| 7 | Κ. Μ. Θεοδώρου. | Ἀ. Γαΐτας Φωσκάρδης. | |
| 8 | Ἀ. Κ. Μιχαλόπουλος. | Σπ. Λεονταράκης. | |
| 9 | Ἀντ. Βενιζέλος. | Ἰω. Σούλης Βάρκας. | |
| 10 | Ἀναγ. Γιαννουλίδης. | Ἀνδρ. Αὐγερινός. | |
| 11 | Μ. Δ. Καΐρης Ὀρφανός. | Δ. Κρεστενίτης. | |
| 12 | Ν. Τσώκρης. | Θ. Δαραλέξης. | |
| 13 | Ἰω. Λέκας. | Ἀ. Πετραλιᾶς. | |
| 14 | Σκαρλ. Σοῦτσος. | Δ. Κλίμακας. | |
| 15 | Περ. Ἀ. Πετράκης. | Δ. Κατσίνας. | |
| 16 | Στυλ. Κολιάτσος. | Γ. Δελένδας. | |
| 17 | Ἰω. Καραγιαννόπουλος. | Σπ. Μαλασπίνας. | |
| 18 | Δ. Γρίβας. | Γ. Μ. Βαλλιάνος. | |
| 19 | Ἀ. Μαγγίνας. | Κ. Δ. Πεταλᾶς. | |
| 20 | Ἀ. Ἀ. Ἀντωνόπουλος. | Μ. Παΐζης. | |
| 21 | Χ. Ῥηγόπουλος. | Θρ. Ζαΐμης. | |
| 22 | Κ. Λαμπρυνόπουλος. | Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς. | |
| 23 | Κ. Κοσονάκος. | Ἀ. Διαμαντόπουλος. | |
| 24 | Θ. Τζανετάκης. | Γ. Παπαδαῖος. | |
| 25 | Ἰω. Σαφάκας. | Γ. Πεῤῥώτης. | |
| 26 | Ν. Παπαμιχαλόπουλος. | Ἰω. Φλέσσας. | |
| 27 | Ἀ. Σ. Μήτσας. | Ἀ. Κοντόσταυλος. | |
| 28 | Δ. Τσιτσάρας. | Ἰω. Μπαλάφας. | |
| 29 | Π. Μανωλίδης. | Ἰω. Δεληγιάννης. | |
| 30 | Κ. Λομβάρδος. | Ἀ. Μεταξᾶς. | |
| 31 | Σ. Μονόπωλης. | Ἀ. Παπαλέξης. | |
| 32 | Γ. Δρακονταειδής. | Π. Κωνσταντᾶς. | |
| 33 | Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. | Θ. Ῥωμαῖος. | |
| 34 | Φ. Ι. Φίλωνος. | Μ. Χαριτᾶτος. | |
| 35 | Γερ. Σέρβος. | Ἀ. Μουρίκης. | |
| 36 | Ἀ. Σταματόπουλος. | Εὐθ. Κεχαγιᾶς. | |
| 37 | Δ. Τσαμόπουλος. | Λ. Καραλίβανος. | |
| 38 | Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος. | Περ. Καλαμογδάρτης. | |
| 39 | Ἰω. Ταμπακόπουλος. | Θ. Κανακάρης. | |
| 40 | Χ. Χρητόπουλος. | Γ. Πράτζικας. | |
| 41 | Δ. Ζέγγελης. | Ἀ. Μισυρλῆς. | |
| 42 | Ἰω. Πανούσης. | Γ. Δελλαπόρτας. | |
| 43 | Ν. Παγκράτης. | Ἰω. Δεστούνης. | |
| 44 | Κ. Κοκκινώρης. | Γ. Κούτσης. | |
| 45 | Ἐπ. Δεληγεώργης. | Μ. Ε. Παρίσης. | |
| 46 | Γ. Γουλιμῆς. | Σ. Σωτηρόπουλος. | |
| 47 | Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος. | Δ. Πονηρόπουλος. | |
| 48 | Ἰω. Προβελέγιος. | Ν. Πιπῖνος. | |
| 49 | Εὐθ. Πλαστήρας. | Δ. Τσιριμῶκος. | |
| 50 | Γρηγ. Δημητριάδης. | Γ. Κ. Ζουλούμης. | |
| 51 | Κωνστ. Εὐθυμιόπουλος. | Δ. Κριεζώτης. | |
| 52 | Ἀ. Καπετανάκης. | Κ. Νικόδημος. | |
| 53 | Μ. Καπετανάκος. | Ἰω. Κοτσιᾶς. |
1871.05.03
1,782 rows · 14,480 words · 1 table · 208 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 69.
Τῆς 3 Μαΐου 1871.
(Δευτέρα)
Ὥρᾳ 12 μ. μ.
Τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου κατέχει ὁ κύριος Τσαμόπουλος,
ἀντιπρόεδρος.
| Κ. Μ. Θεοδώρου. | Ἀ. Γαΐτας Φωσκάρδης. |
| Ἀ. Κ. Μιχαλόπουλος. | Σπ. Λεονταράκης. |
| Ἀντ. Βενιζέλος. | Ἰω. Σούλης Βάρκας. |
| Ἀναγ. Γιαννουλίδης. | Ἀνδρ. Αὐγερινός. |
| Μ. Δ. Καΐρης Ὀρφανός. | Δ. Κρεστενίτης. |
| Ν. Τσώκρης. | Θ. Δαραλέξης. |
| Ἰω. Λέκας. | Ἀ. Πετραλιᾶς. |
| Σκαρλ. Σοῦτσος. | Δ. Κλίμακας. |
| Περ. Ἀ. Πετράκης. | Δ. Κατσίνας. |
| Στυλ. Κολιάτσος. | Γ. Δελένδας. |
| Ἰω. Καραγιαννόπουλος. | Σπ. Μαλασπίνας. |
| Δ. Γρίβας. | Γ. Μ. Βαλλιάνος. |
| Ἀ. Μαγγίνας. | Κ. Δ. Πεταλᾶς. |
| Ἀ. Ἀ. Ἀντωνόπουλος. | Μ. Παΐζης. |
| Χ. Ῥηγόπουλος. | Θρ. Ζαΐμης. |
| Κ. Λαμπρυνόπουλος. | Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς. |
| Κ. Κοσονάκος. | Ἀ. Διαμαντόπουλος. |
| Θ. Τζανετάκης. | Γ. Παπαδαῖος. |
| Ἰω. Σαφάκας. | Γ. Πεῤῥώτης. |
| Ν. Παπαμιχαλόπουλος. | Ἰω. Φλέσσας. |
| Ἀ. Σ. Μήτσας. | Ἀ. Κοντόσταυλος. |
| Δ. Τσιτσάρας. | Ἰω. Μπαλάφας. |
| Π. Μανωλίδης. | Ἰω. Δεληγιάννης. |
| Κ. Λομβάρδος. | Ἀ. Μεταξᾶς. |
| Σ. Μονόπωλης. | Ἀ. Παπαλέξης. |
| Γ. Δρακονταειδής. | Π. Κωνσταντᾶς. |
| Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. | Θ. Ῥωμαῖος. |
| Φ. Ι. Φίλωνος. | Μ. Χαριτᾶτος. |
| Γερ. Σέρβος. | Ἀ. Μουρίκης. |
| Ἀ. Σταματόπουλος. | Εὐθ. Κεχαγιᾶς. |
| Δ. Τσαμόπουλος. | Λ. Καραλίβανος. |
| Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος. | Περ. Καλαμογδάρτης. |
| Ἰω. Ταμπακόπουλος. | Θ. Κανακάρης. |
| Χ. Χρητόπουλος. | Γ. Πράτζικας. |
| Δ. Ζέγγελης. | Ἀ. Μισυρλῆς. |
| Ἰω. Πανούσης. | Γ. Δελλαπόρτας. |
| Ν. Παγκράτης. | Ἰω. Δεστούνης. |
| Κ. Κοκκινώρης. | Γ. Κούτσης. |
| Ἐπ. Δεληγεώργης. | Μ. Ε. Παρίσης. |
| Γ. Γουλιμῆς. | Σ. Σωτηρόπουλος. |
| Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος. | Δ. Πονηρόπουλος. |
| Ἰω. Προβελέγιος. | Ν. Πιπῖνος. |
| Εὐθ. Πλαστήρας. | Δ. Τσιριμῶκος. |
| Γρηγ. Δημητριάδης. | Γ. Κ. Ζουλούμης. |
| Κωνστ. Εὐθυμιόπουλος. | Δ. Κριεζώτης. |
| Ἀ. Καπετανάκης. | Κ. Νικόδημος. |
| Μ. Καπετανάκος. | Ἰω. Κοτσιᾶς. |
Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνονται.
§4ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω τὸ ἑξῆς νομοσχέδιον· «Ἄρθρον μόνον. Ὁ κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ἀπὸ 12 Ὀκτωβρίου 1869 ὑπὸ στοιχ. ΤΚΕ. νόμου φορολογικὸς ὅρος τοῦ ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων δασμοῦ τοῦ δήμου Πατρῶν δύναται νὰ αὐξηθῇ μέχρις ἑνὸς τοῖς ἑκατόν». Τὸ δημοτικὸν συμβούλιον ἔκαμε πρᾶξιν διὰ νὰ αὐξηθῇ ὁ φόρος οὗτος. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπισπεύσῃ, διότι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη.
§5ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ θεωρηθῇ ὡς ά. ἀνάγνωσις.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ τὸ θεωρεῖ, ὡς ἀναγνωσθὲν εἰς ά. ἀνάγνωσιν, ἀλλὰ θὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ διὰ τὰς ὑπολειπομένας δύο συζητήσεις. Ὁ βουλευτὴς Νέων Ψαρῶν κ. Νικόδημος ὑπέβαλε πρότασιν μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως· παρετήρησε εἰς τὸ προεδρεῖον ν’ ἀναγνωσθῇ. Ἰδοὺ ἡ πρότασις. «Ἄρθρ. 1 Ἐκ τῶν εἰσπραχθησομένων ἐκ τῆς πρὸς ἑταιρίας οἱασδήποτε, (μὴ ἐξαιρουμένης τῆς τοῦ κυρίου Σερπιέρη) παραχωρήσεως πρὸς μετάλλευσιν ἐκβολάδων, σκωριῶν καὶ μεταλλείων, ἡ Κυβέρνησις θέλει δίδει ἓν τοῖς ἑκατὸν πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ ἐθνικοῦ στόλου. Ἄρθρ. 2. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ ἐθνικοῦ στόλου ὀφείλει νὰ πέμπῃ τὴν ἀνήκουσαν διπλότυπον ἀπόδειξιν διὰ τὴν παραλαβὴν τῶν χρημάτων εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν». Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. Ὁ Γεώργιος Ματζούνης ἐπισυνάπτει πίνακα τῶν ἀπαιτουμένων ἐξόδων τῶν ἐκβολάδων διὰ τριῶν καμίνων, συμπεραίνων, ὅτι ἡ διὰ τοῦ δημοσίου καμίνευσις εἶναι συμφέρουσα, καθόσον θέλει μένει καθαρὸν ἐτησίως κέρδος δραχ. 4,315,917. Τί θέλει ἡ Βουλὴ νὰ πράξῃ ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἀναφορᾶς;
§7ΤΙΝΕΣ. Τίποτε.
§8ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ μένῃ εἰς τὰ σχετικὰ ἔγγραφα (θόρυβος). Οἱ παραδεχόμενοι νὰ τυπωθῇ ἡ ἀναφορά. (θόρυβος).
§10Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι ἕνας λογαριασμὸς αὐτὸς, τὸν ὁποῖον ὑποβάλλει (θόρυβος).
§11ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ἐνδιαφέρονται σπουδαίως δι’ αὐτὴν τὴν περίστασιν (θόρυβος).
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν μένει μὲ ὅλα τὰ ἄλλα σχετικὰ ἔγγραφα. Ὁ Κωνστ. Ῥάμφος ἐκτιθέμενος τὴν χρησιμότητα τῆς Ἑλληνικοτουρκικῆς συγγραφῆς του «ὁ Χαλὲτ Ἐφέντης», παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ συνδράμῃ δι’ 100 σώματα, ἵνα ἐπιχειρήσῃ τὴν ἔκδοσιν καὶ ἄλλου κοινωφελοῦς συγγράμματος.
§13ΠΟΛΛΟΙ. Μπα! μάλιστα!
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ δὲν δέχεται. Ἡ Μαρία χήρα Δ. Λεονταρίτου ἐκθέτει τὰς διὰ τὴν πατρίδα θυσίας τοῦ συζύγου της, καὶ ἐξαιτεῖται παρὰ τῆς Βουλῆς βοήθειάν τινα. Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπήν. Οἱ κληρονόμοι τοῦ Μακαρίτου Παπατσώνη, πρώην βουλευτοῦ ζητοῦσιν τὴν πληρωμὴν τῆς ἀποζημιώσεώς του, ἣν λέγουσιν, ὅτι δικαιοῦνται νὰ λάβωσι μετὰ τὴν ἀποβίωσίν του.
§15ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα νὰ δοθῇ.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Νικολόπουλος ἐπιφορτίζεται νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν παροῦσαν ἀναφορὰν, δι’ ἧς εὔχεται ὁ λαὸς νὰ συστήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα χορηγηθῇ εἰς 51 ἀγωνιστὰς μηνιαία βοήθεια ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐσωτερικῶν. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν;
§17ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πέτρος Κοσκινᾶς ἐξαιτεῖται παρὰ τῆς Βουλῆς ἵνα συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν αἴτησίν του, ὅπως τῷ χορηγήσῃ τὰ μέσα πρὸς δημοσίευσιν τῶν σκέψεών του περὶ τῆς λύσεως τοῦ γεωμετρικοῦ ζητήματος, τοῦ τετραγωνισμοῦ τοῦ κύκλου (γέλωτες).
§19ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὸ ἀρχεῖον.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Σπυρίδων Σ. Παρπαρίας, κάτοικος τῆς πόλεως Ζακύνθου, ζητεῖ, ὅπως μεταῤῥυθμισθῇ τὸ δασμολόγιον, καὶ τῷ ἐπιτραπῇ ἡ εἰσαγωγὴ σταφίδων, ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Τουρκίας ἄνευ τέλους ἢ δι’ ἐλαχίστου τοιούτου πρὸς ἐμψύχωσιν αὐτοῦ διὰ τὴν κατασκευὴν οἰνοπνευμάτων. Νὰ σταλῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον ὑπουργεῖον, ὅπως τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.
§21ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κ. Μπράτσικας ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς πρότασιν νόμου. Ἄρθρ. 1. Καταργεῖται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου τούτου ἡ προσωπικὴ κράτησις δι’ ὅλα ἐν γένει τὰ προσωπικὰ χρέη, τόσον τῆς ἀστικῆς ἁρμοδιότητος ὡς καὶ τῆς ἐμπορικῆς, οἱασδήποτε φύσεως; καὶ ἂν ὦσι ταῦτα, καὶ ἐξ οἱασδήποτε αἰτίας καὶ ἂν προέρχωνται· ὡσαύτως δὲ καὶ ἡ ἕνεκα πτωχεύσεως ἀπαγγελλομένη. Ἄρθρ. 2. Οἱ κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος νόμου ἐν ταῖς πολιτικαῖς φυλακαῖς ἕνεκα προσωπικῶν χρεῶν ἢ ἕνεκα πτωχεύσεως κρατούμενοι θέλουσι παραχρῆμα ἀπολυθῆ Ἄρθρον 3. Πᾶς νόμος ἐν ἰσχύϊ ἄχρι τοῦδε καὶ ἀντικείμενος εἰς τὸν παρόντα, καὶ πᾶσα διάταξις ἀντιφάσκουσα εἰς αὐτὸν, καταργοῦνται ὁλοσχερῶς ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου τούτου.» Ἐπίσης καὶ ἑτέραν πρότασιν νόμου, τὴν ἑξῆς· «Ἄρθρον Μοναδικόν. Ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς ὁ νόμιμος τόκος ὁρίζεται εἰς 6%.» Νὰ τυπωθοῦν καὶ διανεμηθοῦν. Ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ ἐξακολούθησις εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν ἐκβολάδων.
§23ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρό τινων ἡμερῶν εἶχον ὑποβάλει ἓν νομοσχέδιον, ἀφορῶν τὴν ἐν Ἀθήναις μαιευτικὴν σχολήν.
§24ΤΙΝΕΣ. Ἐτυπώθη, καὶ διενεμήθη.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὸ τέλος τῶν Λαυριακῶν θὰ κάμωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· τότε, ἐὰν δὲν ᾖναι, θὰ ἐγγραφῇ.
§26ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγγράφεται λοιπὸν τελευταία. Προχωροῦμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου «ἄρθρον 4. Καθαρὰ πρόσοδος, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας θέλει πληρόνει ὁ ἐργολάβος τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου, εἶναι ὁ μέσος ὅρος τῆς ἀξίας τῶν παραγομένων μετάλλων μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν δραχμῶν 300 κατὰ τόνον διὰ τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς, καμινεύσεως κλπ. Ὁ μέσος ὅρος τῆς ἀξίας προσδιορίζεται κατὰ τριμηνίαν ὑπὸ ἐπιτροπῆς συγκειμένης ἀπὸ τοὺς προέδρους τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ τὸν διευθυντὴν τοῦ Πολυτεχνείου· ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ὡς πρὸς μὲν τὴν ἀξίαν τῶν μετάλλων θέλει λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὰ τιμολόγια τῆς Εὐρώπης, ὡς πρὸς δὲ τὴν περιεχομένην ἐξ ἑκάστου εἴδους ποσότητα, τὰ ἐξαγόμενα τῶν χημικῶν ἀναλύσεων, αἵτινες θέλουσιν ἐνεργεῖσθαι ὑπὸ τὴν ἄμεσον αὐτῆς ἐποπτείαν ἐπὶ δειγμάτων λαμβανομένων παρὰ τοῦ Γεν. Ἐφόρου τοῦ Λαυρίου ἐξ ἑκάστης χελώνης.»
§28ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Αὐτὸ πρέπει νὰ διορθωθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν 60%.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζετε ὅτι ἀντιφάσκει πρὸς τὸ προηγούμενον ἄρθρον; τί προτείνετε;
§30ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν προτείνω τίποτε.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ζητεῖ κανεὶς τὸν λόγον;
§32ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μίαν ἐξήγησιν, παρακαλῶ. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ λέγει. «Καθαρὰ πρόσοδος, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας θέλει πληρόνει ὁ ἐργολάβος τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου, εἶναι ὁ μέσος ὅρος τῆς ἀξίας.» Νὰ μᾶς εἴπῃ τὸ ὑπουργεῖον ποίας ἀξίας ἐννοεῖ; τῆς ἐν τῷ μεταλλείῳ Λαυρίου, ἢ ἐν Εὐρώπῃ;
§33ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (πρωθυπουργός). Τῶν ἐν Εὐρώπῃ.
§34ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. «Μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν δραχμῶν 350 κατὰ τόνον διὰ τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς, καμινεύσεως κλπ.» Ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν περιλαμβάνεται ἐνταῦθα καὶ τὸ ἔξοδον τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ ἀργύρου.
§35ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (πρωθυπουργός). Ὅλα τὰ ἔξοδα.
§36ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Οἱ τόκοι τῶν χρημάτων νὰ ἀναφέρωνται ῥητῶς.
§37ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Διατί; περιλαμβάνονται ὅλα τὰ ἔξοδα.
§38ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς ἄλλην συνεδρίασιν εἶχον κάμει παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν ἐξόδων διὰ τοῦ νόμου· μεταξὺ δὲ τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμα, ἦτο καὶ μία παρατήρησις, διὰ τῆς ὁποίας παρεκάλεσα τὸ ὑπουργεῖον νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ὑποβάλλον μίαν κατάστασιν ἀναλυτικὴν τῶν δρ. 350, διότι ὑπάρχουν πολλὰ συστήματα, κατ’ ἄλλους περιλαμβάνονταί τινα τῶν ἐξόδων, κατ’ ἄλλους πλειότερα παρ’ ὅ,τι ἀλλαχοῦ. Λοιπὸν τὸ ποσὸν 350 δραχ. αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ εἶναι πολὺ μικρὸν, ἀλλ’ ἐὰν τὸ ὑποθέσωμεν κατὰ τόνον, εἶναι ποσὸν σημαντικόν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι καθὼς ἡ Βουλὴ ἐπὶ ὅλων τῶν ἄλλων ὅρων, κατὰ τοὺς ὁποίους θέλει γείνει ἡ διάθεσις ἔδειξε τοσαύτην ἐπιμονὴν εἰς τὸ νὰ ἀνεύρῃ τὸ συμφέρον καὶ δίκαιον, τοιουτοτρόπως εἶναι ἄξιον τῆς αὐτῆς τακτικῆς νὰ γνωρίσῃ εἰς τὰς 350 δραχμὰς τί περιλαμβάνεται, καὶ ν’ ἀποφασίσῃ ἐν γνώσει.
§39ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ, ἂν ἔχῃ καμμίαν κατάστασιν· ὑποθέτω ὅμως, ὅτι δὲν ὑπάρχει. Ἡμεῖς ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν τοὺς λογαριασμοὺς τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ὑπελόγισε τὸ ἔξοδον εἰς 350 δραχμάς· ἡμεῖς προτείνομεν νὰ προσδιορισθῇ ὡς ἔξοδον καμινεύσεως καὶ πᾶν ἐν γένει ἔξοδον μέχρις οὗ αὐτὸ τὸ μέταλλον καταντήσῃ καὶ ἐκτιμηθῇ εἰς 350 δραχ.
§40ΤΙΝΕΣ. Κατ’ ἀνώτατον ὅρον;
§41ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ἀνάλυσις, νομίζω, εἶναι περιττή· μᾶς εἶναι ἀδιάφορον, ἂν δεχθῆτε αὐτὸν τὸν ὅρον, ἢ περισσότερον· ἡμεῖς λέγομεν εἰς τὸν ἐργολάβον, ὅτι δὲν θέλομεν τοῦ ἀναγνωρίσει ἄλλα ἔξοδα, παρὰ 350 δραχ. κάμνει περισσότερα ἢ ὀλιγώτερα, εἶναι ἀδιάφορον· αὐτὸ χρεωστοῦμεν νὰ τοῦ ἀφαιρέσωμεν.
§42ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὀρθῶς, νομίζω, ἔγεινεν ἡ παρατήρησις, διότι εἶναι πολὺ φυσική· ἀνώτατος ὅρος εἶναι αὐτὸ τὸ 350, λέγω λοιπὸν καὶ ἐγὼ, καὶ ὑποστηρίζω, ὅτι ὁ τοιοῦτος ὅρος πρέπει νὰ τεθῇ, ἤτοι 350 δραχ. ὡς ἀνώτατος, διότι, ἐὰν ἡ ἑταιρία παρουσιάσῃ, ὅτι κατὰ τὰ βιβλία της ἔχει ἓν ἐξαγόμενον κατωτέρου ποσοῦ, διατί τάχα ἀπὸ τοῦδε ἡμεῖς νὰ ὁρίσωμεν ὁριστικῶς περισσότερον; καλῶς λοιπὸν ἔχει 350 δραχ. ὡς ἀνώτατος ὅρος. Λοιπὸν λέγω, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν μίαν θετικὴν πληροφορίαν πόσα εἶναι τὰ ἔξοδα, κατ’ εἰκασίαν μόνον ὁρίζομεν ἓν ποσὸν 350 δραχμῶν, διότι, ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι εἶναι κατώτερον ποσὸν, (καὶ πῶς θὰ ἀποδειχθῇ; ἀπὸ τὰ βιβλία τῆς ἑταιρίας,) τότε παραδεχόμεθα τὴν ἀφαίρεσιν 250, ἢ 270, ἢ 220 κατὰ τὴν περίστασιν. Ἂν ὅμως ἡ ἑταιρία εἴπῃ ὅτι εἶναι 350, τότε παραδεχόμεθα ὁριστικῶς τοῦτο τὸ ποσόν. Λοιπὸν ὅπως ἔχομεν ἐλάχιστον ὅρον τὰς 60 δραχ. ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν διὰ τὸν πλειστηριασμὸν, τοιουτοτρόπως νὰ παραδεχθῶμεν τὰς 350 δραχ. ἀνώτατον ὅρον διὰ τὴν ἀφαίρεσιν.
