| 8 | Κ. Μ. Θεοδώρου. | Α. Δανόπουλος. | |
| 9 | Α. Κ. Μιχαλόπουλος. | Ἰω. Λέκας. | |
| 10 | Ἀντ. Βενιζέλος. | Δημ. Καλλιφρονᾶς. | |
| 11 | Ἀναγ. Γιαννουλίδης. | Σκαρλ. Σοῦτσος. | |
| 12 | Α. Ζαΐμης. | Στυλ. Κολιάτσος. | |
| 13 | Α. Ἴσκος. | Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. | |
| 14 | Ἰω. Καραγιαννόπουλος. | Κ. Πανάρετος. | |
| 15 | Π. Πετιμεζῆς. | Γ. Βακαλόπουλος. | |
| 16 | Α. Μαγγίνας. | Δ. Σαῤῥηγιάννης. | |
| 17 | Κ. Πλαπούτας. | Ν. Βαρβιτζιώτης. | |
| 18 | Χ. Ῥηγόπουλος. | Ἰω. Βαλασόπουλος. | |
| 19 | Δ. Κοπονάκος. | Ν. Θ. Λεώπουλος. | |
| 20 | Θ. Τζανετάκης. | Σπ. Κοπανίτσας. | |
| 21 | Ἰω. Σαράκας. | Φ. Ι. Φίλωνος. | |
| 22 | Ν. Κατσικαπῆ. | Γερ. Σέρβος. | |
| 23 | Ἀριστ. Λιδωρίκης. | Α. Σταματόπουλος. | |
| 24 | Ν. Παπαμιχαλόπουλος. | Δ. Τσαμπόπουλος. | |
| 25 | Α. Σ. Μήτσας. | Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος. | |
| 26 | Π. Μανωλίδης. | Ἰω. Ταμπακόπουλος. | |
| 27 | Κ. Λομβάρδος. | Χ. Χρηστόπουλος. | |
| 28 | Α. Γαΐτας Φωσκάρδης. | Δ. Ζέγγελης. | |
| 29 | Σπ. Λεοταράκης. | Π. Κ. Μανέτας. | |
| 30 | Ἰω. Σούλης Βάρκας. | Ἀθ. Κατριβάνος. | |
| 31 | Ἀνδρ. Αὐγερινός. | Γ. Μαλέας. | |
| 32 | Θ. Δαραλέξης. | Ν. Παγκράτης. | |
| 33 | Λ. Πετραλιᾶς. | Ι. Ν. Καρύδης. | |
| 34 | Δ. Κατσίνας. | Γ. Γουλιμῆς. | |
| 35 | Ἀναγ. Δημητρίου. | Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος. | |
| 36 | Γ. Δελένδας. | Γρηγ. Δημητριάδης. | |
| 37 | Σπ. Μαλασπίνας. | Δ. Σασσᾶς. | |
| 38 | Κ. Δ. Πεταλᾶς. | Α. Καπετανάκης. | |
| 39 | Θρ. Ζαΐμης. | Μιχ. Καπετανάκος. | |
| 40 | Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς. | Α. Παπαλέξης. | |
| 41 | Α. Διαμαντόπουλος. | Α. Μουρίκης. | |
| 42 | Γ. Παπαδαίας. | Εὐθ. Κεχαγιᾶς. | |
| 43 | Κ. Δαγρές. | Δ. Καραλίβανος. | |
| 44 | Λ. Κοντόσταυλος. | Π. Τζαμάλας. | |
| 45 | Γ. Παπανικολάου. | Πύρ. Καλογουδάρτης. | |
| 46 | Ἰω. Μπαλάφας. | Θ. Κανακάρης. | |
| 47 | Ν. Μ. Κοζαδίνος. | Γ. Πράτζικας. | |
| 48 | Ἰω. Πολυλᾶς. | Δ. Χρηστίδης. | |
| 49 | Ἰω. Δεληγιάννης. | Μ. Ε. Παρίσης. | |
| 50 | Ἐπ. Καμπερόπουλος. | Ἰάκ. Παξιμάδης. | |
| 51 | Ἀνδρ. Νοταρᾶς. | Δ. Πονηρόπουλος. | |
| 52 | Ἀν. Δημητριάδης. | Ν. Πιπίνος. | |
| 53 | Ἀ. Μεταξᾶς. | Δ. Οἰκονόμου. | |
| 54 | Σ. Μονόπωλης. | Μ. Ἀβέρωφ. | |
| 55 | Γ. Δρακονταειδής. | Κ. Νικόδημος. | |
| 56 | Δ. Ῥαπτάκης. |
1871.04.26
2,171 rows · 18,548 words · 1 table · 135 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 64.
Τῆς 26 Ἀπριλίου 1871.
(Δευτέρα).
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ γενομένης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις. Εὑρέθησαν δὲ παρόντες βουλευταὶ οἱ ἑξῆς·
| Κ. Μ. Θεοδώρου. | Α. Δανόπουλος. |
| Α. Κ. Μιχαλόπουλος. | Ἰω. Λέκας. |
| Ἀντ. Βενιζέλος. | Δημ. Καλλιφρονᾶς. |
| Ἀναγ. Γιαννουλίδης. | Σκαρλ. Σοῦτσος. |
| Α. Ζαΐμης. | Στυλ. Κολιάτσος. |
| Α. Ἴσκος. | Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. |
| Ἰω. Καραγιαννόπουλος. | Κ. Πανάρετος. |
| Π. Πετιμεζῆς. | Γ. Βακαλόπουλος. |
| Α. Μαγγίνας. | Δ. Σαῤῥηγιάννης. |
| Κ. Πλαπούτας. | Ν. Βαρβιτζιώτης. |
| Χ. Ῥηγόπουλος. | Ἰω. Βαλασόπουλος. |
| Δ. Κοπονάκος. | Ν. Θ. Λεώπουλος. |
| Θ. Τζανετάκης. | Σπ. Κοπανίτσας. |
| Ἰω. Σαράκας. | Φ. Ι. Φίλωνος. |
| Ν. Κατσικαπῆ. | Γερ. Σέρβος. |
| Ἀριστ. Λιδωρίκης. | Α. Σταματόπουλος. |
| Ν. Παπαμιχαλόπουλος. | Δ. Τσαμπόπουλος. |
| Α. Σ. Μήτσας. | Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος. |
| Π. Μανωλίδης. | Ἰω. Ταμπακόπουλος. |
| Κ. Λομβάρδος. | Χ. Χρηστόπουλος. |
| Α. Γαΐτας Φωσκάρδης. | Δ. Ζέγγελης. |
| Σπ. Λεοταράκης. | Π. Κ. Μανέτας. |
| Ἰω. Σούλης Βάρκας. | Ἀθ. Κατριβάνος. |
| Ἀνδρ. Αὐγερινός. | Γ. Μαλέας. |
| Θ. Δαραλέξης. | Ν. Παγκράτης. |
| Λ. Πετραλιᾶς. | Ι. Ν. Καρύδης. |
| Δ. Κατσίνας. | Γ. Γουλιμῆς. |
| Ἀναγ. Δημητρίου. | Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος. |
| Γ. Δελένδας. | Γρηγ. Δημητριάδης. |
| Σπ. Μαλασπίνας. | Δ. Σασσᾶς. |
| Κ. Δ. Πεταλᾶς. | Α. Καπετανάκης. |
| Θρ. Ζαΐμης. | Μιχ. Καπετανάκος. |
| Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς. | Α. Παπαλέξης. |
| Α. Διαμαντόπουλος. | Α. Μουρίκης. |
| Γ. Παπαδαίας. | Εὐθ. Κεχαγιᾶς. |
| Κ. Δαγρές. | Δ. Καραλίβανος. |
| Λ. Κοντόσταυλος. | Π. Τζαμάλας. |
| Γ. Παπανικολάου. | Πύρ. Καλογουδάρτης. |
| Ἰω. Μπαλάφας. | Θ. Κανακάρης. |
| Ν. Μ. Κοζαδίνος. | Γ. Πράτζικας. |
| Ἰω. Πολυλᾶς. | Δ. Χρηστίδης. |
| Ἰω. Δεληγιάννης. | Μ. Ε. Παρίσης. |
| Ἐπ. Καμπερόπουλος. | Ἰάκ. Παξιμάδης. |
| Ἀνδρ. Νοταρᾶς. | Δ. Πονηρόπουλος. |
| Ἀν. Δημητριάδης. | Ν. Πιπίνος. |
| Ἀ. Μεταξᾶς. | Δ. Οἰκονόμου. |
| Σ. Μονόπωλης. | Μ. Ἀβέρωφ. |
| Γ. Δρακονταειδής. | Κ. Νικόδημος. |
| Δ. Ῥαπτάκης. |
Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι παρατήρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνονται.— Ἡ κυρία Ἀναστασοῦλα Μέτενα ζητεῖ νὰ συστήσῃ ἡ Βουλὴ πρὸς τὴν κυβέρνησιν νὰ εἰσαγάγῃ νόμον ὅπως τῇ παραχωρηθῶσι μέρος τῶν πατρικῶν κτημάτων τοῦ ἀνδρός της καὶ ἰδικῶν της ἐπεξηγοῦσα τὸν εἰδικὸν ὑπὲρ αὐτῆς καὶ τοῦ συζύγου της ΣΚΕʹ νόμον τῆς 18 ἀπριλίου 1863 ὅστις κακῶς ἡρμηνεύθη ὑπὸ τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου. Νὰ παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορά της εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§4ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως νομίζω, ὅτι εἶναι ἡ ἐξακολούθησις ἐπὶ τῶν λαυριακῶν, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλή....
§6ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Παρακαλῶ, κ. πρόεδρε, δύω λέξεις ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς. Περὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως ἐγένετο νόμος εἰς τὰ 1853 καὶ παρεχωρήθησαν εἰς αὐτὴν τὴν οἰκογένειαν κτήματα τὰ ὁποῖα ἔμελλον κατόπιν νὰ παραχωρηθῶσιν κατὰ τὸν περὶ νεοφωτίστων νόμον. Αὐτὴ ἡ οἰκογένεια τοῦ Μέτου εἶναι μία ἀπὸ τὰς διακεκριμένας οἰκογενείας, διότι καίτοι ἔχων τὴν εὐκολίαν νὰ μετοικήσῃ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα καὶ μεταβῇ εἰς τὴν Τουρκίαν δὲν ἠθέλησε, οὐ μόνον ἀλλ’ ἐπροτίμησε νὰ μένῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐπροτίμησε νὰ μένῃ εἰς τὸν στρατὸν τὸν Ἑλληνικὸν, καὶ νὰ ἐξασκήσῃ ἐκεῖ τὴν ἰατρικὴν ὡς χειροῦργος ἀπὸ τοὺς διακεκριμένους, καὶ διὰ τῆς τέχνης του αὐτῆς ὠφέλησε τὰ μέγιστα τοὺς Ἕλληνας τοὺς πληγωθέντας κατὰ τὴν ἐπανάστασιν. Ὁ Μέτος κατέχει εἰς τὴν ἑλληνικὴν ἱστορίαν τὴν θέσιν ἐν Πελοποννήσῳ ἣν κατέχει ὁ Κούρταλης ἐν τῇ Στερεᾷ· εἰς τὸν Κούρταλην ἐδόθησαν διὰ νόμου κτήματα. Εἰς τὸν Μέτον ἐπίσης ἀπεφασίσθη τὰ κτήματα αὐτὰ νὰ δοθῶσιν. Δὲν ἠξεύρω ποῖος καὶ διατί εἶπον, πρέπει ὅτι νὰ δώσωμεν μίαν διασάφησιν, ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὁ συντάξας καὶ προτείνας τὸν νόμον ὅστις ἐπεκυρώθη δὲν ἐνόησα. Εἶπε, λέγει, ὁ νόμος ἀτομικῶς ὅταν αὐτοὶ ἔχουν νὰ λάβουν. Καὶ ἐπειδὴ οὕτω κακῶς ἑρμηνεύθη ὁ νόμος, ἔμεινεν αὐτὴ ἡ οἰκογένεια ἄνευ καμμιᾶς συνδρομῆς, ἐνῷ ἔπρεπε τὸ δημόσιον νὰ τὴν ἀμείψῃ διὰ τοὺς κόπους καὶ διὰ τὴν ἀπόφασιν τὴν πατριωτικωτάτην τὴν ὁποίαν ἔκαμε. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι αὐτὴ ἡ αἴτησις, ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ εἶναι λελυμένη, νὰ σταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν λαμβάνον ὑπ’ ὄψιν ὅσα ἐγένοντο καὶ τὸ διάταγμα καὶ τὸν νόμον, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ μίαν πρότασιν ἢ νὰ κάμῃ ἓν διάταγμα τὸ ὁποῖον νὰ ἐξηγήσῃ αὐτὸν τὸν νόμον, ἢ ἐπειδὴ ὑπάρχει τώρα ἡ Βουλὴ, νὰ τὸν φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως δοθῇ μία ἑρμηνεία ἐξάγουσα εἰς τὸν λόγον ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσεν τὴν σύνταξιν καὶ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ τοῦ νόμου.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τοῦτο;
§8ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἥτις νὰ ἐξετάσῃ ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα.
§9ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου πρέπει νὰ τοῦ δοθῇ αὐτὸ, ὅπως ἐδόθησαν καὶ εἰς ἄλλους καὶ μάλιστα ὄχι δικαίως· αὐτὸς ὄχι μόνον ἦτο χρήσιμος εἰς τὴν ἐπιστήμην, ἀλλ’ ἐνώπιόν μου, εἰς ἓν χωρίον ἀπ’ ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν, μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν τρεῖς Τούρκους ἐσκότωσεν ἔμπροσθέν μου, λοιπὸν ἂν λέγω, ἀδικηθῇ ἡ γυναῖκα του καὶ τὰ ὀρφανὰ, εἶναι ἄδικον.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί παραδέχεται λοιπὸν ἡ Βουλὴ, νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἢ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν;
§11ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλὰ καλά. — Λοιπὸν ἐξακολουθεῖ ἡ τρίτη συζήτησις ἐπὶ τῶν Λαυριακῶν.
§13ΤΙΝΕΣ. Ἡ ψηφοφορία ἡ διακοπεῖσα προχθὲς τί γίνεται;
§14ΕΤΕΡΟΙ. Ἀφήσατε αὐτά.
§15ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Μετὰ τὰ Λαυριακά.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τίθεται ὑπὸ συζήτησιν διὰ τρίτην φορὰν ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου· θέλει κανεὶς τὸν λόγον;
§17ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ ἀρχὴ, κύριε Πρόεδρε, δὲν προδικάζει, νομίζω. Δὲν ἐννοεῖ ἡ βουλὴ βεβαίως, παραδεχομένη τὴν ἀρχὴν, νὰ προδικάσῃ κανὲν ἐκ τῶν ζητημάτων τὰ ὁποῖα ἀνεπτύχθησαν καὶ θὰ ἀναπτυχθῶσιν.
§18ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὤφειλα νὰ ἐρωτήσω, διότι ἐπροτείνετο ἡ ἰδέα τῆς ἀναβολῆς ὡς πρὸς τὴν διάθεσιν· περὶ διαθέσεως αὐτὸ εἶναι, δηλ. ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Ἕως τώρα ἀπεκρούετο ἡ ἰδέα τῆς διαθέσεως.
§20ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καμμία πρότασις περὶ ἀναβολῆς δὲν ἔγεινε· ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως ὑπῆρξαν διαφωνίαι. Ἄλλοι εἶπον πρὶν ’γείνῃ ὁ νόμος εἴτε ἐκαμίνευσις εἴτε ἄλλο τι, νὰ ’γείνῃ ἡ σπουδὴ, δηλ. ἡ καταμέτρησις κλπ. Αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι ἀναβολή. Τὸ νομοσχέδιον σκοπὸν ἔχει νὰ προκαλέσῃ τὴν σύμπραξιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων, τόσον τοῦ Λαυρίου, ὅσον τῶν καὶ ἀλλαχοῦ· ὡς πρὸς τὸν τρόπον ὑπῆρξεν διαφωνία· ὥστε εἴμεθα πάντες σύμφωνοι νὰ ληφθῇ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν καὶ θεωρηθῇ ὡς ἀντικείμενον νομοθεσίας τὸ τῶν ἐκβολάδων.
§21ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ συζήτησις περιεστράφη εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ κυβέρνησις καὶ εἰς μίαν πρότασιν τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κύριος Δημητριάδης καὶ ἄλλοι. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον πρόκειται νὰ κανονισθῇ ὁ τρόπος τῆς διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων ὡς ἐθνικῶν. Ὁ κύριος Δημητριάδης ἔχει πρότασιν εἰς τὸ προεδρεῖον δι’ ἧς προτείνει ν’ ἀναβληθῇ ὁ τρόπος τῆς διαθέσεως. Ἑπομένως ἔχομεν δύο προτάσεις ὅλως διόλου ἀντιθέτους. Τὸ μὲν νομοσχέδιον λέγει ἀπὸ τοῦδε νὰ κανονισθῇ ὁ τρόπος τῆς διαθέσεως. Μὰ θὰ γείνῃ μετὰ 12,15 μῆνας, αὐτὸ αἱ λεπτομέρειαι θὰ τὸ δείξουν· οἱ λοιποὶ εἶπον ὄχι, τίποτε νὰ μὴ κάμωμεν περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαθέσεως, παρὰ νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸ ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι ἐθνικαί, περὶ δὲ τοῦ τρόπου τῆς διαθέσεως θὰ σκεφθῶμεν μετὰ ταῦτα, θὰ εἰσαχθῇ εἰδικὸς μάλιστα νόμος λέγει ἡ πρότασις, βάσις τοῦ ὁποίου θὰ ᾖναι ἡ μειοδοσία, καὶ διὰ λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου. Ἔχομεν λοιπὸν πρότασιν καταστρέφουσαν καθαρῶς τὸ νομοσχέδιον· ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ τῆς διαθέσεως, ὑμεῖς προτείνετε ν’ ἀναβληθῇ ὁ τρόπος τῆς διαθέσεως· νομίζω εἶναι καθαρόν.
§22ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι λεπτομέρεια αὐτὸ τοῦ ἄρθρου 2· ἡ ἀρχὴ εἶναι ὅτι αἱ ἐκβολάδες ἦταν ἀνέκαθεν ἐθνικαί.
§23ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁπωσδήποτε ἡ παραδοχὴ τῆς ἀρχῆς δὲν προδικάζει τὰς λεπτομερείας, εἶμαι σύμφωνος.
§24ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν ὑπάρχει διαφωνία ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς διαθέσεως, οὔτε ἡ ἀναβολὴ ἢ πρότασις περὶ ἀναβολῆς δὲν ἀποκλείεται ἀπὸ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ἀπὸ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Καθ’ ὅσον ἐκατάλαβα τινὲς θέλουν νὰ εἴπῃ ἡ Βουλὴ πῶς θὰ διατεθοῦν ἀπὸ τοῦδε αἱ ἐκβολάδες, ἄλλοι προτείνουν ἀφοῦ τὸ ὑπουργεῖον κάμῃ τὰς ἐρεύνας του, νὰ φέρῃ αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα εἰς τὰς ὄψεις τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ τίνι τρόπῳ πρέπει νὰ διατεθῇ αὐτὸς ὁ πλοῦτος, ἐὰν ᾖναι πλοῦτος, αὐτὰ τὰ πτωχὰ χώματα, ἐὰν ᾖναι χώματα· αὐτὴ ἡ ἰδέα ἦτο ὅλη· ὥστε σπουδαία πρότασις περὶ ἀναβολῆς δὲν ὑπάρχει. Κύριοι, ἐπειδὴ εἶπα 10 λέξεις, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω καί τινας ἄλλας. Τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ σπουδαῖον. Ἠκολούθησα μετὰ προσοχῆς τοὺς σπουδαίους ῥήτορας, οἱ ὁποῖοι ἀλληλοδιαδόχως ἀνέβησαν αὐτὸ τὸ βῆμα, καὶ πραγματικῶς διέχυσαν μέγα φῶς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ. Εἰς ἐμὲ δὲν μένει εἰμὴ νὰ σταχυολογήσω, ἄλλοι ἐθέρισαν· τῳόντι τὸ ζήτημα ἢ μᾶλλον ἡ συζήτησις ἐξηντλήθη σχεδὸν ἀπὸ τοὺς προαγορεύσαντας· αὐτοὶ τὸ ἐξέτασαν καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιστημονικὴν ἔποψιν καὶ ὑπὸ τὴν ἱστορικήν· δὲν μένουν δι’ ἡμᾶς εἰμὴ ὀλίγα ζητήματα ἀφορῶντα τὴν ἐφαρμογὴν, τῶν ὁποίων ἡ λύσις νομίζω ὅτι δὲν εἶναι πλέον δύσκολος, καθ’ ὅσον καὶ ἐκ τῆς φυσιογνωμίας τῆς Βουλῆς δύναταί τις νὰ εἰκάσῃ. Τῳόντι γαληνιαία, ἀπροκατάληπτος φαίνεται ἡ Βουλή, ἑτοίμη νὰ ψηφίσῃ τὸν νόμον ἐκεῖνον, ὅστις θέλει φρουρήσει ἕνα μέγαν πλοῦτον, ἐὰν ἀληθεύῃ, ὡς μᾶς παρέστησαν ἕως τώρα, καὶ ἐγὼ πιστεύω ὅτι ἀληθεύει· δὲν πρέπει δὲ ν’ ἀρνηθῶμεν ὅτι εἰς τοῦτο συνετέλεσαν πολὺ οἱ σπουδαῖοι ἐν τῇ Βουλῇ ῥήτορες, διότι ὄχι μόνον βαθέως ἐμελέτησαν, ἀλλὰ καὶ ἐπραγματεύθησαν τὸ ζήτημα μὲ τὴν μετριοπάθειαν ἐκείνην ἡ ὁποία δὲν ἐρεθίζει τὰ πάθη, καὶ πιστεύω ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς ἓν σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ὅλοι ἐσυμφωνήσαμεν ἤδη ἢ θὰ συμφωνήσωμεν. Τὸ κατ’ ἐμὲ, κύριοι, ἀφοῦ ἤκουσα τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας μᾶς ὑπέβαλον περὶ τῶν νομοθεσιῶν τῶν ξένων ἐθνῶν καὶ μᾶς ἔπεισαν ὅτι τὰ μέταλλα, ὅτι αἱ ἐκβολάδες, εἶναι περιουσία ἐθνικὴ, νόμημα βασιλικὸν, ὅπως θέλετε ὀνομάσετε τὸ, δικαίωμα τῆς ἐπικρατείας, περιουσία τῆς ἐπικρατείας, ἐνέσκηψαν πολὺ εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τῆς ὁποίας συνώδευσε τὸ νομοσχέδιον· ἀποδίδω πολλὴν ἀξίαν, κύριοι, εἰς τὰς ἐκθέσεις τὰς συνοδευούσας τὰ νομοσχέδια, διότι εἰς αὐτὰς ἐνυπάρχει ὁ νοῦς τοῦ νομοθέτου, ἐκεῖ δύναταί τις νὰ ἴδῃ τί θέλει, τὶ σκοπεῖ αὐτὴ ἡ ἐξουσία ἡ ὁποία προτείνει τὸν νόμον. Ἀνέγνωσα τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ἀφοῦ ἐτυπώθη, καὶ ἅπαξ καὶ δὶς καὶ τρὶς καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ ἐπιφέρω ὀλίγας παρατηρήσεις. Δὲν ταράττω αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὰς εὐαρέστους ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας ἔπαθεν ὁ κύριος ὑπουργὸς ὅταν εἰσῆλθεν εἰς τὴν πόλιν τοῦ Λαυρίου, τὴν ὁποίαν αἱ εὐεργετικαὶ προαιρέσεις τῆς ἑταιρίας ἤγειραν εἰς τὸ μέσον τῆς ἐρήμου· κύριοι, μίαν μόνον παρατήρησιν ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐπιφέρω εἰς τοῦτο· ὅτι αἱ δαπάναι αἱ καταβληθεῖσαι διὰ τὴν ἀνάγκην τῆς πόλεως δὲν ἀνήκουσιν, εἰμὴ εἰς αὐτὰς τὰς σκωρίας, καὶ κατὰ μέγα μέρος εἰς τὴν ἰδικήν μας ἀγαθότητα. Ἄλλως τε, κύριοι, ἡ πόλις τὴν ὁποίαν ἀκούετε δὲν εἶναι πόλις, ἀλλ’ ἓν ἐργοστάσιον. Κάμνω αὐτὴν τὴν διάκρισιν μεταξὺ πόλεως καὶ ἐργοστασίου, διότι αἱ μὲν πόλεις εἶναι παντοτειναὶ κατοικίαι τῶν ἀνθρώπων, τὰ δὲ ἐργοστάσια προσωρινὰ ἐνδιαιτήματα τὰ ὁποῖα δὲν ὑφίστανται ἅμα παύσῃ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἀνηγέρθησαν· καὶ πραγματικῶς ἅμα τελειώσουν αἱ σκωρίαι, καὶ εἶναι ἐν τῷ τελειοῦσθαι, αὐτὸς ὁ τόπος, ἐὰν δὲν ὑπῆρχον αἱ ἐκβολάδες, αἵτινες ἤδη παρουσιάζονται, αὐτὸς ὁ τόπος ἤθελε μείνει ἔρημος, ὅπως ἦτο προτήτερα, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι δὲν θέλει ἔχει πλέον τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον εἶχε μέχρι τοῦδε ὡς περικλείων εἰς τὰ σπλάγχνα του μίαν περιουσίαν τόσον πολύτιμον, τόσον μεγάλην. Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τοὺς κανονικοὺς δρόμους, τοὺς ὁποίους ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἀπήντησεν εἰς τὸ μέσον τοῦ δάσους, καὶ ἐκεῖ νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῇ ὁ κ. ὑπουργὸς ὅτι αὐτοὶ οἱ δρόμοι οἱ σημαντικώτεροι κατασκευάσθησαν εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἡ κυβέρνησις εἶχε συμφέρον νὰ βεβαιώσῃ ὅτι ἐκεῖ ὑπῆρχε δάσος ἀνῆκον εἰς τὸ ἔθνος, καὶ ὅμως εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν κατεβλήθησαν ὅλαι αἱ προσπάθειαι διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ δάσος, καὶ βέβαια ἔπρεπε ὡς ἐν μέσον τῆς κατασκευῆς τοῦ δάσους νὰ μεταχειρισθοῦν καὶ τὴν κατασκευὴν τῶν δρόμων. Ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ ἴδῃ μᾶλλον εἰς τὴν κατασκευὴν αὐτῶν τῶν δρόμων οὐχὶ σκοπὸν κατασκευῆς δρόμων ἀλλὰ ἕνα σκοπὸν, ἓν πνεῦμα παραβιάσεως τῶν κανονισμῶν τῆς δασονομικῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἂν ὁ κ. ὑπουργὸς λάβῃ τὸν κόπον ν’ ἀναγνώσῃ ἐν τοῖς ἀρχείοις τὰ διατρέξαντα, θὰ ἴδῃ ὅτι ἕνεκα αὐτῶν τῶν δρόμων ἐγένοντο ἀλλεπάλληλοι καταμηνύσεις ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἐκ μέρους τῆς ὑπηρεσίας. Δὲν δύναμαι νὰ παρακολουθήσω τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν φίλον μου κύριον Σωτηρόπουλον, εἰς τὰς ἐκδρομάς του πρὸς τὰ μέρη τῶν ἐκβολάδων, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκοντο εἰς τὰς ὑπωρείας σχεδὸν τοῦ ὄρους τῆς Βήσσης, διὰ νὰ δοκιμάσῃ ἂν αἱ ἐκβολάδες εἶναι χώματα κινητὰ ἢ ἀκίνητα, διότι πραγματικῶς εἶμαι γέρων, οἱ πόδες μου δὲν μὲ βοηθοῦν· ἀπορῶ ὅμως πῶς δὲν ἐφοβήθη ὁ κύριος Σωτηρόπουλος, μήπως εἰς ἐκεῖνο τὸ ὕψος τῆς Βήσσης περιΐπταται ἀκόμη καμμία ἀρχαία θεότης, καὶ τὸν ὑποπτευθῇ ὅτι ὑπῆγεν ἐκεῖ οὐχὶ διὰ νὰ παρατηρήσῃ ἐὰν αἱ ἐκβολάδες κινοῦνται ἢ εἶναι ἀκίνητα χώματα, ἀλλὰ διὰ νὰ τολμήσῃ ὅ,τι ἐτόλμησαν οἱ υἱοὶ τοῦ Ἀλωέως ἐπισωρεύσαντες τὴν Ὄσσαν ἐπὶ τοῦ Ὀλύμπου καὶ τὸ Πήλιον ἐπὶ τῆς Ὄσσης ὅπως κατασκευάσωσιν οὕτω κλίμακα καὶ πρόσβασιν ἐπὶ τὸν οὐρανόν. Τὸ λέγω τοῦτο, διότι δὲν πιστεύω νὰ ἠμπορῇ σήμερον κανεὶς νὰ διακρίνῃ εἰς ποῖον σημεῖον χωρίζονται αὐτοὶ οἱ μεγάλοι ὄγκοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν βάρος πολλῶν ἑκατομμυρίων διὰ νὰ δυνηθῇ οὕτω νὰ δοκιμάσῃ, ἂν ᾖναι κινητοὶ ἢ ἀκίνητοι. Ὅτι εἶναι κινητοὶ δὲν εἶναι ἀμφιβολία, ὡς ἐξ αὐτοῦ τοῦ ὀνόματος· ἡ λέξις ἐκβολάδες εἶναι ἑλληνικωτάτη καὶ σημαίνει ὅτι ἀρχικῶς ἦσαν ἐν τοῖς σπλάγχνοις τῆς γῆς καὶ ἐξορυχθεῖσαι μετεκομίσθησαν ἔξω, ἤγουν ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας, καὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ λάβουν τὴν στερεότητα, τὸ συμπαγὲς τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ φυσικὴ ὀρυκτολογικὴ σύνθεσις τῆς πρωτογενοῦς γῆς. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ κύριον ζήτημα. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἔχει, κύριοι, δύο μεγάλα προτερήματα, ὅταν λαλῇ, ἔχει ψυχρότατον αἷμα, καὶ δὲν ἠξεύρω ἂν τὸν παρετήρησε κἀνείς ποτε θυμωμένον, καὶ τοῦτο εἶναι σπουδαῖον. Δεύτερον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπίσης σπουδαῖον, κύριοι, εἶναι σαφὴς εἰς τὰς ἐκφράσεις του· εἶναι ἀδύνατον νὰ ὁμιλήσῃ καὶ ἐγὼ νὰ μὴ τὸν ἐννοήσω, ὡς καὶ πᾶς ἄλλος ὅστις προσέξῃ εἰς τὴν ὁμιλίαν του, καὶ μολοντοῦτο εἰς τὸ περὶ ἰδιοκτησίας ζήτημα εἶναι ἀσαφὴς, δὲν τὸν ἐνόησα, τοὐλάχιστον ἐγώ. Αἱ ἐκβολάδες λέγει εἶναι ἐθνικαί, καὶ ἔπειτα τί λέγει; ὑπάρχουν ἰδιοκτῆται καὶ πρέπει νὰ ἀποζημιωθοῦν. Παρακάτω προσθέτει, δὲν εἶναι παράξενον αὐτὴ ἡ ἰδιοκτησία νὰ γείνῃ ἐδική μας ὡς ἐκ τῆς προσκτήσεως τοῦ δάσους. Κύριοι, ἐὰν αἱ ἐκβολάδες ᾖναι ἐθνικαί, καὶ εἶτα καὶ τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ ἵστανται, εἶναι ἐθνικὸν καὶ ἡ ἐπιφάνεια αὐτῆς εἶναι ἐθνική. Ἐὰν δὲ θέλῃ νὰ δώσῃ τὴν ἐπιφάνειαν εἰς τοὺς λεγομένους ἰδιοκτήτας, τότε θὰ εἴπῃ ὅτι μὲ τὸ ἓν χέρι δίδει καὶ μὲ τὸ ἄλλο ἀφαιρεῖ. Πῶς εἶναι ἔπειτα δυνατόν, κύριοι, νὰ ὑπάρχουν ἰδιοκτῆται τοῦ ἐδάφους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου κεῖνται αἱ ἐκβολάδες; Ἢ ὑπῆρχον τότε ἰδιοκτῆται τοῦ ἐδάφους, ἤγουν πρὸ 2500 ἐτῶν, καὶ ὅταν τὰ χώματα ἐῤῥίπτοντο ἐπ’ αὐτοῦ ἔμειναν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους ὑποκάτω τῶν ἐκβολάδων καὶ τότε δὲν ἠμποροῦν νὰ ὑπάρχωσιν οὔτε αὐτοὶ, οὔτε τὸ μνημόσυνον αὐτῶν, ἢ δὲν ὑπῆρχον, ἢ, ὑπάρξαντες, ἀπεχώρησαν ἀπὸ τὸν κατακλυσμὸν τῶν χωμάτων καὶ ἑπομένως ἐζήτησαν ἱκανοποίησιν καὶ τὴν ἔλαβον· διότι καὶ τότε, κύριοι, ὑπῆρχον δικαστήρια, νόμοι καὶ νόμοι αὐστηροὶ, νόμοι εἰς Κράτος μάλιστα δημοκρατικὸν, ὁποία ἦτο ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν, καὶ δὲν ἠδύναντο νὰ ἐγγίσωσι τὴν περιουσίαν τοῦ ἐλευθέρου πολίτου, χωρὶς νὰ τὸν ἀποζημιώσουν πρότερον. Νὰ ζητῶμεν λοιπὸν σήμερον ἔδαφος ἀνῆκον εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, κάτω τῶν ἐκβολάδων, εἶναι λογικῶς καὶ νομοθετικῶς κἄτι τι, ὕστερον ἀπὸ 2000 χρόνους, τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν τὸ καταλαμβάνω καὶ εἰς τοῦτο ἐπιθυμῶ ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὲ φωτίσῃ. Εἶχον, κύριοι, νὰ εἴπω ἓν ἀνέκδοτον, ἀρκετὰ ἀστεῖον, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι πάρα πολὺ σπουδαῖον τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, δὲν τὸ λέγω τώρα, νὰ μοὶ ἐνθυμίσητε νὰ τὸ εἴπω ἄλλοτε.
