| 9 | Κ. Μ. Θεοδώρου. | Λ. Κρεστενίτης. | |
| 10 | Α. Κ. Μιχαλόπουλος. | Σπ. Μαλασπίνας. | |
| 11 | Ἀναγν. Γιαννουλίδης. | Γ. Μ. Βαλλιάνος. | |
| 12 | Ν. Π. Καΐρης. | Κ. Δ. Πεταλᾶς. | |
| 13 | Ν. Τσώκρης. | Μ. Παΐζης. | |
| 14 | Α. Δανόπουλος. | Θρ. Ζαΐμης. | |
| 15 | Ἰω. Λέκκας. | Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς. | |
| 16 | Σκαρλ. Σοῦτσος. | Γ. Παπαδαῖος. | |
| 17 | Στυλ. Κολιάτσος. | Ἰω. Σοφιανόπουλος. | |
| 18 | Α. Μαγγίνας. | Γ. Πεῤῥωτῆς. | |
| 19 | Α. Α. Ἀντωνόπουλος. | Κ. Δαγρὲς. | |
| 20 | Χ. Ῥηγόπουλος. | Γ. Παπανικολάου. | |
| 21 | Ἰω. Ῥοΐλος. | Ἰω. Μπαλάφας. | |
| 22 | Κ. Λαμπρυνόπουλος. | Ν. Μ. Κοζαδίνος. | |
| 23 | Κ. Κοσονάκος. | Ν. Ἀγγελίδης. | |
| 24 | Θ. Τζανετάκης. | Ἰω. Πολυλᾶς. | |
| 25 | Α. Σ. Μήτσας. | Ἰω. Τοπάλης. | |
| 26 | Δ. Τσιτσάρας. | Ἀνδρ. Νοταρᾶς. | |
| 27 | Κ. Γιολδάσης. | Σπυρ. Νοταρᾶς. | |
| 28 | Π. Μανωλίδης. | Α. Μεταξᾶς. | |
| 29 | Εὐθ. Γουβέλης. | Α. Μαντζαβῖνος. | |
| 30 | Κ. Λομβάρδος. | Γ. Δρακονταειδής. | |
| 31 | Ἀ. Γαΐτας–Φωσκάρδης. | Δ. Ῥαπτάκης. | |
| 32 | Σπ. Λεονταράκης. | Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. | |
| 33 | Ἰω. Σούλης Βάρκας. | Κ. Πανάρετος. | |
| 34 | Α. Γκοῦσκος. | Δ. Θερμογιάννης. | |
| 35 | Ἀνδρ. Αὐγερινός. | Γ. Βακαλόπουλος. | |
| 36 | Ν. Βαρβιτζιώτης. | Π. Κωσταντᾶς. | |
| 37 | Ν. Θ. Λεώπουλος. | Θ. Ῥωμαῖος. | |
| 38 | Σ. Κοπανίτσας. | Ν. Λοῦβρος. | |
| 39 | Γερ. Σέρβος. | Εὐθ. Κεχαγιᾶς. | |
| 40 | Σπ. Βαλαωρίτης. | Δ. Καραλίβανος. | |
| 41 | Δ. Τσαμόπουλος. | Περ. Καλαμογδάρτης. | |
| 42 | Ἰω. Ταμπακόπουλος. | Α. Μισυρλῆς. | |
| 43 | Π. Κ. Μανέτας. | Ι. Ἄννινος Καβαλλιεράτος. | |
| 44 | Ἠλ. Φλέσσας. | Ἰω. Δεστούνης. | |
| 45 | Ἰω. Πανούσης. | Γ. Κούτσης. | |
| 46 | Γ. Μαλέζας. | Ἰω. Ζαλλώνης. | |
| 47 | Ν. Παγκράτης. | Μ. Παρίσης. | |
| 48 | Κ. Κοκκινώρης. | Κ. Στεργιαλόπουλος. | |
| 49 | Ν. Καρύδης. | Στ. Κοριζῆς. | |
| 50 | Ἐπ. Δεληγεώργης. | Ν. Πιπῖνος. | |
| 51 | Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος. | Ἰω. Καλογιάννης. | |
| 52 | Περ. Μποῦτος. | Θ. Γκίκας. | |
| 53 | Ἰω. Προβελέγγιος. | Δ. Χατζῖσκος. | |
| 54 | Ἰω. Ταταράκης. | Δ. Τζιριμῶκος. | |
| 55 | Κ. Κρίσπης. | Γ. Κ. Ζουλούμης. | |
| 56 | Γρηγ. Δημητριάδης | Δ. Κριεζώτης. | |
| 57 | Κίμ. Χριστοδούλου. | Δ. Οἰκονόμου. | |
| 58 | Δ. Σαράβας. | Κ. Νικόδημος. | |
| 59 | Ἀ. Καπετανάκης. | Ἰω. Κοτσιᾶς. | |
| 60 | Ζαρ. Ζαρειφόπουλος. |
1871.02.20
1.835 στίχοι · 15.234 λέξεις · 1 πίνακας · 94 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 36
Τῆς 20 Φεβρουαρίου 1871.
(Σάββατον)
Ὥρα 2 παρὰ 25/60.
(Τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου κατέχει ὁ ἀντιπρόεδρος κύριος Τσιριμῶκος).
Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρέθησαν παρόντες οἱ ἑξῆς βουλευταί.
| Κ. Μ. Θεοδώρου. | Λ. Κρεστενίτης. |
| Α. Κ. Μιχαλόπουλος. | Σπ. Μαλασπίνας. |
| Ἀναγν. Γιαννουλίδης. | Γ. Μ. Βαλλιάνος. |
| Ν. Π. Καΐρης. | Κ. Δ. Πεταλᾶς. |
| Ν. Τσώκρης. | Μ. Παΐζης. |
| Α. Δανόπουλος. | Θρ. Ζαΐμης. |
| Ἰω. Λέκκας. | Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς. |
| Σκαρλ. Σοῦτσος. | Γ. Παπαδαῖος. |
| Στυλ. Κολιάτσος. | Ἰω. Σοφιανόπουλος. |
| Α. Μαγγίνας. | Γ. Πεῤῥωτῆς. |
| Α. Α. Ἀντωνόπουλος. | Κ. Δαγρὲς. |
| Χ. Ῥηγόπουλος. | Γ. Παπανικολάου. |
| Ἰω. Ῥοΐλος. | Ἰω. Μπαλάφας. |
| Κ. Λαμπρυνόπουλος. | Ν. Μ. Κοζαδίνος. |
| Κ. Κοσονάκος. | Ν. Ἀγγελίδης. |
| Θ. Τζανετάκης. | Ἰω. Πολυλᾶς. |
| Α. Σ. Μήτσας. | Ἰω. Τοπάλης. |
| Δ. Τσιτσάρας. | Ἀνδρ. Νοταρᾶς. |
| Κ. Γιολδάσης. | Σπυρ. Νοταρᾶς. |
| Π. Μανωλίδης. | Α. Μεταξᾶς. |
| Εὐθ. Γουβέλης. | Α. Μαντζαβῖνος. |
| Κ. Λομβάρδος. | Γ. Δρακονταειδής. |
| Ἀ. Γαΐτας–Φωσκάρδης. | Δ. Ῥαπτάκης. |
| Σπ. Λεονταράκης. | Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. |
| Ἰω. Σούλης Βάρκας. | Κ. Πανάρετος. |
| Α. Γκοῦσκος. | Δ. Θερμογιάννης. |
| Ἀνδρ. Αὐγερινός. | Γ. Βακαλόπουλος. |
| Ν. Βαρβιτζιώτης. | Π. Κωσταντᾶς. |
| Ν. Θ. Λεώπουλος. | Θ. Ῥωμαῖος. |
| Σ. Κοπανίτσας. | Ν. Λοῦβρος. |
| Γερ. Σέρβος. | Εὐθ. Κεχαγιᾶς. |
| Σπ. Βαλαωρίτης. | Δ. Καραλίβανος. |
| Δ. Τσαμόπουλος. | Περ. Καλαμογδάρτης. |
| Ἰω. Ταμπακόπουλος. | Α. Μισυρλῆς. |
| Π. Κ. Μανέτας. | Ι. Ἄννινος Καβαλλιεράτος. |
| Ἠλ. Φλέσσας. | Ἰω. Δεστούνης. |
| Ἰω. Πανούσης. | Γ. Κούτσης. |
| Γ. Μαλέζας. | Ἰω. Ζαλλώνης. |
| Ν. Παγκράτης. | Μ. Παρίσης. |
| Κ. Κοκκινώρης. | Κ. Στεργιαλόπουλος. |
| Ν. Καρύδης. | Στ. Κοριζῆς. |
| Ἐπ. Δεληγεώργης. | Ν. Πιπῖνος. |
| Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος. | Ἰω. Καλογιάννης. |
| Περ. Μποῦτος. | Θ. Γκίκας. |
| Ἰω. Προβελέγγιος. | Δ. Χατζῖσκος. |
| Ἰω. Ταταράκης. | Δ. Τζιριμῶκος. |
| Κ. Κρίσπης. | Γ. Κ. Ζουλούμης. |
| Γρηγ. Δημητριάδης | Δ. Κριεζώτης. |
| Κίμ. Χριστοδούλου. | Δ. Οἰκονόμου. |
| Δ. Σαράβας. | Κ. Νικόδημος. |
| Ἀ. Καπετανάκης. | Ἰω. Κοτσιᾶς. |
| Ζαρ. Ζαρειφόπουλος. |
Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως εἶναι ἡ συζήτησις τῆς ἐπερωτήσεως περὶ τῶν αἰτίων τῆς παραιτήσεως τοῦ ὑπουργείου Ζαΐμη. Ὁ κ. Λομβάρδος ὡς ἐπερωτῶν ἔχει πρῶτος τὸν λόγον.
§4ΔΑΓΡΕΣ. Πρὶν ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις αὐτὴ, κύριε πρόεδρε, ὀφείλω νὰ ἀναγγείλω κατὰ καθῆκον ἓν τὸ ὁποῖον μοὶ συνέβη χθὲς κατὰ τὴν ἔξοδόν μου ἐκ τοῦ βουλευτηρίου. Ἐξερχόμενος, κύριε πρόεδρε, τοῦ βουλευτηρίου, ἠπειλήθην, ἐπροπηλακίσθην παρ’ ἀνθρώπου τινὸς φέροντος ῥόπαλον, καὶ ἐξελθόντος τοῦ ἀκροατηρίου· ἠπειλήθην οὐχὶ δι’ ἄλλον λόγον, παρὰ διότι ἐκ τοῦ βήματος αὐτοῦ, καὶ σύμφωνα μὲ τὸ καθῆκον καὶ μὲ τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχω ὡς βουλευτὴς, ἐξέθηκα ἰδέας τινάς. Τὸ περιστατικὸν τοῦτο ὤφειλα νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς, βεβαίως οὐχὶ διότι ἔγεινε ἐναντίον μου, καθ’ ὅσον αἱ βάναυσοι ὕβρεις δὲν θέλουν μὲ ἀποτρέψει τοῦ νὰ ἐκπληρῶ τὸ καθῆκόν μου, ἀλλὰ διότι νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρὸς τὸ συμφέρον της καὶ χάριν τῆς ἀνεξαρτησίας τῶν μελῶν αὐτῆς ὀφείλει περὶ τῶν τοιούτων νὰ λαμβάνῃ πρόνοιαν, ὥστε ὁ βουλευτὴς νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱανδήποτε ἰδέαν ἐκφέρει ἀπὸ τοῦ βήματος, ὀφείλει λόγον εἰς τὸ σῶμα εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει, ὀφείλει λόγον εἰς τὴν Βουλὴν μόνον καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν, οὐχὶ δὲ εἰς ἄτομόν τι. Ἂν προσεβαλόμην ὡς ἄτομον, βεβαίως ἠδυνάμην νὰ εὕρω καὶ τὸν τρόπον τῆς ἱκανοποιήσεως, ἀλλ’ ὡς βουλευτὴς ἂν ἐξέφερον μίαν ἀπρεπῆ φράσιν ἠδύνατο νὰ μὲ ἀποδοκιμάσῃ ἡ Βουλὴ, ὅπως ἔπραξεν ἄλλοτε κατὰ βουλευτοῦ τινος, τὸν ὁποῖον ἐνόμισεν, ὅτι ἐξέφερεν ἀπρεπεῖς ὕβρεις. Αὐτὸς βεβαίως ὡς πρὸς ἐμὲ ἐφέρθη σύμφωνα μὲ τὴν καταγωγήν του καὶ ἀναλόγως τῆς ἀνατροφῆς του, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρὸς τὸ συμφέρον της, ἵνα ἐξασκῇ ὁ βουλευτὴς ὅλως ἀνεπηρεάστως καὶ ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ὑποψίας τὸ καθῆκόν του, δὲν πρέπει νὰ παρατρέξῃ τὴν περίστασιν αὐτήν. Ἐναπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφασίσῃ ὅ,τι νομίζει ἀναγκαῖον.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν ἄνθρωπον ἠμπορεῖτε νὰ τὸν ὀνομάσητε;
§6ΔΑΓΡΕΣ. Τὸν εἶδον πολλοί. Τὸν εἶδε καὶ ὁ κ. πρωθυπουργὸς ὁ ὁποῖος παρευρέθη ἐκεῖ.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι ἓν ἔγγραφον πρὸς τὸν ἁρμόδιον εἰσαγγελέα νὰ τὸν τιμωρήσῃ σύμφωνα μὲ τοὺς κειμένους νόμους, ἀρκεῖ.
§8ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ τοῦ ὑπουργοῦ.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως διὰ τοῦ ὑπουργοῦ.
§10ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγὼ δὲν παραπονοῦμαι ὡς ἄτομον, ἀλλ’ ὡς βουλευτής· ὡς ἄτομον ἐγὼ τοιαύτας ὕβρεις εἶμαι εἰς θέσιν νὰ τὰς διεκδικήσω μόνος, ἀλλ’ ἀναφέρομαι ὡς μέλος τοῦ κοινοβουλίου, ὅπου ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου ἐπιτρέπεται.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπὸ τὴν ἰδιότητα αὐτὴν, διὰ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ νὰ ζητηθῇ ἡ τιμωρία τοῦ ἀτόμου αὐτοῦ. Συναινεῖ ἡ Βουλή;
§12ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐντὸς τῆς ἡμέρας θέλει ζητηθῆ ἡ τιμωρία του σύμφωνα μὲ τοὺς κειμένους νόμους. Ἀλλὰ, παρακαλοῦμεν κ. βουλευτὰ, νὰ μᾶς εἴπητε τὸ ὄνομα.
§14ΣΑΡΑΒΑΣ. Τί εἶναι αὐτά;
§15ΔΑΓΡΕΣ. Εἶναι ὁ ἀδελφὸς τοῦ βουλευτοῦ κ. Σαράβα.
§16ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριε πρόεδρε, πρέπει νὰ εἴπω τινὰ ὄχι πρὸς τὸν βουλευτὴν ἐκεῖνον, ὅστις ἀρέσκεται αἰωνίως τὴν Βουλὴν νὰ τὴν ἀπασχολῇ μὲ λογομαχίας.......
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸ δικαίωμα πᾶς βουλευτὴς νὰ ἐκφέρῃ τὰς ἰδέας του ἐλευθέρως, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὸν ἐπιτιμήσητε, καὶ ἂν τοιουτοτρόπως ἐξακολουθῆτε νὰ ὁμιλῆτε, ἐγὼ σᾶς ἀρνοῦμαι τὸν λόγον, καὶ τότε τὸν ἐπιτρέπω, ὅταν ἡ Βουλὴ συγκατατεθῇ.
§18ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριε πρόεδρε.......
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φρονῶ ὅτι, ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη νὰ ζητήσωμεν διὰ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ τὴν τιμωρίαν τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, δὲν σᾶς δίδω τὸν λόγον.
§20ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὸ ζητῶ.
§21ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ καταδικασθῇ κανεὶς ἀναπολόγητος.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν ἔλαβε νὰ δώσῃ τὸν λόγον;
§23ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐξακολουθήσατε, κ. βουλευτά.
§25ΔΑΓΡΕΣ. Ἀναλαμβάνει λοιπὸν τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ ἀδελφοῦ του, οἰκειοποιεῖται τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ (θόρυβος).
§26ΣΑΡΑΒΑΣ. Δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ὄχι μόνον ἐγὼ, ἀλλὰ καὶ τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ὑπαινίττεται, σέβεται τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, καὶ τὸ ἐμαρτύρησα πολλάκις διὰ τῆς διαγωγῆς μου ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου. Ἀλλ’ ἐλευθερία τοῦ λόγου δὲν θὰ εἰπῇ τὸ νὰ λέγῃ τις ὅ,τι κεν ἐπ’ ἀκεραίμαν γλῶτταν ἔλθοι. Ἂν ἰσχυρίζηται ὁ ἐκ Καλαμῶν βουλευτὴς, ὅτι προσεβλήθη δι’ ἰδέαν ἐκφρασθεῖσαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, πρῶτος ἐγὼ ἤθελον συγκατατεθῇ νὰ συστήσω τὴν αὐστηρὰν τιμωρίαν τοῦ προσώπου ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἤθελεν ὁπωσδήποτε προσβάλει ἕνα βουλευτὴν διὰ τὴν ἔκφρασιν τῆς γνώμης του· ἀλλ’ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῆς Βουλῆς ἂν ἐν μέσῳ τῆς ὁμιλίας τὴν ὁποίαν ἔκαμε δὲν ἀνέφερε πράγματα τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν σχέσιν εἶχον πρὸς τὴν συζήτησιν. Ὁ ἀδελφός μου ἑπομένως ἂν ἐνόμισεν, ὅτι διὰ τῆς ἐκφράσεως τὴν ὁποίαν ἐξέφερε ἐκτρεπόμενος ἀπὸ τὸ θέμα, προσβαλλομένην τὴν φιλοτιμίαν του, εἶναι πρᾶγμα ὅλως προσωπικὸν, καὶ ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ λόγον, καθὼς καὶ πᾶς ἄλλος κύριος. Ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ παρέμβῃ εἰς πράγματα ὅλως προσωπικά. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ἀνάγεται καθόλου εἰς προσωπικὸν ζήτημα καὶ ὁ προσβληθεὶς ἠδύνατο ἢ προσφεύγων εἰς τὸ δικαστήριον, ἢ ἄλλως πως, νὰ ζητήσῃ ἱκανοποίησιν· ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι τὸ δικαστήριον τὸ γενικὸν διὰ νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς ὅλα καὶ καταδικάζῃ ἢ καταγγέλλῃ πολίτας, διότι δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ ὅσα λέγονται ἐντὸς τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Σαράβα δὲν εὐθύνεται οὐδεὶς, ἂν ἦναι ἄτομον ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Ἐπιμένει ἡ Βουλὴ, ὅτι πρέπει νὰ ζητήσῃ τὴν τιμωρίαν ἐκείνου, ὅστις ὕβρισε τὸν βουλευτήν;
§28ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο θέλει γείνει ἐντὸς τῆς ἡμέρας.
§30Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ἡ Βουλὴ ἐκφέρει ἀπόφασιν ἢ σύστασιν κάμνει; διότι ὁ εἰσαγγελεὺς ὀφείλει νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὸν νόμον, καὶ αὐτὸν νὰ ἐφαρμόσῃ. Ἡ σύστασις τῆς Βουλῆς βεβαίως εἶναι σεβαστὴ, καὶ καθεὶς καταβάλλει πᾶσαν προσπάθειαν, ὥστε νὰ δώσῃ πέρας εἰς αὐτήν· ἂν ὅμως νόμος τις δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὸν εἰσαγγελέα νὰ ἐνεργήσῃ, φοβοῦμαι, ὅτι ἡ σύστασις δὲν θὰ ᾖναι ἀποτελεσματική. Καὶ προλέγω τοῦτο διὰ νὰ μὴ ἐγερθῶσιν παράπονα ἐναντίον τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου.
§31ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐγὼ εἶπον, καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ νὰ διαχωρισθῇ τὸ ζήτημα. Ἂν τῳόντι πείθηται ὅτι ἡ προσβολὴ τὴν ὁποίαν ἀξιοῖ, ὅτι ἔλαβεν αὐτὸς, ὅτι εἶναι προσβολὴ ἀναγομένη εἰς ἰδέαν τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τότε ἡ Βουλὴ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν ὀφείλει νὰ ἐνδιαφέρηται ὑπὲρ τῆς τιμῆς τοῦ βουλευτοῦ, καὶ ζητήσῃ τὴν τιμωρίαν· ἂν ὅμως ἡ Βουλὴ ἴδῃ, ὅτι ἡ προσβολὴ ἡ ὁποία τοῦ ἐγένετο δὲν ἔχει τίποτε κοινὸν μὲ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, τότε ἐννοεῖται, καὶ πιστεύω νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ περὶ τούτου, ὅτι ἐπεμβαίνει εἰς καθαρὰν ἰδιωτικὴν ὑπόθεσιν, εἰς πράγματα τὰ ὁποῖα εἶναι ἀντικείμενον τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς. Πῶς ἠμπορεῖ ν’ ἀναλάβῃ ἐπάνω της ἡ Βουλὴ νὰ ζητήσῃ ἱκανοποίησιν ἐπὶ καθαρᾶς ἰδιωτικῆς ὑποθέσεως; Ἂν ἄλλως νομίζῃ ἡ ἡ Βουλὴ, ἠμπορεῖ νὰ ἀποφασίσῃ ὅπως θέλῃ.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπὸ τὰς ἐξηγήσεις τοῦ προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὑπ’ αὐτὰς ἐννοεῖ ἡ Βουλὴ νὰ γείνῃ ἡ σύστασις εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπουργόν; Οἱ νόμοι τῆς πατρίδος νὰ τηρηθοῦν.
§33ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λομβάρδος.
§35ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ πάλιν πολιτικὰ ζητήματα....
§36ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ. Καὶ ἀκροατήριον μέγα.
