| 7 | Κ. Μ. Θεοδώρου. | Στυλ. Κολιάτσος. | |
| 8 | Α. Κ. Μιχαλόπουλος. | Α. Ἴσκος. | |
| 9 | Ἀντ. Βενιζέλος. | Δ. Γρίβας. | |
| 10 | Α. Ζαΐμης. | Π. Πειτμεζῆς. | |
| 11 | Α. Δανόπουλος. | Α. Μαγγίνας. | |
| 12 | Ἰω. Δέκας. | Χ. Ῥηγόπουλος. | |
| 13 | Δημ. Καλλιφρονᾶς. | Ἰω. Ῥοϊλός. | |
| 14 | Σκαρλ. Σοῦτσος. | Ἰω. Σαφάκας. | |
| 15 | Περ. Α. Πετράκης. | Ν. Κατσικαπῆς. | |
| 16 | Ἀριστ. Λιδωρίκης. | Δ. Σαῤῥιγιάννης. | |
| 17 | Ν. Παπαμιχαλόπουλος. | Ν. Βαρβιτζιώτης. | |
| 18 | Γ. Μίλησης. | Ἰω. Βαλασόπουλος. | |
| 19 | Α. Σ. Μήτσας. | Σπ. Κοπανίτσας. | |
| 20 | Κ. Γιολδάσης. | Φ. Ἰ. Φίλωνος. | |
| 21 | Π. Μανωλίδης. | Γερ. Σέρβος. | |
| 22 | Εὐθ. Γουβέλης. | Α. Σταματόπουλος. | |
| 23 | Κ. Λομβάρδος. | Δ. Τσαμόπουλος. | |
| 24 | Α. Γαΐτας φωσκάρδης. | Ἰω. Ταμπακόπουλος. | |
| 25 | Σ. Π. Λεονταράκης. | Χ. Χρηστόπουλος. | |
| 26 | Ἰω. Σούλης Βάρκας. | Δ. Ζέγγελης. | |
| 27 | Ἀνδρ. Αὐγερινός. | Π. Κ. Μανέτας. | |
| 28 | Θ. Δαραλέξης. | Ἀθ. Κατριβάνος. | |
| 29 | Α. Πετραλιᾶς. | Ἰω. Πανούσης. | |
| 30 | Δ. Κατσίνας. | Γ. Μαλέας. | |
| 31 | Ἀναγ. Δημητρίου. | Ν. Παγκράτης. | |
| 32 | Σπ. Μαλασπίνας. | Ν. Καρύδης. | |
| 33 | Κ. Δ. Πεταλᾶς. | Γ. Γουλιμῆς. | |
| 34 | Θρ. Ζαΐμης. | Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος. | |
| 35 | Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς. | Α. Ῥοντήρης. | |
| 36 | Α. Διαμαντόπουλος. | Εὐθ. Πλαστήρας. | |
| 37 | Γ. Παπαδαῖος. | Γρηγ. Δημητριάδης. | |
| 38 | Ἰω. Σοφιανόπουλος. | Κωνστ. Εὐθυμιόπουλος. | |
| 39 | Κ. Δαγρές. | Δ. Σαράβας. | |
| 40 | Ἰω. Φλέσσας. | Α. Καπετανάκης. | |
| 41 | Α. Κοντόσταυλος. | Μιχ. Καπετανάκος. | |
| 42 | Γ. Παπανικολάου. | Α. Παπαλέξης. | |
| 43 | Ἰω. Μπαλάφας. | Εὐθ. Κεχαγιᾶς. | |
| 44 | Ν. Μ. Κοζαδίνος. | Θ. Κανακάρης. | |
| 45 | Ἰ. Πολυλᾶς. | Δ. Ἰ. Κουνουπιώτης. | |
| 46 | Ἐπ. Καμπερόπουλος. | Γ. Μπούμπουλης. | |
| 47 | Ἀνδρ. Νοταρᾶς. | Ἰάκ. Παξιμάδης. | |
| 48 | Σπυρ. Νοταρᾶς. | Σ. Σωτηρόπουλος. | |
| 49 | Ἀν. Δημητριάδης. | Β. Σκαλτσοδῆμος. | |
| 50 | Α. Μεταξᾶς. | Θ. Γκίκας. | |
| 51 | Γ. Δρακονταειδής. | Γ. Κ. Ζουλούμης. | |
| 52 | Δ. Ῥαπτάκης. | Δ. Οἰκονόμου. | |
| 53 | Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. | Μ. Ἀβέρωφ. | |
| 54 | Κ. Πανάρετος. | Κ. Νικόδημος. | |
| 55 | Γ. Βακαλόπουλος. |
1871.04.17
784 rows · 5,931 words · 1 table · 80 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 59.
Τῆς 17 Ἀπριλίου 1871.
(Σάββατον.)
Ὥρα 2 μ. μ.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων τῶν ἑξῆς κυρίων βουλευτῶν.
| Κ. Μ. Θεοδώρου. | Στυλ. Κολιάτσος. |
| Α. Κ. Μιχαλόπουλος. | Α. Ἴσκος. |
| Ἀντ. Βενιζέλος. | Δ. Γρίβας. |
| Α. Ζαΐμης. | Π. Πειτμεζῆς. |
| Α. Δανόπουλος. | Α. Μαγγίνας. |
| Ἰω. Δέκας. | Χ. Ῥηγόπουλος. |
| Δημ. Καλλιφρονᾶς. | Ἰω. Ῥοϊλός. |
| Σκαρλ. Σοῦτσος. | Ἰω. Σαφάκας. |
| Περ. Α. Πετράκης. | Ν. Κατσικαπῆς. |
| Ἀριστ. Λιδωρίκης. | Δ. Σαῤῥιγιάννης. |
| Ν. Παπαμιχαλόπουλος. | Ν. Βαρβιτζιώτης. |
| Γ. Μίλησης. | Ἰω. Βαλασόπουλος. |
| Α. Σ. Μήτσας. | Σπ. Κοπανίτσας. |
| Κ. Γιολδάσης. | Φ. Ἰ. Φίλωνος. |
| Π. Μανωλίδης. | Γερ. Σέρβος. |
| Εὐθ. Γουβέλης. | Α. Σταματόπουλος. |
| Κ. Λομβάρδος. | Δ. Τσαμόπουλος. |
| Α. Γαΐτας φωσκάρδης. | Ἰω. Ταμπακόπουλος. |
| Σ. Π. Λεονταράκης. | Χ. Χρηστόπουλος. |
| Ἰω. Σούλης Βάρκας. | Δ. Ζέγγελης. |
| Ἀνδρ. Αὐγερινός. | Π. Κ. Μανέτας. |
| Θ. Δαραλέξης. | Ἀθ. Κατριβάνος. |
| Α. Πετραλιᾶς. | Ἰω. Πανούσης. |
| Δ. Κατσίνας. | Γ. Μαλέας. |
| Ἀναγ. Δημητρίου. | Ν. Παγκράτης. |
| Σπ. Μαλασπίνας. | Ν. Καρύδης. |
| Κ. Δ. Πεταλᾶς. | Γ. Γουλιμῆς. |
| Θρ. Ζαΐμης. | Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος. |
| Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς. | Α. Ῥοντήρης. |
| Α. Διαμαντόπουλος. | Εὐθ. Πλαστήρας. |
| Γ. Παπαδαῖος. | Γρηγ. Δημητριάδης. |
| Ἰω. Σοφιανόπουλος. | Κωνστ. Εὐθυμιόπουλος. |
| Κ. Δαγρές. | Δ. Σαράβας. |
| Ἰω. Φλέσσας. | Α. Καπετανάκης. |
| Α. Κοντόσταυλος. | Μιχ. Καπετανάκος. |
| Γ. Παπανικολάου. | Α. Παπαλέξης. |
| Ἰω. Μπαλάφας. | Εὐθ. Κεχαγιᾶς. |
| Ν. Μ. Κοζαδίνος. | Θ. Κανακάρης. |
| Ἰ. Πολυλᾶς. | Δ. Ἰ. Κουνουπιώτης. |
| Ἐπ. Καμπερόπουλος. | Γ. Μπούμπουλης. |
| Ἀνδρ. Νοταρᾶς. | Ἰάκ. Παξιμάδης. |
| Σπυρ. Νοταρᾶς. | Σ. Σωτηρόπουλος. |
| Ἀν. Δημητριάδης. | Β. Σκαλτσοδῆμος. |
| Α. Μεταξᾶς. | Θ. Γκίκας. |
| Γ. Δρακονταειδής. | Γ. Κ. Ζουλούμης. |
| Δ. Ῥαπτάκης. | Δ. Οἰκονόμου. |
| Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. | Μ. Ἀβέρωφ. |
| Κ. Πανάρετος. | Κ. Νικόδημος. |
| Γ. Βακαλόπουλος. |
Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως
§1ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Τὰ ἀναγνωσθέντα πρακτικὰ ἀναφέρουσιν ὅτι ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ νὰ προτιμηθῇ τὸ νομοσχέδιον τῆς χήρας Λόϋδ ἐγένετο βραχεῖα, ἀλλὰ ζωηρὰ συζήτησις. Μοὶ φαίνεται ὅτι τὸ ζωηρὰ εἶναι περιττὸν νὰ τεθῇ. Δὲν στέκει εἰς ἐπίσημα πρακτικὰ αὐτὴ ἡ φράσις.
§2ΤΙΝΕΣ. Δὲν πειράζει.
§3Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ Νόμου περὶ συνοικισμοῦ τῶν Κορινθίων ἡ Βουλὴ παρεδέχθη νὰ χαρακτηρισθῇ κατεπείγουσα ἡ πρότασις καὶ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τοῦτο ὅμως δὲν φαίνεται ἐκ τῶν ἀναγνωσθέντων πρακτικῶν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ ἐγγραφῇ σήμερον;
§5ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐγκρίνονται τὰ πρακτικά;
§7ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν μας ἀπηυθύνθησαν εἰς τὸ προεδρεῖον τὰ ἑξῆς: Ἀναφορὰ τοῦ δημάρχου Μεθώνης, εἴτε δημαρχεύοντος Ἀνδρέα Δρούμη, ὅστις διευθύνει πρακτικὸν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου τοῦ δήμου ἐκείνου τὸ ὁποῖον διαμαρτύρεται διὰ τὴν καταδίκην τοῦ δημάρχου. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Αἴτησις Κεφαλλήνων συνταξιούχων ἐξαιτουμένων νὰ μὴ ψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς ἡ παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν προτεινομένη ἐλάττωσις τῶν συντάξεών των. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀναφορὰ τοῦ πρώην πληρεξουσίου κ. Κοντολέοντος διαβιβάζοντος εἰς τὴν Βουλὴν μίαν ἀπόφασιν δικαστικὴν, διὰ τῆς ὁποίας ἀποφασίζονται ὑπὲρ αὐτοῦ 1272 δραχμαὶ διὰ τὴν βουλευτικήν του ἀποζημίωσιν.