§25ΠΟΛΛΟΙ. Τώρα, τώρα.
§26ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Μὲ βιάζετε, κύριοι;
§27ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§28ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κύριοι, ἕνας περιηγητὴς Ἄγγλος εἶχε πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως ἐπισκεφθῆ τὴν γέφυραν τοῦ Ὀρχομενοῦ ἢ Χαιρωνείας κατὰ μῆνα Ἰούλιον εὗρε δὲ ὑποκάτω τῆς γεφύρας ἕνα λουόμενον, ὅστις ὠνομάζετο Δημήτρης.
§29ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μπαρπαδημήτρης.
§30ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὁ Μπαρπαδημήτρης μάλιστα, ὅστις ἐλούετο· ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι αὐτοὶ οἱ περιηγηταὶ σημειόνουν ὅ,τι βλέπουν. Ἕνας ἄλλος περιηγητὴς ἦλθε κατόπιν, οὐχὶ τὸν Ἰούλιον ἀλλὰ τὸν Ἰανουάριον μετὰ 5–10 χρόνους καὶ εἷς τῶν φίλων μου συνώδευσεν αὐτὸν ὡς Κικέρων, καὶ μοὶ ἐδιηγήθη τὸ γεγονός. Πῆγε λοιπὸν εἰς τὴν γέφυραν καὶ ὁ Κικέρων ἐρωτώμενος εἶπεν εἰς τὸν περιηγητὴν αὐτὴ εἶναι ἡ γέφυρα, ἀλλ’ οὗτος δὲν ἐπείθετο, λέγων, ἐὰν ᾖναι αὐτὴ ἡ γέφυρα Dove Demetrius; Ποῦ εἶναι ὁ Δημήτριος; κατὰ τὸν Ἰανουάριον ἐζητοῦσε τὸν Δημήτριον, ὅστις ἐλούετο κατὰ τὸν Ἰούλιον πρὸ δέκα ἐτῶν! Τὸ ἀνέκδοτον τοῦτο ἔχει, πιστεύω, κἄποιαν ἀναλογίαν, μὲ ὅ,τι πράττομεν σήμερον ζητοῦντες ἰδιοκτήτας τοῦ ἐδάφους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου κεῖνται αἱ ἐκβολάδες ὕστερον ἀπὸ 2,000 χρόνους. Αὐτὸ εἶναι δι’ ἐμέ, ἐπαναλαμβάνω, ἀκατάληπτον. Μ’ ὅλον τοῦτο θέλω ἀκούσει μετὰ προσοχῆς τὸν ἔντιμον ὑπουργὸν διὰ νὰ πεισθῶ ἴσως, διότι ἄλλως αὐτὸ δὲν τὸ ἐννοῶ. Κύριοι, εἶναι αὐτὴ ἡ ἐξήγησις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τοσοῦτον ἀναγκαία, καθ’ ὅσον εἷς ἕτερος ὑπουργὸς, λαλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος, εἶπε προχθὲς· τί θέλετε περισσοτέρας ἐξηγήσεις; Εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι ἐθνικαί, περισσότερον μὴ ζητῆτε, διότι δὲν θὰ ὠφελήσετε τὴν ὑπόθεσιν. Ὑπάρχει λοιπὸν κανεὶς λόγος κρυπτόμενος, τὸν ὁποῖον δὲν θέλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν σήμερον; ὁ νόμος θὰ ἦναι ἀσαφὴς καὶ ποτὲ δὲν πρέπει εἰς ἓν Κοινοβούλιον νὰ γίνωνται νόμοι στηριζόμενοι εἰς τὴν ἀσάφειαν· αὐτὰ τὰ σκοτεινὰ χωρία τὸν παλαιὸν καιρὸν ἐχρησίμευον εἰς τὴν διπλωματίαν, ἀλλὰ σήμερον παντοῦ διαλάμπει ἡ εἰλικρίνεια, ἡ ἀλήθεια, ἡ εὐκρίνεια. Ὁ νόμος αὐτὸς, ὅστις περικλείει καὶ πρόκειται νὰ ἐξασφαλίσῃ ἓν μέγα ἐθνικὸν συμφέρον, πρέπει νὰ ἔχῃ τὸν λόγον τῆς ὑπάρξεώς του σαφῆ καὶ καθαρόν. Εἷς ὑπουργὸς ἔρχεται αὔριον εἰς τὴν ἐκτέλεσιν καὶ θὰ συγχισθῇ ἂν ἴδῃ ὅτι ὑπάρχει λόγος, ὁ ὁποῖος δὲν ἐξεκαθαρίσθη ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν πρέπει νὰ εἴπῃ σαφῶς τί σκέπτεται καὶ τί ἀποφασίζει, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ κανὲν σκοτεινὸν, τὸ ὁποῖον νὰ δίδῃ τὸ δικαίωμα εἰς ὑπουργὸν δειλὸν νὰ εἴπῃ· δὲν εἰμποροῦσα νὰ καινοτομήσω, νὰ παραβιάσω κἄτι τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνόησα. Αὐτὴ ἡ ἀσάφεια πρέπει νὰ ἐκλείψῃ καὶ δι’ ἕτερον λόγον. Αὔριον ἡ ὑπόθεσις ἔρχεται εἰς τὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ἀφορμὴν θέλουν νὰ καταδικάσουν τὸ δημόσιον, καὶ ἐνώπιον αὐτῶν ἡ ἀσάφεια τῶν νόμων ἔχει πολὺ βαρυτέρας συνεπείας. Προχθὲς εἷς τῶν ἀγορευσάντων μᾶς εἶπεν ὅτι ἐξεδόθη πρὸ μικροῦ ἀπόφασις δικαστικὴ, ἥτις λέγει περὶ σκωριῶν ταῦτα· ἀληθῶς τὸ μέρος αὐτὸ τοῦ δάσους ἐκηρύχθη δημόσιον, ἀλλ’ αἱ κείμεναι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ δάσους σκωρίαι δὲν ἠξεύρω, ἂν ἦναι δημόσιαι, διὰ τοῦτο πρέπει ν’ ἀποδείξῃ τὸ δημόσιον τὸ δικαίωμά του· καὶ ἐντούτοις ὑπάρχει ἡ περὶ δασῶν ὁριστικὴ ἀπόφασις τῶν δικαστηρίων, κηρύττουσα ὅτι εἶναι ἐθνικά· ὑπάρχει προσέτι εἰδικὸς νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ κυβέρνησις παρεχώρησε τὰς σκωρίας καὶ κανεὶς δὲν ἀντεῖπεν, ὅτι παρεχωρήθησαν ἰδιόκτητα πράγματα· εἰς τὸν νόμον τοῦτον, ὅστις εἶναι ἀληθὲς συμβόλαιον, ὁρίζεται ῥητῶς, ὅτι δι’ ὅσα δάση ἀκολούθως ἐπιδικασθῶσιν εἰς τὸ δημόσιον ὡς ἐθνικὴ ἰδιοκτησία, νὰ πληρώνῃ ὁ ἐργολάβος εἰς τὸ δημόσιον καὶ ἄλλα 20% καὶ ἐν τούτοις μεθ’ ὅλα ταῦτα ἀφῆκαν ἐκκρεμὲς ἓν δικαίωμα τοῦ δημοσίου, τὸ ὁποῖον ἐνόσῳ μένει ἐκκρεμὲς, ἠμπορεῖ νὰ γεννήσῃ μεγάλας ζημίας εἰς τὸ δημόσιον. Ἀληθῶς, κύριοι, ὅλα αὐτὰ τὰ μέρη τοῦ δάσους, τὰ ὁποῖα παρελάβομεν διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως, ἐξεγυμνώθησαν ἤδη ἀπὸ τὰς σκωρίας, καὶ, ὡς μανθάνω, πηγαίνουν αὗται νὰ ἐξαντληθῶσιν ἐντελῶς. Διατί ν’ ἀναβάλληται ἡ πληρωμὴ ἑνὸς δικαιώματος, τὸ ὁποῖον εἶναι θετικὸν, νομιμώτατον; Πρέπει λοιπὸν εἰς τὸν συζητούμενον νόμον τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἰδιοκτησίας νὰ καθιερωθῇ σαφῶς, εἰλικρινῶς, καθαρῶς, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ οὐδεὶς δισταγμός. Ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν θέλει νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸν ἐργολάβον ἐκ παντὸς τρόπου καὶ διὰ τοῦτο, μᾶς λέγει, προσδιώρισεν ἀκόμη καὶ τὸν μέγιστον ὅρον τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα θέλει καταβάλει εἰς τὴν καμίνευσιν τῶν ἐκβολάδων, καὶ ἔπειτα δὲν εἶναι ἀσυνέπεια ν’ ἀφήσῃ αὐτὸν τὸν ἐργολάβον εἰς τὴν διάκρισιν τῶν Λαυριακῶν ἀπαιτήσεων; πρέπει νὰ μὴ γνωρίζῃ τί θὰ ὑποχρεωθῇ, αὔριον νὰ πληρώσῃ; θὰ πληρώσῃ ἆραγε τὸ ἔδαφος τῶν ἐκβολάδων; θὰ πληρώσῃ τὸ ἔδαφος ὅπου θὰ ἀνεγείρῃ τὰ καταστήματά του; θὰ πληρώσῃ τὸν δρόμον, τὸν ὁποῖον θ’ ἀνοίξῃ ἵνα κοινωνήσῃ πρὸς τὴν γενικὴν ὁδὸν; Ὅλα αὐτὰ κύριοι, πρέπει νὰ ἐξακριβωθῶσι καὶ, εἰ δυνατὸν, νὰ προσδιορισθῇ καὶ ὁ ἐλάχιστος ἢ ὁ μέγιστος ὅρος τῶν ὑποχρεώσεων εἰς ἃς ὑποβάλλεται· καὶ πότε; ἂν ἡ ἰδιοκτησία ᾖναι ἄλλη παρὰ τὴν ἐπιφάνειαν τῶν ἐκβολάδων, ἄλλη παρὰ τὸ ἔδαφος τῶν ἐκβολάδων, διότι τὸ κατ’ ἐμὲ ἀφοῦ αἱ ἐκβολάδες εἶναι ἐθνικὴ περιουσία, καὶ τὸ ἔδαφος καὶ ἡ ἐπιφάνεια αὐτῶν εἶναι ἐθνικὴ περιουσία. Μετὰ τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας ἔρχεται κατ’ ἐμὲ ἕτερον ζήτημα τὸ σπουδαιότερον, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ περὶ διαθέσεως. Κύριοι, εἰς τοῦτο πραγματικῶς πρέπει νὰ ἐγκύψωμεν· διότι, ἀφοῦ ἐξακριβωθῶσι τὰ τῆς ἰδιοκτησίας ζητήματα καὶ ὅλα τ’ ἄλλα τὰ ὁποῖα ἕπονται, τὸ τῆς διαθέσεως εἶναι σπουδαιότατον, ἡ ἐπιτυχὴς λύσις αὐτοῦ εἶναι τὸ ἐπιστέγασμα τοῦ παντός· ἄλλως ματαίως ζητοῦμεν καὶ καθιεροῦμεν ἐθνικὸν πλοῦτον ὑπὲρ τοῦ δημοσίου. Ὁ κ. ὑπουργὸς, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι ἐκ τῶν ἀγορεύσεών του εἶπε «ἐξετάσαμεν ὅλα τὰ ζητήματα, ἤλθομεν δὲ καὶ εἰς τοῦτο, ἂν τὸ δημόσιον δύναται ν’ ἀναλάβῃ αὐτὴν τὴν ἐπιχείρησιν, καὶ εὕρομεν ὅτι τὸ δημόσιον εἶναι κακὸς ἐργολάβος καὶ ἑπομένως ἀνίκανον νὰ ἐμπιστευθῇ τις εἰς αὐτὸ μίαν τοιαύτην λειτουργίαν. Κύριοι, ἡ γνώμη αὐτὴ εἶναι ἀρχὴ οἰκονομικὴ, δυστυχῶς ἐπικρατοῦσα, καὶ ἴσως καὶ ἐγὼ τοῦτο μετεχειρίσθην καὶ ἴσως τὸ φρονῶ. Ἀλλὰ οἱ οἰκονομικοὶ ἀφορισμοὶ δὲν εἶναι ἀμετάβλητοι, δὲν πρέπει νὰ ᾖναι ἀπαράβατοι· διότι κατ’ ἐμὲ ἡ πολιτικὴ οἰκονομία ἀκόμη δὲν εἶναι ἐπιστήμη· διότι ἂν ἦτο ἐπιστήμη, ἤθελεν ἔχει ἀρχὰς ἀναλλοιώτως ἐφαρμοζομένας ἐπίσης εἰς ὅλα τὰ πράγματα καὶ εἰς ὅλους τοὺς τόπους. Καὶ ὅμως τοῦτο δὲν ἀληθεύει· οἱ οἰκονομικοὶ ἀφορισμοὶ εἶναι τῳόντι γνώσεις τινες διοικητικαί, αἱ ὁποῖαι φρονίμως, συνετῶς ἐφαρμοζόμεναι φέρουσι καρπούς. Ἔθιξα μόνον τὸ ζήτημα αὐτὸ πρὸς τὸ παρὸν, διότι θὰ ἐπαναληφθῇ ἴσως μετ’ ὀλίγον· διότι, κύριοι, ἂν ἄλλος τρόπος καταλληλότερος δὲν εὑρεθῇ διὰ τὴν διάθεσιν τῶν ἐκβολάδων, διὰ ποῖον λόγον νὰ μὴ ἐμπιστευθῶμεν τὴν ἐπιχείρισιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀντὶ νὰ δώσωμεν εἰς χεῖρας ἐργολάβου ἀναξίου πίστεως ἕνα μεγάλον πλοῦτον καὶ ν’ ἀναγκαζώμεθα ἔπειτα νὰ τρέχωμεν εἰς τὰ δικαστήρια; Δὲν εἶναι καλλίτερον νὰ μεταχειριζώμεθα αὐτὴν τὴν κυβέρνησιν, ὅταν παρουσιασθῇ ἡ ἀνάγκη, ὑποβάλλοντές την εἰς ὅρους εἰς τοὺς ὁποίους εὑρίσκομεν ἐγγυήσεις, ὅπως ἐξασφαλιζώμεθα κατ’ αὐτῆς εἰς μίαν ἄλλην πολὺ ἐκτεταμένην διαχείρισιν τὴν ὁποίαν καθ’ ἡμέραν ἔχει ὡς κυβέρνησις ἐκ πολλῶν ἑκατομμυρίων, χωρὶς ἐν τούτοις νὰ εὑρεθῇ τις νὰ εἴπῃ σπουδαίως, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἔκλεψε; Ἡ κυβέρνησις δὲν κλέπτει· δύναται νὰ σφάλῃ· ἀλλ’ ἓν σφάλμα τῆς κυβερνήσεως τὸ ὁποῖον θὰ συμβῇ ἅπαξ, καὶ τὸ ὁποῖον μετ’ ὀλίγον 200 βουλευταὶ καὶ 500 δημοσιογράφοι θὰ ἀνακαλύψουν, διορθόνεται. Πρέπει νὰ ῥίψωμεν αὐτὸν τὸν πλοῦτον εἰς χεῖρας ἰδιωτῶν, ἂν αὐτοὶ δὲν μᾶς παρέχωσι ὅλας τὰς ἐγγυήσεις; Ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς ἀναφέρει πολλοὺς τρόπους διαθέσεως. Νομίζω ὅμως ὅτι ἐσταμάτησεν ἐπὶ τέλους εἰς τὸ μέτρον τοῦ καταμερισμοῦ τῶν ἐκβολάδων εἰς πολλὰς μερίδας. Κύριοι, εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα ἔχω καὶ ἐγὼ μερικὰς ἰδέας, καὶ τὰς ἔχω οὐχὶ ἐκ τῆς θεωρίας, ἀλλ’ ἐκ τῆς πείρας, καὶ πείρας οὐχὶ τυχαίας. Ὁ συναγωνισμὸς ὁ δημόσιος φέρει καρποὺς, τὸ ὁμολογῶ, ἀλλ’ εἶναι μερικαὶ περιστάσεις εἰς τὰς ὁποίας δὲν ὠφελεῖ, βλάπτει ἀπ’ ἐναντίας· καὶ διὰ τοῦτο ὁ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμος καὶ εἷς ἕτερος νόμος τοῦ 1836, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ὁρίζει ὅτι εἰς πᾶσαν ἐπιχείρησιν πρέπει νὰ γίνεται δημόσιος συναγωνισμός. Ἀνεγνωρίσθησαν ὅμως ἀναγκαῖαι καὶ ἐξαιρέσεις τινές. Λοιπὸν ἡ ἐξαίρεσις καθιερώθη διὰ τοῦ νόμου εἰς δοθείσας περιστάσεις, καὶ διὰ νὰ βεβαιωθῆτε ὅτι ὀρθῶς ἐνομοθετήθη τοῦτο, παρατηρῶ ὅτι ὁ κύριος ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι ὁ συναγωνισμὸς δὲν φέρει τὴν αὔξησιν τῆς προσφορᾶς, ἤγουν θὰ μᾶς δώσῃ κέρδος· τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, προκειμένου λόγου περὶ συναγωνισμοῦ, ὅστις θὰ παρουσιασθῇ ὡς πρὸς τὴν παραχώρησιν. Ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς ὅτι θὰ ἔχῃ τὰ ἐναντία ἀποτελέσματα κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ προϊόντος. Ὅταν ᾖναι πολλοὶ ἐργολάβοι, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ μεταχειρισθῶμεν διὰ τὴν ἐπωφελεστέραν πώλησιν τοῦ πράγματος τὰ μέσα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μεταχειρίζεται, ὅστις εἶναι μόνος κύριος ἑνὸς προϊόντος πωλουμένου εἰς τὸ ἐξωτερικόν· ὅταν παρουσιάζωνται πολλοὶ πωληταὶ, ἠξεύρετε ὅτι ἡ ζήτησις εἶναι σχετική· ἂν ἡ προσφορὰ ᾖναι μεγαλητέρα, ἡ ζήτησις εἶναι μετριωτέρα· ὅ,τι λοιπὸν θὰ κερδίσωμεν ἐδῶ μὲ τὸν συναγωνισμὸν, ἐνδέχεται νὰ τὸ χάσωμεν ἐξωτερικῶς. Αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον, κύριοι, ἂν καλῶς τὸ ἐξετάσητε, θέλετε εὕρει ὅτι ὡς ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως ὡρίσθη ὡς μονοπώλιον, καὶ διατὶ νὰ μὴ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ αὐτὴν τὴν ἰδέαν τοῦ μονοπωλίου; διατὶ νὰ θελήσωμεν νὰ κατακερματίσωμεν αὐτὴν τὴν περιουσίαν, διὰ νὰ δώσωμεν δῆθεν ἄρτον εἴς τινας ἰδιώτας; Τὸ δημόσιον, δὲν χρεωστεῖ νὰ ζητήσῃ τὴν ὠφέλειαν ἐκείνων, οἵτινες θὰ ἀναδειχθῶσιν ἐργολάβοι, ἀλλὰ τὴν τοῦ δημοσίου, ἤγουν τῆς Ἑλλάδος ἁπάσης. Ὅταν, κύριοι, ἐπρόκειτο περὶ τῆς παραχωρήσεως τῆς σμύριδος τῆς Νάξου, εἶχόν τινες τὴν γνώμην, διὰ νὰ ἀποφύγωμεν ἐξωτερικὰς περιπλοκὰς, διότι, ὡς σᾶς εἶπον πρότερον ξένος τις ἐλθὼν ἠγόρασεν ἓν μέρος τῆς σμύριδος τῆς Νάξου, καὶ μὲ συνεβούλευσαν, ἐν οἷς καί τινες τῶν συνυπουργῶν, νὰ ἀφήσω τὸν ξένον ἀγοραστὴν νὰ καρποῦται τὸ μέρος τῆς σμύριδος τὸ ὁποῖον ἠγόρασε μὲ τὴν παρατήρησιν ὅτι ἔμεινεν ἀρκετὸν τὸ ὑπόλοιπον διὰ τὸ δημόσιον νόημα, τὸ ὁποῖον ἦτο πραγματικῶς τὸ δεκαπλάσιον. Κύριοι, δὲν συνεφώνησα μὲ τὴν γνώμην ταύτην καὶ ἐπέμεινα νὰ γείνῃ μονοπώλιον· ἄλλως ἤθελε καταστραφῆ. Ὁ ἰδιώτης ἐργολάβος ὅταν κερδίζῃ ἐκτὸς τῶν ἐξόδων καὶ δύο καὶ μίαν μόνον δραχμὴν τὸ καντάρι, ἤθελεν εὐχαρίστως προσφέρει τὸ προϊόν του, ἐνῷ τὸ δημόσιον, ὅταν ἔχῃ ἓν νόημα ὡς μονοπώλιον, ὡς εἶναι ἡ σμύρις καὶ ἤδη αἱ ἐκβολάδες, ὀφείλει νὰ τὸ διατηρήσῃ ὡς τοιοῦτον, διότι δύναται νὰ κερδίσῃ 9 καὶ 10 δραχ. καθότι δύο μόνον δαπανᾷ διὰ τὴν ἐξώρυξιν, ἐνῷ, ἐὰν εἶχε καὶ ἄλλους ἐργολάβους αὐτοὶ ὡς ἀντίζηλοι καὶ ἔχοντες συμφέρον νὰ τὸ ἐξαντλήσωσι ταχέως, ἤθελον ἐπὶ πολὺ καταβιβάσει τὴν ἀγοραίαν τιμὴν, καὶ τότε καὶ τὸ δημόσιον ἤθελεν ἀναγκασθῆ νὰ πωλήσῃ τὴν ἰδικήν του σμύριδα εἰς κατωτέραν τιμήν· καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ὁ ἔντιμος πρωθυπουργὸς κύριος Κουμουνδοῦρος εὑρέθη εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλῃ αὐτὸν τὸν ἄγριον, ἵν’ οὕτως εἴπω, δασμὸν κατὰ πέντε δραχμὰς τὸ καντάριον εἰς τὴν ἰδιωτικὴν σμύριδα, διότι ἔβλεπεν ὠφέλιμον νὰ διατηρήσῃ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου τὸ μονοπώλιον καὶ ἔκαμεν ὀρθῶς· καὶ βλέπετε ὅτι αὐτὸ τὸ μονοπώλιον ἔδωκε προχθὲς 700,000 καὶ ἐπέκεινα δραχ. δι’ ἓν ἔτος καὶ ἕνας τοιοῦτος πόρος δὲν εἶναι εὐκαταφρόνητος διὰ τὸ δημόσιον. Ὥστε, ὅταν κατορθωθῇ νὰ κανονίσωμεν καὶ τὴν διάθεσιν τῶν ἐκβολάδων ὅπως πρέπει, ὅπως ἀπαιτεῖ ἡ ὀρθὴ πολιτικὴ οἰκονομία, τότε θὰ ἔχωμεν ἕνα σημαντικὸν πόρον. Ὅθεν τὸ περὶ διαθέσεως ζήτημα πρέπει νὰ τὸ μελετήσωμεν καλλίτερα καὶ αὐτὴ ἡ ἰδέα τοῦ μονοπωλίου ἐπροτάθη ὑπὸ ἄλλην μορφὴν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι προχθὲς, καὶ ἀπὸ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Καλαβρύτων κύριον Ζαΐμην, εἰπόντα ὅτι ἠδύνατο νὰ παραδεχθῇ καὶ τὸ σύστημα τῆς μεταλλεύσεως τῶν ἐκβολάδων διὰ τῆς κυβερνήσεως. Αὐτὴ ἡ ἰδέα εἶναι σπουδαιοτάτη, εἶναι γόνιμος, καὶ παρακαλῶ τὸ ὑπουργεῖον νὰ τὴν λάβῃ ὑπὸ ὥριμον σκέψιν, νὰ τὴν μελετήσῃ βαθέως καὶ ἔπειτα νὰ εἴπῃ ναὶ ἢ ὄχι. Μετὰ τὸ δεύτερον ζήτημα, κύριοι, τὸ σπουδαιότατον καὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος τῆς ἰδιοκτησίας, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ σύστημα τῆς διαθέσεως, ἔρχεται καὶ τὸ περὶ προσόδου· ἀλλὰ τοῦτο, ὡς βλέπετε, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ σύστημα τῆς διαθέσεως. Ἂν π. χ. ἀναλάβῃ ἡ κυβέρνησις νὰ ἐκκαμινεύῃ αὐτὸν τὸν πλοῦτον, τότε ποίαν πρόσοδον ἔχομεν νὰ προσδιορίσωμεν; ἂν εἷς καὶ μόνος παρουσιασθῇ σπουδαῖος ἐργολάβος προσφέρων ἐγγυήσεις ἀσφαλείας μεγάλας, τὸ περὶ προσόδου ζήτημα πρέπει νὰ λυθῇ ἀναλόγως. Ἐάν ὦσι πολλοὶ ἐργολάβοι, τότε ἔχομεν νὰ ζητήσωμεν ἐγγυήσεις ἄλλας· ὥστε τὸ ζήτημα τοῦτο ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ σύστημα τῆς διαθέσεως, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ. Ὁ κ. ὑπουργὸς κατὰ τὰς σκέψεις ἀπέκρουσε τὴν ἰδέαν τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, ἀλλ’ ὅταν ἦλθε νὰ ἐξετάσῃ τὸ σύστημα τῆς καθαρᾶς προσόδου εἶπε, ὡς ἔγγιστα, ὅτι πρέπει πρῶτον νὰ γνωρίσωμεν τὴν πρόσοδον τὴν ἀκαθάριστον καὶ ὕστερον νὰ λάβωμεν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ μέτρον. Λοιπὸν ἰδοὺ ὅτι ἡ καθαρὰ πρόσοδος διὰ νὰ ὁρισθῇ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν γνῶσιν τοῦ ἀκαθαρίστου, καὶ τότε διὰ τί νὰ προτιμήσωμεν τὴν μίαν ἀντὶ τῆς ἄλλης; Ἐγὼ, κύριοι, δὲν ἔχω οἰκονομικοὺς ἀφορισμούς. Ἐγὼ ἀκόμη ταλαντεύομαι ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς καθαρᾶς προσόδου. Τί ἄλλο εἶναι, κύριοι, ἡ καθαρὰ πρόσοδος, εἰμὴ ἐκτίμησις, πρᾶξις στηριζομένη εἰς τὴν ἐκτίμησιν; Καὶ αὐτὴν τὴν ἐκτίμησιν τὴν εἴχαμεν εἰς τὸν τελωνιακὸν νόμον καὶ τὴν ἐξωρίσαμεν, πολλοὶ ἀλληλοδιαδόχως ὑπουργοὶ ἐνησχολήθησαν εἰς τοῦτο, καὶ ἦλθε ἐπὶ τέλους ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς κύριος Κουμουνδοῦρος καὶ εἶπεν δὲν θέλω ἐκτίμησιν ἀλλὰ βάρος. Ἠθέλησε, καὶ δικαίως, νὰ ἔχῃ βάσιν στερεὰν ὡς ὑπάρχει παρὰ τοῖς ἄλλοις ἔθνεσι, διότι ἡ ἐκτίμησις ἀπαιτεῖ ἐπιστημονικὰς γνώσεις. Ὅστις θὰ ἐκτιμήσῃ, πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὰ στοιχεῖα ἐξ ὧν σύγκειται τὸ ἐκτιμηθησόμενον εἶδος. Τί ζητεῖτε καθαρὰν πρόσοδον, ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς ὅλη φορολογεῖται μὲ τὸ σύστημα τῆς ἀκαθαρίστου; ἐσπούδασα, κύριοι, αὐτὰ τὰ πράγματα καὶ ἐπείσθην ὅτι τὸ εὐκολώτερον εἶναι ἀπὸ 100 χελώνας μόλυβδον νὰ λάβητε τὰς 30, διότι τοῦτο τὸ ἐννοεῖ ὁ καθείς· ἀλλὰ πῶς θὰ κάμωμεν τὴν καθαρὰν πρόσοδον; Δι’ ἀνικάνων; Ὄχι, διότι οἱ ἐκτιμηταὶ δὲν πρέπει μόνον νὰ ᾖναι ἀκεραίου χαρακτῆρος, ἀλλὰ προσαπαιτεῖται νὰ ᾖναι καὶ ἐπιστήμονες καὶ εἰδικοὶ ἄνθρωποι, πρέπει νὰ ἔχουν γνῶσιν τῶν τιμῶν, αἵτινες κυκλοφοροῦν εἰς τὴν ἀγορὰν τῆς Εὐρώπης. Ἐκτὸς τούτου καὶ περὶ αὐτῶν τῶν ἐξόδων διαφωνοῦν μεταξὺ των αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐξήτασαν ἐπὶ τόπου τὰ πράγματα, καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν ἰδίων, οἵτινες προέτειναν 380 δρ. βεβαιοῦται ὅτι καὶ 250 δρ. ὑπὸ αὐστηρὰν διαχείρησιν εἶναι ἀρκεταὶ δι’ ἔξοδα παρατηρήσατε, κύριοι, ὁ ἐργολάβος τῶν σκωριῶν πληρόνει σήμερον τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου, ἀφαιρουμένων οὐχὶ τοσούτων ἐξόδων, εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ ἐργολάβος θεωρεῖ τὰ ἔξοδα ὀλίγα, ἀλλ’ οἱ εἰδότες τὰ κρίνουν καὶ αὐτὰ ὑπέρογκα. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς, ὅτι ὁ ἐργολάβος καὶ μὲ αὐτὴν τὴν τιμὴν τὴν μετριωτάτην δὲν εὐχαριστεῖται· λέγει, ὅτι ζημιοῦται· καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι δὲν ζημιοῦται, ἀλλὰ κατ’ ἔτος ἐπαναλαμβάνει αὐτὸ τὸ τραγούδι, στηριζόμενος εἰς τὴν ἀγαθότητα καὶ εἰς τὴν εὐπιστίαν ἡμῶν· διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι 250 δραχ. δὲν εἶναι ὀλίγαι, καὶ σᾶς λέγω, ὅτι πρέπει νὰ προσέξητε, διότι ἄλλως θὰ σφάλωμεν. Τί δὲ εἶναι κύριοι, ὁ προσδιορισμὸς τῶν ἐξόδων παρὰ ἐκτίμησις; ἀλλ’ ἵνα γείνῃ ἡ ἐκτίμησις πρέπει ὁ ἀξιωματικὸς, διότι συνήθως ἀξιωματικοὶ λαμβάνουν τὰς τοιαύτας ἀποστολὰς, νὰ ἐστάθη ἐργολάβος, νὰ ἐκκαμίνευσε, νὰ ἠξεύρῃ πόσα στοιχεῖα ἀπαιτοῦνται διὰ νὰ καταρτίσῃ κάμινον, πόσον προσωπικὸν, καὶ νὰ ἔχῃ ἐν συντόμῳ ὅλας ἐκείνας τὰς γνώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται διὰ τὰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις· ἀλλ’, ἐπαναλαμβάνω, τὸ ζήτημα περὶ καθαρᾶς ἢ ἀκαθαρίστου προσόδου ἔρχεται κατόπιν· θέλω ἴσως τὸ ἀναπτύξει εἰς τὰ καθέκαστα· ἐξαρτᾶται δὲ ἐκ τοῦ εἴδους τοῦ συστήματος τῆς διαθέσεως, τὸ ὁποῖον θ’ ἀποφασίσητε νὰ παραδεχθῆτε. Τότε δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν, ποῖος τρόπος προσδιορισμοῦ τῆς προσόδου εἶναι ὁ καταλληλότερος καὶ συμφερώτερος· δὲν ἐπιθυμῶ, ὄχι! ὁ ἐργολάβος νὰ ζημιωθῇ, διότι ἂν ζημιωθῇ, δὲν θὰ μᾶς πληρώσῃ, καὶ εἴδατε ὅτι, ὅταν ἦλθε προχθὲς τὸ ζήτημα, ἵνα ὑποχρεώσωμεν τοὺς ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου νὰ πληρώσουν ἢ νὰ στερήσωμεν αὐτοὺς καθυστεροῦντας τῶν πολιτικῶν των δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα κατὰ τοὺς κειμένους νόμους ἔχουν, ἤτοι νὰ τοὺς κηρύξωμεν ἀτίμους, ἐγὼ εἶπον ὄχι.