§37ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ ἀκροατήριον μέγα, προσθέτει ὁ κύριος πρωθυπουργός· καὶ πάλιν παρλάτες θὰ εἴπουν ἄλλοι. Παρεκτρέπεται ἡ Βουλή, ἀποσπᾶται ἡ προσοχή της ἀπὸ τὰ σοβαρά, ἀπὸ τὰ πρακτικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἐνώπιόν της. Ἀλλὰ καὶ πάλιν πολιτικὰ ζητήματα, καὶ σήμερον πολιτικὰ ζητήματα, καὶ αὔριον καὶ μεθαύριον πολιτικὰ ζητήματα, καὶ πάντοτε πολιτικὰ ζητήματα ὁσάκις ἡ ἀνάγκη τὸ ἐπιβάλλῃ, θὰ εἴπωμεν ἡμεῖς ὅσοι πρεσβεύομεν, ὅτι κοινοβούλιον τὸ ὁποῖον θέλει νὰ ἀπεκδυθῇ τῶν πολιτικῶν ζητημάτων, παύει νὰ ᾖναι ἄξιον τῆς ἀποστολῆς του, ἀρνεῖται τὸν λόγον τῆς ὑπάρξεώς του. Ἡ σχολὴ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοτε ἀνέφερον, καὶ σήμερον ἀναφέρω καὶ πάλιν θὰ ἀναφέρω, (διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον ὄχι μόνον τὴν βλέπω, ὄχι μόνον τὴν ἀκούω, ἀλλὰ καὶ τὴν αἰσθάνομαι νὰ μὲ πιέζῃ, καθὼς τὴν αἰσθάνεται ὁ τόπος ὅλος, καὶ τὴν ὁποίαν μὲ ὅλας τὰς ἀσθενεῖς μου δυνάμεις τὴν ἐπολέμησα, τὴν πολεμῶ καὶ θὰ τὴν πολεμήσω) ἡ σχολὴ ἐκείνη θέλει εὐχαριστηθῆ βεβαίως νὰ ἴδῃ τὴν Βουλὴν περιοριζομένην ἁπλῶς καὶ μόνον εἰς τὴν ἐπιψήφισιν νομοσχεδίων, καθὼς τὴν εἶδε ἄλλοτε εἰς τοὺς ἀγαθοὺς ἐκείνους καιροὺς τῆς Ἑπτανήσου, ὅτε τὸ comesta μεταξὺ τῶν βουλευτῶν ἀντήχει, καθὼς τὴν εἶδε καὶ ἄλλοτε ἐδὼ ὅτε ἡ Ἑλληνικὴ βουλὴ ἀπεκαλεῖτο Βαβυλώνιος· ἡ σχολὴ ἐκείνη βεβαίως θὰ χαρῇ νὰ μᾶς ἴδῃ ἀφίνοντας τὰ πολιτικὰ ζητήματα καὶ περιοριζομένους εἰς μόνην τὴν ἐξέτασιν νομοσχεδίων, διότι τότε θέλει ἐπιτύχει τὸν σκοπόν της καὶ θὰ δυνηθῇ νὰ εἴπῃ, πρὸς τί Βουλὴ ἀπὸ 190 βουλευτάς; ἂς ἀντικατασταθῇ ἀπὸ μίαν ἐπιτροπὴν ψηφίζουσαν κατὰ τύπον τὰ νομοσχέδια. Ἡμεῖς ὅμως, κύριοι, ὅσοι φρονοῦμεν (καὶ τοιοῦτοι εἶναι ἅπαντες οἱ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου καὶ βουλευταὶ καὶ κυβερνῆται) ἡμεῖς, ὅσοι φρονοῦμεν, ὅτι τὸ κοινοβούλιον πρωτίστην ἀποστολὴν ἔχει κυρίως τὴν ἐξέτασιν τῶν πολιτικῶν ζητημάτων, ἡμεῖς, λέγω, ὄχι μόνον δὲν θὰ διστάσωμεν καὶ σήμερον καὶ αὔριον καὶ πάντοτε νὰ καταγινώμεθα εἰς πολιτικὰ ζητήματα, ὁσάκις ἡ περίστασις τὸ καλέσῃ, ἀλλὰ πρὸ πάντων τὴν σημερινὴν συζήτησιν θέλομεν προστατεύσει, θέλομεν τῆς δώσει ὅλην τὴν ἔκτασιν, τῆς ὁποίας εἶναι ἀξία καὶ τὴν ὁποίαν προκαλεῖ τὸ ὑπὸ τὰς σκέψεις μας ἀντικείμενον. Ἡ ἐπερώτησίς μου διαιρεῖται, κύριοι, εἰς δύο ζητήματα, τὸ ἓν σπουδαιότερον τοῦ ἄλλου. Διὰ τί παρῃτήθη τὸ ὑπουργεῖον Ζαήμη; τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἔληξε τὴν σύνοδον τῆς βουλῆς, ἔχον ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὴν ἔκφρασιν τῆς πλειοψηφίας τῆς βουλῆς ἐκείνης. Δὲν θίγω τώρα τὸ ζήτημα, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐγένετο ἡ λῆξις ἐκείνη, δὲν θέλω τώρα νὰ ἐξετάσω, ἂν τῆς συνόδου ἐκείνης παρατεινομένης, τὸ ὑπουργεῖον Ζαήμη ἤθελεν ἐξακολουθήσει ἢ ὄχι νὰ ἔχῃ τὴν πλειοψηφίαν· περιορίζομαι μόνον εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ἡ βουλὴ αὐτὴ ἀνεχώρησε κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον ἀπὸ τοῦ περιβόλου τούτου, ἀφίνουσα περιβεβλημένον τὸ ὑπουργεῖον Ζαήμη διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειοψηφίας της. Τὸ ὑπουργεῖον Ζαήμη ἔφθασεν εἰς τὴν λῆξιν τῆς παρελθούσης συνόδου, χωρὶς νὰ ἠμπορέσῃ ἡ τότε ἀντιπολίτευσις νὰ ἐπιτύχῃ μίαν ψῆφον δυσπιστίας κατὰ τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου. Εἶναι ἢ ὄχι σπουδαῖον, εἶναι ἁπλῆ θεωρία τὸ νὰ ἐρωτήσῃ ἡ βουλὴ αὐτὴ, ποῦ εἶναι ἡ κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὑπεστήριζον; Διὰ τί παρῃτήθη; Δὲν ἤμην, ὡς τὸ γνωρίζετε ὅλοι κύριοι, μεταξὺ τῶν ὑποστηριξάντων τὴν κυβέρνησιν Ζαήμη· ἴσως συγκατηριθμούμην μεταξὺ τῶν πλέον ἐπιμόνως ἀντιπολιτευθέντων τὴν κυβέρνησιν ἐκείνην, ἴσως συγκατηριθμούμην μεταξὺ ἐκείνων οἵτινες συχνότερον, καὶ ἴσως πικρότερον, ἔλαβον τὸν λόγον κατὰ τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου. Οὐδεὶς κομματικὸς λόγος λοιπόν, οὐδὲν φατριαστικὸν συμφέρον μὲ ὤθησε διὰ νὰ φέρω τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, ἀλλὰ μόνον τὸ συμφέρον τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς· διότι πρεσβεύω, ὅτι, καθὼς δὲν πρέπει νὰ παίζῃ τις μὲ τὰς διαλύσεις τῶν βουλῶν, ἐπίσης δὲν πρέπει νὰ παίζῃ καὶ μὲ τὰς διαλύσεις ἢ τὰς ἀποπομπὰς κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι φέρουσι τὴν ὑποστήριξιν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Τοὐλάχιστον οἱ λόγοι καὶ τῆς μιᾶς πράξεως καὶ τῆς ἄλλης ὀφείλουσι νὰ ᾖναι ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ δημοσίου. Ἔληξεν ἡ παρελθοῦσα σύνοδος, κύριοι, καὶ τὸ ὑπουργεῖον Ζαΐμη ἀμέσως προέβη εἰς μεταῤῥύθμισίν τινα τῶν μελῶν αὑτοῦ. Τὸ ζήτημα τοῦτο, δὲν τὸ ἐξετάζω, δὲν μὲ μέλλει νὰ ἐρωτήσω διατί ἔγεινεν ἡ μεταῤῥύθμισις ἐκείνη. Ἀλλὰ μετὰ τὴν μεταῤῥύθμισιν ἐκείνην τὴν συμβᾶσαν εὐθὺς μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνόδου, τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο τοῦ κ. Ζαΐμη, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλέγω, ἀπεχωρίσθη ἀπὸ τῆς Βουλῆς, φέρον τὴν πλήρη ὑποστήριξιν τῆς Βουλῆς ἐκείνης, ἐξηκολούθησε φέρον καὶ τὴν ὑποστήριξιν τοῦ Βασιλέως. Στερεὸν ἵστατο ἐπὶ τῆς ἕδρας του, κανεὶς δὲν ἠδύνατο νὰ προμαντεύσῃ, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἠδύνατο νὰ πέσῃ. Βουλὴ δὲν ὑπῆρχε ἐνώπιόν του, ὅπως ἐκφράσῃ ψῆφον δυσπιστίας κατ’ αὐτοῦ· τοῦ Βασιλέως ἡ ἐμπιστοσύνη πρὸς αὐτὸ ἦτο τόσον πλήρης, ὥστε καίτοι σοβαραὶ περιστάσεις ἐπῆλθον διὰ τὸν τόπον, ὁ Βασιλεὺς ἄφησε μόνον τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ ἐν τῇ πρωτευούσῃ καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν ἐαρινὴν διαμονήν του ἐν Κερκύρᾳ. Αἱ ξέναι δυνάμεις, πρὸ πάντων δὲ ἡ δύναμις ἐκείνη, ἡ Ἀγγλία, ἡ ὁποία τότε ἐπίεζε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ πιέζῃ τὸν τόπον τοῦτον, κανὲν παράπονον δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἔχῃ κατὰ τῆς κυβερνήσεως, ἐκείνης. Ὅ,τι ἂν ἐζητήθη παρὰ τῆς ἀγγλικῆς κυβερνήσεως ἡ κυβέρνησις Ζαΐμη τὸ παρεχώρησε. Δὲν ἐξετάζω τώρα τὸ ζήτημα, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ἔπραξε νὰ κάμῃ τὰς παραχωρήσεις ἐκείνας· τὰ ζητήματα ταῦτα θὰ τὰ ἐξετάσωμεν, ὅταν ἔλθωμεν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα τοῦ Πικέρμι καὶ Δείλεσι, ἀναφέρω ἁπλῶς καὶ μόνον ἱστορικὰ γεγονότα, χωρὶς νὰ κάμω ἐπὶ τοῦ παρόντος κανὲν σχόλιον ἐπὶ γεγονότων πασιδήλων. Ὅ,τι καὶ ἂν ἐζήτησεν ἡ Ἀγγλία ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν Ζαΐμη τὸ ἔλαβε, καὶ μετὰ τὴν αἰχμαλωσίαν τῶν ξένων καὶ κατὰ τὸ στάδιον τῶν διαπραγματεύσεων καὶ μετὰ τὴν σφαγήν. Αὐτοὶ οἱ νόμοι μας ἀφέθησαν κατὰ μέρος, αὐτὰ τὰ δικαστήριά μας ἠνοίχθησαν μὲ τὴν πλέον φανερὰν παραβίασιν τῆς νομοθεσίας μας εἰς τοὺς ξένους. Εἰσῆλθον εἰς τὰ δικαστήριά μας ἐπιτηρηταί, ἐπικριταί, ὅπως ἂν θέλητε νὰ τοὺς ὀνομάσητε, ξένοι. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, κύριοι, μ’ ὅλον ὅτι αὐτὴ ἡ παραπονουμένη δῆθεν δύναμις, ἔλαβεν ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος διὰ τῆς τότε κυβερνήσεώς της, ὅσα δὲν ἤθελε τολμήσει αὐτὴ ἡ ἰδία εἰς τὰς ἰδίας κτήσεις της νὰ ἐφαρμόσῃ, (διότι τὴν βεβήλωσιν τῶν δικαστηρίων ἐναντίον τῶν νόμων οὐδέποτε ὁ Ἄγγλος δύναται νὰ ἐφαρμόσῃ οὔτε εἰς αὐτὰς τὰς ἀγγλικὰς ἀποικίας), μ’ ὅλα ταῦτα ὅμως ἡ Ἑλλὰς διὰ μιᾶς μανθάνει διὰ τοῦ τηλεγράφου, ὅτι ὁ Βασιλεὺς κατεπειγόντως προσεκλήθη ἐκ Κερκύρας, διότι πρόκειται περὶ παραιτήσεως τοῦ ὑπουργείου Ζαΐμη.
§38ΣΑΡΑΒΑΣ. Τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.
§39ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δύο ἐκδόσεις ἐγένοντο τότε, κύριοι.
§40ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.
§41ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ μὲν, ὅτι ὁ κ. Βαλαωρίτης δὲν θέλει πλέον νὰ ἐργασθῇ μὲ τοὺς ἄλλους συναδέλφους του, ἡ δὲ, ὅτι ὁ κ. Ζαΐμης καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοί του ζητοῦν τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ κ. Βαλαωρίτου. Ἦλθεν ὁ Βασιλεὺς εἰς τὴν πρωτεύουσαν καὶ ὅλη ἡ Ἑλλὰς μανθάνει, ὅτι ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἔθεσεν ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως τὸ ζήτημα, ἢ δέχεσθε, Μεγαλειότατε, τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Βαλαωρίτου, ἢ ἡμεῖς δὲν ἠμποροῦμεν νὰ καθήσωμεν εἰς τὴν ἐξουσίαν.
§42ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Τὸ γνωρίζετε ἐπισήμως αὐτὸ, κ. Λομβάρδε;
§43ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ ζητῶ νὰ πληροφορηθῶ. Εἶναι ἀνάπτυξις τῆς ἐπερωτήσεώς μου αὐτὴ, τὴν ὁποίαν κάμνω ἐγώ· σεῖς θὰ ἐπισημοποιήσητε ἀργότερα ὅ,τι λέγω. Ἐὰν ἤμην εἰς κατάστασιν νὰ δώσω ἐπισήμους πληροφορίας, δὲν ἤθελον κάμει ἐπερώτησιν. Ἐπιθυμῶ νὰ πληροφορηθῶ ὡς βουλευτὴς, ἐπιθυμῶ δὲ νὰ πληροφορηθῇ καὶ ἡ Βουλή. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγω, καὶ τὸ λέγω ἐπισήμως, εἶναι τοῦτο, ὅτι ὅλη ἡ Ἑλλὰς τοῦτο τὸ ὁποῖον λέγω ἔμαθε, τοῦτο ἤκουσε· σεῖς εἶσθε εἰς κατάστασιν νὰ μᾶς εἴπητε, ἐὰν αὐτὸ ᾖναι ἀληθὲς ἢ ὄχι. Ὅλη ἡ Ἑλλὰς ἔμαθεν, ὅτι ἐκεῖ ἐτέθη τὸ ζήτημα παρὰ τοῦ προέδρου τοῦ ὑπουργείου καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, ἐν ᾧ ὅλοι εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἀφ’ οὗ τὸ ζήτημα ἐτέθη παρὰ τοῦ Προέδρου τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τῶν συναδέλφων του, ὡς ἐτέθη ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως, ὁ κ. Βαλαωρίτης ἔπρεπεν ἐξ ἀνάγκης ν’ ἀποσυρθῇ, ὅλη ἡ Ἑλλὰς εἶδεν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ὁλόκληρον ἔπεσεν. Οὐδὲν ἀνέφερα περὶ τῆς πρὸ τῶν σκηνῶν τούτων παραιτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. Σούτσου, ἀπὸ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ἡ παραίτησις ἐκείνη, αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν δὲν μοὶ παρέχει δικαίωμα εἰς κοινοβουλευτικὴν ἐπερώτησιν· τὴν ἀναφέρω τώρα, διότι ἡ ἀγόρευσις, τὴν ὁποίαν κατὰ μίαν τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων ἔκαμεν ἐνταῦθα ὁ ἀξιότιμος κ. Σοῦτσος περὶ τῆς παραιτήσεώς του ἐκείνης, μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπευθύνω τώρα ἐρώτησιν εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὁ κ. Σοῦτσος μᾶς εἶπεν, ὅτι, ὅταν εἶδε σύστημα ῥᾳδιουργίας, σύστημα συκοφαντίας ἀναπτυσσόμενον, ἔδωσε τὴν παραίτησίν του, ὁ δὲ κ. Ζαΐμης εὐγενῶς τὴν ἐδέχθη. Ἔχω δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω, ἂν θέλῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Ζαΐμης νὰ μᾶς ἀπαντήσῃ, ποῖον ἦτο τοῦτο τὸ σύστημα τῆς ῥᾳδιουργίας καὶ τῆς συκοφαντίας, τὸ ὁποῖον τοῦ ἀφήρπαζεν ἀπὸ τὸ πλευρὸν ἕνα τῶν συναδέλφων, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀποχωριζόμενον τοῦ ὑπουργείου ἐξεφράσθη, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἡ βασιλικὴ εὐαρέσκεια; Τὸ σύστημα τοῦτο τῆς ῥᾳδιουργίας καὶ συκοφαντίας ἐξηκολούθησε νὰ ἐπενεργῇ; ἢ ἦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔφερε τὴν πτῶσιν τῆς κυβερνήσεως Ζαΐμη; Ἰδοὺ τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἐπερωτήσεώς μου. Ἔχω τὴν πεποίθησιν τοὐλάχιστον, τὴν ἐλπίδα, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ζαΐμης, καθὰ καὶ ἐπανειλημμένως ἐν τῇ Βουλῇ καὶ εἰς τὰ ἄλλοτε δημοσιευθέντα ἔγγραφά του διεβεβαίωσεν, ὅτι θέλει δώσει εἰς τὴν Βουλὴν πλήρεις τὰς ἐξηγήσεις· δὲν θέλει ἀφήσει κενὰ, τὰ ὁποῖα νὰ ζητοῦμεν ἡμεῖς ν’ ἀναπληρώσωμεν. Τρέφω δὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας θὰ δώσῃ ὁ κ. Ζαΐμης, θὰ ᾖναι τόσον πλήρεις, καὶ τὸ εὔχομαι, ὥστε νὰ κάμωσιν ἴσως περιττὸν νὰ λάβω ἐκ νέου τὸν λόγον. Ἀλλὰ μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ ὑπουργείου Ζαΐμη μία τῶν ἐφημερίδων, ἡ ὁποία τότε τοὐλάχιστον ἐφαίνετο ἐμπνεομένη ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου Ζαΐμη ἐδημοσίευσεν, ὅτι ἡ παραίτησίς του ἐγένετο διὰ λόγους συνταγματικούς. Ἦτο ἄρθρον ἐφημερίδος, δὲν ἔφερε καμμίαν ἐπισημότητα. Οὐδὲν ἧττον τὸ ἕτερον μέλος τῆς κυβερνήσεως τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου, ὁ κ. Βαλαωρίτης, μόλις εἶδε δημοσιευμένον τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, ἐξέδωκε τὴν ἑπομένην ἐπιστολὴν· ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς τὴν ἀναγνώσω, καθότι ὁ καιρὸς παρῆλθε καὶ ἴσως ἐλησμονήσατε τοὐλάχιστον τὰς λεπτομερείας, καὶ εἶναι λεπτομέρειαι ὁπωσοῦν σπουδαῖαι. «Ἐν Ἀθήναις τῇ 9 Ἰουλίου 1870. «Κύριε, «Ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 2011 φύλλῳ τοῦ «Ἐθνοφύλακος» ἀνέγνων, ὅτι ὁ πρωθυπουργὸς Κ. Θ. Ζαΐμης ὑπεστήριξε τὴν ἀποδοχὴν τῆς παραιτήσεώς μου διὰ συνταγματικοὺς λόγους. «Ἐπειδὴ ἡ πλειονότης τοῦ ὑπουργείου δὲν ἐσημείωσεν ἐγγράφως τοὺς λόγους τῆς παραιτήσεως αὐτῆς, ἀλλ’ ἕκαστος ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἀναφέρεται εἰς ὅσα προφορικῶς εἴπατε πρὸς ἀλλήλους, δηλαδὴ εἰς ἔπεα πτερόεντα,» (Ὁμηρικὴ ἡ ἔκφρασις). «Σᾶς παρακαλῶ Κ. Ζαΐμη, νὰ σημειώσητε τοὺς συνταγματικοὺς τούτους λόγους, διότι ἐγὼ αὐτὸς δυστυχῶς τοὺς ἀγνοῶ.» «Ὡς δημόσιος ἀνὴρ, πολιτευόμενος ἐν συνταγματικῇ πολιτείᾳ, ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἀγνοεῖτε, ὅτι ἡ θεμελιώδης ἐγγύησις τῆς πολιτικῆς ἐλευθερίας εἶναι ἡ παῤῥησία καὶ ἡ δημοσιότης». (Ἐχάρην καὶ χαίρω, διότι πρῶτον εἶδον τὰ τοιαῦτα ὑποστηριζόμενα καὶ παρὰ τοῦ κυρίου Βαλαωρίτου, ὅτι ἡ παῤῥησία καὶ ἡ δημοσιότης εἶναι τὰ πρῶτα χαρακτηριστικὰ τοῦ πολιτικοῦ ἀνδρός). «Καὶ μάλιστα προκειμένου περὶ ὑψηλῶν δημοσίων συμφερόντων, ὧν ἡ διαχείρισις ἀνατίθεται εἰς τοὺς ὑπουργοὺς τοῦ Στέμματος. Ἄλλως πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δικάζῃ ἀμερολήπτως τὰς πράξεις τῶν δημοσίων ἀνδρῶν ἡ κοινὴ γνώμη καὶ νὰ ᾖναι ἀληθὴς ἔλεγχος τοῦ Κοινοβουλίου; «Δημοσιεύων τὴν ἐμὴν παραίτησιν, ἣν ἀπὸ τὰς 27 Ἰουνίου διεύθυνα πρὸς τὴν Α. Μεγαλειότητα, παρακαλῶ ὑμᾶς, Κύριε, νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ δημοσιεύσητε τοὺς συνταγματικοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι ἐννέα ἡμέρας μετὰ τὴν διαβίβασιν τῆς παραιτήσεώς μου ἀνεφάνησαν εἰς τὴν συνείδησίν σας. «Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι λόγοι φέροντες χαρακτῆρα τοσοῦτον σοβαρὸν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μένωσιν ἄγραπτοι καὶ ἀδημοσίευτοι, χωρὶς νὰ δοθῇ ἀφορμὴ εἰς τὸ κοινὸν νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἡ παράλειψις τῆς ἐγγράφου αὐτῶν σημειώσεως καὶ δημοσιεύσεως προῆλθον ἀπὸ πολιτικὴν ἀνανδρίαν, ἢ τοὐλάχιστον ἀπὸ ἔλλειψιν εἰλικρινείας,» (ὅποιον θέλετε διαλέξετε)· «ὅπως διευκολυνθῇ ἡ κακὴ πίστις πρὸς ἐπινόησιν ἀνυπάρκτων γεγονότων ἢ παραμόρφωσιν τῶν ἀληθῶν. «Δέξασθε κτλ. κτλ.
«Σ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ.»
Διαψεύδεται ὁ κύριος Ζαΐμης, ὅτι δὲν ἦσαν συνταγματικοὶ οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους παρῃτήθη· πρὸς ἀπόδειξιν δὲ δημοσιεύεται ταὐτοχρόνως τὸ ἔγγραφον τῆς παραιτήσεως τοῦ κυρίου Βαλαωρίτου. Ἡ παραίτησις αὕτη δὲν ἦτο παραίτησις κοινὴ, ἦτο παραίτησις ᾐτιολογημένη· θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ τὴν ἀναγνώσω καὶ αὐτήν. Ἀπευθύνετο δὲ οὐχὶ πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ πρὸς τὴν Α. Μεγαλειότητα· ἂν τοῦτο ἦτο συνταγματικὸν, περιμένω νὰ τὸ ἀκούσω. «Μεγαλειότατε. «Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὴν Υ. Μεγαλειότητα νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἀποδεχθῇ τὴν παραίτησίν μου ἀπὸ τοῦ ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε διεύθυνον. Οἱ λόγοι, οἱ ἐπιβάλλοντές μοι τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν, εἶναι οἱ ἀκόλουθοι. «Καὶ κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Κ. Ζαΐμη ἀπαιτεῖται νὰ περατωθῇ τάχιστα ἡ ἐνεργουμένη ἀνάκρισις περὶ τῶν αὐτουργῶν καὶ συνεργῶν τοῦ ἐν Ὠρωπῷ διαπραχθέντος στυγεροῦ κακουργήματος. Ὡρίσθη μάλιστα καὶ προθεσμία τῆς περατώσεως. «Κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν τὸ ὑπουργεῖον περιπίπτει εἰς μέγα σφάλμα, ἐπισπεῦδον ἄνευ λόγου τὴν περάτωσιν τῆς ἀνακρίσεως. Ὁλόκληρος ὁ πεπολιτισμένος κόσμος ἐξηγέρθη καὶ συνεκινήθη διὰ τὸ ἀποτρόπαιον ἀνοσιούργημα, τὸ ὁποῖον ἐξετελέσθη ἐν Ὠρωπῷ. Ὄχι μόνον λόγοι δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ἀνώτατον πολιτικὸν συμφέρον ὑπαγορεύουν νὰ ἐνεργήσῃ ἡ ἀνάκρισις τὰ καθήκοντα αὑτῆς οὐχὶ ἐσπευσμένως, ἀλλ’ ἐν πληρεστάτῃ ἠρεμίᾳ, ἀμεροληψίᾳ καὶ τιμιότητι. Ἀπαιτεῖται νὰ μὴ μείνῃ ὁ ἐλάχιστος δισταγμὸς, ἰδίως εἰς τὰς ἐνδιαφερομένας Δυνάμεις, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ δικαιοσύνη ἐξήντλησε πάντα τὰ ἔννομα μέσα, πρὸς ἀνεύρεσιν τῆς ἀληθείας καὶ ἀνακάλυψιν ἁπάντων τῶν αὐτουργῶν καὶ συνεργῶν τοῦ φοβεροῦ κακουργήματος, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ὦσι. «Πρὸς τούτοις ἀναγκάζομαι μετὰ μεγίστης λύπης νὰ ἀναφέρω, ὅτι ἔχω λόγους νὰ πιστεύσω, ὅτι εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς ἀνακρίσεως παρεμβάλλονται προσκόμματα, καθιστῶντα ἀμφίβολον τὴν ἀμεροληψίαν, ἣν ὑπαγορεύει ὁ νόμος καὶ ἡ σοβαρότης τῶν περιστάσεων, ἐν αἷς διεπράχθη τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος κακούργημα. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἡ πλειονότης τοῦ ὑπουργείου, ἀποφασίσασα τὴν περάτωσιν τῆς ἀνακρίσεως, παρεγνώρισε τὰς περιστάσεις, καὶ τὰς σκέψεις, ἃς ὤφειλε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Ἐνώπιον τοιαύτης διαφωνίας περὶ ἀνωτέρου συμφέροντος, μοὶ ἐπιβάλλεται καθῆκον νὰ μὴ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην πορείας δυναμένης νὰ προκαλέσῃ ἐξωτερικὰς περιπλοκὰς, αἵτινες θέλουν διακινδυνεύσει τὰ συμφέροντα καὶ τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος. «Ἐν Ἀθήναις, τὴν 27 Ἰουνίου 1870.
«Σ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ.»
Δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, κύριοι, ἀναγινώσκων τὴν στιγμὴν ταύτην τοὐλάχιστον, (ἴσως εὑρεθῆ ἀνάγκη ἀργότερα) καὶ τὰ ἐπίλοιπα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀντηλλάγησαν μεταξὺ τοῦ κυρίου Βαλαωρίτου, τοῦ κυρίου Ζαΐμη, Σαράβα καὶ λοιπῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργείου. Περιορίζομαι εἰς ἓν καὶ μόνον τὸ τοῦ κυρίου Βαλαωρίτου, φέρον ἡμερομηνίαν 15 Ἰουλίου. Ὁ κύριος Σαράβας, ἀφ’ οὗ εἶδεν δημοσιευόμενον εἰς τὴν παραίτησιν τοῦ κυρίου Βαλαωρίτου, ὅτι ἐτέθησαν προσκόμματα εἰς τὴν ἀνάκρισιν, τὸν ἔκαμε νὰ προσέξῃ, ὅτι ἡ πληροφορία αὐτὴ ἤθελε περιπλέξει τὴν Ἑλλάδα, διότι ἤθελε διεγείρει εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους τὴν ἰδέαν, ὅτι διαστρέφεται ἡ ἀνάκρισις πρὸς ὄφελος τῶν κακούργων· οὐδὲν ἧττον ὁ κ. Βαλαωρίτης ἐπέμενε καὶ ἔγραψε τὴν ἑπομένην ἐπιστολὴν εἰς τὸν κ. Σαράβαν. Ἀθῆναι τῇ 15 Ἰουλίου. Κύριε, Διὰ τῆς ἀπὸ 11 Ἰουλίου ἐπιστολῆς σας μὲ ἐρωτᾶτε τίνες εἰσὶν οἱ εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς ἀνακρίσεως προσκόμματα παρεμβάλλοντες καὶ τίνα τὰ παρεμβληθέντα προσκόμματα. Εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι οἱ παρεμβάλλοντες προσκόμματα ἦσαν ὄργανα, τὰ ὁποῖα διώρισεν ὁ ἁρμόδιος ὑπουργός. Σᾶς ὑπενθυμίζω δὲ ὅτι ἀνέφερα περὶ τούτου πρὸς ὑμᾶς κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 24 Ἰουνίου, ἀλλ’ ὑμεῖς ἠρνήθητε τὸ γεγονὸς τοῦτο. Λυποῦμαι ὅτι δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται πρὸς τὸ παρὸν νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἐρωτήσεώς σας, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτεθῶσι δημοσίᾳ τὰ παρεμβληθέντα προσκόμματα, ἐφ’ ὅσον αἱ ἀνακρίσεις διατελοῦσιν ἐκκρεμεῖς Ὅταν ἐκλίπῃ τὸ κώλυμα τοῦτο, τότε προθύμως θέλω ἐκθέσει τὰ γεγονότα ἐφ’ ὧν στηρίζεται ὁ δεύτερος λόγος τῆς παραιτήσεώς μου. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ προσθέσω, ὅτι λυποῦμαι τὰ μέγιστα, ὅτι αἱ ἡμιεπίσημοι ἐπιστολαὶ, ἃς ἐδημοσιεύσατε, οὐδὲν ἀποδεικνύουσι, καὶ θαυμάζω πῶς ὑμεῖς, ὅστις γινώσκετε τόσον καλῶς τὰ ἡμέτερα πράγματα, ἐπιστεύσατε σπουδαίως, ὅτι τοιαύτης φύσεως ἔγγραφα ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὸν σκοπόν σας. Τῷ κ. Δ. Σαράβᾳ. Διατελῶ
Πρόθυμος
Σ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ.
