὁ πρωθυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας,
735ὁ ὁποῖος εἰς τὸ κοινοβούλιον εἶπεν «ἐὰν μετηρχόμεθα κατὰ τῶν
736»λῃστῶν ἀδρανῆ πολιτικὴν, οἱ λῃσταὶ ἐπὶ τῇ προφάσει τοῦ
737»ἐξασφαλίσαι τὴν σωτηρίαν των, θὰ ἔσυρον τοὺς αἰχμαλώτους
738»τῇνδε κακεῖσε καὶ τοὺς ἐξέθετον εἰς μυρίας στερήσεις καὶ
739»ταλαιπωρίας· οὕτω θὰ ἐπέβαλλον αὐτοῖς θάνατον φοβερώτερον
740»ἐκείνου τὸν ὁποῖον ἔπαθον».
741Ἐνῷ τοσοῦτον ἀποδεδειγμένη εἶναι ἡ ἰδιοτροπία τῆς ἀγγλι-
742κῆς κυβερνήσεως εἰς τὸ νὰ ἐπιμείνῃ νὰ ἀποδίδῃ πταῖσμα εἰς
743τὴν κυβέρνησίν μας καὶ εἰς τὸν τόπον διὰ τὸ κακούργημα τοῦ
744Δήλεσι, ἐνῷ εἶναι ὁμολογουμένως ἄδικος ἡ ἀπαίτησις, ἠπόρησεν
745ὁ κ. Δεληγεώργης πῶς τὸ κακούργημα τοῦ Δήλεσι ἐπροξένησεν
746εἴς τε τὴν Ἀγγλίαν καὶ εἰς τὴν Εὐρώπην τὴν ἀπαισίαν ἐκείνην
747ἐντύπωσιν, ἐντύπωσιν δυσανάλογον μὲ τὴν φύσιν τοῦ ἐγκλήμα-
748τος, τὸ ὁποῖον βεβαίως εἶναι ἐκ τῶν ἀσυνήθων, εἶναι ἐξ ἐκείνων τὰ
749ὁποῖα συμβαίνουν καὶ εἰς ἄλλα μέρη. Τὸ κατ’ ἐμέ, κύριοι, ὁσάκις
750ἐμελέτησα τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐσκέφθην, ὅτι, ἐὰν θὰ ἐξετάσωμεν
751τὸν λόγον τῆς ἀγανακτήσεως καὶ τῆς δυσμενείας τῆς ἀγγλικῆς
752κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἀγγλικοῦ ἔθνους, ἀκόμη καὶ τὴν κατάστασιν
753εἰς τὴν ὁποίαν εἰσέτι εὑρίσκεται τὸ δημόσιον πνεῦμα ἐν Ἀγγλίᾳ
754καθ’ ἡμῶν ἕνεκα τοῦ ζητήματος τούτου, ἀνευρίσκομεν τὸν λόγον
755τοῦτον εἰς τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὡς μῦθον ἐχαρακτήρισεν
756ὁ κ. Ζαΐμης εἰς τὴν συκοφαντίαν κατά τινων προεξαρχόντων
757πολιτικῶν τῆς Ἑλλάδος, ὡς ὀργανιζόντων τὴν ληστείαν ἐν Ἑλ-
758λάδι καὶ ὡς λαβόντων ἐνεργὸν μέρος, καὶ κύριον μέρος, εἰς τὴν
759αἰχμαλωσίαν τῶν ξένων, καὶ ἀκόμη εἰς τὴν σφαγὴν, ἕνεκα τῆς
760ἀποποιήσεως τῆς ἀμνηστείας. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι ὁ μῦθος
761οὗτος ἐπλάσθη ἐκ παρενοήσεως, διότι δὲν ἔχω λόγον ν’ ἀμφι-
762βάλλω περὶ τῆς εἰλικρινείας τοῦ κ. Ζαΐμη. Ὁ κ. Ζαΐμης ἔσπευ-
763σεν ἅμα ἐδημοσιεύθη τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Ἔρσκιν νὰ τὸ δια-
764ψεύσῃ. Ἀλλ’ ἡ διάψευσις τοῦ κυρίου Ζαΐμη δὲν ἴσχυσε, μάλιστα
765τολμῶ νὰ εἴπω, ὅτι ἡ διάψευσις αὕτη κατέστησεν αὐτὸν τὸν κ.
766Ζαΐμην ὕποπτον πρὸς τὴν ἀγγλικὴν κυβέρνησιν, καθότι ἐπὶ τῆς
767κυβερνήσεώς του ἀπῄτησεν ἡ ἀγγλικὴ κυβέρνησις ὥστε νὰ ἐπεμ-
768βαίνῃ εἰς τὴν ἀνάκρισιν, μὴ ἐμπιστευομένη εἰς τὴν κυβέρνησίν
769μας, διότι ἀδιστάκτως ἐπίστευσεν εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ.
770Ἔρσκιν, ὅστις δὲν παρεδέχθη παρὰ ἀτελῶς τὴν διάψευσιν τοῦ
771κ. Ζαΐμη. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον, τὸ ἀρχέκακον ἐκεῖνο
772ἔγγραφον τοῦ κ. Ἔρσκιν ν’ ἀναγνωσθῇ, διότι δὲν ἀνεγνώσθη
773εἰσέτι εἰς τὸ κοινοβούλιον τοῦτο, ὅπως μείνῃ καταχωρισμένον
774εἰς τὰ πρακτικά. Μεταφράζω ἀπὸ τὸ ἀγγλικόν.
775«16 Ἀπριλίου. Ὁ Ἔρσκιν πρὸς τὸν κόμητα Κλάρενδων.»
776«Οἱ ἀποσταλέντες παρὰ τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὅπως
777» διαπραγματευθῶσι μετὰ τῶν λῃστῶν ἐπανῆλθον χθὲς τὴν
778» πρωΐαν, μὴ δυνηθέντες νὰ τοὺς πείσωσι νὰ ἀπολύσωσι τοὺς
779» αἰχμαλώτους των. Ἐφαίνοντο διὰ μίαν στιγμὴν διατεθειμένοι
780» νὰ δεχθῶσι λύτρα ἐξ 22,000 λιρῶν, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ τοῖς
781» δοθῶσιν ὅμηροι, ὅπως ἐξασφαλισθῇ ἡ ἀνενόχλητος μετάβασίς
782» των εἰς τὰ μεθόρια· ἀλλὰ κατὰ τὸ διάστημα τῆς νυκτὸς ἐπε-
783» σκέφθησαν αὐτοὺς ἄνθρωποι ἐξ Ἀθηνῶν, οἵτινες, καθὼς πιστεύει
784» ὁ κ. Ζαΐμης, ἀπεστάλησαν παρά τινων τῶν προεξαρχόντων
785» μελῶν (leading members) τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ οἵτινες
786» κατέπεισαν τοὺς λῃστὰς νὰ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν ἀπεριόριστον
787» ἀμνηστείαν, οὐ μόνον ὑπὲρ ἑαυτῶν, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ πάντων
788» τῶν συντρόφων των τῶν νῦν ἐν τοῖς δεσμωτηρίοις, τοῦ ὑπο-
789» τιθεμένου σκοποῦ ὄντος νὰ βιάσωσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ συγκα-
790» λέσῃ ἐκτάκτως τὴν Βουλὴν καὶ παράσχωσιν εἰς τὴν ἀντιπο-
791» λίτευσιν ἄμεσον εὐκαιρίαν νὰ κτυπήσῃ καὶ νὰ ῥίψῃ τὸ
792» ὑπουργεῖον.»
793Ἀπάντησις τοῦ κόμητος Κλαρενδῶνος.
794«Ἐκείνη ἡ ἐπιστολή σας (16 Ἀπριλίου) παρέσχεν ὕλην εἰς
795» σπουδαιοτάτην σκέψιν καὶ ἀναζήτησιν. Ὑποβάλλει, ἐπὶ τῇ
796» βάσει αὐθεντίας προδήλως ἀρίστης, ὅτι προεξάρχοντές τινες
797» πολιτικοὶ τῶν Ἀθηνῶν ἐπιδιώκοντες τὸ ἑαυτῶν μεγαλεῖον ἦλ-
798» θον εἰς συγκοινωνίαν μετὰ τῶν λῃστῶν, ἐνῷ οὗτοι εἶχον εἰς
799» χεῖράς των τοὺς αἰχμαλώτους, καὶ τελεσφόρως τοὺς παρεκίνη-
800» σαν νὰ ἐπιμείνωσιν εἰς ὅρους, τοὺς ὁποίους ἦτο καλῶς γνωστὸν
801» ὅτι ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις δὲν ἤθελε παραδεχθῆ.......
802» Τώρα αὕτη εἶναι ὑπόθεσις λίαν σπουδαία, καὶ τοιαύτης φύ-
803» σεως, ὥστε ἡ Κυβέρνησις τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος ἤθελεν, ἐὰν
804» τοῦτο κριθῇ ἀναγκαῖον, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ
805» νά λάβῃ περὶ τούτου πληροφορίαν πλήρη, λεπτομερῆ, τὴν ὁ-
806» ποίαν ὅμως ἡ κυβέρνησις τῆς Α. Μ. πέποιθεν ὅτι ἡ ἑλληνικὴ
807» κυβέρνησις ἔσεται ἑτοίμη καὶ πρόθυμος νὰ δώσῃ. Ὁ κ. Ζαΐμης
808» βεβαίως δὲν ἤθελε σᾶς ἀνακοινώσει ὅ,τι προδήλως σᾶς ἀνε-
809» κοίνωσεν, εἰ μὴ εἶχε βάσιν τινὰ πρὸς τοῦτο, ἡ τιμὴ δὲ τοῦ
810» βασιλέως Γεωργίου, τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως, καὶ δὴ τοῦ
811» ἑλληνικοῦ ἔθνους ἐπιτακτικῶς ἀπαιτεῖ συντονωτάτην ἔρευναν
812» εἰς ὑπόθεσιν τοσοῦτον σοβαράν. Θέλετε εἴπει τοῦτο τῷ κυρίῳ
813» Ζαΐμῃ, θέλετε δὲ προσφέρει πᾶσαν δυνατὴν συνδρομὴν ὅπως
814» καθαρισθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο.»
815Αὗται εἶναι αἱ ὁδηγίαι τοῦ κόμητος Κλαρενδῶνος ἐπὶ τῶν
816ὁποίων βασίζεται ὅλη ἡ πορεία τῆς ἀγγλικῆς κυβερνήσεως μέ-
817χρι τῆς σήμερον, ἐὰν δὲν σφάλλω, διότι ἡ ἀνάκρισις καὶ τὴν
818σήμερον ἐξακολουθεῖ.
819Καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν, κύριοι, ὁ κ. Κλάρενδων νὰ πιστεύσῃ
820εἰς τὴν διάψευσιν τοῦ κ. Ζαΐμη, ὁπότε ὁ κ. Ἔρσκιν εἴς τινα ἐπι-
821στολὴν πρὸς τὸν ἀτυχῆ Ἔρβερτ ἔγραφε. «Νὰ εἴπῃς τοῦ Τάκου
822» νὰ μὴ φοβῆται καὶ ὅτι σᾶς ἐγγυῶμαι ὅτι δὲν θέλει κατα-
823» διωχθῆ, ὅτι τῷ ἐγγυῶμαι τοῦτο καθ’ ὅσον δύναμαι νὰ ἐγ-
824» γυηθῶ περὶ ὑποσχέσεως δοθείσης μοι παρ’ ἕλληνος ὑπουργοῦ.»
825Ὅθεν δὲν ἠδύνατο βεβαίως ἡ ἀγγλικὴ κυβέρνησις νὰ πιστεύσῃ
826εἰς τὴν διάψευσιν ἕλληνος ὑπουργοῦ.
827Ἀκράδαντος ἦτο, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι εἰσέτι, ἡ πεποίθησις,
828ὅτι ὁ μῦθος ἐκεῖνος ἦτο ἀλήθεια, καὶ τοῦτο σᾶς τὸ ἀποδεικνύ-
829ουν δύο λόγοι τοῦ κ. Γλάδστωνος, τοὺς ὁποίους εἰς δύο διαφό-
830ρους ἐποχὰς ἀπήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν τῶν κοινοτήτων. Τὸν
831Μάϊον τί ἔλεγεν ὁ κ. Γλάδστων;
832«Αἱ ἐπικρατήσασαι κρύφιαι καὶ μυστικαὶ συνεννοήσεις τῶν
833λῃστῶν καὶ τῶν ἐν Ἀθήναις εἶναι σπουδαιοτάτη καὶ καιριω-
834τάτη ὄψις τῆς ὅλης ὑποθέσεως. Εἰς ταύτην τὴν πρᾶξιν τοῦ
835οἰκτροῦ δράματος ἀνακαλύπτομεν ἐλλείμματα πολιτικοῦ ὀρ-
836γανισμοῦ ἀσυνήθη, ἀνήκουστα καὶ χρῄζοντα ἑπομένως νέας τι-
837νὸς ἐμβριθεστέρας καὶ ἀκριβεστέρας ἐρεύνης περὶ τῆς ἀληθοῦς
838καταστάσεως τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας καὶ τῆς ἑλληνικῆς πο-
839λιτικῆς.»
840«Σημειωτέον ὅτι μία μερὶς τῶν σχέσεων τούτων δὲν ὑπάρχει
841τοσοῦτον σκοτεινὴ οὐδὲ παρέχει τοσοῦτον ἀνυπερβλήτους δυσ-
842κολίας ὅσον ἡ ἑτέρα· ἐννοῶ τὰς σχέσεις τὰς μεταξὺ τῶν λῃ-
843στῶν καὶ τῶν ἀγροτῶν καὶ τῶν ἐπιτοπίων ἀρχῶν· αἱ σχέσεις
844αὗται οὔτε ἀκατανόητοι φαίνονταί μοι οὔτε αἰσχύνην προξενοῦ-
845σιν εἰς τοὺς λαβόντας αὐτὰς, διότι ἐν χώρᾳ ἐχούσῃ ἐκτελεστι-
846κὴν ἀρχὴν ἀσθενῆ καὶ κακῶς ὠργανισμένην, ὁ ἐπιτόπιος ἄρ-
847χων ὁ δεχόμενος ἐπίσκεψιν τοιούτων λῃστῶν ὑπόκειται ἀπο-
848λύτως εἰς ἀνάγκην καὶ οὐδαμῶς ἐκτίθεται ἢ ἁμαρτάνει ἀκούων
849τὰς γενομένας πρὸς αὐτὸν ἀνακοινώσεις. Ἀλλ’ οἱαδήποτε ἀξίαν
850καὶ ἂν ἔχῃ ἡ παρατήρησίς μου αὕτη, βεβαίως οὐδαμῶς συνέ-
851χεται πρὸς τὰς ἄλλας σχέσεις ἢ συγκοινωνίας τὰς μεταξὺ πα-
852ρανόμων κακούργων, καὶ τῶν Ἀθήνῃσι πρακτόρων των, οἵτινες
853εἴτε ἀνήκοντες εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν προεξαρχόντων τῆς ἐν
854Ἑλλάδι ἀντιπολιτεύσεως, εἴτε ἐξ ἐπαγγέλματος χορηγήσαντες
855βοήθειαν τοῖς λῃσταῖς, παρίστανται ὡς τὰ ζοφερώτερα καὶ
856σπουδαιότερα στοιχεῖα τοῦ κακοῦ, ἅτινα πρέπει νὰ ἐξακριβώ-
857σωμεν πρὶν ἢ ἐξενέγκωμεν κρίσιν τελικήν».
858Ἰδοὺ πάλιν τὶ ἔλεγεν ἐν τῷ κοινοβουλίῳ ὁ πρωθυπουργὸς κ.
859Γλάδστων, προχωρούσης ἐνταῦθα τῆς ἀνακρίσεως, τὴν 2 Αὐγού-
860στου παρελθόντος ἔτους.
861«Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ ἀποφανθῶμεν ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ
862»Κυβέρνησις εἶναι ἀθώα ἐν τῇ νῦν περιπτώσει· ἀληθεύει μὲν ὅτι
863ἐν Ἑλλάδι κατεῖχον ἐσχάτως ὑψηλὴν θέσιν ἄνδρες οἵτινες, καθ’
864»ὅσον γινώσκομεν, παρέσχον δραστικὴν βοήθειαν εἰς τὴν γενο-
865»μένην ἀνάκρισιν»—διακρίνει, ὡς βλέπετε, μέλος τι τῆς Κυ-
866βερνήσεως τοῦ κ. Ζαΐμη—«σκοπουμένου ὅμως τοῦ συνόλου τῆς
867»ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, εἶναι καθόλου ἀδύνατον νὰ ἀποφανθῶ-
868»μεν τοιαύτην γνώμην ἕως οὗ δὲν λήγει ἡ ἔρευνα. Ἡ ἀναβολὴ
869»τοῦ τέλους τῆς ἀνακρίσεως ἐνδέχεται νὰ ἐμβάλῃ εἰς ὑποψίας·
870»ἀλλὰ δὲν νομίζω ὀρθὸν τὸ λέγειν ὅτι δὲν ἔληξεν εἰσέτι, διότι
871»ἡμεῖς ἀνεμίχθημεν εἰς αὐτήν. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι ὅσῳ πλειό-
872»τερον ἐφανεροῦντο τὰ πράγματα καὶ αἱ περιστάσεις, τοσούτῳ
873»μᾶλλον κατεφαίνετο πᾶν ὅ,τι λυπηρὸν, αἰσχρὸν ἐν τῇ καταστά-
874»σει τῆς Ἑλλάδος· ταῦτα λέγων δὲν ἐννοῶ νὰ ἀποδώσω εἰς ὅλον
875»τὸ ἔθνος τὰ ἁμαρτήματα τῶν ὀλίγων. Τὰ ἐξ Ἑλλάδος ἄγρια
876»πνεύματα τὰ συμμετασχόντα τῶν ἐν Κρήτῃ ταραχῶν ἐπανή-
877»γαγον εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν διάθεσιν τοῦ ἐνασμενίζεσθαι εἰς
878»παρανόμους ἐπιχειρήσεις· ὑπάρχουσιν ὅμως ἄνευ ἀμφιβολίας
879»μυστικὰ νήματα, διακλαδώσεις τείνουσαι ἵνα συνδυάσωσι τοὺς
880»ἀνθρώπους τούτους μετ’ ἀνδρῶν κατεχόντων ὑψηλὰς θέσεις·
881»ἔργον δὲ δυσχερέστατον ὑπῆρξεν ἡ ἐπίμονος ζήτησις πάντων
882»τῶν νημάτων, τῶν ῥᾳδιουργιῶν, τῶν ἀνακοινώσεων, δι’ ὧν
883»ἐτελέσθη ὁ προειρημένος συνδυασμός».
884Ἄρα ἀποδεδειγμένον εἶναι, ὅτι ἡ ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἔχει
885τὴν ἀδιάσειστον πεποίθησιν, ὅτι τὸ δρᾶμα τοῦ Δήλεσι πρέπει
886ν’ ἀποδοθῇ εἰς πολιτικὴν ἐνέργειαν, καὶ εἰς διακεκριμένα πρό-
887σωπα ἐν Ἑλλάδι. Ὄχι, δὲν πρόκειται πλέον περὶ λῃστῶν· καὶ
888διὰ τοῦτο εἰς τὸν ἐναρκτήριον λόγον τῆς βασιλίσσης τῆς Ἀγ-
889γλίας ἐῤῥέθη ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀνακρίσεως δὲν ὑπῆρ-
890ξαν εὐάρεστα· διότι εἰς τὸ τέλος τῆς ἀνακρίσεως ἔπρεπε, κατὰ
891τὴν πεποίθησιν τῆς ἀγγλικῆς κυβερνήσεως, νὰ σηκωθῇ τὸ παρα-
892πέτασμα καὶ νὰ φανῶσιν οἱ κακοῦργοι πολιτικοὶ τῆς Ἑλλάδος.
893Αὐτὸ ἐπερίμενε, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν συνέβη· ὁ δὲ Χρόνος τοῦ Λον-
894δίνου ἔν τινι ἄρθρῳ ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶπεν ὅτι θὰ ἦναι ἀδύ-
895νατον νὰ μάθωμέν ποτε τὴν ἀλήθειαν.
896Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἕνεκα τῆς διαθέσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρί-
897σκεται τὸ δημόσιον πνεῦμα ἐν Ἀγγλίᾳ, καθὼς ἐκδηλοῦται καὶ
898ἀπὸ τὴν δημοσιογραφίαν καὶ ἀπὸ τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, δὲν δύ-
899ναμαι νὰ κρύψω τὴν ἀπορίαν μου πῶς ἦλθεν εἰς ὑποστήριξιν
900τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον δι’ ἀριθμῶν ἐκφράζει τὴν ἐ-
901νοχήν μας, ἐκφράζει τὴν ἀναγνώρισιν τῆς ἐνοχῆς τῆς Ἑλλάδος,
902πῶς, λέγω, ἦλθε πρῶτος εἰς ὑποστήριξιν ὁ ἔντιμος κύριος Ζαΐ-
903μης, ὁ συκοφαντηθεὶς ὅτι ἐσυκοφάντησε τοὺς ἀντιπάλους του
904ἐπὶ συνεργείᾳ μετὰ τῶν λῃστῶν, ἔρχεται δὲ εἰς ὑποστήριξιν
905τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου ὁ νῦν ἀρχηγὸς τῆς κυβερνήσεως, ὅστις
906ἦτο ἀρχηγὸς ἐκείνης τῆς πολιτικῆς ἀποχρώσεως, εἰς τὴν ὁποίαν
907ἀπεδόθη τίποτε ὀλιγώτερον παρὰ ἡ συνέργεια μετὰ τῶν λῃ-
908στῶν. Εἶναι βεβαίως τοῦτο μεγάλη αὐταπάρνησις τὴν ὁποίαν
909ὅμως ὁμολογῶ ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω.
910Τὸ καθ’ ἡμᾶς, κύριοι, φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τοὺς ἀκο-
911λουθήσωμεν καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀκούσωμεν τὴν συμβουλὴν τῶν,
912οἱοιδήποτε εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι τοῖς ὑπηγόρευσαν νὰ μᾶς
913συστήσωσι τὴν παραδοχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω, κύριοι, ὅτι
914ἡ Ἑλλὰς μέχρι τοῦδε ἐξηγόρασεν ἀρκούντως ἀκριβὰ τὸ ἔγκλη-
915μα τῶν ξένων κακούργων· ἡ ὑπόληψις τῆς Ἑλλάδος διεσύρθη·
916μολονότι ἡ Ἑλλὰς προσεπάθησε ν’ ἀποδείξῃ διὰ παντοίου τρό-
917που τὴν λύπην της, καὶ τὴν κατέκρινον ὅτι εἶναι ἔνοχος, διότι
918οἱ βασιλεῖς παρηκολούθησαν τὴν νεκρικὴν τελετὴν τῶν θυμάτων·
919καὶ τοῦτο, κύριοι, ἐθεωρήθη ὡς ὁμολογία ἐνοχῆς· καὶ μία ἀγγλι-
920κὴ ἐφημερὶς εἶπεν «ἡ διαγωγὴ τοῦ ἡγεμόνος δὲν ἀρκεῖ ὅπως ἐ-
921»ξαγνίσῃ τὸ ἔγκλημα τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους.» Ὁ λαὸς τῆς πρω-
922τευούσης, κύριοι, εἶδε τὸ βάρβαρον καὶ ἔκτακτον θέαμα, τὰς κεφα-
923λὰς τῶν λῃστῶν ἀνηρτημένας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, νομίζω, δὲν
924περιποιεῖ τιμὴν εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἥτις τότε ἐκυβερνοῦσε τὸν
925τόπον· διότι ἀναρτῶσι τὰς κεφαλὰς τῶν κακούργων οἱ θέλον-
926τες νὰ δώσωσι παραδειγματισμὸν εἰς τὸν λαὸν, καὶ τὸ ἐπιδει-
927κτικὸν ἐκεῖνο θέαμα ἐφαίνετο ὅτι εἶχε τὸν σκοπὸν νὰ ἀποδώσῃ
928ἐνοχὴν εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαόν.
929Τίποτε λοιπὸν, κύριοι, δὲν δύναται νὰ ἐξιλεώσῃ τὴν δυσμέ-
930νειαν τοῦ ἀγγλικοῦ λαοῦ, οὔτε συμφωνῶ μὲ τὸν ἔντιμον βου-
931λευτὴν Μεσολογγίου, ὅστις ἐξηγῶν τὴν διάνοιαν τῆς κυβερνή-
932σεώς του ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, μᾶς εἶπεν ὅτι ὁ μόνος κα-
933τάλληλος τρόπος πρὸς ἐξιλέωσιν ἦτο νὰ ἐμποδίσωμεν ὥστε
934ἡ ἀπωρφανισμένη οἰκογένεια τοῦ Λόϋδ νὰ περιφέρεται ἐνθυμί-
935ζουσα εἰς τὸν κόσμον τὸ δρᾶμα τοῦ Δήλεσι.
936§19ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶπον νὰ ἐξιλεώσωμεν, ἀλλὰ νὰ ἄρω-
937μεν ἐκ τοῦ μέσου.
938§20ΠΟΛΥΛΑΣ. Πολὺ καλά. Ἀλλὰ μένουν δύο ἐπιχειρήματα, τὰ
939ὁποῖα ἀρκούντως ἀνεσκευάσθησαν. Νὰ ἐνδώσωμεν, εἶπεν ὁ κύριος
940Ζαΐμης, διότι πρόκειται περὶ βίας· ναὶ μὲν ἡ ἀπαίτησις εἶναι
941ἄδικος, ἀλλὰ μᾶς ἐπιβάλλεται παρὰ τοῦ ἰσχυροτέρου. Κύριοι,
942ἐγὼ ἔλαβον τὴν τιμὴν ν’ ἀνήκω κατὰ τὰ 1869 εἰς τὴν πολι-
943τικὴν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου κατεπολέμησε
944τὴν πολιτικὴν τῶν προσχωρήσεων, ἑπομένως δὲν δύναμαι παρὰ
945νὰ εἶμαι σύμφωνος μὲ τὰς ἀρχάς μου· δὲν θέλω μὲ τοῦτο νὰ κα-
946τακρίνω τοὺς ἐναντία φρονοῦντας, διότι καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἐν τῇ
947πατρίδι μου εἶχον ἄλλοτε ἄλλο φρόνημα, προκειμένου περὶ
948τῆς τύχης τῆς Ἑπτανήσου· ἐθαύμαζον τὸν μέγαν πατριωτισμὸν,
949τὸ μέγα θάῤῥος, τὴν μεγάλην αὐταπάρνησιν καὶ τὰς μεγάλας
950θυσίας τῶν ῥιζοσπαστῶν· ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι πολλάκις ἐφοβήθην
951μήπως ὁ πατριωτισμός των ἤθελεν ἐμποδίσει τὴν ποθητὴν ἡμέ-
952ραν τῆς ἑνώσεως καὶ διὰ τοῦτο ὁμολογῶ (δὲν ἤμην ἐκ τῶν πο-
953λιτευομένων, οὐδὲν ἧττον ἐσκεπτόμην ὡς πᾶς πολίτης περὶ τῆς
954πατρίδος) ὁμολογῶ ὅτι κατέκρινα τὴν μερίδα ἐκείνην ὡς πρὸς
955τὸν ἀπότομον τρόπον τῆς διεξαγωγῆς τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος
956ἀπέναντι τῆς Ἀγγλίας. Ἀλλ’ ἐκ τῶν ὑστέρων ἐπείσθην ὅτι ἡ πο-
957ρεία ἐκείνη ἦτο ὄχι μόνον πατριωτικὴ, ἀλλὰ ὑπῆρξε καὶ ἡ μόνη
958συνετὴ καὶ τελεσφόρος πορεία· διότι, ἐὰν ἠθέλαμεν ἀκολουθήσει
959ἄλλην πορείαν, δὲν ἠθέλαμεν ἔχει τὴν τιμὴν νὰ παρακαθήσω-
960μεν σήμερον ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου τούτου. Συνεπὴς ἑπομένως
961πρὸς τὴν ἀρχὴν ταύτην, κύριοι, δὲν ἠδυνάμην παρὰ νὰ συμφωνήσω
962μετὰ τῶν ἐντίμων κκ. Μίληση καὶ Λομβάρδου, οἱ ὁποῖοι σᾶς συν-
963εβούλευσαν νὰ μὴ ἐνδώσητε εἰς τὴν βίαν, ἢ τοὐλάχιστον, ἐὰν
964πρόκηται νὰ ἐνδώσητε, νὰ ἐνδώσητε εἰς τὴν βίαν ἐνεργοῦσαν,
965ὄχι προϋποτιθεμένην. Δὲν πιστεύω, κύριοι, ἐπὶ τοῦ ἐνεστῶτος
966αἰῶνος ἡ νῦν θαλασσοκράτωρ νὰ θελήσῃ νὰ μιμηθῇ θαλασσο-
967κράτορας ἄλλης ἐποχῆς, οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦ συστήματος τῆς βίας
968καὶ τῆς αὐθαιρεσίας ἔφερον τὴν ἑαυτῶν καταστροφήν. Δυστυ-
969χῶς, κύριοι, ἡ ἐποχὴ τῶν προγόνων μας ἦτο ἐποχὴ καθ’ ἣν
970ἐπεκράτει ἡ πολιτικὴ τῆς βίας, τὴν ὁποίαν μετῆλθον οἱ Ἀθη-
971ναῖοι ἰδίως κατὰ τῶν δυστυχῶν Μηλίων, τοὺς ὁποίους ἐξην-
972δραπόδισαν καὶ ἔσφαξαν. Καὶ ποῖαι ἦσαν αἱ ἀρχαὶ τῶν Ἀθη-
973ναίων; Μᾶς τὸ λέγει ὁ Θουκυδίδης.
974«δίκαια μὲν ἐν ἀνθρωπείῳ λόγῳ ἀπὸ τῆς ἴσης ἀνάγκης κρί-
975»νεται, δυνατὰ δὲ οἱ προὔχοντες πράσσουσι καὶ οἱ ἀσθενεῖς συγ-
976»χωροῦσι».
977Δηλαδὴ προσχωροῦσιν, ὡς λέγομεν σήμερον.
978§21ΣΑΡΑΒΑΣ. Γνωρίζετε ποῖος τοὺς παρέσυρεν εἰς αὐτὴν τὴν
979ἀπόφασιν τότε;
980§22ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἀδιάφορον.
981§23ΣΑΡΑΒΑΣ. Σᾶς τὸ λέγω ἐγὼ, ὁ Κλέων.
982§24ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἦτο ἡ πολιτική των· δὲν ἐξετάζω ἄλλο.
983§25ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸν αὐτὸν χαρακτῆρα ἔχει, ὅθεν δήποτε καὶ ἂν
984ἔλθῃ.
985§26ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἀπαντῶσιν οἱ δυστυχεῖς Μήλιοι·
986«Ὅμως πιστεύομεν τῇ μὲν τύχῃ ἐκ τοῦ θείου μὴ ἐλασσώ-
987»σεσθαι, ὅτι ὅσιοι πρὸς οὔ δικαίους ἱστάμεθα.»
988Ἀπήντησαν οἱ Ἀθηναῖοι.
989«Ἡγούμεθα γὰρ τό τε θεῖον δόξῃ τὸ ἀνθρώπειόν τε σαφῶς
990»διὰ παντὸς ὑπὸ φύσεως ἀναγκαίας, οὗ ἂν κρατῇ, ἄρχειν.»
991(Ἐκεῖ πρέπει νὰ ἄρχῃ ὅπου ἔχει τὴν δύναμιν). «Καὶ ἡμεῖς οὔτε
992»θέντες τὸν νόμον οὔτε κειμένῳ πρῶτοι χρησάμενοι, ὄντα δὲ
993»παραλαβόντες καὶ ἐσόμενον ἐς ἀεὶ καταλείψοντες χρώμεθα
994»αὐτῷ, εἰδότες καὶ ὑμᾶς καὶ ἄλλους ἐν τῇ αὐτῇ δυνάμει ἡμῖν
995»γενομένους δρῶντας ἂν αὐτό.»
996Ἐνόμιζον οἱ Ἀθηναῖοι, ὅτι ὁ νόμος τῆς βίας θὰ ἰσχύσῃ πάντοτε,
997σήμερον δὲ ὁ κ. Ζαΐμης μᾶς λέγει, ὅτι πρέπει νὰ τὸν σεβασθῶμεν.
998§27ΖΑΪΜΗΣ. Διαμαρτύρομαι, διότι μοὶ ἀποδίδονται λέξεις καὶ
999φράσεις, τὰς ὁποίας ἐγὼ δὲν εἶπον· ὄχι, ὅτι πρέπει νὰ ὑπερι-
1000σχύῃ ἡ δύναμις τοῦ ἰσχυροτέρου· εἶπον, ὅτι ἡ σημερινὴ κατά-
1001στασις ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ δύναμις τοῦ ἰσχυροτέρου ἐπικρατεῖ.
1002§28ΠΟΛΥΛΑΣ. Δὲν ἠνόησα, κύριε Ζαΐμη, νὰ εἴπω, ὅτι θεωρεῖτε
1003τὸ δόγμα τοῦτο ὡς δίκαιον, ἀλλὰ ὅτι νομίζετε ὅτι ὁ ἀδύνατος
1004πρέπει νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὴν βίαν, καὶ ὅτι τὸ σύστημα τῆς
1005βίας διέπει σήμερον τὸν κόσμον.
1006Ἔρχομαι εἰς τὸ αἰσθηματικὸν πλάσμα, διότι, ἐὰν ὑπάρχῃ
1007πλάσμα νομικὸν fiction légale, ὑπάρχει καὶ αἰσθηματικὸν
1008πλάσμα, ἐννοῶ τὸ ἐπιχείρημα τῆς φιλανθρωπίας· δὲν εἶναι ὑπο-
1009χρέωσις, εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργός, εἶναι φιλανθρωπία. Δὲν ἐν-
1010νοῶ, κύριοι, τὴν φιλανθρωπίαν, ἡ ὁποία ἐνεργεῖται κατόπιν
1011διακοινώσεως μιᾶς μεγάλης δυνάμεως, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον
1012αὐτὴν πλάσμα αἰσθηματικόν. Ἐπὶ τέλους λυποῦμαι, ὅτι εἰς
1013αὐτὸ τὸ ζήτημα ἐῤῥίφθη τὸ ὄνομα τοῦ ἀνωτάτου Ἄρχοντος·
1014ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν πταίω ἐγώ, καὶ ὀφείλω, μ’ ὅλον τὸ
1015σέβας καὶ τὴν συμπάθειαν, τὴν ὁποίαν ἔχω πρὸς τὸν κ. πρω-
1016θυπουργόν, νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, διότι ἐνόμισεν ἀναγ-
1017καῖον νὰ ῥίψῃ ἐν τῷ μέσῳ τὸ ὄνομα τοῦ ἀνωτάτου Ἄρχοντος,
1018εἰπών, ἐὰν τὸ ἠθικὸν τοῦτο καθῆκον δὲν ἐκπληρώσητε σεῖς,
1019θέλει τὸ ἐκπληρώσει ἡ Α. Μ. Κύριοι, δι’ ἡμᾶς εἶναι πάντη
1020ἀδιάφορον, ἐὰν αἱ δέκα χιλιάδες λίραι δοθῶσιν ἐκ τοῦ βασιλι-
1021κοῦ ταμείου· ἐὰν ἡ Βουλὴ αἰσθανθῇ τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκπληρώσῃ
1022τὴν ὑποχρέωσιν, ἢ ἐὰν παραδεχθῇ αὐτὴν ὡς ἠθικὸν ἁπλῶς κα-
1023θῆκον (ἐκ τῶν ὁποίων οὔτε τὸ ἕν, οὔτε τὸ ἄλλο παραδέχομαι)
1024τότε δύναται νὰ τὸ πράξῃ. Ἀλλὰ ἐὰν νομίζητε, ὅτι δὲν ἔχετε
1025κανὲν καθῆκον οὔτε πρὸς τὴν χήραν, οὔτε πρὸς τὴν Ἀγγλίαν,
1026ὀφείλετε νὰ ἀποῤῥίψητε τὸ νομοσχέδιον, ἡ δὲ σημασία τῆς ἀρ-
1027νήσεώς σας δὲν μεταβάλλεται βεβαίως, οἱανδήποτε ἀπόφασιν
1028λάβῃ ὁ ἀνώτατος Ἄρχων, ὁ ὁποῖος δὲν πράττει παρὰ πρᾶξιν
1029ἰδιωτικήν, περὶ τῆς ὁποίας δὲν ἥρμοζε νὰ κάμῃ λόγον ὁ κύριος
1030πρωθυπουργὸς ἐν τῷ κοινοβουλίῳ. Σᾶς ἐκούρασα παραπολύ.
1031§29ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Εἶμαι ἐγώ, κ. Μίληση.
1032§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κατσικαπῆς.
1033§31ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἡ πρότασις, κύριοι, περὶ περιθάλψεως εἰς
1034τὴν χήραν Λοῦδ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς παρατεταμένας συζητήσεις.
1035Τινὲς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἀνέλαβον τὸν εὐγενῆ ἀγῶνα
1036νὰ ἀποκρούσωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὰς κατὰ τῆς Ἑλ-
1037λάδος ἐκτοξευθείσας ἀπὸ μέρους τῶν τε πολιτικῶν καὶ τῆς
1038δημοσιογραφίας ὡς καὶ τοῦ κοινοῦ τῆς Ἀγγλίας αἰτιάσεις, νομί-
1039ζοντες ὅτι οὕτως ὑπηρετοῦσι τ’ ἀληθῆ τῆς πατρίδος συμφέ-
1040ροντα, καὶ ὅτι οὕτως ὑπερασπίζονται τὴν τιμὴν τοῦ τόπου·
1041ἡ πρόθεσίς των ὑπῆρξε τῳόντι εὐγενής, ἀλλὰ τὰ μέσα, δι’ ὧν
1042ἠθέλησαν νὰ φθάσουν εἰς τὴν ἀγαθὴν αὐτὴν προαίρεσιν, δὲν μοὶ
1043φαίνονται, κύριοι, ὅτι ἦταν τὰ καταλληλότερα. Εἶναι ἀληθές,
1044ὅτι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἐξεφράσθησαν οἵ τε πολιτευόμενοι
1045ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἡ δημοσιογραφία των κατὰ τῆς Ἑλλάδος σχε-
1046τικῶς μὲ τὸ λυπηρὸν δρᾶμα τοῦ Δηλίου ὑπῆρξε σκληρὸς, διότι
1047καὶ ὕβρισαν καὶ ἠπείλησαν τὴν Ἑλλάδα καὶ ὁ τρόπος οὗτος
1048δίδει εἰς ἡμᾶς ἀφορμὴν νὰ παραπονεθῶμεν ἐναντίον τῶν μομφῶν
1049καὶ τῶν ὕβρεων, ἃς προσῆψαν ἡμῖν. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ
1050φρονῶ, ὅτι ποσῶς δὲν ἐπιτυγχάνομεν τὸν σκοπόν μας, ὅταν
1051πράττωμεν ἡμεῖς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θέλομεν νὰ κατακρίνωμεν.
1052Παραπονούμεθα καὶ δικαίως ὅτι παραπολὺ σκληρῶς μᾶς ἔκρι-
1053ναν, καὶ ὅμως τί κάμνομεν ἐδῶ; ἔτι σκληρότερον κρίνομεν περὶ
1054αὐτῶν. Παραπονούμεθα ὅτι μᾶς ἠδίκησαν, καὶ ὅμως τί κάμνο-
1055μεν ἡμεῖς; περισσότερον ἀδικοῦμεν αὐτοὺς ἤδη.
1056§32ΜΙΛΗΣΗΣ. Τίνι τρόπῳ;
1057§33ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἀκούσατε τὸν τρόπον. — Παραπονούμεθα,
1058κύριοι, ὅτι προσῆψαν εἰς ἡμᾶς μομφὴν ἢ μομφὰς, καὶ ὅμως
1059τί πράττομεν ἡμεῖς ἐδῶ; Προσάπτομεν εἰς αὐτοὺς ἴσας μομ-
1060φάς. Τοῦτο εἶναι τῳόντι, κύριοι, ἓν μέσον διὰ τοῦ ὁποίου ὑπε-
1061ρασπιζόμεθα τὸν τόπον μας καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου;
1062ἐγὼ νομίζω ὄχι. Καταλαμβάνω, κύριοι, ὅτι εἰς τοιαῦτα δημο-
1063τικὰ ζητήματα ἡ θέσις τοῦ θέλοντος νὰ λαλήσῃ σύμφωνα πρὸς
1064τὰ αἰσθήματα τῆς καρδίας του εἶναι δυσκολωτέρα. Βεβαίως
1065δυσκολώτερα θὰ πράξῃ τοῦτο ἀκόμη ἐκεῖνος, ὅστις θελήσει νὰ
1066δικαιολογήσῃ καί τινα σφάλματα τῆς ἑαυτοῦ πατρίδος, χωρὶς
1067νὰ ἐπιτίθεται πρὸς ἐπίδειξιν πατριωτισμοῦ κατὰ ἰσχυρῶν τῆς
1068γῆς, ὡς προσβαλόντων δῆθεν τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος του.
1069§34ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπειδὴ εἶμαι εἷς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν
1070ἐναντίον, δὲν μοὶ λέγετε κατὰ τίνων ἐπετέθην ἐγώ;
1071§35ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐπιφυλαχθῆτε εἰς τὸ τέλος.
1072§36ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὅλῳ ἐπιφυλάσσομαι.
1073§37ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Εἰδοποιῶ ἅπαξ διὰ παντὸς ὅτι δὲν ἐπιτρέπω
1074διακοπὰς, θέλω νὰ λαλήσω ὅπως αἰσθάνομαι, θέλω νὰ κανονίσω
1075τὴν ὁμιλίαν μου κατὰ τὸ αἴσθημα καὶ τὰ φρονήματα τὰ ἰδικά
1076μου καὶ ἀφίνω εἰς τὸ μέλλον νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ τίς ἐξ ἡμῶν
1077ὑπηρετεῖ κάλλιον τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου μας.
1078Κύριοι! Δὲν ὑπῆρξεν Ἕλλην, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ᾐσθάνθη τὴν
1079αὐτὴν ἐκείνην ἀγανάκτησιν τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθησαν οἱ ἔντιμοι
1080συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἦλθον ἀπὸ τοῦ βήματος ν’ ἀποκρούσωσι τὰς
1081αἰτιάσεις τῶν Ἄγγλων, καὶ δὲν ὑπῆρξε κανεὶς ὅστις νὰ μὴ ᾐ-
1082σθάνθη καὶ νὰ μὴ ἐλυπήθη, διότι ἡ Ἑλλὰς εὑρέθη εἰς θέσιν ν’ ἀ-
1083κούσῃ τὰς αἰτιάσεις ταύτας. Ἐπανελάβομεν, κύριοι, τοὺς λόγους
1084τῶν Ἄγγλων τῶν τε πολιτευομένων καὶ τοῦ δημοσίου τύπου
1085καὶ τοῦ κοινοῦ ἀκόμη τῆς Ἀγγλίας καὶ ἐκρίναμεν αὐτοὺς τόσον
1086αὐστηρῶς χωρὶς νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὰς αἰτίας, αἱ ὁποῖαι ὑπε-
1087γόρευσαν τοὺς λόγους των. Ἐγὼ δὲν ἤθελον ἰσχυρισθῆ ποτε ὅτι
1088ἡ Ἀγγλία κατ’ οὐσίαν εἶχε δίκαιον νὰ εἴπῃ ὅ,τι εἶπε καθ’ ἡμῶν,
1089ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου δὲν θέλω ἰσχυρισθῆ ὅτι οἱ λόγοι ἐκεῖνοι οἱ ψυ-
1090χροὶ δὲν εἶχον καμμίαν ὑπόστασιν. Ναὶ, εἶχον τῳόντι μίαν τινὰ
1091ὑπόστασιν, οὐχὶ βεβαίως σταθερὰν, οὐχὶ ἀδιαφιλονείκητον, ἀλλὰ
1092πάντοτε μία αἰτία ὑπῆρξεν, ἥτις ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὰς κατα-
1093κρίσεις ἐκείνας· μία τῶν αἰτιῶν τούτων, κύριοι, εἶναι ἡ κατὰ
1094φυσικὸν λόγον ἐξεγερθεῖσα ἀγανάκτησις διὰ τὸ ἔγκλημα καὶ τὸ
1095δυστύχημα τὸ ὁποῖον συνέβη, ἀγανάκτησις τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθημεν
1096καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ καὶ πολλάκις ἐν τῇ ἀγανακτήσει μας κατεκρίναμεν
1097καὶ κατεδικάσαμεν ἀδίκως ἴσως πρόσωπα ἢ ἀρχὰς τὰ ὁποῖα οὐ-
1098δόλως ἔσφαλον. Ὅτε ὁ νῦν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς κ.