§9ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Νικόδημος ὑποβάλλει πρότασιν ἐξ ἑνὸς ἄρθρου, τὴν ἑξῆς· «Ἄρθρον μοναδικόν. Τὰ εἰσπραχθησόμενα χρήματα ἐκ τῶν πρὸ τοῦ 1871 πρὸς τὸ δημόσιον ὀφειλετῶν, θέλουσι παρακατατεθῆ εἰς τὴν ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐπὶ τόκῳ, ἵνα χρησιμεύσωσι ταῦτα πρὸς ἐξόφλησιν τῶν ἀπαιτήσεων τῶν ἀγωνισαμένων καὶ τῶν προσενεγκόντων χρήματα κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς πατρίδος. Ὁ βουλευτὴς Νέων Ψαρῶν Κ. Νικόδημος.»
§11ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ καὶ ἡ ἔκθεσίς μου, διότι προτείνω γνώμην περὶ ἐξασφαλίσεως τῶν ἀπαιτήσεων τῶν ἀγωνιστῶν καὶ συνιστῶ τὴν ἔκθεσιν ταύτην εἰς τὴν μελέτην τῶν κυρίων βουλευτῶν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πλαστήρας, βουλευτὴς Ναυπακτίας, διαβιβάζει εἰς τὴν Βουλὴν διατριβὴν περὶ φορολογικοῦ συστήματος τυπωθεῖσαν ἄλλοτε, καὶ τὴν ὁποίαν παρακαλεῖ νὰ λάβωσιν οἱ κύριοι βουλευταὶ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ φορολογικοῦ νομοσχεδίου. Ἔχω, κύριοι, νὰ σᾶς ἀναγγείλω καὶ ἕτερόν τι· ἐνθυμεῖσθε ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου περὶ σιδηροδρόμου Πειραιῶς προτάσει τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν ἐσωτερικῶν παρεδέχθη ἡ Βουλὴ, ὅπως χιλίας δραχ. κατ’ ἔτος πληρώνῃ ἡ ἑταιρία τοῦ σιδηροδρόμου καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ προνομίου· ἡ Βουλὴ τὸ παρεδέχη καὶ ἐσημειώθη εἰς τὰ πρακτικά· συνέβη ὅμως τὸ λάθος εἰς τὸ ἄρθρον νὰ μὴν ἐγγραφῇ· ἐγὼ δὲν ἐνόμισα, ὅτι δύναμαι νὰ τὸ διορθώσω χωρὶς νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Νομίζω, ὅτι ἤδη δύναται νὰ διορθωθῇ ὡς ἑξῆς «καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ δίδῃ προσέτι ἡ ἑταιρία κατ’ ἔτος, καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ προνομίου, ὑπὲρ τοῦ νοσοκομείου Πειραιῶς δραχμὰς χιλίας».
§13ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤδη ἔχω νὰ ἐκπληρώσω καὶ ἕτερον λυπηρὸν καθῆκον. Ὁ συνάδελφος ἡμῶν βουλευτὴς Ὀλυμπίας καὶ ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Χαράλαμπος Χριστόπουλος ἐξεπλήρωσε τὸ κοινὸν χρέος. Τὸν συνωδεύσαμεν ὅσοι εὑρέθημεν ἐδῶ ἀποδώσαντες εἰς αὐτὸν τὰς τιμὰς αἱ ὁποῖαι ἥρμοζον εἰς τὴν ἀξίαν καὶ τὸ ἀξίωμά του.
§15Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὑποβάλλω, κύριοι, εἰς ὑμᾶς πρότασιν περὶ διαθέσεως τῶν ἀρχαίων ἐκβολάδων ὑπογεγραμμένην παρ’ ἐμοῦ τοῦ κυρίου Ζέγγελη καὶ Κ. Ῥοντήρη· εἶναι σύντομος.
ΠΡΟΤΑΣΙΣ ΝΟΜΟΥ.
Περὶ διαθέσεως τῶν ἀρχαίων ἐκβολάδων. Ἄρθρ. 1. Αἱ μεταλλοῦχοι ἐκβολάδες τῶν ἀρχαίων, ὁπουδήποτε τῆς ἐπικρατείας κεῖνται, θέλουσι διατεθῆ διὰ Νόμου πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου, ὡς ἀνήκουσαι εἰς τὸ κράτος. Ἐκβολάδες εἰσὶν οὐ μόνον τὰ μεταλλοῦχα χώματα, ἀλλὰ καὶ τὰ μέταλλα τὰ ὑπὸ τῶν ἀρχαίων ἐξωρυγμένα. Ἄρθρ. 2. Ὁ περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων εἰδικὸς Νόμος θέλει στηρίζεται εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ δημοσίου συναγωνισμοῦ, ἐὰν τὸ κράτος δὲν προτιμήσῃ τὴν ἄμεσον αὑτῶν ἢ μέρους αὑτῶν μετάλλευσιν, θέλει δὲ εἰσαχθῆ εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἑπομένων διατάξεων. ά.) Ἡ κυβέρνησις ὀφείλει τὸ ταχύτερον νὰ γνωστοποιήσῃ προσηκόντως ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ τὸν παρόντα Νόμον μετὰ περιλήψεως τῶν ἀπὸ 24 Νοεμβρίου 1870 καὶ 3 Φεβρουαρίου 1871 περὶ καταμετρήσεως καὶ ἀναλύσεως ἐπιστημονικῶν ἐκθέσεων τῆς ἐπὶ τούτῳ διορισθείσης παρὰ τῆς κυβερνήσεως ἐπιτροπῆς. βʹ.) Εὐθὺς μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος νόμου θέλει διορισθῆ πολυμελὴς ἐπιτροπὴ ἐξ ἐπιστημόνων μετὰ τοῦ ἀναγκαίου βοηθητικοῦ προσωπικοῦ, ἥτις, διῃρημένη εἰς τμήματα, θέλει ἀναζητήσει καὶ καταμετρήσει πάσας τὰς ἐν τῇ Λαυριωτικῇ χώρᾳ κειμένας ἐκβολάδας, (πλὴν τῶν ἤδη καταμετρηθεισῶν) καὶ θέλει ἐκτελέσει τὰς ἀναλύσεις, αἵτινες ἀπαιτοῦνται πρὸς προσδιορισμὸν τῆς ἐν αὐταῖς περιεχομένης εἰς μέταλλον ἀξίας καὶ τῆς εἰς τμήματα δυνατῆς διαιρέσεώς των. γʹ.) Ἡ αὐτὴ ἐπιτροπὴ θέλει συντάξει σχεδιάγραμμα πάσης τῆς Λαυριωτικῆς χώρας, ἐν ᾧ θέλουσι δι’ ἀριθμῶν σημειωθῆ πάντες οἱ τῶν ἐκβολάδων σωροὶ, καὶ τὰ περιέχοντα αὐτὰς φρέατα, σπήλαια, δεξαμεναὶ, στοαὶ, ὡς καὶ πάντα ἐν γένει τὰ σημεῖα ἔνθα ὑπάρχουσιν ἐκβολάδες. Ἄρθρ. 3. Ἡ παράβασις τοῦ Νόμου ΤΠΑʹ τῆς 20 Μαρτίου 1871, δι’ οὗ ἀπαγορεύεται ἡ τῶν ἐκβολάδων χρῆσις, τιμωρεῖται μὲ εἱρκτὴν, συνεπιβαλλομένης καὶ τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 226 τοῦ ποινικοῦ νόμου χρηματικῆς ποινῆς. Δημόσιοι λειτουργοί, πολιτικοὶ ἢ στρατιωτικοὶ ἐξ ἀμελείας παραβάντες τὸν εἰρημένον ΤΠΑʹ. νόμον ἢ τὸν παρόντα, τιμωροῦνται μὲ φυλάκισιν τοὐλάχιστον τριῶν ἐτῶν, φυλαττομένης καὶ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρ. 24 τοῦ ποιν. νόμου. Ἄρθρ. 4. Καθ’ ἅπασαν τὴν Λαυριωτικὴν χώραν θέλει διορισθῆ ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως μὲ βαθμὸν Γενικοῦ Γραμματέως, εἰς ὃν ἀνατίθενται πάντα τὰ καθήκοντα καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Νομάρχου καὶ τὰ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας κατὰ τὸν Νόμον ΡΚϚʹ., ὡς καὶ προσέτι ἡ ἐκτέλεσις τῶν περὶ μεταλλείων, σκωριῶν καὶ ἐκβολάδων Νόμων καὶ διαταγμάτων. Διὰ Β. Διατάγματος θέλουσι κανονισθῆ τὰ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων. Ἄρθρον 5. Τὸ ἐν Λαυρίῳ Τελωνεῖον προβιβάζεται εἰς Τελωνεῖον Αʹ. τάξεως. Ἄρθρον 6. Διὰ Β. Διατάγματος θέλουσιν ὁρισθῆ εὐθὺς μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος Νόμου αἱ ἐποχαὶ, καθ’ ἃς ἐπιτρέπεται ἡ διὰ τὴν ἡμεδαπὴν ἢ τὴν ἀλλοδαπὴν ἐξαγωγὴ μεταλλικῶν οὐσιῶν ἐκ τοῦ λιμένος τοῦ Λαυρίου. Ἡ φόρτωσις καὶ ἡ ἐξαγωγὴ κατὰ πᾶσαν ἄλλην ἐποχὴν τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν τοὐλάχιστον τριῶν ἐτῶν πάντων τῶν εἰς αὐτὴν συμπραξάντων, καὶ εἰς χρηματικὴν ποινὴν κατὰ τὸ ἄρθ. 226 καὶ 30 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Κατὰ τὴν φόρτωσιν θέλουσι παρευρίσκεσθαι, πλὴν τῶν τελωνειακῶν ἀρχῶν, ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως, εἷς τῶν τμηματαρχῶν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἢ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ διοικητὴς τῆς ἐν Λαυρίῳ στρατιωτικῆς δυνάμεως· ὁσάκις ὑπάρξῃ ἀνάγκη ἐκτάκτου φορτώσεως, θέλει περὶ τούτου ἐκδοθῆ ἴδιον Βασιλικὸν Διάταγμα. Ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἐπιτρέπεται ἡ τοῦ φορτίου ἐξαγωγὴ ἄνευ προπληρωμῆς πάντων τῶν εἰς τὸ δημόσιον ὀφειλομένων δι’ αὐτὸ δικαιωμάτων· ἡ βεβαίωσις τῆς προπληρωμῆς ταύτης ἀνήκει εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἄρθρον 7. Πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν καταμετρήσεων καὶ τῶν ἀναλύσεων τῶν ἐκβολάδων καὶ τῶν ἀπαιτουμένων ἐν γένει πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ παρόντος Νόμου ἐργασιῶν, χορηγεῖται πίστωσις δραχμῶν εἴκοσι χιλιάδων εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1871, ἐν τῷ Κεφ. 13ῳ ὑπὸ ἐδαφ. 10 «Μεταλλεῖα ἐν Λαυρίῳ.» Ἡ πίστωσις αὕτη, ἀπούσης τῆς Βουλῆς, δύναται ν’ αὐξήσῃ δι’ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ λογιστικοῦ Νόμου. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 17 Ἀπριλίου 1871.
Οἱ Βουλευταὶ
Δ. Γ. ΖΕΓΓΕΛΗΣ.
Α. ῬΟΝΤΗΡΗΣ.
Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ.
Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ διατάξῃ νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ συζητηθῇ.
§16ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουρ. Οἰκονομ.). Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι αἱ παρατεταμέναι συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἐπησχόλησαν τὴν Βουλὴν, κατέληξαν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν προτάσεως, δι’ ἧς ἀπηγορεύετο προσωρινῶς πᾶσα χρῆσις τῶν ἐκβολάδων. Ἡ πρότασις αὕτη κυρωθεῖσα παρὰ τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως κατέστη νόμος τοῦ Κράτους καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐλήφθησαν ὅλα τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, ὅπως ὁ νόμος οὗτος ἐκτελεσθῇ καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν, καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἐκτελῆται οὕτω μέχρι τῆς σήμερον. Ἡ κυβέρνησις ἐπανέλαβε τὰς μελέτας αὑτῆς ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ἀντικειμένου· συνεκρότησε καὶ πάλιν συμβούλιον εἰς τὸ ὁποῖον ἔλαβον μέρος διάφοροι ἐπίσημοι νομομαθεῖς καὶ μετ’ αὐτῶν ἐξήτασεν ἐκ νέου καὶ συνεζήτησεν ὅλα τὰ ζητήματα ὅσα ἀνεπτύχθησαν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Ἀλλὰ καὶ ἡ νέα αὕτη ἐξέτασις δὲν κατέληξε κατὰ δυστυχίαν εἰς οὐδὲν ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα, διότι καὶ κατ’ αὐτὴν ἐπεκράτησε μεταξὺ τῶν νομομαθῶν μας ἡ αὐτὴ διαφωνία καὶ ἡ αὐτὴ σύγχυσις, ἡ ὁποία παρετηρήθη ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Ἀκολούθως ἀπεφασίσθη νὰ μεταβῇ ἓν μέλος τῆς Κυβερνήσεως εἰς Λαύριον, ἵνα ἴδῃ ἐκ τοῦ πλησίον τὰ πράγματα καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον μετέβην ἐγώ. Φθάσας ἐκεῖ ἐθαύμασα, ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω πρὸς τιμὴν τῆς ἑταιρίας Ῥοὺ, τὰ ἔργα τὰ ὁποῖα ἡ ἑταιρία αὕτη ἀπὸ πολλοῦ χρόνου κατέστησεν εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα. Εἶδα, κύριοι, ὅτι ὁ ἔρημος τόπος τοῦ Λαυρίου μετεβλήθη εἰς πόλιν, ὅτι ὅλα τὰ δάση διασχίζονται ἀπὸ ἁμαξιτὰς ὁδοὺς καὶ ὅτι χιλιάδες πολιτῶν εὑρίσκουσιν ἐκεῖ ἔντιμον καὶ γενναίως ἀμειβομένην ἐργασίαν. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπιτόπιος μετάβασίς μου οὐδόλως μὲ ἐφώτισεν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐσυζητήθη καὶ ἐνταῦθα καὶ μεταξὺ τῶν νομομαθῶν, περὶ τοῦ ἐὰν δηλ. αἱ ἐκβολάδες ἢ τὰ μεταλλοῦχα χώματα ᾖναι κινητὰ ἢ ἀκίνητα. Ἐσχημάτισα ὅμως ἀδιάσειστον πεποίθησιν, ὅτι ὁ τόπος ἐφ’ οὗ εὑρίσκονται αἱ ἐκβολάδες, εἶναι δάσος καὶ ὡς τοιοῦτον ἀνήκει καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὸ δημόσιον, δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1836, κατὰ τὸν ὁποῖον ὅλα τὰ δάση κηρύττονται ἐθνικὴ ἰδιοκτησία, ἐὰν οἱ ἔχοντες τίτλους δὲν τοὺς παρουσιάσωσιν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας, καθόσον οἱ ἀντιποιούμενοι τὴν κυριότητα αὐτῶν κάτοικοι Κερατιᾶς δὲν παρουσίασαν τοιούτους· ἑπομένως τὸ δημόσιον δυνάμει τοῦ νόμου ἐκείνου θέλει ἀναγνωρισθῇ ἰδιοκτήτης τῶν δασῶν. Ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν τὸ δημόσιον δὲν ἔχει σήμερον τὴν κατοχὴν αὐτῶν ὑφίσταται δὲ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐκκρεμὴς δίκη μεταξὺ δημοσίου καὶ τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Κερατιᾶς. Ὥστε, κύριοι, βλέπετε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον εἰσήχθη πρό τινος καιροῦ ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐγένοντο ὅλαι αἱ συζητήσεις, δὲν ἤθελεν ἔχει καμμίαν ἐφαρμογὴν, διότι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἀπέβλεπεν ἐκβολάδας εὑρισκομένας ἐπὶ ἰδιωτικῶν γαιῶν, καὶ κατὰ τὴν πεποίθησίν μου τοιαῦται δὲν ὑπάρχουν, διότι ὅλος ὁ τόπος ἐπὶ τοῦ ὁποίου εὑρίσκονται ἐκβολάδες εἶναι δάσος καὶ ὀγλίγωρα ἢ ἀργὰ θέλει ἀναγνωρισθῆ παρὰ τῶν δικαστηρίων ὡς ἐθνικὴ περιουσία. Ἐπανελθὼν ἐνταῦθα ἐφρόντισα μεταχειριζόμενος ὅλα τὰ νόμιμα μέσα, ἅτινα ἡ πολιτικὴ δικονομία χορηγεῖ εἰς πάντα διάδικον, νὰ ἐπιταχύνω τὸ πέρας τῶν δικῶν τούτων· καὶ εἰς τὰς προσπαθείας μου ταύτας μὲ διευκόλυνε οὐκ ὀλίγον ἡ ἐπελθοῦσα δημοσίευσις τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, διὰ τῆς ὁποίας ἀποῤῥίπτεται ἡ ἀναίρεσις τῶν κατοίκων κατὰ τῆς προεκδοθείσης ἀποφάσεως τοῦ ἐφετείου. Ἀλλά, κύριοι, μὲ ὅλας τὰς καταβληθείσας προσπαθείας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἴδωμεν πολὺ ταχέως τὸ τέλος τῆς δίκης ταύτης, καθόσον ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ τηρηθῶσι διάφοροι προθεσμίαι, τὰς ὁποίας ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπερπηδήσωμεν. Διὰ τοῦτο, ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη, ἂν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τῶν ἐκβολάδων, χωρὶς νὰ περιμείνῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ὑφισταμένης μεταξὺ τοῦ δημοσίου καὶ τῶν κατοίκων Κερατέας δίκης. Μετὰ πολλὰς μελέτας ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου κατελήξαμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς παρουσιάσω, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἀσφαλίζει πληρέστατα τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου, ἀφ’ ἑτέρου δὲν δύναται νὰ κατακριθῇ ἡ πρᾶξίς της ὡς αὐθαίρετος οὐδὲ ὡς παραβιάζουσα τὰ δικαιώματα τοῦ ἰδιοκτήτου τῶν γαιῶν, ἐφ’ ὧν κεῖνται αἱ ἐκβολάδες. Ἡ βάσις, Κύριοι, ἐπὶ τῆς ὁποίας τὸ νομοσχέδιόν μας στηρίζεται, εἶναι ἡ ἑξῆς· εἰς ὅλον τὸν κόσμον τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας τῆς ἐπιφανείας εἶναι ἀνεγνωρισμένον καὶ σεβαστόν, καὶ κατὰ τὴν γενικὴν ἀρχὴν τοῦ δικαίου τὸ δικαίωμα τοῦτο θεωρεῖται ἐπεκτεινόμενον καὶ ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων τὰ ὁποῖα κεῖνται ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς· ἀλλὰ κατ’ ἐξαίρεσιν τοῦ γενικοῦ τούτου κανόνος τὰ πλεῖστα τῶν εὐνομουμένων ἐθνῶν παρεδέχθησαν, ὅτι αἱ μεταλλικαὶ οὐσίαι αἱ εὑρισκόμεναι ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς δύνανται νὰ διαχωρισθῶσιν ἀπὸ τὴν ἰδιοκτησίαν τῆς ἐπιφανείας καὶ ν’ ἀποτελέσωσιν ἰδιαιτέραν ἰδιοκτησίαν, τὴν ὁποίαν τὸ κράτος ἔλαβε τὸ δικαίωμα νὰ διαθέσῃ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας. Τὸ αὐτὸ ἐγένετο καὶ παρ’ ἡμῖν διὰ τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου τοῦ 1861, κατὰ τὸν ὁποῖον ὅλα τὰ μεταλλεῖα κηρύσσονται ἰδιοκτησία ἀνεξάρτητος τῆς ἐπιφανείας καὶ διατίθενται παρὰ τῆς ἐπικρατείας, παραχωρούμενα εἰς ἄλλους, οἵτινες ὅμως ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀποζημιώνωσι τὸν ἰδιοκτήτην τῆς ἐπικρατείας δι’ ὅλας τὰς ζημίας τὰς ὁποίας ἤθελον τῷ προξενήσει καὶ νὰ τῷ πληρόνωσι μικρὸν μέρισμα, διότι εἶχε τὴν τύχην νὰ εὑρεθῇ εἰς τὸ κτῆμά του τὸ μεταλλεῖον. Ὁ νόμος τοῦ 61, καὶ κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατὰ τὴν γνώμην ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς ἀποβλέπει τὰς μεταλλικὰς ἐκείνας οὐσίας, τὰς ὁποίας ἡ δημιουργικὴ δύναμις τῆς φύσεως ἐτοποθέτησεν εἰς τὰ σπλάγχνα τῆς γῆς, δὲν ἐπεκτείνεται δὲ καὶ ἐπὶ τῶν μεταλλευμάτων, ἤτοι ἐπὶ τῶν μεταλλικῶν οὐσιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐξωρύχθησαν εἰς ἀρχαιοτέραν ἐποχὴν καὶ μετεκινήθησαν ἀπὸ τὸν τόπον εἰς τὸν ὁποῖον ἡ φύσις τὰς ἔθεσεν· αἱ μεταλλικαὶ αὗται οὐσίαι διακρινόμεναι ὑπὸ τὸ ὄνομα τῶν ἐκβολάδων, εἶναι προϊὸν ἀνθρωπίνης ἐργασίας καὶ δὲν συμπεριλαμβάνονται εἰς τὸν περὶ μεταλλείων νόμον. Ἀλλ’ ὅπως δήποτε, εἶναι καὶ αὗται μεταλλικαὶ οὐσίαι ὅπως εἶναι καὶ αἱ ἄλλαι αἱ ἀποτελοῦσαι τὰ μεταλλεῖα. Καθὼς λοιπὸν ὁ περὶ μεταλλείων νόμος ἔδωκε εἰς τὴν ἐπικράτειαν τὸ δικαίωμα νὰ χωρίσῃ ἀπὸ τὴν ἰδιοκτησίαν τῆς ἐπιφανείας τὰς αὐτοφυεῖς μεταλλικὰς οὐσίας τὰς εὑρισκομένας εἰς τὰ σπλάγχνα τῆς γῆς, οὕτω δι’ ἄλλου νόμου δύνανται νὰ χωρισθῶσιν καὶ αἱ μεταλλικαὶ οὐσίαι, αἱ εὑρισκόμεναι εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς, ἐξορυχθεῖσαι δὲ καὶ τοποθετηθεῖσαι εἰς ἀρχαιοτέραν ἐποχήν. Ἀπεφάσισε λοιπόν, κύριοι, ἡ κυβέρνησις νὰ σᾶς παρουσιάσῃ νομοσχέδιον κατὰ τὸ ὁποῖον αἱ μεταλλικαὶ οὐσίαι αἱ ὁποῖαι ἐξωρύχθησαν εἰς ἀρχαιοτέραν ἐποχὴν καὶ εὑρίσκονται ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς εἴτε ἐντὸς δεξαμενῶν ἢ φρεάτων εἴτε ὁπουδήποτε ἀλλαχοῦ θεωροῦνται ὡς ἰδιοκτησία ἀνεξάρτητος τοῦ ἐδάφους ἐφ’ οὗ εὑρίσκονται, καὶ ἡ νέα αὕτη ἰδιοκτησία κηρύττεται ὡς ἀνήκουσα εἰς τὴν ἐπικράτειαν, ἡ ὁποία λαμβάνει τὸ δικαίωμα νὰ τὴν διαθέσῃ ὅπως ἤθελεν κρίνει καταλληλότερον· ἐννοεῖται δὲ, ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης τῆς ἐπιφανείας ἐπὶ τῆς ὁποίας ἡ νέα αὕτη ἰδιοκτησία εὑρίσκεται θέλει ἀποζημιωθῇ δι’ ὅλας τὰς βλάβας καὶ τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ἤθελεν ὑποφέρει ἡ ἰδιοκτησία του λαμβάνων τὸ διπλάσιον τῆς ἀξίας τοῦ ἐδάφους του. Εἶναι δὲ περιττὸν νὰ σᾶς ἐπαναλάβω ὅτι ἰδιοκτήτης τοῦ ἐδάφους θέλει εἶσθαι μετ’ ὀλίγον αὐτὸ τὸ δημόσιον, διότι αἱ γαῖαι ἐπὶ τῶν ὁποίων εὑρίσκονται αἱ γνωσταὶ ἐκβολάδες εἶναι κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου δάσος καὶ τὴν γνώμην μου ταύτην, νομίζω, ὅτι συμμερίζεσθε πάντες ὅσοι ἐλάβατε τὸν κόπον νὰ ἐπισκεφθῆτε τὸ Λαύριον. Ἀφοῦ, κύριοι, ἀποφασίσωμεν νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον, ἐνομίσαμεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ σταματήσωμεν μόνον εἰς τὴν ἀνακήρυξιν τῆς ἀρχῆς ταύτης, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ προβῶμεν καὶ εἰς σκέψεις περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαθέσεως τῆς νέας ταύτης ἰδιοκτησίας. Ἡ πρώτη σκέψις, Κύριοι, περὶ διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων, ἦτο ἐὰν ἠδύνατο τὸ Κράτος ν’ ἀναλάβῃ τὴν χρησιμοποίησιν καὶ τὴν ἐκκαμίνευσιν τῶν μεταλλικῶν τούτων χωμάτων, καὶ νὰ ἐξακολουθῇ νὰ τὰ καμινεύῃ εἰς λογαριασμὸν τῆς ἐπικρατείας· ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ πείσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, ὅτι τοῦτο ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποβῇ πρὸς ὄφελος τῆς ἐπικρατείας, καθόσον ἔχομεν τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ δημόσιον εἶναι πολὺ κακὸς ἰδιοκτήτης καὶ πολὺ χειρότερος ἐργολάβος· ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ διεξαγάγῃ τοιαύτας ἐπιχειρήσεις μὲ τὴν οἰκονομίαν, μὲ τὴν ἐπιμέλειαν καὶ μὲ τὴν ἀκρίβειαν μὲ τὴν ὁποίαν τὰς διεξάγουσιν οἱ ἰδιῶται, φρονοῦμεν δὲ ὅτι μία τοιαύτη ἐπιχείρισις, ἐκτὸς τῶν περιπλοκῶν, τὰς ὁποίας ἤθελε γεννήσει, ἐκτὸς τῶν σκανδάλων, τὰ ὁποῖα ἤθελε προξενήσει, ἤθελεν ἴσως ἀποβῆ ἐπιζήμιος εἰς τὸ δημόσιον, ὅπως συνέβη εἰς ὁμοίας περιστάσεις καὶ παρ’ ἡμῖν καὶ ἀλλαχοῦ. Παρητήσαμεν λοιπὸν τὴν ἰδέαν τοῦ νὰ ἀναλάβῃ ἡ ἐπικράτεια ἀπ’ εὐθείας τὴν ἐκκαμίνευσιν τῶν ἐκβολάδων καὶ ἀπεφασίσαμεν νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι πρέπει ἡ ἐργασία αὐτὴ νὰ παραχωρηθῇ εἰς ἰδιώτας. Ἀποφασίσαντες τοῦτο ἐνομίσαμεν, ὅτι τὸ καταλληλότερον μέσον διὰ νὰ λάβῃ τὸ δημόσιον πάσας τὰς δυνατὰς ὠφελείας εἶναι ὁ δημόσιος συναγωνισμὸς καὶ δι’ αὐτοῦ κατὰ τὸ νομοσχέδιόν μας θέλουσι διατεθῆ αἱ ἐκβολάδες, παραχωρούμεναι εἰς τὸν πλειότερα προσφέροντα. Ἀλλὰ, κύριοι, διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ πλήρη γνῶσιν τῆς ποιότητος τῶν ἐκβολάδων καὶ τῆς ἀξίας αὐτῶν καὶ διὰ νὰ δοθῇ καιρὸς εἰς ὅλον τὸν κόσμον, ὁ ὁποῖος ἐπιθυμεῖ νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐπιχείρησιν αὐτὴν, νὰ κάμῃ τὰς ἀναγκαίας ἐρεύνας καὶ νὰ κανονίσῃ ἐν γνώσει τὴν προσφοράν του, τὸ νομοσχέδιον περιέχει διατάξεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ μὲν Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ πέμψῃ ἐπιτροπὴν ἐξ εἰδικῶν ἀνδρῶν, ἥτις νὰ κάμῃ διαφόρους ἐξετάσεις, νὰ καταμετρήσῃ τὸν ὄγκον τῶν ἐκβολάδων, νὰ ἀναλύσῃ πολλὰ δείγματα ἵνα προσδιορισθῇ ἡ ἀξία καὶ τὸ ποσὸν τοῦ μετάλλου τὸ ὁποῖον περιέχουσι ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὑποχρεόνει τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν νὰ δημοσιεύσῃ τὸ πρόγραμμά του, τοὐλάχιστον ἓξ μῆνας πρὸ τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν θὰ ἐνεργηθῇ ὁ συναγωνισμὸς, καὶ νομίζομεν ὅτι τὸ διάστημα τῶν 6 μηνῶν εἶναι ἀρκετὸν, ὄχι μόνον διὰ νὰ κάμουν τὰς ἀναγκαίας ἐρεύνας καὶ ἐξετάσεις οἱ ἰδιῶται, ἀλλὰ νὰ δυνηθοῦν νὰ σχηματίσουν καὶ διαφόρους συνεταιρισμοὺς μεταξὺ των διὰ νὰ ὠφεληθοῦν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότεροι ἀπὸ τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην. Ἀπεφασίσαμεν συγχρόνως ὥστε ἡ διάθεσις τῶν γνωστῶν ἐκβολάδων, ὁ ὄγκος τῶν ὁποίων ἀνέρχεται κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τῆς προαποσταλείσης ἐπιτροπῆς εἰς 6,700 000 τόνους, ἀπεφασίσαμεν, λέγω, ἡ διάθεσις τούτων νὰ μὴ γίνῃ διὰ μιᾶς, ἀλλὰ νὰ διαιρεθοῦν εἰς πολλὰς μερίδας, ἑκάστη τῶν ὁποίων νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ τὸ 1,000,000 τόνων. Τοῦτο δὲ ἐπράξαμεν, καθὼς σᾶς εἶπον, διότι ἐπιθυμοῦμεν, νὰ μετάσχουν τῆς ἐπιχειρήσεως ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα ἄτομα καὶ νὰ σχηματισθοῦν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότεραι ἑταιρίαι. Καὶ ταῦτά μὲν, κύριοι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων. Ἀλλ’ ἴσως εἶσθε περίεργοι νὰ μάθητε ποία εἶναι ἡ βάσις, ἢ ποῖον τὸ ἀντικείμενον, περὶ τὸ ὁποῖον θέλει περιστραφῇ ὁ συναγωνισμὸς, τί δηλαδὴ θέλουν προσφέρει οἱ παρουσιαζόμενοι εἰς τὴν δημοπρασίαν διὰ νὰ λάβωσι τὴν κατακύρωσιν. Ἡ πρώτη ἰδέα, ἡ ὁποία μᾶς ἦλθε κατὰ νοῦν ἦτον αὕτη, νὰ διαιρέσωμεν ὅλην τὴν ἐπιφάνειαν, ἐπὶ τῆς ὁποίας εὑρίσκονται αἱ ἐκβολάδες, εἰς διάφορα τεμάχια ὡρισμένης ἐκτάσεως, νὰ ὁροθετήσωμεν αὐτὰ διὰ σημείων σταθερῶν καὶ νὰ τὰ ἐκποιήσωμεν, κατακυροῦντες ἕκαστον αὐτῶν εἰς τὸν ὅστις ἤθελε προσφερθῆ νὰ πληρώσῃ ἀνώτερον χρηματικὸν ποσὸν πληρωτέον εἰς ὡρισμένας δόσεις· νὰ κατακυρώσωμεν π. χ. τὴν μερίδα Α, εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἤθελε προσφερθῆ νὰ πληρώσῃ 800,000, 1,000,000 ἢ 2,000,000 δραχμῶν· ὁ τρόπος οὗτος τῆς διαθέσεως ἤθελεν εἶσθαι ὁ ἁπλούστερος, διότι ἀπαλλάττει τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ πᾶσαν ἔρευναν, καὶ ἀπὸ τὴν ἀνάγκην πάσης ἐποπτείας ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων, διότι ἀφοῦ ἅπαξ πωλήσῃ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν ἐκβολάδων, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἐπί τινος θέσεως ἀντὶ ὡρισμένης ποσότητος, τὸ δημόσιον δὲν ἔχει πλέον ἀνάγκην νὰ παρακολουθῇ τὸν ἐργολάβον, νὰ ἐρευνᾷ τὸ παραγόμενον τῆς ἐργασίας του διὰ νὰ μάθῃ ποῖον δικαίωμα ἔχει νὰ λάβῃ. Ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν, κύριοι, ὅσον ἐπεθυμοῦμεν νὰ μείνωμεν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, ἄλλο τόσον ἐπείσθημεν ἐκ τῆς ἐπιτοπίου μάλιστα ἐρεύνης τὴν ὁποίαν ἔκαμον κατὰ τὴν εἰς Δαύριον μετάβασίν μου, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ τὸ πραγματοποιήσωμεν, καὶ εἶναι ἀδύνατον διὰ δύο λόγους· α) διότι τὸ ἔδαφος ἐπὶ τοῦ ὁποίου εὑρίσκονται αἱ ἐκβολάδες εἶναι τοσοῦτον ἀνώμαλον, ἔχει τοσαύτας ἐσοχὰς καὶ ἐξοχὰς, ὥστε μὲ ὅσας καταμετρήσεις καὶ ἂν κάμῃ τις εἶναι ἀδύνατον νὰ προσδιορίσῃ μὲ κάποιαν ἀκρίβειαν τὸν ὄγκον τῶν ἐκβολάδων ὡρισμένης τινὸς ἐκτάσεως· καὶ βʹ) διότι τὸ ποσὸν τοῦ μετάλλου τὸ ὁποῖον περιέχουσιν αἱ ἐκβολάδες διαφέρει σχεδὸν κατὰ σπιθαμήν. Λαμβάνετε ἀπὸ τὸ σημεῖον Α. τῆς θέσεως δεῖνα, χῶμα, τὸ ἀναλύετε, καὶ σᾶς παρουσιάζει 2% μόνον μόλυβδον. Λαμβάνετε ἴσης ποσότητος χῶμα ἀπὸ τὸ παρακείμενον σημεῖον τῆς αὐτῆς θέσεως καὶ εὑρίσκετε 10% μόλυβδον. Προχωρεῖτε ὀλίγον βαθύτερον εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον καὶ εὑρίσκετε 5 ἢ 15%, πηγαίνετε ἀκόμη βαθύτερα καὶ εὑρίσκετε ὀλιγώτερα ἢ περισσότερα. Ἑπομένως ὁ παρουσιασθησόμενος ἀγοραστὴς, δὲν ἔχει κανὲν διδόμενον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ στηριχθῇ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μάθῃ, ὅσας ἐρεύνας καὶ ἀναλύσεις καὶ ἂν ἤθελε κάμει, οὔτε εἰς πόσους τόνους θέλουσιν ἀναβῆ αἱ ἐκβολάδες μιᾶς θέσεως, οὔτε ποία εἶναι ἡ ποσότης τοῦ μετάλλου, ἡ ὁποία θέλει ἐξαχθῆ ἐξ αὐτῶν. Τὸ δὲ χειρότερον ἢ, μᾶλλον, τὸ καλλίτερον εἶναι, ὅτι τὰ χώματα ταῦτα δὲν περιέχουν μόνον μόλυβδον, ἀλλὰ περιέχουν καὶ ἄργυρον, καὶ ἡ ποσότης τοῦ ἀργύρου διαφέρει ἐπαισθητῶς. Ὁ μόλυβδος, τὸν ὁποῖον ἐξάγετε ἄλλοτε μὲν περιέχει 500 grammes ἀργύρου κατὰ τόνον, ἄλλοτε δὲ 2000 grammes, καὶ ἐνίοτε μέχρι 5000 grammes· ὥστε εἶναι ἀδύνατον εἰς ἐργολάβον σπουδαῖον θέλοντα νὰ κάμῃ σπουδαίαν ἐπιχείρησιν, νὰ εὕρῃ βάσιν μόνιμον, ἐπὶ τῆς ὁποίας νὰ στηριχθῇ καὶ νὰ κανονίσῃ τὴν προσφοράν του. Διὰ τὸν τελευταῖον τοῦτον λόγον, δὲν εἶναι ἐπίσης δυνατὸν νὰ διατεθοῦν τὰ χώματα ταῦτα ἐπὶ ὡρισμένῃ τιμῇ κατὰ τόνον, δὲν δυνάμεθα δηλ. ν’ ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ τὸν ἐμφανισθησόμενον ἐργολάβον ὥστε νὰ κανονίσῃ τὴν προσφοράν του προσφέρων τόσας δραχμὰς κατὰ τόνον, διότι καθὼς εἶπον, ἡ ποσότης τοῦ περιεχομένου εἰς τὰ χώματα μολύβδου διαφέρει ἀπὸ 2– 20%. Ὁ δὲ ἄργυρος ὁ δυνάμενος νὰ ἐξαχθῇ ἀπὸ τὸν μόλυβδον ἄλλοτε εἶναι ὀλίγος, καὶ ἄλλοτε πολύς. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πωληθῶσιν αἱ ἐκβολάδες πρὸς τόσας δραχμὰς τὸν τόνον. Ἀπελπισθέντες ἀπὸ τοῦτο, ἐσκέφθημεν ἐὰν δὲν ἦτο δυνατὸν τουλάχιστον νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τοὺς ἐργολάβους νὰ κανονίσωσι τὰς προσφοράς των ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου τοῦ μετάλλου λέγοντες πρὸς αὐτούς· προσφέρατε εἰς τὴν δημοπρασίαν ἕκαστος ὅσας δραχμὰς εὐχαριστεῖται νὰ πληρώνῃ δι’ ἕκαστον τόνον ἐξαγομένου μετάλλου. Ἀλλά, κύριοι, οὔτε τοῦτο εὕρομεν ὀρθόν, διότι τὸ ἐξαγόμενον μέταλλον, περιέχει μὲν κυρίως μόλυβδον, ἀλλ’ εἰς τὸν μόλυβδον τοῦτον περιέχεται ἄργυρος καὶ ἡ περιεχομένη ποσότης ἀργύρου διαφέρει ἀπὸ 500 grammes μέχρι 5,300 grammes ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἴσως δ’ ἐξαχθῇ βραδύτερον καὶ μόλυβδος περιέχων ἔτι μεγαλητέραν ποσότητα ἀργύρου, ὥστε ὁ ἐργολάβος δὲν δύναται νὰ στηρίξῃ τὴν προσφοράν του ἐπ’ οὐδεμιᾷ βάσει, διότι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ πόσος μόλυβδος θὰ περιέχῃ ὀλίγον ἄργυρον, καὶ πόσος πολύν. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριοι, μὲ λύπην μας εἴδομεν ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ τοὺς ἐργολάβους νὰ κανονίσουν τὰς προσφοράς των ἐπὶ τῇ βάσει τῆς καθαρᾶς προσόδου, διότι οὐδεμία ἄλλη βάσις δύναται νὰ ἦναι στερεὰ, καὶ μὲ καμμίαν ἄλλην βάσιν δὲν δύνασθε νὰ προσελκύσητε σπουδαίους ἐργολάβους. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἀπαιτήσητε ἀπὸ τοὺς ἐργολάβους, ὥστε νὰ σᾶς πληρώνουν ἓν ποσοστὸν ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, καὶ τὸ ποσοστὸν τοῦτο θέλει εἶσθαι τὸ ἀντικείμενον, περὶ τὸ ὁποῖον θέλει περιστραφῆ ὁ συναγωνισμός. Ἀλλὰ, ἡ ἐξεύρεσις τῆς καθαρᾶς προσόδου εἶναι πρᾶγμα λίαν δύσκολον, καὶ δυστυχῶς ἔχομεν παραδείγματα ὅτι ὁσάκις τὸ δημόσιον ἠθέλησεν ἁπλῶς καὶ ἀορίστως νὰ στηριχθῇ εἰς τὴν καθαρὰν πρόσοδον, πάντοτε σχεδὸν ἀπέτυχεν καὶ πολλάκις ἐπιχειρήσεις, αἱ ὁποῖαι θεωροῦνται ἐπικερδεῖς καὶ ἴσως εἶναι τοιαῦται, παρουσιάζονται εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ δημοσίου, ὅτι δὲν καταλείπουσιν οὐδεμίαν καθαρὰν πρόσοδον, διότι ἀφ’ ἑνὸς ἐλαττοῦται ἡ ἀξία τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐξογκοῦνται τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν παραγωγήν. Διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὸν διπλοῦν τοῦτον κίνδυνον ἐσκέφθημεν τ’ ἀκόλουθα. Πρῶτον ἀπεφασίσαμεν νὰ μὴ ἀφήσωμεν τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἐξόδων εἰς τὰ κατάστιχα τοῦ ἐργολάβου ἢ τῶν ἑταιριῶν αἱ ὁποῖαι θὰ ἀναλάβουν τὴν ἐπιχείρησιν, ἀλλὰ νὰ τὰ προσδιορίσωμεν ἐν τῷ νόμῳ, καὶ τὰ προσδιορίζομεν εἰς 350 δρ. κατὰ τόνον, διότι τὸ ποσὸν τοῦτο πλησιάζει εἰς τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς τῶν εἰδημόνων, τῆς ὁποίας ἔχετε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκθεσιν. Καὶ πρέπει, κύριοι, φρονῶ νὰ ἦναι προσδιορισμένα τὰ ἔξοδα, διότι ἂν τὰ ἀφήσητε ἀπροσδιόριστα, τρέχετε τὸν κίνδυνον τοῦ νὰ φορτώσητε εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ δημοσίου ὅλας τὰς ἁμαρτίας τῆς ἀπειρίας καὶ τῆς κακῆς ἀκόμη πίστεως τῶν ἐργολάβων. Ὁ ἄπειρος ἐργολάβος ἀντὶ νὰ δαπανήσῃ 300 φέρ’ εἰπεῖν, δραχμάς, θέλει δαπανήσει ἴσως 400 ἢ 500· ἄλλος δὲ, ὅστις ἤθελεν ἔχει τὴν ἀτυχίαν νὰ μὴ ἔχῃ ὅλον αὐτοῦ τὸ προσωπικὸν ἐξ ἀτόμων καλῆς πίστεως, θὰ δαπανήσῃ πολὺ περισσότερα. Τί χρεωστεῖ λοιπὸν τὸ δημόσιον ν’ ἀναλάβῃ εἰς βάρος του τὰς δαπάνας τῆς κακῆς πίστεως καὶ τῆς ἀπειρίας τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου; Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ᾖνε προσδιωρισμένον ἐκ τῶν προτέρων τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων. Καὶ μὴ νομίσητε, ὅτι δύναται νὰ προέλθῃ καμμία βλάβη διὰ τὸν ἐργολάβον ἢ τὸ δημόσιον, ἐὰν τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων τὸ ἐξ ἀρχῆς προσδιωρισμένον δὲν ᾖναι ἐντελῶς ἀκριβὲς καὶ σύμφωνον μὲ τὰ πράγματα· πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦτο ᾖναι μικρὸν καὶ ὁ ἐργολάβος προβλέπῃ ὅτι θὰ δαπανᾷ περισσότερα, τότε θὰ προσφέρῃ ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου ποσοστὸν μικρότερον διὰ νὰ ἀποζημιωθῇ διὰ τὰ περιπλέον ἔξοδα. Ἐὰν δὲ τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων ᾖναι ἀνώτερον τῶν πραγματικῶν ἐξόδων, τότε θὰ ἔχῃ τὴν τόλμην καὶ τὸ θάῤῥος νὰ προσφέρῃ ποσὸν ἀνώτερον. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα. Ἀλλὰ διὰ νὰ εὑρεθῇ ἡ καθαρὰ πρόσοδος εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξακριβωθῇ προηγουμένως ἡ ἀξία τῆς ἀκαθαρίστου, διότι ἡ ἀξία αὕτη ἀφαιρουμένων τῶν ἐξόδων ἀποτελεῖ τὴν καθαρὰν πρόσοδον. Διὰ τὴν ἐξεύρεσιν τῆς ἀξίας τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου κανονίζονται αἱ ἑξῆς ἑρμηνεῖαι. Καθίσταται ἐν Λαυρίῳ εἷς ἀνώτερος ὑπάλληλος φέρων τὸν τίτλον «γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἐκβολάδων». Ὁ ὑπάλληλος οὗτος, ἐκτὸς τῆς ἐποπτείας τὴν ὁποίαν θέλει ἐξασκεῖ, καὶ τῶν ἄλλων καθηκόντων, ἅτινα θέλει ἐκτελεῖ, θὰ ἔχῃ ἀκόμη καὶ τὸ καθῆκον νὰ λαμβάνῃ ἀπὸ πᾶσαν χελώνην μετάλλου ἐξαγομένου ἀπὸ τὴν κάμινον δεῖγμα. Τὰ λαμβανόμενα δείγματα θέλουν στέλλεσθαι εἰς Ἀθήνας, ἔνθα σχηματίζεται εἰδικὴ ἐπιτροπὴ συγκειμένη ἀπὸ τοὺς προέδρους τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ ἀπὸ τὸν διευθυντὴν τοῦ Πολυτεχνείου. Ἡ ἀνωτάτη αὕτη ἐπιτροπὴ λαμβάνουσα τὰ δείγματα θὰ φροντίζῃ ὥστε ὑπὸ τὴν ἄμεσον αὑτῆς ἐποπτείαν ν’ ἀναλύωνται ἀπὸ χημικοὺς δεδοκιμασμένους διὰ νὰ προσδιορίζεται ὁποῖον ποσὸν ἀργύρου περιέχεται εἰς ἕκαστον τόνον μολύβδου. Ἀκολούθως δὲ λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰ τιμολόγια τῆς Εὐρώπης εἰς τὰ ὁποῖα φαίνονται αἱ ἑκάστοτε τρέχουσαι τιμαὶ τοῦ ἀργύρου καὶ μολύβδου, θέλει προσδιορίζει τὴν ἀκαθάριστον ἀξίαν τοῦ ἑκάστοτε ἐξαγομένου μετάλλου. Ἐκ τῆς ἀξίας ταύτης ἀφαιρουμένων τῶν ἐξόδων ὅπως ὁρίζονται ἐν τῷ νόμῳ, θέλει μένει, ὡς προεῖπον, ἡ καθαρὰ πρόσοδος καὶ ἐπὶ τῆς καθαρᾶς ταύτης προσόδου θέλει λαμβάνει τὸ δημόσιον τὸ ποσοστὸν τὸ ὁποῖον θέλει προσφερθῇ ἐπὶ δημοπρασίας. Αὗται, κύριοι, εἶναι αἱ διατάξεις καὶ τοιαύτη ἡ οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ κυβέρνησις ἐνόμισεν ὅτι δύναται νὰ λυθῇ τὸ σπουδαῖον ζήτημα τῶν ἐκβολάδων. Ἐλπίζω κύριοι, ὅτι τὴν λύσιν ταύτην θέλετε εὕρει καὶ ὑμεῖς κατὰ πάντα σύμφωνον μὲ τὸν ὀρθὸν λόγον καὶ τὸ συμφέρον τῆς ἐπικρατείας. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ἀντικείμενον εἶναι ἀρκετὰ οὐσιῶδες καὶ κατεπεῖγον, πιστεύω ὅτι ἡ βουλὴ θέλει ἀποφασίσει νὰ ἐπισπεύσῃ ὅσον εἶναι δυνατὸν τὴν συζήτησιν αὐτοῦ.
§17ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Διαμαντόπουλε, ἔχετε τὸν λόγον.
§19ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν τὰ δύο αὐτὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν σήμερον ν’ ἀποσταλῶσιν εἰς ἐπιτροπήν.
§20ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§21ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐν ἐσχάταις ἡμέραις μετέβην κἀγὼ αὐτὸς μετὰ τοῦ κυρίου προέδρου εἰς τὸ Λαύριον. Ἐνόμισα ὅτι ἦτο καθῆκον ἐμοῦ ἀπαραίτητον νὰ ἐπισκεφθῶ καὶ ἐγὼ τὰ μέρη ἐκεῖνα καὶ ἴδω κατὰ πόσον ἦσαν ἀληθῆ ὅσα λέγονται ἢ κατὰ πόσον ἦσαν σαθρὰ καὶ ἐσφαλμένα. Ἀφίνω τὰς παρατηρήσεις τὰς ὁποίας ὅλοι ἀπὸ κοινοῦ ἐκάμαμεν ἐπὶ διαφόρων πραγμάτων, διότι αὐτῶν θέλομεν βαθμηδὸν ἐπιληφθῆ· θεωρῶ ὅμως καθῆκόν μου νὰ εἴπω ἓν πρᾶγμα τὸ ὁποῖον παρετήρησα ὅτι γίνεται ἔτι καὶ νῦν εἰς τὸ Λαύριον καὶ τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν ἄνθρωπον ὄχι καλῆς πίστεως τὸν κύριον Σερπιέρον, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου μέχρις ἐκείνης τῆς στιγμῆς δὲν εἶχον σχηματίσει πεποίθησιν. Παρετήρησα ὅτι εἰς τὰς ἐκβολάδας τὰς ὁποίας ἀπηγορεύσαμεν ἐργάζεται κοσκινίζων αὐτάς, καὶ μετὰ τὸ κοσκίνισμα ἀφίνει εἰς ἡμᾶς τὸ χῶμα τὸ ὁποῖον καταῤῥέει καὶ παραλαμβάνει τὰ μέρη τὰ ὁποῖα θεωρεῖ ὡς σκωρίας. Ἡ ἀλήθεια εἶναι αὐτή. Αἱ σκωρίαι εἶναι τόσον καθαρὸν προϊὸν, ὥστε οὔτε ὀφθαλμοὶ χρειάζονται εἰς τὴν διάγνωσίν των, διότι ἀρκεῖ νὰ τὰς πατήσῃ τις καὶ ἀπὸ τὴν προστριβὴν τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται εἰς τοὺς πόδας βλέπει τὰς σκωρίας. Ἀλλὰ πολλάκις ὑπάρχουν αἱ σκωρίαι ἀναμὶξ μετὰ τῶν ἐκβολάδων, παρετήρησα δὲ, ὅτι ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει λόφος τις ἐκβολάδων, ὑπὸ τὰς ἐκβολάδας ταύτας ὑπάρχουν τεμάχια μικρὰ σκωριῶν τὰ ὁποῖα δὲν δύναταί τις βεβαίως ν’ ἀνακαλύψῃ, ἐὰν δὲν μετρήσῃ τοὺς λοφίσκους ἐκείνους τοὺς ἐμπεριέχοντας ἐκβολάδας. Νομίζω ὅτι δὲν δικαιοῦται νὰ λαμβάνῃ τὰς σκωρίας ἐκείνας αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν εἰς τὰς ἐκβολάδας, διότι αὗται εἶναι κεκαλυμμέναι. Νομίζω ἀκόμη ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὰς λαμβάνῃ, διότι ἐνῷ κοσκινίζει τὰς ἐκβολάδας ὑπὸ μὲν τὸ κοσκίνισμα καταῤῥέει τὸ χῶμα τὸ ὁποῖον περιέχει ἐλάχιστον μεταλλοῦχον γῆν, μένουσι δὲ κομμάτια μετάλλου τὰ καλλίτερα, τὰ ὁποῖα περιέχουσι περισσότερον ποσὸν μολύβδου, καὶ ἑπομένως ἀργύρου. Ἀναφέρω τὸ γεγονὸς τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐναπόκειται ν’ ἀποφασίσῃ.
§22ΤΙΝΕΣ. Τί νὰ γείνῃ;
§23ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐμποδίσωμεν πᾶσαν ἐργασίαν ἀπὸ ἐκείνου τοῦ μέρους ὅπου εἶναι ἀναμὶξ χώματα μετὰ σκωριῶν.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἄλλος τὸν λόγον; Λοιπὸν, κύριοι, ἀποφασίζει ἡ Βουλὴ νὰ τυπωθῶσι τὰ νομοσχέδια αὐτὰ καὶ νὰ εἰσαχθῶσιν τὴν δευτέραν εἰς συζήτησιν;
§25ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἢ νὰ σταλοῦν εἰς ἐπιτροπήν;
§27ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, τὴν δευτέραν.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ τυπωθοῦν.
§29ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, ἓν νομοσχέδιον ἔφερεν ἡ κυβέρνησις, αὐτὸ εἶναι ἡ βάσις τῆς συζητήσεως καὶ τὸ ἄλλο εἶναι τροπολογία.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐννοεῖται.
§31Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον ἐγὼ θέλει τυπωθῆ, καὶ ἡ Βουλὴ θ’ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς τάξεως.
§32ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θ’ ἀποφασίσῃ ἀπὸ τοῦδε.
§33ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν θὰ ἀποφασισθῇ ἡ βάσις, ὄχι ἀπὸ τοῦδε.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τακτικὴ τὴν ὁποίαν ἕως τώρα ἠκολουθήσαμεν καὶ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ εἶναι κυρίαρχος νὰ μεταβάλῃ ἦτο αὕτη· εἰς ἓν ἀντικείμενον, ἀφοῦ ἡ κυβέρνησις ἔφερεν ἓν νομοσχέδιον, αὐτὸ θεωρεῖται ὡς βάσις.
§35ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν εἶναι ζήτημα αὐτό.
§36ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθοῦν καὶ τὰ δύο.
§37ΔΑΓΡΕΣ. Κανεὶς δὲν ἀμφισβητεῖ τὴν τύπωσιν καὶ τὴν συζήτησιν, ἀλλ’ ὡς βάσις τῆς συζητήσεως λαμβάνεται τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως πάντοτε, οὕτω πρέπει νὰ γείνῃ καὶ ἤδη.
§38Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν τὸ λέγει κανεὶς κανονισμὸς αὐτό. Ἠμπορεῖ μεθαύριον νὰ παραιτηθῶμεν καὶ τῆς προτάσεώς μας· ἀλλ’ ἀπὸ τώρα δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀποφασισθῇ νὰ τεθῇ ὡς βάσις τὸ σχέδιον τοῦ ὑπουργείου χωρὶς ν’ ἀναγνωσθῇ.
§39ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀντικείμενον κἂν συζητήσεως. Ὅταν παρουσιάζηται ἓν νομοσχέδιον ἐκ μέρους τῆς κυβερνήσεως, πᾶν ἄλλο τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται ἐκ μέρους βουλευτῶν εἶναι τροπολογία τοῦ νομοσχεδίου, καὶ βάσις τῆς συζητήσεως εἶναι τὸ νομοσχέδιον τῆς κυβερνήσεως. Αὐτὴ εἶναι ἀρχὴ παραδεδεγμένη καὶ ἀναμφισβήτητος.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως ἡ τακτικὴ τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ἡ Βουλὴ τακτικῶς ἕως τώρα εἶναι αὐτή. Λοιπὸν, κ. Δημητριάδη, διατυπώσατε τὴν πρότασίν σας.
§41ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ λάβῃ πρόνοιαν ἡ κυβέρνησις....
§42ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ἐλύθη τὸ πρῶτον ζήτημα; ποῖον νομοσχέδιον θέλει ληφθῆ ὡς βάσις;
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔγεινε πρότασις ν’ ἀνατρέψῃ ἡ Βουλὴ τὴν τακτικὴν της. Γίνεται τοιαύτη πρότασις;
§44ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Νὰ τυπωθῇ.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως θὰ τυπωθοῦν ἀμφότερα, δὲν ὑπῆρξεν ἀντίῤῥησις.
§46ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Αὔριον, τὴν Δευτέραν θ’ ἀποφασισθῇ ἡ βάσις.
§47ΛΕΚΚΑΣ. Καὶ ἐγὼ πιστεύω ταὐτοχρόνως καὶ τὸ νομοσχέδιον τῆς κυβερνήσεως καὶ ἡ ἄλλη πρότασις νὰ τυπωθοῦν, νὰ διανεμηθοῦν καὶ νὰ γείνῃ ταὐτοχρόνως συζήτησις καὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς προτάσεως.
§48ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, βλέπετε, ὅτι συγχέουν τὰ πράγματα· δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ συζήτησις τακτικὴ καὶ λογικὴ, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἓν κείμενον, καὶ οἱ βουλευταὶ πρέπει νὰ γνωρίζουν ποῖον εἶναι τὸ κείμενον ἐπὶ τοῦ ὁποίου μέλλει νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις, ὥστε πᾶς ὁ θέλων νὰ φέρῃ τροπολογίαν τινὰ ἢ μεταβολὴν νὰ γνωρίζῃ τίνι τρόπῳ ἔχει νὰ συντάξῃ τὴν τροπολογίαν του. Ἑπομένως δὲν ἐπίστευον ὅτι ἤθελε παρουσιασθῇ ἡ ἀντίῤῥησις, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἄλλη βάσις μετὰ τὴν συζήτησιν παρὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἡ κυβέρνησις παρουσιάζει, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἐγένοντο μελέται καὶ τοσοῦτον ἐκτενεῖς ἀναπτύξεις. Ἐπειδὴ ὅμως βλέπω ὅτι ἐναντίον τῶν παραδεδεγμένων κανόνων καὶ ἐθίμων ἰσχυρίζονταί τινες τὸ ἐναντίον, πρέπει, ἐὰν δὲν παραιτηθοῦν τοῦ ἰσχυρισμοῦ των, νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ περὶ τούτου, διὰ νὰ μὴ ἐπαναληφθοῦν τὰ αὐτὰ πάλιν μεθαύριον.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπιμένετε νὰ θέσητε ζήτημα;
§50Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι ἀνάγκη διόλου. Τὴν Δευτέραν τὸ ἀποφασίζει ἡ Βουλή. (θόρυβος).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ὡς κείμενον συζητήσεως ..........
§52Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι, κύριε πρόεδρε, δὲν τὸ δέχομαι, δὲν εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀποφασίσῃ σήμερον ἡ Βουλή. (θόρυβος).
§53ΖΕΓΚΕΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀντιλέγω ποσῶς καί τοι συνυπέγραψα τὴν πρότασιν αὐτὴν, εἰς τὸ νὰ ἐπέλθῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ἡ κυβέρνησις· ἀλλ’ ἐρωτῶ τοὺς κυρίους οἱ ὁποῖοι ἀντιτάττονται καὶ τῶν ὁποίων τὴν γνώμην σέβομαι, ποῖον εἶναι τὸ τελικὸν συμπέρασμα, ἐὰν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἀντιταχθῇ ἡ ἀρχὴ τοῦ ἐπίσης ἑτέρου νομοσχεδίου, ὅπερ λέγουσι νὰ θεωρηθῇ ὡς τροπολογία καὶ ἐὰν τὴν ἀρχὴν αὐτὴν τὴν ἀσπασθῇ ἡ Βουλὴ, ποῖον θέλει εἶσθαι τὸ τελικὸν συμπέρασμα, ὅτι πάντοτε ἀπόκειται εἰς τὴν κυρίαρχον γνώμην τῆς Βουλῆς ν’ ἀποφασίσῃ ἂν ἐπὶ τούτου ἢ ἐκείνου πρέπῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἄρα.......
§54ΤΙΝΕΣ. Εἶναι ἄλλο πρᾶγμα.
§55ΖΕΓΚΕΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ φέρῃ γνώμην ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ τί σχέδιον θὰ προταχθῇ.
§56ΛΕΚΚΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡμεῖς ἔχομεν τὰ προηγούμενα καὶ ὅ,τι τότε ἔγεινε, αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ καὶ ἐδῶ ταὐτοχρόνως θὰ γείνῃ ἡ συζήτησις· δὲν δεχόμεθα τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου; δεχόμεθα τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ ἠξεύρω καὶ ἐγὼ, τί θὰ ἔχωμεν τὴν Δευτέραν. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι.......
§58ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἡμεῖς ἐδώσαμεν τὴν ἐξήγησιν.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παραδέχεσθε ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ὅτι ὡς κείμενον συζητήσεως εἶναι τὸ νομοσχέδιον τῆς κυβερνήσεως;
§60ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παραδέχθη ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ὅτι κείμενον συζητήσεως εἶναι τὸ νομοσχέδιον τῆς κυβερνήσεως.
§62ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι καὶ ἄλλαι προτάσεις, κύριε πρόεδρε· καὶ ἐγὼ ἔχω τοιαύτην καὶ ὅταν θὰ συζητῆται τὸ νομοσχέδιον, θὰ φέρω καὶ ἐγὼ τὴν ἰδικήν μου.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ προχωρήσωμεν εἰς ἄλλο ἀντικείμενον;
§64ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Φαίνεται ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ γείνω καταληπτός· ἐγὼ, κύριε πρόεδρε, εἶπον, ὅπου εἶναι σκωρίαι ἐντὸς τῶν ἐκβολάδων, νὰ σταματήσῃ ἡ ἀποχώρισις τῶν σκωριῶν ἀπὸ τῶν ἐκβολάδων, ὅπως ἐσταμάτησε καὶ ἡ ἐκκαμίνευσις ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων· διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι τὸ κοσκίνισμα δὲν μᾶς ὠφελεῖ, ἀλλὰ μᾶλλον μᾶς βλάπτει.
§65Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὅταν ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν τὴν 20 Μαρτίου ε. ε. τὸν νόμον τῆς ἀπαγορεύσεως, ἐννόει ῥητῶς ν’ ἀπαγορεύσῃ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν χωμάτων· τί ὅμως πράττουν αὐτοί; κατασοφιζόμενοι τὸν νόμον αὐτὸν εἰσέρχονται εἰς μέρη ὅπου εἶναι ἐκβολάδες, σκάπτουν αὐτὰς διὰ νὰ λάβουν τὰς σκωρίας, καὶ δι’ ἓν μικρὸν μέρος, ἀφαιροῦν τὸ οὐσιωδέστατον, ὅλον τὸν ἄργυρον (ἱλαρότης). Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι σύμφωνα μὲ τὸν νόμον, ν’ ἀπαγορευθῇ καὶ ἡ χρῆσις τῶν σκωριῶν, ὁσάκις εἶναι κεκρυμμέναι. Πιστεύω, ὅτι τοῦτο θὰ πράξῃ καὶ ἡ κυβέρνησις καὶ τοῦτο ἐννοεῖ ἡ πρότασις τοῦ κ. Διαμαντοπούλου.
§66ΔΑΓΡΕΣ. Ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ ἀνασκευάσω τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Διαμαντοπούλου, μεθ’ οὗ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συνταξειδεύσω· διότι ἡ πρότασις δὲν εἶναι ἀξία τοιαύτης μερίμνης, ὅταν μετέβην ἐκεῖ, εἶδον πῶς ἐκτελεῖται ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς καὶ αἱ διαταγαὶ τῆς κυβερνήσεως. Ἐκεῖ ἐστάλη εἷς ἀξιότιμος στρατιωτικὸς, ὁ κύριος Τσιρούλης καὶ εἷς ἐπίσης ἀξιότιμος οἰκονομικὸς ὑπάλληλος ὁ κύριος Δικαῖος. Χρεωστῶ δὲ νὰ ἦμαι δίκαιος καὶ νὰ σᾶς εἴπω ἐν πάσει πεποιθήσει, ὅτι ἐκπληροῦν τὸ καθῆκον των ἀκριβέστατα· ἀρκεῖ ἡ αὐστηρότης τοῦ ὅτι ὑποχρεώνουν τὴν ἑταιρίαν νὰ κοσκινίζῃ τὰς σκωρίας ὅπως μὴ λαμβάνῃ τὰ ἐμπεριεχόμενα χώματα. Νομίζω λοιπὸν ὅτι τὸ πρᾶγμα αὐτὸ δὲν εἶναι αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ σπουδαῖον. Εἰς ἕκαστον δρόμον, διὰ τοῦ ὁποίου διέρχονται τὰ κάῤῥα μὲ σκωρίας, ὑπάρχουν στρατιῶται, οἱ ὁποῖοι ἐπιτηροῦν, ἀφίνω δὲ καὶ τὴν ἄλλην ἐξέτασιν, τὴν ὁποίαν ἐνεργοῦν οἱ ἴδιοι ἐπιθεωρητὴς καὶ ἀξιωματικός.
§67ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ὕστερον ἀπὸ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ κυβέρνησις κατὰ συνέπειαν τοῦ ψηφισθέντος νόμου ἔλαβεν, ὕστερον ἀπὸ τοὺς μεγάλους κόπους, τοὺς ὁποίους καταβάλλουν οἱ ἐπιτηροῦντες τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, δὲν ἤλπιζον ν’ ἀκούσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μομφὰς, τὰς ὁποίας ἀποκρούω μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς συνειδήσεώς μου· ἡμεῖς ἔχομεν πληροφορίας ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὅτι ἐκτελεῖται ἀκριβῶς ὁ νόμος καὶ αὐτὸ εἶδεν ἰδίοις ὀφθαλμοῖς καὶ ὁ κύριος Διαμαντόπουλος, ἀφοῦ δὲ τὸ ἐξέθεσεν ἐνώπιόν σας ἐν ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας του, θαυμάζω πῶς κατέληξεν εἰς τὸ ἐναντίον συμπέρασμα. Ἀρκεῖ, κύριοι, ὅτι ἀπεσπάσαμεν ἕνα ἔντιμον οἰκονομικὸν ἐπιτηρητὴν καὶ ἕνα ἔντιμον λοχαγὸν τοῦ πεζικοῦ καὶ τοὺς ἐστείλαμεν νὰ μένουν μακρὰν τῶν οἰκογενειῶν των· ἀρκεῖ ὅτι ἐστείλαμεν τόσους στρατιώτας οἵτινες ὑποφέρουν, διότι τὰ τρόφιμα εἶναι ὑπερτετιμημένα. Πιστεύσατε, ὅτι ὁ νόμος ἐκτελεῖται μ’ ὅλην τὴν ἀκρίβειαν, καὶ εἰς τοσοῦτον ἔφθασεν ἡ αὐστηρότης τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, ὥστε καθ’ ἡμέραν στέλλουν εἰς τὴν κυβέρνησιν καὶ τὴν ἐρωτοῦν, ἂν πρέπει νὰ ἐπιτρέψουν εἰς τὴν ἑταιρίαν νὰ μεταχειρίζεται καὶ τὰ ἁπλᾶ χώματα, μὲ τὰ ὁποῖα ἀλείφει τὰς καμίνους της. Χθὲς ἀκόμη ἐγένετο ἐξέτασις κατὰ συνέπειαν τῆς ὁποίας εἴπομεν νὰ μὴ ἐμποδίζουν τὴν ἑταιρίαν νὰ κάμῃ χρῆσιν χωμάτων ἁπλῶν, διότι ἐὰν δὲν ἀλείψῃ τὰς καμίνους, δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐνεργήσουν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ παύσουν αἱ μεμψιμοιρίαι, καὶ νὰ ἔχητε τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ νόμος ἐκτελεῖται μ’ ὅλην τὴν αὐστηρότητα.
§68ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι διότι παρενοήθην· διότι ὁμολογῶ ὡς τίμιος ἄνθρωπος, ὅτι ὅσα εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἀληθέστατα. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἐκπληροῦν τὸ καθῆκόν των. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐμποδίσωμεν τὰς τοιαύτας σκωρίας, διότι ἠμπορεῖ νὰ μᾶς ἀπατᾷ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος.
§69ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι καθ’ ὅσον παρετήρησα καὶ ἐγὼ, εἰς μίαν θέσιν τοῦ Λαυρίου κάτωθεν τῶν ἐκβολάδων ὑπάρχουσι σκωρίαι καὶ κάτωθεν τοῦ στρώματος αὐτῶν κεῖνται πάλιν ἐκβολάδες. Αἱ σκωρίαι εἶναι παραχωρημέναι διὰ νόμου καὶ ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν, ἐὰν δυνάμεθα νὰ ἀπαγορεύσωμεν εἰς τὴν ἑταιρίαν Ῥοῦ τὴν χρῆσιν αὐτῶν. Οἱ νομικοὶ, τοὺς ὁποίους ἐρωτήσαμεν, μᾶς εἶπον, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ κάμωμεν, διότι ἡ ἑταιρία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ ὅλας τὰς σκωρίας αἵτινες εἶναι εἰς τὸ Λαύριον. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν ἀπηγορεύσαμεν, οὔτε εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ἀπαγορεύσωμεν τὴν χρῆσιν αὐτῶν, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ κάμῃ νόμον καὶ ὁ Βασιλεὺς τὸν κυρώσῃ, ἄλλως δὲν ἀναλαμβάνομεν τὴν εὐθύνην αὐτήν. Παρηγγείλαμεν ὅμως νὰ καταβληθῇ πᾶσα προσοχὴ, ὥστε εἰς τὰς σκωρίας νὰ μὴ ἐμπεριέχωνται χώματα, καὶ τοῦτο ἀρκεῖ.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέλετε, κύριοι, νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§71ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, τὴν δευτέραν.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥραν τὴν συνειθισμένην θέλετε;
§73ΤΙΝΕΣ. Νὰ ὁρίσωμεν ὡς ὥραν τὴν 9ην.
§74ΕΤΕΡΟΙ. Τὴν 10ην.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίαν ὥραν θέλετε;
§76ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν 10ην.
§77ΤΙΝΕΣ. Δὲν θὰ κατορθώσωμεν νὰ κάμωμεν συνεδρίασιν.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὴν Δευτέραν, 10ην ὥραν, καὶ ὅσοι δὲν εἶναι παρόντες θὰ δημοσιευθῶσι τὰ ὀνόματά των.
§79ΛΑΠΑΣ. Δὲν θὰ ἔλθῃ κανεὶς, κ. Πρόεδρε, καὶ θὰ τὸ ἰδῆτε.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρᾳ 4 Μ. Μ.)