Δὲν εἶναι λοιπὸν ἁπλῆ παραίτησις ἡ παραίτησις τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Βαλαωρίτου ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν, εἶναι μία καταγγελία ῥητὴ καὶ ἐπίσημος, διδομένη κατ’ εὐθεῖαν πρὸς τὸν Βασιλέα ἐναντίον τοῦ ἐπιλοίπου ὑπουργείου, καταγγελία δημοσιευθεῖσα δι’ ὅλων τῶν ἐφημερίδων, ὅπως μὴ μείνῃ ἄγνωστος εἰς οὐδεμίαν γωνίαν τοῦ κόσμου. Ἂν ἐνδιαφέρωμαι διὰ τὴν ὑποστήριξιν τῶν κοινοβουλευτικῶν κυβερνήσεων, ἐνδιαφέρομαι ὅμως, ὡς ἐνδιαφέρεσθε καὶ ὑμεῖς πάντες, καὶ διὰ τὴν τιμωρίαν τῶν κυβερνήσεων τούτων, ὁσάκις περιπίπτουν εἰς ἐγκλήματα καὶ εἰς ἐγκλήματα τοιαῦτα, ὡς ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα κατηγορεῖ ὁ κύριος Βαλαωρίτης τὴν κυβέρνησιν τοῦ κυρίου Ζαΐμη. Ἐπερωτῶν λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον κύριον Βαλαωρίτην, τοῦ λέγω, ὅτι τὸ τέρμα, τὸ ὁποῖον ἐθέσατε, ὅπως φέρητε τὰς ἀποδείξεις, ὅτι ἡ κυβέρνησις τοῦ κυρίου Ζαΐμη ἤθελε νὰ ὑποστηρίξῃ τοὺς λῃσταποδόχους καὶ τοὺς συνενόχους εἴτε αὐτουργοὺς τοῦ κακουργήματος τοῦ Δήλεσι, τὸ τέρμα ἐκεῖνο ἔληξεν, αἱ ἀνακρίσεις ἔπαυσαν ὁριστικῶς. Σᾶς προσκαλῶ λοιπὸν νὰ ἔλθητε νὰ μᾶς εἴπητε ποίας ἀποδείξεις ἔχετε, ὅτι ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Ζαΐμη ἔπραξε τὸ ἔγκλημα, διὰ τὸ ὁποῖον τὴν κατηγορεῖτε. Ἂς ὁμιλήσῃ ὁ κ. Βαλαωρίτης ἄνευ ἐνδοιασμοῦ, καὶ ἂς σκεφθῇ ποία ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβε διὰ τῆς καταγγελίας ταύτης. Εἰς ἓν ἀπὸ τὰ δύο ἄκρα θὰ εὑρεθῇ, ἢ ὑπέρτατος πατριώτης, θέτων ὑπεράνω τὴν τιμὴν καὶ τὸ καθῆκον πάσης ἄλλης ἀνασκοπῆς ἢ (ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις καὶ θὰ τὴν δικαιολογήσω ἀμέσως) ἢ ἔνοχος ἐσχάτης προδοσίας (ψιθυρισμοί). Δὲν θίγω τὸ ζήτημα, ἂν ὁ κ. Βαλαωρίτης κατὰ τὰς πεποιθήσεις ὅλης τῆς Ἑλλάδος, ἐπεβλήθη εἰς τὸ ὑπουργεῖον Ζαΐμη ἢ ἂν προσεκλήθη κατὰ τοὺς συνταγματικοὺς τύπους ἐλευθέρως παρὰ τοῦ πρωθυπουργοῦ κ. Ζαΐμη, δὲν τὸ θίγω, διότι δὲν μοῦ εἶναι ἀναγκαῖον· περιορίζομαι εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ὁ κ. Βαλαωρίτης ἦτο μέλος τῆς κυβερνήσεως Ζαΐμη. Μετὰ τῶν μελῶν τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου ἀντήλλαξε τοὺς στοχασμούς του καὶ τοὺς παλμοὺς τῆς καρδίας του, εἰς στιγμὰς κρισίμους τῆς Πατρίδος, καὶ αἱ στιγμαὶ ἐκεῖναι τῆς Πατρίδος δὲν ὑπῆρξαν μὲν τοσοῦτον θορυβώδεις, ὡς εἰς ἄλλας ἴσως ἐποχάς, ὅτε ἤρχοντο στόλοι ν’ ἀποκλείσωσι τὸν Πειραιᾶ, ἀλλ’ ὑπῆρξαν, καθόσον ἀποβλέπει τὴν ἐθνικὴν φιλοτιμίαν καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἀνεξαρτησίας χειρότερα, πολὺ ἐκείνων· εἰς ἐκείνας τὰς κρισίμους στιγμάς, λέγω, κύριοι, ἀντήλλαξε τοὺς στοχασμούς του καὶ τοὺς παλμοὺς τῆς καρδίας του ὁ κ. Βαλαωρίτης μετὰ τῶν συναδέλφων του, τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης, καὶ δὲν ἔχω κανένα δισταγμὸν, ὅτι τὰς ἀντήλλαξε πατριωτικῶς, ὡς πολίτης τῆς Ἑλλάδος. Διαῤῥηγνύει, τοὺς δεσμοὺς τούτους ὁ κ. Βαλαωρίτης, καὶ χωρὶς τούτους διόλου νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ἐξέρχεται καὶ κατηγορεῖ τοὺς συναδέλφους του, κατηγορίαν τοσοῦτον βαρεῖαν, καθότι ἂν διὰ μίαν κυβέρνησιν ἡ χειροτέρα κατ’ ἐμὲ κατηγορία εἶναι, ὅτι ἐπεμβαίνει εἰς τὰ δικαστήρια καὶ διαστρέφει τὴν δικαιοσύνην, πῶς δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ διαγωγὴ κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐπεμβαίνει εἰς τὰ δικαστήρια, ἵνα προστατεύσῃ κακούργους, καὶ κακούργους, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ πρωτουργοὶ καὶ συνένοχοι τοῦ δράματος τοῦ Δήλεσι; Δὲν φθάνει τοῦτο, κύριοι, δὲν κατηγορεῖ ὁ κ. Βαλαωρίτης ἁπλοῦς ἀνθρώπους, ἀλλὰ κατηγορεῖ τὴν κυβέρνησιν τοῦ τόπου, τὴν κυβέρνησιν τῆς πατρίδος του, ὅτι τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ διαγωγή της, εἰς στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ὑπὸ τοιαύτας ἰδέας ὁδηγουμένη ἐφέρετο ὅπως ἐφέρετο καὶ ὅπως ἐξακολουθεῖ νὰ φέρηται εἰς τὸν τόπον μας. Ἓν μέλος τῆς Κυβερνήσεως, κύριοι, ἔρχεται ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως καὶ ἐνώπιον τοῦ κόσμου καὶ κατηγορεῖ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου διὰ τοιαύτας κατηγορίας. Ποῖος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ξένος, ὅστις νὰ μὴ τὸν πιστεύσῃ; Ἂς δικάσωμεν, κύριοι, τὴν διαγωγὴν τῆς Ἀγγλίας, ἂς τὴν δικάσωμεν μὲ ψυχρὸν αἷμα καὶ ἂς σταθῶμεν εἰς τὴν θέσιν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Ἀπὸ τὸ ἓν μέρος ἀκούει, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις ἐν Ἑλλάδι ὤθησε τὸν Τάκον—μῦθος, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ζαΐμης, θέλομεν τὸ ἐξετάσει, ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Πικερμίου καὶ τοῦ Δήλεσι, ὅπου μεταξὺ τῶν ἐγγράφων τῶν δημοσιευθέντων παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν εὑρίσκεται ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον αὐτὴν τὴν ἰδέαν πηγαίνει νὰ ὑποστηρίξῃ.
§44ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ψεῦδος.
§45ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ ἔχω εἰς τὴν τσέπην μου.
§46ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ τὸ ἔχω εἰς τὴν τσέπην μου, καὶ θὰ ἀπαντήσω εἰς αὐτό.
§47ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Λοιπὸν προσμένω νὰ τὸ ἀναγνώσῃς. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἀγγλίας, τὸ Ἀγγλικὸν κοινὸν ἀκούῃ, ὅτι ὁ Τάκος ὑπεκινήθη ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευσιν διὰ νὰ συλλάβῃ τοὺς περιηγητὰς, οὐχὶ διὰ νὰ τοὺς πάρῃ λύτρα, ἀλλὰ διὰ νὰ φέρῃ ἐμπόδια εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ τὴν βιάσῃ νὰ προσκαλέσῃ τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ τὴν κρημνίσῃ, ἀκούῃ δὲ ὀλίγον ἀργότερα ἀπὸ ἓν μέλος τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλλάδος, ὅτι διαῤῥηγνύει πάντα σύνδεσμον ὁ ὁποῖος συνδέει τὴν ἀνθρωπίνην καρδίαν, καὶ θέλει νὰ ἀποφύγῃ τοὺς συντρόφους του, δὲν θέλει νὰ σταθῇ μαζῇ, διότι τοὺς ἀποκαλύπτει προστάτας τῶν αὐτουργῶν καὶ συνενόχων τῆς λῃστείας ἐκείνης, τί ἠδύνατο νὰ αἰσθανθῇ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, ἢ ἄλλη Κυβέρνησις περὶ Ἑλλάδος; ὅτι εἴμεθα Ἀβισσυνοὶ καὶ ἀκόμη χειρότερα. Ἂς ἔλθῃ λοιπὸν ὁ κ. Βαλαωρίτης καὶ ἂς φέρῃ τὰς ἀποδείξεις, ἀλλὰ τὰς ἀποδείξεις πλήρεις, ὁποῖαι πρέπει νὰ ᾖναι αἱ ἀποδείξεις περὶ τοιούτου ἐγκλήματος, τοσοῦτον βαρέος, καὶ ἡμεῖς θὰ ζητήσωμεν τὴν τιμωρίαν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, καὶ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μᾶς προτρέψῃ ὁ Κλάρενδων ἢ ὁ Γλάδστων, ἢ ὁ Γράμβιλ· ἀλλ’ ἂς φέρῃ πλήρεις ἀποδείξεις, διότι ἂς σκεφθῇ τὴν θέσιν του· ψευδῶς κατηγορῶν τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου του ἐπὶ τοιούτῳ ἐγκλήματι καὶ εἰς τοιαύτην στιγμὴν, ἂν ἐγέννησεν ὑποθάλψεις, ἐνίσχυσε τὴν ἄδικον πίεσιν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως κατὰ τῆς πατρίδος του· φέρων εἴτε ἐξ ἀκρισίας, εἴτε ἐξ οἱασδήποτε ἄλλης ἰδέας ἢ αἰσθήματος κινούμενος, τὴν ψευδῆ ταύτην κατηγορίαν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ τόπου, δὲν τίθεται, κύριοι, ὁ κ. Βαλαωρίτης εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἐνόχου ἐσχάτης προδοσίας; Περιμένω τὴν ἀνάπτυξιν, ὅπως λάβω καὶ δεύτερον τὸν λόγον καὶ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχήν σας.
§48Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι. Προθύμως ἀνέρχομαι ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, διὰ νὰ κλείσω τὸ ἰσοζύγιον τῶν μεταξὺ τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ ἐμοῦ λογαριασμῶν. Δύο ὑπολείπονται ἀντικείμενα, εἰς τὰ ὁποῖα ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω, καὶ περὶ τῶν ὁποίων κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 15 Ἰανουαρίου δὲν ἠδυνήθην νὰ διαπραγματευθῶ. Πρῶτον τὸ ζήτημα περὶ τῆς παραδοχῆς τῶν Ἄγγλων νομομαθῶν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἀνακρίσεως περὶ τοῦ δράματος τοῦ Δήλεσι, καὶ δεύτερον τὸ ζήτημα περὶ τῶν λόγων τῆς παραιτήσεώς μου. Πρὶν, κύριοι, εἰσέλθω εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, θ’ ἀποτείνω τὴν παράκλησιν εἰς τὸν ἔντιμον πρόεδρον τῆς Βουλῆς, τοῦ νὰ μὴ μοὶ ἀποτείνῃ οὐδεμίαν ἐρώτησιν, οὐδὲ νὰ μοὶ ζητήσῃ οὐδεμίαν πληροφορίαν, ἐνόσῳ κατέχω τὸ βῆμα τοῦτο· ὅταν μὲ διαδεχθῇ, εἶμαι εἰς τὰς διαταγάς του, νὰ δώσω πᾶσαν πληροφορίαν, καὶ ν’ ἀπαντήσω εἰς ὅλας τὰς ἐρωτήσεις του· ὁ λόγος δὲ, κύριοι, διὰ τὸν ὁποῖον ἀποτείνω τὴν παράκλησιν ταύτην εἰς τὸν κ. Λομβάρδον, εἶναι ὁ ἑξῆς. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 15 Ἰανουαρίου, ὅτε ἐπρόκειτο ἐν γένει ἡ συζήτησις περὶ τῶν τριῶν σταδίων τοῦ Δηλιακοῦ δράματος, ἐνῷ ἔπαυσα ὁμιλῶν καὶ κατηρχόμην τοῦ βήματος, ὁ Κ. Λομβάρδος μοὶ ἀπηύθυνεν ἐρώτησίν τινα· ἡ ἐρώτησις αὕτη ἦτο ἡ ἑξῆς· «πῶς, ἀφοῦ ἐδόθη ἡ ὑπόσχεσις εἰς τοὺς λῃστὰς, ὅτι δὲν θὰ προσβληθῶσιν, ἐστάλησαν κατ’ αὐτῶν στρατεύματα, ἐξ οὗ προῆλθεν ἡ σφαγὴ τῶν αἰχμαλώτων; ἐφροντίσατε νὰ εἰδοποιήσητε τὰς κυβερνήσεις ἐκείνας, ὅτι αὐτὸ ἐγένετο τῇ ἀμέσῳ ἐπεμβάσει ἢ ἀπαιτήσει τῶν πρέσβεών των;» Κεκμηκὼς ὑπὸ τῆς παρατεταμένης ἀγορεύσεώς μου καὶ ἕνεκα τῆς διαλογικῆς ταύτης συζητήσεως, εἰς ἣν ἐνεφιλοχώρησαν αἱ συνήθεις διακοπαί, δὲν ἀντελήφθην καλῶς καὶ δὲν ἠθέλησα νὰ ἐπαναλάβω ὅσα ἐν τῷ λόγῳ εἶπον· ἠρκέσθην ἁπλῶς νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Λομβάρδον, ὅτι τοῦ περιστατικοῦ τούτου ἐγένετο μνεία εἰς ἐγκύκλιον, τὴν ὁποίαν ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἀπέτεινε πρὸς τοὺς πρέσβεις τοῦ Βασιλέως παρὰ ταῖς ξέναις αὐλαῖς, ἐννοῶν διὰ τῶν ἀνωτέρω, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐφρόντισε νὰ πληροφορήσῃ τοὺς πρέσβεις τοῦ Βασιλέως περὶ ὅλων τῶν διατρεξάντων κατὰ τὴν αἰχμαλωσίαν καὶ ἀπολύτρωσιν τῶν ξένων περιηγητῶν. Ἡ ἀπάντησις, κύριοι, αὕτη ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς παρεξήγησίν τινα, καί, μολονότι ἀποστρέφομαι τὴν παλιλλογίαν, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ δι’ ὀλίγας στιγμὰς νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ὁμιλῶν, κύριοι, κατὰ τὴν 15 Ἰανουαρίου οὐδαμοῦ τοῦ λόγου μου ἐξέφερον τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ πολιορκία ἐν Ὠρωπῷ τῶν λῃστῶν ἐγένετο τῇ ἐπιμόνῳ αἰτήσει ἢ τῇ πρωτοβουλίᾳ τῶν κ.κ. πρέσβεων· ἐξ ἐναντίας, εἶπον, ὅτι βλέποντες τὴν ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα νὰ καταφύγωμεν εἰς τὸ ἔσχατον μέσον, τὴν καταδίωξιν, ἤτοι τὴν εἰς Ὠρωπὸν πολιορκίαν τῶν λῃστῶν, ἐγνωστοποιήσαμεν τοῦτο εἰς τοὺς κ.κ. πρέσβεις, οἵτινες δὲν ἠμφισβήτησαν τὴν ἀνάγκην ταύτην. Ἰδοὺ τί καθαρῶς εἶπον. Ἐκ τῆς ἐρωτήσεως ὅμως τοῦ κυρίου Λομβάρδου δύναται νὰ ἐξαχθῇ, ὅτι ἡ πολιορκία τῶν ἐν Ὠρωπῷ λῃστῶν ἐγένετο κατὰ πρότασιν ἢ εἰσήγησιν τῶν πρέσβεων· τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἠδυνάμην νὰ τὸ εἴπω, ὅπως δὲν τὸ εἶπον. Ἀφοῦ, κύριοι, ἔμειναν ἀκαταδίωκτοι ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας οἱ λῃσταί, ἡ κυβέρνησις εἶδεν, ὅτι ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς ἐξουσίας προσεβάλλετο σημαντικά. Ἀπεφάσισε λοιπὸν νὰ ἐξέλθῃ τῆς θέσεως ταύτης. Εἶχε προϋποσχεθῆ εἰς τοὺς κ. κ. πρέσβεις νὰ μὴ διατάξῃ τὴν προσβολὴν ἢ τὴν ἐπίθεσιν κατὰ τῶν λῃστῶν· εἰς τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην ἐνέμεινεν, ἀπεφάσισεν ὅμως νὰ προβῇ εἰς περιωρισμένην καταδίωξιν, καὶ ἡ καταδίωξις αὕτη ἦτον ἡ πολιορκία τῶν λῃστῶν ἐν Ὠρωπῷ. Τοῦτο καὶ μόνον διεκοινώθη εἰς τοὺς κ. κ. πρέσβεις, καὶ τὴν ἀνάγκην ταύτην, κύριοι, δὲν ἠμφισβήτησαν οἱ κ. κ. ἀντιπρόσωποι τῶν δύω δυνάμεων. Ἀλλὰ ἐπίθεσιν κατὰ τῶν λῃστῶν, ἢ προσβολὴν κατ’ αὐτῶν οὔτε ἡμεῖς διετάξαμεν παραβιάζοντες τὴν ὑπόσχεσιν τὴν ὁποίαν εἴχομεν δώσει, οὔτε οἱ κ. κύριοι πρέσβεις ἠδύναντο νὰ συναινέσωσιν εἰς πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐζητήσαμεν. Ὅ,τι κύριοι, ἀπῃτήσαμεν ἦτο τὸ νὰ πολιορκηθῶσιν οἱ λῃσταὶ ἐν Ὠρωπῷ, καὶ τότε μόνον νὰ γίνῃ χρῆσις τῆς βίας, ὅταν οὗτοι ἤθελον προσπαθήσει ν’ ἀναχωρήσωσι μετὰ τῶν αἰχμαλώτων ἐξ Ὠρωποῦ. Ἰδοὺ καὶ αἱ ὁδηγίαι, τὰς ὁποίας εἴχομεν δώσει κατὰ τὴν 6 Ἀπριλίου πρὸς τὸν κ. Θεαγένην «ἐὰν οἱ λῃσταὶ φύγουν ἀπὸ τὸν Ὠρωπόν, ἡ κυβέρνησις δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ τηρήσῃ τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῶν πρέσβεων τοῦ ν’ ἀναστείλῃ τὴν καταδίωξίν των.» Εἰς νεώτερον δὲ ἔγγραφον πρὸς τὸν κ. Θεαγένην κατὰ τὴν 9 Ἀπριλίου ἐλέγαμεν τὰ ἑξῆς· «ἐν περιπτώσει ἀρνήσεως τῶν Ἀρβανιταίων τοῦ νὰ παραδώσωσι τοὺς αἰχμαλώτους λαμβάνοντες τὰ λύτρα, καλέσατε τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα νὰ πολιορκήσωσι τὸν Ὠρωπὸν καὶ ἀποκρούσωσι πάσῃ δυνάμει τὴν ἔξοδον τῶν Ἀρβανιταίων μετὰ τῶν αἰχμαλώτων.» Καὶ ἐκ τῶν ἐγγράφων λοιπόν, κύριοι, καὶ ἐκ τοῦ λόγου μου κατὰ τὴν 15 Ἰανουαρίου, ἐξάγονται τὰ ἑξῆς, τὰ ὁποῖα θέλουν πείσει τὸν κ. Λομβάρδον, ὅτι εἶχεν ἄδικον ὑποστηρίξας ὅτι ἡ καταδίωξις αὕτη, ἤτοι ἡ πολιορκία, εἶχε γείνει κατ’ αἴτησιν τῶν κυρίων πρέσβεων. Ἐξάγονται δὲ τὰ ἑξῆς 1ον) ὅτι ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις δὲν ἔδωκεν ὁδηγίας εἰς τὰ στρατεύματα νὰ προσβάλωσιν ἢ νὰ ἐπιτεθῶσι κατὰ τῶν λῃστῶν, ἀλλὰ τότε μόνον νὰ γείνῃ χρῆσις τῆς βίας, ὅταν δυστυχῶς αὕτη ἤθελε κριθῇ ἀναγκαία, ἵνα παρακωλύσωσι τὴν ἀναχώρησιν τῶν Ἀρβανιταίων μετὰ τῶν αἰχμαλώτων· 2ον) ὅτι τὸ ὑπουργεῖον διέταξε νὰ πολιορκήσωσι τοὺς Ἀρβανιταίους ἐν Ὠρωπῷ καὶ ὅτι εἰς τοῦτο συνῄνεσαν οἱ δύω πρέσβεις τῆς Ἀγγλίας καὶ Ἰταλίας καὶ 3ον) ἐξάγεται ἐκ τοῦ λόγου μου, ὅτι, ὅτε μετεχειρίσθην εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου μου κατὰ τὴν 15 Ἰανουαρίου τὴν λέξιν σκαταδίωξιν ἠννόουν καταδίωξιν περιωρισμένην, ὅπως ἀνέπτυξα ἀμέσως μετὰ ταῦτα, ἤτοι τὴν πολιορκίαν τῶν λῃστῶν ἐν τῷ Ὠρωπῷ. Ἰδοὺ, κύριοι, ὁ λόγος, διὰ τόν ὁποῖον παρεκάλεσα τὸν ἔντιμον πρόεδρον τῆς Βουλῆς, νὰ μὴ μοὶ ἀποτείνῃ οὐδεμίαν ἐρώτησιν. Διότι, ὅταν πρόκηται περὶ ζητημάτων τοιούτων, πᾶς βουλευτὴς, καὶ μάλιστα διατελέσας εἰς τὴν ἐξουσίαν, πρέπει νὰ ᾖναι λίαν προσεκτικὸς εἰς τὰς λέξεις του, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις. Τοιαύτη δυστυχῶς ἔλαβε χώραν παρεξήγησις ἐκ τῆς ἐρωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου προέδρου τῆς Βουλῆς, καὶ πρὸς ἀποτροπὴν πάσης παρεξηγήσεως ἠναγκάσθην παρὰ τὸ σύνηθες νὰ παλιλλογήσω. Ἔρχομαι ἤδη, κύριοι, εἰς τὴν ἐπερώτησιν περὶ τοῦ λόγου τῆς παραιτήσεώς μου· πρὸ ταύτης ὅμως ἔμεινεν ἐκκρεμὲς τὸ τελευταῖον στάδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε διανύσει τὸ δρᾶμα τοῦ Δηλίου. Σήμερον πρόκειται νὰ ἐξετασθῇ καὶ ἡ διαγωγὴ τῆς κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὴν παραδοχὴν τῶν Ἄγγλων νομομαθῶν· ὁ κύριος Λομβάρδος σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐπὶ τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης, τὰ δικαστήρια ἠνοίχθησαν εἰς τοὺς ξένους. Τοῦτο δυστυχῶς εἶναι ἀληθὲς, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ διαπραγματευθῶ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀφίνω εἰς τὸν ἔντιμον κύριον Σαράβαν ὑπουργὸν τότε τῆς Δικαιοσύνης νὰ σᾶς ἐκθέσῃ τὰς λεπτομερείας καὶ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὴν παραχώρησιν ταύτην καὶ τὴν φύσιν τῆς παραχωρήσεως· ἐλπίζω, κύριοι, ὅτι, ὅταν ἀκούσῃ τὸν κ. Σαράβαν ὁμιλοῦντα, πρῶτος ὁ ἔντιμος πρόεδρος τῆς Βουλῆς θέλει πεισθῆ ὅτι ἠναγκάσθημεν νὰ κάμωμεν τὴν ὑποχώρησιν ταύτην, καὶ τὸ ἐπράξαμεν πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου καὶ τῆς πατρίδος. Εἰσέρχομαι λοιπὸν εἰς τὸ ζήτημα τοῦ λόγου τῆς παραιτήσεώς μου· ὁ κ. Λομβάρδος καταστρέφων τὸν λόγον του εἶπεν, ὅτι κατὰ τὴν γενομένην μεταῤῥύθμισιν μετὰ τὴν λῆξιν τῆς παρελθούσης βουλευτικῆς συνόδου, ἐπεβλήθη εἰς τὸν τότε πρωθυπουργὸν, εἰς ἐμὲ τοὐτέστιν, ὁ κ. Βαλαωρίτης. Ἐναντίον τοιαύτης ἰδέας, ἐναντίον τοιούτου διϊσχυρισμοῦ διαμαρτύρομαι μεθ’ ὅλης τῆς δυνάμεως τῆς ψυχῆς μου καὶ μεθ’ ὅλου τοῦ θάῤῥους· οὔτε κατὰ τὸν πρῶτον σχηματισμὸν τοῦ ὑπουργείου, οὔτε κατὰ τὴν μεταῤῥύθμισιν ταύτην μοὶ ἐπεβλήθη πρόσωπόν τι· καὶ τὰ πρῶτα πρόσωπα, τὰ συγκροτήσαντα τὸ ὑπουργεῖον, καὶ τὰ πρόσωπα τὰ κληθέντα κατὰ τὴν μεταῤῥύθμισιν εἰσῆλθον εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἐπὶ τῇ ἐμῇ πρωτοβουλίᾳ. Εἶναι ἀλήθεια, κύριοι, τρανὴ, τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ ἐκφέρω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· 17 μῆνας, κύριοι, ἐκυβερνήσαμεν τὸν τόπον· ἔχω καθῆκον νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εὗρον εἰς τὸν Βασιλέα Γεώργιον τὴν συνταγματικωτέραν πορείαν, καὶ εἶδον ἡγεμόνα συνταγματικώτατον καὶ συνταγματικώτερον ἴσως πολλῶν Ἑλλήνων. Δὲν μοὶ ἐπεβλήθη λοιπὸν, οὔτε ὁ κ. Βαλαωρίτης, οὔτε ὁ κ. Τομπάζης· εἰσῆλθον εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἐπὶ τῇ ἐμῇ πρωτοβουλίᾳ· ἀναδέχομαι δὲ μόνος τὴν εὐθύνην τῆς τροποποιήσεως τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀληθὲς ὅτι μοὶ ἐπεβλήθη μεταῤῥύθμισις ὑπουργείου καὶ ὅτι μοὶ ἐπεβλήθησαν πρόσωπα· τὸ ἀναιρῶ ἐπισημότατα καὶ μετὰ τῆς μεγαλειτέρας δυνάμεως. Ὁ κ. Λομβάρδος ἠρώτησε, διατί παρῃτήθη ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἔκλεισε τὴν σύνοδον ἔχον τὴν ὑποστήριξιν τῆς βουλῆς; Ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἔληξε τὴν σύνοδον ἀπολαμβάνον τῆς ὑποστηρίξεως ὑμῶν, τοῦτο, κύριοι, εἶναι ἱστορικὴ ἀλήθεια. Δὲν ἠθέλησεν ὅμως ὁ κ. Λομβάρδος νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, ὡς εἶπε, τῆς προώρου λήξεως τῆς συνόδου. Δὲν ἔχω οὐδ’ ἐγὼ ἀνάγκην νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι χθὲς ὁ ἔντιμος πρωθυπουργὸς κ. Κουμουνδοῦρος, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος, εἰς ὃ ἀνήκει ὁ κ. Λομβάρδος, σᾶς εἶπεν, ὅτι καὶ αὐτὸς συνεβούλευσε διὰ πολλοὺς λόγους τὴν λῆξιν τῆς συνόδου· ἀφίνω λοιπὸν τὸ ζήτημα τοῦτο. Ὁ κ. Λομβάρδος, κύριοι, εἶπε τὴν ἑξῆς ἀλήθειαν. Ὡς δὲν πρέπει, εἶπε, νὰ παίζωμεν μὲ τὰς διαλύσεις τῶν βουλῶν, οὕτω δὲν πρέπει νὰ παίζωμεν καὶ μὲ τὰς παραιτήσεις τῶν ὑπουργείων. Δὲν ἀμφισβητῶ τὸ κῦρος τῆς γνώμης ταύτης, ἀλλὰ πολλοὶ λόγοι ὑπαγορεύουν τὴν διάλυσιν καὶ τὰς παραιτήσεις τῶν ὑπουργείων· τὰ ὑπουργεῖα δύνανται νὰ παραιτηθῶσιν, ὅταν ἀπολέσωσι τὴν ὑποστήριξιν τῆς βουλῆς, καὶ δύνανται ἐπίσης νὰ παραιτηθῶσι, ὅταν ἐν τῷ μέσῳ αὐτῶν, εἰς τοὺς κόλπους των, ἀναφαίνηται διαφωνία. Ὀλίγον καιρὸν πρὸ τῆς 7 Ἰουλίου, ὅταν κατέθηκα τὴν παραίτησίν μου ἐνώπιον τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως, ἐν τῷ ὑπουργικῷ συμβουλίῳ εἶχεν ἀναφανῆ διαφωνία μεταξὺ ἐμοῦ καὶ μέλους τινὸς τοῦ ὑπουργείου· τῆς διαφωνίας ταύτης, κύριοι, ὁ φυσικὸς δικαστὴς ἦτον ὁ ἀνώτατος ἄρχων τοῦ κράτους· ἐνώπιον λοιπὸν τοῦ ἡγεμόνος ἔπρεπε νὰ ἐκτεθῶσιν οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους οἱ σύμβουλοι τοῦ Στέμματος δὲν ἠδύναντο πλέον νὰ βαδίσωσιν ἐν ἁρμονίᾳ· εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα ἀπέκειτο νὰ ἐκτιμήσῃ τοὺς λόγους τῆς πλειοψηφίας, καὶ ἐν τῷ ἀναμφισβητήτῳ αὐτοῦ δικαιώματι νὰ λάβῃ τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον ἤθελε κρίνει ὀρθὸν καὶ δίκαιον. Καὶ ἄλλοτε, μετὰ τὴν ἄφιξιν τοῦ Βασιλέως ἐν Ἑλλάδι ἠγέρθη διαφωνία μεταξὺ τοῦ τότε προέδρου τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου κ. Βούλγαρη καὶ τοῦ νῦν καὶ τότε ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν κ. Σμολένσκη, καὶ τότε ὁ κ. Βούλγαρης ἔδωκεν ἐξηγήσεις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ τότε ἡ διαφωνία αὐτὴ ἐκρίθη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ὅστις ἐν τῇ συνέσει αὐτοῦ ἀπεφάσισε ν’ ἀπομακρυνθῇ ὁ κ. Σμολένσκης καὶ νὰ διατηρηθῇ εἰς τὴν ἐξουσίαν ὁ κύριος Βούλγαρης. Ἐξετέθησαν λοιπὸν παρ’ ἐμοῦ οἱ λόγοι ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως· ἐζήτησε δὲ ὁ κύριος Λομβάρδος ὁποῖοί εἰσιν οἱ συνταγματικοὶ λόγοι, οἵτινες μὲ παρεκίνησαν νὰ ζητήσω ἢ τὴν παραίτησίν μου ἢ τὴν ἀποχώρησιν τοῦ κ. Βαλαωρίτου· οἱ λόγοι οὗτοι ἐδημοσιεύθησαν ἄλλοτε καὶ εἶναι περιττὸν νὰ τοὺς ἐπαναλάβω· ἄλλως τε ἡ βουλὴ δὲν εἶναι ἁρμοδία νὰ κρίνῃ τοὺς λόγους τῆς διαφωνίας, ἥτις ἐγεννήθη μεταξὺ τῶν μελῶν ἑνὸς ὑπουργείου. Ἀλλά, κύριοι, συνταγματικώτερος λόγος δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄλλος παρὰ τὸ νὰ εἴπῃ ὁ πρωθυπουργὸς εἰς τὸν Βασιλέα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμπράξῃ μὲ ἕνα ἢ δύο ὑπουργούς; Ἰδοὺ ὁ συνταγματικὸς λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ ὑπεχρέωσε νὰ θέσω τὸ ζήτημα ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως. Ὁ Βασιλεὺς ἐν τῇ συνέσει αὐτοῦ, καὶ ἐν τῇ ἐκτιμήσει τῶν πραγμάτων καὶ τῶν περιστάσεων, ἀπεφάσισε νὰ δεχθῇ καὶ τὴν παραίτησιν ἐμοῦ καὶ τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Βαλαωρίτου, καὶ νὰ καλέσῃ τότε τὸν ἔντιμον βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου κ. Δεληγεώργην πρὸς σχηματισμὸν νέου ὑπουργείου. Ὁ Βασιλεὺς ἐνήργησεν ἐντὸς τῶν συνταγματικῶν αὐτοῦ δικαιωμάτων· ἡ ἀπόφασις τοῦ Βασιλέως πρέπει νὰ ἐπισύρῃ ὅλον τὸν εὐλαβῆ σεβασμὸν ἡμῶν. Σεβόμενοι τὰ δικαιώματα ἀλλήλων δυνάμεθα νὰ προάξωμεν τὸν κοινοβουλευτικὸν ἡμῶν βίον· μόνον τὸ σέβας πρὸς τὰ δικαιώματα τοῦ Στέμματος, καὶ ἡ εὐλάβεια τοῦ Στέμματος πρὸς τὰ δικαιώματα τοῦ κοινοβουλίου δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ἀληθῶς ὡς στερεὰ κρηπὶς καὶ βάσις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος. Δὲν δύναμαι λοιπόν, κύριοι, νὰ ἐξετάσω τὴν ἀπόφασιν τοῦ Βασιλέως· τὸ σύνταγμα ἔδωκεν εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ δικάζῃ μεταξὺ τῶν συμβούλων αὐτοῦ· οὕτως ἀπεφάσισεν· ὀφείλω νὰ ἀποδεχθῶ μετὰ σεβασμοῦ τὴν ἀπόφασίν του. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τι περισσότερον, κύριοι, καὶ ἡ πρόσκλησις τοῦ κ. Λομβάρδου, νὰ μὲ παρακινήσῃ νὰ ἐκθέτω καθαρῶς τοὺς λόγους αὐτοὺς, ἦτον περιττή. Ἐσυνείθισα νὰ λέγω τὴν ἀλήθειαν, καὶ σᾶς εἶπον καθαρῶς αὐτήν. Τὸ μέρος τῆς ἐπερωτήσεως τὸ ἀποβλέπον τὴν ὑποβληθεῖσαν παραίτησιν τοῦ κ. Βαλαωρίτου δὲν ἀποβλέπει ἐμὲ, ἀποβλέπει τὸν κ. Βαλαωρίτην. Ἐγὼ ἐξέθηκα τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἔδωκα τὴν παραίτησίν μου· ἀπόκειται εἰς τὸν κ. Βαλαωρίτην νὰ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους τῆς παραιτήσεώς του καὶ ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπερώτησιν, ἥτις τῷ ἐγένετο ὑπὸ τοῦ κ. Λομβάρδου. Ἀλλά, πρὶν τελειώσω, δὲν δύναμαι ν’ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως αἰτίασίν τινα τοῦ κ. Λομβάρδου, ἡ ὁποία ἀποβλέπει ἐν γένει τὴν κυβέρνησιν. Ὁ κ. Λομβάρδος σᾶς εἶπεν, ὅτι εἰς τὰ ἔγγραφα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν ἐπανελήφθη ὁ μῦθος περὶ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν. Ἐὰν ἀναγνώσητε τὸ ἔγγραφον αὐτὸ, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι οὐδὲ ὁ ἀπώτατος ὑπαινιγμὸς γίνεται περὶ πολιτικῶν ἀνδρῶν· τὸ ἔγγραφον αὐτὸ δὲν ὑπονοεῖ εἰμὴ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα διαλαμβάνει τὸ βούλευμα ὡς ἐνοχοποιηθέντα εἰς τὴν δυστυχῆ ὑπόθεσιν τοῦ Δήλεσι.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σαράβας.
§50ΣΑΡΑΒΑΣ. (Ἀναβαίνει τὸ βῆμα).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ 5 μόνον λεπτὰ διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 3 καὶ 7/60 μ. μ. Ὥρα 3 καὶ 20/60 μ. μ.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, καταλάβετε τὰς θέσεις σας, ὁ κ. Σαράβας ἔχει τὸν λόγον.
§53ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριοι βουλευταί. Εὐχάριστον ἐκπληρῶ καθῆκον ἐρχόμενος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ δώσω εὐθύνας ἐνώπιον ὑμῶν περὶ μιᾶς ἐνεργείας μου ὡς ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν πολυειδῶς καὶ πολυτρόπως κατέκριναν ἐν καιρῷ ὅσοι εἶχον ὑπ’ ὄψιν μόνον τὴν ἐπιφάνειαν, χωρὶς νὰ γνωρίζωσι καθ’ αὑτὸ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι τὴν προεκάλεσαν. Ναὶ, κύριοι, εὐχαρίστησιν πρέπει νὰ αἰσθάνηται ὁ διαχειρισάμενος τὰ κοινὰ, ὁσάκις καλεῖται νὰ δίδῃ λόγον ἐνώπιον τῶν φυσικῶν του δικαστῶν· τοῦτο μάλιστα εἶναι ἡ πρωτίστη καὶ ἡ κυριωδεστέρα ἀρετὴ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τὸ νὰ δίδουν ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους εὐθύνας, οἱ τὰς ὑποθέσεις του διαχειριζόμενοι. Ὁ ἔντιμος πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως, ἧς εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος, καὶ σεβαστὸς φίλος μου κ. Ζαΐμης ἀπαντήσας εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Δομβάρδου περὶ τῶν λόγων, οἵτινες προὐκάλεσαν τὴν παραίτησιν τοῦ ὑπὸ τὴν προεδρείαν του ὑπουργείου, ἐπεφυλάξατο τὸ τελευταῖον μέρος, τὸ ἀφορῶν τὴν συμπλήρωσιν τῆς ἐνεργείας μας ἐπὶ τῆς ἀτυχοῦς ἐκείνης ὑποθέσεως, εἰς ἐμέ. Τοῦτο ἐρχόμενος νὰ πράξω, θέλω σᾶς ἐξηγήσει τὰς περιστάσεις εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις ὅπως ἐνδώσῃ εἰς τὴν παραχώρησιν ταύτην, καὶ τὸ εἶδος τῆς γενομένης παραχωρήσεως, διότι καὶ περὶ τούτου, ὑποθέτω, δὲν εἶναι ἐσχηματισμένη μία εὐκρινὴς γνώμη. Τὸ γενικὸν πένθος, κύριοι, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον πανδήμως ἐξεδηλώθη μετὰ τὴν φοβερὰν καταστροφὴν ἐν Δηλίῳ ἀπὸ τῶν ἀνακτόρων μέχρι τῆς καλύβης τοῦ χωρικοῦ, δὲν ἴσχυσεν, ἀτυχῶς, νὰ πραΰνῃ τὸ ἐξεγερθὲν κοινὸν αἴσθημα ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἐνθυμεῖσθε ὁποῖαι ἄδικοι κατηγορίαι, ὁποῖαι σκληραὶ μομφαὶ, ὁποῖα τολμηρὰ μέτρα προετείνοντο, οὐχὶ μόνον κατὰ τῆς κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ κατὰ τοῦ ἔθνους αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον καθίστων συνυπεύθυνον ἐπὶ τοῖς γενομένοις. Αὐτὰς ὅμως τὰς παραφορὰς τοῦ δημοσίου πνεύματος ἐν Ἀγγλίᾳ ἡ κυβέρνησις τῆς Ἀνάσσης οὐδόλως συνεμερίζετο, προσεπάθει νὰ δεικνύῃ ὅτι συμπαρεσύρετο ὅπως δυνηθῇ ἐν καιρῷ νὰ τὸ ἐπαναγάγῃ εἰς ὀρθοτέραν τοῦ πράγματος ἐκτίμησιν. Ὅταν ἐν μὲν τῇ Βουλῇ τῶν κοινοτήτων, ὁ σὶρ Ῥάουνδελ Πάλμερ καὶ ὁ σὶρ Ἐῤῥῖκος Βοῦλβερ, ἐν δὲ τῇ τῶν Λόρδων ὁ κόμης Καρναρβὼν, αὐτοὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν παραφορῶν τοῦ δημοσίου πνεύματος ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐπηρώτων ἐπανειλημμένως τὴν κυβέρνησιν, «τίνα ἱκανοποίησιν μελετᾶτε λοιπὸν νὰ λάβητε διὰ τὸ γενόμενον ἀδίκημα κατὰ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ ἔθνους, διὰ τὴν σφαγὴν τριῶν Βρεττανῶν ὑπηκόων;» ἡ κυβέρνησις ἐκείνη δὲν ἀνθίστατο φανερὰ εἰς τὴν παραφορὰν ταύτην τοῦ δημοσίου πνεύματος, ἀλλ’, ὡς εἶπον, ἐδείκνυεν ὅτι τὴν συνεμερίζετο, ὅπως δυνηθῇ βαθμηδὸν νὰ τὸ ἐπαναγάγῃ εἰς ὀρθοτέραν τῶν πραγμάτων ἐκτίμησιν, καὶ ἀποφύγῃ τοιουτοτρόπως νὰ ἐπηρεασθῇ εἰς τὸ νὰ προβῇ εἰς ἄδικα μέτρα ἐναντίον μας. Δὲν διευκρινίσθησαν ἀκόμη τὰ πράγματα, ἀπήντα τότε ὁ ἔξοχος πολιτικὸς ἀνὴρ ὁ καὶ σήμερον ἔτι διευθύνων τὰς τύχας τῆς Ἀγγλίας· μένουν ἀκόμη πολλὰ πράγματα νὰ βεβαιωθῶσι, καὶ τότε θέλομεν ἰδεῖ ὁποῖον μέτρον θέλομεν λάβει πρὸς ἱκανοποίησιν, ἀλλ’ ἀπῃτήσαμεν, ἔλεγε, πλήρη, εὐρεῖαν ἀνάκρισιν τῶν γενομένων, καὶ τὴν καταδίωξιν παντὸς ἐνόχου εἰς οἱανδήποτε κοινωνικὴν τάξιν καὶ ἂν ἀνήκῃ. Ἀπαίτησις λίαν μετρία καὶ εὔλογος, τὴν ὁποίαν ἡ κυβέρνησις Ἑλλ. χωρὶς νὰ περιμένῃ νὰ τῆς ὑποδειχθῇ ἄλλοθεν ἐπραγματοποίει ἀφ’ ἑαυτῆς, καὶ εἰς τοῦτο ἀπ’ ἀρχῆς ἔτειναν ὅλαι αἱ ἐνέργειαί της· διότι δὲ ἡ ἀπαίτησις αὕτη ἦτο ἐκ τῶν δικαιοτέρων, ὤφειλεν ἡ κυβέρνησις νὰ κάμῃ πᾶν τὸ ἐπ’ αὐτῇ ὅπως ἀποδείξῃ εἰς τὸ ἀγγλικὸν κοινὸν καὶ εἰς τὴν ἀγγλικὴν κυβέρνησιν, ὅτι τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, ὅτι ἡ κυβέρνησίς του δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἄλλο συμφέρον παρ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶχε καὶ αὐτὸ τὸ ἀγγλικὸν ἔθνος, τὴν αὐστηρὰν, τὴν εὐρεῖαν ἔρευναν τῶν γενομένων καὶ τὴν ἀδυσώπητον καταδίωξιν καὶ τιμωρίαν τῶν ἐνόχων, εἰς οἱανδήποτε καὶ ἂν ἀνῆκον τάξιν. Ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ἑλλάδος ἐν Ἀγγλίᾳ διαβιβάζων εἰς τὴν Ἀγγλικὴν κυβέρνησιν τὸ βαθύτατον πένθος τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, τῆς Κυβερνήσεώς του, καὶ σύμπαντος τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, καὶ διερμηνεύων πιστότατα καὶ ἀκριβέστατα τὰ αἰσθήματα τὰ ὁποῖα ἐπλήρουν τὰς καρδίας ὅλων τῶν Ἑλλήνων, κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἔλεγε. «Μυλόρδε,—ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἔγγραφον τοῦτο, διότι θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἡ ἐπιθυμία, ἡ πολλὰ δικαία ἐπιθυμία, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ τὸ πρῶτον εἰσαγαγὼν τὴν περὶ Δηλιακῶν ἐπερώτησιν ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος βουλευτὴς, ἡ ἐπιθυμία αὐτοῦ εἶχεν ἐκπληρωθῆ ἔκτοτε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως.
§54ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Αὐτὸ τὸ ἔγγραφον εἶναι δημοσιευμένον;
§55ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι.—«Μυλόρδε· ὀδυνηρότατον ἐπιτελῶ καθῆκον προσερχόμενος τῇ ὑμετέρᾳ ἐξοχότητι κατὰ διαταγὴν τῆς Α. Μ. τοῦ Σεβαστοῦ Μονάρχου μου, καὶ τῆς κυβερνήσεώς του, ὡς διερμηνεὺς τῆς βαθυτάτης λύπης, καὶ τοῦ βαρυτάτου πένθους αὐτῶν τε καὶ σύμπαντος τοῦ ἔθνους, ἐπὶ τῇ φρικαλέᾳ καταστροφῇ, ἧς θύματα ἐγένοντο ὁ γραμματεὺς τῆς ἐν Ἀθήναις βρεττανικῆς πρεσβείας, καὶ δύο τῆς Ἀνάσσης ὑπήκοοι. Ἐπὶ μακρὸν χρόνον θὰ πενθῇ ἡ Ἑλλὰς τὸ φοβερὸν τοῦτο συμβὰν, ὅπερ συναισθάνεται ὡς μέγα ἐθνικὸν δυστύχημα.» Ὅταν ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ἑλλάδος ἐξέφραζεν οὕτω τὸ γενικὸν πένθος, ἰδοὺ πῶς ἀπήντα ὁ λόρδος Κλαρενδών· «Ἄριστον μαρτύριον τοῦ πένθους τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως ἤθελε δοθῆ, ὁπόταν ἡ ἀνίχνευσις τοῦ στυγεροῦ κακουργήματος γίνῃ πλήρης καὶ εἰλικρινὴς μηδαμῶς ἀποβλέπουσα εἰς οἱονδήποτε ἐνεχόμενον πρόσωπον, καὶ οὐδὲν ἄλλο ἐπιζητοῦσα ἢ τὴν ἀλήθειαν.» Ὠφείλομεν λοιπὸν, ὅταν ἀπέναντι τοῦ φρικαλέου γεγονότος, τὸ ὁποῖον δικαίως ἐθεωρήθη ὡς ἐθνικὸν δυστύχημα, οὐδὲν ἄλλο ἀπῃτεῖτο τότε ὑπὸ τῆς βρεττανικῆς κυβερνήσεως εἰμὴ μόνον, ἡ πλήρης καὶ εὐρεῖα ἐξερεύνησις τῶν γενομένων καὶ ἡ τιμώρησις τῶν ἐνόχων, ὠφείλομεν νὰ μὴ παραλείψωμεν οὐδὲν μέσον ὅπως συντελέσωμεν εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ τούτου. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἡ μεγαλειτέρα ὤθησις ἐδόθη εἰς τὰς ἀνακρίσεις ἐχωρίσθη ἡ δίκη τῶν αὐτουργῶν ἀπὸ τῶν συναιτίων, καὶ τοιουτοτρόπως εἶδεν ἡ Ἑλλὰς τὸ μοναδικὸν ἴσως εἰς τὰ χρονικὰ τῶν δικαστηρίων της παράδειγμα, ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς, ἢ, νὰ εἴπω κάλλιον, τὴν τριακοστὴν ἀκριβῶς ἡμέραν ἀπὸ τῆς τελέσεως τοῦ φρικαλέου ἐγκλήματος, εἶδε τοὺς ἐργάτας αὐτοῦ ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, τῶν ἐνόρκων, διδόντας δίκην τῆς μυσαρᾶς πράξεώς των. Ὅσον ὅμως εὔκολος ἦτο ἡ ἐνέργεια τῆς κυβερνήσεως, προκειμένου περὶ τῆς ταχείας καὶ αὐστηρᾶς τιμωρίας τῶν αὐτουργῶν τοῦ στυγεροῦ αὐτοῦ κακουργήματος, τόσον μεγάλαι ἀπηντήθησαν δυσκολίαι, ὅταν κατόπιν ἐξηκολούθησεν ἡ ἀνάκρισις περὶ τῶν συνεργῶν καὶ συναιτίων. Φῆμαι ἀδέσποστοι, γεννηθεῖσαι ἅμα τῇ αἰχμαλωτεύσει τῶν ξένων, καθὼς θὰ παρετήρησεν ὅστις ἀνέγνωσε τὰς ἀγγλικὰς ἐφημερίδας καὶ ἰδίως τὸν «Χρόνον», αἱ ἐπελθοῦσαι παρεξηγήσεις καὶ διάφορα ἄλλα αἴτια συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ πιστευθῇ ὅτι ἡ στυγερὰ αὕτη πρᾶξις δὲν ἦτο μεμονωμένον ἔργον τῆς ληστρικῆς συμμορίας τῶν Ἀρβανιταίων. Ἀτυχῶς ἐπιστεύθη τοῦτο, καὶ διότι ἐπιστεύθη, ἐννοεῖτε ἀμέσως τὴν ἐπιμονὴν τῆς ἀγγλικῆς κυβερνήσεως εἰς τὸ νὰ ἐξαντληθῶσιν ὅλα τὰ μέσα ὅπως βεβαιωθῇ ἡ ἀλήθεια. Ἡ κυβέρνησις ἔπραττε πᾶν τὸ ἐφ’ ἑαυτήν· τέσσαρας ἀνακριτὰς εἶχε στείλει εἰς διάφορα μέρη, εἰς τὴν Λεβαδείαν, εἰς τὰς Θήβας, εἰς τὰ Μέγαρα, εἰς τὴν Ἀττικὴν διὰ νὰ συλλέξωσι τὰς ἀποδείξεις περὶ τῶν συνεργῶν καὶ συναιτίων. Ἀλλ’ ὅλα ταῦτα δὲν ἱκανοποίουν τὴν ἀπαίτησιν τῆς ἀγγλικῆς κυβερνήσεως· ἡ ἀγγλικὴ κυβέρνησις δὲν ἐνόμιζεν, ὅτι ἠδύνατο ἡ ἀνάκρισις νὰ ἐπιτύχῃ τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἐπιδιώξῃ, ἐὰν δὲν ἦτο ἐν γνώσει τῶν γενομένων. Προέβη λοιπὸν εἰς τὴν ἀπαίτησιν ὁ ἐνταῦθα πρεσβευτὴς τῆς Μεγάλης Βρεττανίας κ. Ἔρσκιν, λαβὼν ὑπὸ τοῦ λόρδου Κλαρενδῶνος ἐντολὴν ν’ ἀπαιτήσῃ ὅπως αὐτὸς ἢ ὁ γραμματεὺς τῆς πρεσβείας παρίσταται εἰς τὴν ἀνάκρισιν. Τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Πρεσβευτοῦ μοὶ διεβίβασεν ὁ ὑπουργῶν τῶν ἐξωτερικῶν. Ἀναγκάζομαι, κύριοι, νὰ κάμω τὴν ἱστορίαν ὅλης αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, διότι ἐπιθυμῶ νὰ πεισθῆτε ὅτι ἡ κυβέρνησις, ἐὰν ἠναγκάσθη ἐπὶ τέλους νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὴν ἐν τῇ ἀνακρίσει παράστασιν τῶν Ἄγγλων νομικῶν, ἔπραξε τοῦτο, ἀφ’ οὗ ἐξήντλησεν ὅλα τὰ δυνατὰ μέσα ἀντιστάσεως, καὶ ἀφοῦ ἐπείσθη, καθὼς θέλετε κατόπιν ἀκούσει, ὅτι ἡ περαιτέρω ἀντίστασίς της ἠδύνατο νὰ διακινδυνεύσῃ, ἢ, ἀκριβέστερον εἰπεῖν, θὰ διεκινδύνευον ἀφεύκτως μεγάλα ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἰδοὺ ἡ ἀπάντησις. «Ἐπιστρέφοντες πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργεῖον τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγλίας, λαμβάνομεν τὴν τιμὴν ν’ ἀπαντήσωμεν τὰ ἀκόλουθα. Κατὰ τὰς διατάξεις τῆς ποινικῆς ἡμῶν δικονομίας ἡ ἀνάκρισίς ἐστι μυστικὴ καὶ οὐδενὶ ἑτέρῳ ἐπιτρέπεται νὰ παρευρίσκηται ἐν αὐτῇ ἐκτὸς τοῦ ἐξεταζομένου, τοῦ ἐπὶ τῆς ἀνακρίσεως καὶ τοῦ γραμματέως τούτου· τοσούτῳ δ’ ἀπόλυτός ἐστιν ἡ διάταξις αὕτη, ὥστε οὐδὲ εἰς τὸν πολιτικῶς ἐνάγοντα ὁ νόμος ἐπιτρέπει νὰ παρίσταται κατὰ τὴν ἀνάκρισιν. Μόνον κατ’ ἐξαίρεσιν ἐπιτρέπεται ἡ παρουσία καὶ ἑτέρου ἐν τῇ ἀνακρίσει μάρτυρος, ὁσάκις οὗτος πρόκειται νὰ ἐξετασθῇ κατ’ ἀντιπαράστασιν (ὅρα ἄρθρα 72, 186 καὶ 303 τῆς ποιν. δικονομίας). Ἡ αἴτησις ἑπομένως τοῦ κ. πρεσβευτοῦ τῆς Μεγ. Βρεττανίας τοῦ νὰ ἐπιτραπῇ αὐτῷ νὰ παρασταθῇ εἰς τὰς ἐξετάσεις τῶν διὰ τὸ παρὰ τὸν Ὠρωπὸν στυγερὸν ἔγκλημα κατηγορουμένων, ἢ τῶν ἐξεταστέων μαρτύρων, δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰς ἄνω μνησθείσας διατάξεις τῆς καθ’ ἡμᾶς ἰσχυούσης Ποιν. Δικονομίας.»
Ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης
Δ. ΣΑΡΑΒΑΣ.
Ἀπήντησα, ὡς βλέπετε, δι’ ἀπολύτου ἀρνήσεως· εἶπον ὅτι παρομοία αἴτησις δὲν ἠδύνατο νὰ ἦναι δεκτή· διότι προφανῶς ἀντέκειτο εἰς ῥητὰς διατάξεις τῆς ἰσχυούσης Ποιν. Δικονομίας· ἀτυχῶς ὅμως ἡ ἀπάντησις αὕτη δὲν εὗρε τὴν προσήκουσαν ὑποδοχὴν, καὶ δὲν τὴν εὗρε διὰ τὸν λόγον πρὸ πάντων, τὸν ὁποῖον σᾶς προανέφερον, διότι ἀτυχῶς ἐνόμιζον, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ πλήρης ἡ ἔρευνα πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν συνεργῶν καὶ συναιτίων, ἐὰν καὶ αὐτοὶ δὲν παρίσταντο καὶ δὲν ἔβλεπον τὰ γινόμενα. Διὰ τοῦτο μόλις ἐγνώσθη ἡ ἀπάντησις αὕτη καὶ ὁ λόρδος Κλαρενδὼν ἀπήντα εἰς τὸν κ. Ἔρσκιν. «Μετὰ πολλοῦ θαυμασμοῦ ἔμαθεν ἡ τῆς ἀνάσσης κυβέρνησις ἐκ χθεσινοῦ τηλεγραφήματος, ὅτι συζήτησις γίνεται περὶ τῆς ἐν τῇ γνωστῇ ἀνακρίσει παρουσίας τῶν κ. κ. Κούκσων καὶ Ἄλλαν.... Ἐὰν ἀναφυῇ δυσκολία τις, θὰ ἐπιμείνητε λέγοντες, ὅτι οἱ δικηγόροι ἔχουν δικαίωμα νὰ παρευρεθῶσιν ἐν ὀνόματι τῆς βρεττανικῆς κυβερνήσεως, τῆς ἐκπροσωπούσης τοὺς σφαγέντας Ἄγγλους ὑπηκόους· θὰ εἴπητε πρὸς τούτοις, ὅτι οὔτε ἡ τῆς ἀνάσσης κυβέρνησις, οὔτε τὸ βρεττανικὸν ἔθνος θὰ εὐαρεστηθῶσιν, ἐὰν ἐμποδισθῇ ἡ παρουσία τῶν Ἄγγλων νομικῶν.» Ἦλθε τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, εἰς ὃ εἶχε προσκληθῆ καὶ ὁ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ εἰσαγγελεὺς, καὶ ἐκεῖ τὴν αὐτὴν ὑπεστήριξα γνώμην, τὴν περιεχομένην ἐν τῷ ἐγγράφῳ, τὸ ὁποῖον ἀνέγνων ἤδη, καὶ πάλιν ἀρνητικὴ ἀπάντησις ἐδόθη. Μετὰ τὴν ἄρνησίν μας ταύτην τὸ ζήτημα ἔλαβε τὸν τύπον διεθνοῦς διαφορᾶς· ἡμεῖς ἠρνούμεθα λέγοντες, ὅτι ἡ αἴτησις, ἣν μᾶς κάμνετε ἀντίκειται εἰς τὴν καθεστῶσαν νομοθεσίαν, καὶ ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν δεχθῶμεν· αὐτοὶ ἀπήντων ἐξ ἄλλου, ὅτι ἡμεῖς δὲν νομίζομεν ἀποχρώντως προστατευόμενα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ ἐνασκήσῃ ἡ ἀγγλικὴ κυβέρνησις διὰ τὴν ἱκανοποίησίν της, ἐὰν δὲν παριστάμεθα ἐν τῇ ἀνακρίσει, ὅπως βλέπωμεν τὰ γινόμενα. Καὶ ὅταν πρόκηται, κύριοι, περὶ διεθνοῦς διαφορᾶς, γνωρίζετε πολὺ καλὰ τὶ ἐστὶ τὸ λεγόμενον ἐθνικὸν δίκαιον. Τὸ ἐθνικὸν δίκαιον, κυρίως εἰπεῖν, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ τὸ δίκαιον τοῦ ἰσχυροτέρου νομιμοποιημένον. Ὑπάρχουσι βεβαίως ἀρχαί τινες ἀνεγνωρισμέναι ὑπὸ τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν, ὅτι αὗται πρέπει ν’ ἀποτελῶσι τὸν κανόνα τῶν μεταξὺ αὐτῶν σχέσεων· ἀλλ’ ἐνόσῳ δὲν ὑπάρχει εἷς εὐρωπαϊκὸς Ἄρειος Πάγος, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπεμβαίνῃ καὶ νὰ λύῃ τὰς διεθνεῖς διαφορὰς, καὶ ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ τὴν ἀναγκαίαν ἰσχὺν νὰ ἐπιβάλλῃ τὸ κῦρος τῶν ἀποφάσεών του, πάντοτε τὸ ἐθνικὸν δίκαιον θέλει εἶσθαι ὑπὲρ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἔχει ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὴν δύναμιν. Διὰ τοῦτο πολλὰ ὀρθῶς καὶ πολλὰ εὐφυῶς ἐπὶ αὐτοῦ τούτου τοῦ ζητήματος μία ἐφημερὶς «ἡ Ἐφημερὶς τῆς Μόσχας» κατακρίνουσα τὴν ἐπέμβασιν τῆς ἀγγλικῆς κυβερνήσεως, ἔλεγεν, «ὅτι ἀφοῦ τέλος πάντων τὸ ἐθνικὸν δίκαιον καταντᾷ ἁπλῆ θεωρία, καλὸν ἤθελεν εἶσθαι, ἕκαστον ἰσχυρὸν κράτος, ὅταν ἔχῃ ἀπαίτησίν τινα, νὰ τὴν κάμῃ τότε μόνον, ὅταν αὐτὴν τὴν ἰδίαν ἀπαίτησιν θὰ τὴν ἔκαμνεν, ἐὰν εἶχε νὰ κάμῃ μὲ ἓν κράτος ἰσόπαλον ἢ ἰσχυρότερόν του». Τοιοῦτος ἔπρεπε νὰ ἦναι ὁ γνώμων, ὁ ὁποῖος νὰ ὁδηγῇ τὰ κράτη εἰς τὰς ἀμοιβαίας ἀπαιτήσεις των· αὐτὴν ὅμως τὴν γνώμην τὴν ἐπικαλοῦνται πάντοτε οἱ ἀδύνατοι, καὶ οὐδέποτε τὴν σέβονται οἱ ἰσχυροί. Ἐπέμενε λοιπὸν, καὶ πόσον ἰσχυρὰ ἦτο ἡ ἐπιμονὴ τῆς ἀγγλικῆς κυβερνήσεως δύνασθε νὰ τὸ ἐννοήσητε, ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τοῦτο, ὅτι ἐν ᾧ χρόνῳ ἐμαίνετο ὁ μεταξὺ δύω μεγάλων κρατῶν πόλεμος καὶ ἔσειε τὴν Εὐρώπην σύμπασαν ἀπειλῶν νὰ τὴν παρασύρῃ, γενομένου λόγου ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ὁ κ. Γλάδστων δὲν ἐδίστασε καὶ πάλιν νὰ ἐπαναλάβῃ, ὅτι ἐξηκολούθουν ἐπιμένοντες εἰς τὴν αἴτησίν των τοῦ νὰ παρίστανται οἱ ἄγγλοι νομικοὶ κατὰ τὰς ἀνακρίσεις. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 21 Αὐγούστου ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Κοινοτήτων, ἰδοὺ τί ἔλεγεν ὁ κ. Γλάδστων. «Ἔκτοτε, καὶ ἀφ’ ὅτου τὰ τελευταῖα ἔγγραφα ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ κοινοβούλιον, λυποῦμαι λέγων, ὅτι ἡ ἐν Ἑλλάδι κυβέρνησις ἀντέστη εἰς τὴν περαιτέρω παρουσίαν τῶν Ἄγγλων δικηγόρων ἐν τῇ ἀνακρίσει»· διότι, μετὰ τὸν σχηματισμὸν τοῦ ὑπουργείου Δεληγεώργη, ὑπῆρξε κατ’ ἀρχὰς, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἡ ἐναντίωσις τοῦ νὰ μὴ ἐξακολουθῶσι παρευρισκόμενοι εἰς τὰς ἀνακρίσεις οἱ Ἄγγλοι νομικοί. «Ἐὰν μάλιστα, ἐξακολουθῇ, ἐννοῶ ὀρθῶς τὴν ἀνακοίνωσιν, ἡ παρουσία των τοῖς ἀπηγορεύθη καθ’ ὁλοκληρίαν. Περιττὸν νὰ εἴπω ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐστέρξαμεν εἰς τὴν ἄρνησιν ταύτην. Μεθ’ ὅλον τὸν σάλον τῆς ἠπειρωτικῆς Εὐρώπης καὶ μεθ’ ὅλας τὰς φοβερὰς τούτου συνεπείας δὲν θὰ λησμονήσωμεν, οὔτε θὰ παρεκκλίνωμεν ἐκ τῆς πορείας, εἰς ἣν πρέπει νὰ τραπῶμεν ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος». Ἀφοῦ, μετὰ τεσσάρων μηνῶν παρέλευσιν, ὁπότε καὶ ἡ ἐξέγερσις τοῦ δημοσίου πνεύματος ἐν Ἀγγλίᾳ εἶχε κάπως κοπάσει, μετὰ τὴν γενομένην παραχώρησιν, ὁπότε εἶδον καὶ ἐπείσθησαν ἰδίοις ὀφθαλμοῖς οἱ Ἄγγλοι νομικοὶ, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐξήρτητο ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴν κυβέρνησιν, τὸ ἔκαμε προθύμως, προέβαινε μάλιστα πολὺ μακρότερον ἀπὸ αὐτοὺς εἰς τὴν ἀνακάλυψιν πάντων τῶν ἐνόχων τῆς πράξεως, ἀφοῦ μεθ’ ὅλα ταῦτα βλέπετε ἐπιμένουσαν τὴν ἀγγλικὴν κυβέρνησιν, δύνασθε νὰ ἐννοήσητε ὁποία ἦτον ἡ ἐπιμονή της ἐν ἀρχῇ. Ἐπέμεινε λοιπὸν, καὶ τρίτην φορὰν ὑπέβαλε τὴν αὐτὴν πρότασιν ὁ ἀξιότιμος κ. Ἔρσκιν. Τὴν ἕκτην, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, Μαΐου ἐλθὼν εἰς τὴν οἰκίαν μου ὁ ἀξιότιμος κ. Ἔρσκιν μετὰ τοῦ κ. Κούζωνος, μοὶ ἐπανέλαβε τὴν αὐτὴν αἴτησιν. Τὴν ἐσυζητήσαμεν διὰ μακρῶν. Ἤθελον σᾶς κουράσει, κύριοι, ἐὰν σᾶς ἐξέθετα ἐν λεπτομερείᾳ πᾶν ὅ,τι ἐλέχθη μεταξὺ τοῦ κ. πρεσβευτοῦ τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, τοῦ κ. Κούζωνος καὶ ἐμοῦ. Ἐν συμπεράσματι ἐγὼ μὲν ὑπεστήριζα, ὅτι ἡ ἀπαίτησίς των ἦτον ἐναντία εἰς τοὺς κειμένους νόμους, καὶ δὲν ἠδυνάμεθα κατ’ οὐδένα τρόπον νὰ ἐνδώσωμεν, ἐνῷ ἐξ ἄλλου ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις ἔπραξε καὶ ἦτο πρόθυμος νὰ πράξῃ πᾶν ὅ,τι ἀπ’ αὐτῆς ἐξήρτητο διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπὸν τῆς πλήρους ἀνακαλύψεως τῆς ἀληθείας. Ὁ δὲ κ. Ἔρσκιν ἐπέμενεν ὑποστηρίζων, ὅτι τὸ ἀγγλικὸν κοινὸν, ἡ ἀγγλικὴ κυβέρνησις δὲν ἐθεώρουν ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἔλθῃ μία ἱκανοποίησις ὁποίαν ἐπεζήτουν, ἐὰν οἱ νομικοὶ τὴς δὲν παρίσταντο εἰς τὰς ἀνακρίσεις. Ἀπεχωρίσθημεν χωρὶς νὰ εὐτυχήσῃ τις ἐξ ἡμῶν νὰ μεταπείσῃ τὸν ἄλλον. Παρατηρεῖτε ὅτι καὶ ταύτην τὴν φορὰν ἡ ἀπάντησις ἦτον ἀρνητική. Τέλος πάντων μετὰ τὰς ἐπανειλημμένας ἀρνήσεις μας δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ ἐξακολουθήσῃ συζήτησις περὶ αὐτοῦ τοῦ πράγματος· ἐπῆλθεν, ὡς ἦτον ἑπόμενον, ἡ ultima ratio, αἱ συνέπειαι δηλονότι, αἱ ὁποῖαι ἤθελον ἐπακολουθήσει, ἂν ἠθέλομεν ἐπιμένει περαιτέρω εἰς τὴν ἄρνησίν μας.
§56ΠΟΛΥΛΑΣ. Ποῖαι συνέπειαι;
§57ΣΑΡΑΒΑΣ. Μ’ ἐρωτᾷ ὁ ἀξιότιμος κ. Πολυλᾶς ποῖαι αἱ συνέπειαι. Γνωρίζει ἡ Ἑλλὰς ἐκ τῆς ἰδίας αὑτῆς ἱστορίας πῶς ἐννοεῖ ἡ Ἀγγλία νὰ λαμβάνῃ ἱκανοποίησιν, ὁσάκις ἀξιοῖ, ὅτι οἱ ὑπήκοοί της ἠδικήθησαν, ἔχει παράδειγμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι πολλῶν ἐτῶν. Ὅταν ἁπλῶς ὑπήκοός της ἠδικήθη, γνωρίζει ἡ Ἑλλὰς εἰς ποῖα μέτρα κατέφυγεν, ὅπως λάβῃ ἱκανοποίησιν.
§58ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἐρωτῶ, ἂν διετυπώθη ἀπειλή.
§59ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς τότε Κυβερνήσεως ὁ ἄρτι καταβὰς τοῦ βήματος εἶπεν, ὅτι, ὅταν βουλευτής τις, ὅστις διεχειρίσθη τὰ κοινὰ, λαλεῖ περὶ πράξεως τῆς διαχειρίσεώς του, πρέπει νὰ ἔχῃ πολὺ μεμετρημένας τὰς λέξεις. Ἂν ἐπιμένῃ νὰ μάθῃ ὁ Πολυλᾶς λεπτομερείας, δύναμαι νὰ τῷ δώσω ἰδιαιτέρως ἀκριβῆ σημείωσιν.
§60ΠΟΛΥΛΑΣ. Δὲν ὁμιλῶ ὡς ἄτομον, ἀλλ’ ὡς βουλευτὴς διὰ τὴν ψῆφόν μου. Δὲν πρόκειται περὶ ἐμοῦ μόνον.
§61ΜΙΛΗΣΗΣ. Παρακαλῶ μίαν ἐρώτησιν. Φρονῶ ὅτι ἡ διασάφησις, ἣν ζητεῖ ὁ κ. Πολυλᾶς, εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαία, διὰ νὰ κρίνωμεν περὶ τοῦ ἐὰν εἴχετε δίκαιον νὰ ἐνδώσητε. Σᾶς ἐρωτῶμεν λοιπὸν ἂν διετυπώθη ἐπισήμως ῥητὴ πρότασις ὅτι, ἐὰν δὲν ἐνεδίδετε, ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις εἶχεν ἀπόφασιν νὰ μετέλθῃ τὴν βίαν διὰ τῆς κατοχῆς. Αὐτὸ εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον, διὰ νὰ κρίνωμεν ἂν καλῶς ἐπράξατε ἢ κακῶς παραβιάζοντες τοὺς νόμους τῆς πατρίδος σας.
§62ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὑμεῖς βεβαίως ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἀπευθύνητε αὐτὴν τὴν ἐρώτησιν, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κρίνω ἂν δὲν μοὶ ᾖναι ἐπιτετραμμένον ν’ ἀπαντήσω ἵνα μὴ βλαφθῶσι συμφέροντα γενικώτερα· μένει δὲ εἰς ἕκαστον νὰ κρίνῃ ὅπως θέλει.
§63ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
§64ΜΙΛΗΣΗΣ. Βέβαια, ἀλλ’ αὐτὴ δὲν εἶναι ἀπάντησις, εἶναι ὑπεκφυγή.
§65ΣΑΡΑΒΑΣ. Τοῦτο μόνον δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι μία τῶν συνεπειῶν θὰ ἦτο ἡ κατοχή. (Θόρυβος).
§66ΜΙΛΗΣΗΣ. Διετυπώθη ῥητῶς καὶ ἐπισήμως τοιαύτη ἀπειλή; Αὐτὸ θέλω νὰ μάθω.
§67ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτητε.
§68ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν διακόπτω, θέλω νὰ φωτισθῶ.
§69ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριοι, παρακαλῶ, νὰ μὴ μὲ διακόπτητε· δύνασθε νὰ λάβητε κατόπιν τὸν λόγον καὶ φέρητε τὰς παρατηρήσεις σας· μὲ διακοπὰς δὲν τελειώνομεν ποτέ. Ἐξ ὅσων μέχρι τοῦδε ἀνέφερα, εἴδατε βεβαίως ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠναντιώθη ὅσον ἦτο δυνατὸν ὅπως ἀποφύγῃ τοῦ νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὴν αἴτησιν τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, καὶ ὅτι ὑπέκυψε ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀνάγκης τότε μόνον, ὅταν εὑρέθη εἰς τὴν σκληρὰν ἐκλογὴν ἢ νὰ παραβιάσῃ ἕνα τύπον δικονομικὸν, ἢ νὰ ἐπέλθωσιν αἱ φοβερώτεραι συνέπειαι ἐπὶ τοῦ ἔθνους. Ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἀναλάβῃ τοιαύτην εὐθύνην διὰ νὰ σώσῃ ἕνα τύπον. Βεβαίως ὀδυνηρὸν εἶναι εἰς μίαν κυβέρνησιν, ὅταν εὑρίσκηται ἠναγκασμένη νὰ παραβῇ τοὺς νόμους τῆς πατρίδος, ἀλλ’ ἔτι ὀδυνηρότερον ὅταν διὰ νὰ σώσῃ ἕνα τύπον, ἀφίνῃ ὅπως διακυβευθῶσι μεγάλα τοῦ ἔθνους συμφέροντα. Ἀναλαμβάνουσα τὴν τοιαύτην εὐθύνην ἡ κυβέρνησις, ἧς ἀπετέλουν μέρος, εἶχε καὶ ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐπρόλαβεν ὀδυνηρὰς διὰ τὸ ἔθνος συνεπείας. Εὐκολώτατον ἦτο, κύριοι, ἡ κυβέρνησις ἐκείνη νὰ εἴπῃ, δὲν ἐνδίδω, καὶ ἀποσύρομαι. Νομίζετε, ὅτι εἶναι παλληκαριὰ αὐτό;
§70ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὐτὴ εἶναι παλληκαριὰ, ἡ ὁποία μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ἐννοεῖται. Ἂν τὴν εἴχατε, δὲν θὰ εὑρισκώμεθα εἰς τὰς σημερινὰς δυσχερείας.
§71ΣΑΡΑΒΑΣ. Τὴν ἐννοῶ, ὅταν πρόκηται περὶ ἐσωτερικῶν ζητημάτων, οὐδέποτε ἐπὶ ἐξωτερικῶν ζητημάτων, ὁπόταν ταῦτα δὲν παρουσιάζωσιν εἰμὴ μίαν μόνην τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα σώζουσαν λύσιν. Ἐνόμισε λοιπὸν ἡ κυβέρνησις αὕτη, διὰ νὰ προφυλάξῃ τὸ ἔθνος ἀπὸ φοβερωτέρας συνεπείας, ὅτι εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀνεχθῇ νὰ παρίστανται οἱ Ἄγγλοι νομικοὶ κατὰ τὴν ἀνάκρισιν. Ἂν, κύριοι, ἐπρόκειτο, καθὼς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Βουλῆς κ. Λομβάρδος, ἂν ἐπρόκειτο νὰ παραδώσωμεν τὴν δικαιοσύνην εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν ξένων, ἢ ν’ ἀνοίξωμεν τὰς πύλας τῶν δικαστηρίων καὶ εἰσαγάγωμεν αὐτοὺς διὰ νὰ ἀφήσωμεν εἰς αὐτοὺς τὴν διεύθυνσιν τῆς δικαιοσύνης, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἓν ἔθνος ὅσῳ μικρὸν καὶ ἂν ᾖναι, ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ ὑποστῇ τὰς δεινοτέρας συνεπείας μᾶλλον, παρὰ νὰ παραχωρήσῃ δικαίωμα ἀναποσπάστως μὲ τὴν αὐτονομίαν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειάν του συνδεδεμένον. Ὄχι, ἓν τοιοῦτον δικαίωμα δὲν ἐζητεῖτο, ἀλλ’ ἐπρόκειτο νὰ μὴ τηρηθῇ εἷς τύπος, κατὰ τοῦ ὁποίου καὶ αὐτὸς ὁ κ. Μίλησης καί τινες ἄλλοι βουλευταὶ ἔχουσιν ἐκφράσει γνώμην καταδικαστικὴν, διότι ἔχουν ὑποβάλει πρότασιν καταργήσεως τῆς μυστικῆς ἀνακρίσεως. Ἐπρόκειτο, κύριοι, εἰς μίαν εἰδικὴν περίπτωσιν νὰ μὴ τηρηθῇ ἡ μυστικότης ἐν τῇ ἀνακρίσει· ἐπρόκειτο ἁπλῶς νὰ παρίστανται κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἀνακρίσεων καὶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι εἰς τὴν ἐπιτυχίαν αὐτῶν.