§31ΣΑΡΑΒΑΣ. Χρῆσιν μικρὰν ἐκάματε.
§32ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἂν ἤμην κομματάρχης, ἠμπορούσατε νὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι πιέζομαι· δὲν εἶμαι ὅμως εἰμὴ ἁπλοῦς βουλευτής. Ἰδοὺ δὲ διὰ ποῖον λόγον, ἵνα δικαιολογήσω ἐμαυτὸν καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν ὡς καὶ εἰς ἄλλην, ἐθεώρησα τὸν περὶ καταδιώξεως νόμον οὐ μόνον ἐπαρκῆ, ἀλλὰ καὶ κάποτε τρομερόν. Καὶ θέλετε εὕρει εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὰ 1852 ἔγγραφον δι’ οὗ ἐπέπληξα σφοδρῶς τὸν ταμίαν Καλαβρύτων, διότι ἐπώλησεν ἑνὸς γεωργοῦ τὸν βόα ἢ ἄλλο τι, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, καὶ τοῦ εἶπον, ὅτι ὁ νόμος περὶ καθυστερούντων δὲν εἶναι μία ὑποχρέωσις διὰ τὸν ὑπουργόν, ἀλλ’ εἶναι ἀπειλὴ ἀφορῶσα τοὺς ὀφείλοντας καὶ δυστροποῦντας ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου, ἡ πρᾶξις μου αὕτη, τὴν ὁποίαν βεβαιοῦν ἐπίσημα ἔγγραφα, οὐ μόνον δὲν ἐπεκρίθη, ἀλλὰ οὐδ’ εὑρέθη ἕτερος νὰ τολμήσῃ νὰ ἐκδώσῃ τοιαύτην διαταγήν. Ἐγὼ τὸ ἔπραξα, διότι ἐνήργησα ἐκ πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν εἶχα καὶ ἔχω, ὅτι δηλαδὴ δὲν πρέπει νὰ ζητῶμεν πληρωμήν, ἀπὸ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος πράγματι δὲν ἔχει νὰ δώσῃ, καὶ μάλιστα εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅπου δὲν ἔχομεν εἰσέτι νόμον νὰ ἐξασφαλίζῃ τὸν ἀνίκανον φορολογούμενον καὶ πρέπει νὰ ἤμεθα ἐπιεικέστεροι· εἰς τὴν Γαλλίαν ὅπου ὁ λαὸς ἔχει εὐπορίαν, ὅπου ὑπάρχει τὸ σύστημα τὸ διανεμητικόν, οὐχὶ δὲ καὶ ἡ καθαρὰ πρόσοδος, ὅπου ὁ φορολογούμενος ζημιούμενος ἀπαλλάττεται τῶν φόρων, διότι ἰσχύει ἐκεῖ ὁ νόμος τῆς ἀπαλλαγῆς ὁ καλούμενος de dégrèvement· ἐκεῖ ὁ περὶ καταδιώξεως τῶν καθυστερούντων νόμος δὲν εἶναι τόσον αὐστηρός. Λέγων ταῦτα, κύριοι, θέλω νὰ σᾶς πείσω ὅτι δὲν εἶμαι ποσῶς κατὰ τῶν ἐργολάβων, διότι ἔχομεν ἀνάγκην τῆς ἱκανότητος τῶν ἀνθρώπων τούτων, ὅταν τοὺς καλοῦμεν νὰ μᾶς συντρέξουν, ὅπως δὲν εἶμαι καὶ κατὰ τῶν ἐνοικιαστῶν οἱ ὁποῖοι πράγματι ζημιοῦνται, ἀλλ’ εἶμαι κατ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι καταχρῶνται τῆς θέσεώς των. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα λοιπὸν τῆς καθαρᾶς καὶ ἀκαθαρίστου προσόδου ἐπιφυλάττομαι νὰ ὁμιλήσω· ἐν τέλει δὲ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ προσθέσω μίαν τελευταίαν παρατήρησιν· ἤκουσα τὸν ὑπουργὸν λέγοντα· ψηφίσατε τάχιον, γλήγορα, διὰ τί; διότι δὲν ἔχομεν χρήματα· ἂν προσμένετε ἀπὸ τὰς ἐκβολάδας νὰ κάμετε χρήματα, θὰ καταντήσωμεν νὰ φάγωμεν τὸ σημερινὸν αὐγὸν καὶ νὰ θυσιάσωμεν τὴν αὐριανὴν κότα.
§33ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἴπομεν ὅτι περιμένομεν παρὰ τῶν ἐκβολάδων νὰ οἰκομήσωμεν τὰς ἐπικειμένας ἀνάγκας μας.
§34ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὅ,τι εἴπατε εἶναι γραμμένον. Λέγω λοιπόν, ἐπειδὴ μέχρι τοῦδε οὐδὲ ὀβολὸν ἐλάβατε ἀπὸ τὰς ἐκβολάδας, νὰ τὰς θεωρήσητε καὶ τοῦ λοιποῦ ὡς μὴ ὑπαρχούσας καὶ νὰ ἐνασχοληθῆτε, ἐπειδὴ εἶσθε ἁρμόδιος, καὶ εἶσθε ὁ καταλληλότερος, νὰ καταστήσητε διὰ τὴν πατρίδα ἡμῶν πρόσοδον διαρκῆ καὶ θὰ μείνῃ τὸ ὄνομά σας ἀθάνατον, διότι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ χαρτοφυλάκια, μὴ λησμονήσετε ὅτι τὰ ¾ τῆς Βουλῆς τὰ διεχειρίσθησαν καὶ εἰς κανένα δὲν ἔμεινε τίποτε ἄλλο εἰμὴ τὸ καλὸν τὸ ὁποῖον ἠδυνήθησαν ὡς ὑπουργοὶ νὰ πράξωσιν. Ἔρχοννται οἱ ὑπουργοὶ καὶ παρέρχονται, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς μείνῃ καὶ θὰ σᾶς ὠφελήσῃ εἶναι νὰ χρησιμοποιήσητε διὰ τὴν πατρίδα αὐτὴν τὴν πρόσοδον, ὅπως καὶ ἐγὼ ἐν τῇ ταπεινότητί μου ἔπραξα εἰς τὴν σμύριδα τῆς Νάξου· ὑπέφερα χάριν αὐτῆς καταδιωγμοὺς, χίλια κακὰ, ἀλλὰ δὲν ἐπρόσεξα, οὐδὲ ὑπέκυψα εἰς οὐδεμίαν πίεσιν. Αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον λοιπὸν μὴ βιασθῆτε νὰ τὸ λύσητε, ἐξεναντίας γνωμοδοτῶ καὶ ἐπιθυμῶ τὸ ὑπουργεῖον νὰ συλλέξῃ ὅλας τὰς γνώμας, αἵτινες ἐκτίθενται ἐνταῦθα καὶ νὰ συντάξῃ τὸ νομοσχέδιόν του συμβουλευόμενο αὐτὰς, ἤθελον μάλιστα προτείνει μίαν γνώμην ἡ ὁποία μοῦ ἔρχεται τώρα εἰς τὸν νοῦν, ἀκούσατέ την παρακαλῶ. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν, αὐτὸ τὸ ἔθνος τὸ σπουδαῖον, τὸ ὁποῖον ἠξεύρει νὰ συζητῇ καὶ νὰ ὠφελῆται ἀπὸ τὰς συζητήσεις, ἠξεύρετε καλλίτερά μου τί κάμνουν εἰς τὰ σπουδαῖα ζητήματα· δὲν ἀποφασίζουν δι’ ἑνὸς νομοσχεδίου δι’ ὅλα ὁμοῦ τὰ σπουδαῖα ζητήματα, ἀλλὰ τὰ φέρουν ἀνὰ ἓν καὶ τὰ συζητοῦν καὶ ἀποφασίζουσι ἰδίᾳ δι’ ἕκαστον· τὴν ἀπόφασιν δὲ ταύτην ὀνομάζουσι resolution, par resolution· τοῦτο συνέβη καὶ εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῶν Ἰνδιῶν· ὅταν ὁ Δισραέλης ἀνέλαβε νὰ ὀργανίσῃ τὴν διοίκησιν αὐτῶν τῶν ἐπαρχιῶν, εἰσήγαγεν ἀλληλοδιαδόχως εἰς τὴν συζήτησιν τῶν Βουλῶν ἰδίας προτάσεις (resolution) ἑκάστη τῶν ὁποίων ἐσυζητήθη τακτικῶς ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας καὶ μὲ ὅλας αὐτὰς τὰς δώδεκα καὶ δεκατρεῖς ἀποφάσεις (resolution) ἐκάθησε καὶ συνέταξε τὸ περὶ τούτου νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον συζητηθὲν ἐγένετο δεκτόν. Βλέπετε, κύριοι, πόσα ζητήματα σπουδαῖα παρουσιάζονται αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἂν θελήσωμεν νὰ τὰ συγκεντρώσωμεν ὅλα εἰς ἓν χαρτὶ, ἠμποροῦμεν νὰ σφάλωμεν· λέγω δὲ αὐτὴν τὴν ἰδέαν οὐχὶ ὡς ὅρον ἀπαραίτητον διὰ νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας, τῆς διαθέσεως καὶ ὅλα ὅσα κατόπιν αὐτῶν ἔρχονται. Ἐννοῶ μόνον νὰ εἴπω ὅτι ἴσως δὲν εἶναι καλὸν νὰ συζητῆτε καὶ νὰ λύσητε ὅλον τὸ ζήτημα διὰ μιᾶς. Ἀλλὰ μὴ νομίζητε ὅτι θέλω τὴν ἀναβολὴν παντάπασιν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω εἶναι ἡ ἔρευνα, ἡ σπουδαιολογία διὰ νὰ καταστήσωμεν πλήρη τὸν νόμον ὅστις θὰ φρουρήσῃ τὴν περιουσίαν ταύτην. Ποῦ ἄλλοτε θὰ εὕρητε εἰς τὴν Βουλὴν ἐξ ἑκατὸν ὀγδοήκοντα ἀνδρῶν συγκειμένην αὐτὴν τὴν ὁμοφωνίαν; δὲν βλέπω νὰ λέγῃ οὐδεὶς ὄχι· ὠφεληθῆτε. Σεῖς δὲν ἔχετε ἐνδιαφέρον ν’ ἀποτύχῃ ἡ ὑπόθεσις, θέλετε ἀπ’ ἐναντίας νὰ ἐπιτύχῃ, καὶ ἱκανὰ εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι φῶτα, τὰ ὁποῖα δύνασθε νὰ συμβουλευθῆτε, καὶ ὡς ἐπὶ ἐδάφους οὐδετέρου νὰ σκεφθῆτε καὶ ἀποφασίσητε. Αὐτὰ τὰ ὀλίγα εἶχον νὰ εἴπω καὶ ἡ Βουλὴ ἂς πράξῃ ὅ,τι καλὸν καὶ ὀρθόν.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, νὰ τακτοποιήσωμεν τὴν συζήτησιν, διὰ νὰ ἠξεύρω καὶ ἐγὼ ποῖον δρόμον θ’ ἀκολουθήσωμεν. Νομίζω ὅτι καὶ ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Χρηστίδου περιεῖχε τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς, ὁ κ. ναύαρχος ἀπέσυρε τὴν πρότασίν του περὶ ἀναβολῆς, ὑπάρχει δὲ καὶ ἓν ἔγγραφον τοῦ κ. Δημητριάδου Ζέγγελη καὶ Ῥοντήρη· ἐρωτῶ ἐὰν τὸ ἀποσύρουν.
§36Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν λέγει ἀναβολὴν ἔχει τὸν τίτλον «περὶ διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων».
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγει «ὁ περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων εἰδικὸς νόμος θέλει στηρίζεσθαι εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ δημοσίου συναγωνισμοῦ, ἐὰν τὸ κράτος δὲν προτιμήσῃ τὴν ἄμεσον ἢ μέρους αὐτῶν μετάλλευσιν, θέλει εἰσαχθῆ εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἑπομένων διατάξεων» πρέπει λοιπὸν νὰ ἐκτελεσθοῦν αἱ διατάξεις πρῶτον. Τώρα ἀποσύρετε τὸ ἄρθρον; ὅλαι αἱ ἀγορεύσεις ἦσαν περὶ ἀναβολῆς, ὁ κ. Ζέγγελης ἀντέταξεν αὐτὴν τὴν ἀναβολὴν, ὁ κ. Χρηστίδης ἔφερε κατ’ ἐμὲ εἰς ἄλην τὴν ἀγόρευσίν του τὴν ἰδέαν τῆς ἀναβολῆς. Ἀποσύρετε σεῖς τὴν ἰδέαν τῆς ἀναβολῆς, κύριε Ζέγγελη, Ῥοντήρη καὶ Δημητριάδη; ὁ κ. Ῥοντήρης ἔφερε ἄλλο νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου λέγει, ἐὰν γείνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχὴ, φέρω τοῦτο τὸ νομοσχέδιον· εἶναι λοιπὸν σύμφωνος ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ αὐτὴ ἡ ἰδέα περὶ διαθέσεως;
§38ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Εἷς τῶν ὑπογραψάντων εἶμαι καὶ ἐγὼ καὶ διὰ τοῦτο δὲν δίδω τὸ δικαίωμα οὔτε εἰς τὸ προεδρεῖον νὰ διευκρινίσῃ τὴν ἰδέαν μου. Ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, τὸ νομοσχέδιον ἀνεγνώσθη πρὶν ἴδωμεν τί ἠδύνατο νὰ προτείνῃ ἡ κυβέρνησις καὶ δι’ αὐτὸ, ἐν αὐτῇ τῇ προτάσει τῇ ἐδικῇ μας, δὲν ἔγεινε παντάπασι λόγος περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαθέσεως, δὲν ἐξεφράσαμεν τὴν ἐπιθυμίαν τῆς διαθέσεως, διότι ὑπῆρχε πολὺ δύσκολον εἰς τὸ νὰ προβῇ τις ἀμέσως εἰς τὴν διάθεσιν, ἕνεκα τῶν λόγων τοὺς ὁποίους εἰς προηγουμένας συνεδριάσεις ἠκούσατε. Ἡ κυβέρνησις ἔφερεν κατόπιν ἓν νομοσχέδιον εἰς τὸ ὁποῖον ἐκανόνισε τὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι κατ’ ἐμὲ ἐθεωροῦντο ὡς δυνάμεναι νὰ διευκολύνωσι τὰς δυσχερείας διὰ τὴν διάθεσιν καὶ διὰ τοῦτο δὲν διαφωνῶ ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς διαθέσεως, καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν ὅτι ἀνεπτύχθη ἐναντία ἀρχή. Ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὰ καθέκαστα ν’ ἀναπτύξω ποία εἶναι ἡ κυρία βάσις τῆς προτάσεως τὴν ὁποίαν ὑπεβάλομεν.
§39Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μίαν παρατήρησιν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ὑπεβάλομεν δὲν ἐπράξαμεν οὐδὲν ἄλλο παρὰ νὰ κηρύξωμεν ὅτι αἱ ἐκβολάδες ἦσαν ἀείποτε τοῦ κράτους περιουσία, καὶ διὰ τοῦτο ὁ τίτλος αὐτὸς τὸν ὁποῖον ἡ πρότασις περιέχει ἀναφέρει περὶ διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων, ἀπὸ τοῦ τίτλου τούτου ἐξηγεῖται ὅτι πρόκειται περὶ περιουσίας ἀνηκούσης ἀείποτε εἰς τὸ κράτος· εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀναγραφῇ ἡ ἀείποτε ὕπαρξις αὐτῆς τῆς περιουσίας καὶ νὰ προσδιορισθῇ ἡ διάθεσις αὐτῆς ἐφεξῆς· διαφωνοῦμεν μόνον μετὰ τοῦ νομοσχεδίου τῆς κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως καὶ κατὰ τὸν χρόνον καὶ κατὰ τὸν τρόπον. Λοιπὸν δὲν καταλαμβάνω τί ἀναβολὴ ἐπροτάθη.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐγένετο δεκτὴ εἰς τρίτην συζήτησιν ἡ ἀρχὴ τῆς διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων. — Προβαίνομεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§41ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει τὸν τίτλον).
§42ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ τίτλος ἀποφασίζεται ἔπειτα.
§43ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). Ἄρθρον 1. Ἄρθρ. 1. Αἱ μεταλλοῦχοι ἐκβολάδες τῶν ἀρχαίων, ὁπουδήποτε τῆς ἐπικρατείας κεῖνται, θέλουσι διατεθῆ διὰ Νόμου πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου, ὡς ἀνήκουσαι εἰς τὸ κράτος. Ἐκβολάδες εἰσὶν οὐ μόνον τὰ μεταλλοῦχα χώματα, ἀλλὰ καὶ τὰ μέταλλα τὰ ὑπὸ τῶν ἀρχαίων ἐξωρυγμένα.
§44ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ παραδεχθῇ νὰ προστεθῇ μία περίοδος εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον, ἡ ὁποία εἶναι λίαν ἀναγκαία· μόνη ἡ ἀνάγνωσις τῆς προτάσεως ἀποδεικνύει ἀναγκαίαν αὐτὴν ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν ἐκβολάδων. «Ἐπίσης κατατάσσονται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν τῶν ἐκβολάδων καὶ ὅλοι οἱ ἐκ φύσεως σχηματισθέντες λόφοι, καὶ ἐκ χωμάτων τῆς αὐτῆς φύσεως τῶν ἐκβολάδων συγκείμενοι, ὅπου καὶ ἂν ὑπάρχωσι, ὡς καὶ ὅλα τὰ ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς μεταλλεύματα». Ἐξηγοῦμαι δι’ ὀλίγων ὡς πρὸς τὴν πρότασιν αὐτήν. Κύριοι, ὅταν ὑπῆγεν εἰς τὸ Λαύριον ἡ ἐπιτροπὴ, μέλος τῆς ὁποίας ἦτον ὁ κ. Παπαγεωργίου, καὶ περιῆλθε μετὰ τοῦ ἑκάστοτε τελώνου, ὁ ὁποῖος, πάλιν τὸ ἐπαναλαμβάνω εἰς τὴν Βουλὴν, προσέφερε πολυτίμους ὑπηρεσίας, περιῆλθε, λέγω, ὅλα τὰ μέρη καὶ τὰς δασικὰς περιφερείας καὶ πᾶν μέρος γῆς ὅπου ὑπῆρχον ἐκβολάδες, καὶ λόφοι ἐκ φυσικῶν, οὕτως εἰπεῖν, ἐκβολάδων, ἀπήντησαν ὁμοίας φύσεως λόφους, συγκειμένους ἐκ τῶν αὐτῶν συστατικῶν τῶν ἐκβολάδων μετὰ σχιστολίθων, οἱ ὁποῖοι εἶναι τὸ ἐξωτερικὸν γνώρισμα τῶν μεταλλείων. Αἱ θέσεις αὗται, ἐκτὸς τῶν ἤδη γνωστῶν καὶ διακρινομένων ὑπὸ διάφορα ὀνόματα, εἶναι αἱ ἑξῆς, αἱ ὁποῖαι περιέχουν ὁμοίας φύσεως ἐκβολάδας· πρῶτον εἰς τὴν Μάνδρα Σωτήρχου ὑπάρχουν χώματα ἀργυρομολυβδοῦχα τῆς αὐτῆς φύσεως μὲ τὰς ἄλλας ἐκβολάδας, τὰς εἰς τὰς θέσεις τὰς γνωστὰς κειμένας, περὶ τῶν ὁποίων καὶ αἱ ἐκθέσεις ἐξέφερον γνώμην· ἄλλαι θέσεις εἶναι, τὸ Βρωμοποῦσι, αἱ Καβοκολόνες (ὅπου εἶναι σήμερον ἡ μεταλλευτικὴ ἑταιρία Μελετοπούλου, ἥτις ἔλαβε παραχώρησιν) ὅμοιαι ἄλλαι θέσεις εἶναι ἡ Πλάκα καὶ Λεγρινά. Κάμνω ἀκόμη μίαν παρατήρησιν, ὅτι εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν Πλάκας, ὑπάρχουν καὶ σκωρίαι ἄπειροι, τὰς ὁποίας, καὶ τοι εὑρισκομένας ἐντὸς τοῦ διαγράμματος, καὶ τῶν θέσεων, αἱ ὁποῖαι παρεχωρήθησαν διὰ τὰς σκωρίας εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν σκωριῶν, ἡ ἑταιρία οὐχ ἧττον ἐξήπλωσε τὰς ἐργασίας της καὶ εἰς αὐτάς· διὰ τοῦτο εἶχον ζητήσει νὰ παρουσιασθῇ τὸ διάγραμμα τῶν σκωριῶν, τὰς ὁποίας παρεχωρήσαμεν, ἐπιφυλασσόμενος νὰ φέρω πρότασιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἰς ἄλλην συζήτησιν, διότι δὲν εἶναι τὸ ζήτημα συναφὲς μὲ τὸ παρόν. Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι ὅλαι αἱ θέσεις, τὰς ὁποίας ἀνέφερον, περιέχουν ἐκβολάδας ὁμοίας φύσεως μὲ τὰς ἐκβολάδας περὶ τῶν ὁποίων συζητοῦμεν, εἶναι χώματα ἀργυρομολυβδοῦχα.
§45ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐξ ἐργασίας προῆλθον;
§46ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐτοποθετήθησαν ἐκεῖ ἐξ ἐνεργείας φυσικῆς. Νομίζω πῶς δὲν εἶναι ἀνάξιον τῆς Βουλῆς νὰ ληφθοῦν καὶ αὐτὰ ὑπ’ ὄψιν· ἐὰν ἦσαν χώματα ἁπλᾶ, δὲν ἔβλαπτε, τώρα ὅμως δὲν πρέπει νὰ μείνουν ἐκτὸς τοῦ νόμου. Κύριοι, ὅ,τι σᾶς λέγω, τὸ λέγω μὲ πεποίθησιν, διότι δὲν εἶναι ἰδικαί μου πληροφορίαι· τὰς ὁποίας σᾶς λέγω, σᾶς ἀναφέρω ἐπισήμους πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Παππαγεωργίου σᾶς δίδει, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι αὐτὰ παρὰ ὁμοίας φύσεως μὲ τὰς ἐκβολάδας καὶ ἴσως εἶναι ὁμοίας ἀξίας. Ἐγὼ ἐχρεώστουν νὰ κάμω αὐτὴν τὴν παρατήρησιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ τεθῇ εἰς τὸν νόμον, ὅτι ἐκβολάδες θεωροῦνται καὶ αὐτοὶ οἱ λόφοι καὶ σᾶς ἀνέφερα ὀνομαστὶ τὰς θέσεις καὶ τὸν ἐπιστήμονα ὅστις τὰς εὗρεν καὶ ἀπεφάνθη ὅτι εἶναι ὁμοίας φύσεως, ἴσως δὲ καὶ καλλιτέρας ἀπὸ τὰς ἐκβολάδας, τὰς ὁποίας συζητοῦμεν.
§47ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει, κ. ὑπουργέ, ἔκθεσις τοῦ Παπαγεωργίου ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου; τὸ πρᾶγμα φαίνεται ἀρκετὰ σπουδαῖον καὶ φρονῶ ὅτι εἶναι πολὺ δύσκολον ν’ ἀποφανθῶμεν.
§48ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν οἱ ὄγκοι, περὶ τῶν ὁποίων κάμνει λόγον ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Αἰγιαλείας, προέρχονται ἐξ ἀνθρωπίνης ἐργασίας, εἶναι ἐκβολάδες καὶ περιέχονται εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν δὲν εἶναι τοιαύτης φύσεως, ἐὰν δηλ. δὲν ἐτοποθετήθησαν ἐξ ἀνθρωπίνης ἐνεργείας, ἀλλὰ φυσικὴ ἐνέργεια τὰς ἔφερε, τότε δὲν δύνανται παρὰ νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν νόμον περὶ μεταλλείων, τὸν ὁποῖον δὲν ἠμποροῦμεν νὰ παραβιάσωμεν, διότι ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρχωσι κεκτημένα δικαιώματα· δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὸν κ. Μιχαλόπουλον ν’ ἀποσύρῃ τὴν πρότασίν του, καὶ νὰ προχωρήσωμεν.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς προχωρήσωμεν εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον, ἕως ὅτου νὰ ἔλθῃ ὁ κ. Μιχαλόπουλος, ὅστις ὑπῆγε ν’ ἀντιγράψῃ τὴν πρότασίν του.
§50ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου κάμνω μίαν παρατήρησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν· νομίζω ὅτι εἰς τὴν ἀρχὴν εἶχεν εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ τὴν λέξιν σωρῶν· ἤδη δὲ λέγει τὸ πρῶτον ἄρθρον «ἐὰν εὑρίσκωνται ἐκβολάδες ἐντὸς δεξαμενῶν φρεάτων ἢ ἀλλαχοῦ...». Τῷ ὄντι ἡ ἔκφρασις «ἀλλαχοῦ» εἶναι τόσον γενικὴ ὥστε περιλαμβάνει τὰ πάντα· ἀλλ’ ἐπειδὴ λέγει «ἐντὸς δεξαμενῶν καὶ φρεάτων» δὲν βλέπω τὸν λόγον νὰ μὴ βάλωμεν καὶ τὰς δύο λέξεις «σπηλαίων καὶ στοῶν».