§43ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Εἰς αὐτὸ τὸ ποσὸν περιλαμβάνονται ὅλα τὰ ἔξοδα.
§44ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἤθελεν ἔχει σημασίαν ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς κύριος Καλλιφρονᾶς περὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν ἐξόδων ἐπακριβῶς, ἢ, ὅπως εἶπε, νὰ ὁρισθῇ ὡς ἀνώτατος ὅρος, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβάλῃ ἡ Βουλὴ εἴτε δικαίωμα, εἴτε φόρον ἓν ὡρισμένον ποσὸν, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· ἡμεῖς ἀπεφασίσαμεν εἰς τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, ὅτι θὰ παραχωρήσωμεν εἰς ἐκεῖνον τὸν ἐργολάβον τὸ δικαίωμα, ὅστις προσφέρει ἀνώτερον ποσὸν παντὸς ἄλλου, ὅστις θὰ συναγωνισθῇ, καὶ ἐθέσαμεν ὡς ἐλάχιστον ὅρον τὸ 60%· ἐὰν αἱ προσφοραὶ δὲν φθάσουν τὸ 60%, καμμία ἔγκρισις τῆς δημοπρασίας, καμμία παραχώρησις δὲν γίνεται. Τώρα, ἐὰν ὑπελογίσθησαν ἀκριβῶς τὰ ἔξοδα εἰς 350 δραχ. 300 ἢ 250 ἢ εἰς μηδὲν, καθὼς περιεῖχε τὴν ἰδέαν αὐτὴν τὸ σύστημα τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, δὲν ἔχει σημασίαν, διότι οἱ μέλλοντες νὰ συναγωνισθοῦν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τόσον ποσὸν θ’ ἀφαιρέσῃ τὸ δημόσιον λόγῳ ἐξόδων ἀπὸ τὴν καθαρὰν πρόσοδον, θὰ κανονίσουν τὰς προσφοράς των, καὶ εἰ μὲν βλέπουν, ὅτι αἱ 350 δραχ. ὑπελογίσθησαν πλέον τοῦ δέοντος θὰ ἦναι εἷς λόγος ἀντὶ νὰ προσφέρουν 60 νὰ προσφέρουν 70, 80, δραχ. θὰ ἔχωσι τὴν ὠφέλειαν ἀπὸ τὴν καθαρὰν πρόσοδον, Νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι σαφέστατον, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐνδιατρίψωμεν περὶ τὰς ἀκριβείας τῶν ἐξόδων, ὅπως ἤδη παρετηρήσατε εἰς τὸ σύστημα τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου. Τί ἐλέγετε τότε εἰς τοὺς ἐργολάβους; Δὲν ἀναγνωρίζομεν κανὲν ἔξοδον, ἑπομένως ὑπολογίσατε σεῖς τὰ ἔξοδα, καὶ κάμετε ἀνάλογον προσφοράν.
§45Γ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε πρόεδρε, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἴτε ὀλίγον, εἴτε πολὺ εἶναι τὸ ποσὸν θὰ τὸ εὕρωμεν τοιοῦτον εἰς τὴν προσφορὰν, διότι ἀληθῶς, ὅταν τὰ ἔξοδα ἦναι πολλὰ, θὰ ἦναι μεγάλη ἡ προσφορὰ, ὅταν τὰ ἔξοδα ἦναι περισσότερα τῶν 350 δραχμῶν, τότε θὰ ἦναι μικροτέρα ἡ προσφορὰ, διότι θὰ πληρώσῃ περισσότερα. Ἡμεῖς τώρα δὲν ἠξεύρομεν, ἐὰν ἔλθῃ ἄλλη ἑταιρία ἢ ὄχι, ἂν θὰ γείνῃ συναγωνισμὸς ἢ ὄχι, ὅπως εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ μὴν γείνῃ, ὅπως εἶναι πολὺ πιθανὸν ἐξίσης νὰ μὴν ἔλθουν ἄλλοι. Ἐκλείπει τὸ πρᾶγμα. Διατὶ ἐγὼ νὰ μὴ καταβιβάσω εἰς 250 δραχ. τὰ ἔξοδα, τὸ ὁποῖον θὰ ἦναι βέβαιον, καὶ ἐκεῖνος ἂς κάμῃ τὸν λογαριασμόν του, καὶ ὅταν γείνῃ συναγωνισμός, χωρὶς νὰ γείνῃ ἐρεθισμός, τὰς 100, τὰς ὁποίας τοῦ δίδω εἶναι βέβαιον, τὸ 100, τὸ ὁποῖον περιμένει εἰς τὴν προσφοράν, εἶναι ἀβέβαιον. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ περιορίσω τὸ ποσὸν εἰς 250· τὰς 100 τὰς ἔχω σίγουρες, δὲν τοῦ τὰς δίδω, ἐὰν δὲν τὸ προσθέσῃ εἰς τὴν προσφοράν· πάλιν δὲν θὰ χάσω τίποτε, διότι τὰς ἔχω ἐκ προκαταβολῆς. Ἐὰν ὅμως τὰς προσθέσῃ καὶ τὰς ὑπολοίπους διατὶ νὰ μὴ τὰς ὠφεληθῶ; Ἔπειτα τὸ ποσὸν εἶναι μέγα, καὶ θέλετε ἰδεῖ; ὅτι εἶναι μεγίστη διαφορά. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ περιορισθῇ, ἀφ’ οὗ εἶναι ὁ ἴδιος λόγος τοῦ συναγωνισμοῦ· εἴτε μεγάλον εἶναι, εἴτε μικρὸν νὰ περιορισθῇ τὸ ποσὸν εἰς 250 δραχμάς.
§46ΛΕΚΚΑΣ. Κύριοι, ἐὰν ἐπρόκειτο ἡ καθαρὰ πρόσοδος νὰ μὴ ἔχῃ κανένα ἄλλον περιορισμὸν ἐν τῷ μέλλοντι εἰμὴ τὴν ἀξίαν τῶν μετάλλων, τῶν παραχωρημένων εἰς τὸν ἐργολάβον, καὶ ἀφίνετο ἐλευθέρα ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων ἄνευ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἐλαχίστου ὅρου, ἐννοοῦσα ὃ τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἐντίμου ἐσχάτως προλαλήσαντος· ὑπάρχοντος ὅμως ἐλαχίστου ὅρου, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ τεθῇ ὡρισμένη τις δαπάνη. Νὰ ἤμεθα δίκαιοι. Τὰ ἔθνη δὲν πρέπει νὰ σκέπτωνται ὅπως οἱ κερδοσκόποι, ὄχι δὲν πρέπει νὰ ἐπιζητήσωμεν κέρδος 30 καὶ 50 δραχμὰς ἀπὸ τὴν ἐνδεχομένην ὑπόθεσιν, ὅτι οἱ ἄνθρωποι θὰ ἔλθουν μεταξὺ των εἰς συναγωνισμὸν ἐν τῷ τόπῳ τῆς δημοπρασίας. Ἐγὼ τὸ τοιοῦτον τ’ ἀποστρέφομαι· ἀπεναντίας ὅσον ἤμην εἰς τὰς προλαβούσας συζητήσεις αὐστηρὸς ὑπὲρ τοῦ δημοσίου, εἰς τὰς δημοπρασίας δὲν εἶμαι αὐστηρός· θέλω ὁ ἄνθρωπος νὰ κερδαίνῃ, διότι κερδαίνων, καὶ ἐντίμως ἐργάζεται καὶ ἄλλου κάμνει ἀκόμη νὰ ἐργάζωνται. Αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰς τὰ δημόσια ἔργα φέρει τὴν καταστροφήν. Ἡ καταστροφὴ τῶν ἐργολάβων δὲν ἠμπορεῖ τίποτε ἄλλο νὰ ἐπιφέρῃ, παρὰ ζημίαν, καὶ ὁ ζημιούμενος θὰ ζητήσῃ νὰ σᾶς καταστρέψῃ, νὰ σᾶς κλέψῃ, διότι ἀγαπᾷ περισσότερον τὸν ἑαυτόν του. Λοιπὸν φρονῶ, ὅτι πρέπει καὶ ᾖναι ὡρισμένη ἡ δαπάνη, ἀφ’ οὗ μάλιστα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι δὲν ἐννοεῖ ἄλλην δαπάνην, ἀλλὰ μόνον τὰς 350 δραχ., ἀλλὰ λέγουν, ὅτι τὸ ποσὸν εἶναι μέγα καὶ πρέπει νὰ τὸ καταβιβάσωμεν, ἐγὼ δὲν εὑρίσκω αὐτὸ μέγα, ἀφ’ οὗ εἶναι μικρότερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἐπιστημόνων ὑπελόγισεν· καὶ τί ἀκόμη; εἶναι ὑπολογισμὸς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία δὲν ἀναβιβάζει τὰ ἀποτελέσματα, ἐν ᾧ ἔχομεν τὴν ἰδέαν, ὅτι θὰ ἀναβιβασθῇ ἡ ἀξία, καὶ διὰ ν’ ἀναβιβασθῇ ἡ ἀξία θὰ εὑρεθῇ ἄργυρος, καὶ διὰ νὰ εὑρεθῇ ἄργυρος, ἀνάγκη νὰ αὐξηθῇ ἡ δαπάνη. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ σημειωθῇ ὡρισμένως τὸ ποσὸν, ὅπερ δὲν εἶναι βεβαίως ὑπερβολικὸν. Ἐὰν δὲ τυχὸν νομίσῃ ὁ ἐργολάβος ὅτι δύναται νὰ ἔχῃ ὠφέλειαν περισσοτέραν, θὰ θέσῃ ὅρον μεγαλήτερον τῶν ἑξήκοντα, καὶ εἴμεθα εἰς τὰ ἴδια, κερδίζοντες ἐκ τοῦ διαγωνισμοῦ.
§47ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐὰν ᾖναι πολὺ ἢ ὀλίγον τὸ ποσὸν, τὸ ὡριζόμενον δι’ ἔξοδα, μήτε οἱ προλαλήσαντες ἠμποροῦσαν νὰ τὸ ὁρίσουν, μήτε κανεὶς μᾶς εἶπε τὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν τὸ ἀπὸ τί συνίσταται ἡ δαπάνη αὕτη. Ἕνας τόνος κὸκ, ὁ ὁποῖος ἔχει 60 δραχ. εἶναι ἡ καυστικὴ ὕλη, ἡ δύναμις ἡ χρησιμεύουσα διὰ τὴν ἀνάλυσιν τοῦ μετάλλου, ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐν λεπτομερίᾳ κανεὶς δὲν ἠμπόρεσε νὰ ῥυθμίσῃ; ἔξοδα ἐπιστασίας, καμινεύσεως, μεταφορᾶς· καὶ ἐὰν ἴσως μία ἑταιρία ἠμπορῇ νὰ εἴπῃ, προσφέρω τόσον τοῖς ἑκατὸν, καὶ δέχομαι ἐκπεσμὸν ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα τόσον, διατὶ νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ τὸ εἴπῃ; Ἐπῆγε μία ἐπιτροπὴ ἐκεῖ, ἀλλὰ δὲν ἔκαμε τίποτε θετικὸν, καθ’ ὑπόθεσιν μόνον ἔβαλεν ἓν ποσόν. Θέτοντες λοιπὸν 350 δραχ. ὅρον ἀνώτερον, δὲν ἐξασφαλίζετε κατὰ πάντα καὶ τὸ δημόσιον καὶ τὸν ἐργολάβον; καὶ τὸ δημόσιον ἠξεύρει ὅτι δὲν ἔχει νὰ ἐκπέσῃ περισσότερον ἀπὸ τὰ ἔξοδα, καὶ ὁ ἐργολάβος εἶναι εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ νὰ εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ εἴπῃ ἀντὶ 350 μετριάζω εἰς 300 εἰς 250 ἢ εἰς 200. Λοιπὸν λέγω ὅτι εἶναι πολὺ ὀρθότερον νὰ ὁρισθοῦν αἱ 350 δραχ. ὡς ἀνώτατος ὅρος.
§48ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀπόδειξις, κύριοι, τοῦ ὅτι τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐξόδων ἀπαιτεῖται νὰ τὸ σκεφθῶμεν μὲ περισσοτέραν ψυχρότητα καὶ μὲ περισσοτέραν προθυμίαν ἀφ’ ὅτι φαίνεται ὅτι ἔχομεν τὴν διάθεσιν, εἶναι ὅτι κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ γνωρίζῃ ἐὰν ἐντὸς τῶν 350 δραχμῶν περιλαμβάνωνται τὰ κεφάλαια ἐγκαταστάσεως, δηλ. οἱ τόκοι καὶ τὰ χρεολύσια.
§49ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ πάντα.
§50ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν ἔκαμα καλὰ, ὅτι τὸ προὐκάλεσα, διότι οἱ πλεῖστοι ἐνόμιζον ὅτι δὲν περιλαμβάνονται.
§51ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τίποτε ἄλλο δὲν ἀναγνωρίζω.
§52ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ τίποτε ἄλλο δὲν ἀναγνωρίζει εἶναι ἄλλο πρᾶγμα· εἶναι τῳόντι μία φράσις, ἡ ὁποία χρησιμεύει πολὺ εἰς ὑποστήριξιν μιᾶς ἰδέας· εἶναι ὡς νὰ λέγητε εἰς τοὺς συναδέλφους σας, ἀναπαυθεῖτε, δὲν θὰ μᾶς ζητήσουν περισσότερα. Ἀλλὰ τὸ ζήτημά μας δὲν εἶναι αὐτὸ, διότι αὐτὸ τὸ βλέπομεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ὅταν λέγωμεν, τὰ ἔξοδα εἶναι 350, ἐννοοῦμεν ὅτι δὲν τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ μᾶς ζητήσουν 360 ἢ 380. Τὸ ζήτημα ὅμως εἶναι, ἐὰν τὸ ποσὸν αὐτὸ ᾖναι κατὰ τοὺς δικαίους καὶ πραγματικοὺς ὑπολογισμούς ὁ μέσος ὅρος τῶν πραγματικῶν ἐξόδων· καὶ εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα παρακαλῶ νὰ σκεφθῆτε. Διὰ τοῦτο πολὺ ἐγκαίρως, (διότι πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν νομίζω ἔκαμα αὐτὴν τὴν παρατήρησιν), πολὺ ἐγκαίρως εἶπον εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ὅταν ἔλθῃ ὁ καιρὸς ν’ ἀποφασίσωμεν διὰ τοῦ νόμου πόσα εἶναι τὰ ἔξοδα τῆς ἀνακαμινεύσεως, νὰ μᾶς φέρῃ μίαν κατάστασιν, ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἔφερε. Ἐπαναλέγω ὅτι ἐντὸς τῶν 350 δραχμῶν, ἐναντίον τοῦ φρονήματος πολλῶν ἐξ ὑμῶν, περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἐξόφλησις τῶν γενικῶν ἐξόδων δηλ. τῶν ἐξόδων τῆς ἐγκαταστάσεως κατὰ τὸ σύστημα τῆς χρεωλυσίας. Τούτου δὲ τεθέντος καὶ γνωστοῦ γενομένου εἰς πάντας, ἕκαστος ἔχει αὐτὴν τὴν ἰδέαν περὶ τοῦ νόμου ὅτι τὸ 40%, τὸ ὁποῖον θὰ λάβῃ ὁ ἐργολάβος, δὲν θὰ ᾖναι πλέον οἱ πόροι τῶν χρημάτων του, οὐδὲ κἂν τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον θὰ καταβάλῃ, διότι κεφάλαιον καὶ τόκος ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας θέλουν ἐξοφληθῆ, ἀλλ’ εἶναι καθαρὸν κέρδος διὰ τὴν προθυμίαν του διὰ τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν ἐπινόησιν καὶ τὴν ἀπόφασίν του. Ὅλα τὰ διανοητικὰ περιλαμβάνονται καὶ οὐδὲν ὑλικόν. Ὅπως δὲ ἐγένετο ἡ παρατήρησις εἰς παρελθοῦσαν τινα συνεδρίασιν, (δὲν ἐνθυμοῦμαι παρὰ τινος τῶν κ. κ. βουλευτῶν), ἐὰν ὁ μέσος ὅρος τῶν ἐξόδων ᾖναι τοῦ δικαίου ἀνώτερος κατὰ μίαν δραχμὴν, τὸ ποσὸν ἀναβιβάζεται διὰ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν τόνων εἰς ἓν ἑκατομ. δραχμῶν, ἐὰν ᾖναι ἀνώτερος κατὰ 10 ἢ 50 δραχμὰς, τὸ ποσὸν εἶναι λίαν σημαντικόν. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι εἶναι ἄξιον τῆς προσοχῆς μας καὶ θὰ συνομολογήσητε μαζύ μου ὅτι εἶχον δίκαιον νὰ ζητήσω τὴν ἔκθεσιν παρὰ τοῦ ὑπουργείου, διότι ἐγὼ ἐν ἐλλείψει ἐκθέσεως συνοδευούσης τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἢ μεταγενεστέρων πληροφοριῶν, προσέφυγον εἰς ἐπιστήμονας, οἱ ὁποῖοι μοὶ παρέδωκαν μίαν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν εὐχαρίστως δίδω εἰς τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἐξετάσῃ καὶ νὰ τὴν ὑποβάλῃ εἰς τὴν πλέον ἀκριβῆ βάσανον, εἰς ἐπιστημονικὴν ἐπιτροπὴν ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συμβουλεύουν τὰς κυβερνήσεις εἰς τὰ τοιαῦτα ἔργα. Κατ’ αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν, κύριοι, ὡς ἀποτέλεσμα, διότι εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω τὰς λεπτομερείας, ἔχομεν τὸ ἑξῆς, ὅτι θὰ ὑπάρχῃ καθ’ ἡμέραν, καθαρὸν κέρδος τοῦ ἐργολάβου, ὅστις ἤθελε νὰ ἀναδεχθῇ τὴν ἐκκαμίνευσιν τῶν χωμάτων, 30,000 δραχμῶν.
§53ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ποίαν βάσιν στηρίζεται;
§54ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἰδοὺ τὶ λέγει ἡ ἔκθεσις. (Ἀναγινώσκεται).
§55ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπατε 12,350 δραχ. προσθέτετε 3,900 ἀπρόβλεπτα γίνονται 16250· αὐτὸ ἐπὶ τῶν 50 τόνων, καθ’ ἡμέραν εἶναι ἔξοδον 350 δραχ. ὡς ἔγγιστα, ἤτοι 325.
§56ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι 312 δραχ. κατὰ τὸν λογαριασμόν σας. Πρόκειται ὅμως νὰ θέσωμεν ὡς ἀπρόβλεπτα ἔξοδα 1½ ἑκατομύριον δραχ. κατ’ ἔτος ἀπρόβλεπτα, τὸ ὁποῖον ἠξεύρετε μὲ τὶ ἰσοδυναμεῖ; ἰσοδυναμεῖ μὲ ὅλον τὸ κεφάλαιον τῆς ἐγκαταστάσεως· ἀλλ’ αὐτὸ βεβαίως εἶναι αὐθαίρετον.
§57ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς 150,000 δραχ. ἀφαιρεῖτε ἐπὶ πόσα ἔτη;
§58ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ 14 ἔτη, δι’ ὅσον δηλαδὴ καιρὸν ἀπαιτεῖτε νὰ ἐκκαμινευθῇ τὸ ὅλον.
§59ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ὑποθέσεις αὐταί.
§60ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι ὑποθέσεις, διότι σφάλλετε σεῖς, διότι σεῖς εἶσθε οἱ κυβερνῶντες τὴν Ἑλλάδα καὶ ὁ κανονίζων τὴν τύχην τῆς περιουσίας αὐτῆς· ἔρχεσθε λοιπὸν εἰς τὴν Βουλὴν, τῆς ὁποίας ἔχετε ἀνάγκην, καὶ ἐνῷ σᾶς ζητοῦν νὰ φέρητε σοβαρὸν λογαρισσμὸν, δὲν φέρετε.
§61ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διότι δὲν εἶναι ἀνάγκη.
§62ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλ’ ὄχι μόνον τοῦτο κάμνετε, ἀλλ’ ὅταν ἔρχωνται ἄλλοι καὶ φέρουν λογαριασμὸν, τότε λέγετε ὑποθέσεις εἶναι· ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ᾖναι ὑποθέσεις φέρετε ὁριστικὸν λογαριασμόν· ἐγὼ δὲν ἤθελα ζητήσει πληροφορίας, ἐὰν ὑπῆρχε πληροφορία τις εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἰδοὺ ποίας ἔχει ἡ μόνη περὶ τούτου παράγραφος «ὑπολογίζοντες εὐρέως τὰς δαπάνας τῶν γενικῶν ἐξόδων τοῦ ἐμπλουτισμοῦ, τῆς προπαρασκευῆς διὰ τὴν καμίνευσιν, καὶ τῆς καμινεύσεως αὐτῆς παραδεχόμεθα ὅτι ἐξαρκοῦσι δι’ ἕκαστον τόνον μολύβδου δραχ. 380 καὶ ἑπομένως διὰ τοὺς 249,327 τόνους ἀπαιτοῦνται 94,744,260 δραχμάς.»
§63ΜΠΡΑΤΣΙΚΑΣ. Αὐτὰ τὰ πράγματα δὲν ὑπολογίζονται οὕτω μὲ θεωρίας ἁπλᾶς τῶν ὑπουργῶν, πρέπει νὰ γείνῃ ὁ ὑπολογισμὸς παράγραφος κατὰ παράγραφον.
§64ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, φυσικῷ τῷ λόγῳ θὰ ἔκαμε τοὺς ὑπολογισμούς της ἐν ἐκτάσει, ὅπως σεῖς, καὶ τότε βεβαίως οἱ ὑπολογισμοὶ αὐτοὶ ἴσως ἔπρεπε νὰ ᾖναι ἐντὸς τῆς ἐκθέσεως, ἀλλ’ οὐχ ἧττον δὲν παραδεχόμεθα, ὅτι τυφλοῖς ὄμμασιν ἡ ἐπιτροπὴ εἶπε, τόσα παραδέχομαι, διότι οὕτω θέλω. Αὐτὰ λέγω εἰς τὸν κ. Μπράτσικαν, ὅστις εἶναι μηχανικός.
§65ΜΠΡΑΤΣΙΚΑΣ. Ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ ἴδω ἀκριβῆ ὑπολογισμόν.
§66ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Αὐγερινοῦ εἶναι ὀρθὴ, ἀλλ’ ὁ κ. Αὐγερινὸς θὰ μεταῤῥυθμίσῃ αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ἣν ἔχει, ἅμα τῷ γείνῃ ἡ ἑξῆς παρατήρησις. Ἑκάστη ἐπιτροπὴ ἐργάζεται κατὰ τὸν προορισμόν της· θὰ ᾖναι δὲ σφάλμα, ἐὰν ὅλα τὰ ζητήματα τῶν ὁποίων ἔχει τις ἀνάγκην νὰ ἐξηγῇ ἐκ τῆς ἐκθέσεως μιᾶς ἐπιτροπῆς, καίτοι τὰ ζητήματα ταῦτα θὰ ἦσαν ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν διωρίσθη διὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν ἐκβολάδων· διωρίσθη διὰ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν τὶ εἶναι ἐκβολάδες· διότι ὑπῆρχεν ἰδέα διατρέχουσα εἰς τὸν τόπον ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι περιουσία, τῆς ὁποίας πρέπει νὰ ἐπιληφθῇ τὸ Κράτος. Ἡ Κυβέρνησις πρὶν προβῇ εἰς μέτρα, φυσικῷ τῷ λόγῳ διώρισεν ἐπιτροπὴν διὰ νὰ τὴν πληροφορήσῃ τὶ εἶναι. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἐπιτροπὴ διορισθεῖσα πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ γνωμοδοτήσῃ διὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν· διότι τότε ἄλλως ἤθελε σκεφθῇ. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἦλθε νὰ θέσῃ τοὺς ὅρους, κατὰ τοὺς ὁποίους ἠμποροῦμεν ν’ ἀπαλλοτριώσωμεν. Λοιπὸν τῷ ὄντι πολὺ ὀρθῶς ἔκαμεν αὐτὴν τὴν παρατήρησιν ὁ κ. Αὐγερινός· ἀλλ’ ὁ ὑπολογισμὸς αὐτὸς ἕνεκα τοῦ προορισμοῦ τῆς ἐπιτροπῆς δὲν παραδέχομαι ὅτι δύναται νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος, καὶ διὰ τοῦτο δὲν βλέπετε παρὰ μίαν περὶ τούτου μικρὰν παράγραφον. Ἄλλως τε τὸ ὑπουργεῖον τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἔχει ἐδῶ· ἠμποροῦσε νὰ ζητήσῃ μίαν ἐξήγησιν, διότι βεβαίως αὐτὸς ὁ λογαριασμός, τὸν ὁποῖον ἐν ἐλλείψει παντὸς ἄλλου, ἐγὼ παρεκάλεσα νὰ μοὶ κάμουν, ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ἐσφαλμένος. Ἀλλ’ ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ τὸν λογαριασμόν, τὸν ὁποῖον ἔκαμεν ἡ ἐπιτροπή, τῆς ὁποίας τὸ ἔργον ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν, καὶ τῆς ὁποίας τὸ ἔργον μᾶς προτείνεται διὰ νὰ μᾶς πειθαναγκάσουν τρόπον τινα νὰ τὸ παραδεχθῶμεν, ὡς προκειμένου περὶ ἐπιστημονικῶν γνώσεων, τὰς ὁποίας δὲν ἔχομεν.
§67ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). Εἶναι ἀξιέπαινος τῳόντι ὁ ἔντιμος προαγορεύσας διὰ τὴν μεγάλην ἀκρίβειαν τὴν ὁποίαν ἐπιζητεῖ ἐπὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν ἐξόδων, καὶ διὰ τὸν κόπον, τὸν ὁποῖον ἔλαβε νὰ ζητήσῃ σημείωσιν παρ’ ἐπιστημόνων, προσπαθῶν οὕτω νὰ ἀναπληρώσῃ τὴν ἔλλειψιν, εἰς τὴν ὁποίαν, κατ’ αὐτὸν, ὑπέπεσεν ἡ κυβέρνησις, μὴ φροντίσασα νὰ φέρῃ ἐνώπιόν σας λεπτομερῆ λογαριασμὸν τῶν ἐξόδων, ὅσα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν παραγωγὴν τοῦ μετάλλου. Ἀλλά, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἤθελον ἐννοήσει τὴν λεπτολογίαν ταύτην καὶ ἀκρίβειαν, ἐὰν προήρχετο ἐκ μέρους τινὸς τῶν βουλευτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν τὴν καθαρὰν πρόσοδον, δὲν τὴν ἐννοῶ ὅμως παντάπασιν, ὅταν ἐπιζητῆται καὶ προτείνηται ἀπὸ βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν καὶ διὰ τῶν ἀγορεύσεών των καὶ διὰ τῆς ψήφου των τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον. Τί σημαίνει, κύριοι, ὅταν ζητῶμεν νὰ λάβωμεν τὸ μερίδιόν μας ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου; δὲν σημαίνει, φρονῶ, τίποτε ἄλλο εἰμὴ ὅτι θέλομεν νὰ λάβωμεν μέρος ἀπὸ τὸ μέταλλον, τὸ ὁποῖον ἤθελε παραχθῆ, ἀφίνοντες τὸ ὑπόλοιπον εἰς τὸν ἐργολάβον, χωρὶς νὰ ἐξετάζωμεν πόσον ἐκ τούτου θέλει χρησιμεύσει δι’ ἔξοδα διαχειρίσεως, πόσον δι’ ἀγορὰν γαιανθράκων, πόσον διὰ χρεωλύσιον καὶ τόκον τῶν δαπανῶν των τῆς πρώτης ἐγκαταστάσεως καὶ πόσον ὡς κέρδος τοῦ ἐργολάβου· ἀφοῦ δὲ οὕτω βασιζώμεθα ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, δὲν θέλωμεν νὰ γνωρίζωμεν οὐδὲν ἔξοδον, καὶ ἀδιαφοροῦμεν διὰ τὰ κέρδη, δὲν ἐννοῶ διὰ τί ὅταν λαμβάνωμεν ὡς βάσιν τὴν καθαρὰν πρόσοδον, δὲν εὐχαριστούμεθα μὲ μόνον τὸν ἐν γένει προσδιορισμὸν τῶν ἐξόδων, ἀλλὰ θέλομεν νὰ λεπτολογήσωμεν, πόσα ἀνήκουσιν εἰς τὴν διαχείρισιν, καὶ πόσα θέλουν θεωρηθῆ ὡς τόκος καὶ χρεωλύσιον τοῦ κεφαλαίου. Κύριοι, ἡ κυβέρνησις ὑπεστήριξεν ἐξ ἀρχῆς ὅτι, ὅπως δυνηθῶσιν οἱ ἐργολάβοι νὰ κανονίζωσι τὰς προσφοράς των, νὰ γνωρίζῃ δὲ καὶ τὸ δημόσιον ποῖαι ἐκ τῶν προσφορῶν εἶναι συμφέρουσαι, πρέπει νὰ παραδεχθῆτε τὴν καθαρὰν πρόσοδον, καὶ τὴν ἰδέαν ταύτην συνεμερίσθη διὰ μεγάλης πλειονοψηφίας ἡ Βουλή. Ἀλλὰ διὰ νὰ εὕρητε τὴν καθαρὰν πρόσοδον εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀφαιρέσητε ὅλα τὰ ἔξοδα τῶν διαχειρίσεων καὶ τῆς πρώτης ἐγκαταστάσεως, διὰ νὰ ᾖναι δὲ ἀκριβὴς ἡ ἐργασία σας, δὲν ἔχετε ἄλλο μέσον, εἰμὴ τὰ κατάστιχα τοῦ ἐργολάβου· ἀλλ’ ἐπειδὴ μακρὰ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι τοῦτο εἶναι ἐπικίνδυνον, διὰ τοῦτο ἐπροτιμήσαμεν νὰ τὰ κανονίσωμεν ἐκ τῶν προτέρων, ὥστε διὰ νὰ εὕρητε τὴν καθαρὰν πρόσοδον δὲν ἔχετε νὰ κάμητε τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἀφαιρέσητε 350 δραχμὰς ἀπὸ τὴν ἀκαθάριστον ἀξίαν τοῦ μετάλλου κατὰ τόνον· εἶναι δέ, νομίζω, περιττὴ πᾶσα διασάφησις, πᾶσα ἐρώτησις, περὶ τοῦ ἐὰν εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο ἐμπεριλαμβάνιονται μόνον τὰ ἔξοδα τῆς διαχειρήσεως, ἢ καὶ ὁ τόκος τῶν δαπανῶν τῆς ἐγκαταστάσεως. Ἀλλὰ προκειμένου νὰ ὁρισθῶσιν τὰ ἔξοδα ἐκ τῶν προτέρων, ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν ἦτον ἀναγκαῖον νὰ καταβληθῇ μεγάλη προσοχὴ, ὅπως προσδιορισθῶσιν ταῦτα μὲ ὅλην τὴν δυνατὴν ἀκρίβειαν, μόλον ὅτι ἡ κυβέρνησις οὔτε κατὰ τοῦτο καθυστέρησε, διότι δὲν προσδιώρισεν αὐθαιρέτως καὶ αὐτογνωμόνως τὰ ἔξοδα, ἀλλ’ ἐστηρίχθη εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἀπεστάλη εἰς Λαύριον, καὶ ἥτις ῥητῶς ἀναφέρει, ὅτι διὰ τὴν ἐκκαμίνευσιν τῶν ἐκβολάδων ἀπαιτοῦνται 380 δραχμαὶ κατὰ τόνον· ἐπειδὴ δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο μᾶς ἐφάνη ὑπέρογκον, τὸ ἐμετριάσαμε εἰς 350. Ἀλλὰ σᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, ὅτι κακῶς πράττετε, στηριζόμενοι εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, διότι αὕτη δὲν εἶχεν ἀποσταλῆ εἰς Λαύριον νὰ ἐξετάσῃ, καὶ σᾶς ὑποβάλῃ γνωμοδότησιν περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων, ἀλλὰ μόνον διὰ νὰ σᾶς πληροφορήσῃ περὶ τῆς ποιότητος τῶν ἐκβολάδων. Ἀλλὰ κύριοι, διὰ νὰ σᾶς δώσῃ ἡ ἐπιτροπὴ πληροφορίας περὶ τῶν ἐκβολάδων, ὤφειλε προπάντων νὰ σᾶς εἴπῃ ὁποία εἶναι ἡ ἀξία αὐτῶν, καὶ διὰ νὰ εὕρῃ τὴν ἀξίαν, δὲν ἤρκει νὰ μάθῃ μόνον τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον, ἤτοι εἰς πόσους τόνους ἀναβαίνουν τὰ εὑρισκόμενα χώματα, καὶ πόσον ἄργυρον καὶ μόλυβδον περιέχουσιν, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ σημειώσῃ καὶ ποία δαπάνη ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἐκκαμίνευσιν αὐτῶν καὶ τὴν παραγωγὴν τοῦ μετάλλου· ἑπομένως πρώτιστον καθῆκον εἶχε νὰ ἐξακριβώσῃ καὶ τὰ ἔξοδα, εἶμαι δὲ πεπεισμένος, ὅτι ἔκαμε καὶ πρὸς τοῦτο λεπτομερεῖς ἐργασίας, καὶ δὲν προέβη ἁπλῶς, καὶ ὡς ἔτυχε· διότι ἐὰν περιορίζετο εἰς τὸ νὰ ἐξακριβώσῃ μόνον τὸ ποσὸν καὶ τὸ ποιὸν τῶν χωμάτων, ἡ ἐργασία της οὐδεμίαν θὰ εἶχεν ἀξίαν. Γνωρίζουσα λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ τὴν ἀποστολήν της ταύτην, ὤφειλε πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ ἐξετάσῃ καὶ ὁποῖαι δαπάναι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ μετάλλου, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς τὰ χώματα ταῦτα, καὶ τὸ μέρος τοῦτο τῆς ἀποστολῆς της ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὸ ἐξετέλεσε μὲ ὅλην τὴν δυνατὴν ἀκρίβειαν. Ἀλλὰ, κύριοι, ὑποτεθείσθω, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων, τὸ ὁποῖον προσδιώρισεν ἡ κυβέρνησις, στηριζομένη εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὰ πραγματικὰ ἔξοδα· νομίζετε ὅτι τὸ δημόσιον τρέχει κίνδυνον; ὄχι· τοῦτο δὲ εἶπον ἀπὸ τὰς πρώτας ἡμέρας, καθ’ ἣν ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἀνέπτυξε δὲ ἀξιολογώτατα καὶ ὁ κ. Κεχαγιᾶς. Τί σᾶς εἶπε, κύριοι, ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Παρνασσίδος; ἐὰν τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν παραγωγὴν ἑνὸς τόνου, ᾖναι ὀλιγώτερα ἀφ’ ὅσα προϋπολογίζονται, τότε ὁ ἐργολάβος θέλει προσφέρει ἀνώτερον ποσοστὸν, καὶ ἑπομένως ὅτι ζημιώνεσθε ἐκ τῶν ἐξογκώτεων τῶν ἐξόδων, θέλετε τὸ ὠφεληθῆ ἀπὸ τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοστοῦ, τὸ ὁποῖον θέλει σᾶς προσφέρει. Σᾶς παρουσίασεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου λογαριασμὸν, τὸν ὁποῖον συνέταξαν ἐπιστήμονες, καὶ κατὰ τὸν ὁποῖον ὑπολογίζωνται τὰ ἔξοδα εἰς 250 δραχμὰς κατὰ τόνον. Κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν αὐτὸν θέλει μένει εἰς τὸν ἐργολάβον 30 χιλιάδων δραχμῶν κέρδος καθαρὸν δι’ ἑκάστην ἡμέραν· ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ὁ ἐργολάβος εὐχαριστεῖται νὰ κερδίζῃ 6,000 δραχμὰς τὴν ἡμέραν, θέλει σᾶς προσφέρει 80% διὰ νὰ δώσῃ οὗτος εἰς τὸ δημόσιον 24,000 καὶ νὰ μείνουν εἰς αὐτὸν αἱ 6,000. Ἐὰν ὅμως ἕνεκα τῆς ἐξογκώσεως τῶν ἐξόδων ἡ καθαρὰ πρόσοδος ἐλαττωθῇ κατὰ τὸ φαινόμενον, μὴν ἀμφιβάλλετε, ὅτι θέλει προσφέρει 85%, διότι θέλει ἔχει ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ πραγματικὴ καθαρὰ πρόσοδος θὰ ᾖναι ἀνωτέρα τῆς φαινομένης. Ἑπομένως οὐδεὶς κίνδυνος ὑπάρχει, ἐὰν ἐξογκωθοῦν αἱ δαπάναι ὀλίγον ἀνώτερον τῶν πραγματικῶν· ἐπίσης δὲν θὰ ᾖναι οὐδεμία ζημία ἐὰν τὰ ἔξοδα προσδιορισθῶσιν εἰς ὅρον μικρότερον τοῦ πραγματικοῦ, διότι ὁ ἐργολάβος θέλει ἐλαττώσει τὸ ποσοστὸν τῆς προσφορᾶς, τὴν ὁποίαν ἤθελε κάμει. Ἀλλ’ ἤδη πρέπει νὰ μὴ λησμονήσητε, ὅτι προσδιωρίσατε ἕνα ἐλάχιστον ὅρον 60%, ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ φανῆτε πολὺ φειδωλοὶ εἰς τὰ ἔξοδα· διότι ἀφοῦ ἀναβιβάζεται εἰς 60% τὸν ἐλάχιστον ὅρον, ἐὰν καταβιβάσητε καὶ τὰ ἔξοδα κάτω τῶν πραγματικῶν, ὁ ἐργολάβος δὲν θὰ ἔχῃ στάδιον νὰ κάμῃ τὰς προσφοράς του, ἡ δημοπρασία εἰμπορεῖ νὰ ἀποτύχῃ. Διὰ τοῦτο πρέπει ν’ ἀφήσητε τὰ ἔξοδα ὅπως τὸ νομοσχέδιον τὰ προσδιώρισεν, ἔστω καὶ ἂν ᾖναι ἀληθὲς, ὅτι εἶναι κατὰ 50 δραχμὰς ἀνώτερα τῶν πραγματικῶν· διότι, ὅπως καὶ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου παρεδέχθη, ἀναβιβάζονται μέχρι 312 δραχμῶν καὶ ἀπὸ τὰς 312 ἕως τὰς 350 δὲν ὑπάρχει εἰμὴ 38 δραχμῶν διαφορά.
§68ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ 247 δραχμὰς ἔκαμα τὸν λογαριασμὸν, ἴσως εἶναι λανθασμένος.
§69ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ποίαν ἀξίαν δίδετε εἰς ἕκαστον τόνον; διότι πρέπει νὰ ἠξεύρωμεν τὴν πραγματικὴν ἀξίαν ἑκάστου τόνου, διότι τότε δὲν εἶναι 30,000 δραχμαί.
§70ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἄνευ τῆς παρατηρήσεως ταύτης νομίζω, ὅτι θὰ συμφωνήσῃ καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης, ὅτι ὅταν λέγωμεν 30,000 δραχμῶν ἡμερησίαν πρόσοδον, δὲν λέγομεν τίποτε βάσιμον, διότι ἡ πρόσοδος ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν ἀριθμὸν τῶν καμίνων τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ εἰς ἐνέργειαν ὁ ἐργολάβος, ἀπὸ τὸ ποσὸν τῶν ἐκβολάδων, τὰς ὁποίας θὰ καμινεύῃ καὶ πρὸ πάντων ἀπὸ τὴν ποιότητα τοῦ μετάλλου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξάγῃ· ἐὰν συμπέσῃ ἐπὶ δύω ἡμέρας ἢ ἐπὶ ἕνα μῆνα νὰ ἐξάγῃ μόλυβδον περιέχοντα ὀλίγον ἄργυρον, τότε οἱ λογαριασμοὶ αὐτοὶ πίπτουν, διότι στηρίζονται εἰς τὴν ἀξίαν τῶν 1,000 δραχμῶν, ἐνῷ ἡ ἀξία αὕτη εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ καταβιβασθῇ εἰς τὰς 600. Αὐτὸς εἶναι, κύριοι, ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ κυβέρνησις δὲν ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ ζητήσῃ λεπτομερεῖς σημειώσεις τῶν ἐξόδων, καὶ νὰ τὰς παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι καμμίαν ζημίαν δὲν θέλει ὑποστῆ ἡ ἐπικράτεια, ἐὰν ὁ ὅρος δὲν ᾖναι ἀκριβὴς, ἀφοῦ πρόκειται νὰ ἐνεργήσωμεν τὴν διάθεσιν διὰ δημοπρασίας· ἀπ’ ἐναντίας ὑπάρχει φόβος μήπως, ἐὰν ἐλαττώνωνται τὰ ἔξοδα, ἀποτύχῃ καθολοκληρίαν ὁ συναγωνισμὸς, καὶ βεβαίως δὲν εἶναι τοιαύτη ἡ ἰδέα τῆς Βουλῆς.
§71ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγκάζομαι, κύριοι, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοῦ ἐπασχολοῦντος ἡμᾶς ζητήματος· πρώτην φορὰν λαμβάνω τὸν λόγον. Ἀναγκάζομαι δὲ νὰ πράξω τοῦτο ἕνεκα τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἐξέθηκεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου. Φρονῶ ὅτι ἀντὶ ὅλων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας καὶ ἕνα ἄλλον λόγον, τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων. Πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι θέλουν διαρκέσει ἐπὶ 14 ἔτη, ὅπως ὡμολόγησεν ὁ κύριος Δεληγεώργης, καὶ ἴσα ἴσα διὰ τοῦτο τὸν προὐκάλεσα νὰ εἴπῃ ἐπὶ πόσα ἔτη θὰ διαρκέσουν. Δὲν εἴμεθα λοιπὸν εἰς θέσιν νὰ προσδιορίσωμεν τὰς δαπάνας ἐπὶ 14 ἔτη, τὰς σημερινὰς δαπάνας ἔχοντες ὡς μέτρον, διότι δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν εἰπεῖν ἀπὸ τὸ ἓν ἔτος εἰς τὸ ἄλλο κατὰ πόσον θὰ αὐξήσουν. Δὲν εἶναι δὲ αἱ δαπάναι, ὅπως τὰς προσδιώρισαν· καὶ ἂν πρέπῃ νὰ παραδεχθῶμεν ὡς βάσιν τὴν ἐργασίαν καὶ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα προσδιώρισεν ὁ κύριος Δεληγεώργης. Κατὰ τὸν λογαριασμὸν τὸν ὁποῖον οἱ ἐπιστήμονες ἔκαμαν, καὶ τὸν συνέταξαν ὡς βέβαιον, ποία ἡ βεβαιότης ὅτι ἓν ἥμισυ ἑκατομμύριον δραχμῶν θέλει δαπανηθῆ διὰ τὰ καταστήματα καὶ τὰς λοιπὰς ἐργασίας; ποία ἡ βεβαιότης ὅτι μόνον πέντε χιλιάδες δραχμαὶ ἀπαιτοῦνται διὰ τὸ ὑδραγωγεῖον; ἐμέτρησαν τὴν ἀπόστασιν, τὰς ἐργασίας; εἶναι ἀλάνθαστος ἡ πρᾶξις τῆς ἐπιτροπῆς; εἶναι ἀναιτιολόγητος. Τὸ ἡμερομίσθιον τὸ προσδιώρισαν πρὸς μίαν καὶ 25 λεπτὰ, δὲν ἐνθυμοῦμαι ποίαν δαπάνην, ποῦ ἐστηρίχθησαν νὰ τὴν προσδιορίσωσιν, ὥστε ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀπροσδιόριστα, καὶ εἶναι ἀπροσδιόριστα, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ τὰ προσδιορίσωσιν. Ἄλλως τε εἶναι ἰσχυρὸς ὁ λόγος, ὅτι εἰς τὸν συναγωνισμὸν θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ δαπάνη, καὶ δὲν θὰ ἦναι ἀκριβὴς, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ συναγωνισμὸς, καὶ ὅτι μόλις εἷς ἄνθρωπος εἶναι, ὅστις θὰ ζητήσῃ συμφέρον καὶ ὄχι καὶ ἄλλοι εἰς τὸν τόπον.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δαγρές.
§73ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ σκέψις, τὴν ὁποίαν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξέθεσε, δὲν στερεῖται ὑποστάσεως, εἶναι λογικωτάτη· τοὐτέστιν, ὅτι καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν δαπανῶν διὰ τὴν ἐκκαμίνευσιν τῶν ἐκβολάδων, εἶναι ὑπερβολικαὶ, δὲν παραβλάπτουν τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, διότι αἱ προσφοραὶ θὰ ἦναι ἐξωγκωμέναι. Ἀλλὰ μοὶ διεγείρει τὴν περιέργειαν, καὶ μὲ προκαλεῖ εἰς σκέψιν ἡ σιωπὴ τῆς ἐπιστημονικῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἀποσταλείσης εἰς Λαύριον, διότι τῳόντι ὤφειλε νὰ εἴπῃ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν περὶ δαπανῶν λεπτομερῶς, καὶ παρετήρησα ὅτι δὲν ἔκαμε λόγον περὶ τούτου, ἀλλ’ ὅτι ἐν ὅλῳ προσδιώρισε δι’ ἕκαστον τόνον μόλυβδον, ὅτι ἀπαιτοῦνται 380 δραχμαὶ, ἐνῷ ὤφειλε νὰ ἐκθέσῃ τοῦτο μὲ λεπτομέρειαν. Ἡ ἔλλειψις αὕτη βεβαίως δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ τὴν παρατρέξῃ ἡ Βουλὴ, ἥτις πρέπει νὰ ἐξετάσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα, καὶ δὲν πρέπει ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε, νὰ προσδιορίσωμεν τὴν δαπάνην εἰς 350 δραχ. ἐνῷ εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον ν’ ἀναβαίνουν μέχρι τῶν 250 ἢ 270, ἀφοῦ μάλιστά τινες συνεφώνησαν, ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη δὲν θέλει ὑπερβῆ τὰς 200 δραχμάς. Νομίζω λοιπὸν ὅτι δὲν θὰ βλάψῃ οὔτε εἰς τὰς ἐργασίας, οὔτε τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, νὰ ἀναβάλωμεν διὰ τὴν αὔριον τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅπως τυπωθῇ καὶ ἡ ἔκθεσις, τὴν ὁποίαν ἐπαρουσίασεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, διότι εἶναι καλλίτερον νὰ ἤμεθα πλησιέστερον τῆς ἀληθείας.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ τέλος τοῦ νομοσχεδίου νὰ συζητηθῇ τὸ ἄρθρον αὐτό;
§75ΔΑΓΡΕΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν παρεμβάλλεται κανὲν πρόσκομμα εἰς τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.
§76Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ (ὑπουργὸς Ἐκκλ. καὶ τῆς Παιδείας). Ὅταν, κύριοι, δὲν λάβητε ὡς ὀρθὴν τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔφερεν ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτι ἀπαιτεῖται δαπάνη 380 δραχμῶν δι’ ἕκαστον τόνον μολύβδου, τότε ξεσχίσατε ὅλην τὴν ἔκθεσιν ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, διότι ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ᾠκοδόμησεν ὅλον τὸ οἰκοδόμημά της ἡ ἐπιτροπὴ εἶναι ἡ ἐργασία, ἡ προσδιορίσασα τὴν δαπάνην, ἥτις ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἐκκαμίνευσιν ἑνὸς τόνου μολύβδου· εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν δὲν ἠθέλατε παραδεχθῆ ὡς ἀκριβῆ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς δαπάνης, ὅλη ἡ ἔκθεσις, σᾶς λέγω, ὅτι εἶναι μηδέν. Καὶ ὅταν εἰς ὅλας τὰς ἄλλας συζητήσεις, τὰς μεγάλας, ὡς ὁδηγὸν καὶ καὶ γνώμονα εἴχομεν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, τώρα ἀπορῶ, κύριοι, πῶς θέλετε νὰ πετάξωμεν εἰς αὐτὸ μόνον τὸ μέρος τὴν γνώμην αὐτῆς, ἐνῷ ἐπὶ καιρὸν ὁλόκληρον εἰργάσθησαν ἐπιστήμονες φυσικομαθηματικοὶ καὶ ὀρυκτολόγοι ἐπὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, ἀλλὰ ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι καὶ αὐτοὶ ὡς ἄνθρωποι ἤθελον ὑποπέσει εἰς λάθος, καὶ δὲν ἤθελον προσδιορίσει ἀκριβῶς τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται, ποῖον ἤθελεν εἶσθαι τὸ λάθος αὐτῶν; κατὰ φυσικὸν λόγον, ὡς ἐπιστήμονες καὶ φυσικομαθηματικοὶ, ἤθελον ὑποπέσει εἰς ἓν λάθος ἐλάχιστον. Ἀλλὰ καθὼς σᾶς εἶπεν καὶ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν καὶ ἄλλοι καὶ ἂν ὑπάρχῃ διαφορά τις οἱαδήποτε, αὐτὴ κατ’ ἐλάχιστον δὲν δύναται νὰ παραβλάψῃ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου. Δὲν ἔχομεν λοιπὸν δικαίωμα, κύριοι, νὰ θεωρῶμεν αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν ἀπὸ τὸ ἓν μέρος ὡς ὀρθὴν, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος νὰ μὴ τὴν θεωρῶμεν ὡς τοιαύτην, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ κρημνίσωμεν ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου· πρέπει ἢ νὰ τὴν θεωρήσωμεν ὡς ὀρθὴν, ἢ ὄχι, ἀπὸ τὴν ἀρχήν· ἀλλ’ ἐπ’ αὐτῆς ᾠκοδομήσαμεν, ὅπως εἶπον, ὅλον τὸ οἰκοδόμημα. Πῶς θέλετε, νὰ τὸ κρημνίσωμεν; Καὶ ἅμα δὲν παραδέχεσθε τὸν ὅρον τῆς ἐπιτροπῆς, αὐτοὶ ὅλοι οἱ λογαριασμοὶ καὶ ὅλα τὰ ἑκατομμύρια πίπτουν. Λοιπὸν λέγω, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἀναβολῆς, τοσοῦτον περισσότερον, διότι εἰς τὴν Βουλὴν πρὶν φέρουν τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν καὶ τ’ ἀποτελέσματα, ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν μας ὅτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, καθ’ ἣν θέλει προσδιορίσει ἡ κυβέρνησις καὶ τὸ συμβούλιον τὴν ἡμέραν τῆς δημοπρασίας τῶν ἐκβολάδων, θὰ γνωρίζῃ ἐκ τῶν προτέρων ἐκ τῆς εἰδικῆς ἐξετάσεως τόσων καθηγητῶν, μηχανικῶν καὶ ὀρυκτολόγων, ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐμπεριέχεται εἰς ὅλας τὰς ἐκβολάδας, καὶ τότε, ἔχουσα καὶ αὐτὸν τὸν προϋπολογισμὸν, ἡ κυβέρνησις θὰ γνωρίζῃ ἀκριβέστερον ποία εἶναι αὐτὴ ἡ δαπάνη, καὶ τότε θὰ ᾖναι εἰς κατάστασιν τὸ μεταλλευτικὸν συμβούλιον νὰ ἴδῃ ὅτι τὰ ἔξοδα ἀναβαίνουν, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Καλλιφρονᾶς, εἰς 60 μόνον δραχμὰς, καὶ θὰ ᾖναι εἰς κατάστασιν νὰ μὴν ἐγκρίνῃ τὴν δημοπρασίαν, τῆς ὁποίας τὸ ἀποτέλεσμα δὲν ἤθελεν ἱκανοποιεῖ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου. Λοιπὸν λέγω ὅτι δὲν ὑπάρχει σήμερον λόγος σπουδαῖος....
§77Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ, τὴν ἔκθεσιν τὴν παραδέχεσθε;
§78Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα.
§79Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τότε ἔπρεπε νὰ τὴν παραδεχθῆτε καθ’ ὁλοκληρίαν.
§80Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἴμεθα ἐναντίοι, ἡμεῖς μάλιστα σᾶς εἴπαμεν 2,000 ἀπὸ τοῦ βήματος· ἀρκεῖ νὰ γίνῃ ἀδιαιρέτως.
§81ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω δύω λέξεις εἰς ἀπάντησιν τῆς ὁμιλίας τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅστις, ἀποκρούων τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καλαμῶν προτείναντος, ὅτι δὲν βλέπει νὰ ἐπίκειται κανεὶς κίνδυνος, οὐδὲ μεγάλη ζημία τῶν δημοσίων συμφερόντων, ἐὰν, ἀφοῦ εἰς τόσας συνεδριάσεις κατωρθώσαμεν νὰ ψηφίσωμεν δύω ἄρθρα, καὶ μένῃ νὰ ψηφίσωμεν ἄλλα δεκαὲξ, ἠθέλαμεν ἀναβάλλει μίαν ἢ δύω ἡμέρας τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου, ἕως οὗ ἡ Κυβέρνησις θετικῶς προσκαλέσῃ τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ζητήσῃ τὸν λογαριασμὸν ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη, ἢ ἑωσοῦ ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλῃ τὰς γνώμας ἡμῶν ὑπὸ τὴν κρίσιν αὐτῆς. Οἱ βουλευταὶ ἔχομεν δικαίωμα νὰ γνωμοδοτοῦμεν, καὶ ἀδιάφορον εἶναι ἂν τὰς ἰδέας μας ποριζώμεθα ἐξ ἄλλων, διότι, ἀφοῦ τὰς υἱοθετοῦμεν, εἶναι ἐδικαί μας· μόνον δὲ οἱ ἀγύρται παρουσιάζονται ἐνώπιον τῶν Βουλῶν, καὶ ἐνῷ δὲν ἔχουν εἰδικότητα ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, προτείνουν γνώμας ὡς ἐδικάς των· οἱ ἄνθρωποι ὅμως οἱ ἔμφρονες, οἱ γνωρίζοντες τὸ καθῆκόν των, ὅταν πρόκηται περὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα τοὺς διαφεύγουν, ῥητῶς ὁμολογοῦν ὅτι ἐδανείσθησαν τὰς ἰδέας των ἐκ τῆς ἐπιστήμης καὶ ἐξ ἐπιστημόνων· ἀφοῦ δὲ τὰς υἱοθετοῦν εἶναι ἰδικαί των. Λοιπὸν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω τὴν ἐπιστημονικὴν γνώμην ἐπὶ τῶν προταθεισῶν ὑπὸ βουλευτῶν λογαριασμῶν, καὶ νὰ ζητήσω αὐτὸν τὸν ἴδιον λογαριασμὸν ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη τῆς ἐπιτροπῆς ἡ ἔκθεσις. Τοιαύτη ἦτον ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καλαμῶν Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν διέῤῥηξε τὰ ἱμάτιά του κατ’ αὐτῆς. «Πῶς ν’ ἀναβάλωμεν, λέγει; Ἡ ἀρχὴ τῆς ἀναβολῆς διασείει ὅλον τὸ οἰκοδόμημα· διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ θεωρήσωμεν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ὡς μηδὲν, ὡς ἐσφαλμένην· διότι ἢ εἶναι ὀρθὴ ἡ ἔκθεσις, καὶ τότε πρέπει νὰ τὴν δεχθῶμεν, ἢ εἶναι ἐσφαλμένη, καὶ τότε δὲν ἔχετε ἐκβολάδας.» Δὲν ἠξεύρω, κύριοι, πῶς νὰ ἐξηγήσω τοὺς λόγους τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ, διότι δὲν εὑρίσκω κανένα εἱρμὸν εἰς αὐτούς· ἀλλὰ δὲν εὑρίσκω καὶ καμμίαν ὁμοιότητα τῶν σημερινῶν του ἰδεῶν πρὸς ὅσας ἐξήνεγκεν μίαν ἄλλην ἡμέραν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Μίαν ἄλλην ἡμέραν τοῦ ἐγένετο ἡ ἑξῆς παρατήρησις, ἀγορεύοντος εἰς τὸ 6 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὅπου γίνεται λόγος περὶ τῶν προαπαιτουμένων διὰ τὴν παραχώρησιν τῶν ἐκβολάδων. Εἴπαμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν «δὲν κάμνετε λόγον παντάπασι περὶ τῶν ἐκβολάδων τῶν γνωστῶν, ἀλλὰ περὶ τῶν ἀγνώστων μόνον, λοιπὸν ὁ παρὼν νόμος δὲν θ’ ἀφορᾷ καὶ τὰς γνωστάς; ὀφείλετε, τοῖς εἶπον, νὰ θέσητε καὶ περὶ αὐτῶν μίαν ὁριστικὴν διάταξιν· διότι εἶναι καταμετρημέναι, ἀναλελυμέναι, γνωρίζομεν τὴν ἀξίαν των κτλ.» Τί ἀπήντησεν ὁ κ. ὑπουργός; Νομίζετε, ὅτι θὰ εὐχαριστηθῶμεν ἡμεῖς εἰς τὰς ὑποθέσεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν τώρα ὑπ’ ὄψιν; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ· αὐτὰς τὰς ἐκθέσεις τὰς θεωροῦμεν ἀτελεῖς· θὰ περιγράψωμεν τὰς γνωστὰς ἐκβολάδας, θὰ τὰς ζυγίσωμεν, θὰ τὰς διαγράψωμεν, καὶ μόνον ὅταν ἀποκτήσωμεν διὰ μιᾶς νέας ἐπεξεργασίας πλήρη πεποίθησιν εἰς τί συνίστανται, ποῖα τὰ συστατικά, ἡ ἔκτασις, τὸ βάρος, τότε θ’ ἀποφασισθῇ νὰ τὰς ἐκθέσωμεν εἰς τὴν δημοπρασίαν διὰ νὰ τὰς παραχωρήσωμεν.» Τοιαύτη ἦτον ἡ γνώμη τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξαν καὶ οἱ λοιποὶ ὑπουργοὶ κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, περὶ τοῦ ἔργου τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ σήμερον εὑρίσκει ὅτι δὲν συντελεῖ νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὴν καὶ διὰ τοῦτο μεταβαίνει εἰς τὴν ἐναντίαν γνώμην· εἶναι ἀλάνθαστος, λέγει, εἶναι τελεία, δὲν ἔχει ἀνάγκην καμμίας συμπληρώσεως ἡ ἔκθεσις. Καὶ τὸ λέγει τοῦτο, ἐνῷ δὲν ὠφελεῖται καὶ πολὺ, διότι ἡμεῖς οὔτε κἂν ζητοῦμεν νὰ καταστρέψῃ ἡ κυβέρνησις τὴν ἔκθεσιν, ἀλλὰ νὰ φέρῃ τὴν κατάστασιν ἐφ’ ἧς ἐστηρίχθη ἡ ἐπιτροπή· διότι καὶ τοῦτο μᾶς τὸ ἀρνοῦνται ἀκόμη. Καὶ βλέπετε, κύριοι, αὐτοὺς τοὺς δισταγμοὺς τοὺς ἐκφράζουν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ εἰδικοὶ ἄνδρες καὶ μὴ εἰδικοί. Οἱ μὲν, διότι ἐκ τῆς ἐπιστήμης ἔχουν ὑπονοίας, ὅτι τὸ 350 δὲν εἶναι ὀρθόν· οἱ δὲ, διότι ἀπαξιοῦν νὰ ψηφίζουν τόσον μέγα ζήτημα ἄνευ πληροφοριῶν. Ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκομικῶν δὲν συντελοῦν ποσῶς εἰς τὸ ν’ ἀποκρούσουν τὴν πρότασίν μας, διότι ἴσα ἴσα ἡ ἀντίῤῥησις διὰ τῆς ὁποίας ἀπέκρουσε τὰς παρατηρήσεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τοῦ ποσοῦ τῶν 350 δραχμῶν, εἶναι ἡ ἀντιταχθεῖσα καὶ ἄλλοτε, ὅτι ὁ συναγωνισμὸς κατασταίνει περιττὴν τὴν ἀκριβολογίαν περὶ τὰς δαπάνας. Ἀλλ’ εἴπομεν ὅτι ὁ συναγωνισμὸς εἶναι μία ὑπόθεσις, μία εὐχὴ, μία ἐλπὶς, ὄχι μία βεβαιότης. Ἀφοῦ δὲ σεῖς ὁμολογεῖτε, ὅτι οὔτε ὑπὲρ, οὔτε κατὰ συντείνει τὸ ποσὸν, ὑπάρχοντος τοῦ συναγωνισμοῦ, κάμετέ μοι τὴν χάριν νὰ βάλετε τὰ ἔξοδα εὐθηνά· διότι ἂν τὰ ἔξοδα ᾖναι πολλὰ, τότε ὁ ἐργολάβος θὰ προσφέρῃ ποσοστὸν μεγαλείτερον, ἂν δὲ ᾖναι ὀλίγα, τότε θὰ προσφέρῃ μικρότερον ποσοστόν· αὐτὸ λέγετε. Λοιπὸν ὑποτιθεμένου τοῦ συναγωνισμοῦ, δὲν ἔχει νὰ ζημιωθῇ μήτε ὁ ἐργολάβος μήτε τὸ δημόσιον· διατὶ νὰ μὴ θέλωμεν τὴν ἀλήθειαν; διατὶ νὰ μὴ τὴν ἀναζητήσωμεν; Ἂν ὅμως δὲν ᾖναι ἰσχυρὸς συναγωνισμὸς, τότε ἀφεύκτως θὰ ζημιωθῇ τὸ δημόσιον, ὅταν ὑπολογισθῶσιν ἀνώτερα τὰ ἔξοδα, τοῦ δικαίου μέτρου. Ἡμεῖς λοιπὸν, οἱ ὁποῖοι μὲ τόσην γλισχρότητα συζητοῦμεν τὰ περὶ φόρων, ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαρχιῶν, εἴμεθα τάχα συγγνωστοὶ κατατρίβοντες τὸν χρόνον ἐνταῦθα πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ καταστήσωμεν ἀόριστον καὶ ἀβέβαιον ἓν συμφέρον εἰς ἑκατομμύρια ἀριθμούμενον; Δὲν εἴμεθα συγγνωστοί. Διὰ τοῦτο συμμεριζόμενος τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καλαμῶν, λέγω, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἔφερε σήμερον τὴν ἀνάλυσιν τῶν ἐξόδων, εἶναι δίκαιον ἡ περὶ τούτου ἀπόφασις ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον, νὰ μᾶς προσάξῃ αὐτὴν τὴν ἀνάλυσιν· ἂν εὐαρεστῆται, ἠμπορεῖ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ αὐτὸν τὸν λογαριασμὸν τὸν ὁποῖον ἔφερον· ἀλλὰ τοῦτο, ἂν θέλῃ, ἢ, ἂν τὸ διατάξῃ ἡ Βουλή.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω, κύριοι, τὴν Βουλὴν περὶ τῆς προτάσεως.
§83ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, δύω λέξεις ἔχω νὰ προσθέσω. Φρονῶ ὅτι ἀριθμητικὸν σφάλμα γεννᾷ ὅλην αὐτὴν τὴν μακρὰν ἀγόρευσιν καὶ τίποτε περισσότερον. Ἂν παραδεχθῶμεν ὡς ἐπὶ ἀλανθάστων βάσεων στηριζόμενον τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἔλαβε παρ’ ἐπιστημόνων ὁ κ. Δεληγεώργης καὶ ἀνέγνωσεν, ἡ διαφορὰ εἶναι ἐλαχίστη. Τί μᾶς εἶπε; μᾶς εἶπεν ὅτι ἐπὶ 50 τόνων θὰ ἔχωμεν δαπάνην 16,300 δραχμὰς, αἱ ὁποῖαι διαιρούμεναι μὲ τὸ 50, γίνονται 326. Ἡ φιλονικεία μας εἶναι 24 δραχμαί. Ἂν εἴμεθα λοιπὸν τόσον ἀκριβεῖς νὰ ψηφοφορηθῇ, ἂν πρέπῃ, νὰ ἐλαττωθῇ κατὰ 20 δραχμάς. Ἂν ὅμως μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη μου, ὅτι δὲν εἶναι τόσον τὸ ποσὸν, τότε μάλιστα, ἀλλ’ ὅλοι ἠκούσατε τοὺς ἀριθμοὺς καὶ μόνον ἀριθμητικὸν σφάλμα ὑπάρχει, διότι ὑπελογίσθησαν αἱ δαπάναι ἐπὶ τοῦ παραγομένου καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων, ἀλλ’ ἂν ἡ παραγωγὴ ᾖναι μεγαλειτέρα ὡς ἐκ τοῦ περισσοτέρου ποσοστοῦ τοῦ ἀργύρου, τότε καὶ αἱ δαπάναι θὰ ᾖναι μεγαλείτεραι, διότι ὁ ἄργυρος ἀπαιτεῖ μεγαλειτέραν δαπάνην διὰ νὰ τηχθῇ. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ἔχητε ἕνα μέσον ὅρον. Αὐτὰ εἶχον νὰ προσθέσω.
§84ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Δύω λέξεις ἔχω νὰ προσθέσω καὶ ἐγώ. Θαυμάζω, κύριοι, πῶς δὲν θέλουν νὰ ἐννοήσουν, ἢ πῶς τοὐλάχιστον δὲν θέλουν ν’ ἀναιρέσουν, ὅσα εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ἐγὼ ὑπεστήριξα, ὅτι εἶναι ἀδιάφορον τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων, ἀλλ’ ἐπρόσθεσα, ὅτι ἀφοῦ ἐθέσατε ἐλάχιστον ὅρον, πρέπει νὰ προσέξητε μήπως σημειώσητε ὀλιγώτερα τῶν πραγματικῶν, διότι θὰ ἀποτύχῃ ἡ δημοπρασία. Ἐὰν ἡ ἀκαθάριστος ἀξία τοῦ μολύβδου ὑποτεθῇ εἰς 500 δραχμὰς, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 350, μένουν καθαρὰ πρόσοδος 150 δραχ. ἀλλ’ ἐὰν τὰ ἔξοδα προσδιορισθῶσιν εἰς 200 μόνον, τότε θέλετε ἔχει ἰδανικὴν καὶ πλαστὴν καθαρὰν πρόσοδον οὐχὶ 150 ἀλλὰ 300 δραχ. ἐπειδὴ δὲ ὁ ἐργολάβος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ προσφέρῃ τοὐλάχιστον 60% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, ἡ προσφορά του θέλει ἀναλογεῖ εἰς δραχ. 180 κατὰ τόνον, ὅπερ ἀδύνατον, διότι ἡ ὅλη καθαρὰ πρόσοδος μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν πραγματικῶν ἐξόδων συνίσταται εἰς δραχμὰς 150 μόνον. Ἰδοὺ διατί ὀφείλετε νὰ προσέξητε πολὺ νὰ μὴ ἐλαττώσητε τὰ ἔξοδα, διότι ἄλλως, ἀφοῦ παρεδέχθητε ἐλάχιστον ὅρον, δὲν θέλει εὑρεθῆ κανεὶς ὑπερθεματιστὴς, καὶ ὁ συναγωνισμὸς θέλει ἀποτύχει. Ἐὰν κύριοι, σπουδαίως θέλωμεν νὰ νομοθετήσωμεν, καὶ δὲν θέλωμεν νὰ κάμωμεν νόμον γελοῖον καὶ ἀνεφάρμοστον, ὀφείλομεν νὰ προσέξωμεν, δηλ. νὰ προσδιορίσωμεν τὰ ἔξοδα σύμφωνα μὲ τὰ πράγματα. Ἀφ’ ἑτέρου οὐδεμία ζημία μᾶς ἀπειλεῖ, ἐὰν τὰ ἔξοδα προσδιορισθῶσιν εἰς 350 δραχ. καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων ἀποδειχθοῦν μόνον 250, διότι ὁ ἐργολάβος, μὴ ὢν δεσμευμένος ἀπό τινα ὅρον, δύναται ἀντὶ 60% νὰ σᾶς προσφέρῃ 80, 90 καὶ ἔτι πλέον, ἀρκεῖ νὰ βλέπῃ ὅτι τὰ προσδιορισθέντα ἔξοδα εἶναι ἀνώτερα τῶν πραγματικῶν, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ φορολογητέα καθαρὰ πρόσοδος δὲν εἶναι μικροτέρα τῆς πραγματικῆς. Ἀλλὰ λέγουν, ἀφοῦ ὑμεῖς δὲν ἐφέρατε κατάστιχα καὶ λογαριασμοὺς, τὰ ἐφέραμεν δὲ ἡμεῖς, διατί δὲν τὰ ὑποβάλλετε εἰς ἐξέτασιν ἐπιστημόνων, ἀλλὰ θέλετε νὰ τελειώσωμεν σήμερον; Τὸ ζήτημα, κύριοι, εἶναι ἐκκρεμὲς ἐνώπιόν σας πρὸ εἴκοσιν ἡμερῶν, ἡ κυβέρνησις σᾶς ἐξήγησεν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους θεωρεῖ ἀναγκαῖον τόν προσδιορισμὸν τῶν ἐξόδων, καὶ σᾶς ἐξέθηκεν, ὅτι οὐδεμίαν δίδει σημασίαν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο· διατί λοιπὸν δὲν ἐφέρατε τὸν λογαριασμὸν ἐγκαίρως διὰ νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν ἔρευναν μιᾶς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἐπεριμένατε τὴν τελευταίαν ὥραν; Καὶ ἄν, κύριοι, παραδεχθῶμεν αὐτὴν τὴν τακτικὴν, δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς ἕκαστον βουλευτὴν, τὴν στιγμὴν τῆς ψηφοφορίας, νὰ παρουσιάζῃ ἕνα λογαριασμὸν καὶ νὰ λέγῃ, σταματήσατε, καὶ στείλητε αὐτὸν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καλέσατε καὶ ἄλλους ἐπιστήμονας ν’ ἀποφανθοῦν, τότε ἐννοεῖτε τί θὰ συμβῇ; δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτέ. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἐψηφίσθη, ὅτι εἴμεθα εἰς τὸ τέλος τῆς Συνόδου, ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἄλλα νομοσχέδια ἀναγκαῖα διὰ νὰ ψηφισθοῦν. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν, ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν ἐφρόντισε νὰ φέρῃ λογαριασμοὺς, διότι δὲν δίδει πολλὴν σημασίαν εἰς τὸν ἀκριβῆ προσδιορισμὸν τῶν ἐξόδων, καὶ διότι εἶχε καθῆκον νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς τὰ ἐξαγόμενα, τὰ ὁποῖα παρουσίασεν ἡ ἐπιτροπή.
§85ΔΑΓΡΕΣ. Μὲ ὅλην, κύριοι, τὴν εἰλικρίνειαν ὑποστηρίζω τὴν ἀναβολὴν διὰ τὴν αὔριον ἢ μεθαύριον, ἢ νὰ συζητηθῇ μετὰ τὸ τέλος τοῦ νομοσχεδίου τὸ ἄρθρον αὐτό· τὸ ἔκαμα δὲ, διότι ἠθέλησα καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ εὑρεθοῦν εἰς θέσιν νὰ ὁρίσουν τὸ ποσὸν τῆς δαπάνης, προσεγγίζον ὅσον τὸ δυνατὸ εἰς τὴν ἀλήθειαν. Ἀκόμη δὲ ὡρμήθην εἰς τὴν πρότασιν αὐτὴν καὶ διότι ἔλαβε τὸ τοιοῦτον χώραν πολλάκις· καὶ αὐτὸς ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, συζητουμένου σπουδαίου νόμου ἄλλοτε, ἐπρότεινε τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐπιψηφίσεως ἑνὸς ἄρθρου, προχωρούσης τῆς ἐπιψηφίσεως εἰς τὰ ἑπόμενα ἄρθρα. Ἡ ἀναβολὴ τῆς ψηφίσεως τοῦ ἄρθρου μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ τέλους τοῦ νομοσχεδίου, δὲν βλέπω νὰ παρεμβάλῃ κανὲν πρόσκομμα, καὶ δὲν ἠξεύρω ἂν δικαιολογῇ τὸν κ. ὑπουργὸν, ὑπομιμνήσκοντα εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἔχει σπουδαῖα ἔργα ἐκκρεμῆ. Τὸ ὑπουργεῖον καὶ ὅλη ἡ Κυβέρνησις, ἀποβλέπουσα εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, καὶ ἐμφορουμένη, ὅπως καὶ ἡμεῖς, ἀπὸ τὰ αὐτὰ αἰσθήματα, νὰ καταστήσωμεν διὰ τοῦ ζητήματος τούτου, διὰ τῆς περιουσίας τὴν ὁποίαν ἔχομεν ὑπὸ συζήτησιν, εὐδαιμονέστερον τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἠναγκάσθημεν νὰ ὀπισθοδρομῶμεν, καὶ ὁλόκληρα νομοσχέδια ἐγκαταλείψαμεν, καὶ ἠναγκάσθη αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ ἄλλα. Ἐκ τῶν σκέψεων αὐτῶν ἐπηρεαζόμενος, ἐπίστευα ὅτι ἡ πρότασίς μου ἤθελε γίνει δεκτὴ, διότι δὲν βλάπτονται τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, διότι ἂν ἐπιμένωμεν νὰ ψηφίσωμεν ἄνευ ἐξετάσεως καὶ ἐρεύνης, ἠμπορεῖ καὶ νὰ βλάψωμεν· ἄλλως τε, ἐπειδὴ συζητοῦμεν ἐπὶ τοσοῦτον καιρὸν καὶ τοσαύτας ἡμέρας, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν κάτι τι ἐπακριβῶς. Δυστυχῶς αὐτὴ ἡ ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἰς πολλὰ μέρη ἀφίνει ἀμφιβολίας. Μᾶς λέγει ὅτι ἀπαιτοῦνται 380 δραχ. ἀλλὰ δὲν λέγει ὅτι ἐμπεριλαμβάνονται οἱ τόκοι καὶ τὸ χρεωλύσιον (θόρυβος)· δὲν ἠξεύρω ἐκ τίνων δαπανῶν ἀναβιβάζει τὸ ποσὸν τοῦτο. Ἡ σιωπὴ γεννᾶ τὴν ἀμφιβολίαν, καὶ ἐρωτῶ ἂν ἦναι δυνατὸν αἱ ἐκβολάδες νὰ καμινευθῶσιν ἄνευ σκωριῶν, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐρωτᾷ περὶ τούτου, διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν εἶναι μεμελετημένη διὰ τὴν δαπάνην, διότι ἐκ τῆς συζητήσεως τοῦ ἀντικειμένου τούτου ὑφ’ ὅλης τῆς κοινωνίας ἐδόθη καὶ εἰς αὐτὴν ἀφορμὴ νὰ μελετήσῃ καὶ σχηματίσῃ ἀκριβεστέραν ἰδέαν, τότε δὲ ἀμφέβαλε, καὶ ἰδοὺ τί γράφει ἡ ἐπιτροπὴ «ἡ ἑταιρία Ῥοὺ τὰ μὲν πλούσια κλπ...... Βλέπετε αὐτὴ ἡ ἐπιτροπὴ τὴν ὁποίαν συσταίνει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, λέγων ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ν’ ἀμφιβάλλετε περὶ μιᾶς οἱασδήποτε ἰδέας αὐτῆς, αὐτὴ θέτει ὅρον τῆς προσόδου αὐτόν. Λοιπὸν λέγω ὅτι ἡ ἀναβολὴ δὲν θέλει βλάψει, καὶ οὔτε πιστεύω ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τοῦτο.
§86ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ (ὑπουργὸς Ἐκκλησιαστικῶν). Κύριοι, δὲν ἔχω ν’ ἀπαντήσω τίποτε ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος, διότι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπήντησε, θ’ ἀπαντήσω ὅμως εἰς τὸν κύριον Δεληγεώργην, καὶ θὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἂν ἀπὸ τῆς τελευταίας μου ὁμιλίας μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης μᾶς ἐχώριζε μέγα χρονικὸν διάστημα, ἴσως ἤθελε λησμονήσει τί ἐγὼ εἶπον, καὶ ἴσως ἐδικαιοῦτο τότε νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐγὼ ἐφάνην ἀσυνεπὴς εἰς τὴν τελευταίαν ὁμιλίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, παραβαλλομένην πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔκαμα πρὸ τινων ἡμερῶν, διότι τῳόντι ἐγὼ πρὸ ἡμερῶν εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι θέλουν ὑποβληθῆ εἰς ὅλας τὰς ἐπιστημονικὰς ἐξετάσεις αἱ ἐκβολάδες, καὶ λέγων τοῦτο, ἐννοοῦσα ὅτι θέλουν μεταβῆ ἐκεῖ μηχανικοὶ, οἱ ὁποῖοι θὰ καταμετρήσουν αὐτὰς κατὰ τεμάχια, θέλουν ἐξετάσει τὸ μέταλλον, τὸ ὁποῖον κατὰ διαφόρους τοποθεσίας αἱ ἐκβολάδες ἔχουν κτλ., ἀλλὰ δὲν εἶπον τοῦτο καὶ εἰς τὴν τελευταίαν ὁμιλίαν; εἶπον ὅτι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης θὰ ἔχωμεν ὀρυκτολόγους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξετάσουν, καὶ ἐὰν ἐκ τῆς δευτέρας ἐξετάσεως πεισθῶμεν ὅτι τὰ ἔξοδα δὲν εἶναι ὀλιγώτερα τῶν 350 δραχμῶν, τότε ἡ κυβέρνησις καὶ τὸ συμβούλιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐγκρίνῃ τὸν πλειστηριασμὸν, ἔχουσιν ὑπ’ ὄψιν τὰς σκέψεις αὐτὰς τῶν εἰδικωτέρων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξετάσουν αὐστηρότερον, καὶ θὰ ἐγκρίνουν ἢ ὄχι· εἰς ποῖον μέρος λοιπὸν ὁ κ. βουλευτὴς Μεσολογγίου μὲ εὗρεν ἀσυνεπῆ εἰς ὅσα εἶπον πρὸ ὀλίγου, μὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐπαναλαμβάνω;
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνεται ἀπὸ τὸν βουλευτὴν κ. Δαγρὲν, καὶ ὑποστηρίζεται ἀπὸ τὸν κ. Δεληγεώργην ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἄρθρου ἐπὶ μίαν ἢ δύο ἡμέρας, νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν ἄλλου ἄρθρου, καὶ νὰ τυπωθῇ ὁ παρουσιασθεὶς πίναξ ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Μεσολογγίου κ. Δεληγεώργη, νὰ παρουσιασθῇ δὲ καὶ ὁ ἕτερος τῆς κυβερνήσεως.
§88ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ἐξηγήσουν λοιπὸν τί ζητοῦν
§89ΔΑΓΡΕΣ. Ἰδοὺ τί ἐννοοῦμεν, ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ ἄρθρου 4, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ τούτῳ νὰ προκαλέσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τὰ μέλη τῆς ἐπιστημονικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ εἰς μίαν ἑσπέραν ἐπὶ μίαν ἢ δύο ὥρας ἀξιόλογα δύνανται νὰ συζητήσουν καὶ ἐκθέσουν τὴν γνώμην των.
§90ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ὅλα τὰ μέλη ἐδῶ.
§91ΔΑΓΡΕΣ. Ἂς γίνῃ ὅ,τι εἶναι δυνατόν.
§92ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς μείνῃ λοιπὸν ἡ 1η παράγραφος τοῦ ἄρθρου τούτου, ἀλλὰ, κύριοι, εἰς τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου περιέχονται δύο ἰδέαι ἢ μᾶλλον νὰ εἴπω ἐργασίαι· διὰ τῆς πρώτης δίδεται ὁ ὁρισμὸς, τί ἐστὶ καθαρὰ πρόσοδος, καὶ ὁ ὁρισμὸς οὗτος ἔχει ἐπὶ λέξεσιν, οὕτως «καθαρὰ πρόσοδος εἶναι ἡ ἀξία τοῦ ἐξαγομένου μετάλλου μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων,» ἀλλ’ ἡ 2 § ὁρίζει τὶ ἐστὶ ἀξία τοῦ μετάλλου, τὶ ἐστὶ δηλ. ἀκαθάριστος πρόσοδος, καὶ πῶς εὑρίσκεται· βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἡ 2. §. δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν πρώτην, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ γνωρίζω ἂν ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις.
§93Γ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου, ἐκεῖ ἔνθα λέγει «ἐπὶ δειγμάτων λαμβανομένων παρὰ του γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἐκβολάδων ἐξ ἑκάστης χελώνης» νὰ τεθῇ «κατ’ ἐκλογὴν ἐξ ἑκάστου σημείου τῆς χελώνης».
§94ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸν ἐμποδίζει κανεὶς νὰ λάβῃ τὰ δείγματα, ὅθεν θέλει.
§95Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἔχομεν μίαν τροπολογίαν, κύριε πρόεδρε, ὡς πρὸς τὸν ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ διορισθῇ, ὑμεῖς τὸν ὀνομάζετε ἔφορον, ἡμεῖς δὲ ζητοῦμεν νὰ διορισθῇ ἀντιπρόσωπος τῆς κυβερνήσεως.
§96ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν ἰδικήν σας ἰδέαν καὶ τὸν ὀνομάσῃ γενικὸν ἀντιπρόσωπον, τότε ἐνταῦθα πρόκειται περὶ λεκτικῆς διορθώσεως τὴν ὁποίαν εἰς τὸ σύνολον διορθόνομεν.
§97ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ ἔκαμα τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν περὶ τῆς δυσκολίας, ἣν θ’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν πρᾶξιν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ 4 ἄρθρου ὡς πρὸς τὴν βʹ. παράγραφον· ἡ παρατήρησίς μου ἦτον ἡ ἑξῆς, καὶ δὲν ἀπήντησεν εἰς αὐτήν· ἐπειδὴ δὲ πρόκειται ἤδη περὶ τούτου καλὸν εἶναι νὰ τὴν ἐξετάσωμεν ἵνα μὴ ἀποφασίσωμεν πράγματα μὴ πρακτικῶς ἐκτελεστὰ, ἐκτὸς ἂν πεισθῶμεν ὅτι εἶναι ἐκτελεστά· κατὰ τὸ βʹ. ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 4 ὁ ἔφορος τῶν ἐκβολάδων θὰ λαμβάνῃ ἐξ ἑκάστης χελώνης ἓν τεμάχιον· αὐτὰ τὰ τεμάχια ἐν μιᾷ τριμηνίᾳ θέλουν ἀναλύεσθαι καὶ οὕτω θὰ εὑρίσκεται ὁ μέσος ὅρος τοῦ ἐμπεριεχομένου ἀργύρου· ἐπαναλαμβάνω δὲ καὶ πάλιν τὴν περὶ τούτου παρατήρησίν μου· ἐὰν δώδεκα φοῦρνοι πρὸς ἐκκαμίνευσιν τῶν ἐκβολάδων ἦναι εἰς ἐνέργειαν ἐν Λαυρίῳ, θὰ ἐξέρχωνται κάθε ἡμερονύκτιον 500 χελῶναι· ἂν δὲ δὲν ἦναι μόνον μία ἑταιρία, ἀλλὰ πολλαὶ διεσκορπισμέναι εἰς διαφόρους θέσεις, παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ αὐτὴν τὴν πρακτικὴν δυσκολίαν, πῶς εἶναι δυνατὸν ἕνας γενικὸς ἔφορος νὰ ἐποπτεύσῃ εἰς τὰς καμίνους καὶ νὰ δυνηθῇ νὰ παραλάβῃ τὰ δείγματα ἀκριβῆ, ἀσφαλῆ καὶ γνήσια, ἀφοῦ πρὸς τοῦτο, κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εὑρίσκω καλὸν, ὁ γενικὸς ἔφορος πρέπει νὰ ἐπιτηρήσῃ ὅλας τὰς ἐργασίας τῆς ἀποκοπῆς καὶ συλλογῆς τῶν δειγμάτων; διότι, ἂν καταντήσωμεν νὰ μεταχειριζώμεθα ὑπαλλήλους τῶν 100 δραχμῶν, δὲν θὰ ἔχωμεν ἀσφάλειαν. Ἐρωτῶ τὸν κ. ὑπουργὸν ἂν ἐσκέφθη περὶ τούτου, καὶ ἂν δύναται νὰ διορθώσῃ αὐτὴν τὴν πρακτικὴν δυσκολίαν.
§98ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν πρώτοις ἀπαντῶ πρὸς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Μεσολογγίου ὅτι, ἂν εὐτυχήσωμεν νὰ προσελκύσωμεν ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων πολλὰς ἑταιρίας καὶ συστήσωσιν αὗται τὰ καταστήματά των εἰς διάφορα μέρη καὶ ἐξάγουν κατὰ πᾶν ἡμερονύκτιον μέγαν ἀριθμὸν χελωνῶν, τότε δὲν θὰ ἦναι δύσκολον ἀντὶ ἑνὸς γενικοῦ ἐφόρου νὰ διορίσωμεν δύο ἢ τρεῖς, καὶ εὔχομαι νὰ φθάσῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐφόρων μέχρι 30, ἤτοι νὰ πολλαπλασιασθῶσι καὶ αἱ κάμινοι καὶ αἱ θέσεις εἰς τὰς ὁποίας τὰ ἐργοστάσια θὰ συστηθοῦν, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ κυβέρνησις εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὰ καταστήματα τῶν διαφόρων ἑταιριῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ σχηματισθῶσι, θὰ ἦναι εἰς τὸ Λαύριον, ἤτοι εἰς μίαν ἢ δύο θέσεις, καὶ δὲν θὰ ἦναι δύσκολον εἰς ἕνα γενικὸν ἔφορον, εἰς ἕνα ἀνώτατον ὑπάλληλον, νὰ ἐπιστατήσῃ εἰς τὴν παραλαβὴν τῶν δειγμάτων· ὁ ἀνώτερος αὐτὸς ὑπάλληλος θὰ συνοδεύηται ἀπὸ προσωπικὸν ὑποδεέστερον, καὶ ὅταν λέγωμεν ὅτι αὐτὸς θὰ λαμβάνῃ τὰ δείγματα, δὲν ἐννοοῦμεν βεβαίως ὅτι αὐτὸς θὰ κάμῃ καὶ τὴν ὑλικὴν ἐργασίαν τῆς παραλαβῆς· αὐτὸς θὰ ἔχῃ πλησίον του ὑποδεεστέρους ὑπαλλήλους, οἵτινες δι’ ἰδίου τινὸς ἐργαλείου ὁμοιάζοντος ὡς ἔγγιστα μὲ τὴν σφύραν, τὴν ὁποίαν ἔχουν οἱ δασονόμοι, θέλουσιν ἀποσπᾷ ἀπὸ ἑκάστην χελώνην ἓν ἢ δύο μικρὰ τεμάχια, τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμεύουν ὡς δεῖγμα· ἡμεῖς ἐσκέφθημεν πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ μέτρου αὐτοῦ καὶ δὲν εὕρομεν καμμίαν δυσκολίαν, ἂν δὲ αὐξήσουν αἱ ἑταιρίαι, τότε θὰ διορίσωμεν πλειοτέρους ἐφόρους.
§99ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν θὰ κοιμᾶται;
§100ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀποκόπτῃ ὅταν φυλάττωνται αἱ χελῶναι εἰς τὰς ἀποθήκας.
§101ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰς ἀποθήκας τὰς ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν του ὁ ἐργολάβος.
§102ΜΠΡΑΤΣΙΚΑΣ. Κύριοι βουλευταί, παρακαλῶ νὰ προσέξητε εἰς μίαν παρατήρησιν, ἣν θὰ σᾶς ὑποβάλω, καὶ εἶσθε κύριοι νὰ τὴν παραδεχθῆτε, ἂν τὴν εὕρητε ὀρθήν. Θὰ ἔχωμεν ἓν μέταλλον ἐν σχήματι χελώνης, τὸ ὁποῖον περιέχει ἐν ἑαυτῷ οὐ μόνον μόλυβδον, ἀλλὰ καὶ ἄργυρον καὶ ἄλλα σώματα· κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν ἐξ ἑκάστης χελώνης ἀποκόψητε ἓν τεμάχιον, ἀναλύσητε αὐτὸ ἐν ὅλῳ, θὰ λάβητε τὸν μέσον ὅρον. Ἐγὼ σᾶς παρατηρῶ ὅτι, μία χελώνη ἂν κοπῇ εἰς τέσσαρα ἢ ὀκτὼ μέρη, ἕκαστον αὐτῶν τῶν μερῶν δὲν θὰ περιέχῃ ἴσην ἀναλογίαν ἀπὸ ὅλα τὰ μέταλλα· ὁ λόγος εἶναι ὅτι ἕκαστον σῶμα ἔχει εἰδικήν βαρύτητα ἰδιαιτέραν, ἄλλο ὀλιγωτέραν καὶ ἄλλο περισσοτέραν, ἑπομένως καθ’ ὅλην τὴν ἐπιφάνειαν, ἢ μᾶλλον καθ’ ὅλον τὸ σῶμα μιᾶς χελώνης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρητε ἴσην ἀναλογίαν ὅλων τῶν μετάλλων. Ἐρωτήσατε, κύριοι, εἰδημονεστέρους, καὶ θέλετε ἰδεῖ ὅτι σᾶς λέγω ἀλήθειαν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔρχεται τὸ ζήτημα, ποῖος τρόπος εἶναι ὁ καταλληλότερος ἵνα προσεγγίσωμεν εἰς τὴν ἀλήθειαν· ἐγὼ φρονῶ, πιθανὸν καὶ νὰ ἀπατῶμαι, ἐκ τῶν καθημερινῶν ἐξαγομένων χελωνῶν νὰ πέρνωμεν τὸ δέκατον εἰς χελώνας καὶ ἐπ’ αὐτοῦ νὰ κάμνωμεν τὴν ἀνάλυσιν.
§103ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο εἶναι ἀκόμα χειρότερον· διότι θὰ διαφέρῃ ἡ μία χελώνη ἀπὸ τὴν ἄλλην.
§104ΓΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὅταν ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ καμίνι, ποῖον μέταλλον θὰ ἐξέλθῃ πρότερον τὸ ἐλαφρότερον ἢ τὸ βαρύτερον; (θόρυβος.)
§105ΜΠΡΑΤΣΙΚΑΣ. Τέλος πάντων αὐτὴν τὴν πρότασιν κάμνω.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ δευτέρα παράγραφος ἐκ τοῦ ἄρθρου γίνεται δεκτή;
§107ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἄρθρον 5, ἀλλὰ πρὸ τούτου σᾶς παρατηρῶ ὅτι τὸ τρίτον τμῆμα εἰς τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη ἡ ἐξέλεγξις τῆς ἐκλογῆς Ξηροχωρίου μᾶς ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν του. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. «Ἄρθρον 5. Τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται εἰς χρήματα κατὰ τὴν διὰ ξηρᾶς ἢ διὰ θαλάσσης μεταφορὰν ἢ ἐξαγωγήν. Μέχρι δὲ τοῦ κατὰ τὸ ἀνωτέρω ἄρθρον κανονισμοῦ τοῦ μέσου ὅρου ὁ ἐργολάβος καταβάλλει εἰς λογαριασμὸν διὰ πᾶσαν μεταφερομένην ἢ ἐξαγομένην ποσότητα τὸ δικαίωμα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁρισθείσης διὰ τὴν προηγουμένην τριμηνίαν καθαρᾶς προσόδου.»
§109ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο λοιπὸν τὸ ἄρθρον 5 δεκτόν, καὶ θὰ θεωρηθῇ ὡς 6. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ 6 ἢ 7. Ἄρθρον 6. Ἅμα γενῇ γνωστὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ὕπαρξις ἐκβολάδων εἰς οἱονδήποτε μέρος τῆς ἐπικρατείας, ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διορίζει ἐπιτροπὴν συγκειμένην ἐκ μηχανικῶν, ὀρυκτολόγων καὶ χημικῶν, ἡ ὁποία μεταβαίνουσα ἐπιτοπίως ἐνεργεῖ τὰς ἀπαιτουμένας καταμετρήσεις καὶ ἀναλύσεις, συντάσσει δὲ καὶ ὑποβάλλει εἰς τὴν Κυβέρνησιν. ἀ. Γενικὰ διαγράμματα ἐμφαίνοντα τὴν ἔκτασιν τῶν ἐκβολάδων καὶ τὰ ὅρια αὐτῶν σχετιζόμενα πρὸς σταθερὰ φυσικὰ ἢ τεχνητὰ ἀναλλοίωτα σημεῖα. Ἐὰν ὁ ὄγκος τῶν εἴς τινα θέσιν εὑρισκομένων ἐκβολάδων ὑπερβαίνῃ τὸ ἓν ἑκατομμύριον τόνων, διαιρεῖ αὐτὴν διὰ σταθερῶν σημείων εἰς πλείονας μερίδας, εἰς τρόπον ὥστε οὐδεμία μερὶς νὰ περιέχῃ πλέον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου τόνων. βʹ. Ἐγκαρσίους τομὰς δεικνυούσας τὸ πάχος τῶν ἐκβολάδων. γʹ. Πίνακας τῶν γενομένων χημικῶν ἀναλύσεων. δʹ. Ὑπόμνημα γεγραμμένον ἑλληνιστὶ καὶ γαλλιστί, καὶ διαλαμβάνων ἀκριβῶς τὸν δῆμον, τὸ χωρίον, τὴν θέσιν καὶ τὰ ὅρια τῆς γῆς, ἔνθα κεῖνται αἱ ἐκβολάδες, τὴν κατ’ ἐπιφάνειαν ἔκτασιν, τὸν ὄγκον καὶ τὸ εἰδικὸν καὶ ὁλικὸν βάρος αὐτῶν, τὰ ἐξαγόμενα τῶν χημικῶν ἀναλύσεων, τὰ ἔξοδα τῆς ἐξορύξεως καὶ καμινεύσεως κατὰ τόνον, καὶ τὸν μέσον ὅρον τῆς ὡς ἔγγιστα καθαρᾶς προσόδου· καὶ έ. Δείγματα εἰλημμένα ἐκ τῶν διαφόρων στρωμάτων καὶ θέσεων τῶν ἐκβολάδων. Τὸ ὑπόμνημα τῆς ἐπιτροπῆς τυπόνεται καὶ ἀποστέλλεται πρὸς τὰς διοικητικὰς ἀρχὰς καὶ πρὸς τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ πρέσβεις καὶ προξένους τῆς Ἑλλάδος, διὰ νὰ κοινοποιηθῇ πρὸς τοὺς ἐργοστασιάρχας καὶ πάντας τοὺς δυναμένους νὰ ἀναλάβωσι τὴν καμίνευσιν.
§111ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἔκφρασις τοῦ νομοσχεδίου ἐγέννησεν ἀμφιβολίας εἴς τινας τῶν κκ. βουλευτῶν μήπως τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν μέλλει νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐπὶ τῶν γνωστῶν ἐκβολάδων, ἐνῷ ἡ κυβέρνησις ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐφ’ ὅλων τῶν ἐκβολάδων ἐν γένει. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μεταβάλωμεν τὴν ἔκφρασιν, παραλείποντες τὴν πρώτην περίοδον «Ἅμα γενῇ γνωστὴ εἰς τὴν κυβέρνησιν ἡ ὕπαρξις ἐκβολάδων εἰς οἱονδήποτε μέρος τῆς ἐπικρατείας.» Ν’ ἀρχίζῃ δὲ τὸ ἄρθρον ἀπὸ τὸ «Ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν κλπ.» ὥστε νὰ ἐννοῆται, ὅτι τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ θέλουσιν ἐνεργηθῆ καὶ ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων περὶ ὧν πρόκειται.
§112ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διαγράψατε καὶ τὴν λέξιν «συντάσσει δὲ καὶ» ἁπλῶς νὰ τεθῇ «ὑποβάλλει δὲ».
§113ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα τὸ παραδέχομαι.
§114ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν «ὑποβάλλει ...... ἐγκαρσίους τομάς;»
§115ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἐγκάρσιοι τομαὶ εἶναι διάγραμμα· ἑπομένως δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὑποβάλλει· ὑπονοεῖται ἡ λέξις διάγραμμα.
§116ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ ἔχω νὰ κάμω ἔτι μίαν παρατήρησιν. Ἡ διόρθωσις τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. ὑπουργὸς καὶ ἡ ὁποία ἦτο ἀναγκαία, ἀπαιτεῖ νὰ μεταβληθῇ ἀκόμη ἡ ἔκφρασις «διορίζει» εἰς μέλλοντα χρόνον «θέλει διορίσει».
§117ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι μόνον διὰ μίαν φοράν· θὰ γίνεται πολλάκις.
§118ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἔκφρασις πρέπει νὰ διορθωθῇ ὡς ἑξῆς. «Εὐθὺς μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος νόμου θέλει διορίσει» Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ ἔκφρασις εἶναι ὀρθοτέρα καὶ συμφωνεῖ μὲ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινε, νομίζω, ὁ κύριος Ζαΐμης, καθ’ ἣν πρέπει νὰ γείνῃ ἔρευνα πραγματικὴ εἰς τὸ Λαύριον πρὸς ἀναζήτησιν τῶν ἐκβολάδων. Ὁ δὲ νοῦς τοῦ ἄρθρου ἕκτου εἶναι, ὅτι καὶ ὁσάκις γίνεται ἀνακάλυψις, διορίζει ὁ ὑπουργὸς κτλ. Ἤδη εἴμεθα εἰς τὸ πρῶτον στάδιον. Τὸ πρῶτον καθῆκον εἶναι νὰ γίνῃ φροντὶς περὶ τοῦ ἤδη γνωστοῦ καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει ὁ ὑπουργὸς νὰ προτείνῃ πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ ἄρθρου καὶ συμβιβασμὸν τοῦ ἄρθρου 6, μὲ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ζαΐμη, ἀντὶ νὰ ἔχωμεν ἕτερον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον νὰ περιλάβῃ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ζαΐμη.
§119ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον πρέπει νὰ μείνῃ ὡς ἔχει, διότι ἡμεῖς συντάττομεν νόμον γενικόν, ὃν θὰ ἐφαρμόσωμεν εἰς ὅλας τὰς ἐκβολάδας, ὅπου τῆς ἑλληνικῆς ἐπικρατείας ἤθελον ἀνακαλυφθῆ. Ἐπειδὴ εἶναι τῳόντι ἀναγκαῖον νὰ γείνουν αἱ ἐργασίαι τὰς ὁποίας εἴπατε ἐπὶ τοῦ Λαυρίου, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προσθέσωμεν ἀκροτελευταίαν διάταξιν, ἥτις θὰ συμπληρώσῃ τὴν ἰδέαν σας· αἱ ἐργασίαι αὗται εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνωσιν οὐ μόνον διὰ τὰς ἐκβολάδας, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ μεταλλεῖα καὶ τὰ δάση.
§120ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε, δὲν εἶναι ὅμως τὸ πραγματικὸν, διότι ὁμολογεῖτε, ὅτι ἐνῷ συντάσσομεν νόμον γενικὸν περὶ ὅλων τῶν ἐκβολάδων ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν μόνον τὰς ἐκβολάδας τοῦ Λαυρίου.
§121ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον εἶναι κακῶς συντεταγμένον (θόρυβος).
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα ἀντίῤῥησις κατὰ τοῦ ἄρθρου;
§123ΛΕΚΚΑΣ. Εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον ὑπάρχει ἡ περίοδος ἡ ὁποία λέγει «διαιρεῖ αὐτὴν διὰ σταθερῶν σημείων εἰς μερίδας, ὧν οὐδεμία νὰ περιέχῃ πλέον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου τόνων».
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίαν πρότασιν φέρετε, κύριε Λέκκα;
§125ΛΕΚΚΑΣ. Νὰ εἶναι τρεῖς μερίδες, ἓν ἕκαστον νὰ διαιρεθῇ εἰς τρία τεμάχια.
§126ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (ὑπουργὸς οἰκονομικῶν.) Εἴδατε, κύριοι, ὅτι αἱ γνωσταὶ θέσεις τῶν ἐκβολάδων περιέχουσι κατ’ ἀνώτερον ὅρον 2,300,000 τόνους, εἶναι δὲ θέσις, ἡ ὁποία περιέχει 150,000 τόνους, καὶ ἄλλη 400,000. Ἡ κυβέρνησις ἐννοεῖ, ὅτι τὰς μὲν θέσεις, αἱ ὁποῖαι περιέχουν ποσὸν ὀλιγώτερον τοῦ 1,000,000 θέλει ἑνώσει καὶ ἀποτελέσει μίαν μερίδα, μὴ ὑπερβαίνουσαν τὸ 1,000,000, τὰς δὲ θέσεις, αἱ ὁποῖαι περιέχουσι πλέον τοῦ 1,000,000, αὐτὰς θέλει διαιρέσει εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ὑπερβαίνουν τὸ 1,000,000· ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς θέλει νὰ παραδεχθῶμεν, ὥστε ἑκάστη θέσις νὰ διαιρῆται εἰς τρία τμήματα, τοῦτο σημαίνει ὅτι κατὰ τὸν κ. Λέκαν οὐδεμία μερὶς δὲν πρέπει νὰ ὑπερβαίνῃ τὰς 800,000 τόνους θὰ ἔχωμεν δὲ καὶ μερίδας ἐξ 100 ἢ καὶ 50 μόνον χιλιάδων τόνων. Διὰ τοῦτο ὀρθὸν εἶναι νὰ ὁρίσωμεν τὸν ἀνώτατον ὅρον, τὸν ὁποῖον εἶναι ἐπιτετραμμένον μία μερὶς νὰ περιέχῃ, καὶ τὸν ὅρον τοῦτον ὁρίζει ἡ κυβέρνησις εἰς 1,000,000.
§127ΛΕΚΚΑΣ. Κύριοι, ἰδοὺ ποῦ στηρίζεται ἡ ἰδέα μου. Ἡ Λαυριακὴ χώρα συμπεριλαμβάνει πολλὰς θέσεις, 17, 18, 20, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς. Ἐγὼ δὲν εἶμαι τῆς ἰδέας, ἣν ἐκφράζει ὁ κ. ὑπουργὸς, ὅτι ἕκαστον τεμάχιον, ὅταν ᾖναι πλέον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου νὰ διαιρεθῇ εἰς τρεῖς μερίδας, καὶ μία μερὶς νὰ γείνῃ εἰς μικρότερα τεμάχια, ὄχι· ἀλλὰ πᾶσα θέσις νὰ διαιρεθῇ εἰς τρία τεμάχια, διότι τόσας ἡμέρας τί ἐλέγαμεν; ὅτι ἀπὸ βῆμα εἰς βῆμα ὑπάρχει διαφορετικὴ ἀναλογία εἰς τὴν μεταλλευτικὴν οὐσίαν· θέλω λοιπὸν, ὥστε ἡ μία θέσις Βερτσέκο νὰ διαιρεθῇ εἰς τρία τμήματα, ἡ Σεντερίνα εἰς 3 κτλ., ὥστε ἡ μερὶς τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου νὰ ἔχῃ ἓν τεμάχιον ἀπὸ τὴν Σεντερίναν, ἄλλο ἀπὸ τὸν Κώσταν, ἀπὸ τὸν Παῦλον· ὥστε ἑκάστη ἑταιρία νὰ ἔχῃ ἐξ ἀναλογίας, νὰ μὴ δώσωμεν ἔξαφνα εἰς μίαν ἑταιρίαν τὸ Βερτσέκον, ὅπου εἶναι 4%, εἰς ἄλλην ἄλλην θέσιν, ἥτις ἔχει ὀλιγώτερον τοῖς ἑκατόν· νὰ γείνῃ δηλαδὴ ὅπως γίνεται ἡ διανομὴ τῶν γαιῶν εἰς διανομὴν κοινοῦ κτήματος. Ὁ λόγος εἶναι ὁ συναγωνισμὸς νὰ ἦναι ἐπάνω κάτω δίκαιος. Δὲν εἶναι καθόλου δύσκολον τοῦτο· σᾶς φαίνεται δύσκολον, ἀλλ’ εἰς τοὺς γεωμέτρας, εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ μηχανικοῦ αὐτὰ εἶναι παιγνιδάκια. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρᾶγμα, εἴμεθα ἐντὸς τοῦ δικαίου, διότι θὰ πάρουν μίαν πτωχὴν καὶ μίαν πλουσίαν θέσιν· ὥστε νὰ μὴ δώσωμεν εἰς μίαν ἑταιρίαν ὅλον τὸ πλούσιον καὶ εἰς ἄλλην τὸ πτωχόν. Διὰ τοῦτο λέγω, ἑκάστη θέσις νὰ διαιρεθῇ εἰς τρεῖς μερίδας ἢ ἑπτὰ μερίδας ἀνὰ χιλίους τόνους.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κύριοι, καθήσατε.
§129ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ ἔχω πολὺ μεγάλην ἰδέαν περὶ αὐτῆς τῆς διατάξεως καὶ τὸ ἐνθυμεῖσθε ἀπὸ παρελθοῦσαν συνεδρίασιν· ὅθεν θὰ εἴπω δύω λέξεις. Ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ προσέξωσιν εἰς τοῦτο· παρατηρῶ ὅμως ὅτι ἴσως δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ λόγος περὶ τῶν μερίδων εἰς τὸ ἄρθρον βʹ, ἐδάφιον πρῶτον, διότι βλέπω ὅτι τὸ ἄρθρον 7 περιέχει τὴν ὁριστικὴν περὶ μερίδων διάταξιν.
§130ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ. Μάλιστα.
§131ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἑπομένως, ἂν θέλετε, νὰ ψηφισθῇ, ἀλλὰ δὲν βλέπω εἰς τί χρησιμεύει ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν ἔχετε, ὅτι ὁ καταμερισμὸς εἰς τὰ διαγράμματα πρέπει νὰ ἦναι τοιοῦτος, ἤτοι οὐδεμία μερὶς νὰ περιέχῃ πλέον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου τόνων. Ἡ παρατήρησις τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς εἶναι πολλὰ ὀρθή· παρατηρήσατε, κύριοι, εἰς τὸν πίνακα τῆς ἀναλύσεως τῶν Λαυριωτικῶν χωμάτων· ἡ ἐπιτροπὴ ἰδοὺ πῶς ἀποφαίνεται περὶ μιᾶς ἑκάστης θέσεως· ἡ θέσις Σαντερίνα ἔχει βάρος 113 χιλ. τόνων· ὁ μέσος ὅρος τοῦ μολύβδου 11 καὶ 017 χιλιοστὰ τοῖς χιλίοις, δηλ. εἶναι ὁ μεγαλείτερος μέσος ὅρος τοῦ μολύβδου, ὃν ἔχομεν εἰς τὸ Λαύριον· ὁ δὲ μέσος ὅρος τοῦ ἀργύρου εἶναι 1 καὶ 946 χιλιοστὰ, δηλ. περίπου 2‰. Ἡ Καμάριζα ἔχει βάρος 2,330,272 τόνων, καὶ ποῖαι εἶναι αἱ ἀναλογίαι; ὁ μέσος ὅρος τοῦ μολύβδου εἶναι 6 καὶ 38 ἑκατοστὰ τοῖς ἑκατόν, ἤτοι εἶναι 5% διαφορὰ πρὸς τὴν προηγουμένην θέσιν. Αὐτὴ ἡ διάκρισις εἶναι πολὺ σπουδαία, διότι τὰ ἔξοδα τοῦ ἐμπλουτισμοῦ εἶναι τόσον μεγαλήτερα ὅσον μικροτέρα εἶναι ἡ ἀναλογία τοῦ μετάλλου πρὸς τὰ χώματα· χώματα τὰ ὁποῖα ἔχουν μέσον ὅρον 11% μόλυβδον, θέλουν ὀλιγώτερα ἔξοδα, διὰ τὸν ἐμπλουτισμὸν τῶν ἐχόντων μόλυβδον 6%. Ἐν τούτοις ἡμεῖς ἐλάβομεν τὸ μέτρον διὰ τοῦ νόμου νὰ προσδιορίσωμεν τὰ αὐτὰ ἔξοδα δι’ ὅλας τὰς ἐκβολάδας. Τὸ Μπερτζέκο ἔχει βάρος 1,118,053 τόνων· ὁ μέσος ὅρος τοῦ μολύβδου εἶναι 5,04 ἑκατοστὰ τοῖς ἑκατὸν, ὁ δ’ ἄργυρος εἶναι 3 καὶ 340 χιλιοστὰ τοῖς χιλίοις. Τὰ Μεγάλα Πεῦκα ἔχουν βάρος 485 χιλιάδων τόνων· παρατηρήσατε τὴν ἀναλογίαν τοῦ μολύβδου· ἡ διαφορὰ εἶναι καταπληκτικὴ, διότι ὁ μέσος ὅρος τοῦ μολύβδου εἶναι 1,45%, ὁ δὲ ἄργυρος εἶναι 3,299‰. Ἐπίσης τὰ Ἐργαστήρια, τῶν ὁποίων δὲν ἀναφέρεται ὁ ὄγκος, εἶναι 2 καὶ 28 ἑκατοστὰ ὁ μόλυβδος, ὁ δὲ ἄργυρος 4 καὶ 743 χιλιοστά. Μοὶ φαίνεται λοιπὸν, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν ν’ ἀκολουθήσωμεν τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου, διότι θὰ βλάψωμεν σημαντικὰ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου. Ὁ κ. ὑπουργὸς σᾶς ἔδωσε τὴν ἐξήγησιν, «τὰς μικρὰς θέσεις θὰ τὰς ἑνώσω διὰ νὰ κάμω μίαν ἐξ ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Τὰς μεγάλας δὲ θὰ τὰς διαιρέσω διὰ νὰ ἔχω μερίδας ἐξ ἑνὸς ἑκατομμυρίου.» Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι τεχνικὸν, ἐπιστημονικὸν καὶ ὠφέλιμον, διότι τὰ πτωχὰ εἰς ἄργυρον χώματα πιθανὸν νὰ συμφέρῃ νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὰ πλούσια εἰς μόλυβδον καὶ τ’ ἀνάπαλιν. Ὁ κανὼν λοιπὸν, τὸν ὁποῖον λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς ν’ ἀκολουθήσωμεν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ. Ἐκτὸς ὅμως τούτου ἐπανέρχομαι εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὶς ἄλλοτε ἔφερον ἐνώπιόν σας, ὅτι διὰ τοῦ κατακερματισμοῦ εἰς δημοπρασίας θέλομεν ἀπομακρύνει τὰς μεγάλας ἐπιχειρήσεις, τὸ ὁποῖον εἶναι βλαβερὸν διὰ τὸ δημόσιον συμφέρον· διότι αἱ μεγάλαι ἐπιχειρήσεις ἐργαζόμεναι εὐθηνότερον κερδίζουσιν ἐν συνόλῳ πλειότερον καὶ δύνανται νὰ προσφέρωσι μεγαλεῖτερον κέρδος τῷ δημοσίῳ. Τῳόντι εὐκόλως ἕκαστος τὸ ἐννοεῖ· ἐξ ἑνὸς παραδείγματος· ὑποθέτω, ὅτι ἐκείνη ἡ ἑταιρία, ἡ ὁποία ἔχει κεφάλαια διὰ νὰ κάμῃ σιδηροδρόμους καὶ ἔχει τὰς ἀποθήκας καρβούνων πλήρεις καὶ ὅλα τὰ τεχνικὰ μέσα εἰς ἐνέργειαν, αὐτὴ θὰ ἐξοδεύσῃ ἕως 15% ὀλιγώτερον παρ’ ὅ,τι μία ἄλλη, ἡ ὁποία δὲν ἔχει τὰ μέσα αὐτά. Αὐτὸ θὰ μᾶς παρουσιασθῇ εἰς τὸν συναγωνισμὸν· αἱ μεγάλαι ἑταιρίαι ἠμποροῦν νὰ προσφέρουν μεγαλεῖτερα ἡμῖν κέρδη, ἀλλ’ αἱ μικραὶ δὲν θὰ ἠμποροῦν νὰ συναγωνισθοῦν εἰς τοῦτο. Ἀλλ’ ὅταν λέγητε, ὅτι ἡ δημοπρασία γίνεται κατὰ τμήματα, ἕκαστον τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ ἑκατομμύριον, ἐπαναλέγω, ὅτι τὰς μεγάλας ἑταιρίας τὰς ἀποκλείετε, διότι μὲ ἑνὸς ἑκατομμυρίου τόνων μερίδα δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἱκανοποιηθῇ ἡ μεγάλη ἑταιρία, καὶ δὲν εἰμπορεῖτε νὰ τὴν προσελκύσητε διὰ δύο λόγους ά, διότι τὸ ἑκατομμύριον εἶναι ὁ ἀνώτατος ὅρος τῆς μερίδος, ἑπομένως ἡ κυβέρνησις εἰμπορεῖ νὰ ἐκθέσῃ καὶ 400 καὶ 300 χιλ. τόνων· ἀλλὰ καὶ ἓν ἑκατομμύριον ἐὰν ᾖναι ἡ μερὶς, πάλιν δὲν ἀρκεῖ διὰ νὰ προσελκύσῃ μεγάλην ἑταιρίαν μὲ μεγάλα κεφάλαια. Ὁ κ. ὑπουργὸς μοὶ ἀπήντησεν ἄλλοτε ὅτι, ποῖος ἐμποδίζει τὴν μεγάλην ἐπιχείρησιν νὰ λάβῃ καὶ τρεῖς καὶ τέσσαρας μερίδας; τῷ ἀπήντησα ὅτι, ὅστις προσέρχεται εἰς τὸν συναγωνισμὸν διὰ νὰ προσφέρῃ εἰς μίαν μερίδα μὲ τὴν ἀπόφασιν νὰ προσφέρῃ καὶ εἰς ἑτέρας τρεῖς, δὲν ἔχει πεποίθησιν ὅτι θὰ δυνηθῇ ν’ ἀγοράσῃ καὶ τὰς τρεῖς. Θ’ ἀποκλείσωμεν λοιπὸν διὰ τοῦ νόμου τὸν συναγωνισμὸν τῶν μεγάλων ἑταιριῶν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν καθὼς καὶ ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ἔδωκαν ὡς λόγον αὐτῆς τῆς διατάξεως τὸ ὅτι ὁ συναγωνισμὸς θὰ ᾖναι εὐρύτερος. Τοῖς ἀπαντῶ ὅτι θὰ ᾖνε εὐρύτερος ἴσως, ἀλλὰ μεταξὺ τῶν μικρῶν καὶ ὄχι μεταξὺ τῶν μεγάλων· τὸ ζήτημα ὅμως εἶναι πῶς νὰ μὴ κάμωμεν τοιοῦτον νόμον ὥστε ν’ ἀποκλείσωμεν τὰς μεγάλας· διότι εἰμποροῦμεν νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι θὰ ἔχωμεν συναγωνισμὸν ζωηρὸν, ἀλλὰ μεταξὺ τῶν μικρῶν, ἤτοι ἐκείνων αἱ ὁποῖαι θὰ ἐξοδεύουν 15% πλειότερον παρ’ ὅ,τι αἱ μεγάλαι· ἑπομένως καὶ ἡ προσφορὰ αὐτῶν θὰ ᾖναι 15% μικροτέρα· Παρεκτὸς ὅμως τούτου πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ ὅτι ὑπάρχει ἐγκαταστημένη ἤδη ἐν Λαυρίῳ μία μεγάλη ἑταιρία· ἐὰν δὲ δὲν θέσωμεν τοιούτους ὅρους ὥστε νὰ προσελκύσωμεν εἰς συναγωνισμὸν μετ’ αὐτῆς τὰς μεγάλας ἑταιρίας, ἀλλὰ προσελκύσωμεν τὰς μικρὰς, δὲν θὰ ἐπέλθῃ συναγωνισμὸς ποτὲ, καὶ διότι ἡ ὑπάρχουσα ἑταιρία θὰ τοὺς ἀναγκάσῃ ν’ ἀποσυρθοῦν. Κατὰ δυστυχίαν δὲ εἶναι λυπηρὸν, καὶ τὸ λέγω, περὶ δημοσίου συμφέροντος προκειμένου, καὶ πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, ἡ ἑταιρία αὕτη δὲν ἐφάνη δικαία, διὰ νὰ μὴ εἴπω τίποτε περιπλέον. Ὑπάρχει μία πρότασις τοῦ κ. Βαλασοπούλου, νομίζω, ἥτις ὁρίζει τὴν μερίδα εἰς 3,000,000 τόνων· ἐὰν ἡ κυβέρνησις ἀσπάζεται τὴν ἀρχὴν, ὅτι αἱ μικραὶ μερίδες ἀποκρούουν τὰς μεγάλας ἑταιρίας καὶ ὅτι αἱ μεγάλαι ἑταιρίαι εἶναι ὠφελιμώτεραι, εἰμπορεῖ νὰ ἐξεύρῃ τὸ μέσον τῆς θεραπείας· εἰμπορεῖ νὰ προσδιορίσῃ πρὸ τῆς δημοπρασίας προθεσμίαν ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ γίνωνται αἱ προτάσεις· εἰμπορεῖ νὰ ἐξεύρῃ μέθοδον, ἥτις νὰ δώσῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἐνεργεῖ τὸν πλειστηριασμὸν, τὰ μέσα ἵνα εὑρεθῇ εἰς κατάστασιν νὰ κανονίσῃ τὰ πράγματα συμφώνως πρὸς ταύτην τὴν ἀρχὴν, ἡ ὁποία εἶναι πλέον ἐπωφελής. Ὡς ἀνώτατον ὅρον 1,000,000 τόνων μοὶ φαίνεται ὀλίγον· αὐτὸ θὰ γίνῃ γνωστὸν εἰς τὸν ἔξω κόσμον· ἀφοῦ μία ἑταιρία μεταλλευτικὴ σᾶς εἴπῃ, θέλω νὰ μοὶ δώσητε τῶν ἐκβολάδων τὸ ⅓, τὸ ὁποῖον εἶναι 2,300,000 καὶ προσθέσῃ, ὅτι ἐὰν ὑπὸ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους προσφέρω, δὲν εὑρεθῇ ἄλλη ἑταιρία ν’ ἀγοράσῃ τὰ λοιπὰ, τὰ ἀγοράζω ὅλα, τότε τί θὰ γίνῃ; ὥστε βλέπετε ὅτι οὐδεμία ἑταιρία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσέλθῃ εἰς τὸν συναγωνισμὸν αὐτὸν, μὴ περιορίζοντα τὸ ποσὸν, ὅπερ δύναται ὡρισμένως μία ἑταιρία νὰ λάβῃ.
§132ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐν πρώτοις κύριοι, θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ὡς πρὸς τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς προτείνει νὰ διαθέσωμεν τὰς ἐκβολάδας, ἀφοῦ τὸν τρόπον τοῦτον τὸν ὑπεστήριξεν καὶ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου. Εἶπα ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὸ νὰ διατεθοῦν αἱ ἐκβολάδες κατὰ τμήματα, ἐπειδὴ αἱ ἐκβολάδες εὑρίσκονται εἰς διαφόρους θέσεις, ἡ κυβέρνησις ἔχει σκοπὸν τὰς μὲν θέσεις, αἱ ὁποῖαι περιέχουν μικρὰς ποσότητας νὰ τὰς ἑνώσῃ διὰ ν’ ἀποτελέσῃ μίαν μερίδα ὁπωσοῦν μεγάλην, τὰς δὲ θέσεις, αἱ ὁποῖαι περιέχουν ποσότητα ἀνωτέραν τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου τόνων ἔχει σκοπὸν νὰ τὰς διαιρέσῃ εἰς πλειοτέρας μερίδας, ὥστε καμμία μερὶς νὰ μὴν περιέχῃ πλέον τοῦ ἑνὸς ἑκατομ. Οἱ ἔντιμοι προλαλήσαντες εὗρον ἀμφότεροι, ὅτι τοῦτο θὰ ᾖναι λίαν ἀσύμφορον διὰ τὸ δημόσιον, διότι κατὰ τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ἔλαβε τὴν καλοσύνην ν’ ἀναγνώσῃ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, αἱ ἐκβολάδες ὡς γνωστὸν ἤδη δὲν περιέχουν ὅλαι τὴν αὐτὴν ποσότητα τοῦ μολύβδου καὶ τοῦ ἀργύρου, ἑπομένως κατὰ τὴν ἰδέαν των πρέπει νὰ σχηματίσωμεν ἑκάστην μερίδα, περιλαμβάνοντες τεμάχια τῶν διαφόρων θέσεων, ὥστε εἰς ἑκάστην μερίδα νὰ περιέχωνται ἐκβολάδες περιέχουσαι ὡς ἔγγιστα τὴν αὐτὴν ἀξίαν· ἤθελα ἐννοήσει, κύριοι, τὴν τοιαύτην πρότασιν, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ παραχωρήσωμεν τὰς ἐκβολάδας ἄνευ δημοπρασίας καὶ ἐπὶ πληρωμῇ ὡρισμένῃ. Τότε βεβαίως ἦτο πολὺ ἀναγκαῖον καὶ ὀρθὸν νὰ φροντίσωμεν ὅλαι αἱ μερίδες νὰ ᾖναι ἴσαι καὶ ἀνάλογοι, ἀλλὰ σήμερον, κύριοι, δὲν πρόκειται νὰ παραχωρήσωμεν εἰς τοὺς ἐργολάβους ἄνευ δημοπρασίας τὰς ἐκβολάδας, οὐδὲ νὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτῶν νὰ μᾶς ἀποδώσουν ὡρισμένον ποσοστόν· πρόκειται νὰ διαθέσωμεν τὰς ἐκβολάδας διὰ δημοπρασίας, καὶ ὅταν λέγωμεν δημοπρασίαν ἐννοεῖτε κάλλιστα, ὅτι ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι περιέχουν ὀλίγον μέταλλον, ὁ ἐργολάβος θέλει προσφέρει μικρὸν ποσοστὸν, ἐπὶ δὲ τῶν ἄλλων, αἱ ὁποῖαι περιέχουν πολὺ μέταλλον, θέλει προσφέρει ἀνώτερον ποσοστόν. Ὅταν ἐκτίθεται εἰς δημοπρασίαν ἀντικείμενον οἱονδήποτε, δὲν κανονίζετε σεῖς τὴν τιμὴν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ πωληθῇ, ἀλλὰ τὴν κανονίζουν οἱ ἀγορασταὶ, καὶ οὗτοι, ἐὰν ᾖναι φρόνιμοι ἄνθρωποι, ὅπως συνήθως εἶναι πάντες οἱ κερδοσκόποι, θὰ φροντίσουν νὰ ἐξετάσουν ὁποίας ποιότητος εἶναι τὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον δημοπρατεῖται, καὶ ἀναλόγως τῆς ποιότητος καὶ τῆς ὠφελείας, τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ, θὰ κανονίσουν τὴν προσφοράν των, ἄλλως, κύριοι, ἐὰν ἦτο ἀνάγκη τὰ δημόσια κτήματα νὰ τὰ διαιρῶμεν εἰς μερίδας τοιαύτας, ὥστε νὰ ἀναμιγνύωμεν τὸ καλὸν μὲ τὸ κακὸν, τὸ πλούσιον μὲ τὸ πτωχὸν, τότε ἔπρεπε νὰ ἐφαρμόζωμεν τοὺς κανόνας τούτους ἐπὶ τῶν γαιῶν καὶ τῶν φθαρτῶν κτημάτων, δὲν ἔπρεπε π. χ. νὰ πωλῶμεν ἐν συνόλῳ ἓν ἐλαιοπερίβολον, τὸ ὁποῖον περιέχει πολλὰ καλὰ δένδρα, ἀφοῦ ἔχομεν ἄλλα περιέχοντα πτωχὰ καὶ μικρὰ δένδρα. Ἐὰν ἡ ἰδέα τῶν προαγορευσάντων ἦτον ὀρθὴ, ὁσάκις ἔχωμεν δύο ἐλαιοπερίβολα, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ ἓν εἶναι καλῆς καὶ τὸ ἄλλο κακῆς ποιότητος, ἔπρεπε νὰ χωρίσωμεν ἕκαστον εἰς δύο μερίδας καὶ νὰ πωλῶμεν τὸ ἥμισυ καλὸν ἡνωμένον μὲ τὸ ἥμισυ κακόν· ἄλλως τε, κύριοι, ἐὰν διαιρέσητε ὅλας τὰς θέσεις, εἰς τὰς ὁποίας ὑπάρχουσιν ἐκβολάδες εἰς τόσα τμήματα, ὅσα εἶναι αἱ μερίδες καὶ ὑποχρεώσητε ἕκαστον ἐργολάβον νὰ λαμβάνῃ ἐκβολάδας ἀφ’ ὅλας τὰς θέσεις, θέλετε ζημιώσει τὸ δημόσιον, διότι ὁ ἐργολάβος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ κάμῃ πολλαπλάσια ἔξοδα. Ἐὰν ὁ ἐργολάβος λάβῃ 1,000,000 τόνων, εὑρισκομένων εἰς μίαν θέσιν, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ κατασκευάσῃ μίαν μόνην ὁδὸν διὰ νὰ μεταφέρῃ τὰς ἐκβολάδας, ὅπου εὑρίσκονται αἱ κάμινοι· ἐὰν ὅμως τὸν ὑποχρεώσητε νὰ λάβῃ τὸ ἓν ἑκατομμύριον διεσπαρμένον εἰς 5 ἢ 10 μέρη, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ κατασκευάσῃ 5 ἢ 10 ὁδούς, καὶ ἐπειδὴ θὰ κάμῃ πολλὰ ἔξοδα, μὴ ἀμφιβάλητε, ὅτι θέλει ἐλαττώσει τὴν προσφοράν του. Μετὰ ταῦτα ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ὑπεστήριξεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκθέσωμεν τὰς ἐκβολάδας εἰς δημοπρασίαν διῃρημένας κατὰ μερίδας, διότι διὰ τῆς τοιαύτης διαθέσεως ἀποκλείομεν τὰς μεγάλας ἑταιρίας, καὶ θέλομεν δώσει τὰς ἐκβολάδας εἰς τὰς μικράς, τῶν ὁποίων αἱ προσφοραὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ ᾖναι ἐπωφελεῖς διὰ τὸ δημόσιον. Ἐγώ, κύριοι, εἶπα καὶ τότε, ἐπαναλαμβάνω καὶ τώρα, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Μεσολογγίου, ὅταν δημοπρατῆται ἓν ἀντικείμενον εἰς μεγάλας μερίδας, τότε ἀποκλείονται αἱ μικραὶ ἑταιρίαι, οἱ μικροὶ ἀγορασταί, δὲν συμβαίνει ὅμως τἀνάπαλιν, ὅταν τὸ ἀντικείμενον διαιρῆται εἰς μικρὰς μερίδας, διότι ὁ μεγάλος δύναται νὰ συναγωνισθῇ μὲ τοὺς μικρούς, καὶ νὰ λάβῃ πλειοτέρας μερίδας. Δὲν παραδέχομαι ἐπίσης ὅτι αἱ μικραὶ ἑταιρίαι δὲν δύνανται νὰ συναγωνισθοῦν πάντοτε μὲ τοὺς μεγάλους· εἶναι ἀληθὲς ὅτι οἱ μεγάλοι ἔχουν μεγαλείτερα μέσα, καὶ κατὰ θεωρίαν ὑποθέτει τις ὅτι ἠμποροῦν νὰ τὴν διεξαγάγουν μίαν ἐπιχείρησιν μὲ ὀλιγώτερα ἔξοδα· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀληθές· διότι ἐὰν ἦτο ἀληθές, τότε οὐδεμία μικρὰ ἐπιχείρησις ἤθελεν ὑπάρχει· ἀλλ’ ἡμεῖς βλέπομεν πολλάκις ἐπὶ πολλῶν ἀντικειμένων ὅτι αἱ μὲν ἐπιχειρήσεις, αἱ γενόμεναι en grand ἀπέτυχον, διότι ναὶ μὲν ἔχουσι πολλὰ μέσα, ἀλλ’ ἔχουν καὶ πολλὰ ἔξοδα. Ἐκτὸς δὲ τούτου ἐλλείπει ἀπ’ αὐτὰς συνήθως τὸ ἐλατήριον τοῦ ἀτομικοῦ συμφέροντος, διότι αἱ μεγάλαι ἐπιχειρήσεις διεξάγονται ἀπὸ διευθυντὰς καὶ ἄλλα ἔμμισθα πρόσωπα, ἐνῷ εἰς τὰς μικρὰς ἐπιχειρήσεις οἱ ἐργολάβοι διευθύνουσιν αὐτοπροσώπως ὅλην τὴν ἐργασίαν, καὶ διὰ τοῦτο προσέχουν περισσότερον, καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ὠφελοῦνται καὶ περισσότερον. Ἀπόδειξις εἶναι ὅτι πολλοὶ παρ’ ἡμῖν ἠθέλησαν νὰ ἐφαρμόσουν σύστημα μεγάλης καλλιεργείας εἰς τὰ κτήματά των, ἔφεραν μηχανὰς, μετεχειρίσθησαν ἐργαλεῖα καὶ κατέβαλον πολλὰς δαπάνας, διὰ τῶν ὁποίων ἤλπιζον ὅτι ἤθελον ἔχει πολὺ μεγαλειτέραν ὠφέλειαν ἀπὸ τοὺς μικροὺς καὶ πτωχοὺς γεωργοὺς, μόλον τοῦτο πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἀπέτυχον, καὶ ἠναγκάσθησαν νὰ ἀφίσουν τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων εἰς τοὺς πτωχοὺς γεωργοὺς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν οὔτε κεφάλαια, οὔτε ἐργαλεῖα, οὔτε μηχανάς. Ἐὰν διαιρέσητε τὰς ἐκβολάδας, εἶπεν, εἰς πολλὰ τμήματα θέλετε ἀποκλείσει τὰς μεγάλας ἑταιρίας· διὰ τί ν’ ἀποκλείσωμεν τὰς μεγάλας ἑταιρίας; Ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς ὅτι αἱ μεγάλαι ἑταιρίαι δύνανται νὰ προσφέρωσιν ἀνώτερον ποσοστὸν εἰς τὸ δημόσιον, ὡς ἐκ τῆς εὐκολίας, τὴν ὁποίαν ἔχουν νὰ δαπανήσωσιν ὀλιγώτερον, τότε βεβαίως θέλουν ἀπομακρυνθῇ αἱ μικραὶ ἑταιρίαι, καὶ τοιουτοτρόπως αἱ μεγάλαι θέλουν συγκεντρώσει περισσοτέρας μερίδας. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κύριος Δεληγεώργης διὰ νὰ ὑπερθεματίσῃ ὁ μεγάλος ἐπιχειρηματίας εἰς τὴν πρώτην μερίδα, πρέπει νὰ ᾖναι βέβαιος ὅτι δύναται νὰ λάβῃ καὶ τὴν βʹ· καὶ τὴν γʹ· ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς ὅτι δὲν συμφέρει εἰς τὸν μικρὸν νὰ προσφέρῃ μεγάλην ποσότητα, ὁ μεγάλος δύναται νὰ ᾖναι βέβαιος, ὅτι, ὅπως κατὰ τὴν πρώτην μερίδα ἀπεμάκρυνε τοὺς μικρούς, τοιουτοτρόπως θὰ τοὺς ἀπομακρύνῃ καὶ κατὰ τὴν δευτέραν καὶ κατὰ τὴν τρίτην.
§133ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ Σερπιέρης....
§134ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ εἶπεν ὅτι ὑπάρχει μία μεγάλη ἑταιρία τοῦ Σερπιέρου, αὐτὴ ἡ ἑταιρία ὑποθέτει ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου ὅτι θὰ ᾖναι εἰς θέσιν ν’ ἀποκλείσῃ ὅλας τὰς μικρὰς ἑταιρίας. Ἐάν, ἔντιμε βουλευτά, εἶναι τοῦτο ἀληθές, καὶ τὸ γνωρίζει ὁ βιομηχανικὸς κόσμος, ἐκ τῶν προτέρων, θέλει ἔλθει νὰ συναγωνισθῇ μὲ αὐτὴν τὴν ἑταιρίαν καὶ θέλει συμβῆ τὸ ἴδιον, ὡς ἐὰν ἐκθέσωμεν τὰς ἐκβολάδας ἡνωμένας εἰς μίαν μερίδα. Ἐὰν θέσωμεν ἡνωμένας τὰς ἐκβολάδας, αἱ μικραὶ ἑταιρίαι δὲν θέλουν συναγωνισθῇ, καὶ θὰ ᾖναι βέβαιοι οἱ ξένοι ὅτι θέλει παρουσιασθεῖ μόνον ἡ μεγάλη ἑταιρία τοῦ Σερπιέρη, ἡ ὁποία ὑπάρχει εὐτυχῶς ἢ δυστυχῶς εἰς τὸν τόπον μας, ἔχουσα τέχνην καὶ καταστήματα· θὰ ἔλθουν λοιπὸν νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς αὐτήν· αὐτὸ τοῦτο θὰ γίνει ἀκριβῶς, καὶ ἐὰν διαιρέσωμεν τὰς ἐκβολάδας εἰς μερίδας, ἐὰν ᾖναι ἀληθεῖς οἱ ἰσχυρισμοί σας, διότι αἱ ξέναι μεγάλαι ἑταιρίαι θέλουν ἔχει ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἰς τὸν συναγωνισμὸν αἱ μὲν μικραὶ θ’ ἀπαυδήσωσι, δὲν θέλει δὲ μείνει, παρὰ μόνον ἡ ἑταιρία τοῦ Σερπιέρη, πρὸς ἣν θὰ διαγωνισθῶσιν, ὥστε καὶ κατὰ τὸν ἕνα καὶ κατὰ τὸν ἄλλον τρόπον θὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν των ὅτι μὲ μόνον αὐτὴν θὰ παλαίσωσι.
§135ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μίαν παρατήρησιν παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω. Ὁ Σερπιέρης, ὅστις ἔχει ἀγορασμένας τὰς σκωρίας, τὸν συμφέρει ν’ ἀγοράσῃ 100,000 τόνους καὶ μετὰ τρεῖς μῆνας 200,000, καὶ μετὰ ἄλλους τρεῖς μῆνας 300,000 καὶ οὕτω καθεξῆς, ὥστε δὲν εἶναι εἰς ἴσην μοῖραν μὲ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἕνεκα τούτου εἶναι ἠναγκασμένος νὰ κάμῃ φούρνους καὶ καταστήματα.
§136ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτετε ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ διαθέσῃ, ὅπως λέγετε τὰς ἐκβολάδας.
§137ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ δὲν λέγετε τὸ ἐναντίον.
§138ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἔχετε τοιαύτην ἀμφιβολίαν, ἠδύνασθε νὰ ζητήσητε διασαφήσεις· ἡμεῖς ἐννοοῦμεν ὅτι τὰς γνωστὰς ἐκβολάδας θὰ διαιρέσωμεν εἰς μερίδας, καὶ θὰ τὰς θέσωμεν διὰ μιᾶς εἰς δημοπρασίαν, θαυμάζω δὲ πῶς λέγετε ὑμεῖς τὰ τοιαῦτα καὶ μάλιστα δημοσίως· εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς νὰ λέγετε εἰς μίαν Κυβέρνησιν ὅτι θέλει νὰ πέξῃ μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, διότι παιγνίδι θὰ ᾖναι ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔχουσα 7,00000 τόνους ἐκβολάδας ἀποφασίσῃ νὰ πωλήσῃ ἐφέτος 100,000 καὶ μετὰ μίαν τριμηνίαν ἢ ἓν ἔτος 200,000.
§139ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς μὲν τὸ ά. μέρος δὲν σᾶς ἀπαντῶ, ἀλλ’ εἰς τὸ βʹ. λέγω διὰ τί ζητεῖτε τὰς μικρὰς μερίδας, ἀφοῦ λέγετε ὅτι αἱ μεγάλαι ἑταιρίαι εἶναι ὠφελιμώτεραι.
§140ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ ποτὲ τοῦτο, ἀπ’ ἐναντίας πάντοτε ἰσχυρίσθην καὶ πρὸ μικροῦ ἀνέπτυξα ὁπωσοῦν διὰ μακρῶν ὅτι αἱ μικραὶ ἑταιρίαι διεξαγάγουσιν τὰς ἐπιχειρήσεις οἰκονομικώτερα, καὶ ὅτι ἔχει τὴν πεποίθησιν ἡ Κυβέρνησις ὅτι διαθέτουσα τὰς ἐκβολάδας κατὰ μικρὰς μερίδας θέλει ἀναπτύξει τὸν συναγωνισμόν, καὶ θέλει ἐπιτύχει προσφορᾶς ἀνωτέρας καὶ συμφερωτέρας πρὸς τὸ δημόσιον. Ἄλλωστε δυνάμεθα νὰ κάμωμεν μίαν ἄλλην οἰκονομίαν, ἥτις δύναται ν’ ἀναπαύσῃ τὴν συνείδησιν καὶ πεποίθησιν ὅλων· ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ κατὰ μερίδας διάθεσις τῶν ἐκβολάδων δύναται νὰ ᾖναι ὠφελιμωτέρα καὶ διὰ τὸ δημόσιον καὶ διὰ τὸν τόπον, διότι ἠμποροῦν νὰ παρουσιασθῶσι μικραὶ ἑταιρίαι. Ἀλλ’ ἐὰν θέλετε δυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς κατὰ μερίδας δημοπρασίας, νὰ ἐπιτρέπηται ἡ ἕνωσις πολλῶν μερίδων ἐπὶ ἀνωτέρᾳ προσφορᾷ.
§141ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τότε μάλιστα.
§142ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν αἱ μικραὶ ἑταιρίαι δὲν δύνανται τότε, ἂς ἔλθῃ ἡ μεγάλη νὰ λάβῃ τὰς μερίδας ἑνωτικῶς.
§143ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶμαι συμφωνότατος.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ θὰ τεθῇ ὡς ἰδιαίτερον ἄρθρον κύριε ὑπουργέ;
§145ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ τέλος τοῦ 89 βλέπομεν.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ δὲ ἄρθρον 6 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον γίνεται 7 γίνεται δεκτὸν, ὅπως ἔχῃ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ;
§147ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§148ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὅλα τὰ μερίσματα διὰ μιᾶς δημοπρασίας θὰ γίνουν.
§149ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προχωροῦμεν.
§151ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). Ἄρθρ. 7 τὸ ὁποῖον θὰ γίνει 8. Ἄρθρον 7. Μετὰ τὴν παραλαβὴν τῶν ἀνωτέρω ἐγγράφων ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκδίδει καὶ δημοσιεύει δι’ ἐγχωρίων καὶ ξένων ἐφημερίδων τὸ πρόγραμμα τοῦ πλειστηριασμοῦ κατὰ μερίδας, ἑκάστη τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ τὸ ἓν ἑκατομμύριον τόνων. Ἐν τῷ προγράμματι ὁρίζεται ὁ τόπος καὶ ἡ ἡμέρα τοῦ πλειστηριασμοῦ, αἱ ἀρχαὶ ἐνώπιον τῶν ὁποίων θέλει ἐνεργηθῆ, καὶ ἡ σειρά, καθ’ ἣν θέλουσι πλειστηριασθῆ αἱ διάφοροι μερίδες. Μεταξὺ δὲ τῆς ἡμέρας τῆς ἐκδόσεως τοῦ προγράμματος καὶ τῆς τοῦ πλειστηριασμοῦ πρέπει νὰ μεσολαβῇ διάστημα χρονικὸν οὐχὶ βραχύτερον τῶν ἓξ μηνῶν.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ τροπολογία τοῦ κυρίου Ζέγγελη.