§72ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἦτο καλλίτερον νὰ ἐδίδετε τὴν ἀμνηστείαν, ἡ ὁποία ἦτο ἐπίσης τύπος...
§73ΖΑΪΜΗΣ ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Κ. Σαράβα, προχωρήσατε, καὶ μὴ δίδητε ἀπάντησιν· ἂς ἔλθῃ εἰς τὸ βῆμα.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται, κύριοι, εἰς κανένα νὰ διακόπτῃ· ἀλλὰ παρακαλῶ συνάμα νὰ μὴ διευθύνωμεν ὅλοι (διάλογοι θορυβώδεις). Παρακαλῶ, κύριοι, ἡσυχάσετε. Ὁρίσατε, κ. βουλευτά.
§75ΣΑΡΑΒΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. πρεσβευτοῦ τῆς μεγάλης Βρεττανίας, τὴν σύμβασιν, καθὼς ἀρέσκονταί τινες νὰ τὴν ὀνομάζωσι, διὰ νὰ ἴδητε ὁποίας φύσεως ἦτο ἡ γενομένη παραχώρησις, καὶ ἂν ᾖναι τοιαύτη ὥστε διὰ νὰ μὴ γείνῃ, ὠφείλομεν νὰ ἀψηφίσωμεν τὰς ἐπικειμένας συνεπείας (ἀναγινώσκει). «Συμπεφώνηται μεταξὺ τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργοῦ καὶ τοῦ Πρέσβεως τῆς μεγάλης Βρεταννίας, ὅτι ἔξεστι τῷ κυρίῳ Cookson νὰ συγκοινωνῇ ἐλευθέρως μεθ’ ἁπάντων τῶν φυλακισμένων καὶ τῶν μαρτύρων, ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ νὰ ἐξετάζῃ αὐτοὺς ἐξωδίκως καὶ λαμβάνῃ γνῶσιν πάντων τῶν ἀποτελούντων τὴν δικογραφίαν ἐγγράφων ἢ τῶν εἰς αὐτὴν ἀφορώντων, ὅτι πᾶσα δυνατὴ εὐκολία θέλει χορηγεῖσθαι αὐτῷ, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε κρίνει χρήσιμον ἵνα παρασταθῇ ὡς μάρτυς καὶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα ταύτην νὰ λάβῃ μέρος ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ἀνακρίσεως ὅπως ἐξετασθῇ κατ’ ἀντιπαράστασιν, εἴτε πρὸς τοὺς κατηγορουμένους εἴτε πρὸς τοὺς μάρτυρας. Ἐννοεῖται εὐκρινῶς, ὅτι ὁ κ. Cookson δὲν ἀπαιτεῖ ὡς δικαίωμα τὸ νὰ παρίσταται καθ’ ὅλην τὴν ἀνάκρισιν τῆς ὑποθέσεως, ἀλλ’ ὅτι θέλει ἐφ’ ὅσον τὸ δυνατὸν ἀπέχει τοῦ νὰ δίδῃ διὰ τῆς παρουσίας του χαρακτῆρα ἐπισήμου ἐπιτηρήσεως τῆς δικαστικῆς δικαιοδοσίας. Ἡ κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἀνακρίσεων παρουσία αὐτοῦ θεωρηθήσεται ὡς παραχώρησις γενομένη ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ ἀποδειχθῇ ἡ ἐπιθυμία, ἣν αὕτη ἔχει πρὸς ἀνακάλυψιν καθ’ ὁλοκληρίαν τῆς ἀληθείας ἐν τῇ ὑποθέσει τῇ ἀφορώσῃ εἰς τὰ λυπηρὰ γεγονότα τὰ ἐσχάτως ἐν
Ἑλλάδι λαβόντα χώραν.»
Δ. Σ.
Ε. Μ. Ε.
Τοιαύτη εἶναι ἡ γενομένη παραχώρησις, νὰ λαμβάνουν γνῶσιν τῶν κατὰ τὴν ἀνάκρισιν ἐγγράφων, νὰ ἐξετάζουν ἐξωδίκως, σημειώσατέ το καλῶς, κύριοι, μάρτυρας καὶ κατηγορουμένους, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον νὰ ἐξετασθῶσιν ὡς μάρτυρες, τότε νὰ δύνανται νὰ παρίστανται διὰ νὰ ἐξετάζωνται κατ’ ἀντιπαράστασιν πρὸς μάρτυρας ἢ κατηγορουμένους. Τὸ πρῶτον ἐπιθυμῶ νὰ μοὶ εἴπητε εἰς τίνα νόμον ἀντιβαίνει; δὲν δύναται νὰ συγκοινωνῇ οἱοσδήποτε πολίτης τῇ ἀδείᾳ τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς μὲ μάρτυρας καὶ κατηγορουμένους διὰ νὰ τοὺς ἐξετάζῃ ἐξωδίκως; τὴν συγκοινωνίαν τοῦ κατηγορουμένου μετὰ τῶν πολιτῶν δὲν τὴν ἀπαγορεύει ὁ νόμος εἰμὴ πρὸ τῆς ἐξετάσεώς του, καὶ τοῦτο πρὸς ἐπιτυχεστέραν ἀνακάλυψιν τῆς ἀληθείας· δὲν ὑπάρχει διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν δύναται νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν ὅπως λάβῃ οἱοσδήποτε ἐνδιαφερόμενος ἀντίγραφα τῶν ἀνακρίσεων, ἐὰν τοῦτο δὲν ἔχῃ νὰ παραβλάψῃ τὴν ἀνακάλυψιν τῆς ἀληθείας; Ἡ μυστικότης τῆς ἀνακρίσεως σκοπὸν ἔχει τὴν εὐκολωτέραν ἀνακάλυψιν τῆς ἀληθείας· καὶ δὲν εἶναι, ὡς ἡ ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ δημοσιότης, μία ἐγγύησις ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου. Τελευταῖον παρεχωρήθη διὰ τοῦ ἐγγράφου τὸ δικαίωμα νὰ δύναται νὰ παρευρίσκηται εἰς τὴν ἀνάκρισιν, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἐξετασθῶσιν ὡς μάρτυρες. Βλέπετε ἐξ ὅλων τούτων ὅτι ἡ γενομένη παραχώρησις συνίσταται εἰς τὴν μὴ αὐστηρὰν τήρησιν ἑνὸς δικονομικοῦ τύπου, χωρὶς νὰ παραβλαφθῇ δικαίωμά τι ἢ ν’ ἀθετηθῇ ἐγγύησίς τις. Ἐζητήθη ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν νὰ δοθῇ ἀμνηστεία εἰς τὴν συμμορίαν τῶν Ἀρβανιταίων, ἀλλὰ τὸ ἠρνήθη ἀπολύτως, διότι ὁ θεμελιώδης νόμος τὸ ἀπαγορεύει. Ὅταν κατόπιν ἐπρόκειτο νὰ ἐκδοθῇ ἡ διακήρυξις κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπέσχετο ἡ κυβέρνησις εἴκοσι χιλιάδων δραχμῶν ἀμοιβὴν εἰς ὅν τινα ἤθελε χορηγήσει οὐσιώδη ἀποδεικτικὰ μέσα πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν ἐπιζητουμένων συνεργῶν καὶ συναιτίων, ἐζητήθη καὶ πάλιν ἵνα ἐκ τῶν προτέρων προϋποσχεθῇ ἡ κυβέρνησις ὅτι ἤθελε δοθῆ καὶ χάρις εἰς πάντα κατάδικον, ὅστις ἤθελε προσαγάγει παρομοίας ἀποδείξεις, ἀλλὰ καὶ τοῦτο τὸ ἠρνήθη, διότι ἀντέκειτο εἰς τὸ Σύνταγμά μας. Ἀλλ’ ὅταν, κύριοι, ἐτέθη τὸ ζήτημα μεταξὺ τῆς παραβιάσεως τῆς μυστικότητος τῆς ἀνακρίσεως, καὶ τῶν συνεπειῶν τῆς ἀρνήσεώς μας, οὐδεμία κυβέρνησις, συναισθανομένη τὴν ἰδίαν εὐθύνην, ἤθελε πράξει ἄλλως ἢ ὡς ἐπράξαμεν ἡμεῖς. Τέλος πάντων, ἡμεῖς δεχόμεθα νὰ μᾶς κρίνητε μὲ τὰ πράγματα. Μὴ ἐξετάσητε τὴν γενομένην παραχώρησιν καθ’ ὃν χρόνον ἐγένετο· ἐξετάσατέ την ἐκ τῶν ὑστέρων. Εἴπετε ἂν ἡ παραχώρησις αὕτη ἦτον ἀνάγκη νὰ γείνῃ, ὡς τὰ πράγματα ἀπέδειξαν. Τιθέμεθα εἰς τὴν ἰδίαν ἐκείνην θέσιν τοῦ στρατιωτικοῦ, ὅστις λαμβάνει ῥητὴν διαταγὴν νὰ ἐκτελέσῃ μίαν ὡρισμένην κίνησιν ἀπέναντι τοῦ ἐχθροῦ· (διότι ἀληθῶς καὶ οἱ διαχειριζόμενοι τὰ κοινὰ καὶ οἱ ὑπάλληλοι πρέπει νὰ θεωρῶνται ὡς στρατιῶται τοῦ νόμου τυφλῶς ὑπακούοντες εἰς τὰ προστάγματά του·) ἂν ὁ στρατιωτικὸς οὗτος εὑρισκόμενος ἀπέναντι τοῦ ἐχθροῦ, καὶ ὀφείλων νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν διαταγὴν τὴν ὁποίαν ἔχει λαβὼν, βλέπει μολοντοῦτο ὅτι αἱ συνέπειαι θέλουσιν εἶσθαι ὀλέθριαι, δύναται ἐπὶ ἰδίῳ κινδύνῳ νὰ παραβῇ τὴν δοθεῖσαν διαταγὴν, καὶ θὰ εἰσαχθῇ βεβαίως εἰς δίκην, διότι ὤφειλε τυφλὴν ὑπακοὴν εἰς τὴν τῶν ἀνωτέρων διαταγὴν, ἀλλ’ ἂν τὸ ἀποτέλεσμα ἀπέβη ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, οὐδεὶς θέλει εὑρεθῆ, ὁ ὁποῖος νὰ τὸν καταδικάσῃ, διότι παρέβη τὴν διαταγήν. Σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι, ὅταν σήμερον ἀκόμη ζητῆται λόγος, διὰ τὴν ἐνέργειαν ἀνεξαρτήτων καὶ ἰσοβίων δικαστῶν, ὅταν σήμερον ἀκόμη ἀποδοκιμάζηται τὸ πόρισμα ἀνακρίσεων, αἵτινες ἐγένοντο ἐπὶ παρουσίᾳ αὐτῶν τῶν ἀντιπροσώπων τῆς ἀγγλικῆς κυβερνήσεως, σᾶς ἐρωτῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ὁποῖαι θὰ ἦσαν αἱ συνέπειαι, ἐὰν δὲν ἐδεχόμεθα τὴν παράστασιν τῶν Ἄγγλων νομικῶν; Θὰ ἠδυνάμεθα ἆρά γε νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν αὐθεντίαν τοῦ βουλεύματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον, ἐν ᾧ ἀπαλλάττει τὸ ἔθνος ἀπὸ τὰς ἐπιῤῥιφθείσας κατ’ αὐτοῦ ἀδίκους κατηγορίας, ἔφερε συνάμα εἰς φῶς τὸ σπουδαιότατον γεγονὸς, ὅτι δὲν ἦτο Ἕλλην ὁ παρακινήσας τοὺς λῃστὰς νὰ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν ἀμνηστείαν;
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαλαωρίτης.
§77ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ἐλησμόνησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Σαράβας εἰς τὴν ἀγόρευσίν του νὰ προσθέσῃ, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ὑπουργεῖον ὑπεχρεώθη νὰ παραδεχθῇ τὴν ἀνάκρισιν, ἐγένοντο παρ’ ὅλων τῶν πρέσβεων τῶν μεγάλων Δυνάμεων παρατηρήσεις, ὅτι ἡ Ἑλλὰς διὰ νὰ σωθῇ ἔπρεπε νὰ παραδεχθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἡ Ἀγγλία. Δύναμαι δὲ ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, κύριοι, μετὰ παῤῥησίας νὰ εἴπω, ὅτι ὅλοι οἱ πρέσβεις τῶν μεγάλων Δυνάμεων ἦλθον εἰς τὸ ὑπουργεῖον νὰ μοὶ εἴπουν ὁμοφώνως, ὅτι πρέπει νὰ εὐχαριστηθῆτε, διότι ἡ Ἀγγλία περιωρίσθη εἰς τοῦτο μόνον. Καὶ ἔχετε ἤδη μάρτυρα τῶν λόγων μου τὸ ἔγγραφον τοῦ πρέσβεως τῆς Γαλλίας, ἐνῷ δὲν ἔπαθεν οὐδεὶς Γάλλος. Ἡ Ἀγγλία περιωρίζετο μόνον εἰς τὴν ἀνεύρεσιν τῆς ἀληθείας, καὶ ὁ σπουδαῖος πολιτικὸς ἀνὴρ, ὅστις διευθύνει τὴν Κυβέρνησιν τῆς μεγάλης Βρετανίας, εὗρεν αὐτὸν τὸν τρόπον ἵνα κατευνάσῃ τὴν δυσχέρειαν τῆς κοινῆς γνώμης ἐν Ἀγγλίᾳ, ἡ ὁποία ἐπίεζε τὸ ὑπουργεῖον· καὶ ἠξεύρετε τί εἶναι ἡ κοινὴ γνώμη ἐν Ἀγγλίᾳ! Ἀπαντῶ δὲ εἰς τοὺς κυρίους Μίλησην καὶ Πολυλᾶν, ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀφοῦ δὲν ἠθέλητε νὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Σαράβας, ποῖαι ἤθελον εἶναι αἱ συνέπειαι τῆς ἀποῤῥίψεως τῶν προτάσεων τῆς Ἀγγλίας. Σᾶς λέγω, ὅτι ὁ στόλος τῆς Ἀγγλίας εὑρίσκετο σταθμεύων ἐν Κρήτῃ, καὶ τὸ πλοῖον Royal Oak εὑρίσκετο ἐν Σαλαμῖνι μὲ διαταγὰς νὰ μὴ ἀποβιβάσῃ οὐδένα ναύτην· ἐννοεῖτε τὰς συνεπείας. Ὁ στόλος ὁ ἀγγλικὸς δὲν ἀνεχώρησεν ἀπὸ Μελίτην χάριν διασκεδάσεως· περιέμενε τὴν ἀπάντησιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, διὰ ν’ ἀποφασίσῃ ἡ ἀγγλικὴ Κυβέρνησις τί ἔμελλε νὰ κάμῃ.
§78ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν; (θόρυβος). Αἰωνίως θορυβεῖτε· φοβεῖσθε τὸ φῶς. Ὁ κόσμος ἂς κρίνῃ.
§79ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ἅπαντες γνωρίζετε, ὅτι εἰς ἄλλην δεινὴν τῆς Ἑλλάδος περίστασιν ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ῥωσσία ἐπὶ Θουβενὲλ, (δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ ὄνομα τοῦ πρέσβεως τῆς Ῥωσσίας) ὑπεστήριξαν θερμῶς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἡ Γαλλία μάλιστα ἀπέσυρε ἐκ Λονδίνου τὸν πρέσβυν της καὶ τότε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀντέστη, καὶ γνωρίζετε τὰ καθέκαστα. Ἀλλὰ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ποῖος ὁ ὑπερασπιστής μας; Εἴχομεν τὴν κοινὴν γνώμην ὅλης τῆς Εὐρώπης καθ’ ἡμῶν· τοὺς Ἕλληνας τοὺς ἐνόμιζον ὅλους λῃστὰς, συνέβη γεγονὸς τρομακτικώτατον ἐν Γερμανίᾳ· ἀπέπεμψαν ἀπὸ τὰ ξενοδοχεῖα Ἕλληνάς τινας, οὓς ὠνόμαζον brigands· αὐτὴ ἦτο ἡ γνώμη ἡ κοινὴ ἐν Εὐρώπῃ. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς. Θέλει νὰ μάθῃ, μολονότι ἐδημοσιεύθησαν τὰ ἔγγραφα, ποῖοι οἱ λόγοι τῆς παραιτήσεώς μου. Ὁ πρῶτος λόγος ἦτον ἡ διαφωνία περὶ τοῦ ζητήματος τῆς παρατάσεως τῶν ἀνακρίσεων ἐκ μέρους τῶν συναδέλφων μου. Ὑπῆρχε διαφωνία· ἐκεῖνοι μὲν ἐφρόνουν, ὅτι ἀρκετὰ ἐγένοντο καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ τεθῇ ἓν τέρμα, ἐγὼ δὲ ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι ἦτο ζήτημα ἐξωτερικὸν, πολιτικὸν, εἶχον ἀφορμὴν νὰ πιστεύω, ὅτι δὲν ἦτο ἀρκετὰ, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀνάκρισις. Τώρα δὲ ἔρχεται τὸ μέγα ζήτημα· διότι, ὡς εἶπεν ὁ κ. Λομβάρδος, πρόκειται σήμερον νὰ μὲ ἀποκαλέσῃ ἢ μέγαν πολίτην τῆς Ἑλλάδος ἢ ἔνοχον ἐσχάτης προδοσίας. Διὰ τὸ δεύτερον ζήτημα, κύριοι, ὀλίγα θὰ εἴπω, καὶ ἀφίνω εἰς αὐτὸν νὰ μορφώσῃ τὴν ἰδέαν του· ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι αὕτη, διὰ λογαριασμόν του. Προσκόμματα, ἔγραψα εἰς τὴν παραίτησίν μου, παρενεβάλλοντο ἐκ μέρους τινῶν. Βεβαίως, κύριοι, ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπειδὴ ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος ἐξωτερικοῦ, πολιτικοῦ, καθὼς εἶπον, ἤμην εἰς ἐπαφὴν μὲ διάφορα ὄργανα τῆς ἐξουσίας, μὲ τοὺς πρεσβευτὰς τῶν δύω Δυνάμεων, μὲ τοὺς δικηγόρους τοὺς Ἄγγλους, οἱ ὁποῖοι μοῦ ἔκαμνον παραστάσεις· ἐκ διαφόρων γεγονότων ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησίν μου· τί ἔπρεπε νὰ κάμω; βέβαια ἐγὼ δὲν ἤμην ὁ ἀνακριτὴς νὰ βεβαιώσω δικαστικῶς αὐτά· εἶχον καθῆκον νὰ πείσω πάντας, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐξετέλει τὸ καθῆκόν της ἐν εἰλικρινείᾳ. Δὲν εἶχον ἀνάγκην οἱ συνάδελφοί μου νὰ τοὺς ὑπενθυμίσω, ὅτι ὤφειλον νὰ κάμουν τὸ καθῆκόν των. Ὑπῆρξεν ὅμως διαφωνία· ὁ κ. Σαράβας εἶναι γνωστὸς διὰ τὴν τιμιότητά του· τοῦτο ὅμως δὲν ἤρκει, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ πεισθῶσι καὶ οἱ ξένοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διεξῆγε τὴν ὑπόθεσιν μετ’ εἰλικρινείας. Ἂν ὅσα ἐλέχθησαν ἦσαν ἀληθῆ, διὰ τοῦ βουλεύματος ἔγειναν γνωστὰ. Ἂν δὲν ἀρκοῦν αὐτὰ, μὲ δυσαρεστεῖ. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω. Εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, κύριοι, ἐνόμισα συμφέρον τοῦ τόπου ν’ ἀνευρεθῇ ἡ ἀλήθεια. Νομίζω, ὅτι τοιαύτη πολιτικὴ ἤθελεν ἀκόμη ἀνυψώσει τὴν Ἑλληνικὴν κυβέρνησιν δεικνύουσαν ὅτι εἶχε τὴν δύναμιν καὶ τὴν προαίρεσιν νὰ θεραπεύσῃ τὰς πληγὰς τοῦ τόπου. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι πρεσβεύουν, ὅτι ἐὰν ὑπάρχουν ἀσχημίαι τινὲς πρέπει νὰ τὰς καλύψωμεν. Ὄχι, κύριοι, ἡ ἐθνικὴ φιλοτιμία δὲν προσβάλλεται· τότε μόνον προσβάλλεται, ὅταν δὲν ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ ἔθνος τὸ θάῤῥος νὰ ἐκριζώσῃ τὰ κακὰ ὅσον βαθέα καὶ ἂν εὑρίσκωνται. Ἐγὼ, κύριοι, ἐξετέλεσα τὸ καθῆκόν μου, δὲν ἔχω ἔλεγχον· οὔτε περισσότερον ἠμποροῦσα νὰ κάμω διὰ νὰ σώσω τὸ ἔθνος. Ἔρχεται τὸ ἄλλο ζήτημα ὡς πρὸς τὰς ἐπιστολάς. Τῇ ἀληθείᾳ ἡ ἀνάγνωσις μόνον τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Γιώργη Γιάννου εἶναι ἀρκετὴ διὰ νὰ πεισθῇ ἕκαστος, ὅτι ὁ γράψας αὐτὴν τὴν ἐπιστολὴν βεβαίως ἠθέλησε νὰ φέρῃ δυσχερείας εἰς τὴν κυβέρνησιν. Ποῖοι εἶναι οἱ φίλοι του καὶ οἱ κουμπάροι του, τοὺς ἀγνοῶ· ἀλλὰ δὲν εἶναι πρωτοφανὲς τοιοῦτοι κακοῦργοι νὰ ζητοῦν 625 χιλιάδας δραχμὰς καὶ νὰ εὐχαριστοῦνται νὰ χάσωσι τὰ χρήματα ἀντὶ τῆς ἀμνηστείας; εἶναι ἄπορον πῶς αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἠδύναντο νὰ στοχασθοῦν, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ τοὺς δώσῃ τὴν ἀμνηστείαν. Εἶναι πρωτοφανὲς παράδειγμα. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ ποσότητος 30, 40 χιλιάδων δραχμῶν, ἐπρόκειτο περὶ 625 χιλιάδων. Οἱ φίλοι καὶ ὁ κουμπάρος λέγουν νὰ ἐπιμείνητε εἰς τὴν ἀμνηστείαν. Παρακαλῶ τὸν Κον Λομβάρδον ἐνταῦθα νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅταν κακοῦργοι τοιαῦτα γράφωσι καὶ εὐχαριστοῦνται ὄχι τόσον εἰς τὰ χρήματα, ὅσον εἰς τὴν ἀμνηστείαν, τοῦτο δὲν διεγείρει ὑπονοίας κατ’ αὐτῶν; Ποῖοι ἦσαν οἱ φίλοι των; Τί γράφω εἰς τὴν πρὸς τοὺς πρέσβεις ἐπιστολήν; Ὑμεῖς εὑρίσκετε, ὅτι ἐννοῶ τὴν ἀντιπολίτευσιν, καὶ ἄπειρα ἄλλα τὰ ὁποῖα ἐγὼ δὲν βλέπω. «Ἐκ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 17 θέλετε μάθει τὰς κρυφίας καὶ καταχθονίους ἐνεργείας τὰς ὁποίας εἶχον οἱ λῃσταὶ, καὶ τὰς ἐπανειλημμένας προτροπὰς, ἃς ἀπηύθυνον αὐτοῖς οἱ πιστοὶ αὐτῶν φίλοι». ποῖοι οὗτοι; τὸ βούλευμα τὸ λέγει. «Τοῦτο μόνον ἐγνώριζεν ἡ κυβέρνησις, ὅτι οἱ λῃσταὶ εἶχον ἀπόφασιν νὰ γεννήσωσιν εἰς αὐτὴν δυσχερείας, νὰ μὴ φεισθῶσι τῆς ζωῆς τῶν αἰχμαλώτων, ὅτι ἐπεθύμουν νὰ καταστήσωσιν ἀδύνατον πάντα συμβιβασμὸν, καὶ ὅτι αἱ παράλογοι ἀπαιτήσεις των ἦσαν πράξεις δολίας προαιρέσεως,» καὶ δὲν ἦτο δολία ἡ προαίρεσίς των ὅταν δὲν ηὐχαριστοῦντο εἰς τὰς 625 χιλιάδας; δὲν ηὐχαριστοῦντο νὰ σώσουν τὴν ζωήν των ἐπὶ πλοίου Ἀγγλικοῦ· πρᾶγμα πρωτοφανὲς καὶ τοῦτο, νὰ σώσῃ ἡ Μεγάλη Βρετανία τὴν ζωὴν τοιούτων κακούργων! Καὶ μολοντοῦτο δὲν ηὐχαριστήθησαν, ἐπεθύμουν, κύριοι, νὰ μὴ τὸ εἶπον, ἐγὼ αὐτὸς προσεφέρθην ὡς ἐνέχυρον, καὶ τὸ ἠξεύρετε, διότι ὁ κ. Θεαγένης τὸ ὡμολόγησεν ἐπὶ δικαστηρίου, ἐπειδὴ ἔβλεπον ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξαλείψω αὐτὴν τὴν μεγάλην μομφὴν, ἥτις ἤθελε προστριβῆ εἰς ἡμᾶς, καὶ διὰ νὰ σώσω τὴν ζωὴν τῶν αἰχμαλώτων, ἠθέλησα πρὸς τοῦτο νὰ δώσω καὶ αὐτὴν τὴν ὕπαρξίν μου. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀμνηστείας περὶ τούτου ἐγένετο λόγος πρῶτον πρὸς τὸν κύριον Σοῦτσον, μετὰ ταῦτα ἐγένετο εἰς ἐμέ. Θ’ ἀνεγνώσατε δὲ εἰς τὰ διπλωματικὰ ἔγγραφα τί ἔγραφεν ὁ κύριος Ἔρσκιν· «ἅμα ἐπρόφερε τὴν λέξιν ἀμνηστεία, εὐθὺς ὁ κύριος Βαλαωρίτης τὴν ἀπέκρουσε. Καὶ τὴν ἀπέκρουσα, κύριοι, μετὰ ζωηρότητος, διότι εἶπον ὅτι, ἐὰν παραδεχθῶμεν ἓν τοιοῦτον πρᾶγμα, ἀδύνατον νὰ ἐξαλειφθῇ εἰς τὸ μέλλον ἡ ληστεία. Ἐὰν ἐδίδετο ἀμνηστεία εἰς τοὺς λῃστὰς, διότι ἦσαν ξένοι οἱ αἰχμάλωτοι, ἔπρεπε νὰ γείνῃ καὶ διὰ τὸν τελευταῖον πολίτην Ἕλληνα, καὶ τότε ἔπρεπε νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις ἀμνηστεία ἀπὸ τὸ Σύνταγμα· ἤκουσα μάλιστα ὅτι μετὰ ταῦτα, κατόπιν ἑορτῆς, εὑρέθη ἄνθρωπος πολιτικός, ὅστις εἶπεν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον Ζαήμη κακῶς ἔκαμε (καὶ μοὶ κακοφαίνεται ὅτι δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ πολιτικὸς ἀνὴρ, διότι ἄλλως ἤθελα τὸν ὀνομάσει,) νὰ μὴ δώσῃ τὴν ἀμνηστείαν, καὶ ἅμα ἤθελεν ἔλθει τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν, οἱ βουλευταὶ ἤθελον φωνάξει, ἀλλὰ ὡς τόσον ἡ ζωὴ τῶν ξένων ἤθελε σωθῆ. Τὸ ὑπουργεῖον Ζαήμη ὅμως ἐπέμεινε καὶ ἀπέκρουσε τὴν ἀμνηστείαν ὡς ἀδύνατον· εἴπομεν μάλιστα εἰς τὸν κύριον Ζαήμην, ὅτι εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ δώσωμεν τὴν παραίτησιν ἡμῶν, καὶ ἂν μᾶς ἤθελεν ἐπιβληθῆ, ὅλον τὸ ὑπουργεῖον Ζαήμη ἤθελε δώσει τὴν παραίτησίν του. Δὲν ἔχω, κύριοι, νὰ εἴπω περισσότερα παρ’ ὅσα εἶπον, νομίζω ὅτι καὶ ὀλιγώτερα ἔπρεπε νὰ εἴπω εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, ἀφίνω δὲ εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους νὰ κρίνῃ, ἂν ἐξετέλεσα τὸ καθῆκόν μου ὡς πολίτης, ὁ ὁποῖος ἀγαπᾷ τὴν πατρίδα του καὶ γνωρίζει τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους διέτρεχε.
