| 7 | Κ. Μ. Θεοδώρου. | Κ. Πανάρετος. | |
| 8 | Α. Κ. Μιχαλόπουλος. | Γ. Βακαλόπουλος. | |
| 9 | Ν. Τσώκρης. | Δ. Σαρδιγιάννης. | |
| 10 | Α. Ζαΐμης. | Ν. Βαρβιτζιώτης. | |
| 11 | Α. Δανόπουλος. | Ἰω. Βαλασόπουλος. | |
| 12 | Ἰω. Λέκας. | Ν. Θ. Λεώπουλος. | |
| 13 | Σκαρλ. Σοῦτσος. | Γ. Λάππας. | |
| 14 | Περ. Α. Πετράκης. | Φ. Ι. Φίλωνος. | |
| 15 | Στυλ. Κολιάτσος. | Γερ. Σέρβος. | |
| 16 | Π. Πετιμέζης. | Α. Σταματόπουλος. | |
| 17 | Α. Μαγγίνας. | Δ. Τσαμόπουλος. | |
| 18 | Χ. Ῥηγόπουλος. | Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος. | |
| 19 | Ἰω. Ῥοϊλός. | Ἰω. Ταμπακόπουλος. | |
| 20 | Ἰω. Σαφάκας | Χ. Χρηστόπουλος. | |
| 21 | Ν. Κατσικαπῆς | Δ. Ζέγγελης. | |
| 22 | Ἀριστ. Λιδωρίκης. | Π. Κ. Μανέτας. | |
| 23 | Α. Σ. Μήτσας. | Ἀθ. Κατριβάνος. | |
| 24 | Κ. Γιολδάσης. | Ἰω. Πανούσης. | |
| 25 | Π. Μανωλίδης. | Γ. Μαλέας. | |
| 26 | Κ. Λομβάρδος. | Ν. Παγκράτης. | |
| 27 | Α. Γαΐτας Φωσκάρδης. | Ν. Καρύδης. | |
| 28 | Σ. Π. Λεονταράκης. | Ἐπ. Δεληγεώργης. | |
| 29 | Ἰω. Σούλης Βάρκας. | Γ. Γουλιμῆς. | |
| 30 | Ἀνδρ. Αὐγερινός. | Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος. | |
| 31 | Θ. Δαραλέξης. | Ἰω. Ταταράκης. | |
| 32 | Α. Πετραλιᾶς. | Ν. Φαρμάκης. | |
| 33 | Α. Κατσίνας. | Α. Ῥοντήρης. | |
| 34 | Ἀναγ. Δημητρίου. | Εὐθ. Πλαστήρας. | |
| 35 | Γ. Δελένδας. | Γρηγ. Δημητριάδης. | |
| 36 | Σπ. Μαλαπίνας. | Κωνστ. Εὐθυμιόπουλος. | |
| 37 | Κ. Δ. Πεταλᾶς. | Δ. Καπετανάκης. | |
| 38 | Θρ. Ζαΐμης. | Εὐθ. Κεχαγιᾶς. | |
| 39 | Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς. | Δ. Καραλίβανος. | |
| 40 | Α. Διαμαντόπουλος. | Περ. Καλαμογδάρτης. | |
| 41 | Γ. Παπαδαῖος. | Θ. Κανακάρης. | |
| 42 | Ἰω. Σοφιανόπουλος. | Γ. Πράτζικας. | |
| 43 | Κ. Δαγρές. | Γ. Μπούμπουλης. | |
| 44 | Ἰω. Φλέσσας. | Δ. Χρηστίδης. | |
| 45 | Α. Κοντόσταυλος. | Α. Βαφιαδάκης. | |
| 46 | Γ. Παπανικολάου. | Μ. Ε. Παρίσης. | |
| 47 | Ἰω. Μπαλάφας. | Ἰάκ. Παξιμάδης. | |
| 48 | Ν. Μ. Καζαδῖνος. | Σ. Σωτηρόπουλος. | |
| 49 | Ι. Πολυλᾶς. | Ἀθ. Γρηγοριάδης. | |
| 50 | Ἐπ. Καμπερόπουλος. | Στ. Καριζῆς. | |
| 51 | Ἀνδρ. Νοταρᾶς. | Ν. Πιπῖνος. | |
| 52 | Σπυρ. Νοταρᾶς. | Θ. Γκίκας. | |
| 53 | Ἀν. Δημητριάδης. | Δ. Οἰκονόμου. | |
| 54 | Δ. Ῥαπτάκης. | Μ. Ἀβέρωφ. | |
| 55 | Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. | Κ. Νικόδημος. |
1871.04.20
2,067 rows · 17,451 words · 1 table · 105 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 61
Τῆς 20 Ἀπριλίου 1871.
(Τρίτη.)
Ὥρα 2 30.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου ἡ Βουλὴ εὑρέθη πλήρης, παρόντων τῶν ἑξῆς βουλευτῶν:
| Κ. Μ. Θεοδώρου. | Κ. Πανάρετος. |
| Α. Κ. Μιχαλόπουλος. | Γ. Βακαλόπουλος. |
| Ν. Τσώκρης. | Δ. Σαρδιγιάννης. |
| Α. Ζαΐμης. | Ν. Βαρβιτζιώτης. |
| Α. Δανόπουλος. | Ἰω. Βαλασόπουλος. |
| Ἰω. Λέκας. | Ν. Θ. Λεώπουλος. |
| Σκαρλ. Σοῦτσος. | Γ. Λάππας. |
| Περ. Α. Πετράκης. | Φ. Ι. Φίλωνος. |
| Στυλ. Κολιάτσος. | Γερ. Σέρβος. |
| Π. Πετιμέζης. | Α. Σταματόπουλος. |
| Α. Μαγγίνας. | Δ. Τσαμόπουλος. |
| Χ. Ῥηγόπουλος. | Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος. |
| Ἰω. Ῥοϊλός. | Ἰω. Ταμπακόπουλος. |
| Ἰω. Σαφάκας | Χ. Χρηστόπουλος. |
| Ν. Κατσικαπῆς | Δ. Ζέγγελης. |
| Ἀριστ. Λιδωρίκης. | Π. Κ. Μανέτας. |
| Α. Σ. Μήτσας. | Ἀθ. Κατριβάνος. |
| Κ. Γιολδάσης. | Ἰω. Πανούσης. |
| Π. Μανωλίδης. | Γ. Μαλέας. |
| Κ. Λομβάρδος. | Ν. Παγκράτης. |
| Α. Γαΐτας Φωσκάρδης. | Ν. Καρύδης. |
| Σ. Π. Λεονταράκης. | Ἐπ. Δεληγεώργης. |
| Ἰω. Σούλης Βάρκας. | Γ. Γουλιμῆς. |
| Ἀνδρ. Αὐγερινός. | Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος. |
| Θ. Δαραλέξης. | Ἰω. Ταταράκης. |
| Α. Πετραλιᾶς. | Ν. Φαρμάκης. |
| Α. Κατσίνας. | Α. Ῥοντήρης. |
| Ἀναγ. Δημητρίου. | Εὐθ. Πλαστήρας. |
| Γ. Δελένδας. | Γρηγ. Δημητριάδης. |
| Σπ. Μαλαπίνας. | Κωνστ. Εὐθυμιόπουλος. |
| Κ. Δ. Πεταλᾶς. | Δ. Καπετανάκης. |
| Θρ. Ζαΐμης. | Εὐθ. Κεχαγιᾶς. |
| Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς. | Δ. Καραλίβανος. |
| Α. Διαμαντόπουλος. | Περ. Καλαμογδάρτης. |
| Γ. Παπαδαῖος. | Θ. Κανακάρης. |
| Ἰω. Σοφιανόπουλος. | Γ. Πράτζικας. |
| Κ. Δαγρές. | Γ. Μπούμπουλης. |
| Ἰω. Φλέσσας. | Δ. Χρηστίδης. |
| Α. Κοντόσταυλος. | Α. Βαφιαδάκης. |
| Γ. Παπανικολάου. | Μ. Ε. Παρίσης. |
| Ἰω. Μπαλάφας. | Ἰάκ. Παξιμάδης. |
| Ν. Μ. Καζαδῖνος. | Σ. Σωτηρόπουλος. |
| Ι. Πολυλᾶς. | Ἀθ. Γρηγοριάδης. |
| Ἐπ. Καμπερόπουλος. | Στ. Καριζῆς. |
| Ἀνδρ. Νοταρᾶς. | Ν. Πιπῖνος. |
| Σπυρ. Νοταρᾶς. | Θ. Γκίκας. |
| Ἀν. Δημητριάδης. | Δ. Οἰκονόμου. |
| Δ. Ῥαπτάκης. | Μ. Ἀβέρωφ. |
| Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. | Κ. Νικόδημος. |
Κατόπιν ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Νικόλαος Παναγιωτίδης ἐξ Ἠπείρου καθικετεύει τὴν Βουλὴν ἵνα συστήσῃ τὴν αἴτησίν του εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὑπουργεῖον ἵνα ἐπαναφέρῃ αὐτὸν ὡς ὑπότροφον εἰς τὴν Ῥιζάρειον σχολήν· ὑπόσχεται δὲ νὰ μετέλθῃ τὸ ἱερατικὸν ἐπάγγελμα. Ἡ ἀναφορὰ νὰ σταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.
§2ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐστάλησαν ἐπιτροπαὶ εἰς τὸ Λαύριον πρὸς ἐξέτασιν τῶν ἐκεῖ εὑρισκομένων ἐκβολάδων. Τὰ μέλη τῶν ἐπιτροπῶν τούτων συγκείμενα, ἀπὸ ἄνδρας καθ’ ὅλους τοὺς λόγους ἀξιοτίμους κατέβαλον πολὺν κόπον ἵνα φέρουν εἰς πέρας τὴν σπουδαίαν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία τοῖς ἀνετέθη καὶ ἐπειδὴ μέχρι τοῦδε οὐδεμίαν ἀποζημίωσιν ἔλαβον, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν δι’ ἧς ζητῶ παρ’ ὑμῶν τὴν ἄδειαν νὰ δοθῶσι πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν μελῶν τῶν ἐπιτροπῶν τούτων δραχμαὶ 12,000 αἱ ὁποῖαι θέλουν διανεμηθῆ εἰς τὰ διάφορα μέλη τῶν ἐπιτροπῶν δι’ ἀποφάσεως τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου (θόρυβος). Σᾶς ὑποβάλλω ἑτέραν πίστωσιν ἔκτακτον πρὸς συνδρομὴν 50,000 δραχ. εἰς τὸν δῆμον Ἀθηναίων πρὸς ἐπέκτασιν τοῦ διὰ τοῦ ἀερίου φωτισμοῦ τῆς πόλεως Ἀθηνῶν.
§3ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κύριον ὑπουργὸν νὰ λάβῃ προνοιάν τινα καὶ ὑπὲρ τοῦ τελώνου Λαυρίου Ἁρμενοπούλου, ὑπὸ τοῦ ὁποίου προέκυψαν τόσα καλὰ καὶ ὁ ὁποῖος μὲ ἔδωκε τόσας πληροφορίας, καὶ ἐφώτισε τὴν κρίσιν μας· οὗτος σήμερον ἀναξιοπαθεῖ, ἐνῷ ὡς ὑπάλληλος ὑπηρέτησε προθύμως καὶ πιστῶς. Παρακαλῶ νὰ συστήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὸν ὑπουργὸν, ὥστε νὰ λάβῃ πρόνοιαν τινὰ περὶ αὐτοῦ.
§4ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω νὰ κάμω μίαν ἐπερώτησιν. Κύριοι βουλευταὶ, πρὸ τριῶν ἡμερῶν μοὶ ἀνήγγειλε τηλεγραφικῶς ἐκ Καλαμῶν ὁ ὑποψήφιος Σπήλιος Ἀντωνόπουλος νὰ μάθω παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἂν ἠρωτήθη παρὰ τοῦ Νομάρχου Μεσσηνίας ποία ἐπιτροπὴ θέλει προσκληθῆ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν βουλευτικὴν ἐκλογὴν Μεσσήνης, ἡ νέα ἐφορευτικὴ ἐπιτροπὴ ἢ ἡ παλαιὰ τοῦ δήμου Ἰθώμης. Ἠξεύρετε, ὅτι κατ’ ἔτος κληροῦνται νέαι ἐφορευτικαὶ ἐπιτροπαί. Ἡ ἀντίθετος τοῦ δημάρχου Ἰθώμης μερὶς ἡ μὴ εὐτυχήσασα νὰ ἔχῃ ἐκ τοῦ κλήρου φίλους εἰς τὴν ἐφορευτικὴν ἐπιτροπὴν κατηγόρησε τὸν δήμαρχον ὅτι κακῶς συνέταξε τὸν κατάλογον καὶ ὅτι ἀπέκλεισε πολλοὺς τῆς ἐναντίας μερίδος, περιώρισε δὲ οὕτω τὸν ἀριθμὸν τῶν κληρωτέων καὶ περιώρισε τὸ δικαίωμα τῶν ἀντιθέτων· εἰσήχθη ἐνώπιον τοῦ πλημμελειοδικείου Καλαμῶν ὁ δήμαρχος, οὗτος ὅμως ἠθωώθη ἀπὸ τὸ δικαστήριον, διότι δὲν ἐνήργησε παρανόμως· ὁ νομάρχης ἔκαμεν ἀγωγὴν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου περὶ ἀκυρώσεως τῆς νέας ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ τὸ πρωτοδικεῖον ἀπέῤῥιψε τὴν ἀγωγὴν αὐτὴν καὶ οὕτως κατεστάθη ὁριστικὴ ἡ νέα ἐφορευτικὴ ἐπιτροπή· οὐχ ἧττον ὅμως ὁ νομάρχης ἐπιμένει νὰ μὴ καλέσῃ τὴν νέαν ἐφορευτικὴν ἐπιτροπὴν, ἀλλὰ τὴν παλαιάν. Ἠρώτησα τὸν κύριον ὑπουργὸν ἂν ἔχῃ γνῶσιν τῶν ἀναγγελλομένων, μοὶ ἀπήντησε δὲ ὅτι ὁ νομάρχης δὲν ἐζήτησε τὴν γνώμην του, ἐὰν ὅμως ἐρωτηθῇ, μοὶ εἶπεν, ὅτι θὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ πρωτοδικείου. Ἐπειδὴ ὅμως μανθάνω ἐξ ἐπιστολῶν ὅτι ὁ νομάρχης ἐπιμένει νὰ καλέσῃ τὴν παλαιὰν ἐπιτροπὴν, παρακαλῶ τὸν κύριον ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ τηλεγραφικῶς, καθόσον δὲν ἔχει καιρὸν νὰ διατάξῃ τι ταχυδρομικῶς, διότι τὴν 22 Ἀπριλίου ἄρχεται ἡ ἐκλογὴ, ὥστε ὁ νομάρχης νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὴν ἀπόφασιν τοῦ πρωτοδικείου. Περὶ τούτου μόνον κάμνω λόγον, παραλείπω δὲ ἄλλα γεγονότα ἀναφερόμενα ἐν ταῖς ἐπιστολαῖς ὅτι τινὲς ἐνωματάρχαι δὲν διατίθενται καλῶς ὑπὲρ τοῦ νόμου καὶ ὅτι ἐξασκοῦν πάθη προσωπικὰ· ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔλαβε γνῶσιν καὶ εἶναι ἁρμόδιος νὰ θεραπεύσῃ πᾶν δίκαιον παράπονον κατὰ τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐκλογῆς.
§5ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης οὐδεμίαν εἴδησιν ἔλαβον παρὰ τοῦ νομάρχου καὶ εἰς τίποτε δὲν μὲ ἠρώτησεν. Ὑπάρχει ἓν παράπονον ὅτι εἷς κατάλογος συνετάχθη ὅλως διόλου μονομερῶς καὶ ὅτι μέλη τινὰ ἀπεκλείσθησαν, καὶ τὸ παράπονον τοῦτο ἐφέρθη εἰς τὸ δικαστήριον διότι ἐθεωρήθη ὅτι καταλληλοτέρα ἀρχὴ ἦτο τὸ δικαστήριον ἵνα ἀποδώσῃ δικαιοσύνην εἰς τοὺς ἀδικηθέντας· τὸ δικαστήριον εὗρεν ὅτι δὲν ἦτο ἁρμόδιον, καὶ οὕτως ἡ ὑπόθεσις ἐτελείωσεν. Σήμερον, κύριοι, δὲν εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δώσω ἑρμηνείας εἰς τὸν νομάρχην, διότι γνωρίζει ὁ νομάρχης τὸ καθῆκόν του καὶ θὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον, δὲ θέλει δὲ προσκαλέσει τὴν παλαιὰν ἐπιτροπὴν, ἥτις ἀπέθανεν, εἶναι ὕβρις νὰ διατάξω τὸν νομάρχην νὰ ἐκτελέσῃ τὸν νόμον, ἐνῷ εἶμαι βέβαιος ὅτι θέλει τὸ πράξει.
§6ΔΑΓΡΕΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ εἴπητε ἂν ἐξελέχθησαν ὅλαι αἱ ἐπιτροπαὶ κατὰ τὸν νόμον.
§7ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν γνωρίζω.
§8ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν νομίζετε ἐπικίνδυνον εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν, ἂν ἡ ἀρχὴ παραλαμβάνουσα τὰς κάλπας τὰς δώσῃ εἰς ἄλλας ἐπιτροπὰς παρὰ εἰς τὰς ὑπὸ τοῦ νόμου προβλεπομένας;
§9ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν αἱ ἀρχαὶ παραβιάσωσι τὸ καθῆκόν των, θὰ τιμωρηθῶσι. Δὲν δύναται νὰ πιστευθῇ ὅτι ἀρχὴ ἀνωτέρα χωρὶς λόγον θέλει ἐγκληματήσει καὶ ταράξει τὴν δημοσίαν τάξιν. Ἀφήσατε ἕκαστον μὲ τὴν εὐθύνην του καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐνεργείας του. Ἐγὼ, κύριοι, ἔχω πεποίθησιν ὅτι ὁ νομάρχης κύριος Οἰκονομόπουλος θὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του καὶ θέλει ἐφαρμόσει τὸν νόμον.
§10ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν ἐπεθύμουν, κύριοι, νὰ λάβω τὸν λόγον ἀπὸ τοῦ βήματος, διότι δὲν ἤθελον εἰς αὐτὴν τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν συζητοῦμεν σπουδαῖα ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἐνδεχόμενον ἢ μᾶλλον βέβαιον εἶναι, ὅτι θὰ ἐπηρεάσωσι τὸ μέλλον καὶ τὸ παρὸν τοῦ τόπου, νὰ παρεμβάλλω προσκόμματα καὶ ἐρωτήσεις ξένας πρὸς τὸ σπουδαῖον τοῦτο ἀντικείμενον· ἀλλ’ ἐπειδὴ κατεπείγει ὁ χρόνος, ἀναγκάζομαι εἰπεῖν ὀλίγα τινὰ, διότι σπουδαίως ἐνδιαφέρομαι, ὅπως δὲν ἀμφιβάλλω ἐνδιαφέρεται καὶ ἡ κυβέρνησις καὶ ὁ ἴδιος κύριος πρωθυπουργὸς, διὰ τὴν δημοσίαν τάξιν ἐν Μεσσηνίᾳ ὅπου πρόκειται νὰ ἐνεργηθῇ νέα ἐκλογὴ πρὸς ἀναπλήρωσιν θέσεως ἑνὸς βουλευτοῦ ἀποθανόντος. Ἔχω δὲ πεποίθησιν ὅτι ἡ κυβέρνησις θὰ κάμῃ τὸ χρέος της, ἐπειδὴ ὅμως ὁ κύριος πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἔχει πεποίθησιν ὅτι αἱ ἀρχαὶ θὰ ἐνεργήσουν τὸ καθῆκον των, ἄλλως ἡ εὐθύνη θὰ ἐπιβαρύνῃ αὐτοὺς, καὶ ἐγὼ ἠμπορῶ νὰ θεωρηθῶ συμμέτοχος τῆς εὐθύνης, διὰ τῆς σιωπῆς μου, θέλω νὰ ῥίψω ταύτην ἐπὶ τῶν ἀρχῶν καὶ τῆς κυβερνήσεως· ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπιτροπῆς, παρακαλῶ δὲ νὰ διατάξῃ τηλεγραφικῶς ὅπως μὴ παρεκτρέπωνται ὑπάλληλοί τινες.
§11ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τότε ἐπεμβαίνει ἡ κυβέρνησις.
§12ΔΑΓΡΕΣ. Οἱ ὁποῖοι, ὡς μὴ ὤφειλε, τοποθετηθέντες, φατριάζουν, καὶ τοὺς ὑπαλλήλους γνωρίζει ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐγὼ, δὲν μὲ ἀρέσει νὰ φέρω ἐπερωτήσεις ἐξ ἐφόδου, τούτου ἕνεκεν ἰδιαιτέρως ἔκαμα τὰς ἀναγκαίας παραστάσεις εἰς τοὺς ἁρμοδίους ὑπουργούς. Ἐκ τῶν πολλῶν δὲ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι εἷς ἐνωματάρχης συνοδεύων καταδίκους ἀπέλυσεν αὐτοὺς, οὗτοι δὲ περιεφέροντο εἰς τὴν κοινωνίαν ἀνενοχλήτως, ἐπυροβόλησαν τὸν ἀδελφὸν τοῦ φονευθέντος διὰ τὸν ὁποῖον κατεδικάσθησαν. Κατὰ τοῦ ἐνωματάρχου ἐγένοντο καταγγελίαι, ἐνηργήθησαν ἀνακρίσεις, αἵτινες ἐστάλησαν εἰς τὸ ὑπουργεῖον διὰ τὰ περαιτέρω· ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διέταξε τὴν μετάθεσίν του. Δυστυχῶς ἐκ διαφόρων ἐπιστολῶν καὶ τηλεγραφημάτων μανθάνω ὅτι μένει ἐκεῖ, καὶ σήμερον ὁ κ. ὑποηργὸς, ὅταν τῷ ὡμίλουν, μοὶ εἶπεν, ὅτι ὁ ἐνωμοτάρχης ἔμεινεν ἐκεῖ, ἔμεινε πρὸς κοινὸν σκάνδαλον. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς ἀρωγῆς τοῦ ἐνωμοτάρχου, ἐκτὸς ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι εἰς αὐτὸν ἀνέθεσαν τὴν σύλληψιν τῶν μαρτύρων τῶν προταθέντων κατ’ αὐτοῦ· νομίζω ὅτι θὰ ἦτο πολὺ καλλίτερον τοιοῦτοι στρατιωτικοὶ ὑπάλληλοι νὰ μὴ μένουν ἀτιμώρητοι, ὅταν παρεκτρέπωνται τῶν καθηκόντων των. Δεύτερον ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, καὶ εἰς τοῦτο συνιστῶ εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν νὰ λάβῃ τὰ μέτρα του, ἡ ἐκλογὴ νὰ ἐφορεύηται ἐκ τῶν νέων ἐπιτροπῶν σύμφωνα μὲ τὸν νόμον, διότι ἂν ᾖναι ἀκριβεῖς αἱ πληροφορίαι, ἃς ἔχω, δὲν ἐνηργήθησαν κληρώσεις εἴς τινας δήμους, καὶ φοβοῦμαι μὴ ἴδω τὸ πρωτοφανὲς πρᾶγμα διὰ τὴν ἀτυχίαν αὐτοῦ τοῦ τόπου, νὰ ἐφορεύωνται αἱ ἐκλογαὶ κατὰ τὸ ἥμισυ ἀπὸ τὰς παλαιὰς καὶ τὸ ἥμισυ ἀπὸ τὰς νέας ἐπιτροπὰς, καὶ διὰ τοῦτο προβλέπω τὸν κίνδυνον τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης εἰς τοῦτο, διότι δὲν δύναμαι νὰ κρύψω τὴν λύπην μου διὰ τὴν πρωτοφανῆ ἐνέργειαν ἑνὸς δικαστικοῦ ὑπαλλήλου ἀρτίως διορισθέντος. Εἷς εἰσαγγελεὺς, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν διορισθεὶς, ἐκάλεσεν ἀπευθείας τὸν δήμαρχον Ἰθώμης, διότι κατ’ αὐτὸν κακῶς συνέταξε τὸν κατάλογον διὰ τὴν κλήρωσιν τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ εἰσαγγελεὺς αὐτὸς τὴν αὐτὴν ἡμέραν καλεῖ τὸν ἐν λόγῳ δήμαρχον καὶ διάδικον εἰς τὸν νομάρχην, τοῦ ὁποίου ἔγγραφον ἐπικαλεῖται πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἀγωγῆς του. Ἀνέφερον ταῦτα ἵνα καταστήσω προσεκτικὸν τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι διὰ πᾶν ὅ,τι συμβῇ παραίτιοι εἶν’ οἱ ὑπάλληλοι καὶ οἱ ὑπουργοὶ, ἂν δὲν λάβωσι πρόνοιαν τοῦ νὰ ἄρωσι τὰ σκάνδαλα, ἃ δύνανται νὰ ἐπαυξήσωσι τὸ κακὸν καὶ νὰ διαταράξωσι τὴν δημοσίαν τάξιν· διὰ τοῦτο ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ εἴπω, ὅτι μὲ ὅλην τὴν καλὴν θέλησιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, οὐχ ἧττον πρέπει νὰ διατάξῃ αἱ ἐκλογαὶ νὰ ἐνεργηθῶσιν ἀνεπηρεάστως καὶ νὰ ἐφορευθῶσι παρὰ τῶν νέων ἐπιτροπῶν, καὶ οἱ στρατιῶται δὲ, οἵτινες θὰ παραλάβουν τὰς κάλπας καὶ τὰ πρακτικὰ, νὰ τὰς παραδώσουν εἰς τὰς νέας ἐπιτροπὰς, διότι πολὺ φοβοῦμαι ὅτι οἱ ἐνωμοτάρχαι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἄρχουν ἐπὶ τῶν διαφόρων ἀποσπασμάτων θὰ τὰς δώσουν εἰς τὴν νέαν ἐπιτροπὴν καὶ θὰ συμβῇ σύγκρουσις. Γνωρίζω ὅτι ὁ κ. πρωθυπουργὸς σέβεται καὶ ἐκτιμᾷ ἀρκούντως τὴν ἐλευθέραν καὶ ἀνεπηρέαστον ἐξάσκησιν τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος, ἀλλ’ ἂς μὴ λησμονήσῃ τόσον αὐτὸς, ὡς καὶ οἱ λοιποὶ ὑπουργοὶ, ὅτι πολλοὶ παρουσιάζονται ἐν ὀνόματι αὐτοῦ καὶ ἐξαπατῶσι καὶ ἐπηρεάζουσι τοὺς ὑπαλλήλους· τοιοῦτό τι φοβοῦμαι ὅτι λαμβάνει χώραν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅπερ δὲν ἐπιθυμῶ, διότι τόπον, ὅστις πρὸ ὀλίγου ἔπαυσε νὰ ἀλληλοκτονῆται καλόν εἶναι νὰ μὴ τὸν ἐπαναφέρωμεν εἰς τὴν προτέραν κατάστασιν, εἰς ἣν διετέλει.
§13ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μίαν λέξιν θὰ εἴπω διὰ τὸν εἰσαγγελέα, ἐπειδὴ ἀδίκως κατηγορεῖται. Ὁ εἰσαγγελεὺς εἶναι ὁ κύριος Λεοντίου, ὅστις τελευταῖον διωρίσθη γνωστὸς διὰ τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν τιμιότητα. Πρέπει, κύριοι, νὰ σᾶς ὁμολογήσω ὅτι εἰς τὰς Καλάμας ἔκαμε μεγάλην αἴσθησιν ὁ κατάλογος τῆς Ἰθώμης, ὅπως συνετάχθη, πρὶν τῆς προθεσμίας, παρακαίρως, προώρως καὶ πρὶν τῆς διαταγῆς τοῦ νομάρχου· συνετάχθη ἐντελῶς μονομερῶς ὁ κατάλογος καὶ μέχρι τοῦ βαθμοῦ, τοῦ νὰ ληφθῇ ἀπὸ τὴν μίαν μερίδα καὶ συμπεριλαβὼν πολίτας ἁπλοῦς.
§14ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές.
§15ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ ἔκαμε αἴσθησιν μεγάλην εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, καὶ ἠγέρθησαν παράπονα πανταχόθεν. Ἡ ὑπόθεσις ἦλθεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ ἐξητάσθη ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας. Τελευταῖον, κύριοι, ἄνθρωποι νομομαθεῖς ἐπίσημοι καὶ ἐντελῶς ἀμερόληπτοι εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν εἶπον, ὅτι διέξοδον δύναται νὰ εὕρῃ τὸ δικαστήριον τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, καὶ ὅτι ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ, τὸ ὑπουργεῖον, ἐθεώρησεν ἑαυτὸ ἀναρμόδιον νὰ ἐνεργήσῃ. Αὐτὸ, κύριοι, καὶ ἐπράξαμεν, καὶ αἱ ἀρχαὶ τοῦ τόπου καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς ἐνήργησαν ἀνεξαρτήτως ἀπὸ πᾶσαν ἰδέαν μεροληψίας καὶ φατριασμοῦ. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἀναζήσουν ἐπιτροπαὶ ἀποθανοῦσαι, αἱ ἐπιτροπαὶ αἱ παλαιαὶ, ὁ νομάρχης γνωρίζει τὸ καθῆκόν του καὶ δὲν θέλει ἀναλάβει τὴν εὐθύνην νὰ παρανομήσῃ, ὅταν γνωρίζῃ ὅτι ἡ παρανομία θέλει τιμωρηθῇ. Ἡμεῖς, κύριοι, δὲν εἴμεθα ἐκεῖ παρόντες διὰ νὰ διευθύνωμεν τὸν νοῦν καὶ τὴν χεῖρα τῶν ὑπαλλήλων, θέλομεν ἐξετάζει τὰς πράξεις του καὶ ἀποφανθῆ.
§16ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὕστερον ἀπὸ τὰς δοθείσας ἐξηγήσεις νομίζω τὸ περιττὸν δὲν βλάπτει, καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς θέλει συγκατατεθῆ νὰ διατάξῃ αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπεν. Δὲν πιστεύω δὲ μὲ τοῦτο ὅτι θέλει προσβληθῆ ὁ ὑπάλληλος, διότι πιθανὸν νὰ ἐπέλθωσι συγκρούσεις, νὰ ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ καὶ νὰ ἔχῃ ἡ ἐπαρχία νέα βάσανα. Αὐτὴν τὴν εὐθύνην ἡ κυβέρνησις, βεβαίως, δὲν τὴν ἀναλαμβάνει. Εἰς τί θέλει βλάψει μία τοιαύτη διαταγὴ διὰ νὰ προλάβῃ ἐνδεχομένην σύγκρουσιν;
§17ΔΑΓΡΕΣ. Σᾶς ἀναγινώσκω ἓν τηλεγράφημα περὶ τῆς ἀκριβείας τοῦ ὁποίου ἐγὼ ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην, ὅπως ἴδητε ὅτι ὁ ὑπουργὸς εἶνε ὑποχρεωμένος νὰ διατάξῃ «ἑτεροεπαρχιῶται» δὲν σᾶς λέγω ὀνόματα «μετ’ ἄλλων ἐνόπλων μετέβησαν Μεσσήνην. Προμηνύονται δυσάρεστα. Νομάρχης ἐπιμένει παλαιὰν ἐπιτροπὴν ἐφορεύσει Ἰθώμην». Ἀπέναντι αὐτῆς τῆς ἐπερωτήσεως ἢ τῆς καταγγελίας δὲν ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ διατάξητε τὸν νομάρχην, ὥστε αἱ νέαι ἐπιτροπαὶ νὰ ἐφορεύωσι τὴν ἐκλογὴν καὶ ἀπομακρύνουν πᾶν ὅ,τι ἠμπορεῖ νὰ διαταράξῃ τὴν δημοσίαν τάξιν;
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς θὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§19ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κ. πρόεδρε, νὰ ἐρωτήσητε τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς.
§20ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐνόσῳ ὁ κ. Βαλασόπουλος καὶ κ. Δαγρὲς περιωρίζοντο νὰ κάμουν ἁπλᾶς παραστάσεις, βεβαίως ἦτο δι’ ἡμᾶς τὸ τοιοῦτον, ἂν οὐχὶ ἀδιάφορον, τοὐλάχιστον δὲν εἴχομεν καμμίαν εὐθύνην, ὅταν ὅμως προκαλοῦν τὴν Βουλὴν εἰς ἀπόφασιν ἔχομεν καθῆκον νὰ ἀποκρούσωμεν τὴν τοιαύτην πρότασιν (θόρυβος).
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν προκαλεῖται ἡ Βουλή.
§22ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Προκαλεῖται νὰ ἀποφασίσῃ ὥστε ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ τοὺς ἐν Μεσσηνίᾳ ὑπαλλήλους νὰ μὴ παρανομήσωσι. Βεβαίως, κύριοι, ἡ μέριμνα, τὴν ὁποίαν λαμβάνουν τοῦ νὰ ἐπιστήσουν τὴν προσοχὴν τῆς κυβερνήσεως εἰς τὴν καλὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐκλογῆς εἶναι ἀξιέπαινος, ἀξιέπαινοι δὲ θὰ ἦσαν ἂν παρήγγελλον καὶ τοὺς ἐκεῖ νὰ ὦσιν ἀμερόληπτοι. Ἰδοὺ, κύριοι, τί γνωρίζω ἐγὼ οἴκοθεν διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Γνωρίζω ὅτι εἷς δήμαρχος πρὸ τῆς προθεσμίας, τὴν ὁποίαν θέτει ὁ νόμος, συνέταξε κατάλογον μεροληπτικόν.
§23ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς τὸ ἀποδεικνύει τὸ δικαστήριον ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἐφέρθη ἡ ὑπόθεσις. Τὸ δικαστήριον ἐκήρυξεν ἀθῶον τὸν κατηγορούμενον δήμαρχον καὶ νόμιμον τὴν πρᾶξιν τῆς κληρώσεως, μὲ ἀναγκάζετε νὰ ἀναγνώσω ἔγγραφα καὶ νὰ σᾶς φέρω καὶ ἀποδείξεις, ὅτι ὁ κατάλογος εἶναι νόμιμος καὶ ὅτι αἱ ἀρχαὶ ἐκεῖ παρηνόμησαν.
§24ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἂν ἀρνηθῆτε ὅλα τ’ ἄλλα, δὲν θὰ ἀρνηθῆτε τὸ ἑξῆς, ὅτι ἐντὸς τοῦ καταλόγου συμπεριελαμβάνετο καί τις ἰατρὸς, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε τὰ προσόντα· ταῦτα, κύριοι, δὲν ἀφορᾷ τὴν Βουλὴν καὶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἄτοπον θέλω νὰ προφυλάξω τὴν Βουλήν. Ἡ Βουλὴ θὰ δικάσῃ ὡς δικαστήριον ἐπὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἐκλογῆς, ἐπὶ πραγμάτων τετελεσμένων, ἐὰν τότε ἀποδειχθῇ ὅτι ὑπάρχει παρανομία τις, ἡ Βουλὴ θὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογήν· τοὐναντίον δὲ θὰ τὴν ἐπικυρώσῃ ἂν διεξήχθη καλῶς. Ἂν ὅμως ἀπὸ τοῦδε ἡ Βουλὴ λάβῃ ἀπόφασίν τινα, θέλει προδικάσει τὸ ζήτημα· θέλετε νὰ ὑποχρεώσωμεν τὴν κυβέρνησιν νὰ ἐκδώσῃ αὐστηρὰς διαταγὰς ἵνα τηρηθῇ ὁ νόμος· καὶ μήπως ἔχομεν νόμον μὴ ἐπιτρέποντα τὴν τήρησιν τῶν νόμων; Πῶς θὰ ἔλθητε νὰ εἴπητε σᾶς προσκαλῶ νὰ ἐκπληρώσητε τὸ καθῆκόν σας καὶ μήπως εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτὸν νὰ μὴ τὸ ἐκπληρώσῃ.
§25ΔΑΓΡΕΣ. Ἀνοίγεται νέαν συζήτησιν (θόρυβος).
§26ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐκδώσῃ διαταγὰς, διότι θὰ γείνῃ δικαστὴς μετὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς.
§27ΤΙΝΕΣ. Πολὺ καλά.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, ἐξακολουθεῖ ἡ χθεσινὴ συζήτησις. Πρῶτος ἐγγεγραμμένος εἶναι ὁ κ. Λέκκας.
§29Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Πρὸ τούτου ἔχω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν, κ. πρόεδρε.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τίνος;
§31Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἤθελον νὰ κάμω μίαν ἐρώτησιν.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§33Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν οὔτε διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του τὴν ὁποίαν ἔκαμεν κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, οὔτε διὰ τῆς ἀπαντήσεως τὴν ὁποίαν κατόπιν ἔκαμεν διεσκέδασε μερικοὺς ἐνδοιασμοὺς τοὺς ὁποίους ἔχομεν. Κατὰ πρῶτον, τὸ πρῶτον ἄρθρ. λέγει, ὅτι αἱ ἐκβολάδες ὅπου δήποτε καὶ ἂν ᾖναι, κηρύττονται ἐθνικαὶ, ἐπ’ αὐτοῦ ἀμέσως ἐγένετο ἡ ἐρώτησις· δὲν ἦσαν μέχρι τοῦδε; ὁ κύριος ὑπουργὸς εἶπεν, βέβαια. Ἀλλὰ τί γίνεται ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου; ἀπὸ πότε θ’ ἀρχίσῃ; ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως; διὰ τὰ μέχρι τῆς δημοσιεύσεώς του νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ τὸν ἐνοχλήσῃ; εἶναι ἑρμηνευτικὸς ἢ νέος νόμος; Ἐὰν ᾖναι νέος νόμος, ἀφορᾷ τὸ μέλλον, τὰ μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς δημοσιεύσεώς του διαφεύγουσι τὴν δύναμιν τοῦ νόμου τούτου. Ἐπιθυμῶ ῥητῶς καὶ καθαρῶς νὰ ἐξηγήσῃ ὁ κύριος ὑπουργὸς τὴν ἀπορίαν μου ταύτην ἥτις εἶναι οὐσιωδεστάτη. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη πρότασις τὴν ὁποίαν ὑποβάλλομεν ἡμεῖς, αὐτὴ διαφέρει οὐσιωδῶς ἐκείνης, περιέχει τὴν διάταξιν, ὅτι δὲν ἐκηρύχθησαν ἤδη ἐθνικαὶ, ἀλλὰ διατίθενται ὡς ἀνήκουσαι τῷ κράτει· ἐὰν ᾖναι σύμφωνος μὲ αὐτὴν τὴν ἰδέαν καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς, δὲν εὑρισκόμεθα εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον. Ἡμεῖς φρονοῦμεν ὅτι ἦσαν ἤδη ἐθνικαὶ αἱ ἐκβολάδες, τὰ μεταλλεῖα, τὰ δάση δυνάμει τῶν ὑπαρχόντων νόμων. Πρῶτον διὰ τῆς συνθήκης τοῦ 1832 διὰ τῆς ὁποίας ἀπονέμονται εἰς τὸ στέμμα, δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1833, τῆς δηλώσεως τοῦ 1835, τοῦ νόμου τοῦ 1835, τοῦ ποινικοῦ νόμου ὅστις τιμωρεῖ τοὺς ἀντιποιουμένους βασιλικὰ νομίσματα, ἔχομεν, κύριοι, 38 νόμους, τοὺς προϋπολογισμοὺς ὅλων τῶν ἐτῶν ἀπὸ τοῦ 1835, καὶ τοὺς νόμους τοὺς φορολογικοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐν κεφαλαίῳ ἀναγνωρίζουσι νομίσματα τοῦ κράτους καὶ ἀναφέρουσιν ὀνομαστὶ τὰ ὀρυκτὰ, τὰ μεταλλεῖα κλπ. Τούτων οὕτως ἐχόντων, φρονοῦμεν ὅτι αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσιν εἰς τὸ κράτος, καὶ πρέπει νὰ γείνῃ λόγος περὶ διαθέσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασίς μας· ἡ πρότασις τοῦ ὑπουργείου εἶναι ἀσαφὴς, καὶ πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ ὁ κύριος ὑπουργὸς καθαρά.
§34ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Εἶναι ἄλλο τὸ κείμενον περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Δημητριάδης ἢ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὑπέγραψε;
§35Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἴδιον εἶναι.
§36ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Παρατηρῶ, ὅτι καὶ τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον καὶ τὸ ἄλλο εἶναι τὰ ἴδια (ἀναγινώσκει τὰ πρῶτα ἄρθρα τῶν δύο νομοσχεδίων), δὲν βλέπω ποία εἶναι ἡ διαφορά.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λέκκας.
§38ΛΕΚΚΑΣ. Κύριοι, ἐὰν ἐπρόκειτο σήμερον περὶ ἁπλῆς καὶ μόνης ὁμολογίας τῆς Βουλῆς ἐπιβαλλομένης τῷ ἑλληνικῷ ἔθνει, ὅτι αἱ ἐκβολάδες, καὶ ἰδίως αἱ κατὰ τὴν Λαυριακὴν χώραν, εἶναι, ὡς ἦτον ἀπὸ τὴν ἀρχαιοτάτην ἐποχὴν καὶ μέχρι σήμερον, περιουσία ἐθνικὴ, βεβαίως οὐδεὶς θὰ ἦτο ὁ ἀντιλέξων, καὶ πᾶσα συζήτησις ἀπέβαινε περιττή. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι καὶ τοὺς παρελθόντας μῆνας ἐπὶ ὅλας ἡμέρας, ἐπὶ πολλὰς συνεδριάσεις τοῦτο ἐσυζητεῖτο. Εὐτυχῶς πᾶσαι αἱ γνῶμαι, πάντα τὰ διαδοθέντα παρὰ τῶν ἄλλων σοφῶν ὁμολογουμένως νομομαθῶν μας κατέπεσαν καὶ παρὰ τῇ Βουλῇ καὶ παρὰ τῇ Κυβερνήσει καὶ παρὰ τῷ ἔθνει, καὶ εὐτυχῶς πάντες ἤλθομεν εἰς ἓν σημεῖον, τὸ τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς κοινῆς ἀληθείας. Ἀλλὰ κατόπιν τούτου ἡ Κυβέρνησις εἰσάγει ἓν νομοσχέδιον καὶ ζητεῖ τὴν διάθεσιν τῶν ἐκβολάδων τούτων. Ἡ ὑπόθεσις τοῦ Λαυρίου εἶναι ἐθνικὴ καὶ ὡς τοιαύτη δὲν εἶναι ἡ παλαίστρα εἰς ἣν οἱ πάντες πρέπει νὰ ῥιφθῶμεν διὰ νὰ πολεμήσωμεν, ὡς συμφέρει ἑκάστῳ, ἀναλόγως τῶν ἀρχῶν τοῦ κόμματος εἰς ὃ ἀνήκει. Οἱ πάντες ἐσμὲν φίλοι εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν ὡς καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην ὁμοίας φύσεως. Ἐγὼ πρῶτος εἶχον τὴν πρόθεσιν νὰ ὑποστηρίξω πᾶσαν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως, διότι εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἵτινες φρονοῦν τὸ «ζήτει μὲν τὰ βελτίω, στέργε δ’ εἰς τὰ παρόντα», πραγματικῶς τὰ παρόντα μὲ ἀρέσκουν, καὶ πολὺ δυσκόλως θὰ ζητήσω τὴν μεταβολὴν τῶν παρόντων· ἀλλὰ δυστυχῶς μ’ ὅλην αὐτὴν τὴν διάθεσιν δὲν δύναμαι παρὰ κατ’ ἀρχὴν νὰ κηρυχθῶ ἐναντίος τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ πεποίθησίς μου. Τὴν πεποίθησίν μου ταύτην δὲν τὴν ἐσχημάτισα μεταβὰς εἰς τὴν λαυριακὴν χώραν, οὔτε ἐκ τοῦ καιροῦ ὁ ὁποῖος ἐπῆλθε ἀπὸ τὰς διακοπείσας συνεδριάσεις μέχρι σήμερον, τὴν εἶχον σχηματίσει, κύριοι, ἀπὸ τὴν 18 Μαρτίου· ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ταύτης εἶχον καταθέσει εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς μίαν πρότασιν, καὶ ἰδοὺ τί δι’ αὐτῆς ἔλεγον, κύριοι, τότε.
ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ
Περὶ διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων ὡς ἐθνικῆς περιουσίας. 1) Ἡ ἐκκαμίνευσις τῶν κατὰ τὴν λαυριακὴν χώραν ἐκβολάδων παραχωροῦνται κατὰ μεγάλας μερίδας ἐπὶ μηνιαίᾳ πληρωμῇ τῆς ἀξίας τοῦ ἐξαχθησομένου μεταλλεύματος, πρὸς 20% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου. 2) Αἱ αὐταὶ ἐκβολάδες ἐκποιοῦνται παρὰ τοῦ δημοσίου ἢ ὁλικῶς ἢ μερικῶς καὶ ἀναλόγως τῆς λαμβανομένης ποσότητος πρὸς 8 δραχ. κατὰ κυβικὸν μέτρον.» Βλέπετε λοιπόν, κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι πεποίθησις σημερινὴ δὲν εἶχον τὴν ἀνάγκην ν’ ἀκούσω οὐδεμιᾶς συζητήσεως, γνωρίζω τὴν ἐπαρχίαν μου, τὸν τόπον μου. Γνωρίζω τοὺς νόμους καθ’ οὓς διείπετο καὶ ἐπὶ Τουρκοκρατίας καὶ Βασιλείας, γνωρίζω, ὅτι οὐδεὶς εἶχε περιουσίαν εἰς τὴν Λαυριωτικὴν χώραν, καὶ ὅτι τὰ γενόμενα κατόπιν, φενάκη καὶ ἀπάτη εἰσίν. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, ἐπειδὴ ἡ προτεινομένη σήμερον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως διάθεσις τῶν ἐκβολάδων δὲν συνάδει παντάπασι μὲ τὴν ἀπὸ 18 Μαρτίου ἐκφρασθεῖσαν γνώμην μου δὲν δύναμαι ὡς τίμιος ἀντιπρόσωπος, παρὰ νὰ ἦμαι ἐναντίος τοῦ νομοσχεδίου (θόρυβος). Ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι ἐθνικαί, ἡ διάθεσις αὐτῶν εἶναι ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Χθὲς εἴχατε, κύριοι, τὴν ἀπαίτησιν, ὅταν ἠγόρευεν ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ μὴ τὸν διακόπτῃ οὐδείς, θέλετε νὰ περιποιῆσθε μόνον τοὺς ὑπουργούς; Ὅταν τὰ λεγόμενα δὲν σᾶς ἀρέσουν, ἔλθετε ἐνταῦθα καὶ ἀπαντήσατε, ἤδη δέ, παρακαλῶ, σιωπήσατε. Λοιπὸν κατ’ ἐμὴν γνώμην, κύριοι, ἥτις εἶναι ἐναντία τῆς ἀρχῆς εἰ μὲν ἡ Βουλὴ εὐαρεστηθῇ νὰ μὴ παραδεχθῇ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, τότε δὲν προβαίνω, ὅταν ὅμως παραδεχθῇ ταύτην, τότε ἔχω καὶ ἐγὼ ἑτοίμην πρότασιν ἓν ἄλλο νομοσχέδιον ὅλως διαφορετικόν. Δὲν πρέπει ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου νὰ γείνῃ δεκτή, διότι ἡ ἀπὸ τοῦδε διάθεσις τῶν ἐκβολάδων εἶναι πρόωρος, διότι ἐκ τῆς τελευταίας ἀγορεύσεως αὐτοῦ τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, ἡ ἰδία κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς ἄγνοιαν τῆς ἀξίας τοῦ πράγματος τὸ ὁποῖον θέλει νὰ ἐκποιήσῃ ἐπὶ δημοπρασίᾳ. Πῶς, κύριοι, ἂν ὄχι λυπηρόν, δὲν ἦτο κἄπως ἄσκοπον, ἐὰν εἷς ἰδιοκτήτης ὁ ὁποῖος ἔχῃ ἕνα ἀγρόν, καὶ τὸν ἔχει δώσει εἰς ἕνα γεωργόν, συνεταῖρόν του, κολίγαν του, κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενον, ὅστις ἔσπειρεν ἐπ’ αὐτοῦ σῖτον, κριθὴν, βρίζαν, δὲν ἠξεύρω τί ἄλλο, καὶ πρὶν ἐπέλθῃ ὁ καρπὸς ἀπέθανεν, ὁ δὲ κύριος τοῦ ἀγροῦ τούτου νὰ ζητῇ νὰ ἐνοικιάσῃ τὸν παραχθησόμενον καρπόν, καὶ ν’ ἀπαιτῇ τοῦτο δημοσίως, προκαλῶν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου καὶ συναγωνισμόν. Δὲν ἠξεύρει τί ἔσπειρε, τί θὰ παράξῃ ὁ ἀγρός, καὶ μ’ ὅλον τοῦτο ζητεῖ τὴν ἐνοικίασιν τῆς προσόδου καὶ ἀξιοῖ ὅπως ὁ ἐνοικιαστὴς ἔχῃ τὴν καλωσύνην ν’ ἀναμένῃ συλλέγων πληροφορίας μέχρι τῆς ἐποχῆς τῆς ἐπικαρπίας, ὅτε θὰ ἔχῃ καιρὸν νὰ ἴδῃ τί θ’ ἀναφανῇ καὶ ἰδίως κριθή, βρίζα, σῖτος κτλ. καὶ ἐπ’ αὐτοῦ θὰ βασίσῃ τὸν συναγωνισμόν. Μὰ πιστεύω ὅτι αὐτὴ ἡ πιθανότης δὲν εἶναι οὔτε δικαία, οὔτε τακτική. Ἐπέμψαμεν, κύριοι, ἐπιτροπὰς εἰς Λαύριον, αἱ ἐπιτροπαὶ μᾶς ἔδωκαν ἀποτελέσματα, δυοῖν θάτερον, ἢ ἔπρεπε νὰ λάβωμεν τ’ ἀποτελέσματα αὐτὰ ὡς ὑπογραμμόν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν νὰ ζητήσωμεν τὴν ἐνοικίασιν, τὴν ἐκποίησιν, ἢ νὰ ἐπιδιώξωμεν μεγαλειτέραν ἐπεξεργασίαν καὶ πιθανότητα, θετικήν τινα βάσιν. Πρόκειται νὰ συνομολογήσωμεν ἓν συμβόλαιον μεταξὺ τοῦ δημοσίου ἢ τοῦ ἔθνους, καὶ τῶν ἀτόμων ἢ ἑταιριῶν, ἅτινα θὰ δεχθῶσιν τὴν ἐργασίαν τῆς ἐκκαμινεύσεως τῶν ἐκβολάδων. Κύριοι, ὅτι εἰς τὸ Λαύριον ὑπῆρξαν μεγαλουργοί, οὕτως εἰπεῖν μεταλλουργοί, οἵτινες εἰργάσθησαν ἐπὶ αἰῶνας, μᾶς τὰ μαρτυροῦσιν ὅλοι οἱ ἀρχαῖοι συγγραφεῖς. Ὁ Ξενοφῶν λέγει ὅτι Νικίας ὁ Νικηράτου εἶχε χιλίους ἀνθρώπους ἐμμίσθους ἀπὸ τὴν Θράκην· ὁ Ἱππόνικος εἶχεν 600 ἀνδράποδα, ὁ δὲ Φιλομήδης 300 κλπ. καὶ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν ἐγεννῶντο καὶ ἀπέθνησκον ἐν τῇ Λαυριακῇ χώρᾳ. Ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι ἀρχαιότητες, ἐπ’ αὐτῶν τῶν βάσεων βεβαίως δὲν πρέπει νὰ στηριχθῇ ἓν κοινοβούλιον. Ποῦ νὰ στηριχθῇ, κύριοι; εἰς τὰς ἐπιτροπάς; Αἱ ἐπιτροπαὶ δὲν ἔχουσι, μᾶς λέγουν, τὰς δεούσας γνώσεις· διότι ἀμοιροῦν οἱ Ἕλληνες τῶν δεουσῶν γνώσεων τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν. Καὶ ποῖος σᾶς ἐμπόδισε, ἂν ὑποτεθῇ ὁ ἰσχυρισμός σας ὡς ἀληθής, καλοί μου ἄρχοντες, νὰ ζητήσητε πεφωτισμένους ἄνδρας ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰδικούς, πληρώνοντες αὐτοὺς ἁδρῶς διὰ νὰ σᾶς φωτίσωσι περὶ τοῦ τί ἐστὶ τὸ Λαύριον; ἀλλὰ τὰ σήμερον φαινόμενα δὲν τὰ ἐγνωρίζαμεν, τίς ἤξευρε τί ἐγίνετο, λέγετε, εἰς τὸ Λαύριον; οἱ δημοκόποι ἤδη φωνασκοῦσι, τί νὰ κάμωσιν αἱ δυστυχεῖς κυβερνήσεις; οὐδὲ κἂν χρόνος ἐδόθη, οὐδὲ διῆλθε τοῦτο ἐν τῷ νῷ των. Δὲν εἶναι ἀληθές, ὡς δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι τώρα εἶναι νύξ, ὡς δὲν εἶναι ψεῦδος, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Θεός· τὸ ὅτι ἅπαντες οἱ ἄρχοντες καὶ οἱ παρόντες καὶ οἱ παρελθόντες καὶ οἱ πρὸ αὐτῶν δὲν ἠγνόουν τὰ τοῦ Λαυρίου, καὶ ὅτι πάντες ἠδιαφόρησαν καταδηλοῦται ἐκ τῶν ἑπομένων. «Ὅστις δὲν ἐπεσκέφθη ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν Λαυριωτικὴν καὶ δὲν παρετήρησε μετ’ ἐπιστασίας τὰ ἁπανταχοῦ τῆς χώρας ταύτης ἀπαντώμενα ἐρείπια καὶ λείψανα τῆς μεταλλείας καὶ μεταλλουργίας τῶν ἀρχαίων ἡμῶν προγόνων, εἶναι ἀδύνατον νὰ συλλάβῃ εὐκρινῆ ἰδέαν περὶ τοῦ μεγαλείου καὶ τῆς σημασίας τῆς πρὸ πολλῶν ἑκατονταετηρίδων εἰς λήθην περιελθούσης γωνίας ταύτης τῆς Ἀττικῆς καὶ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐργαζομένων εἰς τὰ μεταλλεῖα καὶ τὰς καμινεύσεις τῶν τότε ἐξορυττομένων μετάλλων. Τεκμήρια τῆς μεγάλης τοῦ Λαυρίου σημασίας σῳζόμενα καὶ μέχρι σήμερον εἰσὶ τὰ πολυάριθμα ψυχαγώγια τῶν ἀρχαίων μεταλλείων, διευθυνόμενα ἐκ τῆς ἐπιφανείας κατακορύφων εἰς βάθος πολλάκις μέχρι τῶν ἑκατὸν μέτρων, κανονικῶς λελαξευμένα ἐντὸς στερεοῦ τιτανολίθου ἐν σχήματι τετραγωνικῶν πρισμάτων πλευρᾶς 1,20–1,40 μέτρων, — ἐπίσης τὰ ἀναρίθμητα φρέατα, αἱ ὑπόνομοι καὶ αἱ πολυειδῶς καὶ πολυτρόπως διασταυρούμεναι ἐντὸς τῶν μεταλλείων ἐξορύξεις τῶν μεταλλούχων ὀρυκτῶν, — ὡσαύτως ἡ ἐπὶ μακρὰς ἐκτάσεις ἐκτεινομένη συνεχὴς σειρὰ τῶν ἐξορυγμάτων, εἰς λόφους συσσωρευμένων, περιστοιχοῦντων τὰ στόμια τῶν φρεάτων καὶ συγκειμένων ἐκ σμικρῶν θραυσμάτων μαρμαρυγῆς, τιτανολίθων καὶ λειψάνων διαφόρων ὀρυκτῶν, — καὶ τέλος ἡ ἐπὶ μυριάδων τετραγωνικῶν μέτρων ἐπισώρευσις τῶν σκωριῶν καθὼς καὶ τὰ ἐξ ὀγκωδεστάτων λίθων, συνιστάμενα ἐρείπια τῶν ἐνδιαιτημάτων τῶν τὸ πάλαι ἐργαζομένων μεταλλευτῶν τε καὶ μεταλλουργῶν, ἐπιμαρτυροῦντα ἅπαντα τὸ πολυχρόνιον τῆς ἐργασίας καὶ τὴν ἐπὶ ἄγνωστον ἀριθμὸν αἰώνων ζωηρὰν τοῦ μεγάλου πληθυσμοῦ ἐνασχόλησιν.»
§39ΤΙΝΕΣ. Τί εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀναγινώσκεις;
§40ΛΕΚΚΑΣ. Εἶναι ἔντυπος ἔκθεσις ἐκ τῆς Ἐθνικῆς Τυπογραφίας ἐξαχθεῖσα, εἶναι πρωτόκολλον ἐπιτροπῆς τὴν ὁποίαν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν Σωτηρόπουλος, ἔχων τὴν αὐτὴν θέσιν κατὰ τὸ 1865, ἀπέστειλεν εἰς Λαύριον· δι’ αὐτῆς ἡ ἐπιτροπή, ὡς βλέπετε, λέγει, εἶναι πλοῦτος ἐκεῖ, φροντίσατε νὰ κάμητε ὅ,τι πρέπει (θόρυβος). Μὴ μὲ διακόπτητε, ἔχετε ὀλίγην ὑπομονήν. (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ γενικοῦ ἀκροατηρίου).
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία κύριοι, εἰς τὰ ἀκροατήρια. Δευτέρα ταραχὴ ἐὰν συμβῇ, θέλω κενώσει ἀμέσως τὸ ἀκροατήριον.
§42ΛΕΚΚΑΣ. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων διὰ τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς τῶν ἐντίμων ὑπαλλήλων τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα εἶναι Βουγιούκας, Ἱππίτης, Χρηστομάνος· ἀφοῦ παρατηρεῖτε ἀκριβῶς τὶ εἶναι τὸ Λαύριον, ποῦ εἶναι μέταλλον, ποῦ κεῖνται κτλ. μανθάνετε ἀκόμη καὶ τὰ ἑξῆς, «Τί ἀκόμη ὑπάρχει κατὰ τὸν κύριον Roeck τοῦ ὁποίου παραδέχομαι τὴν γνώμην. «Λαύριον ὠνόμαζον οἱ ἀρχαῖοι τὰ ὀρεινὰ μέρη ἔνθα κατ’ ἐξοχὴν εὑρίσκοντο τὰ ἀργυροῦχα μεταλλεύματα· τὰ μεταλλεῖα δὲ ὅπου ταῦτα ἐξεμεταλλεύοντο ἐκαλοῦντο Λαυρεῖα καὶ Λαυριωτικὴ ἅπασα ἡ μεταλλοῦχος ἔκτασις.» Τὶ ἀκόμη, κύριοι; τὸ οὐσιωδέστερον πάντων· «καὶ ταῦτα ἐκθέτοντες ἐν συντόμῳ φρονοῦμεν ὅτι συστηματική τις ἐξέτασις» οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἀκούετε τὶ λέγουν εἰς τὰ 1865 ἀφοῦ παρατηροῦν τὸ τὶ ἐστὶ Λαύριον εἰς τὴν κυβέρνησιν καὶ μὲ πόσην αὐταπάρνησιν! «Συστηματική τις ἐξέτασις γενομένη ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως, βεβαίως ἤθελε συντελέσει οὐχὶ μόνον πρὸς ἐπιστημονικὸν σκοπὸν, ἀλλ’ ὅπως ἀποκαλυφθῶσι συνάμα διάφορα μεταλλοῦχα καὶ ἐκμεταλλεύσιμα ὀρυκτὰ ἐντὸς τῶν ἀρχαίων μεταλλείων καὶ ἑπομένως ἐπὶ τῶν ἐρειπίων τῆς προγονικῆς ἡμῶν ταύτης μεταλλούχου χώρας, νὰ συστηθῇ νέον ἐργοστάσιον διὰ τὴν παραγωγὴν τῶν μετάλλων καὶ τὴν πρόοδον τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν βιομηχανίας. Μετὰ τὰς συντόμους ταύτας παρατηρήσεις μεταβαίνομεν εἰς τὸ κύριον θέμα, τὴν ἐξέτασιν τῶν σκωριῶν.» Ποῖος ἐμπόδιζε, κύριε, ἀπὸ τὸ 1865 τοὺς κατὰ καιροὺς διευθύνοντάς μας ἄρχοντας, τοὺς φροντίζοντας πολὺ νὰ συλλέγωσι φόρους ἀπὸ τὸν λαὸν, τοὺς σκεπτομένους περὶ τῶν μεγάλων ἰδεῶν, τοὺς διοικήσαντας ἐπὶ 6 καὶ 7 ἔτη νὰ μὴ ἀδιαφορήσωσι; σημειώσατε δὲ, ὅτι καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔγεινε ἐγένετο, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ προσδιορισθῇ ἡ πρόσοδος τὴν ὁποίαν θὰ παρέξῃ ἡ ἑταιρία καὶ τότε ἡ ἐπιτροπὴ εἶπε ἔχεις ἀνάγκην συστηματικῆς ἐξετάσεως κυβέρνησις πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους, ἔχεις ἀνάγκην νὰ ἐξετάσῃς τὴν Λαυριωτικὴν χώραν βῆμα πρὸς βῆμα. Ποῖος ἐμπόδιζε, κύριοι, τὴν κυβέρνησιν, τὰς 210,000 δραχμὰς ἃς ἐτησίως λαμβάνει ἅπαξ διὰ παντὸς νὰ δαπανήσῃ καὶ νὰ φέρῃ δύω ἢ τρεῖς τῶν καλλιτέρων χημικῶν ἢ μεταλλουργῶν τῆς Εὐρώπης, ἐὰν δὲν εἶχεν ὑπόληψιν εἰς τοὺς ἡμεδαπούς, νὰ συστήσωσι ἐργοστάσια χημικὰ εἰς τὸ Λαύριον, πάντας τοὺς εἰδικοὺς νὰ τοὺς διαθέσωμεν ἐκεῖ καὶ νὰ καταγίνονται ἓν καὶ δύω ἔτη ὅπως ἐξετάσωσιν ὅλα τὰ χώματα σπιθαμὴν πρὸς σπιθαμήν; Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἐγένετο τίποτε, ἡ ἄγνοια καὶ ἡ ἀναλγησία, ἥτις διέπει ὅλα τὰ πράγματα τοῦ ἔθνους, ἐκάλυψε καὶ αὐτά. Τὸ ἔθνος, κύριοι, τὸ ὁποῖον ῥίπτει τόσα ἑκατομμύρια εἰς τὴν θάλασσαν, διότι ἀκούει τὸν πόθον τῆς καρδίας του καὶ ὄχι τὴν ὀρθὴν διαταγὴν τοῦ νοός, δὲν ἠδύνατο 500,000 δραχμὰς νὰ τὰς ῥίψῃ εἰς τὸ Λαύριον, ἔστω καὶ ἂν τὰς ἔῤῥιπτεν εἰς τὴν θάλασσαν; Τοὐλάχιστον οἱ καλοθεληταί μας ξένοι, οἱ ὁποῖοι καὶ μικρότατον σφάλμα κατακρίνουν, δὲν θὰ μᾶς κατέκρινον δι’ αὐτὸ βεβαίως· τὸ πολὺ ἴσως ἔλεγον τί νὰ κάμουν οἱ πτωχοί; ζητοῦν πλοῦτον, διότι εἶναι πτωχοί, ἐδαπάνησαν 500,000 δραχμάς, διότι ἐζήτησαν καλλιτέρευσιν τῆς τύχης, ἀλλὰ δὲν τὸ κατώρθωσαν. Καὶ ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι θρηνοῦσι διὰ τὰ παρελθόντα, εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἀφίνουν τὸ παρελθόν. Ἔχω τὴν ἀρχὴν τί εἶμαι καὶ τί ἔσομαι, ποτὲ δὲν ἐρωτῶ τί ἤμουν· τὸ τί ἤμουν εἶναι εὐγενὴς κληρονομία καὶ οὐδὲν ἕτερον· Τὴν πρόοδον τῶν ἐθνῶν τὴν ἐζήτησα εἰς τὸ ποίαν ἀξίαν ἔχουν σήμερον καὶ ποίαν θὰ ἔχουν διὰ τῆς φρονήσεώς των ἐν τῷ μέλλοντι. Κύριοι· ἐπειδὴ σήμερον εὐτυχῶς οἱ πάντες δὲν ἔχομεν οὐδεμίαν πλέον μεταξὺ μας διάστασιν, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἀρχικὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ Λαύριον εἶναι προικοδοσία, νὰ εἴπω οὕτω, τῶν ἀρχαίων Ἀθηνῶν πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ὡς εἶναι ἐπίσης προικοδοσία, κληρονομία τῶν αὐτῶν εὐκλεῶν προγόνων τὰ Προπύλαια, ὁ Παρθενών, τὸ Θησεῖον πρὸ τὸ πανελλήνιον, διὰ τῆς ἀγορεύσεώς μου θέλω νὰ ἱκετεύσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐπιταχύνῃ, νὰ μὴ ἐπιζητήσῃ τὴν ἐκποίησιν ἀντικειμένου, τοῦ ὁποίου τὴν ἀξίαν δὲν γνωρίζει, ὡς ὡμολόγησεν ἤδη. Ἀλλὰ τί νὰ γείνῃ; Ἅπαντες οἱ ἐπιστήμονες οἱ ἡμεδαποί, ὁ Χριστομάνος, ὁ Ζαβιτσάνος, ὁ Βουγιούκας, ὁ Μουσουδάκης, ὁ Δάνδερερ, ἕνας, δύο, τρεῖς Γερμανοί, Πρῶσσοι, Ῥῶσσοι διακεκριμένοι χημικοὶ πληρονόμενοι ἁδρῶς κατὰ μῆνα νὰ μεταβῶσιν ἐπὶ τρεῖς, ἓξ μῆνας εἰς Λαύριον, ν’ ἀναδιφήσωσι καὶ τὴν τελευταίαν γῆν, νὰ λάβωσι μετ’ αὐτῶν ἀξιωματικοὺς τοῦ μηχανικοῦ καὶ τῶν ἐπιτελῶν, διὰ τοὺς ὁποίους τὸ δημόσιον ἐδαπάνησε τόσα πρὸς μόρφωσίν των καὶ οἱ ὁποῖοι περιποιοῦν πράγματι τιμὴν εἰς τὸ ἔθνος, καὶ οὓς δὲν πρέπει νὰ ἀφίνωμεν νὰ χάνωσιν τὸν καιρόν τους εἰς μικρὰς ἐπιστημονικὰς ἐργασίας ἢ εἰς τὸ πῶς ὀνομάζεσαι καὶ πόσον ἐτῶν εἶσαι. Εἶναι, κύριοι, λυπηρόν, ἀφοῦ ἐδαπανήσατε χιλιάδας χρημάτων, καὶ ἔχετε ἀξιωματικοὺς οἱ ὁποῖοι σᾶς περιποιοῦν τιμὴν, νὰ τοὺς περιορίζητε εἰς τὰς ἁπλουστάτας ταύτας ἐργασίας, ἐνῷ δύνανται κάλιστα ἐργαζόμενοι εἰς χωρογραφικὰς ἐργασίας καὶ ὁμοῦ μὲ τοὺς ἀλλοδαποὺς νὰ ἐκτελέσωσι 10,000 ἀναλύσεις καὶ καταμετρήσεις καὶ προσδιορίσωσι ἀκριβῶς ὅτι ὁ τόνος τῶν χωμάτων, εἰς οἱονδήποτε σημεῖον καὶ ἂν ᾖναι, ἀποφέρει τόσον· Εἶχον, κύριοι, τὴν ὑπομονὴν ἀπαθῶς ν’ ἀκούσω τὴν ἀγόρευσιν ἢ μᾶλλον τὴν ἀνασκευὴν τοῦ Κ. Ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν ἐπὶ τῶν ἀνασκευάστων ἐπιχειρημάτων (εἶναι ἰδική μου πεποίθησις αὐτὴ) τῆς ἀηδόνος (καὶ πάλιν ἰδική μου ἰδέα) τοῦ Λαυρίου. Ἐπαναλαμβάνω, εἶχον τὴν ὑπομονὴν νὰ παρακολουθήσω τὴν ἀνασκευὴν τοῦ Κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῆς ἀνασκευάστου λαλιᾶς τῆς ἀηδόνος τοῦ Λαυρίου. Εἰς τὴν ἀνασκευὴν ταύτην ἣν εὑρίσκω κατηρτισμένην μετὰ τῆς τέχνης τοῦ Κ. ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, διότι ἔχω δυστυχῶς ἀντικείμενα καὶ πληγὰς, τὰς ὁποίας τοῦ τὰς ὀφείλω ἀκόμη ἀπὸ τὸν σιδηρόδρομον, ὅπου ἐκείνη ἡ μικρὰ, ἡ ἀπαθὴς φαινομένη, ἀλλ’ ἐπικίνδυνος μ’ ἔκαμεν ὅπως ἐν τῷ μέλλοντι τὸν προσέχω. Εἶπε, κύριοι, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν πῶς εἶναι δυνατὸν, ἀφοῦ εἰς τὴν ἰδίαν θέσιν, εἰς τόσον μικρὰν ἔκτασιν ὅσον εἶναι τὸ γραφεῖον τοῦτο, ἄλλο ἀναλογεῖ εἰς ἥμισυ μέτρον ἄλλο ἀναλογεῖ εἰς ἥμισυ ἕτερον. Δὲν ἐπερίμενα ν’ ἀκούσω αὐτὴν τὴν γνώμην ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν, διότι εἶναι ὁ ἄνθρωπος τῶν ἀριθμῶν· ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι περιώρισε τοὺς ἀριθμοὺς εἰς ὅ,τι κατέχεται ἢ ἐπιβάλλεται ἀπὸ τὰς ἐργασίας τοῦ ὑπουργείου τῶν οἰκονομικῶν. Εὐτυχῶς, καλέ μου φίλε, ὑπάρχει μία ἐπιστήμη μεγάλη, ἡ ἐπιστήμη τῆς ἀληθείας, ἡ ὁποία ἀρκεῖ κόπον νὰ θέλητε νὰ καταβάλητε, ἀρκεῖ χεῖρας νὰ ἔχητε, καὶ πιστεύσατε, ὅτι δύναται νὰ σᾶς ὑπολογίσῃ καὶ τὸ τελευταῖον μόριον, τὸ ὑπάρχον ἐν τῷ ὕδατι τῷ εὑρισκομένῳ ἐν τῷ ποτηρίῳ τούτῳ, τὸ τελευταῖον μόριον, τὸ ὁποῖον κατὰ νοῦν δύνασθε νὰ φαντασθῆτε, χωρὶς οὔτε νὰ τὸ ἐγγίσητε, οὔτε νὰ τὸ ἴδητε, οὔτε νὰ τὸ ὀσφρανθῆτε, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ φαντασθῆτε. Εὐτυχῶς διὰ τὴν ἀνθρωπότητα τοιαύτη εἶναι ἡ ἐπιστήμη, δὲν λανθάνει τίποτε ἐκ τῶν τῆς φύσεως εἰς τοὺς ἀληθεῖς κανόνας της.
§43ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποία ἐπιστήμη;
§44ΛΕΚΚΑΣ. Τῆς ἀληθείας. (θόρυβος). Τὰ μαθηματικὰ, εὐλογημένε ἰατρέ. (γέλως). Ἂν ἐρωτήσω τὸν συνάδελφόν μου κ. Κολιάτσον ὁ ὁποῖος εἶναι νομικὸς, θὰ μοὶ εἴπῃ ὅτι ἡ μόνη ἀληθὴς ἐπιστήμη εἶναι τὰ μαθηματικά. (διάλογοι). Δὲν μὲ ταράττετε, κύριοι, μὲ τὰς διακοπάς· μ’ ἐπήρατε διὰ στρατιώτην καὶ ἐνομίσατε ὅτι ταράττομαι· ἀλλὰ πρέπει νὰ ἠξεύρητε ὅτι ἐσυνείθισα καὶ ἐγὼ εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα. Δὲν εἶναι καθόλου δύσκολον, φίλτατέ μοι κύριε ὑπουργὲ τῶν οἰκονομικῶν, ὅταν ἔχητε τρεῖς, τέσσαρας, πέντε εἰδικοὺς ἀνθρώπους ἐπιστήμονας· ἐγὼ ἔχω ἄπειρον ὑπόληψιν εἰς τοὺς ἡμεδαπούς. Τὸν κ. Κορδέλλαν, κύριοι, ἠξεύρετε τί τὸν εἴχομεν ἡμεῖς; τὸν ἐθεωρούσαμεν μικρὸν ὑπάλληλον· ἡ ἑταιρία ἡ ὁποία ἤξευρε τὸ συμφέρον της τὸν ἔκαμε μέγαν, πλούσιον. Ὁ κ. Χρηστομάνος δὲν εἶναι ἄνθρωπος τὸν ὁποῖον ἠμπορεῖτε νὰ πετάξητε.
§45ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ὀλίγου εἴπατε ὅτι εἶναι ἀγράμματος.
§46ΛΕΚΚΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἐγὼ εἶπον ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν ἔχει ὑπόληψιν εἰς τοὺς ἡμεδαπούς· ἐγὼ ἔχω εἰς αὐτοὺς ἄπειρον ὑπόληψιν. Ὁ κ. Χρηστομάνος εἶναι χημικὸς, ὁ κ. Δάνδερερ ἐπίσης, καὶ ὅλοι τὸν ἠξεύρετε, ἴσως ἔχετε τὴν φιλίαν του, καὶ οἱ περισσότεροι τὴν ἔχετε, ὁ κ. Βουγιούκας ἐπίσης. Δὲν θέλετε αὐτοὺς, τί σημαίνει νὰ πληρώσωμεν 6Χ9=54,000 τὸν μῆνα; ἡμεῖς λέγομεν, ἂν δὲν ἐμπαίζωμεν μὲ τὸν ἑαυτόν μας, ὅτι περιμένομεν ἑκατομμύρια, καὶ ἂν θέλετε μὲ ὅλην τὴν μομφὴν τῶν δημοκόπων οἱ ὁποῖοι τὰ πάντα θέλουν νὰ πλάσουν, τὸ ἥμισυ, τὸ ἓν τέταρτον, πάλιν θὰ ἔχητε, 40, 50 ἑκατομμύρια. Τί εἶναι νὰ ζητήσητε νὰ ἔλθουν τοιοῦτοι ἄνθρωποι ἀπὸ τὴν Εὐρώπην, ὅταν ἔχητε ἀξιωματικοὺς ἱκανωτάτους καὶ τοὺς ἀφίνετε εἰς τὰς Ἀθήνας; δὲν τοὺς δίδετε ἐπιστημονικὴν ἐργασίαν, ἀλλὰ τοὺς στέλλετε εἰς τὰ Στρατοδικεῖα; Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ λάβωμεν αὐτὴν τὴν φροντίδα, δὲν ἀξίζει τὸν κόπον; ἅμα λάβητε αὐτὴν τὴν φροντίδα, πιστεύσατε ὅτι θὰ ἦσθε ἐν πλήρει γνώσει, διότι δυνατὸν νὰ ᾖναι ἄνθρακες ὁ θησαυρός μας, δυνατὸν νὰ ἀπατώμεθα καὶ ἡμεῖς καὶ τὸ κοινόν. Ἐγὼ εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θέλουν τὰ πάντα νὰ μετριάσουν· ἀλλὰ ζητῶ νὰ ἔλθωμεν εἰς γνῶσιν τοῦ καθήκοντος. Ἂς δαπανήσωμεν 200 ἢ 300 χιλ. δραχμῶν. Οἱ Ἕλληνες εἴμεθα πτωχοὶ καὶ μικροὶ, καὶ μολοντοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς τὸ τοιοῦτον. Εἰς ἡμέρας τῆς ἐπαναστάσεως κατὰ τὰς ὁποίας δὲν ὑπῆρχον χρήματα εἰς τὸ ταμεῖον μία ἐπίμονος θέλησις εἶπεν, θέλω νὰ κάμῳ ἓν κατάστημα τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐσωτερικῶν. Ἐγένετο. Τοιοῦτος τόπος εἶναι ἡ Ἑλλάς. Τὸ ὡραῖον κατάστημα τοῦ ὑπουργείου τῶν οἰκονομικῶν εἰς τὰς δυσχερεῖς περιστάσεις τῆς ἐπαναστάσεως ἐγένετο. Ἀλλ’ ἤλθομεν εἰς θέσιν καθ’ ἣν δὲν δυνάμεθα νὰ δαπανήσωμεν 300 χιλ. δραχμῶν διὰ τὴν Λαυριακὴν χώραν; ἂς ἀνοίξωμεν ἔρανον, ἀλλ’ ἕως ἐκεῖ δὲν πιστεύω νὰ ἐφθάσαμεν. Εἶμαι ἀκόμη, κύριοι, ἐναντίος τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι πάλιν τὸ εὐλογημένον ἐκεῖνο νομοσχέδιον ἐνεθυμήθη τὴν δαιμονισμένην ἀρχὴν τοῦ καθαροῦ. Ὅσον καὶ ἂν ἐπολεμήσαμεν (ἠξεύρουν οἱ συνάδελφοί μου) ὅσον καὶ ἂν ἐπολέμησα μὲ τοὺς συναδέλφους μου ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τὴν ἀναθεματισμένην αὐτὴν καθαρὰν πρόσοδον, πάλιν αὐτὴ ἐξέρχεται, καὶ ἐξέρχεται μὲ κἄποιον θώρακα, στρατιωτικῶς. Δὲν ἔχετε νὰ φοβηθῆτε πλέον, λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν (ἂς ὁμολογήσω ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν εἶναι εὐφυέστατος) δὲν ἔχετε νὰ φοβηθῆτε πλέον ἀπὸ τὴν καθαρὰν πρόσοδον, ἡμεῖς ὡρίσαμεν αὐτὴν εἰς 350 δραχμὰς κατὰ τόνον, τίποτε ὀλιγώτερον. Καὶ χθὲς ὁ κ. ὑπουργὸς ἔκαμεν ὑπολογισμοὺς μεταξὺ καθαρᾶς καὶ ἀκαθαρίστου προσόδου, καὶ δὲν ἠξεύρω πῶς κατώρθωσε ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ἡ ἀκαθάριστος εἶναι ἐπιβλαβής, διὰ μαγικῆς ἐπιστήμης. Ἂς κάμω καὶ ἐγὼ τὸ ἴδιον, καὶ ἂς ἴδωμεν ἂν ἐγὼ ἔχω ἄδικον ἢ ἐκεῖνος. Σᾶς εἶπεν, ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος δὲν εἶναι καλή, διότι ἂν εἷς τόνος μετάλλου ἀξίζῃ 500 δραχμὰς, πρὸς 30% θὰ λάβητε 3Χ5=15=150 δραχμάς. Ἂν εἷς τόνος ὑπολογισθῇ ἐπὶ τοῦ καθαροῦ καὶ ἔχῃ 1000 δραχμὰς, τώρα διατὶ τὴν καθαρὰν ἀξίαν τοῦ τόνου τὴν ἀναβιβάσητε εἰς 1000 καὶ τὴν ἀκαθάριστον.......
§47ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Καὶ τότε ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου ἔκαμα τὸν λογαριασμόν.
§48ΛΕΚΚΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ· 500 δραχμὰς ἔχει ὁ τόνος, ἀπὸ 30% θὰ σᾶς δώσῃ 150 δραχμάς. Ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου, ἀφοῦ ἀφαιρέσητε τὰς 350 δραχμὰς, τί σᾶς μένει; σᾶς μένουν 150· θὰ βγάλῃ 50 ὁ ἐργολάβος, τί θὰ σᾶς δώσῃ; Εἰς τὴν δημοπρασίαν πρέπει νὰ σας δώσῃ 100%. Ποῖος ἀνόητος θὰ εὑρεθῇ εἰς τὸν κόσμον νὰ σᾶς δώσῃ τόσον; Αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ὁ ὀρθὸς συλλογισμὸς εἶναι· ἐβγάλατε, κύριε, 100 χελώνας, νὰ μοὶ δώσητε 30· ἀλλὰ λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς ὅτι τὸ δημόσιον εἶναι ἄθλιος ἔμπορος, καὶ δι’ αὐτὸ φοβεῖσθε. Ἐγὼ δὲν τὸ εὑρίσκω πολὺ δύσκολον. Ὅταν ἔχῃ 3000 χελώνας, μὲ ἕνα ἀτμόπλοιον ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ σαποκάραβα τῆς κυβερνήσεως τὰς φέρω εἰς τὸν Πειραιᾶ καὶ λέγω, αὐτὸ τὸ μέταλλον πωλῶ· ἀλλ’ ἔχω πειθαρχίαν εἰς ὅ,τι λέγει ὁ ὑπουργὸς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φορολογηθῇ εἰς εἶδος, εἰς χρήματα, θὰ κάμῃ ἀνάλυσιν· τὰς αὐτὰς θὰ κάμητε καὶ εἰς τὸ καθαρόν.
§49ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Μάλιστα, τὸ λέγει καὶ τὸ νομοσχέδιον.
§50ΛΕΚΚΑΣ. Μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι εἰς τὸ ἀκαθάριστον, δὲν ἔχετε ἀνάγκην μεγάλης ἐπιτηρήσεως, διότι μόλις ἡ κάμινος κλείει καὶ τὸ μέταλλον εἶναι ῥευστὸν, θὰ ἔχετε τὸν ἄνθρωπόν σας ὅστις θὰ λέγῃ, ἐβγάλετε ἑκατὸ χελώνας, δόστε μοῦ τὰς τριάκοντα. Ἐνῷ εἰς τὸ καθαρὸν δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ εὑρεθῇ ἑταιρία ἡ ὁποία νὰ σᾶς δώσῃ περισσότερα ἀπὸ 3%. Καὶ εὔχομαι, παραδεχθησομένης τῆς ἀρχῆς, ἐγὼ νὰ μὴ ἀληθεύσω· ἀλλὰ θὰ ἴδητε ὅτι αἱ ἐκβολάδες θὰ γείνουν χειρότεραι τῶν σκωριῶν μὲ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ἄλλον λόγον, κύριοι, ἔχω ἀκόμη νὰ ἦμαι ἐναντίος τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, τὸν ἑξῆς. Ἡ ἐργολαβία, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, γενήσεται κατὰ μερίδας, καὶ ἡ μερὶς ἀνὰ ἓν ἑκατομμύριον, λαμβανομένης ὡς βάσεως τῆς καταμετρήσεως ἡ ὁποία μᾶς ἔδωσε 6,700,000 τόνους. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἴσως ἐσφαλμένην, ἡ ἐκκαμίνευσις τοῦ Λαυρίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ εἰς μικρόν· καὶ τοῦτο σᾶς λέγει καθαρῶς ἡ ἐπιτροπὴ, κύριοι, αὐτὴ τῶν σιδηροῦχων μετάλλων τοῦ κ. Ῥενιέρη, ἡ συγκειμένη ἀπὸ διαφόρους ἐντίμους καὶ εὐϋπολήπτους συμπολίτας μας, ἡ φέρουσα ἐπὶ κεφαλῆς τὸν πρόεδρον τῆς Ἑλληνικῆς τραπέζης, ἥτις εἶπεν ὅτι θέλει τὸ τρίτον· ἰδοὺ ὁ ὁδηγός, φίλε μου κύριε ὑπουργέ. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι διῃρέθησαν, δὲν εἶναι δυνατὸν, παρὰ δύω ἢ τρεῖς ἑταιρίαι νὰ ἦναι εἰς τὸ Λαύριον. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συναγωνισθοῦν αὗται αἱ πολλαπλαῖ ἑταιρίαι; ἐνόμισεν ὅτι μᾶς ἔλυσε τὴν ἀπορίαν ὁ κ. ὑπουργὸς εἰπὼν ὅτι οὐδεὶς δεσμεύει τὰς χεῖρας τῆς ἑταιρίας νὰ λάβῃ πλειοτέρας μερίδας. Ἐνταῦθα, κύριοι, ἔγκειται τὸ κακόν. Ἐνθυμεῖσθε πάντοτε μὲ ποίαν ἁβρόφρονα γλῶσσαν ὡμίλησα πρὸς τὴν ὑπάρχουσαν ἑταιρίαν τοῦ Ῥοῦ καὶ λοιπῶν, ἐνθυμεῖσθε πῶς πάντοτε εἶπον ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι εἰλικρινεῖς, ἔντιμοι, μόνον ἐπιζητοῦν τὸ συμφέρον των καὶ ὅταν εὑρίσκουν μπουνταλάδες Ἀνατολίτας, ὡς ἡμᾶς, δύνανται νὰ ὠφεληθοῦν ὅσα πλείονα. Ἄ! πολὺ φοβοῦμαι μήπως διὰ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς ὠφεληθῶσιν ἄνθρωποι εἰς τοὺς ὁποίους ἡ ἑταιρία δύναται νὰ δώσῃ 300 χιλιάδας δραχμὰς διὰ νὰ δώσουν εἰς τὴν δημοπρασίαν καὶ κατόπιν νὰ λάβῃ αὐτὴ ὅλας τὰς μερίδας. Τότε τί κάμνετε τὰς ἄλλας δύο καὶ τρεῖς ἑταιρίας αἱ ὁποῖαι πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους πρέπει νὰ παρουσιασθοῦν; καὶ δὲν ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι διὰ νὰ συναγωνισθῇ μία δευτέρα ἑταιρία μὲ τὴν ὑπάρχουσαν ἤδη, πρέπει νὰ ἔχῃ τοὐλάχιστον 10,000,000 δραχμῶν περιουσίαν; Ἐντίμως ἐκέρδισαν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἰδικῶν μας ἐκέρδισαν. Ἐν τούτοις ἀπεκατεστάθησαν, ὡς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς ὅταν ὑπῆγεν εἰς ἐπίσκεψιν τῆς Λαυριωτικῆς χώρας καὶ ηὐφράνθη· ἐγὼ, ἂν ἐπήγαινα, ἤθελον κλαύσει διὰ τὴν ἀναλγησίαν καὶ τὴν λεγομένην ἀπειρίαν μας περὶ τὰς τέχνας.
§51ΔΑΓΡΕΣ. Προηγουμένως μᾶς εἴπετε ὅτι εἶναι ἱκανώτατοι οἱ ἐπιστήμονές μας. (γέλως).
§52ΛΕΚΚΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἔχητε τὴν ὑπομονὴν νά με ἀκούσητε. Ἄλλο ὅταν ὁμιλῶ περὶ ἐπιστήμης καὶ ἄλλο ὅταν ὁμιλῶ περὶ κυβερνήσεων. (θόρυβος). Ναὶ, κύριε Δαγρὲ, καὶ βλέπετε πῶς ὅλους τοὺς ἔχω φίλους εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ οἱ πάντες ἠμέλησαν οὐδενὸς ἐξαιρουμένου· διότι εἰργάσθη κἄτι τι ὁ κ. Αὐγερινὸς, ὁ κ. Δεληγιάννης καὶ τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Δεληγεώργη, διότι αὐτὸς ὁ πολιὸς γέρων (δεικνύει τὸν κ. Χρηστίδην), λέγει ὅτι δὲν θὰ ἐκφέρῃ εἰς τὸν Θεὸν τὴν εὐχὴν «νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου» ἂν δὲν ἴδῃ τὸ Λαύριον μετεσχηματισμένον εἰς ἐθνικὸν πλοῦτον. (θόρυβος). Κύριοι! ἐννοῶ ὅτι πολὺ σᾶς ἐνώχλησα, ἀλλὰ σᾶς ἐξομολογοῦμαι εἶναι ὑπόθεσις ἡ ὁποία μὲ ἐγγίζει περισσότερον ἀπὸ σᾶς, καὶ σεῖς ἔχετε ἄπειρον πατριωτισμὸν, ἀλλ’ αὕτη συνδέεται πολὺ στενῶς μὲ τὴν ἐπαρχίαν μου καὶ μόνον δι’ αὐτὸ, ἂν μακρηγορῶ καὶ σᾶς ἐνοχλῶ, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἔχητε ὀλίγην ὑπομονήν.
§53ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα· ἐξακολουθήσατε.
§54ΛΕΚΚΑΣ. Διὰ τί τέλος ἐνίσταμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου; Ἐγὼ θέλω, ἂν ἦναι δυνατὸν, καὶ ἴσως θὰ ἦναι τὸ συντελεστικώτερον, οὔτε ποσοστὰ, οὔτε καθαρὰ, οὔτε ἀκαθάριστα, μετὰ τὴν πλήρη καὶ ἀκριβῆ γνῶσιν τῆς ἀξίας τῶν πραγμάτων, μετὰ τὴν πλήρη καὶ ἀκριβεστάτην καταμέτρησιν, νὰ ἐκποιηθῶσιν αὐτὰ τὰ χώματα, αὐτὰ τὰ πενιχρὰ ὅσον θέλετε, αὐταὶ αἱ ἐκβολάδες κατὰ τόνον καὶ ὅστις θέλει εἴτε νὰ τὰς ἐκαμινεύσῃ εἴτε νὰ τὰς μεταφέρῃ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν μᾶς εἶναι ἀδιάφορον. Τὴν γνώμην ταύτην τὴν οὐσιωδεστάτην τὴν ἄνευ κόπων καὶ μόχθων τὴν μὴ ἔχουσαν ἀνάγκην πολλῶν ὑπαλλήλων, τὴν φέρουσαν ἀμέσως χρήματα ἐν τῷ ταμείῳ, αὐτὴν τὴν ἰδέαν δὲν τὴν βλέπω εἰς τὸ νομοσχέδιον, καὶ διὰ τοῦτο ἐνίσταμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς. Ἓν ἐπίμετρον τοῦ καλοῦ μου φίλου κυρίου ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν μὲ ἐσκότισε ὁλοτελῶς, διότι ἀπαντῶν εἰς τὸν κύριον Δεληγεώργην, διὰ τὶ σπεύδετε, κύριε ὑπουργὲ, μᾶς λέγει, δὲν βλέπετε, ὅτι τὸ κράτος περιῆλθεν εἰς οἰκονομικὰς στενοχωρίας, τὸ ταμεῖον δὲν ἔχει χρήματα, πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ λάβωμεν ἓν μέτρον δι’ αὐτὴν τὴν περιουσίαν. Αἴ, ἐδῶ, καλοί μου φίλοι, ἀρχίζομεν νὰ ἐμπερδευώμεθα· καὶ ἂν λάβητε τὸν νόμον, ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἅπαντες οἱ κύριοι βουλευταὶ ὡς ἀδελφοὶ, δὲν θὰ σᾶς ἐπιτρέψωμεν οὐδὲ λεπτὸν νὰ κάμητε χρῆσιν. Πρέπει νὰ ἐνθυμηθῆτε ὅτι ἔχομεν ἱερὰν ὀφειλήν. Ὁ Νοταρᾶς, κύριοι, δὲν ἠγωνίσθη μόνον, ἔστειλε φλωριὰ εἰς τὸν Πειραιᾶ, οἱ οἰκοκυραῖοι τῆς Ὕδρας δὲν ἠγωνίσθησαν μόνον, ἔδιδον χρήματα εἰς τὸν Μαυροκορδᾶτον καὶ τὸν Κωλέττην. Πρέπει νὰ δώσωμεν, νομίζω, κάτι τι εἰς αὐτούς. Τί ἀκόμη; ἔχομεν ἀνάγκην γεωργικῶν τραπεζῶν· τί ἀκόμη; ἔχομεν ἀνάγκην ὁπλισμοῦ. Δὲν ἔχετε ὅπλα πλέον τῶν χιλίων δυνάμενα νὰ παραβληθῶσι μὲ τὰ τουρκικά. Δὲν ἔχετε οὐδὲν πλοῖον ἐμπόλεμον, καὶ μὴ κοιμώμεθα εἰς ῥόδα, ἂν θέλητε ἡ ἀνεξαρτησία μας νὰ μὴ πάθῃ. Μὴ πολυπιστεύητε εἰς τὴν προστασίαν καὶ τὴν ἀγάπην τῶν Φράγκων· ἴσως ἐπέλθῃ μία ἡμέρα καὶ μᾶς ἐγκαταλείψουν, καὶ δι’ αὐτὸ τοῦτο ὀφείλομεν νὰ προνοήσωμεν, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὀλίγα πλοῖα, ἀρκετὰ ὅπλα· ἐὰν σπεύδητε, κύριε ὑπουργὲ, τὴν δημοπρασίαν διὰ νὰ λάβητε χρήματα καὶ τὰ δαπανήσητε εἰς τὴν κοινὴν ὑπηρεσίαν διὰ νὰ διορίσητε γραφίδια ἅτινα νὰ βάλλουν τὸ κονδύλι εἰς τὸ αὐτὶ (καὶ τοῦτο μὲ ἐνθυμίζει τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Ζαΐμη «τὸ τριαντάφυλλον εἰς τὸ αὐτὶ») τότε ἀλοίμονον εἰς τὴν Ἑλλάδα! διὰ τὸν αὐτὸν λοιπὸν λόγον δὲν ἔχετε νὰ ἐλπίζετε ποσῶς ἀπὸ αὐτά. Πρέπει νὰ προσκαλέσητε ἐπιστήμονας, ἀναβάλλετε τὴν δημοπρασίαν διὰ νὰ γνωρίσωμεν τὶ δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ὅπως τὸ διαθέσωμεν διὰ τοὺς ἐθνικούς μας σκοποὺς, διὰ τοὺς πόθους τοῦ Πανελληνίου.
§55ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Κύριοι, μὲ τὴν πρότασίν μου δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ προσβάλλω τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον, οὔτε νὰ ὑποστηρίξω τὸ νομοσχέδιον τῶν βουλευτῶν, οὔτε νὰ κερδίσω δημοκοπίας ἀπὸ τὴν πρόκλησιν τῶν πολιτῶν μὲ τὴν πρότασίν μου. Ὁ σκοπός μου εἶναι καθαρός. Ἐπειδὴ εἰς τὴν παρελθοῦσαν συζήτησιν τοῦ Λαυρίου πολλαὶ γνῶμαι ὑπεστηρίχθησαν, βεβαιωθῆτε, ὅτι δὲν ἠμπόρεσα νὰ σχηματίσω πεποίθησιν καὶ νὰ δώσω τὴν ψῆφον μου διότι αἱ γνῶμαι αὗται ἦσαν ἀντιφατικαὶ, καὶ μάλιστα ὅταν ἤκουσα τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Κ. Κοκκίνου, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα παρὰ μόνον μετὰ μίαν γνώμην Εὐρωπαίων ἐπιστημόνων, τότε ἐπείσθηκα ὁλοτελῶς· ἑπομένως ἐπροτάθη ἐκείνη ἡ πρότασις τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν χωμάτων, ἐπ’ αὐτῶν ἔδωσα τὴν ψῆφόν μου εἰλικρινῶς, καὶ τοῦτο διὰ νὰ ἔλθῃ ἡ κυβέρνησις νὰ ἐξετάσῃ καλλίτερον τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἐλπίζω καὶ ἤλπιζον ὅτι μετὰ τοῦτο θὰ δυνηθῶ νὰ ἴδω τὴν γνώμην τῆς ἐπιστημονικῆς ἐπιτροπῆς τῆς Εὐρώπης. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ μετέβη εἰς τὸ Λαύριον καὶ εἶδε πραγματικῶς, ἐπείσθη ὅτι ἡ Λαυριωτικὴ χώρα εἶναι ἐθνική. Δὲν τὸ λέγω πρὸς κατηγορίαν του, τὸ λέγω διὰ μίαν ἰδέαν. Λοιπὸν ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἰδέαν ὁρμώμενος ἔκαμα αὐτὴν τὴν πρότασιν νὰ κηρυχθῇ τὸ Λαύριον ἐθνικὴ περιουσία, καὶ νὰ γείνῃ ἡ ἀναστολὴ τῆς ἐκποιήσεως τῶν ἐκβολάδων, διὰ νὰ προκαλέσῃ κατόπιν ἡ κυβέρνησις ἐπιστήμονας, καὶ πολὺ περισσότερον ἐπείσθην εἰς αὐτὴν τὴν ἰδέαν, διότι μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐγεννήθησαν εἰς ἐμὲ πολλαὶ ἀμφιβολίαι, διότι μᾶς εἶπεν, ὅτι ἀλλοῦ εὑρίσκεται περισσοτέρα ὕλη καὶ ἀλλοῦ ὀλιγωτέρα, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ σχηματίσωμεν πεποίθησιν· ὅταν προσκαλοῦμεν τοὺς ἀνθρώπους εἰς συναγωνισμὸν θὰ ἔλθουν ἑταιρίαι, ἐπιστήμονες τῆς Εὐρώπης νὰ ζητήσουν, νὰ κάμουν προτάσεις, καὶ δὲν θὰ ᾖναι εἰς κατάστασιν νὰ τοὺς ἀπαντήσῃ εἰς τὰς προτάσεις αὐτὴ ἡ ἰδία κυβέρνησις, διὰ τοῦτο ἐζήτησα νὰ γείνῃ ἡ ἀναστολὴ τῆς διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς αὐτῆς περιουσίας, ὅπως ᾖναι ἡ κυβέρνησις εἰς κατάστασιν νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς προτάσεις τῶν ἑταιριῶν αὐτῶν. Μὴ νομίζετε, κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι ὑπουργικόν· εἶναι ἐθνικὸν, καὶ σεῖς οἱ ἴδιοι ὑπουργοὶ καὶ ὅλοι οἱ βουλευταὶ προσπαθεῖτε μὲ κάθε τρόπον νὰ εὕρετε τὸ καταλληλότερον μέσον νὰ παραχωρήσητε αὐτὰ τὰ χώματα. Δὲν προσβάλλεται ἡ κυβέρνησις ἂν γείνῃ αὐτὴ ἡ ἀναστολὴ τῆς διαθέσεως τῆς περιουσίας ταύτης τῆς ἐθνικῆς, μόλον τοῦτο, καθὼς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν χθὲς εἶπεν, ὅτι ἔχει νὰ ὑποβάλῃ πίστωσιν ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν παρακαλῶ ἀπὸ τοῦδε νὰ τὴν φέρῃ εἴτε πολλὴν εἴτε ὀλίγην διὰ νὰ τὴν ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ ἀμέσως καὶ νὰ μὴ χάνωμεν καιρὸν καὶ ἕως ὅτου νὰ συγκαλεσθῇ ἡ Βουλὴ μετὰ 4 ἢ 5 μῆνας, τότε καὶ οἱ ἐπιστήμονες θὰ ἐξετάσουν τὰ χώματα αὐτὰ καὶ δώσουν γνώμην καὶ τότε δύναται νὰ γείνῃ ἕνας ὁριστικὸς νόμος. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν πρότασίν μου δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§56ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ὅλην τὴν Λαυριωτικὴν χώραν θεωρεῖται ἐθνικήν;
§57ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Ἂν ἔχῃ ἡ πρότασίς μου τι τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ διόρθωσιν, ἐγὼ τὸ ἀποδέχομαι.
§58ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει γραμματικόν τι λάθος.
§59ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Ἰδοὺ, κύριοι, ἡ πρότασίς μου. Ἄρθρον μοναδικόν. Ἡ Βουλὴ κηρύττει τὴν Λαυριωτικὴν χώραν, ὅτι ἀνήκει εἰς τὸ κράτος. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὰ περὶ διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων, ἐπιφυλάσσεται τὴν ἀπόφασίν της, μέχρις οὗ διὰ τῆς γνωμοδοτήσεως σπουδαίων ἐπιστημόνων, κληθησομένων ἐπὶ τούτῳ ἐξ Εὐρώπης, σχηματίσῃ ἡ κυβέρνησις πλήρη γνῶσιν τοῦ ποιοῦ καὶ τῆς ποσότητός των. Ὁ βουλευτὴς Νέων Ψαρῶν.
Κ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ.
Ἂν θέλῃ γραμματικήν τινα διόρθωσιν κάμετέ την.
§60ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔρχομαι, κύριοι, πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης τὴν ὁποίαν ὁ κ. ναύαρχος καὶ βουλευτὴς Ψαρῶν ὑπέβαλε, καὶ συντάσσομαι μὲ αὐτὴν, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ δὲν ἔλαβε τὴν καλωσύνην καὶ τὴν ἐπιείκειαν νὰ υἱοθετήσῃ τὴν μεγαλουργὸν πρότασιν τῆς ἀμέσου ἐκκαμινεύσεως ὡς ἐθνικῆς περιουσίας τῶν ἀργυρούχων χωμάτων τοῦ Λαυρίου, ἣν ἐγὼ ἀρχῆθεν ἐπρότεινα. Συντάσσομαι μὲ τὴν ὑποβαλλομένην πρότασιν τῆς ἀναβολῆς καὶ τὴν ὑποστηρίζω ὡς καλλιτέραν. Μὲ ὅλην δὲ ὑπόληψιν τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ ἔχω εἰς τὸ Σῶμα εἰς ὃ ἀνήκω, δικαιοῦμαι νὰ παραπονεθῶ ὡς πρὸς τὴν παλαιὰν ἐκείνην πρότασίν μου τοῦ νὰ χρησιμοποιηθῶσι ὡς βιομηχανία τοῦ Κράτους ὅλα τὰ κατὰ τὴν περιφέρειαν τοῦ Λαυρίου μεταλλοῦχα στρώματα, διότι μόνον ἡ λύσις αὐτὴ μᾶς ἀπαλλάττει ἐκ νέων συζητήσεων καὶ ἐκ τῶν δυσχερειῶν ἐκείνων εἰς τὰς ὁποίας ὅλοι εὑρισκόμεθα. Ἔχω, κύριοι, ἄπειρον ὑπόληψιν εἰς τὸ θετικὸν καὶ πρακτικὸν πνεῦμα τοῦ διέποντος τὰ οἰκονομικὰ κ. Σωτηροπούλου, καὶ ἴσως περισσοτέραν ὑπόληψιν παντὸς ἄλλου, διότι ἀγαπῶ τοὺς ἄνδρας τοὺς χρησίμους τοὺς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός των ἱκανοὺς νὰ διαβλέψωσι τὰ καλὰ καὶ νὰ τὰ ἐφαρμόσωσιν· ἀλλὰ μὲ ὅλην τὴν ἄπειρον ὑπόληψιν ἐξ ἑτέρου, ἐπειδὴ ἠκούσατε ὅλοι χθὲς τὰς ἐκ τῆς φύσεως τοῦ ζητήματος δυσκολίας, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ὡριμότερον. Καὶ πρῶτον ἠκούσατε τὰς δυσκολίας ὡς πρὸς τὴν βάσιν καὶ τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς Λαυριωτικῆς μεταλλοφόρου χώρας ὡς ἐθνικῆς· τοῦτο ὡς γραμματικὴν μόνον ἔλλειψιν ἀναφέρω· δεύτερον τὰς ἀναφανείσας δυσχερείας ὡς πρὸς τὸν προσδιορισμὸν τῆς καθαρᾶς προσόδου· τρίτον ἐκείνας τὰς ὡς πρὸς τὸν μέσον ὅρον τῆς ἐκτιμήσεως τῶν δαπανῶν· τέταρτον τὰς ὡς πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἀξίας τοῦ ἐξαχθησομένου κατὰ τόνον μετάλλου· πέμπτον μίαν ἔλλειψιν διελθοῦσαν ἀπαρατήρητον, ἔλλειψιν δηλ. προνοίας εἰδικῆς περὶ τῶν λοιπῶν κακῶς παραχωρηθέντων δικαιωμάτων ἐπὶ τῶν μεταλλείων πρὸς οἱανδήποτε ἑταιρίαν, ἢ ἀκόμη καὶ τῶν σκωριῶν ἐκείνων αἱ ὁποῖαι ἐκτὸς τοῦ διαγράμματος τῶν παραχωρηθεισῶν εἰς τὴν ὑπάρχουσαν ἑταιρίαν θέσιν λαμβάνονται καὶ ἐκκαμινεύονται· τέλος δὲ τὰς δυσκολίας τὰς μεγάλας, τὰς ὁποίας παρουσιάζει καὶ τὴν σύγχυσιν καὶ τὸ πολύπλοκον καὶ τὸ δύσκολον καὶ τὸ σφαλερὸν τῆς διὰ προσώπων ἐν Ἀθήναις ἐκτιμήσεως τοῦ ὅρου τῶν δημοπρασιῶν, καὶ μάλιστα προσώπων τινῶν τὰ ὁποῖα εἶχον τὴν ἐναντίαν ἰδέαν περὶ τοῦ ὅτι ἀνήκουσιν εἰς τὸ κράτος τὰ τοῦ κράτους μεταλλεῖα κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν συζήτησιν. Αἱ δυσκολίαι αὗται ἀναφερόμεναι εἰς τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι ἐλλείψεις ἀπὸ τὴν ἀμέλειαν ἢ ἀπὸ τὴν ἀπειρίαν ἢ ἀπὸ τὴν ἀπροσεξίαν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι ἐλλείψεις καὶ δυσχέρειαι προερχόμεναι ἀπὸ τὴν φύσιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Πανταχοῦ τοῦ κόσμου, κύριοι, ὅπου παρεχωρήθησαν εἰς μεγάλας ἑταιρίας τοιαῦται ἐπιχειρήσεις, τὰ αὐτὰ καὶ ἔτι μεγαλείτερα προσκόμματα παρουσιάζονται· πανταχοῦ ἔχετε τὰς προσπαθείας τῶν ἑταιριῶν διὰ νὰ ὑφαρπάσωσι καὶ ὑποκλέψωσι τὴν ἀλήθειαν, πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ νὰ ὠφεληθῶσι πρὸς ζημίαν τοῦ δημοσίου. Βλέπετε, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ ἀποφύγωμεν τὴν ἔλλειψιν ταύτην δι’ ἄλλης ὁδοῦ εἴτε κατὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπουργικόν, εἴτε κατὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ βουλευτικόν, (τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς βάσιν ὡσαύτως τὴν διάθεσιν τῶν μεταλλευμάτων τοῦ Λαυρίου εἰς ξένας ἑταιρίας). Βλέπετε δὲ προσέτι, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη λύσις, ἡ ὁποία μᾶς ἀπαλλάττει ἀπὸ ὅλα τὰ λοιπὰ ἐλαττώματα, καὶ ἀπὸ τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῶμεν οἱουδήποτε τὴν κρίσιν καὶ τὴν ἀπόφασιν καὶ τὰ φῶτα καὶ τὴν πεῖραν κτλ. δηλ. ἡ δι’ ἐθνικῆς βιομηχανίας ἐκμετάλλευσις τῶν χωμάτων αὐτῶν καὶ χρησιμοποίησις. Διότι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην εἰμὴ δέκα μόνον τιμίων ἀνδρῶν καὶ δύο ἑκατομμυρίων δραχμῶν καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀντιτάξῃ ἄλλας δυσκολίας. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι πολὺ εὐκολωτέρα εἶναι ἡ δαπάνη δύο ἑκατομμυρίων εἰς ἓν κράτος παρὰ εἰς μίαν ἑταιρίαν· καὶ βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ ῥίψω τὴν αὐτοκατάκρισιν ἐπὶ τοῦ κράτους, ὅτι δὲν ἔχει 20 ἄνδρας οἱ ὁποῖοι νὰ χρησιμεύσουν, οἱ ὁποῖοι νὰ παρίστανται καὶ νὰ ἐποπτεύουν τὴν μεγάλην αὐτὴν ἐπιχείρησιν. Ἐξ αὐτῶν δὲ τῶν ἑκατομμυρίων ἐφάπαξ καὶ 300,000 δρ. ἐτησίας δαπάνης θὰ προέλθῃ εἰς τὸ δημόσιον ὠφέλεια, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, 18 ἑκατομμυρίων καὶ δὲν εἶναι ὑπερβολὴ, κατὰ τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα ἐξήγαγον οἵ τε ἐν Εὐρώπῃ καὶ οἱ Ἑλλάδι χημικοί. Εἶχον δὲ σκοπὸν, ὅταν ἐπρότεινα τὴν πρότασιν ταύτην, τὰ κέρδη νὰ μὴ χρησιμεύσωσι διὰ τὴν ἡμερόβιον χρῆσιν καὶ τὰς ἡμεροβίους ἀνάγκας, ἀλλὰ καὶ δι’ ἑτέρους πανελληνίους πόθους, τοὺς ὁποίους δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν. Διὰ τῆς προτάσεώς μου ταύτης, ἐνῷ σήμερον ἂν παραχωρηθῶσι τὰ χώματα δὲν θὰ λάβῃ τὸ κράτος πλέον τῶν εἴκοσι ἢ τριάκοντα ἑκατομμυρίων, διὰ τοῦ τρόπου, ὃν ἐγὼ ἐπρότεινα, θὰ εἴχομεν ἀντὶ τῶν 20,200, καὶ ἀντὶ τῶν 40, 400 ἑκατομμύρια· καὶ διὰ 400 ἑκατομμυρίων, οὐ μόνον δυνάμεθα κἄπως νὰ ἀνακουφισθῶμεν ἐκ τῶν παρουσῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν, ἀλλὰ καὶ τοὺς μεγάλους πόθους τοῦ ἔθνους νὰ πραγματοποιήσωμεν προπαρασκευαζόμενοι. Αὐτὸ, κύριοι, τὸ παράπονον ἔχω κατὰ τοῦ Σώματος εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω μὲ ὅλην τὴν ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι πρὸς αὐτὸ, διότι ἐκ τοῦ σώματος τούτου προῆλθεν ἡ πρωτοβουλία τῆς συζητήσεως καὶ ὁλονὲν ἐξακολουθοῦμεν καταγινόμενοι πρὸς τὴν καλλιτέραν λύσιν. Αὐτὸ, λέγω, τὸ παράπονον εἶχον δι’ αὐτὸν τὸν ὑψηλὸν σκοπὸν, διότι ἀφίνετε ἀπὸ τὰς χεῖράς σας τὸ ποσὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε ἠθέλατε ὀνειρευθῆ, καὶ οὐδέποτε ἠθέλατε ἀνεύρει δι’ οἱασδήποτε καλλιτέρας διαθέσεις, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον τὰ πολύτιμα αὐτὰ μεταλλεύματα, οἱ ἕτοιμοι θησαυροὶ, τὰ ἀργυροῦχα ἢ χρυσοῦχα χώματα εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου δὲν παραχωροῦνται, ἀλλά κρατοῦνται καὶ ἐκκαμινεύονται πάντοτε ἢ ὡς βασιλικὰ μεταλλεύματα ὑπὲρ τοῦ αὐτοκράτορος, ὡς ἐν Ῥωσσίᾳ τὰ χρυσωρυχεῖα, ἢ ὑπὲρ τῆς ἐπικρατείας, ὡς ἐν Βελγίῳ, Ὁλλανδίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ, μολονότι ἐκεῖ πρόκειται περὶ μεταλλείων, οὐχὶ ὡς ἐδῶ περὶ μεταλλευμάτων, ἤτοι ἀργυρούχων χωμάτων ἑτοίμων ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας. Λοιπόν, κύριοι, ἀφίνω πρὸς στιγμὴν τὴν πρότασίν μου ἀπροχώρητον, μέχρις ὅτου ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ ἂν θέλῃ νὰ σταματήσῃ εἰς τὴν ἀναβολὴν ἡ ὁποία προτείνεται παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ναυάρχου καὶ βουλευτοῦ Νέων Ψαρῶν· ἀφίνω λέγω καὶ τὰς ἀηδόνας νὰ κάθηνται ὑπὸ τὴν σκιὰν, ἐκεῖ ὅπου ἐκάθηντο τόσους μῆνας, ὅτε τὸ ζήτημα αὐτὸ ἦτο εἰς τὸ σκότος καὶ ὅτε ἀκόμη οὐδεὶς ἐφαίνετο ὑπέρμαχος, καὶ οἱ πάντες ἠγνόουν τί ἔτρεχε. Ἀφίνω καὶ τοὺς ἀετοὺς, οἱ ὁποῖοι ἵσταντο εἰς τὰ νέφη, ὅτε τὸ ζήτημα τοῦ Λαυρίου διεκυβεύετο, ὅτε τὸ ζήτημα ἦτο ἐκτὸς πάσης περισκέψεως καὶ προσοχῆς, ἀφίνω ταῦτα πάντα καὶ ἔρχομαι νὰ συνταχθῶ ἁπλῶς καὶ ἀπολύτως μετὰ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου Ναυάρχου· διότι αὕτη τέλος πάντων θέλει μᾶς δώσει τὸν καιρὸν, ὅπως φωτισθῶμεν καλλίτερα καὶ προβῶμεν εἰς μίαν ἀπόφασιν ἐθνικὴν, σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιθυμίαν καὶ τοῦ κοινοῦ, οὐχὶ βεβιασμένην, ὡς πρὸς τὴν διάθεσιν· διότι μία καλλιτέρα σκέψις δύναται ν’ ἀποδείξῃ τὴν χρησιμοποίησιν τῆς προτάσεως τὴν ὁποίαν ἀνέφερα ἁπλῶς χωρὶς νὰ τὴν παρουσιάσω εἰς τὸ μέσον ἐκ νέου ἐπὶ τοῦ παρόντος, διότι ὅλοι τὴν γνωρίζετε. Ἡ ἰδέα τῆς πολιτικῆς χρησιμοποιήσεως, ἤτοι βιομηχανίας τοῦ κράτους εἶναι πολὺ ἁπλουστέρα καὶ μᾶς ἀπαλλάττει ἀπὸ ὅλας τὰς δυσκολίας καὶ τὰ προσκόμματα, τὰ ὁποῖα μᾶς παρουσιάζουν τὰ δύο ὑπ’ ὄψιν σας νομοσχέδια.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ῥοντήρης.
§62ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Βεβαιωθῆτε, κύριοι, ὅτι οὐχὶ μετὰ πολλῆς εὐχαριστήσεως πάντοτε ἀναβαίνω τὸ βῆμα· πάντοτε μοῦ εἶναι ἐργῶδες· ὅταν ὅμως πρόκηται ζήτημα παρὰ πολὺ σπουδαῖον, ὅταν πρόκηται νὰ ψηφίσωμεν τηλικοῦτον νόμον δὲν ἠμπορῶ παρὰ νὰ δώσω μίαν γνώμην ᾐτιολογημένην. Τὸ ζήτημα ἐμελέτησα, ὅπως ἐμελετήσατε πάντες γενικῶς καὶ ἀορίστως καὶ ἐξ ἀκουσμάτων, μόλις χθὲς, προχθὲς εἴδομεν τὴν πρότασιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως, μόλις ὀλίγος καιρὸς ἐδόθη ἡμῖν ἵνα μελετήσωμεν· οὔτε ἐγὼ ἔχω τὴν ἀξίωσιν, οὔτε ἄλλος τις πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν ὅτι ἡ γνώμη του εἶναι θέσφατον, μένει λοιπὸν τὸ ὅλον εἰς τὴν συζήτησιν· θεωρῶν δὲ αὐτὴν οἰκογενειακὴν συζήτησιν, προβαίνω εἰς τὴν συζήτησιν, τὸ μὲν διὰ νὰ φωτισθῶ, τὸ δὲ διὰ νὰ φωτίσω, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, τιθέμενος τὰ ζητήματα, προκαλῶν σκέψιν ἐπὶ ἑκάστου ζητήματος. Τὸ ζήτημα εἶναι τόσῳ σπουδαῖον καὶ τόσῳ νέον ὥστε δὲν ἠμπορῶ νὰ εἴπω θετικῶς τοῦτο εἶναι οὕτως, ἐκεῖνο δὲν εἶναι οὕτω· πρὸ πάντων, κύριοι, ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὡς μία οἰκογένεια συζητοῦμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἴσως ἴσως ἡ καλλιτέρα ἔκφρασις εἶναι, διασκεπτόμεθα, καὶ οὐχὶ συζητοῦμεν πρὸς εὕρεσιν τοῦ κοινοῦ συμφέροντος ἢ τοῦ δικαίου. Οὐδεμία κομματικὴ ἀπόχρωσις ἐνδιαφέρεται μεῖον τῆς ἄλλης, οὐδεμία κομματικὴ ἀπόχρωσις κινδυνεύει μεῖον τῆς ἄλλης· ὅ,τι γίνει ἀφορᾷ πάντας ἡμᾶς. Κύριοι, μετὰ τὰς συζητήσεις τοῦ Μαρτίου προέβη τὸ πρᾶγμα, αἱ συζητήσεις ἐκεῖναι ὡς μόνον λόγον ἔσχον ὅτι προσήγγισαν τὰ μέρη πρὸς ἄλληλα, σήμερον ἡ διάστασις εἶναι πολλὰ ὀλίγη καὶ κατὰ τὴν γνώμην μου μάλιστα, ὡς πρὸς μὲν τὸν σκοπὸν οὐδεμία διάστασις ὑφίσταται· ὡς πρὸς τὰ μέσα ὅμως τὰ ἄγοντα πρὸς τὸν σκοπὸν δυστυχῶς ὑπάρχει διάστασις, καὶ διάστασις μεγάλη· εἶναι δὲ καὶ τὰ μέσα σπουδαιότατον πρᾶγμα, διότι ἐὰν τὰ μέσα δὲν ἦναι πρόσφορα, τὸ τέλος ἀποτυγχάνει. Ἡμεῖς, ἐγὼ καὶ ὁ κύριος Ζέγγελης καὶ ὁ κύριος Δημητριάδης, ἐφέραμεν μίαν πρότασιν νόμου, ἀλλὰ ἔφερε καὶ ἡ Κυβέρνησις μίαν πρότασιν νόμου, ἐπροτιμήθη καὶ ἐτέθη ὡς βάσις ἡ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ συζήτησις ἀναγκαίως γίνεται ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως. Κύριοι, ἐν πρώτοις θέλω συζητήσει δύω ζητήματα, εἰς τὰ ὁποῖα εἴμεθα ἐγγύτατα ἀλλήλων, διότι εὐκόλως μένομεν σύμφωνοι πρὸς αὐτά· κατόπιν δὲ θέλομεν προβῆ περὶ τῆς διαθέσεως, ἐὰν πρέπῃ ἐσπευμένως νὰ γείνῃ, ἀμέσως, ἢ πρέπῃ νὰ μελετηθῇ τὸ ἀντικείμενον καὶ ἂν ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ ὅτι ἐσπευσμένως πρέπει νὰ γείνῃ ἡ διάθεσις, θέλω σᾶς ὑποβάλει μίαν τροπολογίαν ἢ πρότασιν ἰδίαν. Τὸ πρῶτον ζήτημα, κύριοι, εἶναι τὸ ἑξῆς· αἱ ἐκβολάδες εἶναι ἐθνικὴ ἰδιοκτησία, τὸ δεύτερον εἶναι ὁ νόμος τοῦ Μαρτίου, ἂν ἔχῃ ἐπαρκῆ κύρωσιν, ὡς ἐγένετο. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τῆς κυβερνήσεως αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσιν εἰς τὸ κράτος, ἡ μετάλλευσις αὐτῶν δὲν ἐπιτρέπεται εἰμὴ δυνάμει πράξεως τῆς Κυβερνήσεως καὶ καθεξῆς. Εἶμαι βέβαιος ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ δὲν δεσμεύει περιουσίαν, ἀλλ’ ἑρμηνεύει τὸ κείμενον δίκαιον, τοὺς κειμένους νόμους, δὲν εἶναι σύστασις δικαιωμάτων τοῦ κράτους, ἀλλ’ ἀναγνώρισις ἑρμηνεία καὶ ἐπαρκῶς μὲν ἴσως τοιαύτας ἐξηγήσεις ἔδωκεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν τὰς εὑρίσκω ἐγὼ πλήρεις· εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι ἐθνικαὶ εἶναι αἱ ἐκβολάδες, ἀλλὰ διαφέρομεν πρῶτον ὡς πρὸς τὸν λόγον, δεύτερον ὡς πρὸς τὴν ἔκφρασιν, διότι ἐνόμισε καλὸν ὁ κύριος ὑπουργὸς κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νόμου νὰ σᾶς παραστήσῃ καὶ τὸν λόγον, δι’ ὃν τὰς θεωρεῖ ἐθνικάς· ὁ δὲ λόγος ἐκεῖνος δίδει ἀφορμὴν εἰς ἐνδοιασμούς, εἰς ἀμφιβολίας· καὶ ἂν παρ’ ἡμῖν δὲν δίδῃ ἀφορμὴν εἰς ἀμφιβολίας καὶ εἰς ἀμφιγνωμίαν, ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων δύναται νὰ παραστῇ σπουδαῖος κίνδυνος. Εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς 17 Ἀπριλίου ἀναγινώσκω, ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι ἐθνικαὶ, διότι ἐμπεριέχονται ἐντὸς δασῶν.
§63ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Διόλου δὲν τὸ λέγω τοῦτο.
§64ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς ἀρνεῖται ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος λόγος, λέγει δ’ ὅτι καὶ αὐτὸς συντελεῖ, ἀλλὰ σπουδαιότεροι εἶναι ἄλλοι λόγοι· ἀλλ’ ὡς ἐκφράζεται ἐνταῦθα αἱ ἐκβολάδες κεῖνται ἐπὶ ἐπιδίκου γῆς, διότι ἐπίδικα εἶναι τὰ δάση καὶ ὅτι ἡ τύχη αὐτῶν πρόκειται ν’ ἀποφασισθῇ ὑπὸ τῶν δικαστηρίων. Ἤδη μοῦ φαίνεται, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς ἑρμηνεύων τὸν νόμον ἐκεῖνον ὁμολογεῖ, ὅτι εἶναι πολὺ καθαρὰ ἡ ἔκφρασις, ὅτι δὲν εἶπε......
§65ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πολὺ καθαρά.
§66ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Δηλοῖ ὅτι εἶναι κακὴ ἔκφρασις, ὅτι δὲν ἐννοεῖ τοῦτο καὶ ἐπεθύμουν, κύριοι, νὰ ἔλεγεν ὁ κ. ὑπουργὸς καθαρὰ ὅτι ἤδη 10 ἢ 12 ἢ 15 νόμοι ἀναγνωρίζουν τὰ ἐθνικὰ νομήματα. Ἐπειδὴ μεταξὺ τῶν νομημάτων πρωτίστην θέσιν κατέχει τὸ μεταλλεῖον, ἐπειδὴ αἱ ἐκβολάδες περιέχουσι μέταλλον, τὸ πολυτιμότερον καὶ τὸ ἀφθονώτερον, δι’ αὐτὸ ἀναγνωρίζει ἡ Βουλὴ, καὶ τὸ κράτος ἑρμηνεύει τοὺς νόμους αὐτοῦ καὶ κηρύττει ὅτι αἱ ἐκβολάδες αὗται ἀνέκαθεν εἶναι τοῦ δημοσίου ὡς ἐθνικὸν νόμημα· αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν δὲν ἔδωκε, δηλαδὴ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν εἰσήγαγε, δὲν ἀνέπτυξεν. Ἐγὼ δὲ θεωρῶ σπουδαῖον τὸν λόγον τοῦτον καὶ θέλω ζητήσει νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον, οὐχὶ διὰ νὰ ἐκφράσω ἄλλο παρὰ τὸ ὁποῖον ὁ κ. ὑπουργὸς θέλει νὰ ἐκφράσῃ, διὰ νὰ ἐκφράσω αὐτὸ τοῦτο, ἀλλὰ στερεώτερον. Τὰ δάση, κύριοι, δὲν ἔχουν ὡς παράρτημα ἀπαραίτητον τὰς σκωρίας ἢ τὰς ἐκβολάδας ἢ τὰ κινητὰ πράγματα, ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι τόπος τις δασώδης, ἠμπορεῖ τὸ δάσος νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸ κράτος, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα κινητὰ πράγματα ἐγκαταλειφθέντα ὑπὸ τοῦ κυρίου νὰ μὴ ᾖναι τοῦ δημοσίου· βεβαίως, ἐὰν εἰς ἕνα κῆπον ἢ δάσος ἐπέταξα τὸ δακτύλιόν μου, ἢ πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν μοῦ χρησιμεύει, δὲν γίνεται τοῦ κυρίου τοῦ δάσους, δὲν γίνεται τοῦ κυρίου τοῦ κήπου, ὁ πρῶτος καταλαβὼν αὐτὸ γίνεται κύριος. Μάλιστα τοιαύτη τις ἀπόφασις ἐξεδόθη ἐσχάτως ὑπὸ τῶν ἐνταῦθα πρωτοδικῶν εἰς δίκην μεταξὺ δημοσίου καὶ τῆς ἑταιρίας Σερπιέρη. Τὸ δημόσιον διετύπωσε κατὰ τῆς ἑταιρίας Σερπιέρη δύο ἑκατομμυρίων δρ. ἀπαίτησιν διὰ σκωρίας τὰς ὁποίας ἐκκαμίνευσεν ἡ ἑταιρία Σερπιέρη, αἵτινες ἦσαν ἐντὸς δάσους ἐθνικοῦ, καὶ εἰς ἣν ἡ ἑταιρία Σερπιέρη ἀντέταξεν ὅτι τὸ μὲν δάσος ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ἰδικόν σας, ἀλλ’ αἱ σκωρίαι εἶναι κινητὰ πράγματα καὶ δύνανται νὰ ᾖναι ’δικά μου, διότι ἰσχυρίζομαι ὅτι ἦσαν ἀδέσποτα· ἐξεδόθη ἀπόφασις καὶ διέταξεν ὅτι ἂν αἱ σκωρίαι ᾖναι ὀργανικῶς ἠνωμέναι μὲ τὸ ἔδαφος, τότε ἀνήκουσιν εἰς τὸ κράτος, ἂν ὅμως δὲν ᾖναι οὕτως ἠνωμέναι, δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὸ κράτος· τοῦτον τὸν κίνδυνον, κύριοι, θέλω ν’ ἀποσοβήσω, ἐννοῶ νὰ ἐκφρασθῇ ἀλλέως ὁ νόμος, καὶ ἔχω μίαν τροπολογίαν ἡ ὁποία εἶναι ὡς ἑξῆς· «αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσιν εἰς τὸ κράτος ὡς ὑπαγόμεναι ἀνέκαθεν εἰς τὰ ἐθνικὰ νομήματα καὶ μὴ ὑπαγόμεναι εἰς τὸν νόμον τοῦ 1861.» Ἀλλά, κύριοι, καμμίαν διάθεσιν δὲν ἔχω νὰ ἐπανέλθω εἰς τὰς συζητήσεις τῶν ἐθνικῶν νομημάτων, ἀλλὰ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μόνον νὰ ἐπαναλάβω τοὺς τίτλους τῶν νόμων τῶν κειμένων παρ’ ἡμῖν, καθ’ οὓς τὰ ἐθνικὰ νομήματα εἶναι πάντοτε ἀνεγνωρισμένα, καὶ δὲν διεκόπη ποτὲ τὸ δικαίωμα αὐτὸ τοῦ κράτους. Κύριοι, καὶ ἐπὶ Ῥωμαίων ἀκόμη, κατὰ τὸν Τάκιτον, ὑπῆρχον βασιλικὰ νομήματα, ἤτοι ὑπῆρχον ἡ ἰδέα καὶ τὸ πρᾶγμα, ἂν καὶ δὲν ὑπῆρχε τὸ ὄνομα, διότι οἱ τότε Καίσαρες τὸν χρυσὸν καὶ τὸν ἄργυρον ἐξεμεταλλεύοντο αὐτοὶ ἀμέσως καὶ ἀπὸ πάσης γῆς εἴτε ἰδιωτικῆς, εἴτε ἐθνικῆς. Ἐπὶ Τουρκίας σᾶς ἀνεφέραμεν προχθές, ὅτι τὰ νομήματα ὑπῆρχον· διὰ τῆς συνθήκης τοῦ 1830,—καὶ ταῦτα, κύριοι, ἐκ προθέσεως τὰ ἀναφέρω διὰ νὰ γραφῶσιν εἰς τὰ πρακτικά, διὰ νὰ χρησιμεύσωσί ποτε εἰς συζήτησιν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἂν ἐπέλθῃ συζήτησις,—ἡ συνθήκη τοῦ 1830, κύριοι, λέγει καθαρῶς ὅτι πάντα τὰ δικαιώματα τοῦ Σουλτάνου μεταβιβάζονται εἰς τὸ ἑλληνικὸν κράτος, καὶ εἴμεθα, κύριοι, διάδοχοι τοῦ Σουλτάνου, ἰδίως ὡς πρὸς τὴν Ἀττικὴν καὶ Βοιωτίαν καὶ ἰδίως τῶν ἁλικῶν καὶ μεταλλείων· ἔχομεν κατόπιν τὸν νόμον τοῦ 1833, κατόπιν ἔχομεν τὸ ἄρθρον 226 τοῦ ποινικοῦ νόμου, κατόπιν τὴν σύστασιν τοῦ ὀρυχείου Κύμης, κατόπιν ἔχομεν τὸ διάταγμα τῆς 12 Νοεμβρίου 1835, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς δὲν ἔχω, ἀλλ’ ἔχω τὰς ὁδηγίας τὰς στηριζομένας εἰς τὸ διάταγμα, τὸ διάταγμα τῆς 12 Νοεμβρίου 1835.
§67ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀναγνώσατε, παρακαλῶ, τί λέγει.
§68ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τώρα, κατόπιν ἔχω κατόπιν τὰς ὁδηγίας αὐτὰς καὶ αὐτὰς θὰ τὰς ἀναγνώσω, ἔχω τὸν νόμον περὶ τῶν δασῶν, τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1833, 34 καὶ 35, καὶ τοὺς σχετικοὺς ἀπολογισμοὺς ἐν οἷς ἀναγράφονται τὰ βασιλικὰ νομήματα καὶ ῥητῶς ἀναφέρονται τὰ μεταλλεῖα· ἔχω δὲ ὅλους τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ κράτους ἄχρι σήμερον, καὶ αὐτὸν τοῦτον τὸν νόμον τὸν ἐφετεινόν, τὸν περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐκτὸς αὐτῶν τῶν νόμων, κύριοι, ἔχομεν ἐπίσημον ἀπόφασιν καταλληλοτάτου, οὕτως εἰπεῖν, νομοδιδασκάλου ὡς πρὸς τὸ Τουρκικὸν δίκαιον τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς ἀναγνώσω. Κύριοι, τὸ διάταγμα τῆς 12 Νοεμβρίου, τὰ ἄλλα δὲν τὰ ἀναπτύσσω, διότι ἀνεπτύχθησαν ἄλλοτε, τὸ διάταγμα τῆς 12 Νοεμ. 1835, τὸ ὁποῖον εἶπον καὶ δὲν ἔκαμον χρῆσιν διὰ τῆς ἀγορεύσεως ἐκείνης διὰ τῆς ὁποίας σᾶς ἀπησχόλησα τόσον, ἀλλ’ οὔτε τώρα δὲν τὸ ἔχω, ἀλλ’ ἔχω μόνον τὰς ὁδηγίας αἱ ὁποῖαι γίνονται πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ τοῦ διατάγματος καὶ αἱ ὁποῖαι βεβαίως ἕπονται αὐτοῦ τοῦ διατάγματος· ἰδοὺ τί λέγουν. «Διὰ τοῦ ἀπὸ 12 Νοεμβρίου 1835 Υ. Β. Διατάγματος ηὐδόκησεν ἡ Α. Μεγαλειότης νὰ διατάξῃ εἰς τὸ νὰ συνταχθῇ, ὅσον τὸ δυνατὸν πιστὴ στατιστικὴ τῶν ἐθνικῶν κτημάτων καὶ Βασιλικῶν νομημάτων» ἰδοὺ ὅπου βεβαιοῦται ἡ ὕπαρξις τῶν βασιλικῶν νομημάτων διὰ τοῦ Β. διατάγματος αὐτοῦ. Βλέπετε ὅτι τὸ κράτος ἐννοεῖ, ὅτι ἔχει βασιλικὰ νομήματα καὶ τότε, κύριοι, διὰ νὰ ὑπάρχουν τὰ βασιλικὰ νομήματα δὲν ἐχρειάζετο τίποτε ἄλλο, παρὰ ἡ θέλησις τοῦ κράτους, νὰ εἴπῃ, «τοῦτο τὸ θέλω ὡς βασιλικὸν νόμημα,» εἶναι δὲ πληρεστάτη μάλιστα θέλησις τοῦ κράτους ὡς ἐκφραζομένη διὰ βασιλικοῦ διατάγματος καὶ εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ κυρίαρχος θέλησις τοῦ κράτους ἐξησκεῖτο μόνον διὰ τοῦ βασιλέως καὶ τῶν βασιλικῶν διαταγμάτων. Εἰς τὸ ἄρθρον 10 τῶν ὁδηγιῶν τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν τότε νὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναληφθῇ ὁλόκληρον κατατάσσονται ὡς βασιλικὰ νομήματα τὰ ἑξῆς, αἱ ἁλυκαὶ, τὰ ἰχθυοτροφεῖα, τὰ ὀρυχεῖα, τὰ μεταλλεῖα κτλ. καὶ ἐν γένει ὅλα τὰ ἐκ τῶν ὑδάτων· εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν ὑπάγονται ὅλα τὰ ὀρυκτὰ καὶ ἐντὸς ὅλων τὸ πρώτιστον εἶναι ὁ ἄργυρος. Αὐταὶ αἱ ὁδηγίαι μνημονεύουν περιγραφικῶς τὸ Λαύριον, ἂν καὶ ῥητῶς δὲν ἀναφέρωσι τὸ ὄνομα τοῦ Λαυρίου, ἀλλὰ κατόπιν περὶ τούτου Ἀλλὰ πολύτιμον εἶναι καὶ τὸ ἄρθρον 12 τῶν ὁδηγιῶν, διότι τὸ ἄρθρον αὐτὸ τὰ μὲν κτήματα τὰ ἐθνικὰ, τὰ θεωρεῖ ἀπαλλοτριωτὰ καὶ ζητεῖ ἡ κυβέρνησις ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους γνώμην περὶ ἀπαλλοτριώσεως, διὰ δὲ τὰ ἐθνικὰ νομήματα δὲν κάμνει λόγον· διατί; διότι εἶναι φύσει ἀναπαλλοτρίωτα τὰ ἐθνικὰ νομήματα, εἶναι φυσικὸν μονοπώλιον τοῦ κράτους, ἤτοι διὰ τοῦ ἄρθ. 12 οὐ μόνον βεβαιοῦται ἡ ὕπαρξις τῶν νομημάτων, ἀλλὰ βεβαιοῦται καὶ ὁ διακρίνων αὐτὰ χαρακτὴρ ἀπὸ τῶν λοιπῶν ἐθνικῶν κτημάτων· ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον «Ἓν ἀπὸ τὰ κυριώτερα ἀντικείμενα τῶν παρατηρήσεων πρέπει νὰ ᾖναι ἂν ἓν ἐθνικὸν κτῆμα συμφέρῃ νὰ ἐκποιηθῇ ἢ προικοδοτηθῇ ἢ νὰ δοθῇ ὡς προικοδότημα εἰς τὸ Βασιλικὸν στέμμα κλπ.» Περὶ τῶν βασιλικῶν νομημάτων δὲν κάμνει λόγον, διότι εἶναι ἀναπαλλοτρίωτα, κτήματα δὲ ἐθνικὰ δύναται ἕκαστος ἰδιώτης νὰ ἀποκτήσῃ τίτλῳ τινὶ, διότι ταῦτα διέπονται ὑπὸ τοῦ ἀστικοῦ δικαίου· εἰς τὴν τοιαύτην ἰδιοκτησίαν συντρέχει ἕκαστος ἰδιώτης. Βασιλικὰ νομήματα ὅμως δὲν δύναται ν’ ἀποκτήσῃ, αὐτὰ εἶναι μονοπώλιον τοῦ κράτους· καὶ γίνονται μονοπώλιον νόμῳ, διότι ὑπάρχουν μονοπώλιον φύσει. Εἶναι, κύριοι, μερικὰ πράγματα π. χ. αἱ ἁλυκαὶ, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ γείνουν ἰδιοκτησία ἰδιώτου, διότι ἐὰν εἷς μόνος ἰδιώτης δύναται νὰ κατέχῃ τὰς ἁλυκὰς, δουλαγωγεῖ πάντας τοὺς ἄλλους. Δὲν θέλω ν’ ἀναπτύξω αὐτὴν τὴν θεωρίαν ἀλλὰ τὴν ὑποδεικνύω, ὅτι τὰ βασιλικὰ νομήματα εἶναι μονοπώλιον καὶ ἀνήκουσιν εἰς τὸ κράτος, διότι ὅταν ἀνήκωσιν εἰς τὸ κράτος, ἀνήκουσιν εἰς ὅλους, διότι οὐδεὶς ἀποκλείεται τῆς χρήσεως. Λοιπὸν λέγω ὅτι, ὄχι μόνον τὰ βασιλικὰ νομήματα ἀνεγνωρίσθησαν τότε, ἀλλ’ ἐδόθη καὶ ὁ ἰδιάζων χαρακτὴρ διὰ τῶν ὁδηγιῶν αὐτῶν. Κύριοι, ἐὰν προσέξητε εἰς τὸ ἄρθρον ά. θέλετε ἴδει ὅτι λέγει κάτι τι ὡς πρὸς τὸ Λαύριον, ἂν καὶ δὲν τὸ ὀνομάζῃ «Οἱ βασιλικοὶ ὑπάλληλοι ὀφείλουν νὰ καταχωρίσωσι κατὰ στήλας ὅλα τὰ ἐθνικὰ κτήματα καὶ τὰ βασιλικὰ νομήματα, εἴτε καλλιεργοῦνται ταῦτα κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐγγραφῆς........ εἴτε τέλος πάντων εἶναι νεκρά.» Τὸ Λαύριον, κύριοι, εἶναι μεταλλεῖον νεκρὸν, πιθανότατα δὲ τοῦτο ἠννόουν καὶ αἱ ὁδηγίαι. Τὸ Λαύριον ἀναμφιβόλως ἀνήκει εἰς τὸ κράτος ὡς βασιλικὸν νόμημα. Κύριοι, ἡ κυβέρνησις τοῦ 1865—δὲν ἠξεύρω δ’ ἀκριβῶς ποία—ἐμερίμνησε περὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ζητήματος καὶ προὐκάλεσε γνώμην ἀπὸ τὴν ὑπερτάτην δικαστικὴν τουρκικὴν ἀρχὴν τὴν καὶ ἁρμοδιωτάτην καὶ καταλληλοτάτην καὶ ἔλαβεν ἀπόφασιν νομικὴν περὶ τοῦ Λαυρίου, τί εἶναι τὸ Λαύριον, καθὼς καὶ περὶ τῶν σκωριῶν, τί εἶναι αἱ σκωρίαι, καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἔχητε τὴν ὑπομονὴν νὰ τὴν ἀκούσητε. Τώρα ἡμεῖς εἴμεθα πάντες σύμφωνοι, ἀλλὰ πρέπει νὰ εἰσαχθῇ καὶ ὁ λόγος αὐτὸς, διότι ἐὰν μείνῃ μόνος λόγος ὁ τῶν δασῶν, εἶναι φόβος μήπως ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἐγερθῶσιν ἀμφιβολίαι· ἀναγινώσκω ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Κασδίκη, διερμηνέως τῶν Ἀσιατικῶν γλωσσῶν·
«ΑΙΤΗΣΙΣ
τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλληνικῆς πρεσβείας. Πρὸς τὴν Ὑψηλὴν Πύλην. «Ἔχοντες ἀνάγκην νὰ πληροφορηθῶμεν περὶ τοῦ πῶς διετίθεντο αἱ μεταλλοῦχοι σκωρίαι τῶν κατὰ τὸ Λαύριον τῆς Ἀττικῆς ἐξαγομένων ἄλλοτε μεταλλείων καὶ ὀρυκτῶν, ὅταν αὕτη διετέλει ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τῆς ὀθωμανικῆς κυβερνήσεως μέχρι τῆς παραδόσεως αὐτῆς εἰς τὴν ἑλληνικὴν, ἂν τὰ καθ’ ὅλην τὴν ὀθωμανικὴν αὐτοκρατορίαν ἀνακαλυπτόμενα μεταλλεῖα καὶ ὀρυκτὰ ἀνήκωσιν εἰς τὰ κτήματα τοῦ Στέμματος ἢ εἰς τὸ Δημόσιον, ἂν κἀνεὶς τῶν ἰδιωτῶν δύναται νὰ ἐξαγάγῃ χρυσὸν, ἄργυρον, μόλυβδον, ἢ ἄλλο τι μετάλλευμα καὶ ὀρυκτὸν καὶ ἂν ἐπιτρέπεται νὰ πωληθῶσι διὰ χοτζετίου, ἢ ταπίου εἰς ἰδιώτην αἱ μὴ ἐπιδεκτικαὶ σπορᾶς καὶ μεταλλεύσεως οὖσαι μεταλλοῦχοι γαῖαι, παρακαλοῦμεν τὴν ὑμετέραν ἐξοχότητα, ἵνα διευθύνῃ τὴν παροῦσαν εἰς τὴν ἁρμοδιωτέραν ὀθωμανικὴν ἀρχὴν καὶ διατάξῃ νὰ ἐξαχθῶσιν οἱ ἀναγκαῖοι περὶ τούτου φετβάδες καὶ μᾶς δοθῶσιν αἱ ἀπαιτούμεναι πληροφορίαι. Τῇ 5 τῆς Σελήνης Ζικααδὲ 1282.» (ἕπεται ἡ σφραγὶς τῆς Πρεσβείας.) Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔγγραφον τῆς Ἑλλ. πρεσβείας ἐκδοθὲν εἰς τὰ 1282 κατὰ τὸ Ὀθωμανικὸν ἡμερολόγιον ὅπερ συμπίπτει μὲ τὸ 1865 τὸ ἰδικόν μας· εἰς τὸ αἴτημα τοῦτο ἐδόθη ἡ ἑπομένη ἀπάντησις.
§69ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος πρέσβυς;
§70ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὁ Ἕλλην ἐν Κωνσταντινουπόλει κατὰ παραγγελίαν τῆς κυβερνήσεως.
§71ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος ἦτο τότε πρέσβυς;
§72ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Δὲν ἔχει τὸ ὄνομα.— Εἰς τὸ αἴτημα τοῦτο ἐγένετο ἡ ἑξῆς ἐνέργεια καὶ ἐδόθη ἡ ἀκόλουθος ἀπάντησις· «Ἐνεργηθήτω παρὰ τοῦ αὐτοκρατορικοῦ Διβανίου. Ἀνάγκη νὰ δοθῶσιν αἱ ἀπαιτούμεναι πληροφορίαι ἀπὸ τὸ αὐτοκρατορικὸν ἀρχειοφυλακεῖον, ἂν αἱ ἐν τῇ ἀνωτέρῳ αἰτήσει διαλαμβανόμεναι γαῖαι τῆς ἐπαρχίας Ἀθηνῶν ἢ τοῦ Λαυρίου ἦναι δημόσιαι ἢ ἀφιερωμέναι. «Δοθήτωσαν αἱ ἀπαιτούμεναι πληροφορίαι παρὰ τοῦ αὐτοκρατορικοῦ ἀρχειοφυλακείου.» Ἔπειτα εἶναι σειμείωσίς τις ἐκ τοῦ ἀρχείου· εἶτα ἔρχεται ἡ ἔκθεσις τοῦ νομοφύλακος ἢ ἀρχειοφύλακος Νουρῆ, ἔχει δὲ ὡς ἑξῆς· Ἔκθεσις τοῦ ἀνωτέρω ὑπογεγραμμένου Νουρῆ. «Διελθόντες τὴν ἀνωτέρω αἴτησιν καὶ τὸ ἀπόσπασμα καὶ παρατηρήσαντες τὸ περὶ γαιῶν αὐτοκρατορικὸν Κανόνιον (νόμον περὶ ἀφθάρτων κτημάτων) πληροφοροῦμεν τὴν ὑμετέραν ἐξοχότητα, ὅτι ὁποιοσδήποτε καὶ ἂν εἶχεν ὑπὸ τὴν τιμαριωτικὴν αὐτοῦ κατοχὴν τὰ εἰρημένα μέρη, τὰ ἔν τινι θέσει τῶν δημοσίων γαιῶν ἀνακαλυπτόμενα δηλ. χρυσὸς, ἄργυρος, χαλκὸς, σίδηρος καὶ διάφοροι λίθοι, ὁ γύψος, τὸ θεῖον, τὸ νίτρον ἢ σμύρις, ὁ ἄνθραξ, τὸ ἅλας, καὶ λοιπὰ μέταλλα καὶ ὀρυκτὰ, ἅπαντα ἀνήκουσιν εἰς τὸν οἶκον τῆς περιουσίας τῶν Μουσουλμάνων (τὸ δημόσιον), οἱ δὲ ἔχοντες τὴν κατοχὴν καὶ κάρπωσιν τῶν γαιῶν ἐκείνων δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ καταλάβωσιν ἐκ τοῦ ἐξαγομένου μετάλλου ἢ ὀρυκτοῦ. Ὁμοίως δὲ ἅπαντα τὰ μεταλλεῖα καὶ ὀρυκτὰ, ὅσα ἀνακαλύπτονται εἰς γαίας, ἀφιερωμένας μὲν, ἀλλ’ ὑπαγομένας εἰς τὰς ἰδιωτικὰς (ἐννοεῖ ἐνταῦθα τὰς ἀναγομένας εἰς τὰ κληρονομικὰ ἀφιερώματα) ἀνήκουσιν εἰς τὸ δημόσιον· τόσον δὲ οἱ κατέχοντες τὰς γαίας ταύτας, ὅσον καὶ τὰ ἀφιερώματα εἰς ἃ ἀνήκουσιν αὗται, οὐδὲν ἄλλο δικαίωμα ἐπεμβάσεως καὶ ἀπαιτήσεως ἔχουσιν ἐπ’ αὐτῶν, ἢ δικαίωμα ἀποζημιώσεως διὰ τὴν ἀργίαν τῆς γῆς ἕνεκα ἐλλείψεως σπορᾶς καὶ καρπώσεως, προερχομένης ἐκ τῆς ἐξαγωγῆς τῶν μετάλλων καὶ ὀρυκτῶν ἴσον τῆς ἀξίας τῆς γῆς, καθ’ ὃ κεῖται αὕτη μέρος.» Παρακάτω λέγει ὅτι, ὅταν εὑρεθῇ μεταλλεῖον εἰς οἰκόπεδον, τότε ὁ κύριος τοῦ οἰκοπέδου μεταλαμβάνει τοῦ μεταλλείου, ὅταν ᾖναι ἐπὶ φθαρτοῦ κτήματος. Κατόπιν ὅμως καθαρίζει ἡ ἔκθεσις ῥητῶς τὸ ζήτημα «αἱ γαῖαι τοῦ Λαυρίου εἶναι ἐκ τῶν δημοσίων γαιῶν, καθ’ ἃ κατεδείχθη ἐν τῷ ἀποσπάσματι τοῦ αὐτοκρατορικοῦ ἀρχειοφυλακείου· ἑπομένως ἀνάγκη νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ ἀνωτέρω ἐκτεθεῖσαι κανονικαὶ λεπτομέρειαι. Λέγει ὅτι τὸ Λαύριον εἶναι δημοσία γῆ, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ ἀνωτέρω διατάξεις. Ὁ κάτοχος τοῦ Λαυρίου δὲν μετέχει τοῦ μεταλλείου, καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ σκωριῶν ἐννοεῖ ὁ θεσμοφύλαξ ὅτι οἱ κάτοχοι δὲν μετέχουσι τῶν σκωριῶν, καὶ ὅτι αὗται εἶναι ἐθνικαὶ ἢ δημόσιαι, ἀλλ’ αἱ σκωρίαι εἰς τὰ 1865 ἐθεωροῦντο ὅτι ἐχρησίμευον διὰ νὰ γίνουν γιαλιά· ἡ πρώτη αἴτησις περὶ τῶν σκωριῶν ἦτο ὅτι ἐχρησίμευον πρὸς κατασκευὴν γιαλιῶν. Ἡ κατόπιν αἴτησις τοῦ Σερπιέρη παρέστησε τὸ πρᾶγμα τόσον εὐτελὲς, ὥστε φαίνεται ὅτι ἔκαμε θυσίαν μεγάλην, προσφέρων 2000 δραχμῶν κατ’ ἔτος. Ἡ γνῶσις, κύριοι, τοῦ ἀντικειμένου εἶναι σπουδαῖον πρᾶγμα. Πᾶς τις ἠδύνατο νὰ ἀπατηθῇ καὶ προβῇ εἰς τὴν διάθεσιν τῶν σκωριῶν, ὅπως ἐγένετο τότε, ἀλλὰ τὸ πάθημα ἐκεῖνο πρέπει νὰ μᾶς χρησιμεύσῃ σήμερον ὡς μάθημα, πρέπει νὰ προσέξωμεν καὶ προβῶμεν εἰς τὴν διάθεσιν μετ’ ἀκριβῆ ἐπίγνωσιν τοῦ ἀντικειμένου, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται· ἀλλὰ περὶ τούτων κατωτέρω. Κύριοι! Μετὰ τὴν ἐξήγησιν αὐτὴν εἶμαι σύμφωνος ἐντελῶς μὲ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι αἱ ἐκβολάδες κατὰ τὸ Λαύριον εἶναι ἐθνικαὶ, διότι εἶναι βασιλικὰ νομήματα. Κατόπιν, κύριοι, ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς κυρώσεως τοῦ νόμου τοῦ Μαρτίου. Ἐσπευσμένως ἀπεφάνθημεν μὲν τότε τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς καμινεύσεως, καὶ ὡς πρὸς αὐτὸ οὐδεμία διάστασις ὑπάρχει μεταξὺ μας, ἀλλὰ δὲν ἐπρονοήσαμεν ἐπαρκῶς καὶ ὡς πρὸς τὴν κύρωσιν αὐτοῦ, ἂν δ’ ἀντελήφθην καλῶς τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, σύμφωνος εἶναι καὶ αὐτὸς ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι ἡ κύρωσις πλήρης. Ἀλλ’ ὁ κύριος ὑπουργὸς λέγει ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς τὴν διοίκησιν, ἐγὼ ἰσχυρίζομαι ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην μείζονος κυρώσεως ἀπὸ τὸν νόμον τοῦ κράτους, καὶ οἱ νόμοι δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος λέγει ὅτι ἔχομεν νόμον, καὶ ἐγὼ λέγω ὅτι ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 226 τοῦ νόμου, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπαρκές· τιμωρεῖ αὐτὸ τὴν ἀφαίρεσιν μὲ τὸ διπλάσιον τοῦ κλαπέντος πράγματος, ἀλλ’ ἀποδεικνύεται εὐκόλως τὸ ποσὸν τοῦ κλαπέντος; Διὰ ταῦτα εἰς τὴν πρότασίν μας ἐμπεριέχεται καὶ ἡ ἑξῆς διάταξις, ὅτι ἡ καμίνευσις τῶν ἐκβολάδων, κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου τῆς 20 Μαρτίου 1871, γινομένη τιμωρεῖται μὲ εἱρκτήν. Ἀλλὰ, κύριοι, πρέπει νὰ διατεθῶσιν ἀμέσως αἱ ἐκβολάδες; Πρέπει νὰ διατεθῇ τὸ ὅλον ἀμέσως; Πῶς πρέπει νὰ διατεθῶσιν; ἐδὼ εἶναι τὸ δεινόν. Ἐγὼ ὑποστηρίζω, κύριοι, ὅτι κατ’ οὐδένα λόγον δὲν πρέπει νὰ ξεκάμωμεν αὐτὸ τὸ Λαύριον διὰ μιᾶς· τὸ ἀντικείμενόν μας, σήμερον, πάντοτε πρέπει νὰ εἶναι περιωρισμένον. Καθὼς ἠκούσατε χθὲς, κύριοι, ἀπὸ τὸν κ. Δεληγεώργην ἀπεδείχθη ὅτι ἐκ τῆς διαθέσεως τῶν σκωριῶν, γενομένης ἐσπευσμένως καὶ ἄνευ ἐπιγνώσεως τοῦ ἀντικειμένου, ζημιούμεθα κατ’ ἔτος, πόσον νομίζεται; 4 ἑκατομμύρια δραχμῶν· καὶ μέχρι τέλους θέλει ἀναβῆ ἡ ζημία τοῦ Κράτους εἰς 120 ἢ 130 ἑκατομμύρια, ἡ ἀπὸ τῶν σκωριῶν· καὶ ὅλα αὐτὰ, διότι δὲν ἐγνώριζέ τις τί διαθέτει τότε· δὲν ἐγνωρίζομεν τὸ ποσὸν τῶν σκωριῶν ὁπόσον, τὴν ἀναλογίαν τοῦ μολύβδου καὶ τοῦ ἀργύρου, τοῦ ἐντὸς τῶν σκωριῶν· ἕως σήμερον εἴμεθα εἰς μεγάλην πλάνην, σήμερον ἀκόμη πάντες πιστεύομεν ὅτι αἱ σκωρίαι εἶναι 1,500,000 τόνων. Αἱ ἐπιστημονικαὶ ἐξετάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο τότε, αὐτὸ βεβαιώνουν, καὶ αὐτὸ τὸ βιβλίον, τὸ ὁποῖον ἔχω εἰς χεῖράς μου, δι’ αὐτὸ τὸ ἔφερα· εἶναι δὲ πίναξ τῆς ἐκτάσεως τοῦ ὄγκου καὶ τοῦ βάρους τῶν σκωριῶν. Τώρα τόσον εἶναι τὸ ἀντικείμενον σήμερον; Λέγω ὄχι. Ἐξ ὁμολογιῶν τοῦ Σερπιέρη γνωρίζομεν ὅτι αἱ σκωρίαι αἱ ἐκποιηθεῖσαι εἶναι 3 ἑκατομμυρίων τόνων. Θέλω ἀποδείξει, κύριοι, διότι βέβαια ὁ Σερπιέρης δὲν τὸ λέγει, τί ἐννοεῖ διὰ τῆς ὁμολογίας του ὁ Σερπιέρης. Ὅλοι πιστεύομεν ὅτι εἰς ἕνα τόνον μολύβδου ἐμπεριέχονται 400 γραμμάρια ἀργύρου, ἀλλ’ ἐξ ὁμολογίας τοῦ Σερπιέρη προκύπτει ὅτι εἰς ἕνα τόνον μολύβδου ἐμπεριέχονται 3 χιλιόγραμμα ἕως 4 ἀργύρου, δηλαδὴ χίλια δράμια ἀργύρου, ἤτοι 2½ ὀκάδες ἀργύρου. Χθὲς ἐγένετο λογαριασμὸς· κατ’ αὐτὸν τὸν ὑπολογισμὸν ἀπέδειξεν ὁ κύριος Δεληγεώργης ὅτι κατ’ ἔτος ἔχει καθαρὰν πρόσοδον ἡ ἑταιρία Ῥοῦ 8 ἑκατομμύρια φρ. ἀλλ’ ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ μάθωμεν τί ζημιούμεθα νῦν, ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι τότε τὰς σκωρίας ἐξεποιοῦμεν ἐπὶ τῇ συμφωνίᾳ τοῦ νὰ λάβωμεν τὸ ἥμισυ τῆς καθαρᾶς προσόδου· τῷ ὄντι τί θὰ εἴχομεν σήμερον; Ἕως σήμερον ἐλάβαμεν 920 χιλιάδας δραχμὰς, ἀλλ’ ἂν ὑπῆρχε νόμος νὰ λαμβάνωμεν τὸ ἥμισυ τῆς καθαρᾶς προσόδου, θὰ εἴχομεν λάβει 16 ἑκατομμύρια· καὶ ἐπειδὴ κατ’ ἔτος καμινεύονται 100 χιλιάδες τόνοι, καὶ ὑπάρχει ὑλικὸν διὰ 30 ἔτη θὰ εἰσέπραττε τὸ κράτος πλέον τῶν 120 ἑκατομμυρίων· ἀλλ’ ἡ ζημία αὐτὴ εἶναι ὑπέρογκος, εἶναι τεραστία, ἀλλ’ εἶναι ἀληθής; Ὅλα αὐτὰ ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς ἀποδείξεως ἂν ἡ ἀναλογία εἶναι τρία χιλιόγραμμα ἀργύρου κατὰ τόνον μολύβδου καὶ ἂν τὸ ὅλον τῶν τόνων εἶναι τρία ἑκατομμύρια. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω τίποτε ἐγὼ, διότι ὁ κ. Δεληγεώργης χθὲς ἀπέδειξε τοῦτο ἐναργῶς μὲ παμμεγίστας μαρτυρίας, τῷ ὄντι οὐχὶ τόσον διὰ τὴν Εὐρωπαϊκὴν φήμην τῶν ἀνδρῶν, οὓς ἐπεκαλέσθη, ὅσον διὰ τὴν ἐπιστημονικὴν βαρύτητα. Ὁ Michel Chevallier ἀπολαύει παγκοσμίου φήμης καὶ ὡς ἀνώτερος τῶν οἰκονομολόγων καὶ ὡς ὁ ἐγκρατέστερος. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως ἐκείνης ποριζόμεθα ἡμεῖς ταῦτα τὰ στοιχεῖα. Ἀλλ’ ἠμπορεῖ ἐπιπολαίως νὰ ἐξεφράσθη αὐτὸς, ἠμπορεῖ νὰ μὴ ἐξετίμησε τὸ πρᾶγμα· ἂς ἴδωμεν πῶς ἐκφράζεται. Αὐτὸς λέγει ῥητῶς ὅτι ἡ ἀναλογία τοῦ ἀργύρου εἶναι τρία χιλιόγραμμα κατὰ τόνον καὶ αὐτὴ ἡ ἀναλογία παρετηρήθη, ἐνθυμοῦμαι τὴν γαλλικὴν φράσιν à peu près constamment, σταθερῶς πάντοτε· ἡ ἔκφρασις αὕτη φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι τυχαία, φαίνεται ὅτι ἐγένετο μετὰ παράθεσιν πολλῶν γενομένων. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν εἶναι μόνον αὐτὸς ὁ λόγος· εἶπον ὅτι ὡμολόγησεν ὁ Σερπιέρης τοῦτο· τοῦτο ἰδοὺ πῶς τὸ ἐννοῶ. Αἱ πληροφορίαι τῆς διεθνοῦς ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας προέδρευεν ὁ κ. Michel Chevallier ἐξήχθησαν ἐκ τῶν βιβλίων τῆς ἑταιρίας Ῥοῦ ἐν Μασσαλίᾳ, καὶ καθὰ ἤκουσα ὑπὸ τοῦ νομάρχου (δὲν τὸ βεβαιῶ τοῦτο). Τώρα λέγω δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ εἴπω ὅτι ἐξ ὁμολογίας τοῦ Σερπιέρη γνωρίζομεν αὐτὰς τὰς ἀναλογίας; Αὗται στηρίζονται εἰς ἐκθέσεις τοῦ Σερπιέρη ὡς πρὸς τὰ 3 ἑκατομμύρια τῶν τόνων τῶν σκωριῶν· καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἄλλην ἀναλογίαν, ἡ βεβαίωσις αὕτη πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ὁμολογία τῆς ἑταιρίας Ῥοῦ, διότι ἐκ τῶν βιβλίων τοῦ ἰδίου Ῥοῦ προκύπτει. Ἠμπορεῖ νὰ μείνῃ καμμία ἀμφιβολία; ἠμπορεῖ νὰ χρεόνεται ἡ ἑταιρία εἰς τὰ βιβλία μὲ αὐτὸ τὸ ὑπέρογκον ποσόν; δὲν εἶναι δυνατὸν, διότι εἶναι ὑπόχρεως ἡ διοίκησις νὰ δώσῃ μερίσματα· ἔχει μετοχάς, δὲν ἠμπορεῖ νὰ χρεόνεται, ὅτι ἀποφέρει τόσας μεγάλας ὠφελείας ἡ ἐπιχείρησις· ἀλλὰ διὰ τί οἱ ἰδικοί μας πραγματογνώμονες ἠπατήθησαν; ἂς ἐξηγήσωμεν πρῶτον, διὰ τί ἠπατήθησαν ὡς πρὸς τοὺς σωροὺς τῶν σκωριῶν· αὐτὸ εἶναι ἁπλούστατον. Οἱ σωροὶ τῶν σκωριῶν κατὰ μέγα μέρος εἶναι ἐντὸς τῆς γῆς καὶ κατὰ τὸ μικρότερον μέρος εἶναι ἐκτός. Οἱ σωροὶ πολλάκις εἶναι ὑπὸ τὴν γῆν καὶ εἰς τὴν ἐπιφάνειαν γεωργεῖ ἀνέτως ὁ γεωργός, καὶ κατόπιν ἐκ περιστάσεώς τινος ἀναφαίνονται αἱ σκωρίαι· τὸ δεύτερον τοῦτο περιστατικὸν μοὶ διηγήθη γεωργός τις. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὸ πρῶτον. Ὅλη ἡ παλαιὰ γῆ εἶναι προσκεχωσμένη, καὶ τοῦτο γίνεται ὅπου εἶναι κάτοικοι, ὅπου εἶναι δένδρα, τὸ ἔδαφος ἀναβαίνει· τὸ ἔδαφος ἐνταῦθα, ἡ ἐπιφάνεια ἡ παλαιὰ εἶναι πολὺ βαθυτέρα ἀφ’ ὅ,τι φαίνεται σήμερον, καὶ ἐδὼ εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ ἔξω. Οἱ πραγματογνώμονες λοιπὸν ἐμέτρησαν τοὺς φαινομένους ὄγκους, καὶ μὲ εἶπον τοῦτο, ὅτι ὄγκος ὅστις ἐφαίνετο ὅτι κατεῖχεν ἥμισυ στρέμμα, κατόπιν, ἀνασκαφῆς γενομένης, εὑρέθη κατέχων 4 στρέμματα· ἀλλ’ ἡ ἀναλογία τοῦ ἀργύρου πῶς εὑρίσκεται τοιαύτη; Διότι, κύριοι, καὶ δὲν θέλω νὰ εἴπω πολλὰ, ἀλλὰ σᾶς λέγω μόνον ὅτι ὁ ἀποχωρισμὸς τοῦ μολύβδου ἀπὸ τοῦ ἀργύρου μόνον εἰς τὴν Ἀγγλίαν γίνεται τελειότατα· ὄχι μόνον ἐδὼ εἶναι δυσχερέστατον πρᾶγμα, ἀλλὰ καὶ ἐν Μασαλίᾳ, καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἐν γένει ὁλόκληρον τὸ μέρος τὸ ἐμπεριεχόμενον, μόνον εἰς τὴν Ἀγγλίαν εὑρίσκεται. Ἐγὼ τέλος πάντων εἶμαι πεπεισμένος ἐντελέστατα καὶ πιστεύω τὴν ἔκθεσιν τοῦ Michel Chevalier, ὡς νὰ ἀκούω τὸν ἴδιον Σερπιέρην βεβαιοῦντα τὸν ὄγκον, καὶ τὸν Ῥοῦ βεβαιοῦντα τὸ ἐμπεριεχόμενον τοῦ μολύβδου καὶ ἀργύρου. Ἂν εἰς τὰ 1865 ἐγνωρίζαμεν τί διατιθέμεθα, θὰ ἐζητοῦμεν πολλὰς ἀσφαλείας· ἀλλ’ ἦτο μία ἰδέα περὶ γυαλιῶν, ὑπῆρχε φήμη ὅτι ἐδοκιμάσθησαν ἄλλοτε καὶ εὑρέθησαν ἄχρηστα πράγματα καὶ σκωρίαι καὶ ὅλος ὁ κόσμος μέγα ἐνδιαφέρον δὲν ἔδειξε. Ἰσχυρίζομαι ὅτι τὸ ἀντικείμενον εἶναι πολὺ σπουδαῖον καὶ δὲν πρέπει νὰ σπεύσωμεν πολὺ εἰς τὴν διάθεσιν. Πρὸ πάντων δὲ δὲν πρέπει νὰ διαθέσωμεν τὸ ὅλον ἐφ’ ἅπαξ, ἀλλὰ μόνον 1,000,000· ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ τί πρόκειται νὰ γείνῃ; Καθὼς προβαίνομεν, κύριοι, ἂν ἐκ νέου πλανηθῶμεν δὲν ἔχομεν οὐδένα λόγον νὰ δικαιολογηθῶμεν, οὔτε ἐνώπιον τῶν συμπολιτῶν μας, οὔτε ἐνώπιον τῶν ἐπερχομένων γενεῶν. Ἐδὼ δὲν πρόκειται τίποτε ἄλλο νὰ γείνῃ παρὰ πώλησις καὶ ἀγορά· ἡμεῖς πρόκειται νὰ πωλήσωμεν, ἄλλοι δὲ ν’ ἀγοράσωσι. Κλείοντες σήμερον τὸ συνάλλαγμα τί πράττομεν; Ὁ πωλητὴς προβαίνει νὰ πωλήσῃ πρᾶγμα ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ ἀντικειμένου, ὁ δὲ ἀγοραστὴς, καὶ ἀγοραστὴν ἐννοῶ ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν, εἶναι ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ καὶ αὐτός. Ἀλλὰ τί μᾶς πειράζει τὸ δεύτερον; Μᾶς πειράζει πολὺ, διότι ἡμεῖς περιμένομεν μόνον ἐκ τοῦ συναγωνισμοῦ, ὡς ἀγοραστὴς δὲν εἶναι ὁ Σερπιέρης, εἴτε ὁ Ῥοῦ, ἀλλ’ ὅλη ἡ κοινωνία ἡ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν Εὐρώπῃ. Λοιπὸν ὁ ἀγοραστὴς μᾶς συμφέρει νὰ ἦναι ἐν γνώσει τοῦ ἀντικειμένου. Τί λέγουν τινές; Ἂς λάβῃ γνῶσιν ἕνας λόγος εἶναι αὐτό· τί τὸν μέλλει ἐκεῖνον ὅστις δὲν ἐμπέρδευσεν ἀκόμα τὰ κεφάλαιά του εἰς μίαν ἐπιχείρησιν νὰ κάμῃ προκαταβολὰς, νὰ ἐξοδεύσῃ, νὰ στείλῃ ἐπιστημονικὴν ἐπιτροπὴν ἐδὼ διὰ νὰ προσδιορίσῃ τὸ ἀντικείμενον ποῖον εἶναι; Ἐκεῖνος ὅστις θὰ πωλήσῃ ἔχει συμφέρον νὰ πιστοποιήσῃ διὰ τῆς ἐπιστήμης τί ἔχει. Ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὰ παραπολὺ δὲν διαφέρομεν μὲ τὸν κύριον ὑπουργόν· τὸ ἴδιον λέγει θὰ κάμῃ ἡ διοίκησις· νὰ τὸ ἀφήσωμεν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους· τί χρειάζεται νὰ γνωρίζητε ἐσεῖς αὐτὰ τὰ πράγματα; Ὄχι, πρέπει νὰ ᾖμαι ἐν γνώσει ἐγὼ ὁ κύριος τοῦ πράγματος διὰ νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου, δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐμπιστευθῶ τὰ πάντα εἰς τὸν δοῦλόν μου. Ὁ κύριος θὰ τὰ πωλήσῃ καὶ πρέπει ν’ ἀρκεσθῇ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους του τοὺς στελλομένους εἰς τὸ Λαύριον; Μοὶ φαίνεται τοῦτο ὅτι εἶναι λίαν ἐπικίνδυνον· ἀλλὰ καὶ δίκαιον δὲν εἶναι πάντοτε· ὁ κύριος, ὅταν πρόκηται νὰ πωλήσῃ τὸ κτῆμά του, ὡς καλὸς οἰκοκύρης θὰ ἐξετάσῃ, τί εἶναι, φθαρτὸν ἢ ἄφθαρτον, κινητὸν ἢ ἀκίνητον, σταφὶς ἢ ἄμπελος, τί παράγει, ποία εἶναι ἡ τιμὴ καὶ ἔπειτα προβαίνει. Ἡμεῖς εἴμεθα ἐν ἐντελεῖ ἀγνοίᾳ, καὶ τὸ δυσχερέστερον, εἶναι ἐν ἀγνοίᾳ ὁ ἀγοραστὴς, τὸ εἶπον καὶ θὰ τὸ εἴπω χιλιάκις, καὶ ἐννοῶ τὴν κοινωνίαν· καὶ ἂν δὲν ἔχωμεν ἀγοραστὴν, δὲν ἔχομεν τίμημα, διότι ἕνας Σερπιέρης δὲν ἀρκεῖ· δύω χιλιάδας δραχ. ἔδωκε διὰ τὰς σκωρίας, αἱ ὁποῖαι κάμνουν ἑκατομμύρια. Σήμερον θὰ δώσῃ τέσσαρας χιλιάδας, ὅ,τι θέλετε· τίς δύναται νὰ συναγωνισθῇ μὲ ἐκεῖνον, ὅστις ἔχει μίαν πόλιν, πολλοὺς ἀνθρώπους φίλους ὑπὲρ αὐτοῦ, ὅστις γνωρίζει κατὰ βάθος τὸ ἀντικείμενον, ὅστις ἔχει τὰς ὁδούς του, τὸ ἐργοστάσιόν του κατεσκευασμένον; Τίς τολμᾷ νὰ ἔλθῃ εἰς συναγωνισμόν, καὶ μάλιστα ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ ἀντικειμένου; ἀλλὰ λέγει ὁ κύριος ὑπουργὸς, ἱκανοί τινες ὑπάλληλοι θὰ μᾶς κάμουν τὴν χάριν νὰ κάμουν καλὴν διάκρισιν· ὄχι, πρέπει νὰ γείνῃ ἡ ἐξέτασις, καὶ τότε νὰ διαθέσωμεν τὸ ἀντικείμενον, καὶ τότε θὰ ὑποστηρίξω ὅτι δὲν πρέπει νὰ διαθέσωμεν παρὰ μέχρι τοῦ 1,000,000 τόνων. Κύριοι, ἂν κρίνετε καλὸν νὰ διαθέσωμεν τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ ἐσπευσμένως, ὅπως ἔσπευσεν καὶ ἡ Βουλὴ τοῦ 1865, τότε ἂς προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐν τοῖς καθέκαστα εὑρίσκω πολλὰ, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ γείνωσιν ἄλλως πως. Εὑρίσκω, κύριοι, ἐλλείποντα τὸν ἐλάχιστον ὅρον· εὑρίσκω τι ἀντικείμενον εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λείπῃ. Εἶναι πολλὰ ἄλλα πράγματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ συζητήσωμεν· ἀλλὰ δὲν δύναταί τις ἐφ’ ἅπαξ νὰ τὰ συζητήσῃ, διὰ τοῦτο νύξιν θὰ δώσω. Κύριοι, ὁ ἐλάχιστος ὅρος εἶναι πάντοτε ἀπαραίτητος, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ καθεστὼς παρ’ ἡμῖν· οὐδεμία δημοπρασία γίνεται ἄνευ τοῦ ἐλαχίστου ὅρου, ἄνευ ἐκτιμήσεως προηγουμένης; καὶ ἔχομεν ἀπαραίτητον ἀνάγκην αὐτοῦ, διὰ νὰ ἤμεθα ἀσφαλεῖς, τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τοῦτο, διότι εἰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις εἶναι δύσκολον νὰ ἔλθῃ ἄλλος εἰς συναγωνισμὸν πρὸς τὴν ἑταιρίαν τὴν ἐγκαταστημένην, διότι ὅλα τὰ καταστήματά της ἔρχονται δωρεὰν ὑπηρετοῦντα ὡς πρὸς τὰς ἐκβολάδας, ὅλα αὐτὰ τὰ καταβεβλημένα κεφάλαια λειτουργοῦν διὰ τὰς σκωρίας δωρεάν, ἡ δὲ τῶν ἐκβολάδων ἐπιχείρησις εἶναι κέρδος καθαρὸν, καὶ αἱ ὁδοὶ καὶ οἱ σιδηρόδρομοι καὶ τὰ ἐργαστήρια καὶ οἱ κάμινοι εἶναι παραρτήματα τῶν σκωριῶν, οὐχὶ τῶν ἐκβολάδων, καὶ ἐν τούτοις θὰ ὑπηρετήσωσι τὰς ἐκβολάδας καὶ ἐν τούτοις ἡ ἑταιρία αὐτὴ θὰ ἔλθῃ εἰς συναγωνισμὸν μὲ ἄλλας, αἱ ὁποῖαι κύριον σκοπὸν θὰ ἔχουν τὰς ἐκβολάδας. Ὁ ἐλάχιστος λοιπὸν ὅρος εἶναι ἀναπόφευκτος, διότι καὶ ἄλλαι ἑταιρίαι δυσκόλως θὰ παρουσιασθῶσιν. Ἀλλὰ, λέγει ὁ κύριος ὑπουργὸς, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον, ἀλλὰ δὲν ἔφερεν ἀποδείξεις τοῦ ἀδυνάτου· ἐγὼ ὅμως φέρω ἀπόδειξιν ἐξ ὁμολογίας τοῦ ἰδίου ὅτι εἶναι δυνατὸς, ὁ προσδιορισμός· ἐν ἄρθρῳ 6 § 3 λέγει τὰ ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει). Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη θὰ φέρῃ τὸν μέσον ὅρον τῆς ὡς ἔγγιστα καθαρᾶς προσόδου, ἀλλὰ δὲν μὲ ἱκανοποιεῖ αὐτὸ, θέλω νὰ φέρω ἑτέραν ἀπόδειξιν, ὅτι εἶναι δυνατὸς ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ἐλαχίστου ὅρου, καὶ αὕτη εἶναι ἡ ἔκθεσις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Σκαλιστήρη καὶ τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἐκτιμᾷ εἰς 30 δραχμὰς τὴν ἀξίαν τὴν ἀκαθάριστον ἑκάστου τόνου ἐκβολάδων. Ἀφαιρεῖ τὰ ἔξοδα καὶ ἐκτιμᾷ ἔπειτα τὴν καθαρὰν πρόσοδον εἰς τὸ ἥμισυ σχεδόν, ἤτοι εἰς 15 δραχ. κατὰ τόνον. Ποῖον κίνδυνον ἔχομεν ἡμεῖς νὰ προδιορίσωμεν εἰς 12 δραχ. τὸν ἐλάχιστον ὅρον, ὅταν ἔχωμεν ἐπιστημονικῶς βεβαιωμένον, ὅτι τοὐλάχιστον 15 δραχ. ἀποφέρει καθαρὰν πρόσοδον ἕκαστος τόνος; Καὶ, κύριοι, ὁ κάλλιστος αὐτὸς ἀνώτατος ὑπάλληλος ἠξεύρω καλῶς ὅτι ἐβεβαίωσε, ὅτι ἦτο πολυτελὴς εἰς τὰ ἔξοδα διὰ νὰ λείψῃ πᾶσα μεμψιμοιρία, καὶ διὰ νὰ ᾖναι ἐντὸς τῆς ἀληθείας, ἐξ ἀκριβολογίας εὐσυνειδήτου, ἵνα μὴ τυχόν τις εἴπῃ ὅτι ἐχαρίσθη εἰς τὴν πατρίδα του, περιορίσας τὴν καθαρὰν πρόσοδον ὅσον ἦτο δυνατόν. Ἡ πεποίθησις τῆς ἐπιτροπῆς αὐτὴ εἶναι, ὅτι ἡ καθαρὰ πρόσοδος εἶναι ἀνωτέρα, ἀλλ’ ἵνα μὴ ὑπάρξῃ κανὲν παράπονον περιώρισε τὴν καθαρὰν πρόσοδον εἰς τὸ ποσὸν αὐτό. Καὶ ταῦτα γνωρίζομεν μόνον ὡς πρὸς τὰ κατεχόμενα ὑπὸ τοῦ κυρίου Σερπιέρη, ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῶν ἐκβολάδων τῶν κατεχομένων ὑπ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ περὶ τοῦ Λαυρίου ὁλοκλήρου, ὅπερ σύγκειται ἐκ πολλῶν χιλιάδων στρεμμάτων, οὐχὶ ἐκ 14,000 μόνον ὅσα ἔχει ὁ κ. Σερπιέρης. Ὁ ἐλάχιστος ὅρος εἶναι ἀπαραίτητος, διότι ἄνευ αὐτοῦ συναγωνισμὸς σπουδαῖος δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ· διότι τοιοῦτον εἶναι τὸ καθεστὼς δίκαιον καὶ ἡ καθεστηκυῖα πρᾶξις, ὁσάκις πωλοῦνται δημόσια κτήματα· εἶναι δὲ ἀπαραίτητος πρὸ πάντων εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι πρόκειται ἴσως οὐδεὶς συναγωνισμὸς νὰ γείνῃ. Εἶπον ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει τι ἀντιβαῖνον εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ πολιτεύματος· τοιοῦτον εἶναι τὸ ἄρθρον τρίτον τοῦ νόμου· κατ’ αὐτὸ τὸ ἄρθρον ἡ πολιτεία διατίθησι τὰς ἐκβολάδας καὶ οὐχὶ ἡ διοίκησις, ὁ δὲ κύριος πρωθυπουργὸς ἐγκαινιάζων τὴν ὑψηλὴν λειτουργείαν τῆς κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι πρεσβεύει καὶ τὴν αὐστηρὰν διάκρισιν τῆς διοικήσεως ἀπὸ τῆς πολιτικῆς· ἡ διοίκησις, κύριοι, πρέπει νὰ ᾖναι ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς κυβερνήσεως· ἀλλὰ ἐλευθέρα εἰς τὴν ἐνέργειάν της καὶ ἀνεξάρτητος. Κατὰ τὸν Νόμον περὶ μεταλλείων τοῦ 1861 ὅθεν ἐλάβομεν καὶ τὸ ἄρθρον αὐτό, ἡ παραχώρησις γίνεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προσλαμβανομένων καί τινων ὑπαλλήλων· τότε ἠδύνατο νὰ γείνῃ ὁ Νόμος, διότι ἡ Κυβέρνησις ἦτο διοίκησις, σήμερον ὅμως ἐπιτακτικωτάτη εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ Νόμου ὡς πρὸς αὐτό. Ἡ Κυβέρνησις ἐν συνταγματικῷ πολιτεύματι δὲν δύναται νὰ ᾖναι εἰμὴ κοινοβουλευτικὴ, ὡς τοιαύτη δὲ πρέπει νὰ ᾖναι κομματική· ἡ δὲ διοίκησις ποτὲ δὲν πρέπει νὰ ᾖναι κομματικὴ, καὶ τοῦτο ἐδήλωσεν ὁ κύριος ὑπουργὸς διὰ τοῦ προγράμματός του, καὶ ἀπορῶ πῶς ἀφῆκε καὶ κατεχωρήθη αὐτὸ τὸ ἄρθρον ἐν τῷ Νόμῳ τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ἄκρον ἄωτον τῆς συγκεντρώσεως, δὲν ἔχει περαιτέρω ὅρια. Εἰς τὴν Γαλλίαν, κύριοι, ὅπου ἡ συγκέντρωσις ἔφθασεν εἰς τὸν ὕψιστον βαθμὸν καὶ ὅπου βλέπομεν τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματά της, διότι πρεσβεύω ὅτι ἡ μικρὰ αὕτη λέξις ἔφερε τὸ μέγα αὐτὸ φαινόμενον, τὸν ἐκπληκτικὸν ὄλεθρον εἰς τὴν Γαλλίαν, λέγω, οὐχὶ ἡ Κυβέρνησις διατίθησι τὰ περὶ μεταλλείων, ἀλλὰ ἡ διοίκησις καὶ τὸ μεταλλευτικὸν συμβούλιον συγκείμενον ἀπὸ ὑπουργοὺς καὶ ἄλλους ἄνδρας ἔχει γνώμην μόνον, avis· ἡ δὲ παραχώρησις γίνεται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως διὰ Βασιλικοῦ διατάγματος ἐπὶ τῇ βάσει γνωμοδοτήσεως τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας ἐκδιδομένου· ὅλοι ταράσσονται ἀπὸ τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, ἀλλ’ ἐγὼ τὸ θεωρῶ ὑπὸ διάφορον ὄψιν, ὡς χαλινὸν τῆς Βουλῆς τὸ θεωρῶ κακὸν, ἂν καὶ ὡς βοηθὸν τὸ θεωρῶ καλὸν, ὡς χαλινὸν τοῦ ὑπουργείου τὸ θεωρῶ στοιχεῖον αὐτοδιοικήσεως, στοιχεῖον ἀποκεντρώσεως κάλλιστον, δυστυχῶς δὲν ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν· ἀλλὰ διότι δὲν ἔχομεν αὐτὸ, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ συγκεντρώσωμεν ὅλην τὴν ἐξουσίαν εἰς τὸ κόμμα, τὸ κυβερνῶν, τὸ πρυτανεῦον, τὸ νὰ διαθέτῃ διοικητικῶς; νομίζω ὄχι· ἔχομεν τρόπον, καὶ πρέπει νὰ εὕρωμεν τρόπον, καὶ παρακαλῶ τοὺς ὑπουργοὺς νὰ σκεφθῶσιν ὡρίμως, ὅπως ἀντικαταστήσωσι τὸ ἄρθρον, διότι εἶναι ὀλεθριώτατον· δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις, ὑπάρχοντος τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, διότι ὅπου τὸ πτῶμα, ἐκεῖ καὶ οἱ ἀετοὶ, καὶ λοιπὸν τὸ πτῶμα μακρὰν ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως· μὰ θὰ μὲ εἴπετε ὅλη ἡ ἀρετὴ εἶναι εἰς τὴν διοίκησιν· ἐγὼ πρεσβεύω, ὅτι ἡ πολιτικὴ εἶναι μᾶλλον ἐνάρετος παρὰ τὴν διοίκησιν, ἡ θέσις ὅμως τῆς Κυβερνήσεως εἶναι διαφορετικὴ, κατ’ οὐδένα λόγον δὲν πρέπει νὰ ἀφεθῇ ἐντὸς τοῦ Νόμου τὸ ἄρθρον αὐτό. Κύριοι, ἐπολέμησα κατά τινα μέρη τὸ νομοσχέδιον, ἴσως εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀνθυποβάλω πρότασιν, καὶ πρότασιν ἡμεῖς κατ’ ἀρχὴν δὲν ἔχομεν περὶ διαθέσεως, διότι, ἐπαναλαμβάνω, οὐδὲ δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν διάθεσιν ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζομεν, διότι εἶναι ἐπικίνδυνον νὰ προσφέρωμεν πρᾶγμα εἰς τὴν ἀγορὰν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστον, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς τὴν διοίκησιν διαβατικῶν ὑπαλλήλων τὴν διαχείρησιν τοῦ ἀμυθήτου τούτου πλούτου, διότι προστίθημι ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ, καὶ εὐτυχὴς νομίζομαι διότι τὸ ἐνθυμήθην, χωρὶς νὰ γίνουν προηγουμένως ἐπιτροπαὶ, καὶ χωρὶς νὰ ἐξακριβωθῇ καλῶς τὸ ἀντικείμενον, οὐδέποτε ψηφίζεται Νόμος περὶ αὐτοῦ, καὶ φίλος μου τις, τὸν ὁποῖον πολὺ ὑπολήπτομαι, καὶ πολὺ ἀγαπῶ, καὶ σέβομαι διὰ τὰς γνώσεις του, μὲ ἐβεβαίωσε, καὶ θεωρῶ τὴν βεβαίωσίν του αὐθεντικὴν, ὅτι 100 ὀγκώδεις τόμοι ἐκδίδονται κατ’ ἔτος ἐκεῖ, περιέχοντες τὰ πρακτικὰ αὐτῶν τῶν ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Ἀλλ’ ἐὰν εἰς πᾶσαν ἄλλην περίστασιν ἡμεῖς δὲν διατάξωμεν νὰ προηγηθῇ ἐξέτασις τοῦ πράγματος, τὸ καθῆκόν μας εἶναι νὰ διατάξωμεν τὴν προηγουμένην ἐξέτασιν σήμερον τοὐλάχιστον. Δὲν θέλω νὰ εἴπω τι δεινότερον, διότι εἶπον ὅτι οἰκογενειακῶς πρέπει νὰ ζητήσωμεν τὸ ζήτημα. Ἐγὼ θεωρῶ ἄτοπον νὰ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν τὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον διαθέτομεν, δὲν ἠξεύρομεν τὰς ἀναλογίας· ἀλλὰ μήπως παρεκαλέσαμεν τὸν Φὸν Κόττα νὰ προβλέψῃ περὶ τῆς ἀναλύσεως διὰ καταλλήλων ἐπιστημόνων καὶ μᾶς ἠρνήθη τὴν ἔκθεσιν; μήπως ἐφέραμεν τὸν Μπαλδάουφ ἢ τὸν δυστυχῆ Γκόβανς; καὶ τί κουστίζουν αὐτὰ τὰ πράγματα δι’ ἓν κράτος, δι’ ἕνα σκοπὸν τόσον μέγαν; τί κουστίζουν νὰ περάσουν 5 καὶ 6 μῆνες περισσότερον; Διὰ τί νὰ μὴν γνωρίζωμεν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι περὶ τίνος πρόκειται, περὶ τίνος ψηφίζομεν; διὰ τί νὰ ἀπαλλοτριώσωμεν τὴν δικαιοδοσίαν μας εἰς τὸν δεῖνα ἔπαρχον, εἰς τὸν δεῖνα ἔφορον ἢ τελώνην; Εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θέλετε σπεύσει νὰ ψηφίσητε νόμον ἀνεξαρτήτως τοῦ ἀντικειμένου καὶ χωρὶς νὰ θέσητε τὴν Εὐρώπην, τὴν ὁποίαν προσκαλεῖται ὡς ἀγοραστὴν, εἰς κατάστασιν νὰ γνωρίζῃ περὶ τίνος πρόκειται, καὶ πόσον εἶναι τὸ ποσὸν, διότι καὶ τὸ ποσὸν ἔχει μεγάλην ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν συζήτησιν, διότι, ὅταν εἴπητε ὅτι ἔχετε 500 χιλιάδας τόνων, οὐδεμίαν αἴσθησιν εἰς τὴν Εὐρώπην θὰ φέρητε, ὅταν ὅμως εἴπητε ὅτι ἔχετε 6 ἑκατομμύρια, 50 ἑκατομμύρια ὅσα εἶναι τέλος πάντων, τότε οἱ μέγιστοι κεφαλαιοῦχοι τοῦ κόσμου θὰ λάβωσιν ὑπὸ σκέψιν τὸ ἀντικείμενον τοῦτο. Τὸ ποσὸν πρέπει νὰ ᾖναι ἀκριβῶς ὡρισμένον. Δὲν δύνασθε νὰ προκαλέσητε τὴν Εὐρώπην νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ἀγορὰν, χωρὶς νὰ λέγητε ποῖαι εἶναι αἱ ἐκβολάδες, ποία εἶναι ἡ ζωγραφιὰ τοῦ Λαυρίου, ποῖαι εἶναι αἱ ἀναλογίαι τοῦ μολύβδου πρὸς τὸν ἄργυρον. Ἀλλ’ ἂν, λέγω, προβῆτε ν’ ἀποφασίσητε τοιοῦτό τι, ἐγὼ ἀνθυποβάλλω πρότασιν, τὴν ὁποίαν πρὸ μιᾶς ὥρας ἔκαμα, διὰ τῆς ὁποίας δὲν ζητοῦμεν τὸν συναγωνισμὸν, διότι σπουδαῖος συναγωνισμὸς δὲν δύναται νὰ γείνῃ, διὰ τῆς ὁποίας δὲν προτείνομεν τὸ κράτος νὰ κάμῃ τὴν ἐκκαμίνευσιν· μάλιστα ἐγὼ δὲν εἶμαι τόσον πολέμιος αὐτῆς τῆς ἀρχῆς καὶ μέχρι τινὸς τὸ ἀνέχομαι. Εὕρομεν πρότασιν, ἡ ὁποία λύει τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ συμβάσεως. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ν’ ἀναγνώσω τὴν πρότασίν μου καὶ νὰ τὴν ἀναπτύξω αὔριον; (Ἀναγινώσκει τὴν πρότασίν του ἔχουσαν ὡς ἑξῆς)· Ἄρθρον 1. Ἐπιτρέπεται σύστασις ἀνωνύμου ἑταιρίας πρὸς καμίνευσιν τῶν κατὰ τὸ Λαύριον ἐκβολάδων μέχρι ποσοῦ δύο ἑκατομμυρίων τόνων· εἰς ταύτην δὲ προσφέρει τὸ κράτος 50% ἐκ τῆς καθαρᾶς προσόδου ὡς μέρισμα τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου. Ἄρθρον 2. Τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον προσδιορίζεται διὰ τοῦ καταστατικοῦ τῆς ἑταιρίας, γινομένου συμπράξει τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ οὐχὶ ἔλασσον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν, ἡ δὲ μετοχὴ δὲν ὑπερβαίνει τὰς δραχ. 300. Ἄρθρ. 3. Ἡ Κυβέρνησις ὑποχρεοῦται νὰ ἀγοράσῃ 1000 μετοχάς· πρὸς τοῦτο δὲ χορηγεῖται πίστωσις δραχ. 300,000. Ἄρθρ. 4. Ἐπὶ τῆς ἀγορᾶς τοῦ ἡμίσεως τῶν μετοχῶν προτιμῶνται οἱ δῆμοι τοῦ κράτους· ἡ δὲ διανομὴ τοῦ τῆς προτιμήσεως δικαιώματος γίνεται διὰ Β. Διατάγματος ἀναλόγως τῶν πόρων ἑκάστου δήμου. Τοῦ δικαιώματος τῆς προτιμήσεως ἐκπίπτει ὁ δῆμος εἰ μὴ ἀσκήσῃ αὐτὸ ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ καταστατικοῦ τῆς ἑταιρίας καὶ τῆς διανομῆς. Ἄρθρ. 5. Τὸ τίμημα τῶν μετοχῶν δύναται νὰ διαιρεθῇ εἰς δόσεις· θεωρεῖται δ’ ὑπάρχουσα ἡ ἑταιρία ἅμα πληρωθῇ ἐκ πασῶν τῶν μετοχῶν τηλικοῦτον τίμημα, ὥστε τὸ ὅλον νὰ ἀναβαίνῃ εἰς δραχμὰς 600,000. Ἄρθρ. 6. Τὸ δικαίωμα τῆς τῶν δήμων προτιμήσεως, ἂν γένωνται ἔκπτωτοι, προσαυξάνει εἰς τοὺς μετόχους τοὺς πληρώσαντας ἐντὸς τοῦ ἔτους ὁλόκληρον τὸ τίμημα τῶν οἰκείων μετοχῶν· διὰ Διατάγματος δ’ ὁρίζεται ὁ χρόνος τῆς ἀσκήσεως αὐτοῦ. Ἄρθρ. 7. Τὰ ἀπὸ τοῦ παρόντος νόμου προκύπτοντα δικαιώματα θεωροῦνται ὑπάρχοντα, ἐὰν συστηθῇ ἡ ἑταιρία, εἰσπράξῃ δ’ ἐκ τοῦ μετοχικοῦ αὐτῆς κεφαλαίου τὸ διαληφθὲν ποσὸν τῶν 600 χιλιάδων ἐντὸς ἑνὸς ἔτους. Ἄρθρ. 8. Ἡ ἑταιρία ὀφείλει ἐντὸς 2 ἐτῶν νὰ ἔχῃ εἰς ἐνέργειαν 6 τοὐλάχιστον καμίνους· ἄλλως ἐκπίπτει τῶν ἀπὸ τοῦ νόμου δικαιωμάτων αὐτῆς. Ἄρθρ. 9. Ἡ διοίκησις κανονίζεται διὰ τοῦ καταστατικοῦ εἰς ἣν μετέχει ἡ Κυβέρνησις ἀναλόγως τῶν μετοχῶν αὐτῆς, ἐκτὸς δὲ τούτου παρίσταται καὶ διὰ Β. Ἐπιτρόπου· ἡ δὲ λογιστικότης τῆς ἑταιρίας ἐστὶ δημοσία. Ἄρθρ. 10. Πᾶς πολίτης Ἕλλην, οἰκογενειάρχης ὤν, δύναται νὰ καταθέσῃ καὶ μετὰ τὴν συγκρότησιν τῆς ἑταιρίας δραχ. 300 ἐπὶ ὁμολογίᾳ τῆς ἑταρίας τικτούσῃ ἀντὶ τόκου μέρισμα ὅσον καὶ ἡ μετοχή. Ἡ ὁμολογία αὕτη ἐξομοιοῦται τῇ μετοχῇ κατὰ πάντα, ἐξαιρουμένης τῆς διοικήσεως. Ἐξαιρεῖται προσέτι ἡ περίπτωσις, καθ’ ἣν μέγα μέρος τοῦ μετοχικοῦ καὶ τοῦ ἀπὸ ὁμολογιῶν κεφαλαίου μένει ἀργόν· καθ’ ἣν τὸ ἀπὸ τῶν ὁμολογιῶν κεφάλαιον θεωρούμενον ὡς ὅλον λαμβάνει ὡς τόκον τὸ μέρισμα τὸ ἀναλογοῦν εἰς τὸ ἐνασχοληθὲν ὁμοειδὲς κεφάλαιον. Τὸ δικαίωμα τῆς καταθέσεως ἀσκεῖ ἕκαστος πολίτης Ἕλλην ἐντὸς 2 ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τῆς ἑταιρίας. Ἄρθρ. 11. Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν προσδιορίζεται ἡ καθαρὰ πρόσοδος, εἶναι μεταβλητὸς καὶ ὁρίζεται κατ’ ἔτος δι’ εἰδικοῦ νόμου· κατ’ οὐδένα δὲ τρόπον τὸ πληρονόμενον εἰς τὸ κράτος τίμημα εἶναι μεῖον τῶν 8 δραχμῶν κατὰ τόνον τῶν ἐκβολάδων.
Ὁ βουλευτὴς Ναυπακτίας
ΑΘ. ΡΟΝΤΗΡΗΣ.
§73ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὴν ἑτέραν πρότασιν ἀφίνετε;
§74ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὄχι ἐπιμένομεν εἰς ἐκείνην, ἀλλ’ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἐπισπευθῇ ἡ λύσις τοῦ ζητήματος ἀνθυποβάλλομεν τὴν παροῦσαν.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
§76ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. (Ὑπουργὸς Ἐκκλησιαστακῶν). Κύριοι βουλευταί, ὀφείλω ἐν πρώτοις νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἀπὸ τῆς χθὲς ἤρχισεν, ἤρχισεν ὑπὸ τοὺς καλλιτέρους οἰωνούς, διότι ὅλοι οἱ μέχρι τοῦδε λαλήσαντες ἠθέλησαν νὰ ἐξετάσωσι τὸ ζήτημα πραγματικῶς ὑπὸ τὴν ἀληθῆ ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ὅλοι ἔχομεν καθῆκον νὰ τὸ ἐξετάσωμεν· ὁ προαγορεύσας εἶπεν δηλ. ὑπὸ ἔποψιν οἰκογενειακὴν, διότι πραγματικῶς εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, προκειμένου περὶ δημοσίων συμφερόντων, δὲν εἴμεθα τίποτε ἄλλο παρὰ μία οἰκογένεια, καὶ ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα αὐτὸ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν συμφερόντων μας· ἂν καὶ κατὰ τὴν ἀρχὴν αὐτὴν καὶ κατὰ τὴν βάσιν ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐτέθη ἡ παροῦσα συζήτησις εἴμεθα πληρέστατα σύμφωνοι μὲ τὸν προαγορεύσαντα, διαφωνοῦμεν ὅμως εἰς πολλὰ ἄλλα ἀντικείμενα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν. Ἐν πρώτοις, κύριοι, ἡμεῖς θεωροῦμεν τὰς ἐκβολάδας ὡς δημοσίαν περιουσίαν, ἀλλὰ μᾶς ἐρωτοῦν, καίτοι συμφωνοῦντες εἰς τοῦτο διὰ ποίους λόγους τὰς θεωρεῖτε ὡς τοιαύτας; Ἡ ἐρώτησις αὕτη ὅμως εἶναι ἀκατάληπτος, διότι ἐν ᾧ δὲν ὑπάρχει μεταξὺ μας διαφωνία, ὑπάρχει ὅμως συζήτησις ζωηρά. Ἀλλ’ ὅταν δὲν διαφωνῶμεν πρὸς τί νὰ ἐκθέσωμεν τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους θεωροῦμεν τὰς ἐκβολάδας ἐθνικὴν περιουσίαν; καὶ λέγω τοῦτο, κύριοι, πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, διότι οἱ λόγοι, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ἦναι, δι’ οὓς αἱ ἐκβολάδες θεωροῦνται ἐθνικὴ ποιουσία, τότε δύνανται νὰ ἐξετασθῶσιν, ὅταν ἔλθῃ μία ἀντίῤῥησις· βλέπετε λοιπὸν, ὅτι δὲ ὑπάρχει ζήτημα διαιροῦν ἡμᾶς διὰ νὰ τὸ συζητήσωμεν, καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐπέμβω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ οὐσιαστικοῦ μέρους αὐτοῦ. Τόσῳ δὲ περισσότερον, διότι θεωρῶ, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη συνδέεται μὲ τὸ καλῶς νοούμενον συμφέρον τῆς πολιτείας, κατ’ ἐμέ. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ζήτημα· ὡς πρὸς τὸ δεύτερον δὲ ζήτημα, ὅτι ἐντὸς τοῦ νομοσχεδίου πρέπει νὰ τεθῶσι ποινικοὶ ὁρισμοὶ κατ’ ἐκείνων, οἵτινες κάμουν οἱανδήποτε κατάχρησιν κατὰ τῆς ἐθνικῆς ταύτης περιουσίας, ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν σᾶς εἶπεν, ὅτι ἂν ἡ Βουλὴ κρίνῃ ἀναγκαῖον ἐντὸς ἑνὸς νόμου τοιούτου νὰ τεθῶσιν ποινικοὶ ὁρισμοὶ καὶ ποινικαὶ ῥῆτραι, ἂς τὸ πράξῃ, ἐνόμιζεν ὅμως, ὅτι εἶναι ὅλως διόλου περιττὸν, καθόσον ἡ κλοπὴ τιμωρεῖται ἀπὸ τὸν ποινικὸν νόμον λίαν αὐστηρῶς, ὅταν ὑπερβαίνῃ τὸ ποσὸν τῶν 400 δραχμῶν, διότι τιμωρεῖται μὲ εἱρκτήν. Κατὰ δὲ τὰς διατάξεις τοῦ ἀμέσως ἑπομένου ἄρθρου τοῦ ποινικοῦ νόμου, ὅταν ἡ κλοπὴ γείνῃ ἐπὶ δημοσίας περιουσίας, τὸ τοιοῦτον θεωρεῖται ὡς περίστασις ἐπιβαρυντική. Ὅταν ἔχητε τοιαύτην διάταξιν τοῦ ποινικοῦ νόμου, διατὶ νὰ θέσητε ἑτέραν ἐντὸς τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ διαθέσῃ μίαν ἐθνικὴν περιουσίαν; τοῦτο θεωρῶ περιττόν. Ἐὰν ὅμως συνταχθῇ διάταξίς τις, δὲν εἴμεθα ἐναντίοι, ἀλλὰ δὲν τὴν θεωροῦμεν ἀναγκαίαν, διότι ἔχομεν ποινικὸν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου τιμωροῦνται αὐστηρότατα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουν κάμει κατάχρησιν ἢ κλοπὴν ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς περιουσίας. Τρίτον ζήτημα, κύριοι, ἔρχεται τὸ περὶ τῆς διαθέσεως· πρέπει νὰ διατεθῶσιν αἱ ἐκβολάδες ναὶ, ἢ ὄχι; καὶ πρέπει νὰ διατεθῶσι παρὰ τῆς παρούσης Βουλῆς ἢ τὸ ζήτημα ν’ ἀναβληθῇ; ἐδῶ εἶναι ἡ κυρία διαφωνία. Ὁ κ. Ῥοντήρης εἶναι σύμφωνος καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε, καὶ ἐν τῇ ἀγορεύσει τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἔκαμεν, ὅτι αἱ ἐκβολάδες πρέπει νὰ διατεθῶσιν, ἀλλὰ δὲν συνεφώνησεν ὅτι πρέπει νὰ διαθέσωμεν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν ἐκβολάδων. Ἰδοὺ ἡ διαφωνία. Μετὰ τοῦτο, κύριοι, ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα, θέλει συζητηθῆ καὶ δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ ἐὰν κριθῇ ὀρθὴ ἡ γνώμη τοῦ κ. Ῥοντήρη. Ἀλλὰ ὁ κ. Ῥοντήρης εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν ἄμεσον διάθεσιν τῶν ἐκβολάδων καὶ εἶναι σύμωνος, ὄχι ἐκ τῆς ὁμιλίας τὴν ὁποίαν ἔκαμεν, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλο· διότι τί λέγει; «διὰ Βασιλικοῦ διατάγματος θέλουσιν ὁρισθῆ εὐθὺς μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος νόμου, αἱ ἐποχαὶ καθ’ ἃς ἐπιτρέπεται ἡ διὰ τὴν ἡμεδαπὴν ἢ τὴν ἀλλοδαπὴν ἐξαγωγὴ μεταλλικῶν οὐσιῶν ἐκ τοῦ λιμένος τοῦ Λαυρίου....» Καὶ διὰ νὰ τεθῇ ἐντὸς νόμου, ὅτι διὰ Β. διατάγματος θέλουσιν κανονισθῆ αἱ ἐποχαὶ καθ’ ἃς θὰ ἐξάγωνται αἱ μεταλλικαὶ οὐσίαι, προϋποτίθεται ὅτι πρέπει νὰ προϋπάρχουν καὶ διὰ τοῦτο νὰ διατεθῶσιν.
§77ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε μίαν παρατήρησιν εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἶναι καὶ αἱ σκωρίαι.
§78Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ τῶν σκωριῶν. Ἐκτὸς τούτου τὴν διάταξιν αὐτὴν τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέφερα, τὴν θεωρῶ ἀκόμη ὡς ὅλως ἀντικειμένην εἰς τὸ πνεῦμα τῆς παρούσης ἐποχῆς, καθ’ ἣν ὑπάρχει πλήρης ἐλευθερία εἰς τὸ ἐμπόριον· ποῦ ἠκούσθη ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῶσιν ἐντὸς τοῦ διατάγματος ἐποχαὶ καθ’ ἃς οἱ ἐργολάβοι νὰ ἐξάγουν τὸ ἐμπόρευμά των; Ὅταν μία οἱαδήποτε ἑταιρία ἔχῃ ἐμπόριον μολύβδου ἢ ἀργύρου, καὶ ἤθελεν ἀκούσει ὅτι εἰς τὸ δεῖνα μέρος τῆς Εὐρώπης ὁ ἄργυρος ἢ ὁ μόλυβδος εἶναι ὑπερτετιμημένος, τότε πρέπει νὰ περιμένῃ τὴν ἐποχὴν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐκ τῶν προτέρων θέλομεν ὁρίσει διὰ νὰ ἐξαγάγῃ τὸ ἐμπόρευμά της; καὶ δὲν ἤθελε καταστραφῆ ἡ ἑταιρία αὕτη; διότι ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα μέρη ἤθελε συναχθῆ τὸ ἐμπόρευμα τοῦτο εἰς τὴν ἀγορὰν ἐκείνην, καὶ μετὰ ταῦτα καθ’ ἣν ἐποχὴν ἤθελε μείνει ἐλεύθερος ὁ ἐργολάβος νὰ ἐξαγάγῃ τὸ ἐμπόρευμά του δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν θέσιν νὰ τὸ πωλήσῃ· ἀλλ’ ἀκόμη, κύριοι, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἔχει καὶ ἄλλας ἀτοπίας. Ἀναγνώσατε, κύριοι, τὸ ἄρθρον 2. Τί θέλετε ἀπαντήσει; «ὁ περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων εἰδικὸς νόμος θέλει στηρίζεσθαι εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ συναγωνισμοῦ.» Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐψηφίζετο ὡς σύνταγμα τῆς πολιτείας, ἐννοοῦσα ὅτι ἠδύνατο νὰ κανονίσῃ τοῦτο μία Συνέλευσις· δύναται ὅμως μία Βουλὴ νὰ κανονίσῃ εἰς τὰς μελλούσας τὸν δρόμον τὸν ὁποῖον ὀφείλουν νὰ ἀκολουθήσωσιν, ὅταν θὰ νομοθετήσουν; τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἀκατανόητον τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ζέγγελης μετὰ τοῦ κ. Ῥοντήρη καὶ κ. Δημητριάδου. Πρόκειται ὅμως, λέγω, κύριοι, περὶ τῆς διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων καὶ ὁ κ. Ῥοντήρης, καθὼς σᾶς εἶπον, παρεδέχθη τὴν ἀρχὴν τῆς διαθέσεως, περιώρισεν ὅμως τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ διατεθῇ κατὰ τὴν παροῦσαν περίστασιν· κατὰ τοῦτο, κύριοι, δὲν εἶμαι ἐναντίος, διότι ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν καθέκαστα, δύναται νὰ συζητήσῃ καὶ παραδεχθῇ εἴτε ἓν μιλιούνιον, εἴτε δύο, εἴτε τρία· τώρα δὲν δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, καὶ θέλω πολεμήσει ὅλους ἐκείνους, οἵτινες ἀντιτίθενται εἰς τὴν ἄμεσον διάθεσιν τῶν ἐκβολάδων. Ποίους λόγους ἰσχυροὺς ἔχουν, διὰ τῶν ὁποίων ἀντιτίθενται εἰς τὴν ἄμεσον διάθεσιν; — διότι λέγουν, πρέπει νὰ δοθῇ ὁ προσήκων ὑλικὸς χρόνος, ὅπως ἐξακριβώσωμεν ποῖον πλοῦτον ἔχομεν ἐκεῖ πέρα· τοὐτέστι πρέπει νὰ δοθῇ ὁ ἁρμόδιος ὑλικὸς χρόνος, ὅπως ἔχῃ συνείδησιν καὶ ὁ κύριος τοῦ πράγματος τί θέλει δώσει καὶ ὁ ἔμπορος ἢ ὁ ἐργολάβος τί θὰ λάβῃ. — Ἀλλὰ, κύριοι, τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σᾶς ὑπέβαλεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν σᾶς ἔδωκε διάστημα τοσοῦτον μέγα, ὥστε καὶ ἡ ἐπικράτεια, τουτέστι ὁ κύριος τοῦ πράγματος, καὶ οἱ διάφοροι ἐργολάβοι νὰ λάβουν πλήρη γνῶσιν περὶ τίνος πρόκειται; δὲν ἔδωσε διάστημα τόσον μέγα, ὥστε νὰ ἐξετάσωσι τοῦτο εὐρύτατα; Μάλιστα, κύριοι. Διότι τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον καθυπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, ἰδοὺ τί λέγει. «Πρῶτον, κύριοι, ἀπαιτοῦνται γενικὰ διαγράμματα ἐμφαίνοντα τὴν ἔκτασιν τῶν ἐκβολάδων καὶ τὰ ὅρια αὐτῶν, σχετιζόμενα πρὸς σταθερὰ φυσικὰ ἢ τεχνιτὰ ἀναλλοίωτα σημεῖα. Ἐὰν ὁ ὄγκος τῶν εἴς τινα θέσιν εὑρισκομένων ἐκβολάδων ὑπερβαίνῃ τὸ ἓν ἑκατομμύριον τόνων, διαιρεῖ αὐτὴν διὰ σταθερῶν σημείων εἰς πλείονας μερίδας, εἰς τρόπον ὥστε οὐδεμία μερὶς νὰ περιέχῃ πλέον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου τόνων». Καὶ τί νομίζετε, κύριοι, διὰ νὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ ἐργασία; πόσος καιρὸς ἀπαιτεῖται; κατὰ τὴν κρίσιν καὶ αὐτοῦ τοῦ κ. Λέκκα, διότι εἶναι μηχανικὸς, διὰ νὰ γείνουν αὐταὶ αἱ ἐργασίαι, ἀπαιτοῦνται προκαταρκτικαὶ ἐργασίαι ἐπὶ τῆς Λαυριακῆς χώρας ἐξ τοὐλάχιστον μηνῶν. Δὲν εἶναι οὕτω κ. Λέκκα; διότι εἶμαι καὶ ἐγὼ μηχανικὸς, διότι ἤμεθα συμμαθηταί.
§79ΛΕΚΚΑΣ. Μάλιστα.
§80ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. «Δεύτερον. Ἐγκαρσίους τομὰς δεικνυούσας τὸ πάχος τῶν ἐκβολάδων». Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, τί προαπαιτοῦνται· προαπαιτεῖται χωρογραφικὸς χάρτης τοῦ τόπου ἐκείνου, καὶ αὐτὸς πρέπει νὰ ᾖναι τόσον ἐντελὴς, ὥστε νὰ δεικνύῃ καὶ τὰ τελευταῖα σημεῖα τῶν ὑπαρχουσῶν ἐκεῖ ἐκβολάδων, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ τὴν ἔκτασιν καὶ τὸν ὄγκον αὐτῶν· καὶ αὐτὴ ἡ ἐργασία, ἂν καὶ σᾶς εἶπον 6 μῆνας, ἀμφιβάλλω ἂν θὰ τελειώσῃ καὶ εἰς 9 μῆνας ἀκόμη.
§81ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ τὰς γνωστὰς ἐκβολάδας μοὶ φαίνεται ὅτι ἐγένοντο ὅλα αὐτά.
§82ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐντελῆ ὅλα αὐτά.
§83ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ ἐπαναληφθοῦν αἱ ἐργασίαι; διότι ἠξεύρετε ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα ζητοῦνται διὰ τοῦ νομοσχεδίου σας ἔλαβον χώραν, καθόσον ἀφορᾷ τὰς γνωστὰς ἐκβολάδας.
§84ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ χωρογραφικὸς χάρτης, ὄχι μόνον θὰ περιέχῃ τὸν τοπογραφικὸν χάρτην, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ τὰ σημεῖα ἑκάστης ἐκβολάδος καὶ τὸ πάχος αὐτῶν, τὰ ὁποῖα θὰ ᾖναι κατὰ τετράγωνα, ἑπομένως θὰ γείνῃ νέα ἐργασία.
§85ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον δὲν ὁμιλεῖ περὶ Λαυρίου, οὔτε περὶ διαγράμματος.
§86ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπειδὴ ὁ λόγος εἶναι τώρα περὶ τοῦ Λαυρίου, λέγω ὅτι ἀπαιτοῦνται νὰ προηγηθῶσιν ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα.
§87ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν μὲ ἐνοήσατε· ἐγὼ ἠρώτησα ἂν θὰ γείνῃ νέα ἐργασία ἐξ ἀρχῆς ἢ συμπληρωματική.
§88ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Βέβαια ἐξ ἀρχῆς.
§89ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀμφιβάλλω ἂν ἔχητε δίκαιον. Τὸ νομοσχέδιόν σας λέγει· ἅμα ἀνακαλυφθῶσιν ἐκβολάδες θὰ γείνουν καταμετρήσεις κτλ. ἐννοεῖτε ὅτι περὶ τῶν πρὸ τοῦ νόμου ἀνακαλυφθεισῶν δὲν νομοθετοῦμεν διὰ τοῦ εἰρημένου ἄρθρου. Νομίζω ὅτι ἡ ἐρώτησίς μου στηρίζεται ἐπὶ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου καὶ ὅστις ἀναγνώσει τὸν νόμον, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐννοήσῃ ἄλλο.
§90ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν πρόκηται νὰ εὐκρινισθῇ, τότε εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ τὸ καθαρίσωμεν.
§91ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἔρχεται μὲ στερεὰς ἰδέας, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ἠρώτησα τί ἐννοεῖτε περὶ τῶν ἀνακαλυφθεισῶν μέχρι τοῦδε ἐκβολάδων, διότι δὲν πρόκειται περὶ ὀλίγου ποσοῦ, πρόκειται περὶ 6,000,000 τόνων.
§92ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἰδιαίτερον ζήτημα, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θὰ στηριχθῇ εἰς τὰς ἐκθέσεις αὐτὰς ἢ εἰς ἄλλας· σᾶς λέγω δὲ ἐπειδὴ μὲ ἐρωτᾶτε, ὅτι τὸ ἔργον αὐτὸ δὲν θεωρεῖται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τέλειον, καὶ θὰ κάμῃ νέας ἐρεύνας.
§93ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν αὐτὸ δὲν ἦναι οὐσιῶδες, ἕκαστος τὸ ἐννοεῖ. Διότι ἂν ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ θεωρήσῃ τὰς ἤδη γενομένας ἐκθέσεις ὡς ἀρκούσας, ἢ μικρᾶς δεομένας συμπληρώσεως τότε μετὰ ἕνα ἢ δύω μῆνας αἱ ἐκβολάδες τίθενται εἰς πλειστηριασμόν.
§94Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι μὲ τὸν ὑπάρχοντα νόμον μετὰ τὸ τοπογραφικὸν σχέδιον ἀπαιτεῖται νὰ συνταχθῇ ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον θὰ περιγράφῃ ὅλας τὰς λεπτομερείας, αἵτινες εἶναι ἀναγκαῖαι νὰ φωτίσουν τοὺς διαφερομένους καὶ θὰ δημοσιευθῇ καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ μετὰ τὴν δημοσίευσιν θὰ πληροφορηθῇ ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἐδημοσιεύθη εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας· τότε δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κηρύξῃ δημοπρασίαν, καὶ ἀπὸ τότε ἄρχεται ἑξάμηνος νέα προθεσμία καὶ ἂν ἦναι ὀλίγη, ἂς γείνῃ ὀκτάμηνος· ὥστε, βλέπετε, ἀπὸ σήμερον μέχρι τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις θὰ εὑρεθῇ εἰς θέσιν νὰ ἐγκρίνῃ τὸν πλειστηριασμὸν τῶν ἐκβολάδων, ἀπαιτοῦνται 20 μῆνες, διὰ νὰ μὴ εἴπω 2 ἔτη. Δὲν εἶναι λοιπὸν τόσον ἐσπευσμένη ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἠθέλησε νὰ τὴν παραστήσῃ ὁ κύριος Ῥοντήρης. Κατὰ δὲ τὸ διάστημα τοῦτο, κύριοι, ἡ κυβέρνησις, ὅπως σᾶς εἶπεν καὶ ὁ συνάδελφός μου κύριος Σωτηρόπουλος, ὅστις θέλει ὑποβάλει καὶ θέλει ζητήσει πίστωσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἥτις θὰ χρησιμεύσῃ δι’ ἐξέτασιν εἰδικὴν καὶ ἐπιστημονικὴν τοῦ ζητήματος, ὑπάρχει ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα ὑπὸ ὅλας τὰς ἐπόψεις, νὰ γείνουν καὶ οἱ ἀπαιτούμενοι χάρται, καὶ νὰ προσδιορισθῇ κατὰ προσέγγισιν ὁ μέσος ὅρος τῶν μετάλλων, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει εἰς τὰς διαφόρους ἐκβολάδας, αἵτινες ὑπάρχουν εἰς τὸ Λαύριον. Ὁ κύριος Ῥοντήρης ὁμιλῶν εἶπεν, ὅτι δὲν δύνανται, κύριοι, ν’ ἀντιταχθοῦν ἕτερα ἄτομα ἢ ἑταιρίαι κατὰ τοῦ Σερπιέρη, καὶ δὲν δύνανται, λέγει, ν’ ἀντιταχθοῦν καὶ νὰ ἔλθουν εἰς συναγωνισμὸν, διότι ὁ κύριος Σερπιέρης ἔχει ἐκεῖ καταστήματα, σιδηροδρόμους, δρόμους, τὰ ὁποῖα ἔχει ὡς κέρδος διὰ τοῦ συναγωνισμοῦ τῶν ἐκβολάδων καὶ διὰ τοῦτο εἶπε ἀπαιτοῦνται νὰ ἔλθουν μεγάλαι ἑταιρίαι νὰ συναγωνισθῶσι μὲ αὐτόν· εἶναι ὀρθόταται αἱ παρατηρήσεις αὗται, ἀλλὰ τὰ πλεονεκτήματα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ ἑταιρία Ῥοῦ ποτὲ δὲν θὰ λείψωσιν, διότι αὐτὰ τὰ ἀπέκτησεν ἤδη καὶ τὰ ἀπέκτησε, διότι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὴν ἐπιστημονικὴν ἱκανότητα καὶ τὴν ἀξίαν τῆς ἑταιρίας Ῥοῦ καὶ Σερπιέρη, ὥστε νὰ γνωρίζωμεν ὅ,τι εἴχαμεν πρὸ τῶν ποδῶν μας. Τί πταίομεν λοιπὸν ἡμεῖς, διότι ὁ ἔμπορος αὐτὸς, ὁ ἐπιστήμων, ὁ νοήμων, κατώρθωσε νὰ ἔλθῃ πρὸ 8 ἢ 9 χρόνων νὰ εὕρῃ αὐτὸν τὸν πλοῦτον καὶ νὰ πλουτίσῃ, νὰ κάμῃ καταστήματα καὶ σιδηροδρόμους; διὰ τοῦτο πταίομεν ἡμεῖς σήμερον; Ἡ ἄγνοια λοιπὸν ἡμῶν καὶ ἡ νοημοσύνη τῆς ἑταιρίας αὐτῆς ἔκαμεν αὐτὴν νὰ κερδήσῃ πολλὰ, νὰ κάμῃ αὐτὰ τὰ καταστήματα καὶ νὰ εὑρίσκηται εἰς τὴν πλεονεκτηματικὴν θέσιν ἀπέναντι ὅλων τῶν ἄλλων ἑταιριῶν αἱ ὁποῖαι θὰ σχηματισθῶσιν, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀνώτερον τῶν δυνάμεών μας. Ἀλλὰ ἀπαιτοῦνται λέγει μεγάλαι ἑταιρίαι, δὲν εἶναι ὅμως συνεπὴς ὁ κ. Ῥοντήρης μὲ τὸ νομοσχέδιόν του, διότι λέγει, ἀφ’ ἑνὸς νὰ διατεθῶσιν αἱ ἐκβολάδες μόνον κατὰ 1 ἑκατομμύριον τόνων, ἀπὸ τὸ ἄλλο δὲ λέγει ἀπαιτοῦνται μεγάλαι ἑταιρίαι, ἀλλὰ διάθεσις ἑνὸς μιλιουνίου τόνων καὶ μεγάλαι ἑταιρίαι δὲν συμβιβάζονται, τοὐλάχιστον ὁ κ. Δεληγεώργης ζητεῖ τὰς μεγάλας ἑταιρίας πρὸς συναγωνισμὸν, ἀλλὰ δὲν τὰς ζητεῖ, ὅπως ὁ κ. Ῥοντήρης, ἀλλὰ τὰς ζητεῖ μὲ μίαν ποσότητα πολὺ ἀνωτέραν καὶ τῶν 2,000,000 τόνων. Λοιπὸν διὰ νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν ἰδέαν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος ἀμέσως τὶ σᾶς εἶπον; σᾶς εἶπον ὅτι δὲν ἔχομεν πλήρη συνείδησιν τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐμπεριεχομένου εἰς τὰς ἐκβολάδας, τόσον τοῦ ἀργύρου ὡς καὶ τοῦ μολύβδου, καὶ τὸ εἶπεν τοῦτο ὁ κ. Ῥοντήρης, διότι εἶπεν ὅτι οἱ ἐπιστήμονες οἱ ἰδικοί μας δὲν ἠδυνήθησαν νὰ προσδιορίσουν τὸ ποσὸν αὐτὸ, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ὁ κ. Ῥοντήρης ἀπήντησε νὰ θέσωμεν τὸν ἐλάχιστον ὅρον ἐντὸς τοῦ νόμου, ἀλλ’ ὅταν δὲν ἔχωμεν πλήρη πεποίθησιν, σᾶς τὸ λέγει καὶ ὁ κ. Ῥοντήρης, εἰς τὰς γνώσεις τῶν ἐπιστημόνων μας πῶς θὰ προσδιορίσωμεν τὸν ἐλάχιστον ὅρον; δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ τὸν προσδιορίσομεν; ὄχι κύριοι, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον τοῦτο. Καθόσον ἀφορᾷ, κύριοι, τὸ ἄλλο ζήτημα τοῦ ὅτι τὰ ἔξοδα τῶν 350 δραχμῶν τὰ ὁποῖα ἐθέσαμεν ἐντὸς τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω ὅτι δὲν ἔχουν δίκαιον νὰ ἰσχυρίζωνται τὸ ἐναντίον. Πολὺ λογικὰ καὶ καλλίτερά μου, διότι ἐγὼ δὲν εἶμαι οἰκονομολόγος, σᾶς ἀνέπτυξε χθὲς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου εἶναι ἀδύνατον νὰ προσδιορίσωμεν τὸν φόρον καὶ ὁ φίλος μου κ. Λέκκας δὲν ἐνόησε τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως καὶ ἐγὼ κατ’ ἀρχὰς, καὶ ἐχρειάσθη νὰ γείνῃ ἐπανάληψις διὰ νὰ τὸν ἐννοήσω, καὶ νὰ ἠμπορέσω νὰ μεταδώσω τὰς ἰδέας του· ὑποθέτω δὲ ὅτι ἐνδεχόμενον νὰ συνεννοηθῶ καλλίτερα μὲ τὸν κ. Λέκκαν, διότι ἐσπουδάσαμεν εἰς τὸ αὐτὸ σχολεῖον καὶ ἔχομεν τὴν αὐτὴν γλῶσσαν, καὶ δυνάμεθα νὰ συνεννοηθῶμεν καλλίτερον· λοιπὸν ὁ κ. Σωτηρόπουλος εἶπεν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν ἀκαθάριστον ποσοστὸν, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ προσδιορίσωμεν τὸ ποσὸν τοῦ ἀργύρου τὸ ὁποῖον ἐμπεριέχεται ἐντὸς τοῦ μολύβδου, σᾶς φέρω δὲ αὐτὸ τὸ παράδειγμα. Κατὰ τὴν γνώμην τῶν ἐπιστημόνων, τὴν ὁποίαν καὶ ὑμεῖς ἐπεκαλέσθητε, τῶν ἰδικῶν μας, καὶ εἰς τοὺς ὁποίους ἔχει πλείστην πεποίθησιν ὁ κ. Λέκκας, τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων, δι’ ἕκαστον τόνον μολύβδου ἀναβαίνει εἰς δραχμὰς 350 κατὰ τὸ νομοσχέδιον, 370 κατ’ ἐκείνους. Λαμβάνομεν λοιπὸν, κύριε Λέκκα, ὡς δεδομένον ὅτι διὰ νὰ ἐκκαμινεύσωμεν ποσότητα χωμάτων ἑνὸς τόνου μολύβδου, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐξοδεύσωμεν 350 δραχμάς, αὐτὸ εἶναι τὸ σταθερὸν ἔξοδον τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται διὰ πᾶσαν ἐκκαμίνευσιν ἀπαιτουμένου χώματος ἵνα μᾶς δώσῃ ἕνα τόνον, ἀλλὰ ὁ τόνος δύναται νὰ περιέχῃ ἀπὸ 500 γραμμάρια ἀργύρου μέχρι 2,000, δὲν εἶναι οὕτω, κύριε Σωτηρόπουλε;
§95ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕως 5,300 γραμμάρια.
§96Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἰς τὴν πρώτην περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ μόλυβδος περιέχει 500 γραμμάρια ἀργύρου ἡ τιμὴ ἀναβαίνει εἰς 500 δραχμὰς κατὰ δὲ τὴν τελευταίαν εἰς δραχ. 2,000 ὁ τόνος· καὶ ἐν τούτοις εἰς τὸν ἕνα τόνον τοῦ μετάλλου καὶ τὸν ἄλλον ἔχομεν νὰ ἐξοδεύσωμεν τὴν αὐτὴν ποσότητα, τὰς 350 δραχμάς. Τώρα, ἐὰν θέλητε, κύριοι, 30% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου ἐπὶ τῆς πρώτης ποιότητος τοῦ μολύβδου θὰ λάβητε ἐπὶ τῶν 500 δραχμῶν 150 δραχμάς. Ἐὰν εἰς αὐτὰς προσθέσητε καὶ τὰς 350 αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται διὰ τὰ ἔξοδα, θὰ ἔχητε τὸ ποσὸν τῶν 500 δραχμῶν, τουτέστιν θὰ λάβητε ὁλόκληρον τὸ κεφάλαιον· καὶ εἰς αὐτοὺς δὲν θὰ μείνῃ τίποτε. Ἔλθετε εἰς τὴν δευτέραν περίστασιν καὶ βάλετε ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου 60% ἐπὶ 2,000 θὰ ἔχητε 1200 δραχ. καὶ 350 διὰ τὰ ἔξοδα 1550, μένουν καὶ εἰς τὸν ἐργολάβον 450 δραχ. κέρδος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνάπτυξις τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὡς ἐκ τῆς ποιότητος τῶν χωμάτων καὶ κατὰ συνέπειαν τοῦ μετάλλου νὰ θέσητε ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου ποσοστόν τι φόρου, τέλος ὅπως θέλετε ὀνομάσατέ το. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος καὶ αὐτὰ σᾶς εἶπεν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν. Κύριε Λέκκα, νομίζω ὅτι συνεννοήθημεν πληρέστατα. Ἀλλὰ, κύριοι, ποῖος εἶναι ὁ φόβος, διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ζητήσωμεν πάλιν νέαν ἀναβολὴν διὰ τὴν διάθεσιν τῶν ἐκβολάδων; οὐδεὶς, κύριοι, φόβος, διότι ἡ Βουλὴ μόνον καὶ μόνον πρέπει νὰ προσέξῃ πῶς δύναται νὰ ἀσφαλίσῃ περισσότερον τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, καὶ νὰ ἴδῃ ἂν ἔχῃ καιρὸν νὰ ἐξετάσῃ ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα τῇ εἶναι ἀναγκαῖα ἐκ τῶν προτέρων, ὥστε νὰ ᾖναι ἐν γνώσει ἡ ἐπικράτεια καὶ ἐὰν ἔχῃ πλήρη συνείδησιν περὶ τῆς ποσότητος καὶ περὶ τῆς ἀξίας τὴν ὁποίαν ἔχουν αὐτὰ τὰ χώματα. Ἅμα, κύριοι, παραδεχθῆτε ὅτι ὑπάρχει ὁ χρόνος διὰ νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὸ ποσὸν καὶ τὸ ποιὸν, κανεὶς φόβος δὲν ὑπάρχει, ὅταν μάλιστα τὸ ποσοστὸν, τὸ ὁποῖον θὰ δοθῇ, θὰ τεθῇ εἰς δημόσιον συναγωνισμὸν καὶ θὰ εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν αὐτῶν τῶν ἀντιπροσώπων τῆς ἐπικρατείας, τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἄλλων μελῶν, ποῖος, κύριοι, φόβος ὑπάρχει; οὐδείς· ἔχομεν λοιπὸν τὸν ἁρμόδιον καιρὸν νὰ ἐξετάσωμεν ὅλα τὰ ζητήματα αὐτὰ, ἔχομεν ἀκόμη τὸ δικαίωμα νὰ ἐγκρίνωμεν ἡμεῖς, ἂν μᾶς συμφέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δημοπρασίας καὶ εἴμεθα κύριοι, ἂν δὲν εὕρωμεν συμφέρον, νὰ κρατήσωμεν πάλιν εἰς λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου ὅλας αὐτὰς τὰς ἐκβολάδας, ὅλον αὐτὸν τὸν πλοῦτον.
§97ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ νὰ ἤμεθα καὶ ἡμεῖς ἐδῶ.
§98ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ σὲ βεβαιόνω ὅτι θὰ ἦσθε δύο φοραῖς ἐδῶ, ἕως οὗ ἀποφασισθῇ τὸ ζήτημα αὐτό. Ἡμεῖς μάλιστα ἐπιθυμοῦμεν, ὅταν θὰ γείνῃ ἡ διάθεσις καὶ ὅ,τι ἄλλο ἀπαιτεῖται, νὰ ᾖναι παροῦσα ἡ Βουλὴ, διότι τὸ Λαύριον ἂν θὰ παρέξῃ μεγάλα συμφέροντα εἰς τὸν τόπον, πρὸ πάντων ὀφείλεται εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ὁ φίλος μου κ. Μιχαλόπουλος ἤρχισε, «τὸ Λαύριον, τὸ Λαύριον!» Καὶ ἐγὼ, κύριοι, δὲν τὸ ἐθεώρησα κατ’ ἀρχὰς σπουδαῖον πρᾶγμα, καὶ ὄχι ἐγὼ, ἀλλ’ ἄλλοι πολὺ δοκιμώτεροι ἐμοῦ εἰς τοιούτου εἴδους πράγματα, διότι ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν ὅτι εἶμαι ὀρυκτολόγος ἢ χημικός. Δὲν συμφωνῶ ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκτιμήσωμεν ἐνταῦθα τὸν ἄργυρον ὁ ὁποῖος ἐμπεριέχεται εἰς τὸν μόλυβδον, διότι οἱ ἐπιστήμονες καὶ οἱ μηχανικοί μας, καθὼς εἶπεν ὁ κ. Λέκκας, ἠμποροῦν νὰ προσδιορίζουν ἀκριβέστατα τὰ διάφορα στοιχεῖα τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐντὸς οἱασδήποτε οὐσίας. Ἰδοὺ τί δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν· ὅτι ἠμπορεῖ νὰ μὴ ᾖναι ἱκανοὶ νὰ ἐκκαμινεύσουν ποσότητας μεγάλας ἐκ τῶν Λαυριακῶν ἐκβολάδων, ὄχι ὅτι δὲν ἔχομεν ἐπιστήμονας νὰ προσδιορίσουν ἐπακριβῶς τὸ ποσὸν τοῦ ἀργύρου τὸ ἐμπεριεχόμενον εἰς τὸν μόλυβδον. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὀρθὴ ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Ῥοντήρη, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ προσδιορίσωμεν τὴν ἀξίαν τοῦ μολύβδου καὶ ἀργύρου μετὰ τὰς ἐκκαμινεύσεις, διότι οἱ χημικοὶ μας ἀκριβέστατα καὶ μέχρι τελευταίου κόκκου δύνανται νὰ προσδιορίσωσι τοῦτο. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπιμένομεν διὰ νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ἐπιψήφισιν ἑνὸς νόμου, ὁ ὁποῖος πρέπει ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτατα νὰ ἐπιψηφισθῇ, διὰ νὰ ὠφεληθῶμεν ὅσον ἔνεστι γρηγορώτερα, ἀφοῦ εἴμεθα εἰς οἰκονομικὰς δυσχερείας ἀπὸ τὰς ὁποίας ἴσως ἠθέλησεν ἡ Θεία πρόνοια νὰ μᾶς ἐξαγάγῃ. Παρατηρῶ ἀκόμη τοῦτο, ὅτι ὁ κ. Λέκκας δὲν ἐπολέμησε τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ τὴν ἀρχὴν περὶ διαθέσεως.
§99ΛΕΚΚΑΣ. Μάλιστα.
§100ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διότι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, ἂν ᾖναι ἐθνικὰ ἢ ὄχι.
§101ΛΕΚΚΑΣ. Αὐτὸ βέβαια δὲν τὸ πολεμῶ· ἄπαγε τῆς βλασφημίας!
§102ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ θεωρῶ λοιπὸν ὅτι δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος σπουδαῖος, διὰ τὸν ὁποῖον νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου αὐτοῦ· καὶ πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐνέργειαν, καὶ εἴθε ὁ Θεὸς νὰ δώσῃ νὰ ἔχωμεν κάλλιστα ἀποτελέσματα.
§103ΠΟΛΛΟΙ. (ἐγειρόμενοι). Αὔριον, κ. πρόεδρε.
§104ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε, πρόεδρε, ἔχω ἀνάγκην νὰ ζητήσω ἔγγραφά τινα ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργόν. (οἱ πλεῖστοι ἀναχωροῦν).
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι καιρὸς τώρα πλέον· βλέπετε ὅτι οἱ πλεῖστοι ἀναχωροῦν· διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 παρὰ ¼ Μ. Μ.