§153ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει αὐτήν).
§154ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Τὸ πρόγραμμα δὲν δύναται νὰ ἐκδοθῇ πρὶν ἢ παρελθοῦν τοὐλάχιστον 6 μῆνες, ὅπως μᾶς εἶπεν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀπαιτοῦνται 8 καὶ 9 μῆνες, καὶ τωόντι εἶναι ἀνάγκη νὰ παρέλθῃ αὐτὸ τὸ διάστημα, διὰ νὰ γένουν ὅλαι αὐταὶ αἱ ἐργασίαι. Λοιπὸν ἐγὼ προτείνω, τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐβεβαιώθη νὰ διατυπωθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ «οὐδέποτε πρὸ τῆς παρελεύσεως 6 μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου.» Ἡ βʹ. τροπολογία μου εἶναι νὰ προσθέσωμεν ἀντὶ μετὰ 6 μῆνας ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ προγράμματος, νὰ γείνηται ἡ δημοπρασία μετὰ 9 μῆνας.
§155ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πολὺ τὸ διάστημα τοῦτο μοὶ φαίνεται.
§156ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Πᾶσα ἑταιρία ξένη πρέπει νὰ ἔχῃ τὸν καιρὸν νὰ σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ δέχεσθε κύριε ὑπουργέ;
§158ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως θέλῃ ἡ βουλὴ, ἂς κάμῃ.
§159Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ Εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸ νομοσχέδιον, μία ἡμέρα προτήτερα νὰ τελειώσῃ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, εἶναι ἀρκετὸς αὐτὸς ὁ χρόνος, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποφέρωμεν ἀκόμη ἀπὸ τὴν κακὴν πίστιν τῆς ἑταιρίας αὐτῆς.
§160ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἐὰν ᾖναι ἀληθῆ, ὅσα ἐῤῥέθησαν, καὶ ἐγὼ πιστεύω ὅτι εἶναι ἀληθῆ, τουτέστι χρήζουσι μεγάλης ἐρεύνης καὶ ἐπιστημονικῆς αἱ ἐκβολάδες, τότε κύριοι ἀναντίῤῥητον, εἶναι ὡς εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θὰ παρέλθῃ τοὐλάχιστον 8 μηνῶν χρονικὸν διάστημα, διὰ νὰ περαιώσῃ ἀκριβῶς ὅλας τὰς προπαρασκευαστικὰς ἐργασίας, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ ποίαν ἔννοιαν θὰ ἔχῃ ἡ πρότασις τοῦ κ. βουλευτοῦ Καλαβρύτων, ὅστις συμβουλεύει καὶ ἐξ Εὐρώπης νὰ καλέσωμεν ἐπιστήμονας διὰ τὰς ἐπεξεργασίας, τὰς ὁποίας διετάξαμεν. Ἆρα ἐὰν ὅλα ταῦτα ᾖναι ἀληθῆ, τὸ χρονικὸν διάστημα θὰ παρέλθῃ καὶ μετὰ λύπης ἴσως διὰ τὸν λόγον τὸν ὁποῖον σᾶς εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς Ἠλείας, ἀλλὰ συμφερώτερον εἶναι νὰ παρέλθῃ αὐτὸ τὸ χρονικὸν διάστημα, καὶ νὰ ἐξασφαλίσωμεν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λάβωμεν. Ἂς μὲ συγχωρηθῇ νὰ σᾶς εἴπω, κύριοι, ὅτι ἔχω καὶ αὐτὸν τὸν φόβον, ἐὰν τυχὸν δὲν ἀκριβολογήσωμεν πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ μᾶς θέσῃ εἰς κατάστασιν νὰ γνωρίσωμεν τὴν ἀληθῆ ἀξίαν τῶν ἐκβολάδων, ἔστω καὶ κατὰ προσέγγισιν, τότε ἡ κυβέρνησις ἕνεκα τῶν ἀτελειῶν αὐτῶν θέλει εὑρεθεῖ εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ μὴ εὕρῃ τοὺς ἀναγκαίους ὑπερθεματιστάς, τοιουτοτρόπως νὰ ματαιωθῇ τὸ πρῶτον πρόγραμμά της, καὶ ἀντὶ νὰ χάσωμεν 6 μῆνας, θὰ χάσωμεν 15, διότι ὅπως φαίνεται εἰς τὸ νομοσχέδιον θὰ διαταχθῇ δευτέρα δημοπρασία δι’ ἄλλου προγράμματος. Ἡ πρότασίς μου, ἐνῷ δὲν παρακωλύει τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, μᾶς ἐξασφαλίζει κατὰ τῶν διαφόρων ὑπονοιῶν, αἱ ὁποῖαι γενῶνται, καὶ ἂν μὴ ὑπάρχωσι, αἵτινες ὅμως ἐλέχθησαν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, Κύριοι, ἐπιμένω, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ αὐτὴν τὴν πρότασίν μου.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι παραδέχονται τὴν προσθήκην, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Βουλευτὴς κ. Ζέγγελης, ζητήσας νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 7ον, τὸ ὁποῖον γίνεται 8ον, τουτέστι μετὰ τὰς λέξεις «μετὰ τὴν παραλαβὴν τῶν ἀνωτέρω ἐγγράφων» νὰ προστεθοῦν αἱ λέξεις «ἀλλ’ οὐδέποτε πρὸ τῆς παρελεύσεως ἓξ μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου» ἐπὶ τῆς ὁποίας ὁ κύριος ὑπουργὸς εἶπεν, ἐὰν ἡ βουλὴ τὸ νομίζῃ ἀναγκαῖον δὲν ἔχει, καμμίαν ἀντίῤῥησιν, ὁ δὲ κύρ. Κρεστενίτης ἀντέλεξεν, ὅσοι παραδέχονται τὴν προσθήκην αὐτὴν, ἐπαναλαμβάνω, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι — (Τὸ ἀποτέλεσμα ἀμφίβολον). Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην αὐτὴν, ἀλλὰ τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ἔχῃ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι (οὐδεὶς ἐγείρεται). Ἡ προσθήκη ἐγένετο δεκτὴ, διότι οἱ ἀντίθετοι δὲν ἠγέρθησαν. — Κατὰ τὰ λοιπὰ ἔχει τις ἀντίῤῥησιν;
§162ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπομένως τὸ ἄρθρον ἐγένετο δεκτὸν μὲ τὴν προσθήκην τῶν ἀνωτέρω λέξεων. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἄρθρ. 8ον.
§164ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἐρωτήσατε καὶ διὰ τὴν ἄλλην τροπολογίαν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου κύριε Πρόεδρε.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Καὶ αὐτὴ παρεδέχθη εἶναι σχετική.—Ἔχομεν τὸ ἄρθρον 8ον. τὸ ὁποῖον γίνεται 9ον.
§166ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 8. Οὐδεὶς δύναται νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸν πλειστηριασμὸν, ἐὰν μὴ προηγουμένως καταθέσῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐγγύησιν ἐκ δραχμῶν 50,000. Ἡ ἐγγύησις δίδεται εἴτε εἰς μετρητὰ, εἴτε εἰς μετοχὰς τῆς ἐθνικῆς καὶ Ἰονικῆς Τραπέζης, εἴτε εἰς τίτλους δημοσίων δανείων, μετὰ τὸ 1862 συνομολογηθέντων.»
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ;
§168ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§170ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 9. Τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ πλειστηριασμοῦ ὑποβάλλεται διὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 3 Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἐντὸς δέκα ἡμερῶν ἢ ἀποφασίζει νὰ γίνῃ ἡ παραχώρησις εἰς τὸν προσενεγκόντα ἀνώτερον ποσοστὸν, ἢ διατάσσει τὴν ἐπανάληψιν τοῦ πλειστηριασμοῦ κατὰ τὸ ἄρθρ. 7.»
§171ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἐτροπολογήθη τὸ ἄρθρον τρίτον, αὐτὸ δὲν δύναται νὰ μείνῃ, ὅπως ἔχῃ. Ἀναγκαῖον θεωρῶ νὰ ὁρισθῇ ὁ χρόνος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου οἱ πλειοδόται εἶναι ὑπόχρεοι διὰ τὴν προσφορὰν, διότι ὅστις ἔρχεται εἰς συναγωνισμὸν, ἐπιθυμεῖ νὰ γνωρίζῃ ἐντὸς πόσου χρόνου θέλει τῷ κοινοποιηθῇ τὸ ἀποτέλεσμα· ἀφοῦ δὲ ἡ βουλὴ ἀπεφάσισε, ὥστε ἡ ἔγκρισις νὰ γίνεται ἀπὸ τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον διὰ Βασιλικοῦ διατάγματος, ἀφοῦ προηγουμένως ζητηθῇ ἡ γνωμοδότησις ἑνὸς συμβουλίου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται νὰ λαμβάνῃ μέρος ἀναποφεύκτως ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς, φρονῶ, ὅτι ἀπαιτεῖται 30 ἡμερῶν προθεσμία, ὥστε πρέπει νὰ τεθῇ τὸ ἑξῆς «ἐὰν ἐντὸς 30 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἀποπερατώσεως τοῦ πλειστηριασμοῦ δὲν ἐκδοθῇ τὸ κατὰ τὸ ἄρθρ. 4 βασιλικὸν διάταγμα, οἱ τελευταῖοι πλειοδόται δὲν εἶναι ὑπόχρεοι διὰ τὰς προσφορὰς των.» Εἶναι ἀνάγκη ἀκόμη νὰ γίνῃ καί αὐτὴ ἡ προσθήκη. «Ἐὰν αἱ γενόμεναι προσφοραὶ θεωρηθῶσιν ἀσύμφοροι, ἐπαναλαμβάνεται κατὰ τὸ ἄρθρον 7 καὶ ὁ πλειστηριασμός, ἢ ἐνεργεῖται ἡ ἐκκαμίνευσις τῶν ἐκβολάδων πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου.» Εἰς τοῦτο εἶσθε σύμφωνοι μὲ μόνην τὴν παρατήρησιν ὅτι τὸ πρόγραμμα τοῦ ἐπαναληπτικοῦ πλειστηριασμοῦ πρέπει νὰ δημοσιεύηται ὄχι πρὸ 9 μηνῶν, ἀλλὰ πρὸ 3.
§172ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι ὁ τόπος πρὸ πάντων ἐδὼ νὰ τεθῇ ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν εἴπετε πρίν, ὅτι ἐντὸς τῆς προθεσμίας ταύτης εἶναι δεκτὴ προσφορὰ ἐπὶ μιᾶς εἴτε ἐπὶ πλέον μιᾶς μερίδων.
§173ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ μὲ μίαν προσθήκην 5% λόγου χάριν.
§174ΤΙΝΕΣ. Αἱ πέντε τοῖς ἑκατὸν εἶναι πολύ.
§175ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς εἶναι μὲ 3%.
§176ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ 2%.
§177ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε, ὑπουργὲ, ἄν τις προσφέρῃ 60%, ἡ προσφορὰ ποῦ θὰ ἦνε ἐπὶ τῶν 60%..... (διάλογοι παρατεταμένοι).
§178ΛΕΚΚΑΣ. Διὰ νὰ ὑπάρχῃ εὐκολία, 1%.
§179ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Τί ἐννοεῖτε ἂν δοθῇ προσφορὰ, 2%, βέβαια θὰ ἀνανεωθῇ ἡ δημοπρασία, δὲν θὰ ὑπάρχῃ μία προθεσμία; ἢ τῶν τριῶν μηνῶν ἢ συντομοτέρα; (Θόρυβος)
§180ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἂν ᾖναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι αἱ μεγάλαι ἑταιρίαι θέλουν ἀποκλείσει τὰς μικρὰς, ἢ νὰ εἴπω καλλίτερα, ἂν ᾖνε ἀληθὲς, ὅτι εἰς τὴν κατὰ μερίδας δημοπρασίαν δὲν θὰ παρουσιασθοῦν αἱ μεγάλαι, ἐπειδὴ ἐδὼ ἔχομεν μίαν μόνην μεγάλην ἑταιρίαν, εἶναι ἀναντίῤῥητον ὅτι αὐτὴ ἡ μεγάλη ἀφ’ οὗ ἀφήσῃ τὰς μικρὰς νὰ συναγωνισθοῦν, καὶ φθάσουν εἰς ἕνα ὅρον, θέλει ἔλθει αὐτὴ νὰ προσφέρῃ περισσότερον, καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπανάληψιν τῆς δημοπρασίας, ἑπομένως, ἐὰν δὲν θέσωμεν μίαν προθεσμίαν μακρὰν ὁπωσοῦν, τότε δὲν θὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ ἔλθουν ξέναι ἑταιρίαι νὰ πλειοδοτήσουν, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν μίαν μακρὰν προθεσμίαν, καὶ οὐχὶ ὀλιγωτέραν τῶν τριῶν μηνῶν.
§181ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
§182ΤΙΝΕΣ. Πόσον παραδέχεσθε 2% ἢ 1%;
§183ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜ. 2% (Διάλογοι). Ὁ κ. Δανόπουλος λέγει ὅτι ἐν περιπτώσει ἑνώσεως πολλῶν μερίδων οἱ θέλοντες νὰ λάβουν μέρος εἰς τὸν πλειστηριασμὸν πρέπει νὰ δίδουν μίαν ἐγγύησιν μεγαλητέραν, ἀναλόγως.
§184ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
§185ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜ. Αὐτὰ ὅλα, κύριε πρόεδρε νὰ σημειωθοῦν, καὶ θὰ τὰ διατυπώσωμεν κατόπιν.
§186ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, φοβοῦμαι ὅτι ὁ τρόπος, τὸν ὁποῖον προσπαθοῦμεν νὰ παραδεχθῶμεν, θὰ καταστρέψῃ ὁλόκληρον τὸ σύστημα τοῦ συναγωνισμοῦ, καὶ θ’ ἀποκλείσῃ τὰς μεγάλας ἑταιρίας. Τοιουτοτρόπως ἐπανέρχεσθε εἰς τὸ σύστημα τοῦ κ. Δεληγεώργη, τὸ τῶν μεγάλων ἑταιριῶν. Ἐγὼ ἀνθίσταμαι εἰς τοῦτο, καθ’ ὅσον δὲν θὰ εἶναι ἐπωφελὲς οὔτε εἰς τὸ δημόσιον οὔτε εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ τόπου τούτου, διότι ὅταν ὑπάρχῃ μία μόνον ἑταιρία, οὔτε ἐξέλεγξις αὐστηρὰ δύναται νὰ γείνῃ.......
§187ΤΙΝΕΣ. Τοῦτο τὸ ζήτημα ἐτελείωσεν.
§188ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὄχι ἐδὼ εἴμεθα. Κατὰ συνέπειαν ἂν θέσωμεν τὸ δικαίωμα νὰ προσφέρουν κατόπιν ἓν ποσοστὸν περισσότερον ἀπὸ τὴν πρώτην προσφοράν, ἐννοεῖται ὅτι ὁ συναγωνισμὸς τῶν μικρῶν ἑταιριῶν καθίσταται ἀνωφελής, διότι αἱ μεγάλαι ἑταιρίαι θὰ προσέχουν, ποία θὰ ᾖναι ἡ τῶν μικρῶν ἑταιριῶν προσφορά, καὶ θὰ ἐπανέρχωνται νὰ φέρουν μίαν ἄλλην, ὥστε θὰ καταστρέψουν τὸν συναγωνισμόν, καὶ θὰ μείνῃ πρὸς ὠφέλειαν μιᾶς ἢ δύο ἑταιριῶν. Ἐγὼ λέγω ὅτι ὅσον περισσότεραι ἑταιρίαι εἶναι, τοσοῦτον ἐπωφελέστερον διὰ τὸ δημόσιον εἶναι, διότι πολὺ ταχύτερον θέλομεν λάβει τὸ ἀποτέλεσμα ἐκ τῶν πολλῶν ἑταιριῶν καὶ θὰ ἔχωμεν καὶ τὸ μεγαλήτερον συμφέρον τοῦ τόπου, καὶ θὰ βραδύνῃ ἡ ἐκμετάλλευσις. Ἀφ’ ἑτέρου θὰ ἔχωμεν καὶ μεγαλητέραν εὐκολίαν εἰς τὴν ἐξέλεγξιν, ὅταν ᾖναι πολλαὶ ἑταιρίαι. Ἐννοεῖτε λοιπὸν ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ θὰ ᾖναι λίαν καταστρεπτικὸν εἰς τὸν τόπον, καὶ θὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ πολλὰ κεφάλαια Ἑλληνικὰ τὸ στάδιον τοῦ συναγωνισμοῦ· εἰς τοῦτο δὲν πρέπει οὐδεὶς νὰ ἀμφιβάλλῃ. Ἐπειδὴ λοιπὸν ὁ κύριος ὑπουργὸς παρεδέχθη τρόπον τινά, ὥστε νὰ δύναταί τις νὰ προσφέρῃ μεγαλητέραν προσφοράν, καὶ συγχωνεύσῃ ὅλας τὰς μερίδας, λέγω ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ προσέξῃ, καὶ ὁρίσῃ τοὐλάχιστον ἕνα μέσον ὅρον, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ κατακυρωθῇ εἰς τὴν αὐτὴν ἑταιρίαν πλέον τῶν 2 ἑκατομμυρίων, καὶ τοιουτοτρόπως θὰ ἔχητε 4, 5, ἑταιρίας διὰ τῶν ὁποίων νὰ δυνηθῆτε νὰ ἐκκαμινεύσητε ταχύτερον αὐτὸν τὸν πλοῦτον, καὶ ἐξελέγξητε τὴν κατάστασιν αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Διὰ τοῦτο λέγω ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ᾖναι πολὺ προσεκτική, καὶ νὰ παραδεχθῇ τὸ σύστημα τοῦτο (διάλογοι).
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ ὅλους τοὺς ἐκφράσαντας γνώμην νὰ ἔλθουν νὰ συντάξουν τὸ ἄρθρον.
§190ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Θέλω τὸ συντάξει ἐγώ, κύριε πρόεδρε· ἀλλὰ μένει ἀκόμη ἡ ἰδέα τοῦ κυρίου Μπούμπουλη. Παρεδέχθη ἡ Βουλὴ ὅτι δύνανται νὰ ἑνωθῶσι πλειότεραι μερίδες· Ὁ κύριος Μπούμπουλης λέγει νὰ μὴ ᾖναι ἐπιτετραμμένη ἡ ἕνωσις πλέον τῶν δύο μερίδων, τοὐτέστι πλέον τῶν 2,000,000 τόνων· (διάλογοι παρατεταμένοι).
§191ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Φοβοῦμαι, κύριοι, μὴ τυχὸν ἡ διάταξις αὕτη ἐμποδίσῃ τὸν συναγωνισμόν, διότι τίς θὰ ὑπάγῃ νὰ προσφέρῃ ἔχων ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἄλλος μεταγενέστερος, ἑνόνων τὰς δύο μερίδας, δύναται αὐτὸς νὰ τὰς λάβῃ; Διὰ τοῦτο οὐ μόνον ἐκ τῶν μεγάλων ἑταιριῶν δὲν θὰ παρουσιασθῇ, ἀλλ’ οὔτε ἐκ τῶν μικρῶν, διότι ἀφοῦ ἴδουν τὸ ἀποτέλεσμα ἐμπορεῖ νὰ γείνῃ ἕνωσις. Ἂν διὰ μιᾶς προσδιωρίσητε 2½ ἑκατομμ. νὰ ἀποτελεῖ ἕκαστον μέρος, τότε θὰ ἔχωμεν ζωηρὸν συναγωνισμόν, καὶ ἀποφεύγομεν τὴν προθεσμίαν τῶν 30 ἡμερῶν, ἐν ᾧ ἂν ἔχωμεν τὸν συναγωνισμὸν λόγῳ τῆς ἑνώσεως ὁ πρῶτος θὰ ᾖναι ἀσθενής. (Θόρυβος).
§192ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πάλιν δὲ δὲν θὰ ζημιωθῶμεν διότι θὰ γείνῃ νέος συναγωνισμὸς (διάλογοι). Εἶναι δυνατὸν νὰ προσέλθῃ σπουδαῖος ἐργολάβος, χωρὶς νὰ δύναται νὰ κάμῃ σιδηρόδρομον; Ἂν ἔλθῃ τοιοῦτος τότε θὰ κοστίζῃ 6 δραχ. ἡ μεταφορά. Ἂν ὅμως δύναται νὰ κάμῃ σιδηρόδρομον, θὰ ᾖναι μέγας συναγωνισμός.
§193ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Λοιπὸν νὰ προσδιωρισθῇ εἰς 2 ἑκατομμύρια.
§194ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ τὸ εἶπον ἐγὼ ἐξ ἀρχῆς.
§195ΥΠΟΥΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Τότε ἂν θέλητε νὰ ἐμψυχώσητε τὸν συναγωνισμόν, πρέπει νὰ ἀποφύγητε ἐν πάσῃ περιπτώσει τὴν ἐπανάληψιν τῆς δημοπρασίας, χωρὶς νὰ δώσητε τὸ δικαίωμα οὔτε εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ τὴν ἐπαναλάβῃ· ἀφοῦ ὅμως ὁ πλειστηριασμὸς γίνεται ὑπὸ ὅρον ἐγκρίσεως, θὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψιν οἱ ἐργολάβοι ὅτι θὰ γείνῃ ἐπανάληψις, εἶναι δὲ ἀδιάφορον διὰ ποῖον λόγον (διάλογοι παρατεταμένοι).
§196ΠΟΛΛΟΙ. Ἂς τὸ ἀναβάλλωμεν δι’ αὔριον.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινεῖ ἡ Βουλή;
§198ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀκόμη δὲν ἀπεφασίσθη τίποτε, κ. πρόεδρε;
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαφόρους ἰδέας ἐδέχθη ἡ Βουλή.
§200Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Ἀρχὰς ἐδέχθη ἡ Βουλή.
§201ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τί προτείνεται τώρα; δὲν ἐκκαθαρίσθη τίποτε;
§202ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἐτελείωσε ὅτι οἱ ὑπερθεματισταὶ εἶναι ὑπόχρεοι διὰ τὴν προσφορὰν των ἐντὸς 30 ἡμερῶν, εἶναι τελειωμένον ὅτι μένει εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἢ νὰ ἐγκρίνῃ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ πλειστηριασμοῦ, ἢ νὰ διατάξῃ τὴν ἐπανάληψιν ἐντὸς 3 μηνῶν (θόρυβος). Τώρα εἶναι τὸ ζήτημα τῶν προσφορῶν (διάλογοι).
§203ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὡς πόσαι μερίδες θὰ ἑνωθοῦν, αὐτὸ μένει ἐκκρεμές;
§204ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Μάλιστα.
§205ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, κ. πρόεδρε.
§206ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Δὲν προχωροῦμεν εἰς ἄλλα ἄρθρα;
§207ΠΟΛΛΟΙ (ἐγειρόμενοι). Αὔριον, αὔριον!
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 6 καὶ 30|60 μ. μ.