§80ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θὰ ἀκολουθήσω τοὺς προαγορεύσαντας οὐχὶ βεβαίως ἐν μεγάλῃ λεπτομερείᾳ, ἀλλ’ εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα νομίζω, ὅτι ἀπαιτοῦσι κἄποιαν διευκρίνησιν. Ἀνέφερεν ὁ πρῶτον ἀγορεύσας μετ’ ἐμὲ, ὁ ἀξιότιμος κ. Ζαΐμης, τὰ περὶ τῆς τότε διασαφήσεως, τὴν ὁποίαν ἐζήτησα ὅταν τὸ πρῶτον ὡμίλησε περὶ τοῦ δράματος Πικερμίου καὶ Δήλεσι· ἂν καλῶς ἐνόησα ἤθελε νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐγὼ δῆθεν διϊσχυρίσθην, ὅτι ὁ κ. Ζαΐμης εἶπεν ὅτι τῇ ἀπαιτήσει τῶν πρέσβεων ἐστάλη ὁ στρατὸς καὶ ἐδόθησαν διαταγαί· τοῦτο δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀκριβὲς, καθότι ἐγὼ καὶ τότε πληροφορίας μόνον ἐζήτησα. Ὁμολογῶ ὅτι τὸ συμπέρασμα εἰς τὸ ὁποῖον φθάνει ἡ παροῦσα συζήτησις μ’ εὐχαριστεῖ· ὁμολογῶ ὅμως ταυτοχρόνως, ὅτι ἤλπιζον, ὅτι ἤθελε λάβει περισσοτέρας διευκρινήσεις. Ἐπρόσεξα εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ζαΐμη καὶ ἐθαύμασα τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἐξέφυγε σχεδὸν ὅλα τὰ ζητήματα. Δὲν ἀπαιτεῖται βεβαίως τόσον μεγάλη τέχνη διὰ νὰ ἐκφεύγῃ τίς τὰ ζητήματα, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται ἰδιαιτέρα τέχνη ἵνα τὰ ὑπεκφεύγῃ μὲ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον τὰ ὑπεξέφυγεν ὁ κ. Ζαΐμης. Δὲν τοῦ παραπονοῦμαι διὰ τοῦτο· δὲν συζητῶ ἵνα φωτίσω ἐγὼ τὸν κ. Ζαΐμην, ἢ ἐμὲ ὁ κ. Ζαΐμης. Ἕνας βλάχος ἔλεγε ποτὲ καὶ «ἐγὼ τὰ ξεύρω καὶ σὺ τὰ ξεύρεις, Παναγιά μου, πρὸς τί νὰ τὰ λέγωμεν;» ἀλλὰ συζητοῦμεν ἵνα φωτίσωμεν τὸ κοινὸν, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀκούει, καὶ τὸ ὁποῖον κρίνει καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγομεν καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα σιωπῶμεν. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν σιωπὴν τοῦ κ. Ζαΐμη, διότι, ἐπαναλέγω, ὅτι τὸ κοινὸν μᾶς ἀκούει καὶ μᾶς κρίνει καὶ δι’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγομεν καὶ δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σιωπῶμεν. Μίαν παρατήρησιν θέλω κάμει εἰς τὸν κ. Ζαΐμην. Πρὸς τί εἰς τὸ ζήτημα τῆς παραίτησεώς του παρενέβαλε τὸν σεβασμὸν τοῦ Βασιλέως πρὸς τοὺς συνταγματικοὺς θεσμούς; μήπως ἐγὼ ἔκαμα τοιαύτην ἐπερώτησιν; πρὸς τί νὰ μᾶς ἐνθυμίσῃ, ὅτι τὰ ὑπουργεῖα παραιτοῦνται εἴτε ὅταν ἡ Βουλὴ τοῖς ἀφαιρέσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην, εἴτε ἂν ὁ Βασιλεὺς ἀφαιρέσῃ τὴν ἐδικήν του, εἴτε ἂν συμβῇ διαφωνία μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς κυβερνήσεως, ὅτε δικάζει ὁ Βασιλεὺς καὶ ἡ ἀπόφασις αὐτοῦ εἶναι σεβαστή; ποῖος ἀμφισβητεῖ τοῦτο; ἐγὼ ἐζήτησα διασαφήσεις τινὰς, τὰς ὁποίας δὲν ἦτο βεβαίως ὑποχρεωμένος νὰ μοὶ δώσῃ ὑπὸ ποινικὴν ῥήτραν, ἦτο ὅμως ὑποχρεωμένος κοινοβουλευτικῶς. Ἐζήτησα διασαφήσεις, λέγω, πῶς, ἀφοῦ ἐπῆλθον διαφωνίαι μεταξὺ τοῦ προέδρου καὶ ἑνὸς τῶν μελῶν, πῶς ὑμεῖς, ἐνῷ ζητεῖτε ὡς συνταγματικὸς πρωθυπουργὸς τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ μέλους ἐκείνου τοῦ ὑπουργείου μὲ τὸ ὁποῖον δὲν ἐσυμφωνεῖτε, πῶς ἐπῆλθεν, ὥστε νὰ πέσῃ ὅλον τὸ ὑπουργεῖον; μοὶ ἀνέφερε τὸ παράδειγμα τοῦ Κ. Βούλγαρη, ὅταν ἦλθεν εἰς διαφωνίαν μὲ τὸν Κ. Σμολένσκην καὶ τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν, ὅτι τότε ἔπεσεν ὁ κ. Σμολένσκης· ἀλλ’ εἶναι τοῦτο παράδειγμα, τὸ ὁποῖον διαφωτίζει τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθεσες; τότε ἀπεμακρύνθη ὁ ὑπουργὸς κ. Σμολένσκης, ἀλλ’ ὁ πρωθυπουργὸς κ. Βούλγαρης ἔμεινεν. Ἐγὼ ἐζήτησα νὰ μοὶ εἴπητε ἀκόμη τὸ σύστημα τῆς ῥᾳδιουργίας καὶ τῆς συκοφαντίας, τὸ ὁποῖον κατήγγειλεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ κύριος Σοῦτσος, ὡς αἴτιον διὰ τοῦ ὁποίου ἀφῃρέθη ἀπὸ τὸ πλευρόν σας ὁ συνάδελφός σας οὗτος, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐπιμείνατε νὰ ἐκφρασθῇ ἡ βασιλικὴ εὐαρέσκεια.
§81ΖΑΪΜΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον.
§82ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν μᾶς ἐδώσατε οὐδεμίαν πληροφορίαν οὔτε ἐπὶ τούτου. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ τοῦ Βασιλέως, δὲν πρόκειται περὶ τοῦ σεβασμοῦ τοῦ Βασιλέως εἰς τὰ συνταγματικὰ δικαιώματα, διότι τίς λόγος περὶ τούτων ἐγένετο; ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς ἀποστολῆς τοῦ βήματος τούτου, τὸ ὁποῖον ἔχει καθῆκον νὰ διαφωτίζῃ οὐ μόνον τὸν λαὸν περὶ τῶν ὑποθέσεών του, ἀλλὰ νὰ διαφωτίζῃ καὶ τὸν ἡγεμόνα εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἀγνοῇ, καὶ ἐπιθυμεῖ καὶ θέλει νὰ μάθῃ ἐδῶθεν παρ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δὲν τὸν βλέπουσι παρὰ ἅπαξ ἢ δὶς τοῦ ἔτους, πρὸς ἀντίκρουσιν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι διαρκῶς τὸν περιτριγυρίζουσι, καὶ οἵτινες δύνανται νὰ διαστρέψωσι καὶ παραμορφώσωσι τὴν ἀλήθειαν. Ἔχει λοιπὸν ἀποστολὴν μεγάλην τὸ βῆμα τοῦτο· νὰ φωτίζῃ τὸν ἡγεμόνα. Ἔθνη ἔχοντα βῆμα ἐλεύθερον, ἂν τὴν ἀλήθειαν δὲν μανθάνῃ ὁ ἡγεμὼν αὐτῶν, δὲν πρέπει νὰ αἰτιῶνται εἰμὴ τὸν ἑαυτόν των ἢ τοὺς ἀντιπροσώπους των, ὅπερ εἶναι τὸ ἔθνος. Ἠθέλησεν ὅμως νὰ τηρήσῃ σιγὴν ὁ κ. Ζαΐμης, καὶ ἐγὼ εἰς τὴν σιγήν του δὲν εἰσέρχομαι. Ὁ κύριος Στράβας κατόπιν ἦλθεν, ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ὑποχώρησιν, ἂς μὴ τὴν ὀνομάσω διαφορετικά, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ κυβέρνησις ἐκείνη παραδεχθεῖσα τοὺς ξένους εἰς τὴν ἀνάκρισιν. Δὲν θέλω ν’ ἀκολουθήσω τὴν σειρὰν τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας μᾶς ἀνέπτυξεν ὁ κύριος Στράβας πρὸς δικαιολόγησιν τῆς διαγωγῆς ἐκείνης, διότι προσεκτικῶς ἠκροάσθην αὐτόν, καὶ νομίζω, ὅτι ὅλον τὸ συμπέρασμά του ἦτο «μὴ μὲ δικάσητε ἐκ τῶν τότε, δικάσατέ με ἐκ τῶν σήμερον συμβαινόντων, δικάσατέ με ὡς τὸν στρατιώτην ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος λαβὼν διαταγὴν νὰ ἐκτελέσῃ, τὴν παραβιάζει· ἡ παραβίασις ὅμως αὕτη ἔφερε τὴν σωτηρίαν τοῦ στρατοῦ.» Ὁ στρατιώτης ἐκεῖνος, εἶπεν ὁ κ. Στράβας δικάζεται ἐν τῷ πολεμικῷ συμβουλίῳ, ἀλλ’ ἀθωοῦται. Ἐὰν τοιοῦτον ἤθελεν εἶναι τὸ συμπέρασμα τῶν ἐνεργειῶν σας, ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ὑπόστασιν ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος, ἀλλά, καθὼς δὲν ἔχει ἐφαρμογὴν τὸ παράδειγμα τῆς διαφωνίας μεταξὺ τοῦ κ. Βούλγαρη καὶ κ. Σμολένσκη εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ἀποχωρήσεως τοῦ κ. Ζαΐμη, οὕτω καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ στρατιώτου. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ· ἀφοῦ ἐκάματε ὅλας τὰς ὑποχωρήσεις, τὰς ὁποίας ἐκάματε, ἀφοῦ παρεδέχθητε τοὺς Ἄγγλους εἰς τὰ δικαστήρια, ἀφοῦ παρεβιάσατε τὸν νόμον μας, δύνασθε νὰ εἴπητε τοὐλάχιστον ὅτι ἐτελείωσεν ἡ ὑπόθεσις; Προχθὲς ἄνοιξεν ἡ ἀγγλικὴ βουλὴ καὶ ἀπὸ τοῦ θρόνου της τὴν βασίλισσαν τῆς Ἀγγλίας ἠκούσατε νὰ λέγῃ, ὅτι τίποτε δὲν ἔγεινε. Αἱ παραχωρήσεις, τὰς ὁποίας ἐκάματε, ἡ παραβίασις τῆς νομοθεσίας μας, ἡ παραβίασις τῆς ἀνεξαρτησίας μας, δὲν σᾶς ἔφερον οὔτε εἰς τὸ ἀποτέλεσμα νὰ εὐχαριστηθοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπῄτουν ὅσα ἐπράξατε· Δικάσατέ μας ἀπὸ τὸ σημερινόν· σᾶς ἐρωτῶ, ἂν εἰς τὴν σημερινὴν κυβέρνησιν ἀποταθῶσιν αἱ αὐταὶ ἀπαιτήσεις, ὡς εἶπεν ἡ βασίλισσα τῆς Ἀγγλίας, νὰ θεωρηθῇ ἄκυρον τὸ βούλευμα (καὶ τοῦτο ἀκούω περιφερόμενον, ἐγὼ δὲν γνωρίζω τίποτε)· ἂν τοιαῦται ἦναι αἱ ἀπαιτήσεις τῆς Ἀγγλίας, θὰ συμβουλεύσητε τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὰς δεχθῇ, καὶ ἂν ἀκόμη μᾶς ἐλέγετο ὁ στόλος τῆς Ἀγγλίας εἶναι εἰς τὴν Κρήτην, ἢ εἰς τὰ Ἀμπελάκια; Ἐγὼ τοὐλάχιστον τοιαύτην συμβουλὴν δὲν ἤθελα τὴν δώσει (εὖγε, εὖγε). Ποῖα θὰ ἦταν τ’ ἀποτελέσματα ἂν τότε ἡ Κυβέρνησις ἠρνεῖτο τὴν συμμετοχὴν τῶν Ἄγγλων εἰς τὰς ἀνακρίσεις; δὲν ἤθελεν ὁ κ. Σαράβας νὰ μᾶς τὰ εἴπῃ ὡρισμένως· ὁ ἀξιότιμος κ. Βαλαωρίτης μᾶς τὸ διευκρίνησε. Ὁ ἀγγλικὸς στόλος ἦτο ἕτοιμος διὰ τὸν Πειραιᾶ. Μετὰ τοῦ κ. Βαλαωρίτου εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, προκειμένου δηλαδὴ περὶ στόλων τῆς Ἀγγλίας καὶ περὶ ἀπειλῶν, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ συμφωνήσωμεν ποτέ. Διαφωνοῦμεν πρὸ πολλῶν ἐτῶν ὡς πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ Ἀγγλικοῦ χαρακτῆρος. Ὑπῆρξαν ἄλλοτε ἐποχαὶ εἰς τὰς ὁποίας ἐπίσης διεφώνησα μετὰ τοῦ κ. Βαλαωρίτου, οὐ μόνον διὰ τὴν παρουσίαν ἑνὸς στόλου, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν παρουσίαν ἑνὸς χωροφύλακος Ἄγγλου. Ὁ μὲν ἐνόμιζεν ὅτι ὤφειλε νὰ ὑποταχθῇ ἀπολύτως πρὸς οἱονδήποτε νεῦμα καὶ ἑνὸς χωροφύλακος, ὁ δὲ διϊσχυρίζετο ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ὑποταχθῇ εἰμὴ εἰς τὸν νόμον. Οὐ μόνον ἅπαξ, ἀλλὰ δὶς καὶ τρὶς καὶ πολλάκις, εἰς ἄλλας παρελθούσας ἐποχὰς, ἠπείλει ἡ Ἀγγλία διὰ τῶν στόλων της μικρότερον κράτος, μικροτέραν βουλὴν, τὴν τῆς Ἑπτανήσου· καὶ τότε μᾶς ἐσυμβούλευαν νὰ ὑποκύψωμεν εἰς ἀδίκους ἀπαιτήσεις, ἡμεῖς ἀντετάσσομεν τὸ δίκαιον, ἀντετάσσομεν τὸν νόμον· ὁ Ἄγγλος τὸ ἐσεβάσθη, διότι τοιοῦτος εἶναι ὁ Ἄγγλος· δεῖξέ του μετὰ θάῤῥους ὅτι παρανομεῖ, δεῖξέ του ὅτι πράττει ἄδικον, καὶ ὅτι τὴν παρανομίαν του θὰ κάμῃς νὰ φανῇ ἐνώπιον τοῦ κόσμου, ὑποστήριξε τὸ δίκαιόν σου ἐν τῷ νόμῳ, οὐχὶ βεβαίως μὲ τρέλλαις καὶ μὲ παράνομα κινήματα, καὶ ὁ Ἄγγλος θὰ σὲ σεβασθῇ. Μᾶς ὑπενθυμίσατε τὴν ἐποχὴν τοῦ Πατσιφίκου, (δὲν εἴπατε τὸ ὄνομα, τὸ λέγω ἐγὼ,) ἐτελείωσεν ὅμως ἡ ὑπόθεσις ἀπὸ ἀπαίτησιν ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου εἰς ἓξ μόνον χιλιάδας δραχμῶν.
§83ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἔγινεν ὅμως ὁ ἀποκλεισμός.