1099Σωτηρόπουλος διετέλει αἰχμάλωτος παρὰ τοῖς λῃσταῖς, ὅτε διε-
1100τέλει εἰς κίνδυνον ἡ ζωὴ καὶ ἡ περιουσία του, δὲν ἐνθυμεῖσθε,
1101κύριοι, τί ἔγραφε καὶ τί ἔλεγε τότε κατὰ τῶν ἀρχῶν; Δὲν ἐν-
1102θυμεῖσθε πόσας αἰτιάσεις ἐξέφρασε κατὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως,
1103αἱ ὁποῖαι δὲν ἦσαν βεβαίως σωσταὶ, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι ὑπηγορεύθη-
1104σαν ἀπὸ τὸ αἴσθημα τῆς ἀγανακτήσεως; Καὶ κατὰ τοσοῦτον
1105μάλιστα αἱ ὑπόνοιαί του προέβησαν, ὥστε ὑπώπτευσεν ὅτι ἐργά-
1106ζονται πρὸς τὴν καταστροφήν του, ἐνῷ ποσῶς δὲν ἦτο ἀλη-
1107θὲς τοῦτο. Δευτέρα αἰτία, κύριοι, ὑπαγορεύσασα τὰς αἰ-
1108τιάσεις καὶ τὰς μομφὰς κατὰ τῆς Ἑλλάδος ἡ ὁμολογουμένως
1109ὄχι τόσον ὁμαλὴ κατάστασις τοῦ τόπου μας. Ἐγὼ ἀπο-
1110κρούω βεβαίως, κύριοι, καὶ ἀποκρούω εἰλικρινῶς καὶ ἐκ πε-
1111ποιθήσεως τὴν αἰτίασιν, ὅτι οἱ πολιτευόμενοι ἐν Ἑλλάδι ἔχουν
1112συνάφειάν τινα μὲ τοὺς κακούργους σκεπτόμενοι περὶ αὐτῶν
1113ἀλλὰ τέλος πάντων τοῦτο δὲν συντελεῖ ποσῶς εἰς τὸ νὰ μᾶς
1114ἀπαλλάξῃ μιᾶς τινος μομφῆς διότι ἡ κατάστασίς μας, τῷ
1115καιρῷ ἐκείνῳ, καθ’ ὃν ἐγένετο ἡ αἰχμαλωσία καὶ σφαγὴ τῶν
1116Ἄγγλων, καὶ πρὸ αὐτῆς καὶ ἀπὸ τὰ 1862 καὶ ἐντεῦθεν μέχρι
1117πρὸ ὀλίγου σχεδὸν, ἡ κατάστασίς μας ἦτο ἀξία μομφῆς· ἡ δη-
1118μόσιος ἀσφάλεια εἰς τὸν τόπον μας ἦτο προβληματικὴ, αἰχμα-
1119λωσίαι καὶ σφαγαὶ καὶ λεηλασίαι ἐλάμβανον χώραν συχνὰ
1120καὶ ἐάν τις ἐλάμβανεν ἀνὰ χεῖρας ὅλας τὰς Ἑλληνικὰς ἐφημε-
1121ρίδας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὡς καὶ τῆς πρὸ αὐτῆς, ἤθελεν εὑρεῖ
1122γεγραμμένον ἐν αὐταῖς ὅ,τι σχεδὸν ἔλεγον οἱ Ἄγγλοι καθ’ ἡ-
1123μῶν. Ποία ἐφημερὶς, ποίας ἀποχρώσεως τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἡ
1124ληστεία ἤκμαζεν ἐν Ἑλλάδι, δὲν ἀπέδωκεν ἄδικον μομφὴν κατὰ
1125τῶν πολιτικῶν καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ ὑποστηρίξῃ ἐνοχὴν τῶν
1126πολιτικῶν; Ἐὰν δὲν ἀρκῇ τοῦτο, κύριοι, ἤθελον ἐπικαλεσθῆ
1127μίαν ἄλλην περίστασιν, διὰ ν’ ἀποδείξω, ὅτι ἡ κατάστασίς μας
1128δὲν ἦτο τόσον ἀνθηρὰ, ὥστε νὰ δικαιούμεθα ἤδη παραπονού-
1129μενοι κατὰ τῶν Ἄγγλων, καὶ ἀντεγκαλοῦντες καὶ ἀνθυβρίζοντες
1130αὐτούς. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὰς κατὰ τῶν ἐκλογῶν γενομένας
1131ἐνστάσεις· τὶ θὰ εὕρητε ἐν αὐταῖς; θέλετε εὑρεῖ τὰ αὐτὰ,
1132ὅ,τι μέχρι τοῦδε σᾶς εἶπον, δηλοῦντα, ὅτι ἡ δημόσιος ἀσφά-
1133λεια τοῦ τόπου μας δὲν ἦτο παγιωμένη.
1134§38ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶναι ἐντροπὴ νὰ λέγετε αὐτὰ, κ. Κατσικαπῆ.
1135§39ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Καὶ ἐνῷ ταῦτα οὕτως ἔχουσιν, οἱ ἀναλα-
1136βόντες τὴν ὑπεράσπισιν τῆς τιμῆς καὶ τῶν συμφερόντων τῆς
1137Ἑλλάδος δὲν ἐδίστασαν νὰ παραλληλίσουν τὴν κατάστασιν τῆς
1138Ἑλλάδος μὲ τὴν τῆς Ἀγγλίας καὶ ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἡ δη-
1139μόσιος ἀσφάλεια ἐν Ἀγγλίᾳ εἶναι πολὺ χειροτέρα ἀπὸ ἐκείνην
1140εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ δημόσιος ἀσφάλεια ἐν Ἑλλάδι· ὁ
1141ἀξιότιμος κύριος Μίλησης ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἴσως παρασκευα-
1142ζόμενος νὰ ὁμιλήσῃ καὶ ἀναθεωρήσας ὅλας τὰς ἐφημερίδας καὶ
1143ὅλα τὰ περιοδικὰ συγγράμματα τῆς Εὐρώπης, ἔφερε πολλὰ πα-
1144ραδείγματα ἐνταῦθα διὰ νὰ ἐνισχύσῃ τὸν ἰσχυρισμόν του αὐτὸν
1145τοῦτον· μεταξὺ δὲ αὐτῶν ἔφερε καὶ δύω τὰ σπουδαιότερα, ὅτι
1146ὑπάρχει συστηματοποιημένη ἡ κακουργία ἐν Ἀγγλίᾳ εἰς τὴν
1147ὁμάδα τῶν Φαινιάνων, καὶ ὅτι ἐν τῇ πόλει τοῦ Λονδίνου ὑπάρχουν
1148συνοικίαι κατὰ τὴν διάβασιν τῶν ὁποίων οὐδεμίαν ἀσφάλειαν
1149ἔχει εἴτε ξένος εἴτε ἐντόπιος διαβάτης.
1150§40Γ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κατὰ τῆς Ἑλλάδος ὁμιλεῖτε;
1151§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ.
1152§42ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Νομίζετε ὅτι εἶναι πατριωτισμὸς νὰ λέγητε
1153ταῦτα; Καὶ τὸ μὲν πρῶτον τῶν παραδειγμάτων τούτων κα-
1154τέστρεψεν εὐθὺς ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου του ὁ κύριος Λομβάρδος
1155εἰπὼν, ὅτι οἱ Φαινιᾶνες ὑπηρετοῦν μίαν ἰδέαν εὐγενῆ· ἐγὼ πα-
1156ραδέχομαι τὴν ἐξήγησιν αὐτὴν, ἂν καὶ δὲν συμφωνῶ, ὅτι καὶ
1157εὐγενεῖς πατριωτικαὶ ἰδέαι ὑπηρετοῦνται καθ’ ὃν τρόπον οἱ
1158κύριοι Φαινιᾶνες ὑπηρετοῦσι τὰς ἰδικάς των, τοῦ δὲ δευτέρου
1159παραδείγματος ποιοῦμαι λόγον, διότι ὁ κύριος Μίλησης προσέ-
1160θηκεν ὅτι τόσῳ εἶναι βέβαιον, ὅτι αἱ συνοικίαι ἐκείνων δὲν πα-
1161ρέχουν κᾀμμίαν ἀσφάλειαν εἰς τοὺς διαβάτας, ὥστε αἱ ἀρχαὶ
1162τοῦ Λονδίνου εἰδοποιοῦσιν αὐτοὺς νὰ ἀπέχωσι τοῦ νὰ διέρχων-
1163ται τὰς συνοικίας αὐτὰς, διότι οὐδεμία ἐγγύησις περὶ τῆς ἀσφα-
1164λείας αὐτῶν ὑπάρχει· ἐκ τούτου ἐξάγεται, ὅτι ἡ Ἀγγλία οὐδεμίαν
1165δυσκολίαν ἔχει νὰ ὁμολογήσῃ τὴν ἀδυναμίαν της ἐκεῖ ὅπου τὴν
1166αἰσθάνεται ἀπέναντι τοῦ κοινοῦ· ἡ Ἑλλὰς δὲ ἡ ταπεινὴ, ἡ πτω-
1167χὴ, ἡ μικρὰ Ἑλλὰς αἰσθάνεται ἐντροπὴν νὰ ὁμολογήσῃ τὴν
1168θέσιν της τὴν ἀληθινὴν, τὴν ἀδυναμίαν της ἀπέναντι τοῦ κακοῦ.
1169Εἶπον, κύριοι, καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ὑπηρε-
1170τοῦμεν τ’ ἀληθῆ συμφέροντα καὶ τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος μας,
1171ὁσάκις ὑβρίζομεν εὐγενεῖς ξένους, ὁσάκις ὑβρίζομεν ἓν ἔθνος, ὡς
1172τὸ Ἀγγλικὸν, εἰς τὸ ὁποῖον χρεωστοῦμεν πολὺ μέρος τῆς τωρι-
1173νῆς ὑπάρξεώς μας.
1174§43ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν σοὶ ἐπιτρέπω, κ. Κατσικαπῆ, νὰ διαστρέφῃς
1175τοὺς λόγους τοῦ συναδέλφου σου καὶ νὰ ἔλθῃς ἐνώπιον κοινοβου-
1176λίου νὰ λέγῃς τοιαῦτα.
1177§44ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ ὑβρίζῃς. Ἐγένετο, κύριοι, εἷς
1178ἀτυχὴς παραλληλισμὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, μεταξὺ τοῦ
1179πρωθυπουργοῦ τῆς Ἀγγλίας καὶ τοῦ λῃστάρχου Τάκου, καὶ μετὰ
1180τὸν παραλληλισμὸν τοῦτον τολμᾷ ὁ κ. Μίλησης καὶ πᾶς τις
1181ἄλλος νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ὑβρίζομεν;
1182§45ΔΑΓΡΕΣ. Τώρα ἀντιπροσωπεύεις τοὺς ὑπουργοὺς τῆς Ἀγ-
1183γλίας; ...
1184§46Γ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Σέβομαι τὸ Ἀγγλικὸν ἔθνος, ἀλλὰ τὰς
1185πράξεις του τὰς ἐξετάζω.
1186§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ.
1187§48ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ὁμιλῶ διὰ τὸν κ. Λομβάρδον.
1188§49ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰπέτε τα, εἰπέτε τα καθαρά.
1189§50ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Καὶ ἐὰν πᾶς τις ἄλλος δέχεται νὰ συζητῇ,
1190ὅτι ἐξ ὀνόματός του ὑβρίσθη ὁ πρωθυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας, ἐγὼ
1191νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τοῦτο καὶ νὰ
1192εἴπω, ὅτι δὲν ἔχω ἀποστολὴν, δὲν νομίζω, ὅτι ὑπηρετῶ τὰ συμ-
1193φέροντα καὶ τὴν τιμὴν τῆς παρίδος μου ἐρεθίζων κατὰ τοῦ τό-
1194που μου, κατὰ τῆς Ἑλλάδος, ἔθνος μέγα, ὡς τὴν Ἀγγλίαν, φαι-
1195νόμενος ἀγνώμων πρὸς μίαν δύναμιν εὐεργέτιδα καὶ τιθέμενος
1196εἰς καθαρὰν ἐχθρικὴν θέσιν, ἀπέναντι τέλος πάντων ἀνθρώπων,
1197οἱ ὁποῖοι, ὅπως ἄλλοτε ἦσαν εἰς θέσιν νὰ ὠφελήσωσιν, οὕτω
1198εἶναι εἰς θέσιν σήμερον νὰ βλάψωσι τὴν δυστυχῆ, τὴν μικρὰν
1199αὐτὴν Ἑλλάδα. Ταράσσονται οἱ πολλοὶ εἰς τὴν ἐξήγησιν ταύ-
1200την· ἐννοῶ, ὅτι προσβάλλεται τὸ εὐγενέστερον τῶν αἰσθημάτων
1201τοῦ πατριωτισμοῦ, ἀλλ’ ἂς μοί ἐπιτρέψωσι νὰ εἴπω, ὅτι τὸ
1202αἴσθημα ἐνοικεῖ κατὰ διαφόρους βαθμοὺς εἰς τὴν καρδίαν ἑνὸς ἑ-
1203κάστου· ἴσως εἰς τὸν μὲν εἶναι ἰσχυρότερον, εἰς τὸν ἄλλον ἀσθε-
1204νέστερον· χαίρω, διότι εἰς αὐτὴν ἰδίως τὴν περίστασιν τὸ ἐν
1205τῇ καρδίᾳ μου αἴσθημα εἶναι ἀσθενέστερον καὶ δὲν μὲ παρασύ-
1206ρει πέραν τῶν ἐσκαμμένων.
1207Ἀπειράκις κατ’ ἐπανάληψιν ἐφώναξεν ὁ κ. Μίλησης ἀπὸ τοῦ
1208βήματος τούτου. Αἴ! Καὶ ἕως πότε θὰ ὑφίστανται οἱ λογαρι-
1209ασμοὶ οὗτοι μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Ἀγγλίας; Καὶ μήπως ἅμα
1210ἀποδεχθῶμεν τὴν πρότασιν αὐτὴν κλείομεν τοὺς λογαριασμούς;
1211Ἠδυνάμην καὶ τότε, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν συνειθίζω νὰ διακόπτω,
1212ὅπως ἄλλοι πράττουσιν, ἐπεφυλάχθην ν’ ἀπαντήσω ἀπὸ τοῦ βή-
1213ματος, ἠδυνάμην καὶ τότε νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Μίλησην, αἴ!
1214καὶ τί προτείνεις πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ τούτου; Εἶναι εἰς
1215καιρὸν ὁ κ. Μίλησης ἢ πᾶς τις ἄλλος, νὰ εἴπῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον
1216εἶπεν ὁ κ. Βίσμαρκ μετὰ τοῦ Γουλλιέλμου εἰς τὴν Γαλλίαν.
1217Διότι ἄλλως οἱ λογαριασμοὶ μεταξὺ τῶν ἐθνῶν δὲν κλείουν
1218παρὰ εἰς τὸ πεδίον τῆς τιμῆς. Καὶ ἐνόσῳ δὲν εἴμεθα εἰς κατά-
1219στασιν νὰ κάμωμεν αὐτὴν τὴν πρότασιν, καὶ ἐνόσῳ θὰ ἦτο κἄτι
1220τι περισσότερον ἀπὸ φαντασιοπληξίαν εἰς ἡμᾶς νὰ φρονῶμεν,
1221ὅτι δυνάμεθα νὰ κλείσωμεν αὐτοὺς τοὺς λογαριασμοὺς κατ’
1222ἄλλον τρόπον οἱ ὁποῖοι ὑφίστανται τῷ ὄντι κατὰ τὸν κ. Μίλη-
1223σην, τότε τί θὰ πράξωμεν; ὅ,τι ἡ φρόνησις ὑπαγορεύει· τί δὲ
1224ὑπαγορεύει ἡ φρόνησις; ὑπαγορεύει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀνεπτύχθη
1225ἐντεῦθεν ἀπὸ τίνας; ἀπὸ τρεῖς πρώην καὶ νῦν πρωθυπουργοὺς τῆς
1226Ἑλλάδος. Βεβαίως, ὅσον ἰσχυρὸς καὶ ἂν ᾖναι ὁ ἐγωϊσμὸς εἰς
1227ἡμᾶς, ποτὲ δὲν δύναται νὰ μᾶς παρασύρῃ, ὥστε νὰ πιστεύωμεν,
1228ὅτι καὶ σκεπτόμεθα καλλίτερον καὶ πατριωτισμὸν μεγαλείτε-
1229ρον ἔχομεν ἀπὸ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἔχει ὁ κ. Ζαΐμης, Κουμουν-
1230δοῦρος καὶ Δεληγεώργης.
1231Ἂς συγκατατεθῶμεν τοὐλάχιστον εἰς τὸ ὅτι ὁ πατριωτισμὸς
1232ὁ ἐμὸς ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ἴσος μὲ τὸν πατριωτισμὸν ἐκείνων,
1233ἀλλ’ ἂς ὁμολογήσωμεν ὅτι ἄνδρες ἐντριβεῖς περὶ τὴν πολιτι-
1234κὴν, διοικήσαντες καὶ διοικοῦντες τὴν Ἑλλάδα, ἔχοντες τὴν
1235συναίσθησιν καὶ τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς εὐθύνης, ὡς οἱ κύριοι
1236οὗτοι, δὲν ἐδύναντο ν’ ἀποδεχθῶσί ποτε πρότασιν προσβάλλου-
1237σαν ἢ ἐξευτελίζουσαν τὴν Ἑλλάδα· διὰ νὰ ἀποδεχθῶσι δὲ αὐ-
1238τοὶ καὶ ὑποστηρίξωσι τὴν πρότασιν αὐτὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς
1239βεβαίως φέρουν μαζύ των τὴν πεποίθησιν ὅτι οὐδόλως προσ-
1240βάλλεται ἡ τιμὴ, τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, καὶ ὅτι πρὸ πάν-
1241των οὐδόλως προσβάλλεται ἡ φιλοτιμία αὐτῶν τὴν ὁποίαν ὁ
1242κ. Πολυλᾶς ἠθέλησε νὰ ἐρεθίσῃ. Πρόκειται ἡ πραγματοποίησις
1243ἑνὸς αἰσθήματος φιλανθρωπίας, καὶ τοῦτο πολεμοῦν· δὲν πρό-
1244κειται, ἰσχυρίζεται ἄλλος, περὶ πραγματοποιήσεως αἰσθήματος
1245φιλανθρωπίας, ἀλλὰ βίας, καὶ αὐτὸ τὸ πολεμοῦν. Θέλομεν βίαν,
1246βίαν ἐνεργοῦσαν, λέγει ὁ κ. Πολυλᾶς, θέλομεν νὰ ἴδωμεν δευτέ-
1247ραν φορὰν τὸν Πάρκερ εἰς Πειραιᾶ, τὰ πλοῖά μας δεσμευμένα
1248καὶ συρόμενα κατόπιν τῶν Ἀγγλικῶν πλοίων, θέλομεν ἴσως
1249νὰ ἴδωμεν στρατιωτικοὺς περιπάτους ξενικοῦ στρατοῦ, θέ-
1250λομεν, κύριος οἶδε τί θέλομεν, θέλομεν νὰ ἴδωμεν τοῦτο.
1251§51ΚΟΥΤΣΗΣ. Θέλει πειρατὰς νὰ λάβῃ, ἠξεύρει ποῦ ὑπάγει, δὲν
1252ἔρχεται εἰς τὸν Πειραιᾶ.
1253§52ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἀλλ’ οἱ λέγοντες τοῦτο ἠρώτησαν τὴν ναυ-
1254τιλίαν τοῦ ἔθνους, τὸ ἐμπόριον τοῦ ἔθνους, τὴν βιομηχανίαν τοῦ
1255ἔθνους, ἐὰν τὸ θέλουν; ἐὰν τὸ ἔθνος θέλῃ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον οἱ
1256κύριοι οὗτοι ζητοῦν; Ὑπῆρξε καὶ καλὰ, ἐπαναλαμβάνουν λέγον-
1257τες, ἀπαίτησις, ὑπῆρξε καὶ καλὰ μία τις ἀπειληθεῖσα βία· αἴ,
1258ἂς τὸ παραδεχθῶμεν τέλος πάντων διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν τέ-
1259λος. Ὑπῆρξε λέγω καὶ ἐγὼ βία, ἀπειληθεῖσα βία, καὶ τὴν ἀπει-
1260λὴν αὐτὴν ἠδύνατο ν’ ἀκολουθήσῃ καὶ πραγματικὴ βία, καὶ ἂν
1261ὑπῆρχεν ἡ πραγματικὴ βία καὶ μᾶς ἐξηνάγκαζε νὰ πράξωμεν
1262ὅ,τι σήμερον ἡ φρόνησις καὶ ἡ φιλανθρωπία μᾶς ὑπαγορεύουν,
1263τί ἠθέλαμεν κερδήσει; Ἠθέλομεν κερδήσει τὰς συμπαθείας τοῦ κό-
1264σμου, λέγουν, ἠθέλομεν κερδήσει τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὑπόληψιν
1265ἐν τῇ ἱστορίᾳ. Αἴ! ἐὰν τοῦτο ἦτο ἀληθὲς, δὲν ἠθέλομεν ἔχει τὰ
1266ἀποτελέσματα τοῦ κέρδους τοῦ 1849; Δὲν μοὶ φέρουν οἱ κύ-
1267ριοι οὗτοι νὰ ἀποδείξουν τί ἐκερδήσαμεν τότε, ὅτε ἀντέστημεν
1268καὶ ὅταν ἐπροκαλέσαμεν τὴν βίαν ἢ τὴν πραγματοποίησιν τῆς
1269ἀπειλῆς μὲ πᾶσάν μας ζημίαν καὶ καταισχυνὴν καὶ βλάβην τῶν
1270ναυτικῶν καὶ ἐμπορικῶν μας συμφερόντων; Ἂς ἀποδείξουν τοῦτο,
1271καὶ τότε ἐγὼ ἤθελα τοὺς ἀκολουθήσει καὶ ἐγὼ ἤθελα συμβου-
1272λεύσει καὶ συμφωνήσει μετὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς, διότι βε-
1273βαίως ἐπερίμενα ἓν κέρδος μεγαλείτερον ἀπὸ τὴν πραγματο-
1274ποίησιν τῆς βίας. Δὲν πταίομεν, λέγουν, ἡμεῖς, ἐὰν ὑπάρχῃ
1275ληστεία εἰς τὸν τόπον μας· βεβαίως καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν
1276πταίομεν ἡμεῖς· πταίουν τὰ ὅριά μας, ἐπαναλαμβάνουν ἄλλοι,
1277καὶ ἐγὼ τὸ ἴδιον λέγω. Ἀλλὰ τέλος πάντων δι’ αὐτὸ τὸ κα-
1278κὸν τὸ ὁποῖον εἶναι πρὸ τόσου καιροῦ ὑπ’ ὄψιν μας, καὶ ἐπάθα-
1279μεν πολλὰ, καὶ, κύριος οἶδε, πόσα θὰ πάθωμεν ἀκόμη, τί ἐπρά-
1280ξαμεν μέχρι τοῦδε; τί ἐπράξαμεν ἢ παρεσκευάσαμεν εἴτε ὑ-
1281λικῶς εἴτε ἠθικῶς διὰ νὰ ἀρθῇ ἐκ τοῦ μέσου ἡ αἰτία τοῦ κα-
1282κοῦ; διότι καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μὲ τοὺς κυρίους τούτους, ἡ λη-
1283στεία θὰ ὑφίσταται ἐν ὅσῳ ὑφίσταται ἡ ἰδία ὁροθέτησις τῆς
1284Ἑλλάδος· καὶ πᾶς ὁ πιστεύων τὸ ἐναντίον πλανᾶται, καὶ πλα-
1285νᾶται πλάνην μεγάλην. Τί ἐπράξαμεν λοιπὸν διὰ νὰ ἄρωμεν
1286ἐκ τοῦ μέσου τὸ αἴτιον αὐτοῦ τοῦ κακοῦ, μία τῶν συνεπειῶν
1287τοῦ ὁποίου ἦτο καὶ τὸ λυπηρὸν δρᾶμα τοῦ Δηλίου καὶ τοῦ
1288σήμερον συζητουμένου; Ἐδαπανήσαμεν 800 ἑκατομμύρια περί-
1289που δραχμὰς ἀφ’ ὅτου συνεστήθημεν κράτος ἀνεξάρτητον· πόσα
1290τῶν ἑκατομμυρίων τούτων διεθέσαμεν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ
1291ἄρωμεν ἐκ τοῦ μέσου τὴν αἰτίαν, ἡ ὕπαρξις τῆς ὁποίας δὲν
1292θὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ ποτὲ τοῦ κακοῦ τῆς λῃστείας; καὶ ἂν δὲν
1293ἐκάμαμεν τοῦτο ὑλικῶς, τί ἐπράξαμεν ἠθικῶς; διότι τὴν
1294θεραπείαν τοῦ κακοῦ πρέπει νὰ στηρίζωμεν ἢ εἰς τὴν ἰδίαν ἡ-
1295μῶν δύναμιν, ἢ εἰς τὴν συνδρομὴν τῶν ἰσχυρῶν δυνάμεων·
1296ἀφοῦ δὲν συνεκεντρώσαμεν εἰς ἑαυτοὺς δύναμιν τοιαύτην,
1297ὁποίαν ἀπαιτεῖ ἡ θεραπεία τοῦ κακοῦ τούτου, ποίας συμπα-
1298θείας ὑπὲρ ἡμῶν συνεκεντρώσαμεν, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην
1299διὰ τὴν ἀπαλλαγήν μας, ἂν ὄχι διὰ κανὲν ἄλλο, ἀπὸ τῶν
1300κακῶν αὐτῶν, διὰ τὴν ἐπέκτασιν τῶν ὁρίων μας, διὰ τὴν καλ-
1301λιτέραν ὁροθέτησιν τοῦ τόπου μας; ποίας συμπαθείας ἐπροκα-
1302λέσαμεν; Καὶ ἂν σήμερον κλίνωμεν προσκαίρως εἰς τὴν εὔνοιαν
1303μιᾶς δυνάμεως, πάντοτε δυστυχῶς ἐστάθημεν ἀκριτόμυθοι, εἰς
1304τρόπον ὥστε προεκαλέσαμεν τὴν δυσμένειαν τῆς ἄλλης. Ὑπῆρ-
1305ξαν πολλὰ παραδείγματα, πολλαὶ περιστάσεις, καθ’ ἃς αὐτή
1306μας ἡ γλῶσσα, αὐτός μας ὁ τρόπος προὐκάλεσε τὴν δυσμένειαν
1307ἰσχυρᾶς δυνάμεως καὶ ἐπέφερεν εἰς τὸν τόπον μεγάλας ζημίας.
1308Ἐμνήσθησάν τινες καὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ 1862, καὶ τῶν ζη-
1309τωκραυγῶν καὶ ἀφοσιώσεως πρὸς μίαν δύναμιν, πρὸς ἐκείνην,
1310τὴν ὁποίαν σήμερον προπηλακίζομεν. Ἀλλὰ δὲν ἐμνήσθησαν
1311συνάμα καὶ τοῦ προπηλακισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔλαβε παρ’ ἡμῶν
1312μία ἑτέρα δύναμις, δὲν ἐμνήσθησαν τῆς ὑποθέσεως τοῦ Σουλιὲ,
1313καθ’ ἣν οὕτως ἐνόμιζον καί τινες τότε, ὅτι ὑπηρέτουν καὶ τὴν
1314τιμὴν καὶ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος των, ὑβρίζοντες καὶ
1315προπηλακίζοντες μίαν μεγάλην καὶ εὐεργέτιδα δύναμιν.
1316§53ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ προπηλακίζοντες μὴ τὸ μεταχειρίζεσαι.
1317§54ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Δὲν ἐπείσθητε ἐκ τῆς ἱστορίας ὅτι ἡ γλῶσσα
1318ἐκείνη ἡ δριμεῖα, ἡ μὴ μετρημένη, ἐπέφερε πολλὰ εἰς τὸν τόπον
1319κακὰ καὶ πολλὰς ζημίας· ἀλλὰ τέλος πάντων, τὸ μεγαλείτερον
1320τῶν παραπόνων μας ὑπῆρξεν, ὅτι ὕβρισαν οἱ Ἄγγλοι τοὺς πο-
1321λιτικούς μας. Ἐνταῦθα, κύριοι, μὲ συγχωρεῖτε νὰ κάμω μίαν
1322παρέκβασιν· ἰδίως ὁ κ. Λομβάρδος κατὰ τὸ διάστημα τῆς
1323ἀγορεύσεώς του ἔκαμε δύο τρεῖς παρεκβάσεις, ἐγὼ θὰ κάμω
1324μίαν μόνον. Ἤκουσα, κύριοι, ἰδίοις ὠσὶ ἕνα μακαρίτην Σοφιανό-
1325πουλον ἐκ Σωποτοῦ τῶν Καλαβρύτων, ἰατρὸν, κατηγοροῦντα
1326πικρῶς τὸν ἀοίδιμον Κωλέττην, διότι δὲν τῷ ἔδωκεν εἰς μίαν
1327περίστασιν ῥουσφέτι, ὅπως δυστυχῶς συμβαίνει πάντοτε. Δυσα-
1328ρεστημένος λοιπὸν ὁ Σοφιανόπουλος κατὰ τοῦ Κωλέττη ἤρχισεν
1329εἰς δημόσιόν τινα τόπον νὰ τὸν ὑβρίζῃ φοβερὰ, καὶ νὰ τὸν
1330ἀποκαλῇ κακοῦργον, ἀγύρτην καὶ ἐθνοκτόνον· κύριός τις παρευ-
1331ρισκόμενος ἐκεῖ, ἐπανέλαβε τὰς αὐτὰς ἐκφράσεις πρὸς χάριν τοῦ
1332κυρίου Σοφιανοπούλου, λέγων ὅτι τῷ ὄντι ὁ Κωλέττης εἶναι
1333τοιοῦτος ὁποῖον τὸν παρέσταινεν ὁ κ. Σοφιανόπουλος. Ἀλλὰ
1334τότε τί συμβαίνει; Ὁ κ. Σοφιανόπουλος ἀποτεινόμενος λέγει
1335πρὸς τοῦτον· ποῖος σοῦ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ὑβρίζῃς τὸν μεγά-
1336λον ἄνδρα, τὸν σωτῆρα τῆς Ἑλλάδος, τὸν εὐεργέτην τοῦ τόπου;
1337Ἐγὼ, τῷ ἀπαντᾷ ὁ τρίτος, δὲν εἶπον ἄλλο τι, ἀλλὰ μόνον ἐπα-
1338νέλαβα ὅσα σὺ εἶπες. Μάλιστα, τῷ λέγει, ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω δι-
1339καίωμα νὰ τὸν κατακρίνω, ὄχι ἄλλος. Τοῦτ’ αὐτὸ συμβαίνει
1340εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν· ἡμεῖς ἔχομεν δικαίωμα νὰ συκοφαν-
1341τῶμεν καὶ διαβάλλωμεν τοὺς πολιτικούς μας, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέ-
1342πομεν εἰς ἄλλους νὰ ἐπαναλάβουν τὰς ἐκφράσεις μας. Οἱανδή-
1343ποτε ἐφημερίδα καὶ ἂν λάβητε ἀνὰ χεῖρας οἱασδήποτε ἀποχρώσεως,
1344θὰ ἴδητε ὁπόσα καὶ ὁποῖα ἐῤῥέθησαν κατὰ τῶν πολιτικῶν μας,
1345ὁπόσαι καὶ ὁποῖαι κατηγορίαι διετυπώθησαν, σχέσιν ἔχουσαι μὲ
1346τὸ ἀντικείμενον τῆς δημοσίας ἀσφαλείας· ἀφίνω δὲ τὰ κατὰ
1347τὰς ἐκλογὰς λαβόντα χώραν, τὰ ὁποῖα καὶ πρὸ ὀλίγου ἐμνημό-
1348νευσα· πρὸ ὀλίγου, κύριοι εὑρέθησαν ἐν Ἑλλάδι ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι
1349μὴ σεβόμενοι τὰς πεποιθήσεις τῶν ἄλλων ἐνόμισαν ὅτι πράττουν
1350κανὲν κακὸν εἰς τὸν τόπον, ἐπιῤῥίπτοντες καὶ διὰ ζώσης φωνῆς
1351καὶ διὰ τοῦ τύπου συκοφαντίας σοβαρὰς κατὰ τῶν ἐνταῦθα βου-
1352λευομένων, ὅτι οἱ Ἰουγοῦρθοι εἰσῆλθον ἐν Ἑλλάδι, ὅτι οἱ θησαυ-
1353ροὶ τοῦ Serpieri ἐξηγόρασαν τὰς πεποιθήσεις τῶν βουλευτῶν!!!
1354Καὶ νομίζετε ὅτι ἡ συκοφαντία αὕτη, ἢ οἱαδήποτε συκοφαντία
1355καθ’ οἱουδήποτε ἀτόμου μένει ἄνευ ἀποτελέσματος καὶ δὲν ἀ-
1356φίνει ἐντυπώσεις κακάς; Καὶ δὲν εἶναι εὔκολον αὐταὶ αἱ ἐντυ-
1357πώσεις νὰ ἐξαλειφθοῦν. Τοῦτ’ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὴν προ-
1358κειμένην περίστασιν, καὶ δὲν βλέπω ποῦ κεῖται τὸ μέγα κακὸν
1359τὸ ὁποῖον ἔπραξαν οἱ Ἄγγλοι. Εὑρέθη εἷς ἀνταποκριτής των
1360ἐδῶ· ὁ ἀνταποκριτής των αὐτὸς κακῶς ἠννόησε μίαν ἔκφρασιν
1361ἢ καὶ ἀλλαχόσε ἔλαβε πληροφορίας, διότι ἠμποροῦν νὰ ὑπάρ-
1362χουν ἄνθρωποι, καὶ τὸ βούλευμα ἀποδεικνύει ὅτι ὑπάρχουσιν
1363ἄνθρωποι οὐχὶ κοινοί, οὐχὶ ἰδιῶται, ἀλλὰ δημόσιοι ὑπάλληλοι
1364μάλιστα ἐργαζόμενοι νὰ ἀποδείξωσιν ἔνοχον τὴν Ἑλλάδα. Τίς
1365δὲν ἐνθυμεῖται τὰ ὀνόματα δύο εἰρηνοδικῶν, ἀναφερομένων εἰς
1366τὸ βούλευμα αὐτό, οἱ ὁποῖοι εἰργάζοντο ἐκ παντὸς τρόπου νὰ
1367ἀποδείξουν ἐνόχους πολιτικούς; Καὶ δὲν εἶναι πιστευτὸν ὅτι τοι-
1368οῦτοι ἄνθρωποι ἔδωκαν πληροφορίας εἰς τὸν Ἔρσκιν, ὅστις κα-
1369θὼς ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων δὲν ἦτο καὶ κανένας ἔκτακτο
1370νοῦς, καὶ ἐῤῥίφθη εἰς τὸ μέσον ἡ ἰδέα ἐκείνη ἡ μὴ ἀληθής, ἡ
1371χαλκευθεῖσα, ἥτις ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς παρε-
1372ξηγήσεις;
1373Ἀλλά, κύριοι, ὅταν ἡμεῖς ἔχωμεν ἐν ἡμῖν τὴν πεποίθησιν τῆς
1374ἀθωότητός μας, καὶ ὅταν ὁ χρόνος ὅστις εἶναι ὁ μᾶλλον ἀλάν-
1375θαστος μάρτυς ἀπέδειξε τοῦτο, δὲν βλέπω διὰ τί δικαιούμεθα
1376σήμερον νὰ θέλωμεν νὰ ἀνταποδίδωμεν ἡμεῖς ἰδέας καὶ μομφὰς
1377ἐκεῖ, ὅπου ἐγὼ νομίζω ὅτι καὶ τὸ συμφέρον καὶ ἡ τιμή μας ἀ-
1378παιτεῖ νὰ ἀποδίδωμεν κἄποιον σεβασμόν.
1379Μά, ἐὰν παραδεχθῶμεν, διατείνονται οἱ κύριοι ἀντιλέγοντες
1380εἰς τὴν πρότασιν αὐτὴν, καθιεροῦμεν εἰς τὸν τόπον μας ἓν προη-
1381γούμενον πολὺ κακόν, διότι ἠμπορεῖ ἔξαφνα αὔριον νὰ συμβῇ
1382τοιοῦτόν τι, καὶ ἡ Ἑλλὰς θὰ εἶναι ἐκ τῶν προτέρων ὑποχρεω-
1383μένη εἰς ἀποζημιώσεις. Ἐγὼ ὅμως φρονῶ, κύριοι, ὅτι καὶ ἂν ἐ-
1384πρόκειτο ὡς πρόστιμον, ὡς ποινὴν νὰ πληρώσωμεν τὸ ποσὸν
1385τοῦτο, ἔπρεπε νὰ τὸ πληρώσωμεν, διὰ νὰ ἤμεθα μᾶλλον ἐξυ-
1386πνότεροι, μᾶλλον προσεκτικώτεροι εἰς τὸ μέλλον, ὥστε νὰ μὴ
1387συμβῇ πλέον τοιοῦτόν τι, καὶ διὰ νὰ μὴ συμβῇ τοιοῦτόν τι,
1388πρέπει νὰ φροντίζωμεν νὰ μὴ ὑπάρχῃ λῃστεία εἰς τὸν τόπον μας.
1389Πρέπει νὰ φροντίζωμεν νὰ μὴ ὑπάρχῃ λῃστεία, καὶ διὰ νὰ φρον-
1390τίζωμεν νὰ μὴ ὑπάρχῃ λῃστεία, πρέπει νὰ φέρωμεν μεγαλειτέ-
1391ραν εὐθύνην.
1392§55ΓΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Νὰ φροντίσῃ ἡ Τουρκία· ἡμεῖς ἐφροντί-
1393σαμεν καὶ φροντίζομεν πάρα πολὺ καὶ πολλὰ ἐδαπανήσαμεν
1394καὶ δαπανῶμεν.
1395§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἐναντίος εἰς αὐτὸ ὁ κ. Κατσικαπῆς·
1396μὴ διακόπτετε.
1397§57ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Λέγων τοῦτο, κύριοι, δὲν τὸ λέγω ἁπλῶς
1398καὶ ὡς ἔτυχε, δὲν εἶναι ἁπλῆ θεωρία, εἶναι πράγματα καὶ δύ-
1399ναμαι νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἡ συναίσθησις αὐτὴ ἔφερε τὰ ἀπο-
1400τελέσματά της. Ποτὲ τῳόντι δὲν ἔπαυσεν ἡ αὐστηρὰ καταδί-
1401ωξις κατὰ τῆς λῃστείας εἰς τὰς ἡμέρας καμμιᾶς κυβερνήσεως· τὰ
1402μέτρα κατὰ τῆς λῃστείας δὲν ἦσαν μέτρια, χαλαρὰ, μήτε ἀκα-
1403τάλληλα, ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν δὲν ἔφεραν κανὲν ἢ μικρὰ ἀπο-
1404τελέσματα ἔφεραν, μετὰ τὸ δρᾶμα τοῦ Δήλεσι ὅμως, τὰ κατὰ
1405τῆς λῃστείας ἀποτελέσματα ὑπῆρξαν φοβερά, ὑπῆρξαν μεγάλα.
1406Αἴ, καὶ εἶναι ἐντροπὴ νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι κοντὰ εἰς τ’ ἄλλα
1407συνετέλεσε καὶ εἰς τὸ πνεῦμα τῆς ἐξουσίας καὶ εἰς τὸ κοινὸν,
1408ἐκτὸς τῆς προσβληθείσης φιλοτιμίας τοῦ Ἕλληνος, ἐκτὸς τῆς ἀ-
1409γανακτήσεως, ἡ ὁποία ἐξηγέρθη, ἀλλὰ καὶ μικρός τις φόβος,
1410ὅτι ἐνδεχόμενον νὰ πάθῃ προσβολήν τινα ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τὰς
1411προστάτιδας δυνάμεις, καὶ ὅτι τοῦτο συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ πολλα-
1412πλασιάσῃ τὸν ζῆλον καὶ τὴν θέλησιν κατὰ τῆς ἐξοντώσεως τῶν
1413ληστῶν; καὶ βλέπετε εἰς πόσον εὐάρεστα ἀποτελέσματα προ-
1414ῆλθεν ἡ καταδίωξις ἐκείνη ἡ ὁποία κοντὰ εἰς τὰ ἄλλα παρω-
1415τρύνετο καὶ ἀπὸ τὸ αἴσθημα τοῦτο. Δὲν βλέπω λοιπὸν, ὅτι
1416ἠμπορεῖ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἓν προηγούμενον κακόν· ἐν τῇ πε-
1417ποιθήσει μου, ἐν τῇ συνειδήσει μου φρονῶ, ὅτι ἠμπορεῖ μᾶλλον
1418νὰ ᾖναι ἓν προηγούμενον καλόν. Καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω,
1419ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ἓν προηγούμενον καλὸν, διότι τοῦτο θέλει
1420μᾶς κρατεῖ εἰς τὸν ἀένναον φόβον, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ προστιμη-
1421θῶμεν πάλιν ἕνεκα ἀδιαφορίας εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας.
1422§58ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἐπιτρέπεται νὰ σᾶς κάμω μίαν ἐρώτησιν;
1423§59ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Τί τὰς θέλετε τὰς ἐρωτήσεις; ἐγὼ ἐκφρά-
1424ζομαι καθαρῶς.
1425§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε· εἶπεν ἐξ ἀρχῆς ὅτι ἐρωτήσεις
1426δὲν δέχεται.
1427§61ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἐπ’ αὐτῆς τῆς βάσεως στηρίζεται τὸ νομο-
1428σχέδιον;
1429§62ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Μεταξὺ τῶν σκέψεων τῶν ἰδικῶν μου εἶναι
1430μία καὶ αὐτή.
1431§63ΑΛΕΞ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Περὶ τῆς παραδοχῆς ἢ μὴ τοῦ νομο-
1432σχεδίου αὐτοῦ νὰ ἐκφράσητε τὰς ἰδέας· περὶ αὐτοῦ πρόκειται.
1433§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, μὴ διακόπτετε· (θόρυβος.)
1434§65ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι δὲν φθάνει ἡ χείρ μου
1435μέχρι τοῦ Λονδίνου, νὰ φονεύσω καὶ τὸν Γλάδστωνα καὶ τοὺς
1436πολιτικοὺς ὅλους τῆς Ἀγγλίας διὰ νὰ προκαλέσω χειροκροτήμα-
1437τα καὶ εὐχαριστήσω τοὺς κυρίους· (γέλως.) Ἐπὶ τοῦ νομοσχε-
1438δίου, κύριοι, τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, ὡρισμένως ἰδοὺ τί ἔχω νὰ εἴπω.
1439Ὅλοι ἠξεύρομεν πῶς ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, δὲν ἐπε-
1440ριμέναμεν βέβαια νὰ τὸ μάθωμεν ἤδη, καὶ πρὸ τῆς ὑποβολῆς
1441του εἴμεθα ἐν γνώσει τῶν αἰτίων, τὰ ὁποῖα ὑπηγόρευσαν καὶ
1442τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Δεληγεώργη δοθεῖσαν ὑπόσχεσιν καὶ τὴν ὑπὸ τοῦ
1443κ. Κουμουνδούρου ὑποβολὴν τοιούτου νομοσχεδίου. Συζητουμέ-
1444νου τοιούτου ἀντικειμένου, ἐγὼ νομίζω, ὅτι μήτε συμφέρον μή-
1445τε πρέπον εἶναι νὰ ἐκτίθενται ἀκριβῶς οἱ λόγοι, οἵτινες ὑπηγό-
1446ρευσαν τὴν ὑποβολὴν καὶ πολὺ μᾶλλον καὶ τὴν ἐπιψήφισίν του,
1447διότι βεβαίως τοιαύτη πρότασις συνδέεται μὲ τόσα πράγματα,
1448ὥστε δὲν δύνανται νὰ ἐκτυλιχθοῦν ἐντεῦθεν ἄνευ κινδύνων τῶν
1449συμφερόντων τοῦ ἔθνους· ἀλλὰ νομίζω ὅτι εὐχῆς ἔργον ἤθελεν
1450εἶσθαι, ἂν ἡ συζήτησις ἐσταμάτα μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κυρίου
1451Πρωθυπουργοῦ, καὶ προηρχόμεθα ἀμέσως εἰς μίαν ψηφοφορίαν
1452ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀδιάφορον ποῖον θὰ ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα·
1453ἐντούτοις ἠθέλαμεν ψηφοφορήσει ἐπὶ προτάσεως, ἡ ὁποία κατὰ
1454τὴν ἐπίσημον ἐξήγησιν τῆς κυβερνήσεως δὲν φέρει κανένα ἄλλον
1455χαρακτῆρα, παρὰ τὸν τῆς φιλανθρωπίας.
1456§66ΜΙΛΗΣΗΣ. Σεῖς ἕως τώρα μᾶς ἀνεπτύξατε τόσα πράγ-
1457ματα......
1458§67ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Πόσον ἄδικος εἶσθε, κύριε Μίληση. Ἐγὼ
1459σᾶς ἤκουσα ἐπὶ τόσας ὥρας λαλοῦντα, καὶ σεῖς δὲν ἔχετε τὴν
1460ὑπομονὴν νὰ μ’ ἀκούσητε ἐπ’ ὀλίγον.
1461§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τοῦτο ἔχει δίκαιον ὁ ἀγορεύων· ὀλίγην
1462ὥραν κατέχει τὸ βῆμα, καὶ ἐντούτοις δὲν ἔχετε τὴν ὑπομο-
1463νὴν νὰ τὸν ἀκούσητε (γέλως). Παρακαλῶ μὴ διακόπτητε.
1464§69ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Κύριοι, δὲν ἐξέθηκα ἐδῶ ὅσα ἐξέθηκα μὲ
1465τὴν πεποίθησιν ὅτι ἠμπορῶ νὰ πείσω κανένα· εἶμαι ἤδη πε-
1466πεισμένος, ὅτι αἱ πεποιθήσεις ἑνὸς ἑκάστου εἶναι ἐσχηματισμέ-
1467ναι· δὲν πιστεύω οὔτε ὁ κ. Μίλησης οὔτε ὁ κ. Λομβάρδος νὰ
1468ἦλθον μὲ τὸν σκοπὸν αὐτὸν ἐδῶ, ἀλλ’ ἦλθον ἐδῶ διὰ νὰ ἐκθέ-
1469σωσι τὰ ἴδιά των αἰσθήματα. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω,
1470ὅτι πλὴν τῶν αἰσθημάτων τούτων εἶχον καὶ ὑποχρέωσιν, καὶ
1471τελευτῶν ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους
1472ἐναντίον τῶν ὅσων εἶπον οἱ κύριοι προλαλήσαντες κατ’ ἀνωτέ-
1473ρων λειτουργῶν τῆς Ἀγγλίας καὶ ἄλλων ἀτόμων, τὰ ὁποῖα δὲν
1474ἦσαν ἄξια τῶν μομφῶν, αἱ ὁποῖαι τοῖς ἀπεδόθησαν.
1475§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, σᾶς κάμνω τὴν παρατήρησιν ὅτι θὰ ἐκ-
1476κενώσω τὰ ἀκροατήρια (θόρυβος).
1477§71Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι, αἱ ἰδέαι καὶ αἱ θεωρίαι, τὰς ὁποίας
1478ἐξέφρασεν ἐν τῷ βουλευτηρίῳ τῆς Ἑλλάδος ὁ προλαλήσας, εἶναι
1479ἰδέαι καὶ θεωρίαι, αἱ ὁποῖαι ἁρμόζουν εἰς ἀντιπροσώπους ὄχι
1480ἀνεξαρτήτου κράτους, ἀλλὰ δούλου λαοῦ.
1481§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτὰ, σᾶς κάμνω τὴν παρατήρησιν,
1482ὅτι ἕκαστος εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐκφράσῃ τὰς ἰδέας του.......
1483(θόρυβος).
1484§73ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐγὼ ἐπρόλαβα νὰ ἐκφράσω τὴν θλίψιν μου
1485ὅτι δὲν δύναμαι ν’ ἁπλώσω τὴν χεῖρά μου μέχρι τοῦ Λονδί-
1486νου νὰ φονεύσω τὸν Γλάστωνα διὰ νὰ προκαλέσω χειροκροτή-
1487ματα καὶ σᾶς εὐχαριστήσω.
1488§74Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἔπρεπε νὰ γνωρίζητε, ὅτι ἔθνος, τὸ ὁποῖον
1489δέχεται νὰ προστιμίζεται ἀπὸ ἔθνος ἄλλο, ἀπ’ ἐκείνην τὴν
1490στιγμὴν παύει νὰ ᾖναι αὐτόνομον καὶ ἀνεξάρτητον. Διὰ τοῦτο
1491ἀποκρούω ὡς βλάσφημα ὅσα ὑπὸ τοῦ προλαλήσαντος ἐῤῥέθησαν
1492μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς συνειδήσεώς μου. Κύριοι, θέλω περιο-
1493ρισθῆ εἰς τὸ ζήτημα τὸ κύριον, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπασχολεῖ, θέλω
1494ἀπομακρύνει ὅλα τὰ παρεμπίπτοντα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀφο-
1495ροῦν τὴν διαγωγὴν τῶν πρῴην κυβερνήσεων, καὶ τῶν αἰτίων,
1496τὰ ὁποῖα ἠνάγκασαν αὐτὰς νὰ διεξαγάγωσι τὴν δυστυχῆ ὑπό-
1497θεσιν τοῦ Δήλιου, οὕτως, ὅπως τὴν διεξήγαγον, διότι ἔχω μίαν
1498ἰδέαν καθολικὴν, κύριοι, ὅτι ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἠξιώθησαν
1499ν’ ἀναβοῦν εἰς τὸ κορυφαῖον ἀξίωμα τῆς πολιτείας, δὲν πρέπει
1500νὰ ἐξευτελίζωνται καὶ ταπεινοῦνται διὰ προσωπικῶν προσβο-
1501λῶν ἀπὸ τὸ βουλευτήριον τοῦτο, διότι πᾶσα προσβολὴ εἶναι
1502ζημία τοῦ ἔθνους (διακοπή). Ἡ Ἑλλὰς, κύριοι, ὀλίγους ἀνθρώ-
1503πους ἱκανοὺς ἔχει σήμερον. Πρέπει λοιπὸν νὰ φειδώμεθα τῆς
1504ὑπολήψεώς των· ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ νὰ μὴ ἐξελέγξωμεν, ἂν ἡ
1505διαγωγὴ, τὴν ὁποίαν ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ἔδειξεν, ἦτον ἀδεξία,
1506ἂν δὲν πρέπει νὰ ἀποδοθῇ τὸ ἀποτέλεσμα ἐκεῖνο εἰς τοὺς τότε
1507κυβερνῶντας. Καὶ ὁμολογῶ κατὰ μέγα μέρος ὅτι τὸ ἀπαίσιον
1508ἀποτέλεσμα ἀποδόθητω εἰς αὐτοὺς, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ ὅτι τὸ
1509ἔθνος εὐθύνεται ἀπέναντι τῆς Ἀγγλίας, διότι τὰ πάντα ὑπη-
1510γορεύθησαν καὶ ἐνηργήθησαν τῇ πρωτοβουλίᾳ καὶ τῇ γνώσει καὶ
1511τῇ εἰδήσει τοῦ ἀντιπροσώπου της. Ἀπέναντι τῆς Ἀγγλίας οὐδε-
1512μίαν εὐθύνην ἔχομεν· ἠμπορεῖ τὸ ἔθνος νὰ ζητήσῃ λόγον, ἀλλ’ ἡ
1513Ἀγγλία οὐδένα λόγον, οὐδεμίαν μομφὴν νὰ ῥίψῃ ὡς πρὸς τὴν διε-
1514ξαγωγὴν ἐκείνην. Κατακρίνω ὡς ἀδεξίαν τὴν κυβέρνησιν, διότι
1515ἐνῷ παρεδέξατο τὸ σύστημα τῶν ὑποχωρήσεων πρὸς σωτηρίαν
1516τῶν αἰχμαλώτων, αἰφνιδίως μετέβαλεν αὐτὸ εἰς σύστημα ἐπι-
1517θέσεως ἐν γνώσει τῶν κινδύνων, κατὰ τῆς ἀσφαλείας τῶν αἰχ-
1518μαλώτων. Κύριοι, τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπασχολεῖ συνίστα-
1519ται εἰς τοῦτο· εἶναι ἀξιοπρεπὲς, εἶναι συμφέρον διὰ τὴν Ἑλλάδα
1520νὰ παραδεχθῇ καὶ ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον; Αὐτὸ διὰ τῆς
1521ἀποζημιώσεώς του ἀναγνωρίζει παραχώρησιν δικαιωμάτων
1522προσβαλόντων τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ αὐτονομίαν του, δύναται
1523νὰ ἔχῃ συνεπείας εἰς τὸ μέλλον. Αὐταὶ εἶναι αἱ σκέψεις τὰς ὁ-
1524ποίας πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν πρὶν τὸ παραδεχθῶμεν. Ἐγὼ
1525δὲ δὲν διστάζω νὰ ἐκφράσω παῤῥησίᾳ τὴν γνώμην μου, ὅτι
1526εἶμαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου.
1527Ὁ κ. Δεληγεώργης ἔθεσε σαφῶς τὸ ζήτημα· εἶπεν ὅτι ἂν νο-
1528μίζετε, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἀποζημίωσις ζητεῖται
1529ὡς ὑποχρέωσις ἔννομος, καταναγκαστικὴ, τότε πρέπει ἕκαστος
1530τῶν βουλευτῶν, ὅστις ἐσχημάτισε τοιαύτην ἰδέαν, νὰ τὸ κατα-
1531ψηφίσῃ· ἂν ὅμως ἐξ ἐναντίας καμμία ὑποχρέωσις δὲν ἐπιβάλ-
1532λεται εἰς τὸ ἔθνος καταναγκαστικῶς, ἀλλὰ ζητεῖται χάριν φι-
1533λανθρωπίας ὡς μία συνδρομὴ δι’ ἐκείνην, ἡ ὁποία ἔπαθε ἀπὸ τὴν
1534καταστροφὴν τοῦ Δηλίου, τότε πρέπει νὰ τὸ ψηφίσητε. Καὶ ἵνα
1535μὴ σᾶς ἀποκρύψω τὴν ἀλήθειαν, μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. πρωθυ-
1536πουργοῦ εἶχον κλονισθῆ τοσοῦτον, ὥστε ἐνῷ ἤμην ἀποφασισμένος
1537νὰ τὸ καταψηφίσω, ἐδίσταζον, ἀλλ’ ἀφοῦ ἤκουσα τὴν ὁμιλίαν
1538τοῦ κ. Δεληγεώργη ἐπείσθην, ὅτι ὁ χαρακτὴρ τῆς ζητουμένης
1539βοηθείας εἶναι τῆς ἀναγκαστικῆς ἀποζημιώσεως, εἶναι ἐπιβλητι-
1540κός. Ἐκ τῆς συζητήσεως ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου τῆς Ἀγγλίας,
1541ἧς ἔκαμε χρῆσιν καὶ ὁ Γλάδστων, ἐπροκλήθη, κύριοι, ἀπὸ βου-
1542λευτὰς διὰ νὰ ἐξηγήσῃ τὶ διανοεῖται νὰ πράξῃ κατὰ τῆς Ἑλ-
1543λάδος, τὶ ἀπαιτήσεις ἔχει νὰ ὑποβάλῃ, καὶ εἰς ἀπάντησιν ἐ-
1544δήλωσεν ὡς πρώτην ἀπαίτησιν, ὅτι θὰ ἀπαιτήσῃ τὴν ἀποζημίω-
1545σιν τῆς χήρας Λόϋδ. Ἀφοῦ λοιπὸν ἔχω τοιαύτην αὐθεντικὴν
1546ἀπόδειξιν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ συνδρομῆς λόγῳ φιλανθρωπίας,
1547ἀλλὰ περὶ ἀποζημιώσεως ὀφειλομένης, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ
1548νομοσχεδίου ἐκ τῆς πρωτοβουλίας τῆς κυβερνήσεως, ἐξ ἰδίας ὁρ-
1549μῆς, ἐξ ἰδίου αἰσθήματος, ἀλλὰ προκαλεῖται ἀπὸ ξένην δύνα-
1550μιν ὡς ἀναγκαστικὴ, ὡς ὑποχρεωτικὴ, δὲν δύναμαι, κύριοι, νὰ
1551τὸ παραδεχθῶ· διότι ἔπρεπεν ἡ Ἑλλὰς νὰ ᾖναι ἔνοχος εἰς τὴν
1552ληστείαν ἐμμέσως ἢ ἀμέσως νὰ δύναται κατὰ τῆς Ἑλλάδος νὰ
1553καταγνωσθῇ ἀμέλειά τις, ἥτις νὰ τὴν καθιστᾷ συνένοχον
1554εἰς τ’ ἀποτελέσματα, τότε καὶ μόνον ἡ Ἀγγλία καὶ πᾶ-
1555σα ἄλλη δύναμις ἤθελεν ἔχει δικαίωμα ἀπαιτήσεως. Ἐκτὸς
1556τούτου, κύριοι, δὲν ὑπάρχει μόνον ἡ συζήτησις ἐνώπιον
1557τοῦ Κοινοβουλίου τῆς Ἀγγλίας, ἔχομεν καὶ ἄλλην ἀπόδειξιν
1558αὐθεντικὴν, ὅτι ἐπιδιώκεται ἡ ἐπιψήφισις ὡς ὑποχρέωσις ἀνα-
1559γκαστικὴ, τὸ ἔγγραφον τοῦ ἀξιοτίμου πρέσβεως τῆς Ἀγ-
1560γλίας ἐν Ἑλλάδι μὲ τὸ ὁποῖον συνοδεύεται τὸ νομοσχέδιον·
1561καὶ ἐκεῖ βλέπω, ὅτι ὡς ἀναγκαστικὴν ἀπαίτησιν ἀπαιτεῖ τὴν
1562ἐπιψήφισιν. Καὶ πρὸς τοῦτο, κύριοι, προσθέτει καὶ ἄλλον λό-
1563γον, μίαν δοθεῖσαν ὑπόσχεσιν τοῦ Ἡγεμόνος. Ὁ κ. Δεληγεώρ-
1564γης, ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, προκληθεὶς, ἐπελάβετο
1565νὰ δώσῃ τὴν ἑρμηνείαν ἑνὸς ἐγγράφου διὰ τοῦ ὁποίου ἐπροσφέ-
1566ρετο ὑπὲρ μιᾶς συνδρομῆς τῆς κυρίας Λόϋδ καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι
1567αὐτὸς δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ποσῶς τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Πρέσβεως,
1568ἀλλ’ ἐξ ἰδίας ὁρμῆς καὶ πρωτοβουλίας προσέφερεν αὐτὴν τὴν ὑ-
1569πόσχεσιν καὶ ἄφησεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν τελευταῖον λόγον, ν’ ἀ-
1570ποφασίσῃ ἂν πρέπῃ νὰ δοθῇ ἢ ὄχι· ὥστε οὐδεμία εὐθύνη τὸν
1571ἐπιβαρύνει· διότι ἡ Βουλὴ εἶναι ἐλευθέρα νὰ δώσῃ τὸν ἁρμόζοντα
1572χαρακτῆρα καὶ νὰ ἐπιψηφίσῃ ἢ νὰ καταψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον.
1573Ἠμπορῶ, κύριοι, νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν, δεχόμενος τὰς ἐξ-
1574ηγήσεις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ, ὅτι πάντοτε ὅμως, ὁποιαδή-
1575ποτε καὶ ἂν ᾖναι μία ὑπόσχεσις δοθεῖσα ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν, φέρει
1576κἄποιαν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν καὶ εὐθύνην εἰς αὐτήν. Ἂν λοιπὸν
1577τὸ νομοσχέδιον, κύριοι, προήρχετο ἁπλῶς καὶ καθαρῶς ἐκ τῆς
1578πρωτοβουλίας τῆς Κυβερνήσεως, ἂν χάριν φιλανθρωπίας, χωρὶς
1579νὰ ὑπάρχουν τὰ προηγούμενα, τὰ ὁποῖα μόνα δίδουν τὸν ἀληθῆ
1580χαρακτῆρα, μήτε ἐγὼ ἤθελα ἀρνηθῆ τὴν ψῆφόν μου εἰς αὐτό·
1581ἀλλ’ ὡς εἰσηγητὴς, κύριοι, δὲν δύναμαι νὰ τὸ καταψηφίσω· διότι
1582εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ὑπάρχει καὶ μία ὑπολανθάνουσα τοῦ ἔθνους ὑ-
1583παιτιότης, τὴν ὁποίαν δύναται ἐχθρά τις τῆς Ἑλλάδος νὰ με-
1584ταχειρισθῇ ὡς ὅπλον κατ’ αὐτῆς καὶ ὡς ἔμμεσον ἀναγνώρισιν.
1585Δὲν πρόκειται, κύριοι, περὶ χρημάτων, διότι τὰ φιλότιμα
1586ἔθνη οὐδόλως φείδονται χρημάτων, ἀλλ’ οὐδέποτε θυσιάζουν τὴν
1587τιμήν των. Ἂν θέλουν χρήματα, δώσατέ τα· ἂς διαπραγματευθῇ
1588τὸ ζήτημα ἰδιαιτέρως ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἂν ζητοῦν 300 δώ-
1589σατε 500,000, ἀλλὰ μὴ θέλετε νὰ καταδικάσῃ τὸ ἔθνος διὰ
1590τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος τὴν τιμὴν καὶ τὰ δικαιώματά του.
1591§75ΤΙΝΕΣ. Ἄνευ νόμου νὰ δοθοῦν; (θόρυβος).
1592§76ΚΩΝΣΤ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι, ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη κατὰ
1593πόσον ἡ ἀπαίτησις αὕτη εἶναι καὶ ἔννομος. Οἱ ξένοι, οἱ ὁποῖοι
1594ἔρχονται εἰς ξένον κράτος δὲν δύνανται νὰ ἀπαιτήσουν μεγα-
1595λειτέρας ἀσφαλείας καὶ ἐγγυήσεις παρ’ ὅσας παρέχει εἰς τοὺς
1596ὑπηκόους τοῦ τὸ ἴδιον κράτος· εἶναι ἐλεύθεροι οἱ ξένοι νὰ ἔλ-
1597θουν· μάλιστα πολλὰ ἔθνη ἀπαγορεύουν καὶ τὴν εἴσοδον τῶν
1598ξένων· ἡ Ἑλλὰς τοὺς δέχεται, ἀλλὰ δὲν δίδει τὸ δικαίωμα νὰ
1599ἀπαιτοῦν μεγαλειτέρας ἀσφαλείας καὶ μεγαλειτέρας ἐγγυήσεις.
1600Ἂν ζημιωθῶσιν οἱ ξένοι, ἂν βλαφθῶσιν, ἄλλο δικαίωμα δὲν
1601ἔχουν, εἰμὴ νὰ ἀπαιτήσουν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου νὰ
1602καταδιώξῃ τοὺς βλάψαντας, τοὺς κακούργους καὶ τίποτε περισ-
1603σότερον. Καὶ ὅταν παραλείψῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ καταδιώξῃ
1604αὐτοὺς καὶ καθίσταται τρόπον τινὰ διὰ τῆς ἀμελείας της συνέ-
1605νοχος, τότε τὸ διεθνὲς δίκαιον οὐδὲν δίδει δικαίωμα εἰς τὸ ξένον
1606κράτος νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ Βάτελ· καὶ
1607ἠξεύρετε τίς εἶναι αὐτός; Εἶναι ἐκεῖνος, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν
1608γνώμην ἐστήριξεν ὁ Ῥῶσσελ τὴν ἐκδοθεῖσαν ἐπὶ τῆς Ἰταλικῆς
1609ἐπαναστάσεως, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν διαγωγὴν τῶν ὑπαλ-
1610λήλων ὑπὲρ τῶν ἐπαναστατῶν τῆς Ἰταλίας, ἐγκύκλιόν του.
1611Τοιαύτην αὐθεντίαν ἐξασκεῖ εἰς τὴν Εὐρώπην ὁ ἡγεμών,
1612ὅστις ἀποποιεῖται νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν ἐπενεχθεῖσαν ζημίαν
1613παρὰ τοῦ ὑπηκόου του, ἢ νὰ τιμωρήσῃ τὸν ἔνοχον ἢ τέλος
1614πάντων νὰ τὸν παραδώσῃ, καθίσταται τρόπον τινὰ συνένοχος
1615τῆς ὕβρεως καὶ ἐντεῦθεν γίνεται ὑπεύθυνος· ἀλλ’ ἂν παραδώσῃ
1616ἢ τὴν περιουσίαν τοῦ ὑπευθύνου εἰς ἀποζημίωσιν, εἰς τὰς περι-
1617πτώσεις τὰς ἐπιδεκτικὰς τοιαύτης ἱκανοποιήσεως, ἢ τὸ πρόσω-
1618πον αὐτοῦ διὰ νὰ ἀποτίσῃ τὴν ποινὴν τοῦ ἐγκλήματός του,
1619ὁ προσβληθεὶς δὲν δύναται τίποτε πλέον νὰ ζητήσῃ. «Τοῦ βασι-
1620λέως Δημητρίου παραδόντος εἰς τοὺς Ῥωμαίους τοὺς φονεῖς τῶν
1621πρέσβεών των, ἡ Γερουσία τοὺς ἀπέπεμψε, σκοποῦσα νὰ διαφυ-
1622λάξῃ τὴν ἐλευθερίαν, νὰ τιμωρήσῃ ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ ἓν τοιοῦτον
1623κακούργημα κατὰ τοῦ βασιλέως αὐτοῦ, ἢ κατὰ τῆς ἐπικρα-
1624τείας του. Ἐὰν οὕτως εἶχε τὸ πρᾶγμα, ἐὰν ὁ βασιλεὺς οὐδεμίαν
1625μετοχὴν εἶχεν εἰς τὴν δολοφονίαν τοῦ Ῥωμαίου πρέσβεως, ἡ
1626διαγωγὴ τῆς Γερουσίας ἦτον ἀδικωτάτη καὶ ἀξία ἀνθρώπων,
1627οἵτινες ζητοῦν ἀφορμὰς εἰς τὰς φιλοδόξους ἐπιχειρήσεις των
1628(Vattel droit des Gens §. 77).»
1629Τίποτε λοιπὸν δὲν ἐχρεωστούσαμεν εἰς τὴν Ἀγγλίαν παρὰ
1630νὰ καταδιώξωμεν τοὺς λῃστάς, νὰ τοὺς τιμωρήσωμεν. Καὶ δὲν
1631ἔχει κανένα λόγον, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν κατέβαλε
1632πᾶσαν προσπάθειαν, ὅτι τὸ ἔθνος δὲν ἐξηγέρθη ὡς ἓν ἄτομον
1633πρὸς σύλληψιν καὶ τιμωρίαν τῶν λῃστῶν, ὅτι δὲν ἔπραξεν ὅ,τι
1634ἄνθρωπος ἐδύνατο νὰ πράξῃ. Ποῦ λοιπὸν δύναται νὰ στηριχθῇ
1635τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως; Ἂν ἡ Ἀγγλία δικαιοῦται
1636νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν, δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ αὐτὴν ἀπὸ
1637τὴν Τουρκίαν· ἐκεῖ ἐσυστήθη ἡ συμμορία, ἐκεῖθεν ἐξώρμησε
1638κατὰ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἂν ὑπέφερεν ἡ Ἀγγλία, ἐμμέ-
1639σως ἔπαθε πρώτη ἡ Ἑλλάς. Ἂν ἡ Ἀγγλία ἔχῃ δικαίωμα
1640νὰ ζητήσῃ ἀπὸ ἡμᾶς ἀποζημίωσιν, ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὸ δι-
1641καίωμα νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὴν Τουρκίαν (Θόρυβος). Αὐτὸ εἶναι
1642ἄνω ποταμῶν, εἶναι παράλογον καὶ ἄδικον. Κύριοι, συνέπεια
1643τῆς ἀνεξαρτησίας τῶν ἐθνῶν εἶναι ἡ ἰσότης αὐτῶν, καὶ ὁ οὐσιώδης
1644χαρακτὴρ τῆς ἀνεξαρτησίας συνίσταται εἰς τοῦτο, ὅτι κανὲν
1645ἔθνος δὲν δύναται ν’ ἀπαιτήσῃ νὰ κάμῃ καμμίαν παραχώρησιν
1646εἰς ἓν ἄλλο, χωρὶς τοῦτο νὰ ᾖναι ὑπόχρεων εἰς τὴν αὐτὴν πα-
1647ραχώρησιν. Ἠμπορεῖ ἓν ἔθνος, κύριοι, καὶ δύναται νὰ ᾖναι
1648ἰσχυρότερον τοῦ ἄλλου, ἀλλ’ ἡ ἰσχύς του οὐδὲν δικαίωμα τοῦ
1649περιποιεῖ διὰ ν’ ἀπαιτήσῃ ὑποχρεώσεις, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ὑπο-
1650βάλλεται τὸ ἴδιον καὶ αἱ ὁποῖαι εἶναι ἄδικοι. Δύνασθε νὰ πα-
1651ραδεχθῆτέ ποτε, ὅτι ἡ Ἀγγλία, κύριοι, σήμερον, ἐκβιά-
1652ζουσα τὴν Ἑλλάδα νὰ ἀναγνωρίσῃ ἓν δικαίωμα ἀποζημιώσεως,
1653αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν ἐννοεῖ νὰ τὴν ἐπιβάλῃ καὶ εἰς τὸν ἑαυτόν
1654της; Δύνασθε νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι θέλει νὰ καθιερώσῃ μίαν
1655τοιαύτην ἀρχὴν, ὅτι αἱ κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι κατ’ οὐδὲν εἶναι
1656πολιτικῶς ὑπεύθυνοι ὡς πρὸς τὰς βλάβας, ἢ ζημίας, τὰς ὁποίας
1657τυχὸν ἐν τῷ κράτει των ὑπέστησαν ἀλλοδαποί, αὗται αἱ κυ-
1658βερνήσεις εἶναι ὑπόχρεοι πρὸς ἀποζημίωσιν, ἀφοῦ κατέβαλον
1659πᾶσαν προσπάθειαν πρὸς τιμωρίαν τῶν κακούργων; Ἐγὼ εἶμαι
1660βέβαιος, κύριοι, ὅτι ἂν οἱ ὑπουργοὶ τῆς Ἑλλάδος δὲν ἤθελον
1661εἶσθαι τόσον εὔκολοι εἰς παραχωρήσεις καὶ ἀναγνωρίσεις δι-
1662καιωμάτων, εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ Ἀγγλία ἤθελε, κύριοι, εἰσα-
1663κούσει τὸ δίκαιον· καὶ ἔχω πρόσφατον παράδειγμα· ἡ Ἰταλία
1664ἐζήτησε τὴν αὐτὴν ὑποχώρησιν ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν κυβέρνησιν,
1665οἵα ἐγένετο καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν, νὰ ἐπιτηρῇ τὴν ἀνάκρισιν,
1666ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις γενναίως ἀντετάχθη, καίτοι τοιούτου προη-
1667γουμένου παρὰ τὸ διεθνὲς δίκαιον ὑπάρχοντος. Νομίζω ὅτι
1668πρωθυπουργὸς ἦτο ὁ κύριος Δεληγεώργης, ὅστις ἀπήντησεν,
1669ὅτι προτιμῶ νὰ παραιτηθῶ παρὰ ν’ ἀναγνωρίσω ἓν τοιοῦτον
1670δικαίωμα, ὅπερ ἀντίκειται εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἑλλάδος
1671καὶ τὴν αὐτονομίαν τῆς, ὑποβαλλομένης εἰς τὸν ξένον ἔλεγχον
1672τῆς ἀνακρίσεως, ἐνῷ τὸ Σύνταγμά μας οὔτε εἰς τὰς ἄλλας
1673ἐξουσίας δὲν ὑποβάλλει τὴν ἐνέργειαν τῶν δικαστηρίων· κατὰ
1674τὸ Σύνταγμα ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἀποτελεῖ τρίτην ἐξουσίαν ἐν
1675τῷ κράτει· ἡ δὲ Ἰταλία, ἀναγνωρίσασα τὴν ἰσχὺν καὶ τὸ δί-
1676καιον τῶν λόγων, ἀπέσυρε τὴν πρότασίν της.
1677Εἶμαι βέβαιος, κύριοι, ὅτι καὶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἂν οἱ ὑ-
1678πουργοὶ τῆς Ἑλλάδος ἤθελον κάμει παρατηρήσεις, ἡ Ἀγγλία
1679θὰ ὑπεχώρει. Τὰ ἔθνη, ὅταν πρόκηται περὶ παραχωρήσεως δι-
1680καιωμάτων οὔτε συμπαθείας λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν, οὔτε εὐγνωμο-
1681σύνας· δὲν ἀναγνωρίζουν δικαιώματα, τὰ ὁποῖα προσβάλλουν
1682τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ αὐτονομίαν των. Καὶ ἐγὼ, κύριοι, ἐκφρά-
1683ζω τὴν ἄπειρον εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τὸ Ἀγγλικὸν ἔθνος καὶ
1684πρὸς ὅλας τὰς προστάτιδας δυνάμεις δι’ ὅσα ἔπραξαν ἄλλοτε
1685καὶ ἐξακολουθοῦσι νὰ πράττωσιν ὑπὲρ ἡμῶν, ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν
1686εἰμπορῶ νὰ παραχωρήσω οὔτε κεραίαν ἐκ τῶν δικαιωμάτων
1687τῶν ἀπολύτων τοῦ ἔθνους. Ἐγὼ, κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἡ Ἀγγλία
1688οὐδέποτε, καταχρωμένη τῆς δυνάμεώς της, δύναται νὰ μετα-
1689χειρισθῇ τὴν βίαν διὰ νὰ μᾶς ὑποχρεώσῃ εἰς ἄδικον ὑποχρέω-
1690σιν, ἀντιβαίνουσαν εἰς τὸ διεθνὲς δίκαιον, καὶ ὅσα θέλει ἂς λέγῃ
1691ὁ κ. Ζαΐμης, ὅτι σήμερον τὸ διεθνὲς δίκαιον δὲν ἰσχύει, καὶ
1692ὅτι ἡ δύναμις τοῦ ἰσχυροτέρου εἶναι τὸ δίκαιον, διότι ὅσον μία
1693δύναμις εἶναι ἰσχυροτέρα, τόσῳ, χάριν τῆς ὑπολήψεώς της, χά-
1694ριν τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἠθικὴν, δὲν δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν
1695αὐτῆς, καὶ ὁσάκις ἔκαμε χρῆσιν, ἐπρότεινε εὔλογον ἀφορμὴν, ἢ τοὐ-
1696λάχιστον εὐπρόσωπον. Καὶ τοῦ Πατσιφίκου τὸ παράδειγμα δὲν
1697ἔχει σχέσιν, διότι ἡ Ἀγγλία ἐδικαιολογήθη, διότι οἱ ἄνθρωποι
1698τῆς ἐξουσίας δὲν ἔπραξαν τὸ καθῆκόν των εἰς τὸ νὰ ἐμποδίσωσι
1699τὴν διαρπαγὴν, ἐνῷ ἦσαν παρόντες· ἀλλὰ σήμερον τί ἀφορμὴν
1700ἔχει; Ἔστω, ὅτι ἔχει ἀπόφασιν νὰ μεταχειρισθῇ καὶ τὴν βίαν,
1701πρὶν ὅμως ἐκδηλώσῃ αὐτὴν δὲν δύναται τὸ ἔθνος νὰ ὑποταχθῇ
1702εἰς τὰς ἀπαιτήσεις της· ὁ κύριος ὑπουργὸς μᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι
1703οὐδὲν σημεῖον, οὐδὲν σύμπτωμα μέχρι τοῦδε ὑπάρχει δεικνῦον τὴν
1704τοιαύτην προδιάθεσιν. Ἂς μὴ μιμηθῶμεν τὸν δειλὸν ἐκεῖνον πλοί-
1705αρχον, ὅστις ἐπὶ τῇ ὑπονοίᾳ τρικυμίας ῥίπτει τὸ φορτίον διὰ νὰ προ-
1706λάβῃ τὸν κίνδυνον, ἀντὶ νὰ προσπαθήσῃ νὰ τὸ σώσῃ, εἰς τὴν θά-
1707λασσαν, καὶ τὸ πλοῖον εἰς τὴν ἀκτήν· (θόρυβος). Ἀλλ’ ἔστω, ὅτι
1708δύναται νὰ μετέλθῃ τὴν βίαν· ἀλλὰ τὸ ἔθνος, πρὶν ἢ φθάσῃ εἰς
1709τὴν ἐξάσκησιν τῆς βίας, προτάσσει ἓν τελεσίγραφον· ἂς ἀφήσω-
1710μεν νὰ ἔλθῃ καὶ νὰ ζητῇ δι’ αὐτοῦ ἡ Ἀγγλία τὴν πληρωμήν·
1711διότι τότε σώζεται ἡ τιμὴ τοῦ ἔθνους (θόρυβος.) Δὲν πιστεύω
1712δὲ ἡ Ἀγγλία νὰ ἐκτραχηλισθῇ εἰς τοιαῦτα μέτρα, ἵνα νομιμο-
1713ποιήσῃ μίαν ἄδικον ἀπαίτησιν, αὐτὴ ἡ ὁποία φαίνεται ὁ προ-
1714στάτης τοῦ δικαίου, τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς τιμῆς τῶν μικρῶν
1715καὶ ἀδυνάτων ἐθνῶν. Χωρὶς ἑνὸς τελεσιγράφου δὲν δύναμαι ν’
1716ἀναγνωρίσω ὑποχρέωσιν, ἡ ὁποία ἀντιβαίνει εἰς τὴν αὐτονομίαν
1717τῆς πατρίδος μου, καὶ μὲ τὴν γλῶσσαν καὶ μὲ τὰς χεῖράς μου,
1718καὶ μὲ τοὺς ὀφθαλμούς μου θέλω τὴν ἀποκρούσει.
1719Εἶδον, κύριοι, εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας
1720(καὶ ἐδῶ ὑπάρχει ζήτημα συνταγματικὸν, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει
1721νὰ παρέλθῃ ἐν σιωπῇ, διότι δύναται νὰ καθιερώσῃ προηγούμε-
1722να·) ἐδόθη, λέγει, καὶ ὑπόσχεσις.
1723§77ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Περὶ τούτου ἐλέχθησαν πολλὰ, τίς ἡ
1724ἀνάγκη νὰ ἐπαναλαμβάνωνται τὰ ἴδια.
1725§78ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ἐκφράσω τὴν ἰδέαν μου.
1726Διὰ τὴν εὐτυχίαν τῆς Ἑλλάδος, ὁ ἡγεμὼν παρέχει τὸ πρωτό-
1727τυπον παράδειγμα τοῦ πρὸς τὸ πολίτευμα σεβασμοῦ καὶ τῶν
1728συνταγματικῶν ἀρχῶν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐννοῶ διόλου, καὶ
1729δὲν ἐπιθυμῶ νὰ παρεξηγηθῶ, λέγω μόνον, ὅτι οἱ βασιλεῖς καὶ
1730ἡγεμόνες τῶν συνταγματικῶν κρατῶν δὲν δύνανται νὰ διαγρά-
1731φωσι κανόνα ἀτομικῆς συμπεριφορᾶς, τὸν ὁποῖον οἱ σύμβουλοι
1732τοῦ στέμματος εἰσὶν ὑπόχρεοι νὰ σεβασθοῦν καὶ νὰ μὴ διαταρά-
1733ξουν διὰ τῆς γνώμης των. Αὐτοί, κύριοι, κυβερνοῦνται διοι-
1734κοῦν διὰ τῶν ὑπευθύνων ὑπουργῶν, καὶ οἱ ὑπουργοὶ ὡς πρὸ τὰ
1735ζητήματα τῆς πολιτικῆς δὲν δύνανται παρὰ νὰ ζητοῦν πάντοτε
1736τὴν γνώμην των, ὥστε ἂν δὲν εὑρίσκωνται σύμφωνοι μὲ τὸν ἡγε-
1737μόνα χρεωστοῦν ἢ νὰ παραιτήσουν τὴν πολιτικήν των ἢ τὸ χαρ-
1738τοφυλάκιον, διότι ὁ ἡγεμὼν παραδίδων τὴν σφραγίδα τῆς ἐ-
1739ξουσίας εἰς ὑπουργοὺς, παραδίδει καὶ τὴν συνείδησίν του.
1740Κύριοι, λυποῦμαι πολὺ διὰ τὴν κακὴν ἐκτίμησιν, τὴν ὁποίαν
1741ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ζακύνθου ἔκαμε τοῦ χαρακτῆρος τοῦ
1742Κλαρενδῶνος καὶ τοῦ Γλάδστωνος, καὶ διὰ τὰς κατ’ αὐτῶν ἀνα-
1743ξίας συγκρίσεις· ἡ παραφορὰ αὕτη δύναται νὰ συγχωρηθῇ, ἂν ἀ-
1744ποδοθῇ εἰς τὸ πάθος τῆς ἀγανακτήσεως διὰ τὰς πικροτάτας καὶ
1745μέχρις ἐξευτελισμοῦ προφερθείσας ὕβρεις, καθ’ ἅπαντος τοῦ Ἑλ-
1746ληνισμοῦ ἐν τῷ κοινοβουλίῳ τῆς Ἀγγλίας, ἀλλ’ ἂν εὑρέθησαν ὑ-
1747βρισταὶ κατὰ τοῦ ἑλληνισμοῦ, οὐδὲν δικαίωμα ἔχομεν νὰ λαλῶ-
1748μεν κατὰ τοῦ ἀποθανόντος Κλαρενδῶνος ἢ τοῦ Γλάδστωνος μὲ
1749τοιαύτην περιφρόνησιν.
1750§79ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Περὶ ζώντων δὲν ὡμίλητα.
1751§80ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Διότι ἡ Ἑλλὰς εἰς ἀμφοτέρους χρεωστεῖ χά-
1752ριτας, διότι καὶ οἱ δύο ἐφάνησαν φιλλέληνες, καὶ διότι ἐτέθη-
1753σαν ὡς ἀσπὶς κατὰ τῆς ἐξηγριωμένης ἀδίκως κοινῆς γνώμης
1754τῆς Ἀγγλίας καὶ ἀντετάχθησαν κατὰ τῆς ζητουμένης νέας κατὰ
1755τῆς Ἑλλάδος σταυροφορίας. Ἐγὼ, κύριοι, μακαρίζω ἐκεῖνα τὰ
1756ἔθνη, τὰ ὁποῖα ηὐτύχησαν νὰ ἔχωσιν ἄνδρας ὡς τὸν Γλάδστω-
1757να καὶ τὸν Κλαρενδῶνα καὶ θεωρῶ τὴν ἔλλειψιν αὐτῶν ὡς ἓν
1758δυστύχημα τῆς ἀνθρωπότητος καὶ διὰ τὰς πολιτικὰς καὶ διὰ
1759τὰς ἀτομικάς των ἀρετάς. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὁ μακαρίτης
1760Κλαρενδὼν περὶ τῆς ἀμνηστείας ὑπεστήριξε, εἶναι ζήτημα λίαν
1761ἀμφίβολον, ὥστε δὲν ἔπρεπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ζακύνθου
1762νὰ λάβῃ αὐτὸ ὡς ἀφετηρίαν τοῦ λόγου του. Τὸ σύνταγμα
1763ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα τῆς ἀμνηστείας ὡς προνόμιον βασιλι-
1764κὸν, ἀλλὰ τὸ περιορίζει ὡς πρὸς τὰ ἐγκλήματα τὰ πολιτικὰ,
1765τὸ ἀφῄρεσε δὲ ὡς πρὸς τὰ ἐγκλήματα τὰ κοινὰ καὶ ἰδίως διὰ
1766τὴν ληστείαν. Ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ τις νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἡ Συνέ-
1767λευσις, ἡ ὁποία ἐπέφερε τὸν περιορισμὸν, ὅτι ἐνόησε ν’
1768ἀφαιρέσῃ τὸ δικαίωμα ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν διὰ νόμου
1769νὰ τὴν δίδῃ, διότι ἤθελε περιορίσει τὴν ἐνέργειαν τῆς νομοθετι-
1770κῆς ἐξουσίας ἐν τῷ μέλλοντι, παρὰ τὴν φύσιν αὐτῆς.
1771(θόρυβος).
1772§81Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος.
1773§82ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶναι ζητήματα ἀφορῶντα τὴν πολιτικὴν, καὶ
1774πρέπει ἐντεῦθεν νὰ συζητῶνται. Ἀλλὰ λέγω, ὅτι καὶ ἂν ὑποθέ-
1775σωμεν ὅτι ἡ γνώμη τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Ἀγγλίας δὲν εἶναι ὀρθὴ
1776ἐπὶ ζητήματος ἀμφισβητουμένου, δὲν ἔχει τις δικαίωμα νὰ
1777τὸν κατακρίνῃ πικρῶς διὰ τὴν γνώμην του, ἣν ἐξέφρασε.
1778Κύριοι, ἔρχομαι νὰ κάμω καὶ ἑτέραν παρατήρησιν, ἀφορῶ-
1779σιν ἄλλο πρόσωπον ἀδίκως ἐπιβαρυνθέν. Εἶμαι φίλος τοῦ κ. Νό-
1780ελ καὶ ὑπῆρξα ὑπερασπιστής του· τὸ κατ’ αὐτοῦ βούλευμα οὐ-
1781δεμίαν κατηγορίαν προσῆπτεν αὐτῷ ἐπὶ συνεργείᾳ ληστείας
1782(θόρυβος) ἡ μόνη μομφὴ, ἡ ὁποία ἀπεδόθη εἰς αὐτὸν εἶναι ὅτι
1783ὑπέθαλψε τὴν περὶ ἀμνηστείας ἰδέαν (θόρυβος). Μὴ ταράττε-
1784σθε· αἱ βουλαὶ τῆς Ἀγγλίας, λέγει ἡ ἱστορία, ὅτι ἤκουον
1785μετὰ προσοχῆς καὶ ἀνοχῆς, οὐχὶ ὀρθὰς παρατηρήσεις ὡς τὰς ἰ-
1786δικάς μου, ἀλλὰ καὶ τοὺς μεγαλειτέρους παραλογισμούς (θόρυβος).
1787Λέγω, ὅτι ἀπὸ πλάνην τὸ συμβούλιον τῶν πλημμελειοδικῶν
1788καὶ παρὰ τὸ δίκαιον, ὡς ἐβεβαιώθη κατόπιν ἀπὸ τὸ βού-
1789λευμα τοῦ ἐφετείου καὶ ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα τῶν ἐφετῶν, τὸν
1790ἐνοχοποίησε· καὶ τὸ βούλευμα τοῦ Πλημμελειοδικείου δὲν δύνα-
1791ται νὰ χαρακτηρισθῇ, εἰμὴ ὡς μυθιστόρημα, διότι ἄλλως δὲν
1792δύναται ν’ ἀποδοθῇ, εἰμὴ εἰς τὴν παραμόρφωσιν τῶν γεγονότων
1793καὶ εἰς τὴν δημιουργίαν ἀνυπάρκτων· ἑπομένως δὲν ἦτο δίκαιον
1794νὰ καταφερθῇ ὁ κ. Λομβάρδος. Δὲν λέγω τίποτε ἐπὶ τούτου πε-
1795ρισσότερον.
1796Ἀλλ’ ἔχομεν ἀκόμη μικρὸν λογαριασμὸν μετὰ τοῦ κ. Ζαΐμη.
1797Νομίζω, κύριοι, ὅτι μὲ πολλὴν εὐκολίαν ὁ ἀξιότιμος κύριος Ζαΐ-
1798μης ἀνεδέχθη τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ κ. Βράϊλα. Ἐγώ, κύριοι,
1799φρονῶ, ὅτι ὁ Βράϊλας οὐ μόνον ἠθικῶς εἶναι ὑπεύθυνος, ἀλλὰ καὶ
1800ποινικῶς. Ὅταν εἷς πρέσβυς, κύριοι, διαβάλλῃ καὶ καταδικάζῃ
1801τὸ πολίτευμα τοῦ τόπου του, ὅταν διασύρῃ αὐτὸ ἐνῷ ὡρκίσθη νὰ
1802τὸ ὑποστηρίξῃ, δὲν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ, ὅτι δῆθεν ἐποιή-
1803σατο χρῆσιν τῶν πεποιθήσεών του, διότι αὐτὸς ὡς ἀντιπρόσω-
1804πος τῆς Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως ἀπεφάνθη καὶ ὄχι ὡς ἄτομον.
1805Κάμνει σύγκρισιν ὁ κ. Ζαΐμης τοῦ ἀτόμου μὲ τὸ πρόσωπον τοῦ
1806πρέσβεως. Καὶ πότε, κύριοι, διέβαλε τὸ πολίτευμα; Ὅτε ἡ ὕπαρ-
1807ξις τοῦ πολιτεύματος καὶ αὐτῆς τῆς Ἑλλάδος ἐτίθετο εἰς δίκην
1808καὶ ἐζητεῖτο ἡ ἐπέμβασις διὰ νὰ μᾶς ὑποχρεώσουν νὰ μεταβάλ-
1809λωμεν τὸ πολίτευμα· ἐνῷ ἦτο ἐπίδικον τὸ πολίτευμα καὶ ἐμε-
1810λετῶντο σχέδια ἀποτρόπαια κατὰ τῆς Ἑλλάδος, ἀποδόσας ὁ
1811Βράϊλας τὰς συμφορὰς τοῦ Δείλησι εἰς τὸ πολίτευμα, ὡς δη-
1812μοκρατικόν, προσθείς, ὅτι αὐτὸς προεῖδε τὰ κακά, ἐξελέγχεται
1813ἐπίβουλος κατὰ τοῦ ἔθνους του. Δὲν ἐννοῶ, κύριοι, νὰ περιορίσω
1814τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς συνειδήσεως καὶ τῆς
1815κρίσεως, ὄχι· ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φρονῇ ὅ,τι θέλει,
1816ἀλλὰ ὁ κ. Βράϊλας ἐξεφράσθη ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἑλληνικοῦ
1817ἔθνους. Τὸ τοιοῦτον, κύριοι, ἦτον ἔγκλημα θανάσιμον· ἦτον ἔγ-
1818κλημα ἐσχάτης προδοσίας. Καὶ ἐὰν, κύριοι, τὰ ἀνθρώπινα δη-
1819μόσια ἔργα δὲν εἶναι τέλεια, διὰ τοῦτο δὲν ἀπόκειται εἰς ἓν
1820ἄτομον νὰ ἀναδέχηται τὴν ἐξουσίαν νὰ διορθώσῃ αὐτά, πολὺ
1821ὀλιγώτερον προκειμένου λόγου περὶ πολιτεύματος· ἀπορῶ μάλι-
1822στα διὰ τὴν ἀνοχὴν τοῦ Σώματος τούτου, τὴν ὁποίαν δεικνύει
1823εἰς τοιαύτην ἀξιοκατάκριτον διαγωγήν, ἐνῷ περιέχει εἰς τοὺς
1824κόλπους του τοὺς περισσοτέρους πληρεξουσίους. Χρεωστεῖτε, κύ-
1825ριοι, ν’ ἀποδοκιμάσητε μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τοῦ λόγου τοι-
1826αύτην διαγωγήν, πρὸς παραδειγματισμὸν τῶν ἄλλων. Τὸ σύν-
1827ταγμα, ὡς ἔργον ἀνθρώπινον, δύναται νὰ ἔχῃ ἀτελείας, ἀλλὰ
1828κανεὶς ὡς ἄτομον δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καταδικάζῃ αὐτό.
1829Τὸ ἔθνος ἐπρονόησε τὸν τρόπον τῆς διορθώσεως τῶν ἐλλείψεών
1830του, καὶ μέχρι ποίων διατάξεων ἐκτείνεται ἡ διόρθωσις, καὶ
1831τοιοῦτον δικαίωμα εἰς οὐδὲν ἄτομον ἀνεγνώρισε. Τὸ ἄριστον, κύ-
1832ριοι, τῶν συνταγμάτων εἶναι τὸ ἡμέτερον, διότι στηρίζεται εἰς
1833τὰς ἀρχὰς τοῦ φυσικοῦ δικαίου, καθιεροῖ τὴν ἰσότητα τὴν πολι-
1834τικήν, καθιεροῖ τὴν ἰσότητα τὴν ἀστικήν, καθιεροῖ ὅλας τὰς ἐ-
1835λευθερίας, τὰς ὁποίας ὅλα τὰ ἄλλα ἔθνη διὰ ἀγώνων μακρῶν,
1836δοκιμασιῶν καὶ αἱμάτων δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἀποκτήσωσι. Καὶ ἂν
1837δὲν ἀρέσῃ λοιπὸν τὸ πολίτευμα αὐτὸ εἰς τὸν κ. Βράϊλαν, οὐ-
1838δὲν πολίτευμα δὲν δύναται νὰ τῷ ἀρέσῃ· ἴσως ἐπιθυμεῖ κανὲν
1839πολίτευμα δεσποτικὸν, ὅπου τὸ ἔθνος νὰ μὴ ἔχῃ τὴν φωνήν του
1840καὶ τὴν συμμετοχήν του; Τὸ κατ’ ἐμὲ οὐδεμίαν ἔλλειψιν εὑρί-
1841σκω εἰς τὸ σύνταγμα, καὶ ἂν ὑπάρχωσιν ἐλλείψεις ἀφορῶσιν τοὺς
1842ὀργανικοὺς νόμους, μὴ δυναμένους νὰ ἀσφαλίσωσι τὴν καλὴν ἐ-
1843φαρμογήν του, ἀφοροῦν, ὡς καὶ ἡ πεῖρα κατέδειξε, τὸν ἐκλογικὸν
1844νόμον. Ταῦτα εἶχα νὰ παρατηρήσω.
1845§83ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ θέσις μου, Κύριοι, εἶναι τῇ ἀληθείᾳ δύσκολος,
1846διότι ἀνέρχομαι τὸ βῆμα πρὸς ὑποστήριξιν γνώμης, ἣν ἀνέπτυ-
1847ξαν καὶ ἀνέλυσαν δύω ἐκ τῶν ἐντίμων συναδέλφων μετὰ πολ-
1848λῆς ἐπιτυχίας. Ἐπερίμενα ν’ ἀκούσω σπουδαίαν τινὰ καὶ λογικὴν
1849ἀπάντησιν εἰς τοὺς λόγους τῶν ἐντίμων βουλευτῶν Κερκύρας καὶ
1850Καρυστίας, ἀλλ’ ἀντὶ ταύτης ἤκουσα πράγματα, εἰς τὰ ὁποῖα
1851δὲν δύναταί τις, σεβόμενος ἑαυτὸν, νὰ δώσῃ ἄλλην ἀπάντησιν,
1852εἰμὴ τὴν ἀπάντησιν τῆς σιωπῆς. Ὁ Κ. Κατσικαπῆς ἀνέλαβε τὸ
1853ἄχαρι ἔργον, ἵνα μή τι χεῖρον εἴπω, νὰ παραστήσῃ δημοσίᾳ συ-
1854ναδέλφους καὶ φίλους του ὡς ὑβρίσαντας, συκοφαντήσαντας καὶ
1855προπηλακίσαντας μάλιστα τὴν Ἀγγλίαν. Ἀλλ’ ὁποίαν ὕβριν
1856ἤκουσεν ἀπὸ τοῦ στόματός μου ὁ Κ. Κατσικαπῆς, διὰ νὰ ἐπι-
1857τρέψῃ εἰς ἑαυτὸν τοιούτους λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν θέλω νὰ
1858χαρακτηρίσω; ...
1859§84ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Δὲν εἶπον διὰ σᾶς.
1860§85ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἂν σεῖς ἐλησμονήσατε τοὺς λόγους σας, ἐγὼ
1861ὅμως καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ κοινὸν τοὺς ἠκούσαμεν καὶ τοὺς ἐνθυ-
1862μούμεθα καλῶς. Ὁ Κ. Κατσικαπῆς ἐθεώρησεν ὕβριν, συκοφαν-
1863τίαν καὶ προπηλακισμὸν κατὰ τῆς Ἀγγλίας τὴν εὐπρεπῆ, τὴν
1864ἀνδρικὴν ὑπεράσπισιν τῶν δικαιωμάτων τῆς πατρίδος του, καὶ
1865παρέστη αὐτὸς, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, αὐτε-
1866πάγγελτος ὑπερασπιστὴς τῆς ὑβριζομένης, τῆς ἀδικουμένης Ἀγ-
1867γλίας! Δὲν ἀνεμέτρησε τὸ βάρος τῆς φοβερᾶς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν
1868ἀνελάμβανεν, ὅτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἔῤῥιπτε τόσον τολ-
1869μηροὺς λόγους, οἵτινες ποτὲ δὲν ἔπρεπε νὰ ἀκουσθῶσιν ἐντὸς
1870τοῦ περιβόλου τούτου, οὐδ’ ἐσυλλογίσθη ποῖον τίτλον διεξεδίκει
1871διὰ τὸν ἑαυτόν του, ὅτε ἔδιδε τὸν τίτλον τῶν ὑβριστῶν καὶ
1872συκοφαντῶν εἰς τοὺς προστατεύοντας τὰ δίκαια τῆς πατρίδος
1873του, ἀληθῶς ὑβριζομένης, συκοφαντουμένης καὶ προπηλακιζο-
1874μένης....
1875§86ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Αὐτὸς δὲν εἶναι τρόπος συζητήσεως· εἴπατε
1876ἐλευθέρως τὰς ἰδέας σας· εἶχον καὶ ἐγὼ δικαίωμα νὰ ἐκφράσω
1877τὰς ἐδικάς μου (θόρυβος).
1878§87ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἴχατε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράσητε τὰς ἰδέας σας
1879καὶ τὰς ἐξεφράσατε, ἀλλὰ λησμονεῖτε, ὅτι ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὸ
1880δικαίωμα νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὰς τὸν ἀληθῆ χαρακτῆρα καὶ τὴν
1881ἀληθῆ ἠθικὴν ἀξίαν.—Ἐννοεῖτε, Κύριοι, ὅτι δὲν θέλω ἐπιχειρή-
1882σει νὰ παρακολουθήσω τὸν Κ. Κατσικαπῆν εἰς τὴν γενναίαν ἐκ-
1883δρομὴν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὑπερασπιζόμενος αὐτὸς τὴν τιμὴν
1884τῆς προσβληθείσης Ἀγγλίας. Δὲν ἔχω ὄρεξιν ν’ ἀνασκευάζω
1885κενολογίας, ματαιολογίας καὶ ἀερολογίας· ἐσυνείθισα νὰ σπου-
1886δάζω, ὅταν πρόκηται περὶ σπουδαίων, εἰς οὐδένα δὲ εἶναι ἐπι-
1887τετραμμένον νὰ λέγῃ ὅ,τι φθάσῃ, ὅταν μάλιστα πρόκηται περὶ
1888τόσον σοβαρᾶς ὑποθέσεως, καὶ ὁμιλῇ ἐνώπιον σπουδαίου Σώμα-
1889τος καὶ εἰς ἐπήκοον τοῦ κοινοῦ.
1890Παραιτῶ τὸν Κ. Κατσικαπῆν καὶ ἔρχομαι εἰς τὸν Πρόεδρον
1891τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος ἐθεώρησε
1892πρέπον νὰ καταβῇ προχθὲς εἰς προσωπικοὺς ὑπαινιγμοὺς, εἰς
1893τοὺς ὁποίους ὀφείλω νὰ δώσω βραχεῖαν ἀπάντησιν. Ἡ Βουλὴ,
1894ἥτις μὲ ἤκουσε προχθὲς μετ’ εὐμενείας ἐπὶ τέσσαρας ὅλας ὥρας,
1895ἀναπτύσσοντα τὰς ἰδέας μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς
1896ἀπασχολεῖ, θὰ μοὶ ἀποδώσῃ, εἶμαι βέβαιος, δικαιοσύνην,
1897ἀναγνωρίζουσα ὅτι τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον εἰς
1898τὴν κρίσιν της, δὲν ἐνέπνευσεν οὔτε κακὴ πρόθεσις, οὔτε
1899πλάγιος καὶ ταπεινὸς σκοπὸς ἐπιθέσεως κατ’ οὐδενὸς τῶν πο-
1900λιτευομένων, ἥκιστα δὲ πάντων κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου προέ-
1901δρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν αἱ σκέψεις μου ἦσαν πολλάκις
1902δυσμενεῖς, ἂν ἐνίοτε ἦσαν πικραί, δὲν πταίω ἐγώ, πταίουν τὰ
1903πράγματα, τὰ ὁποῖα μοὶ τὰς ἐπέβαλον ἀναγκαίως, ἀδυσωπή-
1904τως. Ἐλέγχων τὸ σύστημα τῶν θυσιῶν καὶ παραχωρήσεων, τὰς
1905ὁποίας ἐκάμαμεν εἰς τὴν ἀξιοθρήνητον ὑπόθεσιν τοῦ Δηλίου καὶ
1906ἀποδεικνύων διὰ τῶν πραγμάτων οὐ μόνον τὸ ἄδικον καὶ ἐξευ-
1907τελιστικόν, ἀλλὰ καὶ τὸ ἄσκοπον καὶ μάταιον αὐτῶν, ἔφθασα,
1908ὡς ἐνθυμεῖσθε, καὶ εἰς τὴν τελευταίαν ἀπαίτησιν τῆς Ἀγγλίας
1909περὶ ἐπαναλήψεως τῆς ἀνακρίσεως. Ἐνόμισα δὲ, ὅτι θὰ παρε-
1910βίαζον τὸ πρὸς ἐμαυτὸν, τὸ πρὸς τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν πατρί-
1911δα μου καθῆκον, ἂν δὲν ἐξέφραζον μετὰ παῤῥησίας καὶ εἰλικρι-
1912νείας τὴν γνώμην μου περὶ τῆς διαγωγῆς τῆς ἐνεστώσης κυβερ-
1913νήσεως ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἂν δὲν κατέκρινον τὸ
1914σύστημα τῶν θυσιῶν καὶ παραχωρήσεων, τὸ ὁποῖον καὶ ἡ ἐνε-
1915στῶσα κυβέρνησις ἠσπάσθη καὶ ἐφήρμοσε. Δὲν ἔλλειψα ν’ ἀνα-
1916γνωρίσω ἀσμένως καὶ νὰ ὁμολογήσω παῤῥησίᾳ ἐνώπιόν σας,
1917ὅτι ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις ἀπέκρουσε καὶ ἐπέτυχε νὰ μὴ ἐπα-
1918ναληφθῇ ἡ ἀνάκρισις ἐπὶ τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα εἶχον
1919ἤδη ἐξαντληθῆ διὰ τοῦ βουλεύματος τοῦ συμβουλίου τῶν
1920ἐφετῶν, δὲν ἐδίστασα νὰ τῇ ἀπονείμω πανδήμως διὰ
1921τοῦτο τὸν δίκαιον ἔπαινον, τοῦ ὁποίου ἐθεώρησα αὐτὴν
1922ἀξίαν, ἀλλ’ ὤφελον ἐπίσης νὰ ὑψώσω, κύριοι, τὴν φω-
1923νήν μου, ὤφειλον νὰ κατακρίνω μὲ ἴσην ἀμεροληψίαν καὶ τῆς
1924ἐνεστώσης κυβερνήσεως τὰς ὑποχωρήσεις, τὰς ὁποίας ἐθεώρησα
1925ἐπικινδύνους εἰς τὴν τιμὴν καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, τοῦ
1926ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ᾖμαι ἀντιπρόσωπος· ὤφειλον νὰ κα-
1927τακρίνω, μετὰ δριμύτητος μάλιστα περισσοτέρας ἢ ὅσον τὸ
1928ἔπραξα, τὸ σύστημα τοῦ μυστικισμοῦ, ὄπισθεν τοῦ ὁποίου ὠχυ-
1929ρώθη καὶ ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις, ἀπαξιώσασα νὰ ὑποβάλῃ εἰς
1930τὴν Βουλὴν καὶ νὰ δημοσιεύσῃ εἰς τὸ κοινὸν τὰ διπλωματικὰ
1931ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὴν ἐπανάληψιν τῆς ἀνακρίσεως, τὰ
1932ὁποῖα μένουν τεθαμμένα εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ ὑπουργείου τῶν
1933ἐξωτερικῶν· ὤφειλον δὲ τοσοῦτον μᾶλλον νὰ τὸ πράξω, καθόσον
1934χθὲς ἔτι εἰς τὰς τάξεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως κατεπολέμησα
1935μετὰ τοῦ κυβερνῶντος κόμματος τὸ ὀλέθριον τοῦτο σύστημα
1936τοῦ μυστικισμοῦ· χθὲς ἔτι ἐγράφομεν, καὶ ἐκηρύττομεν καὶ
1937ἐδημοσιεύομεν, ὅτι μυστικισμὸς καὶ κοινοβουλευτικὸν σύστημα,
1938τοῦ ὁποίου τὴν σημαίαν εἶχεν ἀνυψώσει τόσον ὑψηλὰ τὸ νῦν
1939κυβερνῶν κόμμα, εἶναι δύω ἰδέαι ἐκ διαμέτρου ἀντίθετοι, ἐκ δια-
1940μέτρου ἀντικείμεναι ἡ μία πρὸς τὴν ἄλλην. Ὤφειλον νὰ κατα-
1941κρίνω, πικρότερον ἢ ὅσον τὸ ἔπραξα, τὴν εἰς Ναύπλιον μετάθε-
1942σιν τοῦ εἰσαγγελέως Παπαῤῥάγκου, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλεν ἡ
1943Ἀγγλικὴ κυβέρνησις, ὡς ποινὴν, καὶ τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη καὶ
1944ἐξετέλεσεν ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις, καίτοι ἔχουσα τὴν ἐνδόμυχον
1945πεποίθησιν, ὅτι ἡ διαγωγὴ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκείνου εἰσαγγελέως
1946πολὺ ἀπεῖχε τοῦ νὰ ᾖναι ἀξιόμεμπτος, διότι ἀξιόμεμπτος δὲν
1947εἶναι, δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἡ διαγωγὴ δικαστικοῦ ὑπαλλήλου,
1948ἐκτελοῦντος ἐνόρκως τὸ καθῆκόν του καὶ μὴ παρασυρομένου
1949ὑπὸ λόγων καὶ συμφερόντων πολιτικῶν, ξένων ἐντελῶς καὶ
1950ἀλλοτρίων πρὸς τὴν δικαιοσύνην. Ὤφειλον νὰ μεμφθῶ—ἰταμώ-
1951τερον ἢ ὅσον τὸ ἔπραξα—τὴν εἰς τὸ ἐνταῦθα ἐφετεῖον μετάθεσιν
1952τοῦ ἀντεισαγγελέως Κ. Χοϊδᾶ, τὴν ὁποίαν ὑπηγόρευσεν ὁ πρε-
1953σβευτὴς τῆς Ἀγγλίας, διότι ἀνεξαρτήτως τῆς προσωπικῆς ἀξίας
1954τοῦ κ. Χοϊδᾶ, ἡ μετάθεσίς του, ὑπαγορευθεῖσα ὑπὸ τῆς ἰδέας
1955τοῦ νὰ διευθύνῃ καὶ ἐποπτεύῃ τὴν νέαν ἀνάκρισιν, ἦτο ἄδικος
1956προσβολὴ κατὰ δύω ἀνωτέρων δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἀξίων
1957καὶ ὑπολήψεως καὶ ἐμπιστοσύνης, καὶ ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ
1958Ἀγγλία ἤρχισεν ἤδη νὰ μᾶς ἐπιβάλλῃ καὶ αὐτοὺς τοὺς
1959ἀνωτέρους δικαστικοὺς ὑπαλλήλους. Ὤφειλον τέλος πάντων
1960νὰ καταδείξω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸ κοινὸν, ὅτι ἡ ἀγγλικὴ
1961κυβέρνησις κρατεῖ μετέωρον τὴν ἀπόφασίν της ὡς πρὸς τὸ
1962ζήτημα τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἀνακρίσεων, ὅτι τὴν περὶ τού-
1963του ἀπόφασίν της διετύπωσε ῥητῶς καὶ κατηγορητικῶς, καὶ
1964ὅτι ἄτοπον ἑπομένως καὶ ἀνεξήγητον εἶναι, πῶς ὁ κ. Κουμουν-
1965δοῦρος, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνεκοινώθη ἐπισήμως ἡ τοιαύτη ἀπό-
1966φασις, εὗρε λόγον νὰ φανῇ τόσον πολὺ εὐχαριστημένος ἐνώπιον
1967τοῦ κ. Ἔρσκιν διὰ τὴν μετριοπάθειαν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνή-
1968σεως. Τὰς σκέψεις ταύτας, ὅσον δυσμενεῖς καὶ ἂν ὑποτεθῶσι,
1969δὲν ἐπενόησα, κύριοι, διὰ τῆς φαντασίας μου, ἀλλ’ ἐστήριξα
1970ἐπὶ γεγονότων ἐπισήμων, ἐξηγμένων ἐκ διπλωματικῶν ἐγγρά-
1971φων, περὶ τοῦ κύρους τῶν ὁποίων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ
1972ἡ παραμικρὰ ἀμφιβολία.
1973Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἠδύνατο ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ κῦρος τοῦτο,
1974ὅπου ἐνόμιζεν ὅτι ἡ τοιαύτη ἀμφισβήτησις τῷ ἦτο ἐπιτετραμ-
1975μένη ὑπὸ τῆς ἀληθείας· ἠδύνατο νὰ ἐλέγξῃ τὴν ὀρθότητα τῶν
1976σκέψεων, τὰς ὁποίας ἐστήριξα ἐπὶ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, καὶ
1977νὰ σμικρύνῃ τὸ μέγεθος τῶν παρ’ αὐτοῦ γινομένων θυσιῶν καὶ
1978παραχωρήσεων· ἠδύνατο τέλος πάντων νὰ συζητήσῃ. Ἀλλ’ ὁ κ.
1979Κουμουνδοῦρος, αἰσθανόμενος, φαίνεται, τὸ ὀλισθηρὸν τῆς θέ-
1980σεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐπάλαιεν, ἐθεώρησεν ἄξιον ἑαυτοῦ, ἄξιον
1981τῆς ὑψηλῆς θέσεως, ἣν κατέχει καὶ τῆς σοβαρότητος τῆς ὑ-
1982ποθέσεως, ἥτις μᾶς ἀπασχολεῖ, νὰ καταφύγῃ εἰς προσωπικοὺς
1983ὑπαινιγμοὺς διὰ νὰ μυκτηρίσῃ τὸν ἀντίπαλόν του. «Ἂν, εἶπεν,
1984εἶχον τὴν εὐτυχίαν νὰ ἔχω παρ’ ἐμοὶ τὸν κ. Μίλησην, ἤθελε μοὶ
1985ἐμπνεύσει περισσοτέραν τόλμην, καὶ ἤθελον ἀπαντήσει εἰς τὸν
1986πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας, ὅτι δὲν ἐνδίδομεν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησίς του
1987δὲν μετέλθει καθ’ ἡμῶν ὑλικὴν βίαν». Τὴν ἀπάντησιν δὲ ταύ-
1988την, τὴν ὁποίαν ἤθελε τῷ ἐμπνεύσει ὁ Μίλησης, ἐχαρακτήρισε
1989μὲ ὅλην τὴν κοινοβουλευτικὴν λεπτότητα μωρίαν. Εὐχαριστῶ
1990τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, διότι μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ θέσῃ
1991ἐπὶ μίαν στιγμὴν πλησίον του, ἔστω καὶ καθ’ ὑπόθεσιν· ὀφείλω
1992ὅμως νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι ὑπῆρξεν ἐποχή, ὄχι πολὺ μα-
1993κρυνὴ τῆς σημερινῆς, καθ’ ἣν ὁ νῦν τόσον φρόνιμος καὶ ἐφεκτι-
1994κὸς πολιτικὸς ἤστραπτ’ ἐβρόντα, ξυνεκύκα τὴν Ἑλλάδα καὶ
1995σύμπασαν τὴν Ἀνατολὴν διὰ πολιτικῆς τολμηρᾶς, ἐκπεφρασμέ-
1996νης, διὰ πολιτικῆς πυρὸς καὶ σιδήρου, τὴν ὁποίαν μετ’ ἐμφά-
1997σεως ἀνεκήρυττεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐναντίον ὁλοκλήρου
1998τῆς Εὐρώπης. Κατὰ τὴν ἐποχὴν δ’ ἐκείνην ὁ Μίλησης δὲν ἦτο
1999πλησίον του διὰ νὰ τῷ ἐμπνεύσῃ θάῤῥος καὶ τόλμην. Λυποῦ-
2000μαι, ὅτι τὸ πῦρ ἐκεῖνο ἐσβέσθη τόσον ταχέως, ὅτι ἡ ἔκτακτος
2001ἐκείνη τόλμη ἐξητμίσθη ἐντελῶς, χαρακτηριζομένη μάλιστα ὡς
2002μωρία, καὶ σήμερον ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀδυνατεῖ ν’ ἀντλήσῃ
2003ἐκ τοῦ παρελθόντος του τὸ κοινὸν θάῤῥος, νὰ διεκδικήσῃ ἀπέ-
2004ναντι τῶν ξένων δικαιώματα στενῶς συνδεδεμένα μὲ αὐτὴν τὴν
2005αὐτονομίαν, μὲ αὐτὴν τὴν τιμὴν τοῦ ἔθνους!
2006Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος δὲν ἠρκέσθη εἰς τὸν σαρκασμὸν τὸν ὁ-
2007ποῖον ἠκούσατε, ἀλλ’ εὐηρεστήθη νὰ ἐνθυμηθῇ, ὁμιλῶν περὶ ἐμοῦ,
2008ὅτι οἱ πρόγονοί μας ἀπεθέωσαν τὸ ἐλάττωμα τοῦ μέμφεσθαι
2009τὰ πάντα καὶ τοὺς πάντας, δηλ. καθαρώτερον, μὲ ἀπεκάλεσεν
2010ὁ κ. πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος μῶμον, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ
2011τοῦ κοινοῦ. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ δηλητηριάσω τὴν προσωπικήν
2012μου ταύτην διένεξιν πρὸς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον. Μίαν μόνην
2013παρατήρησιν θὰ τῷ κάμω καὶ ἐγὼ πανδήμως. Ἐὰν ὁ κ. Κου-
2014μουνδοῦρος θελήσῃ νὰ ἐξετάσῃ ἀμερολήπτως τὸ παρελθόν, ἐὰν
2015ἀποφασίσῃ νὰ καταβῇ μίαν φορὰν ἀπαθῶς εἰς τὸ βάθος τῆς
2016συνειδήσεώς του, θὰ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι ἔχω ἀληθῶς ἓν ἐλάτ-
2017τωμα, ἀλλ’ ἐκ διαμέτρου ἀντίθετον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον μοὶ ἀ-
2018πέδωκε, δηλ. τὸ ἐλάττωμα ν’ ἀνυψῶ, νὰ ἐκποιητικίζω καὶ νὰ
2019θεοποιῶ κοινὰ προτερήματα καὶ κοινοὺς ἀνθρώπους. (συγκίνησις).
2020Κλείω τὸ προσωπικὸν τοῦτο ἐπεισόδιον καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ θέμα.
2021Δὲν θέλω, κύριοι, ἐπιχειρήσει ν’ ἀναλύσω ἐπιχειρήματα ξένα
2022τοῦ προκειμένου, τὰ ὁποῖα οἱ προαγορεύσαντες ἀνέμιξαν μὲ τὴν
2023προκειμένην συζήτησιν. Οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ ἀξία τῶν ἐπι-
2024χειρημάτων τούτων, μοὶ φαίνεται ὅτι πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν ἐ-
2025πιμελῶς νὰ τὰ ἀναμίξωμεν μὲ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀ-
2026πασχολεῖ, διότι περισπῶσι τὴν προσοχὴν ἡμῶν ἀπὸ τοῦ κυρίου
2027ἀντικειμένου καὶ ἐπισκοτίζουσι τὴν κρίσιν τῶν ἁπλουστέρων.
2028Δὲν θέλω λοιπὸν συζητήσει μὲ τὸν καλόν μου φίλον κ. Λομβάρ-
2029δον τὴν θεωρίαν περὶ τῶν βασιλικῶν προνομίων, ἥτις τὸν ἐσκαν-
2030δάλισεν ὀλίγον, ἐνῷ γινώσκει ἀπὸ πότε χρονολογεῖται ἡ τοι-
2031αύτη περὶ τῶν βασιλικῶν προνομίων θεωρία μου. Πολὺ ὀλιγώτε-
2032ρον θέλω συζητήσει μὲ τὸν ἐπίσης καλὸν φίλον μου κ. Πετσά-
2033λην τὸ σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος, διότι τοῦτο τὸ ἐσυζήτησα ἄλ-
2034λοτε μετ’ αὐτοῦ ὡς πληρεξούσιος ἐν τῇ ἐθνικῇ συνελεύσει. Θέλω
2035παραλείψει ὡσαύτως νὰ χαρακτηρίσω σήμερον τὴν διαγωγὴν
2036τοῦ κ. Βράϊλα, ὅστις ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς
2037Ἑλλάδος, εἰς ἐπίσημον συνέντευξιν μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐ-
2038ξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας, ἐθεώρησε πρέπον νὰ ἐπιῤῥίψῃ εἰς βάρος
2039τοῦ συντάγματος τὴν κακὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος, ἀκριβῶς
2040μάλιστα, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ ὕπαρξις τοῦ συντάγματος εἶχε κα-
2041τασταθῆ ἀντικείμενον διπλωματικῶν διαπραγματεύσεων· δὲν
2042εἶναι τοῦ παρόντος καιροῦ νὰ ἐξετάσω τὸ ἀντικείμενον τοῦτο,
2043καὶ ἑπομένως δὲν λαμβάνω μέρος εἰς τὴν περὶ τούτου πάλην
2044μεταξὺ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων κυρίων Ζαΐμη καὶ Πετσάλη.
2045Περιττὸν θεωρῶ νὰ ἀπαριθμήσω τὰ λοιπὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁ-
2046ποῖα θεωρῶ ξένα τοῦ προκειμένου· ὅλοι τὰ γνωρίζετε, ὅλοι τὰ
2047ἐνθυμεῖσθε καὶ ὅλοι ἀναγνωρίζετε, ὅτι ταῦτα ἥκιστα συνδέονται
2048μὲ τὸ ζήτημα, ἂν πρέπῃ νὰ πληρώσωμεν τὴν ζητουμένην ἀπο-
2049ζημίωσιν τῆς χήρας Λόϋδ. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ παραμερίσωμεν τὰ
2050ξένα ταῦτα στοιχεῖα, νὰ καθαρίσωμεν τὸ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου
2051ἱστάμεθα, διὰ νὰ δυνηθῶμεν οὕτω νὰ σχηματίσωμεν κρίσιν δι-
2052καίαν καὶ ἀσφαλῆ περὶ τοῦ πρακτέου.
2053Ἐκτὸς τοῦ γενικοῦ τούτου καθαρισμοῦ, ἀνάγκη, κύριοι, νὰ
2054θέσωμεν ἐκ μέσου καὶ τὰ θέματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συνδέονται
2055μὲν μὲ τὸ συζητούμενον ζήτημα, ἀλλὰ δὲν ἀμφισβητοῦνται κατ’
2056αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἀλλ’ εἶναι οὕτως εἰπεῖν στοιχεῖα κεκτη-
2057μένα ἤδη διὰ τῆς συζητήσεως, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ παραμε-
2058ρισθῶσιν ὡς ἀναμφισβήτητα, διὰ νὰ συγκεντρωθῇ ὁλόκληρος ἡ-
2059μῶν ἡ προσοχὴ εἰς μόνα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀκόμη ἀμφι-
2060σβητοῦνται. Διὰ τοῦ μέσου τούτου θὰ δυνηθῶμεν, κύριοι, ν’ ἀ-
2061ποφύγωμεν τὴν σύγχυσιν, ἥτις σκοπίμως ῥίπτεται εἰς τὸ μέ-
2062σον, καὶ θὰ κατορθώσωμεν νὰ κατανοήσωμεν ἀκριβῶς καὶ ἀνεν-
2063δοιάστως ποῦ εὑρισκόμεθα, τί ἀπεκτήσαμεν μέχρι τοῦδε καὶ εἰς
2064ποῖον ὡρισμένον σημεῖον ὀφείλομεν νὰ συγκεντρώσωμεν ὅλην ἡ-
2065μῶν τὴν προσοχὴν, διὰ νὰ συμπληρώσωμεν πεποίθησιν δικαίαν
2066καὶ κατὰ πάντα ἀσάλευτον. Ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε λοιπὸν συζη-
2067τήσεως εἶναι κεκτημένα διὰ τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς στοιχεῖα. ά.)
2068Ὅτι ἡ ἀπαίτησις τῆς χήρας Λόϋδ, τὴν ὁποίαν διεκδικεῖ καθ’
2069ἡμῶν ἡ Ἀγγλία, ἀντιστρατεύεται φανερὰ καὶ ἀποτόμως πρὸς
2070πᾶσαν ἀρχὴν δικαίου καὶ νομίμου. Τοῦτο ὡμολόγησαν καὶ ὁ κ.
2071πρωθυπουργὸς καὶ οἱ κύριοι βουλευταὶ Καλαβρύτων καὶ Μεσο-
2072λογγίου. Περὶ τοῦ ἀδίκου λοιπὸν τῆς ἀποζημιώσεως οὐδεμία
2073παρ’ οὐδενὸς ὑπάρχει τὴν στιγμὴν ταύτην ἀμφισβήτησις. βʹ.)
2074Εἶναι ἐπίσης κεκτημένον ἐκ τῆς συζητήσεως, ὅτι βίαν δὲν ἠπεί-
2075λησεν, οὔτε διανοεῖται ν’ ἀπειλήσῃ ἡ Ἀγγλία πρὸς ἐκβίασιν τῆς
2076ἐν λόγῳ ἀπαιτήσεως. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Ζαΐμης ἐν ἀρχῇ τῆς
2077προκειμένης συζητήσεως ἔῤῥιψεν εἰς τὸ μέσον τὸν λόγον τῆς
2078ἀνωτέρας βίας, καὶ μὲ ἠνάγκασε νὰ τὸν ἀποκρούσω διὰ μακρῶν,
2079ἀλλὰ κατόπιν καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης καὶ ὁ κ. πρωθυπουργὸς ῥη-
2080τῶς καὶ κατηγορητικῶς μᾶς ἐβεβαίωσαν, ὅτι οὐδεὶς τοιοῦτος
2081κίνδυνος ὑπάρχει, διότι οὔτε ἀπειλὴ διετυπώθη ὑπὸ τῆς Ἀγ-
2082γλίας, οὔτε ἰδέα ἁπλῶς συνελήφθη ποτὲ περὶ τούτου. Τίθεται
2083λοιπὸν ἐκ μέσου καὶ ὁ φόβος τῆς ἀνωτέρας βίας, ὅστις τόσον
2084πολὺ ἐτρόμαξε τὸν ἀγαθὸν συνάδελφόν μας κ. Κατσικαπῆν,
2085ὥστε δὲν ἔβλεπε πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἰμὴ πλοῖα
2086Ἀγγλικὰ ἐπερχόμενα κατὰ τῆς Ἑλλάδος, καὶ διὰ ν’ ἀποσοβήσῃ
2087τὸν φοβερὸν αὐτὸν κίνδυνον ἐκραύγαζεν ὁ εὐλογημένος μὲ ὅλην
2088τὴν δύναμιν τῶν πνευμόνων του, ὅτι ἡ Ἀγγλία ἔχει δίκαιον,
2089ὅτι πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ πληρώσωμεν τὴν ἀποζημίωσιν καὶ
2090ὅτι ἡμεῖς οἱ ἀντιφρονοῦντες ὑβρίζομεν ἀπρεπῶς καὶ συκοφαν-
2091τοῦμεν τὴν Ἀγγλικὴν κυβέρνησιν καὶ τὸ Ἀγγλικὸν ἔθνος. Ὁ κύ-
2092ριος Κατσικαπῆς εἶναι τώρα εἰς θέσιν νὰ καταπαύσῃ τοὺς
2093παλμοὺς τῆς καρδίας του (ἱλαρότης). γʹ.) Εἶναι τέλος κε-
2094κτημένον ἐκ τῆς συζητήσεως, ὅτι ἡ ζητουμένη ἀποζημίωσις
2095δὲν δύναται νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Βασιλέως,
2096διότι ὁ κύριος Ζαΐμης μᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς, ἂν ἔδωκε
2097τοιαύτην ὑπόσχεσιν, ἐνόει νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ ἴδιον αὑτοῦ ταμεῖον
2098καὶ οὐχὶ τὸ δημόσιον. Ὁ κ. Πετσάλης λοιπὸν δὲν ἔχει ἀνάγκην
2099νὰ συμβουλευθῇ κανένα συγγραφέα τοῦ δημοσίου δικαίου, διὰ
2100νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, ποίαν ἐπιῤῥοὴν ἔχει ἡ ὑπόσχεσις τοῦ Βα-
2101σιλέως, ὅταν ἀναφέρηται εἰς πληρωμὴν συντάξεως ἢ ἀποζημιώ-
2102σεως. Ἐπὶ τέλους δὲ ὡμολογήθη, ὅτι τῆς κυβερνήσεως ἡ ὑπό-
2103σχεσις οὐδόλως δεσμεύει τὴν Βουλήν.
2104Ποῖον λοιπὸν θέμα, ποῖον στοιχεῖον μένει ἀκόμη ἀμφισβη-
2105τούμενον; Ὅτι ἡ ἀποζημίωσις τῆς χήρας Λόϋδ στηρίζεται ἐπὶ
2106ἠθικοῦ καθήκοντος, τοῦ καθήκοντος τῆς φιλανθρωπίας καὶ οὐχὶ
2107ἐπὶ δικαιώματος ἐξαναγκαστικοῦ, ἀποῤῥέοντος ἐξ οἱασδήποτε
2108ἐννόμου αἰτίας, ὅτι ἡ Ἀγγλία ζητεῖ διὰ τὴν χήραν Λόϋδ φι-
2109λανθρωπίαν, ἔλεος, καὶ οὐχὶ ἐκπλήρωσιν νομίμου ὑποχρεώσεως.
2110Παρήτησαν, ὡς βλέπετε, ἓν πρὸς ἓν ὅλα τὰ λοιπὰ ὀχυρώματα,
2111καὶ ἀπεσύρθησαν εἰς τὸ ἔσχατον, προσπαθοῦντες ἐναγωνίως νὰ
2112κρατηθῶσιν εἰς αὐτὸ καὶ νὰ σώσωσι τὴν ἀπαίτησιν τῆς Ἀγ-
2113γλίας, ἥτις ὑπὸ πᾶσαν ἄλλην ἔποψιν ἐξελέγχεται αὐθαίρετος
2114καὶ ἀδικαιολόγητος. Ἀπηυθύνθησαν εἰς τὸ εὐγενέστερον τῶν αἰ-
2115σθημάτων, εἰς τὴν συμπάθειαν πρὸς τοὺς ἀδυνάτους καὶ πάσχον-
2116τας, ἐπροσπάθησαν νὰ σᾶς συγκινήσουν καὶ ὑπὸ τὸ κράτος συγ-
2117κινήσεως στιγμιαίας νὰ ἀποσπάσουν τὴν ψῆφόν σας ὑπὲρ τῆς
2118ζητουμένης πιστώσεως. Καὶ ὁ μὲν κ. Δεληγεώργης σᾶς εἶπεν,
2119ὅτι πρόκειται περὶ ἠθικοῦ καθήκοντος φιλανθρώπου κυβερνήσεως
2120καὶ φιλανθρώπου Βουλῆς, καὶ μὲ ὑποτρέμουσαν φωνὴν σᾶς πα-
2121ρεκάλεσε νὰ μὴ καταδεχθῆτε ν’ ἀφήσετε τὴν χήραν Λόϋδ πε-
2122ριφέρουσαν ἐν Λονδίνῳ τὸν δίσκον τοῦ ἐλέους, ὁ δὲ κ. πρωθυ-
2123πουργὸς ἐζήτησε νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι ἡ Ἀγγλία θέτει ὑπὸ τὴν
2124φιλάνθρωπον προστασίαν σας τὴν δυστυχῆ χήραν μετὰ τῶν
2125τέκνων της, τῆς ὁποίας τὸ μόνον στήριγμα αἱματοκυλίσθη ἐν
2126Ἑλλάδι ὑπὸ τῶν λῃστῶν. Ὁ τελευταῖος δὲ οὗτος, μὴ ἔχων,
2127φαίνεται, πολλὴν πεποίθησιν εἰς τὸν αἰσθηματικόν του λόγον,
2128καὶ φοβούμενος μήπως καὶ τὸ ἔσχατον τοῦτο ὀχύρωμα ἐξε-
2129λεγχθῇ εὐάλωτον διὰ τῆς λογικῆς συζητήσεως, ἀνύψωσεν ἐπ’
2130αὐτοῦ καὶ τὴν σημαίαν τῆς ἐθνικῆς τιμῆς, ζητήσας νὰ πείσῃ
2131ἑαυτὸν, ὅτι οἱ ὁμογενεῖς, οἱ τόσον φιλοτίμως συνδραμόντες τὴν
2132ἔντιμον ταύτην χήραν, σκοπὸν εἶχον νὰ καλύψουν τὴν τιμὴν
2133τοῦ ἔθνους ἀπέναντι τῆς Εὐρώπης, ἡ δὲ Βουλὴ, ψηφίζουσα τὸ
2134ποσὸν τῶν 10 χιλιάδων λιρῶν, θὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸ καθο-
2135λικὸν αἴσθημα τοῦ ἑλληνισμοῦ.
2136Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι τὸ στρατήγημα ἦτο πολὺ τεχνικὸν
2137καὶ ἐπιτήδειον, τόσον τεχνικὸν, ὥστε καὶ αὐτὸς ὁ εὐφυὴς φίλος
2138μου κ. Λομβάρδος ἐπείσθη, ὡς ἠκούσατε, κατὰ τὸ ἥμισυ, εὐ-
2139χῆς δὲ ἔργον ὑπῆρξεν, ὅτι δὲν ἐπείσθη κατὰ τὸ ὅλον, διότι
2140ἄλλως δὲν θὰ εἴχομεν τὴν εὐχαρίστησιν ν’ ἀκούσωμεν τὴν τό-
2141σον εὐφραδῆ καὶ ζωηρὰν ἀγόρευσίν του. Τὸ στρατήγημα εἶναι
2142τόσον μᾶλλον περίεργον καὶ ἄξιον θαυμασμοῦ, καθ’ ὅσον ἐγὼ,
2143προβλέπων ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἄλλη διέξοδος, ἐφρόντισα ἐν ἀρχῇ
2144τῆς προχθεσινῆς μου ὁμιλίας νὰ παραστήσω σαφῶς τὸν νο-
2145μικὸν χαρακτῆρα τῆς ἀπαιτήσεως τῆς χήρας Λόϋδ· εἶχον λοι-
2146πὸν φράξει τὴν ὁδὸν πρὸς τὸ ὀχύρωμα, καὶ ἐπίστευον ὅτι
2147δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταφύγωσιν εἰς αὐτὸ μετὰ τόσου
2148πατάγου καὶ θορύβου καὶ ἐπιδείξεως. Ἀλλ’ ὁ κύριος Κουμουν-
2149δοῦρος, ὅστις ἔβλεπε πολὺ καλά, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἄλλη ἐλπὶς
2150σωτηρίας διὰ τὴν πίστωσιν, ἐτράπη ἄλλην ὁδόν· ἐπροσποιήθη,
2151ὅτι οὐδὲν ἤκουσε περὶ τοῦ νομικοῦ χαρακτῆρος τῆς ἀποζημιώ-
2152σεως, οὕτω δ’ ἐκάλυψε τὴν ὑποχώρησιν διὰ τῆς σιωπῆς, σιωπῆς
2153προσπεποιημένης καὶ σκοπίμου, καὶ διὰ τῆς πλαγίας ταύτης
2154ὁδοῦ ὑπεχώρησεν, ὡς ἐπιτήδειος παλαιστής, εἰς τὸ ὀχύρωμα τῆς
2155φιλανθρωπίας, ὕψωσεν ἐπ’ αὐτοῦ τὴν σημαίαν τῆς ἐθνικῆς τιμῆς,
2156καὶ ῥίπτων ἐφ’ ἡμᾶς τοὺς ἀντιπάλους βλέμμα ὑπερήφανον νικη-
2157τοῦ, ἀνεφώνησε θριαμβευτικῶς· «ὅλοι οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους
2158ἀνεπτύξατε, εἶναι ξένοι πρὸς τὴν ὑπόθεσιν· τὰ ὅπλα σας δὲν
2159μᾶς φθάνουν. Οὐδὲν ἀντετάξατε μέχρι τοῦδε κατὰ τῆς ἀλη-
2160θοῦς βάσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἡμεῖς στηρίζομεν τὴν ζητουμένην
2161ἀπαίτησιν· ἡ βάσις αὕτη εἶναι ἡ φιλανθρωπία, τὴν ὁποίαν ὑπα-
2162γορεύει ἡ ἐθνικὴ τιμή.»
2163Βλέπετε, κύριοι, ὅτι εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἐξετάσωμεν
2164ἐγγύτερον τὸν λόγον τῆς φιλανθρωπίας, τὸν μόνον λόγον, ὅστις
2165ὑπολείπεται σήμερον, καὶ πρέπει νὰ τὸ πράξωμεν καὶ μὲ τὸν
2166κίνδυνον αὐτὸν νὰ ἐπαναλάβωμεν ὅσα ἤδη διὰ μακρῶν ἀνεπτύ-
2167ξαμεν περὶ τούτου. Ἀναγνωρίζω, ὅτι ἡ ἐπανάληψις εἶναι πάν-
2168τοτε ὀχληρά, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ θέλει βεβαίως ἐκτιμήσει τὴν ἀνάγ-
2169κην αὐτῆς, θέλει μᾶς ἐπιτρέψει νὰ ὑπομνήσωμεν τὰ προῤῥηθέντα,
2170νὰ τὰ συμπληρώσωμεν, εἰ δυνατόν, διὰ νέων παρατηρήσεων,
2171νὰ καταστήσωμεν ἐναργῆ, κατάδηλον, ψηλαφητὸν τὸν χαρα-
2172κτῆρα τῆς ἀποζημιώσεως, τὴν ὁποίαν μᾶς ζητεῖ ἡ Ἀγγλία, διὰ
2173νὰ μὴ μείνῃ ἡ ἐλαχίστη περὶ τούτου ἀμφιβολία εἰς κανένα,
2174διὰ νὰ πεισθοῦν, ὅσοι θέλουν νὰ πεισθοῦν, ὅσοι δὲν ἔχουν συμφέ-
2175ρον νὰ καλύψουν τὴν ἀλήθειαν.
2176Εἶπον προχθές, κύριοι, ὅτι ὁ χαρακτὴρ τοῦ ἠθικοῦ καθήκον-
2177τος, ὁ διαχωρίζων αὐτὸ ἀπὸ τὴν ἔννομον ἀπαίτησιν, συνίστα-
2178ται εἰς τοῦτο, ὅτι ἀποῤῥέει ἐκ τῆς συνειδήσεως, ἐκ τῆς προαι-
2179ρέσεως τοῦ ὑποκειμένου, ἑπομένως δὲν ἔχει ἀντίστοιχον δι-
2180καίωμα, οὔτε εἶναι ἐπιδεκτικὸν ἐξωτερικοῦ ἐξαναγκασμοῦ οἱου-
2181δήποτε. Τὸ καθῆκον ἀναγνωρίζει ὁ ἄνθρωπος μόνος καὶ τὸ ἐκ-
2182τελεῖ αὐτοπροαιρέτως, ἐνῷ ἡ ἔννομος ὑποχρέωσις ἐπιβάλλεται
2183εἰς αὐτὸν κατά τε τὴν ἀναγνώρισιν καὶ τὴν ἐκτέλεσίν της. Ὁ
2184ἀναγνωρίζων οἱονδήποτε καθῆκον καὶ ἐκτελῶν αὐτὸ ὑπὸ ξένην
2185πίεσιν, εἶναι ἀνελεύθερος, εἶναι δοῦλος· ὁ δὲ μετερχόμενος τὴν
2186πίεσιν πρὸς ἀναγνώρισιν ἢ ἐκτέλεσιν ἁπλοῦ καθήκοντος, εἶναι
2187δεσπότης, εἶναι τύραννος, ἂν δὲν ᾖναι κοινὸς κακοῦργος. Ὁ
2188χαρακτὴρ οὗτος τοῦ ἠθικοῦ καθήκοντος εἶναι κοινὸς καὶ καθο-
2189λικός, διότι εὑρίσκεται εἰς τὸ βάθος τῆς συνειδήσεως παντὸς
2190ἀνθρώπου, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ πνευματική του ἀνάπτυξις,
2191ἐγκεχαραγμένος ὑπ’ αὐτῆς τῆς χειρὸς τοῦ πλάστου.
2192Ἀλλὰ τοιοῦτος ἆρά γε εἶναι, κύριοι, ὁ χαρακτὴρ τῆς ἀπο-
2193ζημιώσεως, τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκει ἡ Ἀγγλία; Ὑποδεικνύει ἆρά
2194γε εἰς ἡμᾶς ἡ Ἀγγλία φιλικῶς τὴν ἐκπλήρωσιν ἑνὸς ἠθικοῦ
2195καθήκοντος, ἢ ἐπιβάλλει τὴν ἀποζημίωσιν ὡς ἀνάγκην καὶ
2196ὑποχρέωσιν; Ἰδοὺ τὸ ζήτημα καθαρῶς τεθειμένον. Διὰ νὰ τὸ
2197λύσωμεν δέ, δὲν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ποῖον χαρακτῆρα ἔδω-
2198κεν ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις εἰς τὸ διάβημα τῆς Ἀγγλίας, ἀλλὰ
2199ποῖον χαρακτῆρα δίδει εἰς αὐτὸ ἡ ἰδία Ἀγγλία. Ὅθεν ἄσκο-
2200πον καὶ ἀνωφελὲς θεωρῶ νὰ ἐκτιμήσω τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ
2201ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου, διὰ τῶν ὁποίων ἠγωνίσθη
2202ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ὑπῆρξε πρόεδρος,
2203ἐδέχθη κατ’ ἀρχὴν τὴν ἀποζημίωσιν τῆς χήρας Λόϋδ, ὡς ἁ-
2204πλῆν πρᾶξιν φιλανθρωπίας· ὀφείλω μᾶλλον νὰ ἐξετάσω, καὶ
2205θὰ ἐξετάσω, ποῖον χαρακτῆρα δίδει εἰς τὴν ἀποζημίωσιν τῆς
2206χήρας Λόϋδ αὐτὴ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, ἥτις τὴν ἐπιδιώκει·
2207ἂν ζητῇ παρ’ ἡμῶν φιλανθρωπίαν καὶ ἔλεος διὰ τὴν χήραν Λόϋδ,
2208ἢ τὴν ἐκτέλεσιν ἐννόμου ὑποχρεώσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλο-
2209μεν νὰ ἐνδώσωμεν.
2210Πρὸ πάντων, κύριοι, ὀφείλω νὰ ἐπαναλάβω τὴν λίαν εὔστο-
2211χον παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἠκούσατε ἀπὸ τὸν
2212ἀξιότιμον βουλευτὴν Κερκύρας κ. Πολυλᾶν· Ἡ ἀποζημίωσις τῆς
2213χήρας Λόϋδ κατέστη, ὡς γνωστόν, ἀντικείμενον διπλωματι-
2214κῆς διαπραγματεύσεως μεταξὺ τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως καὶ
2215τῆς Ἀγγλικῆς. Πῶς συμβιβάζεται ἡ διπλωματικὴ αὕτη δια-
2216πραγμάτευσις μὲ τὸ αὐτόβουλον καὶ αὐτοπροαίρετον τοῦ ἠθι-
2217κοῦ καθήκοντος; Σημειώσατε δέ, Κύριοι, ὅτι ἐν τῇ διπλωμα-
2218τικῇ ταύτῃ διαπραγματεύσει, ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἀγγλίας δὲν
2219περιορίζεται νὰ ὑποδείξῃ ἁπλῶς εἰς τὴν ἡμετέραν τὸ ἠθικὸν
2220τοῦτο καθῆκον, δὲν ἐπικαλεῖται τὸ ἔλεος καὶ τὴν φιλανθρω-
2221πίαν ὑπὲρ τῆς χήρας Λόϋδ, ὄχι· ἀλλὰ διεκδικεῖ τὴν ἀποζη-
2222μίωσιν αὐτῆς, καθ’ ὃν τρόπον διεκδικοῦνται πάντοτε μεταξὺ
2223τῶν Κυβερνήσεων δικαιώματα ἀναντίῤῥητα τῶν ὑπηκόων των·
2224καὶ τὸ χείριστον πάντων, τὸ ἐπιδιωκόμενον δικαίωμα στηρί-
2225ζει ἐπὶ ἐνοχῆς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ κακούργημα
2226τοῦ Δηλίου.
2227Θέλετε, κύριοι, νὰ πεισθῆτε περὶ τούτου ἀνενδοιάστως; Ἐπι-
2228τρέψατέ μοι νὰ ἐπαναλάβω σήμερον ἐν ὀλίγοις ὅ,τι προχθὲς διὰ
2229μακρῶν ἀνέπτυξα. Ὁ κ. Ἔρσκιν εἰς τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον προ-
2230χθὲς σᾶς ἀνέγνωσα, ἐπικαλεῖται, ὡς ἐνθυμεῖσθε, δύω λόγους,
2231ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζει τὴν ἀποζημίωσιν τῆς χήρας Λόϋδ, τὴν
2232ὑπόσχεσιν τοῦ Βασιλέως καὶ τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ἀπεβίω-
2233σεν ὁ κ. Λόϋδ. Παραλείπω τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ Βασιλέως, διότι
2234αὕτη ἀπεδείχθη μὴ ἀληθής, τοὐλάχιστον ἀναφορικῶς πρὸς τὸ
2235δημόσιον ταμεῖον, καὶ ἐξετάζω τὰς ἰδιαιτέρας περιστάσεις, αἵ-
2236τινες συνώδευσαν τὸν θάνατον τοῦ κ. Λόϋδ. Ποῖαι εἶναι, κύριοι,
2237αἱ περιστάσεις αὗται, καὶ διατί τὰς ἐπικαλεῖται ἡ Ἀγγλία;
2238Συνιστῶσιν ἆρά γε ἰδιαιτέρως τὴν πρὸς τὴν χήραν φιλανθρω-
2239πίαν, ἢ συνιστῶσιν ὑπαιτιότητα καὶ ἐνοχὴν τῆς Ἑλλάδος κατ’
2240ἐξαίρεσιν τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου; Ἡ Ἀγγλία ἐπικα-
2241λεῖται τὰς περιστάσεις ταύτας διὰ νὰ παραστήσῃ, ὅτι ὑπάρχει
2242ἰδιάζουσα φιλανθρωπία διὰ τὴν χήραν Λόϋδ, ἢ διὰ νὰ ἀποδείξῃ,
2243ὅτι ὑπάρχει ἰδιαιτέρα ἐνοχὴ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς
2244τὸ κακούργημα τοῦ Δηλίου δι’ οἱονδήποτε λόγον; Διὰ νὰ πλη-
2245ροφορηθῆτε περὶ τούτου, δὲν ἔχετε εἰμὴ ν’ ἀνοίξητε τὸ φυλλά-
2246διον, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάρχουν τυπωμένα τὰ σχετικὰ διπλωμα-
2247τικὰ ἔγγραφα, καὶ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰ εἰς τὰς Ἀγγλικὰς Βου-
2248λὰς ὑποβληθέντα περὶ τούτου ἔγγραφα, ν’ ἀναπολήσητε τοὺς
2249λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξεφώνησαν ἐν αὐταῖς ῥήτορες πάσης πο-
2250λιτικῆς ἀποχρώσεως, τὰς ἀπαντήσεις τῶν ἁρμοδίων ὑπουργῶν
2251καὶ ὅ,τι ἀνάγεται εἰς τὴν δυστυχῆ ταύτην ὑπόθεσιν· καὶ εἶμαι
2252βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ σᾶς μείνῃ οὔτε σκιὰ ἀμφιβολίας, ὅτι αἱ
2253ἰδιαίτεραι αὗται περιστάσεις ἀναφέρονται εἰς ἐνοχὴν τῆς Ἑλ-
2254ληνικῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ κακουργήματος τοῦ Δηλίου καὶ
2255εἰς οὐδὲν ἄλλο.
2256Συγχωρήσατέ μοι νὰ θίξω ἁπλῶς γεγονότα τινά, διὰ νὰ σᾶς
2257δώσω ἀφορμὴν νὰ τὰ ἀναπολήσητε ὅλα καὶ σχηματίσητε οὕτω
2258πεποίθησιν ἀσφαλῆ καὶ ἀδιάσειστον ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Σᾶς
2259εἶπον, κύριοι, προχθές, ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τῆς ἀπαι-
2260σίας ὑποθέσεως τοῦ Ὠρωποῦ ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις ἠγωνίσθη
2261νὰ ἐπινοήσῃ, συγχωρήσατέ μοι τὴν φράσιν, ἰδιαιτέρας περιστά-
2262σεις, διὰ νὰ στηρίξῃ ἐπ’ αὐτῶν τὴν ἐνοχὴν τῆς ἑλλην. κυβερ-
2263νήσεως καὶ τοῦ ἑλλην. ἔθνους, διότι ἐγίνωσκεν, ὅτι ἀπὸ τῆς ἀπό-
2264ψεως τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου τοιαύτη ἐνοχὴ ἦτον ἐν-
2265τελῶς ἀνυποστήρικτος. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἅμα συνελήφθησαν οἱ
2266εὐγενεῖς αἰχμάλωτοι, ὁ Κ. Ἔρσκιν ἐν τῷ πρώτῳ ἐγγράφῳ, τὸ
2267ὁποῖον ἐπέδωκεν εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἔσπευσε νὰ παραστήσῃ,
2268ὅτι τὸ δυστυχὲς ἐκεῖνο συμβὰν ὠφείλετο εἰς ἀδικαιολόγητον
2269ὀλιγωρίαν τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν ἀρχῶν
2270καὶ ὅτι ἑπομένως δύσκολον θὰ ἦτο νὰ ἀποφύγῃ τὴν εὐθύνην
2271ἡ ἑλλην. Κυβέρνησις. Συγχρόνως ὁ μακαρίτης λόρδος Κλάρεν-
2272δων ῥητῶς καὶ καθαρῶς εἶπεν εἰς τὸν Κ. Βράϊλαν, ὅτι τὸ κα-
2273κούργημα τοῦ Δηλίου παρεσκευάσθη ἐνταῦθα ἐν Ἀθήναις, καὶ
2274ὅτι τὰ λύτρα ἤθελον διανεμηθῆ μεταξὺ τῶν λῃστῶν καὶ τῶν
2275ἐν Ἀθήναις συντρόφων των! Ὀλίγον μετὰ ταῦτα παρερμηνεύ-
2276θη μία φράσις τοῦ προέδρου τῆς τότε κυβερνήσεως Κ. Ζαΐμη,
2277καὶ παρεστάθησαν διακεκριμένα πρόσωπα τῆς ἀντιπολιτεύσεως
2278ὡς ἐνισχύσαντα τοὺς λῃστὰς νὰ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν ἀμνηστείαν
2279διὰ κομματικὰ συμφέροντα· μ’ ὅλην δὲ τὴν ἐπίσημον διάψευσιν
2280τοῦ Κ. Ζαΐμη, ἡ μαύρη ἐκείνη συκοφαντία οὐχ ἧττον ἐδημο-
2281σιεύθη καὶ διελαλήθη εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Ἐπὶ τέλους ὁ Κ.
2282Ἔρσκιν τῇ ἐντολῇ τῆς κυβερνήσεώς του ἐπροσπάθησε νὰ ἐπιῤῥί-
2283ψῃ τὴν ἐνοχὴν εἰς τοὺς ὑπουργοὺς τῶν ἐσωτερικῶν καὶ στρα-
2284τιωτικῶν τῆς τότε κυβερνήσεως, καθὼς καὶ εἰς τὸν τότε Νο-
2285μάρχην τῆς Εὐβοίας διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους ὅλοι ἐγνωρίζετε
2286ἤδη, καὶ τῶν ὁποίων τὸ κενὸν καὶ ἀνυπόστατον ἀπεδείχθη
2287τρανώτατα. Τὰς περιστάσεις ταύτας, κύριοι, δὲν στηρίζω ἐπὶ
2288ἁπλῶν εἰκασιῶν, οὔτε ἐπινοῶ αὐτὰς αὐθαιρέτως, ἀλλὰ τὰς
2289ἀντλῶ ἐξ ἐγγράφων ἐπισήμων, ἐν οἷς εἶναι διατετυπωμέναι
2290ῥητῶς, σαφῶς καὶ καθ’ ὅλας τὰς λεπτομερείας.
2291Ἐκτὸς τούτου αἱ περιστάσεις αὗται ἐπιμαρτυροῦνται δι’ ὅλων
2292τῶν συζητήσεων, αἵτινες ἐγένοντο περὶ τῶν Δηλιακῶν ἔν τε τῇ
2293ἄνω καὶ τῇ κάτω Βουλῇ τῆς Ἀγγλίας. Πάντες οἱ ῥήτορες, ὅσον
2294ἔλαβον τὸν λόγον, εἰς τὰς ἰδιαιτέρας ταύτας περιστάσεις στη-
2295ρίζονται, ταύτας ἀναλύουν, ταύτας κρίνουν καὶ ἐξελέγχουν,
2296καὶ δι’ αὐτῶν προσπαθοῦν ν’ ἀποδείξουν, ὅτι τὸ κακούργημα
2297τοῦ Δηλίου δὲν εἶναι σύνηθες ἔγκλημα, ἀλλ’ ἔχει πολιτικὴν τὴν
2298καταγωγὴν, καὶ ὅτι ἡ διαγωγὴ τῆς Ἑλλ. Κυβερνήσεως καὶ τῶν
2299ὀργάνων αὐτῆς ὑπῆρξεν ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος. Οἱ λόγοι,
2300Κύριοι, τοῦ Ῥάουνδελ Πάλμερ, τοῦ Ἑῤῥίκου Βοῦλβερ καὶ τοῦ
2301Κάβε ἐν τῇ Βουλῇ τῶν κοινοτήτων, τοῦ λόρδου Κάρναβων,
2302τοῦ Ῥέδκληφ καὶ αὐτοῦ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς συντηρητικῆς μερίδος
2303Μαρκησίου Σαλισβουρίας ἐν τῇ Βουλῇ τῶν λόρδων εἰς οὐδὲν ἄλλο
2304στρέφονται εἰμὴ εἰς τὰ γεγονότα ταῦτα, οὐδὲν ἄλλο ἐπιχειροῦ-
2305σι νὰ παραστήσωσιν εἰμὴ, ὅτι καὶ τῆς λῃστείας ἐν γένει καὶ
2306τοῦ κακουργήματος τοῦ Δηλίου ἰδίᾳ, ἔνοχος εἶναι ἡ κυβέρνησις
2307καὶ ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος. Μόνον ὡς πρὸς τὴν τραχύτητα τῆς
2308ἐκφράσεως ὑπάρχει διαφορά τις μεταξὺ τῶν ἐντίμων ῥητόρων,
2309ὁμολογητέον δὲ ὅτι εἰς τοῦτο προεξάρχουσιν ὁ Κ. Βοῦλβερ ἐν
2310τῇ Βουλῇ τῶν κοινοτήτων καὶ ὁ Κ. Κάρναβων ἐν τῇ Γερουσίᾳ·
2311διότι ὁ μὲν πρῶτος δὲν ἐδίστασε νὰ εἴπῃ ἀποτόμως: «ἡ Ἑλλ.
2312Κυβέρνησις καὶ οἱ πράκτορες αὐτῆς εἶναι πράγματι οἱ φονεῖς
2313τῶν συμπατριωτῶν μας» ὁ δὲ λόρδος Κάρναβων, ἀφοῦ ἐδικαιο-
2314λόγησε τὸν Κ. Ἔρσκιν, ὅστις εὑρέθη μόνος καὶ ἀβοήθητος ἐν
2315μέσῳ λαοῦ ἡμιβαρβάρου, ἐστήριξε τὴν ἐνοχὴν τῆς ἑλλ. κυβερ-
2316νήσεως ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ἁπλουστάτου καὶ ἀκαταμαχήτου συλλογι-
2317σμοῦ: «Ἂν ἡ ἑλλ. κυβέρνησις δὲν παρεῖχεν εἰς τοὺς περιηγητὰς
2318διαβεβαιώσεις ἀσφαλείας, ἢ ἂν ἐχορήγει τὴν ἀμνηστείαν εἰς
2319τοὺς λῃστὰς, ἢ ἂν δὲν ἀπέστελλε στρατεύματα εἰς Ὠρωπὸν, ἡ
2320καταστροφὴ αὕτη δὲν θὰ συνέβαινεν». Θαυμάσια!. Τίς δύναται
2321νὰ μὴ πεισθῇ ἀπὸ τοιαῦτα ἐπιχειρήματα; Ἂν, Κύριοι, δὲν εἶχε
2322παραταθῆ ὑπερμέτρως ἡ προκειμένη συζήτησις, ἤθελον σᾶς ἀνα-
2323γνώσει ὁλόκληρα τεμάχια ἐκ τῶν λόγων τούτων, διὰ ν’ ἀκού-
2324σετε ἀπὸ τοῦ στόματος τῶν Ἄγγλων ῥητόρων καὶ μὲ τὴν συ-
2325νήθη Ἀγγλικὴν τραχύτητα ποία ἡ ἔννοια, ποία ἡ σημασία τῶν
2326ἰδιαιτέρων περιστάσεων, τὰς ὁποίας ὁ Κ. Ἔρσκιν ἐπικαλεῖται
2327εἰς τὸ ἔγγραφόν του. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι καὶ ὁ λόρδος Κλάρεν-
2328δων ἐν τῇ ἄνω βουλῇ καὶ ὁ Σὶρ Γλάδστων ἐν τῇ βουλῇ τῶν
2329Κοινοτήτων ἠγωνίζοντο πάσῃ δυνάμει νὰ καταστείλωσι τὸν
2330ἄμετρον ζῆλον τῶν ῥητόρων, ὅστις παρέφερεν αὐτοὺς εἰς ὕβρεις
2331κατὰ τοῦ Ἑλλ. Ἔθνους, εἰς προτάσεις περὶ κατοχῆς, περὶ ἀπο-
2332στολῆς διοικητικοῦ ἐπιτρόπου, περὶ καταργήσεως τοῦ Συντάγ-
2333ματος κτλ. ἀλλ’ οὐχ ἧττον καὶ αὐτοὶ, Κύριοι, ἀνεγνώριζον, ὅτι
2334τὸ κακούργημα τοῦ Δηλίου παρουσιάζει ἰδιαιτέρας τινας περι-
2335στάσεις, ἐπιβαρυνούσας τὴν Ἑλλάδα. Οὕτως ὁ Κ. Γλάδστων,
2336ὁμιλῶν ἐν τῇ βουλῇ τῶν Κοινοτήτων περὶ τῶν σχέσεων καὶ τῆς
2337συνεννοήσεως τῶν ἐν Ἀθήναις πολιτικῶν μετὰ τῶν λῃστῶν,
2338εἶπε πρὸς τοῖς ἄλλοις τὰ ἑξῆς· «Εἰς τὸ μέρος τοῦτο τῆς πεν-
2339θίμου τραγῳδίας προσκρούομεν εἰς ἐλαττώματα τοῦ πολιτικοῦ
2340καὶ κοινωνικοῦ τῆς χώρας διοργανισμοῦ, τὰ ὁποῖα ἀνυψοῦσι τὸ
2341ἔγκλημα ὑπεράνω τῆς κατηγορίας συνήθους τινὸς καὶ μεμονω-
2342μένου συμβάντος».
2343Ἰδοὺ, Κύριοι, αἱ ἰδιαίτεραι περιστάσεις, τὰς ὁποίας θέτουν
2344ὡς δικαιολογητικὴν βάσιν τῆς ἀποζημιώσεως τῆς χήρας Λόϋδ.
2345«Ἔνεκα τῶν ἰδιαιτέρων περιστάσεων, γράφει ὁ Κ. Ἔρσκιν πρὸς
2346τὴν ἡμετέραν κυβέρνησιν, καθ’ ἃς ἀπεβίωσεν ὁ Κ. Λόϋδ, ἐκ-
2347φράζω τὴν ζωηρὰν ἐλπίδα τῆς κυβερνήσεώς μου, ὅτι ἡ ζη-
2348τουμένη ἀποζημίωσις θὰ πληρωθῇ.» Ἀφοῦ δὲ θέτει οὕτω τὸν
2349νόμιμον λόγον τῆς ἀπαιτήσεως, τὴν ὁποίαν μᾶς ἀπευθύνει,
2350ὁρίζει τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ διατεθῶσι τὰ χρήματα τῆς
2351ἀποζημιώσεως, προσθέτει, ὅτι μετὰ πολλὰς συνδιασκέψεις
2352τῆς Ἀγγλικῆς κυβερνήσεως μετὰ τῆς Κ. Λόϋδ συνεβιβάσθησαν
2353μεταξὺ των νὰ ζητήσωσιν ἀπὸ τὴν Ἑλλ. κυβέρνησιν, ἀντὶ ἐτη-
2354σίας συντάξεως, ἄμεσον ἀποζημίωσιν ἐκ 10 χιλιάδων λιρῶν,
2355καὶ συμπεραίνει παρακελεύων τὴν Ἑλλ. κυβέρνησιν νὰ ἐκτελέσῃ
2356τὸν συμβιβασμὸν τοῦτον ἄνευ ἀναβολῆς.
2357Οὕτω, κύριοι, ὁμιλεῖ, οὕτω γράφει, οὕτως ἐπιτάττει ὁ ἐπι-
2358καλούμενος τὴν φιλανθρωπίαν τοῦ ἄλλου, ὁ ζητῶν ἔλεος καὶ φι-
2359λανθρωπίαν; Τί ἤθελεν εἴπει ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς κυβερ-
2360νήσεως ἂν παρουσιάζετό τις εἰς τὴν οἰκίαν του καὶ τῷ ἔλεγε
2361τὰ ἑξῆς· «Διὰ τὴν δεῖνα καὶ δεῖνα περίστασιν ὑπῆρξες αἰτία
2362νὰ πάθω τὴν δεῖνα ζημίαν ἢ καταστροφήν· μοὶ ὑπεσχέθης νὰ
2363μοὶ δίδῃς διὰ τοῦτο 200 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ἀλλ’ ἐγὼ σκε-
2364φθεὶς μετὰ τῶν οἰκείων ἀπεφάσισα μετ’ αὐτῶν νὰ ζητήσω ἀντὶ
2365τούτου ἄμεσον ἀποζημίωσιν ἐκ δραχμῶν 20 χιλιάδων, καὶ σὲ
2366παρακαλῶ νὰ μοὶ πληρώσῃς τὸ ποσὸν τοῦτο ἄνευ ἀναβολῆς;»
2367Ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἔλεος καὶ φιλανθρωπίαν θὰ τοῦ ἐζήτει, ἢ ἐκ-
2368πλήρωσιν ἐννόμου ὑποχρεώσεως, στηριζομένης ἐπὶ ἐνοχῆς; Ἂν
2369δὲ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔσπευδε νὰ πληρώσῃ τὴν ζητουμένην
2370ἀποζημίωσιν ἤθελεν ἆρά γε πείσει ἑαυτὸν καὶ τὸν κόσμον, ὅτι
2371συνεκινήθη ἐκ τῆς καταστάσεως τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἐκ φιλανθρωπίας
2372τὸν συνέδραμε διὰ νὰ μὴ τὸν ἴδῃ περιφέροντα τὸν δίσκον τοῦ
2373ἐλέους, ἢ ἤθελε θεωρηθῆ παρὰ πάντων, ὅτι ἀνεγνώρισεν ἐμμέ-
2374σως καὶ καθαρῶς τὴν ἰδίαν του ἐνοχὴν διὰ τῆς πληρωμῆς;
2375Τῇ ἀληθείᾳ, κύριοι, ἢ ἐγὼ ἀπώλεσα ἐντελῶς τὴν ἔννοιαν τοῦ
2376καθήκοντος καὶ δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ διακρίνω αὐτὸ ἐν-
2377τελῶς ἀπὸ τῆς ἐννόμου ἀπαιτήσεως, ἢ ὅσα ἀκούω νὰ λέγωνται
2378περὶ τούτου ἀπὸ σπουδαίους ἀνθρώπους εἶναι ἀνεξήγητα καὶ
2379ἀκατάληπτα.
2380Φιλανθρωπία! Ὡραία, μαγευτικὴ λέξις! Δίδετε λοιπὸν ση-
2381μαντικὸν μέρος τοῦ προϋπολογισμοῦ σας εἰς ξένην Κυρίαν, τῆς
2382ὁποίας ὁ ἀνὴρ ἔτυχε νὰ ἔλθῃ μίαν ἡμέραν εἰς τὴν Ἑλλάδα, νὰ
2383κάμῃ ἐκδρομὴν μετ’ ἄλλων εἰς τὸν Μαραθῶνα, νὰ μὴ λάβῃ
2384καμμίαν προφύλαξιν εἰς τὸν δρόμον καὶ νὰ πέσῃ θῦμα τοιού-
2385του διασκεδαστικοῦ κινδύνου· συγκινεῖσθε διὰ τὴν θέσιν τῆς ἀξιο-
2386τίμου ταύτης χήρας, τὴν ὁποίαν θέτει εἰς τὴν φιλάνθρωπον προ-
2387στασίαν σας ἡ Ἀγγλία· δὲν καταδέχεσθε νὰ τὴν βλέπετε πε-
2388ριφέρουσαν τὸν δίσκον τοῦ ἐλέους εἰς τὰς πόλεις τῆς Εὐρώπης,
2389καὶ κάμνετε τόσον γενναίαν θυσίαν ὑπὲρ αὐτῆς χωρὶς νὰ λά-
2390βετε ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν σας. Ἀλλ’ ἀ-
2391φοῦ, κύριοι, εἶσθε τόσον γενναῖοι πρὸς τὴν ξένην ταύτην χήραν,
2392διατὶ δὲν ἔχετε ἀνάλογον γενναιότητα πρὸς χήρας καὶ ὀρφανὰ
2393ἐνδόξων ἀγωνιστῶν, οἵτινες ἐδημιούργησαν αὐτὸ τὸ Κράτος;
2394Τὶ δίδετε εἰς τὰ δυστυχῆ ταῦτα ὄντα, τὰ ὁποῖα περιφέρονται
2395μὲ τὸν δίσκον ἀνὰ χεῖρας ἐπαιτοῦντα τὸν πικρὸν τῆς ζωῆς ἄρ-
2396τον, ὄχι εἰς τὰς πόλεις τῆς Εὐρώπης, ἀλλὰ πρὸ τῶν ἰδίων ὀ-
2397φθαλμῶν σας; Τὶ δίδετε εἰς ἄλλα ἔρημα καὶ δυστυχισμένα ὄντα,
2398τὰ ὁποῖα ἀπωρφάνισαν οἱ λῃσταὶ, καὶ τὰ ὁποῖα μένουν εἰς τοὺς
2399τέσσαρας δρόμους, συντηρούμενα ὑπὸ τοῦ κοινοῦ ἐλέους; Πῶς
2400συμβιβάζεται αὐτὴ ἡ μεγάλη, ἡ ὑψηλὴ γενναιοδωρία, ἡ θυσιάζουσα
2401τόσον εὐκόλως ἱκανὸν μέρος τῶν δημοσίων προσόδων πρὸς τὴν
2402ταπεινὴν, τὴν ἄκαμπτον γλισχρότητα, τὴν μὴ θυσιάζουσαν οὔτε
2403ἓν λεπτόν; Ποῖον θὰ πείσετε, ὅτι πληρόνεται 300,000 δραχ-
2404μῶν πρὸς ξένην γυναῖκα ἑκουσίως, αὐτοπροαιρέτως, χάριν ἁπλῆς
2405φιλανθρωπίας, ὅτε παραγνωρίζετε καθ’ ἑκάστην τὰ ἱερώτερα τῶν
2406καθηκόντων, καὶ πνίγετε τὰ τρυφερώτερα τῶν αἰσθημάτων
2407χάριν τῆς οἰκονομίας, ἥτις ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς σήμερον ὡς ἀ-
2408πόλυτος καὶ ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη;
2409Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ μείνῃ οὔτε σκιὰ ἀμφιβολίας περὶ τοῦ ἀλη-
2410θοῦς χαρακτῆρος τῆς ἀποζημιώσεως τῆς χήρας Λόϋδ, ἐπιτρέ-
2411ψατέ μοι, κύριοι, νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ τοῦ πρω-
2412θυπουργοῦ τῆς Ἀγγλίας, τοῦ Σὶρ Γλάδστωνος. Κατὰ τὴν τε-
2413λευταίαν συζήτησιν, ἥτις ἐγένετο πέρυσιν ἐν τῇ Βουλῇ τῶν
2414Κοινοτήτων περὶ τῶν Δηλιακῶν, ὁ Σὶρ Ἐῤῥῖκος Βοῦλβερ
2415συμπεραίνων ἔθηκε τὸ ζήτημα ὡς ἑξῆς· «Ἂν ὁ ἔντιμος
2416φίλος μου νομίζῃ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις οὐδεμιᾶς μομ-
2417φῆς κατέστη ἀξία, ἂς τὸ εἴπῃ εἰλικρινῶς καὶ ἀναφανδόν·
2418ἀλλ’ ἂν φρονῇ ὅτι ἐπολιτεύθη ἐνόχως, τότε παρακαλῶ αὐτὸν
2419νὰ εἴπῃ τίνα ἱκανοποίησιν σκοπεύει νὰ ζητήσῃ ἡ Κυβέρνησις
2420διὰ τὸ αἷμα τῶν ἡμετέρων συμπολιτῶν». Τί δὲ ἀπαντᾷ εἰς
2421ταῦτα ὁ κύριος Γλάδστων; Ἀκούσατε, κύριοι· «Ὁ εὐγενὴς
2422φίλος μου ἐρωτᾷ, ποίαν ἱκανοποίησιν θὰ ζητήσωμεν παρὰ τῆς
2423Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως; Ἐν πρώτοις καθῆκον ἡμῶν εἶναι νὰ
2424ἐπιτύχωμεν παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως χρηματικὴν
2425ἀποζημίωσιν ὑπὲρ τῆς χήρας Λόϋδ. Ὁ θάνατος τοῦ λόρδου
2426Κλαρενδῶνος ἀνέβαλεν ἐπ’ ὀλίγον τὴν αἴτησιν ἀποζημιώσεως·
2427οὐχ ἧττον τὸ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργεῖον ἐπελήφθη αὖθις
2428τοῦ ζητήματος». Εἶναι δὲ περίεργον, κύριοι, ὅτι ὁ κ. Ἔρσκιν
2429ἀρχίζει τὸ ἔγγραφόν του πρὸς τὴν Κυβέρνησίν μας ἀπὸ τῶν
2430τελευταίων τούτων λέξεων τοῦ κ. Γλάδστωνος· «Ἕνεκα, γράφει,
2431τοῦ θανάτου τοῦ κόμητος Κλαρενδῶνος καὶ τῶν ἀσχολιῶν, αἵ-
2432τινες ἐπεβάρυνον τὸν κόμητα Γρανβὶλ, ἀναλαβόντα τὴν διεύ-
2433θυνσιν τοῦ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργείου, ἡ Κυβέρνησις τῆς
2434Α. Μ. ἀνέβαλε τὸ ζήτημα περὶ συντάξεως ἀπονεμητέας τῇ
2435κυρίᾳ Λόϋδ κτλ.». Εἶναι σαφές; Βλέπετε τώρα καθαρῶς, ψη-
2436λαφητῶς, τὴν πηγὴν, ἐξ ἧς ἀποῤῥέει ἡ ἀποζημίωσις τῆς χήρας
2437Λόϋδ; Καὶ εἶναι λοιπὸν ἐπιτετραμμένον ἐναντίον πανδήμων
2438καὶ καθαρῶν διακηρύξεων τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἀγγλίας, ἐναν-
2439τίον ἐπισήμων ἐγγράφων, εἰς τὸ πεῖσμα τῆς ἀληθείας, εἰς τὸ
2440πεῖσμα τῶν πραγμάτων καὶ αὐτοῦ τοῦ ὀρθοῦ λόγου, νὰ ἐπι-
2441μένωμεν ἡμεῖς θέλοντες νὰ πείσωμεν ἑαυτοὺς καὶ τοὺς ἄλλους,
2442ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἐννόμου ὑποχρεώσεως, δὲν πρόκειται
2443περὶ ἱκανοποιήσεως, ἀλλὰ περὶ ἁπλοῦ καθήκοντος φιλανθρώπου
2444κυβερνήσεως καὶ φιλανθρώπου Βουλῆς, ἐνῷ οἱ Ἄγγλοι, οἱ ὁποῖοι
2445ἀπαιτοῦν τὴν ἀποζημίωσιν φανερὰ, ἄνευ ἀποσιωπήσεων καὶ
2446περιστροφῶν διακηρύτουν, ὅτι τὴν ἀπαιτοῦν ὡς ἱκανοποίησιν διὰ
2447τὴν ἐνοχὴν τῆς Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως;
2448Ἀλλ’ ὄχι· σεῖς οἱ ἴδιοι δὲν πιστεύετε εἰς ὅσα θέλετε νὰ
2449κάμετε τοὺς ἄλλους νὰ πιστεύσωσιν. Ἡ ἐνδόμυχος πεποίθησίς
2450σας ἐξεδηλώθη, μ’ ὅλην τὴν προσπάθειαν, τὴν ὁποίαν κατεβά-
2451λετε νὰ τὴν ἀποκρύψητε. Καὶ τῳόντι, κύριοι, τὸ ἐνθυμεῖσθε· ὁ
2452ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως, ἀφοῦ ἐζήτησε νὰ σᾶς συγ-
2453κινήσῃ διὰ τοῦ αἰσθήματος τῆς φιλανθρωπίας, δὲν ἔλλειψε νὰ
2454προσθέσῃ καὶ τὰς ἑξῆς λίαν ἐκφραστικὰς λέξεις· «Θέλετε, εἶπε,
2455νὰ μᾶς δείξωσι τὴν μάστιγα διὰ νὰ ἐνδώσωμεν;......»
2456§88ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σεῖς τὸ εἴπατε καὶ τὸ εἴπαμεν καὶ
2457ἡμεῖς.
2458§89ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡμεῖς τὸ εἴπαμεν πολεμοῦντες τὸν λόγον τῆς
2459βίας· ἀλλὰ σεῖς, οἵτινες προβάλλετε τὴν φιλανθρωπίαν, σεῖς
2460πῶς ἐνθυμήθητε τὴν μάστιγα; ὡραία ἀληθῶς φιλανθρωπία,
2461ἥτις περιφέρεται οὐχὶ πλέον μὲ τὸν δίσκον, ἀλλὰ μὲ τὴν μά-
2462στιγα ἀνὰ χεῖρας! Ἡ μαστιγοφόρος αὕτη φιλανθρωπία τόσον
2463πολὺ συμβιβάζεται μὲ τὴν ἀληθῆ φιλανθρωπίαν, ὅσον συμβι-
2464βάζεται ἡ ἐξευτελιστικὴ πρᾶξις τῆς πληρωμῆς τῶν δέκα χιλιά-
2465δων λιρῶν, δι’ ἧς ἀνακηρύττεται πανδήμως ἡ ἐνοχὴ ἡμῶν εἰς
2466τὸ ἀποτρόπαιον κακούργημα τοῦ Δήλεσι, μὲ τὴν ἐθνικὴν τιμὴν,
2467τὴν ὁποίαν δὲν ὤκνησε νὰ ἐπικαλεσθῇ ὁ ἀξιότιμος κύριος πρω-
2468θυπουργός. Ὄχι, κύριοι· καμμίαν σχέσιν δὲν ἔχει, δὲν δύναται
2469νὰ ἔχῃ ἡ φιλανθρωπία μὲ τὴν μάστιγα, οὔτε ἡ πάνδημος ἀνα-
2470γνώρισις τῆς ἐνοχῆς μὲ τὴν τιμὴν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος τὴν ἀνα-
2471γνωρίζει, ὅταν μάλιστα δὲν ᾖναι ἔνοχος. Συγκλώθετε τὰ ἀσύγ-
2472κλωστα συνδέετε τὰ ἀσύνδετα, συνεξομοιοῦτε τὰ ἀνόμοια καὶ
2473τὰ ἀντίθετα, Διατί; διὰ νὰ πείσητε τοὺς ἁπλουστέρους, ὄχι
2474τὸν ἑαυτόν σας, διότι σεῖς ἔχετε ἐναντίαν πεποίθησιν, διὰ νὰ
2475πείσητε τὸν κόσμον, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀναγνωρίσεως ἐνο-
2476χῆς, οὔτε περὶ ἐξωτερικῆς πιέσεως, οὔτε περὶ ἐνόμου ἀπαιτή-
2477σεως, ἄπαγε! ἀλλὰ περὶ εὐγενοῦς αἰσθήματος συμπαθείας, περὶ
2478ἁπλοῦ καθήκοντος φιλανθρωπίας ὑπὲρ δυστυχοῦς χήρας, ἀξίας
2479τῆς περιθάλψεως ἡμῶν! Ἀλλὰ λησμονεῖτε, ὅτι οὕτω πολιτευό-
2480μενοι προσβάλλετε τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, τοῦ ὁποίου
2481τὰς ἀρχὰς φέρετε πάντοτε ἀνὰ στόμα, τοῦ ὁποίου τὴν σημαίαν
2482χθὲς ἔτι εἴχετε τόσον ὑψηλὰ ἀναπεπταμένην· κοινοβουλευτικὸν
2483πολίτευμα θὰ εἴπῃ παῤῥησία, εἰλικρίνεια, εὐθύτης εἰς πᾶσαν
2484πρᾶξιν τῆς ἐξουσίας· ἄλλως καθίσταται ἀδύνατος ὁ ἔλεγχος τῆς
2485Βουλῆς καὶ τῆς δημοσίας γνώμης ἐπὶ τῶν πράξεων τῆς διοι-
2486κήσεως. Λησμονεῖτε ὅτι ζητοῦντες ν’ ἀποκρύψητε τὸν ἀληθῆ
2487λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ὑποβάλλετε καὶ ὑποστηρίζετε τὴν προ-
2488κειμένην πίστωσιν, ἐπαυξάνετε τὴν ταπείνωσιν καὶ τὸν ἐξευτε-
2489λισμὸν, τὸν ὁποῖον ὑφίσταται τὸ ἔθνος διὰ τῆς πληρωμῆς τῆς
2490τοιαύτης ἀποζημιώσεως. Δὲν εἶναι, κύριοι, ἄξιον τῆς Βουλῆς,
2491δὲν εἶναι ἄξιον τῆς κυβερνήσεως, δὲν εἶναι ἄξιον τοῦ ἔθνους νὰ
2492ζητῶμεν νὰ κρυφθῶμεν ὑπὸ τοιαύτας ἐλεεινὰς προφάσεις,
2493εἰς τὰς ὁποίας κανεὶς δὲν πιστεύει, ὀλιγώτερον δὲ πάντων
2494ἡμεῖς οἱ ἴδιοι. Προτιμότερον, ἀξιοπρεπέστερον θὰ ἦτον
2495ἂν ἡ κυβέρνησις, προσερχομένη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ
2496κοινοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἐξωμολογεῖτο εἰλικρινῶς ὅλην τὴν ἀλή-
2497θειαν, ἂν μᾶς ἐφανέρωνε τὸν πραγματικὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον
2498φρονεῖ, ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ν’ ἀποτίσωμεν τὴν ὀφειλομέ-
2499νην ἀποζημίωσιν. Οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦτο ὁ λόγος οὗτος, ὅσον
2500δήποτε πικρὰ καὶ ἂν ἦτο ἡ ἀλήθεια, εὐπρεπέστερον θὰ ἦτο καὶ
2501δι’ ἡμᾶς καὶ διὰ τὸ ἔθνος νὰ ἐνδώσωμεν ἐν γνώσει τῶν πραγ-
2502μάτων καὶ τῆς ἀληθείας, καὶ νὰ μὴ προσθέσωμεν δι’ ἀναξίων
2503ὑπεκφυγῶν εἰς τὸν ἐξευτελισμὸν, ὅστις μᾶς ἐπιβάλλεται. Λυ-
2504ποῦμαι, διότι τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἐξετίμησε δεόντως τὴν θέσιν
2505καὶ τὸ καθῆκόν του ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος· λυποῦ-
2506μαι, διότι ἐπροσπάθησεν ἐκ παντὸς τρόπου νὰ κρυφθῇ, νὰ ὑπεκ-
2507φύγῃ, νὰ μὴ ὁμολογήσῃ τὴν ἀλήθειαν, ἀλλὰ νὰ προβάλῃ προ-
2508φάσεις καὶ ἐπιχειρήματα, περὶ τῆς ἀξίας τῶν ὁποίων οὔτ’
2509αὐτὸ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τὴν ἐλαχίστην πεποίθησιν. Τοσοῦτον δὲ
2510προέβη, κύριοι, εἰς τὸ σύστημα τοῦτο τῆς ἀποσιωπήσεως καὶ
2511ὑπεκφυγῆς, ὥστε ἔῤῥιψε τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, χωρὶς
2512κἂν νὰ τὸ συνοδεύσῃ μὲ μίαν δικαιολογητικὴν ἔκθεσιν.....
2513§90ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς πόσα νομοσχέδια ἔχετε δικαιολο-
2514γητικὴν ἔκθεσιν;
2515§91ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἰς ὅλα τὰ σπουδαῖα· ἢ μὴ τυχὸν, κύριε πρόε-
2516δρε, ἐθεωρήσατε τὸ παρὸν νομοσχέδιον μὴ σπουδαῖον καὶ ἀνά-
2517ξιον νὰ τὸ δικαιολογήσητε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ κοινόν; Οὕ-
2518τως ὑποβάλλονται νομοσχέδια θίγοντα τὴν τιμὴν τοῦ ἔθνους,
2519χωρὶς νὰ συνοδεύωνται μὲ μίαν τοὐλάχιστον δικαιολογητικὴν
2520ἔκθεσιν;
2521Κύριοι, προδότης τῆς πατρίδος, εἶπε προχθὲς ὁ ἀξιότιμος
2522βουλευτὴς Μεσολογγίου, θὰ ἦναι ἐκεῖνος ἐξ ἡμῶν, ὅστις, ἔχων
2523τὴν πεποίθησιν ὅτι πρόκειται περὶ ἐννόμου ὑποχρεώσεως, θὰ
2524ψηφίσῃ ὑπὲρ τῆς ζητουμένης πιστώσεως. Ἀλλ’ ὑπάρχει κανεὶς
2525μεταξὺ ὑμῶν, ὅστις τὴν στιγμὴν ταύτην ἀμφιβάλλει εἰλικρι-
2526νῶς περὶ τούτου; Δὲν θέλω, δὲν δύναμαι ν’ ἀδικήσω κἀνένα·
2527μοὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποθέσω, ὅτι ὑπάρχει τις ἐξ ἡμῶν, ὅστις
2528θεωρεῖ σπουδαίαν τὴν πρόφασιν, ὅτι πρόκειται περὶ φιλανθρω-
2529πίας, καὶ ὅστις νὰ μὴ ἦναι ἐνδομύχως πεπεισμένος, ὅτι ἡ
2530ἀποζημίωσις τῆς Λόϋδ μᾶς ἐπιβάλλεται ὡς ὑποχρέωσις, ὡς
2531ἱκανοποίησις διὰ τὸ κακούργημα τοῦ Δηλίου, εἰς τὸ ὁποῖον μᾶς
2532θεωροῦν συνενόχους. Ἀπέναντι λοιπὸν τῆς φοβερᾶς εὐθύνης, τὴν
2533ὁποίαν ἀπέδειξεν εἰς ἡμᾶς αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσο-
2534λογγίου, ἐλπίζω, κύριοι, ὅτι θὰ σιγήσῃ πᾶσα ἄλλη δευτερεύ-
2535ουσα σκέψις, ὅτι θὰ ἐξαφανισθῇ πᾶς ἄλλος πλάγιος λόγος, ὅτι
2536οὐδὲν αἴσθημα ταπεινῆς προσωπικῆς φιλοτιμίας, ἢ ταπεινοτέ-
2537ρων ἔτι κομματικῶν συμφερόντων, θέλει ἐπισκοτίσει κατὰ τὴν
2538κρίσιμον ταύτην στιγμὴν τὴν συνείδησιν καὶ ἀπόφασίν σας,
2539ἀλλ’ ὁμόφωνος ἡ Βουλὴ θέλει ἀποκρούσει μετ’ εὐγενοῦς ἀγανα-
2540κτήσεως ἀπαίτησιν, καταπατοῦσαν τοὺς νόμους τῆς πολιτείας
2541καὶ καθυβρίζουσαν τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος. (Εὖγε, χειροκροτή-
2542ματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
2543§92ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σᾶς ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ
2544ἐννοήσω ὡς σύστημα πολιτικῆς, ἄξιον καὶ τοῦ ζητήματος, ἄ-
2545ξιον καὶ τοῦ Κοινοβουλίου, τὴν γνώμην τῶν λίαν ἐντίμων συν-
2546αδέλφων μας, οἱ ὁποῖοι ἠγόρευσαν ἐναντίον τῆς προτάσεως, τὴν
2547ὁποίαν συζητεῖτε, διότι παρετήρησα, ὅτι περὶ οὐδενὸς ἄλλου ἐ-
2548φρόντισαν εἰμὴ μόνον νὰ μετέλθωσι πᾶν μέσον, νὰ ἐξαντλήσωσι
2549ὅλην αὑτῶν τὴν εὐγλωττίαν διὰ ν’ ἀποδείξωσιν ὅτι πρόκειται
2550περὶ ἀπαιτήσεως, καὶ νὰ καταστρέψωσι τὸ εὐγενὲς τῆς ὑποθέ-
2551σεως, ὅτι δηλ. πρόκειται περὶ βοηθήματος προερχομένου ἀπὸ
2552εὐσπλαγχνίαν καὶ ἀπὸ αἴσθημα φιλανθρωπίας. Μὲ ἄλλας λέ-
2553ξεις κατέγειναν νὰ κλείσωσι μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τοῦ πνεύματός
2554των μίαν θύραν, ἡ ὁποία εἶναι ἀνοικτὴ, χωρὶς νὰ δυνηθῶσι, κύ-
2555ριοι, νὰ μᾶς παρουσιάσωσι ἓν σχέδιον, νὰ μᾶς παρουσιάσωσιν
2556μίαν πρότασιν, νὰ μᾶς παρουσιάσωσι μίαν διέξοδον· διότι ὅλοι
2557οἱ ἀγορεύσαντες εἰς τοῦτο κατέληξαν πάντοτε, «βία δὲν ἐπί-
2558κειται»· καὶ ἤντλησαν τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην ἐκ τῶν λό-
2559γων ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπεστηρίξαμεν τὴν πρότασιν. Ἀφήσατε,
2560κράζουσι, νὰ ἔλθῃ ἡ βία, ἀφήσατε τὴν βίαν νὰ πλησιάσῃ, καί
2561τις τῶν ῥητόρων εἶπε «νὰ ἴδωμεν τὸ τελεσίγραφον καὶ τότε
2562ἐνδίδομεν.»
2563Ἤθελον τοὺς ἐννοήσει ἐὰν ἤρχοντο μὲ σύστημα πολιτικὸν,
2564ἐὰν ἐπαρουσίαζον μίαν διέξοδον καὶ παραβάλλοντες τὴν δόξαν,
2565τὴν ὁποίαν ἐπρότειναν πρὸς τὴν δόξαν, τὴν ὁποίαν ἔχουν οἱ πο-
2566λεμοῦντες αὐτὴν, παραβάλλοντες τὰς ἀρετὰς τῆς μιᾶς πρὸς τὰς
2567τῆς ἄλλης, ἤθελον πείσει, ὅτι ἡ μὲν γνώμη αὐτῶν εἶναι νόμι-
2568μος ὀρθὴ, καὶ λογικὴ, αὐτοὶ δὲ εὐφυεῖς καὶ φιλοπάτριδες, ἐκ-
2569πληροῦντες καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς περιστάσεις ἐκ-
2570τάκτους. Ἀλλὰ νὰ ἐξαντλῶνται μόνον διὰ νὰ δείξωσι διέξο-
2571δον, ὁποίαν δεικνύουσι, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀξία αὐτῶν, δὲ
2572τοὺς τιμᾷ πολύ. Δὲν εἶναι ἄξιον αὐτῶν νὰ εἴπωσιν εἰς τὴν βου-
2573λὴν, περιμένετε νὰ ἔλθῃ ἡ βία καὶ νὰ δοθῇ τὸ τελεσίγραφον
2574καὶ τότε ἐνδίδετε». Ἐν ᾧ, ἐὰν ἠκολουθῆτε τοὺς πατέρας ἡμῶν,
2575οἱ ὁποῖοι οὔτε εἰς βίαν, οὔτε εἰς τελεσίγραφον, οὔτε εἰς κανένα
2576κίνδυνον ἀπεφάσισαν ἐπὶ τοῦ ἀγῶνος νὰ ἐνδώσωσι. Τοιαῦτα μέ-
2577τρα ἤθελον τὰ ἐννοήσει, ἤθελον καταλάβει, ὅτι ἀπεφασίσαμεν
2578ν’ ἀκολουθήσωμεν ἓν πολιτικὸν σύστημα. Τοιαύτας ἰδέας τὰς εἴ-
2579δομεν πολλάκις νὰ τὰς ἐγκολπωθῶσι τὰ ἔθνη· ἀλλὰ ἰδέαι καὶ
2580προτάσεις, ὁποίας μᾶς ἐπρότειναν καθ’ ὅλας τὰς ἡμέρας ταύτας,
2581δὲν εἶναι ἄξιαι τῶν ἐθνῶν.
2582Ἀλλὰ τὸ περιεργότατον, κύριοι, πάντων εἶναι ὅτι μὲ τὸ ἐν-
2583τελέστερον μικροσκόπιον ἐπροσπάθησαν νὰ εὕρουν εἰς βάθος βαθὺ
2584τὸν χαρακτῆρα τῆς ἀπαιτήσεως ἐν τῇ συστάσει τῆς Ἀγγλικῆς
2585Κυβερνήσεως ὑπὲρ τῆς χήρας Λόϋδ· ἂς μὲ συγχωρήσουν ὅμως
2586νὰ τοὺς εἴπω ὅτι ματαίως ἐκοπίασαν. Λέγουν, ὅτι «ἡ ὑπόθε-
2587σις ἡ σημερινὴ ἔχει τὸν χαρακτῆρα τῆς ἀπαιτήσεως, καὶ μὴν
2588ἀκούετε τὸν κύριον πρωθυπουργὸν, μὴν ἀκούετε τὸν πρώην
2589πρωθυπουργὸν, ὅλοι αὐτοὶ θέλουν νὰ ὀχυρωθοῦν ὄπισθεν
2590σοφισμάτων διὰ νὰ λάβουν τὴν ψῆφόν σας». Καὶ τί
2591συμφέρον ἔχομεν, κύριοι, νὰ ὀχυρωθῶμεν ὄπισθεν σοφι-
2592σμάτων, ζητοῦντες τὴν ψῆφον κανενός; Θέλετε νὰ μᾶς τα-
2593πεινώσητε εἰς τόσον βαθμὸν ὡς μᾶς ἐξευτέλισαν ὑβρισταὶ
2594τῆς Ἑλλάδος, εἰπόντες ὅτι οἱ πολιτικοὶ αὐτῆς κεῖνται
2595τόσον χαμηλὰ καὶ φρονοῦσι τόσον ταπεινά; Καὶ ποῖον συμφέ-
2596ρον ἀντλήσωμεν ἐκ τῶν σοφισμάτων; καὶ ὁποῖον συμφέρον θὰ
2597εὕρωμεν κρυπτόμενοι; Θὰ χάσῃ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ἐὰν χά-
2598σῃ τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν κινδυνεύει ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ
2599χάσῃ; Θὰ ζητήσω δὲ ἐγὼ τί παρ’ ὑμῶν ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας εὑ-
2600ρισκόμενος καὶ οὐδεμίαν ἐπιθυμίαν κολακεύων; Ἀπόδειξις εἶναι
2601ὅτι τρεῖς ἡμέρας συζητοῦμεν καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν
2602εἰς λύσιν· ἡ δὲ λύσις θὰ ἔλθῃ διὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς βου-
2603λῆς. Ἀποκρούομεν λοιπὸν τὰς αἰτιάσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ
2604σᾶς χρησιμεύσωσι καὶ νὰ σᾶς ὑποστηρίξωσιν, ὄχι ὅμως προτεί-
2605νοντας σωτήριον ἰδέαν, ἀλλὰ θέλοντας τῳόντι διὰ σοφισμάτων
2606νὰ ἐπιβάλετε τὴν ἰδικήν σας ὡς αὐθαίρετον.
2607Τί ἠθέλατε, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, τί ἠθέλατε νὰ ματαιοπονή-
2608σητε τρεῖς ἡμέρας; Τί ἠθέλατε καὶ κατεγίνεσθε ν’ ἀποδείξητε
2609τὰ ἄτοπα τῆς ἀπαιτήσεως καὶ τὰ κακὰ τῆς ὑποχωρήσεως, ἀφοῦ
2610οὔτε περὶ ἀπαιτήσεως πρόκειται, οὔτε περὶ ὑποχωρήσεως πρό-
2611κειται; Τὴν ἔκαμαν ὅμως τὴν ἀπαίτησιν, λέγουν, φανερὰν ἐν
2612τοῖς ἐγγράφοις καὶ εἰς τὰς συζητήσεις τὰς ἀγγλικάς· καὶ τὸ
2613φῶς τοῦτο, εἶπέν τις ἐκ τῶν ἀγορευσάντων, τὸ χρεωστοῦμεν εἰς
2614τὴν ὁμιλίαν τοῦ κυρίου Δεληγεώργη. Πρῶτον ἂς μὲ συγχωρήσῃ
2615ὁ ἀξιότιμος ἐκεῖνος συνάδελφος νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι δὲν ἐπίστευ-
2616ον ποτὲ, ἀφοῦ ἡ Ἑλλὰς ἐξηυτελίζετο, ἀφοῦ διετρέχομεν τὸν
2617πλέον δεινὸν κίνδυνον, ὅτι αἱ συζητήσεις τοῦ κοινοβουλίου δὲν
2618ἦσαν γνωσταὶ εἰς τὴν βουλὴν μας, καὶ εἰς τοὺς ἔχοντας τὴν
2619ἀξίωσιν νὰ διδάσκωσι τὴν βουλήν· ἑπομένως οὐδὲν ἔγκλημα ἔ-
2620καμα, ἐὰν ἔφερα αὐτὰ εἰς τὸ μέσον.
2621§93ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν εἴπομεν ὅτι ἐκάματε κανὲν ἔγκλημα, σᾶς
2622εὐχαριστήσαμεν μάλιστα.
2623§94ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ ἀπαίτησις εἶναι φανερὰ, λέγουν, ἐκ τοῦ
2624ἐγγράφου πρὸς τὸν κύριον Δεληγεώργην. Τὸ ἔγγραφον λέγει ῥη-
2625τῶς ὅτι, αἱ περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι συνώδευσαν τὸ ἔγκλημα εἶναι
2626εἷς τῶν λόγων, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ χήρα Λόϋδ πρέπει νὰ τύχῃ
2627περιθάλψεως. Ἀλλ’ ἂς μᾶς συγχωρήσουν νὰ τοὺς παρατηρήσω,
2628ὅτι ἐπιβάλλουν εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦτο τὰς ἰδικάς των ἰδέας,
2629δὲν ἀντλοῦν ἰδέας ἐξ αὐτοῦ. Ὅταν τὸ ἔγγραφον λέγῃ «αἱ ἰδιαί-
2630τεραι περιστάσεις» δὲν ἐννοεῖ τίποτε ἄλλο, εἰμὴ τὴν κρεουρ-
2631γίαν, ἐννοεῖ τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν καὶ τὰ μαρτύρια
2632τὰ ὁποῖα ἐδοκίμασαν οἱ θυσιασθέντες ἐν Δηλίῳ, Τοῦτο εἶναι
2633τόσον φανερόν! διότι ἐν τῷ ἐγγράφῳ ἐκείνῳ οὔτε ὁ ἐλάχιστος
2634ὑπαινιγμὸς περὶ ἀπαιτήσεως ὑπάρχει. Ἐπεκαλέσθησαν ὡς ἀπό-
2635δειξιν καὶ τὴν ἰδιαιτέραν ὑπόσχεσιν τοῦ Βασιλέως, ἣν μνημονεύ-
2636ει τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο· ἀλλ’ ἐξ αὐτῆς τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Βα-
2637σιλέως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι εἶναι ἀπαίτησιν,
2638δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὸ στάδιον
2639τῆς ἀπαιτήσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἐπῆλθεν ἡ ὑπόσχεσις τοῦ Βασι-
2640λέως· ἂν ἠθέλαμεν εἰσέλθει εἰς τὸ στάδιον τῆς ἀπαιτήσεως καὶ
2641δὲν ἠθέλαμεν προλάβει ἤθελον μᾶς ἐνθυμίσει τὴν εὐθύνην μας,
2642ὄχι τὴν ὑπόσχεσιν, ἥτις εἶναι ἄσχετος μὲ τὴν εὐθύνην καὶ χρη-
2643σιμεύει εἰς τὸν μὴ δυνάμενον ἢ μὴ θέλοντα νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῆς
2644εὐθύνης. Θέλω τοῖς ἐνθυμίσει ἀμέσως, κύριοι, ὅτι σφάλλουν εἰς τὴν
2645ἐκτίμησιν τῶν ἐγγράφων. Θέλω πληροφορήσει αὐτοὺς ὁποῖον θὰ
2646ἦτο τὸ ἔγγραφον, ἐὰν ἐπήγαζεν ἐκ τῆς πηγῆς εἰς τὴν ὁποίαν τὸ
2647ἀποδίδουν. Ἀναμφισβήτητον, κύριοι, εἶναι ὅτι, ὅταν οἱ ὑπήκοοι τι-
2648νὸς ἔθνους πάθωσι, διαμένοντες εἰς ἑτέραν ἐπικράτειαν, δὲν ὑπάρχει
2649ἡ ἐλαχίστη ἐνοχὴ εἰς τὸ κράτος· ἐπιζητοῦνται οἱ ἔνοχοι καὶ
2650τιμωροῦνται οἱ πράξαντες τὸ ἔγκλημα· οὐδὲν ἄλλο δικαίωμα
2651ἤθελε προκύψει, καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο, καὶ ἐὰν οἱ βλαφθέντες ἦσαν
2652ἐκ τῶν ἐπισήμων ἀντιπροσώπων μιᾶς ξένης ἐπικρατείας. Ἀλλὰ
2653τί ὑποθέτουσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοί μας; Ὅτι τὴν ἀρχὴν
2654ταύτην τοῦ Δικαίου τὴν ἀγνοεῖ ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις; Ἡ Ἀγ-
2655γλία ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην δύναμιν συνετέλεσεν εἰς τὴν μόρφωσιν
2656τοῦ δικαίου τῶν ἐθνῶν, καὶ γνωρίζει κάλλιστα νὰ ὑποστηρίζῃ
2657τὰ δικαιώματά της κατὰ τὸ δίκαιον τοῦτο. Ἡ Ἀγγλία ἐπλη-
2658γώθη τοσοῦτον βαρέως καὶ τοσοῦτον σκληρῶς ἐκ τῶν συμβάν-
2659των εἰς τὸν Ὠρωπὸν, ὥστε δὲν παρέλειψε μέχρις αὐτῆς τῆς
2660στιγμῆς ν’ ἀφιερώσῃ μέγα μέρος τῆς κυβερνητικῆς προσοχῆς
2661της εἰς τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν γεγονότων. Ἐὰν ἀναπολήσητε τὰς
2662πρώτας συζητήσεις τοῦ Ἀγγλικοῦ κοινοβουλίου, τὰς γενομένας
2663κατὰ τὸν Μάϊον, θέλετε ἐνθυμηθῆ μὲ πόσην προσοχὴν καὶ λε-
2664πτομέρειαν ἔθεσεν ὁ κ. Γλάδστων τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης τῆς
2665Ἑλλάδος.
2666«Αʹ. Ζήτημα. Λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν (εἶπεν ὁ Γλάδστων)
2667τοῦ συμβεβηκότος τούτου κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ περίοδον
2668ἀναφύεται τὸ ζήτημα: ἂν ἡ Ἑλλ. κυβέρνησις παρέσχε πρὸς τοὺς
2669περιηγουμένους, θεωρουμένους ὡς περιηγητὰς, ἢ ὡς διπλωμα-
2670τικοὺς πράκτορας τὴν προστασίαν ἧς ἐδικαιοῦντο ν’ ἀπολαύ-
2671σωσι. Νομίζω πρὸς τούτοις, ὅτι δὲν εἴμεθα ἐν καταστάσει νὰ
2672ἐκφέρωμεν γνώμην τινὰ οὐδ’ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ κεφαλαίου τῆς πρὸ
2673τῆς αἰχμαλωσίας προοιμιώδους προστασίας.
2674«Βʹ. Ζήτημα. Ἐφ’ ὅσον δὲ προβαίνομεν περαιτέρω εἰς τὰ
2675μετὰ τὴν αἰχμαλωσίαν τῶν ἡμετέρων συμπατριωτῶν συμβάντα
2676ἐπὶ τοσοῦτον αὐξάνουσι καὶ αἱ περιπλοκαί. Τοῦτο εἶναι τῇ
2677ἀληθείᾳ τὸ σκοτεινότερον τοῦ ὅλου, καθόσον αἱ μυστικαὶ καὶ
2678σκότιαι σχέσεις αἵτινες φαίνονται ὑπάρξασαι μεταξὺ τῶν λῃ-
2679στῶν καὶ τῶν ἐν Ἀθήναις κομμάτων, εἶναι ἴσως ἡ σπουδαιο-
2680τέρα καὶ σοβαρωτέρα τῆς ὅλης ἱστορίας σελίς. Ἐν τούτῳ τῷ
2681σημείῳ βλέπομεν, ὅτι ἀνευρίσκομεν πᾶν ὅ,τι συνδέει τὴν λυπη-
2682ρὰν τραγῳδίαν μετὰ ἐλλείψεων πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς δι-
2683οργανώσεως, αἵτινες ἀποκλείουσι αὐτὴν ὁλοτελῶς τῆς κατηγο-
2684ρίας τῶν κοινῶν καὶ μεμονωμένων συμβάντων καὶ καθιστῶσιν
2685αὐτὴν ζήτημα ἀπαιτοῦν βαθυτέραν ἔρευναν. Ἀλλ’ οἱ-
2686αδήποτε καὶ ἂν ᾖ ἡ ἀξία τῆς παρατηρήσεως ταύτης (ἤτοι ἡ
2687δικαιολογία τῶν χωρικῶν καὶ ποιμένων λῃσταποδόχων), εἶναι
2688κατάδηλον, ὅτι οὐδόλως δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὰς σχέ-
2689σεις καὶ τὰς συνεννοήσεις, αἵτινες πιθανὸν ὑπῆρχον μεταξὺ τῶν
2690κακούργων ἐκείνων καὶ τῶν ἐν Ἀθήναις πρακτόρων των, οἵτι-
2691νες, εἴτε ἀνήκουσιν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν κοινοβουλευτικῶν
2692ἀρχηγῶν, εἴτε ἐπιστημονικὴν μόνον βοήθειαν προσέφερον, πρέ-
2693πει νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἓν τῶν σημαντικωτέρων στοιχείων τῆς
2694ὑποθέσεως ταύτης, ὅπερ δέον νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ αὐστηρὰν ἔρευ-
2695ναν πρὶν ἢ φθάσωμεν εἰς ὁριστικήν τινα ἐπὶ τοῦ προκειμένου
2696ἀπόφασιν».
2697«1). Ζήτημα. Ἐφθάσαμεν ἤδη εἰς τὴν τρίτην περίοδον τῆς
2698θλιβερᾶς ἱστορίας, ἤτοι τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ληφθέντων πρὸς ἀπε-
2699λευθέρωσιν τῶν αἰχμαλώτων μέτρων. Ὅθεν θὰ ἀναγκασθῶμεν
2700νὰ ἐξετάσωμεν τὰ ἑξῆς ζητήματα. ά.) ἐλήφθησαν τὰ μέτρα
2701ταῦτα ἐν καλῇ τῇ πίστει; βʹ.) ἦσαν σύμφωνα πρὸς τοὺς κανό-
2702νας τῆς λογικῆς; γʹ.) ἀπέτυχον ἕνεκα τοῦ ὁρμητικοῦ χαρακτῆ-
2703ρος ἢ σφάλματος τῶν κακούργων, ἢ ἀπέτυχον ἕνεκα λάθους ἢ
2704ἀπάτης ἐκ μέρους τῶν πρακτόρων τῆς Ἑλλ. κυβερνήσεως;»
2705Τοιοῦτον ὑπῆρξε τὸ σχέδιον τῶν ἐρευνῶν καὶ τῶν ἀνακρίσεων
2706τοῦ κ. Γλάδστωνος. Ὀφείλω δὲ, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω δύω λέ-
2707ξεις περὶ τῆς σημασίας, τὴν ὁποίαν ἔχουσι τὰ ζητήματα
2708ταῦτα, διὰ νὰ ἐννοήσῃ ἕκαστος ὁποῖος εἶναι πρῶτον ὁ σκοπὸς
2709τῆς Ἀγγλικῆς κυβερνήσεως καὶ δεύτερον, πῶς τῳόντι αὐτὸς ὁ
2710σκοπὸς ἔτεινεν εἰς ἐκεῖνο τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον οἱ ἔντιμοι
2711συνάδελφοι ὑποθέτουσιν ὅτι ἐστάθη ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις, ὅταν
2712μᾶς ἐζήτησε τὴν περίθαλψιν περὶ ἧς πρόκειται.
2713Ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις, κύριοι, διὰ τῆς ἐρεύνης, τὴν ὁποίαν
2714ἔκαμε, διὰ τῆς ἐξετάσεως, τὴν ὁποίαν ἐνήργησεν, ἤθελε νὰ φθάσῃ
2715εἰς ἐχθρικὴν θέσιν ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὸ διεθνὲς δί-
2716καιον· εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν τῇ εἶναι ἐπιτετραμ-
2717μένον νὰ πράξῃ κατ’ αὐτῆς. Δὲν ἐζήτει βεβαίως ἡ Ἀγγλία, οὔτε
2718νὰ συκοφαντήσῃ, οὔτε διὰ πλαγίων μέσων νὰ διαστρέψῃ τὸ
2719ἀληθές, οὔτε ἀφορμὴν εἶχε νὰ κακώσῃ ἀδίκως. Αὐτὴ εἶναι ἡ
2720πεποίθησίς μου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐκ τῶν κυβερνήσεων ἐκείνων,
2721αἱ ὁποῖαι χαρίζουν. Ἤθελε λοιπὸν διὰ τῶν ἀνακρίσεων τούτων
2722νὰ φθάσῃ εἰς ἓν συμπέρασμα· καὶ εἰ μὲν δὲν ὑπῆρχε καμμία
2723εὐθύνη, βεβαίως δὲν εἶχε καὶ κανὲν δικαίωμα· τὸ διεθνὲς δί-
2724καιον δὲν τῇ ἔδιδε στάδιον νὰ ἐξασκήσῃ τὸ τῆς ἱκανοποιήσεως
2725δικαίωμα· ἐὰν ὅμως αἱ ἀνακρίσεις καὶ αἱ ἔρευναι αὗται ἤθελον
2726λήξει εἰς τὰ γεγονότα ἐκεῖνα ἐκ τῶν ὁποίων τὸ διεθνὲς δίκαιον
2727χαρακτηρίζει τὴν ἐχθρικὴν κατάστασιν τῶν ἐθνῶν, τότε ἤθελε
2728ζητήσει τὴν ἱκανοποίησίν της.
2729Ἐν δυσὶ λέξεσι χαρακτηρίζεται ἡ ἐχθρικὴ κατάστασις τῶν
2730ἐθνῶν· εἶναι ἀναγκαιότατον νὰ τὸ ἀκούσητε. «Ἡ ἐχθρικὴ κατά-
2731στασις τῶν ἐθνῶν ἀφορμὴν ἔχει τὴν βλάβην οἱουδήποτε δι-
2732καιώματος, ἐπελθοῦσαν ἢ ἐπικειμένην· τὰ δίκαια τῶν ἐθνῶν πα-
2733ραβλάπτονται καθ’ ὃν τρόπον καὶ τὰ τῶν ἀτόμων, δηλονότι
2734ἀμέσως ἢ ἐμμέσως. Ἀμέσως μὲν, ἐὰν ἡ βλάβη ἐπηνέχθη κατὰ
2735τοῦ Κράτους· ἐμμέσως δὲ, ἐὰν ἐβλάφθησαν ὑπήκοοι αὐτοῦ, εἴτε
2736ὑπὸ τοῦ ξένου Κράτους, εἴτε ὑπό τινων ὑπηκόων αὐτοῦ, ἐὰν
2737εἰς τὴν τελευταίαν ταύτην περίπτωσιν ἡ κυβέρνησίς των συν-
2738έπραξε καθ’ οἱονδήποτε τρόπον εἰς τὴν βλάβην ταύτην».
2739Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν ταύτην, κύριοι, ἐννοεῖτε πολὺ καλὰ,
2740ὁποῖος ἦτον ὁ σκοπὸς τῆς ἀναζητήσεως καὶ τῆς ἐρεύνης τῶν
2741θεμάτων, τὰ ὁποῖα σᾶς προανέφερα, καὶ τὰ ὁποῖα ἐξῆλθον ἀπὸ
2742τοῦ στόματος τοῦ προέδρου τῆς Ἀγγλικῆς κυβερνήσεως.
2743Ἐπανερχόμενος ἤδη νὰ ἐρωτήσω τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλ-
2744φους, τῶν ὁποίων ἐπαινῶ τὸν ζῆλον, ἀλλὰ τῶν ὁποίων, καθὼς
2745προεῖπον, δὲν ἠμπόρεσα νὰ ἐννοήσω τὸ σύστημα, τοὺς ἐρωτῶ
2746ἂν περὶ ἀπαιτήσεως πρόκειται, κύριοι, αὐτὸ εἶναι τὸ ἔγγραφον,
2747τὸ ὁποῖον ἡ Ἀγγλία ἤθελε μᾶς ἀπευθύνει; Πρέπει τις οὐδέ-
2748ποτε νὰ ἀνέγνωσε τοιοῦτον ἔγγραφον ἄλλων ἐθνῶν, πρέπει νὰ
2749μὴ ἔχῃ τὴν ἐλαχίστην πεῖραν τῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία διευθύ-
2750νει τὰς διεθνεῖς σχέσεις, διὰ νὰ ὑποθέσῃ ὅτι διὰ τοιαύτας πρά-
2751ξεις, αἱ ὁποῖαι τοσοῦτον ἐπλήγωσαν τὴν Ἀγγλίαν μετὰ τὰς
2752μακρὰς ἐρεύνας, καὶ μετὰ τὰς μακρὰς καὶ ἐπιμόνους ἐνασχο-
2753λήσεις τῆς Ἀγγλίας ὅπως φθάσῃ εἰς ἓν ἀληθὲς συμπέρασμα,
2754πεισθεῖσα ἐπὶ τέλους περὶ τοῦ δικαίου τῆς καὶ ἑπομένως περὶ
2755τοῦ δικαιώματος νὰ ζητήσῃ ἱκανοποίησιν, ἤθελεν ἀπευθύνει τὸ
2756ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἔχετε ἐνώπιόν σας, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἀνα-
2757μιμνήσκει μόνον τὰς συμπαθείας, τὰς ὁποίας ἔδειξε τὸ ἔθνος,
2758τὰς συμπαθείας, καὶ τὰς ὑποσχέσεις τοῦ Βασιλέως περὶ περι-
2759θάλψεως τῆς γυναικὸς τοῦ Λόϋδ, καὶ τὰς συμφορὰς τῆς γυναι-
2760κὸς αὐτῆς διὰ τὸν θάνατον τοῦ ἀνδρός της ὑπὸ τὰς περιστά-
2761σεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἡ σφαγὴ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ τίποτε πε-
2762ριπλέον; Ἀντὶ τούτου θὰ εἴχατε ἔγγραφον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ
2763σᾶς ἔλεγε, παρακαλῶ τὴν Ἑλληνικὴν κυβέρνησιν νὰ ἀποζημιώ-
2764σῃ τὴν χήραν Λόϋδ, διότι ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις δὲν δύναται
2765νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν ὑποχρέωσίν της, ἀφοῦ ἔπραξε τοῦτο,
2766ἐπλημμέλησεν ἐκεῖνο καὶ ἡ ἐνοχή της εἶναι ἀναμφισβήτητος,
2767διότι συνετέλεσεν, εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως, διὰ τοὺς λόγους
2768τούτους ἢ ἐκείνους, συνετέλεσεν εἰς τὴν καταστροφὴν μιᾶς οἰ-
2769κογενείας, ἣν ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προστατεύω. Αὐτὴ εἶναι ἡ
2770γλῶσσα τῶν Κρατῶν, καὶ μάλιστα τῶν τοσοῦτον ὑψηλὰ καθη-
2771μένων, ἀπέναντι τῶν κυβερνήσεων εἰς τὰς ὁποίας θέλουν νὰ εἴ-
2772πωσιν, ἀπαιτῶ. Χρειάζεται ἑπομένως μία μεγάλη ὑπόληψις εἰς
2773τὴν ἰδίαν ἑαυτοῦ γνώμην ἢ ἓν ἰσχυρὸν πνεῦμα διαστροφῶν διὰ
2774νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι τὸ ἔγγραφον τὸ ὁποῖον ἔχομεν, ἀντικαθι-
2775στᾷ τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἠθέλαμεν ἔχει.
2776§95ΜΙΛΗΣΗΣ. Θὰ ἦτο διάῤῥηξις τῶν διπλωματικῶν σχέσεων.
2777§96ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παντάπασιν· ἡ ἐχθρικὴ κατάστασις δὲν
2778ἐπιφέρει τὴν διάῤῥηξιν. Ἡ ἐχθρικὴ κατάστασις ἔχει πολλὰ
2779στάδια πρὸ τῆς διαῤῥήξεως. Μάλιστα τὸ στάδιον τῆς ἀπαι-
2780τήσεως εἶναι πολὺ πρίν. Ἡ ἐχθρικὴ κατάστασις εἰς τὴν ἀρχὴν
2781δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ τὸ δίκαιον τῆς ἀπαιτήσεως· ἡ μὴ
2782ἱκανοποίησις αὐτοῦ φέρει τὰς ἐχθροπραξίας· καὶ πρὸ τοῦ πολέ-
2783μου καὶ πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων ὑπάρχουν ἐχθροπραξίαι,
2784διότι ὑπάρχει ἡ ἀνταπόδοσις, εἰς ἄλλας βεβαίως περιστάσεις,
2785ὄχι ἐδῶ.
2786Ἀλλά, κύριοι, δὲν ἀρκεῖ νὰ ἐξετάσητε μόνον ὑπὸ τὴν μίαν
2787ἔποψιν τὸ ζήτημα, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἄλλην. Σᾶς χωρίζω διὰ
2788μίαν στιγμὴν τὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον θέλετε νὰ ἀποδώ-
2789σητε εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας· ὑποθέτω
2790ὅτι ἐντὸς αὐτῶν τῶν λέξεων καὶ τῶν φράσεων, τὰς ὁποίας
2791ὑμεῖς σχολιάζετε καὶ ἑρμηνεύετε ὅπως θέλετε, ὑπάρχει τὸ
2792πνεῦμα τῆς ἀπαιτήσεως· ἀλλ’ ὁποίαν ἀπάντησιν ἔλαβε παρὰ
2793τῆς Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως; Ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν,
2794εἶναι ὅτι, «πρὶν μοῦ κοινοποιήσητε τὸ ἔγγραφον, ἀφ’ ἧς
2795στιγμῆς συνεκροτήθη τὸ σημερινὸν ὑπουργεῖον, ἐγένετο ἡ
2796ἀπόφασις νὰ δώσωμεν χρηματικὴν συνδρομὴν λόγῳ βοηθήμα-
2797τος εἰς τὴν χήραν Λόϋδ, καὶ τὸ ἔγγραφον ἐτέθη ἐκποδών. Διὰ τοῦ
2798ἐγγράφου του ὁ κ. Ἔρσκιν ὡμίλουσε περὶ λεπτομερειῶν καὶ περὶ
2799συντάξεως, ἀλλὰ ποῦ εἶναι ἡ σύνταξις καὶ αἱ λεπτομέρειαι;
2800Οὐδαμοῦ, διότι οὔτε τὴν ἀρχὴν τῆς συντάξεως ἐδέχθημεν οὔτε
2801συζήτησιν. Καὶ ἂν ὑπῆρχεν ὁ χαρακτὴρ τῆς ἀπαιτήσεως ἐν τῷ
2802ἐγγράφῳ ἐκείνῳ τοῦ κ. Ἔρσκιν, ὁ χαρακτηρισμός, ὅστις ἐδόθη
2803ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν κυβέρνησιν εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ἥτις ἐχαρα-
2804κτηρίσθη ἁπλῆ καὶ καθαρὰ συμπάθεια, ἡ ὁποία ἐχαρακτηρίσθη
2805ὡς θυσία ἐκ συμπαθειῶν, τὰς ὁποίας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ
2806ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ κράτους ἀπέδειξε πρὸς αὐτὴν τὴν οἰκογέ-
2807νειαν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, καὶ τῶν συμπαθειῶν τὰς ὁποίας
2808ἔδειξε καὶ ἡ προκάτοχος κυβέρνησις καὶ ὁ Βασιλεύς.
2809§97ΜΙΛΗΣΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν; Παρέλειψα νὰ
2810παρατηρήσω εἰς τὴν ὁμιλίαν μου, ὅτι τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς
2811ἀπαιτήσεως δὲν δίδει ὁ πληρώνων, ἀλλ’ ὁ ἀπαιτῶν· ὥστε δὲν
2812ἐπηρεάζει διόλου τὸ ζήτημα τῆς ἀπαιτήσεως αὐτὸ τὸ ὁποῖον
2813ἐπράξατε ὑμεῖς, ὑμεῖς ἐπράξατε τὸ καθῆκόν σας. Ἡ βουλὴ
2814θέλει νὰ μάθῃ ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ, διὰ ποῖον
2815λόγον ἀπαιτεῖ, καὶ ἡ Ἀγγλία δὲν ζητεῖ ἐλεημοσύνην, ἀλλὰ
2816χρέος ὀφειλόμενον.
2817§98ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀξιότιμε συνάδελφε, σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι ἡ λέ-
2818ξις ἐλεημοσύνη ποτὲ δὲν θὰ σταθῇ εἰς τὸ στόμα τῆς Ἀγγλίας,
2819οὐδέποτε· ἡ λέξις ἐλεημοσύνη εἶναι διὰ τὰ ἄτομα, ἀλλὰ διὰ τὰς
2820κυβερνήσεις καὶ μάλιστα τὰς κολοσσιαίας, αὐτὴ ἡ λέξις δὲν ὑ-
2821πάρχει εἰς τὸ λεξικόν· ὑπάρχει ὅμως ἄλλη λέξις, ἡ ἐκφράζου-
2822σα τὴν ἔννοιαν καὶ τὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον ἔχει αὐτὸ τὸ
2823ἔγγραφον, ὅπερ ἀπηύθυνεν ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις πρὸς τὴν
2824Ἑλλάδα. Θὰ ἦτο δυστύχημα, κ. Μίληση, ἂν μεταξὺ τῶν ἐ-
2825θνῶν δὲν ἐδύναντο εἰς παρομοίας περιστάσεις νὰ ἀνταλάσσωνται
2826ἄλλα ἔγγραφα παρὰ περὶ ἀπαιτήσεων καὶ σφάλλετε πολὺ, ἂν
2827νομίζητε, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις, λίαν φυσικῶς, δὲν εἶχε τὸ
2828δικαίωμα νὰ ἀποταθῇ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν καὶ νὰ συστήσῃ τὴν
2829οἰκογένειαν τοῦ Λόϋδ. Ἀλλὰ, κύριοι, προσθέτω εἰς ἀπάντησιν
2830τῶν τελευταίων λόγων τοῦ κ. Μίληση, ὅστις εἶπεν, ὅτι οὐχὶ τὸ
2831ἔγγραφον τοῦ ἀπαιτῶντος, ἀλλὰ τὸ ἔγγραφον τοῦ προτείνοντος
2832χαρακτηρίζει τὴν ὑπόθεσιν.
2833Τὸ πρᾶγμα εἶναι σόλοικον καὶ εἰς τὸν κοινωνικὸν βίον καὶ
2834εἰς τὸν πολιτικόν. Ἀλλὰ περιπλέον ἐρωτῶ, αὐτὸ τὸ ἔγγραφον,
2835τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις διεβίβασεν εἰς τὴν Ἀγγλί-
2836αν, ἔγεινεν ἢ δὲν ἔγεινε δεκτὸν ἀπὸ τὴν Ἀγγλικὴν κυβέρνησιν;
2837Δὲν ἀγνοεῖτε, ὅτι ἡ ἀπάντησις τῆς Ἑλλ. κυβερνήσεως ἔγινε δε-
2838κτὴ παρὰ τῆς Ἀγγλικῆς. Ἂν λοιπὸν ἀποδίδετε εἰς τὸ ἔγγρα-
2839φον τῆς Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως τὸν χαρακτῆρα, ὄχι παραδοχῆς
2840ἀπαιτήσεως, ἀλλὰ βοηθείας καὶ συνδρομῆς πρὸς ἀναξιοπαθοῦ-
2841σαν οἰκογένειαν, ἀφ’ οὗ ἔχετε ἔγγραφον τὴν ἀπάντησιν τῆς Ἀγ-
2842γλικῆς κυβερνήσεως, ἀποδεχομένης τὸ ἔγγραφόν μας, διὰ τί δι-
2843στάζετε περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς πράξεως, τὴν ὁποίαν συζη-
2844τοῦμεν σήμερον;
2845§99ΜΙΛΗΣΗΣ. Μ’ ἐρωτᾶτε; Συγχωρήσατέ μοι νὰ ἀπαντήσω.
2846§100ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν θὰ κάμωμεν διαλόγους.
2847§101ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ὄχι μόνον, κύριοι, ἡ ἀπάντησίς μας ἦτο
2848τοιαύτη, καὶ ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις εὐχαριστήθη εἰς αὐτὴν,
2849ἀλλὰ περιπλέον δὲν ἔλαβε παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως ἡ
2850Ἀγγλικὴ ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ ἀξιώσῃ νὰ λάβῃ· διότι ἡ Ἑλλη-
2851νικὴ κυβέρνησις, ἤτοι τὸ ὑπουργεῖον τῆς 9 Ἰουλίου, εἶπεν εἰς τὴν
2852Ἀγγλικήν· «τὸ σημερινὸν ὑπουργεῖον αἰσθάνεται αὐτὰς τὰς
2853ἰδίας συμπαθείας, τὰς ὁποίας καὶ τὸ προκάτοχόν του, ἀλλὰ δὲν
2854ἔχει τὴν συνταγματικὴν ἐξουσίαν νὰ τὰς πραγματοποιήσῃ.»
2855Τοῦτο ὅμως δὲν ἦτο ἀληθὲς, κύριοι. Τὸ ὑπουργεῖον ἔχει συν-
2856ταγματικὴν ἐξουσίαν· τὴν ἔχει διότι προκαλεῖ ἔκτακτον πίστω-
2857σιν καὶ πληρώνει· ἀναδέχεται τὴν εὐθύνην ἐνώπιον τοῦ κοινοβου-
2858λίου καὶ προβαίνει. Τοῦτο εἶναι λίαν συνταγματικὸν καὶ εἰς τὰς ἐκ-
2859τάκτους περιστάσεις λίαν ἀναγκαῖον. Ἀλλ’ ἐν τούτοις ἡ Ἑλληνικὴ
2860κυβέρνησις ἀπήντησεν πρὸς τὴν Ἀγγλίαν, ὅτι καί τοι ἔχω ταύτην
2861τὴν συμπάθειαν πρὸς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Λόϋδ, δὲν ἔχω τὸ συν-
2862ταγματικὸν δικαίωμα νὰ τὴν πραγματοποιήσω καὶ θέλω περι-
2863μείνει τὴν ψῆφον τῆς βουλῆς· μὲ ἄλλας λέξεις εἶπε, δὲν ἀναδέ-
2864χομαι τὴν εὐθύνην. Ποῦ εἶναι, κύριοι, ἀπαίτησις; Ἐὰν ἐπρόκει-
2865το περὶ ἀπαιτήσεως, δὲν ἀπαιτῶσι τοιουτοτρόπως αἱ κυβερνή-
2866σεις, ἢ ἐὰν ἀπαιτήσωσι, λαμβάνουσιν ἓν ῥάπισμα παρὰ τοῦ
2867ἰσχυροτέρου, ὅταν ἀπαιτῇ. Καὶ ὄχι μόνον ἐδέχθησαν τοιαύτην
2868ἀπάντησιν, ἀλλὰ περιμένουν 10 ἤδη μῆνας τὴν ἀπάντησιν τῆς
2869Βουλῆς. Ὅταν ἡ Ἀγγλία, ὃ μὴ γένοιτο, ἤθελε φθάσει εἰς τὸ συμ-
2870πέρασμα, ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα τι,
2871ὥραι δίδονται· ὡρῶν προθεσμίαν ἤθελε δώσει, ἢ ἔστω καὶ ἑβδομάδων.
2872Ποῦ εὑρίσκετε λοιπὸν τὸν χαρακτῆρα τῆς ἀπαιτήσεως; Καὶ
2873δεῖξατέ μοι ἀκόμη τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχετε καὶ ἐπιμέ-
2874νετε εἰς τοῦτο; Δεῖξατέ μοι τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετε
2875νὰ ἀποδείξητε, θέλοντες καὶ μὴ θέλοντες, ὅτι τῷ ὄντι πρόκει-
2876ται περὶ ἀπαιτήσεως. Οἱ λόγοι σας ὑπῆρξαν οὐράνιοι, λίαν ἀ-
2877ξιοπρεπεῖς, καὶ τὸ αἴσθημα καὶ ὁ πατριωτισμός σας· ἀλλ’ ἐπιφυ-
2878λαχθῆτε. Τὸ εἶπα καὶ προχθές, τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ὅτι
2879μοί εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστον, ἂν ἡ Ἀγγλία μετὰ τὴν ἀπόῤῥιψιν
2880αὐτῆς τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν, θέλει μεταβάλει
2881τὴν σύστασιν εἰς ἀπαίτησιν· μοί εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστον, ἐ-
2882πειδὴ ὅμως εἶναι καὶ ἐνδεχόμενον, λέγω, ἐπιφυλαχθῆτε· διότι
2883ἐὰν ᾖναι προωρισμένον ἡ σύστασις αὐτὴ νὰ μεταβληθῇ εἰς ἀπαί-
2884τησιν, θὰ ἔλθουν ὅλα τὰ ζητήματα, περὶ τῶν ὁποίων ἐκάματε
2885λόγον, πρὸς συζήτησιν.
2886Καὶ ἴσα ἴσα, κύριοι, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρετὴ τῆς ἀπαντήσεως, ἡ
2887ὁποία ἔγεινεν εἰς τὴν Ἀγγλίαν, «νὰ θέσῃ τὴν βουλὴν εἰς τοιαύτην
2888θέσιν, ὥστε νὰ εἴπῃ καὶ τὸ ναὶ καὶ τὸ ὄχι λίαν ἐλευθέρως».
2889Διὰ τί λέγω λίαν ἐλευθέρως; Λέγουσα τὸ ναὶ δὲν ἐνδίδει εἰς
2890ἀπαίτησιν, ἀλλ’ ἀποφαίνεται συμφώνως μὲ τὴν θεωρίαν τοῦ
2891ὑπουργείου τῆς 9 Ἰουλίου, ὅτι ἡ βουλὴ θεωρεῖ, ὅτι δὲν ἐξην-
2892τλήθη τὸ αἴσθημα τῆς φιλανθρωπίας, τὸ ὁποῖον ἔδειξεν ἀπ’ ἀρχῆς
2893τὸ ἔθνος. Τὸ δ’ ἐκ τοιαύτης ἐλευθεριότητος προερχόμενον Ναί,
2894εἶναι ἀπόφασις ἐντελῶς ἐλευθέρα. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ κυβέρνησις δὲν
2895ἤθελε δώσει, ἣν ἔδωκεν ἀπάντησιν, ἡ βουλὴ τὴν σήμερον ἤθελε
2896πιθανῶς εὑρίσκεται ἀπέναντι μιᾶς Ἀγγλικῆς ἀπαιτήσεως, καὶ
2897τὸ Ναὶ δὲν θὰ ἦτο ἐλευθεριότης. Ἐὰν δὲ ἡ βουλὴ εἴπῃ τὸ
2898ὄχι, ὑποθέτει ὅτι ἐξηντλήθη ἡ φιλανθρωπία. Δύναται δὲ ν’ ἀπο-
2899φανθῇ λίαν ἐλευθέρως. Εἶναι λίαν ἐνδεχόμενον, κύριοι, ἐὰν εἴπῃ
2900ἡ βουλὴ τὸ ὄχι, νὰ μὴ ἔχῃ καμμίαν συνέπειαν τὸ ὄχι· τοῦτο
2901ἠμπορεῖ ὅμως τὸ ὄχι νὰ μεταβληθῇ εἰς ἀπαίτησιν. Ἐὰν ἔχῃ ἀρετὴν
2902ἡ ἀπάντησίς μας, εἶναι αὕτη, ὅτι τὴν σήμερον εἴμεθα εἰς θέσιν
2903ἁρμοδιωτέραν νὰ σκεφθῶμεν, διότι ἐπεραιώθησαν αἱ ἀνακρίσεις·
2904τὸ λέγω δὲ τοῦτο δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, καὶ μὲ ὅλας τὰς
2905συζητήσεις, δὲν θέλουν νὰ πεισθοῦν ἀκόμη, ὅτι δὲν πρόκειται
2906περὶ ἀπαιτήσεως. Δὲν θέλουν νὰ ἐννοήσουν, ὅτι, ἂν πρὸ 10 μη-
2907νῶν ἐλέγαμεν ὄχι, θὰ εἴχαμεν ἴσως ἀμέσως τὴν ἀπαίτησιν· ἐνῷ
2908τὴν σήμερον γνωρίζωμεν τοὺς ὑπευθύνους τῆς σφαγῆς καὶ τοὺς
2909γνωρίζει καὶ ἡ Ἀγγλία. Καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἡ θέσις εἶναι πολὺ
2910πλέον εὔκολος· τὸ βλέπετε πόσον ἐβελτιώθη.
2911Τέλος, κύριοι, θὰ ἐδυνάμεθα οἱ ἔχοντες τὴν ἰδέαν, τὴν ὁ-
2912ποίαν ἀνέπτυξα, νὰ ἔλθωμεν εἰς μακροτέρας συζητήσεις μετὰ
2913τῶν ἀντιφρονούντων, ἐὰν εἶχον ἓν σύστημα· ἀλλ’ ὑπενθυμίζω
2914εἰς τὸ τέλος τῆς ὁμιλίας μου ὅ,τι εἶπον εἰς τὴν ἀρχήν· δὲν
2915βλέπω τὸ σύστημά των· αὐτὸ τὸ ὁποῖον μᾶς συμβουλεύουν δὲν
2916εἶναι σύστημα, δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀκολουθήσωμεν. Καὶ ποῖον
2917εἶναι τὸ σύστημα, ἡ συμβουλή, ἡ ἰδέα; «περιμείνατε τὴν βίαν!
2918Βία δὲν ὑπάρχει εἰσέτι, οὔτε τελεσίγραφον ἐπεδόθη». Καὶ τοῦ-
2919το μὲν ἤθελα τὸ ἐννοήσει, ἐὰν συνωδεύετο μὲ μίαν παρακίνησιν πρὸς
2920ἄρνησιν, ἀλλ’ ἡ παρακίνησις εἶναι πρὸς παραδοχήν, «ἐὰν μᾶς
2921βιάσουν, τότε ἐνδίδομεν!»
2922Διὰ τοῦτο, κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἀδιστάκτως πρέπει νὰ προέλθω-
2923μεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν, μὴ ἀμφιβάλλοντες περὶ τοῦ χαρακτῆρος
2924τοῦ πράγματος· ἡ πεποίθησις εἶναι ἄλλο πρᾶγμα χωριστὸν, ἀλλ’
2925ὁ χαρακτὴρ τοῦ ζητήματος εἶναι βεβαίως ἀναμφισβήτητος.
2926Παρακαλῶ δὲ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, τοὺς ἔχοντας τὴν
2927ἐναντίαν γνώμην, νὰ μὴ ἐπιμείνουν εἰς τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο.
2928Δύνανται νὰ ὑποστηρίξουν, ὅτι ἡ χήρα Λόϋδ δὲν εἶναι ἀξία
2929πλειοτέρων συμπαθειῶν· αὐτὸ τὸ ἐννοῶ, θὰ ᾖναι μία ἀντίῤῥησις
2930προσήκουσα εἰς τὸ νομοσχέδιον· ἀλλ’ ὁ χαρακτὴρ τὸν ὁποῖον
2931θέλουν νὰ δώσουν εἰς αὐτό, εἶναι ξένος τῆς προτάσεως, ἐπι-
2932βάλλεται εἰς αὐτήν.
2933§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ κύριος Λομβάρδος.
2934§103ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἂς ὁμιλήσῃ ὁ κ. Πετσάλης.
2935§104ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, ἀρκετά.
2936§105ΑΛΕΞ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δύω λέξεις θὰ εἴπω μόνον, κύριοι, διότι
2937θεωρῶ τὸ ζήτημα ἐξηντλημένον. Μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοσούτων
2938σπουδαίων ῥητόρων, οἵτινες ἐσχημάτισαν τὴν θέσιν των ἐν τε τῇ
2939Βουλῇ καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, μετὰ τὴν ὁμιλίαν τόσων νομομαθῶν
2940οἵτινες ἐπραγματεύθησαν τὸ σπουδαῖον τοῦτο ζήτημα ἀναλυτι-
2941κώτερον, ἤθελεν εἶσθαι ὅλως περιττὸν νὰ λάβω κἀγὼ τὸν λόγον.
2942Ἀλλ’ ἡ λέξις, ὅτι δὲν ἔχομεν σύστημα, ὑποστηρίζοντες τὴν ἰδέ-
2943αν μας, οἱ λόγοι τοῦ κυρίου Δεληγεώργη, αὐτοὶ μὲ ἐρέθισαν
2944ὥστε νὰ μὲ κάμουν νὰ ἐξηγήσω τὸ σύστημα τῆς πολεμικῆς
2945μας. Τὸ σύστημα, κύριε Δεληγεώργη, κύριε πρώην πρωθυπουρ-
2946γὲ καὶ κύριε βουλευτὰ, εἶναι, ὅτι δὲν θέλομεν νὰ ψηφίσω-
2947μεν νόμον, ὅστις νὰ δώσῃ δικαιώματα αἰωνίων ἀπαιτήσεων. Καὶ
2948ἡμεῖς ἀκολουθοῦντες τὰς εὐγενεῖς ἀρχὰς ὑμῶν, θέλομεν νὰ δώσω-
2949μεν τὸ ποσὸν, ἀλλ’ ὄχι βιαζόμενοι παρὰ νόμου. Ἠδύνατο πο-
2950λὺ καλὰ ἡ κυβέρνησις νὰ τὸ περιλάβῃ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν,
2951εἰς τὸ κονδύλιον τῶν βοηθημάτων, ὄχι ὅμως νὰ μᾶς παρουσιά-
2952σῃ νόμον, νὰ δώσωμεν διὰ τοῦ νόμου νέα δικαιώματα, διότι,
2953κατ’ ἐμὲ, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, εἰς τὸ κονδύλιον τῶν βοηθη-
2954μάτων ὑπάρχει πράγματι ἡ ἰδέα τῆς φιλανθρωπίας, ἐνῷ εἰς τὸ
2955παρουσιαζόμενον νομοσχέδιον ἐγκαθιδρύεται νόμιμος ἀπαίτησις,
2956ὅπερ θέλομεν ν’ ἀποφύγωμεν.
2957Εἶναι ὡραία ἰδέα, μὰ τὸν Θεὸν, διότι ὁ κύριος πρωθυπουργὸς
2958τῆς νῦν κυβερνήσεως καὶ ὁ κύριος Δεληγεώργης ἔρχονται καὶ
2959μᾶς λέγουσι, φρονοῦμεν ἀναγκαῖον νὰ δώσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο
2960χάριν φιλανθρωπίας, δηλαδὴ ἀφήσατε προηγούμενον, τὸ ὁποῖον
2961θὰ μεταβιβασθῇ εἰς τὰς μετερχομένας γενεᾶς, ἴχνος γελοίας
2962διαβάσεως, ἐγείρατε νομίμους ἀπαιτήσεις χάριν οἴκτου! Αὐτὸ
2963τὸ σύστημα δὲν τὸ ἐννοῶ· ἐγὼ δὲν ἐννοῶ τὸ σύστημά σας κύριοι!
2964Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ ἐξετάσω, ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κυρίου
2965Ζαΐμη ἢ τοῦ κυρίου Δεληγεώργη ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως
2966ἔδειξαν τὴν διπλωματικὴν ἐκείνην περίνοιαν, τὴν ὁποίαν καὶ
2967ἄλλα κράτη ἐπὶ τῶν αὐτῶν ζητημάτων ἔδειξαν. Ἐνθυμοῦμαι
2968ὅτι κατὰ 1849, ὅτε πολλοὶ ὑπήκοοι Ἄγγλοι καὶ Γάλλοι ἐζη-
2969μιώθησαν καὶ πολλοὶ ἐθανατώθησαν, καὶ ἐκεῖ ἡ Ἀγγλία ἐζή-
2970τησεν ἀποζημίωσιν, ἂν καὶ ἦτο ἓν μικρὸν χωρίον, ἡ Τοσκάνη,
2971καὶ ἐκεῖ ἡ γενναιόφρων Ἀγγλία ἤγειρεν ἀπαιτήσεις. Ἀλλὰ
2972τότε ἡ Ἰταλία, συναισθανομένη τὸ ἄδικον τῶν ἀπαιτήσεων τῆς
2973Ἀγγλίας, καὶ λαβοῦσα τὴν γνώμην αὐτῆς τῆς κυβερνήσεως τῆς
2974Αὐστρίας, προεκάλεσε τὴν γνώμην τοῦ τότε κόμητος Νέσ-
2975σελρωδ.
2976Ὁ Κόμης Νέσσελρωδ διετύπωσε τὴν γνώμην, «ὅτι δὲν δύ-
2977νανται οἱ ξένοι ὑπήκοοι νὰ χαίρωσι περισσότερα προνόμια παρ’
2978ὅσα οἱ λοιποὶ ὑπήκοοι τοῦ κράτους». Τότε καὶ ὁ Πάλμεστρων
2979ὑπέκυψεν εἰς τὸ δίκαιον καὶ ἀκαταμάχητον τοῦ ὁρισμοῦ τούτου
2980καὶ ἔκτοτε ἔπαυσεν ἡ Ἀγγλία ἐπὶ ἐκείνου τοῦ ἀντικειμένου τὰς
2981ἀδίκους ἀπαιτήσεις της. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς, κύριοι, νὰ
2982παραδεχθῶμεν μίαν ἀρχὴν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ὡρισμένη ἀπὸ τὸ
2983δίκαιον, καὶ ἡ ὁποία θὰ γεννήσῃ ἀποζημιώσεις, τῶν ὁποίων τὸν
2984ἀριθμὸν δὲν δυνάμεθα νὰ προΐδωμεν σήμερον;
2985Διὰ ταῦτα οἱ καταψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον δὲν καταψη-
2986φίζομεν τὸ ποσὸν, διότι περὶ χρημάτων δὲν πρόκειται σήμερον.
2987Ἐὰν αὔριον ἡ κυβέρνησις τὸ θέσῃ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ
2988ἡμεῖς οἱ ἀντιφρονοῦντες δυνάμεθα νὰ τὸ παραδεχθῶμεν, σή-
2989μερον ὅμως δὲν τὸ παραδεχόμεθα, ἀποκρούοντες ἀρχὴν, ἧς τὰς
2990ὀλεθρίας συνεπείας, καθόσον ἀφορᾷ τὰς γεννηθησομένας ἀδίκους
2991εἰς ταυτοειδεῖς ἀπαιτήσεις, δὲν δυνάμεθα νὰ προΐδωμεν· (χει-
2992ροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
2993§106ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, ἀρκετά!
2994§107ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, κ. πρόεδρε, αὔριον!
2995§108ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι, ὄχι· τώρα, τώρα, νὰ τελειώσωμεν.
2996§109ΛΑΠΑΣ. Τί αὔριον, αὔριον; τώρα νὰ τελειώσωμεν.
2997§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθίσατε, κύριοι, παρακαλῶ· ἡσυχία νὰ ἀκού-
2998σωμεν· ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Λομβάρδος.
2999§111ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὅσον τὸ δυνατόν, θὰ ἦμαι, κύριοι, σύντομος.
3000Ἐννοεῖτε πολὺ καλά, ὅτι προκαλοῦμαι νὰ ἀναβῶ τὸ βῆμα.
3001§112ΤΙΝΕΣ. Διόλου.
3002§113ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶχα τὴν ὄρεξιν καὶ ἐγώ, μάλιστα· ἀλλ’ οὐ-
3003δὲν ἧττον προκαλοῦμαι. Εἶναι ἀξιοπαρατήρητον εἰς τὴν συζήτη-
3004σιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρετήρησε προ-
3005ηγουμένως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κύριος Πολυλᾶς. Τρεῖς πρω-
3006θυπουργοί, εἷς κατόπιν τοῦ ἄλλου, ἐπῆλθον πρὸς ὑποστήριξιν·
3007δὶς οἱ δύο ἐξ αὐτῶν ἀνέβησαν ἐπὶ τοῦ βήματος, ὁ ἕτερος ὑπο-
3008θέτω ὅτι ἐπιφυλάσσεται.
3009§114ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Βέβαια.
3010§115ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σωστά. — Ἑπομένως, φίλοι ὁμόφρονες, οἷον
3011δήποτε εἶναι τὸ ἐξαγόμενον ἢ ἡ τύχη τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν
3012ὑποστηρίζομεν δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ μᾶς εὐχαριστήσῃ. Ἐάν, ὅ-
3013περ τὸ εὔχομαι, κερδίσῃ, θέλει εἶσθαι τιμὴ καὶ δόξα εἰς τὴν
3014ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν ὑπεστηρίξαμεν, ἥτις θὰ δειχθῇ ὅτι ἦτο τό-
3015σον δυνατή, ὥστε νὰ κατισχύσῃ καὶ τῆς ἀντιδράσεως τριῶν
3016πρωθυπουργῶν· ἐὰν ἡ ἰδέα μας ἀποῤῥιφθῇ, πάλιν τιμὴ καὶ δόξα
3017εἰς αὐτήν, διότι θὰ εἴπῃ ὅτι τὸ δίκαιον καὶ ἡ ἀλήθεια ἐν αὐτῇ
3018ἦσαν τοσοῦτον ἰσχυρά, ὥστε διὰ νὰ καταβληθοῦν ἔπρεπε νὰ δώ-
3019σωσιν ἀλλήλοις τὰς χεῖρας καὶ νὰ σφικταγκαλιασθῶσιν οἱ τρεῖς
3020ἐν τῇ Βουλῇ πρωθυπουργοὶ καὶ εἰς τὸ ἀγκάλιασμα τοῦτο νὰ πνι-
3021γῇ ἡ ἰδέα μας. Λυποῦμαι, ὅτι τὴν ὡραίαν αὐτὴν εἰκόνα (διότι
3022κατ’ ἐμέ, κύριοι, εἶναι ὡραιότατον θέαμα καὶ εὐτύχημα νὰ ἐξα-
3023κολουθήσῃ ἡ πρὸς ἀλλήλους ὄρεξις τῶν χειρῶν τῶν τριῶν πρω-
3024θυπουργῶν εἰς ὅλα τὰ ζητήματα) λυποῦμαι, λέγω, ὅτι τὴν ὡ-
3025ραίαν αὐτὴν εἰκόνα, ὁπωσοῦν, ὄχι ταράττει, ἀλλὰ ποικίλλει ἡ
3026παρεισαγωγὴ ἐν τῇ συζητήσει αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀξιο-
3027τίμου συναδέλφου καὶ φίλου μου κ. Κατσικαπῆ, ὅστις μὲ βιάζει
3028νὰ τοῦ ἀπαντήσω διὰ νὰ τῷ διασαφήσω μέρος τι τοῦ λόγου
3029μου, τὸ ὁποῖον, ὑποθέτω, δὲν ἦτο ἐδῶ νὰ τὸ ἀκούσῃ, διότι ἄλ-
3030λως δὲν ἤθελε δώσει τὴν παρεξήγησιν, ἃς μοῦ συγχωρηθῇ ἡ ἔκ-
3031φρασις, τὴν ὁποίαν ἔδωσε, καὶ τὴν ὁποίαν ἐπίσης ἔδωσε καὶ ὁ
3032ἀξιότιμος κ. Πετσάλης, ὁ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ὅμως ἀγο-
3033ρεύσας, καὶ οἵτινες τοσοῦτον παρενόησαν, ὥστε ὁ μὲν κ. Κατσι-
3034καπῆς, ὁμιλῶν περὶ τοῦ κ. Κλαρενδῶνος, ἐνόμισεν ὅτι ὁμιλεῖ
3035περὶ ζῶντος ὑπουργοῦ τῆς Ἀγγλίας, ὁ δὲ κ. Πετσάλης ὁμιλῶν
3036περὶ Γράμβιλ, ἐνόμισεν ὅτι ὁμιλεῖ περὶ ἀποθαμμένου. Ἂς τελει-
3037ώσω τοὺς λογαριασμούς μου μὲ τοὺς ἀξιοτίμους βουλευτάς, ὅπως
3038τεθῶ καὶ ἐγὼ ὑπὸ τὴν σκιὰν τοῦ ἀγκαλιάσματος τῶν τριῶν
3039πρωθυπουργῶν· δὲν θέλω πλησιάσει ὅμως πολύ, διότι φοβοῦμαι
3040τὸ σφικταγκάλιασμα ἐκεῖνο. Ὁ κ. Κατσικαπῆς διεμαρτυρήθη
3041ἐναντίον μου καὶ ἔληξε τὸν λόγον του μὲ μίαν διαμαρτύρησιν
3042διὰ τὰ ὅσα, κατ’ αὐτόν, εἶπον ὑβριστικὰ κατὰ τοῦ ἀτόμου τοῦ
3043λόρδου Κλαρενδῶνος.
3044§116ΜΙΛΗΣΗΣ. Τοῦ μακαρίτου.
3045§117ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ναί, πλὴν δὲν ὁμιλοῦμεν περὶ τοῦ ἀποθανόν-
3046τος, ἀλλὰ περὶ τῆς γνώμης τοῦ ζήσαντος. — Ἀποκρούω τὴν λέ-
3047ξιν ὑβριστικὰ, δέχομαι τὴν λέξιν διαμαρτύρησιν. Ἀποκρούω τὴν
3048λέξιν ὑβριστικά, καθότι — ἠμπορῶ ν’ ἀπατῶμαι, ἀλλ’ ἠμπορῶ
3049νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μαρτυρίαν ὅλων ὑμῶν μεταξὺ τῶν ὁποίων
3050εὑρίσκομαι τόσον καιρὸν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, — ὅτι ὑβριστι-
3051κὰς λέξεις, οὐχὶ περὶ ἀπόντων, οὐχὶ περὶ ὑπουργῶν, ἀλλὰ καὶ
3052περὶ τοῦ ἐσχάτου περὶ τοῦ ὁποίου νὰ ἐνέπεσε λόγος ἐν τῇ Βου-
3053λῇ, οὐδέποτε μετεχειρίσθην. Ἂν δὲ μοῦ ἐξέφυγέ ποτε βαρεῖά τις
3054ἔκφρασις ἐκ τοῦ στόματος, δὲν ἔλαβα συστολὴν νὰ τὴν ἀνακα-
3055λέσω, τὸ ὁποῖον θέλω πράξει πάντοτε ὁσάκις ἴδω, ὅτι παρεξε-
3056τράπην τῶν ἀρχῶν τῆς κοσμιότητος, ἐντὸς τῆς ὁποίας πρέπει
3057νὰ περιστρέφηται πᾶσα κοινοβουλευτικὴ συζήτησις. Ἀποκρούω
3058τὴν λέξιν ἐξηνέστη, διότι ἂν περὶ ὕβρεως ἐπρόκειτο, ἀμέσως
3059ἤθελα τὴν ἀποσύρει· κέχρημαι δὲ τὴν λέξιν «διαμαρτύρομαι», διότι
3060δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, ὅτε εἰς τὰς ἀσθενεῖς ἐκφράσεις μου ὑπὲρ
3061τῶν δικαιωμάτων τοῦ τόπου μου ἀπηυθύνθησαν διαμαρτυρήσεις
3062ὄχι μικραὶ καὶ ἀδύνατοι, ἀλλ’ ἀρκετὰ ἰσχυραί, αἱ ὁποῖαι ὅμως
3063δὲν εἶχον τὴν δύναμιν νὰ ἐξαλείψωσι τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων
3064μου, ἂν ἦσαν ἀληθεῖς. Εἶπον προχθές, ἐξετάζων τὴν διαγωγήν,
3065ἐξετάζων τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθη ὁ λόρδος
3066Κλάρενδων εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Δήλεσι, ὑποστηρίζων τὴν ἰδέαν
3067ὅτι ὤφειλεν ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις νὰ δώσῃ τὴν ἀμνηστείαν
3068ὅπως ἀπελευθερωθῶσιν οἱ αἰχμάλωτοι, εἶπον ὅτι κατὰ περίερ-
3069γον σύμπτωσιν, ἐνῷ ὁ λόρδος Κλάρενδων ἔλεγε, πρέπει νὰ
3070δώσητε τὴν ἀμνηστείαν, ἔστω καὶ παραβιάζοντες τὸ Σύν-
3071ταγμά σας, διὰ νὰ ἐλευθερωθῶσιν οἱ αἰχμάλωτοι, ἐνῷ ὁ ἕτε-
3072ρος Ἄγγλος, ὁ Ἔρσκιν ἔλεγεν, ὅτι τὰ συντάγματα ἔγειναν
3073διὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ὑπὲρ αὐτῶν πρέπει νὰ χαλῶνται,
3074ταὐτοχρόνως χωρὶς νὰ ἔχῃ γνῶσιν τῶν τοιούτων ὁ Τάκος
3075Ἀρβανίτης εἰς τὸν Ὠρωπὸν ἔλεγεν, ὅτι ἠμπορεῖτε νὰ δώσητε
3076τὴν ἀμνηστείαν καὶ ἂν τὴν ἐμποδίζῃ τὸ Σύνταγμα· ποῖος ἔκα-
3077μεν, εἶπε, τὸ Σύνταγμα; τὸ ἔθνος, ἀπήντησεν ὁ κ. Θεαγένης —
3078τὸ ἔθνος αὐτὸ ἂς συγκαλεσθῇ νὰ τὸ χαλάσῃ, ἀνταπήντησεν ὁ
3079Τάκος. Εἶπον, ὅτι ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἰς τὰς πρὸς τὸν ὅμοιόν του
3080σχέσεις παρεκτρέπεται τῶν ἀρχῶν τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἠθι-
3081κῆς καὶ περικλείεται ἐντὸς τοῦ κύκλου τοῦ αὐθαιρέτου, δὲν ὑπάρ-
3082χει γραμμὴ ἡ ὁποία νὰ διαχωρίζῃ τὸν ἕνα ἀπὸ τὸν ἄλλον, οἱα-
3083δήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ θέσις τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, τὸ αὐθαί-
3084ρετον τοὺς κάμνει ὁμοίους, τοὺς ἰσοπεδόνει· καὶ ἰδού, εἶπα, ὁ
3085Κλάρενδων ἐν Λονδίνῳ προτείνει τὰ αὐτὰ ἐπιχειρήματα, τὰ
3086ὁποῖα καὶ ὁ Τάκος ἐν Ὠρωπῷ. Κατὰ τί ἐξυβρίσθη ὁ λόρδος
3087Κλάρενδων; Ὑπεστηρίχθη ἡ ἰδέα τῆς δικαιοσύνης, προσεβλήθη
3088ἡ ἰδέα τοῦ αὐθαιρέτου, καὶ ὅταν τὸ αὐθαίρετον ἐκεῖνο ἐπρό-
3089κειτο νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς
3090πατρίδος, καὶ τοῦ κύρους τῶν νόμων της. Αἴ! φίλε, κύριε Κα-
3091τσικαπῆ, δὲν νομίζω νὰ ἐπρόσβαλα κανένα, οὔτε ἤθελεν ἐπαινεθῆ
3092ὁ ἀδύνατος, ὁ ὁποῖος συλλαμβάνων εἰς τοιαύτην θέσιν τὸν ἀδι-
3093κοῦντα ἰσχυρόν, παραμελεῖ νὰ τὸν ἀποκαλύψῃ καὶ νὰ τὸν
3094καταδείξῃ· ἀντιθέτως πράττων ὁ ἀδύνατος ἐκεῖνος ἤθελεν ἐγ-
3095καταλείψει ἓν καθῆκον. Παρωμοίασα τὴν πρᾶξιν πρὸς τὴν πρᾶ-
3096ξιν, διότι δὲν ἤμην τόσον ἀνόητος ὥστε νὰ συγχίσω τὸ ἄτομον
3097πρὸς τὸ ἄτομον. Σήμερον ὁ κύριος Πετσάλης ἠθέλησε νὰ δικαιο-
3098λογήσῃ τὸν λόρδον Κλαρενδῶνα, λέγων, ὅτι δὲν εἶπέ τι κακὸν
3099ὁ λόρδος, ὅταν εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ἡ ἀμνηστεία, διότι
3100κατὰ τὸν κύριον Πετσάλην ἠμποροῦσε νὰ δοθῇ ἡ ἀμνηστεία
3101ἂν συγκαλεῖτο ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία· ἂν ἐγὼ τοῦ εἴπω,
3102φίλε Πετσάλη, ἰδοὺ πῶς συμπίπτει ἀκριβῶς ἡ ἰδέα σας πρὸς
3103τὴν ἰδέαν τοῦ Τάκου, θέλω τάχα νὰ συγκρίνω τὸν κ. Πετσά-
3104λην πρὸς τὸν Τάκον; (γέλως) ἤθελε μὲ εἴπει τις, ὅτι ἔχασα τὸν
3105νοῦν μου· τὸ ἐπιχείρημα πρὸς τὸ ἐπιχείρημα συμπίπτει, ἀλλὰ
3106δὲν ταὐτίζεται τὸ ἓν πρὸς τὸ ἄλλο ἄτομον.
3107Ἂς τελειώσω ἐδῶ τοὺς λογαριασμούς μου μὲ τοὺς ἀξιοτί-
3108μους συναδέλφους (ἴσως ἀργότερα, ἕνεκα τῆς ἰδιαιτέρας ἀγάπης,
3109τὴν ὁποίαν ἔχω πρὸς τὸν κύριον Κατσικαπῆν, ἐπανέλθω πρὸς
3110αὐτόν, ὄχι περὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος), διότι ἵνα ἐπανέλθω εἰς
3111τὴν κυρίαν συζήτησιν πρέπει νὰ τελειώσω καὶ ἕνα ἄλλον λογα-
3112ριασμὸν μὲ τοὺς ἀξιοτίμους κύριον Ζαΐμην καὶ κ. Δεληγεώργην.
3113Ὁμιλῶν προχθὲς περὶ ἀνόμου, κατ’ ἐμέ, δοθείσης ὑποσχέσεως
3114κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς κυβερνήσεως Ζαΐμη, ἀνέγνωσα ἓν ἔγγραφον
3115τοῦ κ. Βράϊλα. Ἐν τῷ ἐγγράφῳ ἐκείνῳ ἐνθυμεῖσθε πολὺ καλὰ
3116τί εἶπεν ὁ πρέσβυς μας ἐκεῖνος. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ζαΐμης λαμβά-
3117νων τὸν λόγον, ἐφ’ ᾧ μᾶς εἶπεν, ὅτι περὶ τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου
3118δὲν εἶχε γνῶσιν, (καὶ τοῦτο καὶ ἐγὼ ὑπεστήριξα, διότι δὲν
3119ἠμποροῦσα νὰ φαντασθῶ, ὅτι ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως, λαμ-
3120βάνων γνῶσιν τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου, ἤθελεν ἀφήσει ἀπαρατήρητα
3121τὰ ἐν αὐτῷ, ἤθελε νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ κ. Βράϊλα,
3122νὰ ἐπιπλήξῃ δὲ ἐμὲ, ὅτι συνυπουργήσας μετὰ τοῦ κ. Βράϊλα,
3123δὲν ἔπρεπε νὰ τὸν ἐπιπλήξω διὰ τὴν ἔκφρασίν του ἐκείνην.
3124Προσέθεσε δὲ, ὅτι ἕκαστος εἶναι αὐτεξούσιος νὰ φρονῇ ὅπως
3125θέλῃ, καὶ ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος κ. Ζαΐμης, ὅταν ἐτελείω-
3126σεν ἡ συζήτησις τοῦ Συντάγματος ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει, ἐξέ-
3127φρασεν ὡς πληρεξούσιος γνώμην κατὰ τοῦ εἴδους τοῦ Συντάγ-
3128ματος, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ζαΐμης δὲν
3129ἐσκέφθη μὲ ὅλον τὸ κρύον αἷμα εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, ἀλ-
3130λέως δὲν ἤθελεν εἴπει ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν, ἂν ἐσκέπτετο,
3131ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἐκφράσεως δόξης ἀτόμου, φρονοῦντος οὕ-
3132τως ἢ ἄλλως περὶ τοῦ Συντάγματος ἐν τῇ πατρίδι του· ἂν
3133ἐσκέπτετο, ὅτι ὁ κύριος Βράϊλας δὲν ἐπαρουσιάζετο ὡς ἄτομον,
3134ἀλλ’ ὡς πρέσβυς, ἐν ὅλῃ τῇ ἐπισημότητι, ἐνώπιον ξένου ὑπουρ-
3135γοῦ νὰ ἐκφράσῃ πρὸς αὐτὸν τὴν λύπην τῆς κυβερνήσεως διὰ τὸ
3136συμβὰν ἐν Ἑλλάδι· ἂν ἐσκέπτετο, ὅτι εἰς τὸν πρέσβυν μας,
3137τὸν ἀντιπρόσωπόν μας, ἀντιπροσωπεύοντα κατὰ τὴν στιγμὴν
3138ἐκείνην τὴν κυβέρνησίν του, τὴν πατρίδα του, τὴν Ἑλλάδα, ὁ
3139ξένος ὑπουργὸς τῷ ἔλεγεν «τὸ σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἔχετε ἐν
3140Ἑλλάδι εἶναι λίαν δημοκρατικὸν, ἐξ αὐτοῦ πηγάζει ἡ κακὴ
3141διοίκησις τῆς Ἑλλάδος, καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ συντάγματος δὲν
3142ἠμποροῦσε οὔτε ἡ Ἀγγλία νὰ διοικηθῇ, καὶ ὅτι κατὰ συνέπειαν
3143αἴτιον τὸ πολίτευμα διὰ τὰ τοῦ Πικερμίου καὶ Δήλεσι», ὁ δὲ
3144πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος ν’ ἀπαντήσῃ «ναὶ, τοιοῦτον εἶναι τὸ σύν-
3145ταγμα, τὸ καταδικάζω καὶ πρὸ πολλοῦ τὸ κατεδίκασα καὶ
3146προεῖδα τὰς συνεπείας,» νὰ εἴπῃ μὲ ἄλλας λέξεις, ὅτι τὰ τοῦ Πι-
3147κερμίου καὶ τοῦ Δήλεσι ἐν Ἑλλάδι εἶναι συνέπεια τοῦ συν-
3148τάγματος· ἂν ταῦτα λέγω ἐσκέπτετο ὁ κ. Ζαΐμης, θὰ ἐπείθετο
3149ὅτι ναὶ μὲν ὁ κ. Βράϊλας ἠμποροῦσε νὰ ἔχῃ ὁποιανδήποτε
3150περὶ τοῦ συντάγματος ἰδέαν ὡς ἄτομον, ἀλλ’ ὡς πρέσβυς δὲν
3151τοῦ ἐπετρέπετο νὰ τὴν ἐκφράσῃ εἰς τοιαύτην στιγμὴν. Καὶ
3152νομίζετε, ἀξιότιμε κύριε Ζαΐμη, ὅτι, ἂν τυχὸν δὲν ἐπρόκειτο
3153περὶ τοῦ κ. Βράϊλα, ἀλλὰ περὶ οἱουδήποτε ἄλλου, ἔστω καὶ τοῦ
3154στενωτέρου καὶ σεβαστοτέρου τῶν πολιτικῶν μου φίλων ἂν ἦτον,
3155ἤθελον μεταχειρισθῆ ἄλλην γλῶσσαν ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν
3156ἤδη μετεχειρίσθην; Καὶ νομίζετε, ὅτι, ἂν σεῖς ἦσθε πάντῃ ἐλεύ-
3157θερος ὡς πληρεξούσιος ἐν Ἐθνοσυνελεύσει νὰ ἐκφράσητε
3158οἱανδήποτε γνώμην περὶ τοῦ τότε συζητουμένου πολιτεύματος,
3159σήμερον, ὅταν ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις καὶ ὡρκίσθητε νὰ τὸ
3160τηρήσητε, ἂν σήμερον, ὡς πολίτης, ἠμπορεῖτε, ἔστω, νὰ ἐκφράση-
3161τε οἱανδήποτε γνώμην, αὔριον ὅμως ἂν γίνετε ἐκ νέου πρω-
3162θυπουργὸς, νομίζετε ὅτι σᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον ἐν τῇ ἐξα-
3163σκήσει τῶν ἔργων σας νὰ ἐκφράζεσθε ἢ νὰ ἐνεργῆτε κατ’ αὐτοῦ;
3164Καὶ ἂν οἱ ὑφ’ ὑμᾶς Νομάρχαι ἢ Ἔπαρχοι ἤθελον ἀνακαλυφθῆ,
3165ὅτι ἐκφράζονται κατὰ τοῦ συντάγματος ἐν τῇ ἐπισήμῳ ἐνερ-
3166γείᾳ των, ὡς ἐξεφράζετο ἐκεῖνος ὁ πρέσβυς σας, ἠθέλατε εἴπει,
3167ὅτι ἐξασκοῦσι τὸ δικαίωμα τοῦ πολίτου, ἠθέλατε ἀναδεχθῆ
3168τὴν ὑπεράσπισίν των, ἢ ἠθέλατε τοὺς τιμωρήσει; Ὁ ἀξιότιμος
3169κ. Δεληγεώργης συνοπτικώτερον, ἐκφραστικώτερον, ἐλάλησε
3170περὶ τοῦ κ. Βράϊλα, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς ἂν ἀνέλαβε τὴν
3171ὑπεράσπισίν του, ἀλλ’ ὅτε ὡμιλοῦσε περὶ τοῦ ἐγγράφου τοῦ κ.
3172Βράϊλα, τὸν ἠρώτησα, «παραδέχεσθε καὶ ὅσα περὶ συντάγματος
3173εἶπε;» μοὶ ἀπήντησε συντομώτερον τοῦ κ. Ζαΐμη, ἀλλὰ μὲ ἀλ-
3174λοίαν ἴσως ἔννοιαν, καὶ μὲ εἶπεν, «τί ἐρωτᾶτε ἐμέ; Σεῖς μετὰ
3175τοῦ κ. Βράϊλα συνυπουργεύσατε, σεῖς ἐνθυμεῖσθε τί ἠμπορεῖ νὰ
3176ἔτρεξε μεταξὺ σοῦ, τοῦ κ. Βράϊλα καὶ ἐμοῦ ἐν τῷ περιβόλῳ τού-
3177τῳ.» Ἂν ἀνήγειρεν, κ. Δεληγεώργη, τὴν φωνὴν ἐναντίον τῆς
3178σχολῆς τῆς μὴ εὐαρεστουμένης εἰς τὸ ὑπάρχον σύστημα, ἂν τὴν
3179σχολὴν ταύτην ἐπιδεικνύωμεν καὶ κατ’ αὐτῆς ἐπιτιθέμεθα, μᾶς
3180λέγουν «πάθη ἔχετε.» Ἂν ἐνθυμῶνται τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἐτελέ-
3181σθη ἡ ἕνωσις, ὅτε ἡμεῖς, ἀπόλυτοι κύριοι τοῦ πεδίου εὑρεθέντες,
3182προσεφέραμεν ἀδελφικῶς τὴν χεῖρα πρὸς ἐκείνους πρὸς τοὺς ὁ-
3183ποίους ἐπολεμήσαμεν καὶ μᾶς ἐπολέμησαν πρότερον, ἐλπίσαν-
3184τες, ὅτι ἐν τῇ ἐθνικῇ κολυμβήθρᾳ ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος ἤθελεν
3185ἀναγεννηθῇ, ἀναμιμνησκόμενοι τὸ σημεῖον ἐκεῖνο τῆς ἀμνησικα-
3186κίας, μᾶς ἐπικρίνετε· εἶσθε δίκαιοι; δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι
3187εἶσθε ἄδικοι, ἀλλ’ εἶσθε ἀσυνεπεῖς. Τὸν ἀξιότιμον κ. Δεληγεώρ-
3188γην, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ μοῦ ὑπενθυμίσῃ τὰ 1865, τὸν πα-
3189ρακαλῶ, καθὼς καλὰ ἐνθυμῆται τὴν μίαν στιγμὴν ἐκείνην, νὰ
3190ἐνθυμηθῇ καὶ μελετήσῃ τὰς πολλὰς ἄλλας, αἱ ὁποῖαι διαρκῶς
3191ἕως τώρα τὴν διεδέχθησαν. Καὶ διὰ νὰ μὴ πολυλογῶ, τοῦ ἀναφέ-
3192ρω μίαν καὶ μόνην, τοῦ ἐθυμίζω τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἐκλο-
3193γῆς Λευκάδος κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς παρούσης Βουλῆς. Ἴσως στιγ-
3194μιαίως ἐν τῇ ἀμνησικακίᾳ μας ἠπατήθημεν, ἀλλ’ ἰδόντες τὴν
3195ἀπάτην μας, συνεχῶς ἔκτοτε εἰδοποιήσαμεν καὶ εἰδοποιοῦμεν.
3196Καὶ ἐπειδὴ αἱ δηλώσεις αὗται ἔτυχε νὰ συνδεθῶσι μὲ τὸ
3197ὄνομα τοῦ κ. Βράϊλα, ὀφείλω νὰ κάμω διαστολήν τινα, ὅτι δη-
3198λαδὴ ὁ κ. Βράϊλας δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπιδιώκουσι
3199τὸν ἀπολυτισμόν, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἐπιθυμήσει νὰ ἴδωσι κατε-
3200στραμμένον τὸ σύνταγμα· ὁ κ. Βράϊλας ἐπιθυμεῖ ἓν σύνταγμα
3201κατὰ τὴν ἰδέαν του, καὶ πιστεύει ὅτι ἄνευ συντάγματος ἡ Ἑλλὰς
3202δὲν δύναται νὰ διοικηθῇ. Ὀφείλω νὰ κάμω καὶ μίαν ἄλλην δια-
3203στολήν, διότι ὀφείλω νὰ ᾖμαι δίκαιος, ὅτι ὁ κ. Βράϊλας ὑπῆρ-
3204ξε μέχρι τελευταίας στιγμῆς ἐκ τῶν θερμῶν ὑποστηρικτῶν
3205τῆς προστασίας, ἀλλ’ ἅμα ἐγένετο ἡ ἕνωσις, εἰλικρινῶς τὴν
3206ἠσπάσθη, καὶ δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πηγαίνοντες νὰ ἐπι-
3207σκεφθῶσι τὸν πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας, νομίζουν ὅτι θὰ τοὺς ἐκτι-
3208μήσῃ ὁ πρέσβυς, ἄν, κτυπῶντες τὸ μέτωπόν των, τῷ εἴπωσι
3209τί μᾶς ἐκάματε καὶ μᾶς ἑνώσατε μὲ αὐτὸν τὸν κατηραμένον
3210τόπον; Οἱασδήποτε καὶ ἂν πρεσβεύῃ πολιτικὰς ἰδέας ὁ κ.
3211Βράϊλας, εἶναι ὅμως Ἕλλην.
3212Ἂς ἔλθωμεν ὅμως, κύριοι, εἰς τὸ κύριον ζήτημα. Προστρέχετε
3213εἰς σοφίσματα, διαστρέφετε τὰ γεγονότα, θέλοντες νὰ δείξετε,
3214ὅτι εἰς τὸ συζητούμενον ζήτημα πρόκειται περὶ δίκης καὶ περὶ
3215ἀπαιτήσεως, ἐνῷ πρόκειται μόνον περὶ φιλανθρωπίας, μᾶς εἶπεν
3216ὁ πρὸ ὀλίγου καταβὰς τοῦ βήματος, εἷς ἐκ τῶν τριῶν πρωθυ-
3217πουργῶν, τῶν ὑποστηριζόντων τὸ νομοσχέδιον· μετὰ τῆς γνώ-
3218μης ταύτης ἐσυμφώνησεν καὶ ὁ ἕτερος ἀξιότιμος πρωθυπουργός,
3219ὁ τὰς ἡνίας νῦν τοῦ κράτους κατέχων. Ἀλλ’ ἂν ἡμεῖς λέγωμεν
3220σοφίσματα, λάβετε τὸν λόγον ἐπὶ τούτου σεῖς, κύριε Ζαΐμη,
3221διότι σὺ μᾶς εἶπες, ὅτι δὲν πρόκειται οὔτε περὶ δικαιοσύνης, οὔτε
3222περὶ φιλανθρωπίας, ἀλλ’ ὅπως ὑποκύψωμεν εἰς τὴν ἀπαίτησιν
3223τοῦ ἰσχυροῦ εἰς τὴν ὁποίαν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἶπες, πρέπει
3224νὰ ὑποκύψωμεν, διαμαρτυρόμενοι. Ἀδικοῦμεν τὸν ἑαυτόν μας;
3225μᾶς εἶπεν ὁ κ. Δεληγεώργης, (καὶ εἶπεν ὅτι τὸ λέγει, διότι μᾶς
3226ἐκτιμᾷ· τὸν εὐχαριστοῦμεν) ἀδικοῦμεν τὸν ἑαυτόν μας, θέλοντες
3227νὰ βλέπωμεν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπαίτησιν; Ἂς μὲ συγχωρήσῃ νὰ
3228τῷ εἴπω μὲ τὴν ἰδίαν ἐλευθερίαν καὶ εἰλικρίνειαν, ὅτι καὶ ἐγὼ
3229φρονῶ, ὅτι ἀδικεῖ τὸν ἑαυτόν του, λέγων ὅτι πρόκειται περὶ φι-
3230λανθρωπίας καθαρᾶς καὶ ὄχι περὶ ἀπαιτήσεως μιᾶς δυνάμεως με-
3231γάλης πρὸς μικρὸν καὶ ἀδύνατον κράτος. Μᾶς ἀνέγνωσε τὸ ἔγ-
3232γραφον τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, καὶ τὰ ἔγγραφα τῶν ὑπουρ-
3233γῶν τῆς Ἀγγλίας, ἀλλὰ τὰ παρέτρεξε, πολὺ καλὰ αἰσθανό-
3234μενος, ὅτι ἤθελε κάμει πάρα πολὺ ἄδικον εἰς τὴν εὐφυΐαν καὶ
3235τὸν νοῦν του, ἂν ἐπειρᾶτο δι’ αὐτῶν νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν πρόκει-
3236ται περὶ ἀπαιτήσεως· ἀνέλυσε δὲ τὸ ἔγγραφον τῆς Ἑλληνικῆς Κυ-
3237βερνήσεως καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐστηρίχθη. Ἀλλὰ τί λέγει τὸ ἔγγραφον
3238τοῦτο; ὅτι παραδέχεται χάριν φιλανθρωπίας. Πλὴν, καθὼς ὀρθῶς
3239παρετήρησεν ὁ κ. Μίλησης, ὁ χαρακτὴρ δὲν δίδεται ἀπὸ τὸν πλη-
3240ρόνοντα, ἀλλ’ ἀπὸ τὸν ἀπαιτοῦντα. Καὶ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω
3241ἑνὸς ἑκάστου τῶν συμβάντων, καὶ πρῶτον τὴν τοῦ κ. Δεληγεώρ-
3242γη, ἂν εἰς τὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται τὸ κράτος
3243μας, τὸ ταμεῖόν μας, ἐνῷ ἀποθνήσκουσι πεινῶσι τόσοι καὶ τόσοι ἀ-
3244γωνισταὶ καὶ τόσοι ἄλλοι ὑποφέρουσιν ἀπὸ τὴν ληστείαν, ἂν
3245ἀπὸ αἴσθημα φιλανθρωπίας ἐδίδομεν δῆθεν πρὸς τὰς 4, 000
3246λίρας, ἄλλας 10,000, ἤτοι 300,000 δραχμῶν διὰ τὴν χήραν
3247Λόϋδ Ἐρωτῶ τὴν συνείδησιν ἑνὸς ἑκάστου, εἶναι τοῦτο ἔργον
3248φιλανθρωπίας; Δὲν εἶναι, λέγει, ἀπαίτησις, καὶ μᾶς ἐξέθεσε
3249τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους τὸ θεωρεῖ ὄχι ὡς ἀπαίτησιν, καὶ
3250μᾶς εἶπεν, ὅτι κατὰ τὴν πεποίθησίν του δὲν πρόκειται περὶ
3251βίας καὶ ὅτι δὲν θέλουν ἔλθει συνέπειαι, ἂν ἡμεῖς ἀρνηθῶμεν.
3252Ἀγνοῶ ἂν θὰ μᾶς εἴπῃ ὁ νῦν πρωθυπουργός, ὅτι θὰ προέλθουν
3253συνέπειαι· ἀλλ’ ἰδοὺ μία νέα ἀντίφασις τῶν τριῶν πρωθυπουρ-
3254γῶν. Ἐνῷ κατὰ τὸν κ. Ζαΐμην πρόκειται εἰς τὴν βίαν νὰ ὑπο-
3255κύψωμεν, ἄλλως θὰ ὑποστῶμεν τὰς συνεπείας· ὁ κ. Δεληγεώργης,
3256ὁ τὴν ὑπόθεσιν διεξαγαγών, μᾶς βεβαιοῖ, ὅτι περὶ τούτου δὲν
3257πρόκειται καὶ ὅτι, ἂν θέλωμεν, δυνάμεθα ν’ ἀρνηθῶμεν τώρα
3258καὶ ν’ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν, ὅταν ἔλθῃ ἡ ἀπαίτησις. Καὶ
3259ὅμως λέγουσιν εἴμεθα ἀνακόλουθοι ἡμεῖς, διότι δὲν παρουσιάζο-
3260μεν σύστημα! Ἀλλ’ ἔστω ὅτι ἀληθὲς τοῦτο, ἔστω ὅτι δὲν
3261παρουσιάζομεν σύστημα, ἀφοῦ ἡ συζήτησις θὰ γείνῃ, ὅταν ἔλθῃ
3262ἡ ἀπαίτησις, ποία ἡ ἀνάγκη ἀπὸ τοῦδε συστήματος. Νὰ μιμη-
3263θῶμεν τοὺς πατέρας μας καὶ τὴν φρόνησιν τῶν πατέρων μας,
3264εἶπεν ὁ νῦν πρωθυπουργός· τὰ μέσα τῶν πατέρων μας νὰ βά-
3265λωμεν εἰς ἐνέργειαν, μᾶς εἶπεν ὁ ἄλλος, προσθέσας, ὅτι ἂν
3266θέλωμεν σύστημα, τοῦτο ἔπρεπε νὰ εἴπωμεν. Νὰ μιμηθῶμεν
3267τὴν φρόνησιν τῶν πατέρων μας! Τοῦτο λέγομεν καὶ ἡμεῖς·
3268δὲν ἀποκρούομεν ὅτι εἴμεθα μικροὶ καὶ ἔχομεν ἀνάγκην τῆς
3269ὑποστηρίξεως τῶν ἰσχυρῶν, ἀλλὰ λέγομεν, ὅτι διὰ νὰ ἔχω-
3270μεν τὴν ὑποστήριξιν τῶν ἰσχυρῶν, πρέπει νὰ κερδίσωμεν πρῶ-
3271τον τὴν ὑπόληψίν των. Καὶ οἱ πατέρες μας, διὰ νὰ κερδίσω-
3272σι τὴν ὑπόληψιν τῶν ἰσχυρῶν, δὲν ἔκαμον ὅ, τι μᾶς συμβου-
3273λεύουν σήμερον νὰ κάμωμεν, νὰ καθήμεθα νὰ κηρύττωμεν ὡς
3274ἔργον φιλάνθρωπον μίαν ἀπαίτησιν δυναστικὴν καὶ ἄδικον ἐκ
3275μέρους τοῦ ἰσχυροῦ, καὶ νὰ ἀτιμασθῶμεν παραδεχόμενοι αὐτήν·
3276δὲν ἐκάθησαν νὰ ἐξετάσουν οἱ πατέρες μας τί ζητοῦν παρ’ αὐ-
3277τῶν ὁ εἷς καὶ ὁ ἕτερος· ἔμενον προσηλωμένοι εἰς τὸ καθῆκον
3278πρὸς τὴν πατρίδα καὶ δὲν ἠρώτων πῶς θὰ κρίνουν οἱ ἄλλοι
3279τὰς ἐνεργείας των· ὅταν δὲ ἐκίνησαν διὰ νὰ ἐλευθερώσουν τὴν
3280πατρίδα, δὲν ἐφρόντισαν νὰ μάθουν, ἂν θὰ τοὺς κλείσωσι τὰς θύρας
3281οἱ ἐν συνόδῳ συνερχόμενοι βασιλεῖς, ἀλλ’ ἔπραξαν, ὅ,τι ἔπρεπε
3282νὰ πράξωσιν, ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των καὶ οὕτω ἐκέρδισαν
3283τὴν ὑπόληψιν καὶ τὴν ὑποστήριξιν τῶν πρῴην δυσμενῶν πρὸς
3284αὐτοὺς ἰσχυρῶν. Εἶμαι τάχα ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦν, ὅτι
3285δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τῆς ὑποστηρίξεως τῆς Ἀγγλίας; Ἂς μὲ ἀκού-
3286σῃ ὁ κ. Κατσικαπῆς νὰ τοῦ κάμω μίαν δήλωσιν ἐδῶ ἀπὸ τὸ
3287βῆμα τοῦτο, τὴν ὁποίαν ἀγνοῶ, ἂν εἶχε τὴν τόλμην νὰ τὴν
3288κάμῃ αὐτός. Ἐγὼ, φίλε Κατσικαπῆ, περὶ τοῦ ὁποίου εἶπες, ὅτι
3289ἐξύβρισα τὸν Κλαρεδῶνα ἢ ὅτι ἐπρόφερα λέξεις ὑβριστικὰς
3290κατ’ αὐτοῦ· ἐγὼ, τὸν ὁποῖον νομίζεις, ὅτι εἶμαι ὁ μᾶλλον
3291ἀντίπαλος τῆς Ἀγγλικῆς πολιτικῆς, ἐγὼ νὰ σοὶ εἴπω τί πι-
3292στεύω περὶ τοῦ μέλλοντος· πιστεύω, ὅτι ἡ δύναμις, ἡ ὁποία
3293μᾶλλον πάσης ἄλλης θὰ μᾶς βοηθήσῃ, ἵνα προχωρήσωμεν ἐμ-
3294πρὸς, θὰ ἦναι ἡ Ἀγγλία· ἀλλὰ ὁ δρόμος, τὸν ὁποῖον ἀκολου-
3295θοῦμεν ἀπὸ 40 χρόνους καὶ ἐντεῦθεν, ἀντὶ νὰ τὴν πλησιάσῃ,
3296τὴν ἀπομακρύνει ἀπὸ ἡμᾶς, διότι ὁ Ἄγγλος δὲν ἀγαπᾷ παρὰ
3297ἐλευθέρους (Εὖγε ἐν τῇ Βουλῇ· χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροα-
3298τηρίου).
3299Ζῶν μεμαρτύρηκα καὶ ἀποθνήσκων μαρτυρήσω, ὅτι ἀπὸ τὰ
33001828 πᾶσαι αἱ συμφοραὶ τῆς Ἑλλάδος ὀφείλουσιν ἀποδοθῆναι
3301τῇ πεπλανημένῃ διπλωματίᾳ τῆς Ἀγγλίας. Μὴ νομίσῃς, φίλε
3302Κατσικαπῆ, ὅτι τὸ λέγω ἐγώ. Οὕτως ἔγραφε πρὸς ἕνα τῶν ὑ-
3303πουργῶν τῆς Ἀγγλίας καὶ διὰ τῶν ἐφημερίδων ἐδημοσίευσεν
3304Ἄγγλος ἐν τῇ Ἑλλάδι πρὸ πολλῶν ἐτῶν ζῶν, τὴν ἱστορίαν τῆς
3305Ἑλλάδος γινώσκων καὶ τὰ αἴτια τῶν δυστυχημάτων της ὀρθῶς
3306ἐκτιμήσας, ὁ οὐχὶ ἄγνωστος παρ’ ἡμῖν Ἐδουάρδος Μάσσων. Αἱ
3307σχέσεις μας μετὰ τῆς Ἀγγλίας ὅμως δὲν ἤρχισαν ἀπὸ τὸ 1828,
3308ὡς λέγει ὁ κ. Μάσσων· ἀλλ’ ἕνεκα τῶν φιλελευθέρων θεσμῶν
3309τῆς Ἀγγλίας, ἕνεκα τῶν πολιτευματικῶν ἰδεῶν της μετὰ τῶν
3310ὁποίων συνταυτίζονται καὶ αἱ ἰδικαί μας, αἱ σχέσεις μας, ἡ
3311κλίσις μας πρὸς τὴν Ἀγγλίαν ἤρχισαν νὰ δεικνύωνται ἀπὸ τὸ
33121809. Ἔκτοτε, καὶ ἰδίως κατὰ τὰ 1815, ὁ μεγαλείτερος τῶν
3313διπλωματῶν τῆς Ἑλλάδος, ὁ Ἰω. Καποδίστριας, ὅταν ἐπρόκειτο
3314νὰ ἀποφασισθῇ ἡ τύχη τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος του, ἐπέμενε
3315νὰ μὴ δοθῇ εἰς ἑτέραν δύναμιν ἡ προστασία τῆς Ἑπτανήσου,
3316εἰμὴ εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ εἰς τὰς ἐπιστολάς του πρὸς τοὺς
3317Ἑπτανησίους τοὺς συνεχαίρετο, ὅτι ἐπέτυχε τὸ μέγιστον τῶν
3318εὐτυχημάτων ἡ πατρίς των, τεθεῖσα ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς
3319Ἀγγλίας, ἡ ὁποία θὰ ὡδήγει τὴν Ἑπτάνησον εἰς τὴν ἐλευθερίαν
3320καὶ εἰς τὴν εὐνομίαν. Ἀλλ’ ἔκτοτε ἡ ἱστορία μαρτυρεῖ, καὶ ἕνας
3321ἄγγλος βεβαιοῖ, ὅτι ὅλαι αἱ δυστυχίαι τῆς Ἑλλάδος προῆλ-
3322θον ἀπὸ τὴν πεπλανημένην διπλωματίαν τῆς Ἀγγλίας, διότι
3323ποτὲ δὲν ἐλάβομεν τὴν τόλμην νὰ εἴπωμεν κατὰ μέτωπον εἰς
3324τοὺς Ἄγγλους τὴν ἀλήθειαν, διότι ἐστοχάσθημεν διαρκῶς ἐπὶ
3325τεσσαράκοντα ἔτη ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐστοχάσθη πρὸ ὀλίγου καὶ
3326ὁ κ. Κατσικαπῆς, λαλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ὅτι δηλαδὴ
3327θὰ ἐξεγείρωμεν τὴν Ἀγγλίαν, ἂν δὲν λέγωμεν εἰς αὐτὴν πάν-
3328τοτε «ναί,» εἰς ὅ,τι αὐτὴ μᾶς λέγει. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ
3329Ἕλληνος ἐδῶ. Ἄλλοθι ὁ Ἕλλην ἄλλην διαγωγὴν ἐτήρησε κατέ-
3330ναντι τῆς Ἀγγλίας. Καὶ ἐκεῖ ἀπευθύνοντο αἱ συμβουλαί, αἱ
3331ὁποῖαι σήμερον λέγονται καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ διὰ
3332μίαν στιγμήν, ὅτε πρὸ ὀλίγου ἠγόρευεν ὁ κ. Κατσικαπῆς, ἐνό-
3333μισα ὅτι ἐπανῆλθον ὀπίσω δεκαπέντε ἢ εἴκοσιν ἔτη, ὅτε εὑρι-
3334σκόμην εἰς ἄλλον περίβολον βουλευτικόν, ἐντὸς τοῦ ὁποίου τὰ
3335αὐτὰ μᾶς ἔλεγον καὶ μᾶς ἐπαναλάμβανον, ὅτι διὰ τῆς ἄκρας
3336ἀντιπολιτεύσεώς μας κατὰ τῆς Ἀγγλίας καὶ τὴν Ἑπτάνησον θὰ
3337καταστρέψωμεν καὶ τὸ λοιπὸν ἔθνος μας θὰ βλάψωμεν. Ἐκεῖ
3338ὅμως εἰς τὴν Ἑπτάνησον ἐξετιμήθη καλλίτερα ὁ ἀγγλικὸς χα-
3339ρακτήρ. Δὲν ἦτο, κύριοι, ἁπλῶς φαντασιοκοπία ὁ ἀγὼν τῆς
3340Ἑπτανήσου, ἐγνωρίζαμεν τὸν ἀγγλικὸν χαρακτῆρα καὶ εἴπο-
3341μεν ἢ θὰ φέρωμεν τὴν Ἀγγλίαν εἰς θέσιν, ὥστε νὰ μὴ δύναται
3342παρὰ στρατιωτικῶς νὰ κυβερνήσῃ, ἢ θὰ ὑποχρεωθῇ νὰ ἐγκατα-
3343λείψῃ τὰς νήσους· τὸ πρῶτον δὲν ἠμποροῦσε νὰ κάμῃ, διότι
3344ἀντέκειτο εἰς τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἄγγλου· τὸ δεύτερον ἐπραγ-
3345ματοποιήθη, καὶ ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, (συγχωρήσατέ μοι αὐτὴν
3346τὴν παρέκβασιν εἰς ἐμὲ τὸν θεωρούμενον ὡς μισοῦντα τοὺς ἄγ-
3347γλους), ἐνθυμοῦμαι ὅτε κατὰ τὰ 1862 ἦλθα εἰς Ἀθήνας εἷς
3348τῶν τότε ὑπουργῶν μοὶ ἔλεγε, αἴ! διατί νὰ κάμετε αὐτὸ τὸ
3349μέγα κακόν, ὅταν σᾶς ἐπρότειναν ἐπὶ Γλάδστωνος νὰ ἐγκατα-
3350λείψωσι τὰς πέντε νήσους καὶ νὰ τοῖς ἀφήσητε τὴν Κέρκυραν,
3351διατί δὲν τὸ ἐδέχεσθε; Ἂς ἐλαμβάνομεν τὰς 5 νήσους καὶ διὰ
3352τὴν Κέρκυραν ἀργότερα εἶχεν ὁ Θεός. Δὲν τὸ ἐπράξαμεν, ἀπήν-
3353τησα, διότι καθὼς ὑπεχώρησεν ἡ Ἀγγλία διὰ τὰς πέντε νήσους,
3354ὀλίγον ἀκόμη ἂν ἐπιμένωμεν, μετὰ δύο ἢ τρία ἢ πέντε ἔτη
3355θέλομεν ἔχει καὶ τὴν Κέρκυραν, ἐνῷ ἂν τὴν ἐγκαταλείπωμεν,
3356θὰ τὴν ἐχάναμεν διὰ πάντοτε· ἐχαμογέλασεν, ἀλλὰ τὸ ὄνειρον
3357ἐγένετο πρᾶγμα. Ἂς ἀποδίδουν εἰς ὁποιανδήποτε αἰτίαν θέλουν
3358τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Ἑπτανήσου, ἡ ἱστορία ἀποδεικνύει καὶ
3359θέλει ἀποδείξει, ὅτι ἡ Ἀγγλία δὲν ὑπέκυψεν εἰς τὸ ζήτημα
3360τοῦτο, εἰμὴ εἰς τὴν σταθερὰν καὶ ἀποφασιστικὴν ὑποστήριξιν
3361τοῦ δικαίου· ὁ Ἄγγλος ἔχει μίαν μεγάλην ἀρετὴν, θέσατέ τον
3362εἰς θέσιν νὰ αἰσθανθῇ ὅτι θὰ τὸν ἀποδείξῃς ἐνώπιον τοῦ κόσμου
3363ἀδικοῦντα, ὑποχωρεῖ.
3364Ὑπερψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον μᾶς παρουσιά-
3365ζουσι, θὰ ἀπολαύσωμεν τὴν ὑπόληψιν τῆς Ἀγγλίας; Ἴσως,
3366κύριοι, ἀκόμη δὲν ἐξέλιπεν ἀπὸ τὸν νοῦν τῶν ὑπουργῶν καὶ
3367ἄλλων ἀκόμη ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ, ὅτι εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Δή-
3368λεσι ἦτο ἀναμεμιγμένα καὶ ἔξοχα πρόσωπα τῆς Ἑλληνικῆς
3369πολιτείας· δὲν θ’ ἀργήσῃ ὅμως νὰ ἔλθῃ ἡ στιγμή, κατὰ τὴν
3370ὁποίαν θὰ εἴπωσιν, ὅτι εἶδον τὴν ἀλήθειαν. Ποίαν ἰδέαν θὰ λά-
3371βωσι περὶ ἡμῶν, ὅταν ἴδωσιν ὅτι τόσον ὀλίγον φειδόμεθα τῆς
3372ὑπολήψεώς μας, ὥστε διὰ τῆς ψήφου μας δίδομεν τὴν ἐξομο-
3373λόγησιν, ὅτι τουλάχιστον κατά τι εἰς τὸ κακούργημα ἐνεχό-
3374μεθα; Πρέπει νὰ συζητήσωμεν μετὰ τῆς Ἀγγλίας, ὅπως δεί-
3375ξωμεν τὴν ἀδικίαν. Ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι ἂν ἀποῤῥίψωμεν τὸ νο-
3376μοσχέδιον, δὲν θὰ προβῇ ἡ Ἀγγλία εἰς περαιτέρω βήματα,
3377τουλάχιστον πρὶν ἢ μεθ’ ἡμῶν συζητήσῃ. Ἡμεῖς λοιπὸν προσ-
3378βάλλομεν τὴν Ἀγγλίαν ἢ ἀκριβῶς οἱ ἀντιφρονοῦντες, οἱ ὁποῖοι
3379ἐπιβεβαιοῦσιν, ὅτι θὰ ἐπέλθουν καταστροφαί, ἂν δὲν παραδεχθῶ-
3380μεν ἀμέσως;—Καὶ δὲν σᾶς προτείνομεν σύστημα, κύριοι; Αὐτὸ
3381εἶναι τὸ σύστημά μας, νὰ ἀποῤῥιφθῇ τὸ νομοσχέδιον ὅπως μὴ δώ-
3382σωμεν, ἔστω καὶ πόῤῥωθεν, ἀφορμὴν νὰ μᾶς εἴπωσιν, ὅτι ᾐσθάν-
3383θημεν ἐνοχήν· προτείνομεν νὰ ἀποῤῥιφθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ
3384πλήρει πεποιθήσει, ὅτι ἡ Ἀγγλία θὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ ἄδικόν της
3385καὶ θὰ μᾶς ἐκτιμήσῃ. Ἂν ἡ βία ἐπέλθῃ, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς δὲν
3386ἠμποροῦμεν νὰ ὑποθέσωμεν πρὶν ἢ πιστοποιηθῇ, τότε θὰ ἤμεθα
3387εἰς θέσιν νὰ ἐνθυμηθῶμεν τὸ τοῦ Παλμεστρῶνος, ὅτι δηλαδὴ ἡ
3388ἀνωτέρω δύναμις, ἡ βία τοῦ ἰσχυροτέρου δὲν προσβάλλει τὴν
3389τιμὴν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἀδυνάτου, καὶ ὄχι τώρα νὰ μᾶς
3390λέγετε, ὅτι μὲ τὸ πιστόλι εἰς τὸν λαιμὸν θὰ κάμωμεν φιλαν-
3391θρωπίαν.
3392Ἐξέφρασε βεβαίως, κύριοι, εὐγνωμοσύνας καὶ φιλοφροσύνας ὁ
3393ὑπουργὸς τῆς Ἀγγλίας, ὅταν εἶδε τὸ ἔγγραφον τοῦ ἀξιοτίμου
3394κυρίου Δεληγεώργη· ἔχω ὅμως πλήρη πεποίθησιν, ὅτι ἀργό-
3395τερα ἐν τῇ ψυχῇ του, ἀντὶ νὰ συλλάβῃ ἰδέαν φιλίας καὶ σε-
3396βασμοῦ περὶ ἡμῶν, θὰ συλλάβῃ ἰδέαν περιφρονήσεως. Ποῖος
3397ἰσχυρός, κύριοι, θὰ λάβῃ σεβασμὸν πρὸς ἡμᾶς καὶ θὰ θελήσῃ νὰ
3398συνδέσῃ τὰ μέλλοντα σχέδιά του μὲ τὰ ἐδικά μας ὅταν ἰδῇ
3399ὅτι δὲν ἔχει τὴν ἐγγύησιν, ὅτι ἀνώτερον παντὸς ἄλλου ἔχομεν
3400τὸν ἐθνισμόν μας καὶ τὴν πρὸς τὴν πατρίδα ἀγάπην, ὅτι ἔχο-
3401μεν τὴν τόλμην νὰ ὑπερασπιζώμεθα τὰ δικαιώματά της, καὶ
3402ὅτι εἰς οὐδένα θέλομεν ὑποχωρήσει προκειμένου περὶ συμφέ-
3403ροντος καὶ τιμῆς τῆς πατρίδος, ὅταν ἴδῃ ὅτι δὲν ἔχομεν κἂν
3404τὴν τόλμην τῆς συζητήσεως, ὅπως ἀποκρούσωμεν ἀπὸ τὸν τό-
3405πον μας καὶ τὸν ἑαυτόν μας τὴν κατηγορίαν, ὅτι εἴμεθα ἐνο-
3406χοποιημένοι εἰς τὴν λῃστείαν τοῦ Δήλεσι; Ἐρωτήσατε τὴν
3407συνείδησίν σας ποίαν θὰ ἔχῃ σημασίαν καὶ συνεπείας ἡ ἄμεσος
3408ἐπιψήφισις τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου καὶ τότε ἀποφασί-
3409σετε νὰ ψηφίσετε ὑπὲρ αὐτοῦ.
3410§118ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετά, ἀρκετά.
3411§119ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ἤθελον νὰ ὁμιλήσω· ἀλλ’ ἂν ἡ
3412Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι ἐφωτίσθη καὶ ὅτι πρέπει νὰ προβῇ εἰς τὴν
3413ψηφοφορίαν, δὲν ἐπιμένω νὰ ὁμιλήσω.
3414§120ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετά, ἀρκετά· ἐτελείωσεν ἡ συ-
3415ζήτησις.
3416§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται ἡ συζήτησις περαιωμένη. Ἐρχό-
3417μεθα εἰς τὴν ψηφοφορίαν.
3418§122ΔΑΓΡΕΣ. Ἡ ψηφοφορία θὰ γίνῃ μυστικῶς (θόρυβος).
3419§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη δὶς τὸ νομοσχέδιον διὰ
3420φανερᾶς ψηφοφορίας.
3421§124ΔΑΓΡΕΣ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν πᾶν ζήτημα ἀφορῶν πρόσω-
3422πα ψηφοφορεῖται διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας. Αἱ δύο πρῶται ἀ-
3423ναγνώσεις δὲν εἶχον κανὲν ἀποτέλεσμα.
3424§125ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἢ ἔπραξε σπουδαίως καὶ νομίμως ἡ
3425Βουλὴ ὅ,τι ἔπραξεν, ἢ εἶναι παράνομον. Δὶς ἡ Βουλὴ ἐψηφοφό-
3426ρησε διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας. Πρόκειται περὶ μιᾶς γενναιοδω-
3427ρίας, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ θέλει νὰ κάμῃ εἰς ἕνα παθόντα (θόρυ-
3428βος). Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν νομολογίαν, τὴν
3429ὁποίαν καθιέρωσε.
3430§126ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἄρθρον 61 τοῦ κανονισμοῦ. Ἀλλὰ πρὶν τούτου
3431συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου, ὅτι δὲν
3432ἤλπιζα ποτὲ νὰ τεθῇ τοιοῦτον ζήτημα, ἂν τὸ νομοσχέδιον περὶ
3433τῆς χήρας Λόϋδ πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ διὰ φανερᾶς ἢ μυστι-
3434κῆς ψηφοφορίας. Ἄρθρον 61 .... (θόρυβος).
3435§127ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σεῖς, ὡς πρόεδρος, προεκαλέσατε ψηφο-
3436φορίαν φανεράν.
3437§128ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἄρθρον 61· (Τὸ ἀναγινώσκει). Δὲν εἶναι
3438δὲ ἀμφιβολία, ὅτι ἤδη πρόκειται περὶ προσωπικοῦ ζητήμα-
3439τος. Ὁ κύριος πρωθυπουργὸς λέγει, ὅτι δὶς τὸ ἀντικεί-
3440μενον τοῦτο συνεζητήθη καὶ ὅτι καὶ ἐγὼ ὡς πρόεδρος ὑπεχώ-
3441ρησα. Τὸ ὁμολογῶ, ἀλλ’ ἂν ἐγένετο ἓν λάθος παρὰ τῆς Βου-
3442λῆς, πρὶν φθάσῃ τὸ τέλος τοῦ ζητήματος ἡ Βουλὴ δὲν δύναται
3443νὰ τὸ διορθώσῃ; πρέπει νὰ ἐπιμένῃ ἐν τῇ παρανομίᾳ; Ἡ συ-
3444ζήτησις, ἡ ὁποία ἐγένετο, θέλετε νὰ θεωρηθῇ ὡς πρώτη, ὡς
3445τρίτη καὶ τελευταία, ὅπως θέλετε, ἀλλὰ τρεῖς ψηφοφορίαι
3446μυστικαὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου πρέπει νὰ γίνωσι. Δὲν
3447πρόκειται ἤδη, κύριοι, περὶ συμβάσεως μετὰ προσώπου τινὸς
3448ἢ περὶ συνθήκης, πρόκειται περὶ πιστώσεως χορηγητέας εἰς
3449τὴν κυβέρνησιν, ὅπως δοθῇ εἰς ὡρισμένον πρόσωπον.
3450§129ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Οὕτως ἐγένετο καὶ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ
3451Ἀσωπίου.
3452§130ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μάλιστα· οὕτω θὰ γίνῃ μεθαύριον καὶ διὰ
3453τὴν σύνταξιν τοῦ Φιλίππου Ἰωάννου· οὕτως ἐγένετο ἄλλοτε
3454καὶ διὰ τὴν χήραν Λεωτσάκου, Κριεζῆ κτλ. Οὕτως δὲ θὰ γίνῃ
3455καὶ ἤδη, δὲν εἶναι ζήτημα· τόσῳ δὲ περισσότερον, ἐπειδὴ (καὶ
3456θὰ τὸ εἴπω, διότι εἶμαι συνειθισμένος νὰ λέγω τὴν ἀλήθειαν
3457καὶ δὲν πιστεύω, ὅτι θὰ προσβληθῇ κανεὶς) ἐδῶ εὑρισκόμεθα
3458ὑπὸ τὴν πίεσιν ξένης δυνάμεως.
3459§131ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νέα συζήτησις ἀρχίζει;
3460§132ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὄχι· εἶμαι ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος.
3461Θὰ σᾶς παρακαλέσω δὲ νὰ λάβητε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ ἀ-
3462κούσητε, διότι ἐδῶ δὲν ἐνδιαφέρεται ἡ χήρα Λόϋδ, ἐνδιαφέρε-
3463ται ἡ πρεσβεία τῆς Ἀγγλίας. Τοῦτο εἶναι ἡ ἀλήθεια, καὶ ὅστις
3464θέλει ἂς τὴν κρύψῃ. Λοιπὸν πρῶτον δὲν πρέπει νὰ δείξωμεν ὅτι
3465χάριν τῶν ξένων παραβιάζομεν καὶ τὸν κανονισμόν.
3466§133ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀφήσατε τὰ πολλὰ λόγια· τὸ ζήτημα εἶ-
3467ναι μυστικὴ ἢ φανερά.
3468§134ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε Κρεστενίτη, μὴ τρομάζετε, ἀκούσατε
3469καὶ θὰ ἰδῆτε ὅτι ἀδύνατον νὰ ξεφύγωμεν τὴν μυστικὴν ψηφο-
3470φορίαν. Λέγω λοιπόν, ὅτι ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, ἐνδιαφέρονται
3471καὶ ἄλλοι. (θόρυβος). Ἓν ἀπὸ τὰ δύο θὰ συμβῇ· ἀποφασί-
3472ζοντες νὰ κάμωμεν φανερὰν ψηφοφορίαν ἢ θὰ ὑπερισχύσῃ ἡ γνώ-
3473μη ἡ ἰδική μας καὶ θὰ ἀποῤῥιφθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ δὲν
3474θέλω, διότι θὰ φανῇ ἓν εἶδος κομποῤῥημοσύνης, ἢ θὰ παραδε-
3475χθῇ, καὶ τότε θὰ παραβιάσωμεν τὸν κανονισμόν μας (θόρυβος).
3476§135ΛΑΠΑΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν τὸ θάῤῥος νὰ εἴπωμεν καὶ φανερὰ
3477καὶ μυστικὰ τὴν γνώμην μας.
3478§136ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε Λάππα, δὲν ἔχω ἐγὼ τὸ θάῤῥος. Θέλω
3479δὲ νὰ ψηφίσωμεν μυστικὰ, διότι αὔριον, ἂν τυχὸν προσκληθῶ
3480νὰ γίνω ὑπουργὸς καὶ δὲν ἀρέσκεται ὁ πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας,
3481νὰ ἠμπορῶ νὰ τοῦ εἴπω ὅτι ἐγὼ ἐψήφισα ὑπὲρ μὲ ὅ,τι καὶ ἂν
3482εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος. (θόρυβος). Προσέξατε δὲ καὶ εἰς τοῦτο,
3483ὅτι καὶ τὸ ζήτημα, ἂν πρέπῃ διὰ φανερᾶς ἢ μυστικῆς ψηφο-
3484φορίας νὰ ψηφίσωμεν, θὰ λυθῇ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας, διότι
3485αἱ αὐταὶ περιστάσεις ὑπάρχουσι καὶ τὰ αὐτὰ αἴτια ἐπηρεά-
3486ζουν (θόρυβος).
3487§137ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε Λομβάρδε, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω,
3488ὅτι δὲν ἔχετε δίκαιον εἰς τοῦτο.
3489§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
3490§139ΛΕΚΚΑΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν· παραβιά-
3491ζετε τὸν κανονισμόν.
3492§140ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸν κανονισμὸν δὲν δύνασθε νὰ θέσητε εἰς ψηφο-
3493φορίαν· ὀφείλεται νὰ τὸν προστατεύσητε·
3494§141Γ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τίς ἔκαμε πρότασιν περὶ μεταβολῆς
3495τοῦ κανονισμοῦ;
3496§142ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν τὸν κανο-
3497νισμὸν· ἐφ’ ὅσον οὗτος ὑφίσταται καὶ δὲν τροποποιηθῇ δι’ ἀπο-
3498φάσεως τῆς Βουλῆς, δὲν δύνασθε νὰ τὸν θέσητε εἰς ψηφοφορίαν.
3499Τὸ ζήτημα εἶναι προσωπικὸν, ὁ κανονισμὸς διαγράφει πῶς πρέ-
3500πει νὰ ψηφοφορηθῇ. Ἄλλως εἶναι ἀρχὴ ὀλεθρία, τὴν ὁποίαν πρό-
3501κειται νὰ καθιερώσητε. Εἶναι ἀρχὴ ὀλεθρία νὰ ψηφίσητε τὸ
3502ζήτημα αὐτὸ, τὸ καθαρῶς προσωπικὸν, φανερά. Τὸ ἐψηφίσαμεν
3503εἰς τὰς δύω προηγουμένας συνεδριάσεις, διότι δὲν ἐδώσαμεν
3504καμμίαν προσοχὴν καὶ τοῦτο δὲν εἶναι προηγούμενον. Τὸ ἀπο-
3505τέλεσμα πρέπει νὰ ᾖναι ἀπόῤῥοια πεφωτισμένης κρίσεως. Δὲν
3506σᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον, ὅταν σχηματίσητε τὴν πεποίθησιν
3507ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι προσωπικὸν, νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν αὐ-
3508τὴν τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ κανονισμοῦ. Πολὺ σᾶς παρακαλῶ
3509νὰ μὴ προβῆτε μετὰ τοσαύτης σπουδῆς εἰς τὴν τροποποίησιν
3510τοῦ κανονισμοῦ σας, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ ἐγγύησις, ἡ ἀσφάλεια τῶν
3511ἔργων σας.
3512§143ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
3513§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι προσωπι-
3514κὸν καὶ οὕτω ἐπείσθη καὶ τὸ προεδρεῖον, καθίσατε παρακαλῶ,
3515νὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία μυστική.
3516§145ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἡ τρίτη ψηφοφορία θὰ ᾖναι;
3517§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ αὔριον ἀμφισβή-
3518τησις, ἐννοεῖ ἡ Βουλὴ ὅτι αὐτὴ ἡ ψηφοφορία θὰ ᾖναι τρίτη καὶ
3519τελευταία;
3520§147ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
3521§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νομοσχέδιον ῥίπτουσι σφαι-
3522ρίδιον εἰς τὸ ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι εἰς τὸ ὄχι.
3523Ἐνταῦθα γίνεται ἡ μυστικὴ διὰ σφαιριδίων ψηφοφορία, πα-
3524ρισταμένων ὡς ψηφολεκτῶν τῶν κυρίων Σπ. Νοταρᾶ ἀντι-
3525προέδρου καὶ Ἀλεξάνδρου Πετσάλη.
3526§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 143, ἐξ αὐτῶν 92 εἰς τὸ
3527ναὶ καὶ 51 εἰς τὸ ὄχι· ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον παρεδέχθη διὰ
3528ψήφων 92 κατὰ 51.
3529Αὔριον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως θέλετε νὰ ᾖναι
3530ὁ προϋπολογισμός;
3531§150ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
3532§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
3533Ὥρα 9 Μ. Μ.