§51ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἰς ἓν προκαταρκτικὸν νομοσχέδιον περιελαμβάνετο ἡ λέξις «στοῶν», ἀφῃρέθη ὅμως διότι μᾶς ἔγεινεν ἡ ἀκόλουθος παρατήρησις· αἱ στοαὶ εὑρίσκονται εἰς βάθος μέγα καὶ οὐχὶ πλησίον τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς, ἑπομένως, ἐὰν ἀνακαλυφθῇ ἀρχαῖόν τι φρέαρ εἰς βάθος 100 μέχρι 200 μέτρων καὶ εἰς αὐτὸ εὑρεθῶσι στοαί, δύσκολον θὰ ᾖναι νὰ παρακολουθήσωμεν τὸν ἐργολάβον διὰ νὰ πληροφορηθῶμεν, ἐὰν τὰ μεταλλεύματα τὰ ὁποῖα ἐξάγει ἐκεῖθεν ἐξορύσσονται ἤδη ἢ εἶναι ἐκβολάδες. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐνομίσαμεν καὶ ἡμεῖς ὀρθὸν νὰ ἀφαιρέσωμεν τὴν λέξιν «στοῶν», διότι, ὡς προεῖπον, αἱ στοαὶ εὑρίσκονται εἰς πολὺ βάθος, καὶ ἐὰν περιλάβωμεν καὶ τὰς ἐντὸς αὐτῶν ὑπαρχούσας ἐκβολάδας θέλουν προκύψει περιπλοκαὶ μεταξὺ τοῦ ἐργολάβου τῶν ἐκβολάδων καὶ τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ μεταλλείου. Ἡ λέξις ἀλλαχοῦ δὲν περιλαμβάνει καθ’ ἡμᾶς τὰς ἐκβολάδας τὰς εὑρισκομένας εἰς τὰ σπήλαια ἢ ἄλλα τοιαῦτα μέρη.
§52ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ νόμος περὶ μεταλλείου, κύριοι, τοῦ 1861 περιέχει ὅρους, ὥστε ὁ διὰ τῆς παραχωρήσεως γενόμενος ἰδιοκτήτης ἑνὸς μεταλλείου νὰ ὠφελῆται κατ’ αὐτοὺς δηλ. ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους· καὶ νομίζω ὅτι αὐτὰς τὰς οὐσιώδεις διατάξεις τοῦ 1861, δὲν πρέπει κατ’ οὐδένα τρόπον νὰ τὰς παραβιάσωμεν, τοσούτῳ περισσότερον ὅσον δὲν γνωρίζομεν ἐὰν αἱ παραχωρήσεις τὰς ὁποίας πρόκειται ἤδη διὰ τοῦ παρόντος νόμου νὰ κάμωμεν, δὲν περιέχουσι πολὺ ὠφελίμους ὕλας, διότι τὰς ἐργασίας τῶν ἀρχαίων δὲν τὰς γνωρίζομεν, τὸ Λαύριον δὲν τὸ γνωρίζομεν τὸ τί οἱ αἰῶνες διεφύλαξαν, τί μεταλλεύματα οἱ ἀρχαῖοι ἀφῆκαν ἐντὸς τῶν στοῶν, ἐντὸς τῶν δρόμων καὶ τῶν θαλαμώσεων, δὲν γνωρίζωμεν· καὶ ἐπειδὴ δὲν γνωρίζομεν διὰ τοῦτο πρέπει νὰ θέσωμεν ὡρισμένως ἐντὸς τοῦ νόμου τὰ περὶ στοῶν. Τώρα ἠμπορεῖ νὰ παρουσιάζωνται μικραί τινες ὠφέλειαι, ἠμπορεῖ ἐντὸς ἑνὸς μέρους νὰ ὑπάρχουν 10 τόνοι χώματος· ἐὰν πρόκειται περὶ μικρῶν πραγμάτων δὲν εἶναι δύσκολος ὁ συμβιβασμός, δὲν θὰ προέλθουν τόσαι δυσκολίαι μεταξὺ τοῦ δημοσίου καὶ τοῦ ἐργολάβου ἢ ἄλλου οἱουδήποτε. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται περὶ σπουδαιοτέρου, νομίζω ὅτι εἶναι πρόνοια τοῦ νόμου νὰ διαθέσωμεν αὐτὸ ἐκ προκαταβολῆς. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἰς τὰς ὁποίας περιλαμβάνονται καὶ τὰ μεταλλεύματα, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται εἰς τὰς θαλαμώσεις καὶ εἰς τὰς στοάς, ὑπάγονται καὶ αὗται εἰς τὸν νόμον τῶν ἐκβολάδων καὶ διέπονται ὑπ’ αὐτοῦ.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ τεθῶσιν αἱ λέξεις «Σπηλαίων καὶ στοῶν».
§54ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα, «σπηλαίων, στοῶν ἢ ἀλλαχοῦ.»
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ δέχεσθε;
§56ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, ὅπως ἦτο εἰς τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον, «ἐντὸς.... σπηλαίων, στοῶν, ἢ ἀλλαχοῦ».
§57ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§58ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ μίαν ἐξήγησιν. Τινὲς εἶχον μεταβῆ εἰς τὸ Λαύριον καὶ εἶδον ὅτι γίνεται μετάλλευσις εἰς τὰ ἔγκατα τῆς γῆς, εἰς βάθος 52 μέτρων· ἐρωτῶ κατὰ τὸν νόμον τῶν μεταλλείων, ἐὰν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ μεταλλεύουν μετάλλευμα ἐκ τῶν ἀρχαίων φρεάτων· ἐγὼ λέγω ὄχι, διότι αἱ ἐργασίαι των πρέπει νὰ περιορισθῶσιν ἐπὶ τῶν ἔργων των καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῶν παλαιῶν ἐργασιῶν, καὶ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα, ὁ λαμβάνων παραχωρητήριον μεταλλείου ἀνακαλύπτει μίαν ὀπὴν ἥτις ἔχει χώματα, σκάπτει, προχωρεῖ καὶ εὑρίσκει τὰ σπήλαια, τὰς ὁδούς, τὰς ἐργασίας τῶν ἀρχαίων, ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἐκμεταλλευθῇ αὐτὰ τὰ χώματα ἐντὸς τῶν ὑπογείων αὐτῶν ὁδῶν καὶ θόλων ὁ λαβὼν τὸ παραχωρητήριον; ἐγὼ φρονῶ ὄχι.
§59ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τί πρέπει νὰ κάμῃ αὐτά; ν’ ἀφήσῃ τὰς ἐργασίας του; ἤνοιξεν ὀπὴν καὶ ἀφοῦ ἐπροχώρησεν εὗρεν στοὰς ὑπογείους.
§60ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Σᾶς λέγω ὄχι ἐπὶ τῶν ὀπῶν, διότι βεβαίως ὅταν ἐγένοντο αἱ παραχωρήσεις, οὐδόλως εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι παραχωροῦμεν κατεργασμένας ἐργασίας, προπαρεσκευασμένα φρέατα, ἀλλ’ ὕλην ἁπλῆν, καὶ νὰ γείνῃ ἐπὶ τῆς γῆς δοκιμασία· ἀλλ’ οὐδεμία ἐγένετο δοκιμασία, καὶ ὁ ἐργολάβος σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐγένετο ἐπὶ τῶν παλαιῶν φρεάτων. Δὲν δύναμαι νὰ λύσω τὸ ζήτημα, εἶναι σκοτεινόν, δὲν εἶναι σαφές. (θόρυβος).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προτείνετέ τι;
§62ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἠρώτησα ἁπλῶς τὸν κ. ὑπουργόν.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κύριοι, γίνεται δεκτὸν τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου διὰ τῆς προσθήκης «σπηλαίων, στοῶν.»
§64ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητῶ, κύριοι, νὰ προστεθῶσιν αἱ ὀλίγαι αὐταὶ λέξεις, τὰς ὁποίας θὰ εἴπω· στηρίζω αὐτὰς καὶ εἰς τοῦτο, ὅτι ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι «αἱ δασικαὶ περιφέρειαι ἀνήκουσιν εἰς τὸ Κράτος·» μία ἀπὸ τὰς ἰδιότητας τοῦ ἐθνικοῦ τῶν χωμάτων τῶν λόφων τούτων εἶναι, τὸ ὅτι κεῖνται εἰς δασικὰς περιφερείας· ἡ μάνδρα Σωτήρχου μάλιστα εἶναι ἕνας γήλοφος μὲ δάση. Βλέπετε, δὲν προσκρούομεν διόλου εἰς τὰ μέχρι τοῦδε ἀποφασισμένα, οὔτε εἰς τὸν νόμον· ἄλλως τε, κύριοι, δὲν ἐννοῶ, πῶς ἀνήκουσιν εἰς τὰ μεταλλεῖα τὰ μεταλλοῦχα χώματα, τὰ ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς· αὐτὸ εἶναι σόλοικον, ἀνακόλουθον· αὐτὰ εἶναι σωρὸς ἀργυροχώματος τῆς αὐτῆς φύσεως, τεθειμένος διὰ γαιολογικῶν ἐνεργειῶν καὶ ἀδήλων μέσων, ἐκεῖ ὅπου ἡ φύσις πρὸ αἰώνων τὰ ἐτοποθέτησε, καὶ ὅπου σήμερον ἀποτελοῦνται δάση καὶ ἔχουσι τὴν αὐτὴν βάσιν, τὰ αὐτὰ στοιχεῖα (θόρυβος). Τί διαφορὰν εὑρίσκετε, ὅταν πρόκηται περὶ ἐκβολάδων ἢ περὶ ἀργυροχώματος; εἶναι μεταλλεῖον, πρᾶγμα ἕτοιμον, τὸ ὁποῖον πᾶς τις δύναται νὰ ἀνασκάψῃ ἁπλῶς καὶ νὰ τὸ θέσῃ εἰς τὰς καμίνους καὶ ἀναλύσῃ.
§65ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Αὐτὸς εἶναι νέος πλοῦτος.
§66ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· καὶ παρακαλῶ, ἂν δὲν πείθεται ἡ Βουλή, ἐδῶ εἶναι ὁ κ. Παπαγεωργίου.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Μιχαλοπούλου. «Ἐπίσης κατατάσσονται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν τῶν ἐκβολάδων καὶ ὅλοι οἱ ἐκ φύσεως σχηματισθέντες λόφοι κτλ.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην ταύτην τοῦ κ. Μιχαλοπούλου νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι τινές).
§68ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀπήντησεν ὁ κ. ὑπουργός.
§69ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜ. Ἀπήντησα.
§70ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ. Ἀπήντησε, κ. Μιχαλόπουλε, ἀλλὰ δὲν εἶσθε ἐδῶ.
§71ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγω ὅτι εἶναι δασικαὶ περιφέρειαι.
§72ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς οἰκονομ.). Εἶπα ὅτι ἡ λέξις ἐκβολὰς σημαίνει μετάλλευμα, τὸ ὁποῖον ἐξωρύχθη καὶ ἐτοποθετήθη κατὰ συνέπειαν ἀνθρωπίνης ἐργασίας εἰς μίαν θέσιν· ὅ,τι ἡ φύσις ἔχει τοποθετημένον αὐτὸ δὲν δύναται νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐκβολάδων, αὐτὸ ὑπάγεται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν μεταλλείων καὶ περὶ αὐτοῦ προβλέπει ὁ νόμος τῶν μεταλλείων. Εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ εὑρίσκωνται τοιοῦτοι ὄγκοι ἐκ φύσεως τοποθετημένοι, καὶ εἰς τόπους οἱ ὁποῖοι ὡς ἐκ τῆς δασώδους καταστάσεως ἀνήκουσιν εἰς τὸ δημόσιον, ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κύριον Μιχαλόπουλον νὰ ἐνθυμηθῇ ὅτι ἄλλο πρᾶγμα εἶναι ἡ ἰδιοκτησία τοῦ ἐδάφους, καὶ ἄλλο ἡ ἰδιοκτησία τοῦ μεταλλείου, καὶ ὅτι κατὰ τὸν νόμον περὶ μεταλλείων, τὸ μεταλλεῖον ἀποτελεῖ ἰδιοκτησίαν ἀνεξάρτητον τοῦ ἐδάφους καὶ παραχωρεῖται εἰς ἄλλον. Ἐὰν λοιπὸν ἡ παραχώρησις ἐγένετο εἰς ἄλλον τινὰ δὲν δυνάμεθα ἤδη νὰ τὴν ἀνακαλέσωμεν.
§73Γ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐξετάσατε, κύριοι, ἡ χώρα τοῦ Λαυρίου τί περιέχει; Εἶχα μίαν ἰδέαν νὰ φέρω μίαν ἀπαγορευτικὴν διάταξιν ἐπὶ τῆς χώρας τοῦ Λαυρίου μέχρις οὗ ἐξετασθῇ τί εἶναι τὸ Λαύριον, διότι φρονῶ ἀκόμη, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1861 περὶ μεταλλείων κακῶς ἐφαρμόζεται, καὶ διὰ τί; Διότι ἐὰν παρατηρήσητε καὶ τὸν Γαλλικὸν νόμον καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ εἰσηγητοῦ, θὰ ἴδητε ἐκ τῶν φράσεων τοῦ νόμου, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἐννοεῖ ἀνακάλυψιν μεταλλείου, δηλ. νὰ ἔλθῃ κεφαλαιοῦχος νὰ πάρῃ ἐπιστήμονας νὰ τρέξῃ τὰ ὄρη καὶ τὰς πεδιάδας καὶ ν’ ἀνακαλύψῃ μεταλλεῖον, καὶ ἐπειδὴ θὰ καταβάλῃ ἔξοδα εἰς τὴν ἐξέτασιν, καὶ τὴν ἐργασίαν, λέγει ῥητῶς ἐν τῇ ἐκθέσει της ἡ ἐπιτροπὴ, πρέπει νὰ τὸν ἀνταμείψωμεν καὶ διότι θὰ κατέλθῃ εἰς τὰ σπλάγχνα τῆς γῆς, τὸν ἀνταμείβει περισσότερον, διὰ τοῦ κέρδους 5%. Ἀλλ’ ἠμποροῦσε εἴτε αὐτὸς ὁ νόμος εἴτε ὁ γαλλικὸς, νὰ ἐννοῇ μεταλλεῖον ἕτοιμον πρὸ τριῶν χιλιάδων ἐτῶν γνωστὸν; νὰ λέγῃ ἀνεκάλυψε μεταλλεῖον νὰ καταβαίνῃ εἰς τὰ φρέατα κάτω νὰ σκάψῃ καὶ λαμβάνῃ τὸν πλοῦτόν μας καὶ ἡμεῖς νὰ μὴν ἔχωμεν εἴδησιν, ἡμεῖς ἀποθνήσκομεν τῆς πείνης καὶ δὲν ἠξεύρομεν τί εἶναι τὸ Λαύριον, καὶ ἂν τὸ ἐξετάζωμεν εἰς τὸ 1865 δὲν ἠθέλομεν ὑποκύψει εἰς αὐτὴν τὴν ζημίαν ὅπου ἐκτὸς τῶν ἄλλων μᾶς λέγουν καὶ κουτούς. Λοιπὸν μὴ πρὸς Θεοῦ! Ἀπαγορεύσατε πᾶσαν παραχώρησιν μέχρις οὗ ἐξετάσωμεν ὅλη ἡ χώρα δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς μεταλλεῖον. Δὲν γνωρίζετε ὅτι τὰ κατώτερα βάθη τῶν φρεάτων εἶναι 60–70, ἀλλ’ εἰς τὴν Εὐρώπην κατέβησαν εἰς βάθος 230 μέτρα. Καὶ πῶς ἠξεύρομεν ὅτι αὐτὴ ἡ χώρα τὴν ὁποίαν ἔφτιασεν ὁ Θεὸς πρὸς σωτηρίαν τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Εὐρώπης ὅλης, διότι δι’ αὐτῆς τὸ πάλαι ἀπέκλεισε τὸν βάρβαρον, πῶς ἠξεύρομεν ὅτι δὲν ἔχει πλοῦτον καὶ παραχωροῦμεν αὐτὰ τὰ στρώματα; καὶ εὑρίσκει αὐτὸς στοὰς καὶ εὑρίσκει φρέατα, λαμβάνει τὸν πλοῦτον τὸν ῥίπτει εἰς τὰ καμίνια, καὶ ἡμεῖς στεκόμεθα χάσκοντες; Τί εἶναι αὐτά; Κύριοι βουλευταί, ἐξετάσατε ὡς ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ τοῦ λαοῦ τοῦ πάσχοντος καὶ βεβαιωθῆτε πρῶτον ὅτι εἶσθε νοικοκυραῖοι, καὶ εἶσθε νοικοκυραῖοι, ἐξετάσατε τί ἔχετε καὶ μὴ παραχωρῆτε τίποτε εἰς κανένα, διότι καὶ αὐτὸ τὸ φάσμα, τὸ ὁποῖον μᾶς φέρουν ὅτι ἦλθον οἱ ξένοι καὶ ἔφεραν κεφάλαια, καὶ σᾶς φέρουν τὸν σιδηρόδρομον, ὅπου ἦλθον μὲ 100 χιλιάδας δραχμὰς καὶ τὸ ὑλικὸν καὶ αὐτὰ τὰ ξύλα ἀκόμη τὰ ἔφερον ἀπὸ τὴν Εὐρώπην, καὶ προχθὲς μὲ τὴν ζέστην, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐστέκετο καὶ ὁ Βασιλεὺς καὶ ἡ Βασίλισσα εἰς τὸν ἥλιον, ἐκεῖ μέσα ὅπου ἐπῆγαν ἐκεῖ κάτω εἰς τὸν σιδηρόδρομον, καὶ τρέχομεν ὅλοι καὶ δὲν πηγαίνομεν μὲ ταῖς καρότσαις, καὶ ὅταν πηγαίνωμεν μὲ τὸν σιδηρόδρομον ἐκεῖ ποῦ τρέχομεν ὅλοι τὸ γνωρίζετε τί παθαίνομεν, δηλαδὴ μᾶς παίρνουν τοὺς παράδες καὶ καθημερινῶς κλαίονται, ὤ! ἐζημιωθήκαμεν! ἐχαθήκαμεν! Ἦλθεν ὁ κύριος Σερπιέρης, τί ἔφερε; ποῦ εἶναι τὰ κεφάλαιά του; Σκούζει ὁ κλέφτης νὰ φύγῃ ὁ νοικοκύρης. Λοιπὸν λάβετε πρόνοιαν, μὴ σπεύδετε, διὰ νὰ μὴ μετανοήσωμεν καὶ διὰ νὰ μὴ δείξωμεν ὅτι εἴμεθα ἀκόμη ἀνόητοι, τὸ δὶς ἐξαμαρτεῖν ἐπὶ τὸ αὐτὸ οὐκ ἀνδρὸς σοφοῦ, εἴμεθα ἀντιπρόσωποι καὶ δὲν πρέπει νὰ σπεύσωμεν. Αὐτὰ τὰ ἐμελέτησα, καὶ σήμερον λαμβάνω ἀφορμὴν νὰ τὰ εἴπω, διότι σπεύδομεν, καὶ σπεύδομεν τόσον πολὺ ὡσὰν νὰ πρόκειται περὶ παρωνυχίδος.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζετε λοιπὸν τὴν προσθήκην τοῦ κ. Μιχαλοπούλου;
§75ΓΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καὶ λέγω νὰ μὴ γείνῃ καμμία παραχώρησις, μέχρις οὗ μάθωμεν τί εἶναι αὐτά.
§76ΔΑΓΡΕΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε, τὸ λέγει τὸ νομοσχέδιον.
§77ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ παραχωρημένων, ἀλλὰ περὶ ἀπαραχωρήτων καὶ διὰ τοῦτο ἐπεκαλέσθη τὴν πρόνοιαν τῆς Βουλῆς· ἐὰν ᾖναι τέτοια πράγματα, διὰ τί νὰ τὰ χάσωμεν; Ἐὰν δὲν ᾖναι τί ἐχάσαμεν ἂν τεθῇ ἐν τῷ νόμῳ;
§78ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὰ ὀνομάσωμεν ἐκβολάδας.
§79ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. «ἐπίσης κατατάσσονται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν τῶν ἐκβολάδων.....»
§80ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Δὲν ἤλθομεν ἀκόμη ἐκεῖ· τὸν ὁρισμὸν δίδομεν εἰς τὸ ά. ἄρθρον τί εἰσὶ ἐκβολάδες· δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὰ βαπτίσωμεν οὕτω· παρακάτω ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ.
§81ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ, τὴν θέτομεν τὴν προσθήκην αὐτὴν ὡς βʹ. ἄρθρον.
§82ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἀφοῦ περάσῃ τὸ βʹ.
§83ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν εἰς τὸ γʹ. ἄρθρον.
§84ΖΑΪΜΗΣ. Νὰ τεθῇ ὡς ἀκροτελεύτιον ἄρθρον.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν εἶναι ἄλλη παρατήρησις ἐπὶ τοῦ ἁ. ἄρθρου;
§86ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται δεκτόν.—«Ἄρθρον βον.
§88ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ ἁ. ἄρθρον πῶς διετυπώθη;
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἠξεύρετε, οὕτω δὲν ἠμποροῦμεν νὰ προχωρήσωμεν.
§90ΤΙΝΕΣ. Ἔγειναν προτάσεις;
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔγεινε καμμία.
§92ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ νὰ μάθωμεν τί ἐψηφίσαμεν.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν θέλετε ὅταν ψηφίζωμεν νόμους νὰ μὴ κάμνετε διαλόγους· ἰδοὺ «Ἄρθρ. ἁ. Ἐκβολάδες εἶναι αἱ μεταλλοῦχοι ὗλαι αἱ ἐξορυχθεῖσαι εἰς ἀρχαιοτέραν ἐποχὴν καὶ εὑρισκόμεναι ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς, ἢ ἐντὸς δεξαμενῶν, φρεάτων, σπηλαίων, στοῶν ἢ ἀλλαχοῦ.» — «Ἄρθρον βʹ. Αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσιν εἰς τὸ κράτος, ἡ δὲ μετάλλευσις αὐτῶν δὲν ἐπιτρέπεται, εἰμὴ δυνάμει πράξεως τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις χορηγεῖ τὸ πρὸς τοῦτο δικαίωμα διὰ πλειστηριασμοῦ εἰς τὸν ἀναδειχθησόμενον νὰ πληρώσῃ εἰς τὸ δημόσιον ἀνώτερον ποσοστὸν ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου.» Ἰδοὺ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ζέγγελη «αἱ ἐκβολάδες ὡς ἀνήκουσαι εἰς τὸ κράτος διατίθενται πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου κτλ.»
§94ΛΕΚΚΑΣ. Κύριοι ἐπὶ τῆς δευτέρας παραγράφου δὲν προτίθεμαι ν’ ἀπασχολήσω τὴν προσοχήν σας πολύ.
§95ΤΙΝΕΣ. Ἐπὶ τοῦ βʹ. ἄρθρου δηλαδή.
§96ΛΕΚΚΑΣ. Ἔστω τοῦ βʹ. ἄρθρου, διότι εἰς τὰς προηγουμένας ὁμιλίας μου ἀρκετὰ ἐξηγήθην. Ἤδη, νομίζω, ὅτι αἱ ἰδέαι συνηντήθησαν ἐκ τῶν πολλῶν ἐξηγήσεων καὶ δυνάμεθα πολὺ συντόμως νὰ ἔλθωμεν εἰς ἓν πέρας. Ἀφίνων δὲ τὰς λοιπὰς προτάσεις, διότι μ’ ἀρέσκει ν’ ἀκολουθῶ πάντοτε τὸ νομοσχέδιον τῆς κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζω μὲ ἀσημάντους τινὰς διαφορὰς, καὶ τὴν περίοδον «αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσιν εἰς τὸ κράτος,» ν’ ἀκολουθήσῃ ἡ ἁπλουστάτη προσθήκη «ὡς ἀνῆκον ἀείποτε».
§97ΔΑΓΡΕΣ. Διὰ νὰ λέγωμεν λόγια, εἶναι εἰς τὸ ἄρθρον.
§98ΛΕΚΚΑΣ. Δὲν εἶναι εἰς τὸ ἄρθρον, καὶ ἐὰν εἴχετε τὴν καλλωσύνην νὰ προσέξετε, ὡς καὶ εἰς ἄλλας ὁμιλίας μου εἶπον, αἱ ἐκβολάδες δύναται νὰ θεωρηθῶσιν «ὡς προικοδότησις τῶν ἀρχαίων Ἀθηνῶν εἰς τὸ Πανελλήνιον ὡς εἶναι τὰ Προπύλαια καὶ τὸ Θησεῖον.» Διατὶ νὰ ἔχωμεν δυσκολίαν νὰ προστεθῇ τοῦτο; πραγματικῶς διὰ νὰ λέγωμεν λόγια! Ἐγὼ εἶπον νὰ γίνῃ μικρὰ προσθήκη «ὡς ἀνῆκον ἀείποτε» καὶ τελειώνομεν, δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ κανεὶς ἀντίῤῥησιν, τούτου γενομένου κατόπιν ἐρχόμεθα πραγματικῶς εἰς τὴν διάθεσιν· τελειώνει ἡ πρώτη ἐπιθυμία τὸ οὐσιῶδες ἀντικείμενον, ὅταν παραδεχθῶμεν αὐτὸ «ὡς ἀνῆκον ἀείποτε». Εἰς τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως, πιστεύω, ὅτι ἔχει τὴν θέσιν της καὶ ἡ πρότασις τοῦ ἐντίμου Μιχαλοπούλου καὶ αἱ παρατηρήσεις αἱ γενόμεναι ἀπὸ τοὺς λοιποὺς συναδέλφους μας· ὡς προείπομεν δυστυχῶς οἱ πάντες εἴμεθα, ἂν ὄχι εἰς πλήρη ἄγνοιαν, τοὐλάχιστον εἰς σύγχυσιν ἰδεῶν περὶ τοῦ τὶ συμβαίνει εἰς τὴν Λαυριακὴν, οἱ μὲν λέγουν πλοῦτοι ἄπειρα, οἱ δὲ χώματα πάντοτε. Οἱ μὲν λέγουν καὶ ἀναβιβάζουν τὸν πλοῦτον, οἱ ἄλλοι δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον λόγον καταβιβάζουν αὐτόν· καὶ οὐχὶ μόνον διὰ τὴν Λαυριακὴν ἰδίως χώραν, ἀλλ’ ἂν θέλετε καὶ ἀπὸ τοῦ Σουνίου μέχρι τῆς Ἀναβύσσου, τοῦ Θορικοῦ καὶ τοῦ Μαρκοπούλου ὅλη αὐτὴ ἡ ἔκτασις δὲν εἶναι ἐντελῶς γνωστὴ, καὶ ὡς ἐκ τούτου ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν ἐὰν πρέπῃ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν διάθεσιν ἀντικειμένων μὴ γνωστῶν μὴ ὡρισμένων ἀκριβῶς· καὶ ἐν τοιαύτῃ καταστάσει φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ παρεμποδισθῇ καὶ ἡ παραχώρησις μεταλλείου, σύμφωνα μὲ τὸν περὶ μεταλλείων καὶ ὀρυκτῶν νόμον· διότι παρουσιάζεται καινοφανὴς ἄλλος πλοῦτος δι’ ὃν πράγματι ἡ Βουλὴ ἠπόρησεν, καὶ ἐγὼ μετ’ αὐτῆς εἰς τὸ νέον ἄκουσμα· δὲν εἶναι ἐκβολάδες, εἶναι σωροὶ χωμάτων ἡ νέα ἀνεύρεσις, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι μεταλλεῖον· σᾶς λέγω εἰλικρινῶς αὐτὸ πρώτην φορὰν τὸ ἀκούω. Ἐγὼ ἐζαλίσθην μὲ τὴν νέαν Καλλιφορνίαν, σκάπτοντες εἰς τοὺς ποταμοὺς μέσα εὑρίσκομεν χρυσὸν ἢ ἄργυρον ἢ μόλυβδον. Κάπως πρέπει νὰ σκεφθῶμεν διαφορετικὰ παρ’ ὅτι οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι συνέταξαν νόμους περὶ μεταλλείων, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς δυσκολίας τῆς φύσεως. Ἐὰν ᾖναι αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Μιχαλόπουλος ἀληθὲς, πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἕνας νέος νόμος· δι’ ἐμὲ, καί τοι ἔχοντα πλήρη πεποίθησιν ὅτι δυνατὸν νὰ ᾖναι ἄπειρος ὁ πλοῦτος, μοὶ φαίνεται παράξενος, καὶ δὲν τολμῶ νὰ τὸ εἴπω διὰ τὶ λοιπὸν, κύριοι, δὲν ἔχομεν ὀλίγην ὑπομονήν; Διατὶ νὰ μὴ ἔχωμεν ἄνδρας πεφωτισμένους ἡμεδαποὺς ἢ ἀλλοδαποὺς, τῶν ὁποίων ἡ ἐπιστημονικὴ ὑπογραφὴ νὰ ἔχῃ ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν Εὐρώπην, νὰ εἴπουν τὶ ἐστὶ ἀπὸ τὸ Σούνιον μέχρι τοῦ Θερικοῦ; μᾶς διώκει κανεὶς ἐχθρός; Τόσα ἔτη διήλθομεν ἐν τῇ δυστυχίᾳ, διατὶ πρέπει τώρα νὰ σπεύσωμεν; Τί σπεύδοντες νὰ πράξωμεν; νὰ διαθέσωμεν ὅτι δὲν γνωρίζομεν! Καθ’ ἑκάστην παρουσιάζεται κάτι τι νέον· ζητοῦν ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν μίαν παραχώρησιν μεταλλείων εἰς τὴν ἔκτασιν ἐκείνην. Εἰς τὸ Σούνιον εὑρίσκουσι εὐτυχῶς μίαν ὀπὴν, δι’ ἧς κατερχόμενοι συνάξουν χρυσόν· τοῦτο πιστεύσατε, καὶ τὸ ὑποστηρίζω, δὲν εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ νόμου τῶν μεταλλείων. Πράγματι ὁ προλαλήσας κάλλιστα ἐξέθεσε ὅτι ὁ θέλων νὰ εὕρῃ μεταλλεῖον πρέπει νὰ λάβῃ τὸν ἐπιστήμονα ὡς ὁδηγόν του, καὶ τὸ σφυρίον εἰς χεῖρας, καὶ μεταβαίνων ἀπὸ βήματος εἰς βῆμα, νὰ κοπιάσῃ, νὰ δαπανήσῃ χιλιάδας δραχμὰς καὶ πολλάκις νὰ καταστραφῇ. Ὅταν ἔχῃ τοιαύτην βεβαιότητα ἕνας ἕκαστος λαμβάνει τοιαύτην παραχώρησιν μεταλλείων. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους πράγματι δὲν ἤθελα νὰ ἐπαναλάβω ἀλλ’ ἡ περίστασις μὲ ἔκαμε, ἐμμένω, οὐχὶ εἰς τὴν ἀόριστον ἀναβολὴν, καὶ ἐδῶ εἶναι κακὴ συνεννόησις, ἀλλ’ εἰς τὴν μικρὰν ἀναβολὴν τὴν προερχομένην ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀγνοίας εἰς ἣν εὑρισκόμεθα καὶ αὕτη ἔσεται βεβαίως σμικρά.
§99ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Δηλαδὴ νὰ μὴ γίνῃ νόμος τώρα.
§100ΛΕΚΚΑΣ. Μάλιστα. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἄριστον. Ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ εὐαρεστηθῇ νὰ παραδεχθῇ τὸ βʹ. ἄρθρον, παρακαλῶ πρὸ πάντων νὰ σκεφθῇ περὶ τοῦ εἴδους τῆς προσόδου τῆς καθαρᾶς ἢ ἀκαθαρίστου, καὶ πιστεύσατε ὅτι ὅταν ἀναβαίνω τὸ βῆμα τοῦτο, σεβόμενος τὴν Βουλὴν, κάπως φροντίζω νὰ διαβάζω νὰ μελετῶ Λοιπὸν τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου λέγει νὰ πληρώνῃ εἰς τὸ δημόσιον ἀνώτερον ποσοστὸν ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου. Κύριοι εἰ μὲν πεισθῆτε ἀφ’ ὅσα εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ὅτι εἰς τὴν Λαυριακὴν χώραν καὶ ἰδίως εἰς τὰς καταμετρηθείσας ἐκτάσεις τῶν ὁποίων τὸ πρωτόκολλον ἔχετε αἱ ἀναλογίαι τοῦ ἀργύρου καὶ μολύβδου οὐσιωδῶς διαφέρουσι, ἐὰν τοῦτο ᾖναι ἀληθὲς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ὡρισμένη καθαρὰ πρόσοδος, εἶναι αὐτόχρημα ἀδικία, διότι τότε πρέπει ἀνὰ 10 καὶ 20 βήματα νὰ σχηματίζεται νέα καθαρὰ πρόσοδος, ἵνα μὴ ἀδικηθῇ οὔτε τὸ δημόσιον οὔτε ὁ ἐργολάβος. Εἶναι κακὸς ἔμπορος τὸ δημόσιον, σᾶς εἶπε ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ ἐὰν θέλετε νὰ εἶσθε εἰλικρινεῖς, ἂν θέλετε νὰ μὴ εἶσθε αὐθαίρετοι εἰς τὴν καθαρὰν, βῆμα πρὸς βῆμα πρέπει νὰ σχηματίζετε νέαν, διότι ἄλλως πάντες οἱ ὑπολογισμοί σας θὰ ᾖναι ἐσφαλμένοι, καὶ ἠξεύρετε τί θὰ σᾶς εἰπεῖ ἑκάστοτε νὰ σχηματίζετε καθαρὰν πρόσοδον, εἶναι τὸ ἴδιον ὡς νὰ θελήσετε νὰ ἐξετάσετε τί περιέχει ἡ σελήνη· ὅλα τὰ ἔξοδα τὰ φαντασιώδη, ὅλαι αἱ ἐπίνοιαι τῶν ἐργολάβων, θὰ τεθῶσιν εἰς ἐνέργειαν. Ἐὰν θέλετε νὰ παραδεχθῆτε ὡρισμένην ποσότητα τῆς καθαρᾶς προσόδου, θὰ πράξητε ἀδικίαν, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ συμβῇ τὸ τοιοῦτον προτιμοτέρα, ἁγιωτέρα ἁπλουστέρα εἶναι ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος, ἴσως δὲν εἶναι σύστημα τοῦ συρμοῦ, ἀλλὰ ὡς ἄλλοι συνάδελφοί μας εἶπον, καὶ ἄλλα ἔθνη ἀνώτερα, καὶ κατὰ τὴν ἔκτασιν καὶ πληθυσμὸν, καὶ κατὰ τὰ πλούτη καὶ τὰς ἐπιστήμας, παρεδέχθησαν τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον, ἔπειτα ἀφοῦ δὲν εἰσήξαμεν φορολογικὸν σύστημα ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου εἰς τοὺς συμπολίτας μας, ὅπου κάλλιστα ἠδυνάμεθα νὰ εὕρωμεν πολὺ καλῶς τὴν καθαρὰν πρόσοδον, θέλετε εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα μὲ τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ ἐμπερδευθῶμεν μὲ ξένους καὶ μὲ ἐργολάβους καὶ δὲν ἠξεύρω καὶ μὲ τίνας ἄλλους, νὰ μὴ παραδεχθῶμεν τὴν ἁπλουστέραν καὶ φυσικωτέραν μέθοδον. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ περὶ προσόδου ἀποφασίσατε ὅπως θέλετε· ὑμεῖς εἶσθε οἱ δικασταί. Περὶ τῆς ἄλλης δὲ, τῆς ἀρχικῆς ἰδέας, τῆς λέξεως ἣν ἔκαμα ἰδίαν πρότασιν καὶ ἂς ἀποῤῥιφθῇ, ἐπιμένω ὅμως νὰ ψηφοφορηθῇ πάντοτε.
§101ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Λέγοντες ἀκαθάριστον πρόσοδον ἐννοεῖτε, ὅτι θὰ λαμβάνωμεν αὐτούσιον τὸν φόρον ἢ ποσοστόν τι εἰς χρήματα; ἂν τὸ πρῶτον, καλῶς, ἂν ὅμως τὸ δεύτερον, ἐγὼ τοὐλάχιστον φρονῶ, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην τῶν αὐτῶν ἐπιστημονικῶν ἀναλύσεων, τῶν αὐτῶν ἐρευνῶν καὶ τῶν αὐτῶν ἐν γένει ἐργασιῶν τὰς ὁποίας θὰ μεταχειριζώμεθα καὶ διὰ τὴν καθαρὰν πρόσοδον μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι εἰς τὴν πρώτην δὲν θ’ ἀφαιρῶμεν ἔξοδα, εἰς δὲ τὴν δευτέραν θ’ ἀφαιροῦμεν τοιαῦτα.
§102ΛΕΚΚΑΣ. Ἡ διαφορὰ εἶναι τόσον μεγάλη ὅσον ἡ τῆς νυκτὸς ἀπὸ τὴν ἡμέραν. Εἶπον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον πολὺ προσφυῶς, διὰ νὰ θέση φραγμὸν εἰς τὴν πολλαπλασιασθησομένην, οὕτως εἰπεῖν, ἑκάστοτε ἀνεύρεσιν τῆς καθαρᾶς προσόδου, ὥρισε 350 δραχ. κατὰ τόνον. Ἐὰν τοῦτο παραδεχθῆτε, πράττετε ἀδικίαν εἴτε εἰς τὸ δημόσιον εἴτε εἰς τὸν ἐργολάβον. Τὰ ἔξοδα δύνανται ν’ ἀνέρχωνται εἰς 600 δραχ. δύνανται ὅμως νὰ κατέλθουν καὶ μέχρι 200, δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ κάμητε αὐτὴν τὴν αὐθαιρεσίαν. Ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος ἔχει αὐτὸ τὸ πλεονέκτημα, ὅτι πληρώνεται ὁ φόρος εἰς ὑλικὸν καὶ τὸ εἶδος αὐτὸ εἶναι προτιμότερον, εἶναι μᾶλλον χειροπιαστόν· ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς φέρει τὴν ἔνστασιν, ὅτι τὸ δημόσιον εἶναι κακὸς ἔμπορος, δὲν δύναται νὰ κάμῃ τὰς ἀναλύσεις· τί θὰ συμβῇ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν; Ἔχετε ἀνάγκην εἰδικῶν ἀνθρώπων, καὶ ἀντὶ νὰ κάμνετε καθ’ ἑκάστην τόσας ἀναλύσεις, νὰ κάμετε μίαν μόνην· μήπως διὰ νὰ εὕρετε τὸ καθαρὸν δὲν ἔχετε ἀνάγκην ἀναλύσεων; καὶ ἑκάστοτε θὰ κάμητε 100 ἀναλύσεις ἀπὸ ὅλας τὰς καμίνους, ἐνῷ διὰ τὴν φορολογίαν τοῦ ἀκαθαρίστου μίαν μόνον ἀπὸ τὸ προϊὸν τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς δώσῃ μία κάμινος καὶ ἵνα ἔχητε τὴν μεγάλην ἀκρίβειαν καὶ μὴ ὑποπέσητε εἰς τὸν φόβον, ὅτι σᾶς ἠπάτησα δύνασθε νὰ κάμητε καὶ 5 ἀναλύσεις. Ὅταν πρόκηται νὰ εὕρετε τὴν καθαρὰν πρόσοδον μὲ ὑπαλλήλους, ὁ κ. Σκαλιατήρης σᾶς εἶπε τί θὰ συμβῇ, εὐκολώτερον εἶναι ν’ ἀνεύρετε τί γίνεται εἰς τὴν σελήνην. Ἐὰν πρόκηται νὰ ἀνεύρωμεν τὴν καθαρὰν, καλλιτέρα εἶναι ἡ αὐθαιρεσία τοῦ ὑπουργοῦ.
§103ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τί θεωρεῖτε τὴν ῥῆσιν τοῦ νόμου «αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουν εἰς τὴν ἐπικράτειαν» ἀνεπαρκῆ καὶ τίνα λόγον φέρετε, ὅτι πρέπει νὰ σημειωθῇ ἐν τῷ νόμῳ ὅτι αἱ ἐκβολάδες ἀνῆκον ἀείποτε εἰς τὴν ἐπικράτειαν; ὡς εἶναι ὁ νόμος ὑπάρχει ὑπόνοια, ὅτι δὲν εἶναι τῆς ἐπικρατείας καὶ ὅτι ἀπὸ τοῦ νῦν λογίζονται; ὅπως ὁ νόμος ἐκφράζεται δὲν μᾶς δίδει ἀμφιβολίαν, ὅτι ὑπῆρξεν ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἦσαν τῆς ἐπικρατείας.
§104ΛΕΚΚΑΣ. Ὁ φίλος μου, κ. Δαγρὲς, ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι σήμερον μοὶ λέγει θέλω νὰ ἀγοράσω τὴν ἄμπελόν σου καὶ τὸν οἶκον σου, αὔριον πηγαίνομεν εἰς τὸν συμβολαιογράφον καὶ γίνεται ἡ ἀγορὰ, ἀπὸ σήμερον βεβαίως ἀνήκει εἰς τὸν κ. Δαγρὲ, δὲν ἀνῆκε χθές· μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐξηγοῦμαι καθαρώτατα, ἡμεῖς ἐννοοῦμεν, ὅτι ἀρχαιόθεν ἀνῆκον εἰς τὴν ἐπικράτειαν, ἀείποτε, αἱ λέξεις δὲν βλάπτουν, δύναται νὰ λεχθῇ καὶ αὐτὴ ἡ ἰδέα.
§105ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον βγαίνει αὐτὴ ἡ ἰδέα.
§106ΛΕΚΚΑΣ. Διατὶ ὁ νόμος ὅμως νὰ μὴ ἦναι καθαρός;
§107ΔΑΓΡΕΣ. Εὑρισκόμεθα εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν μᾶς σύρει ὁ λεγόμενος συρμὸς καὶ κατὰ συνέπειαν ἕκαστος προσπαθεῖ νὰ συμμορφωθῇ μὲ αὐτὸν, ὅπως συμμορφοῦνται οἱ ἄνθρωποι τῆς πολυτελείας μὲ αὐτὸν διὰ τὰς ἐνδυμασίας των. Ὡς πρὸς τὸν ἑαυτόν μου λέγω, ὅτι ἐπειδὴ πάντες λαμβάνουσι τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Λαυριακοῦ ζητήματος, πρέπει νὰ τὸν λάβω καὶ ἐγὼ, διότι ἐνδεχόμενον νὰ κατακριθῶ ὅτι ἠμέλησα καὶ ἂν δὲν ἔχω τι οὐσιῶδες νὰ προτείνω, πρέπει νὰ εἴπω κἄτι τι. Καὶ ὅτι πρέπει νὰ εἴπω κάτι τι τὸ ἀποδεικνύει ἡ προκειμένη συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Λέκκα· καὶ ἐννοῶ τὴν πηγὴν ἐξ ἧς ὡρμήθη· διότι καὶ εἰς ἐμὲ ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι πρέπει νὰ προτείνω ὅτι ἀνῆκον εἰς τὸ δημόσιον αἱ ἐκβολάδες καὶ ὅτε ἔκαμον τὴν παρατήρησιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι σαφὲς καὶ περιέχει τοῦτο, μοὶ ἐπανέλαβον, ὅτι πρέπει νὰ λεχθῇ· διατὶ μοὶ εἶπον, νὰ μὴ τὸ εἴπωμεν καὶ ἡμεῖς; πρέπει νὰ εὐχαριστήσωμεν τὴν κοινὴν γνώμην ἥτις ἀπαιτεῖ νὰ τὸ προτείνωμεν ἡμεῖς καὶ βλέπετε ὅ,τι δι’ ἕνα ὡς ἐχάσαμεν μίαν καὶ δύω ἡμέρας συζητοῦντες. Ἡ συζήτησις αὕτη ἐγένετο, διότι ἐπεζητεῖτο νὰ προστεθῇ τὸ ὡς, ὅπως εὐχαριστήσωμεν τὴν κοινὴν γνώμην. Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἐγένετο ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου μεγάλη συζήτησις, καὶ ἐσυζητήθη τὸ ζήτημα μετὰ πολλῆς ζωηρότητος, καὶ ἐπεζητήθη ἡ ἄμεσος ἐπιψήφισις αὐτοῦ, καὶ ἐνθυμοῦμαι μίαν ἑσπέραν ἀπητήθη νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα ἀμέσως διὰ τοῦτο καὶ ὑμεῖς, κ. πρόεδρε, ἀναγκαστικῶς ἐγκατελείψατε τὴν ἕδραν σας ὅτε ἐγὼ ἠναγκάσθην ν’ ἀντιταχθῶ εἰς τὴν μετὰ σπουδῆς ζητουμένην ἐπιψήφισίν του. Διατὶ τοῦτο, κ. πρόεδρε; Διότι ὁ κόσμος τότε ἐπεθύμει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα ἀμέσως καὶ ἔπρεπε νὰ συνηγορήσουν εἰς τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν. Σήμερον ἄλλην ἰδέαν σᾶς παρουσιάζουν, τὴν ἀναβολὴν τοῦ ζητήματος· διότι τότε σᾶς εἶπον ὅτι ἐκινδύνευον τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου καὶ ἐπὶ μίαν ἑσπέραν ἀκόμη ὡς ἐκ τῆς ἀναβολῆς, τώρα κινδυνεύουν τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως· ὑψοῦνται φωναὶ ὅτι ἡ διάθεσις, ἡ ἐπιψήφισις ἀμέσως τοῦ νόμου καταστρέφει τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου.
§108ΛΕΚΚΑΣ. Θὰ ἀρχίσῃ βλέπω συζήτησις ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου.
§109ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν ἐννοῶ ὑμᾶς.
§110ΛΕΚΚΑΣ. Πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τὰς πολιτικὰς συζητήσεις.
§111ΔΑΓΡΕΣ. Τὸ παράδοξον εἶναι ὅτι οἱ τότε πολεμοῦντες τὴν ἀναβολὴν τὴν ἐπικαλοῦνται σήμερον. Ἀδιαφορῶ ἂν ἐγένετο ἐκδρομή τις. Καὶ δὲν συζητῶ τὸ περὶ ἀναβολῆς ἵνα μεμφθῶ τινα καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ μεμφθῶ, ἔχω ἔγγραφα νὰ στηριχθῶ ὅπως ἐλέγξω τὴν ἀσυνέπειαν ἢ τὴν ἀδιαφορίαν τῶν διαχειριζομένων τὰ κοινά, οἵτινες ἤδη δείκνυνται μετὰ σπουδῆς πατριῶται. Σήμερον δὲν ἔρχομαι εἰς τοῦτο ἵνα μὴ ταράξω τὸ πνεῦμα τῆς οἰκογενειακῆς ὁμονοίας καὶ ἑνότητος ἥτις ἐπεκράτησεν οὐ μόνον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου ἀλλ’ ἀπ’ ἀρχῆς τῆς παρούσης Συνόδου εἰς τὴν λύσιν μεγάλων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἔλυσεν ἡ Βουλή, τὴν ὁποίαν ὅσον θέλουν ἂς δυσφημοῦν, καὶ ὅ,τι θέλουν ἂς γράφουν ἐφημεριδάριά τινα καὶ ἂς συκοφαντοῦν, δὲν θὰ μείνῃ εἰς αὐτοὺς παρὰ οἱ καρποὶ τῆς συκοφαντίας καὶ ἡ ἀμοιβὴ τοῦ συκοφάντου. Ἡ Βουλὴ ἔδειξε διὰ τῶν πραγμάτων ὅτι ἐμφορεῖται ἀπὸ πατριωτισμὸν ἀκραιφνέστατον. Μεθ’ ὅσα εἶπον, κ. πρόεδρε, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ὑψώσω τὴν φωνήν μου, διότι βλέπω κινδυνεύοντα τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου. Θεωρῶ κακίστην τὴν προσθήκην τοῦ ὡς καὶ τοῦ ἀνῆκον, διότι νομίζω ἐπαρκῆ τὴν ἐξήγησιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ δὲν εἶναι ἰδική μου γνώμη, εἶναι πολλῶν νομικῶν καὶ εἶναι ἀσφαλεστέρα ἡ προσθήκη τοῦ ὡς καὶ τοῦ ἀνῆκον θὰ φέρῃ βλάβην ἐνῷ ὡς εἶναι εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐξηγεῖ ὅτι, αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσιν εἰς τὸ δημόσιον ἔκπαλαι καὶ ἑπομένως πᾶς ὅστις ἐσφετερίσθη ταύτας μέχρι τοῦδε, εἶναι ὑποκείμενος εἰς ἀποζημιώσεις, ἂν ἔλαβε χώραν σφετερισμός. Διὰ τοῦτο, λέγω, ὅτι ὁσάκις προτείνομέν τι, πρέπει νὰ ἔχῃ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα καὶ εἶναι καλὸν ν’ ἀφήσωμεν τὰς πρώτας ἰδέας καὶ λέξεις καὶ ν’ ἀφήσωμεν νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις. Κατ’ ἐμὲ ἡ ἔκφρασις «αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσιν εἰς τὸ κράτος» εἶναι ἀρκοῦσα ἔκφρασις λύουσα τὸ ζήτημα καὶ διὰ τὸ παρελθὸν καὶ διὰ τὸ μέλλον, ὡς ἐξέθεσα.
§112ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Κύριοι, βεβαιῶ πάντας ὑμᾶς, καὶ ἰδίως τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Καλαμῶν, ὅτι οὐδεμίαν ἐπιθυμίαν εἶχον νὰ λάβω τὸν λόγον καί, διὰ τοῦτο ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἐζήτησα αὐτόν. Ἐσυλλογίσθην καὶ συλλογίζομαι οὕτως, διότι αἱ συζητήσεις αἱ γενόμεναι διεφώτισαν ὑμᾶς ἀρκούντως, οὐδὲ ὄρεξιν εἶχον νὰ λαλήσω χάριν ἐπιδείξεως. Ἀλλά, κύριοι, πάντοτε ἐπεφυλάχθην νὰ φέρω τὰς παρατηρήσεις μου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἐπὶ τὰ καθέκαστα τοῦ κειμένου καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου. Ὑπέβαλον τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε, καὶ ἤδη μοῦ φαίνεται ὅτι εἶναι οὐσιωδῶς ἀναγκαία· ἐλπίζω δὲ κατὰ τοῦτο νὰ πείσω τὸν ἔντιμον φίλον μου βουλευτὴν Καλαμῶν, καὶ διότι τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀφορᾷ 3 σπουδαῖα ζητήματα· α) τὴν ἰδιότητα τοῦ ἀντικειμένου τῶν ἐκβολάδων· β) τὴν διάθεσιν αὐτῶν· γ) τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως, τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὸ σπουδαῖον στοιχεῖον τῆς καθαρᾶς καὶ ἀκαθαρίστου προσόδου, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὀλίγα καὶ συντόμως. Περὶ μὲν τῶν δύο τελευταίων παρακατιὼν θὰ ἐξηγήσω τὰς ἰδέας μου. Ἐπὶ δὲ τοῦ πρώτου, ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, πολὺς ἐγένετο λόγος· ἀγαθῇ δὲ τύχῃ πάντες συνεφωνήσαμεν καί, ἂν δὲ μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ὁ ἔντιμος κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ τὴν δευτέραν ἀγόρευσίν του, ὅτε ἐγένετο ἡ παρατήρησις περὶ τῆς ἀσαφείας ἥτις δύναται νὰ προκύψῃ εἰς τὴν φράσιν τοῦ νόμου ἂν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀφήγησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμε, μᾶς εἶπεν ὅτι δὲν ἔχει τοιαύτην ἔννοιαν, διὰ τοῦτο λέγω ἀγαθῇ τύχῃ συνεφωνήσαμεν ὡς πρὸς τὴν ἰδιότητα ταύτην, καὶ πάντες διὰ διαφόρους λόγους ἕκαστος ἐπείσθησαν. Ἀδιάφορον ὡς πρὸς τὸ ἀποτέλεσμα, διότι τῳόντι συμμερίζομαι τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων κύριος Ζαΐμης ἐξέφερεν, ὅτι ἐν τῷ νόμῳ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ ὁ λόγος, οὐδὲν ἧττον ὁ νόμος πρέπει νὰ ᾖναι σαφής, καὶ δὲν θέλω ν’ ἀμφισβητῆται ὅ,τι καὶ ἂν παραδεχθῆτε ἡ θύρα τῶν δικαστηρίων εἶναι κεκλεισμένη, ἀλλὰ μὴ λησμονῆτε, ὅτι δύναται ν’ ἀνοιχθῇ ἑτέρα θύρα, ἣν πάντες ἐννοεῖτε, ἂν δὲν διασαφήσετε τὰς φράσεις αὐτὰς· διότι, κύριοι, ὡς ἔχει ἡ φράσις, ὑποτίθεται ὅτι ἀνακηρύσσομεν τὴν περιουσίαν αὐτὴν ὡς περιουσίαν τοῦ δημοσίου σήμερον καὶ τοιαύτη δὲν εἶναι ἡ ἰδέα ἡμῶν οὔτε τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ. Σᾶς ἐρωτῶ νὰ μοὶ εἴπητε, καὶ ἰδίως τὸν ἔντιμον κύριον Δαγρὲν, ὁ ὁποῖος ἐπιμένει, ἂν δὲν μένῃ ἡ ὑπόνοια ἕνεκα τῆς ἀσαφείας νὰ δοθῇ τοιαύτη ἔννοια, ὅταν λέγετε «αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσιν εἰς τὸ κράτος.» Εἰς οὐδενὸς τὴν διάνοιαν μοὶ φαίνεται ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὁ δισταγμὸς, ὅτι ἡ φράσις περιέχει τι ἀσαφὲς, δὲν περιλαμβάνει τὴν ἰδέαν τὴν ὁποίαν πάντες ἐννοοῦμεν, ὅτι ἦσαν ἀνέκαθεν περιουσία τοῦ δημοσίου. Ἂν παραδεχθῆτε τὴν ὑποβαλλομένην τροπολογίαν ἡ ἀσάφεια ἐκλείπει, διότι ἡ λέξις ὡς περιλαμβάνει ὅλους τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι ἀνεπτύχθησαν ἐνταῦθα, οὐδόλως ἀντίκειται εἰς τὴν ἐπιστήμην ἂν ἐν τῷ νόμῳ ὑπάρχῃ καὶ ὁ λόγος κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι εἶναι οὐσιωδῶς ἀναγκαῖον, ὡς καὶ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Ζαήμης παρετήρησε, καὶ ὅτι δύναται νὰ παραδεχθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ καὶ δὲν θ’ ἀντείπῃ ἡ Βουλὴ, διατυπώσῃ ἀκριβέστερα τὴν ἰδέαν ταύτην, ἐνῷ παραδέχομαι τὸν λόγον του, ὃν ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς ἀνέφερεν, δὲν παραδέχομαι τὴν πρότασίν του, διότι εἶναι περιττή· εἰς τὴν φράσιν τῆς προτάσεως ἡμῶν, περιέχεται καὶ ἡ ἰδέα τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς. Καὶ ταῦτα, κύριοι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν πρῶτον ὅρον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπιμένουν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν συνεπῶς μὲ τὴν ἐξήγησιν τὴν ὁποίαν ἔδωκε νὰ μὴ ἐπιμείνῃ, καὶ ἡμεῖς δὲ, κύριοι, νὰ μὴ ἐπιμένητε· διότι μολονότι εἶπον ὅτι κλείεται ἡ θύρα τῶν δικαστηρίων, φοβοῦμαι μήπως μείνῃ ἄλλη θύρα ἀνοικτὴ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ τὴν κλείσωμεν, ἐὰν ἔχωμεν ἐκείνας τὰς ἰδέας τὰς ὁποίας ὅλοι ἡμεῖς παραδέχθημεν. Μεταβαίνω, κύριοι, εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου λύεται, δηλ. τὸ ζήτημα τῆς παραχωρήσεως. Ὅπως εἶπον προηγουμένως κατ’ ἀρχὴν δὲν εἶμαι ἐναντίος εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἐκβολάδων, μάλιστα ὠφέλιμον θεωρῶ νὰ ᾖναι ἡ παραχώρησις αὐτὴ κατορθωτή. Εἶπον δὲ καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἰς τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν ὑπεβάλομεν μετὰ τῶν ἐντίμων κυρ. συναδέλφων, ἀπεφύγαμεν ν’ ἀναφέρωμέν τι περὶ τούτου ἕνεκα τῶν πολλῶν καὶ σπουδαίων δυσχερειῶν αἱ ὁποῖαι τῳόντι ὑπάρχουν καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἐν ἐκτάσει ἐλάλησεν ὁ κ. Ῥοντήρης καὶ ὁ βουλευτὴς Μεσολογγίου, καὶ τὰς ὁποίας, κύριοι, δυσκολίας τὰς ἀναγνωρίζω καὶ ἐγώ. Τῳόντι διὰ νὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀποκτήσωμεν ὠφέλειαν πραγματικὴν ἐκ τῆς διαθέσεως, πρέπει προηγουμένως νὰ γνωρίζωμεν ὁποῖον τί εἶναι τὸ ἀντικείμενον τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ διαθέσωμεν καὶ κατὰ τὴν ἔκτασιν καὶ κατὰ τὸ ποσὸν καὶ κατὰ τὸ ποιόν· ἐπίσης νὰ εὕρωμεν τὸν τρόπον διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δυνηθῇ νὰ προσελκύσῃ ἐργολάβους καὶ ἀναπτύξῃ τὸν συναγωνισμόν. Ἡ κυβέρνησις, κύριοι, ἔφερεν ἓν νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμὲ, δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ἀνάγκας ἐὰν ὅσα διαλαμβάνονται εἰς τὰ ἑπόμενα ἄρθρα πραγματοποιηθῶσι, διότι μετὰ παρέλευσιν ἑνὸς διαστήματος τὸ ὁποῖον πρέπει πάντοτε ν’ αὐξήσῃ, καὶ ὑποθέτω 6 μῆνας, ὡς εἶπον καὶ κύριοι ὑπουργοὶ, ὅτι ἀπαιτοῦνται διὰ νὰ κατατάξωμεν τὰς ἐκβολάδας κατὰ ποσὸν καὶ ποιὸν ὡρισμένως καὶ διὰ διαγραμμάτων νὰ εὕρωμεν τὴν κατὰ προσέγγισιν ἀξίαν αὐτῶν· ἐὰν, λέγω, μετὰ τοὺς 6 μῆνας τούτους ἔχωμεν καὶ ἓν χρονικὸν διάστημα 9 ἢ 10 μηνῶν, πιστεύω ὅτι ἀρκεῖ διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν ὅ,τι ἐπιζητοῦμεν, καὶ ὀφείλομεν, κύριοι, νὰ χορηγήσωμεν αὐτὸ τὸ διάστημα, διότι δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι αἱ προσπάθειαι τῆς κυβερνήσεως θέλουσιν εἶσθαι τοιαῦται, ὥστε νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ προσδοκώμενον ἀποτέλεσμα, καθόσον ἀφορᾷ τὰς προπαρασκευαστικὰς ἐργασίας· ἄλλως, ὅταν δεχθῶμεν τὴν διάθεσιν, θέλομεν ἐντείνει καὶ τὰς ἰδιωτικὰς ἐνεργείας τῶν ἐργολάβων, αἵτινες πολὺ θὰ συντελέσωσιν εἰς τὸν σκοπόν. Ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ δὲν θελήσῃ ν’ ἀποφασίσῃ τι περὶ τούτου, δὲν θὰ προσελκύσωμεν ἑταιρίαν. Διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι προτιμῶ τὴν ἀπὸ τοῦδε διάθεσιν. Ἔρχομαι εἰς τὸ ἕτερον ζήτημα τὸ ὁποῖον εἶναι σπουδαιότερον, περὶ τοῦ ἐὰν ὠφέλιμον ᾖναι νὰ παραδεχθῶμεν τὴν καθαρὰν ἢ ἀκαθάριστον πρόσοδον. Καὶ ἐγὼ, κύριοι εἶμαι ὑπὲρ τῆς καθαρᾶς προσόδου καὶ δέχομαι αὐτὴν τὴν γνώμην, ὄχι διότι ἀποστρέφομαι ἐν γένει τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον, ἀλλὰ, κύριοι, ὅσον αὐτὸ τὸ σύστημα ἠδύνατο νὰ μᾶς παράξῃ μεγίστας εὐκολίας, ἂν δηλαδὴ παραδεχθῶμεν τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον, τοσοῦτον εἶναι βέβαιον ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ παραδεχθῶμεν ἄνευ σπουδαίας βλάβης τοῦ δημοσίου. Καὶ ἰδοὺ, κύριοι, οἱ λόγοι. Ἀληθὲς εἶναι ὅ,τι εἶπεν ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι διὰ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου θέλει ἀπαλλαχθῆ ἡ κυβέρνησις ἀπὸ διαφόρους ὀχλήσεις, ἐποπτείας, ἐκτιμήσεις καὶ πολλὰς ἄλλας δαπάνας. Ἐπίσης ἀληθὲς εἶναι ὅτι ὑπάρχουν τόσαι περιστάσεις ἐμφαίνουσαι τὴν κακὴν πίστιν τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἀναπτύξῃ ὁ ἐργολάβος. Ὑπάρχουν, κύριοι, πολλαὶ περιστάσεις ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται ὅτι, ἄλλοτε μὲν διὰ τὴν κακὴν πίστιν τοῦ ἐργολάβου, ἄλλοτε δὲ διὰ τὴν ἔλλειψιν τῶν ἀναγκαίων ἐπιθεωρητῶν, τῶν καταλλήλων, καὶ διὰ μυρίους λόγους πάντοτε τὸ δημόσιον ἐζημιώθη. Λοιπὸν ὡς ἐκ τούτου ἔπρεπε νὰ παραδεχθῶμεν τὸ σύστημα τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου. Ἀλλ’ ἰδοὺ, κύριοι, διατὶ τὸ σύστημα τοῦτο καὶ ἐπιβλαβὲς εἶναι καὶ δύσκολον νὰ ἐπιτευχθῇ. Εἶναι, κύριοι, βεβαιωμένον, ὅτι τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ὡς ἐκ τῆς φύσεώς του εἶναι διάφορον καὶ κατὰ τὸ ποσὸν καὶ κατὰ τὸ ποιόν· ἡ διαφορὰ δὲ εἶναι τοιαύτη, ὥστε εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν θέσιν εὑρίσκονται αὐξομειώσεις τόσον, κύριοι, μεγάλαι αἵτινες ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μέχρι τοῦ δεκάτου αὐξάνουσιν· ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη καὶ εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ εἰς τὰς βεβαιώσεις τὰς ὁποίας ὁ ἔντιμος κ. ὑπουργὸς εἶπεν, φαίνεται ὅτι δύναται εἰς θέσεις τινὰς νὰ ὑπάρχῃ ἄργυρος, διότι τοῦτο εἶναι τὸ σημαντικὸν, 400 γραμμάρια ἐπὶ τοῖς χιλίοις· καὶ δύναται νὰ ἀναβιβασθῇ μέχρι 5,000, ὥστε ἔχομεν διάφορον ὡς ἓν πρὸς 12. Σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι, ἐὰν ᾖναι τοῦτο βέβαιον, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχητε ἐργολάβον, ἐὰν παραδεχθῆτε τὸ σύστημα τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου; Τίς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ συναγωνισθῇ, ἐὰν καθιερώσητε τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον; διότι βεβαίως ὁ τοιοῦτος διὰ νὰ προσφέρῃ ἀνάγκη εἶναι νὰ γνωρίζῃ ὁποία θέλει εἶσθαι ἡ ἀξία τοῦ ἀντικειμένου ἐπὶ τοῦ ὁποίου θέλει συναγωνισθῆ. Ἀλλὰ, ὅταν ὑπάρχουν, κύριοι, αὐταὶ αἱ διαφοραὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο; ἐὰν παραδεχθῆτε, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ βεβαίωσις, ὅτι ὑπάρχει αὐτὴ ἡ διαφορὰ καὶ μέχρι τοιαύτης ἐκτάσεως, τότε τὸ πρᾶγμα διαφέρει· ἀλλὰ αὐτὴν τὴν διαφορὰν τὴν ἐπιβεβαιοῦν καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἡ εἰδικὴ καὶ οἱ ὑπουργοί. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχητε συναγωνισμὸν, διότι κἀνεὶς τῶν ἐργολάβων δὲν δύναται νὰ προσέλθῃ καὶ συναγωνισθῇ καὶ μάλιστα ἐπὶ τοιούτου ἀντικειμένου, τόσον μεγάλου καὶ σπουδαίου, ἐπὶ ἁπλῇ ὑποθέσει καὶ χωρὶς νὰ ἔχῃ μίαν ἀκριβῆ γνῶσιν τῆς ἀξίας τοῦ ἀντικειμένου ἢ κατὰ προσέγγισιν. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν εἶναι αὐτὸς μόνος ὁ λόγος, εἶναι καὶ ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον σᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναλύσωμεν ἢ νὰ διαλύσωμεν τὸ μέταλλον ἀπὸ τὸν ἄργυρον καὶ τὸν μόλυβδον, τοὐλάχιστον ἐζητήθησαν ἀπὸ τοὺς εἰδήμονας καὶ ἐπιστήμονας πληροφορίαι καὶ ἀπέδειξαν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον πρᾶγμα. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι πλὴν τούτου ὑπάρχει καὶ ἕτερος λόγος, ὁ ὁποῖος εἶναι σπουδαιότερος τούτου. Καὶ ἰδοὺ, κύριοι, ποῖος εἶναι οὗτος ὁ λόγος, ὅπως ἀνέφεραν καὶ ἐβεβαίωσαν αἱ ἐπιτροπαὶ, ὑπάρχει ἡ διαφορὰ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μέχρι τοῦ δωδεκάτου. Ἐγὼ, κύριοι, λαμβάνω ἕνα μέσον ὅρον, καὶ ἂν θέλητε ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, τουτέστιν ἡ ἀξία τοῦ μεταλλεύματος τοῦ μετάλλου ἀναβαίνει ἀπὸ 500 δραχμὰς μέχρι 2,000, ἕνεκα τῆς διαφορᾶς τῆς μικροτέρας ἢ μεγαλειτέρας ποσότητος τοῦ ἀργύρου κατὰ τόνον. Τούτου, κύριοι, τεθέντος, ὑποθέσατε, ὅτι ἔχετε ἕνα ἐργολάβον, ὁ ὁποῖος δέχεται νὰ σᾶς δώσῃ 25% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, διότι εἶναι ἐν ἀκριβείᾳ καὶ γνωρίζει τί εἶναι τὸ ἀντικείμενον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συναγωνίζεται καὶ τυγχάνει νὰ λάβῃ τὰ μᾶλλον ἐμπλουτισμένα χώματα, δηλαδὴ τὰ περιέχοντα τὸν πλειότερον ἄργυρον, ἔχετε καὶ ἕτερον, ὅστις λαμβάνει τὰ πτωχὰ χώματα. Εἰς τοιαύτην περίστασιν τί θέλει συμβῆ; Οὗτος μὲν ὁ λαμβάνων τὰ πτωχὰ χώματα καὶ ὧν τὸ παραχθησόμενον μέταλλον θὰ ἔχῃ ἀξίαν δραχμῶν 500 κατὰ τόνον θὰ ἔχῃ περίσσευμα μόνον δραχμῶν 25 κατὰ τόνον, διότι ἐκ τῶν 500 δραχμῶν θ’ ἀφαιρέσητε δραχ. 350 διὰ τὰ ἔξοδα, καὶ δραχ. 125 διὰ τὸ δικαίωμα ὅπερ θὰ λάβητε ὑμεῖς, ἄρα μένωσιν εἰς αὐτὸν δραχμαὶ 25. Ὁ ἕτερος ὅμως θέλει ἔχει ἀδικαιολόγητον ὠφέλειαν, πρὸς μεγάλην ζημίαν τοῦ δημοσίου, διότι ἐξ αὐτοῦ, ἂν ἀφαιρέσητε τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον, θὰ λάβητε τὸ τέταρτον τοῦ παραχθησομένου μετάλλου, ὅπερ θὰ ἔχῃ ἀξίαν 500 δραχμῶν, εἰς αὐτὸν δὲ θὰ μείνῃ τὸ ὑπόλοιπον, ἤτοι τὰ τρία τέταρτα, τὰ ὁποῖα, καθ’ ἣν ἐθέσαμεν βάσιν, θὰ ἔχωσιν ἀξίαν δραχ. 1500, ἀφ’ ὧν ἀφαιρουμένων δραχ. 350 διὰ τὰ ἔξοδα, θὰ τῷ μείνωσι δραχ. 1150 καθαραί. Ἐνῷ ἐὰν ἐφαρμόσητε τὸ σύστημα τῆς καθαρᾶς προσόδου, καθ’ ἣν θὰ ἔχητε ἐπὶ τῶν ἐμπλουτισμένων χωμάτων πλέον τῶν 60%, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ᾖναι τοῦτο. Ἐκ τῆς ἀξίας τῶν δραχ. 2,000 τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ ὁ τόνος θ’ ἀφαιρεθῶσι δραχ. 350 καὶ οὕτω θέλουσι μείνει δραχ. 1650, ἐκ τούτων δὲ τῶν 1650 θέλετε λάβει ἑξήκοντα τοῖς ἑκατὸν, ἤτοι δραχ. 990 κατὰ τόνον. Ἄρα ὑπάρχει διαφορὰ κατὰ δραχ. 490 κατὰ τόνον πρὸς ζημίαν τοῦ δημοσίου ἐπὶ τῶν ἐμπλουτισμένων ἐκβολάδων μεταξὺ τοῦ συστήματος τῆς ἀκαθαρίστου καὶ καθαρᾶς. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους βλέπω ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ σύστημα τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, ἀλλ’ ἔρχομαι νὰ ἴδω ποῖα εἶναι τὰ ἐλαττώματα τῆς καθαρᾶς προσόδου. Τὰ ἐλαττώματα, κύριοι, τῆς καθαρᾶς προσόδου εἶναι δύω, πρῶτον ἡ ἐξακρίβωσις τῶν δαπανῶν, καὶ δεύτερον τῆς ἀξίας τοῦ μετάλλου. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν δαπανῶν, συμφωνῶ, κύριοι, πληρέστατα μὲ τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν καὶ ἂν ἀφινώμεθα εἰς τὰ κατάστιχα τοῦ ἐργολάβου, διὰ νὰ ἐξακριβώσωμεν τὰς δαπάνας, ἔστε βέβαιοι ὅτι μάτην θὰ κοπιάσωμεν κατὰ μείζονα λόγον, ἀφοῦ ἔχωμεν καὶ ἄλλα προηγούμενα, ὡς ἄλλοι ἐμβριθέστεροι ἴσως ἐμοῦ σᾶς ἀνέφερον. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον, ἐκ τῶν προτέρων ὁρίζει τὸ ποσὸν τῶν δαπανῶν, καὶ μὴ νομίζητε, κύριοι, ἐὰν ὁ προσδιορισμὸς αὐτὸς ᾖναι ἢ μὴ ἀκριβὴς, δηλαδὴ ἀνώτερος τοῦ ἀληθοῦς ἢ κατώτερος τοῦ ἀληθοῦς, ὑπάρχει διαφορά· κατ’ ἐμὴν πεποίθησιν δὲν ὑπάρχει διαφορά· ὑποθέσατε ὅτι τὰ πραγματικὰ ἔξοδα εἶναι 300 μόνον δραχ. ἢ 400 καὶ ὄχι 350· καὶ εἰς τὴν μίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην περίπτωσιν δὲν ὑπάρχει διαφορὰ, διότι ὁ ἐργολάβος θὰ λάβῃ αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν καὶ εἰς τὴν μίαν περίπτωσιν ὅταν προσδιορισθῶσι τὰ ἔξοδα ὀλιγώτερα τῶν ἀληθῶν θὰ δώσῃ μεγαλειτέραν προσφορὰν, ἐν περιπτώσει δὲ καθ’ ἣν θὰ ᾖναι ὑπέρτερα, θὰ δώσῃ ὀλιγωτέραν προσφορὰν, ὥστε δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν τοῦτο. Ἐδῶ, κύριοι, ἔρχεται τὸ δεύτερον ζήτημα, περὶ τῆς ἐξακριβώσεως τῆς ἀξίας τοῦ παραχθησομένου μετάλλου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπίσης σπουδαῖον, τοὐλάχιστον τὰ πράγματα ἀπέδειξαν, ὅτι ἀπαιτεῖται μεγίστη προσοχή· ἀλλὰ, κύριοι, ἐὰν, ὅπως ἐγὼ ἐπιθυμῶ τοὐλάχιστον νὰ πιστεύω, ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἐννοῶ τὴν παροῦσαν μόνον, ἀλλὰ καὶ πᾶσαν ἄλλην μεταγενεστέραν εὐτυχήσῃ νὰ ἔχῃ τὰς βεβαιώσεις περὶ τῶν ὁποίων λαλεῖ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, τότε ὁ κίνδυνος κατ’ ἐμὲ δὲν ὑπάρχει· ἐννοῶ, ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ διὰ τῶν καταλλήλων ὀργάνων ἀσφαλίσῃ τὸ ποσὸν καὶ τὸ ἀσφαλίσῃ εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἐξαχθῇ ἀφορολόγητον, ὅταν κατορθώσῃ διὰ τῶν καταλλήλων προσώπων—καὶ τοιοῦτοι εἶναι εἰδήμονες καὶ τίμιοι ὑπάλληλοι νὰ—ἐξεύρῃ τὴν ποιότητα τοῦ μετάλλου, τότε τὸ ζήτημα τῆς ἀξίας δὲν εἶναι τόσον σπουδαῖον, καὶ ἐδῶ ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, οἵτινες γνωρίζουσι νὰ προσδιορίσωσιν αὐτὴν, καὶ ἐκ τῆς Εὐρώπης δυνάμεθα νὰ πληροφορηθῶμεν· ἄλλως τε τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ εἶναι τοιοῦτον τοῦ ὁποίου ἡ ἀξία δὲν αὐξομειοῦται παρὰ εἰς σπανίας περιστάσεις· ἣν ἀξίαν εἶχεν ὁ ἄργυρος πρὸ 10 ἐτῶν, τὴν αὐτὴν ἔχει καὶ σήμερον, καθὼς καὶ ὁ μόλυβδος. Λοιπὸν μὴ σᾶς φοβίζῃ τοῦτο, ὁ μέγας κίνδυνος εἶναι νὰ εὕρητε τὸ ἀληθὲς ποσὸν τοῦ ἀργύρου, νὰ μὴ καμινεύητε 100 καὶ φορολογῆτε 50. Ταῦτα, κύριοι, ἤθελον νὰ εἴπω καὶ ζητῶ συγγνώμην ἐὰν ὅπως δήποτε προσέθεσα καὶ ἐγὼ εἰς τὰς ὀχλήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέστητε ἀπὸ τὰς ἀγορεύσεις αὐτὰς, συγχωρήσατέ μοι μόνον νὰ σᾶς προσθέσω καὶ ἓν ἕτερον περιστατικόν· ἐὰν ὁ τοιοῦτος ἐργολάβος, καὶ δὲν ἐννοῶ τὸν σημερινὸν, διὰ τῶν ὀργάνων του κατορθώσῃ τὸν μόλυβδον αὐτὸν καὶ κατὰ μείζονα λόγον τὸν ἄργυρον νὰ τὸν περιλάβῃ εἰς ὀλίγας ἐκ τῶν χελωνῶν καὶ εἰς τὰς λοιπὰς ν’ ἀφήσῃ ὕλην ἐλαχίστης ἀξίας, σᾶς ἐρωτῶ δὲν εἶναι κίνδυνος νὰ λάβωμεν τὸ δικαίωμά μας ἐκ τῶν χελωνῶν, ὅσαι ἔχουσι τὴν ἐλάσσονα ἀξίαν; ποῖος εἶναι ἐκεῖνος ἐξ ὑμῶν, ὅστις θὰ πιστεύσῃ, ὅτι ὁ ὑπουργὸς, ὅστις δήποτε καὶ ἂν ᾖναι, διὰ τῶν ὑπαλλήλων του θὰ δυνηθῇ νὰ ἐξακριβώσῃ αὐτὴν τὴν ἀπιστίαν; διὰ νὰ κατορθώσῃ τοῦτο ἀνάγκη εἰς πᾶσαν ἐργασίαν, εἰς πᾶσαν πρᾶξιν εἰς πᾶν συμβούλιον τὸ ὁποῖον ὁ ἐργολάβος θὰ κάμῃ νὰ ᾖναι παρὼν ἵνα τὸν ἐπιβλέπῃ; καὶ ἐὰν, κύριοι, εἶναι δύσκολον τοῦτο, σᾶς ἐρωτῶ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν δὲν εὑρίσκεσθε εἰς μίαν κατάστασιν κυβευτικὴν, νὰ σᾶς τύχωσιν, ὡς εἶπον, ἐκ τῶν χελωνῶν ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ περιέχουν οὔτε ποσοστὸν ἀργύρου; ταῦτα καὶ ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ λοιπὰ νὰ λάβω τὸν λόγον κατόπιν, ἂν ᾖναι ἀνάγκη.
§113ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀνάγκην ἔχω, κύριοι, καὶ ἐγὼ νὰ προσθέσω λέξεις τινὰς, ὄχι διὰ νὰ διαφωτίσω τὸ ζήτημα, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐξηγήσω τοὺς λόγους, οἵτινες προέδρευσαν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ πρόκειται· καὶ τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὅλοι ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν ἔχομεν σκοπὸν, νὰ ἀνεύρωμεν τὴν περιουσίαν τοῦ δημοσίου, καὶ ν’ ἀποδώσωμεν αὐτὴν εἰς αὐτό. Τοῦτο, κύριοι, κάμνει τιμὴν εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ ὁποία ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ συμφέροντος προσήλωσε ἅπαν τὸ πνεῦμά της, καὶ φροντίζει τίνι τρόπῳ νὰ γίνῃ ἡ διάθεσις αὐτοῦ ὠφελίμως εἰς μόνον τὸ καλὸν τοῦ τόπου. Τὸ ἄρθρον, κύριοι, περὶ οὗ πρόκειται, περιέχει τρεῖς ἰδέας, πρῶτον τὴν ἰδέαν τῆς ἰδιοκτησίας, δεύτερον τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως καὶ τρίτον τὰ περὶ καθαρᾶς προσόδου. Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον δὲν κηρύττει σήμερον τὰς ἐκβολάδας περιουσίαν δημοσίαν· αὐτὸ ἡμεῖς δὲν ἠθέλομεν τὸ πράξει, δὲν ἠθέλομεν φέρει οὔτε παρουσιάσει νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σκοπὸν εἶχε νὰ κηρύξῃ σήμερον δημοσίαν περιουσίαν ὅ,τι ἠμφεσβητεῖτο ὡς ἰδιωτική. Ἐπείσθημεν, ὅτι ἡ περιουσία, περὶ ἧς πρόκειται, εἶναι δημοσία· ἐπείσθημεν ἐκ πολλῶν καὶ ποικίλων λόγων· τοὺς λόγους ὅμως δὲν προσθέτομεν εἰς τὸ νομοσχέδιον, διότι ὁ νόμος δὲν ἔχει ἀνάγκην αἰτιολογιῶν, οἱ ἰδιαίτεροι λόγοι ἐξασθενοῦν τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου· ὁ νόμος διατάττει, καὶ ὅ,τι ἐμπεριέχει πρέπει νὰ ᾖναι ἀληθὲς καὶ δίκαιον. Δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ δικαιολογηθῇ διατὶ εἶναι δίκαιον. Δὲν ἐθέσαμεν λοιτὸν λόγον κανένα, ὄχι μόνον διότι δὲν συνειθίζεται, καὶ πώποτε δὲν ἐγένετο τοῦτο, ἀλλὰ καὶ διότι λόγοι μερικοὶ, δικαιολογοῦντες τὸν νόμον, τὸν ἐξασθενοῦσι καὶ βλάπτωσι ἀντὶ νὰ ὠφελήσουν. Καὶ, κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, ἐφέραμεν τὸν νόμον τοῦτον, διότι ἐπείσθημεν ὅτι τὸ δημόσιον ἔχει ἀναμφισβήτητα δικαιώματα, ὄχι διότι ἡ κοινὴ πεποίθησις ἐξεφράσθη περὶ τούτου, καὶ μᾶς τὸ ἐπέβαλεν τρόπον τινά· ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἠδυνάμεθα νὰ τὸ πράξωμεν· εἰς τὰ συνταγματικὰ κράτη ἡ κοινὴ πεποίθησις, ἡ κοινὴ γνώμη, βασιλεύει, καὶ ὅταν ἡ κοινὴ γνώμη καὶ πεποίθησις δεχθῇ μίαν ἰδέαν, μίαν γνώμην, παμψηφεὶ μάλιστα, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς οὐδένα, πολιτικὸν μάλιστα, νὰ χωρίζῃ τὴν εὐθύνην του, καὶ αὐτὸς μόνον νὰ παρίσταται καλλίτερον σκεπτόμενος ἀπὸ τὴν ὅλην πατρίδα του. Ἠδυνάμεθα λοιπὸν, καὶ εἰς περίστασιν καθ’ ἣν πλεῖστοι λόγοι δὲν μᾶς ἔπειθον ὅτι εἶναι ἀναμφισβήτητος περιουσία τοῦ δημοσίου αἱ ἐκβολάδες, νὰ ὑποκύψωμεν εἰς τὴν κοινὴν πεποίθησιν, καὶ ἐπράττομεν, οὕτω ἐνεργοῦντες, πρᾶξιν ἐντίμων πολιτῶν, διότι συνεμεριζόμεθα καὶ ἡμεῖς τὴν εὐθύνην μετὰ τῆς πατρίδος μας, καὶ εἰς τὴν ἰδίαν ὑπεβαλλόμεθα κατηγορίαν, εἰς περίστασιν μάλιστα καθ’ ἣν ἄλλως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πράξωμεν, δηλ. ν’ ἀποσυρθῶμεν, διότι ἀποσυρόμενοι ἠδυνάμεθα νὰ βλάψωμεν. Ἡ ἀποχώρησις ἡμῶν ἐκ τῶν πραγμάτων, ἐκ τῆς κυβερνήσεως, διὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ πῶς ἤθελεν ἐξηγηθῆ; Τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου ἠμφισβητοῦντο· λοιπὸν ἤθελεν εἶσθαι κατὰ τὴν πεποίθησίν μας ἔλλειψις, ἂν ὄχι τι περισσότερον, ἂν εἰς τὴν ἀμφισβήτησιν αὐτὴν προσετίθετο καὶ ἡ παραίτησίς μας, ἥτις εἰς τὴν ἀμφισβήτησιν ἤθελε δώσει περισσοτέραν ἀξίαν· ἑπομένως καὶ ἐὰν δὲν εἴχομεν σχηματίσει θετικὴν πεποίθησιν ὅτι αἱ ἐκβολάδες ἦσαν κοινὴ περιουσία, ὡς τίμιοι ἄνθρωποι ὠφείλαμεν νὰ ὑποκύψωμεν εἰς τὴν ἔκφρασιν τῆς κοινῆς πεποιθήσεως, καὶ νὰ θυσιάσωμεν τὴν προσωπικὴν φιλοτιμίαν μας ἐνώπιον ἑνὸς ἐνδεχομένου κινδύνου, ἀφοῦ ἠμφισβητοῦντο τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου. Καὶ ἐπειδὴ, κύριοι, ἔχομεν τὴν πεποίθησιν αὐτὴν, παρεδέχθημεν τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἐφροντίσαμεν νὰ ἐκφράσωμεν καθαρὰ ἐντὸς αὐτοῦ τὴν ἰδέαν μας, ὅπως νομίζομεν ὅτι καθαρὰ ὑπάρχει ἐν τοῖς πράγμασιν. Ὁ σκοπός μας εἶναι, οὐδεμία νὰ δοθῇ λαβὴ ἀμφιβολίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου· ἐὰν ὅμως ἡ ἔκφρασις ἡ ἐμπεριεχομένη ἐντὸς τοῦ νομοσχεδίου δὲν ᾖναι καθαρὰ, καμμίαν δυσκολίαν δὲν ἔχομεν νὰ δεχθῶμεν τὴν καθαρωτέραν, διότι ὁ σκοπός μας εἶναι εἷς καὶ ὁ αὐτὸς, ν’ ἀσφαλίσωμεν τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου. Δὲν ἐδέχθημεν, κύριοι, τὸ ὡς, καὶ τὰς τροπολογίας τὰς ὁποίας παρουσίασαν, διότι νομίζω, ὅτι αὐταὶ ἐξασθενοῦν, προσκόπτουν εἰς τὴν ἰδέαν μας· ὅταν λέγωμεν, διαθέτομεν μίαν περιουσίαν ὡς ἐδικήν μας, δὲν εἶναι τὸ ἴδιον ἂν εἴπωμεν ὅτι τὴν διαθέτομεν, ἐπειδὴ νομίζομεν ὅτι εἶναι ἐδική μας; αὐτὴ ἡ αἰτιολογία δὲν γεννᾷ ἀμφισβήτησιν, δὲν δύναται νὰ γεννήσῃ τὸ δικαίωμα εἰς ἐξέτασιν ἂν ἀληθῶς ᾖναι ἰδική μας; ἡ ἔκφρασις ῥητὴ καὶ καθαρὰ, διαθέτομεν τὴν περιουσίαν, τὴν περιουσίαν μας, δὲν εἶναι καθαρωτέρα, καὶ ἀσφαλεστέρα; Ἰδοὺ ἡ ἰδέα ἡ ὁποία μᾶς ἐπηρέασε καὶ διατὶ παρεδέχθημεν τὴν ἔκφρασιν ὁποία ὑπάρχει ἐντὸς τοῦ νομοσχεδίου· εἷς λόγος μερικὸς καταστρέφει τὴν ἔκτασιν καὶ τὴν δύναμιν τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ νομοσχέδιον, εἷς λόγος μεμονωμένος ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ ἀμφιβολίας. Δὲν ἐδέχθημεν καὶ τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Λέκκα, αὕτη ἦτο καὶ εἶναι.»
§114ΤΙΝΕΣ. «Ὡς ἀνῆκον ἀείποτε.»
§115ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διότι μοὶ φαίνεται, κύριοι, ὅτι ὁ κ. Λέκκας σφάλλει ζητῶν τοῦτο· τούτου προσθετομένου, δὲν γεννῶμεν τὴν ἰδέαν ὅτι ἀπαντῶμεν εἰς τὴν ἀμφιβολίαν, ἡ ὁποία ὑπῆρχε καὶ ἐν ἡμῖν αὐτοῖς ἔτι, ὅτι δὲν ἦσαν αἱ ἐκβολάδες ὅ,τι τώρα κηρύττονται καὶ διὰ τούτου ἠναγκαζόμεθα νὰ ποιήσωμεν μνείαν τοῦ παρελθόντος. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον καὶ τὸ ὡς δὲν παραδεχόμεθα· ἐνομίσαμεν ὅτι τὸ ὡς εἶναι ἀσθενέστερον καὶ γεννᾷ ἀμφιβολίας, ἐπίσης καὶ χώραν πρὸς ἀμφισβήτησιν καθὼς καὶ τὴν γνώμην τοῦ κ. Λέκκα. Ἰδού, κύριοι, τί ἔχομεν νὰ εἴπωμεν διὰ τὸ μέρος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὴν ἰδιοκτησίαν, ὄχι κανονίζει, ἀλλὰ διαθέτει τὴν περιουσίαν τοῦ δημοσίου. Δὲν τὴν κανονίζομεν σήμερον, ἀλλὰ ὑπάρχει, τὴν διαθέτομεν μόνον. Ἐάν, ἐπαναλαμβάνω, ἀμφιβολία τις γεννᾶται, ὡς πρὸς τὴν ἔκφρασιν, τότε ἂς εὑρεθῇ ἡ ὀρθοτέρα· δὲν ἔχομεν δυσκολίαν νὰ τὴν παραδεχθῶμεν. Κύριοι, ὑπάρχει θησαυρὸς τέλος πάντων εἰς τὸ Λαύριον; ἐὰν ὑπάρχῃ, πρέπει νὰ τὸν ἀνεύρωμεν, πρέπει νὰ ἴδωμεν τί ἔχομεν, πρέπει νὰ θεραπεύσωμεν τὰς πολλαπλᾶς ἀνάγκας μας, τὰς πολλαπλᾶς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας· ὅ,τι κεῖται ὡς χῶμα ἄχρηστον, πρέπει νὰ μεταβληθῇ εἰς πλοῦτον ἢ πρέπει ὁ κόσμος νὰ πεισθῇ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐκεῖ θησαυρός, ἐὰν πράγματι δὲν ὑπάρχῃ· πιστεύσατε ὅτι ἐν ὅσῳ δὲν ἀνευρεθῇ ἡ ἀλήθεια, οὐδεμία κυβέρνησις, οὐδεμία βουλὴ θὰ κατασταθῇ ἑδραία καὶ ἥσυχος εἰς τὴν θέσιν της· καθ’ ἡμέραν τὸ φάσμα τοῦ πλούτου τῶν ἑκατομμυρίων θὰ ταράττῃ τὴν κοινωνίαν καὶ θὰ ἐγείρῃ συκοφαντίας κατὰ τῶν κυβερνήσεων καὶ τῶν βουλῶν, κατὰ παντὸς τὸν ὁποῖον θέλουσι νὰ συκοφαντήσωσι. Τί ἔγειναν τὰ ἑκατομμύρια; θὰ σᾶς λέγουν· ποῦ εἶναι τὰ ἑκατομμύρια τὰ ὁποῖα ἐμπεριέχει τὸ Λαύριον; τί γίνεται ὁ μέγας θησαυρὸς ὅστις θ’ ἀπαλλάξῃ τοὺς πολίτας τῶν φόρων κλπ. καὶ ἠθέλαμεν βλέπει τοὺς πλέον τυχαίους ἀνθρώπους νὰ μᾶς παρουσιάζωσι σχέδια, ψεύδη, συκοφαντίας δι’ ὧν ἤθελον ταράττει τὴν κοινωνίαν. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἴδωμεν τί ἔχομεν, διότι τὰ συμφέροντά μας τὰ μεγάλα ἀπαιτοῦσι τοῦτο, ἢ πρέπει νὰ λείψῃ ἓν μέσον, τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ πάντοτε εἰς τὴν δημαγωγίαν, ἵνα ταράττῃ τὴν κοινωνίαν καὶ νὰ κλονίζῃ τὰ καθεστῶτα, διὰ συκοφαντιῶν τοὐλάχιστον. Ἀλλὰ πῶς νὰ εὕρωμεν τὴν ἀλήθειαν; ἰδοὺ τὸ ζήτημα, ἰδοὺ ἡ δυσκολία ἡ μεγάλη, ἡ ὁποία χιλιάκις παρουσιάσθη ἐνώπιόν σας. Κύριοι, ἀπεστείλαμεν ἐπιτροπὰς ἐπανειλημμένως, συγκεκροτημένας ἀπὸ ἀνθρώπους ἐντίμους καὶ ἐπιστήμονας εἰς τὸν χαρακτῆρα καὶ εἰς τὴν ἱκανότητα τῶν ὁποίων οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ἔχομεν. Αἱ ἐπιτροπαὶ αὗται μᾶς ἔφερον ἐπανειλημμένως τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐργασίας των. Εἰς τί ἐχρησίμευσαν τὰ ἀποτελέσματα αὐτά; νὰ καταστρέψουν μόνον, οὐχὶ νὰ ἀνεγείρουν· ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῶν ἐστήριξαν ὅλα τὰ ἐπιχειρήματά των, ἵνα μεμφθῶσιν, ἐπίστευσαν ὅτι μέγας πλοῦτος ὑπάρχει εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον· ἀλλ’ ὅταν ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων ἐκείνων ἠθέλαμεν νὰ στηρίξωμεν καὶ ἀπόφασίν τινα, ὅλοι εἴπαμεν δὲν ἠξεύρομεν τί ὑπάρχει εἰς τὸ Λαύριον, μᾶς εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστον τὸ Λαύριον, δὲν ἠξεύρομεν ἐὰν ἔχῃ πλοῦτον καὶ πόσον, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὰς ἐρεύνας μας· λοιπόν, αἱ πληροφορίαι μας μέχρι τοῦδε δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσουν ὡς βάσις ὥστε νὰ λάβωμεν ἓν μέτρον, σήμερον δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ἐπιβάλλομεν φόρον τόσον τοῖς ἑκατόν, διότι αἱ πληροφορίαι τὰς ὁποίας ἐλάβαμεν εἰσὶν ἀκριβεῖς, μεγαλύνουν καὶ τὰς ἐλπίδας μας· πιστεύομεν χάριν αὐτῶν μόνον ὅτι ὑπάρχει πλοῦτος μέγιστος, ἀλλὰ δὲν μᾶς δίδουν στερεὰν βάσιν ἐπὶ τῆς ὁποίας νὰ στηρίξωμεν ἓν μέτρον, νὰ ἀναλάβωμεν τὴν εὐθύνην καὶ ἀποφασίσωμεν περὶ τῆς διαθέσεως τοῦ πλούτου τούτου. Τὸ σύστημα λοιπὸν τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἠκολουθήσαμεν δὲν εἶναι ἐπαρκές· τὸ ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, διότι ὅλοι ὅσοι ὡμίλησαν δὲν ἐτόλμησαν νὰ βεβαιώσουν τί ἔχομεν, δὲν γνωρίζουσιν· εἶπον τὴν ἀλήθειαν καθαράν. Ἀλλά, κύριοι, τὸ χειρότερον εἶνε, ὅτι οὐχὶ μόνον αἱ ἔσωθεν ἀλλ’ οὐδ’ αἱ ἔξωθεν πληροφορίαι δύνανται ἐπίσης νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς βάσις τοῦ νὰ ἀναλάβωμεν τὴν εὐθύνην μιᾶς ἀποφάσεως, εὔκολον εἶναι νὰ λαμβάνωμεν διδόμενα, νὰ οἰκοδομῶμεν ἐπ’ αὐτῶν ἐπιχειρήματα, μομφὰς καὶ κατηγορίας, ἀλλὰ δύσκολον ἐπὶ τῶν διδομένων αὐτῶν νὰ ἀναλαμβάνωμεν τὴν εὐθύνην καὶ νὰ λύωμεν τὰ ζητήματα. Ἠκούσατε, κύριοι, τὴν ἔκθεσιν τοῦ κυρίου Σεβαλιέ· μέγας πλοῦτος ἑκατομμυρίων πολλῶν κατ’ αὐτὸν ἀφαρπάζεται ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Καὶ ἀληθῶς ἡ ἔκθεσις αὕτη ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ καὶ ὡς μία πλαγία μομφὴ, μολονότι ὁ κ. Ῥοντήρης ἠθέλησε ν’ ἀπαλλάξῃ τὸ περὶ σκωριῶν νομοσχέδιον τῆς μομφῆς ταύτης, ἠδύνατο, λέγω, νὰ χρησιμεύσῃ ὡς μία πλαγία μομφὴ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ διαθέτοντος τὰς σκωρίας τοῦ Λαυρίου. Ὑπῆρχεν ἀληθῶς τότε ἄγνοια, δὲν ἐγνωρίζοντο τὰ πράγματα τοῦ Λαυρίου ὅπως ὑποτίθεται ὅτι γνωρίζονται ἤδη. Δὲν ἠξεύρομεν ποῖον πλοῦτον περιεῖχον αἱ σκωρίαι αὗται καὶ μ’ ὅλα ταῦτα δὲν ὠλιγώρησεν ὁ νόμος ἐκεῖνος· μέχρι τίνος προσδιορίζει τὸ ἀναλογοῦν εἰς τὸ δημόσιον ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν; μέχρι σχεδὸν τοῦ ποσοστοῦ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἡ μεταλλευτικὴ ἑταιρία προτείνει διὰ τὰς ἐκβολάδας, διότι ἀληθῶς μὲν τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ὁρίζει 30% ἐπὶ τοῦ προϊόντος ἐκ τῶν ἐθνικῶν σκωριῶν, ἀλλὰ τὸ ὁρίζει, ἀφοῦ ὁρίζει καὶ τὰ ἔξοδα καὶ τὰς καταβολὰς, κατὰ τοῦ προσδιορισμοῦ τούτου, καὶ ἐγὼ δὲν νομίζω, ὅτι τὸ πράττει ἡ ἑταιρία διὰ νὰ μᾶς ἐξαπατᾷ· ἐπανειλημμένως κατεξανίστατο ἡ ἑταιρία Σερπιέρη καὶ παρεπονεῖτο, ἰσχυριζομένη ὅτι εἶναι ἄδικος ὁ προσδιορισμὸς τῆς καθαρᾶς προσόδου. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, κύριοι, ἀφοῦ προσδιώρισε καὶ τὰ ἔξοδα ἐζήτησε 30%. Ἐὰν κατόπιν δὲν ἐφροντίσαμεν νὰ βεβαιώσωμεν τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου ἐπὶ τοῦ ἀληθοῦς ποσοστοῦ, τὸ ὁποῖον τυχὸν μᾶς ἀνῆκε, δι’ αὐτὰ δὲν πταίει τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καὶ ἐπὶ τοῦ χρόνου τοῦ σκότους ἐπρόβλεψε λίαν καλῶς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς καὶ μέχρι τοῦ βαθμοῦ νὰ πλησιάσῃ εἰς τὴν προσφορὰν, τὴν ὁποίαν τὴν στιγμὴν ταύτην κάμνουν διὰ τὰς ἐκβολάδας αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀρχικὸν μετάλλευμα. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Σεβαλιὲ ἡ ἑταιρία ὠφελεῖται ὀκτὼ καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος· ἐν ὅλῳ, ἐὰν λάβωμεν ὡς ἀληθὲς τὸ ποσὸν τῶν σκωριῶν ὁποῖον τὸ προσδιορίζει καὶ τὸ ἐξαγόμενον τοῦ προϊόντος, ἑκατοστύας ἑκατομμύρια. Αὐτὸ, κύριοι, ἐπανελήφθη καὶ ὑπεστηρίχθη· ἀλλ’ ἐὰν ἔχωμεν πλήρη πεποίθησιν ἐπ’ αὐτῶν τῶν δεδομένων, ἐὰν τῷ ὄντι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ διδομένου ἠμποροῦμεν νὰ στηρίξωμεν καὶ τὴν εὐθύνην μας, διατί ἀπὸ τὴν στιγμὴν ταύτην, διατί πρότερον; καὶ πρότερον λέγων, δὲν ἐννοῶ οὐδένα νὰ μεμφθῶ, διότι δὲν εὑρισκόμεθα ἤδη εἰς τὸ στάδιον τῶν μομφῶν καὶ τῶν ἐγκλήσεων, ἀλλὰ τῆς ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων· διατί καὶ πρότερον δὲν ἀνεθεωροῦμεν τῷ ὄντι τὸ παραγόμενον τῆς ἐργασίας αὐτῆς καὶ τὸ ἔξοδον διὰ νὰ λάβωμεν τὸ περιπλέον, ἀφοῦ περισσότερα ἡ ἐργασία αὐτὴ δίδει καὶ ὀλιγώτερα ἡμεῖς λαμβάνομεν, κακῶς ὑπολογίσαντες τὴν καθαρὰν πρόσοδον; Ἐὰν αὐτὸ, κύριοι, τὸ πιστεύσωμεν, ἐὰν ἐπ’ αὐτοῦ στηρίξωμεν τὴν εὐθύνην μας, διατί δὲν ἀγοράζομεν τὰς σκωρίας καὶ τὰ καταστήματα ὅλα αὐτὰ ἀντὶ 20,000,000, ἐνῷ πιστεύομεν ὅτι ἀξίζουν 200,000,000; Ἐὰν ᾖναι μία πρόφασις τῆς ἑταιρίας, εἶναι ἀδιάφορον εἰς ἡμᾶς, ἠμποροῦμεν νὰ τὴν λάβωμεν ὡς σπουδαίαν πρότασιν καὶ στηρίξωμεν τὴν ἐνέργειάν μας ἐπ’ αὐτῆς· ἐὰν πιστεύωμεν ταῦτα, διατί δὲν τὰ ἀγοράζομεν ἀντὶ δύο ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος; ὑπάρχει ἡ πρότασις καὶ ἠμποροῦμεν νὰ δεσμεύσωμεν τὴν ἑταιρίαν, ἥτις τὴν ἔκαμε· διατί δὲν ἀγοράζομεν πρὸς 600 δραχμὰς τὸν τόνον τοῦ πολυτίμου αὐτοῦ μολύβδου, ὅπως τὸν προσφέρει ἡ ἑταιρία; Εἶναι μεγάλη ἡ ὠφέλια, διότι, ἐὰν, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ Σεβαλιὲ, ἡ ἀξία τοῦ προϊόντος τούτου ἀναβαίνῃ εἰς 1,200 δραχμὰς περίπου, ἡ ἀγορὰ ἀντὶ 600 δραχμῶν δίδει ἀμέσως ὄφελος 600 δραχμάς. Ἀλλ’ οὐδεὶς ἐτόλμησε νὰ προτείνῃ τοῦτο, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν τολμῶ, οὔτε ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην, διότι δὲν ἔχω πεποίθησιν εἰς τὰ ἐξαγόμενα αὐτὰ, διότι ἀμφιβάλλω, καὶ ἠξεύρετε ἀκόμη διατί; διότι κατὰ τὰς ἀναλογίας τὰς ὁποίας ἔχομεν, δοθείσας ἀπὸ τὰς πληροφορίας τὰς ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ τὰς ἐκτὸς συλλεγείσας, αἱ ἐκβολάδες αἱ ὁποῖαι εἶναι ἤδη ἀκαμίνευτοι καὶ εἰς τὴν ἀρχικὴν κατάστασιν ἐμπεριέχουσιν ἀπὸ ἓν ἕως πέντε, νομίζω, χιλιοστά.
§116ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἀπὸ 500 γραμμάρια ἕως 5000.
§117ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐνῷ, κύριοι, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Σεβαλιὲ ἕκαστος τόνος μολύβδου ἐκ σκωριῶν περιέχει ἀπὸ 3 –4 χιλιοστά.
§118ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σήμερον ἡ ἔκθεσις τὴν ὁποίαν ἔχομεν εἶναι δι’ ἐκβολάδας καὶ ἡ τοῦ Σεβαλλιὲ διὰ σκωρίας.
§119ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα· καὶ τοῦτο δύναται νὰ ἀποδείξῃ ὅτι πλανᾶται, διότι αἱ μὲν ἐκβολάδες, αἱ μὴ καμινευθεῖσαι, ἔχουν βεβαίως πολὺ περισσότερον ἄργυρον κατ’ ἀναλογίαν, παρ’ ὅ,τι αἱ σκωρίαι, αἱ ὁποῖαι ἐκαμινεύθησαν καὶ ἀπὸ τὰς ὁποίας ἀφηρέθη ὁ ἄργυρος.
§120ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε μίαν παρατήρησιν; Ἐξήτασα τοὺς ἐπιστήμονας καὶ μοὶ εἶπον, ὅτι ἡ ἐκκαμίνευσις δὲν καταστρέφει τὰς ἀναλογίας· ἡ ἐκβολὰς ἐξέρχεται μὲ τὰς ἀναλογίας τὰς ὁποίας ἔχει τὸ μέταλλον· ἡ σκωρία ἐξέρχεται ἐκ τῆς καμίνου φέρουσα τὰς αὐτὰς ἀναλογίας, τὰς ὁποίας εἶχε τὸ μέταλλον πρὶν ἐκκαμινευθῇ.
§121ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχετε ἕνα τόνον ἐκβολάδων μὴ ἐκκαμινευθεισῶν, καὶ ἕνα τόνον σκωριῶν ἐκκαμινευθεισῶν· νομίζετε ὅτι αἱ σκωρίαι δὲν ἔχουν ὀλιγώτερον μέταλλον παρ’ ὅ,τι αἱ ἐκβολάδες;
§122ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ, σᾶς λέγω, ἔκαμεν ἐντύπωσιν καὶ εἰς ἐμέ· προσέφυγον εἰς ἐπιστήμονας καὶ μοὶ εἶπον, «διὰ τὸν ἀνεπιστήμονα, αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη ἰδέα, ἀλλὰ διὰ τὸν ἐπιστήμονα δὲν εἶναι ζήτημα· ἡ σκωρία ἡ ἐξερχομένη ἀπὸ τὰς ἐκβολάδας, φέρει τὰς αὐτὰς ἀναλογίας τοῦ ἀργύρου καὶ μολύβδου, τὰς ὁποίας ἔχει εἰσερχομένη εἰς τὴν κάμινον».
§123ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀμφιβάλλω καὶ δὲν πείθομαι, καὶ ἐὰν ᾖναι ἰδέα ἐπιστήμονος, ὡς λέγετε, δὲν ἔχω πεποίθησιν εἰς αὐτὴν· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης τὸ σύστημα τῆς ἐξακριβώσεως τὸ ὁποῖον ἐξηκολουθήσαμεν, δὲν ἠδυνήθη νὰ μᾶς δώσῃ διδόμενα βέβαια καὶ ἀναμφισβήτητα, ἐφ’ ὧν στηριχθέντες νὰ ἀναλάβωμεν τὴν εὐθύνην καὶ ἀποφασίσωμεν. Αὐτὴν τὴν ἀμφιβολίαν ἔχοντες ἡμεῖς, αὐτὰ τὰ προηγούμενα γνωρίζοντες, δὲν ἐμείναμεν εἰς αὐτὸ τὸ σύστημα· καὶ τί εἴπομεν; ἂς ἀκολουθήσωμεν τὸ σύστημα τῆς ἐκκαμινεύσεως ὡς δοκιμὴν ἐκ μέρους τῆς κυβερνήσεως καὶ διὰ τοῦτο δεχόμεθα νὰ συμπεριληφθῇ ἐντὸς τῶν διατάξεων τὰς ὁποίας ἔχει τὸ νομοσχέδιον, καὶ καθ’ ἃς πρέπει νὰ γείνῃ μία δοκιμὴ, καὶ ἡ διάταξις, ἐὰν ἡ Βουλὴ τὸ ἐγκρίνῃ νὰ ἐνεργήσῃ ἡ Κυβέρνησις βιομηχανικὴν ἐκκαμίνευσιν· αὐτὸ θέλει χρησιμεύσει μᾶλλον εἰς τὴν ἀνεύρεσιν τῆς ἀληθείας, διατί; διότι ἡ ἀλήθεια ἡ βιομηχανικὴ δὲν ἐξέρχεται ἀπὸ τὴν κάμινον τοῦ χημικοῦ· ὁ χημικὸς εἰς τὸ ἐργαστήριόν του διαλύει ὅλα τὰ μόρια, συναθροίζει ὅλους τοὺς κόκκους καὶ εὑρίσκει ἐξαγόμενον τῆς ἀληθοῦς ἀναλογίας, ἀλλ’ ὁ βιομήχανος εἰς τοὺς φούρνους ὑποβάλλεται εἰς ἐλαττώσεις, ὁ βιομήχανος ἀπόλλυσι μέγα μέρος τοῦ μετάλλου, ἑπομένως δὲν δύναται αὐτὸς, ὅπως ὁ χημικὸς, νὰ ἐξαγάγῃ τὸ ἀκριβὲς, τὸ ἀληθὲς ἐμπεριεχόμενον· ὁ βιομήχανος ἐξάγει ὅ,τι μένει ἀπὸ τὴν κολοσσιαίαν ἐργασίαν του, ὑπόκειται εἰς θυσίας ὄχι μικράς. Διὰ τοῦτο εἴπομεν ἡμεῖς, ἂς δεχθῶμεν τὸ σύστημα μιᾶς βιομηχανικῆς δοκιμασίας. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο, τὴν δοκιμασίαν αὐτὴν ἂς τὴν ὑποβάλωμεν εἰς τὴν δοκιμασίαν καὶ τὴν βάσανον τῶν ἰδιωτικῶν συμφερόντων. Ἂς προκαλέσωμεν τὰ ἰδιαίτερα συμφέροντα διὰ συναγωνισμοῦ. Ἐὰν ὑπάρχουν κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ ἐπασχοληθῶσι καὶ κερδήσωσι, τὰ κεφάλαια αὐτὰ δὲν θέλομεν ἐμπιστευθῆ εἰς τὰς ἐκθέσεις τῶν μηχανικῶν τῶν ἰδικῶν μας, οὔτε τῶν χημικῶν καὶ ὀρυκτολόγων· δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐμπιστευθοῦν τὰ κεφάλαια, διότι δὲν ἐμπεριέχει ἡ ἐργασία ἡ χημικὴ τὴν ἀλήθειαν τῆς βιομηχανικῆς ἐργασίας· δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐμπιστευθοῦν, διότι ἡ ὕλη ὁμοιομόρφως δὲν περιέχεται διεσκορπισμένη εἰς ὅλα τὰ χώματα· ποικίλλεται, ἑπομένως δὲν εἶναι ἀλήθεια ἀναμφισβήτητος, ὡς ὁ κ. Λέκκας εἶπεν, ὅτι ἡ ἐπιστήμη τῆς ἀληθείας, ὅπως ὠνόμασε τὰ μαθηματικὰ, ἠμπορεῖ νὰ ἀναλύσῃ καὶ εὕρῃ τὴν ἀλήθειαν εἰς τὸν τελευταῖον κόκκον, ἀλλὰ πρέπει, διὰ νὰ εὕρῃ ταύτην, νὰ τὸν ἀναλύσῃ καὶ τὸν τελευταῖον κόκκον, καὶ τότε δὲν θὰ ἔχωμεν ἐκβολάδας, ἀλλὰ μέταλλον· καὶ ἐπειδὴ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀναλύσωμεν τὸν τελευταῖον κόκκον, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ δώσωμεν ἀναλλοίωτα ἐξαγόμενα, ἀλλὰ συμπεράσματα εἰς ἃ νὰ στηριχθῶσιν. Εἴπομεν λοιπόν· ἂς δεχθῶμεν τὸν συναγωνισμόν· ἂν ὑπάρχουν κεφάλαια, θέλουν ἐλθεῖ ἐδῶ νὰ ἐρευνήσωσι, καὶ ἡ ἰδιωτικὴ ἐργασία θέλει εὑρεῖ τὴν ἀλήθειαν. Θέλομεν ἔχει οὕτω ἀμοιβαῖον ἔλεγχον μεταξὺ τῆς ἐργασίας τῆς ἰδιωτικῆς καὶ τῆς τοῦ δημοσίου, ἀπὸ τὸν ἔλεγχον αὐτὸν ἴσως ἐξαχθῆ ἡ ἀλήθεια. Ἀλλά, κύριοι, ἐκτὸς τούτου θέλομεν ἔχει βεβαιότητα, ὅτι κεφάλαια, τὰ ὁποῖα θέλουν ἀπασχόλησιν, θὰ ἔλθουν εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι θὰ γνωρίσωσι τὸ περιεχόμενον καὶ ἐν γνώσει θὰ ἔλθωσιν. Ἰδού, κύριοι, διατί ἐδέχθημεν τὸ σύστημα τοῦ συναγωνισμοῦ· τὸ σύστημα τοῦτο συνδυαζόμενον καί μὲ τὰς τοῦ δημοσίου ἐρεύνας, θέλει ἔχει καθ’ ἡμᾶς τὸ καλὸν νὰ ἐξαγάγῃ τὴν ἀλήθειαν. Καὶ μὴ νομίζετε ὅτι ἠμπορεῖ νὰ προσθέσῃ ἡ γνώμη ἑνὸς ξένου τυχὸν κληθέντος, περισσότερον κῦρος καὶ πεποίθησιν· τὰ συμφέροντα, ὅταν πρόκηται περὶ ἑκατομμυρίων, δὲν θέλουσι στηριχθῆ εἰς τὴν γνωμοδότησιν ἑνὸς οἱουδήποτε, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς θέλει δώσει μέσους ὅρους, καὶ ὅρους ἀγνώστους ἢ ἀμφισβητουμένους. Ἐκτὸς τούτου, ἡ ἐπιθυμία μας εἶναι νὰ γείνῃ πλοῦτος ὅ,τι ἕως τώρα ὑπάρχει χῶμα ἄχρηστον, πέτραι, νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸν τόπον τοῦτον· ἡ ἐπιθυμία μας ἦτο, χορηγοῦντες μέσα ἵνα ἐξακριβωθῇ ἡ ἀλήθεια, νὰ προσκαλέσωμεν ἐδῶ τὰ ἰδιωτικὰ κεφάλαια ἵνα ἐκμεταλλευθῶσι τὰς ἐκβολάδας καὶ οὕτω τὰ προκαλοῦμεν. Κύριοι, περὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου δὲν ἔχω νὰ σᾶς εἴπω πολλὰ, διότι πρῶτον σᾶς εἶπον πολλὰ ἄλλοι, καὶ δεύτερον διότι ἄλλοι ἐμπειρότεροι ἐμοῦ θέλουσι σᾶς εἴπει περισσότερα· προσθέτω μόνον ὅτι ὁ σκοπός μας, θέτοντες αὐτὴν τὴν βάσιν, ἦτο τίνι τρόπῳ νὰ κάμωμεν αἱ ἐκβολάδες νὰ ἐκκαμινευθῶσιν ἐπικερδῶς, καὶ ὄχι νὰ ζητήσωμεν περισσότερα, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πάρωμεν ὅσα θέλομεν, ἀλλ’ ὅσα εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς δώσουν· ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ πάρωμεν κατὰ τὴν διάθεσίν μας, δὲν ἀπαιτεῖτο πολὺς ἀγὼν, ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ νὰ θέλωμεν ἡμεῖς, πρέπει καὶ οἱ ἄλλοι νὰ θέλουν νὰ μᾶς δώσουν. Καὶ ἐγὼ, κύριοι, κατ’ ἀρχὰς ἤμην ὑπὲρ τῆς ἰδέας τοῦ ἀκαθαρίστου, καὶ συνεζήτησα μὲ τὸν κ. Σωτηρόπουλον, τὸν ὁποῖον συγχαίρει ὁ κ. Χρηστίδης, καὶ τῷ εὔχεται μακροβιότητα—χάριν ἁβροφροσύνης βεβαίως οὐχὶ διότι τὸ ἐπιθυμεῖ—Ἔχομεν, κύριοι, ὕλην, ὑλικὸν, τοῦ ὁποίου τὸ ἐμπεριεχόμενον ἀκριβῶς δὲν γνωρίζομεν οὔτε ἡμεῖς οὔτε οἱ μέλλοντες νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν αὐτό. Ἰδοὺ ἡ βάσις τοῦ συλλογισμοῦ τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ἡ ἀναλογία εἶναι ποικίλη δύναται νὰ περιέχῃ καὶ ὀλίγον, καὶ πολὺ μέταλλον. Ἐὰν εἰς τοὺς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι θὰ ἔλθουν ἐδῶ νὰ ἐργασθοῦν, εἴπωμεν ἐργασθῆτε, καὶ ἀπὸ ὅ,τι κερδίσητε δώσατέ μας ποσοστὸν 8, 6, 5, οἱ ἐργολάβοι θὰ ἔχωσι βέβαιον καὶ ἀσφαλὲς ὅτι δὲν τοὺς ζητεῖτε εἰμὴ μέρος ἀπὸ τὸ κέρδος καὶ οὐχὶ ἐκ τῶν κεφαλαίων· λαμβάνετε ἀπὸ τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον θέλουν ἔχει· καὶ ἴσως δὲν λάβετε καὶ τίποτε· ἂν ὅμως ἀντὶ τούτου τοῖς εἴπητε, «ὄχι ἐκ τοῦ κέρδους, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ προϊὸν ἀκαθάριστον ἐν γένει, ἢ κέρδος ἢ ζημίαν περιέχει τοῦτο, θέλετε πληρώσει ἓν ποσοστόν» νομίζομεν ὅτι πολλὰ ὀλίγους θέλομεν ἔχει ἐργολάβους, ἀφοῦ εἶναι ἐνδεχόμενον, καὶ μὴ κερδίζοντες, νὰ πληρώσωσιν, ἢ νὰ πληρώσωσι πλειότερον ἢ ὅσον κερδίζουσιν.
§124ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε πρόεδρε, εἶμαι ἐναντίος εἰς αὐτὴν τὴν ἰδέαν, θὰ τὴν πολεμήσω. Ζητῶ τὸν λόγον.
§125ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἰδοὺ διὰ ποῖον λόγον μετὰ συζητήσεις πολλὰς ἐδέχθημεν τὴν καθαρὰν πρόσοδον, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον καὶ ἂν δὲν λάβητε ἐκ τῆς καθαρᾶς, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀκαθαρίστου, εἰς τὰς αὐτὰς θὰ ὑποπέσητε δυσκολίας, ἵνα πωλήσητε ὅ,τι ἐλάβετε· διότι δὲν δύνασθε νὰ γίνητε οἱ ἴδιοι ἔμποροι, θὰ ἐμπιστευθῆτε ἁπλῶς εἰς χεῖρας ὑπαλλήλων ἢ ἐμπόρων τὸ προϊὸν σας ἢ θὰ κάμητε ὅ,τι ἐπὶ τοιούτων περιστάσεων πρέπει νὰ γίνεται, δηλαδὴ νὰ εὕρητε τὴν ἀληθῆ τοῦ ἐμπορεύματος ἀξίαν; θὰ ὑποβάλητε τὸν μόλυβδον εἰς ἀνάλυσιν καὶ δοκιμασίαν, ἢ θὰ τὸν πωλήσητε χωρὶς νὰ γνωρίζητε τί περιέχει; Ἂν ὁ μόλυβδος περιέχῃ 3% ἢ 10% ἄργυρον, πρέπει νὰ τὸ γνωρίζητε, διότι ἡ τιμὴ ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀναλογίας τοῦ περιεχομένου μετάλλου, ἄλλως δὲν κάμνετε τίποτε· διὰ τοῦ τρόπου σας λοιπὸν δὲν ἀποφεύγετε αὐτὰς τὰς δυσκολίας τῆς ἐξακριβώσεως τῆς ἀξίας. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μᾶς ὑπεχρέωσαν νὰ παραδεχθῶμεν τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει. Ἂν αὐτοὶ δὲν πείθουν, ἂς δεχθῶμεν ἕτερον σύστημα ἵνα καθιερώσωμεν ὅ,τι εἶναι συμφερώτερον καὶ ἀκριβέστερον. Δὲν προχωρῶ εἰς τὴν ἐξέτασιν περὶ μονοπωλίου καὶ τῶν ἄλλων ζητημάτων, διότι δὲν εἶναι ἐδῶ ἡ θέσις των, θὰ ἐξετάσωμεν τὰ ζητήματα ταῦτα, ὅταν ἔλθωμεν εἰς ἐκεῖνο τὸ μέρος, καθόσον καὶ ἡ λύσις τῶν ζητημάτων τούτων δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ συζητούμενον ζήτημα. Ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι ἔχουν σχέσιν, τότε τὰ ἐξετάζω ἀμέσως. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ ἐν καιρῷ νὰ ἐξηγήσω ὅλους τοὺς λόγους δι’ οὓς τὸ νομοσχέδιον συνετάχθη ὡς ἔχει.
§126ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριοι, τὴν ἰδέαν τὴν ὁποίαν θὰ πολεμήσω, τὴν ἐξέθεσα ἐρχόμενος ἐνταῦθα μὲ δύω συναδέλφους μου, ὥστε τοιαύτην ἰδέαν εἶχον καὶ ἴσως καὶ πολλοὶ εἶναι σύμφωνοι μὲ ἐμὲ εἰς τὰς ἐπαρχίας. Ἔρχομαι πρῶτον νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὸ ἀνήκουσι, ὅτι πᾶσα ἄλλη ἔκφρασις εἶναι ὕποπτος. Διότι ἂν εἴπωμεν τὸ ὡς θὰ μᾶς εἰποῦν ὅτι σεῖς ἐφιλονεικούσατε χθές. Μεταβαίνω ὡς πρὸς τὸ καθαρὸν καὶ ἀκαθάριστον. Ὁμιλῶ διὰ τὴν Ἑλλάδα, δι’ Ἕλληνας, ὅπου εἶναι γνωστὸν ὁποία φορολογία ὑπάρχει δι’ ὅλα τὰ εἴδη, πῶς ἐνοικιάζομεν, ὡς πρὸς τὰ τελωνεῖα γνωρίζετε, ὅτι ἤλθομεν πάλιν εἰς τὸ ζύγι καὶ ἀφήσαμεν τὴν ἐκτίμησιν. Ἐὰν, κύριοι, καὶ Ἀριστεῖδαι ἦσαν ὁ ἐνοικιαστὴς καὶ οἱ ἔφοροι, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἐπιστατήσει, πάλιν θὰ ἐδυσκολευόμην νὰ παραδεχθῶ τὸ καθαρόν. Ποῖος ἀπὸ ἡμᾶς ἔχει τόσας γνώσεις νὰ γνωρίζῃ τὰ ἔξοδα, ποῖος εἶναι ὁ πανεπιστήμων, ποῖος θὰ μᾶς δώσῃ καθαρὰς πληροφορίας; Ἔπειτα θέλετε νὰ καταδικάσωμεν τὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος θὰ ὑπάγῃ νὰ ἐπιστατήσῃ εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν, ὅτι ἐδωροδοκήθη; Βλέπετε, ὅτι εἶναι λόγοι καὶ ὑπὲρ καὶ κατά. Εἶναι, κύριοι, κατ’ ἐμὲ ἁγνότερον καὶ εἰλικρινέστερον νὰ λάβωμεν μέρος ἀπὸ τὸ ἀκαθάριστον. Ὅταν πάρωμεν τὸ εἶδος, τὸ στέλλομεν εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ λέγομεν αὐτὸ ἔχομεν, ὅστις θέλει ἂς τὸ ἀγοράσῃ, καὶ οὕτω θὰ λείψωμεν ἀπὸ ὅλας τὰς περιπλοκάς. Καὶ ποῖος, ὅταν τοῦ παρουσιασθοῦν 100,000 δραχ. δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἡ πρόληψις, ὅτι δὲν ἐδωροδοκήθη ἢ ὅτι δὲν θὰ ταῖς πάρῃ; ποῖος δὲν θὰ τρομάξῃ νὰ μὴ τὰς δεχθῇ; Καὶ νομίζετε, ὅτι θὰ πάρωμεν ὅ,τι μᾶς ἀνήκει; Καὶ δι’ αὐτὸν ἔτι τὸν λόγον εἶμαι ἐναντίος καὶ θὰ παρακαλέσω μάλιστα ὥστε καὶ εἰς τὰ μεταλλεῖα ὅλα νὰ λείψῃ τὸ 5%. Ταῦτα λέγω, διότι ἡ πρότασις ἴσως δὲν παραδεχθῇ καὶ θέλω νὰ ὑπάρχουν οἱ λόγοι μου εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ ἔπειτα ἀπὸ χρόνους θέλουν ἰδεῖ οἱ ἔχοντες ἐναντίαν ἰδέαν, ὅτι θὰ ἔχουν ἄδικον. Τὴν κοινωνίαν μας τὴν γνωρίζετε, δὲν κατηγορῶ ὅλους, εἴδομεν ὅμως τί γίνεται εἰς ὅλας τὰς ἐπιστασίας, δὲν ἠμπορῶ νὰ κατηγορήσω τὸ ἔθνος, εἰς πολλοὺς ὅμως δὲν εἴδομεν τόσην εὐθύτητα. Γνωρίζετε τί γίνεται εἰς τὸ τελωνοφυλακεῖον καθημέραν, γίνονται λαθρεμπόρια, καθημέραν δωροδοκίαι καὶ νομίζω, ὅτι ἂν εἰσεπράττοντο ὅλα ἀπὸ τὰ τελωνεῖα, θὰ εἴχομεν περισσότερα ἀπὸ 20 ἑκατομμύρια. Ἐν πεποιθήσει λοιπὸν λέγω, ὅτι εἶναι συμφερώτερον νὰ πάρωμεν ἀπὸ τὸ ἀκαθάριστον εἰς εἶδος, διότι ἀπὸ τὸ καθαρὸν δὲν θὰ ἔχωμεν ὠφέλειαν.
§127ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν τάξιν τῆς συζητήσεως θὰ εἴπω δύο λέξεις. Εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν ὑπάρχουν τρεῖς ἰδέαι, καὶ δὲν εἶναι ἰδέαι δευτερεύουσαι, ἀλλὰ πρωτότυποι. Πρώτη ἰδέα «ἰδιοκτήτης τῶν ἐκβολάδων ποῖος εἶναι;» ἡ δευτέρα, «Ποῖος εἶναι ὁ τρόπος τῆς παραχωρήσεως,» διότι τὸ ἄρθρον διαλαμβάνει ὅτι ἡ παραχώρησις γίνεται διὰ πλειστηριασμοῦ καὶ διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν· ἡ τρίτη δὲ «ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου θὰ βασισθῇ ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου.» Δὲν ἐπεμβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἄρθρου ἐπικαλοῦμαι τὸν κανονισμὸν καὶ συγχρόνως ἐπικαλοῦμαι τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὡς εὐσυνείδητοι νομοθέται· τὸ συμφέρον μας εἶναι νὰ μὴ συζητῶμεν τόσον μεγάλα ζητήματα ἡνωμένα, διότι οὔτε δυνάμεθα νὰ τὰ ψηφίσωμεν ἡνωμένα.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕκαστος βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ τὴν διαίρεσιν.
§129ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔπεται ἐκ τούτου, ὅτι πρέπει νὰ συζητήσωμεν τὰ τρία ταῦτα ζητήματα καθ’ ὃν τρόπον καὶ θὰ τὰ ψηφίσωμεν, τὸ ἓν κατόπιν τοῦ ἄλλου. Παρατηρῶ, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ ὅλων τῶν ζητημάτων συνειθίζεται νὰ γίνηται οὕτω πάντοτε. Ἡμεῖς πρέπει νὰ συζητήσωμεν τακτικώτερον, ἓν μετὰ τὸ ἄλλο ἕκαστον ζήτημα, καὶ δὲν πρέπει νὰ συγχέωμεν ζητήματα ἀπ’ ἀλλήλων εἰς ἄκρον διαφέροντα· ἡ καθαρὰ πρόσοδος μόνη εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δύναται ν’ ἀπασχολήσῃ μίαν καὶ δύο συνεδριάσεις, καθὼς καὶ τὸ ζήτημα περὶ τοῦ τρόπου τῆς παραχωρήσεως· τὸ ἁπλούστερον εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἐθνικότητος, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ γίνῃ συζήτησις μόλον τοῦτο, διότι ἡ διάθεσις ὑπάρχει ν’ ἀσφαλίσωμεν τὸ δημόσιον, καὶ ὑπάρχουν τινὲς ἐξ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι δὲν εἶναι καλῶς ἐξασφαλισμένον. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ γίνῃ συζήτησις κατὰ τάξιν.
§130ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς ἠκολουθήσαμεν τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως, ὅπως τὸν διέγραψαν μέχρι τοῦδε· ἐνθυμεῖσθε ὅτι, συζητουμένης τῆς ἀρχῆς, ἐσυζητήθησαν καὶ ὅλαι αἱ λεπτομέρειαι· ἡμεῖς δὲν ἐκανονίσαμεν τὸν τρόπον· καὶ σήμερον, καὶ χθὲς καὶ προχθὲς συνεζητήθησαν σχεδὸν ὅλαι αἱ λεπτομέρειαι, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸς αὐτὸς ὁ τρόπος τῆς συζητήσεως, διότι ἄλλως θὰ χάσωμεν τὸν καιρόν μας καὶ δὲν θὰ κερδίσωμεν τίποτε, ἕκαστος συζητεῖ τὸ μέρος τὸ ὁποῖον θέλει καὶ διὰ τοῦτο ἡ συζήτησις προβαίνει ἀτάκτως.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω ἂν δύναται νὰ περιορισθῇ ἡ συζήτησις καὶ νὰ χαράξωμεν ὅρια εἰς τοὺς ἀγορεύοντας, διότι ἕκαστος θὰ ζητήσῃ ἐπιχειρήματα ὅθεν θέλει. Εἰς τὴν ψηφοφορίαν βεβαίως θὰ ζητήσωμεν τὴν διαίρεσιν.
§132ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Παρετήρησα, κύριοι, μὲ ἀπορίαν μου τινὲς τῶν ἀγορευσάντων νὰ ἀποδίδωσι σπουδαιότητα μεγάλην εἰς τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἂν ὁ συναγωνισμὸς διὰ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ δικαιώματος τοῦ δημοσίου πρέπῃ νὰ γίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς καθαρᾶς προσόδου ἢ τῆς ἀκαθαρίστου. Ἤθελον ἐννοήσει καὶ ἐγὼ τὴν σπουδαιότητα ταύτην, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ προσδιορισμοῦ φόρου, τοῦ ὁποίου τὸ ποσοστὸν ἐπιβάλλεται, ὡς γνωστὸν ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τοῦ φορολογουμένου, καὶ ἑπομένως ἀνάγκη ἦτο νὰ προσέξωμεν εἰς δύω τινὰ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει· ἤτοι, πρῶτον μὲν μὴ τυχὸν τὸ προσδιοριζόμενον ποσοστὸν τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, ἤτοι ἐπὶ τοῦ παραγομένου προϊόντος, ἄνευ τῆς ἐκπτώσεως τῶν ἐξόδων, ἦναι τοσοῦτον, ὥστε φορολογεῖται οὐχὶ μόνον τὸ καθαρὸν κέρδος τοῦ παραγωγοῦ ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ καταβληθὲν κεφάλαιόν του, δεύτερον δὲ, νὰ εὕρωμεν τὴν ὑπάρχουσαν ἀναλογίαν μεταξὺ τοῦ ποσοστοῦ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου καὶ τῆς καθαρᾶς, ἐξαρτωμένην ἀπὸ τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἐξόδων καὶ ἀπὸ τὴν ἀξίαν τοῦ παραγομένου προϊόντος, ἔργον ὁμολογουμένως λίαν δυσχερές· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· πρόκειται, ἀφοῦ αἱ ἐκβολάδες ἐθεωρήθησαν ὡς ἐθνικὴ περιουσία νὰ ὁρισθῇ διὰ δημοσίου συναγωνισμοῦ, ἤτοι διὰ συμφωνίας μεταξὺ τοῦ δημοσίου καὶ τοῦ ἐργολάβου, τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου ὅπερ θέλει πληρόνῃ ὁ ἐργολάβος· τὸ δικαίωμα δὲ τοῦτο δύναται νὰ λογισθῇ ἀδιαφόρως, ἢ ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου (ἤτοι ἐπὶ τῆς ἀξίας παραγομένου μετάλλου, ἀφαιρέσει τῶν καταβληθέντων ἐξόδων διὰ τὴν παραγωγήν του) ἢ ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου (ἤτοι ἐπὶ τῆς ἀξίας ἐπίσης τοῦ μετάλλου, ἄνευ ὅμως ἐκπτώσεως ἐξόδων παραγωγῆς). Καὶ εἰ μὲν ὁ συναγωνισμὸς διὰ τὴν παραχώρησιν τῶν ἐκβολάδων γίνῃ ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, ἐννοεῖται, ὅτι οἱ ἐργολάβοι θέλουσι προσφέρει ἀνώτερον ποσοστὸν εἰς τὸ δημόσιον· εἰ δὲ ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου, κατώτερον κατὰ λόγον τοῦ ποσοῦ τῶν ἐξόδων καὶ τῆς ἀξίας τοῦ παραγομένου μετάλλου, ἀλλὰ καὶ εἰς ἀμφοτέρας τὰς περιστάσεις τὸ ποσοστὸν τοῦτο δὲν θέλει ὁρισθῆ ἐκ μονομερείας ὑπὸ τοῦ δημοσίου, ἀλλ’ ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ δημοσίου καὶ τῶν ἐργολάβων. Ποίαν λοιπὸν σπουδαίαν διαφορὰν εὑρίσκετε, κύριοι, μεταξὺ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἑτέρου συστήματος ὡς πρὸς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ δικαιώματος τοῦ δημοσίου; Καμμίαν βέβαια. Τὸ Νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργείου παραδεχόμενον τὸ σύστημα τῆς καθαρᾶς προσόδου ὁρίζει χάριν ἁπλοποιήσεως τὰ ἀπαιτούμενα ἔξοδα διὰ τὴν παραγωγὴν ἑνὸς ἑκάστου τόνου ἀργυρούχου μολύβδου εἰς δραχμὰς τριακοσίας ἑξήκοντα, κατὰ τὴν γνωμοδότησιν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁ κ. Δεληγεώργης κατέκρινε τὴν διάταξιν ταύτην ὡς λίαν ἐλαττωματικὴν, εἰπὼν μετ’ ἐκπλήξεως, ὅτι πῶς εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν προτέρων νὰ προσδιορισθῶσι τὰ ἔξοδα ἐν γένει καὶ μάλιστα τὰ αὐτὰ δι’ ὅλας τὰς θέσεις, εἰς ἃς κεῖνται αἱ ἐκβολάδες; Παραδέχομαι, Κύριοι, πρὸς στιγμὴν ὅτι ὁ ὑπολογισμὸς τῶν ἐξόδων, κατὰ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ Κ. Δεληγεώργη, δὲν εἶναι ἀκριβὴς καὶ ὅτι ἑπομένως ὡρίσθησαν τὰ ἔξοδα ὑπὸ τοῦ Κ. Ὑπουργοῦ πλειότερα ἢ καὶ ὀλιγώτερα τῶν πραγματικῶν· ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου πρόκειται, ὡς εἴπομεν, νὰ προσδιορισθῇ διὰ συναγωνισμοῦ, παρακαλῶ τὸν κ. Δεληγεώργην καὶ τοὺς ὁμοφρονοῦντας μετ’ αὐτοῦ νὰ μοὶ εἴπωσιν ἂν δύναται νὰ ἔχῃ σημασίαν τινὰ ὁ ἀκριβὴς προσδιορισμὸς τῶν ἐξόδων. Κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, δὲν ἔχει τὴν ἐλαχίστην σημασίαν διὰ τὸ συμφέρον τοῦ τε δημοσίου καὶ τοῦ ἐργολάβου, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι οἱ μέλλοντες νὰ συναγωνισθῶσιν ἐργολάβοι, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὰ πολὺ ἢ ὀλίγον τῶν ὑπολογισθέντων ἐξόδων, ἔχουσι κανονίσει τὰς προσφοράς των, καὶ εἰ μὲν κατ’ αὐτοὺς τὰ ἔξοδα προσδιορίζονται ὑπὸ τοῦ Νόμου περισσότερα τοῦ δέοντος, θέλουσι προσφέρει, ἐννοεῖται, μεγαλείτερον ποσοστὸν· εἰ δὲ ὀλιγώτερα, θέλουσι προσφέρει μικρότερον ποσοστόν. Τοῦτο εἶναι ἀνεπίδεκτον πάσης ἐξηγήσεως. Ἀλλὰ, Κύριοι, μήπως τὸ αὐτὸ δὲν συμβαίνῃ, καὶ μάλιστα εἰς μεγαλεῖτερον βαθμὸν, καὶ εἰς τὸ ἕτερον σύστημα, ὅπερ ὑποστηρίζει ὁ Κύριος Δεληγεώργης; ὅταν ὁ συναγωνισμὸς πρόκειται νὰ γείνῃ ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου προϊόντος, τί ἄλλο γίνεται παρ’ ὅτι τὸ μὲν δημόσιον ὁρίζει τὰ ἔξοδα εἰς μηδὲν, ὁ δὲ ἐργολάβος ὑπολογίζων τὰ ἔξοδα τῆς παραγωγῆς τοῦ μετάλλου, ἅτινα θὰ προκαταβάλῃ, κάμνει τοιαύτην προσφορὰν ποσοστοῦ πρὸς τὸ δημόσιον, ὥστε τὸ ὑπόλοιπον τοῦ προϊόντος νὰ ἦναι ἱκανὸν ὅπως καλύπτῃ τὰ ἔξοδά του καὶ νὰ τῷ μένῃ κέρδος τι; Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι καὶ κατὰ τὰ δύω συστήματα οἱ ἐργολάβοι θὰ ὑπολογίσωσι α) τὰ πραγματικὰ ἔξοδά των καὶ β) θὰ προβῶσιν εἰς προσφορὰς κατὰ τὸν συναγωνισμόν. Οἱ ὑποστηρίζοντες τὸ σύστημα τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου διϊσχυρίζονται προσέτι ὅτι κατ’ αὐτὸ εἶναι ἁπλούστερος ὁ τρόπος τῆς ἀποκτήσεως τοῦ συμφωνηθέντος δικαιώματος τοῦ δημοσίου, ὡς προλαμβάνων πᾶσαν δολίαν προαίρεσιν τοῦ ἐργολάβου ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ ἐξαπατᾷ τὸ δημόσιον· διότι λέγουσιν, ὅτι τὸ δημόσιον δύναται νὰ λαμβάνῃ τὸ δικαίωμα αὐτοῦ εἰς εἶδος κατὰ τὸν συμφωνηθέντα ὅρον τοῦ ποσοστοῦ, ἤτοι 10, 20, 30% κτλ. ἐπὶ τοῦ παραγομένου μετάλλου, χωρὶς νὰ εὑρίσκηται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκτιμᾷ τὴν ἀξίαν αὐτοῦ, ὅπερ ἀπαιτεῖται διὰ τὴν εὕρεσιν τῆς καθαρᾶς προσόδου κατὰ τὸ ἕτερον σύστημα. Τῳόντι, κύριοι, ἐκ πρώτης ὄψεως τὸ πρᾶγμα φαίνεται ἁπλοῦν, ἀλλὰ πλανῶνται μεγάλως, νομίζοντες ὅτι δύναται νὰ γείνῃ τὸ αὐτὸ ὅπως ἐπὶ τῶν προϊόντων, ἤτοι τοῦ σίτου, τοῦ ἐλαίου, τῆς σταφίδος, τῶν ὁποίων τὸ δέκατον, λόγου χάριν, τοῦ βάρους εἶναι ἀκριβῶς καὶ τὸ δέκατον τῆς ἀξίας· ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ ἀργυρούχου μολύβδου δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ τοιοῦτον διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἅπασαι αἱ χελῶναι τοῦ μολύβδου δὲν περιέχουσι μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν ἀργύρου, διότι καὶ αἱ ἐκβολάδες, ἐξ ὧν παράγονται, αἱ μὲν πλούσιαι εἶναι ἀργύρου, αἱ δὲ πτωχαί. Ἑπομένως, ἂν θελήσωμεν νὰ λάβωμεν 10 ἢ 20%, ὅσον ἤθελε συμφωνηθῇ ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου προϊόντος, θὰ λάβωμεν βέβαια τὸ δέκατον ἢ τὸ πέμπτον τοῦ βάρους τοῦ ἀργυρούχου μολύβδου, ἀλλὰ δὲν θὰ λάβωμεν καὶ τὸ δέκατον ἢ τὸ πέμπτον τῆς ἀξίας αὐτοῦ. Καὶ ἰδοὺ πάλιν ἀναγεννώμεναι ἀφορμαὶ δυστυχίας καὶ ἐρίδων μεταξὺ τοῦ δημοσίου καὶ τῶν ἐργολάβων. Πῶς λοιπὸν εὑρίσκετε, κύριοι, τὸ ἰδικόν σας σύστημα ἁπλοῦν; Κατ’ ἐμὲ ὀρθότερον εἶναι τὸ σύστημα, ὅπερ παραδέχεται τὸ νομοσχέδιον, καθ’ ὃ ἀνάγκη διὰ τὴν εὕρεσιν τῆς ἀξίας ὅλων τῶν χελωνῶν τοῦ παραχθέντος μετάλλου νὰ κόπτηται μικρὸν τεμάχιον ἐκ μιᾶς ἑκάστης χελώνης, τὰ τεμάχια δὲ ταῦτα νὰ ἀναλύωνται ὁμοῦ, ἵνα εὑρίσκηται ἑκάστοτε ὁ μέσος ὅρος τῆς ἐμπεριεχομένης ποσότητος τοῦ ἀργύρου καὶ ἑπομένως ἡ ἀξία τοῦ μετάλλου ἐν γένει. Σᾶς εἶπον ὅτι ἕνεκα τῆς διαφόρου ποιότητος τῶν ἐκβολάδων, τινὲς χελῶναι μολύβδου περιέχουσι περισσότερον ἄργυρον, τινὲς δὲ ὀλιγώτερον. Εἶναι ὅμως καὶ ἕτερος λόγος τῆς διαφορᾶς ταύτης, ὁ λόγος τῆς εἰδικῆς βαρύτητος τοῦ ἀργύρου πρὸς τὸν μόλυβδον, ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας ὁ ἄργυρος κατερχόμενος εἰς τὸν πυθμένα τῆς καμίνου ἐξέρχεται εἰς μεγαλειτέραν ποσότητα, καὶ οὕτως αἱ πρῶται χελῶναι περιέχουσι περισσότερον ἄργυρον. Ἐννοῶ ὅτι ἡ ἀποκοπὴ ἀπὸ ὅλας τὰς χελώνας μικροῦ τεμαχίου εἶναι δύσκολος, ὡς παρετήρησεν ὁ κύριος Δεληγεώργης, ἀλλὰ τοῦτο γίνεται εἰς ὅλον τὸν κόσμον τὸν ἐμπορευόμενον τὸν ἀργυροῦχον μόλυβδον ἢ καὶ ἄλλα μικτὰ μέταλλα. Αὐτὴ ἡ ἰδία ἑταιρία τοῦ κ. Ῥοῦ, ὡς ἐπληροφορήθην, ἀποστέλουσα ἐκ Λαυρίου τὸν μόλυβδον, κόπτει ἀπὸ ἑκάστην χελώνην μικρὸν τεμάχιον· διὰ τί πράττει τοῦτο; Βεβαίως διὰ νὰ ἠξεύρῃ μετὰ τὴν ἀνάλυσιν τῶν τεμαχίων πόσος ἄργυρος ἐμπεριέχεται εἰς πᾶσαν ἀποστολὴν, ἣν ἐνεργεῖ πρὸς τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἀνταποκριτάς της. Τὸ αὐτὸ πρόκειται νὰ πράττῃ κατὰ τὸ νομοσχέδιον καὶ τὸ δημόσιον, ἂν θέλητε νὰ λαμβάνῃ ἀκριβῶς τὸ συμφωνηθὲν δικαίωμά του. Ἐκ τούτων ἁπάντων βλέπετε, κύριοι, ὅτι καὶ τὸ σύστημα ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου οὐδεμίαν εὐκολίαν μᾶς παρέχει ὡς πρὸς τὴν ἀπόκτησιν τοῦ συμφωνηθησομένου δικαιώματος μετὰ τῶν ἐργολάβων. Ἐνῷ δὲ δὲν μᾶς παρέχει τὰς ἐλπιζομένας εὐκολίας, θέλει γείνει πρόξενον ζημίας σπουδαίας εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου διὰ τὸν ἑξῆς λόγον, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ νὰ ἀκούσητε μετ’ ὀλίγης προσοχῆς. Διὰ τοῦ συστήματος τῆς καθαρᾶς προσόδου προκαλεῖτε τοὺς μέλλοντας νὰ συναγωνισθῶσι λέγοντες εἰς αὐτοὺς, ὅτι ἀφοῦ ἐκπεσθῶσιν ἀπὸ τὸ ἀντίτιμον τοῦ παραγομένου μετάλλου ὅλα τὰ ἔξοδα σας ἅτινα ὑπολογίζομεν εἰς 350 δραχ. ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου τόνου ἀργυρούχου μολύβδου, τὸ ὑπόλοιπον ὅπερ εἶναι καθαρὸν κέρδος θέλει διαιρεῖται εἰς δύο μερίδας, ἐξ ὧν, ἡ μὲν κατὰ λόγον τοῦ συμφωνηθέντος ποσοστοῦ ἀνήκει εἰς τὸ δημόσιον, ἡ δὲ εἰς αὐτὸν τὸν ἐργολάβον. Διὰ τοῦ ἑτέρου ὅμως συστήματος δὲν λέγετε τὸ αὐτὸ εἰς τοὺς μέλλοντας νὰ συναγωνισθῶσι, διότι δὲν παραδέχεσθε οὐδεμίαν ἔκπτωσιν ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τοῦ μετάλλου λόγῳ ἐξόδων, τῶν ὁποίων τὸν ὑπολογισμὸν ἀφίνετε βεβαίως εἰς τὸν ἐργολάβον, καὶ δύναται οὗτος νὰ ὑπολογίσῃ ταῦτα, πρὶν κάμῃ τὴν προσφοράν του, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ἀξία τοῦ παραχθησομένου μετάλλου δύναται νὰ ᾖναι διάφορος κατὰ λόγον τῆς ἐμπεριεχομένης εἰς αὐτὸ ποσότητος τοῦ ἀργύρου, ἡ πληρωμὴ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ ποσοστοῦ ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου προϊόντος, ποτὲ μὲν δύναται νὰ ᾖναι ὠφέλιμος, ποτὲ δὲ ἐπιζήμιος· καὶ διατί; ἀκούσατε· ὑποθέσατε ὅτι παράγεται εἷς τόνος μολύβδου, περιέχοντος 100 δραχμῶν ἄργυρον καὶ ἐπειδὴ ἡ ἀξία τοῦ μολύβδου συνίσταται συνήθως εἰς 500 δραχμὰς, ἔχετε ἕνα τόνον ἀργυρούχου μολύβδου ἀξίζοντα 600 δραχμὰς συμφωνήσας δὲ ὁ ἐργολάβος μετὰ τοῦ δημοσίου νὰ πληρόνῃ 50% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου, θέλει δώσει εἰς τὸ δημόσιον 300 δραχμάς, θὰ μείνωσι δὲ εἰς αὐτὸν αἱ ἄλλαι 300 δραχμαὶ, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐδαπάνησε 350 δρ. ἕπεται ὅτι τὸ δημόσιον θὰ λάβῃ 50 δραχ. περιπλέον οὐχὶ ἐκ τοῦ κέρδους τοῦ ἐργολάβου, ἀλλ’ ἐκ τοῦ κεφαλαίου του, καὶ οὕτω θὰ ζημιωθῇ ὁ ἐργολάβος. Ἐὰν τὸ 50% τὸ ἐφαρμόσωμεν εἰς ἄλλο παράδειγμα, δὲν θὰ ζημιωθῇ ὁ ἐργολάβος καί τοι πληρόνων ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ποσοστόν· ὑποθέσατε ὅτι ὁ τόνος τοῦ παραχθέντος μετάλλου περιέχει ἄργυρον ὄχι 100 δραχμῶν, ἀλλὰ 500 (ἡ ἐπιτροπὴ λέγει ὅτι δύναται νὰ φθάσῃ καὶ μέχρι 2,000 δραχμῶν, διότι τοῦτο ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ποιότητα τῶν ἐκβολάδων), ὑποθέσατε, λέγω, ὅτι εἷς τόνος περιέχει 500 δραχμῶν ἄργυρον καὶ 500 μόλυβδον, ἑπομένως ἔχομεν ἀντίτιμον 1000 δραχμῶν, ἐξ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ τῶν χιλίων δραχμῶν, ἐὰν πληρώσῃ κατὰ τὴν συμφωνίαν ὁ ἐργολάβος 50%, δηλαδὴ 500 δραχμὰς εἰς τὸ δημόσιον, θέλουσι μείνει εἰς αὐτὸν αἱ ἄλλαι 500 δραχμαὶ ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐὰν ἀφαιρέσωμεν τὴν δαπάνην τῶν 350 δραχμῶν θὰ μείνῃ καὶ κέρδος 150 δραχμῶν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι εἰς μὲν τὴν πρώτην περίστασιν ζημιοῦται, εἰς δὲ τὴν δευτέραν ὠφελεῖται, καί τοι πληρόνων ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ποσοστὸν, ἤτοι 50%, ἐνῷ κατὰ τὸ ἕτερον σύστημα τῆς καθαρᾶς προσόδου, ὄχι μόνον 50%, ἀλλὰ 90% ἐὰν ἐπλήρωνεν εἰς τὸ δημόσιον, ἤθελε τῷ μένει καὶ κέρδος. Ἡ ἐπιχείρισις λοιπὸν δύναται νὰ ᾖναι ἐπικερδὴς, καὶ κατὰ τὸ σύστημα τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, ὅταν αἱ ἐκβολάδες τύχωσι νὰ ᾖναι πλούσιαι ἀργύρου, ἀλλὰ τίς γνωρίζει τοῦτο ἐκ τῶν προτέρων; ἡ ἐπιτροπὴ, καθὼς καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἐπεσκέφθη τὸ Λαύριον, πρὸ ἡμερῶν μᾶς εἶπον, ὅτι κατὰ σπιθαμὴν σχεδὸν διαφέρουν οὐσιωδῶς καὶ κατὰ βάθος καὶ κατὰ πλάτος. Τούτων οὕτως ἐχόντων, οἱ μέλλοντες νὰ συναγωνισθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου θέλουσιν εὑρίσκεσθαι εἰς τὸ σκότος καὶ θὰ ᾖναι ὡς ἐκ τούτου δειλοὶ εἰς τὰς προσφοράς των ἵνα μὴ ῥιψοκινδυνεύσωσι τὴν περιουσίαν των, ἡ δὲ δειλία αὐτῶν ἔσεται πρὸς ζημίαν τοῦ δημοσίου. Ἐνῷ κατὰ τὸ ἕτερον σύστημα τῆς καθαρᾶς προσόδου θὰ ἔχετε συναγωνισμὸν ζωηρὸν, διότι οἱ ἐργολάβοι στηρίζονται εἰς στερεὸν ἔδαφος, προκειμένου λόγου νὰ πληρώσωσι τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου ἐπὶ τοῦ καθαροῦ κέρδους, καὶ οὐχὶ ἀπὸ τὸ κεφάλαιόν των, ὅπως δύναται νὰ συμβῇ. Ἔπειτα λοιπὸν ἀπὸ τοιαύτας θλιβερὰς συνεπείας τὰς ὁποίας ἔχει τὸ ἐδικόν σας σύστημα, κ. Δεληγεώργη, χωρὶς νὰ προλαμβάνῃ καὶ τὰς δυσκολίας τῆς βεβαιώσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ δημοσίου, δὲν βλέπω τὸν λόγον δι’ ὃν ἐπιμένετε εἰς τὸ σύστημα τοῦτο. Πρὸς τοῖς ἄλλοις θέλει πολὺ κατακριθῆ καὶ παρὰ τῶν Εὐρωπαίων τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ προκαλέσωμεν εἰς τὸν συναγωνισμὸν ὡς ἀσυμβίβαστον μὲ πᾶσαν ἐπιχείρισιν βιομηχανίας· εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι θὰ μᾶς χλευάσωσιν ὅταν ἴδωσιν ὅτι ὁ συναγωνισμὸς πρόκειται νὰ γείνῃ ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου τῶν ἐκβολάδων.
§133Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς μὲ τὰ ἐπιχειρήματά του μὲ ἐνίσχυσε μᾶλλον, διότι εἶπεν ἄλλαι θέσεις ἐξάγουν ἄργυρον 1000 καὶ 2000 δραχμῶν, ἄλλαι 10 δραχμῶν, ὥστε ἐκείνας τὰς θέσεις, αἵτινες ἐξάγουν 10 δραχμάς, ἐπειδὴ ὁ ἐργολάβος θὰ χάσῃ, δὲν θὰ τὰς λάβῃ καὶ θὰ λάβῃ τὰς καλλιτέρας. Κύριοι, καλλήτερα νὰ τὰς πάρῃ τὸ ἔθνος ὅπου τῷ ἀνήκουσι.
§134ΤΙΝΕΣ (Ἀπερχόμενοι). Παρῆλθεν ἡ ὥρα, κ. πρόεδρε.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρκετὰ κύριοι. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 παρὰ ¼ μ. μ.