§84ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Τὰ πλοῖα ὅμως δὲν ἠξεύρετε τί ἔπαθαν;
§85ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὰ πλοῖα δὲν ἤθελον πάθει, ἂν καὶ τότε τὸ δίκαιον τῆς Ἑλλάδος ὑπεστηρίζετο ἀποφασιστικῶς διὰ τοῦ νόμου. Καὶ ἄλλοτε ἡ Ἀγγλία ἔστειλεν ἀτμοκίνητον πολεμικὸν καὶ ὑπεστήριξε κινήματα, οὐχὶ διάφορα ἐκείνων, διὰ τὰ ὁποῖα μᾶς ἐλέγχουν σήμερον, ὅταν ὑπεκίνησε λῃστανταρσίαν εἰς τὴν ἐμπορικὴν πόλιν τῶν Πατρῶν, διὰ τοῦ Μερενδίτη, καὶ ὅτε τὸ Ἀγγλικὸν ἀτμόπλοιον ἐπῆρε τοὺς Μερενδίτας, καὶ τοὺς ἔφερε εἰς τὴν Κέρκυραν, ἥτις ἦτο τότε ὑποτελὴς εἰς τὴν Ἀγγλίαν· ἡ Γερουσία τῆς Ἑπτανήσου συγκειμένη ἀπὸ 6, οὐχὶ ἀπὸ τοὺς ἐξημμένους Ῥιζοσπάστας, ἠρνήθη εἰς τὸν ἁρμοστὴν ν’ ἀποβιβάσῃ εἰς τὴν νῆσον κλέπτας ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα λέγουσα ὅτι ἡ Ἑπτάνησος δὲν γίνεται λῃσταπόδοχος· ὁ ἁρμοστὴς τότε ὑπήκουσε καὶ τοὺς ἐπῆγε εἰς τὴν Μελίτην· Ἀλλὰ διατί, κύριοι, ἐπαναλαμβάνουσι μὲ τόσον τρόμον, ὅτι ἤθελεν ἐπέλθει κατοχή; σᾶς ὁμολογῶ εἰλικρινῶς, ὅτι τὴν ἐπροτιμοῦσα δεκάκις, παρὰ τὴν κατάστασιν αὐτὴν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα πρὸ 15 μηνῶν. ἐννοῶ τὴν σκλαβιὰν, ἀλλ’ οὐχὶ τὸν ἐμπαιγμὸν τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας. Ἐννοῶ τὴν δύναμιν τοῦ ἰσχυροτέρου δὲν ἐννοῶ ὅμως τὴν διὰ τῶν ἰδίων χειρῶν ἀτίμωσιν· καὶ ἂν εὑρίσκῃ δικαιολόγησιν ἡ παρθένος ἐκείνη, ἡ ὁποία λέγει ἠτιμάσθην, διότι μόνη καὶ ἐγκαταλελειμμένη εὑρέθην καὶ ὑπέκυψα εἰς τὴν βίαν, ἀλλὰ θαυμάζεται ἐκείνη, ἡ ὁποία προσφέρει τὴν ζωὴν της ὑπὲρ τῆς τιμῆς της. (Χειροκροτήματα). Εἷς ἁπλοῦς δικονομικὸς τύπος, εἶπεν ὁ κύριος Σαράβας, ἐπρόκειτο νὰ παραβιασθῇ, τύπος δικανικὸς, τὸν ὁποῖον καὶ ἐγὼ δὲν τὸν ὑποστηρίζω, (καθότι ἂν ὁ κ. Μίλησης, ὁ κ. Σέρβος, Πολυλᾶς, καὶ δὲν ἠξεύρω ποῖοι ἄλλοι ἐπαρουσίασαν τὸ νομοσχέδιον περὶ παύσεως τῆς μυστικῆς ἀνακρίσεως καὶ ἐγὼ συντάσσομαι μὲ αὐτοὺς, διότι τὴν μυστικὴν ἀνάκρισιν θεωρῶ αἶσχος τῆς ἐποχῆς μας) ἀποκρούω ὅμως τὸν τρόπον δι’ οὗ, διὰ τῆς ἐπεμβάσεως τῶν ξένων, ὁ τύπος ἐκεῖνος παρεβιάσθη· δὲν ἀνήκει εἰς ἐμὲ νὰ ἐξετάσω, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις Ζαΐμη, διότι ἐπροτίμησεν ἀντὶ νὰ παραιτηθῇ, νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Ἀγγλικῆς πρεσβείας καὶ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Ἴσως μὲ εἴπουν τινές, ὅτι καὶ σὺ ἴσως τὸ ἴδιον ἤθελες πράξει· καὶ ἐν ὅσῳ δὲν εὑρέθην εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, δὲν δύναμαι νὰ τοὺς εἴπω τί ἤθελον πράξει ἐγώ· ἀλλὰ λέγω, ὅτι ἂν δύω ἢ τρεῖς Κυβερνήσεις παρῃτοῦντο ἀντικρούουσαι τὰς ἀπαιτήσεις ἐκείνας, ἡ Ἀγγλία δὲν ἤθελεν ἐπιμένει. Σεῖς οἱ ἴδιοι εἶσθε ἓν παράδειγμα· ὅταν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἀπῄτησε τὰς 10 χιλιάδας λίρας διὰ τὴν χήραν τοῦ Λόϋδ, τῆς εἴπατε, ὅτι δὲν δύνασθε ν’ ἀποφασίσητε, διότι ὁ Βασιλεὺς δὲν ἦτο ἐδῶ· εὐθὺς ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις τηλεγραφικῶς ἀπέσυρε τὴν πρότασιν. Ὅλαι αἱ πρεσβεῖαι τῶν μεγάλων δυνάμεων μᾶς εἴπατε, συνεβούλευσαν νὰ δεχθῆτε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπῄτει ἡ Ἀγγλία, διὰ νὰ σωθῇ ἡ Ἑλλάς. Δὲν εἶναι οἱ Ἄγγλοι κύριοι Ἀβυσσινοὶ ἢ Ἀφρικανοὶ διὰ νὰ φοβηθῆτε, ὅτι ἤθελον ἔλθει νὰ καταστρέψουν τὴν Ἑλλάδα, νὰ λεηλατήσουν πόλεις, νὰ σφάξουν παιδιά, καὶ ἐκ τούτου κινούμενοι οἱ πρέσβεις σᾶς ἔλεγον, σᾶς ἀγαπῶμεν καὶ ἐνδόσατε· σᾶς ἔλεγον ἐνδώσατε, διότι ᾐσθάνοντο τὰς περιπλοκάς, εἰς τὰς ὁποίας αὐτοὶ ἤθελον εὑρεθῆ ἂν ἐπεμένατε καὶ ἐγίνετο κανὲν κίνημα, καὶ ἤθελον νὰ ἐξέλθουν ἀπὸ τὴν δύσκολον ἐκείνην θέσιν. Τί τοὺς ἔμελλε, ἂν ἠτιμάζετο ἡ Ἑλλάς, ἔφθανεν αὐτοὶ νὰ μὴν ἐμπερδευθῶσιν. Ἡ κοινὴ γνώμη τῆς Εὐρώπης ἦτον φαρμακευμένη, μᾶς εἶπεν ὁ κύριος Βαλαωρίτης. Δὲν εἴχομεν ἀνάγκην νὰ μάθωμεν τοῦτο, τὸ ἐγνωρίζαμεν· ἐπεθυμούσαμεν νὰ μάθωμεν μόνον πόθεν ἐφαρμακίσθη· ζητοῦμεν νὰ μάθωμεν τίς μετέδωσε τὴν ἰδέαν ταύτην εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Γερμανίαν, καθὼς εἶπεν ὁ κ. Βαλαωρίτης, νὰ μᾶς θεωροῦν παντοῦ ὡς brigants, λῃστάς; δὲν ζητοῦμεν νὰ μάθωμεν τοῦτο, τὸ ἐγνωρίζαμεν, ἀλλὰ ζητοῦμεν νὰ μάθωμεν πόθεν τὸ ἀγγλικὸν κοινὸν καὶ ἡ κυβέρνησις ἔλαβον τὴν ἰδέαν ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπάρχουν λῃσταί, ὅλοι καὶ ἀντιπολίτευσις καὶ κυβέρνησις; διότι τὸ ζήτημα τῆς ἐπιμονῆς τῆς ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἀγγλικοῦ κοινοῦ τοῦ νὰ παρασταθῇ εἰς τὰς ἀνακρίσεις, δὲν ἦλθε, παρὰ διότι δὲν ἐνεπιστεύοντο τὴν κυβέρνησιν, καὶ διότι ἐνόμιζον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤθελε διαστρέψει τὰς ἀνακρίσεις· καὶ ἡ κυβέρνησις κακῶς ἐδέχθη αὐτὴν τὴν ὑποψίαν ἐπ’ αὐτῆς. Πόθεν, λέγω, προῆλθε τοῦτο; διατί νὰ τὸ κρύπτωμεν; Ἐργαστήριον, ἂς μεταχειρισθῶ τὴν αὐτὴν λέξιν, τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθη καὶ ὁ κ. Βαλαωρίτης, ἐργαστήριον ῥᾳδιουργίας καὶ συκοφαντίας ὑπῆρξεν ἐνταῦθα καὶ ἐπροσπάθησαν διὰ παντὸς μέσου νὰ ἐξαπλώσουν τὴν ἰδέαν ἔξω — ποῖα τὰ ἐλατήρια, ποῖος ὁ σκοπὸς δὲν τὰ ἐξετάζω ἐπὶ τοῦ παρόντος μόνον τὸ γεγονὸς διαπιστῶ. — ὅτι διὰ παντὸς μέσου ἐπροσπάθησαν ἐκ τῶν Ἀθηνῶν καὶ διὰ τῆς ἐν Ἀθήναις ἀγγλικῆς Πρεσβείας νὰ διαδώσωσι τὴν ἰδέαν ταύτην εἰς τὴν κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸ κοινὸν τῆς Ἀγγλίας. Γινώσκετε ποῖα ὁ πρέσβυς (ἠπατημένος ἢ ἐν γνώσει δὲν τὸ ἐξετάζω) ἔστειλεν ἔγγραφα. Σᾶς ἀναγινώσκω μόνον τὸ ἔγγραφον τὸ ὁποῖον ἔπεμψεν πρὸς τοὺς πρέσβεις μας ὁ κύριος Βαλαωρίτης, ἀκούσατέ το· «Διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 17 ἐγγράφου καὶ τῶν δύο συνημμένων αὐτῷ ἐπιστολῶν ὑπὸ στοιχ. Α. καὶ Β. θέλετε μάθει τὰς κρυφίας καὶ καταχθονίους συνεννοήσεις, ἃς εἶχον οἱ λῃσταί, καὶ τὰς ἐπιβούλους προτροπάς, ἃς ἀπηύθυνον αὐτοῖς οἱ πιστοὶ αὐτῶν φίλοι. Ἡ κυβέρνησις ἠγνόει τὰς τοιαύτας ἐνεργείας καὶ βραδύτερον μόνον ἀνεκάλυψε τὰ ἴχνη αὐτῶν, ὅτε περιῆλθον εἰς χεῖράς της αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος δύο ἐπιστολαί, ὧν ἡ μὲν μία εὑρέθη ἐπὶ τοῦ πτώματος τοῦ φονευθέντος ἀρχιλῃστοῦ Χρήστου Ἀρβανιτάκη, ἡ δὲ ἑτέρα ἐπὶ ἄλλου τινὸς ἐκ τῶν φονευθέντων λῃστῶν. Τοῦτο μόνον ἐγνώριζεν ἡ κυβέρνησις, ὅτι δηλαδὴ οἱ λῃσταὶ «εἶχον ἀποφασίσει νὰ γεννήσωσιν εἰς αὐτὴν δυσχερείας, νὰ μὴ φεισθῶσι τῆς ζωῆς τῶν αἰχμαλώτων, ὅτι ἐπεθύμουν νὰ καταστήσωσιν ἀδύνατον πάντα συμβιβασμὸν καὶ ὅτι αἱ παράλογοι αὐτῶν ἀπαιτήσεις ἦσαν μόνον προφάσεις ὑπὸ δολίας προαιρέσεως ὑπαγορευόμεναι.» Οἱοσδήποτε ἂς ἔλθῃ εἰς τὴν θέσιν τοῦ Κλαρενδῶνος, τοῦ Γράμβιλλ, τοῦ Γκλάδστωνος, νὰ ἀναγνώσῃ ἓν τοιοῦτον ἔγγραφον αὐτῆς τῆς κυβερνήσεως τῆς Ἑλλάδος διακηρυττούσης ὅτι οἱ λῃσταὶ ὑποκεκινημένοι παρ’ ἄλλου συνέλαβον τοὺς αἰχμαλώτους, οὐχὶ μὲ ἄλλην ἰδέαν, εἰμὴ ἀποφασισμένοι διὰ νὰ τοὺς φονεύσουν ὅπως γεννήσουν δυσχερείας εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἂς συνδυάσῃ πρὸς τοῦτο τὰ μετὰ ταῦτα, ὅτι δηλαδὴ ὑπὸ τοῦ αὑτοῦ μέλους τῆς Κυβερνήσεως κατηγορεῖται αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ὡς ἐπεμβαίνουσα εἰς τὴν Δικαιοσύνην ὅπως σώσῃ τοὺς κακούργους, καὶ ἂς συμπεράνῃ αὐτὸς ὅ,τι θέλει. Τὴν στιγμὴν ταύτην μοῦ διαβιβάζεται, δὲν ἠξεύρω πόθεν, σημείωσις διὰ μολυβδοκονδύλου λέγουσα ὅτι δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι οἱ πρέσβεις τῶν μεγάλων δυνάμεων συνεβούλευσαν νὰ ὑποκύψωμεν εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Ἀγγλίας· ἀλλ’ ἡ σημείωσις εἶναι ἀνυπόγραφος, καὶ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ βασισθῶ εἰς αὐτήν, ὀφείλω νὰ παραδεχθῶ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ ἄλλοτε ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν.
§86ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Νομίζετε ὅτι ὁ γράψας αὐτὸ γνωρίζει καλλίτερα ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν; διότι ἄλλως μὲ ἀναγκάζετε νὰ εἴπω ὅτι ψεύδεται.
§87ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶπον ὅτι δὲν δύναμαι νὰ βασισθῶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς σημειώσεως. Ἀγνοῶ ἂν ᾖναι ἀκριβὴς ἢ ὄχι· ἐγὼ ὀφείλω νὰ παραδεχθῶ τὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δοθεῖσαν διαβεβαίωσιν τοῦ ἄλλοτε ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν Κ. Βαλαωρίτου, ὅτι δηλαδὴ οἱ πρέσβεις τῶν μεγάλων δυνάμεων συνεβούλευσαν τὴν Ἑλλάδα νὰ ἐνδώσῃ. Ἐπανέρχομαι εἰς τὰ ἔγγραφα τοῦ Κ. Βαλαωρίτου. «Ἔγραψα ὅσα ἔγραψα, μᾶς εἶπε, διὰ νὰ φωτίσω τοὺς ξένους· δὲν εἶχον καμμίαν ὑποψίαν εἰς τοὺς συναδέλφους μου· δὲν ὑπώπτευσα τίποτε πρὸς αὐτούς. Τὸ βούλευμα ἔδειξε ποῖοι εἶναι οἱ ἔνοχοι· αὐτὰ λέγων» προσέθηκεν ὁ κ. Βαλαωρίτης «δὲν εὐχαριστῶ τὸν κ. Λομβάρδον». Εὐχαριστήθην πληρέστατα, κ. Βαλαωρίτη· τοῦτο ἐζητοῦσα νὰ ὁμολογήσετε, ὅτι δηλαδὴ δὲν εἶχον ὑπόστασιν ὅσα ἐγράψατε περὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ τόπου σας, ὡς ἐκ τούτου δὲν μετανοῶ, διότι προεκάλεσα αὐτὴν τὴν συζήτησιν· πιστεύω δὲ, ὅτι τινὲς φίλοι μου δικαιώνουν τώρα τὴν ἐπιμονήν μου τοῦ νὰ μὴ ἀποσύρω τὴν ἐπερώτησίν μου. Θὰ μὲ δικαιώσουν, ὅτι ἀπέκρουσα πᾶσαν παρατήρησίν των καὶ ἐπέμεινα εἰς τὸ νὰ γίνῃ συζήτησις, ἀφοῦ βλέπουσιν ὅτι ἐφθάσαμεν ἤδη εἰς τὸ συμπέρασμα ν’ ἀπαλλαγῇ ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τῆς κατηγορίας, ἣν κατ’ αὐτῆς ἀπηύθυνεν ἓν τῶν μελῶν της, ὅτι αὐτὴ ὑπεστήριζε τοὺς κακούργους, νὰ ἔλθῃ δὲ αὐτὸ τὸ κατηγοροῦν μέλος καὶ νὰ ὁμολογήσῃ ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, ὅτι ὅσα ἔγραψε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ τόπου του, δὲν ἦσαν ἀληθῆ. Τοῦτο μὲ εὐχαριστεῖ πολὺ κ. Βαλαωρίτη. Εἶμαι πληρέστατα ἱκανοποιημένος διὰ τὸ συμπέρασμα μὲ τὸ ὁποῖον καταλήγει ἡ σημερινὴ συζήτησις διὰ τοῦ συμπεράσματος εἰς τὸ ὁποῖον φθάνει ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου ὁ κ. Βαλαωρίτης.
§88ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι, ἀληθῶς ἡ εὐφράδεια τοῦ λόγου καὶ ἡ ἐπιτηδειότης τοῦ ἀξιοτίμου προέδρου τῆς Βουλῆς δύνανται νὰ κάμωσιν ἐντύπωσιν εἰς τὴν καρδίαν καὶ νὰ προκαλέσωσι χειροκροτήματα, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν δύνανται νὰ ἐπιφέρωσι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο καὶ εἰς τὸν ψυχρὸν νοῦν. Ἀληθῶς ὅσα ὁ κύριος Λομβάρδος εἶπε περὶ τῆς ἀντιστάσεως ἡμῶν κατὰ τῶν ἀπαιτήσεων τῆς Ἀγγλίας, δύνανται νὰ συγκινήσωσι τὰς καρδίας τῶν ἀκροατῶν. Ἀλλὰ ὅταν πρόκηται περὶ μεγάλων συμφερόντων τοῦ τόπου, οἱ ἀναλαμβάνοντες τὴν μεγάλην εὐθύνην νὰ διευθύνωσι τὰς τύχας αὐτῶν δὲν ὀφείλουν ν’ ἀποβλέψουν εἰς τοὺς παλμοὺς τῆς καρδίας των, ὀφείλουν ν’ ἀποβλέπωσιν εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, ὅστις ἀνέθηκεν εἰς αὐτοὺς τὴν τύχην του. Μᾶς κατέκρινε, κύριοι, ὁ κύριος Λομβάρδος, διότι ἀπεδέχθημεν τὴν ὑποχώρησιν ἀπέναντι τῆς Ἀγγλίας εἰς τὸ ζήτημα τῶν Ἄγγλων νομομαθῶν. Ὁ κ. Λομβάρδος σᾶς εἶπεν, ἐὰν ἡ Ἀγγλία σήμερον σᾶς ἀπέτεινεν αἴτησιν περὶ ἀνατροπῆς τοῦ δεδικασμένου, ὡς λέγεται, ὠφείλετε, ἐὰν ἦσθε εἰς τὴν ἐξουσίαν, νὰ τὴν ἀποδεχθῆτε, ἀφ’ οὗ ἀπεδέχθητε τὴν παραβίασιν ἑνὸς δικονομικοῦ τύπου. Δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, οὐδὲ ἐκ τῆς παραδοχῆς τῆς παραβιάσεως ἑνὸς δικονομικοῦ τύπου δύναται νὰ ἐξαγάγῃ ὁ κ. Λομβάρδος, ὅτι εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ἀποδεχθῶμεν πᾶσαν ἀπαίτησιν. Μᾶς ἀπῃτήθη ἐπανειλημμένως ἡ αἴτησις τῆς ἀμνηστείας, ἀλλ’ ἐπρόκειτο περὶ παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος, καὶ ἀπέναντι παραβιάσεως τοιαύτης, δὲν ἀπεδέχθημεν τὴν ἀπαίτησιν, καὶ ἂν ἤμεθα οἱ ἴδιοι εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ μᾶς ἐζητεῖτο ἡ παραβίασις τοῦ δεδικασμένου, ἠθέλαμεν ἐπίσης ἀντισταθῆ, ὅπως ἀντέστημεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀμνηστείας· δὲν προέκειτο, κύριοι, περὶ τοιούτων οὐσιωδῶν καὶ σπουδαίων διατάξεων, προέκειτο περὶ δικονομικοῦ τινὸς τύπου. Ἐὰν σήμερον ἡ Ἀγγλία ζητήσῃ τὴν ἀνατροπὴν τοῦ δεδικασμένου, ζητεῖ τι περισσότερον ἀφ’ ὅτι ἐζήτει εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀμνηστείας· τὸ δεδικασμένον ἔν τινι κράτει εἶναι σεβαστὸν καὶ παρὰ τοῖς Ἀβυσσινοῖς· ἑπομένως, ἂν ἤμεθα εἰς τὴν θέσιν τῆς κυβερνήσεως, ἠθέλομεν ἀντισταθῆ καὶ εἶμαι βέβαιος, ἐὰν τοῦτο ᾖναι ἀληθές, ὅτι θέλει ἀντισταθῆ, καὶ ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις, καὶ ἀνθισταμένη, θέλει ἔχει ὑπὲρ αὑτῆς ὅλον τὸ ἔθνος.
§89ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εὐτυχῶς δὲν μᾶς τὸ ἐζήτησαν τοῦτο.
§90Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν προέκειτο, κύριοι, οὔτε περὶ τοιαύτης παραβιάσεως, οὔτε περὶ ἀμνηστείας· προέκειτο μόνον περὶ ἑνὸς δικονομικοῦ τύπου. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ νόμος καθιέρωσε τὴν μυστικότητα τῆς ἀνακρίσεως, ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἐὰν πράγματι ἡ ἀνάκρισις ᾖναι μυστικὴ, ἐὰν ὑπάρχῃ νόμος ἀπαγορεύων εἰς τὸν ἐξεταζόμενον εἴτε ὡς μάρτυρα, εἴτε ὡς κατηγορούμενον νὰ διακοινώσῃ εἰς τὸν φίλον του ἢ τὸν οἰκεῖόν του ὅ,τι κατέθηκεν εἰς τὴν ἀνάκρισιν. Τοιοῦτος νόμος δὲν ὑπάρχει. Ἀλλ’ εἶπον, «ἂς ἤρχετο κατοχὴ» ἡ κατοχὴ δὲν εἶναι, κύριοι, τι, ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μὴ λαμβάνῃ τις ὑπ’ ὄψιν· δὲν εἶναι ἁπλοῦν γεγονὸς ἡ κατοχὴ ἑνὸς τόπου. Ἡ Ἑλλὰς, ὅταν κατὰ δυστυχίαν εὑρίσκηται εἰς πάλην πρὸς μεγάλας δυνάμεις, πρέπει νὰ ᾖναι πολὺ προσεκτικὴ, διότι ἄλλως ἠμπορεῖ νὰ πάθῃ. Ὁ κύριος Λομβάρδος δὲν ἀνῆκε δυστυχῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐν ἄλλῃ ἐποχῇ, ἐὰν ἀνῆκε τότε καὶ ἀνεκάλει εἰς τὴν μνήμην του τὴν σύγχρονον ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος, ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὁσάκις εἶχε καὶ δικαίαν πάλην πρός τινα δύναμιν, πάντοτε κατεδικάσθη νὰ ὁμολογήσῃ τὸ ἄδικόν της, χωρὶς νὰ ἔχῃ τοιοῦτον. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὡς ἐγὼ, τὰ Μουσσουρικά· δὲν ἐπρόκειτο δὲ τότε πάλη πρὸς τὴν Ἀγγλίαν, ἐπρόκειτο μόνον πρὸς τὴν Τουρκίαν, καὶ τῆς Ἑλλάδος τὰς τύχας τότε διεύθυνε ἀνὴρ πρὸς τὸν ὁποῖον βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ ἀτενίσω· τὰς τύχας τῆς Ἑλλάδος διεύθυνεν ὁ Ἰωάννης Κωλέτης, ὅστις εἶχεν ὁλόκληρον τὴν Εὐρώπην ὑπὲρ αὑτοῦ. Ἐκτὸς τῆς Ἀγγίας, ἡ Γαλλία, ἡ Ῥωσσία, ἡ Πρωσσία, ἡ Αὐστρία ἐπροστάτευαν τὴν κυβέρνησιν τοῦ Κωλέτη καὶ ὅλοι ἐνθυμοῦνται καλῶς, ποία ἦτο ἡ προστασία, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ ὑπουργὸς τῆς Ἑλλάδος· καὶ μολαταῦτα ἀπέναντι τοιαύτης ὑπερασπίσεως ἡ Ἑλλὰς κατεδικάσθη, καὶ ἐδέχθη ἐκ νέου τὸν κ. Μουσσοῦρον ὁ μακαρίτης Ὄθων. Ἐπὶ τῶν Παρκερικῶν, λέγει ὁ κ. Λομβάρδος, τί ἐπάθαμεν; Κατεδικάσθημεν μόνον εἰς 6000 δραχμῶν. Εἶσθε σύγχρονοι τοῦ γεγονότος τούτου καὶ ἐνθυμεῖσθε ὅλα τὰ συμβάντα· ἔσυρον τὰ πλοῖά μας εἰς τὴν Σαλαμῖνα· μᾶς περιεκύκλωσαν εἰς τὴν πρωτεύουσαν, ὀλίγον ἔλειψε νὰ πάθωμεν ὑπ’ ἀσφυξίας. Αὐτὰ, κύριοι, ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅταν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι πρὸ παντὸς ἄλλου τοιαύτη σκέψις μᾶς ἐπέρασεν, ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἔχομεν καὶ ἄλλο συμφέρον ν’ ἀποδεχθῶμεν τὴν παρουσίαν τῶν Ἄγγλων δικηγόρων. Καὶ κυβέρνησις καὶ ἀντιπολίτευσις, εἶπεν ὁ κ. Λομβάρδος, ἐπιστεύθη ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅτι ὑποστηρίζουν τὴν λῃστείαν· ἠθελήσαμεν λοιπὸν διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ἡ ἀλήθεια καθαρῶς, τὴν παρουσίαν τῶν Ἄγγλων νομομαθῶν, ἵνα παρακολουθήσωσι τὰς ἀνακρίσεις, καὶ σώσωμεν οὕτω τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἔθνους. Τὸ βούλευμα, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη, ἐδικαίωσε πληρέστατα τὸν λόγον, ὁ ὁποῖος μᾶς ὑπεχρέωσε νὰ δεχθῶμεν τοὺς ξένους. Βλέπετε, λοιπὸν, ὅτι σπουδαῖοι λόγοι, σπουδαιότατοι λόγοι ὑπηγόρευσαν τὴν παραχώρησίν μας. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ εὔγλωττος πρόεδρος τῆς Βουλῆς ποία ἡ ὠφέλεια τῆς παραχωρήσεως ταύτης; Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν εἶναι λογικώτερον νὰ τὸν ἐρωτήσω ἐγὼ ποία ἤθελεν εἶσθαι ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν δὲν ἐγίνετο δεκτὴ ἡ παρουσία τῶν Ἄγγλων νομομαθῶν; Ἐπὶ τῇ παρουσίᾳ αὐτῶν ἐνεργήθη ἡ ἀνάκρισις, ἐξεδόθη τὸ βούλευμα. Ἐὰν τὸ βούλευμα αὐτὸ ἐξεδίδετο ἄνευ τῆς παρουσίας αὐτῶν, γνωρίζετε τί ἤθελον εἴπει; ἤθελον εἴπει, ὅτι ἐπροσπάθησεν ἡ κυβέρνησις νὰ καλύψῃ, καὶ ἐκάλυψε τοὺς ἐνόχους καὶ δὲν ἤθελεν δώσει τὴν παραμικρὰν πίστιν εἰς τὸ βούλευμα. Ὅσα ἤδη ἂν λέγωσι κατὰ τοῦ βουλεύματος τούτου, τοῦτο εἶναι μαρτύριον τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ καταστραφῇ, εἶναι μαρτύριον διαψεῦδον ὅλας τὰς ὑποψίας καὶ ὑπονοίας, αἵτινες εἶχον ἐνεργηθῆ εἰς τὴν Ἀγγλίαν καθ’ ἡμῶν. Νομίζω ὅτι, ἐὰν ἄλλος λόγος δὲν ἦτον ἀρκετὸς νὰ μᾶς ὑποχρεώσῃ ν’ ἀποδεχθῶμεν τοὺς Ἄγγλους νομομαθεῖς, αὐτὸς ἦτον ἀποχρῶν νὰ μᾶς πείσῃ νὰ τοὺς παραδεχθῶμεν. Ὀπισθοχωρῶ, κύριοι, ὀλίγον διὰ νὰ παρακολουθήσω τὸν κ. Λομβάρδον εἰς ἄλλην τινὰ μομφὴν, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ ἐπιῤῥίψῃ ἐναντίον μου, εἰπὼν, ὅτι ἐσίγησα. Δὲν ἐσίγησα· εἶναι ἀληθὲς, ὅτι παρέλειψα ν’ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐρώτησιν περὶ τῆς παραιτήσεως τοῦ κ. Σούτσου. Ὁ κ. Σοῦτσος ἐν τῇ παραιτήσει του, τὴν ὁποίαν τότε μοὶ ἀπηύθυνε, δὲν ἔκαμε λόγον περὶ ῥαδιουργιῶν. Ὁ κ. Σοῦτσος διὰ τῆς παραιτήσεως ταύτης, ἥτις ἀληθῶς περιποιεῖ πολλὴν τιμὴν εἰς αὐτὸν, διϊσχυρίζεται μόνον ὅτι ἠναγκάσθη νὰ δώσῃ τὴν παραίτησίν του διὰ νὰ διευκολύνῃ τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Σοῦτσος τότε κατεσυκοφαντήθη, ὅτι δὲν εἶχεν ἐν τῇ Ἀττικῇ τὴν προσήκουσαν στρατιωτικὴν δύναμιν ὅπως καταδιώξῃ τὴν λῃστείαν. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅπως ἀπέδειξα εἰς ἄλλην συνεδρίασιν. Ὁ κ. Σοῦτσος εἰς τὸ διάστημα τῆς διαμονῆς του εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἐξεπλήρωσε πιστῶς τὸ καθῆκόν του, εἶναι γνωστὸς ὁ εὐγενὴς καὶ ἱπποτικὸς χαρακτὴρ αὐτοῦ εἰς ὅλους, ὅσοι τὸν ἐγνώρισαν. Ὑπὸ τοιούτου δὲ εὐγενοῦς καὶ ἱπποτικοῦ λόγου ὠθούμενος ὁ κ. Σοῦτσος, κατέθηκε τὸ χαρτοφυλάκιον τότε. Περὶ ῥαδιουργιῶν, αἱ ὁποῖαι προὐκάλεσαν τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Σούτσου, βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω· μόνος ὁ κ. Σοῦτσος εἶναι εἰς θέσιν νὰ ὁμιλήσῃ περὶ αὐτῶν. Δὲν παρέλειψα λοιπὸν, κύριοι, οὐδέν· ἐὰν δὲ ἠναγκάσθην παρὰ τὴν συνήθειάν μου νὰ κάμω μνείαν τοῦ ὀνόματος τοῦ Βασιλέως, ὁμολογῶ, ὅτι ἠναγκάσθην εἰς τοῦτο. Ὁ κ. Λομβάρδος, ὅστις, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἶναι κοινοβουλευτικὸς ἀνὴρ καὶ ἀείποτε ἀποδίδει τὸν ἀνήκοντα σεβασμὸν εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα, οὗτινος οὐδὲ ἀνέφερε τὸ ὄνομα, δυστυχῶς εἶπεν, ὅτι ὁ κ. Βαλαωρίτης μοὶ ἐπεβλήθη· δὲν ἠδυνάμην δὲ νὰ μὴ ἀπαντήσω, διότι ἐνόμισα ὅτι ὤφειλα ν’ ἀποκρούσω ἐπιβολὴν τοιαύτην ἥτις δὲν ἔλαβε χώραν.
§91ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ, δὲν εἶπον τοῦτο, ἐγὼ εἶπον ὅτι δὲν ἐξετάζω τὸ ζήτημα, ἐὰν ὁ κ. Βαλαωρίτης ἐπεβλήθη, ὅπως λέγεται, καὶ ὅλοι οἱ Ἕλληνες πιστεύουσιν.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἱκανὰ τὰ λεχθέντα, κύριοι.
§93ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις.